ISSN 1725-2415

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 27

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

52ό έτος
3 Φεβρουαρίου 2009


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

III   Προπαρασκευαστικές πράξεις

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

 

446η σύνοδος ολομέλειας της 9ης και 10ης Ιουλίου 2008

2009/C 027/01

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την έγκριση τύπου υδρογονοκίνητων μηχανοκίνητων οχημάτων και την τροποποίηση της οδηγίας 2007/46/ΕΚCOM(2007) 593 τελικό — 2007/0214 (COD)

1

2009/C 027/02

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Τα διάφορα πολιτικά μέτρα, εκτός της κατάλληλης χρηματοδότησης, που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην οικονομική μεγέθυνση και την ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων

7

2009/C 027/03

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Ανακοίνωση της Επιτροπής: Ατζέντα για έναν αειφόρο και ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό τουρισμόCOM(2007) 621 τελικό

12

2009/C 027/04

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Λευκή Βίβλος για την ολοκλήρωση των αγορών ενυπόθηκης πίστης στην ΕΕCOM(2007) 807 τελικό

18

2009/C 027/05

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Εξέλιξη του κλάδου των δομικών έργων στην Ευρώπη

22

2009/C 027/06

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η εξέλιξη του τομέα των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις στην Ευρώπη

26

2009/C 027/07

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα καλλυντικά προϊόντα (αναδιατύπωση)COM(2008) 49 τελικό — 2008/0035 (COD)

34

2009/C 027/08

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/82/ΕΚ και της οδηγίας 2001/83/ΕΚ σχετικά με τις τροποποιήσεις των όρων της άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντωνCOM(2008) 123 τελικό — 2008/0045 (COD)

39

2009/C 027/09

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα απλά δοχεία πίεσης (Κωδικοποιημένη έκδοση) COM(2008) 202 τελικό — 2008/0076 (COD)

41

2009/C 027/10

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Προς σιδηροδρομικό δίκτυο εμπορευματικής προτεραιότηταςCOM(2007) 608 τελικό

41

2009/C 027/11

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Ανακοίνωση της Επιτροπής — Ανακοίνωση σχετικά με Ευρωπαϊκή Λιμενική ΠολιτικήCOM(2007) 616 τελικό

45

2009/C 027/12

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα τις Οδικές μεταφορές — χρόνος εργασίας των αυτοαπασχολούμενων οδηγών

49

2009/C 027/13

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών Ευρωπαϊκό στρατηγικό σχέδιο ενεργειακών τεχνολογιών (ΣΧΕΔΙΟ ΣΕΤ) Η πορεία προς τις χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακαCOM(2007) 723 τελικό

53

2009/C 027/14

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Αλλαγή του κλίματος και γεωργία στην Ευρώπη

59

2009/C 027/15

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίουσχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 2003/87/ΕΚ με στόχο τη βελτίωση και την επέκταση του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου της ΚοινότηταςCOM(2008) 16 τελικό — 2008/0013 COD

66

2009/C 027/16

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί των προσπαθειών των κρατών μελών να μειώσουν τις οικείες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, ώστε να τηρηθούν οι δεσμεύσεις της Κοινότητας για μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου μέχρι το έτος 2020COM(2008) 17 τελικό — 2008/0014 (COD)

71

2009/C 027/17

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την αποθήκευση διοξειδίου του άνθρακα σε γεωλογικούς σχηματισμούς και για την τροποποίηση των οδηγιών 85/337/ΕΟΚ και 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 2000/60/ΕΚ, 2001/80/ΕΚ, 2004/35/ΕΚ, 2006/12/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006COM(2008) 18 τελικό — 2008/0015 (COD)

75

2009/C 027/18

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με αντικείμενο την τροποποίηση της οδηγίας 2006/66/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ηλεκτρικές στήλες και τους συσσωρευτές και τα απόβλητα ηλεκτρικών στηλών και συσσωρευτών, όσον αφορά τις διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφος 2 για την τοποθέτηση ηλεκτρικών στηλών και συσσωρευτών στην αγοράCOM(2008) 211 τελικό — 2008/0081 (COD)

81

2009/C 027/19

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η μη ενεργειακή μεταλλευτική βιομηχανία στην Ευρώπη

82

2009/C 027/20

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η ένταξη των μειονοτήτων — οι ρομά

88

2009/C 027/21

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Στοιχεία για τη δομή, οργάνωση και λειτουργία πλατφόρμας για τη μεγαλύτερη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στην προώθηση σε επίπεδο ΕΕ πολιτικών ένταξης των υπηκόων τρίτων χωρών

95

2009/C 027/22

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Ένα νέο ευρωπαϊκό πρόγραμμα κοινωνικής δράσης

99

2009/C 027/23

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την απασχόληση υψηλής ειδίκευσηςCOM(2007) 637 τελικό — 2007/0228 (CNS)

108

2009/C 027/24

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης για τη χορήγηση στους υπηκόους τρίτων χωρών ενιαίας άδειας διαμονής και εργασίας στην επικράτεια κράτους μέλους και σχετικά με κοινό σύνολο δικαιωμάτων για τους εργαζομένους τρίτων χωρών που διαμένουν νόμιμα σε κράτος μέλοςCOM(2007) 638 τελικό — 2007/0229 (CNS)

114

2009/C 027/25

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το Ευρωπαϊκό Έτος Δημιουργικότητας και Καινοτομίας (2009)COM(2008) 159 τελικό — 2008/0064 (COD)

119

2009/C 027/26

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η καλύτερη ενσωμάτωση στην εσωτερική αγορά ως πρωταρχικός παράγοντας για την συνοχή και την ανάπτυξη των νησιωτικών περιοχών

123

2009/C 027/27

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Οι λόγοι για τη διαφορά μεταξύ αντιληπτού και πραγματικού πληθωρισμού

129

2009/C 027/28

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών στα κοινοτικά προγράμματα προενταξιακής βοήθειας στη Δημοκρατία της Αλβανίας

140

2009/C 027/29

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Δημιουργία δικτύων των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών στην παρευξείνια περιοχή

144

2009/C 027/30

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πώς μπορεί να συνδυαστεί η εθνική και η ευρωπαϊκή διάσταση για την παρουσίαση της Ευρώπης στους πολίτες;

152

EL

 


III Προπαρασκευαστικές πράξεις

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

446η σύνοδος ολομέλειας της 9ης και 10ης Ιουλίου 2008

3.2.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 27/1


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την έγκριση τύπου υδρογονοκίνητων μηχανοκίνητων οχημάτων και την τροποποίηση της οδηγίας 2007/46/ΕΚ»

COM(2007) 593 τελικό — 2007/0214 (COD)

(2009/C 27/01)

Στις 14 Νοεμβρίου 2007, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την:

«Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την έγκριση τύπου υδρογονοκίνητων μηχανοκίνητων οχημάτων και την τροποποίηση της οδηγίας 2007/46/ΕΚ».

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 11 Ιουνίου 2008 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. IOZIA.

Κατά την 446η σύνοδο ολομέλειάς της, της 9ης και 10ης Ιουλίου 2008 (συνεδρίαση της 9ης Ιουλίου 2008), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 117 ψήφους υπέρ, και 5 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει το περιεχόμενο του παρόντος κανονισμού και τάσσεται υπέρ της θέσπισης εναρμονισμένων προτύπων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης για την έγκριση τύπου υδρογονοκίνητων μηχανοκίνητων οχημάτων· επικροτεί δε την επιλογή μίας ενιαίας διαδικασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο με ισχύ σε όλα τα κράτη μέλη, δεδομένου ότι φαίνεται απλούστερη και πολύ λιγότερο δαπανηρή από 27 διαφορετικές εγκρίσεις τύπου οι οποίες θα δημιουργούσαν ευνοϊκές συνθήκες για τη στρέβλωση του ανταγωνισμού και τον κατακερματισμό της εσωτερικής αγοράς.

1.2

Η σημασία της εν λόγω παρέμβασης είναι προφανής: έναντι της προβλεπόμενης σημαντικής αύξησης της εμπορίας υδρογονοκίνητων μηχανοκίνητων οχημάτων δεν υπάρχει καμία σχετική έγκριση τύπου σε εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο για τα οχήματα αυτά. Στα επιμέρους κράτη μέλη στα οποία έχουν υιοθετηθεί προσωρινές κανονιστικές διατάξεις, οι διατάξεις αυτές διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό μεταξύ τους.

1.3

Η ΕΟΚΕ θεωρεί αναγκαία την ταχεία έγκριση του προτεινόμενου κανονισμού, ο οποίος δείχνει να είναι σε θέση να προσφέρει ένα ασφαλές πλαίσιο αναφοράς στις επιχειρήσεις του κλάδου και άρα να διευκολύνει την πραγματοποίηση των σημαντικών επενδύσεων που απαιτούνται για την ανάπτυξη των τεχνολογιών που σχετίζονται με τη χρήση του υδρογόνου. Όσον αφορά τη στρατηγική επιλογή αυτής της χρήσης, η ΕΟΚΕ έχει εκφραστεί ευνοϊκά σε πρόσφατες γνωμοδοτήσεις της επί του θέματος, και είχε υποστηρίξει ότι «το υδρογόνο παρά τους περιορισμούς που συνεχίζουν να υφίστανται, αποτελεί πρόκληση για το μέλλον».

1.4

Η θέσπιση αυτών των κοινοτικών προτύπων στον τομέα της εναρμόνισης αποτελεί επίσης σημαντική συνιστώσα για την παροχή εγγυήσεων ασφάλειας προς τους χρήστες. Η ενίσχυση της εμπιστοσύνης των χρηστών συνιστά βασική προϋπόθεση ενόψει της προβλεπόμενης ανάπτυξης αυτών των οχημάτων τα οποία, σύμφωνα με τις προβλέψεις της Επιτροπής, αναμένεται ότι έως το 2020 θα επιτύχουν το στόχο του ενός εκατομμυρίου υδρογονοκίνητων οχημάτων.

1.5

Ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα που επιβεβαιώνει την αξιοπιστία και τη δυνατότητα απτής υλοποίησης του στόχου αυτού είναι η διαρκής και σταθερή αύξηση του αριθμού των υβριδικών ταξί που κυκλοφορούν στη Νέα Υόρκη, όπου μία ικανοποιητική αστική πολιτική καθιστά δυνατό τον συνδυασμό του σεβασμού και της προστασίας του περιβάλλοντος με τους κανόνες της αγοράς· το παράδειγμα αυτό καταδεικνύει έμπρακτα ότι οι απόπειρες πρόκλησης τεχνητών εμποδίων για την παρακώλυση της ανάπτυξης της εν λόγω τεχνολογίας κρύβουν συχνά μία προσπάθεια προάσπισης ήδη εδραιωμένων συμφερόντων.

1.6

Η υλοποίηση της προαναφερθείσας επιδίωξης θεωρείται αναγκαία διότι μόνο με την ανάληψη αποφασιστικής δράσης για την αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων θα καταστεί δυνατή η επίτευξη ενός στόχου συνεκτικού με τις πολιτικές της ΕΕ για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί μέσω μίας σταδιακής στροφής προς τη χρήση του υδρογόνου, των καυσίμων γεωργικής προέλευσης δεύτερης γενεάς και άλλων ανανεώσιμων καυσίμων.

1.7

Η θεμελιώδης υποστήριξη αυτής της μακρόπνοης στρατηγικής προϋποθέτει την ανάληψη συγκεκριμένων δεσμεύσεων στον τομέα της τεχνολογικής έρευνας. Η ΕΟΚΕ ζητά επομένως να τεθούν σε εφαρμογή στοχοθετημένα ερευνητικά προγράμματα, αρχίζοντας από την ταχεία έγκριση του κανονισμού που προτείνεται στο έγγραφο COM(2007) 571 τελικό, ο οποίος προβλέπει τη θέσπιση μίας Κοινής Τεχνολογικής Πρωτοβουλίας (ΚΤΠ) μέσω της σύστασης μίας κοινής επιχείρησης «Κυψέλες καυσίμου και υδρογόνο» (1). Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει και ενθαρρύνει ερευνητικά προγράμματα που προσανατολίζονται στη διάνοιξη νέων οδών για την παραγωγή και τη χρήση του υδρογόνου και συμφωνεί με τα αιτήματα τα οποία διατυπώνονται προς το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο από τις επιχειρήσεις και τα ερευνητικά κέντρα που ασχολούνται με τη χρήση του υδρογόνου με στόχο να επιταχυνθεί η έγκριση των απαιτούμενων προτάσεων.

1.8

Η ΕΟΚΕ προτρέπει την Επιτροπή να εξετάσει πάραυτα το θέμα της ανάπτυξης του δικτύου διανομής, δεδομένου ότι η διαθεσιμότητα ασφαλών και αποτελεσματικών τεχνολογιών αποθήκευσης και η επάρκεια της διανομής αποτελούν απαραίτητες προϋποθέσεις για τη διάδοση οχημάτων τροφοδοτούμενων με μείγματα αερίων καυσίμων.

1.9

Σε ένα πρώτο στάδιο, οι παρεμβάσεις αυτές θα πρέπει να διευκολύνουν τη διάδοση σε ολόκληρη την κοινοτική επικράτεια του υγροποιημένου αερίου πετρελαίου (LPG) και του μεθανίου που αποτελούν μεν τον πιο άμεσο και ρεαλιστικό στόχο για την έστω και μερική μείωση της περιεκτικότητας των καυσίμων σε άνθρακα, αλλά είναι επί του παρόντος ελάχιστα διαδεδομένα ή ακόμη και ανύπαρκτα σε πολλές χώρες της ΕΕ. Το πρώτο αυτό στάδιο της έρευνας για νέες διαρκώς ασφαλέστερες και αποτελεσματικότερες τεχνολογίες στον τομέα της αποθήκευσης και της διανομής θα συμβάλει, στο εγγύς μέλλον, στη μετάβαση σε ένα ενδιάμεσο στάδιο διανομής μειγμάτων αερίου και υδρογόνου πριν από το τελικό στάδιο που συνίσταται στη διανομή του υδρογόνου.

1.10

Η ΕΟΚΕ θεωρεί κεφαλαιώδους σημασίας την απτή αντιμετώπιση του ζητήματος της αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των μελλοντικών χρηστών με στόχο την εξάλειψη των αμφιβολιών που εξακολουθούν να υφίστανται σχετικά με τη χρήση του υδρογόνου. Κρίνεται επομένως σκόπιμη η διαμόρφωση εκτεταμένων προγραμμάτων ενημέρωσης για τη μετάδοση ενός ξεκάθαρου και τεκμηριωμένου μηνύματος το οποίο να επιβεβαιώνει ότι η τεχνολογία αυτή έχει ήδη επιτύχει τα υφιστάμενα επίπεδα ασφάλειας των συμβατικών οχημάτων.

1.11

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την επιλογή του κανονισμού ως νομικού πλαισίου της πρότασης διότι κατ' αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζονται ισότιμες συνθήκες για τους παραγωγούς του κλάδου μέσω της ταυτόχρονης εφαρμογής των προτύπων που περιλαμβάνονται στον εν λόγω κανονισμό σε όλα τα κράτη μέλη.

1.12

Η ΕΟΚΕ επικροτεί εξάλλου την πρόταση που αφορά τη θέσπιση και την εφαρμογή των θεμελιωδών διατάξεων σύμφωνα με μία διαδικασία επιτροπολογίας και συμφωνεί με την καθιέρωση μεταβατικής περιόδου για την πλήρη εφαρμογή του συνόλου των προτύπων, στο μέτρο που η εν λόγω εφαρμογή πιστεύεται ότι θα είναι σχετικά πολύπλοκη για τις επιχειρήσεις του κλάδου.

1.13

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει και θεωρεί σημαντική την παρουσία της Ευρώπης στην GCG (Global Coordination Group — Παγκόσμια Ομάδα Συντονισμού) για την αναζήτηση προτύπων έγκρισης σε παγκόσμιο επίπεδο —GTR (Global Technological regulation — Παγκόσμιες Τεχνολογικές Ρυθμίσεις)— αλλά συγχρόνως επισημαίνει ότι η προσπάθεια επίτευξης της εν λόγω συμφωνίας δεν πρέπει να τροχοπεδήσει την πρόοδο αυτής της νομοθετικής διαδικασίας. Η ύπαρξη ιδίου νομοθετικού μέσου και πρακτικής εμπειρίας στον τομέα των κοινοτικών προτύπων αποσκοπεί να ενισχύσει την παρουσία της Ευρώπης σε όλους τους παγκόσμιους οργανισμούς και να αποτρέψει τη θέσπιση διεθνών ρυθμίσεων για τα υδρογονοκίνητα μηχανοκίνητα οχήματα όπου θα λαμβάνεται υπόψη η μοναδική εμπειρία που υπάρχει σήμερα (της Ιαπωνίας).

1.14

Η απόκτηση εμπειρίας βάσει νομοθετικών ρυθμίσεων σε κοινοτικό επίπεδο και η δυνατότητα επίτευξης σημαντικών αποτελεσμάτων με την ανάληψη ουσιαστικής και σταθερής δέσμευσης στον τομέα της τεχνολογικής έρευνας θα μπορούσε να αποτελέσει καθοριστική συνιστώσα για την υποστήριξη της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων που αναπτύσσουν ήδη δραστηριότητες στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, λαμβανομένου υπόψη ότι οι νέες τεχνολογίες και τα καύσιμα αντιπροσωπεύουν σημαντικά μερίδια της μελλοντικής αγοράς.

1.15

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, όλα αυτά απαιτούν την πραγματοποίηση τολμηρών και έγκαιρων επιλογών, σε συνδυασμό με ένα προορατικό στρατηγικό όραμα εστιασμένο σε ένα μελλοντικό σενάριο, σύμφωνα με το οποίο το υδρογόνο προορίζεται να διαδραματίσει σημαντικό και αποφασιστικό ρόλο.

1.16

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να επανεξετάσει την πρόταση που αφορά την επισήμανση των υδρογονοκίνητων οχημάτων, η οποία θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένα είδος διακριτικής μεταχείρισης ευνοώντας το χαρακτηρισμό των εν λόγω οχημάτων ως «επικίνδυνα», παρότι οι δοκιμές ασφάλειας κατέληξαν σε ανάλογα αποτελέσματα με εκείνα των οχημάτων που τροφοδοτούνται με άλλα καύσιμα. Αντί της προτεινόμενης επισήμανσης, η ΕΟΚΕ θεωρεί προτιμότερο τον προσδιορισμό των καυσίμων που χρησιμοποιούνται σε όλα τα οχήματα, γεγονός το οποίο θα καθιστούσε δυνατή τη σαφή διάκρισή τους.

1.17

Προκειμένου να διευκολυνθεί η διάδοση των υδρογονοκίνητων οχημάτων, ελλείψει δικτύου διανομής, η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να χορηγήσει επίσης έγκριση σε ορισμένα μικρά συνεργεία «μετατροπής» για την αυτόματη παραγωγή υδρογόνου από αέριο μεθάνιο (παραδείγματος χάρη σε πρατήρια καυσίμων τύπου Home Energy Station ή σε άλλα αντίστοιχα). Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πρώτο συγκεκριμένο βήμα για την αρχική κάλυψη της καινούριας ζήτησης υδρογόνου, υπό τον όρο ότι ο απώτερος στόχος θα εξακολουθήσει να είναι η παραγωγή υδρογόνου από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως το βιοαέριο, η φωτόλυση ή η ηλεκτρόλυση, με τη χρήση ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές.

2.   Εισαγωγή

2.1

Ο υπό εξέταση κανονισμός (έγγρ. COM(2007) 593 τελικό) ξεκινά από τη διαπίστωση ότι δεν υπάρχει στην Ευρώπη κανένα πρότυπο το οποίο να διέπει ένα σύστημα έγκρισης τύπου των οχημάτων που λειτουργούν με προώθηση υδρογόνου, παρότι προβλέπεται να προαχθεί η διάθεση στην αγορά των οχημάτων που διαθέτουν αυτή την τεχνολογία.

2.2

Ακόμη και στα επιμέρους κράτη μέλη της ΕΕ δεν υφίστανται επί του παρόντος διατάξεις οι οποίες να διέπουν τον εν λόγω τομέα.

Πράγματι, οι νομοθεσίες που ισχύουν για το σύνολο των εγκρίσεων τύπου των μηχανοκίνητων οχημάτων δεν προβλέπουν γενικά πρότυπα για τα υδρογονοκίνητα οχήματα, μεταξύ άλλων και λόγω των διαφορετικών χαρακτηριστικών τους έναντι των μηχανοκίνητων οχημάτων που κινούνται με συμβατικά καύσιμα.

2.3

Σε ορισμένα κράτη μέλη έχουν υιοθετηθεί προσωρινές κανονιστικές διατάξεις οι οποίες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους. Εάν τυχόν συνεχιστεί η κατάσταση αυτή θα οδηγήσει στην ανάπτυξη διαφορετικών διαδικασιών έγκρισης τύπου στα επιμέρους κράτη μέλη και θα έχει ως αναπόφευκτες συνέπειες τον κατακερματισμό της εσωτερικής αγοράς, τη στρέβλωση των κανόνων ανταγωνισμού και την απομάκρυνση της απτής δυνατότητας που παρέχει η εν λόγω τεχνολογία για την αποφασιστική βελτίωση του περιβάλλοντος.

2.4

Με την παρούσα πρόταση κανονισμού επιδιώκεται επομένως να εξασφαλιστεί η ικανοποιητική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να αποτραπεί η κυκλοφορία οχημάτων στα οποία έχει χορηγηθεί έγκριση τύπου βάσει διαφορετικών προτύπων στα επιμέρους κράτη μέλη, γεγονός το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει ανισότητες μεταξύ των μεμονωμένων παραγωγών και να ευνοήσει τη δημιουργία τεχνητών εμποδίων στο εμπόριο ανά την Ευρώπη.

2.5

Μία τέτοια προοπτική θα παρακώλυε την ανάπτυξη των τεχνολογιών που σχετίζονται με τη χρήση του υδρογόνου στην Ευρώπη, αντί να ευνοήσει την επιζητούμενη επιτάχυνση συγκεκριμένων παρεμβάσεων και εξελίξεων προς όφελος αυτής της τεχνολογίας η οποία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εναλλακτικές λύσεις στη χρήση των ορυκτών καυσίμων· τα καύσιμα αυτά καλύπτουν ακόμη και σήμερα το 98 % των δημόσιων και ιδιωτικών μεταφορών και αντιπροσωπεύουν το 50 % των πρωτογενών πηγών ενέργειας, ποσοστό το οποίο αναμένεται να φθάσει μέχρι το 73 % εάν δεν πραγματοποιηθούν αποφασιστικές επιλογές προς την κατεύθυνση της διαφοροποίησης.

2.6

Ο παρών κανονισμός, μαζί με τα σημαντικά ερευνητικά προγράμματα του κλάδου που περιλαμβάνονται στο 7ο ΠΠ, αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προκειμένου η χρήση του υδρογόνου να προσεγγίσει το επίπεδο ασφάλειας που έχει επιτευχθεί από τις παραδοσιακές τεχνολογίες και μπορεί συγχρόνως να συμβάλει στην εξασφάλιση της συναίνεσης των δυνητικών χρηστών.

2.7

Η θέσπιση εναρμονισμένων προτύπων σε κοινοτικό επίπεδο για την έγκριση των υδρογονοκίνητων μηχανοκίνητων οχημάτων συνιστά αναμφίβολα ένα αποφασιστικό βήμα προς την εξασφάλιση της απαραίτητης συναίνεσης των χρηστών. Η ανάπτυξη μίας ικανοποιητικής σχέσης εμπιστοσύνης εκ μέρους των χρηστών όσον αφορά τη χρήση του υδρογόνου αποτελεί καθοριστική συνιστώσα για την επιτάχυνση της διάθεσης στην αγορά οχημάτων που χρησιμοποιούν εναλλακτικά καύσιμα με ελάχιστες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, καθώς και αναντικατάστατη διαδικασία για την έμπρακτη και ουσιαστική προστασία του περιβάλλοντος.

3.   Η πρόταση της Επιτροπής

3.1

Με την υπό συζήτηση πρόταση κανονισμού σχετικά με τα υδρογονοκίνητα μηχανοκίνητα οχήματα επιδιώκεται η θέσπιση προτύπων με ισχύ σε ολόκληρη την επικράτεια της ΕΕ για την έγκριση των υδρογονοκίνητων μηχανοκίνητων αυτοκινήτων.

3.2

Η πρόταση αυτή προβλέπει την τροποποίηση της οδηγίας 2007/46/ΕΚ με σκοπό την ενσωμάτωση των υδρογονοκίνητων οχημάτων των κατηγοριών M1, M2, M3 και N1, N2, N3 (2) στη διαδικασία έγκρισης τύπου ΕΚ των οχημάτων, καθώς και τη συμπερίληψη των υδρογονοκίνητων οχημάτων στο σύνολο των οδηγιών και των κανονισμών που διέπουν την έγκριση τύπου.

3.3

Η νομική βάση της πρότασης είναι το άρθρο 95 της Συνθήκης.

Η πρόταση τηρεί πλήρως την αρχή της επικουρικότητας από τη στιγμή που οι στόχοι πολιτικής που τίθενται σε κοινοτικό επίπεδο δεν μπορούν να υλοποιηθούν με ενέργειες των επιμέρους κρατών μελών· συγχρόνως με την εν λόγω διαδικασία μπορεί να αποφευχθεί η δημιουργία φραγμών στην ενιαία αγορά.

Η πρόταση διασφαλίζει επίσης την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας στο βαθμό που θέτει ως αποκλειστικό στόχο την εξασφάλιση της ορθής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, σε συνδυασμό με υψηλό επίπεδο δημόσιας ασφάλειας και περιβαλλοντικής προστασίας.

3.4

Η Επιτροπή επιλέγει την έκδοση κανονισμού ο οποίος θεωρείται αναγκαίος για την εξασφάλιση της ταυτόχρονης εφαρμογής των διατάξεών του σε όλα τα κράτη μέλη, χωρίς να απαιτείται αναμονή για τη μεταφορά των εν λόγω διατάξεων στη νομοθεσία των μεμονωμένων κρατών μελών· κατ' αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται επίσης ο κίνδυνος προσαρμογής των προτύπων που διέπουν την έγκριση τύπου σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα, ενίοτε δε και με σημαντικές τροποποιήσεις κατά τη μεταφορά στο εκάστοτε εθνικό δίκαιο.

3.5

Η παρούσα πρόταση υπήρξε αντικείμενο ευρείας διαβούλευσης με την συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων μερών. Σε αυτό το πλαίσιο, και αρχίζοντας από την ομάδα εργασίας για το υδρογόνο, ζητήθηκε η γνώμη των εθνικών αρχών, των κατασκευαστών αυτοκινήτων, των προμηθευτών κατασκευαστικών στοιχείων και των ενώσεων του κλάδου.

3.6

Εξετάστηκαν οι ακόλουθες τέσσερις επιλογές πολιτικής:

καμία αλλαγή πολιτικής, δηλαδή διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης·

νομοθεσία σε επίπεδο κράτους μέλους·

νομοθεσία σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης·

μη ρυθμιστική προσέγγιση: αυτορρύθμιση.

3.7

Στη συνέχεια, ανατέθηκε σε έναν σύμβουλο η συστηματοποίηση των απαντήσεων σχετικά με την ασφάλεια, την τεχνολογία και το συνεπαγόμενο κόστος στο πλαίσιο των διαφόρων επιλογών. Τα αποτελέσματα των εργασιών του συμβούλου υποβλήθηκαν στην κρίση των κυριότερων επιχειρήσεων του κλάδου της αυτοκινητοβιομηχανίας που εφαρμόζουν τεχνολογία υδρογόνου.

3.8

Από αυτή την ευρεία διαδικασία διαβούλευσης προέκυψε σαφώς ότι η προτιμότερη ακολουθητέα οδός είναι η θέσπιση νομοθεσίας σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο την καθιέρωση μίας διαδικασίας έγκρισης τύπου για όλα τα υδρογονοκίνητα οχήματα.

3.9

Προκειμένου να υποστηρίξει την επιλογή αυτή, η Επιτροπή παρουσίασε μία μελέτη (3) η οποία καταδεικνύει ότι η εισαγωγή μίας —έστω και αυστηρής— ευρωπαϊκής διαδικασίας έγκρισης τύπου αποτελεί την απλούστερη και τη λιγότερο δαπανηρή επιλογή, λαμβανομένου υπόψη του θεωρητικού κόστους 27 διαφορετικών εγκρίσεων σε επίπεδο των επιμέρους κρατών μελών.

3.10

Οι εκτιμήσεις του συμβούλου υποβλήθηκαν κατόπιν στην Επιτροπή η οποία, βάσει των αποτελεσμάτων των εκ των προτέρων διαβουλεύσεων, προέβη στην εκπόνηση της πρότασης υπό συζήτηση με την οποία ξεκίνησε η θεσμική διαδικασία.

3.11

Κατά την άποψη της Επιτροπής, τα πρότυπα που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό είναι σε θέση να προσφέρουν στους χρήστες υδρογονοκίνητων οχημάτων τις απαραίτητες εγγυήσεις από πλευράς ασφάλειας και να συμβάλουν αποφασιστικά στην προστασία του περιβάλλοντος.

3.12

Ο τελικός στόχος προβλέπει ότι, 36 μήνες μετά από την έναρξη ισχύος του κανονισμού, όλα τα κατασκευαστικά στοιχεία και συστήματα υδρογόνου, καθώς και τα σχετικά χρησιμοποιούμενα υλικά, πρέπει να συμμορφώνονται πλήρως με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

4.   Η ακρόαση

4.1

Κατά τη διάρκεια της ακρόασης, στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι της Επιτροπής, της ακαδημαϊκής κοινότητας, των κατασκευαστών αυτοκινήτων που ασχολούνται με την ανάπτυξη υδρογονοκίνητων οχημάτων, των ευρωπαϊκών ενώσεων, των καταναλωτών και των παραγωγών κυψελών καυσίμου, παρασχέθηκαν σημαντικά στοιχεία για την ανάπτυξη προβληματισμού και την ενημέρωση σχετικά με τις τελευταίες τεχνολογικές εξελίξεις.

4.2

Τονίστηκε η σημασία της ενημέρωσης του ευρέος κοινού και της ανάληψης πρωτοβουλιών, όπως αυτή που εφαρμόζεται εδώ και μερικά χρόνια στη Ρώμη (H2 Roma), με στόχο να προαχθούν οι επαφές μεταξύ παραγωγών και πολιτών προβάλλοντας την τεχνολογική ανάπτυξη και προωθώντας την εξοικείωση με μία τεχνολογία η οποία θεωρείται ακόμη συνήθως επικίνδυνη. Οι συμμετέχοντες στην ακρόαση έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον για τον ρόλο της ΕΟΚΕ, η οποία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «πολιτιστικός διαμεσολαβητής».

4.3

Οι κατασκευαστές και οι καταναλωτές υπογράμμισαν ότι πρέπει να μπορεί κανείς να βασιστεί στην ασφάλεια τόσο των οχημάτων όσο και των υποδομών αποθήκευσης και διανομής, αλλά και στη διαθεσιμότητα του υδρογόνου. Η έρευνα απαιτείται να συνεχιστεί και να τύχει περαιτέρω υποστήριξης. Επίσης εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα οι πρόσφατες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την προώθηση των κυψελών καυσίμου με την απόφαση για τη χρηματοδότηση μίας Κοινής Τεχνολογικής Πρωτοβουλίας (ΚΤΠ).

4.4

Οι έλεγχοι αυτονομίας κατέδειξαν ότι σήμερα ένα υδρογονοκίνητο όχημα μπορεί ήδη να διανύσει απόσταση έως 600 χλμ. Πρόσθετες δοκιμές βρίσκονται στο στάδιο της προετοιμασίας.

4.5

Κατά την ακρόαση αυτή κατέστη σαφές ότι τα υδρογονοκίνητα οχήματα αποτελούν πλέον τεχνολογική πραγματικότητα, αλλά δεν πληρούνται ακόμη οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που απαιτούνται για τη διάθεση των εν λόγω οχημάτων στην αγορά. Με τον κανονισμό σχετικά με την έγκριση τύπου θα ξεπεραστεί ήδη ένα πρώτο εμπόδιο.

5.   Γενικές παρατηρήσεις

5.1

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει το περιεχόμενο του παρόντος κανονισμού και τάσσεται υπέρ της θέσπισης εναρμονισμένων προτύπων για την έγκριση των υδρογονοκίνητων οχημάτων διότι η εν λόγω διαδικασία αποτελεί ένα βήμα προόδου σε σχέση με την παρούσα κατάσταση η οποία —ελλείψει νομοθετικού πλαισίου αναφοράς— θα δημιουργήσει αναπόφευκτα προφανείς συνθήκες στρέβλωσης του ανταγωνισμού και θα προκαλέσει τον κατακερματισμό της εσωτερικής αγοράς. Η ταχεία έγκριση του κανονισμού είναι σημαντικό να επιτευχθεί και για προφανείς λόγους ασφάλειας και προστασίας του περιβάλλοντος.

5.2

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, η απουσία ενός ασφαλούς πλαισίου αναφοράς τείνει αναπόφευκτα να αποθαρρύνει τις αναγκαίες και σημαντικές επενδύσεις που επιβάλλονται για την ανάπτυξη των τεχνολογιών που σχετίζονται με τη χρήση του υδρογόνου ως φορέα ενέργειας για τα αυτοκίνητα του μέλλοντος.

5.3

Ο υπό εξέταση κανονισμός θεωρείται σύμφωνος με τις πολιτικές της ΕΕ για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής, οι οποίες αποτελούν τη βάση των κοινοτικών πρωτοβουλιών και έχουν καθοριστική συμβολή στους γενικούς στόχους της στρατηγικής της Λισσαβώνας.

5.4

Η ΕΟΚΕ είναι απολύτως πεπεισμένη ότι —ελλείψει σταθερής και ταχείας ανάπτυξης υδρογονοκίνητων οχημάτων, αφενός, και σταδιακής αντικατάστασης των ορυκτών καυσίμων, αφετέρου— τα περιβαλλοντικά οφέλη θα είναι αρκετά περιορισμένα και συνεπώς αμελητέα με ποσοτικούς όρους. Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει αντίθετα την ανάγκη προαγωγής της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και δραστικής καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής οι οποίες είναι δυνατόν να επιτευχθούν με τη χρήση του υδρογόνου, των καυσίμων γεωργικής προέλευσης δεύτερης γενεάς και άλλων ανανεώσιμων καυσίμων.

5.5

Η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι η ακολουθητέα πορεία προκειμένου να αντιστραφεί η σύγχρονη τάση σύμφωνα με την οποία η ενεργειακή ζήτηση ικανοποιείται πρωτίστως από ορυκτά καύσιμα, τα οποία αντιστοιχούν επί του παρόντος σε ποσοστό 85-90 % της παγκόσμιας ενεργειακής προσφοράς, προϋποθέτει τόσο τη χρήση του υδρογόνου όσο και την ανάληψη δέσμευσης έναντι των κυψελών καυσίμου και υδρογόνου. Στο πλαίσιο οποιασδήποτε μελέτης προοπτικών πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι τα μελλοντικά σενάρια για τα ορυκτά καύσιμα προβλέπουν ανεπάρκεια και συνεχή αύξηση των τιμών.

5.6

Σε μία από τις γνωμοδοτήσεις που υιοθέτησε η ΕΟΚΕ (4) υποστηρίζεται πλήρως η πρωτοβουλία της Επιτροπής —η οποία περιλαμβάνεται στο έγγραφο COM(2007) 571 τελικό— για τη χρηματοδότηση με περίπου 470 εκατομμύρια ευρώ μίας Κοινής Τεχνολογικής Πρωτοβουλίας (ΚΤΠ) μέσω της σύστασης μίας κοινής επιχείρησης «Κυψέλες καυσίμου και υδρογόνο», η οποία θα επιτρέψει στην Επιτροπή, στα κράτη μέλη και στη βιομηχανία —στο πλαίσιο μίας εκτεταμένης ερευνητικής πρωτοβουλίας— να θέσουν από κοινού τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους για την προώθηση προγραμμάτων εστιασμένων σε διάφορους στρατηγικούς τομείς για τη μελλοντική διαφοροποίηση και τη διαθεσιμότητα των πηγών ενέργειας.

5.7

Σε μεταγενέστερη γνωμοδότησή της με θέμα «Το ενεργειακό μείγμα στις μεταφορές» (5), η ΕΟΚΕ «φρονεί ότι είναι απαραίτητο να αυξηθεί δραστικά η χρηματοδότηση της έρευνας για την παραγωγή και τη χρήση του υδρογόνου» και «υποστηρίζει το αίτημα των επιχειρηματικών και ερευνητικών κύκλων που ασχολούνται με την ανάπτυξη της χρήσης του υδρογόνου να επιταχύνει το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο τη διαδικασία έγκρισης της σχετικής πρότασης».

5.8

Οι κυψέλες καυσίμου είναι μετατροπείς ενέργειας οι οποίοι καθιστούν δυνατή τη σημαντική μείωση των αερίων του θερμοκηπίου (GHG) και άλλων ρύπων. Όσον αφορά την επεξεργασία των βιοκαυσίμων, στην ίδια γνωμοδότηση, η ΕΟΚΕ παρακολουθεί προσεκτικά την πρόσφατη πρόοδο στον τομέα των νέων καταλυτών που προορίζονται για τις κυψέλες καυσίμου και αποτελούν μία ιδιαίτερα ελπιδοφόρα τεχνολογία για τον εφοδιασμό των αυτοκίνητων με καθαρή ενέργεια.

5.9

Η ΕΟΚΕ τονίζει εκ νέου ότι η χρήση του υδρογόνου για τη σταδιακή αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων αποτελεί αναγκαία και επιθυμητή ενέργεια και επισημαίνει εν προκειμένω ότι ο στόχος της διάθεσης υδρογονοκίνητων μηχανοκίνητων οχημάτων στο εμπόριο προϋποθέτει απαραιτήτως την πραγματοποίηση σημαντικών επενδύσεων σε όλους τους τομείς της έρευνας που σχετίζονται με την εν λόγω διαδικασία. Για αυτόν τον λόγο, η ΕΟΚΕ εύχεται και υποστηρίζει την υλοποίηση ερευνητικών προγραμμάτων που αποσκοπούν στην εδραίωση της στρατηγικής αυτής.

5.10

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι το σημαντικό πρόβλημα του υψηλού κόστους της προαναφερθείσας διαδικασίας δεν πρέπει να αποτελέσει τροχοπέδη για την ανάπτυξη αυτής της τεχνολογίας και επιδεικνύει μεγάλη προσοχή στα προγράμματα που αναζητούν νέες οικολογικές μεθόδους παραγωγής υδρογόνου, δεδομένου ότι η παρούσα μέθοδος, σύμφωνα με την οποία το υδρογόνο παράγεται από το μεθάνιο σε ποσοστό υψηλότερο του 90 %, βασίζεται σε μία πηγή ενέργειας που είναι μεν σημαντική αλλά θεωρείται ότι «οδεύει προς το τέλος της».

5.11

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι κατά την αξιολόγηση του κόστους κάθε τεχνολογικής προόδου, το ύψος των τεράστιων χρηματικών ποσών που απαιτούνται προς τον σκοπό αυτό δεν πρέπει να εξετάζεται αποκλειστικά και μόνο υπό το πρίσμα του κλάδου των ιδιωτικών οχημάτων —παρότι ο κλάδος αυτός είναι σημαντικός από ποσοτική άποψη— αλλά και στο πλαίσιο μίας στρατηγικής και προορατικής προοπτικής, συνεκτιμώντας τα μελλοντικά οφέλη που μπορούν να προκύψουν από την ευρύτερη επέκταση της χρήσης του υδρογόνου σε πιο προηγμένες εφαρμογές, οι οποίες κυμαίνονται από τις δημόσιες και τις ιδιωτικές μεταφορές έως τις εμπορευματικές μεταφορές και από την τροφοδότηση των τραίνων και των κινητήρων των θαλάσσιων σκαφών έως την πιθανή —αλλά πιο μακρινή— χρήση του υδρογόνου στους σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

5.12

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ακράδαντα ότι εάν αυτά τα σημαντικά ερευνητικά προγράμματα εξελιχθούν κατά τον επιθυμητό τρόπο και επωφεληθούν της απαιτούμενης πολιτικής και οικονομικής ενίσχυσης όλων των ενδιαφερομένων πλευρών, τότε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να δούμε σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα να κυκλοφορούν πραγματικά στους δρόμους μερικώς ή πλήρως υδρογονοκίνητα αυτοκίνητα.

5.13

Απτό παράδειγμα αυτής της θετικής τάσης αποτελεί η διαρκής και σταθερή αύξηση του αριθμού των υβριδικών ταξί που κυκλοφορούν στη Νέα Υόρκη, όπου μία ικανοποιητική αστική πολιτική καθιστά δυνατό τον συνδυασμό του σεβασμού του περιβάλλοντος με τους κανόνες της αγοράς· το παράδειγμα αυτό καταδεικνύει έμπρακτα ότι οι απόπειρες πρόκλησης τεχνητών εμποδίων για την παρακώλυση της ανάπτυξης της εν λόγω τεχνολογίας κρύβουν συχνά μία προσπάθεια προάσπισης ήδη εδραιωμένων συμφερόντων.

5.14

Σε όλες τις γνωμοδοτήσεις της σχετικά με αυτό το θέμα, η ΕΟΚΕ έχει υποστηρίξει την επιλογή της χρήσης του υδρογόνου το οποίο, παρά τους σημερινούς γνωστούς περιορισμούς, συνιστά πρόκληση για το μέλλον. Η ΕΟΚΕ παρακολουθεί προσεκτικά τα πρόσφατα σχέδια πρωτοβουλιών που προετοιμάζουν το έδαφος για τη μελλοντική χρήση του υδρογόνου στα μηχανοκίνητα οχήματα χρησιμοποιώντας διαφορετικές τεχνολογίες παραγωγής και διανομής.

5.15

Ενόψει αυτής της εξέλιξης, η ΕΟΚΕ προτρέπει για άλλη μία φορά την Επιτροπή να εξετάσει το ζήτημα της διάδοσης των δικτύων διανομής εναλλακτικών καυσίμων σε ολόκληρη την επικράτεια, αρχίζοντας από την προώθηση της διανομής Συμπιεσμένου Φυσικού Αερίου (CNG) η οποία σε ορισμένα κράτη μέλη είναι ελάχιστα διαδεδομένη και σε άλλα εντελώς ανύπαρκτη, εκτός από κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις όπως η περίπτωση της Πολωνίας.

5.16

Ο τομέας της αποθήκευσης και της διανομής αποτελεί ένα συγκεκριμένο παράδειγμα στοχοθετημένου προσανατολισμού της έρευνας σε αυτόν τον κλάδο. Η ανάγκη για καινοτόμες τεχνολογίες στον τομέα της διανομής αερίου συνιστά θεμελιώδες και κρίσιμο ζήτημα για τη διάδοση των νέων οχημάτων, τόσο σε ένα ενδιάμεσο στάδιο με ενδεχόμενα μείγματα διαφορετικών αερίων όσο και κατά την επιδίωξη του τελικού στόχου της τροφοδότησης με υδρογόνο.

5.17

Σε αυτόν τον τομέα κρίνεται σκόπιμο να καταστούν γρήγορα διαθέσιμα ολοένα και πιο αποδοτικά και ασφαλή συστήματα διανομής, εκλαμβάνοντας ως βάση την κτηθείσα εμπειρία από τις δύο εγκαταστάσεις που λειτουργούν αυτή τη στιγμή στην Ευρώπη —στη Μάντοβα (Ιταλία) και στο Μόναχο της Βαυαρίας (Γερμανία)— και προσανατολίζοντας την έρευνα προς διαρκώς πιο τεχνολογικά προηγμένα συστήματα, εστιασμένα στην εφαρμογή υψηλών προτύπων ασφάλειας και προστασίας του περιβάλλοντος.

5.18

Για αυτούς τους λόγους, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η εξασφάλιση υψηλών επιπέδων ασφάλειας και αποτελεσματικότητας για τη φύλαξη και τη διανομή των αερίων καυσίμων είναι καθοριστικής σημασίας κατά την παρούσα συγκυρία, η οποία επιβάλλει την ανάπτυξη ενός συνεκτικού προγράμματος για τη διάδοση των εγκαταστάσεων LPG και μεθανίου σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή επικράτεια, γεγονός το οποίο αντιστοιχεί στον πιο άμεσο και ρεαλιστικό στόχο για την έστω και μερική μείωση της περιεκτικότητας των καυσίμων σε άνθρακα, ως ενδιάμεση μετάβαση στο τελικό στάδιο που είναι η διανομή του υδρογόνου. Οι απαραίτητες τεχνολογίες για την αποθήκευση και την διανομή του αερίου και του υδρογόνου είναι παρεμφερείς και για το λόγο αυτό η ανάπτυξή τους θα ευνοήσει οπωσδήποτε και την ανάπτυξη του υδρογόνου.

5.19

Η ΕΟΚΕ έχει επίγνωση του γεγονότος ότι η χρήση του υδρογόνου θέτει ακόμη αναμφισβήτητα προβλήματα από την άποψη του κόστους και των παραμέτρων ασφάλειας· τα προβλήματα αυτά, τα οποία σχετίζονται με τις επιφυλάξεις του παρελθόντος, πρέπει πλέον —σύμφωνα με τις εμπεριστατωμένες δοκιμές που έχουν διενεργηθεί σε διάφορες χώρες— να ξεπεραστούν πλήρως, προσεγγίζοντας το επίπεδο ασφάλειας που έχει επιτευχθεί από τις συμβατικές τεχνολογίες. Η επίτευξη αυτού του στόχου, με την υποστήριξη εκτεταμένων και ειδικών προγραμμάτων ενημέρωσης, μπορεί να καταστήσει δυνατή την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των μελλοντικών χρηστών η οποία αποτελεί αναγκαία συνθήκη για την οριστική επανέναρξη της χρήσης της εν λόγω τεχνολογίας.

5.20

Κατά συνέπεια, η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι αυτή η στρατηγική που βασίζεται στο υδρογόνο πρέπει να συνδυαστεί οπωσδήποτε με ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ενημέρωσης για την αντιμετώπιση και την υπερνίκηση της υφιστάμενης δυσπιστίας των μελλοντικών καταναλωτών που θεωρούν το υδρογόνο ως εξαιρετικά επικίνδυνο προϊόν.

5.21

Αυτό το λεπτομερές πρόγραμμα ενημέρωσης πρέπει να μεταδώσει ένα ξεκάθαρο μήνυμα: η τεχνολογία του υδρογόνου έχει ήδη επιτύχει τα υψηλά επίπεδα ασφάλειας των συμβατικών οχημάτων, ακόμη και σε περίπτωση ενδεχόμενων ατυχημάτων. Τούτο συνιστά βασική προϋπόθεση για να θεωρηθεί αξιόπιστη η πρόβλεψη της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία θα έχει επιτευχθεί έως το 2020 ο στόχος της κυκλοφορίας τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου υδρογονοκίνητων οχημάτων στους δρόμους της Κοινότητας (σελ. 4, «Εκτίμηση αντικτύπου»).

5.22

Ο παρόν κανονισμός σχετικά με τη θέσπιση εναρμονισμένων προτύπων σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης για την έγκριση τύπου υδρογονοκίνητων μηχανοκίνητων οχημάτων αποτελεί ένα πρώτο βήμα προς την αποκατάσταση και τη διατήρηση αυτής της συναίνεσης και χρήζει υποστήριξης βάσει της θεμελιώδους παρατήρησης σύμφωνα με την οποία η εν λόγω χρήση έχει αποφασιστική συμβολή στην προστασία του περιβάλλοντος δεδομένου ότι, ως γνωστόν, με αυτή τη μορφή τροφοδότησης δεν εκπέμπονται αέρια του θερμοκηπίου και δεν εκλύονται ρύποι που περιέχουν άνθρακα.

5.23

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την επιλογή του κανονισμού ως νομικού πλαισίου της πρότασης διότι κατ' αυτόν τον τρόπο διασφαλίζονται ισότιμες συνθήκες για τους παραγωγούς του κλάδου μέσω της ταυτόχρονης εφαρμογής των προτύπων που περιλαμβάνονται στον εν λόγω κανονισμό σε όλα τα κράτη μέλη.

5.24

Η ΕΟΚΕ επικροτεί εξάλλου την πρόταση που αφορά τη θέσπιση και την εφαρμογή των βασικών διατάξεων σύμφωνα με μία διαδικασία επιτροπολογίας και συμφωνεί με την καθιέρωση μεταβατικής περιόδου η οποία κρίνεται αναγκαία για τους παραγωγούς, στο μέτρο που η επιλογή αυτή είναι ανάλογη προς τον πολύπλοκο χαρακτήρα της εν λόγω τεχνολογίας η οποία απαιτεί πολύ χρόνο για την εφαρμογή της.

5.25

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει και θεωρεί σημαντική την παρουσία της Ευρώπης, από κοινού με την Ιαπωνία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, στην Παγκόσμια Ομάδα Συντονισμού (Global Coordination Group — GCG) η οποία επιδιώκει την καθιέρωση μίας παγκόσμιας διαδικασίας για την έγκριση τύπου των υδρογονοκίνητων μηχανοκίνητων οχημάτων.

5.26

Εντούτοις, η επιδίωξη μίας συμφωνίας τέτοιων διαστάσεων δεν πρέπει να τροχοπεδήσει την πρόοδο μίας κοινοτικής νομοθετικής διαδικασίας, δεδομένου ότι ο χρόνος που απαιτείται για την επίτευξη μίας συμφωνίας σε παγκόσμιο επίπεδο θα είναι πολύ μεγαλύτερος από ό,τι για τον παρόντα κανονισμό. Αντίθετα, η παρουσία σε αυτή την Ομάδα μίας Ευρώπης η οποία διαθέτει ένα συγκεκριμένο νομοθετικό μέσο και δική της εμπειρία από πλευράς εφαρμογής, εκτός από την ενίσχυση της παρουσίας της, αποτρέπει συγχρόνως και οποιαδήποτε απόπειρα έγκρισης ενός κανονισμού βασισμένου αποκλειστικά στη μοναδική μέχρι στιγμής διαθέσιμη εμπειρία, δηλαδή σε αυτήν της Ιαπωνίας.

5.27

Μία ισχυρή παρουσία της Ευρώπης στους παγκόσμιους οργανισμούς λήψεως αποφάσεων είναι επίσης ζωτικής σημασίας για την προάσπιση της ανταγωνιστικότητας των μεγάλων κατασκευαστών αυτοκινήτων που αναπτύσσουν δραστηριότητες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι οποίοι δεν μπορούν να χάσουν την επαφή τους με τις εξελίξεις που σημειώνονται σε μία αγορά όπου μία ισχυρή, έγκαιρη και τεχνολογικά προηγμένη παρουσία αποτελεί καθοριστική συνιστώσα για την απόκτηση σημαντικών μεριδίων της μελλοντικής αγοράς.

5.28

Το ζήτημα της έγκρισης —παρότι αφορά μόνο μία πτυχή της συνολικής διαδικασίας— αποτελεί ένα σημαντικό βήμα προς τη διαθεσιμότητα εναλλακτικών καυσίμων τα οποία μπορούν να βοηθήσουν την Ευρώπη να εξέλθει από τη στενωπό των ορυκτών καυσίμων με σημαντικά περιβαλλοντικά οφέλη, προετοιμάζοντας συγχρόνως το έδαφος για τη στιγμή της βέβαιης —αν και χρονικά ασαφούς— εξάντλησης αυτού του φυσικού πόρου.

5.29

Όλα αυτά απαιτούν τολμηρές επιλογές, καθώς και ένα προορατικό στρατηγικό όραμα, το οποίο να είναι στραμμένο στο παρόν και συγχρόνως να εστιάζεται σε ένα μελλοντικό σενάριο, σύμφωνα με το οποίο η χρήση του υδρογόνου προορίζεται να διαδραματίσει θεμελιώδη ρόλο.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  ΕΕ C 204 της 9.8.2008, σ. 19.

(2)  

M1 οχήματα που προορίζονται για τη μεταφορά επιβατών και διαθέτουν κατ' ανώτατο όριο 8 θέσεις, εκτός από τη θέση του οδηγού.

M2 οχήματα που προορίζονται για τη μεταφορά επιβατών, διαθέτουν περισσότερες από 8 θέσεις, εκτός από τη θέση του οδηγού, και έχουν μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα η οποία δεν υπερβαίνει τους 5 τόνους (t).

M3 οχήματα που προορίζονται για τη μεταφορά επιβατών, διαθέτουν περισσότερες από 8 θέσεις, εκτός από τη θέση του οδηγού, και έχουν μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα η οποία δεν υπερβαίνει τους 5 t.

N1 οχήματα που προορίζονται για τη μεταφορά εμπορευμάτων και έχουν μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα η οποία δεν υπερβαίνει τους 3,5 t.

N2 οχήματα που προορίζονται για τη μεταφορά εμπορευμάτων και έχουν μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα άνω των 3,5 t, η οποία όμως δεν υπερβαίνει τους 12 t.

N3 οχήματα που προορίζονται για τη μεταφορά εμπορευμάτων και έχουν μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα η οποία υπερβαίνει τους 12 t.

(3)  TRL, Ltd, εταιρεία τεχνικών και επιστημονικών συμβουλών της Επιτροπής.

(4)  ΕΕ C 204 της 9.8.2008, σ. 19.

(5)  CESE 1104/2007 (TEN/297), σημείο 1.4. Δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα.


3.2.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 27/7


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Τα διάφορα πολιτικά μέτρα, εκτός της κατάλληλης χρηματοδότησης, που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην οικονομική μεγέθυνση και την ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων»

(2009/C 27/02)

Στις 20 Σεπτεμβρίου 2007, ο κ. Andrej VIZJAK, Υπουργός Οικονομίας της Σλοβενίας, ζήτησε, εκ μέρους της μελλοντικής σλοβενικής Προεδρίας του Συμβουλίου, από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή να καταρτίσει διερευνητική γνωμοδότηση με θέμα:

«Τα διάφορα πολιτικά μέτρα, εκτός της κατάλληλης χρηματοδότησης, που θα μπορούσαν να συμβάλουν στην οικονομική μεγέθυνση και την ανάπτυξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων».

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 11 Ιουνίου 2008 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. CAPPELLINI.

Κατά την 446η σύνοδο ολομελείας της, της 9ης και 10ης Ιουλίου 2008 (συνεδρίαση της 9ης Ιουλίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 122 ψήφους υπέρ και 5 αποχές την παρούσα γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι ο Νόμος για τις Μικρές Επιχειρήσεις της Ευρώπης (Small Business Act for Europe — SBAE), την έκδοση του οποίου είχε επανειλημμένως ζητήσει, θα πρέπει να καταστήσει δυνατή την εκ νέου δρομολόγηση του Ευρωπαϊκού Χάρτη για τις Μικρές Επιχειρήσεις. Εξάλλου, θεωρεί ότι ο SBAE δεν αποτελεί μόνο αξιοσημείωτη ευκαιρία για την ανάπτυξη του δυναμικού των μικρών επιχειρήσεων, αλλά και μέσο για να εκτιμηθεί η πραγματική βούληση των θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών να ξεκινήσουν μια πραγματική εθελοντική και διαρκή πολιτική υποστήριξης των ΜΜΕ και των πολύ μικρών επιχειρήσεων.

1.2

Αυτή η πολιτική δεν πρέπει να περιορίζεται σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, όταν οι πολιτικοί ανακαλύπτουν εκ νέου τα οφέλη των ΜΜΕ και των πιο μικρών επιχειρήσεων, και ιδιαίτερα την ικανότητά τους να απορροφούν τα ελλείμματα της απασχόλησης και να μειώνουν τις στατιστικές της ανεργίας, αλλά πρέπει να αποτελέσει μια καλά δομημένη πολιτική που να στηρίζει μακροπρόθεσμα την ανταγωνιστικότητα των μικρών επιχειρήσεων.

1.3

Η ΕΟΚΕ συνιστά 10 βασικά μέτρα για τη στήριξη και την ανάκαμψη των ΜΜΕ με τη δημιουργία ενός πραγματικά ευνοϊκού περιβάλλοντος και ενός αποτελεσματικού Νόμου για τις Μικρές Επιχειρήσεις της Ευρώπης, ο οποίος να είναι κάτι περισσότερο από άλλη μια πολιτική δήλωση:

να επιτευχθεί καλή γνώση του ευρωπαϊκού οικονομικού τοπίου, των διαφόρων κατηγοριών των ΜΜΕ, της εξέλιξης και των αναγκών τους σε διατομεακό και τομεακό επίπεδο, υπό το πρίσμα των εσωτερικών, εξωτερικών και των διασυνοριακών πτυχών της εσωτερικής αγοράς, ιδίως με τη δημοσίευση ετήσιων εκθέσεων·

να ενσωματώνεται η διάσταση των ΜΜΕ σε όλες τις κοινοτικές πολιτικές και τη νομοθετική διαδικασία·

να υιοθετηθεί στρατηγική απλοποιημένης διαχείρισης σε όλα τα επίπεδα και να θεσπιστεί νέα μέθοδος διαβούλευσης με τις διάφορες κατηγορίες ΜΜΕ και τους ενδιάμεσους οργανισμούς που τις εκπροσωπούν·

να διασφαλιστεί ότι η νομοθεσία σε όλα τα επίπεδα λαμβάνει υπόψη την κατάσταση και τις ανάγκες των διαφόρων κατηγοριών ΜΜΕ και εφαρμόζει την αρχή «προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις»·

να διασφαλιστεί ότι η νομοθεσία σέβεται τις ακόλουθες τέσσερις βασικές αρχές: 1) αποτελεσματική ανάλυση των επιπτώσεων, 2) αναλογικότητα, 3) «μόνο μία φορά» και 4) την αρχή της διαφύλαξης, με ιδιαίτερη έμφαση στην επέκταση των αρμοδιοτήτων του εκπροσώπου των ΜΜΕ και τη θέσπιση ενός διαμεσολαβητή των ΜΜΕ για την ενιαία αγορά·

να υποστηρίζονται οι συνοδευτικές και συμβουλευτικές δραστηριότητες των ενδιάμεσων οργανισμών εκπροσώπησης των ΜΜΕ·

να ξαναρχίσουν τα προγράμματα συνεργασίας και ανταλλαγών μεταξύ των επιχειρήσεων και να δημιουργηθεί ένα δίκτυο υπηρεσιών υποστήριξης·

να θεσπιστεί πιο εκτεταμένη και μόνιμη πολιτική καινοτομίας έναντι των μικρών επιχειρήσεων·

να απλοποιηθεί και να διευκολυνθεί η πρόσβαση των ΜΜΕ στα προγράμματα της ΕΕ·

να ξεκινήσει μια πολιτική για τη μεταβίβαση και την εξαγορά των επιχειρήσεων.

1.4

Η ΕΟΚΕ ζητά να επιβληθεί ο SBAE σε όλα τα επίπεδα ως δεσμευτικό νομικό μέσο.

1.5

Ζητεί επίσης να ενθαρρυνθεί μέσω του SBAE ο κοινωνικός διάλογος μεταξύ των κοινωνικών εταίρων σε επίπεδο ΜΜΕ, προκειμένου να διασφαλισθεί το καλύτερο δυνατό εργασιακό περιβάλλον, ώστε να ευνοηθεί η δημιουργικότητα και η καινοτομία και στο επίπεδο των συνθηκών εργασίας, και να επιδειχθεί ιδιαίτερη προσοχή στη βελτίωση της ασφάλειας και της ανάλυσης των κινδύνων που υφίστανται στο χώρο εργασίας.

2.   (Ιστορικό) Παρουσίαση της διερευνητικής γνωμοδότησης

2.1

Ο κρίσιμος ρόλος που διαδραματίζουν οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) στην οικονομία της ΕΕ αναγνωρίζεται παγκοσμίως ως βασικός παράγοντας για την ανάπτυξη και την απασχόληση σε επίπεδο ΕΕ, καθώς και για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων της παγκοσμιοποίησης. Τα αποτελέσματα της πολιτικής για τις ΜΜΕ που εφαρμόστηκε κατά τα έτη 2005-2007 δείχνουν ότι έχει σημειωθεί σημαντική πρόοδος, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, χάρη στην εφαρμογή της αρχής «προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις».

2.2

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τόνισε την ανάγκη να ελευθερωθεί πλήρως το αναπτυξιακό δυναμικό των ΜΜΕ και οι δυνατότητές τους για δημιουργία θέσεων εργασίας και να αξιοποιηθούν στο έπακρο οι ικανότητές τους για καινοτομία. Αυτή η προσέγγιση αναφέρεται στην έκθεση για την ανανεωμένη στρατηγική της Λισσαβώνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση που υιοθετήθηκε στις 11 Δεκεμβρίου 2007. Στα πλαίσια αυτά, προτάθηκε η θέσπιση ενός νόμου για τις Μικρές Επιχειρήσεις της Ευρώπης, του οποίου βασικός στόχος είναι να προσδιορίσει συγκεκριμένα μέτρα και αρχές για τη βελτίωση του ευρωπαϊκού περιβάλλοντος των ΜΜΕ λαμβάνοντας πλήρως υπόψη την ποικιλομορφία τους. Η πρωτοβουλία αυτή υποστηρίχθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που συνήλθε τον Δεκέμβριο του 2007 και έκτοτε στόχος της Επιτροπής είναι να υποβάλει μια πρόταση τον Ιούνιο του 2008.

2.3

Υπενθυμίζεται σχετικά ότι η ΕΟΚΕ έχει εκδώσει πρόσφατα ή προετοιμάζει πολλές άλλες γνωμοδοτήσεις αφορούν την πολιτική για τις ΜΜΕ, όπως:

«Η εξέλιξη του τομέα των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις στην Ευρώπη» (INT/412 — εισηγητής: ο κ. CALLEJA) (στο στάδιο επεξεργασίας)·

«Πρόγραμμα έρευνας και ανάπτυξης υπέρ των ΜΜΕ» (INT/379 — εισηγητής: ο κ. CAPPELLINI)·

«Ενδιάμεση εξέταση της σύγχρονης πολιτικής για τις ΜΜΕ» (INT/392 — εισηγητής: ο κ. BURNS) (στο στάδιο επεξεργασίας)·

«Διεθνείς δημόσιες συμβάσεις» (INT/394 — εισηγητής: ο κ. MALOSSE)·

«Μικροπίστωση» (INT/423 — εισηγητής: ο κ. PEZZINI) (στο στάδιο επεξεργασίας).

2.4

Η σλοβενική Προεδρία του Συμβουλίου ζήτησε από την ΕΟΚΕ να υποβάλει μια σειρά πολιτικές προτάσεις για την προώθηση της ανάπτυξης των ΜΜΕ. Ο στόχος δεν είναι να καταρτίσει η ΕΟΚΕ μια νέα σειρά τεχνικών μέτρων για την επιμέρους ανάπτυξη των ΜΜΕ, αλλά να προωθήσει ένα πιο δομημένο καινοτόμο πολιτικό πλαίσιο υπέρ των ΜΜΕ.

2.5

Η σλοβενική Προεδρία προβάλλει δύο κυρίως προτεραιότητες:

α)

να δοθεί η δυνατότητα σε όλες τις ΜΜΕ, ανεξαρτήτως μεγέθους, δραστηριότητας, τομέα ή τρόπου παραγωγής, να ανταποκριθούν στις μεγάλες προκλήσεις που θα αντιμετωπίσουν στο μέλλον, όπως οι βιομηχανικές, κλιματικές και δημογραφικές αλλαγές, οι κοινωνικές προκλήσεις, καθώς και η αναδιάρθρωση των αγορών λόγω των επιπτώσεων της παγκοσμιοποίησης, οι αλλαγές στην διανομή, την τυποποίηση και την πιστοποίηση των προϊόντων και υπηρεσιών·

β)

να δοθεί η δυνατότητα στις ΜΜΕ να συμμετέχουν πιο ενεργά στη διαδικασία λήψης πολιτικών αποφάσεων, στις επιχειρησιακές προτεραιότητες και τις νομοθετικές αποφάσεις που επηρεάζουν τις συνθήκες εργασίας τους.

2.6

Επιπλέον, η σλοβενική Προεδρία ζητά τις απόψεις της ΕΟΚΕ στο πλαίσιο της προπαρασκευής του Νόμου για τις Μικρές Επιχειρήσεις της Ευρώπης.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η ΕΟΚΕ έχει σχολιάσει, σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις, τις σημαντικές προόδους που έχουν σημειωθεί υπέρ των ΜΜΕ, ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση σε χρηματοδοτήσεις και την απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών. Είναι ιδιαίτερα ικανοποιημένη με την εξέλιξη των θέσεων των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων προς όφελος των μικρών επιχειρήσεων και ελπίζει ότι αυτό δεν οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στη σημερινή δύσκολη οικονομική και κοινωνική κατάσταση. Ωστόσο, παρά αυτά τα αδιαμφισβήτητα επιτεύγματα, οι πολιτικές που ξεκίνησαν τα τελευταία χρόνια χαρακτηρίζονται από μια σειρά αδυναμίες.

3.2

Η ΕΟΚΕ θεωρεί, ειδικότερα, ότι ο Ευρωπαϊκός Χάρτης για τις Μικρές Επιχειρήσεις δεν επέτυχε τους στρατηγικούς του στόχους, διότι δεν έχει νομική υπόσταση και παρέμεινε συνήθως στο επίπεδο μιας πολιτικής δήλωσης. Υπάρχει ανάγκη να ενισχυθεί η εφαρμογή του στα κράτη μέλη και σε περιφερειακό επίπεδο και να επαναληφθούν οι ετήσιες αξιολογήσεις και συστάσεις στα κράτη μέλη.

3.3

Εξάλλου, αναφέρεται συχνά ότι ο διάλογος με τις διάφορες κατηγορίες ΜΜΕ μπορεί να βελτιωθεί περαιτέρω. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι υπάρχει ανάγκη να εισαχθεί ένα νέο πνεύμα διαλόγου σε ευρωπαϊκό, εθνικό και περιφερειακό επίπεδο που θα καθιστά δυνατή την ενίσχυση και τη θεσμοθέτηση των διαβουλεύσεων μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των ενδιάμεσων οργανισμών που εκπροσωπούν τις ΜΜΕ.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1   Δημιουργία νέου περιβάλλοντος για την προώθηση της ανάπτυξης του συνόλου των ΜΜΕ

Υπό το φως αυτής της κατάστασης και των σημαντικών προκλήσεων που θα αντιμετωπίσουν οι ΜΜΕ στο μέλλον, και προκειμένου να δοθεί περισσότερο βάρος στην ανανεωμένη στρατηγική της Λισσαβώνας που εγκρίθηκε κατά την εαρινή σύνοδο κορυφής του 2008 και να υποστηριχθούν οι πρωτοβουλίες της Επιτροπής για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ΜΜΕ, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει πλήρως την πρωτοβουλία της Προεδρίας να δρομολογήσει μια καινοτόμο πολιτική για τις ΜΜΕ, ο ακρογωνιαίος λίθος της οποίας θα είναι ο SBAE.

4.2   Ένα ευρωπαϊκό σχέδιο υπέρ των ΜΜΕ και των πολύ μικρών επιχειρήσεων

Η ΕΟΚΕ συνιστά στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να μην εστιάζονται αποκλειστικά στις εταιρείες ταχύρρυθμης ανάπτυξης, τη διεθνή θέση των επιχειρήσεων και τις διάφορες αρχές αριστείας, που καταλήγουν στον αποκλεισμό εκατομμυρίων μικρών επιχειρήσεων, που δημιουργούν αξία, καινοτομία, απασχόληση και περιφερειακή σταθερότητα, από τα οφέλη της δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καλεί τα θεσμικά όργανα και τις δημόσιες αρχές όλων των επιπέδων να υιοθετήσουν καινοτόμο πολιτική για τις ΜΜΕ, μέσω της καθιέρωσης ενός πραγματικά ευρωπαϊκού σχεδίου που θα συγκεντρώνει όλες τις οικονομικές δυνάμεις των μικρών, μεσαίων και πολύ μικρών επιχειρήσεων με σκοπό τη δημιουργία της πρόσθετης ανάπτυξης και απασχόλησης που χρειάζεται η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό το ευρωπαϊκό σχέδιο πρέπει επίσης να προωθήσει και να αναπτύξει διάλογο με τους κοινωνικούς και οικονομικούς εταίρους και τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις των διαφόρων κατηγοριών ΜΜΕ σχετικά με τις νέες μεγάλες προκλήσεις της ΕΕ (αλλαγή του κλίματος, δημογραφικές μεταβολές και μετανάστευση, περιβάλλον, ενέργεια), τις οποίες θα αντιμετωπίσουν οι ΜΜΕ στο μέλλον. Το σχέδιο αυτό που θα βασίζεται τόσο στις επιχειρήσεις ταχύρρυθμης ανάπτυξης, αλλά επίσης και κυρίως στην τοπική οικονομία και στις λεγόμενες «παραδοσιακές» δραστηριότητες, και το οποίο θα πρέπει να επιτρέψει στην ΕΕ να εγκαινιάσει μια πολιτική προώθησης των επιχειρήσεων σε ανθρώπινη κλίμακα και να επικεντρωθεί στην τοπική οικονομία προκειμένου να εξασφαλιστεί η ανάπτυξη των κρατών μελών, εστιάζεται σε πέντε πρωταρχικά μέτρα.

4.2.1

Γνώση και επικοινωνία της πραγματικότητας που υφίσταται στις διάφορες κατηγορίες ΜΜΕ. Όλες οι πολιτικές της ΕΕ πρέπει να βασίζονται σε σαφή στοιχεία που παρέχουν πληροφορίες σχετικά με το θέμα. Ο ορισμός των ΜΜΕ περιλαμβάνει μια σειρά πολύ διαφορετικών περιστάσεων και κατηγοριών ή μορφών επιχειρήσεων (ατομικές επιχειρήσεις ή ανώνυμες εταιρείες, εταιρείες χωρίς μισθωτούς ή μέχρι 250 εργαζόμενους, βιοτεχνίες, εταιρίες εμπορικών ή κοινωνικών δραστηριοτήτων, εταιρείες ελεύθερων επαγγελμάτων) που δραστηριοποιούνται σε ποικίλους τομείς, με πολύ διαφορετικές καταστάσεις και ανάγκες. Τα στοιχεία για τις διάφορες κατηγορίες ΜΜΕ είναι συχνά ελλιπή ή ανύπαρκτα. Οι αναλύσεις που πραγματοποίησε το προηγούμενο Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για τις ΜΜΕ, παρείχαν συχνά στοιχεία ζωτικής σημασίας. Η ΕΟΚΕ είναι ικανοποιημένη από την απόφαση της ΓΔ «Επιχειρήσεις» να λειτουργήσει εκ νέου το Παρατηρητήριο και ζητά:

να ξεκινήσει ένα ευρύ πρόγραμμα οικονομικών, καθώς και κλαδικών, μελετών σχετικά με την κατάσταση και τις ανάγκες των διαφόρων κατηγοριών ΜΜΕ, μεταξύ άλλων σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, καθώς και στατιστικές αναλύσεις σε συνεργασία με τις ενδιαφερόμενες αντιπροσωπευτικές οργανώσεις·

να προωθηθούν και να αναπτυχθούν δραστηριότητες έρευνας και μελέτης των ίδιων των επιχειρηματικών οργανώσεων σε ευρωπαϊκό, εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, σε συνεννόηση με τα ερευνητικά κέντρα, τα πανεπιστήμια και τα κράτη μέλη.

4.2.2

Να ενσωματωθεί η διάσταση των ΜΜΕ σε όλες τις κοινοτικές πολιτικές: Η ΕΟΚΕ διαπίστωσε ότι, πέρα από τις πολιτικές διακηρύξεις υπέρ των μικρών επιχειρήσεων, εξακολουθεί να υπάρχει μια ισχυρή τάση μεταξύ των νομοθετών, σε όλα τα επίπεδα, είτε λόγω έλλειψης κατανόησης της πραγματικής κατάστασης είτε λόγω της επιθυμίας τους για απλούστευση, να χρησιμοποιούν συστηματικά το μοντέλο της μεγάλης επιχείρησης και να εφαρμόζουν την αρχή του «bonzai», βάσει της οποίας ό,τι είναι καλό για μια μεγάλη επιχείρηση είναι καλό και για τις μικρές επιχειρήσεις. H εν λόγω θεωρητική προσέγγιση ενός ενιαίου οικονομικού μοντέλου έρχεται σε αντίφαση με την πραγματικότητα της ποικιλίας των μορφών επιχείρησης και των επιχειρηματικών νοοτροπιών, με πρακτική κατάληξη το γεγονός ότι περισσότερο από το 90 % των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων αισθάνονται παραγκωνισμένες και αγνοημένες από τις κοινοτικές πολιτικές. Η ΕΟΚΕ επισύρει ιδιαιτέρως την προσοχή των κοινοτικών οργάνων και των κρατών μελών στο γεγονός ότι, αν και οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις αποτελούν ουσιαστική δύναμη της κοινοτικής οικονομίας και απασχόλησης, κινδυνεύουν ωστόσο να καταστούν αδυναμία, όχι γιατί φταίνε οι ίδιες, αλλά γιατί οι δημόσιες αρχές δεν επιδεικνύουν σε κανένα επίπεδο την δέουσα προσοχή προς αυτές. Η ΕΟΚΕ ζητεί να αποτελέσει επιτέλους ο SBAE την ευκαιρία να περάσουμε στην πράξη και ελπίζει ότι οι ανάγκες και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των διαφόρων κατηγοριών ΜΜΕ θα λαμβάνονται υποχρεωτικώς υπόψη σε όλες τις πολιτικές, τα προγράμματα και τις διαπραγματεύσεις, συμπεριλαμβανομένου του κοινωνικού διαλόγου και των διεθνών σχέσεων, τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο.

4.2.3

Να συνεχιστεί η πολιτική της απλοποιημένης διαχείρισης: Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να εντείνει τις προσπάθειες για την απλούστευση της νομοθεσίας της ΕΕ· όμως, καλεί πρωτίστως τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και τα κράτη μέλη να συμμετάσχουν σε μια πιο αποτελεσματική πολιτική απλούστευσης, με βάση τα ακόλουθα πέντε σημεία:

να θέσουν σε εφαρμογή μια πραγματική πολιτική «προτεραιότητας στις μικρές επιχειρήσεις»·

να απλοποιήσουν, αλλά να μην μειώσουν τις ευθύνες: η ΕΟΚΕ έχει ορισμένες επιφυλάξεις σχετικά με το κύρος και την αποτελεσματικότητα των συστηματικών εξαιρέσεων για τις μικρές επιχειρήσεις και θα προτιμούσε να υπάρχει αναλογικότητα στον τομέα της εφαρμογής, καθώς και άμεση διαβούλευση με τις ενδιαφερόμενες οργανώσεις των ΜΜΕ·

να προβλέψουν τη συστηματική συμμετοχή των αντιπροσωπευτικών οργανώσεων των διαφόρων κατηγοριών ΜΜΕ στη νομοθετική διαδικασία σε ευρωπαϊκό, εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, καθώς και στον κοινωνικό διάλογο στα διάφορα επίπεδα, και την αύξηση της συνεργασίας με την ΕΟΚΕ και την Επιτροπή των Περιφερειών·

να εφαρμόζουν συστηματικά την αρχή «μόνο μια φορά» σε όλα τα επίπεδα και τις κλίμακες·

να εκπονήσουν πρακτικούς οδηγούς και επεξηγηματικά έγγραφα σχετικά με όλες τις υιοθετηθείσες νομοθεσίες, ώστε να γίνουν πιο κατανοητές και να διευκολυνθεί η μεταφορά τους.

4.2.4

Να υποστηριχθούν οι συνοδευτικές και συμβουλευτικές δραστηριότητες των ενδιάμεσων οργανισμών. Οι ενδιάμεσοι οργανισμοί που εκπροσωπούν τις διάφορες κατηγορίες ΜΜΕ αποτελούν βασική συνιστώσα για την επιτυχία των πολιτικών της ΕΕ, λόγω των υπηρεσιών τεχνικής συνδρομής που παρέχουν σε όλες τις ΜΜΕ που χρειάζονται συγκεκριμένες δεξιότητες, οι οποίες δεν μπορούν να παρασχεθούν από το νέο Ευρωπαϊκό Δίκτυο Υποστήριξης των Επιχειρήσεων (Enterprise Europe Network — EΒN). Είναι αναντικατάστατοι στην παροχή πληροφοριών και υποστήριξης στις επιχειρήσεις, ιδίως μέσω της προσαρμογής της νομοθεσίας στις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε επιχείρησης για κάθε περίπτωση χωριστά και στη μεταφορά της νομοθεσίας σε μικροοικονομικό και σε τοπικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου που βρίσκεται όσο το δυνατόν εγγύτερα στις μικρότερες επιχειρήσεις. Η ΕΟΚΕ θεωρεί απαραίτητο να συμμετάσχουν όλες οι δημόσιες αρχές σε μια εθελοντική πολιτική στήριξης των δραστηριοτήτων τους και τα κοινοτικά προγράμματα που καλύπτουν τις ΜΜΕ να προβλέπουν ρητά μέτρα στήριξης για τους εν λόγω οργανισμούς. Επίσης, καλεί την Επιτροπή, τα κράτη μέλη και τις περιφέρειες να θέσουν σε εφαρμογή τα συμπεράσματα της 4ης Ευρωπαϊκής Διάσκεψης των Βιοτεχνιών και των Μικρών Επιχειρήσεων της Στουτγάρδης επί του θέματος.

4.2.5

Να ξαναρχίσουν τα προγράμματα συνεργασίας των επιχειρήσεων και τα προγράμματα ανταλλαγών μεταξύ οργανισμών. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να δρομολογήσει εκ νέου τα προγράμματα διαπεριφερειακής συνεργασίας επιχειρήσεων που έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά κατά το παρελθόν. Επιπλέον, υπάρχει ανάγκη να υποστηριχθούν τα μέτρα που λαμβάνονται από ενδιάμεσους οργανισμούς ή να καταστεί δυνατή η δημιουργία οργανισμών για την προώθηση αυτής της συνεργασίας.

4.3   Υιοθέτηση ενός πραγματικά αποτελεσματικού ευρωπαϊκού Νόμου για τις Μικρές Επιχειρήσεις

4.3.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τη θετική γνώμη του Συμβουλίου και της Επιτροπής υπέρ της δημιουργίας ενός Νόμου για τις Μικρές Επιχειρήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ιδιαίτερα καθώς είχε η ίδια επανειλημμένα ταχθεί υπέρ της καθιέρωσης του SBAE (1). Πιστεύει ότι, για να είναι αποτελεσματικός, ο SBAE πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

4.3.1.1

πρέπει να έχει ως στόχο τη δημιουργία του καλύτερου δυνατού περιβάλλοντος για τις ΜΜΕ και τις πολύ μικρές επιχειρήσεις σε όλα τα επίπεδα και να παρέχει συγκεκριμένη απάντηση στις διάφορες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ΜΜΕ κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της μεταβίβασής τους ή της εξαγοράς τους. Στο πλαίσιο αυτό, ο SBAE δεν θα πρέπει να προκαλέσει αποδυνάμωση των συνθηκών εργασίας των απασχολουμένων στις ΜΜΕ· αντιθέτως, οι πρωτοβουλίες που θα αναληφθούν σχετικά θα πρέπει να επιτρέπουν να συνυπολογίζεται καλύτερα η κατάστασή τους·

4.3.1.2

πρέπει να επιφέρει πραγματική προστιθέμενη αξία και να μην περιορίζεται απλώς στον συνδυασμό των υφιστάμενων προγραμμάτων ή στον συντονισμό των διαφόρων μέτρων που βρίσκονται στο στάδιο της εφαρμογής·

4.3.1.3

δεν πρέπει να αποτελεί μόνο μια απλή δήλωση προθέσεων, όπως συνέβη δυστυχώς με τον Ευρωπαϊκό Χάρτη για τις Μικρές Επιχειρήσεις, ούτε να περιορίζεται σε μια απλή πολιτική δέσμευση των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και των κρατών μελών· οι ευρωπαϊκές ΜΜΕ και πολύ μικρές επιχειρήσεις αξίζουν καλύτερη μεταχείριση και η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η αναγνώριση νομικής υπόστασης στον SBAE θα καταδείξει και να αποδείξει τη δέσμευση της ΕΕ να αναλάβει αποτελεσματική δράση έναντι των ΜΜΕ και των πολύ μικρών επιχειρήσεων·

4.3.1.4

πρέπει να είναι δεσμευτικός στο σύνολό του και να εφαρμόζεται σε όλα τα επίπεδα λήψης αποφάσεων —ευρωπαϊκό, εθνικό και περιφερειακό— και να απευθύνεται στις δημόσιες αρχές σε όλα τα επίπεδα, αφήνοντας την ευθύνη για την εφαρμογή του στα κράτη μέλη (2)·

4.3.1.5

πρέπει να εφαρμόζεται σε όλες τις πολιτικές της ΕΕ με την ενσωμάτωση των ΜΜΕ σε όλες αυτές τις πολιτικές και την ανάπτυξη ολιστικής προσέγγισης που να λαμβάνει σοβαρά υπόψη όλες τις πτυχές των πολιτικών και τον αντίκτυπο των νέων κανόνων στις διάφορες κατηγορίες των ΜΜΕ.

4.3.2

Η ΕΟΚΕ ζητεί να περιλαμβάνει ο SBAE πέντε βασικά μέτρα πολιτικής, για να διασφαλιστεί ότι η νομοθεσία δεν περιορίζει την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα των διαφόρων κατηγοριών ΜΜΕ:

4.3.2.1

Να εξασφαλιστεί ότι τα νομοθετικά κείμενα, σε όλα τα επίπεδα, έχουν καταρτιστεί λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές καταστάσεις και ανάγκες των διαφόρων κατηγοριών των ΜΜΕ. Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να καθιερωθεί ένας βασικός κανόνας, ο οποίος θα εφαρμόζεται σε όλα τα επίπεδα της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων: οι νομοθετικές προτάσεις πρέπει να διατυπώνονται λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες και τις προσδοκίες των ΜΜΕ, ιδιαίτερα των μικρότερων επιχειρήσεων, και εφαρμόζοντας την αρχή: Προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις, με ιδιαίτερη προσοχή στους αυτοαπασχολούμενους, που αντιπροσωπεύουν άνω του 50 % των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Η προσέγγιση αυτή προβλέπει ιδίως τη συστηματική διαβούλευση με τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις των ΜΜΕ, καθώς και τη συμμετοχή, σε κατάλληλο επίπεδο, εμπειρογνωμόνων από τις οργανώσεις αυτές σε όλες τις συμβουλευτικές επιτροπές που ασχολούνται σε περιφερειακό, εθνικό ή ευρωπαϊκό επίπεδο με θέματα που θα μπορούσαν να έχουν αντίκτυπο στις ΜΜΕ, σύμφωνα με το αίτημα που υπέβαλε το Συμβούλιο Ανταγωνιστικότητας της 13ης Μαρτίου 2006.

Υπό το πνεύμα αυτό, η ΕΟΚΕ ζητά να οριστεί, σε κάθε ΓΔ της Επιτροπής, ένας αρμόδιος για τις ΜΜΕ, που θα είναι υπεύθυνος να διασφαλίζει ότι τα νομοθετικά μέτρα και τα προγράμματα που διαχειρίζεται η ΓΔ λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τις προτεραιότητες και τις προσδοκίες των ΜΜΕ και των πολύ μικρών επιχειρήσεων.

4.3.2.2

Να εξασφαλιστεί ότι η νομοθεσία είναι σύμφωνη με τις θεμελιώδεις αρχές. Για την ΕΟΚΕ, η αποτελεσματικότητα της νομοθεσίας σε όλα τα επίπεδα, καθώς και των προγραμμάτων ή των συλλογικών ή επιμέρους μέτρων για τις ΜΜΕ, εξαρτάται από την ενσωμάτωση των ακόλουθων τεσσάρων αρχών στον SBAE και τη συστηματική εφαρμογή τους σε περιφερειακό, εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο:

συστηματική ανάλυση των επιπτώσεων στις ΜΜΕ : κανένα νομοθετικό κείμενο δεν πρέπει να εγκρίνεται, εάν δεν έχει προηγουμένως αποτελέσει αντικείμενο συστηματικής ανάλυσης των επιπτώσεων για τις διάφορες κατηγορίες επιχειρήσεων του υπό εξέταση τομέα δραστηριοτήτων, ούτως ώστε να διαπιστώνονται οι άμεσες και έμμεσες κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις, όπως το διοικητικό βάρος και το κόστος της ενημέρωσης και των επενδύσεων που θα συνεπαγόταν, καθώς και τα πλεονεκτήματα που θα μπορούσαν να προκύψουν·

αρχή της αναλογικότητας : η νομοθεσία δεν πρέπει να επιβάλλει περιττά μέτρα στις ΜΜΕ και πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο απαραίτητο· οι όροι εφαρμογής της νομοθεσίας πρέπει να είναι προσαρμοσμένοι στις πραγματικές συνθήκες και στις διαφορετικές καταστάσεις των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων και στις δυνατότητες εφαρμογής που διαθέτουν.

αρχή του «μόνο μία φορά» : ρόλος των ΜΜΕ είναι να παράγουν και όχι να είναι διοικητικές υπηρεσίες· δεν μπορούν να υπόκεινται περισσότερο από μία φορά σε δηλώσεις και διοικητικές διαδικασίες που αφορούν το ίδιο θέμα και εναπόκειται στις ενδιαφερόμενες διοικητικές αρχές να κοινοποιούν αυτές τις πληροφορίες η μία στην άλλη· αυτή η αρχή του «μόνο μία φορά» θα μπορούσε να υιοθετηθεί από ενιαίες θυρίδες που εφαρμόζουν το σχήμα «ένας επιχειρηματίας — ένας αρμόδιος», βασιζόμενες στους ενδιάμεσους οργανισμούς που επιτελούν ήδη αυτή τη λειτουργία σε εθνικό επίπεδο·

αρχή της διαφύλαξης : δεν μπορεί να υιοθετηθεί νομοθεσία που παρεμποδίζει την ανάπτυξη των ΜΜΕ ή υπάρχει κίνδυνος να εμποδίσει την ανταγωνιστικότητά τους. Κάθε νέα νομοθετική πρόταση που δεν έχει υποβληθεί σε πλήρη ανάλυση των επιπτώσεών της ή η οποία προτείνει μέτρα τα οποία είναι αντίθετα προς την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη των ΜΜΕ πρέπει να απορρίπτεται.

Επιπλέον, η ΕΟΚΕ τονίζει την ανάγκη να προβλεφθεί και να εξασφαλιστεί πλήρης διαφάνεια των διοικητικών διαδικασιών και δυνατότητα των ΜΜΕ να έχουν πρόσβαση σε όλα τα διοικητικά δεδομένα που τις αφορούν και να τα διορθώνουν, όποτε το κρίνουν σκόπιμο.

4.3.2.3

Να θεσπιστεί ευρύτερη και συνεκτική πολιτική υπέρ της καινοτομίας. Η ΕΟΚΕ ζητά από την Επιτροπή, τα κράτη μέλη και τις περιφερειακές αρχές να μην περιορίζονται στη στήριξη της καινοτομίας υψηλής τεχνολογίας και να υιοθετήσουν μια πιο εθελοντική πολιτική με τη συμπερίληψη στα προγράμματά τους ειδικών μέτρων για τη στήριξη της καινοτομίας μέσης και χαμηλής τεχνολογίας, καθώς και της μη τεχνολογικής καινοτομίας που είναι διαδεδομένη στις ΜΜΕ και ιδιαίτερα στις μικρότερες επιχειρήσεις.

Το νέο δίκτυο παροχής συμβουλών ΕΒΝ δεν πρόκειται ποτέ, από μόνο του, να παρέμβει αποτελεσματικά για λογαριασμό όλων αυτών των εταιρειών που διαθέτουν δυναμικό καινοτομίας. Η ΕΟΚΕ ζητεί να οριστούν ως προτεραιότητες από τον SBAE:

η ενθάρρυνση των κοινωνικών εταίρων των ΜΜΕ να ξεκινήσουν διάλογο με στόχο την επίτευξη ενός καλού περιβάλλοντος εργασίας που να ευνοεί τη δημιουργία και την καινοτομία·

η υποστήριξη του ορισμού, στους ενδιάμεσους οργανισμούς, συμβούλων για τις ΜΜΕ και τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, όσο το δυνατόν εγγύτερα στις επιχειρήσεις, καθώς και η παροχή ειδικής κατάρτισης σε επιχειρηματίες και εργαζόμενους για την προώθηση της καινοτομίας με την αξιοποίηση των νέων ευκαιριών των μεταλλασσόμενων αγορών·

η δημιουργία χρηματοπιστωτικών μέσων προσαρμοσμένων στις ανάγκες των μικρότερων επιχειρήσεων·

η ενθάρρυνση των κρατών μελών και των περιφερειών να ξεκινήσουν, σε συνεργασία με τις οργανώσεις των ΜΜΕ, μια εκστρατεία για τον εντοπισμό τεχνολογικών και μη τεχνολογικών καινοτομιών των ΜΜΕ και, ιδίως, των πολύ μικρών επιχειρήσεων.

4.3.2.4

Να διευρυνθεί η πρόσβαση στα κοινοτικά προγράμματα. Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η πολυπλοκότητα των διοικητικών διαδικασιών και η ύπαρξη διαφορετικών απαιτήσεων καθιστά ολοένα και πιο δύσκολο, αν μη αδύνατο, για τις μικρές επιχειρήσεις να λάβουν μέρος σε προγράμματα της ΕΕ, προκαλώντας την παράδοξη κατάσταση κατά την οποία οι ενδιάμεσοι οργανισμοί επιδεικνύουν όλο και λιγότερο ενδιαφέρον για τέτοιου είδους προγράμματα. Για παράδειγμα, οι υφιστάμενοι νομικοί περιορισμοί δεν επιτρέπουν καινοτόμες δράσεις, όπως η στήριξη πειραματικών πιλοτικών σχεδίων, στερώντας έτσι το σύνολο της ΕΕ από πολλές καινοτόμες προτάσεις. Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι επιβάλλεται να εξεταστούν εκ νέου οι αρχές και οι μηχανισμοί. Δεδομένης της σημασίας αυτού του έργου, δεν είναι ο ρόλος αυτής της γνωμοδότησης να εντοπίσει τις απαραίτητες αλλαγές. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να ξεκινήσει πραγματικές διαβουλεύσεις με τις οργανώσεις που εκπροσωπούν τις ΜΜΕ για τον καθορισμό νέων προϋποθέσεων όσον αφορά την κατάρτιση και την συμμετοχή σε προγράμματα, στα διάφορα περιφερειακά επίπεδα.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι απαραίτητο να διευκολύνουν τα διαρθρωτικά ταμεία την πρόσβαση των ΜΜΕ στις δημόσιες συμβάσεις, ιδίως στις πιο μειονεκτικές περιοχές (3).

4.3.2.5

Απλούστευση και ενθάρρυνση της μεταβίβασης ή της εξαγοράς των επιχειρήσεων. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ιδιαίτερα τη σημασία της μεταβίβασης ή της εξαγοράς των επιχειρήσεων, ιδίως όσον αφορά τις μικρές επιχειρήσεις παραγωγής προϊόντων και παροχής υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένες σε αστικές και αγροτικές περιοχές: η αναμενόμενη εξαφάνισή τους —η οποία, ωστόσο, δεν είναι αναπόφευκτη— θα έχει τεράστιο αρνητικό αντίκτυπο στη διατήρηση της δραστηριότητας και των θέσεων εργασίας σε αυτούς τους τόπους. Αφενός, θα πρέπει να ενθαρρυνθεί η δημιουργία συστημάτων για την προσέγγιση αγοραστών και πωλητών και η εισαγωγή φορολογικών ή χρηματοοικονομικών κινήτρων, ενώ αφετέρου, οι επιχειρηματίες θα πρέπει να ενθαρρύνονται να διασφαλίσουν καλύτερη κεφαλαιοποίηση, προκειμένου να διατηρηθεί η αξία του ενεργητικού τους.

Η ειδική κατάσταση των επιχειρηματιών σε ορισμένες ζώνες όπως οι αγροτικές περιοχές απαιτεί την ανάπτυξη καινοτόμων δομών, όπως συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα.

4.4   Στον πυρήνα του SBAE πρέπει να βρίσκεται ένα νομικά δεσμευτικό μέσο

4.4.1

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο SBAE είναι πραγματικά αποτελεσματικός, η ΕΟΚΕ ζητά να εγκριθούν τα μέτρα αυτά από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο με τη μορφή μιας νομικά δεσμευτικής πράξης, η οποία θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ευρωπαϊκό, εθνικό και περιφερειακό επίπεδο λήψεως αποφάσεων.

4.4.2

Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΟΚΕ ζητεί να καταρτίζεται ετήσια αξιολόγηση της εφαρμογής του SBAE, καθώς και του συνόλου των πολιτικών για τις ΜΜΕ σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο, και να συντάσσεται ετήσια έκθεση προόδου: η εν λόγω ετήσια έκθεση θα πρέπει να αποτελεί ειδικό ξεχωριστό κεφάλαιο στο πλαίσιο της εφαρμογής της στρατηγικής της Λισσαβώνας.

4.4.3

Μετά από αυτές τις εκθέσεις, η Επιτροπή πρέπει να είναι σε θέση να εκδίδει συστάσεις εφαρμογής, τόσο προς τα κράτη μέλη όσο και προς τις περιφέρειες, επί των οποίων θα δίδει τη γνώμη της.

4.4.4

Η ΕΟΚΕ ζητεί να προβλεφθεί ότι οι εν λόγω ετήσιες αξιολογήσεις θα συνεπάγονται εν ανάγκη την προσαρμογή ή αναθεώρηση του SBAE και των πολιτικών για τις ΜΜΕ.

4.4.5

Η ΕΟΚΕ συνιστά ανεπιφύλακτα στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο να προβλέψουν τη συμμετοχή των αντιπροσωπευτικών οργανώσεων των διαφόρων κατηγοριών ΜΜΕ στη διαμόρφωση και την εφαρμογή του SBAE.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Βλ. τη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Η εξέλιξη του τομέα των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις στην Ευρώπη (Στρατηγική της Λισσαβώνας)» (ΕΕ C 256 της 27.10.2008, σελ. 8).

(2)  Βλ. τη γνωμοδότηση με θέμα: «Οι διεθνείς δημόσιες συμβάσεις» (ΕΕ C 224 της 30.8.2008, σ. 32), στην οποία η ΕΟΚΕ δεν συμφωνεί με «τη θέσπιση στην ΕΕ ενός συστήματος ποσοστώσεων για τις ΜΜΕ κατά το πρότυπο του Small Business Act των ΗΠΑ».

(3)  Βλ. γνωμοδότηση CESE 979/2008 (INT/394).


3.2.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 27/12


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Ανακοίνωση της Επιτροπής: Ατζέντα για έναν αειφόρο και ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό τουρισμό»

COM(2007) 621 τελικό

(2009/C 27/03)

Στις 19 Οκτωβρίου 2007, η Επιτροπή αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την:

«Ανακοίνωση της Επιτροπής: Ατζέντα για έναν αειφόρο και ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό τουρισμό».

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή, και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκαν οι προπαρασκευαστικές εργασίες για το θέμα, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 13 Ιουνίου 2008 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. MENDOZA CASTRO.

Κατά την 446η σύνοδο ολομέλειάς της, της 9ης και 10ης Ιουλίου 2008 (συνεδρίαση της 10ης Ιουλίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 108 ψήφους υπέρ και 5 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή επικροτεί και εγκρίνει την ανακοίνωση της Επιτροπής «Ατζέντα για έναν αειφόρο και ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό τουρισμό» και, ιδιαίτερα, τη δέσμευσή της να ενισχύσει τη στρατηγική και την πολιτική της για τον τουρισμό κατά τα προσεχή έτη διαμέσου της υπό εξέτασης Ατζέντας, που θα αποτελέσει το πλαίσιο για την εφαρμογή τους στην πράξη. Η νέα αυτή πολιτική είχε ήδη είχε ήδη εξαγγελθεί στην ανακοίνωση της Επιτροπής «Η ανανεωμένη πολιτική της ΕΕ για τον τουρισμό: για μια ισχυρότερη σύμπραξη υπέρ του ευρωπαϊκού τουρισμού».

1.2

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει τις προσπάθειες της Επιτροπής να συνοψίσει ένα μεγάλο αριθμό σημαντικών εγγράφων, απόψεων και συζητήσεων. Το αποτέλεσμα είναι μια ικανοποιητική και σαφής παρουσίαση, στο ευρύτερο κοινό, των αποτελεσμάτων των εργασιών της Ομάδας για την Αειφορία του Τουρισμού, των εμπειρογνωμόνων που συνέταξαν την έκθεση και των αποτελεσμάτων των δημοσίων διαβουλεύσεων που ακολούθησαν.

1.3

Η Επιτροπή ορθώς συνδέει αυτή τη νέα πολιτική για τον τουρισμό με την ανανεωμένη στρατηγική της Λισσαβώνας και θέτει ως γενικούς στόχους τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και της βιωσιμότητας και ως ειδικότερους στόχους την οικονομική ευημερία, την κοινωνική δικαιοσύνη και συνοχή και την περιβαλλοντική και πολιτιστική προστασία.

1.4

Η ΕΟΚΕ επικροτεί, επίσης, τις προκλήσεις που εντοπίζει η Επιτροπή στη ανακοίνωσή της και τα μέτρα που προτείνει για την αντιμετώπισή τους. Η προτεινόμενη προσέγγιση συνίσταται στη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων μερών σε διάφορες μορφές συνεργασίας και ανταγωνιστικής συνεργασίας, η οποία θεωρείται ο ακρογωνιαίος λίθος της νέας πολιτικής για τον τουρισμό και του σχεδίου δράσης για την εφαρμογή της. Η σπουδαιότητα των προκλήσεων που αναφέρονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής είναι σαφής και η υπό εκπόνηση μελέτη των επιπτώσεων των αερίων του θερμοκηπίου στην αειφορία θα πρέπει στο μέλλον να αποτελέσει βασικό στοιχείο της Ατζέντας.

1.5

Η ΕΟΚΕ θεωρεί κατάλληλη την προσέγγιση της Επιτροπής να εφαρμόσει τη νέα πολιτική διαμέσου διαλόγου, συνεργασίας, νέων μέτρων στήριξης και συντονισμού των ενδιαφερομένων μερών. Η «Ατζέντα για έναν αειφόρο και ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό τουρισμό» είναι προέκταση της συγκεκριμένης προσέγγισης και των μέτρων εφαρμογής που προτείνονται για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη του ευρωπαϊκού τουρισμού. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η Επιτροπή, διαμέσου της ΓΔ «Επιχειρήσεις», μπορεί και πρέπει να διαδραματίσει ενεργότερο και ηγετικό ρόλο και να δρομολογήσει ένα μεγάλο αριθμό ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών όπως, για παράδειγμα, ο κοινωνικός τουρισμός, ο τουρισμός για όλους και η κατάρτιση στον τομέα του τουρισμού. Ειδικότερα, η Επιτροπή και τα λοιπά όργανα θα πρέπει να εργαστούν περισσότερο προκειμένου να εμπλέξουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τις μικροεπιχειρήσεις στην προσπάθεια να καταστεί ο τουρισμός βιώσιμος και στην Ατζέντα για την υλοποίηση και επίτευξη του στόχου αυτού. Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρωτοβουλία της Επιτροπής «Εξέχοντες ευρωπαϊκοί προορισμοί», λόγω της συμβολής της στην επίδειξη των ορθών πρακτικών.

1.6

Η ΕΟΚΕ προτείνει και συνιστά για άλλη μια φορά να ενισχυθεί το Ευρωπαϊκό Φόρουμ Τουρισμού και να συνεχιστεί ο προβληματισμός και η μελέτη του θέματος της σύστασης Ευρωπαϊκής Συμβουλευτικής Επιτροπής Τουρισμού και της ίδρυσης Ευρωπαϊκού Οργανισμού Τουρισμού. Τα δύο αυτά όργανα θα μπορούσαν να αποτελέσουν βήμα στο οποίο οι αρμόδιες για τον τουρισμό αρχές και οι διάφοροι φορείς του τομέα θα μπορούσαν να συζητούν για τη βελτίωση και τη διάδοση των πληροφοριών σχετικά με τον αειφόρο και ανταγωνιστικό τουρισμό, να παρακολουθούν την εφαρμογή της πολιτικής και της Ατζέντας και, ιδιαίτερα, να προσπαθούν να εντοπίζουν τις τάσεις που διαμορφώνονται και να σχεδιάζουν τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν στον τομέα. Ειδικότερα, η αποστολή τους θα μπορούσε να έχει ως στόχο την κλιματική αλλαγή, τον αντίκτυπό της στον τουρισμό και τις σχετικές δράσεις που πρέπει να αναληφθούν.

1.7

Η ΕΟΚΕ κρίνει ιδιαίτερα θετική τη βούληση της Επιτροπής να βελτιώσει τη χρήση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων. Ειδικότερα, ο κοινωνικός τουρισμός προσφέρεται για διασυνοριακές δράσεις με τη μορφή πρότυπων έργων. Άλλες δράσεις στο πλαίσιο αυτό θα μπορούσαν να είναι, για παράδειγμα, ο κοινωνικός τουρισμός και ο τουρισμός για όλους, η ανάπτυξη των ανθρώπινων πόρων, η ανάπτυξη των προϊόντων και η διείσδυση στην αγορά. Η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι υπάρχει ήδη επαρκές περιθώριο για διασυνοριακούς πειραματισμούς με τη μορφή πρότυπων έργων στους εν λόγω τομείς.

1.8

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την ολοκλήρωση των εργασιών της Ευρωπαϊκής Ατζέντας 21 για τον τουρισμό, τα αποτελέσματα της οποίας, όπως παρατίθενται στην υπό εξέταση ανακοίνωση της Επιτροπής, συμπληρώνουν και παγιώνουν τη γενική πολιτική για την αειφορία του ευρωπαϊκού τουρισμού. Πράγματι, το τεχνικό έγγραφο της επιτροπής που συστάθηκε για τον σκοπό αυτό αποτελεί τη βάση της ανακοίνωσης της Επιτροπής και τη συμπληρώνει και, για το λόγο αυτό, τα δύο αυτά έγγραφα πρέπει να εξεταστούν μαζί.

1.9

Όσον αφορά τα στατιστικά δεδομένα, η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόσκληση για την υποβολή προτάσεων, που απευθύνει η Επιτροπή και που είχε ζητήσει στο παρελθόν η ΕΟΚΕ, για τη δημιουργία δικτύου παρατηρητηρίων του τουρισμού, με έργο όχι μόνο τη συγκέντρωση τομεακών δεδομένων, αλλά και τη χάραξη μιας στρατηγικής και μελλοντοστραφούς θεώρησης για την πρόβλεψη και τον σχεδιασμό των μελλοντικών δράσεων.

1.10

Η ΕΟΚΕ προτίθεται να συνεχίσει τις εργασίες της στον τομέα του τουρισμού σύμφωνα με τις κατευθύνσεις που χαράσσονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής για την υπό εξέταση Ατζέντα και καλεί τα άλλα κοινοτικά όργανα, τα κράτη μέλη, τις περιφερειακές και τοπικές αρχές, τους φορείς του τομέα (επιχειρήσεις και συνδικαλιστικές οργανώσεις) και το ευρύ κοινό, να συμβάλουν στη βελτίωση της κατανόησης του τομέα του τουρισμού και στην υποστήριξή του ως καθολικού δικαιώματος και στρατηγικής οικονομικής δραστηριότητας για το μέλλον της Ευρώπης. Για να γίνει ο τουρισμός περισσότερο αειφόρος και ανταγωνιστικός, απαιτείται επίσης υπεύθυνη στάση όλων των ενεχόμενων φορέων και των καταναλωτών.

1.11

Μολονότι η ανακοίνωση της Επιτροπής λαμβάνει υπόψη τα κοινωνικά στοιχεία της τουριστικής δραστηριότητας, η ΕΟΚΕ εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για την έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στην έννοια και την πραγματικότητα της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Πράγματι, ο τουρισμός είναι και θα μπορούσε να καταστεί ακόμη περισσότερο συντελεστής συνοχής, που συνενώνει τους πολιτισμούς και τις κοινωνικές πραγματικότητες γύρω από την έννοια της ευρωπαϊκής ιθαγένειας, την οποία όλοι οφείλουμε να προωθήσουμε και να αναπτύξουμε. Η ποικιλομορφία των πολιτισμών, των γλωσσών και της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς των διαφόρων ευρωπαϊκών κρατών αποτελεί μεγάλο πλούτο, που μπορεί και πρέπει να αξιοποιηθεί ως μέσο για την αμοιβαία κατανόηση και την αναγνώριση των δικαιωμάτων μας ως ευρωπαίων πολιτών. Μια άλλη πτυχή στην οποία πρέπει να δοθεί μεγάλη σημασία στις συζητήσεις και τα έγγραφα σχετικά με τον τουρισμό σε ευρωπαϊκή κλίμακα είναι ο πολιτισμός, δεδομένων των δυνητικών συνεργιών μεταξύ τουρισμού και πολιτισμού, όπως έχει τονίσει η ΕΟΚΕ σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της.

1.12

Στη διαδικασία της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας και της αειφορίας του τουρισμού, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των προορισμών. Η ΕΟΚΕ συνιστά να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των κρατών μελών που εξαρτώνται έντονα από τον τουρισμό. Κατά τη χάραξη των διαφόρων πολιτικών και την κατάρτιση προτάσεων σχετικά με τον τουρισμό πρέπει να συνεκτιμώνται οι ανάγκες των διαφόρων περιφερειών. Συνιστάται να λαμβάνονται υπόψη στις εκτιμήσεις αντίκτυπου της Επιτροπής οι ενδεχόμενες δυσανάλογες επιπτώσεις του τουρισμού στις διάφορες περιφέρειες και τομείς, για παράδειγμα, στους προορισμούς που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις αεροπορικές μεταφορές και στους οποίους η πρόσβαση δεν είναι δυνατή με κανένα άλλο τρόπο μεταφοράς ή εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από αυτόν, όπως συμβαίνει με τα νησιά.

1.13

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η δέσμη των αρχών και των αξιών που αναφέρονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής (αειφορία, ευημερία των πληθυσμών, ανταγωνιστικότητα, συνεργασία, εταιρικές σχέσεις, αποδοτικότητα, ασφάλεια, ασφάλεια της απασχόλησης κλπ.) διαμορφώνει εκ των πραγμάτων ένα ευρωπαϊκό τουριστικό πρότυπο, όχι επειδή οι εν λόγω κανόνες και αρχές αποτελούν ένα σύνολο κανόνων, αλλά επειδή εφαρμόζονται ευρέως σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

1.14

Η ΕΟΚΕ προτρέπει την Επιτροπή να ακολουθήσει μια ολοκληρωμένη προσέγγιση όσον αφορά την πιστοποίηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο των γνώσεων και δεξιοτήτων στον τομέα του τουρισμού ως μέσο για τη βελτίωση της ποσότητας και ποιότητας της απασχόλησης στον τομέα. Πρέπει να προωθηθεί το Europass, που αποτελεί απλό και εύκολα κατανοητό τρόπο παρουσίασης σε όλη την Ευρώπη (Ευρωπαϊκή Ένωση, ΕΖΕΣ/ΕΟΧ και υποψήφιες χώρες) των γνώσεων και των δεξιοτήτων των εργαζομένων που αναζητούν απασχόληση και μετακινούνται για επαγγελματικούς λόγους σε όλη την ήπειρο.

2.   Η ανακοίνωση της Επιτροπής

Για την καλύτερη εκτίμηση και κατανόηση των θεμάτων που η Επιτροπή επιθυμεί να ανακοινώσει σε όλα τα όργανα και τους φορείς της Ευρώπης, ακολουθεί συνοπτική περίληψη του κειμένου της ανακοίνωσης και των βασικών σημείων της.

2.1   Εισαγωγή στην ανακοίνωση

2.1.1

Η πρόκληση της εξεύρεσης ισορροπίας μεταξύ αειφορίας και ανταγωνιστικότητας. Στο κεφάλαιο 1 της ανακοίνωσης της Επιτροπής αναγνωρίζεται εν πρώτοις ο βασικός ρόλος του τουρισμού στην ευρωπαϊκή οικονομία και η στρατηγική του σημασία, βάσει όχι μόνο ποσοτικών στατιστικών δεδομένων, αλλά και της ικανότητας του τομέα να δημιουργεί θέσεις απασχόλησης και να συμβάλει, έτσι, στους στόχους της ανανεωμένης στρατηγικής της Λισσαβώνας. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο προβλεπόμενος ρυθμός ανάπτυξης άνω του 3 % αποτελεί σαφώς υγιή συμβολή στην απασχόληση, αλλά, σε ορισμένες περιπτώσεις και μακροπρόθεσμα, μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να υπερβληθούν τα όρια που επιβάλλουν οι απαιτήσεις της αειφορίας.

2.1.2

Ανταγωνιστικότητα και αειφορία: δυο συμβατές απαιτήσεις. Η ανακοίνωση της Επιτροπής τονίζει σαφώς ότι η ανταγωνιστικότητα εξαρτάται από την αειφορία και την ποιότητα της τουριστικής εμπειρίας και αναφέρεται ρητά στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στον κλάδο του τουρισμού. Η εταιρική κοινωνική ευθύνη μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά, χάρη στην υιοθέτηση μέτρων για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και στην καταπολέμησή της, παράλληλα με την προώθηση της καινοτομίας και των τουριστικών προϊόντων, σε ένα κόσμο που αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο.

2.2

Κύρια σημεία της Ατζέντας. Με την ανακοίνωσή της, η Επιτροπή προτείνει μια νέα ισορροπία μεταξύ της ευημερίας των τουριστών, του περιβάλλοντος και της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και των προορισμών. Πρόκειται για μια ισορροπία που για την επίτευξή της πρέπει να συμβάλουν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.

2.2.1

Στόχοι και προκλήσεις. Ως κατευθυντήριες γραμμές για τη δράση όλων των ενδιαφερομένων μερών, η ανακοίνωση ορίζει τους τρεις βασικούς πυλώνες της Ατζέντας: οικονομική ευημερία, κοινωνική δικαιοσύνη και προστασία του περιβάλλοντος και του πολιτισμού.

Η ανακοίνωση αναφέρει ορισμένες σημαντικές προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι:

αειφόρος διαχείριση των φυσικών και των πολιτιστικών πόρων

ελαχιστοποίηση της χρήσης των πόρων και της ρύπανσης

διαχείριση της αλλαγής υπέρ της ευημερίας των πληθυσμών

μείωση της εποχικότητας της ζήτησης

αντιμετώπιση του περιβαλλοντικού αντίκτυπου

διάθεση των εμπειριών τουρισμού σε όλους

βελτίωση της ποιότητας των τουριστικών επαγγελμάτων

εγγύηση της ασφάλειας των τουριστών και των τοπικών κοινοτήτων στις οποίες προσφέρονται οι τουριστικές υπηρεσίες.

Αυτός ο κατάλογος προκλήσεων είναι ανοικτός και τα διάφορα ενδιαφερόμενα μέρη θα μπορούν να τον ενημερώνουν συνεχώς και να αλλάζουν τις προτεραιότητες και τον τρόπο διαχείρισής τους.

2.2.2

Ένα πλαίσιο δράσης. Στην ανακοίνωσή της, η Επιτροπή τονίζει ότι, για την επίτευξη των στόχων και των προκλήσεων, απαιτείται συνεπής δράση που προϋποθέτει συνεργασία και υπεύθυνη διαχείριση των προορισμών, των επιχειρήσεων και των τουριστών. Στη συνέχεια αναπτύσσει τις προϋποθέσεις.

2.2.3

Αρχές. Η ανακοίνωση καθορίζει τις εννέα αρχές που απαιτούνται για την επίτευξη ενός ανταγωνιστικού και αειφόρου τουρισμού. Τρεις από τις αρχές αυτές πρέπει να τονιστούν:

Τήρηση των ορίων χωρητικότητας του προορισμού, των εγκαταστάσεων και του όγκου των τουριστικών ροών.

Κατάλληλος βηματισμός και ρυθμός ανάπτυξης για τους διαθέσιμους φυσικούς, πολιτισμικούς και κοινωνικούς πόρους.

Μακροπρόθεσμος σχεδιασμός για την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ αειφορίας και ανταγωνιστικότητας.

2.3

Πρόοδος από κοινού. Στο κεφάλαιο αυτό, η Επιτροπή τονίζει την ανάγκη να συνεργάζονται όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη του τομέα σε εθελούσια και συνεχή βάση. Το πρότυπο που προτείνεται βασίζεται στην τήρηση της αρχής της επικουρικότητας, με δράση που αναλαμβάνεται κατ' αρχήν από τους ίδιους τους προορισμούς, αλλά με υποστήριξη του εθνικού και του ευρωπαϊκού επιπέδου. Για το λόγο αυτό, η ανακοίνωση τονίζει τον ρόλο τόσο των διαφόρων ενδιαφερομένων μερών όσο και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης.

2.3.1

Ο ρόλος των ενδιαφερομένων μερών. Τα συμπεράσματα της Ομάδας για την Αειφορία του Τουρισμού αναθέτουν ευρείες αρμοδιότητες και ειδικούς ρόλους στους τρεις τομείς δράσης: προορισμούς, επιχειρήσεις και τουρίστες. Γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην ανάγκη να μεταδοθεί στις μικροεπιχειρήσεις το βασικό μήνυμα της ανάγκης επίτευξης ισορροπίας μεταξύ αειφορίας και ανταγωνιστικότητας.

2.3.2

Ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει την υποχρέωσή της να ενεργήσει σύμφωνα με τις διατάξεις της Συνθήκης και αναλαμβάνει τη δέσμευση να εγκαινιάσει και να προωθήσει διάφορες πρωτοβουλίες σε κοινοτικό επίπεδο στο πλαίσιο της Ατζέντας και εκτός αυτής. Μεταξύ των εν λόγω πρωτοβουλιών πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή σε τέσσερις τομείς δράσεις:

Κινητοποίηση παραγόντων και διάδοση γνώσεων, με στόχο την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ αειφορίας και ανταγωνιστικότητας. Τα Ευρωπαϊκά Φόρουμ Τουρισμού αποτελούν καλό παράδειγμα ανταλλαγής ιδεών και εμπειριών.

Προαγωγή και υποστήριξη των ευρωπαϊκών εξεχόντων προορισμών ως παραδειγμάτων ορθής πρακτικής και προβολή τους ως δικτύων προορισμών που δεσμεύονται υπέρ της αειφορίας και της ανταγωνιστικότητας.

Κινητοποίηση των ποικίλων οικονομικών μέσων της ΕΕ. Η Επιτροπή αναλαμβάνει να διαδώσει πληροφορίες σχετικά με τη βελτίωση της χρήσης τους στον τομέα του τουρισμού.

Ένταξη της αειφορίας και της ανταγωνιστικότητας στις κοινοτικές πολιτικές και εφαρμογή τους σε ένα ευρύ φάσμα περιφερειών με διαφορετικές μέριμνες και ανάγκες: παράκτιες περιοχές, ορεινές περιοχές, αγροτικές περιοχές, και αστικές ζώνες.

2.4   Συμπεράσματα της ανακοίνωσης

Η ανακοίνωση τελειώνει με έκκληση για πλήρη συνεργασία όλων των φορέων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα για την υιοθέτηση και την πρακτική εφαρμογή της Ατζέντας. Επαναλαμβάνεται η σύσταση να αναπτυχθεί συνεργασία σε όλα τα επίπεδα ως προϋπόθεση για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, η οποία θα διασφαλίσει μακροπρόθεσμα έναν ελκυστικό και βιώσιμο ευρωπαϊκό τουριστικό τομέα. Η Επιτροπή ορίζει το 2011 ως χρονικό ορίζονται για την αξιολόγηση του σχεδίου δράσης της. Ο στόχος της ανακοίνωσής της καθίσταται, έτσι, αρκετά σαφής.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η στρατηγική σημασία του τουρισμού για την ευρωπαϊκή οικονομία έχει αναγνωριστεί από όλα τα ευρωπαϊκά όργανα, τόσο σε επίσημες όσο και ανεπίσημες δηλώσεις, με αποτέλεσμα να ενισχυθεί ο ρόλος του, να μεταφερθεί το μήνυμα σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και να δοθεί ισχυρή ώθηση στον τομέα. Η σημασία του τουρισμού υπερβαίνει τους απλούς συλλογισμούς οικονομικής φύσης, γιατί είναι βασικός και από κοινωνική άποψη για την οικοδόμηση της Ευρώπης των πολιτών. Μολονότι αναγνωρίζεται η ώθηση της ανακοίνωσης, απομένουν να γίνουν πολλά ακόμη για να διασφαλιστεί ότι ο τουρισμός θα διαδραματίσει τον κεντρικό του ρόλο στην ευρωπαϊκή πολιτική τόσο σήμερα όσο και στο μέλλον.

3.2

Είναι θεμελιώδες να τονιστεί ότι η νέα στρατηγική της Λισσαβώνας αναγνωρίζει τη σημασία του τουρισμού για την Ευρώπη και παρέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση περισσότερες επιλογές για τη ανάπτυξη του τομέα. Η εν λόγω Συνθήκη αναθέτει στην ΕΕ την αρμοδιότητα και το καθήκον να υποστηρίξει, να συντονίσει ή να συμπληρώσει τη δράση των κρατών μελών και τους στόχους της προαγωγής ενός περιβάλλοντος ευνοϊκού για την ανάπτυξη των επιχειρήσεων του τομέα και την προώθηση της ανταλλαγής ορθών πρακτικών.

3.3

Το θέμα του τουρισμού έχουν πραγματευθεί τα διάφορα κοινοτικά όργανα:

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει υιοθετήσει σειρά ψηφισμάτων σχετικά με τον τουρισμό και την επίδρασή του στην απασχόληση και την οικονομία, όπως, για παράδειγμα, το ψήφισμα σχετικά με τον «Τουρισμό και την ανάπτυξη» και το ψήφισμα σχετικά με τις «Νέες προοπτικές και προκλήσεις για την αειφορία του ευρωπαϊκού τουρισμού».

Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης πραγματεύθηκε τον τουρισμό επανειλημμένα με συμπεράσματα και σχέδια δράσης, τονίζοντας βασικά την ανάγκη αειφορίας, ανταγωνιστικότητας και δημιουργίας θέσεων απασχόλησης στον τουρισμό. Πρέπει να αναφερθούν ιδιαίτερα τα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 7ης Ιουλίου 2006 σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής για τη νέα πολιτική της ΕΕ στον τομέα του τουρισμού. Το Συμβούλιο επικροτεί την εν λόγω πολιτική και ζητά από την Επιτροπή να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στο συντονισμό των διαφόρων πολιτικών.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δημοσιεύσει πολλές ανακοινώσεις και, ιδιαίτερα, την ανακοίνωση του Μαρτίου 2006, η οποία σκιαγραφεί τη νέα ευρωπαϊκή πολιτική τουρισμού· έχει δημιουργήσει, καθιερώσει και διατηρήσει τα Ευρωπαϊκά Φόρουμ Τουρισμού· έχει διοργανώσει συνέδρια σχετικά με διάφορα θέματα όπως, για παράδειγμα, ο κοινωνικός τουρισμός και η Ατζέντα 21 για τον ευρωπαϊκό τουρισμό, και πολλές άλλες δραστηριότητες όπως, για παράδειγμα, το πρότυπο έργο «Εξέχοντες ευρωπαϊκοί προορισμοί», το οποίο αναγνωρίζει και προωθεί ορθές πρακτικές στα κράτη μέλη και στις υποψήφιες χώρες.

Η Επιτροπή των Περιφερειών έχει υιοθετήσει γνωμοδοτήσεις, για παράδειγμα, για τις ανακοινώσεις της Επιτροπής «Προσέγγιση συνεργασίας για το μέλλον του ευρωπαϊκού τουρισμού» και «Βασικές κατευθύνσεις για την αειφορία του ευρωπαϊκού τουρισμού».

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή πάντοτε ενδιαφερόταν και συνεχίζει να ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τα θέματα που συνδέονται με τον τουρισμό, καθώς συνάγεται από τις 11 γνωμοδοτήσεις που έχει εκδώσει για τον τουρισμό από το 1999, την ενεργό συμμετοχή της στα διάφορα Ευρωπαϊκά Φόρουμ Τουρισμού, που διοργανώνει η Επιτροπή, και τη συμμετοχή της σε διάφορες εκδηλώσεις σχετικά με διάφορες πτυχές του τουρισμού και στην προβολή των εν λόγω εκδηλώσεων. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η συνεργασία της ΕΟΚΕ με διάφορους άλλους φορείς σε όλες τις πρωτοβουλίες που έχουν δρομολογηθεί σχετικά με τον τουρισμό.

3.4

Σκοπός της παρούσας γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ είναι η αξιολόγηση της συμβολής της ανακοίνωσης στην πολιτική και στον τρόπο διαχείρισής της, καθώς και η διατύπωση προτάσεων, οι οποίες, εάν δεν εμπλουτίζουν το ίδιο το κείμενο, θα εμπλουτίσουν τουλάχιστον τις σχετικές συζητήσεις.

3.5

Όπως και με τη γνωμοδότηση INT/317 σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής για την «Ανανεωμένη πολιτική της ΕΕ για τον τουρισμό», η ΕΟΚΕ επιθυμεί να επαναλάβει ότι:

ο τουρισμός είναι δικαίωμα κάθε πολίτη, όπως αναφέρεται στον Παγκόσμιο Κώδικα Δεοντολογίας για τον Τουρισμό, γεγονός το οποίο συνεπάγεται υποχρεώσεις ορθής πρακτικής·

είναι δικαίωμα το οποίο, επιπλέον, παράγει άμεσα και έμμεσα πλούτο και κέρδος, ιδιαίτερα μεταξύ των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων, διαμορφώνοντας μια στρατηγική βιομηχανία που έχει αποδειχθεί σταθερή για την Ευρώπη·

η ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται από τους φορείς του τομέα και το αίσθημα ευθύνης των χρηστών έναντι των τοπικών κοινωνιών αποτελούν αξίες που θα πρέπει να διαφυλαχθούν ως βάση για τη συνέχειά του·

ο τουρισμός επηρεάζει ή πρέπει να επηρεάζει θετικά το τοπικό και το περιφερειακό επίπεδο από οικονομική, πολιτιστική και περιβαλλοντική άποψη, όπως και το αστικό περιβάλλον, και, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί μέσο γνωριμίας άλλων πολιτισμών και διαφορετικών τρόπων ζωής και συμπεριφοράς, καθώς και μέσο διαπεριφερειακής συνεργασίας·

ο τουρισμός είναι ένας τομέας δυναμικός, ο οποίος δημιουργεί πολλές θέσεις απασχόλησης τώρα και στο μέλλον και διαθέτει ικανότητα δημιουργίας θέσεων απασχόλησης που χαρακτηρίζονται από ποιότητα, σταθερότητα και κοινωνικά δικαιώματα·

ο τουρισμός δεν είναι απαλλαγμένος από προβλήματα, όπως ο μαζικός και εποχικός χαρακτήρας, που οδηγούν σε μείωση της ανταγωνιστικότητας·

πιστεύουμε ότι χρειάζεται μια «Ατζέντα για έναν αειφόρο και ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό τουρισμό» με σαφή προοπτική και φιλόδοξους στόχους·

το ευρωπαϊκό τουριστικό πρότυπο είναι μια εσωτερική ανάγκη και μπορεί να αποτελέσει παγκόσμιο σημείο αναφοράς, εάν βασιστεί, όχι στην αύξηση των κανονιστικών ρυθμίσεων, αλλά σε αξίες ποιότητας, αειφορίας, πρόσβασης κλπ., τις οποίες θα ενστερνιστούν οι τουριστικοί προορισμοί και όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς·

το ευρωπαϊκό τουριστικό πρότυπο βασίζεται στο ευρύ φάσμα προορισμών, αντιλήψεων σχετικά με τον τουρισμό και μορφών έκφρασης, από το οποίο και εμπλουτίζεται·

το εν λόγω ευρωπαϊκό τουριστικό πρότυπο, που προασπίζουμε, είναι ένα πρόσφορο μέσον για την ειρήνη και την κατανόηση των λαών.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1

Η ανακοίνωση της Επιτροπής εξηγεί σαφώς την ανάγκη για ισορροπία μεταξύ αειφορίας και ανταγωνιστικότητας και τους τρόπους επίτευξής της στην πράξη. Η συμπερίληψη όλων αυτών των σημείων σε μια σχετικά σύντομη ανακοίνωση απαίτησε, χωρίς αμφιβολία, σημαντική προσπάθεια για τη σύνοψη και ανάλυση πολλών εγγράφων, απόψεων και συζητήσεων. Πρέπει να τονιστεί ότι ο απώτερος στόχος, δηλαδή η σαφής πληροφόρηση της κοινωνίας σχετικά με τις βασικές απόψεις της Επιτροπής για το μέλλον του τομέα και τα μέτρα που πρέπει να εφαρμοστούν σ' αυτόν τον πολύπλοκο κλάδο, επιτεύχθηκε.

4.2

Τα επιχειρήματα που αναπτύσσονται στην ανακοίνωση προς υποστήριξη της Ατζέντας κρίνονται ενδεδειγμένα, επειδή εκτιμούν τόσο τον οικονομικό αντίκτυπο του τουρισμού και την ικανότητά του να δημιουργήσει θέσεις απασχόλησης για τους νέους όσο και την απαραίτητη ισορροπία μεταξύ της αειφορίας και ανταγωνιστικότητας που, μακροπρόθεσμα, είναι αμοιβαία επωφελείς. Η αξιολόγηση του αντίκτυπου θεμάτων όπως το ίχνος άνθρακα διαφόρων δραστηριοτήτων και περιφερειών ή οι περιορισμοί της χωρητικότητας και του όγκου υποδοχής είναι βασικές πτυχές για την επίτευξη και τη διατήρηση της ισορροπίας μεταξύ των εν λόγω μεταβλητών. Η γενική αποδοχή ότι υπάρχουν όρια όσον αφορά την κλίμακα και τον ρυθμό ανάπτυξης του τουρισμού έχει θεμελιώδη σημασία για την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ αειφορίας και ανταγωνιστικότητας.

4.3

Ίσως να ήταν σκοπιμότερο να είχε αναλύσει η ανακοίνωση λεπτομερέστερα τη νέα Συνθήκη της Λισσαβώνας, σε μια προσπάθεια να διαπιστωθεί κατά πόσο διαρθρώνεται με την Ατζέντα και ποια είναι η σημασία της για την εφαρμογή της νέας πολιτικής για τον τουρισμό. Δεν πρέπει να λησμονηθεί ότι τα κράτη μέλη και οι περιφέρειες έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι επιθυμούν να διατηρήσουν τις αρμοδιότητές τους όσον αφορά τον τουρισμό, επιτρέποντας ωστόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση να διαδραματίζει καταλυτικό και συντονιστικό ρόλο σε ορισμένους τομείς κοινού ενδιαφέροντος για τη βελτίωση του τουριστικού τομέα της Ευρώπης. Ένα παράδειγμα είναι η δημιουργία και η διαχείριση μιας δικτυακής πύλης για την προώθηση της Ευρώπης ως προορισμού, που αποτελεί ήδη πολύτιμο εργαλείο για την προβολή όλων των χωρών της ΕΕ ως ποικιλόμορφου και ειδικού τουριστικού προορισμού.

4.4

Οι προκλήσεις και οι στόχοι που αναφέρονται στην ανακοίνωση συγκαταλέγονται χωρίς αμφιβολία μεταξύ των πλέον σημαντικών που θα αντιμετωπίσει ο τουρισμός κατά τις προσεχείς δεκαετίες. Ασφαλώς, οι βασικές προκλήσεις της αειφορίας και της βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας είναι αρκετά ευρείες ώστε να αποτελέσουν βάση για την αντιμετώπιση άλλων σημαντικών προκλήσεων, όπως η προαγωγή της ποιότητας, η μείωση της εποχικότητας ή η βελτίωση των δεξιοτήτων των εργαζομένων του τομέα, που αναφέρονται επίσης στην Ατζέντα.

4.5

Η ανακοίνωση απευθύνει επανειλημμένα έκκληση για συνεργασία επειδή, σύμφωνα με τη νέα πολιτική για τον τουρισμό, η ενίσχυση της συνεργασίας είναι ακρογωνιαίος λίθος και βασικό χαρακτηριστικό του τομέα. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονιστεί ο ρόλος των συνδικαλιστικών ενώσεων και των οργανώσεων των εργοδοτών, οι οποίες πρέπει να συμμετάσχουν στις διαδικασίες συνεργασίας, σε όλες τις συζητήσεις και τα φόρουμ και στην εφαρμογή των γενικών μέτρων για τη βελτίωση του τομέα του τουρισμού. Θα ήταν επίσης σκόπιμο να προωθηθούν μόνιμα δίκτυα τουριστικών προορισμών και πόλεων, με κοινό στόχο τη βελτίωση της αειφορίας και της ανταγωνιστικότητας. Η ΕΟΚΕ επικροτεί την ιδέα της προώθησης του πρότυπου σχεδίου «Εξέχοντες ευρωπαϊκοί προορισμοί» και ζητά να προβλέπει το εν λόγω σχέδιο κατάλληλη διαχείριση των κοινωνικών και των εργασιακών σχέσεων και συμμετοχή των συνδικαλιστικών ενώσεων και των ενώσεων των εργοδοτών στους επιλεγμένους προορισμούς, ως μέσο για να καταστούν οι τουριστικοί προορισμοί πιο αειφόροι και πιο ανταγωνιστικοί.

Πρέπει να τονιστεί ο ρόλος που μπορούν να διαδραματίσουν οι οργανώσεις των καταναλωτών στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους.

4.6

Η Επιτροπή δεσμεύεται να εφαρμόσει αυτή τη νέα πολιτική με βάση τη συνεργασία, τη δρομολόγηση ειδικών νέων μέτρων στήριξης και τον συντονισμό των φορέων. Η Ατζέντα επιθυμεί σαφώς να αναλάβουν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη μεγαλύτερες ευθύνες. Κατά την ΕΟΚΕ, η ΓΔ «Επιχειρήσεις» μπορεί να διαδραματίσει βασικό ρόλο συντονισμού όλων των ευρωπαϊκών πολιτικών που έχουν άμεσα ή έμμεσα αντίκτυπο στον τουρισμό και διάφορα είδη προορισμών που έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά.

4.7

Η ΕΟΚΕ φρονεί, εξάλλου, ότι η Επιτροπή πρέπει να δραστηριοποιηθεί περισσότερο για τη δρομολόγηση πρωτοβουλιών ευρωπαϊκής κλίμακας όπως, για παράδειγμα, ο διασυνοριακός κοινωνικός τουρισμός στην Ευρώπη. Ειδικότερα, η ΕΟΚΕ έχει επανειλημμένα προτείνει —και με την παρούσα ευκαιρία προτείνει άλλη μια φορά— να ενισχυθεί και να προαχθεί το Ευρωπαϊκό Φόρουμ Τουρισμού και να συνεχιστεί ο προβληματισμός και η μελέτη της σκοπιμότητας σύστασης μιας Ευρωπαϊκής Συμβουλευτικής Επιτροπής Τουρισμού και ενός Ευρωπαϊκού Οργανισμού Τουρισμού, με έργο την παροχή πληροφοριών και την παρακολούθηση των πολιτικών και των δράσεων στον τομέα του τουρισμού στην Ευρώπη. Προτείνει, επίσης, στην Επιτροπή να προαγάγει την έρευνα σχετικά με τη δημιουργία πλατφορμών στον τομέα του τουρισμού με στόχο τη βελτίωση των μεθόδων διάθεσης των τουριστικών υπηρεσιών, ειδικότερα αναφορικά με τις δυνατότητες προώθησης του τουρισμού στο εσωτερικό της Ευρώπης και στις περιοχές που είναι δυνητικές πηγές τουριστικών ρευμάτων (Κίνα, Ινδία, Ρωσία κλπ.).

4.8

Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι η ανακοίνωση δεν δίδει ιδιαίτερη προσοχή στον ρόλο των τεχνολογιών της πληροφόρησης και της επικοινωνίας (ΤΠΕ) στο νέο σενάριο για τον τουρισμό, από την άποψη τόσο των καταναλωτών όσο και των επιχειρήσεων και των άλλων παραγόντων του τομέα. Η έρευνα και ανάπτυξη στον κλάδο του τουρισμού για τη βελτίωση της χρήσης των εν λόγω τεχνολογιών πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα τα προσεχή έτη. Η προσπάθεια αυτή θα καταλήξει, χωρίς αμφιβολία, στη βελτίωση της διαχείριση των προορισμών, των επιχειρήσεων και των ροών τουριστών και θα οδηγήσει βαθμιαία στην επιδιωκόμενη ισορροπία.

4.9

Η δεδηλωμένη βούληση για την υιοθέτηση συγκεκριμένων μέτρων και, ειδικότερα, για τη βελτίωση της χρήσης των διαθέσιμων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών μέσων είναι σημαντική. Δυστυχώς, όμως, δεν προτείνεται πρόγραμμα για την αντιμετώπιση των κυριότερων προκλήσεων του ευρωπαϊκού τουρισμού, που ορθότατα εντοπίζονται στην ανακοίνωση. Πρέπει να διασφαλιστεί ότι όλοι οι πόροι που διατίθενται άμεσα ή έμμεσα στον τουρισμό χρησιμοποιούνται αποδοτικά και αποτελεσματικά για την επίτευξη των στόχων.

4.10

Η υπό εξέταση ανακοίνωση πρέπει να θεωρηθεί σε συνδυασμό με τη σημαντική συμβολή της έκθεσης της Ομάδας για την Αειφορία του Τουρισμού — εγγράφου που συνεισέφερε αξιόλογες ιδέες στην Ατζέντα, ιδίως όσον αφορά τον προσδιορισμό των ρόλων όλων των ενδιαφερόμενων μερών του τουρισμού. Οι προσπάθειες που καταβλήθηκαν από διάσημους εμπειρογνώμονες επί ένα διάστημα πολλών μηνών υπήρξαν ιδιαίτερα καρποφόρες και προσφέρουν συμπληρωματικές και πρακτικές προσεγγίσεις σε πολλά θέματα που αφορούν την αειφορία και την ανταγωνιστικότητα.

4.11

Η ανακοίνωση δεν διευκρινίζει σαφώς ποιον ρόλο προβλέπει για τα στατιστικά δεδομένα σχετικά με τον τομέα του τουρισμού. Υπάρχει ανάγκη για σαφή συνεργασία στο θέμα των στατιστικών δεδομένων για τον τουρισμό για την παρακολούθηση της υλοποίησης της Ατζέντας και, ειδικότερα, πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στις μεταβλητές της αειφορίας, της ανταγωνιστικότητας και της απασχόλησης.

4.12

Η ανακοίνωση επισημαίνει ρητά την ανάγκη ένταξης των πολιτικών αειφορίας και ανταγωνισμού σε όλες τις πολιτικές της Επιτροπής και στο σύνολο των ευρωπαϊκών πολιτικών, προκειμένου να διασφαλιστεί η επίτευξη των στόχων της Ατζέντας.

4.13

Όπως έχει ήδη τονιστεί στη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ για την ενεργειακή απόδοση («Δήλωση του Κατοβίτσε»), στη γνωμοδότηση με θέμα «Τουρισμός και πολιτισμός: δυο κινητήριες δυνάμεις της οικονομικής μεγέθυνσης», στη γνωμοδότηση για την «Ανανεωμένη πολιτική της ΕΕ για τον τουρισμό» και σε άλλα έγγραφα της ΕΟΚΕ, πρέπει να διοργανωθούν εκστρατείες επικοινωνίας για την πληροφόρηση και την κινητοποίηση όλων των ευρωπαίων πολιτών και, ειδικότερα, των νέων.

4.14

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι είναι σημαντικό η κατάρτιση, τόσο η επίσημη όσο και η «κατάρτιση κατά την εργασία», να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των επιχειρήσεων και να συμβάλει ώστε τα άτομα να καθίστανται πιο απασχολήσιμα. Η πιστοποίηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο και η αναγνώριση των γνώσεων και των δεξιοτήτων πρέπει να καταστούν εργαλεία τα οποία συμβάλουν στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και στη βελτίωση των συνθηκών εργασίας στον τομέα του τουρισμού.

4.15

Προκειμένου να προωθηθεί η ανταγωνιστικότητα και η αειφορία του τουρισμού, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των προορισμών. Η ΕΟΚΕ συνιστά, κατά τον σχεδιασμό των πολιτικών σχετικά με τον τομέα του τουρισμού, να δίδεται προσοχή στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των κρατών μελών που εξαρτώνται έντονα από τον τουρισμό και να συνεκτιμώνται κατάλληλα οι ανάγκες των διαφόρων περιοχών. Συγχρόνως, επισημαίνεται ότι ο τουρισμός σε μακρινούς προορισμούς ενδέχεται να έχει ιδιαίτερα ισχυρό αντίκτυπο στην κλιματική αλλαγή λόγω των επιπτώσεων των εκπομπών από τα ταξίδια μεγάλων αποστάσεων. Στο μέλλον ίσως να πρέπει να δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στα πλεονεκτήματα που έχει η αναζήτηση προορισμού πλησίον του τόπου διαβίωσης του καθενός, όπου μεταβαίνει κανείς με λιγότερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.

Βρυξέλλες, 10 Ιουλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

στη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Το ακόλουθο κείμενο του σημείο 4.15 της γνωμοδότησης του τμήματος συγκέντρωσε πάνω από το 25 % των εκπεφρασμένων ψήφων, αλλά τροποποιήθηκε με την τροπολογία που κατατέθηκε στην Ολομέλεια:

«4.15

Προκειμένου να προωθηθεί η ανταγωνιστικότητα και η αειφορία του τουρισμού, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των προορισμών. Η ΕΟΚΕ συνιστά, κατά το σχεδιασμό των πολιτικών σχετικά με τον τομέα του τουρισμού, να δίδεται προσοχή στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των κρατών μελών που εξαρτώνται έντονα από τον τουρισμό και να συνεκτιμώνται κατάλληλα οι ανάγκες των διαφόρων περιοχών.»

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας

Υπέρ της προσθήκης κειμένου στο τέλος του σημείου: 48, Κατά: 43, Αποχές: 16.


3.2.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 27/18


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Λευκή Βίβλος για την ολοκλήρωση των αγορών ενυπόθηκης πίστης στην ΕΕ»

COM(2007) 807 τελικό

(2009/C 27/04)

Στις 18 Δεκεμβρίου 2007, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή την κατάρτιση γνωμοδότησης με θέμα:

«Λευκή Βίβλος για την ολοκλήρωση των αγορών ενυπόθηκης πίστης στην ΕΕ»

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 11 Ιουνίου 2008 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. GRASSO.

Κατά την 446η σύνοδο ολομέλειάς της, της 9ης και 10ης Ιουλίου 2008 (συνεδρίαση της 9ης Ιουλίου 2008) η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 123 ψήφους υπέρ, 1 ψήφο κατά και 5 αποχές.

1.   Εκτιμήσεις και συστάσεις

1.1

Για μια ακόμη φορά η Επιτροπή ζητεί από την ΕΟΚΕ να καταρτίσει γνωμοδότηση για το θέμα της ολοκλήρωσης των αγορών ενυπόθηκης πίστης για την αγορά κατοικιών και μη. Πρόκειται για τη Λευκή Βίβλο για την ολοκλήρωση των αγορών ενυπόθηκης πίστης στην ΕΕ.

1.2

Συνήθως η Λευκή Βίβλος αποτελεί καρπό μιας πολιτικής αξιολόγησης σχεδόν οριστικής και διαρθρωμένης για το «τι πρέπει να γίνει». Αυτή τη φορά τα πράγματα δεν είναι έτσι. Πράγματι, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει πολλά θέματα που παραμένουν ασαφή όπως: τα αμοιβαία κεφάλαια, οι φορείς χορήγησης χρηματοδότησης, η εξάρτηση προϊόντων, κλπ. Συνολικά εξετάζονται 14 θέματα.

1.3

Συνεπώς η Λευκή Βίβλος δεν αποτελεί μια ολοκληρωμένη θέση, αντιθέτως παραμένει ανοικτή λόγω της αποδεδειγμένης πολυπλοκότητας του θέματος. Σε τι χρησιμεύει λοιπόν η αίτηση κι άλλης γνωμοδότησης δεδομένου ότι η Λευκή Βίβλος τίποτα δεν προσθέτει στην Πράσινη που έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ;

1.4

Είναι ένα πρόβλημα που, εδώ και πολλά χρόνια, εξακολουθεί να τίθεται σε διάφορες συζητήσεις, χωρίς να μπορεί ποτέ η Επιτροπή να βρει μια λύση ή να λάβει μια πραγματική απόφαση που να περιλαμβάνει την άρση των πολιτιστικών, νομικών, διοικητικών, κλπ. εμποδίων που κατά την άποψη της ΕΟΚΕ αποτελούν τα πραγματικά και αληθινά εμπόδια για την επίτευξη των στόχων της Επιτροπής.

1.5

Η γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ για την Πράσινη Βίβλο (1) που εγκρίθηκε από την ολομέλεια με μία μόνον αποχή τον Δεκέμβριο του 2005 εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα.

1.6

Η Λευκή Βίβλος, ακόμη και σήμερα, απεικονίζει μια κατάσταση υψηλού κατακερματισμού του τομέα, λόγω των πολιτιστικών, νομικών, νομοθετικών και δεοντολογικών και οικονομικών διαφορών που χαρακτηρίζουν την αγορά ενός ακινήτου, ιδιαίτερα δε μιας κατοικίας, στα διάφορα κράτη της Ένωσης.

1.7

Ωστόσο, η ΕΟΚΕ, αν και αμήχανη για τις συγκεκριμένες δυνατότητες εναρμόνισης και ολοκλήρωσης της αγοράς της ενυπόθηκης πίστης σε μια ΕΕ όπου υπάρχουν ιδιαιτερότητες και εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά (γνωμοδότηση Burani 15.12.2005 (2)), θεωρεί, για λόγους αρχής, χρήσιμη την προσπάθεια της Επιτροπής να θεσπίσει «κανόνες» έστω και αν είναι απλώς είτε συστάσεις συμπεριφοράς (βλ. βέλτιστες πρακτικές) είτε υποχρεωτικοί.

1.8

Η πρωτοβουλία της Επιτροπής, θα μπορούσε ωστόσο να θεωρηθεί υπερβολική όταν τίθενται σε συζήτηση οι ευκαιρίες, εξίσου θετικές, που ήδη υπάρχουν σήμερα στους αυτοματισμούς ρύθμισης της αγοράς των ενυπόθηκων δανείων.

1.9

Η ΕΟΚΕ προτείνει, εν τω μεταξύ, να εξετάσει περαιτέρω η Επιτροπή τα θέματα (π.χ. μητρώα δανεισμού, διαδικασίες αναγκαστικής πώλησης, διάδοση του χρηματοπιστωτικού πνεύματος, κλπ.) που δεν παρουσιάζουν υπερβολικές δυσκολίες, αρκεί να αξίζει τον κόπο.

1.10

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι στην θέση της Επιτροπής η παρέμβαση εστιάζεται υπερβολικά στα πιθανά βραχυπρόθεσμα οφέλη που απορρέουν από την ενδεχόμενη εισαγωγή νέων κανόνων οι οποίοι βασίζονται σε μη ολοκληρωμένα σχήματα ερμηνείας της αγοράς ενυπόθηκης πίστης. Σύμφωνα με μια προσέγγιση που βασίζεται στα βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα, στόχος είναι η μείωση του κόστους των ενυπόθηκων χρηματοδοτήσεων χωρίς να υπάρχει ενδιαφέρον για την πραγματική ωφέλεια που θα μπορούσαν να έχουν οι ευρωπαίοι πολίτες από την υφιστάμενη προσφορά των σχετικών προϊόντων χρηματοδότησης και καινοτομίας.

1.11

Η ΕΟΚΕ θεωρεί (όπως και στη γνωμοδότηση Burani) ότι το σχήμα που προτείνει η Επιτροπή δεν ευθυγραμμίζεται επαρκώς με τις συνεχείς εξελίξεις της αγοράς εφόσον εστιάζεται στις συνέπειες που, μακροπρόθεσμα, ζημιώνουν τους ασθενέστερους: τους καταναλωτές, δηλαδή, που χρήζουν μεγαλύτερης προστασίας.

1.12

Η ΕΟΚΕ εκτιμά το γεγονός ότι οι υφιστάμενοι κανόνες για την ενυπόθηκη πίστη συνδέονται με την ανάγκη προστασίας του καταναλωτή. Πρόκειται για αξιέπαινες προσπάθειες που πρέπει να προωθούνται εφόσον αποσκοπούν στη διάδοση ενός χρηματοπιστωτικού πνεύματος σχετικά με τα ενυπόθηκα δάνεια. Αξίζει ωστόσο επιβράβευση η βούληση της Επιτροπής να προβεί στην ενίσχυση των κανόνων διαφάνειας προκειμένου να προστατευτεί καλύτερα ο καταναλωτής.

1.13

Παράλληλα είναι δύσκολο και παράτολμο να επιβληθούν, με κάθε κόστος, γενικοί κανονισμοί με στόχο την εκτίμηση του κινδύνου που αντιπροσωπεύει ο κάθε δανειολήπτης.

1.14

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, πρέπει, αφενός να προστατεύεται ο καταναλωτής κατά τη φάση διαπραγμάτευσης του ενυπόθηκου δανείου και, αφετέρου, ο δανειολήπτης να έχει πλήρη συνείδηση των ευθυνών του έναντι της αρχής που του παραχώρησε το δάνειο.

2.   Κύρια σημεία του εγγράφου της Επιτροπής

2.1

Στις 18 Δεκεμβρίου 2007 εκπονήθηκε το έγγραφο εργασίας «εκτίμηση αντικτύπου» {SEC(2007) 1683} το οποίο συνοδεύει τη Λευκή Βίβλο για την ολοκλήρωση των αγορών ενυπόθηκης πίστης. Στο έγγραφο επισυνάπτονται τρία παραρτήματα που αφορούν αντιστοίχως: i) τα χαρακτηριστικά της αγοράς ενυπόθηκης πίστης· ii) τις διαδικασίες ή τις διεργασίες· iii) τις εκτιμήσεις αντικτύπου σε ειδικές πτυχές.

2.2

Παρόλο που το έγγραφο {SEC(2007) 1684} παρουσιάζει μια εξαίρετη σύνθεση της τεκμηρίωσης, αξίζει τον κόπο για λόγους συντομίας να υπογραμμιστούν ορισμένα βασικά σημεία του εγγράφου για το οποίο ζητείται νέα γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ.

απεικονίζεται μια κατάσταση υψηλού κατακερματισμού του τομέα, λόγω των πολιτιστικών, νομικών, νομοθετικών και κυρίως δεοντολογικών και οικονομικών διαφορών που χαρακτηρίζουν την αγορά μιας κατοικίας, στα διάφορα κράτη της Ένωσης·

εξετάζονται όλες οι πτυχές του προβλήματος ακόμη και από οικονομικής και χρηματοδοτικής πλευράς λόγω της σημασίας της αγοράς ακινήτων στις χώρες της Ένωσης, καθώς και η συμβολή των υπηρεσιών υποθήκης στην αποδοτικότητα του τραπεζικού τομέα·

υπογραμμίζεται πώς, στη σημερινή κατάσταση του κατακερματισμού, θα ήταν δυνατή επίσης η «παρουσίαση» μια νέας κανονιστικής πράξης προκειμένου να ενισχυθεί η ολοκλήρωση της αγοράς.

2.3

Το έγγραφο της Επιτροπής, συνεπώς, επαναλαμβάνει τα σημεία ανάλυσης της προηγούμενης Πράσινης Βίβλου για την ενυπόθηκο πίστη. Δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά δεδομένου ότι στο νέο έγγραφο εξετάζεται η ολοκλήρωση των αγορών ενυπόθηκης πίστης και οι σχετικές εκτιμήσεις αντικτύπου που αναφέρθηκαν.

2.4

Ωστόσο, σχετικά με την Πράσινη Βίβλο η ΕΟΚΕ έχει ήδη εκδώσει σχετική γνωμοδότηση στις 15 Δεκεμβρίου 2005 (εισηγητής: Burani). Τα όσα περιέχονται στο έγγραφο αυτό αντανακλούν τη θέση της ΕΟΚΕ για το θέμα. Στο παρόν έγγραφο το ενδιαφέρον θα εστιαστεί σε δύο πρόσθετα σημεία της Επιτροπής:

στο να εκφράσει την άποψή της για τις παρεμβάσεις που προτίθεται να κάνει η ίδια η Επιτροπή στο φως των εκτιμήσεων αντικτύπου που προκύπτουν από τη Λευκή Βίβλο (3)·

στο αίτημα διατύπωσης προτάσεων όπως ζητά η Επιτροπή ενώ συμπεραίνει ότι «ένα ευρύ πρόγραμμα ελέγχου και αξιολόγησης μπορεί να αναπτυχθεί αφού θα έχουν υποβληθεί λεπτομερείς προτάσεις» (4).

3.   Παρατήσεις της ΕΟΚΕ για τη Λευκή Βίβλο

3.1

Η Λευκή Βίβλος θέτει πολλά προβλήματα που χρήζουν λύσεως για τα οποία η ΕΟΚΕ έχει κληθεί να εκφράσει τη γνώμη της. Πρόκειται για 11 θέματα:

1)

η επιλογή του απαραίτητου προϊόντος·

2)

η πρόωρη αποπληρωμή·

3)

ο συνδυασμός προϊόντων·

4)

τα πιστωτικά μητρώα·

5)

η εκτίμηση της αξίας του ακινήτου·

6)

οι διαδικασίες αναγκαστικής πώλησης·

7)

τα εθνικά μητρώα·

8)

το εφαρμοστέο δίκαιο·

9)

οι κανόνες που διέπουν τις διακυμάνσεις των επιτοκίων και των αποκαλούμενων τοκογλυφικών επιτοκίων·

10)

η χρηματοδότηση της ενυπόθηκης πίστης·

11)

τα μη τραπεζικά και μη κερδοσκοπικά ιδρύματα.

3.2   Παρατηρήσεις για τα επιμέρους σημεία της εκτίμησης αντικτύπου

3.2.1

Προσυμβατική πληροφόρηση . Για να μην υπάρχει έλλειψη πληροφόρησης κατά την προσυμβατική φάση, η ΕΟΚΕ θεωρεί σημαντική την κυκλοφορία και τη διάδοση των πληροφοριών και ειδικών γνώσεων σχετικά με τα ενυπόθηκα δάνεια. Τούτο όμως δεν πρέπει να προκαλέσει πρόσθετο κόστος για τον πολίτη.

3.2.1.1

Η αύξηση της πληροφόρησης και η διάδοση του χρηματοπιστωτικού πνεύματος αποτελούν προϋποθέσεις για την αποτελεσματική εκτίμηση της σχέσης κόστους-οφέλους που προκύπτει από μια κατάσταση κινδύνου. Πράγματι, το καλύτερο μέσο πρόληψης ενδεχόμενων υπερβολικών κινδύνων είναι η πραγματική συνειδητοποίηση από τα συμβαλλόμενα μέρη των κινδύνων στους οποίους εκτίθενται.

3.2.1.2

Η ΕΟΚΕ θεωρεί σημαντικό να υπογραμμίσει ότι οι κανόνες και οι ρυθμίσεις πρέπει να αφορούν τους όρους κυκλοφορίας των πληροφοριών και την πρόβλεψη πιθανών κυρώσεων σε περίπτωση αθέτησης. Ωστόσο η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι η επιβολή «sic et simpliciter» μιας υποχρέωσης εις βάρος τους ενός μόνου συμβαλλόμενου μέρους θα έχει ως αποτέλεσμα την προσπάθεια μετακύλισης των εξόδων στο άλλο μέρος.

3.2.2

Κώδικες συμπεριφοράς . Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι πρέπει να θεσπιστούν κίνητρα για την προσχώρηση στον εθελοντικό κώδικα συμπεριφοράς.

3.2.2.1

Τούτο θα επιτρέψει στον δανειολήπτη να συνειδητοποιήσει καλύτερα τον κίνδυνο που ενδέχεται να διατρέξει και τη δυνατότητα επίτευξης ευνοϊκότερων όρων χρηματοδότησης.

3.2.2.2

Το μέσο που θα μπορούσε να προταθεί είναι να ζητηθεί από τον δανειολήπτη να απαντήσει σε έναν κατάλογο τυπικών ερωτημάτων για την αξιολόγηση της οικονομικής του ικανότητας να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του μεσοπρόθεσμα.

3.2.3

Ύψος κόστους . Η ΕΟΚΕ κρίνει ενδεδειγμένη την υποχρέωση για τις αρχές χρηματοδότησης να υποδεικνύουν το συνολικό κόστος της πράξης, αναλύοντας τις διάφορες συνιστώσες του, συμπεριλαμβανομένης και της φορολογικής μεταβλητής.

3.2.4

Παροχή συμβουλών . Σε ό,τι αφορά την παροχή συμβουλών η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι οι υπηρεσίες παροχής συμβουλών, που συνδέονται άμεσα με τις πράξεις χρηματοδότησης ενυπόθηκων δανείων πρέπει να αξιοποιούνται με μηχανισμούς αυτόνομης διαμόρφωσης των τιμών, που να διευκρινίζονται στον υπολογισμό του κόστους της πράξης.

3.2.5   Πρόωρη αποπληρωμή

3.2.5.1

Δυνατότητα εφαρμογής. Όταν γίνεται λόγος για το πρόβλημα της πρόωρης αποπληρωμής θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός μεταξύ: (i) της περίπτωσης προεξόφλησης με πλήρη ή μερική αποπληρωμή του ενυπόθηκου δανείου (ii) και της περίπτωσης αποπληρωμής συνεπεία διαπραγμάτευσης ευνοϊκότερων όρων κόστους με άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Στην πρώτη περίπτωση η ΕΟΚΕ θεωρεί σημαντικό να επιτρέπεται πάντα ακόμη και η μερική αποπληρωμή·

Στη δεύτερη περίπτωση, θα πρέπει να απαλλάσσεται με τη μεταφορά της σύμβασης χρηματοδότησης σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα.

3.2.5.2

Κόστος. Σε ό,τι αφορά το κόστος της πρόωρης αποπληρωμής θεωρείται ότι πρέπει να υπολογίζεται με βάση μαθηματικούς τύπους που να διευκρινίζονται υποχρεωτικά στις συμβατικές σχέσεις. Η χρέωση του κόστους στον πελάτη πρέπει να πραγματοποιείται μόνον σε περίπτωση εθελοντικής αποπληρωμής της σύμβασης χρηματοδότησης. Στην περίπτωση μεταβίβασης της σύμβασης τα έξοδα θα πρέπει να βαρύνουν το νέο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα.

3.2.6

Εξάρτηση προϊόντων . Η εξάρτηση προϊόντων για να είναι έγκυρη πρέπει να βασίζεται κυρίως στην ικανότητα απόδειξης της πραγματικής χρησιμότητας της εξάρτησης. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού έγκειται στην υποχρέωση του δανειστή να παρουσιάζει τον υπολογισμό κόστους/οφέλους και να αφήνει στον δανειολήπτη επαρκή χρόνο για να αποφασίσει εάν θα δεχτεί την πρόταση, ενδεχομένως ακόμη και μετά τη σύναψη της σύμβασης χρηματοδότησης.

3.2.7

Πιστωτικά μητρώα . Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται εν προκειμένω την απαίτηση να υπάρχει ένα πανευρωπαϊκό μητρώο η πρόσβαση στο οποίο να διέπεται από ειδικούς κανόνες για την προστασία της ιδιωτικής ζωής. Εκτιμάται πράγματι ότι η δημιουργία ενός πανευρωπαϊκού πιστωτικού μητρώου μπορεί να αποβεί χρήσιμη για την ενίσχυση του ανταγωνισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο μεταξύ των διαφόρων φορέων παροχής ενυπόθηκης πίστης. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να διευκολύνεται η διασυνοριακή πρόσβαση στα μητρώα όλων των κρατών μελών με απλούστερες διαδικασίες πληροφόρησης.

3.2.8

Εκτίμηση της αξίας του ακινήτου . Ως βάση χρησιμοποιείται η υπόθεση ότι η εκτίμηση της αξίας ενός ακινήτου είναι πιο πολύπλοκη από τη γενική οικονομική εκτίμηση. Πράγματι, η ιδιαιτερότητα του ακινήτου (ειδικότερα ο αμετάθετος χαρακτήρας του) καθορίζει τη χρησιμότητά του και η αξία του επηρεάζεται από εξωτερικούς παράγοντες που συνδέονται με τον χώρο, όπως

η μορφολογία,

οι υπηρεσίες για κινητικότητα,

η δημογραφική πυκνότητα, κλπ.

Κατά συνέπεια, είναι σκέτη ουτοπία η σκέψη σύνθεσης σε μια ειδική διατύπωση της εκτίμησης όλων των παραγόντων που καθορίζουν την αξία ενός ακινήτου.

3.2.8.1

Κριτήρια εκτίμησης της αξίας του ακινήτου . Συνεπώς, για τους λόγους που αναφέρθηκαν προηγουμένως σχετικά με τη μεγάλη πολυπλοκότητα της εκτίμησης ενός ακινήτου, δεν είναι σκόπιμη η προσφυγή σε μια καθολική διατύπωση. Αντίθετα προτείνεται να αναπτυχθούν οι αποκαλούμενες «βέλτιστες πρακτικές» σε τοπική βάση και να αναπτυχθεί η υποχρέωση η εκτίμηση να πραγματοποιείται από φορείς αποδεδειγμένης επαγγελματικότητας με πιστοποίηση από τις ενώσεις του κλάδου, οι οποίοι θα φέρουν και την ευθύνη σε περίπτωση (fairness) δίκαιης αποτύπωσης του προτεινόμενου στοιχείου.

3.2.8.2

Εκτίμηση των κινδύνων από ακίνητα . Η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι μαζί με την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου ενδείκνυται η αναγνώριση της αστάθειας της αξίας, προκειμένου να υπάρχει καλύτερη εκτίμηση της εγγύησης που παρέχει το ακίνητο. Εν προκειμένω προτείνεται η προσφυγή σε μέσα που ήδη χρησιμοποιούν οι φορείς της χρηματοοικονομικής αγοράς και τα οποία είναι ουσιαστικά αποδεκτά από άλλες κοινοτικές ρυθμίσεις όπως, για παράδειγμα, η value-at-risk (δυνητική ζημία ή υποκείμενη σε κίνδυνο αξία) (5).

3.2.9

Αναγκαστικές πωλήσεις . Όταν η χρηματοδότηση ενυπόθηκης πίστης χωρίζεται σε μια πίστωση για το ακίνητο και σε μια πίστωση για τον δανειολήπτη, θα πρέπει να υπάρχει διάκριση μεταξύ του οικονομικού δικαιούχου και του εντολοδόχου που παρέχει την τυπική εγγύηση.

3.2.10

Εφαρμοστέο δίκαιο . Η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι η δυνατότητα πραγματοποίησης επωφελών διαιτησιών λόγω των ευκαιριών που παρέχουν η πολιτική και φορολογική νομοθεσία των κρατών της Ένωσης συμβάλλει στην ολοκλήρωση της αγοράς η οποία διαφορετικά δεν θα ήταν δυνατή.

3.2.10.1

Κατά συνέπεια συμφωνούμε με τη διατήρηση των διαφόρων νομοθεσιών που υπάρχουν στα κράτη μέλη που δίνουν τη δυνατότητα στον συμβαλλόμενο να επιλέξει αυτή που μειώνει το συνολικό κόστος της πράξης χρηματοδότησης, όπως προβλέπεται στη Σύμβαση της Ρώμης (6).

3.2.11

Τοκογλυφικά επιτόκια . Για το θέμα αυτό, η ΕΟΚΕ επιβεβαιώνει τη θέση που έχει ήδη εκφράσει στο παρελθόν, ειδικότερα όσον αφορά τη δυσκολία ορθού ορισμού ενός επιπέδου τοκογλυφίας με την προσφυγή σε κανόνες που έχουν εγκριθεί για τα καταναλωτικά δάνεια για παράδειγμα. Υπογραμμίζει ωστόσο ότι το καλύτερο όπλο κατά της τοκογλυφίας είναι η ενημέρωση. Η ΕΟΚΕ προτείνει συνεπώς τη θέσπιση μέσων επικοινωνίας σε ευρεία κλίμακα σχετικά με το άνοιγμα των επικίνδυνων πριμοδοτήσεων που εφαρμόζονται στις διάφορες κατηγορίες των δανειοληπτών.

3.2.12

Αναχρηματοδότηση της ενυπόθηκης πίστης . Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι η θέση που προβάλλεται στη Λευκή Βίβλο για τη διαφοροποίηση των κανόνων αναχρηματοδότησης στη βάση του υποκειμενικού χαρακτήρα των μεσαζόντων (είτε ανήκουν στον τραπεζικό τομέα είτε όχι) εύκολα παρακάμπτεται.

3.2.12.1

Η χορήγηση ενυπόθηκης πίστης θα πρέπει ωστόσο να πραγματοποιείται πάντα από ένα εγκεκριμένο και ελεγχόμενο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Η προώθηση και η βοήθεια δομών διαμεσολάβησης (για παράδειγμα: φορέας παροχής συμβουλών) είναι αποδεκτή αρκεί να πραγματοποιείται από ειδικευμένα ιδρύματα ακόμη και αν δεν είναι πιστωτικά.

4.   Προτάσεις της ΕΟΚΕ προς ανάπτυξη

4.1

Η πρόσφατη αμερικανική κρίση των στεγαστικών ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου «sub-prime» κατέδειξε ότι η αστάθεια των τιμών από κοινού με πρακτικές στις οποίες δεν εκτιμήθηκε επαρκώς ο κίνδυνος-πελάτης σε περίπτωση μη πληρωμής των υπερβολικών επιτοκίων σε σχέση με την αξία του υπό εγγύηση ακινήτου, μπορεί να προκαλέσει οικονομικές κρίσεις ικανές να αποσταθεροποιήσουν ολόκληρο το σύστημα. Ενδείκνυται συνεπώς σε οποιαδήποτε κοινοτική παρέμβαση να λαμβάνεται υπόψη αυτή η εμπειρία καθώς και τα σημεία που αναφέρθηκαν στο προηγούμενο σημείο.

4.2

Συνεπώς είναι σκόπιμη η εισαγωγή, όπως προτείνεται στη Λευκή Βίβλο, ενός ενδεχόμενου 28ου συστήματος ρύθμισης της ενυπόθηκης πίστης, που να συμπληρώνει τα συστήματα που υφίστανται ήδη στα κράτη μέλη της ΕΕ. Τούτο θα μπορούσε να βοηθήσει στην ολοκλήρωση της κοινοτικής αγοράς ενυπόθηκων δανείων αυξάνοντας τις δυνατότητες επιλογής των συμβαλλομένων, χωρίς ωστόσο να δημιουργήσει προϋποθέσεις αστάθειας του χρηματοπιστωτικού συστήματος όπως συνέβη με την κρίση των δανείων «sub-prime».

4.3

Συμβαίνει συχνά οι επιλογές για την αγορά ακινήτου, κυρίως δε κατοικίας, να επηρεάζονται από συναισθηματικούς (υποκειμενικούς) παράγοντες που δεν έχουν καμιά σχέση με την ορθή και λογική (αντικειμενική) εκτίμηση του ακινήτου. Γι αυτό οιαδήποτε παρέμβαση ρύθμισης της ενυπόθηκης πίστης από την πλευρά της Επιτροπής δεν θα πρέπει, για να είναι αποτελεσματική, να διαχωρίζεται από το πλαίσιο (αντικειμενικό ή υποκειμενικό) αναφοράς.

4.4

Θα ήταν ενδιαφέρον να αναπτυχθεί μια πρόταση, την οποία να εμβαθύνει η ΕΟΚΕ, που να συνίσταται στην υιοθέτηση ενός σχήματος ερμηνείας της ενυπόθηκης πίστης στο οποίο κάθε ενέργεια χρηματοδότησης να θεωρείται ως ένα χαρτοφυλάκιο αποτελούμενο από δύο παθητικές συνιστώσες:

η πρώτη αφορά τη χρηματοδότηση αγαθών (asset backed) , το ύψος της οποίας καθορίζεται από την τιμή της αγοράς και από την πιθανή αστάθεια της αξίας του ακινήτου·

η δεύτερη αφορά τη χρηματοδότηση προσώπων , το ύψος της οποίας καθορίζεται από τις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές ικανότητες του συμβαλλομένου.

4.5

Η υιοθέτηση ενός σχήματος διπλής υποθήκης (twin-mortgage) παρουσιάζει πλεονεκτήματα, που θα πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω, όπως:

η απλοποίηση της αξιολόγησης των κινδύνων που συνδέονται με την ορθολογικότερη πλευρά της πράξης (χρηματοδότηση αγαθών) σε σχέση με τους κινδύνους που προκύπτουν από την οικονομική φερεγγυότητα του δανειολήπτη (χρηματοδότηση προσώπων)·

η δυνατότητα εφαρμογής διαφανών τιμών σε σχέση με τις διαφορετικές καταστάσεις κινδύνου που χαρακτηρίζουν τις δύο συνιστώσες της χρηματοδότησης (αντικειμενική χρηματοδότηση του αγαθού και υποκειμενική του προσώπου)·

η μείωση των αρνητικών επιπτώσεων στο οικονομικό σύστημα σε περίπτωση μη πληρωμών από υπερβολικά μεγάλο αριθμό δανειοληπτών, σε αντίθεση με όσα συνέβησαν πρόσφατα στη χρηματοπιστωτική αγορά (για παράδειγμα η κρίση των δανείων sub-prime).

4.6

Η ΕΟΚΕ ελπίζει η Επιτροπή να επιτύχει το συντομότερο δυνατό την ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας, επιδεικνύοντας μεγαλύτερη αποφασιστικότητα και δημιουργώντας τις προϋποθέσεις προκειμένου ο διαχωρισμός των θεσμικών πτυχών των δύο πράξεων να αποτελεί τη βάση για την θέσπιση ενός ενδεχόμενου 28ου συστήματος.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  ΕΕ C 65/13 της 17.3.2006, Εισηγητής: Burani.

(2)  ΕΕ C 65/13 της 17.3.2006, Εισηγητής: Burani.

(3)  Βλ. Παράρτημα 2 της Λευκής Βίβλου, ρήτρα της μη ευθύνης και σελίδα 5 της αγγλικής έκδοσης.

(4)  Βλ. Παράρτημα 2 της Λευκής Βίβλου, σημείο 8.

(5)  Βλ. Οδηγία για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, γνωστή ως οδηγία MIFID (Markets in Financial Instruments Directiv) αριθ. 2004/39/ΕΚ που εγκρίθηκε στις 21 Απριλίου 2004, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα και τέθηκε σε ισχύ στις 30 Απριλίου 2004.

(6)  Βλ. COM(2005) 650 της 15ης Δεκεμβρίου 2005.


3.2.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 27/22


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Εξέλιξη του κλάδου των δομικών έργων στην Ευρώπη»

(2009/C 27/05)

Στις 6 Δεκεμβρίου 2007, η κ. Margot WALLSTRÖM, Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αρμόδια για τις διοργανικές σχέσεις και την πολιτική επικοινωνίας, και ο κ. Günter VERHEUGEN, Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αρμόδιος για τις επιχειρήσεις και τη βιομηχανία, ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή να καταρτίσει διερευνητική γνωμοδότηση όσον αφορά την:

«Εξέλιξη του κλάδου των δομικών έργων στην Ευρώπη».

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 13 Ιουνίου 2008, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. HUVELIN.

Κατά τη 446η σύνοδο ολομέλειας, της 9ης και 10ης Ιουλίου 2008 (συνεδρίαση της 10ης Ιουλίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 57 ψήφους υπέρ και 2 αποχές.

1.   Συμπέρασμα

1.1

Αντίθετα με ό,τι μπορεί να πιστεύουν ορισμένοι, το μέλλον της βιομηχανίας δομικών έργων θα εξαρτηθεί λιγότερο από τις δημόσιες πιστώσεις που θα εισπράξει (παρά το γεγονός ότι μια μεγαλύτερη συνέχεια στο προγραμματισμό θα αποτελούσε σημαντικό όφελος) και περισσότερο από την ικανότητα των αρμόδιων αρχών να διαμορφώσουν ένα κανονιστικό πλαίσιο που θα ισχύει για όλους και θα επιτρέπει τη μεγαλύτερη δυνατή διαφάνεια στον ανταγωνισμό και την καλύτερη αξιοποίηση του δυναμικού και της τεχνογνωσίας των επιχειρήσεων κάθε μεγέθους.

1.2

Υπό αυτό το πνεύμα, η παρούσα γνωμοδότηση συνιστά, κυρίως, τα εξής:

να καθοριστούν, όσο το δυνατόν συντομότερα, ενοποιημένες βάσει κανονισμού διαδικασίες για την προκήρυξη διαγωνισμών, οι οποίες θα παρέχουν στους πελάτες, κυρίως τους δημόσιους, το ευρύτερο και σαφέστερο δυνατό φάσμα εντός του οποίου, ως αρμόδιοι, θα μπορούν να επιλέγουν τον συμβατικό μηχανισμό που ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους·

να διανοιχτούν στους επαγγελματίες της βιομηχανίας δομικών έργων κανονιστικά περιθώρια που θα τους επιτρέπουν να προσφέρουν μείζονα συμβολή στις προκλήσεις της βιώσιμης ανάπτυξης: μέσα από τον συνυπολογισμό του συνολικού κόστους, με προσφυγή σε κάθε μεγέθους συμπράξεις ιδιωτικού-δημόσιου τομέα, καθώς και με χρηματοδοτήσεις στηριζόμενες στις προσδοκώμενες επιδόσεις· μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις του κλάδου είναι έτοιμες σήμερα να ανταποκριθούν επιτυχώς στην πρόκληση αυτή·

να αναβαθμιστεί η εικόνα του κλάδου των δομικών έργων για να γίνει ελκυστικός στις σχολικές γενεές νέων και για να αποκατασταθεί η έλλειψη ενδιαφέροντος·

να καταβληθεί σημαντική προσπάθεια κατάρτισης σε επαγγέλματα που αντιπροσωπεύουν σημαντικότατο ποσοστό της μη επιδεχόμενης μετεγκατάσταση απασχόλησης στην Ευρώπη·

να προωθηθεί η βιώσιμη οικοδομική δραστηριότητα στην ΕΕ·

να διατηρηθεί ένα υγιές οικονομικό κλίμα και να διασφαλιστούν συνθήκες απασχόλησης που να σέβονται τις ανάγκες των ατόμων στις χώρες όπου εργάζονται·

να προωθηθεί η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα.

1.3

Μόνον έτσι θα μπορέσει να γίνει η προετοιμασία για την πιθανή άφιξη, στο προσεχές μέλλον, ανταγωνιστών εκτός Ευρώπης.

2.   Εισαγωγή (πλαίσιο)

2.1

Με την επιστολή της 6ης Δεκεμβρίου 2007, τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κυρία Margot Wallström και κ. Günter Verheugen, στο πλαίσιο της συνέχισης της ατζέντας της Λισσαβόνας, ζήτησαν από την ΕΟΚΕ να καταρτίσει διερευνητική γνωμοδότηση προκειμένου να εξεταστεί εάν η νομοθεσία που διέπει τον τομέα των δομικών έργων και τον τομέα των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις «αποτελεί ένα συνεκτικό σύνολο, εάν συνάδει με τις τρέχουσες και μελλοντικές μεταλλαγές και, τέλος, σε ποιο βαθμό θα ήταν απαραίτητη μια προσπάθεια απλούστευσης, εξορθολογισμού και εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας στους τομείς αυτούς. Πρέπει να επισημανθεί ότι η προσπάθεια αυτή δεν πρέπει να περιοριστεί στη νομοθεσία που αφορά ειδικά τους ενδιαφερόμενους τομείς αλλά να επεκταθεί σε κάθε νομοθετική πράξη που επηρεάζει την ανάπτυξη τους (υγεία, ασφάλεια στην εργασία, προστασία του περιβάλλοντος κτλ) και να ενσωματώσει τα θεμιτά συμφέροντα που συνδέονται με αυτούς».

2.2

Είναι λοιπόν απαραίτητο να εξεταστεί το σύνολο των σημείων που αναφέρονται στην αίτηση γνωμοδότησης με αυστηρότητα και μέθοδο διότι το πεδίο έρευνας είναι εκτεταμένο και είχε αποτελέσει στο παρελθόν αντικείμενο διαφόρων σφαιρικών ερευνών, οι οποίες είχαν ανατεθεί από την Επιτροπή σε διαφόρους εξωτερικούς συμβούλους.

2.3

Όμως, η παρούσα γνωμοδότηση θα περιοριστεί μόνο στις πτυχές που αναφέρει ο αποδέκτης της, δηλαδή στις νομοθετικές ή κανονιστικές τροποποιήσεις ή απλουστεύσεις που αφορούν τον τομέα των δομικών έργων και, στο πλαίσιο μιας στρατηγικής και αντικειμενικής θεώρησης του τομέα, δύνανται να προσφέρουν βελτιώσεις που να οδηγούν σε καλύτερες συνθήκες λειτουργίας και ανάπτυξης.

2.4

Συνεπώς, η παρούσα γνωμοδότηση περιλαμβάνει ορισμένες χρήσιμες υπενθυμίσεις για τον τομέα των δομικών έργων, έτσι ώστε να προσεγγίζει τα επαγγέλματα του τομέα αυτού μέσα στο δικό τους περιβάλλον και με τους δικούς τους χαρακτηριστικούς περιορισμούς.

3.   Θέση της οικοδομικής δραστηριότητας στην ευρωπαϊκή οικονομία

3.1

Με 2,7 εκατομμύρια επιχειρήσεις, ο κλάδος των δομικών έργων χαρακτηρίζεται από τα ακόλουθα ποσοστά το 2006, στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27 κρατών μελών:

 

2006

Μερίδιο της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας του τομέα στο ΑΕγχΠ

10,5 %

Μερίδιο των αμοιβών των μισθωτών του τομέα στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του

54,5 %

Μερίδιο των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου (ΑΕΠΚ) του τομέα επί του συνόλου των ΑΕΠΚ

50,5 %

Μερίδιο της συνολικής απασχόλησης του τομέα στη συνολική απασχόληση όλων των τομέων (1)

7,2 %

3.2   Ορισμένες υπενθυμίσεις

3.2.1

Η βιομηχανία δομικών έργων είναι μια δραστηριότητα που δεν επιδέχεται μετεγκατάσταση και, συνεπώς, είναι καθοριστική για τις μελλοντικές εξελίξεις της ευρωπαϊκής ανάπτυξης και του ευρωπαϊκού βιομηχανικού ιστού.

3.2.2

Η βιομηχανία δομικών έργων, λαμβανομένης υπόψη της ίδιας της δομής της παραγωγής της και της ανάγκης να διαθέτει σταθερά γεωγραφικά σημεία κατανεμημένα σε όλες τις εθνικές επικράτειες και βαθιά ριζωμένα στην τοπική ζωή, διαδραματίζει ένα ρόλο στην κοινωνία και στη ζωή του πολίτη· το ρόλο αυτό δεν πρέπει να τον παραγνωρίζουμε, αλλά αντίθετα να τον ενθαρρύνουμε.

3.2.3

Τέλος, ο κλάδος αυτός οφείλει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε όλες τις δράσεις που συνδέονται με τη βιώσιμη ανάπτυξη:

ως αδιαμφισβήτητος επενδυτικός φορέας στον τομέα αυτό (κατοικίες, κτίρια γενικά, μεταφορές, παραγωγή ενέργειας κτλ),

με την προσαρμογή των μεθόδων εκτέλεσης, συμπεριλαμβανομένου του τομέα των υλικών, στις ανάγκες και απαιτήσεις της βιώσιμης ανάπτυξης.

3.2.4

Προκειμένου να είναι πλήρης η περιγραφή του συνολικού περιβάλλοντος αυτού του τομέα δραστηριοτήτων, θα πρέπει να αναφερθεί το γεγονός ότι, παρά τις σημαντικές προσπάθειες που κατέβαλε ο τομέας τα τελευταία τριάντα χρόνια, τα επαγγέλματα του κλάδου των δομικών έργων συνεχίζουν να έχουν μια σχετικά αρνητική εικόνα. Η διαπίστωση αυτή πρέπει να ληφθεί υπόψη στην παρούσα γνωμοδότηση διότι αντικατοπτρίζεται:

στο πνεύμα της νομοθεσίας που διέπει σε ορισμένες χώρες τους όρους σύναψης συμβάσεων και την αντιμετώπιση της παράνομης απασχόλησης,

στη σχετική δυσκολία προσέλκυσης νέων στο επάγγελμα (άμεση ελκυστικότητα) και κατάρτισης τους (δυσπιστία του γενικότερου εκπαιδευτικού συστήματος έναντι του κλάδου των δομικών έργων).

3.2.5

Η ίδια η φύση των επαγγελμάτων αυτών, όσον αφορά τόσο τις ανάγκες των πελατών όσο και τα διάφορα τεχνικά δεδομένα, οδηγεί στο γεγονός ότι βρισκόμαστε σήμερα και θα βρισκόμαστε και στο μέλλον αντιμέτωποι με μια αγορά άκρως «κατακερματισμένη», με συνέπεια την συνύπαρξη μεταξύ βιοτεχνών, μικρών, μεσαίων και μεγάλων επιχειρήσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια της μεγάλης επιχείρησης που ασχολείται μόνον με μεγάλα έργα πρέπει να σχετικοποιηθεί με βάση τη διαπίστωση ότι, στη συνολική ευρωπαϊκή αγορά, ο όγκος των έργων που υπερβαίνουν το μοναδιαίο ποσό των 20 εκατομμυρίων ευρώ, αποτελεί μόλις το 2 έως 5 % της συνολικής αγοράς των δομικών έργων.

3.2.6

Για το λόγο αυτό, οι μεγάλοι ευρωπαϊκοί όμιλοι που συχνά έχουν έντονη παρουσία στο παγκόσμιο επίπεδο αποτελούν, σε μεγάλο βαθμό, «ομοσπονδίες» μικρών και μεσαίων δομών που είναι εγκατεστημένες στο τοπικό επίπεδο και λειτουργούν στο ίδιο ανταγωνιστικό πλαίσιο με τον τοπικό ιστό των ανεξάρτητων ΜΜΕ.

3.2.7

Οι μεγάλοι ευρωπαϊκοί φορείς του τομέα αυτού αναπτύχθηκαν συνήθως σύμφωνα με ένα πρότυπο διαφορετικό από το λεγόμενο «αμερικανικό», δηλαδή ενσωμάτωσαν οι ίδιοι τρόπους διατήρησης και ανάπτυξης της τεχνογνωσίας τους βασιζόμενοι στην οξυδέρκεια τους και τη συμμετοχή στο σχεδιασμό.

3.2.8

Χάρη στην προσέγγιση αυτή, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις κατέλαβαν στις παγκόσμιες αγορές μια θέση που οι ίδιες δημιούργησαν. Το πρότυπο αυτό, το οποίο βασίζεται στην ενσωμάτωση της σύλληψης και της υλοποίησης, δεν αποτελεί απαραίτητα προνόμιο των μεγάλων ομίλων αλλά μπορεί και πρέπει να εφαρμόζεται σε όλα τα μεγέθη επιχειρήσεων.

4.   Ορισμένες βασικές αρχές

4.1

Το ζητούμενο αυτής της διερευνητικής γνωμοδότησης, που ζήτησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πέρα από το στόχο της απλούστευσης της νομοθεσίας, πρέπει να είναι να προτείνει μια προσέγγιση που θα επιτρέπει:

μια πραγματική διαφάνεια και ισότητα των ευκαιριών στις διαδικασίες προκήρυξης διαγωνισμών,

το πέρασμα από μια νοοτροπία καχυποψίας, που είναι κατάλοιπο του μακρινού παρελθόντος, σε μια νοοτροπία εμπιστοσύνης και σύμπραξης,

την ενσωμάτωση των εννοιών της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς και του συνολικού κόστους για όλη τη διάρκεια ζωής των έργων,

τη διασφάλιση της πνευματικής ιδιοκτησίας,

τη διασφάλιση ότι οι ελάχιστες συνθήκες απασχόλησης καθορίζονται στις διαδικασίες δημόσιων συμβάσεων και ότι έχουν θεσπιστεί έλεγχοι και κυρώσεις για περιπτώσεις παραβάσεων,

τη μείωση των διοικητικών επιβαρύνσεων με τον μεγαλύτερο δυνατό περιορισμό ων ρυθμίσεων και διαδικασιών, χωρίς όμως να θίγεται καμία πτυχή της ασφάλειας ούτε των ουσιαστικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων.

4.2

Τα διάφορα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη στα νομοθετικά κείμενα θα πρέπει να επιτρέψουν (πέρα από τις διακυμάνσεις του όγκου των αγορών, που δεν αφορούν την παρούσα γνωμοδότηση) μια φυσιολογική ανάπτυξη των φορέων του τομέα, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η τήρηση μιας συνεκτικής κοινωνικής πολιτικής (απασχόληση — ασφάλεια — αμοιβές) και να βελτιωθεί η ελκυστικότητα του κλάδου για τους διάφορους ενδιαφερόμενους φορείς (νέοι, γονείς, εκπαιδευτικοί κλπ.).

5.   Κυριότερες προτάσεις

5.1

Τα κύρια στοιχεία στα οποία προτείνουμε να επικεντρωθούν οι προσπάθειες των αρμόδιων αρχών αφορούν κυρίως τα ακόλουθα:

την ενοποίηση και απλούστευση των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων, προκειμένου να διασφαλισθούν ταυτόχρονα η διαφάνεια και η βελτιστοποίηση των μέσων και των ικανοτήτων,

την προώθηση της καινοτομίας με την επίλυση, κυρίως, του προβλήματος της πνευματικής ιδιοκτησίας των ιδεών και των παραλλαγών,

την κατάρτιση, τόσο την αρχική όσο και την συνεχή, που συνοδεύει τη σταδιοδρομία των μισθωτών,

τη συμβολή στην αλλαγή της εικόνας του επαγγελματικού αυτού κλάδου που παρέχει εργασία στους νέους,

την κοινωνική νομοθεσία που διέπει τόσο τις συνθήκες απασχόλησης όσο και τις ορθές πρακτικές στον τομέα της υγείας και της ασφάλειας,

τη βιώσιμη ανάπτυξη με την ευρεία έννοια του όρου: πρόκειται για ένα τομέα στον οποίον οι επιχειρήσεις δομικών έργων καλούνται να διαδραματίσουν καίριο ρόλο και να αναλάβουν νέες ευθύνες.

5.2   Ενοποίηση και απλούστευση των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων

5.2.1

Δράση πρέπει να αναληφθεί σχετικά με τα εξής:

τροποποίηση της νομοθεσίας για τις δημόσιες συμβάσεις έτσι ώστε οι ισχύουσες οδηγίες να αντικατασταθούν από κανονισμό που να ενοποιεί πραγματικά τις διαδικασίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο και να εγγυάται ενιαίες συνθήκες ανταγωνισμού,

ενίσχυση της συστηματικής επιλογής της καλύτερης προσφοράς και όχι της φθηνότερης,

ένα αυστηρότερο πλαίσιο για τις αναθέτουσες αρχές όσον αφορά τον ανταγωνιστικό διάλογο, έτσι ώστε να διαμορφωθεί μια διαδικασία βελτιστοποίησης και όχι συστηματικής σύλησης των ιδεών και της πνευματικής ιδιοκτησίας,

ενθάρρυνση της ταυτόχρονης ανάθεσης σύλληψης και εκτέλεσης, ώστε να συνδυάζεται, ήδη από τη φάση της σύλληψης, η τεχνογνωσία των επιχειρήσεων με το ταλέντο των δημιουργών,

μεγαλύτερη χρήση των συνολικών συμβάσεων (κατασκευή-συντήρηση ή εταιρική σχέση δημόσιου και ιδιωτικού τομέα) προκειμένου να ανταποκριθεί ο τομέας στην πρόκληση της βιώσιμης ανάπτυξης, να προετοιμάσει και να οργανώσει την κατάλληλη απάντηση στις απόπειρες ντάμπινγκ από ορισμένες χώρες στην ευρωπαϊκή αγορά,

πραγματική εναρμόνιση των κανόνων και των τεχνικών, ώστε να εξαλειφθούν τα εθνικά τεχνικά εμπόδια και να ενοποιηθεί η ευρωπαϊκή αγορά,

συνεκτίμηση των αναγκών των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, για να μπορέσουν να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας τους και αποφευχθεί έτσι ο υπερβολικός διπολισμός του κλάδου.

Στον κατάλογο αυτό, πρέπει να είναι σαφές ότι, με το αίτημα για ορισμένες εξελίξεις της νομοθεσίας, το ζητούμενο δεν είναι να επιβάλλονται έτοιμες λύσεις, αλλά να παρέχεται στους κύριους των έργων ένα πλήρες φάσμα μηχανισμών, απ' όπου θα μπορούν να επιλέγουν εκείνον που ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους.

5.2.2

Το σύνολο των τροποποιήσεων ή προσαρμογών αυτών αναμένεται να βελτιώσει τη διαφάνεια και την ισότητα των ευκαιριών μεταξύ φορέων του ιδιωτικού, του δημόσιου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα, και να καταστήσει σαφές ότι κάθε οικονομική παροχή απαιτεί πρόσκληση για υποβολή προσφορών και επίσημη σύμβαση.

5.3   Καινοτομία και πνευματική ιδιοκτησία:

5.3.1

Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του κλάδου των δομικών έργων συνίσταται στο ότι τα έργα που παράγονται είναι πάντοτε «πρωτότυπα». Τούτο οδηγεί στην εξεύρεση μιας ευρωπαϊκής νομοθεσίας που να προστατεύει την πνευματική ιδιοκτησία και να λαμβάνει υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά των προστατευόμενων ιδεών: πρόκειται κυρίως για ιδέες που συλλαμβάνονται με την ευκαιρία μιας συγκεκριμένης πρόσκλησης για υποβολή προσφορών και δεν έχουν απαραίτητα ένα συστηματικό επαναληπτικό χαρακτήρα. Πρέπει να διαμορφωθεί ειδική νομοθεσία σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την προστασία των τεχνικών ιδεών κατά τις διαδικασίες υποβολής προσφορών και τη θέσπιση δικαιωμάτων υπέρ των συμμετεχόντων στις διαδικασίες αυτές.

5.4   Κατάρτιση

5.4.1

Μια αρκετά γενική διαπίστωση, στην οποία έχουν καταλήξει οι επαγγελματίες του κλάδου των δομικών έργων στα περισσότερα από τα κράτη μέλη, αφορά το γεγονός ότι, στο σύνολό τους, τα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα ανταποκρίνονται πλημμελέστατα στις ανάγκες του επαγγέλματος, και τούτο σε όλα τα επίπεδα κατάρτισης. Συνεπώς, είναι βέβαια σκόπιμο να βελτιωθούν οι σχέσεις μεταξύ των επαγγελμάτων και των εθνικών εκπαιδευτικών συστημάτων, χρειάζεται όμως επίσης να δοθεί μια ώθηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που θα μπορούσε να αφορά τα ακόλουθα:

προώθηση νομοθεσίας για την κατάρτιση στον τομέα της οικοδομής και των δημοσίων έργων στην Ευρώπη (αναγνώριση και ισοτιμίες όσον αφορά την πιστοποίηση της κατάρτισης σε όλα τα επίπεδα),

συμβολή στην ανάπτυξη της πρακτικής αξιοποίησης των ανθρώπινων πόρων με την προώθηση της συνεχούς κατάρτισης. Ο τομέας των δομικών έργων, όπου είναι γνωστό ότι επικρατεί ένταση, δεν τυγχάνει της εκτίμησης των νέων και παρουσιάζει ιεραρχικές μεταπτώσεις στην εξέλιξη της σταδιοδρομίας. Χρειάζεται σε μεγάλο βαθμό ικανό προσωπικό, δεδομένου ότι τα επαγγέλματα του κλάδου αυτού απαιτούν ειδικά και, μάλιστα, πολύ ειδικά προσόντα, καθώς επίσης και στέρεες βασικές γνώσεις. Οι τελευταίες πρέπει στην συνέχεια να αξιοποιούνται από τις επιχειρήσεις με την πρόσβαση των μισθωτών τους σε συνεχή κατάρτιση και σε δυνατότητες σταδιοδρομίας,

γενίκευση ενός συστήματος «Erasmus» για τα επαγγέλματα της οικοδομής και των δημοσίων έργων στην Ευρώπη, στα διάφορα επίπεδα κατάρτισης, αξιοποιώντας την κτηθείσα πείρα, αλλά σε πολύ μικρή κλίμακα (με την βοήθεια του ΕΚΤ, σε τρεις τομείς: ελαιοχρωματιστές, επεξεργασία λίθων, αναπαλαίωση),

ανάπτυξη ευρωπαϊκών πανεπιστημίων για τα επαγγέλματα της οικοδομής και των δημοσίων έργων και αναγνώριση ενός ευρωπαϊκού τίτλου εξειδικευμένου εργάτη,

ανάπτυξη σχολών ανάθεσης συμβάσεων στην Ευρώπη προκειμένου οι πελάτες (δημόσιος και ιδιωτικός τομέας) να γνωρίζουν καλύτερα τις συμβάσεις και τους τρόπους εργασίας των επιχειρήσεων,

ανάπτυξη ευρωπαϊκών οργανισμών ανώτερης διεπαγγελματικής συνεχούς κατάρτισης,

προώθηση των ευρωπαϊκών επαγγελματικών προσόντων (π.χ. γλώσσες).

5.5   Κοινωνική νομοθεσία και νομοθεσία για την υγεία και την ασφάλεια

5.5.1

Η ισχύουσα νομοθεσία είχε πολύ θετικό και ουσιαστικό αντίκτυπο στον τρόπο εργασίας στον τομέα των δομικών έργων. Ωστόσο, χρειάζεται:

να προωθηθούν οι ανταλλαγές ορθών πρακτικών στον τομέα της υγείας και της ασφάλειας·

να καταπολεμηθεί η παράνομη απασχόληση με πανευρωπαϊκά μέσα (χρήση και διασύνδεση των βάσεων δεδομένων, αναγνωριστικά σήματα και συστήματα ταυτοποίησης των εργαζομένων), με κυρώσεις, και με κατάλληλα προσαρμοσμένη φορολογία (χαμηλός συντελεστής ΦΠΑ, για παράδειγμα)·

να διευκολυνθεί η εφαρμογή του κανονισμού REACH·

να διευκολυνθούν οι ροές εργαζομένων χωρίς κοινωνικό ντάμπινγκ (με την αποδοχή των πρότερων διατυπώσεων που θεσπίζονται στα κράτη για τις αποσπάσεις) και να επιτραπεί η επιστροφή των ευρωπαίων εργαζομένων στις χώρες προέλευσής τους·

δυνατότητα εκτέλεσης των προστίμων σε όλες τις χώρες της ΕΕ·

αποδοχή των συνθηκών στη χώρα εργασίας ως βάση για κάθε μορφή κινητικότητας των εργαζομένων.

5.6   Βιώσιμη ανάπτυξη

5.6.1

Όπως προαναφέρθηκε, οι επαγγελματίες του κλάδου των δομικών έργων καλούνται να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και των παγκόσμιων προκλήσεων. Είναι σήμερα έτοιμοι να αναλάβουν την ευθύνη αυτή, στο μέτρο που η νομοθεσία και τα κίνητρα θα τους το επιτρέψουν, έτσι ώστε να προσφέρουν την προστιθέμενη αξία τους στην ευρωπαϊκή αγορά και να διαδώσουν την τεχνογνωσία τους σε άλλα μέρη του κόσμου, εκεί όπου γνωρίζουμε ότι πρέπει να καταβληθούν γιγάντιες και απαραίτητες προσπάθειες για να γίνουν ορατά σε όλους τα αποτελέσματα των ενεργειών.

5.6.2

Συνεπώς, χρειάζεται:

να εισαχθεί η προσέγγιση με βάση το συνολικό κόστος (για όλη τη διάρκεια ζωής μιας επένδυσης) στους κανόνες των ευρωπαϊκών προσκλήσεων υποβολής προσφορών. Ο ορισμός μπορεί να γίνει μέσω μιας αναφοράς στην «βιώσιμη ανάπτυξη» και μιας έννοιας της καλύτερης προσφοράς. Με τον τρόπο αυτό, οι κύριοι των έργων θα μπορούν να λαμβάνουν πλήρως υπόψη στις επιλογές τους τη διάσταση της «βιώσιμης ανάπτυξης»,

να ενθαρρυνθούν οι διαδικασίες εταιρικών σχέσεων δημόσιου-ιδιωτικού τομέα, οι οποίες, ακριβώς για το λόγο ότι από τη φύση τους ενσωματώνουν τη σύλληψη, την υλοποίηση και τη συντήρηση, θα μπορούσαν να αποτελέσουν το καλύτερο μέσον για τη βελτιστοποίηση του συνολικού κόστους,

να ανακατανεμηθούν ορισμένες χρηματοδοτικές ενισχύσεις ώστε να επικεντρωθούν, για το σύνολο των κρατών μελών, στο τεράστιο εργοτάξιο της ενεργειακής ανακαίνισης,

να ενθαρρυνθούν οι εκτεταμένες συνολικές ανακαινίσεις δημοσίων έργων και κτιρίων,

να προωθηθεί η ανάπτυξη και η ανάδειξη των οικολογικών συνοικιών (δημιουργία κοινοτικού σήματος, χρηματοδοτικά κίνητρα κλπ.).

5.6.3

Τόσο στον τομέα της οικοδομής, όσο και των μεταφορών, οι επιχειρήσεις του κλάδου, εάν τους δοθεί η δυνατότητα παρέμβασης στο σύνολο της αλυσίδας «σύλληψη-υλοποίηση-συντήρηση», είναι σε θέση να προσφέρουν αποφασιστική συμβολή, κυρίως όσον αφορά την εξασφάλιση της χρηματοδότησης των αναγκαίων εργασιών, με βάση την ικανότητά τους να διαχειρίζονται τις συνολικές δαπάνες και τη χρηματοδότηση των επενδύσεων μέσω μελλοντικών οικονομιών ενέργειας.

5.7   Οι ΜΜΕ του κλάδου των δομικών έργων

5.7.1

Το πρόβλημα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων του τομέα των δομικών έργων δεν αφορά πραγματικά την πρόσβαση σε συγκεκριμένου είδους αγορές, όπως ισχύει για άλλες δραστηριότητες (βλ. σημείο 3.2.5 ανωτέρω).

5.7.2

Επομένως, η σκέψη των «ποσοστώσεων», που κάποιοι είχαν διατυπώσει και που οι ευρωπαϊκές αρχές απέρριψαν, δικαίως δεν θεωρείται δικαιολογημένη από τους εκπροσώπους των επαγγελμάτων αυτών, πολύ περισσότερο μάλιστα που, στην πράξη, τα συγκεκριμένα ποσοστά που είχαν προταθεί από τις διάφορες πλευρές είναι κατά πολύ ανώτερα στο σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών.

5.7.3

Επομένως, το πρόβλημα των ΜΜΕ, εκτός των θεμάτων που εξετάζονται στον νόμο «Small Business Act», μπορεί να διευθετηθεί καλύτερα, εάν διασφαλισθεί:

η εξεύρεση έξυπνων λύσεων για τη μεταβίβαση των επιχειρήσεων,

η χορήγηση ενισχύσεων ή χρήση από κοινού των υπηρεσιών ή των χρηματοοικονομικών μέσων, έτσι ώστε, χωρίς στρέβλωση του ανταγωνισμού, να επιτευχθεί η ισότητα ευκαιριών, κυρίως όσον αφορά την πρόσβαση των ΜΜΕ σε πολυσύνθετα έργα (συμπράξεις ιδιωτικού-δημόσιου τομέα και βιώσιμη ανάπτυξη), και

η εξεύρεση λύσεων προκειμένου να διευκολύνεται η πρόσβαση των ΜΜΕ στην τυποποίηση και τις προδιαγραφές.

Βρυξέλλες, 10 Ιουλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Η απασχόληση στην οικοδομή αποτελεί το 30,4 % της βιομηχανικής απασχόλησης. Πηγές: Eurostat και FIEC.


3.2.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 27/26


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Η εξέλιξη του τομέα των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις στην Ευρώπη»

(2009/C 27/06)

Στις 6 Δεκεμβρίου 2007, η Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αρμόδια Επίτροπος για τις διοργανικές σχέσεις και την επικοινωνιακή στρατηγική, κ. Margot Wallström, και ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αρμόδιος Επίτροπος για τις επιχειρήσεις και τη βιομηχανία, κ. Günter Verheugen, ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή να εκπονήσει διερευνητική γνωμοδότηση με θέμα

«Η εξέλιξη του τομέα των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις στην Ευρώπη».

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 11 Ιουνίου 2008 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. Calleja.

Κατά την 446η σύνοδο ολομέλειας, της 9ης και 10ης Ιουλίου 2008 (συνεδρίαση της 9ης Ιουλίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 135 ψήφους υπέρ, 2 ψήφους κατά και 12 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Εισαγωγή

1.1

Η Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αρμόδια Επίτροπος για τις διοργανικές σχέσεις και την επικοινωνιακή στρατηγική, κ. Margot Wallström, και ο Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αρμόδιος Επίτροπος για τις επιχειρήσεις και τη βιομηχανία, κ. Günter Verheugen, ζήτησαν από την ΕΟΚΕ να εκπονήσει διερευνητική γνωμοδότηση για τις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις, δίνοντας συνέχεια και εμβαθύνοντας την ανάλυση προηγούμενης γνωμοδότησης (1), η οποία εξέταζε τις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις και τη βιομηχανία.

1.1.1

Στην παρούσα μελέτη, πρέπει να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη σημασία που αποδίδει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην ατζέντα της Λισσαβώνας για τη διασφάλιση και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, με τη διαχείριση των αλλαγών σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στρατηγική για τη βιώσιμη ανάπτυξη και, στο κοινωνικό πεδίο, με την ενθάρρυνση της εμφάνισης αντιπροσωπευτικών κοινωνικών εταίρων, ώστε να μπορούν να διενεργούνται διαπραγματεύσεις στο κατάλληλο επίπεδο.

1.1.2

Η επίτευξη αυτών των στόχων πρέπει να συμβαδίσει με την απλούστευση του κανονιστικού πλαισίου για τη βιομηχανία, πολιτική προτεραιότητα που αποτελεί ένα από τα κυριότερα στοιχεία της βιομηχανικής πολιτικής της Επιτροπής.

1.1.3

Αυτή η βιομηχανική πολιτική χαρακτηρίζεται, επιπλέον, από μια ολοκληρωμένη προσέγγιση, που συνεκτιμά τις ανάγκες των διαφόρων κλάδων.

2.   Περίληψη των συμπερασμάτων και των συστάσεων

2.1   Αναγνώριση της σημασίας του τομέα των υπηρεσιών για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι υπάρχει άμεση ανάγκη να επέλθει μια πραγματική αλλαγή και μια ευρύτερη επικέντρωση στην παροχή υπηρεσιών στη βιομηχανία, κάτι το οποίο δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ότι έχει δευτερεύουσα σημασία. Η κοινωνία υφίσταται σημαντικές αλλαγές με επίκεντρο τις υπηρεσίες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει, κατά συνέπεια, να αναγνωρίσει την εξέλιξη αυτή και να της αποδώσει μεγαλύτερη σημασία.

2.2   Ιεράρχηση των δράσεων

Δεδομένου του ευρέος φάσματος των δράσεων που μπορούν να αναληφθούν στους τομείς πολιτικής που συνδέονται με την παροχή υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να ιεραρχηθούν αυτές οι δράσεις κατά σειρά προτεραιότητας. Επείγει να σημειωθεί πρόοδος σε σχέση με τους δέκα βασικούς στόχους του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβώνας για την περίοδο 2008-2010. Οι στόχοι αυτοί επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα τη μελλοντική εξέλιξη των υπηρεσιών. Κατά την ΕΟΚΕ, οι δράσεις θα πρέπει να έχουν την ακόλουθη σειρά προτεραιότητας:

Πολιτικές για τις υπηρεσίες στις επιχειρήσεις και Ομάδα Υψηλού Επιπέδου. Συνιστάται να συσταθεί Ομάδα Υψηλού Επιπέδου για τις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις, προκειμένου να αναλάβει μια βαθύτερη ανάλυση του τομέα, να επανεξετάσει και να αξιολογήσει τις τρέχουσες πολιτικές, για να εντοπίσει τις πλέον αποτελεσματικές και επιτυχημένες, και να προσδιορίσει συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής για την αντιμετώπιση των σημαντικότερων κενών και αναγκών. Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στην ποικιλομορφία των διαφόρων επιμέρους κλάδων του τομέα, προκειμένου να διαπιστωθεί σε ποιους πρέπει να δοθεί περισσότερη προσοχή και σε ποιο επίπεδο (περιφερειακό, εθνικό ή ευρωπαϊκό) θα πρέπει να ληφθούν μέτρα.

Πολιτικές για την αγορά εργασίας στον τομέα της παροχής υπηρεσιών στις επιχειρήσεις. Από κοινωνική άποψη, πρέπει να εξεταστούν σε βάθος οι προκλήσεις που δημιουργούνται στον τομέα από τις νέες μορφές απασχόλησης που παράγονται από τις αλληλεπιδράσεις των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις και της μεταποιητικής βιομηχανίας. Η ανάλυση αυτή θα πρέπει να καλύψει την εκπαίδευση, την επαγγελματική κατάρτιση και τη διά βίου μάθηση, καθώς και τις συνθήκες απασχόλησης των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απασχολούνται με συμβάσεις υπεργολαβίας. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, θα πρέπει να ενθαρρυνθεί ο κοινωνικός διάλογος σε τομεακό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να καταρτιστεί συγκεκριμένη ημερήσια διάταξη, προκειμένου να συζητηθούν οι συγκεκριμένες αλλαγές που έχουν επέλθει στις συνθήκες εργασίας και στις δυνατότητες απασχόλησης λόγω των διαρθρωτικών αλλαγών στον τομέα της παροχής υπηρεσιών στις επιχειρήσεις.

Υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις και πολιτικές για την καινοτομία. Πρέπει να υποστηριχθούν έντονα τα προγράμματα και οι πρωτοβουλίες Ε&Α και καινοτομίας για την προαγωγή της καινοτομίας στις υπηρεσίες. Πρέπει να δοθεί περισσότερη προσοχή σε θέματα όπως οι οργανωτικές καινοτομίες, οι υπηρεσίες υψηλής έντασης γνώσης προς τις επιχειρήσεις ή η διαχείριση της καινοτομίας.

Ανάπτυξη προτύπων για τις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις. Πρέπει να ενθαρρυνθούν οι επιχειρήσεις να συμβάλουν στην καθιέρωση προτύπων μέσω αυτορρύθμισης και κατόπιν εκτενών διαβουλεύσεων με τους χρήστες των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις. Η συμβολή του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Τυποποίησης (CEN) και των εταίρων του (ανοικτή πλατφόρμα) είναι σημαντική για τη διάδοση των προϊόντων επιτυχών καινοτομιών, ιδιαιτέρως με την ταχεία επίτευξη άτυπης συναίνεσης.

Προώθηση της επιστήμης των υπηρεσιών ως νέου κλάδου εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Εσωτερική αγορά και νομοθεσία που επηρεάζει τις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις. Η ΕΟΚΕ έχει εντοπίσει μια σειρά τομέων στους οποίους πρέπει να αναληφθεί δράση με σκοπό την απλούστευση, διασαφήνιση και μείωση των κανονιστικών επιβαρύνσεων, χωρίς προφανώς να μειωθούν οι υφιστάμενες υποχρεώσεις όσον αφορά την υγιεινή και την ασφάλεια στην εργασία καθώς και την εκπροσώπηση των εργαζομένων. Μεταξύ άλλων, εφιστάται η προσοχή στο γεγονός ότι δεν έχει διενεργηθεί εκτίμηση των επιπτώσεων της οδηγίας για τις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις και ότι προς τούτο απαιτείται μεγάλη προσπάθεια, ιδίως μετά τη μεταφορά της οδηγίας στην εθνική νομοθεσία. Η εκτίμηση θα πρέπει να περιλαμβάνει και τον προσδιορισμό πιθανών περαιτέρω δράσεων για το μεγαλύτερο άνοιγμα του εμπορίου και του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά της διευρυμένης ΕΕ.

Περαιτέρω βελτίωση των στατιστικών για τις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις. Συνιστάται στα κράτη μέλη να συνεργαστούν περισσότερο για να βελτιωθούν οι στατιστικές σχετικά με τις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις και ιδιαιτέρως να συγκεντρωθούν περισσότερες πληροφορίες για την ποιότητά τους και τις επιδράσεις τους επί της οικονομίας των κρατών μελών. Αυτές οι στατιστικές και οι πληροφορίες αποτελούν απαραίτητο εργαλείο για τις κυβερνήσεις που προσπαθούν να βοηθήσουν τον κλάδο να αναπτύξει το δυναμικό του. Οι πρόσφατες τροποποιήσεις στο κεφάλαιο 74 της Γενικής Ονοματολογίας των Οικονομικών Δραστηριοτήτων στις ΕΚ (NACE) δεν επαρκούν για να εξασφαλιστούν οι απαραίτητες λεπτομέρειες για την εξαγωγή χρήσιμων δεδομένων σχετικά με τις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Ιστορικό. Στη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της ΕΟΚΕ που υιοθετήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2006 (CCMI/035) προτείνεται να δοθεί περισσότερη προσοχή στον τομέα των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις λόγω της συμβολής του στις επιδόσεις της ευρωπαϊκής μεταποιητικής βιομηχανίας. Στη γνωμοδότηση εκείνη εξηγούνταν οι αλληλεπιδράσεις υπηρεσιών και βιομηχανίας και ο αντίκτυπός τους στις κοινωνικές και οικονομικές επιδόσεις από την άποψη της απασχόλησης, της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας. Αυτή είναι και η αφετηρία για την παρούσα γνωμοδότηση, που συνεχίζει την ανάλυση του τομέα των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις. Θα ήταν καλό να οριστεί ευθύς εξαρχής η έννοια των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις ως μια σειρά υπηρεσιών οι οποίες —χρησιμεύοντας ως ενδιάμεσες εισροές— επηρεάζουν την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα των παραγωγικών δραστηριοτήτων, συμπληρώνοντας ή υποκαθιστώντας τη λειτουργία των εσωτερικών υπηρεσιών (Rubalcaba και Kox, 2007). Ο ορισμός αυτός παρουσιάζει κάποια αντιστοιχία με τη NACE rev. 1 (κωδικοί 72-74) και με τη νέα έκδοση της NACE (κωδικοί 69-74, 77-78, 80-82). Υπάρχουν δύο μείζονες κατηγορίες στον κλάδο των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις:

Υπηρεσίες υψηλής έντασης γνώσης (π.χ. πληροφορική και ΤΠΕ, συμβουλευτική διαχείρισης, λογιστική, παροχή φορολογικών και νομικών συμβουλών, μάρκετινγκ και σφυγμομετρήσεις της κοινής γνώμης, τεχνικές υπηρεσίες και μηχανική, υπηρεσίες προσωπικού, επαγγελματική κατάρτιση και προσλήψεις)

Λειτουργικές υπηρεσίες (π.χ. ασφάλεια, καθαρισμός, διαχείριση και τήρηση βιβλίων, πρόσληψη προσωρινού προσωπικού, τηλεφωνικά κέντρα, μετάφραση και διερμηνεία).

Σκοπός της παρούσας γνωμοδότησης είναι να συμβάλει στη μεγαλύτερη αναγνώριση αυτού του τομέα, να βοηθήσει στην απρόσκοπτη ανάπτυξή του και να ενισχύσει τις προσπάθειες των ευρωπαϊκών οικονομιών να γίνουν πιο ανταγωνιστικές στην παγκόσμια αγορά.

3.2

Η σημασία των υπηρεσιών εν γένει και των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις. Οι υπηρεσίες είναι ένας κλάδος με διαρκώς αυξανόμενη σημασία για τους πολίτες, τους επαγγελματίες, τις επιχειρήσεις, τις περιφέρειες και τις διάφορες χώρες· μπορεί να λεχθεί ότι, μέχρι ένα ορισμένο βαθμό, οι υπηρεσίες καθορίζουν και τη νέα δυναμική προσφοράς και ζήτησης των κοινωνικοοικονομικών συστημάτων. Παρά το γεγονός ότι οι υπηρεσίες υπεισέρχονται στις περισσότερες πτυχές της οικονομικής και κοινωνικής ζωής, συχνά δεν υπάρχουν τα αντίστοιχα στατιστικά δεδομένα. Ο παραδοσιακός καταμερισμός μεταξύ των παραγωγικών τομέων, παρότι είναι ελλιπής και αποκρύπτει την έντονη αλληλεξάρτηση που υπάρχει μεταξύ των διαφόρων οικονομικών κλάδων, μας επιτρέπει να εκτιμήσουμε τη σημασία των κυριότερων οικονομικών δραστηριοτήτων. Οι υπηρεσίες είναι ένας αυξανόμενης σημασίας κλάδος της οικονομίας στην Ευρώπη, όπου το μερίδιό του στο σύνολο της απασχόλησης (70 %) είναι μικρότερο από ό,τι στις Ηνωμένες Πολιτείες (80 %) και μεγαλύτερο από ό,τι στην Ιαπωνία (67 %). Και στις τρεις αυτές περιοχές, ο επιμέρους τομέας των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις αναπτύχθηκε με ιδιαίτερα δυναμικό ρυθμό επιτυγχάνοντας ανάλογη αύξηση του μεριδίου του στο σύνολο της απασχόλησης. Οι επιχειρήσεις που έχουν ως κύρια δραστηριότητα την παροχή υπηρεσιών σε άλλες επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν το 10-12 % του συνόλου της απασχόλησης κα της παραγόμενης πρόσθετης αξίας. Εάν η παροχή υπηρεσιών σε επιχειρήσεις θεωρηθεί δευτερεύουσα δραστηριότητα, το μερίδιο της στην απασχόληση θα ήταν πολύ μεγαλύτερο. Στην Ευρώπη του 2004, οι χώρες που πρωτοστατούσαν στην παροχή υπηρεσιών σε επιχειρήσεις ήταν οι χώρες Μπενελούξ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και Γερμανία. Την περίοδο 1995-2004, σε ορισμένες χώρες, μεταξύ των οποίων η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Αυστρία, η Λετονία και η Μάλτα, αναπτύχθηκε σημαντικά ο κλάδος της παροχής υπηρεσιών σε επιχειρήσεις. Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει μια κάποια σύγκλιση ορισμένων χωρών της ΕΕ. Πρόκειται αποκλειστικά για μια κατάταξη η οποία αντιστοιχεί στην απασχόληση σε επιχειρήσεις που έχουν ως κεντρική δραστηριότητα την παροχή υπηρεσιών σε επιχειρήσεις. Συνήθως, πρόκειται για μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

3.3

Αξιολόγηση των εξελίξεων. Η ΕΟΚΕ επανεξέτασε την κατάσταση υπό το φως των εξελίξεων που μεσολάβησαν από την προηγούμενη γνωμοδότηση που εξέδωσε τον Σεπτέμβριο του 2006 (CCMI/035) και παρατηρεί με ικανοποίηση ότι η Επιτροπή αποδίδει πλέον στις αποφάσεις της πολύ περισσότερη σημασία στις υπηρεσίες που παρέχονται στον μεταποιητικό κλάδο:

Στην ανακοίνωση «Ενδιάμεση εξέταση της βιομηχανικής πολιτικής: Συνεισφορά στη στρατηγική της ΕΕ για την ανάπτυξη και την απασχόληση» (2), η οποία εκδόθηκε μετά την προαναφερθείσα γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ, προτείνεται η εμπεριστατωμένη εξέταση και ανάλυση της ανταγωνιστικότητας του κλάδου της παροχής υπηρεσιών και του αντίκτυπου που έχει στην ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας. Εάν είναι απαραίτητο, θα υπάρξει περαιτέρω τομεακή παρακολούθηση. Το αποτέλεσμα θα είναι ο εντοπισμός όλων των εμποδίων για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και η αντιμετώπιση των πιθανών ελλείψεων της αγοράς οι οποίες ενδέχεται να δικαιολογούν την ανάληψη πρωτοβουλιών για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων που προκύπτουν στη βιομηχανία ή/και στον τομέα των υπηρεσιών. Αυτή η σε βάθος ανάλυση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής πραγματοποιείται εφέτος και τα πορίσματά της αναμένεται να γίνουν γνωστά περί τα τέλη του έτους.

Η δημοσίευση, τον Ιούλιο του 2007, του εγγράφου εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής με τίτλο «Προς μια ευρωπαϊκή στρατηγική για την καινοτομία στον τομέα των υπηρεσιών: Προκλήσεις και κύρια ζητήματα για τις μελλοντικές δράσεις» (3), η δημιουργία της ευρωπαϊκής πλατφόρμας για τις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις τον Φεβρουάριο του 2008 και η επικείμενη ανακοίνωση για την καινοτομία στον τομέα των υπηρεσιών (αναμένεται στα τέλη του 2008) θα αποτελέσουν πιθανότατα σημαντικά βήματα προς την πραγματική ένταξη των υπηρεσιών στις πολιτικές της ΕΕ για την καινοτομία.

Η υιοθέτηση της οδηγίας για τις «Υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά» (4), η οποία πρέπει να εφαρμοστεί το αργότερο μέχρι τις 28 Δεκεμβρίου 2009, θα αποτελέσει σημαντικό σημείο καμπής για την επίτευξη μιας πραγματικής εσωτερικής αγοράς των υπηρεσιών, υπό τον όρο ότι οι διατάξεις της οδηγίας θα ενσωματωθούν στη νομοθεσία των κρατών μελών και ότι θα διασφαλιστεί πως θα εφαρμόζεται το εργασιακό δίκαιο και οι συλλογικές συμβάσεις της χώρας παροχής των υπηρεσιών. Τόσο οι επιχειρήσεις όσο και οι καταναλωτές θα είναι σε θέση να αξιοποιήσουν πλήρως τις ευκαιρίες που τους προσφέρονται. Η οδηγία θα ενθαρρύνει επίσης τη λειτουργία του τομέα των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις, διευκολύνοντας το εμπόριο και τις επενδύσεις μεταξύ των χωρών της ΕΕ και παρέχοντας στις βιομηχανικές επιχειρήσεις μεγαλύτερες δυνατότητες να επιλέγουν περισσότερες, καλύτερες ή φθηνότερες υπηρεσίες. Τα νέα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα με τη χρήση υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις αναμένεται ότι θα οδηγήσουν σε αύξηση της απασχόλησης και της παραγωγικότητας και σε βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων.

3.4

Δράσεις στήριξης υπέρ του τομέα των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις. Πέρα από τις σημαντικότερες τρέχουσες πρωτοβουλίες της ΕΕ για την προαγωγή των υπηρεσιών προς επιχειρήσεις στη βιομηχανική της πολιτική και στην πολιτική που εφαρμόζει για την καινοτομία, καθώς και τις δυνητικές περαιτέρω επιδράσεις της οδηγίας για την εσωτερική αγορά, υπάρχουν και άλλες δράσεις της Επιτροπής που υποστηρίζουν έμμεσα τον ρόλο των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις στο χώρο της βιομηχανίας:

Η Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εφαρμόζει πλέον ένα αναθεωρημένο σύστημα κατάταξης NACE για τη συλλογή περισσότερων δεδομένων για τις υπηρεσίες.

Συστάθηκε το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Επιχειρήσεων για την προώθηση της επιχειρηματικότητας και την ανάπτυξη των επιχειρήσεων, με τη συγχώνευση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πληροφόρησης και του Κέντρου Διάδοσης της Καινοτομίας, το οποίο προσφέρει στις επιχειρήσεις περισσότερα από 500 σημεία επαφής (5). Θα είναι χρήσιμο για τις ΜΜΕ και, κατά συνέπεια, για τη μεγάλη πλειοψηφία των παρόχων υπηρεσιών σε επιχειρήσεις.

Από το 2005, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκδίδει προτάσεις για την απλούστευση και τον περιορισμό των διοικητικών επιβαρύνσεων. Οι τελευταίες προτάσεις, που δημοσιεύτηκαν το 2008, σχετίζονται με την εσπευσμένη μείωση του γραφειοκρατικού φόρτου (6). Πρόκειται για ένα καλό νέο για τις ΜΜΕ, οι οποίες υποφέρουν από τις μεγάλες διοικητικές επιβαρύνσεις, λόγω του μεγέθους τους.

Το έγγραφο της Επιτροπής «Για τη θέσπιση κοινών αρχών όσον αφορά την ευελιξία με ασφάλεια: περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας μέσω της ευελιξίας με ασφάλεια» (7) συζητήθηκε και σημειώθηκε πρόοδος στον διάλογο με τους κοινωνικούς εταίρους. Αυτό θα μπορούσε να διευκολύνει σε πανευρωπαϊκή κλίμακα την εφαρμογή της έννοιας της ευελιξίας με ασφάλεια, με προσαρμογές στις συνθήκες που επικρατούν σε κάθε κράτος μέλος. Στις δυναμικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών σε άλλες επιχειρήσεις, η ευελιξία με ασφάλεια, κατόπιν διαπραγμάτευσης μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη όταν συμβαδίζει με τη δημιουργία καλύτερων και περισσότερο ποιοτικών θέσεων απασχόλησης. Για να μπορέσει η ΕΕ να ανταποκριθεί στις πιέσεις της παγκοσμιοποίησης, πρέπει να υπάρξει μέριμνα για τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων.

Η έκδοση από την Επιτροπή του εγγράφου «Για μεγαλύτερη στήριξη της καινοτομίας μέσω της τυποποίησης στην Ευρώπη» (8), μεταξύ άλλων πρωτοβουλιών, το οποίο προάγει την επίσπευση της συμμετοχής της βιομηχανίας και άλλων ενδιαφερόμενων φορέων στην ανάπτυξη, εφαρμογή και χρήση προτύπων που υποστηρίζουν την καινοτομία σε συνδυασμό με μια αειφόρο βιομηχανική πολιτική.

3.5

Οι βασικές ανάγκες του τομέα των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις. Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στις πρωτοβουλίες για τις υπηρεσίες, υπάρχουν σημαντικά κενά που πρέπει να αντιμετωπιστούν. Η σημερινή ευρωπαϊκή πολιτική συγκλίνει πάρα πολύ με τις ανάγκες της μεταποιητικής βιομηχανίας, παραγνωρίζοντας ότι οι υπηρεσίες αποτελούν τον πρώτο σε μέγεθος τομέα της οικονομίας και συμβάλλουν στην ανάπτυξη κάθε πτυχής του επιχειρηματικού και κοινωνικού ιστού.

3.5.1

Οι περισσότερες από τις οριζόντιες και τομεακές πρωτοβουλίες στο πλαίσιο της βιομηχανικής πολιτικής της ΕΕ σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο επικεντρώνονται στη μεταποιητική βιομηχανία, ανεξάρτητα από τον εγγενή βοηθητικό ρόλο που διαδραματίζει σε αυτήν ο τομέας των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις. Υπάρχει, συνεπώς, άμεση ανάγκη για μια ισορροπημένη πολιτική της ΕΕ, η οποία να μην υποτιμά τη σημασία του τομέα των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις για τη γενική ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, αλλά και της οικονομίας ως σύνολο. Οι οριζόντιες πολιτικές που στοχεύουν σε οποιοδήποτε οικονομικό κλάδο πρέπει να είναι πραγματικά οριζόντιες και να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των επιχειρήσεων και των εργαζομένων στη νέα οικονομία των υπηρεσιών, όπου η βιομηχανία και η παροχή υπηρεσιών είναι άρρηκτα συνδεδεμένες, δημιουργώντας νέες ευκαιρίες για την ευρωπαϊκή οικονομία στην παγκόσμια αγορά ως άμεσο αποτέλεσμα των συνεργιών μεταξύ τους. Πολλές από τις πολιτικές πρωτοβουλίες της ΕΕ που αποτελούν τα στοιχεία της βιομηχανικής πολιτικής πρέπει να προσαρμοστούν και να εφαρμοστούν στις υπηρεσίες. Τούτο καλύπτει θέματα όπως, για παράδειγμα: την πλήρη εφαρμογή της εσωτερικής αγοράς υπηρεσιών, το διεθνές εμπόριο, τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις, την αγορά εργασίας, τα κοινωνικά μέτρα, την κατάρτιση και την περιφερειακή πολιτική, την Ε&Α, την καινοτομία, την τυποποίηση, την επιχειρηματικότητα, τη βελτίωση των στατιστικών και των πληροφοριών κλπ., με συνεκτίμηση παράλληλα, όπου είναι απαραίτητο, των ιδιαίτερων αναγκών των υπηρεσιών. Αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι σημαίνει πως όλες οι πολιτικές θα πρέπει να είναι κάθετες, να αφορούν δηλαδή ειδικά τις υπηρεσίες, αλλά μάλλον ότι ο αντίκτυπος που έχουν όλες αυτές οι πολιτικές για τις υπηρεσίες θα πρέπει να εξετάζεται προσεκτικά και, όπου χρειάζεται, να λαμβάνονται ειδικά μέτρα.

3.5.2

Ορισμένες βασικές ανάγκες μπορούν να εντοπιστούν στους ακόλουθους τομείς:

Η θέση των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις στις βιομηχανικές πολιτικές. Μετά την πρόσφατη συνεκτίμηση των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις και την ολοκλήρωση της τρέχουσας διαδικασίας αξιολόγησης, πρέπει να δοθεί περισσότερη προσοχή στις ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες η χρήση υπηρεσιών ευνοεί τις βιομηχανικές επιδόσεις, δηλαδή στον ρόλο που διαδραματίζουν οι υπηρεσίες στην ανταγωνιστικότητα και την παραγωγικότητα της βιομηχανίας από οικονομική άποψη. Για να αντιμετωπίσει τον παγκόσμιο ανταγωνισμό, η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει στην καινοτομία, στη γνώση, στο βιομηχανικό σχέδιο, στην εφοδιαστική, στο μάρκετινγκ και άλλες υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις, δηλαδή σε ολόκληρη την αλυσίδα παραγωγής αξίας.

Η θέση των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις στις πολιτικές για την απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση. Τα περισσότερα επαγγέλματα διαμορφώνονται στον χώρο των υπηρεσιών και η τάση αυτή θα συνεχιστεί (οι πολιτικοί ιθύνοντες δεν πρέπει να λησμονούν ότι το 20 % των ενδιάμεσων εισροών της μεταποιητικής βιομηχανίας προέρχονται από τον κλάδο των υπηρεσιών). Συνεπώς, ο δυνητικός αντίκτυπος που έχει η αγορά ή η ανάθεση υπηρεσιών από και σε επιχειρήσεις από όλο τον κόσμο (σε ποσοστό έως 30 %, σύμφωνα με μελέτη του ΟΟΣΑ του 2006) υποχρεώνει τα κράτη μέλη να προωθήσουν περισσότερο εκείνες τις δεξιότητες και τα προσόντα που θα επιτρέψουν στη βιομηχανία τους να αντιμετωπίσει τον παγκόσμιο ανταγωνισμό.

Η θέση των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις στις πολιτικές για την καινοτομία και την παραγωγικότητα. Η προαγωγή της καινοτομίας στις υπηρεσίες ενισχύει ουσιαστικά την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας με την προσθήκη ποιοτικών συντελεστών. Οι καινοτόμοι υπηρεσίες ασκούν μείζονα και θετικό αντίκτυπο στην ποιότητα, την απασχόληση και τη διάδραση με τους πελάτες. Ταυτόχρονα, ο τομέας μπορεί να προσφέρει ποιοτικές θέσεις απασχόλησης, καλές συνθήκες και ένα περιβάλλον υψηλής έντασης γνώσης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, οι εργαζόμενοι συμβάλλουν στην πραγμάτωση και την επιτυχία των καινοτόμων υπηρεσιών. Αυτό μπορεί να επιτρέψει στις επιχειρήσεις να ανταγωνίζονται άλλες από καλύτερη θέση και στους εργαζομένους να αναπτύξουν νέες δυνατότητες απασχόλησης. Τα οφέλη των καινοτόμων υπηρεσιών θα πρέπει να κατευθύνονται προς την αντιμετώπιση του προβλήματος της στασιμότητας που εμφανίζουν οι δείκτες παραγωγικότητας στον τομέα των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις. Στις περισσότερες χώρες, οι δείκτες ανάπτυξης της παραγωγικότητας εξακολουθούν να είναι κατά κύριο λόγο χαμηλοί, ακόμη και αν η ύπαρξη προβλημάτων στατιστικού υπολογισμού οδηγεί στην υποτίμηση της συμβολής που έχει η παροχή υπηρεσιών σε επιχειρήσεις στη γενικότερη ανάπτυξη της παραγωγικότητας.

Οι υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις και η εσωτερική αγορά. Το ζητούμενο είναι η ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής αγοράς υπηρεσιών, η οποία θα επιτρέπει στην ΕΕ να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της παγκοσμιοποίησης, με τη συνεκτίμηση όλων των συνθηκών που επηρεάζουν τις αγορές και την ανταγωνιστικότητα. Χρειάζεται ιδιαίτερη παρακολούθηση της εφαρμογής της οδηγίας για τις υπηρεσίες στα κράτη μέλη και του αντίκτυπου της επί των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις.

Οι υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις και οι περιφέρειες. Σε πολλές περιφέρειες οι υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις δεν είναι τόσο διαδεδομένες, εφόσον τείνουν να επικεντρώνονται στις μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές και σε περιοχές υψηλών εισοδημάτων. Σε περιφερειακό επίπεδο, πρέπει να προαχθεί και να τονωθεί τόσο η ζήτηση όσο και η προσφορά υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις και να αξιοποιηθούν στο μέγιστο τα υφιστάμενα δίκτυα που μπορούν να δημιουργούν συνέργειες μεταξύ των διαφόρων τοπικών παραγόντων.

Υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις και άλλες συναφείς πολιτικές. Υπάρχουν δύο είδη πολιτικών που σχετίζονται με τις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις: ρυθμιστικές κυρίως πολιτικές (εσωτερική αγορά, ανταγωνισμός, βελτίωση της νομοθεσίας, δημόσιες συμβάσεις) και μη ρυθμιστικές κυρίως πολιτικές (καινοτομία, δεξιότητες, ποιότητα και απασχόληση, πρότυπα, επιχειρηματικότητα και ΜΜΕ, περιφερειακή πολιτική, γνώση και στατιστικές). Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στον ρόλο των προτύπων, στον νέο κλάδο της επιστήμης των υπηρεσιών και στις στατιστικές.

3.6

Αλληλεπιδράσεις δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών στις επιχειρήσεις και στοχοθετημένων πολιτικών. Η πείρα έχει δείξει ότι οι δοκιμαστικές ολοκληρωμένες δράσεις θα μπορούσαν να επιδράσουν και να βοηθήσουν τον κλάδο των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις να αναπτυχθεί δυναμικά, ώστε να αντιμετωπίσει τις επικείμενες προκλήσεις. Πρέπει να συνεκτιμηθούν οι συνέργειες και οι αλληλεπιδράσεις των διάφορων πολιτικών.

3.7

Η οικονομική συλλογιστική είναι απαραίτητη κατά τη χάραξη ειδικών πολιτικών της ΕΕ για την προώθηση του τομέα της παροχής υπηρεσιών στις επιχειρήσεις, όπως έδειξαν πρόσφατα οι Kox και Rubalcaba (βλ. Business Services in European Economic Growth, 2007). Για να υποστηρίξουν τα επιχειρήματά τους, πρόβαλαν κυρίως διάφορες αποτυχίες της αγοράς και συστηματικές ελλείψεις, όπως η ασύμμετρη πληροφόρηση και οι εξωτερικοί παράγοντες.

3.8

Η ατζέντα της Λισσαβώνας 2008-2010. Οι πολιτικές που σχετίζονται με τον τομέα των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις θα μπορούσαν να αποβούν χρήσιμες στο πλαίσιο της πρότασης για ένα κοινοτικό πρόγραμμα της Λισσαβώνας για την περίοδο 2008-2010 (COM(2007) 804). Οι περισσότεροι από τους δέκα βασικούς στόχους που πρέπει να επιτευχθούν μέχρι το 2010 αφορούν τις υπηρεσίες άμεσα ή έμμεσα.

3.8.1

Η Επιτροπή θα προτείνει ένα ανανεωμένο Κοινωνικό Πρόγραμμα έως τα μέσα του 2008 και θα συμβάλει στην προσπάθεια για την αντιμετώπιση του ελλείμματος δεξιοτήτων. Διαπιστώνονται σημαντικές ελλείψεις και ανάγκες στις περισσότερες υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις οι οποίες χαρακτηρίζονται από ιδιαίτερα υψηλή ένταση εργασίας. Στη γνωμοδότησή της με τίτλο «Απασχόληση στις κατηγορίες προτεραιότητας (Στρατηγική της Λισσαβώνας)» (9), η ΕΟΚΕ παρατηρεί ότι οι φιλόδοξοι στόχοι της Λισσαβώνας για την απασχόληση υλοποιήθηκαν σε περιορισμένο μόνο βαθμό και ότι πολλές από τις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια, ιδίως στην περίπτωση των γυναικών, ήταν θέσεις μερικής απασχόλησης. Οι πιο ηλικιωμένοι εργαζόμενοι εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν εμφανώς περιορισμένη προσφορά κατάλληλων θέσεων απασχόλησης και οι νέοι να βρίσκουν συνήθως διάφορες μορφές άτυπης απασχόλησης, σε ορισμένες περιπτώσεις χωρίς τη δέουσα νομική και κοινωνική προστασία. Η γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ τόνιζε ότι, στο πλαίσιο του συστήματος της ευελιξίας με ασφάλεια, τα στοιχεία που χρειάζονται είναι υψηλή κοινωνική προστασία, ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας, εκπαίδευση, επιμόρφωση και επαγγελματική κατάρτιση.

3.8.2

Στις αρχές του 2008, η Επιτροπή υπέβαλε προτάσεις για μια κοινή πολιτική για τη μετανάστευση. Το γεγονός αυτό μπορεί να επηρεάσει τη μετανάστευση εργαζομένων με υψηλά προσόντα σε τομείς όπως οι υπηρεσίες υψηλής εντάσεως γνώσης σε επιχειρήσεις και των εργαζομένων με λιγότερα προσόντα σε κλάδους όπως οι υπηρεσίες καθαρισμού και ασφάλειας.

3.8.3

Η Κοινότητα θα υιοθετήσει νομοθεσία για τις μικρές επιχειρήσεις για να απελευθερώσει το αναπτυξιακό δυναμικό των ΜΜΕ καθ' όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τους. Ο κλάδος των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις είναι αυτός που εμφανίζει την υψηλότερη «γεννητικότητα» αλλά και «θνησιμότητα», πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στις νέες ΜΜΕ. Στη γνωμοδότηση που εξέδωσε με τίτλο «Το δυναμικό των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των ΜΜΕ» (10), η ΕΟΚΕ συνέστησε τον προσδιορισμό καλύτερα στοχοθετημένων και πιο εξορθολογισμένων ολοκληρωμένων κατευθυντήριων γραμμών για τις ΜΜΕ για την προαγωγή της ανάπτυξης και της απασχόλησης κατά την περίοδο 2008-2010. Οι ΜΜΕ θα ωφεληθούν επίσης από την μείωση των διοικητικών επιβαρύνσεων της ΕΕ κατά 25 % μέχρι το 2012.

3.8.4

Η ΕΕ θα ενισχύσει την εσωτερική αγορά και θα αυξήσει τον ανταγωνισμό στις υπηρεσίες. Στη γνωμοδότηση που προαναφέρθηκε (ΙΝΤ 324), η ΕΟΚΕ επικρίνει τη μη ολοκλήρωση μέχρι στιγμής της ενιαίας αγοράς και ιδιαιτέρως την καθυστερημένη εφαρμογή των οδηγιών από τα κράτη μέλη, τις διοικητικές επιβαρύνσεις και την έλλειψη κινητικότητας της εργασίας. Τα εμπόδια αυτά είναι ανυπέρβλητα για τις ΜΜΕ.

3.8.5

Η ΕΕ θα πραγματώσει την πέμπτη ελευθερία (την ελεύθερη κυκλοφορία της γνώσης) και θα δημιουργήσει έναν αυθεντικό Ευρωπαϊκό Χώρο Έρευνας. Οι υπηρεσίες υψηλής έντασης γνώσης προς τις επιχειρήσεις ενδέχεται να έχουν κάποιο ρόλο να διαδραματίσουν στο πλαίσιο αυτής της προτεραιότητας της Λισσαβώνας.

3.8.6

Η ΕΕ θα βελτιώσει τις γενικές προϋποθέσεις για την καινοτομία. Η ΕΟΚΕ έχει εκδώσει επίσης μια γνωμοδότηση με θέμα «Επενδύσεις και καινοτομία» (11), στην οποία υποστήριζε κατά βάση ότι η Ευρώπη πρέπει να πρωτοπορεί στην έρευνα, την τεχνολογική ανάπτυξη και την καινοτομία και ότι γι' αυτό χρειάζονται περισσότεροι πόροι από τον προϋπολογισμό της, βελτίωση των εκπαιδευτικών διαρθρώσεων και γενική βελτίωση των προτύπων. Απαιτούνται, επίσης, ένα κοινωνικό κλίμα ανοιχτό στην πρόοδο και την καινοτομία, δημιουργία των απαραίτητων προϋποθέσεων και λήψη αποφάσεων που εμπνέουν εμπιστοσύνη στις επιχειρήσεις και αισιοδοξία στους επενδυτές, προκειμένου να τοποθετήσουν τα κεφάλαιά τους σε νέες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες στην Ευρώπη. Παράλληλα, πρέπει να αυξηθεί η επίγνωση της καθοριστικής σημασίας που διαδραματίζει η βασική έρευνα και να ενσταλαχτεί επιχειρηματικό πνεύμα σε όσους είναι διατεθειμένοι να προωθήσουν καινοτομίες και να αναλάβουν κινδύνους, αποδεχόμενοι ως ένα ορισμένο βαθμό τον κίνδυνο αποτυχίας που είναι αναπόφευκτος. Η ΕΟΚΕ εξέτασε επίσης το νομικό και κοινωνικό περιβάλλον σε σχέση με την καινοτομική επιχειρηματικότητα και μια φιλική προς την καινοτομία αγορά.

3.8.7

Η ΕΕ θα προωθήσει μια βιομηχανική πολιτική προσανατολισμένη προς μια πιο βιώσιμη παραγωγή και κατανάλωση. Ο ρόλος των περιβαλλοντικών υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις στο πλαίσιο της βιομηχανικής πολιτικής θα μπορούσε να υπαχθεί σε αυτή την προτεραιότητα.

3.8.8

Η ΕΕ θα διεξαγάγει διμερείς διαπραγματεύσεις με βασικούς εμπορικούς της εταίρους προκειμένου να προκύψουν νέες ευκαιρίες για το διεθνές εμπόριο και τις επενδύσεις, και θα δημιουργήσει ένα κοινό χώρο ρυθμιστικών διατάξεων και προτύπων.

4.   Ιεράρχηση των δράσεων για την προώθηση της παροχής υπηρεσιών στις επιχειρήσεις

Απαιτείται ιεράρχηση των δράσεων, δεδομένου ότι ο τομέας των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις καλύπτει ένα ευρύ πεδίο πολιτικής. Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, οι προτεραιότητες θα πρέπει να έχουν ως εξής:

4.1

Προτεραιότητα 1: Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να συγκροτήσει, στο πλαίσιο της πολιτικής για τις επιχειρήσεις και τη βιομηχανία, μία Ομάδα Υψηλού Επιπέδου για τις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι πολιτικές πρωτοβουλίες βασίζονται σε μια ευρύτερη άποψη των υπηρεσιών και των αλληλεπιδράσεων που έχουν με τη βιομηχανία και το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων. Οι κύριοι στόχοι μιας παρόμοιας Ομάδας Υψηλού Επιπέδου θα μπορούσαν να είναι οι ακόλουθοι:

η εμβάθυνση της ανάλυσης των αναγκών του τομέα των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των αναγκών των ιδιαίτερα ποικιλόμορφων επιμέρους κλάδων του·

η λεπτομερής αξιολόγηση των υφιστάμενων πολιτικών που επηρεάζουν τις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις και η χάραξη συγκεκριμένων πολιτικών δράσεων στο κατάλληλο επίπεδο (περιφερειακό, εθνικό ή ευρωπαϊκό)·

η υπόδειξη στρατηγικών στόχων που θα πρέπει να υλοποιηθούν στις διαπραγματεύσεις του ΠΟΕ για τη GATS, με έμφαση στα μέτρα που είναι απαραίτητα ώστε να μπορέσουν οι ΜΜΕ να εξάγουν υπηρεσίες·

ο εντοπισμός και η συνένωση των ενδιαφερομένων όπου η εκπροσώπηση είναι πολύ περιορισμένη και αποσπασματική·

η σύσταση Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις, το οποίο θα παρακολουθεί τα μέτρα που εφαρμόζονται στα πλαίσια των πολιτικών πρωτοβουλιών της ΕΕ και θα προβάλλει τις καλύτερες πρακτικές. Το Παρατηρητήριο πρέπει να συμπεριλαμβάνει στα μέλη του εκπροσώπους της ΕΟΚΕ, των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των επιχειρηματικών ενώσεων και εμπειρογνώμονες του κλάδου των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις.

4.2

Προτεραιότητα 2: Πρέπει να προωθηθεί ένας κοινωνικός διάλογος αφιερωμένος ειδικά στον τομέα των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις, προκειμένου να συζητηθούν και να διατυπωθούν συστάσεις σχετικά με τα ακόλουθα:

νέες ευκαιρίες απασχόλησης·

διά βίου μάθηση·

πρόκληση των υπεργολαβιών και των εξωχώριων δραστηριοτήτων·

αναγνώριση του ελλείμματος δεξιοτήτων·

μερική απασχόληση και τηλεργασία·

το σύστημα της ευελιξίας με ασφάλεια στις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις (το θέμα αυτό έχει ήδη εξεταστεί εν γένει από την ΕΟΚΕ σε πρόσφατη γνωμοδότησή της — SOC/283)·

έλλειψη προσωπικού στις υπηρεσίες υψηλής έντασης γνώσης προς τις επιχειρήσεις και ρόλος της μετανάστευσης·

κινητικότητα.

Στην πράξη, η βιωσιμότητα και η αποτελεσματικότητα ενός τέτοιου τομεακού κοινωνικού διαλόγου (αναγνώριση των συμφωνιών, οργανωτική υποστήριξη) θα εξαρτηθεί από τον εντοπισμό και την αναγνώριση των αντιπροσωπευτικών ευρωπαϊκών ενώσεων των εργοδοτών και των εργαζομένων.

4.3

Προτεραιότητα 3: Ε&Α και καινοτομία στον τομέα των υπηρεσιών:

ανάλυση των τρόπων προαγωγής της καινοτομίας στις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις και του αντίκτυπου της στην παραγωγικότητα και στην κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη·

ρόλος των υπηρεσιών υψηλής έντασης γνώσης προς τις επιχειρήσεις στην ανάπτυξη της καινοτομίας στον τομέα των υπηρεσιών·

σχέση μεταξύ των εξελίξεων στον χώρο των ΤΠΕ και της καινοτομίας στον τομέα των υπηρεσιών·

εμπεριστατωμένη αξιολόγηση των προγραμμάτων Ε&Α και καινοτομίας για τον προσδιορισμό της θέσης που καταλαμβάνουν οι υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις·

εφαρμογή λιτών βιομηχανικών μεθόδων στον τομέα των υπηρεσιών·

ο ρόλος της καινοτομίας στις υπηρεσίες και άλλες πιθανές πολιτικές πρωτοβουλίες για τις υπηρεσίες υψηλής έντασης γνώσης σε περιφερειακό επίπεδο. Χρήση πολιτικών για την καινοτομία με στόχο την προώθηση της προσφοράς και της ζήτησης υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις.

4.4

Προτεραιότητα 4: Ανάπτυξη προτύπων. Η ανάπτυξη προτύπων στο χώρο των υπηρεσιών είναι αργή και ωθείται γενικά από τη ζήτηση. Από την πλευρά των παρόχων υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις, υπάρχουν διαρθρωτικά προβλήματα. Η πλειονότητα αυτών είναι μικρές επιχειρήσεις που δεν ανήκουν σε αντιπροσωπευτικές οργανώσεις στη χώρα τους, πράγμα το οποίο αντανακλάται και σε ευρωπαϊκό επίπεδο με την ανεπαρκή εκπροσώπηση της κατηγορίας αυτής στις ευρωπαϊκές οργανώσεις. Συνεπώς, ο μόνος τρόπος να βελτιωθεί η κατάσταση είναι να κινητοποιηθούν οι χρήστες για να εκφράσουν τις απαιτήσεις τους. Ο κλάδος των υπηρεσιών θα ωφεληθεί τα μέγιστα από την καθιέρωση σαφών προτύπων. Η ανάπτυξη προτύπων μπορεί να είναι χρήσιμη για τα ακόλουθα:

τη θέσπιση πρόσθετων ή ακόμη και εναλλακτικών κανονιστικών ρυθμίσεων·

τη βελτίωση της ποιότητας και την προώθηση του ανταγωνισμού·

τον περιορισμό της ασύμμετρης πληροφόρησης, προς όφελος των παρόχων αλλά και των χρηστών σε μια αγορά η οποία στερείται διαφάνειας·

τη διασφάλιση της δυνατότητας σύγκρισης στην περίπτωση που ο χρήστης βρίσκεται αντιμέτωπος με διάφορες προσφορές και πρέπει να αποφασίσει·

την ευρύτερη διάδοση του οφέλους των προγραμμάτων Ε&Α και καινοτομίας, για την ενθάρρυνση της καινοτομίας, με απώτερο στόχο την αναβάθμιση της ποιότητας των υπηρεσιών·

τον περιορισμό των διαφωνιών με τη διασαφήνιση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων μεταξύ των φορέων παροχής υπηρεσιών και των χρηστών·

την αποτροπή των κοινωνικών συγκρούσεων χάρη στην τήρηση, εκ μέρους των φορέων παροχής υπηρεσιών και των χρηστών, του εργασιακού δικαίου και των ισχυουσών συλλογικών συμβάσεων, με γενικές διαπραγματεύσεις, αν χρειασθεί, στο κατάλληλο επίπεδο·

τη διευκόλυνση ορισμένων οικονομιών κλίμακας από μικρές επιχειρήσεις που παρέχουν παρόμοιες υπηρεσίες σε διάφορα κράτη μέλη της ΕΕ, προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για τον περιορισμό των εμποδίων στα οποία προσκρούει η ολοκλήρωση της αγοράς·

την ανάπτυξη ενός υγιούς κλάδου εξαγωγών και την παροχή βοήθειας κατά τη σύναψη δημόσιων συμβάσεων και υπεργολαβιών για την παροχή υπηρεσιών.

4.5

Προτεραιότητα 5: Περαιτέρω βελτίωση των στατιστικών για τις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις. Οι πολιτικές πρωτοβουλίες εξαρτώνται από την ανάλυση των τρεχουσών τάσεων, οι οποίες μπορούν να προσδιοριστούν μόνο εφόσον υπάρχουν σαφείς και χρήσιμες στατιστικές. Η προφανώς ανεπαρκής αύξηση της παραγωγικότητας σε σύγκριση με τις ΗΠΑ θα μπορούσε να οφείλεται εν μέρει στην αναξιοπιστία των στατιστικών, οι οποίες στηρίζονται σε μια μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για τη μέτρηση των επιδόσεων της μεταποιητικής βιομηχανίας. Η περαιτέρω βελτίωση των στατιστικών για τις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις δεν απαιτεί μόνο απόφαση της Στατιστικής Υπηρεσίας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, αλλά και προθυμία των κυβερνήσεων των κρατών μελών να αλλάξουν τις μεθόδους που χρησιμοποιούν για τη συγκέντρωση στατιστικών δεδομένων. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στον υπολογισμό του ρόλου που διαδραματίζουν οι υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις σε άλλους κλάδους της βιομηχανίας και των υπηρεσιών.

4.6

Προτεραιότητα 6: Η επιστήμη των υπηρεσιών

Η επιστήμη των υπηρεσιών (ή άλλως Επιστήμη, Διαχείριση και Μηχανική των Υπηρεσιών, SSME) είναι ένας αναδυόμενος κλάδος που καλύπτει τις διάφορες αποσπασματικές προσεγγίσεις του τομέα των υπηρεσιών όπως, μεταξύ άλλων, η οικονομία, η διαχείριση, το μάρκετινγκ και η μηχανική των υπηρεσιών. Οι ερευνητές και οι επιχειρήσεις του τομέα αναγνωρίζουν την ανάγκη της προώθησης και της καλύτερης ολοκλήρωσης όλων αυτών των κλάδων. Η μηχανική των υπηρεσιών παρέχει ένα καλό παράδειγμα στο χώρο της επιστήμης των υπηρεσιών. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα τεχνικό κλάδο που ασχολείται με τη συστηματική ανάπτυξη και τον σχεδιασμό προϊόντων εξυπηρέτησης με τη χρήση των κατάλληλων μοντέλων, μεθόδων και εργαλείων. Μολονότι η μηχανική των υπηρεσιών καλύπτει, επίσης, πτυχές της διαχείρισης των υπηρεσιών, ένα από τα βασικά επίκεντρα ενδιαφέροντός της είναι η ανάπτυξη νέων προϊόντων εξυπηρέτησης. Ταυτόχρονα, η μηχανική των υπηρεσιών ασχολείται επίσης με τον σχεδιασμό συστημάτων ανάπτυξης, δηλαδή με συναφή με τις υπηρεσίες θέματα γενικής Ε&Α και με τη διαχείριση της καινοτομίας. Στο μέλλον, θα καθιερωθούν ως πάγιο χαρακτηριστικό οι ολοκληρωμένες προσεγγίσεις για την από κοινού μηχανική υλικών αγαθών, λογισμικού και υπηρεσιών.

Η βασική έρευνα για νέα επιχειρηματικά μοντέλα, μεθόδους και εργαλεία θα δώσει σημαντική ώθηση στην επιστήμη των υπηρεσιών. Τέλος, η αυξανόμενη εναρμόνιση των προδιαγραφών για τις υπηρεσίες θα ενθαρρύνει τη θέσπιση προδιαγραφών και την αποτελεσματική ανάπτυξη νέων υπηρεσιών (12).

H μηχανική των υπηρεσιών είναι ένας από τους ελάχιστους κλάδους του τομέα των υπηρεσιών που έχει διαμορφωθεί ουσιαστικά από την ευρωπαϊκή έρευνα. Η πληρέστερη ενσωμάτωση σε διεθνή δίκτυα και η συστηματική ανάπτυξη μιας ανεξάρτητης κοινότητας σχετικά με την μηχανική των υπηρεσιών έχουν καθοριστική σημασία για τη διατήρηση ηγετικού ρόλου στον τομέα αυτόν στο μέλλον (13).

4.7

Προτεραιότητα 7: Η εσωτερική αγορά και η νομοθεσία για τις υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις

Μείωση και απλούστευση των κανονιστικών επιβαρύνσεων. Υπάρχουν διάφοροι περιορισμοί που επηρεάζουν αρνητικά τις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών σε άλλες επιχειρήσεις και εξουδετερώνουν τις προσπάθειες που καταβάλλουν για να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους και να δραστηριοποιηθούν σε άλλα κράτη μέλη. Στους περιορισμούς αυτούς περιλαμβάνονται προβλήματα που αφορούν την κινητικότητα της εργασίας και την αναγνώριση εκπαιδευτικών προσόντων. Τα τελευταία χρόνια, έχουν αυξηθεί ο όγκος και η πολυπλοκότητα των κανονιστικών διατάξεων, πράγμα το οποίο επιδεινώνει την επιβάρυνση των μικρών παρόχων υπηρεσιών. Τα σημαντικότερα σημεία στα οποία πρέπει να δοθεί προσοχή είναι τα ακόλουθα:

Σύσταση και μεταβίβαση επιχειρήσεων. Ο χρόνος και τα ποσά που χρειάζονται για τη σύσταση μιας νέας επιχείρησης ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας μιας υφιστάμενης κυμαίνονται σε επίπεδο απαγορευτικό για τις ΜΜΕ.

Εμπόδια στην εξαγωγή υπηρεσιών. Απαιτούνται πολλοί πόροι για την αναζήτηση των κανονιστικών διατάξεων που αφορούν τις δραστηριότητές τους και το κόστος των σχετικών συμβουλευτικών υπηρεσιών είναι υψηλό για τις ΜΜΕ που επιθυμούν να εξαγάγουν υπηρεσίες. Απαιτείται παρακολούθηση της κατάστασης στις διεθνείς εμπορικές διαπραγματεύσεις, έτσι ώστε να αρθούν οποιαδήποτε άσκοπα εμπόδια που μπορεί να αντιμετωπίσουν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών σε άλλες επιχειρήσεις στις ξένες αγορές. Η τράπεζα δεδομένων για την πρόσβαση στην αγορά που συγκρότησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα μπορούσε να συμβάλει στον εντοπισμό παρόμοιων εμποδίων.

Περιορισμοί της πολυκλαδικής συνεργασίας. Υπάρχουν εμπόδια στην είσοδο επαγγελματιών φορέων παροχής υπηρεσιών, τα οποία μπορεί να αρθούν όταν θα τεθεί σε εφαρμογή η οδηγία για τις υπηρεσίες.

Ελλιπής μεταφορά της κοινοτικής νομοθεσίας στα εθνικά δίκαια και νομοθετικές αποκλίσεις μεταξύ κρατών μελών. Έστω και εάν οι κανονιστικές διατάξεις δεν είναι κατά της εσωτερικής αγοράς, η υψηλή ανομοιογένεια μεταξύ των χωρών μελών της ΕΕ παρεμποδίζει την ολοκλήρωση της αγοράς.

Δημόσιες συμβάσεις και κανονισμοί που αφορούν τον ανταγωνισμό μεταξύ ιδιωτικών και κρατικών επιχειρήσεων για τη σύναψη δημόσιων συμβάσεων.

Εμπόδια που αποκλείουν την παροχή υπηρεσιών μεταξύ κρατών μελών. Προστατευτικές ρήτρες που υιοθετούν οι επαγγελματικές ενώσεις στα καταστατικά τους για να εμποδίσουν τη δραστηριοποίηση ομολόγων από άλλα κράτη μέλη στον κλάδο τους.

Απόσπαση εργαζομένων με υψηλά προσόντα. Δυσχέρειες που προκύπτουν με την απόσπαση εργαζομένων σε άλλα κράτη μέλη, ακόμη και στην περίπτωση θέσεων που απαιτούν υψηλή εξειδίκευση. Η γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ για την απόσπαση εργαζομένων (14) θα μπορούσε να χρησιμεύσει για τον προσανατολισμό ενδεχόμενων δράσεων στο πεδίο αυτό.

Αναγνώριση των προσόντων. Η οδηγία 2005/36/ΕΚ της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 για την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων έπρεπε να έχει τεθεί σε ισχύ μέχρι τις 20 Οκτωβρίου 2007. Αυτό σήμαινε αντικατάσταση δεκαπέντε προηγούμενων οδηγιών που καλύπτουν τα επαγγελματικά προσόντα. Θα έπρεπε να υπάρχει τώρα ένας πραγματικός εκσυγχρονισμός του κοινοτικού συστήματος το οποίο προωθεί την κοινοτική αγορά υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις διαμέσου μιας πιο ευέλικτης και αυτόματης αναγνώρισης των προσόντων. Στο μεσοδιάστημα, η πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την προώθηση συστήματος πληροφοριών για την εσωτερική αγορά (IMI) κρίνεται ως μια πρακτική προσέγγιση που μπορούν να υιοθετήσουν οι κυβερνήσεις και οι εργοδότες των κρατών μελών, ώστε να είναι σε θέση να ελέγχουν σε μια κεντρική τράπεζα δεδομένων ποια είναι η αρμόδια αρχή (σε περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο σε κάθε κράτος μέλος) για την έκδοση πιστοποιητικών επαγγελματικής ικανότητας και προσόντων και να επαληθεύουν τη γνησιότητα αυτών των πιστοποιητικών.

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας για τις υπηρεσίες. Μια τομεακή ανάλυση θα βοηθούσε τον κλάδο των υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις να αξιοποιήσει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο το νέο κανονιστικό περιβάλλον και, ιδιαίτερα, να εντοπίσει τα εμπόδια που εναπομένουν μετά τη μεταφορά στο αστικό δίκαιο των διατάξεων της οδηγίας για τις υπηρεσίες. Η μεταφορά αυτής της οδηγίας θα υποβληθεί σε εμπεριστατωμένη εξέταση από το 2010, ώστε να μπορέσει να διενεργηθεί αξιολόγηση της προόδου της και να παρακολουθηθεί προσεκτικά ο τρόπος διεξαγωγής της. Πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στον αντίκτυπο στον τομέα των υπηρεσιών προς επιχειρήσεις. Τα συστήματα πληροφοριών για την εσωτερική αγορά μπορούν να προσφέρουν χρήσιμες πληροφορίες για την παρακολούθηση και την μελλοντική απλούστευση των διαφορών μεταξύ των κρατών μελών.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  ΕΕ C 318, 23.12.2006, σ. 4 (CCMI/035).

(2)  COM(2007) 374, 4 Ιουλίου 2007.

(3)  SEC(2007) 1059, 27 Ιουλίου 2007.

(4)  Οδηγία 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2006.

(5)  Ανακοίνωση τύπου IP/08/192, 7 Φεβρουαρίου 2008.

(6)  Memo/08/12, 10 Μαρτίου 2008.

(7)  COM(2007) 359 τελικό.

(8)  COM(2008) 133 τελικό, 11 Μαρτίου 2008.

(9)  ΕΕ C 256, 27.10.2007, σ. 93 (SOC/251).

(10)  ΕΕ C 256, 27.10.2007, σ. 8 (ΙΝΤ/324).

(11)  ΕΕ C 256, 27.10.2007, σ. 17 (INT/325).

(12)  Service engineering — methodical development of new service products, των Hans-Jorg Bullinger, Klaus-Peter Fahnrich και Thomas Meiren.

(13)  Thomas Meiren, Ινστιτούτο Βιομηχανικής Μηχανολογίας Fraunhofer, Στουτγάρδη, Γερμανία.

(14)  Βλ. CESE 995/2008, 29.5.2008 (SOC/282) (ΕΕ C 224, 30.8.2008, σ. 95).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

στη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Το ακόλουθο απόσπασμα της γνωμοδότησης του τμήματος τροποποιήθηκε υπέρ μιας τροπολογίας που υιοθετήθηκε από την Ολομέλεια. Συγκέντρωσε, εντούτοις, πάνω από το 25 % των εκπεφρασμένων ψήφων:

Σημείο 2.2 — 2η κουκίδα:

«—

Πολιτική αγορά εργασίας στον τομέα της παροχής υπηρεσιών σε επιχειρήσεις. Από κοινωνική άποψη, πρέπει να εξεταστούν σε βάθος οι προκλήσεις που δημιουργούνται από τις νέες μορφές απασχόλησης που είναι προϊόν της αλληλεπίδρασης του κλάδου παροχής υπηρεσιών σε επιχειρήσεις και της βιομηχανίας. Η ανάλυση αυτή πρέπει να καλύψει την εκπαίδευση, την επαγγελματική κατάρτιση και τη δια βίου μάθηση, καθώς και τις συνθήκες απασχόλησης των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απασχολούνται με συμβάσεις υπεργολαβίας. Για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός, προτείνεται να επεκταθεί ημερήσια διάταξη για τον κοινωνικό διάλογο, έτσι ώστε να εξεταστούν συγκεκριμένες αλλαγές που έχουν επέλθει σε ό,τι αφορά στις συνθήκες εργασίας και τις δυνατότητες για τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης που οφείλονται στις διαρθρωτικές αλλαγές οι οποίες επηρεάζουν τον τομέα παροχής υπηρεσιών στις επιχειρήσεις.»

Αποτέλεσμα:

87 ψήφοι υπέρ της τροπολογίας, 35 ψήφοι κατά και 13 αποχές.


3.2.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 27/34


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα καλλυντικά προϊόντα (αναδιατύπωση)»

COM(2008) 49 τελικό — 2008/0035 (COD)

(2009/C 27/07)

Στις 13 Μαίου 2008, το Συμβούλιο αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή την κατάρτιση γνωμοδότησης με θέμα την:

«Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα καλλυντικά προϊόντα (αναδιατύπωση)».

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 11 Ιουνίου 2008 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Krawczyk.

Κατά την 446 σύνοδο ολομέλειας, της 9ης και 10ης Ιουλίου 2008 (συνεδρίαση της 9ης Ιουλίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 126 ψήφους υπέρ και 4 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει το στόχο και τους σκοπούς του σχεδίου κανονισμού καθώς και την αναδιατύπωση της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ με τη μορφή κανονισμού.

1.2

Η ΕΟΚΕ συνιστά την προσοχή στο γεγονός ότι ενδέχεται να προκύψει σημαντικό κόστος, ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις για να εκπληρώσουν τις νέες απαιτήσεις όσον αφορά τις ορθές πρακτικές παρασκευής, την εκτίμηση της ασφάλειας και την προετοιμασία του φακέλου πληροφοριών προϊόντος, καθώς και όλες τις απαραίτητες δοκιμές.

1.3

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ευκταίο να ελαχιστοποιηθούν οι εν λόγω αρνητικές δημοσιονομικές συνέπειες που θα πλήξουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, διευκρινίζοντας π.χ. ότι για τα προϊόντα που θα διατεθούν στην αγορά για πρώτη φορά, ο φάκελος πληροφοριών προϊόντος και η εκτίμηση της ασφάλειας θα καταρτίζονται σύμφωνα με τις νέες απαιτήσεις.

1.3.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την περίοδο των 36 μηνών που ορίζεται πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά την επικαιροποίηση των φακέλων πληροφοριών προϊόντων και την εκτίμηση της ασφάλειας των καλλυντικών προϊόντων που διατίθενται ήδη στην αγορά, η ΕΟΚΕ συνιστά να προβλεφθεί περαιτέρω μεταβατική περίοδος 24 μηνών μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού.

1.4

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την εισαγωγή διαφοροποιημένου καθεστώτος για τις ουσίες που ταξινομούνται ως καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες ή τοξικές για την αναπαραγωγή («ΚΜΤ»). Η απαγόρευση της χρήσης παρόμοιων ουσιών πρέπει να διατηρηθεί.

2.   Προοίμιο

2.1

Ο βασικός σκοπός της οδηγίας (οδηγία 76/768/ΕΟΚ) είναι να προστατεύσει την υγεία του καταναλωτή και να εναρμονίσει τις νομικές διατάξεις για τα καλλυντικά προϊόντα στην κοινή αγορά. Μια εκτίμηση της σημερινής κατάστασης της αγοράς δείχνει ότι οι τροποποιήσεις της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ και οι αποκλίσεις κατά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο από τα κράτη μέλη οδήγησαν σε μεγάλη ανασφάλεια δικαίου και σε πολλές νομικές αντιφάσεις. Αυτές δημιούργησαν, αφενός διοικητικά βάρη και αφετέρου, περιττές δαπάνες για τις αρμόδιες αρχές καθώς και για τη βιομηχανία χωρίς να συμβάλουν στην ασφάλεια των καλλυντικών προϊόντων.

2.2

Η απλούστευση της οδηγίας 76/768/EΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα (η «οδηγία για τα καλλυντικά») εξαγγέλθηκε στην ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβώνας — Στρατηγική για την απλούστευση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος» και στην ετήσια στρατηγική πολιτικής της Επιτροπής για το 2007 και στο νομοθετικό και στο πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για το 2007. Η Επιτροπή πρότεινε να απλουστεύσει την οδηγία για τα καλλυντικά με τη μορφή αναδιατύπωσης, η οποία αποτελεί νομοθετική τεχνική με την οποία κωδικοποιείται νομοθετικό κείμενο με τις τροποποιήσεις του και εισάγονται ουσιαστικές βελτιώσεις.

2.3

Με βάση την ανατροφοδότηση από την δημόσια ακρόαση που ξεκίνησε το 2006 καθώς και ορισμένες μελέτες της Επιτροπής, η τελευταία προέβη σε εκτενή αξιολόγηση του αντίκτυπου προτού καταρτιστεί η πρόταση κανονισμού (αναδιατύπωση) (1).

2.4

Ο τομέας των καλλυντικών της ΕΕ χαρακτηρίζεται από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Το 97 % όλων των εταιρειών καλλυντικών προϊόντων της ΕΕ είναι μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Από αυτές το 80 % έχουν λιγότερους από 19 υπαλλήλους. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις υπολογίζεται ότι απασχολούν περίπου τα δύο τρίτα του συνόλου των ατόμων που εργάζονται άμεσα στον τομέα των καλλυντικών στην ΕΕ.

2.5

Σε όρους απασχόλησης υπάρχουν περίπου 150 000 άτομα που εργάζονται στη βιομηχανία καλλυντικών προϊόντων στην Ευρώπη. Από το 1999, ο ευρωπαϊκός τομέας δημιουργεί συνεχώς νέες θέσεις εργασίας (αύξηση 1,2 % ετησίως).

2.6

Εκτός της άμεσης απασχόλησης, ο τομέας των καλλυντικών έχει ισχυρό έμμεσο αντίκτυπο στην απασχόληση όπως είναι στο λιανεμπόριο, στη διανομή και στις μεταφορές. Εκτιμάται ότι περίπου 350 000 θέσεις εργασίας έχουν δημιουργηθεί έμμεσα από τη βιομηχανία καλλυντικών.

2.7

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το ενδιαφέρον και οι απόψεις των μικρομεσαίων επιχειρήσεων του τομέα των καλλυντικών στην ΕΕ πρέπει να ληφθούν υπόψη όταν εξετάζεται ο αντίκτυπος της παρούσας πρότασης.

2.8

Οι ενδοκοινοτικές εξαγωγές καλλυντικών αυξάνονται κάθε χρόνο από το 1999, κατά μέσο όρο 5 % ετησίως σε όρους όγκου και 6,5 % ετησίως σε όρους αξίας.

2.9

Η βιομηχανία καλλυντικών είναι μια διεθνής επιχείρηση στην οποία η Ευρώπη είναι πολύ σημαντικός παράγοντας. Ο τομέας αυτός είναι ιδιαίτερα σημαντικός για την ΕΕ η οποία είναι καθαρός εξαγωγέας. Το 2005, οι εξαγωγές καλλυντικών προϊόντων εκτός της ΕΕ ανήλθαν σε 16 δισεκατομμύρια ευρώ ενώ οι εισαγωγές σε 4,4 δισεκατομμύρια ευρώ.

2.10

Η κατάσταση διαφέρει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Η Πολωνία αποτελεί ένα παράδειγμα αυτής της κατάστασης, διότι μεγάλο μέρος του τομέα των καλλυντικών της Πολωνίας είναι ακόμη ανεξάρτητο με περισσότερες από 400 επιχειρήσεις, που λειτουργούν κυρίως ως μικρομεσαίες. Η πολωνική αγορά καλλυντικών προϊόντων, η οποία σημείωσε ετήσια αύξηση 8,2 % το 2006 και 7,2 % το 2007 και η οποία εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρό δυναμικό ανάπτυξης αποτελεί ένα καλό παράδειγμα συνεχούς ανάπτυξης που δεν καταγράφεται πλέον στις πέντε μεγαλύτερες ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπης (Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία και Ισπανία).

3.   Εισαγωγή

Η οδηγία για τα καλλυντικά είναι μια πολύ λεπτομερής και ρυθμιστική νομοθετική πράξη. Από το 1976 η οδηγία για τα καλλυντικά τροποποιήθηκε 56 φορές με αποτέλεσμα τη δημιουργία ανασφάλειας δικαίου και νομικών αντιφάσεων και την παντελή απουσία οποιασδήποτε σειράς ορισμών.

3.1

Η προτεινόμενη αναδιατύπωση της οδηγίας του Συμβουλίου 76/768/ΕΟΚ έχει τους ακόλουθους βασικούς στόχους:

να αρθούν η ανασφάλεια δικαίου και οι νομικές αντιφάσεις ως αποτέλεσμα των πολυάριθμων τροποποιήσεων·

να αποφευχθούν οι αποκλίσεις κατά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο, οι οποίες δεν συμβάλουν στην ασφάλεια των προϊόντων, αλλά, αντιθέτως, επιβαρύνουν το ρυθμιστικό φόρτο και το διοικητικό κόστος·

να απλουστευθούν και να ενοποιηθούν ορισμένες διοικητικές διαδικασίες, όπως είναι η κοινοποίηση, η επαγρύπνηση για τα καλλυντικά και η διοικητική συνεργασία κατά την εποπτεία της αγοράς·

να εξασφαλιστεί ότι τα καλλυντικά προϊόντα που τοποθετούνται στην αγορά της ΕΕ είναι ασφαλή, λαμβανομένης ιδίως υπόψη της καινοτομίας σε αυτό τον τομέα·

να διατηρηθούν οι κανόνες σχετικά με τις δοκιμές σε ζώα οι οποίοι προστέθηκαν στην οδηγία για τα καλλυντικά με την «έβδομη τροποποίηση» το 2003·

να εισαχθούν σαφείς ελάχιστες απαιτήσεις για την εκτίμηση της ασφάλειας των καλλυντικών·

να καθιερωθεί η δυνατότητα να ρυθμίζονται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι ουσίες ΚΜΤ κατηγορίας 1 και 2 με βάση τον πραγματικό τους κίνδυνο.

Τα βασικά στοιχεία του σχεδίου της πρότασης κανονισμού είναι τα εξής:

3.2

Η πρόταση της Επιτροπής διατηρεί το πεδίο της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ και ο ορισμός των καλλυντικών προϊόντων παραμένει αμετάβλητος. Κατά τη διάρκεια της δημόσιας ακρόασης που πραγματοποίησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οι περισσότεροι συμμετέχοντες ήταν υπέρ της αναδιατύπωσης της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ με τη μορφή κανονισμού.

3.3

Υπεβλήθη η πρόταση με νέους ορισμούς, όπως για τον παρασκευαστή, τον εισαγωγέα, τη διάθεση στην αγορά, την τοποθέτηση στην αγορά, τις εναρμονισμένες προδιαγραφές, τα ίχνη, τα συντηρητικά, τα χρωστικά, τα φίλτρα υπεριωδών ακτινών, τις ανεπιθύμητες ενέργειες, τις σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες, την απόσυρση και την ανάκλησή του. Ωστόσο δεν προτείνεται κανένας ορισμός της βασικής έννοιας «καλλυντικά προϊόντα».

3.4

Εισήχθη η έννοια του υπεύθυνου προσώπου, που είναι εγκατεστημένο στην Κοινότητα. Περιγράφεται η ευθύνη στις περιπτώσεις των προϊόντων που προμηθεύεται ο καταναλωτής από τρίτες χώρες, π.χ. μέσω του διαδικτύου.

3.5

Εισήχθησαν οι αρχές της «νέας προσέγγισης»: η αναφορά στα εναρμονισμένα πρότυπα στις νομικές πράξεις, στο πεδίο των ορθών πρακτικών παρασκευής, στα υποδείγματα και στην ανάλυση καθώς και στους ισχυρισμούς σχετικά με τα καλλυντικά προϊόντα.

3.6

Καθιερώθηκαν οι ελάχιστες απαιτήσεις για την εκτίμηση της ασφάλειας και τον φάκελο πληροφοριών προϊόντος (φάκελος προϊόντος). Η εκτίμηση της ασφάλειας του καλλυντικού προϊόντος προτείνεται στο παράρτημα Ι του σχεδίου κανονισμού και βασίζεται στα τοξικολογικά χαρακτηριστικά των συστατικών του προϊόντος.

3.7

Προτάθηκε ένα διαφοροποιημένο καθεστώς που βασίζεται στην εκτίμηση του κινδύνου (και όχι στην επικινδυνότητα) για τις ουσίες που ταξινομούνται ως καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες ή τοξικές για την αναπαραγωγή («ΚΜΤ»), αντί του πρόσφατου καθεστώτος που βασίζεται στην επικινδυνότητα. Γενικά, η απαγόρευση των ουσιών ΚΜΤ των κατηγοριών 1 και 2 διατηρήθηκε. Πάντως η νέα προσέγγιση επιτρέπει, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, τη χρήση αυτών των ουσιών εφόσον έχει διαπιστωθεί για τα καταναλωτικά προϊόντα ότι είναι ασφαλείς.

3.8

Διατηρήθηκαν η γενική στρατηγική για την απαγόρευση των δοκιμών σε ζώα τελικών προϊόντων καθώς και τα χρονοδιαγράμματα των προθεσμιών για την απαγόρευση της εμπορίας καλλυντικών προϊόντων που περιέχουν συστατικά ή συνδυασμούς συστατικών τα οποία έχουν δοκιμαστεί σε ζώα.

3.9

Καθιερώθηκε ενιαία προσέγγιση για τη διαχείριση των ανεπιθύμητων ενεργειών και των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών. Τα στοιχεία για τις ανεπιθύμητες ενέργειες και τις σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες θα αποτελέσουν μέρος της έκθεσης ασφάλειας του καλλυντικού προϊόντος, η οποία θα γνωστοποιείται στο κοινό. Επιπλέον, σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες θα ανακοινώνονται χωρίς καθυστέρηση στις αρμόδιες αρχές.

3.10

Προτάθηκε η απλουστευμένη, επικεντρωμένη και ηλεκτρονική κοινοποίηση μέσω μιας «υπηρεσίας ενιαίας εξυπηρέτησης». Μέχρι σήμερα, πριν από την τοποθέτηση των καλλυντικών προϊόντων στην αγορά, η κοινοποίηση έπρεπε να γίνει χωριστά σε κάθε κράτος μέλος. Το πεδίο πληροφόρησης διαφέρει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Επιπλέον, η χωριστή κοινοποίηση στα κέντρα δηλητηριάσεων απαιτείται σήμερα σε αρκετά κράτη μέλη.

3.11

Ενισχύθηκαν επίσης, η διοικητική συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων αρχών και η εφαρμογή των ορθών διοικητικών πρακτικών.

4.   Γενικές παρατηρήσεις

4.1

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τους στόχους και τους σκοπούς του σχεδίου κανονισμού — την απλούστευση και την εναρμόνιση ορισμένων διοικητικών διαδικασιών, διασφαλίζοντας υψηλότερο επίπεδο ασφάλειας για τους καταναλωτές. Ο προτεινόμενος κανονισμός μπορεί αναμφίβολα να θεωρηθεί ως διαφανής. Οι νομικές του διατάξεις αποσαφηνίζουν προηγούμενες νομικές ασάφειες, οι οποίες στο παρελθόν είχαν οδηγήσει σε διαφορετικές ερμηνείες και εφαρμογές.

4.2

Η αναδιατύπωση της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ ως κανονισμού θα διασφαλίσει την ενιαία εφαρμογή των νομικών διατάξεων αυξάνοντας την ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων στην κοινή αγορά και θα απλουστεύσει τις διοικητικές διαδικασίες στις αγορές της ΕΕ.

4.3

Μολονότι η απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών θα μπορούσε να μειώσει ορισμένα κόστη (π.χ. κοινοποίηση των προϊόντων και κοινοποίηση στα κέντρα δηλητηριάσεων), αναμένεται ότι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα χρειαστεί να επωμιστούν υψηλό κόστος για να εκπληρώσουν τις νέες απαιτήσεις όσον αφορά το περιεχόμενο του φακέλου πληροφοριών προϊόντος και την συμμόρφωσή του με το εναρμονισμένο πρότυπο EN ISO 22716 (GMP). Θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι ισχύουσες νομικές διατάξεις δεν απαιτούν λεπτομερή τοξικολογικά στοιχεία στο ίδιο υψηλό επίπεδο με εκείνα που απαιτούνται στον προτεινόμενο κανονισμό.

4.4

Πρέπει να αναμένεται ότι το ποσό των πρόσθετων αναγκαίων δαπανών για την εκπλήρωση των απαιτήσεων του κανονισμού θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το μέγεθος της επιχείρησης. Τα έξοδα που συνδέονται με την προετοιμασία των φακέλων πληροφοριών προϊόντος και την εκτίμηση της ασφάλειας θα κληθούν να καλύψουν πρωτίστως οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες άλλοτε συνήθιζαν να ετοιμάζουν τα υποτυπώδη στοιχεία που προσδιορίζονται από τις ισχύουσες νομικές διατάξεις.

Στην περίπτωση μεγάλων διεθνών εταιριών δεν θα πρέπει να αναμένει κανείς τεράστια αύξηση του κόστους λόγω της μακροχρόνιας εμπειρίας που διαθέτουν, της εμπειρογνωσίας, των ανθρώπινων πόρων, της τεχνολογικής τους υποδομής και της πρόσβασης στην τεχνογνωσία. Στην περίπτωση μεγάλων επιχειρήσεων παρασκευής προϊόντων για αρκετές αγορές της ΕΕ, το ευρωπαϊκό συγκεντρωτικό σύστημα κοινοποίησης θα απλουστεύσει οριστικά τις παλαιότερες διοικητικές διαδικασίες, και έτσι θα μειωθεί εν μέρει το κόστος κοινοποίησης. Επιπλέον, οι διεθνείς επιχειρήσεις έχουν ήδη εφαρμόσει συστήματα κοινοποίησης για τις δικές τους ομαδικές τυποποιήσεις πλαισίου (τύποι προϊόντων).

4.5

Στην περίπτωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων μπορούμε να αναμένουμε τεράστια αύξηση του κόστους όσον αφορά τις ορθές πρακτικές παρασκευής, την εκτίμηση της ασφάλειας και την προετοιμασία του φακέλου πληροφοριών προϊόντος, καθώς και όλες τις απαραίτητες δοκιμές.

Μόνον όσον αφορά την έρευνα, τον φάκελο προϊόντος και την εκτίμηση της ασφάλειας το κόστος για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι πιθανόν να αυξηθεί ακόμη και κατά 100 % για κάθε νέο προϊόν που τοποθετείται στην αγορά. Αυτό θα αυξήσει σε τεράστιο βαθμό το κόστος παραγωγής στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η κατάσταση αυτή θα επηρεάσει την τιμή λιανικής πώλησης των προϊόντων και κατά συνέπεια θα έχει αντίκτυπο στα συμφέροντα των καταναλωτών.

Θα πρέπει κανείς να έχει υπόψη του ότι, στην περίπτωση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι σειρές προϊόντων παρασκευάζονται σε πολύ μικρότερο όγκο σε σύγκριση με τις μεγάλες διεθνείς επιχειρήσεις οι οποίες πωλούν μεγάλες ποσότητες προϊόντων. Ως αποτέλεσμα, οι δαπάνες για την έρευνα, τον φάκελο προϊόντος και την εκτίμηση ασφαλείας ανά προϊόν είναι πολύ υψηλότερες για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ως εκ τούτου, η εκτίμηση του αντίκτυπου που προετοίμασε η Επιτροπή ενδεχομένως να είναι ανεπαρκής για τα κράτη μέλη, στα οποία δραστηριοποιείται μεγάλος αριθμός μικρομεσαίων επιχειρήσεων, όπως είναι η Ισπανία, η Ιταλία, η Πολωνία και η Βουλγαρία.

4.6

Κρίνεται σκόπιμο να ελαχιστοποιηθούν οι αρνητικές δημοσιονομικές συνέπειες για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, λόγου χάρη, μέσω της διασαφήνισης ότι ο φάκελος πληροφοριών προϊόντος και η εκτίμηση της ασφάλειας θα πρέπει να προετοιμάζονται σύμφωνα με τις νέες απαιτήσεις για τα προϊόντα που τοποθετούνται για πρώτη φορά στην αγορά. Κρίνεται αναγκαίο να επεκταθεί η μεταβατική περίοδος για την επικαιροποίηση των φακέλων πληροφοριών προϊόντων και την εκτίμηση της ασφάλειας για τα προϊόντα που διατίθενται ήδη στην αγορά.

4.6.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την περίοδο των 36 μηνών που καθορίζεται για την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά την επικαιροποίηση των φακέλων πληροφοριών προϊόντων και την εκτίμηση της ασφάλειας των καλλυντικών προϊόντων που διατίθενται ήδη στην αγορά, η ΕΟΚΕ συνιστά να προβλεφθεί περαιτέρω μεταβατική περίοδος 24 μηνών μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού.

4.7

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την καθιέρωση δέσμης ορισμών. Αυτό θα διευκολύνει την ερμηνεία των διατάξεων του κανονισμού και θα βοηθήσει την άρση νομικών ανασφαλειών και αντιφάσεων. Ωστόσο δεν προτείνεται κανένας νέος ορισμός της έννοιας «καλλυντικά προϊόντα». Η βιομηχανία καλλυντικών χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό καινοτομίας και κάθε χρόνο εισάγονται στην αγορά νέες ουσίες και κατηγορίες προϊόντων. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα όσον αφορά την ταξινόμηση των προϊόντων (καλλυντικά προϊόντα, φαρμακευτικά προϊόντα, κλπ.) και τα «οριακά προϊόντα». Είναι επομένως αναγκαίο να διενεργηθούν εκπαιδευτικές και ενημερωτικές εκστρατείες καθώς και να ενισχυθεί η εποπτεία της αγοράς σε αυτό τον τομέα.

4.8

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την εισαγωγή της έννοιας του υπεύθυνου προσώπου. Ο καθορισμός υπεύθυνου προσώπου —το οποίο μπορεί να είναι ένας άλλος επιχειρηματίας και όχι ο παρασκευαστής— είναι χρήσιμη και συνεπήςμε τις υφιστάμενες πρακτικές της αγοράς, όπως είναι η υπεργολαβία και η ιδιωτική επισήμανση. Οι διατάξεις όσον αφορά το υπεύθυνο πρόσωπο θεσπίζουν την ευθύνη του σε περιπτώσεις όπου διατίθενται στην αγορά προϊόντα τρίτων χωρών, π.χ. μέσω του διαδικτύου.

4.9

Εξάλλου, η ΕΟΚΕ φρονεί ότι, για λόγους ασφάλειας δικαίου, πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ορισμού και άλλες έννοιες, ιδίως μάλιστα σε μια νομική πράξη όπως ο κανονισμός. Πρόκειται, ειδικότερα, για τις έννοιες: «άρωμα» και «δραστικό συστατικό».

4.10

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την ηλεκτρονική κοινοποίηση των καλλυντικών προϊόντων και για την ομαδική τυποποίηση στα κέντρα δηλητηριάσεων. Αυτό θα ενοποιήσει βέβαια τις διοικητικές διαδικασίες στην αγορά της ΕΕ.

4.11

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την εισαγωγή των αρχών της «νέας προσέγγισης» στη νομοθεσία για τα καλλυντικά προϊόντα. Η εφαρμογή εναρμονισμένων προδιαγραφών οι οποίες θα μπορούν να εφαρμόζονται εκουσίως από τους παρασκευαστές και τις αρμόδιες αρχές θα καταστήσει δυνατή την ενοποίηση των εφαρμοζόμενων μεθοδολογιών. Οι εναρμονισμένες προδιαγραφές αποτελούν ένα καλό παράδειγμα μέσων αυτορρύθμισης, τα οποία είναι αφενός χρήσιμα και, αφετέρου, χρησιμοποιούνται εκουσίως από τη βιομηχανία καλλυντικών. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ διατηρεί επιφυλάξεις όσον αφορά την άκριτη εφαρμογή των αρχών της «νέας προσέγγισης». Τα θέματα σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια των καταναλωτών πρέπει να διέπονται από τις αντίστοιχες ρυθμίσεις.

4.12

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την αναφορά στα εναρμονισμένα πρότυπα αναφορικά με τους ισχυρισμούς για τα προϊόντα. Εντούτοις, τα εναρμονισμένα πρότυπα θα πρέπει να εστιάζονται στις μεθόδους που εφαρμόζονται για την αποτελεσματική αξιολόγηση της ορθότητας των ισχυρισμών και όχι στους ίδιους τους ισχυρισμούς. Οι ισχυρισμοί σχετικά με τα αποτελέσματα των καλλυντικών μπορούν να αξιολογούνται βάσει αξιόπιστων και αναπαραγώγιμων μεθόδων. Επιπλέον, στα εναρμονισμένα πρότυπα θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος και η ευρύτητα του θέματος.

4.13

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την καθιέρωση ενός διαφοροποιημένου καθεστώτος που βασίζεται στην εκτίμηση του κινδύνου για τις ουσίες που ταξινομούνται ως καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες ή τοξικές για την αναπαραγωγή («ΚΜΤ») που αναφέρονται στην οδηγία 67/548/ΕΟΚ (άρθρο 12, παράγραφος 2). Η απαγόρευση της χρήσης παρόμοιων ουσιών πρέπει να διατηρηθεί. Παρόλα αυτά, το σημερινό σύστημα βασίζεται στην επικινδυνότητα (π.χ. εγγενείς ιδιότητες της ουσίας) και δεν λαμβάνονται υπόψη η δόση και οι οδοί έκθεσης. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυτόματη απαγόρευση της αιθανόλης (δηλαδή το οινόπνευμα), εάν ταξινομηθεί εκ νέου ως ΚΜΤ κατηγορίας 1 ή 2, μολονότι η χρήση της συγκεκριμένης ουσίας στα καλλυντικά προϊόντα είναι ασφαλής. Το σχέδιο κανονισμού προβλέπει ότι οι ουσίες της ομάδας ΚΜΤ κατηγορίας 1 και 2 μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως συστατικά στα καλλυντικά εφόσον πληρούν ταυτόχρονα τρεις όρους (άρθρο 12, παράγραφος 2). Πάντως, ένας από τους όρους αυτούς προϋποθέτει ότι η ουσία πρέπει να χρησιμοποιείται νόμιμα στα τρόφιμα και τα προϊόντα διατροφής. Όμως μπορεί σαφώς να υπάρξουν περιπτώσεις στις οποίες ουσίες που έχουν ταξινομηθεί ως ΚΜΤ κατηγορίας 1 ή 2 θεωρούνται ασφαλείς για χρήση στα καλλυντικά προϊόντα, ωστόσο δεν επιτρέπεται η χρήση τους στα τρόφιμα (π.χ. φορμαλδεΰδη, βορικό οξύ, κλπ.). Οι διατάξεις του σχεδίου αποκλείουν οποιαδήποτε χρήση παρόμοιων ουσιών στη βιομηχανία καλλυντικών.

4.14

Η ΕΟΚΕ έχει επίγνωση των μεταβατικών περιόδων για την προσαρμογή του φακέλου των προϊόντων και την εκτίμηση της ασφαλείας σε περίπτωση που τα προϊόντα έχουν ήδη τοποθετηθεί στην αγορά (άρθρο 34). Το σχέδιο δεν εξειδικεύει κατά πόσον η μεταβατική περίοδος εφαρμόζεται στα προϊόντα που τοποθετούνται στην αγορά ή και στα προϊόντα που διατίθενται ήδη στην αγορά. Ο καθορισμός της ίδιας μεταβατικής περιόδου (36 μήνες) για όλα τα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που διατίθενται ήδη στην αγορά, πιθανόν να οδηγήσει σε μια κατάσταση κατά την οποία τα προϊόντα που έχουν να τοποθετηθεί νόμιμα στην αγορά θα πρέπει να αποσυρθούν λόγω έλλειψης επικαιροποιημένης επισήμανσης ή επικαιροποίησης των φακέλων πληροφοριών προϊόντος. Η ΕΟΚΕ επικροτεί την μεταβατική περίοδο των 36 μηνών που ορίζεται πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού. Ωστόσο, σε ό,τι αφορά την επικαιροποίηση των φακέλων πληροφοριών προϊόντων και την εκτίμηση της ασφάλειας των καλλυντικών προϊόντων που διατίθενται ήδη στην αγορά, η ΕΟΚΕ συνιστά να προβλεφθεί περαιτέρω μεταβατική περίοδος 24 μηνών μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού.

Στο έγγραφο SEC(2008) 117 στο οποίο περιλαμβάνεται έκθεση εκτίμησης αντικτύπου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει: «Όλες οι υπάρχουσες στατιστικές δείχνουν ότι ο αριθμός των παρενεργειών από τα καλλυντικά προϊόντα είναι πολύ χαμηλός (…). Επιπλέον, από τότε που η οδηγία για τα καλλυντικά τέθηκε σε ισχύ η βιομηχανία καλλυντικών δεν αντιμετώπισε μείζονα κρίση ασφαλείας, εκτός π.χ. από τον τομέα των τροφίμων».

5.   Ειδικές παρατηρήσεις

5.1

Η ΕΟΚΕ έχει επίγνωση του γεγονότος ότι ορισμένες διατάξεις που περιέχονται στην πρόταση της Επιτροπής θα είναι δύσκολο να πληρωθούν. Μεταξύ των σημαντικότερων είναι το πεδίο εφαρμογής των στοιχείων που απαιτούνται για τους φακέλους πληροφοριών προϊόντος και για την εκτίμηση της ασφαλείας (άρθρο 7 και παράρτημα Ι).

5.2

Στο άρθρο 7, η εκτίμηση της ασφάλειας του καλλυντικού προϊόντος πρέπει να διενεργείται από ανεξάρτητο τρίτο μέρος, δηλαδή, εκτός της επιχείρησης.

5.3

Στο άρθρο 7, παράγραφος 3, ο όρος: «μη κλινικές μελέτες ασφάλειας» είναι ασαφής. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, ο όρος αυτός ερμηνεύεται διαφορετικά από τα διάφορα κράτη μέλη της ΕΕ. Σύμφωνα με την ερμηνεία που εφαρμόζουν οι αρμόδιες αρχές της Πολωνίας, κλινικές δοκιμές είναι οι δοκιμές που αφορούν φαρμακευτικά προϊόντα. Ερευνητικές μελέτες σε εθελοντές που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση των καλλυντικών προϊόντων (δερματολογικές δοκιμές, δοκιμές συμβατότητας, δοκιμές με όργανα) δεν μπορούν συνεπώς να θεωρηθούν ως κλινικές δοκιμές. Πάντως, ούτε μπορούν να θεωρηθούν ως μη κλινικές μελέτες κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 3 του σχεδίου κανονισμού. Σύμφωνα με την οδηγία 2004/10/ΕΚ, οι διατάξεις ορθής εργαστηριακής πρακτικής δεν εφαρμόζονται στις δοκιμές σε ανθρώπους.

5.4

Επιπλέον, η απαίτηση όλες οι τοξικολογικές δοκιμές και οι απαραίτητες αναλύσεις για την εκτίμηση της ασφαλείας να πραγματοποιούνται σύμφωνα με την αρχή της ορθής εργαστηριακής πρακτικής εμποδίζει τη χρήση των περισσότερων δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των τοξικολογικών βάσεων δεδομένων και των επιστημονικών δημοσιεύσεων, οι οποίες αποτελούν πολύτιμη πηγή πληροφόρησης. Ακόμη και στις πρόσφατες επιστημονικές δημοσιεύσεις, σπανίως απαντάται δήλωση συμμόρφωσης (ή μη συμμόρφωσης) με την αρχή της ορθής εργαστηριακής πρακτικής από τα εργαστήρια που πραγματοποίησαν τις σχετικές δοκιμές.

5.5

Οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 του παραρτήματος Ι όσον αφορά την εκτίμηση καθαρότητας και σταθερότητας του υλικού συσκευασίας, την εκτίμηση των επιδράσεων μεταξύ των συστατικών και την εκτίμηση της επιρροής σχετικά με τη σταθερότητα του προϊόντος όσον αφορά την ασφάλεια του, διευκρίνιση για το χρονικό διάστημα μετά το άνοιγμα πιθανόν να είναι δύσκολο να πληρωθούν διότι δεν υπάρχει κοινή και αναγνωρισμένη μεθοδολογία, π.χ. με τη μορφή διεθνών και ευρωπαϊκών προδιαγραφών ή επιστημονικών δημοσιεύσεων. Επιπλέον, τα στοιχεία αυτά δεν είναι άμεσα διαθέσιμα.

5.5.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί το περιεχόμενο του παραρτήματος Ι (Έκθεση ασφάλειας καλλυντικού προϊόντος) όσον αφορά τις ελάχιστες απαιτήσεις για τα στοιχεία που πρέπει να συλλεχθούν και τις δοκιμές που πρέπει να διενεργηθούν κατά την προετοιμασία ενός φακέλου προϊόντος. Αυτό θα βελτιώσει την ποιότητα του φακέλου προϊόντος, θα διευκολύνει την εποπτεία της αγοράς και, συνεπώς, θα συμβάλει στη ενίσχυση της ασφάλειας των καταναλωτών.

5.6

Η τιμή του NOAEL (επίπεδο μη παρατηρούμενης παρενέργειας — No Observed Adverse Effect Level) η οποία είναι απαραίτητη για τον υπολογισμό του περιθωρίου ασφαλείας (MoS — margin of safety) δεν είναι διαθέσιμη για πολλές ουσίες. Η υποχρέωση να προσδιοριστεί η τιμή του NOAEL θα έχει ως αποτέλεσμα δοκιμές σε ζώα οι οποίες παραβιάζουν την πολιτική της ΕΕ υπέρ της προώθησης εναλλακτικών μεθόδων. Επιπλέον, αυτό αποτελεί παράβαση των διατάξεων του άρθρου 14 (δοκιμές σε ζώα).

5.6.1

Στη νέα νομοθεσία θα πρέπει επομένως να αποσαφηνίζεται με ακρίβεια, ποιούς ελέγχους οφείλουν να πραγματοποιούν οι κατασκευαστές στις ουσίες που θα χρησιμοποιηθούν σε καλλυντικά προϊόντα, προκειμένου να διαπιστωθούν τυχόν κίνδυνοι για την υγεία των καταναλωτών.

5.7

Η ΕΟΚΕ δεν δέχεται ο κατάλογος των συστατικών να μπορεί να αναγράφεται μόνο στη συσκευασία (άρθρο 15, στοιχείο ζ)). Πρέπει, υποχρεωτικά, να αναγράφεται στον άμεσο περιέκτη του προϊόντος.

5.8

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι στα καλλυντικά προϊόντα πρέπει να αναγράφονται ειδικές προειδοποιήσεις σχετικά με τη χρήση τους από παιδιά και να προσδιορίζεται με τρόπο σαφή και ιδιαίτερα ευανάγνωστο η ελάχιστη ηλικία, καθώς και εάν πρέπει να φυλάσσονται μακριά από τα παιδιά.

5.9

Η ΕΟΚΕ πιστεύει, επίσης, ότι ο κανονισμός θα πρέπει να θεσπίζει σαφώς ότι, στην περίπτωση της εξ αποστάσεως πώλησης καλλυντικών προϊόντων, οι ίδιες πληροφορίες που πρέπει να αναγράφονται στην επισήμανση και στη συσκευασία των προϊόντων όταν αυτά πωλούνται στα καταστήματα, θα πρέπει ομοίως να παρουσιάζονται σαφώς στις προτάσεις των εξ αποστάσεως πωλήσεων.

5.10

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την άσκηση μεγαλύτερων πιέσεων για διοικητική συνεργασία μεταξύ των αρμοδίων αρχών, καθώς και για την εφαρμογή ορθών διοικητικών πρακτικών.

5.11

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την ευθυγράμμιση των πρώην παραρτημάτων που περιλαμβάνουν καταλόγους απαγορευμένων και επιτρεπομένων με περιορισμούς ουσιών για χρήση στα καλλυντικά προϊόντα, με την προσθήκη των αριθμών CAS και EINECS και την ονομασία INCI καθώς και την καθιέρωση καταλόγου απογραφής συστατικών των καλλυντικών σε ηλεκτρονική μορφή.

5.12

Η απόσυρση του πρώην παραρτήματος Ι της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ κρίνεται σκόπιμη. Η διάκριση σε κατηγορίες στον προηγούμενο κατάλογο ήταν μάλλον αυθαίρετη και υπήρχαν πολυάριθμες επαναλήψεις, όπως π.χ.: «πούδρες για το μακιγιάζ» και «προϊόντα για το μακιγιάζ και την αφαίρεση του». Επιπλέον ο πρώην κατάλογος είναι ήδη απηρχαιωμένος· υπάρχουν νέες κατηγορίες προϊόντων στην αγορά, όπως τα αυτοκόλλητα κατά της κυτταρίτιδας και τα χαρτομάντηλα καθαρισμού και ντεμακιγιάζ με δραστικές ουσίες.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  COM(2008) 49 τελικό — 2008/0025 (COD).


3.2.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 27/39


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/82/ΕΚ και της οδηγίας 2001/83/ΕΚ σχετικά με τις τροποποιήσεις των όρων της άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων»

COM(2008) 123 τελικό — 2008/0045 (COD)

(2009/C 27/08)

Στις 3 Απριλίου 2008, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την:

«Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/82/ΕΚ και της οδηγίας 2001/83/ΕΚ σχετικά με τις τροποποιήσεις των όρων της άδειας κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων».

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 11 Ιουνίου 2008 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. CEDRONE.

Κατά τη 446η σύνοδο ολομέλειάς της, της 9ης και 10ης Ιουλίου 2008 (συνεδρίαση της 9ης Ιουλίου 2008), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 127 ψήφους υπέρ και 7 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόταση οδηγίας, έγγρ. COM(2008) 123 τελικό, για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/82/ΕΚ και της οδηγίας 2001/83/ΕΚ διότι αναγνωρίζει ότι οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εγγυώνται την εναρμόνιση των κανόνων για όλα τα φαρμακευτικά προϊόντα ανεξαρτήτως της διαδικασίας που χρησιμοποιείται για τη χορήγηση άδειας ενόψει της διάθεσής τους στην αγορά.

1.2

Η εφαρμογή των ίδιων κριτηρίων για όλα τα φαρμακευτικά προϊόντα καθιστά δυνατή, εκτός από τη διασφάλιση ίδιων κριτηρίων από πλευράς ποιότητας, ασφάλειας και αποτελεσματικότητας, τη διατήρηση ενός υψηλού επιπέδου προστασίας της δημόσιας υγείας και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ενώ συγχρόνως απαλλάσσει τις επιχειρήσεις από περιττό διοικητικό και οικονομικό φόρτο.

1.3

Η ΕΟΚΕ πάντοτε υποστήριζε και εξακολουθεί να υποστηρίζει τις προσπάθειες που καταβάλλει η Επιτροπή για τη βελτίωση της ασφάλειας των φαρμακευτικών προϊόντων, η οποία αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την προστασία της υγείας των ανθρώπων και των ζώων.

1.4

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί επομένως να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1084/2003 στις τροποποιήσεις που έπονται της χορήγησης άδειας, ανεξαρτήτως της χρησιμοποιούμενης διαδικασίας, με στόχο να αποφευχθεί η πιθανή παρεμπόδιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των φαρμακευτικών προϊόντων, αλλά υπογραμμίζει συγχρόνως τη σημασία των μελλοντικών μέτρων που θα πρέπει να λάβει η Επιτροπή.

1.5

Η ΕΟΚΕ δράττεται και αυτής της ευκαιρίας προκειμένου να εκφράσει σθεναρά την πεποίθησή της ότι η υλοποίηση της ενιαίας αγοράς απαιτείται να επιταχυνθεί περαιτέρω στους τομείς στους οποίους είτε δεν έχει ακόμη επιτευχθεί είτε έχει επιτευχθεί μόνον εν μέρει.

2.   Πλαίσιο της γνωμοδότησης

2.1

Τον Νοέμβριο του 2001, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβη σε ευρεία μεταρρύθμιση των κανονιστικών ρυθμίσεων στον τομέα των φαρμακευτικών προϊόντων με τη δημοσίευση δύο εγγράφων τα οποία περιλαμβάνουν συγκεκριμένες νομοθετικές διατάξεις: της οδηγίας 2001/82/EK περί κοινοτικού κώδικος για τα κτηνιατρικά φάρμακα και της οδηγίας 2001/83/EOK περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για χρήση από τον άνθρωπο (1).

2.2

Οι προαναφερθείσες νομοθετικές διατάξεις αποτέλεσαν συνέχεια μίας ριζικής μεταρρύθμισης που ξεκίνησε το 1993 με τη σύσταση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Αξιολόγηση των Φαρμακευτικών Προϊόντων (EMEA) που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση, βάσει των διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2309/93, και με τη θέση σε εφαρμογή νέων διαδικασιών χορήγησης άδειας για τη διάθεση στην αγορά φαρμακευτικών ιδιοσκευασμάτων (2).

2.3

Ο εν λόγω κανονισμός, σύμφωνα με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, προέβλεπε —από 1ης Ιανουαρίου 1995— δύο διαδικασίες χορήγησης άδειας για τη διάθεση στην αγορά όλων των φαρμακευτικών προϊόντων:

α)

την καθιέρωση μίας «κεντρικής» διαδικασίας χορήγησης άδειας, με ισχύ σε ολόκληρη την κοινοτική επικράτεια, παρεχόμενης από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό για την Αξιολόγηση των Φαρμακευτικών Προϊόντων· αυτή η άδεια κυκλοφορίας έχει υποχρεωτικό χαρακτήρα για τα φαρμακευτικά προϊόντα βιοτεχνολογίας και προαιρετικό χαρακτήρα για τα φαρμακευτικά προϊόντα που περιέχουν νέες δραστικές ουσίες·

β)

τη διατήρηση μίας εθνικής διαδικασίας χορήγησης άδειας, επονομαζόμενης «αποκεντρωμένης» διαδικασίας, σύμφωνα με την οποία η άδεια κυκλοφορίας διατίθεται από μία εθνική αρχή. Η διαδικασία αυτή παρέχει επίσης τη δυνατότητα εφαρμογής συγκεκριμένων κανόνων «αμοιβαίας αναγνώρισης» για την ενδεχόμενη διάθεση στην αγορά άλλων κοινοτικών χωρών φαρμακευτικών προϊόντων τα οποία έχουν λάβει άδεια κυκλοφορίας σε ένα επιμέρους κράτος μέλος.

2.4

Οι προαναφερθείσες διαδικασίες χορήγησης άδειας για τη διάθεση στην αγορά αποσκοπούσαν στην ορθή αξιολόγηση της σχέσης «κινδύνου/οφέλους» και στη διαμόρφωση υψηλών κριτηρίων ποιότητας, ασφάλειας και αποτελεσματικότητας, με συγκεκριμένο στόχο τη διαφύλαξη της υγείας των ευρωπαίων πολιτών και των ζώων.

2.5

Η ενίσχυση αυτών των επιβεβλημένων εγγυήσεων αντικατοπτρίζεται στις οδηγίες 2001/82/EK και 2001/83/EK, οι οποίες προβλέπουν συγκεκριμένες διατάξεις για τη φαρμακοεπαγρύπνηση, προκειμένου να επιτευχθεί ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας με την αύξηση της συχνότητας των ελέγχων, καθώς και με την περαιτέρω ενίσχυση και τον επακριβέστερο προσδιορισμό των κριτηρίων κοινοποίησης των ανεπιθύμητων ενεργειών.

2.6

Κατά τη διάρκεια των περιοδικών ελέγχων σχετικά με τη λειτουργία του συστήματος χορήγησης άδειας στα φαρμακευτικά προϊόντα, η Επιτροπή εντόπισε προβλήματα όσον αφορά τις αλλαγές που θα μπορούσαν να επέλθουν έπειτα από τη χορήγηση των αδειών κυκλοφορίας που εγκρίνονται σε εθνικό επίπεδο, οι οποίες αντιστοιχούν σε ποσοστό υψηλότερο του 80 % επί του συνόλου των αδειών κυκλοφορίας φαρμακευτικών προϊόντων.

2.7

Οι εν λόγω αλλαγές, οι οποίες είναι μεταγενέστερες των εθνικών αδειών κυκλοφορίας, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1084/2003 και (ΕΚ) αριθ. 1085/2003 που αφορούν ωστόσο αποκλειστικά πτυχές, όπως η διαδικασία παραγωγής, η συσκευασία των φαρμάκων ή τα στοιχεία του κατόχου των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά δεν καλύπτουν ουσιώδεις πτυχές όπως, παραδείγματος χάρη, η εισαγωγή νέων θεραπευτικών ενδείξεων ή οι αλλαγές του τρόπου χορήγησης ενός φαρμάκου.

2.8

Τα ανωτέρω έχουν ως αποτέλεσμα να διαφέρουν σε ορισμένες περιπτώσεις οι διαδικασίες που εφαρμόζονται στα επιμέρους κράτη μέλη έπειτα από τη χορήγηση άδειας, γεγονός το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικούς κανόνες και ταξινομήσεις για το ίδιο προϊόν. Το γεγονός αυτό ενδέχεται να επιφέρει ανομοιογένεια ως προς το επίπεδο προστασίας της υγείας λόγω διαφορετικής θεραπευτικής ταξινόμησης ή διαφορετικής χρήσης του ίδιου προϊόντος και επιπλέον να αποτελέσει εμπόδιο, ενίοτε τεχνητό, στην προβλεπόμενη ελεύθερη κυκλοφορία των φαρμακευτικών προϊόντων εντός της ΕΕ.

3.   Η πρόταση της Επιτροπής

3.1

Προκειμένου να αποφευχθεί η εφαρμογή διαφορετικών όρων για το ίδιο φάρμακο, η Επιτροπή αποφάσισε να προτείνει την τροποποίηση της οδηγίας 2001/82/ΕΚ και της οδηγίας 2001/83/ΕΚ ζητώντας τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1084/2003 —ο οποίος επί του παρόντος καλύπτει μόνον τα φάρμακα που εμπίπτουν στο πλαίσιο της «κεντρικής» διαδικασίας χορήγησης άδειας— σε όλα τα φαρμακευτικά προϊόντα ανεξαρτήτως της διαδικασίας βάσει της οποίας αυτά έχουν εγκριθεί.

3.2

Η υπό εξέταση πρόταση αποτελεί τμήμα των πρωτοβουλιών απλούστευσης που προβλέπονται στο παράρτημα 2 του νομοθετικού προγράμματος και του προγράμματος εργασίας της Επιτροπής για το 2008 και προβλέπει μόνο μία νομοθετική παρέμβαση για την προσαρμογή ορισμένων άρθρων της οδηγίας 2001/82/EK και της οδηγίας 2001/83/EK στις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1084/2003, ο οποίος κατ' αυτόν τον τρόπο θα καλύπτει πλέον όλα τα φαρμακευτικά προϊόντα.

3.3

Η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης θα επέφερε περιττό διοικητικό και οικονομικό φόρτο για τις επιχειρήσεις που επιθυμούν να διαθέσουν τα προϊόντα τους στην αγορά πολλών χωρών της ΕΕ. Οι επιχειρήσεις αυτές βρίσκονται αντιμέτωπες με τις διαφορετικές νομοθεσίες των επιμέρους κρατών μελών και με διαφορετικές επιβαλλόμενες διοικητικές πρακτικές που μπορούν να αποτελέσουν εκ των πραγμάτων ένα τεχνητό εμπόδιο στην εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας.

3.4

Η πρόταση έχει αμιγώς νομικό χαρακτήρα και προβλέπει την τροποποίηση της νομικής βάσης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1084/2003 προκειμένου να εξουσιοδοτηθεί η Επιτροπή να τροποποιήσει το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού, με στόχο να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική εναρμόνιση των κανόνων χορήγησης άδειας κυκλοφορίας.

3.5

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η εν λόγω νομοθετική παρέμβαση περί τροποποίησης αποτέλεσε αντικείμενο ευρείας διαβούλευσης με τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων μερών, καθώς και ότι η οδός της νομικής τροποποίησης —η οποία προτάθηκε μεταξύ διαφόρων επιλογών— αποδείχθηκε ότι ήταν η καταλληλότερη για την επίτευξη εναρμονισμένων κανόνων κατά το στάδιο που έπεται της χορήγησης άδειας κυκλοφορίας, εκ παραλλήλου με υψηλό επίπεδο προστασίας της δημόσιας υγείας και νομικής συνέπειας.

3.6

Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις για μία σειρά άρθρων βασίζονται στο άρθρο 95 της Συνθήκης, το οποίο προβλέπει τη χρήση της διαδικασίας συναπόφασης και είναι σύμφωνο με την αρχή της επικουρικότητας και την αρχή της αναλογικότητας.

4.   Γενικές παρατηρήσεις

4.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόταση για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/82/ΕΚ και της οδηγίας 2001/83/ΕΚ διότι αναγνωρίζει ότι οι εν λόγω τροποποιήσεις, οι οποίες εγγυώνται την εναρμόνιση των κανόνων για όλα τα φαρμακευτικά προϊόντα, καθιστούν δυνατή τόσο τη διατήρηση ενός υψηλού επιπέδου προστασίας της δημόσιας υγείας όσο και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, απαλλάσσοντας συγχρόνως τις επιχειρήσεις από περιττό διοικητικό και οικονομικό φόρτο.

4.2

Όπως και σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της σχετικά με αυτό το θέμα, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει —και μάλιστα ενθαρρύνει— τις προσπάθειες που καταβάλλει η Επιτροπή για τη βελτίωση της ασφάλειας των φαρμακευτικών προϊόντων, η οποία αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την προστασία της υγείας των ανθρώπων και των ζώων.

4.3

Συνεπώς, η ΕΟΚΕ τάσσεται επομένως υπέρ της εναρμόνισης, μέσω μιας απλής νομοθετικής τροποποίησης, των κανόνων που ρυθμίζουν όλα τα φαρμακευτικά προϊόντα —ακόμη και σε περίπτωση που η άδεια κυκλοφορίας τους έχει χορηγηθεί βάσει διαφορετικών διαδικασιών— εξαλείφοντας συγχρόνως τυχόν μεταγενέστερα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εν λόγω προϊόντων.

4.4

Η ΕΟΚΕ, παρότι επικροτεί την τροποποίηση της νομικής βάσης, αναμένει την υπό εκπόνηση νομοθετική πρόταση διότι θεωρεί ότι η πρόταση αυτή έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία για το μέλλον του φαρμακευτικού κλάδου.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  ΕΕ L 311 της 28.11.2001.

(2)  ΕΕ L 214 της 27.8.1993.


3.2.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 27/41


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα απλά δοχεία πίεσης» (Κωδικοποιημένη έκδοση)

COM(2008) 202 τελικό — 2008/0076 (COD)

(2009/C 27/09)

Στις 26 Μαΐου 2008, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απεφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα:

«Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τα απλά δοχεία πίεσης» (Κωδικοποιημένη έκδοση).

Επειδή θεωρεί ότι η πρόταση είναι απολύτως ικανοποιητική και δεν χρήζει περαιτέρω σχολίων εκ μέρους της, η ΕΟΚΕ, κατά τη 446η σύνοδο της ολομέλειάς της, της 9ης και 10ης Ιουλίου 2008 (συνεδρίαση της 9ης Ιουλίου 2008), αποφάσισε, με 142 ψήφους υπέρ και 6 αποχές, να εκδώσει θετική γνωμοδότηση για το προτεινόμενο κείμενο.

 

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


3.2.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 27/41


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Προς σιδηροδρομικό δίκτυο εμπορευματικής προτεραιότητας»

COM(2007) 608 τελικό

(2009/C 27/10)

Στις 18 Οκτωβρίου 2007, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα:

«Προς σιδηροδρομικό δίκτυο εμπορευματικής προτεραιότητας».

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 5 Ιουνίου 2008 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. BUFFETAUT).

Κατά την 446η σύνοδο ολομελείας της, της 9ης και 10ης Ιουλίου 2008 (συνεδρίαση της 10ης Ιουλίου 2008), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 111 ψήφους υπέρ και 1 αποχή την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συμπεράσματα

1.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η Επιτροπή όσον αφορά την κατάσταση των σιδηροδρομικών εμπορευματικών μεταφορών στην Ευρωπαϊκή Ένωση και θεωρεί ότι οι προτάσεις της Επιτροπής οδεύουν μεν προς τη σωστή κατεύθυνση αλλά παραμένουν άτολμες σε σχέση με την πρόκληση που τίθεται προς αντιμετώπιση.

1.2

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι για τη βελτίωση της κατάστασης απαιτείται:

η παροχή μιας υπηρεσίας εφοδιαστικής αντί μιας απλής υπηρεσίας μεταφορών

η μείωση του κόστους με στόχο τον καθορισμό ανταγωνιστικότερων τιμών

η βελτίωση της αξιοπιστίας της παρεχόμενης υπηρεσίας

η εύλογη μείωση της διάρκειας της διαδρομής «απ' άκρη σ' άκρη»

η εισαγωγή ευελιξίας όσον αφορά την προσφορά και η ανάπτυξη ικανότητας άμεσης αντίδρασης σε περίπτωση δυσλειτουργίας.

1.3   Πραγματική υπηρεσία εφοδιαστικής

Η βασική ιδέα συνίσταται στο να απλοποιηθεί για τους πελάτες ό,τι είναι εκ φύσεως πολυσύνθετο στον σιδηροδρομικό τομέα. Αυτό προϋποθέτει πραγματική αξιολόγηση των αναγκών της πελατείας, σαφή και αξιόπιστη ενημέρωση, ανάπτυξη της προσφοράς ιδιωτικών φορταμαξών, παροχή υπηρεσιών «απ' άκρη σ' άκρη» οι οποίες να περιλαμβάνουν τη φόρτωση και την εκφόρτωση.

1.4   Μείωση του κόστους

1.4.1

Για την επίτευξη του στόχου αυτού, κρίνεται σκόπιμο να συνεχιστεί η εφαρμογή της διαλειτουργικότητας και η τεχνική εναρμόνιση στην Ευρώπη. Κατά το παρελθόν, κάθε δίκτυο καθόριζε τους δικούς του κανόνες και τα δικά του συστήματα κανονιστικών διατάξεων και ασφαλείας. Πλέον απαιτείται να δοθεί προτεραιότητα στη σταδιακή σύγκλιση όλων των συστημάτων και στην ταχύτερη δυνατή εφαρμογή του ευρωπαϊκού συστήματος διαχείρισης της κυκλοφορίας (ERTMS — European Rail Traffic Management System).

1.4.2

Με την πραγματοποίηση των ενδεδειγμένων επενδύσεων, όποτε αυτό είναι αντικειμενικά δυνατό, θα πρέπει σταδιακά να τροποποιηθούν τα χαρακτηριστικά της σιδηροδρομικής υποδομής από πλευράς περιτυπώματος, μήκους αμαξοστοιχίας, σιδηροδρομικών ραγών και κλίσεων, καθώς και φορτίου ανά άξονα, προκειμένου να προσαρμοστούν στις ανάγκες των εμπορευματικών μεταφορών, όπως συμβαίνει παραδείγματος χάρη στις Ηνωμένες Πολιτείες.

1.4.3

Η πραγματική ανάπτυξη του ανταγωνισμού και το μεγαλύτερο άνοιγμα της αγοράς θα επέβαλαν τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της παραγωγικότητας, η οποία εγείρει με τη σειρά της το ζήτημα της κατάρτισης του προσωπικού των αμαξοστοιχιών. Είναι γεγονός ότι οι νεοεισερχόμενες στην εν λόγω αγορά επιχειρήσεις σιδηροδρόμων ενδέχεται πράγματι να αντιμετωπίσουν πρόβλημα έλλειψης εξειδικευμένου προσωπικού. Θεωρείται επομένως σκόπιμο να διαμορφωθεί ένας ενδεδειγμένος κύκλος κατάρτισης για την κάλυψη της συγκεκριμένης ζήτησης και για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας υψηλής εξειδίκευσης.

1.4.4

Ο επιμερισμός του κόστους στον οποίο προβαίνουν οι διαχειριστές υποδομής μεταξύ των διάφορων επιχειρήσεων σιδηροδρόμων χρήζει επανεξέτασης και συγχρόνως θα ήταν σκόπιμο να κατανεμηθούν καλύτερα οι εξωτερικές δαπάνες στους ανταγωνιστικούς τρόπους μεταφοράς για την εξασφάλιση συνθηκών ελεύθερου ανταγωνισμού, χωρίς στρεβλώσεις.

1.4.5

Ενδείκνυται, επίσης, να μελετηθούν και να υποστηριχθούν πρωτοβουλίες, όπως η γραμμή «Betuwe», το έργο New Opera ή το FERRMED, με στόχο την άντληση διδαγμάτων από διάφορες εμπειρίες και ορθές πρακτικές.

1.5   Βελτίωση της αξιοπιστίας της παρεχόμενης υπηρεσίας

1.5.1

Η θέσπιση δεσμευτικών συμβατικών κανόνων για την αποζημίωση των πελατών σε περίπτωση παροχής μιας υπηρεσίας κακής ποιότητας θα αποτελούσε κίνητρο για τη βελτίωση της παρεχόμενης υπηρεσίας.

1.5.2

Θα πρέπει να γίνει μια προσπάθεια προς την κατεύθυνση της ποιότητας και της αξιοπιστίας των διάφορων μεμονωμένων συνιστωσών που καθιστούν δυνατή την παροχή της εκάστοτε υπηρεσίας και αφορούν εξίσου το τροχαίο υλικό και τη σηματοδότηση, τις σιδηροδρομικές γραμμές και τα συστήματα πληροφοριών.

1.5.3

Η βελτίωση της αξιοπιστίας προϋποθέτει, επίσης, απονομή ικανοποιητικών χρονοδιαδρόμων στις εμπορευματικές μεταφορές, αλλά και τον καθορισμό κανόνων για την παροχή προτεραιότητας στις εμπορευματικές μεταφορές σε περίπτωση διαφωνίας ως προς την κυκλοφορία στους εν λόγω χρονοδιαδρόμους προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον όλων τω χρηστών. Συγκεκριμένα, θα μπορούσε να υπάρξει ευελιξία όσον αφορά τις περιόδους και τα ωράρια κυκλοφορίας.

1.6   Εύλογη μείωση της διάρκειας της διαδρομής «απ' άκρη σ' άκρη»

1.6.1

Ένα από τα παράπονα που κατά κανόνα διατυπώνονται σχετικά με τις σιδηροδρομικές εμπορευματικές μεταφορές αφορά το μήκος και τη βραδύτητα των διαδρομών. Για τη διευθέτηση του ζητήματος αυτού θα ήταν σκόπιμη η διαμόρφωση χρονοδιαδρόμων με περιορισμένο αριθμό στάσεων (ή ακόμη και χωρίς καμία στάση) και ο σχεδιασμός τους κατά τρόπο ο οποίος να περιορίζει στο ελάχιστο το ενδεχόμενο διαφωνίας με άλλες αμαξοστοιχίες ως προς την κυκλοφορία, καθώς και η μεγαλύτερη δυνατή παροχή προτεραιότητας, στο πλαίσιο της λειτουργικής διαχείρισης, στις εμπορευματικές μεταφορές σε περίπτωση διαφωνίας ως προς την κυκλοφορία. Θεωρείται επίσης ενδεδειγμένη η ανάπτυξη των νυχτερινών εμπορευματικών αμαξοστοιχιών μεγάλης ταχύτητας.

1.6.2

Θα ήταν συγχρόνως αναγκαία η πραγματοποίηση επενδύσεων για την προσαρμογή της υποδομής κατά τρόπο ώστε να καταστεί κατάλληλη για την ανάπτυξη υψηλότερων ταχυτήτων, έχοντας ωστόσο κατά νου ότι η αύξηση της ταχύτητας σε μια δεδομένη σιδηροδρομική γραμμή έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του επιτρεπόμενου φορτίου ανά άξονα. Παρότι η σημερινή χαμηλή ταχύτητα των σιδηροδρομικών εμπορευματικών μεταφορών χρήζει διόρθωσης, πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι η σημαντικότερη συνιστώσα είναι η σταθερή ταχύτητα των αμαξοστοιχιών. Μια μέτρια αλλά σταθερή ταχύτητα είναι προτιμότερη από το φαινόμενο των συνεχών στάσεων και επανεκκινήσεων που οδηγούν τελικά σε συσσώρευση των καθυστερήσεων.

1.7   Εισαγωγή ευελιξίας

1.7.1

Οι παραδοσιακές αρχές και μέθοδοι διαχείρισης της κυκλοφορίας που παραχωρούν συστηματικά προτεραιότητα στις επιβατικές αμαξοστοιχίες σε θεωρητικά προκαθορισμένους χρονοδιαδρόμους έχουν το εξής ακούσιο αλλά πραγματικό αποτέλεσμα: όταν μια εμπορευματική αμαξοστοιχία έχει μια μικρή καθυστέρηση κατά την αναχώρηση (παραδείγματος χάρη, περίπου δέκα λεπτά), αυτό προκαλεί σχεδόν πάντα μια μεγάλη καθυστέρηση κατά την άφιξη (από μερικές ώρες έως ακόμη και μια ολόκληρη ημέρα).

1.7.2

Χάρη στη ανάπτυξη της τεχνολογίας στο μεσοπρόθεσμο/μακροπρόθεσμο διάστημα, θα καταστεί δυνατή η απρόσκοπτη κίνηση των εμπορευματικών αμαξοστοιχιών σε πραγματικό χρόνο, χωρίς να τίθεται ως μοναδικό σημείο αναφοράς ένας θεωρητικά προκαθορισμένος χρονοδιάδρομος. Με την εφαρμογή του «συστήματος επακολούθησης αμαξοστοιχιών» που περιλαμβάνεται στο τελευταίο στάδιο του συστήματος ERTMS θα ήταν δυνατή η κυκλοφορία περισσότερων αμαξοστοιχιών στην ίδια σιδηροδρομική υποδομή, αφενός, και η καλύτερη αντιμετώπιση των περιπτώσεων διαταραχής της κυκλοφορίας, αφετέρου. Για αυτό το λόγο, όλα τα κράτη μέλη απαιτείται να επενδύσουν στο σύστημα ERTMS προκειμένου να επιτύχουν το συντομότερο δυνατό την ανάπτυξη της διαλειτουργικότητας και τη συνέχιση της εκμετάλλευσης των διαφόρων εθνικών δικτύων.

1.7.3

Γεγονός παραμένει ότι απαιτούνται επενδύσεις τόσο για την ανάπτυξη μεταφορικής ικανότητας στα σημεία όπου παρατηρείται κυκλοφοριακή συμφόρηση όσο και για τις αποβάθρες φόρτωσης/εκφόρτωσης που επιτρέπουν τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων μεταφορών.

1.7.4

Το ζήτημα των σταθμών διαλογής και φόρτωσης και εκφόρτωσης είναι μεν σημαντικό, αλλά παραμένει συγχρόνως αναπόσπαστο κομμάτι του ζητήματος των δευτερευόντων δικτύων που τροφοδοτούν τις περιφέρειες· για να καταστούν πραγματικά ανταγωνιστικές, οι σιδηροδρομικές εμπορευματικές μεταφορές πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα παράδοσης του φορτίου όσο το δυνατόν πλησιέστερα στους πελάτες.

1.8   Ένα δίκτυο αφιερωμένο στις εμπορευματικές μεταφορές

1.8.1

Παρότι δεν είναι ιδιαίτερα ρεαλιστικό να προταθεί επί του παρόντος η δημιουργία ενός διευρωπαϊκού δικτύου αφιερωμένου στις εμπορευματικές μεταφορές, δεν χωρεί η παραμικρή αμφιβολία ότι ένα ξεχωριστό δίκτυο θα αποτελούσε τον καλύτερο τρόπο για την προώθηση των σιδηροδρομικών εμπορευματικών μεταφορών, καθιστώντας τες πιο αξιόπιστες και χρονικά ακριβείς, καθώς και οικονομικά προσιτότερες και ταχύτερες. Η επιλογή των διαδρόμων εμπορευματικού προσανατολισμού είναι υπό τις παρούσες συνθήκες η πιο ρεαλιστική, αλλά ελλείψει μεγάλων διηπειρωτικών δικτύων εμπορευματικού προσανατολισμού, μπορεί να εξεταστεί το ενδεχόμενο να συμπεριληφθούν στους διαδρόμους εμπορευματικού προσανατολισμού ορισμένα τμήματα γραμμών ειδικά αφιερωμένα στις εμπορευματικές μεταφορές, με στόχο τη σύνδεση εξαιρετικά δραστήριων οικονομικών κέντρων, όπως καταδεικνύει η επιτυχία της γραμμής «Betuwe» που συνδέει τον λιμένα του Ρότερνταμ με τη Γερμανία. Όλα τα κράτη μέλη επιβάλλεται να αναλάβουν πραγματικά ενεργό δράση για την εφαρμογή των πολιτικών και των κανονιστικών διατάξεων που απαιτούνται για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των σιδηροδρόμων.

2.   Η παρούσα κατάσταση

2.1   Μια ανησυχητική διαπίστωση

2.1.1

Οι εμπορευματικές μεταφορές σημείωσαν μεν αύξηση των επιδόσεών τους κατά 2,8 % ετησίως μεταξύ των ετών 1995 και 2005, αλλά το μερίδιο αγοράς των σιδηροδρομικών εμπορευματικών μεταφορών δεν έπαυσε να μειώνεται μέχρι να σταθεροποιηθεί από το 2005 και μετά γύρω στο 10 %, το χαμηλότερο επίπεδό του από το 1945.

2.1.2

Η Επιτροπή αποδίδει αυτές τις άσχημες επιδόσεις στην έλλειψη αξιοπιστίας, στην ανεπάρκεια μεταφορικής ικανότητας, στην αναποτελεσματικότητα της διαχείρισης των πληροφοριών, στη βραδύτητα και στην απουσία ευελιξίας. Εντούτοις, παρά τις εν λόγω δυσκολίες, υπάρχει δυνατότητα να προκύψουν νέες ευκαιρίες κατά την παρούσα οικονομική συγκυρία, η οποία χαρακτηρίζεται από την αύξηση των εμπορικών συναλλαγών, την οδική συμφόρηση, την άνοδο των τιμών των καυσίμων, και από τη διαρκώς μεγαλύτερη μέριμνα για την προστασία του περιβάλλοντος.

2.1.3

Στο παρελθόν, η Κοινότητα είχε επιδιώξει να προωθήσει τις σιδηροδρομικές μεταφορές βάσει των εξής τριών αξόνων πολιτικής:

άνοιγμα της αγοράς σιδηροδρομικών εμπορευματικών μεταφορών, το οποίο συνοδεύτηκε από την αναδιάρθρωση των παλαιών επιχειρήσεων·

ανάπτυξη της τεχνικής διαλειτουργικότητας και κοινών κανόνων ασφαλείας·

προσδιορισμός του σιδηροδρομικού δικτύου στο γενικό πλαίσιο του Διευρωπαϊκού Δικτύου Μεταφορών.

2.1.4

Δεν χωρεί η παραμικρή αμφιβολία ότι τα επιτευχθέντα αποτελέσματα είναι ανεπαρκή, κυρίως όσον αφορά τη διεθνή κυκλοφορία.

2.2   Μια εξελισσόμενη κοινή πολιτική μεταφορών

2.2.1

Η Λευκή Βίβλος για την ευρωπαϊκή πολιτική μεταφορών με ορίζοντα το 2010 είχε ως φιλοδοξία τη μετατόπιση των μεταφορών από το οδικό προς το σιδηροδρομικό δίκτυο και προέβλεπε τη δημιουργία «πολυτροπικών διαδρόμων κυκλοφορίας με εμπορικό κατά προτεραιότητα χαρακτήρα». Όπως είναι ήδη γνωστό, και επιδεικνύοντας ρεαλισμό, η αναθεώρηση της Λευκής Βίβλου το 2006 περιόρισε ελαφρώς τις φιλοδοξίες σχετικά με τη μετατόπιση από το οδικό προς το σιδηροδρομικό δίκτυο και προώθησε την ιδέα της συντροπικότητας, τονίζοντας συγχρόνως την ανάγκη να ενθαρρυνθεί η σύσταση σιδηροδρομικού δικτύου εμπορευματικής προτεραιότητας.

2.2.2

Αυτή, ακριβώς, είναι η ιδέα που αναπτύσσεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής, η οποία θέτει ως τριπλό στόχο τη βελτίωση της ταχύτητας, της αξιοπιστίας και της μεταφορικής ικανότητας για την κυκλοφορία σε ένα δίκτυο βασισμένο στα υφιστάμενα διευρωπαϊκά δίκτυα.

3.   Οι προτάσεις της Επιτροπής

3.1

Η Επιτροπή υπενθυμίζει τις πρωτοβουλίες που έχουν ήδη αναληφθεί για την ενθάρρυνση, τη βελτίωση, ή την προώθηση των σιδηροδρομικών εμπορευματικών μεταφορών: ανάπτυξη της διαλειτουργικότητας και της ενημέρωσης (Europtirails), κατασκευή έργων υποδομής (όπως η γραμμή «Betuwe»), δημιουργία συστημάτων διαδρόμων. Εντούτοις, οι εν λόγω πρωτοβουλίες αποδείχθηκαν ανεπαρκείς.

3.2

Όσον αφορά τη μορφή, εξετάζονται τρεις εναλλακτικές λύσεις: διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης, λήψη νέων μέτρων για τη δημιουργία δικτύου με εμπορευματικό προσανατολισμό και δρομολόγηση ειδικού προγράμματος που θα καταλήγει σε ευρωπαϊκό σιδηροδρομικό δίκτυο αποκλειστικά εμπορευματικό.

3.3

Πιστή στις επιταγές της αρχαίας φιλοσοφίας, η Επιτροπή θεωρεί ότι «in medio stat virtus» και απορρίπτει την πρώτη και την τρίτη εναλλακτική λύση, τη μια ως ελάχιστα φιλόδοξη και την άλλη ως ελάχιστα ρεαλιστική.

3.4   Οι προτεινόμενες δράσεις

3.4.1

Η Επιτροπή τάσσεται υπέρ της ανάπτυξης διεθνών διαδρόμων για την υλοποίηση ευρωπαϊκού δικτύου εμπορευματικού προσανατολισμού. Προτείνεται εν προκειμένω να δημιουργηθούν διάδρομοι εφοδιασμένοι με την κατάλληλη υποδομή, σε συνδυασμό με ένα αποτελεσματικό σύστημα διαχείρισης και εκμετάλλευσης. Ωστόσο, η επίτευξη του στόχου αυτού προϋποθέτει την ενεργό ανάμειξη τόσο των κρατών μελών όσο και των διαχειριστών υποδομής.

3.4.2

Προς το σκοπό αυτό, η Επιτροπή προβλέπει σειρά νομοθετικών μέτρων, τα οποία εμπίπτουν στο πλαίσιο της αναδιατύπωσης της «πρώτης σιδηροδρομικής δέσμης» που έχει προγραμματιστεί για το 2008, καθώς και ορισμένα μέτρα για την παροχή κινήτρων και την εξασφάλιση πόρων χρηματοδότησης, οι οποίοι προτείνεται να αντληθούν από τα υφιστάμενα χρηματοδοτικά πακέτα.

3.4.3

Η Επιτροπή προτείνει, κατά συνέπεια, να δοθεί ο νομικός ορισμός των διαδρόμων με εμπορευματικό προσανατολισμό, να ενθαρρυνθούν τα κράτη μέλη και οι διαχειριστές υποδομής να δημιουργήσουν διεθνείς διαδρόμους εμπορευματικού προσανατολισμού και να αναζητηθούν οικονομικοί πόροι για τη χρηματοδότηση των διαδρόμων αυτών, αλλά στο πλαίσιο των ήδη υφισταμένων χρηματοδοτήσεων.

3.4.4

Μια από τις επικρίσεις που διατυπώνονται σχετικά με τις σιδηροδρομικές εμπορευματικές μεταφορές αφορά την ελλιπή ποιότητα της παρεχόμενης υπηρεσίας και την απουσία ενημέρωσης των πελατών. Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή επιθυμεί να εφαρμόσει μια γνήσια πολιτική ποιότητας και διαφάνειας και να προτείνει ένα νομοθετικό μέτρο για τη δημοσίευση δεικτών ποιότητας. Σκοπεύει, επίσης, να δημοσιεύσει έκθεση σχετικά με τα μέτρα που θα έχουν ληφθεί από τις επιχειρήσεις σιδηροδρόμων για τη βελτίωση της σιδηροδρομικής υπηρεσίας.

3.4.5

Ορισμένα τμήματα του δικτύου είναι κορεσμένα, κυρίως στο κεντρικό τμήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κατάσταση αυτή κινδυνεύει επιπλέον να επιδεινωθεί κατά τα επόμενα χρόνια και η αντιμετώπισή της προϋποθέτει, επομένως, συντονισμένες και εύστοχες επενδύσεις για τη βελτίωση της μεταφορικής ικανότητας των υποδομών από πλευράς μεγαλύτερου μήκους αμαξοστοιχίας, περιτυπώματος, φορτίου ανά άξονα και μέγιστης ταχύτητας. Η Επιτροπή συνιστά την κατάρτιση προγραμμάτων επενδύσεων από τους υπεύθυνους για τη διαχείριση των διαδρόμων, γεγονός το οποίο εγείρει το ζήτημα των επενδύσεων, οι οποίες θα ήταν σκόπιμο να εμπίπτουν στο πλαίσιο των υφισταμένων προγραμμάτων.

3.4.6

Το ζήτημα της απρόσκοπτης κίνησης και της αποτελεσματικότητας των σιδηροδρομικών εμπορευματικών μεταφορών θέτει με τη σειρά του το ζήτημα της απονομής χρονοδιαδρόμων για τις σιδηροδρομικές εμπορευματικές μεταφορές. Επί του παρόντος, κάθε διαχειριστής υποδομής αποφασίζει σχετικά με την απονομή των χρονοδιαδρόμων βάσει των κανόνων που ισχύουν στο εκάστοτε κράτος μέλος. Η εναρμόνιση των κανόνων απονομής χρονοδιαδρόμων θεωρείται, επομένως, χρήσιμη για την επίτευξη αξιόπιστων και αποτελεσματικών χρονοδιαδρόμων.

3.4.7

Προς το σκοπό αυτό, η Επιτροπή προτίθεται να προτείνει συμπληρωματικές νομοθετικές διατάξεις για την απονομή χρονοδιαδρόμων σε διεθνή κλίμακα και για την παροχή προτεραιότητας στις εμπορευματικές μεταφορές, ιδίως σε περίπτωση διαταραχής του δικτύου.

3.4.8

Όμως, οι εμπορευματικές μεταφορές χρειάζονται, επίσης, τερματικές εγκαταστάσεις και σταθμούς διαλογής· εντούτοις, στο παρελθόν και υπό την πίεση της τιμής της γης, υπήρξε τάση μάλλον για μείωση του αριθμού αυτών των σταθμών διαλογής και των τερματικών εγκαταστάσεων στις αστικές περιοχές.

3.4.9

Η εξέταση των προτάσεων της Επιτροπής καταδεικνύει σαφώς ότι για την επιτυχία των προτεινόμενων μέτρων απαιτούνται πρωτοβουλίες και κινητοποίηση εκ μέρους των κρατών μελών και των φορέων του σιδηροδρομικού κλάδου.

3.5   Γενικές παρατηρήσεις

3.5.1

Η περιγραφή στην οποία προβαίνει η Επιτροπή σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στον τομέα των σιδηροδρομικών εμπορευματικών μεταφορών δεν επιβάλλει τη διατύπωση ιδιαίτερων παρατηρήσεων, δεδομένου ότι απλώς επιβεβαιώνει όλα όσα ήταν ήδη γνωστά σχετικά με τις αδυναμίες του εν λόγω τομέα. Η ανατροπή της κατάστασης αυτής προϋποθέτει να καταβληθεί προσπάθεια για την κινητοποίηση τόσο των διαφόρων δημοσίων φορέων όσο και του κλάδου των επιχειρήσεων, όχι μόνον με την επίδειξη πολιτικής βούλησης και εμπορικού δυναμισμού, αλλά και με την παροχή χρηματοδότησης.

3.5.2

Εκεί βρίσκεται, ασφαλώς, και το αδύναμο σημείο. Η Επιτροπή προτείνει έναν ορισμένο αριθμό νομοθετικών μέτρων χωρίς, όμως, να προβλέπει την παραμικρή χορήγηση νέων πόρων χρηματοδότησης. Η νομική προσέγγιση είναι αναμφίβολα χρήσιμη, αλλά σαφώς ανεπαρκής. Οι πιστώσεις που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή του προτεινόμενου σχεδίου θα πρέπει να αναζητηθούν στο πλαίσιο των υφισταμένων προγραμμάτων, γεγονός το οποίο θα απαιτήσει λεπτές διευθετήσεις και θα δημιουργήσει μια κατάσταση αντίστοιχη προς το φαινόμενο των «συγκοινωνούντων δοχείων» που θα είναι δύσκολο να ρυθμιστεί.

3.5.3

Τέλος, η επιτυχία του σχεδίου προϋποθέτει την ευρεία αποδοχή του από τα κράτη μέλη και από τους διαχειριστές υποδομής, αλλά τα κράτη μέλη συχνά δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους και ενδέχεται να έχουν άλλες προτεραιότητες στον σιδηροδρομικό τομέα και οι επιχειρήσεις που ασχολούνται με τη διαχείριση της υποδομής, οι οποίες, ωστόσο, έχουν ωφεληθεί από το γεγονός ότι η δαπανηρή συντήρηση των δικτύων έχει διαχωριστεί από τη διαχείρισή τους, δεν βρίσκονται πάντοτε σε ανθηρή οικονομική κατάσταση.

3.6   Ειδικές παρατηρήσεις

3.6.1

Η δημιουργία διεθνών διαδρόμων με εμπορευματικό προσανατολισμό θα αποτελούσε, προφανώς, πρωταρχική προϋπόθεση για την ανάπτυξη των εμπορευματικών μεταφορών, αλλά είναι γνωστό τοις πάσοι σε ποιο βαθμό οι εμπορευματικές μεταφορές έχουν έως τώρα θυσιαστεί προς όφελος της μεταφοράς επιβατών. Πρόκειται, συνεπώς, για ένα είδος πολιτιστικής επανάστασης που απαιτεί να γίνουν αποδεκτοί ορισμένοι αδιαφιλονίκητα δεσμευτικοί στόχοι από τα κράτη μέλη και να διατεθούν ίδιοι χρηματοδοτικοί πόροι, έχοντας πάντοτε κατά νου ότι για την κοινή γνώμη η παροχή προτεραιότητας στις επιβατικές αμαξοστοιχίες αποτελεί κεκτημένο που δεν μπορεί γενικώς να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Το ζητούμενο συνίσταται επομένως περισσότερο στη βέλτιστη διαχείριση των δικτύων και στη δημιουργία δικτύων με εμπορευματικό προσανατολισμό, χωρίς ωστόσο να μειωθεί η ποιότητα και η χρονική ακρίβεια της μεταφοράς επιβατών. Κατά τη δημιουργία διακρατικών διαδρόμων πρέπει να ληφθούν υπόψη το πλάτος των γραμμών και το υπάρχον τροχαίο υλικό των σιδηροδρομικών εταιρειών των νέων και των παλαιών κρατών μελών της ΕΕ, η κυκλοφορία των αγαθών που προέρχονται από υποψήφιες προς ένταξη και τρίτες χώρες, και ο ρωσικός θύλακας του Καλίνινγκραντ.

3.6.2

Τα ζητήματα της πληροφόρησης και της διαφάνειας είναι βεβαίως σημαντικά, αλλά είναι σαφές ότι οι πελάτες βασίζουν τις επιλογές τους πρωτίστως στα κριτήρια της τιμής, της αξιοπιστίας, της ταχύτητας μεταφοράς, της δυνατότητας εύκολης πρόσβασης στις τερματικές εγκαταστάσεις και της φόρτωσης και εκφόρτωσης. Επομένως, η καθοριστική συνιστώσα έγκειται στην ποιότητα της υπηρεσίας και αυτή εξαρτάται αφενός από τους μηχανισμούς οργάνωσης της σιδηροδρομικής κίνησης και αφετέρου από την πραγματοποίηση σημαντικών επενδύσεων.

3.6.3

Όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα των σιδηροδρομικών εμπορευματικών μεταφορών, φαίνεται να τυγχάνει γενικής αποδοχής το γεγονός ότι αυτός ο τρόπος μεταφοράς προορίζεται ιδιαίτερα για ένα ορισμένο είδος εμπορευμάτων, κυρίως για τα εμπορεύματα βάρους άνω του ενός τόνου ή πολύ μεγάλης χωρητικότητας. Θεωρείται αναγκαίο να επιδιωχθεί η περαιτέρω διαφοροποίηση της πελατείας, ενδεχομένως με τη χρήση εμπορευματοκιβωτίων, η οποία θα καθιστούσε δυνατή τη διεύρυνση της αγοράς και τη μεγιστοποίηση της ανταγωνιστικότητας, σε μια συγκυρία χαρακτηριζόμενη από την άνοδο των τιμών των καυσίμων και την αυξανόμενη μέριμνα για την επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης.

3.6.4

Σχετικά με το ζήτημα των χρηματοδοτήσεων, η ανακοίνωση της Επιτροπής δημιουργεί μια εντύπωση αδυναμίας, στο μέτρο που δεν προβλέπεται καμία συγκεκριμένη χρηματοδότηση και που η προτεινόμενη λύση εδράζεται σε διευθετήσεις εντός των ορίων των υφισταμένων χρηματοδοτήσεων.

Βρυξέλλες, 10 Ιουλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


3.2.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 27/45


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Ανακοίνωση της Επιτροπής — Ανακοίνωση σχετικά με Ευρωπαϊκή Λιμενική Πολιτική»

COM(2007) 616 τελικό

(2009/C 27/11)

Στις 18 Οκτωβρίου 2007 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την:

«Ανακοίνωση της Επιτροπής — Ανακοίνωση σχετικά με Ευρωπαϊκή Λιμενική Πολιτική».

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 8 Μαΐου 2008 βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Simons.

Κατά την 446 σύνοδο ολομέλειας, της 9ης και 10ης Ιουλίου 2008 (συνεδρίαση της 9ης Ιουλίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 122 ψήφους υπέρ και 5 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συμπεράσματα

1.1

Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει τη νέα ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη λιμενική πολιτική, η οποία προτείνει κυρίως μέτρα «ήπιας νομοθεσίας». Επίσης, υποστηρίζει τη γενική επικέντρωση του ενδιαφέροντος στη δημιουργία ενός σταθερού επενδυτικού κλίματος, τη βιώσιμη ανάπτυξη των λιμένων, την επίτευξη ενός καλού κοινωνικού κλίματος σε αυτούς και τη συνεπή εφαρμογή των κανόνων της Συνθήκης.

1.2

Το ευρωπαϊκό λιμενικό σκηνικό αποκτά μεγαλύτερη ποικιλομορφία τόσο από την άποψη του αριθμού των λιμένων, όσο και του φάσματος των παρεχόμενων λειτουργιών και υπηρεσιών. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η ευρωπαϊκή λιμενική πολιτική θα πρέπει να στηρίζει αυτή τη διαδικασία που καθορίζεται από τις ανάγκες τις αγοράς, εξασφαλίζοντας ότι όλοι οι ευρωπαϊκοί λιμένες μπορούν να αξιοποιούν πλήρως τις δυνατότητές τους.

1.3

Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής να αναπτύξει δίκτυο προσανατολισμένο στις σιδηροδρομικές μεταφορές και καλεί επειγόντως τα κράτη μέλη να δώσουν προτεραιότητα, όχι εις βάρος της σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών, στην υλοποίηση μείζονος σημασίας διασυνοριακών προγραμμάτων για την ανάπτυξη σιδηροδρομικών υποδομών που συνδέονται με λιμένες.

1.4

Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει την πρωτοβουλία που ανέλαβε η Επιτροπή να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές για την επίλυση των προβλημάτων ασάφειας που συνδέονται με την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας για το περιβάλλον στην ανάπτυξη των λιμένων και συνιστά τη δημοσίευσή τους πριν το τέλος του 2008.

1.5

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να λάβει περισσότερα μέτρα για να εξασφαλίσει την απλούστευση των διοικητικών διατυπώσεων στους λιμένες. Για το λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόθεση της Επιτροπής να παρουσιάσει έναν Ευρωπαϊκό Χώρο Θαλάσσιων Μεταφορών Χωρίς Εμπόδια το 2008. Η Επιτροπή και, ιδιαιτέρως, τα κράτη μέλη πρέπει να σημειώσουν περαιτέρω πρόοδο σε ό,τι αφορά στον εκσυγχρονισμό των τελωνείων και να δώσουν στο θέμα αυτό υψηλότερη πολιτική προτεραιότητα.

1.6

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την άποψη της Επιτροπής ότι η δημιουργία μια συγκρίσιμης κατάστασης μεταξύ λιμένων μπορεί να προαχθεί με την ανάπτυξη κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις και την διαφάνεια των λογαριασμών. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο οδηγός που περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση σχετικά με τη χρήση συμβάσεων παραχώρησης και τις τεχνικοναυτιλιακές υπηρεσίες θεωρείται γενικά χρήσιμος και σαφής. Τέλος, η Επιτροπή πρέπει να αναλάβει περαιτέρω πρωτοβουλίες για να εξασφαλίσει τον αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των λιμένων της ΕΕ και των γειτονικών λιμένων που βρίσκονται σε τρίτες χώρες.

1.7

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την επιδίωξη της Επιτροπής να προάγει και να ενισχύσει τη συνεργασία μεταξύ των πόλεων και των λιμένων αυτών. Ιδιαιτέρως, καλεί την Επιτροπή να μεριμνήσει για τη διενέργεια μιας κατάλληλης μελέτης με θέμα τον κοινωνικοοικονομικό αντίκτυπο των λιμένων.

1.8

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την απόφαση της Επιτροπής να ενθαρρύνει τους κοινωνικούς εταίρους της Ευρώπης προκειμένου να συστήσουν επιτροπή για έναν ευρωπαϊκό, τομεακό κοινωνικό διάλογο στους λιμένες.

2.   Εισαγωγή

2.1

Την τελευταία δεκαετία, η ΕΟΚΕ συμμετείχε ενεργά στη συζήτηση για την ευρωπαϊκή λιμενική πολιτική. Με δεδομένο τον ρόλο κλειδί που διαδραματίζουν οι θαλάσσιοι λιμένες για την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη, την ευημερία και τη συνοχή της ΕΕ, είναι σαφές ότι μια τέτοια κοινή πολιτική ενέχει μεγάλη πρόσθετη αξία.

2.2

Η ΕΟΚΕ εκπόνησε γνωμοδοτήσεις για την «Πράσινη Βίβλο σχετικά με τους θαλάσσιους λιμένες και τις ναυτιλιακές υποδομές» COM(1997) 678 (1) καθώς και για δύο νομοθετικές προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με το άνοιγμα της αγοράς υπηρεσιών σε ευρωπαϊκούς θαλάσσιους λιμένες (2). Την 26η Απριλίου 2007, η ΕΟΚΕ υιοθέτησε περαιτέρω γνωμοδότηση πρωτοβουλίας για μια κοινή ευρωπαϊκή λιμενική πολιτική (3). Λαμβανομένου υπόψη του κλίματος αντιπαράθεσης που χαρακτήρισε τη συζήτηση της οδηγίας για τις λιμενικές υπηρεσίες, η παρούσα γνωμοδότηση επικεντρώνεται στα στοιχεία της ευρωπαϊκής πολιτικής για τους θαλάσσιους λιμένες, επί των οποίων οι ενδιαφερόμενοι φορείς του κλάδου θα μπορούσαν να συναινέσουν.

3.   Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με μία ευρωπαϊκή λιμενική πολιτική

3.1

Στις 18 Οκτωβρίου 2007 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε την ανακοίνωσή της σχετικά με μια ευρωπαϊκή λιμενική πολιτική. Η ανακοίνωση αυτή είναι το αποτέλεσμα διαβουλεύσεων ετήσιας διάρκειας με τους ενδιαφερόμενους φορείς, οι οποίες συμπεριλάμβαναν δύο διασκέψεις και έξι θεματικές ημερίδες εργασίας. Η ανακοίνωση εμπίπτει στη στρατηγική της Επιτροπής για μια ολοκληρωμένη θαλάσσια πολιτική και αποτελεί τμήμα του νέου προγράμματος εργασίας της για τις εμπορευματικές μεταφορές.

3.2

Ο στόχος της νέας ευρωπαϊκής πολιτικής για τους λιμένες είναι η προαγωγή των επιδόσεων του λιμενικού συστήματος της ΕΕ έτσι ώστε αυτό να είναι έτοιμο να καλύψει τις μελλοντικές ανάγκες της ΕΕ στο χώρο των μεταφορών. Σύμφωνα με την Επιτροπή, οι προκλήσεις αυτές συμπεριλαμβάνουν τη ζήτηση για διεθνείς μεταφορές, την τεχνολογική πρόοδο, το ζήτημα των εκπομπών και της κλιματικής αλλαγής, το διάλογο μεταξύ λιμένων, πόλεων και ενδιαφερομένων πλευρών, καθώς και, τέλος, την τήρηση των κανόνων που ισχύουν σχετικά με τη διαφάνεια, τον ανταγωνισμό αλλά και γενικότερα την κοινοτική νομοθεσία.

3.3

Οι προτάσεις πολιτικής που περιλαμβάνονται στην ανακοίνωση συνίστανται γενικά σε ένα μείγμα ερμηνείας κανόνων της Συνθήκης και ενός σχεδίου δράσης με περαιτέρω μέτρα που κατά το μεγαλύτερο μέρος έχουν τη μορφή μη υποχρεωτικών κανόνων.

3.4

Οι προτάσεις αυτές έχουν ως εξής:

Επιδόσεις των λιμένων και συνδέσεις με την ενδοχώρα.

Επέκταση της δυναμικότητας με σεβασμό προς το περιβάλλον.

Εκσυγχρονισμός.

Ισότιμοι όροι ανταγωνισμού — Σαφήνεια για επενδυτές, φορείς εκμετάλλευσης και χρήστες.

Καθιέρωση οργανωμένου διαλόγου μεταξύ των λιμένων και των πόλεων.

Εργασία σε λιμένες.

4.   Γενικές παρατηρήσεις

4.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την ανακοίνωση της Επιτροπής, επειδή αναγνωρίζει τη στρατηγική σημασία που έχουν οι θαλάσσιοι λιμένες για το εσωτερικό και το εξωτερικό εμπόριο της Ευρώπης, αλλά και επειδή συμβάλλουν στην ανάπτυξη της οικονομίας και της απασχόλησης.

4.2

Η ΕΟΚΕ επικροτεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν προτείνει παρεμβατικά μέτρα, αλλά επικεντρώνεται, στο πλαίσιο των κανόνων της Συνθήκης για την ΕΕ, στη διαμόρφωση σταθερού επενδυτικού κλίματος, στην αειφόρο ανάπτυξη των λιμένων και στη δημιουργία καλής κοινωνικής ατμόσφαιρας στους λιμένες.

4.3

Η ΕΟΚΕ παρατηρεί επίσης με ικανοποίηση ότι η Επιτροπή χρησιμοποιεί, αφενός, πράξεις μη υποχρεωτικού χαρακτήρα/ενδοτικού δικαίου ως εναλλακτική λύση αντί της νομοθεσίας και, αφετέρου, μια προσέγγιση κατά περίπτωση.

4.4

Η ΕΟΚΕ έχει, εντούτοις, να διατυπώσει αρκετές ειδικές παρατηρήσεις και συστάσεις για τα διάφορα κεφάλαια της ανακοίνωσης της Επιτροπής.

5.   Ειδικές παρατηρήσεις

5.1   Το ευρωπαϊκό πλαίσιο και οι προκλήσεις για το ευρωπαϊκό σύστημα λιμένων

5.1.1

Η ΕΟΚΕ σημειώνει το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι η κίνηση εμπορευματοκιβωτίων είναι σήμερα συγκεντρωμένη σε ολιγάριθμους λιμένες της Βορειοδυτικής Ευρώπης. Πρέπει όμως να αναγνωριστεί ότι υπάρχει μια τάση προς τη συμμετοχή όλο και περισσότερων λιμένων στην ευρωπαϊκή αγορά εμπορευματοκιβωτίων αντί για τη διοχέτευση της κίνησης μέσω μερικών μόνο λιμένων. Οι λιμένες διακίνησης εμπορευματοκιβωτίων που είχαν τη μεγαλύτερη ανάπτυξη το 2006 ήταν κυρίως μικροί και μεσαίοι λιμένες, διασκορπισμένοι σε διάφορες λιμενικές περιοχές της Ευρώπης. Έτσι, εντείνεται διαρκώς ο ανταγωνισμός μεταξύ λιμενικών περιοχών που απέχουν πολύ η μια από την άλλη (4). Η ευρωπαϊκή λιμενική πολιτική μπορεί να υποστηρίξει την εξέλιξη αυτή μεριμνώντας ώστε οι ευρωπαϊκοί λιμένες να είναι σε θέση να αναπτύξουν πλήρως το δυναμικό τους κατά τρόπον βιώσιμο.

5.1.2

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει, πέραν του καταλόγου των προκλήσεων που προσδιορίζει η Επιτροπή, τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης και της ενοποίησης που χαρακτηρίζουν τον ευρωπαϊκό λιμενικό και ναυτιλιακό τομέα. Τα φαινόμενα αυτά είναι ιδιαίτερα εμφανή στην αγορά των μεταφορών εμπορευματοκιβωτίων, αλλά εμφανίζονται και σε άλλες αγορές όπως τα οχηματαγωγά, οι μεταφορές γενικού φορτίου και οι μεταφορές φορτίων χύδην. Οι ευρωπαϊκοί θαλάσσιοι λιμένες συνεργάζονται με διεθνείς ναυτιλιακούς ομίλους, ενώ έχουν εμφανιστεί και μεγάλοι όμιλοι εκμετάλλευσης τερματικών σταθμών, οι οποίοι παρέχουν σήμερα υπηρεσίες σε διάφορους ευρωπαϊκούς λιμένες. Η πρόκληση για τις λιμενικές αρχές είναι πώς να εξασφαλίσουν τη δέσμευση αυτών των παγκόσμιων φορέων και τη συμμόρφωσή τους με τους αναπτυξιακούς στόχους του λιμένα σύμφωνα με τις σχετικές πολιτικές της Ευρώπης.

5.2   Επιδόσεις των λιμένων και συνδέσεις με την ενδοχώρα

5.2.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την Επιτροπή ότι η πρώτη επιλογή για την αντιμετώπιση της αυξημένης ζήτησης για δυναμικότητα στους λιμένες πρέπει να είναι η βελτιστοποίηση της χρήσης των υφιστάμενων λιμενικών εγκαταστάσεων και διαδρομών πρόσβασης. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί, επίσης, ότι θα πρέπει να διενεργηθεί μια πλήρης κοινωνιακή ανάλυση κόστους-ωφελείας πριν προβλεφθεί η κατασκευή νέων υποδομών. Η ανάλυση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές πτυχές, καθώς αυτές συνιστούν τους πυλώνες της στρατηγικής της Λισσαβόνας.

5.2.2

Όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, οι διεργασίες της αγοράς οδηγούν ήδη προς μία πιο διαφοροποιημένη αντίληψη για τους λιμένες της Ευρώπης Θα πρέπει να ενθαρρυνθεί, αντίθετα, η αρχή «εκ των κάτω προς τα άνω», σύμφωνα με την οποία οι προτάσεις έργων θα υποδεικνύονται από τον φορέα διαχείρισης του λιμένα, από κοινού με τις περιφερειακές ή τις εθνικές αρχές εάν υπάρχει ανάγκη. Αυτό βεβαίως δεν αναιρεί το γεγονός ότι η ΕΕ θα εξακολουθήσει να τάσσει στόχους και να χαράσσει κατευθυντήριες γραμμές.

5.2.3

Η Επιτροπή μπορεί, ωστόσο, να επωφεληθεί από την ενδιάμεση επανεξέταση του Διευρωπαϊκού Δικτύου Μεταφορών (ΔΕΔ-Μ) το 2010, για να προσπαθήσει να εξαλείψει τα σημεία συμφόρησης στις συνδέσεις των λιμένων με την ενδοχώρα. Αυτό, εντούτοις, θα πρέπει να γίνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων.

5.2.4

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει επίσης την έκκλησή της στην Επιτροπή να εντείνει τις προσπάθειές της για την εξάλειψη των σημείων συμφόρησης που απομένουν στην ενδοχώρα μέσω των γενικών της προγραμμάτων για την πολιτική μεταφορών, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην εσωτερική ναυσιπλοΐα και τις σιδηροδρομικές μεταφορές. Οι τελευταίες εξακολουθούν να αποτελούν σοβαρό σημείο συμφόρησης που εμποδίζει τη βέλτιστη απόδοση των λιμένων και την ενσωμάτωσή τους στην αλυσίδα εφοδιαστικής. Σε σχέση με αυτό, η ΕΟΚΕ χαιρετίζει την πρωτοβουλία που ανέλαβε η Επιτροπή να αναπτύξει δίκτυο προσανατολισμένο στις σιδηροδρομικές μεταφορές και καλεί επειγόντως τα κράτη μέλη να δώσουν προτεραιότητα, όχι εις βάρος της σιδηροδρομικής μεταφοράς επιβατών, στην υλοποίηση μείζονος σημασίας διασυνοριακών προγραμμάτων για την ανάπτυξη σιδηροδρομικών υποδομών που συνδέονται με λιμένες.

5.3   Επέκταση της δυναμικότητας με σεβασμό προς το περιβάλλον

5.3.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί όλως ιδιαιτέρως την πρωτοβουλία της Επιτροπής να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή της κοινοτικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας στα έργα ανάπτυξης των λιμένων. Αυτό θα αποτελέσει ένα σημαντικό βήμα προόδου προς την άρση ορισμένων από τις ασάφειες της ισχύουσας ευρωπαϊκής νομοθεσίας, όπως των οδηγιών για τα άγρια πτηνά και τους οικοτόπους και της οδηγίας-πλαίσιο για τα ύδατα. Δεδομένης της επείγουσας σημασίας αυτού του θέματος, η ΕΟΚΕ συνιστά να δημοσιευθούν αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές πριν από το τέλος του 2008.

5.3.2

Η ΕΟΚΕ καλεί, επίσης, την Επιτροπή να εξετάσει πρόσθετα μέτρα για την ενίσχυση του νομικού καθεστώτος των έργων ανάπτυξης των λιμένων και την απλούστευση της υφιστάμενης νομοθεσίας, όπως αναλύεται λεπτομερέστερα στη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της (5).

5.3.3

Επισημαίνοντας σαφώς ότι τα μολυσμένα ιζήματα πρέπει να υπόκεινται σε κατάλληλη επεξεργασία, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει επιπλέον ότι οι εκκρεμούσες νομοθετικές προτάσεις που αφορούν τη διαχείριση υδάτινων συστημάτων και ιζημάτων, όπως η οδηγία για τα απόβλητα και η «θυγατρική οδηγία» της οδηγίας-πλαισίου για τα ύδατα (6), πρέπει να αναγνωρίζουν ότι τα μη μολυσμένα ιζήματα δεν πρέπει να θεωρούνται απόβλητα και δεν χρειάζεται να υπόκεινται στην επεξεργασία των μολυσμένων ιζημάτων, διότι οι εργασίες βυθοκόρησης μη μολυσμένων ιζημάτων δεν εισάγουν ούτε προσθέτουν νέες ρυπογόνες ουσίες σε ένα υδάτινο σύστημα.

5.3.4

Τέλος, η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τις προτάσεις της Επιτροπής που αφορούν τη διαθεσιμότητα εγκαταστάσεων παραλαβής αποβλήτων πλοίων στους λιμένες και τη βελτίωση των ατμοσφαιρικών εκπομπών. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι τα οικονομικά κίνητρα μέσω των λιμενικών τελών είναι καλύτερο να αφήνονται στην ευχέρεια κάθε μεμονωμένου φορέα διαχείρισης λιμένα, καθώς τέτοια μέτρα θα επηρέαζαν την οικονομική δομή των λιμένων, η οποία ποικίλει σημαντικά στην Ευρώπη.

5.4   Εκσυγχρονισμός

5.4.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόθεση υποβολής νομοθετικής πρότασης για τη δημιουργία ενός Ευρωπαϊκού Χώρου Θαλάσσιων Μεταφορών Χωρίς Εμπόδια το 2008 και αναφέρεται στα ειδικά σχόλια που έχει ήδη εκφράσει σε διάφορες προηγούμενες γνωμοδοτήσεις (7).

5.4.2

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει για άλλη μια φορά τη σύστασή της ότι η ΕΕ θα πρέπει να σημειώσει περαιτέρω πρόοδο στον εκσυγχρονισμό των τελωνείων και να διασφαλίσει ότι οι πολιτικές της για τα τελωνεία, την ασφάλεια στη θάλασσα, τη δημόσια υγεία και την περιβαλλοντική ποιότητα είναι δεόντως συντονισμένες και εναρμονισμένες και δεν μεταβιβάζουν αδικαιολόγητα κρατικές ευθύνες στους λιμένες.

5.4.3

Η ΕΟΚΕ είναι υπέρ της δημιουργίας ενιαίων θυρίδων και της ανάπτυξης των πρωτοβουλιών «ηλεκτρονική ναυτιλία» (e-maritime), «ηλεκτρονικά φορτία» (e-Freight) και «ηλεκτρονικά τελωνεία» (e-Customs). Ταυτόχρονα, πιστεύει ότι οι λύσεις που βασίζονται στις ΤΠΕ θα πρέπει να είναι οικονομικά αποδοτικές και για τους μικρότερους και τους μεσαίους λιμένες.

5.4.4

Τέλος, όσον αφορά τη βελτίωση της απόδοσης, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την πρόταση της Επιτροπής να αναπτυχθεί, έως το τέλος του 2009, μια σειρά γενικών ευρωπαϊκών δεικτών, υπό την προϋπόθεση ότι οι δείκτες αυτοί θα σέβονται τα στοιχεία που είναι ευαίσθητα από εμπορικής σκοπιάς. Οι εν λόγω δείκτες, με βάση τους δείκτες που υφίστανται για τις αεροπορικές, ακτοπλοϊκές και συνδυασμένες σιδηροδρομικές μεταφορές, θα αναπτυχθούν αναλόγως για τα στοιχεία που αφορούν τους λιμένες, όπως η απόδοση των λιμενικών εγκαταστάσεων, η συνεργασία μεταξύ λιμένων και η συγκέντρωση και συνεκμετάλλευση των δραστηριοτήτων της ενδοχώρας.

5.5   Ισότιμοι όροι ανταγωνισμού — Σαφήνεια για επενδυτές, φορείς εκμετάλλευσης και χρήστες

5.5.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την άποψη της Επιτροπής όσον αφορά τον ρόλο των λιμενικών αρχών και την ποικιλομορφία των συστημάτων διαχείρισης των λιμένων στην Ευρώπη. Προσυπογράφει ιδίως την αναγνώριση ότι τα σημαντικά καθήκοντα των λιμενικών αρχών εκπληρώνονται καλύτερα εάν οι αρχές αυτές διαθέτουν επαρκή βαθμό αυτονομίας και, ειδικότερα, πλήρη χρηματοοικονομική αυτονομία.

5.5.2

Η ΕΟΚΕ επικροτεί, επίσης, την εξαγγελία της Επιτροπής ότι θα εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις το 2008. Ως προς το θέμα αυτό, η ΕΟΚΕ παραπέμπει στις βασικές αρχές, που είχε αναλύσει στη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της 26ης Απριλίου 2007, όσον αφορά τη χρήση δημόσιας χρηματοδότησης στους λιμένες.

5.5.3

Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει επίσης με ικανοποίηση ότι η Επιτροπή υιοθέτησε τη σύστασή της να επεκταθούν οι διατάξεις της οδηγίας 2006/111/ΕΚ σχετικά με τη διαφάνεια σε όλους τους εμπορικούς λιμένες, ανεξαρτήτως του ετήσιου κύκλου εργασιών τους.

5.5.4

Στη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της, η ΕΟΚΕ ζητούσε καθοδήγηση σχετικά με τη χρήση των διαδικασιών επιλογής, όπως οι δημόσιοι διαγωνισμοί ή άλλα αποδεκτά μέσα, τους όρους για τις συμβάσεις παραχώρησης, τις συμφωνίες μίσθωσης γης κλπ., όπως και σχετικά με το νομικό καθεστώς εκείνων των λιμενικών υπηρεσιών που αποτελούν δημόσια υπηρεσία, π.χ. επειδή εξυπηρετούν τη γενική ασφάλεια των λιμένων.

5.5.5

Η Επιτροπή ανταποκρίθηκε σε αυτό το αίτημα, παρέχοντας στην ανακοίνωσή της για τη λιμενική πολιτική καθοδήγηση σχετικά με τη χρήση των συμβάσεων παραχώρησης και τις τεχνικές ναυτικές υπηρεσίες. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η ερμηνεία που δίνει η Επιτροπή στους κανόνες της Συνθήκης και στη νομολογία είναι γενικότερα χρήσιμη και σαφής. Η ΕΟΚΕ τονίζει ωστόσο ότι κοινό χαρακτηριστικό των τεχνικών ναυτικών υπηρεσιών είναι η σχέση τους με την ασφάλεια πλοήγησης, βάσει του οποίου θα πρέπει να ενταχθούν στην κατηγορία των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος.

5.5.6

Μια έξυπνη πολιτική συμβάσεων παραχώρησης θα πρέπει να διασφαλίζει τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό των λιμένων, όπως και τις βέλτιστες επιδόσεις και τη δέσμευση των φορέων διαχείρισης των τερματικών σταθμών. Η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να επανεξετάζει τακτικά την καθοδήγηση που έχει παράσχει σχετικά με τις παραχωρήσεις, ώστε να διασφαλίζει ότι ανταποκρίνεται αποτελεσματικά στους ανωτέρω στόχους και ότι περιέχει αρκετά κοινά στοιχεία ώστε να εγγυάται ισότιμους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των λιμενικών αρχών. Αυτό το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό, δεδομένης της τρέχουσας διεργασίας ενοποίησης της αγοράς διακίνησης φορτίου που περιγράφηκε ανωτέρω.

5.5.7

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόθεση της Επιτροπής να βοηθήσει στη διάδοση των ορθών πρακτικών όσον αφορά τη διαφάνεια των λιμενικών τελών. Πιστεύει δε ακράδαντα ότι τα λιμενικά τέλη θα πρέπει να καθορίζονται στο τοπικό επίπεδο του κάθε λιμένα, ώστε να εξυπηρετούν όσο το δυνατόν καλύτερα τις απαιτήσεις των χρηστών και το γενικό συμφέρον του λιμένα.

5.5.8

Τέλος, η ΕΟΚΕ διαπιστώνει με ικανοποίηση ότι η Επιτροπή ακολούθησε τη σύστασή της να δώσει προσοχή στις περιπτώσεις αθέμιτου ανταγωνισμού από γειτονικούς λιμένες τρίτων χωρών. Μέσω των πολιτικών της για την προσχώρηση και τις εξωτερικές σχέσεις, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εντείνει τη δράση της για την αντιμετώπιση των στρεβλώσεων που έχουν πολιτική υποκίνηση, όπως το εμπάργκο της Τουρκίας στα πλοία με κυπριακή σημαία και τα πλοία που προέρχονται από κυπριακούς λιμένες, τα ελληνοτουρκικά προβλήματα στο Αιγαίο και τα προβλήματα διέλευσης των συνόρων Ρωσίας-βαλτικών χωρών.

5.6   Καθιέρωση οργανωμένου διαλόγου μεταξύ των λιμένων και των πόλεων

5.6.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί τον στόχο της Επιτροπής να προωθήσει και να βελτιώσει τη συνεργασία μεταξύ των πόλεων και των λιμανιών τους. Η ενσωμάτωση των λιμένων στις πόλεις και στη ζωή των πόλεων, σε συνδυασμό με την αύξηση της συνειδητοποίησης, του ενδιαφέροντος ή ακόμη και της υπερηφάνειας των πολιτών για τις λιμενικές δραστηριότητες, έχουν ζωτική σημασία για τη βιώσιμη ανάπτυξη των λιμένων. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ιδιαίτερα συνέργειες με τους τομείς του τουρισμού, της αναψυχής, της πολιτιστικής κληρονομιάς και του πολιτισμού γενικά.

5.6.2

Η ΕΟΚΕ τονίζει επίσης με έμφαση ότι δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία για την άμεση και την έμμεση απασχόληση αλλά και την πρόσθετη αξία που παράγεται από τους ευρωπαϊκούς λιμένες. Για παράδειγμα, έχει την εντύπωση ότι τα στοιχεία για την απασχόληση που χρησιμοποιούνται στην ανακοίνωση υποτιμούν σε μεγάλο βαθμό την τρέχουσα κατάσταση. Για το λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να διοργανώσει μια σωστή μελέτη του χώρου αυτού.

5.6.3

Τέλος, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την πρόθεση της Επιτροπής να προβεί σε εκτίμηση των επιπτώσεων των μέτρων ασφαλείας στην προσβασιμότητα των λιμένων και να δώσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον δυνατό τρόπο συμβιβασμού αυτών των δύο.

5.7   Η εργασία στους λιμένες

5.7.1

Η ΕΟΚΕ τονίζει την ανάγκη προαγωγής ικανοποιητικών όρων και ασφαλών συνθηκών και περιβάλλοντος απασχόλησης, καθώς και εποικοδομητικών εργασιακών σχέσεων στους λιμένες. Παρατηρεί με ικανοποίηση ότι η Επιτροπή αποδίδει σημαντική προσοχή σε αυτό το θέμα στην ανακοίνωσή της για τη λιμενική πολιτική.

5.7.2

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει την άποψή της ότι η αποτελεσματική λειτουργία των λιμένων εξαρτάται από μια συνιστώσα αξιοπιστίας και ασφάλειας, η οποία, παρά την τεχνολογική πρόοδο, καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τον ανθρώπινο παράγοντα. Αυτό εξηγεί την ανάγκη ειδικευμένου και καλά καταρτισμένου εργατικού δυναμικού στους λιμένες, τόσο στην ξηρά όσο και στα σκάφη. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι οι κοινωνικοί εταίροι θα πρέπει να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία και στη διατήρηση αυτών των συνθηκών, ενώ στο ευρωπαϊκό επίπεδο η Επιτροπή θα πρέπει να υποστηρίξει τη συμβολή τους διευκολύνοντας τον κοινωνικό διάλογο.

5.7.3

Η ΕΟΚΕ χαίρει, συνεπώς, για την απόφαση της Επιτροπής να ενθαρρύνει τους κοινωνικούς εταίρους της Ευρώπης προκειμένου να συστήσουν μια ευρωπαϊκή επιτροπή κοινωνικού διαλόγου στον λιμενικό τομέα, κατά την έννοια της απόφασης 98/500/ΕΚ της Επιτροπής.

5.7.4

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την πρόθεση της Επιτροπής να δημιουργήσει ένα αμοιβαία αναγνωρίσιμο πλαίσιο για την κατάρτιση των λιμενεργατών, αλλά προτείνει να γίνει πρώτα σύγκριση των διάφορων υφιστάμενων συστημάτων επαγγελματικής κατάρτισης αυτού του κλάδου. Αυτό θα ήταν χρήσιμο να γίνει στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού κοινωνικού διαλόγου.

5.7.5

Τέλος, η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την Επιτροπή ότι απαιτείται αφενός στενή παρακολούθηση της εφαρμογής των κανόνων για την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων στους λιμένες, ανεξαρτήτως αν ανήκουν στην Κοινότητα ή έχουν θεσπισθεί από τον ΔΟΕ, και αφετέρου βελτίωση των στατιστικών για τα ατυχήματα. Μολαταύτα, η ΕΟΚΕ ζητεί επίσης να αναληφθούν πρωτοβουλίες σε όλα τα επίπεδα στα πλαίσια των κατάλληλων φόρουμ για την περαιτέρω βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  ΕΕ C 407 της 28.12.1998.

(2)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ για την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την πρόσβαση στην αγορά λιμενικών υπηρεσιών COM(2001) 35 τελικό, ΕΕ C 48 της 21.2.2001, σ. 122, και COM(2004) 654 τελικό, ΕΕ C 294 της 25.11.2005, σ. 25.

(3)  ΕΕ C 168 της 20.7.2007, σ. 57.

(4)  Σε μακροχρόνια βάση, το μέσο ευρωπαϊκό μερίδιο αγοράς εμπορευματοκιβωτίων σε λιμένες όπως του Αμβούργου και της Χάγης έπεσε από 61 % το 1975 σε 48 % το 2003, ενώ το μερίδιο αγοράς των λιμένων της Μεσογείου διπλασιάστηκε από 18 % το 1975 σε 36 % το 2003. Επιπλέον, το επίπεδο συγκέντρωσης λιμένων στην Ευρώπη για τη μεταφορά εμπορευματοκιβωτίων (όπως υπολογίζεται από το δείκτη Gini) μειώνεται σταθερά από το 1990, οδηγώντας έτσι σε μια άνοδο των σημείων εισόδου στην ευρωπαϊκή αγορά. Οι λιμένες εμπορευματοκιβωτίων με τη μεγαλύτερη ανάπτυξη το 2006 (με σχετικούς όρους) ήταν κυρίως μεσαίοι και μικροί λιμένες σε διάφορες ευρωπαϊκές περιοχές (Άμστερνταμ, Sines, Rauma, Κωνστάντζα, Kotka, Ταλίν, Bremerhaven, Zeebrugge και Gdynia) — Πηγή: Institute of Transport and Maritime Management Antwerp (ITMMA)/University of Antwerp. Αυτό έρχεται σε μεγάλη αντίθεση με την κατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου το επίπεδο συγκέντρωσης των λιμένων έχει αυξηθεί σημαντικά την ίδια περίοδο. Πηγή: Notteboom, T. (2007), Έκθεση σχετικά με την ευρωπαϊκή βιομηχανία θαλάσσιων λιμένων, η οποία χρησιμοποιεί δεδομένα που παρέχονται από την Eurostat και μεμονωμένους λιμένες).

(5)  Βλέπε κεφάλαιο 4 της γνωμοδότησης ΕΕ C 168 της 20.7.2007, σ. 57, για μια κοινή ευρωπαϊκή λιμενική πολιτική.

(6)  Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα απόβλητα (COM(2005) 667) και πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με πρότυπα ποιότητας περιβάλλοντος στον τομέα της υδατικής πολιτικής και σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 2000/60/ΕΚ (COM(2006) 397).

(7)  ΕΕ C 168 της 20.7.2007, σ. 50, γνωμοδότηση με θέμα την ανακοίνωση της Επιτροπής — Προς μια μελλοντική θαλάσσια πολιτική για την Ένωση: ένα ευρωπαϊκό όραμα για τους ωκεανούς και τις θάλασσες COM(2006) 275 τελικό.

ΕΕ C 168 της 20.7.2007, σ. 57, γνωμοδότηση για μια κοινή ευρωπαϊκή λιμενική πολιτική (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας).

ΕΕ C 151 της 17.6.2008, σ. 20, γνωμοδότηση με θέμα οι θαλάσσιες αρτηρίες και η ενσωμάτωσή τους στην αλυσίδα της επιμελητείας (διερευνητική γνωμοδότηση).

ΕΕ C 168 της 20.7.2007, σ. 68, γνωμοδότηση με θέμα την ανακοίνωση της Επιτροπής — Ενδιάμεση ανασκόπηση του προγράμματος για την προώθηση των θαλάσσιων μεταφορών μικρών αποστάσεων [COM(2003) 155 τελικό] COM(2006) 380 τελικό.


3.2.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 27/49


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα τις «Οδικές μεταφορές — χρόνος εργασίας των αυτοαπασχολούμενων οδηγών»

(2009/C 27/12)

Στις 20 Νοεμβρίου 2007, το Προεδρείο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 29 Α των διατάξεων εφαρμογής του Εσωτερικού Κανονισμού, να καταρτίσει πρόσθετη γνωμοδότηση με θέμα τις:

«Οδικές μεταφορές — χρόνος εργασίας των αυτοαπασχολούμενων οδηγών».

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 5 Ιουνίου 2008 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. CURTIS, ο οποίος αντικατέστησε τον κ. CHAGAS (1).

Κατά την 446η σύνοδο της ολομέλειάς της, της 9ης και 10ης Ιουλίου 2008 (συνεδρίαση της 9ης Ιουλίου) η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε, με 121 ψήφους υπέρ, 14 κατά και 6 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συμπεράσματα

1.1

Η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι οι αυτοαπασχολούμενοι οδηγοί πρέπει όλοι να υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2002/15/ΕΚ όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 της οδηγίας αυτής (από τις 23 Μαρτίου 2009).

1.2

Η υπαγωγή αυτή προϋποθέτει την ορθή μεταφορά της οδηγίας από τα κράτη μέλη και ειδικότερα τον ορισμό του αυτοαπασχολούμενου οδηγού.

1.3

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η υπαγωγή αυτή είναι αναγκαία για τη βελτίωση της οδικής ασφάλειας, για την επίτευξη ισότιμων όρων ανταγωνισμού και για τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας των αυτοαπασχολούμενων και μετακινούμενων εργαζομένων — ειδικότερα δε της φυσικής και πνευματικής τους υγείας. Εννοείται ότι τα γενικά διοικητικά καθήκοντα που προσδιορίζονται στην οδηγία (άρθρο 3, α-2) δεν περιλαμβάνονται στον ορισμό του χρόνου εργασίας.

1.4

Για την ΕΟΚΕ, η εσωτερική αγορά των οδικών μεταφορών προϋποθέτει τη θέσπιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού, πράγμα που θα επιτευχθεί με την αποτελεσματική και πραγματική εφαρμογή των κοινωνικών διατάξεων που αφορούν τον κλάδο. Με την εισαγωγή διάκρισης όσον αφορά την εφαρμογή της νομοθεσίας για τον χρόνο εργασίας των αυτοαπασχολούμενων και των μετακινούμενων εργαζόμενων, ενισχύεται ο αθέμιτος ανταγωνισμός. Για τον λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ δεν μπορεί να δεχτεί τη δυνατότητα υπαγωγής μόνον των «ψευδοαυτοαπασχολούμενων» οδηγών στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.

1.5

Για την αντιμετώπιση των ενδεχόμενων δυσκολιών κατά την εφαρμογή της υπαγωγής αυτής, η ΕΟΚΕ προτείνει τη συνυπευθυνότητα των διαφόρων φορέων στην αλυσίδα μεταφοράς όπως γίνεται με τον κανονισμό για τον χρόνο οδήγησης και τις περιόδους ανάπαυσης.

1.6

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η ενίσχυση της συνεργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο μεταξύ των διαφόρων εθνικών διοικήσεων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας.

1.7

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η υπαγωγή των αυτοαπασχολούμενων οδηγών στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας πρέπει να γίνει χωρίς να τους δημιουργήσει πρόσθετο και ανώφελο διοικητικό φόρτο.

2.   Εισαγωγή

2.1

Η ΕΟΚΕ έχει ήδη μελετήσει επανειλημμένα τα θέματα της ευρωπαϊκής πολιτικής οδικής ασφάλειας και αποκτήσει εμπεριστατωμένη γνώση στον τομέα αυτό. Στην πλέον πρόσφατη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της με τίτλο «Η ευρωπαϊκή πολιτική για την οδική ασφάλεια και οι επαγγελματίες οδηγοί — Ασφαλείς και προστατευμένοι χώροι στάθμευσης» (TEN/290) (2), η ΕΟΚΕ εξέτασε το σημαντικό ζήτημα των χώρων ανάπαυσης των επαγγελματιών οδηγών ως τμήμα της πολιτικής για τις οδικές υποδομές. Ωστόσο, ένα άλλο πολύ σημαντικό ζήτημα το οποίο συμπληρώνει τη γνωμοδότηση για τους ασφαλείς και προστατευόμενους χώρους στάθμευσης είναι ο χρόνος εργασίας των αυτοαπασχολούμενων οδηγών στις οδικές μεταφορές. Οι διαφορετικές οικονομικές και κοινωνικές πτυχές καθώς και οι πτυχές της ασφάλειας δεν έχουν ακόμη εξετασθεί κατάλληλα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ένα επιπλέον κίνητρο για την κατάρτιση αυτής της πρόσθετης γνωμοδότησης είναι η έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τις συνέπειες της εξαίρεσης των αυτοαπασχολούμενων οδηγών από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2002/15/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2002, για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εκτελούντων κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών (COM(2007) 266 τελικό).

2.2

Σκοπός της οδηγίας 2002/15/CE είναι να θεσπίσει τις ελάχιστες προδιαγραφές για την οργάνωση του χρόνου εργασίας προκειμένου να βελτιωθεί η προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων που εκτελούν κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών, καθώς και η οδική ασφάλεια και να υπάρξει περαιτέρω προσέγγιση των όρων ανταγωνισμού. Η οδηγία άρχισε να ισχύει στις 23 Μαρτίου 2002 και τα κράτη μέλη διέθεταν τρία χρόνια έως τις 23 Μαρτίου 2005 για να θέσουν σε εφαρμογή τις διατάξεις σχετικά με τους μετακινούμενους εργαζόμενους. Το άρθρο 2, παράγραφος 1 της οδηγίας ορίζει ότι οι διατάξεις της οδηγίας εφαρμόζονται στους αυτοαπασχολούμενους οδηγούς από τις 23 Μαρτίου 2009, μόλις η Επιτροπή υποβάλει έκθεση στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τη σχετική νομοθετική πρόταση που βασίζεται στην εν λόγω έκθεση.

2.3

Στον τελικό συμβιβασμό που επιτεύχθηκε μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου επί της παρούσας πρότασης συμφωνήθηκε ότι το αργότερο δύο χρόνια πριν την ημερομηνία αυτή, δηλαδή στις 23 Μαρτίου 2007, η Επιτροπή πρέπει να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, στην οποία θα αναλύεται ποιες είναι οι συνέπειες που έχει η εξαίρεση των αυτοαπασχολούμενων οδηγών από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για την οδική ασφάλεια, τους όρους ανταγωνισμού, τη διάρθρωση του επαγγέλματος και τις κοινωνικές πτυχές. Στην έκθεση έπρεπε να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν σε κάθε κράτος μέλος στη διάρθρωση του κλάδου των μεταφορών και το εργασιακό περιβάλλον του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα.

2.4

Με βάση την έκθεση αυτή, η Επιτροπή έπρεπε να υποβάλει πρόταση είτε (α) για τον καθορισμό των τρόπων με τους οποίους θα περιληφθούν οι αυτοαπασχολούμενοι οδηγοί που αναλαμβάνουν δραστηριότητες καθαρά εγχώριων μεταφορών, για τους οποίους εξακολουθούν να υφίστανται ιδιαίτερες καταστάσεις· είτε (β) για τη μη συμπερίληψη των αυτοαπασχολούμενων οδηγών στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.

2.5

Το άρθρο 7 παράγραφος 2 της οδηγίας απαιτεί επίσης από την Επιτροπή να αξιολογήσει τις συνέπειες των διατάξεων για τη νυκτερινή εργασία και να τις αναφέρει έως τις 23 Mαρτίου 2007 στην έκθεση που είναι υποχρεωμένη να συντάσσει ανά διετία σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας.

3.   Η έκθεση της Επιτροπής

3.1

Κατά την άποψη της Επιτροπής, η έκθεση παρέχει τη γενική εικόνα που επικρατεί σήμερα στην εφαρμογή της οδηγίας από τα κράτη μέλη, πραγματεύεται τις πιθανές συνέπειες που θα έχει η εξαίρεση των αυτοαπασχολούμενων από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και αξιολογεί τις συνέπειες των διατάξεων της οδηγίας για τη νυκτερινή εργασία.

3.2

Το πρώτο συμπέρασμα είναι ότι τα περισσότερα κράτη μέλη δεν κατάφεραν να μεταφέρουν την οδηγία μέσα στην τριετή μεταβατική περίοδο που προβλεπόταν. Κατά συνέπεια η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να εκδώσει την πρώτη της διετή έκθεση, όπως όφειλε, τον Μάρτιο του 2007.

3.3

Όσον αφορά τις συνέπειες της εξαίρεσης των αυτοαπασχολούμενων οδηγών, η Επιτροπή υπενθυμίζει τους λόγους για τους οποίους είχε προτείνει την υπαγωγή τους: ο κανονισμός για τον χρόνο οδήγησης και τις περιόδους ανάπαυσης δεν κάνει τέτοιου είδους διακρίσεις μεταξύ των οδηγών· ο κίνδυνος κατακερματισμού του κλάδου ενθαρρύνει τους οδηγούς να γίνουν «ψευδοαυτοαπασχολούμενοι»· οι στόχοι του θεμιτού ανταγωνισμού και της βελτίωσης της οδικής ασφάλειας και των συνθηκών εργασίας πρέπει να εφαρμόζονται σε ολόκληρο τον κλάδο.

3.4

Με βάση τα συμπεράσματα έκθεσης που συντάχθηκε από εξωτερικούς συμβούλους, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η κόπωση και οι συνέπειές της στην οδική ασφάλεια αφορά όλους τους οδηγούς, είτε αυτοί είναι αυτοαπασχολούμενοι είτε μετακινούμενοι. Επίσης στην έκθεση επιβεβαιώνεται ότι οι αυτοαπασχολούμενοι οδηγοί εργάζονται περισσότερες ώρες από τους μετακινούμενους και ότι και οι δύο κατηγορίες οδηγών εργάζονται πολύ περισσότερο από εργαζόμενους σε άλλους κλάδους.

3.5

Αν και αναγνωρίζεται ότι «η μείωση του χρόνου εργασίας θα βοηθούσε οπωσδήποτε στο μετριασμό της κόπωσης», στην έκθεση υπάρχει ωστόσο το συμπέρασμα ότι «αυτό θα οδηγούσε σε μεγαλύτερο άγχος, διότι οι αυτοαπασχολούμενοι οδηγοί προσπαθούν να επιτύχουν περισσότερα μέσα σε λιγότερο χρόνο, έτσι ώστε να διατηρήσουν την αποδοτικότητά τους, η οποία με τη σειρά της μπορεί να οδηγήσει σε μεγαλύτερη κόπωση και σε ατυχήματα». Η Επιτροπή φαίνεται να συμφωνεί με την άποψη αυτή.

3.6

Όσον αφορά τους όρους ανταγωνισμού, η Επιτροπή αποδέχεται τα συμπεράσματα της έκθεσης σύμφωνα με τα οποία η εξαίρεση των αυτοαπασχολούμενων από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας θα ενισχύσει τις υφιστάμενες τάσεις κατακερματισμού και ότι τούτο δεν θα έχει σημαντικό αντίκτυπο στον ανταγωνισμό του τομέα. Αντίθετα, η υπαγωγή τους θα έχει ως αποτέλεσμα αύξηση του κόστους και μείωση του χρόνου εργασίας, οπότε το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των αυτοαπασχολούμενων στις οδικές εμπορευματικές μεταφορές θα μειωθεί ουσιαστικά. Με τον τρόπο αυτό η Επιτροπή φαίνεται να ευνοεί την επιλογή ότι μόνον οι «ψευδοαυτοαπασχολούμενοι» θα πρέπει να υπαχθούν στην οδηγία.

3.7

Η Επιτροπή εκτιμά ότι «αν και η εξαίρεση των αυτοαπασχολούμενων είναι προτιμητέα για οικονομικούς λόγους, οι πιθανές κοινωνικές επιπτώσεις όμως της εξαίρεσης ή της υπαγωγής τους είναι λιγότερο προφανείς. Η εξαίρεσή τους δεν θα βοηθήσει ίσως να μετριασθούν τα προβλήματα υγείας και ασφάλειας· από την άλλη πλευρά, η υπαγωγή τους μπορεί να προκαλέσει πρόσθετο άγχος και διοικητικό φόρτο για τους αυτοαπασχολούμενους, ενώ ταυτόχρονα θα μειώσει το εισόδημά τους».

3.8

Τέλος, η Επιτροπή επισημαίνει ότι η υπαγωγή των αυτοαπασχολούμενων οδηγών μπορεί να τους δημιουργήσει μεγαλύτερο άγχος και οικονομικές δυσκολίες, μπορεί να είναι δυσεφάρμοστη και επομένως αναποτελεσματική.

3.9

Σε σχέση με την αξιολόγηση των συνεπειών των διατάξεων της οδηγίας για τη νυκτερινή εργασία, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η επιβολή των κανόνων πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

4.   Γενικές παρατηρήσεις

4.1

Η ΕΟΚΕ λαμβάνει γνώση της παρουσίασης από την Επιτροπή της έκθεσης σχετικά με τις συνέπειες της εξαίρεσης των αυτοαπασχολούμενων οδηγών από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εκτελούντων κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών.

4.2

Η εξαίρεση των αυτοαπασχολούμενων εργαζόμενων από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας προκάλεσε, σύμφωνα με πολλούς κοινωνικούς εταίρους, στρέβλωση του ανταγωνισμού στον τομέα των οδικών μεταφορών, πράγμα που οδήγησε πρόσφατα την ΕΟΚΕ να υποβάλει το ακόλουθο αίτημα στη γνωμοδότησή της με θέμα «Ενδιάμεση εξέταση της Λευκής Βίβλου για τις μεταφορές» (TEN 257, εισηγητής ο κ. Barbadillo Lopez) (3):

«Η κοινωνική νομοθεσία που καλύπτει τις οδικές μεταφορές πρέπει να διασφαλίζει την ισότητα μεταχείρισης των εργαζομένων, είτε αυτοί είναι μισθωτοί είτε αυτοαπασχολούμενοι, και, ως εκ τούτου, η οδηγία 15/2002 της 11ης Μαρτίου 2002, για την οργάνωση του χρόνου εργασίας των εκτελούντων κινητές δραστηριότητες οδικών μεταφορών, πρέπει να ισχύσει άμεσα για τους αυτοαπασχολούμενους εργαζομένους, χωρίς την προβλεπόμενη μεταβατική περίοδο, δεδομένου ότι στόχο της εν λόγω οδηγίας αποτελεί η οδική ασφάλεια, η αποφυγή των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού και η προώθηση καλύτερων συνθηκών εργασίας» (Σημείο 4.3.1.2).

4.3

Εν προκειμένω, η ΕΟΚΕ εκφράζει σοβαρές επιφυλάξεις όσον αφορά τα συμπεράσματα που αφορούν την οδική ασφάλεια, τους όρους ανταγωνισμού και τις κοινωνικές πτυχές που αναφέροντα στα αποτελέσματα της έκθεσης.

4.4

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι εάν επιθυμείται η ενίσχυση της οδικής ασφάλειας, η επίτευξη ισότιμων όρων ανταγωνισμού και η βελτίωση των συνθηκών εργασίας των αυτοαπασχολούμενων και μετακινούμενων εργαζομένων —ειδικότερα δε της φυσικής και πνευματικής τους υγείας— οι αυτοαπασχολούμενοι εργαζόμενοι πρέπει να υπαχθούν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2002/15/ΕΚ.

4.5

Οι υπερβολικές ώρες εργασίας είναι παράγοντας που συμβάλλει σε μεγάλο βαθμό στην κόπωση των οδηγών και άρα στην πιθανότητα να αποκοιμηθούν ενώ οδηγούν, πράγμα που σαφώς αντιτίθεται προς την οδική ασφάλεια. Ο δίκαιος ανταγωνισμός εδραιώνεται όταν οι τιμές που πληρώνουν στους υπεργολάβους οι μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες διοργανώνουν την διανομή και την μεταφορά των εμπορευμάτων, αντικατοπτρίζουν τον σεβασμό των κοινωνικών διατάξεων που αφορούν τον τομέα τόσο για τους μετακινούμενους όσο και για τους αυτοαπασχολούμενους εργαζόμενους.

4.6

Δεν είναι σίγουρο ότι η εξαίρεση των αυτοαπασχολούμενων από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2002/15/ΕΚ δεν θα προκαλέσει μεγαλύτερο άγχος, διότι οι αυτοαπασχολούμενοι θα δεχτούν πιέσεις από τους εργοδότες για να μειώσουν τις τιμές. Θα πρέπει να εργαστούν περισσότερο για να διατηρήσουν το επίπεδο των εισοδημάτων τους σε βάρος της οδικής ασφάλειας, της υγείας τους και της, ήδη επισφαλούς, ισορροπίας μεταξύ επαγγελματικού και ιδιωτικού βίου.

4.7

Ωστόσο για την ΕΟΚΕ, η υπαγωγή των αυτοαπασχολούμενων στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2002/15/ΕΚ προϋποθέτει την ορθή μεταφορά της οδηγίας και ειδικότερα τον ορισμό του αυτοαπασχολούμενου οδηγού.

4.8

Η Επιτροπή, ως θεματοφύλακας των Συνθηκών, οφείλει να μεριμνά για την σωστή μεταφορά από τα κράτη μέλη του ορισμού του «αυτοαπασχολούμενου οδηγού» όπως ορίζεται στο άρθρο 3 ε) (4) της οδηγίας. Η ορθή μεταφορά είναι η πρώτη προϋπόθεση που πρέπει να εκπληρωθεί εάν ένα κράτος μέλος θέλει να καταπολεμήσει το φαινόμενο των «ψευδοαυτοαπασχολούμενων» οδηγών.

4.9

Επίσης, η υπαγωγή αυτή συνεπάγεται μία τροποποίηση της οδηγίας όσον αφορά τη συνυπευθυνότητα των διαφόρων φορέων της αλυσίδας μεταφοράς. Στον κανονισμό για τις ώρες οδήγησης και τις περιόδους ανάπαυσης (5), στο άρθρο 10, παράγραφος 4, ορίζεται ότι «Οι επιχειρήσεις, οι αποστολείς, οι μεταφορείς φορτίων, οι διοργανωτές ταξιδιών, οι εργολάβοι, οι υπεργολάβοι και τα γραφεία απασχόλησης οδηγών εξασφαλίζουν ότι τα συμβατικώς συμφωνούμενα ωράρια δρομολογίων πληρούν τον παρόντα κανονισμό». Αυτή η συνυπευθυνότητα πρέπει να επεκταθεί στην εφαρμογή της νομοθεσίας για τον χρόνο εργασίας. Τούτο θα θέσει στην ίδια μοίρα μετακινούμενους και αυτοαπασχολούμενους εργαζόμενους· πράγματι, όταν οι αυτοαπασχολούμενοι αναλαμβάνουν υπεργολαβίες, δέχονται πιέσεις για μείωση των τιμών, με αποτέλεσμα να εργάζονται περισσότερες ώρες. Με τον τρόπο αυτό θα αποφευχθεί ο αθέμιτος ανταγωνισμός έναντι των μετακινούμενων εργαζομένων.

4.10

Τα συμπεράσματα της έκθεσης σχετικά με το πρόσθετο άγχος που θα επιφέρει η υπαγωγή των αυτοαπασχολούμενων οδηγών στην οδηγία, δεν είναι λογικά κατά την άποψη της ΕΟΚΕ. Ο ορισμός του χρόνου εργασίας που χρησιμοποίησαν οι σύμβουλοι δεν είναι σαφής. Εάν οι αυτοαπασχολούμενοι οδηγοί πρέπει στο ίδιο χρονικό διάστημα να προβαίνουν στις διοικητικές διατυπώσεις και στη διαχείριση του συνόλου των ενεργειών μεταφοράς, ενώ οι μετακινούμενοι εργαζόμενοι απαλλάσσονται από αυτές τις δραστηριότητες, τότε δημιουργείται πράγματι πρόσθετο άγχος. Εάν ασκούν την ίδια δραστηριότητα στον ίδιο χρόνο με τους μετακινούμενους εργαζόμενους δεν υφίσταται λόγος για τον οποίο ο αυτοαπασχολούμενος να έχει περισσότερο άγχος από τον μετακινούμενο εργαζόμενο. Εννοείται ότι τα γενικά διοικητικά καθήκοντα που προσδιορίζονται στην οδηγία (άρθρο 3, α-2) δεν περιλαμβάνονται στον ορισμό του χρόνου εργασίας.

4.11

Εξάλλου, εάν η μείωση του χρόνου εργασίας συμβάλει στη μείωση της κόπωσης αλλά δημιουργεί άγχος, οι αυτοαπασχολούμενοι εργαζόμενοι είναι καταδικασμένοι να επιλέγουν μεταξύ Σκύλας και Χάρυβδης. Για την ΕΟΚΕ, η οδική ασφάλεια προέχει και η κόπωση ως συνέπεια των υπεράριθμων ωρών εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της οδήγησης, μπορεί να είναι αιτία οδικών ατυχημάτων, είτε πρόκειται για αυτοπασχολούμενο είτε για μετακινούμενο οδηγό.

4.12

Επίσης η έκθεση παραλείπει —και η Επιτροπή ακολουθεί τη λογική αυτή— να επισημάνει ότι το άγχος των οδηγών μπορεί να εξακολουθεί να υπάρχει και να αυξάνεται και επειδή εξαιρούνται από την οδηγία, διότι οι εργοδότες θα εκμεταλλευτούν το γεγονός αυτό για να ασκήσουν πιέσεις για την μείωση των τιμών.

4.13

Η Επιτροπή επισημαίνει το γεγονός ότι το Συμβούλιο δεν συμφώνησε να υιοθετηθεί καμιά απαίτηση για ελάχιστη συστηματική επιθεώρηση όσον αφορά τους κανόνες για τον χρόνο εργασίας. Η ΕΟΚΕ, όπως και η Επιτροπή, εκφράζει τη λύπη της γι αυτό αλλά δεν προτίθεται να χρησιμοποιήσει αυτό το γεγονός για να μην προσαρμόσει τη νομοθεσία στους αυτοαπασχολούμενους οδηγούς. Δεν ισχύει το γεγονός ότι είναι δύσκολο να ελεγχθεί ο χρόνος εργασίας των αυτοαπασχολούμενων οδηγών και γι αυτό δεν πρέπει να υπαχθούν στην οδηγία. Για τον λόγο αυτό η συνυπευθυνότητα των φορέων της αλυσίδας μεταφορών στην εφαρμογή της νομοθεσίας είναι ενδιαφέρον στοιχείο. Εάν αποδειχθεί ότι οι συμβάσεις μεταξύ των διαφόρων φορέων της αλυσίδας μεταφορών είναι τέτοιες που να καθίσταται αδύνατη η εφαρμογή της μέσης διάρκειας των 48 ωρών, θα υπάρχει ένα στοιχείο που θα προστατεύει τον αυτοαπασχολούμενο οδηγό από υπεράριθμες ώρες εργασίας και οδήγησης.

4.14

Για την ΕΟΚΕ, η εσωτερική αγορά των οδικών μεταφορών προϋποθέτει τη θέσπιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού, πράγμα που θα επιτευχθεί με την αποτελεσματική και πραγματική εφαρμογή των κοινωνικών διατάξεων που αφορούν τον κλάδο. Με την εισαγωγή διάκρισης όσον αφορά την εφαρμογή της νομοθεσίας για τον χρόνο εργασίας των αυτοαπασχολούμενων και των μετακινούμενων εργαζόμενων, ενισχύεται ο αθέμιτος ανταγωνισμός. Για τον λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ δεν μπορεί να δεχτεί τη δυνατότητα υπαγωγής μόνον των «ψευδοαυτοαπασχολούμενων» οδηγών στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.

4.15

Εξάλλου η ΕΟΚΕ επιθυμεί να αναφέρει ότι πολλά κράτη μέλη με διαφορετικές διαρθρώσεις της αγοράς των οδικών μεταφορών, όπως η Εσθονία (με λίγους αυτοαπασχολούμενους) και η Σλοβακία (με το 70 % σε αυτοαπασχολούμενους) επέλεξαν την υπαγωγή των αυτοαπασχολούμενων στην οδηγία 2002/15/ΕΚ. Εάν έτσι έχει σήμερα η κατάσταση, η ΕΟΚΕ δεν κατανοεί γιατί η Επιτροπή επιθυμεί οπωσδήποτε να κρατήσει τους αυτοαπασχολούμενους έξω από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2002/15/ΕΚ για οικονομικούς λόγους.

4.16

Δικαίως η Επιτροπή συγκαταλέγει στην έννοια των «πτυχών εργατικής νομοθεσίας» όχι μόνον την υγεία και την ασφάλεια και τις συνθήκες εργασίας των μετακινούμενων εργαζομένων και των αυτοαπασχολούμενων οδηγών, αλλά και την αμοιβή τους και την ισορροπία μεταξύ εργασίας και ιδιωτικής τους ζωής.

4.17

Σύμφωνα με την Επιτροπή «η εξαίρεση προσφέρει στους αυτοαπασχολούμενους τη δυνατότητα να ελέγχουν περισσότερο την εργασία τους και να έχουν υψηλότερο εισόδημα, αναγκάζοντάς τους να επενδύουν περισσότερο σε χρόνο και ενέργεια για να έχουν κέρδη».

4.18

Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι ο ορισμός του χρόνου εργασίας για τους αυτοαπασχολούμενους εργαζόμενους δεν είναι σαφής και/ή προϋποθέτει ότι τα γενικά διοικητικά καθήκοντα δεν αποτελούν μέρος του χρόνου εργασίας. Στην τελευταία περίπτωση, η ΕΟΚΕ δεν κατανοεί γιατί τα υψηλότερα εισοδήματα των αυτοαπασχολούμενων οδηγών οδηγούν στην εξαίρεσή τους από την οδηγία για τον χρόνο εργασίας.

4.19

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η ενίσχυση της συνεργασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο μεταξύ των διαφόρων εθνικών διοικήσεων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας.

4.20

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η υπαγωγή των αυτοαπασχολούμενων οδηγών στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας πρέπει να γίνει χωρίς να τους δημιουργήσει πρόσθετο και ανώφελο διοικητικό φόρτο.

4.21

Η Επιτροπή επιθυμεί, μετά την μελέτη αυτή, να προβεί σε περαιτέρω εκτίμηση του αντικτύπου πριν την νομοθετική πρόταση· στην εκτίμηση του αντικτύπου πρέπει επίσης να συνεκτιμηθούν αρκετά νέα στοιχεία όπως ο νέος κανονισμός για τον χρόνο εργασίας και τις περιόδους ανάπαυσης. Επίσης, η Επιτροπή θα εξετάσει επίσης στην εκτίμηση του αντικτύπου τη συνεχιζόμενη εξαίρεση των πραγματικών αυτοαπασχολούμενων από την εφαρμογή των κανόνων του κλάδου για τον χρόνο εργασίας. Η ΕΟΚΕ δεν είναι πεπεισμένη για την προστιθέμενη αξία μια άλλης εκτίμησης αντικτύπου.

Βρυξέλλες, 9 Ιουλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Παραιτηθέν μέλος.

(2)  ΕΕ C 175 της 27.7.2007, σελ. 88–90.

(3)  ΕΕ C 161 της 13.7.2007, σελ. 89.

(4)  Άρθρο 3 ε) «αυτοαπασχολούμενος οδηγός»: κάθε πρόσωπο, η κύρια επαγγελματική δραστηριότητα του οποίου συνίσταται στην εκτέλεση, επ' αμοιβή, οδικών μεταφορών επιβατών ή εμπορευμάτων, κατά την έννοια της κοινοτικής νομοθεσίας, βάσει κοινοτικής αδείας ή άλλης επαγγελματικής αδείας για την πραγματοποίηση των μεταφορών αυτών, το οποίο έχει την ελευθερία να εργάζεται αυτόνομα και δεν συνδέεται με εργοδότη με σύμβαση εργασίας ή με οποιαδήποτε άλλη μορφή ιεραρχικής εργασιακής σχέσης, το οποίο είναι ελεύθερο να οργανώνει τις σχετικές δραστηριότητες, του οποίου το εισόδημα εξαρτάται άμεσα από τα πραγματοποιούμενα κέρδη και το οποίο έχει την ελευθερία, ατομικά ή μέσω συνεργασίας με άλλους αυτοαπασχολούμενους οδηγούς, να έχει εμπορικές σχέσεις με διάφορους πελάτες.

Για τους σκοπούς της οδηγίας αυτής, οι οδηγοί που δεν πληρούν τα κριτήρια αυτά υπόκεινται στις ίδιες υποχρεώσεις και έχουν τα ίδια δικαιώματα που προβλέπει η παρούσα οδηγία για τους μετακινούμενους εργαζόμενους.

(5)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 561/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2006, για την εναρμόνιση ορισμένων κοινωνικών διατάξεων στον τομέα των οδικών μεταφορών και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 3821/85 και (ΕΚ) αριθ. 2135/98 του Συμβουλίου καθώς και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3820/85 του Συμβουλίου.


3.2.2009   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 27/53


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών Ευρωπαϊκό στρατηγικό σχέδιο ενεργειακών τεχνολογιών (ΣΧΕΔΙΟ ΣΕΤ) “Η πορεία προς τις χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα”»

COM(2007) 723 τελικό

(2009/C 27/13)

Στις 22 Νοεμβρίου 2007, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την:

«Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Ευρωπαϊκό στρατηγικό σχέδιο ενεργειακών τεχνολογιών (ΣΧΕΔΙΟ ΣΕΤ) “Η πορεία προς τις χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα”».

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 5 Ιουνίου 2008 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. ZBOŘIL.

Κατά την 446 σύνοδο ολομέλειας, της 9ης και 10ης Ιουλίου 2008 (συνεδρίαση της 9ης Ιουλίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 127 ψήφους υπέρ και 5 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) χαιρετίζει την ανακοίνωση της Επιτροπής, καθώς και τα συμπληρωματικά έγγραφα εργασίας, και προσυπογράφει την ανάλυση και την περιγραφή της κατάστασης που επικρατεί σήμερα ως προς τις ενεργειακές τεχνολογίες. Όσο δεν υπάρχει μια καλά μελετημένη στρατηγική για την ανάπτυξη των ενεργειακών τεχνολογιών, είναι πολύ δύσκολο να αναπτυχθεί προβληματισμός σχετικά με τον μετριασμό των κλιματικών αλλαγών. Κατά συνέπεια, η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ της υιοθέτησης του σχεδίου ΣΕΤ.

1.2

Η ανακοίνωση ενισχύει, επίσης, σημαντικά το καίριο στοιχείο της ενεργειακής πολιτικής, την ασφάλεια δηλαδή του εφοδιασμού, τόσο σε επίπεδο υλικών, όσο και από την άποψη της κοινωνικής και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας. Η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού δεν αφορά αποκλειστικά την πρακτική πρόσβαση στην ενέργεια, αλλά και τη δυνατότητα απόκτησής της σε αποδεκτές για την κοινωνία τιμές.

1.3

Στην ανακοίνωσή της, η Επιτροπή ορθά τοποθετεί την ανάπτυξη των ενεργειακών τεχνολογιών στην πρώτη θέση των προσπαθειών που πρέπει να τείνουν προς τον περιορισμό του φαινομένου των κλιματικών αλλαγών. Η τοποθέτηση αυτή συνάδει, εξάλλου, με τα συμπεράσματα της δέκατης τρίτης Διάσκεψης των Μερών (COP 13), που πραγματοποιήθηκε στο Μπαλί, το Δεκέμβριο του 2007 (1).

1.4

Η ανακοίνωση της Επιτροπής τονίζει, δικαίως, τη σημασία του παράγοντα χρόνος, ο οποίος έχει καθοριστικό ρόλο για την εφαρμογή της προτεινόμενης στρατηγικής (σχέδιο ΣΕΤ), εάν η ΕΕ επιθυμεί να επιτύχει να περιορίσει, έως το 2020, τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σύμφωνα με τη δέσμευση που ανέλαβε το Μάρτιο του 2007.

1.5

Προκειμένου να επιταχυνθεί η ανάπτυξη και η ουσιαστική χρήση των νέων ενεργειακών τεχνολογιών, η ΕΕ πρέπει να διαθέτει περισσότερους μηχανισμούς, ειδικά εστιασμένους και αποτελεσματικούς, χάρη στους οποίους θα αξιοποιείται το δυναμικό της δημόσιας ενίσχυσης, της βιομηχανίας, των πανεπιστημίων και της έρευνας, και θα ενισχύονται οι συνέργειές τους. Η διευρυμένη συνεργασία και η ανάπτυξη μέτρων που θα αποτρέπουν τον κατακερματισμό των ερευνητικών δραστηριοτήτων πρέπει επίσης να καθιερωθούν σε διεθνές επίπεδο.

1.6

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την προσέγγιση της Επιτροπής, η οποία, στην ανακοίνωσή της, συνιστά να κινητοποιηθούν όχι μόνο χρηματοδοτικοί πόροι, αλλά κυρίως ανθρώπινοι, και μάλιστα σε τέσσερα επίπεδα: τόσο σε ιδιωτικό επίπεδο, όσο και σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο. Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι μία από τις βασικές προϋποθέσεις για την κινητοποίηση ανθρώπινων πόρων, είναι να εξασφαλιστεί γενικευμένη και κατάλληλη υποστήριξη της επιστημονικής και τεχνικής εκπαίδευσης.

1.7

Πέρα από τον καθορισμό των προτεραιοτήτων σε επίπεδο ΕΕ, το στρατηγικό σχέδιο θα έπρεπε να καθορίζει, και σε επίπεδο κρατών μελών, ειδικούς στόχους, λαμβάνοντας υπόψη τις ικανότητες και την εμπειρία που διαθέτει το καθένα, να προβλέπει την εκχώρηση επαρκών χρηματοδοτικών πόρων στο πλαίσιο των προϋπολογισμών (των εθνικών και του ευρωπαϊκού), να αξιοποιεί στον μέγιστο βαθμό τις ικανότητες έρευνας και ανάπτυξης, να μεριμνά για τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα —για τον οποίο οι τάσεις της αγοράς της ενέργειας συνιστούν αρκετά σημαντικό κίνητρο—, και να προβλέπει και άλλους νομοθετικούς και φορολογικούς μηχανισμούς.

1.8

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι θα ήταν επιζήμιο να περιέλθει σε δεύτερη μοίρα ο σημαντικότερος ασφαλώς μηχανισμός για τον περιορισμό της αλλαγής του κλίματος, δηλαδή η στρατηγική για την ανάπτυξη και την εφαρμογή των ενεργειακών τεχνολογιών, και να προκριθούν άλλα ζητήματα, τα οποία, εντελώς αντικειμενικά, θα πρέπει να προσδώσουν στην εν λόγω διαδικασία ανάπτυξης ένα πλαίσιο στήριξης αναγκαίο και ενθαρρυντικό (πρόκειται κυρίως για το σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων, την υποστήριξη για τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την τρίτη δέσμη μέτρων για την ενέργεια κλπ.). Μόνον εάν υπάρξουν συγκεκριμένες τεχνολογικές εξελίξεις, για την τελειοποίηση πιο αποτελεσματικών τεχνολογιών, είτε για την παραγωγή είτε για την κατανάλωση κάθε μορφής ενέργειας, θα μπορέσει να προκύψει πραγματική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.

1.9

Η ιδιαίτερα εύστοχη και τεκμηριωμένη ανάλυση της σημερινής κατάστασης, που αποδεικνύεται καθόλου ικανοποιητική, δίνει δικαίως έμφαση στα προβλήματα οργάνωσης και διαχείρισης, τα οποία, όπως ακριβώς και οι τεχνικές και επιστημονικές προκλήσεις, πρέπει να βρίσκονται στο επίκεντρο των μελημάτων της κοινωνίας.

1.10

Σε κοινοτικό επίπεδο, συνιστάται η στροφή προς τις τεχνολογίες που αξιοποιούν τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, προς τις μεθόδους παραγωγής θερμότητας που σέβονται το περιβάλλον και προς τις πλέον πρόσφατες υποδομές για τη μεταφορά και αποθήκευση ενέργειας, οι οποίες πρέπει να λάβουν την κατάλληλη υποστήριξη. Από οικονομική άποψη, ορισμένες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχουν, ωστόσο, ακόμη, μεγάλο κόστος, το οποίο και αναμένεται να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα. Οι τεχνολογίες για την εξοικονόμηση ενέργειας κατά την φάση της τελικής κατανάλωσης, οι καθαρές τεχνολογίες που στηρίζονται στα ορυκτά καύσιμα ή που κάνουν χρήση της ατομικής ενέργειας, σύμφωνα με τις αρχές της σχάσης ή της τήξης, καθώς και η αποθήκευση των πυρηνικών αποβλήτων έχουν παραμεληθεί. Η ΕΟΚΕ συνιστά να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι πολλές χώρες εξαρτώνται από τα ορυκτά καύσιμα και από την πυρηνική ενέργεια και ότι η κατάσταση αυτή δεν αναμένεται να αλλάξει στο προσεχές μέλλον.

1.11

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι απαιτείται να κληθεί ο ιδιωτικός τομέας να συμμετάσχει στη διαδικασία αυτή, και μάλιστα σε πολύ μεγάλο βαθμό. Η ΕΕ και οι εθνικές κυβερνήσεις πρέπει να δημιουργήσουν τις κατάλληλες γι' αυτό προϋποθέσεις, όχι μόνον καθορίζοντας τις αρχές, τις προτεραιότητες και τους στόχους των ενεργειακών πολιτικών, αλλά και θεσπίζοντας τους αναγκαίους για την εφαρμογή τους μηχανισμούς.

1.12

Το καθοριστικό στοιχείο έγκειται στη θέσπιση κανόνων αγοράς στον τομέα της ενέργειας, με τον δέοντα συνυπολογισμό του εξωτερικού κόστους, συμπεριλαμβανομένου και του κοινωνικού κόστους, στις τιμές όλων των πηγών ενέργειας. Η ΕΕ και τα κράτη μέλη θα πρέπει πιθανότατα να δημιουργήσουν τις νομοθετικές και φορολογικές προϋποθέσεις, βάσει των οποίων θα συνδυαστούν με τον προσφορότερο τρόπο τα ιδιωτικά και τα δημόσια χρηματοδοτικά μέσα που αφιερώνονται στην ενεργειακή έρευνα και ανάπτυξη.

1.13

Οι πραγματικές φυσικές συνθήκες και η πρακτική πρόσβαση στις πηγές ενέργειας θα πρέπει να συνιστούν το βασικό κριτήριο για την αξιολόγηση της δυνατότητας αξιοποίησης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο κάθε κράτος μέλος, καθώς και όταν τα κράτη μέλη εντάσσονται στα προγράμματα ανάπτυξης των ενεργειακών τεχνολογιών.

1.14

Η άνθηση των σύγχρονων ενεργειακών τεχνολογιών που απευθύνονται στο ευρύ κοινό πρέπει να προωθεί τη βιώσιμη ανάπτυξη. Στην υλοποίηση των σχετικών ταχθέντων στόχων, σημαντικά θα μπορέσει να συμβάλει ο συνιστώμενος στρατηγικός συντονισμός της ενεργειακής έρευνας και ανάπτυξης, με την συμπερίληψη των προτεραιοτήτων (σε επίπεδο περιεχομένου, αλλά και προθεσμιών) που θα πρέπει να εφαρμόζονται σε κοινοτικό και σε εθνικό επίπεδο, και με την δημιουργία των αναγκαίων λειτουργικών μηχανισμών, όπως τα συστήματα διαχείρισης, ελέγχου και ροής πληροφοριών.

1.15

Όσον αφορά την ενίσχυση, πέραν της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της συνεργασίας σε θέματα έρευνας και ανάπτυξης των νέων ενεργειακών τεχνολογιών, είναι σκόπιμο, προτού συναφθούν νέες συμβάσεις, να δοθεί προτεραιότητα στη βέλτιστη χρήση των υφισταμένων θεσμών, συνθηκών και συμφωνιών, κυρίως εκείνων των οποίων η αποτελεσματικότητα έχει ήδη αποδειχθεί στο παρελθόν.

1.16

Το σχέδιο ΣΕΤ συνιστά έναν θεμελιώδη στρατηγικό προσανατολισμό για την ευρωπαϊκή οικονομία σε θέματα ανάπτυξης και εφαρμογής των τεχνολογιών που αποσκοπούν στον περιορισμό των αλλαγών του κλίματος, χάρη στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου έως το 2020, και, κατόπιν, έως το 2050.

2.   Εισαγωγή

2.1

Στις 22 Νοεμβρίου 2007, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε πρόταση για τη θέσπιση ευρωπαϊκού στρατηγικού σχεδίου για τις ενεργειακές τεχνολογίες (σχέδιο ΣΕΤ) «η πορεία προς τις χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα» [COM(2007) 723 τελικό], καθώς και τα ακόλουθα έγγραφα εργασίας: «Πλήρης έκδοση της εκτίμησης αντικτύπου» [SEC(2007) 1508], «Σύνοψη της εκτίμησης αντικτύπου» [SEC(2007) 1509], «Χαρτογράφηση τεχνολογίας» [SEC(2007) 1510], και «Χαρτογράφηση ικανοτήτων» [SEC(2007) 1511]. Στο σύνολο των εγγράφων αυτών, συνοψίζονται οι διαθέσιμες λύσεις και μέσα που θα πρέπει να κινητοποιηθούν για την υλοποίηση των στόχων του σχεδίου ΣΕΤ. Τα έγγραφα αυτά απευθύνουν επείγουσα έκκληση για πιο στενή και καλύτερα συντονισμένη συνεργασία σε θέματα έρευνας και ανάπτυξης, και τούτο σε όλα τα επίπεδα (2).

2.2

Πρόκειται για έναν στρατηγικό προσανατολισμό σε έναν τομέα σημαντικό, καθοριστικό μάλιστα, ο οποίος αποβλέπει στον μετριασμό της αλλαγής του κλίματος χάρη στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Συγκεκριμένα, η ΕΕ θα πρέπει, έως το 2020, να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 20 %, έως και κατά 30 %, εάν η διεθνής κοινότητα συνοδεύσει την ΕΕ στην πρωτοβουλία αυτή σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι βασικοί αυτοί στόχοι σε θέματα καταπολέμησης της αλλαγής του κλίματος, καθώς και τα κυριότερα σημεία του πολιτικού περιεχόμενου της πρωτοβουλίας «Μια ενεργειακή πολιτική για την Ευρώπη», ορίστηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στις 9 Μαρτίου 2007.

2.3

Θα χρειασθεί να καταβληθούν υπέρμετρες προσπάθειες προκειμένου να σταθεροποιηθούν σε αποδεκτά επίπεδα οι συγκεντρώσεις διοξειδίου του άνθρακα. Η τεχνολογική καινοτομία είναι απολύτως αναγκαία. Το ερώτημα είναι μέχρι ποίου βαθμού θα πρέπει η πολιτική να επικεντρωθεί κατά τρόπον άμεσον στην παροχή κινήτρων για την καινοτομία (3). Η αυταρέσκεια της «ήδη διαθέσιμης τεχνολογίας» είναι υπερβολικά επικίνδυνη, το δε σχέδιο SET, εφόσον καταρτισθεί και εφαρμοσθεί πλήρως, αποτελεί τη βασική και κατάλληλη επιλογή για να επιτευχθεί ο στόχος των απαιτούμενων μειώσεων

3.   Έγγραφα της Επιτροπής

3.1

Η Ευρώπη πρέπει να ενεργήσει από τώρα, συγκεντρώνοντας τις δυνάμεις της ώστε να εξασφαλίσει ασφαλή εφοδιασμό βιώσιμης και ανταγωνιστικής ενέργειας. Η χρήση των τεχνολογιών αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επίτευξη των στόχων της ενεργειακής πολιτικής για την Ευρώπη, την οποία υιοθέτησε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στις 9 Μαρτίου 2007. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η υλοποίηση των σχετικών ταχθέντων στόχων, θα πρέπει να μειωθεί το κόστος των «καθαρών» μορφών ενέργειας και να τεθούν οι επιχειρήσεις της ΕΕ σε εξέχουσα θέση στον τομέα των τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, που συνιστά τομέα σε πλήρη και ταχεία άνθηση. Πιο μακροπρόθεσμα, για την επίτευξη του φιλόδοξου στόχου της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 60 έως 80 % μέχρι το 2050, θα πρέπει να προοδεύσει σημαντικά η έρευνα, ώστε να τελειοποιηθούν νέες γενεές τεχνολογίας.

3.2

Εάν ληφθούν υπόψη οι σημερινές τάσεις και οι προβολές που έχουν εκπονηθεί με βάση τις τάσεις αυτές, δεν βρισκόμαστε στο δρόμο της υλοποίησης των στόχων της ενεργειακής πολιτικής μας. Η εύκολη πρόσβαση στους πόρους μάς έχει οδηγήσει στην εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, ενώ έχει μειώσει το ενδιαφέρον για καινοτομία και τις επενδύσεις σε νέες ενεργειακές τεχνολογίες. Οι δημόσιοι και ιδιωτικοί προϋπολογισμοί που εκχωρούνται στην έρευνα για την ενέργεια στην ΕΕ έχουν περιοριστεί αισθητά από τα υψηλότερα όρια, στα οποία έφθασαν κατά τη δεκαετία του 1980. Το αποτέλεσμα είναι ένα χρόνιο έλλειμμα επένδυσης στο δυναμικό και τις υποδομές της έρευνας. Εάν οι κυβερνήσεις της ΕΕ πραγματοποιούσαν σήμερα αντίστοιχες επενδύσεις με εκείνες του 1980, οι συνολικές δημόσιες δαπάνες της ΕΕ για την ανάπτυξη ενεργειακών τεχνολογιών θα ήταν τετραπλάσιες από το σημερινό τους επίπεδο, το οποίο ανέρχεται σε 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ περίπου ανά έτος.

3.3

Η διείσδυση νέων ενεργειακών τεχνολογιών στην αγορά εμποδίζεται επιπλέον από την ίδια τη φύση των ενεργειακών προϊόντων. Προστίθενται νομικά και διοικητικά εμπόδια, που καθιστούν το πλαίσιο αυτό ακόμη λιγότερο πρόσφορο για την καινοτομία. Υπό τις συνθήκες αυτές, η δημόσια παρέμβαση για την υποστήριξη της καινοτομίας σε θέματα ενέργειας είναι και αναγκαία και δικαιολογημένη.

3.4

Οι κυριότεροι παράγοντες παγκοσμίως, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ιαπωνία, αλλά και οι αναδυόμενες οικονομίες, όπως η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία, αντιμετωπίζουν τις ίδιες δυσκολίες και εντείνουν τις προσπάθειές τους στον τομέα των νέων ενεργειακών τεχνολογιών. Το μέγεθος της αγοράς τους, αλλά και οι δυνατότητες επενδύσεων και έρευνας, υπερβαίνουν κατά πολύ εκείνες των περισσότερων κρατών μελών. Ο κατακερματισμός των προσπαθειών, η άναρχη αύξηση του αριθμού των στρατηγικών έρευνας και οι χαμηλότερες της κρίσιμης μάζας δυνατότητες παραμένουν το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της έρευνας στην ΕΕ. Ωστόσο, εάν εξακολουθήσουμε να μένουμε πίσω στον ολοένα και σφοδρότερο παγκόσμιο αγώνα για τις αγορές τεχνολογικών προϊόντων με χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, κινδυνεύουμε να αναγκαστούμε να προσφύγουμε σε εισαγόμενες τεχνολογίες προκειμένου να επιτύχουμε τους στόχους μας και, επομένως, να στερήσουμε τις επιχειρήσεις της ΕΕ από τεράστιες αγορές για τη διάθεση των προϊόντων τους.

3.5

Είναι γεγονός ότι η μετάβαση προς μία οικονομία χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα θα χρειαστεί δεκαετίες και θα αφορά όλους τους τομείς της οικονομίας· δεν μπορούμε, όμως, να καθυστερήσουμε την ανάληψη δράσης. Οι αποφάσεις που θα λάβουμε εντός της προσεχούς δεκαετίας ή δεκαπενταετίας θα έχουν ουσιαστικές συνέπειες για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού, για την αλλαγή του κλίματος, για την ανάπτυξη και την απασχόληση στην Ευρώπη.

3.6

Κατά πρώτο λόγο, επιβάλλεται ριζοσπαστική αναβάθμιση της απόδοσης όσον αφορά τη μετατροπή, τον εφοδιασμό και την τελική κατανάλωση ενέργειας. Στους τομείς των μεταφορών, της οικοδομής και της βιομηχανίας, οι διαθέσιμες τεχνολογικές λύσεις πρέπει να μετατραπούν σε εμπορικές διεξόδους. Οφείλουμε να αξιοποιούμε πλήρως το δυναμικό που προσφέρουν οι τεχνολογίες των πληροφοριών και της επικοινωνίας και οι οργανωτικής φύσεως καινοτομίες, καθώς επίσης και να χρησιμοποιούμε τους μηχανισμούς των δημοσίων αρχών και τους μηχανισμούς που στηρίζονται στην αγορά (4) για τη διαχείριση της ζήτησης και την προώθηση των νέων αγορών.

3.7

Στα έγγραφα που εξέδωσε, η Επιτροπή σημειώνει ότι κάποιες από τις τεχνολογίες που θα συμβάλουν στην επίτευξη των στόχων του 2020 είναι ήδη διαθέσιμες σήμερα ή βρίσκονται στο τελικό στάδιο της εξέλιξής τους. Ωστόσο, ακόμη και με τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις, δεν παύει να αποτελεί επιτακτική ανάγκη να κινητοποιηθούν εγκαίρως οι διαθέσιμες τεχνολογίες ενώ, γενικότερα, οι τεχνολογίες με χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα παραμένουν δαπανηρές και προσκρούουν σε εμπόδια για τη διείσδυσή τους στην αγορά. Επομένως, επιβάλλεται μια διττή προσέγγιση: αφενός, να ενισχυθεί η έρευνα για τον περιορισμό του κόστους και τη βελτίωση των επιδόσεων και, αφετέρου, να ληφθούν αποφασιστικά μέτρα στήριξης με στόχο τη δημιουργία νέων εμπορικών ευκαιριών, την τόνωση της ανάπτυξης της αγοράς και την εξάλειψη των μη τεχνολογικών εμποδίων που αποθαρρύνουν την καινοτομία και την εξάπλωση στην αγορά των τεχνολογιών υψηλής απόδοσης και χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Προκειμένου να υλοποιηθεί το όραμα του 2050, το οποίο τείνει, πρακτικά, στη χρήση τεχνολογιών που δεν θα εκλύουν διοξείδιο του άνθρακα, οφείλουμε να αναπτύξουμε μια νέα γενεά των τεχνολογιών αυτών, χάρη στις σημαντικές προόδους της έρευνας. Ορισμένες από αυτές τις τεχνολογίες θα έχουν, σίγουρα, μικρή επίδραση έως το 2020· έχει, όμως, μεγάλη σημασία να εντείνουμε ήδη από σήμερα τις προσπάθειές μας, ώστε οι τεχνολογίες αυτές να αποβούν αποδοτικές το ταχύτερο δυνατόν.

3.8

Τα ισχύοντα μέτρα, που έχουν υιοθετηθεί κατά τα τελευταία χρόνια, θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για τις μελλοντικές δράσεις της ΕΕ: (i) σύσταση ευρωπαϊκών τεχνολογικών πλατφορμών· (ii) χρήση του μηχανισμού του ευρωπαϊκού χώρου έρευνας (ERA-Net) ώστε να τεθούν οι βάσεις για έναν κοινό προγραμματισμό της έρευνας μεταξύ των κρατών μελών· (iii) συνεργασία μεταξύ ερευνητικών κέντρων σε ειδικούς τομείς, χάρη στα δίκτυα αριστείας. Το σχέδιο ΣΕΤ θα επικεντρώσει, θα ενισχύσει και θα καταστήσει συνεκτικές τις συνολικές προσπάθειες που αναπτύσσονται στην Ευρώπη, ούτως ώστε να επιταχυνθεί η καινοτομία στον τομέα των προηγμένων τεχνολογιών με χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στην Ευρώπη. Το σχέδιο ΣΕΤ προτείνει την επίτευξη των εξής στόχων: (i) ενός νέου κοινού στρατηγικού σχεδιασμού· (ii) μιας αποτελεσματικότερης εφαρμογής· (iii) μιας αύξησης των πόρων· και (iv) μιας νέας, πιο σύνθετης, προσέγγισης σε θέματα διεθνούς συνεργασίας.

3.9

Μια νέα μέθοδος εργασίας σε κοινοτικό επίπεδο απαιτεί ένα σύνθετο, δυναμικό και ευέλικτο μέσον για την καθοδήγηση της διαδικασίας, τον καθορισμό προτεραιοτήτων και την πρόταση δράσεων· με άλλα λόγια, μια συλλογική προσέγγιση του στρατηγικού σχεδιασμού. Οι διάφοροι παράγοντες πρέπει να αρχίσουν να επικοινωνούν και να λαμβάνουν αποφάσεις κατά τρόπο πολύ καλύτερα διαρθρωμένο και εστιασμένο, χαράσσοντας και εφαρμόζοντας δράσεις μαζί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσα σε ένα συνεργατικό πλαίσιο. Για τη διαχείριση της εφαρμογής του σχεδίου ΣΕΤ και την ενίσχυση της συνεκτικότητας μεταξύ εθνικών, ευρωπαϊκών και διεθνών προσπαθειών, η Επιτροπή θα συγκροτήσει, εντός του 2008, Διευθύνουσα Ομάδα για τις Στρατηγικές Ενεργειακές Τεχνολογίες. Η Επιτροπή θα οργανώσει ευρωπαϊκή διάσκεψη κορυφής για τις ενεργειακές τεχνολογίες, το πρώτο εξάμηνο του 2009.

3.10

Για τον αποτελεσματικό στρατηγικό σχεδιασμό από τη Διευθύνουσα Ομάδα απαιτείται να είναι τακτικά διαθέσιμες αξιόπιστες πληροφορίες και δεδομένα. Η Επιτροπή θα δημιουργήσει ελεύθερης πρόσβασης σύστημα διαχείρισης πληροφοριών και γνώσεων. Το σύστημα αυτό θα περιλαμβάνει «χαρτογράφηση τεχνολογίας» και «χαρτογράφηση ικανοτήτων» από το Κοινό Κέντρο Ερευνών της Επιτροπής (5).

3.11

Για να επιταχυνθούν οι διαδικασίες ανάπτυξης και εισαγωγής στην αγορά χρειάζονται περισσότερο εστιασμένοι και ισχυρότεροι μηχανισμοί που να είναι ικανοί να έχουν πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στο δυναμικό παρέμβασης από το δημόσιο τομέα, την ευρωπαϊκή βιομηχανία και τους ερευνητές. Οι μηχανισμοί αυτοί θα λάβουν τις ακόλουθες μορφές: (i) ευρωπαϊκές βιομηχανικές πρωτοβουλίες, (ii) ευρωπαϊκός συνασπισμός ενεργειακής έρευνας, (iii) διευρωπαϊκά ενεργειακά δίκτυα και συστήματα του μέλλοντος.

3.12

Η προώθηση της επικέντρωσης και του συντονισμού των διαφόρων μηχανισμών και πόρων χρηματοδότησης θα συμβάλει στη βελτιστοποίηση των επενδύσεων, στην ενίσχυση των ικανοτήτων και στην εξασφάλιση συνεχούς χρηματοδότησης των τεχνολογιών κατά τις διάφορες φάσεις ανάπτυξης. Πρέπει να αντιμετωπισθούν οι εξής δύο προκλήσεις: κινητοποίηση πρόσθετων χρηματοδοτικών πόρων για την έρευνα και τις συναφείς υποδομές, τις δράσεις επίδειξης σε βιομηχανική κλίμακα και τα σχέδια πρώτης εμπορικής αξιοποίησης· και προώθηση της εξειδικευμένης εκπαίδευσης και κατάρτισης για τη δημιουργία της ποσότητας και ποιότητας ανθρώπινων πόρων που απαιτούνται ώστε να αξιοποιηθούν πλήρως οι τεχνολογικές ευκαιρίες που θα διανοίξει η ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική.

3.13

Η Επιτροπή προτίθεται να παρουσιάσει ανακοίνωση σχετικά με τη χρηματοδότηση τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, στο τέλος του 2008. Οι δράσεις των κρατών μελών για την διεύρυνση της βάσης των ανθρώπινων πόρων θα πρέπει να συντονίζονται καλύτερα, ώστε να επιτυγχάνονται οι μέγιστες δυνατές συνέργειες και να αυξηθεί η κινητικότητα στον κλάδο αυτόν.

3.14

Τα μέτρα που προτείνονται στο σχέδιο ΣΕΤ αναμένεται να ενισχύσουν τη στρατηγική της διεθνούς συνεργασίας. Πρέπει, επίσης, να μεριμνήσουμε ώστε η ΕΕ να έχει ομόφωνη άποψη στα ενδεχόμενα διεθνή φόρουμ, ώστε να εξασφαλίζεται μια συνεκτικότερη και ισχυρότερη σύμπραξη.

3.15

Η διαδικασία τεχνολογικής καινοτομίας στον τομέα της ενέργειας στηρίζεται σήμερα σε εθνικά προγράμματα και κίνητρα, που κάνουν χρήση εθνικών πόρων για την υλοποίηση εθνικών στόχων. Το πρότυπο αυτό ανήκει πλέον οριστικά στο παρελθόν, σε μια εποχή όπου η ενέργεια ήταν φθηνή και όπου δεν υπήρχαν περιορισμοί ως προς τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Για να προκληθούν οι θεαματικές αλλαγές που θα χρειαστεί ο 21ος αιώνας σε θέματα ενέργειας, επιβάλλεται μια νέα πολιτική.

4.   Γενικές παρατηρήσεις

4.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την ανακοίνωση της Επιτροπής, καθώς και τα συμπληρωματικά έγγραφα εργασίας, και προσυπογράφει την ανάλυση και την περιγραφή της κατάστασης που χαρακτηρίζει σήμερα τις ενεργειακές τεχνολογίες. Το να αντιδράσουμε στους κινδύνους που αντιπροσωπεύει η αλλαγή του κλίματος για τον πλανήτη και το να συνεχίσουμε να ανταποκρινόμαστε στην υψηλή κατανάλωση ενέργειας των εκβιομηχανισμένων χωρών, αλλά και στην συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση των αναπτυσσόμενων χωρών, συνιστούν θεμελιώδεις διεθνείς προκλήσεις. Όσο δεν υπάρχει μια καλά μελετημένη στρατηγική και δεν γίνεται χρήση οικονομικότερων και αποτελεσματικότερων ενεργειακών τεχνολογιών, διακυβεύεται ο προβληματισμός σχετικά με τον περιορισμό του εύρους της κλιματικής αλλαγής.

4.2

Η ανακοίνωση ενισχύει, επίσης, σημαντικά το καίριο στοιχείο της ενεργειακής πολιτικής, την ασφάλεια δηλαδή του εφοδιασμού, τόσο σε επίπεδο υλικών, όσο και από την άποψη της κοινωνικής και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας. Η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού δεν αφορά αποκλειστικά την πρακτική πρόσβαση στην ενέργεια, αλλά και τη δυνατότητα απόκτησής της σε αποδεκτές για την κοινωνία τιμές.

4.3

Στην ανακοίνωσή της, η Επιτροπή ορθά τοποθετεί την ανάπτυξη των ενεργειακών τεχνολογιών στην πρώτη θέση των προσπαθειών που πρέπει να τείνουν προς τον περιορισμό του φαινομένου των κλιματικών αλλαγών. Η τοποθέτηση αυτή συνάδει, εξάλλου, με τα συμπεράσματα της δέκατης τρίτης Διάσκεψης των Μερών (COP 13), που πραγματοποιήθηκε στο Μπαλί, το Δεκέμβριο του 2007 (6). Η σημερινή και η μελλοντική διεθνής συνεργασία στον τομέα αυτόν θα πρέπει επίσης να καταστεί προτεραιότητα για την ΕΕ, δεδομένου ότι εμπεριέχει ευκαιρίες για την ευρωπαϊκή οικονομία σε θέματα διάδοσης των αναγκαίων τεχνολογιών.

4.4

Η ανακοίνωση της Επιτροπής τονίζει, δικαίως, τη σημασία του παράγοντα χρόνος, ο οποίος έχει καθοριστικό ρόλο για την εφαρμογή της προτεινόμενης στρατηγικής (σχέδιο ΣΕΤ), εάν η ΕΕ επιθυμεί να επιτύχει να περιορίσει, έως το 2020, τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σύμφωνα με τη δέσμευση που ανέλαβε το Μάρτιο του 2007. Εάν δεν επιταχυνθούν οι διαδικασίες οργάνωσης και τελικής ανάλυσης των βασικών στρατηγικών κατευθύνσεων σχετικά με την ανάπτυξη των τεχνολογιών (όπως για τις βασικές στρατηγικές κατευθύνσεις της έρευνας και της ανάπτυξης στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ιαπωνία), δεν θα σταθεί δυνατόν να κινητοποιηθούν αποτελεσματικά οι αναγκαίες δυνάμεις και μέσα για την ευόδωση της πρώτης φάσης έως το 2020, ενώ φαίνεται ακόμη λιγότερο πιθανόν να επιτευχθεί αυτό για τη δεύτερη φάση, έως το 2050.

4.5

Προκειμένου να επιταχυνθεί η ανάπτυξη και η πραγματική χρήση των νέων ενεργειακών τεχνολογιών, η ΕΕ πρέπει να διαθέτει περισσότερους μηχανισμούς, ειδικά εστιασμένους και αποτελεσματικούς, χάρη στους οποίους θα αξιοποιείται το δυναμικό της δημόσιας ενίσχυσης, της βιομηχανίας και της έρευνας, και θα ενισχύονται οι συνέργειές τους. Στον τομέα της ενέργειας, η Ευρώπη διαθέτει ινστιτούτα ερευνών υψηλών επιδόσεων σε εθνικό επίπεδο, καθώς και άριστες ομάδες ερευνητών στα πανεπιστήμια και τα ειδικευμένα κέντρα. Οι εργασίες τους, δυστυχώς, δεν συντονίζονται, ενώ οι μηχανισμοί που έχουν μέχρι στιγμής εφαρμοστεί για το σκοπό αυτό έχουν αποδειχθεί ανεπαρκείς. Ο καθοριστικός παράγοντας επιτυχίας του προτεινόμενου σχεδίου έγκειται στην βέλτιστη αξιοποίηση αυτού του δυναμικού. Θα πρέπει επίσης να καθιερωθεί διευρυμένη συνεργασία σε διεθνές επίπεδο.

4.6

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την προσέγγιση της Επιτροπής, η οποία, στην ανακοίνωσή της, συνιστά να κινητοποιηθούν όχι μόνο χρηματοδοτικοί πόροι, αλλά κυρίως ανθρώπινοι, και μάλιστα σε τέσσερα επίπεδα: τόσο σε ιδιωτικό επίπεδο, όσο και σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο. Μέχρι σήμερα, η κινητοποίηση των χρηματοδοτικών πόρων προσέκρουε σε ζητήματα προτεραιοτήτων και σε διαδικαστικές καθυστερήσεις. Το σχέδιο ΣΕΤ φιλοδοξεί να προωθήσει μια διαφορετική αντιμετώπιση και να επιταχύνει τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Η κινητοποίηση των ανθρώπινων πόρων, που εγγράφεται πάντοτε σε μια μακροπρόθεσμη προοπτική, περιλαμβάνεται επίσης στη στρατηγική της Λισσαβώνας. Ωστόσο, οι προσπάθειες που έχουν αναπτυχθεί για την εξεύρεση των πόρων που απαιτούνται για την εφαρμογή των προτεινόμενων στρατηγικών αποδεικνύονται ακόμη ανεπαρκείς και υπερβολικά αργές. Η πρώτη απαραίτητη προϋπόθεση για την κινητοποίηση των ανθρώπινων πόρων είναι η εξασφάλιση γενικευμένης και κατάλληλης στήριξης προς την επιστημονική και τεχνική εκπαίδευση.

4.7

Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι είναι αναγκαίο να επιτευχθεί συμφωνία σχετικά με τις αντιλήψεις, τις προτεραιότητες και τους στόχους της ενεργειακής πολιτικής, αλλά και σχετικά με ένα στρατηγικό σχέδιο για τις ενεργειακές τεχνολογίες.

4.8

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι θα ήταν επιζήμιο να περιέλθει σε δεύτερη μοίρα ο σημαντικότερος ασφαλώς μηχανισμός για τον περιορισμό της αλλαγής του κλίματος, δηλαδή η στρατηγική για την ανάπτυξη και την εφαρμογή των ενεργειακών τεχνολογιών, και να προκριθούν ά