ISSN 1725-2415

doi:10.3000/17252415.CE2010.123.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 123E

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

53ό έτος
12 Μαΐου 2010


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

III   Προπαρασκευαστικές πράξεις

 

Συμβούλιο

2010/C 123E/01

Θέση (ΕΕ) αριθ. 7/2010 του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση ενόψει της έκδοσης απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 573/2007/ΕΚ σχετικά με τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσφύγων, για την περίοδο 2008 έως 2013, όσον αφορά την κατάργηση της χρηματοδότησης ορισμένων κοινοτικών δράσεων και την αλλαγή του ορίου για τη χρηματοδότησή τους
Εκδοθείσα από το Συμβούλιο στις 25 Φεβρουαρίου 2010

1

2010/C 123E/02

Θέση (ΕΕ) αριθ. 8/2010 του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση ενόψει της έκδοσης οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών που ασκούν αυτοτελή επαγγελματική δραστηριότητα και για την κατάργηση της οδηγίας 86/613/ΕΟΚ
Εκδοθείσα από το Συμβούλιο στις 8 Μαρτίου 2010

5

2010/C 123E/03

Θέση (ΕΕ) αριθ. 9/2010 του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση ενόψει της έκδοσης οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ένδειξη της κατανάλωσης ενέργειας και λοιπών πόρων από τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα μέσω της επισήμανσης και της παροχής ομοιόμορφων πληροφοριών σχετικά με αυτά
Εκδοθείσα από το Συμβούλιο στις 14 Απριλίου 2010
 ( 1 )

17

2010/C 123E/04

Θέση (ΕΕ) αριθ. 10/2010 του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση ενόψει της έκδοσης οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων
Εκδοθείσα από το Συμβούλιο στις 14 Απριλίου 2010

32

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

 


III Προπαρασκευαστικές πράξεις

Συμβούλιο

12.5.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

CE 123/1


ΘΈΣΗ (ΕΕ) αριθ. 7/2010 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ ΣΕ ΠΡΏΤΗ ΑΝΆΓΝΩΣΗ

ενόψει της έκδοσης απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 573/2007/ΕΚ σχετικά με τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσφύγων, για την περίοδο 2008 έως 2013, όσον αφορά την κατάργηση της χρηματοδότησης ορισμένων κοινοτικών δράσεων και την αλλαγή του ορίου για τη χρηματοδότησή τους

Εκδοθείσα από το Συμβούλιο στις 25 Φεβρουαρίου 2010

2010/C 123 E/01

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 78, παράγραφος 2,

την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (1),

Εκτιμώντας τα εξής:

(1)

Η πολιτική της Ένωσης σχετικά με το κοινό ευρωπαϊκό σύστημα ασύλου (ΚΕΣΑ) αποβλέπει, σύμφωνα με το πρόγραμμα της Χάγης, στη δημιουργία κοινού χώρου ασύλου μέσω αποτελεσματικής εναρμονισμένης διαδικασίας συνεπούς προς τις αξίες και την ανθρωπιστική παράδοση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(2)

Τα τελευταία χρόνια, χάρις στην εισαγωγή κοινών ελάχιστων προτύπων, πραγματοποιήθηκε μεγάλη πρόοδος, όσον αφορά τη θέσπιση του ΚΕΣΑ. Ωστόσο, παραμένουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την παροχή διεθνούς προστασίας και τις μορφές τις οποίες αυτή η προστασία λαμβάνει.

(3)

Η Επιτροπή, στο σχέδιο πολιτικής για το άσυλο που εξέδωσε τον Ιούνιο του 2008, ανήγγειλε την πρόθεσή της για την ανάπτυξη του ΚΕΣΑ, προτείνοντας την αναθεώρηση των υφισταμένων νομοθετικών μέσων με σκοπό την επίτευξη μεγαλύτερης εναρμόνισης των εφαρμοστέων προτύπων και ενισχύοντας την υποστήριξη που παρέχει στην πρακτική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, ιδίως υποβάλλοντας νομοθετική πρόταση για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο («Υπηρεσία Υποστήριξης») με σκοπό την αύξηση του συντονισμού στην επιχειρησιακή συνεργασία μεταξύ κρατών μελών έτσι ώστε να εφαρμόζονται αποτελεσματικά οι κοινοί κανόνες.

(4)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, με το ευρωπαϊκό σύμφωνο για τη μετανάστευση και το άσυλο που εξέδωσε τον Σεπτέμβριο του 2008, επανέλαβε επισήμως ότι κάθε καταδιωκόμενος αλλοδαπός έχει το δικαίωμα να λαμβάνει βοήθεια και προστασία στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατ’ εφαρμογή της Σύμβασης της Γενεύης, της 28ης Ιουλίου 1951, περί του καθεστώτος των Προσφύγων, όπως τροποποιήθηκε με το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης της 31ης Ιανουαρίου 1965, και άλλες συναφείς συνθήκες. Εξάλλου, συμφωνήθηκε ρητώς να ιδρυθεί το 2009 Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης.

(5)

Η πρακτική συνεργασία για το άσυλο αποσκοπεί στην επαύξηση της σύγκλισης και στην εξασφάλιση διαρκούς ποιότητας των διαδικασιών λήψης αποφάσεων των κρατών μελών στον τομέα αυτό, εντός ευρωπαϊκού νομοθετικού πλαισίου. Τα τελευταία χρόνια, έχουν ήδη ληφθεί πολυάριθμα μέτρα πρακτικής συνεργασίας, κυρίως όσον αφορά την υιοθέτηση κοινής προσέγγισης σχετικά με τις πληροφορίες για τις χώρες καταγωγής και τη θέσπιση κοινού ευρωπαϊκού εκπαιδευτικού προγράμματος για το άσυλο. Η Υπηρεσία Υποστήριξης θα πρέπει να συσταθεί προκειμένου να ενισχύσει και να αναπτύξει τα εν λόγω μέτρα συνεργασίας.

(6)

Χάριν της απλούστευσης των δράσεων στήριξης στην πρακτική συνεργασία σε θέματα ασύλου, και στον βαθμό που η Υπηρεσία Υποστήριξης θα πρέπει να επιφορτισθεί με ορισμένα από τα καθήκοντα που χρηματοδοτούνται επί του παρόντος δυνάμει του Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσφύγων, είναι ανάγκη να μεταφερθεί το πεδίο ευθύνης για ορισμένες από τις κοινοτικές δράσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 της απόφασης αριθ. 573/2007/ΕΚ (2) από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσφύγων στην Υπηρεσία Υποστήριξης με σκοπό να εξασφαλισθεί η βέλτιστη πρακτική συνεργασία σε θέματα ασύλου.

(7)

Προκειμένου να ληφθεί υπόψη ο περιορισμός του πεδίου εφαρμογής των κοινοτικών δράσεων, το όριο για τη χρηματοδότησή τους, το οποίο ορίζεται με την απόφαση αριθ. 573/2007/ΕΚ, θα πρέπει να μειωθεί από το 10 % των διαθέσιμων πόρων του Ταμείου στο 4 % αυτών.

(8)

Το χρηματοδοτικό πλαίσιο για την εφαρμογή της απόφασης αριθ. 573/2007/ΕΚθα πρέπει να μειωθεί, έτσι ώστε να αποδεσμευθούν πόροι για τη χρηματοδότηση της Υπηρεσίας Υποστήριξης,

(9)

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Πρωτοκόλλου για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας, όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία κοινοποίησαν την επιθυμία τους να μετάσχουν στην έκδοση και την εφαρμογή της παρούσας απόφασης.

(10)

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του Πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση της παρούσας απόφασης και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η απόφαση αριθ. 2007/573/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1.

Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, το όριο 10 % αντικαθίσταται από το όριο 4 %·

β)

στην παράγραφο 2, τα στοιχεία α) και στ) απαλείφονται.

2.

Στο άρθρο 12, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Το δημοσιονομικό πλαίσιο για την εφαρμογή της παρούσας απόφασης, από την 1η Ιανουαρίου 2008 έως την 31η Δεκεμβρίου 2013, ανέρχεται σε 614 εκατομμύρια EUR.».

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 3

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.

Άρθρο 4

Η παρούσα απόφαση δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βρυξέλλες, …

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος


(1)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 7ης Μαΐου 2009 (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα), θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση της … (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα). Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της … (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(2)  ΕΕ L 144, 6.6.2007, σ. 1.


ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Ι.   ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στις 18 Φεβρουαρίου 2009 η Επιτροπή ενέκρινε την πρόταση τροποποίησης της απόφασης σχετικά με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσφύγων (ΕΤΠ) (1) που συνοδεύει την πρόταση κανονισμού για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (ΕΥΥΑ) (2).

Στις 7 Μαΐου 2009, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε σε πρώτη ανάγνωση γνώμες αντιστοίχως για την απόφαση ΕΤΠ για την οποία δεν προτάθηκαν τροπολογίες (3) και για τον κανονισμό ΕΥΥΑ με 40 τροπολογίες στην πρόταση της Επιτροπής (4).

Στις 25 Φεβρουαρίου 2010, το Συμβούλιο ενέκρινε σε πρώτη ανάγνωση τη θέση του για τις δύο προτάσεις σύμφωνα με το άρθρο 294 της Συνθήκης.

Στις 5-7 Οκτωβρίου 2009, η Επιτροπή των Περιφερειών εξέδωσε γνώμη σχετικά με το μελλοντικό Ενιαίο Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου ΙΙ (5), που περιλαμβάνει διάφορες συστάσεις όσον αφορά τον κανονισμό ΕΥΥΑ.

ΙΙ.   ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Η απόφαση ΕΤΠ τροποποιήθηκε ώστε να ληφθούν υπόψη οι αλλαγές που οφείλονται στην ίδρυση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο και, ειδικότερα, για να επιτραπεί στην Υπηρεσία να αναλάβει την ευθύνη ορισμένων δράσεων που χρηματοδοτούνταν ως τώρα από το Ταμείο Προσφύγων. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο αποσκοπεί στη βελτίωση της εφαρμογής του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος για το άσυλο, ενισχύοντας την πρακτική συνεργασία μεταξύ κρατών μελών στον τομέα του ασύλου και την παροχή και/ή το συντονισμό επιχειρησιακής στήριξης σε κράτη μέλη, των οποίων τα εθνικά συστήματα ασύλου υφίστανται ειδικές και δυσανάλογες πιέσεις.

ΙΙΙ.   ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΣΕ ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

Γενικές παρατηρήσεις

Οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιήθηκαν σε ένα πολιτικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε από το πρόγραμμα της Χάγης το οποίο θέτει τους στόχους και τα μέσα στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων για την περίοδο 2005-2010. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επεσήμανε ότι δεσμεύεται για την περαιτέρω ανάπτυξη του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος για το άσυλο μέσω τροποποίησης του νομοθετικού πλαισίου και ενίσχυσης της πρακτικής και συλλογικής συνεργασίας, μεταξύ άλλων με την ίδρυση μιας Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο. Ακολούθως, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στο ευρωπαϊκό σύμφωνο για τη μετανάστευση και το άσυλο που ενέκρινε τον Οκτώβριο του 2008, συμφώνησε να ιδρυθεί αυτή η Υπηρεσία εντός του 2009.

Δυνάμει του άρθρου 3 του πρωτοκόλλου για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιρλανδία κοινοποίησαν την επιθυμία τους να μετάσχουν στην έκδοση και την εφαρμογή της παρούσας απόφασης.

Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου για τη θέση της Δανίας, το οποίο προσαρτάται στη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και στη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Δανία δεν συμμετέχει στην έκδοση της απόφασης ΕΤΠ και δεν δεσμεύεται από τη συμφωνία ούτε υπόκειται στην εφαρμογή της.

Σύμφωνα με τις διατάξεις της κοινής δήλωσης σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής της διαδικασίας συναπόφασης (6), οι αντιπρόσωποι του Συμβουλίου, του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής διεξήγαγαν επαφές προκειμένου να καταλήξουν σε συμφωνία στο στάδιο της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση. Οι επαφές αυτές κατέληξαν σε συμφωνία για τα κείμενα σχετικά με τον κανονισμό ΕΥΥΑ και την απόφαση ΕΤΠ.

IV.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Η θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση απηχεί τη συμβιβαστική λύση που επετεύχθη κατά τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Συμβουλίου και Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και η οποία κατέστη εφικτή χάρη στην Επιτροπή. Στις 20 Νοεμβρίου 2009, η ΕΜΑ στήριξε αυτήν τη συμβιβαστική λύση εγκρίνοντας πολιτική συμφωνία για την απόφαση ΕΤΠ και τον κανονισμό ΕΥΥΑ. Η Προεδρία της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων (LIBE) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ανέφερε τότε σε επιστολή προς τον Πρόεδρο της ΕΜΑ ότι, σε περίπτωση που το συμβιβαστικό κείμενο διαβιβαστεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ως κοινή θέση του Συμβουλίου, θα εισηγηθεί στα μέλη της LIBE και ακολούθως στην ολομέλεια να εγκριθεί η κοινή θέση χωρίς τροπολογίες από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε δεύτερη ανάγνωση, με την επιφύλαξη επαλήθευσης από τους Γλωσσομαθείς Νομικούς και των δύο οργάνων. Μόλις εκδοθούν η απόφαση ΕΤΠ και ο κανονισμός ΕΥΥΑ θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την έγκαιρη ίδρυση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο η οποία θα έχει καθοριστική σημασία για την περαιτέρω ενίσχυση της πρακτικής συνεργασίας στον τομέα του ασύλου.


(1)  Έγγρ. 6702/09 ASILE 6 CADREFIN 7 CODEC 213.

(2)  Έγγρ. 6700/09 ASILE 5 CODEC 212 + ADD 1, 2.

(3)  T6-0375/2009, 7.5.2009.

(4)  T6-0379/2009, 7.5.2009.

(5)  CdR 90/2009 fin.

(6)  ΕΕ C 148, 28.5.1999, σ. 1.


12.5.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

CE 123/5


ΘΈΣΗ (ΕΕ) αριθ. 8/2010 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ ΣΕ ΠΡΏΤΗ ΑΝΆΓΝΩΣΗ

ενόψει της έκδοσης οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών που ασκούν αυτοτελή επαγγελματική δραστηριότητα και για την κατάργηση της οδηγίας 86/613/ΕΟΚ

Εκδοθείσα από το Συμβούλιο στις 8 Μαρτίου 2010

2010/C 123 E/02

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 157 παράγραφος 3,

την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 86/613/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1986, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών που ασκούν ανεξάρτητη δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένης της γεωργικής, καθώς και για την προστασία της μητρότητας (3), εξασφαλίζει την εφαρμογή στα κράτη μέλη της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών που ασκούν αυτοτελή επαγγελματική δραστηριότητα ή συμβάλλουν στην άσκηση τέτοιας δραστηριότητας. Όσον αφορά τους αυτοαπασχολούμενους εργαζομένους και τις/τους συζύγους των αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων, η οδηγία 86/613/ΕΟΚ δεν υπήρξε ιδιαίτερα αποτελεσματική και το πεδίο εφαρμογής της θα πρέπει να επανεξετασθεί, καθώς η διακριτική μεταχείριση λόγω φύλου και η παρενόχληση παρουσιάζονται και σε τομείς πέραν της μισθωτής εργασίας. Για λόγους σαφήνειας, η οδηγία 86/613/ΕΟΚ θα πρέπει να αντικατασταθεί από την παρούσα οδηγία.

(2)

Στην ανακοίνωσή της της 1ης Μαΐου 2006 με τίτλο «Χάρτης πορείας για την ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών», η Επιτροπή ανήγγειλε ότι προκειμένου να βελτιωθεί η διακυβέρνηση της ισότητας των φύλων, θα επανεξετάσει την υπάρχουσα νομοθεσία για την ισότητα των φύλων στην ΕΕ που δεν περιλαμβάνεται στην αναδιατύπωση του 2005, με σκοπό την ενημέρωση, τον εκσυγχρονισμό και την αναδιατύπωση, οσάκις απαιτείται. Η οδηγία 86/613/ΕΟΚ δεν έχει συμπεριληφθεί στη διαδικασία αναδιατύπωσης.

(3)

Το Συμβούλιο, στα συμπεράσματά του της 5ης και 6ης Δεκεμβρίου 2007 με τίτλο «Ισορροπία των ρόλων ανδρών και γυναικών όσον αφορά την απασχόληση, την οικονομική μεγέθυνση και την κοινωνική συνοχή», κάλεσε την Επιτροπή να μελετήσει την ανάγκη αναθεώρησης, εφόσον είναι απαραίτητο, της οδηγίας 86/613/ΕΟΚ προκειμένου να διασφαλισθούν τα δικαιώματα που σχετίζονται με τη μητρότητα και την πατρότητα των μη μισθωτών εργαζομένων και των συζύγων τους που τους συνδράμουν.

(4)

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει ζητήσει επανειλημμένα από την Επιτροπή να αναθεωρήσει την οδηγία 86/613/ΕΟΚ, ιδίως να προωθήσει την προστασία της μητρότητας των αυτοαπασχολούμενων γυναικών και να βελτιώσει την κατάσταση των συζύγων των μη μισθωτών εργαζομένων στη γεωργία.

(5)

Στην ανακοίνωσή της της 2ας Ιουλίου 2008 με τίτλο «Ανανεωμένη κοινωνική ατζέντα: Ευκαιρίες, πρόσβαση και αλληλεγγύη στην Ευρώπη του 21ου αιώνα», η Επιτροπή επιβεβαίωσε την ανάγκη να αναληφθεί δράση σχετικά με το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ των φύλων στον τομέα της επιχειρηματικότητας καθώς και για τη βελτίωση του συνδυασμού της ιδιωτικής με την επαγγελματική ζωή.

(6)

Υπάρχουν ήδη διάφορες εν ισχύ νομικές πράξεις για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης οι οποίες καλύπτουν τις αυτοτελείς επαγγελματικές δραστηριότητες, ιδίως η οδηγία 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (4) και η οδηγία 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης (αναδιατύπωση) (5). Συνεπώς, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στους τομείς που καλύπτονται ήδη από άλλες οδηγίες.

(7)

Η παρούσα οδηγία ισχύει υπό την επιφύλαξη των εξουσιών των κρατών μελών να οργανώνουν τα κοινωνικά συστήματα προστασίας τους. Η αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον αφορά την οργάνωση των συστημάτών τους κοινωνικής προστασίας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, αποφάσεις για την καθιέρωση, τη χρηματοδότηση και τη διαχείριση τέτοιων συστημάτων και των σχετικών θεσμών καθώς και για την ουσία και την απόδοση ωφελημάτων, το επίπεδο των συνεισφορών και τους όρους πρόσβασης.

(8)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται στους αυτοαπασχολούμενους εργαζόμενους και τους/ τις συζύγους τους ή, εάν και στο βαθμό που αυτό αναγνωρίζεται από το εθνικό δίκαιο, τους συντρόφους συμβίωσης, εφόσον αυτοί, υπό τους όρους που καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο, συμμετέχουν συνήθως στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Προκειμένου να βελτιωθεί η κατάσταση των συζύγων τους και, εάν και στο βαθμό που αυτό αναγνωρίζεται από το εθνικό δίκαιο, των συντρόφων συμβίωσης των αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων, η εργασία τους θα πρέπει να αναγνωρίζεται.

(9)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε θέματα που καλύπτονται από άλλες οδηγίες για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, κυρίως της οδηγίας 2004/113/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στην πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και στην παροχή αυτών (6). Μεταξύ άλλων, το άρθρο 5 της οδηγίας 2004/113/ΕΚ σχετικά με την ασφάλιση και άλλες συναφείς χρηματοοικονομικές υπηρεσίες εξακολουθεί να εφαρμόζεται.

(10)

Για την πρόληψη της διάκρισης λόγω φύλου, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται τόσο για τις άμεσες όσο και για τις έμμεσες διακρίσεις. Η παρενόχληση και η σεξουαλική παρενόχληση θα πρέπει να θεωρούνται διακριτική μεταχείριση και, συνεπώς, να απαγορεύονται.

(11)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να ισχύει υπό την επιφύλαξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από την έγγαμη ή την οικογενειακή κατάσταση, όπως ορίζεται στο εθνικό δίκαιο.

(12)

Η αρχή της ίσης μεταχείρισης θα πρέπει να καλύπτει τις σχέσεις μεταξύ των αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων και τρίτων εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, αλλά όχι τις σχέσεις μεταξύ του αυτοαπασχολούμενου εργαζομένου και της συζύγου ή της συντρόφου συμβίωσης αυτού.

(13)

Στον τομέα της αυτοαπασχόλησης η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης σημαίνει ότι δεν πρέπει να υπάρχουν διακρίσεις λόγω φύλου, π.χ. σε σχέση με τη σύσταση, εξοπλισμό ή επέκταση επιχείρησης ή την έναρξη ή την επέκταση κάθε άλλης μορφής αυτοαπασχολούμενης δραστηριότητας.

(14)

Τα κράτη μέλη μπορούν, σύμφωνα με το άρθρο 157 παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να διατηρούν ή να θεσπίζουν μέτρα που παρέχουν συγκεκριμένα πλεονεκτήματα, προκειμένου να καταστεί ευχερέστερο για το υποεκπροσωπούμενο φύλο να αναλαμβάνει αυτοτελείς επαγγελματικές δραστηριότητες ή για την πρόληψη ή την αντιστάθμιση των μειονεκτημάτων που προκύπτουν στις επαγγελματικές σταδιοδρομίες. Καταρχήν, μέτρο, όπως θετική δράση που αποσκοπεί στην έμπρακτη επίτευξη της ισότητας, δεν θα πρέπει να θεωρείται ως παράβαση της νομικής αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών.

(15)

Είναι αναγκαίο να εξασφαλισθεί ότι οι όροι για τη σύσταση εταιρείας μεταξύ συζύγων ή, εάν και στο βαθμό που αυτό αναγνωρίζεται από το εθνικό δίκαιο, μεταξύ συντρόφων συμβίωσης δεν είναι περισσότερο περιοριστικοί από τους όρους για τη σύσταση εταιρείας μεταξύ των άλλων προσώπων.

(16)

Ενόψει της συνεισφοράς τους στις δραστηριότητες της οικογενειακής επιχείρησης, οι σύζυγοι ή, όταν και στο βαθμό που αυτοί αναγνωρίζονται από το εθνικό δίκαιο, οι σύντροφοι συμβίωσης των αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων που έχουν πρόσβαση σε σύστημα κοινωνικής προστασίας, θα πρέπει επίσης να δικαιούνται να επωφεληθούν κοινωνικής προστασίας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κληθούν να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για να οργανώσουν αυτή την κοινωνική προστασία σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Ειδικότερα, εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίσουν κατά πόσον αυτή η κοινωνική προστασία θα πρέπει να εφαρμόζεται σε υποχρεωτική ή εθελοντική βάση. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι αυτή η κοινωνική προστασία μπορεί να είναι ανάλογη της συμμετοχής στις δραστηριότητες του αυτοαπασχολούμενου εργαζομένου και/ή του επιπέδου συνεισφοράς. Με την επιφύλαξη της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν εθνικές διατάξεις που θα περιορίζουν την πρόσβαση σε συγκεκριμένα συστήματα κοινωνικής προστασίας ή σε συγκεκριμένο επίπεδο προστασίας, μεταξύ άλλων με ειδικούς όρους χρηματοδότησης, για ορισμένες ομάδες αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων ή επαγγελματιών, υπό την προϋπόθεση ότι υφίσταται διαθέσιμη πρόσβαση σε γενικό καθεστώς.

(17)

Η οικονομική και φυσική ευπάθεια των εγκύων αυτοαπασχολούμενων γυναικών και των εγκύων συζύγων και, όταν και στο βαθμό που αυτοί αναγνωρίζονται από το εθνικό δίκαιο, των συντρόφων συμβίωσης των αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων, καθιστά αναγκαίο να τους χορηγηθεί το δικαίωμα παροχών μητρότητας. Τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι αρμόδια για τον καθορισμό των παροχών, μεταξύ άλλων για τον ορισμό του επιπέδου των εισφορών και όλων των ρυθμίσεων σχετικά με τις παροχές και τις πληρωμές, με την προϋπόθεση ότι συμμορφώνονται με τις ελάχιστες προϋποθέσεις της παρούσας οδηγίας. Ειδικότερα, μπορούν να καθορίζουν ποια περίοδο πριν και/ή μετά τον τοκετό, χορηγείται το δικαίωμα παροχών μητρότητας. Περαιτέρω, η οικονομική κατάσταση του προσώπου ή της οικογένειας περί των οποίων πρόκειται, μπορεί να λαμβάνεται υπόψη όταν καθορίζονται οι συνεισφορές και/ή παροχές.

(18)

Προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες των δραστηριοτήτων των αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων, των αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων γυναικών και των γυναικών συζύγων ή, όταν και στο βαθμό που αυτοί αναγνωρίζονται από το εθνικό δίκαιο, των γυναικών συντρόφων συμβίωσης των αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων, θα πρέπει να δίδεται πρόσβαση, στο μέτρο του δυνατού, σε οιαδήποτε υπάρχουσες υπηρεσίες παροχής προσωρινής αντικατάστασης που καθιστά δυνατή τη διακοπή στις επαγγελματικές δραστηριότητες που αφορούν εγκυμοσύνη ή μητρότητα ή σε οιαδήποτε υφιστάμενη εθνική κοινωνική υπηρεσία. Η πρόσβαση στις υπηρεσίες αυτές μπορεί να συνιστά εναλλακτική λύση ή μέρος του επιδόματος μητρότητας.

(19)

Η βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας των συστημάτων πρόνοιας, κυρίως μέσω της παροχής καλύτερων κινήτρων, της καλύτερης διαχείρισης και αξιολόγησης και του καθορισμού προτεραιοτήτων των προγραμμάτων δαπανών, έχει καταστεί σημαντική για την εξασφάλιση της μακροπρόθεσμης οικονομικής βιωσιμότητας των ευρωπαϊκών κοινωνικών προτύπων. Κατά τον προγραμματισμό των μέτρων που χρειάζονται για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δίδουν ιδιαίτερη προσοχή στη βελτίωση και στην εξασφάλιση της ποιότητας και της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας των συστημάτων τους κοινωνικής προστασίας.

(20)

Τα πρόσωπα που έχουν υποστεί διακριτική μεταχείριση λόγω φύλου θα πρέπει να διαθέτουν κατάλληλα μέσα έννομης προστασίας. Προκειμένου να υπάρξει πιο αποτελεσματική προστασία, οι ενώσεις, οι οργανώσεις και οι άλλες νομικές οντότητες θα πρέπει επίσης να δύνανται να κινούν διαδικασίες, όπως τις ορίζουν τα κράτη μέλη, είτε εξ ονόματος του θύματος είτε προς υπεράσπισή του, με την επιφύλαξη των εθνικών δικονομικών κανόνων όσον αφορά την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση ενώπιον των δικαστηρίων.

(21)

Η προστασία των αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων και των συζύγων αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων και, όταν και στο βαθμό που αυτοί αναγνωρίζονται από το εθνικό δίκαιο, των συντρόφων διαβίωσης αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων, από τις διακρίσεις λόγω φύλου, θα πρέπει να ενισχυθεί με την ίδρυση φορέα ή φορέων σε κάθε κράτος μέλος, ο οποίος θα είναι αρμόδιος για την ανάλυση των σχετικών προβλημάτων, τη μελέτη δυνατών λύσεων και την παροχή συγκεκριμένης υποστήριξης προς τα θύματα. Ο φορέας ή οι φορείς μπορούν να είναι οι ίδιοι με αυτούς που είναι υπεύθυνοι, σε εθνικό επίπεδο, για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου ή για τη διασφάλιση των ατομικών δικαιωμάτων ή την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

(22)

Η παρούσα οδηγία καθορίζει τις ελάχιστες προϋποθέσεις, παρέχοντας με τον τρόπο αυτό στα κράτη μέλη την ευχέρεια να εισάγουν ή να διατηρούν ευνοϊκότερες διατάξεις.

(23)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της δράσης που πρέπει να αναληφθεί, δηλαδή η εξασφάλιση κοινού υψηλού επιπέδου προστασίας από τις διακρίσεις σε όλα τα κράτη μέλη, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη αλλά μπορεί να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση δύναται να θεσπίζει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως καθορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο εν λόγω άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1.   Η παρούσα οδηγία καθορίζει ένα πλαίσιο για να τεθεί σε εφαρμογή στα κράτη μέλη η αρχή της ίσης μεταχείρισης των ανδρών και των γυναικών που ασκούν αυτοτελή απασχόληση ή συμβάλλουν στην άσκηση τέτοιας απασχόλησης, όσον αφορά τις πτυχές εκείνες που δεν καλύπτονται από τις οδηγίες 2006/54/ΕΚ και 79/7/ΕΟΚ.

2.   Η εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στην πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και στην παροχή αυτών εξακολουθεί να καλύπτεται από την οδηγία 2004/113/ΕΚ.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

Η παρούσα οδηγία καλύπτει:

α)

τους αυτοαπασχολούμενους εργαζόμενους, ήτοι όλα τα πρόσωπα που ασκούν μια επικερδή δραστηριότητα για λογαριασμό τους, υπό τους όρους που καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο·

β)

τους/ τις συζύγους των αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων ή, όταν και στο βαθμό που αυτοί αναγνωρίζονται από το εθνικό δίκαιο, τους συντρόφους συμβίωσης των αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων, οι οποίοι δεν είναι μισθωτοί ή συνέταιροι στην επιχείρηση, στην οποία συμμετέχουν συνήθως, υπό τους όρους που ορίζονται από το εθνικό δίκαιο, στις δραστηριότητες του αυτοαπασχολούμενου εργαζομένου και εκτελούν τα ίδια ή δευτερεύοντα καθήκοντα.

Άρθρο 3

Ορισμοί

1.   Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)   «άμεση διάκριση»: όταν ένα πρόσωπο υφίσταται, για λόγους φύλου, μεταχείριση λιγότερο ευνοϊκή από αυτήν την οποία υφίσταται, υπέστη ή θα υφίστατο ένα άλλο πρόσωπο σε ανάλογη κατάσταση·

β)   «έμμεση διάκριση»: όταν μια εκ πρώτης όψεως ουδέτερη διάταξη, κριτήριο ή πρακτική θέτει σε ιδιαίτερα μειονεκτική θέση τους εκπροσώπους του ενός φύλου σε σύγκριση με τους εκπροσώπους του άλλου φύλου, εκτός αν αυτή η διάταξη, το κριτήριο ή η πρακτική δικαιολογείται αντικειμενικώς από νόμιμο στόχο και τα μέσα για την επίτευξη του εν λόγω στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία·

γ)   «παρενόχληση»: όταν εκδηλώνεται ανεπιθύμητη συμπεριφορά συνδεόμενη με το φύλο ενός προσώπου με σκοπό ή αποτέλεσμα την παραβίαση της αξιοπρέπειας αυτού του προσώπου και τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος·

δ)   «σεξουαλική παρενόχληση»: κάθε μορφή ανεπιθύμητης προφορικής, μη προφορικής ή φυσικής συμπεριφοράς με πράξεις σεξουαλικού χαρακτήρα με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, και, ιδίως, τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, ταπεινωτικού, εξευτελιστικού ή επιθετικού περιβάλλοντος.

Άρθρο 4

Αρχή της ίσης μεταχείρισης

1.   Η αρχή της ίσης μεταχείρισης σημαίνει ότι δεν υφίσταται καμία διάκριση λόγω φύλου, στον δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, είτε άμεσα είτε έμμεσα, σε σχέση ιδίως με την οικογενειακή κατάσταση, ιδίως όσον αφορά τη σύσταση, την εγκατάσταση ή την επέκταση μιας επιχείρησης ή την έναρξη ή επέκταση κάθε άλλης μορφής αυτοτελούς επαγγελματικής δραστηριότητας.

2.   Στους τομείς που καλύπτει η παράγραφος 1, η παρενόχληση και η σεξουαλική παρενόχληση θεωρούνται ως μεταχείριση που ενέχει διάκριση λόγω φύλου και, συνεπώς, απαγορεύονται. Το γεγονός ότι ένα άτομο απορρίπτει ή ανέχεται τέτοιου είδους συμπεριφορά δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως βάση για τη λήψη απόφασης που επηρεάζει το εν λόγω άτομο.

3.   Στους τομείς που καλύπτει η παράγραφος 1, η εντολή άνισης μεταχείρισης προσώπων λόγω φύλου θεωρείται διάκριση.

Άρθρο 5

Θετική δράση

Προκειμένου να διασφαλίζεται εμπράκτως η πλήρης ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών, στον εργασιακό βίο, τα κράτη μέλη μπορούν να διατηρούν ή να θεσπίζουν μέτρα κατά την έννοια του άρθρου 157, παράγραφος 4 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως, παραδείγματος χάριν, εκείνα με στόχο την προώθηση της επιχειρηματικότητας μεταξύ γυναικών.

Άρθρο 6

Σύσταση μιας εταιρείας

Με την επιφύλαξη των ειδικών όρων πρόσβασης σε ορισμένες δραστηριότητες που ισχύουν εξίσου και για τα δύο φύλα, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι οι όροι για τη σύσταση μιας εταιρείας μεταξύ συζύγων ή μεταξύ συντρόφων συμβίωσης, όταν και στο βαθμό που αυτοί αναγνωρίζονται από το εθνικό δίκαιο, δεν είναι πιο περιοριστικοί από τους όρους για τη σύσταση εταιρείας μεταξύ άλλων προσώπων.

Άρθρο 7

Κοινωνική προστασία

1.   Εφόσον υφίσταται σύστημα κοινωνικής προστασίας για τους αυτοαπασχολούμενους εργαζόμενους σε ένα κράτος μέλος, το εν λόγω κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει ότι οι σύζυγοι και οι σύντροφοι συμβίωσης, που αναφέρονται στο άρθρο 2, στοιχείο β), μπορούν να επωφεληθούν κάποιας κοινωνικής προστασίας, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν εάν η αναφερόμενη στην παράγραφο 1 κοινωνική προστασία εφαρμόζεται σε υποχρεωτική ή προαιρετική βάση. Αντιστοίχως, μπορούν να προβλέπουν ότι αυτή η κοινωνική προστασία χορηγείται μόνον κατόπιν αιτήματος συζύγων ή συντρόφων συμβίωσης κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 2, στοιχείο β).

Άρθρο 8

Παροχές μητρότητας

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι στις αυτοαπασχολούμενες εργαζόμενες γυναίκες, τις γυναίκες συζύγους και τις συντρόφους συμβίωσης, που αναφέρονται στο άρθρο 2, μπορεί να χορηγείται, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, επαρκές επίδομα μητρότητας, το οποίο επιτρέπει τη διακοπή της επαγγελματικής τους δραστηριότητας λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας για τουλάχιστον 14 εβδομάδες.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν εάν το αναφερόμενο στην παράγραφο 1 επίδομα μητρότητας χορηγείται σε υποχρεωτική ή προαιρετική βάση. Αντιστοίχως, μπορούν να προβλέπουν ότι το επίδομα αυτό χορηγείται μόνον κατόπιν αιτήματος αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων γυναικών, γυναικών συζύγων και συντρόφων συμβίωσης, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 2.

3.   Το επίδομα που αναφέρεται στην παράγραφο 1, κρίνεται επαρκές εάν εξασφαλίζει εισόδημα τουλάχιστον ίσο προς:

α)

το επίδομα που θα εισέπραττε το εν λόγω άτομο σε περίπτωση διακοπής των δραστηριοτήτων του για λόγους που οφείλονται στην κατάσταση της υγείας του· και/ή

β)

τη μέση απώλεια εισοδήματος ή κέρδους σε σχέση με συγκρίσιμη προηγούμενη περίοδο υπαγόμενη σε οιοδήποτε ανώτατο όριο καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο, και/ή

γ)

κάθε άλλο οικογενειακό επίδομα που θεσπίζεται από το εθνικό δίκαιο, υπαγόμενο σε οιοδήποτε ανώτατο όριο καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο.

4.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι οι αυτοαπασχολούμενες εργαζόμενες γυναίκες και οι γυναίκες σύζυγοι ή σύντροφοι συμβίωσης, που αναφέρονται στο άρθρο 2, έχουν πρόσβαση, κατά το δυνατόν, στις όποιες υπάρχουσες υπηρεσίες παροχής προσωρινής αντικατάστασης ή στις όποιες υφιστάμενες εθνικές κοινωνικές υπηρεσίες. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η πρόσβαση στις εν λόγω υπηρεσίες αποτελεί μία εναλλακτική λύση για το επίδομα ή μέρος αυτού, κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 9

Προάσπιση των δικαιωμάτων

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε πρόσωπο, το οποίο θεωρεί ότι έχει υποστεί απώλεια ή ζημία λόγω παράλειψης της εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης, ακόμη και εάν η σχέση, στο πλαίσιο της οποίας εικάζεται ότι υπέστη μεταχείριση που ενείχε διάκριση, έχει λήξει, έχει πρόσβαση σε δικαστικές ή/και διοικητικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανόμενων, οσάκις τα κράτη μέλη το κρίνουν σκόπιμο, των συμφιλιωτικών διαδικασιών, με σκοπό την επιβολή της τήρησης των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ενώσεις, οι οργανώσεις και άλλες νομικές οντότητες, που έχουν, σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζει το εθνικό τους δίκαιο, έννομο συμφέρον να εξασφαλίσουν ότι τηρείται η παρούσα οδηγία, μπορούν να κινούν, είτε εξ ονόματος του ενάγοντος είτε προς υπεράσπισή του, και με την έγκρισή του/της, κάθε δικαστική ή διοικητική διαδικασία που προβλέπεται για την επιβολή της εφαρμογής των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.

3.   Οι παράγραφοι 1 και 2 ισχύουν υπό την επιφύλαξη των εθνικών κανόνων περί των προθεσμιών άσκησης αγωγής σε σχέση με την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Άρθρο 10

Αποζημίωση ή αποκατάσταση

Τα κράτη μέλη εισάγουν στα εθνικά νομικά τους συστήματα τα μέτρα που απαιτούνται για να εξασφαλίζεται η πραγματική και αποτελεσματική αποζημίωση ή αποκατάσταση, όπως καθορίζεται από τα κράτη μέλη, όσον αφορά την απώλεια ή τη ζημία που υπέστη ένα πρόσωπο ως αποτέλεσμα διάκρισης λόγω φύλου, όπως αποζημίωση ή αποκατάσταση, αποτρεπτική και ανάλογη της ζημίας ή της απώλειας που υπέστη. Η αποζημίωση ή η αποκατάσταση αυτή δεν περιορίζεται εκ των προτέρων από καθορισμένο ανώτατο όριο.

Άρθρο 11

Φορείς για την ισότητα

1.   Τα κράτη μέλη ορίζουν και λαμβάνουν τις αναγκαίες διευθετήσεις για έναν ή περισσότερους φορείς για την προώθηση, την ανάλυση, την παρακολούθηση και την υποστήριξη της ίσης μεταχείρισης όλων των προσώπων, χωρίς διακρίσεις λόγω φύλου. Οι εν λόγω φορείς μπορούν να αποτελούν τμήμα οργανισμών επιφορτισμένων, σε εθνικό επίπεδο, με την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου ή με τη διασφάλιση των ατομικών δικαιωμάτων ή με την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα καθήκοντα των φορέων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν:

α)

την παροχή ανεξάρτητης βοήθειας σε θύματα διακρίσεων για την προώθηση των καταγγελιών τους περί διάκρισης, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων των θυμάτων, και των ενώσεων, οργανώσεων και άλλων νομικών οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 9, παράγραφος 2,

β)

τη διενέργεια ανεξάρτητων ερευνών σχετικά με τις διακρίσεις,

γ)

τη δημοσίευση ανεξάρτητων εκθέσεων και τη διατύπωση συστάσεων για κάθε θέμα που αφορά αυτές τις διακρίσεις,

δ)

την ανταλλαγή, σε κατάλληλο επίπεδο, διαθέσιμων πληροφοριών με τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς φορείς, όπως το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων.

Άρθρο 12

Ένταξη της διάστασης του φύλου

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν ενεργά υπόψη τον στόχο της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών κατά τη διατύπωση και την εφαρμογή των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, πολιτικών και δραστηριοτήτων στους τομείς που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 13

Διάδοση πληροφοριών

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι διατάξεις που θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, καθώς και οι ήδη ισχύουσες σχετικές διατάξεις, γνωστοποιούνται στους ενδιαφερομένους με κάθε πρόσφορο μέσο σε όλη την επικράτειά τους.

Άρθρο 14

Επίπεδο προστασίας

Τα κράτη μέλη μπορούν να εισάγουν ή να διατηρούν διατάξεις, οι οποίες είναι ευνοϊκότερες από τις διατάξεις που ορίζονται στην παρούσα οδηγία όσον αφορά στην προστασία της αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών.

Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν μπορεί, σε καμία περίπτωση, να αποτελέσει λόγο για τη μείωση του επιπέδου προστασίας έναντι των διακρίσεων, από αυτό το οποίο παρέχεται ήδη από τα κράτη μέλη στους τομείς που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 15

Εκθέσεις

1.   Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν κάθε διαθέσιμη πληροφορία σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στην Επιτροπή μέχρι τις … (7).

Η Επιτροπή εκπονεί συνοπτική έκθεση προς υποβολή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο το αργότερο έως … (8). Οσάκις ενδείκνυται, η εν λόγω έκθεση συνοδεύεται από προτάσεις τροποποίησης της παρούσας οδηγίας.

2.   Η έκθεση της Επιτροπής λαμβάνει υπόψη τις απόψεις των ενδιαφερόμενων παραγόντων.

Άρθρο 16

Εφαρμογή

1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία μέχρι τις … (9) το αργότερο. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Οσάκις τούτο δικαιολογείται από ιδιαίτερες δυσχέρειες, τα κράτη μέλη μπορούν, εν ανάγκη, να έχουν πρόσθετη περίοδο 2 ετών μέχρι τις … (10), προκειμένου να συμμορφωθούν με το άρθρο 7, και προκειμένου να συμμορφωθούν με το άρθρο 8 όσον αφορά τις γυναίκες συζύγους και συντρόφους συμβίωσης που αναφέρονται στο άρθρο 2, στοιχείο β).

3.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 17

Κατάργηση

Η οδηγία 86/613/ΕΟΚ καταργείται με ισχύ από τις … (11).

Οι αναφορές στην καταργηθείσα οδηγία νοούνται ως αναφορές στην παρούσα οδηγία.

Άρθρο 18

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 19

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, …

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος


(1)  ΕΕ C 228, 22.9.2009, σ. 107.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της … (δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της …

(3)  ΕΕ L 359, 19.12.1986, σ. 56.

(4)  ΕΕ L 6, 10.1.1979, σ. 24.

(5)  ΕΕ L 204, 26.7.2006, σ. 23.

(6)  ΕΕ L 373, 21.12.2004, σ. 37.

(7)  6 έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.

(8)  7 έτη μετά την έναρξη ισχύος της παρούσας οδηγίας.

(9)  2 έτη μετά την έκδοση της παρούσας οδηγίας.

(10)  4 έτη μετά την έκδοση της παρούσας οδηγίας.

(11)  2 έτη μετά την έκδοση της παρούσας οδηγίας.


ΣΚΕΠΤΙΚΌ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

I.   ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Στις 6 Οκτωβρίου 2008, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών που ασκούν αυτοτελή επαγγελματική δραστηριότητα και την κατάργηση της οδηγίας 86/613/ΕΟΚ (1).

Η πρόταση εντάσσεται σε δέσμη πρωτοβουλιών για τον συνδυασμό επαγγελματικής, οικογενειακής και προσωπικής ζωής. Η εν λόγω δέσμη περιλαμβάνει επίσης πρόταση αναθεώρησης της οδηγίας σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων, έκθεση για την υλοποίηση των στόχων της Βαρκελώνης όσον αφορά τις υπηρεσίες φροντίδας για παιδιά προσχολικής ηλικίας και ανακοίνωση για καλύτερη ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.

Ενεργώντας σύμφωνα με τη συνήθη διαδικασία, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καθόρισε τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση στις 6 Μαΐου 2009 (2).

Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή διατύπωσε τη γνώμη της στις 24 Μαρτίου 2009 (3).

Η Επιτροπή δεν υπέβαλε επίσημη αναθεωρημένη πρόταση κατόπιν της θέσης που καθόρισε το Κοινοβούλιο σε πρώτη ανάγνωση.

Στις 30 Νοεμβρίου 2009, το Συμβούλιο κατέληξε με ειδική πλειοψηφία σε πολιτική συμφωνία για θέση σε πρώτη ανάγνωση.

Σύμφωνα με το άρθρο 294 παράγραφος 5 (ΣΛΕΕ), το Συμβούλιο καθόρισε τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση με ειδική πλειοψηφία στις 8 Μαρτίου 2010.

II.   ΣΤΟΧΟΙ

Στόχος της πρότασης είναι να αλλάξει το νομικό πλαίσιο της Κοινότητας σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης γυναικών και ανδρών για τους αυτοαπασχολούμενους και τις/τους συζύγους τους.

Αποσκοπεί στη βελτίωση της κοινωνικής προστασίας των αυτοαπασχολούμενων εργαζόμενων, προκειμένου να εξαλειφθούν τα αντικίνητρα για τη γυναικεία επιχειρηματικότητα. Επιδιώκει επίσης τη βελτίωση της κοινωνικής προστασίας των «συμβοηθουσών/ούντων συζύγων», που συχνά εργάζονται κανονικά με τον αυτοαπασχολούμενο χωρίς να απολαύουν των αντίστοιχων δικαιωμάτων.

Τα βασικά στοιχεία της πρότασης είναι τα ακόλουθα:

ο ορισμός των «συμβοηθουσών/ούντων συζύγων» τροποποιείται ώστε να καλύπτει και τους συντρόφους συμβίωσης (δηλ. ανύπαντρα ζευγάρια) εφόσον και στο βαθμό που αναγνωρίζονται από το εθνικό δίκαιο·

σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7, οι αυτοαπασχολούμενες γυναίκες και οι συμβοηθούσες σύζυγοι δικαιούνται, κατόπιν αιτήματός τους, την ίδια περίοδο άδειας μητρότητας που δικαιούνται και οι μισθωτές εργαζόμενες (πρβ. οδηγία 92/85/ΕΟΚ)·

σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6, οι συμβοηθούσες/ούντες σύζυγοι μπορούν, κατόπιν αιτήματός τους, να επωφελούνται από το ίδιο τουλάχιστον επίπεδο κοινωνικής προστασίας όπως οι αυτοαπασχολούμενοι εργαζόμενοι.

Εφόσον εκδοθεί, η οδηγία θα καταργήσει την οδηγία 86/613/ΕΟΚ (4) και θα εφαρμόζεται όσον αφορά εκείνες τις πτυχές που δεν καλύπτονται από τις οδηγίες 2006/54/ΕΚ, 2004/113/ΕΚ και 79/7/ΕΟΚ, προκειμένου να εφαρμόζεται πιο αποτελεσματικά η αρχή της ίσης μεταχείρισης γυναικών και ανδρών που ασκούν αυτοτελή επαγγελματική δραστηριότητα ή συμβάλλουν στην άσκηση τέτοιου είδους δραστηριότητας.

ΙΙΙ.   ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΣΕ ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

1.   Γενικές παρατηρήσεις:

α)   Θέση της Επιτροπής επί των τροπολογιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε 30 τροπολογίες (τροπολογίες 1-16, 18-19, 21-28, 36, 39, 40, 46) στην πρόταση της Επιτροπής. Η Επιτροπή επεσήμανε κατά τη διάρκεια της συζήτησης στην ολομέλεια ότι θα μπορούσε να δεχθεί 15 από τις τροπολογίες εν όλω, εν μέρει ή κατόπιν αναδιατύπωσης (τροπολογίες 1, 2, 3, 4, 7, 9, 12, 13, 15, 18, 21, 22, 23, 27, 28). Ωστόσο, οι λοιπές τροπολογίες (τροπολογίες 5, 6, 8, 10, 11, 14, 16, 19, 24, 25, 26, 36, 39, 40, 46) δεν έγιναν δεκτές από την Επιτροπή.

2.   Θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση

Το Συμβούλιο θα μπορούσε να δεχθεί 10 από τις τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εν όλω, εν μέρει ή κατόπιν αναδιατύπωσης, και συγκεκριμένα:

Τροπολογία αριθ. 4 (αιτιολογική παράγραφος 10: αναφορά σε θετικές δράσεις): το Συμβούλιο, ωστόσο, θεωρεί ότι ο όρος «θετικές δράσεις» θα πρέπει να αντικατασταθεί από «θετική δράση» σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 2006/54/ΕΚ (αιτιολογική παράγραφος 14 της γνώμης του σε πρώτη ανάγνωση)·

Τροπολογία αριθ. 9 (αιτιολογική παράγραφος 18: ρητή αναφορά στο κείμενο σε αυτοαπασχολούμενους εργαζόμενους και συμβοηθούσες/ντες συζύγους): το Συμβούλιο πρόσθεσε επίσης αναφορά στους συντρόφους συμβίωσης των αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων (όταν και στο βαθμό που αναγνωρίζονται από το εθνικό δίκαιο) στην αιτιολογική παράγραφο 21 της γνώμης του σε πρώτη ανάγνωση·

Τροπολογία αριθ. 12 (άρθρο 4: προσθήκη αναφοράς στην ανάγκη προώθησης της επιχειρηματικότητας των γυναικών): το Συμβούλιο συμφώνησε με το Κοινοβούλιο ότι θα ήταν σκόπιμο να προστεθεί μνεία στη δημιουργία επιχειρήσεων από γυναίκες, λαμβάνοντας υπόψη το τεράστιο χάσμα μεταξύ των φύλων στον τομέα της επιχειρηματικότητας (άρθρο 6 της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση)·

Τροπολογίες αριθ. 13 και 39 (άρθρο 5: προσθήκη της λέξης «μεταξύ» πριν από τις λέξεις «συντρόφων συμβίωσης»): το Συμβούλιο συμφώνησε με το Κοινοβούλιο ότι αυτή η προσθήκη θα αποσαφηνίσει ότι οι όροι για τη δημιουργία επιχειρήσεων θα πρέπει να είναι οι ίδιοι ανεξαρτήτως της προσωπικής κατάστασης (άρθρο 6 της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση)·

Τροπολογία αριθ. 18 (νέο άρθρο 7α για την αναγνώριση της εργασίας των συμβοηθούντων/σών συζύγων): το Συμβούλιο ενσωμάτωσε την ουσία αυτής της τροπολογίας στην αιτιολογική παράγραφο 8 στη θέση του σε πρώτη ανάγνωση·

Τροπολογία αριθ. 22 (άρθρο 10 παράγραφος 2 νέο στοιχείο γα)): το Συμβούλιο θεωρεί ότι ο όρος «ομόλογους» θα πρέπει να αντικατασταθεί από τον όρο «αντίστοιχους» (άρθρο 11 παράγραφος 2 στοιχείο δ) της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση)·

Τροπολογία αριθ. 23 (προσθήκη νέας διάταξης (νέο άρθρο 10α) σχετικά με τη συνεκτίμηση της ισότητας ανδρών και γυναικών στις διάφορες πολιτικές): το Συμβούλιο θεωρεί ότι αυτή η νέα διάταξη θα αποτελέσει σαφή βελτίωση σε σχέση με την υφιστάμενη οδηγία (άρθρο 12 της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση)·

Τροπολογία αριθ. 27 (άρθρο 14 παράγραφος 2): το Συμβούλιο θα μπορούσε να συμφωνήσει με το πρώτο τμήμα της τροπολογίας που εισάγει προϋποθέσεις («εφόσον τούτο δικαιολογείται από ιδιαίτερες δυσχέρειες …») αλλά εκτιμά ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η μείωση της πρόσθετης περιόδου σε ένα έτος. Δεν είναι άλλωστε ούτε υπέρ της επέκτασης της πρόσθετης περιόδου ώστε να καλύπτει όλες τις διατάξεις της οδηγίας (άρθρο 16 παράγραφος 2 της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση)·

Τροπολογία αριθ. 28 (άρθρο 14α νέο: ελάχιστες προϋποθέσεις). Το Συμβούλιο ενσωμάτωσε την ουσία αυτής της τροπολογίας στην αιτιολογική παράγραφο 22 στη θέση του σε πρώτη ανάγνωση.

Ωστόσο, το Συμβούλιο δεν θεώρησε σκόπιμο να δεχτεί τις ακόλουθες τροπολογίες:

Αριθ. 1 (αιτιολογική παράγραφος 4: αναφορά στην ανάγκη βελτίωσης της κατάστασης των συμβοηθουσών/ούντων συζύγων στη βιοτεχνία, το εμπόριο, τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα ελεύθερα επαγγέλματα): το Συμβούλιο δεν θεωρεί απαραίτητο να αναφερθούν ρητά αυτοί οι τομείς (αιτιολογική παράγραφος 4 της θέσης του σε πρώτη ανάγνωση)·

Αριθ. 2 (νέα αιτιολογική παράγραφος 4α): το Συμβούλιο δεν θεωρεί σκόπιμο να θεσπιστεί σύστημα υποχρεωτικής καταχώρισης των συμβοηθουσών/ούντων συζύγων. Επιπλέον, στην αιτιολογική παράγραφο 16 της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση επισημαίνεται ότι οι συμβοηθούσες/ούντες σύζυγοι ή οι σύντροφοι συμβίωσης των αυτοαπασχολούμενων εργαζόμενων που έχουν πρόσβαση σε σύστημα κοινωνικής προστασίας, θα πρέπει επίσης να δικαιούνται κοινωνική προστασία. Τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την οργάνωση της εν λόγω κοινωνικής προστασίας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να αποφασίζουν εάν η εν λόγω κοινωνική προστασία θα εφαρμόζεται υποχρεωτικά ή εθελοντικά·

Αριθ. 3 (νέα αιτιολογική παράγραφος 7β): το Συμβούλιο δεν θεωρεί σκόπιμο να θεσπίσει υποχρέωση να καθοριστούν σαφώς προσδιορισμένο επαγγελματικό καθεστώς και τα δικαιώματα των συμβοηθουσών/ούντων συζύγων·

Αριθ. 5 (αιτιολογική παράγραφος 11): το Συμβούλιο δεν θεωρεί σκόπιμο να τροποποιήσει την παρούσα διατύπωση της ισχύουσας οδηγίας 86/613/ΕΟΚ (αιτιολογική παράγραφος 13 της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση)·

Αριθ. 6 (αιτιολογική παράγραφος 12): το Συμβούλιο θεωρεί αυτή την τροπολογία περιττή διότι αποτελεί πάγια νομολογία ότι τα κράτη μέλη, κατά την άσκηση των εθνικών αρμοδιοτήτων τους, πρέπει να συμμορφώνονται με το κοινοτικό δίκαιο όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο·

Αριθ. 7 (αιτιολογική παράγραφος 13): το Συμβούλιο δεν κρίνει σκόπιμο να καθορισθεί ότι το επίπεδο προστασίας των της/του συμβοηθούσας/ντος συζύγου αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων πρέπει να είναι ανάλογο με το βαθμό συμμετοχής του στις δραστηριότητες του αυτοαπασχολούμενου εργαζομένου στην οικογενειακή επιχείρηση. Κρίθηκε ότι θα πρέπει να είναι τα κράτη μέλη που θα οργανώνουν την εν λόγω κοινωνική προστασία σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και ειδικότερα που θα λαμβάνουν την απόφαση εάν η εν λόγω κοινωνική προστασία είναι αναλογική της συμμετοχής στις δραστηριότητες του αυτοαπασχολούμενου εργαζόμενου ή/ και του βαθμού συνεισφοράς (αιτιολογική παράγραφο 16 της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση),

Αριθ. 8 (αιτιολογική παράγραφος 16): το Συμβούλιο δεν μπορεί να δεχθεί την τροποποίηση αυτή καθ’όσον εκτιμά ότι θα πρέπει να διατηρηθεί η αναφορά στην ποιότητα και στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των συστημάτων κοινωνικής προστασίας (αιτιολογική παράγραφος 19 της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση),

Αριθ. 10 (άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α)): το Συμβούλιο θεωρεί σκόπιμο να διαγραφεί ο ορισμός αυτός και να μεταφερθεί σε νέο άρθρο (άρθρο 2 της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση) όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Επίσης, το Συμβούλιο δεν θεωρεί σκόπιμο να αναφερθούν οι τομείς αυτοί όπως η γεωργία, τα ελεύθερα επαγγέλματα, η βιοτεχνία και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεδομένου ότι θεωρεί ότι δεν υπάρχει βάσιμος λόγος τροποποίησης του κειμένου του ορισμού ως έχει στην ισχύουσα οδηγία,

Τροπολογία 11 (Άρθρο 3 παράγραφος 1)): Το Συμβούλιο δεν θεωρεί αναγκαία την προσθήκη της διαχείρισης επιχείρησης σε καταστάσεις στις οποίες θα πρέπει να ισχύει η αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης, εφόσον δεν θεωρεί δικαιολογημένη την τροποποίηση της ισχύουσας διάταξης που περιλαμβάνεται στην οδηγία 86/613/ΕΟΚ (Άρθρο 4 παράγραφος 1)) της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση),

Τροποποιήσεις αριθ 14 και 40 (Άρθρο 6): Ενώ το Συμβούλιο θα μπορούσε να αποδεχθεί την προσθήκη αναφοράς στους συντρόφους συμβίωσης, δεν είναι ωστόσο σε θέση να αποδεχθεί τους όρους που περιλαμβάνονται στην τροποποίηση σχετικά με την κοινωνική προστασία, καθώς θεωρεί ότι τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να αποφασίζουν εάν η εν λόγω κοινωνική προστασία θα εφαρμόζεται υποχρεωτικά ή εθελοντικά (όπως εξηγείται περαιτέρω στην αιτιολογική παράγραφο 16 της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση),

Τροπολογία αριθ. 15 (Άρθρο 7 παράγραφος 1) σχετικά με τη διάρκεια της άδειας μητρότητας): το Συμβούλιο εκτιμά ότι η οδηγία δεν θα πρέπει να προβλέπει ειδικά προσαρμοσμένες άδειες λόγω μητρότητας με βάση προσωπική επιλογή, καθώς οι άδειες θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ισχύουσα και μελλοντική εθνική νομοθεσία, αλλά θα πρέπει να προβλέπει επαρκή επιδόματα μητρότητας που να επιτρέπουν διακοπές της επαγγελματικής δραστηριότητας λόγω εγκυμοσύνης (Άρθρο 8 παράγραφος 1 της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση),

Τροπολογία αριθ. 16 (άρθρο 7 παράγραφος 3): το Συμβούλιο θεωρεί ότι κάθε σχετική διάταξη θα ήταν ασαφής και θα οδηγούσε σε νομική αβεβαιότητα δεδομένου ότι είναι γνωστό ότι θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο διακριτικής μεταχείρισης (Άρθρο 8 παράγραφος 3 της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση).

Τροπολογία αριθ. 19 (άρθρο 8 παράγραφος 1): προσθήκη του όρου «αποτελεσματικές». Το Συμβούλιο εκτιμά ότι το κείμενο πρέπει να ευθυγραμμισθεί με τις ισχύουσες διατάξεις των οδηγιών 2006/54/ΕΚ και 2004/113/ΕΚ (Άρθρο 9 παράγραφος 1 της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση)

Τροπολογία αριθ. 21 (άρθρο 10 παράγραφος 2): αναφορά στο φορέα που αναφέρεται στην παράγραφο 1): το Συμβούλιο είναι της γνώμης ότι θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί η διατύπωση που αναφέρεται στην πρόταση της Επιτροπής («φορείς»), ώστε να καταστεί σαφές ότι οι φορείς που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 2) είναι οι ίδιοι με εκείνους τους φορείς που είναι υπεύθυνοι στις οδηγίες 2004/113/ΕΚ και 2006/54/ΕΚ (Άρθρο 11 παράγραφος 2 της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση),

Τροπολογία αριθ. 24 (άρθρο 11): αναφορά στο Διαδίκτυο ως μέσο διάδοσης πληροφοριών). Το Συμβούλιο δεν θεωρεί χρήσιμη την τροποποίηση του κειμένου της πρότασης της Επιτροπής που είναι το ίδιο με τις ισχύουσες διατάξεις των οδηγιών 2006/54/ΕΚ και 2004/113/ΕΚ (Άρθρο 13 της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση),

Τροπολογία αριθ. 25 (Άρθρο 13 παράγραφος 1)). Προθεσμίες για την κοινοποίηση της πληροφορίας σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας και για την έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την οδηγία): Το Συμβούλιο δεν διάκειται ευνοϊκά προς τη μείωση των προθεσμιών ως έχουν στην πρόταση της Επιτροπής (Άρθρο 15 της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση),

Τροπολογία αριθ. 26 (άρθρο 13 (νέο): επανεξέταση της οδηγίας): Το Συμβούλιο δεν θεωρεί αναγκαία την πρόβλεψη ρήτρας επανεξέτασης,

Τροπολογία αριθ. 36 (άρθρο 2α (νέο): απαγόρευση κάθε διακριτικής μεταχείρισης λόγω της έγγαμης ή της οικογενειακής κατάστασης): Το Συμβούλιο δεν θεωρεί σκόπιμο να λάβει υπόψη την τροπολογία αυτή για τους ίδιους λόγους με εκείνους που αφορούν την τροπολογία αριθ. 6,

Τροπολογία αριθ. 46 (άρθρο 7 παράγραφος 4): διάταξη σχετικά με την πρόσβαση στις εθνικές κοινωνικές υπηρεσίες εκτός από το επίδομα μητρότητας): το Συμβούλιο δεν υποστηρίζει την τροπολογία αυτή διότι εκτιμά ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να προβλέψουν ότι η πρόσβαση στις κοινωνικές υπηρεσίες αυτές είναι μια εναλλακτική λύση ή μέρος του επιδόματος (Άρθρο 8 παράγραφος 4 της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση).

Η Επιτροπή αποδέχθηκε τη θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

Κοινωνική προστασία (Άρθρο 7 και αιτιολογική παράγραφος 16 της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση)

Το Συμβούλιο συμφωνεί με το Κοινοβούλιο στην αρχή ότι, λαμβανομένης υπόψη της συμμετοχής τους στις δραστηριότητες της οικογενειακής επιχείρησης, οι σύζυγοι, ή, εφόσον και στο βαθμό που αναγνωρίζεται από το εθνικό δίκαιο, οι σύντροφοι συμβίωσης των αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων οι οποίοι έχουν πρόσβαση σε σύστημα κοινωνικής προστασίας, πρέπει επίσης να δικαιούνται κοινωνικής προστασίας.

Κατά την άποψη του Συμβουλίου, τα κράτη μέλη οφείλουν να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για την οργάνωση της εν λόγω κοινωνικής προστασίας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Ειδικότερα, πρέπει να αφεθεί στα κράτη μέλη να αποφασίζουν εάν η εν λόγω κοινωνική προστασία θα εφαρμόζεται υποχρεωτικά ή εθελοντικά και θα παρέχεται μόνο κατόπιν αιτήματος των συμβοηθουσών/ούντων συζύγων ή συντρόφων διαβίωσης.

Τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν ότι η κοινωνική προστασία είναι αναλογική της συμμετοχής στις δραστηριότητες του αυτοαπασχολούμενου εργαζόμενου ή/ και του βαθμού συνεισφοράς.

Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να διατηρούν εθνικές διατάξεις που περιορίζουν την πρόσβαση σε ειδικά συστήματα κοινωνικής προστασίας, ή σε ορισμένο επίπεδο προστασίας, συμπεριλαμβανομένων ειδικών όρων χρηματοδότησης, για ορισμένες ομάδες αυτοαπασχολούμενων εργαζόμενων ή επαγγελμάτων, με την προϋπόθεση να είναι διαθέσιμη η πρόσβαση σε γενικό σύστημα.

Επιδόματα μητρότητας και υπηρεσίες προσωρινής αντικατάστασης (Άρθρο 8, αιτιολογικές παράγραφοι 17 και 18 της θέσης του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση)

Ενόψει της οικονομικής και φυσικής ευπάθειας, το Συμβούλιο συμμερίζεται τις απόψεις του Κοινοβουλίου για την ανάγκη να παρέχεται στις αυτοαπασχολούμενες γυναίκες και εγκύους συζύγους ή συντρόφους συμβίωσης των αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων η άδεια μητρότητας με επαρκή διάρκεια ώστε να εξασφαλίζεται η σωστή πορεία μιας κανονικής εγκυμοσύνης και φυσικής αποκατάστασης της μητέρας μετά από κανονικό τοκετό.

Ωστόσο, ενόψει του καθεστώτος τους ως αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων, το Συμβούλιο δεν θεωρεί σκόπιμο να προβλέψει ότι οι αυτοαπασχολούμενες γυναίκες και, κατ’αναλογία, οι συμβοηθούσες/ούντες σύζυγοι ή οι σύντροφοι συμβίωσης των αυτοαπασχολούμενων εργαζόμενων πρέπει να δικαιούνται, κατόπιν αιτήματός τους, την ίδια περίοδο άδειας μητρότητας, όπως προβλέπεται στην οδηγία 92/85/ΕΟΚ. Η οδηγία αυτή ισχύει μόνο για υπαλλήλους που υπόκεινται σε διαφορετικές διατάξεις σε σύγκριση με τις αυτοαπασχολούμενες γυναίκες.

Για το λόγο αυτό, το Συμβούλιο κρίνει ότι θα ήταν προτιμότερο να προβλέπεται ότι, οι αυτοαπασχολούμενες γυναίκες και οι γυναίκες σύζυγοι και σύντροφοι συμβίωσης θα πρέπει, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, να δικαιούνται τη χορήγηση επαρκών επιδομάτων μητρότητας που να τους επιτρέπουν διακοπές της επαγγελματικής τους δραστηριότητας λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας για 14 τουλάχιστον εβδομάδες.

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξακολουθούν να είναι αρμόδια για την οργάνωση των παροχών αυτών, περιλαμβανομένης και της σύστασης του επιπέδου των συνεισφορών και όλων των ρυθμίσεων σχετικά με τις παροχές και τις πληρωμές, με την προϋπόθεση ότι θα συμμορφώνονται με τις ελάχιστες προδιαγραφές της παρούσας οδηγίας. Θα πρέπει να είναι σε θέση να καθορίζουν ειδικότερα σε ποια περίοδο πριν ή/ και μετά τον τοκετό χορηγείται το δικαίωμα των επιδομάτων μητρότητας. Θα πρέπει επίσης να καθορίζουν αν λαμβάνεται υπόψη η οικονομική κατάσταση του προσώπου ή της οικογένειας κατά τη σύσταση των συνεισφορών ή/ και των επιδομάτων.

Επιπλέον, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες της αυτοαπασχόλησης, το Συμβούλιο θεωρεί ότι οι αυτοαπασχολούμενες γυναίκες και γυναίκες σύζυγοι ή, εφόσον και στο βαθμό που αναγνωρίζεται από το εθνικό δίκαιο, οι σύντροφοι συμβίωσης αυτοαπασχολούμενων εργαζομένων, πρέπει να έχουν πρόσβαση, στο μέτρο του δυνατού, σε κάθε μορφή υπάρχουσας υπηρεσίας που προσφέρει προσωρινή αντικατάσταση, επιτρέποντας διακοπές της επαγγελματικής τους δραστηριότητας λόγω εγκυμοσύνης ή μητρότητας, ή σε τυχόν υφιστάμενες εθνικές κοινωνικές υπηρεσίες. Η πρόσβαση στις υπηρεσίες αυτές μπορεί να αποτελεί εναλλακτική λύση ή μέρος του επιδόματος μητρότητας.

IV.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Το Συμβούλιο θεωρεί ότι η θέση που υιοθέτησε σε πρώτη ανάγνωση για την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών που ασκούν αυτοτελή επαγγελματική δραστηριότητα συνιστά μια ισορροπημένη και ρεαλιστική λύση στα ζητήματα που καλύπτονται από την πρόταση της Επιτροπής, δεδομένου ότι δεν πρέπει ειδικότερα να γίνεται παρέμβαση στην οργάνωση των συστημάτων κοινωνικής προστασίας των κρατών μελών ή στη χρηματοδότησή τους.

Κατά την άποψή του, οι διατάξεις που αναφέρονται στην εν λόγω θέση θα πρέπει να βοηθήσουν στην άρση των εμποδίων στην πρόσβαση των γυναικών σε ανεξάρτητη δραστηριότητα και να επιτρέψουν, ως εκ τούτου, τον ευκολότερο συνδυασμό των αυτοτελών επαγγελματικών δραστηριοτήτων και των οικογενειακών υποχρεώσεων.

Το Συμβούλιο προσβλέπει σε εποικοδομητική συζήτηση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ώστε να επιτευχθεί τελική συμφωνία για τη σημαντική αυτή οδηγία.


(1)  Οδηγία 86/613/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1986, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών που ασκούν ανεξάρτητη δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένης της γεωργικής, καθώς και για την προστασία της μητρότητας (ΕΕ L 359, της 19.12.1986, σ. 56).

(2)  Δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα.

(3)  ΕΕ C 228, 22 Σεπτεμβρίου 2009, σελ. 107.

(4)  Οδηγία 86/613/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 1986, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών που ασκούν ανεξάρτητη δραστηριότητα, συμπεριλαμβανομένης της γεωργικής, καθώς και για την προστασία της μητρότητας (ΕΕ L 359, της 19.12.1986, σ. 56).


12.5.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

CE 123/17


ΘΈΣΗ (ΕΕ) αριθ. 9/2010 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ ΣΕ ΠΡΏΤΗ ΑΝΆΓΝΩΣΗ

ενόψει της έκδοσης οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ένδειξη της κατανάλωσης ενέργειας και λοιπών πόρων από τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα μέσω της επισήμανσης και της παροχής ομοιόμορφων πληροφοριών σχετικά με αυτά (αναδιατύπωση)

Εκδοθείσα από το Συμβούλιο στις 14 Απριλίου 2010

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

2010/C 123 E/03

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 194 παράγραφος 2,

την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αφού ζήτησαν τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα εξής:

(1)

Η οδηγία 92/75/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1992, για την ένδειξη της κατανάλωσης ενέργειας και λοιπών πόρων των οικιακών συσκευών με την επισήμανση και την παροχή ομοιόμορφων πληροφοριών σχετικά με τα προϊόντα (3), έχει τροποποιηθεί ουσιαστικά (4). Δεδομένου ότι πρέπει να επέλθουν περαιτέρω τροποποιήσεις, είναι σκόπιμη, για λόγους σαφήνειας, η αναδιατύπωση της εν λόγω οδηγίας.

(2)

Το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/75/ΕΟΚ περιορίζεται στις οικιακές συσκευές. Από την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 16ης Ιουλίου 2008, σχετικά με το σχέδιο δράσης για τη βιώσιμη κατανάλωση και παραγωγή και τη βιώσιμη βιομηχανική πολιτική προκύπτει ότι η επέκταση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 92/75/ΕΟΚ σε συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα, η χρήση των οποίων έχει σημαντικό άμεσο ή έμμεσο αντίκτυπο στην κατανάλωση ενέργειας, θα μπορούσε να ενισχύσει τις δυνητικές συνέργειες μεταξύ υφιστάμενων νομοθετικών μέτρων, και ιδίως με την οδηγία 2009/125/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, για θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα προϊόντα που καταναλώνουν ενέργεια (5). Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να προδικάζει την εφαρμογή της οδηγίας 2009/125/ΕΚ. Μαζί με την εν λόγω οδηγία και άλλες πράξεις της Ένωσης, η παρούσα οδηγία αποτελεί μέρος ευρύτερου νομοθετικού πλαισίου και, με γνώμονα την ολιστική προσέγγιση, οδηγεί σε περαιτέρω εξοικονόμηση ενέργειας και περιβαλλοντικά οφέλη.

(3)

Στα συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 8ης και 9ης Μαρτίου 2007 υπογραμμίστηκε η ανάγκη για αύξηση της ενεργειακής απόδοσης στην Ένωση προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της εξοικονόμησης κατά 20 % όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας στην Ένωση έως το 2020, να τεθούν στόχοι για την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ανά την ΕΕ και για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και ζητήθηκε η πλήρης και ταχεία υλοποίηση των κύριων στοιχείων της ανακοίνωσης της Επιτροπής της 19ης Οκτωβρίου 2006 με τίτλο «Σχέδιο Δράσης για την Ενεργειακή Απόδοση: Αξιοποίηση του δυναμικού». Στο σχέδιο δράσης υπογραμμίζονται οι τεράστιες δυνατότητες εξοικονόμησης ενέργειας στον τομέα των προϊόντων.

(4)

Η βελτίωση της απόδοσης των συνδεομένων με την ενέργεια προϊόντων μέσω ενημερωμένης επιλογής του καταναλωτή είναι γενικά προς όφελος της οικονομίας της ΕΕ.

(5)

Η παροχή επακριβών, εύστοχων και συγκρίσιμων πληροφοριακών στοιχείων για την ενεργειακή κατανάλωση των συνδεομένων με την ενέργεια προϊόντων θα πρέπει να επηρεάσει τις επιλογές των τελικών χρηστών υπέρ των προϊόντων που είναι λιγότερο ενεργειοβόρα ή που συνδέονται έμμεσα με την κατανάλωση λιγότερης ενέργειας ή άλλων βασικών πόρων και, κατά συνέπεια, να οδηγήσει τους κατασκευαστές να λάβουν μέτρα για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και άλλων βασικών πόρων από τα προϊόντα που παράγουν. Θα πρέπει επίσης να παροτρύνει, εμμέσως, την ορθολογική χρήση των προϊόντων αυτών με σκοπό τη συμβολή στην υλοποίηση του στόχου ενεργειακής απόδοσης 20 % της ΕΕ. Εφόσον δεν υπάρχουν αυτά τα πληροφοριακά στοιχεία, η λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς δεν θα επιτύχει, μόνη της, την προαγωγή της ορθολογικής χρήσης της ενέργειας και άλλων βασικών πόρων όσον αφορά τα εν λόγω προϊόντα.

(6)

Θα πρέπει να υπενθυμισθεί ότι υπάρχει ενωσιακή και εθνική νομοθεσία που παρέχει ορισμένα δικαιώματα στους καταναλωτές σε σχέση με αγοραζόμενα προϊόντα, όπως μεταξύ άλλων αντιπαροχή ή ανταλλαγή προϊόντων.

(7)

Η Επιτροπή θα πρέπει να καταρτίσει κατάλογο προτεραιότητας των συνδεόμενων με την ενέργεια προϊόντων, τα οποία θα μπορούσαν να καλυφθούν από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Ο κατάλογος αυτός θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα εργασίας που προβλέπει η οδηγία 2009/125/ΕΚ.

(8)

O ρόλος της πληροφόρησης στη λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς είναι πρωταρχικός και, προς τούτο, επιβάλλεται να καθιερωθεί ομοιόμορφη ετικέτα για όλα τα προϊόντα του αυτού τύπου, να παρέχονται στους δυνητικούς αγοραστές τυποποιημένες συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με το ενεργειακό κόστος και την κατανάλωση άλλων βασικών πόρων από αυτά τα προϊόντα, καθώς και να ληφθούν μέτρα προκειμένου οι πληροφορίες αυτές να παρέχονται και στους δυνητικούς τελικούς χρήστες οι οποίοι δεν βλέπουν το προϊόν εκτεθειμένο και συνεπώς αδυνατούν να δουν την ετικέτα. Προκειμένου να είναι αποτελεσματική και επιτυχής, η ετικέτα πρέπει να αναγνωρίζεται εύκολα από τους τελικούς χρήστες και να είναι απλή και συνοπτική. Για τον σκοπό αυτό, η υπάρχουσα μορφή της ετικέτας θα πρέπει να επιλεγεί ως η βάση για την ενημέρωση των τελικών χρηστών σχετικά με την ενεργειακή απόδοση των προϊόντων. Οι μετρήσεις όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας και τα υπόλοιπα δεδομένα που αφορούν τα προϊόντα θα πρέπει να διενεργούνται σύμφωνα προς εναρμονισμένα πρότυπα και μεθόδους.

(9)

Όπως επισημαίνεται στην αξιολόγηση επιπτώσεων της Επιτροπής, η οποία συνοδεύει την πρότασή της για την έκδοση της παρούσας οδηγίας, το σύστημα ενεργειακής επισήμανσης έχει χρησιμεύσει ως πρότυπο σε διάφορες χώρες του κόσμου.

(10)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρακολουθούν τακτικά τη συμμόρφωση με την παρούσα οδηγία, ιδίως όσον αφορά τις ευθύνες των προμηθευτών και των εμπόρων, και να περιλαμβάνουν τις σχετικές πληροφορίες στην ανά τετραετία έκθεση που υποχρεούνται να υποβάλλουν στην Επιτροπή δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

(11)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων (6) περιλαμβάνει γενικές διατάξεις για την εποπτεία τη αγοράς σε σχέση με την εμπορία των προϊόντων. Για να επιτευχθεί ο στόχος της, η παρούσα οδηγία προβλέπει εν προκειμένω λεπτομερέστερες διατάξεις. Οι διατάξεις αυτές συνάδουν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008.

(12)

Η καθιέρωση πλήρως προαιρετικού συστήματος ενδέχεται να οδηγήσει στην επισήμανση ή την παροχή ομοιόμορφων πληροφοριών για ορισμένα μόνον από τα προϊόντα, με κίνδυνο να προκληθεί ενδεχομένως σύγχυση ή ακόμα και παραπλάνηση στον τελικό χρήστη. Κατά συνέπεια, με το παρόν σύστημα θα πρέπει να εξασφαλισθεί για όλα τα σχετικά προϊόντα πληροφόρηση για την κατανάλωση ενέργειας και άλλων βασικών πόρων με επισήμανση και ομοιόμορφα πληροφοριακά δελτία όσον αφορά το προϊόν.

(13)

Η χρήση των συνδεομένων με την ενέργεια προϊόντων έχει άμεσο ή έμμεσο αντίκτυπο στην κατανάλωση ποικίλων μορφών ενέργειας, με σημαντικότερες την ηλεκτρική ενέργεια και το φυσικό αέριο. Η παρούσα οδηγία θα πρέπει, επομένως, να διέπει τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα που έχουν άμεσο ή έμμεσο αντίκτυπο στην κατανάλωση ενέργειας κάθε μορφής κατά τη χρήση.

(14)

Τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα που έχουν σημαντικό άμεσο ή έμμεσο αντίκτυπο στην κατανάλωση ενέργειας ή, κατά περίπτωση, άλλων βασικών πόρων κατά τη χρήση και εφόσον υπάρχουν σοβαρά περιθώρια βελτίωσης της αποδοτικότητάς τους θα πρέπει να διέπονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, όταν η παροχή πληροφοριών μέσω επισήμανσης μπορεί να παροτρύνει τους τελικούς χρήστες να αγοράζουν αποδοτικότερα προϊόντα.

(15)

Για να επιτευχθούν οι στόχοι της Ένωσης όσον αφορά την κλιματική αλλαγή και την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και δεδομένου ότι η συνολική ενέργεια που καταναλώνουν τα προϊόντα αναμένεται να συνεχίσει πιο μακροπρόθεσμα να αυξάνεται, οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις δυνάμει της παρούσας οδηγίας θα μπορούσαν επίσης κατά περίπτωση να προβάλλουν έντονα στην ετικέτα τη μεγάλη ενεργειακή κατανάλωση του προϊόντος.

(16)

Ορισμένα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει πολιτική δημόσιων προμηθειών βάσει της οποίας οι αναθέτουσες αρχές υποχρεούνται να προμηθεύονται ενεργειακώς αποδοτικά προϊόντα. Ορισμένα κράτη μέλη έχουν επίσης καθιερώσει κίνητρα για ενεργειακώς αποδοτικά προϊόντα. Τα κριτήρια επιλεξιμότητας των προϊόντων για τις δημόσιες προμήθειες ή τα κίνητρα είναι δυνατόν να διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών. Η αναφορά σε κατηγορίες επιδόσεων ως επίπεδα για συγκεκριμένα προϊόντα, όπως ορίζεται στις κατ’’ εξουσιοδότηση πράξεις δυνάμει της παρούσας οδηγίας, μπορεί να μειώσει τον κατακερματισμό των δημόσιων προμηθειών και των κινήτρων και να διευκολύνει την υιοθέτηση αποδοτικών προϊόντων.

(17)

Τα κίνητρα που μπορούν να παρέχουν τα κράτη μέλη για την προώθηση αποδοτικών προϊόντων ίσως συνιστούν κρατική ενίσχυση. Η παρούσα οδηγία δεν προδικάζει την έκβαση οιασδήποτε μελλοντικής διαδικασίας για κρατικές ενισχύσεις η οποία είναι δυνατόν να κινηθεί σύμφωνα με τα άρθρα 107 και 108 της συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣλΕΕ) σε σχέση με τα κίνητρα αυτά και δεν θα πρέπει να καλύπτει φορολογικά και δημοσιονομικά θέματα. Τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να αποφασίζουν τι χαρακτήρα θα έχουν τα κίνητρα αυτά.

(18)

Η προώθηση ενεργειακώς αποδοτικών προϊόντων μέσω επισήμανσης, δημόσιων προμηθειών ή κινήτρων δεν θα πρέπει να αποβαίνει εις βάρος των συνολικών περιβαλλοντικών τους επιδόσεων και της λειτουργίας τους.

(19)

Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣλΕΕ, σε σχέση με την επισήμανση και τις ομοιόμορφες πληροφορίες για την κατανάλωση ενέργειας και άλλων βασικών πόρων από συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα κατά τη χρήση. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει η Επιτροπή τις κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, συμπεριλαμβανομένων των διαβουλεύσεων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων.

(20)

Η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλλει τακτικά προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σύνθεση, η οποία θα καλύπτει την ΕΕ και τα κράτη μέλη αυτοτελώς, των εκθέσεων που υποβάλλουν τα κράτη μέλη σχετικά με τις δραστηριότητες επιβολής της εφαρμογής και το επίπεδο συμμόρφωσης δυνάμει της παρούσας οδηγίας.

(21)

Η Επιτροπή θα πρέπει να έχει την ευθύνη της προσαρμογής των κατηγοριών επισήμανσης, προκειμένου να υπάρχει δυνατότητα πρόβλεψης για τη βιομηχανία και να είναι δυνατή η κατανόηση από τους καταναλωτές.

(22)

Σε διαφορετικό βαθμό αναλόγως του προϊόντος για το οποίο πρόκειται, η τεχνολογική εξέλιξη και η δυνατότητα πρόσθετης και σημαντικής εξοικονόμησης ενέργειας ενδέχεται να καθιστούν αναγκαία τη διαφοροποίηση προϊόντων και να δικαιολογούν επανεξέταση των κατηγοριών. Η επανεξέταση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει ειδικότερα τη δυνατότητα αναβάθμισης. Η επανεξέταση θα πρέπει να διεξάγεται με τον ταχύτερο δυνατό ρυθμό όσον αφορά προϊόντα τα οποία λόγω των πολύ καινοτόμων χαρακτηριστικών τους μπορούν να συμβάλλουν πολύ στην ενεργειακή απόδοση.

(23)

Όταν το 2012 η Επιτροπή επανεξετάσει την πρόοδο και υποβάλει έκθεση για την εφαρμογή του σχεδίου δράσης για τη βιώσιμη κατανάλωση και παραγωγή και τη βιώσιμη βιομηχανική πολιτική, θα αναλύσει ειδικότερα κατά πόσο χρειάζεται περαιτέρω δράση για τη βελτίωση των ενεργειακών και περιβαλλοντικών επιδόσεων των προϊόντων, όπως λόγου χάριν η δυνατότητα να παρέχονται στους καταναλωτές πληροφορίες για το αποτύπωμα διοξειδίου του άνθρακα στα προϊόντα ή για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις των προϊόντων κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους.

(24)

Η υποχρέωση μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να περιορισθεί στις διατάξεις που συνιστούν τροποποιήσεις ουσίας σε σύγκριση με την οδηγία 92/75/ΕΟΚ. Η υποχρέωση μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων που δεν τροποποιούνται απορρέει από την οδηγία 92/75/ΕΟΚ.

(25)

Όταν τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να προσπαθούν να αποφεύγουν τη θέσπιση μέτρων που θα μπορούσαν να επιβάλλουν αδικαιολόγητα γραφειοκρατικές και επαχθείς υποχρεώσεις στους ενδιαφερόμενους φορείς της αγοράς, και ιδίως στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

(26)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο και της εφαρμογής της οδηγίας 92/75/ΕΟΚ.

(27)

Σύμφωνα με την παράγραφο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας (7), τα κράτη μέλη παροτρύνονται να καταρτίζουν, προς ιδία χρήση και προς όφελος της Ένωσης, τους δικούς τους πίνακες, οι οποίοι απεικονίζουν, στο μέτρο του δυνατού, την αντιστοιχία μεταξύ της παρούσας οδηγίας και των μέτρων μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, και να τους δημοσιοποιούν,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

1.   Με την παρούσα οδηγία θεσπίζεται πλαίσιο για την εναρμόνιση των εθνικών μέτρων παροχής πληροφοριών στους τελικούς χρήστες, ιδίως μέσω της επισήμανσης και της παροχής ομοιόμορφων πληροφοριών σχετικά με το προϊόν, όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας και κατά περίπτωση άλλων βασικών πόρων κατά τη χρήση, και συμπληρωματικών πληροφοριών για συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα έτσι ώστε οι τελικοί χρήστες να μπορούν να επιλέγουν αποδοτικότερα προϊόντα.

2.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται σε συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα που έχουν σημαντικό άμεσο ή έμμεσο αντίκτυπο στην κατανάλωση ενέργειας και, κατά περίπτωση, άλλων βασικών πόρων κατά τη χρήση.

3.   Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται:

α)

σε μεταχειρισμένα προϊόντα·

β)

σε μέσα μεταφοράς προσώπων ή εμπορευμάτων·

γ)

στην ενδεικτική πινακίδα ή το ισοδύναμο σήμα που τίθεται στα προϊόντα για λόγους ασφαλείας.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, νοείται ως:

α)   «συνδεόμενο με την ενέργεια προϊόν» ή «προϊόν»: κάθε προϊόν που, κατά τη χρήση του, έχει αντίκτυπο στην κατανάλωση ενέργειας και διατίθεται στην αγορά ή/και τίθεται σε λειτουργία στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένων των εξαρτημάτων τα οποία προορίζονται να ενσωματωθούν σε συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα που καλύπτει η παρούσα οδηγία, τα οποία διατίθενται στην αγορά ή/και τίθενται σε λειτουργία ως μεμονωμένα εξαρτήματα για τελικούς χρήστες και των οποίων οι περιβαλλοντικές επιδόσεις μπορούν να αξιολογούνται με ανεξάρτητο τρόπο·

β)   «δελτίο»: ο τυποποιημένος πίνακας πληροφοριών σχετικών με το προϊόν·

γ)   «άλλοι βασικοί πόροι»: το νερό, τα χημικά προϊόντα ή όποια άλλη ουσία καταναλώνει το προϊόν κατά την κανονική του χρήση·

δ)   «συμπληρωματικές πληροφορίες»: οι πληροφορίες σχετικά με την απόδοση και τα χαρακτηριστικά του προϊόντος οι οποίες αφορούν την κατανάλωση ενέργειας ή άλλων βασικών πόρων ή βοηθούν στην εκτίμησή της με βάση μετρήσιμα δεδομένα·

ε)   «άμεσος αντίκτυπος»: ο αντίκτυπος προϊόντων που πραγματικά καταναλώνουν ενέργεια κατά τη χρήση·

στ)   «έμμεσος αντίκτυπος»: ο αντίκτυπος προϊόντων που δεν καταναλώνουν ενέργεια, αλλά συμβάλλουν στη διατήρηση της ενέργειας κατά τη χρήση·

ζ)   «έμπορος»: ο λιανοπωλητής ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο πωλεί, μισθώνει, προσφέρει για μίσθωση-αγορά ή εκθέτει προϊόντα προοριζόμενα για τελικούς χρήστες·

η)   «προμηθευτής»: ο κατασκευαστής ή ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός του στην Ένωση, ή ο εισαγωγέας που διαθέτει ή θέτει σε λειτουργία το προϊόν στην αγορά της Ένωσης. Όταν δεν υπάρχουν οι ανωτέρω, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διαθέτει ή θέτει σε λειτουργία στην αγορά προϊόντα που εμπίπτουν στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας θεωρείται προμηθευτής·

θ)   «διάθεση στην αγορά»: κυκλοφορία, για πρώτη φορά, προϊόντος στην αγορά της Ένωσης, με στόχο τη διανομή ή τη χρήση του στην Ένωση, είτε έναντι αντιτίμου είτε δωρεάν, και ανεξάρτητα από την τεχνική πώλησης·

ι)   «θέση σε λειτουργία»: η πρώτη χρήση προϊόντος από τον εντός της Ένωσης τελικό χρήστη προς τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται·

κ)   «αναρμόδια χρήση της ετικέτας»: η χρήση ετικέτας μη εγκεκριμένης από τις αρχές κράτους μέλους ή από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ, κατά τρόπο μη προβλεπόμενο από την παρούσα οδηγία ή από τυχόν κατ’ εξουσιοδότηση πράξη.

Άρθρο 3

Ευθύνες των κρατών μελών

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν:

α)

ότι οι προμηθευτές και οι έμποροι που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από τα άρθρα 5 και 6·

β)

ότι, όσον αφορά τα προϊόντα που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία, απαγορεύεται η επίθεση ετικετών, σημάτων, σύμβολων ή επιγραφών που δεν είναι σύμφωνα προς τις απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας και των αντίστοιχων κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, εφόσον η τοποθέτησή τους ενδέχεται να παραπλανήσει ή να οδηγήσει σε σύγχυση τους τελικούς χρήστες όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας ή, κατά περίπτωση, άλλων βασικών πόρων κατά τη χρήση·

γ)

ότι η καθιέρωση του συστήματος ετικετών και δελτίων σχετικά με την κατανάλωση ή τη διατήρηση ενέργειας συνδυάζεται με ενημερωτικές εκστρατείες εκπαιδευτικού και διαφημιστικού χαρακτήρα για την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης και της υπευθυνότερης χρήσης της ενέργειας εκ μέρους των τελικών χρηστών·

δ)

ότι λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα για να παρακινηθούν οι σχετικές εθνικές ή περιφερειακές αρχές που είναι αρμόδιες για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες μεταξύ τους και με την Επιτροπή, με σκοπό να διευκολύνουν την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Η διοικητική συνεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών αξιοποιούν, στο μέγιστο δυνατό βαθμό, τα ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας, είναι οικονομικά συμφέρουσες και μπορούν να υποστηρίζονται από σχετικά προγράμματα της ΕΕ. Στο πλαίσιο της εν λόγω συνεργασίας διασφαλίζεται, όπου απαιτείται, η ασφάλεια και το απόρρητο της επεξεργασίας και η προστασία των ευαίσθητων πληροφοριών που διαβιβάζονται κατά τη διαδικασία. Η Επιτροπή λαμβάνει τα δέοντα μέτρα ώστε να ενθαρρύνει τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και να συμβάλει σε αυτήν κατά τα αναφερόμενα στο παρόν σημείο.

2.   Εφόσον κράτος μέλος διαπιστώνει ότι ένα προϊόν δεν συμμορφώνεται με όλες τις σχετικές απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας και των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεών της για την ετικέτα και το δελτίο, ο προμηθευτής υποχρεούται να φροντίσει για τη συμμόρφωση του προϊόντος με τις εν λόγω απαιτήσεις υπό αποτελεσματικούς και αναλογικούς όρους που θέτει το κράτος μέλος.

Εφόσον υπάρχουν επαρκή στοιχεία ότι ένα προϊόν δεν συμμορφώνεται, το οικείο κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία προληπτικά μέτρα και τα μέτρα που προορίζονται για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης εντός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου, συνεκτιμώντας την προξενούμενη βλάβη.

Εφόσον συνεχισθεί η μη συμμόρφωση, το οικείο κράτος μέλος αποφασίζει να περιορίσει ή να απαγορεύσει τη διάθεση του εν λόγω προϊόντος στην αγορά ή/και τη θέση του σε λειτουργία ή εξασφαλίζει την απόσυρσή του από την αγορά. Σε περίπτωση απόσυρσης του προϊόντος από την αγορά ή απαγόρευσης της διάθεσής του στην αγορά, ενημερώνεται αμέσως η Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη.

3.   Τα κράτη μέλη υποβάλλουν ανά τετραετία έκθεση στην Επιτροπή που περιλαμβάνει λεπτομέρειες σχετικά με τις δραστηριότητες επιβολής και το επίπεδο συμμόρφωσης στο έδαφός τους.

Η Επιτροπή μπορεί να προσδιορίσει τις λεπτομέρειες του κοινού περιεχομένου της εν λόγω έκθεσης με τον καθορισμό κατευθυντηρίων γραμμών.

4.   Η Επιτροπή διαβιβάζει τακτικά προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, χάριν ενημέρωσης, σύνθεση των εκθέσεων αυτών.

Άρθρο 4

Απαιτήσεις για ενημέρωση

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι:

α)

οι πληροφορίες για την κατανάλωση ηλεκτρικής, άλλων μορφών ενέργειας και, ανάλογα με την περίπτωση, άλλων βασικών πόρων κατά τη χρήση, καθώς και οι συμπληρωματικές πληροφορίες, παρέχονται στους τελικούς χρήστες σύμφωνα με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας, μέσω δελτίου και ετικέτας σχετικών με τα προϊόντα τα οποία προσφέρονται προς πώληση, μίσθωση, μίσθωση-αγορά ή εκτίθενται προοριζόμενα για τελικούς χρήστες, άμεσα ή έμμεσα, με οποιοδήποτε μέσο τηλεπώλησης, συμπεριλαμβανομένου του Διαδικτύου·

β)

οι κατά το στοιχείο α) πληροφορίες παρέχονται, όσον αφορά ενσωματωμένα ή εγκατεστημένα προϊόντα, μόνο εφόσον τούτο απαιτείται από την εφαρμοστέα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη·

γ)

οιαδήποτε διαφήμιση συγκεκριμένου τύπου συνδεομένων με την ενέργεια προϊόντων που διέπονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη δυνάμει της παρούσας οδηγίας, περιλαμβάνει, εφόσον παρέχονται πληροφορίες σχετικά με την ενέργεια ή με την τιμή, μνεία της ενεργειακής κατηγορίας του προϊόντος·

δ)

οιοδήποτε τεχνικό διαφημιστικό υλικό για συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα, το οποίο περιγράφει τις ειδικές τεχνικές παραμέτρους του προϊόντος, ήτοι τα τεχνικά εγχειρίδια και φυλλάδια κατασκευαστών, είτε είναι έντυπα είτε διαθέσιμα στο Διαδίκτυο, παρέχει στους τελικούς χρήστες τις απαραίτητες πληροφορίες όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας ή περιλαμβάνει μνεία της ενεργειακής κατηγορίας του προϊόντος.

Άρθρο 5

Ευθύνες των προμηθευτών

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:

α)

οι προμηθευτές που διαθέτουν στην αγορά ή θέτουν σε λειτουργία προϊόντα τα οποία διέπονται από κατ’ εξουσιοδότηση πράξη παρέχουν ετικέτα και δελτίο σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και την κατ’ εξουσιοδότηση πράξη·

β)

οι προμηθευτές καταρτίζουν επαρκή τεχνικό φάκελο ώστε να επιτρέπεται η εκτίμηση της ακριβείας των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στην ετικέτα και στο δελτίο. Ο τεχνικός φάκελος περιλαμβάνει:

i)

γενική περιγραφή του προϊόντος,

ii)

όπου χρειάζεται, αποτελέσματα των εκτελεσθέντων υπολογισμών σχεδιασμού,

iii)

εκθέσεις για τις δοκιμές, εφόσον υπάρχουν, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνες που διεξάγονται από αρμόδιους κοινοποιημένους οργανισμούς, όπως ορίζονται βάσει άλλης νομοθεσίας της Ένωσης,

iv)

όταν οι τιμές χρησιμοποιούνται για παρεμφερή μοντέλα, τις παραπομπές που επιτρέπουν τον προσδιορισμό των εν λόγω μοντέλων·

Για τον σκοπό αυτό, οι προμηθευτές μπορούν να χρησιμοποιούν το φάκελο που ήδη έχει καταρτισθεί βάσει των απαιτήσεων της οικείας νομοθεσίας της Ένωσης·

γ)

οι προμηθευτές διατηρούν διαθέσιμο προς παρακολούθηση τον τεχνικό φάκελο για χρονικό διάστημα που λήγει πέντε έτη από την κατασκευή του τελευταίου σχετικού προϊόντος.

Κατόπιν αιτήματος, οι προμηθευτές θέτουν στη διάθεση των αρχών παρακολούθησης της αγοράς των κρατών μελών και της Επιτροπής ηλεκτρονική έκδοση του τεχνικού φακέλου εντός 10 εργασίμων ημερών από την παραλαβή αίτησης της αρμόδιας αρχής κράτους μέλους ή της Επιτροπής·

δ)

όσον αφορά τις ετικέτες και τις πληροφορίες για τα προϊόντα, οι προμηθευτές διαθέτουν δωρεάν τις απαραίτητες ετικέτες στους εμπόρους.

Χωρίς να θίγεται η δυνατότητα των προμηθευτών να επιλέγουν το σύστημα παράδοσης των ετικετών, οι τελευταίοι παραδίδουν ταχέως τις ετικέτες κατόπιν αιτήματος των εμπόρων·

ε)

εκτός από τις ετικέτες, οι προμηθευτές παρέχουν δελτίο με πληροφορίες για το προϊόν·

στ)

οι προμηθευτές συμπεριλαμβάνουν δελτίο προϊόντος σε όλα τα φυλλάδια τα σχετικά με το προϊόν. Στην περίπτωση που ο προμηθευτής δεν παρέχει φυλλάδια προϊόντων, διαθέτει δελτία μαζί με κάθε άλλο τύπο εγγράφων πληροφοριών που παρέχει ο προμηθευτής μαζί με το προϊόν·

η)

οι προμηθευτές είναι υπεύθυνοι για την ακρίβεια των πληροφοριών που περιέχονται στις ετικέτες και στα δελτία που παρέχουν·

θ)

οι προμηθευτές θεωρείται ότι έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους για τη δημοσίευση των πληροφοριών που παρέχονται στην ετικέτα ή στο δελτίο.

Άρθρο 6

Ευθύνες των προμηθευτών

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:

α)

οι έμποροι παρουσιάζουν σωστά, κατά τρόπο ορατό και ευανάγνωστο, τις ετικέτες και διαθέτουν το δελτίο μαζί με το φυλλάδιο του προϊόντος ή άλλο τύπο εγγράφων πληροφοριών που συνοδεύουν τα προϊόντα κατά την πώλησή τους στους τελικούς χρήστες·

β)

κατά την παρουσίαση προϊόντος εμπίπτοντος σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, οι έμποροι τοποθετούν κατάλληλη ετικέτα στη σαφώς ορατή θέση που ορίζει η εφαρμοστέα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη και στην αντίστοιχη γλώσσα.

Άρθρο 7

Τηλεπώληση και άλλες μορφές πώλησης

Εφόσον τα προϊόντα διατίθενται προς πώληση, μίσθωση ή μίσθωση-αγορά ταχυδρομικά, μέσω καταλόγου, μέσω του Διαδικτύου ή με άλλες μεθόδους που συνεπάγονται ότι ο υποψήφιος τελικός χρήστης δεν έχει τη δυνατότητα να εξετάσει το εκτεθειμένο προϊόν, οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις περιέχουν διατάξεις που εξασφαλίζουν ότι παρέχονται στους υποψήφιους τελικούς χρήστες, πριν από την αγορά του προϊόντος, οι πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην ετικέτα και στο δελτίο του προϊόντος. Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις προσδιορίζουν, κατά περίπτωση, τον τρόπο με τον οποίο η ετικέτα ή το δελτίο ή οι συγκεκριμένες πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην ετικέτα ή στο δελτίο παρουσιάζονται ή παρέχονται στον δυνητικό τελικό χρήστη.

Άρθρο 8

Ελεύθερη κυκλοφορία

1.   Τα κράτη μέλη δεν απαγορεύουν, δεν περιορίζουν ούτε παρεμποδίζουν τη διάθεση στην αγορά ούτε τη θέση σε λειτουργία, στην επικράτειά τους, προϊόντων που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία και την εφαρμοστέα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη και συμμορφώνονται προς αυτά.

2.   Τα κράτη μέλη θεωρούν ότι οι ετικέτες και τα δελτία είναι σύμφωνα προς τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τους προμηθευτές να αποδεικνύουν, κατά την έννοια του άρθρου 5, την ακρίβεια των πληροφοριών που περιέχονται στις ετικέτες και τα δελτία τους, εφόσον υπάρχουν υπόνοιες ότι οι πληροφορίες αυτές είναι ανακριβείς.

Άρθρο 9

Δημόσιες προμήθειες και κίνητρα

1.   Όταν προϊόν εμπίπτει σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, οι αναθέτουσες αρχές που συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις έργων, προμηθειών, ή υπηρεσιών σύμφωνα με την οδηγία 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 2004, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών (8), οι οποίες δεν εξαιρούνται δυνάμει των άρθρων 12 έως 18 της εν λόγω οδηγίας, προσπαθούν να προμηθεύονται μόνον προϊόντα τα οποία, σε συμμόρφωση με τα σχετικά κριτήρια, έχουν τα υψηλότερα επίπεδα επιδόσεων και ανήκουν στην υψηλότερη ενεργειακή κατηγορία. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να απαιτούν από τις αναθέτουσες αρχές να προμηθεύονται μόνον προϊόντα που πληρούν τα κριτήρια αυτά. Τα κράτη μέλη μπορούν να θέτουν ως προϋποθέσεις για την εφαρμογή των εν λόγω κριτηρίων την απόδοση σε σχέση με το κόστος, την οικονομική σκοπιμότητα και τεχνική καταλληλότητα καθώς και τον επαρκή ανταγωνισμό.

2.   Η παράγραφος 1 ισχύει για συμβάσεις η αξία των οποίων είναι ίση ή μεγαλύτερη σε σχέση με τα κατώτατα όρια που προβλέπει το άρθρο 7 της οδηγίας 2004/18/ΕΚ.

3.   Εφόσον τα κράτη μέλη παρέχουν τυχόν κίνητρα για προϊόν που εμπίπτει σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, θέτουν ως στόχο τα υψηλότερα επίπεδα επιδόσεων και μεταξύ άλλων την υψηλότερη ενεργειακή κατηγορία που καθορίζει η εφαρμοστέα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη. Τα φορολογικά και δημοσιονομικά μέτρα δεν συνιστούν κίνητρα για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.

4.   Εφόσον τα κράτη μέλη παρέχουν κίνητρα για προϊόντα τόσο για τους τελικούς χρήστες που χρησιμοποιούν προϊόντα υψηλής αποδοτικότητας όσο και για τη βιομηχανία που προωθεί και παράγει τα προϊόντα αυτά, εκφράζουν τα επίπεδα επιδόσεων ως κατηγορίες, όπως αυτές ορίζονται στην εφαρμοστέα κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, πλην της περιπτώσεως κατά την οποία επιβάλλουν υψηλότερα επίπεδα επιδόσεων από το κατώτατο όριο της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης για την υψηλότερη ενεργειακή κατηγορία. Τα κράτη μέλη δύνανται να επιβάλλουν υψηλότερα επίπεδα επιδόσεων από το κατώτατο όριο για την υψηλότερη ενεργειακή κατηγορία της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης.

Άρθρο 10

Κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις

1.   Η Επιτροπή θεσπίζει λεπτομερείς διατάξεις σχετικά με την ετικέτα και το δελτίο μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με τα άρθρα 11, 12 και 13, σχετικά με κάθε είδος προϊόντος σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Όταν ένα προϊόν πληροί τα κριτήρια που παρατίθενται στην παράγραφο 2, εμπίπτει σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με την παράγραφο 4.

Οι διατάξεις των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αφορούν τις πληροφορίες οι οποίες περιέχονται στην ετικέτα και στο δελτίο σχετικά με την κατανάλωση ενέργειας και άλλων βασικών πόρων κατά τη χρήση, παρέχουν στους τελικούς χρήστες τη δυνατότητα να αποφασίζουν για τις αγορές τους μετά λόγου γνώσεως και στις αρχές παρακολούθησης της αγοράς τη δυνατότητα να επαληθεύουν εάν τα προϊόντα συμμορφώνονται με τις παρεχόμενες πληροφορίες.

Εφόσον κατ’ εξουσιοδότηση πράξη περιέχει διατάξεις σχετικά τόσο με την ενεργειακή απόδοση προϊόντος όσο και με την κατανάλωση βασικών πόρων από αυτό, ο σχεδιασμός και το περιεχόμενο της ετικέτας τονίζει την ενεργειακή απόδοση του προϊόντος.

2.   Τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι τα ακόλουθα:

α)

σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα διαθέσιμα στοιχεία και λαμβανομένων υπόψη των ποσοτήτων που διατίθενται στην αγορά της Ένωσης, τα προϊόντα παρουσιάζουν σημαντικό δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας και, κατά περίπτωση, άλλων βασικών πόρων·

β)

προϊόντα με ισοδύναμα λειτουργικά χαρακτηριστικά που διατίθενται στην αγορά παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές ως προς τα σχετικά επίπεδα επιδόσεων·

γ)

η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις σχετικές νομοθετικές πράξεις της Ένωσης και τις σχετικές πράξεις αυτορρύθμισης, όπως είναι οι προαιρετικές συμφωνίες, με τις οποίες αναμένεται ότι οι πολιτικοί στόχοι θα επιτευχθούν ταχύτερα ή με χαμηλότερο κόστος σε σύγκριση με τις υποχρεωτικές απαιτήσεις·

3.   Κατά την κατάρτιση σχεδίου κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή:

α)

λαμβάνει υπόψη τις περιβαλλοντικές παραμέτρους του παραρτήματος Ι μέρος 1 της οδηγίας 2009/125/ΕΚ οι οποίες έχουν χαρακτηρισθεί σημαντικές στο σχετικό εκτελεστικό μέτρο που έχει θεσπιστεί βάσει της οδηγίας 2009/125/ΕΚ και αφορούν τον τελικό χρήστη κατά τη χρήση·

β)

εκτιμά τις επιπτώσεις της πράξης στο περιβάλλον, τους τελικούς χρήστες και τους κατασκευαστές, συμπεριλαμβανομένων των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ), από άποψη ανταγωνιστικότητας –και στις αγορές εκτός Ένωσης–, καινοτομίας, πρόσβασης στην αγορά και κόστους και οφέλους·

γ)

προβαίνει στις δέουσες διαβουλεύσεις με τους ενδιαφερομένους·

δ)

ορίζει ημερομηνία(-ες) εφαρμογής, τυχόν σταδιακά ή μεταβατικά μέτρα ή χρονικά διαστήματα, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις ενδεχόμενες επιπτώσεις για τις ΜΜΕ ή για συγκεκριμένες ομάδες προϊόντων που κατασκευάζονται κατά κύριο λόγο από ΜΜΕ.

4.   Στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις διευκρινίζονται ιδίως:

α)

ο ακριβής ορισμός του τύπου προϊόντων που πρόκειται να καλυφθεί·

β)

τα πρότυπα και οι μέθοδοι μέτρησης που χρησιμοποιούνται για τη λήψη των πληροφοριών κατά το άρθρο 1 παράγραφος 1·

γ)

οι λεπτομέρειες για τον τεχνικό φάκελο που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 5·

δ)

το σχέδιο και το περιεχόμενο της ετικέτας που αναφέρεται στο άρθρο 4, τα οποία παρουσιάζουν όσο το δυνατόν πιο ομοιόμορφα χαρακτηριστικά στο σχεδιασμό τους για τις διάφορες κατηγορίες προϊόντων και σε όλες τις περιπτώσεις είναι σαφώς ορατά και ευανάγνωστα. Το σχήμα της ετικέτας επιλέγει ως βάση την ταξινόμηση που χρησιμοποιεί τα στοιχεία Α έως G· οι βαθμίδες της ταξινόμησης αντιστοιχούν σε σημαντική εξοικονόμηση ενέργειας και δαπανών από την άποψη του τελικού καταναλωτή·

Εφόσον το απαιτεί η τεχνολογική πρόοδος, στην ταξινόμηση μπορούν να προστεθούν τρεις επί πλέον κατηγορίες. Οι πρόσθετες αυτές κατηγορίες θα είναι Α+, Α++ και Α+++ για την αποδοτικότερη κατηγορία. Καταρχήν, ο συνολικός αριθμός κατηγοριών θα περιοριστεί σε επτά, εκτός εάν εξακολουθούν να περιλαμβάνονται προϊόντα σε περαιτέρω κατηγορίες.

Η χρωματική κλίματα αποτελείται από επτά το πολύ διαφορετικά χρώματα, από το βαθύ πράσινο έως το κόκκινο. Μόνον ο κωδικός χρώματος της υψηλότερης κατηγορίας είναι πάντοτε βαθυπράσινος. Εάν υπάρχουν περισσότερες από επτά κατηγορίες, μόνον το κόκκινο μπορεί να επαναληφθεί δύο φορές.

Η ταξινόμηση επανεξετάζεται ιδίως όταν σημαντική αναλογία των προϊόντων στη διεθνή αγορά φθάνει τις δύο υψηλότερες ενεργειακές κατηγορίες και όταν με μεγαλύτερη διαφοροποίηση προϊόντων μπορεί να επιτευχθεί πρόσθετη εξοικονόμηση.

Τα λεπτομερή κριτήρια για ενδεχόμενη επαναταξινόμηση προϊόντων καθορίζονται, ενδεχομένως, ανάλογα με την κάθε περίπτωση στα πλαίσια της σχετικής κατ’ εξουσιοδότηση πράξης·

ε)

το σημείο του εκτιθέμενου προϊόντος στο οποίο πρέπει να τοποθετείται η ετικέτα και ο τρόπος με τον οποίο διατίθενται η ετικέτα ή/και οι πληροφορίες σε περίπτωση προσφορών προς πώληση που καλύπτονται από το άρθρο 7. Εάν κρίνεται αναγκαίο, οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις μπορούν επίσης να προβλέπουν την ανάρτηση της ετικέτας στο προϊόν, την εκτύπωσή της στη συσκευασία ή τις λεπτομέρειες των απαιτήσεων επισήμανσης για τυπωμένους καταλόγους, τηλεπώληση και πωλήσεις μέσω του διαδικτύου·

στ)

το περιεχόμενο και, εφόσον απαιτείται, το σχήμα και άλλες λεπτομέρειες σχετικά με το δελτίο ή περαιτέρω πληροφορίες που ορίζονται στα άρθρα 4 και 5 στοιχείο γ). Οι πληροφορίες που περιέχονται στην ετικέτα περιλαμβάνονται επίσης στο δελτίο·

ζ)

το συγκεκριμένο περιεχόμενο της ετικέτας για τις διαφημίσεις, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της ενεργειακής κατηγορίας και άλλων συναφών επιπέδων επιδόσεων του δεδομένου προϊόντος, ευανάγνωστα και ευδιάκριτα·

η)

τη διάρκεια ισχύος της κατηγορίας της ετικέτας, εφόσον απαιτείται, κατά τα προβλεπόμενα στο στοιχείο δ)·

θ)

το επίπεδο ακριβείας των αναγραφομένων στην ετικέτα και στα δελτία στοιχείων·

ι)

την ημερομηνία αξιολόγησης και πιθανής αναθεώρησης της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, λαμβανομένης υπόψη της ταχύτητας της τεχνολογικής προόδου.

Άρθρο 11

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Οι εξουσίες για την έκδοση των κατ’εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρονται στο άρθρο 10 ανατίθενται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών αρχής γενομένης στις … (9). Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο έξι μήνες πριν από τη λήξη της περιόδου των πέντε ετών. Η ανάθεση των εξουσιών παρατείνεται αυτομάτως για περιόδους της αυτής διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο ανακαλέσουν την εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 12.

2.   Η Επιτροπή, μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, την κοινοποιεί συγχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

3.   Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ανατίθεται στην Επιτροπή υπόκειται στις προϋποθέσεις των άρθρων 12 και 13.

Άρθρο 12

Ανάκληση της εξουσιοδότησης

1.   Η ανάθεση των εξουσιών κατά το άρθρο 10 μπορεί να ανακληθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο.

2.   Το θεσμικό όργανο που κίνησε εσωτερική διαδικασία για να αποφασίσει εάν πρόκειται να ανακαλέσει την ανάθεση των εξουσιών, καταβάλλει προσπάθειες να ενημερώνει το άλλο θεσμικό όργανο και την Επιτροπή, εντός ευλόγου προθεσμίας πριν από τη λήψη της τελικής απόφασης, αναφέροντας την εξουσιοδότηση που ενδέχεται να αποτελέσει αντικείμενο ανάκλησης καθώς και τους τυχόν λόγους της ανάκλησης.

3.   Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την ανάθεση εξουσιών που προσδιορίζεται στην παρούσα απόφαση. Παράγει αποτελέσματα αμέσως ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία την οποία διευκρινίζει. Δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ήδη ισχύουν. Δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 13

Διατύπωση αντιρρήσεων έναντι των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων

1.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο δύνανται να διατυπώσουν αντιρρήσεις κατά της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης.

Με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, η εν λόγω προθεσμία παρατείνεται επί δίμηνο.

2.   Εάν, κατά τη λήξη της συγκεκριμένης προθεσμίας, ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο έχει διατυπώσει αντιρρήσεις κατά κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τίθεται σε ισχύ την ημερομηνία που προβλέπεται σε αυτήν.

Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη μπορεί να δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τίθεται σε ισχύ πριν από τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν αμφότερα ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν προτίθενται να διατυπώσουν αντιρρήσεις.

3.   Εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο διατυπώσουν αντιρρήσεις κατά της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη δεν τίθεται σε ισχύ. Το θεσμικό όργανο που διατυπώνει αντιρρήσεις, εκθέτει τους λόγους για τη διατύπωση αντιρρήσεων κατά της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης.

Άρθρο 14

Αξιολόγηση

Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2014, το αργότερο, η Επιτροπή επανεξετάζει την αποτελεσματικότητα της παρούσας οδηγίας και των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Με την ευκαιρία αυτή, η Επιτροπή αξιολογεί επίσης:

α)

τη συμβολή του στοιχείου γ) του άρθρου 4 στους σκοπούς της παρούσας οδηγίας·

β)

την αποτελεσματικότητα του άρθρου 9 παράγραφος 1·

γ)

με γνώμονα την τεχνική εξέλιξη και την κατανόηση της διάταξης της ετικέτας από τους καταναλωτές, την ανάγκη τροποποίησης του άρθρου 10 παράγραφος 4 στοιχείο δ).

Άρθρο 15

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παράβασης των εθνικών διατάξεων, οι οποίες θεσπίζονται κατ’ εφαρμογή της παρούσας οδηγίας και των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών με την αναρμόδια χρήση της ετικέτας, και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν την εφαρμογή τους. Οι επιβαλλόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις διατάξεις αυτές στην Επιτροπή μέχρι τις … (10) και κοινοποιούν αμελλητί στην Επιτροπή κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση των διατάξεων αυτών.

Άρθρο 16

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ, το αργότερο στις … (10), τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. Ανακοινώνουν αμέσως στην Επιτροπή το κείμενο των εν λόγω διατάξεων.

Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από τις … (11).

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν αναφορά στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια αναφορά κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι εν λόγω διατάξεις περιλαμβάνουν επίσης σχετική δήλωση που διευκρινίζει ότι οι αναφορές στην οδηγία 92/75/ΕΟΚ, οι οποίες περιέχονται στις ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, θεωρούνται αναφορές στην παρούσα οδηγία. Ο τρόπος της αναφοράς και η διατύπωση της δήλωσης αποφασίζονται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 17

Κατάργηση

Η οδηγία 92/75/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό που μνημονεύεται στο παράρτημα Ι μέρος Α, καταργείται από τις … (12), υπό την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής της οδηγίας που επισημαίνεται στο παράρτημα Ι μέρος B.

Οι αναφορές στην οδηγία 92/75/ΕΟΚ θεωρούνται αναφορές στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος II.

Άρθρο 18

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα στοιχεία δ), ζ) και η) του άρθρου 5 εφαρμόζονται από τις … (12).

Άρθρο 19

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

…, ….

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος


(1)  ΕΕ C 228, 22.9.2009, σ. 90.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 5ης Μαΐου 2009 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα), θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση της … (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα), θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της … (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της …

(3)  ΕΕ L 297, 13.10.1992, σ. 16.

(4)  Βλ. παράρτημα Ι, μέρος Α.

(5)  ΕΕ L 285, 31.10.2009, σ. 10.

(6)  ΕΕ L 218, 13.8.2008, σ. 30.

(7)  ΕΕ C 321, 31.12.2003, σ. 1.

(8)  ΕΕ L 134, 30.4.2004, σ. 114.

(9)  Παρεμβάλλεται η ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

(10)  12 μήνες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

(11)  12 μήνες και 30 ημέρες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

(12)  12 μήνες και τριάντα μία ημέρες από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΜΈΡΟΣ Α

Καταργούμενη οδηγία και η τροποποίηση της

(κατά το άρθρο 17)

Οδηγία 92/75/ΕΟΚ του Συμβουλίου

(ΕΕ L 297 της 13.10.1992, σ. 16)

 

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1882/2003

(ΕΕ L 284 της 31.10.2003, σ. 1)

Μόνον το σημείο 32 του Παραρτήματος ΙΙΙ

ΜΈΡΟΣ B

Κατάλογος προθεσμιών ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο

(κατά το άρθρο 16)

Οδηγία

Προθεσμία για τη μεταφορά

92/75/ΕΟΚ

1 Ιανουαρίου 1994


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

Οδηγία 92/75/ΕΟΚ

Παρούσα οδηγία

Άρθρο 1 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση, πρώτη πρόταση

Άρθρο 1 παράγραφος 1

Άρθρο 1 παράγραφος 1 εισαγωγική φράση, δεύτερη πρόταση

Άρθρο 1 παράγραφος 2

Άρθρο 1 παράγραφος 1 πρώτη έως έβδομη περίπτωση

Άρθρο 1 παράγραφος 2

Άρθρο 1 παράγραφος 3 στοιχεία α) και β)

Άρθρο 1 παράγραφος 3

Άρθρο 1 παράγραφος 3 στοιχείο γ)

Άρθρο 2 στοιχεία α) και β)

Άρθρο 1 παράγραφος 4 πρώτη και δεύτερη περίπτωση

Άρθρο 2 στοιχεία ζ) και η)

Άρθρο 1 παράγραφος 4 τρίτη περίπτωση

Άρθρο 1 παράγραφος 4 τέταρτη περίπτωση

Άρθρο 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 1 παράγραφος 4 πέμπτη περίπτωση

Άρθρο 2 στοιχείο δ)

Άρθρο 2 στοιχεία ε), στ), θ), ι) και κ)

Άρθρο 1 παράγραφος 5

Άρθρο 2 παράγραφος 1

Άρθρο 4 στοιχείο α)

Άρθρο 4 στοιχεία β), γ) και δ)

Άρθρο 2 παράγραφος 2

Άρθρο 2 παράγραφος 3

Άρθρο 5 στοιχείο β)

Άρθρο 2 παράγραφος 4

Άρθρο 5 στοιχεία β) και γ)

Άρθρο 3 παράγραφος 1

Άρθρο 5 στοιχείο α)

Άρθρο 3 παράγραφος 2

Άρθρο 5 στοιχεία ε) και στ)

Άρθρο 3 παράγραφος 3

Άρθρο 5 στοιχείο ζ)

Άρθρο 3 παράγραφος 4

Άρθρο 5 στοιχείο η)

Άρθρο 6 στοιχείο α)

Άρθρο 4 στοιχείο α)

Άρθρο 6 στοιχείο β)

Άρθρο 4 στοιχείο β)

Άρθρο 5 στοιχείο δ)

Άρθρο 5

Άρθρο 7

Άρθρο 6

Άρθρο 7 στοιχείο α)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 7 στοιχείο β)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 7 στοιχείο γ)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ)

Άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο δ)

Άρθρο 3 παράγραφοι 2, 3 και 4

Άρθρο 8 παράγραφος 1

Άρθρο 8 παράγραφος 1

Άρθρο 8 παράγραφος 2

Άρθρο 8 παράγραφος 2

Άρθρο 9

Άρθρο 9

Άρθρο 10

Άρθρο 10, παράγραφοι 1, 2 και 3

Άρθρο 11

Άρθρο 12 στοιχείο α)

Άρθρο 10 παράγραφος 4 στοιχείο α)

Άρθρο 12 στοιχείο β)

Άρθρο 10 παράγραφος 4 στοιχείο β)

Άρθρο 12 στοιχείο γ)

Άρθρο 10 παράγραφος 4 στοιχείο γ)

Άρθρο 12 στοιχείο δ)

Άρθρο 10 παράγραφος 4 στοιχείο δ)

Άρθρο 12 στοιχείο ε)

Άρθρο 10 παράγραφος 4 στοιχείο ε)

Άρθρο 12 στοιχείο στ)

Άρθρο 10 παράγραφος 4 στοιχείο στ)

Άρθρο 12 στοιχείο ζ)

Άρθρο 10 παράγραφος 4, στοιχεία ζ), η), θ) και ι)

Άρθρα 11, 12, 13, 14 και 15

Άρθρο 13

Άρθρο 17

Άρθρο 14

Άρθρο 16

Άρθρο 18

Άρθρο 15

Άρθρο 19

Παράρτημα I

Παράρτημα II


ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

I.   ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1.

Στις 17 Νοεμβρίου 2008, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μια αναδιατυπωμένη πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ένδειξη της κατανάλωσης ενέργειας και λοιπών πόρων από τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα μέσω επισήμανσης και της παροχής ομοιόμορφων πληροφοριών σχετικά με τα προϊόντα, με νομική βάση το άρθρο 95 (1).

2.

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή γνωμοδότησε στις 24 Μαρτίου 2009 (2). Η Επιτροπή των Περιφερειών δεν έχει ακόμη γνωμοδοτήσει.

3.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο γνωμοδότησε σε πρώτη ανάγνωση στις 5 Μαΐου 2009 (3) εγκρίνοντας 60 τροπολογίες.

4.

Στις 14 Απριλίου 2010, το Συμβούλιο ενέκρινε τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση σύμφωνα με το άρθρο 294 της TFEU.

II.   ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Μαζί με δύο άλλες προτάσεις (4), η εν θέματι πρόταση αποτελεί μέρος της δέσμης για την ενεργειακή απόδοση, η οποία υποβλήθηκε από την Επιτροπή τον Νοέμβριου 2008.

Ο κυριότερος σκοπός της αναδιατυπωμένης πρότασης είναι η επέκταση του πεδίου εφαρμογής της ήδη ισχύουσας οδηγίας 92/75/ΕΟΚ, η οποία περιορίζεται στις οικιακές συσκευές, ώστε να είναι δυνατή η επισήμανση όλων των προϊόντων που συνδέονται με την ενέργεια, συμπεριλαμβανομένων των οικιακών συσκευών, του εμπορικού και του βιομηχανικού τομέα και ορισμένων προϊόντων που δεν λειτουργούν με ενέργεια, όπως τα παράθυρα, τα οποία μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά στην εξοικονόμηση ενέργειας εφόσον χρησιμοποιηθούν ή εγκατασταθούν. Η οδηγία εντάσσεται κυρίως στο γενικότερο στόχο να βελτιωθεί η ενεργειακή αποδοτικότητα των προαναφερόμενων προϊόντων, με σκοπό τη συμβολή στους στόχους της Κοινότητας για την προστασία του περιβάλλοντος και την καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος, σύμφωνα με τους στόχους της πολιτικής της ΕΕ για την ενέργεια και το κλίμα για το 2020 όσον αφορά τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου.

III.   ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΣΕ ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

1.

Λόγω των στενών χρονικών περιθωρίων που διατίθενται για την επίτευξη ταχείας συμφωνίας επί της εν θέματι πρότασης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, στόχος του Συμβουλίου ευθύς εξαρχής ήταν να εντοπιστούν στοιχεία που θα μπορούσαν να είναι αποδεκτά από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο αντί να καταρτιστεί μια καθ' όλα συμφωνημένη θέση του Συμβουλίου πριν από την έναρξη διαπραγματεύσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Με σκοπό την εξασφάλιση ταχείας προόδου και λαμβάνοντας υπόψη την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ, συμφωνήθηκε μια πορεία σε δύο φάσεις:

Επίτευξη συμφωνίας επί της ουσίας της οδηγίας. Σε συνέχεια διαβουλεύσεων με το ΕΚ, το πρώτο αυτό βήμα ολοκληρώθηκε το Νοέμβριο 2009. Η συμφωνία επιβεβαιώθηκε από την ΕΜΑ στις 19 Νοεμβρίου 2009 και από την Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας του ΕΚ με την από 2ας Δεκεμβρίου 2009 επιστολής του προέδρου της.

Επίτευξη συμφωνίας επί των τροποποιήσεων που θα προκύψουν από την έναρξη ισχύος της ΣΛΕΕ, ιδίως όσον αφορά την αναπροσαρμογή της νομικής βάσης και των διατάξεων περί επιτροπολογίας. Σε συνέχεια διαβουλεύσεων με το ΕΚ, το δεύτερο αυτό βήμα ολοκληρώθηκε τον Μάρτιου του 2010 με βάση, κατά το δυνατό, οριζόντιες λύσεις, ιδίως όσον αφορά τη διαβούλευση με εμπειρογνώμονες και με το ΕΚ, τη δήλωση του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με το άρθρο 290 και τη δήλωση της Επιτροπής σχετικά με τις περιόδους αργίας. Η συμφωνία επιβεβαιώθηκε από την ΕΜΑ στις 24 Μαρτίου 2010 και από την Επιτροπή Βιομηχανίας, Έρευνας και Ενέργειας του ΕΚ με την από 25ης Μαρτίου 2010 επιστολής του προέδρου της.

2.

Οι δύο προαναφερόμενες συμφωνίες ενσωματώνονται στη θέση του Συμβουλίου, τα κυριότερα στοιχεία της οποίας είναι τα ακόλουθα:

 

Διατάξεις σχετικά με την ετικέτα και την εμφάνισή της:

 

Το μορφότυπο της ετικέτας στη θέση του Συμβουλίου βασίζεται στην τρέχουσα εμφάνιση της ετικέτας με την κλίμακα A έως G, ενώ επιτρέπονται τρεις πρόσθετες κατηγορίες και ο συνολικός αριθμός των κατηγοριών περιορίζεται σε επτά και προβλέπεται σαφής ένδειξη των αντίστοιχων χρωμάτων στην ετικέτα. Όταν προστίθεται νέα κατηγορία, η χρωματική κλίμακα μεταβάλλεται. Με τον τρόπο αυτό, ήτοι με μια ευδιάκριτη και ευανάγνωστη ετικέτα, εξασφαλίζεται η ορθή κατανόηση από τον καταναλωτή, όπως ζητεί το ΕΚ στο πρώτο μέρος της τροπολογίας 70. Επιπλέον, το Συμβούλιο ορίζει ότι οι λεπτομέρειες μιας πιθανής ανακατάταξης των προϊόντων καθορίζεται κατά περίπτωση στις σχετικές κατ' εξουσιοδότηση πράξεις. Τέλος, σε μια ρήτρα επανεξέτασης, η Επιτροπή καλείται να αξιολογήσει μέχρι το τέλος του 2014 την ανάγκη τροποποίησης των διατάξεων σχετικά με την εμφάνιση της ετικέτας ανάλογα με τις τεχνολογικές εξελίξεις και της κατανόησής της από τους καταναλωτές.

 

Συνάδοντας προς την τροπολογία 52, το Συμβούλιο ορίζει επίσης ότι είναι δυνατή η λήψη μέτρων κατά της μη εξουσιοδοτημένης χρήσης της ετικέτας.

 

Διατάξεις για τη διαφήμιση

Το Συμβούλιο ακολούθησε εν μέρει το ΕΚ όσον αφορά την τροπολογία 32 και καθιστά την προσθήκη της κατηγορίας ενεργειακής απόδοσης υποχρεωτική για τις διαφημίσεις οσάκις παρέχονται πληροφορίες σχετικά με την ενέργεια ή την τιμή. Όσον αφορά τις υποχρεωτικές πληροφορίες σχετικά με την κατανάλωση ενέργειας ή την αναφορά στην ετικέτα ενεργειακής απόδοσης του προϊόντος σε τεχνικό διαφημιστικό υλικό, το Συμβούλιο αποδέχεται πλήρως την τροπολογία 33 του ΕΚ.

 

Διατάξεις για τις δημόσιες συμβάσεις

Το Συμβούλιο προβλέπει τη δυνατότητα των κρατών μελών να απαιτούν από τις αναθέτουσες αρχές τους να συνάπτουν δημόσιες συμβάσεις μόνο για προϊόντα που πληρούν τα κριτήρια ενεργειακής απόδοσης, ήτοι ανήκουν στην υψηλότερη κατηγορία ενεργειακής απόδοσης και φθάνουν τα μέγιστα επίπεδα επιδόσεων, ενσωματώνοντας με τον τρόπο αυτό εν μέρει την τροπολογία 40.

* * *

Πέραν των προαναφερόμενων κυριότερων στοιχείων και με σκοπό την επίτευξη ταχείας συμφωνίας, το Συμβούλιο εξέτασε κάθε τροπολογία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Όπου ήταν δυνατό, το Συμβούλιο αποδέχθηκε τις τροπολογίες, εν όλω ή εν μέρει, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις το πνεύμα μιας τροπολογίας απηχείται σε κάποιο άλλο άρθρο ή αιτιολογική σκέψη. Ειδικότερα, το Συμβούλιο στη θέση του:

Αποδέχεται πλήρως (σε ορισμένες περιπτώσεις με τροποποίηση της διατύπωσης), εν μέρει ή ως προς το πνεύμα τις ακόλουθες 40 τροπολογίες: 1, 2, 72, 4, 53 + 64, 7, 74, 8-11, 54 + 65, 17-19, 21 - 23, 25 - 33, 35, 36, 56 + 68, 38, 40, 43, 70 (πρώτο μέρος), 50-52,

Δεν κατέστη δυνατό να αποδεχθεί τις εξής 21 τροπολογίες: 3, 5, 12 - 15, 20, 59, 24, 66, 67, 39, 41 - 42, 69, 76, 45, 47, 70 (δεύτερο μέρος), 58 + 71.


(1)  Έγγρ. 15906/08

(2)  ΕΕ C 228, 22.9.2009, σ. 90.

(3)  Έγγρ. 9322/09

(4)  Οι άλλες δύο προτάσεις της δέσμης αυτής είναι οι εξής:

Σχέδιο οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων (αναδιατύπωση) (2008/0223 COD);

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1222/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με τη σήμανση των ελαστικών επισώτρων αναφορικά με την εξοικονόμηση καυσίμου και άλλες ουσιώδεις παραμέτρους (ΕΕ L 342, 22.12.2009, σ. 46).

Δήλωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής ως προς το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δηλώνουν ότι οι διατάξεις της οδηγίας αυτής δεν προδικάζουν οιαδήποτε μελλοντική θέση των οργάνων όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 290 της ΣΛΕΕ ή ειδικών νομοθετικών πράξεων που περιέχουν τις διατάξεις αυτές.

Δήλωση της Επιτροπής

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι με εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες προβλέπεται από τη νομοθετική πράξη διαδικασία του επείγοντος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θεωρούν ότι η κοινοποίηση των πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση λαμβάνει υπόψη τις περιόδους διακοπών των οργάνων (χειμώνα, καλοκαίρι και ευρωεκλογές), προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο είναι σε θέση να ασκήσουν τις εξουσίες τους εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στις σχετικές νομοθετικές πράξεις, και είναι πρόθυμη να ενεργήσει αναλόγως.


12.5.2010   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

CE 123/32


ΘΈΣΗ (ΕΕ) αριθ. 10/2010 ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ ΣΕ ΠΡΏΤΗ ΑΝΆΓΝΩΣΗ

ενόψει της έκδοσης οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων (αναδιατύπωση)

Εκδοθείσα από το Συμβούλιο στις 14 Απριλίου 2010

2010/C 123 E/04

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο της 194, παράγραφος 2,

την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 2002/91/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων (4) έχει τροποποιηθεί (5). Δεδομένου ότι πρόκειται να πραγματοποιηθούν περαιτέρω τροποποιήσεις, η εν λόγω οδηγία θα πρέπει να αναδιατυπωθεί για λόγους σαφήνειας.

(2)

Η αποτελεσματική, συνετή, ορθολογική και βιώσιμη χρησιμοποίηση της ενέργειας εφαρμόζεται μεταξύ άλλων στα προϊόντα πετρελαίου, το φυσικό αέριο και τα στερεά καύσιμα, που αποτελούν ουσιώδεις πηγές ενέργειας αλλά επίσης και τις κύριες πηγές εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

(3)

Τα κτίρια ευθύνονται για το 40 % της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας στην Ένωση. Ο τομέας αυτός διευρύνεται πράγμα που μετά βεβαιότητος θα αυξήσει την ενεργειακή του κατανάλωση. Συνεπώς, η μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και η χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στον κτιριακό τομέα αποτελούν σημαντικά μέτρα που απαιτούνται για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Από κοινού με την αυξημένη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, τα μέτρα για τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας στην Ένωση θα της επέτρεπαν τη συμμόρφωση προς το πρωτόκολλο του Κιότο της σύμβασης πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή UNFCCC καθώς και την εκπλήρωση τόσο της μακροπρόθεσμης δέσμευσής της για τη διατήρηση της ανόδου της θερμοκρασίας της γης κάτω από τους 2 °C όσο και της δέσμευσής της να μειώσει έως το 2020 τις συνολικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 20 % τουλάχιστον κάτω από τα επίπεδα του 1990 και κατά 30 % σε περίπτωση που θα επιτευχθεί διεθνής συμφωνία. Η μειωμένη κατανάλωση ενέργειας και η αυξημένη χρήσης της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές θα διαδραματίσουν επίσης σημαντικό ρόλο στην προώθηση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού και της τεχνολογικής ανάπτυξης και στη δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης και περιφερειακής ανάπτυξης, ιδίως στις αγροτικές περιοχές.

(4)

Η διαχείριση της ενεργειακής ζήτησης είναι σημαντικό εργαλείο που επιτρέπει στην Ένωση να επηρεάζει την παγκόσμια αγορά ενέργειας, και ως εκ τούτου την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

(5)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου 2007 τόνισε την ανάγκη αύξησης του βαθμού ενεργειακής απόδοσης στην Ένωση ώστε να επιτευχθεί ο στόχος μείωσης κατά 20 % της ενεργειακής κατανάλωσης της Ένωσης μέχρι το 2020 και ζήτησε πλήρη και ταχεία υλοποίηση των προτεραιοτήτων που καθορίστηκαν με την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο: «Σχέδιο δράσης για την ενεργειακή απόδοση: Αξιοποίηση του δυναμικού». Στο εν λόγω σχέδιο δράσης αναγνωρίστηκε το σημαντικό δυναμικό για οικονομικώς συμφέρουσα εξοικονόμηση ενέργειας στον κτιριακό τομέα. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με το ψήφισμά του της 31ης Ιανουαρίου 2008, ζήτησε την ενίσχυση των διατάξεων της οδηγίας 2002/91/ΕΚ. και ζήτησε επανειλημμένα, την τελευταία φορά με το ψήφισμά του της 3ης Φεβρουαρίου 2009 σχετικά με τη δεύτερη επισκόπηση της ενεργειακής στρατηγικής, να καταστεί δεσμευτικός ο στόχος βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης ύψους 20 % έως το 2020. Επιπλέον η απόφαση 406/2009/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, περί των προσπαθειών των κρατών μελών να μειώσουν τις οικείες εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, ώστε να τηρηθούν οι δεσμεύσεις της Κοινότητας για μείωση των εκπομπών αυτών έως το 2020 (6) θέτει εθνικούς δεσμευτικούς στόχους για τη μείωση του CO2, για την οποία θα είναι ζωτική η ενεργειακή απόδοση στον κτιριακό τομέα, ενώ η οδηγία 2009/28/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με την προώθηση της χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές (7) προβλέπει την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης στο πλαίσιο δεσμευτικού στόχου για την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, η οποία θα πρέπει να αντιστοιχεί στο 20 % της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας της Ένωσης έως το 2020.

(6)

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Μαρτίου 2007 επιβεβαίωσε τη δέσμευση της Ένωσης για την ανάπτυξη της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές σε επίπεδο Ένωσης, υιοθετώντας υποχρεωτικό στόχο σύμφωνα με τον οποίο το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές πρέπει να αυξηθεί σε 20 % έως το 2020. Η οδηγία 2009/28/ΕΚ θεσπίζει κοινό πλαίσιο για την προώθηση της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

(7)

Απαιτείται να θεσπιστούν πιο συγκεκριμένες δράσεις με σκοπό να αξιοποιηθεί το μεγάλο ανεκμετάλλευτο δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας στα κτίρια και να μειωθούν οι μεγάλες διαφορές μεταξύ των επιδόσεων των κρατών μελών στον τομέα αυτόν.

(8)

Στα μέτρα για την περαιτέρω βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τόσο οι κλιματικές όσο και οι τοπικές συνθήκες καθώς και οι κλιματικές συνθήκες σε εσωτερικούς χώρους και η σχέση κόστους/ οφέλους. Τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να επηρεάζουν άλλες απαιτήσεις για τα κτίρια, όπως η ευχέρεια πρόσβασης, η ασφάλεια και η χρήση για την οποία προορίζεται το κτίριο.

(9)

Η ενεργειακή απόδοση των κτιρίων θα πρέπει να υπολογίζεται με βάση μεθοδολογία που μπορεί να διαφοροποιείται σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Η μεθοδολογία αυτή περιλαμβάνει, πλέον των θερμικών χαρακτηριστικών, και άλλους παράγοντες που διαδραματίζουν όλο και σημαντικότερο ρόλο όπως π.χ. οι εγκαταστάσεις θέρμανσης/ κλιματισμού, η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τα στοιχεία παθητικής θέρμανσης και ψύξης, η σκίαση, η ποιότητα του αέρα εσωτερικών χώρων, ο επαρκής φυσικός φωτισμός και ο σχεδιασμός του κτιρίου. Η μεθοδολογία υπολογισμού της ενεργειακής απόδοσης δεν θα πρέπει να στηρίζεται μόνο στην εποχή κατά την οποία απαιτείται θέρμανση, αλλά θα πρέπει να καλύπτει την ετήσια ενεργειακή απόδοση του κτιρίου. Η μεθοδολογία αυτή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα υφιστάμενα ευρωπαϊκά πρότυπα.

(10)

Τα κράτη μέλη είναι αποκλειστικά υπεύθυνα για την καθορισμό των ελάχιστων απαιτήσεων για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων και των δομικών στοιχείων. Οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να καθοριστούν με σκοπό να επιτευχθεί η βέλτιστη από πλευράς κόστους ισορροπία μεταξύ των συναφών επενδύσεων και των ενεργειακών δαπανών που εξοικονομούνται στη διάρκεια ολόκληρου του κύκλου ζωής του κτιρίου, με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να θεσπίζουν ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακώς αποδοτικότερες από τα βέλτιστα από πλευράς κόστους επίπεδα ενεργειακής απόδοσης. Θα πρέπει να προβλεφθεί η δυνατότητα των κρατών μελών να αναθεωρούν τακτικά τις ελάχιστες απαιτήσεις τους ως προς την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων, συνεκτιμώντας την τεχνική πρόοδο.

(11)

Ο στόχος των επιπέδων ικανοποιητικής σε σχέση με το κόστος ή βέλτιστης σε σχέση με το κόστος ενεργειακής απόδοσης μπορεί να δικαιολογεί σε ορισμένες περιπτώσεις, λ.χ. σε περίπτωση κλιματικών διαφορών, τη θέσπιση, από τα κράτη μέλη, απαιτήσεων ικανοποιητικών σε σχέση με το κόστος ή βέλτιστων σε σχέση με το κόστος ενεργειακής απόδοσης για τα δομικά στοιχεία, οι οποίες στην πράξη θα περιόριζαν την εγκατάσταση δομικών προϊόντων σύμφωνων με τα πρότυπα της νομοθεσίας της Ένωσης, αρκεί οι εν λόγω απαιτήσεις να μην αποτελούν αδικαιολόγητο φραγμό για το εμπόριο.

(12)

Κατά τη θέσπιση απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης για τεχνικά συστήματα κτιρίου τα κράτη μέλη θα πρέπει να χρησιμοποιούν, εφόσον υπάρχουν και είναι κατάλληλα, εναρμονισμένα μέσα, ιδίως μεθόδους δοκιμών και υπολογισμού και κατηγορίες ενεργειακής απόδοσης που έχουν αναπτυχθεί δυνάμει των εκτελεστικών μέτρων της οδηγίας 2009/125/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Οκτωβρίου 2009, για τη θέσπιση πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού όσον αφορά τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα (8) και της οδηγίας 2010/9/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Απριλίου 2010 (9), για την ένδειξη της κατανάλωσης ενέργειας και λοιπών πόρων των οικιακών συσκευών με την επισήμανση και την παροχή ομοιόμορφων πληροφοριών σχετικά με τα προϊόντα, ώστε να εξασφαλίζεται η συνοχή με συναφείς πρωτοβουλίες και να ελαχιστοποιείται κατά το δυνατόν ο δυνητικός κατακερματισμός της αγοράς.

(13)

Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τα άρθρα 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Η έννοια του κινήτρου που χρησιμοποιείται στην παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει επομένως να θεωρηθεί ως αποτελούσα κρατική ενίσχυση.

(14)

Η Επιτροπή πρέπει να θεσπίσει συγκριτικό μεθοδολογικό πλαίσιο για τον υπολογισμό των βέλτιστων από πλευράς κόστους επιπέδων για τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση. Τα κράτη μέλη πρέπει να χρησιμοποιήσουν το εν λόγω πλαίσιο για να συγκρίνουν τα αποτελέσματα με τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση που έχουν τα ίδια θεσπίσει. Εάν διαπιστωθούν σημαντικές ασυμφωνίες, λ.χ. άνω του 15 %, μεταξύ υπολογιζόμενων βέλτιστων από πλευράς κόστους επιπέδων για τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση και ισχυουσών ελάχιστων απαιτήσεων όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να δικαιολογούν τη διαφορά ή να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για τη μείωσή της. Ο εκτιμώμενος οικονομικός κύκλος ζωής ενός κτιρίου ή δομικού στοιχείου θα πρέπει να προσδιορίζεται από τα κράτη μέλη, λαμβανομένων υπόψη των τρεχουσών πρακτικών και της πείρας κατά τον προσδιορισμό του συνήθους οικονομικού κύκλου ζωής. Τα αποτελέσματα της εν λόγω σύγκρισης και τα δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν για την εξαγωγή αυτών των αποτελεσμάτων, πρέπει να κοινοποιούνται τακτικά στην Επιτροπή. Οι εκθέσεις αυτές αναμένεται να επιτρέψουν στην Επιτροπή να αξιολογεί την πρόοδο που σημειώνουν τα κράτη μέλη στην επίτευξη βέλτιστων από πλευράς κόστους επιπέδων για τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση και να υποβάλλει σχετικές εκθέσεις.

(15)

Τα κτίρια έχουν επιπτώσεις στην κατανάλωση ενέργειας μακροπρόθεσμα. Λόγω του μακρού κύκλου ανακαίνισης των υφιστάμενων κτιρίων, τα νέα κτίρια και τα υφιστάμενα κτίρια που υφίστανται ανακαίνιση μεγάλης κλίμακας πρέπει συνεπώς να ικανοποιούν τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση προσαρμοσμένες στο τοπικό κλίμα. Επειδή εν γένει δεν έχουν αξιοποιηθεί πλήρως οι δυνατότητες εφαρμογής εναλλακτικών συστημάτων παροχής ενεργείας πρέπει να εξετασθούν εναλλακτικά συστήματα παροχής ενεργείας για να νέα κτίρια, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους, σύμφωνα με την αρχή ότι κατ’ αρχάς πρέπει να εξασφαλίζεται ότι οι ενεργειακές ανάγκες για θέρμανση και παραγωγής ψύχους μειώνονται σε βέλτιστα από πλευράς κόστους επίπεδα.

(16)

Οι μεγάλης κλίμακας ανακαινίσεις υφιστάμενων κτιρίων, ανεξάρτητα από το μέγεθος, δίνουν ευκαιρία για τη λήψη οικονομικώς συμφερόντων μέτρων για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης. Για λόγους κόστους, θα πρέπει να είναι δυνατό οι ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση να περιορίζονται σε όσα ανακαινισμένα τμήματα συνδέονται περισσότερο με την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να επιλέγουν να ορίσουν την «ανακαίνιση μεγάλης κλίμακας» είτε ως ποσοστό της επιφανείας του κελύφους του κτιρίου είτε με όρους αξίας του κτιρίου. Εάν ένα κράτος μέλος αποφασίσει να ορίσει την «ανακαίνιση μεγάλης κλίμακας» με βάση την αξία του κτιρίου, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν αξίες όπως η αναλογιστική αξία ή η τρέχουσα αξία βάσει του κόστους ανοικοδόμησης, εξαιρουμένης της αξίας του οικοπέδου.

(17)

Απαιτούνται μέτρα για να αυξηθεί ο αριθμός των κτιρίων που όχι μόνον ικανοποιούν τις υφιστάμενες ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση, αλλά επίσης χαρακτηρίζονται από υψηλότερη ενεργειακή απόδοση, με αποτέλεσμα να μειώνονται τόσο η κατανάλωση ενέργειας όσο και οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Για τον σκοπό αυτό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταρτίσουν εθνικά σχέδια αύξησης του αριθμού των κτιρίων με μηδενική σχεδόν κατανάλωση ενέργειας και να γνωστοποιούν τακτικά στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια.

(18)

Θεσπίζονται ή προσαρμόζονται χρηματοδοτικά μέσα και άλλα μέτρα της ΕΕ ώστε να προαχθούν μέτρα ενεργειακής απόδοσης. Τα εν λόγω μέσα περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τον κανονισμό (ΚΕ) αριθ. 1080/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006, για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (10), όπως τροποποιήθηκε προκειμένου να καταστεί δυνατή η αύξηση των επενδύσεων για την ενεργειακή απόδοση των κατοικιών, τη σύμπραξη δημόσιου-ιδιωτικού τομέα για την πρωτοβουλία «Ευρωπαϊκά κτίρια υψηλής ενεργειακής απόδοσης», προκειμένου να προωθηθούν οι πράσινες τεχνολογίες και η ανάπτυξη ενεργειακά αποδοτικών συστημάτων και υλικών στα νέα και ανακαινισμένα κτίρια, την πρωτοβουλία «Ευρωπαϊκά ενεργειακώς αποδοτικά κτίρια» της ΕΚ και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), που αποσκοπεί μεταξύ άλλων στην προώθηση των επενδύσεων για ενεργειακή απόδοση, και το υπό την ηγεσία της ΕΤΕπ «Ταμείο Marguerite»: το ευρωπαϊκό ταμείο για την ενέργεια, την αλλαγή του κλίματος και τις υποδομές με ορίζοντα το 2020· την οδηγία 2009/47/ΕΚ του Συμβουλίου, της 5ης Μαΐου 2009, για την τροποποίηση της οδηγίας 2006/112/ΕΚ όσον αφορά τους μειωμένους συντελεστές φόρου προστιθέμενης αξίας (11)· το μέσο των Διαρθρωτικών Ταμείων και του Ταμείου Συνοχής JEREMIE (Κοινοί ευρωπαϊκοί πόροι για μικροεπιχειρήσεις και μικρομεσαίες επιχειρήσεις)· τη χρηματοδοτική διευκόλυνση για την ενεργειακή απόδοση· το πρόγραμμα-πλαίσιο για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία περιλαμβανομένου του προγράμματος «Ευφυής ενέργεια-Ευρώπη ΙΙ», που εστιάζεται ειδικά στην άρση των φραγμών του εμπορίου όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση και την ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, λ.χ. με το μέσο τεχνικής συνδρομής ELENA (Ευρωπαϊκή τοπική ενεργειακή συνδρομή)· το Σύμφωνο των Δημάρχων· το πρόγραμμα για την επιχειρηματικότητα και την καινοτομία· το πρόγραμμα υποστήριξης της πολιτικής ΤΠΕ για το 2010 και το έβδομο πρόγραμμα-πλαίσιο για την έρευνα. Επιπλέον η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης παρέχει χρηματοδότηση για την προώθηση μέτρων ενεργειακής απόδοσης.

(19)

Τα χρηματοδοτικά μέσα της Ένωσης θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ώστε να υλοποιηθούν στην πράξη οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, χωρίς ωστόσο να υποκαθιστούν τα εθνικά μέτρα. Θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ιδίως για την παροχή κατάλληλων και καινοτόμων μέσων χρηματοδότησης με καταλυτικό αποτέλεσμα στις επενδύσεις σε μέτρα ενεργειακής απόδοσης. Θα μπορούσαν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη εθνικών, περιφερειακών και τοπικών ταμείων, μέσων ή μηχανισμών ενεργειακής απόδοσης, που θα κατανέμουν αυτές τις δυνατότητες χρηματοδότησης μεταξύ ιδιωτών ιδιοκτητών, μικρομεσαίων επιχειρήσεων και εταιρειών υπηρεσιών ενεργειακής απόδοσης.

(20)

Προκειμένου να διαθέτει η Επιτροπή κατάλληλες πληροφορίες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να εκπονήσουν καταλόγους ισχυόντων και προτεινόμενων μέτρων, περιλαμβανομένων των μέτρων οικονομικού χαρακτήρα, εκτός των απαιτούμενων από την παρούσα οδηγία, τα οποία προωθούν τους στόχους της παρούσας οδηγίας. Τα ισχύοντα και προτεινόμενα μέτρα που απαριθμούν τα κράτη μέλη είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν ιδίως μέτρα με στόχο τη μείωση των υφιστάμενων νομικών φραγμών και φραγμών της αγοράς και την ενθάρρυνση των επενδύσεων και/ή άλλων δραστηριοτήτων για την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης των νέων και υφιστάμενων κτιρίων, με δυνητική συμβολή στη μείωση της ενεργειακής φτώχειας. Τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων δωρεάν ή επιδοτούμενη τεχνική συνδρομή και παροχή συμβουλών, άμεσες επιδοτήσεις, επιδοτούμενα δάνεια ή δάνεια με χαμηλό επιτόκιο, συστήματα επιχορηγήσεων και συστήματα εγγύησης δανείων. Οι δημόσιες αρχές και τα άλλα όργανα που προβλέπουν αυτά τα μέτρα οικονομικού χαρακτήρα θα μπορούσαν να συνδέουν την εφαρμογή τους με συγκεκριμένη ενεργειακή απόδοση και με τις συστάσεις των πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης.

(21)

Προκειμένου να περιοριστεί η επιβάρυνση των κρατών μελών λόγω της υποβολής εκθέσεων, πρέπει να καταστεί δυνατή η ενσωμάτωση των εκθέσεων που απαιτούνται στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας στα σχέδια δράσης για την ενεργειακή απόδοση που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 2 της οδηγίας 2006/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006, για την ενεργειακή απόδοση κατά την τελική χρήση και τις ενεργειακές υπηρεσίες (12). Ο δημόσιος τομέας σε κάθε κράτος μέλος πρέπει να πρωτοστατήσει στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων και συνεπώς τα εθνικά σχέδια θα πρέπει να θέτουν πιο φιλόδοξους στόχους για τα κτίρια που στεγάζουν δημόσιες υπηρεσίες.

(22)

Ο μέλλων αγοραστής και ενοικιαστής ενός κτιρίου ή κτιριακής μονάδας θα πρέπει να λαμβάνει, με το πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης, ορθή πληροφόρηση σχετικά με την ενεργειακή απόδοση του κτιρίου και πρακτικές συμβουλές σχετικά με τη βελτίωση της απόδοσης αυτής. Εκστρατείες ενημέρωσης είναι δυνατόν να χρησιμεύσουν στην περαιτέρω ενθάρρυνση των ιδιοκτητών και ενοικιαστών να βελτιώσουν την ενεργειακή απόδοση του κτιρίου ή της κτιριακής μονάδας. Οι ιδιοκτήτες και ενοικιαστές εμπορικών κτιρίων θα πρέπει επίσης να ενθαρρυνθούν να ανταλλάσσουν πληροφορίες σχετικά με την πραγματική κατανάλωση ενέργειας, ώστε να είναι διαθέσιμα όλα τα δεδομένα και να λαμβάνονται τεκμηριωμένες αποφάσεις σχετικά με τις αναγκαίες βελτιώσεις. Το πιστοποιητικό θα πρέπει επίσης να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις πραγματικές επιπτώσεις της θέρμανσης και της ψύξης στις ενεργειακές ανάγκες του κτιρίου, στην κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας και στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από αυτό.

(23)

Οι δημόσιες αρχές θα πρέπει να δίνουν το παράδειγμα και να προσπαθούν να εφαρμόζουν τις συστάσεις που περιέχονται στο πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να περιλαμβάνουν στα εθνικά προγράμματά τους μέτρα στήριξης των δημόσιων αρχών ώστε αυτές να υιοθετούν από τους πρώτους βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης και να εφαρμόζουν τις συστάσεις του πιστοποιητικού ενεργειακής απόδοσης το συντομότερο δυνατόν.

(24)

Τα κτίρια που χρησιμοποιούνται από δημόσιες αρχές και τα κτίρια που επισκέπτεται συχνά το κοινό θα πρέπει να χρησιμεύσουν ως εμφανές παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο λαμβάνονται υπόψη τα περιβαλλοντικά και ενεργειακά ζητήματα, και, κατά συνέπεια, τα εν λόγω κτίρια θα πρέπει να υπόκεινται σε τακτική ενεργειακή πιστοποίηση. Η δημοσιότητα των πληροφοριών σχετικά με την ενεργειακή απόδοση θα πρέπει να βελτιωθεί με επίδειξη των εν λόγω πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης σε περίοπτη θέση, ιδίως σε κτίρια κάποιου μεγέθους που χρησιμοποιούνται από δημόσιες αρχές ή τα οποία επισκέπτεται συχνά το κοινό, όπως καταστήματα και εμπορικά κέντρα, υπεραγορές, εστιατόρια, θέατρα, τράπεζες και ξενοδοχεία.

(25)

Τα τελευταία χρόνια αυξάνεται η εγκατάσταση συσκευών κλιματισμού στις ευρωπαϊκές χώρες. Τούτο προκαλεί σοβαρά προβλήματα σε ώρες αιχμής φορτίου, με συνέπεια την αύξηση του κόστους του ηλεκτρικού ρεύματος και τη διατάραξη της ενεργειακής ισορροπίας. Θα πρέπει να δίνεται προτεραιότητα σε στρατηγικές που ενισχύουν τις θερμικές επιδόσεις των κτιρίων κατά τη θερινή περίοδο. Προς τον σκοπό αυτό απαιτείται επικέντρωση σε μέτρα για την αποφυγή της υπερθέρμανσης, όπως η σκίαση και η επαρκής θερμική ικανότητα στη δομή του κτιρίου, καθώς και στην περαιτέρω ανάπτυξη και εφαρμογή τεχνικών παθητικής ψύξης, ιδίως εκείνων που βελτιώνουν τις εσωτερικές κλιματικές συνθήκες και το μικροκλίμα γύρω από τα κτίρια.

(26)

Η τακτική συντήρηση και επιθεώρηση των συστημάτων θέρμανσης και κλιματισμού από προσωπικό με κατάλληλα προσόντα συμβάλλει στη διατήρηση της σωστής τους ρύθμισης σύμφωνα με τις προδιαγραφές του προϊόντος και διασφαλίζει τη βέλτιστη απόδοση από πλευράς περιβάλλοντος, ασφάλειας και ενέργειας. Η αξιολόγηση ολόκληρου του συστήματος θέρμανσης και κλιματισμού από ανεξάρτητο φορέα θα πρέπει να πραγματοποιείται σε τακτά χρονικά διαστήματα κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής του, ιδίως πριν από την αντικατάσταση ή την αναβάθμισή τους. Προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί η διοικητική επιβάρυνση των ιδιοκτητών και ενοικιαστών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προσπαθούν να συνδυάζουν κατά το δυνατόν επιθεωρήσεις και πιστοποιήσεις.

(27)

Η κοινή προσέγγιση της πιστοποίησης της ενεργειακής απόδοσης κτιρίων και της επιθεώρησης των συστημάτων θέρμανσης και κλιματισμού, που εκτελείται από εξειδικευμένους ή και διαπιστευμένους εμπειρογνώμονες, των οποίων η ανεξαρτησία πρέπει να εξασφαλίζεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, θα συμβάλλει στη δημιουργία ισότιμων όρων σε ό,τι αφορά τις προσπάθειες που καταβάλλονται στα κράτη μέλη για εξοικονόμηση ενέργειας στον κτιριακό τομέα και θα εισάγει διαφάνεια για τους υποψήφιους ιδιοκτήτες ή χρήστες αναφορικά με τις ενεργειακή απόδοση στην ενωσιακή αγορά ακινήτων. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ποιότητα των πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης και των επιθεωρήσεων των συστημάτων θέρμανσης και κλιματισμού σε ολόκληρη την Ένωση, θα πρέπει να θεσπιστεί σε κάθε κράτος μέλος ανεξάρτητος μηχανισμός ελέγχου.

(28)

Δεδομένου ότι οι τοπικές και περιφερειακές αρχές έχουν ζωτική σημασία για την επιτυχή εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να ζητείται η γνώμη τους και να επιδιώκεται η συμμετοχή τους, όπως και όταν ενδείκνυται σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία, ως προς θέματα χωροταξίας, την ανάπτυξη προγραμμάτων παροχής πληροφοριών, κατάρτισης και ευαισθητοποίησης και την εφαρμογή της οδηγίας σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο. Οι σχετικές διαβουλεύσεις ενδέχεται να χρησιμεύουν επίσης για την προώθηση της παροχής κατάλληλης καθοδήγησης στους τοπικούς υπευθύνους χωροταξίας και επιθεωρητές πολεοδομίας κατά την εκτέλεση των απαιτούμενων καθηκόντων. Επιπλέον τα κράτη μέλη θα πρέπει να διευκολύνουν και να ενθαρρύνουν τους αρχιτέκτονες και υπευθύνους χωροταξίας να εξετάζουν δεόντως τον βέλτιστο συνδυασμό βελτιώσεων από άποψη ενεργειακής απόδοσης, χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και χρήσης τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης κατά τον χωροταξικό σχεδιασμό, τον σχεδιασμό κτιρίων, την οικοδόμηση και ανακαίνιση βιομηχανικών ζωνών ή ζωνών κατοικίας.

(29)

Οι εγκαταστάτες και οι οικοδόμοι παίζουν βασικό ρόλο στην επιτυχή εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Κατά συνέπεια θα πρέπει επαρκής αριθμός εγκαταστατών και κτιστών να διαθέτει, μέσω καταρτίσεως και άλλων μέτρων, τις κατάλληλες δεξιότητες για την εγκατάσταση και ενσωμάτωση της απαιτούμενης ενεργειακά αποδοτικής τεχνολογίας και τεχνολογίας ανανεώσιμης ενέργειας.

(30)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους την οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (13) όσον αφορά την αμοιβαία αναγνώριση των επαγγελματικών εμπειρογνωμόνων τους οποίους αφορά η παρούσα οδηγία και η Επιτροπή θα πρέπει να συνεχίσει τις δραστηριότητές της στο πλαίσιο του προγράμματος «Ευφυής ενέργεια-Ευρώπη» όσον αφορά τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις για τα πρότυπα κατάρτισης των προκειμένων επαγγελματιών.

(31)

Για να ενισχυθεί στην αγορά της Ένωσης η διαφάνεια των ενεργειακών επιδόσεων των ακινήτων που δεν προορίζονται για κατοικίες, θα πρέπει να θεσπισθούν ομοιόμορφες προϋποθέσεις για την εθελοντική κοινή πιστοποίηση των ενεργειακών επιδόσεων των κτηρίων αυτών. Δυνάμει του άρθρου 291 ΣΛΕΕ, οι κανόνες και οι γενικές αρχές που αφορούν τους μηχανισμούς με τους οποίους τα κράτη μέλη ελέγχουν την άσκηση των εκτελεστικών εξουσιών από την Επιτροπή θεσπίζονται εκ των προτέρων με κανονισμό που εκδίδεται σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία. Εν αναμονή της έκδοσης του εν λόγω νέου κανονισμού, εξακολουθεί να εφαρμόζεται η απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (14), εξαιρουμένης της κανονιστικής διαδικασίας με έλεγχο, η οποία δεν εφαρμόζεται.

(32)

Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εγκρίνει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για την προσαρμογή στην τεχνική πρόοδο ορισμένων τμημάτων του γενικού πλαισίου που καθορίζεται στο παράρτημα I, και για τον καθορισμό μεθοδολογικού πλαισίου υπολογισμού των βέλτιστων από πλευράς κόστους επιπέδων των ελάχιστων απαιτήσεων ενεργειακών επιδόσεων. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διαβουλεύεται αρμοδίως η Επιτροπή κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες, και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων.

(33)

Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη λόγω της πολυπλοκότητας του κτιριακού τομέα και της αδυναμίας των εθνικών αγορών κατοικίας να ανταποκριθούν επαρκώς στις προκλήσεις βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, και μπορεί, συνεπώς, λόγω των διαστάσεων και των συνεπειών των μέτρων, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ίδιου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(34)

Η υποχρέωση μεταφοράς της παρούσας οδηγίας στο εθνικό δίκαιο πρέπει να περιοριστεί στις διατάξεις που συνιστούν τροποποιήσεις ουσίας σε σχέση με την οδηγία 2002/91/ΕΚ. Η υποχρέωση μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων που δεν τροποποιούνται απορρέει από την εν λόγω οδηγία.

(35)

Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής της οδηγίας 2002/91/ΕΚ.

(36)

Σύμφωνα με το σημείο 34 της διοργανικής συμφωνίας για τη βελτίωση της νομοθεσίας (15), τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να καταρτίζουν, προς ιδία χρήση και προς όφελος της Ένωσης, τους δικούς τους πίνακες, οι οποίο αποτυπώνουν, στο μέτρο του δυνατού, την αντιστοιχία της παρούσας οδηγίας με τα μέτρα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο, και να τους δημοσιοποιούν,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο

1.   Η παρούσα οδηγία προωθεί τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων εντός της Ένωσης λαμβάνοντας υπόψη τις εξωτερικές κλιματικές και τις τοπικές συνθήκες, καθώς και τις κλιματικές απαιτήσεις των εσωτερικών χώρων και τη σχέση κόστους/ οφέλους.

2.   Η παρούσα οδηγία θεσπίζει απαιτήσεις που αφορούν:

α)

το κοινό γενικό πλαίσιο για μια μεθοδολογία υπολογισμού της συνολικής ενεργειακής απόδοσης κτιρίων και κτιριακών μονάδων,

β)

την εφαρμογή ελάχιστων απαιτήσεων για την ενεργειακή απόδοση των νέων κτιρίων και νέων κτιριακών μονάδων·

γ)

την εφαρμογή ελαχίστων απαιτήσεων για την ενεργειακή απόδοση:

i)

υφισταμένων κτιρίων, κτιριακών μονάδων και κτιριακών στοιχείων τα οποία υποβάλλονται σε μεγάλης κλίμακας ανακαίνιση,

ii)

δομικών στοιχείων που αποτελούν, τμήμα του κελύφους του κτιρίου και έχουν σημαντικό αντίκτυπο στις ενεργειακή απόδοση του κελύφους, όταν τοποθετούνται εκ των υστέρων ή αντικαθίστανται, και

iii)

τεχνικών συστημάτων κτιρίων, σε περίπτωση εγκατάστασης νέου, αντικατάστασης ή αναβάθμισης,

δ)

τα εθνικά σχέδια αύξησης του αριθμού των κτιρίων με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας

ε)

την ενεργειακή πιστοποίηση κτιρίων ή κτιριακών μονάδων

στ)

την τακτική επιθεώρηση των συστημάτων θέρμανσης και κλιματισμού κτιρίων, και·

ζ)

τα ανεξάρτητα συστήματα ελέγχου για τα πιστοποιητικά ενεργειακών επιδόσεων και τις εκθέσεις επιθεώρησης.

3.   Οι απαιτήσεις της παρούσας οδηγίας αποτελούν ελάχιστες απαιτήσεις και δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν αυστηρότερα μέτρα. Ανάλογα μέτρα επιβάλλεται να συνάδουν προς τη συνθήκη. Κοινοποιούνται στην Επιτροπή.

Άρθρο 2

Ορισμοί

Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:

1.   «κτίριο»: στεγασμένη κατασκευή με τοίχους για την οποία χρησιμοποιείται ενέργεια προς ρύθμιση των κλιματικών συνθηκών εσωτερικού χώρου,

2.   «κτίριο με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας»: κτίριο με πολύ υψηλή ενεργειακή απόδοση, προσδιοριζόμενη σύμφωνα με το παράρτημα Ι. Η σχεδόν μηδενική ή πολύ χαμηλή ποσότητα ενέργειας που απαιτείται θα πρέπει να συνίσταται σε πολύ μεγάλο βαθμό σε ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές, περιλαμβανομένης της παραγομένης επιτόπου ή πλησίον του κτιρίου,

3.   «τεχνικό σύστημα κτιρίου»: τεχνικός εξοπλισμός για θέρμανση, ψύξη, αερισμό, παραγωγή ζεστού νερού, φωτισμό ή για συνδυασμό τους, ενός κτιρίου ή μιας κτιριακής μονάδας,

4.   «ενεργειακή απόδοση κτιρίου»: η υπολογισθείσα ή μετρούμενη ποσότητα ενέργειας που χρειάζεται για να ικανοποιηθεί η ενεργειακή ζήτηση που συνδέεται με την τυπική χρήση του κτιρίου, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την ενέργεια που χρησιμοποιείται για θέρμανση, ψύξη, εξαερισμό, παραγωγή ζεστού νερού, και φωτισμό,

5.   «πρωτογενής ενέργεια»: η ενέργεια από ανανεώσιμες και μη ανανεώσιμες πηγές που δεν έχει υποστεί μετατροπή ή μετασχηματισμό,

6.   «ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές»: ενέργεια από ανανεώσιμες μη ορυκτές πηγές, δηλ. αιολική, ηλιακή, αεροθερμική, γεωθερμική, υδροθερμική ενέργεια και ενέργεια από τον ωκεανό, υδροηλεκτρική, από βιομάζα, από τα εκλυόμενα στους χώρους υγειονομικής ταφής αέρια, από τα αέρια που παράγονται σε μονάδες επεξεργασίας λυμάτων και από τα βιοαέρια,

7.   «κέλυφος κτιρίου»: τα ενσωματωμένα στοιχεία ενός κτιρίου που διαχωρίζουν το εσωτερικό του από το εξωτερικό περιβάλλον,

8.   «κτιριακή μονάδα»: τμήμα, όροφος ή διαμέρισμα εντός κτιρίου, που έχει σχεδιασθεί ή υποστεί μετατροπή ώστε να χρησιμοποιείται χωριστά,

9.   «δομικό στοιχείο»: τεχνικό σύστημα κτιρίου ή στοιχείο του κελύφους του κτιρίου,

10.   «ανακαίνιση μεγάλης κλίμακας»: η ανακαίνιση κτιρίου κατά την οποία

Τα κράτη μέλη μπορούν να επιλέγουν μεταξύ του στοιχείου α) ή του στοιχείου β).

11.   «ευρωπαϊκό πρότυπο»: πρότυπο που εκδίδεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN), την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ηλεκτροτεχνικής Τυποποίησης (CENELEC) ή το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τυποποίησης στον τομέα των Τηλεπικοινωνιών (ETSI) και διατίθεται προς δημόσια χρήση,

12.   «πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης»: πιστοποιητικό ανεγνωρισμένο από κράτος μέλος ή νομικό πρόσωπο ορισθέν από αυτό, το οποίο αναφέρει την ενεργειακή απόδοση ενός κτιρίου ή κτιριακής μονάδας, η οποία υπολογίζεται βάσει μεθοδολογίας που εγκρίνεται σύμφωνα με το άρθρο 3,

13.   «συμπαραγωγή»: η ταυτόχρονη, στο πλαίσιο μιας διεργασίας, παραγωγή θερμικής ενέργειας και ηλεκτρικής ή/και μηχανικής ενέργειας,

14.   «βέλτιστο από πλευράς κόστους επίπεδο»: το επίπεδο ενεργειακής απόδοσης που έχει ως αποτέλεσμα το χαμηλότερο κόστος κατά την εκτιμώμενη διάρκεια του οικονομικού κύκλου ζωής, όπου:

Το βέλτιστο από πλευράς κόστους επίπεδο πρέπει να ευρίσκεται εντός του φάσματος επιπέδων απόδοσης όπου η ανάλυση της σχέσης κόστους-οφέλους για ολόκληρο τον εκτιμώμενο οικονομικό κύκλο ζωής είναι θετική,

15.   «σύστημα κλιματισμού»: ο συνδυασμός των στοιχείων που απαιτούνται για την επεξεργασία του αέρα εσωτερικού χώρου, μέσω του οποίου η θερμοκρασία ελέγχεται ή μπορεί να μειωθεί,

16.   «λέβητας»: το κοινό συγκρότημα λέβητα καυστήρα, που είναι σχεδιασμένο να μεταδίδει σε υγρά τη θερμότητα που παράγεται από την καύση,

17.   «ονομαστική ισχύς εξόδου»: η μέγιστη θερμική ισχύς εκφραζόμενη σε kW την οποία αναφέρει και εγγυάται ο κατασκευαστής ως παρεχόμενη κατά τη συνεχή λειτουργία με ταυτόχρονη τήρηση της ωφέλιμης απόδοσης που προσδιορίζεται από τον κατασκευαστή,

18.   «αντλία θερμότητας»: μηχάνημα, συσκευή ή εγκατάσταση που μεταφέρει θερμότητα από φυσικό περιβάλλον όπως ο αέρας, το νερό ή το έδαφος σε κτίρια ή βιομηχανικές εφαρμογές με την αναστροφή της φυσικής ροής της θερμότητας, κατά τρόπο ώστε να ρέει από χαμηλότερη σε υψηλότερη θερμοκρασία· για τις αναστρέψιμες αντλίες θερμότητας, μπορεί επίσης να μεταφέρει θερμότητα από το κτίριο στο φυσικό περιβάλλον,

19.   «τηλεθέρμανση» ή «τηλεψύξη»: η διανομή θερμικής ενέργειας με τη μορφή ατμού, ζεστού νερού ή ψυχρών υγρών, από ένα κεντρικό σημείο παραγωγής μέσω δικτύου σε πολλαπλά κτίρια ή θέσεις, για την κάλυψη θερμικών ή ψυκτικών αναγκών χώρων ή διεργασιών.

Άρθρο 3

Θέσπιση μεθοδολογίας υπολογισμού ενεργειακής απόδοσης κτιρίων

Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν μεθοδολογία υπολογισμού της ενεργειακής απόδοσης κτιρίων βάσει του κοινού γενικού πλαισίου το οποίο παρατίθεται στο παράρτημα Ι.

Η μεθοδολογία αυτή θεσπίζεται σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο.

Άρθρο 4

Καθορισμός των ελάχιστων απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να καθοριστούν ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης για κτίρια ή κτιριακές μονάδες, με στόχο να επιτευχθούν βέλτιστα από πλευράς κόστους επίπεδα. Η ενεργειακή απόδοση υπολογίζονται σύμφωνα με τη μεθοδολογία που αναφέρεται στο άρθρο 3. Ο υπολογισμός των βέλτιστων από πλευράς κόστους επιπέδων διενεργείται σύμφωνα με το συγκριτικό μεθοδολογικό πλαίσιο που αναφέρεται στο άρθρο 5, μόλις το πλαίσιο δημιουργηθεί.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλισθεί η θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης για τα δομικά στοιχεία που αποτελούν τμήμα του κελύφους του κτιρίου και έχουν σημαντικό αντίκτυπο στις ενεργειακή απόδοση του κελύφους, όταν τοποθετούνται εκ των υστέρων ή αντικαθίστανται, με στόχο την επίτευξη βέλτιστων από πλευράς κόστους επιπέδων.

Κατά τον καθορισμό των απαιτήσεων, τα κράτη μέλη δύνανται να κάνουν διάκριση μεταξύ νέων και υφισταμένων κτιρίων και μεταξύ διάφορων κατηγοριών κτιρίων.

Στις εν λόγω απαιτήσεις πρέπει να συνεκτιμώνται γενικές απαιτήσεις κλιματικών συνθηκών εσωτερικού χώρου, ώστε να αποφεύγονται ενδεχόμενες αρνητικές επιδράσεις όπως ο ανεπαρκής αερισμός, καθώς και οι τοπικές συνθήκες, η προβλεπόμενη χρήση και η ηλικία του κτιρίου.

Ένα κράτος μέλος δεν υποχρεούται να θεσπίσει ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης που δεν είναι οικονομικά αποδοτικές για τον εκτιμώμενο οικονομικό κύκλο ζωής.

Οι απαιτήσεις αυτές αναθεωρούνται σε τακτά διαστήματα τα οποία δεν υπερβαίνουν τα πέντε έτη και, εάν χρειαστεί, επικαιροποιούνται προκειμένου να αντικατοπτρίζουν την τεχνική πρόοδο στον κτιριακό τομέα.

2.   Τα κράτη μέλη δύνανται να μην καθορίσουν ή να μην εφαρμόσουν τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 για τις εξής κατηγορίες κτιρίων:

α)

κτίρια επισήμως προστατευόμενα ως μέρος συγκεκριμένου περιβάλλοντος ή λόγω της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής ή ιστορικής τους αξίας, στο βαθμό που η συμμόρφωση προς ορισμένες ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης θα αλλοίωνε απαράδεκτα το χαρακτήρα ή την εμφάνισή τους·

β)

κτίρια χρησιμοποιούμενα ως χώροι λατρείας ή για θρησκευτικές δραστηριότητες·

γ)

προσωρινά κτίρια με διάρκεια χρήσης το πολύ δύο ετών, βιομηχανικές εγκαταστάσεις, εργαστήρια, αγροτικά κτίρια πλην κατοικιών με χαμηλές ενεργειακές απαιτήσεις και αγροτικά κτίρια πλην κατοικιών τα οποία χρησιμοποιούνται από τομέα καλυπτόμενο από εθνική τομεακή συμφωνία για τις ενεργειακή απόδοση·

δ)

κτίρια κατοικίας τα οποία προβλέπεται να χρησιμοποιούνται είτε λιγότερο από τέσσερις μήνες το χρόνο είτε εναλλακτικά, για περιορισμένο χρονικό διάστημα κάθε χρόνο και με αναμενόμενη ενεργειακή κατανάλωση μικρότερη από το 25 % εκείνης που θα προέκυπτε από χρήση καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου,

ε)

μεμονωμένα κτίρια με συνολική ωφέλιμη επιφάνεια μικρότερη από 50 m2.

Άρθρο 5

Υπολογισμός των βέλτιστων από πλευράς κόστους επιπέδων των ελάχιστων απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης

1.   Η Επιτροπή θεσπίζει μέσω πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με τα άρθρα 23, 24 και 25 μέχρι τις30 Ιουνίου 2011 συγκριτικό μεθοδολογικό πλαίσιο για τον υπολογισμό των βέλτιστων από πλευράς κόστους επιπέδων για τις ελάχιστες απαιτήσεις όσον αφορά τις ενεργειακή απόδοση κτιρίων ή κτιριακών μονάδων.

Το συγκριτικό μεθοδολογικό πλαίσιο θεσπίζεται σύμφωνα με το παράρτημα III και πραγματοποιεί διάκριση μεταξύ νέων και υφιστάμενων κτιρίων και μεταξύ διαφόρων κατηγοριών κτιρίων.

2.   Τα κράτη μέλη υπολογίζουν τα βέλτιστα από πλευράς κόστους επίπεδα για τις ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης χρησιμοποιώντας το συγκριτικό μεθοδολογικό πλαίσιο που θεσπίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 και συναφείς παραμέτρους, όπως οι κλιματικές συνθήκες, και το κατά πόσον είναι προσιτές στην πράξη οι ενεργειακές υποδομές και συγκρίνουν τα αποτελέσματα του εν λόγω υπολογισμού με τις ισχύουσες ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης.

Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή όλα τα δεδομένα υπολογισμού και τις παραδοχές που χρησιμοποίησαν για τους υπολογισμούς αυτούς, καθώς και τα αποτελέσματα αυτών των υπολογισμών. Η σχετική έκθεση μπορεί να συμπεριληφθεί στα σχέδια δράσης για την ενεργειακή απόδοση που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 2 της οδηγίας 2006/32/ΕΚ. Τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή τις σχετικές εκθέσεις ανά τακτικά χρονικά διαστήματα, που δεν υπερβαίνουν την πενταετία. Η πρώτη έκθεση υποβάλλεται μέχρι τις 30 Ιουνίου 2012.

3.   Αν το αποτέλεσμα της σύγκρισης που γίνεται κατά την παράγραφο 2 δείξει ότι οι ισχύουσες ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης είναι σημαντικά χαμηλότερες από πλευράς ενεργειακής απόδοσης σε σχέση με τα βέλτιστα από πλευράς κόστους επίπεδα ελαχίστων απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης, το οικείο κράτος μέλος δικαιολογεί τη διαφορά γραπτώς στην Επιτροπή με την έκθεση της παραγράφου 2, η οποία συνοδεύεται, αν η διαφορά είναι αδικαιολόγητη, από ένα σχέδιο που αναφέρει τα κατάλληλα μέτρα που μπορούν να μειώσουν σημαντικά τη διαφορά μέχρι την επόμενη επανεξέταση των απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης, ως αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1.

4.   Η Επιτροπή δημοσιεύει έκθεση σχετικά με την πρόοδο που σημειώνουν τα κράτη μέλη όσον αφορά την επίτευξη των βέλτιστων από πλευράς κόστους επιπέδων για τις ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης.

Άρθρο 6

Νέα κτίρια

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα νέα κτίρια να πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4.

Για τα νέα κτίρια τα κράτη μέλη διασφαλίζουν πριν από την έναρξη της κατασκευής ότι έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη η τεχνική, περιβαλλοντική και οικονομική σκοπιμότητα εγκατάστασης εναλλακτικών συστημάτων υψηλής απόδοσης όπως τα απαριθμούμενα κατωτέρω, εφόσον είναι διαθέσιμα:

α)

αποκεντρωμένα συστήματα παροχής ενέργειας που βασίζονται σε ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές·

β)

συστήματα συμπαραγωγής·

γ)

συστήματα τηλεθέρμανσης ή τηλεψύξης ή συστήματα θέρμανσης/ ψύξης σε κλίμακα οικοδομικού τετραγώνου, ιδίως όταν βασίζονται πλήρως ή εν μέρει σε ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές·

δ)

αντλίες θερμότητας.

2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η ανάλυση των εναλλακτικών συστημάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 τεκμηριώνεται και είναι διαθέσιμη προς έλεγχο.

3.   Αυτή η ανάλυση των εναλλακτικών συστημάτων μπορεί να διενεργείται για μεμονωμένα κτίρια ή για ομάδες παρόμοιων κτιρίων ή για κοινούς τύπους κτιρίων στην ίδια ζώνη. Όσον αφορά τα συλλογικά συστήματα θέρμανσης και ψύξης, η ανάλυση μπορεί να διενεργείται για όλα τα κτίρια που συνδέονται με το σύστημα στην ίδια ζώνη.

Άρθρο 7

Υφιστάμενα κτίρια

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλισθεί ότι, όταν τα κτίρια υφίστανται ανακαίνιση μεγάλης κλίμακας, η ενεργειακή απόδοση του κτιρίου ή του ανακαινιζομένου τμήματος του αναβαθμίζονται ώστε να πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης, που έχουν θεσπισθεί σύμφωνα με το άρθρο 4 στο βαθμό που αυτό είναι τεχνικά, λειτουργικά και οικονομικά εφικτό.

Οι απαιτήσεις αυτές εφαρμόζονται στο σύνολο του ανακαινισμένου κτιρίου ή της ανακαινισμένης κτιριακής μονάδας. Επιπροσθέτως ή εναλλακτικά είναι δυνατόν να εφαρμόζονται απαιτήσεις σε ανακαινισμένα δομικά στοιχεία.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν επιπλέον τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλισθεί ότι στην περίπτωση δομικού στοιχείου που αποτελεί τμήμα του κελύφους του κτιρίου και έχει σημαντικό αντίκτυπο στις ενεργειακή απόδοση του κελύφους, όταν τοποθετείται εκ των υστέρων ή αντικαθίσταται, η ενεργειακή απόδοση του δομικού στοιχείου πληροί τις ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης στον βαθμό που αυτό είναι τεχνικά, λειτουργικά και οικονομικά εφικτό.

Τα κράτη μέλη καθορίζουν τις εν λόγω ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης σύμφωνα με το άρθρο 4.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν, όσον αφορά τα κτίρια που υφίστανται ανακαίνιση μεγάλης κλίμακας, ώστε να μελετώνται και να λαμβάνονται υπόψη εναλλακτικά συστήματα υψηλής απόδοσης, όπως αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, στο βαθμό που αυτό είναι τεχνικά, λειτουργικά και οικονομικά εφικτό.

Άρθρο 8

Τεχνικά συστήματα κτιρίων

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν, προκειμένου να βελτιστοποιηθεί η ενεργειακή χρήση των τεχνικών συστημάτων κτιρίων, συστημικές απαιτήσεις όσον αφορά τη συνολική ενεργειακή απόδοση, την ορθή εγκατάσταση και τη σωστή διαστασιολόγηση, ρύθμιση και έλεγχο των τεχνικών συστημάτων κτιρίων που εγκαθίστανται σε υφιστάμενα κτίρια. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να εφαρμόζουν αυτές τις απαιτήσεις όσον αφορά τα συστήματα και σε νέα κτίρια.

Οι απαιτήσεις όσον αφορά τα συστήματα καθορίζονται για νέα, τεχνικά συστήματα κτιρίων ή συστήματα με τα οποία αντικαθίστανται ή αναβαθμίζονται τα υφιστάμενα και εφαρμόζονται στο βαθμό που αυτό είναι τεχνικά, λειτουργικά και οικονομικά εφικτό.

Οι απαιτήσεις όσον αφορά τα συστήματα καλύπτουν τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

συστήματα θέρμανσης·

β)

συστήματα παραγωγής ζεστού νερού·

γ)

συστήματα κλιματισμού·

δ)

συστήματα εξαερισμού μεγάλης κλίμακας·

ή συνδυασμό τους.

2.   Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν την εισαγωγή ευφυών συστημάτων μέτρησης όταν κατασκευάζεται ένα κτίριο ή υφίσταται ανακαίνιση μεγάλης κλίμακας, μεριμνώντας ταυτοχρόνως ώστε η ενθάρρυνση αυτή να είναι σύμφωνη με το σημείο 2 του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενεργείας (16). Τα κράτη μέλη μπορούν επιπλέον να ενθαρρύνουν, κατά περίπτωση, την εγκατάσταση ενεργών συστημάτων ελέγχου, λ.χ. αυτοματοποιημένων συστημάτων ή συστημάτων ελέγχου και παρακολούθησης με στόχο την εξοικονόμηση ενέργειας.

Άρθρο 9

Κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε:

α)

έως τις 31 Δεκεμβρίου 2020 όλα τα νέα κτίρια να αποτελούν κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας και

β)

μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2018 τα νέα κτίρια που στεγάζουν δημόσιες αρχές ή είναι ιδιοκτησίας τους, αποτελούν κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας.

Τα κράτη μέλη καταρτίζουν εθνικά σχέδια αύξησης του αριθμού των κτιρίων με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας. Αυτά τα εθνικά σχέδια είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν στόχους διαφοροποιημένους ανάλογα με την κατηγορία του κτιρίου.

2.   Τα κράτη μέλη, ακολουθώντας το παράδειγμα του δημόσιου τομέα, αναπτύσσουν επίσης πολιτικές και λαμβάνουν μέτρα, θέτοντας, λ.χ., στόχους για την ενθάρρυνση της μετατροπής κτιρίων σε κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας, και ενημερώνουν σχετικά την Επιτροπή με τα εθνικά τους σχέδια που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.   Το εθνικά σχέδια περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων τα εξής στοιχεία:

α)

λεπτομέρειες όσον αφορά την πρακτική εφαρμογή του ορισμού των κτιρίων με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας από τα κράτη μέλη, που απηχεί τις εθνικές, περιφερειακές ή τοπικές συνθήκες, περιλαμβανομένου αριθμητικού δείκτη της χρήσης πρωτογενούς ενέργειας σε kWh/m2 κατ’ έτος. Οι παράγοντες πρωτογενούς ενέργειας που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό της χρήσης πρωτογενούς ενέργειας είναι δυνατόν να βασίζονται σε εθνικές ή περιφερειακές ετήσιες μέσες τιμές και να λαμβάνουν υπόψη τα σχετικά ευρωπαϊκά πρότυπα·

β)

τους ενδιάμεσους στόχους για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των νέων κτιρίων έως το 2015, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της εφαρμογής της παραγράφου 1·

γ)

πληροφορίες σχετικά με τις πολιτικές και τα οικονομικά ή άλλα μέτρα που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο των παραγράφων 1 και 2 για την προώθηση των κτιρίων με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας, περιλαμβανομένων λεπτομερειών όσον αφορά τις εθνικές απαιτήσεις και μέτρα για τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στα νέα κτίρια και τα υφιστάμενα κτίρια που υφίστανται ανακαίνιση μεγάλης κλίμακας στο πλαίσιο του άρθρου 13 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/28/ΕΚ και των άρθρων 6 και 7 της παρούσας οδηγίας.

4.   Η Επιτροπή αξιολογεί τα εθνικά σχέδια που αναφέρονται στην παράγραφο 1, ιδίως δε την επάρκεια των μέτρων που εξετάζουν τα κράτη μέλη σε σχέση με τους στόχους της παρούσας οδηγίας. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη της την αρχή της επικουρικότητας, μπορεί να ζητεί περαιτέρω ειδικές πληροφορίες όσον αφορά τις απαιτήσεις που τίθενται στις παραγράφους 1, 2 και 3. Στην περίπτωση αυτή το οικείο κράτος μέλος υποβάλλει τις ζητούμενες πληροφορίες ή προτείνει τροποποιήσεις εντός εννέα μηνών από την υποβολή του αιτήματος της Επιτροπής. Μετά την αξιολόγηση αυτή η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει σχετική σύσταση.

5.   Η Επιτροπή, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012 και εν συνεχεία ανά τριετία, δημοσιεύει έκθεση σχετικά με την πρόοδο που σημειώνουν τα κράτη μέλη στην αύξηση του αριθμού των κτιρίων με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας. Με βάση την εν λόγω έκθεση, η Επιτροπή καταρτίζει σχέδιο δράσης και εάν απαιτείται προτείνει μέτρα για την αύξηση του αριθμού των κτιρίων αυτών, ενθαρρύνει δε τις βέλτιστες πρακτικές όσον αφορά την αποδοτική σε σχέση με το κόστος μετατροπή υφιστάμενων κτιρίων σε κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας.

6.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην εφαρμόσουν τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 στοιχεία α) και β) σε ειδικές και δικαιολογημένες περιπτώσεις κατά τις οποίες η ανάλυση της σχέσης κόστους-οφέλους για τον οικονομικό κύκλο ζωής του συγκεκριμένου κτιρίου έχει αρνητικό αποτέλεσμα. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις αρχές των σχετικών νομοθετικών καθεστώτων.

Άρθρο 10

Χρηματοδοτικά κίνητρα και φραγμοί στο εμπόριο

1.   Τα κράτη μέλη, αναγνωρίζοντας τη σημασία της παροχής κατάλληλων χρηματοδοτικών και άλλων μέσων με καταλυτικό αποτέλεσμα στις ενεργειακή απόδοση των κτιρίων και στη μετάβαση σε κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας, εξασφαλίζουν δεόντως την εξέταση των πλέον ενδεδειγμένων μέσων του τύπου αυτού ανάλογα με τις εθνικές περιστάσεις.

2.   Τα κράτη μέλη καταρτίζουν έως τις 30 Ιουνίου 2011 κατάλογο των υφιστάμενων και κατά περίπτωση των προτεινόμενων μέτρων και μέσων, περιλαμβανομένων των χρηματοδοτικών, εκτός των απαιτούμενων βάσει της παρούσας οδηγίας, προς προώθηση των στόχων της παρούσας οδηγίας.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν τον κατάλογο αυτό ανά τριετία. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τους σχετικούς καταλόγους στην Επιτροπή, ενδεχομένως μέσω των σχεδίων δράσης ενεργειακής απόδοσης που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 2 της οδηγίας 2006/32/ΕΚ.

3.   Η Επιτροπή εξετάζει την αποτελεσματικότητα των απαριθμούμενων υφιστάμενων και προτεινόμενων μέσων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 καθώς και των συναφών ενωσιακών μέσων όσον αφορά τη στήριξη της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. Με βάση την εξέταση αυτή και λαμβανομένης δεόντως υπόψη της αρχής της επικουρικότητας, η Επιτροπή μπορεί να παρέχει συμβουλές ή συστάσεις για τα ειδικά εθνικά συστήματα και συντονισμό με τους ενωσιακούς και διεθνείς χρηματοδοτικούς οργανισμούς. Η Επιτροπή μπορεί να ενσωματώνει την εξέταση και τις ενδεχόμενες συμβουλές ή συστάσεις στην έκθεσή της σχετικά με τα εθνικά σχέδια ενεργειακής απόδοσης που αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφο 5 της οδηγίας 2006/32/ΕΚ.

4.   Η Επιτροπή, κατά περίπτωση, παρέχει συνδρομή στα κράτη μέλη, κατ’ αίτησή τους, κατά την εκπόνηση εθνικών ή περιφερειακών προγραμμάτων χρηματοδοτικής στήριξης για την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, ιδίως όσων υφίστανται ήδη, με τη διευκόλυνση της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών μεταξύ των αρμόδιων εθνικών ή περιφερειακών αρχών ή οργανισμών.

5.   Προκειμένου να βελτιωθεί η χρηματοδοτική στήριξη της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας και να ληφθεί δεόντως υπόψη η αρχή της επικουρικότητας, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά προτίμηση έως το 2011, μια ανάλυση ιδίως όσον αφορά:

α)

την αποτελεσματικότητα, την καταλληλότητα του επιπέδου και το ποσό που χρησιμοποιήθηκε πράγματι στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων και των προγραμμάτων-πλαισίων για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, ιδίως δε των κατοικιών,

β)

την αποτελεσματικότητα της χρήσης των κεφαλαίων της ΕΤΕπ και άλλων δημόσιων χρηματοδοτικών οργανισμών,

γ)

τον συντονισμό της ενωσιακής και εθνικής χρηματοδότησης και άλλων μορφών στήριξης που είναι δυνατόν να αποτελέσουν μοχλό για την τόνωση των επενδύσεων σε ενεργειακή απόδοση και την επάρκεια των σχετικών κεφαλαίων προς εκπλήρωση των στόχων της Ένωσης.

Με βάση την ανάλυση αυτή και σύμφωνα με το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο, η Επιτροπή μπορεί εν συνεχεία, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, να υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο προτάσεις για πράξεις της Ένωσης.

6.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη τα βέλτιστα από πλευρά κόστους επίπεδα ενεργειακής απόδοσης κατά την παροχή κινήτρων για την κατασκευή κτιρίων ή τη μεγάλης κλίμακας ανακαίνισή τους.

7.   Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας δεν εμποδίζουν τα κράτη μέλη να παρέχουν κίνητρα για νέα κτίρια, ανακαινίσεις ή δομικά στοιχεία που έχουν καλύτερη ενεργειακή απόδοση από τα βέλτιστα από πλευράς κόστους επίπεδα.

Άρθρο 11

Πιστοποιητικά ενεργειακής απόδοσης

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για τη θέσπιση συστήματος πιστοποίησης της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων. Το πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης περιλαμβάνει την ενεργειακή απόδοση του κτιρίου και τιμές αναφοράς, όπως ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης, ώστε να επιτρέπει στους ιδιοκτήτες ή τους ενοικιαστές του κτιρίου ή της κτιριακής μονάδας να συγκρίνουν και να αξιολογούν την ενεργειακή απόδοσή του.

Το πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης είναι δυνατόν να περιλαμβάνει πρόσθετες πληροφορίες όπως η ετήσια κατανάλωση ενέργειας των κτιρίων πλην κατοικιών και το ποσοστό της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στη συνολική κατανάλωση ενέργειας.

2.   Το πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης περιλαμβάνει συστάσεις για τη βέλτιστη από πλευράς κόστους ή οικονομικά συμφέρουσα βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης του κτιρίου ή της κτιριακής μονάδας, εκτός εάν δεν υπάρχει εύλογη δυνατότητα σχετικής βελτίωσης σε σύγκριση με τις ισχύουσες απαιτήσεις για τιν ενεργειακή απόδοση.

Οι συστάσεις που περιλαμβάνει το πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης καλύπτουν τα εξής:

α)

μέτρα που λαμβάνονται σε σχέση με ανακαίνιση μεγάλης κλίμακας του κελύφους ή των τεχνικών συστημάτων του κτιρίου· και

β)

μέτρα για μεμονωμένα δομικά στοιχεία ανεξάρτητα από ανακαίνιση μεγάλης κλίμακας του κελύφους ή των τεχνικών συστημάτων του κτιρίου.

3.   Οι συστάσεις που περιλαμβάνει το πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης είναι τεχνικά υλοποιήσιμες για το συγκεκριμένο κτίριο και μπορούν να οδηγήσουν σε εκτίμηση όσον αφορά το φάσμα των περιόδων αποπληρωμής ή της σχέσης κόστους-οφέλους για ολόκληρο τον οικονομικό κύκλο ζωής του.

4.   Το πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης παρέχει ένδειξη του κατά πόσο ο ιδιοκτήτης ή ο ενοικιαστής μπορούν να λάβουν λεπτομερέστερες πληροφορίες, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη σχέση κόστους-απόδοσης, σχετικά με τις συστάσεις που περιλαμβάνει το πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης. Η αξιολόγηση της σχέσης κόστους/ οφέλους στηρίζεται σε σειρά τυπικών προϋποθέσεων όπως η εκτίμηση της εξοικονόμησης ενέργειας και των βασικών τιμών ενέργειας και η προκαταρκτική εκτίμηση του κόστους. Επιπλέον, περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τα βήματα που πρέπει να γίνουν γα να υλοποιηθούν οι συστάσεις. Είναι επίσης δυνατόν να παρέχονται στον ιδιοκτήτη ή τον ενοικιαστή άλλες πληροφορίες για συναφή θέματα όπως οι ενεργειακές επιθεωρήσεις ή τα κίνητρα χρηματοδοτικού ή άλλου χαρακτήρα και οι χρηματοδοτικές δυνατότητες.

5.   Με την επιφύλαξη των εθνικών κανόνων, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τις δημόσιες αρχές να λαμβάνουν υπόψη τους τον καθοδηγητικό ρόλο τον οποίο θα διαδραματίσουν στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, μεταξύ άλλων εφαρμόζοντας τις συστάσεις των πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης που χορηγούνται σε κτίρια των οποίων είναι ιδιοκτήτες κατά την περίοδο ισχύος των εν λόγω πιστοποιητικών.

6.   Η πιστοποίηση κτιριακών μονάδων μπορεί να βασίζεται στα εξής:

α)

κοινή πιστοποίηση ολόκληρου του κτιρίου ή

β)

αξιολόγηση άλλης αντιπροσωπευτικής κτιριακής μονάδας του ιδίου συγκροτήματος κτιρίων, η οποία έχει τα ίδια ενεργειακά χαρακτηριστικά.

7.   Η πιστοποίηση για μονοκατοικίες μπορεί να στηρίζεται στην αξιολόγηση άλλου αντιπροσωπευτικού κτιρίου παρόμοιου σχεδίου και μεγέθους με παρόμοιο επίπεδο ενεργειακής απόδοσης, εφόσον ο εμπειρογνώμονας που εκδίδει το πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης εγγυάται την εν λόγω αντιστοιχία.

8.   Το πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης είναι δεκαετούς ισχύος κατ’ ανώτατο όριο.

9.   Η Επιτροπή διαμορφώνει έως το 2011, κατόπιν διαβουλεύσεων με τους σχετικούς κλάδους, εθελοντική κοινή πιστοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων πλην κατοικιών. Το μέτρο αυτό θεσπίζεται με τη συμβουλευτική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 2. Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να αναγνωρίσουν ή να χρησιμοποιούν το σύστημα αυτό ή να το χρησιμοποιούν εν μέρει έπειτα από προσαρμογή του στις εθνικές συνθήκες.

Άρθρο 12

Έκδοση πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης

1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι εκδίδεται πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης

α)

για κτίρια ή κτιριακές μονάδες που κατασκευάζονται, πωλούνται ή εκμισθώνονται σε νέο ενοικιαστή· και

β)

για κτίρια στα οποία συνολική επιφάνεια άνω των 500 m2 χρησιμοποιείται από δημόσια αρχή και τα οποία επισκέπτεται συχνά το κοινό. Στις … (17) αυτό το κατώτατο όριο των 500 m2 θα μειωθεί σε 250 m2.

Η απαίτηση έκδοσης πιστοποιητικού ενεργειακής απόδοσης δεν ισχύει όταν υπάρχει έγκυρο πιστοποιητικό που έχει εκδοθεί σύμφωνα με την οδηγία 2002/91/ΕΚ ή σύμφωνα με την παρούσα οδηγία για το συγκεκριμένο κτίριο ή κτιριακή μονάδα.

2.   Τα κράτη μέλη απαιτούν, κατά την κατασκευή, πώληση ή εκμίσθωση κτιρίων ή κτιριακών μονάδων, να επιδεικνύεται το πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης ή αντίγραφό του στον υποψήφιο νέο ενοικιαστή ή αγοραστή και να παραδίδεται στον αγοραστή ή νέο ενοικιαστή.

3.   Κατά την πώληση ή εκμίσθωση κτιρίου πριν από την κατασκευή του τα κράτη μέλη είναι δυνατόν να απαιτούν να παρέχει ο πωλητής εκτίμηση της μελλοντικής του ενεργειακής απόδοσης, κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2· στην περίπτωση αυτή το πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης εκδίδεται το αργότερο μόλις ολοκληρωθεί η κατασκευή του κτιρίου.

4.   Τα κράτη μέλη απαιτούν, όταν:

κτίρια που έχουν πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης,

κτιριακές μονάδες κτιρίου που έχει πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης, και

κτιριακές μονάδες που έχουν πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης

διατίθενται προς πώληση ή προς εκμίσθωση, να δηλώνεται ο δείκτης ενεργειακής απόδοσης του πιστοποιητικού ενεργειακής απόδοσης σε όλες τις εμπορικές διαφημίσεις.

5.   Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σύμφωνα με τους ισχύοντες εθνικούς κανόνες περί συγκυριότητας ή άλλων μορφών κοινής ιδιοκτησίας.

6.   Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν από την εφαρμογή των παραγράφων 1, 2, 4 και 5 του παρόντος άρθρου τις κατηγορίες των κτιρίων που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2.

7.   Οι πιθανές συνέπειες των πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης όσον αφορά ενδεχόμενες νομικές διαδικασίες αποφασίζονται σύμφωνα με τους εθνικούς κανόνες.

Άρθρο 13

Επίδειξη πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, στις περιπτώσεις συνολικής ωφέλιμης επιφανείας άνω των 500 m2 σε κτίρια για τα οποία έχει εκδοθεί πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 και τα οποία χρησιμοποιούνται από δημόσιες αρχές και δέχονται συχνά επισκέψεις από το κοινό να αναρτάται σε περίοπτη για το κοινό θέση το πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης.

Στις … (18) αυτό το κατώτατο όριο των 500 m2 θα μειωθεί σε 250 m2.

2.   Τα κράτη μέλη απαιτούν, στις περιπτώσεις συνολικής ωφέλιμης επιφανείας άνω των 500 m2 σε κτίρια για τα οποία έχει εκδοθεί πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 1 και τα οποία επισκέπτεται συχνά το κοινό, το πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης να αναρτάται σε περίοπτη για το κοινό θέση.

3.   Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν περιλαμβάνουν υποχρέωση ανάρτησης των συστάσεων που περιλαμβάνονται στο πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης.

Άρθρο 14

Επιθεώρηση συστημάτων θέρμανσης

1.   Τα κράτη μέλη καθιερώνουν την τακτική επιθεώρηση των προσιτών τμημάτων συστημάτων που χρησιμοποιούνται για τη θέρμανση κτιρίων, όπως οι μονάδες παραγωγής θερμότητας, το σύστημα ελέγχου και η αντλία ή οι αντλίες κυκλοφορίας, με λέβητες ονομαστικής ισχύος εξόδου προς θέρμανση χώρων άνω των 20 kW. Η επιθεώρηση αυτή περιλαμβάνει αξιολόγηση του βαθμού απόδοσης του λέβητα και της εκτίμησης του μεγέθους του σε σύγκριση με τις θερμαντικές ανάγκες του κτιρίου. Η εκτίμηση του μεγέθους του λέβητα δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνεται εφόσον δεν έχουν γίνει εν τω μεταξύ αλλαγές στο συγκεκριμένο σύστημα θέρμανσης ή όσον αφορά τις απαιτήσεις θέρμανσης του κτιρίου.

Τα κράτη μέλη μπορούν να μειώσουν τη συχνότητα των επιθεωρήσεων ή ενδεχομένως να τις ελαφρύνουν, εφόσον λειτουργεί ήδη σε αυτά ηλεκτρονικό σύστημα παρακολούθησης και ελέγχου.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίσουν διαφορετική συχνότητα για τις επιθεωρήσεις ανάλογα με τον τύπο και την ενεργό ονομαστική ισχύ εξόδου του συστήματος θέρμανσης, λαμβάνοντας υπόψη το κόστος επιθεώρησης του συστήματος θέρμανσης και την εκτιμώμενη εξοικονόμηση ενεργειακής δαπάνης που μπορεί να προκύψει από την επιθεώρηση.

3.   Τα συστήματα θέρμανσης με λέβητες ενεργού ωφέλιμης ονομαστικής ισχύος εξόδου μεγαλύτερης των 100 kW επιθεωρούνται τουλάχιστον ανά δύο έτη.

Για τους λέβητες αερίου, η περίοδος δύναται να επεκταθεί σε τέσσερα έτη.

4.   Εναλλακτικά προς τις παραγράφους 1, 2 και 3, τα κράτη μέλη μπορεί να αποφασίσουν να λάβουν μέτρα για να εξασφαλίσουν την παροχή συμβουλών στους χρήστες σχετικά με την αντικατάσταση λεβήτων, άλλες τροποποιήσεις στο σύστημα θέρμανσης και εναλλακτικές λύσεις για την αξιολόγηση της απόδοσης και το ενδεδειγμένο μέγεθος του λέβητα. Το συνολικό αποτέλεσμα της προσέγγισης αυτής είναι ισοδύναμο με εκείνο των διατάξεων των παραγράφων 1, 2 και 3.

Στις περιπτώσεις που τα κράτη μέλη επιλέγουν να εφαρμόσουν τα μέτρα τα οποία αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο υποβάλλουν στην Επιτροπή, το αργότερο μέχρι τις 30 Ιουνίου 2011, έκθεση σχετικά με την ισοδυναμία των εν λόγω μέτρων με τα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου. Τα κράτη μέλη υποβάλλουν τις εκθέσεις αυτές στην Επιτροπή ανά τριετία. Οι εκθέσεις μπορεί να συμπεριληφθούν στα σχέδια δράσης για την ενεργειακή απόδοση που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 2 της οδηγίας 2006/32/ΕΚ.

5.   Η Επιτροπή, αφού λάβει από ένα κράτος μέλος την εθνική έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της εναλλακτικής λύσης που περιγράφεται στην παράγραφο 4, μπορεί να ζητεί περαιτέρω ειδικές πληροφορίες όσον αφορά τις απαιτήσεις και την ισοδυναμία των μέτρων που ορίζονται στην εν λόγω παράγραφο. Στην περίπτωση αυτή, το οικείο κράτος μέλος υποβάλλει τις ζητούμενες πληροφορίες ή προτείνει τροποποιήσεις εντός εννέα μηνών.

Άρθρο 15

Επιθεώρηση συστημάτων κλιματισμού

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τακτική επιθεώρηση των εγκαταστάσεων κλιματισμού ονομαστικής ισχύος εξόδου μεγαλύτερης από 12 kW. Η επιθεώρηση περιλαμβάνει αξιολόγηση του βαθμού απόδοσης του συστήματος κλιματισμού και την εκτίμηση του μεγέθους του σε σύγκριση με τις ανάγκες ψύξης του κτιρίου. Η εκτίμηση του μεγέθους δεν χρειάζεται να επαναλαμβάνεται εφόσον δεν έχουν γίνει εν τω μεταξύ αλλαγές στο συγκεκριμένο σύστημα κλιματισμού ή όσον αφορά τις απαιτήσεις ψύξης του κτιρίου.

Τα κράτη μέλη μπορούν να μειώσουν τη συχνότητα των επιθεωρήσεων ή ενδεχομένως να τις ελαφρύνουν, εφόσον λειτουργεί ήδη σε αυτά ηλεκτρονικό σύστημα παρακολούθησης και ελέγχου.

2.   Τα κράτη μέλη μπορεί να θεσπίσουν διαφορετική συχνότητα για τις επιθεωρήσεις ανάλογα με τον τύπο και την ονομαστική ισχύ εξόδου του συστήματος κλιματισμού. Κατά τον καθορισμό της συχνότητας επιθεωρήσεων, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη το κόστος επιθεώρησης του συστήματος κλιματισμού και την εκτιμώμενη εξοικονόμηση της ενεργειακής δαπάνης που μπορεί να προκύψει από την επιθεώρηση.

3.   Τα κράτη μέλη, κατά τη θέσπιση των μέτρων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, εξασφαλίζουν, εφόσον είναι οικονομικά και τεχνικά εφικτό, ότι οι επιθεωρήσεις διεξάγονται σύμφωνα με την επιθεώρηση των συστημάτων θέρμανσης και άλλων τεχνικών συστημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 14 της παρούσας οδηγίας και την επιθεώρηση των διαρροών που αναφέρεται στο κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 842/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 2006 για ορισμένα φθοριούχα αέρια θερμοκηπίου (19).

4.   Εναλλακτικά προς τη λύση που περιγράφεται στις παραγράφους 1, 2 και 3 τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να λάβουν μέτρα ώστε να παρέχονται στους χρήστες συμβουλές σχετικά με την αντικατάσταση των συστημάτων κλιματισμού ή άλλες τροποποιήσεις του συστήματος κλιματισμού που ενδέχεται να περιλαμβάνουν επιθεωρήσεις προς εκτίμηση της απόδοσης και του κατάλληλου μεγέθους του. Ο συνολικός αντίκτυπος της προσέγγισης αυτής πρέπει να είναι ισοδύναμος με εκείνον που απορρέει από τις παραγράφους 1, 2 και 3.

Όταν τα κράτη μέλη εφαρμόζουν τα μέτρα που αναφέρονται στην πρώτη υποπαράγραφο, υποβάλλουν στην Επιτροπή, έως τις 30 Ιουνίου 2011 το αργότερο, έκθεση σχετικά με την ισοδυναμία των εν λόγω μέτρων με τα προβλεπόμενα στις παραγράφους 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου. Οι εκθέσεις μπορούν να ενσωματώνονται στα σχέδια δράσης ενεργειακής απόδοσης που αναφέρονται στο άρθρο 14 παράγραφος 2 της οδηγίας 2006/32/ΕΚ.

5.   Η Επιτροπή, αφού λάβει από κράτος μέλος την εθνική έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της εναλλακτικής λύσης που περιγράφεται στην παράγραφο 4, μπορεί να ζητεί περαιτέρω ειδικές πληροφορίες όσον αφορά τις απαιτήσεις και την ισοδυναμία των μέτρων που ορίζονται στην εν λόγω παράγραφο. Στην περίπτωση αυτή το οικείο κράτος μέλος υποβάλλει τις ζητούμενες πληροφορίες ή προτείνει τροποποιήσεις εντός εννέα μηνών.

Άρθρο 16

Εκθέσεις σχετικά με τις επιθεωρήσεις συστημάτων θέρμανσης και κλιματισμού

1.   Συντάσσεται έκθεση επιθεώρησης έπειτα από κάθε επιθεώρηση συστήματος θέρμανσης ή κλιματισμού. Η έκθεση επιθεώρησης περιέχει το αποτέλεσμα της επιθεώρησης που διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 14 ή 15 και περιλαμβάνει συστάσεις για την οικονομικώς συμφέρουσα βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης του επιθεωρούμενου συστήματος.

Οι συστάσεις μπορούν να βασίζονται σε σύγκριση της ενεργειακής απόδοσης του επιθεωρούμενου συστήματος, με εκείνη του βέλτιστου διαθέσιμου εφικτού συστήματος και συστήματος παρόμοιου τύπου για το οποίο όλα τα συναφή στοιχεία επιτυγχάνουν το επίπεδο ενεργειακής απόδοσης που απαιτείται από την ισχύουσα νομοθεσία.

2.   Η έκθεση επιθεώρησης επιδίδεται στον ιδιοκτήτη ή τον ενοικιαστή του κτιρίου.

Άρθρο 17

Ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η πιστοποίηση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, και η επιθεώρηση των συστημάτων θέρμανσης και κλιματισμού να διεξάγονται με ανεξάρτητο τρόπο από ειδικευμένους ή / και διαπιστευμένους εμπειρογνώμονες, είτε αυτοαπασχολούμενους ή είτε υπαλλήλους δημόσιων φορέων ή ιδιωτικών επιχειρήσεων.

Στους εμπειρογνώμονες παρέχεται διαπίστευση λαμβανομένων υπόψη των προσόντων τους.

Τα κράτη μέλη διαθέτουν στο κοινό πληροφορίες σχετικά με την κατάρτιση και τις διαπιστεύσεις. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να διατίθενται στο κοινό είτε τακτικά ενημερούμενοι κατάλογοι ειδικευμένων ή/και διαπιστευμένων εμπειρογνωμόνων είτε τακτικά ενημερούμενοι κατάλογοι διαπιστευμένων εταιρειών που προσφέρουν τις υπηρεσίες των εμπειρογνωμόνων αυτών.

Άρθρο 18

Ανεξάρτητο σύστημα ελέγχου

1.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν για τη θέσπιση ανεξάρτητων συστημάτων ελέγχου των πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης και των εκθέσεων σχετικά με την επιθεώρηση των συστημάτων θέρμανσης και κλιματισμού σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ. Τα κράτη μέλη είναι δυνατόν να θεσπίσουν χωριστά συστήματα για τον έλεγχο των πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης και για τον έλεγχο των εκθέσεων σχετικά με την επιθεώρηση των συστημάτων θέρμανσης και κλιματισμού.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέσουν τις αρμοδιότητες εφαρμογής των ανεξάρτητων συστημάτων ελέγχου.

Στις περιπτώσεις που αποφασίσουν να τις αναθέσουν, διασφαλίζουν ότι η εφαρμογή των ανεξάρτητων συστημάτων ελέγχου γίνεται σύμφωνα με το παράρτημα ΙΙ.

3.   Τα κράτη μέλη απαιτούν να κοινοποιούνται στις αρμόδιες αρχές ή φορείς, αν ζητηθεί, τα πιστοποιητικά ενεργειακής απόδοσης και οι εκθέσεις επιθεώρησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 19

Επανεξέταση

Η Επιτροπή, επικουρούμενη από την επιτροπή του άρθρου 26, αξιολογεί την παρούσα οδηγία, το αργότερο έως την 1η Ιανουαρίου 2017, βάσει της εμπειρίας που αποκτάται και της προόδου που σημειώνεται κατά την εφαρμογή της και, εφόσον απαιτείται, υποβάλλει σχετικές προτάσεις.

Άρθρο 20

Πληροφόρηση

1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την ενημέρωση των ιδιοκτητών και των ενοικιαστών των κτιρίων ή κτιριακών μονάδων σχετικά με τις διάφορες μεθόδους και πρακτικές που συμβάλλουν στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης.

2.   Τα κράτη μέλη παρέχουν στους ιδιοκτήτες ή τους ενοικιαστές των κτιρίων πληροφορίες, ιδίως σχετικά με τα πιστοποιητικά ενεργειακής απόδοσης και τις εκθέσεις επιθεωρήσεων, το σκοπό και τους στόχους τους, τους οικονομικά συμφέροντες τρόπους βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων και, κατά περίπτωση, τα χρηματοδοτικά μέσα που διατίθενται για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων.

Εφόσον τα κράτη μέλη το ζητήσουν, η Επιτροπή τα βοηθά στην πραγματοποίηση ενημερωτικών εκστρατειών για τους σκοπούς της παραγράφου 1 και του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, οι οποίες μπορεί να ενταχθούν σε προγράμματα της Ένωσης.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να παρέχεται καθοδήγηση και κατάρτιση στους αρμοδίους για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Αυτή η καθοδήγηση και κατάρτιση θα έχει ως αντικείμενο τη σημασία της βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης και θα επιτρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο βέλτιστος συνδυασμός βελτιώσεων από άποψη ενεργειακής απόδοσης, χρήσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και χρήσης τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης κατά το χωροταξικό σχεδιασμό, το σχεδιασμό κτιρίων, την οικοδόμηση και ανακαίνιση βιομηχανικών ζωνών ή ζωνών κατοικίας.

4.   Η Επιτροπή βελτιώνει διαρκώς τις υπηρεσίες ενημέρωσης που διαθέτει, ιδίως τον ιστότοπό της που έχει σχεδιασθεί ως ευρωπαϊκή διαδικτυακή πύλη για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων, με αποδέκτες τους πολίτες, τους επαγγελματίες και τις αρχές, προκειμένου να διευκολυνθούν οι προσπάθειες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των κρατών μελών. Οι πληροφορίες του ιστοτόπου αυτού ενδέχεται να περιλαμβάνουν συνδέσμους με συναφή ενωσιακή και εθνική, περιφερειακή και τοπική νομοθεσία, συνδέσμους με τους ιστοτόπους EUROPA που περιέχουν τα εθνικά σχέδια δράσης ενεργειακής απόδοσης, συνδέσμους με διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα καθώς και παραδείγματα βέλτιστων πρακτικών σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης, η Επιτροπή συνεχίζει και ενισχύει περαιτέρω τις υπηρεσίες ενημέρωσης τις οποίες παρέχει προς διευκόλυνση της χρήσης των διαθέσιμων πόρων, προσφέροντας συνδρομή και πληροφορίες στους ενδιαφερομένους, περιλαμβανομένων των εθνικών, περιφερειακών και τοπικών αρχών, όσον αφορά τις δυνατότητες χρηματοδότησης, λαμβανομένων υπόψη των πλέον πρόσφατων αλλαγών του κανονιστικού πλαισίου.

Άρθρο 21

Διαβούλευση

Τα κράτη μέλη, προκειμένου να διευκολύνουν την αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας, διαβουλεύονται με τους ενδιαφερομένους, περιλαμβανομένων των τοπικών και περιφερειακών αρχών, σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία και κατά περίπτωση. Η διαβούλευση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για την εφαρμογή των άρθρων 9 και 20.

Άρθρο 22

Προσαρμογή του παραρτήματος Ι στην τεχνική πρόοδο

Η Επιτροπή προσαρμόζει τα σημεία 3 και 4 του παραρτήματος Ι στην τεχνική πρόοδο μέσω πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με τα άρθρα 23, 24 και 25.

Άρθρο 23

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 22 για περίοδο πέντε ετών που αρχίζει από τις … (20). Η Επιτροπή εκπονεί έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της ανατέθηκαν το αργότερο έξι μήνες πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου. Η εξουσιοδότηση παρατείνεται αυτομάτως για περιόδους της αυτής διάρκειας, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο την ανακαλέσει σύμφωνα με το άρθρο 24.

2.   Με την επιφύλαξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, η εξουσία να εγκρίνει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που προβλέπεται στο άρθρο 5 ανατίθεται στην Επιτροπή έως τις 30 Ιουνίου 2012.

3.   Μόλις εγκρίνει μια πράξη κατ’ εξουσιοδότηση, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

4.   Οι εξουσίες για την έγκριση πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση ανατίθενται στην Επιτροπή υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 24 και 25.

Άρθρο 24

Ανάκληση της εξουσιοδότησης

1.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στα άρθρα 5 και 22 μπορεί να ανακληθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο.

2.   Το όργανο που κίνησε εσωτερική διαδικασία για να αποφασίσει εάν πρόκειται να ανακαλέσει την εξουσιοδότηση επιδιώκει να ενημερώσει εντός ευλόγου διαστήματος, το άλλο όργανο και την Επιτροπή, πριν τη λήψη της τελικής απόφασης, αναφέροντας τις εξουσιοδοτήσεις που ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο ανάκλησης καθώς και τους πιθανούς λόγους της εν λόγω ανάκλησης.

3.   Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την ανάθεση εξουσιών που προσδιορίζονται στην παρούσα απόφαση. Αρχίζει να ισχύει αμέσως ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία την οποία διευκρινίζει. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη. Δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 25

Διατύπωση αντιρρήσεων έναντι των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων

1.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο δύνανται να διατυπώσουν αντιρρήσεις έναντι κατ’ εξουσιοδότηση πράξης εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης.

Κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου, η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί κατά δύο μήνες.

2.   Αν κατά τη λήξη της εν λόγω περιόδου ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο αντιταχθούν στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία που έχει ορισθεί στις διατάξεις της.

Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη μπορεί να δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αρχίζει να ισχύει πριν από τη λήξη της εν λόγω περιόδου, εφόσον το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή για την πρόθεσή τους να μην προβάλουν αντιρρήσεις.

3.   Αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο αντιταχθούν σε κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, αυτή δεν τίθεται σε ισχύ. Το όργανο που διατυπώνει αντιρρήσεις έναντι της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης εκθέτει τους σχετικούς λόγους.

Άρθρο 26

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή.

2.   Σε περίπτωση παραπομπής στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζονται τα άρθρα 3 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Άρθρο 27

Κυρώσεις

Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που επιβάλλονται για παραβιάσεις των εθνικών διατάξεων οι οποίες έχουν θεσπιστεί σε εκτέλεση της παρούσας οδηγίας και λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο για να εξασφαλιστεί η εφαρμογή τους. Οι κυρώσεις που προβλέπονται πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή έως τις … (21) το αργότερο και κοινοποιούν κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση το συντομότερο δυνατόν.

Άρθρο 28

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν, το αργότερο στις … (22) τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με τα άρθρα 2 έως 18 και με τα άρθρα 20 και 27.

Εφαρμόζουν τις εν λόγω διατάξεις όσον αφορά τα άρθρα 2, 3, 9, 11, 12, 13, 17, 18, 20 και 27 το αργότερο από τις … (23).

Εφαρμόζουν τις εν λόγω διατάξεις όσον αφορά τα άρθρα 4, 5, 6, 7, 8, 14, 15 και 16 σε κτίρια που χρησιμοποιούνται από δημόσιες αρχές το αργότερο από τις … (23) και στα υπόλοιπα κτίρια το αργότερο από τις … (24).

Μπορούν να αναβάλουν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015 την εφαρμογή του άρθρου 12 παράγραφοι 1 και 2 στις μεμονωμένες κτιριακές μονάδες που εκμισθώνονται. Αυτό ωστόσο δεν επιτρέπεται να έχει ως αποτέλεσμα την έκδοση λιγότερων πιστοποιητικών από όσα θα είχαν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2002/91/ΕΚ στο συγκεκριμένο κράτος μέλος.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν μέτρα, τα τελευταία αυτά περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Περιλαμβάνουν επίσης δήλωση ότι οι παραπομπές στην καταργούμενη οδηγία που περιέχονται σε ισχύουσες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις της οδηγίας 2002/91/ΕΚ θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία. Ο τρόπος της παραπομπής και η διατύπωση της δήλωσης αποφασίζονται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 29

Κατάργηση

Η οδηγία 2002/91/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό που αναφέρεται στο παράρτημα IV μέρος A, καταργείται από την 1η Φεβρουαρίου 2012, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο και εφαρμογής της οδηγίας που εμφαίνονται στο παράρτημα IV μέρος B.

Οι παραπομπές στην οδηγία 2002/91/ΕΚ θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που εμφαίνεται στο παράρτημα V.

Άρθρο 30

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα μετά τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 31

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

…, ….

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Ο Πρόεδρος

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος


(1)  ΕΕ C 277, 17.11.2009, σ. 75.

(2)  ΕΕ C 200, 25.8.2009, σ. 41.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα), θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση της … (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα), θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της … (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της … .

(4)  ΕΕ L 1, 4.1.2003, σ. 65.

(5)  Βλέπε παράρτημα IV, μέρος Α.

(6)  ΕΕ L 140, 5.6.2009, σ. 136.

(7)  ΕΕ L 140, 5.6.2009, σ. 16.

(8)  ΕΕ L 285, 31.10.2009, σ. 10.

(9)  Βλέπε σελίδα 17 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας.

(10)  ΕΕ L 210, 31.7.2006, σ. 1.

(11)  ΕΕ L 116, 9.5.2009, σ. 18.

(12)  ΕΕ L 114, 27.4.2006, σ. 64.

(13)  ΕΕ L 255, 30.9.2005, σ. 22.

(14)  ΕΕ L 184, 17.7.1999, σ. 23.

(15)  ΕΕ C 321, 31.12.2003, σ. 1.

(16)  ΕΕ L 211, 14.8.2009, σ. 55.

(17)  Ημερομηνία πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

(18)  Ημερομηνία πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

(19)  ΕΕ L 161, 14.6.2006, σ. 1.

(20)  Να εισαχθεί η ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

(21)  Δυόμισι έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

(22)  Δύο έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

(23)  Δυόμισι έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.

(24)  Τρία έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Κοινό γενικό πλαίσιο για τον υπολογισμό της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων

(κατά το άρθρο 3)

1.

Η ενεργειακή απόδοση ενός κτιρίου προσδιορίζεται βάσει της υπολογιζόμενης ή της πραγματικής ετήσιας ενέργειας που καταναλώνεται για να καλυφθούν οι διάφορες ανάγκες που συνδέονται με τη συνήθη χρήση και περιλαμβάνουν τις ενεργειακές ανάγκες θέρμανσης και ψύξης (ενέργεια που απαιτείται για να αποφευχθεί η υπερθέρμανση) για να διατηρηθούν οι επιθυμητές συνθήκες θερμοκρασίας του κτιρίου. και οι οικιακές ανάγκες ζεστού νερού.

2.

Η ενεργειακή απόδοση ενός κτιρίου εκφράζεται κατά διαφανή τρόπο και περιλαμβάνει δείκτη ενεργειακής απόδοσης και αριθμητικό δείκτη για τη χρήση πρωτογενούς ενέργειας, βάσει των παραγόντων πρωτογενούς ενέργειας ανά φορέα ενέργειας, που ενδέχεται να βασίζονται στους εθνικούς ή περιφερειακούς ετήσιους σταθμισμένους, μέσους όρους ή σε ειδική τιμή για την επιτόπια παραγωγή.

Η μεθοδολογία υπολογισμού της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ευρωπαϊκά πρότυπα και να είναι συνεπής προς την ισχύουσα ενωσιακή νομοθεσία, περιλαμβανομένης της οδηγίας 2009/28/ΕΚ.

3.

Η μεθοδολογία καθορίζεται λαμβανομένων υπόψη τουλάχιστον των ακόλουθων παραγόντων:

α)

τα ακόλουθα πραγματικά θερμικά χαρακτηριστικά του κτιρίου ( συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών χωρισμάτων του):

(i)

θερμοχωρητικότητα·

(ii)

μόνωση·

(iii)

παθητική θέρμανση·

(iv)

στοιχεία ψύξης· και

(v)

θερμικές γέφυρες·

β)

εγκατάσταση θέρμανσης και παροχή ζεστού νερού, συμπεριλαμβανομένων των χαρακτηριστικών των μονώσεών τους·

γ)

εγκαταστάσεις κλιματισμού·

δ)

φυσικό και μηχανικό αερισμό, που μπορεί να περιλαμβάνει και την αεροστεγανότητα·

ε)

ενσωματωμένη εγκατάσταση φωτισμού (κυρίως στον τομέα που δεν αφορά την κατοικία)·

στ)

σχεδιασμό, θέση και προσανατολισμό του κτιρίου, περιλαμβανομένων των εξωτερικών κλιματικών συνθηκών·

ζ)

παθητικά ηλιακά συστήματα και ηλιακή προστασία·

η)

κλιματικές συνθήκες εσωτερικού χώρου στις οποίες περιλαμβάνονται οι επιδιωκόμενες συνθήκες εσωτερικού κλίματος.

θ)

εσωτερικά φορτία.

4.

Η θετική επίδραση των κατωτέρω παραγόντων λαμβάνεται υπόψη, όπου σχετίζεται με τους υπολογισμούς:

α)

τοπικές συνθήκες έκθεσης στον ήλιο, ενεργητικά ηλιακά συστήματα και άλλα συστήματα θέρμανσης και ηλεκτρισμού βασιζόμενα σε ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές·

β)

ηλεκτρική ενέργεια παραγόμενη με συμπαραγωγή·

γ)

συστήματα τηλεθέρμανσης και τηλεψύξης σε κλίμακα περιοχής ή οικοδομικού τετραγώνου·

δ)

φυσικός φωτισμός.

5.

Για το σκοπό αυτού του υπολογισμού, τα κτίρια θα πρέπει να κατατάσσονται στις ακόλουθες κατηγορίες:

α)

μονοκατοικίες διαφόρων τύπων·

β)

συγκροτήματα διαμερισμάτων·

γ)

γραφεία·

δ)

εκπαιδευτικά κτίρια·

ε)

νοσοκομεία·

στ)

ξενοδοχεία και εστιατόρια·

ζ)

αθλητικές εγκαταστάσεις·

η)

κτίρια υπηρεσιών χονδρικού και λιανικού εμπορίου·

θ)

άλλα είδη κτιρίων που καταναλώνουν ενέργεια.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ

Ανεξάρτητα συστήματα ελέγχου για τα πιστοποιητικά ενεργειακής απόδοσης και τις εκθέσεις επιθεώρησης

1.

Οι αρμόδιες αρχές ή φορείς στους οποίους οι αρμόδιες αρχές έχουν εκχωρήσει την ευθύνη της εφαρμογής του ανεξάρτητου συστήματος ελέγχου, πραγματοποιούν τυχαία δειγματοληψία τουλάχιστον ενός στατιστικώς σημαντικού ποσοστού όλων των πιστοποιητικών ενεργειακής απόδοσης που έχουν εκδοθεί κάθε χρόνο και τα ελέγχουν.

Η επαλήθευση βασίζεται στις εναλλακτικές δυνατότητες που αναφέρονται κατωτέρω ή σε ισοδύναμα μέτρα,

α)

έλεγχος εγκυρότητας των δεδομένων υπολογισμού για το κτίριο, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την έκδοση του πιστοποιητικού ενεργειακής απόδοσης, και των αποτελεσμάτων που αναφέρονται στο πιστοποιητικό·

β)

έλεγχος των δεδομένων υπολογισμού και επαλήθευση των αποτελεσμάτων του πιστοποιητικού ενεργειακής απόδοσης, συμπεριλαμβανομένων και των συστάσεων που έγιναν·

γ)

πλήρης έλεγχος των δεδομένων υπολογισμού για το κτίριο, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την έκδοση του πιστοποιητικού ενεργειακής απόδοσης, πλήρης επαλήθευση των αποτελεσμάτων που αναφέρονται στο πιστοποιητικό, συμπεριλαμβανομένων και των συστάσεων που έγιναν, και επιτόπια επιθεώρηση του κτιρίου, εφόσον είναι δυνατόν για να ελεγχθεί η αντιστοιχία μεταξύ των προδιαγραφών που αναφέρονται στο πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης και του πιστοποιηθέντος κτιρίου.

2.

Οι αρμόδιες αρχές ή φορείς στους οποίους οι αρμόδιες αρχές έχουν εκχωρήσει την ευθύνη της εφαρμογής του ανεξάρτητου συστήματος ελέγχου πραγματοποιούν δειγματοληψία ενός, τουλάχιστον στατιστικώς, σημαντικού ποσοστού όλων των ελέγχων επιθεώρησης που έχουν εκδοθεί κάθε χρόνο και υποβάλλουν τους εν λόγω ελέγχους σε επαλήθευση.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ

Πλαίσιο συγκριτικής μεθοδολογίας για τον καθορισμό των βέλτιστων από πλευράς κόστους επιπέδων των απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης όσον αφορά τα κτίρια και τα δομικά στοιχεία

Το πλαίσιο συγκριτικής μεθοδολογίας επιτρέπει στα κράτη μέλη να προσδιορίζουν τις ενεργειακή απόδοση των κτιρίων και των δομικών στοιχείων και τις οικονομικές πτυχές των σχετικών με τις ενεργειακή απόδοση μέτρων και να τις συνδέουν μεταξύ τους με στόχο τον καθορισμό του βέλτιστου από πλευράς κόστους επιπέδου.

Το πλαίσιο συγκριτικής μεθοδολογίας συνοδεύεται από κατευθυντήριες γραμμές στις οποίες διαγράφεται ο τρόπος εφαρμογής του πλαισίου κατά τον υπολογισμό των βέλτιστων από πλευράς κόστους επιπέδων.

Το πλαίσιο συγκριτικής μεθοδολογίας επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι τρόποι χρήσης, οι εξωτερικές κλιματικές συνθήκες, το επενδυτικό κόστος, η κατηγορία κτιρίου, το κόστος συντήρησης και λειτουργίας (περιλαμβανομένου του ενεργειακού κόστους και της εξοικονόμησης ενέργειας), το κέρδος από την παραγόμενη ενέργεια, εφόσον ισχύει, και το κόστος διάθεσης, εφόσον ισχύει. Θα πρέπει να βασίζεται στα σχετικά ευρωπαϊκά πρότυπα που συνδέονται με την παρούσα οδηγία.

Η Επιτροπή παρέχει επίσης:

κατευθυντήριες γραμμές που συνοδεύουν το πλαίσιο συγκριτικής μεθοδολογίας οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές διευκολύνουν τα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα μέτρα που απαριθμούνται κατωτέρω·

πληροφορίες σχετικά με τις εκτιμώμενες μακροπρόθεσμες εξελίξεις των τιμών της ενέργειας.

Για την εφαρμογή του πλαισίου συγκριτικής μεθοδολογίας από τα κράτη μέλη, ορίζονται σε επίπεδο κρατών μελών γενικοί όροι που εκφράζονται με παραμέτρους.

Το πλαίσιο συγκριτικής μεθοδολογίας απαιτεί από τα κράτη μέλη:

να ορίζουν κτίρια αναφοράς που χαρακτηρίζονται από την αντιπροσωπευτική λειτουργία και γεωγραφική τους θέση, περιλαμβανομένων των εσωτερικών και εξωτερικών κλιματικών συνθηκών. Τα κτίρια αναφοράς καλύπτουν τα κτίρια κατοικίας και τα κτίρια που δεν προορίζονται για κατοικία, τόσο τα νέα όσο και τα υφιστάμενα·

να ορίζουν τα μέτρα ενεργειακής απόδοσης που πρέπει να εκτιμώνται για τα κτίρια αναφοράς· αυτά είναι δυνατόν να αποτελούν μέτρα για μεμονωμένα κτίρια στο σύνολό τους, για μεμονωμένα δομικά στοιχεία ή για συνδυασμό δομικών στοιχείων·

να εκτιμούν τις τελικές και πρωτογενείς ενεργειακές ανάγκες των κτιρίων αναφοράς και τα κτίρια αναφοράς στα οποία εφαρμόζονται τα οριζόμενα μέτρα ενεργειακής απόδοσης·

να υπολογίζουν το κόστος (λ.χ. την καθαρή παρούσα αξία) των μέτρων ενεργειακής απόδοσης (όπως αναφέρονται στη δεύτερη περίπτωση) κατά τον αναμενόμενο οικονομικό κύκλο ζωής τα οποία εφαρμόζονται στα κτίρια αναφοράς (όπως αναφέρονται στην πρώτη περίπτωση), με την εφαρμογή των αρχών του πλαισίου συγκριτικής μεθοδολογίας.

Τα κράτη μέλη εκτιμούν τη σχέση κόστους-απόδοσης των διάφορων επιπέδων ελάχιστων απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης, με τον υπολογισμό του κόστους των μέτρων ενεργειακής απόδοσης κατά τον αναμενόμενο οικονομικό κύκλο ζωής. Αυτό θα επιτρέπει τον προσδιορισμό των βέλτιστων από πλευρά κόστους επιπέδων των απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙV

ΜΕΡΟΣ Α

Καταργούμενη οδηγία με τις διαδοχικές τροποποιήσεις της

(κατά το άρθρο 29)

Οδηγία 2002/91/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 1 της 4.1.2003, σ. 65)

 

Κανονισμός (ΕΚ) 1137/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 311, 21.11.2008, σ. 1)

Μόνον το σημείο 9.9 του παραρτήματος

ΜΕΡΟΣ B

Προθεσμίες μεταφοράς και εφαρμογής στο εθνικό δίκαιο

(που αναφέρονται στο άρθρο 29)

Οδηγία

Λήξη προθεσμίας ενσωμάτωσης

Ημερομηνία εφαρμογής

2002/91/ΕΚ

4 Ιανουαρίου 2006

4 Ιανουαρίου 2009 όσον αφορά μόνον τα άρθρα 7, 8 και 9


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

Πίνακας Αντιστοιχίας

Οδηγία 2002/91/ΕΚ

Παρούσα οδηγία

Άρθρο 1

Άρθρο 1

Άρθρο 2 σημείο 1)

Άρθρο 2 σημείο 1)

Άρθρο 2 σημεία 2) και 3

Άρθρο 2 σημείο 2) και Παράρτημα

Άρθρο 2 σημείο 4 και παράρτημα I

Άρθρο 2 σημεία 5, 6, 7, 8, 9, 10 και 11

Άρθρο 2 σημείο 3)

Άρθρο 2 σημείο 12)

Άρθρο 2 σημείο 4)

Άρθρο 2 σημείο 13)

Άρθρο 2 σημείο 14)

Άρθρο 2 σημείο 5)

Άρθρο 2 σημείο 15)

Άρθρο 2 σημείο 6)

Άρθρο 2 σημείο 16)

Άρθρο 2 σημείο 7)

Άρθρο 2 σημείο 17)

Άρθρο 2 σημείο 8)

Άρθρο 2 σημείο 18)

Άρθρο 2 σημείο 19)

Άρθρο 3 και Παράρτημα

Άρθρο 3 και Παράρτημα I

Άρθρο 4 σημείο 1)

Άρθρο 4 σημείο 1)

Άρθρο 4 σημείο 2)

Άρθρο 4 σημείο 3)

Άρθρο 4 σημείο 2)

Άρθρο 5

Άρθρο 5

Άρθρο 6 σημείο 1)

Άρθρο 6 σημείο 2) και 3)

Άρθρο 6

Άρθρο 7

Άρθρα 8, 9 και 10

Άρθρο 7 σημείο 1) πρώτο εδάφιο

Άρθρο 11 σημείο 8 και άρθρο 12 παρ. 2

Άρθρο 7, σημείο 1) δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 11 σημείο 6

Άρθρο 7, σημείο 1) τρίτο εδάφιο

Άρθρο 12 σημείο 6

Άρθρο 7 σημείο 2)

Άρθρο 11 σημεία 1 και 2

Άρθρο 11, σημεία 3, 4, 5, 6, 7 και 9

Άρθρο 12, σημεία 1, 3, 4, 5 και 7

Άρθρο 7 σημείο 3)

Άρθρο 13 σημείο 1

Άρθρο 13 σημείο 2

Άρθρο 8 σημείο α)

Άρθρο 14 σημεία 1 και 3

Άρθρο 14 σημείο 2)

Άρθρο 8 σημείο β)

Άρθρο 14 σημείο 4)

Άρθρο 14 σημείο 5)

Άρθρο 9

Άρθρο 15 σημείο 1)

Άρθρο 15 σημεία 2), 3), 4) και 5)

Άρθρο 16

Άρθρο 10

Άρθρο 17

Άρθρο 18

Άρθρο 11 εισαγωγικές λέξεις

Άρθρο 19

Άρθρο 11 σημεία α) και β)

Άρθρο 12

Άρθρο 20 σημείο 1) και άρθρο 20 σημείο 2 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 20 σημείο 2) πρώτο εδάφιο και άρθρο 20 σημεία 3) και 4)

Άρθρο 21

Άρθρο 13

Άρθρο 22

 

Άρθρα 23, 24 και 25

Άρθρο 14 σημείο 1)

Άρθρο 26 σημείο 1)

Άρθρο 14 σημεία 2) και 3)

Άρθρο 26 σημεία 2) και 3)

Άρθρο 27

Άρθρο 15 σημείο 1)

Άρθρο 28

Άρθρο 15 σημείο 2)

Άρθρο 29

Άρθρο 16

Άρθρο 30

Άρθρο 17

Άρθρο 31

Παράρτημα

Παράρτημα I

Παραρτήματα II έως IV


ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Ι.   ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1.

Στις 19 Νοεμβρίου 2008, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε την προαναφερόμενη πρόταση στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (1).

2.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσε τη γνώμη του σε πρώτη ανάγνωση στις 23 Απριλίου 2009, εγκρίνοντας 107 τροπολογίες (2).

3.

Η Επιτροπή των Περιφερειών εξέδωσε τη γνώμη της στις 21 Απριλίου 2009.

4.

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εξέδωσε τη γνώμη της στις 14 Μαΐου 2009 (3).

5.

Στις 14 Απριλίου 2010, το Συμβούλιο καθόρισε τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση, σύμφωνα με το άρθρο 294 της ΣΛΕΕ.

ΙΙ.   ΣΤΟΧΟΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΑΣΗΣ

Μαζί με δύο άλλες προτάσεις (4) η παρούσα πρόταση αποτελεί μέρος της δέσμης για την ενεργειακή απόδοση, η οποία υπεβλήθη από την Επιτροπή του Νοέμβριο του 2008.

Στόχος της πρότασης είναι η περαιτέρω αύξηση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων στην ΕΕ, στο πλαίσιο των στόχων κλιματικής/ ενεργειακής πολιτικής της ΕΕ για το 2020 όσον αφορά τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου, το μερίδιο της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και την ενεργειακή οικονομία και τη μετάβασή της σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Επομένως, η πρόταση έχει ως στόχο να αποσαφηνίσει, να ενισχύσει και να επεκτείνει το πεδίο της ισχύουσας οδηγίας 2002/91/ΕΚ, και να περιορίσει τις μεγάλες διαφορές μεταξύ των πρακτικών των κρατών μελών στον τομέα αυτό. Οι διατάξεις της αφορούν διαφορετικά κανονιστικά μέσα και μέσα βασιζόμενα σε πληροφορίες, και καλύπτουν ενεργειακές ανάγκες για θέρμανση χώρων και παραγωγή ζεστού νερού, ψύξη, εξαερισμό και φωτισμό νέων και υφισταμένων κτιρίων, κτιρίων κατοικίας και κτιρίων που δεν προορίζονται για κατοικία.

III.   ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΣΕ ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ

1.

Λόγω του αυστηρού χρονοδιαγράμματος που απαιτείται για την επίτευξη έγκαιρης συμφωνίας όσον αφορά την παρούσα πρόταση όπως ζήτησε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο εξ αρχής επιδίωξε τον προσδιορισμό στοιχείων που θα ήταν αποδεκτά τόσο από το Κοινοβούλιο όσο και από το Συμβούλιο, και όχι την κατάρτιση μιας πλήρους εγκεκριμένης θέσης του Συμβουλίου πριν αρχίσει διαπραγματεύσεις με το Κοινοβούλιο. Προκειμένου να σημειωθεί ταχεία πρόοδος λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ, συμφωνήθηκε να ακολουθηθεί η ακόλουθη πορεία:

Σε μια πρώτη φάση, να επιτευχθεί συμφωνία ως προς την ουσία της οδηγίας. Μετά από διαβουλεύσεις με το ΕΚ η πρώτη αυτή φάση ολοκληρώθηκε του Νοέμβριο του 2009. Η συμφωνία αυτή επιβεβαιώθηκε από την ΕΜΑ στις 19 Νοεμβρίου 2009 και στο επίπεδο της Επιτροπής Βιομηχανίας, Εξωτερικού Εμπορίου, Έρευνας και Ενέργειας του ΕΚ μέσω επιστολής του προέδρου της, με ημερομηνία 30 Νοεμβρίου 2009.

Σε μια δεύτερη φάση, να επιτευχθεί συμφωνία όσον αφορά τις τροποποιήσεις που προέκυψαν από την έναρξη ισχύος της ΣΛΕΕ, ιδίως όσον αφορά την προσαρμογή της νομικής βάσης και των διατάξεων επιτροπολογίας. Μετά από διαβουλεύσεις με το ΕΚ, η δεύτερη αυτή φάση ολοκληρώθηκε του Μάρτιο του 2010, με βάση, στο μέτρο του δυνατού, οριζόντιες λύσεις, ιδίως όσον αφορά τη διαβούλευση με εμπειρογνώμονες, το ΕΚ, το Συμβούλιο και τη δήλωση της Επιτροπής σχετικά με το άρθρο 290 και τη δήλωση της Επιτροπής για τις περιόδους διακοπής δραστηριοτήτων. Η συμφωνία αυτή επιβεβαιώθηκε από την ΕΜΑ στις 24 Μαρτίου 2010 και στο επίπεδο της Επιτροπής Βιομηχανίας, Εξωτερικού Εμπορίου, Έρευνας και Ενέργειας του ΕΚ μέσω επιστολής του προέδρου της, με ημερομηνία 25 Μαρτίου 2010.

2.

Η θέση του Συμβουλίου περιλαμβάνει τις δύο συμφωνίες που υπενθυμίζονται παραπάνω. Τα κύρια στοιχεία της είναι τα εξής:

 

Διατάξεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα:

Προστέθηκαν ένα νέο άρθρο 10 «Οικονομικά κίνητρα και φραγμοί της αγοράς» και οι νέες αιτιολογικές παράγραφοι 18, 19 και 20 ούτως ώστε να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στο χρηματοδοτικό σκέλος της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων.

 

Κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας

Όπως και για άλλα νομοθετήματα της ΕΕ στον τομέα του κλίματος/ της ενέργειας, ενσωματώθηκε ένας «στόχος 2020»: Το άρθρο 9 παράγραφος 1 και παράγραφος 2 στοιχείο β) προβλέπουν πλέον ότι όλα τα νέα κτίρια πρέπει να είναι κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2020, ότι πρέπει να ορισθεί ενδιάμεσος στόχος για το 2015, και ότι τα κτίρια στα οποία στεγάζονται δημόσιες αρχές και τα οποία τους ανήκουν πρέπει να είναι κτήρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2018, σύμφωνα με τον πρωτοπόρο ρόλο που θα πρέπει να διαδραματίσει στον τομέα αυτό ο δημόσιος τομέας (βλέπε αιτιολογική παράγραφο 23). Εξάλλου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να χαράξουν πολιτικές για τη μετατροπή των υφισταμένων κτιρίων σε κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας (άρθρο 9 παράγραφος 1 στοιχείο (α)). Δεδομένου ότι η μετατροπή των υφισταμένων κτιρίων σε κτίρια με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας είναι συχνά σχετικά δαπανηρή, και επομένως μπορεί να συνιστά αναποτελεσματική χρήση των περιορισμένων πόρων, το Συμβούλιο δεν ήταν σε θέση να αποδεχθεί τον καθορισμό δεσμευτικών στόχων για τα υφιστάμενα κτίρια.

 

Δομικά στοιχεία

Ακολουθώντας το πνεύμα των τροπολογιών του ΕΚ, επεκτάθηκε το πεδίο της πρότασης ούτως ώστε να περιλάβει δομικά στοιχεία (άρθρο 7, δεύτερο εδάφιο).

 

Πιστοποιητικά ενεργειακών επιδόσεων: έκδοση και επίδειξη

Όπως εισηγήθηκε το ΕΚ, το Συμβούλιο συμφώνησε να χαμηλώσει το κατώτατο όριο για την έκδοση πιστοποιητικών για τα δημόσια κτίρια (άρθρο 12), να χαμηλώσει το κατώτατο όριο για την επίδειξη πιστοποιητικών στα δημόσια κτίρια (άρθρο 13), και συμφώνησε να επανενσωματώσει ό,τι είχε προηγουμένως εξαλείψει, και συγκεκριμένα την απαίτηση επίδειξης του δείκτη ενεργειακών επιδόσεων στις διαφημίσεις (άρθρο 12 παράγραφος 4).

 

Συγκριτικό μεθοδολογικό πλαίσιο

Το Συμβούλιο δεν ήταν σε θέση να αποδεχθεί το αίτημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για ένα κοινό μεθοδολογικό πλαίσιο (άρθρο 5 παράγραφος 1) που θα εφαρμοσθεί σε όλα τα κράτη μέλη. Δεδομένων των διαφορών όσον αφορά τις κλιματικές και τις γεωγραφικές συνθήκες, καθώς και των διαφορετικών σημείων εκκίνησης στον τομέα των ενεργειακών επιδόσεων των κτιρίων, το Συμβούλιο ήταν της γνώμης ότι ένα κοινό μεθοδολογικό πλαίσιο θα ήταν όχι μόνον ακατάλληλο, αλλά και αδύνατο να καταρτισθεί. Το Συμβούλιο δεν δέχθηκε την προσθήκη ενός νέου παραρτήματος ΙΙΙ που πρότεινε το Κοινοβούλιο, το οποίο να περιγράφει το περιεχόμενο του συγκριτικού μεθοδολογικού πλαισίου. Εξάλλου, το Συμβούλιο συμφώνησε να ενσωματώσει ένα σύστημα συγκριτικής αξιολόγησης (άρθρο 5 παράγραφος 3) σύμφωνα με το οποίο τα κράτη μέλη πρέπει να αιτιολογούν σημαντικές διαφορές μεταξύ των βέλτιστων από πλευράς κόστους επιπέδων των ελάχιστων απαιτήσεων όσον αφορά τις ενεργειακές επιδόσεις και των ισχυουσών ελαχίστων απαιτήσεων όσον αφορά τις ενεργειακές επιδόσεις.

 

Επανεξέταση

Το Συμβούλιο δέχθηκε το αίτημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη διεξαγωγή επανεξέτασης από την Επιτροπή· συμφωνήθηκε η συμβιβαστική ημερομηνία της 1ης Ιανουαρίου 2017 ως προθεσμία για την επανεξέταση αυτή (άρθρο 19).

 

Πληροφόρηση

Το Συμβούλιο πρότεινε, προκειμένου να καλυφθούν πολυάριθμα αιτήματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την παροχή πληροφοριών, να προστεθεί ένα νέο άρθρο 20 ούτως ώστε να συγκεντρωθούν σε ένα άρθρο όλες οι διατάξεις περί πληροφόρησης.

* * *

Πέραν των ως άνω κυρίων στοιχείων, και προκειμένου να επιτευχθεί έγκαιρη συμφωνία, το Συμβούλιο εξέτασε κάθε τροπολογία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Όποτε αυτό ήταν δυνατόν, οι τροπολογίες έγιναν αποδεκτές, είτε εν όλω είτε εν μέρει· σε ορισμένες περιπτώσεις το πνεύμα μιας τροπολογίας καλύφθηκε με άλλο άρθρο ή με αιτιολογική παράγραφο. Έτσι, στη θέση του, το Συμβούλιο:

αποδέχθηκε τις τροπολογίες 1, 2, 36, 37, 38 και 45,

δέχθηκε εν μέρει τις τροπολογίες 3, 4, 5, 6, 10, 13, 14, 16, 18, 19, 20, 21, 22, 27, 28, 29, 30, 32, 33, 34, 35, 39, 42, 43, 47, 48, 50, 51, 52, 57, 58, 60, 62, 63, 65, 66, 67, 68, 69, 70, 71, 72, 74, 75, 76, 77, 78, 79, 82, 83, 93, 94, 95, 100, 102, 103, 104, 105, 106, 107, 108, 109, 110, 112, 116, 117, 119, 120, 123 και 124,

δεν ήταν σε θέση να δεχθεί τις τροπολογίες 7, 8, 9, 12, 15, 17, 23, 24, 25, 26, 31, 40, 41, 44, 46, 53, 54, 55, 59, 64, 73, 80, 81, 84, 85, 86, 87, 88, 89, 90 και 91.


(1)  'Εγγρ. 15929/08.

(2)  'Εγγρ. 8877/1/09 REV 1.

(3)  ΕΕ C 277, 17.11.2009, σ. 75.

(4)  Οι άλλες δύο προτάσεις της δέσμης αυτής είναι οι εξής:

σχέδιο οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ένδειξη της κατανάλωσης ενέργειας και λοιπών πόρων από τα συνδεόμενα με την ενέργεια προϊόντα μέσω επισήμανσης και της παροχής ομοιόμορφων πληροφοριών σχετικά με τα προϊόντα (αναδιατύπωση) (2008/0222 COD),

κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1222/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη σήμανση των ελαστικών επισώτρων αναφορικά με την οικονομία καυσίμου και άλλες ουσιώδεις παραμέτρους (ΕΕ L 342, 22.12.2009, σ. 46).

Δήλωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής ως προς το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή δηλώνουν ότι οι διατάξεις της οδηγίας αυτής δεν προδικάζουν οιαδήποτε μελλοντική θέση των οργάνων όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 290 της ΣΛΕΕ ή ειδικών νομοθετικών πράξεων που περιέχουν τις διατάξεις αυτές.

Δήλωση της Επιτροπής

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σημειώνει ότι με εξαίρεση τις περιπτώσεις κατά τις οποίες προβλέπεται από τη νομοθετική πράξη διαδικασία του επείγοντος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο θεωρούν ότι η κοινοποίηση των πράξεων κατ' εξουσιοδότηση λαμβάνει υπόψη τις περιόδους διακοπών των οργάνων (χειμώνα, καλοκαίρι και ευρωεκλογές), προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο είναι σε θέση να ασκήσουν τις εξουσίες τους εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στις σχετικές νομοθετικές πράξεις, και είναι πρόθυμη να ενεργήσει αναλόγως.