ISSN 1725-2415

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 211

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

51ό έτος
19 Αυγούστου 2008


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

III   Προπαρασκευαστικές πράξεις

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

 

444η σύνοδος ολομέλειας της 22ας και 23ης Απριλίου 2008

2008/C 211/01

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Ανακοίνωση της Επιτροπής Ανταγωνιστικές ευρωπαϊκές περιφέρειες μέσω της έρευνας και της καινοτομίας — Συμβολή στη μεγέθυνση και την απασχόλησηCOM(2007) 474 τελικό

1

2008/C 211/02

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προστασία των πεζών και άλλων ανεπαρκώς προστατευόμενων χρηστών των οδώνCOM(2007) 560 τελικό — 2007/0201 (COD)

9

2008/C 211/03

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την έγκριση τύπου των μηχανοκίνητων οχημάτων και κινητήρων όσον αφορά τις εκπομπές των βαρέων επαγγελματικών οχημάτων (Euro VI) και για την πρόσβαση σε πληροφορίες επισκευής και συντήρησης οχημάτωνCOM(2007) 851 τελικό — 2007/0295 (COD)

12

2008/C 211/04

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις διατάξεις προστασίας σε περίπτωση ανατροπής των γεωργικών ή δασικών ελκυστήρων με τροχούς (στατικές δοκιμές) (Κωδικοποιημένη έκδοση) COM(2008) 25 τελικό — 2008/0008 (COD)

17

2008/C 211/05

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Προς μία κοινή ενεργειακή πολιτική

17

2008/C 211/06

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα:

23

2008/C 211/07

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών — Μια ολοκληρωμένη θαλάσσια πολιτική για την Ευρωπαϊκή ΈνωσηCOM(2007) 575 τελικό

31

2008/C 211/08

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1172/98 του Συμβουλίου σχετικά με τις στατιστικές καταγραφές των οδικών μεταφορών εμπορευμάτων, όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην ΕπιτροπήCOM(2007) 778 τελικό — 2007/0269 (COD)

36

2008/C 211/09

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Μικρές, καθαρές και ανταγωνιστικές — Πρόγραμμα για την υποβοήθηση της συμμόρφωσης των μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεων με την περιβαλλοντική νομοθεσίαCOM(2007) 379 τελικό — {SEC(2007) 906, SEC(2007) 907, SEC(2007) 908}

37

2008/C 211/10

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με την αναθεώρηση της σύστασης 2001/331/ΕΚ για τον καθορισμό ελάχιστων κριτηρίων σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις στα κράτη μέληCOM(2007) 707 τελικό

40

2008/C 211/11

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (αναδιατύπωση) COM(2008) 3 τελικό — 2008/0003 (COD)

44

2008/C 211/12

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Προσαρμογή στην κανονιστική διαδικασία με έλεγχο/Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 338/97 του Συμβουλίου της 9ης Δεκεμβρίου 1996 για την προστασία των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας με τον έλεγχο του εμπορίου τους όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην ΕπιτροπήCOM(2008) 104 τελικό — 2008/0042 (COD)

45

2008/C 211/13

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Προσαρμογή στην κανονιστική διαδικασία με έλεγχο — Πρόταση οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση, όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή, της οδηγίας του Συμβουλίου 79/409/ΕΟΚ περί διατηρήσεως των αγρίων πτηνώνCOM(2008) 105 τελικό — 2008/0038 (COD)

46

2008/C 211/14

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001 (για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών) όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην ΕπιτροπήCOM(2008) 53 τελικό — 2008/0030 (COD)

47

2008/C 211/15

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών για τη θέσπιση κοινών αρχών όσον αφορά την ευελιξία με ασφάλεια: περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας μέσω της ευελιξίας με ασφάλειαCOM(2007) 359 τελικό

48

2008/C 211/16

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Καταπολέμηση των διαφορών στις αμοιβές των δύο φύλωνCOM(2007) 424 τελικό

54

2008/C 211/17

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόληψη της τρομοκρατίας και της βίαιης ριζοσπαστικοποίησης

61

2008/C 211/18

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τους συντελεστές ΦΠΑ εκτός των κανονικών συντελεστών ΦΠΑCOM(2007) 380 τελικό — SEC(2007) 910

67

2008/C 211/19

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Στρατηγική για τις ιδιαίτερα απομακρυσμένες περιφέρειες: επιτεύγματα και μελλοντικές προοπτικέςCOM(2007) 507 τελικό

72

2008/C 211/20

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι στις μεσογειακές χώρες εταίρους

77

2008/C 211/21

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Διαπραγματεύσεις για τη σύναψη νέων εμπορικών συμφωνιών: Η προσέγγιση της ΕΟΚΕ

82

2008/C 211/22

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Ανακοίνωση της Επιτροπής: Σύμπραξη για την επικοινωνιακή προβολή των ευρωπαϊκών θεμάτωνCOM(2007) 568 και Παράρτημα COM(2007) 569

90

EL

 


III Προπαρασκευαστικές πράξεις

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

444η σύνοδος ολομέλειας της 22ας και 23ης Απριλίου 2008

19.8.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 211/1


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την «Ανακοίνωση της Επιτροπής “Ανταγωνιστικές ευρωπαϊκές περιφέρειες μέσω της έρευνας και της καινοτομίας — Συμβολή στη μεγέθυνση και την απασχόληση”»

COM(2007) 474 τελικό

(2008/C 211/01)

Στις 16 Αυγούστου 2007, και σύμφωνα με το άρθρο 262 περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την:

Ανακοίνωση της Επιτροπής «Ανταγωνιστικές ευρωπαϊκές περιφέρειες μέσω της έρευνας και της καινοτομίας — Συμβολή στη μεγέθυνση και την απασχόληση».

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 3 Απριλίου 2008 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. PEZZINI.

Κατά τη 444η σύνοδο ολομέλειάς της, της 22ας και 23ης Απριλίου 2008 (συνεδρίαση της 22ας Απριλίου 2008), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 130 ψήφους υπέρ και 2 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρωτοβουλία της Επιτροπής μόνο στον βαθμό κατά τον οποίο αυτή λαμβάνει υπόψη, όχι μόνο τα προβλήματα της ζήτησης, αλλά και ιδίως τη βελτιστοποίηση της προσφοράς, μεριμνώντας ώστε να αποφεύγονται τυχόν προβλήματα και υπερβολές γραφειοκρατικού χαρακτήρα (failures and red tape).

1.2

Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι η προώθηση δράσεων σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο και η ικανότητα δικτύωσης των δράσεων αυτών με σκοπό την υλοποίηση της στρατηγικής της Λισσαβώνας είναι καθοριστικής σημασίας για να μπορέσουν να συσταθούν και να αναπτυχθούν καινοτόμες επιχειρήσεις σε ολόκληρη την έκταση της Ένωσης, αλλά και κυρίως για να διασφαλιστεί η συμμετοχή των τοπικών οικονομικών και κοινωνικών δυνάμεων στις προσπάθειες επίτευξης κοινών στόχων για περισσότερη και ποιοτικότερη απασχόληση σε ένα πλαίσιο αειφόρου παγκόσμιας ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας.

1.3

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει τη σημασία του «τριγώνου της γνώσης» —εκπαίδευση, έρευνα και καινοτομία— που διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στην προώθηση της ανάπτυξης και της απασχόλησης και θεωρεί πρωταρχικής σημασίας να επιταχυνθούν οι μεταρρυθμίσεις, να προωθηθεί η αριστεία στην ανώτερη εκπαίδευση και στις εταιρικές σχέσεις μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και επιχειρήσεων και να διασφαλιστεί ότι όλοι οι τομείς της εκπαίδευσης και της κατάρτισης θα συμβάλλουν πλήρως στην προώθηση της δημιουργικότητας και της καινοτομίας, ιδιαίτερα στο τοπικό και περιφερειακό επίπεδο. Τούτο ισχύει ειδικότερα στην περίπτωση των λεγόμενων «ευρωπεριφερειών», όπου η διασύνδεση σε δίκτυο και η ανάπτυξη δεσμών συνεργασίας μεταξύ γειτόνων και εταίρων πραγματοποιείται σε ένα πλαίσιο που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα.

1.4

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η ανταγωνιστικότητα και η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, καθώς και η ανάπτυξη της απασχόλησης των ευρωπαϊκών περιφερειών, πρέπει να αντιμετωπίζονται από όλους κατά τρόπο πιο προορατικό και συντονισμένο, σε σχέση με σήμερα, ώστε να διευκολυνθεί η βελτιστοποίηση των αποτελεσμάτων που θα προκύψουν κατά τις προσπάθειες επίτευξης των στόχων της στρατηγικής της Λισσαβώνας.

1.5

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί πλήρως με τη διαπίστωση της Επιτροπής όσον αφορά την έλλειψη από κοινού και συντονισμένης χρήσης των κοινοτικών μέσων, αλλά εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι ύστερα από δέκα και πλέον χρόνια αυτό το σημαντικό θέμα αντιμετωπίζεται ακόμη με όρους ανάλυσης, χωρίς να θίγεται ο πυρήνας του προβλήματος που είναι η ανάγκη ανάπτυξης νέων δεξιοτήτων «ταυτόχρονου σχεδιασμού» («simultaneous engineering» (1)) μεταξύ των διαφόρων τύπων παρέμβασης, κοινοτικής και ευρωπαϊκής.

1.6

Η ΕΟΚΕ θεωρεί απαραίτητη, αλλά όχι επαρκή, την λήψη μέτρων αποκλειστικά στο επίπεδο της ζήτησης. Κρίνει ότι η στάση της «καταγγελίας», ότι δηλ. οι περιφέρειες δεν δίδουν την δέουσα προσοχή, πρέπει να εγκαταλειφθεί, ώστε να μπορέσουν να επιτευχθούν τα εξής:

χάραξη μιας στρατηγικής έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης και καινοτομίας σε περιφερειακό επίπεδο·

διατύπωση συγκεκριμένων παρατηρήσεων σχετικά με την διασυνοριακή συνεργασία (Eυρωπεριφέρειες)·

συντονισμένη χρήση των κοινοτικών μέσων·

βελτίωση της ενημέρωσης όσον αφορά τις ευκαιρίες που παρέχονται σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο·

σημαντική μείωση του γραφειοκρατικού φόρτου.

1.7

Σύμφωνα με την ΕΟΚΕ, πρέπει να ληφθούν ριζικά μέτρα στο επίπεδο της προσφοράς προκειμένου να εξασφαλιστεί ένα συνεκτικό πλαίσιο το οποίο να διασφαλίζει την εύκολη πρόσβαση στο σύνολο των υφιστάμενων μέσων, ώστε να καταστεί δυνατή η ανάπτυξη της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών περιφερειών, με την άρση των εμποδίων νομικής φύσεως και την επίλυση των προβλημάτων συγχρονισμού που προκύπτουν, από χρονική άποψη, μεταξύ της έγκρισης της χρηματοδότησης και της χορήγησής της.

1.8

Η ΕΟΚΕ θεωρεί απαραίτητη την ανάπτυξη ενός πρακτικού ευρωπαϊκού οδηγού που να περιλαμβάνει συνοπτικό πίνακα με:

τους τύπους των κοινοτικών και πανευρωπαϊκών παρεμβάσεων που είναι εφικτοί·

τις διαφορές που υφίστανται όσον αφορά τις απαιτούμενες προϋποθέσεις και τα κριτήρια αξιολόγησης·

τις περιπτώσεις συγχρονισμού και έλλειψης συγχρονισμού στο επίπεδο των διαδικασιών και της διαχείρισης·

τη συμβατότητα και τη συμπληρωματικότητα των πιθανών παρεμβάσεων.

1.9

Η ΕΟΚΕ θεωρεί, εξάλλου, ότι δεν είναι πλέον δυνατό να συνεχίσει να αναβάλλεται η ανάληψη μιας σαφούς και ειδικής, για την συγκεκριμένη περίπτωση, δράσης προκειμένου να εξασφαλιστούν νέες δεξιότητες «ταυτόχρονου σχεδιασμού», μεταξύ των διαφόρων τύπων παρέμβασης, και να βελτιστοποιηθεί η χρήση και η συγκέντρωση των πόρων στις επιμέρους περιφέρειες.

1.10

Η ΕΟΚΕ θεωρεί, συνεπώς, ότι έχει πρωταρχική σημασία να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που συνδέονται με την πληθώρα των επιπέδων διακυβέρνησης και τον κατακερματισμό των παρεμβάσεων που απαιτούνται για την ανάκαμψη της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών περιφερειών, σύμφωνα με τα όσα η ΕΟΚΕ έχει ήδη διατυπώσει σχετικά (2), και προτείνει την προώθηση μιας νέας πρωτοβουλίας με την ονομασία Jasmine (Κοινή βοήθεια υπέρ της υποστήριξης πολυσχεδίων για τη δικτύωση της καινοτομίας στην Ευρώπη) ώστε να αντιμετωπιστούν τα υφιστάμενα θεσμικά κενά, είτε από την πλευρά της ζήτησης είτε από την πλευρά της προσφοράς, και να επιδιωχθεί σημαντική μείωση του γραφειοκρατικού φόρου.

1.11

Η πρωτοβουλία Jasmine θα πρέπει να αποσκοπεί στην βελτίωση της κατανόησης και της συνοχής των συμπεριφορών των διαφόρων φορέων που καλούνται να συμμετάσχουν σε μια διαρθρωμένη σε δίκτυο διαδικασία λήψεως αποφάσεων, εντός ενός ενιαίου και συνεκτικού πλαισίου τοπικών σχεδίων.

2.   Εισαγωγή

2.1

Οι ευρωπαϊκές περιφέρειες της γνώσης βρίσκονται αντιμέτωπες με πολλούς παράγοντες αλλαγής που αποτελούν μεν προκλήσεις, αλλά και ευκαιρίες, και επηρεάζουν την ικανότητά τους να επιτύχουν τους στόχους της αναθεωρημένης στρατηγικής της Λισσαβώνας.

2.2

Μεταξύ αυτών των παραγόντων αλλαγής αναφέρονται:

—   εξωγενείς παράγοντες: η εντατική διαδικασία παγκοσμιοποίησης· η εμφάνιση ηπειρωτικών περιοχών με έντονο δυναμισμό ανάπτυξης, υψηλές αυξήσεις στις τιμές ενέργειας και πρώτων υλών, απρόβλεπτες επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις· η διεθνοποίηση της καινοτομίας· η αλλαγή του κλίματος· οι μεταναστευτικές πιέσεις, η διαχείριση των οποίων είναι συχνά αδύνατη·

—   ενδογενείς παράγοντες: η γήρανση του πληθυσμού· η απαίτηση της προστασίας του περιβάλλοντος και η διαφύλαξη της ποιότητας ζωής· η απαρχαίωση του παραγωγικού μηχανισμού και των υπηρεσιών· ο εκσυγχρονισμός του δημόσιου τομέα· η αυξανόμενη αλληλεπίδραση μεταξύ νέων γνώσεων και διαθέσιμου ανθρώπινου δυναμικού· οι περιορισμένες δυνατότητες πολιτιστικής ανάπτυξης και καλλιέργειας της δημιουργικότητας· η ανάγκη ανάπτυξης των κοινών περιφερειακών υποδομών, τόσο των υλικών, όσο και των άυλων.

2.3

Για τα θέματα αυτά η ΕΟΚΕ έχει επανειλημμένα εκφράσει τις απόψεις της, είτε γενικά, στο πλαίσιο των εξελίξεων της στρατηγικής της Λισσαβώνας και των κοινοτικών πολιτικών έρευνας και καινοτομίας, περιβάλλοντος και εκπαίδευσης και κατάρτισης, είτε πιο ειδικά.

2.4

Η ΕΟΚΕ είχε επισημάνει κυρίως ότι πρέπει «ολόκληρη η ευρωπαϊκή επικράτεια να προσαρμοσθεί στις προκλήσεις που συνεπάγεται η οικονομία της γνώσης, κατά τρόπο ώστε να μπορέσουν όλες οι περιφέρειες να συνεκτιμήσουν τους στόχους της Λισσαβώνας» (3).

2.5

Εξάλλου, η ΕΟΚΕ είχε επισημάνει ότι «τα νέα ανταγωνιστικά μοντέλα της παγκόσμιας αγοράς επιβάλλουν μεγάλες αλλαγές. Οι νέες ολοκληρωμένες πλατφόρμες και η δικτυακή οργάνωση καλούνται να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της έρευνας και της καινοτομίας, της διαχείρισης του νέου ανθρώπινου δυναμικού, της προώθησης και της εμπορίας, της χρηματοδότησης και της επιχειρηματικής πίστης, της διοικητικής μέριμνας, της μελέτης της αγοράς και της παροχής υπηρεσιών στους πελάτες» (4).

2.6

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει την πεποίθησή της ότι η προώθηση δράσεων σε τοπικό επίπεδο και η ικανότητα δικτύωσης των δράσεων αυτών για να υλοποιηθεί η στρατηγική της Λισσαβώνας είναι καίριας σημασίας για να μπορέσει να ενθαρρυνθεί η σύσταση καινοτόμων επιχειρήσεων σε ένα πλαίσιο βιώσιμης ανάπτυξης και ανταγωνισμού. Αυτό θα πρέπει κυρίως να ισχύει στην περίπτωση των λεγόμενων «ευρωπεριφερειών», στις οποίες η διασύνδεση σε δίκτυο και η ανάπτυξη συνεργασίας μεταξύ γειτόνων και εταίρων πραγματοποιούνται σε ένα πλαίσιο που υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα.

2.7

Στη γνωμοδότησή της για την Πράσινη Βίβλο σχετικά με τις προοπτικές του Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας, η ΕΟΚΕ είχε προτείνει «να συμπληρωθεί ο Ευρωπαϊκός Χώρος Έρευνας από έναν Ευρωπαϊκό Χώρο Γνώσης με στόχο τη διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής κοινωνίας της γνώσης» και τόνιζε ότι «απαραίτητος είναι ο συντονισμός εκ μέρους της Επιτροπής, προκειμένου να δημιουργηθούν αποτελεσματικές διοικητικές και συμβουλευτικές δομές, καθώς επίσης εύρυθμη οργάνωση της εργασίας» (5).

2.8

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει τη σημασία του «τριγώνου της γνώσης» —εκπαίδευση, έρευνα και καινοτομία— που διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο στην προώθηση της ανάπτυξης και της απασχόλησης και θεωρεί πρωταρχικής σημασίας να επιταχυνθούν οι μεταρρυθμίσεις, να προωθηθεί η αριστεία στην ανώτερη εκπαίδευση και στις εταιρικές σχέσεις μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων και επιχειρήσεων και να διασφαλιστεί ότι όλοι οι τομείς της εκπαίδευσης και της κατάρτισης θα συμβάλλουν πλήρως στην προώθηση της δημιουργικότητας και της καινοτομίας, ιδιαίτερα σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο.

2.9

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η ανταγωνιστικότητα και η οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, καθώς και η ανάπτυξη της απασχόλησης των ευρωπαϊκών περιφερειών, πρέπει να αντιμετωπίζονται από όλους κατά τρόπο πιο προορατικό και συντονισμένο. Η Επιτροπή πρέπει, συνεπώς, να επιδιώξει την υπέρβαση των εμποδίων που θέτουν οι διάφορες νομικές βάσεις και τα διαφορετικά κριτήρια που ισχύουν για τις επιμέρους διαδικασίες, ώστε να καταστεί δυνατή η βελτιστοποίηση των συγκεκριμένων αποτελεσμάτων στο πλαίσιο των προσπαθειών επίτευξης των στόχων της στρατηγικής της Λισσαβώνας, με τη βοήθεια των διαφόρων μέσων του κοινοτικού προϋπολογισμού: δίνοντας απαντήσεις στον φορολογούμενο ακόμη και όσον αφορά την αποτελεσματικότητα της κοινής πρόσβασης, του συντονισμού, των συνεργειών και του συγχρονισμού των παρεμβάσεων που εκτελούνται σε κοινοτικό ή πανευρωπαϊκό επίπεδο, ώστε να διασφαλιστεί η κρίσιμη μάζα που απαιτείται για να υπάρξουν πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα.

2.10

Σύμφωνα με τις ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές για την ανάπτυξη και την απασχόληση της αναθεωρημένης ατζέντας της Λισσαβώνας, η πολιτική συνοχής ορίζει τρεις στρατηγικές προτεραιότητες (6):

αύξηση της ελκυστικότητας των περιφερειών και των πόλεων (Πόλεις της επιστήμης) (7) με τη βελτίωση της προσπελασιμότητας τους, την εξασφάλιση του δέοντος επιπέδου ποιότητας στις υπηρεσίες τους και την προστασία του περιβάλλοντος·

προώθηση της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας και ανάπτυξη της οικονομίας της γνώσης μέσω της έρευνας και των καινοτόμων εφαρμογών, συμπεριλαμβανομένων των τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας·

δημιουργία περισσότερων και ποιοτικότερων θέσεων εργασίας, με την προσέλκυση περισσοτέρων ατόμων στις επαγγελματικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες, με τη βελτίωση της ικανότητας προσαρμογής των επιχειρήσεων και των εργαζομένων και με την αύξηση των επενδύσεων στο ανθρώπινο κεφάλαιο.

2.11

Όσον αφορά την προσφορά, οι δυσκολίες επίτευξης πολλαπλασιαστικών αποτελεσμάτων και διασφάλισης της χρήσης των υφιστάμενων χρηματοδοτικών μέσων κατά τρόπο συντονισμένο για την επίτευξη των στόχων αυτών, οφείλονται στα εγγενή χαρακτηριστικά των ίδιων των μέσων, δηλαδή:

στους διαφορετικούς προσανατολισμούς που ισχύουν για τα μέσα αυτά όσον αφορά τη διαχείριση και τις διαδικασίες·

στη διάστασή τους, η οποία, κατά κύριο λόγο, έχει είτε περιφερειακό είτε διακρατικό χαρακτήρα·

στην ιδιαιτερότητα των στόχων που επιδιώκουν·

στις διαφορετικές νομικές βάσεις·

στην ανάθεση των ευθυνών, της διαχείρισης και των αποφάσεων σε διαφορετικούς οργανισμούς και μονάδες.

2.12

Όσον αφορά τη ζήτηση, στις περιφέρειες διαπιστώνονται συχνά:

έλλειψη σαφούς, καθορισμένης και κοινής θεώρησης της περιφερειακής στρατηγικής στον τομέα της έρευνας και τεχνολογικής και καινοτόμου ανάπτυξης·

δυσκολίες πληροφόρησης και επικοινωνίας·

ανεπαρκείς ικανότητες διαχείρισης σύνθετων σχεδίων, διαρθρωμένων σε πολλά επίπεδα και με διαφορετικούς στόχους·

ανεπαρκής ανάπτυξη των περιφερειακών συσπειρώσεων («clusters») και δικτύων·

ακατάλληλη ανάπτυξη των επαγγελματικών, τεχνικών και οργανωτικών ικανοτήτων που απαιτούνται για την μέγιστη δυνατή αξιοποίηση της στρατηγικής της καινοτομίας.

2.13

Οι ελλείψεις πρέπει να αντιμετωπίζονται με την εξασφάλιση τεχνικής βοήθειας και συντονισμού για όλα τα κοινοτικά προγράμματα, ήδη από την έναρξη ισχύος τους.

2.14

Οι αξιέπαινες πρωτοβουλίες συνέργειας που προβλέπεται να αναπτυχθούν στο πλαίσιο των διαφόρων προγραμμάτων και διαρθρωτικών παρεμβάσεων κατά την ίδια περίοδο, 2007-2013, φαίνεται να αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση, αλλά όχι επαρκή, για την επίτευξη απτών αποτελεσμάτων.

2.15

Η ΕΟΚΕ είχε την ευκαιρία να επικροτήσει διάφορες πρωτοβουλίες της Επιτροπής, όπως η πρωτοβουλία Jeremie, και πρότεινε τη δημιουργία ενός «σημείου επαφής JEREMIE» νοούμενου ως μονάδας συντονισμού των διαφόρων δράσεων της πρωτοβουλίας και ενημέρωσης ως προς αυτήν, επισημαίνοντας ότι «λείπει ένα σχέδιο ικανό να συντονίζει και να ολοκληρώνει τα πολυάριθμα μέσα που υπάρχουν σήμερα και αφορούν την πίστωση» (8).

2.16

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει και συμφωνεί πλήρως με τις δηλώσεις της επιτρόπου Danuta Hübner για τις πρωτοβουλίες Jasper, Jeremie και Jessica (9)«που δημιούργησαν νέες δυναμικές και προοπτικές επενδύσεων, ανάπτυξης και απασχόλησης σε εθνικό και σε περιφερειακό επίπεδο ακόμη και μεταξύ των κοινωνικών εταίρων όλων των περιφερειών της ΕΕ».

2.17

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι οι κατευθυντήριες γραμμές που υιοθέτησε η Επιτροπή Επιστημονικής και Τεχνολογικής Έρευνας της ΕΕ (CREST) (10), και οι οποίες δημοσιεύτηκαν τον Σεπτέμβριο του 2007, αποτελούν ένα σημαντικό μέσο προσανατολισμού, αν και περιορισμένο στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ του κοινοτικού προγράμματος πλαισίου ΕΤΑ και των νέων διαρθρωτικών ταμείων.

3.   Η πρόταση της Επιτροπής

3.1

Η πρόταση της Επιτροπής αποσκοπεί στο να αναδείξει τις συνέργειες που ενδεχομένως θα μπορούσαν να αναπτυχθούν στο πλαίσιο του σχεδιασμού των χρηματοδοτικών μηχανισμών των ευρωπαϊκών πολιτικών έρευνας, καινοτομίας και συνοχής, οι οποίοι βρίσκονται στη διάθεση των ενδιαφερόμενων φορέων, ώστε να καταστούν ανταγωνιστικότερες οι ευρωπαϊκές περιφέρειες ανάλογα με την ικανότητα απορρόφησης που έχουν.

3.2

Αναφέρονται ως βασικά μέσα δράσης το 7o πρόγραμμα-πλαίσιο (7ΠΠ) ΕΤΑ και το νέο πρόγραμμα-πλαίσιο για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία (ΠΑΚ), μαζί με τους νέους προσανατολισμούς των διαρθρωτικών ταμείων και του ταμείου συνοχής.

3.3

Η Επιτροπή αναφέρει ότι ενήργησε με τη βοήθεια μιας σειράς συμβουλευτικών ομάδων συντονισμού, οι οποίες πρότειναν:

την ανάπτυξη μιας ειδικής στρατηγικής για τη συντονισμένη χρήση του προγράμματος-πλαισίου και των προγραμμάτων της πολιτικής για τη συνοχή, ως μέρος της στρατηγικής τους για την έρευνα, τεχνολογική ανάπτυξη και καινοτομία (ΕΤΑΚ)·

την ενίσχυση της διαχείρισης των στρατηγικών έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και καινοτομίας (ΕΤΑΚ), μέσω ενός συστήματος ανταλλαγών και της δικτύωσης των σχετικών φορέων·

την προώθηση αποτελεσματικών συνεργειών με σκοπό την ενίσχυση και την περαιτέρω ανάπτυξη των ικανοτήτων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και καινοτομίας (ΕΤΑΚ), την επιδίωξη αριστείας, την ευαισθητοποίηση έναντι των ΜΜΕ, την καθιέρωση συνεργασιών σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, την βελτίωση της αξιοποίησης των αποτελεσμάτων έρευνας και ανάπτυξης·

τη βελτίωση της επικοινωνίας και της συνεργασίας μεταξύ εθνικών και περιφερειακών παραγόντων και των δικαιούχων·

την εφαρμογή δράσεων που να υποστηρίζονται μέσω του ειδικού προγράμματος «Ικανότητες» του 7ου προγράμματος-πλαισίου για συντονισμένες δράσεις·

την ενίσχυση των συνεργειών μεταξύ της πολιτικής για τη συνοχή και του 7ου προγράμματος-πλαισίου με αντικείμενο τις ερευνητικές υποδομές με τη συμμετοχή των κρατών μελών.

3.4

Η Επιτροπή καλεί τα κράτη μέλη να βελτιώσουν τους όρους συντονισμού για την ανάπτυξη και τη χρήση των κοινοτικών μέσων, με την θέσπιση συστημάτων ενημέρωσης των ενδιαφερόμενων φορέων σχετικά με τις ευκαιρίες που τους παρέχονται, και δεσμεύεται να δημοσιεύσει, έως τα τέλη του 2007, έναν πρακτικό οδηγό ευκαιριών χρηματοδότησης για τα ερευνητικά ιδρύματα, με τους όρους που προβλέπονται από τους επιμέρους εθνικούς και περιφερειακούς μηχανισμούς για τη συντονισμένη πρόσβαση στους διαφόρους κοινοτικούς μηχανισμούς.

4.   Γενικές παρατηρήσεις

4.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί πλήρως με τη «διάγνωση» της Επιτροπής όσον αφορά την έλλειψη συντονισμένης και από κοινού χρήσης των κοινοτικών μέσων στα οποία αναφέρεται, αλλά δεν συμφωνεί με την «θεραπεία» επειδή την θεωρεί ανεπαρκή για την επίτευξη των στόχων των κοινοτικών πολιτικών, ιδίως στον τομέα της έρευνας, της καινοτομίας και της κατάρτισης.

4.2

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την Επιτροπή (11) ότι «για την υλοποίηση της ανανεωμένης σύμπραξης για τη μεγέθυνση και την απασχόληση είναι απαραίτητη η προσπάθεια προώθησης της οικονομίας της γνώσης, μέσω κυρίως της έρευνας, της τεχνολογικής ανάπτυξης και της καινοτομίας», θεωρεί όμως ότι η σύμπραξη αυτή πρέπει να αποτελεί κοινή ευθύνη όλων των ενδιαφερόμενων μερών, αρχικά σε κοινοτικό επίπεδο και, στη συνέχεια, σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

4.3

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι, πέραν της ανάπτυξης μιας περιφερειακής στρατηγικής έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και καινοτομίας, θα πρέπει να αξιοποιούνται περισσότερο:

τα μέσα πρόβλεψης και ανάλυσης SWOT (12), ώστε να προσδιορίζονται οι στρατηγικές δυνατότητες των περιφερειών·

οι δράσεις ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού και επαγγελματικής κατάρτισης·

η ελκυστικότητα της απασχόλησης στον τομέα της ΕΤΑ, η οποία θα πρέπει να ενισχυθεί, ώστε να αποφευχθεί η διαρροή εγκεφάλων τόσο στο εσωτερικό της ΕΕ όσο και προς τον υπόλοιπο κόσμο·

οι ανταλλαγές ειδικευμένων εμπειρογνωμόνων και καινοτόμων εμπειριών·

η στήριξη της ανάπτυξης και του συντονισμού των βιομηχανικών ζωνών γνώσης·

οι ευρωπαϊκές τεχνολογικές πλατφόρμες, από κοινού με τις κοινές ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες·

η συντονισμένη χρήση των κοινοτικών μέσων, με τη δημιουργία διαλογικών συστημάτων, προκειμένου οι ενδιαφερόμενοι φορείς να ενημερώνονται για τις ευκαιρίες που τους παρέχονται·

οι δυνατότητες επικοινωνίας και ανταλλαγής εμπειριών, ιδίως μεταξύ των ΜΜΕ.

4.4

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ πρέπει να αναληφθεί ουσιαστική δράση στο επίπεδο της προσφοράς, ώστε να εξασφαλιστεί ένα πλαίσιο εύκολης πρόσβασης στο σύνολο των μέσων που παρέχονται για την ανταγωνιστική ανάπτυξη των ευρωπαϊκών περιφερειών, σύμφωνα με τους στόχους της «κοινωνικά υπεύθυνης περιφέρειας», με τη διασφάλιση της συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων, των εμπορικών επιμελητηρίων, των ακαδημαϊκών κύκλων και της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών, με βάση στρατηγικές αειφορίας της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής (13), τόσο από πλευράς παραγωγής όσο και από πλευράς βιώσιμης κατανάλωσης.

4.5

Η ΕΟΚΕ θεωρεί, εξάλλου, ότι η υπόδειξη των μέσων που συμβάλλουν στην οικονομική μεγέθυνση και στην ποιοτική και ποσοτική βελτίωση της απασχόλησης και της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών περιφερειών, μέσω της έρευνας και της καινοτομίας, είναι μονομερής από την πλευρά των κοινοτικών μέσων παρέμβασης και ελλιπής από την πλευρά των ευκαιριών που διαθέτουν οι ευρωπαϊκές περιφέρειες και του συντονισμού των πανευρωπαϊκών και διεθνών μέσων που μπορούν να αξιοποιηθούν.

4.6

Στην ανακοίνωση δεν γίνεται αναφορά, παρά μόνο στο περιθώριο (14), στις δυνατότητες παρέμβασης που μπορούν να εξασφαλίσουν:

η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων με τις πολυάριθμες προσφορές της·

η πρωτοβουλία «Καινοτομία 2010» (I2I)·

οι δράσεις συνεργασίας σε ευρωπαϊκό και σε κοινοτικό επίπεδο, όπως το Ευρωπαϊκό στρατηγικό φόρουμ υποδομών έρευνας (ESFRI) ή οι ευρωπαϊκές τεχνολογικές πλατφόρμες·

οι διευκολύνσεις που παρέχονται στο ανθρώπινο δυναμικό της Ευρώπης του τομέα των επιστημών και της τεχνολογίας, χάρη σε προγράμματα όπως το Eiburs (Πρόγραμμα χορηγίας της ΕΤΕ υπέρ της επιστημονικής έρευνας)·

το πρόγραμμα Starebei (STAges de REcherche BEI) και τα πανεπιστημιακά δίκτυα της ΕΤΕ·

οι τοπικές και περιφερειακές χρηματοδοτήσεις για την ΕΤΑ και την καινοτομία·

οι ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις στην ΕΤΑ και στην καινοτομία·

οι υπηρεσίες ΤΠΕ και ο οπτικοακουστικός τομέας·

το ολοκληρωμένο πρόγραμμα δράσης «Εκπαίδευση και κατάρτιση 2010», που αποτελείται και από άλλα τομεακά προγράμματα «παροχής διά βίου μάθησης για γνώση, δημιουργικότητα και καινοτομία» (15), και συνιστά αναπόσπαστο τμήμα του «τριγώνου της γνώσης» (εκπαίδευση, έρευνα και καινοτομία)·

τα κοινοτικά μέσα παρέμβασης της κοινωνίας των πληροφοριών, όπως τα προγράμματα της πρωτοβουλίας «i2010» (16)·

η συμβολή του κοινωνικού διαλόγου στην ενίσχυση της κοινωνίας της γνώσης·

η ενίσχυση της διαρκούς και συνεχούς κατάρτισης·

το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση (17), το οποίο αποσκοπεί στην παροχή ειδικής έκτακτης στήριξης για να διευκολύνεται η επανένταξη στην απασχόληση εργαζομένων σε περιοχές ή τομείς που πλήττονται από σοβαρή αναστάτωση της οικονομικής δραστηριότητας (18).

4.7

Επίσης, δεν αναφέρονται τα πανευρωπαϊκά προγράμματα και πρωτοβουλίες μη κοινοτικής προέλευσης που αποσκοπούν, ωστόσο, στην ανάπτυξη της καινοτομίας στην επικράτεια της ΕΕ όπως:

η πρωτοβουλία Eureka, ένα πανευρωπαϊκό διακρατικό δίκτυο για βιομηχανικές οργανώσεις ΕΤΑ στραμμένες στην αγορά, το οποίο στηρίζει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων με τη δημιουργία διασυνδέσεων και δικτύων καινοτομίας σε 36 διαφορετικές χώρες με τις οποίες η Επιτροπή έχει συνάψει συμφωνία συνεργασίας·

το πρόγραμμα Eurostars, κοινή πρωτοβουλία ΕΕ-Eureka, το οποίο αποτελεί ένα διευρωπαϊκό σχέδιο υποστήριξης των ΜΜΕ για την ανάπτυξη νέων προϊόντων και υπηρεσιών αγοράς·

η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΕΤΑΑ), που έχει συνάψει με την Επιτροπή συμφωνία εταιρικής σχέσης με στόχο τη διευκόλυνση της εκπόνησης μεγαλόπνοων σχεδίων τα οποία συγχρηματοδοτούνται από το Ταμείο Συνοχής και από το Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), ειδικότερα στα νέα κράτη μέλη, κατά την περίοδο 2007-2013·

το πρόγραμμα LEED-OECD (Πρόγραμμα για την τοπική οικονομική ανάπτυξη και την απασχόληση), που προσδιορίζει, αναλύει και διαδίδει καινοτόμες ιδέες για την τοπική ανάπτυξη και επιδιώκει τη βελτίωση της διαχείρισης των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, σε συνεργασία μάλιστα και με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή·

η Τράπεζα Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης (CEB), που έχει συνάψει συμφωνία εταιρικής σχέσης με την Επιτροπή και που χρηματοδοτεί κοινωνικά σχέδια για την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής και της κοινωνικής ολοκλήρωσης, της προστασίας του περιβάλλοντος και της ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού στις περιφέρειες·

διάφορες δραστηριότητες και πρωτοβουλίες που συνδέονται με τις «ευρωπεριφέρειες»·

οι πρωτοβουλίες «Πόλεις της Επιστήμης».

4.8

Η ΕΟΚΕ θεωρεί, εξάλλου, ότι οι δυσκολίες και τα εμπόδια που συνδέονται με την κοινή και συντονισμένη χρήση των μέσων που μπορούν να εφαρμοστούν στα διάφορα επίπεδα (19) —πάντα με βάση τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 του Συμβουλίου, άρθρο 54, παράγραφος 5— και για τα οποία γίνεται λόγος στην ανακοίνωση της Επιτροπής, πρέπει να προσδιοριστούν καλύτερα, όχι μόνο όσον αφορά τις διαφορετικές νομικές βάσεις, το εξειδικευμένο θεματικό περιεχόμενο, τις γεωγραφικές περιοχές και τους όρους εφαρμογής, αλλά και όσον αφορά ουσιαστικές διαφορές, που ενίοτε καταλήγουν να θέτουν εμπόδια, όπως:

ο διακρατικός ή μη χαρακτήρας των σχεδίων·

ο συγχρονισμός των χρόνων έναρξης λειτουργίας·

ο συγχρονισμός των χρόνων χορήγησης της χρηματοδοτικής βοήθειας·

ο συγχρονισμός των χρόνων εφαρμογής·

η δυνατότητα και η ικανότητα ανάλυσης ενός σφαιρικού σχεδίου περιφερειακής δράσης σε μια σειρά «υποσχεδίων», που να μπορούν να εκπονηθούν σύμφωνα με τις απαιτήσεις που προβλέπουν τα επιμέρους κοινοτικά, πανευρωπαϊκά και διεθνή προγράμματα και μέσα.

4.9

Η ΕΟΚΕ θεωρεί απαραίτητη την ανάπτυξη ενός πρακτικού ευρωπαϊκού οδηγού που να συνοψίζει τις κοινοτικές και πανευρωπαϊκές τυπολογίες εκπόνησης σχεδίων, τα διάφορα κριτήρια αξιολόγησης, τη συμβατότητα και τη συμπληρωματικότητα των πιθανών παρεμβάσεων.

4.10

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει την ανάγκη ανάληψης μιας κοινής και συντονισμένης δράσης για «τη σχέση κοινοτικών διαρθρωτικών πολιτικών και πολιτικών έρευνας και καινοτομίας της ΕΕ, όπως επανειλημμένα είχε ζητήσει η ΕΟΚΕ», υπογραμμίζοντας ότι «ο στενός συντονισμός των πολιτικών αυτών είναι απαραίτητος για την επίτευξη της βέλτιστης συνεργασίας προκειμένου να υπάρξει πλήρης ανταπόκριση στις ανάγκες του πολίτη, της επιχείρησης και της κοινωνίας, με απώτερο στόχο τη μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη αειφόρο και αρμονική ανάπτυξη, σύμφωνα με την ολοκληρωμένη προσέγγιση “επίλυσης προβλημάτων” της ΕΤΑ και δεδομένου του γεγονότος ότι οι άυλες επενδύσεις αποτελούν καθοριστικής σημασίας παράγοντα για την ανάπτυξη» (20).

4.11

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει την πληθώρα των κοινοτικών πολιτικών που συμβάλλουν, μαζί με την πολιτική συνοχής και την πολιτική έρευνας, στην επίτευξη του στόχου της ανάπτυξης της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών περιφερειών, επαναλαμβάνει δε την ανάγκη υιοθέτησης μιας ολοκληρωμένης και συντονισμένης προσέγγισης, δηλαδή την ανάγκη:

υιοθέτησης μιας βιώσιμης βιομηχανικής πολιτικής, όπως υπογράμμισε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών τον Δεκέμβριο του 2007, ώστε «να προαχθεί μια ολοκληρωμένη προσέγγιση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας χάρις σε μια βιώσιμη βιομηχανική πολιτική, συνδυασμένη με την καινοτομία και τις δεξιότητες, αναπτύσσοντας συνάμα και την εξωτερική της διάσταση με στόχο την δημιουργία ισότιμων όρων ανταγωνισμού» (21)·

επανεξέτασης της πολιτικής της ΕΕ για την ολοκλήρωση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, ώστε να εξασφαλιστούν ευνοϊκές προϋποθέσεις για την προώθηση της καινοτομίας, την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και την ανάπτυξη σχέσεων συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίων, επιχειρήσεων και ερευνητικών κέντρων, καθώς και για την ενίσχυση της πολιτικής τυποποίησης της νομοθεσίας·

υιοθέτησης μιας κοινωνικής πολιτικής και μιας πολιτικής απασχόλησης που να βασίζονται σε έναν διαρθρωμένο διάλογο, σε κοινές αρχές ευελιξίας με ασφάλεια (22), και να διευκολύνουν την ενεργό γήρανση, την εφαρμογή πολιτικών ένταξης και την συνεχή κατάρτιση όλων των πολιτών·

υιοθέτησης μιας πολιτικής ανάπτυξης και βιώσιμης κατανάλωσης που να επενδύει στην έρευνα και στην εφαρμογή καθαρών και καινοτόμων τεχνολογιών και να προϋποθέτει την χάραξη ολοκληρωμένων στρατηγικών στους τομείς της αλλαγής του κλίματος, της ενέργειας, της βιώσιμης διαχείρισης των φυσικών πόρων και της βιώσιμης παραγωγής.

4.12

Εν προκειμένω η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει τα όσα έχει ήδη εκφράσει σε προηγούμενη γνωμοδότησή της (23):

«να χαραχθεί και να υιοθετηθεί μια σφαιρική κοινοτική στρατηγική ορθολογισμού των υφιστάμενων μηχανισμών και της ολοκλήρωσης των διάφορων ευρωπαϊκών πολιτικών, η οποία σεβόμενη ωστόσο τις ιδιαιτερότητες των μεμονωμένων περιφερειών, να προσδώσει στην κοινοτική παρέμβαση μια ενιαία μορφή ενόψει της ανταγωνιστικότητας και της αειφόρου και αρμονικής ανάπτυξης του ευρωπαϊκού συστήματος»·

«να προσδιοριστούν ολοκληρωμένα μέσα των τοπικών, περιφερειακών και εθνικών αγορών της καινοτομίας (…)»·

«να καθοριστούν τα επίπεδα ενοποίησης και οι απαραίτητες αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους με στόχο τη σταθεροποίηση της συμβατότητας και την επίτευξη μεγαλύτερου συγχρονισμού των συστημάτων λήψεως αποφάσεων και εφαρμογής των διαρθρωτικών πολιτικών συνοχής, ΕΤΑ και καινοτομίας, που απαιτούνται για την πλήρη και αποτελεσματική ολοκλήρωσή τους»·

«να προσδιοριστούν νέες μορφές ολοκληρωμένης εφαρμογής των μέσων συνοχής και ΕΤΑ, μέσω απλουστευμένων μεθόδων και διαδικασιών και, στο μέτρο του δυνατού, ενιαίων και αυτοματοποιημένων, προκειμένου να αξιοποιηθεί πλήρως η δυνατότητα διαμόρφωσης των επιπέδων στήριξης ΕΤΑ των επιχειρήσεων (…)»·

«να δημιουργηθούν συστήματα ελέγχου και εποπτείας των κοινών δράσεων ΕΤΑ και συνοχής με στόχο να αξιολογηθούν τα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί σε σχέση με τους δεδηλωμένους στόχους, μέσω των προκαθορισμένων και ενιαίων δεικτών επιδόσεων καθώς και με τη συγκριτική αξιολόγηση σε περιφερειακό επίπεδο».

4.12.1

Η ΕΟΚΕ προτείνει επίσης την ολοκλήρωση των κοινοτικών προγραμμάτων κατάρτισης.

4.13

Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της που ύστερα από δέκα και πλέον χρόνια αυτό το σημαντικό θέμα αντιμετωπίζεται ακόμη με όρους ανάλυσης, χωρίς να θίγεται ο πυρήνας του προβλήματος που είναι η ανάγκη ανάπτυξης νέων δεξιοτήτων «ταυτόχρονου σχεδιασμού» μεταξύ των διαφόρων τύπων παρέμβασης: τεχνολογικής, επίδειξης, καινοτομίας, διάδοσης, κατάρτισης, χρηματοδοτικής, κλπ, που αποσκοπούν σε ένα θετικό αποτέλεσμα στον παραγωγικό και οικονομικό ιστό των διαφόρων περιφερειών (24).

4.14

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι δεν είναι πλέον δυνατό να συνεχίσει να αναβάλλεται η ανάληψη μιας σαφούς και ειδικής, για την συγκεκριμένη περίπτωση, δράσης, διότι διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος να μειωθούν η ανταγωνιστικότητα και οι θέσεις απασχόλησης στις ευρωπαϊκές περιφέρειες.

5.   Η πρόταση της ΕΟΚΕ

Πρωτοβουλία Jasmine — Κοινή βοήθεια υπέρ της υποστήριξης πολυσχεδίων για τη δικτύωση της καινοτομίας στην Ευρώπη

5.1

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει σθεναρά την ανάγκη η πρωτοβουλία JASMINE να αποτελέσει ένα εθελοντικό μέσο απλοποίησης και εξάλειψης των γραφειοκρατικών, διαδικαστικών και σχεδιαστικών εμποδίων που τίθενται στην από κοινού χρήση πανευρωπαϊκών, κοινοτικών, εθνικών και περιφερειακών προγραμμάτων, πράγμα που είναι σύμφωνο με την απαίτηση της ταχείας ανάπτυξης του Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας (ΕΧΕ).

5.2

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι, σήμερα, έχει πρωταρχική σημασία να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που συνδέονται με την πληθώρα των βαθμίδων διαχείρισης των διαφόρων παρεμβάσεων, ώστε να διασφαλιστεί η ανάκαμψη της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών περιφερειών, και, συνεπώς, προτείνει την προώθηση μιας νέας πρωτοβουλίας με την ονομασία Jasmine (Κοινή βοήθεια υπέρ της υποστήριξης πολυσχεδίων για τη δικτύωση της καινοτομίας στην Ευρώπη), για την αντιμετώπιση των υφιστάμενων θεσμικών ελλείψεων, τόσο στο επίπεδο της ζήτησης όσο στο επίπεδο της προσφοράς, που παρουσιάζουν οι παρεμβάσεις στήριξης της καινοτομίας και της έρευνας στο τοπικό επίπεδο.

5.3

Η κοινοτική δράση θα μπορούσε να βασιστεί στο σύστημα της δικτύωσης πολιτικών (Policy Networking) και να διαρθρωθεί ως εξής:

ανάληψη μιας κοινοτικής πρωτοβουλίας που θα μπορούσε να ονομαστεί, για παράδειγμα, Κοινοτική Πρωτοβουλία Jasmine —παράλληλα με τις πρωτοβουλίες Jasper, Jeremie και Jessica— η οποία να αναπτύσσει δράσεις παροχής τεχνικής βοήθειας στις εθνικές, περιφερειακές και τοπικές αρχές, καθώς και στους ενδιαφερόμενους φορείς, προκειμένου να διασφαλιστεί τελικά, κατά τρόπο σαφή, η αποτελεσματικότητα του συντονισμού των κοινοτικών, πανευρωπαϊκών και εθνικών παρεμβάσεων και να καλυφθούν οι ανάγκες «ταυτόχρονου σχεδιασμού» μεταξύ των διαφόρων τύπων παρέμβασης·

η κοινοτική αυτή δράση παροχής τεχνικής βοήθειας θα πρέπει να αποσκοπεί στην βελτίωση της κατανόησης και της συνοχής των συμπεριφορών των διαφόρων φορέων που συμμετέχουν σε διαδικασίες λήψης αποφάσεων μέσω δικτύου και στην προώθηση της αλληλεξάρτησής τους όσον αφορά τις πληροφορίες, την ικανότητα διαχείρισης, τις αρμοδιότητες και τους οικονομικούς πόρους, με στόχο την ταυτόχρονη θέση σε ισχύ παρεμβάσεων με πολλαπλά επίπεδα διαχείρισης εντός ενός ενιαίου και συνεκτικού πλαισίου τοπικών σχεδίων, τόσο σε σχέση με δράσεις ΣΔΙΤ (Συμπράξεις Δημόσιου και Ιδιωτικού Τομέα), όσο και με εθνικά και διακρατικά σχέδια·

υιοθέτηση μιας πολιτικής κάθετης δικτύωσης στην οποία να συμμετέχουν τα όργανα διακυβέρνησης στα διάφορα επίπεδα: διεθνές, κοινοτικό, εθνικό και περιφερειακό, με βάση καλά καθορισμένα και διαρθρωμένα συστήματα συνεργασίας·

υιοθέτηση μιας πολιτικής οριζόντιας δικτύωσης, στην οποία να συμμετέχουν τοπικοί δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς, όπως τοπικές αρχές, επιχειρήσεις, τράπεζες, μη κυβερνητικοί οργανισμοί, ομάδες συμφερόντων και όργανα κοινωνικού διαλόγου (25)·

δημιουργία ενός Σημείου Επαφής Jasmine που να λειτουργεί ως κοινοτική μονάδα συντονισμού και ενημέρωσης —και μέσω, συν τοις άλλοις, ενός ειδικού δικτυακού τόπου, αποφεύγοντας ωστόσο τον υπερβολικό συγκεντρωτισμό (26)— των διαφόρων επιπέδων και των διαφόρων τύπων δράσης, που υπάγονται σε διαφορετικούς κανόνες και με διαφορετικές ευθύνες διαχείρισης εντός και εκτός των υπηρεσιών της Επιτροπής, για τη βελτιστοποίηση των αποτελεσμάτων·

σύσταση ενός κοινοτικού δικτύου περιφερειακών σημείων επαφής Jasmine για την επίλυση των προβλημάτων σφαιρικού σχεδιασμού των σχεδίων που διαρθρώνονται σε περισσότερα επιμέρους έργα· περιφερειακή και διακρατική διασύνδεση αυτών των επιμέρους έργων· αναζήτηση υπερεθνικών και εθνικών εταίρων στην περίπτωση προτάσεων που διαρθρώνονται σε περισσότερα έργα· διασφάλιση ότι τα σχέδια θα αρχίζουν να εκτελούνται, να λαμβάνουν χρηματοδότηση και να τίθενται σε ισχύ ταυτόχρονα, δίχως φαινόμενα αλληλεπικαλύψεων·

συγκρότηση σε εθελοντική βάση, εκ μέρους των περιφερειών, περιφερειακών επενδυτικών κεφαλαίων Jasmine , που να αποτελούν αντικείμενο διαπίστευσης εκ μέρους της Επιτροπής, σύμφωνα με τα κριτήρια της οικονομικής αποδοτικότητας, της αποτελεσματικότητας, της αμεροληψίας, της ίσης μεταχείρισης και της διαφάνειας των διαδικασιών, τα οποία πρέπει να βασίζονται σε προκαθορισμένα σχέδια τα οποία θα καταρτίζει η Επιτροπή·

προώθηση μιας κοινοτικής δράσης προβλέψεων με θέμα «Ευρωπαϊκές ανταγωνιστικές περιφέρειες» που να αξιοποιεί τις εμπειρίες της ΓΔ «Έρευνα» και στην οποία να συμμετέχουν οι υψηλού επιπέδου αρμόδιοι όλων των ενδιαφερόμενων υπηρεσιών της Επιτροπής, καθώς και εκπρόσωποι των περιφερειακών αρχών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της Επιτροπής των Περιφερειών και της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής·

εισαγωγή δράσεων συγκριτικής αξιολόγησης για την «επιτυχ[ή] έκβαση (…) [της κοινοτικής δράσης] χάρη στις νέες μεθόδους διακυβέρνησης που βασίζονται στη διαφάνεια, στην απλοποίηση των διαδικασιών, καθώς και στην επιδίωξη μίας πραγματικής εταιρικής σχέσης με τους τοπικούς και περιφερειακούς οικονομικούς και κοινωνικούς φορείς» (27)·

ανάληψη δράσεων ανάπτυξης ανθρώπινου δυναμικού για τις τοπικές αρχές και τους τοπικούς οικονομικούς φορείς, παροχή στήριξης για την ανάπτυξη διακρατικών δικτύων με σκοπό την καλλιέργεια εταιρικών σχέσεων στο πλαίσιο των εν λόγω σχεδίων, παρακολούθηση των συνεργειών και του συγχρονισμού των σχεδίων, παροχή στήριξης σε δράσεις που προωθούν την επικοινωνία και ενημέρωση κατά τρόπο διαφανή και διαλογικό.

5.4

Οι νέες προτεραιότητες των περιφερειακών προγραμμάτων, που εστιάζονται στην καινοτομία, στην ανταγωνιστικότητα και στην αμοιβαία μάθηση καθ' όλη τη διάρκεια του ενεργού βίου, αναμένεται ότι θα συμβάλουν στην ανάπτυξη ενεργών πολιτικών ενίσχυσης και υποστήριξης της τοπικής ανταγωνιστικότητας, χάρη στη χρηματοδότηση περιφερειακών και διαπεριφερειακών δράσεων πρόβλεψης και περιφερειακών συσπειρώσεων και δικτύων, που θα εκφράζουν ένα κοινό στρατηγικό όραμα, αποδεκτό από κάθε περιφέρεια, το οποίο θα χρησιμεύει ως βάση για την παροχή τεχνικής βοήθειας όσον αφορά τη βέλτιστη χρήση, από όλους, των εθνικών, κοινοτικών, πανευρωπαϊκών μέσων και των πλέον κατάλληλων ΣΔΙΤ.

5.5

Η πρωτοβουλία Jasmine, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα είδος «σήματος εγγύησης» έναντι των διαφόρων οργανισμών και χρηματοδοτικών προγραμμάτων, διευκολύνοντας την έγκριση άμεσων συμπληρωματικών σχεδίων και/ή σχεδίων διαρθρωμένων σε διαδοχικές φάσεις, χάρη σε ένα «Μνημόνιο Συνεννόησης» ή σε συμφωνίες συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και άλλων κοινοτικών και μη οργανισμών ή μέσω διοικητικών ρυθμίσεων της Επιτροπής οι οποίες θα απευθύνονται στις διάφορες υπηρεσίες της που είναι αρμόδιες για τα επιμέρους προγράμματα, ώστε οι διάφοροι χρηματοδοτικοί οργανισμοί, στους οποίους θα υποβάλλονται οι δέσμες προτάσεων, να λαμβάνουν ενιαία τεκμηρίωση σχετικά με τα σχέδια.

5.6

Στόχος της πρωτοβουλίας Jasmine θα είναι να διευκολύνει την κινητοποίηση χρηματοδοτικών πόρων που εξαρτώνται από διάφορες βαθμίδες διαχείρισης και από διαφορετικά επίπεδα διακυβέρνησης, είτε δημόσιου είτε ιδιωτικού χαρακτήρα, προκειμένου να διασφαλιστεί η μέγιστη δυνατή κρίσιμη μάζα πόρων και, κατ' επέκταση, να ενισχυθεί το γενικό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, με σκοπό την υλοποίηση ενός ενιαίου πλαισίου πολλαπλών σχεδίων που να ανταποκρίνεται πλήρως στο κοινό στρατηγικό όραμα ευρωπαϊκών περιφερειών με ενισχυμένα τα δυνατά τους σημεία στον τομέα της τεχνολογίας και της καινοτομίας.

5.7

Η πρωτοβουλία Jasmine θα πρέπει να βασίζεται στις εμπειρίες της πρωτοβουλίας Lead Market, στις ευρωπαϊκές τεχνολογικές πλατφόρμες και στις κοινές τεχνολογικές πρωτοβουλίες και στα αποτελέσματα της Eranet και της Eranet-PLUS, των πρωτοβουλιών Περιφέρειες για την Οικονομική Αλλαγή και Pro Inno, καθώς και στα συμπεράσματα των πρωτοβουλιών Jeremie, Jaspers και Jessica (28).

5.8

Η πρωτοβουλία Jasmine θα μπορούσε να συμβάλει στη βελτιστοποίηση των προσπαθειών έρευνας και καινοτομίας που καταβάλλουν οι περιφέρειες και οι επιχειρήσεις, το ανθρώπινο δυναμικό, τα πανεπιστήμια και τα κέντρα έρευνας, καθώς και οι διοικήσεις που ασκούν δραστηριότητα στον εν λόγω τομέα —ακόμη και μέσω της KIC (Κοινότητα γνώσης και καινοτομίας του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Τεχνολογίας)— πρέπει όμως να υπενθυμιστεί ότι η καινοτομία αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, επιχειρηματική δραστηριότητα που πρέπει να μπορεί να αναπτυχθεί υπό τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις λειτουργίας, κυρίως όσον αφορά θέματα όπως η φορολόγηση των ερευνητικών δραστηριοτήτων, η διαχείριση και η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας, καθώς οι εκπαιδευτικές και επιμορφωτικές δομές αριστείας, προκειμένου να μπορέσουν να δημιουργηθούν περισσότερες και ποιοτικότερες θέσεις απασχόλησης.

5.9

Τέλος, η πρωτοβουλία Jasmine θα μπορούσε να συμβάλει στην αξιοποίηση των ιδιαίτερων πλεονεκτημάτων των περιφερειών και στην προώθηση των ανταλλαγών στον τομέα της έρευνας και καινοτομίας.

Βρυξέλλες, 22 Απριλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Όπως χρησιμοποιείται στα έγγραφα της Επιτροπής, με την έννοια ακριβώς της «ταυτόχρονης χάραξης σχεδίων».

(2)  Βλ. την γνωμοδότηση, ΕΕ C 44/1 της 16.2.2008, με εισηγητή τον κ. WOLF: «Η ΕΟΚΕ συνιστά να διαμορφωθούν γενικοί, σαφείς και κατανοητοί κανόνες για τα ποικίλα μέσα της χρηματοδότησης και του συντονισμού κοινοτικής Ε & Α. Για το σκοπό αυτό θα ήταν χρήσιμο να διατυπώσει η Επιτροπή μια παρουσίαση και περιγραφή, δηλαδή ένα κατανοητό εγχειρίδιο χρήσης, όλων των υφιστάμενων μέσων και τρόπων προώθησης και συντονισμού».

(3)  Βλ. τη γνωμοδότηση, ΕΕ C 10/88 της 14.1.2004, εισηγητής: ο κ. MALOSSE.

(4)  Βλ. τη γνωμοδότηση, ΕΕ C 255/1 της 14.10.2005.

(5)  Βλ. τη γνωμοδότηση, ΕΕ C 44 της 16.2.2008.

(6)  Απόφαση του Συμβουλίου της 6.10.2006.

(7)  Βλ. επίσης την πρωτοβουλία «Science cities»

www.sciencecities.eu

(8)  Βλ. τη γνωμοδότηση, ΕΕ C 110 της 9.5.2006.

(9)  Jeremie: Κοινοί ευρωπαϊκοί πόροι για πολύ μικρές έως μεσαίες επιχειρήσεις· Jessica: Κοινή Ευρωπαϊκή Υποστήριξη για αειφόρες επενδύσεις σε αστικές περιοχές· Jaspers: Κοινή συνδρομή για τη στήριξη σχεδίων στις ευρωπαϊκές περιφέρειες.

(10)  Κατευθυντήριες γραμμές CREST — 1.6.2007.

(11)  Βλ. COM(2007) 474 τελικό.

(12)  SWOT: Strengths, Weaknesses, Opportunities, and Threats Analysis (Ανάλυση πλεονεκτημάτων, αδυναμιών, ευκαιριών και απειλών).

(13)  COM(2007) 374 τελικό της 4.7.2007.

(14)  Βλ. SEC(2007) 1045 τελικό της 16.8.2007.

(15)  Βλ. COM(2007) 703 τελικό της 12.11.2007.

(16)  Βλ. COM(2007) 146 τελικό.

(17)  Βλ. COM(2006) 91 τελικό.

(18)  Βλ. τη γνωμοδότηση, ΕΕ C 318 της 23.12.2006.

(19)  Βλ. τη γνωμοδότηση, ΕΕ C 44/1 της 16.2.2008: «Υφιστάμενα μέσα κοινοτικής στήριξης και συντονισμού. Η ΕΟΚΕ συνιστά να διαμορφωθούν γενικοί, σαφείς και κατανοητοί κανόνες για τα ποικίλα μέσα της χρηματοδότησης και του συντονισμού κοινοτικής Ε & Α. Για το σκοπό αυτό θα ήταν χρήσιμο να διατυπώσει η Επιτροπή μια παρουσίαση και περιγραφή, δηλαδή ένα κατανοητό εγχειρίδιο χρήσης, όλων των υφιστάμενων μέσων και τρόπων προώθησης και συντονισμού. Με τον τρόπο αυτό θα καταστεί σαφές εάν η αυξανόμενη ποικιλομορφία τους χαρακτηρίζεται ακόμη από επαρκή ευκρίνεια και διαχωρισμό των αρμοδιοτήτων και εάν παραμένουν σαφείς και διαχειρίσιμες τόσο από τους πιθανούς χρήστες όσο και από τους ίδιους τους υπαλλήλους της Επιτροπής ή ακόμη εάν χρειάζεται διασαφηνιστική αναθεώρηση».

(20)  Βλ. τη γνωμοδότηση, EE C 40 της 15.2.1999.

(21)  Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών της 14ης Δεκεμβρίου 2007, Συμπεράσματα της Προεδρίας.

(22)  Όπως διατυπώθηκε στα συμπεράσματα του Συμβουλίου της ΕΕ στις 13 και 14 Μαρτίου 2008 (σημείο 16) και στις γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ.

(23)  Βλ. τη γνωμοδότηση, ΕΕ C 40 της 15.2.1999.

(24)  Βλέπε υποσημείωση 21.

(25)  Βλ. ΓΔ «Περιφερειακή Πολιτική», Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ιανουάριος 2003.

(26)  Βλ. τη γνωμοδότηση, ΕΕ C 44/1 της 16.2.2008: «Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αποφευχθεί η εντύπωση ότι η Επιτροπή επιδιώκει μια συγκεντρωτική καθοδήγηση της ευρωπαϊκής έρευνας. Διαφορετικά, θα τροφοδοτηθούν περαιτέρω οι ανησυχίες των πολιτών στα κράτη μέλη όσον αφορά τον υπέρμετρο συγκεντρωτισμό των Βρυξελλών».

(27)  Βλ. τη γνωμοδότηση, ΕΕ C 10/88 της 14.1.2004.

(28)  Βλ. υποσημείωση 8.


19.8.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 211/9


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προστασία των πεζών και άλλων ανεπαρκώς προστατευόμενων χρηστών των οδών»

COM(2007) 560 τελικό — 2007/0201 (COD)

(2008/C 211/02)

Στις 23 Οκτωβρίου 2007, και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής όσον αφορά την:

«Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προστασία των πεζών και άλλων ανεπαρκώς προστατευόμενων χρηστών των οδών».

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 3 Απριλίου 2008, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. RANOCCHIARI.

Κατά τη 444η σύνοδο ολομέλειάς της, της 22ας και 23ης Απριλίου 2008 (συνεδρίαση της 22ας Απριλίου 2008), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 155 ψήφους υπέρ 3 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Κάθε έτος, στα 27 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οδικά ατυχήματα προκαλούν περισσότερους από 44 000 θανάτους και 1 700 000 τραυματισμούς. Μόνο στην κατηγορία των πλέον ευάλωτων χρηστών της οδού, η οποία συμπεριλαμβάνει τους πεζούς και τους ποδηλατιστές (1), αντιστοιχούν περισσότεροι από 8 000 θάνατοι και 300 000 τραυματισμοί.

1.2

Για την αποτελεσματικότερη προστασία των χρηστών της οδού, εκδόθηκε το 2003 μία σχετική οδηγία-πλαίσιο. Η οδηγία πρόβλεπε την σε βάθος επανεξέταση της κατασκευής της πρόσθιας δομής των οχημάτων, σε δύο φάσεις. Η πρώτη από αυτές έχει ήδη ολοκληρωθεί για τα οχήματα τα οποία έλαβαν έγκριση τύπου από την 1η Οκτωβρίου 2005 και μετά, ενώ η δεύτερη αναμένεται ότι θα αρχίσει να εφαρμόζεται από το Σεπτέμβριο του 2010, μετά από μελέτη σκοπιμότητας η οποία θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως το τέλος του 2004.

1.3

Όπως κατέδειξαν οι μελέτες πολλών ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων, η εκτέλεση αυτής της δεύτερης φάσης εμφανίζεται αδύνατη, τουλάχιστον υπό τους προβλεπόμενους όρους. Κατόπιν τούτου, η Επιτροπή προτείνει την αναθεώρησή της και την εισαγωγή σε αυτή νέων μέτρων, εναλλακτικών, τα οποία θα εξασφαλίζουν, ή ακόμη και θα βελτιώνουν, το επίπεδο ασφαλείας που παρέχεται βάσει των διατάξεων της υφιστάμενης οδηγίας.

1.4

Ειδικότερα, στη μελέτη που εκπονήθηκε από τον εμπειρογνώμονα της Επιτροπής (2) προτείνονται διάφορες λύσεις οι οποίες εντάχθηκαν στην υπό εξέταση πρόταση και περιλαμβάνουν μέτρα ενεργητικής και παθητικής ασφάλειας, σύμφωνα με τις συστάσεις της ομάδας CARS 21 (3) και με την πρόταση παγκόσμιου τεχνικού κανονισμού (ΠΤΚ) για την προστασία των πεζών (Global technical Regulation — GTR) την οποία κατάρτισε η Οικονομική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη (ΟΕΕ-ΟΗΕ) της Γενεύης.

1.5

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι, μεταξύ άλλων, η πρόταση δεν θίγει καθόλου τον ελεύθερο ανταγωνισμό μεταξύ των κατασκευαστών, στο βαθμό στον οποίο δεν περιορίζει την προσφορά μοντέλων μηχανοκίνητων οχημάτων, αλλά τείνει να προσανατολίσει τη ζήτηση προς μοντέλα ανταποκρινόμενα σε αυξημένες απαιτήσεις ασφαλείας.

1.6

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η ΕΟΚΕ ασπάζεται μεν πλήρως την πρόταση της Επιτροπής, αλλά δεν μπορεί και να μην εκφράσει τη λύπη της διότι χρειάστηκε να παρέλθει σχεδόν μια τριετία για την αναθεώρηση μέτρων που αποδείχθηκαν μη πραγματοποιήσιμα και την διατύπωση νέων, έστω και αν μέρος της καθυστέρησης αυτής ενδεχομένως οφείλεται στο γεγονός ότι τώρα είναι διαθέσιμα δεδομένα και τεχνικές λύσεις που δεν υπήρχαν κατά το χρόνο έγκρισης της ισχύουσας οδηγίας.

1.7

Η ΕΟΚΕ εύχεται να καλυφθεί η καθυστέρηση αυτή, που αποτελεί θέμα σοβαρό δεδομένου ότι άπτεται της ζωής και της υγείας των ευρωπαίων πολιτών, και να εγκριθεί ταχέως και στο σύνολό της η πρόταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ώστε να δοθεί η δυνατότητα έναρξης της δεύτερης φάσης.

1.8

Μολονότι η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τα τεχνικά μέτρα που υιοθετήθηκαν όσον αφορά τα μηχανοκίνητα οχήματα, καλεί τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και τα κράτη μέλη να προωθήσουν επίσης με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα τις πρωτοβουλίες τις σχετιζόμενες με τις δύο άλλες παραμέτρους που συντελούν στην οδική ασφάλεια, δηλαδή, αφενός, τη βελτίωση και ενίσχυση της ασφάλειας των υποδομών και, αφετέρου, την εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση ως προς τα θέματα αυτά όλων των χρηστών της οδού. Η έκκληση αυτή αφορά σαφώς και τις περιφερειακές και τοπικές αρχές οι οποίες καλούνται ολοένα συχνότερα να αναλάβουν αρμοδιότητες καθοριστικής σημασίας στον τομέα αυτό.

2.   Εισαγωγή

2.1

Κάθε έτος, στα 27 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα οδικά ατυχήματα προκαλούν περίπου 8 000 θανάτους και 300 000 τραυματισμούς πεζών και ποδηλατιστών, που αποτελούν τους πλέον ευάλωτους χρήστες της οδού.

2.2

Περί το τέλος τους έτους 2001, οι κατασκευαστές αυτοκινήτων ανέλαβαν την υποχρέωση έναντι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αναπτύξουν νέα μέτρα για τη βελτίωση της προστασίας των πεζών και των ποδηλατιστών από την άποψη της ενεργητικής ασφάλειας (πριν τη σύγκρουση) αλλά και της παθητικής (κατά τη στιγμή της σύγκρουσης).

2.3

Μεταξύ των διάφορων μέτρων που προτάθηκαν τότε από τους κατασκευαστές, περιλαμβάνονται η εγκατάσταση συστημάτων αντιεμπλοκής τροχών κατά την πέδηση (ABS) σε όλα τα οχήματα, η εθελοντική κατάργηση της πώλησης ενισχυμένων προφυλακτήρων (rigid bull bars), η εγκατάσταση φανών πορείας ημέρας (DRL) —μέτρο το οποίο στη συνέχεια ανακλήθηκε λόγω της αντίθεσης ορισμένων κρατών μελών— και η μελλοντική εισαγωγή επιπρόσθετων συστημάτων ενεργητικής ασφάλειας νέας τεχνολογίας, τα οποία εξακολουθούν να τελούν υπό μελέτη.

2.4

Το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επιφύλαξαν θετική υποδοχή στη σχετική δέσμευση της αυτοκινητοβιομηχανίας. Ταυτοχρόνως ζήτησαν να ρυθμιστεί η προστασία των πεζών, όχι με τη σύναψη εθελούσιας συμφωνίας ή την υιοθέτηση ανάλογης σύστασης, αλλά με την έκδοση κανονικής νομοθετικής πράξης με τη μορφή ειδικής οδηγίας.

2.5

Η κίνηση εκείνη είχε ως επακόλουθο την έκδοση της οδηγίας-«πλαισίου» 2003/102/ΕΚ (4) σχετικά με την «προστασία των πεζών και άλλων ανεπαρκώς προστατευόμενων χρηστών των οδών» και, στη συνέχεια, την έκδοση της οδηγίας 2005/66/ΕΚ (5) σχετικά με τη «χρήση συστημάτων μετωπικής προστασίας στα οχήματα με κινητήρα» (κατάργηση των ενισχυμένων προφυλακτήρων).

2.6

Η οδηγία-πλαίσιο για την προστασία των πεζών βασίζεται στις δοκιμές και στις οριακές τιμές που προτάθηκαν από την «Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη βελτίωση της ασφάλειας των οχημάτων» (EEVC) και προβλέπει την εφαρμογή της σε δύο φάσεις, οι οποίες εστιάζουν αμφότερες στην παθητική ασφάλεια. Η πρώτη φάση, που πρόβλεπε τροποποιήσεις στο επίπεδο της κατασκευής και μείωση του βάρους του καλύμματος κινητήρα και των προφυλακτήρων για τα οχήματα κατηγοριών M1 και N1 (6) βάρους μικρότερου των 2 500 kg, έχει αρχίσει να εφαρμόζεται για τα οχήματα που έλαβαν έγκριση τύπου από την 1η Οκτωβρίου 2005 και μετά. Η δεύτερη, που προβλέπει αυστηρότερες δοκιμές και οριακές τιμές, θα εφαρμοστεί στα οχήματα που θα εγκρίνονται από την 1η Σεπτεμβρίου 2010.

2.7

Όσον αφορά την εφικτότητα των δοκιμών των προβλεπόμενων στη δεύτερη φάση, εγέρθηκαν πολλές αμφιβολίες ήδη κατά τη φάση της συζήτησης της πρότασης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σε βαθμό που, στην τελική της έκδοση, η οδηγία πρόβλεπε ότι η Επιτροπή θα προέβαινε στην εκπόνηση μελέτης σκοπιμότητας για τη δεύτερη αυτή φάση μέχρι την 1η Ιουλίου 2004. Ειδικότερα, η εν λόγω μελέτη αναμενόταν ότι θα προσδιόριζε «τα εναλλακτικά μέτρα —παθητικά μέτρα ή συνδυασμό μέτρων ενεργητικών και παθητικών— με τουλάχιστον ισοδύναμη αποτελεσματικότητα» (7).

2.8

Πολλές μελέτες που εκπονήθηκαν από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, περιλαμβανόμενων των μελετών που ανατέθηκαν σε τρίτους από την Επιτροπή, κατέδειξαν ότι ήταν τεχνικώς αδύνατη η κάλυψη όλων των απαιτήσεων της δεύτερης φάσης υπό τους όρους και με βάση τις δοκιμές που προέβλεπε η «Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη βελτίωση της ασφάλειας των οχημάτων». Υπό το πρίσμα αυτού του συμπεράσματος, όσον αφορά την παθητική ασφάλεια η νέα πρόταση προβλέπει αναθεωρημένες παραμέτρους και όσον αφορά την ενεργητική ασφάλεια νέα στοιχεία (τα οποία αναπτύχθηκαν εν τω μεταξύ από τη βιομηχανία), τα οποία αποκρίνονται στις απαιτήσεις, ή ακόμη και τις υπερβαίνουν, του άρθρου 5 της οδηγίας που ζητεί τη λήψη μέτρων «με τουλάχιστον ισοδύναμη πραγματική αποτελεσματικότητα».

2.9

Οι δοκιμές που προτείνονται τώρα είναι πανομοιότυπες με τις προβλεπόμενες στην πρόταση παγκόσμιου τεχνικού κανονισμού για την προστασία των πεζών, η οποία εκπονήθηκε από την Οικονομική Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη (ΟΕΕ-ΟΗΕ). Η εναρμόνιση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και της εξωκοινοτικής νομοθεσίας, που αναμένεται ότι ενδεχομένως θα ακολουθήσει, θα μπορούσε να αποφέρει και εμφανή πλεονεκτήματα στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας.

3.   Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

3.1

Η νέα πρόταση, αυτή τη φορά όχι οδηγίας αλλά κανονισμού, προβλέπει πρώτα απ' όλα το συνδυασμό των διατάξεων της οδηγίας σχετικά με τα συστήματα μετωπικής προστασίας με τις διατάξεις της οδηγίας σχετικά με την προστασία των πεζών. Η τελευταία θα πρέπει να τροποποιηθεί έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η εφαρμοσιμότητά της. Στο πλαίσιο αυτό είναι προφανές ότι, εφόσον εγκριθεί ο υπό εξέταση κανονισμός, οι δύο προαναφερόμενες οδηγίες θα καταργηθούν.

3.2

Σύμφωνα με την πρόταση κανονισμού, προϋπόθεση για να λάβουν μηχανοκίνητα οχήματα την σχετική έγκριση τύπου αποτελεί η εκτέλεση των ακόλουθων δοκιμών:

3.2.1

πρόσκρουση ομοιώματος κεφαλής παιδιού ή μικρόσωμου ενήλικα επί του μπροστινού μέρους του καλύμματος κινητήρα, πρόσκρουση ομοιώματος κεφαλής ενήλικα επί του οπίσθιου μέρους του καλύμματος κινητήρα και πρόσκρουση ομοιώματος ποδιού και ομοιώματος άνω μέρους ποδιού επί του προφυλακτήρα, λαμβανόμενου υπόψη ότι οι παράμετροι έχουν μερικώς αναθεωρηθεί σε σχέση με τη φάση II που προβλέπει η ισχύουσα οδηγία. Για λόγους όχι πλέον έγκρισης αλλά παρακολούθησης, και για την πρόβλεψη μελλοντικών τεχνολογικών εξελίξεων, απαιτούνται επίσης η δοκιμή πρόσκρουσης της λεκάνης επί της εμπρόσθιας άκρης του καλύμματος κινητήρα ή η δοκιμή πρόσκρουσης του ομοιώματος κεφαλής ενήλικα επί του αλεξήνεμου·

3.2.2

όσον αφορά τα συστήματα μετωπικής προστασίας (βλ. την οδηγία 2005/66/ΕΚ), για να εξασφαλιστεί η σχετική έγκριση απαιτείται η διεξαγωγή δοκιμών όπως πρόσκρουση ποδιού ή άνω μέρους ποδιού καθώς και πρόσκρουση του ομοιώματος κεφαλής παιδιού ή μικρόσωμου ενήλικα επί του συστήματος αυτού. Επίσης, προβλέπονται άλλες δοκιμές για λόγους παρακολούθησης καθώς και δεσμευτικές διατάξεις για την κατασκευή και την εγκατάσταση των συστημάτων αυτών.

3.3

Στα μέτρα παθητικής ασφάλειας προστίθεται, μεταξύ άλλων, η εγκατάσταση συστήματος ενεργητικής ασφάλειας, ώστε να εξασφαλίζονται τα επίπεδα προστασίας που προβλέπονται από τις δύο προηγούμενες οδηγίες. Πρόκειται για το σύστημα υποβοήθησης της πέδησης (BASBrake Assist System), που επικουρεί τον οδηγό στην προσπάθειά του να ενεργοποιήσει ταχέως αλλά με ανεπαρκή δύναμη την πέδη σε κατάσταση ανάγκης. Ο συνδυασμός της υποβοήθησης BAS με το ABS εξασφαλίζει τη μέγιστη πίεση επί της πέδης και βελτιστοποιεί τους χρόνους επιβράδυνσης, οπότε μειώνεται σημαντικά η ταχύτητα κρούσης με τον πεζό.

3.4

Τέλος, λαμβανόμενης υπόψη της αύξησης του αριθμού των βαρύτερων οχημάτων που κυκλοφορούν στο αστικό οδικό δίκτυο (ειδικότερα των οχημάτων ψυχαγωγίας/εργασίας, γνωστών ως SUV), η πρόταση συνιστά την εφαρμογή των προβλεπόμενων διατάξεων, μετά από κάποια μεταβατική περίοδο, όχι μόνο στα οχήματα κατηγοριών M1 και N1 των οποίων το βάρος δεν υπερβαίνει τα 2 500 kg, όπως προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία, αλλά και στα βαρύτερα οχήματα των οποίων το βάρος είναι μικρότερο από 3 500 kg, που ισοδυναμεί με το μέγιστο όριο των δύο κατηγοριών που εξετάστηκαν.

4.   Παρατηρήσεις της ΕΟΚΕ επί της πρότασης της Επιτροπής

4.1

Κατ' αρχάς, η ΕΟΚΕ επικροτεί την απόφαση της Επιτροπής να συγχωνεύσει τις δύο υφιστάμενες οδηγίες στον προτεινόμενο κανονισμό. Η επιλογή αυτή θα δώσει τη δυνατότητα αποσαφήνισης και απλούστευσης της σχετικής νομοθεσίας, όπως είχε προτείνει η ΕΟΚΕ παλαιότερα στη γνωμοδότησή της επί της πρότασης οδηγίας σχετικά με τη χρησιμοποίηση των συστημάτων μετωπικής προστασίας (8).

4.2

Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΟΚΕ εκφράζει επίσης την ικανοποίησή της για το νομοθετικό μέσο που επιλέχθηκε, δηλαδή τον κανονισμό, διότι έτσι εξασφαλίζονται ρυθμοί και τρόποι εφαρμογής σαφώς καθορισμένοι σε όλα τα κράτη μέλη. Πρόκειται για επιλογή απολύτως εύστοχη, δεδομένου ότι το αντικείμενο είναι νομοθεσία με εξόχως τεχνικό περιεχόμενο.

4.3

Αντιθέτως, η ΕΟΚΕ θεωρεί αρνητικό το γεγονός ότι οι δοκιμές που προβλέφθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη βελτίωση της ασφάλειας των οχημάτων στο πλαίσιο της φάσης ΙΙ αποδείχθηκαν ανεφάρμοστες, διότι η εφικτότητα τους δεν εξακριβώθηκε εντός της προκαθορισθείσας προθεσμίας (1η Ιουλίου 2004), με αποτέλεσμα να σημειωθεί καθυστέρηση μεγαλύτερη των τριών ετών.

4.4

Πάντως η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει τη λύση η οποία προτάθηκε μετά από μακρά αλλά εποικοδομητική διαδικασία, κατά τη διάρκεια της οποίας εφαρμόστηκαν οι συστάσεις που διατυπώθηκαν από την ομάδα CARS 21 όσον αφορά την ολοκληρωμένη προσέγγιση, η οποία παρέσχε επίσης τη δυνατότητα εναρμόνισης της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και της εξωκοινοτικής νομοθεσίας. Η ΕΟΚΕ εκφράζει ιδιαίτερη ευαρέσκεια για το γεγονός ότι όλα τα στοιχεία αυτά υποστηρίχθηκαν από εμπεριστατωμένη αξιολόγηση επιπτώσεων, την πρώτη που εξετάστηκε και εγκρίθηκε από την Επιτροπή Ανάλυσης Επιπτώσεων (Impact Assessment Board), η οποία συγκροτήθηκε πρόσφατα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

4.5

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Επιτροπής και των ειδικών της, η λύση που επιλέχθηκε, και η οποία συνίσταται στη θέσπιση και μέτρων ενεργητικής ασφάλειας, θα συμβάλει στη μείωση του αριθμού θανάτων και σοβαρών τραυματισμών κατά 80 % και κατά 40 %, αντιστοίχως, σε σχέση με τα αποτελέσματα που θα προέκυπταν με βάση τη φάση II (9), η οποία είχε προβλεφθεί αρχικά και αποδείχθηκε μη εφαρμόσιμη. Η μείωση αυτή θα δώσει τη δυνατότητα να σωθούν 1 100 ζωές και να ελαττωθεί το πλήθος των τραυματιών κατά πλέον των 46 000. Εξάλλου, τα νέα μέτρα συνεπάγονται πολύ χαμηλό κόστος, οπότε η επίδρασή τους στις τιμές των μηχανοκίνητων οχημάτων θα είναι αμελητέα.

4.6

Με βάση τα προαναφερόμενα, η ΕΟΚΕ συνιστά θερμά την έγκριση της πρότασης της Επιτροπής από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ταχέως και στο ακέραιο, οπότε θα αποφευχθούν επιπλέον καθυστερήσεις, οι οποίες θα οδηγούσαν αναπόφευκτα σε περαιτέρω απώλεια χρόνου λόγω του χρόνου που απαιτείται (lead time) (10), στη συνέχεια, για την τήρηση των σχετικών απαιτήσεων από την αυτοκινητοβιομηχανία.

4.7

Επίσης η ΕΟΚΕ επιθυμεί την εφαρμογή των νέων διατάξεων ταχέως και στα βαρύτερα οχήματα, περιλαμβανόμενων των οχημάτων ψυχαγωγίας/εργασίας, των οποίων το πλήθος αυξάνει διαρκώς στην αστική κυκλοφορία. Για το σκοπό αυτό θα ήταν συνετό να οριστεί ήδη από τώρα η μεταβατική περίοδος όπως προβλέπεται από τον κανονισμό.

4.8

Τέλος, είναι σκόπιμο να μη λησμονείται ότι, όπως είναι ευνόητο, τα συγκεκριμένα μέτρα προστασίας δεν ισχύουν για το στόλο των παλαιότερων αυτοκινήτων ο οποίος, επί του παρόντος, αποτελεί έναν από τους μείζονες κινδύνους για τους ευάλωτους χρήστες. Αρκεί να υπενθυμιστεί ότι το σύστημα ABS —που σήμερα συνδυάζεται αποτελεσματικά με το σύστημα BAS— μολονότι από το έτος 2004 διαδίδεται ήδη σε βάση εθελουσία, θα καταστεί υποχρεωτικό μόνο με τη νέα νομοθεσία.

4.9

Εν κατακλείδι, η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι στον αναφερόμενο τύπο συγκρούσεων, οι κακώσεις κατατάσσονται σε δύο κατηγορίες: τις κακώσεις τις οφειλόμενες στην «πρωτογενή» πρόσκρουση του πεζού ή του ποδηλατιστή επί του μετωπικού μέρους του οχήματος και τις κακώσεις που προκαλούνται από τη «δευτερογενή» πρόσκρουση με την οδό, στην οποία συχνά εκσφενδονίζεται ο πεζός. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να υπογραμμιστεί ότι είναι απατηλή η ελπίδα ότι ο πεζός μπορεί να προστατευτεί εάν κατά την πρωτογενή πρόσκρουση η ταχύτητα του οχήματος υπερβαίνει τα 40 km/h.

4.10

Τα προαναφερόμενα έχουν σκοπό να υπογραμμιστεί ακόμη μια φορά ότι, για την επίλυση όχι μόνο του προβλήματος αυτού αλλά και πολλών άλλων που συνδέονται με την ασφάλεια των χρηστών της οδού, πρέπει να υιοθετηθεί μία ολοκληρωμένη προσέγγιση η οποία, πέραν της τεχνολογικής βελτίωσης των μηχανοκίνητων οχημάτων, οφείλει να ενσωματώνει και δύο θεμελιώδεις παραμέτρους: αφενός, τη συμπεριφορά των χρηστών της οδού και, αφετέρου, τις υποδομές, που αποτελούν στοιχεία ως προς τα οποία τόσο τα ευρωπαϊκά όργανα όσο και τα κράτη μέλη καλούνται να αναλάβουν αποφασιστικά τις ευθύνες τους.

4.11

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη αναλάβει στον τομέα αυτό, και εξακολουθεί να αναλαμβάνει σημαντική δράση, καταρτίζοντας νομοθετικές προτάσεις πρωτοβουλίας και χαράσσοντας πολιτικές, διαθέτοντας χρηματοδοτικούς πόρους μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων-πλαισίων υπέρ της έρευνας και μέσω του προγράμματος επιδοτήσεων για την οδική ασφάλεια και, πράγμα εξίσου σημαντικό, προωθώντας τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Οδικής Ασφάλειας.

4.12

Αντίθετα, τα άλλα όργανα και τα κράτη μέλη, μολονότι είναι ευαισθητοποιημένα απέναντι στο πρόβλημα, δεν υποστηρίζουν πάντοτε επαρκώς τις πρωτοβουλίες της Επιτροπής. Αρκεί να υπενθυμιστεί εδώ το πολύ πρόσφατο παράδειγμα της πρότασης της Επιτροπής η οποία απέβλεπε στην βελτίωση των προτύπων ασφαλείας των οδικών υποδομών (11). Η πρόταση αυτή, η υιοθέτηση της οποίας είναι, κατά την ΕΟΚΕ, απαραίτητη προκειμένου να μειωθεί ο αριθμός των θυμάτων από οδικά ατυχήματα, κρίθηκε εξαιρετικά περιοριστική και, κατά συνέπεια, της αφαιρέθηκαν, στο όνομα της αρχής της επικουρικότητας, οι πλέον δραστικές δεσμευτικές διατάξεις. Και στην περίπτωση αυτή —εκτός και εάν υπάρξει σχετική αναθεώρηση, πράγμα μάλλον απίθανο, κατά την ψηφοφορία σε επίπεδο Ολομέλειας— το Κοινοβούλιο έχει ζητήσει οι αποφάσεις να λαμβάνονται από τα κράτη μέλη.

4.13

Όσον αφορά την πρώτη παράμετρο, για την οποία έγινε λόγος πιο πάνω, δηλ. την συμπεριφορά των χρηστών της οδού, πρέπει να αναφερθεί ότι παρόλο που συχνά τα ατυχήματα αποδίδονται στην απροσεξία των οδηγών, πολλές φορές ούτε οι πεζοί ούτε οι ποδηλατιστές συμπεριφέρονται σωστά, ενόσω δεν τηρούν τους στοιχειώδεις κανόνες του κώδικα οδικής κυκλοφορίας και, ενίοτε, της κοινής λογικής. Η εκπαίδευση και η ενημέρωση για τα θέματα αυτά πρέπει να παρέχονται από τη στοιχειώδη εκπαίδευση, αλλά και με εξορμήσεις ευαισθητοποίησης κατά τακτά διαστήματα, με σκοπό να υιοθετήσουν όλοι οι χρήστες ορθή συμπεριφορά. Ακόμη, είναι εξίσου σημαντικό να προβλέπονται αυστηρά κατασταλτικά μέτρα για τις επικίνδυνες συμπεριφορές όλων των χρηστών της οδού.

4.14

Η άλλη ουσιώδης παράμετρος της οδικής ασφάλειας αφορά τις υποδομές, και μάλιστα πρώτα απ' όλα στις πόλεις, όπου σημειώνεται το 80 % των θανάτων πεζών και ποδηλατιστών. Ο φυσικός διαχωρισμός μεταξύ των χρηστών της οδού, όποτε αυτό είναι δυνατό, αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο αποφυγής της επαφής μεταξύ των μηχανοκίνητων οχημάτων, των πεζών και των ποδηλατιστών. Στη βάση αυτή, τα έργα με αντικείμενα προστατευόμενες διαβάσεις πεζών, πεζογέφυρες, ποδηλατόδρομους, κατάλληλο φωτισμό και κατάλληλες επιστρώσεις, σαφή και, εάν είναι δυνατό, ομοιόμορφη σήμανση στα διάφορα κράτη μέλη κλπ, θα συμβάλουν στη μείωση των ατυχημάτων ενώ ταυτόχρονα θα δημιουργήσουν αστικό περιβάλλον λιγότερο δυσμενές για τους αναπήρους.

4.15

Η ανάπτυξη πρωτοβουλιών του τύπου αυτού ενισχύει την ασφάλεια και βελτιώνει την ποιότητα ζωής στις πόλεις. Συνεπώς, τα στοιχεία αυτά θα ήταν χρήσιμο να υπενθυμίζονται σε όλες τις προτάσεις της Επιτροπής, ακόμη και σε εκείνες οι οποίες, όπως η υπό εξέταση πρόταση, αφορούν μόνο τις τεχνικές παραμέτρους των μηχανοκίνητων οχημάτων.

Βρυξέλλες, 22 Απριλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Πηγή: CARE (Κοινοτική βάση δεδομένων για τα οδικά ατυχήματα). Πρόκειται για βάση δεδομένων η οποία συγκεντρώνει και επεξεργάζεται τα δεδομένα των κρατών μελών που συνδέονται με τα οδικά ατυχήματα.

(2)  Transport Research Limited UK.

(3)  COM(2007) 22 τελικό της 7.2.2007: «Ένα ανταγωνιστικό κανονιστικό πλαίσιο για την αυτοκινητοβιομηχανία για τον XXIο αιώνα».

(4)  ΕΕ L 321 της 6.12.2003, σ. 15.

(5)  ΕΕ L 309 της 25.11.2005, σ. 37.

(6)  

M1

=

Μηχανοκίνητο όχημα που μπορεί να δέχεται 8 επιβάτες και οδηγό, με βάρος που δεν υπερβαίνει τα 3 500 kg·

N1

=

Eπαγγελματικά οχήματα κατασκευαζόμενα με βάση εκείνα της κατηγορίας M1, με βάρος που δεν υπερβαίνει τα 3 500 kg.

(7)  Άρθρο 5 της οδηγίας 2003/102/ΕΚ για την προστασία των πεζών.

(8)  Γνωμοδότηση, ΕΕ C 118 της 30.4.2004.

(9)  SEC(2007) 1244: Μελέτη επιπτώσεων που συνοδεύει την πρόταση κανονισμού.

(10)  Χρόνος αναγκαίος προκειμένου η βιομηχανία να συμμορφωθεί προς όλες τις νέες απαιτήσεις που συνεπάγονται διαρθρωτικές επεμβάσεις στα οχήματα.

(11)  COM(2006) 569.


19.8.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 211/12


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την έγκριση τύπου των μηχανοκίνητων οχημάτων και κινητήρων όσον αφορά τις εκπομπές των βαρέων επαγγελματικών οχημάτων (Euro VI) και για την πρόσβαση σε πληροφορίες επισκευής και συντήρησης οχημάτων»

COM(2007) 851 τελικό — 2007/0295 (COD)

(2008/C 211/03)

Στις 30 Ιανουαρίου 2008, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την:

«Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την έγκριση τύπου των μηχανοκίνητων οχημάτων και κινητήρων όσον αφορά τις εκπομπές των βαρέων επαγγελματικών οχημάτων (Euro VI) και για την πρόσβαση σε πληροφορίες επισκευής και συντήρησης οχημάτων».

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 3 Aπριλίου 2008 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. RANOCCHIARI.

Κατά την 444η σύνοδο ολομέλειάς της, της 22ας και 23ης Απριλίου 2008, (συνεδρίαση της 22ας Απριλίου 2008) η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 142 ψήφους υπέρ και 3 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η αύξηση της ζήτησης σε θέματα κινητικότητας, το ποσοστό των μεταφορών σε ατομικό επίπεδο, τα προβλήματα που συνδέονται με την κυκλοφοριακή συμφόρηση κυρίως —και όχι μόνον— στα αστικά κέντρα, συνέβαλαν ώστε οι οδικές μεταφορές να καταστούν μια από τις ανθρώπινες δραστηριότητες στις οποίες επικεντρώνεται η προσοχή για την αξιολόγηση του περιβαλλοντικού αντικτύπου. Σε αυτή την οπτική εντάσσεται και η πρόταση της Επιτροπής που αποσκοπεί στη μείωση των εκπομπών ατμοσφαιρικών ρύπων από τα βαρέα οχήματα.

1.2

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόταση, την οποία θεωρεί ορθή, τόσο από πλευράς αποτελεσματικότητας όσο και από πλευράς χρόνων εφαρμογής, σε ό,τι αφορά τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις και τον χρόνο παράδοσης της βιομηχανίας.

1.3

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την Επιτροπή όταν δηλώνει ότι ο υπό εξέταση κανονισμός αποτελεί ένα θετικό βήμα προς την σταδιακή εναρμόνιση των εκπομπών σε παγκόσμιο επίπεδο.

1.4

Η ΕΟΚΕ θεωρεί κατάλληλη και ενδεδειγμένη την επιλογή του νομοθετικού μέσου, δηλαδή του κανονισμού, που εξασφαλίζει χρόνους και συγκεκριμένους όρους εφαρμογής σε όλα τα κράτη μέλη, πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό για μια ρύθμιση υψηλού τεχνικού περιεχομένου.

1.5

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει πλήρως το δικαίωμα των ανεξάρτητων συνεργείων επισκευής να έχουν ελεύθερη πρόσβαση στις πληροφορίες για τις επισκευές του οχήματος. Εκφράζει όμως έντονες επιφυλάξεις σχετικά για την επιλογή της χρήσης, ακόμη και για τα βαρέα επαγγελματικά οχήματα, του τυποποιημένου μορφότυπου ΟASIS που προβλέπεται για τα αυτοκίνητα, για τους λόγους που αναφέρονται πιο κάτω.

1.6

Για να αρθούν οι εν λόγω επιφυλάξεις, η ΕΟΚΕ εκφράζει την ευχή η Επιτροπή να προβεί σε περαιτέρω εξέταση του θέματος, αναζητώντας εναλλακτικές λύσεις που να έχουν τα ίδια οφέλη με το σύστημα OASIS, αλλά να επιτρέπουν μια απλούστερη και λιγότερο δαπανηρή εφαρμογή για τους χρήστες.

1.7

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει για μια ακόμη φορά τη σκοπιμότητα —στο πλαίσιο των πολιτικών της Επιτροπής για την μείωση των ρυπογόνων εκπομπών— της ενθάρρυνσης της θέσης σε κυκλοφορία οχημάτων που λειτουργούν με εναλλακτικά καύσιμα, τα οποία έχουν μειωμένες εκπομπές οξειδίων του αζώτου και αιωρούμενων σωματιδίων, καθώς και της ένταξης, στο κείμενο του μελλοντικού κανονισμού, της έννοιας της ποιότητας των καυσίμων.

1.8

Τέλος η ΕΟΚΕ θεωρεί άστοχη την υποχρέωση μέτρησης των εκπομπών CO2 σε μια ρύθμιση που θα πρέπει να αφορά αποκλειστικά τις ρυπογόνους εκπομπές. Πράγματι η ΕΟΚΕ διατυπώνει την ανησυχία ότι η πολυπλοκότητα και η ιδιαιτερότητα του θέματος, με τις έντονες επιπτώσεις του στον ανταγωνισμό, μπορεί να οδηγήσει στην έναρξη ενός διαλόγου που θα υπονομεύσει το χρονοδιάγραμμα της νομοθετικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα την καθυστέρηση των προσδοκώμενων από αυτόν τον κανονισμό αποτελεσμάτων. Για το λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ υποδεικνύει το ζήτημα του CO2 να αποτελέσει αντικείμενο ειδικού κανονισμού όταν θα υπάρχουν διαθέσιμα πιο αξιόπιστα στοιχεία από αυτά που υφίστανται σήμερα.

2.   Εισαγωγή

2.1

Αν και κατά τα τελευταία δέκα έτη έχει βελτιωθεί, η ποιότητα του αέρα παραμένει ένα σοβαρό πρόβλημα για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως στις αστικές ζώνες και στις πυκνοκατοικημένες περιοχές.

2.2

Ακόμη και το 2020 η ΕΕ κάθε άλλο παρά θα έχει πετύχει τους στόχους του 6ου προγράμματος δράσης για το περιβάλλον. Μεταξύ των διαφόρων μορφών ρύπανσης, η ρύπανση από αιωρούμενα σωματίδια προκαλεί στην επιστημονική κοινότητα ολοένα μεγαλύτερες ανησυχίες: η πρόταση κανονισμού που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας γνωμοδότησης αποσκοπεί στην βελτίωσης της ποιότητας του αέρα, χωρίς αρνητικές επιπτώσεις στη ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και στην ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών.

2.3

Το νέο πρότυπο Euro VI, όπως το ανέλυσε ο αντιπρόεδρος Verheugen, θα αποτελέσει ένα θετικό βήμα προς την παγκόσμια εναρμόνιση των κανόνων για τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, εφόσον προβλέπονται ελάχιστες οριακές τιμές παρόμοιες με αυτές που προβλέπονται σε άλλες μη ευρωπαϊκές χώρες, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

2.4

Εν μέρει φυσικής προέλευσης και εν μέρει παραγόμενη από τις ανθρώπινες δραστηριότητες, ειδικότερα δε από τη διαδικασία καύσης, η σκόνη που συνιστούν τα αιωρούμενα σωματίδια παρουσιάζει πολύπλοκη και ποικίλη σύνθεση, τόσο από χημικής πλευράς όσο και από πλευράς διαστάσεων.

2.5

Υπενθυμίζεται επίσης ότι, αν και συχνά συνδέονται με την ανθρωπογενή πίεση, τα επεισόδια οξείας ρύπανσης από λεπτόκοκκη σκόνη παρουσιάζονται ακόμη και μακριά από πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές, λόγω φυσικών φαινομένων που ευνοούνται από τις ιδιαίτερες μετεωρολογικές συνθήκες και τη μορφολογία του εδάφους που χαρακτηρίζουν τις περιοχές αυτές. Εξάλλου το ποσοστό των διαφόρων πηγών εκπομπών αερίων μπορεί να διαφέρει σημαντικά από τη μια περιοχή στην άλλη: η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος (ΕΥΠ) εκτιμά ότι, στην Ευρώπη των 15, το 26 % των συνολικών εκπομπών που συνδέονται με ανθρώπινες δραστηριότητες οφείλεται στις οδικές μεταφορές.

2.6

Τούτο επιβεβαιώνει, για μια ακόμη φορά, ότι το πρόβλημα των εκπομπών και των ρύπων πρέπει πάντοτε να αξιολογείται σφαιρικά και με βάση μία ολοκληρωμένη προσέγγιση.

2.7

Από αυτή την άποψη, η ΕΟΚΕ εκτιμά το γεγονός ότι η Επιτροπή επεξεργάστηκε την πρότασή της στο πλαίσιο του προγράμματος Καθαρός Αέρας για την Ευρώπη (Clean Air For Europe [CAFE (1)]), το οποίο αποτέλεσε την τεχνική βάση για τη χάραξη θεματικής στρατηγικής για την ατμοσφαιρική ρύπανση.

2.8

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί επίσης με την προσέγγιση πολλαπλών επιπέδων (split approach), την οποία υιοθέτησε η Επιτροπή για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Πράγματι, ο προτεινόμενος κανονισμός θεσπίζει τις βασικές αρχές των νέων διατάξεων που πρέπει να υιοθετηθούν με βάση τη διαδικασία συναπόφασης. Οι τεχνικές προδιαγραφές για την εφαρμογή των βασικών αυτών διατάξεων θα θεσπίζονται με κανονισμό τον οποίο εκδίδει η Επιτροπή με τη συνδρομή της ρυθμιστικής επιτροπής για την προσαρμογή στην τεχνική εξέλιξη, σύμφωνα με τη διαδικασία της επιτροπολογίας.

3.   Πρόταση της Επιτροπής

3.1

Στόχος της Επιτροπής είναι η λήψη των μέτρων που απαιτούνται για την διασφάλιση των επιδιωκόμενων επιπέδων ποιότητας του αέρα. Το πρότυπο Euro VI αποτελεί σημαντικό μέτρο για τη μείωση των εκπομπών αερίων (όπως των οξειδίων του αζώτου-NOX και των υδρογονανθράκων-HC) και των αιωρούμενων σωματιδίων.

3.2

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα οχήματα των κατηγοριών M1, M2, N1 και N2, όπως ορίζονται στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας 2007/46/ΕΚ, με μάζα αναφοράς άνω των 2 610 kg και σε όλα τα οχήματα των κατηγοριών M3 και N3, όπως ορίζονται στο εν λόγω παράρτημα. Αντιθέτως δεν εφαρμόζεται, κατόπιν αιτήσεως του κατασκευαστή, στα οχήματα των κατηγοριών M1, M2, N1, και N2 με μάζα αναφοράς μικρότερη ή ίση των 2 840 kg που έχουν έγκριση τύπου σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2007 (2).

3.3

Σε σχέση με το επίπεδο του Euro V (υποχρεωτικό για τις νέες εγκρίσεις τύπου που χορηγούνται από 1ης Οκτωβρίου 2008) τα προτεινόμενα νέα όρια εκπομπών αερίων (Euro VI) επιτυγχάνουν μείωση κατά 80 % των οξειδίων του αζώτου και κατά 66 % των αιωρούμενων σωματιδίων. Το επιτρεπόμενο επίπεδο εκπομπών ευθυγραμμίζεται, συνεπώς, με το αντίστοιχο επίπεδο που προβλέπεται στις ΗΠΑ κατά την ίδια περίοδο. Στον κανονισμό προβλέπεται, εξάλλου, η εισαγωγή, όταν θα έχει αναπτυχθεί η κατάλληλη μεθοδολογία μέτρησης, ενός ορίου για τον αριθμό των αιωρούμενων σωματιδίων.

3.4

Στον προτεινόμενο κανονισμό καθορίζονται τα όρια με βάση τους υφιστάμενους κύκλους δοκιμών, αλλά προβλέπεται η εισαγωγή εναρμονισμένων κύκλων σε παγκόσμια κλίμακα (WHDC), όταν οι μετρήσεις των εκπομπών με βάση τους υφιστάμενους κύκλους θα μπορούν να συσχετισθούν με τις μετρήσεις των εκπομπών με βάση τους εναρμονισμένους κύκλους.

3.5

Σε σχέση με την ισχύουσα νομοθεσία, ο κανονισμός παρατείνει τη φυσιολογική ζωή των οχημάτων σε σχέση με τη διάρκεια των μηχανισμών ελέγχου της ρύπανσης και με τη συμμόρφωση κατά τη χρήση.

3.6

Για τον σκοπό αυτό, οι ορισμοί «ωφέλιμης ζωής» για τις διάφορες κατηγορίες οχημάτων θα επεκταθούν ως εξής:

α)

160 000 χιλιόμετρα ή πέντε έτη, οποιοδήποτε από τα δύο συμβεί πρώτα, στις περιπτώσεις κινητήρων που τοποθετούνται σε οχήματα των κατηγοριών Μ1, N1 και Μ2·

β)

300 000 χιλιόμετρα ή έξι έτη, οποιοδήποτε από τα δύο συμβεί πρώτα, στις περιπτώσεις κινητήρων που τοποθετούνται σε οχήματα των κατηγοριών Μ1, N2 και Ν3, με μέγιστη τεχνικά αποδεκτή μάζα που δεν υπερβαίνει τους 16 τόνους και M3 κλάση I, κλάση II και κλάση A, καθώς και κλάση B με μέγιστη τεχνικά αποδεκτή μάζα που δεν υπερβαίνει τους 7,5 τόνους·

γ)

700 000 χιλιόμετρα ή επτά έτη, οποιοδήποτε από τα δύο συμβεί πρώτα, στις περιπτώσεις κινητήρων που τοποθετούνται σε οχήματα των κατηγοριών N3 με μέγιστη τεχνικά αποδεκτή μάζα άνω των 16 τόνων και M3, κλάση III και κλάση B με μέγιστη τεχνικά αποδεκτή μάζα άνω των 7,5 τόνων.

3.7

Στον υπό εξέταση κανονισμό προβλέπεται η έκδοση ενός επιπλέον κανονισμού εφαρμογής από την Επιτροπή, τα μέτρα του οποίου θα αφορούν:

τις εκπομπές αγωγού εξαγωγής, συμπεριλαμβανομένων των κύκλων δοκιμής, τις εκπομπές εκτός κύκλου, τον αριθμό των σωματιδίων, τις εκπομπές σε λειτουργία κινητήρα εν κενώ, τη θολότητα των καυσαερίων και την ορθή λειτουργία και αναγέννηση των συστημάτων ελέγχου της ρύπανσης,

τις εκπομπές στροφαλοθαλάμου (καρτέρ),

τα συστήματα OBD (ενσωματωμένο σύστημα διάγνωσης) και τις εν χρήσει επιδόσεις των διατάξεων ελέγχου της ρύπανσης,

την αντοχή των συστημάτων ελέγχου της ρύπανσης, τις διατάξεις αντικατάστασης για τον έλεγχο της ρύπανσης, τη συμμόρφωση εν χρήσει των κινητήρων και οχημάτων, τη συμμόρφωση της παραγωγής και την αξιοπιστία κατά τη χρήση,

τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και κατανάλωση καυσίμων,

την παράταση των εγκρίσεων τύπου,

τον εξοπλισμό για τις δοκιμές,

τα καύσιμα αναφοράς,

τη μέτρηση της ισχύος του κινητήρα,

ειδικές διατάξεις για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των μέτρων ελέγχου των NOx· με τα εν λόγω μέτρα διασφαλίζεται ότι τα οχήματα που χρειάζονται αντιδραστήριο προκειμένου να τηρηθούν οι οριακές τιμές για τις εκπομπές NOx, δεν θα μπορούν να λειτουργούν χωρίς το εν λόγω αντιδραστήριο.

3.8

Στον κανονισμό προβλέπεται επίσης η παροχή σε ανεξάρτητους φορείς απεριόριστης και τυποποιημένης πρόσβασης στις πληροφορίες του ενσωματωμένου συστήματος διάγνωσης (OBD), καθώς και στις πληροφορίες επισκευής και συντήρησης του οχήματος (3). Με την αναφορά σε άλλον λεπτομερέστερο κανονισμό προβλέπεται ότι οι πληροφορίες του ενσωματωμένου συστήματος διάγνωσης (OBD) και οι πληροφορίες επισκευής και συντήρησης οχημάτων θα είναι διαθέσιμες μέσω δικτυακών τόπων στο τυποποιημένο μορφότυπο που αναπτύχθηκε από τεχνική επιτροπή των ενδιαφερόμενων μερών (το αποκαλούμενο «μορφότυπο OASIS» (4)).

3.9

Οι ημερομηνίες εφαρμογής των ορίων Euro VI που προβλέπονται από τον κανονισμό είναι οι εξής:

1η Απριλίου 2013 για τις νέες εγκρίσεις τύπου,

1η Οκτωβρίου 2014 για τα νέα οχήματα.

4.   Γενικές παρατηρήσεις

4.1

Κατά την τελευταία δεκαετία, παρά τη σημαντική αύξηση της κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, η ποιότητα του αέρα έχει βελτιωθεί. Ωστόσο σε ολόκληρη την ΕΕ κάθε άλλο παρά άμεση προβλέπεται να είναι η επίλυση του προβλήματος της ρύπανσης του αέρα, ιδίως στις αστικές ζώνες και στις πυκνοκατοικημένες περιοχές. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόταση της Επιτροπής στόχος της οποίας είναι ο καθορισμός εναρμονισμένων κανόνων σχετικά με την κατασκευή μηχανοκίνητων οχημάτων για την εξασφάλιση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και, παράλληλα, την παροχή υψηλού επιπέδου περιβαλλοντικής προστασίας.

4.2

Τα όρια εκπομπών Euro IV για φορτηγά οχήματα και λεωφορεία ισχύουν από τις 9 Νοεμβρίου 2006 και τα όρια εκπομπών Euro V θα εφαρμόζονται από 1ης Οκτωβρίου 2008 για τις νέες εγκρίσεις τύπου. Συνεπώς η ΕΟΚΕ θεωρεί σωστές τις ημερομηνίες θέση σε εφαρμογή του νέου κανονισμού.

4.3

Επειδή η πρόταση δεν αφορά έναν τομέα αποκλειστικής αρμοδιότητας της Κοινότητας, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την αναφορά στην αρχή της επικουρικότητας. Συμφωνεί, ωστόσο, με την άποψη της Επιτροπής η οποία, δίδοντας ορθώς ιδιαίτερη προσοχή στην αποφυγή της θέσης φραγμών στην ενιαία αγορά και έχοντας συνείδηση των διασυνοριακών επιπτώσεων της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, θεωρεί ότι οι στόχοι της πρότασης δεν μπορούν να επιτευχθούν μόνο με πρωτοβουλίες των επιμέρους κρατών μελών, αλλά ότι απαιτείται η λήψη δεσμευτικών μέτρων σε ευρωπαϊκή κλίμακα.

4.4

Η ΕΟΚΕ επικροτεί επίσης την επιλογή του νομοθετικού μέσου, δηλαδή του κανονισμού, που εξασφαλίζει χρόνους και συγκεκριμένους όρους εφαρμογής σε όλα τα κράτη μέλη, πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό για μια ρύθμιση υψηλού τεχνικού περιεχομένου.

4.5

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τις δηλώσεις που περιλαμβάνονται στο σημείο 5 της εισαγωγής της πρότασης κανονισμού, σύμφωνα με τις οποίες «η επίτευξη των στόχων για την ποιότητα του αέρα απαιτεί συνεχείς προσπάθειες για τη μείωση των εκπομπών από οχήματα. Για το λόγο αυτό, πρέπει να παρασχεθούν στη βιομηχανία σαφή στοιχεία για τις μελλοντικές οριακές τιμές εκπομπών» και στο επόμενο σημείο 6, σύμφωνα με το οποίο «ο καθορισμός οριακών τιμών για τις εκπομπές οξειδίων του αζώτου, σε αρχικό στάδιο, θα παράσχει μακροπρόθεσμη, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ασφάλεια προγραμματισμού για τους κατασκευαστές οχημάτων».

4.6

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί επίσης με την Επιτροπή, όταν υπενθυμίζει ότι, κατά τον καθορισμό προτύπων για τις εκπομπές αερίων, είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη, αφενός, οι επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα των αγορών και των κατασκευαστών και το άμεσο και έμμεσο κόστος που προκύπτει για τις στις επιχειρήσεις και, αφετέρου, τα οφέλη που αποκομίζονται από πλευράς ενθάρρυνσης της καινοτομίας, βελτίωσης της ποιότητας του αέρα, μείωσης των δαπανών για την υγεία και αύξησης του προσδόκιμου επιβίωσης.

4.7

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει πλήρως το δικαίωμα των ανεξάρτητων συνεργείων επισκευής να έχουν ελεύθερη πρόσβαση στις πληροφορίες για τις επισκευές του οχήματος. Εκφράζει όμως σοβαρές επιφυλάξεις σχετικά για την επιλογή της χρήσης ακόμη και για τα βαρέα επαγγελματικά οχήματα του τυποποιημένου μορφότυπου ΟASIS που προβλέπεται για τα αυτοκίνητα.

4.7.1

Πράγματι τα οχήματα πολύ μεγάλων σειρών αποκλείονται από τον κανονισμό, ο οποίος εφαρμόζεται στα επαγγελματικά οχήματα με μάζα αναφοράς άνω των 2 610 kg. Τα επαγγελματικά οχήματα παρουσιάζουν τόσες πολλές εκδόσεις και παραλλαγές που καθιστούν προβληματική και υπερβολικά δαπανηρή την προσπάθεια τυποποίησης των πληροφοριών σχετικά με το πραγματικό όφελος που θα μπορούσε να εξασφαλιστεί, λαμβανομένου επίσης υπόψη του γεγονότος ότι οι επιχειρήσεις επισκευής βαρέων οχημάτων είναι λίγες και ειδικευμένες σε συγκεκριμένους τύπους αυτοκινήτων. Η εφαρμογή του συστήματος OASIS στα συνεργεία επισκευής των βαρέων επαγγελματικών οχημάτων, που είναι σχεδόν όλα ΜΜΕ, σημαίνει επιβάρυνση με οικονομικές δαπάνες και υιοθέτηση επαχθών οργανωτικών μέτρων για την εγκατάσταση και τη διαχείριση του νέου συστήματος: οι δαπάνες αυτές θα είναι δυσανάλογες προς το προσδοκώμενο κέρδος για τους χρήστες του ίδιου του συστήματος.

4.7.2

Με βάση τα προηγούμενα, η ΕΟΚΕ προτείνει συνεπώς στην Επιτροπή να προβεί σε μια εκτίμηση των επιπτώσεων που να αναλύει τη σχέση κόστους/οφέλους της χρήσης του συστήματος OASIS, σε σχέση με άλλες πιθανές λύσεις, πιο απλές και λιγότερο δαπανηρές.

4.8

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει για μια ακόμη φορά τη σκοπιμότητα, όπως έχει ήδη υπογραμμίσει στο παρελθόν για άλλες προτάσεις της Επιτροπής, ενθάρρυνσης της θέσης σε κυκλοφορία οχημάτων που λειτουργούν με εναλλακτικά καύσιμα, τα οποία μπορεί να έχουν μειωμένες εκπομπές οξειδίων του αζώτου και αιωρούμενων σωματιδίων. Συμφωνεί, συνεπώς, με την ανάγκη να καθιερωθούν οριακές τιμές για τους υδρογονάνθρακες, τους υδρογονάνθρακες πλην του μεθανίου και για το μεθάνιο.

4.9

Η ΕΟΚΕ διατυπώνει την διατυπώνει την ευχή ότι, κατά τη διαδικασία δοκιμών που αποτελεί τη βάση του κανονισμού εκπομπών έγκρισης τύπου ΕΚ, η Επιτροπή θα εγκρίνει, μόλις αυτό καταστεί δυνατό, εναρμονισμένους σε παγκόσμια κλίμακα κύκλους οδήγησης.

4.10

Στον κανονισμό προβλέπεται επίσης η μέτρηση κατανάλωσης καυσίμου και των εκπομπών CO2, και, κατά συνέπεια, ο κανονισμός αποκλίνει ως ένα βαθμό από τον βασικό στόχο που είναι η μείωση των ατμοσφαιρικών ρύπων.

4.10.1

Τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τις μετρήσεις αυτές είναι αυτά που προκύπτουν από τη δοκιμή του δυναμό του κινητήρα, που στην πραγματικότητα όμως δεν είναι αντιπροσωπευτικά των στοιχείων του αυτοκινήτου. Η ενεργειακή απόδοση του οχήματος εξαρτάται, όπως είναι γνωστό, από διάφορα στοιχεία από τα οποία ο κινητήρας αποτελεί μόνον ένα σημαντικό στοιχείο (μετάδοση κίνησης, αεροδυναμική, αντοχή των εδράνων κύλισης, βοηθητικά όργανα, κλπ.). Ο ίδιος τύπος κινητήρα μπορεί να εφαρμοστεί σε οχήματα με πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά και χρήσεις (TIR-βαρέα οχήματα μεταφοράς εμπορευμάτων, οχήματα για κατασκευαστικές εργασίες, αστικό λεωφορείο, κλπ.).

4.10.2

Δεν είναι συνεπώς τυχαίο, και η ΕΟΚΕ εκφράζει εν προκειμένω τη λύπη της, που στην ανακοίνωσή της για τη στρατηγική μείωσης των εκπομπών CO2 [COM(2007) 19 τελικό] η Επιτροπή είχε προβλέψει και την συμπερίληψη των επαγγελματικών οχημάτων τύπου N1, ιδέα που στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε στην αντίστοιχη πρόταση κανονισμού [COM(2007) 856 τελικό], λόγω της ιδιαιτερότητας του θέματος και της ακαταλληλότητας των διαθέσιμων στοιχείων.

4.10.3

Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει, εξάλλου, ότι για τα επαγγελματικά οχήματα η μείωση της κατανάλωσης καυσίμου (ανάλογη με τις εκπομπές CO2) αποτελεί σημαντική απαίτηση της αγοράς εφόσον, σε πολλές περιπτώσεις, το καύσιμο αντιπροσωπεύει το σημαντικότερο τμήμα του λειτουργικού κόστους των μεταφορών. Ο ανταγωνισμός συνεπώς ωθεί τους κατασκευαστές να προτείνουν λύσεις προηγμένης τεχνολογίας σε ό,τι αφορά την κατανάλωση και, κατά συνέπεια τις εκπομπές, διοξειδίου του άνθρακα.

4.10.4

Σχετικά με το θέμα της μέτρησης των εκπομπών CO2, η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι εάν χρησιμοποιηθούν τα στοιχεία μέτρησης της κατανάλωσης και του CO2 με βάση τον κινητήρα με σκοπό την ανάπτυξη, ενδεχομένως, κινήτρων ή την επιβολή φόρων, πιθανόν να προκληθούν ασύμμετρες στρεβλώσεις της αγοράς.

4.10.5

Με βάση τα όσα προαναφέρθηκαν, η ΕΟΚΕ επιβεβαιώνει ότι συμφωνεί ότι πρέπει να υιοθετηθούν το ταχύτερο οι κατάλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις και για τις εκπομπές CO2 των βαρέων οχημάτων, κρίνει, ωστόσο, ακόμη πιο σκόπιμο το ζήτημα αυτό να αντιμετωπιστεί και να εξεταστεί διεξοδικά στο πλαίσιο ξεχωριστής ειδικής πρότασης, προκειμένου, μεταξύ άλλων, να αποφευχθεί το ενδεχόμενο έναρξης ενός διαλόγου που θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα να καθυστερήσει η υιοθέτηση του παρόντος κανονισμού.

4.11

Λόγω της αντίστασης της αγοράς να συμπεριλάβει τους κόλπους της οχήματα που ρυπαίνουν λιγότερο εξαιτίας του αναπόφευκτα υψηλότερου κόστους τους, η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόβλεψη παροχής οικονομικών κινήτρων για την αγορά των οχημάτων αυτών και κρίνει σκόπιμο να μπορούν τα κράτη μέλη να επιταχύνουν, μέσω διαφόρων τύπων παροχής κινήτρων, την εμπορία οχημάτων που ικανοποιούν τις απαιτήσεις που τίθενται σε κοινοτικό επίπεδο.

4.12

Βεβαίως η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόταση σύμφωνα με την οποία τα κράτη μέλη είναι αυτά που θεσπίζουν τις διατάξεις για τις κυρώσεις που επιβάλλονται για τις παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και το γεγονός ότι οι κυρώσεις αυτές πρέπει να είναι αποτελεσματικές, ανάλογες των παραβάσεων και αποτρεπτικές.

4.13

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ορθές τις ημερομηνίες εφαρμογής που προτείνει η Επιτροπή (1η Απριλίου 2013 για τις νέες εγκρίσεις τύπου και 1η Οκτωβρίου 2014 για τα νέα οχήματα). Πράγματι πέντε έτη σταθερότητας από το ένα επίπεδο εκπομπών στο επόμενο επαρκούν ώστε να μπορέσουν οι βιομηχανίες να αποσβέσουν τις επενδύσεις που θα έχουν πραγματοποιήσει για την εμπορία των νέων οχημάτων.

4.14

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την πρόταση της Επιτροπής να μην εφαρμοστεί ο νέος κανονισμός κατόπιν αιτήσεως του κατασκευαστή στα οχήματα κατηγορίας M1, M2, N1, και N2 με μάζα αναφοράς μικρότερη ή ίση των 2 840 kg που έχουν έγκριση τύπου σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 715/2007. Δηλαδή η ΕΟΚΕ υποστηρίζει το γεγονός να υπάρχει, για τα οχήματα οριακού ωφέλιμου φορτίου, μια κάποια ευελιξία έγκρισης τύπου, ώστε να μπορούν να ανταποκρίνονται αποτελεσματικότερα στις διάφορες απαιτήσεις των πελατών, ιδίως όσον αφορά τον συμβιβασμό μεταξύ καυσίμων, διαδρομής, και ρυπογόνων εκπομπών.

5.   Ειδικές παρατηρήσεις

5.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τα προτεινόμενα όρια εκπομπών. Τα όρια αυτά περιλαμβάνονταν στο σενάριο A (5) της Επιτροπής το οποίο έγινε δεκτό από την πλειοψηφία των φορέων που συμμετείχαν στη διαδικασία διαβούλευσης.

5.2

Ωστόσο, η ΕΟΚΕ κρίνει ότι πρέπει να τεθεί και πάλι το πρόβλημα της ανάστροφης σχέσης μεταξύ των εκπομπών NOx και των εκπομπών CO2. Από τη στιγμή που η μείωση και των δύο αποτελεί σημαντικό περιβαλλοντικό στόχο, έχει καθοριστική σημασία να διασφαλιστεί η εξισορρόπηση του ορίου του οξειδίου του αζώτου, ούτως ώστε να μην δύναται να ευνοεί την αύξηση του διοξειδίου του άνθρακα. Πράγματι, η προσδοκώμενη μείωση του NOx θα επιφέρει αύξηση από 2 % έως 3 % του CO2. Η Επιτροπή θεωρεί, με βάση μία μελέτης που πραγματοποιήθηκε στις ΗΠΑ το 2001, ότι κατά τη στιγμή της εφαρμογής του κανονισμού η αύξηση που προβλέπεται τώρα θα ακυρωθεί λόγω της τεχνολογικής εξέλιξης των κινητήρων. Η ΕΟΚΕ ωστόσο προτείνει την προσαρμογή της εν λόγω μελέτης στα τελευταία δεδομένα προκειμένου να υπάρχουν ακριβέστερα στοιχεία για το αποτέλεσμα των προτεινόμενων ορίων NOx στην κατανάλωση καυσίμων και στην επακόλουθη παραγωγή CO2.

5.3

Η ΕΟΚΕ, όπως έχει ήδη αναφερθεί, συμφωνεί με την παράλληλη προσέγγιση πολλαπλών επιπέδων (split approach) που περιορίζει τη διαδικασία της συναπόφασης στα σπουδαιότερα, από πολιτικής άποψης, στοιχεία και αναθέτει στην επιτροπολογία τα μέτρα εφαρμογής και τις τεχνικές λεπτομέρειες.

5.4

Ωστόσο επισημαίνεται ότι πολλά από τα μέτρα που ανατίθενται στη ρυθμιστική επιτροπή (OBD, αριθμός των σωματιδίων, συστήματα πειθούς του οδηγού για την περίπτωση χρήσης αντιδραστηρίου, κλπ) είναι ιδιαίτερα πολύπλοκα και επηρεάζουν σημαντικά την τεχνολογία του αυτοκινήτου. Συνιστάται, συνεπώς, τα μέτρα που αφορούν αυτές οι πτυχές να τεθούν σε εφαρμογή σε μία μόνο φάση, παράλληλα με τα όρια Euro VI, και, με βάση τα όσα προβλέπει ο παρών κανονισμός, να εξασφαλιστεί το απαιτούμενο χρονικό διάστημα μεταξύ της θέσης σε ισχύ και της εφαρμογής του κανονισμού, για να έχει η βιομηχανία τον χρόνο που απαιτείται για τις σχετικές προσαρμογές.

Βρυξέλλες, 22 Απριλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  CAFE, Clean Air for Europe. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που προωθήθηκε με την ανακοίνωση COM(2001) 245 τελικό, και το οποίο αποσκοπεί: στην ανάπτυξη μιας στρατηγικής αξιολόγησης, αφενός, των οδηγιών για την ποιότητα του αέρα και, αφετέτου, της αποτελεσματικότητας των αντίστοιχων προγραμμάτων στα κράτη μέλη, στην εξασφάλιση του ελέγχου της ποιότητας του αέρα, στην προώθηση της γνωστοποίησης των σχετικών πληροφοριών στο κοινό και στην επανεξέταση και αναπροσαρμογή, στα πιο πρόσφατα δεδομένα, των ορίων που ισχύουν για τι εκπομπές αερίων, καθώς και στην ανάπτυξη καλύτερων συστημάτων παρακολούθησης και κατάρτισης μοντέλων.

(2)  Τα οχήματα της κατηγορίας N είναι τα οχήματα με τέσσερις τουλάχιστον τροχούς και προορίζονται για την μεταφορά εμπορευμάτων. Αυτά διαιρούνται σε τρεις κλάσεις, N1, N2 και N3, με βάση τη μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα: N1 < 3 500 kg· N2 < 12 000 kg· N3 > 12 000 kg. Η κλάση N1 διαιρείται με τη σειρά της σε τρεις υποκατηγορίες τις NI, NII και NIII, πάντα στη βάση τη μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα. Αντιθέτως τα οχήματα της κατηγορίας M είναι τα οχήματα με τουλάχιστον τέσσερις τροχούς και χρησιμοποιούνται στις μεταφορές επιβατών. Αυτά διαιρούνται σε τρεις κλάσεις (M1, M2, M3) με βάση τον αριθμό των θέσεων επιβατών και τη μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα: M1 < 9 θέσεις· M2 > 9 θέσεις < 5 000 kg· M3 > 9 θέσεις και > 5 000 kg.

(3)  Με τις «πληροφορίες επισκευής και συντήρησης του οχήματος» νοούνται όλες οι πληροφορίες που απαιτούνται για τη διάγνωση, τη συντήρηση, την τεχνική επιθεώρηση, την περιοδική παρακολούθηση, την επισκευή, τον επαναπρογραμματισμό ή την επαναφορά του οχήματος στην αρχική κατάσταση και τις οποίες παρέχουν οι κατασκευαστές στους εξουσιοδοτημένους πωλητές και συνεργεία επισκευής, συμπεριλαμβάνοντας όλες τις επακόλουθες τροποποιήσεις και συμπληρώσεις των πληροφοριών αυτών. Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία για τη συναρμογή εξαρτημάτων ή εξοπλισμού στο όχημα.

(4)  OASIS — Organization for the Advancement of Structured Information Standards (Οργανισμός για την Προώθηση των Δομημένων Συστημάτων Πληροφοριών).

(5)  Αξιολόγηση των επιπτώσεων, σημείο 6.6.2: Euro VI emission limit value sub-options.


19.8.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 211/17


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις διατάξεις προστασίας σε περίπτωση ανατροπής των γεωργικών ή δασικών ελκυστήρων με τροχούς (στατικές δοκιμές)» (Κωδικοποιημένη έκδοση)

COM(2008) 25 τελικό — 2008/0008 (COD)

(2008/C 211/04)

Στις 7 Μαρτίου 2008, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισε να ζητήσει τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την:

«Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις διατάξεις προστασίας σε περίπτωση ανατροπής των γεωργικών ή δασικών ελκυστήρων με τροχούς (στατικές δοκιμές)» (Κωδικοποιημένη έκδοση).

Επειδή θεωρεί ότι η πρόταση είναι απολύτως ικανοποιητική και δεν χρήζει περαιτέρω σχολίων εκ μέρους της, η ΕΟΚΕ, κατά την 444η σύνοδο ολομέλειάς της, της 22ας και 23ης Απριλίου 2008 (συνεδρίαση της 22ας Απριλίου) απεφάσισε, με 143 ψήφους υπέρ και 6 αποχές, να εκδώσει θετική γνωμοδότηση για το προτεινόμενο κείμενο.

 

Βρυξέλλες, 22 Απριλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


19.8.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 211/17


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: «Προς μία κοινή ενεργειακή πολιτική»

(2008/C 211/05)

Στις 27 Σεπτεμβρίου 2007, και σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2, του Εσωτερικού Κανονισμού της, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να προβεί στην κατάρτιση γνωμοδότησης με θέμα:

«Προς μία κοινή ενεργειακή πολιτική».

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές και κοινωνία των πληροφοριών» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 4 Απριλίου 2008, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. BUFFETAUT.

Κατά την 444η σύνοδο ολομέλειάς της, της 22ας και 23ης Απριλίου 2008 (συνεδρίαση της 23ης Απριλίου 2008), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 173 ψήφους υπέρ και 13 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Το ζήτημα του ενεργειακού εφοδιασμού, της διαφοροποίησης των πηγών ενέργειας και της ανάπτυξης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας θα αποτελέσει, κατά τα προσεχή έτη, ένα από τα κύρια θέματα από τα οποία θα εξαρτηθεί το μέλλον της Ευρώπης, η ισορροπία στον κόσμο και ο αγώνας κατά της αλλαγής του κλίματος.

1.2

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί το κατάλληλο πλαίσιο για την αντιμετώπιση αυτών των θεμάτων ενώπιον της διεθνούς αντιπαράθεσης που έχει προκύψει σήμερα εξαιτίας του αγώνα δρόμου για την εξασφάλιση ενεργειακών πόρων και για την τιθάσευση της κλιματικής αλλαγής, διότι επιτρέπει τη διαμόρφωση της απαιτούμενης «κρίσιμης μάζας» χάρη στην οποία μπορεί να διασφαλιστεί η άσκηση μιας πραγματικής πολιτικής επιρροής στο πλαίσιο των διεθνών διαπραγματεύσεων.

1.3

Επιδοκιμάζει την εισαγωγή του τίτλου XΧ —που είναι αφιερωμένος στην ενέργεια— στο σχέδιο Συνθήκης της Λισσαβώνας, χάρη στον οποίο θα ενισχυθεί η νομική βάση της δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα αυτό.

1.4

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει την καθοριστική σημασία που έχει η έρευνα και η ανάπτυξη στον τομέα της βιώσιμης παραγωγής ενέργειας και του περιβάλλοντος και τονίζει ότι προέχει να διασφαλιστεί η ορθή κατανομή των πόρων. Είναι σκόπιμο να μελετηθεί με διορατικότητα η προώθηση πηγών ενέργειας και τεχνολογιών ενέργειας και μείωσης των εκπομπών δεν αναμένεται να επιτύχουν μία οικονομική ισορροπία, έτσι ώστε να αποφευχθεί η σπατάλη των δημόσιων πόρων σε επιδοτήσεις για τεχνολογίες χωρίς μέλλον. Είναι σκόπιμο αντιθέτως να διατεθούν οι πόροι στην έρευνα για την ανάπτυξη τεχνικών, οι οποίες κρίνονται από την επιστημονική κοινότητα ότι έχουν μέλλον. Επί παραδείγματι, οι τεχνικές που επιτρέπουν τον περιορισμό στο ελάχιστο ή την παγίδευση των εκπομπών αερίων του φαινομένου θερμοκηπίου, την βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, τις τεχνολογίες «καθαρού άνθρακα», τα αυτοκίνητα με κινητήρες ηλεκτρικής ή εναλλακτικής πρόωσης, την προώθηση με συμπιεσμένο αέρα, ή με την τεχνολογία των στοιχείων καυσίμου, την ηλιακή ενέργεια, την αποτελεσματικότητα της ανάκτησης ενέργειας από απόβλητα., την πυρηνική σύντηξη, τον απεμπλουτισμό των πυρηνικών αποβλήτων, κλπ.

1.5

Εξαίρει επίσης τη σημασία της ενεργειακής απόδοσης των εξοπλισμών και των κτηρίων.

1.6

Κρίνει απαραίτητο να τεθεί σε εφαρμογή, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μία πραγματική πολιτική αγορών, ώστε να καταστεί δυνατό να αντιμετωπιστούν οι πιέσεις που ασκούν οι παραγωγοί —οι οποίοι συχνά είναι δυναμικά οργανωμένοι— και συνιστά οι ενεργειακές πολιτικές και οι θέσεις που λαμβάνουν διεθνείς οργανισμοί όπως ο ΠΟΕ, ο ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ και ο ΟΟΣΑ να συντονίζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

1.7

Εξαίρει τη σημασία της διαφοροποίησης των πηγών εφοδιασμού και συνιστά την υιοθέτηση μιας εποικοδομητικής, πλην συνετής στάσης ως προς τις εταιρικές σχέσεις με τη Ρωσία και τις δημοκρατίες του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας.

1.8

Τονίζει ότι θα ήταν σκόπιμο να εξεταστεί η δυνατότητα επαναπροώθησης των προγραμμάτων πυρηνικής ενέργειας στις χώρες όπου υφίσταται συναίνεση ως προς το θέμα και να ενισχυθεί η έρευνα στον τομέα της επανεπεξεργασίας αποβλήτων. Ενθαρρύνει επίσης την ανάπτυξη της έρευνας στον τομέα της πυρηνικής σύντηξης στο πλαίσιο του 7ου ερευνητικού προγράμματος πλαίσιο της Euratom και μέσω της πρωτοβουλίας του ΙΤΕR.

1.9

Θεωρεί ότι είναι απαραίτητο να ενισχυθεί η συνεργασία και ο συντονισμός στον τομέα της ενεργειακής πολιτικής, της εκπροσώπησης και της ανάληψης δράσης σε επίπεδο διεθνών οργανισμών, να αναπτυχθεί η πολιτική γειτονίας στον τομέα της ενέργειας και να εξεταστεί το ενδεχόμενο της χάραξης, συν τω χρόνω, μιας κοινής πολιτικής στον τομέα αυτό η οποία να στηρίζεται, ενδεχομένως, σε ίδια όργανα. Θεωρεί ότι η εμπορική άνθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που σημειώνεται σε όλα τα κράτη μέλη καταδεικνύει το ενδιαφέρον των πολιτών για το θέμα αυτό. Δεδομένου δε ότι η κατάσταση αυτή συμπίπτει με την καινοτομία της κοινής πολιτικής ενέργειας που καθορίζεται στη συνθήκη της Λισσαβώνας, μπορεί να αποτελέσει μία ευκαιρία στρατηγικής σημασίας για τη γενικότερη αποδοχή και την ανάπτυξή της.

2.   Εισαγωγή: γιατί είναι απαραίτητη μία ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική

2.1   Μία δύσκολη, από γεωστρατηγική άποψη, κατάσταση

2.1.1

Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προβλέπει ότι η διεθνής ζήτηση ενέργειας θα αυξηθεί κατά 55 % έως το 2030.

2.1.2

Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη ως προς τα στερεά καύσιμα, τα πετρελαϊκά προϊόντα, και το φυσικό αέριο, η δε εξάρτηση προβλέπεται ότι θα επιταθεί ακόμη περισσότερο κατά τα επόμενα έτη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξαρτάται κατά 80 % από στερεά καύσιμα, οι δε ενεργειακές εισαγωγές της προβλέπεται ότι θα έχουν ανέλθει από 50 % σε 70 % έως το 2030.

2.1.3

Οι γνωστοί πετρελαιοφόροι πόροι προβλέπεται ότι θα αρχίσουν να μειώνονται από το 2040 και μετά, στο μεταξύ, εντούτοις, άλλοι πόροι που δεν αξιοποιούνται αυτοί τη στιγμή θα καταστούν, στο μέλλον, εκμεταλλεύσιμοι από οικονομική άποψη λόγω της αυξανόμενης ζήτησης και της εξέλιξης των σχετικών τεχνικών.

2.1.4

Η μετάβαση προς άλλες μορφές ενέργειας είναι αναπόφευκτη, θα είναι όμως δύσκολη. Η υφήλιος έχει ήδη γνωρίσει μία φορά τέτοιου είδους μεταλλαγές, κυρίως στον 19ο αιώνα, όταν σημειώθηκε η μετάβαση από τα καύσιμα από βιομάζα (κυρίως από ξυλεία) στον άνθρακα και, στην συνέχεια, στο πετρέλαιο. Σήμερα ωστόσο δεν διαθέτουμε ακόμη επαρκή μέσα εκμετάλλευσης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ώστε να βιώσουμε μία μετατόπιση ανάλογη με αυτήν που συνέβη στον 19ο αιώνα.

2.1.5

Οι σημερινές δυσκολίες οφείλονται σε πολλούς παράγοντες: στην ενεργειακή πυκνότητα, στις εκτάσεις που είναι απαραίτητες για την παραγωγή βιοκαυσίμων (γεγονός που είναι ζημιογόνο για άλλες δραστηριότητες, κυρίως δε αγροτικές), στον κυμαινόμενο και δύσκολα προβλέψιμο χαρακτήρα των ροών (π.χ. του αέρα, της ηλιακής ενέργειας, της παλίρροιας), που απαιτεί διεξοδικό προγραμματισμό όσον αφορά τις δυνατότητες αποθήκευσης, και στην γεωγραφική κατανομή των ανανεώσιμων πόρων ενέργειας. Όσο δε για την πυρηνική ενέργεια, ακόμη και εάν αποφασιζόταν να υιοθετηθεί μία εξαιρετικά φιλόδοξη πολιτική εκσυγχρονισμού των υφιστάμενων πυρηνικών σταθμών και δημιουργίας νέων, η διεθνής πυρηνική βιομηχανία δεν θα ήταν σε θέση να ανταποκριθεί στη σχετική ζήτηση.

2.1.6

Από την άλλη πλευρά, οι ενεργειακές ανάγκες της Ευρώπης την αναγκάζουν σήμερα να βρίσκεται σε κατάσταση σημαντικής εξάρτησης. Αυτή τη στιγμή, το 50 % των ενεργειακών αναγκών της καλύπτεται από εισαγωγές, η δε εξάρτησή της αυτή αναμένεται να φθάσει το 70 % έως το 2030. Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, το ποσοστό εξάρτησης της Ευρώπης θα ανέλθει, τότε, στο 90 % όσον αφορά το πετρέλαιο και στο 70 % όσον αφορά το φυσικό αέριο!

2.1.7

Τον Μάρτιο του 2006, το Συμβούλιο της ΕΕ προέβη σε ανάλυση της κατάστασης, η οποία αποδείχθηκε ανησυχητική, καθώς έχει ως εξής:

η κατάσταση των αγορών φυσικού αερίου και πετρελαίου είναι δύσκολη·

η Ευρωπαϊκή Ένωση αυξάνει ολοένα περισσότερο την ενεργειακή της εξάρτηση·

οι τιμές της ενέργειας είναι ασταθείς και συνεχώς αυξάνονται (έχουν μάλιστα αυξηθεί ακόμη περισσότερο από την στιγμή που διεξήχθη η ανάλυση)·

η διεθνής ζήτηση ενέργειας αυξάνεται επίσης·

υφίστανται κίνδυνοι από την άποψη της ασφάλειας του εφοδιασμού·

η αλλαγή του κλίματος συνεπάγεται απειλές·

η πρόοδος όσον αφορά την ενεργειακή απόδοση και την χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας είναι αργή·

είναι απαραίτητο να αυξηθεί η διαφάνεια στις αγορές ενέργειας και να επιδιωχθεί η ολοκλήρωση και η διασύνδεση των εθνικών αγορών ενέργειας στο πλαίσιο της ελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας·

οι δράσεις που αναλαμβάνονται στον τομέα της ενέργειας δεν συντονίζονται επαρκώς, χρειάζεται δε να πραγματοποιηθούν σημαντικές επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές.

Οι ανησυχητικές αυτές διαπιστώσεις οδήγησαν στην διατύπωση των προτάσεων που περιλαμβάνει η νέα δέσμη μέτρων για την ενέργεια. Τα μέτρα αυτά αποτελούν, κατά κάποιον τρόπο, μία απάντηση στις προκλήσεις που χρειάζεται να αντιμετωπιστούν.

2.1.8

Οι ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει συνεπώς να αντιμετωπίσουν ένα διπλό πρόβλημα: αφενός, το γεγονός ότι οι παραδοσιακοί πόροι σπανίζουν ολοένα περισσότερο και, αφετέρου, την προβληματική γεωγραφική κατανομή τους, καθώς το μεγαλύτερο μέρος τους βρίσκεται σε χώρες πολιτικά ασταθείς οι οποίες θα μπορούσαν ακριβώς να χρησιμοποιήσουν τους πόρους αυτούς προκειμένου να ασκήσουν πιέσεις στις εξαρτώμενες από αυτούς χώρες, πράγμα που, άλλωστε, έχει ήδη συμβεί.

2.2   Αποτελεί η Ευρωπαϊκή Ένωση το κατάλληλο πλαίσιο;

2.2.1

Πρόκειται για ένα ζήτημα που αφορά ανεξαιρέτως όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι όμως προφανές ότι οι διάσπαρτες μεμονωμένες δράσεις αποτελούν παράγοντα αδυναμίας ενώπιον παραγωγών οι οποίοι, τις περισσότερες φορές, είναι καλά οργανωμένοι.

2.2.2

Συνεπώς, τα κράτη μέλη έχουν συμφέρον να προβάλουν ένα κοινό μέτωπο και να χρησιμοποιήσουν την Ευρωπαϊκή Ένωση ως ένα αποτελεσματικό μέσο που θα τους επιτρέψει να χαράξουν μία κοινή ενεργειακή πολιτική η οποία θα έχει ως βάση και ως στόχο μία καλύτερα ελεγχόμενη κατανάλωση και μία διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού.

2.2.3

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει την κατάλληλη διάσταση για να το επιτύχει, καθώς και τα απαραίτητα θεσμικά μέσα. Είναι σε θέση να αναπτύσσει υπερεθνικές πολιτικές, να συντονίζει τις εθνικές πολιτικές, να διασφαλίζει μεγαλύτερη ευρωπαϊκή συνοχή στον τομέα της ενέργειας και, συν τοις άλλοις, να αναπτύσσει μία ενεργειακή πολιτική έναντι τρίτων χώρων.

2.2.4

Να προσθέσουμε, τέλος, ότι μετά την καταψήφιση της συνταγματικής Συνθήκης για την Ευρώπη και με βάση πλέον τη δυναμική της Συνθήκης της Λισσαβώνας, η υιοθέτηση μιας ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής θα μπορούσε, ταυτόχρονα, να αποτελέσει παράγοντα συσπείρωσης και να αποδείξει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει σαφή χρησιμότητα.

2.3   Ένα νομικό πλαίσιο το οποίο θα ήταν σκόπιμο να εξελιχθεί

2.3.1

Σήμερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διαθέτει ίδιες αρμοδιότητες στον τομέα της ενέργειας. Η εκχώρηση αυτή της αρμοδιότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί μία από τις σημαντικές καινοτομίες του σχεδίου Συνθήκης της Λισσαβώνας.

2.3.2

Είναι γεγονός ότι όταν ιδρύθηκε η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, η ΕΚΑΕ, αφενός, και η ΕΚΑΧ, αφετέρου, κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος των ζητημάτων που άπτονταν της ενέργειας την εποχή εκείνη.

2.3.3

Αυτό σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν ανέλαβε ποτέ καμία δράση στον τομέα της ενέργειας;

2.3.4

Σαφώς όχι, αφού ανέπτυξε, αφενός, με βάση το άρθρο 308 της Συνθήκης ΕΚ, μία πραγματική ενεργειακή πολιτική και, αφετέρου, με βάση το άρθρο 154 της Συνθήκης ΕΚ, μία πολιτική στον τομέα των διευρωπαϊκών δικτύων ενέργειας (βλ. την απόφαση αριθ. 1364/2006/ΕΚ). Τέλος, οι κανόνες της εσωτερικής αγοράς και του ανταγωνισμού διέπουν επίσης και την αγορά του τομέα της ενέργειας (οδηγία 2003/55/ΕΚ για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου· οδηγία 2003/54/ΕΚ για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας· οδηγία 90/377/ΕΚ η οποία τροποποιήθηκε από την οδηγία 93/87/ΕΟΚ για την διαφάνεια των τιμών του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας). Τα πρώτα αποτελέσματα του ανοίγματος αυτού των αγορών και της κατάργησης των κρατικών μονοπωλίων οδήγησαν ορισμένες φορές στην διατύπωση ανησυχιών όσον αφορά το ύψος των τιμών της ενέργειας, στην πραγματικότητα όμως η αύξηση των τιμών η οποία σημειώθηκε οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στην αύξηση, σε διεθνή κλίμακα, της ζήτησης πόρων που είναι πλέον περιορισμένοι, ορισμένοι δε από τους οποίους πρόκειται μάλιστα να εξαφανιστούν.

2.3.5

Στα πιο πάνω κείμενα, είναι σκόπιμο να προστεθούν τα κείμενα της Επιτροπής που σχετίζονται, όχι τόσο με αυτή καθαυτή την νομοθετική πρόταση, αλλά με το λεγόμενο «ενδοτικό δίκαιο»: Πράσινη βίβλος «Προς μία ευρωπαϊκή στρατηγική για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού» (28 Νοεμβρίου 2000)· Ανακοίνωση «Ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας ενεργειακού εφοδιασμού» (26 Ιουνίου 2002)· Πράσινη βίβλος για την ενεργειακή απόδοση — «Περισσότερα αποτελέσματα με λιγότερα μέσα», σχέδιο δράσης για την περίοδο 2007-2012 (19 Οκτωβρίου 2006)· Ανακοίνωση για το Παγκόσμιο Ταμείο Ενεργειακής Απόδοσης και Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (6 Οκτωβρίου 2006).

2.3.6

Συνεπώς, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξέτασε διεξοδικά τα θέματα που άπτονται της ενέργειας, η δράση της ωστόσο βασιζόταν σε μία νομική βάση σχετικά επισφαλή, το άρθρο 308 ΕΚ, την λεγόμενη «ρήτρα ευελιξίας», η οποία ορίζει: «Αν ενέργεια της Κοινότητας θεωρείται αναγκαία για την πραγματοποίηση ενός από τους στόχους της στο πλαίσιο της λειτουργίας της κοινής αγοράς και δεν προβλέπονται από την παρούσα συνθήκη οι προς το σκοπό αυτόν απαιτούμενες εξουσίες, το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής και κατόπιν διαβουλεύσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεσπίζει ομοφώνως τις κατάλληλες διατάξεις». Εξέτασε επίσης το θέμα κατά τρόπον έμμεσον, κάνοντας χρήση συγκεκριμένα των κανόνων που ισχύουν στην εσωτερική αγορά, τον ανταγωνισμό και το περιβάλλον. Φαινομενικώς τουλάχιστον, το εγχείρημα ήταν μάλλον τεχνικού και νομοθετικού παρά πολιτικού χαρακτήρα.

2.3.7

Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, δεδομένης της μείζονος σημασίας που έχει λάβει το ζήτημα της ενέργειας, τόσο για την καθημερινότητα των ευρωπαίων, όσο και για τον οικονομικό βίο και την σταθερότητα στον κόσμο, το σχέδιο Συνθήκης της Λισσαβώνας περιλαμβάνει το άρθρο 176 σχετικά με την ενέργεια, που προσδιορίζει τους στόχους της Ένωσης στον ενεργειακό τομέα «λαμβανομένης υπόψη της απαίτησης να προστατευθεί και να βελτιωθεί το περιβάλλον» και «σε πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ κρατών μελών».

2.3.8

Στο πλαίσιο της μελλοντικής συνθήκης, η ευρωπαϊκή πολιτική ενέργειας θα επιδιώξει:

την διασφάλιση της λειτουργίας της αγοράς ενέργειας·

την διασφάλιση της ασφάλειας του εφοδιασμού·

την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης και της εξοικονόμησης ενέργειας, καθώς και την ανάπτυξη νέων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας·

την προώθηση της διασύνδεσης των δικτύων.

2.3.9

Η ευθύνη για την πολιτική αυτή θα είναι κοινή, για δε τη λήψη αποφάσεων θα ισχύει το σύστημα της ειδικής πλειοψηφίας, εκτός από τον τομέα των φορολογικών θεμάτων για τα οποία θα απαιτείται ομοφωνία. Μολαταύτα, η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 176 Α, σημείο 2, διευκρινίζει ότι «το δικαίωμα ενός κράτους μέλους να καθορίζει τους όρους εκμετάλλευσης των ενεργειακών πόρων του, τις επιλογές του μεταξύ των διαφόρων πηγών ενέργειας και τη γενικότερη δομή του εφοδιασμού του σε ενέργεια» δεν επηρεάζεται από τα μέτρα που λαμβάνονται για την επίτευξη των στόχων, οι οποίοι καθορίζονται στην πρώτη παράγραφο του εν λόγω νέου άρθρου.

2.3.10

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα διαθέτει συνεπώς αρμοδιότητες, πράγμα που αποτελεί το πρώτο μέσο που απαιτείται για την ανάληψη πιο ισχυρής και σαφούς δράσης. Το μέσο όμως αυτό θα είναι αρκετό ή θα χρειαστεί να γίνουν περισσότερα σε θεσμικό επίπεδο; Πριν ωστόσο το μέσο αυτό προσδιοριστεί, είναι σκόπιμο να χαραχθούν πολιτικές, οι δε πολιτικές αυτές ενδέχεται να εξελιχθούν υπό την συνδυασμένη επίδραση των εξωτερικών περιορισμών και της εξέλιξης των υπηρεσιών και των τεχνικών.

3.   Τι είδους πολιτικές;

3.1

Οι ευρωπαϊκές ενεργειακές πολιτικές χρειάστηκε, μέχρι σήμερα, να λαμβάνουν υπόψη οικονομικές επιταγές και/ή τις επιταγές που είχαν σχέση με την βιώσιμη ανάπτυξη: την βούληση ελευθέρωσης της αγοράς ενέργειας με τη βοήθεια οδηγιών και της πολιτικής για τις επιχειρήσεις δικτύων, της πολιτικής για την βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης, της πολιτικής για την προώθηση και την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, δράσεων για τον περιορισμό των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, κλπ.

3.2

Κατά κάποιο τρόπο, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν διέθετε μέχρι σήμερα ίδια αρμοδιότητα στον τομέα της ενέργειας προσέγγισε το ζήτημα κατά τρόπο κάπως έμμεσο, κάνοντας συγκεκριμένα χρήση των κανόνων που είχαν σχέση με την εσωτερική αγορά, τον ανταγωνισμό και το περιβάλλον. Η προσέγγιση αυτή είχε, φαινομενικά τουλάχιστον, πιο τεχνικό και νομικό παρά πολιτικό χαρακτήρα.

3.3

Αυτό δεν την εμπόδισε, όπως είδαμε ήδη, να αναπτύξει σημαντική νομοθετική δραστηριότητα και να χαράξει κατευθυντήριες γραμμές στον τομέα της ενέργειας. Εξάλλου, δημοσίευσε πρόσφατα (19.9.2007) μία σειρά νομοθετικών προτάσεων που τροποποιούν τα ισχύοντα κείμενα (τροποποίηση του κανονισμού σχετικά με τους όρους πρόσβασης στο δίκτυο για τις διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας· πρόταση κανονισμού για την ίδρυση Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας· τροποποίηση της οδηγίας σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου· τροποποίηση της οδηγίας 2003/54/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας).

3.4

Εάν η Συνθήκη της Λισσαβώνας κυρωθεί ως έχει, θα μπορέσει να αντιμετωπίσει το πολιτικής φύσεως αυτό πρόβλημα κατά τρόπο πιο σαφή και πιο άμεσο. Εντούτοις, η διασφάλιση της νομικής αρμοδιότητας δεν συνεπάγεται αυτόματα την άρση όλων των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών δυσκολιών. Όλοι γνωρίζουν ότι υφίστανται εξαιρετικά ποικίλες εθνικές επιλογές, ιδιαίτερα στην περίπτωση της πυρηνικής ενέργειας, Στο διάστημα που μεσολάβησε από την άτυπη ευρωπαϊκή σύνοδο κορυφής του Hampton Court, το Συμβούλιο της ΕΕ έθεσε τις βάσεις μιας πραγματικής ευρωπαϊκής πολιτικής στον τομέα της ενέργειας η οποία συνίσταται στην υποβολή μιας νέας δέσμης μέτρων που κατάρτισαν από κοινού η ΓΔ «Ενέργεια» και η ΓΔ «Περιβάλλον».

3.5

Όπως είδαμε, η Ευρωπαϊκή Ένωση θέλησε, κατ' αρχάς να κάνει χρήση των μηχανισμών της αγοράς, δεδομένου ότι επιθυμία της ήταν να δημιουργήσει μία ανταγωνιστική αγορά —η οποία προβλεπόταν ότι θα είναι πιο αποτελεσματική— και να διασφαλίσει, χάρη στα διευρωπαϊκά δίκτυα ενέργειας, την ύπαρξη μιας διασυνδεδεμένης αγοράς,

3.6

Άλλη πρόθεσή της ήταν η προώθηση της ενεργειακής απόδοσης, κυρίως στους τομείς με τον μεγαλύτερο αριθμό καταναλωτών: στη θέρμανση και στον κλιματισμό των κτηρίων, στις βιομηχανίες μεταποίησης, στις μεταφορές.

3.7

Είναι γνωστό ότι ο φιλόδοξος στόχος που έχει θέσει το σχέδιο δράσης για την περίοδο 2007-2012 (Οκτώβριος 2006) είναι η ετήσια κατανάλωση ενέργειας να περιοριστεί, έως το 2020, κατά 20 %, πράγμα που ισοδυναμεί με εξοικονόμηση ενεργειακής έντασης κατά 1,5 % ετησίως έως το 2020.

3.8

Επίσης, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Και στην περίπτωση αυτή, ο στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι εξαιρετικά φιλόδοξος δεδομένου ότι επιδιώκεται οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας να καταλήξουν να αντιπροσωπεύουν, έως το 2020, το 20 % του συνόλου της καταναλωθείσας ενέργειας, ενώ πρέπει επίσης να οριστεί και ένας ελάχιστος δεσμευτικός στόχος, τα βιοκαύσιμα να αντιπροσωπεύουν το 10 % (βλ. τον «Χάρτη πορείας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας» της 10ης Ιανουαρίου 2007).

3.9

Ωστόσο, οι πηγές αυτές ενέργειας έχουν μέχρι σήμερα αρκετά μειονεκτήματα έναντι των ορυκτών καυσίμων: έχουν χαμηλότερη ενεργειακή πυκνότητα, καταλαμβάνουν χώρο (βλ. τα φωτοβολταϊκά πεδία), η παραγωγή τους δεν είναι σταθερή, ενώ δεν πρέπει φυσικά να λησμονείται και το κόστος των σχετικών τεχνολογιών. Συνεπώς, παρόλον ότι τα σχετικά μειονεκτήματα ως προς το κόστος μειώνονται σταθερά, αυτό σημαίνει ότι η μετάβαση προς τις τεχνολογίες αυτές θα είναι κατά πάσα πιθανότητα προοδευτική και μακρά εκτός εάν τύχει μεγαλύτερης πολιτικής και χρηματοδοτικής στήριξης και ότι όλες οι νέες πηγές ενέργειας απαιτούν την διεξαγωγή σοβαρών μελετών του αντίκτυπου (βλ. το άρθρο του Vaclav Smit, 21st century energy: Some sobering thoughts, OECD Observer, τεύχος 258-259, Δεκέμβριος 2006).

3.10

Στον τομέα της ενέργειας για τις μεταφορές, η Επιτροπή έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την προώθηση των βιοκαυσίμων καθώς και για τα στοιχεία καυσίμου και το υδρογόνο. Ο προβλεπόμενος βαθμός ανάπτυξης των βιοκαυσίμων εγείρει ωστόσο ορισμένα προβλήματα Πράγματι, τα στοιχεία καυσίμου είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικοί μετατροπείς ενέργειας οι οποίοι επιτρέπουν τον σημαντικό περιορισμό της παραγωγής αερίων του θερμοκηπίου και των ρύπων. Ωστόσο, οι τεχνολογίες αυτές δεν προβλέπεται να εξασφαλίσουν ταχέως την εμπορική βιωσιμότητά τους.

3.11

Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή πρότεινε, στο πλαίσιο, αφενός, του 7ου προγράμματος-πλαισίου για την έρευνα και, αφετέρου, μιας κοινής τεχνικής πρωτοβουλίας με σκοπό την ανάπτυξη εταιρικών σχέσεων δημοσίου-ιδιωτικού τομέα, την υιοθέτηση κανονισμού για τη σύσταση της κοινής επιχείρησης «Κυψέλες καυσίμου και υδρογόνο» [COM(2007) 571 τελικό], με σκοπό την εφαρμογή προγράμματος ερευνητικών δραστηριοτήτων, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης στον τομέα αυτό.

3.12

Προκειμένου να αναπτυχθεί η αγορά υδρογονοκίνητων μηχανοκίνητων οχημάτων, η Επιτροπή υπέβαλε επίσης κανονισμό για την έγκριση τύπου των εν λόγω οχημάτων [COM(2007) 593 τελικό] ώστε οι κανόνες να μην διαφέρουν από κράτος μέλος σε κράτος μέλος, πράγμα που θα έθετε εμπόδια στην διάδοση της εν λόγω τεχνολογίας.

4.   Οι προσανατολισμοί αυτοί είναι απαραίτητοι — είναι όμως επαρκείς;

4.1

Η ζήτηση ενέργειας ορυκτής προέλευσης θα παραμείνει μεγάλη και ζωτικής σημασίας. Κατά συνέπεια, ο σχετικός προβληματισμός θα πρέπει αναπόφευκτα να λάβει υπόψη το αδιαμφισβήτητο αυτό γεγονός και να μην απολέσει το ρεαλιστικό πνεύμα όσον αφορά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

4.2

Για το λόγο αυτό, είναι απαραίτητο τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης να χαράξουν μία συντονισμένη πολιτική έναντι των χωρών που διαθέτουν ορυκτά καύσιμα στο πλαίσιο του «πνεύματος αλληλεγγύης» για το οποίο κάνει λόγο η Συνθήκη της Λισσαβώνας. Η υιοθέτηση μιας αγοραστικής πολιτικής θα ήταν και αυτή ιδιαίτερα χρήσιμη, αλλά εξαρτάται κατά κύριο λόγο από τις πολυεθνικές πετρελαϊκές εταιρείες.

4.3

Την επίσημη διαχείριση της αγοράς πετρελαίου έχει ο ΟΠΕΚ. Υπό τις συνθήκες αυτές, εάν τα 27 κράτη μέλη παρουσίαζαν ενιαίο μέτωπο, θα είχαν εννοείται μεγαλύτερο βάρος από ό,τι καθένα ξεχωριστά, κυρίως δε μάλιστα εφόσον πρόκειται για ορισμένες από τις χώρες με την μεγαλύτερη βιομηχανική ανάπτυξη και, κατ' επέκταση, για μεγάλες καταναλώτριες ενέργειας. Πρέπει να μην λησμονείται ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιπροσωπεύει μία ολοκληρωμένη αγορά περίπου ενός δισεκατομμυρίου καταναλωτών.

4.4

Ένα αγοραστικό μέτωπο αυτού του είδους έχει τη δυνατότητα να διαθέτει πραγματική πολιτική δύναμη ενώπιον του καρτέλ των παραγωγών πετρελαίου, ενώ όσον αφορά το φυσικό αέριο, η κατάσταση είναι διαφορετική δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, το φαινόμενο αυτό της ύπαρξης συμπράξεων δεν υφίσταται.

4.5

Όσον αφορά την ασφάλεια του εφοδιασμού, η διαφοροποίηση είναι μία αναγκαιότητα. Στον τομέα αυτό, είναι απαραίτητη η ανάπτυξη επαφών με την Ρωσία, ένα μεγάλο ευρωπαϊκό έθνος — τουλάχιστον εξίσου απαραίτητη όσο και με τον ΟΠΕΚ. Ταυτόχρονα, θα ήταν σκόπιμο να εξεταστεί το ενδεχόμενο εφαρμογής μιας πολιτικής εφοδιασμού σε συνεργασία με τις δημοκρατίες του Καυκάσου και της Κεντρικής Ασίας.

4.6

Πάντοτε στον τομέα των ορυκτών καυσίμων, θα ήταν ευκταία η ανάπτυξη εναλλακτικών τομέων, κυρίως με βάση τον άνθρακα. Η έρευνα με αντικείμενο τον «καθαρό άνθρακα» σημειώνει σημαντική πρόοδο και θα πρέπει να επιταχυνθεί προκειμένου να μην επιδεινωθεί η θέρμανση του πλανήτη με μια νέα αύξηση της χρήσεως του άνθρακα. Θα πρέπει να αναπτυχθεί ένα μεγάλο ευρωπαϊκό πρόγραμμα έρευνας και ανάπτυξης στον τομέα αυτόν, ιδιαίτερα μάλιστα εφόσον η Ευρώπη παραμένει μία ήπειρος πλούσια σε άνθρακα και ο πόρος αυτός έχει σαφώς πιο περιορισμένο κόστος από το πετρέλαιο στην διεθνή αγορά. Μολαταύτα, οι τρόποι εξόρυξης άνθρακα εξακολουθεί να είναι ζήτημα ιδιαιτέρως ευαίσθητο. Είναι γνωστό πόσο δύσκολο και μάλιστα επικίνδυνο είναι το επάγγελμα του ανθρακωρύχου. Θα πρέπει να επιδειχθεί ιδιαίτερη προσοχή στις συνθήκες εργασίας, στην ασφάλεια και στην υγεία στον χώρο εργασίας του τομέα αυτού.

4.7

Τα μεταχειρισμένα ελαστικά αυτοκινήτων θα μπορούσαν εξίσου να χρησιμοποιηθούν ως πηγή ανανεώσιμης ενέργειας, εφόσον διασφαλισθεί η παγίδευση των αερίων καύσεως. Από πολλές δεκαετίες ήδη λειτουργούν σε πολλά κράτη σταθμοί παραγωγής ηλεκτρισμού που τροφοδοτούνται με ελαστικά.

4.8

Οι τεχνικές αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα εξελίσσονται, εξακολουθούν όμως να είναι δύσκολες και με υψηλό κόστος, υπάρχει πάντοτε δε ο κίνδυνος διαρροών, π.χ. στην περίπτωση ρωγμών στα πετρώματα ή σεισμών καθώς και της ρύπανσης των υπόγειων υδάτων. Διάφορες γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ που βρίσκονται στο στάδιο επεξεργασίας εξετάζουν εμπεριστατωμένα τα σχετικά θέματα..

4.9

Εκτός από τα ορυκτά καύσιμα, υπάρχει επίσης ένας άλλος τοπικός πόρος σε μεγάλη, σε υπερβολικά μεγάλη, μάλιστα, ποσότητα: τα απόβλητα. Τα απόβλητα που παράγει η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται σε δισεκατομμύρια τόνους. Η ανακύκλωση και η επαναχρησιμοποίηση των υλικών των αποβλήτων θεωρείται συνήθως ως η καλύτερη χρήση των αποβλήτων εφόσον μειώνει την ζήτηση για πρωτογενή υλικά όλων των ειδών και αποτρέπει την παραγωγή αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου που συνδέεται με τις περισσότερες μορφές διάθεσης των αποβλήτων. Στις περιπτώσεις όμως που αυτό δεν είναι δυνατόν, θα πρέπει οπωσδήποτε να εξεταστεί η χρησιμοποίηση των αποβλήτων ως πηγής ενέργειας. Και στον τομέα αυτό, θα ήταν σκόπιμο να ενθαρρυνθεί η έρευνα και ανάπτυξη προκειμένου να διασφαλιστεί η μεγαλύτερη δυνατή ενεργειακή απόδοση με ταυτόχρονη μείωση, στον μέγιστο βαθμό, των εκπομπών αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου και άλλων εκπομπών ρύπων.

4.10

Είναι σκόπιμο η νομοθεσία και η νομολογία να εξελιχθεί ως προς το θέμα αυτό, δεδομένου ότι η ενεργειακή αξιοποίηση αποτελεί έννοια που δεν έχει αναγνωριστεί στο πλαίσιο αυτό. Ωστόσο, μία θετική εξέλιξη υπήρξε η αναθεωρημένη πρόταση οδηγίας-πλαισίου σχετικά με τα απόβλητα, η οποία συζητείται αυτή τη στιγμή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

4.11

Τέλος, κάποια στιγμή θα τεθεί αναπόφευκτα και το ζήτημα της πυρηνικής ενέργειας. Θα είναι δύσκολο να επιτύχουμε μία μείωση κατά 20 % των εκπομπών αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου έως το 2020, δίχως να εξετάσουμε το ενδεχόμενο μιας δυναμικής επαναπροώθησης των προγραμμάτων πυρηνικών σταθμών νέας γενεάς για τα κράτη μέλη που αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν αυτό το είδος ενέργειας. Τα αλλά κράτη θα πρέπει να βελτιώσουν τις πολιτικές τους έναντι των ανανεώσιμων ενεργειών.

4.12

Είναι σαφώς γνωστές οι μεγάλες προκλήσεις που θέτει η ανάπτυξη του συγκεκριμένου τομέα από την άποψη της ασφάλειας, της προστασίας και της διαχείρισης των αποβλήτων. Μπορούμε όμως όντως να τις αποφύγουμε;

4.13

Η επιλογή των πηγών ενέργειας εγείρει πολεμικές, καμία όμως από αυτές δεν αναφέρεται στα υπέρ και τα κατά της πυρηνικής ενέργειας. Στην πραγματικότητα ωστόσο υφίσταται μία πραγματική ρήξη, σε επίπεδο ΕΕ, όσον αφορά την πυρηνική ενέργεια η οποία δείχνει σαφώς ότι η επιλογή της πηγής ενέργειας θα πρέπει να επαφίεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των κρατών μελών.

4.14

Η Ευρώπη διαθέτει ένα αποτελεσματικό μέσο: την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενεργείας. Η ΕΕ πρέπει να εκμεταλλευτεί το γεγονός αυτό προκειμένου να εξακολουθήσει να είναι πρωτοπόρος από τεχνική άποψη, να διασφαλίσει την ανταγωνιστικότητά της, να περιορίσει την ενεργειακή της εξάρτηση και να ενισχύσει της προσπάθειές της και την διεθνή συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας, της προστασίας και της μη διάδοσης των πυρηνικών. Επίσης, θα μπορούσε ενδεχομένως να εξεταστεί το ενδεχόμενο να δοθούν στην ΕΚΑΕ νέες κατευθύνσεις.

4.15

Μία από τις μείζονες προκλήσεις είναι η έρευνα με αντικείμενο την πυρηνική σύντηξη. Το 7ο Ερευνητικό Πρόγραμμα-Πλαίσιο για την ΕΚΑΕ διαθέτει πόρους ύψους 2,75 δισ. ευρώ περίπου, τα δύο τρία σχεδόν των οποίων προορίζονται για την διεξαγωγή έρευνας στον τομέα της ενέργειας σύντηξης. Η προτεραιότητα αυτή πρέπει να ενθαρρυνθεί και να διατηρηθεί διότι ο έλεγχος της τεχνολογίας αυτής θα συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην διευκόλυνση της διαχείρισης των αποβλήτων, δεδομένου ότι χάρη σε αυτήν η διάρκεια ζωής τους θα περιοριζόταν σημαντικά. Η λειτουργία του ITER στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί καίριο γεγονός στο πλαίσιο αυτό.

4.16

Όσον αφορά την προώθηση των οχημάτων, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να δείξει ενδιαφέρον για τα υβριδικά αυτοκίνητα που λειτουργούν με ηλιακή ενέργεια, με τη βοήθεια στοιχείων καυσίμου ή που κινούνται χάρη στην τεχνολογία συμπιεσμένου αέρα. Πρόκειται για έναν ακόμη τομέα στον οποίο η έρευνα και η ανάπτυξη εξελίσσονται, ένας δε Γάλλος μηχανικός κατασκεύασε ένα όχημα πολύ οικονομικό το οποίο μπορεί να φθάσει την ταχύτητα των 150 χλμ/ώρα, η παραγωγή του οποίου αναμένεται να αρχίσει στους προσεχείς μήνες. Η περίφημη ινδική εταιρεία Tata αγόρασε ήδη τα δικαιώματά εκμετάλλευσής του για την Ινδία.

4.17

Επ' αυτού, η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει τις προγενέστερες συστάσεις της σχετικά με την προβληματική των ενεργειακών πόρων της Ευρωπαϊκής Ενωσης, οι οποίες στηρίζουν και ενισχύουν τη θέση που διατυπώνεται στην παρούσα γνωμοδότηση

5.   Τί μέσα χρειάζονται;

5.1

Η χάραξη πολιτικών και η θέση προτεραιοτήτων αποτελούν στοιχεία καθοριστικής σημασίας, παράλληλα, ωστόσο, είναι απαραίτητο να υπάρχουν διαθέσιμα τα πολιτικά και νομικά μέσα που θα επιτρέψουν την θέση σε εφαρμογή τους. Από την άποψη αυτή, οι διατάξεις της Συνθήκης της Λισσαβώνας —εάν αυτή κυρωθεί— θα αρκέσουν ή θα χρειαστεί να αναληφθούν περαιτέρω δράσεις;

5.2

Η έκκληση προς τα κράτη μέλη να επιδείξουν πνεύμα αλληλεγγύης στον τομέα της ενέργειας αποτελεί σαφώς μία εξαιρετική πρωτοβουλία και ο καθορισμός τεσσάρων αξόνων για την πολιτική αυτή αποτελεί μία καινοτομία αναμφισβήτητα ευπρόσδεκτη, παρά το γεγονός ότι αυτοί καθαυτοί οι άξονες δεν είναι ιδιαίτερα καινοτόμοι.

5.3

Δικαιολογημένα εντούτοις πιστεύεται ότι η σοβαρότητα των προκλήσεων που τίθενται σε διεθνή κλίμακα όσον αφορά την ενέργεια απαιτεί μία πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση.

5.4

Δεν εμφανίζεται η Συνθήκη της Λισσαβώνας, π.χ., εξαιρετικά διστακτική στον τομέα αυτό, μολονότι, όντως, μία κοινή πολιτική στον τομέα της ενέργειας που θα είχε την στήριξη ενός ειδικού θεσμικού πλαισίου —όπως συνέβη παλαιότερα με την ΕΚΑΧ κι όπως συμβαίνει σήμερα με την ΕΚΑΕ— δεν είναι ακόμη μία εφικτή;

5.5

Στον διεθνή αγώνα δρόμου που έχει αρχίσει στον τομέα της ενέργειας, οι ανταγωνιστές έχουν ηπειρωτικές διαστάσεις. Το κοινοτικό πλαίσιο εξασφαλίζει, είναι η αλήθεια, μεγαλύτερο βάρος στην ΕΕ, η σύσταση, ωστόσο, μιας ειδικής αρχής, η οποία θα αναλάμβανε ακριβώς την ανάπτυξη της σχετικής με την ενέργεια «διπλωματίας», την παρακολούθηση της αγοραστικής πολιτικής, την χάραξη και την χρηματοδότηση προγραμμάτων-πλαισίων υπέρ της έρευνας και ανάπτυξης, θα μπορούσε κατά πάσα πιθανότητα να συμβάλει στο να καταστεί η Ευρώπη μείζων πρωταγωνιστής στο μεγάλο παγκόσμιο ενεργειακό αυτό «παιχνίδι» οι αποφάσεις του οποίου θα είχαν βαρύτητα, πράγμα που τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιτύχουν σε μεμονωμένη βάση.

5.6

Σήμερα, η κατάσταση χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη ποικιλομορφία των εθνικών προσεγγίσεων, η οποία οφείλεται αναμφισβήτητα στο γεγονός ότι, μετά το πρώτο πετρελαϊκό σοκ του 1973, κάθε κράτος μέλος θέλησε να διασφαλίσει, από την πλευρά του, τον ενεργειακό του εφοδιασμό. Είναι πολυάριθμες οι περιπτώσεις που καταδεικνύουν την διασπορά αυτή προσπαθειών και τις διαφορές των προσεγγίσεων.

5.7

Για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο διαφωνιών που θα κατέληγαν στον να επισκιαστεί ο ρόλος της Ευρώπης, είναι απαραίτητο η ΕΕ να χαράξει μία μείζονα ενεργειακή πολιτική, πλήρως ολοκληρωμένη με την πολιτική στον τομέα της κλιματικής αλλαγής, όπου η Ευρώπη εννοεί να διαδραματίσει τον ηγετικό της ρόλο στο πλαίσιο των διεθνών διαπραγματεύσεων. Η πολιτική αυτή θα ήταν σκόπιμο να βασιστεί σε έναν στενό συντονισμό των προσπαθειών των διεθνών οργανισμών —όπως ο ΠΟΕ, ο ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ και ο ΟΟΣΑ— κάθε φορά που τίθενται επί τάπητος θέματα που έχουν σχέση με την ενέργεια. Παράλληλα, θα πρέπει να συντονιστούν οι ενεργειακές πολιτικές και, πιο συγκεκριμένα, να υιοθετηθεί μία πραγματική αγοραστική πολιτική, καθώς και μία βολονταριστική πολιτική διασύνδεσης των δικτύων η οποία να μην έχει πλέον μόνον εμπειρικό χαρακτήρα. Τέλος, στην δεδομένη στιγμή, η πολιτική αυτή συντονισμού, συναίνεσης και κοινών σχεδίων, θα μπορούσε να έχει την στήριξη συγκεκριμένων οργάνων, ώστε να βοηθηθεί η Ευρώπη στο έργο της αντιμετώπισης της ενεργειακής πρόκλησης. Θα έχει όμως το θάρρος να το κάνει;

Βρυξέλλες, 23 Απριλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

της γνωμοδότησης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Η ακόλουθη τροπολογία που έλαβε τουλάχιστον το ένα τέταρτο των ψήφων, απορρίφθηκε κατά τη συζήτηση:

Σημείο 4.11

Να τροποποιηθεί ως εξής:

Τέλος, κάποια στιγμή θα τεθεί αναπόφευκτα και το ζήτημα της πυρηνικής ενέργειας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν το θέμα αυτό στο πλαίσιο της αποκλειστικής τους δικαιοδοσίας. Δεν είναι δυνατόν να επιθυμούμε μία μείωση κατά 2 0 % των εκπομπών αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου έως το 2020, δίχως να εξετάσουμε το ενδεχόμενο μιας δυναμικής επαναπροώθησης των προγραμμάτων πυρηνικών σταθμών νέας γενεάς.

Αιτιολογία:

Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, στην οποία λειτουργούν σήμερα 10 εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας, υιοθέτησε πρόγραμμα το οποίο προβλέπει έως το 2020 τη μείωση των εκπομπών του CO2 κατά περίπου 40 % με ταυτόχρονη εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας. Μήπως ο εισηγητής (και η ΕΟΚΕ) αμφισβητεί τη σοβαρότητα αυτού του προγράμματος;

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 46 Ψήφοι κατά: 103 Αποχές: 27


19.8.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 211/23


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα:

Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/54/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας

Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/55/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου

Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ίδρυση Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας

Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1228/2003 σχετικά με τους όρους πρόσβασης στο δίκτυο για τις διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας

Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1775/2005 περί όρων πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου

COM(2007) 528 τελικό — 2007/0195 (COD)

COM(2007) 529 τελικό — 2007/0196 (COD)

COM(2007) 530 τελικό — 2007/0197 (COD)

COM(2007) 531 τελικό — 2007/0198 (COD)

COM(2007) 532 τελικό — 2007/0199 (COD)

(2008/C 211/06)

Στις 18 Οκτωβρίου 2007, και σύμφωνα με τα άρθρα 47, παράγραφος 2, 55 και 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας το Συμβούλιο αποφάσισε, να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα:

Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/54/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας

Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/55/ΕΚ σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου

Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ίδρυση Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας

Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ.1228/2003 σχετικά με τους όρους πρόσβασης στο δίκτυο για τις διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας

Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1775/2005 περί όρων πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου.

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 4 Απριλίου 2008 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. CEDRONE.

Κατά την 444η σύνοδο ολομέλειάς της, της 22ας και 23ης Απριλίου 2008 (συνεδρίαση της 22ας Απριλίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 100 ψήφους υπέρ, 4 ψήφους κατά και 7 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και προτάσεις

1.1   Συμπεράσματα

1.1.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί εν γένει τους λόγους που ώθησαν την Επιτροπή να υποβάλει την τρίτη δέσμη μέτρων για την ενέργεια, ένα περίπλοκο και δύσκολο θέμα τόσο από νομικής όσο και από οικονομικής πλευράς, το οποίο έχει προκαλέσει διιστάμενες απόψεις και αντιδράσεις.

1.1.2

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η παρούσα κατάσταση του ενεργειακού τομέα δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί περαιτέρω. Έπειτα από την εκκίνηση της διαδικασίας ολοκλήρωσης και απελευθέρωσης, βρισκόμαστε σε μια κρίσιμη καμπή: πρέπει πλέον να αποφασίσουμε προς ποια κατεύθυνση θα πορευθούμε. Η απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας γνώρισε μια περίοδο στασιμότητας που προκάλεσε υψηλό κόστος μετάβασης, το οποίο ενδέχεται να υπερβεί τα αντίστοιχα οφέλη· το κόστος αυτό συναρτάται τόσο με την απουσία ομοιογενούς πλαισίου κανόνων σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και με την έλλειψη, σε ορισμένες περιπτώσεις, πραγματικής βούλησης για απελευθέρωση και σαφούς κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφόρων φορέων. Αυτή η έλλειψη βεβαιότητας ως προς τη νομοθεσία οδηγεί ενδεχομένως σε χαμηλά επίπεδα επενδύσεων στον εν λόγω τομέα και σε ανεπαρκή ανάπτυξη του ανταγωνισμού. Το γεγονός αυτό επέφερε κατακερματισμό της ευρωπαϊκής αγοράς που καθοδηγείται, σε ορισμένες περιπτώσεις, από τα πρώην μονοπώλια. Καθίσταται, λοιπόν, αναγκαίο να τονιστεί εκ νέου σθεναρά η ανάγκη να συνεχιστεί με αποφασιστικότητα η διαδικασία απελευθέρωσης.

1.1.3   Οι πολιτικές πτυχές: η ενιαία αγορά

1.1.3.1

Κεντρική συνιστώσα της εν λόγω στρατηγικής αποτελεί η υλοποίηση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση απαιτείται να διαμορφώσει μια κοινή στρατηγική προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να ενεργεί με ταχύτητα και ομοφωνία και να διαθέτει μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ σε διεθνές επίπεδο. Η συνεργασία μεταξύ κρατών μελών, ρυθμιστικών αρχών και Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς (TSO) είναι απολύτως επιβεβλημένη και πρέπει, συνεπώς, να πραγματοποιηθούν διαρθρωτικές αλλαγές με στόχο την ολοκλήρωση της λειτουργίας και της ανάπτυξης των συστημάτων σε περιφερειακό επίπεδο. Τα μεμονωμένα κράτη μέλη οφείλουν να μοιράζονται τις εμπειρίες, τις γνώσεις και τους κανόνες τους για να ενεργούν από κοινού και να προτείνουν (να επιβάλλουν) τη δική τους πολιτική δαπανών στον τομέα του εφοδιασμού με στόχο την καθιέρωση ενός όσο το δυνατόν πιο ανταγωνιστικού περιβάλλοντος, το οποίο θα οδηγήσει σε όσο το δυνατόν δικαιότερες τιμές, αποφεύγοντας την χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ τους και να πληρούν τους κανόνες που αποφασίζουν από κοινού, προς το συμφέρον των χρηστών-καταναλωτών, αναπτύσσοντας σε εθνικό επίπεδο την κοινοτική νομοθεσία που θα έχει αποφασιστεί από κοινού.

1.1.4   Οι οικονομικές πτυχές

1.1.4.1

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ ένας θεμιτός, κατάλληλα ρυθμισμένος, ανταγωνισμός (κάτι το οποίο δεν επιτυγχάνεται με την παρούσα πρόταση της Επιτροπής) θα ευνοούσε την ενθάρρυνση των εναλλακτικών πηγών ενέργειας και των επενδύσεων σε ενεργειακές υποδομές. Τούτο θα συνέβαλε με τη σειρά του στην αύξηση της παραγωγικότητας των επιχειρήσεων (όπως π.χ. των ΜΜΕ) καθιστώντας δυνατές δικαιότερες τιμές, θα προωθούσε τη διαφάνεια και θα περιόριζε τον κίνδυνο κυρίαρχης θέσης.

1.1.4.2

Ένας από τους στόχους προτεραιότητας της τρίτης δέσμης μέτρων συνίσταται στην ενθάρρυνση των επενδύσεων σε ενεργειακές υποδομές και στη διασφάλιση του συντονισμού τους σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σχετικά με αυτήν την πτυχή, τα μέτρα που προτείνονται από την Επιτροπή βαίνουν προς τη σωστή κατεύθυνση. Κρίνεται ωστόσο σκόπιμο να εξασφαλιστεί, ότι τα μέτρα αυτά θα καταστήσουν δυνατές τις αναγκαίες επενδύσεις σε εγκαταστάσεις παραγωγής ενέργειας ώστε να κερδηθεί η εμπιστοσύνη των επενδυτών. Όσον αφορά την ανάπτυξη των δικτύων, τα μέτρα αυτά πρέπει να εξασφαλίσουν ότι θα πραγματοποιηθεί ο κατάλληλος σχεδιασμός, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, αλλά και ότι ο σχεδιασμός αυτός θα τηρείται και ως προς τα επίπεδα και ως προς τις προθεσμίες του. Επιβάλλεται επίσης ο έλεγχος των επενδύσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο (εκ μέρους του Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας). Σε περίπτωση που μια αγορά είναι ανελαστική, με επιχειρήσεις που λειτουργούν υπό συνθήκες ολιγοπωλίου και με ορισμένα κράτη απρόθυμα να παραχωρήσουν αρμοδιότητες στον τομέα του εφοδιασμού, η εμπιστοσύνη των φορέων εκμετάλλευσης και των χρηστών περιορίζεται, με συνακόλουθη μείωση της ρευστότητας· μια τέτοια περίπτωση πρέπει να αποφευχθεί.

1.1.5   Οι κοινωνικές πτυχές

1.1.5.1

Οι διαδικασίες αναδιάρθρωσης που προέκυψαν ως αποτέλεσμα της τρίτης δέσμης νομοθετικών μέτρων θα πρέπει να συνδυαστούν με μια πολιτική υπέρ της απασχόλησης, με την πλήρη συμμετοχή των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των επιχειρήσεων, και με τη χρήση μέσων όπως η «corporate social restructuring» (κοινωνική αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων) και οι αποσβεστήρες κοινωνικών κραδασμών τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Είναι παρήγορο ότι στις χώρες που έθεσαν σε εφαρμογή τον ιδιοκτησιακό διαχωρισμό στα δίκτυα μεταφοράς δεν καταγράφηκαν αρνητικές συνέπειες επί της απασχόλησης.

1.1.5.2

Παρότι η προστασία των ευπαθέστερων ομάδων και των ασθενέστερων καταναλωτών είναι και θα παραμείνει αμιγώς εθνική αρμοδιότητα, θεωρείται ωστόσο κεφαλαιώδες να αναγνωρίσει η Επιτροπή τη σημασία που έχουν τα εν λόγω μέτρα σε διεθνές επίπεδο. Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξασφαλίσει την παρακολούθηση της εφαρμογής τους, προκειμένου τα μέσα αυτά να ανταποκρίνονται στα προαπαιτούμενα που τίθενται για μια ανοικτή και ανταγωνιστική αγορά. Κρίνεται αναγκαίο να εισαχθεί η έννοια της «ενεργειακής ένδειας» σε ευρωπαϊκό επίπεδο (μειωμένη τιμή) και να επιδιωχθεί η εκπλήρωση των απαιτήσεων δημόσιας υπηρεσίας και γενικού συμφέροντος, όπως προβλέπεται στις υφιστάμενες οδηγίες.

1.1.6   Οι χρήστες (επιχειρήσεις και καταναλωτές)

1.1.6.1

Μια νέα στρατηγική σχετικά με τις ενεργειακές πολιτικές πρέπει να είναι επομένως σε θέση να ενθαρρύνει την επίτευξη πραγματικού ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων με στόχο τον πολλαπλασιασμό των δυνατοτήτων επιλογής των χρηστών. Τα δίκτυα μεταφοράς πρέπει να είναι προσιτά σε οποιονδήποτε επιθυμεί να τα χρησιμοποιήσει. Όσον αφορά τις μεγάλες ενεργοβόρες επιχειρήσεις απαιτείται να επιτευχθεί η σύναψη μιας ευρωπαϊκής σύμβασης για την απόκτηση ενέργειας σε ομοιόμορφες τιμές (συγκρίσιμες τιμές ή «νόμος της μιας τιμής»), καταργώντας τις κρατικές ενισχύσεις που προξενούν στρέβλωση του ανταγωνισμού. Όσον αφορά δε τους καταναλωτές, απαιτείται να τους αναγνωρισθούν τα δικαιώματα που προβλέπονται από την ΕΕ και να τους παρασχεθεί ελευθερία επιλογής του προμηθευτή που προτιμούν και στη χαμηλότερη δυνατή τιμή.

1.1.7

Εν κατακλείδι, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η πρόταση της Επιτροπής πρέπει να αποσκοπεί στην αποτροπή της μη ηθελημένης συντονισμένης δράσης για τη διαιώνιση της υφιστάμενης κατάστασης εκ μέρους, αφενός, των μεγάλων μονοπωλιακών επιχειρήσεων οι οποίες επιδιώκουν να διατηρήσουν μια πηγή εσόδων λόγω της πλεονεκτικής θέσης τους και, αφετέρου, των συνδικαλιστικών οργανώσεων οι οποίες αποβλέπουν στην προάσπιση της απασχόλησης.

1.2   Οι προτάσεις της ΕΟΚΕ

1.2.1   Ενιαία αγορά ενέργειας

1.2.1.1

Για την ενίσχυση της πορείας προς μια ενιαία αγορά ενέργειας, η Επιτροπή οφείλει να τροποποιήσει τις προτάσεις που διατυπώνονται στην τρίτη δέσμη μέτρων για την ενέργεια προκειμένου να αποκτήσει τη δυνατότητα να ενεργεί αυτόνομα σε διεθνές πλαίσιο, ιδιαίτερα όσον αφορά τους ενεργειακούς πόρους. Προς το σκοπό αυτό, οι προτάσεις περιφερειακής συνεργασίας που περιλαμβάνονται στην εν λόγω δέσμη μέτρων πρέπει να εκληφθούν ως ενδιάμεσα βήματα προς την επίτευξη του τελικού στόχου που εξακολουθεί να είναι η ενιαία αγορά ενέργειας. Επιπλέον, θα πρέπει τα κράτη μέλη να επιδιώξουν την ολοκλήρωση των αγορών τους στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας και οι διαχειριστές συστημάτων να προσπαθήσουν να εξυπηρετούν διάφορα κράτη μέλη. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η πρόταση περιφερειακής συνεργασίας των διαχειριστών δικτύου δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως προσωρινό υποκατάστατο της ενιαίας αγοράς ενέργειας. Η επίτευξη συνεργασίας σε περιφερειακό επίπεδο, βασισμένης σε «ιδιοκτησιακό διαχωρισμό» (ownership unbundling) μεταξύ διαχειριστών δικτύου οι οποίοι να μην έχουν πραγματικά καμία ανάμειξη σε δραστηριότητες παραγωγής/πώλησης, είναι θεμελιώδους σημασίας. Προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε ανακολουθία ως προς την ομοιογένεια των κανονιστικών ρυθμίσεων και των κανόνων της αγοράς, καλό θα ήταν να συνεκτιμηθεί το έργο που έχει ήδη αναληφθεί στο πλαίσιο των περιφερειακών πρωτοβουλιών που προωθούνται από την Ευρωπαϊκή Ομάδα Ρυθμιστικών Αρχών Ηλεκτρικής Ενέργειας και Φυσικού Αερίου (ERGEG) κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών.

1.2.2   Κάθετα ολοκληρωμένος διαχωρισμός δραστηριοτήτων (unbundling)

1.2.2.1

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να επιδείξει προτίμηση προς τον διαχωρισμό της ιδιοκτησίας (ownership unbundling), ο οποίος είναι σαφώς καλύτερος για την προώθηση των επενδύσεων από τον λειτουργικό διαχωρισμό. Πράγματι, ο διαχωρισμός αυτός θα μπορούσε να μεγιστοποιήσει τη διαφάνεια και την εμπιστοσύνη των φορέων εκμετάλλευσης και των χρηστών, να βελτιώσει την ασφάλεια του συστήματος και να καταστήσει δυνατό τον έλεγχο των μονοπωλιακών δραστηριοτήτων, αποτρέποντας τις διακριτικές συμπεριφορές και βελτιστοποιώντας τη χρήση και τη συντήρηση του δικτύου.

1.2.2.2

Κρίνεται απαραίτητη η περαιτέρω εμβάθυνση και ανάλυση των στρατηγικών επιπτώσεων που σχετίζονται με την ιδιοκτησία των δικτύων και με την ανάγκη διασφάλισης της ανεξαρτησίας τους, ακόμη και όσον αφορά τα δυνητικά συμφέροντα τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένης και της επιλογής του καθεστώτος ιδιοκτησίας των δικτύων (δημόσιας ή ιδιωτικής ιδιοκτησίας). Με την εφαρμογή του ιδιοκτησιακού διαχωρισμού, η πρόταση της Επιτροπής δεν απαιτεί την ιδιωτικοποίηση των δικτύων μεταφοράς που τελούν επί του παρόντος υπό δημόσια ιδιοκτησία.

1.2.2.3

Μεταξύ του τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας και του τομέα του φυσικού αερίου (βλέπε την κατάσταση που επικρατεί στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Δανία, στις Κάτω Χώρες, στην Πορτογαλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ισπανία και στη Σουηδία) δεν υπάρχουν διαφορές οι οποίες να μπορούν να δικαιολογήσουν μια ανομοιογενή αντιμετώπιση του ιδιοκτησιακού διαχωρισμού. Ο διαχωρισμός της ιδιοκτησίας μεταξύ των δραστηριοτήτων παραγωγής/πώλησης και των δραστηριοτήτων μεταφοράς είναι αναγκαίος σε αμφότερους τους εν λόγω τομείς. Πράγματι, οι ενδεχόμενες διακριτικές συμπεριφορές που απορρέουν από ανεπαρκές επίπεδο κάθετου διαχωρισμού είναι ίδιες. Οι εταιρείες που πωλούν φυσικό αέριο δεν θα έπρεπε κανονικά να ασχολούνται με εκείνες που μεταφέρουν το αέριό τους, αλλά να ενδιαφέρονται μόνον για την αξιοπιστία και την οικονομική ευρωστία των αντισυμβαλλομένων τους εταιρειών, με στόχο την εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων και την πώληση του αερίου τους.

1.2.3   Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας

Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι απαιτείται να δοθούν περισσότερες εξουσίες στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (Agency for the cooperation of energy regulators — ACER) προκειμένου να δύναται:

να ασκεί αυτόνομο και ανεξάρτητο κανονιστικό ρόλο·

να παρακολουθεί τη δράση του ευρωπαϊκού δικτύου διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς (European Network Transmission System Operators — ENTSO)· και —σε συνεργασία με το ENTSO και τη Μόνιμη Επιτροπή Αγοράς (Standing Market Panel)— να επικουρεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη σύνταξη καταλόγου με τους κανόνες που απαιτούνται για τη διαμόρφωση και την έγκριση τεχνικών και αγοραίων κατευθυντηρίων γραμμών και κωδίκων·

να καθορίζει τα απαιτούμενα κριτήρια και να εγκρίνει τους τεχνικούς και τους αγοραίους κώδικες·

να διαμορφώνει τις μεθοδολογίες καθορισμού τιμών και τα ποσά που καταβάλλονται στο πλαίσιο του μηχανισμού αντιστάθμισης του κόστους που βαρύνει τους διαχειριστές δικτύων μεταφοράς λόγω των διασυνοριακών ροών ηλεκτρικής ενέργειας·

να καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις αρχές που πρέπει να διέπουν την ανάπτυξη δικτύου και να εγκρίνει το σχέδιο δεκαετούς επενδυτικού προγράμματος που προτείνεται από το ENTSO·

να παρέχει ενημέρωση και να γνωμοδοτεί προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή·

να συμβουλεύεται τους φορείς της αγοράς·

να συντονίζει το έργο των εθνικών αρχών·

να προάγει τη διαφάνεια, συμπεριλαμβανομένων και των διαδικασιών διορισμού της δικής του διοικούσας ομάδας.

1.2.4   Οι Εθνικές Ρυθμιστικές Αρχές (ΕΡΑ)

1.2.4.1

Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο για την προώθηση του ανταγωνισμού και για τη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής των οδηγιών σε εθνικό επίπεδο, ιδίως όσον αφορά την τήρηση των κανόνων σχετικά με την αμερόληπτη χρήση των υποδομών. Θα ήταν επομένως σκόπιμη η εναρμόνιση των αρμοδιοτήτων τους και η ενίσχυση της ανεξαρτησίας τους έναντι τόσο των εθνικών επιχειρήσεων όσο και των ενεργειακών επιχειρήσεων, με στόχο τον έλεγχο και την αποτροπή των καταχρήσεων δεσπόζουσας θέσης. Μια πιο ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή θα ευνοήσει τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης στην αγορά και την επιτέλεση πιο συντονισμένου έργου με τον Οργανισμό Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας (ACER).

1.2.5   Ευρωπαϊκό δίκτυο διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς (European Network Transmission System Operators — ENTSO)

1.2.5.1

Η ΕΟΚΕ συνιστά να υπάρξει αποτελεσματικότερος συντονισμός μεταξύ των διαχειριστών εθνικών δικτύων με στόχο την πραγματοποίηση επενδύσεων και τη βελτιστοποίηση της διαχείρισης των υποδομών που απαιτούνται για την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου ευρωπαϊκού δικτύου. Ο Οργανισμός Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας θα πρέπει να αναλάβει σημαντικότερο ρόλο από τον προβλεπόμενο, προκειμένου να προτείνει, να σχεδιάζει, να ελέγχει και να εγκρίνει τους σχετικούς κώδικες για τη διασφάλιση της δέουσας συνεκτίμησης του δημοσίου συμφέροντος. Το ENTSO θα πρέπει να αναλάβει έναν ρόλο σε πλήρη συνάρτηση με τις δεξιότητες και τις ικανότητές του. Κατά συνέπεια, την ευθύνη για τη διαμόρφωση των κατευθυντηρίων γραμμών και των κωδίκων θα πρέπει να την επωμισθεί ο ACER.

1.2.6   Ευρωπαϊκά δίκτυα και επενδύσεις

1.2.6.1

Η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να προβλέψει τη μελλοντική εξέλιξη της χρήσης των δικτύων, μέσω ενός επενδυτικού προγράμματος που αποσκοπεί στη δημιουργία ενός συστήματος δημόσιων και/ή ιδιωτικών ευρωπαϊκών δικτύων που είναι προσιτά σε όλους και ρυθμίζονται κανονιστικά από την Ένωση, τόσο για τη μεταφορά όσο και για τη χρήση της ενέργειας. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι οι διαδικασίες για τη διαχείριση των διασυνδέσεων είναι πραγματικά διαφανείς, στηρίζονται σε διαδικασίες αγοράς, που τοιουτοτρόπως καθιστούν δυνατή την αύξηση του εμπορίου στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Οι επενδύσεις πρέπει να πραγματοποιούνται όταν αποφέρουν κοινωνικοοικονομικά οφέλη από περιφερειακή σκοπιά, ενώ όλοι οι φορείς της αγοράς πρέπει να συμμετέχουν δεόντως στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων σχετικά με την ανάπτυξη των κωδίκων και το δεκαετές επενδυτικό σχέδιο.

1.2.7   Δημοκρατία και αντιπροσώπευση

1.2.7.1

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι βάσει των ήδη υφισταμένων διατάξεων ή εκείνων που βρίσκονται υπό διαμόρφωση σχετικά με τους καταναλωτές, απαιτείται να προβλεφθεί η παρουσία τους στο Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού. Το αυτό ισχύει για όλους τους άλλους ενδιαφερόμενους φορείς (παράγοντες, συνδικαλιστικές οργανώσεις, επιχειρήσεις) που εκτός από το Διοικητικό Συμβούλιο θα μπορούσαν να συμμετέχουν σε ένα ειδικό Συμβούλιο Εποπτείας, ώστε η ανάπτυξη του ρυθμιστικού πλαισίου να επωφεληθεί από την μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση και συμμετοχή, ήδη από τα αρχικά στάδια, και όχι μόνο κατά τις τελικές φάσεις της εξέλιξής του.

2.   Εισαγωγή

2.1

Πριν από μια δεκαετία περίπου, η Επιτροπή άρχισε (με μεγάλη καθυστέρηση) να κάνει τα πρώτα βήματα προς την κατεύθυνση της θέσπισης ευρωπαϊκής νομοθεσίας για μια ενιαία αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου. Η ΕΟΚΕ είχε την ευκαιρία να εκφέρει γνώμη, η οποία ορισμένες φορές διέφερε από την άποψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σχετικά με ένα θέμα που καθίσταται με την πάροδο των ετών διαρκώς πιο σημαντικό και αμφισβητούμενο.

2.2

Με την υιοθέτηση της τρίτης δέσμης νομοθετικών προτάσεων για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει την ολοκλήρωση μιας διαδικασίας που έχει ήδη αρχίσει, σε μια στιγμή κατά την οποία το διεθνές σκηνικό έχει αλλάξει άρδην, θέτοντας νέα προβλήματα σε όλους. Τα κράτη μέλη δεν συμμερίζονται ομόφωνα τις προτάσεις που διατυπώνονται, γεγονός το οποίο καθυστερεί την έγκριση και την εφαρμογή των νέων προτάσεων και παρακωλύει την υλοποίηση μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας.

2.3

Η ΕΟΚΕ φέρει μεγάλη ευθύνη για την κατάρτιση μιας γνωμοδότησης σχετικά με ένα από τα πιο σημαντικά (και «καυτά») θέματα των τελευταίων ετών, από το οποίο εξαρτάται όχι μόνον η αγορά ενέργειας, αλλά και η μοίρα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων του κλάδου, των ευρωπαίων καταναλωτών, καθώς και των επιχειρήσεων των τρίτων χωρών.

2.4

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την «εκτίμηση αντίκτυπου» που πραγματοποιήθηκε από την Επιτροπή, η οποία παρέχει ήδη ικανοποιητικά στοιχεία όσον αφορά την αποτελεσματικότητα από πλευράς απελευθέρωσης και «θεμιτού» ανταγωνισμού (βλέπε το σχετικό κείμενο).

3.   Αιτιολόγηση των προτάσεων της Επιτροπής

3.1

Διασφάλιση του γεγονότος ότι οι καταναλωτές διαθέτουν πραγματική ελευθερία επιλογής του προμηθευτή τους, μεταξύ ευρείας προσφοράς, και ότι επωφελούνται των «πλεονεκτημάτων» που «αναμένεται» να προκύψουν από αυτήν την επιλογή. Οι εν λόγω βελτιωμένες συνθήκες για τους χρήστες θα πρέπει να αποτελούν κοινό στόχο για τις επιχειρήσεις των τρίτων χωρών που λειτουργούν στην επικράτεια της ΕΕ.

3.2

Διαχωρισμός των δραστηριοτήτων παραγωγής και διανομής από την ιδιοκτησία και τη διαχείριση των δικτύων μεταφοράς της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου. Διατυπώνεται, εξάλλου, μια δεύτερη εναλλακτική λύση που συνίσταται στον «ανεξάρτητο διαχειριστή συστήματος» δια του οποίου οι κάθετα ολοκληρωμένες επιχειρήσεις μπορούν να διατηρήσουν την ιδιοκτησία των δικτύων τους, υπό την προϋπόθεση ότι η διαχείριση του παγίου κεφαλαίου πραγματοποιείται από έναν ανεξάρτητο οργανισμό ή από μια άλλη επιχείρηση· η δυνατότητα αυτή αναμένεται ότι θα ευνοήσει τις επενδύσεις σε υποδομές.

3.3

Αποτελεσματική αντιμετώπιση του κατακερματισμού της αγοράς βάσει των εθνικών συνόρων, της υφιστάμενης καθετοποίησης και της υψηλής συγκέντρωσης της προσφοράς που έχει μέχρι στιγμής εμποδίσει την ανάπτυξη πραγματικού ανταγωνισμού και την εδραίωση μιας ενιαίας αγοράς ενέργειας.

3.4

Απλοποίηση των διασυνοριακών ανταλλαγών, με τη δημιουργία ενός ενδεδειγμένου οργανισμού επιφορτισμένου με το συντονισμό των εθνικών ρυθμιστικών αρχών και με την παροχή ίσων ευκαιριών στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που λειτουργούν στον εν λόγω τομέα. Το μέτρο αυτό αναμένεται να διασφαλίσει τη δημιουργία ενός αμιγώς ευρωπαϊκού δικτύου προς όφελος της ασφάλειας του εφοδιασμού και της διαφοροποίησης της προσφοράς. Κατ' αυτόν τον τρόπο πιστεύεται ότι θα εξασφαλιστεί πραγματικά η ανεξαρτησία των εθνικών ρυθμιστικών αρχών.

3.5

Προαγωγή της συνεργασίας, χάρη στη θέσπιση νέων κανόνων εκ μέρους των διαχειριστών των ευρωπαϊκών δικτύων, και επίτευξη μεγαλύτερης συνέργειας μεταξύ των διαφόρων εθνικών αγορών ακόμη και ενόψει κινδύνου από πλευράς εφοδιασμού.

3.6

Μεγιστοποίηση της διαφάνειας μέσω της απλοποίησης των κανόνων της αγοράς και της ενημέρωσης των καταναλωτών, για την «ενδυνάμωση» της εμπιστοσύνης των χρηστών σχετικά με την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς (ωστόσο, συνέβαινε πράγματι κάτι τέτοιο έως τώρα;).

3.7

Επιδίωξη της πλήρους απολαβής των δικαιωμάτων των χρηστών ενέργειας από το επόμενο έτος, με τη διασφάλιση των εν λόγω δικαιωμάτων στο πλαίσιο ενός ειδικού «Χάρτη δικαιωμάτων» (υποχρεωτικού) ο οποίος θα πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, πληροφορίες όσον αφορά τους προμηθευτές, τις διάφορες επιλογές που προσφέρει η αγορά, την απλοποίηση των γραφειοκρατικών πρακτικών, την ενεργειακή ένδεια σε συνάρτηση με την κατανάλωση ενέργειας (fuel poverty), κλπ. (1).

4.   Οι προτάσεις οδηγίας (ηλεκτρική ενέργεια και φυσικό αέριο)

4.1

Αποτελεσματικός διαχωρισμός (νομικός και λειτουργικός) των δραστηριοτήτων προμήθειας και μεταφοράς της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου διαμέσου μη κάθετα ολοκληρωμένων συστημάτων σε όλα τα κράτη μέλη. Ο εν λόγω διαχωρισμός αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για την επίλυση του προβλήματος της σύγκρουσης συμφερόντων και επιτρέπει:

την εξασφάλιση κατάλληλων επενδύσεων για ένα αποτελεσματικότερο σύστημα μεταφοράς και διανομής, συμπεριλαμβανομένων και βελτιώσεων όσον αφορά τη διαχείριση των διασυνοριακών μεταβιβάσεων·

την αποτροπή οποιασδήποτε προνομιακής ή ευνοϊκής μεταχείρισης προς όφελος επιχειρήσεων και θυγατρικών εταιρειών στο πλαίσιο κάθετα ολοκληρωμένων δικτύων μεταφοράς και παραγωγής·

τη διασφάλιση ικανοποιητικής και διαφανούς πρόσβασης στις πληροφορίες για όλους τους συμμετέχοντες στην αγορά, και όχι μόνον για εκείνους που συνδέονται με την εν λόγω επιχείρηση.

4.2

Σε περίπτωση άρνησης κάποιων κάθετα ολοκληρωμένων επιχειρήσεων να εφαρμόσουν τον αποτελεσματικό διαχωρισμό της ιδιοκτησίας, πιθανή λύση μπορεί να αποτελεί η καθιέρωση ενός ανεξάρτητου διαχειριστή συστήματος (ISO). Η ανεξαρτησία του εν λόγω διαχειριστή μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω ενός αποτελεσματικού συστήματος κανονιστικών ρυθμίσεων.

4.2.1

Η ανεξαρτησία του φορέα εκμετάλλευσης δικτύου εφαρμόζεται τόσο στις ιδιωτικές όσο και στις δημόσιες επιχειρήσεις, όπως και ο διαχωρισμός της ιδιοκτησίας του δικτύου μεταφοράς και των συστημάτων παραγωγής.

4.2.2

Ο βασικός στόχος συνίσταται στο να επιτευχθεί, σε όλες τις χώρες της ΕΕ, η εντελώς ανεξάρτητη λειτουργία των επιχειρήσεων που αναπτύσσουν δραστηριότητα στον τομέα της παραγωγής και της προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου.

4.2.3

Η προτεινόμενη οδηγία προβλέπει τη δυνατότητα προσωρινών παρεκκλίσεων από τους κανόνες που διέπουν τον διαχωρισμό της ιδιοκτησίας σε περίπτωση επενδύσεων σε ενεργειακές υποδομές.

4.3

Ο διαχωρισμός των δραστηριοτήτων των διαχειριστών του συστήματος από τις δραστηριότητες προμήθειας και παραγωγής προβλέπεται όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο αλλά και σε ολόκληρη την επικράτεια της ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι καμία εταιρεία παραγωγής ενέργειας δεν μπορεί να διαχειρίζεται ή να έχει στην κατοχή της ένα σύστημα διανομής σε κάποιο άλλο κράτος μέλος. Κάθε διαχειριστής που εισέρχεται στο εν λόγω σύστημα οφείλει να αποδείξει την ανεξαρτησία του σε σχέση με τις δραστηριότητες προμήθειας και παραγωγής.

4.4

Ο διαχωρισμός της ιδιοκτησίας πιστεύεται ότι θα έχει ως αποτέλεσμα την ορθή λειτουργία της αγοράς και του δικτύου, η οποία θα οδηγήσει τελικά σε μια ορθή διαμόρφωση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου και, ενδεχομένως, σε επακόλουθη μείωση των τιμών με προφανή οφέλη για τους καταναλωτές και τους επενδυτές στον εν λόγω τομέα.

4.5

Η δέουσα συμπεριφορά του ανεξάρτητου φορέα εκμετάλλευσης δικτύου, καθώς και ο αποτελεσματικός διαχωρισμός της ιδιοκτησίας του συστήματος παραγωγής και προμήθειας, θα μπορέσει να επιτευχθεί μόνον χάρη στην ύπαρξη μιας ανεξάρτητης και λειτουργικής ρυθμιστικής αρχής. Οι ρυθμιστικές αρχές θα πρέπει να είναι νομικώς διαχωρισμένες και λειτουργικώς ανεξάρτητες από οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή ιδιωτική οντότητα και να ενεργούν ανεξάρτητα από τυχόν αγοραίο συμφέρον. Οι εν λόγω αρχές κρίνεται σκόπιμο να διαθέτουν πλήρη εντολή και να συνεργάζονται μεταξύ τους στα διάφορα κράτη μέλη με στόχο:

τον έλεγχο των υποχρεώσεων διαφάνειας των διαφόρων φορέων της αγοράς·

τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των μέτρων προστασίας των καταναλωτών·

την εποπτεία της εύρυθμης λειτουργίας της διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου·

την εξέταση των επενδυτικών σχεδίων των διαχειριστών του συστήματος μεταφοράς και τον έλεγχο της μεταξύ τους συμβατότητας·

τον έλεγχο της ύπαρξης καταχρηστικών πρακτικών στην αγορά ή της παρουσίας φορέων που καταχρώνται τη δεσπόζουσα θέση τους παρακωλύοντας τον ορθό σχηματισμό των τιμών.

Οι εξωτερικοί φορείς (όπως η ΕΡΑΚΑ —Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ρυθμιστικών Αρχών των Αγορών Κινητών Αξιών— και ο Οργανισμός Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας) είναι επιφορτισμένοι με την παροχή συμβουλών προς την Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή των παρατιθέμενων κανόνων.

5.   Οι προτάσεις κανονισμού (ίδρυση Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας, πρόσβαση στο δίκτυο για τις διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας και πρόσβαση στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου)

5.1

Η παγίωση των εσωτερικών αγορών, με τη διαμόρφωση κοινών κανόνων και προσεγγίσεων, αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας, καθώς και για την πραγματοποίηση των απαραίτητων διασυνοριακών συναλλαγών. Η εναρμόνιση των υπαρχόντων προτύπων (παραδείγματος χάρη, των τεχνικών κανόνων στο πλαίσιο των οποίων οφείλουν να λειτουργούν οι ηλεκτρικές εταιρείες, δηλαδή των «κωδίκων διασυνδεδεμένου δικτύου») μεταξύ των διαφόρων χωρών είναι αναγκαία και δεν φαίνεται να έχει ακόμη υλοποιηθεί με τη βοήθεια της ERGEG. Η εν λόγω εναρμόνιση θα μπορέσει να επιτευχθεί μόνον από έναν ανεξάρτητο και διακεκριμένο φορέα ο οποίος, λαμβανομένων υπόψη των περιορισμών που τίθενται από τα άρθρα της Συνθήκης, είναι δυνατό να συσταθεί με τη μορφή οργανισμού.

5.2

Τα κυριότερα καθήκοντα του εν λόγω οργανισμού θα πρέπει να συνίστανται στα εξής:

στη βελτίωση του χειρισμού διασυνοριακών καταστάσεων·

στην εποπτεία των δραστηριοτήτων των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς ηλεκτρισμού και αερίου·

στον έλεγχο της αποτελεσματικότητας των δεκαετών επενδυτικών σχεδίων που προβλέπονται για τα δίκτυα·

στη διασφάλιση ότι η συνεργασία των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς εξελίσσεται κατά τρόπο αποδοτικό και διαφανή προς όφελος της εσωτερικής αγοράς·

στη δυνατότητα λήψης μεμονωμένων αποφάσεων για συγκεκριμένα τεχνικά ζητήματα, καθώς και σχετικά με τις αιτήσεις εξαίρεσης·

στην άσκηση συμβουλευτικού ρόλου όσον αφορά τα ζητήματα ρύθμισης της αγοράς και στη διατύπωση κατευθυντηρίων γραμμών για τη βελτίωση των πρακτικών που υιοθετούνται από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές.

5.3

Η οργανωτική δομή του Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας θα βασιστεί σε ένα αντιπροσωπευτικό οργανόγραμμα των ρυθμιστικών αρχών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με επίδειξη ιδιαίτερης προσοχής στην υιοθέτηση ενός συστήματος το οποίο να εγγυάται την ανεξαρτησία των κανονιστικών λειτουργιών. Για το σκοπό αυτό, πέραν του διοικητικού συμβουλίου που είναι υπεύθυνο για το διορισμό του διευθυντή του οργανισμού, κρίνεται σκόπιμη η σύσταση ενός συμβουλίου ρυθμιστικών αρχών υπεύθυνου για τα πάσης φύσεως ρυθμιστικά θέματα και ενός τμήματος προσφυγών αρμόδιου να χειρίζεται τις προσφυγές κατά αποφάσεων που εκδίδει ο οργανισμός. Ο εν λόγω οργανισμός μπορεί να διαθέτει κατ' ανώτατο όριο προσωπικό 40 έως 50 ατόμων, ενώ οι συνολικές δαπάνες του εκτιμώνται σε περίπου 6-7 εκατομμύρια ευρώ ετησίως, τα οποία θα καλύπτονται από κοινοτικές επιχορηγήσεις.

5.4

Η Επιτροπή ασκεί το ρόλο του θεματοφύλακα των Συνθηκών και του «ελεγκτή των ελεγκτών». Ο Οργανισμός Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις και να ασκεί διακριτική ευχέρεια μόνον σχετικά με ειδικά τεχνικά ζητήματα. Η λήψη των αποφάσεων που αφορούν την άσκηση παρέμβασης για την προάσπιση της συνεργασίας ή της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς εναπόκειται στην Επιτροπή, είτε κατόπιν σχετικής ενημέρωσής της από τον οργανισμό είτε ανεξάρτητα από αυτόν.

5.5

Για την πραγματική ενοποίηση της αγοράς χρειάζεται μια εποικοδομητική συνεργασία μεταξύ των διαχειριστών του συστήματος μεταφοράς. Επί του παρόντος υπάρχει μόνον εκούσια συνεργασία η οποία δεν έχει ωστόσο αποφέρει ικανοποιητικά αποτελέσματα, ιδίως στη περίπτωση επεισοδίων στα δίκτυα και γενικών διακοπών ηλεκτρισμού. Η ολοκλήρωση των διαχειριστών δικτύου σε περιφερειακό επίπεδο θα καθιστούσε δυνατό:

να προσδιοριστεί μια ομοιογενής σειρά τεχνικών και αγοραίων κωδίκων με διεθνή ισχύ·

να γίνει χρήση του ορισμού τεχνικών κωδίκων, ελλείψει αποτελεσματικής συνεργασίας μεταξύ των δικτύων·

να διασφαλιστεί μια συμπεριφορά άνευ διακρίσεων όσον αφορά τη λειτουργία και την ανάπτυξη δικτύου·

να διευκολυνθεί η ολοκλήρωση της αγοράς, με συνακόλουθα αποτελέσματα τη σύγκλιση των τιμών, τον περιορισμό των ανησυχιών σχετικά με τη συγκέντρωση της αγοράς, την τόνωση της ρευστότητας, κλπ.·

να προαχθεί η χρηματοδότηση και η διαχείριση των δραστηριοτήτων έρευνας και καινοτομίας.

5.6

Οι δομές συνεργασίας των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς απαιτείται να αναγνωριστούν πλήρως σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Υπάρχει δυνατότητα είτε να χρησιμοποιηθούν οι υφιστάμενες δομές, όπως οι σύνδεσμοι Ευρωπαϊκών Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς (ETSO) και Μεταφοράς Αερίου στην Ευρώπη (GTE), είτε να συσταθούν νέες κεντρικές και σταθερές δομές συνεργασίας από πλευράς τόσο οργάνωσης όσο και πρακτικών εργαλείων σχεδιασμού και εκμετάλλευσης των δικτύων.

6.   Γενικές παρατηρήσεις

6.1

Το μείζον πρόβλημα στην περίπτωση των δικτύων δεν είναι μόνο η απελευθέρωση, ιδίως στην περίπτωση της ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά και ο τρόπος κατά τον οποίο μπορούν να καταστούν εύχρηστα για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Παραδείγματος χάρη, θα μπορούσε να φανταστεί κανείς δημόσια δίκτυα, ευρωπαϊκά ή κανονιστικά ρυθμιζόμενα από την Ένωση, προσιτά σε όλους.

6.2

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ευκταίο θα ήταν να προωθούσε την πραγματοποίηση επενδύσεων για την υλοποίηση ενός εντελώς καινοτόμου συστήματος μεταφοράς, ικανού να διασφαλίσει τη χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο μέσω ενός ευφυούς διαλογικού δικτύου παρόμοιου με το Διαδίκτυο. Το δίκτυο αυτό θα επέτρεπε, χάρη στην τεχνολογία των ευφυών μετρητών, να πραγματοποιείται η ενεργειακή ροή και προς τις δύο κατευθύνσεις.

6.3

Κάτι τέτοιο θα ευνοούσε σε μεγάλο βαθμό τις επενδύσεις και θα οδηγούσε τόσο στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας όσο και στην απτή υλοποίηση του παλαιού συνθήματος «power to people» (ενέργεια στη διάθεση του λαού): ανταλλαγές ενέργειας σύμφωνα με τις ανάγκες καθενός, μέσω δικτύων ανοικτών σε όλους, με την εφαρμογή των ίδιων κανόνων σε όλες τις χώρες της Ένωσης, χωρίς εξαιρέσεις (όπως συμβαίνει ήδη για το Διαδίκτυο).

6.4

Ως εκ τούτου, θα μπορούσαμε να προσανατολιστούμε προς έναν πλήρη διαχωρισμό στην περίπτωση του συστήματος διανομής της ηλεκτρικής ενέργειας και προς μια επιλογή μεταξύ διαχωρισμού και «ανεξάρτητου διαχειριστή συστήματος» για τα δίκτυα φυσικού αερίου.

6.5

Οι στόχοι που επιδιώκονται από την Επιτροπή (ενίσχυση των εθνικών αρχών, ενδυνάμωση της συνεργασίας μεταξύ των φορέων μεταφοράς (ISO, TSO), μεγιστοποίηση της διαφάνειας της αγοράς, κλπ.) δύσκολα θα μπορέσουν να επιτευχθούν εάν δεν υπερβούμε την εθνική λογική, όχι μόνο στην περίπτωση των δικτύων, αλλά και σε θέματα παροχής, επενδύσεων, κλπ.· αυτός είναι ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορεί να εξασφαλιστεί η βελτίωση της ποιότητας της υπηρεσίας, παρότι δεν επαρκεί για τη συγκράτηση των τιμών.

6.6

Η συγκέντρωση των πετρελαϊκών αποθεμάτων σε λίγες περιοχές του πλανήτη (61,8 % στη Μέση Ανατολή, 11,7 % στην Ευρώπη και στη Ρωσία, 9,4 % στην Αφρική, 8,5 % στη Νότια Αμερική, 5,1 % στη Βόρεια Αμερική και 3,5 % στην Άπω Ανατολή (F. Profumo, Πολυτεχνείο του Τορίνο) θα έπρεπε να ωθήσει την Επιτροπή στην άσκηση μιας πιο εύστοχης κοινής πολιτικής, έναντι τόσο των περιοχών αυτών όσο και των διεθνών οργανισμών όπου συνάπτονται οι συμφωνίες και λαμβάνονται οι αποφάσεις. Σε αντίθετη περίπτωση, η απλή και καθαρή απελευθέρωση κινδυνεύει να εξελιχθεί σε πραγματική παγίδα για τη συγκράτηση των τιμών, οι οποίες συχνά αυξάνονται εξαιτίας των μονοπωλίων που υπαγορεύουν τους δικούς τους όρους ακόμη και στους πολιτικούς κύκλους.

6.7

Η ΕΕ οφείλει να σημειώσει πρόοδο προς την κατεύθυνση της ρύθμισης του ανταγωνισμού και της διαφάνειας προκειμένου να καταστήσει το οικονομικό σύστημα περισσότερο ανταγωνιστικό και διαφανές. Η ρύθμιση του ανταγωνισμού και η διαφάνεια αποτελούν πλέον αναπόδραστο στόχο της Ένωσης προκειμένου να καταστήσει περισσότερο ανταγωνιστικό και πιο διαφανές το οικονομικό σύστημά της. Οι νίκες έναντι της Microsoft και της WW συνιστούν ενθαρρυντικό προηγούμενο προς όφελος του ανταγωνισμού, παρότι μόνον αυτό δεν είναι αρκετό. Απαιτείται, συγχρόνως, να προβλεφθούν αποτελεσματικότερα μέτρα για τον περιορισμό του αντικτύπου και των συνεπειών επί της απασχόλησης, επενδύσεις και μέτρα ικανά να προσδώσουν δυναμισμό στο οικονομικό σύστημα με στόχο τη δημιουργία περισσότερων ευκαιριών για τους εργαζομένους και τους νέους και, επομένως, με λιγότερη ανάγκη για «προστασία». Πράγματι, το γεγονός ότι τα τελευταία δεδομένα σχετικά με την οικονομική ανάπτυξη της Ευρώπης δεν είναι ενθαρρυντικά (βλέπε την ανακοίνωση της Επιτροπής) οφείλεται, εκτός από την ισχύ του ευρώ, στον ελλιπή ανταγωνισμό μεταξύ επιχειρήσεων και στην «προστασία» που απολαμβάνουν πολλές εξ αυτών. Η διάλυση των μονοπωλίων των επιχειρήσεων, που άρχισε μετά τη θέσπιση της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης, είναι «καταδικασμένη» να επιτύχει, διότι αν δεν επιτύχει, τα συμφέροντα των πολιτών θα ζημιωθούν από την αποδιοργάνωση και την ενδεχόμενη εκ νέου εισαγωγή δημόσιων πόρων για την επιβίωση των δικτύων, όπως συνέβη στην περίπτωση των Βρετανικών Σιδηροδρόμων.

6.8

Η ανταλλαγή απόψεων σχετικά με αυτή τη δέσμη μέτρων δεν μπορεί να περιοριστεί στο πλαίσιο των θεσμικών κύκλων ή μεταξύ των ειδικών. Η Επιτροπή και η ΕΟΚΕ πρέπει να φέρουν την ανταλλαγή απόψεων προς τα έξω, να την καταστήσουν ανοικτή στη συμμετοχή των πολιτών-καταναλωτών, των εργαζομένων και των επιχειρήσεων προκειμένου να αποφευχθεί να είναι οι —συχνά μονοπωλιακές— επιχειρήσεις του κλάδου οι μόνες που επηρεάζουν τις αποφάσεις (Θα μπορούσε παραδείγματος χάρη να δημιουργηθεί ένα κατάλληλο ιστολόγιο (blog) για τους πολίτες, να πραγματοποιηθούν ανοικτές ακροάσεις στην πλειονότητα των κρατών μελών, σε ορισμένες ευρωπαϊκές πόλεις, και να εκτεθούν τα αποτελέσματα σε μια μεγάλη δημόσια διάσκεψη σε κοινοτικό επίπεδο.). Επίσης, ο έλεγχος λειτουργίας των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών οργανισμών που εφαρμόζεται από την Επιτροπή θα πρέπει να έχει πιο δημοκρατικό χαρακτήρα και να επιβεβαιώνεται από τον αντίστοιχο έλεγχο που διενεργεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

7.   Ειδικές παρατηρήσεις

7.1

Διαχωρισμός της ιδιοκτησίας των δραστηριοτήτων προμήθειας και παραγωγής από τη διαχείριση του δικτύου (ownership unbundling). Η εφαρμογή των εν λόγω μέτρων αποτελεί αναγκαία συνθήκη για τον περιορισμό των φραγμών που παρακωλύουν την είσοδο στην αγορά. Στόχος είναι να ανασταλεί η δυνατότητα των ολοκληρωμένων επιχειρήσεων, οι οποίες αναπτύσσουν πολλές από τις δραστηριότητες του κλάδου, να προβαίνουν σε «μεταφορά» μέρους του κόστους των δραστηριοτήτων που έχουν απελευθερωθεί εις βάρος των κανονιστικά ρυθμιζόμενων δραστηριοτήτων, αποκτώντας κατ' αυτόν τον τρόπο ένα αδικαιολόγητο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των επιχειρήσεων που ασκούν αποκλειστικά και μόνον δραστηριότητες υποκείμενες σε ανταγωνισμό. Τα κράτη μέλη έχουν υιοθετήσει ανομοιογενώς τις οδηγίες για την αγορά φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, επιτρέποντας σε ορισμένες περιπτώσεις τη δημιουργία επιχειρήσεων παραγωγής και προμήθειας, καθώς και κάθετα ολοκληρωμένων εταιρειών διαχείρισης των δικτύων μεταφοράς.

7.2

Έμπρακτη ενίσχυση των εξουσιών των εθνικών ρυθμιστικών αρχών οι οποίες, αφενός, εγγυώνται την ουδέτερη διαχείριση τόσο των δικτύων όσο και γενικότερα των υποδομών που τελούν υπό διαχείριση βάσει παραχώρησης της εκμετάλλευσής τους και, αφετέρου, διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο όσον αφορά την απελευθέρωση (μεταφορά, διανομή και μέτρηση στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας· μεταφορά, διανομή, μέτρηση, αποθήκευση και επαναεριοποίηση στον τομέα του φυσικού αερίου).

7.3

Καθοριστικός ρόλος του Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας για τον έλεγχο της δράσης των ανεξάρτητων εθνικών οργανισμών. Η σύσταση ενός υπερεθνικού ρυθμιστικού οργανισμού, με εξουσίες εποπτείας των ενεργειών των μεμονωμένων ενδιαφερομένων χωρών, θα ευνοούσε την ανάληψη μιας δεόντως καθορισμένης δράσης κανονιστικής συνεργασίας, περιορίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο την ανομοιογένεια ανάμεσα στις προοπτικές του συνόλου της ΕΕ και σε εκείνες των μεμονωμένων χωρών, προς όφελος λύσεων προσανατολισμένων στην ενοποίηση της αγοράς ενέργειας.

7.4

Καθιέρωση διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς οι οποίοι να είναι ανεξάρτητοι από το σύστημα παραγωγής και να συνεργάζονται μεταξύ τους για την αποτελεσματική διαχείριση των προβλημάτων μεταφοράς. Οι διαχειριστές του συστήματος μεταφοράς κάθετα ολοκληρωμένων επιχειρήσεων τείνουν πράγματι να επιδεικνύουν προτίμηση στις συνδεδεμένες επιχειρήσεις, γεγονός το οποίο προξενεί σοβαρό έλλειμμα ενημέρωσης στους νέους ανταγωνιστές. Οι επενδύσεις που πραγματοποιούνται στο εσωτερικό άκρως ολοκληρωμένων επιχειρήσεων είναι συχνά αποκλίνουσες, δεδομένου ότι μια κυρίαρχη επιχείρηση δεν έχει κανένα συμφέρον να βελτιώσει το δίκτυο, εφόσον κάτι τέτοιο θα απέβαινε κατ' εξοχήν προς όφελος των ανταγωνιστριών επιχειρήσεων. Ο ρητός και ουσιαστικός διαχωρισμός των διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς θα παρείχε τις ίδιες εγγυήσεις πρόσβασης στα δίκτυα σε όλες τις επιχειρήσεις διανομής και θα καθιστούσε δυνατή την υλοποίηση των τεχνολογικών βελτιώσεων που είναι απαραίτητες για την εξασφάλιση αποτελεσματικότερης διαχείρισης και, σε τελική ανάλυση, χαμηλότερων τιμών για τους χρήστες.

7.5

Προαγωγή της διαφάνειας και της πρόσβασης στις αγορές, με στόχο να αυξηθεί η ρευστότητα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου. Παρατηρείται έλλειψη ενημέρωσης σχετικά με την αξιοπιστία και την έγκαιρη αντίδραση στο πλαίσιο της αγοράς (μεταξύ των ενδιαφερομένων φορέων του κλάδου). Η πληροφοριακή ασυμμετρία μεταξύ των κυρίαρχων επιχειρήσεων και των ανταγωνιστριών τους είναι έντονη. Η βελτίωση της διαφάνειας θα ελαχιστοποιούσε τους κινδύνους εισόδου για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά και, συγχρόνως, θα βελτίωνε την εμπιστοσύνη στις αγορές χονδρικής και, άρα, στις ενδείξεις των τιμών. Είναι εντούτοις απαραίτητο να εξασφαλιστεί μια ορισμένη ομοιογένεια/αντιστοιχία των πληροφοριών προκειμένου να μην παρέχονται περιθώρια για συγκεχυμένες ερμηνείες οι οποίες ζημιώνουν την επίτευξη πραγματικής διαφάνειας στην αγορά, χωρίς ποτέ να υποτιμάται η σημασία της εμπιστευτικότητας των στρατηγικών/εμπορικών πληροφοριών των επιχειρήσεων.

7.6

Εξασφάλιση της διάθεσης των πληροφοριών σε όλους τους φορείς της αγοράς, με στόχο τη δημιουργία κλίματος εμπιστοσύνης και την προώθηση της ορθής ανάπτυξης της αγοράς. Πολυάριθμοι φορείς επιδεικνύουν ελάχιστη εμπιστοσύνη στο μηχανισμό σχηματισμού των τιμών. Οι συμβάσεις εισαγωγής φυσικού αερίου συνάπτονται με βάση δείκτες τιμών που διαμορφώνονται σύμφωνα με ένα «καλάθι» αντιπροσωπευτικών προϊόντων παραγώγων του πετρελαίου, με αποτέλεσμα οι τιμές να ακολουθούν απαρέγκλιτα τις εξελίξεις των αγορών πετρελαίου. Η σχέση αυτή έχει αντίκτυπο στις τιμές χονδρικής οι οποίες δεν καθορίζονται σύμφωνα με το μηχανισμό της ζήτησης και της προσφοράς, εις βάρος της διασφάλισης της προμήθειας (προσφοράς). Στην περίπτωση των μακροπρόθεσμων συμβάσεων εισαγωγής, δεν παρατηρείται κάποια σαφής τάση για τη διαμόρφωση μηχανισμών σχηματισμού των τιμών βασισμένων στη δυναμική της αγοράς.

7.7

Καθορισμός εξαιρετικά λεπτομερών απαιτήσεων για τη διασφάλιση διαφάνειας σχετικά με την παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου. Θεωρείται απαραίτητη η παροχή επακριβούς πληροφόρησης σχετικά με τις βραχυπρόθεσμες προβλέψεις της ζήτησης και της προσφοράς. Οι εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει να τηρούνται από τους διάφορους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας και, άρα, η ενίσχυση των εξουσιών των εθνικών ρυθμιστικών αρχών καθίσταται αναγκαία.

7.8

Δημιουργία αγορών παράγωγων μέσων. Τα παράγωγα μέσα αντιπροσωπεύουν μια αποτελεσματική οδό για τη διαχείριση του κινδύνου από πλευράς τιμών και συγχρόνως αποτελούν έναν φυσιολογικό τρόπο ανάπτυξης των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου. Ενώ στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας πραγματοποιούνται, άμεσα ή έμμεσα, διαπραγματεύσεις συμβάσεων επί παραγώγων και έχουν επομένως ήδη αναληφθεί προσπάθειες για την επίτευξη ομοιογένειας, εξακολουθεί να απαιτείται περαιτέρω βελτίωση. Στην ευρωπαϊκή αγορά φυσικού αερίου επικρατεί καταφανής ανομοιογένεια· πράγματι, ενώ σε ορισμένες αγορές παρατηρείται ικανοποιητικός βαθμός απελευθέρωσης (π.χ. στο Ηνωμένο Βασίλειο), σε άλλες δεν υπάρχει ακόμη ούτε καν υποκείμενη αγορά για το φυσικό αέριο (π.χ. στην Ιταλία).

7.9

Κανονιστική ρύθμιση των χώρων αποθήκευσης (ή των κοιτασμάτων), με στόχο να διασφαλίζεται ότι όλα τα αποθηκευτικά μέσα που είναι διαθέσιμα σε τρίτα μέρη προσφέρονται στην αγορά κατά τρόπο αμερόληπτο και διαφανή, αποθαρρύνοντας την αποθησαύριση δυναμικότητας.

7.10

Διαμόρφωση δημοσιοποιημένων και ενιαίων κριτηρίων για τον προσδιορισμό του χρόνου και του τρόπου εφαρμογής της πρόσβασης τρίτων μερών στην αποθηκευτική δυναμικότητα που προσφέρεται στην αγορά.

7.11

Θέσπιση διαφανών και αναλυτικών κανόνων όσον αφορά την πρόσβαση σε τερματικούς σταθμούς υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), οι οποίοι να επιτρέπουν τον προσδιορισμό των εξαιρούμενων υποδομών. Το ζητούμενο είναι η διαμόρφωση ενδεδειγμένων κανόνων εφαρμογής για τη διαδικασία που ονομάζεται «open season» (διαδικασία ελεύθερης κάλυψης της δυναμικότητας εντός ορισμένης περιόδου). Η εν λόγω διαδικασία —η οποία προβλέπει την καθιέρωση ενός μηχανισμού κρατήσεων δυναμικότητας πριν από τη δημιουργία της δυναμικότητας αυτής— θα μπορούσε να αποδειχθεί ανεπαρκής για την εξασφάλιση μεγαλύτερου ανοίγματος της αγοράς στους ενδιαφερομένους φορείς, δεδομένου ότι στο πλαίσιο αυτής της συγκεκριμένης διαδικασίας επιβάλλεται ούτως ή άλλως να εκχωρηθεί η ικανότητα μεταφοράς στα εθνικά δίκτυα μεταφοράς κατά προτεραιότητα στην επιχείρηση που κατασκευάζει τον αγωγό αερίου ή τον τερματικό σταθμό LNG και στην οποία έχει χορηγηθεί εξαίρεση. Επιπλέον, πρόσθετο εμπόδιο για την ανάπτυξη του ανταγωνισμού στην αγορά εφοδιασμού θα μπορούσε να αποτελέσει η διαδικασία ανάθεσης του υπόλοιπου μεριδίου που αντιστοιχεί σε 20 %, διαδικασία η οποία παρέχει προτίμηση στους φορείς που δεσμεύονται να καλύψουν το εν λόγω μερίδιο με συμβάσεις μακράς διαρκείας, αποβαίνοντας συνεπώς εις βάρος τόσο της αγοράς άμεσης παράδοσης (spot) όσο και της ευελιξίας των δραστηριοτήτων προμήθειας.

7.12

Υπόδειξη μακροχρόνιων κατάντη διμερών συμφωνιών προμήθειας οι οποίες να είναι συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο περί ανταγωνισμού. Ο βαθμός ανταγωνισμού στο επίπεδο της αγοράς λιανικής είναι εξαιρετικά περιορισμένος. Η συσσωρευτική επίδραση των συμβάσεων μακράς διαρκείας, των συμβάσεων απεριορίστου χρόνου, των συμβάσεων με ρήτρες σιωπηρής ανανέωσης και των πολυετών περιόδων απόσβεσης μπορεί να αποδειχθεί βασική τροχοπέδη για την ανταγωνιστικότητα. Οι συμβατικοί δεσμοί που συνδέουν για μεγάλο χρονικό διάστημα τους βιομηχανικούς πελάτες και τους κυρίαρχους (incumbent) παραγωγούς διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Ωστόσο, τα αιτήματα για μια πιο ανταγωνιστική προσφορά πληθαίνουν εκ μέρους εκείνων που δεν κατέχουν κυρίαρχη θέση, ενώ παρατηρείται απουσία πανευρωπαϊκής προσφοράς προμήθειας, η οποία χρήζει προσεκτικής εξέτασης. Το υφιστάμενο επίπεδο ανταγωνισμού (λίγοι υποβάλλοντες προσφορά) δεν είναι διόλου ικανοποιητικό σε ορισμένα κράτη μέλη στα οποία παρατηρούνται υψηλά επίπεδα συγκέντρωσης (Αυστρία, Βέλγιο). Οι περιορισμοί όσον αφορά τον τρόπο κατά τον οποίο οι καταναλωτές μπορούν να εφοδιαστούν με το φυσικό αέριο που τους διατίθεται, σε συνδυασμό με τις περιοριστικές πρακτικές των προμηθευτών στα σημεία παράδοσης, προκαλούν ουκ ολίγες ανησυχίες σχετικά με τον ανταγωνισμό.

7.13

Τόνωση της αγοράς λιανικής στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου με στόχο την απτή υλοποίηση της διαδικασίας απελευθέρωσης. Οι πολίτες της ΕΕ θα είναι σε θέση να επωφεληθούν από το σύστημα του ανταγωνισμού μόνον με την καθιέρωση μιας πραγματικής αγοράς λιανικής. Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται η θέσπιση απλοποιημένων κανόνων πρόσβασης στην αγορά οι οποίοι να καθιστούν δυνατή τη συμμετοχή των μικρών παραγωγών και διανομέων σε αυτήν, κατά τρόπο ώστε να τονωθεί η ρευστότητα και να επιτευχθούν πιο ανταγωνιστικές τιμές. Η διασφάλιση της ρευστότητας θεωρείται κεφαλαιώδους σημασίας για τη μεγιστοποίηση της εμπιστοσύνης των φορέων έναντι του σχηματισμού των τιμών τόσο στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας όσο και στους κόμβους διαπραγμάτευσης του φυσικού αερίου, δεδομένου ότι κατ' αυτόν τον τρόπο καθίσταται δυνατή —ιδιαίτερα στην περίπτωση του αερίου— η αποδέσμευση από τα προϊόντα πετρελαίου.

7.14

Η απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο για την ευαισθητοποίηση των επιχειρήσεων και των πολιτών προς μορφές «ευφυούς» εγχώριας κατανάλωσης που ενδείκνυνται για τη συγκράτηση των δαπανών και τον έλεγχό τους. Προς το σκοπό αυτό απαιτείται η εκπαίδευση των καταναλωτών όσον αφορά τις επί του παρόντος διαθέσιμες πηγές ενέργειας και τις εναλλακτικές πηγές ενέργειας (ανανεώσιμες πηγές ενέργειας), προκειμένου να συνειδητοποιήσουν τη ζωτική σημασία που έχει πλέον το αγαθό αυτό λόγω της σπανιότητάς του. Η προσφορά εξατομικευμένων συμβάσεων στους τελικούς πελάτες βάσει της κατανάλωσής τους, καθίσταται απολύτως αναγκαία από την άποψη τόσο της εξοικονόμησης ενέργειας όσο και του κόστους.

7.15

Ως υπεύθυνοι καταναλωτές, οι πολίτες θα πρέπει να είναι επίσης ενήμεροι όσον αφορά την τήρηση των κανόνων εκ μέρους των ρυθμιστικών οργάνων, καθώς και όσον αφορά τις δυνητικές καταχρήσεις τους, προκειμένου να είναι σε θέση να προασπίσουν τα δικαιώματά τους, κυρίως μέσω των ενώσεων για την προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών.

7.16

Η κάλυψη της ζήτησης πρέπει να εξασφαλίζεται ακόμη και σε περιόδους αιχμής. Στην περίπτωση της ηλεκτρικής ενέργειας, τούτο θέτει το πρόβλημα της δυναμικότητας ηλεκτροπαραγωγής, των διαστάσεων του δικτύου μεταφοράς και της μεταφοράς της ενέργειας μέσω του δικτύου· στην περίπτωση του αερίου, χρειάζεται να εξασφαλιστεί επαρκής δυναμικότητα εισαγωγής και αποθήκευσης. Είναι εντούτοις γνωστό τοις πάσι ότι η δυναμικότητα εισαγωγής είναι εξαιρετικά περιορισμένη, από τη στιγμή που η μεταφορά δυναμικότητας εξασφαλίζεται από τους κυρίαρχους (incumbent) φορείς μέσω πολυετών συμβάσεων κράτησης, με διάρκεια ακόμη και άνω των είκοσι ετών. Αυτό σημαίνει ότι τα νέα σχέδια και τα σχέδια αναδιάρθρωσης/επέκτασης των υποδομών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου (αγωγών αερίου) απαιτείται να προωθηθούν τάχιστα τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Μείζονος σημασίας θεωρούνται οι εγκαταστάσεις επαναεριοποίησης οι οποίες διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο, ιδιαίτερα στην περιοχή της Μεσογείου, για τη σύνδεση με τις κυριότερες χώρες παραγωγούς του εν λόγω φυσικού πόρου (Λιβύη, Αλγερία).

7.17

Ενδυνάμωση της αλληλεγγύης: οι χώρες της ΕΕ απαιτείται να προωθήσουν, τόσο σε περιφερειακό όσο και σε διμερές επίπεδο, μια συμφωνία συνεργασίας, αλληλοβοήθειας και αμοιβαίας συνεργασίας, σε περίπτωση που μια εξ αυτών θα αντιμετώπιζε πρόβλημα ενεργειακού ελλείμματος για διαφόρους λόγους για τους οποίους η ίδια δεν φέρει άμεσα ουδεμία ευθύνη.

Βρυξέλλες, 22 Απριλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Βλέπε τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Ανακοίνωση της Επιτροπής — Προς έναν ευρωπαϊκό χάρτη δικαιωμάτων των καταναλωτών ενέργειας», CESE 71/2008.


19.8.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 211/31


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών — Μια ολοκληρωμένη θαλάσσια πολιτική για την Ευρωπαϊκή Ένωση»

COM(2007) 575 τελικό

(2008/C 211/07)

Στις 10 Οκτωβρίου 2007, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την:

«Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών — Μια ολοκληρωμένη θαλάσσια πολιτική για την Ευρωπαϊκή Ένωση».

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκαν οι προπαρασκευαστικές εργασίες της ΕΟΚΕ για το θέμα, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 4 Απριλίου 2008. Εισηγήτρια ήταν η Δρ. Μπρεδήμα και συνεισηγητής ο κ. Chagas.

Κατά την 444η σύνοδο ολομέλειάς της, της 22ας και 23ης Απριλίου 2008 (συνεδρίαση της 22ας Απριλίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 152 ψήφους υπέρ, και 4 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ εκτιμά την εξαίρετη διαδικασία διαβουλεύσεων που διεξήχθηκαν σχετικά με την πράσινη βίβλο «Προς μια μελλοντική θαλάσσια πολιτική για την Ένωση: Ένα ευρωπαϊκό όραμα για τους ωκεανούς και τις θάλασσες» (1) και συνέβαλε ενεργά σ' αυτή με γνωμοδότηση που υιοθέτησε για το θέμα και τη συμμετοχή της σε δυο διασκέψεις.

1.2

Η ανακοίνωση τονίζει τη σημασία του ανθρώπινου παράγοντα στο ναυτιλιακό κλάδο. Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τη συμφωνία των κοινωνικών εταίρων (ETF/ECSA) (2), αναφορικά με την ενσωμάτωση διατάξεων της σύμβασης ναυτικής εργασίας 2006 της ΔΟΕ (3) στην κοινοτική νομοθεσία και λαμβάνει υπό σημείωση τις προτάσεις για την ταχεία εφαρμογή της Σύμβασης στην ΕΕ. Εκφράζει την επιθυμία της για μια όσο το δυνατόν ενωρίτερη παγκόσμια εφαρμογή προτύπων ναυτικής εργασίας, τα οποία θα διασφαλίζουν ισότιμες συνθήκες εργασίας για όλους τους ναυτικούς, σύμφωνα με τη σύμβαση. Εξίσου σημαντικό είναι να κυρώσουν τα κράτη μέλη τα διεθνή μέσα που αφορούν τον τομέα της αλιείας, συμπεριλαμβανομένης της σύμβασης αλιείας 2007 της ΔΟΕ.

1.3

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την αναθεώρηση των εξαιρέσεων που επηρεάζουν τους ναυτικούς και αλιείς από την κοινοτική εργατική νομοθεσία σε στενή συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους και ζητά διασαφηνίσεις αναφορικά με το πιστοποιητικό θαλάσσιας αριστείας. Θα πρέπει επίσης να εξεταστεί το ενδεχόμενο θέσπισης ενός υποχρεωτικού συστήματος πιστοποίησης για τις ενδοευρωπαϊκές τακτικές υπηρεσίες πορθμείων.

1.4

Το πλωτό πανεπιστήμιο προσφέρει μια θαλάσσια εμπειρία στους προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές, οι οποίοι συμμετέχουν στο ταξίδι του. Η σύλληψη ενός πλωτού, ωκεανοπόρου πανεπιστημιακού χώρου συνάδει με τις ευρύτερες τάσεις και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω από την Επιτροπή, στα πλαίσια της προσπάθειας προσέλκυσης υψηλά καταρτισμένων φοιτητών σε μια επαγγελματική σταδιοδρομία στη θάλασσα (4). Ο τρόπος ζωής των πληρωμάτων στα πλοία χρήζει επείγουσας αντιμετώπισης και περαιτέρω εξέτασης από τους κοινωνικούς εταίρους της ΕΕ.

1.5

Όσον αφορά την αντιμετώπιση των θαλασσίων ατυχημάτων, η μελλοντική ευρωπαϊκή πολιτική θα πρέπει να στηρίζεται στις εξής δυο παραμέτρους:

Τα παράκτια κράτη θα οφείλουν να τηρούν τις υποχρεώσεις τους στην αλυσίδα των ευθυνών όσον αφορά την ασφάλεια στη θάλασσα και την προστασία του περιβάλλοντος. Αυτό θα απαιτήσει αυστηρότερες διατάξεις σχετικά με τα νηολόγια, αποτελεσματική επαγρύπνηση, και δίκτυο αρωγής με τη βοήθεια συστήματος εντοπισμού σκαφών μέσω δορυφόρου και επαρκώς εξοπλισμένες θαλάσσιες και εναέριες περιπολίες.

Η πρόληψη ατυχημάτων στη θάλασσα δεν θα πρέπει να μεροληπτεί κατά του ανθρώπινου παράγοντα με την ανάθεση αδικαιολόγητων ευθυνών στους ναυτικούς. Θα πρέπει να βασίζεται σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα το οποίο μειώνει τις πιθανότητες ανθρώπινου σφάλματος (του κυβερνήτη και του πληρώματος) μέσω σύγχρονων ηλεκτρονικών συσκευών και εξοπλισμού ασφαλείας επί των σκαφών. Ένα σύστημα κανόνων ναυτικού δικαίου θα πρέπει να καθορίζει δίκαια και σαφώς τις ευθύνες των ναυτικών, της παράκτιας παρακολούθησης, των νηολογίων, και των ναυτιλιακών αρχών.

1.6

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι ο ναυτιλιακός κλάδος χρησιμοποιεί καύσιμα χαμηλής ποιότητας διότι τα διυλιστήρια πετρελαίου δεν διαθέτουν πετρέλαιο καλύτερης ποιότητας. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να πραγματευτεί το θέμα της ποιότητας των καυσίμων προκειμένου να επιλυθεί το θέμα των της ατμοσφαιρικής ρύπανσης που προκαλείται από τα σκάφη.

1.7

Η ανακοίνωση και το σχέδιο δράσης εξακολουθούν να παραβλέπουν το σημαντικό μερίδιο ευθύνης των σκαφών αναψυχής στη ρύπανση των θαλασσών, λαμβανομένης ιδιαίτερα υπόψη της ευαισθησίας των παρακτίων ακτών, όπου κατά κύριο λόγο πλέουν τα εν λόγω σκάφη (5). Το περιβαλλοντικό πρόβλημα της θαλάσσιας ρύπανσης επιδεινώνεται εξάλλου εξαιτίας των δραστηριοτήτων των πολεμικών πλοίων — που εξαιρούνται από το πεδίο δράσης της κοινοτικής νομοθεσίας.

1.8

Η ρύπανση των ποταμών και των θαλασσών (Βαλτική και Εύξεινος Πόντος) από χερσαίες πηγές αποτελεί θέμα για το οποίο θα πρέπει να ενταθούν οι προσπάθειες της ΕΕ. Για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, τα προβλήματα πρέπει να αντιμετωπιστούν σε πολυμερές παρά σε διμερές επίπεδο.

1.9

Η ΕΕ πρέπει να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο διεθνώς όσον αφορά την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών ζητημάτων. Υπάρχει περιθώριο για ενισχυμένη συνεργασία και συντονισμό των κρατών μελών της ΕΕ στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ατομική τους συμμετοχή. η εμπειρογνωμοσύνη που προσφέρουν τα κράτη μέλη της ΕΕ στους διεθνείς οργανισμούς (όπως ο ΔΝΟ και η ΔΟΕ) χαίρει μεγάλης υπόληψης και αυτό δεν πρέπει να υπονομευθεί, αλλά να ενισχυθεί.

1.10

Σε σχέση με τον 'Ευρωπαϊκό χώρο θαλάσσιων μεταφορών χωρίς σύνορα, η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει το πλεονέκτημα ότι τούτο έχει επιβεβαιωθεί κατ' ουσία ως ιδεατή θαλάσσια περιοχή. Σύμφωνα με τις απόψεις της ΕΟΚΕ, η ανακοίνωση τονίζει ότι η έννοια αφορά μόνο την απλοποίηση των διοικητικών και τελωνειακών διατυπώσεων και των συναλλαγών στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς της ΕΕ.

1.11

Η ΕΟΚΕ επικροτεί το συμβολικό μήνυμα της ανακοίνωσης ότι η Ευρώπη είναι και πάντα ήταν θαλάσσιο έθνος. Ωστόσο, ακόμη αναμένει τα συγκεκριμένα μέτρα που απαιτούνται για τη θέση της σε εφαρμογή.

1.12

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει το ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει στην εφαρμογή της θαλάσσιας πολιτικής και χωροταξίας του θαλάσσιου χώρου, στην προώθηση της θαλάσσιας ταυτότητας και της θαλάσσιας πολιτιστικής κληρονομιάς της ΕΕ και στην ευαισθητοποίηση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης σχετικά με την πλανητική θέρμανση.

1.13

Η ΕΟΚΕ επικροτεί τις προτάσεις σχετικά με το ευρωπαϊκό δίκτυο θαλάσσιου ελέγχου και τη βελτίωση της συνεργασίας των ακτοφυλακών των κρατών μελών. Παρόμοια μέτρα θα βελτιώσουν τη θαλάσσια ασφάλεια και προστασία, τον έλεγχο της αλιείας, τον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων, και θα προστατεύσουν το θαλάσσιο περιβάλλον.

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει ότι, για να ενισχυθεί η ασφάλεια, θεωρείται σκόπιμο να συναφθούν διμερείς συμφωνίες νηοψίας με τρίτες χώρες. Επίσης, απευθύνει άμεση έκκληση να αναληφθεί δράση από την ΕΕ για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα του πολλαπλασιασμού των κρουσμάτων ένοπλης ληστείας και πειρατείας σε βάρος εμπορικών πλοίων στη θαλάσσια περιοχή της νοτιοανατολικής Ασίας και της Αφρικής.

2.   Εισαγωγή

2.1

Η παρούσα ανακοίνωση με θέμα μια ολοκληρωμένη θαλάσσια πολιτική για την Ευρωπαϊκή Ένωση και το σχέδιο δράσης το οποίο τη συνοδεύει, που προβλέπουν την κατάρτιση 29 ειδικών δράσεων στο μέλλον, λαμβάνουν υπόψη τις απόψεις που εξέφρασαν τα κοινοτικά όργανα και τα ενδιαφερόμενα μέρη όσον αφορά την πράσινη βίβλο.

2.2

Ο άνευ προηγουμένου γύρος διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο της πράσινης βίβλου ολοκληρώθηκε με μια ευρεία συναίνεση σχετικά με την ανάγκη για μια ολιστική, ολοκληρωμένη, διατομεακή, και στρατηγική προσέγγιση έναντι των ωκεανών. Ο σκοπός της αντικατάστασης του κατακερματισμού, ο οποίος συχνά οδηγεί σε μη ηθελημένες συνέπειες, με ένα ευρύ όραμα είναι επιδοκιμαστέος και άξιος υποστήριξης.

2.3

Η ΕΟΚΕ επικροτεί το συμβολικό μήνυμα της ανακοίνωσης ότι η Ευρώπη είναι και πάντα ήταν θαλάσσιο έθνος. Τα 29 μέτρα του σχεδίου δράσης υποστηρίζονται όλα (υπό ορισμένες προϋποθέσεις) αλλά δεν επαρκούν.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1   Περιβαλλοντικές πτυχές

3.1.1

Η ΕΟΚΕ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη διατήρηση της ακεραιότητας του θαλάσσιου περιβάλλοντος, όπως επίσης στο γεγονός ότι πρέπει να διασφαλισθεί ότι το συνολικό φάσμα των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων και παρεμβάσεων που επηρεάζουν το θαλάσσιο περιβάλλον δεν θα οδηγήσει στη σταδιακή υποβάθμισή του.

3.1.2

Η ΕΟΚΕ επικροτεί τα σχέδια της Επιτροπής να εστιάσει τις προσπάθειες στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της διεθνούς συνεργασίας, στη βελτίωση της ολοκλήρωσης της πολιτικής, στην εφαρμογής της ισχύουσας νομοθεσίας, και στην ενθάρρυνση των περιβαλλοντικών τεχνολογιών (6ο πρόγραμμα δράσης της κοινότητας για το περιβάλλον — 6EAP). Πρέπει να δοθεί έμφαση στη σύμβαση για την πρόληψη της θαλάσσιας ρύπανσης από χερσαίες πηγές (6).

3.1.3

Η συγκέντρωση του CO2 στην ατμόσφαιρα, και άλλων αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, που οφείλεται στις υπερβολικές εκπομπές έχει ήδη ως συνέπεια την μεγαλύτερη απορρόφηση του CO2 από τους ωκεανούς και η διαδικασία αυτή προβλέπεται να συνεχίσει. Η επακόλουθη οξύτητα των ωκεανών ενδέχεται να εντείνει την πίεση στο θαλάσσιο περιβάλλον. Η έρευνα στις θαλάσσιες επιπτώσεις πρέπει να ενταθεί περισσότερο παράλληλα με την ανάπτυξη οικολογικών μεθόδων επαναρρόφησης του CO2. Επιπλέον, οι θαλάσσιες ενεργειακές πηγές θα είναι σημαντικές για την διαφοροποίηση του ενεργειακού εφοδιασμού της Ευρώπης.

3.1.4

Η ανακοίνωση εξακολουθεί να παραβλέπει το σημαντικό μερίδιο ευθύνης των σκαφών αναψυχής στη ρύπανση των θαλασσών, ιδιαίτερα λαμβανομένης υπόψη της ευαισθησίας των παρακτίων χωρών, όπου κατά κύριο λόγο πλέουν τα εν λόγω σκάφη (7). Εξάλλου, το πρόβλημα της ρύπανσης του θαλασσίου περιβάλλοντος επιδεινώνεται από τις δραστηριότητες των πολεμικών πλοίων —που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας— και οι οποίες καθίστανται ολοένα και πιο επιβλαβείς για το περιβάλλον και τον τουρισμό.

3.1.5

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι ο ναυτιλιακός κλάδος χρησιμοποιεί καύσιμα χαμηλής ποιότητας διότι τα διυλιστήρια πετρελαίου δεν διαθέτουν πετρέλαιο καλύτερης ποιότητας. Υποστηρίζει πρωτοβουλίες σε σφαιρική βάση για την αντιμετώπιση της ποιότητας των καυσίμων (8) προκειμένου να εξευρεθεί λύση για το θέμα των ατμοσφαιρικών εκπομπών των πλοίων.

3.1.6

Η θαλάσσια και ατμοσφαιρική ρύπανση, ανεξαρτήτως προέλευσης, υποβαθμίζουν το θαλάσσιο περιβάλλον και έχουν αντίκτυπο στην υγεία, την κοινωνία και την οικονομία. Υπάρχουν επαρκή μέτρα για τον έλεγχο και τον μετριασμό της θαλάσσιας ρύπανσης που προκαλούν τα πλοία, συμπεριλαμβανομένων προστίμων εις βάρος των ρυπαινόντων, και θα πρέπει να εφαρμόζονται με αυστηρότητα. Εντούτοις, δεν υπάρχει ένα ανάλογο πλαίσιο για την αντιμετώπιση της ρύπανσης των θαλασσών και των ποταμών, που οφείλεται σε άλλες αιτίες (π.χ. σε βιομηχανικές, αστικές ή αγροτικές δραστηριότητες). Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ανησυχία ότι, εάν δεν ληφθεί συνολική και αποτελεσματική δράση, διακυβεύεται η υγεία του παραθαλάσσιου και θαλάσσιου τουρισμού, της μεγαλύτερης δηλαδή βιομηχανίας της Ευρώπης, που σχετίζεται με τη θάλασσα. Μια τέτοια δράση θα βοηθήσει εξάλλου στη διατήρηση του όγκου και της ποικιλίας των ζωντανών οργανισμών του θαλάσσιου περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένων των ιχθυαποθευμάτων.

3.1.7

Η ΕΟΚΕ τονίζει την ανάγκη για διαπραγμάτευση διμερών συμφωνιών μεταξύ της ΕΕ και των χωρών της Νότιας Μεσογείου στο πλαίσιο των ετησίων προγραμμάτων δράσης πολιτικής γειτονίας. Οι συμφωνίες θα διασφαλίσουν ότι ενεχόμενες τρίτες χώρες θα μοιραστούν την ευθύνη με τα κράτη μέλη της ΕΕ προκειμένου να διατηρηθούν οι θάλασσες καθαρές διαμέσου του ελέγχου των ατμοσφαιρικών εκπομπών και των απορρίψεων αποβλήτων στους ποταμούς τους (π.χ. Δέλτα του Νείλου). Απώτερος σκοπός είναι η διατήρηση της κοινής κληρονομιάς της Μεσογείου.

3.2   Κοινωνικές πτυχές

3.2.1

Η ανακοίνωση τονίζει τη σημασία του ανθρώπινου παράγοντα στο ναυτιλιακό κλάδο. Κατά την αναζήτηση εντούτοις της σωστής ισορροπίας μεταξύ της οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής διάστασης μιας βιώσιμης συνολικής θαλάσσιας πολιτικής στο σχέδιο δράσης, θα πρέπει να δοθεί η δέουσα προσοχή στην κοινωνική διάσταση.

3.2.2

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τη συμφωνία των κοινωνικών εταίρων (ETF/ECSA) για την ενσωμάτωση ορισμένων διατάξεων της σύμβασης ναυτικής εργασίας 2006 της ΔΟΕ στην κοινοτική νομοθεσία. Εκφράζει την επιθυμία για παγκόσμια εφαρμογή των προτύπων ναυτικής εργασίας για να διασφαλισθούν με τη σύμβαση ίσοι όροι ανταγωνισμού για όλους τους ναυτικούς το συντομότερο δυνατόν. Είναι εξίσου σημαντικό να κυρώσουν τα κράτη μέλη τα διεθνή μέσα σχετικά με τον αλιευτικό τομέα συμπεριλαμβανομένης της σύμβασης της ΔΟΕ για την εργασία στην αλιεία 2007.

3.2.3

Αναφορικά με την ανάπτυξη σχεδίου δράσης για τα προσόντα των ναυτικών της ΕΕ, η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή EESC στο θέμα της επανεξέτασης της συνθήκης STCW του ΔΝΟ (9) που διέπει τα γενικά πρότυπα κατάρτισης και πιστοποίησης. Οποιεσδήποτε κοινωνικές προτάσεις της ΕΕ οφείλουν να είναι συνεπείς προς το καθεστώς ΔΝΟ/ΔΟΕ.

3.2.4

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την αναθεώρηση των εξαιρέσεων που αφορούν τους ναυτικούς και τους αλιείς από την κοινοτική εργατική νομοθεσία σε στενή συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους και ζητά διευκρινίσεις σχετικά με το πιστοποιητικό θαλάσσιας αριστείας. Πρέπει να εξεταστεί η σκοπιμότητα θέσπισης ενός υποχρεωτικού πιστοποιητικού θαλάσσιας αριστείας για τις ενδοκοινοτικές υπηρεσίες πορθμείων και εθελοντικού για άλλες υπηρεσίες.

3.2.5

Η προώθηση της ναυτιλιακών σταδιοδρομιών στην ΕΕ θα καταστεί αποτελεσματική, μόνον εάν επενδυθούν οι πόροι σε υψηλότερα πρότυπα ποιότητας, ενισχύοντας έτσι τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα των ευρωπαίων ναυτικών όσον αφορά την ποιότητα και όχι το κόστος.

3.2.6

Η αυξανόμενη παγκοσμίως έλλειψη καταρτισμένων ναυτικών προκαλεί ανησυχητικές συνέπειες για την υποδομή ασφάλειας του εμπορικού ναυτικού της ΕΕ και θα ενταθεί χωρίς συντονισμένες προσπάθειες της ΕΕ και των κρατών μελών για την αντιμετώπισή της. Εάν δεν διασφαλιστεί η προσφορά, η Ευρώπη θα αντιμετωπίσει έλλειψη των γνώσεων και της τεχνογνωσίας που απαιτούνται για τις κρίσιμες για την ασφάλεια ναυτιλιακές δραστηριότητες (επιθεώρησης και εξέτασης πλοίων, δίκαιο, ασφάλειες, υπηρεσίες εξυπηρέτησης κυκλοφορίας πλοίων, διάσωση, ακτοφυλακή και υπηρεσίες πλοήγησης). Εξάλλου, ναυτιλιακοί όμιλοι μπορεί να μετεγκατασταθούν σε άλλες περιοχές. Οι συνεχιζόμενες δράσεις έχουν αποβεί ανεπαρκείς, η δε ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν προτίθεται να ασχοληθεί με το εν λόγω ζήτημα πριν το τέλος του 2009.

3.2.7

Η ΕΟΚΕ ανησυχεί λόγω των υψηλών ποσοστών εγκατάλειψης των σπουδών στις ναυτικές σε ορισμένα κράτη μέλη σχολές και την πρόωρη αποχώρηση από τη ναυτική σταδιοδρομία από τα άτομα που ήδη ασκούν το επάγγελμα. Το ναυτικό επάγγελμα στην ΕΕ μπορεί να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο εκτός και εάν δοθεί άμεση προσοχή στην παρούσα κρίση. Πρέπει να εξευρεθούν λύσεις στο πλαίσιο μιας ολιστικής στρατηγικής ώστε το επάγγελμα του ναυτικού να καταστεί πιο ελκυστικό. Πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω το έργο της χαρτογράφησης των ευκαιριών σταδιοδρομίας του ναυτικού επαγγέλματος των κοινωνικών εταίρων (της Ένωσης Εφοπλιστών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας —ECSA— και της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Εργαζομένων στις Μεταφορές Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Εργαζομένων στις Μεταφορές — ETF). Από τούδε και στο εξής, η «ελκυστικότητα» του επαγγέλματος του ναυτικού θα πρέπει να συνδυάζεται με μέτρα για την «παραμονή» τους στο επάγγελμα.

3.2.8

Το πλωτό πανεπιστήμιο προσφέρει μια θαλάσσια εμπειρία στους σπουδαστές που συμμετέχουν στο ταξίδι του. Η ιδέα ενός πλωτού, ωκεανοπόρου, πανεπιστημιακού χώρου αξίζει να εξεταστεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στα πλαίσια της προσπάθειας προσέλκυσης υψηλά καταρτισμένων σπουδαστών σε μια επαγγελματική σταδιοδρομία στη θάλασσα. Κατά τον ίδιο τρόπο θα μπορούσαν να δημιουργηθούν στους μεγάλους λιμένες της Ευρώπης σχολεία σαν το «Harbour school» (10) της Νέας Υόρκης, τα οποία να διδάσκουν σε παιδιά της πρωτοβάθμιας και ενδεχομένως της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης (για λόγους ευκολίας στη στεριά αλλά κοντά στη θάλασσα), όλα τα μαθήματα σε συνδυασμό με τις γνώσεις σχετικά με το θαλάσσιο περιβάλλον, τα πλοία και τους βασικούς κανόνες ναυσιπλοΐας.

3.2.9

Η ΕΟΚΕ ζητά από την Επιτροπή να εξετάσει τις υφιστάμενες βέλτιστες πρακτικές στα κράτη μέλη, σε επίπεδο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, σχετικά με την ελκυστικότητα των μελλοντικών σταδιοδρομιών στη θάλασσα.

3.2.10

Όσον αφορά τα ναυτικά ατυχήματα η μελλοντική ευρωπαϊκή πολιτική θα πρέπει να στηρίζεται στους εξής δυο συλλογισμούς:

Τα παράκτια κράτη πρέπει εμπλέκονται στην αλυσίδα των ευθυνών όσον αφορά την ασφάλεια στη θάλασσα και την προστασία του περιβάλλοντος. Αυτό θα απαιτήσει αυστηρότερες διατάξεις σχετικά με τα νηολόγια, αποτελεσματική επαγρύπνηση, και δίκτυο αρωγής με τη βοήθεια συστήματος εντοπισμού σκαφών μέσω δορυφόρου και επαρκώς εξοπλισμένες θαλάσσιες και εναέριες περιπολίες.

Η πρόληψη των ατυχημάτων στη θάλασσα δεν θα πρέπει να μεροληπτεί κατά του ανθρώπινου παράγοντα με την ανάθεση αδικαιολόγητων ευθυνών στους ναυτικούς. Θα πρέπει να βασίζεται σε ένα ολοκληρωμένο σύστημα το οποίο μειώνει τις πιθανότητες ανθρώπινου σφάλματος (του κυβερνήτη και του πληρώματος) μέσω σύγχρονων ηλεκτρονικών συσκευών και εξοπλισμού ασφαλείας επί των σκαφών. Πρέπει να θεσπιστεί ένα σύστημα κανόνων δικαίου ναυτικού δικαίου το οποίο καθορίζει δίκαια και σαφώς τις ευθύνες των ναυτικών, της παράκτιας παρακολούθησης, των νηολογίων και των ναυτιλιακών αρχών.

3.2.11

Στους ναυτικούς μπορεί να ανατεθούν έργα τα οποία υπερβαίνουν το πεδίο των συνήθων καθηκόντων τους κάτω από εξαιρετικά επικίνδυνες καιρικές συνθήκες. Όπως είπε ο Γενικός Γραμματέας της ΔΝΟ «Η στοιχειώδης φύση του εργασιακού περιβάλλοντος ορισμένες φορές θέτει επαγγελματίες ναυτικούς σε καταστάσεις για τις οποίες είναι λίγο ή ανεπαρκώς προετοιμασμένοι. Ο τρόπος αντίδρασής τους είναι η δοκιμασία του πραγματικού θάρρους — θάρρος που αξίζει να αναγνωριστεί και για το οποίο πρέπει να επιδειχθεί ευγνωμοσύνη» (11). Η Επιτροπή καλείται να λάβει υπόψη τους παραπάνω συλλογισμούς κατά την υποβολή μελλοντικών μέτρων για την αντιμετώπιση θαλάσσιων ατυχημάτων.

3.3   Οικονομικά θέματα

3.3.1

Η μελλοντική πολιτική της ΕΕ για τις θαλάσσιες μεταφορές (2008-2018) θα δημιουργήσει ένα κατάλληλο πλαίσιο το οποίο θα προσελκύσει επε3νδύσεις στις θαλάσσιες μεταφορές και θα συμβάλει ώστε να ενισχυθεί η παγκόσμια ηγετική θέση της ευρωπαϊκής ναυτιλίας και ο καταλυτικός ρόλος όλου του ναυτιλιακού ομίλου.

3.3.2

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την αναγνώριση εκ μέρους της Επιτροπής της ανάγκης για παγκόσμιους κανόνες για ένα παγκόσμιο κλάδο, της σημασίας της διεθνούς ρύθμισης των θαλασσίων μεταφορών, και της ανάγκης στήριξης για την εξεύρεση λύσεων για τις ρυθμιστικές προκλήσεις σε διεθνείς οργανισμούς (όπως, για παράδειγμα ο ΔΝΟ). Πράγματι, η παγκόσμια φύση των θαλασσίων μεταφορών, η παγκόσμια αγορά εργασίας στην οποία λειτουργούν οι θαλάσσιες μεταφορές, και η ανταγωνιστική θέση της ευρωπαϊκής ναυτιλίας στην παγκόσμια αγορά, είναι θέματα που πρέπει να ληφθούν υπόψη.

3.3.3

Πρέπει να τονιστεί ξανά η ανάγκη για βελτίωση της υφιστάμενης ικανότητας των λιμένων και των λιμενικών υπηρεσιών.

3.3.4

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι οι περισσότερες συστάσεις της υιοθετήθηκαν στην ανακοίνωση όπως, για παράδειγμα, η υποστήριξη της κύρωσης των συμβάσεων της ΔΝΟ από τα κράτη μέλη καθώς και διεθνώς, και οι συστάσεις σχετικά με την ανάπτυξη των λιμένων, τη μείωση του επιπέδου ρύπανσης από τα σκάφη, τη δημιουργία πολυτομεακών ομίλων, ενός ευρωπαϊκού δικτύου ναυτιλιακών ομίλων. Αναγνωρίστηκε, επίσης, ο ζωτικός ρόλος του ευρωπαϊκού ναυτιλιακού κλάδου για το ευρωπαϊκό και διεθνές εμπόριο και την καθημερινή ζωή των ευρωπαίων πολιτών.

3.3.5

Σε σχέση με τον «Ευρωπαϊκό χώρο θαλάσσιων μεταφορών χωρίς σύνορα» σύμφωνα με τις απόψεις της ΕΟΚΕ (12), η ανακοίνωση τονίζει ότι η έννοια αφορά μόνο τη δημιουργία ενός ιδεατού θαλάσσιου χώρου, εντός του οποίου θα συντελεστεί απλοποίηση των διοικητικών και τελωνειακών διατυπώσεων, καθώς επίσης βελτίωση των συναλλαγών στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς της ΕΕ. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει τη διαβούλευση, την οποία ξεκίνησε η Επιτροπή επί αυτού του θέματος, προκειμένου να ληφθούν αποφάσεις σχετικά με περαιτέρω πιθανές προτάσεις για την αποτελεσματική εφαρμογή της έννοιας.

3.3.6

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι υπάρχει περιθώριο για μία ενισχυμένη συνεργασία και συντονισμό των κρατών μελών της ΕΕ στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ατομική τους συμμετοχή. Η εμπειρογνωσία που συνεισφέρουν τα κράτη μέλη της ΕΕ στους διεθνείς οργανισμούς χαίρει μεγάλης υπόληψης και αυτό δεν πρέπει να υπονομευθεί, αλλά να ενισχυθεί.

3.3.7

H ΕΟΚΕ υποστηρίζει τον στόχο να ασκεί η Ευρωπαϊκή Κοινότητα επιρροή σε τρίτες χώρες με σκοπό να τις ενθαρρύνει να κυρώνουν και να θέτουν σε εφαρμογή τις κύριες διεθνείς ναυτικές συμβάσεις. Τα ευρωπαϊκά κράτη λιμένα θα πρέπει να ελέγχουν τη συμμόρφωση τόσο των κοινοτικών σκαφών όσο και των σκαφών τρίτων χωρών προς τα περιβαλλοντικά και κοινωνικά πρότυπα.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1   Παράκτιες ζώνες και νησιά

4.1.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι υιοθετήθηκαν οι προτάσεις της για την προώθηση του παράκτιου τουρισμού και την κοινοτική χρηματοδότηση μιας βάσης δεδομένων σχετικά με τις παράκτιες περιοχές. Τα νησιά πρέπει να τοποθετηθούν στο επίκεντρο των ανησυχιών της ΕΕ. Για το σκοπό αυτό, η ΕΟΚΕ προτείνει τα ακόλουθα μέτρα:

Βελτίωση των υποδομών των νησιών ώστε να ενθαρρυνθεί περαιτέρω ο θαλάσσιος τουρισμός.

Επέκταση της τουριστικής περιόδου των νησιών διαμέσου διαφόρων δραστηριοτήτων (πολιτιστικών, θρησκευτικών, αθλητικών).

Βελτίωση των επικοινωνιών μεταξύ νησιών/ηπειρωτικού εδάφους διαμέσου νέων τεχνολογιών με ευρωπαϊκή χρηματοδοτική υποστήριξη.

Δημιουργία εγκαταστάσεων αφαλάτωσης, που δεν θα διαταράσσουν την ισορροπία του φυσικού περιβάλλοντος, ως λύση για το πρόβλημα της λειψυδρίας, που θα καταστεί μια από τις κυριότερες προκλήσεις, που θα αντιμετωπίσει η ζώνη της Μεσογείου.

4.2   Σχέσεις με τρίτες χώρες/Αρκτικός Ωκεανός

4.2.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί τις προτάσεις για αυξημένη συνεργασία για τη διαχείριση της Μεσογείου και του Εύξεινου Πόντου, τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας και της Βόρειας Διάστασης.

4.2.2

Το 20-30 % περίπου των μη ανακαλυφθέντων αποθεμάτων πετρελαίου βρίσκονται κάτω από τον Αρκτικό Ωκεανό. Εξάλλου, από το 2015, λόγω της κλιματικής αλλαγής, οι αρκτικές θαλάσσιες διαδρομές μπορεί να παραμένουν ανοικτές τους περισσότερους μήνες του έτους. Το άνοιγμα των αρκτικών θαλάσσιων διαδρομών είναι ελκυστικό τόσο για λόγους απόστασης όσο και ασφάλειας: για παράδειγμα, η απόσταση από τη Σαγκάη στο Ρότερνταμ διαμέσου της αρκτικής θαλάσσιας διαδρομής είναι κατά 1000 συντομότερη από ό,τι διαμέσου του Σουέζ. Συντομότερες θαλάσσιες διαδρομές σημαίνουν σημαντική μείωση τόσο της κατανάλωσης καυσίμων όσο και των εκπομπών. Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι —εν όψει του πλήθους των νομικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων στα οποία εμπλέκονται πολλές χώρες— είναι επιτακτική η διασαφήνιση του διεθνούς δικαίου σχετικά με τους θαλάσσιους πάγους. Στο πλαίσιο αυτό, αναμένει με ενδιαφέρον την ανακοινωθείσα έκθεση σχετικά με τον Αρκτικό Ωκεανό η οποία θα καλύπτει τις γεωπολιτικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής. Οι πιθανές περιβαλλοντικές επιπτώσεις της χρήσης των νέων θαλάσσιων διαδρομών διαμέσου του Αρκτικού Ωκεανού πρέπει, επίσης, να εξεταστούν εκ των προτέρων.

4.3   Θαλάσσιος έλεγχος

4.3.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί τις προτάσεις σχετικά με το ευρωπαϊκό δίκτυο θαλάσσιου ελέγχου και τη βελτίωση της συνεργασίας των ακτοφυλακών των κρατών μελών. Παρόμοια μέτρα θα βελτιώσουν τη θαλάσσια ασφάλεια και προστασία, τον έλεγχο της αλιείας, τον έλεγχο των εξωτερικών συνόρων, και θα προστατεύσουν το θαλάσσιο περιβάλλον.

4.4   Θαλάσσια ρύπανση/ρύπανση των ποταμών

4.4.1

Η ρύπανση των ποταμών και των θαλασσών (της Βαλτικής και του Ευξείνου) από χερσαίες πηγές είναι θέμα για το οποίο θα πρέπει να ενταθούν οι προσπάθειες της ΕΕ στα πλαίσια του σχεδίου δράσης. Για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, τα προβλήματα πρέπει να αντιμετωπιστούν σε πολυμερές παρά σε διμερές επίπεδο.

4.5   Αλιεία

4.5.1

Με δεδομένη την ανησυχητική εξαφάνιση ή μείωση των θαλάσσιων ειδών, η ΕΟΚΕ τονίζει την ανάγκη για ορθολογική εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων. Οι προτάσεις για τη διαχείριση της αλιείας βρίσκονται στην ορθή κατεύθυνση. Δεδομένου ότι η αλιεία συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον επικίνδυνων επαγγελμάτων, απαιτείται μεγαλύτερη προσπάθεια προκειμένου να αυξηθεί η μέριμνα για την ασφάλεια των επαγγελματιών του κλάδου. Ειδικότερα, πρέπει να εξεταστεί το θέμα των μέτρων ασφαλείας για τα αλιευτικά σκάφη μήκους κάτω των 24 μέτρων (υπάρχει ένα κενό στις ισχύουσες διεθνείς συμβάσεις και τις κοινοτικές οδηγίες). Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι η απαραίτητη διατήρηση των ειδών έχει κοινωνικές συνέπειες οι οποίες πρέπει να αντιμετωπιστούν δεόντως: Ο τρόπος με τον οποίο οι αλιείς ασκούν το επάγγελμά τους έχει άμεση σχέση με το γεγονός ότι δεν βρίσκουν πλέον επαρκή αλιεύματα, με αποτέλεσμα να θέτουν σε κίνδυνο ακόμη και τη ζωή τους.

4.5.2

Οι σοβαροί σωματικοί και οικονομικοί κίνδυνοι του επαγγέλματος του αλιέα είναι η αιτία της μεγάλης έκτασης που προσλαμβάνει η εγκατάλειψη του επαγγέλματος. Απαιτούνται επειγόντως κοινοτικά έργα και προγράμματα για την ανάπτυξη της τεχνολογίας των αλιευτικών σκαφών. Στα πλαίσια της ανταλλαγής βέλτιστων πρακτικών για την ελκυστικότητα του επαγγέλματος του αλιέα, η ΕΟΚΕ συνιστά ευρεία διάδοση του εγχειριδίου για την «Πρόληψη των ατυχημάτων στη θάλασσα και την ασφάλεια των αλιέων», το οποίο εξέδωσαν από κοινού ευρωπαίοι κοινωνικοί εταίροι Europêche και Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Εργαζομένων στις Μεταφορές. Εξίσου σημαντικό είναι να επισπεύσουν τα κράτη μέλη την διαδικασία κύρωσης της σύμβασης της ΔΟΕ για την αλιεία (του Ιουνίου του 2007). Τελικός στόχος είναι να καταστούν οι αλιευτικές δραστηριότητες περισσότερο βιώσιμες και ελκυστικές.

4.6   Ανακύκλωση πλοίων

4.6.1

Στην πρόσφατη γνωμοδότησή της για το Πράσινο βιβλίο για τη βελτίωση των πρακτικών διάλυσης των πλοίων COM(2007) 269, η ΕΟΚΕ εξέφρασε τις ανησυχίες της για την «σε παγκόσμια κλίμακα σοβαρή έλλειψη εγκαταστάσεων διάλυσης συμβατών με τις αρχές της περιβαλλοντικής και κοινωνικής βιωσιμότητας». Εξάλλου, εκφράζει την ανησυχία της για το γεγονός ότι «η επικρατούσα κατάσταση θα επιδεινωθεί λόγω της “διόγκωσης” του αριθμού των πλοίων τα οποία θα τεθούν εκτός λειτουργίας τα επόμενα έτη μετά τη σταδιακή απόσυρση των μονοπύθμενων δεξαμενόπλοιων σε παγκόσμια κλίμακα» (13). Οι εγκαταστάσεις και οι συνθήκες εργασίας στη νότια Ασία (όπου ανακυκλώνεται η πλειονότητα των πλοίων) πρέπει να βελτιωθούν και να ανέλθουν σε ένα επίπεδο το οποίο θα μπορεί να θεωρείται διεθνώς αποδεκτό.

4.6.2

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την πρόοδο σε διεθνές επίπεδο για τη διάλυση παλαιών πλοίων με αποτελεσματικό, ασφαλή, και περιβαλλοντικά βιώσιμο τρόπο. Επείγει η σύναψη της δεσμευτικής σύμβασης 2008/2009 και η προώθηση, εντωμεταξύ, των κατευθυντηρίων γραμμών του ΔΝΟ. Οι διεθνώς συμπεφωνημένες αυτές προδιαγραφές θα επιβάλλουν σαφή υποχρέωση στους εφοπλιστές να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με εν δυνάμει επικίνδυνα υλικά στα πλοία τους και θα καθορίζουν ελάχιστες προδιαγραφές στις εγκαταστάσεις ανακύκλωσης από απόψεως υγείας, διατάξεων ασφάλειας, και διαχείρισης επικίνδυνων υλικών.

4.7   Συμφωνίες νηοψίας και ασφάλεια

4.7.1

Οι ανάγκες ενίσχυσης της ασφαλείας ώθησαν διάφορα κράτη μέλη της ΕΕ να συνάψουν με τρίτες χώρες διμερείς συμφωνίες νηοψίας επί πλοίων. Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει ότι είναι ευκταία η συντονισμένη προσέγγιση των κρατών μελών σε παρόμοιες πρωτοβουλίες καθώς και η συντονισμένη κατανομή των εργασιών μεταξύ των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των στόλων τους, όσον αφορά την εφαρμογή των εν λόγω κανόνων. Εναλλακτική λύση θα ήταν η επίσπευση της κύρωσης από τα κράτη των πρωτοκόλλων της σύμβασης για την καταστολή των παράνομων πράξεων κατά της ασφάλειας της ναυσιπλοΐας (SUA) τα οποία συμπεριλαμβάνουν διασφαλίσεις για την προστασία των νόμιμων εμπορικών συμφερόντων των εταιρειών θαλάσσιων μεταφορών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ναυτικών.

4.7.2

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ανησυχία της αναφορικά με την αύξηση των επιθέσεων κατά των εμπορικών πλοίων και τον πολλαπλασιασμό των συμβάντων ένοπλης ληστείας και πειρατείας στις θάλασσες και ειδικότερα στη Νοτιοανατολική Ασία και την Αφρική. Καλεί την ΕΕ να αναλάβει δράση προκειμένου τα εμπορικά πλοία να συνοδεύονται στα επικίνδυνα ύδατα από δυνάμεις πολεμικού ναυτικού.

4.8   Χερσαίο δίκτυο ηλεκτρικής ενέργειας

4.8.1

Η Επιτροπή προτείνει, ως μέτρο για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου από ελλιμενισμένα πλοία, την ηλεκτροδότηση από την ξηρά (σχέδιο δράσης). Τα πλοία που θα τροφοδοτούνται με ηλεκτρική ενέργεια από την ξηρά δεν θα καταναλώνουν καύσιμα και επομένως, δεν θα εκπέμπουν ούτε ρύπους (SOx,NOx, PM) ούτε CO2.

4.8.2

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την παραπάνω πρόταση. Ωστόσο, εφιστά την προσοχή στα ακόλουθα σημεία που αποτελούν πηγές ανησυχίας: μια ενιαία λύση δεν είναι κατάλληλη για όλα τα είδη πλοίων· η ηλεκτρική ενέργεια από το χερσαίο δίκτυο μπορεί να παράγεται από εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα και, κατά συνέπεια, να παράγουν πρόσθετο CO2 το οποίο ίσως να αντισταθμίζει το όφελος. Για το λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη τους παραπάνω συλλογισμούς προκειμένου να προτείνει μια εύλογη πολιτική σε σφαιρική βάση.

Βρυξέλλες, 22 Απριλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  ΕΕ C 168, 20.7.2007, σελ. 50-56.

(2)  ETF: Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Εργαζομένων στις Μεταφορές, ECSA: Ένωση Εφοπλιστών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

(3)  Διεθνής Οργάνωση Εργασίας.

(4)  The Economist, 1.9.2007.

(5)  IMO/FAO/UNESCO-IOC/WMO/WHO/IAEA/UN/UNEP, Μικτή ομάδα εμπειρογνωμόνων σχετικά με τις επιστημονικές πτυχές της προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος — GESAMP.

(6)  Παρίσι, 4.6.1974 έτσι όπως τροποποιήθηκε με το πρωτόκολλο της 26.3.1986. Η σύμβαση αυτή αντικαταστάθηκε από τη Σύμβαση για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος του βορειοανατολικού Ατλαντικού (OSPAR), η οποία υιοθετήθηκε το Σεπτέμβριο του 1992 στο Παρίσι και τέθηκε σε ισχύ το Μάρτιο του 1998.

(7)  IMO/FAO/UNESCO-IOC/WMO/WHO/IAEA/UN/UNEP, Μικτή ομάδα εμπειρογνωμόνων σχετικά με τις επιστημονικές πτυχές της προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος — GESAMP.

(8)  Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής «Το ενεργειακό μείγμα στις μεταφορές» (TEN 305), CESE 269/2008 13.2.2008.

(9)  ΔΝΟ: Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός, STCW: Κώδικας εκπαίδευσης, έκδοσης πιστοποιητικών και τήρησης φυλακών των ναυτικών.

(10)  Βλ: «New York Harbor School»,

http://www.newyorkharborschool.org

(11)  Μετάλλιο του ΔΝΟ για την επίδειξη εξαιρετικής γενναιότητας στη θάλασσα 19.11.2007.

(12)  Γνωμοδότηση για την Πράσινη βίβλο«Προς μια μελλοντική Θαλάσσια Πολιτική» COM(2006) 275, ΕΕ C 168, 20.7.2007, σελ. 50-56, γνωμοδότηση για την «Κοινή ευρωπαϊκή λιμενική πολιτική», ΕΕ C 168, 20.7.2007, σελ. 57-62, γνωμοδότηση με θέμα «Οι θαλάσσιες αρτηρίες και η ενσωμάτωσή τους στην αλυσίδα της επιμελητείας», TEN 297, CESE 1204/2007, 18.12.2007.

(13)  Γνωμοδότηση για το Πράσινο βιβλίο «Βελτίωση των πρακτικών διάλυσης των πλοίων», COM(2007) 269, CESE 1701/2007 — 13.12.2007.


19.8.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 211/36


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1172/98 του Συμβουλίου σχετικά με τις στατιστικές καταγραφές των οδικών μεταφορών εμπορευμάτων, όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή»

COM(2007) 778 τελικό — 2007/0269 (COD)

(2008/C 211/08)

Στις 27 Φεβρουαρίου 2008, και σύμφωνα με το άρθρο 285, παράγραφος 1 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο απεφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα:

«Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1172/98 του Συμβουλίου σχετικά με τις στατιστικές καταγραφές των οδικών μεταφορών εμπορευμάτων όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή».

Επειδή θεωρεί ότι η πρόταση είναι απολύτως ικανοποιητική και δεν χρήζει περαιτέρω σχολίων εκ μέρους της, η ΕΟΚΕ, κατά την 444η σύνοδο ολομέλειάς της, της 22ας και 23ης Απριλίου 2008 (συνεδρίαση της 22ας Απριλίου 2008), απεφάσισε, με 145 ψήφους υπέρ και 2 αποχές, να εκδώσει θετική γνωμοδότηση (1) για το προτεινόμενο κείμενο.

 

Βρυξέλλες, 22 Απριλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Η γνωμοδότηση της επιτροπής για την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο βρίσκεται στο στάδιο της προετοιμασίας [COM(2007) 741 τελικό, COM(2007) 822 τελικό, COM(2007) 824 τελικό και COM(2008) 71 τελικό].


19.8.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 211/37


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Μικρές, καθαρές και ανταγωνιστικές — Πρόγραμμα για την υποβοήθηση της συμμόρφωσης των μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεων με την περιβαλλοντική νομοθεσία»

COM(2007) 379 τελικό — {SEC(2007) 906, SEC(2007) 907, SEC(2007) 908}

(2008/C 211/09)

Στις 8 Οκτωβρίου 2007, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα:

«Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Μικρές, καθαρές και ανταγωνιστικές — Πρόγραμμα για την υποβοήθηση της συμμόρφωσης των μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεων με την περιβαλλοντική νομοθεσία».

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών και περιβάλλον» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 27 Μαρτίου 2008, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. CHIRIACO.

Κατά την 444η σύνοδο ολομέλειάς της, της 22ας και 23ης Απριλίου 2008 (συνεδρίαση της 22ας Απριλίου) η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 109 ψήφους υπέρ και 7 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

H EOKE εκφράζει την ικανοποίησή της για την πρωτοβουλία της Επιτροπής να προτείνει ένα πρόγραμμα στήριξης προκειμένου να υποβοηθηθεί η συμμόρφωση των μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεων προς την περιβαλλοντική νομοθεσία, δεδομένου ότι πρόκειται για νομοθεσία περίπλοκη και δεδομένου του σημαντικού οικονομικού και κοινωνικού ρόλου που οι ΜΜΕ διαδραματίζουν στην ευρωπαϊκή οικονομία. Στο πλαίσιο αυτό, ωστόσο, η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις πολύ μικρές επιχειρήσεις, καθώς οι επιχειρήσεις αυτές είναι πιο ευάλωτες λόγω των διαρθρωτικών δυσκολιών που αντιμετωπίζουν.

1.2

Η ΕΟΚΕ έχει επίγνωση ότι οι ΜΜΕ είναι δυνατό να αντιμετωπίσουν δυσκολίες κατά την προσπάθεια συμμόρφωσής τους προς την περιβαλλοντική νομοθεσία, εξαιτίας ακριβώς του περίπλοκου χαρακτήρα της. Επιδοκιμάζει την πρωτοβουλία ανάπτυξης μέσων που θα συμβάλουν στην βελτίωση της κατανόησής της. Μολονότι κατά την τελευταία δεκαετία δίδεται πλέον μεγαλύτερη προσοχή στα κοινωνικά θέματα και, ειδικότερα, σε αυτά που συνδέονται με το περιβάλλον, δεν έχει ακόμη συνειδητοποιηθεί από όλους τους τύπους επιχειρήσεων ότι ο ρόλος της κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων (Corporate Social Responsibility) αποτελεί παράγοντα που θα μπορούσε να τους εξασφαλίσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

1.3

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η πρωτοβουλία της Επιτροπής να προτείνει ένα πρόγραμμα με σκοπό οι ΜΜΕ να υποβοηθηθούν στο έργο της συμμόρφωσής τους προς την περιβαλλοντική νομοθεσία αποτελεί ένα πρώτο σημαντικό βήμα.

1.4

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι είναι απαραίτητο να αναπτύξει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μία προορατική προσέγγιση ως προς τις ΜΜΕ, επί τη βάσει ενός δομημένου συστήματος συνεργασίας των επιχειρήσεων σε εδαφικό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να επιδειχθεί στο θέμα της διαμεθοριακής συνεργασίας.

1.5

Ειδικότερα, έχει ουσιαστική σημασία:

να καθορισθεί, λόγω του εξαιρετικά πολύπλοκου χαρακτήρα της, η ενότητα της περιβαλλοντικής νομοθεσίας ούτως ώστε να καταστεί ενιαία σε εθνικό επίπεδο και να αποκτήσει μεγαλύτερη συνοχή·

να απλουστευτεί και να διευκρινιστεί το κανονιστικό πλαίσιο με τη βελτίωση της ποιότητας των κειμένων, ώστε να είναι σαφή και προσπελάσιμα·

να περιοριστούν οι γραφειοκρατικές και διοικητικές δαπάνες·

να αναπτυχθούν εξατομικευμένα συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης, ώστε να είναι πιο προσιτά στις ΜΜΕ·

να καλλιεργηθούν οι ικανότητες των ΜΜΕ, κυρίως με τη βοήθεια των οργανώσεών τους, μέσω της διοργάνωσης προγραμμάτων κατάρτισης των τοπικών εμπειρογνωμόνων, ώστε να μπορούν να τους παρέχουν στήριξη σε θέματα επαγγελματικής φύσεως·

να ανακατανεμηθούν οι χρηματοδοτικοί πόροι του προγράμματος, ώστε το πρόγραμμα να αποβεί απλούστερο και πιο λειτουργικό·

να βελτιωθεί η επικοινωνία και η ενημέρωση, ιδιαίτερα όσον αφορά την διάδοση των αποτελεσμάτων των ορθών πρακτικών.

2.   Κύρια σημεία της ανακοίνωσης της Επιτροπής

2.1

Στόχος της ανακοίνωσης της Επιτροπής είναι να παρασχεθεί στις μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις (ΜΜΕ) η στήριξη που απαιτείται προκειμένου να κάνουν χρήση ενέργειας και πόρων κατά τρόπο αποτελεσματικό (1). Συνεπώς, η ανακοίνωση παρέχει ένα νομικό πλαίσιο και προτείνει μέτρα με σκοπό την ενίσχυση των υφιστάμενων πολιτικών και πρωτοβουλιών, οι οποίες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες των μικρών επιχειρήσεων. Για το σκοπό αυτό, η Επιτροπή προτείνει τη χάραξη ενός προγράμματος το οποίο αποβλέπει στο να βοηθηθούν οι ΜΜΕ στο έργο της θέσης σε εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας: χάρη στο πρόγραμμα αυτό, θα καταστεί δυνατό να ελευθερωθούν χρηματοδοτικοί πόροι για την ανάπτυξη δικτύων στήριξης, να απλουστευθεί η πρόσβαση στα συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης και να αποκτήσουν οι επιχειρήσεις αυτές μεγαλύτερη επίγνωση των περιβαλλοντικών θεμάτων.

2.2

Μολονότι καμία ΜΜΕ δεν απασχολεί προσωπικό μεγαλύτερο των 250 ατόμων, οι ΜΜΕ της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέρχονται συνολικά σε 23 εκατομμύρια και αντιπροσωπεύουν περίπου το 99 % του συνολικού αριθμού των επιχειρήσεων και το 57 % της συνολικής προστιθέμενης αξίας της οικονομίας της ΕΕ. Καθώς οι ΜΜΕ καλύπτουν ένα τόσο σημαντικό μερίδιο του κύκλου εργασιών της ΕΕ, οι ΜΜΕ έχουν σημαντικό αντίκτυπο στο περιβάλλον.

2.3

Πολλές επιχειρήσεις αγνοούν ότι οι δραστηριότητές τους έχουν περιβαλλοντικές επιπτώσεις και οι περισσότερες από αυτές φρονούν ότι οι δραστηριότητές τους έχουν ελάχιστο ή μηδενικό αντίκτυπο στο περιβάλλον. Εξάλλου, οι ΜΜΕ έχουν γενικά την τάση να πιστεύουν ότι τηρούν πλήρως την ισχύουσα νομοθεσία, εκτός και εάν τους επισημανθεί το αντίθετο. Όπως έχουν τα πράγματα, οι δραστηριότητες των ΜΜΕ μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση των κινδύνων που απειλούν την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων, καθώς και να αποτελέσουν σημαντική απειλή για το περιβάλλον. Τέλος, αγνοώντας τις περιβαλλοντικές πτυχές των οικονομικών τους δραστηριοτήτων, οι ΜΜΕ διατρέχουν το κίνδυνο να μην μπορέσουν να αποκομίσουν τα οικονομικά οφέλη τα οποία απορρέουν από μία διαχείριση φιλική προς το περιβάλλον και από την οικολογική καινοτομία.

2.4

Το πρόγραμμα που προτείνει η Επιτροπή με σκοπό την παροχή βοήθειας στις μικρού και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις για τη συμμόρφωσή τους προς την περιβαλλοντική νομοθεσία, προβλέπει μέτρα τα οποία έχουν στόχο, αφενός, να διασφαλιστεί ότι οι ΜΜΕ θα περιορίσουν, κατά το δυνατό, τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο των δραστηριοτήτων τους και, αφετέρου, να διευκολυνθεί η τήρηση της ισχύουσας νομοθεσίας. Έξαλλου, άλλος στόχος του προγράμματος είναι η μείωση του κόστους που συνεπάγεται η τήρηση της εν λόγω νομοθεσίας, με τη σύσταση μέτρων και τη χάραξη πολιτικών που θα θέτουν τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις στο επίκεντρο των δραστηριοτήτων των ΜΜΕ.

2.5

Τα μέτρα που εκτίθενται στην ανακοίνωση προβλέπουν επίσης την στοχοθετημένη ενημέρωση των ΜΜΕ, την δημιουργία δικτύων στήριξης και την διοργάνωση προγραμμάτων κατάρτισης με σκοπό την ανάπτυξη, στο τοπικό επίπεδο, ικανοτήτων στον περιβαλλοντικό τομέα.

2.6

Το πρόγραμμα θα χρηματοδοτηθεί από τα κονδύλια που έχουν διατεθεί στο πρόγραμμα LIFE+ (5 εκατομμύρια ευρώ για την περίοδο 2007-2013) και, στη συνέχεια, θα λάβει νέους πόρους από το Πρόγραμμα-πλαίσιο «Ανταγωνιστικότητα και καινοτομία» (ΠΑΚ) και από τα διαρθρωτικά ταμεία.

2.7

Ένας δικτυακός τόπος με αντικείμενο την περιβαλλοντική πολιτική της ΕΕ υπέρ των ΜΜΕ υπάρχει ήδη διαθέσιμος, σε επτά γλώσσες, και παράλληλα προβλέπεται η δημοσίευση επιχειρησιακών κατευθυντήριων γραμμών επί θεμάτων όπως η ενεργειακή απόδοση, οι ατμοσφαιρικές εκπομπές, η παραγωγή αποβλήτων και οι διαφυγές ρύπων στο έδαφος και στα ύδατα. Εξάλλου, θα δημοσιευτεί και ένα εγχειρίδιο το οποίο θα αναλύει τις νέες δυνατότητες χρηματοδότησης.

2.8

Το νέο δίκτυο στήριξης των επιχειρήσεων και της καινοτομίας θα συμμετάσχει στο έργο της θέσης σε εφαρμογή του προγράμματος από το 2008 και μετά. Σε συνδυασμό με άλλα δίκτυα στήριξης των ΜΜΕ, το εν λόγω δίκτυο θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στο πλαίσιο αυτό, βοηθώντας τις ΜΜΕ να μετατρέπουν τις περιβαλλοντικές πολιτικές της ΕΕ σε λειτουργικά μέτρα.

2.9

Το έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής που επισυνάπτεται στην παρούσα ανακοίνωση παρουσιάζει μία σειρά από ειδικές περιπτώσεις και παραδείγματα ορθών πρακτικών που έχουν υιοθετήσει οι ΜΜΕ στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για το πρόγραμμα της Επιτροπής, ιδιαίτερα μάλιστα για το γεγονός ότι με τον τρόπο αυτό αναγνωρίζεται η σημασία και η αξία των ΜΜΕ στην ευρωπαϊκή οικονομία και κοινωνία.

3.2

Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει τη σημασία της απόφασης του Συμβουλίου της Σάντα Μαρία Ντα Φέιρα της 19ης και 20ής Ιουνίου 2000 (2) και του Ευρωπαϊκού Χάρτη για τις Μικρές Επιχειρήσεις (3) όπου αναφέρεται ότι «οι μικρές επιχειρήσεις αποτελούν την ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής οικονομίας» και ότι «είναι βασική πηγή δημιουργίας θέσεων απασχόλησης και χώρος ανάπτυξης επιχειρηματικών ιδεών». Μεταξύ των προτεραιοτήτων που έθεσε ο Χάρτης, περιλαμβάνεται η ενίσχυση της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, όχι μόνον στο τοπικό επίπεδο, αλλά και στο πλαίσιο μιας παγκοσμιοποιημένης αγοράς.

3.3

Η εκτίμηση του περιβαλλοντικού αντίκτυπου πρέπει να αποτελεί αντικείμενο ολοκληρωμένης διαχείρισης εκ μέρους των επιχειρήσεων. Συνεπώς, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος των ΜΜΕ, και ιδιαίτερα οι μικρές και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, δεν διαθέτουν συνήθως περιβαλλοντική πολιτική, είναι απαραίτητο να προβαίνουν σε ολοκληρωμένη περιβαλλοντική διαχείριση, φροντίζοντας το διοικητικό κόστος να περιορίζεται στο ελάχιστο.

3.4

Κατά πρώτο λόγο πρέπει να συνειδητοποιηθεί ότι πρακτικές αυτού του είδους δεν συνεπάγονται μόνον επιπλέον δαπάνες ή δυσκολίες, αλλά αποτελούν ταυτόχρονα ένα μέσο που θα μπορούσε να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα μιας επιχείρησης και, μακροπρόθεσμα, να αυξήσει την αξία της.

3.5

Οι επιχειρήσεις που είναι σε θέση να παρακολουθούν συστηματικά την πορεία των δραστηριοτήτων τους —π.χ. μέσω συστημάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης— κατορθώνουν επίσης να διευρύνουν τις μεταβλητές διαχείρισης που υπόκεινται στον σχετικό έλεγχο, συντονίζοντας σε ένα ενιαίο στρατηγικό σχέδιο, αφενός, τα δεδομένα χρηματοοικονομικής φύσεως και, αφετέρου, αυτά που συνδέονται με τις επιπτώσεις κοινωνικού και περιβαλλοντικού χαρακτήρα (4). Με τον τρόπο αυτό, όχι μόνον αποκομίζονται οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη χάρη στην αποτελεσματική και ορθολογική χρήση των πόρων, αλλά και διασφαλίζεται, μέσω της μετατροπής του τρόπου οργάνωσης της εργασίας, η εκτέλεση των εργασιών.

3.6

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται συνεπώς την άποψη ότι είναι αναγκαίο να υιοθετηθεί μία μακροπρόθεσμη στρατηγική η οποία να τεθεί ταχέως σε εφαρμογή στα κράτη μέλη.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

Παρατηρήσεις σχετικές με τις δραστηριότητες που προτείνει το σχέδιο δράσης της Επιτροπής

4.1

«Βελτίωση της νομοθετικής διαδικασίας όσον αφορά το σχεδιασμό και την εφαρμογή των πολιτικών»: στο πλαίσιο αυτό, «βελτίωση της νομοθετικής διαδικασίας» σημαίνει ενίσχυση του ρόλου των ΜΜΕ στην χάραξη των περιβαλλοντικών πολιτικών και αξιοποίηση, στο πλαίσιο αυτό, των αναλύσεων των ορθών πρακτικών οι οποίες, εάν προσδιορισθούν και διαδοθούν επαρκώς, αποτελούν ένα ισχυρό μέσο το οποίο μπορεί να συμβάλει στην θέση σε εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας κατά τον πλέον αποδοτικό, από οικονομική άποψη, τρόπο. Ο περιορισμός του διοικητικού και γραφειοκρατικού κόστους —στο κοινοτικό, εθνικό και περιφερειακό επίπεδο— και η βελτίωση της σαφήνειας, δεν θα πρέπει να εξετάζονται ως ενδεχόμενοι στόχοι μόνον στο πλαίσιο της αναζήτησης νέων νομοθετικών μέσων, αλλά και στο πλαίσιο τυχόν αναθεωρήσεων της ισχύουσας νομοθεσίας.

4.2

«Εξατομικευμένα και περισσότερο προσβάσιμα συστήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης»: η ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών πτυχών στις στρατηγικές επιλογές με τις οποίες επιδιώκεται η ανάπτυξη και η προώθηση της καινοτομίας θα επιτρέψει στις επιχειρήσεις, όχι μόνον να τηρούν τους ισχύοντες κανόνες, αλλά και να πειραματιστούν με νέες ορθές πρακτικές που επιτρέπουν την ανάληψη πρωτοβουλιών και την χρήση κωδικοποιημένων παραμέτρων για την κάλυψη των ειδικών απαιτήσεων των μικρών και των πολύ μικρών επιχειρήσεων. Πιο συγκεκριμένα, είναι απαραίτητο να ενθαρρυνθεί η υιοθέτηση συστημάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης (τύπου EMAS ή ISO). Όσον αφορά την υιοθέτηση του EMAS (Κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και οικολογικού ελέγχου), ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί, π.χ., με την εισαγωγή, στον κανονισμό, ρητρών που να ευνοούν τις ΜΜΕ, με την εφαρμογή του κατά τρόπο που να λαμβάνεται υπόψη η διάρθρωση των ΜΜΕ (5) και με τον σταδιακό περιορισμό των επιθεωρήσεων και των αιτήσεων πληροφοριών τις οποίες οφείλουν να παρέχουν οι καταχωρισμένες επιχειρήσεις — απαιτήσεις που προβλέπονται με βάση το ισχύον σύστημα. Αυτό που επιδιώκεται είναι η ενθάρρυνση των ΜΜΕ να ενταχθούν στο σύστημα αυτό, δεδομένου ότι σήμερα ο αριθμός των ΜΜΕ που το έχουν υιοθετήσει είναι σημαντικός μόνον στην Ιταλία, τη Γερμανία και την Ισπανία. Η ΕΟΚΕ ευελπιστεί ότι η Επιτροπή θα μπορέσει να λάβει υπόψη της τις συστάσεις αυτές, καθώς και, ειδικότερα, την γνωμοδότηση που η ΕΟΚΕ κατάρτισε σχετικά με την αλλαγή του κλίματος και τον ρόλο της κοινωνίας των πολιτών, τον Ιούλιο του 2006 (6), ενόψει της τρέχουσας αναθεώρησης του EMAS. Τέλος, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να θεσπίσει ανεπίσημα και μη κωδικοποιημένα μέσα, σε περιφερειακή και τοπική κλίμακα, τα οποία θα μπορούσαν να επιτρέψουν την επέκταση των υφιστάμενων συστημάτων περιβαλλοντικής διαχείρισης, δεδομένου ότι μόνον η άμεση συμμετοχή των ΜΜΕ και των τοπικών και περιφερειακών οργανώσεών τους μπορεί να συμβάλει στην τροποποίηση της τρέχουσας κατάστασης.

4.3

«Εστιασμένη χρηματοδοτική στήριξη και πολυετές χρηματοδοτικό πρόγραμμα»: η πληθώρα των υφιστάμενων χρηματοδοτικών μέσων μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση και σε μη κατάλληλη αξιοποίησή τους. Συνεπώς, είναι σκόπιμο να δημοσιευτεί το ταχύτερο, όπως προτείνει η Επιτροπή, ένα εγχειρίδιο το οποίο να παρουσιάζει τις νέες δυνατότητες που υφίστανται για την χρηματοδότηση σχεδίων που αποσκοπούν στην βελτίωση της συμμόρφωσης προς την περιβαλλοντική νομοθεσία και των περιβαλλοντικών επιδόσεων των ΜΜΕ. Στο πλαίσιο αυτό, θα ήταν προτιμότερο, με βάση μία πιο μακροπρόθεσμη προοπτική, να προβλεφθεί μία γραμμή προϋπολογισμού για όλες τις δράσεις που αφορούν τις ΜΜΕ.

4.4

«Η δημιουργία τοπικής περιβαλλοντικής τεχνογνωσίας για τις ΜΜΕ»: η παροχή τεχνικής υποστήριξης στις ΜΜΕ απαιτεί την ύπαρξη εξειδικευμένων επαγγελματιών στον τομέα. Για τον σκοπό αυτό είναι απαραίτητο να προβλεφθεί η συμμετοχή των τοπικών οργανώσεων ΜΜΕ και των κοινοτικών οργάνων. Εξάλλου, πρέπει να διασφαλιστεί ότι το κόστος των υπηρεσιών που θα παρέχονται θα είναι οικονομικά προσιτό, ενώ οι ΜΜΕ θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καταρτίζουν και να απασχολούν συμβούλους μέσα στην ίδια τους την επιχείρηση.

4.5

«Βελτίωση της επικοινωνίας και πιο στοχοθετημένη ενημέρωση»: η Επιτροπή προβλέπει τη δημιουργία ενός πολύγλωσσου δικτυακού τόπου, ο οποίος θα συνδέεται με τη δικτυακή πύλη των ΜΜΕ (7), και ο οποίος πρόκειται να αποβεί η κύρια πηγή ενημέρωσης των δικτύων στήριξης των ΜΜΕ όσον αφορά την περιβαλλοντική πολιτική της ΕΕ και τις ΜΜΕ. Κατά την ΕΟΚΕ έχει θεμελιώδη σημασία να διασφαλιστεί η δυνατότητα άμεσης πρόσβασης στις πληροφορίες αυτές και ανάπτυξης απευθείας επαφών μεταξύ των κοινοτικών οργάνων και των ΜΜΕ.

4.6

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την πρωτοβουλία της Επιτροπής να συσταθεί το δίκτυο «Enterprise Europe Network», ένα νέο σημαντικό ευρωπαϊκό δίκτυο στήριξης των επιχειρήσεων που ασκούν δραστηριότητα τόσο στην ΕΕ όσο και στο εξωτερικό. Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι έχει καθοριστική σημασία να συνεχίσει η ΕΕ να προωθεί τις υπηρεσίες που αφορούν τις ΜΜΕ (ιδιαίτερα μάλιστα στον τομέα των εμπορικών συναλλαγών και των διασυνοριακών επενδύσεων)· τις συνεργασίες σε θέματα τεχνολογίας μεταξύ ΜΜΕ και μεγάλων επιχειρήσεων· τις καινοτομίες· την ενημέρωση σχετικά με τις πηγές χρηματοδότησης που διαθέτει η ΕΕ· και τα ερευνητικά προγράμματα για τις ΜΜΕ.

Βρυξέλλες, 22 Απριλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  COM(2007) 379 τελικό.

(2)  http://www.consilium.europa.eu/ueDocs/cms_Data/docs/pressData/el/ec/00200-r1.gr0.htm

(3)  http://ec.europa.eu/enterprise/enterprise_policy/charter/docs/charter_el.pdf

(4)  Βλ. Julien Labonne, A Comparative Analysis of the Environmental Management, Performance and Innovation of SMEs and Larger Firms, 31 Αυγούστου 2006: http://ec.europa.eu/environment/sme/pdf/final_report_sme_en.pdf. Η μελέτη βασίστηκε στα δεδομένα του ΟΟΣΑ.

(5)  Βλ. τις «Κατευθύνσεις προς τους επαληθευτές για την επαλήθευση σε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) και ιδιαίτερα σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις»: Παράρτημα IV στην Σύσταση της Επιτροπής, της 7ης Σεπτεμβρίου 2001, σχετικά με κατευθύνσεις για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 761/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εκούσια συμμετοχή οργανισμών σε κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και οικολογικού ελέγχου (EMAS).

(6)  ΝΑΤ/310 — «Η αντιμετώπιση των προκλήσεων της αλλαγής του κλίματος — Ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών».

(7)  http://ec.europa.eu/enterprise/sme/index.htm


19.8.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 211/40


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με την αναθεώρηση της σύστασης 2001/331/ΕΚ για τον καθορισμό ελάχιστων κριτηρίων σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις στα κράτη μέλη»

COM(2007) 707 τελικό

(2008/C 211/10)

Στις 14 Νοεμβρίου 2007 και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την:

«Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με την αναθεώρηση της σύστασης 2001/331/ΕΚ για τον καθορισμό ελάχιστων κριτηρίων σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις στα κράτη μέλη».

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου και περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 27 Μαρτίου 2008 με βάση εισηγητική έκθεση του κυρίου Josef ZBOŘIL.

Κατά την 444η σύνοδο ολομέλειάς της, της 22ας και 23ης Απριλίου 2008 (συνεδρίαση της 22ας Απριλίου 2008), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την παρούσα γνωμοδότηση με 151 ψήφους υπέρ και 3 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής ότι το γενικό πλαίσιο για τα συστήματα περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων στα κράτη μέλη πρέπει να έχει τη μορφή σύστασης. Ωστόσο, φρονεί ότι η σύσταση θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να βελτιωθεί η εφαρμογή της και να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητά της. Με βάση την ισχύουσα νομοθεσία που αφορά ειδικούς τομείς, οι δραστηριότητες επιθεώρησης, η έκτασή τους και η εφαρμογή τους σε αυτούς τους κρίσιμους τομείς είναι νομικά δεσμευτικές σε όλη την Κοινότητα.

1.2

Προκειμένου μια σύσταση να μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά, είναι απολύτως αναγκαίο να είναι κατανοητή και σαφής. Για το λόγο αυτό είναι σημαντικό να οριστεί σαφώς το πεδίο εφαρμογής των περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων, λαμβανομένων υπόψη των προβλημάτων που έχουν διαπιστωθεί.

1.3

Η ερμηνεία των όρων, η διασαφήνιση και η ενοποίησή τους έχει καθοριστική σημασία για την εναρμόνιση των περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και προκειμένου να δημιουργηθούν ενιαίοι όροι για τις επιχειρήσεις. Η έννοια των όρων που χρησιμοποιούνται στις επιμέρους κοινοτικές νομικές πράξεις μπορεί να διαφέρει σε ορισμένες περιπτώσεις. Για το λόγο αυτό χρειάζεται να εξετασθεί με ιδιαίτερη προσοχή η διασαφήνιση των όρων που χρησιμοποιούνται.

1.4

Εξάλλου είναι απολύτως αναγκαίο να ορισθούν τα κριτήρια για τον προγραμματισμό, την πραγματοποίηση και την παρακολούθηση των επιθεωρήσεων αλλά και για την κατάρτιση των σχετικών εκθέσεων.

1.5

Σε ό,τι αφορά το σύστημα διαχείρισης των επιθεωρητικών δραστηριοτήτων συνιστάται να χρησιμοποιούνται οι σύγχρονες μέθοδοι διαχείρισης. Οι μέθοδοι αυτοί επιτρέπουν την εστίαση των επιθεωρήσεων σε κρίσιμους τομείς που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το περιβάλλον, συμβάλλουν στη βελτίωση του προγραμματισμού και μπορούν να συντελέσουν σε αειφόρο βελτίωση της προστασίας του περιβάλλοντος.

1.6

Είναι απαραίτητο να απλουστευθεί ακόμη περισσότερο η πρόσβαση σε πληροφορίες, σύμφωνα με την ισχύουσα ευρωπαϊκή νομοθεσία. Οι πληροφορίες που παρέχονται θα πρέπει να προσφέρουν τη γενική εικόνα της κατάστασης όπως διαπιστώθηκε κατά την επιθεώρηση και να αναφέρουν τα επιβαλλόμενα διορθωτικά μέτρα και την εφαρμογή τους.

1.7

Προκειμένου να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο η διεθνής συνεργασία είναι απαραίτητη η υποστήριξη του δικτύου IMPEL (Δίκτυο για την εφαρμογή και την επιβολή του δικαίου του περιβάλλοντος) αλλά και η διασφάλιση μεγαλύτερης εναρμόνισης των προτύπων επιθεώρησης και της εφαρμογής τους.

2.   Κύρια σημεία του εγγράφου της Επιτροπής

2.1

Οι επιθεωρήσεις αποτελούν σημαντικό μέσο εξασφάλισης της εφαρμογής και τήρησης των διατάξεων της ισχύουσας κοινοτικής νομοθεσίας για το περιβάλλον. Το 2001, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενέκριναν την σύσταση 2001/331/ΕΚ για τον καθορισμό ελάχιστων κριτηρίων σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις στα κράτη μέλη (1).

2.2

Η σύσταση περιέχει μη δεσμευτικά κριτήρια για το σχεδιασμό, την εκτέλεση, την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις. Στόχο της αποτελεί η ενίσχυση της συμμόρφωσης προς την κοινοτική νομοθεσία για το περιβάλλον και η συμβολή στη συνεπέστερη εφαρμογή της, με την τήρηση της αντίστοιχης νομοθεσίας σε όλα τα κράτη μέλη.

2.3

Η Επιτροπή διεξήγαγε μελέτη σχετικά με την υλοποίηση και την εφαρμογή αυτής της σύστασης, η οποία θα χρησιμεύσει ως βάση για την επεξεργασία της νέας σύστασης που θα υποβληθεί το 2008.

2.4

Όλα τα κράτη μέλη υπέβαλαν έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της σύστασης καθώς και έκθεση σχετικά με την πείρα που αποκόμισαν από την εφαρμογή της. Από τις εκθέσεις αυτές προκύπτει, ωστόσο, ότι η σύσταση εφαρμόστηκε με πολύ διαφορετικό τρόπο στα επιμέρους κράτη μέλη. Επίσης, διαπιστώνεται ότι όλα τα κράτη μέλη εφάρμοσαν μερικώς τη σύσταση αλλά ότι μόνο ένας μικρός αριθμός την εφάρμοσε πλήρως. Εξακολουθούν να υφίστανται μεγάλες διαφορές σχετικά με την εφαρμογή περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων. Οι διαφορές αυτές προκαλούν επίσης στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων.

2.5

Οι μεγάλες αυτές διαφορές, που πρέπει να εξαλειφθούν, παρουσιάζονται κυρίως στους ακόλουθους τομείς.

2.5.1   Ορισμός του πεδίου εφαρμογής

2.5.1.1

Επί του παρόντος το πεδίο εφαρμογής εστιάζεται κυρίως στις εγκαταστάσεις βιομηχανικού χαρακτήρα και επεξεργασίας των αποβλήτων, ενώ από αυτό αποκλείονται πολλές δραστηριότητες που αποτελούν αντικείμενο κανονιστικής ρύθμισης βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας για το περιβάλλον. Αξίζει να σημειωθεί ιδιαίτερα ότι η σύσταση δεν περιλαμβάνει κριτήρια για την επιθεώρηση των μεταφερόμενων αποβλήτων. Η διαμεθοριακή μεταφορά αποβλήτων διέπεται σε επίπεδο ΕΕ από τις διατάξεις του κανονισμού για την μεταφορά των αποβλήτων (2). Η εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού αποτελεί άμεση προτεραιότητα για την Επιτροπή.

2.5.1.2

Η σύσταση δεν καθορίζει περαιτέρω κριτήρια για την επιθεώρηση των τοποθεσιών Natura 2000 Η Επιτροπή, ως εκ τούτου, χαιρετίζει τη δημιουργία του δικτύου «Green Enforce», που αποσκοπεί στην ενθάρρυνση της συνεργασίας και της ανταλλαγής πείρας μεταξύ των κρατών μελών, με στόχο να διευκολυνθεί η εφαρμογή της νομοθεσίας για την φύση. Προς το παρόν εξετάζεται αν το δίκτυο Green Enforce μπορεί να συμβάλει στην περαιτέρω ανάπτυξη των περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων, διαμορφώνοντας κριτήρια για τις επιθεωρήσεις των τόπων του δικτύου Natura 2000.

2.5.1.3

Άλλες πράξεις της περιβαλλοντικής νομοθεσίας για τις οποίες δεν ισχύει η σύσταση, αφορούν την καταχώριση και την έγκριση των χημικών ουσιών (REACH) (3), τον περιορισμό ορισμένων επικινδύνων ουσιών στα προϊόντα (π.χ. οδηγία RoHS) (4), το εμπόριο απειλούμενων ειδών (5) καθώς και τις δραστηριότητες που σχετίζονται με τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς και τα συστήματα ευθύνης του παραγωγού.

2.5.2

Αποσαφήνιση των ορισμών. Ορισμένοι όροι που χρησιμοποιούνται στη σύσταση ερμηνεύονται διαφορετικά στα επιμέρους κράτη μέλη. Οι ερμηνευτικές διαφορές αφορούν ιδίως τους όρους:

Επιθεώρηση, έλεγχος και παρακολούθηση.

Επιθεωρητικές αρχές.

Σχέδιο επιθεωρήσεων, πρόγραμμα επιθεωρήσεων.

Διαμεθοριακός μηχανισμός.

προγραμματισμένες ή αιφνιδιαστικές επιθεωρήσεις.

2.5.3

Κριτήρια για το σχεδιασμό, την εκτέλεση, την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων σε ό,τι αφορά τις επιθεωρήσεις. Στόχος της σύστασης είναι να ενισχυθεί η συμμόρφωση των ελεγχόμενων εγκαταστάσεων προς την περιβαλλοντική νομοθεσία και να επιτευχθεί ένα υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, η σύσταση καθορίζει κριτήρια σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις είναι δυνατόν να σχεδιαστούν, να εκτελεστούν, να παρακολουθούνται και να αποτελούν αντικείμενο έκθεσης.

Ο προγραμματισμός των επιθεωρήσεων. Η σύσταση προβλέπει την κατάρτιση σχεδίων επιθεώρησης και καθορίζει γενικά κριτήρια για τα σχέδια καθώς και το ελάχιστο περιεχόμενό τους Σε πολλά κράτη μέλη, τα σχέδια επιθεώρησης δεν περιλαμβάνουν στρατηγικού χαρακτήρα στοιχεία, αλλά συνιστούν ουσιαστικά καταλόγους εγκαταστάσεων ή τομέων που θα αποτελέσουν αντικείμενο των επιθεωρήσεων σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Υπάρχουν ακόμη περιθώρια βελτίωσης του προγραμματισμού των επιθεωρήσεων και της χρήσης των διαθέσιμων πόρων. Ορισμένα κράτη μέλη έχουν ήδη καθιερώσει προηγμένα συστήματα προγραμματισμού των επιθεωρήσεων χρησιμοποιώντας διαχειριστικές μεθόδους που βασίζονται στην εκτίμηση των κινδύνων (6).

Η εκτέλεση των επιθεωρήσεων. Η σύσταση αναφέρει ότι οι επιτόπιες επισκέψεις θα πρέπει να διενεργούνται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, στο πλαίσιο των τακτικών επιθεωρήσεων που διενεργούν οι αρχές και σε περίπτωση καταγγελιών, ατυχημάτων, συμβάντων ή φαινομένων μη συμμόρφωσης, τόσο μετά την έκδοση, όσο και πριν από την επανέκδοση, ανανέωση ή τροποποίηση αδείας. Καθορίζει τα κριτήρια που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να διενεργούνται ανάλογες επιτόπιες επισκέψεις. Μολονότι δεν έχουν διαπιστωθεί σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών, θα ήταν σκόπιμο να εναρμονισθούν οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται και στον τομέα αυτό.

Η αξιολόγηση των σχεδίων επιθεώρησης. Η αξιολόγηση της επιτυχίας των σχεδίων επιθεώρησης έχει αναγνωρισθεί ως σημαντικό εργαλείο για τη βελτίωση του σχεδιασμού των επιθεωρήσεων. Ορισμένα κράτη μέλη έχουν καθιερώσει σύγχρονες μεθόδους αξιολόγησης των σχεδίων επιθεώρησης, οι οποίες ήταν πολύ χρήσιμες και για την κατάρτιση των μελλοντικών σχεδίων επιθεώρησης.

2.5.4

Κατάρτιση των εκθέσεων. Κατά την πρώτη περίοδο υποβολής εκθέσεων προέκυψαν πολλές πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής της σύστασης στα κράτη μέλη. Οι συγκεκριμένες πληροφορίες, ωστόσο, δεν είναι πάντοτε συγκρίσιμες Θα πρέπει να διαμορφωθεί επίσης ένα ιδιαίτερα σαφές και ενιαίο δελτίο που να χρησιμοποιείται από το εν λόγω σύστημα υποβολής εκθέσεων, ώστε να εξασφαλίζεται η συγκρισιμότητα των δεδομένων.

2.5.5

Πρόσβαση στις πληροφορίες. Η σύσταση αναφέρει επίσης ότι τα σχέδια και οι εκθέσεις των επιθεωρήσεων πρέπει να δημοσιεύονται, σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές οδηγίες. Από τις εκθέσεις προκύπτει ότι πολλά κράτη μέλη δεν δημοσιεύουν τα σχέδια και τις εκθέσεις των επιθεωρήσεων. Οι πληροφορίες σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις καλύπτονται από τις απαιτήσεις της οδηγίας 2003/4/ΕΚ, με αποτέλεσμα να υφίσταται ήδη νομική υποχρέωση διάθεσης των πληροφοριών. Η οδηγία περιλαμβάνει, επίσης, επαρκείς λόγους για εξαιρέσεις, δηλαδή για περιπτώσεις άρνησης πρόσβασης στις εν λόγω πληροφορίες, όταν επιβάλλεται να διαφυλαχθούν σημαντικά συμφέροντα. Είναι απαραίτητο να δημιουργηθούν κατάλληλοι μηχανισμοί για την υλοποίηση αυτού του δικαιώματος.

2.6   Προτεινόμενη μελλοντική πορεία

Κατά την γνώμη της Επιτροπής, η ατελής εφαρμογή της σύστασης καθιστά αναγκαίο να εξεταστεί το ενδεχόμενο θέσπισης νομοθετικά δεσμευτικών απαιτήσεων για τις περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις. Επιπλέον, είναι απαραίτητο να διευκρινιστούν τα γενικά κριτήρια για τις περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις και να χαραχθούν περαιτέρω κατευθυντήριες γραμμές με ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την εφαρμογή τους. Προτείνονται γι αυτό τα ακόλουθα μέτρα:

2.6.1

Αναθεώρηση της σύστασης. Η σύσταση θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως το γενικό πλαίσιο για τα συστήματα περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων στα κράτη μέλη. Προσδιορίζει τα γενικά κριτήρια. Λόγω του ιδιαίτερα γενικού και περιγραφικού χαρακτήρα των κριτηρίων, θα ήταν μάλλον άσκοπο να μετατραπούν τα εν λόγω κριτήρια σε νομοθετικά δεσμευτικές απαιτήσεις. Ωστόσο, για να βελτιωθεί η εφαρμογή και να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητά της, η σύσταση επιβάλλεται να τροποποιηθεί.

2.6.2

Απαιτήσεις επιθεώρησης κατά τομείς. Πέραν των γενικών κριτηρίων για τις περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις που αναφέρονται στην σύσταση, θα πρέπει να συμπεριληφθούν, σε τομεακού χαρακτήρα νομοθετικές πράξεις, νομικά δεσμευτικές ειδικές απαιτήσεις που να αφορούν την επιθεώρηση ορισμένων εγκαταστάσεων ή δραστηριοτήτων. Θεωρείται ότι η θέσπιση νομοθετικά δεσμευτικών απαιτήσεων είναι απαραίτητη για να εξασφαλιστεί η απόδοση υψηλότερης πολιτικής προτεραιότητας στις επιθεωρήσεις και η καλύτερη εφαρμογή του περιβαλλοντικού δικαίου ανά την Κοινότητα. Οι εν λόγω απαιτήσεις για τις τομεακές επιθεωρήσεις μπορεί να είναι συμπληρωματικές ως προς τη σύσταση ή να αφορούν εγκαταστάσεις ή δραστηριότητες που δεν καλύπτονται από αυτή.

2.6.2.1

Στο πλαίσιο της επανεξέτασης της οδηγίας IPPC (7) που αποτελεί μέρος του προγράμματος νομοθετικών εργασιών της Επιτροπής 2007 και βασίζεται στην ανάλυση της εφαρμογής της εν λόγω νομοθετικής πράξης, η Επιτροπή θα εξετάσει πώς θα μπορούσε να διαμορφωθεί ένα καλύτερο πλαίσιο συμμόρφωσης, ώστε να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη συνέπεια και εμπιστοσύνη στις επιθεωρήσεις που πραγματοποιούν τα κράτη μέλη στις εγκαταστάσεις που καλύπτονται από την οδηγία IPPC.

2.6.2.2

Η Επιτροπή εξετάζει το ενδεχόμενο να προτείνει ειδικούς και νομικά δεσμευτικούς κανόνες για τις επιθεωρήσεις των μεταφερόμενων αποβλήτων. Επιβάλλεται να θεσπιστούν ειδικά κριτήρια για να εξασφαλιστεί η επαρκής ποιότητα και συχνότητα των επιθεωρήσεων και να προβλεφθεί η δέουσα εκπαίδευση και συνεργασία μεταξύ των αρχών.

2.6.3

Ανάπτυξη της καθοδήγησης και της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών. Στο πλαίσιο του IMPEL εκτελέστηκε μεγάλος αριθμός έργων που αποσκοπούν στην ενίσχυση της συνεργασίας και στην ενθάρρυνση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά τις περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις (8). Η Επιτροπή υποστήριξε και συμμετείχε ενεργά στα εν λόγω έργα. Όλες οι ως άνω πρωτοβουλίες είχαν θετικές επιπτώσεις στην ενίσχυση των επιθεωρήσεων στην Κοινότητα και θα πρέπει να ενθαρρυνθεί το IMPEL στην περαιτέρω εκτέλεση ανάλογων έργων.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

H EΟΚΕ χαιρετίζει την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την αναθεώρηση της σύστασης 2001/331/ΕΚ για τον καθορισμό ελάχιστων κριτηρίων σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις στα κράτη μέλη και επιδοκιμάζει τις προσπάθειες (9) που καταβάλλονται για τη διεξαγωγή μελέτης σχετικά με την υλοποίηση και την εφαρμογή αυτής της σύστασης.

3.2

Οι περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις συνιστούν σημαντικό μέσο που διαθέτει η εκτελεστική εξουσία στα επιμέρους κράτη για την προστασία του περιβάλλοντος. Στόχος τους πρέπει να είναι όχι μόνο η επιβολή της εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας στον τομέα του περιβάλλοντος, αλλά και η εφαρμογή των κοινών αρχών της κοινής περιβαλλοντικής πολιτικής με όσο το δυνατό ενιαίο τρόπο και ανεξάρτητα από το νομικό πρόσωπο στο οποίο ανατίθεται η επιθεώρηση σε κάθε κράτος μέλος.

3.3

Η ΕΟΚΕ συνειδητοποιεί τη σημασία της διασφάλισης της αυστηρότερης τήρησης του κοινοτικού δικαίου στον τομέα του περιβάλλοντος και της ενιαίας εφαρμογής του σε όλα τα κράτη μέλη ώστε τα ελάχιστα κριτήρια που ορίσθηκαν και εφαρμόζονται να συμβάλουν στο μέλλον στη δημιουργία ενιαίων προϋποθέσεων, κυρίως σε ό,τι αφορά τον οικονομικό ανταγωνισμό

3.4

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι μια συμπληρωματική συζήτηση για την ανακοίνωση, με όλους τους ενδιαφερόμενους, θα προσφέρει τις απαραίτητες γνώσεις για τη δημιουργία βέλτιστου πλαισίου για την διεξαγωγή της επιθεώρησης, το οποίο να είναι σαφές και εφαρμόσιμο σε όλη την Κοινότητα.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1

Προκειμένου μια σύσταση να μπορεί να εφαρμοστεί αποτελεσματικά, είναι απολύτως αναγκαίο να είναι κατανοητή και σαφής. Η ΕΟΚΕ εκφράζει γι αυτό την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η Επιτροπή προτίθεται να επισύρει την προσοχή στο θέμα αυτό.

4.1.1

Κατά τη γνώμη της ΕΟΚΕ είναι απολύτως αναγκαίο να προσδιοριστεί σαφώς το πεδίο εφαρμογής των περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων σε προβληματικούς τομείς καθοριστικής σημασίας, χωρίς όμως να περιορίζεται η ευελιξία του συστήματος επιθεωρήσεων ή να θίγονται ορισμένες ειδικές προσεγγίσεις εθνικού χαρακτήρα. Οι εθνικές προσεγγίσεις θα πρέπει, ωστόσο, να εφαρμόζονται μόνο στο μέτρο που αυτό απαιτείται για την επίτευξη ειδικών εθνικών στόχων στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος.

4.1.2

Σε περίπτωση που οι επιθεωρήσεις προβλέπονται από ειδικές κοινοτικές νομοθετικές πράξεις, θα πρέπει οι επιθεωρήσεις αυτές να διέπονται από μια συγκεκριμένη νομική πράξης ώστε να αποφεύγονται ερμηνευτικές διαφορές.

4.1.3

Σύμφωνα με την ανακοίνωση ο ορισμός, η διασαφήνιση και η ομοιομορφία των όρων έχει καθοριστική σημασία για την εναρμόνιση των περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και προκειμένου να δημιουργηθούν δίκαιοι όροι για τις επιχειρήσεις. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη διασφάλιση ομοιόμορφης εφαρμογής της σύστασης είναι η διασαφήνιση των βασικών όρων ώστε να καταστεί δυνατή η εναρμόνιση και να δημιουργηθεί συνάφεια με άλλες νομικές πράξεις.

4.1.4

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι υπάρχουν στην ευρωπαϊκή νομοθεσία και άλλες περιπτώσεις στις οποίες οι όροι αυτοί χρησιμοποιούνται με διαφορετική· έννοια σε κάθε πράξη. Για το λόγο αυτό χρειάζεται να εξετασθεί με ιδιαίτερη προσοχή η διασαφήνιση των όρων που χρησιμοποιούνται.

4.2

Η ΕΟΚΕ θεωρεί εξάλλου απολύτως αναγκαίο να υιοθετηθούν κριτήρια σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις είναι δυνατόν να σχεδιαστούν, να εκτελεστούν, να παρακολουθούνται και να αποτελούν αντικείμενο έκθεσης διατηρώντας ταυτόχρονα την απαραίτητη ευελιξία για την πραγματοποίηση και ειδικών επιθεωρήσεων. Θα πρέπει να καθιερωθεί ένα —κατά το δυνατόν— απλό και σαφές σύστημα υποβολής εκθέσεων για την παροχή συγκρίσιμων πληροφοριών σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας των επιμέρους συστημάτων επιθεωρήσεων και σχετικά με τον βαθμό επιτυχίας του στόχου της βελτίωσης της συμμόρφωσης προς την περιβαλλοντική νομοθεσία.

4.3

Σε ό,τι αφορά το σύστημα διαχείρισης των επιθεωρητικών δραστηριοτήτων συνιστάται να χρησιμοποιούνται οι σύγχρονες μέθοδοι διαχείρισης τις οποίες ήδη χρησιμοποιούν ορισμένα κράτη μέλη με πολύ καλά αποτελέσματα. Οι μέθοδοι αυτοί επιτρέπουν την εστίαση των επιθεωρήσεων σε κρίσιμους τομείς που παρουσιάζουν ενδιαφέρον για το περιβάλλον, συμβάλλουν στη βελτίωση του προγραμματισμού και μπορούν να συντελέσουν σε αειφόρο βελτίωση της προστασίας του περιβάλλοντος.

4.4

Η ΕΟΚΈ τάσσεται υπέρ μιας αυξημένης εναρμόνισης της πρόσβασης στην πληροφόρηση, σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις σχετικά με τη διασφάλιση ειδικού επιπέδου πρόσβασης στην πληροφόρηση στα κράτη μέλη Ωστόσο, θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε οι πληροφορίες που δημοσιεύονται να μην θίγουν την αποτελεσματικότητα των επιθεωρητικών δραστηριοτήτων, να προσφέρουν τη γενική εικόνα της κατάστασης όπως διαπιστώθηκε κατά την επιθεώρηση και να αναφέρουν τα επιβαλλόμενα διορθωτικά μέτρα και την εφαρμογή τους.

4.5

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής ότι το γενικό πλαίσιο για τα συστήματα περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων στα κράτη μέλη πρέπει να έχει τη μορφή σύστασης. Λόγω του ιδιαίτερα γενικού και περιγραφικού χαρακτήρα των κριτηρίων, θα ήταν μάλλον άσκοπο να μετατραπούν τα εν λόγω κριτήρια σε νομοθετικά δεσμευτικές απαιτήσεις. Ωστόσο, για να βελτιωθεί η εφαρμογή και να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητά της, η σύσταση επιβάλλεται να τροποποιηθεί.

4.6

Η παρούσα γνωμοδότηση στηρίζεται στο γεγονός ότι ένας σημαντικός αριθμός κοινοτικών νομικών πράξεων που ήδη εφαρμόζονται ή βρίσκονται στο στάδιο επεξεργασίας, προβλέπουν όρους και κριτήρια για την πραγματοποίηση ειδικών επιθεωρήσεων για κάθε τομέα. Με βάση αυτή τη νομοθεσία, οι δραστηριότητες επιθεώρησης, η έκτασή τους και η εφαρμογή τους είναι νομικά δεσμευτικές σε όλη την Κοινότητα.

4.7

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι, προκειμένου να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο η διεθνής συνεργασία, είναι επειγόντως απαραίτητη η υποστήριξη του δικτύου IMPEL χάρη στο οποίο καταρτίσθηκαν πολλά καθοδηγητικού χαρακτήρα έγγραφα για τον προγραμματισμό και την εκτέλεση τω επιθεωρήσεων. Στο πλαίσιο του δικτύου διοργανώθηκε επίσης η ανταλλαγή πληροφοριών και εμπειριών μεταξύ των επιθεωρητών. Οι ειδικευμένες δραστηριότητες που αναπτύσσονται στο πλαίσιο του δικτύου IMPEL μπορούν να προσφέρουν σημαντική συμβολή όπως συνέβη και κατά το παρελθόν. Το δίκτυο IMPEL θα μπορούσε επίσης να διαδραματίσει έναν ρόλο ο οποίος να διευκολύνει την ανάπτυξη της ενιαίας κατάρτισης και επαγγελματικής ανέλιξης. Θα ήταν επίσης χρήσιμο να συσταθεί μια κεντρική μονάδα για τη συγκέντρωση δεδομένων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και να δημιουργηθούν συστήματα πληροφοριών σχετικά με τις επιθεωρήσεις και την εφαρμογή τους σε όλη την Ευρώπη.

Βρυξέλλες, 22 Απριλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτριος ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  ΕΕ L 118 της 6.3.2002, σ. 41.

(2)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 για τις μεταφορές αποβλήτων, ΕΕ L 190 της 12.7.2006, σ. 1.

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβούλιου της 18ης Δεκεβρίου 2006 για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) 1488/94 του Συμβουλίου καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ, ΕΕ L 396 της 30.12.2006, σ. 1.

(4)  Οδηγία 2002/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβούλιου σχετικά με τον περιορισμό της χρήσης ορισμένων επικίνδυνων ουσιών σε είδη ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού, ΕΕ L 37 της 13.2.2003, σ. 19.

(5)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 338/97 του Συμβουλίου για την προστασία των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας με τον έλεγχο του εμπορίου τους, ΕΕ L 61 της 3.3.1997, σ. 1.

(6)  Αναφέρουμε ως παράδειγμα το βρετανικό σύστημα OPRA («Operator and Pollution Risk Appraisal»: Αξιολόγηση των εγκαταστάσεων και των κινδύνων ρύπανσης).

(7)  Οδηγία 96/61/ΕΚ σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης.

(8)  Για περισσότερες λεπτομέρειες βλ. ιστοθέση του δικτύου IMPEL:

http://ec.europa.eu/environment/impel/index.htm (μόνο στα αγγλικά).

(9)  Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής: σχετικά με την αναθεώρηση της σύστασης 2001/331/ΕΚ για τον καθορισμό ελάχιστων κριτηρίων σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιθεωρήσεις στα κράτη μέλη.


19.8.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 211/44


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή» (αναδιατύπωση)

COM(2008) 3 τελικό — 2008/0003 (COD)

(2008/C 211/11)

Στις 30 Ιανουαρίου 2008, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απεφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα

«Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή».

Επειδή θεωρεί την πρόταση απολύτως ικανοποιητική, και δεδομένη ότι έχει ήδη εκφέρει γνώμη για το θέμα αυτό στην παλαιότερη γνωμοδότησή της που υιοθετήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1986 (1) και στη γνωμοδότηση CESE 848/2004, η οποία υιοθετήθηκε στις 2 Ιουνίου 2004 (2), η ΕΟΚΕ, κατά την 444η σύνοδο ολομέλειας της 22ας και 23ης Απριλίου 2008 (συνεδρίαση της 22ας Απριλίου 2008) αποφάσισε, με 148 ψήφους υπέρ και 3 αποχές, να εκφέρει θετική γνώμη για το προτεινόμενο κείμενο και να παραπέμψει στη θέση που υποστηρίζει στα προαναφερόμενα έγγραφα.

Η γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ για την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο βρίσκεται στο στάδιο της προετοιμασίας [COM(2007) 741 τελικό, COM(2007) 822 τελικό, COM(2007) 824 τελικό και COM(2008) 71 τελικό].

 

Βρυξέλλες, 22 Απριλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετική με την προσέγγιση της νομοθεσίας των κρατών μελών σε ό,τι αφορά τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή» (ΕΕ C 328 της 22.12.1986, σελ. 9).

(2)  Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδική διατροφή (κωδικοποιημένη έκδοση)» — COM(2004) τελικό (EE C 241 της 28.9.2004, σελ. 23).


19.8.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 211/45


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: «Προσαρμογή στην κανονιστική διαδικασία με έλεγχο/Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 338/97 του Συμβουλίου της 9ης Δεκεμβρίου 1996 για την προστασία των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας με τον έλεγχο του εμπορίου τους όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή»

COM(2008) 104 τελικό — 2008/0042 (COD)

(2008/C 211/12)

Στις 17 Μαρτίου 2008, και σύμφωνα με το άρθρο 175(1) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απεφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα:

«Προσαρμογή στην κανονιστική διαδικασία με έλεγχο/Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 338/97 του Συμβουλίου της 9ης Δεκεμβρίου 1996 για την προστασία των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας με τον έλεγχο του εμπορίου τους όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή».

Επειδή θεωρεί την πρόταση απολύτως ικανοποιητική, και δεδομένου ότι έχει ήδη εκφέρει γνώμη για το θέμα αυτό στην παλαιότερη γνωμοδότησή της που υιοθετήθηκε στις 26 Μαΐου 1992 (1) η ΕΟΚΕ, κατά τη σύνοδο ολομέλειας της 22ας και 23ης Απριλίου 2008 (συνεδρίαση της 22ας Απριλίου 2008) αποφάσισε, με 146 ψήφους υπέρ, και 2 αποχές, να εκφέρει θετική γνώμη για το προτεινόμενο κείμενο και να παραπέμψει στη θέση που υποστηρίζει στα προαναφερόμενα έγγραφα.

Η γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ για την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο βρίσκεται στο στάδιο της προετοιμασίας [COM(2007) 741 τελικό, COM(2007) 822 τελικό, COM(2007) 824 τελικό και COM(2008) 71 τελικό].

 

Βρυξέλλες, 22 Απριλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την «Πρόταση κανονισμού (ΕΟΚ) του Συμβουλίου για τη θέσπιση διατάξεων σχετικά με την κατοχή και εμπορία ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας» — (ΕΕ C 223 της 31.8.1992, σελ. 19).


19.8.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 211/46


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Προσαρμογή στην κανονιστική διαδικασία με έλεγχο — Πρόταση οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση, όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή, της οδηγίας του Συμβουλίου 79/409/ΕΟΚ περί διατηρήσεως των αγρίων πτηνών»

COM(2008) 105 τελικό — 2008/0038 (COD)

(2008/C 211/13)

Στις 10 Μαρτίου 2008, και σύμφωνα με το άρθρο 175 παράγραφος 1, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο απεφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα:

Προσαρμογή στην κανονιστική διαδικασία με έλεγχο — Πρόταση οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση, όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή, της οδηγίας του Συμβουλίου 79/409/ΕΟΚ περί διατηρήσεως των αγρίων πτηνών.

Επειδή θεωρεί ότι η πρόταση είναι απολύτως ικανοποιητική και δεδομένου ότι έχει ήδη εκφέρει γνώμη για το θέμα αυτό στις γνωμοδοτήσεις που υιοθέτησε στις 25 Μαΐου 1977 (1) και στις 14 Σεπτεμβρίου 1994 (2), η ΕΟΚΕ, κατά την 444η σύνοδο ολομέλειάς της, της 22ας και 23ης Απριλίου 2008 (συνεδρίαση της 22ας Απριλίου 2008) απεφάσισε, με 143 ψήφους υπέρ, και 5 αποχές, να εκδώσει θετική γνωμοδότηση για το προτεινόμενο κείμενο και να παραπέμψει στη θέση που υποστηρίζει στα προαναφερόμενα έγγραφα.

Η γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα κανονιστική διαδικασία με έλεγχο τελεί υπό κατάρτιση [COM(2007) 741 τελικό, COM(2007) 822 τελικό, COM(2007) 824 τελικό και COM(2008) 71 τελικό].

 

Βρυξέλλες, 22 Απριλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Πρόταση Οδηγίας του Συμβουλίου περί διατήρησης των πουλιών — ΕΕ C 152 της 29.6.1977, σελ. 3.

(2)  Γνωμοδότηση για την Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για τροποποίηση της οδηγίας 79/409/ΕΟΚ περί της διατηρήσεως των αγρίων πτηνών (94/C 393/19) — ΕΕ C 393 της 31.12.1994, σελ. 93.


19.8.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 211/47


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: «Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001 (για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών) όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή»

COM(2008) 53 τελικό — 2008/0030 (COD)

(2008/C 211/14)

Στις 22 Φεβρουαρίου 2008 το Συμβούλιο αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 152 παράγραφος 4 στοιχείο β) της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την:

Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001 (για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών) όσον αφορά τις εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή.

Επειδή θεωρεί την πρόταση απολύτως ικανοποιητική, και δεδομένου ότι έχει ήδη εκφέρει γνώμη για το θέμα αυτό σε παλαιότερες γνωμοδοτήσεις της, που υιοθετήθηκαν στις 7 Ιουλίου 1999 (1), και στις 29 Μαρτίου 1995 (2), η ΕΟΚΕ, κατά την 444η σύνοδο ολομέλειας της 22ας και 23ης Απριλίου 2008 (συνεδρίαση της 22ας Απριλίου) αποφάσισε, με 154 ψήφους υπέρ, και 2 αποχές, να εκφέρει θετική γνώμη για το προτεινόμενο κείμενο και να παραπέμψει στη θέση που υποστηρίζει στα προαναφερόμενα έγγραφα.

Η γνωμοδότηση της επιτροπής για την κανονιστική διαδικασία με έλεγχο βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε στάδιο προετοιμασίας [COM(2007) 741 τελικό, COM(2007) 822 τελικό, COM(2007) 824 τελικό και COM(2008) 71 τελικό].

 

Βρυξέλλες, 22 Απριλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την πρόταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών (ΕΕ C 258 της 10.9.1999, σ. 19).

(2)  Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την πρόταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 999/2001 για τη θέσπιση κανόνων πρόληψης, καταπολέμησης και εξάλειψης ορισμένων μεταδοτικών σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών — COM(2004) 775 τελικό — ΕΕ C 234 της 22.9.2005, σ. 26-27.


19.8.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 211/48


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών για τη θέσπιση κοινών αρχών όσον αφορά την ευελιξία με ασφάλεια: περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας μέσω της ευελιξίας με ασφάλεια»

COM(2007) 359 τελικό

(2008/C 211/15)

Στις 27 Ιουνίου 2007, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα:

«Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών για τη θέσπιση κοινών αρχών όσον αφορά την ευελιξία με ασφάλεια: περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας μέσω της ευελιξίας με ασφάλεια».

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις και δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 2 Απριλίου 2008 με βάση εισηγητική έκθεση των κκ. Janson (εισηγητή) και Ardhe (συνεισηγητή).

Κατά την 444η σύνοδο ολομέλειας της 22ας και 23ης Απριλίου 2008 (συνεδρίαση της 22ας Απριλίου 2008), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 147 ψήφους υπέρ, μία ψήφο κατά και 8 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει τις ποικίλες συμβολές εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και των ευρωπαίων κοινωνικών εταίρων στη συζήτηση για την ευελιξία με ασφάλεια. Σε ένα μεταβαλλόμενο κόσμο, ενέχει ζωτική σημασία το να συζητηθεί ο τρόπος με τον οποίο η εξισορρόπηση της ευελιξίας και της ασφάλειας στο επίπεδο της ΕΕ και των κρατών μελών μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία νέων και περισσότερων θέσεων εργασίας.

1.1.1

Η ΕΟΚΕ έχει ήδη επισημάνει ότι η έννοια της ευελιξίας με ασφάλεια δεν σημαίνει το μονομερή και παράνομο περιορισμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Οι κοινωνικοί εταίροι της Ευρώπης έχουν ήδη ζητήσει από τα κράτη μέλη να αναθεωρήσουν, και εάν χρειάζεται να αναπροσαρμόσουν, το σχεδιασμό της εργατικής νομοθεσίας, τα συστήματα προστασίας των θέσεων εργασίας και, από κοινού με τους κοινωνικούς εταίρους, τις πρακτικές των συλλογικών συμβάσεων, π.χ. προκειμένου να «διασφαλισθεί η βέλτιστη δυνατή ισορροπία μεταξύ ευελιξίας και ασφάλειας για όλες τις εργασιακές σχέσεις, να κατοχυρωθεί επαρκής ασφάλεια για τους εργαζομένους βάσει όλων των τύπων συμβάσεων για να αντιμετωπισθεί ο κατακερματισμός των αγορών εργασίας» και να «προβλεφθούν όλα τα μέτρα που έχουν σχέση με το γενικό πλαίσιο της ευελιξίας με ασφάλεια», με την αγορά εργασίας.

1.2

Οι διαβουλεύσεις για την ευελιξία με ασφάλεια προκάλεσαν επίσης συζητήσεις στα κράτη μέλη και συντονισμένη δράση σε ορισμένα από αυτά. Αυτό καταδεικνύει τη σπουδαιότητα της ενεργού συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων στη συζήτηση και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

1.3

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η ευελιξία με ασφάλεια δεν είναι δυνατόν να εξετάζεται χωρίς τη συνεκτίμηση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ΕΕ. Η παγκοσμιοποίηση, η ταχεία ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και η δημογραφική εξέλιξη, αφενός, και οι περιβαλλοντικές προκλήσεις, αφετέρου, μεταβάλλουν την ευρωπαϊκή αγορά εργασίας. Η ευελιξία με ασφάλεια πρέπει να αποτελεί μέρος μίας απάντησης στις εν λόγω εξωτερικές και εσωτερικές τάσεις και πιέσεις, έχοντας ως στόχο την έντιμη και ισόρροπη σχέση μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών.

1.4

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η Ευρώπη θα πρέπει να εστιάσει το ενδιαφέρον της στην ικανότητα καινοτομίας, στην υψηλή ποιότητα των προϊόντων και υπηρεσιών της, στο υψηλά καταρτισμένο εργατικό δυναμικό της και στο κοινωνικό της πρότυπο και θα πρέπει να ανταγωνίζεται τους παγκόσμιους ανταγωνιστές της σε ποιότητα. Αυτό θα πρέπει να ανακλάται στις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση. Η ΕΟΚΕ επιθυμεί την εισαγωγή αλλαγών στις κατευθυντήριες γραμμές βάσει των συζητήσεων για την ευελιξία με ασφάλεια και συγκεκριμένα όσον αφορά την ποιότητα των θέσεων εργασίας.

1.5

Τέλος, η ΕΟΚΕ διατυπώνει ορισμένες συστάσεις σχετικά με την εφαρμογή της ευελιξίας με ασφάλεια. Συγκεκριμένα:

συνιστά στην Επιτροπή να προβεί σε απολογισμό των διαφορετικών συμβολών και απόψεων σε σχέση με την ανακοίνωσή της, όπως επίσης να προβεί σε διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους των κρατών μελών σε όλα τα επίπεδα·

ενθαρρύνει την Επιτροπή να παρακολουθήσει τη διαδικασία εφαρμογής και να συστήσει μία πλατφόρμα για την ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών, στην οποία θα συμμετέχουν και οι κοινωνικοί εταίροι· στηρίζει την ενεργό συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στο σχεδιασμό και την εφαρμογή των πολιτικών ευελιξίας με ασφάλεια στα κράτη μέλη σε όλα τα στάδια της διαδικασίας·

επισημαίνει ότι η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των εμπλεκόμενων παραγόντων έχει μεγάλη σημασία·

υπογραμμίζει ότι τόσο οι υγιείς μακροοικονομικές πολιτικές, οι οποίες προωθούν την ανάπτυξη της απασχόλησης, όσο και το ευνοϊκό επιχειρηματικό περιβάλλον, το οποίο υλοποιεί και υποστηρίζει την πλήρη ανάπτυξη του δυναμικού, αποτελούν σημαντικές προϋποθέσεις προκειμένου να λειτουργήσει η ευελιξία με ασφάλεια· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη και την ΕΕ να θεσπίσουν και να τηρούν ένα νομικό πλαίσιο που να χαρακτηρίζεται από προσαρμοστικότητα, απλότητα, διαφάνεια και προβλεπτικότητα και να ενισχύσουν και να υπερασπίζονται τα δικαιώματα των εργαζομένων, να διασφαλίζουν το σεβασμό τους καθώς και την ένδικη προστασία τους και να προωθήσουν παντού στην ΕΕ τη δημιουργία σταθερού νομικού πλαισίου για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τον κοινωνικό διάλογο κατά την εφαρμογή της ευελιξίας με ασφάλεια·

σημειώνει ότι τα γενικά συστήματα κοινωνικής ασφάλειας μπορούν να βελτιώσουν την κινητικότητα, διασφαλίζοντας ότι τα συμφέροντα των εργαζομένων δεν θίγονται, όταν οι τελευταίοι αντιμετωπίζουν αλλαγές οι οποίες έχουν επίδραση στον τόπο εργασίας τους· η παρακολούθηση των εθνικών και κοινοτικών κανόνων, όσον αφορά την ενημέρωση και τη διαβούλευση, είναι σημαντική για την πρόβλεψη αλλαγών και για τον μετριασμό των επιπτώσεών τους· υπογραμμίζει τη σημασία διάθεσης οικονομικών πόρων για την ευελιξία με ασφάλεια που να περιλαμβάνουν την παροχή κρατικής και ιδιωτικής βοήθειας στους εργαζόμενους που αναζητούν νέα θέση απασχόλησης·

επισημαίνει ότι όλες οι σχετικές πολιτικές θα πρέπει να αλληλοενισχύονται·

επιθυμεί μία ολοκληρωμένη και πολυεπίπεδη προσέγγιση· δεδομένης της πολυδιάστατης φύσης της ευελιξίας με ασφάλεια, είναι σημαντικό να επιδιωχθεί η ενσωμάτωση διαφορετικών πολιτικών επιπέδων·

φρονεί ότι πρέπει να ληφθούν υπόψη οι νέοι κίνδυνοι και να προβλεφθούν μεταβατικές περίοδοι κατά την εφαρμογή της ευελιξίας με ασφάλεια καθώς και ότι δεν θα πρέπει να καταργούνται συστηματικά οι συμβάσεις μόνιμης απασχόλησης·

κρίνει ότι σε πέντε χρόνια η Επιτροπή θα πρέπει να προβεί στην αξιολόγηση των συστημάτων της ευελιξίας με ασφάλεια που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη και ιδιαιτέρως στην αξιολόγηση του αντικτύπου τους στο επίπεδο της απασχόλησης τόσο στα επιμέρους κράτη μέλη όσο και σε κοινοτικό επίπεδο.

2.   Ιστορικό

2.1

Η ευελιξία με ασφάλεια αποτελεί θέμα εξέτασης ήδη από την υιοθέτηση των πρώτων κατευθυντήριων γραμμών για την απασχόληση. Ωστόσο, η τρέχουσα συζήτηση άρχισε τον Ιανουάριο του 2006 με μία ανεπίσημη συνεδρίαση του Συμβουλίου με θέμα την ευελιξία με ασφάλεια. Σε δύο Τριμερείς Κοινωνικές Συνόδους σε σύνδεση με τις Ευρωπαϊκές Συνόδους Κορυφής του Δεκεμβρίου 2006 και του Μαρτίου 2007, συζητήθηκε το θέμα της ευελιξίας με ασφάλεια. Η Επιτροπή δημοσίευσε ανακοίνωση για την ευελιξία με ασφάλεια, τον Ιούνιο του 2007, η οποία συζητήθηκε και εξετάσθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, η δε απόφαση του Συμβουλίου ήταν ομόφωνη. Επιπλέον, τον Οκτώβριο του 2007, οι κοινωνικοί εταίροι ολοκλήρωσαν μία κοινή ανάλυση των καίριων προσκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές αγορές εργασίας, στην οποία συμπεριλαμβάνονται και συστάσεις για την ευελιξία με ασφάλεια. Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει όλες τις συμβολές και ιδίως την κοινή ανάλυση των ευρωπαίων κοινωνικών εταίρων (1).

2.2

Οι διαβουλεύσεις για την ευελιξία με ασφάλεια προκάλεσαν επίσης συζητήσεις στα κράτη μέλη και πρόσφατα συντονισμένη δράση σε ορισμένα από αυτά. Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει αυτές τις συζητήσεις και τις δραστηριότητες, αλλά επισημαίνει ότι είναι ζωτικής σημασίας η ενεργός συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στη συζήτηση και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

2.3

Λαμβάνοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ για την ευελιξία με ασφάλεια, του Ιουλίου 2007 (2), η οποία ακόμη αποτελεί μία στερεή βάση, η παρούσα γνωμοδότηση έχει ως στόχο:

την παρουσίαση των απόψεων της ΕΟΚΕ επί σημαντικών σημείων με σκοπό τη διευκόλυνση της εφαρμογής της ευελιξίας με ασφάλεια στα κράτη μέλη και την εξέταση των συνεπειών της για τις πολιτικές της ΕΕ,

τη διατήρηση των απόψεων της ΕΟΚΕ σχετικά με τον καίριο ρόλο των κοινωνικών εταίρων και την περαιτέρω επισήμανση του ρόλου της κοινωνίας των πολιτών σε αυτή τη διαδικασία.

3.   Η εφαρμογή της ευελιξίας με ασφάλεια

3.1

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει τις ποικίλες συμβολές στη συζήτηση για την ευελιξία με ασφάλεια. Σε ένα μεταβαλλόμενο κόσμο, η ΕΟΚΕ θεωρεί ζωτικής σημασίας να συζητηθεί ο τρόπος με τον οποίο η εξισορρόπηση της ευελιξίας και της ασφάλειας στο επίπεδο της ΕΕ και των κρατών μελών μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία νέων και περισσότερων θέσεων εργασίας.

3.2   Προκλήσεις για την αγορά εργασίας

3.2.1

Η ευελιξία με ασφάλεια δεν είναι δυνατόν να εξετάζεται χωρίς τη συνεκτίμηση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ΕΕ. Η παγκοσμιοποίηση, η ταχεία ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών και η δημογραφική εξέλιξη μεταβάλλουν την ευρωπαϊκή αγορά εργασίας. Η ΕΟΚΕ θα επιθυμούσε, ωστόσο, να προσθέσει ότι και οι περιβαλλοντικές προκλήσεις φαίνεται να έχουν αντίκτυπο στις αγορές εργασίας. Η ευελιξία με ασφάλεια πρέπει να αποτελεί μέρος μίας απάντησης στις εν λόγω εξωτερικές και εσωτερικές τάσεις και πιέσεις, έχοντας ως στόχο την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ της κοινωνικής, περιβαλλοντικής και οικονομικής προόδου.

3.2.2

Η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι οι περιβαλλοντικές προκλήσεις θα επηρεάσουν τις αγορές εργασίας της Ευρώπης. Θα αυξήσουν την πίεση για την εξοικονόμηση ενέργειας και την εισαγωγή συστημάτων για ένα πιο βιώσιμο περιβάλλον. Αλλά μπορούν επίσης να παρακινήσουν για τεχνολογική καινοτομία, συμβάλλοντας κατ` αυτόν τον τρόπο στην οικονομική ανάπτυξη και την αύξηση της απασχόλησης.

3.2.3

Η ΕΟΚΕ έχει ήδη επισημάνει ότι η κλιματική αλλαγή ενδέχεται να επιτείνει τις κοινωνικές στρεβλώσεις και ανισότητες (3) τόσο στην ΕΕ όσο και σε άλλες περιοχές του κόσμου. Έχει υποστηρίξει ακόμη ότι ο στόχος πρέπει να συνίσταται στη διαχείριση της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και στο μετριασμό της χωρίς την πρόκληση ανεργίας και κοινωνικών στρεβλώσεων (4).

3.2.4

Η παγκοσμιοποίηση και η απορρέουσα ολοκλήρωση των αγορών επηρεάζουν τις αγορές εργασίας της Ευρώπης. Τα πρότυπα κατανάλωσης, παραγωγής και επενδύσεων μεταβάλλονται. Αυτές οι εξελίξεις δεν είναι ούτε αναπόφευκτες ούτε αδύνατον να επηρεασθούν ή να διαμορφωθούν. Η νομοθεσία η σχετική με την υγεία και την ασφάλεια και τα δικαιώματα των εργαζομένων βελτιώνει την επαγγελματική ζωή και διαμορφώνει παγκόσμιους κανόνες. Οι προδιαγραφές των προϊόντων μπορούν να βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την προσαρμοστικότητα των επιχειρήσεων. Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές αγορές εργασίας θα πρέπει να αναπροσαρμοσθούν για να ανταποκρίνονται τις προκλήσεις ενός παγκοσμιοποιημένου κόσμου. Από πολλές απόψεις η Ευρώπη επωφελήθηκε από την παγκοσμιοποίηση. Η ενιαία αγορά συνέβαλε στη δημιουργία στην ΕΕ παγκοσμίως ανταγωνιστικών επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, η ΕΕ είναι σε θέση να πωλεί προϊόντα και υπηρεσίες στην κορυφή της αλυσίδας αξίας.

3.2.5

Η παγκοσμιοποίηση και οι τεχνολογικές αλλαγές δεν υπονόμευσαν την ανάπτυξη της απασχόλησης στην Ευρώπη. Κατά την περίοδο 1995-2005, η ΕΕ σημείωσε καθαρή αύξηση της απασχόλησης, με τη δημιουργία 18,5 εκατομμυρίων θέσεων εργασίας. Ο αριθμός των απωλεσθεισών θέσεων εργασίας που οφείλονται στις προσαρμογές τις σχετιζόμενες με το εμπόριο είναι περιορισμένος σε σύγκριση με το γενικό ποσοστό δημιουργίας θέσεων εργασίας στην οικονομία. Πράγματι, το άνοιγμα στο εμπόριο μπορεί να μεγιστοποιήσει τις δυνατότητες απασχόλησης, όπως καταδεικνύουν πρόσφατες εξελίξεις στην ΕΕ.

3.2.6

Αλλά η παγκοσμιοποίηση μπορεί να προκαλέσει και την ενίσχυση της τρωτότητας. Οι επιχειρήσεις είναι εκτεθειμένες σε ενισχυμένο ανταγωνισμό. Θέσεις εργασίας που προηγουμένως θεωρούντο προστατευμένες, επί του παρόντος εκτίθενται στο διεθνή ανταγωνισμό. Υπηρεσίες που για πολλά χρόνια θεωρούντο ως τοπικές, επί του παρόντος είναι δυνατόν να παρέχονται διασυνοριακά. Οι αναδιαρθρώσεις πραγματοποιούνται πιο συχνά και με ταχύτερο ρυθμό. Οι εργαζόμενοι που χάνουν την εργασία τους στο εμπόριο, όταν απασχολούνται σε άλλους τομείς συνήθως λαμβάνουν χαμηλότερες αποδοχές. Συνεπώς για πολλούς, η παγκοσμιοποίηση σημαίνει απώλεια εισοδημάτων όταν αλλάζουν εργασία. Στην πραγματικότητα, το ποσοστό συμμετοχής των μισθών στην οικονομία έχει υποχωρήσει. Οι κοινωνικοί εταίροι έχουν επίσης παρατηρήσει ότι, σε σύγκριση με τις ΗΠΑ, η ΕΕ έχει δημιουργήσει περισσότερες θέσεις εργασίας σε τομείς που κατατάσσονται στη χαμηλότερη βαθμίδα της κλίμακας της παραγωγικής ανάπτυξης, ενώ η απασχόληση σε τομείς με υψηλές επιδόσεις όσον αφορά την παραγωγικότητα έχει μειωθεί (5).

3.2.7

Οι αλλαγές στην αγορά εργασίας προκάλεσαν την αύξηση του ποσοστού μερικής και ορισμένου χρόνου απασχόλησης. Αυτοί οι τύποι απασχόλησης έχουν ενδεχομένως συμβάλει στη διευκόλυνση της εισόδου στην αγορά εργασίας και στην αύξηση των ποσοστών απασχόλησης στην Ευρώπη. Όμως οι εργαζόμενοι σε προσωρινές θέσεις εργασίας τείνουν να είναι λιγότερο παραγωγικοί, τους παρέχεται λιγότερη κατάρτιση (6) χρηματοδοτούμενη από τους εργοδότες και είναι περισσότερο επιρρεπείς σε εργατικά ατυχήματα (7). Κινδυνεύουν ακόμη να παραμείνουν εγκλωβισμένοι σε προσωρινή απασχόληση. Μετά από μία εξαετία, μόνο οι μισοί περίπου από τους εργαζομένους που έχουν προσωρινές συμβάσεις συνάπτουν συμβάσεις αορίστου χρόνου, σε σύγκριση με περισσότερο από τα τρία τέταρτα των εργαζομένων που άρχισαν με συμβάσεις αορίστου χρόνου (8).

3.2.8

Προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι δημογραφικές προκλήσεις, χρειάζεται να δημιουργηθούν νέες υπηρεσίες και ευκαιρίες απασχόλησης στον τομέα, παραδείγματος χάρη, της φροντίδας των παιδιών και των ηλικιωμένων. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρώπη οφείλει επίσης να βελτιώσει την οργάνωση της εργασίας, την ισότητα των φύλων και τον συνδυασμό επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής.

3.2.9

Η φορολογική πολιτική τείνει σε πολλά κράτη μέλη να είναι χαλαρή σε περιόδους ευνοϊκής συγκυρίας και αυστηρή στο χαμηλό τμήμα του οικονομικού κύκλου. Τούτο συμβαίνει κυρίως στα μεγαλύτερα κράτη της ευρωζώνης. Επιπλέον, το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό σε πολλά κράτη μέλη της ΕΕ υπό το φώς της γήρανσης του πληθυσμού (9).

3.3   Η στρατηγική απασχόλησης και η ευελιξία με ασφάλεια

3.3.1

Κατά την εφαρμογή πολιτικών ευελιξίας με ασφάλεια στα κράτη μέλη, οι κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση θα δώσουν στα κράτη μέλη ενδείξεις για το είδος των αγορών εργασίας και της οικονομίας που επιδιώκει η Ευρώπη. Εν προκειμένω, η άποψη της ΕΟΚΕ είναι σαφής: η Ευρώπη πρέπει να εστιάσει στην ικανότητά της για καινοτομία, στην υψηλή ποιότητα των προϊόντων και των υπηρεσιών της, στο άρτια καταρτισμένο εργατικό δυναμικό και στο κοινωνικό της μοντέλο και να συναγωνιστεί τους παγκόσμιους ανταγωνιστές της με στόχο την ποιότητα αντί να συμμετέχει σε έναν αγώνα δρόμου για τους χαμηλότερους μισθούς και τα κατώτατα κοινωνικά πρότυπα, στον οποίο η Ευρώπη θα είναι σαφώς ο «χαμένος» (10).

3.3.2

Ορισμένες από τις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση της συζήτησης για ευελιξία με ασφάλεια, αλλά η ΕΟΚΕ θα επιθυμούσε την εισαγωγή αλλαγών στις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, οι οποίες να ανακλούν τις συστάσεις της, και συγκεκριμένα όσον αφορά την ποιότητα των θέσεων απασχόλησης, όπως αναφέρεται στη γνωμοδότησή της με θέμα τις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση (11).

3.3.3

Σε διάφορες περιπτώσεις, η ΕΟΚΕ εξέφρασε τις παρατηρήσεις της για την αναθεωρημένη διαδικασία της Λισσαβώνας και τις νέες κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση (12). Η ΕΟΚΕ εξέφρασε την ικανοποίησή της για τη νέα ολοκληρωμένη προσέγγιση καθώς και τον πολυετή νέο κύκλο διακυβέρνησης υπογραμμίζοντας, ωστόσο, μεταξύ άλλων:

ότι σε ορισμένα σημεία διαπιστώνεται έλλειψη συνοχής μεταξύ των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών και των κατευθυντηρίων γραμμών για την απασχόληση·

ότι η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται πρωτίστως από το εάν τα κράτη μέλη λαμβάνουν στα σοβαρά τις δεσμεύσεις τους και από την πρακτική εφαρμογή σε εθνικό επίπεδο των προτεραιοτήτων που έχουν συμφωνηθεί·

ότι πρέπει να διασφαλιστεί η ουσιαστική συμμετοχή των κοινοβουλίων, των κοινωνικών εταίρων, και της κοινωνίας των πολιτών σε όλα τα στάδια της διαδικασίας συντονισμού της πολιτικής απασχόλησης.

3.3.4

Η ΕΟΚΕ έχει ήδη υπογραμμίσει ότι καθοριστικό στοιχείο για την επιτυχία των εθνικών μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων αποτελεί η όσο το δυνατόν ευρύτερη συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων κοινωνικών φορέων —ειδικά των κοινωνικών εταίρων— σε όλα τα στάδια της διαδικασίας (13). Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΟΚΕ επιθυμεί επίσης να επισημάνει τη σημασία της διαβούλευσης με τις εθνικές οικονομικές και κοινωνικές επιτροπές.

3.4   Η έννοια της ευελιξίας με ασφάλεια

3.4.1

Η ευελιξία με ασφάλεια μπορεί να διαδραματίσει μείζονα ρόλο για την επίτευξη των στόχων της ανανεωμένης στρατηγικής της Λισσαβώνας, πλαισιώνοντας τις εθνικές μεταρρυθμίσεις και της επιλογές πολιτικής. Εντούτοις, ούτε η ιδέα ούτε τα συστατικά στοιχεία της ευελιξίας με ασφάλεια είναι νέα. Στις πρώτες κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση, οι οποίες υιοθετήθηκαν στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την απασχόληση το 1998, ήδη καλούνταν οι κοινωνικοί εταίροι να διαπραγματευτούν για την εξεύρεση ισορροπίας μεταξύ της ευελιξίας και της ασφάλειας.

3.4.2

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να επισημάνει ότι η σχετική συζήτηση περιορίσθηκε, μέχρι σήμερα, κυρίως στην αυξανόμενη εξωτερική ευελιξία και στους τρόπους με τους οποίους μπορεί να αντισταθμιστεί η αύξηση αυτή, όπως με την ενίσχυση των πολιτικών απασχόλησης ή με τη λήψη μέτρων στον τομέα της κοινωνικής προστασίας. Αντίθετα, ο στόχος θα έπρεπε να επικεντρώνεται σε άλλα θέματα, προκειμένου το όφελος να είναι αμοιβαίο (14). Η ευέλικτη ασφάλεια έχει ως αποτέλεσμα την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, μεταξύ των οποίων θα πρέπει να συζητηθούν ισόρροπες και δίκαιες δέσμες μέτρων (15).

3.4.3

Η ευελιξία με ασφάλεια χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, από την Επιτροπή κατά την αξιολόγηση των εθνικών μεταρρυθμιστικών σχεδίων και από την Προεδρία κατά τη συζήτηση των προκλήσεων της αγοράς εργασίας. Έχει καταστεί ένα πλαίσιο για την αξιολόγηση των αγορών εργασίας των κρατών μελών. Η Επιτροπή οφείλει να λάβει υπό σημείωση όλες τις πρόσφατες εξελίξεις και συμβολές. Προκειμένου να αξιολογηθούν οι —συχνά πολύ περίπλοκες— προϋποθέσεις στα διάφορα κράτη μέλη, απαιτείται μία στενή συνεργασία με τους σχετικούς φορείς. Θα πρέπει να υπάρξει διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους πριν την παρουσίαση των Εθνικών Σχεδίων Μεταρρυθμίσεων από τις κυβερνήσεις.

3.5   Στοιχεία της εφαρμογής της ευελιξίας με ασφάλεια

3.5.1

Η ΕΟΚΕ έχει ήδη επισημάνει ότι η έννοια της ευελιξίας με ασφάλεια δεν σημαίνει το μονομερή και παράνομο περιορισμό των δικαιωμάτων των εργαζομένων, μία ιδέα την οποία απορρίπτει η ΕΟΚΕ (16). Οι ευρωπαίοι κοινωνικοί εταίροι (17) ζήτησαν από τα κράτη μέλη να αναθεωρήσουν, και εάν χρειάζεται να αναπροσαρμόσουν, το σχεδιασμό της εργατικής νομοθεσίας, τα συστήματα προστασίας των θέσεων εργασίας και, από κοινού με τους κοινωνικούς εταίρους, τις πρακτικές των συλλογικών συμβάσεων, προκειμένου να:

«διασφαλισθεί η βέλτιστη δυνατή ισορροπία μεταξύ ευελιξίας και ασφάλειας για όλες τις εργασιακές σχέσεις·

προβλεφθεί επαρκής ασφάλεια για τους εργαζομένους βάσει όλων των τύπων συμβάσεων για να αντιμετωπισθεί ο κατακερματισμός των αγορών εργασίας·

αναπτυχθούν συμπληρωματικά μέτρα για την ασφάλεια της απασχόλησης που να προωθούν τη μετάβαση προς παραγωγικές και ικανοποιητικές θέσεις εργασίας·

προωθηθεί η νομική ασφάλεια και διαφάνεια τόσο για τους εργοδότες όσο και για τους εργαζόμενους όσον αφορά το πεδίο, την κάλυψη και την επιβολή της εργατικής νομοθεσίας·

εφαρμόζονται και τηρούνται σε εθνικό επίπεδο οι αρχές και οι κανόνες των ευρωπαϊκών κοινωνικών οδηγιών, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που απορρέουν από τη συμφωνία πλαίσιο μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, καθώς και των βασικών αρχών της ίσης και μη διακριτικής μεταχείρισης·

προωθηθούν σταθερές σχέσεις απασχόλησης και βιώσιμες πρακτικές όσον αφορά την αγορά εργασίας·

θεσπιστεί το πλαίσιο για την ανάπτυξη πρακτικών στους χώρους εργασίας που να βελτιώνουν την εξισορρόπηση του ιδιωτικού και του εργασιακού βίου και, κατά αυτόν τον τρόπο, να αξιοποιούν πλήρως το παραγωγικό δυναμικό της ευρωπαϊκής εργατικής δύναμης».

3.5.2

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί ότι η σημασία των ολοκληρωμένων στρατηγικών δια βίου μάθησης και της βελτίωσης της επένδυσης σε ανθρώπινους πόρους είναι καίρια για την επίτευξη των στόχων της στρατηγικής της Λισσαβώνας. Ωστόσο, τα στοιχεία της Eurostat καταδεικνύουν ότι σημειώθηκε ελάχιστη ή ανύπαρκτη πρόοδος όσον αφορά της αύξηση της συμμετοχής των εργαζομένων στη δια βίου μάθηση. Η σπουδαιότητα της δια βίου μάθησης για τη βελτίωση των δεξιοτήτων, των δυνατοτήτων σταδιοδρομίας και της παραγωγικότητας των εργαζομένων έχει επισημανθεί σε μία σειρά πρόσφατων γνωμοδοτήσεων της ΕΟΚΕ. Αν και στο παρελθόν έχουν αναληφθεί πολυάριθμες δεσμεύσεις όσον αφορά τη δια βίου μάθηση, στην πράξη πολλά απομένουν να γίνουν από τα κράτη μέλη και άλλους παράγοντες. Το 2002, οι ευρωπαίοι κοινωνικοί εταίροι συμφώνησαν στη θέσπιση ενός πλαισίου ενεργειών σχετικά με τη διά βίου ανάπτυξη προσόντων και ικανοτήτων.

3.5.3

Η ΕΟΚΕ θα επιθυμούσε να σημειώσει ότι τα συστήματα πρόνοιας χωρίς αποκλεισμούς σε συνδυασμό με ενεργητικές πολιτικές για την αγορά εργασίας βελτιώνουν τις δυνατότητες εξεύρεσης της κατάλληλης απασχόλησης και ενθαρρύνουν την καινοτομία και την αύξηση της παραγωγικότητας σε ευπαθείς βιομηχανικούς τομείς γεγονός που είναι ουσιαστικής σημασίας για τη μελλοντική ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Σημαντικό τμήμα της ευελιξίας με ασφάλεια αποτελούν τα επιδόματα ανεργίας με υψηλά ποσοστά επανατοποθέτησης, τα οποία είναι αποτελεσματικά και προσανατολισμένα προς την απασχόληση, προσφέροντας πρόσθετες δυνατότητες για την εξεύρεση της κατάλληλης απασχόλησης σε ποιοτικές θέσεις εργασίας, ενώ παράλληλα ενισχύουν της ασφάλεια της απασχόλησης. Ως εκ τούτου, δεν πρόκειται μόνο για την προσφορά «κατάλληλων» επιπέδων επανατοποθέτησης, αλλά και για τη διασφάλιση ότι μέσω αυτών διατηρείται ένα κατάλληλο επίπεδο διαβίωσης, που μπορεί να είναι βιώσιμο, όπως επίσης και για τη σύνδεσή τους με στρατηγικές ενεργοποίησης και υπηρεσίες απασχόλησης υψηλής ποιότητας.

3.5.4

Η ΕΟΚΕ έχει επισημάνει και προηγουμένως τη σημασία της ισότητας των φύλων (18). Θα πρέπει να εφαρμόζονται πολιτικές για τον συνδυασμό του επαγγελματικού, ιδιωτικού και οικογενειακού βίου, καθώς και μέτρα που επιτρέπουν σε γυναίκες και άνδρες να αναπτύξουν το επαγγελματικό δυναμικό τους και να καταστούν οικονομικά ανεξάρτητοι. Η ΕΟΚΕ προτρέπει το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για την Ισότητα των Φύλων να εξετάσει την ευελιξία με ασφάλεια από την προοπτική της διάστασης του φύλου.

3.5.5

Η γεωγραφική και επαγγελματική κινητικότητα των εργαζομένων είναι απαραίτητο μέσον για τη διασφάλιση αποτελεσματικών αγορών εργασίας και για την εξομάλυνση της αναντιστοιχίας μεταξύ της ζήτησης και της προσφοράς εργασίας, με τον περιορισμό των συμφορήσεων σε ειδικούς τομείς και επαγγέλματα. Η γεωγραφική κινητικότητα μπορεί να συμβάλει στην ενίσχυση της σύγκλισης των συνθηκών εργασίας και διαβίωσης. Επιπλέον, η γεωγραφική και επαγγελματική κινητικότητα έχουν επίσης σημαντικές συνέπειες στα επίπεδα ανάπτυξης και απασχόλησης. Κατά τα πρόσφατα έτη, τα κράτη μέλη με τα υψηλότερα επίπεδα κινητικότητας σημείωσαν επίσης υψηλή οικονομική ανάπτυξη και χαμηλά —ή σημαντικά μειωμένα— ποσοστά ανεργίας. Αυτό καταδεικνύει ότι τα υψηλά επίπεδα κινητικότητας και οι υψηλές επιδόσεις όσον αφορά την οικονομική πρόοδο και την αγορά εργασίας αλληλοσυνδέονται.

3.6   Η ευελιξία με ασφάλεια και οι διάφοροι φορείς

3.6.1

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει τη σημασία του κοινωνικού διαλόγου και της ενεργού συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων σε όλα τα σημαντικά στάδια του σχεδιασμού και της εφαρμογής των πολιτικών για την ευελιξία με ασφάλεια (19). Όπως επισήμανε η ΕΟΚΕ στην προηγούμενη γνωμοδότησή της, η ενίσχυση των συστημάτων εργασιακών σχέσεων σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο είναι ζωτικής σημασίας για οποιαδήποτε συζήτηση επί της ευελιξίας με ασφάλεια.

3.6.2

Η ευελιξία με ασφάλεια προϋποθέτει την ύπαρξη κλίματος εμπιστοσύνης και διαλόγου ευρείας βάσης μεταξύ όλων των φορέων, στο πλαίσιο του οποίου όλοι είναι έτοιμοι να αναλάβουν την ευθύνη για αλλαγή με σκοπό την επίτευξη κοινωνικά ισορροπημένων πολιτικών. Αυτό συμπεριλαμβάνει και τις δυνατότητες παρακολούθησης και αξιολόγησης της εφαρμογής, καθώς και των αποτελεσμάτων των πολιτικών.

3.6.3

Η κοινωνία των πολιτών, επίσης, έχει να διαδραματίσει ένα ρόλο στην εφαρμογή της ευελιξίας με ασφάλεια. Οι κοινωνικές ΜΚΟ παρέχουν ουσιώδεις υπηρεσίες για εκείνους που κινδυνεύουν ή έχουν ήδη περιθωριοποιηθεί και συμβάλλουν στη συμφιλίωση του οικογενειακού και επαγγελματικού βίου. Εκπαιδευτικές ενώσεις ενθαρρύνουν και παρέχουν δια βίου μάθηση για ενηλίκους. Η οργανωμένη κοινωνία των πολιτών μπορεί να συμβάλλει στη βελτίωση της ποιότητας της απασχόλησης και στο μετριασμό των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι πλέον ευπαθείς ομάδες που βρίσκονται αντιμέτωπες στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας με διακρίσεις, όπως είναι οι νέοι, οι ηλικιωμένοι, οι γυναίκες, οι μετανάστες και τα άτομα με ειδικές ανάγκες.

4.   Συστάσεις

4.1

Η ΕΟΚΕ ζητεί επειγόντως από την Επιτροπή να εξετάσει τις ποικίλες συμβολές και απόψεις επί της ανακοίνωσης της Επιτροπής, όπως επίσης άλλες πρόσφατες εξελίξεις. Τα κράτη μέλη και οι κοινωνικοί εταίροι σε όλα τα επίπεδα διαδραματίζουν επίσης έναν ρόλο στη διαμόρφωση της έννοιας της ευελιξίας με ασφάλεια κατά την εφαρμογή της. Αυτό είναι ουσιώδους σημασίας δεδομένου ότι η ευελιξία με ασφάλεια χρησιμοποιείται κατά τη διαδικασία αξιολόγησης των Εθνικών Προγραμμάτων Μεταρρυθμίσεων των κρατών μελών.

4.2

Όταν τα κράτη μέλη ενσωματώνουν τις κοινές αρχές στα Εθνικά Προγράμματα Μεταρρυθμίσεών τους, προβλέποντας ένα μίγμα εθνικών πολιτικών, ανάλογα με τις συνθήκες και πρακτικές τους, η ΕΟΚΕ προτρέπει την Επιτροπή να παρακολουθεί την όλη διαδικασία και να δημιουργήσει μία βάση για την ανταλλαγή ορθών πρακτικών και τη συγκριτική αξιολόγηση, με τη συμμετοχή ειδικά των κοινωνικών εταίρων, αλλά και της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών. Η ΕΟΚΕ εκφράζει ως εκ τούτου την ικανοποίησή της για τη διερευνητική «Αποστολή για την ευελιξία με ασφάλεια», η οποία συστάθηκε από την Επιτροπή.

4.3

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την ενεργότερη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στο σχεδιασμό και την υλοποίηση των πολιτικών της ευελιξίας με ασφάλεια σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Στο παρελθόν, η ΕΟΚΕ έχει επισημάνει την ανάγκη «ισχυρού και ζωτικού κοινωνικού διαλόγου στον οποίο οι κοινωνικοί εταίροι συμμετέχουν ενεργά και είναι σε θέση να διαπραγματευθούν, να επηρεάσουν και να αναλάβουν την ευθύνη του ορισμού των συνιστωσών και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της ευέλικτης ασφάλειας» (20).

4.4

Η αμοιβαία εμπιστοσύνη είναι ιδιαίτερα σημαντική μεταξύ των εμπλεκόμενων παραγόντων. Η οργανωμένη κοινωνία των πολιτών μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην αύξηση της εμπιστοσύνης, όπως επίσης στην προσφορά εφαλτηρίων για εκείνους που απέχουν επί μακρόν από την αγορά εργασίας.

4.5

Σημαντικές προϋποθέσεις για την ευελιξία με ασφάλεια στην εργασία είναι η ύπαρξη υγιών μακροοικονομικών πολιτικών που ενισχύουν την ανάπτυξη της απασχόλησης, καθώς και ένα ευνοϊκό επιχειρηματικό περιβάλλον που να υλοποιεί και να υποστηρίζει την πλήρη ανάπτυξη του δυναμικού.

4.6

Η ΕΟΚΕ προτρέπει τα κράτη μέλη και την ΕΕ να θεσπίσουν και να τηρούν ένα νομικό πλαίσιο που να χαρακτηρίζεται από προσαρμοστικότητα, απλότητα, διαφάνεια και προβλεπτικότητα και να ενισχύσουν και να υπερασπίζονται τα δικαιώματα των εργαζομένων, να διασφαλίζουν το σεβασμό τους καθώς και την ένδικη προστασία τους και να προωθήσουν παντού στην ΕΕ τη δημιουργία σταθερού νομικού πλαισίου για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τον κοινωνικό διάλογο κατά την εφαρμογή της ευελιξίας με ασφάλεια. Η βάση όλων των μοντέλων ευελιξίας με ασφάλεια είναι μία πολιτική ικανή να διασφαλίζει υψηλό επίπεδο κοινωνικής προστασίας, την ανάληψη της ευθύνης από επαρκώς χρηματοδοτούμενες δημόσιες υπηρεσίες και ένα σταθερό νομικό πλαίσιο για τις συλλογικές συμβάσεις και τον κοινωνικό διάλογο. Σε αυτό το πλαίσιο, οι εργασιακοί κανόνες της ΔΟΕ και η νομοθεσία της ΕΕ έχουν ιδιαίτερη σημασία επειδή είναι διαφανείς και προβλέψιμοι.

4.7

Τα συστήματα γενικής πρόνοιας μπορούν να βελτιώσουν την κινητικότητα, διασφαλίζοντας ότι οι εργαζόμενοι δεν ζημιώνονται όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με αλλαγές που επηρεάζουν το χώρο εργασίας τους. Σημαντική για την πρόληψη των αλλαγών και το μετριασμό των συνεπειών τους είναι η τήρηση των εθνικών και ευρωπαϊκών κανόνων ενημέρωσης και διαβούλευσης. Η ΕΟΚΕ σε προηγούμενη γνωμοδότησή της (21) έχει προτείνει την αναθεώρηση της οδηγίας για τις Ευρωπαϊκές Επιτροπές Επιχειρήσεων, η δε Επιτροπή δρομολόγησε πρόσφατα μία δεύτερη φάση διαβουλεύσεων, η οποία δίνει στους κοινωνικούς εταίρους της ευκαιρία να αρχίσουν διαπραγματεύσεις με σκοπό την αναθεώρηση της ισχύουσας νομοθεσίας. Η ΕΟΚΕ προτρέπει επίσης το Συμβούλιο και την Επιτροπή να επιχειρήσουν να ολοκληρώσουν την εκκρεμούσα κοινωνική νομοθεσία.

4.8

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει τη σημασία της διάθεσης οικονομικών πόρων για την ευελιξία με ασφάλεια. Η εφαρμογή της ευελιξίας με ασφάλεια χωρίς επενδύσεις σε υποστηρικτικά όργανα, σε ενεργές πολιτικές για την αγορά εργασίας και σε δια βίου μάθηση δεν πρόκειται να δημιουργήσει μία ποιοτική αγορά εργασίας. Σε αυτό θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται και η επέκταση της ασφάλειας επί των επισφαλών θέσεων εργασίας. Οι πολιτικές θα πρέπει να εστιάζονται στην ενσωμάτωση των γυναικών, των νέων και των ηλικιωμένων στην αγορά εργασίας. Η ευελιξία με ασφάλεια θα πρέπει να εφαρμόζεται βάσει μίας ολιστικής και συνεκτικής προσέγγισης. Από την άποψη αυτή, είναι απαραίτητη η διάθεση κατάλληλων πόρων στα ευρωπαϊκά ταμεία, όπως στο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης.

4.9

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι όλες οι σχετικές πολιτικές θα πρέπει να αλληλοενισχύονται. Η ανάπτυξη, η απασχόληση, η κοινωνική συνοχή και το περιβάλλον είναι το ίδιο σημαντικοί τομείς και αλληλοεξαρτώμενοι. Η βιώσιμη ανάπτυξη συνεπάγεται υψηλότερες προσδοκίες πρόνοιας και καλύτερο περιβάλλον.

4.10

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί την πρόβλεψη μίας ολοκληρωμένης και πολυεπίπεδης προσέγγισης. Δεδομένης της πολυδιάστατης φύσης της ευελιξίας με ασφάλεια, είναι σημαντικό να καταβληθούν προσπάθειες για την ενσωμάτωση διαφόρων επιπέδων πολιτικής. Για τη βελτίωση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής απαιτούνται μία περισσότερο συνεκτική πολιτική για την αντιμετώπιση του θέματος και ενισχυμένη αλληλεπίδραση μεταξύ των διαφόρων παραγόντων και επιπέδων.

4.11

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι νέοι κίνδυνοι και θα πρέπει να επιβραβεύεται η μετάβαση κατά την εφαρμογή της ευελιξίας με ασφάλεια. Η παγκοσμιοποίηση θα ενισχύσει τους κινδύνους για τους εργαζόμενους και τις επιχειρήσεις. Για την αντιμετώπιση της πρόκλησης της παγκοσμιοποίησης θα πρέπει να συνεκτιμηθούν αυτοί οι νέοι κίνδυνοι. Είναι ζωτικής σημασίας η προώθηση της επαγγελματικής κινητικότητας κατά ένα θετικό και ποιοτικό τρόπο μέσω της επένδυσης στο ανθρώπινο δυναμικό και της βελτίωσης της δυνατότητας μεταφοράς των δικαιωμάτων.

Βρυξέλλες, 22 Απριλίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  «Key challenges facing European labour markets: A joint analysis of European social partners», Οκτώβριος 2007.

URL: http://www.ceep.eu/media/right/publications/key_market_challenges_facing_european_labour_markets

(2)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ, της 11ης Ιουλίου 2007, με θέμα «Ευέλικτη ασφάλεια (διάσταση εσωτερικής ευελιξίαςσυλλογικές διαπραγματεύσεις και ο ρόλος του κοινωνικού διαλόγου ως μέσα ρύθμισης και μεταρρύθμισης της αγοράς εργασίας», εισηγητής: ο κ. Janson (ΕΕ C 256, 27.10.2007).

(3)  Βλέπε http://www.etuc.org/a/3356, Κλιματική αλλαγή και απασχόληση.

(4)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ, της 24ης Οκτωβρίου 2007 με θέμα «Κλιματική αλλαγή και στρατηγική της Λισσαβώνας», εισηγητής: ο κ. Ehnmark (NAT/362, ΕΕ C 44, 16.2.2008), σημ. 1.11.

(5)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(6)  «Assessing the impact of labour market policies on productivity: a difference-in-differences approach». OECD Social, Employment and Migration Working Papers No 54, 2007.

URL: http://www.oecd.org/dataoecd/27/20/38797288.pdf

(7)  European Working Conditions Survey (Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβιώσεως και Εργασίας).

(8)  Joint analysis (βλέπε υποσημείωση 1).

(9)  Βλ. ανωτέρω.

(10)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ, της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, με θέμα «Ποιότητα της επαγγελματικής ζωής, παραγωγικότητα και απασχόληση ενόψει της παγκοσμιοποίησης και των δημογραφικών μεταβολών», εισηγήτρια: η κ. Engelen-Kefer (ΕΕ C 318, 23.12.2006), σημ. 1.1.

(11)  «Κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση» (SOC 303), εισηγητής ο κ. Greif (η υιοθέτησή της έχει προγραμματισθεί για το Μάρτιο του 2008). Η νέα δέσμη κατευθυντηρίων γραμμών για την απασχόληση για την περίοδο 2008-2010 που προτάθηκε από την Επιτροπή το Δεκέμβριο του 2007 είναι όμοια με την προηγούμενη δέσμη για την περίοδο 2005-2008.

(12)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ, της 31ης Μαΐου 2005, με θέμα «Κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση: 2005-2008», εισηγητής: ο κ. Malosse (EE C 286, 17.11.2005), Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ, της 17ης Μαΐου 2006 με θέμα: «Κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση», εισηγητής: ο κ. Greif (ΕΕ C 195, 18.8.2006) και Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ, της 24ης Απριλίου 2007, με θέμα «Κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης», εισηγήτρια: η κ. O'Neill (ΕΕ C 168, 20.7.2007).

(13)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ, της 17ης Μαΐου 2006, με θέμα «Κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση», εισηγητής: ο κ. Greif (ΕΕ C 195, 18.8.2006).

(14)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ, της 11ης Ιουλίου 2007, με θέμα «Ευέλικτη ασφάλεια (διάσταση εσωτερικής ευελιξίαςσυλλογικές διαπραγματεύσεις και ο ρόλος του κοινωνικού διαλόγου ως μέσα ρύθμισης και μεταρρύθμισης της αγοράς εργασίας», εισηγητής: ο κ. Janson (ΕΕ C 256, 27.10.2007), σημ. 1.1.

(15)  Όπου και προηγουμένως, σημ. 4.1.

(16)  Όπου και προηγουμένως, σημ. 1.4.

(17)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(18)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ, της 11ης Ιουλίου 2007, με θέμα Ευέλικτη ασφάλεια (συλλογικές διαπραγματεύσεις και ο ρόλος του κοινωνικού διαλόγου), εισηγητής: ο κ. Janson (ΕΕ C 256, 27.10.2007).

(19)  Όπου και προηγουμένως, σημ. 4.1.

(20)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ, της 11ης Ιουλίου 2007, με θέμα Ευέλικτη ασφάλεια (συλλογικές διαπραγματεύσεις και ο ρόλος του κοινωνικού διαλόγου), εισηγητής: ο κ. Janson (ΕΕ C 256, 27.10.2007), σημείο 1.3.

(21)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ, της 13ης Σεπτεμβρίου 2006, με θέμα «Ευρωπαϊκές Επιτροπές Επιχειρήσεων: ένας νέος ρόλος για την προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης», Εισηγητής ο κ. Iozia (ΕΕ C 318, 23.12.2006).


19.8.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 211/54


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την «Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Καταπολέμηση των διαφορών στις αμοιβές των δύο φύλων»

COM(2007) 424 τελικό

(2008/C 211/16)

Στις 18 Ιουλίου και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την:

«Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών — Καταπολέμηση των διαφορών στις αμοιβές των δύο φύλων».

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 2 Απριλίου 2008. με βάση την εισηγητική έκθεση της κας KÖSSLER.

Κατά την 444η σύνοδο ολομέλειάς της, που πραγματοποιήθηκε στις 22 και 23 Απριλίου 2008 (συνεδρίαση της 22ας Απριλίου) η ΕΟΚΕ υιοθέτησε με 128 ψήφους υπέρ, 3 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την πολιτική βούληση της Επιτροπής να συνεχίσει την καταπολέμηση της μισθολογικής ανισότητας των δύο φύλων. Η ΕΟΚΕ αντιμετωπίζει όπως και η Επιτροπή με μεγάλη σοβαρότητα το θέμα αυτό διότι οι διαφορές δεν φαίνεται να μειώνονται. Συνεχίζονται παρά τα μέτρα που έχουν ληφθεί και τους πόρους που διατέθηκαν παλαιότερα. Γι' αυτό είναι σημαντικό όπως όλα τα εμπλεκόμενα μέρη συμμετάσχουν στις προσπάθειες και επιδείξουν βούληση ώστε να πραγματοποιηθούν οι σχετικές μεταβολές. Η στρατηγική της ΕΕ για την ανάπτυξη και την πολιτική απασχόλησης, η οποία περιλαμβάνεται στη στρατηγική της Λισσαβόνας αποτελεί σημαντικό εργαλείο για την προώθηση της ισότητας στην αγορά εργασίας και τη μείωση των μισθολογικών ανισοτήτων γυναικών και ανδρών. Η εφαρμογή της ίσης αμοιβής συνιστά προϋπόθεση για την επίτευξη των στόχων της στρατηγικής της Λισσαβώνας, την προστασία της ευημερίας των πολιτών και τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης σε παγκόσμια κλίμακα. Είναι καθοριστικής σημασίας για το μέλλον τόσο των γυναικών όσο των ανδρών.

1.2

Η ΕΟΚΕ υποβάλει τις εξής συστάσεις για την καταπολέμηση των μισθολογικών διαφορών, τις οποίες απευθύνει στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, στις εθνικές κυβερνήσεις, στις εθνικές οργανώσεις ισότητας καθώς και στους κοινωνικούς εταίρους.

1.2.1

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι κάθε κράτος μέλος πρέπει να φροντίσει όπως η αρχή για ισότητα αμοιβής γυναικών και ανδρών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας, όπως διατυπώνεται στην οδηγία 75/117/EΟΚ, εφαρμοσθεί στη νομοθεσία των κρατών μελών και στις συλλογικές συμβάσεις.

1.2.2

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι τα κράτη μέλη πρέπει να κατευθύνουν τις δράσεις τους στην καταπολέμηση των αιτίων στα οποία βασίζονται οι μισθολογικές διαφορές, οι οποίες οφείλονται στο γεγονός ότι η εργασία των γυναικών και των ανδρών αξιολογείται διαφορετικά, ότι στην αγορά εργασίας η εργασία κατανέμεται ανάλογα με το φύλο, ότι οι άνδρες και οι γυναίκες αντιμετωπίζουν διαφορετικά τον επαγγελματικό βίο καθώς στις διαφορές όσον αφορά τη θέση ισχύος και την αναγνώριση που διαθέτουν στην κοινωνία.

1.2.3

Όσον αφορά την ισχύουσα νομοθεσία απαιτείται

να εφαρμοσθεί πραγματικά για την καταπολέμηση των διακρίσεων των αμοιβών,

να διατηρηθούν και να εφαρμόζονται αποτελεσματικά οι δυνατότητες που παρέχονται από το νόμο για θετική διακριτική μεταχείριση, σύμφωνα με τη συνθήκη της ΕΕ, άρθρο 141 παράγραφος 4, για να διευκολύνουν το λιγότερο εκπροσωπούμενο φύλο να συνεχίσει μια επαγγελματική δραστηριότητα,

να προβαίνουν οι εργοδότες κάθε χρόνο στην εξέταση των μισθών και της εξέλιξής τους προκειμένου να εντοπίζουν προβλήματα διακρίσεων λόγω φύλου στα συστήματα ταξινόμησης των επαγγελμάτων και να εφαρμόζουν κατάλληλες λύσεις καταρτίζοντας ένα πρόγραμμα ισότητας που θα περιλαμβάνει διαφανή συστήματα αμοιβών,

Τα κράτη μέλη πρέπει να παρέχουν εύκολη πρόσβαση στα ένδικα μέσα για την υποβολή προσφυγών και καταγγελίας περιπτώσεων διάκρισης, σύμφωνα με την οδηγία του Συμβουλίου 97/80/EΚ σχετικά με το βάρος απόδειξης σε περιπτώσεις διακριτικής μεταχείρισης λόγω φύλου (1), ο εναγόμενος είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής ότι δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

1.2.4

Στις συμφωνίες των κοινωνικών εταίρων είναι αναγκαίο

να ενισχυθούν ο κοινωνικός διάλογος και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις σε όλα τα επίπεδα, διότι αποτελούν αναγκαία μέσα για την εξάλειψη των μισθολογικών διαφορών μεταξύ ανδρών και γυναικών,

να διενεργηθεί μια προσεκτική μελέτη των υφιστάμενων κριτηρίων της επαγγελματικής κατάταξης, των άμεσων και έμμεσων επιπτώσεών τους, της προόδου της εργασίας στο πλαίσιο του χρόνου, της διαθεσιμότητας και των οικιακών υποχρεώσεων,

να υπάρχει διαφάνεια στις διατάξεις περί πληροφόρησης και διαβούλευσης με τους εργαζόμενους και τους εκπροσώπους τους σχετικά με τις αμοιβές και την μισθολογική εξέλιξη των γυναικών και των ανδρών εντός της ίδιας επιχείρησης ή οργανισμού,

να ληφθούν μέτρα κατά του καθορισμού των αμοιβών με βάση το φύλο,

να δοθεί η δυνατότητα για την επιλογή ευέλικτου ωραρίου εργασίας.

1.2.5

Εφόσον η ισότητα στην αγορά εργασίας αποτελεί το κλειδί για την καταπολέμηση των μισθολογικών διαφορών μεταξύ γυναικών και ανδρών, είναι σημαντικό:

να αναληφθούν δράσεις για την ισότιμη πρόσβαση και την αύξηση της συμμετοχής αμφοτέρων των φύλων σε ολόκληρη την αγορά εργασίας και να αξιοποιηθεί η βοήθεια που παρέχουν τα διαρθρωτικά ταμεία για την εν λόγω προσπάθεια,

να δοθούν στα παιδιά και στους νέους, αμφοτέρων των φύλων, ορθά παραδείγματα που θα ενθαρρύνουν την επιλογή μη παραδοσιακών επαγγελμάτων,

να επιτευχθεί ισότητα όσον αφορά τη συμμετοχή και την επιρροή στην εργασία,

να υιοθετηθούν κοινά μέτρα, στενά συνδεδεμένα και συνεκτικά μεταξύ τους, τα οποία να εγγυώνται την ισορροπία του επαγγελματικού με τον ιδιωτικό βίο για να καταστεί δυνατή η συμφιλίωση της οικογενειακής ευθύνης με την επαγγελματική δραστηριότητα,

να εισαχθεί στις χώρες, στις οποίες δεν προβλέπεται σήμερα, η παροχή γονικής άδειας με αποδοχές, π.χ. με την υιοθέτηση αντίστοιχων διατάξεων με εκείνες που ισχύουν στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, οι οποίες δίνουν τη δυνατότητα παροχής γονικής άδειας με την καταβολή επιδόματος, για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα κράτη μέλη οφείλουν να λάβουν αποτελεσματικά μέτρα ώστε η γονική άδεια να μπορεί να μοιράζεται μεταξύ των γονέων (2),

να διατίθενται εκτενής και επιδοτούμενες υπηρεσίες παροχής παιδικής φροντίδας, ώστε οι γονείς να μπορούν να συνεχίσουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα, διακόπτοντας τη σταδιοδρομία τους για μικρότερο χρονικό διάστημα και να διευρυνθεί η προσφορά ποιοτικών και οικονομικά προσιτών υπηρεσιών προοριζόμενων για τα εξαρτώμενα άτομα και τις οικογένειές τους (3),

να παρέχονται πλήρεις και επιδοτούμενες υπηρεσίες στους ηλικιωμένους και στα εξαρτώμενα άτομα.

1.2.6

Τα κράτη μέλη πρέπει επίσης να φροντίσουν:

για την ενημέρωση όλων των εμπλεκόμενων μερών σχετικά με τους λόγους ύπαρξης των διαφορών στις αμοιβές των φύλων και στις διακρίσεις λόγω φύλου,

για την ανταλλαγή αποτελεσματικών μεθόδων και την ενίσχυση του διαλόγου μεταξύ των χωρών,

για την πληροφόρηση τόσο του κοινού όσο και των εκπροσώπων των εργαζομένων και των εργοδοτών, αλλά και των νομικών, για τα δικαιώματα όσων υποβάλλονται σε διακρίσεις.

1.2.7

Η ΕΟΚΕ καλεί το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο για την Ισότητα των Φύλων να δώσει, στο πλαίσιο των εργασιών του, προτεραιότητα στο ζήτημα των διαφορών στις αμοιβές των δύο φύλων.

1.2.8

Η ΕΟΚΕ εκδηλώνει τη βαθειά ανησυχία της σχετικά με τα αποτελέσματα της έκθεσης της Επιτροπής «Η ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών — 2008» (4). Από την έκθεση συνάγεται ότι υπάρχει ελλιπής εκπροσώπηση των γυναικών σε καίριους για την οικονομική ανάπτυξη τομείς, στους οποίους συνήθως καταβάλλονται υψηλές αμοιβές. Ως εκ τούτου η ενίσχυση της ποιοτικής διάστασης της ισότητας αποτελεί κύρια πρόκληση.

1.2.9

Η ΕΟΚΕ στηρίζει επίσης την «ευρωπαϊκή πλατφόρμα για γυναίκες επιστήμονες» (5), προτρέποντας όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς, σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, να δώσουν ιδιαίτερη έμφαση στη συμμετοχή των γυναικών στην επιστήμη και την έρευνα. Μόνο το 29 % των επιστημόνων και μηχανικών στην ΕΕ είναι γυναίκες.

1.3

Η ΕΟΚΕ θέλει να πιστεύει ότι οι κρατικές αρχές και οι πολιτικοί ηγέτες στα κράτη μέλη θα επιδείξουν υποδειγματική στάση όσον αφορά την εφαρμογή των αρχών που αναφέρει η παρούσα γνωμοδότηση.

1.4

Η ΕΟΚΕ συνιστά να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην επιρροή που ασκούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης προκειμένου να εξαλειφθούν οι στερεότυπες εικόνες των ανδρών και των γυναικών και να προωθηθεί πιο ακριβής εκπροσώπηση των δύο φύλων που να αντικατοπτρίζει την συνεισφορά τους στην κοινωνία σε όλους τους τομείς.

2.   Εισαγωγή

2.1

Από την ανακοίνωση της Επιτροπής συνάγεται ότι στην ΕΕ οι αμοιβές των γυναικών είναι κατά μέσον όρο 15 % χαμηλότερες από εκείνες των ανδρών. Η καταπολέμηση των διαφορών στις αμοιβές των δύο φύλων αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θέματα του «Χάρτη πορείας για την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών (2006-2010)» (6). Το ζήτημα της μισθολογικής ανισότητας μεταξύ των δύο φύλων έχει ευρύτερο αντίκτυπο και δεν περιορίζεται στο θέμα «ίση αμοιβή για όμοια εργασία». Μια από τις κυριότερες αιτίες για τις διαφορές αυτές συνδέεται με το πώς εκτιμώνται οι ικανότητες των γυναικών σε σύγκριση με εκείνες των ανδρών. Για επαγγέλματα που απαιτούν παρόμοια προσόντα ή πείρα, οι αμοιβές που δίνονται είναι χαμηλότερες εάν τα επαγγέλματα αυτά είναι κυρίως γυναικεία.

2.1.1

Οι διαφορές στις αμοιβές δείχνουν επίσης την έλλειψη ισότητας στην αγορά εργασίας η οποία καταρχάς πλήττει τις γυναίκες — π.χ. δυσκολίες για συνδυασμό επαγγελματικού και ιδιωτικού βίου. Οι γυναίκες εργάζονται συχνότερα σε μερική απασχόληση και διακόπτουν περισσότερες φορές τη σταδιοδρομία τους, πράγμα που συνεπάγεται περιορισμένες δυνατότητες συμμετοχής στην δια βίου μάθηση, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται αρνητικά η επαγγελματική τους εξέλιξη. Καταλαμβάνουν σπανιότερα διευθυντικές θέσεις και αντιμετωπίζουν πολλά εμπόδια και μεγαλύτερη αντίσταση κατά την ανέλιξη στην επαγγελματική ιεραρχία. Η εξέλιξη της σταδιοδρομίας των γυναικών χαρακτηρίζεται από συχνότερες διακοπές και γι' αυτό είναι βραδύτερη και συντομότερη από εκείνη των ανδρών, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα χαμηλότερες αμοιβές. Τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι οι διαφορές των αμοιβών αυξάνονται με την ηλικία, την κατάρτιση και την προϋπηρεσία: οι διαφορές αμοιβής είναι άνω του 30 % για την κατηγορία της ηλικίας από 50 έως 59 ετών έναντι 7 % για την κατηγορία ηλικίας κάτω των 30 ετών. Είναι άνω του 30 % για τις γυναίκες που έχουν τριτοβάθμια εκπαίδευση και 13 % για όσες έχουν δευτεροβάθμια.

2.1.2

Στην ανακοίνωση περιέχονται 4 τομείς δράσης:

διασφάλιση μιας πιο εύστοχης εφαρμογής της ισχύουσας νομοθεσίας (να εξετασθεί το πως η ισχύουσα νομοθεσία μπορεί να αναπροσαρμοσθεί και να εφαρμοστεί καλύτερα και με ποιο τρόπο θα μπορέσει το κοινό να αποκτήσει επίγνωση του προβλήματος),

ένταξη του αγώνα κατά των μισθολογικών διαφορών στην πολιτική απασχόλησης των κρατών μελών (με τη βοήθεια των μέσων της ΕΕ, ιδίως του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου) (7),

παρότρυνση των εργοδοτών να εφαρμόζουν την αρχή της ισότητας αμοιβής, ιδιαίτερα μέσω της κοινωνικής τους ευθύνης,

προώθηση της ανταλλαγής ορθών πρακτικών που εφαρμόζονται σε ολόκληρη την ΕΕ και της συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων.

2.1.3

Η ανακοίνωση της Επιτροπής στοχεύει στην εξέταση των λόγων ύπαρξης των διαφορών στις αμοιβές και των δυνατοτήτων δράσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Κύριο σκεπτικό είναι ότι οι διαφορές στις αμοιβές μπορούν να καταπολεμηθούν αποτελεσματικά μόνον αν καταβληθούν προσπάθειες σε όλα τα επίπεδα και συμμετάσχουν όλα τα εμπλεκόμενα μέρη καθώς εφόσον ληφθούν υπόψη όλα τα αίτια.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί ότι είναι σημαντικό να συμμετάσχουν όλα τα εμπλεκόμενα μέρη στις προσπάθειες για τη μείωση των μισθολογικών διαφορών μεταξύ γυναικών και ανδρών.

3.1.1

Οι πρόοδοι που έχουν σημειωθεί από τις γυναίκες στους τομείς της εκπαίδευσης, της έρευνας και της επιχειρηματικότητας δεν αντανακλώνται στη θέση που καταλαμβάνουν στην αγορά εργασίας. Το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών είναι χαμηλότερο εκείνου των ανδρών (55,7 % έναντι 70 %) και πολύ χαμηλότερο για τις γυναίκες ηλικίας 55 έως 64 ετών (31,7 %). Η ανεργία των γυναικών είναι επίσης υψηλότερη σε σύγκριση με των ανδρών (9,7 % έναντι 7,8 %).

3.1.2

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι οι εθνικές κυβερνήσεις, οι εθνικές οργανώσεις για την ισότητα και ιδίως οι κοινωνικοί εταίροι σε όλα τα κράτη μέλη φέρουν σαφή ευθύνη και πρέπει να φροντίσουν ώστε να εξαλειφθούν οι δομικές διαφορές που οφείλονται στο διαχωρισμό αναλόγως φύλου σε ορισμένους κλάδους, επαγγέλματα και μορφές απασχόλησης και να διασφαλίσουν ότι το μισθολογικό σύστημα που καθιερώνεται θα περιορίζει τις υπάρχουσες μισθολογικές διαφορές γυναικών και ανδρών.

3.1.3

Οι πρόοδοι που έχουν σημειώσει οι γυναίκες, τουλάχιστο στους σημαντικούς τομείς της εκπαίδευσης και της έρευνας δεν αντανακλώνται στον μισθό και στα εισοδήματά τους. Ένας βασικός λόγος για τον οποίο οι γυναίκες έχουν χαμηλότερα εισοδήματα από εκείνα των ανδρών είναι διότι διακόπτουν τη σταδιοδρομία τους για να φροντίσουν παιδιά και οικογένεια. Η γυναίκα είναι αυτή που γεννάει τα παιδιά και αφιερώνει δυσανάλογα περισσότερο χρόνο για τη φροντίδα τους από ό,τι ο άνδρας. Η μητρότητα συνεπάγεται συντομότερες περιόδους επαγγελματικής εργασίας, μικρότερη συνολικά επαγγελματική πείρα και λιγότερες δυνατότητες επιμόρφωσης. Όσο πιο πολύ παραμένει κανείς εκτός της αγοράς εργασίας τόσο περισσότερο επιδεινώνει τη μισθολογική του εξέλιξη. Εξάλλου οι γυναίκες αναλαμβάνουν μεγαλύτερες ευθύνες έναντι των ηλικιωμένων και των άλλων εξαρτώμενων ατόμων.

3.1.4

Η μειονεκτική θέση των γυναικών στην αγορά εργασίας και το μισθολογικό χάσμα το οποίο τη συνοδεύει έχουν συνέπειες στα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα. Γι' αυτό το συνταξιοδοτικό σύστημα πρέπει να αναπροσαρμοσθεί έτσι ώστε να μην επιδεινώνεται η θέση των γυναικών που διακόπτουν τη σταδιοδρομία τους για λόγους μητρότητας και γονικής άδειας, να εγγυάται την ισότητα των φύλων και παράλληλα να θέτει ως μακροπρόθεσμο στόχο να καταστούν οι συντάξεις ατομικό δικαίωμα (8). Άνδρες και γυναίκες πρέπει να μοιράζονται τις οικογενειακές ευθύνες και η γονική ευθύνη δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την επιδείνωση των όρων συνταξιοδότησης.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1

Από το 1957, στο άρθρο 119 της συνθήκης της Ρώμης θεσπίζεται η ισότητα αμοιβής για όμοια εργασία για τις γυναίκες και τους άνδρες. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, το οποίο έχει τώρα τον αριθμό 141, κάθε κράτος μέλος οφείλει να «εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας».

4.1.1

Γι' αυτό στην παράγραφο 4 του άρθρου ορίζεται ότι τα κράτη μέλη, «προκειμένου να εξασφαλιστεί εμπράκτως η πλήρης ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών στην εργασία», διατηρούν ή θεσπίζουν «μέτρα που προβλέπουν ειδικά πλεονεκτήματα, τα οποία διευκολύνουν το λιγότερο εκπροσωπούμενο φύλο να συνεχίσει μια επαγγελματική δραστηριότητα …».

4.1.2

Οι δυνατότητες που προβλέπονται στο νόμο για τη λήψη μέτρων σχετικά με τη θετική διακριτική μεταχείριση πρέπει να διατηρηθούν και σε ορισμένες περιπτώσεις να αυξηθούν, εφόσον υπάρχουν ακόμη μεγάλες διαφορές μεταξύ γυναικών και ανδρών που κατέχουν διευθυντικές θέσεις. Το 2000, μόνο το 31 % των διορισμών σε υψηλές θέσεις αφορούσε γυναίκες, και μέχρι το 2006 το ποσοστό αυτό αυξήθηκε μόνο με 1 %, δηλαδή ανήλθε συνολικά στο 32 % (9).

4.1.3

Η οδηγία 75/117/EΟΚ, η οποία εγκρίθηκε από το Συμβούλιο το 1975, ορίζει μεταξύ άλλων ότι η αρχή της ισότητας της αμοιβής για γυναίκες και άνδρες συνεπάγεται την εξάλειψη κάθε διάκρισης που εφαρμόζεται λόγω φύλου, σε όλες τις πτυχές και όλους τους όρους της αμοιβής, για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας. Οι πλειονότητα των εθνικών νομικών διατάξεων όσον αφορά την αρχή της ισότητας της αμοιβής καθώς και τις συλλογικές συμβάσεις στηρίζονται σε αυτή τη διάταξη του κοινοτικού κεκτημένου το οποίο συνέβαλε έτσι στην ενίσχυση της θέσης των γυναικών στην αγορά εργασίας.

4.1.4

Σύμφωνα με το άρθρο 141 της Συνθήκης ΕΚ, ως «αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή ελάχιστοι μισθοί ή αποδοχές και όλα τα άλλα οφέλη, που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα, σε χρήματα ή σε είδος, από τον εργοδότη στον εργαζόμενο, λόγω της σχέσεως εργασίας».

4.1.5

Η συνοχή των εθνικών διατάξεων θα πρέπει να αυξηθεί όσον αφορά το θέμα των ίσων δικαιωμάτων σχετικά με τις προϋποθέσεις πρόσληψης και μισθού για να αποφευχθούν άμεσες και έμμεσες διακρίσεις εις βάρος των γυναικών.

4.1.6

Όμως η ισχύουσα νομοθεσία δεν εφαρμόστηκε προφανώς αρκετά αποτελεσματικά για να εξασφαλισθεί ότι τηρείται η αρχή της ισότητας αμοιβής για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας. Αυτή η μορφή διάκρισης είναι δύσκολο να αποδειχθεί. Τα εμπλεκόμενα μέρη δεν έχουν πάντοτε επίγνωση ότι υποβάλλονται σε διακρίσεις και/ή είναι δύσκολο να το αποδείξουν. Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι οι εργαζόμενοι ή οι εκπρόσωποί τους πρέπει να έχουν πρόσβαση σε αποτελεσματικά μέσα για να ελέγχουν την ισότητα αμοιβής για όμοια εργασία ή για εργασία της αυτής αξίας.

4.1.7

Ένα αποτελεσματικό εργαλείο για την παρακολούθηση και τον καθορισμό δίκαιων αμοιβών είναι ο ετήσιος έλεγχος των αμοιβών και της εξέλιξής τους από τους εργοδότες των μεγάλων και μεσαίων επιχειρήσεων, προκειμένου να εντοπίζονται προβλήματα διακρίσεων λόγω φύλου στα συστήματα ταξινόμησης των επαγγελμάτων και να εφαρμόζονται κατάλληλες λύσεις με την κατάρτιση προγράμματος ισότητας που θα περιλαμβάνει διαφανή συστήματα αμοιβών για την εξασφάλιση δίκαιης ανταμοιβής των προσόντων, της πείρας και των δυνατοτήτων όλου του προσωπικού. Πρέπει να καταρτίζονται προγράμματα για την ισότητα αμοιβών με συγκεκριμένους στόχους, π.χ. για τη μείωση των μισθολογικών διαφορών κατά 1 % ετησίως. Οι εργοδότες σε όλα τα κράτη μέλη οφείλουν να εφοδιάζουν κάθε χρόνο τους εργαζόμενους και τους εκπροσώπους τους με στατιστικές για τις αμοιβές κάθε φύλου.

4.1.8

Εμπόδιο για την πλήρη εφαρμογή της νομοθεσίας είναι η έλλειψη πληροφόρησης των ενδιαφερομένων και η άγνοια των ισχυόντων νόμων. Μόνο το ένα τρίτο των πολιτών γνωρίζει τα δικαιώματα του σε περίπτωση που ασκούνται εις βάρος του διακρίσεις (10). Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι είναι σημαντικό να συνεχισθεί η πληροφόρηση τόσο του κοινού όσο και των αντιπροσώπων των εργαζομένων και των εργοδοτών και των νομικών σχετικά με τα εν λόγω δικαιώματα.

4.1.9

Τα κράτη μέλη πρέπει να παρέχουν εύκολη πρόσβαση ένδικα μέσα για την υποβολή προσφυγής και την καταγγελία περιπτώσεων διάκρισης, και ο εναγόμενος θα πρέπει να είναι αυτός που θα φέρει το βάρος απόδειξης ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρμόδιας αρχής ότι δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης (σύμφωνα με την οδηγία 97/80/EΚ).

4.1.10

Παρά τη νομοθεσία και τις συλλογικές συμβάσεις οι μισθολογικές διαφορές μεταξύ γυναικών και ανδρών δεν έχουν εξαλειφθεί. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν και άλλοι παράγοντες (ψυχολογικοί, κοινωνικοί και πολιτιστικοί) πίσω από τις μισθολογικές διαφορές όπως π.χ. οι δυσκολίες συμφιλίωσης οικογενειακών ευθυνών με τον επαγγελματικό βίο. Είναι σημαντικό να επιτευχθεί ισορροπία μεταξύ ιδιωτικού και επαγγελματικού βίου. Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι οι προσπάθειες για την επίτευξη ισότητας αμοιβής πρέπει να συνεχιστούν σε πολλούς διαφορετικούς τομείς.

4.1.11

Πρέπει να αξιοποιείται η δυνατότητα που δίνεται από το νόμο, όσον αφορά τις κοινωνικές ρήτρες στις δημόσιες αγορές, ώστε να προτιμώνται οι φορείς που στοχεύουν στην ισότητα και στον δίκαιο καθορισμό των μισθών των γυναικών και των ανδρών.

4.1.12

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η δημόσια διοίκηση των κρατών μελών πρέπει να χρησιμεύσει ως παράδειγμα για τους άλλους εργοδότες, όχι μόνο για θέματα που συνδέονται άμεσα με την ισότητα ανδρών και γυναικών ή την επαγγελματική εξέλιξη, αλλά και με την εφαρμογή λύσεων οργάνωσης (όπως το ελαστικό ωράριο εργασίας), οι οποίες καθιστούν συμβατή την οικογενειακή με την επαγγελματική ζωή ή άλλων λύσεων στον τομέα της κατάρτισης για την προώθηση της ισότητας επαγγελματικών ευκαιριών μεταξύ γυναικών και ανδρών.

4.1.13

Οι προσωπικότητες, και κυρίως οι πολιτικοί ιθύνοντες, μπορούν να ασκήσουν μεγάλη επιρροή σε ό,τι αφορά τη συνειδητοποίηση της κοινωνίας. Το προσωπικό τους παράδειγμα, τόσο στον επαγγελματικό όσο και στον ιδιωτικό βίο, μπορεί να έχει καλύτερα αποτελέσματα από πολλά πολυδάπανα προγράμματα προώθησης.

4.2   Η εξάλειψη των μισθολογικών διαφορών ως μέρος της πολιτικής απασχόλησης των κρατών μελών

4.2.1

Η στρατηγική της ΕΕ για την ανάπτυξη και την πολιτική απασχόλησης, η οποία περιλαμβάνεται στη στρατηγική της Λισσαβόνας αποτελεί σημαντικό εργαλείο για την προώθηση της ισότητας στην αγορά εργασίας και τη μείωση των μισθολογικών ανισοτήτων γυναικών και ανδρών. Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι είναι σημαντικό να ληφθούν μέτρα για να διευκολυνθεί η πρόσβαση και η μεγαλύτερη συμμετοχή σε όλα τα επίπεδα στην αγορά εργασίας και να αξιοποιηθούν επίσης οι δυνατότητες που παρέχουν τα διαρθρωτικά ταμεία για σχετική υποστήριξη.

4.2.2

Η ΕΟΚΕ προτείνει τα ακόλουθα μέτρα:

να εξασφαλίζεται διαφάνεια στα συστήματα ταξινόμησης επαγγελμάτων με την κατάρτιση και την εφαρμογή ενός συνόλου κριτηρίων χωρίς διακρίσεις λόγω φύλου,

να εξασφαλίζονται διάφορα κριτήρια αξιολόγησης που συνδέονται με τη φύση της εργασίας και όχι με το πρόσωπο και που δεν περιέχουν ενδεχόμενες μορφές διάκρισης,

να ενθαρρυνθεί η επιλογή «μη παραδοσιακών» επαγγελμάτων για να επηρεασθούν και να μειωθούν οι ανισορροπίες στην αγορά εργασίας. Ο στόχος θα είναι η επιλογή και η αναζήτηση από τις γυναίκες επαγγελμάτων στον επιστημονικό και τεχνικό τομέα, και από τους άνδρες η επιλογή και η αναζήτηση επαγγελμάτων που ασκούνται κυρίως από γυναίκες,

να ενθαρρυνθούν οι εργοδότες ώστε να αναπτύσσουν, να εφαρμόζουν προγράμματα ισότητας που να περιλαμβάνουν έρευνα σχετικά με τους μισθούς, και να παρακολουθούν την εφαρμογή τους,

να παροτρύνονται οι εργοδότες και οι εργαζόμενοι να προωθούν την επαγγελματική επιμόρφωση,

να παροτρυνθούν οι εργοδότες και οι επαγγελματικές οργανώσεις να καθιερώσουν μηχανισμούς επίβλεψης για τον καθορισμό των μισθών. Στην εργασία αυτή θα πρέπει να γίνεται χρήση της ονοματολογίας της εργασίας, δικαστικών υποθέσεων, της νομολογίας και της επαγγελματικής ταξινόμησης,

να τονωθεί και να προωθηθεί η εξέλιξη που δείχνει ότι και οι γυναίκες επιδιώκουν την ανάληψη υψηλότερων καθηκόντων και θέσεων μάνατζμεντ στους τομείς της έρευνας και ανάπτυξης, της τεχνολογίας και της καινοτομίας,

να ενθαρρυνθεί και να προωθηθεί η εξέλιξη για την αύξηση της συμμετοχής τους, σε όλα τα επαγγελματικά επίπεδα, στους τομείς ανάπτυξης όπως είναι ο τουρισμός, το περιβάλλον, η βιολογία, οι τηλεπικοινωνίες και η βιοτεχνολογία,

να προωθηθούν διοικητικές πρακτικές που ευνοούν την ισότητα ανδρών και γυναικών,

προκειμένου να καταστεί εφικτή η παρακολούθηση των προσπαθειών για την επίτευξη της ίσης αμοιβής σε κοινοτικό επίπεδο, θα πρέπει να εισαχθεί στο πλαίσιο της στρατηγικής για την απασχόληση ένας ειδικός δείκτης παρακολούθησης.

4.3   Η ΕΟΚΕ προτείνει τη λήψη των ακόλουθων μέτρων για να ενισχυθεί η ισότητα όσον αφορά την εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση:

να ενθαρρυνθεί η συμμετοχή των γυναικών και να αυξηθεί το ποσοστό τους σε προγράμματα επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης στα πλαίσια της αγοράς εργασίας, στους τομείς της τεχνολογίας και της πληροφορικής, κυρίως στα υψηλότερα επίπεδα του τομέα της τεχνολογίας της πληροφορίας,

να επιταχυνθεί και να προωθηθεί η δημιουργία συνθηκών που ενθαρρύνουν έναν μεγαλύτερο αριθμό ανδρών να αναζητεί επαγγέλματα στους τομείς παροχής υπηρεσιών και περίθαλψης, μέσω της πρακτικής εξάσκησης και άλλων μέτρων της αγοράς εργασίας,

να επιτευχθεί μεγαλύτερη ευελιξία όσον αφορά την προσφορά προγραμμάτων επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης προκειμένου να προσελκυσθούν και οι γυναίκες που ζουν στην ύπαιθρο και αραιοκατοικημένες περιοχές,

να προωθηθούν οι δυνατότητες των γυναικών για να βελτιώνουν τις επαγγελματικές τους δεξιότητες με μαθήματα επιμόρφωσης κατά την διάρκεια της γονικής άδειας και αμέσως μετά την επάνοδο στην εργασία.

4.4   Η ΕΟΚΕ προτείνει τα ακόλουθα μέτρα για να δημιουργηθούν και να αυξηθούν οι δυνατότητες των γυναικών να ιδρύουν και να αναπτύσουν δική τους επιχείρηση:

να αξιοποιηθούν τα διαρθρωτικά ταμεία προκειμένου να ιδρύσουν περισσότερες γυναίκες την δική τους επιχείρηση (11),

να ευαισθητοποιηθούν τα στελέχη, το διευθυντικό προσωπικό αλλά και οι σύμβουλοι στον τομέα της ίδρυσης επιχειρήσεων για το θέμα της ισότητας και να παροτρύνονται στην τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης,

νέος προσανατολισμός και σχεδιασμός των υπηρεσιών υποστήριξης (χρηματοπιστωτικές και τεχνολογικές) των ΜΜΕ, προκειμένου να ανταποκρίνονται καλύτερα στις ανάγκες των γυναικών που επιθυμούν να ιδρύσουν και να αναπτύξουν τη δική τους επιχείρηση,

να χορηγούνται χρηματοδοτική υποστήριξη ή δάνεια στις γυναίκες που ιδρύουν επιχείρηση.

να υποστηριχθούν τα δίκτυα και οι οργανώσεις γυναικών επιχειρηματιών και η συμβουλευτική υποστήριξη γυναικών σε γυναίκες,

να παρασχεθεί ιδιαίτερη υποστήριξη σε γυναίκες που επιθυμούν να ιδρύσουν και να αναπτύξουν επιχειρήσεις στους τομείς των τηλεπικοινωνιών και της υψηλής τεχνολογίας,

να παρασχεθεί υποστήριξη στις γυναίκες που προωθούν και κατευθύνουν πρωτοβουλίες στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας.

4.5   Πρέπει να ενισχυθεί το τα δικαίωμα των γυναικών για την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας και αυτοσυντήρησης. Τόσο οι γυναίκες όσο και οι άνδρες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ζουν αξιοπρεπώς από το μισθό τους. Η ΕΟΚΕ προτείνει να ληφθούν τα εξής μέτρα προκειμένου να διευκολυνθεί η συμφιλίωση της επαγγελματικής δραστηριότητας με τις οικογενειακές ευθύνες:

επιδότηση από το κράτος κέντρων παιδικής φροντίδας ώστε να μπορούν οι γονείς να συνεχίσουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα και να συντομεύουν τη διάρκεια της διακοπής της σταδιοδρομίας τους,

παροχή ενισχύσεων για την επαγγελματική κατάρτιση προσωπικού στον τομέα της φροντίδας και περίθαλψης παιδιών,

να εισαχθεί στις χώρες, στις οποίες δεν προβλέπεται σήμερα, η παροχή γονικής άδειας με αποδοχές, π.χ. με την υιοθέτηση αντίστοιχων διατάξεων με εκείνες που ισχύουν στα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Επιπλέον, θα πρέπει να δημιουργηθεί η δυνατότητα χορήγησης γονικής άδειας μεγαλύτερης διάρκειας με την καταβολή επιδόματος. Η γονική άδεια θα πρέπει να μπορεί να μοιράζεται μεταξύ των γονέων, Όσον αφορά τις προσπάθειες για την ανάληψη από τον πατέρα μεγαλύτερων ευθυνών στην οικογένεια, η συμπερίληψη του πατέρα στη γονική άδεια αποτελεί σημαντική πρόοδο. Πρέπει να δοθούν οικονομικά κίνητρα που θα αντισταθμίζουν τη μείωση του εισοδήματος, ώστε να ζητούν και οι άνδρες συχνότερα γονική άδεια (Το θέμα αυτό περιλαμβάνεται στην ατζέντα των Ευρωπαίων Κοινωνικών Εταίρων, όπως προτάθηκε κατά την δεύτερη διαβούλευση των Ευρωπαίων Κοινωνικών Εταίρων με θέμα τον συνδυασμό επαγγελματικού, ιδιωτικού και οικογενειακού βίου) (12),

να αυξηθούν οι δ