ISSN 1725-2415

doi:10.3000/17252415.C_2011.021.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 21

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

54ό έτος
21 Ιανουαρίου 2011


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

I   Ψηφίσματα, συστάσεις και γνωμοδοτήσεις

 

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ

 

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

 

463η σύνοδος ολομέλειας της 26ης και 27ης Μαΐου 2010

2011/C 021/01

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Αναγκαιότητα εφαρμογής μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης στην αστική ανάπλαση (διερευνητική γνωμοδότηση)

1

2011/C 021/02

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Συλλογικές πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών για τη βιώσιμη ανάπτυξη (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

9

2011/C 021/03

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Διεθνές εμπόριο και αλλαγή του κλίματος

15

2011/C 021/04

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Οι σχέσεις ΕΕ- ASEAN (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

21

2011/C 021/05

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Το 28o καθεστώς — Μια εναλλακτική λύση για μείωση του όγκου της νομοθεσίας σε κοινοτικό επίπεδο (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

26

2011/C 021/06

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Κοινωνικά υπεύθυνα χρηματοπιστωτικά προϊόντα (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

33

2011/C 021/07

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η επαγγελματοποίηση των οικιακών εργασιών (πρόσθετη γνωμοδότηση)

39

 

III   Προπαρασκευαστικές πράξεις

 

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

 

463η σύνοδος ολομέλειας της 26ης και 27ης Μαΐου 2010

2011/C 021/08

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: Επιλογές για την επισήμανση της καλής μεταχείρισης των ζώων και τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού δικτύου κέντρων αναφοράς για την προστασία και την καλή μεταχείριση των ζώωνCOM(2009) 584 τελικό

44

2011/C 021/09

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Επενδύσεις στην ανάπτυξη τεχνολογιών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών (Σχέδιο ΣΕΤ)COM(2009) 519 τελικό

49

2011/C 021/10

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Σχέδιο δράσης για την αστική κινητικότηταCOM(2009) 490 τελικό

56

2011/C 021/11

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διερεύνηση και την πρόληψη αεροπορικών ατυχημάτων και συμβάντωνCOM(2009) 611 τελικό — 2009/0170 (COD)

62

2011/C 021/12

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης των κρατών μελών Μέρος ΙΙ των ολοκληρωμένων κατευθυντήριων γραμμών για την Ευρώπη 2020COM (2010) 193 τελικό

66

EL

 


I Ψηφίσματα, συστάσεις και γνωμοδοτήσεις

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

463η σύνοδος ολομέλειας της 26ης και 27ης Μαΐου 2010

21.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 21/1


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Αναγκαιότητα εφαρμογής μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης στην αστική ανάπλαση» (διερευνητική γνωμοδότηση)

2011/C 21/01

Εισηγητής: ο κ. GRASSO

Στις 2 Δεκεμβρίου 2009, και σύμφωνα με το άρθρο 304 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το υπουργείο Στέγασης της Ισπανίας ζήτησε, εξ ονόματος της ισπανικής προεδρίας, την κατάρτιση διερευνητικής γνωμοδότησης από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, με θέμα:

«Αναγκαιότητα εφαρμογής μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης στην αστική ανάπλαση» (διερευνητική γνωμοδότηση).

Το ειδικευμένο τμήμα «Οικονομική και Νομισματική Ένωση, Οικονομική και Κοινωνική Συνοχή», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 4 Μαΐου 2010.

Κατά την 463η σύνοδο ολομέλειάς της, της 26ης και 27ης Μαΐου 2010 (συνεδρίαση της 26ης Μαΐου 2010), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 87 ψήφους υπέρ, 4 ψήφους κατά και 2 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1   Η πόλη έχει καταστεί πλέον ένα σύστημα που σπαταλά ενέργεια, αλλά και ο κύριος παράγοντας αλλοίωσης του περιβάλλοντος. Κατά συνέπεια, η εφαρμογή σε ευρωπαϊκό επίπεδο συντονισμένης δράσης για την ανάπτυξη, με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα, πολιτικών αστικής ανάπλασης αποτελεί σημαντικό εργαλείο για την καταπολέμηση των επιβλαβών εκπομπών CO2 και της αλλαγής του κλίματος.

1.2   Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) επιθυμεί μια στρατηγική παρέμβασης σε επίπεδο πόλης ή μητροπολιτικής περιοχής με σκοπό την ανάπλαση των υποβαθμισμένων συνοικιών από άποψη κατοικίας, πολεοδομίας και κοινωνικών και περιβαλλοντικών συνθηκών.

1.3   Δυστυχώς, τα συμβατικά μέσα του χωροταξικού σχεδιασμού δεν είναι προσαρμοσμένα σε ένα τέτοιο εγχείρημα, κυρίως επειδή οι πόλεις διαφέρουν μεταξύ τους από άποψη κατάστασης, θέσης και παροχών, και για τον λόγο αυτό δεν είναι δυνατόν να προταθούν ομοιόμορφες λύσεις. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ εισηγείται στην ΕΕ να καθορίσει μέσα παρέμβασης τα οποία θα χρησιμοποιούν συστήματα δεικτών αστικής ποιότητας και θα βασίζονται σε κατώτατα όρια κοινωνικής, αστικής και περιβαλλοντικής δυσφορίας, και παράλληλα να επεξεργασθεί δείκτες αστικής ανάπλασης, οι οποίοι θα μετρούν τη διοικητική αποτελεσματικότητα, τον βαθμό επιτυχίας της παρέμβασης και το ποσοστό ικανοποίησης των κατοίκων.

1.4   Παραπέμποντας σε προτάσεις που έχει διατυπώσει σε άλλες γνωμοδοτήσεις, η ΕΟΚΕ επιθυμεί να ληφθεί υπόψη η ιδέα της σύστασης, στο πλαίσιο της εμβάθυνσης και της διεύρυνσης του ευρωπαϊκού διαλόγου για τις βιώσιμες πόλεις, μιας ομάδας υψηλού επιπέδου για την «Αστική Ανάπτυξη και Αειφορία» (1).

1.5   Προκειμένου να διευκολυνθεί η ανάδυση μιας «νέας αστικής αναγέννησης», η οποία θα προωθεί ένα ολοκληρωμένο μοντέλο αστικής ανάπλασης και θα δίνει έμφαση στη δημογραφική εξέλιξη, στην κοινωνική συνοχή, στην αναμόρφωση του αστικού κοινωνικού ιστού, στην αξιοποίηση της φυσικής κληρονομίας, στη διαδικασία αποϋλοποίησης, στην «ενεργειακή πόλη» και στη βιοποικιλότητα, η ΕΟΚΕ κρίνει απαραίτητη μια στενή συνεργασία μεταξύ των διάφορων επιπέδων διακυβέρνησης (Επιτροπή, κυβερνήσεις, περιφέρειες, αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης), η οποία θα στηρίζεται ωστόσο σε μια πιο ευέλικτη και λιγότερο άκαμπτη εφαρμογή της αρχής της επικουρικότητας και όχι μόνον στην αυστηρή ιεράρχηση των αρμοδιοτήτων. Προς τούτο ζητείται η προώθηση θεματικών δικτύων μεταξύ των πόλεων που να διευκολύνουν την εφαρμογή διαδικασιών βιώσιμης αστικής ανάπλασης.

1.6   Η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων και των υποδομών πρέπει να αποτελεί στρατηγικό παράγοντα της πολιτικής δέσμευσης της ΕΕ στον τομέα της αστικής ανάπλασης, λόγω των οφελών που συνεπάγεται όσον αφορά τη μείωση της ζήτησης ενέργειας και τον αυξημένο αριθμό νέων θέσεων απασχόλησης που θα μπορούσε να δημιουργήσει στην Ευρώπη. Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να επιδιώξει η ΕΕ τους στόχους αυτούς χάρη στην αυξανόμενη ενοποίηση με τομεακά προγράμματα τα οποία καταρτίζει όσον αφορά την πολιτική καινοτομίας της ΕΕ, την πολιτική μεταφορών της ΕΕ για το 2010-2020 και το στρατηγικό σχέδιο ενεργειακών τεχνολογιών (ΣΧΕΔΙΟ SET - Strategic Energy Technology). Επιθυμεί επίσης την αύξηση των επενδύσεων αναπτύσσοντας, μέσω της ΕΤΕ, τα χρηματοδοτικά μέσα που διαθέτει (JESSICA, JASPERS κ.λπ.) και προωθώντας αποτελεσματικές σχέσεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα.

1.7   Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η ενοποίηση του συστήματος βιώσιμων μεταφορών και του συστήματος ενέργειας θα αποτελέσει τo θεμέλιο της πολιτικής αστικής ανάπλασης. Άλλωστε, αυτή η πολιτική ολοκλήρωσης πρέπει να υποστηρίζεται από χρηματοδότηση της ΕΕ για βιώσιμα δίκτυα μεταφορών και εναλλακτικές ενεργειακές πολιτικές που είναι απαραίτητες για την ανάπλαση των προαστίων.

1.8   Η ΕΟΚΕ επιθυμεί επίσης να θεσπίσουν τα κράτη μέλη παροτρυντικές φορολογικές πολιτικές, που να ενθαρρύνουν τους πολίτες να υποστηρίξουν τον στόχο μετατροπής κάθε κτιρίου στην πόλη σε παραγωγό ενέργειας.

1.9   Η ΕΟΚΕ ζητά την προώθηση της πολιτιστικής ανάπτυξης και της επιχειρηματικής δραστηριότητας, ιδίως στον τομέα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, που είναι ικανές να εντοπίσουν καινοτόμες λύσεις για την ανάπλαση και τη δημιουργία «πράσινων» θέσεων εργασίας.

1.10   Η ΕΟΚΕ εκτιμά, εξάλλου, ότι για να προωθηθεί αυξημένη και υπεύθυνη συμμετοχή των πολιτών στην εφαρμογή των προγραμμάτων ολοκληρωμένης αστικής ανάπλασης, χρειάζεται διάλογος και διαβούλευση με τις ομάδες που ζουν στα αστικά κέντρα, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών και των νέων, καθώς και εκείνων που διατρέχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο αποκλεισμού. Πρέπει να δρομολογηθεί, σε συνεργασία με τα αντιπροσωπευτικά δίκτυα των πολιτών και των κλάδων, μια διαφημιστική εκστρατεία σε ευρωπαϊκό επίπεδο σχετικά με τις συγκεκριμένες δυνατότητες εξοικονόμησης, οι οποίες συνδέονται με την παραγωγή καθαρών μορφών ενέργειας. Η παρούσα εκστρατεία δεν είναι επαρκώς στοχοθετημένη και ο προϋπολογισμός της είναι υπερβολικά περιορισμένος.

1.11   Για να είναι οι ευρωπαϊκές πόλεις σε θέση να ανταγωνιστούν τις ασιατικές μεγαλουπόλεις, οι πολιτικές αστικής αναμόρφωσης των ευρωπαϊκών πόλεων πρέπει να συνδυάσουν την παραδοσιακή μετατροπή των φυσικών χώρων με την αποϋλοποίηση που συνδέεται ειδικότερα με τις τεχνολογίες των τηλεπικοινωνιών, γεγονός που θα επιτρέψει τη διατήρηση του περιβάλλοντος και θα αποτρέψει τη συνεχή απορρόφηση χώρων πρασίνου από τις πόλεις.

1.12   Η ΕΟΚΕ θεωρεί επίσης σκόπιμο, από στρατηγική άποψη, να ξεκινήσει μια σημαντική διαδικασία για τη διαμόρφωση ιθύνουσας τάξης που θα διαθέτει αυξημένη υπευθυνότητα, δημιουργικότητα και ποιότητα. Και τούτο με σκοπό να αυξηθεί η ικανότητά της να επιλέγει κατά την άσκηση πολιτικών αναμόρφωσης και αστικής ανάπτυξης σύμφωνα με τους στόχους της αειφόρου ανάπτυξης που υποστηρίζει η ΕΕ. Ταυτόχρονα η ΕΟΚΕ τονίζει ότι είναι απαραίτητη η συνεργασία με την Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Πολιτικής και εύχεται την ενίσχυσή της. Όμως, θεωρεί επίσης σκόπιμο και αναγκαίο να παγιωθεί ο επιχειρησιακός πυρήνας που είναι επιφορτισμένος με τις αστικές πολιτικές στη ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής, προκειμένου να επιταχυνθεί η υλοποίηση των προγραμμάτων ανάπτυξης που προτίθεται να εφαρμόσει η Επιτροπή.

2.   Εισαγωγή

2.1   Τα δέκα τελευταία χρόνια –και ο Χάρτης της Λειψίας για τις βιώσιμες ευρωπαϊκές πόλεις (Μάιος 2007) αποτελεί από την άποψη αυτή μια από τις σημαντικότερες μαρτυρίες της βούλησης των κρατών μελών να συμφωνήσουν σε κοινές στρατηγικές και αρχές στον τομέα της πολιτικής αστικής ανάπτυξης– η συζήτηση σχετικά με τις αστικές πολιτικές προσέλαβε μεγάλες διαστάσεις εντός της ΕΕ. Η ισπανική προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ αποδίδει, ως εκ τούτου, μεγάλη σημασία στο ζήτημα αυτό, και ζήτησε από την ΕΟΚΕ και από την Επιτροπή των Περιφερειών να ξεκινήσουν προβληματισμό επί του εν λόγω θέματος και να συνεισφέρουν στη συζήτηση επ’ ευκαιρία της άτυπης συνάντησης των ευρωπαίων υπουργών.

2.2   Ο προβληματισμός αφορά ορισμένα σημαντικά προβλήματα των πόλεων, τα οποία πρέπει να αντιμετωπισθούν με πολιτικές ανάπλασης, που θα διασφαλίσουν, μέσω ολοκληρωμένης προσέγγισης, επίπεδο αστικής αειφορίας προσαρμοσμένο στις διάφορες ανάγκες. Ειδικότερα, πρέπει:

να βελτιωθεί η ενεργειακή απόδοση των ευρωπαϊκών ακινήτων, των οποίων η παλαιότητα είναι επίσης μια από τις αιτίες των επιβλαβών εκπομπών που επηρεάζουν έντονα την ποιότητα ζωής στις πόλεις, προωθώντας την απασχόληση και παρέχοντας κίνητρα για την καινοτομία και την τεχνολογική ανάπτυξη·

να ενισχυθεί η κοινωνική συνοχή χάρη σε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα αναζωογόνησης των υποβαθμισμένων συνοικιών, έτσι ώστε να ευνοηθεί η κοινωνική ένταξη, η καταπολέμηση του αποκλεισμού, η κατάρτιση κ.λπ.·

να υποστηριχθεί η περιβαλλοντική αειφορία, ιδίως με την αστική αναμόρφωση των υποβαθμισμένων συνοικιών και την προσαρμογή των υφιστάμενων κτιρίων στους στόχους της ενεργειακής απόδοσης, της κατοικησιμότητας και της προσπελασιμότητας, ώστε να αποφευχθεί η απορρόφηση πρόσθετων χώρων πρασίνου.

3.   Ολοκληρωμένη πολεοδομία

3.1   Η προστασία του περιβάλλοντος στα διάφορα αστικά επίπεδα και η βελτίωση της ποιότητας ζωής των ανθρώπων πρέπει να αποτελούν έναν από τους κύριους επιχειρησιακούς στόχους των περιφερειακών πολιτικών των κρατών μελών και της ΕΕ.

3.2   Με την παρούσα γνωμοδότηση, η ΕΟΚΕ επιθυμεί να δηλώσει ότι συμφωνεί με την αναγκαιότητα υλοποίησης ολοκληρωμένων πολιτικών αστικής αναμόρφωσης, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που καθορίζονται στο έγγραφο που παρουσιάζει τη στρατηγική «ΕΕ 2020» και το έγγραφο στρατηγικής προγραμματισμού της ισπανικής προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2).

3.2.1   Η ΕΟΚΕ συμφωνεί, πράγματι, με το περιεχόμενο της στρατηγικής «ΕΕ 2020», της οποίας και εγκρίνει τις γραμμές δράσης, και συγκεκριμένα το ότι οι πολιτικές ανάπλασης πρέπει να διαπνέονται από ορισμένες καινοτόμους αρχές:

βελτιώσεις σε ανθρώπινο επίπεδο, ιδίως όσον αφορά τις ανάγκες των ηλικιωμένων, το επίπεδο ένταξης των νέων μεταναστών, την εξάλειψη της φτώχειας, και ιδίως της παιδικής φτώχειας, και την ανάπτυξη αλληλεγγύης μεταξύ των γενεών·

υλοποίηση ανάπτυξης που να βασίζεται στη γνώση·

ανάπτυξη συμμετοχικής και δημιουργικής κοινωνίας·

ανάπτυξη ανταγωνιστικής, αλληλένδετης οικονομίας, η οποία θα λαμβάνει υπόψη την κοινωνική οικονομία και την «πράσινη αγορά».

3.2.2   Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι το πρόγραμμα της ισπανικής προεδρίας είναι σύμφωνο προς τις ως άνω αρχές στον βαθμό που, σε συμφωνία προς τη Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, ένας από τους πρωταρχικούς του στόχους είναι να διασφαλίσει σε όλους το δικαίωμα συμμετοχής στα κοινά και τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

3.2.3   Οι εν λόγω στόχοι κινούνται προς την κατεύθυνση μιας αστικής αναμόρφωσης, η οποία χαρακτηρίζεται από έντονη αλληλεξάρτηση μεταξύ ποιότητας των χώρων και ποιότητας της υποδοχής, δηλαδή μια αναμόρφωση προς όφελος όλων των πολιτών, ανεξάρτητα από τη γλώσσα, την καταγωγή ή τη θρησκεία τους.

4.   Ορισμένα αστικά ζητήματα

4.1   Σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώνονται στα προαναφερθέντα έγγραφα, η ιδέα της αστικής ανάπλασης εντάσσεται σε ένα σύνολο σημαντικών αλλαγών που αφορούν τη μορφή και τη φύση των πόλεων (3):

η ανάπτυξη του φαινομένου της «καλπάζουσας αστικοποίησης», με επιστέγασμα την υψηλή απορρόφηση εδαφών και τις πρόσθετες δαπάνες κλίμακας·

η παρακμή του λειτουργικού σχεδιασμού των πόλεων, με την κρίση του ιστορικού κέντρου, των –υποβαθμισμένων– προαστίων και των ζωνών παραγωγής·

η κυριαρχία ουσιαστικά συντηρητικών αποκρίσεων στην κρίση, από τις οποίες απουσιάζει η φαντασία ή η δημιουργικότητα, και κυρίως αποκρίσεων ελάχιστα προσαρμοσμένων σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο·

η αντικατάσταση του συστήματος των «λειτουργιών» από ένα σύστημα «περιεκτών», οι οποίοι πρέπει να θεωρούνται πολύπλοκοι και εξαιρετικά ευπαθείς χώροι σε μητροπολιτικά εδάφη χωρίς διαφοροποίηση·

η εξαφάνιση της σημασίας του συνόρου, το οποίο διατηρεί τον διοικητικό χαρακτήρα του, αλλά τείνει να απολέσει την γεωγραφική, συμβολική και πολιτική σημασία του·

η διάβρωση των χώρων πρασίνου που περιβάλλουν τις πόλεις, που συνεπάγεται σημαντικές απώλειες όσον αφορά την βιοποικιλότητα·

η αύξηση του χρόνου που αφιερώνεται στις μετακινήσεις μεταξύ κατοικίας και τόπου εργασίας, που έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα της ζωής·

οι αστικοί χώροι, ιδίως οι παραδοσιακοί, τείνουν σήμερα να είναι χώροι κλειστοί και εξειδικευμένοι: οι συνοικίες που προορίζονται αποκλειστικά για κατοικία, οι χώροι αναψυχής, η εκπαίδευση που περιορίζεται στα σχολεία ή στα πανεπιστήμια, ο πολιτισμός που περιορίζεται στα μουσεία και στα θέατρα κ.λπ. Ο κλειστός χώρος εξυμνεί την υπεροχή του ιδιωτικού (τόσο ως τρόπου ζωής όσο και ως θεωρίας και πρακτικής του δικαίου) εις βάρος των αναγκών της κοινότητας.

4.2   Πρέπει να αντιπαραθέσουμε στη λογική του κλειστού χώρου εκείνη του άπειρου χώρου, ο οποίος αναπαριστάται από άυλες σχέσεις, καθώς η έννοια του χρόνου τείνει να αντικαταστήσει τη φυσική απόσταση.

4.3   Έτσι, η ανάπλαση των αστικών χώρων πρέπει να συνδυάζει την παραδοσιακή μετατροπή των φυσικών χώρων με την αποϋλοποίηση, η οποία βρίσκει την καλύτερη έκφρασή της στις τεχνολογίες της τηλεπικοινωνίας. Το πρόβλημα που πρέπει να επιλυθεί είναι το δίλημμα μεταξύ του πνεύματος, το οποίο λειτουργεί πλέον με όρους πανταχού παρουσίας, και του σώματος, το οποίο δεν μπορεί να είναι συνεχώς εν κινήσει και χωρίς ρίζες και απαιτεί να οργανωθεί σε ποιοτικούς τόπους και χώρους.

4.4   Επομένως, η διαδικασία της ανάπλασης θα προκύψει από τη συνέργια και την ολοκλήρωση τριών αστικών διαστάσεων:

—   η πόλη «αγορά»: επικεντρωμένη στον άνθρωπο, χαρακτηρίζεται από τέλεια αρμονία μεταξύ των περιοχών κατοικίας και του αστικού χώρου, μεταξύ της κοινωνικής συνοχής και της οικονομικής ανάπτυξης·

—   η «παγκόσμια/τοπική» («παντοπική») πόλη: προϊόν μιας καλύτερης ισορροπίας μεταξύ της διαδικασίας παγκοσμιοποίησης και της ικανότητας αξιοποίησης των τοπικών πόρων, των ιδιαιτεροτήτων και των διάφορων χρήσεων·

—   η αειφόρος πόλη: πρέπει να μπορεί να επιλύσει με δικά της μέσα τα προβλήματα που δημιούργησε η ίδια, χωρίς να μεταθέτει την επίλυσή τους σε άλλους ή στις μελλοντικές γενεές.

5.   Ένα ολιστικό μοντέλο αστικής ανάπλασης

5.1   Η ΕΟΚΕ επιθυμεί την ανάδυση μιας «νέας αστικής αναγέννησης» (4), η οποία χαρακτηρίζεται από:

ανάπτυξη της κοινωνικής συνοχής

πολιτιστική ανανέωση

αναμόρφωση του αστικού κοινωνικού ιστού προκειμένου να αντιμετωπισθεί η παρούσα σημαντική ύφεση

αξιοποίηση της φυσικής κληρονομιάς, μέσω των διαδικασιών αποϋλοποίησης και της ανάπτυξης της βιοποικιλότητας.

5.2   Μια πολιτική που βασίζεται στην ιδέα μιας «νέας αστικής αναγέννησης» θα επέκτεινε την εμβέλεια του «ευρωπαϊκού σχεδίου για την ανάκαμψη της οικονομίας στις περιφέρειες και στις πόλεις» (PERE) (5), ερμηνεύοντας τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν οι αρχές της τοπικής αυτοδιοίκησης στη διαχείριση της κρίσης ως διαρθρωτικού δεδομένου, το οποίο έχει αντίκτυπο όχι μόνον στην οικονομική κρίση, αλλά και στην αξιοποίηση όλων των πόρων των κοινοτήτων μας.

5.3   Έτσι, θα προέκυπτε ένα ολοκληρωμένο μοντέλο αστικής ανάπλασης, ως χωρική έκφραση της «νέας πράσινης συμφωνίας» (6), της οποίας το ολιστικό σύστημα παρέμβασης, που περιλαμβάνει τους ανθρώπινους, τους φυσικούς και τους υλικούς πόρους, θα πρέπει να διαπνέεται ειδικότερα από έναν νέο ορισμό του πλούτου, που να βασίζεται όχι μόνον στη συσσώρευση, αλλά κυρίως στην εξοικονόμηση των πόρων και στην αναβάθμιση του επιπέδου ευημερίας των πολιτών (7).

Το μοντέλο αυτό προϋποθέτει ότι οι τοπικές αρχές αναλαμβάνουν να διευκολύνουν την ενεργό συμμετοχή των πολιτών και της οικονομίας των περιφερειών τους με σκοπό να επιταχυνθεί η ανάπτυξη των αγορών και των πράσινων τεχνολογιών. Η πρόταση της ομάδας υψηλού επιπέδου για την αειφόρο αστική ανάπτυξη θα μπορούσε να διευκολύνει την προώθηση και την ανάπτυξη των θεματικών δικτύων πόλεων, έστω και σε μικρή ή μεσαία κλίμακα, για την επίτευξη αυτών των στόχων.

6.   Οι διάφορες συνιστώσες του ολιστικού συστήματος των παρεμβάσεων αστικής ανάπλασης

6.1   Ανθρώπινοι πόροι

6.1.1   Πρέπει να εναρμονισθεί ο στόχος της στρατηγικής της Λισσαβώνας, δηλαδή η οικοδόμηση μιας πιο ανταγωνιστικής κοινωνίας χάρη στην ανάπτυξη των γνώσεων και της δημιουργικότητας, με τον στόχο του εγγράφου προγραμματισμού ΕΕ 2020, το οποίο αναδεικνύει τη σημασία της ενθάρρυνσης της συνοχής εφαρμόζοντας πολιτικές στήριξης για τους πλέον ευάλωτους πληθυσμούς, και ειδικότερα τους ηλικιωμένους, αναβαθμίζοντας το επίπεδο ένταξης, ιδίως των νέων μεταναστών, καταπολεμώντας την φτώχεια και αναπτύσσοντας την αλληλεγγύη μεταξύ των γενεών.

6.1.2   Η ΕΕ απέδωσε έναν πολιτιστικό και πρακτικό χώρο:

στην ανάπτυξη των κοινοτήτων, ώστε όλοι οι ενδιαφερόμενοι –επαγγελματικές οργανώσεις (πολεοδόμοι, αρχιτέκτονες, μηχανικοί κ.λπ.), οργανώσεις που εκπροσωπούν τους εργολάβους και τις υπηρεσίες στέγασης– να μπορούν να συμμετάσχουν στον πολεοδομικό σχεδιασμό·

στην ανάπτυξη νέων γνώσεων και στην αρχή της δημιουργικότητας, χάρη στην προώθηση νέων μορφών έρευνας και διδασκαλίας, με τη συνεργασία των πανεπιστημίων και την ενθάρρυνση μοντέλων δημιουργικού σχεδιασμού των πόλεων (8). Ο καλύτερος τρόπος αύξησης της αποτελεσματικότητας αυτών των πολιτικών ανοίγματος είναι η προώθηση μορφών σύμπραξης δημόσιου-ιδιωτικού τομέα.

6.1.3   Οι πολιτικές αυτές θα πρέπει να επανεξετασθούν με σκοπό την

προώθηση πρακτικών «χρήστης διακυβέρνησης» των πόλεων, συμπεριλαμβανομένων των περιαστικών και αγροτικών περιοχών, ώστε να αυξηθεί, όχι μόνο η οικονομική ευημερία αλλά και η ψυχολογική, πνευματική και κοινωνική·

δημιουργία νέας απασχόλησης, ιδίως για τους νέους και τους μετανάστες, καθώς και μετειδίκευση των πρώην εργατών και υπαλλήλων, θυμάτων της παρούσας κρίσης. Προς τούτο, η ΕΟΚΕ προτείνει να προωθηθεί ο περιβαλλοντικός στρατός (carbon army), που θα συνδέεται με την αειφόρο μετατροπή των πόλεων.

6.1.4   Σύμφωνα με τις δημογραφικές προβλέψεις, το 2060 η ηλικία του μισού και πλέον πληθυσμού θα υπερβαίνει τα 48 έτη, θα παγιωθούν τα νέα μεταναστευτικά ρεύματα, ιδίως των νέων προς τις πόλεις, ενώ θα συνεχισθεί η φθίνουσα πορεία των αγροτικών και των μειονεκτουσών περιφερειών. Σε αυτήν την περίπτωση πρέπει να συνεκτιμηθούν σε τοπικό επίπεδο οι εξής δράσεις:

η καλλιέργεια νοοτροπίας που θα δημιουργεί συνέργειες μεταξύ της δημόσιας και της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, θα συμβάλλει στην ανάπτυξη των ΜΜΕ και θα ενισχύει μια αστική κοινότητα βασισμένη στη συμμετοχή και τη δημιουργικότητα·

η ανάπτυξη μηχανισμών που θα ενισχύουν το διάλογο και τη διαβούλευση με την αστική κοινότητα, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών και των νέων, καθώς και εκείνων που αντιμετωπίζουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο αποκλεισμού·

η βελτίωση του επιπέδου ζωής χάρη σε καινοτόμες λύσεις για βιώσιμη κοινωνική στέγαση, υγειονομική περίθαλψη και εκπαιδευτικό σύστημα.

6.1.5   Η νέα απασχόληση που θα δημιουργηθεί με την νέα πράσινη συμφωνία και με την μείωση των εκπομπών απαιτεί πολιτικές κατάρτισης και διάδοσης. Πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες, ούτως ώστε:

να διευκολυνθεί η πρόσβαση σε πλατφόρμες ενημέρωσης της Ε.Ε. (σχετικά με το περιβάλλον, την αποτελεσματική χρήση της ενέργειας, τις μεταφορές, την οικονομία, …)·

να υπάρξει σύνδεση με το πρόγραμμα «Κοινότητες γνώσεως και καινοτομίας» (Knowledge and Innovation Communities - KIC) του EIT (european institute of technology- Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Τεχνολογίας) ούτως ώστε να διασφαλιστεί η ταχεία μεταφορά των νέων τεχνολογιών σε τοπικό επίπεδο

να αναπτυχθεί μια ισχυρή στρατηγική για τη διάδοση των βέλτιστων πρακτικών που αφορούν την ενσωμάτωση των πράσινων τεχνολογιών στις αστικές κοινότητες.

6.2   Φυσικοί πόροι

6.2.1   Λόγω της υπεροχής των φυσικών πόρων σε σχέση με τους υλικούς πόρους, είναι καθοριστικής σημασίας να μελετηθεί ο αστικός μεταβολισμός, προκειμένου να τεθούν σε εφαρμογή διαδικασίες μετατροπής βασισμένες σε εξοικονόμηση των πρώτων υλών και στη διάθεση των αποβλήτων.

6.2.2   Η γνώση του αστικού μεταβολισμού είναι σημαντικό μέσο για την επίτευξη των στόχων βελτίωσης της ποιότητας του αστικού περιβάλλοντος που καθορίζονται από τις διεθνείς συμβάσεις για τη διατήρηση του περιβάλλοντος (Κιότο, βιοποικιλότητα, ύδατα κ.λπ.) με στόχο την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος (9).

6.3   Υλικοί πόροι

6.3.1   Η αστική μετατροπή η οποία απορρέει από τις τρέχουσες διαδικασίες μετασχηματισμού θα πρέπει να χαρακτηρίζεται ολοένα και λιγότερο από διακριτές, καθορισμένες και περιορισμένες παρεμβάσεις και να προσανατολίζεται ολοένα και περισσότερο προς διαδικασίες ανάπτυξης πολυδύναμων πλαισίων, τα οποία θα χαρακτηρίζονται από την ποιότητα και την ποικιλία των χώρων και από την αλληλεπίδραση των διάφορων στοιχείων: ελαστικότητα, «παραμορφωτικότητα» και ικανότητα υποδοχής.

6.3.2   Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η ανάπλαση των κτιρίων και των υποδομών δεν θα μπορέσει να αποφύγει τις συνέπειες της αύξησης των περιβαλλοντικών περιορισμών, των διαδικασιών ένταξης και του διογκούμενου ρόλου της διαδραστικότητας.

6.4   Άυλοι πόροι

6.4.1   Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, με το πρόγραμμα e-Europe του 1999, τη Σύμβαση της Λισσαβώνας (2000) και τα επιχειρησιακά προγράμματα i-2010, διαβλέπει στην ηλεκτρονική κοινωνία τον κύριο παράγοντα ανάπτυξης της ΕΕ. Για τον λόγο αυτό, το Συμβούλιο της ΕΕ επιθυμεί να προωθήσει σχέδια για την επιτάχυνση της εξέλιξης μιας κοινωνίας ικανής να αδράξει τις ευκαιρίες που προσφέρουν η ηλεκτρονική και η διαδραστικότητα. Για τον σκοπό αυτό, προσδιορίζονται μέτρα τα οποία μπορούν να παράσχουν τη δυνατότητα σε όλους τους ευρωπαίους πολίτες να εισέλθουν στην ψηφιακή εποχή και να διαθέτουν επιγραμμική σύνδεση για τη δημιουργία μιας κοινωνίας ανοικτής, χωρίς αποκλεισμούς και θεμελιωμένης στη συνεργασία.

6.4.2   Αναθέτει, επομένως, στις πόλεις το καθήκον να προσελκύσουν γνώσεις, να ανανεώσουν το σύστημα σχέσεων μεταξύ της δημόσιας διοίκησης και των πολιτών, και να παροτρύνουν τη μετειδίκευση του παραγωγικού μηχανισμού (10).

6.4.3   Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι επενδύσεις σε αστική τεχνολογική καινοτομία πρέπει να πραγματοποιηθούν ταχέως και να είναι μαζικές, δεδομένου ότι ο ανταγωνισμός της Άπω Ανατολής είναι ιδιαίτερα ισχυρός (11).

7.   Προς μία νέα πράσινη συμφωνία για τις πόλεις

7.1   Η αστική ανάπλαση είναι πολύπλοκο ζήτημα, αλλά πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο στρατηγικής προκειμένου να αποβεί αποτελεσματική.

7.2   Το πιο επείγον ζήτημα αφορά κατά πάσα πιθανότητα τη στενή σχέση μεταξύ της ανάπλασης των πόλεων και του περιβάλλοντός τους και του προβλήματος της οικονομικής κρίσης. Σύμφωνα με την ΕΟΚΕ, οι διαδικασίες αστικής ανάπλασης πρέπει να εξετασθούν υπό το πρίσμα των αρχών της πράσινης οικονομίας και ως ευκαιρία υλοποίησης μιας ευρωπαϊκής νέας πράσινης συμφωνίας (12), στόχος της οποίας μπορεί να είναι η ολοκλήρωση των διάφορων αστικών τυπολογιών: η βιοτική πόλη, η πόλη της ύλης, η πόλη των bit, όλες στην υπηρεσία μιας περισσότερο αλληλέγγυας πόλης.

Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να εξετασθεί εκ νέου ο ρόλος του φυσικού περιβάλλοντος ως παραγωγού αγαθών και υπηρεσιών που είναι απαραίτητες στη ζωή του ανθρώπου.

8.   Η βιοτική πόλη

8.1   Ενίσχυση του οικολογικού δικτύου

8.1.1   Η ΕΟΚΕ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη μελέτη της πόλης ως οικοσυστήματος και στην καταγραφή της αξίας της κληρονομιάς των φυσικών υποδομών (στον βαθμό που παρέχουν, για παράδειγμα, καθαρό νερό και αέρα, διασφαλίζουν προστασία κατά των ανέμων ή ακόμη τη γονιμότητα των εδαφών και την επικονίαση), που δύσκολα αντικαθίστανται με τεχνολογικές λύσεις, παρά μόνον με πολύ υψηλό κόστος, και με μικρότερη αποτελεσματικότητα από εκείνη των βιοτικών συστημάτων.

8.1.2   Σύμφωνα με εκτιμήσεις, οι φυσικοί πόροι της Ευρώπης θα μειωθούν έως το 2050 κατά 11 % σε σχέση με το 2000 (13). Επομένως, τα δημόσια θεσμικά όργανα πρέπει να επιδείξουν ιδιαίτερη προσοχή στις συνέπειες του φαινομένου αυτού και να αυξήσουν τις επενδύσεις στην προστασία των οικοσυστημάτων, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τα αστικά οικοσυστήματα.

8.2   Παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές

8.2.1   Η πόλη αποτελεί στρατηγικό στοιχείο για την ανάπτυξη ανανεώσιμων μορφών ενέργειας. Πράγματι, η βελτίωση και η τεχνολογική ανανέωση των εγκαταστάσεων θέρμανσης και ψύξης, οι οποίες αντιπροσωπεύουν από 40 έως 50 % της παγκόσμιας ζήτησης ενέργειας, βρίσκονται στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής πολιτικής με την ονομασία «20-20-20», με στόχο τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης (μείωση κατά 20 % των αερίων του θερμοκηπίου, μείωση κατά 20 % της κατανάλωσης ενέργειας, και αύξηση κατά 20 % της χρησιμοποίησης ανανεώσιμων μορφών ενέργειας).

8.2.2   Η αύξηση του μεριδίου της ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές, όπως προβλέπεται από το σχέδιο SET (στρατηγικό σχέδιο ενεργειακών τεχνολογιών), αποκτά επίσης μεγάλη σημασία λόγω των συνεπειών της για την απασχόληση. Συνεπώς οι αστικές κοινότητες θα έπρεπε να είναι οι πρώτοι αγοραστές των νέων τεχνολογιών· η απόφαση του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να χρηματοδοτήσουν το σχέδιο SET θα συμβάλει ιδιαίτερα στην υλοποίησή του.

9.   Η πόλη της ύλης

9.1   Αύξηση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων

9.1.1   Η αύξηση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων και των υποδομών αποτελεί στρατηγικό παράγοντα του αστικού μετασχηματισμού της ΕΕ. Χάρη στις νέες τεχνολογίες, η δυνητική αύξηση της απόδοσης είναι τεράστια, και, έως το 2050, η ζήτηση πρωτογενούς ενέργειας μπορεί να μειωθεί κατά περίπου 300 exajoules για ετήσια μείωση 20-25 γιγατόνων CO2. Επί του παρόντος, οι επενδύσεις που αναπτύσσονται στην ΕΕ στις τεχνολογίες που αποσκοπούν στην αύξηση της ενεργειακής απόδοσης ανέρχονται σε περίπου 60 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.

9.1.2   Σε μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που δημοσιεύθηκε το 2005, εκτιμήθηκε ότι οι αναγκαίες επενδύσεις για την εξοικονόμηση 20 % ενέργειας θα είχαν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός εκατομμυρίου (άμεσων και έμμεσων) θέσεων εργασίας. Οι τομείς στους οποίους θα επικεντρωθεί η εξοικονόμηση αυτή θα είναι ο φωτισμός των κτιρίων, ο τεχνικός εξοπλισμός των γραφείων, οι οικιακές ηλεκτρικές συσκευές και η συμπαραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας.

9.1.3   Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να μην περιορισθεί ο στόχος αυτός στην εξοικονόμηση ενέργειας, αλλά να τεθεί ο στόχος της μετατροπής κάθε κτιρίου σε παραγωγό ενέργειας.

9.1.4   Κάτι τέτοιο προϋποθέτει σημαντικές επενδύσεις στην έρευνα τα επόμενα χρόνια, προκειμένου να μεταβληθεί ο τρόπος οικοδόμησης των πόλεων βελτιστοποιώντας τον «μεταβολισμό» τους χάρη στη χρησιμοποίηση καινοτόμων υλικών και στην εφαρμογή στα εργοτάξια ολοένα και πιο εξειδικευμένων υλικοτεχνικών λύσεων.

9.1.5   Η ανανέωση των κτιρίων απαιτεί συνέργιες σε οικονομικό επίπεδο και πολιτικές συνεργασίας σε παγκόσμιο επίπεδο, στον βαθμό που:

η απώλεια ανταγωνιστικότητας θα έχει αρνητικό αντίκτυπο στην απασχόληση·

η ανανέωση αυτή πρέπει να υποστηρίξει τον ανταγωνισμό διεθνών συστημάτων, ιδίως στην Ασία, τα οποία βρίσκονται σε στάδιο έντονης επέκτασης. Κατά συνέπεια, οι παρεμβάσεις ανάπλασης πρέπει επίσης να θεωρούνται βάση εξαγωγής·

πρέπει να συμμετάσχουν στη διαδικασία αυτή οι ευρωπαϊκές χώρες με χαμηλότερο εισόδημα·

το πρόβλημα δεν μπορεί να διαχωριστεί από εκείνο της κοινωνικής στέγης, το οποίο αφορά εκατομμύρια ευρωπαίους πολίτες.

9.2   Ολοκληρωμένο σύστημα υποδομών

9.2.1   Τα έγγραφα της ΕΕ για την κοινωνική συνοχή υπογραμμίζουν τη σημασία της ενοποίησης μεταξύ όλων των τύπων υποδομών, έννοια η οποία υπερβαίνει την απλή διασφάλιση ποιοτικών συνδέσεων μεταξύ των εδαφών. Στην Ευρώπη, 600 εκατομμύρια ευρώ έχουν προβλεφθεί για επενδύσεις για τον εκσυγχρονισμό των δικτύων έως το 2020, εκ των οποίων 90 δισεκατομμύρια προορίζονται για «έξυπνες» υποδομές.

9.2.2   Η έννοια της ολοκληρωμένης υποδομής πρέπει επίσης να αποτελεί σημαντικό στόχο της αστικής ανανέωσης. Πρέπει να επιτρέπει την πρόσβαση:

στις υπηρεσίες, όπως η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, η εκπαίδευση και η αειφόρος ενέργεια, οι οποίες χάρη στα δίκτυα τηλεπικοινωνιών γίνονται διαδραστικές, όπως στην περίπτωση της τηλεϊατρικής και της ηλεκτρονικής εκπαίδευσης·

στα συστήματα μεταφορών, των οποίων η αειφόρος ολοκλήρωση προϋποθέτει την ενίσχυση των σιδηροδρομικών συνδέσεων, των πλωτών οδών, της πρόσβασης στους αερολιμένες, και των ποδηλατοδρόμων και πεζοδρόμων, καθώς και την ανάπτυξη διατροπικών αλυσίδων μεταφορών και προηγμένων συστημάτων διαχείρισης της κυκλοφορίας. Το ολοκληρωμένο σύστημα μεταφορών μπορεί επίσης να υποστηρίξει μια πολεοδομική πολιτική με στόχο την αποφυγή της διασποράς των κατοικιών, επιτρέποντας έτσι τη μείωση του ενεργειακού και κοινωνικού κόστους των μετακινήσεων μεταξύ κατοικίας και εργασίας και των εμπορικών συναλλαγών·

σε ένα βιώσιμο σύστημα μεταφορών σε συνδυασμό με αποδοτικό ενεργειακό σύστημα που αποτελούν τα θεμέλια για μια πολιτική αστικής ανάπλασης της Ε.Ε. η οποία πρέπει να χρηματοδοτεί κατά προτεραιότητα βιώσιμα δίκτυα μεταφορών και λειτουργικά ενεργειακά δίκτυα στις προς ανάπλαση περιοχές·

στο ενεργειακό δίκτυο. Η διόγκωση του τομέα των μεταφορών ηλεκτρικής έλξης (βλέπε οδηγία για την ανανεώσιμη ενέργεια), των τηλεπικοινωνιών και της πληροφορικής θα επιφέρει γεωμετρική αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας. Υπό το πρίσμα αυτό, πρέπει να αναπτυχθεί ένα έξυπνο δίκτυο διανομής, το οποίο θα ελαχιστοποιήσει τις απώλειες, θα αυξήσει την αποτελεσματικότητα, θα μπορεί να προσαρμοσθεί στην εξέλιξη των αναγκών και θα μπορεί να απορροφήσει το πλεόνασμα παραγωγής ηλιακής ενέργειας· πρέπει επίσης να ενθαρρυνθεί η σύσταση ενός αστικού δικτύου σταθμών φόρτισης ηλεκτρισμού και υδρογόνου που θα παρέχεται από τοπικές ανανεώσιμες πηγές·

στα τηλεματικά δίκτυα, και ειδικότερα στο ευρυζωνικό Διαδίκτυο, το οποίο είναι πλέον απαραίτητο για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

10.   Η πόλη των bit

10.1   Οι αστικές πλατφόρμες υψηλής διαδραστικότητας που βρίσκονται σε φάση υλοποίησης χάρη στις τεχνολογίες επικοινωνίας νέας γενιάς προορίζονται να επιταχύνουν τις διαδικασίες μετασχηματισμού των πόλεων και να εισαγάγουν σημαντικές καινοτομίες, επιδιώκοντας τους ακόλουθους στόχους:

το τέλος του κεντρικού χαρακτήρα των οδικών υποδομών, χάριν της συνέργειας μεταξύ του δρόμου, του GPS, του υπολογιστή, με τη δημιουργία ενός δικτύου που θα επιτρέψει την εμφάνιση διαδραστικών συστημάτων υλικοτεχνικής υποστήριξης·

τη σύνδεση των κατοικιών με τον υπόλοιπο κόσμο, γεγονός που θα επιτρέψει την επέκταση του ρόλου τους, μετατρέποντάς τες ανάλογα με τη σύνδεση σε χώρο εργασίας, αναψυχής, φροντίδας κ.λπ.·

την ενοποίηση της προσφοράς δημόσιων υπηρεσιών και ιδιωτικών υπηρεσιών. Αυτό συνεπάγεται διαδικασίες μετατροπής των πλατφορμών της δημόσιας διοίκησης (οικοδομικές άδειες, κτηματολόγιο, εφορία κ.λπ.), προκειμένου να καταστούν προσιτές με διαδραστικό τρόπο στις επιχειρήσεις και στους πολίτες από την κατοικία τους ή από την προσωπική ψηφιακή τους διάταξη·

την πραγματοποίηση ριζικής προόδου στην παροχή υπηρεσιών υγείας, οι οποίες θα συνοδευθούν από σημαντική μείωση του κόστους. Οι νέες τεχνολογίες δικτύου καθώς και η μικρογράφηση και η φορητότητα των συσκευών επιτρέπουν την κατ’ οίκον παρακολούθηση των σημαντικότερων ζωτικών λειτουργιών και τις επιγραμμικές διαδικασίες περίθαλψης·

τη μείωση της ασυμμετρίας στις σχέσεις μεταξύ πολιτών και κατόχων γνώσεων (τεχνίτες, μηχανικοί, πολιτικοί υπεύθυνοι κ.λπ.), με αποτέλεσμα μια εξέλιξη στην οποία οι ιστορικές δομές σχέσεων από πάνω προς τα κάτω εγκαταλείπονται υπέρ νέων συνεργατικών δομών·

την προσεκτική παρακολούθηση ολόκληρου του κύκλου της αστικής ζωής, για την επίτευξη σημαντικών οικονομιών στο επίπεδο της διαχείρισης των πόρων των πόλεων.

11.   Η αλληλέγγυα πόλη

11.1   Οι προαναφερθέντες παράγοντες είναι βεβαίως πολύ σημαντικοί, αλλά δεν είναι παρά μέσα μιας διαδικασίας αστικής ανανέωσης, της οποίας πρώτος στόχος είναι η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, σε πνεύμα σεβασμού της θεμελιώδους αρχής της ευρωπαϊκής μας κοινότητας, η οποία έχει επιβεβαιωθεί πολλές φορές.

11.2   Η ανάπτυξη της κοινωνικής συνοχής διέρχεται από την ανανέωση των συστημάτων διαχείρισης σε όλα τα επίπεδα, από το κοινοτικό επίπεδο έως το τοπικό επίπεδο, προκειμένου να αντιμετωπισθούν η πολυπλοκότητα και η πολυμορφία των σχέσεων που χαρακτηρίζουν την κοινωνία μας. Πρέπει να μεταβληθεί η αλυσίδα των σχέσεων όσον αφορά τη συνεργατική προσέγγιση, τη μείωση των ασυμμετριών, και την εξέλιξη της έννοιας της ηγεσίας.

11.3   Συνεργατική προσέγγιση: πρόκειται για μια θεμελιώδη πρακτική της αειφόρου διαχείρισης, προκειμένου να επιτραπεί σε κάθε ενδιαφερόμενο να συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων. Οι δυνατότητες αυτής της μεθόδου, η οποία εμφανίσθηκε με την ανάπτυξη των φόρουμ πολιτών, επεκτάθηκαν χάρη στην εξέλιξη των διαδραστικών τεχνολογικών μέσων. Το σύνθημα της αμερικανικής Ακαδημίας Δημόσιας Διοίκησης (National Academy of Public Administration) αποτυπώνει εύλογα τη φιλοσοφία αυτή: «Μην διερωτάστε τι μπορούμε να κάνουμε για εσάς. Διερωτηθείτε τι μπορούμε να κάνουμε μαζί». (14)

11.4   Μείωση των ασυμμετριών: η δυνατότητα πρόσβασης σε πραγματικό χρόνο σε συστήματα γνώσεων ολοένα και πιο αποδοτικά και η δυνατότητα διαλόγου σε πραγματικό χρόνο μειώνουν την απόσταση ανάμεσα στους κατόχους της γνώσης και εκείνους που προηγουμένως ήταν οι παθητικοί χρήστες της. Η εξέλιξη αυτή μεταβάλλει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων, αλλά και τη σημασία του αστικού χώρου, ο οποίος γίνεται καταλύτης νέων σχέσεων (για παράδειγμα, ιατροί/υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης που πραγματοποιούν επισκέψεις από τα νοσοκομεία, σταθμοί του μετρό, υπεραγορές κ.λπ.).

11.5   Η εξέλιξη της έννοιας της ηγεσίας: η αποδόμηση των συστημάτων σχέσεων και ο πολλαπλασιασμός των δυνατοτήτων συνεργασίας επιφέρουν αλλαγή του ρόλου των δημόσιων υπευθύνων, οι οποίοι πρέπει να μπορούν να ασκούν ταυτόχρονα καθήκοντα ηγετών και διαμεσολαβητών.

11.6   Η αξιοσημείωτη εξέλιξη του συστήματος σχέσεων ανοίγει τον δρόμο για έναν σε βάθος μετασχηματισμό των τρόπων οργάνωσης, ιδίως στις τοπικές διοικήσεις, υπό την έννοια ότι οι προσεγγίσεις που βασίζονται στην παρέμβαση, χαρακτηριστικές των στρατηγικών σχεδίων, εγκαταλείπονται υπέρ της θέσπισης κοινών πλατφορμών, χαρακτηριστικών της αειφόρου διαχείρισης. Το μοντέλο της πλατφόρμας, το οποίο η ΕΕ έχει ήδη δοκιμάσει για την οργάνωση των τομέων της παραγωγής και της γνώσης, θα μπορούσε να διευρυνθεί ώστε να θεσπισθεί ένα στενό δίκτυο σχέσεων, το οποίο θα ενσωματώνει το σύνολο των ενδιαφερομένων των αστικών κοινοτήτων, ενθαρρύνοντας πολιτικές επικουρικότητας μεταξύ αδύναμων και ισχυρών κοινοτήτων. Έτσι μπορούμε να κάνουμε λόγο για:

πλατφόρμα για την ενίσχυση των κοινοτήτων («community building»), με στόχο την υποδοχή του ευρύτερου δυνατού φάσματος ενδιαφερομένων και ομάδων τοπικών κοινοτήτων·

πλατφόρμα γνώσης, ρόλος της οποίας θα είναι η ανάπτυξη των καινοτόμων πολιτικών που ευνοούν τις γνώσεις και την έρευνα καθώς και η ενθάρρυνση του δημιουργικού μετασχηματισμού των πόλεων·

πλατφόρμα τεχνολογίας, για την παροχή των διάφορων τεχνογνωσιών που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή και τη διαχείριση των καινοτόμων διαδικασιών·

πλατφόρμα πόρων, με αντικείμενο:

την ανάπτυξη των καινοτόμων χρηματοδοτικών μέσων, προϊόντων της συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, στο πρότυπο των προγραμμάτων JESSICA και JASPER·

την εφαρμογή των χρηματοοικονομικών πολιτικών που επιδρούν θετικά σε επίπεδο της δικαιοσύνης ευνοώντας τους πολίτες με χαμηλό εισόδημα και εξασφαλίζοντας τη συμμετοχή τους στις συνολικές στρατηγικές αστικής ανανέωσης·

την ανάπτυξη λογιστικών μεθόδων για τον προσδιορισμό της οικονομικής αξίας των αγαθών και υπηρεσιών που συνεκτιμά το κόστος της απόληψης φυσικών πόρων και της διάθεσης των αποβλήτων. Στόχος είναι η καθιέρωση μιας φορολογικής πολιτικής που θα αποτρέπει τη σπατάλη πρώτων υλών. Τα φορολογικά έσοδα που θα προκύψουν από αυτήν θα πρέπει να προορίζονται για επενδύσεις υπέρ των μειονεκτούντων κοινωνικών στρωμάτων.

Βρυξέλλες, 26 Μαΐου 2010.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Mario SEPI


(1)  ΕΟΚΕ 1525/2008, ΕΕ C 77 της 31.3.2009, σελ. 123.

(2)  Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Έγγραφο εργασίας της Επιτροπής – Δημόσια διαβούλευση για τη μελλοντική στρατηγική «ΕΕ 2020», Βρυξέλλες, 2009 και Υπουργείο Εξωτερικών και Συνεργασίας. Γραμματεία Ευρωπαϊκής Ένωσης, Πρόγραμμα της ισπανικής προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 1η Ιανουαρίου - 30 Ιουνίου 2010: «Innovating Europe», Εθνικό τυπογραφείο, Επίσημη εφημερίδα, Μαδρίτη, 2010.

(3)  Εξαιρετική παρουσίαση των κύριων προβλημάτων μετασχηματισμού των πόλεων περιέχεται στο Massimo Cacciari, La città, Pazzini Stampatore Editore, Villa Verucchio (RN), 2004.

(4)  Richard Rogers, Towards a Strong Urban Renaissance, Urban Task Force, Λονδίνο, 2005. Διαθέσιμο για μεταφόρτωση στη διεύθυνση: www.urbantaskforce.org

(5)  Ευρωπαϊκή Ένωση – Επιτροπή των Περιφερειών. Το ευρωπαϊκό σχέδιο για την ανάκαμψη της οικονομίας στις περιφέρειες και στις πόλεις, Βρυξέλλες, 2008. Διαθέσιμο για μεταφόρτωση στη διεύθυνση: http://portal.cor.europa.eu/lisbon/news/Pages/EERPSurvey.aspx

(6)  Τα προτεινόμενα έγγραφα είναι τα εξής: «A green new deal for Europe», του Wuppertal Institut, «Rethinking the Economic Recovery: A Global Green New Deal» του περιβαλλοντικού προγράμματος του ΟΗΕ, «A green new-deal» του New Economics Foundation (Ηνωμένο Βασίλειο), «Toward a Transatlantic Green New Deal: Tackling the Climate and Economic Crises», το οποίο δημοσιεύθηκε από το Worldwatch Institute για το Ίδρυμα Heinrich Böll.

(7)  Αυτό θα επέτρεπε να εφαρμοσθούν πλήρως σε τοπικό επίπεδο οι συστάσεις που περιέχονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με τίτλο «ΑΕΠ και πέρα από αυτό: η μέτρηση της προόδου σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο» (COM(2009) 433 τελικό). Διαθέσιμη για μεταφόρτωση στη διεύθυνση: http://www.beyond-gdp.eu/de/index.html. Οι εν λόγω συστάσεις βασίζονται στην έκθεση που εκπόνησαν οι κύριοι Stieglitz, Fitoussi, Sen υπό την αιγίδα της ΕΕ με πρωτοβουλία της γαλλικής κυβέρνησης. Η έκθεση είναι διαθέσιμη για μεταφόρτωση στη διεύθυνση: http://www.stiglitz-sen-fitoussi.fr/en/index.htm.

(8)  Jan Jacob Trip, Creative city development in the Lisbon strategy, TU Delft, 2009. Xavier Vives, Lluís Torrens, The strategies of european metropolitan areas in the context of the European Union enlargement, Pla Estratègic Metropolità de Barcelona, 2005.

(9)  Rudolf de Groot, Function-analysis and valuation as a tool to assess land use conflicts in planning for sustainable, multi-functional landscapes, Landscape and Urban Planning 75 (2006) 175–186.

(10)  Παγκόσμιο οικονομικό φόρουμ, The Lisbon review 2002- 2006, διαθέσιμο για μεταφόρτωση στη διεύθυνση:

www.weforum.org/pdf/gcr/lisbonreview/report2006.pdf;

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «i2010: η κοινωνία της πληροφορίας και τα μέσα ενημέρωσης στην υπηρεσία της ανάπτυξης και της απασχόλησης», διαθέσιμο για μεταφόρτωση στη διεύθυνση:

http://europa.eu/legislation_summaries/employment_and_social_policy/job_creation_measures/c11328_fr.htm·

Fondation Ugo Bordoni, Dossier EU i 2010, διαθέσιμο για μεταφόρτωση στη διεύθυνση:

http://www.fub.it/osservatorio/dossieruei2010/liniziativai2010.

(11)  Για πληροφορίες σχετικά με τις πόλεις διάχυτης παρουσίας:

 

MIT: http://web.mit.edu/cre/research/ncc/casestudies.html;

 

Milla digital: http://www.milladigital.org/ingles/home.php;

 

Τόκιο: http://www.tokyo-ubinavi.jp/en/about.html;

 

Σιγκαπούρη: http://www.itu.int/ubiquitous;

 

Χονγκ Κονγκ: http://www.info.gov.hk/digital21/eng/strategy/2008/Foreword.htm;

 

Arabianranta (Ελσίνκι): https://www.taik.fi/en/about_taik/arabianranta_.html.

(12)  Για το κεφάλαιο αυτό, βλέπε New Economics Foundation, «A Green New Deal», Λονδίνο, 2009, διαθέσιμο για μεταφόρτωση στη διεύθυνση: http://www.neweconomics.org/projects/green-new-deal.

(13)  Ευρωπαϊκή Επιτροπή, L'économie des écosystèmes et de la biodiversité (EEB). Διαθέσιμο για μεταφόρτωση στη διεύθυνση: http://ec.europa.eu/environment/nature/biodiversity/economics/

(14)  Διαθέσιμο για μεταφόρτωση στη διεύθυνση: http://www.collaborationproject.org/display/home/Home.


21.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 21/9


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Συλλογικές πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών για τη βιώσιμη ανάπτυξη» (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

2011/C 21/02

Εισηγητής: ο κ. HENCKS

Στις 16 Ιουλίου 2009, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2 του Εσωτερικού της Κανονισμού, να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

«Συλλογικές πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών για τη βιώσιμη ανάπτυξη».

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, αγροτική ανάπτυξη, περιβάλλον» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 6 Μαΐου 2010.

Κατά την 463η σύνοδο ολομέλειάς της, της 26ης και 27ης Μαΐου 2010 (συνεδρίαση της 26ης Μαΐου 2010), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 146 ψήφους υπέρ, 5 ψήφους κατά και 2 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Οι προκλήσεις που θέτει η βιώσιμη ανάπτυξη, οι οποίες οξύνονται από τη χρηματοπιστωτική κρίση, είναι ιδιαίτερα ανησυχητικές και η κοινωνία των πολιτών πρέπει να κινητοποιηθεί, ώστε να υποστηρίξει τους πολιτικούς φορείς λήψεως αποφάσεων και τις αναγκαίες οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές αλλά και την αποκατάσταση της ισορροπίας των δημόσιων προϋπολογισμών.

1.2

Πέραν των επιστημονικών εκτιμήσεων, η επιτυχία των πολιτικών αποφάσεων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αποδοχή τους εκ μέρους της κοινωνίας των πολιτών η οποία, με πνεύμα μεγαλύτερης διαφάνειας όσον αφορά τις τελικές επιλογές και τις ευθύνες που προκύπτουν, θα πρέπει να συμμετάσχει ενεργά σε όλες τις φάσεις εφαρμογής των πολιτικών βιώσιμης ανάπτυξης.

1.3

Η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στη χάραξη μιας φιλόδοξης πολιτικής για τη βιώσιμη ανάπτυξη θα πρέπει να είναι δεόντως διαρθρωμένη, προκειμένου να είναι αποτελεσματική και να μην εκφυλιστεί σε λαϊκίστικο εργαλείο.

1.4

Η ΕΟΚΕ ζητεί, με βάση τις αναλύσεις και τις προτάσεις που αναπτύσσονται παρακάτω, η συμμετοχή των πολιτών και η ανταλλαγή γνώσεων να ενσωματωθούν στην αναθεώρηση της στρατηγικής για τη βιώσιμη ανάπτυξη το 2011. Η εν λόγω ενσωμάτωση πρέπει να πραγματοποιηθεί, κυρίως μέσω ενός σχεδίου δράσης, με οικονομικά κίνητρα και με τη δημοσίευση των βέλτιστων πρακτικών των συλλογικών πρωτοβουλιών της κοινωνίας των πολιτών.

1.5

Επιπλέον, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η βιώσιμη ανάπτυξη πρέπει να αποτελεί τον βασικό άξονα στη στρατηγική 2020 της ΕΕ.

2.   Θέμα της γνωμοδότησης πρωτοβουλίας

2.1

«Δεν κληρονομήσαμε τον κόσμο από τους γονείς μας, τον δανειζόμαστε από τα παιδιά μας.» Αυτή η σοφία της κουλτούρας των ινδιάνων του Καναδά «Χάιντα» καταδεικνύει περίτρανα την πρόκληση που τίθεται στη σημερινή γενιά: αλλαγή του τρόπου ζωής και καθορισμός νέων δρόμων για μια αποτελεσματική, κοινωνικά δίκαιη και οικολογικά βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη που να εξασφαλίζει την δίκαιη ανακατανομή του πλούτου και να εγγυάται σε κάθε πολίτη αξιοπρεπή βίο.

2.2

Ορισμένες από αυτές τις αλλαγές απαιτούν πρωτοβουλίες «εκ των άνω προς τα κάτω» όπως οι νομοθετικές διατάξεις, τα προγράμματα ιδιωτικών και/ ή δημόσιων επενδύσεων κλπ. Ενώ άλλες απαιτούν πρωτοβουλίες «εκ των κάτω» από τους πολίτες που έχουν επίγνωση της σπουδαιότητας να συμβάλουν και αυτοί. Η συμβολή αυτή εκδηλώνεται κυρίως με την αλλαγή του τρόπου συμπεριφοράς τους και κατανάλωσης, καθώς και με τη στήριξη ή τη συμμετοχή τους σε συλλογικές πρωτοβουλίες και δράσεις των κοινοτήτων υπέρ της βιώσιμης ανάπτυξης.

2.3

Οι κυβερνήσεις και η Ένωση πρέπει να αναγνωρίσουν ότι αυτές οι «εκ των κάτω» πρωτοβουλίες είναι αναγκαίες προκειμένου να επιτευχθεί όχι μόνο μια πιο βιώσιμη οικονομία αλλά και οι στόχοι που έχουν θέσει οι πολιτικές αρχές για τη βιώσιμη ανάπτυξη. Μια πρωτοβουλία σε επίπεδο ΕΕ θα μπορούσε να δημιουργήσει ασφαλώς μεγάλη προστιθέμενη αξία με τη γνωστοποίηση κυρίως των βέλτιστων πρακτικών όσον αφορά τις δεσμεύσεις και τις πρωτοβουλίες πολιτών και κοινοτήτων υπέρ της βιώσιμης ανάπτυξης.

2.4

Στόχος της παρούσας γνωμοδότησης είναι η διατύπωση συστάσεων για το τι μπορεί να κάνει η Ευρώπη ώστε να αυξήσει την αποτελεσματικότητα και τον αριθμό συλλογικών πρωτοβουλιών που αναλαμβάνονται από θεσμικούς οργανισμούς, επιχειρήσεις, συνδικάτα, ΜΚΟ, ενώσεις ή άλλα μέλη της κοινωνίας των πολιτών ώστε να σημειωθεί πρόοδος σε θέματα βιώσιμης ανάπτυξης.

2.5

Στην παρούσα γνωμοδότηση η ΕΟΚΕ αναπτύσσει ορισμένες σκέψεις για τον τρόπο πιο ενεργού συμβολής ολόκληρης της κοινωνίας των πολιτών στη βιώσιμη ανάπτυξη και στον τύπο των δομών πλαισίων που η Ευρώπη πρέπει να δημιουργήσει για την υποστήριξη και την μεγιστοποίηση της αποτελεσματικότητας των σχετικών πρωτοβουλιών.

3.   Η πρόκληση για την κοινωνία των πολιτών: να καταστεί η κινητήριος δύναμη στην προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης

3.1

Γίνεται πολύς λόγος σήμερα για την αλλαγή του κλίματος που αποτελεί αναμφίβολα μια απειλή με δυνητικά καταστροφικές συνέπειες για το μέλλον. Αλλά αυτό δεν είναι το μοναδικό φαινόμενο που εμποδίζει τη βιώσιμη ανάπτυξη των κοινωνιών μας: η απώλεια της βιοποικιλότητας, η αποδάσωση, η υποβάθμιση του εδάφους, τα τοξικά απόβλητα, τα βαρέα μέταλλα, οι οργανικοί ρύποι, η ανεξέλεγκτη αστικοποίηση, οι ανισότητες και οι κοινωνικές αδικίες, κλπ. είναι επίσης σημαντικά προβλήματα για την ανθρωπότητα.

3.2

Για την επίτευξη ενός οικολογικά και κοινωνικά βιώσιμου τρόπου διαβίωσης, θα πρέπει να απορρίψουμε τη στάση που συνίσταται στην αναζήτηση ολοένα και περισσότερης μη βιώσιμης ανάπτυξης, και από την εποχή της υπερκατανάλωσης και της σπατάλης να μεταβούμε στην εποχή της ευημερίας η οποία δίδει έμφαση στην ανθρώπινη και κοινωνική ανάπτυξη. Όπως έχει διατυπώσει η Οικονομική, Κοινωνική και Περιβαλλοντική Επιτροπή της Γαλλίας, προέχει το ανθρώπινο ον να θεωρείται ως βιολογικό, κοινωνικό, φυσικό, πολιτιστικό ον, ως άνθρωπος.

3.3

Η στάση αδιαφορίας για το περιβάλλον δεν αποτελεί αποκλειστικά σύγχρονο φαινόμενο. Ανέκαθεν, η μεταχείριση του περιβάλλοντος από τον άνθρωπο βασιζόταν στην αδιαφορία. Αυτό που έχει αλλάξει είναι το μέγεθος και η ταχύτητα της υποβάθμισης των οικοσυστημάτων λόγω των τρόπων παραγωγής και κατανάλωσης.

3.4

Αυτό που έχει αλλάξει επίσης σήμερα είναι ότι οι επιστημονικές γνώσεις (σχετικά μιλώντας) για τη λειτουργία των οικοσυστημάτων μας επιτρέπουν να καταδείξουμε και να κατανοήσουμε τη σοβαρότητα της κατάστασης και να επισημάνουμε την κατά συρροή αδιάφορη συμπεριφορά των κοινωνιών. Εντούτοις, οι σαφείς προειδοποιητικές ενδείξεις δεν φαίνεται να επαρκούν ώστε οι κοινωνίες να συνειδητοποιήσουν τις πράξεις τους και να υιοθετήσουν πιο βιώσιμη και κοινωνικά υπεύθυνη συμπεριφορά.

3.5

Αρχικά, η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης αφορούσε κυρίως τους φυσικούς πόρους (εξάντληση των αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων) και τη ρύπανση (καταστροφή του στρατοσφαιρικού όζοντος) και τους κανόνες εκπομπών για τα επιβλαβή προϊόντα ή τα όρια για την άντληση των πόρων. Σήμερα έχει καταστεί πιο γενική και περιλαμβάνει περιορισμούς σε σχέση με την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή. Η βιώσιμη ανάπτυξη συνδέει συνεπώς τον προβληματισμό για την ισόρροπη ανάπτυξη των κοινωνιών, κυρίως την καταπολέμηση της φτώχειας, με τη κληροδότηση στις μελλοντικές γενιές ενός υγιούς, πλούσιου και ποικίλου περιβάλλοντος.

3.6

Η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης έχει με τον τρόπο αυτό γενικευθεί με την πάροδο των ετών. Στην αρχή ήταν κυρίως τα οικολογικά κινήματα που άνθιζαν στον δυτικό κόσμο και τα οποία ασχολούνταν κυρίως με το οικοσύστημα. Σήμερα, όλα τα πολιτικά κόμματα έχουν ιδιοποιηθεί το θέμα της προστασίας του περιβάλλοντος που έχει επεκταθεί στη βιώσιμη ανάπτυξη.

3.7

Πρέπει να σημειωθεί ότι η κοινωνία των πολιτών δεν παρέμεινε αδρανής. Υπάρχουν ήδη πολλοί πολίτες οι οποίοι, μεμονωμένα ή μέσω της συλλογικής δράσης, υποστηρίζουν έναν πιο βιώσιμο τρόπο ζωής. Για παράδειγμα:

στον χώρο εργασίας, εργοδότες και εργαζόμενοι καταβάλλουν προσπάθειες για να καταναλώνουν λιγότερη ενέργεια, να μειώσουν τα απόβλητα και να αναπτύξουν πιο βιώσιμα μέσα παραγωγής:

στο χονδρικό και στο λιανικό εμπόριο, οι έμποροι συνεργάζονται με τους πελάτες για την εξεύρεση καλύτερων μέσων προώθησης περισσότερο βιώσιμων προϊόντων·

στα σπίτια τους, οι πολίτες λαμβάνουν μέτρα για να αυξηθεί η ενεργειακή απόδοση των κατοικιών τους, να αποφευχθούν οι σπατάλες, να μειωθεί η κατανάλωση νερού και να προωθηθεί η ανακύκλωση.

τα εκπαιδευτικά συστήματα ορισμένων κρατών μελών ευαισθητοποιούν τους μαθητές στο θέμα της προστασίας του περιβάλλοντος και της βιώσιμης ανάπτυξης, από τις πιο μικρές ηλικίες.

3.8

Ομοίως, σε περιφερειακό επίπεδο, έχουν δημιουργηθεί επαγγελματικές ή συνεταιριστικές οργανώσεις, ή ομάδες κατοίκων για να συζητήσουν θέματα βιώσιμης ανάπτυξης, να εκφράσουν τις απόψεις τους και να αναλάβουν δράσεις.

3.9

Ωστόσο, παρά την έντονη προβολή από τα μέσα ενημέρωσης κατά την πρόσφατη διάσκεψη του ΟΗΕ για τις κλιματικές αλλαγές στην Κοπεγχάγη, η βιώσιμης ανάπτυξη έχασε σε μεγάλο βαθμό το ενδιαφέρον του κοινού. Τούτο οφείλεται κυρίως στο ότι η καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος, που αποτελεί τμήμα μόνο, σημαντικό βέβαια, της βιώσιμης ανάπτυξης, επισκιάζει μερικές φορές άλλους βασικούς τομείς. Στην απογοήτευση των πολιτών, οι οποίοι ανέμεναν μια επίσημη δέσμευση της πολιτικής εξουσίας, προστίθεται ο σκεπτικισμός έναντι του πραγματικού κινδύνου της κλιματικής αλλαγής. Ο σκεπτικισμός αυτός προωθείται από ορισμένους επιστήμονες και πολιτικές αρχές, που αμφισβητούν τη σοβαρότητα της κατάστασης, με αποτέλεσμα, αφενός, να μειώνεται ο ενθουσιασμός και, αφετέρου, να διευρύνεται το κίνημα διαμαρτυρίας.

3.10

Το ψήφισμα της ΕΟΚΕ «Δρόμος χωρίς επιστροφή» της 23ης Νοεμβρίου 2009, που υποβλήθηκε στη Διάσκεψη της Κοπεγχάγης, αποκτά νέα σημασία και απευθύνεται στο σύνολο της κοινωνίας των πολιτών: επιχειρήσεις, συνδικάτα και οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών πρέπει όλοι να καταβάλουν προσπάθειες για την επιβράδυνση της κλιματικής αλλαγής και την προσαρμογή σε αυτή.

3.11

Πράγματι, λόγω του απογοητευτικού αποτελέσματος της Διάσκεψης της Κοπεγχάγης και του κινδύνου αδιαφορίας που συνεπάγεται, η κοινωνία των πολιτών καλείται τώρα περισσότερο από ποτέ να κινητοποιηθεί. Όπως πρότεινε η ΕΟΚΕ, η κοινωνία των πολιτών πρέπει να επιμείνει ώστε η Ευρωπαϊκή Ένωση να μην υποκύψει στον πειρασμό να χρησιμοποιήσει το γεγονός ότι δεν επιτεύχθηκε επαρκής στήριξη ως πρόφαση για να υποβαθμίσει τις φιλοδοξίες της ή για να μειώσει τη δέσμευσή της, αλλά να εντείνει τις προσπάθειές της προκειμένου να εφαρμόσει ένα πρότυπο ανάπτυξης με χαμηλές εκπομπές άνθρακα, που να διαφυλάττει τους φυσικούς πόρους, να αντλεί δε την ανταγωνιστικότητά του από την ικανότητα συνδυασμού καινοτομίας, παραγωγικών επενδύσεων και ανθρώπινου κεφαλαίου.

3.12

Είναι, πράγματι, αναμφισβήτητο ότι υπάρχουν αλληλεπιδράσεις μεταξύ του περιβαλλοντικού, οικονομικού, κοινωνικού και πολιτιστικού τομέα. Αυτό απαιτεί μια διατομεακή προσέγγιση που να συνδυάζει ένα σύνολο φορέων με πολύ διαφορετικές δεξιότητες και συμφέροντα προκειμένου να ξεπεραστούν τα θεσμικά και τομεακά στεγανά και να συνδυαστούν ειδικές γνώσεις και προσεγγίσεις κοινής λογικής. Είναι πράγματι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι διάφορες συνιστώσες της κοινωνίας των πολιτών δεν θα αδρανήσουν και ότι η απόφαση δεν θα ληφθεί από αιρετούς αξιωματούχους ή καλύτερα οργανωμένες ομάδες συμφερόντων.

3.13

Οι πρωτοβουλίες της κοινωνίας των πολιτών στον τομέα αυτό μπορούν πράγματι να αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη για τη λήψη πολιτικών αποφάσεων. Η κοινωνία των πολιτών έχει την ικανότητα να ενώσει τους φορείς και τα κέντρα λήψεως πολιτικών αποφάσεων, να ευαισθητοποιήσει όλους τους κοινωνικούς τομείς να επανεξετάσουν τον τρόπο ζωής τους, κατανάλωσης και παραγωγής καθώς και να δρομολογήσει πρωτοβουλίες και φιλόδοξες δράσεις.

4.   Η δημόσια συζήτηση για τη βιώσιμη ανάπτυξη – ιστορικό

4.1

Αποτέλεσμα των πρωτοβουλιών των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών είναι ότι, στη δήλωση της Παγκόσμιας Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη (UNCED) που πραγματοποιήθηκε στο Ρίο το 1992, για πρώτη φορά, συμπεριελήφθη επίσημα η κοινωνία των πολιτών στις συζητήσεις για τη βιώσιμη ανάπτυξη. Μεταξύ των 27 αρχών εφαρμογής της βιώσιμης ανάπτυξης που αποφασίστηκαν τότε, συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το κοινό πρέπει να συμμετέχει στη λήψη αποφάσεων και ότι οι γυναίκες, οι νέοι, οι τοπικές κοινωνίες και οι μειονότητες μπορούν, σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση, να διαδραματίσουν μεγαλύτερο ρόλο.

4.2

Το κεφάλαιο 28 της Ατζέντας 21 (πρόγραμμα εφαρμογής της βιώσιμης ανάπτυξης που εκπονήθηκε κατά τη διάσκεψη κορυφής του Ρίο) καλεί τις τοπικές αρχές να συμπεριλάβουν τη βιώσιμη ανάπτυξη στα προγράμματα δράσης τους στη βάση «ενός μηχανισμού διαβούλευσης του πληθυσμού».

4.3

Έχει αναγνωριστεί επομένως η σημασία της συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών στην ανάλυση των συνεπειών της δημόσιας δράσης στις επιλογές πολιτικής και στην ευθύνη για θέματα βιώσιμης ανάπτυξης. Κατά συνέπεια, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (μερικά εκ των οποίων εξ ορισμού απουσιάζουν, όπως η μελλοντική γενιά), θα πρέπει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να συμμετέχουν ενεργά στην εκπόνηση και την υλοποίηση των έργων.

4.4

Έκτοτε, επιχειρήσεις, μη κυβερνητικές οργανώσεις, συνδικάτα, τοπικές ή περιφερειακές αρχές και άλλες εθελοντικές οργανώσεις διεκδικούν τη θέση τους στη συζήτηση μαζί με τους θεσμικούς και πολιτικούς φορείς και σε αυτές οφείλεται πληθώρα δράσεων, πρωτοβουλιών και συστάσεων για την προώθηση της βιώσιμης συμπεριφοράς

5.   Οι δράσεις της κοινωνίας των πολιτών

5.1

Από χρόνια, η ΕΟΚΕ, ως θεσμικός εκπρόσωπος της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ασχολείται με τη βιώσιμη ανάπτυξη και το 2006 δημιούργησε το Παρατηρητήριο Βιώσιμης Ανάπτυξης. Τούτο έχει στόχο την προώθηση της συμμετοχής των κοινωνίας των πολιτών στη χάραξη της πολιτικής βιώσιμης ανάπτυξης που να συνδυάζει τα περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΟΚΕ έχει καταρτίσει πολυάριθμες γνωμοδοτήσεις και συστάσεις σχετικά με τα βασικά ζητήματα της βιωσιμότητας και θα συνεχίσει να προτείνει πρακτικές λύσεις όπως στη γνωμοδότηση: «Οικοδόμηση μιας βιώσιμης οικονομίας με αλλαγή του μοντέλου κατανάλωσης» (INT 497).

5.2

Ωστόσο, είναι σαφές ότι το βάρος των θεσμικών και πολιτικών παραγόντων παραμένει πολύ σημαντικό σε σύγκριση με εκείνο της κοινωνίας των πολιτών, ενώ ορισμένες δράσεις που, φαινομενικά, αποσκοπούν στην προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης, χαρακτηρίζονται από πολιτικό, οικονομικό ή ιδεολογικό ενδιαφέρον, κατ' επιλογήν του ενός ή του άλλου, με τον κίνδυνο η βιώσιμη ανάπτυξη να γίνεται μέσο και ιδιοκτησία ομάδων πίεσης προς όφελος θεμάτων που καμιά σχέση δεν έχουν με τα αρχικά θέματα.

5.3

Είναι όμως σπάνια η εξασφάλιση της συμμετοχής όλων των μερών. Συχνά ένα τμήμα της κοινωνίας των πολιτών εκφράζει την άποψή του μόνον όταν η λύση των προβλημάτων καθίσταται επείγουσα, ενώ σε «μη επείγουσες» περιπτώσεις το πεδίο αφήνεται σε ομάδες πίεσης και αμφισβήτησης.

5.4

Θα πρέπει να ξεπεραστούν οι απλές ενημερωτικές δράσεις και να αναζητηθούν τρόποι για να επιτευχθεί μια συμμετοχική δημοκρατία στην οποία οι δομές διαβούλευσης να αφορούν το σύνολο της κοινωνίας των πολιτών και να παραμένουν ενεργές και αντιπροσωπευτικές σε βάθος χρόνου, συνδυάζοντας παράλληλα περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς προβληματισμούς σε τοπικές και σφαιρικές δράσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι απαραίτητη η προώθηση, παράλληλα με τις σφαιρικές δράσεις, τοπικών πρωτοβουλιών σε στενή συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών. Η προσέγγιση αυτή αποτελεί το καλύτερο μέσο ώστε όλοι εκείνοι τους οποίους τελικά αφορούν οι δράσεις, να ταυτίζονται με τις ενέργειες που υιοθετούνται.

6.   Μια ενεργός και αντιπροσωπευτική κοινωνία των πολιτών σε βάθος χρόνου

6.1

Σε ένα σύστημα πολυεπίπεδης διακυβέρνησης όπως εφαρμόζεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν ενδείκνυται η προσφυγή αποκλειστικά σε δημοκρατικά εκλεγμένα αντιπροσωπευτικά όργανα προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμετοχή των πολιτών στις συζητήσεις και στις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων.

6.2

Η Σύμβαση του Aarhus, που υπήρξε αντικείμενο διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο της Οικονομικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη (CEE-NU), θεσπίζει τις αρχές της πραγματικής συμμετοχής των πολιτών σε αποφάσεις που αφορούν το περιβάλλον. Αφορά το δικαίωμα πρόσβασης στην πληροφορία, τη συμμετοχή των πολιτών στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων καθώς και την προσφυγή στη δικαιοσύνη όσον αφορά τον τομέα του περιβάλλοντος.

6.3

Η Σύμβαση του Aarhus ορίζει κυρίως ότι κάθε δημόσια αρχή υποχρεούται να παρέχει τις περιβαλλοντικές πληροφορίες που κατέχονται από την ίδια ή για λογαριασμό της, σε όποιον υποβάλλει σχετική αίτηση και χωρίς ο αιτών να οφείλει να αποδείξει την ταυτότητά του ή να επικαλεσθεί οιοδήποτε συμφέρον. Στη γνωμοδότησή της σχετικά με την οδηγία 2003/4/ΕΚ, η ΕΟΚΕ είχε επικρίνει το γεγονός ότι η μεταφορά στο κοινοτικό δίκαιο δεν ευθυγραμμιζόταν σε ορισμένα σημεία με τις διατάξεις της εν λόγω σύμβασης, μεταξύ άλλων όσον αφορά την έννοια του «εξουσιοδοτημένου φορέα» που μπορεί να έχει πρόσβαση στις πληροφορίες. Επιπλέον, η ΕΟΚΕ φρονεί ότι επιβάλλεται σχετική αναθεώρηση της προαναφερθείσας οδηγίας. Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για την απουσία απολογισμού σε επίπεδο ΕΕ, όσον αφορά την εφαρμογή της εν λόγω σύμβασης τη στιγμή κατά την οποία τα κράτη που έχουν επικυρώσει τη σύμβαση υποχρεούνται να υποβάλλουν έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της.

6.4

Αρχικά, πρέπει να καθοριστεί ο πληθυσμός-στόχος, ο οποίος θα κληθεί να συμμετάσχει στον σχεδιασμό και στη χάραξη πολιτικών βιώσιμης ανάπτυξης. Στο στάδιο αυτό θα πρέπει επίσης να αποφασιστούν οι διαδικασίες για την πρόσληψη εθελοντών, να τεθούν συγκεκριμένοι στόχοι καθώς και να καθοριστούν η μεθοδολογία, οι διαδικασίες αξιολόγησης και η διάδοση των αποτελεσμάτων.

6.5

Επειδή η βιώσιμη ανάπτυξη αφορά άμεσα όλους τους πολίτες, χωρίς εξαιρέσεις, για να είναι αντιπροσωπευτικό το δείγμα του πληθυσμού, η αντιπροσωπευτικότητα πρέπει να καλύπτει ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών και δημογραφικών χαρακτηριστικών με μεγάλη ποικιλία εμπειριών και απόψεων.

6.6

Επομένως, είναι σημαντικό να προσδιοριστούν με σαφήνεια τα προβλήματα και να τεθούν οι πρωταρχικοί στόχοι που πρέπει να επιτευχθούν βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, λαμβάνοντας υπόψη τους τις κοινωνικές και πολιτιστικές διαστάσεις των προβλημάτων, και να ανταποκρίνονται στα πραγματικά συμφέροντα των πολιτών. Αυτό συνεπάγεται ιεράρχηση των προβλημάτων και αντιμετώπισή τους ανάλογα με τον βαθμό προτεραιότητας, τη σοβαρότητα των επιπτώσεών τους και των συνακόλουθων ζημιών, καθώς και ανάλογα με το κόστος επίλυσής τους.

6.7

Οι πολίτες πρέπει να αντιλαμβάνονται τη συμμετοχή ως πράξη υπευθυνότητας, δηλαδή, ότι θα συμμετέχουν σε πρωτοβουλίες από το αρχικό στάδιο, από τη χάραξη της στρατηγικής και των σχεδίων, και θα διαδραματίζουν ενεργό ρόλο σε κάθε φάση της διαδικασίας.

6.8

Σε κάθε φάση των συζητήσεων και της αναζήτησης συναινετικών λύσεων, θα πρέπει να ορίζεται σε τοπικό, περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο ένα πρόσωπο με πείρα, ένας «καθοδηγητής βιώσιμης ανάπτυξης», που να μπορεί να συντονίζει τη συζήτηση, μια προσωπικότητα που να μην ανήκει σε καμιά ομάδα συμφερόντων. Θα αναλάβει δε την ενημέρωση, την κινητοποίηση και την πρόσληψη όλων των ενδιαφερομένων πολιτών που επιθυμούν να συμμετάσχουν. Το πρόσωπο αυτό θα πρέπει να αναλάβει τον κεντρικό συντονισμό των δράσεων, παράλληλα δε να εξασφαλίζει ότι θα ακούγονται όλες οι απόψεις και ότι όλοι οι συμμετέχοντες να έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν στη συζήτηση, χωρίς αποκλίσεις.

6.9

Ο διαμεσολαβητής θα πρέπει επίσης να ενεργεί ως ενδιάμεσος φορέας και ως εκπρόσωπος στη δημόσια σκηνή και στα μέσα ενημέρωσης, προκειμένου να ακούγονται οι απόψεις των υποστηρικτών της βιώσιμης ανάπτυξης, να εξασφαλίζεται ότι οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι ακριβείς και να διασφαλίζει ότι ο Τύπος δεν θα μονοπωλεί μεροληπτικά την προσοχή του κοινού. Το πρόσωπο αυτό θα πρέπει επίσης να συνεργάζεται στενά με τους εκπαιδευτικούς φορείς ώστε να γενικευθεί η ευαισθητοποίηση για τη βιώσιμη ανάπτυξη από την πολύ νεαρή ηλικία.

6.10

Για να κινητοποιηθεί ο μεγαλύτερος δυνατός αριθμός πολιτών ώστε να συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων σχετικά με τη βιώσιμη ανάπτυξη, πρέπει να αναλυθούν και να καταπολεμηθούν οι αιτίες για τις οποίες μεγάλο τμήμα της κοινωνίας έχει διστακτική στάση και συμπεριφέρεται ως θεατής.

7.   Άρση των εμποδίων για την ενεργό συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών

7.1

Τα μέτρα κατά της υποβάθμισης των οικοσυστημάτων και υπέρ της αλλαγής του τρόπου ζωής αποτελούν σήμερα αντικείμενο ενός μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, αντί να αποτελούν μια βραχυπρόθεσμη επιχειρησιακή πραγματικότητα. Πολύ συχνά οι προκλήσεις αντιμετωπίζονται σαν να επρόκειτο για περιβαλλοντικά προβλήματα τα οποία οδηγούν δε μία αργή, ανώδυνη προς το παρόν, αλλά τελικά καταστροφική έκβαση. Πρόκειται για ένα «ωφελιμιστικό» όραμα η περιβαλλοντική ευαισθησία του οποίου περιορίζεται στην καθημερινή ζωή και στα ορατά αποτελέσματα και στη μόλυνση, ενώ παραβλέπονται οι ανεπαίσθητοι ή αναπόδεικτοι πιθανοί κίνδυνοι.

7.2

Για να κατανοήσουν όλοι οι πολίτες γιατί είναι σημαντική η αλλαγή συμπεριφοράς, θα πρέπει να ενημερωθούν, να λάβουν σαφείς εξηγήσεις, χωρίς ειδική και επιτηδευμένη ορολογία. Ωστόσο, αντενδείκνυται η χρήση συνθημάτων αλλά και η αντικατάσταση της επιστήμης από το συναίσθημα.

7.3

Μια καλύτερη επικοινωνία με πολλούς τύπους μέσων μαζικής ενημέρωσης με σαφή και κατανοητά μηνύματα θα συμβάλει ασφαλώς ώστε οι πολίτες να αναγνωρίζουν καλύτερα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν και να συμμετέχουν περισσότερο στις δράσεις που πρέπει να αναληφθούν.

7.4

Επιπλέον, τα μηνύματα πρέπει να είναι αντικειμενικά. Είναι αντιπαραγωγικός ο βομβαρδισμός των πολιτών με γενικά στοιχεία, που παρουσιάζονται ως αδιάψευστες αλήθειες, ενώ είναι αναξιόπιστα – για παράδειγμα, ο ισχυρισμός πρώην αντιπροέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών ότι η Αρκτική δεν θα έχει πάγους το καλοκαίρι σε πέντε χρόνια. Παρόμοιες δηλώσεις τελικά προκαλούν δυσπιστία για τα πολιτικά κέντρα λήψεως αποφάσεων και αδιαφορία για τα πραγματικά προβλήματα.

7.5

Οι υπερβολικές προφητείες για άμεσες και αναπόφευκτες δραματικές καταστροφές δημιουργούν ένα κλίμα χρόνιας φοβίας που οδηγεί στον εγωκεντρισμό και αποτελούν πρόσχημα συμπεριφορών του τύπου NIMBY (not in my backyard- όχι στην αυλή μου) με ολέθρια αποτελέσματα για την κοινωνική συνοχή και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Οι τοπικές πρωτοβουλίες κατά των εγκαταστάσεων ανεμογεννητριών, επειδή υποβαθμίζουν το περιβάλλον ή η ανεξέλεγκτη καύση αποβλήτων για την αποφυγή πληρωμής τελών συλλογικής αποκομιδής απορριμμάτων αποτελούν απτά παραδείγματα αυτής της εσωστρεφούς στάσης.

7.6

Η αδιαφορία αυτή είναι σοβαρή, διότι ακόμη και αν οι συνέπειες δεν είναι τόσο δραματικές όσο ισχυρίζονται ορισμένοι, υπάρχουν ωστόσο προβλήματα που απαιτούν γρήγορη επίλυση. Σύμφωνα με την αρχή της προφύλαξης, είναι προτιμότερο αντιδράσουμε σε δυνητικά επικίνδυνες καταστάσεις παρά να περιμένουμε πότε θα αποδειχθεί επιστημονικά ο κίνδυνος.

7.7

Θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε τα αποτελέσματα και τα επιτεύγματα της συμμετοχής των πολιτών να τεκμηριώνονται και να διαδίδονται έξω από την κοινότητα των επιστημόνων, δεδομένου ότι τα παραδείγματα των βέλτιστων πρακτικών συνιστούν το κατ' εξοχήν μέσο συμμετοχής στην πρόοδο.

7.8

Για να εξασφαλιστεί μακροπρόθεσμα η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών θα πρέπει προβάλλονται και να δημοσιοποιούνται οι προτάσεις τις οποίες οι πολίτες έχουν εφαρμόσει στην πράξη, έστω και εν μέρει.

7.9

Πρέπει να καταβληθούν αυξημένες προσπάθειες για την εξεύρεση τρόπων που θα συμβάλλουν στην αλλαγή της συμπεριφοράς των ανθρώπων. Ένας ιδιαίτερα αποτελεσματικός τρόπος είναι ασφαλώς η ενσωμάτωση της διδασκαλίας της βιώσιμης ανάπτυξης στα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα προκειμένου να ευαισθητοποιηθούν τα παιδιά σχετικά με τα θέματα αυτά από πολύ νεαρή ηλικία. Εξάλλου, σε αυτό το πνεύμα η ΕΟΚΕ έχει ξεκινήσει μια συζήτηση σχετικά με τη σκοπιμότητα ενός ευρωπαϊκού δικτύου εθνικών φόρουμ για την εκπαίδευση και την κατάρτιση όσον αφορά την καθαρή ενέργεια.

8.   Η αξιολόγηση των δράσεων

8.1

Η πληθώρα των παραγόντων που προκαλούν μεγάλη ετερογένεια ως προς τη μορφή και ως προς την ουσία των δράσεων, οι οποίες δεν είναι καθόλου συγκρίσιμες μεταξύ τους και σπανίως προβάλλουν ένα κοινό σημείο αναφοράς, καθιστά απαραίτητη την τακτική αξιολόγηση των δράσεων που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο της βιώσιμης ανάπτυξης.

8.2

Εξάλλου, η χειραγώγηση της βιώσιμης ανάπτυξης αφενός και, η υπερβολική ρύθμιση, αφετέρου, απαιτούν την εφαρμογή συνεχούς αξιολόγησης στη βάση δεικτών προόδου των σχεδίων.

9.   Οι δείκτες αξιολόγησης

9.1

Σύμφωνα με το πρόγραμμα δράσης που υιοθετήθηκε στο Ρίο το 1992 τα κράτη θα πρέπει να υιοθετήσουν ένα κοινό σύστημα εποπτείας και αξιολόγησης όσον αφορά την πρόοδο της βιώσιμης ανάπτυξης γενικότερα και των τοπικών πρωτοβουλιών ειδικότερα. Είναι επίσης υποχρεωμένα να θεσπίσουν δείκτες αποδεκτούς από όλους στον οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό τομέα, προκειμένου να αποτελέσουν μια χρήσιμη βάση για τη λήψη αποφάσεων σε όλα τα επίπεδα. Οι δείκτες αυτοί πρέπει να είναι συναινετικοί και να δίδουν μια αντιπροσωπευτική εικόνα των τριών διαστάσεων της βιώσιμης ανάπτυξης.

9.2

Η αξιολόγηση βασίζεται στη διάγνωση, στην ανάλυση και στις συστάσεις. Καλείται δε να αποτιμήσει την αξία μιας πολιτικής, ενός προγράμματος ή μιας δράσης. Πρέπει όμως να αναγνωριστεί ότι είναι δύσκολο να αξιολογηθούν κοινωνικές, ανθρώπινες και περιβαλλοντικές διαστάσεις. Ωστόσο, πρέπει να καταβληθεί η προσπάθεια αυτή, διότι η κυριαρχία του ΑΕγχΠ, το οποίο μέχρι σήμερα χρησιμοποιείται ως βασικό σημείο αναφοράς όσον αφορά την ευημερία και την ποιότητα ζωής, μπορεί να οδηγήσει σε ολέθριες πολιτικές αποφάσεις για την κοινωνική συνοχή και το περιβάλλον, και στην παραμέληση των αναγκών των μελλοντικών γενεών (1).

9.3

Η αξιολόγηση της βιώσιμης ανάπτυξης συνίσταται στον προσδιορισμό των τάσεων που σημειώνονται σε δύο βασικές πτυχές: αφενός στην ικανότητα απορρόφησης και αφετέρου την αξιολόγηση της ανάπτυξης της διαχείρισης των συλλογικών οργάνων της κοινωνίας.

9.4

Σε πρόσφατη γνωμοδότησή της (CESE 647/2020 «ΑΕΠ και πέραν αυτoύ: Η μέτρηση της προόδου σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο»: εισηγητής: Josef Zbořil) η ΕΟΚΕ επικροτεί τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να επεκτείνει τους εθνικούς λογαριασμούς σε περιβαλλοντικά και κοινωνικά θέματα. Στις αρχές του 2010 αναμένεται να υποβληθεί ένα νομικό πλαίσιο «περιβαλλοντικής λογιστικής». Προς το παρόν, οι διαθέσιμοι κοινωνικοί δείκτες των εθνικών λογαριασμών δεν χρησιμοποιούνται στον βέλτιστο βαθμό. Η ανάγκη χρήσης των δεικτών αυτών αναμένεται να γίνει ολοένα και πιο αισθητή, με την εξέλιξη μιας σφαιρικής και ολοκληρωμένης προσέγγισης για τη μέτρηση και την αξιολόγηση της προόδου σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο.

10.   Η μέθοδος αξιολόγησης

10.1

Η ποικιλία των προγραμμάτων και των δράσεων που οι εθνικές, περιφερειακές και τοπικές αρχές εφαρμόζουν για να προωθήσουν μια συμπεριφορά και έναν βιώσιμο τρόπο ζωής, καθιστούν απαραίτητη μια πολυδιάστατη αξιολόγηση, εν γνώσει του γεγονότος ότι το αποδεκτό μιας αξιολόγησης ποικίλει σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τον χώρο, τις μεθόδους και τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται.

10.2

Εξάλλου, η αξιολόγηση σε επίπεδο κρατών μελών θα πρέπει να είναι πιο πλουραλιστική, με τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων φορέων και προσώπων: των αρχών που είναι αρμόδιες για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση των δράσεων, των ρυθμιστικών αρχών, των φορέων παροχής υπηρεσιών, των εκπροσώπων των καταναλωτών, των συνδικαλιστικών οργανώσεων και της κοινωνίας των πολιτών, κ.λπ. Οι δημοσκοπήσεις, αν και τα αποτελέσματά τους είναι δύσκολο να ερμηνευθούν, αποτελούν μέρος μιας πολιτικής ενημέρωσης, ευαισθητοποίησης και συμμετοχής των πολιτών και των επιχειρήσεων, και τους επιτρέπουν να επικοινωνούν με τους οργανισμούς αξιολόγησης και να τους εκφράζουν τις διαμαρτυρίες τους.

10.3

Εκτός του πλουραλιστικού της χαρακτήρα, η αξιολόγηση αυτή πρέπει να είναι ανεξάρτητη και ασυμβίβαστη δεδομένου ότι οι διάφοροι παράγοντες δεν έχουν τα ίδια συμφέροντα και μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα συμφέροντα είναι αντίθετα και δεν υπάρχουν ισοδύναμες πληροφορίες και εκτιμήσεις.

10.4

Η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της περιβαλλοντικής, οικονομικής και κοινωνικής απόδοσης των διαφόρων δράσεων υπέρ της βιώσιμης ανάπτυξης δεν μπορεί να βασίζεται σε ένα μόνο κριτήριο αλλά σε ένα σύνολο κριτηρίων.

10.5

Η αξιολόγηση έχει νόημα μόνον εάν αφορά τους στόχους που έχουν τεθεί και τα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στο πλαίσιο των τριών πυλώνων της στρατηγικής της Λισσαβώνας (οικονομική ανάπτυξη, κοινωνική συνοχή και προστασία του περιβάλλοντος). Πρέπει συνεπώς να βασίζεται σε σειρά κριτηρίων.

10.6

Σύμφωνα με τα όσα έχει προτείνει η ΕΟΚΕ για τις υπηρεσίες κοινής ωφελείας (2), το σύστημα αξιολόγησης πρέπει να βασίζεται σε περιοδικές εκθέσεις που να εκπονούνται σε εθνικό ή τοπικό επίπεδο από τις αρχές αξιολόγησης που έχουν συστήσει τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις προαναφερθείσες αρχές.

10.7

Σε επίπεδο ΕΕ θα πρέπει να καθοριστούν οι όροι ανταλλαγής, αντιπαραβολής, σύγκρισης και συντονισμού. Εναπόκειται συνεπώς στην Ένωση να προωθήσει τη δυναμική της ανεξάρτητης αξιολόγησης, μέσω της επεξεργασίας, από κοινού, με τους εκπροσώπους των ενδιαφερόμενων μερών, μιας μεθοδολογίας εναρμονισμένης αξιολόγησης σε ευρωπαϊκή κλίμακα στη βάση κοινών δεικτών. Θα πρέπει να προβλέπονται επίσης τα μέσα λειτουργίας της.

10.8

Για να είναι η αξιολόγηση ορθή και χρήσιμη ενδείκνυται η συγκρότηση πολυμερούς οργανωτικής επιτροπής, στην οποία να εκπροσωπούνται όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Σε ό,τι αφορά την εν λόγω οργανωτική επιτροπή, πρόκειται περί αποστολής που εντάσσεται πλήρως στις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος, σε συνεργασία με το Παρατηρητήριο Βιώσιμης Ανάπτυξης της ΕΟΚΕ.

10.9

Η εν λόγω οργανωτική επιτροπή πρέπει να αναλάβει:

τον καθορισμό ορθών δεικτών·

τη μεθοδολογία της αξιολόγησης·

την ενημέρωση των συγγραφών υποχρεώσεων των προς εκπόνηση μελετών·

την παραγγελία αυτών των μελετών, που να βασίζονται σε ένα φάσμα εμπειρίας και στη σύγκριση των αποτελεσμάτων που έχουν επιτευχθεί αλλού·

την κριτική εξέταση των εκθέσεων·

την προβολή ορθών πρακτικών και καινοτόμων προσεγγίσεων·

τις συστάσεις·

τη διάδοση των αποτελεσμάτων.

10.10

Οι συζητήσεις με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με τις εκθέσεις αξιολόγησης θα μπορούσαν να λάβουν την μορφή ετήσιας διάσκεψης για την αποδοτικότητα των δράσεων υπέρ της βιώσιμης ανάπτυξης με παραδείγματα ορθών πρακτικών.

Βρυξέλλες, 26 Μαΐου 2010.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Mario SEPI


(1)  ΕΕ C 100 της 30.4.2009.

(2)  ΕΕ C 162 της 25.6.2008, σ. 42.


21.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 21/15


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Διεθνές εμπόριο και αλλαγή του κλίματος»

2011/C 21/03

Εισηγήτρια: η κ. PICHENOT

Στις 26 Φεβρουαρίου 2009, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 29 παράγραφος 2 του Κανονισμού της, αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

«Διεθνές εμπόριο και αλλαγή του κλίματος»

Το ειδικευμένο τμήμα «Εξωτερικές σχέσεις», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 11 Μαΐου 2010.

Κατά την 463η σύνοδο ολομέλειάς της, της 26ης και 27ης Μαΐου 2010 (συνεδρίαση της 26ης Μαΐου 2010), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 154 ψήφους υπέρ, 4 ψήφους κατά και 7 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συστάσεις

1.1

Ενσωματωμένη στη στρατηγική «Ευρώπη 2020», μια νέα εμπορική πολιτική θα πρέπει να δώσει απαντήσεις στις περιβαλλοντικές ανησυχίες αποφεύγοντας, παράλληλα, να υποπέσει σε τακτικές προστατευτισμού. Θα πρέπει να εξυπηρετεί μια πιο καινοτόμο αγορά, να σέβεται το περιβάλλον και να προωθεί την κοινωνική ευημερία. Για να υλοποιηθεί η φιλοδοξία αυτή, η ΕΕ μπορεί να δώσει το παράδειγμα μιας αλλαγής στην πορεία ανάπτυξης προς ένα πρότυπο χαμηλού άνθρακα και να διατηρήσει την ηγετική θέση στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Ο αντίκτυπος της οικονομικής ανάπτυξης, των μεταφορών και της διάδοσης των τεχνολογιών καθιστούν το διεθνές εμπόριο καίριο στοιχείο των συζητήσεων για την κλιματική αλλαγή και τη μετάβαση σε μια πράσινη οικονομία.

1.2

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί έντονα να εξευρεθεί ολοκληρωμένη λύση στις διαπραγματεύσεις του ΠΟΕ στη Ντόχα έτσι ώστε να διευκολυνθεί το περιβαλλοντικό εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών μέσω της σημαντικής μείωσης των δασμολογικών και μη δασμολογικών φραγμών. Παράλληλα, θεωρεί ότι η ΕΕ οφείλει να συνεχίσει να δίνει το παράδειγμα διευκολύνοντας τη μεταφορά «πράσινων» τεχνολογιών στο πλαίσιο των διμερών και περιφερειακών εμπορικών συμφωνιών της.

1.3

Ενόψει μιας μελλοντικής εμπορικής στρατηγικής, η ΕΟΚΕ συνιστά να καταρτιστούν περισσότερες μελέτες όσον αφορά την περιβαλλοντική και κοινωνική διάσταση της κλιματικής αλλαγής, συμπεριλαμβανομένης και της διαχείρισης του ύδατος. Ενθαρρύνει τις κοινωνίες των πολιτών στην Ευρώπη και στις τρίτες χώρες να συμμετάσχουν ενεργά στην κατάρτιση μελετών αντικτύπου, ιδίως όσον αφορά τη βιώσιμη ανάπτυξη και πριν από την έναρξη των διμερών και περιφερειακών εμπορικών διαπραγματεύσεων.

1.4

Όσον αφορά τις μεταφορές, η ΕΟΚΕ στηρίζει την υιοθέτηση παγκόσμιων στόχων βάσει της Σύμβασης-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές αλλαγές (CCNUCC), όπως η μείωση κατά 10 % των εκπομπών από τις εναέριες μεταφορές και κατά 20 % από τις θαλάσσιες. Η απόφαση καταμερισμού των προσπαθειών μείωσης συμπεριλαμβάνει και τον τομέα των μεταφορών, διότι οι αερομεταφορές ενσωματώνονται προοδευτικά στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας εκπομπών (EU ETS) από το 2012. Μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για τον ορισμό φιλόδοξων στόχων ενεργειακής απόδοσης στις μεταφορές ανοιχτής θάλασσας θα συνέβαλε στην προσπάθεια αυτή.

1.5

Εξαιτίας της αβεβαιότητας όσον αφορά τη συμφωνία της Κοπεγχάγης για την κλιματική αλλαγή τον Δεκέμβριο 2009 και των επακολούθων της, η δέσμη Ενέργεια-Κλίμα προβλέπει την υιοθέτηση, με τη διαδικασία συναπόφασης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Ιούνιο 2010, μιας έκθεσης που θα περιλαμβάνει τις «κατάλληλες προτάσεις» σχετικά με τους τομείς που ενέχουν κίνδυνο «διαρροής άνθρακα» για λόγους διεθνούς ανταγωνισμού και/ή πρόσθετου κόστους εξαιτίας της κοινοτικής τιμής για το CO2. Αν και δεν έχει παρατηρηθεί μέχρι σήμερα κίνδυνος αυξημένης παραγωγής, τούτο δεν μπορεί να αποκλειστεί από το 2013 και μετά. Ο κίνδυνος αυτός ενδέχεται να αυξηθεί στο μέτρο που, αφενός, η ΕΕ αυξάνει τους όγκους των ποσοστώσεων που τίθενται σε πλειστηριασμό και, αφετέρου, οι μεγάλες τρίτες χώρες καθυστερούν τη δημιουργία αγοράς ανταλλαγών εκπομπών ή εσωτερικού φόρου.

1.6

Βραχυπρόθεσμα, ο περιορισμός του κινδύνου «διαρροής άνθρακα», θα πρέπει επειγόντως να λάβει τη μορφή πρόσθετης παραχώρησης ποσοστώσεων εκπομπών, των οποίων ο όγκος θα εξαρτάται από την πρόοδο και τα αποτελέσματα των πολυμερών διαπραγματεύσεων για την κλιματική αλλαγή. Με επίκεντρο τους ευαίσθητους τομείς, βασιζόμενη στις καλύτερες αποδόσεις και διαμορφωμένη για να ικανοποιεί το διπλό κριτήριο του εμπορικού ανοίγματος και του υψηλότερου κόστους σε άνθρακα, αυτή η δωρεάν κατανομή θα πρέπει να έχει μεταβατικό χαρακτήρα, να διαμορφωθεί κατά τρόπο εμπειρικό, να τηρεί τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου καθώς και ένα πρότυπο χαμηλής παραγωγής άνθρακα.

1.7

Ο μηχανισμός προσαρμογής στα σύνορα δεν δικαιολογείται από τον ΠΟΕ εφόσον η Ευρωπαϊκή Ένωση τάσσεται υπέρ της δωρεάν κατανομής· πράγματι, το EU ETS δεν ισοδυναμεί με φόρο (που αυτός μπορεί να προσαρμοστεί στα σύνορα) παρά μόνο στην περίπτωση που οι ποσοστώσεις τίθενται εξ ολοκλήρου σε πλειστηριασμό. Το πλέον σκόπιμο θα ήταν να υπάρχει προσφυγή σε τέτοιες προσαρμογές μόνον για μεταβατικές περιόδους και για ελάχιστες δασμολογικές κλάσεις, επαληθευμένες περιπτώσεις κινδύνου «διαρροής άνθρακα», εφόσον εξαντληθεί η προσφυγή στην δωρεάν κατανομή. Μόνον οι στοχοθετημένες και αιτιολογημένες προσαρμογές θα μπορούν να υποβάλλονται στον Οργανισμό επίλυσης διαφορών του ΠΟΕ· τούτο είναι και το κύριο κεκτημένο της Κοπεγχάγης, δηλαδή η συγκράτηση της αύξησης της θερμοκρασίας σε λιγότερο από 2 °C.

1.8

Λόγω της βραδείας και αβέβαιης ωρίμανσης των σχεδίων για τη δημιουργία αγοράς εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής στον κόσμο, τα κράτη μέλη της ΕΕ θα απαριθμούνται, για μερικά ακόμη χρόνια, μεταξύ των ελαχίστων που έχουν καθορίσει τιμή για το CO2. Ενόψει του επερχόμενου κινδύνου «διαρροής» του άνθρακα σε ορισμένους ευρωπαϊκούς τομείς που υπόκεινται στο EU ETS, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή συνιστά επίσης να αυξηθεί σημαντικά ο όγκος των μακροπρόθεσμων επενδύσεων που προορίζονται για την απεξάρτηση της οικονομίας από τον άνθρακα, τη δημιουργία προβλέψιμου και σταθερού πλαισίου κινήτρων που να προωθεί την καινοτομία, την έρευνα και την ανάπτυξη στον τομέα των καθαρών τεχνολογιών που δεν έχουν ακόμη εισαχθεί στο εμπόριο.

1.9

Προκειμένου να αναπτυχθεί μια πράσινη οικονομία και για να διατηρήσει την ηγετική της θέση στο θέμα αυτό, η Ευρώπη θα πρέπει, προς όφελος τόσο δικό της όσο και του κλίματος, να διαφυλάξει την υψηλή φιλοδοξία της όσον αφορά την προοδευτική μείωση κατά 80 % το 2050, με π.χ. έναν ενδιάμεσο στόχο ύψους 25-40 % μεταξύ 2020 και 2030. Η ΕΟΚΕ προτείνει την κατάρτιση αξιολογήσεων αντικτύπου (για το περιβάλλον, την απασχόληση και την ανάπτυξη) προκειμένου να σχεδιαστεί η μετάβαση μεταξύ 2020 και 2050.

1.10

Για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής απαιτείται ισχυρή δημόσια συλλογική δράση σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Παράλληλα με την πίεση των αγορών (EU ETS), οι δημόσιες αρχές οφείλουν να θεσπίσουν, χωρίς καθυστέρηση, στοχοθετημένα οικονομικά και φορολογικά κίνητρα και να ενισχύσουν τις επενδύσεις στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης (Ε&Α) «καθαρών» τεχνολογιών και υπηρεσιών. Οι τοπικές και περιφερειακές αρχές μπορούν να συμμετάσχουν στην ανάπτυξη καθαρών τεχνολογιών με την ευκαιρία δημόσιων συμβάσεων.

1.11

Παράλληλα με τους παραγωγούς «εκπομπών» CO2, ο καταναλωτής καλείται να διαδραματίσει και αυτός τον δικό του ρόλο στην καταπολέμηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που σχετίζονται άμεσα με το εμπόριο. Η ΕΟΚΕ ζητεί να εναρμονιστεί και να σταθεροποιηθεί η μεθοδολογία μέτρησης του «άνθρακα» των προϊόντων, έτσι ώστε να καλύπτονται όλα τα στάδια από τη σύλληψη έως την διανομή. Προς τον σκοπό αυτό, η ΕΟΚΕ προτείνει τη βελτίωση των αναλύσεων του κύκλου ζωής με την ενίσχυση των μεθοδολογικών μελετών που αφορούν τη «συμβατότητα ως προς τον άνθρακα». Αν και η πρωτοβουλία των προδιαγραφών και της επισήμανσης του περιεχομένου σε άνθρακα πρέπει να παραμείνει ιδιωτική και αποκεντρωμένη στο εσωτερικό της ΕΕ, είναι ωστόσο απαραίτητο ένα κοινό πλαίσιο μέτρησης και αξιολόγησης το οποίο θα αποτελεί αρμοδιότητα της Επιτροπής ή ενός ειδικευμένου οργανισμού.

1.12

Ενόψει της μελλοντικής νομολογίας του οργανισμού επίλυσης των διαφορών του ΠΟΕ, η ΕΟΚΕ συνιστά να διασαφηνιστεί ο βαθμός στον οποίο οι διαδικασίες και οι μέθοδοι παραγωγής (ΔΜΠ) μπορούν να αιτιολογήσουν τον περιορισμό των συναλλαγών στο όνομα της περιβαλλοντικής εξαίρεσης (1). Ακόμη, συνιστά τη διεύρυνση της εντολής της επιτροπής «Εμπόριο και Περιβάλλον» του ΠΟΕ προκειμένου να διασαφηνιστούν οι νομικές επιπτώσεις της διαφοράς ΗΠΑ-γαρίδες.

2.   Παγκοσμιοποίηση και κλίμα

2.1

Οι τελευταίες δεκαετίες χαρακτηρίστηκαν από μια άνευ προηγουμένου αύξηση των παγκόσμιων εμπορικών συναλλαγών (21 % του παγκόσμιου ΑΕγχΠ το 2007, χωρίς να περιλαμβάνεται το ευρωπαϊκό εμπόριο), παρά τη μείωση κατά 12 % το 2009 εξαιτίας της κρίσης. Οι επιπτώσεις της οικονομικής ανάπτυξης, των μεταφορών και της διάδοσης τεχνολογιών καθιστούν το διεθνές εμπόριο ένα καίριο στοιχείο της συζήτησης για την κλιματική αλλαγή.

2.2

Μέχρι σήμερα, κανένα πλήρες θεωρητικό πλαίσιο δεν ορίζει ούτε απαριθμεί το σύνολο των αλληλεπιδράσεων και των αιτίων που συνδέουν το εμπόριο με το κλίμα (2). Η μέτρηση της επίδρασης του εμπορίου στο κλίμα και στο περιβάλλον γενικότερα υλοποιείται μέσω ερευνών που βασίζονται στη χρήση τριών αλληλένδετων μεταβλητών. Πρώτον, μια μεταβλητή κλίμακας: το εμπόριο συμβάλλει στην αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας και, κατά συνέπεια, αυξάνει τις εκπομπές. Δεύτερον, μια μεταβλητή σύνθεσης: η γεωγραφική ανασύνθεση ανάλογα με τα συγκριτικά πλεονεκτήματα μπορεί να συνοδεύεται από αύξηση ή μείωση των εκπομπών ανάλογα με τον ρυπογόνο ή μη χαρακτήρα των παραγωγών στις οποίες ειδικεύονται οι διάφορες χώρες στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης. Τρίτον, μια μεταβλητή τεχνικής: υπό την πίεση των κοινωνιών των πολιτών και με τη βοήθεια των επιχειρήσεων και της δράσης των δημόσιων αρχών, αναπτύσσονται καθαρότερες τεχνολογίες και μειώνονται οι εκπομπές. Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που υπόκεινται στο EU ETS συνέβαλαν στο να επιτύχει η ΕΕ τους στόχους μείωσης που προέβλεπε το πρωτόκολλο του Κιότο.

2.3

Το άθροισμα των τριών αυτών επιπτώσεων του εμπορίου στις εκπομπές CO2 είναι αρνητικό εξαιτίας του τεράστιου όγκου συναλλαγών ο οποίος δεν αντισταθμίζεται ακόμη από την διάδοση καθαρών τεχνολογιών. Η απόσταση μεταξύ των διαφόρων τόπων παραγωγής και τελικής κατανάλωσης δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που πρέπει να ληφθεί υπόψη ούτε αυτός που πάντοτε βαραίνει περισσότερο το ισοζύγιο του άνθρακα.

2.4

Ωστόσο, η ιδιαίτερη σχέση του κλίματος με το εμπόριο έγκειται στις μεταφορές (3) και, σε τελική ανάλυση, στις εκπομπές. Το πετρέλαιο εκπροσωπεί σήμερα το 95 % της ενέργειας που χρησιμοποιείται παγκοσμίως για τις μεταφορές, με αποτέλεσμα ο τομέας των εθνικών και διεθνών μεταφορών να συμβάλει στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (κατά τι λιγότερο του 15 % των συνολικών εκπομπών).

2.5

Το μεγαλύτερο μέρος του διεθνούς εμπορίου πραγματοποιείται δια θαλάσσης (90 % του μεταφερόμενου βάρους). Αυτός ο τρόπος μεταφοράς παραμένει από τους λιγότερο ρυπογόνους όσον αφορά τις εκπομπές CO2 ανά χιλιόμετρο και ανά μεταφερόμενο τόνο. Ωστόσο, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι προβλέψεις ανάπτυξης. Σύμφωνα με τον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό (ΔΝΟ), οι εκπομπές των θαλάσσιων μεταφορών ενδέχεται να διπλασιαστούν μέχρι το 2050 ιδίως λόγω της αύξησης των συναλλαγών μεταξύ των χωρών του Νότου.

2.6

Τέλος, η παρατηρούμενη κρίση του ύδατος αποτελεί μια άλλη σοβαρή συνέπεια της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Μέχρι το 2020 και εάν δεν ληφθεί προληπτική δράση, το ήμισυ του παγκόσμιου πληθυσμού ενδέχεται να αντιμετωπίσει το φάσμα της λειψυδρίας. Ήδη περισσότερο από 1,5 δισεκατομμύρια κάτοικοι του πλανήτη δεν έχουν πρόσβαση σε πόσιμο νερό ή σε εγκαταστάσεις αποχέτευσης. Ακόμη, ανάλογα με τη γεωγραφική θέση, η γεωργία θα πληγεί από την έλλειψη ύδατος με αποτέλεσμα το εμπόριο να αποτελεί στρατηγικό στοιχείο για την διασφάλιση των εθνικών συμφερόντων στον τομέα της ενεργειακής, κλιματικής και διατροφικής ασφάλειας. Συμβάλλοντας στην αποτελεσματική κατανομή των σπάνιων πόρων, το διεθνές εμπόριο μπορεί να περιορίσει την παγκόσμια πίεση στους υδάτινους πόρους.

3.   Δυνητικός ρόλος του εμπορίου στη διάδοση τεχνολογιών μετριασμού και προσαρμογής του κλίματος

3.1

Η Διακυβερνητική Ομάδα για τις Κλιματικές Μεταβολές (IPCC) προέβη σε απογραφή μιας σειράς τεχνολογιών μετριασμού και προσαρμογής που μπορούν να συμβάλλουν στην επίλυση των προβλημάτων που σχετίζονται με τις κλιματικές αλλαγές. Πολλές από τις τεχνολογίες αυτές εξετάζονται στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις του ΠΟΕ στο κεφάλαιο των περιβαλλοντικών αγαθών και υπηρεσιών, όπως για παράδειγμα οι αιολικοί ή υδροηλεκτρικοί στρόβιλοι, οι ηλιακοί θερμοσίφωνες, τα φωτοβολταϊκά κύτταρα ή οι απαραίτητοι εξοπλισμοί για τη λειτουργία εγκαταστάσεων και τεχνολογιών που χρησιμοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

3.2

Οι διαπραγματεύσεις για τα περιβαλλοντικά αγαθά και υπηρεσίες στο πλαίσιο της Ντόχα μπορούν να συμβάλουν στη βελτίωση της πρόσβασης σε αγαθά και τεχνολογίες που είναι φιλικά προς το κλίμα. Ωστόσο, είναι περιορισμένο το άμεσο κέρδος για το κλίμα από την ελευθέρωση του εμπορίου. Για ένα ευρύ φάσμα προϊόντων, και τούτο ισχύει ιδιαίτερα για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι δασμολογικοί φραγμοί είναι χαμηλοί ή μέτριοι (2 % κατά μέσο όρο στις πλούσιες χώρες και 6 % κατά μέσο όρο στις αναπτυσσόμενες). Αντίθετα, τα εμπόδια για τις επενδύσεις και οι μη δασμολογικοί φραγμοί αποτελούν σημαντική τροχοπέδη στη διάδοσή τους· πρόκειται συγκεκριμένα για τα τεχνικά και βιομηχανικά πρότυπα, τα διοικητικά εμπόδια, η υποχρεωτική εμπορική παρουσία του εισαγωγέα υπηρεσιών στη χώρα εισαγωγής και ο περιορισμός των δραστηριοτήτων για τις ξένες επιχειρήσεις.

3.3

Ενόψει της μελλοντικής εμπορικής στρατηγικής του 2020 που προβλέπει η Επιτροπή, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η παρούσα γνωμοδότηση παρέχει ήδη στοιχεία για την αξιολόγηση των καθορισμένων στόχων που επιδιώκουν «μέτρα για το άνοιγμα του εμπορίου σε τομείς του μέλλοντος όπως η τεχνολογία, τα οικολογικά προϊόντα, τα προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής τεχνολογίας και η διεθνής τυποποίηση κυρίως στους αναπτυσσόμενους τομείς». Ειδικότερα, η ΕΟΚΕ συνιστά να εκπονηθούν περισσότερες μελέτες σχετικά με την περιβαλλοντική και κοινωνική διάσταση της κλιματικής αλλαγής, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης των πτυχών που άπτονται του ύδατος. Ακόμη, ενθαρρύνει την κοινωνία των πολιτών στην Ευρώπη και στις τρίτες χώρες να δραστηριοποιηθεί, ενόψει των διμερών και περιφερειακών εμπορικών διαπραγματεύσεων, στις μελέτες αντίκτυπου και ειδικότερα όσον αφορά το κεφάλαιο της βιώσιμης ανάπτυξης.

3.4

Όσον αφορά το πόσιμο ύδωρ, το διεθνές εμπόριο μπορεί να παρέμβει στον τομέα της μεταφοράς τεχνολογίας (εγκαταστάσεις αφαλάτωσης του θαλασσίου ύδατος, επαναχρησιμοποίηση των λυμάτων και τεχνικές καθαρισμού). Συνεπώς, πρέπει να ενσωματωθεί η πτυχή αυτή σε κάθε χωριστή διαπραγμάτευση που συνιστά η ΕΟΚΕ για το εμπόριο περιβαλλοντικών αγαθών και υπηρεσιών.

3.5

Όσον αφορά τις μεταφορές, η ΕΟΚΕ στηρίζει την υιοθέτηση παγκόσμιων στόχων βάσει της Σύμβασης-πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις κλιματικές αλλαγές (CCNUCC), όπως μείωση κατά 10 % των εκπομπών για τις εναέριες μεταφορές και κατά 20 % για τις θαλάσσιες. Η απόφαση καταμερισμού των προσπαθειών μείωσης συμπεριλαμβάνει και τον τομέα των μεταφορών, διότι οι αερομεταφορές ενσωματώνονται προοδευτικά στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας εκπομπών (EU ETS) από το 2012. Μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για τον ορισμό φιλόδοξων στόχων ενεργειακής απόδοσης στις μεταφορές ανοιχτής θάλασσας θα συνέβαλε στην προσπάθεια αυτή.

3.6

Μεταξύ των εμποδίων για τη διάδοση των καθαρών τεχνολογιών και υπηρεσιών συγκαταλέγεται συχνά η ενισχυμένη προστασία της διανοητικής ιδιοκτησίας. Μελέτες έχουν δείξει ότι τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας, ιδίως τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σημείωσαν μεγάλη αύξηση από τα τέλη της δεκαετίας του 90. Αν και τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας επιτρέπουν στον κάτοχό τους να περιορίσει τη διαθεσιμότητα, τη χρήση και την ανάπτυξη τεχνολογιών χρήσιμων για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι η διανοητική ιδιοκτησία αποτελεί καίριο ζήτημα για τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις και την ανάπτυξη μη διαθέσιμων ακόμη τεχνολογιών. Αντίθετα, δεν φαίνεται να είναι βραχυπρόθεσμα το πιο καθοριστικό εμπόδιο για τη διάδοση των καθαρών τεχνολογιών. Το σημερινό κόστος των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στις τεχνολογίες που μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο παραμένει, κατά μέσο όρο, περιορισμένο. Είναι σημαντικό να επιλυθούν τα προβλήματα της μη τήρησης και της περιορισμένης εφαρμογής των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας που αποτελούν ένα ακόμη αρνητικό κίνητρο για την εξαγωγή προς ορισμένες χώρες.

3.7

Για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής απαιτείται ισχυρή δημόσια συλλογική δράση σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Παράλληλα με την πίεση των αγορών (EU ETS), οι δημόσιες αρχές οφείλουν να θεσπίσουν χωρίς καθυστέρηση στοχοθετημένα οικονομικά και φορολογικά κίνητρα και να ενισχύσουν τις επενδύσεις στον τομέα έρευνας και ανάπτυξης (Ε&Α) «καθαρών» τεχνολογιών και υπηρεσιών που δεν διατίθενται ακόμη στο εμπόριο. Οι τοπικές και περιφερειακές αρχές μπορούν να συμμετάσχουν στην ανάπτυξη καθαρών τεχνολογιών στα πλαίσια δημόσιων συμβάσεων.

3.8

Η σχέση αιτίου και αιτιατού μεταξύ εμπορικού ανοίγματος και ανάπτυξης θέτει το ερώτημα της ευθύνης των επιχειρήσεων και των καταναλωτών των χωρών εισαγωγής στις εκπομπές. Η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες απορροφούν το ήμισυ των κινεζικών εξαγωγών. Τίθεται πλέον το ζήτημα μιας «λογιστικής άνθρακα» που δεν περιορίζονται στις αρχικές πηγές εκπομπών και στην αρχή των διαδικασιών παραγωγής, αλλά επεκτείνεται στο σύνολο των παραγόντων, από την σύλληψη έως τη διανομή.

3.9

Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι η γεωγραφική διασπορά και η έντονη κινητικότητα των παγκοσμιοποιημένων συστημάτων παραγωγής καθιστά δύσκολη την ακριβή και σταθερή μέτρηση της τιμής άνθρακα ενός προϊόντος. Η δυσκολία αυτή που υφίστανται και στην συγκριτική μελέτη μεγάλου αριθμού δραστηριοτήτων και καθηκόντων, δεν διευκολύνει τον καθορισμό εμπορικών πολιτικών που επιδιώκουν την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση των καταναλωτών όπως οι ιδιωτικές πρωτοβουλίες, η επισήμανση, η οικολογική σήμανση και η πιστοποίηση. Η εξέλιξη της συμπεριφοράς και των ατομικών επιλογών σε μια εποχή κρίσης δείχνει ότι οι μηχανισμοί αυτοί πρέπει να ενθαρρύνονται· ωστόσο, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι δεν αντικαθιστούν την κανονιστική δράση των δημοσίων αρχών με φορολόγηση των εκπομπών στην πηγή. Συνεπώς, η ΕΟΚΕ συνιστά τη βελτίωση των αναλύσεων του κύκλου ζωής και την ενίσχυση των μελετών που αφορούν δύσκολα μεθοδολογικά ζητήματα, όπως η λογιστική του άνθρακα αλλά και οικονομικές πτυχές που συνδέονται με τον αναλυτικό προσδιορισμό της λογιστικής αυτής, έτσι ώστε να περικλείει διαδοχικά όλους τους παράγοντες της διαδικασίας παραγωγής.

3.10

Για να είναι αποτελεσματική, μια πολιτική περιβάλλοντος οφείλει να διακρίνει τα προϊόντα σύμφωνα με τις διαδικασίες και τις μεθόδους παραγωγής τους. Η μετάβαση προς μια οικονομία με χαμηλές εκπομπές άνθρακα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνο εάν είναι δυνατό να διατηρούνται τα προϊόντα που κατασκευάζονται με μεθόδους χαμηλών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Συνεπώς, πρέπει να ευνοηθούν ορισμένες τεχνικές σε σχέση με άλλες. Εάν οι καταναλωτές, με βάση την επισήμανση, πραγματοποιούν διάκριση μεταξύ της οικολογικής ή μη μεθόδου παραγωγής των προϊόντων, αλλάζει έτσι η σχέση ανταγωνισμού και καθίσταται δυνατή η διάκριση μεταξύ δύο προϊόντων που έχουν κατασκευαστεί διαφορετικά.

3.11

Σε έναν κόσμο όπου η τιμή του CO2 είναι διαφοροποιημένη, το ζήτημα της ομοιότητας των προϊόντων - κεντρικής έννοιας του ΠΟΕ- δεν μπορεί να αποσιωπηθεί στις συζητήσεις για το εμπόριο και το κλίμα. Ενόψει της μελλοντικής νομολογίας του οργανισμού επίλυσης των διαφορών του ΠΟΕ, η ΕΟΚΕ συνιστά να διασαφηνιστεί ο βαθμός στον οποίο οι διαδικασίες και μέθοδοι παραγωγής (ΔΜΠ) μπορούν να αιτιολογήσουν περιορισμό των ανταλλαγών στο όνομα της περιβαλλοντικής εξαίρεσης (4). Ακόμη, συνιστά τη διεύρυνση της εντολής της επιτροπής «Εμπόριο και Περιβάλλον» του ΠΟΕ προκειμένου να διασαφηνιστούν οι νομικές επιπτώσεις της διαφοράς ΗΠΑ-γαρίδες.

4.   Σχέση ανταγωνιστικότητας και κλίματος

4.1

Οι εμπορικές και κλιματικές διαπραγματεύσεις εντάσσονται σε δύο διαφορετικές χρονικές φάσεις· η πρώτη αφορά τις εξαιρετικά μακροπρόθεσμες πολιτικές και μέτρα και η δεύτερη τις πλέον βραχυπρόθεσμες. Ο πολύπλοκος χαρακτήρας των σχέσεων μεταξύ των εμπορικών και κλιματικών πολιτικών έγκειται στην επικάλυψη των δύο χρονικών αυτών φάσεων. Μέτρα υπέρ του κλίματος μπορούν να έχουν βραχυπρόθεσμες εμπορικές επιπτώσεις ενώ εμπορικά μέτρα μπορούν να έχουν πολύ μακροπρόθεσμο αντίκτυπο στο κλίμα.

4.2

Σε έναν ιδανικό κόσμο, το CO2 θα έπρεπε να έχει ενιαία τιμή, επιτρέποντας έτσι στις οικονομίες παγκοσμίως να αναπτύσσονται χωρίς να παράγουν περισσότερα αέρια του θερμοκηπίου, ούτε να προκαλούν διακρίσεις ή στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ των διαφόρων χωρών. Η πορεία των συζητήσεων για την κλιματική αλλαγή δείχνει ότι τούτο δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί σύντομα. Για πολλά χρόνια ακόμη, η τιμή του CO2 δεν θα είναι ενιαία στον κόσμο και θα φθάνει από τα 20 έως τα 30 ευρώ ανά τόνο ανάλογα με το μέσο προβλεπόμενο επίπεδο εντός του ευρωπαϊκού χώρου έναντι μηδενικής τιμής στην συντριπτική πλειοψηφία άλλων χωρών ή περιοχών.

4.3

Η ΕΟΚΕ αναγνώρισε ότι, σε έναν κόσμο που απέχει του ιδανικού, οι κίνδυνοι απώλειας της ανταγωνιστικότητας και «διαρροής» άνθρακα (μετακίνηση των βιομηχανιών που παράγουν αέρια του θερμοκηπίου από χώρες και περιοχές με τον υψηλότερο φόρο για το CO2) αφορούν κυρίως την ομάδα των πλέον φιλόδοξων χωρών στον τομέα της φορολόγησης των εκπομπών CO2, δηλαδή την Ευρώπη. Η επεξεργασία και η εφαρμογή διεθνών τομεακών συμφωνιών παραμένει ανοιχτή για περισσότερο από μία δεκαετία. Λόγω έλλειψης συναίνεσης, δεν έχουν σημειωθεί αποτελέσματα, αλλά η δυνατότητα αυτή πρέπει να αξιοποιηθεί για τις ενεργοβόρες βιομηχανίες. Η ανάπτυξη φτηνών ανανεώσιμων πηγών και ευφυών δικτύων θα συμβάλλει επίσης στον περιορισμό των κινδύνων απώλειας ανταγωνιστικότητας.

4.4

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την πρόταση της Επιτροπής (5), η οποία συνάδει με τη δήλωση του Μαρτίου 2010 και αναφέρει ότι οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις πρέπει να βρίσκονται σε ισότιμη θέση με τους ξένους ανταγωνιστές τους. Βραχυπρόθεσμα και ανάλογα με τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις για την κλιματική αλλαγή, θα πρέπει να παραχωρηθεί στους τομείς που αντιμετωπίζουν κίνδυνο διαρροής πρόσθετη δωρεάν χορήγηση που να ανέρχεται στο 100 % κατά την αρχή της μετά το Κιότο περιόδου (2013-2014).

4.5

Στην τελική φάση της πλήρους δημοπράτησης κατά την οποία η τιμή των ποσοστώσεων θα μπορεί να εξομοιώνεται με φόρο, διάφορα μέτρα προσαρμογής στα σύνορα θα μπορούσαν να διορθώσουν τα προβλήματα απώλειας ανταγωνιστικότητας που προκαλούνται από τις προσπάθειες μείωσης των εκπομπών, οι οποίες σήμερα είναι πολύ μεγαλύτερες στην Ευρώπη από ό,τι στους εμπορικούς της εταίρους. Είτε λάβουν τη μορφή φόρου εισαγωγής, είτε μηχανισμού ενσωμάτωσης του άνθρακα στα σύνορα, είτε ακόμη υποχρέωσης των ευρωπαίων εισαγωγέων να αγοράζουν πιστώσεις εκπομπών από το κοινοτικό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου (EU ETS ή επίσης αποκαλούμενο «ευρωπαϊκή αγορά άνθρακα»), οι μηχανισμοί αυτοί αποτελούν την απάντηση στην εσωτερίκευση του κόστους της οικονομικής δραστηριότητας των τομέων που υπόκεινται στο EU ETS.

4.6

Διάφορες μελέτες έδειξαν ότι η μείωση της ανταγωνιστικότητας και οι «διαρροές» άνθρακα δεν φαίνονται σημαντικές κατά τη διάρκεια των δύο πρώτων φάσεων της εφαρμογής των EU ETS. Μεταξύ 2005 και 2012, οι παραχωρήσεις ποσοστώσεων εκπομπών είναι γενναιόδωρες και ουσιαστικά δωρεάν (6). Λόγω απουσίας της ιδανικής λύσης που θα είναι μια παγκόσμια αγορά άνθρακα, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή στηρίζει τη θέσπιση διαφορετικών συστημάτων ανωτάτου ορίου και ανταλλαγής ποσοστώσεων εκπομπών για τα δικαιώματα εκπομπής αερίων θερμοκηπίου σύμφωνα με το ευρωπαϊκό σύστημα ή άλλα, το ίδιο αποτελεσματικά, συστήματα ανώτατου ορίου και εμπορίας. Η ΕΟΚΕ προτείνει να εξεταστούν όλες οι δυσκολίες και οι λύσεις για την εναρμόνισή τους με βάση την περιφερειακή ολοκλήρωση και συνεκτίμηση των διακυμάνσεων του ευρωπαϊκού συστήματος ανταλλαγών.

4.7

Οι κίνδυνοι απώλειας ανταγωνιστικότητας και διαρροής υφίστανται για την τρίτη φάση του EU ETS (2013-2020) κατά τη διάρκεια της οποίας προβλέπεται προοδευτική παραχώρηση με πλειστηριασμό και ετήσια μείωση των διαθέσιμων ποσοστώσεων εκπομπών, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της μείωσης των εκπομπών κατά 20 % το 2020 σε σχέση με το 1990. Στην τελική φάση, το 100 % των ποσοστώσεων θα υπόκεινται σε πλειστηριασμό το 2025 με όριο ύψους 70 % το 2020. Εάν τελικά αποφασιστεί μείωση των εκπομπών κατά 30 %, θα πρέπει να επανεξεταστούν τα όρια θέσης σε πλειστηριασμό, προκειμένου να διαμορφωθούν ανάλογα με τα αποτελέσματα άλλων χωρών που ανέλαβαν δεσμεύσεις στη συμφωνία της Κοπεγχάγης.

5.   Η ευρωπαϊκή απάντηση: η δέσμη ενέργεια-κλίμα και οι επιπτώσεις της στο εμπόριο

5.1

Λόγω των κινδύνων απώλειας ανταγωνιστικότητας και «διαρροής» άνθρακα που προκύπτουν από τη σταδιακή δημοπράτηση των ποσοστώσεων και του ανώτατου ορίου των εκπομπών το 2020, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει στη δέσμη μέτρων για την ενέργεια και το κλίμα μια απάντηση σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο συνίσταται στον εντοπισμό των εκτεθειμένων τομέων με βάση δύο κριτήρια: αφενός, την ένταση των συναλλαγών ( άνοιγμα στις συναλλαγές εκτός Ευρώπης) και, αφετέρου, τον αντίκτυπο κόστους του CO2. Ένας πρώτος κατάλογος των «ευαίσθητων» τομέων καταρτίστηκε τον Δεκέμβριο 2009 και θα επανεξετάζεται ανά πέντε έτη. 200 έως 300 τομείς εξετάστηκαν από την Επιτροπή (7). Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή θεωρεί ότι μόνον οι τομείς που πληρούν τα συσσωρευμένα κριτήρια κόστους CO2 και έντασης των συναλλαγών θα μπορούν να τυγχάνουν από το 2013 δωρεάν παραχωρήσεων CO2 σε ποσοστό 100 % με βάση κοινούς δείκτες αναφοράς ως προς την απόδοση. Μια πρώτη εξέταση απαριθμεί ελάχιστους τομείς. Η ΕΟΚΕ αναφέρει ότι την απαίτηση αυτή (συσσωρευμένα κριτήρια κόστους CO2 και έντασης των συναλλαγών) πληρούν μόνο έντεκα τομείς (8).

5.2

Μη δεσμευτική και χωρίς φιλοδοξίες, η συμφωνία της Κοπεγχάγης υπολείπεται σε μεγάλο βαθμό από το αποτέλεσμα που ευχόταν η ΕΟΚΕ στη δήλωσή της του Νοεμβρίου 2009. Απλή δήλωση και χωρίς τη νομική αξία μιας Συνθήκης, η συμφωνία της Κοπεγχάγης αφήνει, επιπλέον, άλυτο το ζήτημα του μέλλοντος του πρωτοκόλλου του Κιότο. Ωστόσο, παρουσιάζει το πλεονέκτημα να προσφέρει μια πρώτη βάση καταγραφής και σύγκρισης των εθνικών προσπαθειών μετριασμού. Στο παράρτημα της Κοπεγχάγης, η Ευρώπη διατηρεί στο πλαίσιο της συμφωνίας την υπό όρους προσφορά της για τη μείωση κατά 30 % των αερίων θερμοκηπίων «εάν οι υπόλοιπες βιομηχανικές χώρες δεσμευτούν να πραγματοποιήσουν ανάλογες προσπάθειες».

5.3

Λόγω της παρούσας κατάστασης των επιπέδων δέσμευσης των υπολοίπων βιομηχανικών χωρών, η Ευρώπη μπορεί να περιοριστεί στον στόχο του – 20 %. Με τον τρόπο αυτό, θα μπορεί να επιλέξει να περιορίσει τα προβλήματα απώλειας ανταγωνιστικότητας και διαρροής άνθρακα που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκοί τομείς που έχουν ενταχθεί στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου. Ωστόσο, μια τέτοια επιλογή δεν απομακρύνει εντελώς το ζήτημα της διαρροής άνθρακα για δύο λόγους:

Ο πρώτος είναι ότι οι στόχοι και οι δεσμεύσεις μείωσης των άλλων χωρών περιλαμβάνονται απλά στο παράρτημα της συμφωνίας της Κοπεγχάγης χωρίς να έχει προσδιορισθεί σαφώς κάποιος νομικός μηχανισμός σύγκρισης των εκπομπών μεταξύ χωρών,

Ο δεύτερος είναι ότι παρά την ανακοίνωση της δημιουργίας αγορών άνθρακα σε διάφορα μέρη του κόσμου (στον Καναδά το 2010, την Αυστραλία το 2011 και τις Ηνωμένες Πολιτείες το 2012), οι προθεσμίες συνεχώς μετατίθενται. Οι τιμές CO2 που αναμένονται στις αγορές είναι ακόμη περιορισμένες και παραμένουν χαμηλότερες της μέσης κοινοτικής τιμής.

5.4

Συνδέοντας την προσφορά της για μείωση των εκπομπών κατά 30 % το 2020 με τις προσπάθειες και τις δεσμεύσεις των υπολοίπων χωρών, η Ευρώπη εξαρτάται πλέον από μια υποθετική πολυμερή συμφωνία προκειμένου να προβεί σε πραγματική αλλαγή πορείας προς την ανάπτυξη ενός προτύπου χαμηλής κατανάλωσης άνθρακα και να επιτύχει να διαιρέσει δια του 4 τις εκπομπές της ως το 2050. Ανεξάρτητα από κάθε όρο και στόχο αυτού του είδους, η σταδιακή «απεξάρτηση» της οικονομίας από τον άνθρακα εκλαμβάνεται στις ΗΠΑ και την Κίνα έως μια μονομερής λογική από τη «βάση στην κορυφή» όσον αφορά τις επενδύσεις και την καινοτομία. Κατά έναν τρόπο, η συμφωνία της Κοπεγχάγης αποτελεί στοίχημα στην τεχνολογία. Ένα στοίχημα που πρέπει να κερδίσει και η Ευρώπη.

5.5

Για να αναπτύξει μια πράσινη οικονομία και για να διατηρήσει την ηγετική της θέση στο θέμα αυτό, η Ευρώπη θα πρέπει, προς όφελος τόσο δικό της όσο και του κλίματος, να να είναι ιδιαίτερα φιλόδοξη όσον αφορά την προοδευτική μείωση ώστε να επιτευχθεί η εμίωση κατά 80 % το 2050, με π.χ. έναν ενδιάμεσο στόχο ύψους 25-40 % μεταξύ 2020 και 2030. Η ΕΟΚΕ προτείνει την επεξεργασία αξιολογήσεων αντικτύπου (για το περιβάλλον, την απασχόληση και την ανάπτυξη) προκειμένου να προβλεφθεί η μετάβαση μεταξύ 2020 και 2050.

5.6

Ο καθορισμός του ενδιάμεσου αυτού στόχου πρέπει να συνοδεύεται από κανονιστικά και φορολογικά μέτρα που να ευνοούν την αύξηση των επενδύσεων στην έρευνα και στην ανάπτυξη καθαρών τεχνολογιών. Όπως υπογραμμίζει και η ανακοίνωση Ευρώπη 2020 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (9), οι δαπάνες για Ε&Α είναι χαμηλότερες του 2 % στην Ευρώπη, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες ανέρχονται στο 2,6 % και στην Ιαπωνία στο 3,4 %, κυρίως λόγω του χαμηλού επιπέδου ιδιωτικών επενδύσεων. Αυτά τα επίπεδα δαπανών για Ε&Α δεν συνάδουν με τους στόχους της Ένωσης (3 %) και το διακύβευμα του κλίματος. Για την επίτευξη προόδου στην κατεύθυνση αυτή, η ΕΟΚΕ προτείνει την κατάρτιση αναλύσεων αντίκτυπου (για το περιβάλλον, την απασχόληση και την ανάπτυξη) προκειμένου να προβλεφθεί η μετάβαση στην επόμενη φάση το 2020 καθώς και στις μετέπειτα (2030, 2040, 2050).

5.7

Και στις δύο περιπτώσεις, είτε μετριοπαθής είτε φιλόδοξη επιλογή, τα κράτη μέλη της ΕΕ διατρέχουν τον κίνδυνο να περιλαμβάνονται για μερικά ακόμη χρόνια μεταξύ των ελάχιστων χωρών που ορίζουν τιμή για το CO2 (σε επίπεδο όχι αμελητέο) μέσω μιας αγοράς ανταλλαγών ποσοστώσεων εκπομπών. Χωρίς να απαρνηθεί τις υψηλές πολυμερείς φιλοδοξίες της για τις επόμενες διασκέψεις των συμβαλλομένων μερών στο Μεξικό (2010) και στην Ινδία (2011), η Ευρώπη δεν πρέπει να διακινδυνεύσει να παραμελήσει πολιτικές από τη «βάση προς τα άνω» στους τομείς της έρευνας, της καινοτομίας και των επενδύσεων. Όμως, εάν επικεντρωθεί στα αποτελέσματα της αγοράς άνθρακα, η ΕΕ διατρέχει τον κίνδυνο να παραμελήσει άλλες χρήσιμες πολιτικές υπέρ της έρευνας, της καινοτομίας και των επενδύσεων. Ήδη, τα διάφορα σχέδια ανάκαμψης στην Ευρώπη δεν πέτυχαν τον στόχο αυτό, σε αντίθεση με την Ασία και την Αμερική.

5.8

Εξετάζοντας σοβαρά το ζήτημα, η ΕΟΚΕ συνιστά να ακολουθηθεί ρεαλιστική προσέγγιση όσον αφορά την αντιμετώπιση των διαρροών άνθρακα. Ευρέως διαδεδομένη, η δωρεάν παραχώρηση πρέπει να συνεχίσει να εφαρμόζεται έτσι ώστε να υπάρχει συνοχή με τις στρατηγικές επιλογές της Ένωσης. Η προσαρμογή στα σύνορα δεν μπορεί να αιτιολογηθεί στον ΠΟΕ ενόσω η Ευρωπαϊκή Ένωση τάσσεται υπέρ της δωρεάν κατανομής· πράγματι, το EU ETS δεν ισοδυναμεί με φόρο (που αυτός μπορεί να προσαρμοστεί στα σύνορα) παρά μόνο στην περίπτωση που οι ποσοστώσεις τίθενται εξολοκλήρου σε πλειστηριασμό. Το πλέον σκόπιμο θα ήταν να υπάρχει προσφυγή σε τέτοιες προσαρμογές μόνον για μεταβατικές περιόδους και για ελάχιστες δασμολογικές κλάσεις, σε διαπιστωμένες περιπτώσεις κινδύνου «διαρροής άνθρακα» όταν εξαντληθεί η προσφυγή στην δωρεάν κατανομή. Μόνον οι πολύ στοχευμένες και αιτιολογημένες προσαρμογές θα μπορούν να υποβάλλονται στον Οργανισμό επίλυσης διαφορών του ΠΟΕ· τούτο είναι και το κύριο κεκτημένο της Κοπεγχάγης, δηλαδή η συγκράτηση της αύξησης της θερμοκρασίας σε λιγότερο από 2 °C.

5.9

Μεσοπρόθεσμα, μια τέτοια επιλογή προϋποθέτει επαρκή χρηματοδότηση μιας ευρωπαϊκής πολιτικής μετριασμού. Η εφαρμογή της μπορεί να ξεκινήσει με πιλοτικά σχέδια για τη σύλληψη και την αποθήκευση άνθρακα και να προβλέπει τη σύσταση επιτροπής παρακολούθησης των επενδύσεων και επιμερισμό της διανοητικής ιδιοκτησίας. Η λήψη προσωρινών μέτρων προσαρμογής είναι αξιόπιστη μόνον εάν συνοδεύεται από πολιτικές καινοτομίας που επιδιώκουν την εξεύρεση λύσεων βιώσιμης ανάπτυξης.

Βρυξέλλες, 26 Μαΐου 2010.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Mario SEPI


(1)  Άρθρο XX ΠΟΕ. ΤΟ άρθρο XX της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου(GATT) προβλέπει τη δυνατότητα εξαίρεσης από τους κανόνες των ελεύθερων συναλλαγών εφόσον τα μέτρα λαμβάνονται για την προστασία του περιβάλλοντος.

(2)  Commerce et changement climatique, OMC et PNUE, juin 2009.

(3)  CESE 461/2010, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην ΕΕ

(4)  Βλ. υποσημείωση 16.

(5)  Οδηγία 2009/29/ΕΚ, ΕΕ αριθ. L 140 της 5.6.2009, σελ. 63.

(6)  Η πρώτη φάση του EU ETS (2005-2007) ήταν πειραματική και κατέστησε δυνατό τον καθορισμό της τιμής του άνθρακα, το ελεύθερο εμπόριο ποσοστώσεων εκπομπών σε όλη την ΕΕ και την διαμόρφωση της απαραίτητης υποδομής για την εποπτεία, δήλωση και επαλήθευση των πραγματικών εκπομπών των επιχειρήσεων που υπόκεινται στο σύστημα. Η δεύτερη φάση (2008-2012) συμπίπτει με την πρώτη δεσμευτική περίοδο του πρωτοκόλλου του Κιότο (πενταετής περίοδος κατά την οποία η ΕΕ και τα κράτη μέλη οφείλουν να επιτύχουν τους στόχους εκπομπών που ορίζει το πρωτόκολλο). Μια υπερβάλλουσα χορήγηση δικαιωμάτων κατά την πρώτη φάση οδήγησε σε πτώση των τιμών του CO2 κατά την έναρξη της δεύτερης φάσης. Η υπερβάλλουσα χορήγηση δικαιωμάτων κατά τη δεύτερη φάση συνεχίζεται σε ορισμένους τομείς.

(7)  Βλ. άρθρο 10α(15) της Οδηγίας 2003/87/CE σύμφωνα με το οποίο ένας τομέας ή επιμέρους τομέας θεωρείται ότι εκτίθεται σε σημαντικό κίνδυνο διαρροής άνθρακα εφόσον το άθροισμα του άμεσου και του έμμεσου πρόσθετου κόστους λόγω της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας οδηγεί σε σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής, που υπολογίζεται ως ποσοστό ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, τουλάχιστον κατά 5%·: εφόσον η ένταση των συναλλαγών με τρίτες χώρες, που ορίζεται ως η σχέση μεταξύ της συνολικής αξίας των εξαγωγών συν την αξία των εισαγωγών από τρίτες χώρες, και το συνολικό μέγεθος της αγοράς για την Κοινότητα (ετήσιος κύκλος εργασιών + σύνολο εισαγωγών από τρίτες χώρες), υπερβαίνει το 10 %. Οι τομείς αυτοί είναι οι ακόλουθοι: παραγωγή αμύλων και προϊόντων αμύλου, ζάχαρης, άλλων ποτών που προέρχονται από ζύμωση, αιθυλικής αλκοόλης από υλικά που υφίστανται ζύμωση, χαρτιού και χαρτονιού, προϊόντων διύλισης πετρελαίου, επίπεδου και κοίλου γυαλιού, κεραμικών πλακιδίων και κυβόλιθων, σωλήνων από χυτοσίδηρο, η παραγωγή μολύβδου, ψευδαργύρου και κασσιτέρου. Εάν στα δύο αυτά κριτήρια προστεθεί το κριτήριο του πρόσθετου κόστους κατά 30 % ή σε εμπορικό άνοιγμα μεγαλύτερο του 30 %, ο κατάλογος συμπεριλαμβάνει 13 ακόμη τομείς, δηλαδή ένα σύνολο 27 τομέων.

(8)  Απόφαση της Επιτροπής της 24.12.2009, που κοινοποιήθηκε με το έγγραφο C(2009) 10251 (1) EE αριθ. L 1 της 5.1.2010, σελ 10-18.

(9)  COM(2010) 2020 « ΕΥΡΩΠΗ 2020: Στρατηγική για έξυπνη, διατηρήσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη »


21.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 21/21


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Οι σχέσεις ΕΕ- ASEAN» (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

2011/C 21/04

Εισηγητής: ο κ. Claudio CAPPELLINI

Την 26η Φεβρουαρίου 2009, και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του Εσωτερικού Κανονισμού της, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

Οι σχέσεις ΕΕ- ASEAN.

Το ειδικευμένο τμήμα «Εξωτερικές σχέσεις», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 11 Μαΐου 2010.

Κατά την 463η σύνοδο ολομέλειάς της, της 26ης και 27ης Μαΐου 2010 (συνεδρίαση της 26ης Μαΐου 2010), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 163 ψήφους υπέρ, και 5 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1   Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι είναι απαραίτητο πλέον να δοθεί νέα και πιο ουσιαστική διάσταση στις σχέσεις των θεσμικών οργάνων με την Ένωση Κρατών Νοτιοανατολικής Ασίας (ASEAN). Υπ'αυτή την έννοια, η παρούσα γνωμοδότηση αποτελεί συνέχεια προηγούμενων σχετικών γνωμοδοτήσεων της ΕΟΚΕ (1), οι οποίες, εδώ και πάνω από δέκα χρόνια, τονίζουν πόσο σημαντικό είναι για την ΕΕ να επικεντρωθεί περισσότερο στη Νοτιοανατολική Ασία, επισημαίνοντας τον θεμελιώδη ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει η ΕΕ για την περιφερειακή ολοκλήρωση της Ασίας.

1.2   Εντούτοις, η ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι μέχρι σήμερα δεν έχει επιτευχθεί η προσδοκώμενη πρόοδος στη συνεργασία ΕΕ- ASEAN. Παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν, ακόμη και σε οικονομικό επίπεδο, για την προώθηση διαρθρωμένου διαλόγου ΕΕ- ASEAN –ιδίως τα τελευταία χρόνια– σε διάφορους τομείς (πολιτική, συνεργασία, εμπόριο κ.τ.λ.), τα ουσιαστικά αποτελέσματα είναι φτωχά και ο διάλογος με την κοινωνία πολιτών και εντός αυτής δεν ανταποκρίνεται ακόμη στις πραγματικές της δυνατότητες. Η προηγούμενη δεκαετία μοιάζει μάλλον με μια χαμένη ευκαιρία να ενισχυθεί η εταιρική σχέση με αυτή τη γεωγραφική περιοχή που έχει στρατηγική σημασία για τα συμφέροντα της ΕΕ παγκοσμίως (2). Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση των εμπορικών διαπραγματεύσεων· ενώ η ΕΕ και η ASEAN ανέστειλαν τις διαπραγματεύσεις τους, η δεύτερη συνήψε εμπορικές συμφωνίες με τις άλλες σημαντικές γεωοικονομικές οντότητες (Κίνα, Ινδία, Αυστραλία, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ, τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία).

1.3   Σήμερα, σε ένα πολύ διαφορετικό διεθνές περιβάλλον, στο οποίο οι πολιτικοί και οι οικονομικοί περιορισμοί είναι ισχυρότεροι από ό,τι ήταν πριν από μία δεκαετία, αλλά στο οποίο έχουν αναδειχθεί νέες ευκαιρίες για ολοκλήρωση και διάλογο, η παρούσα γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ επιδιώκει να διατυπώσει ορισμένες σκέψεις και πρακτικές προτάσεις για την αναθέρμανση των σχέσεων ΕΕ- ASEAN.

1.4   Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει ότι η εξασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών εργασίας και ο σεβασμός των οκτώ συμβάσεων της ΔΟΕ που αντιπροσωπεύουν τους θεμελιώδεις κανόνες εργασίας παραμένουν βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της περιφερειακής εταιρικής σχέσης. Στη δε περίπτωση της Βιρμανίας, προστίθεται το πρόβλημα της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το οποίο συνιστά ανυπέρβλητο εμπόδιο για την έναρξη διαπραγματεύσεων με την εν λόγω χώρα, όπως επισήμανε προσφυώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον Ιανουάριο του 2008. Εντούτοις, η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει το γεγονός ότι οι στόχοι των εμπορικών διαπραγματεύσεων ΕΕ-ASEAN είναι πιο φιλόδοξοι σε σχέση με τις άλλες εμπορικές συμφωνίες που έχει συνάψει η ASEAN, ιδίως όσον αφορά τα πρότυπα εργασίας και περιβάλλοντος και τον κοινωνικό διάλογο (3). Στη γνωμοδότησή της για νέες διαπραγματεύσεις εμπορικών συμφωνιών (CESE 773/2008) τον Απρίλιο του 2008, η ΕΟΚΕ κατέστησε σαφές ότι σε αυτές καθώς και σε άλλες διαπραγματεύσεις που προβλέπονται στην ανακοίνωση «Η Ευρώπη στον κόσμο», η Επιτροπή θα πρέπει να εκλάβει τις 27 συμβάσεις που απαριθμούνται στο σύστημα ΣΓΠ + ως «το ελάχιστο όριο για τη συζήτηση του κεφαλαίου για την αειφόρο ανάπτυξη στις διαπραγματεύσεις με τις χώρες της Ασίας». Αυτό συμπεριλαμβάνει τις διαπραγματεύσεις με την ASEAN. Ωστόσο, η γνωμοδότηση αναγνώρισε ότι αυτό θα πρέπει να «να αξιολογείται κατά περίπτωση». Η παρούσα γνωμοδότηση κατέστησε επίσης σαφές ότι οι διμερείς συμφωνίες (βλέπε σημείο 1.2) δεν πρέπει να θεωρούνται ότι είναι απλά συμβατές με την πολυμερή προσέγγιση, αλλά και ότι εν τελεί την ενισχύουν πράγματι.

1.5   Η πείρα έχει δείξει ότι η συνεργασία και ο διάλογος των διεθνών εταίρων από διάφορα σημεία του πλανήτη συνεπάγονται αμοιβαία οφέλη, δεδομένου ότι διευκολύνουν την αμοιβαία κατανόηση και την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των εκάστοτε προκλήσεων και προβλημάτων. Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι είναι σκόπιμη η μεγαλύτερη συμμετοχή των διαφόρων κοινωνικών φορέων και οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών - τόσο της ΕΕ, όσο και των τρίτων χωρών– στη διαδικασία αξιολόγησης του αντίκτυπου επί της κοινωνικοοικονομικής βιωσιμότητας των συμφωνιών ελεύθερων συναλλαγών με τις χώρες της ASEAN και επί της ευπάθειας των κοινωνικών ομάδων που είναι περισσότερο εκτεθειμένες στον ανταγωνισμό, θεωρεί δε απαραίτητη την ενδυνάμωση της κοινωνίας πολιτών και της βιώσιμης ανάπτυξης στο πλαίσιο του «διαρθρωμένου διαλόγου» ΕΕ- ASEAN. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι σχέσεις με την ΕΕ είναι αποτελεσματικότερες με τις χώρες εκείνες της ASEAN (όπως η Ινδονησία, η Ταϊλάνδη και οι Φιλιππίνες) στις οποίες οι οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών είναι περισσότερο εδραιωμένες. Η πρόκληση συνίσταται πλέον στην αναζήτηση αποτελεσματικών τρόπων συνεργασίας με τις πιο αδύναμες οργανώσεις της κοινωνίας πολιτών στις άλλες χώρες της περιφέρειας.

1.6   Με αυτά τα δεδομένα, η ΕΟΚΕ επιθυμεί και προτίθεται –μαζί με τα άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ– να προωθήσει, να διευκολύνει και ενισχύσει με την εμπειρογνωσία της τον διάλογο με τις κοινωνίες πολιτών των κρατών μελών της ASEAN, ιδίως όσον αφορά τις ασθενέστερες ομάδες του πληθυσμού. Τούτο το εγχείρημα θα μπορούσε να διευκολυνθεί και να υποστηριχθεί σε στενή συνεργασία και συντονισμό με τη νέα διπλωματική υπηρεσία της ΕΕ.

1.7   Η ΕΟΚΕ προτείνει τη συγκρότηση μιας ολοκληρωμένης και ενιαίας ένωσης κοινωνικών οργανώσεων ΕΕ-ASEAN με αντικείμενο την προαγωγή βασικών θεμάτων στη διαπεριφερειακή διαδικασία ολοκλήρωσης καθώς και την ενίσχυση των οργανώσεων που μεριμνούν για τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας πολιτών, ιδίως σε χώρες στις οποίες οι εν λόγω οργανώσεις είναι πιο αδύναμες. Αυτός ο νέος δίαυλος συνεργασίας των φορέων της κοινωνίας πολιτών ΕΕ-ASEAN θα προωθήσει μια ολοκληρωμένη στρατηγική ανάπτυξης των δυνατοτήτων αυτών των φορέων χάρη στην ανταλλαγή εμπειριών σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και σε ποικίλες πτυχές της διαδικασίας ολοκλήρωσης (κοινωνικό-πολιτισμικός διάλογος, επιστημονική και παραγωγική συνεργασία, υπηρεσίες κοινής ωφελείας, διαχείριση κρίσεων κ.τ.λ.).

1.8   Δεδομένου τούτου, η ΕΟΚΕ προτείνει να εξεταστεί– με τη συμμετοχή ενδεχομένως του Ιδρύματος ASEAN (4) ή του Ιδρύματος Ασίας-Ευρώπης (ΙΑΕ) (5)– η δυνατότητα σύστασης ενός ευρωπαϊκού ιδρύματος με κύριο αντικείμενο τον κοινωνικό διάλογο, των διάλογο μεταξύ πολιτών, των επαγγελματιών, καθώς και τον αντίστοιχο διαπολιτισμικό μεταξύ ΕΕ- ASEAN. Έτσι, ένα ετήσιο ρεαλιστικό πρόγραμμα δράσης θα μπορούσε να φανεί χρήσιμο στην εποπτεία για τα ενδιαφερόμενα κοινοτικά θεσμικά όργανα.

1.9   Βραχυπρόθεσμα, η ΕΟΚΕ εισηγείται επίσης τη θέσπιση μιας «ετήσιας έκθεσης» σχετικά με την κατάσταση όσον αφορά τα συμμετοχικά μοντέλα και συστήματα στην ASEAN για την αξιολόγηση της συντελεσθείσας προόδου, με θεματικούς τομείς ειδικού ενδιαφέροντος όπως η επισιτιστική ασφάλεια, το νερό και η υγεία κ.τ.λ. Η έκθεση θα επιτρέπει τον τακτικό έλεγχο και την παρακολούθηση των δράσεων που υλοποιούνται επί τόπου για την ανάδειξη της κοινωνικο-πολιτισμικής διάστασης. Θα μπορούσε επίσης να διευκολύνει τη σύγκριση με παρόμοια μοντέλα και δράσεις που εφαρμόζουν σημαντικοί διεθνείς οργανισμοί –ιδίως ο Οργανισμός Επισιτισμού και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών– καθώς και άλλοι διεθνείς παράγοντες (π.χ. ΗΠΑ και Ιαπωνία).

1.10   Με σκοπό την προώθηση του διαλόγου και της θεσμικής συνεργασίας μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, η ΕΟΚΕ εισηγείται την καθιέρωση μόνιμου διαλόγου μεταξύ στελεχών της ASEAN και των εκπροσώπων της ΕΟΚΕ, ώστε να δημιουργηθούν ευκαιρίες για θεσμικές συζητήσεις και συνεργασία σε σταθερή βάση. Αυτός ο διάλογος θα συνδέεται με τις κύριες δραστηριότητες της ASEAN και τις σημαντικότερες πτυχές του διαρθρωμένου διαλόγου της ΕΕ με την ASEAN και το ΙΑΕ. Για παράδειγμα, η Επιτροπή θα πρέπει να προωθήσει τον μόνιμο διάλογο μεταξύ των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών της ASEAN, σε όλα τα επίπεδα, και των εκπροσώπων ευρωπαϊκών (και ενδιαφερόμενων εθνικών) οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών βάσει ενός κοινού και ρεαλιστικού προγράμματος δράσης (π.χ. συζήτηση των γνωμοδοτήσεων της ΕΟΚΕ σχετικά με κράτη μέλη της ASEAN). Τα αποτελέσματα τέτοιων δραστηριοτήτων πρέπει να προβλέπουν μορφές ποιοτικής και ποσοτικής αξιολόγησης εύκολα κατανοητές σε όλες τις γλώσσες της ΕΕ και της ASEAN. Εν προκειμένω, ένα δημόσιο βήμα διαλόγου μεταξύ της ΕΕ και της ASEAN, το οποίο θα τελεί υπό την αιγίδα της ΕΟΚΕ, θα μπορούσε να προσελκύσει το ενδιαφέρον πλήθους θεσμικών οργάνων, δημόσιων και ιδιωτικών φορέων.

2.   Τα χαρακτηριστικά και η ιστορία της ASEAN

2.1   Από την ίδρυσή της έως και σήμερα, η ASEAN αναπτύχθηκε αργά και σταδιακά αποκτώντας μια διαφορετική και πιο πολύπλοκη μορφή. Παρότι συστάθηκε στο πλαίσιο της γεωπολιτικής του Ψυχρού Πολέμου προκειμένου να παγιώσει την περιφερειακή ασφάλεια, να παράσχει νομιμότητα σε χώρες που είχαν αποκτήσει πρόσφατα την ανεξαρτησία τους και να προωθήσει τις πολυμερείς σχέσεις, η ASEAN επεξέτεινε βαθμιαία τη διαδικασία της περιφερειακής ολοκλήρωσής της –αρχικά οικονομικής και εμπορικής– σε μια πιο προηγμένη μορφή θεσμικής, πολιτικοοικονομικής και κοινωνικοπολιτισμικής ολοκλήρωσης, εν μέρει ως απάντηση στην οικονομική κρίση του 1997.

2.2   Από τη σύναψη των ιδρυτικών συνθηκών της ΕΕ – αλλά και πιο πρόσφατα, μετά τη θέσπιση του ενιαίου νομίσματος και τη διεύρυνση προς την Ανατολική Ευρώπη –, η ΕΕ υπήρξε ένα «φυσικό πρότυπο» για την ASEAN, ο δε διαρθρωμένος διάλογος μεταξύ των δύο επηρέασε σαφώς την πορεία της Νοτιοανατολικής Ασίας προς την ολοκλήρωση. Με τον Χάρτη της ASEAN της 15ης Δεκεμβρίου 2008 (6) η συγκεκριμένη Ένωση απέκτησε νομική προσωπικότητα. Επ’ ευκαιρία της 14ης συνόδου κορυφής των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων το 2009, η ASEAN προσδιόρισε ένα χρονοδιάγραμμα για τη δημιουργία μιας κοινής αγοράς έως το 2015. Η κοινότητα της ASEAN ερείδεται σήμερα σε τρεις πυλώνες, ήτοι την Οικονομική Κοινότητα (AEC), την Πολιτική Κοινότητα και Κοινότητα Ασφάλειας (APSC) και την Κοινωνικοπολιτισμική Κοινότητα (ASCC) (7).

2.3   Η υλοποίηση της Οικονομικής Κοινότητας ακολούθησε την απελευθέρωση του εμπορίου στο πλαίσιο της Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών της ASEAN (AFTA) και των επενδύσεων στον χώρο της ASEAN στο πλαίσιο της συμφωνίας του Χώρου Επενδύσεων της ASEAN (AIA), με πενταετή παρέκκλιση για τις χώρες ΚΛΜΒ (8). Η Πολιτική Κοινότητα και Κοινότητα Ασφάλειας συνδέεται άμεσα με τον διακυβερνητικό διάλογο. Η δε κοινωνικοπολιτισμική συνεργασία αφορά κυρίως τη συνεργασία σε θέματα εκπαίδευσης, ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού, ΤΠΕ, δημόσιων υπαλλήλων, κοινωνικής πρόνοιας, μείωσης της φτώχειας, επισιτιστικής ασφάλειας, πρόληψης και παρακολούθησης λοιμωδών νόσων, διαχείρισης φυσικών καταστροφών, προστασίας των δικαιωμάτων των παιδιών, των γυναικών και των ατόμων με διαφορετικές ικανότητες, καθώς και προστασίας του περιβάλλοντος.

2.4   Η θεσμική ενίσχυση της ASEAN συνοδεύθηκε από διεύρυνση του διεθνούς ρόλου της. Την 1η Ιανουαρίου 2010, τέθηκαν σε ισχύ συμφωνίες ελεύθερων συναλλαγών αφενός με την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία και αφετέρου με την Κίνα και με την Ινδία. Η ζώνη ελεύθερων συναλλαγών ASEAN-Αυστραλίας-Νέας Ζηλανδίας (AANZFTA) προβλέπει ελεύθερες συναλλαγές αγαθών (99 % των σημαντικότερων προϊόντων από την Ινδονησία, τη Μαλαισία, τις Φιλιππίνες και το Βιετνάμ), υπηρεσιών και επενδύσεων.

2.5   Η ζώνη ελεύθερων συναλλαγών Κίνας-ASEAN (CAFTA) καταργεί τους τελωνειακούς δασμούς για 7000 κατηγορίες προϊόντων (περίπου το 90 % των δασμολογικών κλάσεων, δημιουργώντας μια ολοκληρωμένη αγορά για έναν πληθυσμό περίπου 1,9 δισεκατομμυρίων ανθρώπων, με όγκο συναλλαγών αξίας περίπου 4,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Μια μεταβατική περίοδος, η οποία λήγει το 2015, έχει παρασχεθεί στις χώρες ΚΛΜΒ.

2.6   Η εμπορική συμφωνία ASEAN-Ινδίας (TIG) προβλέπει τη βαθμιαία απελευθέρωση των δασμών για περισσότερο από το 90 % των εμπορεύσιμων αγαθών, συμπεριλαμβανομένων «ειδικών προϊόντων», όπως το φοινικέλαιο, ο καφές, το τσάι και το πιπέρι. Και σε αυτήν την περίπτωση, η συμφωνία θεσπίζει μια ενιαία ολοκληρωμένη αγορά που καλύπτει έναν πληθυσμό άνω του 1,8 δισεκατομμυρίου ανθρώπων.

2.7   Η ASEAN διατηρεί επίσης προνομιακές πολιτικές και οικονομικές σχέσεις με τη Νότια Κορέα, την Ιαπωνία και την Κίνα (ομάδα ASEAN+3), καθώς και με τις ΗΠΑ –οι οποίες, όπως είναι γνωστό, διατηρούν στρατηγικά συμφέροντα στον Νοτιοανατολικό Ειρηνικό– και έχουν ήδη συνάψει συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών με τη Σιγκαπούρη. Εξάλλου, ιδιαίτερο στρατηγικό ενδιαφέρον συγκεντρώνει η πρόταση του προέδρου των ΗΠΑ, Μπ. Ομπάμα, (οι διαπραγματεύσεις έχουν ξεκινήσει από τον περασμένο Μάρτιο) για την επέκταση της Εταιρικής σχέσης του Ειρηνικού (η TPP προς το παρόν αποτελείται από το Μπρουνέι, τη Χιλή, τη Νέα Ζηλανδία και τη Σιγκαπούρη) στις ΗΠΑ, την Αυστραλία, το Περού και το Βιετνάμ.

3.   Η κατάσταση των σχέσεων ΕΕ- ASEAN

3.1   Τη σημασία των σχέσεων ΕΕ-ASEAN πιστοποιούν σαφώς οι εμπορικές και οικονομικές σχέσεις μεταξύ των δύο γεωοικονομικών οντοτήτων. Στην ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο «Η Ευρώπη στον κόσμο: η συμμετοχή της στον παγκόσμιο ανταγωνισμό» (2006) η ASEAN συμπεριλαμβάνεται στις αγορές προτεραιότητας λόγω των σημαντικών δυνατοτήτων ανάπτυξης που εμφανίζει. Στο διάστημα 2004-2008, η αξία του εμπορικού όγκου αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ ΕΕ-ASEAN αυξήθηκε περισσότερο από 25 %, φθάνοντας τα 175 δισεκατομμύρια ευρώ το 2008 (πηγή: ΓΔ Εμπορίου).

3.2   Η ASEAN είναι σήμερα ο τρίτος εμπορικός εταίρος της ΕΕ μετά τις ΗΠΑ και την Κίνα και αντιπροσωπεύει περίπου το 7 % των συνολικών εισαγωγών της. Το εμπορικό ισοζύγιο της ΕΕ με την ASEAN εμφανίζει σημαντικό έλλειμμα, το οποίο ανήλθε σε περίπου 25 δισεκατομμύρια ευρώ το 2008 (πηγή: Eurostat). Η ΕΕ εισάγει κυρίως μηχανολογικό εξοπλισμό (αξίας 29,2 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2008) και γεωργικά προϊόντα (αξίας 12,4 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2008), ενώ ο τομέας των υπηρεσιών εμφανίζει εμπορικό πλεόνασμα (+2,6 δισεκατομμύρια ευρώ το 2007, πηγή: Eurostat).

3.3   Όσον αφορά τις επενδύσεις, κατά το διάστημα 2005-2008, οι ροές κεφαλαίων ΕΕ-ASEAN αυξήθηκαν κατά 200 % σε αξία (αγγίζοντας συνολικά τα 105,4 δισεκατομμύρια ευρώ, πηγή: Eurostat). Οι ευρωπαϊκές επενδύσεις αντιπροσωπεύουν περίπου το 27 % των συνολικών άμεσων ξένων επενδύσεων προς την ASEAN και στη συντριπτική τους πλειονότητα προορίζονται για τη Σιγκαπούρη (65 %), τη Μαλαισία (9 %), την Ταϊλάνδη, την Ινδονησία, το Μπρουνέι και το Βιετνάμ (5-7 % έκαστη), ενώ μόλις ένα ποσοστό κατώτερο του 1 % αναλογεί στις υπόλοιπες χώρες. Παρ’ όλα αυτά, κατά το ίδιο διάστημα, οι ροές ASEAN-ΕΕ αυξήθηκαν σημαντικά, από 29,7 σε 43,6 δισεκατομμύρια ευρώ το 2007 (πηγή: Eurostat). Ωστόσο, το 85 % των εκροών κεφαλαίων της ASEAN προέρχεται από δύο μόνο χώρες, τη Σιγκαπούρη και τη Μαλαισία (9).

3.4   Παρά τη μεγέθυνση των εμπορικών και οικονομικών σχέσεων, οι αγορές της ASEAN διατηρούν σημαντικά δασμολογικά και μη δασμολογικά εμπόδια. Η άρση των εμποδίων αυτών μέσω μιας συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών ΕΕ-ASEAN θα έχει σαφή οφέλη για την ΕΕ, ιδίως στον τομέα των υπηρεσιών. Θα υπάρξουν επίσης πλεονεκτήματα για την ASEAN, καθότι –μολονότι σε διαφορετικό βαθμό από χώρα σε χώρα– η γενική τάση είναι να αυξάνονται τα οφέλη αναλογικά προς το επίπεδο ολοκλήρωσης (βλ. TSIA, ΓΔ Εμπορίου) (10).

3.5   Ωστόσο, οι εμπορικές διαπραγματεύσεις που είχαν ξεκινήσει τον Ιούλιο του 2007 μεταξύ της ΕΕ και 7 χωρών της ASEAN εκτός ΛΑΧ (11) ανεστάλησαν με αμοιβαία συμφωνία τον Μάρτιο του 2009. Οι σημαντικές οικονομικές αποκλίσεις των εταίρων της ASEAN (ως προς την ανθρώπινη ανάπτυξη, το προσδόκιμο ζωής, τα επίπεδα φτώχειας και τις προτεραιότητες ως προς τις δημόσιες δαπάνες) και το ευρύ φάσμα των εμπορικών πολιτικών και οι βαθύτατες πολιτικές διαφοροποιήσεις (αρκεί να αναλογιστεί κανείς τη στρατιωτική δικτατορία και το ζήτημα των ανθρώπινων δικαιωμάτων στη Βιρμανία/Μιανμάρ) αποδείχθηκαν ανυπέρβλητα εμπόδια, μεταξύ άλλων, και στις εμπορικές διαπραγματεύσεις. Ως προς τούτο, η θέση της ΕΟΚΕ ταυτίζεται με αυτήν του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το οποίο, τον Ιανουάριο του 2008, τάχθηκε κατά της σύναψης εμπορικής συμφωνίας με τη Βιρμανία/Μιανμάρ υπό το ισχύον στρατιωτικό καθεστώς.

3.6   Ενώ εξασθένησε η προσπάθεια σύσφιξης των οικονομικών και εμπορικών δεσμών, οι πολιτικές και θεσμικές σχέσεις ΕΕ-ASEAN –αν και αποκλειστικά διακυβερνητικές– άρχισαν πρόσφατα να αναθερμαίνονται. Χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν το Πρόγραμμα υποστήριξης της περιφερειακής ολοκλήρωσης ASEAN-ΕΕ (φάση I και φάση II) (12), η Διαπεριφερειακή εμπορική πρωτοβουλία ΕΕ-ASEAN (TREATI) (13) και ο Περιφερειακός μηχανισμός διαλόγου ΕΕ-ASEAN (READI) (14).

3.7   Πέραν των συμφωνιών αυτών, οι δύο οργανισμοί κατέληξαν σε κοινή δήλωση για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας (14η υπουργική σύνοδος ASEAN-ΕΕ το 2003) (15), στη δε 16η υπουργική σύνοδο ASEAN-ΕΕ (Νυρεμβέργη, 15 Μαρτίου 2007), ενέκριναν κοινό σχέδιο δράσης για την εφαρμογή μιας ενισχυμένης εταιρικής σχέσης (Σχέδιο δράσης της Νυρεμβέργης για το διάστημα 2007-2012).

3.8   Η ΕΕ και η ASEAN διατηρούν πολιτική συνεργασία υπό τη μορφή κοινών συνόδων υπουργών Εξωτερικών και λοιπών αξιωματούχων. Η 17η σύνοδος υπουργών Εξωτερικών ΕΕ- ASEAN, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Πνομ Πενχ της Καμπότζης στις 27 και 28 Μαΐου 2009, αποτέλεσε ευκαιρία για να γίνει ένας απολογισμός των δύο πρώτων ετών της εφαρμογής του Σχεδίου δράσης της Νυρεμβέργης και για την εξέταση νέων ζητημάτων (όπως η παγκόσμια ύφεση και οι κίνδυνοι που συνδέονται με μια πανδημία A/H1N1). Επίσης, υιοθετήθηκε ένα νέο έγγραφο, το Πρόγραμμα της Πνομ Πενχ, το οποίο θέτει προτεραιότητες και στόχους για τη διετία 2009-2010.

3.9   Τέλος, αξίζει να σημειωθεί –αν και δεν εμπίπτει στο πλαίσιο του διαλόγου ΕΕ- ASEAN – η θετική εμπειρία της Ευρω-ασιατικής συνάντησης, η οποία παραμένει προς το παρόν ο κύριος πολυμερής σύνδεσμος μεταξύ της Ευρώπης και της Ασίας (16). Πέραν της διεξαγωγής διετών διακυβερνητικών συνόδων κορυφής (17), η Ευρω-ασιατική συνάντηση υποστηρίζει τη διοργάνωση του Φόρουμ των Ασιατών και Ευρωπαίων, του Φόρουμ επιχειρήσεων Ασίας-Ευρώπης, την Κοινοβουλευτική εταιρική σχέση Ασίας-Ευρώπης καθώς και το Δίκτυο πληροφόρησης Ευρασίας (TEIN) (18), ένα ηλεκτρονικό δίκτυο για την προώθηση της επιστημονικής συνεργασίας σε θέματα εκπαίδευσης και έρευνας.

4.   Κύριες παράμετροι των σχέσεων ΕΕ- ASEAN

4.1   Χωρίς να φιλοδοξεί να προβεί σε μια εξαντλητική απαρίθμηση, η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι θα ήταν σκόπιμο να δοθεί βάρος σε ορισμένους τομείς προτεραιότητας και κρίσιμα ζητήματα που θεωρούνται στρατηγικής σημασίας για τη μελλοντική ανάπτυξη των σχέσεων ΕΕ- ASEAN, προκειμένου να παρασχεθούν κατευθυντήριες γραμμές και εναλλακτικές δυνατότητες για συγκεκριμένη δράση.

4.2   Όπως προαναφέρθηκε, οι εμπορικές διαπραγματεύσεις ΕΕ-ASEAN έχουν ανασταλεί επί του παρόντος. Για να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει έναντι της περιφέρειας, η ΕΕ έχει ήδη ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για τη σύναψη διμερών εμπορικών συμφωνιών ελεύθερων συναλλαγών με ορισμένα κράτη μέλη της ASEAN (αρχής γενομένης με τη Σιγκαπούρη και Βιετνάμ).

4.2.1   Αναμφίβολα, οι χώρες της ASEAN εξακολουθούν να εμφανίζουν μεγάλες αποκλίσεις είτε από πολιτική και θεσμική άποψη (η ASEAN περιλαμβάνει δημοκρατικά, αυταρχικά καθεστώτα, καθώς και πραγματικές στρατιωτικές δικτατορίες όπως αυτή της Βιρμανίας/Μιανμάρ), είτε από οικονομική άποψη (π.χ. όλοι οι δείκτες κοινωνικοοικονομική ανάπτυξης μεταξύ των οικονομιών της ASEAN-6 και των τεσσάρων νέων χωρών ΚΛΜΒ παρουσιάζουν σαφείς διαφοροποιήσεις). Επιπλέον, τα θεσμικά όργανα της ASEAN (γραμματεία και προεδρία) δεν διαθέτουν διαπραγματευτική εντολή. Παρατηρείται δε επιφυλακτικότητα όσον αφορά το κοινωνικό κόστος της γενικής οικονομικής ολοκλήρωσης για τις χώρες ΚΛΜΒ (19).

4.2.2   Παρ’ όλα αυτά, η επιλογή των διμερών εμπορικών σχέσεων είναι μια συνηθισμένη «δεύτερη καλύτερη» εναλλακτική δυνατότητα, ο δε αποκλεισμός ορισμένων χωρών από τις διαπραγματεύσεις υπέστη δριμεία κριτική από τα ίδια τα κράτη μέλη της ASEAN. Επιπροσθέτως, πρέπει να προωθηθούν ουσιαστικές και πραγματικές διαπραγματεύσεις περιφερειακής εμβέλειας προκειμένου να εδραιωθεί η παρουσία της ΕΕ στην περιοχή και να καλλιεργηθεί ευρύτερος διάλογος με την Κίνα, λόγω των στενών δεσμών που συνδέουν τις οικονομίες της περιοχής. Υπό αυτό το πρίσμα, η σύναψη διμερών συμφωνιών πρέπει να θεωρείται μόνο ως το πρώτο βήμα προς μια ευρύτερη πολιτική και οικονομική συμφωνία περιφερειακού χαρακτήρα. Και τούτο λόγω του ειδικού βάρος που έχει η Ασία στους διεθνείς πολιτικο-οικονομικούς συσχετισμούς –και εμμέσως των σχέσεων ΕΕ-Κίνας–, αλλά και λόγω της πρόθεσης των χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας να συστήσουν μια κοινή αγορά έως το 2015, στόχο τον οποίο η ΕΕ υποστηρίζει με τεχνικά και οικονομικά μέσα.

4.3   Η ΕΕ διαπραγματεύεται με τα κράτη μέλη της ASEAN συγκεκριμένες συμφωνίες εταιρικής σχέσης και συνεργασίας και υποστηρίζει την πρωτοβουλία για την ολοκλήρωση της ASEAN (IAI), καθώς και αντίστοιχες πρωτοβουλίες ανάπτυξης σε υποπεριφερειακό επίπεδο (20). Επίσης, η συνεργασία ενισχύθηκε στους τομείς της εκπαίδευσης και της επαγγελματικής κατάρτισης με κύριο στόχο την αναβάθμιση των προτύπων διδασκαλίας, την προώθηση της εκμάθησης γλωσσών και της χρήσης των σύγχρονων τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών (21).

4.3.1   Όσον αφορά το λεπτό ζήτημα της επισιτιστικής ασφάλειας, η ΕΕ προτίθεται, μεταξύ άλλων, να ενισχύσει τη συνεργασία της με τον Οργανισμό Επισιτισμού και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών. Ο τελευταίος έχει ήδη εκπονήσει, σε συνεργασία με την ASEAN, ένα Ολοκληρωμένο πλαίσιο επισιτιστικής ασφάλειας για την ASEAN (AIFS) και το αντίστοιχο Στρατηγικό σχέδιο δράσης για την επισιτιστική ασφάλεια (SPA-FS). Παράλληλα, διεξάγει 10 μελέτες με θέμα τις επιπτώσεις της κρίσης ανά χώρα ως προς την επισιτιστική ασφάλεια στην περιοχή. Επίσης, ο Οργανισμός Επισιτισμού και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών καταρτίζει ένα μνημόνιο συμφωνίας με την ASEAN προκειμένου να επισημοποιήσει τις σχέσεις τους και να διευκολύνει το έργο της τεχνικής υποστήριξης σε θέματα επισιτιστικής ασφάλειας στην περιοχή.

4.3.2   Δεδομένου ότι η κοινωνικοοικονομική κατάσταση της περιοχής είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητη απέναντι στους «εξωτερικούς» κλονισμούς και στις παρενέργειες που συνεπάγεται η εφαρμογή των συμφωνιών απελευθέρωσης του εμπορίου σε ορισμένα ευπαθή κράτη μέλη της ASEAN και κοινωνικές ομάδες που εκτίθενται σε μεγάλο βαθμό στον ανταγωνισμό, θα ήταν σκόπιμο να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις συγκεκριμένες παραμέτρους της οικονομικής συνεργασίας, καθώς και στην ανταλλαγή γνώσης με άλλα διεθνή θεσμικά όργανα και ερευνητικά κέντρα.

4.4   Η πολιτική συνεργασία μεταξύ της ΕΕ και της ASEAN παραμένει οπωσδήποτε διακυβερνητικού χαρακτήρα και υλοποιείται μέσω τακτικών συνόδων υπουργών Εξωτερικών και ανώτατων αξιωματούχων. Οι συγκεκριμένες υπουργικές σύνοδοι έχουν συμβάλει στη σύγκλιση απόψεων όσον αφορά την εξωτερική πολιτική. Για παράδειγμα η ΕΕ υπέβαλε αίτημα προσχώρησης στο Σύμφωνο Φιλίας και Συνεργασίας της ASEAN και γι’ αυτόν τον λόγο, η τελευταία δέχθηκε να συμπεριληφθούν στο συγκεκριμένο Σύμφωνο υπερεθνικά νομικά πρόσωπα.

4.4.1   Όσον αφορά την κοινωνικοπολιτισμική συνεργασία για το διάστημα 2009-2010, αυτή ρυθμίζεται από το Πρόγραμμα της Πνομ Πενχ, το οποίο θέτει κοινούς στόχους για τους τομείς της ασφάλειας της υγείας, της επιστήμης και της τεχνολογίας, της επαγγελματικής κατάρτισης, και της προστασίας της καλλιτεχνικής και πολιτιστικής κληρονομιάς. Ωστόσο, ακόμη και στον τομέα της κοινωνικής συνεργασίας, η συμμετοχή της κοινωνίας πολιτών παραμένει παραδόξως περιορισμένη. Πράγματι, επί του παρόντος δεν υπάρχουν αρκετοί φορείς ώστε να επιτραπεί η πλήρης έκφραση των αναγκών και των προσδοκιών των κοινωνικών εταίρων και των πολιτών απέναντι στην παρούσα κατάσταση και τις μελλοντικές προοπτικές της συνεργασίας ΕΕ- ASEAN (22).

4.4.2   Τέλος, όσον αφορά την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, είναι καθ'όλα ευπρόσδεκτη η πρόσφατη θέσπιση (με την έναρξη της ισχύος του Χάρτη της ASEAN) μιας διακυβερνητικής επιτροπής της ASEAN για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Προς το παρόν, ο εν λόγω φορέας δεν διαθέτει εκτελεστικές ή ποινικές εξουσίες και ως εκ τούτου ο ρόλος του έγκειται μάλλον στην προαγωγή παρά στην προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ωστόσο, πρόκειται αναμφίβολα για ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της συνολικότερης υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων, την οποία ο οργανισμός θα κληθεί να επιτύχει τα επόμενα χρόνια. Σε κάθε περίπτωση, η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει ότι υπό την παρούσες συνθήκες (ως προς τα ανθρώπινα δικαιώματα), είναι αδύνατο να προχωρήσουν οι διαπραγματεύσεις με το σημερινό δικτατορικό καθεστώς της Βιρμανίας/Μιανμάρ.

Βρυξέλλες, 26 Μαΐου 2010.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Mario SEPI


(1)  EXT/132 του 1996, EXT 153 του 1997.

(2)  Βλ. πρόσφατη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο «Η Ευρώπη στον κόσμο: η συμμετοχή της στον παγκόσμιο ανταγωνισμό» (2006).

(3)  Αν και σαφώς δεν τίθεται θέμα σύγκρισης των δύο περιπτώσεων, το κεφάλαιο 13 της συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών ΕΕ-Νότιας Κορέας θα μπορούσε να αποτελέσει χρήσιμο σημείο αναφοράς.

(4)  Το Ίδρυμα ASEAN συστάθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1997 στην Κουάλα Λουμπούρ κατά τη σύνοδο κορυφής για τον εορτασμό της 30ής επετείου της ASEAN. Στόχος του είναι η αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου και η προαγωγή της ευημερίας των λαών της Νοτιοανατολικής Ασίας, καθώς και η περαιτέρω ευαισθητοποίηση όσον αφορά τα πλεονεκτήματα της περιφερειακής ολοκλήρωσης μέσω της άμεσης επικοινωνίας μεταξύ των ατόμων και της συνεργασίας με τους κοινωνικούς θεσμικούς φορείς και τα ακαδημαϊκά ιδρύματα.

(5)  Τον Φεβρουάριο του 1997 τα κράτη μέλη της Ευρω-ασιατικής συνάντησης (ASEM) συνέστησαν το Ίδρυμα Ασίας-Ευρώπης (ΙΑΕ/ASEF). Αποστολή του ιδρύματος είναι η προαγωγή του διαλόγου και της συνεργασίας μεταξύ των λαών της Ασίας και της Ευρώπης μέσω πολιτισμικών και πνευματικών ανταλλαγών, καθώς και της άμεσης επικοινωνίας μεταξύ των ατόμων, και με τη συμμετοχή της κοινωνίας πολιτών και των λοιπών συναφών οργανώσεων των ενδιαφερόμενων κρατών.

(6)  Βλ. τον Χάρτη της ASEAN, Σιγκαπούρη, 20 Νοεμβρίου 2007. Η συνταγματική αυτή συνθήκη περιλαμβάνει προοίμιο, 13 κεφάλαια, 55 άρθρα και συνθέτει τη δομή της ASEAN.

(7)  Βλ. το Πρόγραμμα της Οικονομικής Κοινότητας της ASEAN (AEC), (Σιγκαπούρη, 20 Νοεμβρίου 2007), το Πρόγραμμα της Πολιτικής Κοινότητας και Κοινότητας Ασφάλειας της ASEAN (Τσα-Αμ, 1 Μαρτίου 2009), και το Πρόγραμμα της Κοινωνικοπολιτισμικής Κοινότητας της ASEAN (Τσα-Αμ, 1 Μαρτίου 2009).

(8)  ΚΛΜΒ (CLMV) είναι το ακρωνύμιο που αναφέρεται στα πιο πρόσφατα μέλη της ASEAN (ήτοι Καμπότζη, Λάος, Μιανμάρ και Βιετνάμ).

(9)  Από τις 18 πολυεθνικές εταιρείες της ASEAN που περιλαμβάνονται στις κορυφαίες 100 σε διεθνές επίπεδο, οι 11 βρίσκονται στη Σιγκαπούρη και στη Μαλαισία (πηγή: ΔΗΕΕΑ).

(10)  ΓΔ Εμπορίου, Trade Sustainability Impact Assessment (TSIA) of the FTA between the EU and ASEAN (Αξιολόγηση των επιπτώσεων στην αειφορία του εμπορίου (TSIA) της συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών μεταξύ της ΕΕ και της ASEAN), Ιούνιος 2009, TRADE07/C1/C01 – Παρτίδα 2.

(11)  Ινδονησία, Μαλαισία, Σιγκαπούρη, Μπρουνέι, Ταϊλάνδη, Φιλιππίνες και Βιετνάμ.

(12)  Το πρόγραμμα υποστήριξης της περιφερειακής ολοκλήρωσης ASEAN-ΕΕ (APRIS I) υπογράφηκε στην Τζακάρτα τον Σεπτέμβριο του 2003, με τη δέσμευση ενός κονδυλίου της τάξης των 4,5 εκατομμυρίων ευρώ για την επίτευξη των στόχων του προγράμματος δράσης της Βιεντιάν, την εφαρμογή της υπηρεσίας ενιαίας εξυπηρέτησης της ASEAN για την εναρμόνιση των τελωνειακών διαδικασιών, τη μείωση των τεχνικών εμποδίων στο εμπόριο, την εναρμόνιση των προτύπων ποιότητας στην περιφέρεια και την παροχή τεχνικής συνδρομής στη γραμματεία της ASEAN. Ωστόσο, οι βασικοί στόχοι του APRIS II [βλ. Πρόγραμμα υποστήριξης της περιφερειακής ολοκλήρωσης ASEAN-ΕΕ (APRIS)-φάση II, Τζακάρτα, Νοέμβριος 2006] είναι οι εξής: όσον αφορά το εμπόριο, η εναρμόνιση των προτύπων της ASEAN με τα αντίστοιχα διεθνή· όσον αφορά τις επενδύσεις, η προώθηση της έγκρισης ενός σχεδίου δράσης για την επίσπευση της κατάργησης των εμποδίων στις εισροές και στην ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων στην περιφέρεια· τέλος, σε θεσμικό επίπεδο, η ενίσχυση του μηχανισμού επίλυσης διαφορών της ASEAN και η παροχή συνδρομής στη γραμματεία της ASEAN, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματική λειτουργία της. Το APRIS II ισχύει για την τριετία 2006-2009 και η οικονομική του κάλυψη είναι εξασφαλισμένη με αρχική δέσμευση ενός κονδυλίου της ΕΕ ύψους 8,4 εκατομμυρίων ευρώ. Το 2007, δεσμεύτηκε επιπρόσθετο κονδύλιο ύψους 7,2 εκατομμυρίων ευρώ για την υποστήριξη πρωτοβουλιών του APRIS II, με έμφαση στην επίτευξη κοινών προτύπων για τις χώρες της περιφέρειας στους τομείς των γεωργικών ειδών διατροφής, των ηλεκτρονικών ειδών, των καλλυντικών και των προϊόντων ξυλείας.

(13)  Πρόγραμμα τεχνικής βοήθειας το οποίο δεσμεύθηκε να παράσχει η ΕΕ στις χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας για την ευκολότερη επίτευξη των στόχων ολοκλήρωσης της ASEAN όσον αφορά τα πρότυπα των γεωργικών ειδών διατροφής και των βιομηχανικών προϊόντων και τα τεχνικά εμπόδια στο εμπόριο. (Βλ. Διαπεριφερειακή εμπορική πρωτοβουλία ΕΕ- ASEAN, Λουάγκ Πράμπαγκ, 4 Απριλίου 2003.)

(14)  Ο READI καλύπτει όλους τους μη εμπορικούς τομείς συνεργασίας και προάγει τον πολιτικό διάλογο σε τομείς κοινού ενδιαφέροντος, όπως η κοινωνία της πληροφορίας, η κλιματική αλλαγή, η ασφάλεια της πολιτικής αεροπορίας, η απασχόληση και οι κοινωνικές υποθέσεις, η ενέργεια, η επιστήμη και η τεχνολογία.

(15)  Βλ. Κοινή δήλωση για τη συνεργασία προς καταπολέμηση της τρομοκρατίας, Βρυξέλλες, 27-28 Ιανουαρίου 2003.

(16)  Τα σημερινά 45 κράτη μέλη της Ευρω-ασιατικής συνάντησης αντιπροσωπεύουν περίπου το ήμισυ του παγκόσμιου ΑΕγχΠ, σχεδόν το 60 % του συνολικού πληθυσμού του πλανήτη και το 60 % του παγκόσμιου όγκου εμπορικών συναλλαγών (πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή).

(17)  Η 8η σύνοδος κορυφής θα πραγματοποιηθεί στις Βρυξέλλες τον ερχόμενο Οκτώβριο και θα επικεντρωθεί στο θέμα της «αναβάθμισης της ποιότητας ζωής».

(18)  Το πρόγραμμα TEIN3 (http://www.tein3.net/) αποτελεί μια δικτυακή πύλη για την ενίσχυση της επιστημονικής συνεργασίας 8 000 περίπου ερευνητικών κέντρων και ακαδημαϊκών ιδρυμάτων της ευρύτερης περιοχής της Ασίας-Ειρηνικού και της συμμετοχής τους σε διάφορα προγράμματα με τους Ευρωπαίους ομολόγους τους. Η τηλεματική συνεργασία των εν λόγω ερευνητικών κέντρων διασφαλίζεται μέσω της σύνδεσης που παρέχει το δίκτυο GÉANT.

(19)  Σύμφωνα με την «ειδική και διαφοροποιημένη μεταχείριση» που εισήγαγε ο ΠΟΕ, η ΕΕ προτίθεται να λαμβάνει υπόψη τις διαφορές στο επίπεδο ανάπτυξης κάθε χώρας-εταίρου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι εξαγωγές του Λάος και της Καμπότζης υπάγονται ήδη σε ένα προτιμησιακό καθεστώς στην αγορά της ΕΕ στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας «Όλα πλην των όπλων».

(20)  Επί του παρόντος βρίσκονται σε εξέλιξη πέντε κοινά σχέδια, συνολικού προϋπολογισμού 55,5 εκατομμυρίων ευρώ.

(21)  Πρόκειται να δοθεί προτεραιότητα σε σχέδια για την επαγγελματική κατάρτιση, τις μεταφορές, την ενέργεια και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Βλ. Περιφερειακός μηχανισμός διαλόγου ΕΕ- ASEAN, Κουάλα Λουμπούρ, 2005.

(22)  Η μόνη (μερική) εξαίρεση είναι το Επιχειρηματικό Δίκτυο ASEAN-ΕΕ, το οποίο συστάθηκε το 2001 με έδρα τις Βρυξέλλες για την προώθηση των εμπορικών σχέσεων μεταξύ των εταίρων.


21.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 21/26


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Το 28o καθεστώς — Μια εναλλακτική λύση για μείωση του όγκου της νομοθεσίας σε κοινοτικό επίπεδο» (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

2011/C 21/05

Εισηγητής: ο κ. PEGADO LIZ

Στις 16 Ιουλίου 2009 η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε, δυνάμει του άρθρου 29 (2) του Εσωτερικού Κανονισμού της, να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα

«Το 28o καθεστώς – Μια εναλλακτική λύση για μείωση του όγκου της νομοθεσίας σε κοινοτικό επίπεδο

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές εργασίες της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 30 Μαρτίου 2010.

Κατά την 463η σύνοδο ολομέλειας της στις 26 και 27 Μαΐου 2010 (συνεδρίαση της 27ης Μαΐου 2010), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 124 ψήφους υπέρ, 8 ψήφους κατά και 20 αποχές.

1.   Παρατηρήσεις και συστάσεις

1.1   Τα τελευταία χρόνια, σε διάφορες περιστάσεις και εκδηλώσεις, εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών έθεσαν το ερώτημα κατά πόσο θα μπορούσε να υιοθετηθεί ένα προαιρετικό καθεστώς ως εναλλακτική λύση στον παραδοσιακό τρόπο εναρμόνισης της νομοθεσίας σε συγκεκριμένους τομείς, ώστε να ρυθμιστούν πλήρως με αυτόν τον τρόπο ορισμένα είδη νομικών σχέσεων, όπως οι συμβάσεις αστικού δικαίου.

1.2   Επίσης, αναφορές στην πιθανή χρήση του αποκαλούμενου 28ου καθεστώτος έκαναν την εμφάνισή τους σε διάφορα έγγραφα της Επιτροπής και του ΕΚ, κυρίως σε σχέση με σημαντικά θέματα όπου η επιθυμητή πλήρης εναρμόνιση δεν προδιαγραφόταν ούτε εύκολη ούτε εφικτή.

1.3   Σε διάφορες γνωμοδοτήσεις της, η ΕΟΚΕ έχει ταχθεί υπέρ της διεξοδικής ανάλυσης αυτού του μηχανισμού και της πιθανής εφαρμογής του σε συγκεκριμένους τομείς.

1.4   Εκτός από την προσπάθεια που ξεκίνησε με τη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της ΕΟΚΕ με θέμα «Η ευρωπαϊκή ασφαλιστική σύμβαση» (1) και ολοκληρώθηκε από την ομάδα μελέτης «Αναδιατύπωση του ευρωπαϊκού δικαίου για τις ασφαλιστικές συμβάσεις» με την πρόσφατη δημοσίευση των αρχών του ευρωπαϊκού δικαίου για τις ασφαλιστικές συμβάσεις στο πλαίσιο της αποστολής «Κοινό πλαίσιο αναφοράς», μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις έχει προτιμηθεί παρόμοια προσέγγιση από τον ευρωπαίο νομοθέτη στον τομέα του εταιρικού δικαίου, του δίκαιου πνευματικής ιδιοκτησίας και του διεθνούς δικαίου.

1.5   Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει πραγματοποιηθεί καμία διεξοδική συζήτηση για τη φύση, το αντικείμενο, το νομικό πλαίσιο, τους τομείς εφαρμογής, τα πλεονεκτήματα και τις δυσκολίες ενός τέτοιου μηχανισμού και την πιθανή συνεισφορά του στην ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς.

1.6   Για το σκοπό αυτόν και σύμφωνα με τη γνωμοδότησή της σχετικά με την προσέγγιση της προορατικής νομοθεσίας (2), η ΕΟΚΕ αποφάσισε να προβεί στην κατάρτιση της παρούσας γνωμοδότησης πρωτοβουλίας σε συνδυασμό με τη διοργάνωση δημόσιας ακρόασης, όπου οι εκπρόσωποι ενδιαφερόμενων φορέων, ακαδημαϊκών, αξιωματούχων των κρατών μελών και της Επιτροπής είχαν την ευκαιρία να διατυπώσουν τις απόψεις τους.

1.7   Λαμβάνοντας ευρέως υπόψη το έγγραφο υλικό και τις απόψεις που διατυπώθηκαν τα τελευταία χρόνια, ιδίως όσες εκφράστηκαν κατά τη διάρκεια της ακρόασης, η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι θα πρέπει να συνεκτιμώνται ορισμένες θεμελιώδεις παράμετροι κατά τη χάραξη και του σχεδιασμό ενός προαιρετικού καθεστώτος, το οποίο συμβάλλει στη βελτίωση της νομοθεσίας και στη δημιουργία ενός απλουστευμένου, κατανοητού και εύχρηστου ρυθμιστικού πλαισίου.

1.8   Ως εκ τούτου, το προαιρετικό καθεστώς θα πρέπει:

α)

να λαμβάνεται υπόψη σε κάθε κράτος μέλος ως ένα «2ο καθεστώς», το οποίο παρέχει στα μέρη τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ δύο καθεστώτων εγχώριου δικαίου των συμβάσεων·

β)

να ορίζεται σε επίπεδο ΕΕ και να θεσπίζεται με κανονισμούς της ΕΕ·

γ)

να διευκολύνει τη σχέση των μερών κατά τη διαδικασία κατάρτισης·

δ)

να περιέχει διατάξεις αναγκαστικού δικαίου που θα διασφαλίζουν υψηλό επίπεδο προστασίας του ασθενέστερου μέρους, τουλάχιστον παρόμοιες με εκείνες που προβλέπονται από τους κοινοτικούς ή εθνικούς κανόνες αναγκαστικού δικαίου, με δυνατότητα εφαρμογής όποτε είναι απαραίτητο·

ε)

να επιτρέπει στα μέρη μόνον την επιλογή ολόκληρου του μηχανισμού, αποκλείοντας έτσι τη δυνατότητα επιλεκτικής εφαρμογής.

1.9   Η ΕΟΚΕ πρότεινε ορισμένες νέες ιδέες για συζήτηση σχετικά με την πιθανή νομική βάση εφαρμογής αυτού του μηχανισμού, έχοντας υπόψη ότι η επιλογή της νομικής βάσης μπορεί να εξαρτάται από το πεδίο εφαρμογής.

1.10   Η ΕΟΚΕ έχει αναλύσει τα πολλαπλά πλεονεκτήματα της χρήσης αυτού του μέσου. Πιο συγκεκριμένα:

α)

θα επιτρέπει στα μέρη μιας σύμβασης να συναλλάσσονται σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση ένα ενιαίο καθεστώς δικαίου των συμβάσεων. Τα εμπόδια της ενιαίας αγοράς, όπως οι νομικοί κίνδυνοι και τα έξοδα που οφείλονται στις διαφορές των εθνικών νομικών συστημάτων, θα αίρονται αυτομάτως·

β)

η απόφαση σχετικά με την εφαρμογή του θα εναπόκειται στην αγορά και ως εκ τούτου η επιλογή του θα προκύπτει μόνον όταν τα ενδιαφερόμενα μέρη κρίνουν ότι είναι επωφελές·

γ)

η ξεχωριστή νομική παράδοση κάθε κράτους μέλους θα παραμένει άθικτη, γεγονός που θα του εξασφαλίζει ευρύτερη αποδοχή σε πολιτικό επίπεδο·

δ)

με κατάλληλο σχεδιασμό και εφαρμογή από τους κανονισμούς της ΕΕ, θα επιτρέπει στα μέρη να το χρησιμοποιούν ακόμη και σε καθαρά εγχώριες υποθέσεις·

ε)

τα δικαστήρια δεν θα το λαμβάνουν υπόψη ως επιλεγμένο «αλλοδαπό» δίκαιο. Ως εκ τούτου, θα εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, η αρχή «iura novit curia» και η πρόσβαση στα εθνικά ανώτατα δικαστήρια και στο ΔΕΚ δεν θα υπόκειται σε περιορισμούς, πράγμα που συνήθως δεν ισχύει όταν εφαρμόζεται αλλοδαπό δίκαιο ή γενικές αρχές. Ομοίως, τα όργανα που προσφέρουν εξωδικαστικούς μηχανισμούς καταγγελίας και προσφυγής δεν θα μπορούν να αρνηθούν την εξέταση μιας υπόθεσης με το επιχείρημα ότι υπόκειται σε αλλοδαπό δίκαιο.

1.11   Η ΕΟΚΕ γνωρίζει τις δυσκολίες που υπάρχουν στην εφαρμογή του:

α)

η σχέση μεταξύ του προαιρετικού μέσου και του ευρωπαϊκού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, όπως όσον αφορά τους κανόνες που εκφράζουν την εθνική δημόσια πολιτική (δημόσια τάξη – άρθρο 21, κανονισμός 593/2008 Ρώμη Ι)·

β)

ακόμη κι ένα προαιρετικό τομεακό μέσο απαιτεί μια σειρά γενικών κανόνων ιδιωτικού δικαίου·

γ)

ένα προαιρετικό μέσο που αφορά μόνον ζητήματα ιδιωτικού δικαίου δεν μπορεί να καλύπτει προβλήματα φορολογικού δικαίου·

δ)

οι καταναλωτές πρέπει να έχουν κατάλληλη ενημέρωση σχετικά με τη φύση τα υπέρ και τα κατά ενός προαιρετικού μέσου.

ε)

το εν λόγω 28ο καθεστώς δεν θα πρέπει να εφαρμοστεί στο εργατικό δίκαιο ή τις συμβάσεις εργασίας που ισχύουν στα κράτη μέλη.

1.12   Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι αυτή η συζήτηση θα πρέπει να διεξαχθεί σε βάθος σε διάφορα επίπεδα – μεταξύ ακαδημαϊκών, ενδιαφερόμενων φορέων (επαγγελματιών, καταναλωτών, κλπ.), ερευνητικών ιδρυμάτων και θεσμικών οργάνων της ΕΕ, κυρίως στο πλαίσιο της αποστολής «Βελτίωση της νομοθεσίας» – με στόχο τη συνεισφορά στην ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς.

1.13   Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ ζητεί από την Επιτροπή να μελετήσει το θέμα αυτό σε θεωρητικό και πρακτικό επίπεδο για να προσδιορίσει τη σκοπιμότητα και χρησιμότητά του.

1.14   Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει επίσης ότι η Επιτροπή ή το Κοινοβούλιο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη στις εκ των προτέρων εκτιμήσεις αντικτύπου τη δυνατότητα υιοθέτησης ενός 28ου καθεστώτος για κάθε νέα νομοθετική πρωτοβουλία. Η ίδια αξιολόγηση θα πρέπει να εφαρμόζεται σε προτάσεις που βρίσκονται ήδη υπό εξέλιξη, αρχής γενομένης από την τρέχουσα αναθεώρηση της οδηγίας για τα οργανωμένα ταξίδια. Η εκτίμηση αυτή θα πρέπει να εξετάζει προσεκτικά τον πιθανό αντίκτυπο που μπορεί να έχει η προαιρετική νομοθεσία σε υπάρχοντες εθνικούς κανόνες αναγκαστικού δικαίου. Επίσης, πρέπει να εκτιμηθεί ο κίνδυνος να χρησιμοποιείται το μέσο αυτό για να παρακάμπτονται εθνικοί κανόνες αναγκαστικού δικαίου εις βάρος των ασθενέστερων μερών.

2.   Εισαγωγή – σκοπός της γνωμοδότησης

2.1   Η βελτίωση της νομοθεσίας και, ει δυνατόν, η μείωση του όγκου της νομοθεσίας είναι ένας από τους στόχους της ενιαίας αγοράς. Όλες οι πρωτοβουλίες στο πλαίσιο της αποστολής «Βελτίωση της νομοθεσίας», οι οποίες αναπτύχθηκαν από την Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και υποστηρίχθηκαν πλήρως από την ΕΟΚΕ σε διάφορες γνωμοδοτήσεις, είχαν ως στόχο την εξεύρεση λύσεων για τη δημιουργία ενός εύχρηστου και κατανοητού νομοθετικού πλαισίου για τις επιχειρήσεις, τους εργαζομένους και τους καταναλωτές.

2.2   Μια σχετικά νέα ιδέα για έναν καλύτερο και πιο συνεκτικό τρόπο ρύθμισης σημαντικών θεμάτων σε επίπεδο ΕΕ διατυπώθηκε για πρώτη φορά σε μια γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Η ευρωπαϊκή ασφαλιστική σύμβαση» (3). Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση αυτή, η νομοθεσία για την ευρωπαϊκή ασφαλιστική σύμβαση θα πρέπει να βασίζεται σε ένα προαιρετικό σύστημα, το οποίο παρέχει μια εναλλακτική λύση στην εναρμόνιση των διαφόρων εθνικών νομοθεσιών.

2.3   Εντός του Κοινού πλαισίου αναφοράς, η ομάδα μελέτης «Αναδιατύπωση του ευρωπαϊκού δικαίου για τις ασφαλιστικές συμβάσεις» ανέπτυξε και παρουσίασε στην Επιτροπή τη μοναδική μέχρι σήμερα διαρθρωμένη πρόταση για ένα πρότυπο προαιρετικό μέσο στην ΕΕ.

2.4   Τα τελευταία χρόνια, δικηγόροι, ακαδημαϊκοί και φορείς της κοινωνίας των πολιτών έχουν επανειλημμένα υποστηρίξει ότι η μέθοδος αυτή θα μπορούσε να αποτελεί μια χρήσιμη εναλλακτική λύση στην παραδοσιακή μέθοδο εναρμόνισης σε συγκεκριμένους τομείς, όπως το σύστημα συνταξιοδότησης ή οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.

2.5   Η Επιτροπή άρχισε σταδιακά να αναφέρεται στη δυνατότητα χρήσης του «28ου καθεστώτος» σε διάφορους τομείς και η ΕΟΚΕ έχει εκφράσει σχετικά την υποστήριξή της σε διάφορες γνωμοδοτήσεις. (4)

2.6   Ωστόσο, η ιδέα, η φύση και το πλαίσιο εφαρμογής του δεν έχουν ακόμη προσδιοριστεί σαφώς. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να καταδειχθεί ότι το καθεστώς αυτό όχι μόνον είναι εφικτό, αλλά και συνεισφέρει στη βελτίωση της νομοθεσίας και στη δημιουργία ενός απλουστευμένου, κατανοητού και εύχρηστου ρυθμιστικού πλαισίου. Αυτός είναι ο στόχος της παρούσας γνωμοδότησης πρωτοβουλίας.

3.   Η ιδέα του «28ου καθεστώτος»

3.1   Φύση και χαρακτηριστικά

3.1.1   Οι όροι «28o καθεστώς» και «Προαιρετικό μέσο» χρησιμοποιούνται συχνά ως συνώνυμα και προσφέρουν μια εικόνα του ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων ή του ευρωπαϊκού ιδιωτικού δικαίου, το οποίο δεν υπερισχύει του εθνικού δικαίου, αλλά παρέχει τη δυνατότητα στα μέρη της σύμβασης να επιλέξουν την εφαρμογή του.

3.1.2   Μολονότι χρησιμοποιείται συχνά σε διάφορα έγγραφα των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και στα περισσότερα άρθρα που δημοσιεύονται για το θέμα αυτό, η έκφραση «28o καθεστώς» μπορεί να είναι σε κάποιο βαθμό παραπλανητική, διότι μπορεί να παραπέμπει σε ένα καθεστώς «αλλοδαπού» δικαίου έναντι των 27 «εθνικών» νομοθεσιών των κρατών μελών για τις συμβάσεις που θεωρούνται «εγχώριες» νομοθεσίες.

3.1.3   Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να γίνεται λόγος για ένα «2ο καθεστώς» (5) ιδιωτικού δικαίου σε όλα τα κράτη μέλη. Αυτός ο όρος καθιστά σαφές ότι ένα ευρωπαϊκό προαιρετικό μέσο θα εισαχθεί στο εγχώριο δίκαιο των κρατών μελών, όπως κάθε άλλη πηγή ευρωπαϊκού δικαίου. Εν ολίγοις, ένα «2ο καθεστώς» θα παρέχει στα μέρη τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ δύο καθεστώτων εγχώριου δικαίου των συμβάσεων, τα οποία θα έχουν θεσπισθεί από τον εθνικό και τον ευρωπαίο νομοθέτη αντιστοίχως.

3.1.4   Το «2ο καθεστώς» θα μπορεί να χρησιμοποιείται από τα μέρη της σύμβασης για να πραγματοποιούν συναλλαγές σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Με αυτόν τον τρόπο, δεν θα χρειάζεται να έρχονται αντιμέτωποι με 27 εθνικά νομικά καθεστώτα των κρατών μελών και οι συναλλαγές τους θα μπορούν να βασίζονται σε ένα κοινό ευρωπαϊκό καθεστώς ιδιωτικού δικαίου. Έτσι, κανένα μέρος της σύμβασης δεν θα χρειάζεται να αποδέχεται την εφαρμογή ενός δικαίου, το οποίο θεωρεί αλλοδαπό.

3.1.5   Ένα «2ο καθεστώς» θα είναι εξαιρετικά χρήσιμο σε τομείς όπου το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο (Ρώμη I) απαγορεύει ή περιορίζει την ελεύθερη επιλογή δικαίου από τα μέρη, όπως στην περίπτωση των συμβάσεων μεταφοράς (άρθρο 5 Ρώμη I), καταναλωτών (άρθρο 6 Ρώμη I), ασφάλισης (άρθρο 7 Ρώμη I) και εργασίας (άρθρο 8 Ρώμη I). Το προαιρετικό μέσο θα μπορούσε να εφαρμόζεται ακόμη και στους διεθνείς κανόνες αναγκαστικού δικαίου (άρθρο 9 Ρώμη I), υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνει επαρκώς υπόψη το γενικό συμφέρον που προστατεύεται από τους κανόνες αυτούς. (6) Ωστόσο, το 2ο καθεστώς δεν θα πρέπει να εφαρμοστεί στο εργατικό δίκαιο ή τις συμβάσεις εργασίας που ισχύουν στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.1.6   Ως εκ τούτου, με ένα «2ο καθεστώς» οι συναλλαγές σε ολόκληρη την Κοινότητα θα μπορούν να βασίζονται σε ένα και μοναδικό καθεστώς δικαίου των συμβάσεων, ακόμη και σε τομείς όπου το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο προβλέπει την αναγκαστική εφαρμογή των κανόνων που προστατεύουν το ασθενέστερο μέρος.

3.1.7   Ένα ανάλογο προαιρετικό μέσο αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 14 του κανονισμού Ρώμη I, σύμφωνα με την οποία «Αν η Κοινότητα θεσπίσει, με κατάλληλη νομοθετική πράξη, κανόνες ουσιαστικού δικαίου των συμβάσεων, …, η πράξη αυτή μπορεί να προβλέπει ότι τα μέρη δύνανται να επιλέξουν την εφαρμογή των εν λόγω κανόνων.»

3.1.8   Εφόσον το προαιρετικό μέσο θα αποτελεί ένα 2ο καθεστώς δικαίου των συμβάσεων στη νομοθεσία κάθε κράτους μέλους, η δυνατότητα επιλογής του προαιρετικού μέσου θα πρέπει να παρέχεται ακόμη και σε «καθαρά εγχώριες υποθέσεις». Κατά συνέπεια, οι επιχειρηματίες θα μπορούν να στηρίζουν όλες τις εσωτερικές και διεθνείς συναλλαγές τους στο 2ο καθεστώς, το οποίο θα συμβάλλει στην περαιτέρω μείωση των σχετικών νομικών εξόδων.

3.1.9   Ένα ακόμη χαρακτηριστικό του «2ου καθεστώτος» θα είναι το γεγονός ότι τα δικαστήρια δεν θα μπορούν να αντιμετωπίζουν το προαιρετικό μέσο ως επιλεγμένο «αλλοδαπό» δίκαιο. Ως εκ τούτου, θα εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, η αρχή «iura novit curia» και η πρόσβαση στα εθνικά ανώτατα δικαστήρια θα είναι χωρίς περιορισμούς, κάτι που συνήθως δεν ισχύει όταν εφαρμόζεται αλλοδαπό δίκαιο ή γενικές αρχές. Ομοίως, τα όργανα που προσφέρουν εξωδικαστικούς μηχανισμούς καταγγελίας και προσφυγής δεν θα μπορούν να αρνηθούν την ακρόαση μιας υπόθεσης με το επιχείρημα ότι υπόκειται σε αλλοδαπό δίκαιο. Για παράδειγμα, ο Γερμανός Διαμεσολαβητής για θέματα ασφάλισης μπορεί να αρνηθεί να εξετάσει μια καταγγελία σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό του, εάν η καταγγελία προσδιορίζεται καθοριστικά σύμφωνα με το αλλοδαπό δίκαιο (7). Ένα ευρωπαϊκό προαιρετικό μέσο, ωστόσο, θα αποτελεί ένα «2ο καθεστώς» δικαίου των συμβάσεων σε κάθε κράτος μέλος και ως εκ τούτου δεν θα μπορεί να λαμβάνεται υπόψη ως «αλλοδαπό» δίκαιο από το Γερμανό Διαμεσολαβητή για θέματα ασφάλισης.

3.1.10   Τέλος, ένα προαιρετικό μέσο που έχει θεσπισθεί από τον ευρωπαίο νομοθέτη θα υπόκειται σε διαδικασίες προδικαστικής απόφασης από το ΔΕΚ, γεγονός που θα διασφαλίζει την ενιαία εφαρμογή του προαιρετικού μέσου από τα εθνικά δικαστήρια στην ΕΕ (8).

3.2   Προαιρετικό δίκαιο των συμβάσεων και προστασία του ασθενέστερου μέρους

3.2.1   Το «2ο καθεστώς», όπως περιγράφεται ανωτέρω, προσφέρει μια επιλογή που δεν περιορίζεται από τους εθνικούς κανόνες αναγκαστικού δικαίου, υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνει επαρκώς υπόψη το γενικό συμφέρον που προστατεύεται από τους κανόνες αυτούς. Συνεπώς, δημιουργείται η απαίτηση να διασφαλίζεται η αμείωτη (9) προστασία του ασθενέστερου μέρους, ιδίως των καταναλωτών, και να μην χρησιμοποιείται το καθεστώς αυτό για να παρακάμπτονται διατάξεις αναγκαστικού δικαίου των κρατών μελών.

3.2.2   Αυτό διασφαλίζεται με τρεις τρόπους:

α)

Πρώτον, το «2ο καθεστώς» θα πρέπει το ίδιο να προβλέπει κανόνες αναγκαστικού δικαίου και να εφαρμόζει υψηλό επίπεδο προστασίας του ασθενέστερου μέρους (10)·

β)

Δεύτερον, πρέπει να προλαμβάνεται οποιοσδήποτε αποκλεισμός συγκεκριμένων διατάξεων του «2ου καθεστώτος» μέσω συμφωνίας, προκειμένου να απαγορεύεται ο «συνδυασμός» του εθνικού δικαίου και του «2ου καθεστώτος» με επιλογή των πιο χαλαρών προτύπων κάθε πηγής δικαίου·

γ)

Ο καταναλωτής θα πρέπει να ενημερώνεται για τα προαιρετικά μέσα στο πλαίσιο της γενικής ενημέρωσης που παρέχεται από τις οργανώσεις καταναλωτών, καθώς και στο πλαίσιο της προσυμβατικής ενημέρωσης του καταναλωτή από τον επιχειρηματία ότι η προσφερόμενη σύμβαση υπόκειται στο προαιρετικό μέσο.

3.2.3   Κατά συνέπεια, η δυνατότητα επιλογής του «2ου καθεστώτος» δεν θα δημιουργεί κίνητρο στο ισχυρότερο μέρος να προτείνει ένα λιγότερο προστατευτικό δίκαιο στον εκάστοτε αντισυμβαλλόμενό του. Αντιθέτως, το κίνητρο για την επιλογή του «2ου καθεστώτος» θα δημιουργείται από τη δυνατότητα χρήσης συμβατικών όρων σε ολόκληρη την Κοινότητα χωρίς προσαρμογές στο εθνικό δίκαιο, αλλά με βάση το «2ο καθεστώς», το οποίο από μόνο του παρέχει υψηλότερο επίπεδο προστασίας του ασθενέστερου μέρους από τη νομοθεσία των κρατών μελών κατά μέσο όρο.

3.2.4   Ένα προαιρετικό μέσο που εισάγει υψηλό επίπεδο προστασίας του καταναλωτή θα λειτουργεί προς όφελος του καταναλωτή, εφόσον τα προϊόντα που διατίθενται στην ευρωπαϊκή αγορά με βάση το προαιρετικό μέσο μπορούν να είναι πιο εύκολα συγκρίσιμα. Ως εκ τούτου, το προαιρετικό μέσο μπορεί να προάγει τη διαφάνεια.

3.3   Νομική βάση και μορφή του προαιρετικού μέσου

3.3.1   Η αρμοδιότητα της ΕΕ όσον αφορά την υιοθέτηση αυτού του μέσου είναι καθοριστική κατά τη συζήτηση της φύσης και των χαρακτηριστικών του. Ορισμένοι συντάκτες θεωρούν ότι το άρθρο 81 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ (πρώην άρθρο 61, υποπαράγραφος γ) και άρθρο 65 ΣΕΚ) θα μπορούσε να αποτελεί τη νομική βάση, διότι αυτό που έχει σημασία κατά την άποψή τους είναι το επίπεδο της σύγκρουσης δικαίου και όχι το ουσιαστικό δίκαιο. Η ΕΕ χρειάζεται απλώς μια αξιόπιστη βάση που θα επιτρέπει στα μέρη να επιλέγουν το μέσο ως εφαρμοστέο δίκαιο και επομένως πρέπει μόνον να εστιάσει στη συμβατικότητα των εθνικών κανόνων του διεθνούς ιδιωτικού δικαίου. Ένα μέσο που βασίζεται στο άρθρο 81 της ΣΛΕΕ θα μπορούσε, ωστόσο, να καλύπτει μόνον υποθέσεις αστικού δικαίου με διασυνοριακές επιπτώσεις και δεν θα είχε δεσμευτικό χαρακτήρα στο Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιρλανδία και τη Δανία.

3.3.2   Άλλοι πιστεύουν ότι το άρθρο 352 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 308 ΣΕΚ) αποτελεί την πλέον κατάλληλη νομική βάση που παρέχει στην ΕΕ την εξουσία να θεσπίσει αυτό το είδος προαιρετικού μέσου για την επίτευξη ενός από τους στόχους που προβλέπονται στις Συνθήκες, με το επιχείρημα ότι δεν παρείχαν τις απαραίτητες εξουσίες (11).

3.3.3   Ωστόσο, δεν θα πρέπει να αποκλείεται η δυνατότητα χρήσης του άρθρου 114 ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 95 ΣΕΚ), μιας και αφορά την «προσέγγιση των νομοθεσιών», οι οποίες «έχουν άμεση επίπτωση στην εγκαθίδρυση ή τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς» και αποσκοπούν στην «πραγματοποίηση των στόχων του άρθρου 26» (πρώην άρθρο 14 ΣΕΚ). Επιπλέον, όταν ο ευρωπαίος νομοθέτης έχει την αρμοδιότητα προσέγγισης των εθνικών δικαίων για τις συμβάσεις με βάση το άρθρο 114 της ΣΛΕΕ, θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να θεσπίσει ένα προαιρετικό μέσο, το οποίο εισβάλλει λιγότερο στο εκάστοτε εθνικό καθεστώς, γεγονός που το καθιστά την προτιμώμενη επιλογή σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας.

3.3.4   Το νέο άρθρο 118 της ΣΛΕΕ παρέχει μια ειδική νομική βάση. Περιορίζεται ωστόσο ως προς το πεδίο εφαρμογής στα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας.

3.3.5   Για την εξασφάλιση μέγιστης ομοιομορφίας, το εν λόγω μέσο θα πρέπει να περιέχεται σε έναν κανονισμό (άρθρο 288 παραγρ. 2 της ΣΛΕΕ). Με αυτόν τον τρόπο, θα αποτελεί μέρος του ουσιαστικού δικαίου κάθε κράτους μέλους και θα έχει εφαρμογή μόνον εάν το δίκαιο ενός κράτους μέλους είναι εφαρμοστέο στην εκάστοτε σύμβαση σύμφωνα με τους κανόνες περί σύγκρουσης του κανονισμού Ρώμη Ι. Θα πρέπει να παρέχει μια ολοκληρωμένη ρύθμιση και όχι απλώς να ορίζει ελάχιστα πρότυπα.

3.3.6   Σε κάθε περίπτωση, η συμβατότητα κάθε νέου προαιρετικού μέσου με την αρχή της επικουρικότητας θα πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη.

3.4   Περιεχόμενο

3.4.1   Ένα μελλοντικό προαιρετικό μέσο θα πρέπει να αποτελείται από ένα γενικό μέρος που θα ρυθμίζει την προαιρετική εφαρμογή του και ένα ειδικό μέρος που θα παρέχει ουσιαστικές ρυθμίσεις για τους τομείς δικαίου που καλύπτονται.

3.4.2   Ένα προαιρετικό μέσο θα μπορούσε να έχει την ακόλουθη δομή:

Κεφάλαιο Ι:   Γενικές Διατάξεις

Το κεφάλαιο Ι, το οποίο θα περιλαμβάνει μόνον 4 ή 5 άρθρα (12), θα καθορίζει το πεδίο εφαρμογής του προαιρετικού μέσου και θα παρουσιάζει τις επιλογές των μερών. Θα ορίζει επίσης τους κανόνες που έχουν αναγκαστικό χαρακτήρα (ιδίως τους κανόνες που προστατεύουν το ασθενέστερο μέρος). Τέλος, θα πρέπει να απαγορεύει οποιαδήποτε προσφυγή στο εθνικό δίκαιο και αντιθέτως να προβλέπει την κάλυψη κενών με τη χρήση κοινών γενικών αρχών στις νομοθεσίες των κρατών μελών (13).

Κεφάλαιο ΙΙ:   Ειδικές Διατάξεις

Το Κεφάλαιο ΙΙ θα παρέχει τους ουσιαστικούς κανόνες των τομέων δικαίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του προαιρετικού μέσου.

3.5   Πλεονεκτήματα και δυσκολίες

3.5.1   Ένα προαιρετικό μέσο θα επιτρέπει πρωτίστως στα μέρη μιας σύμβασης να συναλλάσσονται σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση με βάση ένα ενιαίο καθεστώς δικαίου των συμβάσεων. Τα εμπόδια της ενιαίας αγοράς, όπως οι νομικοί κίνδυνοι και τα έξοδα που οφείλονται στις διαφορές των εθνικών νομικών συστημάτων είτε για τους καταναλωτές είτε για τις επιχειρήσεις θα αίρονται (14).

3.5.2   Ένα προαιρετικό μέσο θα προσφέρει επιπλέον πλεονεκτήματα σε σύγκριση με την ενοποίηση ή την εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών.

3.5.2.1   Πρώτον, η απόφαση σχετικά με την εφαρμογή του προαιρετικού μέσου εναπόκειται στην αγορά και ως εκ τούτου η εφαρμογή του θα προκύπτει μόνον όταν τα μέρη της σύμβασης κρίνουν ότι είναι επωφελές. Αναμένεται ότι τα προαιρετικά μέσα θα χρησιμοποιούνται από διεθνείς παράγοντες της αγοράς, ενώ οι τοπικοί παράγοντες θα εξοικονομούν τα έξοδα μετάβασης, ιδίως όσον αφορά την εκ νέου κατάρτιση των συμβατικών όρων για την προσαρμογή τους σε ένα νέο ευρωπαϊκό καθεστώς.

3.5.2.2   Δεύτερον, η ξεχωριστή νομική παράδοση κάθε κράτους μέλους θα παραμένει άθικτη, γεγονός που θα εξασφαλίζει για το προαιρετικό μέσο ευρύτερη αποδοχή σε πολιτικό επίπεδο. Το ίδιο επιχείρημα ισχύει για τους εκάστοτε εγχώριους δικηγόρους σε κάθε κράτος μέλος, οι οποίοι θα αντιταχθούν πιθανόν στην αντικατάσταση των παραδοσιακών κανόνων δικαίου από ένα ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων. Ωστόσο, δεν θα έχουν κανέναν λόγο να εναντιωθούν σε ένα προαιρετικό μέσο, το οποίο δεν θίγει καθόλου το εθνικό δίκαιο.

3.5.3   Επιπλέον, 2α καθεστώτα υπάρχουν ήδη επί του παρόντος (βλέπε 3.6.3). Αυτό φανερώνει ότι τα εθνικά συνταγματικά δίκαια δεν προβάλλουν καμία επιφύλαξη όσον αφορά τα προαιρετικά μέσα.

3.5.4   Η δημιουργία ενός προαιρετικού μέσου για το δίκαιο των συμβάσεων ή άλλους τομείς ιδιωτικού δικαίου μπορεί ωστόσο να προκαλέσει τεχνικά προβλήματα. Σαφώς δεν είναι εύκολο να δημιουργηθεί η επιλογή και να ρυθμιστεί η σχέση δύο καθεστώτων δικαίου των συμβάσεων που συνυπάρχουν. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη γενική παρουσίαση του πιθανού μελλοντικού προαιρετικού μέσου, τα τεχνικά προβλήματα μπορούν να υπερπηδηθούν.

3.6   Παρόμοια μέσα

3.6.1   Τα προαιρετικά μέσα υπάρχουν ήδη σε παγκόσμια και ευρωπαϊκή κλίμακα.

3.6.2   Σε παγκόσμια κλίμακα αναφέρονται ενδεικτικά η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών περί συμβάσεων διεθνούς πώλησης αγαθών (1980) (15) οι Συμβάσεις UNDROIT περί διεθνούς πρακτορείας (16) και περί διεθνούς χρηματοδοτικής μίσθωσης (17). Οι συμβάσεις αυτές ακολουθούν ένα μοντέλο εξαίρεσης (18).

3.6.3   Σε ευρωπαϊκό επίπεδο υπάρχουν διάφορα προαιρετικά μέσα:

Οι κανονισμοί περί σύστασης ευρωπαϊκών εταιρειών όπως οι κανονισμοί για την ευρωπαϊκή εταιρεία (societas europaea) (19), για τον ευρωπαϊκό όμιλο οικονομικού σκοπού (20) ή την ευρωπαϊκή συνεταιριστική εταιρεία (21)·

Οι κανονισμοί για τη θέσπιση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως το κοινοτικό σήμα (22) και το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (23)·

Οι κανονισμοί για τις ευρωπαϊκές διαδικασίες πολιτικής δικονομίας, όπως οι κανονισμοί για τις ευρωπαϊκές διαταγές πληρωμής (24) και την ευρωπαϊκή διαδικασία μικροδιαφορών (25).

Επίσης προτείνονται πρόσθετα προαιρετικά μέσα, όπως το ευρωπαϊκό κληρονομητήριο (26). Αυτοί οι κανονισμοί ή προτάσεις προσθέτουν ευρωπαϊκά μέσα σε αυτά που προσφέρονται από την εθνική νομοθεσία.

4.   Το 28o καθεστώς και η βελτίωση της νομοθεσίας

4.1   Η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς

4.1.1   Ένα προαιρετικό μέσο θα στηρίξει σημαντικά τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς και αποτελεί την πλέον κατάλληλη μορφή οικειοθελούς εναρμόνισης σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας.

4.1.2   Επιπλέον, ένα προαιρετικό μέσο θα διευκολύνει την ελεύθερη κυκλοφορία καταναλωτών και θα ενισχύσει τη διασυνοριακή κινητικότητα και τον ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων.

4.1.3   Η έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισσαβώνας δεν αλλάζει την κατάσταση όσον αφορά τη δημιουργία του προαιρετικού καθεστώτος.

4.2   Ευρωπαϊκό δίκαιο για τις συμβάσεις

4.2.1   Το δίκτυο «Κοινές αρχές ευρωπαϊκού δικαίου των συμβάσεων» (Δίκτυο CoPECL) ολοκλήρωσε πρόσφατα το σχέδιο κοινού πλαισίου αναφοράς (27) και το υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Σαφώς, οι εν λόγω κανόνες παρέχουν στον ευρωπαίο νομοθέτη ένα μοντέλο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τη θέσπιση προαιρετικού μέσου, όπως υποστήριξε η Επίτροπος Reding (28). Αυτό που χρειάζεται ακόμη είναι ένας κανόνας για την προαιρετική εφαρμογή του κοινού πλαισίου αναφοράς/των κοινών αρχών σύμφωνα με την υπάρχουσα πρόταση του άρθρου 1:102 PEICL. (29)

4.3   Μελλοντικοί τομείς εφαρμογής

4.3.1   Ισχυρότερη ανάγκη για ένα προαιρετικό μέσο υπάρχει στους τομείς του δικαίου των συμβάσεων, όπου κυριαρχούν εθνικοί κανόνες αναγκαστικού δικαίου, οι οποίοι αποτελούν νομικό εμπόδιο στη λειτουργία της ενιαίας αγοράς (30). Αυτό έχει ήδη επισημανθεί από την Επιτροπή όσον αφορά τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και τον τομέα των ασφαλίσεων (31). Ως εκ τούτου, οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (τραπεζικό και ασφαλιστικό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση ότι η ολοκλήρωση της πρότασης περί του ασφαλιστικού δικαίου θα γίνει σε συντονισμό με το ενιαίο πλαίσιο αναφοράς) μπορούν να αποτελέσουν έναν κύριο τομέα μελλοντικής εφαρμογής ενός προαιρετικού μέσου, λαμβάνοντας σε κάθε περίπτωση δεόντως υπόψη τη νομοθεσία για την προστασία του καταναλωτή.

4.3.2   Ένα «28o καθεστώς» θα μπορούσε επίσης να προβλεφθεί για τις πωλήσεις στους καταναλωτές (ιδίως τις πωλήσεις μέσω διαδικτύου). Ωστόσο, ως προς τις πωλήσεις αυτές, η σχέση ενός προαιρετικού μέσου με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα δικαιώματα των καταναλωτών (32) πρέπει να λαμβάνεται προσεκτικά υπόψη.

4.3.3   Τα προαιρετικά μέσα μπορούν επίσης να υιοθετηθούν για τομείς του ιδιωτικού δικαίου πέραν του δικαίου των συμβάσεων: τα δικαιώματα εξασφάλισης κινητής περιουσίας ή άυλων αγαθών θα μπορούσαν να εμπίπτουν στο «28o καθεστώς». Η πρόταση της Επιτροπής για ένα ευρωπαϊκό κληρονομητήριο (33) φανερώνει την πιθανή εφαρμογή προαιρετικών μέσων στο κληρονομικό δίκαιο. Το καθεστώς των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων μπορεί επίσης να αποτελέσει αντικείμενο ενός προαιρετικού μέσου στο μέλλον.

4.3.4   Η ανάγκη για ένα προαιρετικό μέσο είναι λιγότερο επιτακτική στον τομέα του γενικού δικαίου των συμβάσεων. Το DCFR, το οποίο καλύπτει το γενικό δίκαιο των συμβάσεων, δεν έχει καταρτιστεί στην ουσία ως προαιρετικό μέσο. Ωστόσο, οι συντάκτες του DCFR υπογραμμίζουν στην Εισαγωγή τους ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για ένα ή περισσότερα προαιρετικά μέσα (34). Η πρόταση αυτή μπορεί επίσης να εφαρμοστεί περισταλτικά, με την εισαγωγή των γενικών διατάξεων του DCFR σε ένα προαιρετικό μέσο που εφαρμόζεται μόνο σε ειδικούς τομείς του δικαίου των συμβάσεων. Με αυτόν τον τρόπο θα αποφεύγονται ρυθμιστικά κενά, τα οποία εμφανίζονται μόνον εάν θεσπίζονται διατάξεις για ειδικούς τύπους συμβάσεων.

5.   Συμπεράσματα της δημόσιας ακρόασης που πραγματοποιήθηκε από το Παρατηρητήριο της Ενιαίας Αγοράς στις 6 Ιανουαρίου 2010

5.1   Διάφορες παραλλαγές για το θέμα του 28ου καθεστώτος υπάρχουν ήδη ή έχουν προταθεί για το ευρωπαϊκό εταιρικό δίκαιο, το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας και το κληρονομικό δίκαιο. Όλες αυτές υπερβαίνουν τους εθνικούς περιορισμούς, εισχωρούν λιγότερο στους εθνικούς κανόνες και ανοίγουν νέες ευκαιρίες για τους παράγοντες της αγοράς στο διασυνοριακό εμπόριο. Το 28o καθεστώς πρέπει ωστόσο να συμμορφώνεται με αυστηρότερους κανόνες προστασίας του καταναλωτή, ενώ παράλληλα να είναι πιο ισχυρό από την προσέγγιση εναρμόνισης. Τα συστήματα συνταξιοδότησης αποτελούν κύριο θέμα του 28ου καθεστώτος με περίπου 18 εκατομμύρια ευρωπαίους συνταξιούχους να ζουν σε διαφορετικό κράτος μέλος. Τέλος, το 28o καθεστώς θα πρέπει να εστιάζει στην καλή πληροφόρηση και ανάπτυξη εμπιστοσύνης (π.χ. συμβάσεις) και να οδηγεί σε απλούστερες υπηρεσίες και προϊόντα (ιδίως χρηματοοικονομικές υπηρεσίες). Στον τομέα των λιανικών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στη βελτίωση της νομοθεσίας για την προστασία του καταναλωτή: η κρίση κατέδειξε την ανάγκη ρύθμισης όλων των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που προσφέρονται στους καταναλωτές και παροχής απλουστευμένων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών σε όσους καταναλωτές το επιθυμούν. Η πολιτική συναίνεση που θα πρέπει να επιτευχθεί για να υπάρχει η δυνατότητα επιλογής του 28ου καθεστώτος και της νομικής του βάσης παραμένει ωστόσο στην ημερήσια διάταξη. Οι εκτιμήσεις αντικτύπου της Επιτροπής θα πρέπει να εκφράζουν συστηματικά τη δυνατότητα μιας «προαιρετικής προσέγγισης», ήτοι την υιοθέτηση του 28ου καθεστώτος, το οποίο θα μπορεί να αποτελεί απάντηση σε συγκεκριμένα προβλήματα και όχι μια γενική εναλλακτική δυνατότητα στο δίκαιο των συμβάσεων.

Βρυξέλλες, 27 Μαΐου 2010.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Mario SEPI


(1)  ΕΕ C 157 της 28.6.2005, σ. 1.

(2)  ΕΕ C 175 της 28.7.2009, σ. 26.

(3)  ΕΕ C 157 της 28.6.2005, σ. 1.

(4)  ΕΕ C 157, 28.6.2005, σ. 1, εισηγ. Pegado Liz.· ΕΕ C 318, 23.12.2006, σ. 200, εισηγ. Von Fürstenwerth· ΕΕ C 65, 17.3.2006, σ. 134, εισηγ. Ravoet.· ΕΕ C 309, 16.12.2006, σ. 26, εισηγ. Iozia.· ΕΕ C 65, 17.3.2006, σ. 13, εισηγ. Burani.· ΕΕ C 27, 3.2.2009, σ. 18, εισηγ. Grasso.· ΕΕ C 151, 17.6.2008, σ. 1, εισηγ. Iozia.· ΕΕ C 175, 28.7.2009, σ. 26, εισηγ. Pegado Liz.

(5)  Όσον αφορά την αντίληψη ενός προαιρετικού μέσου ως «2ου καθεστώτος», βλέπε Heiss, Introduction, in: Basedow/Birds/Clarke/Cousy/Heiss (eds.), Principles of European Insurance Contract Law (2009) I 45.

(6)  Η Γαλλική Εθνοσυνέλευση υιοθέτησε πρόσφατα μια ενημερωτική έκθεση για τα δικαιώματα των καταναλωτών (εισηγήτρια ήταν η κ. Καραμανλή), όπου προτείνεται η δοκιμασία ενός 28ου ευρωπαϊκού νομικού καθεστώτος στο πλαίσιο του κανονισμού Ρώμη Ι.

(7)  Βλέπε Heiss, Introduction, in: Basedow/Birds/Clarke/Cousy/Heiss (eds.), Principles of European Insurance Contract Law (2009) I 47.

(8)  Αυτ.

(9)  Σύμφωνα με τον Καθ. M Hesselink του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, σε επίπεδο κοινωνικής δικαιοσύνης «(…) ένα 28o καθεστώς μπορεί να επιλεγεί με το πάτημα ενός κουμπιού (…). Εάν το σχέδιο του κοινού πλαισίου αναφοράς (DCFR ) γινόταν ένα προαιρετικό μέσο σε συμβάσεις B2C, αυτό δεν θα οδηγούσε σε κοινωνικό ντάμπινγκ. (…) Η επιλογή δικαίου για το DCFR, εάν επιτρεπόταν από τον ευρωπαίο νομοθέτη, θα δημιουργούσε μια επωφελή για όλους κατάσταση στις συμβάσεις B2C.»

(10)  Βλέπε Heiss/Downes, Non-Optional Elements in an Optional European Contract Law: Reflections from a Private International Law Perspective, ERPL 13 (2005) 693 (699).

(11)  Hesselink/Rutgers/de Booys, The Legal Basis for an Optional Instrument on European Contract Law, Centre for the Study of European Contract Law Working Paper No. 2007/04.

(12)  Με βάση το μοντέλο των αρχών του ευρωπαϊκού δικαίου για την ασφαλιστική σύμβαση (PEICL) και κατόπιν περαιτέρω συζητήσεων.

(13)  Για την αποφυγή οιασδήποτε σύγχυσης, ενδείκνυται ο προσδιορισμός των γενικών αυτών αρχών ή η προσφυγή σε γενικούς κανόνες που είναι εφαρμοστέοι σε όλα τα είδη συμβάσεων που περιέχονται στο πόνημα «Principles, definitions and model rules of European Private Law – Draft Common Frame of Reference (DCFR, Book I-III, outline edition 2009)», εάν και όταν αναγνωρίζονται ή θεσπίζονται από νομική πράξη της ΕΕ.

(14)  Βλέπε, για παράδειγμα, Basedow, Ein optionales Europäisches Vertragsgesetz: Opt-in, opt-out, wozu überhaupt?, ZEuP 2004, 1.

(15)  Το κείμενο διατίθεται στη διεύθυνση: www.uncitral.org.

(16)  Αυτ.

(17)  Αυτ.

(18)  Βλέπε αρθ. 6 CISG, αρθ. 3 της Σύμβασης περί διεθνούς πρακτορείας, αρθ. 5 της Σύμβασης περί διεθνούς χρηματοδοτικής μίσθωσης.

(19)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2157/2001 της 8ης Οκτωβρίου 2001 περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής εταιρείας (SE), ΕΕ L 294 της 10.11.2001, σ. 1.

(20)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2137/85 της 25ης Ιουλίου 1985 σχετικά με την ίδρυση Ευρωπαϊκού Ομίλου Οικονομικού Σκοπού (ΕΟΟΣ), ΕΕ L 199 της 31.7.1985, σ. 1.

(21)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1435/2003 της 22ας Ιουλίου 2003 περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής συνεταιριστικής εταιρείας (SCE), ΕΕ L 207 της 18.8.2003, σ. 1.

(22)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 207/2009 του Φεβρουαρίου 2009 για το κοινοτικό σήμα, ΕΕ L 78 της 24.3.2009, σ. 1.

(23)  Ο κανονισμός υιοθετήθηκε στις 4 Δεκεμβρίου 2009, αλλά δεν έχει δημοσιοποιηθεί ακόμη στην ΕΕ.

(24)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1896/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2006 για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής, ΕΕ L 399 της 30.12.2006, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε.

(25)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 861/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Ιουλίου 2007 για τη θέσπιση ευρωπαϊκής διαδικασίας μικροδιαφορών, ΕΕ L 199 της 31.7.2007, σ. 1.

(26)  Βλέπε κεφάλαιο VI της πρότασης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και δημόσιων εγγράφων στον τομέα της κληρονομικής διαδοχής και την καθιέρωση ευρωπαϊκού κληρονομητηρίου, COM(2009) 154 τελικό.

(27)  Βλέπε von Bar/Clive/Schulte-Nölke et al. (eds.), Principles, Definitions and Model Rules of European Private Law – Draft Common Frame of Reference (DCFR) Outline Edition (2009). Το σχέδιο κοινού πλαισίου αναφοράς στον τομέα των ασφαλίσεων περιέχεται στο πόνημα Basedow/Birds/Clarke/Cousy/Heiss (eds.), Principles of European Insurance Contract Law (2009).

(28)  Στην ακρόαση με την Viviane REDING, υποψήφια Επίτροπο σε θέματα δικαιοσύνης, θεμελιωδών δικαιωμάτων και ιθαγένειας, Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, 7.1.2010.

(29)  Το άρθρο 1:102 – Αρχές του ευρωπαϊκού δικαίου για την ασφαλιστική σύμβαση (PEICL), που εξετάζει την προαιρετική εφαρμογή τους, αναφέρει στα σχετικά τμήματα ότι οι PEICL θα εφαρμόζονται όταν τα μέρη, ανεξάρτητα από τυχόν περιορισμούς στην επιλογή δικαίου δυνάμει του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου, έχουν συμφωνήσει ότι η σύμβασή τους θα διέπεται από αυτές. (BASEDOW, The Optional Application of the Principles of European Insurance Contract Law, in Fuchs (ed.), European Contract Law, - ERA Forum Special Issue 2008 vol 9, 111).

(30)  Βλέπε Heiss/Downes, Non-Optional Elements in an Optional European Contract Law, ERPL (2005) 693, 697 και εξής.

(31)  Βλέπε, για παράδειγμα, ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο «Ένα συνεκτικότερο ευρωπαϊκό δίκαιο των συμβάσεων – Σχέδιο δράσης» της 12ης Φεβρουαρίου 2003, COM(2003) 68 τελικό, αριθ. 47, 48.

(32)  COM(2008) 614 τελικό.

(33)  Βλέπε COM(2009) 154 τελικό, το οποίο εξετάζεται ανωτέρω στο σημείο 3.6.3.

(34)  von Bar/Beale/Clive/Schulte-Nölke in von Bar/Clive/Schulte-Nölke et al. (eds.), Principles, Definitions and Model Rules of European Private Law – Draft Common Frame of Reference (DCFR) Outline Edition (2009) Intr. 79.


21.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 21/33


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Κοινωνικά υπεύθυνα χρηματοπιστωτικά προϊόντα» (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

2011/C 21/06

Εισηγητής: ο κ. Carlos TRÍAS PINTO

Την 1η Οκτωβρίου 2009, και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του Εσωτερικού της Κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

«Κοινωνικά υπεύθυνα χρηματοπιστωτικά προϊόντα».

Το ειδικευμένο τμήμα «Οικονομική και Νομισματική Ένωση, οικονομική και κοινωνική συνοχή», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 4 Μαΐου 2010.

Κατά την 463η σύνοδο ολομέλειας, της 26ης και 27ης Μαΐου 2010 (συνεδρίαση της 27ης Μαΐου 2010) η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 129 ψήφους υπέρ, 3 κατά και 2 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1   Ο όρος «κοινωνικά υπεύθυνα χρηματοπιστωτικά προϊόντα» θα μπορούσε να ερμηνευθεί κατά τρόπο ώστε να υποδεικνύει όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που διατίθενται από τον τραπεζικό και τον ασφαλιστικό τομέα, καθώς και από τον τομέα της διαχείρισης επενδύσεων. Εντούτοις, η παρούσα γνωμοδότηση επικεντρώνεται ως επί το πλείστον στις κοινωνικά υπεύθυνες επενδύσεις (SRI) οι οποίες εξασφαλίζονται από τα ταμεία συλλογικών επενδύσεων που είναι διαθέσιμα τόσο στους θεσμικούς επενδυτές όσο και στο ευρύ κοινό. Τα ταμεία συλλογικών επενδύσεων προβαίνουν, εξ ορισμού, στην πραγματοποίηση επενδύσεων. Για να μπορεί ένα ταμείο να θεωρηθεί ως κοινωνικά υπεύθυνο, απαιτείται να επιλέγει τις επενδύσεις του βάσει ενδεδειγμένων κριτηρίων. Τα περισσότερα ταμεία επενδύουν σε μετοχές επιχειρήσεων. Το μείζον ζήτημα για την πλειονότητα των ταμείων έγκειται στη δυνατότητά τους να εντοπίζουν επιχειρήσεις οι οποίες πληρούν τα αναγκαία κριτήρια ESG (Ethical, Social, Governance - ηθικά και κοινωνικά κριτήρια και κριτήρια διακυβέρνησης). Εκεί όπου οι συνθήκες είναι ώριμες για κοινωνικά υπεύθυνες επενδύσεις, υπάρχει ένα ευρύ φάσμα οργανώσεων που καθορίζουν τον βαθμό στον οποίο οι μεμονωμένες επιχειρήσεις πληρούν τα κριτήρια ESG.

1.2   Υπάρχουν πολλοί συμβουλευτικοί οργανισμοί για την τεχνική υποστήριξη κοινωνικά υπεύθυνων επενδύσεων. Διεθνείς χρηματιστηριακοί δείκτες όπως ο Dow Jones Sustainability DJSI Index ή ο FTSE4GOOD, παρέχουν τις απαραίτητες πληροφορίες για τη σύσταση και τη λειτουργία ταμείων κοινωνικά υπεύθυνων επενδύσεων (SRI), είτε σε γενική είτε σε επιλεκτική βάση. Ορισμένα ταμεία, για παράδειγμα, ίσως να επικεντρώνονται σε καταξιωμένες εταιρείες, που πληρούν υψηλά κριτήρια δεοντολογίας και χρηστής διακυβέρνησης. Άλλες μπορεί να έχουν οικολογικό ή περιβαλλοντικό πρόγραμμα. Αυτές οι παραλλαγές είναι όλες αποδεκτές.

1.3   Υπό τις συνθήκες που επικράτησαν μετά την κρίση, για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στις χρηματοπιστωτικές αγορές, είναι απαραίτητη η κατεύθυνση των επενδύσεων σε επιχειρήσεις με κοινωνικές και ηθικές αξίες. Μπορούμε να δηλώσουμε μετά βεβαιότητος ότι, μετά από αυτή την κρίση, δεν θα είναι πια δυνατό να επανέλθουμε στις «συνήθεις επιχειρηματικές πρακτικές» (Business as usual).

1.4   Με τη σοφία της ύστερης γνώσης, καθίσταται πλέον σαφές ότι η συμπεριφορά πολλών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών πόρρω απείχε από την εκπλήρωση των κοινωνικών προτύπων και των προτύπων διακυβέρνησης που αναμενόταν από τόσο κορυφαίες επιχειρήσεις. Κατά συνέπεια, η ΕΟΚΕ ζητά τα προγράμματα κοινωνικής ευθύνης που αναπτύσσουν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να ανταποκρίνονται στις προσδοκίες της Ευρώπης του 21ου αιώνα, τόσο στον κοινωνικό τομέα όσο και στον τομέα της χρηστής διακυβέρνησης.

1.5   Τα αποτελέσματα των κοινωνικά υπεύθυνων επενδύσεων (Socially Responsible Investment - SRI) αναδεικνύουν τη θετική σχέση που συνδέει τις κοινωνικές με τις οικονομικές επιδόσεις των ιδρυμάτων που προτείνουν κοινωνικά υπεύθυνα επενδυτικά προϊόντα. Και όχι μόνον αυτό: η αποδοτικότητα των SRI δεν είναι μικρότερη ούτε ο κίνδυνος μεγαλύτερος απ’ ό,τι των συμβατικών επενδύσεων.

1.6   Οι οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων και τα ιδρύματα διαχείρισης επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών συνιστούν σημαντικό μηχανισμό για τον προσανατολισμό των αποταμιεύσεων προς τις παραγωγικές επενδύσεις. Ωστόσο, θα πρέπει να προωθηθούν περαιτέρω η παροχή επενδυτικών συμβουλών, η βελτίωση των τεχνικών διαχείρισης και η συνιστώσα των ανθρώπινων σχέσεων και της κοινωνικής ευθύνης που ενέχονται στην επικοινωνία.

1.7   Για να συμβάλουν στις κοινωνικά υπεύθυνες επενδύσεις, πρέπει να συνεκτιμούν τις εξής πτυχές: μακροπρόθεσμη θεώρηση, κριτήρια κοινής ωφέλειας, αξιόπιστες και αυστηρές αναλύσεις.

1.8   Η ΕΟΚΕ καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη να προωθήσουν την ανάπτυξη των SRI, προκειμένου να διευκολυνθεί η «τυποποίηση» και η εδραίωση των υφιστάμενων συστημάτων διαχείρισης των προϊόντων αυτών, ενισχύοντας τη διαφάνεια των πληροφοριών, τη συγκρισιμότητα των αναλύσεων των επενδυτών, την τεχνική κατάρτιση και την ανταλλαγή ορθών πρακτικών. Σύμφωνα με ορισμένες ενδείξεις, οι χρηματοπιστωτικές αγορές αντιδρούν θετικά στην εφαρμογή συστημάτων τυποποίησης και στη χορήγηση πιστοποιήσεων στους διαφόρους φορείς.

1.9   Μία θετική συνέπεια που θα προκύψει από τη ρύθμιση-φίλτρο για τις κοινωνικά υπεύθυνες επενδύσεις (SRI) είναι η δυνατότητα αποκλεισμού - είτε από τη ρυθμιστική αρχή είτε από επαγγελματίες συμβούλους - ορισμένων τίτλων από τα χαρτοφυλάκια επενδύσεων, η οποία θα ωθήσει τις επιχειρήσεις να βελτιώσουν τη συμπεριφορά τους από περιβαλλοντική, κοινωνική και διαχειριστική άποψη.

1.10   Η ΕΟΚΕ προτείνει να αναπτυχθούν ειδικές πρωτοβουλίες για τη διάδοση των προϊόντων αυτών και την εκπαίδευση στον χρηματοπιστωτικό τομέα: εκπόνηση δημοσιευμάτων, κατάρτιση, δημιουργία εξειδικευμένων δικτυακών τόπων, μαθήματα επί χρηματοοικονομικών θεμάτων στα σχολεία.

1.11   Ένας από τους στόχους των προγραμμάτων χρηματοοικονομικής εκπαίδευσης είναι να προωθηθούν οι υπεύθυνες, συνετές και μακροπρόθεσμες επενδύσεις από τις οικογένειες, σύμφωνα με το προφίλ κινδύνου, την περιουσιακή κατάσταση και τους στόχους της καθεμίας.

1.12   Οι κοινωνικές και δημογραφικές εξελίξεις επιβάλλουν να μελετηθεί μια μεταβολή όσον αφορά το πνεύμα και τις πρακτικές των μακροπρόθεσμων επενδύσεων. Η ΕΟΚΕ θεωρεί αναγκαία την προώθηση επενδύσεων σε κοινωνικά υπεύθυνα ταμεία εκ μέρους των δημοσίων φορέων, μέσω της θέσπισης κατάλληλων χρηματοοικονομικών και φορολογικών κανόνων, καθώς και μέσω των ίδιων των δημοσίων συμβάσεων.

1.13   Οι δημόσιες διοικήσεις διαδραματίζουν, πράγματι, σημαντικό ρόλο όσον αφορά την προώθηση τόσο της ζήτησης υπεύθυνων επενδύσεων (μεμονωμένοι ή θεσμικοί επενδυτές) όσο και της προσφοράς (διαχειριστικοί φορείς και φορείς διάθεσης στην αγορά). Οι ίδιες οι δημόσιες διοικήσεις μπορούν να τονώσουν την αγορά με διαχείριση των επενδύσεων των κρατικών επενδυτικών ταμείων ή των αποθεματικών. Εκτός από τον παραδειγματικό της χαρακτήρα, η συμπεριφορά τους συνιστά καθοριστικό και καταλυτικό στοιχείο, με ισχυρό αποτέλεσμα μόχλευσης.

1.14   Από την πλευρά τους, οι εκδότες και οι ίδιες οι επιχειρήσεις μπορούν να κινητοποιήσουν το κοινό των επενδυτών εξηγώντας του, με διαφάνεια και με τη χρήση αυτών των κριτηρίων στην επενδυτική στρατηγική τους, γιατί οι πολιτικές διατηρησιμότητας που ακολουθούν συνιστούν δείκτες ποιότητας της διαχείρισης.

2.   Κοινωνική ευθύνη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων

2.1   Η λεγόμενη «κοινωνικά υπεύθυνη» επιχείρηση σε επίπεδο διοίκησης δημιουργεί ευκαιρίες για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που είναι ικανά να ανταποκριθούν στις προσδοκίες που έχει από αυτά η κοινωνία.

2.2   Με τη δημοσίευση του Πράσινου Βιβλίου «Προώθηση ενός ευρωπαϊκού πλαισίου για την εταιρική κοινωνική ευθύνη» (1) και, κατόπιν, του εγγράφου του ΟΟΣΑ (Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη «Corporate Social Responsibility») (2), ενισχύθηκε το κοινωνικοοικονομικό πρότυπο της επιχείρησης που αναλαμβάνει ευθύνες έναντι των «stakeholders» (των «ενδιαφερόμενων μερών») (3).

2.3   Στον χώρο των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, οι ιδρυτικές αρχές των ταμιευτηρίων (4) κατατάσσουν τους φορείς αυτούς, καθώς και τους πιστωτικούς συνεταιρισμούς και τα αλληλασφαλιστικά ταμεία κοινωνικής πρόνοιας, ως προδρόμους της σημερινής Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης. Η κοινωνική διάσταση ως στοιχείο της ταυτότητάς τους (5) εμφανίζει ειδικούς στόχους που γειτνιάζουν με τη φιλοσοφία της «κοινωνικής οικονομίας», η οποία αποτελεί μια αυξανόμενη οικονομική και κοινωνική δύναμη παγκοσμίως (6). Μια συγκεκριμένη εκδήλωση της δέσμευσης αυτής συνιστά η ένταξη των ατόμων με αναπηρία.

2.4   Η τρέχουσα χρηματοοικονομική κρίση γεννήθηκε στον τραπεζικό κλάδο, όπου οι υπερβολικοί κίνδυνοι που ανέλαβαν οι τραπεζίτες γιγαντώθηκαν από την ελλιπή εποπτεία των τραπεζών. Στο επίκεντρό της βρέθηκαν τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα (στεγαστικά ενυπόθηκα δάνεια, καταναλωτικά δάνεια, παράγωγα και δομημένα προϊόντα) και οι ηθικοί κίνδυνοι (moral hazards), στη διαδικασία διάθεσης στην αγορά από την τράπεζα. Ο ρόλος που διαδραμάτισαν εν προκειμένω οι οργανισμοί αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας – ο οποίος χαρακτηρίζεται από προφανείς συγκρούσεις συμφερόντων – απέβη καθοριστικός για την όξυνση της κρίσης, σε συνδυασμό με τα γνωστά κενά της νομοθεσίας.

2.5   Κύρια ευθύνη των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων αποτελεί σήμερα η συνετή και αυστηρή διοίκηση της επιχείρησης, παράλληλα με τη χορήγηση πιστώσεων για τη χρηματοδότηση των δράσεων της παραγωγικής οικονομίας και της κατανάλωσης των νοικοκυριών.

2.6   Υπό τις συνθήκες της τρέχουσας οικονομικής κρίσης, τα τραπεζικά ιδρύματα οφείλουν να τηρήσουν τη δέσμευσή τους έναντι της κοινωνίας. Και κάτι παραπάνω: η ίδια η κρίση υπήρξε απόδειξη επιχειρηματικής ανευθυνότητας και κατέδειξε την ανάγκη ενίσχυσης και βελτίωσης της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Η εταιρική κοινωνική ευθύνη είναι ζήτημα ταυτότητας, δέσμευσης και επιχειρηματικής στρατηγικής.

2.7   Για όλους αυτούς τους λόγους, η ΕΟΚΕ συνιστά τον προσδιορισμό στρατηγικών κατευθύνσεων δράσης στον χρηματοπιστωτικό τομέα με στόχο να τονωθεί η ανάπτυξη των κοινωνικά υπεύθυνων επενδύσεων (SRI), να εισαχθούν κατάλληλα φορολογικά μέτρα, να θεσπιστούν συστήματα τυποποίησης των προϊόντων, να βελτιωθεί η προστασία των επενδυτών, να καθιερωθούν ορθές τραπεζικές πρακτικές και να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή αγορά χάρη σε υπεύθυνες και κατάλληλες χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.

3.   Κοινωνικά υπεύθυνα χρηματοπιστωτικά προϊόντα

3.1   Ορισμός και εμβέλεια της γνωμοδότησης

3.1.1   Πρόκειται για προϊόντα αποταμίευσης (τρέχοντες λογαριασμοί, λογαριασμοί υψηλής απόδοσης, καταθέσεις ταμιευτηρίου, δομημένες καταθέσεις), επενδυτικά προϊόντα (οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων: ταμεία επενδύσεων και εταιρείες επενδύσεων· συντάξεις και ασφαλίσεις: συνταξιοδοτικά ταμεία και προγράμματα, ασφάλειες ζωής είτε χρηματοπιστωτικές είτε συνδεδεμένες με αμοιβαία κεφάλαια· θεματικά ταμεία), πιστωτικά μέσα και μέσα χρηματοπιστωτικής στήριξης (μικροπιστώσεις, ταμεία ανανεούμενων πιστώσεων, ταμεία αμοιβαίας εγγύησης και κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου), τα οποία συμπεριλαμβάνουν στον σχεδιασμό τους κριτήρια περιβαλλοντικά, κοινωνικά και χρηστής διαχείρισης, χωρίς σε καμία περίπτωση να παραμελούν τους αναγκαίους στόχους χρηματοπιστωτικού κινδύνου και αποδοτικότητας.

3.1.2   Η παρούσα γνωμοδότηση επικεντρώνεται στα επενδυτικά προϊόντα, είτε μέσω της «λιανικής αγοράς» είτε μέσω της θεσμικής αγοράς. Σε γενικές γραμμές, πρόκειται για την επένδυση σε όποιους οργανισμούς υιοθετούν καλύτερη συμπεριφορά και υποστηρίζουν τη βιώσιμη ανάπτυξη. Συνεπώς, τα προϊόντα αυτά έχουν τη φιλοδοξία να παρουσιάζονται ως αποτελεσματικό μέσον για τη συμβολή στην συνολική ανάπτυξη της κοινωνίας, καθώς συνιστούν κίνητρο για τις επιχειρήσεις ώστε να συμπεριφέρονται κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στα συμφέροντα των επενδυτών.

3.1.3   Βεβαίως, δεν πρέπει να συγχέονται τα κοινωνικά υπεύθυνα ταμεία επενδύσεων με τα ταμεία που επενδύουν σε κοινωνικούς σκοπούς. Τα δεύτερα παραχωρούν ένα ποσοστό μόνον των κερδών τους σε κοινωνικούς φορείς, δεν έχουν όμως κανέναν λόγο να τηρούν κριτήρια κοινωνικής ευθύνης όσον αφορά την επιλογή των επενδύσεών τους. Ωστόσο, οι επενδύσεις για κοινωνικούς σκοπούς και οι κοινωνικά υπεύθυνες επενδύσεις (SRI) μπορούν να συνυπάρχουν σε ένα και το αυτό ταμείο.

3.2   Προέλευση και εξέλιξη

3.2.1   Η προέλευση των κοινωνικά υπεύθυνων επενδύσεων συνδέεται με κίνητρα ηθικής φύσεως. Από τη δεκαετία του '80 ήδη, το φαινόμενο αυτό ενισχύθηκε προοδευτικά, χάρη στην ώθηση που του έδωσαν η παγκοσμιοποίηση, η οικολογική και κοινωνική ευαισθητοποίηση και η ανάπτυξη νέων τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών.

3.2.2   Οι κοινωνικά υπεύθυνες επενδύσεις πρωτοεμφανίζονται στον αγγλοσαξονικό κόσμο (7). Στον ευρωπαϊκό χώρο (8), υπάρχουν αγορές που γνώρισαν σημαντική ανάπτυξη, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, οι Κάτω Χώρες, η Νορβηγία, η Γαλλία, η Σουηδία, το Βέλγιο και, σε μικρότερη κλίμακα, χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Γερμανία.

3.3   Εννοιολογικές διευκρινίσεις

3.3.1   Οι πόροι από τις κοινωνικά υπεύθυνες επενδύσεις (SRI) εισρέουν σε επιχειρήσεις. Παραδοσιακά, οι επενδύσεις με δεοντολογικά κριτήρια συνδέονταν με κίνητρα κυρίως ηθικά, ιδεολογικά ή κοινωνικά, ενώ σήμερα επιχειρείται η ολοκληρωμένη ενσωμάτωση οικονομικών, περιβαλλοντικών, κοινωνικών και διαχειριστικών πτυχών της συμπεριφοράς της επιχείρησης, με μακροπρόθεσμες προοπτικές.

3.3.2   Στις επενδυτικές αποφάσεις παρεμβαίνουν κριτήρια κοινωνικής ευθύνης (φίλτρο), βάσει των οποίων αποκλείονται ορισμένες επενδύσεις και προκρίνονται εκείνες που εμφανίζουν καλύτερη συμπεριφορά. Από αυτή την άποψη, στόχος της κοινωνικά υπεύθυνης επένδυσης είναι να επηρεάζει μακροπρόθεσμα τις στρατηγικές των επιχειρήσεων και να εναρμονίζει τις αξίες του επενδυτή με αυτές του αντικειμένου στο οποίο επενδύει.

3.3.3   Οι αξιολογητές χρησιμοποιούν περί τα εξήντα κριτήρια. Στον παρακάτω πίνακα εμφανίζονται ορισμένα από αυτά που χρησιμοποιούνται συχνότερα (9).

Κριτήρια αποκλεισμού

Κριτήρια πρόκρισης

Όπλα

Ισότητα ευκαιριών

Πειράματα σε ζώα

Ανακύκλωση

Εκμετάλλευση του τρίτου κόσμου

Διαφύλαξη ενέργειας και φυσικών πόρων

Ρύπανση

Διαφάνεια της πληροφόρησης

Γενετικές παρεμβάσεις

Δέσμευση αλληλεγγύης έναντι της κοινωνίας

Πορνογραφία, καπνός και οινοπνευματώδη

Στήριξη της κατάρτισης και της εκπαίδευσης

Υποβάθμιση του περιβάλλοντος

Τυποποίηση προϊόντων

3.3.3.1   Ο παραπάνω κατάλογος δεν σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις που παρουσιάζουν αρνητικά χαρακτηριστικά εφαρμόζουν σήμερα ανεύθυνη διαχείριση. Αντιθέτως, ενδέχεται να τηρούν τα πλέον αυστηρά δεοντολογικά πρότυπα όσον αφορά τη διοίκηση της επιχείρησης, έστω και αν ορισμένοι επενδυτές μπορούν να θεωρήσουν ένα συγκεκριμένο τομέα, π.χ. των εξοπλισμών, ηθικά επιλήψιμο.

3.3.4   Τα κριτήρια βιωσιμότητας που χρησιμοποιούνται στις KYE (SRI) πρέπει να γίνουν αντιληπτά ως δυναμικές έννοιες, που επιτρέπουν την ενσωμάτωση νέων και σημαντικών πτυχών της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης (CSR) που πρέπει να ληφθούν υπόψη. Σε σχέση με την ισότητα ευκαιριών, για παράδειγμα, θα ήταν σκόπιμο να συμπεριληφθούν κριτήρια που αφορούν τα άτομα με ειδικές ανάγκες, όπως δείκτες ένταξης στην απασχόληση ή δυνατότητα πρόσβασης στους χώρους εργασίας, σε εμπορικά καταστήματα, σε προϊόντα και υπηρεσίες.

3.3.5   Για την κατάρτιση συγκριτικών δεδομένων σχετικά με την ανάπτυξη των κοινωνικά υπεύθυνων επενδύσεων σε παγκόσμια κλίμακα, η στρατηγική του κατακερματισμού των αγορών μας οδηγεί στη διάκριση μεταξύ της θεσμικής αγοράς (κυρίως ιδρύματα που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών) και της αγοράς «λιανικής» (η οποία εξακολουθεί να περιορίζεται στα επενδυτικά ταμεία).

3.4   Νέοι θεσμοί

3.4.1   Τα θεσμικά όργανα της χρηματοπιστωτικής αγοράς ανέπτυξαν μηχανισμούς προκειμένου να συμπεριλάβουν στη διαχείρισή τους τη διατηρησιμότητα. Ο διάλογος με τα «ενδιαφερόμενα μέρη» είναι κοινό στοιχείο και του συμβατικού τραπεζικού συστήματος και των «ηθικών τραπεζών» (10) και πραγματοποιείται μέσω συνεδριάσεων ή με τη συμμετοχή σε ηλεκτρονικές πλατφόρμες.

3.4.2   Η ανάπτυξη των κοινωνικά υπεύθυνων επενδύσεων οδήγησε στη δημιουργία νέων θεσμών ή στην προσαρμογή των παραδοσιακών οργανισμών που δραστηριοποιούνται στον χώρο της διαμόρφωσης και διάδοσης διεθνών χρηματιστηριακών δεικτών (λ.χ. Dow Jones Sustainability DJSI Index ή FTSE4Good), της εκπόνησης και διάθεσης στην αγορά βάσεων δεδομένων, των αναλύσεων διατηρησιμότητας, της παροχής συμβουλών περί κοινωνικά υπεύθυνων επενδύσεων κλπ.

3.4.3   Στην ανάπτυξη των «Αρχών για υπεύθυνες επενδύσεις» του ΟΗΕ (Principles for Responsible Investment – PRI), συνετέλεσε ο ενεργός ρόλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η δημιουργία του Social Investment Forum (Φόρουμ Κοινωνικών Επενδύσεων – SIF) στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και του European Social Investment Forum (Ευρωπαϊκό Φόρουμ Κοινωνικών Επενδύσεων – Eurosif) στην Ευρώπη, συμβάλλουν στον διάλογο με τα ενδιαφερόμενα μέρη (11).

3.5   Διαχείριση χαρτοφυλακίων

3.5.1   Η ανάπτυξη κοινωνικο-οικονομικών προσομοιώσεων εισάγει μέτρα κοινωνικής αποδοτικότητας στα παραδοσιακά χρηματοπιστωτικά πρότυπα, υπερβαίνοντας την απλή σχέση αποδοτικότητας-κινδύνου. Έτσι, οι στόχοι των κοινωνικά υπεύθυνων επενδύσεων στηρίζονται στην επιλογή επενδύσεων βάσει κριτηρίων κοινωνικών, περιβαλλοντικών και χρηστής διαχείρισης, πέραν των καθαρά χρηματοοικονομικών κριτηρίων.

3.5.2   Τα τελευταία χρόνια έχει αναγνωριστεί η ανάγκη να εφαρμοστεί στον χρηματοπιστωτικό τομέα ένα πλαίσιο κοινωνικής ευθύνης, γεγονός που οδήγησε στη λεγόμενη «βιώσιμη» ή «κοινωνικά υπεύθυνη» χρηματοοικονομική (Sustainable Finance). Η τάση αυτή συνδέεται με τις εξελίξεις της θεωρίας της «συμπεριφορικής χρηματοοικονομικής» και επεκτείνει την ανάλυση της οικονομικής και ψυχολογικής συμπεριφοράς των ατόμων στην κοινωνική και την περιβαλλοντική συμπεριφορά (12).

3.5.3   Οι φορείς που ανέπτυξαν περισσότερο τις τεχνικές αξιολόγησης και κατάταξης των επιχειρήσεων με βάση την κοινωνικά υπεύθυνη συμπεριφορά είναι οι οργανισμοί αναλύσεων της διατηρησιμότητας (13), με την εφαρμογή διαφόρων μεθόδων αξιολόγησης. Συγκεκριμένα, τα συμπεράσματα διαφόρων μελετών που έχουν εκπονηθεί στο τομέα αυτόν επισημαίνουν ότι «οι κοινωνικά υπεύθυνες επενδύσεις δεν απαιτούν από τον επενδυτή να θυσιάσει την οικονομική αποδοτικότητα», υπό την οπτική πάντοτε της μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης απόδοσης.

3.6   Τυποποίηση προϊόντων

3.6.1   Για να αναδειχθούν και να καθιερωθούν τα κοινωνικά υπεύθυνα χρηματοπιστωτικά προϊόντα —είτε πρόκειται για προϊόντα επένδυσης είτε αποταμίευσης ή χρηματοδότησης— χρειάζεται πρώτα να προσδιοριστούν με απόλυτη σαφήνεια οι απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν, οι οποίες θα εγγυώνται την εφαρμογή των αρχών της κοινωνικής ευθύνης και των διαδικασιών παρακολούθησης, διαρκούς αξιολόγησης και διαφάνειας.

3.6.2   Συγκεκριμένα, η Ένωση Τυποποίησης και Πιστοποίησης της Ισπανίας (Asociación Española de Normalización y Certificación – AENOR) (14) αναθεωρεί επί του παρόντος ένα πρότυπο για τα κοινωνικά υπεύθυνα χρηματοπιστωτικά προϊόντα (UNE 165001: 2002 EX, Instrumentos financieros éticos), προκειμένου να προτείνει γενικές απαιτήσεις που θα κατευθύνουν τα ιδρύματα που προτίθενται να σχεδιάσουν και να θέσουν στην αγορά τέτοια προϊόντα, και να προσφέρει στους χρήστες τη μέγιστη δυνατή διαφάνεια και προβολή των δεοντολογικών αυτών κριτηρίων.

3.6.3   Παράλληλα, σε διάφορες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπονήθηκαν κατά τα τελευταία χρόνια κριτήρια αυτορρύθμισης του κλάδου (15), συχνά κατόπιν αιτήματος των κρατικών εποπτικών οργάνων, προκειμένου να καταγράφεται ο αυξανόμενος αριθμός νέων κοινωνικά υπεύθυνων επενδυτικών ταμείων, που εμφανίζει σημαντική πρόοδο. Οι ελεγκτές και οι επαγγελματίες σύμβουλοι παρέχουν περαιτέρω δυνατότητες ελέγχου και επίτευξης ισορροπίας.

3.6.4   Αξίζει επίσης να επισημανθεί η πρωτοβουλία για την ενίσχυση της διαφάνειας κατά τη χρήση αυτών των κριτηρίων, που προωθεί το EUROSIF (Ευρωπαϊκό Φόρουμ Βιώσιμων Επενδύσεων) και άλλα παρόμοια φόρουμ των κρατών μελών. Κατ' αυτόν τον τρόπο, ο καταναλωτής λαμβάνει πληροφορίες για τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται και την εφαρμογή τους, χωρίς να υπεισέλθει σε αξιολόγηση του χρηστού ή υπεύθυνου χαρακτήρα των προϊόντων.

3.6.5   Η πρωτοβουλία ενίσχυσης της συγκρισιμότητας των εκθέσεων που εκπονούν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα όσον αφορά τις κοινωνικά υπεύθυνες επενδύσεις επιχειρεί να προτείνει ένα τυποποιημένο υπόδειγμα εγγράφου, το οποίο να ανταποκρίνεται στις ανάγκες ενημέρωσης των επενδυτών σε διάφορες χώρες της ΕΕ.

4.   Συστήματα προστασίας του καταναλωτή

4.1   Η εμπιστοσύνη των καταναλωτών προς τις επιχειρήσεις παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών υπέστη σοβαρό πλήγμα με τη χρηματοοικονομική κρίση. Η δεοντολογία του κλάδου τελεί υπό αμφισβήτηση. Είναι, λοιπόν, η κατάλληλη στιγμή για να αναλάβουν δράσεις τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για την καθιέρωση και την εδραίωση των κοινωνικά υπεύθυνων χρηματοπιστωτικών προϊόντων.

4.2   Βελτίωση της πληροφόρησης του πελάτη

4.2.1   Μία από τις συνέπειες της χρηματοπιστωτικής κρίσης είναι η αυξανόμενη μέριμνα των ρυθμιστικών αρχών για τους αποταμιευτές και τους επενδυτές. Η στάση αυτή ενισχύθηκε μέσω επιτροπών διαιτησίας, ενημερωτικών φυλλαδίων και οδηγών, ελέγχου της διαφήμισης (16) (πρέπει να είναι σαφής, αμερόληπτη και μη παραπλανητική) όλων των χρηματοπιστωτικών προϊόντων, μέσω της σύστασης υπηρεσιών παραπόνων ή με τον θεσμό του διαμεσολαβητή (Ombudsman).

4.2.2   Ωστόσο, κατά τις τραπεζικές πρακτικές συμβαίνει να μην ενημερώνονται πάντοτε κατάλληλα οι πελάτες σύμφωνα με τις ανάγκες τους. Λόγου χάρη, σε πρόσφατη μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (17) καταγγέλλονται οι παρατυπίες του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα σε πολλά κράτη μέλη, όπως η έλλειψη διαφάνειας και οι υψηλές τιμές των προμηθειών, καθώς και οι δυσχέρειες σύγκρισης των προσφορών των διαφόρων τραπεζικών ιδρυμάτων ώστε να μπορεί ο πελάτης να επιλέξει την πιο συμφέρουσα.

4.2.3   Η διαφάνεια έναντι των πελατών απαιτεί την παροχή σαφούς, ακριβούς, κατανοητής και συγκρίσιμης πληροφόρησης. Συγκεκριμένα, τα κοινωνικά υπεύθυνα χρηματοπιστωτικά προϊόντα θα οφείλουν, τουλάχιστον, να περιλαμβάνουν τον ορισμό της «κοινωνικά υπεύθυνης επένδυσης (SRI)» που εφαρμόζουν, τα πρακτικά κριτήρια που χρησιμοποιούν (φίλτρο SRI), τη σύνθεση της επιτροπής SRI (18), τις προμήθειες διαχείρισης, κατάθεσης κλπ., καθώς και την τακτική δημοσίευση ανεξάρτητων εκθέσεων σχετικά με την τήρηση των αρχών κοινωνικής ευθύνης του προϊόντος.

4.2.4   Η παροχή πληροφοριών μέσω της υπηρεσίας εξυπηρέτησης πελατών συμβάλλει στη συνεχή βελτίωση (καθοριστικό παράγοντα της ποιότητας μιας υπηρεσίας) και στην υπεύθυνη εξυπηρέτηση μετά την πώληση, καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής του προϊόντος ή έως ότου ο πελάτης αποδεσμευθεί από αυτό.

4.3   Προώθηση της χρηματοοικονομικής εκπαίδευσης

4.3.1   Η χρηματοοικονομική εκπαίδευση διαγράφεται ως μία από τις ευθύνες που θα πρέπει να αναλάβουν από κοινού ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας, ώστε να ανταποκριθούν στην πρόκληση που θέτει το ολοένα και πιο σύνθετο χρηματοπιστωτικό περιβάλλον. Ωστόσο, η σχετική κατάρτιση θα πρέπει να εξασφαλίζεται χωρίς την παρεμβολή των συμφερόντων διάθεσης στην αγορά συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών προϊόντων.

4.3.2   Διάφορες πρωτοβουλίες έχουν εμφανιστεί εκ μέρους των εποπτικών οργάνων και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων για την προώθηση της χρηματοπιστωτικής εκαπίδευσης του πληθυσμού, υπό την επωνυμία «προγράμματα χρηματοοικονομικής εκπαίδευσης», ως μέσον για την αποτροπή ιδίως των περιπτώσεων υπερχρέωσης των οικογενειών και τη συνδρομή για την επιλογή προϊόντων που ανταποκρίνονται στο προφίλ κινδύνου και στην περιουσιακή κατάσταση της καθεμιάς τους.

4.3.3   Οι πολιτικές χρηματοοικονομικής εκπαίδευσης που έχουν ακολουθηθεί συμβάλλουν στην οικοδόμηση εμπιστοσύνης έναντι του χρηματοπιστωτικού συστήματος και η σημασία τους έχει αναγνωριστεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο στην ανακοίνωση της Επιτροπής για τη χρηματοοικονομική εκπαίδευση (19) όσο και στα τελικά συμπεράσματα του Συμβουλίου «Οικονομικά και Δημοσιονομικά Θέματα» της 14ης Μαΐου 2008 (20).

4.3.4   Η παροχή κινήτρων για τη διενέργεια μελετών σχετικά με τις κοινωνικά υπεύθυνες επενδύσεις και η κατάρτιση των φορέων της αγοράς συντελούν στην υιοθέτηση βέλτιστων πρακτικών εκ μέρους των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, στα πλαίσια της πολιτικής για τη διατηρησιμότητα. Το εκπαιδευτικό υλικό και οι κώδικες συμπεριφοράς αποτελούν χρήσιμη βάση για την πρόοδο της κατάρτισης.

4.4   Παροχή συμβουλών περί χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών

4.4.1   Η ευρωπαϊκή οδηγία MIFID (21) απαιτεί από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα την ενίσχυση της προστασίας του επενδυτή και την προσφορά στους πελάτες τους προϊόντων που ανταποκρίνονται στο προφίλ του εκάστοτε επενδυτή. Επιπλέον, απαιτεί να υπάρχουν σαφή όρια μεταξύ παροχής συμβουλών και προσφοράς προϊόντων, ενώ ορίζει ότι οι χρηματομεσίτες οφείλουν να γνωρίζουν λεπτομερώς τα προϊόντα που θέτουν στην αγορά. Επομένως, οφείλουν να ρωτούν τον πελάτη, στο πλαίσιο του ελέγχου της καταλληλότητας, κατά πόσο συμφωνεί με τις πολιτικές κοινωνικά υπεύθυνων επενδύσεων (SRI), ώστε να του προσφέρουν ή να του αναθέσουν (διαχείριση χαρτοφυλακίων) τα καταλληλότερα προϊόντα SRI σε κάθε περίπτωση.

4.4.2   Ειδικότερα, τα κοινωνικά υπεύθυνα χρηματοπιστωτικά προϊόντα θα πρέπει να περιλαμβάνουν διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου που να εντοπίζουν τους κινδύνους των επενδύσεων, καθώς και να εποπτεύουν την πιθανότητα ύπαρξης συγκρούσεως συμφερόντων και να ενημερώνουν καταλλήλως την επιτροπή SRI (η οποία θα πρέπει να απαρτίζεται κατά πλειοψηφία από εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, ώστε να εξασφαλίζεται η αντικειμενική της κρίση).

5.   Προοπτικές των κοινωνικά υπεύθυνων επενδύσεων

5.1   Σε μία συγκυρία όπως η παρούσα, οι κοινωνικά υπεύθυνες επενδύσεις μπορούν να ωφεληθούν, υπό την προϋπόθεση ότι οι επενδυτές θα μπορούν να διακρίνουν τις επιχειρήσεις που τάσσονται μακροπρόθεσμα υπέρ της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης από εκείνες που την χρησιμοποιούν ως απλό μέσον προώθησης.

5.2   Τα ιδρύματα που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών εμφανίζονται ως η μεγάλη ευκαιρία για την τόνωση των κοινωνικά υπεύθυνων επενδύσεων. Σύμφωνα με τον κ. Jáuregui (22), στην Ισπανία, η ενδεχόμενη διάθεση στην αγορά του 10 % του αποθεματικού της κοινωνικής ασφάλισης με κριτήρια διατηρησιμότητας (23) θα ευνοούσε την ανάπτυξη πνεύματος κοινωνικής ευθύνης.

5.3   Ως παράδειγμα ορθής πρακτικής για την κινητοποίηση του επιχειρηματικού κόσμου και των δημοσίων αρχών, αξίζει να αναφερθούν δράσεις όπως η απονομή του «Medal of Social Solidarity» (μετάλλιο κοινωνικής αλληλεγγύης), που διοργανώνει το Business Centre Club, μία από τις κυριότερες εργοδοτικές οργανώσεις της Πολωνίας. Πρόκειται για ειδική διάκριση που επιβραβεύει πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των διευθυντικών στελεχών, για την προώθηση, μεταξύ άλλων, της ιδέας της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Τα μετάλλια απονέμονται παρουσία εκατοντάδων διευθυντών, υπουργών, διπλωματών, του Πρωθυπουργού ή ακόμη και του ίδιου του Προέδρου της Πολωνίας, του Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή του Προέδρου της ΕΟΚΕ.

5.4   Για να φθάσουν οι κοινωνικά υπεύθυνες επενδύσεις σε επίπεδο ωρίμανσης, η ΕΟΚΕ καλεί τις δημόσιες αρχές να τις προωθήσουν και, συγκεκριμένα, να διευκολύνουν τη θέσπιση κατάλληλων νομικών πλαισίων, να τονώσουν τις επενδύσεις με κριτήρια διατηρησιμότητας, να συμβάλουν στην προβολή των ορθών πρακτικών και να προσφέρουν κίνητρα για επενδύσεις σε αυτού του είδους τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, λ.χ. μέσω κατάλληλων φορολογικών πολιτικών (24). Ένας πολύ αποτελεσματικός τρόπος τόνωσης της αγοράς είναι να εισαγάγουν οι δημόσιες αρχές αυτά τα κριτήρια στις δικές τους επενδύσεις, τόσο σταθερής όσο και κυμαινόμενης απόδοσης, με τους πόρους των κρατικών επενδυτικών ταμείων ή τα αποθεματικά της κοινωνικής ασφάλισης, όπως κάνει η Γαλλία. Στον τομέα της ρύθμισης, και όσον αφορά τη διαφάνεια, αξίζει να τονιστεί ο αντίκτυπος που έχει η ανάπτυξη της νομοθεσίας, η οποία καλεί τους φορείς διαχείρισης των επενδυτικών ταμείων ή των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών να διευκρινίζουν εάν εφαρμόζουν ή όχι κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια κατά την επιλογή των επενδύσεων, όπως γίνεται στη Βρετανία.

5.5   Η ΕΟΚΕ τονίζει τη σημασία που έχει η δέσμευση των επιχειρήσεων και η ενεργός διαχείριση εκ μέρους των ενδιαμέσων της χρηματοπιστωτικής αγοράς. Οι διαχειριστές των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, οι επιτροπές SRI των προϊόντων, οι επιτροπές ελέγχου και τα συνδικάτα συνιστούν παράγοντες που ενισχύουν τον δυναμισμό της αγοράς κοινωνικά υπεύθυνων ταμείων.

Βρυξέλλες, 26 Μαΐου 2010.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Mario SEPI


(1)  COM(2001) 366 τελικό. Βλ. επίσης την ανακοίνωση της Επιτροπής «Πραγμάτωση της εταιρικής σχέσης για τη μεγέθυνση και την απασχόληση: να γίνει η Ευρώπη πόλος αριστείας στον τομέα της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης», COM(2006) 136 τελικό.

(2)  «Corporate Social Responsibility: Partners for Progress», ΟΟΣΑ, Παρίσι 2001.

(3)  Βλ. τη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Η δεοντολογική και κοινωνική διάσταση των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών οργανισμών», ΕΕ C 100 της 30.4.2009, σ. 84.

(4)  Παρουσιάζονται στο έγγραφο 143 της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ταμιευτηρίων, του 1990.

(5)  E. Castelló (2005): «El liderazgo social de las Cajas de Ahorro», FUNCAS Ediciones.

(6)  J.L. García (2009): Las cuentas de la economía social: magnitudes y financiación del tercer sector en España, 2005. Civitas Ediciones.

Βλ. το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την κοινωνική οικονομία της 19.2.2009, με εισηγήτρια την κ. Patricia Toia, P6_TA(2009)0062.

(7)  Eurosif (2008). Ο όγκος του ενεργητικού στις Ηνωμένες Πολιτείες ανέρχεται σε 1 917 δισ. ευρώ το 2007.

(8)  Eurosif (2008). Τα περιουσιακά στοιχεία σε κοινωνικά υπεύθυνες επενδύσεις αντιπροσωπεύουν στην Ευρώπη 2 665 δισ. ευρώ το 2007.

(9)  Muñoz et al. (2004): «The social responsibility performance of ethical and solidarity funds: An approach to the case of Spain». Business Ethics. A European Review. Vol 13, number 2/3 April, July.

(10)  Ο όρος «ηθική τράπεζα» είναι ο πιο διαδεδομένος, χωρίς να αποκλείονται και άλλοι, όπως «κοινωνική», «εναλλακτική» κλπ. Βλ. INVERCO (Επιτροπή δεοντολογίας - 1999).

(11)  Βλ. γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Ο αντίκτυπος των ιδιωτικών επενδυτικών κεφαλαίων, των αμοιβαίων κεφαλαίων κινδύνου και των κρατικών ταμείων επενδύσεων στις βιομηχανικές μεταλλαγές στην Ευρώπη», ΕΕ C 128 της 18.05.2010, σ. 56.

(12)  Για το ζήτημα αυτό, σημαντικές είναι οι πρωτοπόρες εργασίες του Amartya Sen (1970): Collective choice and social welfare, Holden-Day.

(13)  Προσφέρουν στους επενδυτές υπηρεσίες παροχής συμβουλών και ελέγχου.

(14)  AENOR (2008): «Ética. Sistema de gestión de la responsabilidad social de las empresas» (Δεοντολογία. Σύστημα διαχείρισης της κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων).

(15)  Οι επιτροπές ελέγχου των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών αναφέρουν εάν εφαρμόζουν κριτήρια κοινωνικής ευθύνης κατά τις αποφάσεις επένδυσης.

(16)  Βλ. την γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί τροποποίησης των οδηγιών 2003/71/ΕΚ σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση και Οδηγία 2004/109/ΕΚ για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά», COM(2009) 491 τελικό, CESE 257/2010.

(17)  «Data collection for prices of current accounts provided to consumers», Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2009, http://ec.europa.eu/consumers/strategy/docs/prices_current_accounts_report_en.pdf.

(18)  Συλλογικό όργανο εμπειρογνωμόνων, το οποίο συνδράμει το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή τον διαχειριστικό ή εποπτικό φορέα του προϊόντος όσον αφορά τη μέριμνα για την ορθή εφαρμογή του δεοντολογικού «φίλτρου» και την αναθεώρηση των παρεχόμενων πληροφοριών. Παρότι αυτό δεν συμβαίνει πάντοτε, το κάθε χρηματοπιστωτικό προϊόν θα έπρεπε να απολαμβάνει της συνδρομής μίας επιτροπής.

(19)  COM(2007) 808 τελικό.

(20)  Ανακοινωθέν Τύπου του Συμβουλίου «Οικονομικά και Δημοσιονομικά Θέματα» 8850/08 (Presse 113), σ. 14.

(21)  Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων.

(22)  Ευρωβουλευτής και μέλος της οργάνωσης «Alternativa Responsable».

(23)  Διάφορες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτουν αντίστοιχο αποθεματικό.

(24)  Economistas sin Fronteras (οικονομολόγοι χωρίς σύνορα): «Cómo fomentar la inversión socialmente responsable en España» (Πώς θα τονωθεί η κοινωνικά υπεύθυνη επένδυση στην Ισπανία), UNED, 2007.


21.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 21/39


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Η επαγγελματοποίηση των οικιακών εργασιών» (πρόσθετη γνωμοδότηση)

2011/C 21/07

Εισηγήτρια: η κ. OUIN

Στις 16 Φεβρουαρίου 2010 και σύμφωνα με το άρθρο 29, σημείο A των διατάξεων εφαρμογής του εσωτερικού κανονισμού της, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να εκπονήσει συμπληρωματική γνωμοδότηση με θέμα:

«Η επαγγελματοποίηση των οικιακών εργασιών».

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 5 Μαΐου 2010.

Κατά την 463η σύνοδο ολομέλειάς της, της 26ης και 27ης Μαΐου 2010 (συνεδρίαση της 26ης Μαΐου 2010), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε, με 133 ψήφους υπέρ, 7 ψήφους κατά και 11 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συστάσεις

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας (ΔΓΕ) αποφάσισε κατά την 301η συνεδρίασή του που πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2008, να θέσει το ζήτημα της «αξιοπρεπούς εργασίας των κατ' οίκον εργαζομένων» στην ημερήσια διάταξη της 99ης Διεθνούς Συνδιάσκεψης Εργασίας (η οποία πρόκειται να πραγματοποιηθεί τον Ιούνιο του 2010), ώστε να διεξαχθεί διπλή συζήτηση γύρω από το φαινόμενο αυτό. Στόχος είναι να προσδιοριστεί ο καλύτερος δυνατός τρόπος διασφάλισης των δικαιωμάτων και των κατάλληλων συνθηκών εργασίας αυτής της κατηγορίας εργαζομένων. Το ΔΓΕ έχει ήδη ξεκινήσει συζητήσεις μεταξύ των κρατών και των κοινωνικών εταίρων για την εξεύρεση του πλέον κατάλληλου μέσου. Η ΕΟΚΕ επιθυμεί την υιοθέτηση ενός αποτελεσματικού μέσου, προσαρμοσμένου στις ιδιαιτερότητες αυτής της εργασίας. Ζητά επίσης από τους ευρωπαϊκούς φορείς, τα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους να προβούν στις εξής ενέργειες:

1.1

Διενέργεια μεγαλύτερου αριθμού ερευνών για την απόκτηση δεδομένων σχετικά με τους κανόνες και τις συνθήκες εργασίας και απασχόλησης, την κοινωνική προστασία των κατ' οίκον εργαζομένων και την εφαρμογή αυτών στα κράτη μέλη. Οι υπάρχουσες μελέτες είναι μερικές και δεν επιτρέπουν συγκρίσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ οι συνθήκες διαφέρουν σημαντικά από κράτος σε κράτος.

1.2

Θέσπιση στα κράτη μέλη νομοθετικών μέτρων που να περιλαμβάνουν διατάξεις σχετικά με τη φορολογία, την κοινωνική ασφάλιση και με το εργατικό και το αστικό δίκαιο, να ενθαρρύνουν περισσότερο τα νοικοκυριά να προσλαμβάνουν δηλωμένους κατ’ οίκον εργαζόμενους και τους κατ’ οίκον εργαζόμενους να επιλέγουν θέση εργασίας που να βασίζεται σε νόμιμη σύμβαση εργασίας.

1.3

Κατάρτιση με ευρεία διάδοση συμβουλών και συστάσεων προς χρήσιν των ιδιωτών εργοδοτών και των κατ' οίκον απασχολουμένων· ενθάρρυνση της πληροφόρησης/κατάρτισης των ιδιωτών όσον αφορά τις υποχρεώσεις τους και τα δικαιώματά τους ως εργοδοτών ή εργαζομένων, ειδικότερα δε στις περιπτώσεις που ισχύουν συστήματα επιδοτήσεων ή φοροαπαλλαγών για τους εργοδότες.

1.4

Εμπλουτισμός των υφιστάμενων πλαισίων αναφοράς, τα οποία περιγράφουν τα καθήκοντα και τις ευθύνες, τις δεξιότητες και τα προσόντα που απαιτούνται για την εκτέλεση μιας οικιακής και οικογενειακής εργασίας ποιότητας, και εισαγωγή συγκρίσεων μεταξύ των διαφορετικών συνθηκών σε κάθε κράτος. Προαγωγή του ευρωπαϊκού τομεακού διαλόγου σχετικά με τις εν λόγω δραστηριότητες.

1.5

Σύγκριση των διαφορετικών τύπων οργανισμών (δημόσιες υπηρεσίες, επιχειρήσεις, ενώσεις, συνεταιρισμοί, άμεση απασχόληση) από την οπτική των δικαιωμάτων των εργαζομένων και της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών.

1.6

Χάραξη πορείας προς μια μορφή οργάνωσης της εργασίας που θα επιτρέπει την αναπλήρωση των εργαζομένων στην οικία των εργοδοτών ή των πελατών τους (χωρίς την οποία τα δικαιώματά τους για παροχές αδείας, ασθενείας, μητρότητας και κατάρτισης θα παραμείνουν ανυπόστατα) και θα περιέχει την αποζημίωση για το χρόνο μετακίνησης μεταξύ δύο οικιών. Είναι εξίσου απαραίτητο οι εργαζόμενοι (άνδρες και γυναίκες) να μπορέσουν να οργανωθούν για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους και να εξέλθουν από την απομόνωσή τους για να διαπραγματευθούν με τους εργοδότες τους ισότιμα δικαιώματα με εκείνα των εργαζομένων σε μεγάλες επιχειρήσεις και διοικητικές δομές·

1.7

Θέσπιση πιστοποίησης της εμπειρίας και δια βίου κατάρτισης, ώστε να αναγνωρισθεί η αξία της εργασίας αυτής και οι εργοδότες ή πελάτες να διαθέτουν εγγυήσεις για τις επαγγελματικές ικανότητες των εργαζομένων (ανδρών και γυναικών)·

1.8

Διευκόλυνση της καινοτομίας στην οργάνωση του κλάδου με τη στήριξη του πειραματισμού σε καινοτόμες ιδέες και της ανάπτυξης νέων μορφών οργάνωσης και εταιρικών σχέσεων για αποτελεσματικότερη και εγκυρότερη υλοποίηση·

1.9

Προσδιορισμός, περιορισμός και πρόληψη των επαγγελματικών κινδύνων που σχετίζονται με την κατ' οίκον εργασία, διασφάλιση συνθηκών ισότιμων με αυτές των άλλων εργαζομένων στους τομείς της ασφάλειας και της υγείας στην εργασία, της κοινωνικής ασφάλισης συμπεριλαμβανομένης της μητρότητας και της σύνταξης·

1.10

Καταπολέμηση της παράνομης εργασίας που είναι σημαντική στον κλάδο και προστασία των εργαζομένων μη νομίμων μεταναστριών και θυμάτων εκμετάλλευσης: κατάργηση της «διπλής τιμωρίας» που υφίστανται αυτές οι γυναίκες όταν, κατά την καταγγελία στην αστυνομία της βίας που υπέστησαν, και ιδίως της σεξουαλικής κακοποίησης, ή του γεγονότος ότι δεν έχουν πληρωθεί, απελαύνονται στη χώρα προέλευσής τους. Οι διεθνείς συμβάσεις πρέπει να εφαρμόζονται και να τις προστατεύουν (1).

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1   Διαπιστώσεις

2.1.1   Καθαρίστριες, τροφοί, συνοδοί για τη φροντίδα ατόμων, οικιακές βοηθοί… αυτά τα επαγγέλματα που ασκούνται αποκλειστικά από γυναίκες δεν αποτελούν ακόμα πραγματικά επαγγέλματα, ενώ οι νοικοκυρές εκτελούν αμισθί αυτή την εργασία. Σε μια συγκυρία όπου η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ΔΟΕ) εγκύπτει στο ζήτημα της «αξιοπρεπούς εργασίας για τους κατ’ οίκον εργαζόμενους», η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή επιχείρησε να εμβαθύνει τις θέσεις που εκφράσθηκαν στη γνωμοδότηση που υιοθετήθηκε τον Οκτώβριο του 2009 ως προς τη σχέση μεταξύ της ισότητας των φύλων, της οικονομικής ανάπτυξης και του δείκτη απασχόλησης (2): Αυτή η γνωμοδότηση αναδείκνυε τη σημασία της επαγγελματοποίησης των υπηρεσιών φροντίδας για την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών καθώς και για την οικονομική ανάπτυξη.

2.1.2   Τα ευρωπαϊκά κράτη θεωρούν τις υπηρεσίες φροντίδας ως πηγή μη μετεγκαταστάσιμης απασχόλησης. Πολλά έθεσαν σε εφαρμογή φοροαπαλλαγές ή επιδοτήσεις προκειμένου να νομιμοποιήσουν την παράνομη απασχόληση, να τονώσουν τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και να βοηθήσουν τους δικαιούχους να συμβιβάσουν καλύτερα την οικογενειακή και την επαγγελματική τους ζωή.

2.1.3   Σύμφωνα με την έκθεση της ΔΟΕ που εκπονήθηκε ενόψει της διάσκεψης του Ιουνίου του 2010 (3), η κατ’ οίκον εργασία στις εκβιομηχανισμένες χώρες αντιστοιχεί σε ποσοστό από 5 % έως 9 % της συνολικής απασχόλησης. Στην εισαγωγή της, η έκθεση αναφέρει πως «η αμειβόμενη οικιακή εργασία παραμένει, σε πολλές χώρες, σχεδόν αόρατη μορφή απασχόλησης. Διεξάγεται όχι στο εργοστάσιο ή στο γραφείο, αλλά στην οικία ενός ιδιώτη. Οι εργαζόμενοι δεν είναι άνδρες που στηρίζουν την οικογένειά τους αλλά, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, γυναίκες. Δεν εργάζονται μαζί με άλλους, αλλά μόνοι μέσα σε τέσσερεις τοίχους. Η εργασία τους δεν έχει στόχο την παραγωγή υπεραξίας αλλά την παροχή φροντίδας ή υπηρεσιών σε εκατομμύρια νοικοκυριά. Η οικιακή εργασία συνήθως αντιστοιχεί στις μη αμειβόμενες εργασίες που εκτελούν παραδοσιακά οι γυναίκες στο σπίτι τους. Αυτό εξηγεί το γιατί αυτή η εργασία είναι υποτιμημένη μισθολογικά και διεξάγεται συχνά υπό άτυπο και παράνομο καθεστώς. Δε θεωρείται κανονική εργασία που εντάσσεται στο γενικό πλαίσιο της εργατικής νομοθεσίας, ενώ προέρχεται από τη σχέση “αφεντικού-υπηρέτη”. Λόγω αυτού, πολλές νομικές διατάξεις δε λαμβάνουν υπόψη την ιδιαιτερότητα της οικιακής εργασίας, πράγμα που εκθέτει τους εργαζομένους σε άνιση, άδικη και συχνά καταχρηστική μεταχείριση» (4).

2.1.4   Προσθέτει δε πως «Περιπτώσεις κακομεταχείρισης και κακοποίησης, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας και της δουλείας, ιδίως όσον αφορά κατ' οίκον εργαζόμενες μετανάστριες που διαμένουν στην οικία του εργοδότη τους, καταγγέλλονται συχνά στα μέσα μαζικής ενημέρωσης». Παρά το γεγονός ότι ο αριθμός των ατόμων που απασχολούνται στον εν λόγω τομέα παρουσιάζει συνεχή αύξηση, η κατ’ οίκον εργασία παραμένει μακράν η πλέον αβέβαιη, η χαμηλότερα αμειβόμενη, η λιγότερο προστατευόμενη και μία από τις πλέον επισφαλείς μορφές απασχόλησης. Καθώς πρόκειται για ιδιαίτερη μορφή απασχόλησης που δεν καλύπτεται από τη διεθνή νομοθεσία, η ΔΟΕ επιχειρεί να καταρτίσει κατάλληλη νομοθεσία από το 1948.

2.1.5   Η παρούσα γνωμοδότηση αφορά την αμειβόμενη κατ' οίκον εργασία που διεξάγεται στην οικία ενός νοικοκυριού και προς όφελος αυτού, και περιλαμβάνει τις οικιακές εργασίες, τη φροντίδα των παιδιών και άλλες υπηρεσίες φροντίδας. Δεν αφορά τις κοινωνικές υπηρεσίες ούτε τις ιδιωτικές επιχειρήσεις, αλλά τις συνθήκες εργασίας των κατ' οίκον εργαζομένων που απασχολούνται από ιδιώτες. Καθώς αυτή η εργασία αφορά αυξανόμενο αριθμό ατόμων, όσους την ασκούν και όσους ωφελούνται από αυτήν, και δεδομένου του ειδικού χαρακτήρα της, κρίνεται σκόπιμο να πλαισιώνεται από νομοθεσία προσαρμοσμένη στις ιδιαιτερότητές της.

2.1.6   Στην Ευρώπη, η πλειονότητα των κατ' οίκον εργαζομένων (ανδρών και γυναικών) έχουν περισσότερους του ενός εργοδότη. Μόνο μικρός αριθμός γυναικών, κυρίως μετανάστριες, ζουν στην οικία του εργοδότη τους. Η άτυπη εργασία είναι πολύ συχνή. Οι κατ' οίκον εργαζόμενες είναι συχνά άτομα ευάλωτα, που δεν γνωρίζουν καλά τα δικαιώματά τους, προέρχονται από την επαρχία, διαθέτουν χαμηλό επίπεδο προσόντων, ή είναι μετανάστριες που δεν ομιλούν επαρκώς τη γλώσσα της χώρας υποδοχής.

2.1.7   Ανεξάρτητα από τη νομική κατάσταση, το εργατικό δίκαιο αφορά τις επιχειρήσεις και, στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν εφαρμόζεται, στην πράξη που εκτελείται στην κατ’ οίκον εργασία, ενώ όταν εφαρμόζεται οι έλεγχοι είναι δυσχερείς, ενίοτε δε ανύπαρκτοι. Συνεπώς, οι κανόνες που αφορούν τις δραστηριότητες που δημιουργούν κέρδος δεν εφαρμόζονται επίσης. Αυτή η εργασία θεωρείται μάλιστα από τον Adam Smith (5) ως μη παραγωγική. Η αξία της δεν αναγνωρίζεται παρά το ότι είναι απαραίτητη για τη λειτουργία της κοινωνίας.

2.1.8   «Καθώς, σε πολλές περιπτώσεις, η εργατική νομοθεσία δεν ορίζει με σαφήνεια το καθεστώς τους, οι κατ' οίκον εργαζόμενοι τείνουν να αποκλείονται από τους επίσημους κανονισμούς, τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη» (6). Αν και οι διατάξεις που ισχύουν στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αποκλείουν τους κατ’ οίκον εργαζόμενους από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας, στην πράξη, σπανίως εφαρμόζονται. Οι ιδιώτες - εργοδότες δεν είναι επαρκώς ενημερωμένοι σχετικά με τις υποχρεώσεις και τις ευθύνες τους. Οι κατ’ οίκον εργαζόμενες γυναίκες είναι απομονωμένες και, συνεπώς, τους είναι δύσκολο να οργανωθούν.

2.2   Ορισμός της επαγγελματοποίησης

2.2.1   Τα καθήκοντα που καλύπτονται από τον όρο της κατ’ οίκον και οικογενειακής εργασίας αποτελούν αντικείμενο μιας άτυπης μορφής μάθησης η οποία επί γενεές μεταβιβάζεται στο πλαίσιο της οικογένειας. Διαφέρουν δε ανάλογα με τη γενιά. Στην Ευρώπη, η κλώση του μαλλιού και η σίτιση της αγροικίας έχουν αντικατασταθεί από την επιλογή του κατάλληλου προγράμματος πλύσης στο πλυντήριο και από την επιλογή ειδών διατροφής που δεν έχουν υπερβεί την ημερομηνία λήξης τους από το τμήμα φρέσκων προϊόντων του σουπερμάρκετ. Αυτή η άτυπη μαθητεία πρέπει να αναγνωρισθεί, και το περιεχόμενο των απαραίτητων γνώσεων και δεξιοτήτων να ορισθεί. Πρέπει επίσης να εισαχθεί η δια βίου εκμάθηση. Η τεχνολογική καινοτομία πρέπει να διεισδύσει και σε αυτόν τον κλάδο όπως και στους υπόλοιπους, ενώ πρέπει να ενσωματωθούν οι νέες γνώσεις στον τομέα της διατροφής ή οι νέες απαιτήσεις σε αυτόν της διατήρησης του περιβάλλοντος.

2.2.2   Η βελτίωση των συνθηκών αυτής της εργασίας προϋποθέτει πρωτίστως την επακριβή περιγραφή των προς εκτέλεση καθηκόντων, των ευθυνών που αναλαμβάνονται και των απαιτούμενων ικανοτήτων, καθώς και την επίσημη απόκτηση των αναγκαίων γνώσεων για την ορθή εκτέλεσή τους στην υπηρεσία οιουδήποτε πελάτη ή την αναγνώριση προηγούμενης αποκτηθείσας εμπειρίας. Η εκμάθηση ή η αποκτηθείσα εμπειρία πρέπει να επικυρώνονται με πιστοποιητικό επάρκειας. Είναι προς όφελος των εργοδοτών ή των πελατών να μπορούν να καταφεύγουν σε άτομα με πιστοποιημένα προσόντα.

2.2.3   Επαγγελματοποίηση σημαίνει παροχή της δυνατότητας στους εργαζόμενους να έχουν δικαιώματα και προστασία ανάλογα προς εκείνα των εργαζομένων σε γραφεία ή εργαστήρια: την καθιέρωση ενός αξιοπρεπούς μισθού, ο οποίος περιλαμβάνει την αποζημίωση του χρόνου μετακίνησης μεταξύ δύο οικιών, τον καθορισμό του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, τη δυνατότητα αδειών μετ’ αποδοχών, την τήρηση των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων, την αξιοπρεπή συνταξιοδότηση, την προστασία της μητρότητας (7), τις αναρρωτικές άδειες μετ’ αποδοχών, τις αποζημιώσεις σε περίπτωση αναπηρίας, τους κανόνες που διέπουν την απόλυση ή τη λύση της σύμβασης εργασίας, τη δυνατότητα προσφυγής σε περίπτωση κακομεταχείρισης, την ουσιαστική πρόσβαση στην επαγγελματική κατάρτιση και στην επαγγελματική ανέλιξη, όπως στα άλλα επαγγέλματα. Η γενικευμένη καθιέρωση σύμβασης θα επέτρεπε την προστασία εργαζομένων και εργοδοτών.

2.2.4   Επαγγελματοποίηση σημαίνει δημιουργία επαγγελμάτων και καταπολέμηση των στερεοτύπων που περιορίζουν αυτές τις εργασίες για τις γυναίκες. Η πρόοδος της επαγγελματοποίησης θα μπορεί να μετρηθεί βάσει της προόδου του μεικτού χαρακτήρα του επαγγέλματος.

2.3   Ορισμός της κατ' οίκον εργασίας

2.3.1   Το κύριο χαρακτηριστικό της κατ’ οίκον εργασίας είναι το γεγονός ότι δεν πρόκειται για έκδηλη εργασία. Τα καθήκοντα και κυρίως οι ευθύνες που επωμίζονται οι κατ' οίκον εργαζόμενοι (άνδρες και γυναίκες) πολύ σπάνια αναφέρονται και καταγράφονται. Οι εργοδότες εμπιστεύονται την οικία τους και τα παιδιά τους σε άτομα τα προσόντα των οποίων δεν έχουν τα μέσα να επαληθεύσουν (8). Οι μελέτες (9) για την αξία του έργου που συντελείται στις οικίες για τη διασφάλιση της καθημερινής ζωής των οικογενειών (προϋπολογισμός-χρόνος) δείχνουν πως η κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς αυτό. Αυτή η αξία πρέπει να αναγνωρισθεί.

2.3.2   Η οικιακή και οικογενειακή εργασία αφορά δραστηριότητες που εκτελούν άτομα που απασχολούνται σε δημόσιες κοινωνικές υπηρεσίες και οργανισμούς που συντηρούνται από την κρατική εξουσία, ιδιωτικές επιχειρήσεις και κατ' οίκον εργαζόμενους σε πλαίσιο γκρίζας, δηλωμένης ή μη απασχόλησης, με εργοδότες ιδιώτες. Αν και σε όλες αυτές τις περιπτώσεις η οικιακή εργασία εκτελείται σχεδόν αποκλειστικά από γυναίκες, οι συνθήκες εργασίας και απασχόλησης είναι συνήθως ευνοϊκότερες στις δημόσιες κοινωνικές υπηρεσίες και στις επιχειρήσεις, όπου οι εργαζόμενοι μπορούν να οργανώνονται, οι κοινωνικοί εταίροι διαπραγματεύονται συλλογικές συμβάσεις και οι έλεγχοι είναι εφικτοί.

2.3.3   Σύμφωνα με την έκθεση της ΔΟΕ (10), βάσει της διεθνούς τυποποιημένης ταξινόμησης Επαγγελμάτων (ISCO) του ΔΓΕ, η κατ' οίκον εργασία εντάσσεται σε δύο μεγάλες ομάδες (5 και 9), με τις οποίες συνδέονται ορισμένα καθήκοντα και ορισμένο επίπεδο εκπαίδευσης. «Η μεγάλη ομάδα 5 αφορά τα εμπορικά ιδρύματα, τους οργανισμούς και τα ιδιωτικά νοικοκυριά. Περιλαμβάνει δύο μεγάλες κατηγορίες: τους επόπτες και το προσωπικό υπηρεσιών εστίασης (υποομάδα 512) που περιλαμβάνουν το προσωπικό οικιακής φροντίδας, τους ασκούντες συναφή επαγγέλματα και τους μάγειρες, και τους απασχολούμενους στην παροχή ατομικής φροντίδας στον τομέα των υπηρεσιών υγείας, που περιλαμβάνουν τα άτομα στα οποία ανατίθεται η φύλαξη των παιδιών και τις υπηρεσίες ατομικής φροντίδας κατ' οίκον (υποομάδα 513). Οι εργασίες που περιλαμβάνονται στην ομάδα 5121 δίνουν έμφαση στο πλαίσιο των οικιακών υπηρεσιών. Η ομάδα 5131 ορίζει τους εργαζόμενους στη φύλαξη των παιδιών ως άτομα “που φυλάσσουν τα παιδιά του εργοδότη και παρακολουθούν τις καθημερινές τους δραστηριότητες”, και θεωρεί πως τα καθήκοντά τους συνίστανται στο να:

βοηθούν τα παιδιά να περιποιούνται τον εαυτό τους, να ντύνονται και να γευματίζουν·

συνοδεύουν τα παιδιά στο σχολείο και κατά την επιστροφή από αυτό, καθώς και σε εξόδους αναψυχής·

παίζουν με τα παιδιά ή τα ψυχαγωγούν, διαβάζοντάς τους ή διηγούμενοι ιστορίες·

διατηρούν σε τάξη το υπνοδωμάτιο και το χώρο παιχνιδιού των παιδιών·

φροντίζουν τα παιδιά στο σχολείο κατά το μεσημεριανό γεύμα ή τα άλλα διαλείμματα·

φροντίζουν τα παιδιά στο σχολείο κατά τη διάρκεια εκδρομών, επισκέψεων σε μουσείο ή άλλων ανάλογων εξόδων·

εκπληρώνουν συναφείς λειτουργίες·

επιβλέπουν τους άλλους εργαζομένους·

Επίσης, οι απασχολούμενοι σε υπηρεσίες ατομικής φροντίδας κατ' οίκον (ομάδα 5133) “καλύπτουν ορισμένες προσωπικές ανάγκες και, γενικότερα, παρέχουν υπηρεσίες φροντίδας κατ' οίκον σε άτομα που τις έχουν ανάγκη λόγω φυσικής ή διανοητικής ασθένειας ή ανικανότητας, ή λόγω αναπηρίας που συνδέεται με το γήρας”. Τα καθήκοντα των εργαζομένων αυτής της κατηγορίας, στους οποίους περιλαμβάνονται οι “εργαζόμενοι στις υπηρεσίες ατομικής φροντίδας κατ' οίκον” συνίστανται στο να:

βοηθούν τα άτομα να ξαπλώσουν και να σηκωθούν, καθώς και να ντυθούν και να ξεντυθούν·

αλλάζουν την κλινοστρωμνή και να βοηθούν τα άτομα να πλυθούν και να περιποιηθούν τον εαυτό τους·

σερβίρουν τα γεύματα – που προετοίμασαν οι ίδιοι ή τρίτοι – και να ταΐζουν τα άτομα που έχουν ανάγκη βοήθειας·

χορηγούν τα συνταγογραφημένα φάρμακα ή να ελέγχουν τη χορήγησή τους·

παρατηρούν κάθε ένδειξη επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας των ατόμων και να ειδοποιούν σχετικά το θεράποντα ιατρό ή τις αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες·

εκπληρώνουν συναφείς λειτουργίες·

επιβλέπουν άλλους εργαζομένους·

Η υποομάδα 913 αφορά συγκεκριμένα τους “οικιακούς βοηθούς και άλλους βοηθούς και προσωπικό καθαριότητας”. Περιλαμβάνει εργασίες που εκτελούνται στην οικία ιδιωτών, σε ξενοδοχεία, γραφεία, νοσοκομεία και άλλα ιδρύματα, καθώς και σε όλα τα οχήματα για να διατηρηθεί καθαρό το εσωτερικό και η επίπλωση. Αυτή η υποομάδα περιλαμβάνει τους οικιακούς βοηθούς και το οικιακό προσωπικό καθαριότητας, καθώς και τους εργαζόμενους στην πλύση και το σιδέρωμα του ιματισμού. Οι οικιακοί βοηθοί και το οικιακό προσωπικό καθαριότητας που υπάγονται στην υποομάδα 9131 “σκουπίζουν, χρησιμοποιούν την ηλεκτρική σκούπα, πλένουν και γυαλίζουν τα πατώματα, φροντίζουν τον ιματισμό, αγοράζουν προμήθειες και προϊόντα απαραίτητα για το νοικοκυριό, προετοιμάζουν και σερβίρουν τα γεύματα και εκπληρώνουν πολυάριθμες οικιακές λειτουργίες”».

2.3.4   Αν και η ιατροφαρμακευτική φροντίδα δεν αποτελεί τμήμα της κατ’ οίκον εργασίας, η οικιακή βοηθός ή η βρεφονηπιοκόμος πρέπει να έχει την ικανότητα να μεριμνά ώστε τα πρόσωπα που φροντίζει να λαμβάνουν τη φαρμακευτική τους αγωγή και να ενεργεί καταλλήλως σε περίπτωση ξαφνικού προβλήματος που θέτει σε κίνδυνο την ζωή των προσώπων αυτών. Πρέπει να έχει τη σχετική κατάρτιση.

2.3.5   Απουσία του εργοδότη ή σε περίπτωση που ο εργοδότης βρίσκεται σε κατάσταση εξάρτησης, τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν τα ανωτέρω καθήκοντα οφείλουν να διαθέτουν την αυτονομία και την ικανότητα να οργανώνουν καταλλήλως τον χρόνο τους, να εμπνέουν εμπιστοσύνη –τους εμπιστεύονται τα κλειδιά της οικίας, τα βρέφη, τα ηλικιωμένα άτομα, εν ολίγοις ό,τι πολυτιμότερο έχει ο καθένας–, να έχουν αίσθημα ευθύνης, να είναι ικανά να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες, να χαρακτηρίζονται από διακριτικότητα και, εφόσον αναλαμβάνουν εξ ολοκλήρου την ευθύνη παιδιών ή εξαρτώμενων ατόμων, πρέπει να μπορούν να διαχειρίζονται πολλά καθήκοντα ταυτόχρονα, να επαγρυπνούν, να προσέχουν, να έχουν υπομονή και ψυχραιμία, να μπορούν να συγκεντρώνονται, να ακούν, να επιδεικνύουν αυστηρότητα και να γνωρίζουν τι πρέπει να κάνουν σε περίπτωση ατυχήματος. Πρέπει να έχουν κατανόηση και να διαθέτουν γνώσεις ψυχολογίας, διαιτητικής και υγιεινής.

2.4   Χαρακτηριστικά της κατ’ οίκον εργασίας

Η κατ’ οίκον εργασία είναι αβέβαιη και αμείβεται πενιχρά, καθώς η αξία της δεν αναγνωρίζεται. Αυτό συμβαίνει επειδή η ίδια εργασία εκτελείται επίσης δωρεάν από τις νοικοκυρές, οι εργοδότες είναι ιδιώτες οι οποίοι δεν δύνανται ή δεν επιθυμούν να παράσχουν μεγαλύτερες αμοιβές, οι εργαζόμενες είναι γυναίκες οι οποίες εργάζονται μόνες, ως επί το πλείστον στις οικίες αρκετών εργοδοτών, δεν έχουν τη δυνατότητα να οργανωθούν συλλογικά, να απεργήσουν, να παρεμποδίσουν την παραγωγή για να στηρίξουν τις διεκδικήσεις τους όπως οι μισθωτοί εργαζόμενοι στις επιχειρήσεις. Συμβαίνει επίσης επειδή τα στερεότυπα που χαρακτηρίζουν αυτά τα επαγγέλματα και την εικόνα της γυναίκας και της μητέρας συγκαλύπτουν τα πραγματικά απαιτούμενα προσόντα, ο χώρος εργασίας είναι μια ιδιωτική οικία, η οποία είναι αδύνατον να υποβληθεί σε έλεγχο και, τέλος, η εργασία συχνά εκτελείται από μη νόμιμους μετανάστες, χωρίς δικαιώματα.

2.4.1   Η αβεβαιότητα είναι έμφυτη σε αυτές τις δραστηριότητες, λόγω των αναγκών του νοικοκυριού: τα παιδιά μεγαλώνουν και αυτονομούνται, τα εξαρτώμενα ηλικιωμένα άτομα αποβιώνουν, ενώ όταν το εισόδημα του νοικοκυριού μειώνεται, για παράδειγμα λόγω ανεργίας, η κατ' οίκον εργαζόμενη επίσης χάνει τη δουλειά της.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

3.1   Στόχοι της επαγγελματοποίησης

3.1.1   Βελτίωση του συνδυασμού μεταξύ οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής

3.1.1.1   Η μισθωτή εργασία των γυναικών, προϋπόθεση της ισότητας των φύλων, κατέστησε απαραίτητη τη δημιουργία υπηρεσιών για την αντικατάσταση των εργασιών που εκτελούσαν οι γυναίκες στο πλαίσιο της ενασχόλησής τους με τα οικιακά. Παρέσχε επίσης σημαντικότερα οικονομικά μέσα στις οικογένειες, επιτρέποντας σε ορισμένες εξ αυτών να προσφύγουν στις εν λόγω υπηρεσίες, κατάσταση που δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας.

3.1.1.2   Αυτές οι υπηρεσίες εξελίχθηκαν, διότι κρίνονται απαραίτητες προκειμένου να βρεθεί μια ισορροπία μεταξύ της οικογενειακής και της επαγγελματικής ζωής. Οι άνδρες και οι γυναίκες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ακολουθούν την επαγγελματική τους σταδιοδρομία χωρίς να πλήττεται η οικογενειακή και προσωπική τους ζωή, στην οποία περίπτωση χρειάζεται να αναθέσουν μέρος των οικιακών και οικογενειακών καθηκόντων τους σε τρίτα πρόσωπα.

3.1.1.3   Για την εξισορρόπηση της συμμετοχής των ανδρών και των γυναικών στην αγορά εργασίας, και το συνυπολογισμό των νέων αναγκών που δημιουργεί η γήρανση του πληθυσμού, οι υπηρεσίες αυτές θα πρέπει μελλοντικά να εξελιχθούν περαιτέρω και να αφορούν, συνεπώς, ακόμα σημαντικότερο αριθμό εργαζομένων.

3.1.2   Θέσεις εργασίας και υπηρεσίες ποιότητας

3.1.2.1   Για την ανάπτυξη αυτών των υπηρεσιών, θα πρέπει να διασφαλισθεί η ποιότητά τους, να γενικευθεί η υπάρχουσα κατάρτιση, να εισαχθεί η δια βίου εκμάθηση για την ενσωμάτωση των εξελίξεων, να διευρυνθούν οι δυνατότητες ελέγχου των προσόντων. Επαγγελματοποίηση αυτών των υπηρεσιών σημαίνει βελτίωση της ποιότητας τόσο για τους πελάτες και όσους τα χρησιμοποιούν όσο και για τους εργαζόμενους. Είναι ο ασφαλέστερος τρόπος ώστε αύριο να βρεθούν οι υποψήφιοι που θα προτίθενται να τα ασκήσουν.

3.1.3   Καταπολέμηση της φτώχειας

3.1.3.1   Είναι γνωστό ότι στην Ευρώπη είναι περισσότερες οι γυναίκες που πλήττονται από τη φτώχεια. Οι χαμηλές αμοιβές και η αβεβαιότητα, καθώς και η αδήλωτη εργασία, χαρακτηριστικά της κατ’ οίκον εργασίας, αποτελούν παράγοντες κοινωνικού αποκλεισμού. Στην Ευρώπη, το υψηλότερο ποσοστό αδήλωτης εργασίας διαπιστώνεται στην κατ’ οίκον εργασία, ενώ ακολουθούν ο κατασκευαστικός τομέας και οι υπηρεσίες εστίασης (11).

3.1.4   Καταπολέμηση της άτυπης απασχόλησης και της παράνομης μετανάστευσης

3.1.4.1   Τα κρούσματα δουλείας που καταγγέλλονται στην Ευρώπη αφορούν κατ’ οίκον εργαζόμενες μη νόμιμες μετανάστριες, στις οποίες ο εργοδότης δεν καταβάλλει μισθό διότι υπόσχεται την νομιμοποίησή τους. Αυτές οι εργαζόμενες γυναίκες είναι οι πλέον ευάλωτες: δεν τολμούν να αναφέρουν περιπτώσεις κακομεταχείρισης, άσκησης βίας και σεξουαλικής κακοποίησης επειδή φοβούνται την απέλαση. Η κατ' οίκον εργασία θα πρέπει να ενταχθεί στην επιλεκτική μετανάστευση, η οποία μέχρι στιγμής επικεντρώνεται σε άτομα υψηλού επιπέδου προσόντων. Η δημογραφική κατάσταση της Ευρώπης καθιστά απαραίτητη την καταφυγή στη μετανάστευση για την κάλυψη των αναγκών, και ιδίως της εξάρτησης των ηλικιωμένων ατόμων.

3.1.4.2   Η άτυπη εργασία στερεί από τον εργαζόμενο την κοινωνική του προστασία και από το κοινωνικό σύνολο τους φόρους και τις ασφαλιστικές εισφορές. Αμαυρώνει δε την εικόνα και την αντίληψη της κατ’ οίκον εργασίας, την οποία υποβιβάζει στο επίπεδο του υπο-επαγγέλματος, στοιχείο που τροφοδοτεί τα στερεότυπα και υποβαθμίζει ακόμα περισσότερο το εν λόγω επάγγελμα στο σύνολό του. Ενισχύει επίσης τον κίνδυνο φτώχειας.

3.1.4.3   Η μείωση του φαινομένου της αδήλωτης εργασίας στον τομέα των οικιακών εργασιών απαιτεί τη λήψη μιας σειράς μέτρων που να ενσωματώνονται στα νομικά συστήματα των διαφόρων κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων σχετικά με τη φορολογία, την κοινωνική ασφάλιση, καθώς και του εργατικού δικαίου και του αστικού δικαίου. Η τάση προσφοράς ή αποδοχής αδήλωτης απασχόλησης εξηγείται κυρίως από οικονομικά κίνητρα, στο βαθμό όπου αυτή η απασχόληση είναι προς όφελος και των δύο πλευρών από την επίσημη απασχόληση. Η παρέμβαση των κρατών μελών θα πρέπει να αποσκοπεί στη μείωση των διαφορών ως προς τα οφέλη και να βασίζεται σε μέτρα προσαρμοσμένα στην κοινωνική και πολιτιστική πραγματικότητα (εκστρατείες μέσω των ΜΜΕ, παραδείγματα από δημόσια πρόσωπα, πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους της αδήλωτης εργασίας).

3.2   Συνθήκες απασχόλησης

3.2.1   Οργανωμένοι εργοδότες και συνδικαλιστές εργαζόμενοι διαπραγματεύθηκαν συλλογικές συμβάσεις. Σε αυτά ακριβώς τα επιτεύγματα πρέπει να βασιστούν και οι προσπάθειες για τη βελτίωση του καθεστώτος των κατ’ οίκον εργαζομένων. Πρέπει να διεξαχθούν μελέτες επί των συλλογικών συμβάσεων που διέπουν επί του παρόντος την κατ’ οίκον απασχόληση στην Ευρώπη και να χρησιμοποιηθούν οι βέλτιστες πρακτικές ως εφαλτήριο για τη γενίκευσή τους. Πρέπει επίσης να γίνει σύγκριση των διαφορετικών τύπων οργανισμών (επιχειρήσεις, ενώσεις, συνεταιρισμοί, άμεση απασχόληση) από την οπτική των δικαιωμάτων των εργαζομένων και της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών.

3.2.2   Σε πολλές χώρες της Ευρώπης, ο ιδιώτης εργοδότης και η κατ' οίκον εργαζόμενη δεν είναι καλά ενημερωμένοι όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους. Ο εργοδότης δεν αντιμετωπίζει την οικιακή βοηθό ή την τροφό ως εργαζόμενη που έχει δικαιώματα. Λόγω των στερεοτύπων, την αντιμετωπίζει ως βοηθό στην οποία κάνει χάρη δίνοντάς της κάποιες ώρες εργασίας. Συχνά δεν υπογράφεται καμία γραπτή σύμβαση εργασίας μεταξύ των δύο μερών, ενώ οι συνθήκες εργασίας, ο μισθός, οι άδειες, το ωράριο, η περιγραφή των καθηκόντων, ο τερματισμός της σύμβασης και η αποζημίωση απόλυσης δεν ορίζονται με σαφήνεια. Πρέπει να καταστούν σαφέστερα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του κάθε μέρους. Αυτό αποτελεί προστασία και για τον εργοδότη, που πρέπει να έχει μεγαλύτερη επίγνωση τόσο των κινδύνων που διατρέχει προσλαμβάνοντας κάποιον για να εργασθεί στην οικία του (κλοπές, ατυχήματα) όσο και των υποχρεώσεών του.

3.2.3   Υγιεινή και ασφάλεια: η κατ' οίκον εργασία θεωρείται αδίκως ασφαλές επάγγελμα. Εγκαύματα, κοψίματα, δηλητηριάσεις από προϊόντα καθαρισμού, πτώσεις ή ηλεκτροπληξίες από ηλεκτρικές συσκευές αποτελούν συχνά ατυχήματα, ιδίως εάν ο εργοδότης δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι οφείλει να σέβεται τους κανόνες ασφάλειας και εάν η εργαζόμενη δεν έχει προειδοποιηθεί για τους σχετικούς κινδύνους ούτε έχει λάβει κατάρτιση για την αποφυγή τους.

3.2.4   Υγεία, προστασία της μητρότητας, συνταξιοδότηση: η άδεια μητρότητας παρέχει συχνά την ευκαιρία για απόλυση, διότι ο εργοδότης που χρειάζεται κάποιο άτομο για την εκτέλεση της κατ’ οίκον εργασίας, θα προσλάβει κάποια άλλη εργαζόμενη και δεν θα αισθάνεται υποχρεωμένος να επαναπροσλάβει την προηγούμενη που έφυγε με άδεια μητρότητας. Η έλλειψη οργάνωσης που θα επέτρεπε την προσωρινή αναπλήρωση δεν επιτρέπει την άσκηση των δικαιωμάτων, που παραμένουν σε θεωρητικό επίπεδο. Τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης και συνταξιοδότησης συχνά δεν είναι προσαρμοσμένα στη δυνατότητα μερικών ωρών εργασίας στην οικία περισσοτέρων του ενός εργοδοτών.

3.2.5   Προσόντα και κατάρτιση: οι απαιτούμενες ικανότητες έχουν αποτελέσει επί μακρόν αντικείμενο άτυπης μορφής μάθησης. Εδώ και μερικά χρόνια διαπιστώνεται υποχώρηση της οικογενειακής μεταβίβασης γνώσεων και εμπειριών. Νεαρές μητέρες σαστίζουν με τη γέννηση του πρώτου παιδιού τους, νεαροί γονείς δεν γνωρίζουν πώς να ετοιμάσουν ισορροπημένα γεύματα και προτιμούν τα προμαγειρευμένα τρόφιμα, κατάσταση που αποτελεί μία από τις αιτίες της παιδικής παχυσαρκίας. Ο καθορισμός των καθηκόντων και των ικανοτήτων, καθώς και η διδασκαλία τους, θα μπορούσαν επίσης να συμβάλουν στην ευρύτερη διάδοσή τους και την εξέλιξή τους σε μεικτές δραστηριότητες.

Βρυξέλλες, 26 Μαΐου 2010.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Mario SEPI


(1)  Βλ. Ευρωπαϊκή σύμβαση για το νομικό καθεστώς του μετανάστη εργαζομένου και τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων.

(2)  ΕΕ C 318 της 23ης Δεκεμβρίου 2009, σ. 15.

(3)  Βλ. ΔΟΕ «Αξιοπρεπής εργασία για τους κατ' οίκον εργαζομένους», Έκθεση IV για τη διεθνή διάσκεψη για την εργασία, 99η συνεδρία, 2010 http://www.ilo.org/wcmsp5/groups/public/@ed_norm/@relconf/documents/meetingdocument/wcms_104701.pdf

(4)  Ό.π., σ. 1.

(5)  Ό.π., σ. 11

(6)  Ό.π

(7)  Η αναθεώρηση της οδηγίας για την άδεια μητρότητας (Οδηγία 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Οκτωβρίου 1992) εισάγει το δικαίωμα σε αυτήν την άδεια στις κατ' οίκον εργαζόμενες.

(8)  ΕΕ C 277 της 17ης Νοεμβρίου 2009, σ. 102.

(9)  Οικιακά: ανεκτίμητα ή ανάξια; των Marianne A.Ferber και Bonnie G.Birnbaum (1977) http://www.roiw.org/1980/387.pdf,

Η αξιοποίηση του χρόνου για την παιδική φροντίδα και τα οικιακά και το συνολικό κόστος των παιδιών, των Björn Gustafsson και Urban Kjulin © 1994 Springer http://www.jstor.org/pss/20007438.

(10)  Βλ. υποσημείωση 3, σ. 31 και 32.

(11)  Βλ. «Αδήλωτη εργασία στην Ευρωπαϊκή Ένωση», Ειδικό Ευρωβαρόμετρο 284, 3 Οκτωβρίου 2007, σ. 21.


III Προπαρασκευαστικές πράξεις

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

463η σύνοδος ολομέλειας της 26ης και 27ης Μαΐου 2010

21.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 21/44


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: Επιλογές για την επισήμανση της καλής μεταχείρισης των ζώων και τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού δικτύου κέντρων αναφοράς για την προστασία και την καλή μεταχείριση των ζώων»

COM(2009) 584 τελικό

2011/C 21/08

Εισηγητής: ο κ. Leif E. NIELSEN

Στις 28 Οκτωβρίου 2009, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αποφάσισε, με βάση το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την:

Έκθεση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: Επιλογές για την επισήμανση της καλής μεταχείρισης των ζώων και τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού δικτύου κέντρων αναφοράς για την προστασία και την καλή μεταχείριση των ζώων.

COM(2009) 584 τελικό.

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου, περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 6 Μαΐου 2010.

Κατά την 463η σύνοδο ολομέλειάς της τής 26ης και 27ης Μαΐου 2010 (συνεδρίαση της 26ης Μαΐου 2010), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 106 ψήφους υπέρ, 2 ψήφους κατά και 1 αποχή.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1   Είναι απαραίτητη η θέσπιση ενός συστήματος επισήμανσης που θα επιτρέπει στους καταναλωτές να επιλέγουν με αντικειμενικό τρόπο ζωικά προϊόντα των οποίων οι συνθήκες παραγωγής υπερβαίνουν τα ελάχιστα πρότυπα της ΕΕ ως προς την καλή μεταχείριση των ζώων. Η επισήμανση θα παρέχει σαφή εγγύηση βάσει αξιόπιστων πληροφοριών, κατανοητών για τους καταναλωτές.

1.2   Το σύστημα θα βασίζεται στην αξιολόγηση και σύγκριση προτύπων βάσει επιστημονικών δεδομένων. Θα πρέπει να λειτουργεί σε εθελοντική βάση, με γνώμονα την αγορά, να είναι εναρμονισμένο και να βασίζεται στην πιστοποίηση και στη δυνατότητα συνδυαστικής χρήσης ιδιωτικής σήμανσης και σημάτων ποιότητας με τήρηση σαφώς προσδιορισμένων κριτηρίων. Το σύστημα επισήμανσης θα πρέπει παράλληλα να συμμορφώνεται προς τις διεθνείς υποχρεώσεις και να μπορεί να εφαρμοσθεί με ανάλογες προϋποθέσεις στις εισαγωγές στην ΕΕ.

1.3   Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει τις διεξοδικές μελέτες που πραγματοποιήθηκαν με εντολή της Επιτροπής, με τις οποίες αξιολογείται ο αντίκτυπος των διαφόρων επιλογών όσον αφορά το σύστημα επισήμανσης και το ευρωπαϊκό δίκτυο κέντρων αναφοράς. Οι μελέτες υποδεικνύουν ως πιο ρεαλιστική επιλογή τη θέσπιση ενός συστήματος επισήμανσης που θα πληροί τα ανωτέρω, και συνεπώς συνάδει με προηγούμενες συστάσεις της ΕΟΚΕ (1).

1.4   Εντούτοις, η Επιτροπή δεν εξετάζει το αίτημα για ένα «σύστημα εγγυήσεων», όπως αποκαλείται, και δεν καθορίζει προτεραιότητες ως προς τις επιμέρους επιλογές, αλλά αφήνει ανοιχτό κάθε ενδεχόμενο, μολονότι στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για μη ρεαλιστικές επιλογές. Θα ήταν χρησιμότερο αν είχε υποβάλει η Επιτροπή μια πιο συγκεκριμένη πρόταση ως βάση για περαιτέρω εξέταση, κάτι που εξάλλου θα προωθούσε και τη διαδικασία. Τούτο ισχύει ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι το Συμβούλιο είχε ζητήσει προ διετίας από την Επιτροπή να λάβει τις συστάσεις της ΕΟΚΕ ως βάση για περαιτέρω προβληματισμό.

1.5   Η συζήτηση δεν θα πρέπει να παραταθεί άνευ λόγου. Τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο δεδομένου ότι τα αποτελέσματα του προγράμματος Welfare Quality (2), θα πρέπει το ταχύτερο δυνατόν να βρουν πρακτική εφαρμογή, όπως επίσης πρέπει να διατηρηθεί και να αξιοποιηθεί πλήρως τόσο το υφιστάμενο δίκτυο των σχετικών ιδρυμάτων όσο και η αφοσίωση των ερευνητών, αποφεύγοντας τη σπατάλη χρόνου σε ατέρμονες συζητήσεις περί θεωρητικών δυνατοτήτων χωρίς συγκεκριμένες προτάσεις.

1.6   Το πρόγραμμα Welfare Quality δημιούργησε μια σταθερή βάση για την επεξεργασία επιστημονικών δεικτών, που καταρχάς θα βασίζονται στην ευημερία και καλή μεταχείριση των ζώων, αλλά έμμεσα και στα ισχύοντα συστήματα και μεθόδους παραγωγής, και θα χρησιμεύσουν για δημιουργία κατάταξης από την οποία οι καταναλωτές θα μπορούν να αντλούν αξιόπιστες πληροφορίες.

1.7   Η ΕΟΚΕ στηρίζει, ως εκ τούτου, τη σύσταση ευρωπαϊκού δικτύου ως συνέχεια της εξέλιξης του προγράμματος Welfare Quality. Η ΕΟΚΕ θεωρεί, σε συμφωνία και με τις προηγούμενες συστάσεις της, ότι ο συνδυασμός ενός συστήματος επισήμανσης με ένα δίκτυο κεντρικού συντονισμού συνιστά την καλύτερη επιλογή μεταξύ των προαναφερθέντων δυνατοτήτων. Τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει να μπορούν να ασκούν ουσιαστική επιρροή στη λειτουργία του συστήματος και στη θέσπιση των προτύπων.

1.8   Το προτεινόμενο σύστημα θα συμπληρώνει το ισχύον σύστημα ποιότητας της ΕΕ που χρησιμοποιεί καθορισμένες σημάνσεις για τα βιολογικά προϊόντα και τα συστήματα παραγωγής αυγών· θα συμπληρώσει επίσης τα συστήματα αναγραφής της γεωγραφικής προέλευσης και των παραδοσιακών χαρακτηριστικών προϊόντων, που κατά κύριο λόγο αφορούν τα συστήματα παραγωγής και την προέλευση, και όχι την καλή μεταχείριση των ζώων.

2.   Ιστορικό

2.1   Η χρήση μετρήσιμων δεικτών, τα αυστηρότερα πρότυπα καλής μεταχείρισης των ζώων, η επισήμανση και η σύσταση ενός ευρωπαϊκού δικτύου συνιστούν ουσιαστικά στοιχεία του σχεδίου δράσης της Επιτροπής για την καλή μεταχείριση των ζώων (3). Σκοπός του είναι να παράσχει στους καταναλωτές καλύτερες δυνατότητες επιλογής ζωικών προϊόντων που παράγονται σύμφωνα με πρότυπα προστασίας αυστηρότερα από τα ελάχιστα πρότυπα της ΕΕ. Τούτο μπορεί να επιτευχθεί με την καλύτερη ενημέρωση και ευαισθητοποίηση σε θέματα προστασίας των ζώων, με τη θέσπιση προτύπων, καθώς και με την ανταλλαγή και χρήση βέλτιστων πρακτικών στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού δικτύου για την προστασία και την καλή μεταχείριση των ζώων. Ως εκπρόσωπος της κοινωνίας των πολιτών και βάσει της πολυσυλλεκτικής της σύνθεσης, η ΕΟΚΕ έχει το αυτονόητο καθήκον να συμβάλει στη διαμόρφωση ενός ευέλικτου και λειτουργικού συστήματος.

2.2   Η έκθεση εκπονήθηκε κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου του Μαΐου 2007 να εκτιμηθούν οι δυνατότητες θέσπισης ενός συστήματος επισήμανσης για την καλή μεταχείριση των ζώων. Τη βάση αποτέλεσε η διερευνητική γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ και η διάσκεψη που ακολούθησε (4). Το Συμβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να εξετάσει τις δυνατότητες για την θέσπιση συστήματος επισήμανσης για την καλή μεταχείριση των ζώων, λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις της ΕΟΚΕ που βασίστηκαν στην διερεύνηση των πρακτικών δυνατοτήτων για τη θέσπιση παρόμοιού συστήματος επισήμανσης με την εφαρμογή δεικτών καλής μεταχείρισης που να συνάδουν με την επίτευξη των στόχων του προγράμματος WelfareQuality. Επίσης, το Συμβούλιο, όπως και η ΕΟΚΕ, πρότεινε τη διεξαγωγή ενημερωτικής εκστρατείας σε επίπεδο ΕΕ σχετικά με την καλή μεταχείριση των ζώων και το σύστημα επισήμανσης.

2.3   Τα παραρτήματα της εν λόγω έκθεσης περιλαμβάνουν αναλυτικές εξωτερικές μελέτες σχετικά με τις δυνατότητες τόσο της επισήμανσης και της ενημέρωσης για την καλή μεταχείριση των ζώων όσο και σχετικά με τα ζητήματα που αφορούν τη σύσταση ευρωπαϊκού δικτύου. Στόχος είναι, σύμφωνα με το αίτημα του Συμβουλίου να διεξαχθεί διοργανικός διάλογος σχετικά με την έκθεση και τις συναφείς μελέτες που θα αποτελέσει, τη βάση για την περαιτέρω εξέταση του θέματος από την Επιτροπή.

2.4   Στην έκθεση και στον συγκριτικό κατάλογο των μελετών των υπηρεσιών της Επιτροπής συνοψίζονται οι υφιστάμενες δυνατότητες θέσπισης διάφορων συστημάτων υποχρεωτικής και εθελοντικής επισήμανσης, χωρίς να προβάλλεται ιδιαίτερα μια συγκεκριμένη λύση. Ωστόσο, φαίνεται να επικρατεί η άποψη ότι το μελλοντικό σύστημα θα πρέπει να βασίζεται σε εύχρηστες για το κοινό πληροφορίες, σε επιστημονικά κριτήρια, στη συνδρομή ανεξάρτητων φορέων πιστοποίησης, στην αποφυγή της στρέβλωσης του ανταγωνισμού, καθώς και στην τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων.

2.5   Σύμφωνα με την Επιτροπή, ένα ευρωπαϊκό δίκτυο κέντρων αναφοράς μπορεί, να αναλάβει την εναρμόνιση των προτύπων ή των δεικτών, τον συντονισμό των υφιστάμενων πόρων, να συνδράμει στην ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών, στη διασφάλιση αμερόληπτης ενημέρωσης, καθώς και στην αποφυγή αλληλοεπικαλύψεων. Οι επιλογές που υπάρχουν είναι οι εξής: η διατήρηση της τρέχουσας κατάστασης, χωρίς τη λήψη περαιτέρω μέτρων, μια κεντρική προσέγγιση, μια αποκεντρωμένη προσέγγιση, ή μια στρατηγική που θα εστιάζει σε συγκεκριμένα καθήκοντα και θα συνδυάζει στοιχεία κεντρικής και αποκεντρωμένης διαχείρισης.

2.6   Στόχος της Επιτροπής είναι μεταξύ άλλων να εξετάσει πτυχές όπως η διοικητική επιβάρυνση και το κόστος, καθώς και τη σχέση μεταξύ των συστημάτων επισήμανσης και της ποιότητας των προϊόντων, όπως π.χ. τα προϊόντα βιολογικής καλλιέργειας. Για το σκοπό αυτό θα αξιοποιηθούν τα αποτελέσματα του προγράμματος Welfare Quality και θα εξετασθεί ο πιθανός κοινωνικός, οικονομικός και περιβαλλοντικός αντίκτυπος. Η Επιτροπή προτίθεται επίσης να προβεί σε περαιτέρω έρευνες προκειμένου να διαπιστωθεί εάν έχει αλλάξει η στάση των καταναλωτών σε σύγκριση με προηγούμενες έρευνες και, εάν ναι, για ποιον λόγο.

3.   Παρατηρήσεις

3.1   Η ΕΟΚΕ εξακολουθεί να υποστηρίζει το σχέδιο δράσης της Επιτροπής για την καλή μεταχείριση των ζώων (5) και θεωρεί θετικό το γεγονός ότι το πρωτόκολλο για την προστασία και την καλή μεταχείριση των ζώων αποκτά ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της Συνθήκης της Λισσαβώνας, πράγμα που αντικατοπτρίζει το διαρκώς αυξανόμενο ενδιαφέρον γι αυτό το ζήτημα (6).

3.2   Οι μελέτες που εκπονήθηκαν επιβεβαιώνουν την ανάγκη για μια πιο συνεκτική και συντονισμένη προσέγγιση της προστασίας και καλής μεταχείρισης των ζώων στην ΕΕ. Ο μεγάλος αριθμός των υφιστάμενων εθελούσιων συστημάτων επισήμανσης και ποιότητας στα κράτη μέλη μπορεί, ωστόσο να προκαλέσει σύγχυση, καθώς και άσκοπη και επιζήμια διαφοροποίηση των προϊόντων. Επίσης, μπορεί να προκαλέσει τη δημιουργία άνισων συνθηκών για τους ενδιαφερόμενους του τομέα της παραγωγής και της διανομής.

3.3   Οι καταναλωτές μπορούν να επιλέγουν για λόγους ηθικής και ποιοτικής τάξης, ή για άλλους λόγους, προϊόντα που εγγυώνται την καλή μεταχείριση των ζώων. 'Ομως, λόγω ελλιπούς τεκμηρίωσης, δεν έχουν εμπιστοσύνη στην εγκυρότητα και την αξιοπιστία των επιχειρημάτων που προβάλλονται κατά την εμπορική προώθηση των προϊόντων. Απαραίτητη προϋπόθεση για την καλύτερη εμπορική προώθηση των ζωικών προϊόντων που πληρούν προδιαγραφές αυστηρότερες από τις ελάχιστες προδιαγραφές της ΕΕ, είναι η αντικειμενική και επιστημονική τεκμηρίωση. Εννοείται, βέβαια, ότι η επισήμανση θα έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα εάν οι αναγραφόμενες πληροφορίες είναι κατανοητές και παρέχουν επαρκή ενημέρωση στους καταναλωτές προσελκύοντας το ενδιαφέρον τους.

3.4   Απαραίτητη είναι επίσης η παροχή αναγνωρίσιμης εγγύησης βάσει αντικειμενικών και αξιόπιστων πληροφοριών. Η ΕΟΚΕ, βασιζόμενη στη γνωμοδότηση που υιοθέτησε το 2007, στηρίζει πλήρως δράσεις που κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση. Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει το εκτενές έργο που έχει πραγματοποιηθεί μέχρι σήμερα και κατανοεί τους λόγους για τους οποίους ήταν ιδιαίτερα χρονοβόρο.

3.5   Χρήσιμο θα ήταν, ωστόσο, εάν η Επιτροπή είχε κατατάξει τις υφιστάμενες επιλογές με σειρά προτεραιότητας και είχε υποβάλει μία ή περισσότερες συναφείς προτάσεις ως αφετηρία για την επακόλουθη πολιτική διαδικασία, καθώς και μια πρόταση βασιζόμενη στις συστάσεις της ΕΟΚΕ. Οι συστάσεις της ΕΟΚΕ φαίνεται να επιβεβαιώνονται από τις μελέτες, σύμφωνα με τις οποίες ένα ρεαλιστικό σύστημα επισήμανσης θα πρέπει να έχει εθελούσιο χαρακτήρα και να είναι εναρμονισμένο και προσαρμοσμένο στην αγορά, ώστε να δίνει πρακτικές και ρεαλιστικές δυνατότητες εμπορικής προώθησης ζωικών προϊόντων που πληρούν αυστηρότερα από τα ελάχιστα πρότυπα.

3.6   Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να αξιοποιήσει το εκτενές έργο που έχει πραγματοποιηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε αυτόν τον τομέα· συστήματα βασισμένα στη γνώση που θα ενημερώνουν τόσο τους προμηθευτές όσο και τους παραγωγούς αγαθών και υπηρεσιών και θα προωθούν μέτρα με επίκεντρο την αγορά και την αντίστοιχη ανταπόκριση από τους καταναλωτές. Τέτοια παραδείγματα είναι η πιστοποίηση «δίκαιου εμπορίου», η πιστοποίηση του Συμβούλιο Διαχείρισης των Δασών (FSC - Forest Stewardship Council), του Συμβούλιο Επιστασίας των Θαλασσών (Marine Stewardship Council) και της Rainforest Alliance. Σημαντικά στοιχεία του συστήματος πρέπει να είναι η διαχείριση, το πεδίο εφαρμογής, οι στόχοι και η θέσπιση προτύπων, η διασφάλιση ανεξάρτητου ελέγχου, εκτίμησης επιπτώσεων και ανάλυσης κόστους-οφέλους, καθώς και η παρακολούθηση δημόσιων δηλώσεων και η προβολή (7).

3.7   Ο συντονισμός των ερευνητικών δραστηριοτήτων θα διασφαλίσει την καλύτερη χρήση των πόρων. Η ΕΟΚΕ θεωρεί σημαντική για το σκοπό αυτό την προώθηση του διοργανικού διαλόγου. Τούτο ισχύει κυρίως αφενός επειδή τα αποτελέσματα του προγράμματος Welfare Quality, πρέπει το ταχύτερο δυνατόν να βρουν πρακτική εφαρμογή και αφετέρου προκειμένου να διασφαλισθεί η αφοσίωση των ερευνητών και η συνέχεια των εργασιών με βάση τα διαθέσιμα αποτελέσματα, χωρίς να σπαταλιέται χρόνος σε συζητήσεις περί θεωρητικών δυνατοτήτων χωρίς συγκεκριμένες προτάσεις. Η σύσταση δικτύου με ερευνητές σημαντικών εταίρων-τρίτων χωρών είναι επίσης καθοριστική για την περαιτέρω διάδοση των αποτελεσμάτων της έρευνας και την καλύτερη κατανόηση της πολιτικής της ΕΕ, που είναι σημαντικός παράγοντας για τις μελλοντικές εμπορικές σχέσεις.

Σύστημα επισήμανσης

3.8   Μολονότι η ανάλυση δεν οδηγεί σε σαφή συμπεράσματα σχετικά με τα συστήματα επισήμανσης, έμμεσα φαίνεται να υποδεικνύει ως πιο ρεαλιστική επιλογή ένα σύστημα απλό και ευέλικτο. Η σύσταση αυτή συγκλίνει σε όλα τα σημαντικά σημεία με τις συστάσεις και προτάσεις της ΕΟΚΕ, δηλαδή με ένα σύστημα βασιζόμενο σε επιστημονικά δεδομένα, στις συνθήκες της αγοράς, στην εθελοντική συμμετοχή και κατάλληλο να συνδυαστεί με υφιστάμενα ιδιωτικά σήματα και σήματα ποιότητας.

3.9   Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ εξακολουθεί να θεωρεί ότι το σύστημα θα πρέπει ουσιαστικά να βασίζεται στα εξής στοιχεία:

Το προτεινόμενο κέντρο ή τα κέντρα αναφοράς θεσπίζουν τα απαραίτητα αντικειμενικά κριτήρια βάσει του προσδόκιμου ζωής του ζώου. Τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να μεταφράζονται σε πρακτικές και ρεαλιστικές συνθήκες παραγωγής, ώστε να διασφαλίζεται ο βέλτιστος συνδυασμός έρευνας, ανάπτυξης και χρήσης νέων τεχνολογιών (8).

Τα κριτήρια μεταφράζονται σε πρότυπα (9) που εφαρμόζονται στο πλαίσιο του συστήματος επισήμανσης, με στόχο, μεταξύ άλλων, τη διασφάλιση της αξιόπιστης μέτρησης και του ελέγχου από ανεξάρτητο φορέα που θα λαμβάνει υπόψη τα συμφέροντα των θιγόμενων ομάδων.

Οι παραγωγοί και οι έμποροι θα μπορούν πλέον να εφαρμόζουν σε εθελοντική βάση ένα εγκεκριμένο λογότυπο της ΕΕ το οποίο εγγυάται ότι πληρούνται πρότυπα υψηλότερα από τις ελάχιστες απαιτήσεις της ΕΕ.

Τα πρότυπα μπορούν π.χ. να αντιστοιχούν σε τρία διαφορετικά επίπεδα υψηλότερα των ελάχιστων προδιαγραφών, στον βαθμό που αυτό εμφανίζει συνάφεια με το εκάστοτε ζωικό είδος ή προϊόν (10).

Η εγγύηση για την τήρηση συγκεκριμένων προδιαγραφών και ο έλεγχος της χρήσης της επισήμανσης διασφαλίζεται με αυτοέλεγχο και ανεξάρτητο εξωτερικό έλεγχο (11).

3.10   Με βάση το σχέδιο αυτό, η εφαρμογή, ο έλεγχος και η χρήση του εκάστοτε σήματος πιστοποίησης ανταποκρίνονται στους όρους της αγοράς, ανεξάρτητα από τις δημόσιες αρχές. Με την εθελούσια χρήση του σήματος ποιότητας (σε συνδυασμό με ένα σύστημα αστερίσκων, χρωμάτων ή βαθμών), συμπληρωματικά προς τα υφιστάμενα σήματα, η πρόταση συμβάλει επίσης στην επίλυση του προβλήματος της πληθώρας σημάτων με υπερβολικό αριθμό πληροφοριών. Με αυτόν τον τρόπο οι ενδιαφερόμενοι και ευαισθητοποιημένοι καταναλωτές θα έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες ενώ θα ενισχυθεί η εμπιστοσύνη στο σύστημα χάρη σε μια αξιόπιστη επιστημονική βάση και στον ανεξάρτητο έλεγχο.

3.11   Το χρονοδιάγραμμα εισαγωγής του συστήματος πρέπει απαραίτητα να συνάδει με τις απαιτήσεις της αγοράς. Ταυτόχρονα όμως οι ενώσεις παραγωγών, οι επιχειρήσεις και ο κλάδος λιανικού εμπορίου θα έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν το σύστημα για την σειρά προϊόντων τους εφόσον πληρούν αυστηρότερες από τις ελάχιστες προδιαγραφές και θα μπορούν να τα προωθούν με αυτή την ιδιότητα. Είναι σημαντικό, για παράδειγμα, να μπορεί το σύστημα να προσαρμοστεί στην αυξανόμενη τάσης για «εμπορική ονομασία» των προϊόντων, με την οποία το λιανικό εμπόριο χρησιμοποιεί άλλους τρόπους, εκτός της επισήμανσης, για την πληροφόρηση κατά πόσον ένα προϊόν τηρεί τα πρότυπα καλής μεταχείρισης των ζώων.

3.12   Το σύστημα θα μπορεί να εφαρμοστεί υπό παρόμοιες συνθήκες και για τα εισαγόμενα προϊόντα και συνεπώς δεν θα προκαλέσει προβλήματα ως προς τις διατάξεις του ΠΟΕ, καθώς οι πρακτικές του Οργανισμού επιτρέπουν τη χρήση εθελοντικών συστημάτων επισήμανσης στο πλαίσιο των πρακτικών του ΠΟΕ, με την προϋπόθεση να είναι εύλογα και προσβάσιμα για τους παραγωγούς τρίτων χωρών υπό ίδιους όρους.

3.13   Η αγορακεντρική προσέγγιση προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, ότι το σύστημα είναι αρκετά ελκυστικό για τους καταναλωτές και το λιανικό εμπόριο, καθώς και ότι το κόστος για τον παραγωγό αντισταθμίζεται με την καλύτερη πρόσβαση στην αγορά και τις υψηλότερες τιμές.

Ένα ευρωπαϊκό δίκτυο κέντρων αναφοράς

3.14   Μια εμπεριστατωμένη και αντικειμενική εξέλιξη της προστασίας των ζώων προϋποθέτει την συμμετοχή των υφιστάμενων ερευνητικών κέντρων της ΕΕ. Για τον λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ στηρίζει τη σύσταση ευρωπαϊκού δικτύου σε αυτόν τον τομέα, το οποίο θα συντονίζεται από ένα ή περισσότερα κέντρα αναφοράς (ENRC) και θα οργανωθεί κατά το πρότυπο των υφιστάμενων κέντρων αναφοράς στον κτηνιατρικό τομέα (12).

3.15   Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων, το Κοινό Κέντρο Ερευνών και τα εθνικά εργαστήρια αναφοράς ασχολούνται σε ορισμένο βαθμό με την καλή μεταχείριση των ζώων, αλλά δεν ενδείκνυνται για τον συντονισμού αυτού του τομέα στην ΕΕ. Το δίκτυο θα πρέπει να συμπληρώνει και όχι να επικαλύπτει τις δραστηριότητες αυτών των οργανισμών της ΕΕ, και θα πρέπει καταρχήν να καλύπτει όλες τις πτυχές της χρήσης ζώων για εμπορικούς σκοπούς και να μην επηρεάζεται από εξωτερικά συμφέροντα.

3.16   Το δίκτυο θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να αναλάβει τα εξής αλληλένδετα καθήκοντα:

Προσδιορισμό και ενημέρωση δεικτών για την αξιολόγηση της καλής μεταχείρισης των ζώων επί επιστημονικής βάσης και με τη συνεισφορά των ενδιαφερομένων μερών·

Εκτίμηση του αντικτύπου και βελτίωση των μέτρων για την καλή μεταχείριση των ζώων·

Διαρκή ανάπτυξη της έρευνας και της επιστημονικής βάσης για την επικαιροποίηση των προτύπων·

Ενημέρωση και διάλογο σχετικά με την εφαρμογή των προτύπων και συμβολή σε μια πιο προενεργό πολιτική για την προστασία των ζώων παγκοσμίως.

3.17   Η καλύτερη προσέγγιση θα ήταν η συνέχεια του υφιστάμενου δικτύου του προγράμματος Welfare Quality (WQ) σε συνδυασμό με το μεγαλύτερο δίκτυο σε σημαντικές τρίτες χώρες-εταίρους. Με το πρόγραμμα WQ τέθηκε η βάση για την ανάπτυξη ενός συστήματος επισήμανσης με την επεξεργασία επιστημονικών δεικτών για τα ζώα, οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν μεταγενέστερα στα πλαίσια της διαδικασίας κατάταξης για την ενίσχυση της αξιοπιστίας και της διαφάνειας των πληροφοριών που παρέχονται στους καταναλωτές.

3.18   Τα πρότυπα που προτείνονται από το σύστημα θα πρέπει να εγκρίνονται από ανεξάρτητο φορέα. Καθώς η ενεργός συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών συνιστά βασική προϋπόθεση για την αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος, θα πρέπει να διασφαλισθεί και η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συμμετοχή τους στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, μεταξύ άλλων για τη διαμόρφωση της στρατηγικής και του προγράμματος εργασίας.

Λοιπά θέματα

3.19   Η πρόταση της ΕΟΚΕ για μια επισήμανση σχετική με την καλή μεταχείριση των ζώων βασίζεται στην πλέον επίκαιρη επιστημονική γνώση και αξιολόγηση. Η εναρμόνιση των απαιτήσεων θα επιτρέπει στον καταναλωτή να προβαίνει πλήρως πληροφορημένος στις αγορές του, στέλνοντας έτσι ένα μήνυμα στον παραγωγό. Αυτό προϋποθέτει όμως την ενίσχυση της ευαισθητοποίησης για την καλή μεταχείριση των ζώων και την προβολής των προτύπων και των σημάτων, μέσω ενημερωτικών εκστρατειών και εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Ανεξάρτητα από την προφανή ανάγκη για συντονισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο σχεδιασμός και η εφαρμογή αυτής της προβολής θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, καθώς, όπως έχει δείξει η εμπειρία, οι κεντρικά προωθούμενες ενημερωτικές εκστρατείες στην ΕΕ έχουν περιορισμένη αποτελεσματικότητα στα κράτη μέλη.

3.20   Η ανωτέρω πρόταση δεν αντιβαίνει στο υφιστάμενο σύστημα για τη βιολογική γεωργία στην ΕΕ, που σε ορισμένα σημεία περιλαμβάνει στοιχεία για την καλή μεταχείριση των ζώων. Είναι βέβαιο ότι η καλή μεταχείριση των ζώων θα λαμβάνεται επαρκώς υπόψη στην παραγωγή βιολογικών προϊόντων με την σταδιακή εφαρμογή των προτύπων, μόλις θεσπισθούν και ότι θα καταστεί συνεπώς τμήμα του συστήματος ελέγχου βιολογικής παραγωγής, χωρίς επιπλέον διοικητικές δαπάνες. Οι καταναλωτές συνδέουν την βιολογική γεωργία με την εφαρμογή αυστηρότερων προτύπων όσον αφορά την καλή μεταχείριση των ζώων και θεωρείται δεδομένο ότι γνωρίζουν τα προϊόντα βιολογικής καλλιέργειας με το λογότυπο της ΕΕ.

3.21   Με το προτεινόμενο σύστημα για την επισήμανση της καλής μεταχείρισης των ζώων ουσιαστικά συμπληρώνονται τα ισχύοντα ευρωπαϊκά συστήματα επισήμανσης της ποιότητας που χρησιμοποιούν «αποκλειστικούς όρους» για τα αυγά, καθώς και τα συστήματα επισήμανσης της γεωγραφικής προέλευσης και των παραδοσιακών χαρακτηριστικών προϊόντων. Τα συστήματα αυτά αφορούν τη διαδικασία παραγωγής και την προέλευση, όχι όμως την καλή μεταχείριση των ζώων, αν και μέχρι έναν βαθμό ενέχουν και αυτή την έννοια. Επειδή οι καταναλωτές έχουν εξοικειωθεί με τα συστήματα αυτά, θα πρέπει να διατηρηθούν. Αντιθέτως, θα πρέπει να αποφεύγονται πρόσθετες υποχρεωτικές ή εθελοντικές απαιτήσεις για την εφαρμογή «αποκλειστικών όρων» βάσει των συστημάτων παραγωγής, επειδή είναι δύσκολο να ρυθμιστούν ειδικές συνθήκες παραγωγής μέσω των περίπλοκων νομικών διαδικασιών της ΕΕ, όπως φαίνεται σαφώς, π.χ., στο πλαίσιο της θέσπισης των ελάχιστων προδιαγραφών της ΕΕ.

3.22   Η ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την πολιτική ποιότητας των γεωργικών προϊόντων περιέχει προτάσεις για την επεξεργασία κατευθυντήριων γραμμών για ιδιωτικά και εθνικά συστήματα πιστοποίησης τροφίμων (13). Οι προτεινόμενες κατευθυντήριες γραμμές προστατεύουν αφενός τους καταναλωτές από τις παραπλανητικές πρακτικές και αφετέρου αφήνουν στην αγορά την διακριτική ευχέρεια να ανταποκριθεί στις προσδοκίες των καταναλωτών σχετικά με την μεταχείριση των ζώων. Ταυτόχρονα αναδεικνύουν την πιστοποίηση σε ουσιαστικό στοιχείο της πολιτικής τροφίμων της ΕΕ.

3.23   Το προτεινόμενο σύστημα είναι ουδέτερο από πλευράς ζητημάτων θρησκευτικής πίστης, καθώς η επισήμανση εγγυάται απλώς την τήρηση απαιτήσεων για την καλή μεταχείριση των ζώων σε επίπεδο ανώτερο από τις ελάχιστες προδιαγραφές της ΕΕ.

3.24   Το ENRC θα πρέπει να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο για τη διασφάλιση της καλής μεταχείρισης όλων των σπονδυλωτών ζώων που εκτρέφονται για εμπορικούς λόγους, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων π.χ. και των ιχθύων και των γουνοφόρων ζώων, για τα οποία θα πρέπει να ισχύουν τα κριτήρια που ισχύουν για όλα τα ζώα εκτροφής. Αυτό αφορά και τα πειραματόζωα, ενώ το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Επικύρωση της Καταλληλότητας Εναλλακτικών Μεθόδων (ECVAM) εξετάζει εναλλακτικές λύσεις για τη χρήση ζώων για επιστημονικούς σκοπούς.

Βρυξέλλες, 26 Μαΐου 2010.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Mario SEPI


(1)  Η γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Προστασία και καλή μεταχείριση των ζώων - επισήμανση» της 15.3.2007 εκπονήθηκε κατόπιν αιτήματος της γερμανικής Προεδρίας (ΕΕ C 161 της 13.7.2007, σ. 54).

(2)  Το Welfare Quality® είναι ερευνητικό πρόγραμμα χρηματοδοτούμενο από την ΕΕ που υλοποιήθηκε το διάστημα 2004-09 με τη συμμετοχή περίπου 250 ερευνητών από 39 ιδρύματα και πανεπιστήμια σε 13 ευρωπαϊκές χώρες και σημαντικούς εταίρους-τρίτες χώρες. Στο πλαίσιο του προγράμματος εκπονήθηκαν, βάσει επιστημονικών δεδομένων, πρότυπα για την καλή μεταχείριση των ζώων και πρακτικές στρατηγικές για την ένταξη της έννοιας της προστασίας των ζώων στην αλυσίδα παραγωγής γεωργικών προϊόντων και στα επόμενα σκέλη παραγωγής και εμπορίας, καθώς και της συναφούς ενημέρωσης των καταναλωτών.

(3)  COM(2006) 13 της 23.1.2006

(4)  Η διάσκεψη «Καλή μεταχείριση των ζώων - Βελτίωση μέσω της επισήμανσης;» οργανώθηκε από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τη γερμανική προεδρία του Συμβουλίου. στις 28.3.2007 Στα συμπεράσματα του Συμβουλίου τονίζεται ότι «θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συστάσεις της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής που εμπεριέχονται στη διερευνητική της γνωμοδότηση» (συμπεράσματα, 2797η διάσκεψη του Συμβουλίου Γεωργίας και Αλιείας, Βρυξέλλες, 7 Μαΐου 2007).

(5)  Βλ. τη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ σχετικά με ένα κοινοτικό σχέδιο δράσης για την προστασία και την καλή μεταχείριση των ζώων (2006-2010), ΕΕ C 324 της 30.12.2006, σ. 18.

(6)  Σύμφωνα με το άρθρο 13 «η Ένωση και τα κράτη μέλη λαμβάνουν πλήρως υπόψη τους τις απαιτήσεις καλής διαβίωσης των ζώων ως ευαίσθητων όντων τηρώντας ταυτοχρόνως τις νομοθετικές ή διοικητικές διατάξεις και τα έθιμα των κρατών μελών που αφορούν ιδίως τα θρησκευτικά τυπικά, τις πολιτιστικές παραδόσεις και την κατά τόπους πολιτιστική κληρονομιά». Αυτή η δεσμευτική διάταξη αντικαθιστά την προηγούμενη «συμφωνία κυρίων» με τη μορφή πρωτοκόλλου και χορηγεί αρμοδιότητα στο Δικαστήριο των ΕΚ π.χ. να αποφαίνεται επί διαφορών.

(7)  Ένα τέτοιο σύστημα θα μπορούσε ενδεχομένως να ζητήσει να λάβει πιστοποίηση ISO65 για τις γενικές προδιαγραφές για φορείς παροχής συστημάτων πιστοποίησης προϊόντων.

(8)  Σύμφωνα με το πρόγραμμα WQ, κατά την αξιολόγηση θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά κύριο λόγο η μεταχείριση του ζώου («welfare outcomes») και όχι τα ίδια τα συστήματα παραγωγής («input and resources»). Στην πράξη τα συστήματα παραγωγής αξιολογούνται μέσω της μεταχείρισης των ζώων. Προϋπόθεση είναι οι δείκτες να περιλαμβάνουν όλα τα σημαντικά δεδομένα για κάθε είδος ζώου, με τη μορφή δεικτών απόδοσης, συνθηκών φύλαξης και ενσταυλισμού, δυνατότητας φυσικής συμπεριφοράς, ημερησίου ελέγχου, ζητημάτων ασθένειας και υγείας, απογαλακτισμού, χειρουργικών επεμβάσεων, καθώς και μεταφοράς προς το σφαγείο, νάρκωσης και σφαγής. Το σύστημα παρέχει επίσης κίνητρα για την εθελοντική εφαρμογή καινοτομιών και επιμέρους αναβαθμίσεων.

(9)  Ο όρος «πρότυπα» χρησιμοποιείται προς αποφυγή της σύγχυσης με τον όρο «κανόνες προτύπων» που εκπονούνται βάσει συγκεκριμένης διαδικασίας στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών οργανισμών τυποποίησης.

(10)  Σύμφωνα με την κατάταξη του προγράμματος WQ σε τρία επίπεδα: Excellent (highest level), enhanced (good welfare) και above minimal requirements.

(11)  Ίδρυμα ή οργανισμός ή εξειδικευμένος φορέας πιστοποίησης που λειτουργεί δυνάμει των συναφών ευρωπαϊκών και διεθνών προτύπων ISO του EN – ISO – 17000, ή που είναι εγκεκριμένος ως φορέας πιστοποίησης δυνάμει του EN – ISO - 45011.

(12)  Η Επιτροπή χρησιμοποιεί τον όρο «European network of reference centres» (ENRC), αλλά ουσιαστικά πρόκειται για ένα δίκτυο ερευνητικών κέντρων που συντονίζονται από ένα ή περισσότερα κέντρα αναφοράς, ενδεχομένως ένα για κάθε είδος ζώου, όπως και ο οργανισμός για την προστασία των οικόσιτων ζώων, όπως οι οργανώσεις για την προστασία των οικόσιτων ζώων, που βάσει δεικτών προτείνουν πρότυπα για την καλή μεταχείριση των ζώων, πρότυπα που εγκρίνονται από ανεξάρτητο φορέα. Μολονότι προτείνεται η συμμετοχή των ενδιαφερομένων μερών, δεν διερευνάται περαιτέρω η οργανωτική διάσταση ενός τέτοιου φορέα.

(13)  COM(2009) 234 της 28.5.2009.


21.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 21/49


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Επενδύσεις στην ανάπτυξη τεχνολογιών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών (Σχέδιο ΣΕΤ)»

COM(2009) 519 τελικό

2011/C 21/09

Γενικός εισηγητής: ο κ. Gerd WOLF

Στις 7 Οκτωβρίου 2009, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της ΣΕΚ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την:

«Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών – Επενδύσεις στην ανάπτυξη τεχνολογιών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών (Σχέδιο ΣΕΤ)»

COM(2009) 519 τελικό.

Στις 3 Νοεμβρίου 2009, το Προεδρείο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής ανέθεσε στο ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών», την προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ.

Λόγω του επείγοντος χαρακτήρα των εργασιών (Άρθρο 59 του Εσωτερικού Κανονισμού), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, κατά την 463η σύνοδο ολομέλειας, της 26ης και 27ης Μαΐου 2010 (συνεδρίαση της 27ης Μαΐου 2010), όρισε γενικό εισηγητή τον κ. Wolf και υιοθέτησε, με 168 ψήφους υπέρ και 3 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Περίληψη και συστάσεις

1.1   Το σχέδιο ΣΕΤ (Ευρωπαϊκό Στρατηγικό Σχέδιο Ενεργειακών Τεχνολογιών) που υποβλήθηκε από την Επιτροπή εξετάζει τα σημαντικότερα σύγχρονα μέτρα με τα οποία θα επιτευχθούν οι ζωτικοί και αλληλένδετοι στόχοι της προστασίας του περιβάλλοντος και της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού, και θα διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα της ΕΕ. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ανεπιφύλακτα τις επενδύσεις και τα μέτρα που προτείνονται.

1.2   Μόνο αν καταβάλλουμε εξαιρετικές και συνδυασμένες προσπάθειες θα μπορέσουμε να προσανατολίσουμε και να προσαρμόσουμε σε αυτούς τους στόχους το συνολικό σύστημα παροχής, μετατροπής και κατανάλωσης ενέργειας.

1.3   Συνεπώς, πρέπει να αναπτυχθούν τεχνικές και μέθοδοι παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας με χαμηλές εκπομπές άνθρακα οι οποίες, σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες τεχνολογίες, να μπορούν να διασφαλίσουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα.

1.4   Ωστόσο, η ΕΟΚΕ διακατέχεται από σοβαρές ανησυχίες επειδή θεωρεί ότι η χρηματοδοτική συμβολή της Επιτροπής, των κρατών μελών και του ιδιωτικού τομέα που απαιτείται για την υλοποίηση του στόχου αυτού δεν έχει εκτιμηθεί επαρκώς. Γι' αυτό και συνιστά να αναπτυχθεί επειγόντως ένα κατάλληλο χρηματοδοτικό σχέδιο το οποίο να υποστηρίζεται από κοινού από την Επιτροπή, τα κράτη μέλη και τον ενδιαφερόμενο κλάδο και να συνδέεται με τον μελλοντικό προϋπολογισμό της ΕΕ. Στο μεσοδιάστημα, θα πρέπει να ενεργοποιηθούν άλλες πηγές χρηματοδότησης και να αφιερωθούν αποκλειστικά στην υλοποίηση του στόχου αυτού όλα τα έσοδα των κρατών μελών που προέρχονται από τις ποσοστώσεις εκπομπών CO2. Το ίδιο ισχύει και για τα έσοδα από τον φόρο διοξειδίου του άνθρακα που ενδέχεται να επιβληθεί στο μέλλον.

1.5   Όντως, με δεδομένη την καθοριστική σημασία του ζητήματος της ενέργειας και του κλίματος, καθώς και των επιπτώσεών του στην ανταγωνιστικότητα, η ΕΟΚΕ κρίνει ότι θα ήταν παράλογο να φορολογηθεί επιπλέον ο κλάδος της ενέργειας και τα έσοδα που θα έπρεπε να διατεθούν στην προστασία του κλίματος να διοχετευθούν σε άλλες ανάγκες.

1.6   Οι επενδύσεις για την ανάπτυξη τεχνολογιών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών προς παραγωγή ενέργειας προάγουν την καινοτομία, τον δυναμισμό της οικονομίας, την αειφόρο ανάπτυξη και την απασχόληση. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο από τη στιγμή που οι εκμεταλλεύσιμες και φθηνές πηγές ενέργειας αποτελούν τη βάση της οικονομίας και του τρόπου ζωής μας. Η ενεργειακή απόδοση είναι παράγοντας κεφαλαιώδους σημασίας για την διεθνή ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Συνεπώς, χρειαζόμαστε βιώσιμες μεθόδους παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας.

1.7   Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΟΚΕ τονίζει την ιδιαίτερη σημασία της ηλεκτρικής ενέργειας. Όμως, συνιστά να δοθεί περισσότερη προσοχή στη χρήση ενέργειας σε κλάδους εκτός του ηλεκτρισμού και να αναζητηθούν καινοτόμες μέθοδοι έρευνας, γιατί αυτός είναι ο χώρος στον οποίο σημειώνεται η μεγαλύτερη κατανάλωση ενέργειας παραγόμενης από ορυκτά καύσιμα.

1.8   Για να μπορέσει η Επιτροπή να εκπληρώσει τα συντονιστικά της καθήκοντα, πρέπει επίσης να αναπτυχθούν οι κατάλληλες δομές προγραμμάτων Ε&Α σε συνεννόηση με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η Επιτροπή χρειάζεται από την πλευρά της έμπειρους, διεθνώς αναγνωρισμένους και αφοσιωμένους εμπειρογνώμονες, που να δραστηριοποιούνται στους τομείς τους και να ταυτίζονται απόλυτα με την επιτυχία του προγράμματος που συντονίζουν.

2.   Η ανακοίνωση της Επιτροπής (απλουστευμένη και συνοπτική παρουσίαση)

2.1   Το σχέδιο ΣΕΤ προορίζεται να αποτελέσει τον τεχνολογικό πυλώνα της ενεργειακής και της κλιματικής πολιτικής ΕΕ.

2.2   Κεντρικό στοιχείο του σχεδίου ΣΕΤ είναι οι «χάρτες πορείας της ΕΕ» για την περίοδο 2010-2020, σύμφωνα με τους οποίους προωθείται η ανάπτυξη τεχνολογιών με περιορισμένες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα («τεχνολογίες χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών»). Οι εν λόγω χάρτες πορείας παρουσιάζονται σε έγγραφο εργασίας (1) των υπηρεσιών της Επιτροπής, συνοδευόμενοι από ένα σχέδιο χρηματοδότησης από τον ίδιο τον κλάδο και από δημόσιες πηγές.

2.3   Η ανακοίνωση της Επιτροπής εξετάζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

2.3.1

Ευρωπαϊκές βιομηχανικές πρωτοβουλίες σχετικά με τα εξής:

Αιολική ενέργεια

Ηλιακή ενέργεια

Δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας

Αειφόρος βιοενέργεια

Παγίδευση, μεταφορά και αποθήκευση CO2

Βιώσιμη πυρηνική σχάση

Κυψέλες καυσίμων και υδρογόνο.

2.3.2

Ενεργειακή απόδοση - Πρωτοβουλία «Έξυπνες πόλεις» («Smart Cities»).

2.3.3

Ευρωπαϊκός Συνασπισμός Ενεργειακής Έρευνας (EERA). Κοινά προγράμματα για ερευνητικά ιδρύματα και ανώτατες σχολές.

2.3.4

Λοιποί στόχοι:

Άλλες τεχνολογίες, όπως π.χ. υπεράκτιες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πλην της αιολικής, αποθήκευση ενέργειας παράταση του χρόνου ζωής των πυρηνικών μονάδων παραγωγής ενέργειας και διάθεση πυρηνικών αποβλήτων

Ενέργεια σύντηξης, ιδίως το πρόγραμμα ITER

Βασική έρευνα, π.χ. καύσιμα προερχόμενα κατ' ευθείαν από το ηλιακό φως, φωτεινές πηγές στερεάς κατάστασης ή συσσωρευτές υψηλής πυκνότητας

Ενεργοποίηση πόλων επιστήμης και έρευνας. Για τον σκοπό αυτό, υπάρχουν ήδη πόροι από την πολιτική συνοχής

Διεθνής συνεργασία.

2.3.5

Οι επενδύσεις πρέπει να αυξηθούν και από το σημερινό ποσό των 3 δισ. ευρώ ετησίως να φθάσουν τα 8 δισ. ευρώ περίπου ετησίως, ώστε να προωθηθούν όντως οι δράσεις του σχεδίου ΣΕΤ στην ΕΕ.

2.3.6

Το νέο ευρωπαϊκό σύστημα δικαιωμάτων ποσοστώσεων εκπομπών πρέπει να επιτρέπει να επανεπενδύεται σε εθνική κλίμακα για μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος τουλάχιστον το 50 % των εσόδων που προέρχονται από τον πλειστηριασμό ποσοστώσεων και ένα μέρος που πρέπει να εξυπηρετεί την ανάπτυξη φιλοπεριβαλλοντικών τεχνολογιών.

2.3.7

Η παροχή κινήτρων και η μόχλευση πρέπει να ενισχυθούν τα μέγιστα με την πρόβλεψη μιας σειράς χρηματοδοτικών εργαλείων.

2.4   Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή καλεί το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο:

να στηρίξουν τους χάρτες πορείας 2010-2020 για την τεχνολογία,

να διευθετήσουν τη στήριξη των πρωτοβουλιών του σχεδίου ΣΕΤ από τα υφιστάμενα κοινοτικά προγράμματα,

να ζητήσουν από τα κράτη μέλη να αυξήσουν τις προσπάθειές τους στη στήριξη της χρηματοδότησης τεχνολογιών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών,

να επικροτήσουν την προταθείσα ενίσχυση χρηματοδοτικών μέσων ώστε να συμβάλουν στη χρηματοδότηση του σχεδίου ΣΕΤ,

να επικροτήσουν τα σχέδια της Επιτροπής και της ΕΤΕπ,

να συμφωνήσουν στην ενίσχυση των υφιστάμενων και των νέων διεθνών πρωτοβουλιών τεχνολογικού προσανατολισμού.

3.   Γενικές παρατηρήσεις της ΕΟΚΕ

3.1   Διάσκεψη της Κοπεγχάγης για το κλίμα. Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει τις προσπάθειες της ΕΕ και των κρατών μελών της για την επιτυχή έκβαση της Διάσκεψης της Κοπεγχάγης για το κλίμα. Θεωρεί δε ότι ο στόχος του περιορισμού της αύξησης της θερμοκρασίας στους 2 βαθμούς αποτελεί την πρώτη σοβαρή ένδειξη βούλησης για την προστασία του κλίματος. Γι αυτό και λυπάται ιδιαίτερα που, πέραν των προγραμματικών δηλώσεων, δεν κατέστη εφικτό να συναφθούν δεσμευτικές συμφωνίες μεταξύ των συμμετεχόντων.

3.1.1   Υποτίμηση του προβλήματος. Παρά την αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού και, συνεπώς, της ενεργειακής ζήτησης (2) αλλά και την τεράστια ανάγκη μείωσης των ανισοτήτων, τα εναπομένοντα αποθέματα πρωτογενών ορυκτών πηγών ενέργειας (3) και η αυξανόμενη εξάρτηση της Ευρώπης από τις εισαγωγές, υπάρχουν πολλοί πολιτικοί και άλλοι παράγοντες που συνεχίζουν να υποτιμούν έντονα τη σοβαρότητα του κλιματικού και ενεργειακού προβλήματος, ούτε το ύψος των επενδύσεων που απαιτούνται για την αντιμετώπισή του - είτε επειδή οι επιπτώσεις τους δεν θα γίνουν αισθητές παρά μόνο μακροπρόθεσμα, είτε επειδή τα μοντέλα πρόβλεψης του κλίματος εμπεριέχουν αβεβαιότητες, είτε για λόγους οικονομικής σκοπιμότητας, από φόβο για υποβιβασμό της ποιότητας ζωής, από δισταγμούς ως προς την πραγματοποίηση των απαραίτητων επενδύσεων ή επειδή οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής για ορισμένες περιφέρειες θεωρούνται λιγότερο βαρύνουσες.

3.1.2   Εξοικονόμηση των πόρων. Η ανάπτυξη ανταγωνιστικών τεχνολογιών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών (4) θα επιβραδύνει τον ρυθμό εξάντλησης των πεπερασμένων ορυκτών πηγών ενέργειας· επίσης, θα επηρεάσει την τιμή τους, προωθώντας έτσι τη βιωσιμότητα. Αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για να διαρκέσουν περισσότερο τα αποθέματα ενέργειας και για να προετοιμαστούμε καλύτερα ενόψει της εξάντλησής τους. Όσοι δεν ενεργήσουν άμεσα, θα δεχθούν αργότερα σοβαρότερο πλήγμα.

3.1.3   Συνέπεια: Τεχνολογίες χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών. Είναι πλέον επείγον να ενισχυθούν εντονότερα οι προσπάθειες για την ανάπτυξη νέων ή την εξέλιξη των υφιστάμενων τεχνολογιών και μεθόδων παραγωγής και κατανάλωσης ενέργειας χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών που να είναι διεθνώς ανταγωνιστικές έναντι των υφιστάμενων. Οι τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών άνθρακα χρησιμοποιούνται σε ευρεία κλίμακα μόνον όταν αυτό εξυπηρετεί τα οικονομικά συμφέροντα των εκάστοτε παραγόντων.

3.1.4   Επιλογή πρόβλεψης για μείωση των εκπομπών κατά 30 %. Ο επείγων χαρακτήρας των όσων προαναφέρθηκαν θα ενισχυθεί εάν τηρηθεί η υποστηριζόμενη από την ΕΟΚΕ επιλογή της μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 30 % (5) (συγκεκριμένα, όταν θα υπάρχουν οι κατάλληλες διεθνείς προϋποθέσεις).

3.1.5   Πιθανότητα περαιτέρω αύξησης της κατανάλωσης. Στο σενάριο αναφοράς του ΔΟΕ (6) προβλέπεται για τις επόμενες δεκαετίες σταθερή αύξηση της κατανάλωσης και των πρωτογενών ορυκτών πηγών ενέργειας, κυρίως του άνθρακα. Κατά συνέπεια, ο ΔΟΕ εκτιμά ότι μόνο εφόσον ενισχυθούν οι προσπάθειες (7) μπορεί να αναστραφεί αυτή η τάση και να εξασφαλισθεί ότι η χρήση ορυκτών πηγών ενέργειας σε παγκόσμια κλίμακα θα κορυφωθεί το 2020 και στη συνέχεια θα μειωθεί σταδιακά, για να αντικατασταθεί από τεχνολογίες χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών.

3.2   Έρευνα και ανάπτυξη - Σχέδια ΣΕΤ. Καθοριστική είναι η σημασία της έρευνας και της τεχνολογικής ανάπτυξης και σε αυτό συμβάλλει σημαντικά το σχέδιο ΣΕΤ που υποβάλλεται από την Επιτροπή. Το σχέδιο περιλαμβάνει και τα χρηματοδοτικά μέσα που προβλέπονται για τον σκοπό αυτό από τον προϋπολογισμό της ΕΕ.

3.2.1   Έρευνα και ανάπτυξη - διεθνείς προσπάθειες και ανταγωνισμός. Στη διάσκεψη της Κοπεγχάγης για το κλίμα επιβεβαιώθηκε εκ νέου ότι εκείνα τα κράτη, όπως για παράδειγμα οι ΗΠΑ και η Κίνα, τα οποία δεν προχώρησαν στη σύναψη δεσμευτικών συμφωνιών διαθέτουν πάρα πολλούς πόρους για την έρευνα και την ανάπτυξη των στόχων που αναφέρονται στο σημείο 3.1.2. Αυτό δείχνει όμως ταυτόχρονα ότι η ΕΕ πρέπει να ενισχύσει σημαντικά τις προσπάθειες της στον χώρο της Ε&Α για να διατηρήσει την ηγετική της θέση.

3.2.2   Πρόγραμμα επενδύσεων για την καινοτομία, το δυναμισμό και την απασχόληση. Οι κατάλληλες επενδύσεις στην έρευνα και ανάπτυξη προσφέρουν επίσης εξαιρετικές ευκαιρίες για την καινοτομία, τον οικονομικό δυναμισμό, την αειφόρο ανάπτυξη και τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο από τη στιγμή που οι εκμεταλλεύσιμες και φθηνές πηγές ενέργειας αποτελούν τη βάση της οικονομίας και του τρόπου ζωής μας. Χωρίς επαρκή εφοδιασμό σε ενέργεια υπό οικονομικά αποδεκτές συνθήκες, η οικονομία μας, το κοινωνικό μας σύστημα και η κοινωνία μας γενικά απειλούνται με κατάρρευση. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο χρειαζόμαστε αειφόρες μορφές ενεργειακού εφοδιασμού.

3.3   Επικρότηση. Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρωτοβουλία της Επιτροπής, καθώς και τα μέτρα που προτείνονται στην ανακοίνωση ως ένα σημαντικό και ουσιαστικό βήμα. Καλεί το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο, την Επιτροπή, τα κράτη μέλη, καθώς και τη βιομηχανία και τους κοινωνικούς εταίρους να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να προάγουν την ανάπτυξη και εφαρμογή τεχνολογιών χαμηλών ανθρακούχων εκπομπών και να διαθέσουν τους πόρους για τις επενδύσεις που είναι απαραίτητες στον χώρο της Ε&Α.

3.3.1   Αμφιβολίες ως προς το μέγεθος και την εστίαση των πόρων. Η ΕΟΚΕ δεν θεωρεί ότι είναι καθήκον της στο πλαίσιο της παρούσας γνωμοδότησης να εξετάσει λεπτομερώς κατά πόσον το προτεινόμενο χρηματοδοτικό πλαίσιο που ορίζεται στο έγγραφο της Επιτροπής (8) και η κατανομή του μεταξύ των προτεινόμενων στόχων συνάδουν με τους κατονομασθέντες στόχους. Συνιστά, συνεπώς, να ελεγχθεί και πάλι αν η προτεραιότητα που δίνεται στα έργα είναι σωστή και αν το συνολικό ποσό της χρηματοδότησης είναι σύμφωνο με τη σημασία των στόχων. Θα πρέπει επίσης να εξασφαλίζεται, μετά από κατάλληλη μεταβατική περίοδο, ότι τα μέτρα αυτά θα αποδώσουν, ενώ το χρηματοδοτικό σχέδιο πρέπει να αναθεωρείται και να προσαρμόζεται, αν είναι απαραίτητο.

3.3.2   Το πρόβλημα της χρηματοδότησης. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι ο στόχος της προσαρμογής ολόκληρου του ενεργειακού μας συστήματος - παροχή, μετατροπή και κατανάλωση - στους συνδυασμένους στόχους της προστασίας του κλίματος, της ασφάλειας του εφοδιασμού και της αειφορίας θα επιτευχθεί μόνο χάρη σε εξαιρετικές προσπάθειες τις επόμενες δεκαετίες, και ότι η έρευνα και η αναπτυξιακή προσπάθεια που απαιτούνται για να επιτευχθεί αυτό είναι σημαντικά υποτιμημένες. Λαμβάνοντας υπόψη την έκταση των προσπαθειών των ΗΠΑ στον τομέα της Ε&Α, η ΕΟΚΕ αμφιβάλλει αν οι προβλεπόμενες επενδύσεις θα είναι αρκετές για να εξασφαλίσουν την επιτυχή εξέλιξη σε ένα τόσο ευρύ μέτωπο και με την απαραίτητη έμφαση, πόσο μάλλον την κατάληψη ηγετικής θέσης στην αγορά.

3.3.3   Ολοκληρωμένο σχέδιο χρηματοδότησης. Η ΕΟΚΕ επομένως καλεί με εμμονή να καταρτισθεί στο συγκεκριμένο τομέα ένα σχέδιο «επαρκούς χρηματοδότησης», που θα στηρίζεται από κοινού από την Επιτροπή, τα κράτη μέλη και τον ενδιαφερόμενο κλάδο και θα ενσωματωθεί στον μελλοντικό προϋπολογισμό της ΕΕ.

3.3.4   Αξιοποίηση πρόσθετων πηγών χρηματοδότησης - το κόστος της κατανάλωσης ενέργειας ως σημείο αναφοράς. Εν τω μεταξύ, θα πρέπει να αξιοποιηθούν και άλλες πηγές χρηματοδότησης, τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε αυτό των κρατών μελών. Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει με ικανοποίηση ότι η ΕΤΕ έχει δηλώσει επίσης την πρόθεσή της να συμμετάσχει. Υπό το πρίσμα αυτό, το κόστος της τρέχουσας κατανάλωσης ενέργειας θα πρέπει να ληφθεί ως σημείο αναφοράς για τις απαιτούμενες επενδύσεις: σημαντικό ποσοστό αυτού του ποσού πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως δικλείδα ασφαλείας για το μέλλον! Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΟΚΕ παραπέμπει στη γνωμοδότησή της σχετικά με το σχέδιο δράσης για την ενεργειακή απόδοση (9).

3.3.4.1   Έσοδα από την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής CO2 και από ενδεχόμενο φόρο CO2. Επιπλέον, το σύνολο των εσόδων (10) που απορρέουν από την εμπορία δικαιωμάτων εκπομπής μεταξύ των κρατών μελών πρέπει να διατεθούν αποκλειστικά (11) για την ανάπτυξη ενεργειακών τεχνολογιών με χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Δεδομένης της έκτασης του προβλήματος του κλίματος και της ενέργειας, η ΕΟΚΕ θεωρεί παράλογο να διατεθεί μέρος αυτών των εσόδων για την επίτευξη άλλων στόχων. Αυτή η σύσταση ισχύει επίσης για τα έσοδα που θα πραγματοποιηθούν στην περίπτωση επιβολής ενδεχόμενου μελλοντικού φόρου επί του διοξειδίου του άνθρακα. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ απευθύνει έκκληση στα κράτη μέλη να επιδείξουν ανοικτό πνεύμα απέναντι στη σύστασή της.

3.3.4.2   Όχι εκτροπή των φορολογικών εσόδων. Δεδομένης της ζωτικής σημασίας της ενέργειας και του κλίματος, καθώς και των συνθηκών ανταγωνισμού, η ΕΟΚΕ θεωρεί παράλογο να διατεθούν τα πρόσθετα έσοδα από ενεργειακούς φόρους υπέρ του κλίματος, για άλλους σκοπούς.

3.3.4.3   Δικαιώματα δυνάμει του αποθέματος. Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει το σχέδιο της Επιτροπής, που προτίθεται να χρησιμοποιήσει 300 εκατομμύρια από κοινοτικά αποθέματα για τους νεοεισερχόμενους στο σύστημα ανταλλαγής δικαιωμάτων εκπομπών, προκειμένου να ενθαρρύνει τη δέσμευση και την αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα και τις καινοτόμες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Προβλέπεται αυτά τα κοινοτικά αποθέματα να διατεθούν μέσω των κρατών μελών για τη χρηματοδότηση έργων επίδειξης τα οποία θα επιλεγούν σύμφωνα με κριτήρια που θα καθοριστούν σε κοινοτική κλίμακα (12).

3.3.5   Δημιουργία κινήτρων για την καινοτομία. Η ΕΟΚΕ παραπέμπει εξάλλου στη γνωμοδότησή της με θέμα «Επανεξέταση της κοινοτικής πολιτικής για την καινοτομία σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο» (13), της οποίας οι συστάσεις είναι επίσης ιδιαίτερα χρήσιμες για την ανάπτυξη βιώσιμων ενεργειακών τεχνολογιών.

3.3.6   Διάκριση μεταξύ ανάπτυξης και εφαρμογής. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΟΚΕ ζητεί επίσης να γίνει σαφέστερη διάκριση μεταξύ, αφενός, της αναγκαίας ανάπτυξης οικονομικά προσιτών ενεργειακών τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, τόσο υφιστάμενων όσο και νέων και, αφετέρου, της εφαρμογής τους και της μεγάλης κλίμακας διείσδυσης τους στην αγορά.

3.4   Περιορισμένη δυνατότητα πρόβλεψης. Μέχρι στιγμής, έχει αποδειχθεί δύσκολη η πρόβλεψη των μελλοντικών εξελίξεων και των συνεπειών τους σε πιο μακροπρόθεσμη βάση, συμπεριλαμβανομένων των τομέων πολιτικής ενέργειας και κλίματος. Για τον λόγο αυτό, δεν υπάρχει λόγος να περιορισθεί σήμερα η επιλογή των τεχνολογιών που θα χρειαστούν το 2050, πρέπει όμως να διερευνηθούν όλες οι ελπιδοφόρες εναλλακτικές δυνατότητες για την επίτευξη με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο των στόχων όσον αφορά το κλίμα για το 2050 και μετέπειτα, κατανέμοντας το βάρος μεταξύ της ασφάλειας του εφοδιασμού, της ανταγωνιστικότητας και της προστασίας του κλίματος. Το έτος 2020 θα αποτελέσει ένα πρώτο ορόσημο, το οποίο θα επιτρέψει να ελέγξουμε εάν έχει επιτευχθεί ο στόχος μέχρι τότε.

3.4.1   Ευρύ φάσμα θεμάτων σχετικά με την ανάπτυξη. Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει επομένως το εύρος του θεματικού φάσματος που προτείνει η Επιτροπή όσον αφορά τις τεχνολογίες και τα μέτρα που θα πρέπει να θεσπισθούν μέχρι το στάδιο εφαρμογής, προκειμένου να διαμορφωθούν, με βάση την εμπειρία, ευνοϊκές προϋποθέσεις για μια ευέλικτη προσέγγιση της εφαρμογής τους, και να αποφευχθεί η πρόωρη θέσπιση διατάξεων.

3.4.2   Βασική έρευνα. Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η Επιτροπή τονίζει επίσης και προ πάντων τη σημασία και την ανάγκη επαρκούς βασικής έρευνας. Είναι ο μοναδικός τρόπος για να τεθούν οι βάσεις για εντελώς νέες ανακαλύψεις και για την ανάπτυξη των τεχνολογιών που θα προκύψουν από αυτές.

3.4.3   Ευρωπαϊκός συνασπισμός ενεργειακής έρευνας. Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει επίσης την πρόταση για τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού συνασπισμού ενεργειακής έρευνας. Στο πλαίσιο αυτό, καλεί την Επιτροπή να εφαρμόσει το μέσο ανοικτού συντονισμού και να διασφαλίσει ιδίως τη συγχρηματοδότηση εκ μέρους των οργανισμών χρηματοδότησης των κρατών μελών ή του κλάδου, σύμφωνα με τους κανόνες συμμετοχής.

3.4.4   Καταλυτική επίδραση του ευρωπαϊκού στρατηγικού σχεδίου ενεργειακών τεχνολογιών (ΣΕΤ). Ως εκ τούτου, κατά την εξέταση του προβλεπόμενου χρηματοδοτικού πλαισίου, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι κοινοτικοί πόροι που διατίθενται στο πλαίσιο του σχεδίου ΣΕΤ είναι επαρκείς ώστε να ασκήσουν τη δέουσα καταλυτική επίδραση στην αναγκαία συμμετοχή των κρατών μελών και του κλάδου.

3.5   Καθορισμός των προτεραιοτήτων στο επίπεδο της εφαρμογής. Κατά την εφαρμογή των τεχνολογιών και των συστημάτων που έχουν αναπτυχθεί, πρέπει να δοθεί πολύ μεγαλύτερη έμφαση σε αρχές που είναι εξίσου σημαντικές με τον στόχο της προστασίας του κλίματος, όπως η ασφάλεια του εφοδιασμού και οι δαπάνες (π.χ. το κόστος μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα), λαμβάνοντας υπόψη τις περιφερειακές και παγκόσμιες πτυχές (δυνατότητες που παρέχει η ηλιακή, υδραυλική ή αιολική ενέργεια, αποστάσεις, συμφέροντα των προμηθευτών πρώτων υλών, κλπ.). Κατά συνέπεια, τα μέσα αρχικής στήριξης της αγοράς δεν θα πρέπει να επιβάλουν καμία συγκεκριμένη τεχνολογία, ούτε και να ευνοήσουν ορισμένες τεχνολογίες μέσω ειδικών χρηματοδοτήσεων.

3.6   Σημασία του τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας. Οι περισσότερες από τις προτεινόμενες τεχνολογίες και τα μέτρα αφορούν τα συστήματα προμήθειας ή χρήσης της ηλεκτρικής ενέργειας. Παρά το γεγονός ότι, επί του παρόντος, ο τομέας της ηλεκτρικής ενέργειας αντιπροσωπεύει μόνο το 19 % (14) της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι ενδείκνυται να επικεντρωθούν σε ορισμένο βαθμό οι προτεινόμενες ενέργειες Ε&Α στην ηλεκτρική ενέργεια, επειδή αυτή διαδραματίζει πρωταρχικό και αδιαμφισβήτητο ρόλο σε όλους τους τομείς της καθημερινής ζωής, στην τεχνολογία και στην οικονομία. Η φιλοδοξία να «ηλεκτροκινηθούν» όσον το δυνατόν περισσότερο οι τρόποι χερσαίας μεταφοράς (ηλεκτροκίνητο όχημα, σιδηροδρομική μεταφορά εμπορευμάτων) και - παράλληλα με τη συνδυασμένη παραγωγή θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας – να γίνει ευρύτερη χρήση ηλεκτρικών τεχνολογιών υποστήριξης (αντλίες, συμπιεστές) για τη θέρμανση κτιρίων μέσω αντλιών θερμότητας και γεωθερμικής ενέργειας, θα ενισχύσει περαιτέρω τον ρόλο της ηλεκτρικής ενέργειας.

3.6.1   Κρίσιμος ρόλος των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας πρόκειται να διαδραματίσουν αποφασιστικό ρόλο μεταξύ των ενεργειακών τεχνολογιών με χαμηλές εκπομπές άνθρακα που θα αναπτυχθούν. Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει με ικανοποίηση ότι, κατά τα τελευταία χρόνια, το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών στην παραγωγή ενέργειας αυξήθηκε πέρα από κάθε προσδοκία, ιδίως χάρη στη μαζική επέκταση της αιολικής ενέργειας.

3.6.2   Ευρωπαϊκά δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την ανάπτυξη κατάλληλων δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη, καθώς και των τεχνολογιών που απαιτούνται για τον σκοπό αυτό (για παράδειγμα, «έξυπνα δίκτυα» ή «smart grids»), για την καλύτερη εξισορρόπηση της αύξησης των διακυμάνσεων στον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης και, ενδεχομένως, για τη δυνατότητα μεταφοράς στην Ευρώπη της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται σε ηλιακά πάρκα στην Αφρική.

3.6.3   Τεχνολογίες αποθήκευσης, εφοδιασμός βασικού φορτίου και «ρυθμιστικές» μονάδες ηλεκτροπαραγωγής. Εντούτοις, είναι πιθανό ότι σε περίπτωση επίτευξης του επιθυμητού βαθμού ανάπτυξης αυτών των μετατροπέων ανανεώσιμης ενέργειας, οι οποίοι εξαρτώνται από ημερήσιες και εποχιακές καιρικές διακυμάνσεις, η προσέγγιση αυτή δεν θα αρκεί για την εξασφάλιση ασφαλούς και προσαρμοσμένου στις ανάγκες κατανάλωσης εφοδιασμού σε ηλεκτρική ενέργεια. Ως εκ τούτου, θα πρέπει επίσης να σημειωθεί πρόοδος στην αναζήτηση καινοτόμων σταθερών τεχνολογιών αποθήκευσης (συμπιεσμένος αέρας, υδρογόνο). Είναι εξίσου σημαντικό να αναπτυχθεί η ικανότητα αποτελεσματικής και ταυτόχρονα κερδοφόρας ανταπόκρισης στις αυξήσεις της ζήτησης. Ενώ προηγουμένως οι δυνατότητες αυτές χρησιμοποιούνταν επιπλέον της παροχής βασικού φορτίου αποκλειστικά για την αντιμετώπιση των μεταβαλλόμενων αναγκών και ιδίως για την προσαρμογή στην αυξημένη ζήτηση και κατανάλωση, τώρα πλέον χρησιμεύουν ως αντιστάθμισμα, μέσω των «ρυθμιστικών» μονάδων ηλεκτροπαραγωγής, των διακυμάνσεων της προσφοράς του μεγαλύτερου μέρους των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και αυτός ο ρόλος θα αποκτήσει ακόμα μεγαλύτερη σημασία στο μέλλον. Ως εκ τούτου, είναι ιδιαίτερα σημαντική η ύπαρξη και η ανάπτυξη αυτών των «ρυθμιστικών» μονάδων ηλεκτροπαραγωγής.

3.6.4   Συστημικές λύσεις. Συνεπώς, λόγω της διασύνδεσης μεταξύ των διαφόρων ενεργειακών τεχνολογιών που αναφέρονται παραπάνω, θα πρέπει να δοθεί έμφαση στην εξέταση των προβλημάτων συστημικού χαρακτήρα, στο συναφές ζήτημα της ασφάλειας του εφοδιασμού και στην ανάπτυξη εφικτών λύσεων.

3.6.5   Πρόσθετο κόστος. Παράλληλα, κατά τον υπολογισμό του συνολικού κόστους, πρέπει να συμπεριληφθεί το κόστος του δικτύου, των συστημάτων ρύθμισης και αποθήκευσης που απαιτούνται για τις μεταβαλλόμενες πηγές ενέργειας, καθώς και των «ρυθμιστικών» μονάδων ηλεκτροπαραγωγής, όπως έχει ήδη ζητήσει η ΕΟΚΕ για την εσωτερικοποίηση του εξωτερικού κόστους, όπως π.χ. για την πυρηνική ενέργεια και για τους διαφόρους τρόπους χρήσης των μορφών ενέργειας που προέρχονται από ορυκτές πηγές (15).

3.6.6   Αποθήκευση της ενέργειας με σκοπό την κινητή χρήση. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι σημαντικό να ενισχυθεί η βασική έρευνα προκειμένου να μπορέσουν να αναπτυχθούν απολύτως καινοτόμες προσεγγίσεις για την επίτευξη σημαντικά υψηλότερων πυκνοτήτων, αριθμού κύκλων, διάρκειας ζωής και δυνατοτήτων αποθήκευσης. Υπό ορισμένες συνθήκες, μπορεί μάλιστα να είναι σκόπιμη η χρήση της μπαταρίας των ηλεκτροκίνητων οχημάτων για την αποθήκευση διακυμαινόμενων πηγών ενέργειας.

3.6.7   Προμηθευτές βασικού φορτίου. Στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, κρίσιμος είναι ο ρόλος των προμηθευτών βασικού φορτίου, ακρογωνιαίου λίθου του τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας. Είναι ως εκ τούτου απαραίτητο:

να γίνεται χρήση του άνθρακα με σεβασμό προς το περιβάλλον, μέσω της αυξημένης ενεργειακής απόδοσης ή/και της δέσμευσης και αποθήκευσης του διοξειδίου του άνθρακα·

να βελτιωθεί ακόμα περισσότερο η λειτουργικότητα της πυρηνικής ενέργειας (πυρηνική σχάση) χάρη στην πρόοδο που έχει σημειωθεί σε όλους τους τομείς· (ασφάλεια, τελική αποθήκευση, πολλαπλασιασμός, χρήση των πόρων, ρυθμιστική ικανότητα)·

να κατασκευαστούν εργοστάσια ηλεκτροπαραγωγής με αέριο των οποίων το επίπεδο απόδοσης είναι πολύ υψηλό·

να αναπτυχθεί περαιτέρω η τεχνολογία πυρηνικής σύντηξης, η οποία φαίνεται μακροπρόθεσμα να έχει ένα λαμπρό μέλλον·

να καταβληθεί προσπάθεια να αυξηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η δυνατότητα ρύθμισης από πλευράς προμηθευτών του βασικού φορτίου, προκειμένου να ενσωματωθούν και αυτοί στα διασυνδεδεμένα συστήματα ρύθμισης.

3.7   Η κύρια συνιστώσα της ενεργειακής κατανάλωσης πρέπει να αναζητηθεί εκτός αυτού του τομέα. Επί του παρόντος, το μεγαλύτερο μέρος της ενεργειακής κατανάλωσης από τον τελικό χρήστη γίνεται εκτός του τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας. Αυτό ισχύει για το μεγαλύτερο μέρος των βιομηχανικών χρήσεων (συμπεριλαμβανομένης της χημείας ή του χάλυβα), για το σύνολο σχεδόν του τομέα των μεταφορών και της θέρμανσης κτιρίων. Η ΕΟΚΕ συνιστά, συνεπώς, να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στην πτυχή αυτή που είναι η καρδιά του προβλήματος. Από αυτή την άποψη, θα ήταν λοιπόν ιδιαίτερα σημαντικό να αναπτυχθούν νέες προσεγγίσεις στον τομέα της έρευνας, πέρα από τις έννοιες «ενεργειακή απόδοση», «εξοικονόμηση ενέργειας» και «ηλεκτροκίνηση». Μόνον αφού βρεθούν κατάλληλες λύσεις για αυτούς τους τομείς θα επιτευχθούν οι κλιματικοί στόχοι.

3.7.1   Θαλάσσιες και εναέριες μεταφορές. Όσον αφορά τους δύο αυτούς τρόπους μεταφοράς, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι οι πιθανότητες παραίτησης από τη χρήση ενέργειας από ορυκτά και χημικά καύσιμα είναι πολύ λίγες, ακόμα και πιο μακροπρόθεσμα (16). Στο προκείμενο, αυτό που ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, η διήθηση των εξατμίσεων των αυτοκινήτων για την απαλλαγή από τοξικά αέρια, η πρόσβαση σε πηγές χημικής ενέργειας (π.χ. το υδρογόνο και οι ενώσεις του) που προέρχονται από την ηλεκτρική ή την ηλιακή ενέργεια και ενδεχομένως η ανάπτυξη της δέσμευσης και αποθήκευσης του διοξειδίου του άνθρακα (για τις θαλάσσιες μεταφορές) (17).

3.7.2   Βιομηχανικές διαδικασίες, χημεία και χάλυβας. Είναι πολύ πιθανό να αποδειχθεί εξίσου δύσκολη η πλήρης αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων που χρησιμοποιούνται για βιομηχανικές διεργασίες, κυρίως στη χημική βιομηχανία και τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα (18). Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ συνηγορεί υπέρ της ενίσχυσης της έρευνας και της ανάπτυξης καινοτόμων λύσεων.

3.7.3   Βιοτεχνολογία και βιομάζα. Η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή στο σημαντικό δυναμικό των καινοτόμων εξελίξεων στον τομέα της βιοτεχνολογίας και στη συνάφειά τους με τον τομέα της ενέργειας και με τους στόχους της παρούσας γνωμοδότησης. Εντούτοις, πρέπει να περιορισθεί η χρήση βιομάζας, ενός πόρου που πρόκειται να μειωθεί μακροπρόθεσμα και ο οποίος ανταγωνίζεται την προμήθεια τροφίμων και πρώτων υλών, μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει εναλλακτική λύση (λαμβάνοντας υπόψη τα αέρια του θερμοκηπίου (19) που συνδέονται με τη διαδικασία οργώματος, όπως το NO2).

3.7.4   Θερμομόνωση των κτιρίων. Οι οικονομίες ενέργειας στον κατασκευαστικό τομέα αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα. Ο τομέας αυτός διαθέτει σημαντικό δυναμικό από την άποψη της ανάπτυξής του (και της εφαρμογής του) με στόχο τη δραστική μείωση της θερμικής απώλειας. Θα πρέπει το θέμα αυτό να τύχει ιδιαίτερης προσοχής κατά τον καθορισμό των προτεραιοτήτων δράσης για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις της ΕΟΚΕ

4.1   Κοινοτικά καθήκοντα και επικουρικότητα. Το σχέδιο ΣΕΤ αφορά κατά προτεραιότητα τα κοινοτικά καθήκοντα που αποδεικνύονται αναγκαία ή κατάλληλα για την ανάπτυξη των αναφερομένων τεχνολογιών. Πρέπει, επομένως, να πρόκειται για υπερεθνικά καθήκοντα, ή καθήκοντα για την εκπλήρωση των οποίων η υπερεθνική συνεργασία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και δημιουργεί προστιθέμενη αξία σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

4.2   Σχέδιο χρηματοδότησης και προτεραιότητες. Τοιουτοτρόπως, πρέπει να ελεγχθεί το πρόγραμμα χρηματοδότησης και οι οριζόμενες σε αυτό προτεραιότητες, προκειμένου να διαπιστωθεί το κατά πόσον αυτές πληρούν τα προαναφερόμενα κριτήρια.

4.3   Ανάπτυξη και εφαρμογή, εκ νέου. Κατά τον ίδιο τρόπο, πρέπει να εξετασθεί το σχέδιο χρηματοδότησης, προκειμένου να καθοριστεί αν πράγματι εξυπηρετεί κατά προτεραιότητα την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών ή νέων συστημάτων. Πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία το ενδεχόμενο να μην επιδοτείται από το σχέδιο ΣΕΤ η εφαρμογή σε μεγάλη κλίμακα ενεργειακών τεχνολογιών.

4.4   Διασύνδεση με υφιστάμενα προγράμματα. Εξάλλου, η ΕΟΚΕ τάσσεται επίσης υπέρ της διασύνδεσης της έρευνας και ανάπτυξης για το κλίμα που προτείνει το σχέδιο ΣΕΤ και τα υφιστάμενα προγράμματα και σχέδια στο πλαίσιο του 7ου προγράμματος-πλαισίου, όπως για παράδειγμα τα εμβληματικά σχέδια που αναπτύσσονται στο πλαίσιο του προγράμματος για τις μελλοντικές και αναδυόμενες τεχνολογίες (FET). Τούτο ισχύει ιδίως στους τομείς του σχεδίου ΣΕΤ στους οποίους δεν μπορούμε να αναμένουμε μεσοπρόθεσμα θετικά αποτελέσματα, κατά τα επόμενα δέκα έτη.

4.5   Διεθνής συνεργασία. Προκειμένου να επιτευχθεί το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα με τους επενδυμένους πόρους, η ΕΟΚΕ (20) συνιστά να καταβληθούν προσπάθειες για τη επίτευξη διεθνούς συνεργασίας με στρατηγικούς εταίρους, ιδίως στην περίπτωση των απαιτούμενων έργων μεγάλης εμβέλειας (για παράδειγμα, το ITER), όχι μόνο για να επιμεριστεί ο φόρτος από την άποψη του κόστους και του ανθρώπινου δυναμικού, αλλά επίσης για να δημιουργηθεί ευρύτερη βάση γνώσεων και υψηλότερο δυναμικό καινοτομίας.

4.6   Ρόλος της Επιτροπής. Η Επιτροπή, για να φέρει σε πέρας την αποστολή συντονισμού, πρέπει να θέσει σε εφαρμογή προγράμματα Ε&Α από κοινού με τους ενδιαφερόμενους φορείς. Όσον την αφορά, η Επιτροπή έχει ανάγκη από έμπειρους, διεθνώς αναγνωρισμένους ειδικούς που δραστηριοποιούνται στον τομέα ειδικότητάς τους, οι οποίοι θα εργαστούν ως διαχειριστές σχεδίων και θα αφοσιωθούν πλήρως στην επιτυχία του προγράμματος.

4.7   Κατανόηση, συμμετοχή και αποδοχή – ενημέρωση και διαφάνεια. Βασική προϋπόθεση για την επιτυχία όλων των παραπάνω πρωτοβουλιών είναι η ολοκληρωμένη και ανοιχτή ενημέρωση των πολιτών, ιδίως των πολιτών για τους οποίους τα προβλεπόμενα μέτρα έχουν άμεση σημασία και η συμμετοχή τους με κατάλληλο τρόπο στη λήψη αποφάσεων, παράλληλα με τους πολιτικούς εκπροσώπους, τον κλάδο και τους υπόλοιπους ενδιαφερόμενους φορείς. Ο καλύτερος τρόπος να διασφαλιστεί η σαφής κατανόηση και αποδοχή των μέτρων αυτών, είναι η μέριμνα για την ύπαρξη πλήρους ενημέρωσης, συμμετοχής και διαφάνειας.

4.8   Προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ. Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι έχει ήδη εκπονήσει γνωμοδοτήσεις για πολλά από τα θέματα που θίγονται στην παρούσα γνωμοδότηση, στα οποία ανέλυε λεπτομερώς ορισμένους από τους προβληματισμούς που παρατίθενται συνοπτικά εδώ. Παραπέμπει, ειδικότερα, στις εξής γνωμοδοτήσεις:

INT/146 «Ερευνητικές ανάγκες για τη διασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού» (21)

TEN/299 «Ενεργειακή απόδοση των κτηρίων- συμβολή των τελικών χρηστών» (22)

TEN/311 «Ο ενδεχόμενος θετικός ή αρνητικός αντίκτυπος των αυξανόμενων περιβαλλοντικών και ενεργειακών απαιτήσεων στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας» (23)

TEN/332 «Ευρωπαϊκό στρατηγικό σχέδιο ενεργειακών τεχνολογιών (Σχέδιο ΣΕΤ)» (24)

TEN/398 «Προς μια οικολογικά αποδοτική οικονομία – Μετατροπή της οικονομικής κρίσης σε ευκαιρία να ανοίξει ο δρόμος προς μια νέα ενεργειακή εποχή» (25)

TEN/340 «Υποστήριξη της έγκαιρης επίδειξης της αειφόρου ηλεκτροπαραγωγής από ορυκτά καύσιμα» (26)

TEN/404 «Ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής υπέρ των ΜΜΕ και ιδίως των πολύ μικρών επιχειρήσεων» (27)

NAT/391 «Διεθνείς διαπραγματεύσεις για την αλλαγή του κλίματος» (28)

«Δρόμος χωρίς επιστροφή» – Ψήφισμα της ΕΟΚΕ σχετικά με τις κλιματικές αλλαγές, Κοπεγχάγη, 7-18 Δεκεμβρίου 2009.

Βρυξέλλες, 27 Μαΐου 2010.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Mario SEPI


(1)  SEC(2009) 1296 της 7.10.2009.

(2)  Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΔΟΕ), η παγκόσμια κατανάλωση ενέργειας θα αυξηθεί κατά 50 % μέχρι το 2050.

(3)  Σύμφωνα με συντηρητικές προβλέψεις, μέχρι το 2050 θα έχει εξαντληθεί το 50 % των ορυκτών πηγών ενέργειας.

(4)  Με την εξαίρεση της παγίδευσης, της μεταφοράς και της αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα.

(5)  COM(2010) 2020 «EUROPA 2020»

(6)  International Energy Agency - IEA – World Energy Outlook 2009 – Reference Scenario

(7)  IEA – World Energy Outlook 2009 – the 450 Scenario

(8)  SEC(2009) 1296 της 7.10.2009.

(9)  ΕΕ C 10 της 15.1.2008, σελ. 22.

(10)  Π.χ. τα έσοδα που προέρχονται από τη δημοπρασία την περίοδο 2013-2020.

(11)  Αντίθετα, η Επιτροπή προτείνει να διαθέσει για τον σκοπό αυτό το ήμισυ μόνο αυτών των εσόδων, και όχι εξ ολοκλήρου για Ε&Α (βλ. παράγραφο 2.3.6).

(12)  Συμπεριλαμβανομένης της γεωθερμίας.

(13)  Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: Επανεξέταση της κοινοτικής πολιτικής για την καινοτομία σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο», INT/509. Η γνωμοδότηση αυτή δεν έχει ακόμα δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα.

(14)  EUROSTAT – Έκθεση 2009

(15)  ΕΕ C 175 της 28.7.2009, σελ. 1, ΕΕ C 120 της 16.5.2008, σελ. 15.

(16)  Εκτός από ορισμένες συγκεκριμένες στρατιωτικές εφαρμογές.

(17)  Αν δεν επιθυμούμε να επιτρέψουμε την πυρηνοκίνηση.

(18)  Στο μέτρο που η ενέργεια από ορυκτούς πόρους συνεχίζει να εφαρμόζεται, η τεχνολογία δέσμευσης και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα αποτελεί και εδώ μια λύση για τη μείωση των εκπομπών στην ατμόσφαιρα.

(19)  Atmos. Chem. Phys. Discuss. 7, 11191-11205, 2007

(20)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Ευρωπαϊκό στρατηγικό πλαίσιο για διεθνή επιστημονική και τεχνολογική συνεργασία», ΕΕ C 306 της 16ης Δεκεμβρίου 2009, σελ. 13.

(21)  ΕΕ C 241 της 7ης Οκτωβρίου 2002, σελ. 13.

(22)  ΕΕ C 162 της 25ης Ιουνίου 2008, σελ. 62.

(23)  ΕΕ C 162 της 25ης Ιουνίου 2008, σελ. 72.

(24)  ΕΕ C 27 της 3ης Φεβρουαρίου 2009, σελ. 53.

(25)  Δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα.

(26)  ΕΕ C 77 της 31ης Μαρτίου 2009, σελ. 49.

(27)  Δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα.

(28)  ΕΕ C 77 της 31ης Μαρτίου 2009, σελ. 73.


21.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 21/56


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Σχέδιο δράσης για την αστική κινητικότητα»

COM(2009) 490 τελικό

2011/C 21/10

Εισηγητής: ο κ. HENCKS

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2009, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την

«Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών – Σχέδιο δράσης για την αστική κινητικότητα»

COM(2009) 490 τελικό.

Στις 3 Νοεμβρίου 2009, το Προεδρείο της ΕΟΚΕ ανέθεσε στο ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές και κοινωνία των πληροφοριών», την προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ.

Λόγω του επείγοντος χαρακτήρα των εργασιών (άρθρο 59 του εσωτερικού κανονισμού), κατά την 463η σύνοδο ολομέλειας, της 26ης και 27ης Μαϊου 2010 (συνεδρίαση της 27ης Μαΐου 2010), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή όρισε γενικό εισηγητή τον κ. HENCKS και υιοθέτησε με 175 ψήφους υπέρ, 1 ψήφο κατά και 1 αποχή την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1   Οι αστικές ζώνες είναι ο χώρος διαβίωσης άνω του 60 % του ευρωπαϊκού πληθυσμού. Όλες αυτές οι ζώνες αντιμετωπίζουν ουσιαστικά τα ίδια προβλήματα λόγω της οδικής κυκλοφορίας: κυκλοφοριακή συμφόρηση, περιβαλλοντική επιβάρυνση, ατμοσφαιρική ρύπανση, ηχορύπανση, τροχαία ατυχήματα, προβλήματα υγείας, σημεία συμφόρησης της αλυσίδας υλικοτεχνικής υποστήριξης κλπ.

1.2   Η ΕΟΚΕ επικροτεί λοιπόν πλήρως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία, μέσω σχεδίου δράσης για την αστική κινητικότητα, προτείνει στις τοπικές, περιφερειακές και εθνικές αρχές διάφορες επιλογές, ώστε οι αστικές ζώνες να προσφέρουν μια ποιότητα διαβίωσης όσο το δυνατόν υψηλότερη και πιο βιώσιμη.

1.3   Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι, σε ορισμένους τομείς της αστικής κινητικότητας, η συντονισμένη δράση εντός της Κοινότητας μπορεί να προσφέρει σαφή προστιθέμενη αξία. Τάσσεται, λοιπόν, υπέρ του σαφέστερου προσδιορισμού των τομέων αρμοδιότητας και ευθύνης της Ένωσης, σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας.

1.4   Εντούτοις, διαπιστώνεται δυστυχώς ότι οι προτάσεις που επιλέγει η Επιτροπή στο σχέδιο δράσης είναι πολύ λιγότερο φιλόδοξες από τις συστάσεις που έχει διατυπώσει η ΕΟΚΕ σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της σχετικά με την αστική κινητικότητα.

1.5   Για παράδειγμα, τα περισσότερα από τα μέτρα που συνιστά η Επιτροπή δεν υπερβαίνουν το στάδιο των καλοπροαίρετων συμβουλών – αξιέπαινων βέβαια, αλλά χωρίς κανένα δεσμευτικό ούτε και ριζοσπαστικό στοιχείο.

1.6   Επιπλέον, το γεγονός ότι στην υπό εξέταση ανακοίνωση επαναλαμβάνονται πολλά από τα θέματα και τις προτάσεις που περιλαμβάνονταν ήδη στην ανακοίνωση «Αναπτύσσοντας το δίκτυο των πολιτών», του 1998, δημιουργεί την εντύπωση ότι η κατάσταση δεν έχει ουδόλως βελτιωθεί έκτοτε. Επί του προκειμένου, η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για την απουσία απολογισμού των πρωτοβουλιών που προέβλεπε η εν λόγω ανακοίνωση.

1.7   Το υπό εξέταση σχέδιο δράσης θα έπρεπε, τουλάχιστον, ετούτη τη φορά, να συνοδεύεται από ποσοτικούς στόχους, μετρήσιμους βάσει ενός συνόλου δεικτών τους οποίους οι περιαστικοί δήμοι και περιφέρειες θα καλούνταν να επιτύχουν χάρη στην εφαρμογή σχεδίων βιώσιμης κινητικότητας της επιλογής τους.

1.8   Η ΕΟΚΕ κρίνει αναγκαίο να συμπληρωθεί το υπό εξέταση σχέδιο δράσης με άλλο ένα σχέδιο, που θα επικεντρώνεται λεπτομερέστερα, μεταξύ άλλων, στην εγκληματικότητα στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στην μη μηχανοκίνητη κινητικότητα και στις μοτοσικλέτες.

1.9   Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόθεση της ισπανικής Προεδρίας του Συμβουλίου για τη σύσταση πανευρωπαϊκού μηχανισμού ή προγράμματος με στόχο την προώθηση της προσβασιμότητας στους δήμους και τις κοινότητες της Ευρώπης, ιδίως για τα άτομα με μειωμένη κινητικότητα, και εκφράζει την επιθυμία να κληθεί να συμμετάσχει στην πρωτοβουλία αυτή, δεδομένου του ενδιαφέροντος που παρουσιάζει για την κοινωνία των πολιτών.

1.10   Τέλος, η ΕΟΚΕ συνιστά να στοχοθετηθεί καλύτερα ο προορισμός των διαρθρωτικών ταμείων και του Ταμείου Συνοχής της Ένωσης, ιδίως με τη δημιουργία ειδικού χρηματοδοτικού μέσου για την προώθηση της αστικής κινητικότητας. Προτείνει να εξαρτάται η χορήγηση πόρων από την προϋπόθεση ότι θα εφαρμόζονται σχέδια αστικής κινητικότητας και ότι θα τηρούνται κριτήρια προσβασιμότητας για τα άτομα με μειωμένη κινητικότητα.

2.   Το υπόβαθρο του σχεδίου δράσης

2.1   Στις 30 Σεπτεμβρίου 2009, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε σχέδιο δράσης για την αστική κινητικότητα, το οποίο, χωρίς αυτό να διευκρινίζεται ρητώς στον τίτλο, επιδιώκει την αειφορία.

2.2   Δημοσιεύοντας το εν λόγω σχέδιο δράσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανταποκρίνεται στο αίτημα πολλών φορέων, κατά κύριο λόγο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αλλά και της ΕΟΚΕ η οποία, στη διερευνητική γνωμοδότησή της «Οι μεταφορές στις αστικές και μητροπολιτικές περιοχές» (1), καθώς και σε άλλες γνωμοδοτήσεις (2) ζητούσε την ανάληψη παρόμοιας πρωτοβουλίας. Σύμφωνα με την ΕΟΚΕ, το σχέδιο αυτό θα έπρεπε να συνοδεύεται από ποσοτικούς στόχους βελτίωσης της ποιότητας ζωής, της προστασίας του περιβάλλοντος και της ενεργειακής απόδοσης στις πόλεις.

2.3   Στις 25 Σεπτεμβρίου 2007, η Επιτροπή είχε ξεκινήσει δημόσια διαβούλευση δημοσιεύοντας την πράσινη βίβλο «Διαμόρφωση νέας παιδείας αστικής κινητικότητας». Η εν λόγω διαβούλευση επιβεβαίωσε σε μεγάλο βαθμό ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται όντως να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην προώθηση της βιώσιμης αστικής κινητικότητας.

2.4   Έτσι, αναγγέλθηκε η δημοσίευση σχεδίου δράσης (είχε προβλεφθεί στο πλαίσιο του νομοθετικού έργου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2008), στη συνέχεια όμως αναβλήθηκε πολλάκις, λόγω αντιρρήσεων ορισμένων, οι οποίοι ήταν της άποψης ότι η ανάληψη πρωτοβουλίας στο συγκεκριμένο θέμα εκ μέρους της Επιτροπής ήταν αντίθετη με την αρχή της επικουρικότητας και της αυτοδιοίκησης των τοπικών και περιφερειακών αρχών.

2.5   Καθώς η Επιτροπή δεν μπόρεσε, για τους προαναφερθέντες λόγους, να παρουσιάσει το σχέδιο δράσης της πριν από τα τέλη του 2008, όπως είχε αρχικά προγραμματιστεί, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, φοβούμενο μην εγκαταλειφθεί τελείως η πρωτοβουλία, επιλήφθηκε του θέματος εγκρίνοντας ψήφισμα σχετικά με την εκπόνηση σχεδίου δράσης για την αστική κινητικότητα  (3) σε μια προσπάθεια στήριξης της Επιτροπής, καλώντας την να εκπονήσει οδηγό για τις περιφερειακές αρχές στον οποίον να περιλαμβάνει ορισμένες κατευθύνσεις της πράσινης βίβλου.

3.   Ο ρόλος της Ένωσης σε θέματα αστικής κινητικότητας

3.1   Παρόλο που δηλώσεις πολιτικής βούλησης για τη διαμόρφωση βιώσιμων αστικών μεταφορών γίνονται συχνά, πρέπει και να συνοδεύονται από συγκεκριμένες λύσεις και να συντονίζονται από τους φορείς που διαθέτουν τα πλέον κατάλληλα μέσα για την υλοποίησή τους.

3.2   Τα συστήματα αστικών συγκοινωνιών αποτελούν συνιστώσα του ευρωπαϊκού συστήματος μεταφορών και, συνεπώς, υπάγονται στην κοινή πολιτική μεταφορών. Το άτυπο Συμβούλιο Υπουργών Μεταφορών της Ένωσης της 16ης Φεβρουαρίου 2010 τόνισε την ανάγκη ένταξης των σχεδίων αστικής κινητικότητας σε μια νομοθεσία που θα συντονίζουν από κοινού οι τοπικές, οι περιφερειακές, οι εθνικές και οι κοινοτικές αρχές, ώστε να βελτιωθεί η ενσωμάτωση των υποδομών και των υπηρεσιών μεταφορών στις στρατηγικές για την εδαφική και την αστική ανάπτυξη καθώς και για την ανάπτυξη της υπαίθρου.

3.3   Η πληθώρα των υφιστάμενων οδηγιών, κανονισμών, ανακοινώσεων και κοινοτικών προγραμμάτων δράσης έχει ήδη σημαντικό αντίκτυπο στις αστικές μεταφορές, όσον αφορά την αλλαγή του κλίματος, την προστασία της υγείας, το περιβάλλον, τη βιώσιμη ενέργεια και την οδική ασφάλεια, αλλά και τις επενδύσεις στις δημόσιες μεταφορές και στην εκμετάλλευσή τους.

3.4   Τηρώντας αυστηρά την αρχή της επικουρικότητας, η Επιτροπή περιορίζεται στο να παροτρύνει τους δήμους να θεσπίζουν μέτρα καταπολέμησης της αλλαγής του κλίματος και να αναπτύσσουν αποτελεσματικά και βιώσιμα συστήματα μεταφορών, πάντοτε βάσει αποκλειστικά οικειοθελών δεσμεύσεων.

3.5   Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να υπενθυμίσει επί του προκειμένου ότι, ακόμη κι εάν οι περιαστικοί δήμοι και περιφέρειες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους, αντιμετωπίζουν ουσιαστικά παρόμοια προβλήματα βιώσιμης ανάπτυξης, τα οποία δεν σταματούν στα σύνορα των πόλεων και τα οποία μπορούν να επιλυθούν αποκλειστικά και μόνο με τη βοήθεια συνεκτικών δράσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κατά το παράδειγμα των κοινοτικών διατάξεων για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα ή για τη διαχείριση του περιβαλλοντικού θορύβου (4).

3.6   Εξάλλου, στην ανακοίνωση με θέμα «Αειφόρο μέλλον για τις μεταφορές: προς ένα ενοποιημένο, καθοδηγούμενο από την τεχνολογία και εύχρηστο σύστημα μεταφορών» (5), η Επιτροπή διαπιστώνει ότι όσον αφορά τις πολιτικές μεταφορών, «μικρότερης εμβέλειας ήταν τα αποτελέσματα με βάση τους στόχους της πολιτικής της ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη: όπως περιγράφηκε στην έκθεση προόδου τους 2007, πολλές πτυχές του ευρωπαϊκού συστήματος μεταφορών δεν ακολουθούν την πορεία προς την αειφορία».

3.7   Σε πρόσφατη διερευνητική γνωμοδότησή της με θέμα τις αφετηρίες για μια ευρωπαϊκή πολιτική μεταφορών μετά το 2010 (6), η ΕΟΚΕ διαπιστώνει πως παρότι οι μεταφορές διασφαλίζουν μεγάλο αριθμό ελευθεριών (ελευθερία διαμονής και εργασίας σε διάφορες περιοχές του κόσμου, ελευθερία να επωφελούνται τα άτομα από διάφορα αγαθά και υπηρεσίες, ελευθερία ανάπτυξης και εδραίωσης διαπροσωπικών επαφών), μία από τις θεμελιώδεις αποστολές της πολιτικής είναι να καθορίζει το πλαίσιο αυτών των ελευθεριών και ακόμη να επιβάλει όρια, από τη στιγμή που θίγουν, ή ενδεχομένως απειλούν, άλλες ελευθερίες ή ανάγκες, για παράδειγμα την υγεία των ανθρώπων, το περιβάλλον ή το κλίμα, αλλά και, πολύ περισσότερο, τις ανάγκες των επερχόμενων γενεών.

3.8   Ακόμη κι εάν οι πολιτικές αστικών μεταφορών που εφαρμόζουν ορισμένοι πρωτοπόροι δήμοι σε θέματα βιώσιμων μεταφορών αποδεικνύουν ότι οι συνειδητοποιημένοι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων μπορούν, εάν έχουν τη βούληση, να αντιστρέφουν τις αρνητικές τάσεις, η επιτακτική ανάγκη περιορισμού των εκπομπών CO2 σε παγκόσμιο επίπεδο καταδεικνύει την απόλυτη ανάγκη συλλογικής δέσμευσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

3.9   Η αστική κυκλοφορία και ιδίως οι μετακινήσεις με μηχανοκίνητα μεταφορικά μέσα ευθύνονται για το 40 % των εκπομπών CO2 και για το 70 % των εκπομπών άλλων ρύπων προερχόμενων από τις οδικές μεταφορές. Η Ένωση θα μπορέσει να επιτύχει τους στόχους που έχει θέσει όσον αφορά την αλλαγή του κλίματος μόνο εάν τροποποιήσει τις πολιτικές της για τις αστικές μεταφορές. Οι προκλήσεις δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν βιώσιμα με μεμονωμένες δράσεις —ιδιαίτερα αξιέπαινες και απαραίτητες κατά τα άλλα— που έχουν ως επίκεντρο αποκλειστικά το τοπικό ή περιφερειακό επίπεδο.

3.10   Επιβάλλεται επομένως η κινητοποίηση όλων των ευρωπαϊκών πόρων για τη στήριξη των δράσεων σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της συνολικής στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος, την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης, την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής.

4.   Το περιεχόμενο του σχεδίου δράσης

4.1   Το σχέδιο δράσης που προτείνει η Επιτροπή αφορά τις επιβατικές μεταφορές, αλλά και τις εμπορευματικές, στις αστικές και περιαστικές περιοχές, και βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης που ξεκίνησε στις 25 Σεπτεμβρίου 2007.

4.2   Στόχος του είναι να στηρίξει τις τοπικές, περιφερειακές και εθνικές αρχές όσον αφορά την προώθηση μιας παιδείας βιώσιμης αστικής κινητικότητας, κατά κύριο λόγο μέσω της μείωσης της κυκλοφορίας και της συμφόρησης στις πόλεις και, κατά συνέπεια, των τροχαίων ατυχημάτων, της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και της κατανάλωσης ενέργειας, χωρίς όμως να τους επιβάλει έτοιμες λύσεις.

4.3   Το σχέδιο δράσης της Επιτροπής δεν υποκαθιστά επομένως σε καμία περίπτωση τις τοπικές, περιφερειακές και εθνικές αρχές όσον αφορά την επιλογή των λύσεων τις οποίες θεωρούν κατάλληλες για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αστικής κινητικότητας. Το σχέδιο έχει παροτρυντικό ρόλο. Ενθαρρύνει τη συγκέντρωση, την τεκμηρίωση και την ανταλλαγή εμπειριών για την προώθηση των ορθών πρακτικών, συμβάλλει στην καλύτερη αξιοποίηση των δυνατοτήτων χρηματοδότησης ή συγχρηματοδότησης από την Ένωση, στη στήριξη ερευνητικών έργων και στην εκπόνηση καθοδηγητικού υλικού, ιδίως δε για τις εμπορευματικές μεταφορές ή για τα ευφυή συστήματα μεταφορών.

4.4   Το γενικό σχέδιο δράσης προβλέπει την υλοποίηση μέχρι το 2012, βάσει καθορισμένου χρονοδιαγράμματος, είκοσι συγκεκριμένων μέτρων, χωρισμένων σε έξι μεγάλες θεματικές ενότητες. Τα μέτρα αυτά παρουσιάζονται συνοπτικά ακολούθως.

4.4.1   Προώθηση ολοκληρωμένων πολιτικών

Στόχος είναι η ανάπτυξη ολοκληρωμένης προσέγγισης που θα λαμβάνει υπόψη την αλληλεξάρτηση των μεταφορικών μέσων, τους περιορισμούς που υπαγορεύει ο αστικός χώρος, και τον ρόλο των αστικών συστημάτων, με γνώμονα την προώθηση της διασύνδεσης όλων των τρόπων μεταφοράς, κυρίως στο πλαίσιο σχεδίων αστικής κινητικότητας.

4.4.2   Εστίαση στους πολίτες

Η προσοχή θα πρέπει να εστιαστεί

στα κίνητρα (τιμολόγηση, ποιότητα, δυνατότητα πρόσβασης ατόμων με μειωμένη κινητικότητα, πληροφόρηση, δικαιώματα επιβατών, πράσινες περιοχές κ.λπ.) που θα ωθήσουν τους πολίτες να χρησιμοποιούν τακτικά τα μέσα μαζικής μεταφοράς ή μη μηχανοκίνητα μέσα μετακίνησης,

στις εκστρατείες επιμόρφωσης, ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης για την ανάπτυξη βιώσιμης συμπεριφοράς,

στην ενεργειακά αποδοτική οδήγηση των ιδιωτών και επαγγελματιών οδηγών.

4.4.3   Καθαρότερες συγκοινωνίες

Το σχέδιο δράσης αποσκοπεί στη στήριξη της έρευνας και της κατασκευής οχημάτων με χαμηλότερες ή μηδενικές εκπομπές και ήπιων μέσων μεταφοράς. Η Επιτροπή θα εκπονήσει διαδικτυακό οδηγό ο οποίος θα περιλαμβάνει πληροφορίες για καθαρά οχήματα και θα διευκολύνει την ανταλλαγή πληροφοριών για συστήματα τιμολόγησης των αστικών συγκοινωνιών. Σκοπεύει ακόμη να μελετήσει την αποτελεσματικότητα των διοδίων και την εσωτερίκευση του εξωτερικού κόστους.

4.4.4   Ενίσχυση της χρηματοδότησης

Η Επιτροπή επιθυμεί να ασχοληθεί με τον εξορθολογισμό των πηγών ευρωπαϊκής χρηματοδότησης και με την εξέταση των μελλοντικών αναγκών. Προτίθεται να εκπονήσει καθοδηγητικό υλικό για τη βιώσιμη αστική κινητικότητα και την πολιτική σε θέματα κοινωνικής συνοχής, και να εξετάσει διάφορες λύσεις τιμολόγησης των αστικών μεταφορών. Στόχος είναι η καλύτερη ενημέρωση για τις υπάρχουσες δυνατότητες χρηματοδότησης από την Ένωση και η βελτιστοποίηση των υφιστάμενων χρηματοδοτικών μέσων μέσω του καλύτερου συνδυασμού τους (π.χ. διαρθρωτικά ταμεία και προγράμματα έρευνας), η διερεύνηση των καινοτόμων συστημάτων σύμπραξης μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και η εξέταση των αναγκών αυτοχρηματοδότησης της βιώσιμης αστικής κινητικότητας.

4.4.5   Συλλογική πείρα και γνώσεις

Τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει να είναι σε θέση να αξιοποιούν την εμπειρία που οι άλλοι έχουν αναπτύξει. Για τον λόγο αυτόν, η Επιτροπή θα καταρτίσει βάση δεδομένων με πληροφορίες για ευρύ φάσμα δοκιμασμένων λύσεων που ήδη εφαρμόζονται. Η εν λόγω βάση δεδομένων θα προσφέρει επισκόπηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και των χρήσιμων χρηματοδοτικών μέσων της ΕΕ, κατά κύριο λόγο μέσω παρατηρητηρίου αστικής κινητικότητας υπό μορφή εικονικής πλατφόρμας.

4.4.6   Βελτιστοποίηση της αστικής κινητικότητας

Προκειμένου να διευκολυνθεί η στροφή προς τρόπους μεταφοράς πιο φιλικούς προς το περιβάλλον και η αποτελεσματική υλικοτεχνική υποστήριξη, η Επιτροπή προτείνει την επιτάχυνση της εφαρμογής σχεδίων βιώσιμης αστικής κινητικότητας στις πόλεις και στις περιφέρειες. Για τον σκοπό αυτόν, θα εκπονήσει καθοδηγητικό υλικό σχετικά με τις σημαντικές πτυχές των εν λόγω σχεδίων, όπως η διανομή εμπορευμάτων σε αστικές ζώνες και τα ευφυή συστήματα μεταφορών.

4.5   Το 2012, η Επιτροπή θα επανεξετάσει την εφαρμογή του σχεδίου συνολικά και θα εκτιμήσει εάν χρειάζεται περαιτέρω δράση.

5.   Γενικές παρατηρήσεις

5.1   Οι δημόσιες μεταφορές συνιστούν υπηρεσία κοινής ωφελείας και οφείλουν, επομένως, να ανταποκρίνονται στα κριτήρια της καθολικότητας, της προσβασιμότητας, της συνέχειας, της ποιότητας και της οικονομικής προσιτότητας. Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτό, η ΕΟΚΕ εγκρίνει όλες τις δράσεις που προγραμματίζονται στην υπό εξέταση ανακοίνωση, οι οποίες στρέφονται προς τη σωστή κατεύθυνση.

5.2   Εντούτοις, παρότι η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η γνωμοδότησή της σχετικά με την πράσινη βίβλο για την αστική κινητικότητα περιλαμβάνεται μεταξύ των γνωμοδοτήσεων αναφοράς στις οποίες βασίζεται η υπό εξέταση ανακοίνωση της Επιτροπής, δεν μπορεί να μην προβεί στη διαπίστωση πως οι προτάσεις της Επιτροπής υστερούν πολύ σε σχέση με τις συστάσεις της ΕΟΚΕ στην προαναφερθείσα γνωμοδότηση και στις λοιπές σχετικές γνωμοδοτήσεις της (7).

5.3   Χωρίς να αμφισβητεί την αρχή της επικουρικότητας και τις περιορισμένες αρμοδιότητες της Ένωσης στο εν λόγω θέμα, η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι οι συστάσεις υπέρ της ενίσχυσης του ρόλου της Ένωσης, οι οποίες διατυπώνονται στη διερευνητική γνωμοδότησή της με θέμα «Ολοκλήρωση των πολιτικών για τις μεταφορές και τη χρήση της γης με στόχο πιο βιώσιμες αστικές μεταφορές» (8), δεν έχουν ακόμη τύχει θετικής συνέχειας.

5.4   Φοβούμενη μην παραβεί την αρχή της επικουρικότητας, η Επιτροπή περιορίζεται σε ρόλο διαμεσολαβητή ή βοηθού αντί σε ρόλο ρυθμιστή ή παρόχου υπηρεσιών. Η πλειονότητα των μέτρων που προτείνονται από την Επιτροπή είναι απλώς καλοπροαίρετες συμβουλές —ιδιαίτερα αξιέπαινες κατά τα άλλα— χωρίς, όμως, κανένα περιοριστικό ή επαναστατικό χαρακτήρα.

5.5   Επιπλέον, διαβάζοντας την υπό εξέταση ανακοίνωση, γίνεται αμέσως αντιληπτό ότι πρόκειται ουσιαστικά για αντιγραφή, αν όχι του κειμένου κατά γράμμα, τουλάχιστον του περιεχομένου, της ανακοίνωσης «Αναπτύσσοντας το δίκτυο των πολιτών» COM(1998) 431 τελικό.

5.6   Έντεκα χρόνια μετά την ανακοίνωση του 1998, η οποία έγινε γνωστή με το σύνθημα «push and pull» (παρότρυνση των πολιτών να μην χρησιμοποιούν ιδιωτικής χρήσης οχήματα, προσέλκυσή τους στις δημόσιες συγκοινωνίες), επαναλαμβάνονται τα ίδια θέματα, και συγκεκριμένα: η ενθάρρυνση της ανταλλαγής πληροφοριών, η σύγκριση των αποδόσεων, η διαμόρφωση κατάλληλου πολιτικού πλαισίου και η χρήση των χρηματοδοτικών μέσων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5.7   Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι δεν έγινε ποτέ απολογισμός των πρωτοβουλιών που προβλέπονταν στην ανακοίνωση του 1998, όπως π.χ. της ευρωπαϊκής υπηρεσίας πληροφοριών για τις τοπικές μεταφορές (ELTIS), της συμφωνίας που συνήφθη με το δίκτυο δήμων και περιφερειών (POLIS), της διασύνδεσης των εθνικών δικτύων ποδηλατοδρόμων, της ανάπτυξης συστήματος αυτοαξιολόγησης της ποιοτικής απόδοσης, του πειραματικού έργου συγκριτικής αξιολόγησης των τοπικών συστημάτων επιβατικών μεταφορών, του οδηγού σχετικά με τη διαχείριση της κινητικότητας και την ανάλυση των εμποδίων, της ηλεκτρονικής έκδοσης εισιτηρίων, της εκπαίδευσης των επαγγελματιών οδηγών, της ανακοίνωσης σχετικά με τη διαχείριση της κινητικότητας που προβλεπόταν για το 2000, καθώς και πλήθους ερευνητικών έργων τα οποία είχαν αναγγελθεί.

5.8   Η ΕΟΚΕ θα προτιμούσε, τουλάχιστον, το υπό εξέταση σχέδιο δράσης να συνοδεύεται αυτήν τη φορά από μετρήσιμους ποσοτικούς στόχους, βάσει συγκεκριμένου συνόλου δεικτών (βλ. γνωμοδότηση CESE 1196/2009) τους οποίους θα καλούνταν να επιτύχουν οι περιαστικοί δήμοι και περιφέρειες, μέσω σχεδίων βιώσιμης κινητικότητας της επιλογής τους.

5.9   Η κατάσταση είναι ακόμη πιο λυπηρή δεδομένου ότι, στην ανακοίνωση «Αειφόρο μέλλον για τις μεταφορές: προς ένα ενοποιημένο, καθοδηγούμενο από την τεχνολογία και εύχρηστο σύστημα μεταφορών» (COM(2009) 279 τελικό), η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι οι στόχοι που είχαν ταχθεί σε θέματα αειφορίας των μεταφορών απέχουν ακόμη πολύ από την επίτευξή τους, με αποτέλεσμα να επιβάλλονται πλέον θεμελιώδεις αλλαγές προσανατολισμού.

5.10   Τα κοινωνικά ζητήματα, οι πιέσεις που ασκεί η καταναλωτική κοινωνία στο περιβάλλον, η μη μηχανοκίνητη κινητικότητα, ο ρόλος των μοτοσικλετών και οι δράσεις για την κατά το δυνατόν αποφυγή των μετακινήσεων με μηχανοκίνητα μέσα έχουν μάλλον εγκαταλειφθεί. Το ίδιο ισχύει για τη διασυνοριακή συνεργασία, τα προβλήματα χωροταξίας, αστικής ανάπτυξης και αστικής επέκτασης που αυξάνουν τις ανάγκες για υποδομές μεταφορών.

5.11   Η ΕΟΚΕ, λοιπόν, κρίνει απαραίτητο να συμπληρωθεί το υπό εξέταση σχέδιο δράσης με άλλο ένα σχέδιο, όπου θα εξετάζονται λεπτομερέστερα, μεταξύ άλλων, η μη μηχανοκίνητη κινητικότητα και οι μοτοσικλέτες.

5.12   Το σχέδιο δράσης επιδιώκει πρωτίστως τη «βελτιστοποίηση» και τη διαχείριση της ατομικής μηχανοκίνητης κινητικότητας και όχι την αποφυγή της. Η περιοριστική διαχείριση της ζήτησης όσον αφορά τη χρήση του αυτοκινήτου, είτε μέσω θετικών προσεγγίσεων όπως η προώθηση συστημάτων συλλογικής χρήσης του ιδιωτικού αυτοκινήτου είτε μέσω αποτρεπτικών μέτρων (αποτρεπτική πολιτική στάθμευσης, διόδια, πρόστιμα), περιορίζεται στην ανακοίνωση μιας μελέτης για τους κανόνες πρόσβασης στα διάφορα είδη πράσινων περιοχών.

5.13   Οι μελέτες που προβλέπονται στο σχέδιο δράσης, όσον αφορά ιδίως την αποδοχή από το κοινό των αστικών διοδίων, την εισαγωγή της ενεργειακά αποδοτικής οδήγησης, την εσωτερίκευση του εξωτερικού κόστους, καθώς και τη διαθεσιμότητα τεχνολογιών και τον τρόπο κάλυψης των εν λόγω δαπανών, θα προσδώσουν ασφαλώς προστιθέμενη αξία. Όμως, οι συγκεκριμένες δράσεις που θα προκύψει ότι επιβάλλονται δεν θα πρέπει να θυσιαστούν στον βωμό της συζήτησης σχετικά με την αρχή της επικουρικότητας.

5.14   Τέλος, το σχέδιο δράσης δεν ασχολείται με πιθανούς τρόπους ενίσχυσης της συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών στις δράσεις υπέρ της αειφόρου κινητικότητας, παρότι η κοινωνία των πολιτών διαθέτει την ικανότητα να συσπειρώνει τους ενδιαφερόμενους παράγοντες και τους πολιτικούς ιθύνοντες και να ευαισθητοποιεί όλα τα μέλη της κοινωνίας ώστε να επανεξετάζουν και να τροποποιούν τις συνήθειές τους όσον αφορά τις μετακινήσεις.

6.   Ειδικές παρατηρήσεις

Συμπληρωματικά προς τις προαναφερθείσες γενικές παρατηρήσεις, η ΕΟΚΕ επιθυμεί να διατυπώσει κάποιες παρατηρήσεις για ορισμένες από τις είκοσι συγκεκριμένες δράσεις.

Δράση 1 –   Επιτάχυνση της εκπόνησης σχεδίων βιώσιμης αστικής κινητικότητας

Δράση 6 –   Βελτίωση της πληροφόρησης του επιβατικού κοινού

6.1   Η ΕΟΚΕ επικροτεί την παροχή υλικοτεχνικής υποστήριξης στις τοπικές αρχές εκ μέρους της Επιτροπής, για την εκπόνηση σχεδίων βιώσιμης αστικής κινητικότητας, τα οποία θα καλύπτουν τις εμπορευματικές και τις επιβατικές μεταφορές.

6.2   Το σχέδιο δράσης διευκρινίζει ότι, πιο μακροπρόθεσμα, η Επιτροπή θα μπορούσε να αναλάβει και άλλες πρωτοβουλίες, όπως η παροχή κινήτρων και η διατύπωση συστάσεων.

6.3   Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να επαναλάβει την πρότασή της, σύμφωνα με την οποία η οιαδήποτε εκχώρηση οικονομικής ενίσχυσης στους δήμους από ευρωπαϊκά κονδύλια θα πρέπει να υπόκειται στην υποχρέωση να εκπονήσουν σχέδια κινητικότητας, ενώ βεβαίως οι δήμοι θα πρέπει να διαθέτουν την ευχέρεια να προσαρμόζουν τα εν λόγω σχέδια στις κατά τόπους ιδιαιτερότητες.

6.4   Ωστόσο, τα σχέδια αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, έναν περιοριστικό στόχο ο οποίος να επιβάλλει τη στροφή προς μέσα μεταφοράς φιλικότερα προς το περιβάλλον, τα οποία θα πληρούν βασικές κοινοτικές απαιτήσεις προκειμένου:

να ωφελούνται όλες οι κατηγορίες κατοίκων, επισκεπτών και επαγγελματιών από βιώσιμα μέσα μετακίνησης και να εξαλειφθούν οι κοινωνικές ανισότητες σχετικά με την κινητικότητα ·

να μειωθούν οι εκπομπές CO2, η ρύπανση του περιβάλλοντος, η ηχορρύπανση και η κατανάλωση ενέργειας ·

να βελτιωθεί η αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα των επιβατικών και εμπορευματικών μεταφορών λαμβάνοντας υπόψη το εξωτερικό κόστος.

6.5   Η τήρηση αυτών των κριτηρίων θα πρέπει να επιβραβεύεται με την απονομή του ειδικού βραβείου «αστικής κινητικότητας» το οποίο προτείνει η Επιτροπή και του οποίου την ταχεία θέσπιση ενθαρρύνει η ΕΟΚΕ.

Δράση 4 –   Πλατφόρμα για τα δικαιώματα των επιβατών

6.6   Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για την απόρριψη της πρότασής της περί συνένωσης όλων των δικαιωμάτων των χρηστών των συγκοινωνιών στο πλαίσιο ενός «χάρτη δικαιωμάτων».

6.7   Αντίθετα, επιδοκιμάζει την πρόθεση της Επιτροπής να συμπληρώσει τις κανονιστικές ρυθμίσεις με ενιαίους δείκτες ποιότητας, δεσμεύσεις για την προστασία του επιβατικού κοινού και των προσώπων με μειωμένη κινητικότητα, όπως και με κοινές διαδικασίες υποβολής καταγγελιών και μηχανισμούς υποβολής εκθέσεων.

6.8   Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η υπό εξέταση ανακοίνωση δεν ασχολείται με ένα από τα βασικά εμπόδια που δυσχεραίνουν τη χρήση των συγκοινωνιών, δηλαδή την έλλειψη ασφάλειας, ιδίως στις γραμμές με λιγότερη κίνηση, αργά το απόγευμα ή κατά τη διάρκεια της νύχτας, ενώ η ύπαρξη κατάλληλα εκπαιδευμένου και επαρκούς προσωπικού συνοδείας και η βιντεοεπιτήρηση συνιστούν αποτελεσματικά μέσα πρόληψης για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας στις δημόσιες συγκοινωνίες.

6.9   Η τυπική και ουσιαστική ανομοιογένεια των δράσεων, που οφείλεται στο μεγάλο φάσμα ενδιαφερόμενων φορέων, καθιστά απαραίτητη την τακτική αξιολόγηση των δράσεων, έτσι ώστε να εκτιμάται κατά πόσον μια δράση ή πολιτική ανταποκρίνεται στις ανάγκες των χρηστών και, αναλόγως, να προσαρμόζεται, να τροποποιείται ή να καταργείται. Ωστόσο, στο σχέδιο δράσης της Επιτροπής δεν γίνεται καμία αναφορά σχετικά με το θέμα.

Δράση 5 –   Βελτίωση της δυνατότητας πρόσβασης ατόμων με μειωμένη κινητικότητα

6.10   Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι ο αριθμός των ευρωπαίων πολιτών με μειωμένη κινητικότητα (ηλικιωμένοι, ανάπηροι, άτομα με ειδικές ανάγκες, αλλά και έγκυοι ή άτομα σε καροτσάκι) υπερβαίνει σαφώς τα εκατό εκατομμύρια.

6.11   Αν και ορισμένες πόλεις έχουν όντως λάβει υποδειγματικά μέτρα υπέρ των ατόμων με μειωμένη κινητικότητα, οι πρωτοβουλίες αυτές εξακολουθούν να είναι μεμονωμένες. Πολύ συχνά, τα εν λόγω άτομα έρχονται αντιμέτωπα με αξεπέραστα εμπόδια κατά τις μετακινήσεις τους είτε με τις δημόσιες συγκοινωνίες (προσβασιμότητα, εξοπλισμός) είτε πεζή (περίπλοκες διασταυρώσεις, πεζοδρόμια στενά ή κατειλημμένα από καφέ/εστιατόρια). Σε αυτά προστίθεται η ανεπαρκής αγωγή των υπόλοιπων πολιτών (παράνομη στάθμευση, κατάληψη θέσεων στάθμευσης που προορίζονται για άτομα με αναπηρίες). Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόθεση της ισπανικής προεδρίας του Συμβουλίου περί εκπόνησης πανευρωπαϊκού μηχανισμού ή προγράμματος για τη βελτίωση της προσβασιμότητας στους δήμους και τις κοινότητες της Ευρώπης, και μάλιστα εκφράζει το ενδιαφέρον της να συμμετάσχει ενεργά στην εν λόγω πρωτοβουλία, δεδομένης της σημασίας της για την κοινωνία των πολιτών.

6.12   Τα τεχνικά βοηθήματα δεν είναι τόσο ανεπτυγμένα ώστε να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες, λόγω της μικρής διάστασης της αγοράς, γεγονός που περιορίζει τις επενδύσεις και την καινοτομία.

6.13   Επομένως, η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει ιδιαίτερα, τη συμπερίληψη της διάστασης της προσβασιμότητας των ατόμων μειωμένης κινητικότητας στη στρατηγική 2010-2020 της ΕΕ για τα άτομα με αναπηρία, και την εκπόνηση κατάλληλων δεικτών ποιότητας και μηχανισμών κοινοποίησης.

6.14   Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να συνοδεύονται με τη διάθεση κατάλληλων χρηματοδοτικών μέσων σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, αλλά πρωτίστως σε επίπεδο ΕΕ μέσω των ευρωπαϊκών κονδυλίων.

Δράση 8 –   Εκστρατεία για συμπεριφορά βιώσιμης κινητικότητας

6.15   Η Επιτροπή προτίθεται να εξετάσει το ενδεχόμενο θέσπισης ειδικού βραβείου με στόχο να ενθαρρύνει την υιοθέτηση σχεδίων βιώσιμης αστικής κινητικότητας.

6.16   Η ΕΟΚΕ δεν μπορεί παρά να επικροτήσει τη θέσπιση ενός τέτοιου βραβείου, παραπέμπει δε παράλληλα στη δική της γνωμοδότηση (CESE 324/99) σχετικά με την πράσινη βίβλο για ένα «δίκτυο των πολιτών», όπου υποστήριζε ήδη ότι η απονομή βραβείων ποιότητας ή/και χρηματικών βραβείων θα αποτελούσε πραγματικό κίνητρο για τον ανταγωνισμό σε θέματα ποιότητας.

Δράση 12 –   Μελέτη για τις αστικές πτυχές της ενσωμάτωσης του εξωτερικού κόστους

Δράση 13 –   Ανταλλαγή πληροφοριών για συστήματα τιμολόγησης των αστικών συγκοινωνιών

6.17   Παρότι δεν χωρά αμφιβολία ότι οι «οικονομικά προσιτές» συγκοινωνίες είναι αποδοτικές από κοινωνική άποψη, είναι επίσης προφανές ότι είναι αναγκαστικά ελλειμματικές από οικονομική άποψη. Τα έσοδα από τους χρήστες δεν καλύπτουν το σύνολο του λειτουργικού κόστους, ακόμα λιγότερο δε τις επενδύσεις, με αποτέλεσμα να εξακολουθούν να είναι απαραίτητες οι δημόσιες επιδοτήσεις.

6.18   Η ΕΟΚΕ επικροτεί, επί του προκειμένου, την εκπόνηση μεθοδολογικής μελέτης σχετικά με τις αστικές πτυχές της εσωτερίκευσης του εξωτερικού κόστους, την οποία έχει αναγγείλει η Επιτροπή, και η οποία θα συντελέσει στον διαφανέστερο υπολογισμό του κόστους του συγκεκριμένου κλάδου. Υπενθυμίζει ότι στην ανακοίνωση του 1998 αναφερόταν ήδη το θέμα του εξωτερικού κόστους, όπως και το ενδεχόμενο επανεπένδυσης των εσόδων από τα τέλη χρήσης του οδικού δικτύου σε τοπικό επίπεδο, ιδίως δε στις δημόσιες συγκοινωνίες και σε έργα που θα διευκολύνουν τους πεζούς και τους ποδηλάτες. Τα δύο αυτά ζητήματα παραμένουν έκτοτε σε εκκρεμότητα.

Δράση 15 –   Ανάλυση των μελλοντικών αναγκών χρηματοδότησης

6.19   Από τις πιστώσεις των διαρθρωτικών ταμείων που έχουν προορισμό τις μεταφορές, μόνο το 9 % αφορούν τις αστικές μετακινήσεις, ενώ ουσιαστικά όλοι οι δήμοι και οι περιφέρειες εμφανίζουν (σε διαφορετικό βαθμό) ανεπάρκεια πόρων για τις αναγκαίες επενδύσεις στην αστική κινητικότητα.

6.20   Παρότι η Επιτροπή προβλέπει στον χάρτη πορείας της ανάλυση των μελλοντικών αναγκών χρηματοδότησης μετά το 2010, συνεχίζοντας ταυτόχρονα να στηρίζει οικονομικά το πρόγραμμα CIVITAS (9), η ΕΟΚΕ θα προτιμούσε μια πιο επίσημη δέσμευση για τη διάθεση συμπληρωματικών πόρων, χωρίς ωστόσο να παραμελούνται οι δυνατότητες χρηματοδότησης της αστικής κινητικότητας, τουλάχιστον εν μέρει, μέσω πόρων προερχόμενων από συστήματα αστικών διοδίων ή τελών στάθμευσης. Η ΕΟΚΕ προτείνει τη θέσπιση ειδικού χρηματοδοτικού μέσου για την προώθηση της αστικής κινητικότητας.

6.21   Στην ανακοίνωσή της «Αναπτύσσοντας το δίκτυο των πολιτών», του 1998, η Επιτροπή είχε διατυπώσει την πρόθεσή της να στηρίξει κατά προτεραιότητα τα βιώσιμα συστήματα τοπικών και περιφερειακών μεταφορών, και είχε εκφράσει την επιθυμία να μεριμνήσει ώστε οι ανάδοχοι των εν λόγω συστημάτων μεταφορών να λαμβάνουν υπόψη τις προϋποθέσεις προσβασιμότητας. Η ΕΟΚΕ ενδιαφέρεται ιδιαιτέρως να ενημερωθεί για τα αποτελέσματα της εξέτασης αυτής.

6.22   Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι οι μελλοντικές ρυθμίσεις για τα κοινοτικά ταμεία, κατά την προβλεπόμενη για το 2013 αναθεώρηση, θα πρέπει να εξαρτούν την χορήγηση κοινοτικών χρηματοδοτικών πόρων στις δημόσιες αστικές μεταφορές από την προϋπόθεση να εφαρμόζονται σχέδια αστικής κινητικότητας και να τηρούνται αυστηρά τα κριτήρια προσβασιμότητας των ατόμων μειωμένης κινητικότητας.

Δράση 17 –   Σύσταση παρατηρητηρίου αστικής κινητικότητας

6.23   Η ΕΟΚΕ επικροτεί τη σύσταση παρατηρητηρίου αστικής κινητικότητας με τη μορφή εικονικής πλατφόρμας. Η ανταλλαγή ορθών πρακτικών θα πρέπει, βεβαίως, να αφορά όλες τις πτυχές της αστικής κινητικότητας, συμπεριλαμβανομένης της προσβασιμότητας για τα άτομα μειωμένης κινητικότητας.

Βρυξέλλες, 27 Μαΐου 2010.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Mario SEPI


(1)  ΕΕ C 168 της 20.7.2007, σελ. 77.

(2)  ΕΕ C 224 της 30.8.2008, σελ. 39; ΕΕ C 317 της 23.12.2009, σελ. 1.

(3)  2008/2217(INI), εισηγητής: ο κ. Savary.

(4)  Οδηγία 2008/50/ΕΚ, για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα και καθαρότερο αέρα για την Ευρώπη· οδηγία 2002/49/ΕΚ, σχετικά με την αξιολόγηση και τη διαχείριση του περιβαλλοντικού θορύβου.

(5)  COM(2009) 279 τελικό.

(6)  ΕΕ C 255 της 27.9.2010, σελ. 110.

(7)  ΕΕ C 255 της 27.9.2010, σελ. 110; ΕΕ C 224 της 30.8.2008, σελ. 39; ΕΕ C 168 της 20.7.2007, σελ. 77.

(8)  ΕΕ C 317 της 23.12.2009, σελ. 1.

(9)  CIVITAS: (City VITAlity Sustainability) κοινοτικό πρόγραμμα έρευνας και καινοτομίας στον τομέα των αστικών μεταφορών.


21.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 21/62


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διερεύνηση και την πρόληψη αεροπορικών ατυχημάτων και συμβάντων»

COM(2009) 611 τελικό — 2009/0170 (COD)

2011/C 21/11

Γενικός εισηγητής: ο κ. KRAWCZYK

Στις 20 Νοεμβρίου 2009 και σύμφωνα με το άρθρο 80 παράγραφος 2 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την

Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διερεύνηση και την πρόληψη αεροπορικών ατυχημάτων και συμβάντων

COM(2009) 611 τελικό – 2009/0170 (COD).

Στις 15 Δεκεμβρίου 2009 το Προεδρείο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής ανέθεσε στο ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές και κοινωνία των πληροφοριών» την προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ.

Λόγω του επείγοντος χαρακτήρα των εργασιών (αρθ. 59 του Εσωτερικού Κανονισμού), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή όρισε τον κ. Krawczyk γενικό εισηγητή κατά την 463η σύνοδο ολομέλειας (συνεδρίαση της 27ης Μαΐου 2010) και υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 157 ψήφους υπέρ και 2 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1   Το σημερινό κοινοτικό σύστημα διερεύνησης αεροπορικών ατυχημάτων και αναφοράς αεροπορικών συμβάντων δεν είναι αρκετά αποτελεσματικό και δεν λαμβάνει υπόψη τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί στο πλαίσιο της δημιουργίας μιας ενιαίας αγοράς αερομεταφορών, ιδίως χάρη στην ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφάλειας της Αεροπορίας.

1.2   Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και θεωρεί ότι αποτελεί ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση για την αντιμετώπιση των αδυναμιών που σχετίζονται με το σημερινό κατακερματισμό στον τομέα της διερεύνησης αεροπορικών ατυχημάτων στην ΕΕ.

1.3   Στην πρόταση της Επιτροπής προβλέπεται η προώθηση της εθελοντικής συνεργασίας στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού δικτύου των αρχών διερεύνησης αεροπορικών ατυχημάτων. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την εκτίμηση της Επιτροπής ότι η ίδρυση ευρωπαϊκού οργανισμού για τη διερεύνηση αεροπορικών ατυχημάτων θα ήταν πρόωρη.

1.4   Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι μοναδικός στόχος της διερεύνησης ατυχημάτων και συμβάντων είναι η πρόληψή τους και όχι η απόδοση ευθυνών ή η δυσφήμιση. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ κρίνει απαραίτητη την περαιτέρω βελτίωση της διατύπωσης του άρθρου 15, προκειμένου να συνάδει πλήρως με τις διατάξεις του Παραρτήματος 13 της Διεθνούς Οργάνωσης Πολιτικής Αεροπορίας (ICAO).

1.5   Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι μια αληθινά ανεξάρτητη διαδικασία διερεύνησης ατυχημάτων, η οποία δεν θα επηρεάζεται από παρεμβολές των εμπλεκόμενων μερών και του κοινού, των πολιτικών, των μέσων ενημέρωσης και των δικαστικών αρχών, είναι εξαιρετικά σημαντική για την ασφάλεια της αεροπορίας.

1.6   Η ΕΟΚΕ τονίζει τη σημασία του «πνεύματος ασφάλειας», καθώς και ότι όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν την εφαρμογή «πνεύματος δικαιοσύνης» στο πλαίσιο των εθνικών ποινικών συστημάτων τους. Περισσότερα μέτρα απαιτούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο προκειμένου όλα τα κράτη μέλη να τροποποιήσουν το εθνικό ποινικό τους σύστημα για τη διασφάλιση πνεύματος δικαιοσύνης.

1.7   Πιο συγκεκριμένα, η ΕΟΚΕ τονίζει ότι θα πρέπει να καταρτιστεί, σε συνεργασία με άλλους σχετικούς φορείς, ένας ευρωπαϊκός χάρτης για το πνεύμα δικαιοσύνης.

1.8   Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι η διαδικασία διερεύνησης ατυχημάτων θα πρέπει να είναι πλήρως ανεξάρτητη από τα εμπλεκόμενα μέρη, καθώς και από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Ασφάλειας της Αεροπορίας. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να υπάρχουν περισσότερες ασφαλιστικές δικλείδες στη νομοθεσία προκειμένου οι φορείς διερεύνησης ατυχημάτων να παραμένουν οι κύριοι αρμόδιοι.

1.9   Σύμφωνα με την ΕΟΚΕ, η έγκαιρη διάθεση του καταλόγου επιβατών έχει ιδιαίτερη σημασία για τις οικογένειες των θυμάτων. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι ο κατάλογος αυτός θα πρέπει οπωσδήποτε να είναι έγκυρος.

2.   Εισαγωγή

2.1   Η μετακίνηση με αεροπλάνο αποτελεί έναν από τους ασφαλέστερους τρόπους μεταφοράς. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία, παρά τη μαζική ανάπτυξη της εναέριας κυκλοφορίας μετά τη δημιουργία της ενιαίας αγοράς αερομεταφορών το 1992, η Ευρωπαϊκή Ένωση κατάφερε να βελτιώσει το επίπεδο ασφάλειας της αεροπορίας, με αποτέλεσμα οι αεροπορικές εταιρείες της ΕΕ να συγκαταλέγονται μεταξύ των ασφαλέστερων στον κόσμο.

2.2   Βέβαια, η ασφάλεια δεν είναι ποτέ αυτονόητη και επομένως απαιτούνται συνεχείς προσπάθειες για τη βελτίωση του επιπέδου ασφάλειας της αεροπορίας. Όσο ασφαλής κι αν είναι ο τομέας της αεροπορίας στην ΕΕ, το ενδεχόμενο ατυχημάτων ή σοβαρών συμβάντων δεν μπορεί να αποκλειστεί ποτέ. Η ανεξάρτητη διερεύνηση αυτών των ατυχημάτων ή συμβάντων είναι επομένως απαραίτητη. Η ανάλυση των συνθηκών ενός ατυχήματος επιτρέπει την έκδοση συστάσεων για την πρόληψη παρόμοιων ατυχημάτων στο μέλλον.

2.3   Η υποχρέωση της διερεύνησης ατυχημάτων στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας προβλέπεται στη Σύμβαση διεθνούς πολιτικής αεροπορίας, συμβαλλόμενα μέρη της οποίας είναι όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ. Αναλυτικά πρότυπα και συνιστώμενες πρακτικές διατίθενται στο Παράρτημα 13 της Σύμβασης του Σικάγο (ICAO).

2.4   Αναγνωρίζοντας τη σημασία της διερεύνησης ατυχημάτων και συμβάντων, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα υιοθέτησε ήδη το 1980 την οδηγία 80/1266/ΕΟΚ περί της μελλοντικής συνεργασίας και της αμοιβαίας συνδρομής των κρατών μελών στις έρευνες για τα αεροπορικά ατυχήματα (1). Η οδηγία του 1980 αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από την οδηγία 94/56/ΕΚ (2). Επιπλέον, η οδηγία 2003/42/ΕΚ (3) για την αναφορά περιστατικών στην πολιτική αεροπορία υιοθετήθηκε το 2003.

2.5   Το κοινοτικό σύστημα διερεύνησης αεροπορικών ατυχημάτων και αναφοράς αεροπορικών συμβάντων με τη σημερινή του μορφή δεν είναι αρκετά αποτελεσματικό διότι είναι κατακερματισμένο. Επίσης, δεν λαμβάνει δεόντως υπόψη τη σημαντική πρόοδο που έχει σημειωθεί στο πλαίσιο της δημιουργίας μιας ενιαίας αγοράς αερομεταφορών, γεγονός που έχει ενισχύσει τον τομέα ασφάλειας της αεροπορίας στην ΕΕ, ιδίως χάρη στην ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφάλειας της Αεροπορίας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή υιοθέτησε στις 29 Οκτωβρίου 2009 μια πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διερεύνηση και την πρόληψη αεροπορικών ατυχημάτων και συμβάντων, η οποία θα καταργήσει την υπάρχουσα νομοθεσία στους τομείς αυτούς.

3.   Η πρόταση της Επιτροπής

3.1   Στην πρόταση της Επιτροπής προβλέπεται η προώθηση της εθελοντικής συνεργασίας, πράγμα που σημαίνει ότι δυνάμει του προτεινόμενου κανονισμού, η υπάρχουσα άτυπη συνεργασία θα λάβει τη μορφή ενός ευρωπαϊκού δικτύου των αρχών διερεύνησης αεροπορικών ατυχημάτων (εφεξής «το Δίκτυο»). Το Δίκτυο δεν θα έχει νομική προσωπικότητα και η αποστολή του θα έχει συμβουλευτικό και συντονιστικό χαρακτήρα.

3.2   Επιπλέον, σύμφωνα με την πρόταση, η εθελοντική συνεργασία θα συμπληρώνεται από διάφορες νομικά δεσμευτικές υποχρεώσεις όπως:

η ενσωμάτωση στο κοινοτικό δίκαιο των διεθνών προτύπων και των συνιστώμενων πρακτικών που σχετίζονται με την προστασία των αποδεικτικών στοιχείων και των απόρρητων πληροφοριών ασφαλείας, σύμφωνα με το Παράρτημα 13 της ICΑΟ·

η θέσπιση κοινών απαιτήσεων για την οργάνωση των εθνικών αρχών διερεύνησης ατυχημάτων και η ενίσχυση της ανεξαρτησίας των διαδικασιών διερεύνησης ατυχημάτων·

ο καλύτερος συντονισμός των διαφόρων ερευνών όσον αφορά τα αίτια των ατυχημάτων και συμβάντων·

η αποσαφήνιση των αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφάλειας της Αεροπορίας και των εθνικών αρχών διερεύνησης ατυχημάτων, χωρίς να διακυβεύεται η ανεξαρτησία των σχετικών διαδικασιών διερεύνησης ατυχημάτων·

ο προσδιορισμός των κριτηρίων βάσει των οποίων οι εθνικές αρχές διερεύνησης ατυχημάτων θα ορίζουν διαπιστευμένους εκπροσώπους για το κράτος σχεδιασμού·

η διασφάλιση πνεύματος δικαιοσύνης με την κατάρτιση κατευθυντήριων γραμμών για ένα σύστημα αναφοράς που δεν βασίζεται στην επιβολή κυρώσεων·

ο καθορισμός κοινών απαιτήσεων για τις κοινοτικές αεροπορικές εταιρείες όσον αφορά τους καταλόγους επιβατών και την προστασία των σχετικών δεδομένων (αρθ. 23 του προτεινόμενου κανονισμού)·

η ενίσχυση των δικαιωμάτων των θυμάτων αεροπορικών ατυχημάτων και των οικογενειών τους·

η καλύτερη προστασία της ανωνυμίας των προσώπων που εμπλέκονται σε ατυχήματα·

η δημιουργία κοινής βάσης δεδομένων σχετικά με τις συστάσεις ασφαλείας και τη συνέχεια που δίδεται σε αυτές.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1   Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και θεωρεί ότι αποτελεί ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση για την αντιμετώπιση των αδυναμιών που σχετίζονται με το σημερινό κατακερματισμό στον τομέα της διερεύνησης αεροπορικών ατυχημάτων στην ΕΕ. Η ΕΟΚΕ ωστόσο τονίζει τη σημασία παρακολούθησης της αποτελεσματικότητας της πρότασης, δεδομένου ότι ορισμένα μικρότερα κράτη μέλη έχουν ελλιπείς γνώσεις ή/και πόρους στον τομέα της διερεύνησης ατυχημάτων. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ προτρέπει την Επιτροπή να ορίσει κριτήρια σχετικά με το ελάχιστο απαιτούμενο επίπεδο τεχνικών ικανοτήτων των φορέων διερεύνησης ατυχημάτων και των υπευθύνων διερεύνησης, καθώς και να στηρίξει τη δέσμευση των κρατών μελών για τον σκοπό αυτό.

4.2   Πιο συγκεκριμένα, η ΕΟΚΕ χαιρετίζει την πραγματιστική προσέγγιση της Επιτροπής που βασίζεται στην αρχή της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την εκτίμηση της Επιτροπής ότι η ίδρυση ευρωπαϊκού οργανισμού για τη διερεύνηση αεροπορικών ατυχημάτων θα ήταν πρόωρη, μολονότι δεν θα πρέπει να αποκλείεται στο μέλλον. Η ΕΟΚΕ τονίζει επίσης ότι το Δίκτυο θα πρέπει να είναι ανοικτό στις τρίτες χώρες που συνορεύουν και συνεργάζονται στενά με την ΕΕ, ιδίως όσες είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Διάσκεψης Πολιτικής Αεροπορίας.

4.3   Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι μια αληθινά ανεξάρτητη διαδικασία διερεύνησης ατυχημάτων, η οποία δεν θα επηρεάζεται από παρεμβολές των εμπλεκόμενων μερών και του κοινού, των πολιτικών, των μέσων ενημέρωσης και των δικαστικών αρχών, είναι εξαιρετικά σημαντική για την ασφάλεια της αεροπορίας.

4.4   Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι μοναδικός στόχος της διερεύνησης ατυχημάτων και συμβάντων είναι η πρόληψή τους και όχι η απόδοση ευθυνών ή η δυσφήμιση. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ κρίνει απαραίτητη την περαιτέρω βελτίωση της διατύπωσης του άρθρου 15, προκειμένου να συνάδει πλήρως με τις διατάξεις του Παραρτήματος 13 της ICAO. Πιο συγκεκριμένα, η ιδέα να παρέχονται περισσότερα δικαιώματα στις δικαστικές αρχές και να τροφοδοτείται το ενδιαφέρον του κοινού για σκοπούς πέραν της διερεύνησης ενός ατυχήματος θα ήταν αντιπαραγωγική και θα εμπόδιζε την εθελοντική αναφορά συμβάντων ή περιστατικών. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η διαδικασία διερεύνησης ατυχημάτων θα πρέπει να διαχωρίζεται αυστηρά από τις δικαστικές διαδικασίες, διαφορετικά θα έχει ενδεχομένως αρνητικό αντίκτυπο στη συλλογή πληροφοριών ασφαλείας και θα μπορεί επομένως να οδηγήσει σε υποβάθμιση της ασφάλειας της αεροπορίας στην ΕΕ. Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι το γεγονός αυτό δεν θα επηρεάζει το δικαίωμα των θυμάτων να λαμβάνουν αποζημιώσεις στο πλαίσιο ανεξάρτητων διαδικασιών, οι οποίες διακρίνονται από τις διαδικασίες διερεύνησης ατυχημάτων. Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει τη σημασία της προστασίας απόρρητων δεδομένων ασφαλείας, καθώς και της προστασίας των εργαζομένων που αναφέρουν ατυχήματα ή συμβάντα.

4.4.1   Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει τη σημασία της Διακήρυξης των οργανώσεων του τομέα εναέριων μεταφορών της 26ης Απριλίου 2010 σχετικά με τον κανονισμό της ΕΕ για τη διερεύνηση αεροπορικών ατυχημάτων, στην οποία εκφράζονται σοβαρές ανησυχίες για την πρόταση της Επιτροπής (που έχει τη στήριξη του Συμβουλίου Μεταφορών της 11ης Μαρτίου 2010), όσον αφορά την υπερίσχυση της δικαστικής έρευνας έναντι της έρευνας των ατυχημάτων. Σύμφωνα με τις οργανώσεις που υπέγραψαν τη Διακήρυξη, το γεγονός αυτό υπονομεύει σοβαρά την ικανότητα των φορέων διερεύνησης ατυχημάτων να συγκεντρώσουν εμπιστευτικά τις απαραίτητες πληροφορίες που οδηγούν στα αίτια των ατυχημάτων και επομένως δεν τους επιτρέπει να υποβάλλουν τεκμηριωμένες συστάσεις για τη βελτίωση της ασφάλειας της αεροπορίας και την πρόληψη μελλοντικών ατυχημάτων· ως εκ τούτου δεν εξυπηρετεί το συμφέρον των ευρωπαίων ταξιδιωτών.

4.5   Η ΕΟΚΕ τονίζει τη σημασία του «πνεύματος ασφάλειας», καθώς και ότι όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν την εφαρμογή «πνεύματος δικαιοσύνης» στο πλαίσιο των εθνικών ποινικών συστημάτων τους. Για τη βελτίωση της ασφάλειας της αεροπορίας, τα αποτελέσματα των διαδικασιών διερεύνησης ατυχημάτων θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για την πρόληψη μελλοντικών ατυχημάτων και όχι για την τιμωρία ακούσιων σφαλμάτων, η οποία εμποδίζει την ορθή διερεύνηση ενός ατυχήματος. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι ο κανονισμός θα πρέπει να παρέχει ένα πλαίσιο, στο οποίο όλα τα μέρη που εμπλέκονται σε ένα ατύχημα θα μπορούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες και να εκφράζονται ελεύθερα και εμπιστευτικά. Η ασφάλεια δικαίου, ήτοι το σύνολο των νομικών κανόνων που ορίζουν ρητά πότε οι πληροφορίες ασφαλείας μπορούν ή όχι να χρησιμοποιούνται εκτός του πλαισίου διερεύνησης ενός ατυχήματος, είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της ανοικτής εμπιστευτικής επικοινωνίας. Χωρίς αυτήν την ασφάλεια δικαίου, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα θα φοβούνται να συνεισφέρουν στη έρευνα. Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι απαιτούνται περισσότερα μέτρα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προκειμένου όλα τα κράτη μέλη να τροποποιήσουν το εθνικό ποινικό τους σύστημα για τη διασφάλιση πνεύματος δικαιοσύνης. Πιο συγκεκριμένα, η ΕΟΚΕ τονίζει ότι θα πρέπει να καταρτιστεί ένας ευρωπαϊκός χάρτης για το πνεύμα δικαιοσύνης. Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της όσον αφορά το Χάρτη για το πνεύμα δικαιοσύνης που συμφωνήθηκε από τους ευρωπαίους κοινωνικούς εταίρους στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας στις 31 Μαρτίου 2009.

4.6   Σύμφωνα με την ΕΟΚΕ, η έγκαιρη διάθεση του καταλόγου επιβατών έχει ιδιαίτερη σημασία για τις οικογένειες των θυμάτων. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι ο κατάλογος αυτός θα πρέπει οπωσδήποτε να είναι έγκυρος. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι θα μπορούσε να τηρηθεί η προθεσμία της μίας ώρας για την υποβολή του καταλόγου επιβατών, υπό την προϋπόθεση εφαρμογής λιγοστών εξαιρέσεων στις περιπτώσεις όπου υπάρχει τεχνική αδυναμία, ιδίως στις πτήσεις μεγάλων αποστάσεων από τρίτες χώρες. Μια αεροπορική εταιρεία θα μπορούσε εύκολα να εκδώσει έναν μη εξακριβωμένο κατάλογο εντός μίας ώρας, όμως ο κατάλογος πρέπει να είναι έγκυρος, ιδίως για τις πτήσεις μεγάλων αποστάσεων από τρίτες χώρες. Η ΕΟΚΕ τονίζει επίσης τη σημασία του απορρήτου και της προστασίας των δεδομένων και επομένως θεωρεί ότι οι κατάλογοι επιβατών, τους οποίους οι αεροπορικές εταιρείες είναι σε θέση να παρέχουν από τα συστήματα ελέγχου εισιτηρίων και κρατήσεων, επαρκούν για τον σκοπό αυτό.

4.7   Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι η διαδικασία διερεύνησης ατυχημάτων θα πρέπει να είναι πλήρως ανεξάρτητη από τα εμπλεκόμενα μέρη, καθώς και από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Ασφάλειας της Αεροπορίας (EASA). Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να υπάρχουν περισσότερες ασφαλιστικές δικλείδες στη νομοθεσία προκειμένου οι φορείς διερεύνησης ατυχημάτων να παραμένουν οι κύριοι αρμόδιοι. Ο EASA θα μπορεί να συμμετέχει (συμβουλευτικά) στη διαδικασία διερεύνησης μαζί με άλλα εμπλεκόμενα μέρη (αεροπορική εταιρεία, κατασκευαστή, κλπ.), αλλά δεν θα μπορεί να επηρεάζει την πορεία ή το αποτέλεσμα της έρευνας. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ειδικότερα ότι ο EASA δεν θα πρέπει να ενεργεί ως διαπιστευμένος φορέας διερεύνησης ατυχημάτων, μιας και αυτό θα οδηγούσε σε σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με το ρόλο του EASA ως ρυθμιστικής αρχής και δεν συνάδει με το πνεύμα του Παραρτήματος 13 της ICAO. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ τονίζει ότι είναι σημαντικό να αποστέλλονται στον EASA οι συστάσεις σε επίπεδο διερεύνησης ατυχημάτων, προκειμένου ο EASA να ενεργεί, κατά περίπτωση και όταν χρειάζεται, για άμεσα ζητήματα ασφαλείας.

4.8   Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει την πρόταση σχετικά με τη δημιουργία κεντρικής βάσης δεδομένων για τις συστάσεις ασφαλείας και τη συνέχεια που δίδεται σε αυτές. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το αμερικανικό σύστημα της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Αεροπορίας για την αξιολόγηση των συστάσεων του εθνικού συμβουλίου ασφάλειας των μεταφορών των Ηνωμένων Πολιτειών, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι ο EASA θα πρέπει να αξιολογεί προσεκτικά το πρόσθετο όφελος σε επίπεδο ασφάλειας και τον ρυθμιστικό αντίκτυπο οποιασδήποτε σύστασης, προτού προβεί στην κατάρτιση κανόνων.

4.8.1   Η ΕΟΚΕ στηρίζει τη λήψη περαιτέρω μέτρων σε επίπεδο ΕΕ για την εξασφάλιση διεξοδικής ανάλυσης των αναφορών και για τη βελτίωση της αξιοποίησης πόρων σε ευρωπαϊκή κλίμακα στο πλαίσιο αυτό.

4.9   Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι, για τη βελτίωση της ασφάλειας, όλα τα κράτη μέλη και οι τρίτες χώρες πρέπει να κατανοούν σαφώς το περιεχόμενο της έκθεσης διερεύνησης ατυχήματος (άρθρο 19). Συχνά οι εθνικές αρχές διερεύνησης αεροπορικών ατυχημάτων καταρτίζουν εκθέσεις μόνο στις αντίστοιχες γλώσσες τους, ακόμη και όταν εμπλέκονται ξένα μέρη. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι θα πρέπει να παρέχεται τουλάχιστον μια αγγλική μετάφραση για κάθε έκθεση διερεύνησης ατυχήματος.

4.10   Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι η ασφάλεια θα έχει πάντα προτεραιότητα έναντι άλλων απαιτήσεων, όπως η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Από την άλλη πλευρά, πρέπει να προβλέπονται περισσότερες ασφαλιστικές δικλείδες για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας (άρθρο 15). Οι απόρρητες πληροφορίες εμπορικού χαρακτήρα θα πρέπει να παρέχονται μόνον στις Αρχές και να προστατεύονται ώστε να μην περιέλθουν στην κατοχή ανταγωνιστών. Οι κατασκευαστές αρχικού εξοπλισμού δεν θα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες σχετικά με τα συμπληρωματικά πιστοποιητικά τύπου ή άλλες αλλαγές/επιδιορθώσεις και αντιστρόφως (μιας και αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν σχετική πνευματική ιδιοκτησία του φορέα σχεδιασμού (DOA) που δεν έχει καμία σχέση με το εκάστοτε ατύχημα/συμβάν).

Βρυξέλλες, 27 Μαΐου 2010.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Mario SEPI


(1)  ΕΕ L 375, 31.12.1980, σ. 32.

(2)  ΕΕ L 319, 12.12.1994, σ. 14.

(3)  ΕΕ L 167, 4.7.2003, σ. 23.


21.1.2011   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 21/66


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης των κρατών μελών Μέρος ΙΙ των ολοκληρωμένων κατευθυντήριων γραμμών για την Ευρώπη 2020»

COM (2010) 193 τελικό

2011/C 21/12

Γενικός εισηγητής: ο κ. Wolfgang GREIF

Στις 5 Μαΐου 2010 και σύμφωνα με το άρθρο 304 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα:

«Απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης των κρατών μελών Μέρος ΙΙ των ολοκληρωμένων κατευθυντήριων γραμμών για την Ευρώπη 2020»

COM(2010) 193 τελικό.

Στις 27 Απριλίου 2010, το Προεδρείο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής αποφάσισε να αναθέσει την επεξεργασία της γνωμοδότησης αυτής στο ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη».

Λόγω του επείγοντος χαρακτήρα των εργασιών, η ΕΟΚΕ όρισε κατά την 463η σύνοδο ολομέλειας της, της 26ης και 27ης Μαΐου 2010 (συνεδρίαση της 27ης Μαΐου 2010) τον κ. Wolfgang GREIF γενικό εισηγητή και υιοθέτησε με 134 ψήφους υπέρ, 9 ψήφους κατά και 12 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συμπεράσματα

Η ΕΟΚΕ

εκφράζει τη λύπη της για το ότι το Συμβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όρισαν ένα τόσο αυστηρό χρονοδιάγραμμα για την εκπόνηση των κατευθυντήριων γραμμών, το οποίο ουσιαστικά αποκλείει κάθε δυνατότητα πραγματικής συζήτησης με την οργανωμένη κοινωνία των πολιτών και τα κοινοβούλια·

διαπιστώνει ότι οι κατευθυντήριες γραμμές δεν αντικατοπτρίζουν επαρκώς το γεγονός ότι , ενόψει της κρίσης, ο αγώνας κατά της ανεργίας πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα της πολιτικής της ΕΕ και των κρατών μελών·

καλωσορίζει την προσήλωση σε λίγες κατευθυντήριες γραμμές, αλλά θεωρεί ότι οι συγκεκριμένες είναι πολύ γενικές και άτολμες προκειμένου να συμβάλουν αποτελεσματικά δρομολογώντας εξελίξεις· εξ ου και αποδυναμώνεται η ευρωπαϊκή προσέγγιση·

διαπιστώνει ότι οι συστάσεις πολιτικής που αφορούν την αγορά εργασίας υπερτονίζουν σαφώς την πλευρά της προσφοράς (βελτίωση της απασχολησιμότητας) και ζητεί να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην εφαρμογή μιας ευφυούς πολιτικής στον τομέα της ζήτησης η οποία να συμβάλλει στην ενίσχυση της μελλοντικής μεγέθυνσης και της καινοτομίας, καθώς και στη δημιουργία πρόσθετων θέσεων εργασίας·

εκφράζει την ανησυχία της για την παράλειψη της αναφοράς του στόχου της πλήρους απασχόλησης (που καταλάμβανε κεντρική θέση στις προηγούμενες κατευθυντήριες γραμμές) στο πλαίσιο των νέων κατευθυντήριων γραμμών·

εκφράζει την απορία της για το ότι οι κατευθυντήριες γραμμές δεν περιέχουν συγκεκριμένες παρατηρήσεις σχετικά με την ποιότητα της εργασίας και προτείνει τη σύντμηση των κατευθυντήριων γραμμών 8 και 9, αλλά με την εισαγωγή μιας επιπλέον κατευθυντήριας γραμμής για την προώθηση της ποιότητας εργασίας·

επικροτεί την εστίαση στο τρίγωνο της γνώσης και της αναβάθμισης των δεξιοτήτων, αν και θα επιθυμούσε πιο φιλόδοξους στόχους για την καταπολέμηση της ανεργίας των νέων και την προώθηση της εκπαίδευσης και της κατάρτισης των ατόμων με ειδικές ανάγκες·

επικρίνει την πολύ μικρή συνολική αναφορά στις πολιτικές για την ισότητα (π.χ. ενίσχυση των γυναικών)·

χαιρετίζει ιδιαίτερα την «καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας» ως χωριστή κατευθυντήρια γραμμή και θεωρεί ότι πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στη μείωση του κινδύνου που διατρέχουν τα παιδιά και οι νέοι να περιέλθουν σε κατάσταση φτώχειας·

θεωρεί ότι για να μειωθεί ο κίνδυνος της φτώχειας είναι απαραίτητοι ορισμένοι σταθεροί και αξιόπιστοι δείκτες για τη μέτρηση και την παρακολούθηση της προόδου που σημειώνεται, με τους οποίους μπορεί για παράδειγμα να μετρηθεί και η σχέση μεταξύ του εισοδήματος και της αγοραστικής δύναμης καθώς και η συγκέντρωση των εισοδημάτων (συντελεστής Gini), και ταυτόχρονα η καθιέρωση ποσοστού κινδύνου φτώχειας ως αδιαμφισβήτητου βασικού δείκτη φτώχειας·

επιθυμεί να καταστούν σαφέστερα τα χωρία ως προς την ενσωμάτωση των ομάδων που πλήττονται δυσανάλογα από τον κίνδυνο της φτώχειας (γυναίκες που ανατρέφουν μόνες τα παιδιά τους, άτομα με μεταναστευτικό ιστορικό, ηλικιωμένοι με χαμηλή σύνταξη, άτομα με ειδικές ανάγκες).

2.   Κριτική του ασφυκτικού χρονοδιαγράμματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Συμβουλίου

2.1   Στις 27 Απριλίου 2010, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε μια νέα σειρά κατευθυντήριων γραμμών για την πολιτική απασχόλησης στα κράτη μέλη. Σε συνδυασμό με το γενικό προσανατολισμό της οικονομικής πολιτικής, οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές συνιστούν την ολοκληρωμένη εφαρμογή της στρατηγικής «ΕΕ 2020» για μια έξυπνη και βιώσιμη ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς. Στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 25ης-26ης Μαρτίου 2010 επετεύχθη συμφωνία για τη νέα στρατηγική, η οποία θα εγκριθεί επίσημα τον Ιούνιο.

2.2   Η ΕΟΚΕ έχει επικροτήσει επανειλημμένα την ολοκληρωμένη, πολυετή προσέγγιση ως προς τη μελλοντική στρατηγική της ΕΕ και έχει τονίσει επανειλημμένα ότι η εκτεταμένη κοινοβουλευτική συμμετοχή και συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων και της κοινωνίας των πολιτών, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, αποτελεί θεμέλιο λίθο για την επιτυχία του συντονισμού των πολιτικών και πρέπει να εξασφαλιστεί σε όλα τα στάδια (1)

2.3   Στη γνωμοδότησή της σχετικά με τη στρατηγική της ΕΕ μετά το 2010, η ΕΟΚΕ αιτήθηκε, μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο της αναπροσαρμογής της στρατηγικής, την εξάλειψη των διαρθρωτικών εμποδίων που αντίκεινται στην αποτελεσματική κοινοβουλευτική συμμετοχή και στην επίτευξη ενός πραγματικού κοινωνικού διαλόγου και διαλόγου της κοινωνίας των πολιτών (2). Ένας από τους λόγους για το αίτημα αυτό ήταν η εδώ και πολλά χρόνια μη ικανοποιητική διεξαγωγή διαβουλεύσεων σχετικά με την εκπόνηση και ανανέωση των κατευθυντήριων γραμμών.

2.3.1   Το γεγονός αυτό είναι λυπηρό, όπως τόνισε η ΕΟΚΕ σε αρκετές γνωμοδοτήσεις της σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές, ενώ ταυτόχρονα κάλεσε επειγόντως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο να αναθεωρήσουν το χρονοδιάγραμμα, ιδιαίτερα κατά τα έτη κατά τα οποία καθορίζονται οι στρατηγικές επιλογές στα πλαίσια του συντονισμού πολιτικών. Κατά τη διαδικασία χάραξης πολιτικής πρέπει να διασφαλιστεί η αποτελεσματική συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων κοινωνικών και πολιτικών παραγόντων σε εθνικό επίπεδο και επίπεδο ΕΕ.

2.4   Επομένως η ΕΟΚΕ εκφράζει ακόμη περισσότερο την απογοήτευσή της επειδή και εφέτος, έτος κατά το οποίο τίθενται οι νέες δεκαετείς προτεραιότητες της ατζέντας για την ανάπτυξη και την απασχόληση στα πλαίσια της στρατηγικής «ΕΕ 2020», το Συμβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όρισαν ένα υπερβολικά σύντομο χρονοδιάγραμμα για την υιοθέτηση των κατευθυντήριων γραμμών, το οποίο αποκλείει, στην πράξη, έναν κατ' ουσίαν διάλογο με τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τα κοινοβούλια.

2.5   Ενόψει των παραπάνω, η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι, λόγω του εξαιρετικά σύντομου χρονικού περιθωρίου μεταξύ της δημοσίευσης της πρότασης απόφασης του Συμβουλίου και της ημερομηνίας λήψης της απόφασης αυτής, δεν θα καταστεί δυνατή η διεξαγωγή διαβουλεύσεων με τους ενδιαφερόμενους φορείς που εκπροσωπούνται στην ΕΟΚΕ κατά το συνήθη τρόπο. Αντιθέτως, η ΕΟΚΕ είναι αναγκασμένη να λάβει θέση με, τρόπον τινά, συνοπτικές διαδικασίες.

2.6   Συνεπώς, η ΕΟΚΕ κατανοεί όλους όσους υποστηρίζουν την αναβολή λήψης απόφασης ως προς τις ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές, ιδιαίτερα ενόψει της παρούσας χρονικής στιγμής, όπου η ΕΕ καλείται να ορίσει τη συνολική αναπτυξιακή της στρατηγική για τα επόμενα 10 χρόνια.

2.6.1   Σε περίπτωση μιας τέτοιας αναβολής για ορισμένους μήνες, με την οποία θα ήταν καθόλα σύμφωνη, η ΕΟΚΕ επιφυλάσσεται να επεξεργαστεί μια νέα εκτεταμένη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας, πέραν των σχολίων και συστάσεων που περιλαμβάνει η παρούσα γνωμοδότηση, αφού διεξάγει τις ευρείες διαβουλεύσεις που απαιτούνται ως προς τις προτεινόμενες κατευθυντήριες γραμμές.

3.   Γενικές παρατηρήσεις σχετικά με τις προτεινόμενες κατευθυντήριες γραμμές

3.1   Τα προσεχή έτη, η Ευρώπη θα τεθεί αντιμέτωπη, συνεπεία της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης, με μια πολύ δύσκολη κατάσταση ως προς την απασχόληση. Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, μία ολόκληρη δεκαετία θα είναι απαραίτητη για να ανακτηθούν οι άνω των 10 εκατομμυρίων θέσεις εργασίας που έχουν χαθεί κατά την παρούσα περίοδο της κρίσης (3). Ενόψει των παραπάνω, η καταπολέμηση της ανεργίας πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα της πολιτικής της ΕΕ και των κρατών μελών. Σύμφωνα με την ΕΟΚΕ, το γεγονός αυτό πρέπει να αντικατοπτρίζεται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό στις κατευθυντήριες γραμμές.

3.1.1   Γενικά, οι προτεινόμενες κατευθυντήριες γραμμές μειώθηκαν από τις μέχρι στιγμής 8 σε 4 και, σύμφωνα με τα σχέδια της Επιτροπής, θα συνεχίσουν να ισχύουν αμετάβλητες έως το 2014. Η ΕΟΚΕ επικροτεί, κατ' αρχήν, τη συγκεντρωτική αυτή θεώρηση και τον πολυετή κύκλο, αν και σημειώνει ότι το κείμενο πάσχει, σε πολλά σημεία, από γενικότητες και έλλειψη ακρίβειας. Εκφράζει επομένως την ανησυχία της ότι οι κατευθυντήριες γραμμές θα καθοδηγήσουν σε περιορισμένο μόνο βαθμό τη δράση των κρατών μελών. Σύμφωνα με την ΕΟΚΕ είναι, σε κάθε περίπτωση, σαφές ότι λόγω της μείωσης του αριθμού των κατευθυντήριων γραμμών απαιτούνται ακόμη σαφέστεροι και πιο αξιόπιστοι δείκτες μέτρησης και παρακολούθησης της προόδου. Τούτο ισχύει για μέτρα που απευθύνονται σε ομάδες-στόχους αλλά και κυρίως για τη μείωση της φτώχειας.

3.2   Επιπλέον, οι προτεινόμενες κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση δεν προσδιορίζουν ποσοτικούς στόχους, πέραν κάποιων αναφορών στους τρεις παρακάτω κεντρικούς στόχους της ΕΕ, οι οποίοι θα χρησιμεύσουν ως βάση για τον καθορισμό επιμέρους εθνικών στόχων από τα κράτη μέλη:

αύξηση του ποσοστού απασχόλησης της ομάδας των εργαζομένων 20 έως 64 ετών (ανδρών και γυναικών) έως ποσοστό συνολικά 75 %,

μείωση του ποσοστού εγκατάλειψης του σχολείου χωρίς απολυτήριο σε ποσοστό 10 % και αύξηση του ποσοστού των ατόμων ηλικίας 30-34 με πτυχίο πανεπιστημίου ή δίπλωμα ισοδύναμου εκπαιδευτικού ιδρύματος σε ποσοστό τουλάχιστον 40 %,

μείωση κατά 25 % του αριθμού των Ευρωπαίων που ζουν κάτω από τα εθνικά όρια φτώχειας, με αποτέλεσμα να βγουν από τη φτώχεια 20 εκατ. άτομα.

3.2.1   Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι αυτό συντελεί σε ουσιαστική αποδυνάμωση της ευρωπαϊκής προσέγγισης και αμφιβάλλει αν με την σχεδόν εξ ολοκλήρου μεταφορά της αρμοδιότητας για την χάραξη στόχων της πολιτικής απασχόλησης στα κράτη μέλη επιτυγχάνεται μεγαλύτερη δεσμευτικότητα όσον αφορά την εκπλήρωση των κοινών υποχρεωτικών στόχων.

3.3   Η ΕΟΚΕ δεν μπορεί να κατανοήσει την αμηχανία κατά τη διατύπωση ευρωπαϊκών στόχων, από τη στιγμή μάλιστα που είχε αιτηθεί, κατά τη διάρκεια των συζητήσεων σχετικά με τη στρατηγική μετά το 2010, να μην εγκαταλειφθούν οι κοινοί στόχοι της τρέχουσας στρατηγικής, και να διατυπωθούν παράλληλα - υπό το πρίσμα των επιμέρους συνθηκών στα κράτη μέλη - περαιτέρω φιλόδοξοι στόχοι (4).

3.3.1   Η ΕΟΚΕ διατύπωσε, στο ίδιο πνεύμα, σε διάφορες γνωμοδοτήσεις της προτάσεις για την προσθήκη μετρήσιμων στόχων στις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση και συγκεκριμένα ως προς την ισότητα των φύλων, την απασχόληση των νέων, τον περιορισμό επισφαλών εργασιακών σχέσεων από άποψη κοινωνικής προστασίας, την καταπολέμηση της φτώχειας (και ατόμων που εργάζονται), την απασχόληση των ατόμων με ειδικές ανάγκες κλπ. (5).

3.4   Ευνόητοι στόχοι, όπως π.χ. η επιστροφή στην αγορά εργασίας των μακροχρόνια ανέργων, η προσφορά, σε σύντομο χρονικό διάστημα, θέσης εργασίας ή κατάρτισης στους νέους, η δημιουργία κατάλληλων υποδομών φροντίδας για την εξισορρόπηση επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής και η μείωση των εισοδηματικών ανισοτήτων μεταξύ των φύλων αποτελούσαν, μέχρι στιγμής, βασικούς άξονες της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση και πρέπει, κατά τη γνώμη της ΕΟΚΕ, να διατηρηθούν και, στο μέτρο που είναι απαραίτητο, να ενισχυθούν.

3.5   Η ΕΟΚΕ επικρίνει το ότι οι προτεινόμενες κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση, στο σύνολό τους, κάνουν ελάχιστες αναφορές στην πολιτική ισότητας των φύλων και ενίσχυσης των γυναικών. Εάν επιθυμούμε πραγματικά τη μείωση του κινδύνου φτώχειας στην Ευρώπη, πρέπει να θέσουμε φιλόδοξους στόχους και πρωτοβουλίες για την εξάλειψη των στερεοτύπων σχετικά με τα φύλα, τη μείωση των υφιστάμενων διακρίσεων στην αγορά εργασίας και την εξάλειψη των διαρθρωτικών αιτιών των εισοδηματικών διαφορών μεταξύ των φύλων καθώς και των εμποδίων που κρατούν τις γυναίκες μακριά από ορισμένα επαγγέλματα και περιορίζουν τη γυναικεία επιχειρηματικότητα (6). Οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές συμβάλλουν ελάχιστα προς τα παραπάνω.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις και προτάσεις για τροποποιήσεις των τεσσάρων κατευθυντήριων γραμμών για την απασχόληση

4.1   Κατευθυντήρια γραμμή 7: Αύξηση του ποσοστού απασχόλησης και μείωση της διαρθρωτικής ανεργίας

4.1.1   Η ΕΟΚΕ τάσσεται καταρχήν υπέρ του στόχου της ΕΕ για αύξηση του ποσοστού απασχόλησης ανδρών και γυναικών 20-64 ετών έως ποσοστό 75 % μέχρι το έτος 2020. Πρόκειται για έναν εξαιρετικά φιλόδοξο στόχο, δεδομένου ότι δεν έχει αυξηθεί μόνο η στοχοθετημένη συνολική ποσόστωση, αλλά παράλληλα δεν προσμετράται πλέον (σε αντίθεση με τον τωρινό στόχο) η ομάδα ατόμων ηλικίας 15-19 ετών. Η ΕΟΚΕ διερωτάται για τους λόγους που οδήγησαν στην εξαίρεση αυτών των νέων εργαζομένων από τον υπολογισμό του συνολικού ποσοστού απασχολούμενων.

4.1.2   Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει επίσης σχετικά, ότι ενόψει της τρέχουσας ανεργίας-ρεκόρ (όπου περίπου 24 εκατ. άτομα είναι άνεργα) το πρόβλημα στις αγορές εργασίας δεν συνίσταται στην έλλειψη εργατικού δυναμικού γενικά, αλλά στην έλλειψη ειδικευμένου εργατικού δυναμικού σε ορισμένα κράτη μέλη, καθώς και στη μαζική έλλειψη διαθέσιμων θέσεων εργασίας. Ως εκ τούτου, για να αυξηθεί η συμμετοχή στην απασχόληση και να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας πρέπει να μελετηθούν ευφυή μέτρα και πρότυπα απασχόλησης για μια καλύτερη κατανομή της εργασίας.

4.1.3   Ενόψει της δραματικής αύξησης της ανεργίας στην ΕΕ, η πολιτική δεν μπορεί να περιορίζεται στη βελτίωση της «απασχολησιμότητας» των εργαζομένων. Αντιθέτως, οι μελλοντικές προσπάθειες πρέπει να επικεντρωθούν σε μεγαλύτερο βαθμό σε μελλοντοστραφείς επενδύσεις στον τομέα της Ε&Α, της εκπαίδευσης, των υποδομών, στον τομέα της υγείας και των κοινωνικών υπηρεσιών, ώστε να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας και να κινητοποιηθεί αποτελεσματικά το δυναμικό.

4.1.4   Η ΕΟΚΕ εκφράζει, στο σημείο αυτό, την ανησυχία της για την παράλειψη της αναφοράς του στόχου της πλήρους απασχόλησης (που καταλάμβανε κεντρική θέση στις προηγούμενες κατευθυντήριες γραμμές) στο πλαίσιο των νέων κατευθυντήριων γραμμών. Αναφορές γίνονται μόνο στην εξάλειψη της διαρθρωτικής ανεργίας και στη μείωση της «αεργίας». Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η υπό εξέταση κατευθυντήρια γραμμή πρέπει να αναθεωρηθεί και να προσανατολιστεί εκ νέου προς την πλήρη απασχόληση.

4.1.5   Για να αποφευχθεί, στο μέτρο του δυνατού, μια περαιτέρω αύξηση του αριθμού όσων αναζητούν εργασία - ιδίως ενόψει της κρίσης- και να μην παγιωθεί η διαρθρωτική ανεργία, οι νέες ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές θα πρέπει να περιλαμβάνουν ένα ισορροπημένο μείγμα μακροοικονομικής πολιτικής, το οποίο θα συνδυάζει πολιτικές που προσανατολίζονται στην προσφορά με πολιτικές που προσανατολίζονται στη ζήτηση.

4.1.5.1   Τούτο δεν επιτυγχάνεται, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, στις προτεινόμενες κατευθυντήριες γραμμές στο σύνολό τους και ακόμη λιγότερο στη συγκεκριμένη αυτή κατευθυντήρια γραμμή. Όσον αφορά τις συστάσεις πολιτικής που αφορούν στην αγορά εργασίας, η πλευρά της προσφοράς υπερτονίζεται σαφώς (βελτίωση της απασχολησιμότητας). Το στοιχείο αυτό πρέπει να εξισορροπηθεί με την εφαρμογή μιας ευφυούς πολιτικής στον τομέα της ζήτησης η οποία να συμβάλλει στην ενίσχυση της μελλοντικής μεγέθυνσης και της καινοτομίας, καθώς και στη δημιουργία πρόσθετων θέσεων εργασίας.

4.1.6   Επίσης, δεν επισημαίνεται ότι η αναπτυξιακή ανάκαμψη προς σταθεροποίηση της αγοράς εργασίας, πρέπει να εξασφαλισθεί ιδίως μέσω της ενίσχυσης της ζήτησης εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις). Επίσης, λείπει η διαβεβαίωση ότι δεν θα παύσουν πρόωρα τα μέτρα στήριξης της οικονομίας και οι επενδύσεις στην εξασφάλιση της απασχόλησης για την αποφυγή περαιτέρω αύξησης της ανεργίας. Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, να συμφωνήσει κανείς με μια «στρατηγική εξόδου» ή με σχέδια εξυγίανσης – όπως προβλέπουν και οι κατευθυντήριες γραμμές οικονομικής πολιτικής – υπό τον όρο ότι τηρούνται κάποιες προϋποθέσεις σχετικά με την οικονομία ή την απασχόληση.

4.1.7   Αναφορικά με τη σύσταση στα κράτη μέλη να ενσωματώσουν στην αγορά εργασίας τους τις αρχές που θέσπισε το Συμβούλιο σχετικά με την ευελιξία με ασφάλεια σημειώνεται ότι η κατευθυντήρια γραμμή παρέλειψε να αναφέρει ότι η ποιότητα της εργασίας είναι εξίσου σημαντική αρχή όπως και η ευελιξία με ασφάλεια, όπως έχει επανειλημμένα αξιώσει η ΕΟΚΕ (7).

4.1.8   Η ΕΟΚΕ ζητεί επίσης να διευκρινιστεί ότι η παρότρυνση για ενεργό αναζήτηση απασχόλησης πρέπει να εξασφαλίζεται ιδίως με την παροχή αποτελεσματικών υπηρεσιών από τα αρμόδια γραφεία ευρέσεως εργασίας και λιγότερο με υποτιθέμενα κίνητρα σε σχέση με τα επιδόματα ανεργίας. Προτείνει, επομένως, να διαγραφεί από την τελευταία πρόταση της πρώτης παραγράφου η ακόλουθη φράση «… συνοδευόμενα από σαφή δικαιώματα και ευθύνες για τους ανέργους που αναζητούν ενεργά εργασία». Ειδικά λόγω της συγκυρίας της κρίσης, η ΕΟΚΕ θεωρεί περιττές τις συστάσεις για αυστηρότερες διατάξεις, όσον αφορά την καταλληλότητα της εργασίας, της ασφάλισης κατά της ανεργίας .

4.2   Κατευθυντήρια γραμμή 8: Ανάπτυξη ειδικευμένου εργατικού δυναμικού που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της αγοράς, προώθηση της ποιότητας των θέσεων εργασίας και της δια βίου μάθησης

4.2.1   Όσο κι αν χαροποιεί την ΕΟΚΕ το γεγονός ότι η ποιότητα της εργασίας αναφέρεται τουλάχιστον στην επικεφαλίδα της κατευθυντήριας γραμμής, τόσο παραμένει με την απορία γιατί η εξαγγελία αυτή δεν συγκεκριμενοποιείται διόλου (με αναφορές λ.χ. στα θέματα της προώθησης της υγείας στους χώρους εργασίας, αξιοπρεπών μισθών, διαμόρφωσης εργασιακού ωραρίου και αποφυγής υπερβολικά πολλών ωρών εργασίας συμβιβασμός επαγγελματικού/οικογενειακού βίου). Η ΕΟΚΕ περίμενε ότι το αίτημα για ποιοτικούς χώρους εργασίας θα συνδυαζόταν με τη στρατηγική της ευελιξίας με ασφάλεια και θα υπογραμμιζόταν η σημασία τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής ευελιξίας με ασφάλεια, όπως απέδειξαν, με τον καλύτερο τρόπο, ευέλικτες εσωτερικές αγορές εργασίας κατά τη διάρκεια της κρίσης.

4.2.2   Δεδομένου ότι το περιεχόμενο αυτής της προτεινόμενης κατευθυντήριας γραμμής συμπίπτει, σε μεγάλο βαθμό, με το περιεχόμενο της επόμενης κατευθυντήριας γραμμής [9], διερωτάται κανείς εάν είναι προτιμότερο, προς αποφυγή επαναλήψεων, να συμπτυχθούν αυτές οι δύο κατευθυντήριες γραμμές σε μία. Ωστόσο, θα πρέπει να εισαχθεί μια ξεχωριστή κατευθυντήρια γραμμή για την ενίσχυση της ποιότητας εργασίας.

4.2.2.1   Η ΕΟΚΕ έχει τονίσει επανειλημμένως ότι πρέπει να δίδεται μεγαλύτερη τη σημασία στην ποιοτική διάσταση της αύξησης των θέσεων εργασίας, ιδιαίτερα όταν τίθεται ένας ποσοτικός στόχος αύξησης των ποσοστών απασχόλησης, αφού η απασχόληση πάση θυσία (επισφαλείς συνθήκες εργασίας, εργαζόμενοι στα όρια της φτώχειας κλπ.) δεν μπορεί να αποτελεί λύση.

4.2.3   Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει το αίτημά της να επανατεθούν οι ποιοτικοί στόχοι αναφορικά με την απασχόληση, οι οποίοι εγκαταλείφθηκαν, σε μεγάλο βαθμό, κατά την αναθεώρηση της στρατηγικής της Λισσαβώνας τα τελευταία χρόνια («Δείκτες του Λάκεν» για τη μέτρηση της δημιουργίας ποιοτικής απασχόλησης) (8).

4.2.4   Ενόψει των παραπάνω, η ΕΟΚΕ προτείνει τη συστηματική παρακολούθηση των νέων θέσεων εργασίας βάσει ποιοτικών κριτηρίων και συνιστά να γίνεται αναφορά στις προκλήσεις που έχουν προσδιορίσει από κοινού οι ευρωπαίοι κοινωνικοί εταίροι όσον αφορά την ευρωπαϊκή αγορά εργασίας (9). Ένα από αυτά τα κριτήρια αποτελεί για παράδειγμα η αρχή ότι το εργατικό δίκαιο πρέπει να προωθεί τις σταθερές συμβάσεις εργασίας και ότι ένα επαρκές επίπεδο προστασίας και η ασφάλιση της απασχόλησης πρέπει να εξασφαλίζονται σε όλους τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως υπογραφείσας σύμβασης.

4.3   Κατευθυντήρια γραμμή 9: Βελτίωση των επιδόσεων των συστημάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης σε όλες τις βαθμίδες και αύξηση της συμμετοχής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση

4.3.1   Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, μία πολιτική δημιουργίας «εργασίας σε καλές συνθήκες», στην οποία συμπεριλαμβάνονται φιλόδοξοι στόχοι στον τομέα της γενικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, καθώς και στον τομέα της δια βίου μάθησης, συμβάλουν κατά μείζονα λόγο στην ανάπτυξη και την αύξηση της παραγωγικότητας. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ χαιρετίζει τον καθορισμό προτεραιοτήτων εν προκειμένω.

4.3.2   Όπως και στις προηγούμενες κατευθυντήριες γραμμές, περιέχεται και σε αυτές ένας δείκτης για τους νέους που διατρέχουν κίνδυνο αποκλεισμού στην αγορά εργασίας. Προκειμένου να μειωθεί ο αριθμός των νέων που ούτε δουλειά έχουν ούτε παρακολουθούν κάποιο πρόγραμμα βασικής ή επαγγελματικής κατάρτισης, πρέπει τα κράτη μέλη να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα για την πρόληψη της εγκατάλειψης του σχολείου χωρίς απολυτήριο. Το βασικό αυτό θέμα θα πρέπει, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, να τονισθεί περισσότερο, για παράδειγμα μέσω της διατήρησης φιλόδοξων στόχων όπως:

της μείωσης της ανεργίας των νέων κατά 50 %·

της καθιέρωσης ανώτατης προθεσμίας τεσσάρων μηνών για την ενεργότερη «δραστηριοποίηση» νέων που αναζητούν εργασία ή θέση μαθητείας.

4.3.3   Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι η επίτευξη του στόχου της στρατηγικής «ΕΕ 2020» για ποσοστό απασχόλησης 75 %, προϋποθέτει επίσης την ύπαρξη κατάλληλων πολιτικών για την απασχόληση ατόμων με ειδικές ανάγκες τα οποία αποτελούν το 16 % των ατόμων σε ηλικία εργασίας. Η ΕΟΚΕ επικροτεί, κατ' αυτήν την έννοια, τη ρητή συμπερίληψη της εν λόγω πληθυσμιακής ομάδας στις κατευθυντήριες γραμμές 7 και 10. Επιπλέον, θα ήταν ευχής έργο να συμπεριληφθεί στην κατευθυντήρια γραμμή 9 μια μορφή εκπαίδευσης και κατάρτισης που συμβάλει στην ενσωμάτωση ατόμων με ειδικές ανάγκες .

4.4   Κατευθυντήρια γραμμή 10: Η καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας

4.4.1   Η ΕΟΚΕ επικροτεί την «καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας» ως ξεχωριστή κατευθυντήρια γραμμή. Θεωρεί ότι έτσι επιβεβαιώνεται το επανειλημμένα διατυπωμένο αίτημά της για κοινά μέτρα καταπολέμησης της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, δεδομένων των αυξανόμενων κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρώπη. Το ζητούμενο είναι μια δέσμη μέτρων προσαρμοσμένων στις ομάδες στόχους. Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, η κατευθυντήρια αυτή γραμμή θα πρέπει κυρίως να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στη μείωση του κινδύνου φτώχειας των παιδιών και των νέων και να προσδιορίζει συγκεκριμένους στόχους.

4.4.2   Αλλά και ως προς τη μείωση της φτώχειας, απαιτούνται ορισμένοι σταθεροί και αξιόπιστοι δείκτες για την μέτρηση και παρακολούθηση της προόδου. Η ΕΟΚΕ προτείνει να θεσπιστεί το ποσοστό κινδύνου φτώχειας ως αδιαμφισβήτητος βασικός δείκτης φτώχειας. Η ΕΟΚΕ κρίνει σκόπιμη την ανάπτυξη συμπληρωματικών δεικτών με τους οποίους να μπορεί, για παράδειγμα, να μετρηθεί και η σχέση μεταξύ του εισοδήματος και της αγοραστικής δύναμης καθώς και η συγκέντρωση των εισοδημάτων (συντελεστής Gini). Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν επιτρέπεται να υπονομευθεί με τον τρόπο αυτό ο κεντρικός στόχος.

4.4.3   Η ΕΟΚΕ επικροτεί τη σύσταση προς τα κράτη μέλη να επιδιώξουν τη μείωση της φτώχειας μέσω της προώθησης της πλήρους συμμετοχής στην κοινωνική και την οικονομική ζωή καθώς και με τη διεύρυνση των ευκαιριών απασχόλησης.

4.4.3.1   Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τα συμπεράσματα μιας πρόσφατης σχετικής μελέτης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού πρέπει να εστιάζεται κατά προτεραιότητα στα μέτρα για τους «εργαζόμενους πένητες» (10). Η ΕΟΚΕ προτείνει να δοθούν εγγυήσεις για ένα αξιοπρεπές εισόδημα και, κατ' αυτήν την έννοια, να αποφευχθεί η καθιέρωση χαμηλόμισθων θέσεων εργασίας, γεγονός που προϋποθέτει:

αντικατάσταση των θέσεων επισφαλούς απασχόλησης από βιώσιμες, κοινωνικά εξασφαλισμένες εργασιακές σχέσεις·

διασφάλιση κοινωνικής προστασίας κατά τη μετάβαση από το στάδιο της εκπαίδευσης στο στάδιο της απόκτησης εργασίας·

προώθηση αποτελεσματικότερων σχεδίων της πολιτικής απασχόλησης για την κατάρτιση ατόμων που λόγω ελλιπούς κατάρτισης έχουν αποκλεισθεί από την αγορά εργασίας,

καταπολέμηση της ανεργίας των νέων με ιδιαίτερο βάρος στην ένταξη των αποκλεισμένων από την αγορά εργασίας ατόμων.

4.4.3.2   Όλα αυτά τα σημεία πρέπει να ενσωματωθούν και να υπογραμμισθούν περισσότερο στην παρούσα κατευθυντήρια γραμμή. Στο σημείο αυτό, η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει επίσης την πρόταση που υπέβαλε πρόσφατα αναφορικά με τους στόχους εξασφάλισης συστημάτων για τον καθορισμό ελάχιστου εισοδήματος και αντισταθμιστικού εισοδήματος.

4.4.4   Η καταπολέμηση της φτώχειας απαιτεί περαιτέρω, μέτρα πολιτικής για την απασχόληση και για την εκπαίδευση για τις ομάδες που επαπειλούνται ιδιαίτερα από τη φτώχεια (γυναίκες που ανατρέφουν μόνες τα παιδιά τους, άτομα με μεταναστευτικό ιστορικό, ηλικιωμένοι με χαμηλή σύνταξη, άτομα με ειδικές ανάγκες). Θα ήταν επομένως σκόπιμο να καταστούν σαφέστερα τα χωρία και οι στόχοι τα σχετικά με την ενσωμάτωση στην κοινωνία και την αγορά εργασίας των ατόμων αυτών.

4.4.5   Η ΕΟΚΕ κρίνει ως θετικό στοιχείο την αναφορά στην πολύτιμη συμβολή της κοινωνικής οικονομίας στη δημιουργία και εξασφάλιση θέσεων απασχόλησης και στη μείωση της φτώχειας, καθώς και την ρητή προτροπή προς τα κράτη μέλη να προωθήσουν ενεργά την κοινωνική οικονομία. Με τον τρόπο αυτό εισακούεται το αίτημα της ΕΟΚΕ για πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων της κοινωνικής οικονομίας, ιδίως με τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης στον τομέα των κοινωνικών υπηρεσιών.

Βρυξέλλες, 27 Μαΐου 2010.

Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Mario SEPI


(1)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 31ης Μαΐου 2005 με θέμα την «Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου που αφορά τις κατευθυντήριες γραμμές των πολιτικών απασχόλησης των κρατών μελών (βάσει του άρθρου 128 της Συνθήκης ΕΚ )» COM(2005) 141 τελικό - 2005/0057 (CNS), εισηγητής: ο κ. Herr .Malosse (ΕΕ C 286, 17.11.2005) και γνωμοδότηση της 13ης Φεβρουαρίου 2008 με θέμα την «Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου που αφορά τις κατευθυντήριες γραμμές των πολιτικών απασχόλησης των κρατών μελών (βάσει του άρθρου 128 της Συνθήκης ΕΚ)», COM(2007) 803 τελικό./2 (Τμήμα V) - 2007/0300 (CNS), εισηγητής: ο κ. Herr Greif (ΕΕ C 162/92, 25.6.2008).

(2)  ΕΕ C 128 της 18.5.2010, σελ. 3.

(3)  Ζήτηση και προσφορά δεξιοτήτων στην Ευρώπη: μεσοπρόθεσμες προβλέψεις έως το 2020 (Cedefop, 2010), σελ. 35 επ.

(4)  ΕΕ C 128 της 18.5.2010, σελ. 3.

(5)  Γνωμοδοτήσεις ΕΟΚΕ

 

της 30ής Σεπτεμβρίου 2009 με θέμα «Εργασία και φτώχεια: η αναγκαιότητα μιας σφαιρικής προσέγγισης» (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας), εισηγήτρια: η κ. Prud'homme (ΕΕ C 318/52, 23.12.2009)

 

της 1ης Οκτωβρίου 2009 με θέμα «Η σχέση μεταξύ της ισότητας των φύλων, της οικονομικής ανάπτυξης και των ποσοστών απασχόλησης» (διερευνητική γνωμοδότηση), εισηγήτρια: η κ. Ouin (ΕΕ C 318/15, 23.12.2009)

 

της 1ης Οκτωβρίου 2009 σχετικά με την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών «Μια στρατηγική της ΕΕ για τη νεολαία – Επένδυση και ενδυνάμωση: Μια ανανεωμένη ανοιχτή μέθοδος συντονισμού για την αντιμετώπιση των προκλήσεων και των ευκαιριών της νεολαίας», COM(2009) 200 τελικό, εισηγητής: ο κ. Sibian (ΕΕ C 318/113, 23.12.2009).

(6)  Γνωμοδότηση ΕΟΚΕ της 29ης Σεπτεμβρίου 2005 με θέμα «Οι γυναίκες και η φτώχεια στην Ευρώπη», εισηγήτρια η κ. Brenda King, (ΕΕ C 24, 31.1.2006 και γνωμοδότηση ΕΟΚΕ της 12ης Ιουλίου 2007 με θέμα: «Απασχόληση των κατηγοριών με προτεραιότητα (Στρατηγική της Λισσαβώνας)», εισηγητής: ο κ. Greif (ΕΕ C 256, 27.10.2007)· πρβλ. επίσης την έκθεση της Επιτροπής για την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών [COM(2009) 694].

(7)  Γνωμοδότηση ΕΟΚΕ της 22ας Απριλίου 2008 σχετικά με την «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών για τη θέσπιση κοινών αρχών όσον αφορά την ευελιξία με ασφάλεια: περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας μέσω της ευελιξίας με ασφάλεια», COM(2007) 359 τελικό, εισηγητής: ο κ. Janson, συνεισηγητής: ο κ. Ardhe (ΕΕ C 211, 19.8.2008) και γνωμοδότηση ΕΟΚΕ της 4ης Νοεμβρίου 2009 με θέμα: «Η στρατηγική της Λισσαβώνας μετά το 2010», γενικός εισηγητής: ο κ. Greif, CESE 1722/2009, σημείο 3.4.3.

(8)  ΕΕ C 128 της 18.5.2010, σελ. 3.

(9)  Οι βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές αγορές εργασίας: από κοινού ανάλυση των Ευρωπαΐκών Κοινωνικών Εταίρων (2007), σελ. 61 επ.

(10)  Working poor in Europe («Εργαζόμενοι πένητες στην Ευρώπη»), Μελέτη Ευρωπαϊκου Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας – Eurofound 2010


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

της γνωμοδότησης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Η παρακάτω προτεινόμενη τροπολογία, που απορρίφθηκε, έλαβε τουλάχιστον το ένα τέταρτο των ψήφων:

Σημείο 4.2.2

Να τροποποιηθεί ως εξής:

«Δεδομένου ότι το περιεχόμενο αυτής της προτεινόμενης κατευθυντήριας γραμμής συμπίπτει, σε μεγάλο βαθμό, με το περιεχόμενο της επόμενης κατευθυντήριας γραμμής [9], διερωτάται κανείς εάν είναι προτιμότερο, προς αποφυγή επαναλήψεων, να συμπτυχθούν αυτές οι δύο κατευθυντήριες γραμμές σε μία. , θα πρέπει να εισαχθεί μια ξεχωριστή κατευθυντήρια γραμμή για την ενίσχυση της ποιότητας εργασίας.»

Αιτιολογία

Η τροπολογία είναι αυτονόητη.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας:

Ψήφοι υπέρ

:

58

Ψήφοι κατά

:

73

Αποχές

:

2