ISSN 1725-2415

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

51ό έτος
25 Ιουνίου 2008


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

III   Προπαρασκευαστικές πράξεις

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

 

442η σύνοδος ολομέλειας της 13ης και 14ης Φεβρουαρίου 2008

2008/C 162/01

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Ορισμός του ρόλου και του καθεστώτος των ομαδικών αγωγών του κοινοτικού δικαίου για την κατανάλωση

1

2008/C 162/02

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή: Στρατηγική της ΕΕ για την πολιτική καταναλωτών 2007-2013 — Ενδυνάμωση των καταναλωτών, προώθηση της ευημερίας τους και αποτελεσματική προστασία τουςCOM(2007) 99 τελικό

20

2008/C 162/03

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Ευρωπαϊκή διαστημική πολιτική COM(2007) 212 τελικό

24

2008/C 162/04

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την εφαρμογή της οδηγίας 1999/44/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών, καθώς και ανάλυση της περίπτωσης εισαγωγής της άμεσης ευθύνης του παραγωγούCOM(2007) 210 τελικό

31

2008/C 162/05

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Έκθεση της Επιτροπής — Έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2006 COM(2007) 358 τελικό

35

2008/C 162/06

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την έγκριση τύπου των διατάξεων φωτισμού και φωτεινής σηματοδοτήσεως των γεωργικών δασικών ελκυστήρων με τροχούς (Κωδικοποιημένη έκδοση) COM(2007) 840 τελικό — 2007/0284 (COD)

40

2008/C 162/07

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί των ονομασιών των υφανσίμων (Αναδιατύπωση) COM(2007) 870 τελικό — 2008/0005 (COD)

40

2008/C 162/08

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν παράνομα απομακρυνθεί από το έδαφος κράτους μέλους (Κωδικοποιημένη έκδοση) COM(2007) 873 τελικό — 2007/0299 (COD)

41

2008/C 162/09

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ουσίες που μπορούν να προστεθούν στα φάρμακα για το χρωματισμό (Αναδιατύπωση) COM(2008) 1 τελικό — 2008/0001 (COD)

41

2008/C 162/10

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Μια ανεξάρτητη αξιολόγηση των υπηρεσιών κοινής ωφελείας

42

2008/C 162/11

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Προαγωγή της ευρείας πρόσβασης όλων των κατοίκων της ΕΕ στην ευρωπαϊκή ψηφιακή βιβλιοθήκη

46

2008/C 162/12

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Το ενεργειακό μείγμα στις μεταφορές

52

2008/C 162/13

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Ενεργειακή απόδοση των κτηρίων — συμβολή των τελικών χρηστών (διερευνητική γνωμοδότηση)

62

2008/C 162/14

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Ο ενδεχόμενος θετικός ή αρνητικός αντίκτυπος των αυξανόμενων περιβαλλοντικών και ενεργειακών απαιτήσεων στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας

72

2008/C 162/15

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 460/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών ως προς τη διάρκειά τουCOM(2007) 861 τελικό — 2007/0291 (COD)

79

2008/C 162/16

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Εργαλεία διαχείρισης με βάση τα αλιευτικά δικαιώματα

79

2008/C 162/17

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς, όσον αφορά το καθεστώς στήριξης για το βαμβάκιCOM(2007) 701 τελικό — 2007/0242 (CNS)

83

2008/C 162/18

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την περιορισμένη χρήση γενετικώς τροποποιημένων μικροοργανισμών (Αναδιατύπωση) COM(2007) 736 τελικό — 2007/0259 (COD)

85

2008/C 162/19

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ίδρυση του ευρωπαϊκού οργανισμού περιβάλλοντος και του ευρωπαϊκού δικτύου πληροφοριών και παρατηρήσεων σχετικά με το περιβάλλον (Κωδικοποιημένη έκδοση)COM(2007) 667 τελικό — 2007/0235 (COD)

86

2008/C 162/20

Γνωμοδότητη της Ευρωπαϊκή Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Kανονισμός (ΕΚ) αριθ. …/… του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί των γενικών κανόνων σχετικά με τον ορισμό, τον χαρακτηρισμό και την παρουσίαση των αρωματισμένων οίνων, των αρωματισμένων ποτών με βάση τον οίνο και των αρωματισμένων κοκτέιλ αμπελοοινικών προϊόντων COM(2007) 848 τελικό — 2007/0287 (COD)

86

2008/C 162/21

Γνωμοδότητη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εκμετάλλευση και τη θέση στο εμπόριο των φυσικών μεταλλικών νερών (Αναδιατύπωση) COM(2007) 858 τελικό — 2007/0292 (COD)

87

2008/C 162/22

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Οι προοπτικές έρευνας στους τομείς του άνθρακα και του χάλυβα στην Ευρώπη

88

2008/C 162/23

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την κατάργηση της απόφασης 85/368/EΟΚ του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την αντιστοιχία των τίτλων επαγγελματικής εκπαίδευσης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής ΚοινότηταςCOM(2007) 680 τελικό — 2007/0234 (COD)

90

2008/C 162/24

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης των κρατών μελών (βάσει του άρθρου 128 της συνθήκης ΕΚ) COM(2007) 803 τελικό/2 (Μέρος V) — 2007/0300 (CNS)

92

2008/C 162/25

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, με θέμα: Χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση: οι ευρωπαϊκές χρηματιστηριακές αγορές (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας)

96

EL

 


III Προπαρασκευαστικές πράξεις

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

442η σύνοδος ολομέλειας της 13ης και 14ης Φεβρουαρίου 2008

25.6.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/1


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Ορισμός του ρόλου και του καθεστώτος των ομαδικών αγωγών του κοινοτικού δικαίου για την κατανάλωση»

(2008/C 162/01)

Στις 16 Φεβρουαρίου 2007, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2, του Εσωτερικού Κανονισμού της, να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

«Ορισμός του ρόλου και του καθεστώτος των ομαδικών αγωγών του κοινοτικού δικαίου για την κατανάλωση»

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 31 Ιανουαρίου 2008, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. PEGADO LIZ.

Κατά την 442η σύνοδο ολομέλειας της 13ης και 14ης Φεβρουαρίου 2008 (συνεδρίαση της 14ης Φεβρουαρίου) η ΕΟΚΕ υιοθέτησε με 134 ψήφους υπέρ, 94 κατά και 6 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ αποφάσισε να ανακινήσει τη συζήτηση όσον αφορά την αναγκαιότητα και τη σκοπιμότητα να πραγματοποιηθεί εις βάθος προβληματισμός σχετικά με τον ρόλο και το νομικό καθεστώς μιας μορφής ενιαίας συλλογικής αγωγής σε κοινοτικό επίπεδο, ιδιαίτερα στους τομείς του δικαίου της κατανάλωσης και του ανταγωνισμού, τουλάχιστον σε πρώτη φάση.

1.2

Η ΕΟΚΕ πάντοτε υποστήριζε ότι πρέπει να δοθεί ένας ορισμός κοινοτικού επιπέδου σε μία ομαδική αγωγή, η οποία θα στοχεύει στην αποτελεσματική αποκατάσταση της βλάβης σε περίπτωση παραβίασης των συλλογικών ή κοινών δικαιωμάτων. Μια τέτοια αγωγή θα συμπληρώσει επωφελώς την προστασία που ήδη παρέχεται τόσο με τα εναλλακτικά όσο και με τα δικαστικά ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται, κυρίως, η αγωγή για παράλειψη όπως ορίζεται στην οδηγία 98/27/ΕΚ της 19ης Μαΐου 1998.

1.3

Πράγματι, η ΕΟΚΕ έχει υπερασπιστεί επανειλημμένως την ανάγκη κοινοτικής παρέμβασης στον τομέα αυτό, στο βαθμό που έκρινε ότι μια τέτοια αγωγή:

μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην άρση των εμποδίων στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς που οφείλονται στις αποκλίσεις των διαφόρων εθνικών νομικών καθεστώτων, δίνοντας έτσι νέα εμπιστοσύνη στους καταναλωτές όσον αφορά τα οφέλη της ενιαίας αγοράς και διασφαλίζοντας επιπλέον συνθήκες πραγματικού και θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων [άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχεία γ) και ζ) της Συνθήκης]·

επιτρέπει την ενίσχυση της προστασίας των καταναλωτών, διότι διευκολύνει και καθιστά αποτελεσματικότερο τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούν να επικαλούνται τα δικαιώματά τους ενώπιον της δικαιοσύνης και έτσι διασφαλίζει την αποτελεσματικότερη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας [άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο τ) της Συνθήκης]·

ανταποκρίνεται στην θεμελιώδη αρχή του δικαίου για το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής ενώπιον αμερόληπτου δικαστηρίου, δικαίωμα που εγγυάται ο Ευρωπαϊκός Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων (άρθρο 47).

1.4

Το γεγονός ότι πολλά κράτη μέλη υιοθέτησαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών διαφορετικά δικαιοδοτικά συστήματα εκπροσώπησης των συλλογικών δικαιωμάτων των καταναλωτών, ενώ άλλα δεν έχουν ακόμη υιοθετήσει αντίστοιχα συστήματα δημιουργεί ανισότητες όσον αφορά την προσφυγή στη δικαιοσύνη και βλάπτει την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς. Η ΕΟΚΕ λυπάται ακόμη περισσότερο για την κατάσταση αυτή, επειδή η ικανοποίηση και η εμπιστοσύνη των πολιτών αποτελούν έναν από τους στόχους που προβλήθηκαν ευρέως για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς κατά τον 21ο αιώνα. Η ΕΟΚΕ προτίθεται να μελετά με προσοχή τις συνέπειες όλων των εξεταζόμενων μέτρων για την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και τις επιπτώσεις που θα έχουν τελικά οι δυσανάλογες επιβαρύνσεις στους εργαζόμενους και στους καταναλωτές.

1.5

Η ΕΟΚΕ προτίθεται, συνεπώς, να συμβάλει στον εν λόγω προβληματισμό με συγκεκριμένες συστάσεις σχετικά με το νομικό καθεστώς της ομαδικής αγωγής, λαμβάνοντας υπόψη τα ισχύοντα εθνικά συστήματα των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά και τις εμπειρίες άλλων χωρών που έχουν εισάγει παρόμοιες αγωγές. Συνεκτιμά ιδιαίτερα τις αρχές που διατυπώνονται στη Σύσταση αριθ. C(2007)74 του Συμβουλίου Υπουργών του ΟΟΣΑ, της 12ης Ιουλίου 2007, σχετικά με τη ρύθμιση των διαφορών κατανάλωσης και την αποκατάστασή τους.

1.6

Για τον ορισμό των προτεινόμενων παραμέτρων σχετικά με μια νομοθετική πρωτοβουλία σε κοινοτικό επίπεδο, η ΕΟΚΕ έλαβε υπόψη της την κοινή νομική παράδοση των ευρωπαϊκών δικαιοδοτικών οργάνων και τις κοινές θεμελιώδεις αρχές της πολιτικής δικονομίας των κρατών μελών και συνεπώς απέρριψε τη μορφή της «συλλογικής αγωγής» κατά το αμερικανικό πρότυπο, που είναι ασύμβατη με τις εν λόγω παραδόσεις και αρχές. Η ΕΟΚΕ κρίνει εξαιρετικά επιβλαβή την ανάπτυξη εμπνευσμένων από τις «συλλογικές αγωγές» των ΗΠΑ πρακτικών, σύμφωνα με τις οποίες αποδίδονται είτε σε τρίτους επενδυτές είτε σε δικηγόρους σημαντικά μερίδια των ποσών που επιδικάστηκαν ως αποζημίωση αντισταθμιστικού ή ποινικού χαρακτήρα από διαδικασίες που κινήθηκαν υπέρ των συμφερόντων των καταναλωτών.

1.7

Έχοντας υπόψη τους στόχους και τους σκοπούς ενός τέτοιου μέσου, η ΕΟΚΕ ανέλυσε τις κυριότερες δυνατές επιλογές όσον αφορά το νομικό καθεστώς (πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα ενός καθεστώτος προαιρετικής συμμετοχής (opt-in), εξαίρεσης (opt-out) ή μικτού καθεστώτος), τον ρόλο του δικαστή, την αποζημίωση των βλαβών, τα ένδικα μέσα και τη χρηματοδότηση.

1.8

Η νομική βάση μιας τέτοιας πρωτοβουλίας, καθώς και το νομικό μέσο που θα χρησιμοποιηθεί, αποτελούν πολύ σημαντικά θέματα που αναλύθηκαν επίσης και για τα οποία διατυπώνονται προτάσεις.

1.9

Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει, εξάλλου, ότι ο προβληματισμός αυτός για τη θέσπιση μηχανισμού ομαδικής αγωγής δεν αντιβαίνει καθόλου, αντίθετα μάλιστα, στην ύπαρξη και στην ανάπτυξη εναλλακτικών τρόπων επίλυσης των διαφορών (ADR/ΕΕΔ). Η ΕΟΚΕ είναι μάλιστα από τους πρώτους που διατύπωσαν την άποψη ότι είναι ανάγκη να δημιουργηθούν αποτελεσματικά μέσα που θα επιτρέπουν στους καταναλωτές να διεκδικούν τα δικαιώματά τους, ατομικά ή συλλογικά, χωρίς να προσφεύγουν στη δικαιοσύνη. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ μιας καλύτερης εναρμόνισης των καθεστώτων διαμεσολάβησης που υφίστανται στους τομείς που άπτονται της κατανάλωσης, ιδιαίτερα στις περιοχές όπου έχει αναπτυχθεί περισσότερο ή όπου προβλέπεται να αναπτυχθεί το διασυνοριακό εμπόριο.

1.10

Οι ομαδικές αγωγές για τους καταναλωτές που έχουν υποστεί βλάβη καλύπτουν ένα φάσμα που μπορεί να περιλαμβάνει ατομικές, εθελοντικές και συναινετικές αγωγές μέχρι ομαδικές και δικαστικές αγωγές. Καθένα από τα επίπεδα αυτά διευθέτησης διαφορών πρέπει να λειτουργεί με βέλτιστο τρόπο ώστε να διευκολύνεται η αποκατάσταση των βλαβών που έχουν υποστεί τα θύματα στο πιο προσιτό επίπεδο που να έχει όσο το δυνατό λιγότερο αναγκαστικό χαρακτήρα για την υπεράσπιση

1.11

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την πρόθεση της Επιτροπής να συνεχίσει τη μελέτη του θέματος. Όμως, επιμένει ότι είναι ανάγκη να υπάρχει παράλληλα πραγματική πολιτική βούληση που θα οδηγεί στις ενδεδειγμένες νομοθετικές πρωτοβουλίες.

1.12

Ερμηνεύοντας τη βούληση των αντιπροσώπων της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών, η ΕΟΚΕ απευθύνεται επίσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στα κράτη μέλη, ώστε ο προβληματισμός αυτός να γίνει λαμβάνοντας υπόψη τα συμφέροντας των διάφορων μερών και τηρώντας τις αρχές της αναλογικότητας και της επικουρικότητας, να τον ακολουθήσουν οι απαραίτητες πολιτικές αποφάσεις και να αναληφθεί, εντός εύλογου χρόνου, πρωτοβουλία προς την προτεινόμενη κατεύθυνση.

2.   Εισαγωγή

2.1

Ο στόχος της παρούσας γνωμοδότησης πρωτοβουλίας είναι η προώθηση ευρύτερου προβληματισμού σχετικά με τον ρόλο και το νομικό καθεστώς μιας μορφής ομαδικής αγωγής (1) σε κοινοτικό επίπεδο, ιδίως στον τομέα του δικαίου της κατανάλωσης και του ανταγωνισμού, τουλάχιστον σε πρώτη φάση (2). Απώτερος σκοπός της είναι να παροτρύνει την κοινωνία των πολιτών και τα αρμόδια όργανα της ΕΕ να εξετάσουν την αναγκαιότητα και τον αντίκτυπο που θα έχει η ανάληψη μιας τέτοιας πρωτοβουλίας και να προβληματισθούν για τον ορισμό της νομικής φύσης της και για τους όρους και τις συνθήκες της εφαρμογής της, στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού νομικού χώρου.

2.2

Για το σκοπό αυτό, η χρησιμοποιούμενη μέθοδος βασίζεται στην προηγούμενη ανάλυση των αναγκών στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς και της συμμόρφωσης της πρωτοβουλίας με το κοινοτικό δίκαιο. Στη συνέχεια θα μελετηθεί η ικανότητά της να επιλύει τις διασυνοριακές διαφορές αποτελεσματικά και ταχέως, ιδίως όσον αφορά τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών.

3.   Η ενιαία αγορά και τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών

3.1

Η «μαζικοποίηση» των εμπορικών συναλλαγών, λόγω της ανάπτυξης της εν σειρά παραγωγής, από το δεύτερο ήμισυ του περασμένου αιώνα και μετά, είχε ως συνέπεια σημαντικές αλλαγές στον τρόπο ανάθεσης των συμβάσεων και σύναψης των συμφωνιών πωλήσεων και παροχής υπηρεσιών.

Η εμφάνιση της κοινωνίας της πληροφορίας και οι δυνατότητες που δημιουργήθηκαν με τις εξ αποστάσεως πωλήσεις και το ηλεκτρονικό εμπόριο συνεπάγονται νέα οφέλη για τον καταναλωτή, ο οποίος όμως ενδέχεται να αντιμετωπίζει νέες μορφές πιέσεων και να διατρέχει νέους κινδύνους κατά τη σύναψη συμβάσεων.

3.2

Όταν αναπτύσσονται οι δημόσιες προσφορές, οι συμβάσεις προσχώρησης, οι επιθετικές μορφές της διαφήμισης και του μάρκετινγκ, η ελλιπής προσυμβατική πληροφόρηση, οι γενικευμένες αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, οι αντιανταγωνιστικές πρακτικές, μπορούν να προξενήσουν ζημίες σε σημαντικές ομάδες καταναλωτών, οι οποίες πολύ συχνά δεν προσδιορίζονται ή είναι δύσκολο να προσδιοριστούν.

3.3

Τα ομοιογενή ατομικά συμφέροντα, τα συλλογικά συμφέροντα ομάδων ή τα κοινά συμφέροντα όλου του κόσμου δεν βρίσκουν πάντοτε στα νομικά συστήματα του παραδοσιακού δικονομικού δικαίου, που έχουν την προέλευσή τους στο ρωμαϊκό δίκαιο, τις κατάλληλες μορφές εύκολων, ταχείων, όχι πολύ δαπανηρών και αποτελεσματικών δικαστικών ενεργειών (3).

3.4

Σχεδόν σε όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στα κράτη μέλη της ΕΕ, τα νομικά συστήματα προτείνουν μορφές νομικής προστασίας των συλλογικών ή των κοινών συμφερόντων.

3.4.1

Όμως τα συστήματα αυτά είναι αρκετά ανόμοια και διαφέρουν σημαντικά όσον αφορά την προστασία των εν λόγω συμφερόντων. Οι διαφορές αυτές δημιουργούν στρεβλώσεις στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

3.5

Πράγματι, λόγω μη εναρμόνισης σε κοινοτικό επίπεδο, τα εθνικά νομικά συστήματα αναπτύχθηκαν, κατά το πρόσφατο παρελθόν, σύμφωνα με πολύ διαφορετικούς προσανατολισμούς. Οι διαφορές αυτές δεν εξηγούνται τόσο λόγω διαφορετικών θεμελιωδών αρχών, αλλά μάλλον λόγω των διαφορετικών παραδόσεων δικονομικού δικαίου. Οι συνημμένοι πίνακες εμφανίζουν τις σημαντικότερες διαφορές σε εθνικό επίπεδο (4).

3.6

Τα μειονεκτήματα της κατάστασης αυτής καταγγέλθηκαν πολύ νωρίς, ιδίως από τις οργανώσεις εκπροσώπησης των συμφερόντων των καταναλωτών, αλλά και από πολλούς νομομαθείς και καθηγητές του κοινοτικού δικαίου, λόγω της άνισης μεταχείρισης των ευρωπαίων πολιτών όσον αφορά την προσφυγή στο δίκαιο και στη δικαιοσύνη (5).

3.7

Στα κοινοτικά θεσμικά όργανα μόλις το 1985, κατόπιν ενός συνεδρίου που οργανώθηκε στη Γάνδη το 1982, υπό την αιγίδα της Επιτροπής, δημοσιεύθηκε το μνημόνιο με θέμα Πρόσβαση των καταναλωτών στη δικαιοσύνη  (6), έγγραφο στο οποίο η Επιτροπή εξέταζε, μεταξύ άλλων, για πρώτη φορά τα συστήματα υπεράσπισης των συλλογικών δικαιωμάτων ενώπιον της δικαιοσύνης.

3.8

Παρόλα αυτά, χρειάστηκε η συμπληρωματική ανακοίνωση της 7ης Μαΐου 1987 για να εξαγγείλει η Επιτροπή, κατόπιν του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης Μαρτίου 1987 (7), την πραγματική της πρόθεση να μελετηθεί μια οδηγία-πλαίσιο που θα εισάγει το γενικό δικαίωμα των οργανώσεων να υπερασπίζονται ενώπιον της δικαιοσύνης τα συλλογικά τους δικαιώματα και καλούσε το Συμβούλιο να αναγνωρίσει το σημαντικό ρόλο των οργανώσεων των καταναλωτών τόσο ως ενδιάμεσων όσο ως άμεσων εκπροσώπων του τομέα για την προσφυγή των καταναλωτών στη δικαιοσύνη.

3.9

Και το Συμβούλιο τόνισε στο ψήφισμά του της 25ης Ιουνίου 1987, που αφιερώθηκε αποκλειστικά στην προσφυγή των καταναλωτών στη δικαιοσύνη, τον σημαντικό ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν οι οργανώσεις των καταναλωτών, καλώντας την Επιτροπή να εξετάσει κατά πόσον θα ήταν ενδεδειγμένη η ανάληψη, σε κοινοτικό επίπεδο, παρόμοιας πρωτοβουλίας στον εν λόγω τομέα  (8) .

3.10

Τέλος, το 1989 στο πλαίσιο της προετοιμασίας «Σχετικά με τις μελλοντικές προτεραιότητες για την αναθέρμανση της πολιτικής για την προστασία των καταναλωτών», η Επιτροπή έκρινε στο τριετές της πρόγραμμα (9) (1990-1992) ότι η προσφυγή στη δικαιοσύνη και η αποκατάσταση των ζημιών ήταν μέτρια σε πολλά κράτη μέλη λόγω του κόστους της, των δυσχερειών της και των αναγκαίων προθεσμιών και ότι υπήρχαν προβλήματα με τις διασυνοριακές συναλλαγές. Δήλωνε ότι θα πραγματοποιηθούν μελέτες για τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν και ότι η δυνατότητα άσκησης ομαδικών αγωγών για την αποκατάσταση των ζημιών που υπέστησαν οι καταναλωτές θα αποτέλεσει αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής (10).

3.11

Μόλις το 1993 η Επιτροπή ξεκίνησε τη δημόσια συζήτηση για το θέμα αυτό με τη δημοσίευση του σημαντικού «Πράσινου βιβλίου για την προσφυγή των καταναλωτών στη δικαιοσύνη και ρύθμιση των διαφορών κατανάλωσης στην ενιαία αγορά» (11).

Πράγματι, με την ευκαιρία αυτή εξετάστηκε για πρώτη φορά εμπεριστατωμένα και με κοινοτική προοπτική το θέμα της εφαρμογής ενός ενιαίου καθεστώτος αγωγών για παράλειψη, τις όποιες πολλοί θεώρησαν ότι θα χρησιμεύσουν ως βάση για μια πραγματικά ομαδική αγωγή υπεράσπισης των συμφερόντων των καταναλωτών (12).

3.12

Από την πλευρά του, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αναφέρει στο ψήφισμά του της 22ας Απριλίου 1994 (13), ότι είναι σκόπιμο να εναρμονιστούν ορισμένοι δικονομικοί κανόνες των κρατών μελών, να προβλεφθεί η δυνατότητα καθιέρωσης, για τις υποθέσεις μέχρις ορισμένου ποσού, κοινοτική διαδικασία που θα επιτρέπει την ταχεία επίλυση των διασυνοριακών διαφορών, και προσθέτει επίσης ότι πρέπει να εναρμονιστούν, μέχρις ενός σημείου, οι προϋποθέσεις που θα ισχύουν για την άσκηση αγωγής για παράλειψη κατά παράνομων εμπορικών πρακτικών.

3.13

Επίσης, η ΕΟΚΕ στη γνωμοδότηση της που υιοθέτησε ομόφωνα στη σύνοδο ολομέλειας της 1ης Ιουλίου 1994 (14), μεταξύ άλλων παρέπεμψε στην αρχή «της γενικής αναγνώρισης του δικαιώματος δικαστικής παράστασης στις οργανώσεις των καταναλωτών, για την εκπροσώπηση των κοινών και των συλλογικών συμφερόντων ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής ή εξωδικαστικής αρχής οποιουδήποτε κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την εθνικότητα των ενδιαφερομένων, την εθνικότητα των ίδιων των οργανώσεων και τον αρχικό τόπο της διαφοράς» και κάλεσε ρητώς την Επιτροπή να καθιερώσει ενιαία διαδικασία για τις συλλογικές και τις κοινές αγωγές, όχι μόνο για την παύση των παράνομων πρακτικών αλλά και για τις αγωγές αποζημίωσης (15).

3.14

Από την πλευρά της η Επίτροπος κ. Emma Bonino, μόλις ανακοινώθηκαν οι προτεραιότητες της, έδωσε έμφαση στην εφαρμογή της κοινοτικής διαδικασίας που θα επιτρέπει την ταχεία επίλυση των διασυνοριακών διαφορών και την εναρμόνιση των προϋποθέσεων που θα εφαρμόζονται για την άσκηση αγωγών για παράλειψη κατά παράνομων εμπορικών πρακτικών, και θα συνοδεύεται από αμοιβαία αναγνώριση της νομιμότητας των ενώσεων των καταναλωτών να προσφεύγουν στη δικαιοσύνη (16).

3.15

Εν συνεχεία, στις 26 Ιανουαρίου 1996 δημοσιεύθηκε πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις αγωγές για παράλειψη στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών (17).

Με την οδηγία αυτή, η Επιτροπή έδωσε συνέχεια στην σύσταση της έκθεσης Sutherland και έτσι ανταποκρινόταν στην υπόδειξη, που είχε γίνει ευρέως αποδεκτή και περιείχετο στο Πράσινο Βιβλίο (18)  (19).

3.16

Αναμφισβήτητα, η σχετική οδηγία άλλαξε ριζικά το κοινοτικό δίκαιο διότι για πρώτη φορά η Κοινότητα νομοθετούσε σε τομέα που αφορούσε την πολιτική δικονομία (20).

Παρόλα αυτά, η υπόδειξη που απέβλεπε στην επέκταση του πεδίου εφαρμογής για την αποκατάσταση των ζημιών δεν υιοθετήθηκε.

3.17

Παράλληλα, η Επιτροπή κατάρτισε ένα «Σχέδιο δράσης σχετικά με την πρόσβαση των καταναλωτών στη δικαιοσύνη και τη ρύθμιση των διαφορών κατανάλωσης στην εσωτερική αγορά» που παρουσίασε στις 14 Φεβρουαρίου 1996, το οποίο αφού εξέτασε και προσδιόρισε το πρόβλημα των διαφορών σχετικά με την κατανάλωση και μελέτησε τις διάφορες λύσεις που δόθηκαν σε εθνικό επίπεδο στα κράτη μέλη, ανήγγειλε ορισμένες πρωτοβουλίες που σκόπευε να ξεκινήσει. Μεταξύ αυτών μπορούμε να διακρίνουμε μια σκέψη όσον αφορά την δυνατότητα για τους καταναλωτές που υπέστησαν ζημία από τον ίδιο επαγγελματία να εξουσιοδοτήσουν τις καταναλωτικές οργανώσεις να συγκεντρώσουν τις «πρότερες» αξιώσεις τους προκειμένου να συνενώσουν τις ταυτόσημες ατομικές περιπτώσεις με σκοπό να τις υποβάλουν από κοινού και συγχρόνως ενώπιον της ίδιας δικαστικής αρχής (21).

3.18

Σχετικά με τα ανωτέρω το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του της 14ης Νοεμβρίου 1996 αναφέρει τα εξής, έχοντας υπόψη ότι η προσφυγή στη δικαιοσύνη αποτελεί αφενός θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και απαραίτητη προϋπόθεση εγγύησης όσον αφορά την ασφάλεια του δικαίου, είτε είναι εθνικό είτε κοινοτικό, αναγνώριζε τη σημασία των εξωδικαστικών διαδικασιών ρύθμισης των διαφορών κατανάλωσης, επέσυρε όμως την προσοχή στην ανάγκη να διασφαλισθεί η δυνατότητα στον καταναλωτή να προσφύγει αφού εξάντλησε μάταια όλες τις εξωδικαστικές διαδικασίες συμφιλίωσης, στις συνήθεις δικαστικές διαδικασίες, τηρώντας την αρχή της αποτελεσματικότητας και της ασφάλειας του δικαίου. Κατά συνέπεια, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο καλούσε την Επιτροπή να εκπονήσει περαιτέρω προτάσεις με στόχο τη διευκόλυνση της πρόσβασης των ευρωπαίων πολιτών που δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι μιας χώρας στις εθνικές δικαστικές διαδικασίες και παρώτρυνε τα κράτη μέλη ότι «πρέπει να προωθηθεί από τα κράτη μέλη η δυνατότητα άσκησης δράσης εκ μέρους των ενώσεων των καταναλωτών, (…), ως εντολοδόχων όσων εγείρουν μεμονωμένως απαίτηση» (22).

3.19

Από τότε το θέμα φαίνεται ότι παραπέμφθη στις ελληνικές καλένδες από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (23).

Αντίθετα, στην ΕΟΚΕ το θέμα εξετάσθηκε επανειλημμένως με σκοπό να αποδειχθεί ότι είναι αναγκαία η καθιέρωση διαδικασίας της πολιτικής δικονομίας, σε κοινοτικό επίπεδο, που θα επιτρέπει την υπεράσπιση ενώπιον της δικαιοσύνης κοινών, συλλογικών ή ατομικών συμφερόντων (24).

3.20

Η Επιτροπή μόλις πρόσφατα επανεξέτασε το θέμα στο «Πράσινο Βιβλίο: Αγωγές αποζημίωσης για παράβαση των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΚ» (25), σε όρους που πρέπει να υπογραμμισθούν,

«Η άσκηση αγωγής αποζημίωσης για παράβαση των αντιμονοπωλιακών κανόνων, από καταναλωτές και αγοραστές με πολύ μικρές αξιώσεις, θα είναι απίθανη αν όχι αδύνατη για πρακτικούς λόγους. Θα πρέπει επομένως να εξετασθούν οι τρόποι για την καλύτερη δυνατή προστασία των συμφερόντων αυτών με την άσκηση συλλογικών αγωγών. Πέραν της ειδικής προστασίας των συμφερόντων του καταναλωτή, οι συλλογικές αγωγές μπορεί να χρησιμεύσουν για την ενοποίηση μεγάλου αριθμού μικρότερων αξιώσεων σε μία αγωγή, εξοικονομώντας έτσι χρόνο και χρήμα.»

3.21

Η ΕΟΚΕ με τη γνωμοδότηση της 26ης Οκτωβρίου 2006, υποστήριξε την πρωτοβουλία αυτή της Επιτροπής και επιβεβαίωσε ότι οι συλλογικές αγωγές είναι αναγκαίες εφόσον θα αξιώνουν αποζημίωση στο μέτρο που: «(οι συλλογικές αγωγές) ανταποκρίνονται πλήρως σε ορισμένους βασικούς στόχους: 1) αποτελεσματική αποζημίωση, δεδομένου ότι οι συλλογικές αγωγές διευκολύνουν τη διεκδίκηση αποζημιώσεων από οργανώσεις εξ ονόματος των θιγόμενων καταναλωτών και συμβάλλουν στην ουσιαστική πρόσβαση στη δικαιοσύνη· 2) πρόληψη και αποτροπή συμπεριφορών που συνιστούν παράβαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, δεδομένης της ευρύτερης κοινωνικής επίπτωσης αυτού του είδους αγωγών» (26).

3.22

Εντωμεταξύ, η Επιτροπή ζήτησε από το Κέντρο για το δίκαιο της κατανάλωσης του Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβέν την πραγματοποίηση σημαντικής μελέτης, που δημοσιεύθηκε πρόσφατα, για τα εναλλακτικά μέσα ρύθμισης των διαφορών. Σημαντικό μέρος της εν λόγω μελέτης, μεγέθους 400 σελίδων, αφιερώθηκε στην περιγραφή των 28 εθνικών συστημάτων για τα δικαστικά συλλογικά μέσα υπεράσπισης των καταναλωτών, δηλαδή των 25 κρατών μελών συν των ΗΠΑ, του Καναδά και της Αυστραλίας (27).

3.23

Η νέα αρμόδια για τους καταναλωτές Επίτροπος κ. Meglena KUNEVA έχει ανακοινώσει σε πολλές δηλώσεις ότι το θέμα αυτό αποτελεί μία από τις προτεραιότητες της θητείας της. Περιέχεται, εξάλλου, στην πρόσφατη ανακοίνωση με τίτλο «Στρατηγική της ΕΕ για την πολιτική καταναλωτών 2007-2013» (28). Το θέμα αυτό επιβεβαιώθηκε εκ νέου τόσο από την Επίτροπο κ. Neeelie KROES όσο και από την Επίτροπο κ. Meglena KUNEVA σε πρόσφατη συνέντευξη τύπου στη Λισσαβώνα κατόπιν πρωτοβουλίας της πορτογαλικής Προεδρίας (29).

3.24

Το Συμβούλιο Υπουργών του ΟΟΣΑ υιοθέτησε πρόσφατα και αυτό μια σύσταση σχετικά με τη ρύθμιση των διαφορών κατανάλωσης και την αποκατάστασή τους [C(2007)74 της 12ης Ιουλίου 2007], στην οποία αναγνωρίζει ότι η πλειονότητα των συστημάτων που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη για τη ρύθμιση των διαφορών κατανάλωσης και την αποκατάστασή τους θεσπίστηκαν με στόχο τη διευθέτηση υποθέσεων σε εθνικό επίπεδο και δεν ενδείκνυνται πάντοτε για την αποζημίωση καταναλωτών καταγόμενων από κάποιο άλλο κράτος μέλος.

4.   Γιατί ομαδική αγωγή σε κοινοτικό επίπεδο

4.1

Η νομική προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών στα κράτη μέλη και στην ΕΕ προϋποθέτει, όχι μόνο την αναγνώριση των ουσιαστικών δικαιωμάτων, αλλά και τη θέσπιση κατάλληλων διαδικασιών για να μπορούν οι καταναλωτές να διεκδικούν αυτά τα δικαιώματα.

Πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι η αύξηση των διασυνοριακών συναλλαγών είχε ως αποτέλεσμα την αντίστοιχη αύξηση των καταναλωτικών διαφορών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Σε πολλές περιπτώσεις απεδείχθη ότι η ατομική ρύθμιση των διαφορών είναι ανεπαρκής. Το κόστος της και η βραδύτητα της συμβάλλουν ευρέως στην αναποτελεσματικότητα των δικαιωμάτων των καταναλωτών, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για πολλούς καταναλωτές (πολλές χιλιάδες και μάλιστα εκατομμύρια) που ζημιώθηκαν από την ίδια πρακτική και όταν το ύψος των ατομικών ζημιών είναι σχετικά χαμηλό. Η προοδευτική ανάπτυξη της «ευρωπαϊκής κοινωνίας» δημιουργεί επίσης προβλήματα προσδιορισμού του εφαρμοστέου δικαίου, θα ήταν ευκταίο να διεκδικούν οι ευρωπαίοι πολίτες τα δικαιώματά τους με ενιαίο τρόπο. Σήμερα, καταχρηστικές συμπεριφορές, που σημειώνονται σε παρόμοιες περιστάσεις και δημιουργούν ταυτόσημες ζημιές σε πολλά κράτη μέλη, δεν μπορούν να αποζημιωθούν παρά μόνο στα σπάνια κράτη μέλη που διαθέτουν σύστημα ομαδικής αγωγής.

4.2

Εξάλλου, τα συντάγματα όλων των κρατών μελών και η Ευρωπαïκή Σύμβαση για τη Διασφάλιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών κατοχυρώνουν το δικαίωμα για μια δίκαιη δίκη. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει κυρίως το δικαίωμα προσφυγής σε δικαστήριο με τρόπο χρήσιμο και αποτελεσματικό.

4.3

Σήμερα, τα δικαστικά συστήματα δεν επιτρέπουν στους πολίτες να αμφισβητήσουν συγκεκριμένα και αποτελεσματικά ορισμένες πρακτικές που τους ζημιώνουν και να προσφύγουν στη δικαιοσύνη.

Πολλά κράτη μέλη έδωσαν από πολλές δεκαετίες δύο είδη λύσης στο πρόβλημα αυτό.

Σε πρώτη φάση, αναγνώρισαν για το συλλογικό συμφέρον των καταναλωτών το δικαίωμα να προστατεύεται είτε με την υποβολή αιτήματος ενώπιον των διοικητικών αρχών είτε με την άσκηση αγωγής ενώπιον των δικαστηρίων. Μια άλλη κατάλληλη απάντηση δόθηκε επίσης με την αναγνώριση διαδικασίας ομαδοποίησης των ατομικών αγωγών. Οι αγωγές αυτές βασίζονται κυρίως στον περιορισμό των διαδικασιών εφόσον συγκεντρώνουν το σύνολο των αγωγών σε μία, που ακολουθεί μία και μόνο διαδικασία.

4.4

Η καθιέρωση ευρωπαϊκής ομαδικής αγωγής θα επιτρέψει την προσφυγή στη δικαιοσύνη σε όλους τους καταναλωτές, ανεξαρτήτως εθνικότητας, οικονομικής κατάστασης και ύψους της ζημίας που υπέστησαν. Θα προσφέρει επίσης πλεονεκτήματα στους επαγγελματίες χάρη στον περιορισμό των διαδικασιών. Το κόστος για μια τέτοια δίκη θα είναι κατώτερο σε σύγκριση με εκείνο της άσκησης πολλών ατομικών αγωγών. Η διαδικασία αυτή θα έχει επίσης το πλεονέκτημα της ασφάλειας δικαίου, εφόσον με την ίδια απόφαση θα δίνεται λύση σε αναρίθμητες παρόμοιες αγωγές (30). Τέλος, θα επιτρέψει να αποφεύγονται αντιφάσεις στη νομολογία μεταξύ των δικαστηρίων των ευρωπαϊκών κρατών που θα αποφαίνονται για παρόμοιες διαφορές.

Αυτό το κοινό σύστημα για όλες τις ευρωπαϊκές χώρες θα επιτρέψει, συνεπώς, την καλύτερη προστασία των καταναλωτών, θα ενισχύσει όμως και την εμπιστοσύνη των επαγγελματιών και κατά συνέπεια τις συναλλαγές και το εμπόριο στην ΕΕ.

4.5

Η αγωγή που ορίζεται με τον τρόπο αυτόν θα έχει θετικό αντίκτυπο στον τομέα του διεθνούς ιδιωτικού δικαίου, δεδομένων των δυσκολιών ερμηνείας και εφαρμογής των κανόνων για την επίλυση των συμβατικών και εξωσυμβατικών διαφορών (Ρώμη Ι και Ρώμη ΙΙ). Θα επιτρέψει επίσης να οριστούν με ακρίβεια οι κανόνες δικαστικής δικαιοδοσίας, αναγνώρισης και εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (Κανονισμός 44/2001). (31)

4.6

Έτσι, το δίκαιο της κατανάλωσης θα ενισχυθεί λόγω της αύξησης των προσφυγών που θα επιτρέπουν την καταβολή δίκαιης αποζημίωσης υπέρ των καταναλωτών και την αποτελεσματική προστασία του «αδύνατου μέρους», η οποία αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου. Πιστεύεται ότι αυτό ισχύει ιδιαίτερα στην περίπτωση της πρόσφατης οδηγίας για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές. Οι εν λόγω πρακτικές συχνά αναπτύσσονται συγχρόνως σε αρκετά κράτη μέλη, ζημιώνοντας μια πληθώρα καταναλωτών, οι οποίοι δεν έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν από κοινού αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν. Η άσκηση ομαδικής αγωγής συνιστά συμπληρωματικό διαδικαστικό μέσο, το οποίο είναι απολύτως αναγκαίο για την αποτελεσματική εφαρμογή αυτής της οδηγίας.

Έτσι, θα ενισχυθεί η αποτελεσματικότητα του συνόλου των μέχρι σήμερα γνωστών οδηγιών του τομέα της προστασίας των καταναλωτών, όπως αυτές μεταφέρθηκαν στα κράτη μέλη, χάρη στην αναγνώριση της ομαδικής αγωγής στους τομείς που καλύπτουν οι οδηγίες.

Είναι ευκταίο να εφαρμοστούν επίσης οι διατάξεις αυτές προς όφελος των ΜΜΕ που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση.

4.7

Βέβαια, η εφαρμογή της συλλογικής δικαστικής διαδικασίας σε κοινοτικό επίπεδο ως έσχατη προσφυγή στις προσπάθειες επίλυσης των διαφορών, δεν θίγει καθόλου τα εξωδικαστικά συστήματα επίλυσης των διαφορών του τομέα της κατανάλωσης. Η ΕΟΚΕ υποστήριξε ανεπιφύλακτα τα εν λόγω συστήματα. Οι δυνατότητές τους πρέπει να εξετασθούν εμπεριστατωμένα και να αναπτυχθούν.

5.   Ορολογία

5.1

Για να κατανοηθεί καλά το θέμα της πρότασης πρέπει να συμφωνηθεί η μορφή της υπό εξέταση δικαστικής ενέργειας.

Όπως φαίνεται από την σύνθεση των συστημάτων που ισχύουν στα κράτη μέλη, ο ορισμός και το περιεχόμενο των διαφόρων ειδών αγωγών διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό. Έτσι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των συλλογικών αγωγών, των αγωγών συλλογικού συμφέροντος και των ομαδικών αγωγών.

5.2

Οι αντιπροσωπευτικές αγωγές δεν αφορούν παρά τις ενώσεις καταναλωτών ή τις διοικητικές οντότητες (συνήγορο του πολίτη) προκειμένου να σταματήσουν ενέργειες αντίθετες προς τα συμφέροντα των καταναλωτών, και μάλιστα σε ορισμένες χώρες, για να καταργήσουν καταχρηστικές ή παράνομες ρήτρες στις συμβάσεις κατανάλωσης.

5.3

Οι αγωγές συλλογικού συμφέροντος δίνουν τη δυνατότητα στις ενώσεις των καταναλωτών να προσφύγουν ή όχι ενώπιον δικαστικής αρχής, όταν το συλλογικό, το γενικό συμφέρον των καταναλωτών βλάπτεται από παραβίαση, είτε συγκεκριμένης διάταξης του θετικού δικαίου, είτε από γενικό πρότυπο συμπεριφοράς. Το συλλογικό συμφέρον δεν είναι το σύνολο των ατομικών συμφερόντων των καταναλωτών αλλά ομοιάζει με το γενικό συμφέρον.

5.4

Η ομαδική αγωγή είναι προσφυγή ενώπιον της δικαιοσύνης που επιτρέπει σε μεγάλο αριθμό ατόμων να ζητήσουν την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους και να αποζημιωθούν. Τεχνικά, αποτελεί συνεπώς την εφαρμογή συλλογικής διαδικασίας για τα ατομικά δικαιώματα.

5.5

Η ομαδική αγωγή δεν αφορά μόνο τον τομέα της προστασίας των καταναλωτών και του ανταγωνισμού.

Πάντως, στην περίπτωση της παρούσας γνωμοδότησης αναφέρεται μόνο στο καθ' ύλην πεδίο, όπως αναγνωρίζεται από το κοινοτικό δίκαιο.

5.6

Προτείνεται συνεπώς στην παρούσα γνωμοδότηση να χρησιμοποιηθεί ο όρος «ομαδική αγωγή» (32).

6.   Νομική βάση

6.1

Η νομική βάση για την πολιτική προστασίας των καταναλωτών περιέχεται στο κεφάλαιο XIV της Συνθήκης με τον τίτλο «Προστασία των καταναλωτών».

Το άρθρο 153 αποτελεί προφανώς σημαντικό στοιχείο του προβληματισμού.

6.2

Πράγματι, ακόμη και εάν το δίκαιο της κατανάλωσης αναπτύχθηκε γύρω από την αναφορά που αποτελεί το άρθρο 95 της Συνθήκης, η πολιτική προστασίας του καταναλωτή, όπως περιγράφεται εδώ, αποτελεί ακριβώς μέτρο για την προώθηση των οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών.

6.3

Είναι αναμφισβήτητο ότι με την ομαδική αγωγή θα διασφαλισθεί ένα υψηλότερο επίπεδο προστασίας και θα επιτραπεί στις οργανώσεις των καταναλωτών να οργανωθούν προκειμένου να διαφυλάξουν τα συμφέροντα των καταναλωτών, δηλαδή να τους διασφαλίσουν δίκαιη αποζημίωση σε περίπτωση παραβίασης των δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζει κυρίως το σύνολο του κοινοτικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένου του δικαίου του ανταγωνισμού.

6.4

Η ομαδική αγωγή σε κοινοτικό επίπεδο θα συμβάλει επίσης στη βελτίωση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς υπέρ των καταναλωτών, όπως επιδιώκεται με τη «μεταρρύθμιση της εσωτερικής αγοράς». Οι καταναλωτές θα έχουν περισσότερη εμπιστοσύνη στην ανάπτυξη του διασυνοριακού εμπορίου (33).

6.5

Μπορεί επίσης να υποστηριχθεί ότι, καθώς πρόκειται για ένα αμιγώς νομικό μέσο, τα άρθρα 65 και 67 θα μπορούσαν ενδεχομένως να επιλεγούν ως κατάλληλη νομική βάση. Πράγματι, με αυτήν ακριβώς τη νομική βάση η Επιτροπή έχει προτείνει από το 1996 και το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο έχουν υιοθετήσει σειρά νομικών μέσων στον τομέα της πολιτικής δικονομίας σε κοινοτικό επίπεδο (34).

Η λύση αυτή θα μπορεί να εξετασθεί εφόσον η εν λόγω ομαδική αγωγή μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για τις διασυνοριακές όσο και για τις εθνικές διαφορές καθώς και σε τομείς άλλους εκτός του δικαίου της κατανάλωσης.

6.6

Εν πάση περιπτώσει, η ομαδική αγωγή θα πρέπει να τηρεί τις αρχές της επικουρικότητας και αναλογικότητας χωρίς ποτέ να προχωρεί πέραν του αναγκαίου για να διασφαλισθούν οι στόχοι της Συνθήκης, στο μέτρο που αυτοί δεν μπορούν να εκπληρωθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη και συνεπώς υλοποιούνται καλύτερα σε κοινοτικό επίπεδο.

6.7

Η ομαδική αγωγή θα πρέπει επίσης να είναι σύμφωνη με τις αρχές και τους μηχανισμούς που προβάλλονται στη σύσταση του Συμβουλίου των Υπουργών του ΟΟΣΑ [C(2007)74 της 12ης Ιουλίου 2007] και παρουσιάζονται ως στοιχείο κοινό στα κράτη μέλη, παρά την ποικιλομορφία της νομικής τους παράδοσης.

7.   Οι παράμετροι της ομαδικής αγωγής σε κοινοτικό επίπεδο

7.1   Τι δεν μπορεί να είναι η ομαδική αγωγή

7.1.1   Η ομαδική αγωγή δεν μπορεί να είναι αντιπροσωπευτική αγωγή:

7.1.1.1

Η αντιπροσωπευτική αγωγή δεν ασκείται παρά από ορισμένες οντότητες που είναι ειδικά αρμόδιες (οργανώσεις καταναλωτών, συνήγορος του πολίτη). Οι καταναλωτές γενικά δεν μπορούν να αποζημιωθούν για τις ατομικές τους ζημιές.

7.1.1.2

Οι διαδικασίες αυτές έχουν ως βασικό αντικείμενο την παύση των ενεργειών που αντίκεινται στα δικαιώματα των καταναλωτών, και μάλιστα, σε ορισμένες χώρες, την κατάργηση καταχρηστικών ή παράνομων ρητρών σε συμβάσεις κατανάλωσης, στις οποίες ο δικαστής δεν μπορεί να προβλέψει οποιαδήποτε αποκατάσταση.

7.1.1.3

Ορισμένες χώρες προσάρμοσαν τους μηχανισμούς αυτούς προκειμένου να επιτραπεί η καταβολή αποζημίωσης στους καταναλωτές. Η αποζημίωση αυτή δεν καταβάλλεται παρόλα αυτά ατομικά στους καταναλωτές, αλλά προορίζεται για τις αντιπροσωπευτικές οντότητες ή καταβάλλεται στο κράτος για κοινωνικούς σκοπούς.

7.1.1.4

Συνεπώς, ο μηχανισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πράξη σε μια πραγματική ομαδική αγωγή στην οποία όλοι οι καταναλωτές αποζημιώνονται σε μία μόνο δίκη.

7.1.2   Η ομαδική αγωγή δεν μπορεί να είναι «συλλογική αγωγή» αμερικανικού τύπου:

7.1.2.1

Η καθιέρωση μιας ευρωπαϊκής ομαδικής αγωγής δεν συνεπάγεται ότι η Ευρώπη θα υιοθετήσει τη συλλογική αγωγή των Ηνωμένων Πολιτειών. Το αμερικανικό δικαστικό σύστημα είναι πολύ διαφορετικό των αντίστοιχων συστημάτων των κρατών μελών. Τα αδύνατα σημεία της συλλογικής αγωγής που κατηγορούνται για εκτροπές είναι ίδιο χαρακτηρηστικό του εν λόγω δικαστικού συστήματος και δεν μπορούν να συμβούν στην Ευρώπη.

7.1.2.2

Στις Ηνωμένες πολιτείες, οι δικαστικές αποφάσεις εκδίδονται από δικαστήρια ενόρκων και από εκλεγμένους δικαστές. Η ιδιαίτερη αυτή σύνθεση που διαφέρει από εκείνη της πλειοψηφίας των κρατών μελών (επαγγελματίες δικαστές) οδηγεί πολύ συχνά ορισμένες δικαιοδοσίες των πολιτειών στο να επιτρέπουν παράλογες αγωγές και να εκδίδονται αποφάσεις πάρα πολύ ευνοϊκές στους ενάγοντες, εφόσον οδηγούν τους καταναλωτές να παρουσιάζουν τις αξιώσεις τους ενώπιον ορισμένων δικαστηρίων αντί σε άλλα που είναι γνωστά ως λιγότερο ευνοϊκά (forum shopping).

7.1.2.3

Αντίθετα, η ευρωπαϊκή ομαδική αγωγή, αποτελεί το προπύργιο κατά του forum shopping, εφόσον μία μόνο μορφή διαδικασίας θα δημιουργηθεί και θα καθιερωθεί σε κάθε κράτος μέλος, με αποτέλεσμα ότι οποιαδήποτε διαδικασία ή οποιοδήποτε κράτος επιλεγεί από τους ενάγοντες, η πορεία της αγωγής και η απόφαση του δικαστή θα είναι οι ίδιες.

7.1.2.4

Η αποζημίωση μπορεί να συνοδεύεται από κυρώσεις με τη μορφή χρηματικής αποζημίωσης και τόκων. Η αποζημίωση αυτή που καθορίζεται από ενόρκους και από εκλεγμένους δικαστές προσεγγίζει συχνά αστρονομικά ποσά. Στα περισσότερα ευρωπαϊκά κράτη δεν προβλέπονταιαντίστοιχες κυρώσεις.

7.1.2.5

Οι δικηγόροι αμείβονται με ένα γενικό σύστημα των contingency fees (αμοιβή υπό όρους). Πρόκειται για ένα είδος συμφωνίας «με ποσοστά», κατά το οποίο οι δικηγόροι που μπορεί να είναι αυτοί οι ίδιοι ενάγοντες απολαύουν από τα αποτελέσματα της αγωγής. Το σύστημα αυτό απαγορεύεται στα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ, είτε από τον νόμο είτε από τον κώδικα δεοντολογίας των δικηγόρων.

7.2   Η βασική επιλογή: καθεστώς συμμετοχής (opted-in) ή καθεστώς εξαίρεσης (opted-out)

Η μελέτη των διαδικασιών ομαδικής αγωγής που έχουν υιοθετηθεί από τα κράτη μέλη επιτρέπει να τις κατατάξει κανείς ανάλογα με τον βασικό μηχανισμό για την έναρξη της ενέργειας και της παρέμβασης του καταναλωτή στη διαδικασία. Αυτός είτε πρέπει να ενεργήσει εκουσίως για να συμμετάσχει στη διαδικασία, οπότε γίνεται λόγος για συμμετοχή (opted-in)· είτε η έναρξη της ενέργειας συνεπάγεται αυτόματα την παρέμβαση του εν λόγω καταναλωτή στη διαδικασία, χωρίς να χρειάζεται να δηλώσει τη βούληση του, τότε πρόκειται για το καθεστώς εξαίρεσης (opted-out). Ο καταναλωτής διατηρεί πάντοτε τη δυνατότητα, στην τελευταία περίπτωση, να μην συμμετάσχει στη διαδικασία. Η επεξεργασία μιας ευρωπαϊκής ομαδικής αγωγής διέρχεται συνεπώς κατ' ανάγκην από την επιλογή του βασικού μηχανισμού.

7.2.1   Συμμετοχή (opted-in) και υπόθεση που δημιουργεί προηγούμενο (test case)

7.2.1.1

Το αποκαλούμενο καθεστώς συμμετοχής προβλέπει τη δήλωση βούλησης του ατόμου να καταστεί διάδικος. Κατά συνέπεια, οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να εμφανισθούν και να συμπεριληφθούν ρητώς στην αγωγή πριν εκδοθεί η απόφαση.

Παράλληλα με το εν λόγω καθεστώς συμμετοχής έχουν αναπτυχθεί μηχανισμοί που αποκαλούνται «υποθέσεις που δημουργούν προηγούμενο» (test case) ή που βασίζονται σε μια αναγνωριστική απόφαση δικαστηρίου. Οι διαδικασίες αυτές μοιάζουν με τις ομαδικές αγωγές που βασίζονται στη συμμετοχή, εφόσον και σε αυτήν οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να δηλώσουν τη βούληση τους για να συμμετάσχουν στη διαδικασία και να υποβάλλουν ατομικές αγωγές. Η ιδιαιτερότητα του εν λόγω μηχανισμού συνίσταται όμως στο γεγονός ότι ο δικαστής επιλέγει μία από τις εν λόγω ατομικές αγωγές και αποφαίνεται μόνο γι'αυτή. Η απόφαση που εκδίδεται στη διαδικασία της test case θα ισχύσει και για όλες τις άλλες ατομικές αγωγές που έχουν καταχωρηθεί στο δικαστήριο.

7.2.1.2   Πλεονεκτήματα αυτών των μηχανισμών

7.2.1.2.1

Κάθε μέλος της ομάδας πρέπει να δηλώσει τη βούληση του για να συμμετάσχει στη διαδικασία, και να καταχωρηθεί σε ένα μητρώο. Συνεπώς υπάρχει ρητή δήλωση βούλησης με την οποία συμφωνεί κανείς με την αρχή της ελευθερίας για προσφυγή στη δικαιοσύνη. Ο ενάγων δεν ενεργεί για λογαριασμό προσώπων παρά μόνο αφού αυτά δήλωσαν επίσημα ότι συμφωνούν.

7.2.1.2.2

Η μέθοδος του «καθεστώτος συμμετοχής» (opted-in) παρέχει τη δυνατότητα να προσδιοριστεί εκ των προτέρων η πιθανή εμβέλεια των διακυβευόμενων αποζημιώσεων. Αυτό είναι σημαντικό τόσο για την υπεράσπιση που έχει άμεση σχέση με το αίτημα αποζημίωσης, γενικά, όσο και για τη δυνατότητα σύναψης ασφαλειών ικανών να καλύψουν μέρος των προβλεπόμενων βλαβών. Με τον τρόπο αυτό, επαρκείς οικονομικοί πόροι θα υπάρχουν για την κάλυψη των νόμιμων αιτημάτων αποζημίωσης. Η μέθοδος του «καθεστώτος συμμετοχής», σε συνδυασμό με τη δυνατότητα της υπεράσπισης να το διευρύνει σε όλα τα θύματα, εκτός και υφίσταται σαφής αντίρρηση εκ μέρους αυτών, ανταποκρίνεται κατά τον καλύτερο τρόπο στο πρόβλημα αυτό

7.2.1.2.3

Στη διαδικασία της (test case), υποβάλλεται στο δικαστή ένας μόνο ατομικός φάκελος για να εξετάσει το ζήτημα: αυτό αποτελεί κέρδος χρόνου και αποτελεσματικότητας για τον δικαστή εφόσον κρίνει την επαγγελματική ευθύνη βάση μόνο μιας υπόθεσης.

7.2.1.3   Μειονεκτήματα αυτών των μηχανισμών

7.2.1.3.1

Η διαχείριση των μηχανισμών αυτών είναι δύσκολη και δαπανηρή: οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να δηλώσουν τη βούλησή τους για να καταστούν διάδικοι και να σχηματίσουν ατομικό φάκελο. Η διαχείριση των ατομικών φακέλων καθίσταται πολύπλοκη από τη στιγμή που ο αριθμός των ενδιαφερομένων είναι σημαντικός.

7.2.1.3.2

Αυτό καθυστερεί πολύ τη διαδικασία επειδή το δικαστήριο πρέπει να οργανώσει και να επεξεργασθεί όλους αυτούς τους ατομικούς φακέλους. Κατά συνέπεια, όταν ο αριθμός των διαφορών είναι μεγάλος, στις οποίες άλλωστε βασίζονται οι περισσότερες από τις ομαδικές αγωγές, οι ατομικές ζημιές είναι σχετικά παρόμοιες και δεν χρειάζονται συχνά ατομική εξέταση.

7.2.1.3.3

Στην περίπτωση του μηχανισμού της test case, ο δικαστής δεν καθορίζει πάντοτε το ποσό των αποζημιώσεων που οφείλεται και παραπέμπει πολλές φορές σε ατομικές διαδικασίες. Αυτό συνεπάγεται προβλήματα διαχείρισης και παράταση των προθεσμιών της διαδικασίας.

7.2.1.3.4

Η μελέτη των ομαδικών αγωγών με το καθεστώς συμμετοχής (opted-in) ή των υποθέσεων που δημιουργούν προηγούμενο (test case) στις χώρες που διαθέτουν τον εν λόγω μηχανισμό αποκαλύπτει, εξάλλου, ότι μεγάλο μέρος των καταναλωτών δεν προσφεύγει στη διακιοσύνη λόγω ελλείψεως αποτελεσματικής πληροφόρησης ότι προβλέπεται σχετική διαδικασία. Οι ενδιαφερόμενοι, μεγάλο μέρος των οποίων αρνείται επίσης να προσφύγει στο δικαστήριο, λόγω των υλικών, οικονομικών και ψυχολογικών κωλυμάτων που δημιουργεί η προσφυγή στη δικαιοσύνη (χρειάζεται χρόνος, χρήμα και είναι άκρως πολύπλοκη).

7.2.1.3.5

Συνεπώς, υπάρχει μεγάλη απώλεια μεταξύ του αριθμού των ατόμων που ενεργούν πραγματικά και εκείνων που πιθανώς ενδιαφέρονται. Η αποζημίωση των καταναλωτών δεν είναι πάντοτε πλήρης. Το παράνομο κέρδος που πιθανόν αποκομίζεται από τον επαγγελματία, κατά τη συναλλαγή, ίσως μεγάλο μέρος του να κατακρατείται από τον ίδιο. Ο αποτρεπτικός σκοπός της διαδικασίας δεν έχει επιτευχθεί.

7.2.1.3.6

Οι μηχανισμοί αυτοί θέτουν επίσης ένα πρόβλημα όσον αφορά το δεδικασμένο. Η απόφαση που εκδόθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας της ομαδικής αγωγής δεν θα ισχύσει παρά μόνο για τα άτομα που συμμετείχαν στην αγωγή. Επομένως, οι καταναλωτές που δεν συμμετείχαν στην ομαδική αγωγή είναι ελεύθεροι να υποβάλουν ατομικές αγωγές, η έκβαση των οποίων πιθανόν να είναι αντίθετη προς εκείνη της ομαδικής αγωγής.

7.2.2   Opted-out (καθεστώς εξαίρεσης)

7.2.2.1

Η συνήθης ομαδική αγωγή βασίζεται στο καθεστώς εξαίρεσης (οpted-out), το οποίο περιλαμβάνει κατ' αρχήν όλα τα άτομα που ζημιώθηκαν από μια συμπεριφορά, εκτός εκείνων που δήλωσαν ρητώς τη βούλησή τους ότι δεν επιθυμούν να συμμετάσχουν.

Ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη εμπνεύσθηκαν από το καθεστώς αυτό και δημιούργησαν μια «sui generis» (ιδιότυπη) διαδικασία για την ομαδική αγωγή.

7.2.2.2   Πλεονεκτήματα αυτού του μηχανισμού

7.2.2.2.1

Η εξέταση των εθνικών συστημάτων που έχουν υιοθετήσει το καθεστώς εξαίρεσης (οpted-out) δείχνει ότι η διαχείριση της διαδικασίας αυτής είναι απλούστερη και αποτελεσματικότερη σε σύγκριση με τα άλλα συστήματα που υιοθέτησαν ορισμένα κράτη μέλη.

7.2.2.2.2

Η διαδικασία αυτή εγγυάται την πραγματική πρόσβαση των ενδιαφερομένων στην δικαιοσύνη, και μέσω αυτής σε μια δίκαιη και αποτελεσματική αποζημίωση για όλους τους ζημιωθέντες, από τις πρακτικές, καταναλωτές.

7.2.2.2.3

Με τη διαδικασία αυτή αποφεύγονται οι δυσκολίες διαχείρισης για τον ενάγοντα και για το δικαστήριο (πράγματι τα μέλη της ομάδας δεν γίνονται γνωστά παρά στο τέλος της διαδικασίας και όχι στην αρχή).

7.2.2.2.4

Διαθέτει, εξάλλου ένα πραγματικά αποτρεπτικό αποτέλεσμα για το υπεύθυνο μέρος, διότι αυτή αναγκάζεται να αποζημιώσει όλα τα άτομα που υπέστησαν ζημία λόγω μιας πρακτικής, και πιθανόν να επιστρέψει το παράνομο κέρδος που απεκόμισε.

7.2.2.2.5

Είναι επίσης αναγκαίο να ληφθούν υπόψη τα πλεονεκτήματα που παρουσιάζει αυτή η μορφή διαδικασίας για τον επαγγελματία. Η ομαδική αγωγή επιτρέπει την εξοικονόμηση ανθρωπίνων και οικονομικών πόρων και μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα για την υπεράσπιση του επαγγελματία. Αντί να πρέπει να αντιμετωπίσει, ταυτόχρονα, πληθώρα παρόμοιων διαφορών ενώπιον πολλών και διαφόρων δικαιοδοσιών, προετοιμάζει τα μέσα αμύνης του ενώπιον ενός μόνο δικαστηρίου.

7.2.2.3   Μειονεκτήματα αυτού του μηχανισμού

7.2.2.3.1

Το καθεστώς αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αντίκειται, αφενός, στις συνταγματικές αρχές ορισμένων χωρών και, αφετέρου, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, κυρίως με την αρχή της ελευθερίας για προσφυγή στη δικαιοσύνη, εφόσον τα άτομα αυτά καθίστανται αυτόματα, μέλη της ομάδας χωρίς να έχουν δηλώσει ρητώς ότι συμφωνούν με την ενέργεια. Εάν δεν ζητήσουν τον αποκλεισμό τους, θα μπορούσαν να δεσμευθούν από την απόφαση που θα εκδοθεί.

Είναι όμως απόλυτα δυνατόν να διαφυλαχθεί αυτή η ατομική ελευθερία, είτε πληρηφορώντας προσωπικά τα υπό εξέταση άτομα, πράγμα που θα έχει ως αποτέλεσμα να θεωρηθεί ότι τα άτομα αυτά, που δεν ζήτησαν τον αποκλεισμό τους, συγκατατέθηκαν σιωπηρώς για την αγωγή, είτε δίδοντας το δικαίωμα στα μέλη της ομάδας να ζητήσουν τον αποκλεισμό τους από τη διαδικασία οποτεδήποτε, ακόμη και μετά την έκδοση της απόφασης, και εάν η απόφαση είναι εις βάρος τους να τους επιτραπεί να αρχίσουν ατομικές ενέργειες.

7.2.2.3.2

Θα εθίγοντο επίσης τα δικαιώματα υπεράσπισης όπως είναι η αρχή της κατ' αντιδικίαν διεξαγωγής της δίκης και η αρχή της ισότητας των μέσων: ο επαγγελματίας πρέπει να μπορεί να επικαλεσθεί τα ατομικά μέσα άμυνας εναντίον ενός από τα θύματα που είναι μέλη της ομάδας. Η αρχή αυτή συνδέεται με εκείνη της «δίκαιης δίκης» του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Πράγματι, στο καθεστώς εξαίρεσης, όλοι οι ενδιαφερόμενοι ίσως να μην αναφέρονται ονομαστικά και να μην είναι γνωστοί στον επαγγελματία. Επομένως, ο τελευταίος πιθανόν να μην μπορέσει να προβάλει τα ατομικά μέσα άμυνας.

Όμως, στα πλαίσια της ομαδικής αγωγής, υπάρχει κατ' ανάγκη κάποια ομοιογένεια των προσωπικών καταστάσεων, της οποίας ο δικαστής είναι ο εγγυητής. Οι διαφορές κατανάλωσης και ανταγωνισμού οφείλονται βασικά στις συμβάσεις και επομένως η κατάσταση των ενδιαφερομένων είναι σχεδόν ταυτόσημη. Η νομική αιτία είναι μία και η αυτή. Μας φαίνεται λοιπόν δύσκολο κατά πόσον ο επαγγελματίας θα μπορέσει να επικαλεσθεί κατά ενός καταναλωτή ένα ειδικό μέσο άμυνας.

Ο δικαστής μπορεί να διαθέτει σε όλη τη διαδικασία τη δυνατότητα να απορρίψει μια προσφυγή στην οποία θα διαπίστωνε μεγάλη ανομοιογένεια πραγματικών ή νομικών καταστάσεων.

Τέλος, στο στάδιο της αποζημίωσης, ο δικαστής έχει τη δυνατότητα να συστήσει υποομάδες, προκειμένου να προσαρμόσει βασικά το ύψος των αποζημιώσεων ανάλογα με τις ατομικές καταστάσεις και συνεπώς με τον περιοσισμό, πιθανών ευθυνών.

7.2.3   Καθεστώς εξαίρεσης και καθεστώς συμμετοχής (opted-out και opted-in) ανάλογα με τη μορφή της διαφοράς

7.2.3.1

Το σύστημα που επέλεξαν πρόσφατα η Δανία και η Νορβηγία προβλέπει τόσο το καθεστώς εξαίρεσης όσο και το καθεστώς συμμετοχής. Ο δικαστής μπορεί να επιλέξει το καθεστώς εξαίρεσης εάν οι διαφορές αφορούν μικρά ποσά, πρόκειται για παρόμοιες αξιώσεις και εάν είναι δύσκολο να διεξαχθεί μια διαδικασία με βάση το καθεστώς συμμετοχής. Υπάρχουν πολλές διαφορές στον τομέα της κατανάλωσης για τις οποίες οι καταναλωτές δεν μπορούν να ασκήσουν ατομικά αποτελεσματικές προσφυγές λόγω του σημαντικού αριθμού των εμπλεκομένων ατόμων και του περιορισμένου μεγέθους των σχετικών ποσών. Η διαδικασία που βασίζεται στο καθεστώς εξαίρεσης επιτρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλα τα εμπλεκόμενα άτομα και να επιβληθεί μια κύρωση ανάλογη με το παράνομο κέρδος που ενδεχομένως απεκτήθη. Για τις διαφορές στις οποίες οι ατομικές ζημιές είναι υψηλές επιλέγεται το καθεστώς που βασίζεται στη συμμετοχή και υποδηλώνει ότι κάθε καταναλωτής πρέπει να δηλώσει τη βούλησή του να καταστεί διάδικος.

7.2.3.2   Πλεονεκτήματα αυτού του μηχανισμού

Για τις διαφορές μεγάλου αριθμού καταναλωτών, η διαχείριση της διαδικασίας διευκολύνεται. Ο στόχος της αποζημίωσης επιτυγχάνεται εάν υπάρχει αποτελεσματική πληροφόρηση. Ο αποτρεπτικός στόχος επιτυγχάνεται επίσης.

Οι ενδεχόμενες παραβιάσεις των συνταγματικών αρχών και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου αντισταθμίζονται από αυτήν την αποτελεσματικότητα όσον αφορά την αποζημίωση και την αποτροπή.

7.2.3.3   Μειονεκτήματα αυτού του μηχανισμού

Πρέπει πρώτα να εξετασθεί η δυσκολία για τον καθορισμό του ορίου μεταξύ των δύο καθεστώτων, δηλ. του καθεστώτος συμμετοχής και του καθεστώτος εξαίρεσης. Οι δύο ως άνω χώρες υιοθέτησαν πρόσφατα τα κεθεστώτα αυτά και δεν διαθέτουμε ακόμη συγκεκριμένες περιπτώσεις. Στους νόμους υπάρχει μόνο αναφορά σε «διαφορές μεγάλου αριθμού ατόμων για μικροποσά, για τις οποίες δεν πρέπει να αναμένονται ατομικές διαδικασίες».

Αυτό το πρόβλημα του ορίου που δεν καθορίζεται με σαφήνεια ενδέχεται να αποτελέσει αφορμή για μακροσκελέστατες συζητήσεις κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και για ένδικα μέσα που θα παρατείνουν αυτή τη διάρκεια.

7.3   Ο ρόλος του δικαστή

7.3.1

Σ' αυτή την ιδιαίτερη μορφή διαδικασίας στην οποία λαμβάνουν μέρος πολλοί ενάγοντες, οι εξουσίες που ανατίθενται στο δικαστή αποτελούν μείζον θέμα.

7.3.2

Πράγματι, στα περισσότερα καθεστώτα εξαίρεσης, η πρώτη φάση της διαδικασίας αφιερώνεται στην εξέταση από το δικαστή του παραδεκτού της αγωγής. Στις υποθέσεις που δημιουργούν προηγούμενο, η εξέταση του ατομικού φακέλου έχει τον ίδιο σκοπό.

7.3.2.1

Το ενδιαφέρον της εν λόγω φάσης σχετικά με το παραδεκτό της αγωγής έγκειται στο γεγονός ότι επιτρέπει να σταματήσει, στην αρχή της διαδικασίας, όλες τις αγωγές που είναι προφανώς αβάσιμες ή υπερβολικές και οι οποίες θα μπορούσαν να βλάψουν παράνομα την εικόνα του αντιπάλου. Έτσι, αποφεύγονται καταχρηστικές ή ακατάλληλες διαδικασίες που θα είναι αναποτελεσματικές.

7.3.2.2

Ο δικαστής είναι ο εγγυητής για την καλή πορεία της εν λόγω φάσης για το παραδεκτό της αγωγής. Συγκεκριμένα, οφείλει να ελέγξει ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται από τον νόμο για την υποβολή της ομαδικής αγωγής.

7.3.2.3

Πρόκειται ιδίως για:

την ύπαρξη της διαφοράς (δεν θα πρέπει να έχει παραγραφεί),

το γεγονός ότι η σύνθεση της ομάδας καθιστά αδύνατη την κοινή διαδικασία η μια διαδικασία κατόπιν εξουσιοδότησης,

την ύπαρξη κοινών νομικών και πραγματικών στοιχείων για τα μέλη της ομάδας (η ίδια «causa petendi»),

το αν η αγωγή κατά του επαγγελματία ανταποκρίνεται στους προβαλλόμενους ισχυρισμούς (αρχή «fumus boni iuris»),

το αν ο ενάγων είναι σε θέση να εκπροσωπήσει και να προστατεύσει δεόντως τα συμφέροντα των μελών της ομάδας.

7.3.3

Σε μεταγενέστερη φάση, είναι επίσης σημαντικό να μπορεί ο δικαστής να εγκρίνει την ενδεχόμενη πρόταση συναλλαγής ή να την αρνηθεί εάν κρίνει ότι δεν είναι προς το συμφέρον των μελών της ομάδας. Γι' αυτό θα πρέπει να διαθέτει ανώτερη εξουσία από εκείνη για την έγκριση των συναλλαγών που του παρέχει συνήθως ο νόμος στα περισσότερα δικαιοδοτικά συστήματα των κρατών μελών.

7.3.4

Η ιδιαιτερότητα της διαδικασίας αυτής οδηγεί επίσης στην πρόβλεψη προσαρμοσμένων προϋποθέσεων για την παραγωγή αποδείξεων. Ο δικαστής πρέπει να έχει τη δυνατότητα χρήσης εξουσιών εντολής έναντι του αντιδίκου ή τρίτων για να τους ζητήσει έγγραφα ή ακόμη να διατάξει τη διεξαγωγή περαιτέρω αποδείξεων. Η νομοθεσία που θεσπίζει την ομαδική αγωγή πρέπει να προβλέπει ρητώς ότι ο δικαστής δεν μπορεί να αρνηθεί να ενεργήσει προς την κατεύθυνση αυτή εφόσον οι ενάγοντες υποβάλουν σχετικό αίτημα.

7.3.5

Προκειμένου να ανταποκρίνονται οι δικαστές, όσο το δυνατόν καλύτερα στις εξουσίες αυτές, φαίνεται απαραίτητο να προβλεφθεί ότι μόνο ορισμένα δικαστήρια που θα αναφέρονται ονομαστικά θα είναι αρμόδια να εξετάζουν ομαδικές αγωγές. Θα πρέπει, συνεπώς, να προσαρμοστούν οι δικαστικές δομές των κρατών μελών και να προβλεφθεί ειδική επιμόρφωση για τους δικαστές των εν λόγω δικαστικών αρχών.

7.4   Πραγματική αποκατάσταση των ζημιών

7.4.1

Με την ομαδική αγωγή πρέπει να ζητείται η αποκατάσταση της υλικής βλάβης (οικονομικής), της φυσικής βλάβης και της ψυχικής οδύνης, καθώς και άλλων ηθικών ζημιών. Το αντικείμενο της αγωγής είναι τόσο η αποζημίωση των καταναλωτών όσο και η αποτροπή. Φαίνεται ότι είναι αναγκαίο να προβλεφθεί η ολοσχερής αποζημίωση των ζημιών. Θα πρέπει επίσης να είναι δυνατόν να τίθενται στη διάθεση των δικαστηρίων απλές μέθοδοι αξιολόγησης, όχι δαπανηρών και διαφανών, χωρίς να εγκαταλείπεται η αρχή της αποζημίωσης.

7.4.2

Οι ενάγοντες της ομαδικής αγωγής πρέπει επίσης να μπορούν να ζητούν από το δικαστή περισσότερους τρόπους αποζημίωσης. Παράλληλα με την διακοπή των ενεργειών ή το άκυρο μιας πράξης που είναι πάντοτε δυνατή, η αποζημίωση των βλαβών πρέπει να είναι άμεση ή έμμεση. Εξάλλου, θα πρέπει να συνοδεύεται με άλλα μέτρα αποκατάστασης όπως είναι η πληροφόρηση της διάδοσης, η ανάρτηση κλπ.

7.4.3

Η άμεση και ατομική αποζημίωση δεν πρέπει να είναι η μόνη που προβλέπεται διότι σε ορισμένες περιπτώσεις θα είναι δύσκολο, και μάλιστα αδύνατο, να πραγματοποιηθεί είτε διότι τα μέλη της ομάδας είναι αδύνατο να προσδιοριστούν στο πλαίσιο του καθεστώτος εξαίρεσης, είτε διότι είναι πάρα πολλά, είτε διότι η έκταση της ατομικής τους βλάβης είναι πολύ περιορισμένη. Το βασικό είναι ότι τα άτομα αποζημιώνονται πάντοτε ακόμη και έμμεσα και το να επιτευχθεί το αποτρεπτικό αποτέλεσμα.

7.4.3.1

Πρέπει να σχεδιαστούν κατάλληλοι μηχανισμοί στην περίπτωση που ο δικαστής μπορεί να υπολογίσει το ύψος κάθε ατομικής αποζημίωσης για τα μέλη της ομάδας που έχουν προσδιορισθεί ή που μπορεί να προσδιορισθούν (συμμετοχή, υπόθεση που μπορεί να αποτελέσει προηγούμενο, ή ακόμη και εξαίρεση όταν π.χ. ο επαγγελματίας υπέβαλε τον κατάλογο των εμπλεκομένων πελατών), αλλά και για την περίπτωση που αυτή η ατομική κατανομή αποδεικνύεται πολύ επαχθής σε σύγκριση με το μικρό ποσό της ατομικής βλάβης.

7.4.3.2

Με τον ίδιο τρόπο, εάν δεν διανεμηθούν όλα τα ποσά, πρέπει να προτιμηθεί ένα μέσο έμμεσης αποζημίωσης με το συνολικό ποσόν που αποτελεί στην περίπτωση αυτή υπόλοιπο. Πρέπει ο δικαστής στην απόφαση του να αναφέρει αναλυτικά ότι η αγωγή χρηματοδοτήθηκε από το υπόλοιπο και να καθορίσει τις προϋποθέσεις για τον έλεγχο της υλοποίησης της που μπορεί να ανατεθεί σε τρίτο.

7.4.3.3

Στην περίπτωση που ακόμη και αυτό το μέτρο της έμμεσης αποζημίωσης είναι αδύνατο, το σύνολο του υπολοίπου που καθορίζεται από το δικαστή πρέπει να καταβληθεί σε ένα ταμείο αρωγής των ομαδικών αγωγών για τη χρηματοδότηση νέων διαδικασιών.

7.4.3.4

Εάν ο δικαστής δεν μπορεί να υπολογίσει το ποσό για κάθε ατομική αποζημίωση, στις περιπτώσεις που είναι αδύνατον να προσδιοριστούν όλα τα μέλη της ομάδας (μόνο καθεστώς εξαίρεσης), τότε πρέπει να καθορίσει την κλίμακα αξιολόγησης των διαφόρων κατηγοριών της βλάβης. Η κατανομή των εν λόγω ποσών μπορεί να ανατεθεί στο γραμματέα του δικαστηρίου, αλλά και στον δικηγόρο του αντιπροσώπου της ομάδας, σε ένα τρίτο (ασφαλιστή, λογιστή κλπ.), πράγμα που έχει το πλεονέκτημα να απαλλαγεί το δικαστήριο από αυτήν την πολύπλοκη και μακρά φάση ανάλυσης των ατομικών αξιώσεων.

7.4.3.5

Ο δικαστής στη δεύτερη αυτή περίπτωση πρέπει να προβλέψει την ατομική αποζημίωση για τα μέλη της ομάδας που θα δηλώσουν τη βούλησή τους κατόπιν της κοινοποίησης της απόφασης και το υπόλοιπο πρέπει να διατεθεί για ενέργειες που αποκαθιστούν έμμεσα τη βλάβη που υπέστη η ομάδα.

7.4.3.6

Εάν κανένα έμμεσο μέτρο δεν είναι δυνατόν, τότε το υπόλοιπο πρέπει να καταβληθεί στο ταμείο αρωγής.

7.5   Ένδικα μέσα

7.5.1

Η ομαδική αγωγή πρέπει να αναγνωρίζει ένδικα μέσα και στους δύο διαδίκους.

7.5.2

Ενόψει της σημασίας που έχουν, αφενός, η ανάγκη ταχείας αποζημίωσης των θυμάτων και, αφετέρου, η βεβαιότητα ότι τα δικαιώματα και των δύο διαδίκων εκτιμήθηκαν σωστά, πρέπει να γίνει αποδεκτό ότι το δικαίωμα να ασκηθεί έφεση κατά της απόφασης το έχουν και τα δύο μέρη.

7.5.3

Φαίνεται, συνεπώς, σημαντικό ότι η αναγνώριση του ως άνω δικαιώματος υποχρεώνει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν μια ταχεία διαδικασία για τον δεύτερο βαθμό (έφεση), προκειμένου να αποφευχθεί ένας καθαρά παρελκυστικόςμηχανισμός.

7.5.4

Εξάλλου, η βεβαιότητα ότι για τις αποζημιώσεις στις οποίες καταδικάσθηκε το υπεύθυνο μέρος υπάρχει η απαραίτητη κάλυψη στα λογιστικά βιβλία του αποτελεί επίσης εγγύηση, σε περίπτωση που ασκηθεί έφεση για τα μέλη της ομάδας.

7.6   Η χρηματοδότηση του συστήματος

7.6.1

Το σύστημα της ομαδικής αγωγής θα πρέπει να αυτοχρηματοδοτείται μακροπρόθεσμα.

7.6.2

Έχοντας υπόψη ότι δεν είναι ευκταίο, και μάλιστα ούτε καν δυνατό, να καθιερωθεί ένα γενικό σύστημα (δαπανών) «contingency fees» (αμοιβή υπό όρους) αμερικανικού τύπου, διότι αντίθετα με την ευρωπαϊκή νομική παράδοση, είναι απαραίτητο να προβλεφθεί ένας τρόπος χρηματοδότησης που θα επιτρέπει στους ενάγοντες, που δεν διαθέτουν τα οικονομικά μέσα να ασκήσουν ομαδική αγωγή, να τους δοθεί μια προκαταβολή για τις δικαστικές δαπάνες (αμοιβή δικηγόρου, εμπειρογνωμοσύνη στο πλαίσιο ανακριτικών μέτρων που έγιναν δεκτά από τον δικαστή κλπ.).

7.6.3

Ένα από τα μέσα χρηματοδότησης του συστήματος, είναι η σύσταση ενός Ταμείου Αρωγής για Συλλογικές Προσφυγές, το οποίο θα τροφοδοτείται με τα ποσά των «παράνομων κερδών» των επιχειρήσεων που καταδικάζονται, όπως αυτά αποφασίζονται από τον δικαστή κατά τη διαδικασία, εφόσον δεν τα απαιτήσουν τα άτομα που ζημιώθηκαν άμεσα και τα οποία είναι γνωστά (35).

7.6.4

Το Ταμείο Αρωγής μπορεί, εξάλλου, να έχει ως αποστολή τη συγκέντρωση όλων των πληροφοριών που είναι σχετικές με τις τρέχουσες ομαδικές αγωγές και να του ανατεθεί η διάδοση των πληροφοριών που αφορούν τις ενέργειες που θα πρέπει να γίνουν για τη γνωστοποίηση, τον αποκλεισμό από την ομάδα ή την προβολή αξίωσης για αποζημίωση.

7.7   Λοιποί διαδικαστικοί κανόνες

Για τις λεπτομέρειες, υπάρχει πληθώρα διαδικαστικών κανόνων που θα πρέπει να προβλεφθούν και τους οποίους αναφέρουμε απλώς προς υπόμνηση.

Πρόκειται για:

το καθεστώς των αναγγελιών για την γνωστοποίηση των ενδιαφερομένων,

τα δικαστικά έξοδα και τη δικαστική συνδρομή,

τη συνεργασία μεταξύ των δικαστικών και διοικητικών αρχών των κρατών μελών,

τις προθεσμίες για την άσκηση δικαστικών πράξεων και προθεσμίες παραγραφής,

τη χρήση του Διαδικτύου (ηλεκτρονική δικαιοσύνη).

8.   Νομικά μέσα: κανονισμός ή οδηγία

8.1

Η εισαγωγή της εν λόγω ομαδικής αγωγής σε κοινοτικό επίπεδο, μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε μέσω οδηγίας είτε κανονισμού· δεν θεωρούμε, ότι εξ ορισμού, μια απλή σύσταση μπορεί να συγκεντρώσει τις απαραίτητες προϋποθέσεις αποτελεσματικότητας και ενοποίησης για την εναρμονισμένη υιοθέτηση παρόμοιας πρωτοβουλίας στα 27 κράτη μέλη.

8.2

Εφόσον εξετάζεται ένα περιεχόμενο διευρυμένο με άλλα θέματα και όχι αποκλειστικά σε σχέση με τα δικαιώματα των καταναλωτών και αφού η νομική βάση που επελέγη, αποτελείται από τα άρθρα 65 και 67 της Συνθήκης, εξετάζεται η υιοθέτηση ενός κανονισμού, ισότιμου, π.χ. με τους κανονισμούς για τις διαδικασίες αφερεγγυότητας, του ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου, της ευρωπαϊκής διαδικασίας διαταγής πληρωμής, της ευρωπαϊκής διαδικασίας για τα μικροποσά ή την κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών.

8.3

Όμως εάν αποφασισθεί να περιορισθεί, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, ο τομέας εφαρμογής της εν λόγω πρωτοβουλίας στα δικαιώματα των καταναλωτών για τις διασυνοριακές διαφορές, ο πιο κατάλληλος τρόπος για την εισαγωγή της εν λόγω ομαδικής αγωγής σε κοινοτικό επίπεδο, φαίνεται να είναι η οδηγία, η οποία θα αποτελέσει τη συνέχεια της οδηγίας για την αγωγή για παράλειψη.

8.4

Πράγματι, υπάρχουν ακόμη σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τους κανόνες διαδικασίας και κατά συνέπεια πρέπει να εξαχθούν, γενικότερα, οι θεμελιώδεις αρχές της ομαδικής αγωγής, έχοντας υπόψη ότι τα κράτη θα εφαρμόσουν την οδηγία, εφαρμόζοντας τις συνήθεις αρχές τους για τις διαδικασίες.

Δεν είναι βέβαιο, πράγματι, ότι η εναρμόνιση π.χ. είναι δυνατή, εφόσον τα δικαστήρια που ορίζονται ως αρμόδια για την εν λόγω αγωγή εξαρτώνται από τους κανόνες δικαστικής οργάνωσης κάθε κράτους.

Οι τρόποι προσφυγής στο δικαστήριο πρέπει να προσαρμοστούν στις ιδιαιτερότητες των κρατών. Επομένως, ένας κανονισμός θα ήταν ακατάλληλος.

8.5

Είναι σαφές επίσης ότι η οδηγία στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να είναι μια οδηγία πλήρους εναρμόνισης, ώστε να μην μπορούν τα κράτη μέλη να καταστήσουν το σύστημα πιο δεσμευτικό εις βάρος των επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στο εν λόγω κράτος.

Βρυξέλλες, 14 Φεβρουαρίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Σύμφωνα με την πολιτική δικονομία και με αντικείμενο την υπεράσπιση των συλλογικών ή κοινών συμφερόντων είτε μέσω πρόληψης (αγωγή ακύρωσης) είτε μέσω αποκατάστασης (αγωγή αποζημίωσης). Μια άλλη έννοια του όρου«συλλογική αγωγή» συναντάται ιδίως στην αγγλοσαξονική νομική βιβλιογραφία και αναφέρεται στις κοινωνιολογική καταγωγή των ενώσεων (βλ. «Collective action in the European Union; interests and the new politics of associability» Justin GREENWOOD και Mark ASPINWALL, Routledge, London, 1998.), με σημαντικό ενδιαφέρον σε επίπεδο έρευνας για την κοινωνιολογική προέλευση και τις κοινωνικές ανάγκες που δικαιολογούν τις συλλογικές αγωγές με την αυστηρή δικονομική έννοια.

(2)  Δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί η δυνατότητα, η οποία παρέχεται ήδη σε πολλά εθνικά νομικά συστήματα, να διευρυνθεί το πλαίσιο εφαρμογής των συλλογικών αγωγών σε όλα τα συλλογικά ή κοινά συμφέροντα σε τομείς όπως το περιβάλλον, η πολιτιστική κληρονομιά και η χωροταξία, ανεξαρτήτως του αν στρέφονται εναντίον νομικών προσώπων ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου, συμπεριλαμβανομένων των κρατικών, διοικητικών ή δημόσιων αρχών.

(3)  Είναι σπάνιο να βρεθεί στη νομική βιβλιογραφία μια διατύπωση τόσο λακωνική όσο εκείνη που βρήκε ένας διάσημος πορτογάλος νομικός και βουλευτής, για να υποστηρίξει κατά τη διάρκεια κοινοβουλευτικής συζήτησης την καθιέρωση των ομαδικών αγωγών στην Πορτογαλία.

Αναφερόμενος στα νέα δικαιώματα της δεύτερης και τρίτης γενεάς, του εργατικού δικαίου, του δικαίου των καταναλωτών, του περιβάλλοντος, της χωροταξίας, της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, «οικουμενικά δικαιώματα τα οποία, ενώ ανήκουν στον καθένα, ανήκουν και σε πολλούς, εάν όχι σε όλους», ο βουλευτής κ. ALMEIDA SANTOS διερωτήθηκε: «Καθώς τα δικαιώματα αυτά ανήκουν σε όλους, ή τουλάχιστον σε πολλούς, δικαιολογείται άραγε η προστασία τους να είναι τόσο περιορισμένη, οι ενάγοντες να σχηματίζουν ουρές περιμένοντας την εκδίκαση της υπόθεσης τους, ενδεχομένως πανομοιότυπης με την υπόθεση του συναδέλφου τους ή του γείτονά τους, και συχνά να δικαιώνονται ενώ το αποτέλεσμα δεν έχει πλέον καμία αξία, ενώ η αποζημίωση έχει ήδη εκμηδενιστεί λόγω του πληθωρισμού, ενώ η αποκατάσταση της τιμής έρχεται πολύ αργά για να εμποδίσει το διαζύγιο ή για την ανάκτηση της αξιοπιστίας ή, τέλος, ενώ το τέρμα μιας μακράς και επώδυνης διαδικασίας αποτελεί τη ζωντανή εικόνα της αναποτελεσματικότητας και της αχρηστίας; Πρέπει άραγε να διατηρήσουμε ως έχει την καφκική εικόνα του δικαστικού καθαρτηρίου;»

Ξαφνικά, αντιλαμβανόμεθα ότι η αποκλειστικά ατομική νομική προστασία δεν είναι ικανοποιητική, ότι υπάρχουν δικαιώματα και συμφέροντα «μεταατομικά», που βρίσκονται στο ενδιάμεσο μεταξύ ατομικών και συλλογικών δικαιωμάτων, ότι το δικαίωμα προσφυγής στη δικαιοσύνη όσων έχουν υποστεί βλάβη, άμεσα ή έμμεσα, είναι ανεπαρκές· ότι το τέλος μιας ατομικιστικής έννοιας του δικαίου και της δικαιοσύνης πλησιάζει, ότι η αυγή ενός νέου πλουραλισμού και ενός νέου δικαίου ξεμυτίζει στον ορίζοντα (στο D.A.R. I Série, no 46, 21/02/1990, σ. 1617).

(4)  Η μελέτη του Κέντρου για το Δίκαιο της Κατανάλωσης του Καθολικού Πανεπιστημίου της Λουβέν που συντάχθηκε για την Επιτροπή (DG SANCO) αποτελεί επίσης εξαίρετη συλλογή που παρουσιάζει τις συνέπειες των διαφόρων εθνικών προσεγγίσεων για τη ρύθμιση των διασυνοριακών διαφορών, κυρίως όταν οι καταναλωτές πολλών κρατών μελών βλάπτονται από τις ίδιες αθέμιτες εμπορικές διασυνοριακές πρακτικές, λόγω ελαττωμάτων ή ελλείψεων που έχουν τα προϊόντα ή λόγω συμβάσεων που έχουν διαπραγματευθεί εξ αποστάσεως και περιλαμβάνουν τις ίδιες καταχρηστικές γενικές συμβατικές ρήτρες.

(5)  Στη νομική θεωρία, δεν πρέπει να λησμονηθεί το πρωτοποριακό έργο του Jacques van COMPERNOLLE «Le Droit d'action en justice des groupements» LARCIER, Βρυξέλλες, 1972, καθώς και το συλλογικό έργο «L'aide juridique au consommateur», των T. BOURGOIGNIE, Guy DELVAX, Françoise DOMONT-NAERT και C. PANIER, CDC Bruylant, Βρυξέλλες, 1981.

(6)  Διαβιβάσθηκε στο Συμβούλιο στις 4 Ιανουαρίου 1985 και συμπληρώθηκε στις 7 Μαΐου 1987, από την Συμπληρωματική ανακοίνωση για την προσφυγή των καταναλωτών στη δικαιοσύνη. Εξ άλλου στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 4ης Ιουνίου 1985, με τον τίτλο Nέα ώθηση στην πολιτική προστασίας των καταναλωτών [COM(85) 314 final], της οποίας οι κατευθυντήριες γραμμές εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο στις 23 Ιουνίου 1986 (ΕΕ C 167 της 5.6.1986), τονιζόταν ήδη ότι οι συνήθεις νομικές διαδικασίες είναι βραδείες και συχνά ακριβές σε σχέση με τα διεκδικούμενα ποσά του τομέα της κατανάλωσης και ότι ήταν αναγκαίο να διατεθούν τα απαραίτητα μέσα διαβούλευσης και ενδίκων μέσων για να προστατευθούν δεόντως τα δικαιώματα των καταναλωτών.

(7)  Εισηγήτρια ήταν η κ. BOOT, μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από την Ολλανδία. Ένα από τα στοιχεία του κειμένου που πρέπει να προβληθεί, ύστερα από τις τροπολογίες των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κ. SQUARCIALUPI και κ. PEGADO LIZ, είναι η έκκληση που απευθύνθηκε στην Επιτροπή να προτείνει οδηγία που θα εναρμονίζει τις νομιθεσίες των κρατών μελών ώστε να διασφαλισθεί η υπεράσπιση των συλλογικών συμφερόντων των καταναλωτών, παρέχοντας στις ενώσεις τους τη δυνατότητα να παρίστανται στο δικαστήριο προς το συμφέρον της καταηγορίας που αντιπροσωπεύουν και των καταναλωτών ατομικά (έγγρ. A2-152/86 της 21ης Νοεμβρίου 1986, PE 104.304).

(8)  Ψήφισμα 87/C, ΕΕ C 176 της 4.7.1987.

(9)  Εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο στις 9 Μαρτίου 1989 (ΕΕ C 99 της 13.4.1989).

(10)  COM(90) 98 τελικό της 3ης Μαΐου 1990. Είναι η πρώτη φορά που σε επίσημο κείμενο της Επιτροπής αναφέρονται οι «ομαδικές» αγωγές.

(11)  COM(93) 576 τελικό της 16ης Νοεμβρίου 1993. Για την κατανόηση του εγγράφου αυτού πρέπει να υπομνησθεί ότι, μεταξύ 1991 και 1992, ανελήφθησαν πολλές πρωτοβουλίες για τη διεξαγωγή συζήτησης σχετικά με τα θέματα που αφορούν την πρόσβαση στο δίκαιο και την προσφυγή στη δικαιοσύνη, μεταξύ των οποίων πρέπει να αναφερθούν η διάσκεψη για τους μηχανισμούς αποζημίωσης των καταναλωτών που οργανώθηκε από το Office of Fair Trading στο Λονδίνο τον Ιανουάριο του 1991, η ΙΙΙ διάσκεψη για την πρόσβαση του καταναλωτή στη δικαιοσύνη που οργανώθηκε στη Λισαβόνα από τις 21 έως τις 23 Μαΐου 1992 υπό την αιγίδα της Επιτροπής και του Instituto do Consumidor καθώς και τη διάλεξη «La Protection du Consommateur Transfrontalier» (η προστασία του παραμεθόριου καταναλωτή) που οργανώθηκε στο Λουξεμβούργο τον Οκτώβριο του 1993 από το Υπουργείο Οικονομικών και το Υπουργείο για την οικογένεια και την αλληλεγγύη με την υποστήριξη της Επιτροπής και η οποία κατέληξε σε εκθέσεις που παραμένουν πολύ σημαντικές ακόμη και σήμερα. Την ίδια επίσης εποχή πολλοί αξιόλογοι πανεπιστημιακοί και διάσημοι νομικοί σύμβουλοι διατύπωσαν απόψεις επί του θέματος (βλ. ιδίως«Group actions and Consumer Protection», Thierry BOURGOIGNIE éd., Col. Droit et Consommation, Vol. XXVIII, 1992· «Group Actions and the Defence of the Consumer Interest in the European Community», Anne MORIN, INC, France, 1990).

(12)  Πρέπει πάντως να τονισθεί ότι το Πράσινο Βιβλίο στηρίζεται σε πολλές αποφάσεις και σε παλαιότερα έγγραφα εργασίας, τα οποία το υποστηρίζουν και του προσφέρουν την απαραίτητη πολιτική βάση στήριξης για να γίνει αποδεκτό. Πράγματι, τον Μάρτιο του 1992, η Επιτροπή ανέθεσε σε ομάδα ανεξάρτητων προσωπικοτήτων υπό την προεδρία του κ. Peter Sutherland τη σύνταξη έκθεσης για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, προκειμένου να εξετασθεί ο αντίκτυπος από την εφαρμογή του Λευκού Βιβλίου για την εσωτερική αγορά.

Η εν λόγω έκθεση, που δημοσιεύθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1992, εξετάζει ιδίως το θέμα της προσφυγής στη δικαιοσύνη και διευκρινίζει ότι δεν υπάρχουν βεβαιότητες σχετικά με την αποτελεσματικότητα της προστασίας των δικαιωμάτων του καταναλωτή, συμμερίζεται την ανησυχία που δημιουργήθηκε από την αναποτελεσματικότητα της Σύμβασης των Βρυξελλών του 1968, για την αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων και των δυσκολιών που απορρέουν για την εκτέλεση σε κράτος μέλος εκτελεστού τίτλου που εκδόθηκε από τις δικαστικές αρχές άλλου κράτους μέλους, και συνιστά συνεπώς την επείγουσα εξέταση του εν λόγω θέματος από την Κοινότητα (σύσταση αριθ. 22). Η σύσταση αυτή που έλαβε τη μορφή ανακοίνωσης της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 2 Δεκεμβρίου 1992 με θέμα «η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς της Κοινότητας μετά το 1992Η συνέχεια δόθηκε στην έκθεση Sutherland» [SEC (92) 2277 τελικό]. Το έγγραφο εργασίας «στρατηγικό πρόγραμμα για την εσωτερική αγορά», που παρουσιάστηκε από την Επιτροπή τον Ιουνίου του 1993, αναγνώριζε την ανάγκη δημιουργίας ενός συνεκτικού επιχειρησιακού πλαισίου για την πρσφυγή στη δικαιοσύνη στο οποίο θα έπρεπε να ενσωματώνεται ένα σύνολο μέτρων για τη διάδοση, τη διαφάνεια και την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου [COM(93) 256 τελικό]. Εξάλλου η ανακοίνωση της Επιτροπής στο συμβούλιο της 22ας Δευτέρας Δεκεμβρίου 1993, επέσυρε την προσοχή στο γεγονός ότι η ολοκλήρωση της σωτερικής αγοράς θα μπορούσε να οδηγήσει στην αύξηση του αριθμού των υποθέσεων όταν οι μόνιμοι κάτοικοι κράτους μέλους θα ζητούσαν το σεβασμό των δικαιωμάτων τους σε άλλο κράτος μέλος (COM(93) 632 τελικό).

Δεδομένου ότι σύμφωνα με την Επιτροπή στις αρμοδιότητες της Κοινότητας δεν ενέπιπτε η επιδίωξη της εναρμόνισης που κατήργησε τα ειδικά χαρακτηριστικά των διαφόρων εθνικών νομικών καθεστώτων, η Επιτροπή είχε πάντως την πρόθεση να καταβάλει προσπάθειες υπέρ της ενημέρωσης και της επιμόρφωσης στο κοινοτικό δίκαιο, της διαφάνειας, της αποτελεσματικότητας και της αυστηρότητας όσον αφορά την εφαρμογή του εν λόγω δικαίου, και υπέρ του συντονισμού και της συνεργασίας στον τομέα της δικαιοσύνης μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, που θα διευκολύνοντο με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης του Μάαστριχτ και ιδίως του «τρίτου πυλώνα της». Οι προσπάθειες αυτές αποτελούσαν την προαναγγελία της δημοσίευσης του Πράσινου Βιβλίου και της ευρείας διαβούλευσης που θα ακολουθούσε τα ίχνη του. Στη συνεδρίαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1993, (686η συνεδρίαση«Εσωτερική αγορά»), το Συμβούλιο είχε καταλήξει ότι είχε πρωταρχική σημασία η εμβάθυνση του προβληματισμού σχετικά με την προσφυγή στη δικαιοσύνη, ιδίως με βάση ένα Πράσινο Βιβλίο που ανακοίνωσε η Επιτροπή για τα τέλη του έτους, στο οποίο θα εξεταζόταν το θέμα των διαδικαστικών μέσων καθώς και, αν συντρέχει λόγος, το θέμα για περισσότερη διαφάνεια όταν πρόκειται για κυρώσεις. Τέλος, την ίδια εποχή αναφέρεται η παρουσίαση σημαντικής μελέτης που παρήγγειλε η Επιτροπή στους ERIC BALATE, CL. NERRY, J.BIGOT, R. TECHEL M. A. MUNGE, L. DORR και P. PAWLAS, με τη βοήθεια του κ. A. M. PETTOVICH, ακριβώς με θέμα«A right to group actions for consumer associations throughout the Community» (Σύμβαση B5-1000/91/012369), μελέτη ακόμη και σήμερα ασυναγώνιστη στον τομέα αυτό.

(13)  PE 207.674 της 9ης Μαρτίου, εισηγητής ο κ. Medina ORTEGA.

(14)  Άλλωστε το ενδιαφέρον της ΕΟΚΕ για το θέμα αυτό δεν ήταν καινούργιο. Σε άλλα έγγραφα, ιδίως σε δύο γνωμοδοτήσεις πρωτοβουλίας για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς και την προστασία των καταναλωτών, που εκπονήθηκαν από τον κ. Ataíde FERREIRA και υιοθετήθηκαν, αντιστοίχως, στις 26 Σεπτεμβρίου 1992 (CES 1115/91, ΕΕ C 339 της 31.12.1991) και στις 24 Νοεμβρίου του ίδιου έτους (CES 878/92, ΕΕ C 19 du 25.1.1993), είχε ήδη επισυρθεί η προσοχή της Επιτροπής στην ανάγκη να προσδιοριστούν οι δυνατότητες ενέργειας στον τομέα της διευθέτησης των διασυνοριακών διαφορών και να αναγνωριστούν οι εξουσίες αντιπροσώπευσης των οργανώσεων των καταναλωτών στις διαφορές, τόσο για τις εθνικές όσο και τις διασυνοριακές (σημείο 5.42 του doc. CES 1115/91, και σημείο 4.12 του εγγρ. CES 878/92 και τμήμα 4 της ενδιαφέρουσας συνημμένης μελέτης που πραγματοποίησαν από κοινού οι Eric BALATE, Pierre DEJEMEPPE και η Monique GOYENS και δημοσιεύθηκε από την ΕΟΚΕ (CES-93-003) σελ. 103 και επομ.).

(15)  Αλλωστε, το θέμα αυτό θα εξετασθεί αργότερα από την ΕΟΚΕ σε πολλές γνωμοδοτήσεις της μεταξύ των οποίων διακρίνουμε, ανάλογα με τη σημασία τους, τη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας Ενιαία αγορά και προστασία των καταναλωτών: Ευκαιρίες και εμπόδια (εισηγητής ο κ. CEBALLO HERRERO), που υιοθετήθηκε στη συνεδρίαση της 22ας Νοεμβρίου 1995, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι έως την ημερομηνία αυτή δεν είχε δοθεί καμία συνέχεια στις υποδείξεις και προτάσεις της προηγούμενης γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ σχετικά με το Πράσινο Βιβλίο (CES 1309/95)· τη γνωμοδότηση με θέμα Έκθεση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιοη ενιαία αγορά το 1994, [COM(95) 238 τελικό], εισηγητής ο κ. VEVER, στην οποία γίνεται αναφορά στις καθυστερήσεις για την αποτελεσματική υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, ιδίως όσον αφορά τη νομοθεσία στον τομέα της κατανάλωσης, ιδιαίτερα δε για τις διασυνοριακές σχέσεις (CES 1310/95 — ΕΕ C 39 της 12.2.1996)· τη γνωμοδότηση με θέμα Ανακοίνωση της Επιτροπής: Προτεραιότητες για την πολιτική των καταναλωτών (1996–1998), εισηγητής ο κ. KOOPMAN, στην οποία η ΕΟΚΕ μολονότι επιδοκίμασε την πρόταση οδηγίας για τις αγωγές για παράλειψη και το σχέδιο δράσης που παρουσίασε η Επιτροπή σχετικά με την προσφυγή των καταναλωτών στη δικαιοσύνη, δήλωνε ότι περίμενε με ενδιαφέρον τις εξελίξεις στον τομέα αυτό και διαπίστωνε ότι η ενιαία αγορά, στον τομέα αυτό, απείχε πολύ από την ολοκλήρωση και ότι η ενσυνείδητη προσχώρηση στα δικαιώματα των καταναλωτών αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την απόκτηση της εμπιστοσύνης τους (CES 889/96, ΕΕ C 295 της 7.10.1996). Η ίδια μορφή ανησυχιών εμφανίζεται επίσης στη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο: αντίκτυπος και αποτελεσματικότητα της εσωτερικής αγοράς [COM(96) 520 τελικό της 23ης Απριλίου 1997, εισηγητής ο κ. PASOLLI, CES 467/97 — ΕΕ C 206 της 7.7.1997].

(16)  Ήδη από την πρώτη δημόσια ομιλία της, κατά τη διάρκεια ακρόασης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στις 10 Ιανουαρίου 1995, η νέα Επίτροπος αρμόδια για την κατανάλωση αναγνώριζε την πολιτική των καταναλωτών ως στοιχείο πρωταρχικής σημασίας για την οικοδόμηση της Ευρώπης των πολιτών και ανελάμβανε ρητώς τη δέσμευση να παρακολουθήσει συγκεκριμένα τις διαβουλεύσεις που διεξήγοντο ήδη στα πλαίσια του Πράσινου Βιβλίου για την προσφυγή στη δικαιοσύνη.

Σε συγκεκριμένη ερώτηση για την υφιστάμενη κατάσταση στον τομέα της προσφυγής στη δικαιοσύνη, η Επίτροπος αναγνώρισε ότι η πρόσβαση των καταναλωτών στη δικαιοσύνη απέχει πολύ από το να είναι ικανοποιητική και ότι η διάρκεια των δικαστικών διαδικασιών σε ορισμένα κράτη μέλη έθετε σε σοβαρό κίνδυνο την αποτελεσματικότητα του δικαιώματος των καταναλωτών.

(17)  COM(95) 712 τελικό.

(18)  Η Επιτροπή, λαμβάνοντας ως νομική βάση το άρθρο 100-Α της συνθήκης της ΕΕ, και έχοντας υπόψη τις αρχές της επικουρικότητας και αναλογικότητας πρόβλεπε την εναρμόνιση των διαδικαστικών κανόνων των διαφόρων κρατών μελών που αφορούσαν ορισμένα ένδικα μέσα με τους εξής στόχους:

την παύση ή απαγόρευση κάθε πράξη που αποτελεί παραβίαση των συμφερόντων των καταναλωτών που προστατεύονται από πολλές οδηγίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα,

τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για την αποκατάσταση των αποτελεσμάτων της παραβίασης, συμπεριλαμβανομένης της δημοσίευσης της απόφασης, και

την καταδίκη του εναγομένου οποίος καταδικάζεται σε υποχρεωτική χρηματική ποινή σε περίπτωση μη εκτέλεσης της απόφασης εντός της προθεσμίας που ορίζεται από την απόφαση.

Η ίδια πρόταση πρόβλεπε ότι κάθε αντιπροσωπευτική οντότητα των συμφερόντων των καταναλωτών σε κράτος μέλος, όταν τα συμφέροντα που αντιπροσωπεύει θίγονται από παραβίαση που έχει την προέλευση της σε άλλο κράτος μέλος, να μπορεί να προσφύγει στον δικαστή ή στην αρμόδια αρχή σ' αυτό το κράτος μέλος για να διεκδικήσει τα δικαιώματα εκείνων που αντιπροσωπεύει.

(19)  Το τελικό κείμενο της εν λόγω οδηγίας υιοθετήθηκε στο Συμβούλιο «Καταναλωτές» του Λουξεμβούργου, στις 23 Απριλίου 1998 με ειδική πλειοψηφία, με μία ψήφο κατά, εκ μέρους της Γερμανίας, στην τελική μορφή της περιλαμβάνει, σε μεγάλο βαθμό, τις προτάσεις και τις κριτικές που διατυπώθηκαν και δημοσιεύθηκαν στις 11 Ιουνίου 1998.

(20)  Οδηγία 98/27/CE, της 19ης Μαΐου 1998, ΕΕ L 166 της 11.6.1998. Πρέπει να υπομνησθεί ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο άσκησε αυστηρή κριτική για το πεδίο εφαρμογής και τους περιορισμούς της πρότασης και επέβαλε διάφορες τροποποιήσεις στο αρχικό κείμενο, ιδίως για:

την έκταση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας για όλες τις μελλοντικές οδηγίες στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών,

την ένταξη, μεταξύ των οντοτήτων των οποίων η νομιμότητα πρέπει να αναγνωρισθεί,των οργανώσεων και των αντιπροσωπευτικών ομοσπονδιών των καταναλωτών ή των επιχειρήσεων που ενεργούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο και όχι αποκλειστικά εθνικό.

Σε γνωμοδότηση που εκπόνησε ο κ. RAMAEKERS, η ΕΟΚΕ εκφράστηκε κατά της νομικής βάσης της πρότασης, εκτιμώντας ότι αυτή θα έπρεπε να είναι το άρθρο 129-Α και όχι το άρθρο 100-Α της συνθήκης, όσον αφορά το πολύ περιορισμένο πεδίο εφαρμογής και κατά της υποχρέωσης της εκ των προτέρων προσφυγής σε οντότητα της χώρας στην οποία θα πρέπει να αναληφθεί η ενέργεια, η απαίτηση αυτή θα μπορούσε να καθυστερήσει σοβαρά και χωρίς λόγο την εξέλιξη της ενέργειας (CES 1095/96 — ΕΕ C 30 της 30.1.1997).

(21)  COM(96) 13 τελικό.

(22)  Έγγρ. A — 0355/96 (PE 253.833).

(23)  Πράγμα που δεν σημαίνει όμως ότι δεν εμφανίζονται από καιρού εις καιρόν σε ορισμένες οδηγίες του κοινοτικού κεκτημένου παραπομπές σε συλλογικές προσφυγές ως κατάλληλο και αποτελεσματικό μέσο για να διασφαλισθεί η τήρηση των διατάξεων τους. Πρόκειται π.χ. για την περίπτωση της οδηγίας 97/7/ΕΚ της 20.5.1997 (πωλήσεις εξ αποστάσεως), άρθρο 11, ή για την οδηγία 2002/65/ΕΚ της 23.9.2002 (πωλήσεις εξ αποστάσεως οικονομικών υπηρεσιών), άρθρο 13.

(24)  Υπενθυμίζουμε σχετικά:

τη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της ΕΟΚΕ 141/2005 — ΕΕ C 221 της 8.9.2005, με θέμα Η πολιτική των καταναλωτών μετά τη διεύρυνση, (σημείο 11.6),

τη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ 230/2006 — ΕΕ C 88 της 11.4.2006, για τη θέσπιση προγράμματος κοινοτικής δράσης στον τομέα της υγείας και της προστασίας των καταναλωτών για την περίοδο 2007-2013, (σημείο 3.2.2.2.1.),

τη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ 594/2006 — ΕΕ C 185 της 8.8.2006, με θέμα το Νομικό πλαίσιο της πολιτικής για τους καταναλωτές.

(25)  COM(2005) 672 τελικό της 19.12.2005.

(26)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ 1349/2006 — ΕΕ C 324 du 30.12.2006, εισηγήτρια η κ. SÁNCHEZ, το ίδιο θέμα είχε εξάλλου εξετασθεί στη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της ΕΟΚΕ με τον τίτλο«Ρύθμιση του ανταγωνισμού και καταναλωτές» (γνωμοδότηση ΕΟΚΕ 949/2006 — ΕΕ C 309 της 16.12.2006).

(27)  Η μελέτη αναφέρεται στην υποσημείωση 4. Μολονότι είναι πολύ πλήρης, είναι λόγω συγκριτική μελέτη δεν περιλαμβάνει την κατάσταση στη Βουλγαρία, στη Ρουμανία και δεν εξετάζει τις πιο πρόσφατες εξελίξεις στη Φιλανδία, ούτε τα πολύ προοδευτικά συστήματα της Βραζιλίας, του Ισραήλ και της Νέας Ζηλανδίας, ούτε ακόμη τις προτάσεις που συζητήθηκαν στη Γαλλία και στην Ιταλία. Όσον αφορά το αυστραλιανό σύστημα, βλ. τη συλλογική εργασία «Consumer Protection Law» των J. GOLDRING, L.W. MAHER, Jill McKEOUGH και G. PEARSON, The Federation of Press, Sydney, 1998; για το νεοζηλανδικό σύστημα βλ. «Consumer Law in New Zealand», της Kate TOKELEY, Butterworth, Wellington, 2000, για μια περίληψη των εξελίξεων στην Ασία και ιδιαίτερα στην Ινδία, στις Φιλιππίνες, στο Χονγκ Κονγκ, στη Μπαγκλαντές, στην Ταϊλάνδη και στην Ινδονησία, βλ. «Developing Consumer Law in Asia», Έγγραφα του σεμιναρίου IACL/IOCU, Kuala Lumpur, Faculty of Law, University of Malaya, 1994.

Εν τω μεταξύ φαίνεται ότι η Επιτροπή ξεκίνησε πρόσφατα μια άλλη μελέτη με θέμα Αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας των μηχανισμών συλλογικής προσφυγής στην ΕΕ (Προκήρυξη διαγωνισμού 2007/S 55-067230 du 20.3.2007).

(28)  COM(2007) 99 τελικό της 13.3.2007, σημείο 5.3, έγγραφο για το οποίο η ΕΟΚΕ αποφάνθηκε σε πρόσφατη γνωμοδότηση με εισηγήτρια την κ. DARMANIN.

(29)  «Conference on Collective Redress: Towards European Collective Redress for Consumers?» (9/10 Νοεμβρίου 2007) Κατά τη διάρκεια της οποίας η Επίτροπος κ. KROES ανέφερε τα εξής: «Οι καταναλωτές όχι μόνο έχουν δικαιώματα αλλά θα πρέπει επίσης να μπορούν να τα επιβάλουν αποτελεσματικά, και αν χρειάζεται και μέσω δικαστικών ενεργειών. Όταν όμως μια δικαστική ενέργεια μπορεί να αναληφθεί μόνο ατομικά από κάθε καταναλωτή, τότε κανείς καταναλωτής δεν θα προσφύγει ποτέ στο δικαστήριο: γι' αυτό οι συλλογικοί μηχανισμοί αποζημίωσης χρειάζονται οπωσδήποτε! Μόνο τότε θα μπορούν οι καταναλωτές να επωφεληθούν πλήρως της ενιαίας αγοράς. Από την πλευρά της η Επίτροπος κ. KUNEVA τόνισε επακριβώς τα εξής: Οι καταναλωτές δεν θα μπορέσουν να απολαύσουν πλήρως τα οφέλη της ενιαίας αγοράς, παρά μόνο εάν καθιερωθούν αποτελεσματικά συστήματα για την αποκατάσταση των καταγγελιών τους, τα οποία θα τους παρέχουν τα μέσα για τη δέουσα αποζημίωση. Η συλλογική αποζημίωση μπορεί πιθανόν να είναι ένα αποτελεσματικό μέσο για την ενίσχυση του πλαισίου επανόρθωσης που έχουμε ήδη δημιουργήσει για τους ευρωπαίους καταναλωτές, με την ενθάρρυνση μηχανισμών ADR και την καθιέρωση διασυνοριακής διαδικασίας μικροδιαφορών.»

(30)  Όπως υπενθύμισε ακριβώς ο κ. Patrick von BRAUNMUHL, στην εκδήλωση «Leuven Brainstmorming Event on Collective Redress», που οργάνωσε η Επιτροπή στις 29 Ιουνίου 2007, «συλλογικές αγωγές θα μπορούσαν να μειώσουν τον αριθμό των ατομικών υποθέσεων που οφείλονται σε συγκεκριμένο συμβάν. Ειδικότερα, σε ένα καθεστώς εξαίρεσης μια εταιρεία μπορεί να ρυθμίσει μεγάλο αριθμό αξιώσεων καταναλωτών σε μία μόνο δίκη. Μπορεί να διαπραγματευθεί με μια ομάδα που αντιπροσωπεύει όλους τους εμπλεκόμενους καταναλωτές και μπορεί να επικεντρώσει τους πόρους της σε μία μόνο δικαστική υπόθεση αντί σε πολλές διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμη και αν δεν είναι δυνατή μια εκούσια ρύθμιση και το δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει υπάρχει μεγαλύτερη νομική ασφάλεια εάν η απόφαση καλύπτει όλες τις υποθέσεις που αναφέρονται στο ίδιο περιστατικό ή υπάρχει παράβαση του κοινού δικαίου.»

(31)  Το σημείο αυτό αναλύθηκε στο σεμινάριο «Rome I & Rome II», που διοργάνωσε η πορτογαλική Προεδρία από κοινού με τη γερμανική και τη σλοβενική Προεδρία και την Ακαδημία Ευρωπαϊκού Δικαίου (Europäische Rechtsakademie — ERA) στη Λισσαβώνα στις 12 και 13 Νοεμβρίου 2007.

(32)  Μια λεπτομερής συγκριτική ανάλυση των διαφόρων ορολογιών που χρησιμοποιούνται σε πολλά κράτη μέλη και της σημασίας τους σε κάθε γλώσσα παρέχεται στο άρθρο των Louis DEGOS και Geoffrey V. MORSON «Class System», στο Los Angeles Lawyer Magazine, Νοέμβριος 2006, σελ. 32 και επομ. Στην Ιρλανδία, χρησιμοποιείται ο όρος «Multi-party litigation» (MPL). Στην Αγγλία πρόκειται για τους όρους «group litigation order» (GLO) ή απλά «group action», στη Γερμανία γίνεται λόγος για «Gruppenklage», στη Σουηδία χρησιμοποιείται ο όρος «Grupptalan» ή «Collective lawsuit», στην Πορτογαλία «Popular lawsuit» και στην Ουγγαρία «Combined lawsuit».

(33)  Βλ. την ανακοίνωση της Επιτροπής «Ενιαία αγορά για την Ευρώπη του 21ου αιώνα» [COM(2007) 724 τελικό], 20.11.2007.

(34)  Μεταξύ των οποίων:

Πράσινο Βιβλίο — Προσφυγή των καταναλωτών στη δικαιοσύνη και ρύθμιση των διαφορών κατανάλωσης στην ενιαία αγορά [COM (93) 576 τελικό].

Σύσταση της Επιτροπής της 12ης Μαΐου 1995 σχετικά με τις προθεσμίες πληρωμής στις εμπορικές συναλλαγές και Ανακοίνωση σχετικά με τη σύσταση της Επιτροπής με το ίδιο θέμα, ΕΕ L 127 της 10.06.1995 και ΕΕ C 144 της 10.06.1995.

Ανακοίνωση της Επιτροπής «Σχέδιο δράσης σχετικά με την πρόσβαση των καταναλωτών στη δικαιοσύνη και τη ρύθμιση των διαφορών κατανάλωσης στην εσωτερική αγορά» της 14ης Φεβρουαρίου 1996 [COM (96) 13 τελικό].

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο «Προς αύξηση της αποτελεσματικότητας στην έκδοση και την εκτέλεση των αποφάσεων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης» [COM(97) 609 τελικό, ΕΕ C 33 της 31.01.1998].

Οδηγία 98/27/ΕΚ, της 19ης Μαΐου 1998, περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών, ΕΕ L 166 της 11.06.1998.

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1346/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας, ΕΕ L 160 της 30.06.2000. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. G. Ravoet (CES 79/2001, της 26ης Ιανουαρίου 2000, ΕΕ C 75 της 15.03.2000).

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1347/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί της διεθνούς δικαιοδοσίας, αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων σε γαμικές διαφορές και διαφορές γονικής μέριμνας έναντι των κοινών τέκνων των συζύγων, όπου προηγουμένως. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. Braghin (CES 940/1999 της 20ής Οκτωβρίου 1999, JO C 368 της 20.12.1999).

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1348/2000 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 2000, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, όπου προηγουμένως. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. Hernández Bataller (CES 947/1999 της 21ης Οκτωβρίου 1999, ΕΕ C 368 της 20.12.1999).

Οδηγία 2000/35/ΕΚ, της 29ης Ιουνίου 2000, για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές, ΕΕ L 200, της 08.08.2000.

Πρόγραμμα μέτρων για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, ΕΕ C 12 της 15.05.2001)

Απόφαση του Συμβουλίου της 28ης Μαΐου 2001 σχετικά με τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού δικαστικού δικτύου για αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ΕΕ L 174 της 27.06.2001. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. Retureau (CES 227/2001 της 28ης Φεβρουαρίου 2001, ΕΕ C 139 της 11.05.2001).

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1206/2001 του Συμβουλίου της 28ης Μαΐου 2001 για τη συνεργασία μεταξύ των δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, ΕΕ L 174 της 27.06.2001. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. Hernández Bataller (CES 228/2001 της 28ης Φεβρουαρίου 2001, ΕΕ C 139 της 11.05.2001).

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2000, για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (Βρυξέλλες I), ΕΕ L 12 της 16.01.2001. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. Malosse (CES 233/2000 της 1ης Μαρτίου 2000, ΕΕ C 117 της 26.04.2000).

Πράσινη Βίβλος για τους εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης των διαφορών αστικού και εμπορικού δικαίου [COM (2002) 196 τελικό της 19.4.2002].

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 805/2004, της 21ης Απριλίου 2004, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού εκτελεστού τίτλου για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις, ΕΕ L 143 της 30.04. 2004. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. G. Ravoet (CESE 1348/2002 της 11ης Δεκεμβρίου 2002, ΕΕ C 85 της 08.04.2003).

Πρόταση κανονισμού για τη θέσπιση ευρωπαϊκής διαδικασίας μικροδιαφορών [COM(2005) 87 τελικό της 15.03.2005]. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. Pegado Liz (CESE 243/2006 της 14ης Φεβρουαρίου 2006).

Πράσινη Βίβλος για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση: η κατάσχεση τραπεζικών λογαριασμών [COM (2006) 618 τελικό]. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. Pegado Liz (CESE 1237/2007 της 26ης Σεπτεμβρίου 2007).

Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1896/2006 της 12ης Δεκεμβρίου 2006 (ΕΕ L 399 της 30ής Δεκεμβρίου 2006) για τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής [COM(2004) 173 τελικό της 19.03.2004]. Εισηγητής της σχετικής γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ ήταν ο κ. Pegado Liz (CESE 133/2005 της 22ας Φεβρουαρίου 2005).

(35)  Ένα καλό παράδειγμα είναι το «Ταμείο αρωγής για συλλογικές προσφυγές» που υπάρχει στο Κεμπέκ, το οποίο θεωρείται απαραίτητο για την εξέλιξη των συλλογικών προσφυγών. Το ταμείο αυτό τροφοδοτείται από τις επιστροφές των ποσών που καταβλήθηκαν στους ενάγοντες που κέρδισαν την ομαδική αγωγή τους, καθώς και από το υπόλοιπο των αποζημιώσεων που δεν ζητήθηκαν από τα μέλη της ομάδας. Στον ενάγοντα που ασκεί ομαδική αγωγή θα πρέπει να του επιδικάσει ο δικαστής την επιστροφή των καταβληθέντων εξόδων για τη δίκη κατόπιν υποβολής των σχετικών δικαιολογητικών.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

της γνωμοδότησης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Οι ακόλουθες τροπολογίες, οι οποίες συγκέντρωσαν τουλάχιστον το 25 % των εκπεφρασμένων ψήφων, απορρίφθηκαν στην πορεία των συζητήσεων:

1.   Σημείο 7.2.2.2.4

«Διαθέτει, εξάλλου ένα πραγματικά αποτρεπτικό αποτέλεσμα για το υπεύθυνο μέρος, διότι αυτή αναγκάζεται να αποζημιώσει όλα τα άτομα που υπέστησαν ζημία λόγω μιας πρακτικής, και πιθανόν να επιστρέψει το παράνομο κέρδος που απεκόμισε».

Αιτιολογία

Βλέπε σημείο 7.6.3

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας

Υπέρ: 104 Κατά: 114 Αποχές: 13

2.   Να διαγραφεί

το σημείο 7.6.1

«Το σύστημα της ομαδικής αγωγής θα πρέπει να αυτοχρηματοδοτείται μακροπρόθεσμα»

Αιτιολογία

Η πρόσβαση στη δικαιοσύνη αποτελεί ευθύνη των κρατικών αρχών και δεν μπορεί να εξαρτάται από την επιτυχία προηγούμενων προσφυγών και χωρίς σχέση με μεταγενέστερες διαδικασίες (βλ. αιτιολογία σημείου 7.6.3).

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας

Υπέρ: 107 Κατά: 116 Αποχές: 10

3.   Να αντικατασταθεί

το σημείο 7.6.3:

«Ένα από τα μέσα χρηματοδότησης του συστήματος είναι η σύσταση ενός Ταμείου Αρωγής για Συλλογικές Προσφυγές., το οποίο θα τροφοδοτείται με τα ποσά των παράνομων κερδών των επιχειρήσεων που καταδικάζονται, όπως αυτά αποφασίζονται από τον δικαστή κατά τη διαδικασία, εφόσον δεν τα απαιτήσουν τα άτομα που ζημιώθηκαν άμεσα και τα οποία είναι γνωστά. Εναπόκειται στις κρατικές αρχές να εγγυώνται την πρόσβαση στη δικαιοσύνη, π.χ. χρησιμοποιώντας το προϊόν των προστίμων για παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου κατανάλωσης για τη χρηματοδότηση ομαδικών αγωγών»

Αιτιολογία

Η προβλεπόμενη προσφυγή έχει ως στόχο την αποκατάσταση των βλαβών που έχουν υποστεί οι καταναλωτές, εξαιρώντας κάθε «αποζημίωση ποινικού χαρακτήρα». Η έννοια αυτή, που προέρχεται από τις ΗΠΑ συγχέει άσκοπα τα αστικά συμφέροντα με τις ποινικές πτυχές του θέματος. Το γεγονός ότι πρέπει να αποζημιώνονται οι καταναλωτές που έχουν υποστεί βλάβη αποθαρρύνει έντονα τον υπεύθυνο και παρέχει στα θύματα πλήρη αποζημίωση για τη βλάβη που υπέστησαν.

Όσον αφορά το θέμα του κατά πόσο προκύπτει κέρδος από μια παράβαση του νόμου ή μια απάτη, αυτό εξαρτάται από τις ποινές που επιβάλουν οι δημόσιες αρχές. Οι τελευταίες μπορούν να χρησιμοποιήσουν το προϊόν των προστίμων που προέρχονται από τις πρακτικές αυτές για τη διευκόλυνση της υποβολής ομαδικών προσφυγών. Η ευθύνη της κατοχύρωσης της πρόσβασης στη δικαιοσύνη εναπόκειται στις δημόσιες αρχές, υποκείμενη σε δημοκρατικό έλεγχο, παρά σε φυσικά πρόσωπα και οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου.

Επειδή οι αποζημιώσεις πρέπει να καταβάλλονται στους καταναλωτές που έχουν υποστεί βλάβη, δεν είναι σκόπιμο να δημιουργηθούν πλασματικές σχέσεις μεταξύ του υπολοίπου μιας αγωγής και μεταγενέστερων προσφυγών, ιδίως στην περίπτωση κατά την οποία η διαχείριση θα μπορούσε να παρουσιάζει ενδιαφέρον το οποίο δεν είναι πλέον εκείνο της δέουσας αποζημίωσης των καταναλωτών που έχουν υποστεί βλάβη σε περίπτωση παραβάσεως.

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας

Υπέρ: 104 Κατά: 106 Αποχές: 18


25.6.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/20


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την «Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή: Στρατηγική της ΕΕ για την πολιτική καταναλωτών 2007-2013 — Ενδυνάμωση των καταναλωτών, προώθηση της ευημερίας τους και αποτελεσματική προστασία τους»

COM(2007) 99 τελικό

(2008/C 162/02)

Στις 13 Μαρτίου 2007, και σύμφωνα με το Άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την:

«Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή: Στρατηγική της ΕΕ για την πολιτική καταναλωτών 2007-2013 — Ενδυνάμωση των καταναλωτών, προώθηση της ευημερίας τους και αποτελεσματική προστασία τους»

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 31 Ιανουαρίου 2008, με βάση την εισηγητική έκθεση της κας Darmanin.

Κατά την 442α σύνοδο ολομέλειας, της 13ης και 14ης Φεβρουαρίου 2008 (συνεδρίαση της 13ης Φεβρουαρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 148 ψήφους υπέρ και 5 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί τη στρατηγική για την περίοδο 2007-2013 και φρονεί ότι αποτελεί ελπιδοφόρο βήμα στο χώρο της πολιτικής για την προστασία των καταναλωτών. Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι πρόκειται για ένα φιλόδοξο, αν και ορισμένες φορές ασαφές, σχέδιο της Επιτροπής και ευελπιστεί ότι οι στόχοι θα επιτευχθούν εντός του καθορισμένου χρονικού πλαισίου.

1.1.1

Εντούτοις, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η διάθεση προϋπολογισμού ανερχόμενου κατά μέσο όρο σε 22,7 εκατομμύρια ευρώ ετησίως στο Πρόγραμμα της Στρατηγικής για την πολιτική καταναλωτών αποτελεί δυστυχώς υπερβολικά χαμηλό ποσό για την εφαρμογή των ενεργειών που περιγράφονται στην παρούσα στρατηγική. Υπάρχει προφανής αναντιστοιχία μεταξύ της φιλοδοξίας που εκφράζεται στη στρατηγική και των πόρων που διατίθενται για την εφαρμογή της.

1.2

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι, παρά το γεγονός ότι η στρατηγική είναι θετική και φιλόδοξη, ωστόσο οι πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί μέχρι σήμερα σε τομείς που συνδέονται με τους καταναλωτές αποδείχθηκαν στην πράξη απογοητευτικές και, κατά συνέπεια, δεν προμηνύουν την επιτυχία της παρούσας στρατηγικής. Για την επίτευξη των φιλοδοξιών της, η Επιτροπή θα πρέπει να διαμορφώσει ένα δυναμικό πρόγραμμα στο εγγύς μέλλον.

1.3

Επίσης, η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών η νομοθεσία διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο. Από την άλλη πλευρά, όμως, η υφιστάμενη νομοθεσία δεν είναι ευέλικτη και η ύπαρξη μιας δίκαιης αγοράς θα μπορούσε να είναι εξαιρετικά σημαντική για τους καταναλωτές και τους προμηθευτές. Όταν η αγορά δεν λειτουργεί ικανοποιητικά, η νομοθεσία είναι αναπόφευκτη. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει την απτή εφαρμογή και την τήρηση της νομοθεσίας, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο. Δεν θα πρέπει δε να θιγεί κατά κανένα τρόπο η υφιστάμενη προστασία των καταναλωτών στα κράτη μέλη. Ένα από τα μέσα που έχουν εντοπιστεί σε αυτό το πλαίσιο είναι η καλύτερη παρακολούθηση της αγοράς και, για το λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει τη διενέργεια κατάλληλων μικροοικονομικών και μακροοικονομικών ερευνών της αγοράς. Η νομοθεσία πρέπει να συνδυαστεί με μέτρα επιβολής και διαρκή αξιολόγηση. Περαιτέρω, είναι θεμελιώδες η νομοθεσία να είναι απλή και κατανοητή, ιδιαίτερα εάν ληφθεί υπόψη ότι οι πλειονότητα των φορέων στην εσωτερική αγορά είναι ΜΜΕ.

1.3.1

Το πρόγραμμα για την πολιτική καταναλωτών θεωρείται ενδεδειγμένο να μην εξασφαλίζει μόνον την επιβολή της νομοθεσίας και την αξιολόγηση της προάσπισης των δικαιωμάτων των καταναλωτών, αλλά να συμβάλλει συγχρόνως στη διευκόλυνση της συνεργασίας και του συντονισμού μεταξύ του τομέα των επιχειρήσεων και του τομέα των οργανώσεων προστασίας των καταναλωτών στο εκάστοτε κράτος μέλος. Σε τελική ανάλυση, πέρα από τη νομοθεσία, τα δικαιώματα των καταναλωτών προστατεύονται κατά τον καλύτερο τρόπο όταν οι δύο προαναφερθέντες τομείς επιδιώκουν αμφότεροι την υλοποίηση ενός κοινού στόχου.

1.4

Η κατάρτιση των καταναλωτών και των εμπόρων λιανικής πώλησης/παρόχων υπηρεσιών αποτελεί βασικό στοιχείο για την παρακολούθηση και τη γνώση της νομοθεσίας, αλλά έχει επίσης ζωτική σημασία για την υπεύθυνη και βιώσιμη κατανάλωση και παραγωγή.

1.5

Η ΕΟΚΕ θεωρεί εξαιρετικής σημασίας την αντιμετώπιση, κατά την περίοδο 2007-2013, των ακόλουθων προκλήσεων:

αύξηση της χρήσης της τεχνολογίας με στόχο τη δίκαιη προώθηση και την υπεύθυνη κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών — το ηλεκτρονικό εμπόριο (eCommerce) χρησιμοποιείται ολοένα και περισσότερο για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών, παρότι σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο δεν υπάρχει καμία μορφή προστασίας των καταναλωτών, δεδομένου ότι η εξέλιξη του ηλεκτρονικού εμπορίου συντελείται ταχύτερα από τη διαμόρφωση θέσεων για την προστασία των καταναλωτών στον εν λόγω τομέα·

επιβολή της νομοθεσίας, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο — η νομοθεσία των κρατών μελών και τα μέτρα επιβολής της διαφέρουν από χώρα σε χώρα εντός της ΕΕ. Οι χώρες με τα λιγότερα μέτρα επιβολής απαιτείται να φθάσουν στο ίδιο επίπεδο με τα κράτη μέλη που εμφανίζουν «καλύτερες επιδόσεις»·

έννομη προστασία των καταναλωτών, τόσο σε συλλογική όσο και σε ατομική βάση — οι καταναλωτές πρέπει να διαθέτουν εύχρηστα και αποτελεσματικά μέσα για την έννομη προστασία τους τόσο στη χώρα τους όσο και εκτός των εθνικών τους συνόρων. Επιπλέον, οι μηχανισμοί για τη συλλογική έννομη προστασία χρήζουν εναρμόνισης σε ολόκληρη την επικράτεια της ΕΕ, προκειμένου οι ομάδες μεμονωμένων καταναλωτών αλλά και οι καταναλώτριες εταιρείες (κυρίως οι ΜΜΕ) να έχουν τη δυνατότητα να απολαύουν της εν λόγω έννομης προστασίας·

προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών στις διεθνείς αγορές·

συνεκτίμηση της προστασίας των καταναλωτών σε όλες τις κοινοτικές πολιτικές και στη νομοθεσία της ΕΕ· και

σθεναρή εποπτεία σε ορισμένους τομείς της αγοράς όπου η προστασία των καταναλωτών είναι απολύτως απαραίτητη.

2.   Κύρια σημεία της στρατηγικής της Επιτροπής

2.1

Στη στρατηγική επισημαίνονται οι βασικές προκλήσεις που θα αντιμετωπιστούν προσεχώς κατά τη διάρκεια της προαναφερθείσας περιόδου. Στην ουσία, οι προκλήσεις αυτές περιστρέφονται γύρω από το γεγονός ότι η αγορά λιανικής πώλησης και η αγορά υπηρεσιών εξελίσσονται και αναπτύσσονται κατά τρόπο ο οποίος ενδυναμώνει ακόμη περισσότερο τον ρόλο των καταναλωτών. Εντούτοις, η εν λόγω περαιτέρω ενδυνάμωση του ρόλου των καταναλωτών ενδέχεται να προκαλέσει μεγαλύτερο διαχωρισμό μεταξύ των καταναλωτών που διαθέτουν γνώσεις και μέσα και εκείνων που ανήκουν σε πιο ευάλωτες ομάδες. Ωστόσο, αυτή η ενδυνάμωση δεν σημαίνει ότι η ευημερία των καταναλωτών μεγιστοποιείται οπωσδήποτε και επομένως είναι ουσιώδες να μην διακυβευθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Μια άλλη πρόκληση αφορά την ικανότητα των επιχειρήσεων, και ιδιαίτερα των ΜΜΕ, να προσαρμοστούν στις τεχνολογικές εξελίξεις οι οποίες επιφέρουν αλλαγές στο πρότυπο πώλησης του προϊόντος/της υπηρεσίας τους και στηρίζονται περισσότερο στο ηλεκτρονικό εμπόριο και στην παροχή υπηρεσιών προσαρμοσμένων στις συγκεκριμένες ανάγκες των καταναλωτών.

2.2

Οι στόχοι που τίθενται στην εν λόγω στρατηγική, προς επίτευξη έως το 2013, είναι οι ακόλουθοι:

ενδυνάμωση των καταναλωτών της ΕΕ, η οποία θεωρείται ότι αποτελεί καθοριστική συνιστώσα για την εξασφάλιση της ευημερίας των καταναλωτών με παράλληλη αναζωογόνηση της ανταγωνιστικότητας, με βάση θεμιτές και σχετικές πληροφορίες, νόμιμες συμβάσεις και παροχή έννομης προστασίας·

ενίσχυση της ευημερίας των καταναλωτών όσον αφορά τις τιμές, την επιλογή, την ποιότητα, την ποικιλία, τη δυνατότητα προσιτών τιμών και την ασφάλεια·

αποτελεσματική προστασία των καταναλωτών από σοβαρούς κινδύνους και ιδιαίτερα από εκείνους που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν απευθείας σε ατομικό επίπεδο.

Οι στόχοι αυτοί εκλαμβάνονται ως θεμελιώδεις συνιστώσες για την οικονομική ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς.

2.3

Οι προαναφερθέντες στόχοι θα επιτευχθούν μέσω των δαπανών για την πολιτική καταναλωτών της ΕΕ που θα στοχοθετηθούν δια της διευθέτησης του νομικού πλαισίου, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η προστασία των καταναλωτών και η αποτελεσματική εφαρμογή της νομοθεσίας μέσω της επιβολής της σχετικής νομοθεσίας, της πληροφόρησης, της εκπαίδευσης και της έννομης προστασίας.

2.4

Ως εκ τούτου, οι προτεινόμενοι τομείς προτεραιότητας καλύπτουν τα ακόλουθα θέματα:

καλύτερη παρακολούθηση των καταναλωτικών αγορών και των εθνικών πολιτικών για τους καταναλωτές

καλύτερη ρύθμιση της προστασίας των καταναλωτών

καλύτερη επιβολή της νομοθεσίας και έννομη προστασία

καλύτερη ενημέρωση και εκπαίδευση των καταναλωτών

τοποθέτηση των καταναλωτών στο επίκεντρο των υπόλοιπων πολιτικών και ρυθμίσεων της ΕΕ.

Στην εν λόγω στρατηγική επισημαίνεται ένας ορισμένος αριθμός ενεργειών στο πλαίσιο κάθε τομέα προτεραιότητας, κάποιες από τις οποίες σχολιάζονται στο κεφάλαιο που φέρει τον τίτλο «Ειδικές παρατηρήσεις».

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

H EOKE επιδοκιμάζει τη στρατηγική για την πολιτική καταναλωτών 2007-2013 και υποστηρίζει ιδιαίτερα την έννοια που επεξηγείται στη στρατηγική, σύμφωνα με την οποία η εμπιστοσύνη και η προστασία των καταναλωτών αποτελούν ζωτική συνιστώσα μιας υγιούς και ευημερούσας εσωτερικής αγοράς. Απαιτείται ωστόσο να επιδειχθεί προσοχή σε επιτυχημένα παραδείγματα εντός της ΕΕ όσον αφορά την αυτορύθμιση και τη συρρύθμιση (από κοινού ρύθμιση), καθώς και τη διαμόρφωση κωδίκων συμπεριφοράς.

3.1.1

Ωστόσο, η ΕΟΚΕ δεν περιορίζει την πολιτική για τους καταναλωτές στην υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς. Αντιθέτως, όπως ορθά αναφέρεται στο έγγραφο «Ενιαία αγορά για την Ευρώπη του 21ου αιώνα» της Επιτροπής [COM(2007) 724 τελικό], η εσωτερική αγορά πρέπει να στοχεύει στην ικανοποίηση και εξυπηρέτηση των συμφερόντων των καταναλωτών.

3.1.2

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η Επιτροπή πρέπει να κατευθύνει την πολιτική της προς την επίτευξη διαφάνειας στις αγορές και προς την ενίσχυση της εσωτερικής αγοράς, προς μια πολιτική καταναλωτών η οποία λειτουργεί προς όφελος της αποτελεσματικότητας των αγορών, να συμβάλλει στην οικονομική ανάπτυξη και στην απασχόληση και να βελτιώνει την ευημερία των καταναλωτών.

3.2

Οι προκλήσεις που προσδιορίζονται από την Επιτροπή σχετικά με την εσωτερική αγορά αποτελούν πραγματικές προκλήσεις οι οποίες χρήζουν αντιμετώπισης και στοχοθετούνται απτά στο πλαίσιο της εν λόγω στρατηγικής. Ωστόσο, ενώ οι προκλήσεις αυτές αφορούν την αγορά, η EOKE θεωρεί ότι η Επιτροπή αντιμετωπίζει άλλες δύο προκλήσεις: πραγματική εναρμόνιση των εθνικών πολιτικών και τοποθέτηση της ευημερίας των καταναλωτών στο επίκεντρο των εργασιών των διαφόρων Γενικών Διευθύνσεών της.

3.3

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η νέα ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη στρατηγική για την περίοδο 2007/2013 είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό και ελπιδοφόρο βήμα, καλύτερα διαρθρωμένο σε σχέση με την προηγούμενη κοινή στρατηγική για τη δημόσια υγεία και την προστασία των καταναλωτών [COM(2005) 115 τελικό] για την οποία εξέδωσε γνωμοδότηση (1) και η ΕΟΚΕ.

3.4

Η ΕΟΚΕ ανησυχεί για τις ανακολουθίες οι οποίες ενδέχεται να προκληθούν από την παρούσα πρόταση έναντι άλλων μέτρων που έχουν ήδη εγκριθεί σε κοινοτικό επίπεδο. Κρίνεται δε σκόπιμη η επίτευξη συνοχής μεταξύ των επιχειρησιακών στόχων και της απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση προγράμματος κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής για τους καταναλωτές (2007-2013) (2)·

3.5

Μολονότι οι στόχοι που τίθενται από την Επιτροπή είναι εξαιρετικά φιλόδοξοι και ορισμένες φορές ασαφείς και αρκετά συγκεχυμένοι, η ΕΟΚΕ ευελπιστεί ότι θα υλοποιηθούν εντός του προσδιοριζόμενου χρονικού πλαισίου και κατά τον τρόπο που αρμόζει περισσότερο στις απαιτήσεις τόσο της εσωτερικής αγοράς όσο και των καταναλωτών.

3.6

Παρότι η Επιτροπή έχει ήδη αναλάβει μια σειρά πρωτοβουλίες για την επίτευξη των στόχων της πολιτικής αυτής, όπως π.χ. η Πράσινη Βίβλος για την αναθεώρηση του καταναλωτικού κεκτημένου, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να ξεκινήσει την ενδελεχή αναθεώρηση των συγκεκριμένων οδηγιών. Οι πρόσφατα υποβληθείσες ανακοινώσεις, σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις [COM(2006) 514 τελικό] της 21ης Σεπτεμβρίου 2006, σχετικά με τις εγγυήσεις και την άμεση ευθύνη του παραγωγού [COM(2007 210 τελικό] και σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας περί τροποποίησης της οδηγίας για τη χρονομεριστική μίσθωση το 2007, θεωρήθηκαν απογοητευτικές από την EOKE δεδομένου ότι οι προτάσεις αυτές δεν συντελούν έμπρακτα στην πλήρη διευθέτηση των εκκρεμών ζητημάτων που εξακολουθούν να υφίστανται όσον αφορά τις προαναφερθείσες υπηρεσίες. Επιπλέον, οι εν λόγω τροποποιήσεις δεν εκπληρώνουν στο έπακρο τους στόχους που τίθενται στο πλαίσιο της στρατηγικής για την πολιτική καταναλωτών.

3.6.1

Η ΕΟΚΕ αναμένει με ενδιαφέρον την πρόταση οδηγίας της Επιτροπής σχετικά με τα συμβατικά δικαιώματα των καταναλωτών, όπως αναφέρεται στο Νομοθετικό Πρόγραμμα και το Πρόγραμμα Εργασίας της Επιτροπής για το 2008 [COM(2007) 640 τελικό], και μόλις υιοθετηθεί η εν λόγω πρόταση θα είναι έτοιμη να εκφέρει γνώμη σχετικά με αυτό το θέμα, και ιδιαίτερα σχετικά με την εκπλήρωση των αρχών που εκτίθενται στη διαδικασία απλοποίησης του κοινοτικού δικαίου.

3.7

Η πλήρης εναρμόνιση της νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών αποτελεί προσέγγιση την οποία η ΕΟΚΕ είναι διατεθειμένη να υποστηρίξει υπό ορισμένες συνθήκες και για πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις κατά τις οποίες η υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς αποτελεί κύριο στόχο. Εντούτοις, μια τέτοια προσέγγιση δεν θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των υφισταμένων δικαιωμάτων, αλλά να αποσκοπεί περισσότερο στην εδραίωση των δικαιωμάτων των καταναλωτών στα διαφορά κράτη μέλη κατά τρόπο ώστε να ενθαρρυνθούν περαιτέρω οι διασυνοριακές αγορές προς το κοινό όφελος τόσο των καταναλωτών όσο και της αγοράς λιανικής πώλησης/υπηρεσιών. Η προσέγγιση αυτή δεν θα πρέπει να αναληφθεί μόνον στο επίπεδο στο οποίο τα κράτη μέλη διασφαλίζουν τη δέουσα προστασία των καταναλωτών, αλλά και στο επίπεδο της ΕΕ στο οποίο καταβάλλονται προσπάθειες για την επίτευξη πραγματικής ολοκλήρωσης της αγοράς.

3.8

H EOKE επιδοκιμάζει τις ενέργειες που υποδεικνύονται στους τομείς προτεραιότητας οι οποίοι περιλαμβάνονται στη στρατηγική για τους καταναλωτές και προσβλέπει στην απτή υλοποίησή τους. H EOKE θεωρεί ότι οι πόροι (τόσο οι δημοσιονομικοί όσο και οι ανθρώπινοι) της Γενικής Διεύθυνσης για την Προστασία των Καταναλωτών (ΓΔ SANCO) είναι πράγματι περιορισμένοι, γεγονός το οποίο δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τις προσπάθειες που καταβάλλει η εν λόγω ΓΔ για την επίτευξη των στόχων της. Επιπλέον, ένας προϋπολογισμός ανερχόμενος κατά μέσο όρο σε 22,7 εκατ. ευρώ είναι δυστυχώς υπερβολικά χαμηλός για την υλοποίηση των ενεργειών που προβλέπονται στο πλαίσιο του προγράμματος της στρατηγικής για τους καταναλωτές.

3.8.1

Η εμπειρία που αποκτήθηκε από το προηγούμενο πρόγραμμα κατέδειξε ότι πάρα πολλά σχέδια δεν μπόρεσαν να τεθούν σε εφαρμογή λόγω, μεταξύ άλλων, και της έλλειψης προσωπικού. Επιπλέον, ο προϋπολογισμός που είχε διατεθεί σε ετήσια βάση προσέγγιζε στην πραγματικότητα περισσότερο τον προϋπολογισμό που προβλέπεται για την τρέχουσα περίοδο, με λιγότερο φιλόδοξους στόχους.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1

Καλύτερη παρακολούθηση των καταναλωτικών αγορών: η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι πρέπει να βελτιωθεί η πληροφόρηση σχετικά με τις αγορές και υποστηρίζει έμπρακτα τα μέτρα που προτείνονται στο πλαίσιο αυτού του τομέα προτεραιότητας. Εντούτοις, η ΕΟΚΕ συνιστά ενθέρμως στην Επιτροπή να αναζητήσει καινοτόμους τρόπους για τον αντικειμενικό προσδιορισμό της εμπειρίας και των εντυπώσεων των καταναλωτών. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή θα μπορούσε να προωθήσει μια μακρο-προσέγγιση για τον προσδιορισμό των εμπειριών των καταναλωτών στα κράτη μέλη, μέσω της ανάλυσης συγκεκριμένων περιπτώσεων και της συνακόλουθης διευθέτησής τους. Επιπλέον, η ΕΟΚΕ τονίζει ότι η συλλογή πληροφοριών σχετικά με τις αγορές δεν θα πρέπει να επιβαρύνει τις μεμονωμένες επιχειρήσεις, και κυρίως τις ΜΜΕ, με πρόσθετες επαχθείς υποχρεώσεις.

4.2

Καλύτερη ρύθμιση της προστασίας των καταναλωτών: κατά την ανάληψη πρωτοβουλιών στο πλαίσιο αυτού του τομέα προτεραιότητας θα πρέπει να εξετάζεται ενδελεχώς η επίδραση που ασκεί το ηλεκτρονικό εμπόριο και ο ψηφιακός κόσμος στα δικαιώματα των καταναλωτών και να καθορίζονται, επομένως, με σαφήνεια οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που υφίστανται στο ψηφιακό περιβάλλον. Επιπλέον, απαιτείται ο προσδιορισμός των ενεργειών προκειμένου να αποτραπεί ο αποκλεισμός ορισμένων κατηγοριών καταναλωτών από τη χρήση κάποιων υπηρεσιών εξαιτίας του «ψηφιακού χάσματος», δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα είχε ως μοναδικό αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας ακόμη ευάλωτης ομάδας καταναλωτών.

4.3

Καλύτερη επιβολή της νομοθεσίας και έννομη προστασία: Η επιβολή της νομοθεσίας είναι ασφαλώς επιβεβλημένη για τη διασφάλιση της απτής υλοποίησης των στόχων της εν λόγω πολιτικής· η ενδυνάμωση της συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής είναι πρωταρχικής σημασίας. Οι ενέργειες που προτείνονται από την Επιτροπή για τη συλλογική έννομη προστασία των καταναλωτών επικροτούνται και υποστηρίζονται από την ΕΟΚΕ. Αυτή η μορφή έννομης προστασίας εξασφαλίζει την έμπρακτη αντιμετώπιση των προβλημάτων των καταναλωτών που δεν μπορούν να διευθετηθούν σε ατομικό επίπεδο.

4.4

Καλύτερη ενημέρωση και εκπαίδευση των καταναλωτών: η ΕΟΚΕ πιστεύει ακράδαντα ότι η εκπαίδευση και η ενημέρωση αποτελούν εντελώς αναπόσπαστο τμήμα της προστασίας των καταναλωτών. Το Δίκτυο Ευρωπαϊκών Κέντρων Καταναλωτών (Δίκτυο — ΕΚΚ) συνιστά αξιοσημείωτο βήμα προόδου προς την κατεύθυνση της ενημέρωσης των καταναλωτών. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να βρει ορισμένα πιο καινοτόμα και δημιουργικά μέσα ενεργού επικοινωνίας με τους καταναλωτές εν γένει, χρησιμοποιώντας μια γλώσσα αρεστή στην κοινή γνώμη.

4.5

Υπεύθυνη και βιώσιμη κατανάλωση: μολονότι στόχος πρέπει να είναι η ύπαρξη πλήρως ενημερωμένων καταναλωτών θεωρείται σημαντικό να τονιστεί ότι η κατανάλωση πρέπει να γίνεται υπεύθυνα. Η στρατηγική ορίζει ότι δεν θα υπάρξει ανοχή για επικίνδυνα προϊόντα και για κακόπιστους εμπόρους λιανικής πώλησης/παρόχους υπηρεσιών. Ωστόσο πρέπει να επισημανθεί ότι οι επιχειρήσεις και οι έμποροι αναμένουν από τους καταναλωτές να επιδεικνύουν υπεύθυνη καταναλωτική συμπεριφορά. Περαιτέρω, η βιώσιμη κατανάλωση πρέπει να οριστεί σημαντικός τομέας της εσωτερικής αγοράς και τόσο οι πάροχοι υπηρεσιών/έμποροι λιανικής πώλησης όσο και οι καταναλωτές πρέπει να εκπαιδευτούν και να ενημερωθούν καλύτερα με την έννοια της βιώσιμης κατανάλωσης και να υιοθετήσουν μια τέτοιου είδους συμπεριφορά.

4.6

Στοιχεία σχετικά με την προστασία των καταναλωτών πρέπει να ενσωματωθούν σε όλες τις άλλες πολιτικές και τις ρυθμίσεις της ΕΕ: τα μέτρα που προτείνονται από την Επιτροπή, όπως π.χ. ο ορισμός Υπεύθυνων για τους Καταναλωτές στις Γενικές Διευθύνσεις, είναι θετικά και αναμένεται ότι θα συνεισφέρουν εποικοδομητικά στην υλοποίηση αυτής της προτεραιότητας. Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται την άποψη ότι κάθε Γενική Διεύθυνση οφείλει να παρουσιάζει σε ετήσια βάση τον τρόπο κατά τον οποίο η πολιτική καταναλωτών ενσωματώθηκε στον συγκεκριμένο τομέα αρμοδιότητάς της. Συνεπώς, η ΕΟΚΕ επικροτεί τη συμπερίληψη της παραγράφουo2 του άρθρου 153 στις γενικές διατάξεις (νέο άρθρο 12 του σχεδίου μεταρρυθμιστικής συνθήκης).

4.7

Καλύτερη προστασία των καταναλωτών στις διεθνείς αγορές: οι καταναλωτές απαιτείται να προστατεύονται και στο πλαίσιο της διεθνούς αγοράς. Η εν λόγω προστασία δεν θα πρέπει να καλύπτει μόνο την ασφάλεια των προϊόντων, η οποία αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη σημασία για τους καταναλωτές της ΕΕ, αλλά και τις υπηρεσίες/τα προϊόντα που πωλούνται κυρίως μέσω του ηλεκτρονικού εμπορίου και δημιουργούν προβλήματα στους καταναλωτές.

4.8

Στην υπό εξέταση στρατηγική αναφέρεται ότι: «στόχος της Επιτροπής είναι να εξασφαλίσει ότι η πολιτική για τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας (ΥΚΩ) συνοδεύεται από κατάλληλα μέτρα για τους καταναλωτές». Η ΕΟΚΕ αναμένει από την Επιτροπή να συμμεριστεί την άποψή της — την οποία έχει εκφράσει σε διάφορες γνωμοδοτήσεις σχετικά με τις ΥΚΩ και την καθολική υπηρεσία — σύμφωνα με το νέο Πρωτόκολλο της Συνθήκης της Λισσαβώνας σχετικά με τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας.

4.9

Συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων και οργανώσεων προστασίας των καταναλωτών: πέρα από την πτυχή της νομοθεσίας και της επιβολής της, αυτό που πραγματικά θα συμβάλει στη επίτευξη της προστασίας των καταναλωτών είναι η συνεργασία μεταξύ των εν λόγω δύο τομέων. Θα πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες για να διευκολυνθεί η προαναφερθείσα συνεργασία, ενώ κρίνεται σκόπιμο να χρησιμοποιηθούν σε ολόκληρη την επικράτεια της ΕΕ παραδείγματα βέλτιστων πρακτικών προερχόμενα από κράτη μέλη τα οποία ακολουθούν μια τέτοιου είδους προσέγγιση και συγχρόνως διαθέτουν κώδικες συμπεριφοράς που οφείλουν να τηρούν.

Βρυξέλλες, 13 Φεβρουαρίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  ΕΕ αριθ. C 88 της 11.04.2006. INT/271 — Εισηγητής ο κ. Pegado Liz.

(2)  Απόφαση αριθ. 1926/2006/ΕΚ της 18ης Δεκεμβρίου 2006 — ΕΕ L 404, 30.12.2006, σελ. 39


25.6.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/24


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Ευρωπαϊκή διαστημική πολιτική

COM(2007) 212 τελικό

(2008/C 162/03)

Στις 26 Απριλίου 2007, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα

Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Ευρωπαϊκή διαστημική πολιτική

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 31 Ιανουαρίου 2008, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Van Iersel.

Κατά την 442α σύνοδο ολομέλειας της 13ης και 14ης Φεβρουαρίου 2008 (συνεδρίαση της 13ης Φεβρουαρίου 2008), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 145 ψήφους υπέρ, μία κατά και 4 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Για στρατηγικούς, πολιτικούς και οικονομικούς λόγους, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ρητώς την ανεξάρτητη ευρωπαϊκή πρόσβαση στο διάστημα. Συνεπώς προσυπογράφει τις πολιτικές, όπως σκιαγραφούνται στα έγγραφα του Κοινού Συμβουλίου Διαστήματος, της Επιτροπής και του ΕΟΔ (1) τον Απρίλιο και Μάιο του 2007.

1.2

Μια Ευρωπαϊκή διαστημική πολιτική θα πρέπει να έχει ειρηνικούς σκοπούς στους οποίους να συμπεριλαμβάνεται η προστασία της συλλογικής ασφάλειας.

1.3

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι οι ευρωπαϊκές διαστημικές δραστηριότητες, είτε αναπτύσσονται σε εθνικό επίπεδο είτε σε επίπεδο Ε.Ε., ή ακόμη στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος, αποδεικνύονται επωφελείς για διάφορους τομείς, όπως είναι η επιστημονική έρευνα, η επιθυμητή παροχή υποδομών και δεδομένων, και ευρύ φάσμα οικονομικών εφαρμογών ως αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης των συστημάτων που βασίζονται στο διάστημα και των χερσαίων συστημάτων.

1.4

Ο ΕΟΔ έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα επιτυχής στο να διασφαλίζει μέχρι τώρα στην Ευρώπη ένα σημαντικό και παγκοσμίου εμβέλειας ρόλο στον τομέα του διαστήματος. Η σύνδεσή του με τις δραστηριότητες της Επιτροπής πρόκειται να ελευθερώσει επιπλέον δυναμικό. Για το σκοπό αυτό, θα πρέπει να αναπτυχθούν διαδικασίες συνεργασίας, να καταμεριστούν οι αρμοδιότητες και να γίνει επιμερισμός του κόστους μεταξύ Επιτροπής και ΕΟΔ.

1.5

Οι παγκόσμιες εξελίξεις —ΗΠΑ, Ρωσία, Ιαπωνία, Κίνα, Ινδία, χώρες που δραστηριοποιούνται στον τομέα του διαστήματος— αναγκάζουν την Ευρώπη να αναλάβει μεγαλύτερη δράση ως ανταγωνιστής και εταίρος στο διάστημα. Αυτό απαιτεί την επεξεργασία συγκεκριμένων προγραμμάτων σε σύντομο χρονικό διάστημα και την εισαγωγή διαδικασιών για τη λήψη αποφάσεων που να είναι δυνατόν να ευθυγραμμίζονται με την διαδικασία λήψης αποφάσεων των άλλων παγκόσμιων εταίρων.

1.6

Ταυτόχρονα, μια ταχύτερη, συντονισμένη διαδικασία για τη λήψη αποφάσεων θα βελτιώσει τις ευκαιρίες για τον καθορισμό και συνεπακόλουθα την πραγματοποίηση αποστολών με βάση τις ανάγκες των χρηστών.

1.7

Το GALILEO και το GMES (Παγκόσμια Παρακολούθηση του Περιβάλλοντος και της Ασφάλειας) φέρουν «ευρωπαϊκές σημαίες». Τα προγράμματα του GALILEO θα πρέπει να υλοποιηθούν χωρίς καθυστέρηση.

1.8

Η εισαγωγή του «διαστήματος» στο 7ο πρόγραμμα πλαίσιο και στις κοινοτικές πολιτικές θα πρέπει να οδηγήσει σε ολοκληρωμένη προσέγγιση όλες τις ενδιαφερόμενες ΓΔ. Η διεύρυνση της βάσεως της στρατηγικής σκέψεως εντός της Επιτροπής θα είναι επωφελής για τις ολοκληρωμένες προσεγγίσεις που συχνά δεν υπάρχουν σε εθνικό επίπεδο. Είναι επιθυμητή η ανάληψη συντονισμένης προσπάθειας σε αυτό τον τομέα.

1.9

Όλα τα κράτη μέλη, και τα πιο μικρά και τα νέα κράτη μέλη, πρέπει να επωφεληθούν από την ευρωπαϊκή διαστημική πολιτική με τη δημιουργία επαρκών ευκαιριών για επιστημονικές ικανότητες καθώς και για ικανότητες υψηλής εξειδίκευσης σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή επικράτεια τόσο στους ανάντη όσο και στους κατάντη τομείς.

1.10

Στην βιομηχανική πολιτική της «δίκαιης επιστροφής» του ΕΟΔ (2) κάθε χώρα ανακτά την επένδυσή της μέσω συνδρομών και παραχωρήσεων. Συνεπώς, οι σχέσεις μεταξύ κυβερνήσεων, ΕΟΔ, ιδιωτικών εταιρειών και ερευνητικών ινστιτούτων αντικατοπτρίζουν βαθιά ριζωμένα πρότυπα.

1.11

Μέχρι σήμερα, η εφαρμογή της στρατηγικής της δίκαιης επιστροφής για την ανάπτυξη του ευρωπαϊκού δυναμικού στο χώρο του διαστήματος υπήρξε επιτυχής. Όμως, η αυξανόμενη ωρίμανση της διαστημικής αγοράς θα απαιτήσει περισσότερη ευελιξία, εφόσον τα σταθερά σχήματα συνεργασίας κατά κανόνα δεν διευκολύνουν τη βιομηχανική καινοτομία. Λόγω της ζήτησης της αγοράς, των αναγκών των χρηστών, και της ανάπτυξης υπηρεσιών, ιδιαιτέρως των ΜΜΕ, οι επιχειρήσεις αυτές αναμένεται να ανταποκριθούν με τον κατάλληλο τρόπο στις νέες απαιτήσεις και επιλογές της ευρωπαϊκής διαστημικής πολιτικής.

1.12

Από την άλλη πλευρά, οι αιφνίδιες αλλαγές των σταθερών διαδικασιών και σχέσεων μπορεί να είναι αντιπαραγωγικές, ιδίως αν ληφθούν υπόψη οι μεγάλες ανισότητες στις συνεισφορές προς τον ΕΟΔ.

1.13

Συνεπώς, η ΕΟΚΕ συνηγορεί υπέρ μιας ανοιχτής και διαφανούς ανάλυσης και διαλόγου όσον αφορά τις επιθυμητές επιδόσεις της Ευρώπης σε δέκα χρόνια: ποιοι στόχοι πρέπει να τεθούν και ποια αντίστοιχα θεσμικά μέσα απαιτούνται —από πλευράς ΕΟΔ, Επιτροπής και κρατών μελών— προκειμένου να επιτευχθεί από κοινού συντονισμένη ευρωπαϊκή αποστολή. Μεταξύ άλλων ο διάλογος θα πρέπει να περιλαμβάνει τον τρόπο χρηματοδότησης του ΕΟΔ, την δυναμική συμβολή των εταιριών μεσαίου μεγέθους και τη διατήρηση του υψηλότερου επιπέδου ανταγωνισμού.

1.14

Στα πλαίσια αυτά οι ευθύνες της Επιτροπής όσον αφορά τις εφαρμογές και την προώθηση των αναγκών των χρηστών είναι σημαντικές. Η ΕΟΚΕ ευελπιστεί ότι η Επιτροπή θα διασφαλίσει τη διεξαγωγή ανοιχτών συζητήσεων και την συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, ιδιαιτέρως των ΜΜΕ.

1.15

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με το Συμβούλιο για τη σημασία του διαστήματος από πλευράς άμυνας και ασφάλειας. Θα πρέπει να προωθηθεί ο σχεδιασμός μελλοντικών συστημάτων που θα συμβάλουν στην προσέγγιση των ευρωπαϊκών χωρών.

1.16

Καθώς τα όρια μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών εφαρμογών γίνονται όλο και περισσότερο ασαφή, θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν πλήρως τα αποκαλούμενα αποτελέσματα διπλής χρήσεως.

1.17

Τέλος, η επικοινωνία έχει μεγάλη σημασία. Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ θα έπρεπε να κοινοποιούνται περισσότερο οι θετικές επιπτώσεις του διαστήματος στην καθημερινή ζωή.

1.18

Μια καλώς στοχοθετημένη ανακοίνωση με θέμα την ευρωπαϊκή διαστημική πολιτική θα έπρεπε να ενθαρρύνει τους νέους να ασχοληθούν με τον τομέα και γενικότερα να καθιστά τον τομέα ελκυστικό έτσι ώστε οι νέοι να αποφασίζουν να ακολουθήσουν τεχνικό ή επιστημονικό κλάδο σπουδών.

2.   Μια νέα προσέγγιση προς την ευρωπαϊκή πολιτική διαστήματος

2.1

Κατά την τελευταία δεκαετία τα ευρωπαϊκά όργανα και οι εθνικές ειδικές υπηρεσίες ασχολούνται όλο και περισσότερο με την εξέταση του μέλλοντος μιας ευρωπαϊκής πολιτικής διαστήματος και των βημάτων που πρέπει να ακολουθηθούν.

2.2

Τον Απρίλιο του 2007 η Επιτροπή δημοσίευσε σε στενή συνεργασία με τον ΕΟΔ (3) ανακοίνωση για την διαστημική πολιτική (4), που συνοδεύεται από ανάλυση αντικτύπου και εκτεταμένο πρόγραμμα προβλεπόμενων δράσεων από τον ΕΟΔ, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη.

2.3

Στις 21 Μαΐου 2007, το Συμβούλιο Διαστήματος (5) υιοθέτησε ψήφισμα για την ευρωπαϊκή διαστημική πολιτική, που βασίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής.

2.4

Το αυξανόμενο ενδιαφέρον, που αποδεικνύεται από τα προαναφερθέντα έγγραφα, οφείλεται στο ευρύ φάσμα των παγκόσμιων εξελίξεων και τους ευρωπαϊκούς στρατηγικούς στόχους:

οι δυνατότητες να χρησιμοποιούνται οι υπηρεσίες που βασίζονται στο διάστημα για όλα τα θέματα καθώς και ως μέσο για ευρύ φάσμα ευρωπαϊκών πολιτικών που αφορούν το περιβάλλον, την ασφάλεια, τις μεταφορές, την έρευνα, την αναπτυξιακή βοήθεια, την συνοχή και εκπαίδευση, επιπλέον της έρευνας·

η μόνιμη ανάγκη της Ευρώπης να έχει ανεξάρτητη πρόσβαση στο διάστημα ως προϋπόθεση για μια ευρωπαϊκή διαστημική πολιτική·

ο αυξανόμενος αριθμός των (αναδυόμενων) παγκόσμιων εταίρων στον τομέα αυτό και η ανάγκη για πλήρη συμμετοχή της Ευρώπης τόσο ως εταίρου όσο και ως ανταγωνιστή·

το διάστημα ως πηγή καινοτομίας, βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας και οικονομικής μεγέθυνσης·

ενίσχυση των επιστημονικών υποδομών· κοινωνία της γνώσης και στόχοι της Λισσαβώνας·

η ανάγκη να συνδεθεί η ευρωπαϊκή έρευνα με τις εφαρμογές·

η συμβολή και ο συμπληρωματικός ρόλος των τεχνολογιών του διαστήματος προς τις χερσαίες τεχνολογίες και εφαρμογές·

η σημασία του διαστήματος για την ευρωπαϊκή άμυνα και ασφάλεια·

τα ασαφή όρια μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών εφαρμογών των τεχνολογιών του διαστήματος·

η συνειδητοποίηση ότι τα επιμέρους κράτη μέλη δεν είναι ικανά να ανταποκριθούν στις απαραίτητες απαιτήσεις για μια αξιόπιστη διαστημική πολιτική και συνεπώς,

η ανάγκη για σαφή καθορισμό του έργου και της αποστολής των ευρωπαϊκών οργάνων και οργανισμών όσον αφορά το διάστημα.

2.5

Το 2003 και το 2004 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε μια πράσινη και μια λευκή βίβλο για την διαστημική πολιτική. Και στις δύο βίβλους είναι έκδηλος ο σχεδιασμός μιας μελλοντικής διαστημικής πολιτικής. Περιλαμβάνουν πολλά στοιχεία —μεγάλης εμβέλειας μερικές φορές— από την προαναφερθείσα ανακοίνωση.

2.6

Στο ψήφισμά του της 22ας Μαΐου το Συμβούλιο επιβεβαιώνει ότι ο διαστημικός τομέας«αποτελεί στρατηγικό πλεονέκτημα που συμβάλλει στην ανεξαρτησία, ασφάλεια και ευημερία της Ευρώπης και του ρόλου της παγκοσμίως». Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνεργασίας για τη δημιουργία υπηρεσιών που βασίζονται στο διάστημα προς όφελος των πολιτών αποτελεί βασικό θέμα. Το Συμβούλιο συνδέει την διαστημική πολιτική με την στρατηγική της Λισσαβώνας και υποστηρίζει τη σημασία της για την κοινή εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφάλειας.

2.7

Το ψήφισμα του Συμβουλίου τονίζει το στόχο της οικοδόμησης του ευρωπαϊκού χώρου έρευνας και επιβεβαιώνει τη συνεργασία μεταξύ ΕΟΔ και Επιτροπής η οποία θα αυξήσει την αποτελεσματικότητα, τη χρηματοδότηση των ευρωπαϊκών προγραμμάτων, και θα εξασφαλίσει μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ τεχνολογίας και εφαρμογών. Η σχέση ΕΟΔ και Επιτροπής θα εξελιχθεί βασιζόμενη στην εμπειρία. Εντούτοις, το ζήτημα της συγχρηματοδότησης των υφιστάμενων βασικών υποδομών (Kourou, Darmstadt) παραμένει ανοιχτό.

2.8

Κεντρικό θέμα αποτελεί η συνεργασία και ο καταμερισμός της εργασίας μεταξύ ΕΟΔ και Επιτροπής. Ο ΕΟΔ κρατεί τα σκήπτρα στη διερεύνηση και τεχνολογία, ενώ η Επιτροπή θα αναλάβει τις εφαρμογές που σχετίζονται με τις πολιτικές της όπως η πολιτική για τις μεταφορές, το περιβάλλον, την ασφάλεια και τις σχέσεις με τρίτες χώρες καθώς και για την επισήμανση των αναγκών των μη κυβερνητικών χρηστών για βελτιωμένες υπηρεσίες.

2.9

Η αποδοτικότητα από πλευράς κόστους στα δημόσια προγράμματα θα συμβάλει στην ανταγωνιστικότητα των ιδιωτικών βιομηχανικών και εμπορικών εταιριών. Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι ΜΜΕ και η πλευρά της προσφοράς. Ταυτόχρονα το Συμβούλιο αναγνωρίζει τη βιομηχανική πολιτική του ΕΟΔ, ιδιαιτέρως την αρχή της «δίκαιης επιστροφής», ως μέσο για την ενθάρρυνση των επενδύσεων και την αύξηση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας.

2.10

Αναμφισβήτητα, το ψήφισμα του παρελθόντος Μαΐου εισάγει ένα νέο στάδιο το οποίο δέχτηκαν με ενθουσιασμό οι κυριότεροι φορείς (6).

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Ο κόσμος του διαστήματος μεταβάλλεται ταχέως. Κατά την τελευταία δεκαετία η ΕΟΚΕ εξέφρασε την επιδοκιμασία της για την Πράσινη και την Λευκή Βίβλο της Επιτροπής με θέμα την διαστημική πολιτική (7). Και πάλι η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τα νέα βήματα που αποφάσισαν το Συμβούλιο, η Επιτροπή και ο ΕΟΔ τον παρελθόντα Μάιο. Έχει συμβολική αξία ότι οι σημαντικές αποφάσεις για την διαστημική πολιτική λαμβάνονται στις αρχές του 21ου αιώνα. Μια νέα εποχή αρχίζει.

3.2

Οι παγκόσμιες εξελίξεις στο χώρο του διαστήματος έχουν αυξανόμενο στρατηγικό και τεχνολογικό αντίκτυπο.

3.2.1

Η διαστημική πολιτική γίνεται όλο και πιο σημαντική αν όχι απαραίτητη προκειμένου να συμβάλει στους στόχους που συνδέονται με την γη, δηλαδή οι διαστημικές εφαρμογές έχουν ζωτική σημασία για την πραγματοποίηση των οικονομικών και κοινωνικών στόχων για μια Ευρώπη που τελεί υπό ολοκλήρωση.

3.2.2

Στην επιστήμη και στην έρευνα οι πρόοδοι της αστρονομίας και της πλανητικής έρευνας είναι εμφανείς. Ο ΕΟΔ επωφελείται από τα υφιστάμενα δίκτυα και συμβάλει με στοχοθετημένα προγράμματα και αξιολογήσεις ειδικών. Σε αντίθεση με τον επιστημονικό κόσμο ο στρατιωτικός τομέας παραμείνει σε εθνικά πλαίσια.

3.2.3

Από στρατηγική άποψη, η Ευρώπη πρέπει να προστατεύσει την ανεξαρτησία της έναντι των ΗΠΑ και της Ρωσίας και σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό της Κίνας και της Ινδίας, καθώς και άλλων χωρών που δραστηριοποιούνται στο χώρο του διαστήματος, που είναι ταυτόχρονα ανταγωνιστές και εταίροι στο διάστημα. Γενικότερα, η θέση της Ευρώπης στον κόσμο πρέπει να αποτελεί το σημείο εκκίνησης για κάθε διαστημική πολιτική.

3.3

Το ψήφισμα του Συμβουλίου διαστήματος της 22ας Μαΐου 2007, και τα έγγραφα που το συνοδεύουν, όπως η ανακοίνωση της Επιτροπής, η αξιολόγηση αντικτύπου, η δήλωση του γενικού διευθυντή του ΕΟΔ και τα προκαταρκτικά στοιχεία ενός κοινού ευρωπαϊκού προγράμματος για τον ΕΟΔ, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη αποτελούν ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός, αρκεί να ληφθεί υπόψη ότι:

εξαρχής οι κανόνες της εσωτερικής αγοράς δεν εφαρμόζονταν στο διάστημα ως συνέπεια εθνικών στρατηγικών εννοιών, προγραμμάτων και στρατιωτικών αναγκών·

υπήρχαν σημαντικές διαφορές μεταξύ των εθνικών συμφερόντων, των χρηματοπιστωτικών δεσμεύσεων και των τεχνολογικών στόχων και βιομηχανικών επιδόσεων και

σαν συνέπεια επικράτησαν διαφορετικά εθνικά βιομηχανικά πρότυπα.

3.4

Η συμφωνία-πλαίσιο του 2003 (8) μεταξύ του ΕΟΔ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης έθεσε τα θεμέλια για τη σύγκληση του σχεδιασμού και των δράσεων στην Ε.Ε. και τον ΕΟΔ. Τώρα, το Συμβούλιο διατυπώνει μια σφαιρική προσέγγιση με σκοπό τον καλύτερο συντονισμό και την αύξηση της αποτελεσματικότητας των επιμέρους σχεδίων είτε είναι εθνικά είτε διακυβερνητικά ή ευρωπαϊκά.

3.5

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, τα σημαντικά στοιχεία είναι η αυξανόμενη συναίνεση και το κοινό όραμα των κρατών μελών· η επιβεβαίωση της συνεργασίας μεταξύ Επιτροπής και ΕΟΔ και ο καταμερισμός των αρμοδιοτήτων μεταξύ των δύο αυτών οργάνων, που παρέχει τη βάση για αυξανόμενη κοινοτική χρηματοδότηση· μια καλύτερη ισορροπία μεταξύ Ε&Α και εφαρμογών και το σημαντικότερο, η σαφής πρόθεση να τεθούν οι ανάγκες των χρηστών στην πρώτη γραμμή· οι συμπράξεις του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα· και οι προτεραιότητες GALILEO και GMES (9) που τίθενται ως σημαιοφόροι στα πλαίσια της ευρωπαϊκής διαστημικής πολιτικής.

3.6

Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι τα προτιθέμενα βήματα αποτελούν μέρος μιας μακροχρόνιας διαδικασίας που σίγουρα δεν βρίσκεται στο τελικό της στάδιο. Πρέπει ακόμα να καταρτιστούν συγκεκριμένα σχέδια και να καθοριστούν συγκεκριμένες χρηματοδοτικές ροές.

3.7

Ο συνολικός προϋπολογισμός του 2005 για διαστημικές δραστηριότητες του ΕΟΔ, του EUMETSAT και των κρατών μελών έφθασε τα 4,8 δισεκατομμύρια ευρώ (χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η Επιτροπή) (10). Η Επιτροπή θα διαθέσει ένα εγγυημένο ποσό άνω του 1,4 δισεκατομμυρίου ευρώ κατά το διάστημα 2007-2013 για διαστημικές εφαρμογές και δραστηριότητες μέσω του 7ου προγράμματος πλαισίου. Ο παγκόσμιος προϋπολογισμός για το διάστημα ανέρχεται σε 50 δις ευρώ. Ο προϋπολογισμός των ΗΠΑ είναι περίπου 40 δις ευρώ εκ των οποίων άνω του 50 % αφορά τον στρατιωτικό τομέα. Επιπλέον, οι αμερικανικές δαπάνες επικεντρώνονται ιδιαιτέρως στην Αμερική πράγμα που επηρεάζει τη συνεργασία μεταξύ των διαφόρων οργάνων και εταιριών (11). Κατά βάση, οι ΗΠΑ αποτελούν μια κλειστή αγορά η οποία είναι αρκετά μεγάλη για να υποστηρίξει την διαστημική βιομηχανία των Ηνωμένων Πολιτειών χωρίς να είναι αναγκασμένη να ανταγωνίζεται επιτυχώς στη διεθνή εμπορική αγορά.

3.8

Οι ευρωπαϊκές διαστημικές δραστηριότητες αποτελούν ένα μείγμα ευρωπαϊκών (διακυβερνητικών ή κοινοτικών) και εθνικών προγραμμάτων. Ο ρόλος του ΕΟΔ δεν περιορίζεται μόνο στον συντονισμό των σχεδίων και έχει αποδειχθεί εξαιρετικά επιτυχής μέχρι στιγμής. Ο ΕΟΔ είναι ένας οργανισμός έρευνας και ανάπτυξης που αναπτύσσει με επιτυχία μεγάλα έργα υποδομών σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στο διάστημα υπάρχουν μεγάλοι ευρωπαϊκοί φορείς που υπάγονται στον ΕΟΔ όπως: Arianespace, EUMETSAT, Eutelsat. Εκτός από τα προγράμματα αυτά, ορισμένα κράτη μέλη έχουν τα δικά τους προγράμματα που βασίζονται σε εθνικές πολιτικές και τεχνολογικές παραδόσεις και στόχους και συνεπώς σε εθνικές ικανότητες, δίκτυα και εφαρμογές. Το ευρωπαϊκό πρότυπο αποτελεί ένα πολύπλοκο σύστημα κοινών και εθνικών προγραμμάτων.

3.9

Είναι πιθανό να προστεθούν νέα μέλη στον ΕΟΔ, με αποτέλεσμα ο αριθμός των μελών του να αυξηθεί από 17 σε 22 (12). Αναμένονται οφέλη από τις υφιστάμενες επιστημονικές δεξιότητες και την ενδεχόμενη ενίσχυση των οικονομικών ομίλων.

3.10

Η επικάλυψη των εργασιών μεταξύ των εθνικών προγραμμάτων και του ΕΟΔ είναι πιθανή. Τα σχέδια που αφορούν την άμυνα παραμένουν εθνικά. Το γεγονός αυτό μπορεί να δημιουργήσει αναποτελεσματικότητες λόγω της ασάφειας των ορίων μεταξύ τεχνολογιών για στρατιωτικούς και πολιτικούς στόχους. Η νέα σφαιρική προσέγγιση μπορεί να συμβάλει σε μεγαλύτερη σύγκλιση.

3.11

Οι προϋπολογισμοί είναι ανάλογοι των υποδομών και της συλλογής δεδομένων. Όσο καλύτερα είναι οργανωμένες οι σχέσεις με τις δυνάμεις της αγοράς και τις επιχειρήσεις τόσο πιο εκτεταμένο είναι το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα μέσω των εφαρμογών και υπηρεσιών. Καλό παράδειγμα στα πλαίσια αυτά αποτελεί ο φορέας των μετεωρολογικών δορυφόρων EUMETSAT και μπορεί να χρησιμεύσει ως πρότυπο για άλλους τομείς.

3.12

Δεδομένων των περιορισμών του προϋπολογισμού, είναι ιδιαίτερα συνετό το ότι η Ευρώπη επικεντρώνεται στις προτεραιότητες και είναι απολύτως ανοιχτή στην διεθνή συνεργασία. Η διεθνής συνεργασία έχει μεγάλη προστιθέμενη αξία και μερικές φορές εντυπωσιακά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα. Ωστόσο, για να σταθεί ως ίσος εταίρος προς τις τρίτες χώρες οι ικανότητες της Ευρώπης πρέπει να ανταποκρίνονται σε βασικές απαιτήσεις εκτός των προτεραιοτήτων. Καλό θα ήταν οι απαιτήσεις να αποφασίζονται από κοινού και κατόπιν να γίνονται επαρκείς επενδύσεις.

3.13

Σε πρόσφατη γνωμοδότησή της, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει απόλυτα το σχέδιο GALILEO, ένα ευρωπαϊκό σχέδιο σφαιρικής πλοήγησης (13). Το GALILEO θα εξασφαλίσει μεγαλύτερη ακρίβεια στον εντοπισμό θέσεως και στα παγκόσμια δεδομένα για τις πολιτικές εφαρμογές σε πολλούς τομείς. Πρόκειται για ένα σύστημα που μπορεί να συγκριθεί με το υφιστάμενο αμερικανικό σύστημα, το GPS, αλλά με βελτιώσεις.

3.13.1

Το GALILEO θα επιβεβαιώσει την ευρωπαϊκή θέση ως ανεξάρτητου εταίρου στο διάστημα.

3.13.2

Δεν υπήρχαν ικανοποιητικές προοπτικές για τον ανάντη τομέα. Η ΕΟΚΕ επικροτεί την απόφαση του Συμβουλίου να χρηματοδοτήσει το GALILEO και τον καθορισμό των προγραμμάτων. Τα προγράμματα αυτά πρέπει να υλοποιηθούν χωρίς καθυστέρηση για να δημιουργηθούν ευνοϊκές συνθήκες για τον τομέα κατάντη (14).

3.13.3

Εκτός από τα εμπόδια για μια βιώσιμη σύμπραξη δημόσιου-ιδιωτικού τομέα που είναι συνήθως πολύπλοκη ούτως ή άλλως, παραμένουν αναπάντητα ορισμένα ερωτήματα τα οποία επείγει να επιλυθούν προκειμένου να επιτευχθεί αποτελεσματική συμμετοχή των ιδιωτικών εταίρων.

3.14

Επιπροσθέτως των υφιστάμενων υπηρεσιών το GMES θα παράσχει αυξανόμενο αριθμό απαραίτητων συνεκτικών επίγειων υπηρεσιών γεωσκόπησης. «Το πρόγραμμα GMES θα βελτιώσει την ικανότητα της Ευρώπης για παρακολούθηση και αξιολόγηση στην περιβαλλοντική πολιτική και θα συμβάλει στην κάλυψη των αναγκών ασφαλείας» (15). Οι δυναμικές παγκόσμιες εξελίξεις καθιστούν εμφανή τη χρησιμότητα νέων εργαλείων για να αντιμετωπιστούν οι νέες προκλήσεις του περιβάλλοντος, της αλλαγής του κλίματος, της υγείας και της προσωπικής και συλλογικής ασφάλειας.

3.14.1

Οι προκλήσεις αφορούν ένα πολύ ευρύ φάσμα τομέων, από τις φυσικές καταστροφές και κρίσεις, ως τις επιπτώσεις από την αλλαγή του κλίματος όπως οι εκπομπές αερίων και η μόλυνση της ατμόσφαιρας και την πολιτική άμυνα και τον έλεγχο των συνόρων.

3.14.2

Οι σχετικές εφαρμογές στον τομέα οριοθετούνται από τις ανάγκες των χρηστών, οι οποίοι προέρχονται από ιδιαίτερα διαφορετικές κοινότητες που περιλαμβάνουν αρμόδιους για τη χάραξη πολιτικής, δημόσιες υπηρεσίες, επιχειρήσεις και πολίτες, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη για μεγαλύτερο συντονισμό μεταξύ ΕΟΔ, Επιτροπής και κρατών μελών. Είναι συνεπώς σκόπιμο να προβεί η Επιτροπή σε καταγραφή των αναγκών.

3.14.3

Οι υπηρεσίες GMES θα συμβάλουν στην ανάπτυξη και υλοποίηση των διαφόρων πολιτικών της Ε.Ε.. Δεδομένης της αναμενόμενης προστιθέμενης αξίας των GMES, ο προϋπολογισμός (2009) πρέπει να παράσχει λειτουργική χρηματοδότηση για τις διαστημικές υπηρεσίες και εφαρμογές προς υποστήριξη των πολιτικών της Ε.Ε..

3.14.4

Και στην περίπτωση των υποδομών GMES, εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κυβερνήσεων να συλλέξουν στοιχεία κατά τρόπο αξιόπιστο και βιώσιμο. Κατόπιν, θα πρέπει να δημιουργηθούν συνθήκες που θα επιτρέψουν τη συμμετοχή των ιδιωτικών επιχειρήσεων.

3.15

Το GALILEO, το GMES και τα άλλα προγράμματα δείχνουν ότι η διαστημική πολιτική εισέρχεται στο λειτουργικό στάδιο και υποστηρίζει τις συνεχιζόμενες τεχνολογικές επιδόσεις και εφαρμογές που θα συμβάλλουν στη χρησιμοποίηση νέων μεθόδων ανάλυσης, πρόβλεψης και επίλυσης κοινωνικών θεμάτων.

3.16

Έχει σημασία να επωφεληθούν από την ευρωπαϊκή διαστημική πολιτική όλα τα κράτη μέλη περιλαμβανομένων των κρατών μικρότερου μεγέθους και των νέων κρατών-μελών. Άλλωστε, η δέσμευση όλων των κρατών μελών εξυπηρετεί επίσης το κοινό συμφέρον της Ε.Ε..

3.17

Τα νέα κράτη μέλη θα επωφεληθούν σίγουρα από τις εφαρμογές. Εξάλλου, θα δημιουργηθούν ευκαιρίες ώστε να συνεισφέρουν τις επιστημονικές τους ικανότητες και τις ιδιαίτερα εξειδικευμένες βιομηχανικές τους ικανότητες προκειμένου να ισχυροποιήσουν τις δυνατότητές τους.

4.   Διακυβέρνηση

4.1

Το Συμβούλιο του διαστήματος συνεδρίασε για πρώτη φορά τον Νοέμβριο του 2004 για να εξετάσει και να προωθήσει την ευρωπαϊκή σύγκλιση και τα ευρωπαϊκά προγράμματα. Η ΕΟΚΕ ευελπιστεί ότι οι κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε το Συμβούλιο τον παρελθόντα Μάιο θα δημιουργήσουν το επιθυμητό πλαίσιο για τη χάραξη μίας διαστημικής πολιτικής που να ανταποκρίνεται στις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες.

4.2

Για να υπάρξει πρόοδος απαιτείται πάντοτε βελτίωση των θεσμικών διατάξεων. Συνεπώς η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την αυξανόμενη συμμετοχή του Συμβουλίου και της Επιτροπής στα διαστημικά θέματα καθώς και την προβλεπόμενη σαφή συνεργασία και καταμερισμό των αρμοδιοτήτων μεταξύ ΕΟΔ και Επιτροπής.

4.3

Το Συμβούλιο διαστήματος θεσπίζει το απαραίτητο πλαίσιο για τις συζητήσεις βάσει της διακυβερνητικής και κοινοτικής προσέγγισης που θα πρέπει να συνδεθούν αποτελεσματικά.

4.4

Η προσθήκη του «διαστήματος» στις πολιτικές της Κοινότητας και του 7ου προγράμματος-πλαίσιο που αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο στη διαστημική πολιτική πρέπει να γίνει ορατή με συγκεκριμένη δέσμευση όλων των ενδιαφερομένων Γενικών Διευθύνσεων. Η γενική αυτή δέσμευση θα οδηγήσει άλλωστε στη διεύρυνση της βάσεως της στρατηγικής σκέψης. Εν προκειμένω η συγκεκριμένη αρμοδιότητα της Ε.Ε. για το διάστημα στη νέα συνθήκη θα είναι οπωσδήποτε χρήσιμη.

4.5

Η έννομη τάξη, που συχνά παραβλέπεται, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Σε ένα «ενιαίο κράτος» όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες η υφιστάμενη έννομη τάξη αποτελεί ένα φυσικό πλαίσιο για συγκεκριμένες δραστηριότητες και συνοδευτικούς κανονισμούς. Αντιθέτως στο πολύπλοκο ευρωπαϊκό πλαίσιο — ΕΟΔ, Επιτροπή, κυρίαρχα κράτη μέλη– δεν υπάρχει καλώς διαρθρωμένη έννομη τάξη πράγμα το οποίο είναι αντιπαραγωγικό. Λαμβάνοντας υπόψη την επέκταση των διαστημικών δραστηριοτήτων στην Ε.Ε. είναι προφανές ότι ένα συνεκτικό και εύλογο νομικό και θεσμικό πλαίσιο θα αποβαίνει όλο και περισσότερο απαραίτητο.

4.6

Η αρμοδιότητα της Επιτροπής για τις εφαρμογές και η εμπλοκή των διαφόρων ΓΔ θα επηρεάσουν θετικά τις συζητήσεις και τη συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα και θα ανοίξουν νέες προοπτικές για την ανάπτυξη σχεδίων προς όφελος των χρηστών.

4.7

Αξίζει να αναφερθεί ιδιαιτέρως η διάταξη της νέας συνθήκης που προβλέπει ότι τα καθήκοντα του Υψηλού Εκπροσώπου του Συμβουλίου για την εξωτερική πολιτική και του Αντιπροέδρου της Επιτροπής, θα αναλάβει ένα και το αυτό άτομο.

4.8

Ένα από τα κύρια επιχειρήματα για την ευρωπαϊκή διαστημική πολιτική είναι ότι η στρατηγική σκέψη της Επιτροπής θα συμβάλλει στη κατάρτιση ολοκληρωμένων προσεγγίσεων σε εθνικό επίπεδο που συχνά δεν υπάρχουν. Η συμμετοχή των ΓΔ της Επιτροπής θα ενισχύσει τα δίκτυα με (πιθανούς) χρήστες από τις δημόσιες διοικήσεις.

4.9

Για τον ίδιο λόγο η δημιουργία ενός γραφείου του GMES στα πλαίσια της ΓΔ «Επιχειρήσεις» που θα αναλάβει τον συντονισμό είναι ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη.

4.10

Η συμμετοχή της Επιτροπής θα προσδώσει στην διαστημική πολιτική μια θέση μεταξύ των άλλων κοινοτικών πολιτικών. Ως αποτέλεσμα οι πολίτες θα εκτιμήσουν περισσότερο τα πλεονεκτήματα του «διαστήματος».

4.11

Μέχρι σήμερα η λέξη «διάστημα» συνοδευόταν από απομόνωση και ανεπαρκή δημοσιοποίηση. Καλό θα ήταν να υπάρξει αποτελεσματική ενημέρωση εκ μέρους της Επιτροπής και του Συμβουλίου που θα υπογραμμίζουν τις επιπτώσεις της διαστημικής πολιτικής για την κοινωνία. Μια καλά στοχοθετημένη επικοινωνιακή στρατηγική θα πρέπει να περιλαμβάνει θετικά κίνητρα που θα ενθαρρύνουν τους νέους να ασχοληθούν με το διάστημα και γενικότερα να ακολουθήσουν επιστημονική ή τεχνική εκπαίδευση.

4.12

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει τη μεγάλη σημασία που έχει μια συστηματική και καθολικά διαφανής αξιολόγηση καθώς και μια σωστή εφαρμογή. Η πολύπλοκη σχέση μεταξύ των κέντρων ερευνών, των δημόσιων αρχών σε κοινοτική και εθνική κλίμακα και των ιδιωτικών επιχειρήσεων, μαζί με τις πολύπλοκες χρηματοδοτικές και οργανωτικές ρυθμίσεις απαιτούν παρακολούθηση. Στα πλαίσια δυναμικής αλληλεπίδρασης η παρακολούθηση θα οδηγήσει σε διαφάνεια και πιθανώς σε απλοποίηση, σε νέες ιδέες και σχέδια, καθώς και στη χρηματοδότησή τους.

5.   Δίκαιη επιστροφή και ιδιωτικός τομέας

5.1

Η αρχή της «δίκαιης επιστροφής» εξηγείται από ένα σύνολο στρατηγικών εννοιών και προγραμμάτων των κρατών μελών, συγκεκριμένες εθνικές σχέσεις με ιδιωτικές εταιρείες, διακυβερνητική συνεργασία εντός και εκτός της Ε.Ε., τον διακυβερνητικό χαρακτήρα του ΕΟΔ που βασίζεται στην τεχνολογία: κάθε χώρα ανακτά τις επενδύσεις της στις δραστηριότητες του ΕΟΔ με τη μορφή συμβολαίων με τη βιομηχανία της μέσω ενός πολύπλοκου προτύπου συνδρομών και παραχωρήσεων. Υπό τις κρατούσες συνθήκες η βιομηχανική πολιτική του ΕΟΔ είναι επιτυχής.

5.2

Συνεπώς οι σχέσεις μεταξύ κυβερνήσεων, ινστιτούτων ερευνών, ΕΟΔ και ιδιωτικών επιχειρήσεων αντικατοπτρίζουν μια στέρεα διάρθρωση και λόγω του ότι ο διαστημικός κλάδος αποτελεί μια περιορισμένη αγορά που χαρακτηρίζεται από υψηλή εξειδίκευση.

5.3

Πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ακόλουθες σημαντικές εξελίξεις:

η ανάγκη να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή παρουσία στο κόσμο·

η χρήση του «σύμπαντος» για πολιτικούς σκοπούς και ειρηνικούς στόχους που περιλαμβάνουν τη συλλογική ασφάλεια·

η πολιτική και χρηματοδοτική συμμετοχή της Ε.Ε. και της Επιτροπής σε ευρύ φάσμα τομέων·

η αυξανόμενη σημασία που αποδίδεται στις εφαρμογές και στις ανάγκες των χρηστών, δηλαδή η μεταβολή των προτεραιοτήτων από την ανάπτυξη των τεχνολογιών προς την ζήτηση της αγοράς·

ο νέος ρόλος των ιδιωτικών επιχειρήσεων.

5.4

Το Συμβούλιο υποστηρίζει τη διατήρηση της αρχής της «δίκαιης επιστροφής» στην περίπτωση του ΕΟΔ. Από την άποψη αυτή τα συμφέροντα των κρατών μελών του ΕΟΔ δεν συμπίπτουν σε όλες τους τις διαστάσεις. Πρέπει σχετικά να σημειωθεί ότι η αρχή αυτή έχει ήδη εξελιχθεί και λάβει πιο ευέλικτη μορφή σε σχέση με το παρελθόν και ότι εκσυγχρονίζεται βαθμιαία.. Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, η αρχή της δίκαιης επιστροφής θα πρέπει να αναπτύξει επαρκή ευελιξία, έτσι ώστε να μπορούν να συμμετέχουν ισότιμα και υψηλά εξειδικευμένες μεσαίου μεγέθους εταιρείες που έχουν (ακόμη) την έδρα τους σε συγκεκριμένη χώρα.

5.5

Σε περίπτωση συμμετοχής και χρηματοδότησης εκ μέρους της Επιτροπής, υπερισχύουν οι κανόνες της Ε.Ε., δηλαδή της πολιτικής ανταγωνισμού και οι κανόνες που διέπουν τις δημόσιες συμβάσεις. Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της που η Επιτροπή αναπτύσσει κατάλληλα όργανα και χρηματοδοτικές ρυθμίσεις για κοινοτικά μέτρα στον τομέα του διαστήματος, που να λαμβάνουν υπόψη τους τις ιδιαιτερότητες του διαστημικού τομέα. Αυτό είναι ιδιαίτερα αναγκαίο, ώστε και στο μέλλον να διατηρηθεί ή να δημιουργηθεί μία ισόρροπη βιομηχανική διάρθρωση των κρατών μελών στον τομέα του διαστήματος.

5.6

Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στο ρόλο των ΜΜΕ όσον αφορά την ανάπτυξη υπηρεσιών. Πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των μεγάλων εταιριών που αναπτύσσουν συχνά δραστηριότητα διεθνώς, και μεγάλου αριθμού ειδικευμένων μεσαίου μεγέθους εταιριών που ως επί το πλείστον αναπτύσσουν τη δραστηριότητά τους σε εθνικά πλαίσια και οι οποίες αναζητούν ευκαιρίες στην ευρωπαϊκή διαστημική αγορά. Πρέπει να υποστηριχθούν οι κοινοπραξίες των ΜΜΕ στην αγορά του διαστήματος.

5.6.1

Ο ρόλος των ειδικευμένων εταιριών μεσαίου μεγέθους οπωσδήποτε αυξάνεται (16). Κατά πάσα πιθανότητα η τάση αυτή θα ενισχυθεί στον τομέα λόγω της έμφασης που δίνεται στη ζήτηση της αγοράς και στις ανάγκες των χρηστών και της δυναμικής συμμετοχής των μικρών επιχειρήσεων στην ανάπτυξη υπηρεσιών. Ο λειτουργικός σχεδιασμός και τα σχέδια συνεργασίας με τις εταιρείες μεσαίου μεγέθους θα επεκταθούν.

5.6.2

Μέχρι σήμερα η διαστημική πολιτική ασκείτο χωριστά από τους άλλους τομείς της οικονομίας. Η αλλαγή των προτεραιοτήτων, η οριζόντια προσέγγιση και συνεργασία μεταξύ ΕΟΔ και Επιτροπής θα συμβάλουν στη σύνδεση της τεχνολογίας, των δημόσιων επενδύσεων και των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Η εμπειρία του EUMETSAT με την ανάπτυξη των λειτουργικών υπηρεσιών του μπορεί να έχει πρακτική αξία για το GMES.

5.6.3

Σε ό,τι αφορά τους δορυφόρους, τα επιχειρησιακά σχέδια, το μάρκετινγκ και η εμπορία μπορεί να καθιερώσουν επωφελείς πρακτικές. Τα δίκτυα των εταιριών μεσαίου μεγέθους θα ενισχυθούν.

5.7

Τα δορυφορικά και επίγεια συστήματα θα πρέπει να ενσωματωθούν όπως προβλέπεται για το GMES. Τα δίκτυα ευφυών αισθητήρων μπορούν να αναπτυχθούν περαιτέρω.

5.8

Η συμμετοχή της βιομηχανίας απαιτεί σαφή ορισμό της ζήτησης της Ε.Ε.. Η αυξανόμενη έμφαση που δίδεται στις υπηρεσίες και στις ανάγκες των χρηστών, επιπλέον της έρευνας, της συλλογής δεδομένων και των υποδομών, προϋποθέτει την ευαίσθητη και συνεχή εξισορρόπηση μεταξύ επιστήμης και εφαρμογών σε όλη την ευρωπαϊκή επικράτεια (17).

5.9

Ωστόσο, όπως σημειώθηκε προηγουμένως, οι εφαρμογές απαιτούν την υποστήριξη της τεχνολογικής ανάπτυξης. Η ESTP (18), στην οποία συμμετέχουν επιστημονικοί και βιομηχανικοί φορείς, αποτελεί μεταξύ άλλων μια ιδιαίτερα φερέλπιδα πλατφόρμα για την επισήμανση των επιθυμητών τεχνολογιών. Αναμένεται να καθορίσει την μακροπρόθεσμη στρατηγική ατζέντα της έρευνας. Η ESTP μπορεί επίσης να παράσχει διασυνδέσεις με άλλους βιομηχανικούς τομείς και κλάδους.

5.10

Μέχρι σήμερα, η εφαρμογή της στρατηγικής της δίκαιης επιστροφής για την ανάπτυξη του ευρωπαϊκού δυναμικού στο χώρο του διαστήματος υπήρξε επιτυχής. Όμως, η αυξανόμενη ωρίμανση της διαστημικής αγοράς θα απαιτήσει περισσότερη ευελιξία, εφόσον τα σταθερά σχήματα συνεργασίας κατά κανόνα δεν διευκολύνουν τη βιομηχανική καινοτομία. Λόγω της ζήτησης της αγοράς, των αναγκών των χρηστών, και της ανάπτυξης υπηρεσιών, ιδιαιτέρως των ΜΜΕ, οι επιχειρήσεις αυτές αναμένεται να ανταποκριθούν με τον κατάλληλο τρόπο στις νέες απαιτήσεις και επιλογές της ευρωπαϊκής διαστημικής πολιτικής.

5.10.1

Στα πλαίσια αυτά, πρέπει να ληφθούν επίσης υπόψη οι μεγάλες ανισότητες όσον αφορά τις εθνικές συνεισφορές στον ΕΟΔ, ιδιαίτερα στην περίπτωση των νέων κρατών-μελών και των μικρότερων χωρών, καθώς και χωρών εκτός της ΕΕ (που είναι μέλη του ΕΟΔ).

5.11

Συνεπώς, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει μια ανοιχτή και διαφανή ανάλυση και τη διεξαγωγή διαλόγου με θέμα τις επιθυμητές επιδόσεις της Ευρώπης σε δέκα χρόνια προκειμένου να διατηρήσει και βελτιώσει τη θέση της στον κόσμο: ποιοι στόχοι και αντίστοιχα θεσμικά μέσα– όσον αφορά τον ΕΟΔ, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη– απαιτούνται για την ανάληψη από κοινού συντονισμένης ευρωπαϊκής αποστολής που να περιλαμβάνει την δυναμική συμμετοχή των εταιριών μεσαίου μεγέθους και την εξασφάλιση του υψηλότερου επιπέδου ανταγωνισμού.

5.12

Η ανάλυση και ο διάλογος θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν τον τρόπο χρηματοδότησης του ΕΟΔ, ιδιαίτερα το αποτέλεσμα των προαιρετικών συμμετοχών, καθώς και ποιες μπορούν να είναι οι διαδικασίες για την προοδεύουσα ολοκλήρωση διαστημικών υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά της Ε.Ε. ενσωμάτωση, σε κάποια έκταση, του διαστήματος στην εσωτερική αγορά της Ε.Ε.. Στους τομείς στους οποίους θα συμμετέχουν οι ΓΔ της Επιτροπής, πρέπει να αναπτυχθούν ειδικοί κανόνες χρηματοδότησης και να γίνει ο κατάλληλος επιμερισμός του κόστους.

5.13

Μια σύγχρονη βιομηχανική πολιτική όπως αναπτύσσεται στους διάφορους τομείς από την Επιτροπή μπορεί επίσης να είναι χρήσιμη, εφόσον λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες της διαστημικής πολιτικής. Σε αυτές συγκαταλέγονται η ανάγκη για τεχνολογίες και υποδομές που χρηματοδοτούνται από δημόσιους πόρους, η ανάπτυξη πρωτοτύπων, η απουσία πραγματικής αγοράς σε πολλούς τομείς και η ενεργός βιομηχανική πολιτική όσον αφορά το διάστημα που ασκούν και χρηματοδοτούν οι Ηνωμένες πολιτείες και άλλες χώρες.

5.14

Ως πρώτο βήμα επείγει η στροφή προς τη βιομηχανία ώστε να λάβει συγκεκριμένη μορφή το όραμα των υπευθύνων για τη χάραξη πολιτικής όσον αφορά τις βιομηχανικές φιλοδοξίες της Ευρώπης.

6.   Άμυνα και ασφάλεια

6.1

Το ψήφισμα του Συμβουλίου υπογραμμίζει τη σημασία του διαστήματος για την άμυνα και ασφάλεια. Συζητείται όλο και περισσότερο η καθιέρωση κοινής στρατηγικής όσον αφορά τις ευρωπαϊκές στρατιωτικές ικανότητες.

6.2

Η συζήτηση εντάσσεται στην επιθυμητή πρόοδο όσον αφορά μια κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας. Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την σταδιακά υιοθετούμενη θέση ότι η ασφάλεια δεν θα πρέπει να αποτελεί μια ενιαία πολιτική αλλά ένα μείγμα πολιτικών των ευρωπαϊκών οργάνων και εντός των πλαισίων τους (19).

6.3

Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι τα όρια μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών εφαρμογών είναι ασαφή. Συνιστάται να υπογραμμιστούν οι πιθανές ευκαιρίες που προσφέρονται αμοιβαίως για τις διαφορετικές κατηγορίες αναγκών που έχει καθένας από τους δύο τομείς. Τα στρατιωτικά συστήματα μπορεί να επωφεληθούν από πολιτικές ευρωπαϊκές αποστολές λόγω των διπλής χρήσεως αποτελεσμάτων των πολιτικών και στρατιωτικών εφαρμογών.

6.4

Προς το παρόν, η ιδιοκτησία, η διακυβέρνηση και οι προϋπολογισμοί στον τομέα της ασφάλειας είναι αυστηρώς εθνικού χαρακτήρα. Οι κοινές προσεγγίσεις μεταξύ διαφορετικών χωρών σπανίζουν, αν και ορισμένες δράσεις στον τομέα της άμυνας συντονίζονται σε ευρωπαϊκό πλαίσιο. Υπάρχουν πολλές επιλογές για το μέλλον, που εκτείνονται από μικρό βαθμό συντονισμού σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε ένα απολύτως κοινό ευρωπαϊκό υπόδειγμα.

6.5

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι για λόγους ασφαλείας, τεχνολογικούς και προϋπολογισμού θα πρέπει να προωθηθεί ο σχεδιασμός μελλοντικών συστημάτων που θα φέρουν κοντά τις ευρωπαϊκές χώρες.

6.6

Η εθνική λογική σε θέματα ασφάλειας είναι βαθιά ριζωμένη. Ωστόσο εάν αρχίσουμε με ένα κοινό όραμα για το μέλλον που θα περιλαμβάνει τις απαιτούμενες εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι δυνατόν να προωθηθούν συγκεκριμένα σχέδια ενώ εμπειρικά στοιχεία θα συμβάλουν στην πρόοδο.

6.7

Για να αποφευχθούν οι άσκοπες επικαλύψεις, μέρος του κοινού σχεδίου θα μπορούσε να είναι η εξειδίκευση και η κατανομή των εργασιών (20). Θα μπορούσαν να προβλεφθούν ερευνητικά προγράμματα που συμβάλλουν στην ανάπτυξη των τεχνικών ικανοτήτων.

6.8

Στα πλαίσια αυτά, μπορεί να δοθεί η δυνατότητα στον EDA (21) που αποτελεί αναγνωρισμένο φορέα, να αναπτύξει ιδιαίτερες αρμοδιότητες όπως ο ορισμός των ικανοτήτων, η υποβολή αναπτυξιακών προγραμμάτων και ο συντονισμός μεταξύ εθνικών διαστημικών και αμυντικών οργανισμών και ΕΟΔ.

6.9

Η νέα Συνθήκη αφήνει να διαφανεί η προοπτική διεύρυνσης των πρωτοβουλιών που μπορούν να αναλάβουν η Επιτροπή και το Συμβούλιο προκειμένου να αυξηθεί η έρευνα όσον αφορά την ασφάλεια, μολονότι θα πρέπει να αποφευχθούν οποιεσδήποτε συνεπακόλουθες αλληλεπικαλύψεις ή επαναλήψεις.

6.10

Παρόμοιες αποφάσεις απαιτούν προετοιμασία και συνεπώς την ανάληψη δέσμευσης από το Συμβούλιο διαστήματος και το γενικό Συμβούλιο. Στη νέα συνθήκη προβλέπονται θεσμικές βελτιώσεις που βαίνουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Βρυξέλλες, 13 Φεβρουαρίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος.

(2)  Η βιομηχανική πολιτική του ΕΟΔ είναι όλως ιδιαίτερη. Η μορφή και το περιεχόμενό της δεν πρέπει να συγχέονται με την βιομηχανική πολιτική της Επιτροπής που αφορά τους παραγωγικούς κλάδους.

(3)  Ο ΕΟΔ (Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος) αποτελεί έναν απολύτως ανεξάρτητο οργανισμό. Επί του παρόντος διαθέτει 17 μέλη. Όλα τα μέλη του ΕΟΔ δεν αποτελούν και κράτη μέλη της ΕΕ, ενώ όλα τα μέλη της ΕΕ δεν είναι μέλη και του ΕΟΔ. Ο ΕΟΔ χρηματοδοτείται από κοινού από τα μέλη του, τα οποία κατανέμονται σε ένα «υποχρεωτικό» και ένα προαιρετικό πρόγραμμα.

(4)  COM(2007) 212 τελικό.

(5)  Το Συμβούλιο Διαστήματος είναι το Κοινό Συμβούλιο Διαστήματος που αποτελεί συγχώνευση μεταξύ του Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας και του Διακυβερνητικού Συμβουλίου Διαστήματος που λαμβάνει αποφάσεις για τις πολιτικές του ΕΟΔ.

(6)  Μεταξύ των ανακοινώσεων τύπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του ΕΟΔ σχετικά με τα αποτελέσματα του Συμβουλίου Διαστήματος της 22ας Μαΐου συγκαταλέγονται τίτλοι ως ακολούθως: «Το Συμβούλιο Διαστήματος καλωσορίζει την Ιστορική Ευρωπαϊκή Διαστημική Πολιτική», και «Η Ευρωπαϊκή Διαστημική Πολιτική γίνεται πραγματικότητα σήμερα» .

(7)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα την Ανακοίνωση της Επιτροπής «Η ευρωπαϊκή βιομηχανία αεροδιαστημικής απαντά στην παγκόσμια πρόκληση», (Εισηγητής: κ. Sepi), ΕΕ C 95, 30.3.1998, σελ. 11.

Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Πράσινη Βίβλος — Η Ευρωπαϊκή διαστημική πολιτική» (Εισηγητής: κ. Buffetaut), ΕΕ C 220, 16.9.2003, σελ. 19.

Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Λευκή Βίβλος — Σχέδιο δράσης για εφαρμογή της ευρωπαϊκής διαστημικής πολιτικής» (Εισηγητής: κ. Buffetaut), ΕΕ C 112, 30.4.2004, σελ. 9.

(8)  Η συμφωνία-πλαίσιο ΕΟΔ — Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Οκτωβρίου 2003, καθιερώνει μέθοδο εργασίας και στενότερη σχέση μεταξύ ΕΟΔ και Επιτροπής.

(9)  Παγκόσμια Παρακολούθηση του Περιβάλλοντος και της Ασφάλειας.

(10)  ΕΟΔ 2485 εκατομ. ευρώ, EUMETSAT 330 εκατομ. ευρώ, κράτη μέλη (Γαλλία, Γερμανία, Ιταλία, Ισπανία) 1190 εκατομ. ευρώ (πολιτικός τομέας) και 790 εκατομ. ευρώ (στρατιωτικός τομέας).

(11)  Από την άλλη πλευρά δεν πρέπει να τονίζεται υπερβολικά η αποτελεσματικότητα του κοινού αμερικανικού προγράμματος και της κεντρικής οργάνωσης. Τα επιμέρους κράτη και επιχειρήσεις, που έχουν το καθένα τους εκπροσώπους τους στο Capitol Hill και τις ομάδες πίεσης και τα δίκτυά τους επηρεάζουν το είδος των συμβολαίων και τους στόχους. Η NASA πλήττεται επίσης από την γραφειοκρατία και την μονοπωλιακή της θέση.

(12)  Με τη συμμετοχή δύο μη κοινοτικών χωρών, της Ελβετίας και της Νορβηγίας.

(13)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Πράσινη Βίβλος για τις εφαρμογές της δορυφορικής πλοήγησης» (Εισηγητής: κ. Buffetaut), CESE 989/2007 (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα). Στη γνωμοδότηση εξετάζονται μεταξύ άλλων ορισμένα θέματα που κατά την ΕΟΚΕ θα έπρεπε να πραγματευόταν η Πράσινη Βίβλος.

(14)  Στα πλαίσια αυτά παρατηρείται μια νέα εξέλιξη: η ευρωπαϊκή βιομηχανία (που προηγείται) συγκεντρώνει τις απόψεις της στις «Υπηρεσίες Galileo (GS)» και στην Ευρωπαϊκή Ένωση Εταιριών Τηλεπισκόπησης (EARSC).

(15)  Ανακοίνωση για την Ευρωπαϊκή Διαστημική Πολιτική, σελίδα 6.

(16)  Βλέπε σχετικώς την γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Η ανάπτυξη των αλυσίδων αξίας και εφοδιασμού στο ευρωπαϊκό και στο διεθνές πλαίσιο» (Εισηγητής: κ. van Iersel), CESE 599/2007.

(17)  «… δεν μπορούμε πλέον να συνεχίσουμε τον διπλό μονόλογο κατά τον οποίο η βιομηχανία καλεί τα θεσμικά όργανα να καθορίσουν τις ανάγκες τους ενώ τα θεσμικά όργανα καλούν τη βιομηχανία να προτείνει υπηρεσίες που ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους.» βλ. επιστολή του ASD-Europspace, 2 Ιουλίου 2007 προς τον Επίτροπο G. Verheugen και τον κ. J.J. Dordain, ΕΟΔ.

(18)  Πλατφόρμα ευρωπαϊκής διαστημικής τεχνολογίας, συνδυασμένη πλατφόρμα των μεγαλύτερων ενδιαφερομένων φορέων στους οποίους περιλαμβάνονται οι συμμετέχουσες χώρες της Ε.Ε., ο ΕΟΔ, η Ευρωπαϊκή Διαστημική Βιομηχανία (άνω των 100 εταιριών) και το Eurospace, εργαστήρια ερευνών και πανεπιστήμια, εθνικοί οργανισμοί διαστήματος καθώς και 21 οργανισμοί.

(19)  «Σήμερα, η διαστημική πολιτική σε θέματα ασφάλειας δεν είναι μια ενιαία πολιτική αλλά ένα μείγμα πολιτικών που ασκούν τα κράτη μέλη, το Συμβούλιο διαστήματος, η Επιτροπή και τέλος ο ΕΟΔ. Το πολυσύνθετο αυτό πανόραμα απαιτεί καλύτερο συντονισμό για τον εξορθολογισμό της διακυβέρνησης και την αποφυγή επικαλύψεων» . Βλ. Το κόστος της μη- Ευρώπης στον τομέα των δορυφορικών συστημάτων, Έκθεση FRS-IAI, Ίδρυμα για τη Στρατηγική Έρευνα, Παρίσι και Ίδρυμα Διεθνών Υποθέσεων, Ρώμη, 24 Μαΐου 2007.

(20)  Πρόδρομο αποτελεί η συμφωνία MUSIS που υπέγραψαν έξι χώρες, η οποία προβλέπει τη δημιουργία διαστημικού συστήματος απεικόνισης για παρακολούθηση, αναγνώριση και παρατήρηση.

(21)  Ευρωπαϊκός Οργανισμός Άμυνας.


25.6.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/31


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την εφαρμογή της οδηγίας 1999/44/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών, καθώς και ανάλυση της περίπτωσης εισαγωγής της άμεσης ευθύνης του παραγωγού»

COM(2007) 210 τελικό

(2008/C 162/04)

Στις 24 Απριλίου 2007, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της ΣΕΚ, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την

«Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την εφαρμογή της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών, καθώς και ανάλυση της περίπτωσης εισαγωγής της άμεσης ευθύνης του παραγωγού»

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 31 Ιανουαρίου 2008, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Cassidy.

Κατά την 442η σύνοδο ολομέλειάς της, της 13ης και 14ης Φεβρουαρίου 2008 (συνεδρίαση της 13ης Φεβρουαρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 145 ψήφους υπέρ, 3 κατά και 6 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Οι έλεγχοι της Επιτροπής σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας 1999/44/ΕΚ στο εθνικό δίκαιο φανερώνουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών για τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας. Ορισμένες από τις αποκλίσεις αυτές οφείλονται ενδεχομένως σε ρυθμιστικά κενά της Οδηγίας, ενώ άλλες μπορούν ήδη να θεωρηθούν ως εσφαλμένη μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο. Επί του παρόντος δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό αυτές οι αποκλίσεις επηρεάζουν την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να μελετήσει τις επιπτώσεις τόσο για την εσωτερική αγορά όσο και για την εμπιστοσύνη των καταναλωτών ως θέμα προτεραιότητας (1).

1.2

Κατά συνέπεια, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να λάβει μέτρα επιβολής εις βάρος των κρατών μελών που μέχρι σήμερα δεν εφαρμόζουν ορθά την οδηγία 1999/44/EΚ.

1.3

Το Πράσινο Βιβλίο σχετικά με το κοινοτικό κεκτημένο για την προστασία των καταναλωτών παρουσιάζει μια σειρά οριζόντιων ζητημάτων. Η Επιτροπή επισήμανε κατά τη διάρκεια της επανεξέτασής του ορισμένα προβλήματα που σχετίζονται με την εφαρμογή της οδηγίας για τις πωλήσεις στους καταναλωτές, ιδίως όσον αφορά το ζήτημα της άμεσης ευθύνης του παραγωγού (DPL).

1.4

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η οδηγία για τις πωλήσεις στους καταναλωτές δεν εξετάζει επίσης επαρκώς τη ρύθμιση των εγγυήσεων των κατασκευαστών και των λιανοπωλητών, για παράδειγμα τις απαιτήσεις συμμόρφωσης δυνάμει του άρθρου 2 της Οδηγίας.

1.5

Δεν υπάρχουν ακράδαντα στοιχεία που να επιβάλλουν την τροποποίηση αποκλειστικά της οδηγίας 1999/44/ΕΚ για την εισαγωγή της άμεσης ευθύνης του παραγωγού (DPL). Το Πράσινο Βιβλίο σχετικά με την επανεξέταση του κοινοτικού κεκτημένου για την προστασία των καταναλωτών (2) δρομολόγησε δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με το θέμα αυτό και άλλα θέματα, τα οποία επισημάνθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά τη διάρκεια επανεξέτασης της κοινοτικής νομοθεσίας για την προστασία των καταναλωτών (πρόκειται για τις οκτώ οδηγίες για τους καταναλωτές (3)). Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να εξετάσει τη σκοπιμότητα εισαγωγής της άμεσης ευθύνης του παραγωγού σε μια πιθανή νομοθετική συνέχεια του Πράσινου Βιβλίου (π.χ. σε μια «οριζόντια» οδηγία), η οποία υποστηρίζεται από φορείς όπως το UGAL (4) και το BEUC. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ τονίζει ότι τα αποτελέσματα αυτής της πρωτοβουλίας δεν θα πρέπει να επιβαρύνουν υπερβολικά τον τομέα όπως έχει ζητήσει το Eurocommerce.

1.6

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι, πριν η Επιτροπή εκδώσει οριζόντια οδηγία, πρέπει να διεξαχθεί αξιολόγηση.

1.6.1

Πρόκειται για το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί ότι η οδηγία πρέπει να εφαρμόζεται σε πρόσθετα είδη συμβάσεων βάσει των οποίων παρέχονται αγαθά στους καταναλωτές (π.χ. ενοικιάσεις αυτοκινήτων) ή υπηρεσίες ψηφιακού περιεχομένου (π.χ. μουσική σε απευθείας σύνδεση). Αφορά επίσης τα μεταχειρισμένα αγαθά που πωλούνται σε δημόσιους πλειστηριασμούς στους οποίους ο καταναλωτής παρευρίσκεται αυτοπροσώπως. Άλλα θέματα όπως ορισμός της παράδοσης, η μετάθεση του κινδύνου, η έννοια και επέκταση των χρονικών ορίων για τη συμμόρφωση των αγαθών, η κάλυψη επαναλαμβανόμενων ελαττωμάτων, το καθεστώς του βάρους της αποδείξεως και ακόμη ορισμένα διορθωτικά μέτρα θα πρέπει να θεωρούνται ότι αποτελούν μέρος ενός οριζόντιου μέσου στα πλαίσια μιας μικτής προσέγγισης για την αναθεώρηση των κεκτημένων του καταναλωτή. Η συζήτηση σχετικά με τις λεπτομέρειες των θεμάτων αυτών θα πρέπει να πραγματοποιηθεί όταν υποβληθεί σχετική πρόταση προς διαβούλευση και δημόσια συζήτηση.

1.7

Τα ενδιαφερόμενα μέρη και τα κράτη μέλη έχουν αποκλίνουσες απόψεις σχετικά με τον αντίκτυπο της άμεσης ευθύνης του παραγωγού στο επίπεδο της προστασίας των καταναλωτών και στην εσωτερική αγορά. Τα περισσότερα κράτη μέλη και ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη θεωρούν ότι η άμεση ευθύνη του παραγωγού αυξάνει δυνητικά την προστασία των καταναλωτών. Ορισμένα κράτη μέλη θεωρούν ότι ο παραγωγός έχει μεγαλύτερη δυνατότητα από τον πωλητή να επιτύχει τη συμμόρφωση των αγαθών με τη σύμβαση. Άλλα κράτη μέλη υποστηρίζουν ότι η εισαγωγή της άμεσης ευθύνης του παραγωγού δεν θα οδηγήσει σε αύξηση της προστασίας των καταναλωτών αλλά μάλλον σε νομική αβεβαιότητα και σημαντική επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι χρειάζονται περισσότερες πληροφορίες για το θέμα αυτό (5).

2.   Εισαγωγή

2.1

Στις 24 Απριλίου 2007 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε την ανακοίνωση για την εφαρμογή της οδηγίας 1999/44/ΕΚ («οδηγία για τις πωλήσεις στους καταναλωτές») σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένης ανάλυσης της περίπτωσης εισαγωγής της άμεσης ευθύνης του παραγωγού σύμφωνα με το άρθρο 12 της Οδηγίας.

2.2

Στις 8 Φεβρουαρίου 2007 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε επίσης το Πράσινο Βιβλίο σχετικά με την επανεξέταση του κοινοτικού κεκτημένου για την προστασία των καταναλωτών. Η οδηγία 1999/44/EΚ είναι μία από τις οκτώ οδηγίες για τους καταναλωτές που παρατίθενται στο Παράρτημα 2 του Πράσινου Βιβλίου.

2.2.1

Το Παράρτημα 1 του Πράσινου Βιβλίου θέτει επίσης μια σειρά ερωτημάτων σχετικά με τους ειδικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις πωλήσεις στους καταναλωτές. Η παρούσα γνωμοδότηση αποσκοπεί στην παροχή κατευθύνσεων προς την Επιτροπή απαντώντας στην ανακοίνωσή της COM(2007) 210 τελικό «σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών, συμπεριλαμβανομένης ανάλυσης της περίπτωσης εισαγωγής της άμεσης ευθύνης του παραγωγού». Η ΕΟΚΕ κατάθεσε τη γνωμοδότησή της σχετικά με το Πράσινο Βιβλίο (6) στη σύνοδο ολομέλειάς της στις 11 και 12 Ιουλίου 2007. Είχε αποφασίσει τότε να μην γνωμοδοτήσει για το συγκεκριμένο θέμα, δηλαδή το ερώτημα της Επιτροπής που αφορούσε την οδηγία για τις πωλήσεις στους καταναλωτές, το οποίο θα απαντηθεί στην πρόταση της Επιτροπής για οδηγία πλαίσιο σχετικά με τα συμβατικά δικαιώματα των καταναλωτών.

2.2.2

Στο Πράσινο Βιβλίο η Επιτροπή παρουσιάζει ορισμένα οριζόντια ζητήματα για δημόσια διαβούλευση. Σε αυτά περιλαμβάνονται θέματα που αφορούν τις ελλείψεις και τα ρυθμιστικά προβλήματα που εντόπισε η Επιτροπή κατά την επανεξέταση του κοινοτικού κεκτημένου για την προστασία των καταναλωτών, μεταξύ άλλων και αυτά που απορρέουν από την οδηγία 1999/44.

2.3

Όλα τα κράτη μέλη έχουν μεταφέρει την Οδηγία στο εθνικό τους δίκαιο (7). Στόχος της ανακοίνωσης είναι να εξετασθεί ο τρόπος με τον οποίο τα κράτη μέλη εφάρμοσαν την Οδηγία. Η ανακοίνωση αποτελεί μέρος της διαδικασίας επανεξέτασης του κοινοτικού κεκτημένου για την προστασία των καταναλωτών, η οποία είναι σύμφωνη με τις αρχές της βελτίωσης της νομοθεσίας που επιδιώκεται από την Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την ΕΟΚΕ μέσω της απλούστευσης του ρυθμιστικού πλαισίου.

2.4

Στόχος της Οδηγίας είναι η εναρμόνιση των πτυχών του δικαίου των συμβάσεων καταναλωτή που αφορούν κυρίως τη νομική εγγύηση και σε μικρότερο βαθμό τις εμπορικές εγγυήσεις.

2.5

Όλα τα κράτη μέλη όφειλαν να έχουν μεταφέρει την Οδηγία στο εθνικό τους δίκαιο έως την 1η Ιανουαρίου 2002 το αργότερο, αλλά είχαν επίσης το δικαίωμα να προβλέψουν αυστηρότερες διατάξεις προς όφελος των καταναλωτών.

2.6

Η Επιτροπή εφιστά την προσοχή στην ανεπαρκή εφαρμογή της Οδηγίας από πλευράς ορισμένων κρατών μελών.

3.   Κύρια σημεία της ανακοίνωσης της Επιτροπής

3.1

Η ανακοίνωση αφορά την εφαρμογή της οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών («οδηγία για τις πωλήσεις στους καταναλωτές») στα κράτη μέλη, και εξετάζει την περίπτωση εισαγωγής, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, της άμεσης ευθύνης του παραγωγού, όπως ορίζει το άρθρο 12 της ίδιας οδηγίας.

3.2

Η ανακοίνωση της Επιτροπής υπογραμμίζει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν ορισμένα κράτη μέλη στην εφαρμογή της Οδηγίας. Ειδικότερα, προβλήματα ανακύπτουν από τους αποκλίνοντες ορισμούς του «καταναλωτή» και του «πωλητή», όταν υπάρχουν διαφορετικοί ορισμοί σε άλλες κοινοτικές πράξεις.

3.3

Ομοίως, ο ορισμός των «καταναλωτικών αγαθών» στο άρθρο 1(2)(β) της Οδηγίας προσδιορίζει το πεδίο εφαρμογής του. Τα κράτη μέλη έχουν μεταφέρει τον ορισμό στο εθνικό τους δίκαιο με διαφορετικούς τρόπους. Σε ορισμένα κράτη μέλη η σχετική νομοθεσία εφαρμόζεται επίσης στις πωλήσεις ακίνητης περιουσίας σε καταναλωτές.

3.4

Ορισμένα κράτη μέλη αποκλείουν«τα μεταχειρισμένα αγαθά που πωλούνται σε δημόσιους πλειστηριασμούς με αυτοπρόσωπη παρουσία των αγοραστών». Ορισμένα αξιοποιούν αυτήν την επιλογή, ενώ άλλα έχουν επιλέξει να περιορίσουν την ευθύνη του πωλητή για τα εν λόγω αγαθά.

3.5

Όλα τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει εθνική νομοθεσία για τη μεταφορά των απαιτήσεων της Οδηγίας. Σύμφωνα με το άρθρο 12 της Οδηγίας, η Επιτροπή οφείλει να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο (εντός ορισμένης προθεσμίας) έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της Οδηγίας στα κράτη μέλη, στην οποία να εξετάζει ιδιαίτερα, μεταξύ άλλων, την περίπτωση εισαγωγής της άμεσης ευθύνης του παραγωγού. Η έκθεση θα πρέπει να συνοδεύεται, ενδεχομένως, από προτάσεις. Με την εν λόγω ανακοίνωση αναιρείται η υποχρέωση αυτή.

3.6

Το Μέρος Ι της ανακοίνωσης περιλαμβάνει την έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας για τις πωλήσεις στους καταναλωτές στα κράτη μέλη και το Μέρος ΙΙ εξετάζει την περίπτωση εισαγωγής της άμεσης ευθύνης του παραγωγού έναντι των καταναλωτών στην κοινοτική νομοθεσία.

3.7

Η μεταφορά της Οδηγίας στα κράτη μέλη δημιουργεί ορισμένα προβλήματα. Πολλά από αυτά μπορεί να οφείλονται σε ρυθμιστικές ελλείψεις της Οδηγίας, άλλα όμως μπορεί ήδη στο παρόν στάδιο να θεωρηθούν ως εσφαλμένη μεταφορά της Οδηγίας. Οι έλεγχοι της μεταφοράς της Οδηγίας έχουν αποκαλύψει σημαντικές αποκλίσεις ανάμεσα στις εθνικές νομοθεσίες λόγω της χρήσης της ελάχιστης ρήτρας και διαφόρων κανονιστικών επιλογών που προβλέπονται στην Οδηγία. Ωστόσο, δεν είναι σαφές στο στάδιο αυτό σε ποιο βαθμό οι αποκλίσεις αυτές επηρεάζουν τη σωστή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών.

3.7.1

Το Πράσινο Βιβλίο περιλαμβάνει ορισμένα οριζόντια ζητήματα για δημόσια διαβούλευση, τα οποία αφορούν τις ελλείψεις και τα ρυθμιστικά προβλήματα που εντόπισε η Επιτροπή κατά την επανεξέταση του κοινοτικού κεκτημένου για την προστασία των καταναλωτών, μεταξύ άλλων και αυτά που απορρέουν από την εν λόγω Οδηγία. Για τους λόγους αυτούς, η Επιτροπή αποφάσισε να μην υποβάλει σε αυτό το στάδιο πρόταση σχετικά με την Οδηγία.

3.7.2

Σχετικά με το θέμα της άμεσης ευθύνης του παραγωγού, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να προσδιοριστεί εάν η έλλειψη κανόνων σε επίπεδο ΕΕ έχει αρνητικό αντίκτυπο στην εμπιστοσύνη που επιδεικνύουν οι καταναλωτές στην εσωτερική αγορά. Το θέμα αυτό εξετάζεται περαιτέρω στο πλαίσιο του Πράσινου Βιβλίου.

3.8

Στη γνωμοδότησή της για το Πράσινο Βιβλίο σχετικά με την επανεξέταση του κοινοτικού κεκτημένου για την προστασία των καταναλωτών (8), η ΕΟΚΕ εκφράζει αμφιβολίες κατά πόσο η προτεινόμενη προσέγγιση μπορεί να οδηγήσει σε ένα υψηλό και ομοιόμορφο επίπεδο προστασίας των καταναλωτών σε ολόκληρη την ΕΕ. Στόχο πρέπει να αποτελέσει η γνήσια δημοκρατική νομιμοποίηση του αναθεωρημένου κοινοτικού κεκτημένου για την προστασία των καταναλωτών σε συνδυασμό με μια σαφή νομική και εννοιολογική βάση. Η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή στο έλλειμμα κανονιστικών ρυθμίσεων του ψηφιακού περιβάλλοντος. Οποιεσδήποτε προτάσεις για την εναρμόνιση των κανόνων σε αυτόν τον τομέα πρέπει να συνοδεύονται από κατάλληλη αξιολόγηση του αντίκτυπου και να επιδιώκουν την απλούστευση και τη διασαφήνιση των υφιστάμενων κανόνων. Ξεχωριστή προτεραιότητα πρέπει να αποτελέσει η βελτίωση των μέτρων επιβολής και η ενδυνάμωση ή η εισαγωγή σαφών και απλών διαδικασιών με στόχο την αξίωση αποζημιώσεων. Η εναρμόνιση της νομοθεσίας για τους καταναλωτές σε ολόκληρη την ΕΕ πρέπει να έχει ως κατευθυντήρια αρχή την επίτευξη του καλύτερου και υψηλότερου δυνατού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών στα κράτη μέλη.

4.   Προβλήματα μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο

4.1

Οι έλεγχοι της Επιτροπής σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας 1999/44/ΕΚ στο εθνικό δίκαιο φανερώνουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών για τη μεταφορά της εν λόγω οδηγίας. Ορισμένες από τις αποκλίσεις αυτές οφείλονται ενδεχομένως σε ρυθμιστικά κενά της Οδηγίας, ενώ άλλες μπορούν ήδη να θεωρηθούν ως εσφαλμένη μεταφορά της στο εθνικό δίκαιο. Επί του παρόντος δεν είναι σαφές σε ποιο βαθμό αυτές οι αποκλίσεις επηρεάζουν την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να μελετήσει τις επιπτώσεις τόσο για την εσωτερική αγορά όσο και για την εμπιστοσύνη των καταναλωτών ως θέμα προτεραιότητας και να λάβει μέτρα επιβολής εις βάρος των κρατών μελών που δεν συμμορφώνονται (9).

5.   Άμεση ευθύνη του παραγωγού (DPL)

5.1

Ορισμένα κράτη μέλη έχουν εισάγει διάφορες μορφές άμεσης ευθύνης του παραγωγού. Αυτές διαφέρουν σημαντικά ως προς τους γενικούς και ειδικούς όρους. Η οδηγία του 1999 απαιτεί από την Επιτροπή να εξετάσει την περίπτωση εισαγωγής της άμεσης ευθύνης του παραγωγού και, κατά περίπτωση, να υποβάλει σχετική πρόταση. Από τα 17 κράτη μέλη που απάντησαν στο ερωτηματολόγιο της Επιτροπής, 7 εισήγαγαν κάποια μορφή άμεσης ευθύνης του παραγωγού, ωστόσο οι όροι για την έγερση άμεσων αξιώσεων εις βάρος του παραγωγού ποικίλουν σημαντικά. Υπάρχουν επίσης σοβαρές ενστάσεις από ορισμένα κράτη μέλη και ενδιαφερόμενα μέρη, τα οποία υποστηρίζουν ότι είναι πολύ νωρίς για την εκτίμηση των επιπτώσεών της στην ανάγκη για τροποποίηση αποκλειστικά της οδηγίας 1999/44/ΕΚ (10).

5.2

Τα ενδιαφερόμενα μέρη και τα κράτη μέλη έχουν αποκλίνουσες απόψεις σχετικά με τον αντίκτυπο της άμεσης ευθύνης του παραγωγού στο επίπεδο της προστασίας των καταναλωτών και στην εσωτερική αγορά. Τα περισσότερα κράτη μέλη και ορισμένα ενδιαφερόμενα μέρη θεωρούν ότι η άμεση ευθύνη του παραγωγού αυξάνει δυνητικά την προστασία των καταναλωτών. Ωστόσο, υπάρχει διαφωνία μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με την άμεση ευθύνη του παραγωγού, καθώς ορισμένα κράτη μέλη θεωρούν ότι ο παραγωγός έχει μεγαλύτερη δυνατότητα από τον πωλητή να επιτύχει τη συμμόρφωση των αγαθών με τη σύμβαση. Άλλα κράτη μέλη υποστηρίζουν ότι η εισαγωγή της άμεσης ευθύνης του παραγωγού δεν θα οδηγήσει σε αύξηση της προστασίας των καταναλωτών αλλά μάλλον σε νομική αβεβαιότητα. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι χρειάζονται περισσότερες πληροφορίες για το θέμα αυτό.

5.3

Πολλά από τα ενδιαφερόμενα μέρη και ορισμένα κράτη μέλη θεωρούν ότι η άμεση ευθύνη του παραγωγού μπορεί να αποτελέσει σημαντικό φόρτο για τις επιχειρήσεις αφού οι παραγωγοί θα πρέπει να δημιουργήσουν συστήματα για τη διαχείριση των καταγγελιών και να προβούν σε χρηματοοικονομική πρόβλεψη όσον αφορά την έκθεση στην ευθύνη αυτή. Δεν επικρατεί ομοφωνία, αν και άλλα κράτη μέλη και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη διαφωνούν με αυτό.

5.4

Η ύπαρξη αποκλινόντων συστημάτων άμεσης ευθύνης του παραγωγού αποτελεί δυνητικό πρόβλημα για την εσωτερική αγορά. Στο παρόν στάδιο η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα. Δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία για να προσδιοριστεί εάν η έλλειψη κανόνων σε επίπεδο ΕΕ σχετικά με την άμεση ευθύνη του παραγωγού έχει αρνητικό αντίκτυπο στην εμπιστοσύνη που επιδεικνύουν οι καταναλωτές στην εσωτερική αγορά.

5.5

Η επιχειρηματολογία που καθιστά την άμεση ευθύνη του παραγωγού υποχρεωτική σε όλα τα κράτη μέλη δεν είναι καθόλου αυτονόητη. Συγκριτικά προς την έγερση αξιώσεων εις βάρος του πωλητή, η άμεση ευθύνη του παραγωγού θα δημιουργούσε μια εκτενή αλυσίδα ευθυνών. Εξαρτάται από το εκάστοτε προϊόν ή υπηρεσία. Η διασυνοριακή αγορά προϊόντων υψηλής αξίας όπως αυτοκίνητα εμπλέκει άμεσα τον κατασκευαστή. Ωστόσο, χάρη στην ευρωπαϊκή νομοθεσία οι πωλητές ή οι αντιπρόσωποι αυτοκινήτων πρέπει να τηρούν την εγγύηση του κατασκευαστή ανεξαρτήτως της χώρας αγοράς του αυτοκινήτου. Για τις διασυνοριακές αγορές οίνων και οινοπνευματωδών ποτών, οι οποίες γίνονται ολοένα και πιο σημαντικές εντός της ενιαίας αγοράς, είναι δύσκολο να ληφθούν μέτρα επιβολής είτε εις βάρος του πωλητή είτε εις βάρος του «κατασκευαστή», εκτός εάν ο αγοραστής πραγματοποιεί συχνές επισκέψεις σε άλλο κράτος μέλος, στο οποίο γίνεται η αγορά των αγαθών. Η καθιέρωση της άμεσης ευθύνης του παραγωγού για όλα τα καταναλωτικά προϊόντα θα αυξήσει σημαντικά την προστασία και την εμπιστοσύνη των καταναλωτών προς την εσωτερική αγορά

5.6

Το θέμα της άμεσης ευθύνης του παραγωγού (DPL) απαιτεί διεξοδικότερη μελέτη συνοδευόμενη από αναλυτική εκτίμηση αντίκτυπου.

Βρυξέλλες, 13 Φεβρουαρίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Το Πανεπιστήμιο του Bielefeld (Γερμανία) εκπόνησε συγκριτική ανάλυση των διαφόρων εθνικών κανονισμών, που περιλαμβάνει πιθανά εμπόδια στο εμπόριο ή στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που προκύπτουν από τις οκτώ οδηγίες που αριθμούνται στην υποσημείωση 3 (η συγκριτική μελέτη μπορεί να ανευρεθεί στην διεύθυνση http://ec.europa.ec/consumers/cons_int/safe_shop/acquis/comp_analysis_en.pdf).

(2)  COM(2006) 744 τελικό («το Πράσινο Βιβλίο»).

(3)  Οδηγία 85/577/EΟΚ του Συμβουλίου της 20ής Δεκεμβρίου 1985 για την προστασία των καταναλωτών κατά τη σύναψη συμβάσεων εκτός εμπορικού καταστήματος, ΕΕ L 372, 31.12.1985, σ. 31.

Οδηγία 90/314/EΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 1990 για τα οργανωμένα ταξίδια και τις οργανωμένες διακοπές και περιηγήσεις, ΕΕ L 158, 23.6.1990, σ. 59.

Οδηγία 93/13/EΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές, ΕΕ L 95, 21.4.1993, σ. 29.

Οδηγία 94/47/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Οκτωβρίου 1994 περί της προστασίας των αγοραστών ως προς ορισμένες πλευρές των συμβάσεων που αφορούν την απόκτηση δικαιώματος χρήσης ακινήτων υπό καθεστώς χρονομεριστικής μίσθωσης, ΕΕ L 280, 29.10.1994, σ. 83.

Οδηγία 97/7/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 1997 για την προστασία των καταναλωτών κατά τις εξ αποστάσεως συμβάσεις, ΕΕ L 144, 4.6.1997, σ. 19.

Οδηγία 98/6/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 1998 περί της προστασίας των καταναλωτών όσον αφορά την αναγραφή των τιμών των προϊόντων που προσφέρονται στους καταναλωτές, ΕΕ L 80, 18.3.1998, σ. 27.

Οδηγία 98/27/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Μαΐου 1998 περί των αγωγών παραλείψεως στον τομέα της προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών, ΕΕ L 166, 11.6.1998, σ. 51.

Οδηγία 1999/44/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών, ΕΕ L 171, 7.7.1999, σ. 12.

(4)  UGAL: Ένωση ομάδων ανεξάρτητων λιανοπωλητών της Ευρώπης

(5)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(6)  CESE 984/2007, εισηγητής ο κ. Adams.

(7)  ΕΕ L 171 της 07.07.1999, σ. 12.

(8)  CESE 984/2007, ΕΕ C256 της 27.10.2007.

(9)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(10)  Βλέπε υποσημείωση 3.


25.6.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/35


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Έκθεση της Επιτροπής — Έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2006

COM(2007) 358 τελικό

(2008/C 162/05)

Στις 25 Ιουνίου 2007, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την:

Έκθεση της Επιτροπής — Έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2006

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 31 Ιανουαρίου 2008, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. CHIRIACO.

Κατά την 442α σύνοδο ολομέλειάς της, της 13ης και 14ης Φεβρουαρίου 2008 (συνεδρίαση της 13ης Φεβρουαρίου) η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 141 ψήφους υπέρ, 3 κατά και 5 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Εισαγωγή

1.1

Η ετήσια έκθεση του 2006 επί της πολιτικής ανταγωνισμού επισημαίνει τις αλλαγές που έχουν σημειωθεί στην εσωτερική οργάνωση του τομέα, στις μεθόδους της Επιτροπής και τεκμηριώνει τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή διασφαλίζει τη συνοχή της δομής της ευρωπαϊκής οικονομικής διακυβέρνησης με στόχο την επίτευξη των στόχων της στρατηγικής της Λισσαβώνας.

2.   Μέσα

2.1   Αντιμονοπωλιακή πολιτική  (1)Άρθρα 81 και 82 ΕΚ  (2)

2.1.1

Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα πρόστιμα έχουν καθοριστική σημασία για την αποτροπή των επιχειρήσεων από την παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού.

Έχει υιοθετηθεί νέο όριο σχετικά με τη μη επιβολή και τη μείωση των προστίμων σε υποθέσεις συμπράξεων. Σύμφωνα με τις νέες κατευθυντήριες γραμμές, το βασικό ποσό του προστίμου θα υπολογίζεται με βάση το ποσοστό των ετήσιων πωλήσεων του προϊόντος (έως 30 %) και θα πολλαπλασιάζεται με τον αριθμό των ετών συμμετοχής της επιχείρησης στην παράβαση (με δυνατότητα να φτάσει το 100 % σε περίπτωση επανειλημμένων παραβάσεων).

2.1.2

Για να καταστεί αποτελεσματικότερη η μέθοδος ελέγχου υιοθετήθηκε η Πράσινη Βίβλος για τις αγωγές αποζημίωσης για παράβαση των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΚ που περιλαμβάνονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης της ΕΚ. Η Πράσινη Βίβλος προκάλεσε έντονη συζήτηση στην Ευρώπη και τα επιμέρους κράτη μέλη υπέβαλαν πάνω από 150 εισηγήσεις μέσω των κυβερνήσεων, των αρχών ανταγωνισμού, των επιχειρηματικών κλάδων, των οργανώσεων καταναλωτών, των νομικών και πανεπιστημιακών κύκλων.

Η πρωτοβουλία της Επιτροπής επιδοκιμάστηκε και από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, μετά από ευρεία συζήτηση, στη γνωμοδότησή της σχετικά με την Πράσινη Βίβλο (3).

2.1.3

Όσον αφορά τις δράσεις για τα καρτέλ, η Επιτροπή εξέδωσε επτά τελικές αποφάσεις, με τις οποίες επέβαλε πρόστιμα συνολικού ύψους 1846 εκατομμυρίων ευρώ σε 41 επιχειρήσεις (σε σύγκριση με 33 επιχειρήσεις και συνολικό ύψος προστίμων 683 εκατομμυρίων ευρώ το 2005).

2.2   Έλεγχος των συγκεντρώσεων  (4)

2.2.1

Η Επιτροπή ανέλαβε, με τη βοήθεια δημόσιας διαβούλευσης, να βελτιώσει τις κατευθύνσεις για θέματα δικαιοδοσίας  (5), που κατά κανόνα ενδέχεται να τεθούν κατά τον έλεγχο των συγκεντρώσεων, βάσει του κανονισμού συγκεντρώσεων (6).

Η νέα ανακοίνωση, η έγκριση της οποίας προβλεπόταν αρχικώς για το 2007, θα αντικαταστήσει τις υφιστάμενες σχετικά με το θέμα αυτό ανακοινώσεις.

2.2.2

Η εφαρμογή των κανόνων συνέβαλε ώστε ο αριθμός των συγκεντρώσεων που κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή κατά το 2006 να φτάσει τις 356. Συνολικά, η Επιτροπή εξέδωσε 352 τελικές αποφάσεις, από τις οποίες 207 ελήφθησαν με απλουστευμένη διαδικασία.

2.3   Έλεγχος των κρατικών ενισχύσεων

2.3.1

Η Επιτροπή απλούστευσε την έγκριση των περιφερειακών ενισχύσεων με τη θέσπιση ενός κανονισμού απαλλαγής κατά κατηγορίες  (7)· των ενισχύσεων για την έρευνα, την ανάπτυξη και την καινοτομία (ΕΑΚ) υιοθετώντας ένα νέο πλαίσιο (8)· των άμεσων ενισχύσεων για την προώθηση των επενδύσεων στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις διευκολύνοντας την πρόσβαση των ΜΜΕ στα κεφάλαια (9)· των ενισχύσεων υπέρ της προστασίας του περιβάλλοντος.

Τέλος, η Επιτροπή εξέδωσε ένα νέο κανονισμό για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (de minimis)  (10), βάσει του οποίου δεν θεωρούνται κρατικές ενισχύσεις οι ενισχύσεις ύψους μέχρι 200.000 ευρώ (11) που χορηγούνται σε διάστημα τριών φορολογικών ετών.

2.3.2

Κατά την εφαρμογή των κανόνων η Επιτροπή εξέτασε, το 2006, 921 υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων, 36 % επιπλέον σε σύγκριση με το 2005. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας 710 τελικές αποφάσεις, επέτρεψε στην ουσία να χορηγηθούν ενισχύσεις για το 91 % των υποθέσεων, εκτιμώντας, χωρίς επίσημη έρευνα, ότι είναι συμβατές με το καθεστώς του ελευθέρου ανταγωνισμού.

2.3.3

Στο πλαίσιο αυτό η Επιτροπή, ενώ θεώρησε χρήσιμες για το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον τις ενισχύσεις επαγγελματικής εκπαίδευσης, έκρινε αυστηρά τις ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης για τις επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες, θεωρώντας ότι είναι νόμιμες μόνον υπό αυστηρούς όρους (12).

3.   Εξελίξεις ανά τομέα

3.1   Ενέργεια

3.1.1

Στην τελική έκθεση για την ενέργεια, που υιοθέτησε η Επιτροπή στις 10 Ιανουαρίου 2007 (13), παρουσιάζεται μία Ευρώπη όπου οι τιμές χονδρικής πώλησης φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνονται συνεχώς, ενώ περιορίζεται η επιλογή των καταναλωτών λόγω των φραγμών εισόδου ενεργειακών προϊόντων.

3.1.2

Η Επιτροπή προέβη σε διεξαγωγή ορισμένων ερευνών αντιμονοπωλιακών κανόνων σχετικά με τη συσσώρευση δικτυακής και αποθηκευτικής ικανότητας, τις μακροπρόθεσμες κρατήσεις δυναμικού, την κατανομή των αγορών και τις μακροπρόθεσμες συμβάσεις μεταξύ χονδρεμπόρων/λιανοπωλητών και τελικών πελατών.

3.1.3

Η Επιτροπή έχει αναλάβει πολλές δράσεις και έχει λάβει τις σχετικές αποφάσεις για τις συγκεντρώσεις στον τομέα της ενέργειας. Οι πιο σημαντικές υποθέσεις υπήρξαν η DONG/Elsam/Energi E2  (14) και η Gaz de France/Suez  (15).

3.1.4

Ο έλεγχος των κρατικών ενισχύσεων έδειξε ότι η συμφωνία μεταξύ των δημόσιων φορέων εκμετάλλευσης δικτύων και των παραγωγών στην Ουγγαρία και την Πολωνία, απέκλειε σημαντικά τμήματα των αγορών χονδρικής και, στην Ιταλία, ότι τα ρυθμιζόμενα τιμολόγια ορισμένων βιομηχανικών επιχειρήσεων αλλοίωναν τον ανταγωνισμό. Σημαντική είναι επίσης η απόφαση σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, η οποία εξασφαλίζει ότι η δημόσια χρηματοδότηση πρέπει να περιορίζεται στην κάλυψη εξαιρετικών περιπτώσεων χωρίς να ευνοεί επιχειρήσεις ή δράσεις εκτός προδιαγραφών.

3.2   Χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες

3.2.1

Tο 2005 η Επιτροπή αποφάσισε να αρχίσει έρευνα στον κλάδο των τραπεζικών υπηρεσιών λιανικής  (16), ιδίως σε σχέση με τον διασυνοριακό ανταγωνισμό. Η τελική έκθεση, στην οποία εντοπίζονται οι φραγμοί εισόδου, ο κατακερματισμός της αγοράς και ο υψηλός βαθμός συγκέντρωσης μεταξύ εκδοτών και αποδεκτών των καρτών πληρωμής, δημοσιεύτηκε στις 31 Ιανουαρίου 2007.

3.2.2

Η Επιτροπή δημοσίευσε στις 24 Ιανουαρίου 2007 ενδιάμεση έκθεση για την ευρεία έρευνα στον κλάδο της ασφάλισης επιχειρήσεων.

3.2.3

Εξάλλου η Επιτροπή ενέκρινε μεγάλο αριθμό συγκεντρώσεων στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, όπως στην υπόθεση Talanx Aktiengesellschaft  (17).

3.2.4

Ο έλεγχος των κρατικών ενισχύσεων εξασφάλισε ισότιμους όρους ανταγωνισμού στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, ιδιαίτερα για τους νεοεισερχόμενους και τις ξένες τράπεζες, ακυρώνοντας ακόμη και το αφανές λουξεμβουργιανό καθεστώς των φορολογικών ενισχύσεων στις εταιρείες χαρτοφυλακίου (holding).

3.3   Ηλεκτρονικές επικοινωνίες

3.3.1

Δεδομένου ότι οι περισσότεροι φορείς παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ασκούν τις δραστηριότητές τους εντός του ρυθμιστικού πλαισίου της ΕΕ για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η Επιτροπή εξέδωσε σύσταση για 18 ειδικές αγορές προϊόντων και υπηρεσιών τόσο σε επίπεδο χονδρικής όσο και λιανικής, οι οποίες κατά τη γνώμη της Επιτροπής, πρέπει να διέπονται από κανονιστικές ρυθμίσεις ex ante που θεσπίζουν οι εθνικές αρχές (18). Οι αγορές ευρυζωνικής πρόσβασης αποτελούν ενδιαφέρον παράδειγμα εφαρμογής ex ante κανονιστικών ρυθμίσεων σε επιμέρους κλάδο και ex post της νομοθεσίας ανταγωνισμού.

3.4   Τεχνολογίες της πληροφορίας

3.4.1

Στον τομέα των τεχνολογιών της πληροφορίας, η Επιτροπή εξακολούθησε να μεριμνά ώστε να μην σημειωθεί στρέβλωση του ανταγωνισμού σε μια αγορά που χαρακτηρίζεται από ψηφιακή σύγκλιση και αυξανόμενη διαλειτουργικότητα.

Εν προκειμένω ιδιαίτερα ενδεικτικό είναι το παράδειγμα της Microsoft , στην οποία υπεβλήθησαν κυρώσεις διότι δεν διέθεσε εγκαίρως τις πληροφορίες που της ζήτησε η Επιτροπή. Η προσφυγή που υπέβαλε η Microsoft κατά της αποφάσεως της Επιτροπής (19) απορρίφθηκε από το πρωτοδικείο με απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2007 (20).

3.4.2

Στα πλαίσια του ελέγχου των συγκεντρώσεων η Επιτροπή ενέκρινε τη σχεδιαζόμενη συγκέντρωση μεταξύ της Nokia και της επιχείρησης εξοπλισμού δικτύων Siemens AG και, παράλληλα, τη συγχώνευση της Alcatel και της Lucent Technologies εφόσον, κατά την άποψή της, ο τομέας της παροχής εξοπλισμού οπτικής δικτύωσης και οι λύσεις ευρυζωνικής πρόσβασης δεν υπέστησαν μείωση του ανταγωνισμού.

3.5   Μέσα μαζικής ενημέρωσης

3.5.1

Ο στόχος της πολιτικής ανταγωνισμού στον τομέα των μέσων μαζικής ενημέρωσης είναι να εξασφαλίζονται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού είτε μεταξύ των διαφόρων εμπορικών επιχειρήσεων είτε μεταξύ εμπορικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων που χρηματοδοτούνται από το δημόσιο.

3.5.2

Στον τομέα της ψηφιακής μετάδοσης, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία για παράβαση κατά της Ιταλίας προκειμένου να διερευνήσει κατά πόσον η ιταλική νομοθεσία που διέπει την ψηφιακή μετάδοση επιβάλλει περιορισμούς στους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς και παρέχει ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα στους υπάρχοντες φορείς που λειτουργούν με το αναλογικό σύστημα, κατά σαφή παράβαση της οδηγίας για τον ανταγωνισμό.

3.5.3

Η Επιτροπή, εξάλλου, έχει επανειλημμένα παρέμβει για την αποκατάσταση της αποτελεσματικής άσκησης ανταγωνισμού όσον αφορά το περιεχόμενο υψηλής ζήτησης, τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται σε κινηματογραφικές ταινίες και άλλα οπτικοακουστικά έργα και τη διαχείριση των δικαιωμάτων.

3.6   Μεταφορές

3.6.1

Τα μεγαλύτερα προβλήματα αφορούν την προστασία των εθνικών αγορών στον τομέα των οδικών μεταφορών, το χαμηλό επίπεδο διαλειτουργικότητας στον τομέα των σιδηροδρομικών μεταφορών, καθώς και την έλλειψη πρόσβασης σε λιμενικές υπηρεσίες.

3.6.2

Όσον αφορά τις οδικές μεταφορές, η Επιτροπή συνέχισε την πολιτική έγκρισης των κρατικών ενισχύσεων που ευνοούν τη χρήση τεχνολογιών φιλικών προς το περιβάλλον, καθώς και την τήρηση των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας.

3.6.3

Σημαντική ήταν η απόφαση της Επιτροπής, στον τομέα των σιδηροδρομικών μεταφορών, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις στις σιδηροδρομικές υποδομές, που θεωρούνται ότι εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των δημόσιων διοικήσεων και ότι δεν αποτελούν κρατική ενίσχυση (21).

3.6.4

Στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών, η Επιτροπή δεσμεύτηκε να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή της νομοθεσίας ανταγωνισμού ώστε να διευκολυνθεί η μετάβαση σε πλήρως ανταγωνιστικό καθεστώς. Σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις η Επιτροπή επέμεινε στην κατάργηση κάθε ρήτρας εθνικότητας στα καθεστώτα απαλλαγής των πλοιοκτητών από την καταβολή κοινωνικών εισφορών για τους ναυτικούς τους.

3.6.5

Τέλος, όσον αφορά τις αεροπορικές μεταφορές, με τον κανονισμό (ΕΚ) 1459/2006, καταργείται από την 1η Ιανουαρίου 2007 η απαλλαγή από την απαγόρευση του άρθρου 81 παράγραφος 1 της Συνθήκης ΕΚ, για τους ναύλους μεταφοράς επιβατών της ΙΑΤΑ όσον αφορά τα δρομολόγια εντός της ΕΕ καθώς και η απαλλαγή για τον διαθέσιμο χρόνο χρήσης και τον προγραμματισμό των δρομολογίων.

3.7   Ταχυδρομικές υπηρεσίες

3.7.1

Η έντονη εξέλιξη της αγοράς των ταχυδρομικών υπηρεσιών ώθησε την Επιτροπή, αφενός, να μειώσει τις υπηρεσίες για τις οποίες χορηγούνται μονοπωλιακά δικαιώματα στους φορείς παροχής καθολικής υπηρεσίας και, αφετέρου, να διατηρήσει τον ανταγωνισμό στους απελευθερωμένους τομείς, για να αποφευχθεί η de facto εκ νέου μονοπώλησή τους.

3.7.2

Σημαντική είναι η απόφαση της Επιτροπής να θεωρήσει συμβατή με τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων την αντιστάθμιση που παρέχεται για τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος μόνον εφόσον το ύψος της δεν υπερβαίνει το κόστος της υποχρέωσης δημόσιας υπηρεσίας, υπό τον όρο ότι πληρούνται και οι υπόλοιπες υποχρεώσεις.

Στη συνέχεια η Επιτροπή εξέτασε εάν οι φορείς ταχυδρομικών υπηρεσιών διαθέτουν και άλλα πλεονεκτήματα, όπως στην περίπτωση της Γαλλίας (22), στην οποία η Επιτροπή συνέστησε να καταργήσει την απεριόριστη κρατική εγγύηση που παρέχει στα γαλλικά ταχυδρομεία, υπό την ιδιότητά τους ως δημόσιου οργανισμού, πριν από το τέλος του 2008.

4.   Τα ευρωπαϊκό δίκτυο ανταγωνισμού και τα εθνικά δικαστήρια

4.1

Το 2006 υπήρξε σημαντικό έτος, διότι παγιώθηκε η βελτίωση του συστήματος που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 1/2003 και σημειώθηκε περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των μελών του ΕΔΑ, δηλ. των εθνικών αρχών ανταγωνισμού, της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων.

4.2

Η συνεργασία μεταξύ των μελών του ΕΔΑ (Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού) βασίζεται σε δύο υποχρεώσεις των ΕΑΑ (Εθνικών Αρχών Ανταγωνισμού): να ενημερώνουν την Επιτροπή για την κίνηση νέων διαδικασιών, καθώς και πριν από την έκδοση της τελικής απόφασης. Η Επιτροπή ενημερώθηκε από τις εθνικές αρχές για την έναρξη περίπου 150 νέων ερευνών και εξέδωσε γνώμες και παρείχε συμβουλές προς τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού για 125 από αυτές.

4.3

Η στενή συνεργασία στο εσωτερικό του ΕΔΑ οδήγησε, μεταξύ άλλων, σε συνάντηση του γενικού διευθυντή της ΓΔ Ανταγωνισμού με τις αρμόδιες εθνικές αρχές, κατά την οποία εγκρίθηκε το πρότυπο πρόγραμμα επιείκειας του ΕΔΑ. Η Επιτροπή και οι εθνικές αρχές πραγματοποίησαν συναντήσεις στις όποιες συζητήθηκαν γενικά θέματα αντιμονοπωλιακής πολιτικής, για έρευνες σε κλάδους ή ειδικούς τομείς.

4.4   Εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού από τα εθνικά δικαστήρια στην ΕΕ

4.4.1

Το άρθρο 15 παράγραφος 1 του κανονισμού 1/2003 επιτρέπει στα εθνικά δικαστήρια να ζητούν από την Επιτροπή πληροφορίες που διαθέτει ή τη γνώμη της. Εξάλλου το ίδιο άρθρο επιβάλλει στα κράτη μέλη να διαβιβάζουν στην Επιτροπή αντίγραφο κάθε γραπτής απόφασης που εκδίδουν τα εθνικά δικαστήρια.

4.4.2

Η συνεχής επιμόρφωση και εκπαίδευση των εθνικών δικαστών είναι καθοριστικής σημασίας για την ανάπτυξη των γνώσεων σε ό,τι αφορά την κοινοτική νομοθεσία περί ανταγωνισμού. Εν προκειμένω, η Επιτροπή κάθε χρόνο συγχρηματοδοτεί επιμορφωτικά προγράμματα σε όλα τα κράτη μέλη.

5.   Διεθνείς δραστηριότητες

5.1

Ενόψει της ένταξης της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας στην ΕΕ, η Επιτροπή συνέβαλε στη διάδοση της εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού στις χώρες αυτές, όπως κάνει και τώρα με την Κροατία και την Τουρκία.

5.2

Έχει ενισχυθεί ο διμερής διάλογος μεταξύ Επιτροπής και πολλών εθνικών αρχών αρμόδιων σε θέματα ανταγωνισμού, καθώς και οι επαφές με τις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Ιαπωνία. Η ΓΔ Ανταγωνισμού βοήθησε εξάλλου την Κίνα και την Ρωσία στην επεξεργασία του εθνικού τους δικαίου για τον ανταγωνισμό.

5.3

Τέλος, στο πλαίσιο της πολυμερούς συνεργασίας, η ΓΔ Ανταγωνισμού διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στο Διεθνές Δίκτυο Ανταγωνισμού, και είναι μέλος της Επιτροπής Ανταγωνισμού του ΟΟΣΑ.

6.   Διοργανική συνεργασία

6.1

Κάθε χρόνο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δημοσιεύει έκθεση πρωτοβουλίας σχετικά με την ετήσια έκθεση της Επιτροπής επί της πολιτικής ανταγωνισμού. Ο Επίτροπος που είναι αρμόδιος για την πολιτική ανταγωνισμού προβαίνει σε τακτικές ανταλλαγές απόψεων με το Συμβούλιο και τις αρμόδιες επιτροπές του Κοινοβουλίου.

6.2

Υπογραμμίζεται, τέλος, ότι η Επιτροπή ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με τις σημαντικότερες πρωτοβουλίες της και συμμετέχει, ιδίως, στη διαδικασία έγκρισης της γνωμοδότησης που καταρτίζει κάθε χρόνο η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή σχετικά με την ετήσια έκθεση της Επιτροπής επί της πολιτικής ανταγωνισμού.

7.   Συμπεράσματα και παρατηρήσεις

7.1   Σχέση μεταξύ της πολιτικής ανταγωνισμού και της οικονομικής πολιτικής ανάπτυξης

Η πολιτική ανταγωνισμού, εντάσσοντας στη λογική και στη δυναμική της αγοράς το σύνολο των οικονομικών τομέων, συνέβαλε ουσιαστικά στη δημιουργία της συνεκτικής ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, με λιγότερους κανόνες και λιγότερη νομοθεσία.

7.1.1

Η πολιτική ανταγωνισμού διαδραματίζει ολοένα και σημαντικότερο ρόλο στην ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική. Στο παρελθόν, τόσο η Επιτροπή (23), όσο και η ΕΟΚΕ (24) έχουν συζητήσει την ανάγκη εφαρμογής νέων μέσων οικονομικής πολιτικής με σκοπό τη σύγκλιση της πολιτικής ανταγωνισμού και της βιομηχανικής πολιτικής για την επίτευξη μεγαλύτερης οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, την προστασία της απασχόλησης, δια μέσου συστημάτων ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων και των μορφών μετεγκατάστασης, την προστασία του περιβάλλοντος καθώς και την προώθηση μεγάλων και δεσμευτικών προγραμμάτων έρευνας και ανάπτυξης.

Σήμερα, η πολιτική ανταγωνισμού συνδέεται άμεσα με τις άλλες πολιτικές, όπως είναι η εσωτερική αγορά και η πολιτική για τους καταναλωτές, με στόχο τη δημιουργία αγορών που να λειτουργούν καλύτερα προς όφελος των καταναλωτών και της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας.

7.1.2

Με βάση τα στοιχεία ενημέρωσης για τα 7 μεγαλύτερα κράτη μέλη της ΕΕ, η Επιτροπή προέβλεπε για το 2007 οικονομική ανάπτυξη της τάξεως του 2,8 % στην ΕΕ και 2,5 % στη ζώνη του ευρώ (25). Παρόλον ότι οι προβλέψεις αυτές αναθεωρήθηκαν προς τα κάτω από το ΔΝΤ με διόρθωση το ποσοστού ανάπτυξης της ευρωζώνης από 2,1 % σε 1,6 %, η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η ευρωπαϊκή μεγέθυνση θα πρέπει να συνεχιστεί, υποστηριζόμενη από γερές βάσεις και από ένα ευνοϊκό παγκόσμιο περιβάλλον.

7.1.3

Η ΕΟΚΕ θεωρεί σημαντικό να επιτύχει η ΕΕ ισορροπημένη οικονομική μεγέθυνση και σταθερότητα των τιμών, κοινωνική οικονομία της αγοράς έντονα ανταγωνιστική που να στοχεύει στην κατάρτιση, στην πλήρη απασχόληση και στην κοινωνική πρόοδο, καθώς και υψηλό επίπεδο προστασίας και βελτίωσης της ποιότητας του περιβάλλοντος.

7.1.4

Σε μια αγορά όπου θα επικρατήσουν οι πολιτικές ανταγωνισμού, οι οικονομικοί, κοινωνικοί και περιβαλλοντικοί δείκτες αποτελούν παράγοντες καθοριστικής σημασίας για τον υπολογισμό της ανταγωνιστικότητας όχι μόνο όσον αφορά τους τελικούς καταναλωτές αλλά κυρίως τις επιχειρήσεις.

7.1.5

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και υπηρεσιών πρέπει να διατηρηθεί με ένα σύστημα σαφών κανόνων που να στηρίζονται στην ορθή εφαρμογή των πολιτικών ανταγωνισμού σε στενό συντονισμό με τις εμπορικές πολιτικές.

Η ΕΕ είναι σήμερα η πλέον ανοικτή αγορά του κόσμου στα ξένα προϊόντα· η άρση των πιο στοιχειωδών ευρωπαϊκών φραγμών κατά του ντάμπιγκ και των επιδοτήσεων θα πλήξει αδιακρίτως όλους τους ευρωπαίους παραγωγούς στην ΕΕ που παράγουν σεβόμενοι τους κανόνες ανταγωνισμού, το νόμιμο εμπόριο και τους κανόνες της ΕΕ και οι οποίοι δεν επωφελούνται των κρατικών ενισχύσεων.

Εν προκειμένω, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή, αφενός, να καταγγείλει στον ΠΟΕ με τη μεγαλύτερη δυνατή προσοχή όλες τις περιπτώσεις αθέμιτου ανταγωνισμού και, αφετέρου, να δεσμευτεί ότι στις διμερείς εμπορικές συμφωνίες θα εισαγάγει μία ρήτρα η οποία να επιβάλλει στους εμπορικούς εταίρους τον σεβασμό των κανόνων ανταγωνισμού, συμπεριλαμβανομένου του πραγματικού ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων.

7.2   Έλεγχος των κρατικών ενισχύσεων

7.2.1

Η ΕΟΚΕ, κατά την αξιολόγηση της στρατηγικής της Επιτροπής όσον αφορά τον εκσυγχρονισμό του σχεδίου δράσης στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων που βασίζεται στις στοχοθετημένες κρατικές ενισχύσεις, στην οικονομική ανάλυση, στις αποτελεσματικές διαδικασίες, στην κοινή ευθύνη Επιτροπής και κρατών μελών, θεωρεί ορθή την αξιολόγηση της Επιτροπής βάσει της οποίας οι κρατικές ενισχύσεις για τη μεταφορά τεχνολογίας, οι καινοτόμες δράσεις, το πολυτομεακό πλαίσιο μεγάλων επενδυτικών σχεδίων θεωρούνται κατά τρόπο ευνοϊκό και διαφορετικό από τις άλλες ενισχύσεις.

7.2.2

Η Επιτροπή, κατά την εξέταση των κρατικών ενισχύσεων θα πρέπει να αιτιολογεί την ειδική φορολογική μεταχείριση ορισμένων κρατών μελών για τις επιχειρήσεις αλληλασφάλισης όπως είναι οι συνεταιρισμοί και οι επιχειρήσεις με μεγάλο κοινωνικό αντίκτυπο.

7.3   Τράπεζες και χρηματοπιστωτική αγορά

7.3.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τις παρεμβάσεις της Επιτροπής για τον έλεγχο των διασταυρούμενων συμμετοχών και τη διαχείριση των χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Σε ορισμένες περιπτώσεις συνέβη τα πιστωτικά ιδρύματα να είναι κύριοι μέτοχοι (συμφωνίες μετόχων) βιομηχανικών επιχειρήσεων με αποτέλεσμα τα δάνεια που χορηγούνται από τις τράπεζες να καταλήγουν να χρησιμοποιούνται για την χρηματοδότηση αγοράς ποσοστών κεφαλαίου των ίδιων των τραπεζών.

7.4   Ενέργεια

7.4.1

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι ενέργεια δεν σημαίνει μόνο αγορά αλλά και ανάπτυξη, απασχόληση και περιβάλλον. Σήμερα η ΕΕ πρέπει να αντιμετωπίσει νέους παγκόσμιους ανταγωνιστές (26) και πολλές φορές οι νέες δομές της αγοράς οφείλουν να λάβουν υπόψη τον συσχετισμό δυνάμεων.

7.4.2

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι για την αντιμετώπιση του ζητήματος που θέτει ο διαχωρισμός της παραγωγής από τη διανομή (unbundling) στον τομέα του φυσικού αερίου, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά του τομέα (27).

7.5   Πλουραλισμός της ενημέρωσης και δίκαιο του ανταγωνισμού

7.5.1

Η ΕΟΚΕ προτείνει, στον τομέα των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τη διάκριση της νομοθεσίας που υπερασπίζεται τον πλουραλισμό της ενημέρωσης από τη γενική αντιμονοπωλιακή νομοθεσία, υπογραμμίζοντας ότι η εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού είναι απαραίτητη προϋπόθεση, αλλά όχι και επαρκής, για να εξασφαλιστεί ο πλουραλισμός.

7.5.2

Εάν δεν ληφθεί υπόψη αυτή η ιδιαιτερότητα υπάρχει ο κίνδυνος μείωσης της αποτελεσματικότητας των κανόνων ανταγωνισμού και αποδυνάμωσης της αρχής του πλουραλισμού.

7.6   Τηλεπικοινωνίες

7.6.1

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι ο λειτουργικός διαχωρισμός των δικτύων των τηλεπικοινωνιών και η δημιουργία μιας ευρωπαϊκής υπηρεσίας στον τομέα αυτό πρέπει να αξιολογηθούν καταλλήλως σε σχέση με τους άλλους τομείς εφόσον οι επενδύσεις σε αυτόν τον καθοριστικής σημασίας τομέα για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα, δεδομένης κυρίως της ταχύτητας της τεχνολογικής εξέλιξης, είναι θεμελιώδεις για την ανταγωνιστική ανάπτυξη του τομέα.

7.7   Εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού και ενίσχυση των εθνικών δικαστηρίων της ΕΕ

7.7.1

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων είναι απαραίτητο να υπάρχει συνεχής επιμόρφωση και σταθερή ενημέρωση των εθνικών δικαστών και όλων των νομικών φορέων για το δίκαιο ανταγωνισμού.

Για τον λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ κάνει έκκληση στην Επιτροπή να υιοθετήσει όσο το δυνατό νωρίτερα, κατευθυντήριες γραμμές για την εφαρμογή του άρθρου 82 της Συνθήκης ΕΚ, ιδιαίτερα όσον αφορά τις πρακτικές αποκλεισμού.

7.7.2

Η ΕΟΚΕ αν και επικροτεί τη συγχρηματοδότηση των σχεδίων που εκπόνησε η Επιτροπή, θεωρεί ότι, πέρα από τα 15 προγράμματα επιμόρφωσης που εγκρίθηκαν το 2006 για τα 25 κράτη μέλη, μπορεί και πρέπει να κάνει περισσότερα για να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της πολιτικής ανταγωνισμού και στα προβλήματα που δημιουργούνται στις σχέσεις Επιτροπής, επιχειρήσεων, ενώσεων και καταναλωτών.

7.7.3

Ειδικότερα, η σχέση ΕΟΚΕ και Ευρωπαϊκής Επιτροπής ενισχύθηκε πρόσφατα μετά την υπογραφή, κατά τη σύνοδο ολομέλειας της ΕΟΚΕ της 30ης και 31ης Μαΐου 2007 (28), της προσθήκης στο πρωτόκολλο συνεργασίας του Νοεμβρίου 2005. Η συμφωνία θέτει την ΕΟΚΕ στο επίκεντρο της φάσης επικοινωνίας χάρη στην προνομιούχο θέση που κατέχει η ΕΟΚΕ για την προώθηση του διαλόγου με τους πολίτες.

7.7.4

Η ΕΟΚΕ καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να αναπτύξουν μια πολιτική διοργανικής συνεργασίας που να καθιστά συμβατή την ευρωπαϊκή νομοθεσία με το εθνικό δίκαιο των επιμέρους κρατών μελών.

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τη διαδικασία έγκρισης μιας νέας συνθήκης (όπως η Συνθήκη της Λισσαβώνας) που να απλοποιεί το ρυθμιστικό πλαίσιο αναφοράς και να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της Ένωσης των 27 κρατών μελών, να επιτρέπει δε στην ΕΕ να βρίσκει συμφωνίες για νέες πολιτικές και να λαμβάνει τις αποφάσεις που απαιτούνται για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων που εμφανίζονται.

7.7.5

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει, τέλος, ότι οι πολιτικές για τον ανταγωνισμού δεν πρέπει να ταυτίζονται με συγκεκριμένους στόχους αλλά πρέπει να εξακολουθήσουν να αποτελούν εξολοκλήρου «δραστηριότητες» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (29).

Για να συμβάλει στη διαφάνεια των εργασιών, η ΕΟΚΕ διοργάνωσε διάσκεψη στην έδρα της με θέμα: «Διακυβερνητική Διάσκεψη 2007: η οργανωμένη κοινωνία των πολιτών εκφράζει τις απόψεις της για το μέλλον της Ευρώπης», που πραγματοποιήθηκε στις 27-28 Σεπτεμβρίου 2007 και σημείωσε μεγάλη επιτυχία από πλευράς συμμετοχής.

Βρυξέλλες, 13 Φεβρουαρίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Οι ακόλουθες αποφάσεις της Επιτροπής έχουν εισαχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Μέχρι σήμερα δεν έχει ληφθεί καμιά οριστική απόφαση, με εξαίρεση την υπόθεση De Beers κατά την οποία η απόφαση της Επιτροπής ακυρώθηκε από το Δικαστήριο: Υπόθεση COMP/38.638 Συνθετικό καουτσούκ, απόφαση της Επιτροπής 29.11.2006· Υπόθεση COMP/39.234 Προσαύξηση κράματος (νέα υιοθέτηση) απόφαση της Επιτροπής 20.12.2006· Υπόθεση COMP/38.907 Σωλήνες από χάλυβα (νέα υιοθέτηση) απόφαση της Επιτροπής 8.11.2006· Υπόθεση COMP/38.121 Σύνδεσμοι, απόφαση της Επιτροπής 20.9.2006· Υπόθεση COMP/38.456 Βιτουμένιο Κάτω Χωρών, απόφαση της Επιτροπής 13.9.2006· Υπόθεση COMP/38.645 Μεθακρυλικές ενώσεις, απόφαση της Επιτροπής 31.5.2006· Υπόθεση COMP/38.620 Υπεροξείδιο του υδρογόνου και υπερβόρακας, απόφαση της Επιτροπής 3.5.2006· Υπόθεση COMP/38.113 Prokent/Tomra· Υπόθεση COMP/38.348 Repsol CCP, απόφαση της Επιτροπής 12.4.2006· Υπόθεση COMP/38.381 De Beers, απόφαση της Επιτροπής 22.2.2006.

(2)  ΕΕ C 321 E της l 29.12.2006.

(3)  INT/306. Η γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ είναι διαθέσιμη στη διεύθυνση:

http://eescopinions.eesc.europa.eu/EESCopinionDocument.aspx?identifier=ces\int\int306\ces1349-2006_ac.doc&language=EL.

(4)  Μόνο η ακόλουθη απόφαση της Επιτροπής εισήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων: Υπόθεση COMP/M.3796 Omya/J. M. Huber PCC.

(5)  Υπάρχει στη διεύθυνση:

http://ec.europa.eu/comm/competition/mergers/legislation/jn_fr.pdf.

(6)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 139/2004.

(7)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1628/2006.

(8)  ΕΕ C 323 της 30.12.2006, σελ. 1.

(9)  ΕΕ C 194 της18.8.2006, σελ. 2.

(10)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1998/2006.

(11)  Το ποσό διπλασιάστηκε σε σχέση με τον προηγούμενο κανονισμό (βλ. κανονισμό ΕΚ αριθ. 69/2001, ΕΕ L 10 της 13.1.2001, σελ. 30)

(12)  Βλ. περίπτωση της τράπεζας Northern Rock (IP/07/1859). Η Επιτροπή θεώρησε ότι η διάθεση ρευστών, συνοδευόμενη από τις κατάλληλες τραπεζικές εγγυήσεις και τόκους, στην οποία προέβη η Τράπεζα της Αγγλίας στις 14 Σεπτεμβρίου 2007, δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση. Αντιθέτως, οι εγγυήσεις που παρείχε το υπουργείο οικονομικών στις καταθέσεις στις 17 Σεπτεμβρίου, καθώς και τα μέτρα που ελήφθησαν στις 9 Οκτωβρίου, που επέτρεψαν στην Northern Rock να διαθέτει επιπλέον ρευστά και εγγυήσεις με κάλυψη του δημοσίου, αποτελούν κρατική ενίσχυση. Τα μέτρα αυτά μπορούν να εγκριθούν ως ενίσχυση διάσωσης και αναδιάρθρωσης κατ' εφαρμογή των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές, οι ενισχύσεις αυτές μπορούν να χορηγηθούν με τη μορφή δανείων ή εγγυήσεων με χρονική διάρκεια που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες παρά το γεγονός ότι για τον τραπεζικό τομέα, υπάρχουν ορισμένες εξαιρέσεις που υπόκεινται σε κανόνες σύνεσης, που έχουν εφαρμοστεί στην περίπτωση ρευστών. Με βάση τις ίδιες κατευθυντήριες γραμμές οι βρετανικές αρχές δεσμεύτηκαν να υποβάλουν στην Επιτροπή, μέχρι τις 17 Μαρτίου 2008, σχέδιο αναδιάρθρωσης για την Northern Rock που υπερβαίνει την απλή διάσωση βραχυπρόθεσμα. Το κατά πόσον το σχέδιο αυτό αποτελεί κρατική ενίσχυση, θα αποφασιστεί σε συνάρτηση με τα χαρακτηριστικά του και τους σχετικούς κανόνες που διέπουν τις ενισχύσεις αναδιάρθρωσης.

(13)  COM(2006) 851 τελικό.

(14)  Απόφαση της Επιτροπής για την υπόθεση COMP/M.3868 DONG/Elsam/Energi E2 της 14.3.2006.

(15)  Απόφαση της Επιτροπής για την υπόθεση COMP/M.4180 Gaz de France/Suez del 14.11.2006.

(16)  Απόφαση της Επιτροπής της 13.6.2005 (ΕΕ C 144 της 14.6.2005, σελ. 13).

(17)  Απόφαση της Επιτροπής για την υπόθεση COMP/M.4055 Talanx/Gerling της 5.4.2006.

(18)  Σύσταση της Επιτροπής, του Φεβρουαρίου 2003 για τις αγορές σχετικών προϊόντων και υπηρεσιών στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών όπου μπορούν να θεσπισθούν κανονιστικές ρυθμίσεις ex ante σύμφωνα με την οδηγία 2002/21/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Μαρτίου 2002 σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (ΕΕ L 114 της 08/05/2003, σελ. 45). Η Επιτροπή υιοθέτησε νέα σύσταση στις 17 Δεκεμβρίου 2007 (ΕΕ L 334 της 28/12/2007, σελ. 65) στη οποία γίνεται αναφορά μόνο σε 8 αγορές.

(19)  Το κείμενο της αποφάσεως βρίσκεται στην ακόλουθη δικτυακή διεύθυνση: http://ec.europa.eu/comm/competition/antitrust/cases/decisions/37792/art24_2_decision.pdf.

(20)  Υπόθεση T-201/04 (ΕΕ C 269 της 10.11.2007, σελ. 45)

(21)  Υπόθεση N 478/2004 της 7.6.2006 (ΕΕ C 209 της 31.8.2006).

(22)  Υπόθεση E 15/2005, Recommandation proposant l'adoption de mesures utiles concernant la garantie illimitée de l'Etat en faveur de La Poste (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί).

(23)  Υποστήριξη των διαρθρωτικών αλλαγών: Μια βιομηχανική πολιτική για τη διευρυμένη Ευρώπη, COM(2004) 274 τελικό

(24)  Γνωμοδότηση CCMI/017.

(25)  Βλ. IP/07/1295 Περισσότερες πληροφορίες διατίθενται στην ιστοσελίδα:

(http://ec.europa.eu/economy_finance/publications/european_economy/2007/interim_forecast_1107_en.pdf)

(26)  Ιδιαίτερα τους ομίλους Gazprom και Sonatrach

(27)  Neelie Kroes, «Ανταγωνιστικότερες αγορές ενέργειας: με βάση τα συμπεράσματα της τομεακής έρευνας χάραξη της ορθής πολιτικής λύσης» («More competitive energy markets: building on the findings of the sector inquiry to shape the right policy solution»), Βρυξέλλες, 19 Σεπτεμβρίου 2007.

(28)  Η περίληψη των γνωμοδοτήσεων που υιοθετήθηκαν κατά την προαναφερθείσα σύνοδο ολομέλειας υπάρχει στην διεύθυνση:

http://www.eesc.europa.eu/activities/press/summaries_plenaries/2007/grf_ces83-2007_d_it.pdf

(29)  Το κείμενο της συνθήκης της Λισσαβώνας, που υιοθετήθηκε στις Βρυξέλλες στις 3 Δεκεμβρίου 200 από την συνδιάσκεψη των εκπροσώπων των κυβερνήσεων των κρατών μελών ανευρίσκεται στην δικτυακή διεύθυνση:

http://www.consilium.europa.eu/uedocs/cmsUpload/cg00014.it07.pdf


25.6.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/40


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την έγκριση τύπου των διατάξεων φωτισμού και φωτεινής σηματοδοτήσεως των γεωργικών δασικών ελκυστήρων με τροχούς» (Κωδικοποιημένη έκδοση)

COM(2007) 840 τελικό — 2007/0284 (COD)

(2008/C 162/06)

Στις 25 Ιανουαρίου 2008, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο, απεφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα

«Πρόταση οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την έγκριση τύπου των διατάξεων φωτισμού και φωτεινής σηματοδοτήσεως των γεωργικών δασικών ελκυστήρων με τροχούς» (Κωδικοποιημένη έκδοση)

Επειδή θεωρεί ότι η πρόταση είναι απολύτως ικανοποιητική και δεν χρήζει περαιτέρω σχολίων εκ μέρους της, η ΕΟΚΕ, κατά την 442η σύνοδο ολομέλειάς της, της 13ης και 14ης Φεβρουαρίου 2008 (συνεδρίαση της 13ης Φεβρουαρίου 2008), απεφάσισε, με 147 ψήφους υπέρ, 1 ψήφο κατά και 7 αποχές, να εκδώσει θετική γνωμοδότηση για το προτεινόμενο κείμενο.

 

Βρυξέλλες, 13 Φεβρουαρίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


25.6.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/40


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί των ονομασιών των υφανσίμων» (Αναδιατύπωση)

COM(2007) 870 τελικό — 2008/0005 (COD)

(2008/C 162/07)

Στις 8 Φεβρουαρίου 2008, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο, απεφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα

«Πρόταση οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί των ονομασιών των υφανσίμων» (Αναδιατύπωση)

Επειδή θεωρεί ότι η πρόταση είναι απολύτως ικανοποιητική και δεν χρήζει περαιτέρω σχολίων εκ μέρους της, η ΕΟΚΕ, κατά την 442η σύνοδο ολομέλειάς της, της 13ης και 14ης Φεβρουαρίου 2008 (συνεδρίαση της 13ης Φεβρουαρίου 2008), απεφάσισε, με 128 ψήφους υπέρ, και 2 αποχές, να εκδώσει θετική γνωμοδότηση για το προτεινόμενο κείμενο.

 

Βρυξέλλες, 13 Φεβρουαρίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


25.6.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/41


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν παράνομα απομακρυνθεί από το έδαφος κράτους μέλους» (Κωδικοποιημένη έκδοση)

COM(2007) 873 τελικό — 2007/0299 (COD)

(2008/C 162/08)

Στις 8 Φεβρουαρίου 2008, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο, απεφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα

«Πρόταση οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν παράνομα απομακρυνθεί από το έδαφος κράτους μέλους» (Κωδικοποιημένη έκδοση)

Επειδή θεωρεί ότι η πρόταση είναι απολύτως ικανοποιητική και δεν χρήζει περαιτέρω σχολίων εκ μέρους της, η ΕΟΚΕ, κατά την 442η σύνοδο ολομέλειάς της, της 13ης και 14ης Φεβρουαρίου 2008 (συνεδρίαση της 13ης Φεβρουαρίου 2008), απεφάσισε, με 141 ψήφους υπέρ, 1 ψήφο κατά και 1 αποχή, να εκδώσει θετική γνωμοδότηση για το προτεινόμενο κείμενο.

 

Βρυξέλλες, 13 Φεβρουαρίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


25.6.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/41


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ουσίες που μπορούν να προστεθούν στα φάρμακα για το χρωματισμό» (Αναδιατύπωση)

COM(2008) 1 τελικό — 2008/0001 (COD)

(2008/C 162/09)

Στις 31 Ιανουαρίου 2008, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο, απεφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα

«Πρόταση οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις ουσίες που μπορούν να προστεθούν στα φάρμακα για το χρωματισμό» (Αναδιατύπωση)

Επειδή θεωρεί ότι η πρόταση είναι απολύτως ικανοποιητική και δεν χρήζει περαιτέρω σχολίων εκ μέρους της, η ΕΟΚΕ, κατά την 442η σύνοδο ολομέλειάς της, της 13ης και 14ης Φεβρουαρίου 2008 (συνεδρίαση της 13ης Φεβρουαρίου 2008), απεφάσισε, με 122 ψήφους υπέρ, 1 κατά και 4 αποχές, να εκδώσει θετική γνωμοδότηση για το προτεινόμενο κείμενο.

 

Βρυξέλλες, 13 Φεβρουαρίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


25.6.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/42


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Μια ανεξάρτητη αξιολόγηση των υπηρεσιών κοινής ωφελείας»

(2008/C 162/10)

Στις 16 Φεβρουαρίου 2007, και σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2, του Εσωτερικού της Κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα

«Μια ανεξάρτητη αξιολόγηση των υπηρεσιών κοινής ωφελείας».

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 23 Ιανουαρίου 2008 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. HENCKS.

Κατά την 442α σύνοδο ολομέλειας, της 13ης και 14ης Φεβρουαρίου 2008 (συνεδρίαση της 14ης Φεβρουαρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 162 ψήφους υπέρ, 24 ψήφους κατά και 11 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η μεταρρύθμιση των Συνθηκών, που αποφασίσθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 17ης και 18ης Οκτωβρίου 2007, επιφέρει νέα πρόοδο, μεταξύ των άλλων, και όσον αφορά τις υπηρεσίες κοινής ωφελείας (ΥΚΩ), με την εισαγωγή στις διατάξεις για τη λειτουργία της Ένωσης (άρθρο 14) μιας ρήτρας γενικής εφαρμογής για τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΥΓΟΣ), η οποία θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλες τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών για την εσωτερική αγορά και τον ανταγωνισμό, και με την προσάρτηση στις δύο Συνθήκες ενός πρωτοκόλλου που αφορά το σύνολο των υπηρεσιών γενικού συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων και των υπηρεσιών γενικού συμφέροντος μη οικονομικού χαρακτήρα.

1.2

Οι ΥΚΩ, ΥΓΟΣ και οι υπηρεσίες γενικού συμφέροντος μη οικονομικού χαρακτήρα συμβάλλουν στην ευημερία του συνόλου των πολιτών και στην πραγματική άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων τους. Οι εν λόγω υπηρεσίες, οι παρεχόμενες προς όφελος του γενικού συμφέροντος, υπάγονται σε πολιτικές επιλογές και, ως εκ τούτου, εμπίπτουν στην αρμοδιότητα των νομοθετών.

1.3

Εξ αυτού απορρέει όχι μόνο η ενισχυμένη υποχρέωση της ΕΕ και των κρατών μελών να μεριμνούν για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, η οποία επιβάλλει, μεταξύ άλλων, την ανάπτυξη μιας προοδευτικής δυναμικής για την αξιολόγηση των επιδόσεων αυτών των υπηρεσιών, αλλά και η ανάγκη για τα όργανα λήψης αποφάσεων να ορίζουν επακριβώς τις έννοιες, τους στόχους και τις αποστολές που αποδίδουν σε αυτές τις τρεις κατηγορίες υπηρεσιών. Εφόσον αυτό δεν ισχύει, οι αξιολογήσεις των επιδόσεων δεν θα είναι σε θέση να προσφέρουν στους πολίτες την νομική ασφάλεια που δικαιούνται να αναμένουν από τα εθνικά και ευρωπαϊκά θεσμικά όργανά τους.

1.4

Σκοπός της εν λόγω αξιολόγησης είναι να συντελέσει στην αύξηση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, στην προσαρμογή τους στις εξελισσόμενες ανάγκες των πολιτών και των επιχειρήσεων και στην παροχή στις δημόσιες αρχές των στοιχείων που χρειάζονται για να κάνουν τις καλύτερες επιλογές· μπορεί επίσης να διαδραματίσει ουσιώδη ρόλο στην επίτευξη αρμονικής ισορροπίας μεταξύ της αγοράς και του κοινού συμφέροντος, όπως και μεταξύ των οικονομικών, των κοινωνικών και των περιβαλλοντικών στόχων.

1.5

Δεδομένης της σημασίας που έχουν οι ΥΚΩ για την καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και την προαγωγή της δικαιοσύνης και της κοινωνικής προστασίας, οι οποίες αποτελούν επίσης στόχους της ΕΕ βάσει της Συνθήκης, επιβάλλεται η τακτική αξιολόγηση, όχι μόνο των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος για τους οποίους υπάρχουν κοινοτικοί κανόνες, αλλά και των υπηρεσιών γενικού συμφέροντος μη οικονομικού χαρακτήρα, στο επίπεδο των κρατών μελών.

1.6

Στο εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, η αξιολόγηση των υπηρεσιών γενικού συμφέροντος (οικονομικού και μη οικονομικού χαρακτήρα) θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη, πολυφωνική, αντιπαραθετική, να καλύπτει και τους τρεις πυλώνες της στρατηγικής της Λισσαβώνας, να βασίζεται σε πολλαπλά κριτήρια και να πραγματοποιείται σε διαβούλευση με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.

1.7

Στο κοινοτικό επίπεδο, θα πρέπει να καθοριστούν οι ακριβείς τρόποι ανταλλαγής, αντιπαραβολής, σύγκρισης και συντονισμού και να προαχθεί η δυναμική της ανεξάρτητης αξιολόγησης, με σεβασμό της αρχής της επικουρικότητας, μέσω του καθορισμού —σε διάλογο με τους εκπροσώπους των ενδιαφερόμενων φορέων— μιας εναρμονισμένης σε ευρωπαϊκό επίπεδο μεθοδολογίας για την αξιολόγηση, με βάση κοινούς δείκτες.

1.8

Για να είναι αυτή η αξιολόγηση αποδοτική και χρήσιμη, θα πρέπει να συσταθεί μια πολυφωνική συντονιστική επιτροπή, η οποία θα λειτουργεί με πλήρη ανεξαρτησία και θα αποτελείται από εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, των Μόνιμων Αντιπροσωπειών των κρατών μελών στην ΕΕ, της Επιτροπής των Περιφερειών και της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής.

2.   Το σημερινό πλαίσιο

2.1

Σύμφωνα με τις Συνθήκες, οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΥΓΟΣ) συγκαταλέγονται στις κοινές αξίες της Ένωσης, ιδίως λόγω της συμβολής τους στην κοινωνική και στην εδαφική συνοχή. Η μεταρρυθμισμένη Συνθήκη, που υιοθετήθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 17ης και 18ης Οκτωβρίου 2007, το επιβεβαιώνει αυτό, αναθέτοντας στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να καθορίζουν, μέσω κανονισμών, τις αρχές και τις προϋποθέσεις που επιτρέπουν στις ΥΓΟΣ την εκπλήρωση του σκοπού τους, χωρίς να θίγεται η αρμοδιότητα των κρατών μελών για την παροχή, την ανάθεση και τη χρηματοδότηση αυτών των υπηρεσιών, και δίνοντας ταυτόχρονα έμφαση στην κοινή ευθύνη των κρατών μελών και της Κοινότητας.

2.2

Έτσι, εναπόκειται στην ΕΕ και στα κράτη μέλη της, εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων του καθενός τους και εντός του πεδίου εφαρμογής της μεταρρυθμισμένης Συνθήκης, να μεριμνούν και να διασφαλίζουν ότι οι υπηρεσίες αυτές λειτουργούν εύρυθμα, βάσει αρχών και προϋποθέσεων, ιδίως οικονομικών και δημοσιονομικών, οι οποίες επιτρέπουν την εκπλήρωση του σκοπού τους.

2.3

Κατά συνέπεια, όταν τεθεί σε εφαρμογή η μεταρρυθμισμένη Συνθήκη, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποφασίζοντας μέσω κανονισμών με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, θα πρέπει να καθορίσουν αυτές τις αρχές και τις προϋποθέσεις, με σεβασμό των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας.

2.4

Ένα πρωτόκολλο για τις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος, που έχει προσαρτηθεί στις μεταρρυθμισμένες Συνθήκες, υπογραμμίζει τον ουσιώδη ρόλο και την ευρεία διακριτική ευχέρεια των εθνικών, περιφερειακών και τοπικών αρχών κατά την παροχή, ανάθεση και οργάνωση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος όσο το δυνατόν εγγύτερα στις ανάγκες των καταναλωτών, καθώς και το υψηλό επίπεδο ποιότητας, ασφάλειας και οικονομικής προσιτότητας, την ίση μεταχείριση και την προώθηση της καθολικής πρόσβασης και των δικαιωμάτων των χρηστών.

2.5

Το ίδιο αυτό πρωτόκολλο αναφέρει, για πρώτη φορά σε κείμενο του πρωτογενούς κοινοτικού δικαίου, τις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος μη οικονομικού χαρακτήρα. Υπογραμμίζει ότι η παροχή, η ανάθεση και η οργάνωση των υπηρεσιών αυτών εμπίπτουν στις αρμοδιότητες των κρατών μελών και ότι οι διατάξεις των Συνθηκών ουδόλως επηρεάζουν αυτές τις αρμοδιότητες, πράγμα που σημαίνει ότι οι υπηρεσίες γενικού συμφέροντος μη οικονομικού χαρακτήρα εξακολουθούν να εξαιρούνται κατ' αρχήν από τους κανόνες για την εσωτερική αγορά, τον ανταγωνισμό και τις κρατικές ενισχύσεις, με δεδομένο ότι η εφαρμογή των εθνικών αρμοδιοτήτων διέπεται πάντοτε από τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.

2.6

Όσο για τη διάκριση μεταξύ των υπηρεσιών οικονομικού και των υπηρεσιών μη οικονομικού χαρακτήρα, η μεταρρυθμισμένη Συνθήκη δεν παρέχει κανέναν ορισμό, οπότε θα εξακολουθήσει να απαιτείται προσφυγή στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να διατηρείται η σημερινή νομική αβεβαιότητα. Οι πολίτες έχουν μεγάλες προσδοκίες από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή οφείλει να μεριμνά για την ενίσχυση του επιπέδου ευημερίας, για τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και, επιπλέον, πρέπει να διασφαλίζει ότι οι επιλογές της δεν συνεπάγονται οπισθοδρόμηση σε εθνικό επίπεδο.

3.   Γιατί χρειάζεται αξιολόγηση των υπηρεσιών κοινής ωφελείας;

3.1

Η υποχρέωση μέριμνας για την εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, που προβλέπεται στο άρθρο 14 της μεταρρυθμισμένης Συνθήκης, επιβάλλει, μεταξύ άλλων, την ανάπτυξη μιας προοδευτικής δυναμικής για την αξιολόγηση των επιδόσεων αυτών των υπηρεσιών.

3.2

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, για να μπορεί μια ΥΓΟΣ να διεκδικήσει τον χαρακτηρισμό της εύρυθμης λειτουργίας, θα πρέπει, μεταξύ άλλων:

να ανταποκρίνεται στις αρχές της ισότητας, της καθολικότητας, της οικονομικής προσιτότητας και της προσπελασιμότητας, της αξιοπιστίας και της συνέχειας, της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας, της προστασίας των δικαιωμάτων των χρηστών και της οικονομικής και κοινωνικής αποδοτικότητας·

να λαμβάνει υπόψη τις ειδικές ανάγκες ορισμένων ομάδων χρηστών όπως οι ανάπηροι, οι εξαρτημένοι, οι μειονεκτούντες κλπ.

3.3

Παρότι η μεταρρυθμισμένη Συνθήκη δεν την αναφέρει ρητώς, η αξιολόγηση μπορεί να αποτελέσει το μέσο εποπτείας που υπονοείται στη Συνθήκη.

3.4

Τα κράτη μέλη ή η Ένωση θα πρέπει να καθορίσουν και να προσαρμόσουν, με διαφανή και αμερόληπτο τρόπο, τις αποστολές και τους στόχους των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος που εμπίπτουν στους τομείς αρμοδιοτήτων τους, με σεβασμό της αρχής της επικουρικότητας, προς το συμφέρον και τη γενική ικανοποίηση όλων των χρηστών αυτών των υπηρεσιών.

3.5

Για να επαληθεύσει ότι εκτελούνται σωστά και αποτελεσματικά αυτές οι αποστολές κοινής ωφελείας και ότι εκπληρώνονται ή πρόκειται να εκπληρωθούν οι διαφορετικοί (είτε ανάλογα με τον οικονομικό ή μη οικονομικό χαρακτήρα της υπηρεσίας είτε ανάλογα με την ιδιαίτερη φύση της) στόχοι τους, η αρμόδια αρχή οφείλει να θέσει σε εφαρμογή ένα σύστημα για την αξιολόγηση των επιδόσεων, της αποτελεσματικότητας και της ποιότητας των εν λόγω υπηρεσιών, το οποίο να υπερβαίνει τις απλές δημοσκοπήσεις και έρευνες γνώμης.

3.6

Η αξιολόγηση συνίσταται, συνεπώς, στη συστηματική ανάλυση και παρακολούθηση των πραγματικών συνθηκών εφαρμογής της συγκεκριμένης υπηρεσίας κοινής ωφελείας, αφενός σε συνάρτηση με την εκπλήρωσή της και την ικανότητά της να καλύπτει τις ανάγκες των καταναλωτών, των επιχειρήσεων, των πολιτών και της κοινωνίας και αφετέρου σε συνάρτηση με τους στόχους της Ένωσης, ιδίως όσον αφορά την κοινωνική, οικονομική και εδαφική συνοχή, την κοινωνική οικονομία της αγοράς, τη στρατηγική της Λισσαβώνας και την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

3.7

Οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος χαρακτηρίζονται από την επιδίωξη πολλαπλών ισορροπιών:

μεταξύ της αγοράς και του κοινού συμφέροντος·

μεταξύ των οικονομικών, των κοινωνικών και των περιβαλλοντικών στόχων·

μεταξύ των διάφορων χρηστών (ιδιώτες, συμπεριλαμβανομένων των μειονεκτουσών ομάδων, επιχειρήσεις, τοπικές κοινότητες κλπ.), που δεν έχουν όλοι τις ίδιες ανάγκες ή συμφέροντα·

μεταξύ των αρμοδιοτήτων κάθε κράτους μέλους και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

3.8

Οι ισορροπίες αυτές εξελίσσονται σε συνάρτηση με τις οικονομικές και τις τεχνολογικές μεταλλαγές και τις μεταβαλλόμενες προσωπικές και συλλογικές ανάγκες και προσδοκίες, επιδιώκοντας τη συνοχή ανάμεσα στις διαφορετικές εθνικές καταστάσεις, γεωγραφικές ιδιαιτερότητες και τομεακά χαρακτηριστικά.

3.9

Η αξιολόγηση των επιδόσεων είναι διαφορετική λειτουργία από τη νομοθετική ρύθμιση, αλλά είναι και στοιχείο της. Είναι προς το συμφέρον της ρύθμισης να στηρίζεται σε κατάλληλες αξιολογήσεις και να τις υποκινεί. Ταυτόχρονα, η αξιολόγηση πρέπει να επιτρέπει τον εντοπισμό των δυσλειτουργιών και των διαφορών ποιότητας ή/και τύπου των υπηρεσιών στις διάφορες χώρες και να δίνει έμφαση στην προσαρμογή των απαιτήσεων στις ανάγκες και τις ανησυχίες των χρηστών και των καταναλωτών, όπως και στις μεταλλαγές του οικονομικού, τεχνολογικού και κοινωνικού περιβάλλοντος.

4.   Ποιες υπηρεσίες θα πρέπει να αξιολογηθούν;

4.1

Οι στόχοι που έχουν ανατεθεί στις ΥΚΩ και η σημασία τους για την εφαρμογή των διάφορων κοινοτικών πολιτικών καθιστούν απαραίτητη την τακτική αξιολόγηση, όχι μόνο των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος για τους οποίους υπάρχουν κοινοτικοί κανόνες, αλλά και των υπηρεσιών γενικού συμφέροντος μη οικονομικού χαρακτήρα, δεδομένου ότι συμβάλλουν στην πραγματική εφαρμογή των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ότι η λειτουργία τους βασίζεται στην αρχή της αλληλεγγύης και στον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, με αναφορά στις κοινές αρχές που χαρακτηρίζουν το ευρωπαϊκό κοινωνικό πρότυπο.

4.2

Επειδή, όπως επιβεβαιώνει το προσαρτημένο στις Συνθήκες πρωτόκολλο, οι υπηρεσίες γενικού συμφέροντος μη οικονομικού χαρακτήρα εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών, η αξιολόγησή τους θα πρέπει να γίνεται μόνο σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο.

4.3

Δεδομένου, όμως, ότι οι υπηρεσίες γενικού συμφέροντος μη οικονομικού χαρακτήρα σχετίζονται, εξίσου με τις ΥΓΟΣ, με διάφορους στόχους της ΕΕ (σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων, προαγωγή της ευημερίας των πολιτών, κοινωνική δικαιοσύνη, κοινωνική συνοχή κ.ά.) και ότι η ΕΕ έχει ευθύνη για την υλοποίηση αυτών των στόχων, πρέπει να φροντίζει τουλάχιστον να προβαίνουν τα κράτη μέλη σε τακτικές αξιολογήσεις της λειτουργίας αυτών των υπηρεσιών.

5.   Η προσέγγιση των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

5.1

Στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια της Νίκαιας (2000) και του Λάκεν (2001) συμφωνήθηκε ότι είναι απαραίτητο να προβλεφθεί μια αποτελεσματική και δυναμική αξιολόγηση, σε κοινοτικό επίπεδο, των επιδόσεων των υπηρεσιών κοινής ωφελείας και των συνεπειών τους για τον ανταγωνισμό, με τη δέουσα συνεκτίμηση των εθνικών, των περιφερειακών και των τοπικών ιδιαιτεροτήτων και αρμοδιοτήτων.

5.2

Διατυπώθηκε επίσης η άποψη ότι αυτή η αξιολόγηση θα πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο των υφιστάμενων δομών και, συγκεκριμένα, μέσω οριζόντιων και τομεακών εκθέσεων, καθώς και μέσω της «έκθεσης του Κάρντιφ» για την οικονομική μεταρρύθμιση, που καταρτίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και ότι θα πρέπει να καλύπτει τη διάρθρωση και τις επιδόσεις της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των πτυχών που συνδέονται με την απασχόληση, την οικονομική και κοινωνική αξιολόγηση των υποχρεώσεων του δημόσιου τομέα και τις απόψεις των πολιτών και των καταναλωτών για τις επιδόσεις των υπηρεσιών κοινής ωφελείας και για τον αντίκτυπο του ανοίγματος της αγοράς.

5.3

Από το 2001 και εξής, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διενεργεί κάθε χρόνο (με εξαίρεση το 2003) μια οριζόντια αξιολόγηση που αφορά αποκλειστικά τις βιομηχανίες δικτύου (ηλεκτρισμός, φυσικό αέριο, ηλεκτρονικές επικοινωνίες, ταχυδρομικές υπηρεσίες, αεροπορικές και σιδηροδρομικές μεταφορές) βάσει μιας μεθοδολογίας που έχει καθοριστεί σε ανακοίνωση (1) της Επιτροπής, αλλά δεν έχει γίνει ομόφωνα δεκτή από τους ενδιαφερόμενους φορείς, ορισμένοι από τους οποίους φρονούν ότι αξιολογούνται περισσότερο οι κοινοτικές πολιτικές για τις βιομηχανίες δικτύου παρά οι επιδόσεις τους.

5.4

Το 2003, στο πλαίσιο του Πράσινου Βιβλίου για τις υπηρεσίες κοινής ωφελείας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε ξεκινήσει μια δημόσια διαβούλευση, προκειμένου να καθοριστεί πώς θα πρέπει να οργανωθεί η αξιολόγηση, ποια κριτήρια θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν, πώς θα εξασφαλιστεί η συμμετοχή των πολιτών και πώς θα βελτιωθεί η ποιότητα των δεδομένων. Τα κυριότερα συμπεράσματα αυτής της διαβούλευσης ήταν ότι η αξιολόγηση θα πρέπει να είναι πολυδιάστατη και θα πρέπει να επανεξεταστούν οι χρησιμοποιούμενοι μηχανισμοί, αλλά, σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν υπήρχε συναίνεση ως το προς τον φορέα από τον οποίο θα πρέπει να διενεργείται.

5.5

Το Λευκό Βιβλίο για τις υπηρεσίες κοινής ωφελείας (2) δίνει έμφαση στη διαδικασία αξιολόγησης, η οποία πρέπει στο εξής να προηγείται κάθε προσαρμογής του κοινοτικού νομοθετικού πλαισίου, ιδίως όταν αυτή αφορά την ελευθέρωση των υπηρεσιών.

5.6

Σε αυτό το Λευκό Βιβλίο, η Επιτροπή αναγνωρίζει την ιδιαίτερη ευθύνη που οφείλουν να αναλάβουν τα κοινοτικά όργανα στην αξιολόγηση —με τη βοήθεια των δεδομένων που συλλέγονται στο εθνικό επίπεδο— των υπηρεσιών που υπόκεινται σε τομεακό ρυθμιστικό πλαίσιο το οποίο έχει θεσπιστεί από την Κοινότητα. Δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να προβλεφθεί αξιολόγηση σε κοινοτικό επίπεδο και σε άλλους τομείς, εάν μπορεί να αποδειχθεί, σε ειδικές περιπτώσεις. ότι θα δημιουργούσε προστιθέμενη αξία.

5.7

Τέλος, η Επιτροπή ανέθεσε σε εξωτερικό σύμβουλο την εκπόνηση έκθεσης για την ενδελεχή αποτίμηση της μεθοδολογίας της αξιολόγησης, τα κυριότερα συμπεράσματα της οποίας θα συνοψιστούν σε νέα ανακοίνωση, η οποία έχει εξαγγελθεί για το 2008.

5.8

Κατά την Επιτροπή, αυτή η εξωτερική διακρίβωση θα πρέπει να εκτιμήσει την ανάγκη αξιολόγησης των επιδόσεων των βιομηχανικών δικτύων που παρέχουν ΥΓΟΣ στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να διατυπώσει συστάσεις για τη βελτίωση των οριζόντιων αξιολογήσεων και να αποτιμήσει τη χρησιμότητα του ρόλου της Επιτροπής ως παραγωγού οριζόντιων αξιολογήσεων.

5.9

Στην ανακοίνωσή της για τις υπηρεσίες γενικού συμφέροντος (3), η Επιτροπή «θεωρεί σημαντική, για την ποιότητα και τη διαφάνεια της διαδικασίας λήψης αποφάσεων, την τακτική διεξαγωγή μιας σε βάθος αξιολόγησης και την παρουσίαση της μεθοδολογίας και των αποτελεσμάτων αυτής, ώστε να είναι ανοιχτά σε κάθε εξέταση».

6.   Αρχές και κριτήρια της αξιολόγησης

6.1

Στην ανακοίνωσή της COM(2002) 331, η Επιτροπή είχε αναλάβει τη δέσμευση να διασφαλίσει τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στην οριζόντια αξιολόγηση των επιδόσεων των ΥΚΩ, αναφέροντας συγκεκριμένα ότι «θα δημιουργηθεί ένας μόνιμος μηχανισμός για την παρακολούθηση της άποψης των πολιτών και της εξέλιξής τους» και ότι «θα πραγματοποιούνται επίσης διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών εταίρων, για συγκεκριμένα θέματα σε βάση ad-hoc».

6.2

Οι κοινωνικές εξελίξεις δημιουργούν προσδοκίες που αντανακλούν τις αυξημένες απαιτήσεις ενός κοινού (εν προκειμένω, των χρηστών ή των καταναλωτών), το οποίο διεκδικεί όχι μόνο αναγνώριση των δικαιωμάτων του, αλλά και συνεκτίμηση των ιδιαιτεροτήτων του. Οι τρόποι εφαρμογής των υπηρεσιών κοινής ωφελείας εξαρτώνται στενά από τις κοινωνίες στις οποίες αναπτύσσονται.

6.3

Η ποικιλία των δομών και των καθεστώτων (δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς ή συμπράξεις δημόσιου-ιδιωτικού τομέα) που εφαρμόζουν οι εθνικές, περιφερειακές και τοπικές δημόσιες αρχές για την παροχή των υπηρεσιών γενικού συμφέροντος καθιστά απαραίτητη μια πολυδιάστατη αξιολόγηση.

6.4

Η αξιολόγηση στο επίπεδο των κρατών μελών θα πρέπει, επιπροσθέτως, να είναι πολυφωνική και να λαμβάνει υπόψη όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και πρόσωπα: τις αρχές που είναι αρμόδιες για τον ορισμό και την εφαρμογή των υπηρεσιών γενικού συμφέροντος, τις ρυθμιστικές αρχές, τους φορείς παροχής των υπηρεσιών, τους εκπροσώπους των καταναλωτών, των συνδικαλιστικών ενώσεων, της κοινωνίας των πολιτών κλπ.

6.5

Πέρα από τον πλουραλιστικό χαρακτήρα της, η αξιολόγηση θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη και αντιπαραθετική, δεδομένου ότι οι διάφοροι παράγοντες δεν έχουν όλοι τα ίδια συμφέροντα· σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, αλληλοσυγκρούονται και χαρακτηρίζονται από ασυμμετρίες πληροφόρησης και εμπειρογνωσίας.

6.6

Ως εκ τούτου, η οικονομική και κοινωνική αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών γενικού συμφέροντος, των δραστηριοτήτων και των επιδόσεών τους δεν θα μπορούσε να αξιολογηθεί με βάση ένα και μοναδικό κριτήριο, εν προκειμένω τους κανόνες ανταγωνισμού, αλλά απαιτούνται πολλαπλά κριτήρια.

6.7

Όπως υπογράμμισαν το CIRIEC και το CEEP σε μια μελέτη που εκπόνησαν το 2000 (4) κατόπιν αιτήσεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η αξιολόγηση δεν έχει νόημα παρά μόνο σε σχέση με τους στόχους και τις αποστολές που έχουν ανατεθεί στις ΥΓΟΣ και οι οποίοι ορίζονται από τρεις πηγές —τον καταναλωτή, τον πολίτη και το κοινωνικό σύνολο— και έχουν τρεις συνιστώσες, την κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, την κοινωνική και εδαφική συνοχή και τη χάραξη και εφαρμογή δημόσιων πολιτικών.

6.8

Η αξιολόγηση θα πρέπει να καλύπτει και τους τρεις πυλώνες της στρατηγικής της Λισσαβώνας (οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό) και να λαμβάνει ταυτόχρονα υπόψη τις πολιτικές για την εσωτερική αγορά, για τον ανταγωνισμό, για την προστασία των καταναλωτών, για την απασχόληση και για τον εκάστοτε αξιολογούμενο τομέα.

6.9

Θα πρέπει, συνεπώς, να στηρίζεται σε πολλαπλά κριτήρια και να καλύπτει ιδίως:

τον ορισμό του καθεστώτος της υποχρέωσης παροχής δημόσιας υπηρεσίας και τη σχετική εντολή·

την ορθή εφαρμογή της/των συγγραφής/ών υποχρεώσεων από τον/τους φορέα/είς παροχής της υπηρεσίας·

την τιμή, την ποιότητα και την πρόσβαση των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην υπηρεσία και την ικανοποίηση των χρηστών·

τους θετικούς και τους αρνητικούς εξωγενείς παράγοντες·

την υλοποίηση των στόχων δημόσιας πολιτικής·

τη μεταφορά των διατάξεων που υπόκεινται σε νομικούς περιορισμούς.

6.10

Η αξιολόγηση θα προσφέρει, συνεπώς, στοιχεία για τη γνώση και την αποτίμηση των πραγματικών πρακτικών και του αντικτύπου των δράσεων στους διάφορους τύπους χρηστών, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα να γεφυρωθεί η διαρθρωτική ανισορροπία πληροφόρησης που χαρακτηρίζει εγγενώς τις σχέσεις μεταξύ φορέων παροχής, ρυθμιστικών αρχών και καταναλωτών.

7.   Εφαρμογή της αξιολόγησης

7.1

Το σύστημα αξιολόγησης θα πρέπει να βασίζεται σε περιοδικές εκθέσεις που θα εκπονούνται στο εθνικό ή στο τοπικό επίπεδο από όργανα αξιολόγησης τα οποία θα συσταθούν από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις προαναφερθείσες αρχές.

7.2

Στο κοινοτικό επίπεδο, θα πρέπει να καθοριστούν οι ακριβείς τρόποι ανταλλαγής, αντιπαραβολής, σύγκρισης και συντονισμού. Εναπόκειται, συνεπώς, στην ΕΕ να προωθήσει τη δυναμική της ανεξάρτητης αξιολόγησης, με σεβασμό της αρχής της επικουρικότητας και των αρχών που διατυπώνονται στο προσαρτημένο στις Συνθήκες πρωτόκολλο, καθορίζοντας —σε διάλογο με τους εκπροσώπους των ενδιαφερόμενων φορέων— μία εναρμονισμένη σε ευρωπαϊκό επίπεδο μεθοδολογία αξιολόγησης βάσει κοινών δεικτών, καθώς και τα μέσα για τη λειτουργία της.

7.3

Για να είναι η αξιολόγηση αποδοτική και χρήσιμη, θα πρέπει να συσταθεί μια πολυφωνική συντονιστική επιτροπή, η οποία θα εκπροσωπεί όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (δημόσιες αρχές, κοινωνικοί εταίροι, φορείς παροχής, ρυθμιστικές αρχές, χρήστες —άτομα και επιχειρήσεις— και συνδικαλιστικές οργανώσεις) και θα μπορούσε, στο κοινοτικό επίπεδο, να αποτελείται από εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, των Μόνιμων Αντιπροσωπειών των κρατών μελών στην ΕΕ, της Επιτροπής των Περιφερειών και της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής.

7.4

Αυτή η συντονιστική επιτροπή θα είναι υπεύθυνη για:

τη μεθοδολογία της αξιολόγησης,

τον προσδιορισμό των δεικτών,

τη σύνταξη των συγγραφών υποχρεώσεων για τις μελέτες που θα εκπονηθούν,

την ανάθεση των μελετών αυτών με βάση διάφορες απόψεις εμπειρογνωμόνων,

την κριτική εξέταση των εκθέσεων,

τη διατύπωση συστάσεων,

τη διάδοση των αποτελεσμάτων.

7.5

Οι συζητήσεις των εκθέσεων αξιολόγησης με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη θα μπορούσαν είτε να λάβουν τη μορφή ετήσιας διάσκεψης για τις επιδόσεις των ΥΓΟΣ, κατά το πρότυπο της διάσκεψης που διοργανώνει εδώ και μερικά χρόνια η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή σχετικά με τις βιομηχανίες δικτύου, είτε να διοργανώνονται στο περιθώριο της εαρινής συνόδου κορυφής του Συμβουλίου Κοινωνικών Υποθέσεων της ΕΕ.

Βρυξέλλες, 14 Φεβρουαρίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  COM(2002) 331 τελικό, 18.06.2002. Ανακοίνωση της Επιτροπής: Μεθοδολογικό σημείωμα για την οριζόντια αξιολόγηση των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος.

(2)  COM(2004) 374 τελικό, 12.5.2004. Ανακοίνωση της Επιτροπής: Λευκό βιβλίο σχετικά με τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας.

(3)  COM(2007) 725 τελικό, 20.11.2007. Ανακοίνωση της Επιτροπής που συνοδεύει την ανακοίνωση με τίτλο «Μια Ενιαία Αγορά για τον 21ο αιώνα». Υπηρεσίες γενικού συμφέροντος, περιλαμβανομένων των κοινωνικών υπηρεσιών γενικού συμφέροντος: Μια νέα ευρωπαϊκή δέσμευση.

(4)  Μελέτη των CIRIEC/CEEP«Οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος στην Ευρώπη: ρύθμιση, χρηματοδότηση, αξιολόγηση, ορθές πρακτικές», http://www.ulg.ac.be/ciriec/intl_fr/research/publications.htm.

CIRIEC: Διεθνές Κέντρο Ερευνών και Ενημέρωσης για τη Δημόσια, την Κοινωνική και τη Συνεταιριστική Οικονομία

CEEP (ΕΣΔΕ): Ευρωπαϊκό Κέντρο Δημοσίων Επιχειρήσεων και Επιχειρήσεων Γενικού Οικονομικού Συμφέροντος.


25.6.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/46


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Προαγωγή της ευρείας πρόσβασης όλων των κατοίκων της ΕΕ στην ευρωπαϊκή ψηφιακή βιβλιοθήκη

(2008/C 162/11)

Στις 16 Φεβρουαρίου 2007, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 29 §2 του Εσωτερικού της Κανονισμού να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

«Προαγωγή της ευρείας πρόσβασης όλων των κατοίκων της ΕΕ στην ευρωπαϊκή ψηφιακή βιβλιοθήκη»

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 23 Ιανουαρίου 2008, με βάση την εισηγητική έκθεση της κ. Pichenot.

Κατά την 442η σύνοδο ολομέλειας, της 13ης και 14ης Φεβρουαρίου 2008 (συνεδρίαση της 13ης Φεβρουαρίου 2008), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε, με 153 ψήφους υπέρ, 4 κατά και 5 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Λίγο πριν τα εγκαίνια, το 2008, της «Ευρωπαϊκής ψηφιακής βιβλιοθήκης (1)», η γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ παρέχει ευρεία υποστήριξη σε αυτό το σχέδιο για την επιγραμμική προσβασιμότητα μέρους του πολιτιστικού, επιστημονικού και τεχνικού ιστορικού πλούτου. Προσφέρει έτσι την υποστήριξή της στις εργασίες των ευρωπαϊκών οργάνων για την καθιέρωση διαδικτυακής πύλης που θα απευθύνεται στο ευρύ κοινό, και θα είναι μέσο διάδοσης οργανωμένων γνώσεων τον καιρό της ψηφιοποίησης.

1.2

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει τις κοινές προσπάθειες που κατέβαλαν η Επιτροπή και τα κράτη μέλη και επιδοκιμάζει το συντονισμό των πολιτιστικών ιδρυμάτων που ξεκίνησε η Διάσκεψη των Εθνικών Βιβλιοθηκών (CNEL) προκειμένου να επιτευχθεί η δημιουργία ενός ιδρύματος που θα συγκεντρώνει εθελοντικά όλα τα ιδρύματα για να καταστεί δυνατή η πρόσβαση στον ψηφιοποιημένο ιστορικό τους πλούτο. Καλεί τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών σε ευρωπαϊκό, εθνικό και περιφερειακό επίπεδο να συμμετάσχουν στο εν λόγω ευρωπαϊκό σχέδιο μεγάλης εμβέλειας για να διασφαλισθεί η καλή πληροφόρηση των πολιτών.

1.3

Η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στην ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής ψηφιακής βιβλιοθήκης (ΒΝUΕ) θα αποδειχθεί αποφασιστικής σημασίας για τους εξής τέσσερις μείζονες λόγους που δικαιολογούν την ανάληψη δέσμευσης από την ΕΟΚΕ. Πρόκειται για:

τη συμμετοχή στον καθορισμό συγκεκριμένων κριτηρίων επιλογής των περιεχομένων για ψηφιοποίηση,

την παροχή υποστήριξης εκ μέρους της κοινής γνώμης στις ανάγκες χρηματοδότησης,

την ενθάρρυνση ενεργειών συμμετοχής και καινοτομίας όλων των εμπλεκομένων μερών της αλυσίδας του βιβλίου και άλλων πολιτιστικών οργανώσεων,

την προώθηση της ένταξης όλων στην κοινωνία της πληροφορίας.

1.4

Η ΕΟΚΕ έχει επίγνωση όλου του έργου που έχει ήδη πραγματοποιηθεί στα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια των διαδοχικών προεδριών από την Επιτροπή για τη συμμετοχή των ενδιαφερομένων μερών. Συμφωνεί με την πρόσφατη έκθεση (2) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην οποία περιγράφονται επιτυχώς οι πρόοδοι που έχουν σημειωθεί και οι προσεχείς φάσεις. Στη γνωμοδότηση αυτή, η ΕΟΚΕ προτίμησε να τονίσει την απαραίτητη συμβολή της κοινωνίας των πολιτών, προτρέποντας τις συνιστώσες της να συμμετάσχουν στην ίδρυση της BNUE και στις μελλοντικές εξελίξεις της. Η γνωμοδότηση αυτή προτείνει να δοθεί προσοχή στις προσδοκίες και στις ανάγκες των χρηστών για να επιτευχθεί ο στόχος για την πρόσβαση του ευρύτερου κοινού.

1.4.1

Η ΕΟΚΕ, απευθυνόμενη στις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών προτείνει:

να συμμετάσχουν στην επικοινωνία με τους ευρωπαίους πολίτες ήδη από το 2008,

να δώσουν προσοχή στην παρακολούθηση των πάνελ των χρηστών που δοκιμάζουν την ακρίβεια και τη φιλικότητα προς το χρήστη της κοινής διαδικτυακής πύλης, καθώς και στην ηλεκτρονική πρόσβαση για τα άτομα με ειδικές ανάγκες (3),

να διοργανώσουν ευρεία ανταλλαγή απόψεων για τα περιεχόμενα σε συνεννόηση με τις παρακείμενες βιβλιοθήκες,

να προβληματισθούν, στα πλαίσια της κοινωνίας της πληροφορίας, για την προσαρμογή ενός νομικού πλαισίου συμβατού με την ψηφιοποίηση της πνευματικής, καλλιτεχνικής και επιστημονικής σύγχρονης παραγωγής.

1.4.2

Η ΕΟΚΕ απευθυνόμενη στα κράτη μέλη και στην Επιτροπή προτείνει:

να συγκροτηθεί διευθύνουσα επιτροπή για το σχέδιο που θα είναι ανοικτή στο διάλογο με την κοινωνία των πολιτών

να αναληφθεί από τα κράτη μέλη χρηματοδοτική προσπάθεια για να επιτευχθεί το 2010 η ψηφιοποίηση σε μεγάλη κλίμακα, λόγω της ποικιλίας των πρωτοτύπων και των υλικών,

να καταρτισθούν κατόπιν συνεννόησης, σχέδια εθνικής ψηφιοποίησης που θα βασίζονται σε ένα κοινό χάρτη τεκμηρίωσης και θα υποστηρίζονται από τα κέντρα δεξιότητας,

να διατηρηθεί σε κοινοτικό επίπεδο ένα ενισχυμένο πρόγραμμα για την διερεύνηση λύσεων των τεχνικών προβλημάτων λόγω της πολυγλωσσίας και της διαλειτουργικότητας, και να εκπονηθούν κοινές κατευθυντήριες γραμμές με σκοπό τη διασφάλιση της ηλεκτρονικής πρόσβασης των ατόμων με ειδικές ανάγκες,

να διεξαχθούν έρευνες για τις προσδοκίες, τις ανάγκες και τις πρακτικές των χρηστών (ιδίως των ατόμων με ειδικές ανάγκες) στις οποίες να συμμετάσχει και η ΕΟΚΕ,

να εξαχθούν συμπεράσματα από την ανάλυση των εθνικών πρακτικών όσον αφορά τις παρεκκλίσεις που περιέχονται στην οδηγία 2001/29/CE (4) και να διευρυνθεί η διερεύνηση λύσεων για το νομικό κενό (ορφανά έργα, εξαντλημένα, έγγραφα με ψηφιακής προέλευσης, κ.λπ.).

1.4.3

Η ΕΟΚΕ απευθυνόμενη στους οικονομικούς επιχειρηματίες και στα πολιτισμικά ιδρύματα επιθυμεί να τους παροτρύνει για:

την προώθηση της ευρείας πρόσβασης σε πρόσφατα ή σύγχρονα ψηφιοποιημένα περιεχόμενα, που θα είναι προσβάσιμα στη δικτυακή πύλη της ευρωπαϊκής ψηφιακής βιβλιοθήκης,

την κατάρτιση προτύπων για την επιγραμμική διάθεση έργων για τα οποία καταβάλλονται δικαιώματα έναντι προσιτής τιμής,

τη συμμετοχή στην ψηφιοποίηση των ταμείων τους, μέσω συμπράξεων δημοσίου/ ιδιωτών,

την αποδοχή χορηγιών υπέρ της ψηφιοποίησης,

την προαγωγή του ρόλου των δημόσιων βιβλιοθηκών όσον αφορά την διάθεση άυλων περιεχομένων μέσω τοπικής πρόσβασης ή εντός κλειστών κυκλωμάτων (ενδοδίκτυα).

2.   Καλύτερη ενημέρωση των πολιτών και συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στην ανάπτυξη της ευρωπαϊκής ψηφιακής βιβλιοθήκης του μέλλοντος (BNUE)

2.1   Καλύτερη ενημέρωση των πολιτών για την ευρωπαϊκή ψηφιακή βιβλιοθήκη του μέλλοντος

2.1.1

Το 2010, η επιγραμμική προσβασιμότητα στην πολιτιστική κληρονομιά της Ευρώπης που θα προέρχεται από βιβλιοθήκες, αρχεία και μουσεία θα επιτρέψει στον πληθυσμό της αλλά και σε εκείνο όλου του κόσμου να έχει πρόσβαση σε 6 εκατ. ψηφιοποιημένα έγγραφα για να τα χρησιμοποιεί για δημιουργικούς, εκπαιδευτικούς, επαγγελματικούς ή ερευνητικούς σκοπούς. Ο εν λόγω ποσοτικός στόχος θα αποτελέσει την πρώτη φάση ψηφιοποίησης σε μεγάλη κλίμακα.

2.1.2

Για το σχέδιο αυτό, που αποκαλείται προσωρινά Ευρωπαϊκή Ψηφιακή Βιβλιοθήκη (ΕΨΒ), και για ευκολία κοινώς «βιβλιοθήκη», η Επιτροπή με την ανακοίνωση (5) της είχε ήδη ορίσει ένα ευρύ πλαίσιο ψηφιοποίησης, καλώντας όλα τα όργανα να συμμετάσχουν σε αυτήν. Περιλαμβάνει έτσι όλες τις πολιτιστικές, επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις και αφορά κάθε είδος χειρόγραφου, βιβλίου, παρτιτούρας, χαρτών, ηχητικών εγγραφών, οπτικοακουστικών εγγραφών, περιοδικών, φωτογραφιών κ.λ.π.

2.1.3

Για την ΕΟΚΕ όπως και για τα κράτη μέλη, στα συμπεράσματα του Συμβουλίου του Νοεμβρίου 2006, που ελήφθησαν ομόφωνα, το σχέδιο BNUE αποτελεί «πρόγραμμα φάρο» που θα προωθήσει τη συμμετοχή όλων στην κοινωνία της πληροφορίας και θα βοηθήσει τους πολίτες να κατανοήσουν την ευρωπαϊκή ταυτότητα.

2.1.4

Η δεύτερη φιλοδοξία που εκτίθεται στο σχέδιο αυτό συνίσταται στο να καταστήσει τη μελλοντική BNUE πολυγλωσσικό σημείο πρόσβασης που απευθύνεται σε όλους τους κατοίκους της ΕΕ χάρη στην ύπαρξη μιας κοινής πύλης και δεν θα αποτελεί μόνο μια ενδιαφέρουσα πηγή για τις επιστημονικές και καλλιτεχνικές κοινότητες. Με την προοπτική αυτή, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να βελτιώσει την πληροφόρηση των πολιτών για να προωθηθεί η συμμετοχή στο ξεκίνημα της ψηφιακής βιβλιοθήκης, ιδιαίτερα με μια πολυγλωσσική τεκμηρίωση. Ένα σχέδιο επικοινωνίας πρέπει να αφορά όλα τα ευρωπαϊκά όργανα και τα κράτη μέλη και να αρχίσει ήδη με την έναρξη που θα γίνει τον Νοέμβριο του 2008.

2.1.5

Το γιγαντιαίο κύμα της ψηφιοποίησης θα αποτελέσει ιστορικό γεγονός για την ανθρωπότητα. Γι' αυτό αξίζει τον κόπο να εξετασθούν στη συζήτηση αυτή η επιλογή και η οργάνωση των περιεχομένων και των γνώσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι στην ευρεία συζήτηση για τους όρους της μαζικής ψηφιοποίησης πρέπει να θιγούν και ορισμένες οικονομικές, τεχνικές και νομικές πτυχές που είναι απαραίτητες για να προχωρήσουμε στην κοινωνία της γνώσης που θα είναι ανοιχτή σε όλους:

Οι οικονομικοί πόροι που είναι απαραίτητοι για την ψηφιοποίηση του δημόσιου τομέα, πράγμα που προϋποθέτει την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ της ψηφιοποίησης των σπανίων ή ευπαθών εγγράφων και της μαζικής ψηφιοποίησης που αναμένεται από το ευρύ κοινό,

παροχή οικονομικής ενίσχυσης στους εκδότες που πραγματοποιούν την ψηφιοποίηση με δικούς τους πόρους και δέχονται την επιγραμμική πρόσβαση,

η συμμετοχή ιδιωτικών χρηματοδοτήσεων και χορηγών για την ψηφιοποίηση και τη διάδοση

να παραμείνει αμετάβλητη η διάρκεια των 70 ετών, μετά το θάνατο του δημιουργού για τη διατήρηση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας,

καθιέρωση διαφάνειας και συλλογικότητας για την επιλογή των προς ψηφιοποίηση εγγράφων, του πολιτιστικού υλικού κάθε είδους (κείμενα, οπτικοακουστικό υλικό, μουσειακά αντικείμενα, αρχεία, κ.λπ.) του δημόσιου τομέα,

ανάγκη για ένα «ευρωπαϊκό τεκμηριωμένο χάρτη» που θα περιέχει τους μεγάλους τομείς γνώσης για ψηφιοποίηση, αυτό προϋποθέτει εκ των προτέρων την καταγραφή της κατάστασης σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την επιγραμμική προσβασιμότητα του υλικού που έχει ήδη ψηφιοποιηθεί,

τη δυνατότητα για τους συγγραφείς εξαντλημένων έργων που δεν επανεκδόθηκαν να επιλέξουν μια ψηφιακή διάδοση αφού τους χορηγηθεί περιορισμένη άδεια (6),

ενδιαφέρον για τη δημιουργία ενός αμφίδρομου αρχείου ώστε να καταστεί αποτελεσματική η έρευνα των δικαιούχων έργων που έχουν χαρακτηρισθεί ως «ορφανά (7)»,

η επεξεργασία της επιστημονικής πληροφόρησης (8),

θέματα που συνδέονται με την πρόσβαση στο διαδίκτυο και στο ψηφιακό υλικό από άτομα που έχουν αναπηρία, ιδίως όρασης.

2.2   Συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στην ευρωπαϊκή πολιτιστική ατζέντα τον καιρό της παγκοσμιοποίησης

2.2.1

Μέχρι σήμερα, το σχέδιο παραμένει αποκλειστικά αντικείμενο συζήτησης μεταξύ των ειδικών, πράγμα που αντανακλά την ισχυρή κινητοποίηση των ενδιαφερόμενων συμβαλλομένων μερών (πολιτιστικά ιδρύματα, συγγραφείς, εκδότες, βιβλιοπώλες, κ.λπ.) και την πραγματική συμμετοχή τους στην ομάδα υψηλού επιπέδου που συγκροτήθηκε από την Επιτροπή. Στη διαβούλευση που ξεκίνησε η Επιτροπή «i2010: Ψηφιακές βιβλιοθήκες (9)» το 2005, η συμμετοχή των ιδιωτών μειώθηκε στο 7 % μόνο των απαντήσεων και η συμμετοχή των πανεπιστημιακών κύκλων στο 14 %. Δεν εκπλήσσει η φτωχή συμμετοχή του μεγάλου κοινού εάν ληφθεί υπόψη η ξαφνική εμφάνιση της εν λόγω συζήτησης στα τέλη του 2004, μετά την ανακοίνωση της μαζικής ψηφιοποίησης από το Google, ούτε εάν να εξετασθεί η φύση του ερωτηματολογίου, που στόχευε τις ομάδες οικονομικών συμφερόντων που εθίγησαν από τις συνέπειες της ψηφιοποίησης.

2.2.2

Η ευκολία της δωρεάν πρόσβασης στην πληροφορία στο διαδίκτυο, που κρύβεται πίσω τη σημαντική χρηματοδότηση των διαφημίσεων δημιουργεί σύγχυση στην κοινή γνώμη σχετικά με την προσφορά κάθε ψηφιακής βιβλιοθήκης. Η κοινωνία των πολιτών έχει συνεπώς μείζονα ευθύνη ιδίως έναντι των νέων γενιών για να συμμετάσχει σε μια εκστρατεία πληροφόρησης και εκπαίδευσης για την αξία της πνευματικής ή καλλιτεχνικής δημιουργίας και για την ανάγκη να διασφαλίσει το σεβασμό τους.

2.2.3

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αναλάβουν κάθε πρωτοβουλία ώστε να συμμετάσχει περισσότερο η κοινωνία των πολιτών στις μελλοντικές εξελίξεις της ψηφιοποίησης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η συμμετοχή των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών είναι αποφασιστικής σημασίας για τέσσερα μείζονα διακυβεύματα: τον καθορισμό κοινών κριτηρίων επιλογής των περιεχομένων, την παροχή ενίσχυσης για τις ανάγκες της χρηματοδότησης και την ενθάρρυνση όλων των ενδιαφερομένων μερών για καινοτομία και προώθηση της ένταξης όλων στην κοινωνία της πληροφορίας.

2.2.4

Για να επιτευχθούν τα ανωτέρω, η ΕΟΚΕ προτείνει το άνοιγμα ενός δημόσιου χώρου από το Μάρτιο του 2008 όταν θα ξεκινήσει το πρωτότυπο για να ευνοηθεί η συμμετοχή στις ανταλλαγές απόψεων των εταιρικών, εκπαιδευτικών, πολιτιστικών, οικογενειακών και κοινωνικο- επαγγελματικών διαρθρώσεων, που είναι αντιπροσωπευτικές των μελλοντικών χρηστών. Οι παρεμβάσεις της κοινωνίας των πολιτών θα αποδειχθούν χρήσιμες στις διάφορες φάσεις από το ξεκίνημα, τον Νοέμβριο του 2008 και στις μεταγενέστερες φάσεις ανάπτυξης.

2.2.5

Η ανταλλαγή απόψεων πρέπει να συμπληρώσει τον χάρτη πορείας (2007-2010) που περιέχεται στο παράρτημα των συμπερασμάτων του Συμβουλίου και να τον παρατείνει περισσότερο για να διατηρηθεί η ανάπτυξη της ψηφιοποίησης και ο εμπλουτισμός των χρήσεων.

2.2.6

Μετά το 2008, το ευρωπαϊκό έτος του διαπολιτισμικού διαλόγου, η ανταλλαγή απόψεων θα μπορούσε να παραταθεί και να καταλήξει σε μια νέα διαβούλευση το 2009. Αυτό θα επιστρέψει στην κοινωνία των πολιτών να συμμετάσχει στον καθορισμό των φάσεων πιο μακροπρόθεσμα λαμβάνοντας υπόψη την ευρωπαϊκή πολιτιστική ατζέντα τον καιρό της παγκοσμιοποίησης (10).

2.3   Προώθηση της ανάπτυξης της βιβλιοθήκης του μέλλοντος

2.3.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την πρόταση της έκθεσης (11) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με την οποία ζητείται η συγκρότηση μιας «Διευθύνουσας επιτροπής» στη BNUE που θα αποτελείται από πολιτιστικά ιδρύματα που ασχολούνται με το δίκτυο της Ευρωπαϊκής Ψηφιακής Βιβλιοθήκης (ΕΨΒ). Θα φροντίσει κυρίως για τη συνέχιση του σχεδίου και την διάρθρωση εθνικών σχεδίων ψηφιοποίησης. Πρέπει να διεξαχθεί ένας αποτελεσματικός διάλογος μεταξύ της Διευθύνουσας επιτροπής και των αντιπροσωπευτικών οργανώσεων των χρηστών και ιδίως με την ΕΟΚΕ.

2.3.2

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει τον μείζονα ρόλο εκπαίδευσης της Διάσκεψης Εθνικών Βιβλιοθηκών (ΔΕΒ-CENL) που υποστηρίζεται από ένα διεθνές κανονιστικό πρότυπο κωδικοποίησης (βιβλιογραφική σημείωση) και την πρόοδο που σημειώθηκε από την ψηφιοποίηση γραπτού λόγου. Προτρέπει τα άλλα εθνικά πολιτιστικά ιδρύματα τόσο σε περιφερειακό ή εθνικό επίπεδο όσο και σε ευρωπαϊκό να συμμετάσχουν στο συντονισμό του δικτύου της ΕΨΒ για τις συλλογές των αρχείων, των εθνικών μουσείων και των οπτικοακουστικών κέντρων, ιδιαίτερα στα πλαίσια του ιδρύματος που ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του 2007.

2.3.3

Όσον αφορά το εν λόγω σημείο που ασκεί επιρροή στο θέμα, η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την εφαρμογή της οδηγίας 2001/29/CE που διασφαλίζει την προστασία των δικαιωμάτων του δημιουργού και των συγγενών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, ιδίως στον τομέα της αναπαραγωγής και διανομής των έργων. Όμως, τον καιρό της ψηφιοποίησης, η οδηγία αυτή παρουσιάζει ελλείψεις όσον αφορά την μεταχείριση των ορφανών έργων, τις προϋποθέσεις ψηφιακής διαφύλαξης, το καθεστώς των έργων που εξαρχής δημιουργήθηκαν στον παγκόσμιο ιστό (ψηφιακή δημιουργία) και την έλλειψη λύσεων για τα έργα που εξαντλήθηκαν και δεν επανεκδόθηκαν.

2.3.4

Η οδηγία αυτή η οποία προβλέπει εξαιρέσεις κυρίως για τις ειδικές πράξεις αναπαραγωγής που πραγματοποιούνται από βιβλιοθήκες για το κοινό, εκπαιδευτικά ιδρύματα, μουσεία ή αρχεία για τη χρήση ατόμων με ειδικές ανάγκες. Επειδή οι εξαιρέσεις αυτές είναι προαιρετικές η εφαρμογή τους διαφέρει ανάλογα με το κράτος.

2.3.5

Παράλληλα με αυτό το νομικό στοιχείο, η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι και άλλα προβλήματα, τεχνολογικής φύσεως, καθιστούν το πρόγραμμα αυτό πολύπλοκο. Στον τομέα αυτό, επιδοκιμάζει ιδιαίτερα τις εργασίες που άρχισαν εδώ και πολλά χρόνια από την Επιτροπή για την λύση των τεχνικών πτυχών. Υποστηρίζει τις πρωτοβουλίες που ανελήφθησαν στο πλαίσιο του 7ου Προγράμματος-πλαίσιο για την έρευνα και την ανάπτυξη (ΠΠΕΤΑ) και του προγράμματος «econtentplus» (πολυετές κοινοτικό πρόγραμμα για τη βελτίωση της πρόσβασης, της χρηστικότητας και της αξιοποίησης του ψηφιακού περιεχομένου στην Ευρώπη), ιδιαίτερα στις έρευνες για τη διαλειτουργικότητα και στα κέντρα δεξιοτήτων για την ψηφιοποίηση. Η διαλειτουργικότητα και η πολυγλωσσία —ή οι μηχανισμοί μέσω των οποίων τα περιεχόμενα των μουσείων, των βιβλιοθηκών και των αρχείων θα είναι προσιτά σε ένα κοινό ιστοτόπο— αποτελεί έναν από τους κυριότερους παράγοντες της επιτυχίας της BNUE.

2.3.6

Οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, και ιδιαίτερα τα εθνικά οικονομικά και κοινωνικά συμβούλια καλούνται να υποστηρίξουν τις απαραίτητες επενδύσεις για την ψηφιοποίηση σε κάθε κράτος μέλος ώστε να επιτευχθεί η κρίσιμη μάζα των περιεχομένων και να διασφαλισθεί η ποικιλία τους. Η ΕΟΚΕ συνιστά στα κράτη μέλη να ζητήσουν επίσης χρηματοδότηση από τα διαρθρωτικά ταμεία όπως αποδεικνύεται από το επιτυχημένο παράδειγμα της Λιθουανίας.

3.   Προώθηση ευρείας πρόσβασης στην BNUE με ιστορικό και σύγχρονο οργανωμένο περιεχόμενο

3.1   Οι προσδοκίες και οι ανάγκες των χρηστών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη  (12)

3.1.1

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι είναι σημαντικό να καταστεί η εξαιρετική αυτή ευκαιρία της ψηφιοποίησης ένας ισχυρός παράγων κοινωνικής και εδαφικής συνοχής (13). Ιδιαίτερα η ΕΟΚΕ συνιστά να συμπεριληφθούν στην ψηφιακή προσφορά και στα συστήματα πρόσβασης σε αυτήν οι προσδοκίες των διαφόρων γενεών για να διευκολυνθούν οι σχέσεις και οι διαβιβάσεις. Η μετατροπή των μη αναγνωστών σε αναγνώστες είναι σπάνια όταν κανείς δεν είναι πλέον στην εφηβεία. Η πρόκληση για την κοινωνία της πληροφορίας είναι, όταν πρόκειται για την πρόσβαση του ευρέως κοινού στην εν λόγω ψηφιακή βιβλιοθήκη, να κάνει χρήστες τους εν λόγω μη ή ευκαιριακούς αναγνώστες.

3.1.2

Έχοντας υπόψη την έννοια της δια βίου μάθησης (14), η ψηφιοποίηση των πολιτιστικών έργων και ιδιαίτερα της επιστημονικής των επιστημονικών πληροφοριών (15) περιέχει ένα τεράστιο δυναμικό για την πρόσβαση στη γνώση. Ο στόχος αυτός συνεπάγεται μεταξύ άλλων την προσαρμογή της αρχικής και συνεχούς κατάρτισης του εκπαιδευτικού προσωπικού (16) στην εν λόγω νέα πραγματικότητα για να ανταποκριθούν στο νέο πλαίσιο μεταβίβασης γνώσεων.

3.1.3

Οι επιπτώσεις που αναμένονται από τον εν λόγω μηχανισμό καθιστούν απαραίτητη τη διενέργεια ερευνών όσον αφορά τις προσδοκίες και τις πρακτικές των χρηστών. Στην παρούσα φάση, δόθηκε προτεραιότητα στο γραπτό λόγο (χειρόγραφα, βιβλία, περιοδικά ή συνήθη) για τα οποία έχουν προσδιορισθεί οι εξής τρεις βασικές χρήσεις: η έρευνα σε ολόκληρο το κείμενο, η επιγραμμική αναδίφηση και η μη επιγραμμική ανάγνωση (εικονική προσωπική βιβλιοθήκη). Θα πραγματοποιηθούν δοκιμές για νέες χρήσεις όπως για τα συλλογικά εργαλεία, τις πλατφόρμες επεξηγηματικών σημειωμάτων και την προβολή με έντονους τίτλους των περιεχομένων και μάλιστα με την εισφορά πολυμέσων (ήχος, μαγνητοσκόπηση, ψυχαγωγία). Αυτές οι νέες λειτουργίες αποτελούν βοηθητικά εργαλεία όχι μόνο για την διάδοση αλλά πρώτα απ' όλα για την επεξεργασία ενός στοχασμού.

3.1.4

Για τα λοιπά έγγραφα που δεν είναι γραπτά, από το 2007, η δικτυακή πύλη Michael (πολύγλωσση καταγραφή του ευρωπαϊκού πολιτιστικού πλούτου) δίνει πρόσβαση στη δικτυακή πύλη διάφορων ψηφιακών συλλογών μουσείων, βιβλιοθηκών και αρχείων που μέχρι τότε ήταν διασκορπισμένες σε όλη την Ευρώπη. Περιγραφές συλλογών τέθηκαν έτσι στη διάθεση πολλών πολιτιστικών ιδρυμάτων σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο. Στην αρχή η πρωτοβουλία αυτή κάλυπτε το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και την Ιταλία, και θα επεκταθεί όμως σε άλλα 15 κράτη μέλη προσφέροντας νέες υπηρεσίες στον πολιτισμικό τουρισμό. Αυτή η δικτυακή πύλη που αποκαλείται «Michael Culture» εντάχθηκε στο ίδρυμα που συγκεντρώνει και διαχειρίζεται από τον Νοέμβριο του 2007 το σύνολο των πολιτιστικών ιδρυμάτων που συμμετέχουν στο πρόγραμμα.

3.1.5

Η ΕΟΚΕ προτείνει τη δημιουργία ενός «παρατηρητηρίου» χρήσεων για να μελετά την παλέτα των δυνατοτήτων και των πρακτικών. Η BNUE παρουσιάζει ενδιαφέρον λόγω του πλούτου των περιεχομένων και της διάδοσης νέων πρακτικών πολιτισμικών ανταλλαγών και του ανοίγματος σε θέματα έρευνας. Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να συμμετάσχει στις εργασίες της ομάδας εργασίας «χρήστες» του δικτύου ΕΨΒ.

3.2   Προώθηση μιας ψηφιακής κοινωνίας ενταξιακής για όλους που προσφέρει ιδίως λύσεις στα άτομα με ειδικές ανάγκες  (17)

3.2.1

Σύμφωνα με την διυπουργική δήλωση της Ρίγας, του Ιονίου 2006, για τις νέες τεχνολογίες σε μια ενταξιακή κοινωνία, πρέπει να μην αυξάνει η BNUE τις διαφορές όσον αφορά τη χρήση του διαδικτύου μεταξύ τρέχουσας χρήσης και εκείνης για τα πιο ηλικιωμένα άτομα, τα άτομα με ειδικές ανάγκες ή τις ευπαθείς ομάδες. Σε πρόσφατες διερευνητικές γνωμοδοτήσεις, η ΕΟΚΕ ορίζει τις δράσεις που μπορούν να τους διασφαλίσουν και την ηλεκτρονική πρόσβαση με τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου.

3.2.2

Η ψηφιοποίηση και η επιγραμμική πρόσβαση των εγγράφων των βιβλιοθηκών, αρχείων και μουσείων σε όλη την Ευρώπη αποτελούν ασύγκριτα εργαλεία ένταξης για τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Όμως, ένα πολύπλοκο σχέδιο, ένα ακατάλληλο μορφότυπο ή ακατάλληλα μέτρα προστασίας μπορούν να εμποδίσουν την εν λόγω πρόσβαση.

3.2.3

Η οδηγία του 2001 προβλέπει ρητώς ότι μπορεί να γίνουν παρεκκλίσεις από την αρχή του δικαιώματος του δημιυργού υπέρ των ατόμων με ειδικές ανάγκες (άτομα που έχουν προβλήματα όρασης ή τυφλοί, άτομα με μειωμένη κινητικότητα ή με διανοητική αναπηρία).

3.2.4

Για να καταστεί δυνατή η πρόσβαση στον εν λόγω πολιτιστικό πλούτο, είναι σημαντικό όπως η δικτυακή πύλη της μελλοντικής BNUE και οι εθνικές πύλες που συνεργάζονται να είναι γνωστές από την αρχή ώστε να επιτρέπουν την πρόσβαση στα άτομα με ειδικές ανάγκες μέσω ειδικών τεχνικών μηχανισμών.

3.2.5

Μολονότι οι μηχανισμοί τεχνολογικής προστασίας κατά της πειρατείας αποδεικνύονται συχνά ανεπαρκείς για την αντιμετώπιση των πεπειραμένων χρηστών παρόλα αυτά είναι εξίσου αλήθεια ότι έχουν όρια για τους κοινούς χρήστες. Για το λόγο αυτό η ΕΟΚΕ συνιστά όπως κατά τη μελέτη των μέτρων τεχνολογικής προστασίας να λαμβάνονται εξαρχής υπόψη τα θέματα της προσβασιμότητας και διαλειτουργικότητας προκειμένου τα μέσα ανάγνωσης που χρησιμοποιούν τα άτομα με ειδικές ανάγκες, όπως οι συνθέτες λόγου, να μπορούν να διαβάζουν τα ψηφιακά κείμενα.

3.3   Αύξηση της προσφοράς των περιεχομένων που είναι ήδη διαθέσιμα με σύγχρονα ή πρόσφατα έγγραφα

3.3.1

Το φθινόπωρο του 2008, η διαδικτυακή πύλη θα εμφανισθεί με 2 εκατ. έργα, φωτογραφίες ή χάρτες, ελεύθερα δικαιωμάτων, δωρεάν προσβάσιμα ηλεκτρονικά και εξ αποστάσεως μεταφορτωμένα. Αυτό αποτελεί, κυρίως για τα σπάνια, πολύτιμα ή εξαντλημένα έγγραφα μια ανεκτίμητη εισφορά. Ωστόσο η πρόσβαση δεν μπορεί μακροπρόθεσμα να περιορισθεί στην προσφορά παρόμοιων εγγράφων ιστορικού πλούτου που δεν έχουν όμως σχέση με την επικαιρότητα.

3.3.2

Στην BNUE ανετέθη επίσης εξ αρχής η αρμοδιότητα να προτείνει στους χρήστες σύγχρονα ή πρόσφατα έγγραφα που επιβαρύνονται ακόμη με τα δικαιώματα δημιουργού, στην ίδια πύλη με τα απαλλαγμένα δικαιωμάτων έγγραφα και με τα έγγραφα ιστορικού πλούτου.

3.3.3

Συγκροτήθηκε, από την Επιτροπή, ομάδα εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου για να προωθηθεί η ανεύρεση λύσεων σχετικά με την πρόσβαση σε πρόσφατα έργα. Η ομάδα αποτελείται από εκπροσώπους εκδοτών, εθνικών βιβλιοθηκών, επαγγελματιών του οπτικοακουστικού τομέα και αρχείων για να περιορισθεί η «μαύρη τρύπα του 20ού και 21ου αιώνα (18)» που οφείλεται στα έργα που επιβαρύνονται ακόμη με δικαιώματα, η ομάδα αυτή υπέβαλε προτάσεις τον Απρίλιο του 2007 που διευκολύνουν την πρόσβαση στα ορφανά και στα εξαντλημένα έργα, και τη ψηφιακή διαφύλαξη.

3.3.4

Η εκπλήρωση του στόχου της μαζικής ψηφιοποίησης προσβάσιμης στο ευρύ κοινό προϋποθέτει την ανακάλυψη ενός νέου οικονομικού μοντέλου που θα διασφαλίζει τη δίκαιη κατανομή μεταξύ δημιουργών, εκδοτών, και διανομέων. Η πρόσβαση σε μία επί πληρωμή, λογική όμως, προσφορά σύμφωνα με τις ισχύουσες τιμές υπάρχει ήδη και οι χρήστες του διαδικτύου μπορούν να την χρησιμοποιούν. Η ΕΟΚΕ ενθαρρύνει τους οικονομικούς επιχειρηματίες της αλυσίδας του βιβλίου να επιδιώξουν την ανεύρεση λύσεων κατόπιν διαπραγματεύσεων (19). Απέναντι στους καταναλωτές, οι εκδότες, οι δημιουργοί και οι βιβλιοπώλες είναι υπεύθυνοι, σεβόμενοι τις απόψεις των διαφόρων παραγόντων να προτείνουν μια ελκυστική προσφορά για να ενθαρρύνουν αυτή τη νέα αγορά και να απομακρύνουν τους κινδύνους της πειρατείας και της απομίμησης.

3.3.5

Σύμφωνα με τις προτάσεις τους, για τα προστατευόμενα έργα και σε συμφωνία με τους δικαιούχους, οι χρήστες θα έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης στην πύλη σε συνοπτικά αποσπάσματα ή ακόμη μέσω ειδικευμένων ιστοθέσεων να αναδηφούν εικονικά το έργο. Πέραν αυτών, για να έχει ο χρήστης του διαδικτύου πρόσβαση σε ολόκληρο το έγγραφο για το οποίο οφείλονται δικαιώματα, θα πρέπει να απευθύνεται εκ νέου σε ιδιωτικούς φορείς συμπεριλαμβανομένου του δικτύου των συνήθων βιβλιοθηκών όπου θα του προσφέρονται πολλές επιλογές έναντι προσιτής τιμής και αναγνώρισης της αμοιβής των δικαιούχων. Η ΕΟΚΕ ενθαρρύνει τους δικαιούχους να συμφωνήσουν με τις εν λόγω καινοτόμες προτάσεις.

3.3.6

Προκειμένου να ενθαρρυνθεί η εν λόγω επί πληρωμή προσφορά, σε μια προσιτή τιμή, είναι σημαντικό να επεκταθεί από τα κράτη μέλη η ευκολία εισαγωγής του μειωμένου Φ.Π.Α για τα βιβλία και τις άλλες εκδόσεις και στις εκδόσεις σε ηλεκτρονική μορφή.

3.3.7

Με στόχο να προωθηθούν οι πιο ανοικτές άδειες που εμπλουτίζουν τα διαθέσιμα σύγχρονα περιεχόμενα, πρόσφατη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ (20) συνιστά να χορηγηθεί σε κοινοτικό επίπεδο η κατάλληλη προστασία στους συγγραφείς/δημιουργούς οι οποίοι επιλέγουν μια περιορισμένη άδεια. Καθιστώντας τα έργα τους προσβάσιμα δωρεάν, πρέπει να τους χορηγούνται εγγυήσεις όσον αφορά τα πνευματικά δικαιώματα τους και να προστατεύονται από καταχρηστικές εμπορικές χρήσεις.

3.3.8

Η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να αναλάβει την πρωτοβουλία για την ανακάλυψη νέων αδειών που θα έχουν ως στόχο την αποσύνδεση των δικαιωμάτων ψηφιακής διάδοσης από εκείνα που προβλέπονται για τις έντυπες εκδόσεις.

3.3.9

Το 2007 η Επιτροπή πραγματοποίησε εμπεριστατωμένη μελέτη (21) των εθνικών δικαίων σχετικά με τη μεταφορά της οδηγίας των δικαιωμάτων δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων (22). Η ΕΟΚΕ θα δώσει μείζονα προσοχή στα συμπεράσματα που εξήχθησαν από την έκθεση αυτή προκειμένου να βελτιωθεί η ευρωπαϊκή εναρμόνιση.

3.4   Απόκριση στην απαίτηση για οργανωμένη γνώση

3.4.1

Όντας στις αρχές του 21ου αιώνα, βομβαρδιζόμενοι από πληροφορίες χωρίς επεξηγήσεις και αμφίβολης γνησιότητας λόγω του διαδικτύου, το μείζον πλεονέκτημα του ευρωπαϊκού σχεδίου θα είναι η επιλογή των περιεχομένων για να διασφαλιστεί η αντικειμενικότητα και η πολυφωνία τους καθώς και η οργάνωση των γνώσεων, η ταξινόμηση και η τυποποίηση των μορφότυπων προκειμένου να διαφυλαχθεί το ευανάγνωστο του εν λόγω όγκου. Η διασφάλιση της τελειότητας, της ποιότητας και της ακρίβειας των απαντήσεων στις ερωτήσεις των χρηστών και στις έρευνες τους εξαρτάται από την εξέλιξη των μηχανών αναζήτησης σε αλληλεπίδραση με τον καλύτερο συντονισμό της ψηφιακής γνώσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

3.4.2

Για να καταστεί δυνατή η πρόσβαση σε οργανωμένες συλλογές, η ΕΟΚΕ τονίζει το ενδιαφέρον του πειράματος του προτύπου που ξεκίνησε το Μάρτιο του 2007, σε συνεργασία μεταξύ των ιδρυμάτων, της Γαλλίας, της Βουλγαρίας και της Πορτογαλίας και της Ουγγαρίας. Αυτό το ευρωπαϊκό πρότυπο που αναγνωρίσθηκε από τους εμπειρογνώμονες αποτελεί την βάση ενός ευρωπαϊκού σώματος ψηφιοποίησης, συμβολή στην προσεχή φάση της BNUE. Εξάλλου, η Europeana είναι ένα ανοικτό σύστημα σε όλες τις μηχανές αναζήτησης. Θα πρέπει να διευκολύνει τις έρευνες μέσω τυποποιημένων ερωτηματολογίων, για να διαμορφωθεί και να εστιασθεί η ζήτηση του χρήστη του διαδικτύου.

3.5   Διασφάλιση της πολιτιστικής και γλωσσικής πολυφωνίας

3.5.1

Η ΕΟΚΕ τονίζει την πρωτότυπη προσπάθεια για μια πολυγλωσσική βιβλιοθήκη (23) στον παγκόσμιο ιστό που θα αποτελέσει βασικό εργαλείο για τη διαφύλαξη και την αξιοποίηση της πολιτιστικής πολυφωνίας,. Η Ευρώπη, πλούσια χάρη σε μια σπάνια πολιτιστική κληρονομιά και σε μια σημαντική παραγωγή περιεχομένων, οφείλει να καταλάβει αποφασιστική θέση στην ψηφιοποίηση των γνώσεων σε παγκόσμια κλίμακα, σύμφωνα με την σύμβαση της UNESCO, για την πολιτιστική πολυφωνία. Χάρη στην διάδοση των ευρωπαϊκών γλωσσών στον κόσμο, η προσβασιμότητα θα χρησιμεύσει τόσο στους πολίτες της όσο και στους τρίτους που επιζητούν πρόσβαση στην παγκόσμια κληρονομιά και στις πηγές της δικής τους κουλτούρας που βρίσκονται στην Ευρώπη.

3.5.2

Στη φάση ανάπτυξης της BNUE μετά το 2010, η ΕΟΚΕ συνιστά σε κάθε κράτος μέλος να προσφέρει μια συλλογή από σημαντικές προσφορές από τη λογοτεχνία του σε διάφορες γλώσσες για να συμμετάσχει στη διάδοση της ευρωπαϊκής πολιτιστικής ταυτότητας και για να ανταποκριθεί στην πολυφωνία.

4.   Προώθηση και εκσυγχρονισμός των ιδρυμάτων δημόσιας ανάγνωσης σε ένα σύστημα επιγραμμικής προσβασιμότητας

4.1

Για να διασφαλισθεί η τοπική πρόσβαση σε ένα παγκοσμιοποιημένο σύστημα, η ΕΟΚΕ υποβάλει προτάσεις για να διευκολύνει το ρόλο των ιδρυμάτων δημόσιας ανάγνωσης. Η κυκλοφορία των πολιτιστικών αγαθών απέκτησε παγκόσμια και πολυτροπική διάσταση, θα είναι όμως αποτελεσματική εφόσον το κοινό θα διαθέτει τα υλικά μέσα που θα του επιτρέπουν να έχει πρόσβαση στην τεράστια αυτή προσφορά. Οι δημόσιες βιβλιοθήκες, οι πολιτισμικοί εξοπλισμοί εγγύτητας, παραμένουν μέσο εγγύησης για μια ισότιμη πρόσβαση για τους περισσότερους. Με την προοπτική της κοινωνικής ένταξης, οι δανειστικές βιβλιοθήκες πρέπει να διατηρήσουν το ρόλο τους σχετικά με τη διάθεση των άυλων περιεχομένων.

4.2

Στην αλυσίδα που αρχίζει από τον δημιουργό και φθάνει στον αναγνώστη μέσω του βιβλιοπώλη, οι δανειστικές βιβλιοθήκες και τα Δανειστικά Κέντρα Ταινιών και Δίσκων (ΔΚΤΔ) ανταποκρίθηκαν στη διαβίβαση της οργανωμένης γνώσης και στην πρόσβαση όλων στις πολιτιστικές παραγωγές. Αυτοί οι τοπικοί εξοπλισμοί πρέπει επίσης να συνεχίσουν να διασφαλίζουν τους στόχους για τα άυλα περιεχόμενα. Είναι συνεπώς σκόπιμο να προωθηθούν συμβάσεις ή ειδικές άδειες που θα ευνοούν, χωρίς να δημιουργούν ανισορροπία, παρόμοια ιδρύματα και την εκτέλεση της αποστολής τους που είναι η διάδοση (24).

4.3

Είναι σημαντικό να σχεδιασθεί η ψηφιοποίηση του δημόσιου τομέα των εθνικών πολιτιστικών ινστιτούτων σε συνεννόηση με τις παρακείμενες βιβλιοθήκες και με τα αρχεία. Οι χρήστες των δανειστικών βιβλιοθηκών αποτελούν ένα κοινό από μη ειδικούς των οποίων οι προσδοκίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όταν πραγματοποιούνται οι επιλογές όσον αφορά τα περιεχόμενα που είναι απαλλαγμένα από δικαιώματα προκειμένου να γίνεται σεβαστή η πολυφωνία του κοινού.

4.4   Ανακάλυψη οικονομικών μοντέλων αγοράς και διάθεσης στο κοινό σύγχρονων ψηφιοποιημένων έργων

4.4.1

Οι δανειστικές βιβλιοθήκες αγοράζουν υλικό υποστήριξης (βιβλία συμπαγείς δίσκους, παρτιτούρες, μεθόδους εκμάθησης γλωσσών, κ.λπ.) και τα θέτουν δωρεάν στη διάθεση των χρηστών τους, ή έναντι μικρής συμμετοχής για περιορισμένο χρόνο επιτρέποντάς τους έτσι να μην αποτελεί η οικονομική διάσταση συστηματικό εμπόδιο στην πρόσβαση στο εν λόγω υλικό υποστήριξης. Έναν νέο οικονομικό μοντέλο για το αποϋλοποιημένο περιεχόμενο πρέπει να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των χρηστών των βιβλιοθηκών και των ΔΚΤΔ και να προσαρμόζεται στη λειτουργία τους. Εξάλλου, οι δανειστικές βιβλιοθήκες είναι πελάτες με μεγάλες δυνατότητες αγοράς των σημερινών περιεχομένων, που βρίσκονται σε άμεση επαφή με την επικαιρότητα της πληροφορίας και των πολιτιστικών και τεχνικών παραγωγών. Πρέπει να συμμετέχουν στον ορισμό του νέου αυτού οικονομικού μοντέλου.

4.4.2

Συνεπώς, δεν θα πρέπει η γενίκευση των άυλων περιεχομένων και ιδιαίτερα εκείνων που προέρχονται από την ψηφιοποίηση να εμποδίζει τις δανειστικές βιβλιοθήκες να συνεχίσουν την εκπαιδευτική τους αποστολή. Πρέπει συνεπώς τα οικονομικά και τεχνικά μοντέλα κυκλοφορίας των περιεχομένων που προέρχονται από ψηφιοποίηση να λαμβάνουν υπόψη το ρόλο και την αποστολή των δανειστικών βιβλιοθηκών ώστε να τους επιτρέψουν να τα διασφαλίζουν, και αυτό στα πλαίσια των κλειστών κυκλωμάτων των εν λόγω βιβλιοθηκών (ενδοδίκτυο) καθώς και σε εκείνα μιας προσφοράς δανεισμού που απευθύνεται στους χρήστες τους που έχουν εγγραφεί κανονικά.

4.5   Εξασφάλιση στο χρήστη υπηρεσιών για τοπική πρόσβαση επί τόπου

4.5.1

Στα πλαίσια των κλειστών κυκλωμάτων (ενδοδίκτυο) πρέπει οι δανειστικές βιβλιοθήκες να προσφέρουν στους χρήστες τους σε ισότιμη βάση με τις υλικές συλλογές, τις προϋποθέσεις τοπικής πρόσβασης στα άυλα περιεχόμενα: θέσεις εργασίας πληροφορικής, δυνατότητα εκτύπωσης, λογισμικό περιβάλλον, σύνδεση με το διαδίκτυο υψηλής ταχύτητας, πληροφόρηση, βοήθεια και μεσολάβηση. Τόσο η αρχική όσο και η συνεχής επιμόρφωση του προσωπικού των δανειστικών βιβλιοθηκών καθώς και η οργάνωση της εργασίας τους πρέπει εφεξής να λαμβάνουν υπόψη και τα άυλα περιεχόμενα.

4.6   Διοργάνωση ψυχαγωγιών και μεσολαβήσεων για την πρόσβαση στις ψηφιακές συλλογές και στα άυλα περιεχόμενα για το ευρύ κοινό

4.6.1

Χωρίς κατάρτιση και χωρίς πληροφόρηση, το ευρύ κοινό έχει την τάση να θεωρεί πολύ συχνά, τον προσωπικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, με τον οποίον είναι εξοπλισμένα όλο και περισσότερα νοικοκυριά, ως τερματικό αναψυχής πολυμέσων, παραγνωρίζοντας έτσι τις πολιτιστικές, εκπαιδευτικές, παιδαγωγικές, πληροφοριακές πηγές που είναι προσβάσιμες μέσω του διαδικτύου. Με τον ίδιο τρόπο, που διασφαλίζουν οι δανειστικές βιβλιοθήκες μια δραστήρια μεσολάβηση, για όλες τις ηλικίες, με στόχο το βιβλίο και την ανάγνωση, διοργανώνοντας εκδηλώσεις ψυχαγωγίας, πρέπει να αναπτύξουν και για τα άυλα περιεχόμενα αντίστοιχη μεσολάβηση και διοργάνωση εκδηλώσεων ψυχαγωγίας.

Βρυξέλλες, 13 Φεβρουαρίου 2008.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Ευρωπαϊκή ψηφιακή βιβλιοθήκη (BNUE), προσωρινή απόδοση για το ευρωπαϊκό σχέδιο ψηφιοποίησης εγγράφων που προέρχονται από μουσεία, αρχεία, οπτικοακουστικά κέντρα, βιβλιοθήκες κλπ.

(2)  Έκθεση με θέμα «i2010: προς μια ευρωπαϊκή ψηφιακή βιβλιοθήκη» (2006/2040(INI), της κ. Marie-Hélène Descamps, μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Ιούλιος 2007).

(3)  Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Μελλοντική νομοθεσία για την ηλεκτρονική προσβασιμότητα» (εισηγητής ο κ. Hernandez Bataller) ΕΕ C 175 της 27.07.2007· Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Ίσες ευκαιρίες για τα άτομα με αναπηρίες» (εισηγητής ο κ. Meelis Joost) ΕΕ C 93/08 της 27.04.2007

(4)  Οδηγία 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας

(5)  Ανακοίνωση της 30ής Σεπτεμβρίου 2005«i2010: Ψηφιακές βιβλιοθήκες» COM(2005) 465 τελικό

(6)  Περιορισμένη άδεια, όπως π.χ. Creative Commons (www.creativecommons.org)

(7)  Έκθεση της 18ης Απριλίου 2007, της ομάδας εμπειρογνωμόνων υψηλού επιπέδου γιατ τα δικαιώματα δημιουργού, την ψηφιακή διαφύλαξη και τα ορφανά και εξαντλημένα έργα

(8)  Ανακοίνωση της 14ης Φεβρουαρίου 2007«Οι επιστημονικές πληροφορίες την ψηφιακή εποχή: πρόσβαση, διάδοση, διαφύλαξη» COM(2007) 0056 τελικό

(9)  Ανακοίνωση της 30ης Σεπτεμβρίου 2005“i2010: Ψηφιακές βιβλιοθήκες” COM(2005) 465 τελικό

(10)  Ανακοίνωση της 10ης Μαΐου 2007«Ανακοίνωση σχετικά με μια ευρωπαϊκή ατζέντα για τον πολιτισμό σ' έναν κόσμο παγκοσμιοποίησης» COM(2007) 242 τελικό

(11)  Έκθεση με θέμα «i2010: προς μια ευρωπαϊκή ψηφιακή βιβλιοθήκη» [2006/2040(INI), της κ. Marie-Hélène Descamps, μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Ιούλιος 2007].

(12)  Ο χρήστης δεν είναι ένας απλός πελάτης, παθητικός, αλλά θεωρείται ως ένας δραστληριος πελάτης που διαδραματίζει ρόλο στον ορισμό της αναμενόμενης υπηρεσίας και στην αξιολόγηση της.

(13)  Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Μελλοντική νομοθεσία για την ηλεκτρονική προσβασιμότητα»ΕΕ C 175 της 27.07.2007, σ. 91

(14)  Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση σύστασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου» και του Συμβουλίου σχετικά με τις βασικές ικανότητες για τη δια βίου μάθηση (εισηγήτρια η κ. Herczog), ΕΕ C 195 της 18.08.2006

(15)  Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τις επιστημονικές πληροφορίες.

(16)  Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την «Βελτίωση της ποιότητας της κατάρτισης των εκπαιδευτικών» (εισηγητής ο κ. Soares), που υιοθετήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 2008 (CESE 1562/2007 τελικό).

(17)  Εκστρατεία ευαισθητοποίησης της Επιτροπής που υπεβλήθη στο Συμβούλιο για την ένταξη στην κοινωνία της πληροφορίας Η ψηφιακή ένταξη, η σειρά σας να συμμετάσχετε το 2008

(18)  Σύμφωνα με την έκφραση της Επιτρόπου κ. Vivianne Reding ενώπιον της ΕΟΚΕ στις 12 Δεκεμβρίου 2007

(19)  Μελέτη του κ. Denis Zwirn, Numilog (Απρίλιος 2007) ενόψει της κατάρτισης ενός οικονομικού μοντέλου συμμετοχής των εκδοτών στην Ευρωπαϊκή ψηφιακή βιβλιοθήκη.

(20)  Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το δικαίωμα εκμίσθωσης, το δικαίωμα δανεισμού και ορισμένα δικαιώματα συγγενικά προς την πνευματική ιδιοκτησία στον τομέα των προϊόντων της διανοίας (Κωδικοποιημένη έκδοση) ΕΕ C 324 της 30.12.2006, σ. 7 και 8

(21)  Μελέτη με θέμα τη μεταφορά και τον αντίκτυπο στις νομοθεσίες των κρατών μελών της οδηγίας 2001/29/CΕ για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ETD/2005/IM/DI/91)

(22)  Η διάρκεια προστασίας των δικαιωμάτων του δημιουργού αυξήθηκε στα 70 χρόνια μετά το θάνατο του και στα 50 χρόνια για τα συγγενικά δικαιώματα.

(23)  Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την «Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών: Ένα νέο στρατηγικό πλαίσιο για την πολυγλωσσία»ΕΕ C 324 της 30.12.2006, σ. 68

(24)  Αιτιολογική σκέψη αριθ. 40 για τοα δικαιώματα του δημιουργού στην κοινωνία της πληροφορίας.


25.6.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/52


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: «Το ενεργειακό μείγμα στις μεταφορές»

(2008/C 162/12)

Με επιστολή της τής 19ης Μαρτίου 2007, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να καταρτίσει διερευνητική γνωμοδότηση με θέμα:

Το ενεργειακό μείγμα στις μεταφορές.

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές και κοινωνία των πληροφοριών» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 18 Δεκεμβρίου 2007 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. IOZIA.

Κατά την 442η σύνοδο ολομέλειάς της τής 13ης και 14ης Φεβρουαρίου 2008 (συνεδρίαση της 13ης Φεβρουαρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 130 ψήφους υπέρ, 11 ψήφους κατά και 8 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ ανταποκρίνεται ευχαρίστως στο αίτημα του Αντιπροέδρου της Επιτροπής και Επιτρόπου Μεταφορών κ. Jacques Barrot, να καταρτιστεί γνωμοδότηση με θέμα Το ενεργειακό μείγμα στις μεταφορές, είναι δε πεπεισμένη ότι πρέπει να αναπτυχθεί ένας συστηματικός διάλογος μεταξύ της Επιτροπής και της ΕΟΚΕ, η οποία εκπροσωπεί την οργανωμένη κοινωνία των πολιτών.

1.2

Η ΕΟΚΕ είναι σύμφωνη με τα συμπεράσματα του εαρινού Συμβουλίου, το οποίο έθεσε τις ακόλουθες προτεραιότητες:

αύξηση της ασφάλειας του εφοδιασμού·

διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών οικονομιών και διάθεση της ενέργειας σε τιμές προσιτές·

προώθηση της περιβαλλοντικής αειφορίας και καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος.

1.3

Οι πολιτικές προσδιορισμού του πλέον κατάλληλου ενεργειακού μείγματος πρέπει, συνεπώς, να λάβουν υπόψη τις τέσσερεις αυτές προτεραιότητες, πράγμα εξάλλου που η Επιτροπή έχει ήδη πράξει με την ανακοίνωση της σχετικά με τους στόχους για τα καύσιμα για την περίοδο 2001-2010.

1.4

Η ΕΟΚΕ, θεωρώντας ότι το πετρέλαιο θα εξακολουθήσει να αποτελεί για σειρά ετών το κύριο καύσιμο που θα χρησιμοποιείται στις μεταφορές και ότι το φυσικό αέριο, άλλος μη ανανεώσιμος πόρος, θα συμβάλλει και αυτό στην κάλυψη των αναγκών υποκαθιστώντας εν μέρει τα παράγωγα του πετρελαίου, φρονεί ότι είναι απαραίτητο να αυξηθεί δραστικά η χρηματοδότηση της έρευνας για την παραγωγή και τη χρήση του υδρογόνου, καθώς και για τα καύσιμα γεωργικής προέλευσης δεύτερης γενεάς, και συνεπώς επιδοκιμάζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής, η οποία αποφάσισε, στις 9 Οκτωβρίου 2007, να χρηματοδοτήσει μία κοινή τεχνολογική πρωτοβουλία ύψους 1 δις ευρώ για την περίοδο 2007-2013, και υποστηρίζει το αίτημα των επιχειρηματικών και ερευνητικών κύκλων που ασχολούνται με την ανάπτυξη της χρήσης του υδρογόνου να επιταχύνει το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο τη διαδικασία έγκρισης της σχετικής πρότασης.

1.5

Η αυξανόμενη ανησυχία που η κοινή γνώμη έχει εκφράσει για την αλλαγή του κλίματος, οι κίνδυνοι που συνδέονται με την αύξηση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη — η οποία, εάν δεν ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα, ενδέχεται να είναι της τάξεως των 2o- 6,3o C — καθιστούν απαραίτητη την ενίσχυση όλων των μέτρων που θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν τις αρνητικές συνέπειες των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα. Η ΕΟΚΕ εκτιμά τις προσπάθειες που καταβάλλει η Ένωση Ευρωπαϊκών Αεροπορικών Εταιριών και την καίρια συμβολή της στην διάδοση των στοιχείων που αφορούν τα αποτελέσματα των μέτρων καταπολέμησης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.

1.6

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τα συμπεράσματα του Συμβουλίου Περιβάλλοντος της 28ης Ιουνίου 2007 και υποστηρίζει την πρόταση αναθεώρησης, εκ μέρους της Επιτροπής, του 6ου Προγράμματος περιβαλλοντικής δράσης στο πλαίσιο του οποίου έχουν τεθεί οι ακόλουθες προτεραιότητες:

αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος·

συγκράτηση της απώλειας βιοποικιλότητας·

περιορισμός των επιπτώσεων της ρύπανσης στην υγεία·

προώθηση της βιώσιμης χρήσης των φυσικών πόρων και της βιώσιμης διαχείρισης των αποβλήτων.

1.7

Σε όλους τους τομείς των μεταφορών αναζητούνται οι κατάλληλες λύσεις που θα επιτρέψουν την υλοποίηση των προαναφερθέντων στόχων, οι δε κύριες ευρωπαϊκές υπηρεσίες προσανατολίζουν τις προσπάθειές τους προς την επίτευξη συγκεκριμένων αποτελεσμάτων εντός ολίγων ετών. Η επιλογή να υπαχθούν οι εναέριες μεταφορές —οι οποίες συμβάλλουν σε ολοένα σημαντικότερο βαθμό στην παραγωγή εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου— στο σύστημα των πιστοποιητικών εκπομπών θα συμβάλει στην επιτάχυνση της ανάπτυξης νέων καυσίμων. Ήδη ορισμένες εταιρείες εξετάζουν τις δυνατότητες χρήσης καυσίμων γεωργικής προέλευσης, ενώ τα αποτελέσματα που έχουν προκύψει από τις έρευνες για το υδρογόνο έχουν ακόμη εξαιρετικά κατακερματισμένο χαρακτήρα και συνεπώς η εναλλακτική λύση αυτή θα μπορεί να εφαρμοστεί μόνον μετά από την πάροδο αρκετών ετών. Οι μεγάλοι κινητήρες που χρησιμοποιεί η ναυτιλία μπορούν να μετατραπούν ευκολότερα για χρήση με μείγματα καυσίμων με χαμηλότερη περιεκτικότητα σε άνθρακα, ενώ στις σιδηροδρομικές μεταφορές, ο συνδυασμός ηλεκτρικής ενέργειας και ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μπορεί σαφώς να βελτιώσει την ήδη εξαιρετική περιβαλλοντική απόδοση του τύπου αυτού μεταφορών.

1.8

Το καλύτερο καύσιμο είναι αυτό που εξοικονομείται. Κατά την ΕΟΚΕ, η λύση προς την οποία πρέπει να προσανατολιστούν, κατά τρόπο αποφασιστικό, οι προσπάθειες για την επιλογή του πλέον κατάλληλου ενεργειακού μείγματος — μία επιλογή η οποία θα πρέπει να μετατρέπεται ολοένα περισσότερο σε κοινοτική πολιτική — πρέπει να συνυπολογίζει όλους αυτούς τους παράγοντες και να δίδει σαφή προτεραιότητα στο θέμα της υγείας και της ευημερίας των Ευρωπαίων πολιτών, αλλά και ολόκληρου του πλανήτη. Οι φορολογικές πολιτικές, τα κίνητρα, οι συστάσεις και οι ρυθμίσεις που θα υιοθετηθούν θα πρέπει να λαμβάνουν πάντοτε υπόψη την προτεραιότητα αυτή, προωθώντας την επιλογή εκείνη η οποία είναι η πλέον κατάλληλη από οικολογική άποψη και η πλέον βιώσιμη από οικονομική άποψη. Είναι σκόπιμο να επιδιωχθεί εξοικονόμηση ενέργειας προς όφελος των δημοσίων συγκοινωνιών, των εναλλακτικών μέσων μεταφοράς και των επιλογών οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής που αυξάνουν την κινητικότητα των ατόμων, περιορίζοντας ταυτόχρονα την περιττή κινητικότητα των αγαθών.

1.9

Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι οι μεταφορές θα πρέπει στο μέλλον να βασίζονται σε καύσιμα με ολοένα μικρότερη περιεκτικότητα σε άνθρακα, ο δε στόχος θα πρέπει να είναι η πλήρης εξάλειψη των εκπομπών αερίων. Η παραγωγή υδρογόνου από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας —όπως η βιομάζα, η φωτόλυση, η θερμοδυναμική ή η φωτοβολταϊκή ηλιακή ενέργεια, η αιολική ή η υδροηλεκτρική ενέργεια— είναι η μόνη επιλογή που δεν αποτελεί περιβαλλοντική αυταπάτη, δεδομένου ότι το υδρογόνο ως στοιχείο αποθήκευσης ενέργειας επιτρέπει τον συντονισμό του ενεργειακού εφοδιασμού —που από τη φύση του έχει περιοδικό χαρακτήρα (νύχτα/ημέρα, ετήσιοι κύκλοι, κλπ)— με την μεταβαλλόμενη, αποσυνδεδεμένη ενεργειακή ζήτηση.

1.10

Η ανάπτυξη των τεχνολογιών καύσης και έλξης επέτρεψε την ταχεία διάδοση των αυτοκινήτων που βασίζονται σε υβριδικά συστήματα. Για τον περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η καλύτερη λύση φαίνεται να είναι η έλξη αποκλειστικά με ηλεκτρική ενέργεια — μέσω της ανάπτυξης της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές — ή η χρήση υβριδικών συστημάτων, τουλάχιστον έως ότου υπάρξει διαθέσιμη σημαντική ποσότητα φυσικού αερίου και υδρογόνου. Μία άλλη, ενδιάμεση, λύση είναι η χρήση μείγματος μεθανίου και υδρογόνου (σε χαμηλό ποσοστό). Η μέθοδος αυτή αποτελεί ένα πρώτο βήμα προς τη χρήση του υδρογόνου για την προαγωγή της κινητικότητας.

1.11

Η χρήση του υδρογόνου ως φορέα ενέργειας κατάλληλου προς χρήση στις μεταφορές αποτελεί, παρά τους περιορισμούς που έχουν πλέον αναγνωριστεί, μία πρόκληση για το μέλλον και η πιθανότητα να αρχίσουν να κυκλοφορούν αυτοκίνητα που θα κάνουν, εν μέρει ή εξ ολοκλήρου, χρήση υδρογόνου μπορεί να γίνει πραγματικότητα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, αρκεί οι εθνικές και ευρωπαϊκές αρχές να μην παύσουν να υποστηρίζουν την σχετική έρευνα. Τα πορίσματα του σχεδίου CUTE (Καθαρές Αστικές Μεταφορές για την Ευρώπη) φαίνεται να είναι ενθαρρυντικά.

1.12

Η ΕΟΚΕ, όπως ήδη ανέφερε στο πλαίσιο των εργασιών της για την ενεργειακή απόδοση, φρονεί ότι είναι εξαιρετικά χρήσιμο να υπάρχει διαθέσιμη μία δικτυακή πύλη όπου να είναι δυνατόν να δημοσιεύονται οι έρευνες που πραγματοποιούνται στον ακαδημαϊκό χώρο και τα αποτελέσματα των πειραμάτων που διεξάγονται σε εθνική, περιφερειακή και τοπική κλίμακα για την ενημέρωση του ευρύτερου κοινού, κυρίως δε των υπαλλήλων των τοπικών αρχών. H EOKE εκτιμά ότι για την επίτευξη του βέλτιστου ενεργειακού μείγματος απαιτείται ένα κατάλληλο μείγμα στις μεταφορές, με την αύξηση της αποδοτικότητας των υδρογονανθράκων και με τον καθορισμό προτεραιοτήτων στις μεταφορές. Εν αναμονή μιας αξιόπιστης και αποδοτικής παραγωγής υδρογόνου, η χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας επιβάλλεται άμεσα. Η πρόκληση στις μεταφορές έγκειται στην ολοένα και μεγαλύτερη χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας, το ταχύτερο και οπουδήποτε αυτό είναι δυνατό.

1.13

Η ΕΟΚΕ εξαίρει τη σημασία που έχει η ευαισθητοποίηση και η συμμετοχή στις σχετικές προσπάθειες της κοινωνίας των πολιτών, η οποία συμβάλλει, με τις διάφορες συμπεριφορές που υιοθετεί, στην υλοποίηση των στόχων της μείωσης της κατανάλωσης ενέργειας και της υποστήριξης της έρευνας και της καινοτομίας στον τομέα των καθαρών και βιώσιμων καυσίμων. Οι επιλογές αυτές πρέπει να ενσωματωθούν στις ευρωπαϊκές και εθνικές πολιτικές, πρέπει δε να τονιστεί η προστιθέμενη αξία της ικανότητας συνεργασίας και συνοχής των κρατών μελών. Αυτό συνεπάγεται, επίσης, τον σεβασμό των κοινών αξιών και του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου, το οποίο δίδει ιδιαίτερη προσοχή στη διασφάλιση των περιβαλλοντικών αγαθών και της υγείας και της ασφάλειας των ευρωπαίων πολιτών, καθώς και όσων ζουν και εργάζονται στην Ένωση, και μεριμνά για τις συνθήκες διαβίωσης ολόκληρης της ανθρωπότητας.

2.   Εισαγωγή

2.1

Ο Αντιπρόεδρος της Επιτροπής και Επίτροπος Μεταφορών, κ. Jacques Barrot, ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή να καταρτίσει γνωμοδότηση με θέμα Το ενεργειακό μείγμα στις μεταφορές.

2.2

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται τις ανησυχίες του Επιτρόπου Μεταφορών σχετικά με τον εφοδιασμό σε καύσιμα και συμφωνεί ότι είναι απαραίτητο να προβλεφθεί ή διεξαγωγή αναλύσεων και μελετών με σκοπό την αναζήτηση λύσεων για την περαιτέρω εξέλιξη της πολιτικής μεταφορών και τον εντοπισμό των απαραίτητων μέτρων για τα αντίστοιχα καύσιμα.

2.3

Οι επιλογές που πρέπει να γίνουν στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης και οι προκλήσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκριθεί η Ένωση στον συγκεκριμένο τομέα —πλήρης συμμόρφωση προς τους στόχους που προβλέπει το Πρωτόκολλο του Κιότο, αντιμετώπιση της επείγουσας κατάστασης που έχει προκύψει εξαιτίας της αλλαγής του κλίματος, περιορισμός της εξάρτησης από τρίτες χώρες όσον αφορά τον ενεργειακό εφοδιασμό, επίτευξη των στόχων της στρατηγικής της Λισσαβώνας και της Λευκής Βίβλου για τις μεταφορές, όπως και των στόχων που συνδέονται με την εφαρμογή των συνδυασμένων μεταφορών, επιλογή λύσεων στον τομέα της ενεργειακής απόδοσης— θέτουν το υπό εξέταση ζήτημα στο επίκεντρο της ενεργειακής στρατηγικής της Ένωσης.

2.4

Ήδη το 2001, με την ανακοίνωσή της σχετικά με τους στόχους για τα καύσιμα για την περίοδο 2001-2010, η Επιτροπή αναφέρθηκε στην ανάγκη αντιμετώπισης του ζητήματος του ενεργειακού μείγματος θέτοντας ορισμένους στόχους για τα καύσιμα πλην του πετρελαίου, κρίνοντας ως πιθανό και αποδεκτό το εξής σενάριο:

το φυσικό αέριο θα μπορούσε να αυξήσει το μερίδιό του στην αγορά φθάνοντας το 10 % περίπου το 2020·

το υδρογόνο αποτελεί τον κύριο δυνητικό μελλοντικό φορέα ενέργειας· το μερίδιό του στην κατανάλωση καυσίμων προβλέπεται ότι θα είναι χαμηλό·

τα υγρά καύσιμα από βιομάζα (BTL) θα μπορούσαν άνετα να φθάσουν το ποσοστό που έχει οριστεί για τα καύσιμα γεωργικής προέλευσης, δηλ. προβλέπεται να υπερβούν το 6 % το 2010, ενώ εκτιμάται ότι το συνολικό δυναμικό των καυσίμων από βιομάζα θα ανέλθει σε 15 %·

το υγροποιημένο αέριο πετρελαίου (GPL) αποτελεί ένα ήδη καθιερωμένο εναλλακτικό καύσιμο αυτοκινήτων και ο στόχος είναι να αυξήσει το μερίδιό του στην αγορά, πιθανόν κατά 5 % το 2020·

εν ολίγοις, τα εναλλακτικά καύσιμα έχουν τη δυνατότητα, στις επόμενες δεκαετίες, να αυξήσουν τα μερίδιά τους στην αγορά και, μακροπρόθεσμα, να υπερβούν τους στόχους που έχουν τεθεί για το 2020.

2.5

Η ΕΟΚΕ υποστήριξε την εν λόγω ανακοίνωση και, σε μία γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της (1), αναγνώρισε ότι η ανάπτυξη του φυσικού αερίου (2), η έρευνα για τα καύσιμα γεωργικής προέλευσης και η βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των καυσίμων που ήδη κυκλοφορούν στην αγορά, αποτελούν την κατεύθυνση που πρέπει να υιοθετηθεί προκειμένου να καταστεί δυνατή η διαφοροποίηση του εφοδιασμού και, κατ' επέκταση, να μειωθούν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.

3.   Η αλλαγή του κλίματος

3.1

Ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός επιστημόνων συμφωνεί πλέον ότι το κλίμα επηρεάζεται άμεσα από τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Η μέση θερμοκρασία αυξήθηκε, κατά τον 20ό αιώνα, κατά περίπου 1 °C και, με βάση τα τρέχοντα κλιματικά πρότυπα, τα οποία αντικατοπτρίζουν τάσεις παγκοσμίων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, διατυπώνονται σενάρια σύμφωνα με τα οποία η μέση παγκόσμια θερμοκρασία ενδέχεται να αυξηθεί κατά 2 °C — 6,3 °C, πράγμα που θα έχει καταστροφικό αντίκτυπο στον καιρό, στο επίπεδο της στάθμης του ύδατος, στην γεωργική παραγωγή και στις άλλες οικονομικές δραστηριότητες.

3.2

Το Συμβούλιο «Περιβάλλον», το οποίο πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο στις 28 Ιουνίου 2007, επιβεβαίωσε τη σημασία του 6ου Προγράμματος περιβαλλοντικής δράσης και της ενδιάμεσης αναθεώρησης που πρότεινε η Επιτροπή, δίδοντας έμφαση στις τέσσερεις προτεραιότητες που τέθηκαν: αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος, συγκράτηση της απώλειας βιοποικιλότητας, περιορισμός των επιπτώσεων της ρύπανσης στην υγεία και προώθηση της βιώσιμης χρήσης των φυσικών πόρων και της βιώσιμης διαχείρισης των αποβλήτων.

3.3

Το Συμβούλιο «Περιβάλλον» τάχθηκε υπέρ της στρατηγικής ενοποίησης των περιβαλλοντικών και των ενεργειακών πολιτικών και τόνισε ότι είναι απαραίτητο να διεξαχθούν διαπραγματεύσεις με σκοπό την σύναψη, μέχρι το 2009, διεθνούς συμφωνίας για την περίοδο μετά το 2012. Όπως δήλωσε ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου κ. José Socrates κατά τη συνεδρίαση υψηλού επιπέδου που πραγματοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη στις 27 Σεπτεμβρίου 2007, η Διάσκεψη του Μπαλί για τις Κλιματικές Αλλαγές υπό την αιγίδα του ΟΗΕ «είναι το κατάλληλο φόρουμ διαπραγμάτευσης των μελλοντικών δράσεων. Από την άποψη αυτή, η σύνοδος κορυφής του Μπαλί (3) αποτελεί σημαντικό ορόσημο. Στο πλαίσιο της συνόδου αυτής αναμένεται ότι η διεθνής κοινότητα θα υιοθετήσει έναν φιλόδοξο χάρτη πορείας για τη διαπραγμάτευση μιας γενικής συμφωνίας σχετικά με την αλλαγή του κλίματος». Η παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες απέσυραν, μόλις στα μέσα Οκτωβρίου, τις επιφυλάξεις που είχαν διατυπώσει σχετικά με τη συμμετοχή τους, ενισχύει σημαντικά τις αποφάσεις που θα ληφθούν, δεδομένης της σημασίας της οικονομίας των ΗΠΑ και του μεριδίου ευθύνης τους στην εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα.

3.4

Το Συμβούλιο «Περιβάλλον» υπογράμμισε ότι είναι σημαντικό να προβλεφθεί η εσωτερίκευση των δαπανών που συνδέονται με το περιβάλλον, όπως επίσης και των δαπανών που συνδέονται με την κατανάλωση ενέργειας, ώστε να μπορέσουν να χαραχθούν μακροπρόθεσμες βιώσιμες πολιτικές. Εξίσου σημαντικό είναι να χρησιμοποιηθούν ισχυρότερα μέσα αγοράς στην περιβαλλοντική πολιτική, όπως φόροι, εισφορές και πιστοποιητικά εκπομπών προκειμένου να υπάρξει συμβολή στη βελτίωση του περιβάλλοντος. Η οικολογική καινοτομία θα πρέπει να ληφθεί το ταχύτερο δυνατό υπόψη, σε ευρεία μάλιστα κλίμακα, κατά την αναθεώρηση του αντίκτυπου όλων των σχετικών ευρωπαϊκών πολιτικών, ενώ θα πρέπει επίσης να διαδοθεί ευρύτερα και να καταστεί αποτελεσματικότερη η χρήση οικονομικών μέσων, ιδιαίτερα αυτών που αφορούν την κατανάλωση καυσίμων και ενέργειας.

3.5

Η Επιτροπή υπέβαλε, στις 29 Ιουνίου 2007, την Πράσινη Βίβλο για την προσαρμογή στην αλλαγή του κλίματος. Κατά την παρουσίασή της, ο Επίτροπος της ΕΕ για το Περιβάλλον, κ. Σταύρος Δήμας, πρότεινε τη ανάληψη συγκεκριμένων και άμεσων δράσεων προκειμένου να καταστεί δυνατή η προσαρμογή στις αλλαγές που έχουν ήδη γίνει αισθητές: αύξηση της θερμοκρασίας, πλημμύρες και ραγδαίες βροχές στο Βορρά, ξηρασία και αποπνικτική ζέστη στο Νότο, οικοσυστήματα υπό απειλή, νέες ασθένειες — αυτά είναι ορισμένα από τα προβλήματα που εκτίθενται στο έγγραφο.

3.6

«Προσαρμογή ή αφανισμός: αυτή είναι η μοίρα ορισμένων τομέων στην Ευρώπη», επιβεβαίωσε ο Επίτροπος Περιβάλλοντος κ. Δήμας — «η γεωργία, ο τουρισμός και η ενέργεια θα υποστούν καταστροφικές ζημίες και συνεπώς είναι απαραίτητο να αναληφθεί αμέσως δράση προκειμένου να καταστεί δυνατό να περιοριστεί, στο μέλλον, το οικονομικό, κοινωνικό και ανθρώπινο κόστος».

3.7

Το έγγραφο υποδεικνύει ορισμένες συγκεκριμένες λύσεις: περιορισμό της σπατάλης ύδατος, κατασκευή αντιπλημμυρικών αναχωμάτων και φραγμάτων για την αντιμετώπιση των κινδύνων πλημμύρας, αναζήτηση νέων τεχνικών για τη διασφάλιση της συγκομιδής, προστασία των στρωμάτων του πληθυσμού που κατεξοχήν πλήττονται από το νέο κλίμα, υιοθέτηση μέτρων για την προστασία της βιοποικιλότητας. Ωστόσο, κύριος στόχος για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ παραμένει η μείωση των εκπομπών CO2.

4.   Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο

4.1

Το εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του 2007 ασχολήθηκε με τα θέματα που έχουν σχέση με την ενέργεια και το κλίμα και πρότεινε «τη διαμόρφωση βιώσιμης ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής πολιτικής στον τομέα του κλίματος και της ενέργειας», κατατάσσοντάς την στις «πλέον επείγουσες προκλήσεις» και υπογραμμίζοντας «τη ζωτική σημασία της επίτευξης του στρατηγικού στόχου που συνίσταται στον περιορισμό της παγκόσμιας μέσης αύξησης της θερμοκρασίας σε όχι περισσότερο από 2 °C άνω του προβιομηχανικού επιπέδου».

4.2

Η ενεργειακή πολιτική για την Ευρώπη (ΕΠΕ) διαρθρώνεται σε μία στρατηγική με 3 άξονες:

αύξηση της ασφάλειας του εφοδιασμού·

διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών οικονομιών και διάθεση της ενέργειας σε τιμές προσιτές·

προαγωγή της περιβαλλοντικής αειφορίας και αντιμετώπιση της αλλαγής του κλίματος.

4.3

Όσον αφορά την πολιτική στον τομέα των μεταφορών: «Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τονίζει ότι μία αποτελεσματική, ασφαλής και βιώσιμη ευρωπαϊκή πολιτική μεταφορών συνιστά αναγκαιότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι σημαντικό να υπάρξουν δράσεις που θα αυξάνουν την περιβαλλοντική αποδοτικότητα του ευρωπαϊκού συστήματος μεταφορών. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σημειώνει τις υπό εξέλιξη εργασίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αξιολόγηση του εξωτερικού κόστους των μεταφορών και για την εσωτερίκευσή του». Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 21ης και 22ας Ιουνίου 2007 έλαβε γνώση της πρόθεσης της Επιτροπής να προτείνει, το αργότερο μέχρι τον Ιούνιο του 2008, ένα υπόδειγμα για την εκτίμηση των επιπτώσεων της εσωτερίκευσης του εν λόγω κόστους σε όλους τους τύπους μεταφορών και δήλωσε ότι θα προβεί στην ανάληψη νέων πρωτοβουλιών, οι οποίες θα είναι σύμφωνες προς την οδηγία «Ευρωβινιέτα», όπως π.χ. επέκταση του πεδίου εφαρμογής της στο αστικό περιβάλλον και υποβολή σε ένα σύστημα διοδίων κάθε τύπου οχήματος ή υποδομών.

5.   Οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου

5.1

Όσον αφορά τις εκπομπές αερίων, οι μεταφορές ευθύνονται σήμερα για το 32 % της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας στην Ευρώπη και για το 28 % του συνόλου των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα (4). Ο τομέας θεωρείται επίσης υπεύθυνος για την αύξηση των εκπομπών κατά 90 % κατά το διάστημα 1990-2010 και πιθανόν να αποτελέσει έναν από τους υπαίτιους της μη υλοποίησης των στόχων του Κιότο. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Επιτροπής, οι οδικές επιβατικές μεταφορές προβλέπεται να αυξηθούν κατά 19 %, ενώ οι οδικές εμπορευματικές μεταφορές άνω του 50 %.

5.2

Ένας άλλος τομέας που σημείωσε αλματώδη αύξηση είναι αυτός των εναερίων μεταφορών, οι εκπομπές αερίων του οποίου αυξήθηκαν κατά 86 % μεταξύ του 1990 και του 2004 και ανέρχονται σήμερα σε 2+ % των συνολικών εκπομπών.

5.3

Η έκθεση TERM (Transport and Environment Reporting Mechanism) για το 2006 (5) εκτιμά ότι η πρόοδος που σημειώθηκε κατά το συγκεκριμένο έτος στον τομέα των μεταφορών παραμένει μη ικανοποιητική. Η έκθεση εξετάζει την ενδιάμεση επισκόπηση της Λευκής Βίβλου του 2001 για τις μεταφορές, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει είτε σε οφέλη είτε σε αρνητικά αποτελέσματα ανάλογα με τον τρόπο ερμηνείας της στο εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Ο ΕΟΠ θεωρεί ότι, όσον αφορά το περιβάλλον, η ενδιάμεση επισκόπηση παύει να εστιάζει στην διαχείριση της ζήτησης μεταφορών, δίδοντας πλέον έμφαση στους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να μετριαστούν τα υπάρχοντα αρνητικά αποτελέσματά τους. Εν ολίγοις, η αύξηση της ζήτησης μεταφορών δεν θεωρείται πλέον ένα από τα σημαντικά περιβαλλοντικά ζητήματα του τομέα. Βασικά θέματα όπως η αλλαγή του κλίματος, ο θόρυβος και ο κατακερματισμός του τοπίου (η οποία οφείλεται στον πολλαπλασιασμό των υποδομών που εξυπηρετούν τις μεταφορές), καταδεικνύουν ότι παραμένει απαραίτητη η διαχείριση των υποδομών μεταφορών. Η Λευκή Βίβλος φαίνεται να έχει αποτύχει ως προς τον στόχο αυτόν.

5.4

Μία άλλη σημαντική πτυχή στην οποία εστιάζει η έκθεση είναι οι επιδοτήσεις υπέρ των μεταφορών που στην Ευρώπη ανέρχονται σε ποσό που κυμαίνεται μεταξύ 270 και 290 δις ευρώ. Το 50 % από αυτό, περίπου, προορίζεται για τις οδικές μεταφορές, έναν από τους πλέον φιλικούς προς το περιβάλλον τρόπους μεταφορών. «Οι μεταφορές ευθύνονται για αρκετά περιβαλλοντικά προβλήματα όπως η αλλαγή του κλίματος, οι εκπομπές αερίων και ή ηχορρύπανση, ενώ ταυτόχρονα είναι αποδέκτες σημαντικών επιδοτήσεων. Οι οδικές μεταφορές λαμβάνουν ετήσιες επιδοτήσεις ύψους 125 δις ευρώ ετησίως, οι περισσότερες από τις οποίες προορίζονται για τις υποδομές, ενώ, επιπλέον, στη χρηματοδότηση υποδομών συμβάλλουν και οι φόροι επί των οδικών μεταφορών. Οι αεροπορικές μεταφορές, ο τρόπος μεταφοράς με τον σημαντικότερο αποδεδειγμένο αντίκτυπο στο περιβάλλον, εισπράττει σημαντικές επιδοτήσεις με την μορφή προτιμησιακής φορολογικής μεταχείρισης, ιδιαίτερα απαλλαγές από τον φόρο επί των καυσίμων και από τον ΦΠΑ που ισοδυναμούν με 27-35 δις ευρώ ετησίως. Οι σιδηροδρομικές μεταφορές επιδοτούνται με 73 δις ευρώ ετησίως και, με βάση τον τρέχοντα προϋπολογισμό, επωφελούνται περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο τρόπο μεταφοράς πρόσθετων επιδοτήσεων. Τέλος, για τις πλωτές μεταφορές προβλέπονται επιδοτήσεις ύψους 14-30 δις ευρώ ετησίως» (Έκθεση του ΕΟΠ με τίτλο Size, structure and distribution of transport subsidies in Europe ).

5.5

Στην ετήσια έκθεση του ΕΟΠ με θέμα τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (α.ε.θ.) στην Κοινότητα κατά την περίοδο 1990-2005 και στην έκθεση του 2007 καταδεικνύεται ότι:

στην ΕΕ των 15 οι ε.α.θ. μειώθηκαν κατά 0,8 % (35.2 εκατ. τόνοι ισοδύναμου CO2) μεταξύ 2004 και 2005·

στην ΕΕ των 15 οι ε.α.θ. μειώθηκαν κατά 2,0 % κατά το 2005 σε σχέση με τα έτη αναφοράς που ορίζει το Πρωτόκολλο του Κιότο·

στην ΕΕ των 15 οι ε.α.θ. μειώθηκαν κατά 1,5 % μεταξύ 1990-2005·

στην ΕΕ των 27 οι ε.α.θ. μειώθηκαν κατά 0,7 % (37.9 εκατ. τόνοι ισοδύναμου CO2) μεταξύ 2004 και 2005·

στην ΕΕ των 27 οι ε.α.θ. μειώθηκαν κατά 7,9 % σε σχέση με τα επίπεδα του 1990.

Οι εκπομπές CO2 για τις οποίες ευθύνονται οι οδικές μεταφορές μειώθηκαν κατά 0,8 % (6 εκατ. τόνοι ισοδύναμου CO2) μεταξύ 2004 και 2005.

6.   Ασφάλεια των πρωτογενών πηγών εφοδιασμού

6.1

Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξαρτάται από εισαγωγές ενέργειας (το 91 % των οποίων συνίσταται από πετρέλαιο) για την κάλυψη ποσοστού μεγαλύτερου του 50 % των αναγκών της. Εάν η τάση αυτή δεν μεταστραφεί, το 2030 η εξάρτηση αυτή θα είναι της τάξεως του 73 %. Το Συμβούλιο καθώς επίσης, με διάφορες ευκαιρίες, και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η ίδια η Επιτροπή, έχουν ασχοληθεί με το ζωτικό αυτό θέμα και έχουν διατυπώσει την άποψη ότι είναι απαραίτητο να χαραχθεί μία πολιτική με σκοπό την διασφάλιση του πλέον υψηλού δυνατού επιπέδου ενεργειακής αυτονομίας.

6.2

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, παρατήρησε στο Ψήφισμα σχετικά με τον μακροοικονομικό αντίκτυπο της αύξησης της τιμής της ενέργειας (6), που υιοθέτησε στις 15 Φεβρουαρίου 2007, ότι ο τομέας των μεταφορών απορροφά το 56 % της συνολικής κατανάλωσης πετρελαίου και τάχθηκε υπέρ της υιοθέτησης μιας στρατηγικής της ΕΕ για την πλήρη κατάργηση των ορυκτών καυσίμων, κρίνοντας ότι «τα αποθέματα καυσίμων για τις μεταφορές θα μπορούσαν να διευρυνθούν με τη διευκόλυνση της παραγωγής μη συμβατικού πετρελαίου και υγρών καυσίμων με βάση το φυσικό αέριο ή τον άνθρακα, όπου αυτό είναι οικονομικά εφικτό». Το ΕΚ ζητεί, εξάλλου, την υιοθέτηση μιας οδηγίας-πλαίσιο για την ενεργειακή απόδοση των μεταφορών, την εναρμόνιση της νομοθεσίας για τα επιβατικά αυτοκίνητα και την υιοθέτηση ενός φόρου επί των οχημάτων με βάση τις εκπομπές CO2, ο οποίος θα πρέπει να συνδυαστεί με διαδικασίες επισήμανσης και με φορολογικές διευκολύνσεις, με σκοπό την διαφοροποίηση των ενεργειακών πόρων. Το ΕΚ, τέλος, προτείνει την ανάπτυξη αυτοκινήτων με χαμηλές εκπομπές CO2, τα οποία να κάνουν χρήση βιοκαυσίμων δεύτερης γενεάς και/ή βιοϋδρογόνου (υδρογόνου από βιομάζα).

6.3

Η κρίση με την Ρωσία, η οποία κλιμακώθηκε με την απόφαση που ελήφθη την 1η Ιανουαρίου 2006 να περιοριστεί ο ενεργειακός εφοδιασμός του Κιέβου, καθώς και η πολιτική αστάθεια που επικρατεί στην Μέση Ανατολή, θέτουν την Ευρώπη ενώπιον «εποχιακών» προκλήσεων: να επιτύχει τη διασφάλιση ενός ασφαλούς και σταθερού εφοδιασμού, δεδομένου ότι, στο μέλλον, προβλέπεται αύξηση της τάσης της ζήτησης ορυκτών καυσίμων.

6.4

Επί του παρόντος, η ευρωπαϊκή παραγωγή εναλλακτικών και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας που προορίζεται για τον τομέα των μεταφορών συνίσταται σχεδόν αποκλειστικά από βιοκαύσιμα τα οποία, αυτή τη στιγμή, καλύπτουν το 1 % των αναγκών των μεταφορών της ΕΕ σε ενέργεια. Στη γνωμοδότησή (7) της για την Έκθεση προόδου για τη χρήση βιοκαυσίμων η ΕΟΚΕ είχε υποστηρίξει την ανάγκη επανεξέτασης της μέχρι τούδε πολιτικής, με την προώθηση των βιοκαυσίμων δεύτερης γενιάς. Εν τω μεταξύ πρέπει να προωθηθεί και να στηριχθεί η ανάπτυξη τεχνολογιών μετατροπής «δεύτερης γενιάς» ώστε να χρησιμοποιούνται πρώτες ύλες προερχόμενες από τις αποκαλούμενες «εσοδείες ταχείας ανάπτυξης», που βασίζονται κυρίως σε φυτοκαλλιέργειες ή δασοκαλλιέργειες, ή από αγροτικά υποπροϊόντα, έτσι ώστε να αποφεύγεται η χρήση των πολύτιμων για την παραγωγή τροφίμων σπόρων. Ειδικότερα, η βιοαιθανόλη και τα παράγωγά της, που σήμερα παράγονται μέσω ζύμωσης (και στη συνέχεια μέσω απόσταξης) των δημητριακών, του ζαχαροκάλαμου και των ζαχαρότευτλων, στο μέλλον θα μπορούν να παράγονται από ένα ευρύτερο φάσμα πρώτων υλών, με την ενσωμάτωση της βιομάζας από υπολείμματα, των καταλοίπων της βιομηχανίας ξύλου και της χαρτοβιομηχανίας καθώς και άλλων ειδικών καλλιεργειών

7.   Το μείγμα μεταφορών

7.1

Το ενεργειακό μείγμα στις μεταφορές καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τα μέσα που επιλέγονται για την κάλυψη των διαφόρων αναγκών μεταφοράς εμπορευμάτων και επιβατών. Αυτό το μείγμα είναι σημαντικό διότι τα διάφορα μέσα μεταφοράς είναι λίγο έως πολύ εξαρτημένα από τα ορυκτά καύσιμα. Οποιαδήποτε στρατηγική για την επίτευξη του βέλτιστου ενεργειακού μείγματος στις μεταφορές πρέπει να επιδιώξει τον περιορισμό της εξάρτησης των μεταφορών επιβατών και εμπορευμάτων από τα ορυκτά καύσιμα.

7.2

Οι κυριότερες επιλογές προς το σκοπό αυτό έχουν διττό χαρακτήρα. Πρώτον, απαιτείται να γίνουν αλλαγές όσον αφορά την αποδοτικότητα των υδρογονανθράκων και τις προτεραιότητες στις μεταφορές, όπως αναφέρεται σε άλλο σημείο της παρούσας γνωμοδότησης. Δεύτερον, πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στη χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας. Με τις διαθέσιμες πηγές ενέργειας και τις μελλοντικές δυνατότητες σε ανανεώσιμη ενέργεια και καθαρό άνθρακα, μπορούμε να είμαστε αισιοδοξία για το μέλλον όσον αφορά τον καθαρό ανεφοδιασμό ηλεκτρικής ενέργειας. Η πρόκληση συνίσταται στην αύξηση της χρήσης της ηλεκτρικής ενέργειας στις μεταφορές.

7.3

Το μέσο μεταφοράς με τις μεγαλύτερες δυνατότητες από πλευράς ηλεκτρικής ενέργειας είναι ο σιδηρόδρομος, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για τη μεταφορά επιβατών ή εμπορευμάτων σε διεθνή, εθνική, περιφερειακή ή αστική κλίμακα. Η επέκταση των σιδηροδρομικών μεταφορών με τη χρήση ηλεκτρικών σιδηροδρόμων μπορεί να οδηγήσει στον περιορισμό των αερομεταφορών μικρών αποστάσεων, των οδικών μεταφορών εμπορευμάτων για μεγάλες αποστάσεις και γενικά της χρήσης λεωφορείων και αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης.

7.4

Η Ευρωπαϊκή Συμβουλευτική Επιτροπή για την Έρευνα στον Τομέα των Σιδηροδρομικών Μεταφορών (ERRAC) υπογραμμίζει, στο δικό της πρόγραμμα, τις προκλήσεις που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν με επιτυχία για να μπορέσουν οι σιδηροδρομικές μεταφορές να τριπλασιάσουν έως το 2020 τα εμπορεύματα και τους επιβάτες που μεταφέρουν. Στο επίκεντρο των σχετικών πρωτοβουλιών βρίσκονται η αύξηση της ενεργειακής απόδοσης και τα περιβαλλοντικά θέματα. Στο πλαίσιο των σχεδίων ΤΕΝ, μελετώνται οι πιθανές εφαρμογές των στοιχείων καυσίμου που τροφοδοτούνται με υδρογόνο, τα οποία θα μπορούσαν να ενταχθούν στο ηλεκτρικό σύστημα των οχημάτων έλξης και να αντικαταστήσουν σταδιακά τις μηχανές σιδηροδρόμων που κυκλοφορούν σήμερα και λειτουργούν με ορυκτά καύσιμα.

7.5

Στο άμεσο μέλλον, οι αερομεταφορές θα συνεχίσουν να εξαρτώνται από τα καύσιμα υδρογονανθράκων, αλλά η εισαγωγή υπηρεσιών με τρένα μεγάλης ταχύτητας (ΤΜΤ) θα πρέπει να μειώσει σημαντικά τον αριθμό των προγραμματισμένων πτήσεων για αποστάσεις μικρότερες των 500 χιλιομέτρων. Οι αερομεταφορές εμπορευμάτων αναπτύσσονται ταχύτερα από τις αερομεταφορές επιβατών με τη χρήση ειδικών φορτηγών αεροσκαφών. Ορισμένες από τις μεταφορές αυτές, ιδιαιτέρως οι εμπορικές ταχυδρομικές υπηρεσίες, θα μπορούσαν να εκτραπούν στο μέλλον προς το δίκτυο ΤΜΤ. Αυτή η αλλαγή του μείγματος μεταφορών θα μπορούσε να επιταχυνθεί με την αύξηση των διασυνδέσεων ΤΜΤ με αερολιμένες.

7.6

Η Συμβουλευτική Επιτροπή για την Αεροναυτική Έρευνα στην Ευρώπη (ACARE) ασχολείται με την υποστήριξη του στρατηγικού ερευνητικού προγράμματός της με γενικό θέμα την αλλαγή του κλίματος, τις θορυβώδεις εκπομπές και την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα. Το σχέδιο «Clean Sky», μία κοινή πρωτοβουλία τεχνολογικού χαρακτήρα, προβλέπει την αναζήτηση των καλύτερων δυνατών λύσεων στους τομείς του σχεδιασμού, των κινητήρων και των καυσίμων με στόχο τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των εναέριων μεταφορών. Η υλοποίηση του σχεδίου SESAR προβλέπεται ότι θα επιτρέψει σημαντική εξοικονόμηση πόρων μέσω ενός εξορθολογισμού της διαχείρισης του ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας (βλ. τη σχετική γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ).

7.7

Οι εθνικές και διεθνείς οδικές μεταφορές εμπορευμάτων είναι ένας από τους σημαντικότερους κλάδους στους οποίους γίνεται χρήση καυσίμων υδρογονανθράκων. Ένα υψηλής ταχύτητας δίκτυο μεταφοράς εμπορευμάτων του εικοστού πρώτου αιώνα, το οποίο να λειτουργεί μεταξύ μείζονος σημασίας διατροπικών κόμβων, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ουσιαστική μείωση των οδικών μεταφορών εμπορευμάτων. Καθώς το δίκτυο ΤΜΤ αναπτύσσεται, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί τάχιστα για τη μεταφορά εμπορευμάτων. Μια τέτοια αλλαγή μείγματος θα μπορούσε να επιταχυνθεί από μια στρατηγική τιμολόγησης του οδικού δικτύου, των καυσίμων και των αδειών χρήσης οχημάτων.

7.8

Η Ευρωπαϊκή Συμβουλευτική Επιτροπή για την Έρευνα στον Τομέα των Οδικών Μεταφορών (ERTRAC) έχει και αυτή υιοθετήσει ένα στρατηγικό ερευνητικό πρόγραμμα το οποίο εστιάζεται, κατά κύριο λόγο, στο περιβάλλον, την ενέργεια και τους πόρους. Η μείωση, μέχρι το 2020, των ειδικών εκπομπών CO2 (ανά χιλιόμετρο) των αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως έως 40 % και αυτών των βαρέων επαγγελματικών οχημάτων έως 10 %, αποτελεί έναν από τους στόχους προτεραιότητας του προγράμματος, ενώ προβλέπεται και ειδικό κεφάλαιο για τα καύσιμα.

7.9

Οι πλωτές μεταφορές χαίρουν γενικώς της υποστήριξης του κοινού, είτε πρόκειται για εσωτερικές πλωτές, παράκτιες ή ωκεάνιες μεταφορές. Οι μεταφορές μέσω ποταμών, διαύλων και παράκτιων περιοχών προσφέρουν ενεργειακά αποδοτικές εναλλακτικές επιλογές για τις οδικές μεταφορές και θα πρέπει να προωθηθούν στο μείγμα μεταφορών.

7.10

Στις διηπειρωτικές θαλάσσιες μεταφορές χρησιμοποιούνται πράγματι περισσότεροι υδρογονάνθρακες απ' ό,τι στην αεροπορία και ο κλάδος αυτός αναπτύσσεται ταχύτερα. Ο εν λόγω κλάδος καλύπτει περίπου το 95 % του όγκου του παγκόσμιου εμπορίου και είναι σχετικά αποτελεσματικός· ταυτόχρονα όμως συνιστά σοβαρή πηγή εκπομπών οξειδίων του θείου και του αζώτου.

7.11

Με την παγκοσμιοποίηση των αλυσίδων ανεφοδιασμού και με την ανάδειξη των οικονομιών της Ασίας, ο κλάδος των διηπειρωτικών θαλάσσιων μεταφορών αναμένεται να αυξηθεί σε όγκο κατά 75 % τα επόμενα 15 χρόνια, με συνακόλουθη αύξηση των εκπομπών, εφόσον αυτό το μέσο μεταφοράς κινείται με ντίζελ. Με την αύξηση των εκπομπών και τη μείωση των αποθεμάτων καυσίμων υδρογονανθράκων, μήπως πρόκειται να καταλήξουμε σε μια εποχή κατά την οποία οι μεγάλων αποστάσεων μεταφορές εμπορευμάτων μεταξύ σημαντικών λιμένων και στις πέντε ηπείρους θα διεξάγεται με τεράστια φορτηγά πλοία μεταφοράς φορτίου που θα χρησιμοποιούν εναλλακτικά καύσιμα, όπως τα σύγχρονα υποβρύχια, αεροπλανοφόρα και παγοθραυστικά; Κάτι τέτοιο σίγουρα θα άλλαζε το ενεργειακό μείγμα στις μεταφορές.

7.12

Στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών, στο πλαίσιο του τεχνολογικού προγράμματος «Waterborne», αναπτύσσονται διάφορα ερευνητικά σχέδια με στόχο την συνολική βελτίωση της απόδοσης των θαλάσσιων μηχανών, τον περιορισμό των τριβών και τη διεξαγωγή δοκιμών ως προς την χρήση πιθανών εναλλακτικών καυσίμων, συμπεριλαμβανομένου του υδρογόνου.

7.13

Τα οχήματα μεταφοράς επιβατών είναι πολυλειτουργικά και απαραίτητα μέσα που μας είναι χρήσιμα στην καθημερινή μας ζωή. Εντούτοις, στο πλαίσιο μιας στρατηγικής για την αλλαγή του μείγματος μεταφορών, υπάρχουν πολλές δυνατότητες για την υποκατάσταση της χρήσης αστικών, υπεραστικών και τουριστικών λεωφορείων, καθώς και ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτων, από ηλεκτρικούς σιδηροδρόμους και τραμ.

7.14

Όσον αφορά την επιλογή των πλέον κατάλληλων και αποδοτικών καυσίμων, είναι σκόπιμο να ληφθεί υπόψη η σχετική ενεργειακή ένταση των διαφόρων καυσίμων. Οι προσπάθειες θα πρέπει να προσανατολιστούν προς τη χρήση καυσίμων μεγαλύτερης έντασης. Ενδεικτικά παρατίθεται πίνακας στον οποίο αναφέρονται ορισμένες τιμές έντασης, εκπεφρασμένες σε MJ/Kg.

Καύσιμα

Περιεκτικότητα σε ενέργεια

(MJ/Kg)

Αποθηκευμένα ύδατα αντλήσεως σε φράγμα ύψους 100 μέτρων

0,001

Υπολείμματα ζαχαροκάλαμου (βαγάσση) (8)

10

Ξυλεία

15

Ζάχαρη

17

Μεθανόλη

22

Άνθρακας (λιθάνθρακας, λιγνίτης)

23-29

Αιθανόλη (οινόπνευμα βιολογικής προέλευσης)

30

Υγροποιημένο αέριο πετρελαίου (GPL)

34

Βουτανόλη

36

Ντίζελ βιολογικής προέλευσης

38

Πετρέλαιο

42

Gasohol ή E10 (μείγμα βενζίνης 90 % και αλκοόλης 10 %)

44

Βενζίνη

45

Ντίζελ

48

Μεθάνιο (αέριο καύσιμο, εξαρτώμενο από πίεση)

55

Υδρογόνο (αέριο καύσιμο, εξαρτώμενο από πίεση)

120

Πυρηνική σχάση (ουράνιο, U 235)

85 000 000

Πυρηνική σχάση υδρογόνο, H)

300 000 000

Ενέργεια σύνδεσης του ηλίου (He)

675 000 000

Ισοδυναμία μάζας/ενέργειας (εξίσωση του Αϊνστάιν)

90 000 000 000

Πηγή: J.L. Cordeiro σύμφωνα με στοιχεία του ΔΟΕ και του Υπουργείου Ενέργειας των ΗΠΑ.

7.15

Εν ολίγοις, υπάρχουν σαφώς δυνατότητες για την αλλαγή του μείγματος μεταφορών κατά τρόπο ο οποίος θα μπορούσε να επηρεάσει πραγματικά την εξάρτηση του κλάδου των μεταφορών στην ΕΕ από τους υδρογονάνθρακες. Το κλειδί για την αλλαγή αυτή είναι η παραγωγή περισσότερης ηλεκτρικής ενέργειας που θα επιτρέψει την περαιτέρω ανάπτυξη των ηλεκτροκίνητων μέσων μεταφοράς και θα προσφέρει την πηγή ενέργειας για οποιαδήποτε μεταγενέστερη ανάπτυξη της παραγωγής ενέργειας από υδρογόνο.

8.   Η κοινωνία του υδρογόνου

8.1

Η περιβαλλοντική ζημία οφείλεται κυρίως στα παράγωγα της καύσης ορυκτών καυσίμων, αλλά και στις τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται για την εξόρυξη, τη μεταφορά και την επεξεργασία τους. Οι μεγαλύτερες ωστόσο ζημίες είναι εκείνες που συνδέονται με την τελική χρήση των ορυκτών καυσίμων και, πιο συγκεκριμένα, με την ελεύθερη καύση τους στον αέρα η οποία, εκτός από διοξείδιο του άνθρακα, ελευθερώνει και άλλα στοιχεία που προστίθενται στην φάση καθαρισμού (για παράδειγμα, μολυβδούχες ουσίες).

8.2

Το 2020 προβλέπεται ότι η διεθνής ζήτηση θα είναι ισοδύναμη με 15 δις τόνους πετρελαίου με ετήσιο ποσοστό αύξησης μεγαλύτερο του 2 %. Η ζήτηση αυτή θα πρέπει να εξακολουθήσει να καλύπτεται, κατά κύριο λόγο, από ορυκτές πηγές οι οποίες σήμερα αντιπροσωπεύουν ποσοστό 85 %-90 % της παγκόσμιας ενεργειακής προσφοράς. Ωστόσο, αυτή τη στιγμή παρατηρείται ήδη μία σταδιακή μετακίνηση του ενδιαφέροντος προς καύσιμα με μικρό λόγο άνθρακα/υδρογόνου (C/H), ήτοι μία προτίμηση για το πετρέλαιο και το μεθάνιο έναντι του άνθρακα, ο δε στόχος είναι η πλήρης εγκατάλειψη του άνθρακα, ήτοι η χρήση πλέον του υδρογόνου ως φορέα ενέργειας.

8.3

Κατά τη διάρκεια ακρόασης που πραγματοποιήθηκε στην Πορτογαλία, παρουσιάστηκαν ενδιαφέροντα στοιχεία τα οποία προέκυψαν από πειράματα που έγιναν με την τεχνολογία των στοιχείων καυσίμου που τροφοδοτούνται με υδρογόνο σε λεωφορεία που εκτελούν δημόσιες συγκοινωνίες στο Οπόρτο. Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσίασε η μεταβολή της στάσης του κοινού απέναντι στο υδρογόνο. Η ενημέρωση που έγινε επέτρεψε να περιοριστεί σημαντικά η επιφυλακτικότητα και ο φόβος απέναντι σε αυτόν τον φορέα ενέργειας. Πρέπει να επισημανθεί ότι το υδρογόνο δεν είναι πρωτογενής φορέας ενέργειας που διατίθεται ελεύθερα, αλλά πρέπει να παραχθεί με τη χρήση:

υδρογονανθράκων όπως το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, πόρων που βρίσκονται ακόμη εν αφθονία αλλά δεν είναι ανανεώσιμοι,

ηλεκτρόλυσης ύδατος, μέσω της ηλεκτρικής ενέργειας.

Η παγκόσμια ετήσια παραγωγή υδρογόνου ανέρχεται σε 500 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα που αντιστοιχούν σε 44 εκατομμύρια τόνους, εκ των οποίων το 90 % προέρχεται από τη χημική διεργασία ανασχηματισμού των ελαφρών υδρογονανθράκων (κυρίως της μεθανόλης) ή από πυρόλυση βαρύτερων υδρογονανθράκων (του πετρελαίου) και το 7 % από αεριοποίηση του άνθρακα. Μόνον το 3 % προέρχεται από ηλεκτρόλυση.

8.4

Οι υπολογισμοί που έχουν γίνει με βάση τον κύκλο ζωής των εκπομπών έχουν καταδείξει ότι η ποσότητα των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που προκλήθηκαν από τη χρήση υδρογόνου που παρήχθη με παραδοσιακές μεθόδους, δηλ. με την μέθοδο της ηλεκτρόλυσης, είναι —εάν ληφθεί υπόψη το ενεργειακό μείγμα της Πορτογαλίας το οποίο περιλαμβάνει ήδη σημαντικό μερίδιο ανανεώσιμων πηγών ενέργειας— 4,6 φορές μεγαλύτερη από αυτήν των εκπομπών αερίων των κινητήρων που κάνουν χρήση ντίζελ ή φυσικού αερίου και 3 φορές μεγαλύτερη από αυτήν των εκπομπών των κινητήρων που κάνουν χρήση βενζίνης. Αυτό σημαίνει ότι η προοπτική μιας γενικευμένης χρήσης του υδρογόνου εξαρτάται από την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας με χαμηλές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.

8.5

Η καμπύλη της κατανάλωσης έχει καταδείξει ότι για να διατηρηθεί η απόδοση ενός κινητήρα, ακόμη και όταν βρίσκεται σε στάση, σημειώνεται απώλεια υδρογόνου σημαντικά μεγαλύτερη από αυτήν των συμβατικών καυσίμων. Η μελλοντική χρήση του στις αστικές μεταφορές, όπου είναι αναπόφευκτες οι συνεχείς στάσεις, είτε λόγω της κίνησης της κυκλοφορίας είτε λόγω των προβλεπόμενων στάσεων, θα πρέπει φυσικά να μελετηθεί περαιτέρω.

8.6

Πρέπει ωστόσο να ληφθεί υπόψη ότι το πείραμα στο Οπόρτο αποτελεί μέρος του ευρύτερου σχεδίου CUTE (Καθαρές Αστικές Μεταφορές για την Ευρώπη). Τα συνολικά πορίσματα αυτού του σχεδίου διαφέρουν από αυτά που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της ακρόασης, για το λόγο ότι οι τοπογραφικές και οι κυκλοφοριακές συνθήκες, καθώς και αυτές που συνδέονται με τους τρόπους χρήσης, δεν ήταν οι ίδιες. Τα συνολικά αποτελέσματα του σχεδίου είναι ενθαρρυντικά, ταυτόχρονα όμως επέτρεψαν να καταστούν σαφή τα προβλήματα που συνδέονται με την ανάπτυξή του υδρογόνου. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η κύρια δυσκολία έγκειται στο γεγονός ότι οι υψηλόβαθμοι αρμόδιοι για τις πολιτικές δεν είναι επαρκώς ευαισθητοποιημένοι προκειμένου να κατανοήσουν σε βάθος τις δυνατότητες και τα πλεονεκτήματα που μπορεί να προσφέρει μία σημαντική αύξηση της χρήσης του υδρογόνου στις αστικές συγκοινωνίες.

8.7

Η πλέον κατάλληλη λύση για τον περιορισμό των εκπομπών φαίνεται να είναι η έλξη αποκλειστικά με ηλεκτρική ενέργεια, συνεπώς είναι απαραίτητη η ανάπτυξη της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας ή η χρήση υβριδικών συστημάτων, τουλάχιστον έως ότου το φυσικό αέριο και το υδρογόνο είναι διαθέσιμα σε σημαντικές ποσότητες. Δεν έχουν ακόμη εκπονηθεί διεξοδικές μελέτες με θέμα την εναλλακτική αυτή λύση, σύμφωνα ωστόσο με ορισμένες παραμέτρους απόδοσης και ενεργειακής ισχύος, η λύση αυτή φαίνεται να είναι η πλέον αποτελεσματική.

8.8

Μία άλλη ενδιάμεση δυνατότητα είναι η χρήση ενός μείγματος υδρογόνου (σε χαμηλό ποσοστό) και μεθανίου. Η μέθοδος αυτή αντιπροσωπεύει ένα πρώτο βήμα προς την χρήση του υδρογόνου για την κάλυψη των αναγκών κινητικότητας. Παρουσιάζει λίγα μειονεκτήματα, δεδομένου ότι τα συστήματα διανομής και αποθήκευσης επί των οχημάτων είναι παρόμοια, μπορεί δε να χρησιμοποιηθεί και στα οχήματα που βρίσκονται ήδη σε κυκλοφορία, με επιδόσεις ανάλογες με αυτές του μεθανίου, περιορίζοντας όμως ταυτόχρονα τις εκπομπές και αυξάνοντας την ταχύτητα της καύσης, πράγμα που συνεπάγεται τον περιορισμό των ρυπογόνων σωματιδίων και της συγκέντρωσης οξειδίων του αζώτου.

8.9

Πρόσφατες έρευνες που διεξήχθησαν στο πλαίσιο του «Denver Hithane Project» του Colorado State University, με την υποστήριξη του Υπουργείου Ενέργειας των ΗΠΑ, καθώς και από τα National Renewable Energy Laboratories, κατέδειξαν ότι ένα μείγμα 15 % Η2 με CH4 έχει ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του συνόλου των υδρογονανθράκων κατά 34,7 %, του μονοξειδίου του αζώτου κατά 55,4 %, του οξειδίου του αζώτου κατά 92,1 % και του διοξειδίου του άνθρακα κατά 11,3 %, όπως αναφέρει μία μελέτη που υπέβαλε ο Εθνικός Οργανισμός Εναλλακτικών Μορφών Ενέργειας (ΕΝΕΑ) (9).

8.10

Η παραγωγή Η2 από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας είναι η μόνη επιλογή που δεν αποτελεί «περιβαλλοντικό άπιαστο όνειρο». Το υδρογόνο, ως στοιχείο αποθήκευσης ενέργειας, επιτρέπει τον συντονισμό του ενεργειακού εφοδιασμού —που από τη φύση του έχει περιοδικό χαρακτήρα (νύχτα/ημέρα, ετήσιοι κύκλοι κλπ)— με την μεταβαλλόμενη, αποσυνδεδεμένη ενεργειακή ζήτηση. Το υδρογόνο θα παράγεται με χρήση τεχνολογίας χαμηλής έντασης σε ενέργεια, με πλήρη ανάλυση του κύκλου παραγωγής και σε αντιστοιχία με την ζητούμενη ενεργειακή υπηρεσία. Όλες οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που μπορεί να σχετίζονται με τη χρήση σε μορφή θερμότητας, ηλεκτρισμού ή καυσίμων, θα πρέπει να παρέχονται απευθείας για κατανάλωση χωρίς να εντάσσονται στον κύκλο του υδρογόνου που είναι μεγαλύτερος.

8.11

Ένας άλλος παράγοντας ο οποίος θα πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η παραγωγή κοντά στον τόπο κατανάλωσης, πράγμα που περιορίζει το κόστος και τις εκπομπές αερίων που προκύπτουν κατά τη μεταφορά. Το σενάριο αυτό, το οποίο γενικά έχει υπόσταση, ισχύει ακόμη περισσότερο εάν εφαρμοστεί στην ενεργειακή απόδοση, δεδομένου του κόστους της διασποράς που προκύπτει λόγω της μεταφοράς και της διανομής ενέργειας, ενώ μία άλλη πτυχή που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι εδαφική κατανομή της παραγωγής.

8.12

Η προοπτική χρήσης του υδρογόνου συνδέεται επίσης με την έκταση του δικτύου διανομής. Όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του πεπιεσμένου φυσικού αερίου (CNG) — το δίκτυο διανομής του οποίου είναι πολύ περιορισμένο, σε ορισμένα μάλιστα κράτη μέλη ουσιαστικά ανύπαρκτο — σταθμοί διανομής για τα αυτοκίνητα με στοιχεία καυσίμου που τροφοδοτούνται με υδρογόνο δεν υπάρχουν. Η εισαγωγή του CNG και, μακροπρόθεσμα, του υδρογόνου, πρέπει να συνοδευτεί από πολιτικές μαζικής διανομής τους.

8.13

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει εγκρίνει τη διάθεση 470 εκατομμυρίων ευρώ για τη σύσταση της κοινής επιχείρησης «Κυψέλες καυσίμου και υδρογόνο» (COM(2007)571 τελικό), που αποτελεί αντικείμενο επεξεργασίας σχετικής γνωμοδότησης από την ΕΟΚΕ, η οποία θα συμβάλει στην επιτάχυνση της ανάπτυξης της χρήσης του υδρογόνου· τούτο αφορά ασφαλώς και τον τομέα των μεταφορών. Στην κοινοτική χρηματοδότηση προστίθενται χρηματοδοτικοί πόροι ανάλογου ύψους του ιδιωτικού βιομηχανικού κλάδου, ήτοι έχει διατεθεί συνολικά 1 δις ευρώ για την επιτάχυνση της χρήσης του υδρογόνου στην Ευρώπη. Τα κονδύλια αυτά θα χρησιμεύσουν για την χρηματοδότηση των τεχνολογικών πρωτοβουλιών που θα επιτρέψουν την παραγωγή των στοιχείων καυσίμου που τροφοδοτούνται με υδρογόνο, καθώς και ενός προγράμματος έρευνας και εφαρμογής της σχετικής τεχνολογίας. Η έρευνα θα διεξαχθεί από εταίρους τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα, προερχόμενους από τον ευρωπαϊκό βιομηχανικό και ακαδημαϊκό χώρο, και θα διαρκέσει 6 χρόνια. Ο στόχος είναι σαφής: η διάθεση στην αγορά των υδρογονοκίνητων οχημάτων κατά τη δεκαετία 2010-2020. Εν ολίγοις, σε τρία χρόνια.

8.14

Ήδη σήμερα είναι αρκετά τα υδρογονοκίνητα αυτοκίνητα που θα μπορούσαν ήδη να διατεθούν στην αγορά. Απουσιάζει ωστόσο μία κοινή, τυποποιημένη και απλοποιημένη διαδικασία για την έγκριση της κυκλοφορίας τους. Αυτή τη στιγμή, τα υδρογονοκίνητα οχήματα δεν υπάγονται στο κοινοτικό καθεστώς έγκρισης οχημάτων. Η καθιέρωση ευρωπαϊκών προτύπων θα επιτρέψει τον περιορισμό των περιθωρίων κινδύνου που συνεπάγεται η έρευνα που διεξάγουν οι εταιρείες κατασκευής αυτοκινήτων και, με τον τρόπο αυτό, θα μπορούν πλέον να εκτιμούν ποια πρωτότυπα θα μπορούν όντως να διοχετευτούν με επιτυχία στις διάφορες αγορές.

8.15

Το πρόγραμμα «Zero Regio», το οποίο συγχρηματοδοτεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, συνίσταται στην κατασκευή, στην Μάντοβα και στην Φρανκφούρτη, δύο καινοτόμων εγκαταστάσεων υποδομής πολλαπλών καυσίμων με υδρογόνο για τον ανεφοδιασμό, σε πειραματική βάση, των οχημάτων με στοιχεία καυσίμου, με τη βοήθεια διαφόρων τεχνολογικών λύσεων παραγωγής και διανομής του υδρογόνου. Στην Μάντοβα το υδρογόνο παράγεται μέσα στο ίδιο το πρατήριο καυσίμων, χάρη σε μία μονάδα αναμόρφωσης ισχύος 20 mc/h η οποία τροφοδοτείται με φυσικό αέριο. Η σχετική τεχνολογία κάνει χρήση μιας διαδικασίας κατάλυσης σε υψηλές θερμοκρασίες, με προαναμεμειγμένη ροή ατμού και φυσικού αερίου, η οποία μετατρέπεται σε υδρογόνο μετά από μία σειρά διαδοχικών σταδίων. Ο στόλος των οχημάτων αποτελείται σήμερα από τρία αυτοκίνητα Fiat Panda με στοιχεία καυσίμου. Προβλέπεται επίσης η διάθεση υδρομεθανίου, με σκοπό πάντοτε τον περιορισμό των εκπομπών CO2. Εξάλλου, οι σταθμοί της Μάντοβας και της Φρανκφούρτης θεωρούνται οικολογικοί σταθμοί καυσίμων (green petrol stations), καθώς είναι εφοδιασμένοι με ηλιακούς και φωτοβολταϊκούς συλλέκτες, ισχύος 8 και 20 kWp αντίστοιχα, οι οποίοι είναι σε θέση να παράγουν ηλεκτρική ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές ίση με περίπου 30 000 kWh/έτος, με συνακόλουθη μείωση των εκπομπών CO2 της τάξεως των 16 τόνων/έτος περίπου.

8.16

Οι τεχνικές δέσμευσης και διαχωρισμού του διοξειδίου του άνθρακα είναι πολυδάπανες, γεγονός που επηρεάζει την τελική απόδοση της παραγωγής και γεννά σημαντικές ανησυχίες καθώς εκφράζεται ο φόβος πιθανής ρύπανσης του υδροφόρου ορίζοντα ή απρόοπτης έκλυσης τεράστιων ποσοτήτων διοξειδίου του άνθρακα. Οι διάφορες υποθέσεις παραγωγής του υδρογόνου με τη βοήθεια του άνθρακα φαίνονται προβληματικές (10).

8.17

Πρόσφατες μελέτες (11) επέτρεψαν να γίνει γνωστό ένα πρόβλημα που μέχρι σήμερα παρέμενε στην αφάνεια: η πιθανή κατανάλωση ύδατος σε περίπτωση ταχείας ανάπτυξης της κοινωνίας του υδρογόνου. Η σχετική μελέτη βασίζεται στα τρέχοντα πρότυπα κατανάλωσης ύδατος και αφορά τόσο την παραγωγή με την μέθοδο της ηλεκτρόλυσης, όσο και την ψύξη των σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Τα στοιχεία που προκύπτουν είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά· υπολογίζεται ότι χρειάζονται 5 000 λίτρα ύδατος ανά χιλιόγραμμο υδρογόνου αποκλειστικά και μόνον για την ψύξη και, με βάση τα τρέχοντα πρότυπα απόδοσης, άνω των 65 kw ανά χιλιόγραμμο.

8.18

Η χρήση του υδρογόνου ως φορέα ενέργειας κατάλληλου προς αξιοποίηση στις μεταφορές αντιπροσωπεύει, παρά τους περιορισμούς που αναφέρθηκαν, μία πρόκληση για το μέλλον και η πιθανότητα να τεθούν σε κυκλοφορία αυτοκίνητα που θα χρησιμοποιούν, εν μέρει ή εξ ολοκλήρου, υδρογόνο ίσως γίνει πραγματικότητα σε σχετικά σύντομο διάστημα, αρκεί οι ευρωπαϊκές και εθνικές αρχές να εξακολουθήσουν να υποστηρίζουν τις σχετικές έρευνες.

8.19

Η ΕΟΚΕ, όπως ήδη πρότεινε στο πλαίσιο της γνωμοδότησης για την ενεργειακή απόδοση (ΤΕΝ/274), υποστηρίζει ότι είναι εξαιρετικά χρήσιμο να υπάρχει διαθέσιμη μία δικτυακή πύλη όπου να είναι δυνατόν να δημοσιεύονται οι έρευνες που πραγματοποιούνται στον ακαδημαϊκό χώρο και τα αποτελέσματα των πειραμάτων που διεξάγονται σε εθνική, περιφερειακή και τοπική κλίμακα, για την ενημέρωση του ευρύτερου κοινού, κυρίως δε των υπαλλήλων των τοπικών αρχών.

8.20

Στην εν λόγω δικτυακή πύλη θα πρέπει να δημοσιευτούν οι ακόλουθοι μέσοι όροι σε ευρωπαϊκή κλίμακα:

πόσα γραμμάρια διοξειδίου του άνθρακα απελευθερώνονται στην ατμόσφαιρα για την παραγωγή μίας κιλοβατώρας ηλεκτρικής ενέργειας·

ποια είναι η ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα που εκπέμπεται στην ατμόσφαιρα στη γεωργία και κατά τη διαδικασία παραγωγής ντίζελ για ένα λίτρο υποκατάστατου του ντίζελ·

ποια είναι η ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα που εκπέμπεται στην ατμόσφαιρα στη γεωργία και κατά τη διαδικασία παραγωγής βιοαιθανόλης για ένα λίτρο βιοαιθανόλης·

Μόνον έτσι μπορεί να διαπιστωθεί το πραγματικό ύψος των εκπομπών CO2, και η αντίστοιχη εξοικονόμηση CO2, και να υπολογιστούν ορθά σε ισοδύναμο βάρος CO2 οι κιλοβατώρες που εξοικονομούνται.

9.   Γενικές παρατηρήσεις

9.1

Απαντώντας στην σχετική πρόσκληση του Επιτρόπου Barrot, η ΕΟΚΕ κατάρτισε την παρούσα γνωμοδότηση. Στόχος της είναι να υποβληθούν, στην Επιτροπή και στα άλλα κοινοτικά θεσμικά επίπεδα, οι προτάσεις που η κοινωνία των πολιτών κρίνει απαραίτητες για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που θέτει το Πρωτόκολλο του Κιότο.

9.1.1

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι ο προβληματισμός σχετικά με το μελλοντικό μείγμα καυσίμων πρέπει να συνδυαστεί με σημαντικές αλλαγές στους τρέχοντες τρόπους μεταφοράς, να ευνοηθούν μάλιστα οι δημόσιες μεταφορές, τόσο οι αστικές όσο και οι προαστιακές, πράγμα που θα απαιτήσει τον εκσυγχρονισμό του στόλου των αυτοκινήτων και την βελτίωση των υποδομών. Πρέπει να βελτιωθεί η ποιότητα και η αποτελεσματικότητα των σιδηροδρόμων, με τη βοήθεια επενδύσεων στις υποδομές και στο τροχαίο σιδηροδρομικό υλικό, και, κατά συνέπεια, η παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας που είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη των σιδηροδρόμων θα πρέπει να βασίζεται ολοένα περισσότερο σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και σε καύσιμα με ολοένα χαμηλότερη περιεκτικότητα σε άνθρακα.

9.2

Ήδη, σε προηγούμενη γνωμοδότησή της (ΤΕΝ/274), η ΕΟΚΕ υποστήριξε με σαφήνεια: «Ο τομέας των μεταφορών αφιέρωσε πολλή ενέργεια στη μείωση της κατανάλωσης και των ρυπογόνων εκπομπών αερίων. Παρ' όλα αυτά, δικαιολογημένα ζητείται τώρα από αυτόν να καταβάλει μία ακόμη προσπάθεια καθώς πρόκειται για τον τομέα με την μεγαλύτερη αύξηση κατανάλωσης και για μία από τις μεγαλύτερες πηγές αερίων του φαινομένου του θερμοκηπίου». Τονίζεται, εξάλλου, ότι «το γεγονός ότι για τα καύσιμα που χρησιμοποιούνται στις μεταφορές […] η βιομηχανία της ΕΕ εξαρτάται από τις εισαγωγές από τρίτες χώρες αυξάνει την ευθύνη της και, κατ' επέκταση, την υποχρέωσή της να παράσχει την απαραίτητη συμβολή της στις προσπάθειες βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης, μείωσης των εκπομπών και περιορισμού των εισαγωγών πετρελαϊκών προϊόντων και φυσικού αερίου».

9.3

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την άποψη, την οποία και υποστηρίζει, ότι η απόδοση, η ασφάλεια και η βιωσιμότητα πρέπει να αποτελούν τις κύριες αρχές με βάση τις οποίες τα ευρωπαϊκά όργανα θα πρέπει να εξετάζουν τις προς υιοθέτηση πολιτικές και τα προς εφαρμογή μέτρα, ώστε να καταστεί δυνατό η ενέργεια που καταναλώνεται να είναι πιο καθαρή, ο τομέας των μεταφορών να αποβεί πιο καθαρός και πιο ισορροπημένος, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να ευαισθητοποιηθούν σχετικά δίχως να ζημιωθεί η ανταγωνιστικότητά τους και να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο που να ευνοεί την ανάπτυξη της έρευνας και της καινοτομίας.

9.4

Το μελλοντικό ενεργειακό μείγμα καυσίμων για τις μεταφορές θα πρέπει, συνεπώς, να έχει τα εξής χαρακτηριστικά: να συμβάλλει στη γενική μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, στον περιορισμό — στα μέτρα του δυνατού — της εξάρτησης από τρίτα κράτη όσον αφορά τον εφοδιασμό και την διαφοροποίηση των πηγών, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα ότι οι δαπάνες που θα προκύψουν δεν θα ζημιώσουν την ανταγωνιστικότητα του ευρωπαϊκού οικονομικού συστήματος.

10.   Οι προκλήσεις που θα τεθούν στο μέλλον σχετικά με την επιλογή των καυσίμων για τις μεταφορές στην ΕΕ: ανάληψη δράσεων στον τομέα της έρευνας

10.1

Εάν απόλυτη προτεραιότητα είναι η συμμόρφωση προς τους στόχους που έχει θέσει το Πρωτόκολλο του Κιότο, το μεγαλύτερο μέρος των πόρων —τόσο των δημόσιων, όσο και των ιδιωτικών— θα πρέπει να διοχετευθεί στην έρευνα γύρω από τα καύσιμα τα οποία πληρούν απολύτως τις προϋποθέσεις της οικονομικής αποδοτικότητας, της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και των περιορισμένων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, οι οποίες πρέπει απαραιτήτως να πληρούνται για να διασφαλίζεται η διαχείριση φιλικών προς το περιβάλλον μεταφορών.

10.2

Η συνεργασία μεταξύ πανεπιστημίων, ερευνητικών κέντρων, βιομηχανίας καυσίμων και βιομηχανίας μεταποίησης, ιδιαίτερα δε της αυτοκινητοβιομηχανίας, πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω. Με το 7ο Πρόγραμμα-πλαίσιο, γνωστό και ως ΠΠ7, τέθηκε ο στόχος —με την απόφαση αρ. 971/2006/ΕΟΚ του Συμβουλίου για το ειδικό πρόγραμμα «Συνεργασία»— να διασφαλίσει η ΕΕ ηγετική θέση στους επιστημονικούς και τεχνολογικούς τομείς καίριας σημασίας. Μεταξύ των προτεραιοτήτων, επελέγη να δοθεί έμφαση στο περιβάλλον και στις μεταφορές.

10.2.1

Ένας τομέας στον οποίο φαίνεται να μην έχει δοθεί η δέουσα σημασία, είναι η βελτίωση της απόδοσης των συμβατικών μπαταριών. Η ανάπτυξη των ηλεκτρικών αυτοκινήτων εξαρτάται κατά κύριο λόγο από τον περιορισμό του βάρους και από την αύξηση της αυτονομίας και της απόδοσης των συμβατικών μπαταριών. Η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να καταβάλει ιδιαίτερες προσπάθειες προς αυτήν την κατεύθυνση.

10.3

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έχει ήδη διατυπώσει, στη γνωμοδότησή της για το ΠΠ7 (12), τις ανησυχίες της, τόσο για την αναμενόμενη ανεπάρκεια των ορυκτών καυσίμων και την ολοένα μεγαλύτερη αύξηση των τιμών, όσο και για την αλλαγή του κλίματος, και προτείνει να διατεθούν περισσότεροι πόροι υπέρ της έρευνας στον τομέα, γενικά, της ενέργειας, ενώ τονίζει ότι για να αντιμετωπιστεί η πρόκληση της επίλυσης των κρίσιμων προβλημάτων του τομέα των μεταφορών χρειάζονται απαραιτήτως, για την περίοδο 2007-2013, πόροι ύψους 4 100 εκατ. ευρώ.

11.   Διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών οικονομιών και παροχή ενέργειας σε προσιτές τιμές

11.1

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι κύριο στοιχείο της στρατηγικής για την διατήρηση της ανταγωνιστικότητας στην Ένωση είναι σαφώς η διασφάλιση προσιτών και σταθερών τιμών. Οι μεταφορές αποτελούσαν ανέκαθεν το απαιτούμενο μέσο για την μεταφορά εμπορευμάτων, προσώπων και ζώων προς τις αγορές. Σήμερα, οι μεταφορές αποκτούν ζωτική σημασία και για μία άλλη βασική ευρωπαϊκή βιομηχανία: τον τουρισμό. Η πλέον περίπλοκη ωστόσο πρόκληση είναι η διασφάλιση της βιωσιμότητας των τιμών. Δεν υφίστανται σήμερα άλλα καύσιμα, πλην των ορυκτών, τα οποία να μπορούν να ανταγωνιστούν τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου. Παρά τις αυξήσεις που σημειώθηκαν τα τελευταία χρόνια, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο εξακολουθούν να είναι τα πλέον ανταγωνιστικά προϊόντα.

11.2

Η ΕΟΚΕ φρονεί ωστόσο ότι, στο πλαίσιο της επιδίωξης της σταθερής αύξησης της χρήσης των βιοκαυσίμων και των καύσιμων από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, είναι απαραίτητο να αναπτυχθεί η εφαρμοσμένη έρευνα σχετικά με τα καύσιμα γεωργικής προέλευσης δεύτερης γενεάς, τα οποία χρησιμοποιούν τα υπολείμματα της βιομάζας ή μη εδώδιμη βιομάζα, τα οποία δεν παρουσιάζουν τις δυσκολίες που συνδέονται με τα καύσιμα πρώτης γενεάς, δηλαδή με τα καύσιμα που προέρχονται κατά κύριο λόγο από δημητριακά, τεύτλα και ζαχαροκάλαμο ή από ελαιόσπορους που μπορούν να καταναλωθούν από τον άνθρωπο και τα ζώα (13). Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι κατά την εκτίμηση της τιμής, δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικά το τελικό κόστος του προϊόντος, παρά, για να είναι ορθή η σύγκριση του κόστους αυτών των καυσίμων με το κόστος των ορυκτών καυσίμων, πρέπει να εσωτερικεύονται τα εξωτερικά στοιχεία κόστους (περιβαλλοντική ζημία, θέση των πηγών παραγωγής, κόστος μετατροπής, κλπ).

11.3

Παράλληλα με την σταδιακή υποκατάσταση των ορυκτών καυσίμων, όταν δεν είναι δυνατή η χρήση διαδικασιών ανάμειξης, είναι σκόπιμο να επιδιώκεται η σταδιακή προσαρμογή στα νέα προϊόντα και/ή αναθεώρηση των συστημάτων διανομής τους, στο πλαίσιο της οποίας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η φυσική τους υπόσταση.

11.4

Η ΕΟΚΕ, μολονότι υποστηρίζει τις θετικές πτυχές αυτής της στρατηγικής, έχει εντούτοις επίγνωση ότι, κυρίως στην πρώτη φάση της, θα αποτελέσει μία δαπανηρή διαδικασία η οποία, ενδεχομένως, θα οδηγήσει και σε περιορισμό της ανταγωνιστικότητας του ευρωπαϊκού συστήματος. Για το λόγο αυτό τονίζει ότι, για να αποφευχθεί ο κίνδυνος αυτός και να μην περιοριστούν τα γενικά αποτελέσματα, η Ευρώπη θα πρέπει να μετατραπεί σε πρωταγωνιστή μιας αντιπαράθεσης που θα πρέπει, εντέλει, να συμπαρασύρει προς την ίδια κατεύθυνση και τις άλλες γεωγραφικές περιοχές του πλανήτη.

11.5

Οι απαιτούμενες επενδύσεις στον τομέα των εναλλακτικών πηγών ενέργειας από βιομάζα θα πρέπει να μπορούν να βασιστούν σε ένα κανονιστικό πλαίσιο σταθερό και, συνεπώς, είναι απαραίτητο οι οδηγίες για τα καύσιμα να προσαρμοστούν στους νέους τρόπους παραγωγής και να αναπτυχθούν σαφείς μορφές συνεργασίας με τις βιομηχανίες μεταποίησης, ώστε οι διαδικασίες καινοτομίας να συμβαδίσουν με τις πραγματικές δυνατότητες της βιομηχανίας. Η καινοτομία και η έρευνα στον συγκεκριμένο τομέα, εκτός από τα σχέδια που εντάσσονται στο ΠΠ7, θα πρέπει να τύχουν ιδιαίτερης προσοχής τόσο στο κεντρικό όσο και στο περιφερειακό επίπεδο.

11.6

Προκειμένου να μην αποδειχθούν μάταιες οι προσπάθειες και οι επενδύσεις υπέρ της ανάπτυξης νέων αποτελεσματικών και βιώσιμων καυσίμων, οι σχετικές διαδικασίες θα πρέπει να συνδυαστούν με πρωτοβουλίες που να επιδιώκουν την αύξηση της ταχύτητας διαδρομής των οχημάτων με ταυτόχρονο περιορισμό της κατανάλωσης καυσίμων. Τέτοιες πρωτοβουλίες είναι π.χ., οι παρεμβάσεις στους ευρωπαϊκούς οδικούς κόμβους όπου παρατηρούνται φαινόμενα συμφόρησης («bottleneck») στις εθνικές ή αστικές μεταφορές. Η επιχείρηση δημοσίων συγκοινωνιών Carris της Λισσαβώνας που, εκτός από τα συμβατικά τραμ (το περίφημο 28), διαχειρίζεται και έναν στόλο οικολογικών λεωφορείων, επέτυχε, χάρη σε μέτρα που επέτρεψαν την αύξηση της μέσης ταχύτητας των μέσων μεταφοράς (π.χ. χάρη στον διπλασιασμό των λεωφοριοδρόμων), τον περιορισμό των εκπομπών CO2 κατά 1,5 %.

11.7

Η επιχείρηση συγκοινωνιών της Coimbra, η SMTUC, πειραματίστηκε, από την πλευρά της, με την λεγόμενη «Γαλάζια γραμμή», η οποία εξυπηρετείται με ηλεκτροκίνητα λεωφορεία που κυκλοφορούν σε λεωφοριοδρόμους στο κέντρο της πόλης και δεν σταματούν σε προκαθορισμένες στάσεις, παρά μόνον εάν τους ζητηθεί. Μία γαλάζια γραμμή στην άσφαλτο υποδεικνύει την διαδρομή αυτή, την οποία μπορούν να χρησιμοποιήσουν επίσης και οι μη μόνιμοι κάτοικοι και οι πολυάριθμοι τουρίστες οι οποίοι φαίνεται να προτιμούν τον αποτελεσματικό και καθαρό αυτό τύπο μεταφοράς. Στην Coimbra, εξάλλου, εκτιμώνται ιδιαίτερα τα τρόλεϊ, τα οποία χάρη στις επιπλέον μπαταρίες που διαθέτουν, μπορούν να αποσυνδεθούν από τις σιδηρογραμμές σε περίπτωση κυκλοφοριακής συμφόρησης. Ο τύπος αυτός συγκοινωνίας συνδυάζει πολύ χαμηλή περιβαλλοντική ρύπανση και ηχορρύπανση με πολύ υψηλότερη μέση διάρκεια ζωής των μέσων, πράγμα που επιτρέπει την απορρόφηση του μεγαλύτερου αρχικού κόστους αγοράς.

11.8

Η ΕΟΚΕ συνιστά να παρασχεθούν κίνητρα για την χρήση των μέσων αυτών αστικών συγκοινωνιών, όπως φορολογικά μέτρα (μειωμένοι φορολογικοί συντελεστές για την αγορά οικολογικών οχημάτων ή, εναλλακτικά, πρόβλεψη έκτακτων χρηματοδοτήσεων υπέρ της τοπικής αυτοδ