ISSN 1725-2415

doi:10.3000/17252415.C_2009.093.ell

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

52ό έτος
22 Απριλίου 2009


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

I   Ψηφίσματα, συστάσεις και γνωμοδοτήσεις

 

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

 

Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

2009/C 093/01

Συσταση τησ Ευρωπαϊκησ Κεντρικησ τραπεζασ, της 3ης Απριλίου 2009, προς το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τους εξωτερικούς ελεγκτές της De Nederlandsche Bank (ΕΚΤ/2009/8)

1

 

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ

 

Επιτροπή

2009/C 093/02

Γνωμη τησ Επιτροπησ, της 21ης Απριλίου 2009, σχετικά με το τροποποιημένο σχέδιο διάθεσης ραδιενεργών αποβλήτων προερχόμενων από τον πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής Civaux στη Γαλλία, σύμφωνα με το άρθρο 37 της συνθήκης Ευρατόμ

2

 

Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

2009/C 093/03

Γνωμη τησ Ευρωπαϊκησ Κεντρικησ Τραπεζασ, της 5ης Μαρτίου 2009, κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ όσον αφορά τράπεζες συνδεδεμένες με κεντρικούς οργανισμούς, ορισμένα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, τις εποπτικές ρυθμίσεις και τη διαχείριση κρίσεων (CON/2009/17)

3

 

IV   Πληροφορίες

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

 

Επιτροπή

2009/C 093/04

Ισοτιμίες του ευρώ

16

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ

2009/C 093/05

Συνοπτικές πληροφορίες, κοινοποιούμενες από τα κράτη μέλη, για τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1857/2006 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της παραγωγής γεωργικών προϊόντων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 70/2001

17

 

V   Γνωστοποιήσεις

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ

 

Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (ΕΠΣΟ)

2009/C 093/06

Προκηρυξη γενικων διαγωνισμων EPSO/AD/166/09 και EPSO/AD/167/09

21

 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

 

Επιτροπή

2009/C 093/07

Ανακοίνωση για την έναρξη μερικής ενδιάμεσης επανεξέτασης των μέτρων αντιντάμπινγκ που επιβάλλονται στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας

22

EL

 


I Ψηφίσματα, συστάσεις και γνωμοδοτήσεις

ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

22.4.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93/1


ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ

της 3ης Απριλίου 2009

προς το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τους εξωτερικούς ελεγκτές της De Nederlandsche Bank

(ΕΚΤ/2009/8)

2009/C 93/01

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ,

Έχοντας υπόψη:

το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και ιδίως το άρθρο 27.1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι λογαριασμοί της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και των εθνικών κεντρικών τραπεζών ελέγχονται από ανεξάρτητους εξωτερικούς ελεγκτές, τους οποίους υποδεικνύει το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ και εγκρίνει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(2)

Στις 12 Ιουλίου 2005 ο Josephus Andreas Nijhuis, εγκεκριμένος λογιστής και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας PricewaterhouseCoopers Accountants N.V. (PWC), ενεργώντας σε προσωπική βάση, ορίστηκε ως ο εξωτερικός ελεγκτής της De Nederlandsche Bank (DNB) από το οικονομικό έτος 2005 επ’ αορίστω.

(3)

Ο Josephus Andreas Nijhuis παραιτήθηκε από την PWC, η δε παραίτησή του παράγει αποτελέσματα από την 1η Οκτωβρίου 2008. Είναι επομένως αναγκαίος για την DNB ο διορισμός νέων ελεγκτών.

(4)

Η DNB επιθυμεί να επιλέξει την PWC ως τους εξωτερικούς της ελεγκτές για τα οικονομικά έτη 2008 έως 2011,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΣΥΣΤΑΣΗ:

Συνιστάται ο διορισμός της εταιρείας PricewaterhouseCoopers Accountants N.V. ως των εξωτερικών ελεγκτών της De Nederlandsche Bank για τα οικονομικά έτη 2008 έως 2011.

Φρανκφούρτη, 3 Απριλίου 2009.

Ο πρόεδρος της ΕΚΤ

Jean-Claude TRICHET


ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΕΙΣ

Επιτροπή

22.4.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93/2


ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 21ης Απριλίου 2009

σχετικά με το τροποποιημένο σχέδιο διάθεσης ραδιενεργών αποβλήτων προερχόμενων από τον πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής Civaux στη Γαλλία, σύμφωνα με το άρθρο 37 της συνθήκης Ευρατόμ

(Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

2009/C 93/02

Στις 24 Νοεμβρίου 2008, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έλαβε από τη γαλλική κυβέρνηση, σύμφωνα με το άρθρο 37 της συνθήκης Ευρατόμ, γενικά στοιχεία σχετικά με το τροποποιημένο σχέδιο διάθεσης ραδιενεργών αποβλήτων προερχόμενων από τον πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής Civaux.

Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία, μετά δε από διαβούλευση με την ομάδα εμπειρογνωμόνων, η Επιτροπή διατύπωσε την εξής γνώμη:

(1)

Η απόσταση μεταξύ του σταθμού και του πλησιέστερου σημείου γειτονικής χώρας, εν προκειμένω της Jersey (Αγγλονορμανδικές Νήσοι, Εξαρτήσεις του Βρετανικού Στέμματος), είναι κατά προσέγγιση 360 km. Η απόσταση από το πλησιέστερο κράτος μέλος είναι περίπου 400 km για την Ισπανία και περίπου 470 km για το Ηνωμένο Βασίλειο και το Βέλγιο.

(2)

Η προγραμματιζόμενη τροποποίηση θα οδηγήσει σε γενική μείωση των ορίων για τις απορρίψεις αέριων και υγρών λυμάτων με εξαίρεση το τρίτιο σε υγρή μορφή, για το οποίο προβλέπεται αύξηση.

(3)

Υπό συνθήκες κανονικής λειτουργίας, οι απορρίψεις υγρών και αέριων λυμάτων δεν θα προκαλέσουν έκθεση ικανή να επηρεάσει την υγεία του πληθυσμού άλλου κράτους μέλους ή γειτονικής χώρας.

(4)

Σε περίπτωση απρογραμμάτιστων εκλύσεων ραδιενεργών λυμάτων, ως επακόλουθο ατυχήματος του τύπου και μεγέθους που εξετάζεται στα αρχικά γενικά στοιχεία, η προγραμματιζόμενη τροποποίηση του συστήματος διαχείρισης καυσίμου δεν θα συνεπάγεται δόσεις ικανές να επηρεάσουν την υγεία του πληθυσμού άλλων κρατών μελών ή γειτονικής χώρας.

Εν κατακλείδι, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι η υλοποίηση του τροποποιημένου σχεδίου διάθεσης ραδιενεργών αποβλήτων προερχόμενων από τον πυρηνικό σταθμό ηλεκτροπαραγωγής Civaux στη Γαλλία, τόσο υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας όσο και σε περίπτωση ατυχήματος του τύπου και μεγέθους που εξετάζεται στα γενικά στοιχεία, δεν είναι ικανή να προκαλέσει ραδιενεργό μόλυνση των υδάτων, του εδάφους ή της ατμόσφαιρας άλλου κράτους μέλους ή γειτονικής χώρας.


Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

22.4.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93/3


ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ

της 5ης Μαρτίου 2009

κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ όσον αφορά τράπεζες συνδεδεμένες με κεντρικούς οργανισμούς, ορισμένα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, τις εποπτικές ρυθμίσεις και τη διαχείριση κρίσεων

(CON/2009/17)

2009/C 93/03

Εισαγωγή και νομική βάση

Στις 22 Οκτωβρίου 2008 η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) έλαβε αίτημα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διατύπωση γνώμης σχετικά με πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ όσον αφορά τράπεζες συνδεδεμένες με κεντρικούς οργανισμούς, ορισμένα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, τις εποπτικές ρυθμίσεις και τη διαχείριση κρίσεων (1) (εφεξής η «προτεινόμενη οδηγία») (2).

Η αρμοδιότητα της ΕΚΤ για τη διατύπωση γνώμης βασίζεται στο άρθρο 105 παράγραφος 4 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η παρούσα γνώμη εκδόθηκε από το διοικητικό συμβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 17.5 πρώτη πρόταση του εσωτερικού κανονισμού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Γενικές παρατηρήσεις

Αναμόρφωση των ευρωπαϊκών εποπτικών ρυθμίσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα

1.

Η ΕΚΤ υπογραμμίζει ότι οι ειδικές παρατηρήσεις τις οποίες διατυπώνει στην παρούσα γνώμη τελούν υπό την επιφύλαξη πιθανής μελλοντικής συμβολής της στον ευρύτερο ευρωπαϊκό διάλογο για την αναμόρφωση των ευρωπαϊκών εποπτικών ρυθμίσεων (3), ιδίως στο πλαίσιο των συστάσεων της ομάδας εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου που συγκρότησε η Επιτροπή (4).

Νομικές πράξεις προς διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής της ευρωπαϊκής τραπεζικής νομοθεσίας

2.

Η ΕΚΤ έχει επανειλημμένα (5) διατυπώσει την άποψη ότι η υφιστάμενη διάρθρωση της οδηγίας 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2006 σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (αναδιατύπωση) (6) και της οδηγίας 2006/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2006 για την επάρκεια των ίδιων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (αναδιατύπωση) (7) δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως το τελικό ευκταίο αποτέλεσμα, αλλά μάλλον ως ένα βήμα σε μια μακρά διαδικασία που κατατείνει στη θέσπιση μιας δέσμης άμεσα εφαρμοστέων μέτρων επιπέδου 2 για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εντός Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακολούθως προς τις αρχές και τους σκοπούς που έχουν διαμορφωθεί στο πλαίσιο της προσέγγισης Lamfalussy. Η οδηγία 2006/48/ΕΚ προβλέπει χρήση της επιτροπολογίας και των μέτρων εφαρμογής σε περιορισμένη έκταση (8). Η εφαρμογή της συμφωνίας της Βασιλείας ΙΙ (9) παρείχε μια μοναδική ευκαιρία για αναθεώρηση της οδηγίας 2006/48/ΕΚ προς αυτή την κατεύθυνση, η οποία όμως δεν αξιοποιήθηκε. Ως εκ τούτου, εξακολουθεί να απαιτείται η ανάληψη περαιτέρω δράσης στον τραπεζικό τομέα, προκειμένου η ρυθμιστική προσέγγιση Lamfalussy να αποδώσει τα μέγιστα. Η εν λόγω διαδικασία προϋποθέτει: i) τον περιορισμό της χρήσης κοινοτικών νομικών πράξεων επιπέδου 1 στην υιοθέτηση αρχών-πλαίσιο που αντικατοπτρίζουν τις βασικές πολιτικές επιλογές και τα ζητήματα ουσίας· και ii) τη συγκέντρωση των τεχνικών διατάξεων στο κείμενο ενός ή περισσότερων κανονισμών επιπέδου 2 άμεσης εφαρμογής, οι οποίοι, μέσω μιας αυξημένης προσφυγής στην επιτροπολογία, θα μπορούσαν σταδιακά θα αναδειχθούν ως το κύριο σώμα των τεχνικών κανόνων που θα εφαρμόζονται στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εντός ΕΕ. Εν προκειμένω η ΕΚΤ είναι της άποψης ότι τα τεχνικά παραρτήματα των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ στην πλειοψηφία τους θα πρέπει να υιοθετηθούν απευθείας ως μέτρα επιπέδου 2 και, στο μέτρο που πληρούται ο αναγκαίος βαθμός ευελιξίας ενόψει της εφαρμογής τους σε εθνικό επίπεδο, ως κανονισμοί της Επιτροπής.

3.

Η περιορισμένη δυνατότητα προσφυγής σε ουσιαστικά και δομημένα μέτρα εφαρμογής επιπέδου 2 στο πλαίσιο των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ καθιστά σημαντικότερο το ρόλο των κατευθυντήριων γραμμών στο επίπεδο 3 του πλαισίου Lamfalussy. Εν προκειμένω η ΕΚΤ σημειώνει ότι με την προτεινόμενη οδηγία εισάγονται για πρώτη φορά στο κείμενο της οδηγίας 2006/48/ΕΚ ρητές αναφορές στις κατευθυντήριες γραμμές και στις συστάσεις της επιτροπής ευρωπαϊκών αρχών τραπεζικής εποπτείας (Committee of European Banking Supervisors, εφεξής «CEBS») (10). Η ΕΚΤ αναγνωρίζει πλήρως τα οφέλη που απορρέουν από τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, το μείζον έργο που έχει επιτελέσει η CEBS όσον αφορά τη σύγκλιση των εποπτικών προτύπων και πρακτικών, καθώς και την ανάγκη διασφάλισης της συμμόρφωσης εκ μέρους των κρατών μελών. Πάντως, λόγω του μη δεσμευτικού τους χαρακτήρα οι συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές δεν εγγυώνται την εναρμονισμένη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας στα διάφορα κράτη μέλη. Ακολούθως προς τις αρχές για τη βελτίωση της νομοθεσίας (11), θα πρέπει να αποφεύγονται οι ρητές αναφορές σε παρόμοιες μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές της κοινοτικής νομοθεσίας. Αντ’ αυτών, η ΕΚΤ προτείνει τον προσδιορισμό στο κείμενο της προτεινόμενης οδηγίας των τομέων ως προς τους οποίους ζητείται η συμβολή της CEBS ενόψει της ενίσχυσης της σύγκλισης των εποπτικών πρακτικών. Εξάλλου, ακολούθως προς την προσέγγιση Lamfalussy και τις συμβουλευτικές παρατηρήσεις που περιέχονται στην παράγραφο 2 και ενόψει της περαιτέρω προαγωγής ενός εναρμονισμένου νομικού πλασίου σε επίπεδο ΕΕ, ο κοινοτικός νομοθέτης ίσως ενδείκνυτο υπό ορισμένες περιστάσεις να μετατρέπει το ουσιαστικό περιεχόμενο των εν λόγω μη δεσμευτικών κατευθυντήριων γραμμών επιπέδου 3 της CEBS σε δεσμευτική κοινοτική νομοθεσία, είτε επιπέδου 1, σύμφωνα με τη διαδικασία της συναπόφασης, είτε επιπέδου 2, με τη μορφή μέτρων εφαρμογής τα οποία η Επιτροπή θα έχει τη δυνατότητα να θεσπίζει, σύμφωνα με τις αρμοδιότητές της όσον αφορά την επιτροπολογία, και τα οποία θα τυγχάνουν ομοιόμορφης εφαρμογής στα κράτη μέλη (12).

4.

Η ΕΚΤ αντιλαμβάνεται ότι ορισμένες από τις τροποποιήσεις των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ που προτείνει η Επιτροπή συνιστούν απόρροια της πρόσφατης χρηματοπιστωτικής αναταραχής και ότι η αναδιάρθρωση των εν λόγω οδηγιών δεν ήταν εφικτή υπό την παρούσα συγκυρία. Πάντως, κατά την άποψη της ΕΚΤ, η ριζική αναμόρφωση των συγκεκριμένων οδηγιών σύμφωνα με τις αρχές που περιγράφονται παραπάνω αναμένεται ότι θα συμβάλει σημαντικά στην ενίσχυση της διαφάνειας και της ασφάλειας δικαίου που διέπουν την κοινοτική τραπεζική νομοθεσία. Εξάλλου, η τρέχουσα αναταραχή στις αγορές ανέδειξε τη σημασία των νομικών πράξεων που είναι ευχερώς τροποποιήσιμες, ώστε να προσαρμόζονται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, δηλαδή των μέτρων εφαρμογής επιπέδου 2· μόνο οι αρχές-πλαίσιο θα πρέπει να θεσπίζονται ως αυστηρές πράξεις επιπέδου 1, καθώς αυτές τείνουν να έχουν κατ’ εξοχήν μόνιμο χαρακτήρα. Η ΕΚΤ παροτρύνει τον κοινοτικό νομοθέτη να λάβει υπόψη τις ανωτέρω κατευθυντήριες γραμμές, υπό το φως μάλιστα των πορισμάτων της ομάδας εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου.

Επιτροπολογία

5.

Πρόσφατα η Επιτροπή πρότεινε δυο σχέδια οδηγιών για την εφαρμογή των τεχνικών διατάξεων όσον αφορά τη διαχείριση του κινδύνου (13). Η ΕΚΤ σημειώνει ότι ορισμένες από τις εν λόγω τεχνικές διατάξεις αφορούν την τιτλοποίηση και τη μεθοδολογία που ακολουθούν οι οργανισμοί αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας. Από την πλευρά της ΕΚΤ δεν υπάρχουν κάποιες ιδιαίτερες παρατηρήσεις σχετικά με τις ειδικότερες αυτές διατάξεις, η δε ΕΚΤ συμφωνεί με τις απόψεις της Επιτροπής όσον αφορά τη ρυθμιστική σχέση μεταξύ των μέτρων επιπέδου 1 και επιπέδου 2 (14), ότι δηλαδή: i) κατά κανόνα και για λόγους νομικής συνοχής και διαφάνειας, η υιοθέτηση μέτρων επιπέδου 2 δεν θα πρέπει να προηγείται της υιοθέτησης μέτρων επιπέδου 1, διαφορετικά δημιουργείται ο κίνδυνος επηρεασμού του διαλόγου επί της ουσίας τους· και ii) στο μέγιστο δυνατό βαθμό οι εργασίες σε σχέση με μέτρα επιπέδου 1 και 2 θα πρέπει να διεξάγονται παράλληλα. Με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται η άσκηση του συμβουλευτικού ρόλου της ΕΚΤ σύμφωνα με το άρθρο 105 παράγραφος 4 της συνθήκης σε σχέση τις προτεινόμενες κοινοτικές πράξεις (περιλαμβανομένων των μέτρων εφαρμογής επιπέδου 2).

Ειδικές παρατηρήσεις

Διατραπεζικά ανοίγματα και εφαρμογή νομισματικής πολιτικής (νέο προτεινόμενο άρθρο 113 παράγραφοι 3 και 4 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ)

6.

H EKT χαιρετίζει εν γένει την επιδίωξη της προτεινόμενης οδηγίας να βελτιώσει τη διαχείριση του κινδύνου και της ρευστότητας στα πιστωτικά ιδρύματα, και μάλιστα σε σχέση και με τα διατραπεζικά ανοίγματα (15). Ειδικότερα, η ΕΚΤ συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής ότι τα διατραπεζικά ανοίγματα εγκυμονούν σοβαρό κίνδυνο, δεδομένου ότι οι τράπεζες, αν και υπόκεινται σε ρυθμιστικό πλαίσιο, είναι δυνατό να πτωχεύσουν, και ότι τα μεγάλα διατραπεζικά ανοίγματα απαιτούν πολύ συνετή διαχείριση (16).

7.

Η ΕΚΤ σημειώνει ότι η προτεινόμενη οδηγία προβλέπει δυνατότητα εξαίρεσης όσον αφορά «στοιχεία του ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις από και άλλα χρηματοδοτικά ανοίγματα έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων, εφόσον τα ανοίγματα αυτά … δεν έχουν μεγαλύτερη διάρκεια από την επομένη εργάσιμη ημέρα και εκφράζονται στο νόμισμα του κράτους μέλους που κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής, υπό τον όρο ότι το νόμισμα αυτό δεν είναι το ευρώ» (17). Η ΕΚΤ είναι της άποψης ότι η ανωτέρω διάταξη εγείρει προβληματισμούς όσον αφορά την ισοτιμία των όρων του ανταγωνισμού και ότι θα πρέπει να τροποποιηθεί, προκειμένου να προβλέπει ίση μεταχείριση σε επίπεδο κρατών μελών.

8.

Ακόμη, η ΕΚΤ συνιστά προσοχή κατά το σχεδιασμό μέτρων που συνεπάγονται τη θέσπιση ορίων όσον αφορά τα διατραπεζικά ανοίγματα, καθώς με τα προτεινόμενα μέτρα θα πρέπει να αποφεύγεται η παρακώλυση της ομαλής ροής της ρευστότητας στη διατραπεζική αγορά. Από τη σκοπιά της εφαρμογής της νομισματικής πολιτικής, ο περιορισμός της ομαλής ροής της ρευστότητας στη διατραπεζική αγορά, ιδίως με την πρόβλεψη πολύ σύντομης διάρκειας που είναι δυνατό να κυμαίνεται από μία ημέρα ή έως και μία εβδομάδα, δεν είναι επιθυμητός ούτε υπό κανονικές συνθήκες ούτε υπό τις συνθήκες της τρέχουσας αναταραχής στη χρηματοπιστωτική αγορά. Πράγματι, υπό κανονικές συνθήκες η συναλλακτική δραστηριότητα των αντισυμβαλλόμενων του Ευρωσυστήματος αποτελεί μέσο για την αναδιανομή βραχυπρόθεσμης ρευστότητας στην αγορά και, επομένως, δεν θα πρέπει να υπόκειται σε περιορισμούς, καθώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποβεί επιζήμιο για την ομαλή διαμόρφωση των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων της αγοράς χρήματος με βάση το ελάχιστο επιτόκιο προσφοράς που ισχύει για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος.

9.

Σε σχέση με τα ανωτέρω η ΕΚΤ υπογραμμίζει ότι ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός δεν εγκυμονεί εξίσου μεγάλο κίνδυνο σε σχέση με τον πιο μακροπρόθεσμο δανεισμό. Εξάλλου, και η πιστοληπτική ποιότητα διαφοροποιείται μεταξύ αντισυμβαλλόμενων. Όσον αφορά τη διαμόρφωση του προτεινόμενου ορίου επί των διατραπεζικών ανοιγμάτων στο 25 % των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος ή στο ποσό των 150 εκατομμυρίων EUR (18) , ανεξαρτήτως της διάρκειάς τους, προκύπτει με βάση εσωτερική ποσοτική ανάλυση της ΕΚΤ ότι, εάν το ως άνω όριο είχε τεθεί πριν από την έναρξη της χρηματοπιστωτικής κρίσης τον Αύγουστο του 2007, μία σημαντική μερίδα τραπεζών θα είχε περιοριστεί ως προς την ενδοημερήσια δανειοδοτική δραστηριότητά τους σε σημαντικό αριθμό συναλλαγών. Πρόκειται για μία ουσιαστική και ανεπιθύμητη μεταβολή σε σύγκριση με το ισχύον νομικό πλαίσιο της ΕΕ, που επιτρέπει στα κράτη μέλη να εξαιρούν ολικώς ή μερικώς από την εφαρμογή των κανόνων για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα «απαιτήσεις από και άλλα χρηματοδοτικά ανοίγματα έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων, με διάρκεια μικρότερη ή ίση του ενός έτους» (19). Από τη σκοπιά της εφαρμογής της νομισματικής πολιτικής, η ΕΚΤ είναι της άποψης ότι το ως άνω προτεινόμενο όριο θα περιορίσει την ομαλή ροή ρευστότητας στη διατραπεζική αγορά και θα μπορούσε να αποβεί επιζήμια για την ομαλή λειτουργία της αγοράς χρήματος του ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω, η ΕΚΤ υπογραμμίζει ότι τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να εφαρμόζουν μέτρα μείωσης του κινδύνου και εργαλεία επιτήρησης σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο παράρτημα V της οδηγίας 2006/48/ΕΚ για τη διευθέτηση των πιθανών κινδύνων που εγκυμονούν τα ιδιαίτερα βραχυπρόθεσμα διατραπεζικά ανοίγματα, θα χαιρέτιζε ωστόσο την εισαγωγή εξαίρεσης από το καθεστώς που διέπει τα μεγάλα διατραπεζικά ανοίγματα όσον αφορά τις απαιτήσεις πολύ σύντομης διάρκειας, για παράδειγμα μικρότερης ή ίσης της μίας εβδομάδας. Επιπλέον, θα θεωρούσε θετική την πραγματοποίηση μιας ανάλυσης της αγοράς χρήματος σε επίπεδο ΕΕ και την πιθανή εισαγωγή -επί τη βάσει της εν λόγω ανάλυσης- ορισμένων μέτρων όπως η εξαίρεση των απαιτήσεων με διάρκεια μεγαλύτερη της μίας εβδομάδας.

Ζητήματα ρευστότητας (νέα προτεινόμενα παραρτήματα V και XI και άρθρο 41)

10.

Κατά την άποψη της ΕΚΤ, οι τροποποιήσεις της οδηγίας 2006/48/ΕΚ όσον αφορά τον κίνδυνο ρευστότητας (20), οι οποίες αποτυπώνουν στην πράξη τις εργασίες της επιτροπής τραπεζικής εποπτείας της Βασιλείας (Basel Committee on Banking Supervision, εφεξής «BCBS») (21) και της CEBS (22), αποτελούν ένα αναγκαίο και επικροτούμενο βήμα δεδομένης της σημασίας της διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας που ανέδειξε η τρέχουσα αναταραχή των αγορών. Εν προκειμένω, και μάλιστα ενόψει των πιθανών μελλοντικών εργασιών της Επιτροπής, κρίνεται σημαντική η παροχή περαιτέρω καθοδήγησης σε σχέση με βασικές πτυχές, όπως ο ορισμός και η οριοθέτηση της ανοχής κινδύνου (23) και η επάρκεια των αποθεμάτων ρευστότητας (24). Λαμβανομένων υπόψη των καθηκόντων των κεντρικών τραπεζών όσον αφορά τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, είναι απαραίτητο να διασφαλίζεται ότι αυτές διαθέτουν κατάλληλη πρόσβαση στις πληροφορίες που σχετίζονται με τα σχέδια χρηματοδότησης των τραπεζών σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης.

11.

Η ΕΚΤ σημειώνει ότι, στο πλαίσιο των πρόσφατων τεχνικών συμβουλευτικών παρατηρήσεων που παρείχε η CEBS στην Επιτροπή σε σχέση με τη διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας (25), η CEBS συνιστά στους φορείς εποπτείας των διασυνοριακών ομίλων να συντονίζουν το έργο τους υπό συνθήκες στενής συνεργασίας, ενδεικτικά μέσω της ενισχυμένης ανταλλαγής πληροφοριών, και ιδίως στο πλαίσιο της λειτουργίας των σωμάτων εποπτών, για την καλύτερη κατανόηση των προφίλ κινδύνου ρευστότητας των ομίλων και την αποτροπή κάθε περιττής επικάλυψης των εποπτικών απαιτήσεων. Η CEBS προτείνει, οι επόπτες να επιδιώκουν ενεργά, κατά περίπτωση, την εξέταση του ενδεχομένου περαιτέρω ανάθεσης στους επόπτες της χώρας καταγωγής εποπτικών καθηκόντων όσον αφορά τη ρευστότητα των υποκαταστημάτων. Λαμβανομένων υπόψη των υπό εξέλιξη εργασιών για τη διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας και τις πρακτικές εκχώρησης αρμοδιοτήτων εποπτείας σε ζητήματα ρευστότητας (26), η ΕΚΤ σημειώνει ότι η οικονομική και νομισματική ένωση συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, ότι μόνο το κράτος μέλος καταγωγής θα πρέπει να είναι υπεύθυνο για την εποπτεία της ρευστότητας των υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων στη ζώνη του ευρώ. Στο πλαίσιο μελλοντικής αναθεώρησης της οδηγίας 2006/48/ΕΚ θα μπορούσαν να διακρίνονται τα κράτη μέλη καταγωγής και υποδοχής που έχουν υιοθετήσει το ευρώ από τα κράτη μέλη που δεν έχουν υιοθετήσει το ευρώ. Στην περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής έχουν διαφορετικό νόμισμα, το υποκατάστημα θα μπορούσε να υπόκειται στους όρους που θέτει το κράτος μέλος καταγωγής όσον αφορά τη ρευστότητα. Πάντως, η συγκεκριμένη διάκριση εντός της ζώνης του ευρώ στερείται σημασίας όσον αφορά τα υποκαταστήματα, καθώς οι λογιστικές τους καταστάσεις είναι κοινές με εκείνες του κεντρικού καταστήματος, στο ίδιο νόμισμα, ενώ τα ίδια δεν απαιτείται να διαθέτουν ειδικά ίδια ή άλλα κεφάλαια. Εξάλλου, τα συστήματα εγγύησης καταθέσεων που θεσπίζονται και αναγνωρίζονται επισήμως σε ορισμένο κράτος μέλος πρέπει να καλύπτουν και τους καταθέτες σε υποκαταστήματα που έχουν ιδρύσει πιστωτικά ιδρύματα σε άλλα κράτη μέλη.

12.

Η ΕΚΤ συνιστά επίσης την τροποποίηση του άρθρου 41 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, το οποίο ρυθμίζει την ευθύνη για τα μέτρα που απορρέουν από την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής, προκειμένου να λαμβάνει υπόψη την ύπαρξη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ).

Ανταλλαγή πληροφοριών και συνεργασία μεταξύ κεντρικών τραπεζών και εποπτικών αρχών (νέο προτεινόμενο άρθρο 42α παράγραφος 2, άρθρο 49 και άρθρο 130 παράγραφος 1 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ)

13.

Η ΕΚΤ στηρίζει την αποσαφήνιση των υφιστάμενων υποχρεώσεων συντονισμού και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών χρηματοπιστωτικής σταθερότητας σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, περιλαμβανομένων των αρνητικών εξελίξεων στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η αποσαφήνιση των υφιστάμενων υποχρεώσεων κρίνεται ιδιαίτερα θετική όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ εποπτικών αρχών και κεντρικών τραπεζών σε σχέση με συγκεκριμένους τραπεζικούς ομίλους.

14.

Η ΕΚΤ παρατηρεί ότι, ενώ η οδηγία 2006/48/ΕΚ προβλέπει ότι οι εποπτικές αρχές δεν θα πρέπει να παρακωλύονται στη διαβίβαση πληροφοριών στις κεντρικές τράπεζες, περιλαμβανομένης της ΕΚΤ (27), ενόψει της εκπλήρωσης των καθηκόντων τους (28), η προτεινόμενη οδηγία προβλέπει ότι σε επείγουσα κατάσταση, όπως ορίζεται στην οδηγία 2006/48/ΕΚ (29), τα κράτη μέλη οφείλουν να επιτρέπουν στις εποπτικές αρχές να διαβιβάζουν πληροφορίες σε κεντρικές τράπεζες εντός της Κοινότητας. Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην προτεινόμενη οδηγία, τόσο υπό «κανονικές συνθήκες» όσο και σε επείγουσες καταστάσεις, η ως άνω διαβίβαση πληροφοριών πραγματοποιείται όταν οι πληροφορίες είναι σημαντικές για την άσκηση των καθηκόντων των κεντρικών τραπεζών. Η ΕΚΤ χαιρετίζει τις εν λόγω τροποποιήσεις, και ιδίως την εισαγωγή στην οδηγία 2006/48/ΕΚ ρητής αναφοράς στον ενδεικτικό κατάλογο καθηκόντων των κεντρικών τραπεζών, που περιλαμβάνει την άσκηση νομισματικής πολιτικής, την εποπτεία συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού χρεογράφων και τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, ως προς τα οποία μπορεί να είναι σημαντική η ως άνω διαβίβαση πληροφοριών. Η ΕΚΤ διατυπώνει επίσης τις δυο ακόλουθες παρατηρήσεις. Πρώτον, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο ανωτέρω κατάλογος καθηκόντων αναφέρεται στην εποπτεία συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού χρεογράφων (30), σκόπιμη κρίνεται η προσθήκη αναφοράς στα «συστήματα εκκαθάρισης» και η πάγια χρήση στο κείμενο της οδηγίας 2006/48/ΕΚ της ακόλουθης διατύπωσης: «συστήματα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού». Δεύτερον, η αναφορά στις «νόμιμες» αποστολές υποδηλώνει ότι αυτές ανατίθενται από το νόμο. Δεδομένου ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ορισμένες λειτουργίες, όπως το καθήκον διασφάλισης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας των κεντρικών τραπεζών, ενδέχεται να μην ανατίθενται από το νόμο, ο όρος «νόμιμες» θα πρέπει να διαγραφεί.

15.

Η ΕΚΤ αντιλαμβάνεται ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις δεν αποβλέπουν στη μεταβολή του ισχύοντος πλαισίου ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ εποπτικών αρχών και κεντρικών τραπεζών υπό κανονικές συνθήκες, αλλά επιδιώκουν την περαιτέρω αναβάθμιση της διαδικασίας ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των εν λόγω αρχών σε επείγουσες καταστάσεις. Η ΕΚΤ θεωρεί ότι ίσως ενδείκνυται περαιτέρω σύγκλιση ως προς τη φύση των εν λόγω υποχρεώσεων, προκειμένου να αποτρέπεται η εκδήλωση ασυμμετρίας όσον αφορά τις πληροφορίες που καθίστανται διαθέσιμες στις κεντρικές τράπεζες υπό κανονικές και επείγουσες συνθήκες (31). Η εμπειρία των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος υποδηλώνει ότι μεταξύ των λειτουργιών της κεντρικής τραπεζικής και της προληπτικής εποπτείας παρατηρούνται σημαντικές συνεργίες όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την ανάγκη ενίσχυσης της αμφίδρομης σχέσης μεταξύ των αξιολογήσεων που διενεργούν οι κεντρικές τράπεζες αναφορικά με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και της εποπτείας μεμονωμένων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (32). Στην πράξη, όπως σημειώνεται ήδη σε προηγούμενες γνώμες (33), κατά την εποπτεία μεμονωμένων ιδρυμάτων θα πρέπει να αξιοποιείται η έκβαση των αξιολογήσεων της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας από τις κεντρικές τράπεζες, θα πρέπει δε και οι αξιολογήσεις αυτές με τη σειρά τους να βασίζονται στις πληροφορίες που παρέχουν οι εποπτικοί φορείς. Για παράδειγμα, οι εποπτικές αρχές οφείλουν υπό κανονικές συνθήκες να επικοινωνούν ανά τακτά χρονικά διαστήματα με τους λοιπούς εποπτικούς φορείς και τις κεντρικές τράπεζες, τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων, προκειμένου να διευκολύνεται η αποτελεσματική συνεργασία όσον αφορά την εποπτεία και την επίβλεψη της διαχείρισης του κινδύνου ρευστότητας. Υπό κανονικές συνθήκες η ως άνω επικοινωνία θα πρέπει να διενεργείται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ενώ η φύση και η συχνότητα της ανταλλαγής πληροφοριών υπό συνθήκες πίεσης θα πρέπει να προσαρμόζονται καταλλήλως (34).

Σώματα εποπτών (νέα προτεινόμενα άρθρα 42α,129 και 131α)

16.

Η ΕΚΤ χαιρετίζει την προτεινόμενη ενίσχυση των νομικών θεμελίων της λειτουργίας των σωμάτων εποπτών (35). Αυτό θεωρείται ότι αποτελεί ένα βήμα προς την επίτευξη εποπτικής σύγκλισης και αναμένεται ότι θα διασφαλίσει την απαραίτητη ομοιομορφία μεταξύ κρατών μελών. Ειδικότερα, η ΕΚΤ εκτιμά ότι η χρήση σωμάτων εποπτών θα αναβαθμίσει τη συνεργασία στο πλαίσιο της καθημερινής εποπτείας των διασυνοριακών τραπεζών, την αξιολόγηση του κινδύνου για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και το συντονισμό κατά τη διαχείριση της εκδήλωσης κρίσεων.

Η κοινοτική διάσταση της εντολής των εθνικών εποπτικών αρχών

17.

Θεωρώντας ότι τα ζητήματα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας θα πρέπει να αξιολογούνται σε διασυνοριακό επίπεδο, η EKT στηρίζει πλήρως τη σκοπούμενη ενίσχυση της κοινοτικής διάστασης της εντολής των εθνικών εποπτικών φορέων, όπως αυτή έχει επανειλημμένα επιβεβαιωθεί από το Συμβούλιο Ecofin και αποτυπώνεται στην προτεινόμενη οδηγία (36). Στο πλαίσιο αυτό η ΕΚΤ επικροτεί τις διατάξεις που προβλέπουν ότι κατά τη λήψη αποφάσεων θα πρέπει να εξετάζεται ο πιθανός αντίκτυπος αυτών στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε όλα τα οικεία κράτη μέλη. Για λόγους ομοιομορφίας η ΕΚΤ προτείνει σε κάθε περίπτωση τη χρήση του όρου «πιθανός αντίκτυπος» ορισμένης απόφασης, αντί του όρου «επίδραση» (37). Η ΕΚΤ είναι εξάλλου της άποψης ότι, στις περιπτώσεις που δεν είναι δυνατή η συμμετοχή σωμάτων εποπτών στην εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων στην πράξη, θα πρέπει να εξετάζεται η εφαρμογή μηχανισμών διαβούλευσης με άλλα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, αντίστοιχων με τους προβλεπόμενους σε άλλες οδηγίες για τον χρηματοπιστωτικό τομέα (38).

Τιτλοποίηση (νέο προτεινόμενο άρθρο 122α)

18.

Τα προτεινόμενα μέτρα όσον αφορά τις κεφαλαιακές απαιτήσεις και τη διαχείριση του κινδύνου σε σχέση με την τιτλοποίηση (39) αποσκοπούν ιδίως στα ακόλουθα: i) στην υποχρέωση των αναδόχων ή/και μεταβιβαζόντων ιδρυμάτων να διατηρούν «ουσιαστική καθαρή οικονομική συμμετοχή» (40) στις συναλλαγές τιτλοποίησης· ii) στη θέσπιση των απαιτήσεων για την καλύτερη κατανόηση από τα πιστωτικά ιδρύματα των κινδύνων που αναλαμβάνουν ως επενδυτές σε τιτλοποιήσεις· iii) στην αναβάθμιση των πρακτικών που εφαρμόζονται σε σχέση με τη γνωστοποίηση στοιχείων εκ μέρους των αναδόχων και μεταβιβαζόντων πιστωτικών ιδρυμάτων· και iv) στην ενίσχυση των εποπτικών πρακτικών των αρμοδίων αρχών σε σχέση με τις τιτλοποιήσεις. Η ΕΚΤ στηρίζει εν γένει την εισαγωγή των προτεινόμενων τροποποιήσεων που αποβλέπουν στην ομογενοποίηση των κινήτρων των συμμετεχόντων στην αγορά τιτλοποιήσεων (41). Ταυτόχρονα η ΕΚΤ υπογραμμίζει την ανάγκη ύπαρξης μιας ευρείας δευτερογενούς αγοράς τιτλοποιήσεων, χαρακτηριζόμενης από επαρκή ρευστότητα και εύρυθμη λειτουργία, ειδικά όσον αφορά την επιλεξιμότητα ως ασφάλειας για πράξεις νομισματικής πολιτικής των τίτλων που προέρχονται από τιτλοποίηση.

Πρώτον, εάν η προτεινόμενη οδηγία διατηρήσει την ιδιότητα πράξης επιπέδου 1, παρά τις συμβουλευτικές παρατηρήσεις που διατυπώνονται στις παραγράφους 2 και 4 της παρούσας γνώμης, η ΕΚΤ επισημαίνει την ανάγκη i) αποσαφήνισης του πεδίου εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων· ii) ορισμού της «ουσιαστικής καθαρής οικονομικής συμμετοχής»· και iii) ομοιόμορφης χρήσης των όρων, προκειμένου να ενισχύεται η σύγκλιση της εφαρμογής τους και να αποτρέπεται το εποπτικό αρμπιτράζ. Η διαφοροποίηση των απαιτήσεων δέουσας επιμέλειας όσον αφορά τις εντός και εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγές των πιστωτικών ιδρυμάτων, αναλόγως του χρονικού ορίζοντα της οικείας επένδυσης, θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη, προκειμένου να αποτρέπονται πιθανές αρνητικές επιπτώσεις στις δραστηριότητες ειδικής διαπραγμάτευσης.

Δεύτερον, η ΕΚΤ σημειώνει ότι μολονότι η διατήρηση ουσιαστικής οικονομικής συμμετοχής μπορεί θεωρητικά να αποτελέσει ένα ισχυρό εργαλείο για την ομογενοποίηση των κινήτρων, η πρακτική της εφαρμογή μπορεί να δημιουργεί προκλήσεις (42). Συνεπώς, η ΕΚΤ χαιρετίζει την πρόθεση της Επιτροπής να υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα των προτεινόμενων διατάξεων υπό το φως των εξελίξεων στις αγορές, λαμβάνοντας επίσης υπόψη την ανάγκη αποκατάστασης της λειτουργίας των αγορών τιτλοποίησης. Ακόμη, η ΕΚΤ παρατηρεί ότι η προτεινόμενη από το Συμβούλιο αιτιολογική σκέψη αφορά τα μέτρα για τη διευθέτηση της πιθανής έλλειψης ευθυγράμμισης μεταξύ των συστημάτων τιτλοποίησης και την ανάγκη να διασφαλίζεται ομοιομορφία και συνοχή στο σύνολο των σχετικών ρυθμίσεων που αφορούν τον χρηματοπιστωτικό τομέα (43).

Τρίτον, η ΕΚΤ κρίνει σκόπιμη τη γενική αναθεώρηση της ορολογίας για τις τιτλοποιήσεις που χρησιμοποιείται στην οδηγία 2006/48/ΕΚ και στην προτεινόμενη οδηγία, προκειμένου να επιτύχει μεγαλύτερη ευθυγράμμισή της με τη συνήθη νομική ορολογία και να διασφαλιστεί αυξημένη ασφάλεια δικαίου (44).

Τέλος, κρίνεται αναγκαία η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο η απαίτηση της διατήρησης ουσιαστικής καθαρής οικονομικής συμμετοχής αλληλεπιδρά με τις λογιστικές υποχρεώσεις (45). Εν προκειμένω η ΕΚΤ κρίνει σκόπιμη την περαιτέρω επεξεργασία εκ μέρους του Οργανισμού Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (ΟΔΛΠ) του οδηγού για διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης (ΔΠΧΠ) 39 (46) και του τεύχους αριθ. 12 (47) της μόνιμης επιτροπής διερμηνειών (ΜΕΔ) του ΟΔΛΠ, προκειμένου να αντιμετωπίζεται ο πιθανός αντίκτυπος των σχετικών με την τιτλοποίηση διατάξεων της προτεινόμενης οδηγίας στους κανόνες εξάλειψης και ενοποίησης.

Συμπληρωματικές παρατηρήσεις νομικής και τεχνικής φύσης

19.

Όταν γίνεται αναφορά στην ΕΚΤ, στο ΕΣΚΤ και στις εθνικές κεντρικές τράπεζες του ΕΣΚΤ, η ΕΚΤ συνιστά τη χρήση λεκτικού σύμφωνου προς τις διατάξεις της συνθήκης και του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (εφεξής το «καταστατικό ΕΣΚΤ»), προκειμένου να αποφεύγεται η περαιτέρω παγίωση παρωχημένων εννοιών και να διευκολύνεται η ανάγνωση της οδηγίας.

20.

Η οδηγία 2006/48/ΕΚ χαρακτηρίζεται από μια σειρά διαδοχικών ή επαναλαμβανόμενων αναφορών που επηρεάζουν τη σαφήνειά της και το βαθμό κατανόησής της (48). Επιπλέον, ορισμένες παραπομπές δεν διατυπώνονται «κατά τρόπο ώστε το κεντρικό στοιχείο του κανόνα στον οποίο γίνεται η παραπομπή να μπορεί να γίνει κατανοητό χωρίς να απαιτείται η μελέτη του κανόνα αυτού» (49). Η ατυχής αυτή πρακτική αναπαράγεται και στην προτεινόμενη οδηγία (50). Και για λόγους νομικής σαφήνειας και διαφάνειας η ΕΚΤ συνιστά ακόμη την αναδιατύπωση των εν λόγω διατάξεων, προκειμένου να είναι δυνατή η ανάγνωση και κατανόησή τους χωρίς να απαιτείται η μελέτη άλλων διατάξεων της οδηγίας 2006/48/ΕΚ.

21.

Η οδηγία 2006/48/ΕΚ παραπέμπει σε «άλλες δημόσιες αρχές αρμόδιες για την επίβλεψη συστημάτων πληρωμών» (51). Η ΕΚΤ έχει επανειλημμένα και με συνέπεια παρατηρήσει ότι η νομική βάση για τις δραστηριότητες επίβλεψης του Ευρωσυστήματος προβλέπεται στο άρθρο 105 παράγραφος 2 της συνθήκης και στο άρθρο 3.1 του καταστατικού ΕΣΚΤ και ότι, επιπλέον, η αρμοδιότητα του Ευρωσυστήματος για τη διενέργεια επίβλεψης απορρέει από το άρθρο 22 του καταστατικού ΕΣΚΤ (52). Η ΕΚΤ θεωρεί ότι το άρθρο 105 παράγραφος 2 της συνθήκης και το άρθρο 3.1 του καταστατικού ΕΣΚΤ αποκλείουν την παρέμβαση στην αρμοδιότητα επίβλεψης του Ευρωσυστήματος οποιουδήποτε κοινοτικού ή εθνικού οργάνου πλην των κεντρικών τραπεζών, όταν αυτές ενεργούν στο πλαίσιο του ΕΣΚΤ/Ευρωσυστήματος (53). Στο πλαίσιο αυτό, ακολούθως προς τη θέση που έχει διατυπώσει σε σχέση με άλλες κοινοτικές νομοθετικές διατάξεις (54), η ΕΚΤ συνιστά τη διαγραφή της ανωτέρω παραπομπής (55).

22.

Οι δραστηριότητες εκκαθάρισης, διακανονισμού και φύλαξης συνιστούν έναν ειδικό τύπο χρηματοδοτικού ανοίγματος που δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται όπως τα χρηματοδοτικά ανοίγματα τα οποία δημιουργούν οι συνήθεις δραστηριότητες διατραπεζικού δανεισμού. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι τα εν λόγω χρηματοδοτικά ανοίγματα, αφενός, είναι ιδιαίτερα βραχυπρόθεσμα, καθώς η διάρκειά τους συνήθως δεν υπερβαίνει τη μία ημέρα και, αφετέρου, εκφεύγουν του ελέγχου των εκάστοτε ιδρυμάτων, διότι δημιουργούνται πρωτίστως λόγω της δραστηριότητας των πελατών. Μολονότι θα πρέπει να υφίστανται κατάλληλα μέτρα μείωσης και επιτήρησης των κινδύνων για την αντιμετώπιση πιθανών κινδύνων που συνδέονται με τις εν λόγω δραστηριότητες, η ΕΚΤ στηρίζει την απαλλαγή που εισάγει η προτεινόμενη οδηγία εν προκειμένω (56). Το παράρτημα περιέχει προτάσεις διατύπωσης για την περαιτέρω αποσαφήνιση της εν λόγω απαλλαγής.

Προτάσεις διατύπωσης

Σε περίπτωση που τα προεκτεθέντα οδηγήσουν σε τροποποιήσεις της προτεινόμενης οδηγίας, το παράρτημα περιέχει σχετικές προτάσεις διατύπωσης.

Φρανκφούρτη, 5 Μαρτίου 2009.

Ο πρόεδρος της ΕΚΤ

Jean-Claude TRICHET


(1)  COM(2008) 602 τελικό, 1 Οκτωβρίου 2008. Το κείμενο είναι διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο www.eur-lex.europa.eu

(2)  Η παρούσα γνώμη βασίζεται στο κείμενο της προτεινόμενης οδηγίας με ημερομηνία 1 Οκτωβρίου 2008, σε σχέση με το οποίο ζητήθηκε επίσημα η γνώμη της ΕΚΤ. Η προτεινόμενη οδηγία τροποποιήθηκε περαιτέρω στο πλαίσιο της επεξεργασίας του από την ομάδα εργασίας του Συμβουλίου.

(3)  Βλ. παράγραφο 8 των συμπερασμάτων της προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, 15 - 16 Οκτωβρίου 2008, τα οποία είναι διαθέσιμα στο δικτυακό τόπο του Συμβουλίου (www.consilium.europa.eu), και την ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Από τη χρηματοπιστωτική κρίση στην ανάκαμψη: ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο δράσης», COM(2008) 706 τελικό, 29 Οκτωβρίου 2008, η οποία είναι διαθέσιμη στο δικτυακό τόπο της Επιτροπής (www.ec.europa.eu).

(4)  Η έκθεση της ομάδας de Larosière της 25ης Φεβρουαρίου 2009 είναι διαθέσιμη στο δικτυακό τόπο www.europa.eu

(5)  Βλ. παράγραφο 6 γνώμης CON/2004/7 της ΕΚΤ της 20ής Φεβρουαρίου 2004 κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ, 85/611/ΕΟΚ, 91/765/ΕΟΚ, 93/6/ΕΟΚ και 94/19/ΕΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 2000/12/ΕΚ, 2002/83/ΕΚ και 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, με σκοπό τη θέσπιση νέας οργανωτικής διάρθρωσης των επιτροπών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών [COM(2003) 659 τελικό], (ΕΕ C 58 της 6.3.2004, σ. 23)· παραγράφους 6 έως 10 γνώμης CON/2005/4 της ΕΚΤ της 17ης Φεβρουαρίου 2005 κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με πρόταση οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για αναδιατύπωση της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαρτίου 2000 σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων και της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 1993 για την επάρκεια των ίδιων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ C 52 της 2.3.2005, σ. 37) και παράγραφο 3.5 γνώμης CON/2006/60 της ΕΚΤ της 18ης Δεκεμβρίου 2006 σχετικά με πρόταση οδηγίας που τροποποιεί ορισμένες κοινοτικές οδηγίες όσον αφορά τους διαδικαστικούς κανόνες και τα κριτήρια αξιολόγησης για την προληπτική αξιολόγηση της απόκτησης και αύξησης συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο στον χρηματοπιστωτικό τομέα (ΕΕ C 27 της 7.2.2007, σ. 1).

(6)  ΕΕ L 177 της 30.6.2006, σ. 1.

(7)  ΕΕ L 177 της 30.6.2006, σ. 201.

(8)  Βλ. άρθρα 150 και 151 οδηγίας 2006/48/ΕΚ και τις τροποποιήσεις των διατάξεων αυτών σύμφωνα με την προτεινόμενη οδηγία.

(9)  Επιτροπή τραπεζικής εποπτείας της Βασιλείας, International Convergence of Capital Measurement and Capital Standards: A Revised Framework, Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (ΤΔΔ), Ιούνιος 2004. Το κείμενο είναι διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο της ΤΔΔ (www.bis.org).

(10)  Βλ. σχετικά νέες αιτιολογικές σκέψεις 1 και 7, άρθρα 42β, 63α παράγραφος 6 και άρθρο 131α παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο.

(11)  Βλ. σχετικά Κοινό πρακτικό οδηγό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής για τα πρόσωπα που συμβάλλουν στη σύνταξη των νομοθετικών κειμένων από τα κοινοτικά όργανα, και ιδίως τις κατευθυντήριες γραμμές 12 και 17, σ. 39 και 55 αντίστοιχα. Το εν λόγω κείμενο είναι διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο Europa (www.europa.eu).

(12)  Η ίδια η επιτροπή Lamfalussy επισήμανε το 2001 ότι οι εν λόγω ερμηνευτικές συστάσεις και τα κοινά πρότυπα όσον αφορά ζητήματα που δεν ρυθμίζονται από τη νομοθεσία της ΕΕ είναι δυνατό, ανάλογα με την περίπτωση, να ενσωματώνονται στο κοινοτικό δίκαιο μέσω της διαδικασίας επιπέδου 2 [βλ. σχετική έκθεση με τίτλο «Final report of the Committee of Wise Men on the regulation of European securities markets», 15.2.2001, σ. 37, διαθέσιμη στο δικτυακό τόπο Europa (www.europa.eu)].

(13)  Σχέδιο οδηγίας της Επιτροπής που αφορά την τροποποίηση ορισμένων παρατημάτων της οδηγίας 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις τεχνικές διατάξεις σχετικά με τη διαχείριση του κινδύνου και την τροποποίηση ορισμένων παρατημάτων της οδηγίας 2006/49/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις τεχνικές διατάξεις σχετικά με τη διαχείριση του κινδύνου. Το κείμενο είναι διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο της Επιτροπής (www.ec.europa.eu).

(14)  Ανακοίνωση της Επιτροπής – Επανεξέταση της διαδικασίας Lamfalussy – Ενίσχυση της εποπτικής σύγκλισης, 20.11.2007, COM(2007) 727 τελικό. Το κείμενο είναι διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο της Επιτροπής (www.ec.europa.eu).

(15)  Βλ. παραγράφους 6.2.3 και 6.4.5 της αιτιολογικής έκθεσης της προτεινόμενης οδηγίας, σ. 8 και 10.

(16)  Βλ. παράγραφο 6.2.3 της αιτιολογικής έκθεσης της προτεινόμενης οδηγίας, σ. 8.

(17)  Προτεινόμενο άρθρο 113 παράγραφος 4 στοιχείο στ).

(18)  Βλ. προτεινόμενο άρθρο 111 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο.

(19)  Βλ. νέο άρθρο 113 παράγραφος 3 στοιχείο θ).

(20)  Βλ. νέο παράρτημα V.

(21)  Βλ. κείμενο με τίτλο Principles for Sound Liquidity Risk Management and Supervision, επιτροπή τραπεζικής εποπτείας της Βασιλείας, Σεπτέμβριος 2008. Το κείμενο είναι διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο της BIS (www.bis.org).

(22)  Βλ. κείμενο με τίτλο First part of the CEBS’ technical advice on liquidity risk management – Survey of the current regulatory frameworks adopted by the EEA regulators, 15.8.2007 και Second part of the CEBS’s technical advice to the European Commission on liquidity risk management – Analysis of specific issues listed by the Commission and challenges not currently addressed in the EEA, 18.9.2008, CEBS 2008 147. Το κείμενο είναι διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο της CEBS (www.c-ebs.org).

(23)  Βλ. νέο σημείο 14α του παραρτήματος V.

(24)  Βλ. νέα σημεία 14 και 18 του παρατήματος V και νέο σημείο 1 στοιχείο ε) του παραρτήματος XI.

(25)  Βλ. κείμενο με τίτλο Second part of the CEBS’s technical advice to the European Commission on liquidity risk management – Analysis of specific issues listed by the Commission and challenges not currently addressed in the EEA, 18.9.2008, CEBS 2008 147, σύσταση 29, σ. 11 και σ. 64-66. Το κείμενο είναι διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο της CEBS (www.c-ebs.org).

(26)  Βλ. κείμενο με τίτλο Executive summary regarding work on delegation, 3.9.2008. Το κείμενο είναι διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο της CEBS (www.c-ebs.org).

(27)  Άρθρο 4 παράγραφος 23 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ.

(28)  Βλ. άρθρο 49 στοιχείο α) της οδηγίας 2006/48/ΕΚ και νέο άρθρο 49 στοιχείο α).

(29)  Νέο άρθρο 130 παράγραφος 1.

(30)  Βλ. επίσης άρθρο 46 παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο της οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 145 της 30.4.2004, σ. 1).

(31)  Πρβλ. πρώτη παράγραφο του άρθρου 49 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ με την προτεινόμενη νέα τελευταία παράγραφο του ίδιου άρθρου της προτεινόμενης οδηγίας.

(32)  Βλ. κείμενο με τίτλο Report of the Financial Stability Forum on Enhancing Market and Institutional Resilience, 7.4.2008, σύσταση V.8, σ. 42-43, όπου ορίζεται ότι οι εποπτικοί φορείς και οι κεντρικές τράπεζες θα πρέπει να αναβαθμίσουν τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών που περιλαμβάνει η αξιολόγηση των κινδύνων για χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η ανταλλαγή πληροφοριών σε περιόδους κόπωσης των αγορών θα πρέπει να είναι ταχεία. Το κείμενο είναι διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο του φόρουμ για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα (www.fsforum.org).

(33)  Βλ. ενδεικτικά παράγραφο 2.4.1 γνώμης CON/2007/33 της ΕΚΤ της 5ης Νοεμβρίου 2007 κατόπιν αιτήματος του υπουργείου οικονομικών της Αυστρίας σχετικά με σχέδιο νόμου για την τροποποίηση του τραπεζικού νόμου, του νόμου περί διάσωσης των τραπεζών, του νόμου για την αρχή εποπτείας της χρηματοπιστωτικής αγοράς και του νόμου για την Oesterreichische Nationalbank και παράγραφο 2.4.1 γνώμης CON/2006/15 της ΕΚΤ της 9ης Μαρτίου 2006 κατόπιν αιτήματος του υπουργού οικονομικών της Πολωνίας σχετικά με σχέδιο νόμου για την εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Όλες οι γνώμες της ΕΚΤ είναι διαθέσιμες στο δικτυακό τόπο της ΕΚΤ (www.ecb.europa.eu).

(34)  Βλ. κείμενο με τίτλο Principles for Sound Liquidity Risk Management and Supervision, αρχή 17, σ. 14-36. Το κείμενο είναι διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο της ΤΔΔ (www.bis.org). Τα λοιπά ζητήματα που άπτονται της ρευστότητας αναλύονται στις παραγράφους 11 και 12 της παρούσας γνώμης.

(35)  Βλ. νέο άρθρο 131α.

(36)  Βλ. συμπεράσματα Συμβουλίου Ecofin της 7ης Οκτωβρίου 2008, σ. 17, τα οποία είναι διαθέσιμα στο δικτυακό τόπο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου (www.consilium.europa.eu).

(37)  Πρβλ. αιτιολογική σκέψη 6 της προτεινόμενης οδηγίας με το νέο άρθρο 40 παράγραφος 3 και την τρίτη πρόταση του νέου σημείου 1α του παραρτήματος XI.

(38)  Βλ. ενδεικτικά άρθρο 132 παράγραφος 3 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ και άρθρο 12 παράγραφος 2 της οδηγίας 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 73/239/ΕΟΚ, 79/267/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ, 93/6/ΕΟΚ και 93/22/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/78/ΕΚ και 2000/12/ΕΚ (ΕΕ L 35 της 11.2.2003, σ. 1).

(39)  Βλ. νέο άρθρο 122α.

(40)  Όπως αναφέρεται στο νέο άρθρο 122α παράγραφος 1.

(41)  Η ΕΚΤ γνωρίζει ότι το εν λόγω νέο άρθρο της προτεινόμενης οδηγίας τροποποιήθηκε περαιτέρω στο πλαίσιο της επεξεργασίας του από την ομάδα εργασίας του Συμβουλίου.

(42)  Βλ. σχετική ανάλυση που παρατίθεται στην έκθεση της ΕΚΤ με τίτλο The incentive structure of the «originate and distribute model», Δεκέμβριος 2008, η οποία είναι διαθέσιμη στο δικτυακό τόπο της ΕΚΤ (www.ecb.europa.eu).

(43)  Βλ. προτεινόμενη αιτιολογική σκέψη 15, τελευταία πρόταση της γενικής προσέγγισης που συμφωνήθηκε από το Συμβούλιο στις 19 Νοεμβρίου 2008 (διαθέσιμη στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://register.consilium.europa.eu/pdf/en/08/st16/st16216.en08.pdf), η οποία προβλέπει επίσης ότι η Επιτροπή προτίθεται να υποβάλει τις κατάλληλες νομοθετικές προτάσεις, αφού λάβει δεόντως υπόψη τον αντίκτυπο των προτεινόμενων μέτρων.

(44)  Για μια γενική επισκόπηση των κείμενων εθνικών νομοθεσιών 15 κρατών μελών για τις τιτλοποιήσεις βλ. σχετική έκθεση της ομάδας νομικών για τις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές (European Financial Markets Lawyers Group, εφεξής «EFMLG») αναφορικά με τα νομικά εμπόδια στις διασυνοριακές τιτλοποιήσεις εντός της ΕΕ, 7.5.2007. Το κείμενο είναι διαθέσιμ στο δικτυακό τόπο της EFMLG (www.efmlg.org).

(45)  Έκθεση της ΕΚΤ για τα τραπεζικά συστήματα της ΕΕ, σ. 24.

(46)  Financial Instruments: Recognition and Measurement, δημοσίευση Δεκεμβρίου 2003.

(47)  Consolidation – Special Purpose Entities.

(48)  Βλ. Κοινό πρακτικό οδηγό, και ιδίως κατευθυντήρια γραμμή 16. Το κείμενο είναι διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο Europa (www.europa.eu).

(49)  Κατευθυντήρια γραμμή 16.7 του Κοινού πρακτικού οδηγού, ο οποίος είναι διαθέσιμος στο δικτυακό τόπο Europa (www.europa.eu).

(50)  Βλ. ενδεικτικά άρθρο 129 παράγραφος 2 πρώτη πρόταση της οδηγίας 2006/48/ΕΚ και νέο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο β).

(51)  Άρθρο 49 στοιχείο β) της οδηγίας 2006/48/ΕΚ.

(52)  Βλ. ενδεικτικά παράγραφο 7 γνώμης CON/99/19 της ΕΚΤ της 20ής Ιανουαρίου 2000 κατόπιν αιτήματος του υπουργείου οικονομικών και προϋπολογισμού του Λουξεμβούργου αναφορικά με σχέδιο νομοθετικής πρότασης για την εφαμοργή της οδηγίας 98/26/ΕΚ σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και διακανονισμού αξιογράφων με το νόμο της 5ης Απριλίου 1993, όπως έχει τροποποιηθεί, που αφορά το χρηματοπιστωτικό τομέα, και την συμπλήρωση του νόμου της 23ης Δεκεμβρίου 1998 για τη συγκρότηση επιτροπής επικεφαλής της εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα, και παράγραφο 7.2 της πιο πρόσφατης γνώμης CON/2006/23 της ΕΚΤ της 22ας Μαΐου 2006 κατόπιν αιτήματος της κεντρικής τράπεζας της Μάλτας σχετικά με σχέδιο νόμου που τροποποιεί το νόμο για την κεντρική τράπεζα της Μάλτας.

(53)  Η ΕΚΤ σημειώνει επίσης σε πρόσφατες γνώμες σχετικά με σχέδια εθνικών νομοθετικών διατάξεων των κρατών μελών εκτός της ζώνης του ευρώ ότι οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος επιβλέπουν τα συστήματα πληρωμών ευθυγραμμιζόμενες με την ενιαία εποπτική πολιτική που καθορίζει το διοικητικό συμβούλιο, η οποία ισχύει και για τις λοιπές κεντρικές τράπεζες μετά την υιοθέτηση του ευρώ από το οικείο κράτος μέλος (βλ. ενδεικτικά παραγράφους 13 έως 16 γνώμης CON/2005/24 της ΕΚΤ της 15ης Ιουλίου 2005 κατόπιν αιτήματος του υπουργού οικονομικών της Δημοκρατίας της Τσεχίας αναφορικά με σχέδιο νόμου για την ενοποίηση των φορέων εποπτείας των χρηματοπιστωτικών αγορών και παραγράφους 3.9 και 3.10 της πιο πρόσφατης γνώμης CON/2008/83 της ΕΚΤ της 2ας Δεκεμβρίου 2008 κατόπιν αιτήματος του υπουργείου οικονομικών της Ουγγαρίας αναφορικά με σχέδιο νόμου που τροποποιεί το νόμο για την Magyar Nemzeti Bank. Επιπλέον, και άλλα κράτη μέλη εκτός της ζώνης του ευρώ έχουν τροποποιήσει τη σχετική νομοθεσία τους. Επί του παρόντος, στο Ηνωμένο Βασίλειο η επίβλεψη των συστημάτων πληρωμών διενεργείται από την Bank of England, χωρίς την ύπαρξη τυπικής σχετικής πρόβλεψης. Το μέρος 5 του σχεδίου τραπεζικού νόμου που έχει ήδη υποβληθεί στο βρετανικό κοινοβούλιο (και είναι διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο του κοινοβουλίου του Ηνωμένου Βασιλείου, www.parliament.uk, σ. 87) πρόκειται να κατοχυρώσει το ρόλο της Bank of England στη δινέργεια της επίβλεψης των συστημάτων πληρωμών.

(54)  Βλ. παράγραφο 14 γνώμης CON/2001/25 της ΕΚΤ της 13ης Σεπτεμβρίου 2001 κατόπιν αιτήματος του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των επιχειρήσεων επενδύσεων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων και για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 73/239/ΕΟΚ, 79/267/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ, 93/6/ΕΟΚ και 93/22/ΕΟΚ και των οδηγιών 98/78/ΕΚ και 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ C 271 της 26.9.2001, σ. 10).

(55)  Η παραπομπή συνιστάται να διαγραφεί και από την αιτιολογική σκέψη 26 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ.

(56)  Νέο άρθρο 106 παράγραφος 2 στοιχείο γ).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΔΙΑΤΎΠΩΣΗΣ

Κείμενο που προτείνει η Επιτροπή

Τροποποιήσεις που προτείνει η ΕΚΤ  (1)

Τροποποίηση 1

Αιτιολογική σκέψη 6 της προτεινόμενης οδηγίας

(6)

Οι εντολές των αρμόδιων αρχών θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη μια κοινοτική διάσταση. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει συνεπώς να λαμβάνουν υπόψη την επίδραση των αποφάσεών τους στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος όλων των άλλων κρατών μελών.

(6)

Οι εντολές των αρμόδιων αρχών θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη μια κοινοτική διάσταση. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει συνεπώς να λαμβάνουν υπόψη την επίδραση τον πιθανό αντίκτυπο των αποφάσεών τους στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος όλων των άλλων κρατών μελών.

Αιτιολογική βάση – Βλ. παράγραφο 17 της γνώμης

Τροποποίηση 2

Τροποποίηση της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, άρθρο 4 παράγραφος 23

Άρθρο 4

23.

«Κεντρικές τράπεζες»: περιλαμβάνουν την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εκτός αν ορίζεται άλλως.

[Η προτεινόμενη οδηγία δεν προβλέπει τροποποίηση]

Άρθρο 4

23.

«Κεντρικές τράπεζες»: περιλαμβάνουν τις εθνικές κεντρικές τράπεζες του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εκτός αν ορίζεται άλλως.

Αιτιολογική βάση – Βλ. παράγραφο 19 της γνώμης

Τροποποίηση 3

Τροποποίηση της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, άρθρο 41

Άρθρο 41

Μέχρις ότου υπάρξει μεταγενέστερος συντονισμός, το κράτος μέλος υποδοχής, σε συνεργασία με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εξακολουθεί να έχει την ευθύνη της εποπτείας της ρευστότητας των υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων.

Με την επιφύλαξη των μέτρων που απαιτούνται για την ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος, το κράτος μέλος υποδοχής διατηρεί όλη την ευθύνη των μέτρων που προκύπτουν από την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής του.

[Η προτεινόμενη οδηγία δεν προβλέπει τροποποίηση]

Άρθρο 41

Μέχρις ότου υπάρξει μεταγενέστερος συντονισμός, το κράτος μέλος υποδοχής, σε συνεργασία με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εξακολουθεί να έχει την ευθύνη της εποπτείας της ρευστότητας των υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων.

Με την επιφύλαξη των μέτρων που απαιτούνται για την ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος, Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών και, ενδεχομένως, το κράτος μέλος υποδοχής διατηρεί όλη την ευθύνη των μέτρων που προκύπτουν από την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής του.

Αιτιολογική βάση – Βλ. παραγράφους 11 και 12 της γνώμης

Τροποποίηση 4

Άρθρο 1 παράγραφος 4 της προτεινόμενης οδηγίας

Τροποποίηση της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, άρθρο 42α

Άρθρο 42α

2.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής θα μεταβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής όπου έχει ιδρυθεί ένα υποκατάστημα συστημικής σημασίας, τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 132 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ) και θα εκτελούν τις εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

Εάν μια αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής αντιληφθεί επείγουσα κατάσταση εντός πιστωτικού ιδρύματος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 130 παράγραφος 1, θα ειδοποιεί το συντομότερο δυνατό τις αρχές που προβλέπονται στο άρθρο 49 παράγραφος 4 και στο άρθρο 50.

Άρθρο 42α

2.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής θα μεταβιβάζουν στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής όπου έχει ιδρυθεί ένα υποκατάστημα συστημικής σημασίας, τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 132 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ) και θα εκτελούν τις εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

Εάν μια αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής αντιληφθεί επείγουσα κατάσταση εντός πιστωτικού ιδρύματος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 130 παράγραφος 1, θα ειδοποιεί το συντομότερο δυνατό τις κεντρικές τράπεζες του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και τις αρχές που προβλέπονται στο άρθρο 49 παράγραφος 4 και στο άρθρο 50.

Αιτιολογική βάση – Βλ. παράγραφο 19 της γνώμης

Τροποποίηση 5

Άρθρο 1 παράγραφος 6 της προτεινόμενης οδηγίας

Τροποποίηση της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, άρθρο 49

Άρθρο 49

Το παρόν τμήμα δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να διαβιβάζουν, στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων τους, πληροφορίες προς τους εξής φορείς:

α)

στις κεντρικές τράπεζες και σε άλλους οργανισμούς με παρόμοια αποστολή όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα νομισματικής αρχής, όταν αυτές οι πληροφορίες είναι σημαντικές για την άσκηση των αντίστοιχων νόμιμων αποστολών τους, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης νομισματικής πολιτικής, της εποπτείας πληρωμών και συστημάτων διακανονισμού χρεογράφων και της διαφύλαξης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας· και

β)

ενδεχομένως, σε άλλες δημόσιες αρχές επιφορτισμένες με την εποπτεία των συστημάτων πληρωμής.

Το παρόν τμήμα δεν εμποδίζει τις εν λόγω αρχές ή οργανισμούς να ανακοινώνουν στις αρμόδιες αρχές τις πληροφορίες που αυτές χρειάζονται για τους σκοπούς του άρθρου 45.

Σε επείγουσα κατάσταση όπως προβλέπεται στο άρθρο 130 παράγραφος 1, τα κράτη μέλη θα επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να διαβιβάζουν πληροφορίες σε κεντρικές τράπεζες εντός της Κοινότητας, όταν αυτές οι πληροφορίες είναι σημαντικές για την άσκηση των αντίστοιχων νόμιμων αποστολών τους, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης νομισματικής πολιτικής, της εποπτείας συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού χρεογράφων και της διαφύλαξης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Άρθρο 49

Το παρόν τμήμα δεν εμποδίζει τις αρμόδιες αρχές να διαβιβάζουν, στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων τους, πληροφορίες προς τους εξής φορείς:

α)

στις κεντρικές τράπεζες και σε άλλους οργανισμούς με παρόμοια αποστολή όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα νομισματικής αρχής, όταν αυτές οι πληροφορίες είναι σημαντικές για την άσκηση των αντίστοιχων νόμιμων αποστολών τους, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης νομισματικής πολιτικής, της εποπτείας συστημάτων πληρωμών, και συστημάτων εκκαθάρισης και διακανονισμού χρεογράφων και της διαφύλαξης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας· και

α)

στις κεντρικές τράπεζες και σε άλλους οργανισμούς με παρόμοια αποστολή όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα νομισματικής αρχής, όταν αυτές οι πληροφορίες είναι σημαντικές για την άσκηση των αντίστοιχων νόμιμων αποστολών τους, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης νομισματικής πολιτικής, της εποπτείας συστημάτων πληρωμών, και συστημάτων εκκαθάρισης και διακανονισμού χρεογράφων και της διαφύλαξης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας· και

Το παρόν τμήμα δεν εμποδίζει τις εν λόγω αρχές ή οργανισμούς να ανακοινώνουν στις αρμόδιες αρχές τις πληροφορίες που αυτές χρειάζονται για τους σκοπούς του άρθρου 45.

Σε επείγουσα κατάσταση όπως προβλέπεται στο άρθρο 130 παράγραφος 1, τα κράτη μέλη θα επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές να διαβιβάζουν πληροφορίες σε κεντρικές τράπεζες εντός της Κοινότητας, όταν αυτές οι πληροφορίες είναι σημαντικές για την άσκηση των αντίστοιχων νόμιμων αποστολών τους, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης νομισματικής πολιτικής, της εποπτείας συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού χρεογράφων και της διαφύλαξης της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Αιτιολογική βάση – Βλ. παραγράφους 14, 19 και 21 της γνώμης

Τροποποίηση 6

Άρθρο 1 παράγραφος 16 στοιχείο α) της προτεινόμενης οδηγίας

Τροποποίηση της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, άρθρο 106 παράγραφος 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 106

2.

Στα χρηματοδοτικά ανοίγματα δεν συμπεριλαμβάνονται:

...

γ)

στην περίπτωση της παροχής πράξεων πληρωμής ή υπηρεσιών εκκαθάρισης και διακανονισμού σε πελάτες, οι καθυστερημένες εισπράξεις χρηματοδότησης και άλλα ανοίγματα που προκύπτουν από δραστηριότητες του πελάτη, τα οποία δεν διαρκούν περισσότερο από την επόμενη εργάσιμη ημέρα.

Άρθρο 106

2.

Στα χρηματοδοτικά ανοίγματα δεν συμπεριλαμβάνονται:

...

γ)

στην περίπτωση της παροχής πράξεων πληρωμής ή υπηρεσιών εκκαθάρισης, και διακανονισμού και φύλαξης χρηματοπιστωτικών μέσων σε πελάτες, οι καθυστερημένες εισπράξεις χρηματοδότησης και άλλα ανοίγματα που προκύπτουν από δραστηριότητες του πελάτη, τα οποία δεν διαρκούν περισσότερο από την επόμενη εργάσιμη ημέρα.

Αιτιολογική βάση – Βλ. παράγραφο 22 της γνώμης

Τροποποίηση 7

Άρθρο 1 παράγραφος 21 στοιχείο δ) της προτεινόμενης οδηγίας

Τροποποίηση της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, άρθρο 113 παράγραφος 4

Άρθρο 113

4.

Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν, εν λόγω ή εν μέρει, από την εφαρμογή του άρθρου 111 παράγραφος 1, τα ακόλουθα χρηματοδοτικά ανοίγματα:

στ)

στοιχεία του ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις από και άλλα χρηματοδοτικά ανοίγματα έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων, εφόσον τα ανοίγματα αυτά δεν αποτελούν ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων αυτών, δεν έχουν μεγαλύτερη διάρκεια από την επομένη εργάσιμη ημέρα και εκφράζονται στο νόμισμα του κράτους μέλους που κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής, υπό τον όρο ότι το νόμισμα αυτό δεν είναι το ευρώ.

Άρθρο 113

4.

Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν, εν λόγω ή εν μέρει, από την εφαρμογή του άρθρου 111 παράγραφος 1, τα ακόλουθα χρηματοδοτικά ανοίγματα:

στ)

στοιχεία του ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις από και άλλα χρηματοδοτικά ανοίγματα έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων, εφόσον τα ανοίγματα αυτά δεν αποτελούν ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων αυτών και δεν έχουν μεγαλύτερη διάρκεια από την επομένη επτά εργάσιμη ες ημέρα ες. και εκφράζονται στο νόμισμα του κράτους μέλους που κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής, υπό τον όρο ότι το νόμισμα αυτό δεν είναι το ευρώ.

Αιτιολογική βάση – Βλ. παραγράφους 6 έως 9 της γνώμης

Τροποποίηση 8

Άρθρο 1 παράγραφος 29 της προτεινόμενης οδηγίας

Τροποποίηση της οδηγίας 2006/48/ΕΚ, άρθρο 130 παράγραφος 1

Άρθρο 130

1.

Όταν προκύπτει επείγουσα κατάσταση, μεταξύ άλλων αρνητικές εξελίξεις σε χρηματοπιστωτικές αγορές, η οποία ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου οντότητες του ομίλου έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή όπου έχουν ιδρυθεί υποκαταστήματα συστημικής σημασίας όπως αναφέρεται στο άρθρο 42α, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, δυνάμει του κεφαλαίου 1 τμήμα 2, θα ειδοποιεί το συντομότερο δυνατό τις αρχές που αναφέρονται στο τέταρτο εδάφιο του άρθρου 49 και στο άρθρο 50 και θα διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των εργασιών τους. Αυτές οι υποχρεώσεις ισχύουν για όλες τις αρμόδιες αρχές βάσει των άρθρων 125 και 126 και για την αρμόδια αρχή που περιγράφεται βάσει του άρθρου 129 παράγραφος 1.

Εάν η αρχή που μνημονεύεται στο τέταρτο εδάφιο του άρθρου 49 αντιληφθεί μια κατάσταση που περιγράφεται στο πρώτο εδάφιο αυτής της παραγράφου, θα ειδοποιεί το συντομότερο δυνατό τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στα άρθρα 125 και 126.

Στο μέτρο του δυνατού, η αρμόδια αρχή και η αρχή που αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο του άρθρου 49 θα χρησιμοποιούν υπάρχοντες καθορισμένους διαύλους επικοινωνίας.

Άρθρο 130

1.

Όταν προκύπτει επείγουσα κατάσταση, μεταξύ άλλων αρνητικές εξελίξεις σε χρηματοπιστωτικές αγορές, η οποία ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου οντότητες του ομίλου έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή όπου έχουν ιδρυθεί υποκαταστήματα συστημικής σημασίας όπως αναφέρεται στο άρθρο 42α, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, δυνάμει του κεφαλαίου 1 τμήμα 2, θα ειδοποιεί το συντομότερο δυνατό τις κεντρικές τράπεζες του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και τις αρχές που αναφέρονται στο τέταρτο εδάφιο του άρθρου 49 και στο άρθρο 50 και θα διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των εργασιών τους. Αυτές οι υποχρεώσεις ισχύουν για όλες τις αρμόδιες αρχές βάσει των άρθρων 125 και 126 και για την αρμόδια αρχή που περιγράφεται βάσει του άρθρου 129 παράγραφος 1.

Εάν ορισμένη κεντρική τράπεζα του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών η αρχή που μνημονεύεται στο τέταρτο εδάφιο του άρθρου 49 αντιληφθεί μια κατάσταση που περιγράφεται στο πρώτο εδάφιο αυτής της παραγράφου, θα ειδοποιεί το συντομότερο δυνατό τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στα άρθρα 125 και 126.

Στο μέτρο του δυνατού, οι η αρμόδια ες αρχή ές και οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών η αρχή που αναφέρεται στο τέταρτο εδάφιο του άρθρου 49 θα χρησιμοποιούν υπάρχοντες καθορισμένους διαύλους επικοινωνίας.

Αιτιολογική βάση – Βλ. παράγραφο 19 της γνώμης


(1)  Η χρήση διαγράμμισης στο κυρίως κείμενο αφορά τα σημεία των οποίων τη διαγραφή προτείνει η ΕΚΤ. Οι έντονοι χαρακτήρες στο κυρίως κείμενο αφορούν τα σημεία των οποίων την προσθήκη προτείνει η ΕΚΤ.


IV Πληροφορίες

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Επιτροπή

22.4.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93/16


Ισοτιμίες του ευρώ (1)

21 Απριλίου 2009

2009/C 93/04

1 ευρώ =


 

Νομισματική μονάδα

Ισοτιμία

USD

δολάριο ΗΠΑ

1,2932

JPY

ιαπωνικό γιεν

126,82

DKK

δανική κορόνα

7,4492

GBP

λίρα στερλίνα

0,88860

SEK

σουηδική κορόνα

11,1760

CHF

ελβετικό φράγκο

1,5114

ISK

ισλανδική κορόνα

 

NOK

νορβηγική κορόνα

8,7940

BGN

βουλγαρικό λεβ

1,9558

CZK

τσεχική κορόνα

27,035

EEK

εσθονική κορόνα

15,6466

HUF

ουγγρικό φιορίνι

300,35

LTL

λιθουανικό λίτας

3,4528

LVL

λεττονικό λατ

0,7093

PLN

πολωνικό ζλότι

4,4177

RON

ρουμανικό λέι

4,2438

TRY

τουρκική λίρα

2,1511

AUD

αυστραλιανό δολάριο

1,8509

CAD

καναδικό δολάριο

1,6051

HKD

δολάριο Χονγκ Κονγκ

10,0223

NZD

νεοζηλανδικό δολάριο

2,3347

SGD

δολάριο Σιγκαπούρης

1,9493

KRW

νοτιοκορεατικό γουόν

1 744,00

ZAR

νοτιοαφρικανικό ραντ

11,8312

CNY

κινεζικό γιουάν

8,8354

HRK

κροατικό κούνα

7,3839

IDR

ινδονησιακή ρουπία

14 063,55

MYR

μαλαισιανό ρίγκιτ

4,7131

PHP

πέσο Φιλιππινών

62,700

RUB

ρωσικό ρούβλι

44,1807

THB

ταϊλανδικό μπατ

45,986

BRL

ρεάλ Βραζιλίας

2,9052

MXN

μεξικανικό πέσο

17,3677

INR

ινδική ρουπία

65,2710


(1)  Πηγή: Ισοτιμίες αναφοράς που δημοσιεύονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ

22.4.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93/17


Συνοπτικές πληροφορίες, κοινοποιούμενες από τα κράτη μέλη, για τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1857/2006 της Επιτροπής της 15ης Δεκεμβρίου 2006 σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της παραγωγής γεωργικών προϊόντων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 70/2001

2009/C 93/05

Αριθμός ενίσχυσης αριθ.: XA 432/08

Κράτος μέλος: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας

Τίτλος του καθεστώτος ενίσχυσης: Landwirtschaft - Nachhaltigkeit

Νομική βάση: Gesetz über die Landeskreditbank Baden-Württemberg – Förderbank vom 11.11.1998 (Gesetz für Baden-Württemberg (GBl.) vom 18.11.1998, S. 581), zuletzt geändert durch Gesetz vom 11.12.2007 (GBl. vom 14.12.2007, S. 581) in Verbindung mit dem Programmmerkblatt Landwirtschaft - Nachhaltigkeit

Ετήσιες δαπάνες που έχουν προγραμματιστεί στο πλαίσιο του καθεστώτος ενισχύσεων ή συνολικό ποσό της μεμονωμένης ενίσχυσης που χορηγείται στην εταιρεία: Χορήγηση δανείων με ευνοϊκό επιτόκιο. Η προβλεπόμενη αξία ενίσχυσης των δανείων ανέρχεται σε 500 χιλιάδες ευρώ. Το εν λόγω ποσό ενίσχυσης διατίθεται από την τράπεζα «Landwirtschaftliche Rentenbank»· δεν συντρέχει η περίπτωση να χορηγηθεί ποσό ενίσχυσης από την ίδια την «Landwirtschaftliche Rentenbank».

Μέγιστη ένταση της ενίσχυσης: Το μέγιστο όριο ανέρχεται στο 20 % των επιλέξιμων δαπανών. Το μέγιστο ποσό ενίσχυσης που χορηγείται σε μεμονωμένη επιχείρηση δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα 400 000 ευρώ σε οποιαδήποτε περίοδο τριών οικονομικών ετών Σε περίπτωση σώρευσης με πόρους από άλλες δημόσιες χρηματοδοτικές πηγές για τις ίδιες επιλέξιμες δαπάνες, τηρούνται τα ανώτατα όρια που καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1857/2006.

Ημερομηνία εφαρμογής: Σύμφωνα με την προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1857/2006, το νωρίτερο όμως στις 2 Ιανουαρίου 2009.

Διάρκεια του καθεστώτος ενισχύσεων: Έως τις 30 Ιουνίου 2014

Στόχος της ενίσχυσης: Στήριξη των ΜΜΕ που δραστηριοποιούνται στην πρωτογενή παραγωγή γεωργικών προϊόντων, σύμφωνα με το παράρτημα I της συνθήκης ΕΚ (με εξαίρεση την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια), με ενίσχυση των επενδύσεων στην πρωτογενή παραγωγή γεωργικών προϊόντων. Επενδύσεις για την προστασία και τη βελτίωση του φυσικού περιβάλλοντος ή τη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής ή των συνθηκών διαβίωσης των ζώων. Επενδύσεις για τη βελτίωση της ποιότητας παραγωγής [άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1857/2006]. Στις επιλέξιμες δαπάνες συγκαταλέγονται α) η κατασκευή, η αγορά ή ο εκσυγχρονισμός ακινήτων, β) η αγορά ή η χρηματοδοτική μίσθωση με δυνατότητα αγοράς μηχανολογικού εξοπλισμού ή εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένου του λογισμικού ηλεκτρονικών υπολογιστών, μέχρι την αγοραστική αξία του περιουσιακού στοιχείου ή γ) γενικές δαπάνες συνδεόμενες με εκείνες των στοιχείων α) και β), όπως αμοιβές αρχιτεκτόνων, μηχανικών και συμβούλων, δαπάνες για μελέτες σκοπιμότητας. Στο πλαίσιο αυτό διασφαλίζεται ότι η ενίσχυση δεν χορηγείται κατά παράβαση των απαγορεύσεων ή των περιορισμών που προβλέπονται στους κανονισμούς του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινών οργανώσεων αγοράς, ακόμη και όταν οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί αυτοί αφορούν μόνο τις κοινοτικές ενισχύσεις.

Σχετικός(-οί) κλάδος(-οι): Γεωργία, αμπελοοινικός τομέας, καλλιέργεια δενδροκηπευτικών

Ονομασία και διεύθυνση της χορηγούσας αρχής:

Landeskreditbank Baden-Württemberg – Förderbank

Postfach 10 29 43

70025 Stuttgart

DEUTSCHLAND

Διεύθυνση στο Διαδίκτυο: www.l-bank.de/landwirtschaft-nachhaltigkeit

Άλλες πληροφορίες: —

Αριθμός ενίσχυσης: XA 435/08

Κράτος μέλος: Ισπανία.

Περιφέρεια: Castilla y León (provincia de Salamanca).

Τίτλος του καθεστώτος ενίσχυσης ή επωνυμία της εταιρείας που λαμβάνει μεμονωμένη ενίσχυση: Subvenciones dirigidas a las Denominaciones de Origen, Indicaciones Geográficas Protegidas, Asociaciones con Marca de Garantía, Asociaciones de Vinos de Calidad Producidos en Región Determinada de la provincia de Salamanca y a las entidades asociativas que promuevan el reconocimiento de alguna de estas figuras de calidad, anualidad 2009.

Νομική βάση: Proyecto de bases reguladoras de la convocatoria de subvenciones dirigidas a a las Denominaciones de Origen, Indicaciones Geográficas Protegidas, Asociaciones con Marca de Garantía, Asociaciones de Vinos de Calidad Producidos en Región Determinada de la provincia de Salamanca y a las entidades asociativas que promuevan el reconocimiento de alguna de estas figuras de calidad, anualidad 2009.

Ετήσιες δαπάνες που έχουν προγραμματιστεί στο πλαίσιο του καθεστώτος ενισχύσεων ή συνολικό ποσό της μεμονωμένης ενίσχυσης που χορηγείται στην εταιρεία: Οι ετήσιες δαπάνες που προβλέπονται στο πλαίσιο του καθεστώτος ενισχύσεων για το 2009 ανέρχονται σε 60 000 ευρώ (εξήντα χιλιάδες ευρώ).

Μέγιστη ένταση της ενίσχυσης: Το μέγιστο ποσό της επιχορήγησης δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 50 % ή το 70 % του κόστους των επιλέξιμων δαπανών, κατά περίπτωση, ούτε ποσό 12 000 ευρώ ανά δικαιούχο.

Ημερομηνία εφαρμογής: Από την ημερομηνία δημοσίευσης του αριθμού καταχώρισης της αίτησης απαλλαγής στην ιστοσελίδα της Γενικής Διεύθυνσης Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής.

Διάρκεια του καθεστώτος ενισχύσεων ή της χορήγησης μεμονωμένης ενίσχυσης: Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2009.

Στόχος της ενίσχυσης: Η ενίσχυση αυτή έχει ως στόχο την ενθάρρυνση της παραγωγής και της εμπορίας γεωργικών προϊόντων ποιότητας από την επαρχία Salamanca που φέρουν ονομασία προέλευσης, προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη, σήμα εγγύησης ή καθεστώς οίνων ποιότητας που παράγονται σε καθορισμένη περιοχή.

Το προαναφερόμενο καθεστώς ενίσχυσης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 14 και 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1857/2006 της Επιτροπής της 15ης Δεκεμβρίου 2006 σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της παραγωγής γεωργικών προϊόντων.

Επιλέξιμες είναι οι δραστηριότητες συμμετοχής σε εκθέσεις που οργανώνονται από την Diputación ή εκθέσεις γεωργικών ειδών διατροφής στις οποίες συμμετέχει η Diputación de Salamanca (Συνέλευση της Salamanca), η εκπόνηση μελετών για την προώθηση της αναγνώρισης σημάτων ποιότητας ή της βελτίωσης της ποιότητας προϊόντων που φέρουν σήμα ποιότητας, καθώς και δραστηριότητες προώθησης της ποιότητας των τροφίμων.

Στις επιλέξιμες δαπάνες συγκαταλέγονται:

1.

Την εγγραφή, την ενοικίαση χώρων και περιπτέρου, την ασφάλεια, το προσωπικό συνοδείας και τα τέλη συμμετοχής.

2.

Τις δημοσιεύσεις τις σχετικές με την εν λόγω δραστηριότητα.

3.

Τα έξοδα ταξιδίου.

1.

Τις μελέτες που έχουν ως στόχο τον σχεδιασμό και την αναγνώριση σημάτων ποιότητας (ονομασία προέλευσης, προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη, σήμα εγγύησης ή οίνος ποιότητας που παράγεται σε καθορισμένη περιοχή) γεωργικών προϊόντων της επαρχίας Salamanca.

2.

Άλλες μελέτες που έχουν ως στόχο τη βελτίωση της ποιότητας γεωργικών προϊόντων της επαρχίας Salamanca τα οποία φέρουν ήδη ένα σήμα ποιότητας που αναφέρεται στο προηγούμενο σημείο.

1.

Τη συμμετοχή σε εκθέσεις εθνικού χαρακτήρα: ενοικίαση χώρου και περιπτέρου, ασφάλεια, προσωπικό συνοδείας, τέλη συμμετοχής, έξοδα ταξιδίου και δημοσιεύσεις σχετικές με τη δραστηριότητα.

2.

Την παρουσίαση προϊόντων ποιότητας σε εθνικό και επαρχιακό επίπεδο: μόνο η ενοικίαση των εγκαταστάσεων όπου γίνεται η παρουσίαση, τα έξοδα ταξιδίου και οι δημοσιεύσεις που αφορούν τη δραστηριότητα επιτρέπεται να επιχορηγηθούν.

3.

Δημοσιεύσεις, όπως κατάλογοι ή ιστοσελίδες που παρουσιάζουν πληροφορίες για τους παραγωγούς μίας συγκεκριμένης περιοχής ή ενός συγκεκριμένου προϊόντος, πάντοτε υπό τον όρο ότι οι πληροφορίες αυτές και η παρουσίαση τους έχουν ουδέτερο χαρακτήρα και ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί έχουν τις ίδιες ευκαιρίες να συμπεριληφθούν στις δημοσιεύσεις.

Σχετικός(-οί) κλάδος(-οι): Κλάδος της κτηνοτροφίας.

Ονομασία και διεύθυνση της χορηγούσας αρχής:

Excma. Diputación Provincial de Salamanca.

C/Felipe Espino no 1

37002 Salamanca

ESPAÑA

Διεύθυνση στο Διαδίκτυο: http://www.lasalina.es/areas/eh//ProyConvocatorias/2009/Denominaciones.pdf

Άλλες πληροφορίες: Η επιχορήγηση αυτή είναι συμβιβάσιμη με κάθε άλλη επιχορήγηση, ενίσχυση, πόρο ή έσοδο για την επιχορηγούμενη δραστηριότητα που παρέχεται από οποιαδήποτε διοικητική αρχή ή δημόσιο ή ιδιωτικό φορέα σε εθνικό επίπεδο ή στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή από διεθνή οργανισμό. Εάν ο αιτών έχει λάβει άλλη ενίσχυση - για τον ίδιο σκοπό - η οποία δεν είναι συμβιβάσιμη με εκείνην που χορηγήθηκε από την Diputación, εφαρμόζεται το άρθρο 33 του Real Decreto (βασιλικού διατάγματος) 887/2006, de 21 de julio (της 21ης Ιουλίου), por el que se aprueba el Reglamento de la Ley General de Subvenciones (βάσει του οποίου εγκρίνονται οι κανονιστικές διατάξεις εφαρμογής του γενικού νομικού καθεστώτος που διέπει τις επιχορηγήσεις).

Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται το ποσό των επιχορηγήσεων που καταβάλλονται από την Diputación να είναι, μόνο του ή μαζί με άλλες επιχορηγήσεις, ενισχύσεις, έσοδα ή πόρους, τόσο υπέρμετρο, ώστε να υπερβαίνει το κόστος της επιχορηγούμενης δραστηριότητας.

Η επιχορήγηση είναι επίσης ασυμβίβαστη με κάθε άλλη επιχορήγηση, ενίσχυση, πόρο ή έσοδο για την επιχορηγούμενη δραστηριότητα που παρέχεται από την Diputación de Salamanca - είτε με διαδικασία άμεσης ανάθεσης είτε με διαδικασία προκήρυξης διαγωνισμού - που θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη συνεπικάλυψη των επιλέξιμων δαπανών.

Αριθ. ενίσχυσης: XA 439/08

Κράτος μέλος: Ιταλία

Περιφέρεια: Provincia autonoma di Bolzano

Τίτλος του καθεστώτος ενισχύσεων ή επωνυμία της επιχείρησης που λαμβάνει μεμονωμένη ενίσχυση: Criteri e modalità relativi alla concessione di aiuti per l'assistenza tecnica in agricoltura

Νομική βάση: Articolo 4, comma 1, lettera p) della legge provinciale 14 dicembre 1998, n. 11, e successive modifiche

Ετήσιες δαπάνες που έχουν προγραμματιστεί στο πλαίσιο του καθεστώτος ενισχύσεων ή συνολικό ποσό της μεμονωμένης ενίσχυσης που χορηγείται στη δικαιούχο επιχείρηση: 3 εκατομμύρια ευρώ

Μέγιστη ένταση ενίσχυσης: 100 %

Ημερομηνία έναρξης εφαρμογής:

Διάρκεια εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεων ή χορήγησης της μεμονωμένης ενίσχυσης: Έως τις 30 Ιουνίου 2014

Στόχος της ενίσχυσης: Παροχή τεχνικής υποστήριξης στον γεωργικό τομέα σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1857/2006

Σχετικός(-οί) τομέας(-είς): Ζωική και φυτική παραγωγή εν γένει

Ονομασία και διεύθυνση της χορηγούσας αρχής:

Ripartizione provinciale agricoltura,

Via Brennero, 6

39100 Bolzano

ITALIA

Διεύθυνση στο Διαδίκτυο: http://www.egov.bz.it/DownloadAttachment.aspx?id=1013721

Λοιπές πληροφορίες: —

Αριθμός ενίσχυσης: XA 440/08

Κράτος μέλος: Ισπανία

Περιφέρεια: Castilla-La Mancha

Τίτλος του καθεστώτος ενισχύσεων: Ayudas para la integración cooperativa sin vinculación patrimonial.

Νομική βάση: Convocatorias de ayudas para las cooperativas agrarias:

Orden de 08/06/2000 de la Consejería de Agricultura y Medio Ambiente por la que se establecen los programas de fomento de la calidad agroalimentaria en Castilla-La Mancha (FOCAL 2000) programa 1 cooperativismo agrario

Orden de de la Consejería de Agricultura y Desarrollo Rural, por la que se aprueban las bases reguladoras de las ayudas para la mejora de las estructuras asociativas agrarias en Castilla-La Mancha y se convocan dichas ayudas para el año 2009.

Ετήσιες δαπάνες που έχουν προγραμματιστεί στο πλαίσιο του καθεστώτος ενισχύσεων ή συνολικό ποσό της μεμονωμένης ενίσχυσης που χορηγείται στην εταιρεία: 5 000 000 ευρώ συνολικά

Μέγιστη ένταση της ενίσχυσης: 80 % των επιλέξιμων δαπανών

Δαπάνες σύστασης της οντότητας

Δαπάνες διοικητικού προσωπικού

Δαπάνες αγοράς εξοπλισμού γραφείου, συμπεριλαμβανομένου του υλικού και λογισμικού ηλεκτρονικών υπολογιστών

Γενικά έξοδα και νομικές και διοικητικές αμοιβές

Ημερομηνία εφαρμογής: Από την ημερομηνία δημοσίευσης του αριθμού καταχώρισης της αίτησης απαλλαγής στην ιστοσελίδα της Γενικής Διεύθυνσης Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Επιτροπής

Διάρκεια του καθεστώτος ενισχύσεων ή της χορήγησης μεμονωμένης ενίσχυσης:

Στόχος της ενίσχυσης: Ομάδες παραγωγών (άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1857/2006).

Σχετικός(-οί) κλάδος(-οι): Γεωργία, κτηνοτροφία, δασοκομία και αλιεία

Ονομασία και διεύθυνση της χορηγούσας αρχής:

Consejería de Agricultura y Desarrollo Rural,

C/Pintor Matías Moreno, no 4,

45004 Toledo

Διεύθυνση στο Διαδίκτυο: Προσωρινά: http://www.jccm.es/agricul/paginas/ayudas/cooperativismo/cooperativismo.htm, μετά τη δημοσίευση: www.jccm.es/cgi-bin/docm.php3


V Γνωστοποιήσεις

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ

Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (ΕΠΣΟ)

22.4.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93/21


ΠΡΟΚΗΡΥΞΗ ΓΕΝΙΚΩΝ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΩΝ

EPSO/AD/166/09 και EPSO/AD/167/09

2009/C 93/06

Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού (EPSO) διοργανώνει τους γενικούς διαγωνισμούς

 

EPSO/AD/166/09

για την πρόσληψη μεταφραστών (AD 5) βουλγαρικής γλώσσας

 

EPSO/AD/167/09

για την πρόσληψη μεταφραστών (AD 5) ρουμανικής γλώσσας

Η προκήρυξη του διαγωνισμού δημοσιεύεται μόνο στα βουλγαρικά και τα ρουμανικά στην Επίσημη Εφημερίδα C 93 A της 22ας Απριλίου 2009.

Περισσότερες πληροφορίες διατίθενται στο δικτυακό τόπο της EPSO http://eu-careers.eu


ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΗΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Επιτροπή

22.4.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93/22


Ανακοίνωση για την έναρξη μερικής ενδιάμεσης επανεξέτασης των μέτρων αντιντάμπινγκ που επιβάλλονται στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας

2009/C 93/07

Η Επιτροπή έλαβε αίτηση για την πραγματοποίηση μερικής ενδιάμεσης επανεξέτασης δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (1) («ο βασικός κανονισμός»).

1.   Αίτηση επανεξέτασης

Η αίτηση υποβλήθηκε από την εταιρεία Silmak DOOEL («ο αιτών»), έναν παραγωγό-εξαγωγέα από την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας.

Το πεδίο της επανεξέτασης περιορίζεται στην εξέταση της πρακτικής ντάμπινγκ όσον αφορά τον αιτούντα.

2.   Προϊόν

Το προϊόν που αποτελεί αντικείμενο επανεξέτασης είναι σιδηροπυρίτιο καταγωγής Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας («το υπό εξέταση προϊόν»), το οποίο επί του παρόντος υπάγεται στους κωδικούς ΣΟ 7202 21 00, 7202 29 10 και 7202 29 90. Οι εν λόγω κωδικοί ΣΟ παρατίθενται για πληροφοριακούς και μόνο λόγους.

3.   Ισχύοντα μέτρα

Τα ισχύοντα επί του παρόντος μέτρα είναι οριστικός δασμός αντιντάμπινγκ που επιβλήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 172/2008 του Συμβουλίου (2) στις εισαγωγές σιδηροπυριτίου καταγωγής, μεταξύ άλλων, Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

4.   Λόγοι της επανεξέτασης

Η αίτηση δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 3 βασίζεται σε αποδεικτικά εκ πρώτης όψεως στοιχεία του αιτούντος, σύμφωνα με τα οποία οι συνθήκες βάσει των οποίων θεσπίστηκαν τα ισχύοντα μέτρα έχουν μεταβληθεί και οι μεταβολές αυτές είναι διαρκούς χαρακτήρα.

Ο αιτών παρείχε εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με τα οποία δεν είναι πλέον απαραίτητο να διατηρηθεί το μέτρο στο σημερινό του επίπεδο για την εξουδετέρωση του ντάμπινγκ. Από τη σύγκριση μεταξύ της κατασκευασμένης κανονικής αξίας και των τιμών εξαγωγής του προς την Κοινότητα προκύπτει ότι το περιθώριο ντάμπινγκ φαίνεται σημαντικά χαμηλότερο από το ισχύον επίπεδο του μέτρου.

Επομένως, η συνέχιση της επιβολής μέτρων στα ισχύοντα επίπεδα, τα οποία είχαν βασιστεί στο προγενέστερα καθορισμένο επίπεδο του ντάμπινγκ, δεν είναι πλέον αναγκαία για την αντιστάθμιση του ντάμπινγκ.

5.   Διαδικασία για τον προσδιορισμό του ντάμπινγκ

Η Επιτροπή, αφού κατέληξε στο συμπέρασμα, κατόπιν διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή, ότι υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν την έναρξη μερικής ενδιάμεσης επανεξέτασης, αρχίζει επανεξέταση σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 του βασικού κανονισμού.

Η έρευνα θα καθορίσει κατά πόσον είναι αναγκαίο να συνεχιστούν, να αρθούν ή να τροποποιηθούν τα ισχύοντα μέτρα έναντι του αιτούντα.

Εάν αποφασιστεί ότι τα μέτρα πρέπει να αρθούν ή να τροποποιηθούν για τον αιτούντα, μπορεί να χρειαστεί να τροποποιηθεί ο συντελεστής δασμού που ισχύει σήμερα στις εισαγωγές του υπό εξέταση προϊόντος από εταιρείες που δεν αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 172/2008.

α)   Ερωτηματολόγια

Η Επιτροπή, για να συγκεντρώσει τα στοιχεία που κρίνει αναγκαία για την έρευνα, θα αποστείλει ερωτηματολόγια στον αιτούντα και στις αρχές της ενδιαφερόμενης χώρας εξαγωγής. Οι εν λόγω πληροφορίες και τα αποδεικτικά στοιχεία πρέπει να περιέλθουν στην Επιτροπή εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο σημείο 6 στοιχείο α).

β)   Συλλογή πληροφοριών και ακροάσεις

Όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη καλούνται να γνωστοποιήσουν τις απόψεις τους, να υποβάλουν πληροφορίες πέραν των απαντήσεων στα ερωτηματολόγια και να προσκομίσουν αποδεικτικά στοιχεία. Οι εν λόγω πληροφορίες και τα αποδεικτικά στοιχεία επιβάλλεται να περιέλθουν στην Επιτροπή εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο σημείο 6 στοιχείο α).

Επιπλέον, η Επιτροπή μπορεί να δεχθεί σε ακρόαση τα ενδιαφερόμενα μέρη, υπό την προϋπόθεση ότι θα υποβάλουν αίτηση στην οποία αποδεικνύουν ότι υπάρχουν ειδικοί λόγοι για να γίνουν δεκτά σε ακρόαση. Η αίτηση αυτή πρέπει να υποβληθεί εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στο σημείο 6 στοιχείο β).

6.   Προθεσμίες

α)   Για την αναγγελία των μερών, την υποβολή απαντήσεων στο ερωτηματολόγιο και την παροχή οποιασδήποτε άλλης πληροφορίας

Για να μπορέσουν να ληφθούν υπόψη κατά την έρευνα οι παρατηρήσεις τους, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη οφείλουν να αναγγελθούν, ερχόμενα σε επαφή με την Επιτροπή, να εκθέσουν τις απόψεις τους και να απαντήσουν στο ερωτηματολόγιο ή να υποβάλουν τυχόν άλλα στοιχεία εντός 40 ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας ανακοίνωσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά. Εφιστάται η προσοχή στο γεγονός ότι τα μέρη μπορούν να ασκήσουν τα περισσότερα διαδικαστικά δικαιώματα που καθορίζονται στο βασικό κανονισμό μόνον εφόσον αναγγελθούν εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας.

β)   Ακροάσεις

Όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν επίσης να ζητήσουν να γίνουν δεκτά σε ακρόαση από την Επιτροπή εντός της ίδιας προθεσμίας των 40 ημερών.

7.   Γραπτές παρατηρήσεις, απαντήσεις στα ερωτηματολόγια και αλληλογραφία

Όλες οι παρατηρήσεις και οι αιτήσεις των ενδιαφερόμενων μερών πρέπει να υποβληθούν γραπτώς (όχι σε ηλεκτρονική μορφή, εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά) και πρέπει να αναφέρουν την επωνυμία, την ταχυδρομική διεύθυνση, τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τον αριθμό τηλεφώνου και τηλεομοιοτυπίας του ενδιαφερόμενου μέρους. Όλες οι γραπτές παρατηρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που ζητούνται στην παρούσα ανακοίνωση, καθώς και οι απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο και η αλληλογραφία των ενδιαφερόμενων μερών, τα οποία διαβιβάζονται εμπιστευτικώς, πρέπει να φέρουν την ένδειξη «Limited» (περιορισμένης διανομής) (3) και, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2 του βασικού κανονισμού, να συνοδεύονται από περίληψη μη εμπιστευτικού χαρακτήρα, η οποία να φέρει την ένδειξη «For Inspection By Interested Parties» (για επιθεώρηση από τα ενδιαφερόμενα μέρη).

Διεύθυνση της Επιτροπής για την αλληλογραφία:

European Commission

Directorate General for Trade

Directorate H

Office: N-105 4/92

B-1049 Brussels

Φαξ (32-2) 295 65 05

8.   Άρνηση συνεργασίας

Όταν ένα ενδιαφερόμενο μέρος αρνείται την πρόσβαση στις απαραίτητες πληροφορίες ή δεν τις παρέχει εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών ή παρεμποδίζει σημαντικά την έρευνα, επιτρέπεται να συνάγονται συμπεράσματα, είτε θετικά είτε αρνητικά, με βάση τα διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 18 του βασικού κανονισμού.

Εάν διαπιστωθεί ότι ένα ενδιαφερόμενο μέρος έχει προσκομίσει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία, τα εν λόγω στοιχεία δεν λαμβάνονται υπόψη και είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν τα διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία, σύμφωνα με το άρθρο 18 του βασικού κανονισμού. Εάν ένα ενδιαφερόμενο μέρος δεν συνεργάζεται ή συνεργάζεται μόνον εν μέρει, οπότε χρησιμοποιούνται τα διαθέσιμα πραγματικά στοιχεία, το αποτέλεσμα ενδέχεται να είναι λιγότερο ευνοϊκό για το εν λόγω μέρος απ’ ό,τι θα ήταν αν είχε συνεργαστεί.

9.   Χρονοδιάγραμμα της έρευνας

Η έρευνα θα ολοκληρωθεί σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 5 του βασικού κανονισμού εντός 15 μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας ανακοίνωσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

10.   Επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

Σημειώνεται ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που θα συλλεχθούν στο πλαίσιο αυτής της έρευνας θα πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (4).

11.   Σύμβουλος ακροάσεων

Σημειώνεται επίσης ότι εάν τα ενδιαφερόμενα μέρη θεωρούν ότι αντιμετωπίζουν δυσκολίες κατά την άσκηση του δικαιώματός τους υπεράσπισης, μπορούν να ζητήσουν την παρέμβαση του συμβούλου ακροάσεων της ΓΔ Εμπορίου. Ο σύμβουλος ακροάσεων ενεργεί ως διαμεσολαβητής μεταξύ των ενδιαφερόμενων μερών και των υπηρεσιών της Επιτροπής παρέχοντας, όπου χρειαστεί, συμβουλές για διαδικαστικά θέματα που αφορούν την προστασία των συμφερόντων τους στην εν λόγω έρευνα, ιδίως όσον αφορά θέματα σχετικά με την πρόσβαση στο φάκελο, την εμπιστευτικότητα, την παράταση των προθεσμιών και την επεξεργασία των γραπτών ή/και προφορικών παρατηρήσεων. Για περισσότερες πληροφορίες και στοιχεία επικοινωνίας, τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να συμβουλεύονται τις ιστοσελίδες του συμβούλου ακροάσεων στο δικτυακό τόπο της ΓΔ Εμπορίου (http://ec.europa.eu/trade).


(1)  ΕΕ L 56 της 6.3.1996, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 55 της 28.2.2008, σ. 6.

(3)  Η ένδειξη αυτή σημαίνει ότι το έγγραφο προορίζεται αποκλειστικά για εσωτερική χρήση. Το έγγραφο αυτό προστατεύεται δυνάμει του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ L 145 της 31.5.2001, σ. 43). Πρόκειται για έγγραφο εμπιστευτικού χαρακτήρα δυνάμει του άρθρου 19 του βασικού κανονισμού και του άρθρου 6 της συμφωνίας ΠΟΕ για την εφαρμογή του άρθρου VI της ΓΣΔΕ του 1994 (Συμφωνία αντιντάμπινγκ).

(4)  ΕΕ L 8 της 12.01.2001, σ. 1.