ISSN 1725-2415

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

51ό έτος
16 Μαΐου 2008


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

III   Προπαρασκευαστικές πράξεις

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

 

440ή σύνοδος ολομέλειας της 12ης και 13ης Δεκεμβρίου 2007

2008/C 120/01

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα

1

2008/C 120/02

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 80/181/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στις μονάδες μέτρησηςCOM(2007) 510 τελικό — 2007/0187 (COD)

14

2008/C 120/03

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το ηχητικό επίπεδο που αντιλαμβάνονται οι οδηγοί των γεωργικών ή δασικών ελκυστήρων με τροχούς (Κωδικοποιημένη έκδοση) COM(2007) 588 τελικό — 2007/0205 (COD)

15

2008/C 120/04

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πράσινη Βίβλος όσον αφορά τα αγορακεντρικά μέσα για το περιβάλλον και την εξυπηρέτηση αντίστοιχων πολιτικών επιδιώξεωνCOM(2007) 140 τελικό — SEC(2007) 388

15

2008/C 120/05

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Διασυνοριακή κινητικότητα του αγρεργατικού δυναμικού

19

2008/C 120/06

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η κατάσταση της απασχόλησης στο γεωργικό τομέα

25

2008/C 120/07

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Ο ρόλος των Εθνικών Συμβουλίων Βιώσιμης Ανάπτυξης

29

2008/C 120/08

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πράσινο Βιβλίο για τη βελτίωση των πρακτικών διάλυσης των πλοίωνCOM(2007) 269 τελικό

33

2008/C 120/09

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Πράσινη Βίβλος που υποβάλλεται από την Επιτροπή προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Η προσαρμογή της Ευρώπης στην αλλαγή του κλίματος — Επιλογές δράσης για την ΕΕCOM(2007) 354 τελικό

38

2008/C 120/10

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς και την τροποποίηση ορισμένων κανονισμώνCOM(2007) 372 τελικό — 2007/0138 (CNS)

42

2008/C 120/11

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Οι μελλοντικές προοπτικές της γεωργίας στις περιοχές με ειδικά φυσικά μειονεκτήματα (ορεινές, νησιωτικές και εξόχως απόκεντρες περιφέρειες)

47

2008/C 120/12

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 998/2003 για τους υγειονομικούς όρους που εφαρμόζονται στις μη εμπορικού χαρακτήρα μετακινήσεις ζώων συντροφιάς και για την παράταση της μεταβατικής περιόδουCOM(2007) 572 τελικό — 2007/0202 COD

49

2008/C 120/13

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα

50

2008/C 120/14

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Επιπτώσεις της εδαφικότητας των φορολογικών νομοθεσιών στις βιομηχανικές μεταλλαγές

51

2008/C 120/15

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Επιπτώσεις της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας στις βιομηχανικές μεταλλαγές

57

2008/C 120/16

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Προώθηση της αλληλεγγύης μεταξύ των γενεώνCOM(2007) 244 τελικό

66

2008/C 120/17

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Τετάρτη έκθεση για την οικονομική και κοινωνική συνοχήCOM(2007) 273 τελικό

73

2008/C 120/18

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Μετανάστευση και ανάπτυξη: ευκαιρίες και προκλήσεις

82

2008/C 120/19

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Οι σχέσεις ΕΕ με τη Μολδαβία: Ο ρόλος της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών

89

2008/C 120/20

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Εφαρμογή της στρατηγικής της Λισσαβώνας: Τρέχουσα κατάσταση και μελλοντικές προοπτικές

96

2008/C 120/21

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για τη διάρθρωση και τους συντελεστές του ειδικού φόρου κατανάλωσης που εφαρμόζονται στα βιομηχανοποιημένα καπνά (Κωδικοποιημένη έκδοση)COM(2007) 587 τελικό

100

EL

 


III Προπαρασκευαστικές πράξεις

ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ

440ή σύνοδος ολομέλειας της 12ης και 13ης Δεκεμβρίου 2007

16.5.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/1


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα

την «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων»

την «Πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για ένα κοινό πλαίσιο εμπορίας των προϊόντων»

και την «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση διαδικασιών σχετικά με την εφαρμογή ορισμένων εθνικών τεχνικών κανόνων στα προϊόντα που κυκλοφορούν νόμιμα στην αγορά άλλου κράτους μέλους και για την κατάργηση της απόφασης 3052/95/ΕΚ»

COM(2007) 37 τελικό — 2007/0029 (COD)

COM(2007) 53 τελικό — 2007/0030 (COD)

COM(2007) 36 τελικό — 2007/0028 (COD)

(2008/C 120/01)

Στις 14 Μαρτίου 2007, και σύμφωνα με τα άρθρα 95 και 133, παράγραφος 3 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την:

Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων και την:

Πρόταση Απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για ένα κοινό πλαίσιο εμπορίας των προϊόντων.

Στις 2 Απριλίου 2007, και σύμφωνα με τα άρθρα 37 και 95 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με την:

Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση διαδικασιών σχετικά με την εφαρμογή ορισμένων εθνικών τεχνικών κανόνων στα προϊόντα που κυκλοφορούν νόμιμα στην αγορά άλλου κράτους μέλους και για την κατάργηση της απόφασης 3052/95/ΕΚ.

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 21 Νοεμβρίου 2007 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. PEZZINI.

Κατά την 440η σύνοδο ολομέλειάς της, της 13ης Δεκεμβρίου 2007, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 68 ψήφους υπέρ, 2 ψήφους κατά και 3 αποχές:

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ είναι πλήρως πεπεισμένη για τη σημασία που έχει η εξασφάλιση της πλήρους λειτουργίας της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας αγαθών, που προβλέπεται από τη Συνθήκη και έχει επιβεβαιωθεί από πολυάριθμες αποφάσεις του Δικαστηρίου, προκειμένου τα προϊόντα που κυκλοφορούν νόμιμα σε ένα κράτος μέλος να μπορούν να κυκλοφορούν σε ολόκληρη την επικράτεια της ΕΕ.

1.2

Σύμφωνα με την ΕΟΚΕ είναι πρωταρχικής σημασίας να εξασφαλιστεί εμπιστοσύνη, διαφάνεια και αποτελεσματικότητα στις συναλλαγές, με την εξάλειψη των διπλών ελέγχων και δοκιμών και με την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών, των πολιτών και των επιχειρήσεων. Εξίσου σημαντικό είναι να διασφαλιστεί η ενεργός και ενιαία εφαρμογή των κοινοτικών διατάξεων στον τομέα της ασφάλειας των προϊόντων, μέσα από τον συντονισμό και την ενίσχυση των δράσεων εποπτείας της αγοράς.

1.3

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών αποτελεί την κινητήρια δύναμη της ανταγωνιστικότητας και της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς και ότι η ενίσχυση και ο εκσυγχρονισμός των όρων εμπορίας ασφαλών και ποιοτικών προϊόντων συνιστούν βασικά στοιχεία για τους καταναλωτές, για τις επιχειρήσεις και για τους ευρωπαίους πολίτες.

1.4

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι είναι αναπόφευκτος ο εκσυγχρονισμός και η απλοποίηση της νομοθεσίας της ΕΕ για τα εμπορεύματα λόγω:

των προβλημάτων που εμφανίζονται κατά την εφαρμογή και την υλοποίηση των κανόνων της Συνθήκης,

της απουσίας συνεπούς προσέγγισης του συστήματος εποπτείας της αγοράς στα κράτη μέλη,

ελλείψεων των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης και της έννομης προστασίας της σήμανσης CE,

ελλιπούς γνώσης των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων, εκ μέρους των επιχειρήσεων, των διοικήσεων και των πολιτών.

1.5

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την πρωτοβουλία σχετικά με τη δέσμη κανόνων της Επιτροπής, εφόσον επιτευχθούν τα ακόλουθα:

αποτελεσματική και ομοιογενής εφαρμογή της αμοιβαίας αναγνώρισης,

ενίσχυση της εποπτείας της αγοράς,

κοινό ευρωπαϊκό σύστημα διαπίστευσης, νοούμενο ως κοινωφελής δημόσια υπηρεσία,

κοινά επίπεδα αρμοδιότητας των διαπιστευμένων οργανισμών πιστοποίησης,

αυστηρότερα κριτήρια επιλογής και εναρμονισμένες διαδικασίες επιλογής για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης,

μεγαλύτερη, σταθερή και συστηματική συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών,

ενισχυμένη έννομη προστασία της σήμανσης CE, χωρίς να δημιουργείται σύγχυση λόγω υπερβολικού αριθμού σημάνσεων,

πλήρης επισήμανση και ορισμός ευθυνών για οποιονδήποτε θέτει προϊόντα στην αγορά,

πιο ομοιογενές ρυθμιστικό πλαίσιο και μεγαλύτερη συνοχή μεταξύ των υφιστάμενων κειμένων με υψηλά επίπεδα συμμόρφωσης και ελάχιστες διοικητικές διατυπώσεις,

εγγύηση της ανιχνευσιμότητας για οποιοδήποτε προϊόν τίθεται στην αγορά,

πλήρης εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας των διαδικασιών και του βάρους της πιστοποίησης, κυρίως για τις μικρότερες επιχειρήσεις και για τα προϊόντα εκτός σειράς ή περιορισμένης σειράς,

πλήρης εμπλοκή όλων των φορέων της αγοράς και ιδιαίτερα των καταναλωτών,

ρητή πρόβλεψη εξωδικαστικών μηχανισμών προσφυγής, με διάρκεια και διαδικασίες περιορισμένες στο ελάχιστο απαραίτητο.

1.6

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι έχει πρωταρχική σημασία να διασφαλιστούν υψηλά επίπεδα διαφάνειας, νομικής ασφάλειας και απλούστευσης κατά την εφαρμογή και επιβολή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης με:

την αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως και τη δυνατότητα προσφυγής στα εθνικά δικαστήρια,

τη δυνατότητα εξωδικαστικού διακανονισμού των διαφορών στα εθνικά σημεία επαφής για τα προϊόντα, ακόμη και μέσω μιας ιστοσελίδας,

την μείωση του χρονικού πλαισίου τόσο για τις δικαστικές όσο και για τις εξωδικαστικές διαδικασίες,

την επιδότηση των εθνικών τεχνικών δομών, ικανών και αρμόδιων να προσκομίσουν, σε σύντομες προθεσμίες —έστω και με επείγουσες διαδικασίες— τις ενδεχόμενες αποδείξεις,

τον ενεργό ρόλο των αρχών τυποποίησης για τη διάθεση ενός οδηγού τηλεματικής, που να επιτρέπει τον εντοπισμό σε όλη την επικράτεια της ΕΕ του συνόλου των υφιστάμενων κανόνων.

1.7

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τις βασικές αρχές των προτάσεων, που οφείλονται στις θετικές εμπειρίες της Νέας Προσέγγισης, σε συνδυασμό με τη Σφαιρική Προσέγγιση, για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης και που θα έπρεπε να έχουν γενικευμένη εφαρμογή στην υφιστάμενη και μελλοντική κοινοτική νομοθεσία, με την συμπερίληψη όλων των πτυχών των προϊόντων που διατίθενται στο εμπόριο, ειδικότερα όσον αφορά την ασφάλεια, την υγεία και την προστασία του περιβάλλοντος.

1.8

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι όλοι οι οικονομικοί φορείς που παρεμβαίνουν στην αλυσίδα εφοδιασμού και διανομής, οφείλουν να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα και να αναλαμβάνουν ίσες ευθύνες για να εξασφαλίσουν ότι τα προϊόντα που διατίθενται στο εμπόριο τηρούν τους κανόνες, ανεξαρτήτως εάν οι εν λόγω οικονομικοί φορείς είναι κατασκευαστές, εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι ή εισαγωγείς.

1.9

Η ανιχνευσιμότητα των προϊόντων, για την αναζήτηση των ευθυνών από τους οικονομικούς φορείς που διαθέτουν προϊόντα στην ευρωπαϊκή αγορά, πρέπει να καθιστά δυνατή την σαφή αναγνώριση, ώστε να μπορούν να εφαρμοστούν αποτελεσματικά οι κοινοτικές διατάξεις.

1.10

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι θα πρέπει να αντιμετωπισθούν και τα προβλήματα που δημιουργούνται από τη θέση στην αγορά προϊόντων μέσω του διαδικτύου, εφόσον οι ηλεκτρονικές πωλήσεις δεν ρυθμίζονται ακόμη πλήρως.

1.11

Η ΕΟΚΕ θεωρεί απαραίτητη την ύπαρξη σαφέστερων ενδείξεων που να βελτιώνουν το σημερινό πλαίσιο της Νέας Προσέγγισης, όσον αφορά:

τις υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων που πρέπει να είναι αιτιολογημένες, λογικές και χωρίς πολυδάπανες διοικητικές και γραφειοκρατικές επιβαρύνσεις,

την αποτελεσματικότερη εποπτεία της αγοράς και των αρμοδιοτήτων, σε μεγάλο βαθμό ισοδύναμων, των Αρχών Κοινοποίησης αξιολόγησης της συμμόρφωσης, ώστε να εξασφαλιστεί αντικειμενικότητα, αμεροληψία και αποτελεσματικότητα σε όλον τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και ίσοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ όλων των παραγωγών.

1.12

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την απαίτηση ενίσχυσης του καθεστώτος και της σημασίας της σήμανσης CE: με μεγαλύτερη έννομη προστασία η οποία χορηγείται με την καταχώρισή της ως κοινοτικού συλλογικού σήματος και η οποία επιτρέπει στις δημόσιες αρχές να εξασφαλίζουν τη σωστή επιβολή της σχετικής νομοθεσίας και τη δίωξη των παραβάσεων.

1.13

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει εκ νέου τον θεμελιώδη ρόλο που διαδραματίζει γενικά η διαδικασία τεχνικής τυποποίησης, δεδομένου ότι η νέα προσέγγιση βασίζεται ακριβώς στη στενή σχέση των βασικών νομικών απαιτήσεων και των ευρωπαϊκών τεχνικών προτύπων, που πρέπει να υποστηριχθούν και να αξιοποιηθούν.

1.14

Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Διαπίστευσης (ΕΣΔ) — εννοούμενο ως δημόσια υπηρεσία γενικού ενδιαφέροντος — οφείλει, αφενός, να εξασφαλίσει τη σφαιρική αποδοχή των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης συμμόρφωσης και να αποφευχθούν άσκοπες επικαλύψεις, και αφετέρου, οφείλει να βασίζεται σε διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα και σαφείς ορισμούς.

1.15

Οι διατάξεις του κανονισμού σχετικά με το ΕΣΔ, πρέπει να εφαρμόζονται σε όλους τους διαπιστευμένους οργανισμούς και στις υπηρεσίες που παρέχουν, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, ανεξάρτητα από το είδος της δραστηριότητας της αξιολόγησης της συμμόρφωσης που παρέχεται στους πελάτες τους.

1.16

Οι διατάξεις αυτές πρέπει να εξασφαλίζουν:

ένα συνεκτικό σώμα κοινών, σαφών και διαφανών ορισμών, σύμφωνων με τα διεθνή πρότυπα που θα πρέπει να χρησιμοποιούνται σε όλες τις οδηγίες της νέας προσέγγισης και στις οδηγίες για τα προϊόντα (1), συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης και για την εξουσιοδοτημένη αρχή για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης,

τη λειτουργικότητα, υπό τις δημόσιες αρχές, του συστήματος διαπίστευσης, που δεν πρέπει να είναι αντικείμενο εμπορικού ανταγωνισμού,

τη γενική κάλυψη του συνόλου της κοινοτικής νομοθεσίας, χωρίς εξαιρέσεις, ούτε σε θέματα ασφάλειας και υγείας, ούτε σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος,

τη γενικευμένη εφαρμογή τους σε όλες τις δραστηριότητες διαπίστευσης, συμπεριλαμβανομένης της βαθμονόμησης, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η διαπίστευση αυτή έχει ζητηθεί για την πραγματοποίηση της αξιολόγησης της συμμόρφωσης, σύμφωνα με τον νόμο, ή σύμφωνα με τις ιδιωτικές συμφωνίες των μερών,

τον σεβασμό, εκ μέρους των εθνικών αρχών διαπίστευσης, των προτύπων αντικειμενικότητας και αμεροληψίας, με τη συμμετοχή τους σε αξιολογήσεις από ομοτίμους που πραγματοποιούνται υπό την εποπτεία όλων των μερών που ενδιαφέρονται για τη διαδικασία διαπίστευσης.

1.17

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι είναι απαραίτητο να θεσπιστεί μια σαφής νομική βάση για την Ευρωπαϊκή Συνεργασία για τη Διαπίστευση (ΕΣΔ), ο ρόλος της οποίας πρέπει να ενισχυθεί και να οριστεί καλύτερα: όλοι οι εθνικοί οργανισμοί διαπίστευσης πρέπει να συμμετέχουν στην ΕΣΔ, προκειμένου να εξασφαλιστεί ισοδυναμία, διαφάνεια, αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα· εξάλλου τα κράτη μέλη πρέπει να υποστηρίζουν το δίκτυο ΕΣΔ.

1.18

Κατά τη γνώμη της ΕΟΚΕ, δεδομένου ότι οι αρχές διαπίστευσης πρέπει να αποδεικνύουν ότι ανταποκρίνονται στην εμπιστοσύνη που τους παρέχεται, οφείλουν να συμμετέχουν με επιτυχία στην αξιολόγηση από ομοτίμους.

1.19

Η ΕΟΚΕ θεωρεί εξάλλου ότι είναι σημαντική η συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών: πρέπει να εκπροσωπούνται στους οργανισμούς διαπίστευσης και τούτο πρέπει να προβλέπεται στον νέο κανονισμό.

1.20

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει σχετικά ότι τα δικαιώματα των καταναλωτών στην εσωτερική αγορά θα πρέπει να γίνουν ευρύτερα γνωστά και να αναγνωριστούν, πράγμα για το οποίο θα πρέπει να προβλεφθεί κατάλληλη δράση.

1.21

Η δραστηριότητα εποπτείας της αγοράς πρέπει να αφορά επίσης και τα προϊόντα που καλύπτει η οδηγία για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (ΟΓΑΠ) διότι πολλά προϊόντα πωλούνται είτε για επαγγελματική χρήση είτε για προσωπική χρήση του τελικού καταναλωτή: εξάλλου η ΕΟΚΕ επικροτεί το υφιστάμενο σύστημα ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών RAPEX, το οποίο συνδράμει αποτελεσματικά την εποπτεία της αγοράς.

1.22

Είναι απαραίτητη η συνεργασία των τελωνειακών αρχών, στο εσωτερικό ενός ευρωπαϊκού δικτύου, με τις αρχές εποπτείας της αγοράς, ώστε να εξασφαλιστεί ο αποτελεσματικός έλεγχος των προϊόντων πριν διατεθούν προς ελεύθερη κυκλοφορία στην εσωτερική ευρωπαϊκή αγορά.

1.23

Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο οι τελωνειακές αρχές πρέπει να διαθέτουν ειδικευμένο προσωπικό, τα κατάλληλα οικονομικά μέσα και τις κατάλληλες αρμοδιότητες ώστε να μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματικά τα καθήκοντα που έχουν αναλάβει, και πρέπει να κατέχουν τα κατάλληλα εργαλεία για μια γρήγορη δράση σε περίπτωση εποχιακών προϊόντων ή προϊόντων που διατίθενται στην αγορά για περιορισμένη περίοδο.

1.24

Τέλος, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι στον κανονισμό θα πρέπει να προβλέπεται σαφώς ότι και τα μέτρα, που έχουν ληφθεί για την αντιμετώπιση της έλλειψης συμμόρφωσης, τηρούν την αρχή της αναλογικότητας.

2.   Εισαγωγή

2.1

Η εσωτερική αγορά των εμπορευμάτων δεν είναι μόνο ο κύριος καταλύτης για την μεγέθυνση στο εσωτερικό της Κοινότητας, αλλά επηρεάζει αισθητά και την ανταγωνιστική ικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην παγκόσμια αγορά. Όπως έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει η ΕΟΚΕ «ένας νέος και αυξημένης σημασίας παράγοντας είναι η παγκοσμιοποίηση, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα πρόκληση και ευκαιρία. Η πρόκληση μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο εάν αξιοποιηθούν πλήρως οι δυνατότητες της ενιαίας αγοράς» (2).

2.2

Η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων αποτελεί τον βασικό πυλώνα της ενιαίας αγοράς. Χάρη στην εφαρμογή των άρθρων 28-30 (3) της Συνθήκης πραγματοποιήθηκαν ουσιαστικά βήματα ως προς την εναρμόνιση των τεχνικών κανόνων σε επίπεδο ΕΕ για την εξάλειψη των τεχνικών εμποδίων στις συναλλαγές, ειδικότερα μέσω των οδηγιών «νέας προσέγγισης» (που είναι γνωστές και ως οδηγίες της «σήμανσης CE»).

2.3

Όμως κατά την εφαρμογή και την επιβολή των κανόνων της Συνθήκης προέκυψαν ελλείψεις, ιδίως στους τομείς των μη εναρμονισμένων προϊόντων, με την εισαγωγή εθνικών τεχνικών κανόνων: οι κανόνες αυτοί προκαλούν σοβαρά εμπόδια στην ελευθερία των συναλλαγών, ειδικότερα για τις ΜΜΕ, λόγω του ιδιαίτερα κατακερματισμένου νομοθετικού πλαισίου και της έλλειψης συνεπούς προσέγγισης όσον αφορά την εποπτεία της αγοράς από τα κράτη μέλη.

2.4

Η ΕΟΚΕ έχει υπογραμμίσει «ότι τα κράτη μέλη φέρουν βαριά ευθύνη για τη διασφάλιση της ορθής μεταφοράς των κοινοτικών μέτρων στο εθνικό τους δίκαιο και την εφαρμογή τους» και ότι αυτό που προέχει είναι το ρυθμιστικό πλαίσιο που θα προκύψει σε εθνικό επίπεδο «να είναι όσο το δυνατό πιο ισορροπημένο ως προς το περιεχόμενο και ταυτόχρονα απλό για τις επιχειρήσεις, τους εργαζόμενους, τους καταναλωτές, και τους υπόλοιπους παράγοντες της κοινωνίας των πολιτών» (4).

2.5

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει σαφώς τους στόχους για μεγαλύτερη διαφάνεια και αποτελεσματικότητα των κανόνων, για ενίσχυση και εκσυγχρονισμό των συνθηκών εμπορίας ασφαλών και ποιοτικών προϊόντων προκειμένου να διασφαλίσουν:

στους καταναλωτές, υψηλά επίπεδα ασφάλειας και ποιότητας και μεγαλύτερη ελευθερία επιλογής βάσει αξιόπιστων αξιολογήσεων συμμόρφωσης, τόσο για εθνικά προϊόντα όσο και για τα εισαγόμενα,

στους παραγωγούς, σιγουριά, διαφάνεια και συνοχή των νομοθετικών ρυθμίσεων, με κοινό πλαίσιο για τα βιομηχανικά προϊόντα· δυνατότητα ταχείας προσαρμογής στις τεχνολογικές εξελίξεις· πραγματική ελευθερία συναλλαγών, χωρίς αδικαιολόγητα τεχνικά εμπόδια, επιπρόσθετους διοικητικούς ελέγχους και δαπανηρές δοκιμασίες για την πρόσβαση στις επιμέρους εθνικές αγορές,

στους πολίτες, προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος, κατάργηση των επαχθών και αχρήστων διοικητικών διατυπώσεων και μια χειροπιαστή, προσιτή και ποιοτική «Ευρώπη των αποτελεσμάτων», ως ουσιαστικό στοιχείο της ευρωπαϊκής ιθαγένειας.

2.6

Η ΕΟΚΕ, στη γνωμοδότησή της για τη «Στρατηγική της Εσωτερικής Αγοράς, Προτεραιότητες 2003-2006» (5), υπογράμμιζε ότι «οι συναλλαγές με τις τρίτες χώρες αναπτύσσονται ταχύτερα από ό, τι οι συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών» και ότι «ένα αίτιο είναι η έλλειψη μιας διαδικασίας αμοιβαίας αναγνώρισης η οποία να έχει σχεδιαστεί κατά τρόπο ώστε προϊόντα τα οποία έχουν παραχθεί σε μια άλλη χώρα να εμπνέουν εμπιστοσύνη στους καταναλωτές. Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να αναγνωρίζει τα συστήματα των άλλων κρατών μελών. Η ύπαρξη σταθερού νομικού συστήματος, τα υψηλά και σαφή ποιοτικά πρότυπα και η ανάληψη πρωτοβουλιών για την επιμόρφωση των καταναλωτών αποτελούν ιδανικές προϋποθέσεις για την αύξηση των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών».

2.7

Άλλωστε, η ΕΟΚΕ έχει τονίσει ότι τα δικαιώματα του καταναλωτή στην εσωτερική αγορά δεν είναι επαρκώς γνωστά και έχει επανειλημμένα επισημάνει (6) αυτή την έλλειψη, ιδιαίτερα όσον αφορά τις περιφερειακές χώρες και τις χώρες που προσχώρησαν πρόσφατα στην ΕΕ, και τον τρόπο με τον οποίο οι δημόσιοι φορείς, σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, συχνά εκμεταλλεύονται αυτή την άγνοια.

2.8

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει εξάλλου ότι τα πρώτα τέσσερα εμπόδια για την καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς που προσδιορίζονται από το Παρατηρητήριο της Εσωτερικής Αγοράς 2007 αφορούν ακριβώς:

την αβεβαιότητα των οικονομικών συντελεστών και των εθνικών διοικήσεων όσον αφορά τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης,

την έλλειψη επαρκούς εμπιστοσύνης, διαφάνειας και συνεργασίας μεταξύ κρατών μελών που θα διευκόλυνε την αμοιβαία αναγνώριση και αποδοχή των πιστοποιήσεων και την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, σε σαφέστερο πλαίσιο, όσον αφορά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης, τα συστήματα διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς, τη διαφάνεια και την προστασία της σήμανσης CE,

την έλλειψη συνεκτικών μέτρων, που θα διασφάλιζαν υψηλά επίπεδα και βέλτιστες γενικές προϋποθέσεις, όσον αφορά την ασφάλεια και την υγιεινή των προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά.

2.9

Η ΕΟΚΕ θεωρεί «λυπηρό το γεγονός ότι, μετά από πολλά έτη ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, η νομοθεσία και η πολιτική της ΕΕ δεν έχουν ενσωματωθεί ακόμη επαρκώς σε ορισμένα κράτη μέλη ως πολιτικό και διοικητικό επίπεδο στο χώρο της χάραξης πολιτικής στους τομείς, στους οποίους έχουν δεσμευθεί να ακολουθήσουν κοινές πολιτικές και να υλοποιήσουν τα αποτελέσματα των πολιτικών που έχουν αποφασισθεί από κοινού (7)».

2.10

Άλλωστε, «η αποτελεσματική και διαφανής προσέγγιση των κοινοτικών θεμάτων σε εθνικό επίπεδο είναι απαραίτητη, δεδομένου ότι τα 25 κράτη μέλη, με τις ιδιαίτερες διοικητικές τους πρακτικές και παραδόσεις καθώς και διαδικασίες διαχείρισης, οφείλουν να τηρήσουν το αυτό κοινοτικό κεκτημένο, το οποίο συνεπάγεται παρόμοιες απαιτήσεις αναφορικά με τη νομοθεσία, τη μεταφορά και την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας» (8).

2.11

Σύμφωνα με την έκθεση Kok (9), «μια σειρά τοπικών κανόνων, που συχνά εφαρμόζονται με αυθαίρετο τρόπο και έρχονται σε σαφή αντίθεση με την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, εξακολουθεί να εμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της ΕΕ» (10).

2.12

Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η ΕΟΚΕ θεωρεί πρωταρχικής σημασίας για το μέλλον της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, για την προστασία των καταναλωτών και των πολιτών και για την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων:

να διασφαλιστεί η πλήρης εφαρμογή της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, που επικυρώθηκε από τη Συνθήκη και επιβεβαιώθηκε από πολυάριθμες αποφάσεις του Δικαστηρίου, ώστε τα προϊόντα που κυκλοφορούν νόμιμα σε ένα κράτος μέλος να μπορούν να κυκλοφορούν χωρίς δυσκολίες σε όλη την επικράτεια της ΕΕ,

να εξασφαλισθεί η βεβαιότητα, η διαφάνεια και η αποτελεσματικότητα στις συναλλαγές, με την κατάργηση των διπλών ελέγχων και δοκιμασιών και την διασφάλιση υψηλών επιπέδων προστασίας των καταναλωτών, των πολιτών και των επιχειρήσεων,

να εξαλειφθούν οι αβεβαιότητες, η συσσώρευση νομοθετικών ρυθμίσεων, οι νομικές ασάφειες και οι άχρηστες περιπλοκές στις αξιολογήσεις της συμμόρφωσης των προϊόντων: οι αξιολογήσεις αυτές πρέπει να είναι προσήκουσες, έγκυρες, ανεξάρτητες, αντικειμενικές και σύμφωνες με ένα κοινό ρυθμιστικό πλαίσιο για τα βιομηχανικά προϊόντα,

να εξασφαλισθεί η ενεργός και ενιαία εφαρμογή των κοινοτικών προδιαγραφών στον τομέα της ασφάλειας των προϊόντων, μέσω του συντονισμού και της ενίσχυσης των δραστηριοτήτων για την εποπτεία της αγοράς,

να αξιοποιηθεί, να ενισχυθεί και να προστατευθεί καλύτερα η σήμανση CE που πρέπει να αποτελεί ένα πραγματικό «διαβατήριο συμμόρφωσης» που να επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία σε ολόκληρη την επικράτεια της ΕΕ σύμφωνα με τα επίπεδα ασφάλειας και ποιότητας που καθορίζουν οι κοινοτικές ρυθμίσεις.

3.   Οι προτάσεις της Επιτροπής

3.1

Η Επιτροπή ξεκινά από τη διαπίστωση ότι «η εσωτερική αγορά δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί»:

οι εθνικοί τεχνικοί κανόνες αποτελούν ακόμα σοβαρά εμπόδια στις κοινοτικές συναλλαγές. Όπως διαπιστώθηκε (11), περισσότερο από το ένα τρίτο των επιχειρηματιών επεσήμαναν, κατά τη διάρκεια έρευνας, προβλήματα που οφείλονται στους τεχνικούς κανόνες άλλου κράτους μέλους και περίπου οι μισοί αποφάσισαν να προσαρμόσουν τα προϊόντα τους στους κανόνες αυτούς,

υπερβολικός αριθμός κοινοτικών κανόνων είναι αντιφατικοί και περίπλοκοι: διαφορετικοί ορισμοί για το ίδιο προϊόν, επικαλυπτόμενες διαδικασίες για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης, διαφορετικές οργανώσεις για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης, κατακερματισμένο ρυθμιστικό πλαίσιο αναφοράς, με ένα μωσαϊκό κανόνων και διαφορετικών διαδικασιών,

οι καταναλωτές, οι πολίτες και οι ΜΜΕ δεν γνωρίζουν και δεν είναι επαρκώς ενημερωμένοι για τα δικαιώματά τους, σε θέματα εσωτερικής αγοράς, ενώ βαθμιαία αναφύονται νέα εμπόδια και νέες επαχθείς διοικητικές διατυπώσεις κατά την άσκηση αυτών των δικαιωμάτων.

3.2

Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών η Επιτροπή προτείνει:

έναν κανονισμό (COM 2007/36) για τη θέσπιση διαδικασιών σχετικά με την εφαρμογή ορισμένων εθνικών τεχνικών κανόνων στα προϊόντα που κυκλοφορούν νόμιμα στην αγορά άλλου κράτους μέλους και για την κατάργηση της απόφασης 3052/95/ΕΚ,

μια απόφαση (COM 2007/53) για ένα κοινό πλαίσιο εμπορίας των προϊόντων, ενώ παράλληλα έχει την πρόθεση να προχωρήσει στην καταχώριση της σήμανσης CE ως συλλογικού σήματος, για να ρυθμίσει την έννομή του προστασία,

έναν κανονισμό (COM 2007/37) για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων.

3.3

Η πρόταση κανονισμού (COM 2007/36), που προτείνει την κατάργηση της σημερινής διαδικασίας αμοιβαίας ενημέρωσης εξετάζει ορισμένες πτυχές στον μη εναρμονισμένο τομέα:

μια νέα διαδικασία για τις εθνικές αρχές που επιθυμούν να επιβάλλουν δικούς τους τεχνικούς κανόνες και υποστηρίζουν ότι δεν μπορούν να εφαρμόσουν την αμοιβαία αναγνώριση,

τον ορισμό, σε επίπεδο ΕΕ των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των εθνικών αρχών και των επιχειρήσεων που επιθυμούν να πωλήσουν σε ένα κράτος μέλος ένα προϊόν τους το οποίο ήδη κυκλοφορεί νόμιμα στην αγορά άλλου κράτους μέλους,

την καθιέρωση σε κάθε κράτος μέλος ενός ή περισσοτέρων «σημείων επαφής προϊόντων», που θα υποδεικνύουν τους εφαρμοστέους τεχνικούς κανόνες ή θα ορίζουν τις αρμόδιες αρχές ή οργανώσεις στις οποίες μπορεί να απευθυνθεί κάποιος· προβλέπεται επίσης η δυνατότητα θέσπισης τηλεματικού δικτύου για την ανταλλαγή πληροφοριών σύμφωνα με το σχήμα διαλειτουργικότητας IDABC.

3.4

Η πρόταση απόφασης (COM 2007/53) θεσπίζει ένα γενικό συνεκτικό πλαίσιο για την μελλοντική τομεακή νομοθεσία με:

εναρμονισμένους κανόνες, κοινές υποχρεώσεις για τους οικονομικούς φορείς, κριτήρια για την επιλογή των οργανισμών αξιολόγησης της συμμόρφωσης, κριτήρια για τις εθνικές αρχές κοινοποίησης και κανόνες για την κοινοποίηση,

κανόνες για την επιλογή του τρόπου αξιολόγησης της συμμόρφωσης και μια σειρά εναρμονισμένων διαδικασιών με σκοπό να αποφευχθούν επαχθείς επικαλύψεις,

έναν ενιαίο ορισμό της σήμανσης CE, (με τις σχετικές ευθύνες και ρήτρες προστασίας), ως κοινοτικό συλλογικό σήμα, για τις οδηγίες που ήδη το προβλέπουν,

μια διαδικασία ενημέρωσης και εποπτείας της αγοράς, ως παράταση του συστήματος που δημιουργήθηκε από την οδηγία για την γενική ασφάλεια των προϊόντων,

εναρμονισμένες διατάξεις για τους μελλοντικούς μηχανισμούς προστασίας, ως συμπλήρωμα των διατάξεων που αφορούν στην εποπτεία της αγοράς.

3.5

Η πρόταση κανονισμού (COM 2007/37) προβλέπει την ενίσχυση των κανόνων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς, ώστε να επισημαίνονται εύκολα τα μη συμμορφούμενα προϊόντα και να αποσύρονται από την αγορά. Κύριος στόχος της πρότασης είναι να διασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στον εναρμονισμένο τομέα, με:

την ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνεργασίας ώστε η διαπίστευση να μπορεί αποτελεσματικά να διαδραματίσει το ρόλο του τελικού επιπέδου ελέγχου της σωστής λειτουργίας της νομοθεσίας της ΕΕ,

τη θέσπιση πλαισίου για την αναγνώριση του υπάρχοντος οργανισμού ευρωπαϊκής συνεργασίας για τη διαπίστευση (ΕΣΔ), προκειμένου να εξασφαλιστεί η αυστηρή αξιολόγηση από ομοτίμους των εθνικών οργανισμών διαπίστευσης (12),

τη θέσπιση κοινοτικού πλαισίου για την εποπτεία της αγοράς και την άσκηση ελέγχων επί των προϊόντων που εισέρχονται στην αγορά της ΕΕ, μέσω στενότερης συνεργασίας μεταξύ εσωτερικών αρχών και τελωνειακών αρχών και τη θέσπιση πλαισίου για την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία μεταξύ εθνικών αρχών, όσον αφορά τα προϊόντα που κυκλοφορούν στην αγορά περισσοτέρων κρατών μελών,

την εφαρμογή τυποποιημένων και σαφών κανόνων σε όλους τους νομοθετικούς τομείς, την ασφάλεια δικαίου και την συνοχή ως προς τα μέτρα, τη μείωση των υποχρεώσεων που πρέπει να πληρούνται πριν από την διάθεση ενός προϊόντος στην αγορά και τη μείωση μερικών από τις επιβαρύνσεις που συνεπάγεται η αξιολόγηση της συμμόρφωσης,

την χρηματοδοτική στήριξη εκ μέρους της Κοινότητας, για τα τομεακά προγράμματα διαπίστευσης, τις δραστηριότητες της κεντρικής γραμματείας του ΕΣΔ, την κατάρτιση και τον συντονισμό των σχεδίων εποπτείας της αγοράς, τα προγράμματα κατάρτισης και ανταλλαγής εθνικών υπαλλήλων, με τη συμμετοχή και των τελωνειακών αρχών.

4.   Γενικές παρατηρήσεις

4.1

Η ΕΟΚΕ είναι απολύτως πεπεισμένη ότι η ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών αποτελεί ουσιαστικό συντελεστή της ανταγωνιστικότητας και της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς και ότι η ενίσχυση και ο εκσυγχρονισμός των συνθηκών εμπορίας ασφαλών και ποιοτικών προϊόντων αποτελούν βασικά στοιχεία για τους καταναλωτές, τις επιχειρήσεις και τους ευρωπαίους πολίτες.

4.2

Τα τελευταία πενήντα χρόνια, η ενιαία αγορά των εμπορευμάτων συνέβαλε στην ολοένα και μεγαλύτερη προσέγγιση των ευρωπαϊκών οικονομιών: σήμερα οι συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ των 27 αποτελούν τα δύο τρίτα του συνόλου των εμπορικών συναλλαγών.

4.3

Η εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 28 και 30 (13) της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η διαδικασία εναρμόνισης των τεχνικών κανόνων της παλαιάς και της νέας προσέγγισης και η ορθή εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης, αποτελούν βασικούς πυλώνες για την ανάπτυξη των ενδοκοινοτικών συναλλαγών.

4.4

Τα προβλήματα που καταγράφηκαν κατά την εφαρμογή και την επιβολή των κανόνων της Συνθήκης, η έλλειψη συνεπούς προσέγγισης του συστήματος εποπτείας της αγοράς στα κράτη μέλη, οι ανεπάρκειες των οργανισμών για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης και για την έννομη προστασία της σήμανσης CE, οι ανακολουθίες και ο πολύπλοκος χαρακτήρας των ευρωπαϊκών ρυθμίσεων, που συχνά είναι σωρευτικές και επικαλύπτονται με ένα μωσαϊκό διαφορετικών διαδικασιών, καθώς και η ελλιπής γνώση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων εκ μέρους των επιχειρήσεων, των διοικήσεων και των πολιτών, καθιστούν αναγκαίο τον εκσυγχρονισμό και αναπόφευκτη την προσαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ για τα εμπορεύματα.

4.5

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει σαφώς την πρωτοβουλία της Επιτροπής, την οποία άλλωστε είχε ήδη επισημάνει και ζητήσει επανειλημμένα στις σχετικές με την ενιαία αγορά γνωμοδοτήσεις της (14) και υποστηρίζει τις προτάσεις που υποβάλλονται, εφόσον εισακουστούν οι παρατηρήσεις που διατυπώνει στην παρούσα γνωμοδότηση.

4.6

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, οι βασικές παράμετροι για την αξιολόγηση των προτεινόμενων πρωτοβουλιών, ώστε να μπορούν να ενταχθούν στο προϋπάρχον κοινοτικό πλαίσιο είναι τέσσερις:

το επίπεδο διαφάνειας, απλούστευσης, αξιοπιστίας, νομικής ασφάλειας και κατανόησης για τον κοινοτικό χρήστη, είτε πρόκειται για καταναλωτή, επιχείρηση, δημόσια διοίκηση ή απλό πολίτη,

το επίπεδο συνοχής με τους άλλους στόχους και πολιτικές της Ένωσης,

το επίπεδο επικοινωνίας και ενημέρωσης, για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, μεταξύ των διαφόρων ενεχόμενων κοινοτικών συντελεστών,

το επίπεδο του γραφειοκρατικού φόρτου και των συνδεομένων επιβαρύνσεων, κυρίως για τους μικρότερους συντελεστές, όπως οι καταναλωτές, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και οι μεμονωμένοι πολίτες.

4.7

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι οι προτάσεις της Επιτροπής συμβάλλουν στην επίτευξη σημαντικών θετικών βημάτων διότι προβλέπουν:

διατάξεις σχετικά με την ενίσχυση της εποπτείας της αγοράς,

ένα κοινό σύστημα διαπίστευσης,

κοινά επίπεδα αρμοδιότητας των διαπιστευμένων οργανισμών πιστοποίησης,

αυστηρότερα κριτήρια επιλογής και εναρμονισμένες διαδικασίες επιλογής για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης,

μεγαλύτερη συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ εθνικών αρχών,

ενίσχυση της έννομης προστασίας της σήμανσης CE, ως συλλογικού κοινοτικού σήματος.

4.8

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί πλήρως με την ανάγκη βελτίωσης της ποιότητας του συστήματος διαπίστευσης των κοινοποιημένων οργανισμών και την καθιέρωση αυστηρότερων κριτηρίων ορισμού, διαχείρισης και εποπτείας των οργανισμών αυτών, με ένα νομικό πλαίσιο που να εγγυάται συνοχή, συγκρισιμότητα και συντονισμό του αποκεντρωμένου συστήματος, ώστε να εξασφαλιστεί η αξιοπιστία και να ενισχυθεί η αμοιβαία εμπιστοσύνη.

4.9

Ιδιαίτερα στο πλαίσιο της συνεχώς αυξανόμενης παγκοσμιοποίησης, το σύστημα εποπτείας της αγοράς πρέπει να εγγυάται την ύπαρξη κοινού νομοθετικού πλαισίου για την αποτελεσματική και συνεπή εφαρμογή της νομοθεσίας σε όλη την κοινοτική επικράτεια.

4.10

Πρέπει να αποφευχθεί η διάθεση στην αγορά μη συμμορφούμενων προϊόντων και πιθανώς επικίνδυνων, όπως διαπιστώνεται στην ετήσια έκθεση του 2006 σχετικά με το RAPEX, δηλαδή το σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για επικίνδυνα καταναλωτικά προϊόντα (15).

4.11

Όσον αφορά τη σήμανση CE — που εννοείται ως σήμανση συμμόρφωσης και όχι ως σήμανση ποιότητας — η ΕΟΚΕ θεωρεί βασική την ανάκτηση της εμπιστοσύνης στα σήματα συμμόρφωσης. Πρέπει να ανακτηθεί η ενδογενής αξία της σήμανσης CE και να ενισχυθεί η δυνατότητα για τη δίωξη των παραβιάσεων και την εξασφάλιση της έννομης προστασίας ενός στοιχείου που εκπροσωπεί το νομοθετικό σύστημα πάνω στο οποίο στηρίζονται όλες οι οδηγίες της «νέας προσέγγισης», που καλύπτουν 20 παραγωγικούς τομείς.

4.12

Όσον αφορά το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η έλλειψη συνέπειας, οι επικαλύψεις των κανόνων και οι νομικές αβεβαιότητες αποτελούν ίσως το πιο φανερό ευάλωτο σημείο ολόκληρου του συστήματος, με σημαντικές ζημίες για τους καταναλωτές, τις επιχειρήσεις, τους πολίτες και την κοινωνία των πολιτών στο σύνολο της.

4.13

Η ρυθμιστική διαστρωμάτωση και η έλλειψη συνέπειας μεταξύ των πρωτοβουλιών που ανταποκρίνονται σε άλλους στόχους και πολιτικές της Ένωσης οδηγούν σε γραφειοκρατικές επιβαρύνσεις και χρονοβόρες διατυπώσεις που συνδέονται με την πραγματική ενεργοποίηση των διαφόρων διαδικασιών: τούτο έχει έντονα αρνητικές συνέπειες, ιδίως στους καταναλωτές, τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και τους μεμονωμένους πολίτες.

4.14

Συνεπώς, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει απολύτως την πρόταση για ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς για την εμπορία των προϊόντων (16): στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να περιλαμβάνονται ορισμοί, διαδικασίες και κοινά στοιχεία για την μελλοντική αναδιάταξη και προσαρμογή των επιμέρους οδηγιών, ώστε να καταστεί δυνατή η εξάλειψη από το υφιστάμενο ρυθμιστικό πλαίσιο των μειονεκτημάτων και των άχρηστων γραφειοκρατικών διατυπώσεων.

4.15

Η ΕΟΚΕ θεωρεί σημαντικό να καταρτισθεί, ως βασικό στοιχείο της εσωτερικής αγοράς, ένας «πρακτικός τηλεματικός οδηγός για την εμπορία των προϊόντων στην ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά» (17), που θα συνοψίζει με φιλικό προς τον χρήστη τρόπο το σύνολο των ρυθμίσεων και των διαδικασιών, με βάση ένα οριζόντιο πλαίσιο για τους μεγάλους τομείς, με δικαιώματα και υποχρεώσεις, λεπτομέρειες πρόσβασης, χρονικές προθεσμίες και κόστος ενεργοποίησης.

5.   Ειδικές παρατηρήσεις

5.1   Πρόταση κανονισμού COM(2007) 36 τελικό για την αμοιβαία αναγνώριση και τα «σημεία επαφής για τα προϊόντα»

5.1.1

Η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, που προβλέπεται στα άρθρα 28 και 30 της Συνθήκης, αποτελεί καθοριστικής σημασίας στοιχείο για την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών και υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά. Σε διάστημα 50 ετών, έναντι της σταδιακής διεύρυνσης της ΕΕ και της αυξανόμενης ανάπτυξης της παγκοσμιοποίησης των αγορών, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι πρέπει να ενισχυθεί ο ρόλος και η προστασία της αρχής αυτής, να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη νομική βεβαιότητα και ομοιομορφία στην εφαρμογή, να αξιοποιηθούν όλες οι δυνατότητές της από τους οικονομικούς φορείς και τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις καθώς και από τις εθνικές αρχές.

5.1.2

Η πρόταση της Επιτροπής αποτελεί ένα θετικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή διότι:

θεσπίζει μία διαδικασία όσον αφορά τις εξαιρέσεις από τη γενική αρχή,

καθορίζει ένα κοινό πλαίσιο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για τις εθνικές αρχές και τις επιχειρήσεις,

προτείνει ένα σύστημα ενημέρωσης και διοικητικής συνεργασίας όσον αφορά τις εθνικές ρυθμίσεις.

5.1.3

Η ΕΟΚΕ ωστόσο εκτιμά ότι υπάρχουν διάφορα σημεία που θα πρέπει να διευκρινιστούν καλύτερα στην πρόταση κανονισμού:

η εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την αξιοπιστία των μηχανισμών εποπτείας της αγοράς που διαδραματίζουν καθοριστικής σημασίας ρόλο για την πρόσβαση ενός προϊόντος στην ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά, την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών αξιολόγησης της συμμόρφωσης, τον ρόλο των εργαστηρίων δοκιμών, τις αρμοδιότητες των φορέων πιστοποίησης και των οργανισμών τυποποίησης,

σε αυτή την πρόταση κανονισμού ο ρόλος της Επιτροπής αποδεικνύεται πιο ουσιαστικός σε σχέση με τον ρόλο που της αποδίδεται με την οδηγία 3052/95/ΕΚ,

οι μηχανισμοί διοικητικής συνεργασίας ενδέχεται να περιοριστούν στην κάθετη συνεργασία μεταξύ επιχειρήσεων και εθνικών αρχών, ενώ θα ήταν σημαντικότερη η ανάπτυξη μιας οριζόντιας συνεργασίας μεταξύ διοικητικών αρχών, όπως και μεταξύ των διαφόρων σημείων επαφής για τα προϊόντα,

η έλλειψη αναφοράς σε μηχανισμούς επίλυσης των διαφορών, όπως ο μηχανισμός SOLVIT (18), που θα επέτρεπαν στις επιχειρήσεις να ζητούν άμεσα μία ταχεία και ήδη θετικά ελεγμένη διαδικασία,

η αντιστροφή του βάρους αποδείξεως ακόμη και για μη κοινοτικά προϊόντα που διατίθενται στην κοινοτική αγορά από ευρωπαίους εισαγωγείς,

η εισαγωγή ενός θετικού καταλόγου προϊόντων που μπορεί να αποδειχτεί ιδιαίτερα δύσκολος, δεδομένου ότι η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης εφαρμόζεται σε όλα τα προϊόντα που δεν καλύπτονται από την εναρμονισμένη νομοθεσία.

5.1.4

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ ενδείκνυται να αναφέρονται ρητά στο κείμενο οι νομικές βάσεις της Συνθήκης, που ορίζουν την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, με τη διευκρίνιση ότι οι διασφαλίσεις των εθνικών απαιτήσεων αποτελούν μόνο την εξαίρεση.

5.1.5

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι έχει πρωταρχική σημασία να διασφαλιστούν υψηλά επίπεδα διαφάνειας, νομικής ασφάλειας και απλούστευσης κατά την εφαρμογή και επιβολή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης:

η αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως, που προβλέπεται για τις εθνικές αρχές, που έχουν σκοπό να παρεκκλίνουν από την αρχή αυτή, σύμφωνα με απλές διαδικασίες και συγκεκριμένες προθεσμίες, μπορεί να καταστήσει πιο διαφανή και ταχεία την επίλυση αμφισβητούμενων υποθέσεων,

δυνατότητα προσφυγής στα εθνικά δικαστήρια χωρίς την επιβάρυνση υπερβολικού κόστους, χρόνου και προσπαθειών,

δυνατότητα εξωδικαστικού διακανονισμού των διαφορών, στη βάση μηχανισμών με αποδεδειγμένη αποτελεσματικότητα εντός της ΕΕ,

πιο ελεύθερη και αποτελεσματική διακίνηση των αγαθών και υπηρεσιών, ακόμη και μέσω ενημερωτικών και εκπαιδευτικών εκστρατειών που να απευθύνονται στις επιχειρήσεις, τους καταναλωτές και τις διοικήσεις,

οι προθεσμίες των διαδικασιών να μειωθούν μετά την γραπτή και αιτιολογημένη κοινοποίηση εκ μέρους των εθνικών αρχών, να μπορεί η επιχείρηση να υποβάλει εντός τουλάχιστον είκοσι ημερών τα δικά της συμπεράσματα και, σε περίπτωση που το θέμα δεν επιλυθεί εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, να έχει τη δυνατότητα προσφυγής στα εθνικά δικαστήρια της εν δυνάμει αγοράς,

θέση σε ευρωπαϊκό δίκτυο και στην ιστοθέση της ΕΕ των «σημείων επαφής για τα προϊόντα» που προβλέπονται σε κάθε κράτος μέλος για να διασφαλιστούν επαρκή επίπεδα επικοινωνίας και ενημέρωσης όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις.

5.1.6

Κατά την ΕΟΚΕ, καλό θα ήταν να καθοριστεί ένα μέγιστο όριο για την προθεσμία που προβλέπεται για την προσφυγή, με σκοπό να επιλυθεί το θέμα σε πρωτοβάθμιο επίπεδο.

5.1.7

Τα κράτη μέλη πρέπει να διαθέτουν τεχνικές δομές ικανές, σε σύντομο χρονικό διάστημα, ακόμη και μέσω μιας επείγουσας διαδικασίας, να παρέχουν τις ενδεχόμενες αποδείξεις παρέκκλισης από την αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης, σύμφωνα με το άρθρο 30 της Συνθήκης, το οποίο «επιτρέπει στα κράτη μέλη να υιοθετήσουν μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος για τους ποσοτικούς περιορισμούς, όταν δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφυλάξεως των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία, ή προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας» (19).

5.1.8

Τα Σημεία Επαφής για τα Προϊόντα (ΣΕΠ) θα πρέπει να ενσωματωθούν στους μηχανισμούς SOLVIT, ώστε να πραγματοποιηθεί μία απόπειρα επίλυσης των διαφορών και να μπορέσουν οι επιχειρήσεις, που τα προϊόντα τους ενδεχομένως αποκλειστούν στα σύνορα να προσφύγουν σε αυτή τη μη δικαστική διαδικασία διοικητικής συνεργασίας των αρχών των κρατών μελών με απαντήσεις εντός 10 εβδομάδων (20).

5.1.9

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ είναι σημαντικό τα ΣΕΠ να διαδραματίσουν έναν προορατικό ρόλο με τη διάθεση πρακτικών οδηγών για τις διαδικασίες, και εθνικών ιστοσελίδων, που θα υπάρχουν σε δίκτυο και στην ιστοσελίδα της ΕΕ, ώστε να συλλέξουν τις αποφάσεις περιπτώσεων που έχουν επιλυθεί στο παρελθόν, τον κατάλογο των προϊόντων στα οποία εφαρμόζεται η αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης και μία τράπεζα δεδομένων ανοικτή στους πιθανούς χρήστες, συνδεδεμένη με το τηλεματικό δίκτυο ανταλλαγής στοιχείων μεταξύ ΣΕΠ, όπως η διαλειτουργικότητα του δικτύου IDABC (21).

5.1.10

Η διάθεση και η λειτουργία αυτών των μέσων δεν πρέπει να είναι επιλογή αλλά υποχρέωση και να περιλαμβάνεται στην πρόταση. Τα ΣΕΠ θα πρέπει να διοργανώνουν τακτικά, από κοινού με την Επιτροπή, σεμινάρια ενημέρωσης και κατάρτισης για τους οικονομικούς φορείς, για τους υπαλλήλους των διοικητικών και τελωνειακών αρχών και για τους καταναλωτές, ώστε να εξασφαλιστεί η κατανόηση και η διάδοση των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που προβλέπονται από τη Συνθήκη.

5.1.11

Εξάλλου ενδείκνυται η διάθεση ενός Τηλεματικού Οδηγού που να επιτρέπει τον εντοπισμό, σε ολόκληρη την επικράτεια της ΕΕ, του συνόλου των υφιστάμενων και σε ισχύ κανόνων, σύμφωνα με ένα οργανωτικό σχήμα, στη βάση μιας οριζόντιας αντίληψης και των μεγάλων τομέων.

5.1.12

Η πρόβλεψη ενός θετικού καταλόγου προϊόντων, που θα καλύπτονται από τον κανονισμό, δεν ενδείκνυται όπως δεν ενδείκνυται ο αποκλεισμός της επείγουσας διαδικασίας, που προβλέπει η οδηγία για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων.

5.1.13

Η Επιτροπή πρέπει να διατηρήσει την άμεση εποπτεία των μηχανισμών κοινοποίησης προκειμένου να ελέγχει τη λειτουργία τους: πρέπει συνεπώς να προβλέπεται η υποχρέωση του κράτους μέλους να αποστέλλει, σε αντίγραφο, κάθε κοινοποίηση και να συντάσσει ετήσια έκθεση για τα μέτρα που έχουν υιοθετηθεί, σύμφωνα με τον κανονισμό που να επιτρέπει στην Επιτροπή να υποβάλλει στο Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην ΕΟΚΕ-ΠΕΑ, σχετική έκθεση.

5.2   Πρόταση απόφασης COM(2007) 53 τελικό, για ένα κοινό πλαίσιο εμπορίας των προϊόντων και τη σήμανση CE

5.2.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τις αρχές της πρότασης, που προκύπτει από τις θετικές εμπειρίες της νέας προσέγγισης, σε συνδυασμό με την σφαιρική προσέγγιση (22) για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης. Οι αρχές αυτές θα πρέπει να τύχουν γενικευμένης εφαρμογής στην παρούσα και μελλοντική κοινοτική νομοθεσία, καλύπτοντας όλες τις πτυχές των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά, κυρίως όσον αφορά την ασφάλεια, την υγεία και την προστασία του περιβάλλοντος. Η καθοριστικής σημασίας αρχή της εσωτερικής αγοράς, σχετικά με τη μη άσκηση διακρίσεων μεταξύ των οικονομικών φορέων, πρέπει να τηρείται από τη νομοθεσία και να εφαρμόζεται πλήρως από τα κράτη μέλη.

5.2.2

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι «Όλοι οι οικονομικοί φορείς που παρεμβαίνουν στην αλυσίδα προσφοράς και διανομής πρέπει να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίζουν ότι διαθέτουν στην αγορά μόνον ασφαλή προϊόντα που είναι σύμφωνα με την εφαρμοστέα νομοθεσία» (23), ανεξάρτητα από το εάν πρόκειται για κατασκευαστές, εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους ή εισαγωγείς (24).

5.2.3

Η ανιχνευσιμότητα των προϊόντων, για την αναγνώριση των ευθυνών των οικονομικών φορέων που διαθέτουν αγαθά στην ευρωπαϊκή αγορά, είναι βασική για την πραγματική ενεργοποίηση όλων των σχετικών κοινοτικών προδιαγραφών και όχι μόνο για τις υποχρεώσεις συμμόρφωσης που «πρέπει να περιορίζονται σε ορισμένα μέτρα ελέγχου», όπως προτείνει η Επιτροπή (25).

5.2.4

Όσον αφορά το αντικείμενο και το πεδίο εφαρμογής της απόφασης, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι εξαιρέσεις που υπάρχουν σε αυτή πρέπει να αποφευχθούν και ότι το κοινό πλαίσιο εμπορίας των προϊόντων πρέπει να εφαρμοστεί —σε συμφωνία με όσα προτείνονται στο σημείο 5.3.3 για τον κανονισμό σχετικά με το Ευρωπαϊκό Σύστημα και τους μηχανισμούς εποπτείας της αγοράς— στο σύνολο της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας, χωρίς εξαιρέσεις ούτε στα θέματα υγείας ούτε στα θέματα προστασίας του περιβάλλοντος. Το νέο πλαίσιο πρέπει να εφαρμοστεί στο σύνολο των υφιστάμενων σχετικών ρυθμίσεων, χωρίς αναμονή της πιθανής γενικής αναθεώρησης κάθε επιμέρους οδηγίας ή κανονισμού.

5.2.5

Το κοινό πλαίσιο ορισμών που προβλέπεται στο πρώτο κεφάλαιο της πρότασης είναι ζωτικής σημασίας για τους φορείς της αγοράς, δεδομένου ότι σε πολλές περιπτώσεις ορισμένες οδηγίες καλύπτουν τα ίδια προϊόντα χρησιμοποιώντας διαφορετικούς ορισμούς.

5.2.6

Η ΕΟΚΕ θεωρεί απαραίτητη την ύπαρξη:

σαφέστερων ενδείξεων που να βελτιώνουν το υφιστάμενο πλαίσιο της νέας προσέγγισης, όσον αφορά τους οικονομικούς φορείς,

αποτελεσματικότερης εποπτείας της αγοράς,

πιο ομοιογενών επιπέδων αρμοδιοτήτων των αρχών κοινοποίησης της αξιολόγησης της συμμόρφωσης.

5.2.7

Οι υποχρεώσεις για τους οικονομικούς φορείς πρέπει να είναι αιτιολογημένες, λογικές και χωρίς πολυδάπανες διοικητικές και γραφειοκρατικές επιβαρύνσεις, τόσον όταν πρόκειται για δειγματοληπτικό έλεγχο των προϊόντων που έχουν διατεθεί στην αγορά και το αρχείο με τις καταγγελίες (άρθρο7 § 4 δεύτερο εδάφιο), όσο και όταν πρόκειται για την υποχρέωση κοινοποίησης, που θα πρέπει να περιοριστεί στα επικίνδυνα προϊόντα όπως ορίζονται στην οδηγία για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων.

5.2.7.1

Το ευρωπαϊκό σύστημα διαπίστευσης πρέπει να χαρακτηρίζεται από αναλογικότητα των μέσων που χρησιμοποιούν οι οργανισμοί πιστοποίησης της συμμόρφωσης, οι οποίοι πρέπει να εφαρμόζουν μεθόδους προσαρμοσμένες στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και στα προϊόντα που δεν είναι προϊόντα σειράς ή που ανήκουν σε περιορισμένες σειρές.

5.2.8

Όσον αφορά τις Αρχές Κοινοποίησης, η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει ότι αυτές πρέπει να εγγυώνται συνέπεια, αμεροληψία και αποτελεσματικότητα σε ολόκληρο τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, ώστε να εξασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού σε όλους τους κατασκευαστές: πρέπει — σύμφωνα με την υποχρέωση διαπίστευσης, που προβλέπεται στο σημείο 3 και επόμενα του κανονισμού — η αξιολόγηση για τη διαπίστευση να διενεργείται από την Εθνική Αρχή Διαπίστευσης και να γίνεται αποδεκτή από την αρχή κοινοποίησης, με αποφυγή άσκοπων και δαπανηρών επικαλύψεων.

5.2.9

Οι διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης θα πρέπει να ευνοούν τη χρήση της Ενότητας Α του εσωτερικού ελέγχου, ως προτιμητέα φυσική μέθοδο αξιολόγησης της συμμόρφωσης, που ανταποκρίνεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι, σε κάθε περίπτωση, την πλήρη ευθύνη για το προϊόν φέρει ο παραγωγός του ή ο εισαγωγέας, στον ΕΟΧ (Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο). Πρέπει, άλλωστε, να εξασφαλιστούν διάφορες δυνατότητες επιλογής μεταξύ των απλοποιημένων ενοτήτων, ιδιαίτερα για τις ΜΜΕ και τις παραγωγές περιορισμένης σειράς.

5.2.10

Κεντρικό σημείο της ρύθμισης αποτελεί η σήμανση CE, που αποσκοπεί στο να πιστοποιεί τη συμμόρφωση του προϊόντος προς τις εφαρμοστέες απαιτήσεις, την οποία τα κράτη μέλη καλούνται να διαφυλάξουν πιο αποτελεσματικά, αντιδρώντας σε κάθε ακατάλληλη χρήση με την επιβολή κατάλληλων και ανάλογων κυρώσεων, ακόμη και ποινικών. Όπως αναφέρεται προηγουμένως, ο νέος κανονισμός διευκρινίζει ότι η συμμόρφωση του προϊόντος, που πιστοποιείται με την σήμανση CE, δεν απαλλάσσει τον κατασκευαστή από την υποχρέωση να επανορθώσει τη ζημία που έχει ενδεχομένως προκληθεί από ένα προϊόν που έχει αποδειχτεί ελαττωματικό.

5.2.11

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί πλήρως με το γεγονός ότι η έλλειψη αξιοπιστίας της σήμανσης CE σημαίνει «την έλλειψη αξιοπιστίας ολόκληρου του συστήματος, με την εμπλοκή της αρχής της εποπτείας της αγοράς, των παραγωγών, των εργαστηρίων και των φορέων πιστοποίησης και, τέλος, την ίδια την καταλληλότητα της νομοθεσίας που επιβάλλει η νέα προσέγγιση» (26).

5.2.12

Ο καλύτερος τρόπος ενίσχυσης του καθεστώτος και της σημασίας της σήμανσης CE, όπως ορίζεται στην οδηγία του Συμβουλίου 93/465 (27), θα πρέπει να αναζητηθεί μέσω μιας ριζικής μεταρρύθμισης της ίδιας της σήμανσης:

να διευκρινιστεί ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιείται και να θεωρείται ως ένα σύστημα επισήμανσης για την κατανάλωση (28), ούτε ως εγγύηση ποιότητας ή πιστοποίησης ή έγκρισης εκ μέρους τρίτων ανεξάρτητων φορέων, αλλά μόνο ως δήλωση συμμόρφωσης και τεχνικής τεκμηρίωσης, ότι ο κατασκευαστής ή ο εισαγωγέας είναι υποχρεωμένοι να παράγουν, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προϊόντος, με πλήρη ευθύνη έναντι των αρχών και του καταναλωτή,

να καταστούν ορθολογικές οι διάφορες διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης,

να ενισχυθεί η έννομη προστασία της σήμανσης CE, με την καταχώρισή της ως συλλογικού σήματος, που επιτρέπει στις δημόσιες αρχές να παρεμβαίνουν ταχέως και να καταστέλλουν τις καταχρήσεις, αλλά να διατηρηθεί η δυνατότητα πρόσθετων εθνικών σημάτων,

να ενισχυθούν οι μηχανισμοί εποπτείας της αγοράς και οι τελωνειακοί έλεγχοι στα σύνορα,

να ξεκινήσει, από την πλευρά των παραγωγών και των καταναλωτών, μία μελέτη στην οποία να εξετάζονται οι θετικές και αρνητικές πτυχές ενός ενδεχόμενου εκούσιου κώδικα συμπεριφοράς για την αποτελεσματικότητα της διάδοσης των σημάτων ποιότητας και των ευρωπαϊκών και εθνικών ετικετών — εκουσίων και μη — και της σχέσης του με τη σήμανση CE.

5.2.13

Όσον αφορά τους μηχανισμούς εποπτείας της αγοράς, ο αναγνώστης παραπέμπεται για τα κοινά σημεία, στο σημείο 5.3.13 και επόμενα, ενώ η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει τη σημασία της συμμετοχής της Επιτροπής, όχι μόνο για τις περιπτώσεις της συμμόρφωσης των προϊόντων που ενέχουν ωστόσο κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία, αλλά και για τις περιπτώσεις τυπικής μη συμμόρφωσης όπως προτείνεται στο άρθρο 38 της απόφασης.

5.2.14

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει εκ νέου τον θεμελιώδη ρόλο που διαδραματίζει η διαδικασία τεχνικής τυποποίησης, δεδομένου ότι η νέα προσέγγιση βασίζεται ακριβώς στη στενή σχέση των ελάχιστων νομικών απαιτήσεων με τεχνικά ευρωπαϊκά πρότυπα, τα οποία πρέπει να υποστηριχθούν και να αξιοποιηθούν. Πρέπει συνεπώς, όταν υπάρχει επίσημη ένσταση κατά εναρμονισμένων προτύπων (29), η ενδιαφερόμενη αρχή τυποποίησης να ενημερώνεται άμεσα, ώστε να ληφθεί υπόψη η άποψή της κατά τη διαδικασία επεξεργασίας των κανόνων.

5.3   Πρόταση κανονισμού COM(2007) 37 τελικό, για ένα Ευρωπαϊκό Σύστημα Διαπίστευσης και Μηχανισμών Εποπτείας της Αγορά

5.3.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τις προτάσεις που αποσκοπούν στην εδραίωση ενός ευρωπαϊκού συστήματος διαπίστευσης, στη βάση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και αναγνώρισης, στον βαθμό που θεσπίζονται δεσμευτικοί κανόνες τόσο για τους οικονομικούς φορείς όσο και για τις δημόσιες αρχές, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι όλα τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά τηρούν υψηλά επίπεδα προστασίας της ασφάλειας και της υγείας και εξασφαλίζουν το ίδιο επίπεδο λειτουργικότητας και κανόνων σε όλους τους ευρωπαίους καταναλωτές και οικονομικούς φορείς, σε ένα πλαίσιο γραφειοκρατικής απλοποίησης και ευελιξίας.

5.3.2

Το ευρωπαϊκό σύστημα διαπίστευσης πρέπει να διασφαλίζει τη γενική αποδοχή των αποτελεσμάτων των αξιολογήσεων συμμόρφωσης και να αποφεύγει ανώφελες επικαλύψεις αξιολόγησης: για να εξασφαλιστεί η διεθνής αποδοχή του Συστήματος, η αρμοδιότητα της αξιολόγησης για τη διαπίστευση πρέπει να βασίζεται σε διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα και οι ορισμοί «αξιολόγηση της συμμόρφωσης», «αρχές αξιολόγησης της συμμόρφωσης», «ορισμός της αρχής», και «κοινοποίηση» πρέπει να περιλαμβάνονται ρητά στον κανονισμό.

5.3.3

Οι διατάξεις του κανονισμού πρέπει να εφαρμόζονται σε όλους τους οργανισμούς διαπίστευσης και στις υπηρεσίες που παρέχουν, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, ανεξαρτήτως από το είδος της δραστηριότητας της αξιολόγησης της συμμόρφωσης που παρέχεται στους πελάτες τους, και οφείλουν να εξασφαλίζουν:

ένα συνεκτικό σώμα κοινών ορισμών, σύμφωνων με τα διεθνή πρότυπα, που να χρησιμοποιούνται σε όλες τις οδηγίες της νέας προσέγγισης και στις οδηγίες για τα προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών που αφορούν την αξιολόγηση της συμμόρφωσης και την αρχή που έχει αναλάβει την αξιολόγηση της συμμόρφωσης,

τη λειτουργικότητα, με ευθύνη των δημόσιων αρχών, του συστήματος διαπίστευσης, που δεν πρέπει να αποτελεί αντικείμενο εμπορικού ανταγωνισμού,

τη γενική κάλυψη του συνόλου της σχετικής κοινοτικής νομοθεσίας, χωρίς εξαιρέσεις, ούτε στον τομέα της ασφάλειας και της υγείας, ούτε στον τομέα προστασίας του περιβάλλοντος: η αυξανόμενη πολυπλοκότητα της κοινοτικής νομοθεσίας για το θέμα αυτό πρέπει στις νέες διατάξεις να αποκτήσει ένα ενιαίο συνεκτικό πλαίσιο, τόσο για τους παραγωγούς της ΕΕ όσο και τους παραγωγούς εκτός ΕΕ,

τη γενικευμένη εφαρμογή σε όλες τις δραστηριότητες που υπάγονται σε διαπίστευση, συμπεριλαμβανομένης της βαθμονόμησης, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η διαπίστευση αυτή απαιτείται για τη διενέργεια αξιολόγησης της συμμόρφωσης σύμφωνα με τους νόμους ή σύμφωνα με τις συμφωνίες των μερών,

την τήρηση εκ μέρους των εθνικών αρχών διαπίστευσης των προτύπων αντικειμενικότητας και αμεροληψίας, με τη συμμετοχή τους στη διαδικασία αξιολόγησης από ομοτίμους, που πραγματοποιείται υπό την εποπτεία όλων των ενδιαφερόμενων μερών της διαπίστευσης,

την αποτελεσματικότητα κόστους-οφέλους, την αναλογικότητα και την αμοιβαία εμπιστοσύνη στο ενιαίο σύστημα διαπίστευσης, τόσο για τους νομοθετικά κατοχυρωμένους τομείς όσο και για τους μη νομοθετικά κατοχυρωμένους.

5.3.4

Θα πρέπει να τροποποιηθεί ο ορισμός της διαπίστευσης, και να συμπεριληφθούν σε αυτόν οι δραστηριότητες βαθμονόμησης, δοκιμής, πιστοποίησης, επιθεώρησης και άλλες δραστηριότητες αξιολόγησης της συμμόρφωσης.

5.3.5

Εξάλλου, για την ύπαρξη ενιαίας ρύθμισης του θέματος, στην οποία να περιλαμβάνονται όλες οι διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών εξασφάλισης της ποιότητας, της διαβάθμισης και των δοκιμών ISO 43, δεν θα πρέπει να προβλέπονται εξαιρέσεις και όλοι οι οργανισμοί διαπίστευσης και όλες οι υπηρεσίες που παρέχουν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο θα πρέπει να ενταχθούν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού, πέρα από τον τύπο της αξιολόγησης της συμμόρφωσης που παρέχουν στους πελάτες τους.

5.3.6

Οι εθνικοί οργανισμοί διαπίστευσης θα πρέπει να λειτουργούν σε μη κερδοσκοπική βάση, όπως προτείνεται στο άρθρο 4.6. Ωστόσο η υφιστάμενη διατύπωση ενδέχεται να εμποδίσει τον σχηματισμό ενός κεφαλαίου βάσης, που να διασφαλίζει γερές οικονομικές βάσεις, για την αποτελεσματική παροχή υπηρεσιών ποιότητας. Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, οι εθνικοί οργανισμοί διαπίστευσης θα πρέπει να λειτουργούν σε μη κερδοσκοπική βάση υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να διανέμουν οφέλη σύμφωνα με τα όσα ορίζονται διεθνώς από τον ISO/IEC 17011 (30).

5.3.7

Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Διαπίστευσης — ΕΣΔ θα πρέπει να θεωρείται το υψηλότερο επίπεδο έγκρισης του συστήματος και κατά συνέπεια δεν πρέπει να αποτελεί αντικείμενο ανταγωνισμού εφόσον πρόκειται για δημόσια υπηρεσία γενικού ενδιαφέροντος: η ΕΟΚΕ επικροτεί τον κανόνα σύμφωνα με τον οποίο τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν έναν εθνικό οργανισμό διαπίστευσης η αρμοδιότητα, η αντικειμενικότητα και η αμεροληψία του οποίου να αποτελούν αντικείμενο αξιολόγησης από ομοτίμους, με εξαιρέσεις υπό ορισμένες συνθήκες (31) για τα κράτη μέλη με μικρή έκταση σε περίπτωση που επιθυμούν να προσφύγουν στον εθνικό οργανισμό διαπίστευσης γειτονικού κράτους μέλους.

5.3.8

Η ΕΟΚΕ θεωρεί απαραίτητη την θέσπιση σαφούς νομικής βάσης για την Ευρωπαϊκή Συνεργασία για τη Διαπίστευση (ΕΔ) ο ρόλος της οποίας πρέπει να ενισχυθεί και να οριστεί καλύτερα: όλοι οι εθνικοί οργανισμοί διαπίστευσης πρέπει να συμμετέχουν στην ΕΔ, με στόχο την εξασφάλιση ισοδυναμίας, διαφάνειας, αξιοπιστίας και αποτελεσματικότητας και το δίκτυο ΕΔ πρέπει να υποστηρίζεται από τα κράτη μέλη.

5.3.9

Για να ενισχυθεί περαιτέρω η ΕΔ, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι οι οργανισμοί διαπίστευσης πρέπει να υπογράψουν πολυμερείς συμφωνίες που να εφαρμόζονται από την ΕΔ. Εξάλλου οι μηχανισμοί χρηματοδότησης που προβλέπει ο κανονισμός δεν πρέπει να αφορούν μόνο την ΕΔ αλλά να επεκταθούν σε εκστρατείες υποστήριξης της εποπτείας της αγοράς και στην κοινή κατάρτιση των διαφόρων εθνικών διοικήσεων που συνδράμουν σε αυτή.

5.3.10

Η αξιολόγηση από ομοτίμους που προβλέπεται στο άρθρο 9.1, για να διευκολυνθεί και να βελτιωθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, με την αύξηση του επιπέδου εμπιστοσύνης, πρέπει να οργανωθεί στο εσωτερικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Διαπίστευσης και να εφαρμοστεί σύμφωνα με εναρμονισμένους κανόνες που θα έχουν οριστεί στο πλαίσιο της ΕΔ. Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης από ομοτίμους πρέπει να δημοσιεύονται και να ανακοινώνονται σε όλα τα κράτη μέλη και στην Επιτροπή.

5.3.11

Σύμφωνα με την ΕΟΚΕ, δεδομένου ότι οι οργανισμοί διαπίστευσης πρέπει να αποδειχθούν αντάξιοι της εμπιστοσύνης που απολαμβάνουν, οφείλουν να αποδείξουν ότι συμμετέχουν με επιτυχία στη διαδικασία αξιολόγησης από ομότιμους.

5.3.12

Η ΕΟΚΕ θεωρεί εξάλλου ότι είναι σημαντική η συμμετοχή των ενδιαφερόμενων μερών: πρέπει να εκπροσωπούνται στους οργανισμούς διαπίστευσης και τούτο πρέπει να προβλέπεται στον νέο κανονισμό.

5.3.13

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει τη σημασία ισοδύναμων, πιο συνεκτικών και αποδοτικών μηχανισμών εποπτείας της αγοράς, εκ μέρους των κρατών μελών, με την εναρμόνιση της κοινοτικής νομοθεσίας, στην οποία να συμπεριλαμβάνεται η ενίσχυση της διασυνοριακής συνεργασίας: απαιτείται ευθυγράμμιση των διατάξεων για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων —οδηγία 2001/95/ΕΚ— και των σχετικών οδηγιών, προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης εφαρμογή της αρχής «βελτίωση της νομοθεσίας» στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Η δραστηριότητα της εποπτείας της αγοράς πρέπει να αφορά και τα προϊόντα που καλύπτει η οδηγία για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων (ΟΓΑΠ) εφόσον πολλά προϊόντα πωλούνται είτε για επαγγελματική χρήση, είτε στον καταναλωτή: η ΕΟΚΕ θεωρεί συνεπώς αδικαιολόγητο τον αποκλεισμό της ΟΓΑΠ από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 13.2, που ενδέχεται να επιφέρει μεγαλύτερη σύγχυση και δυσκολία στους οικονομικούς φορείς αντί για μεγαλύτερη συνοχή των δραστηριοτήτων εποπτείας της εσωτερικής αγοράς.

5.3.14

Η ΕΟΚΕ θεωρεί εξάλλου πλήρως αιτιολογημένο το υφιστάμενο σύστημα ταχείας ανταλλαγής πληροφοριών RAPEX (32), που μπορεί να συνδράμει αποτελεσματικά την εποπτεία της αγοράς: πρέπει ωστόσο τα κράτη μέλη και οι τελωνειακές και διοικητικές αρχές να το χρησιμοποιούν κατά τρόπο ομοιογενή και συντονισμένο.

5.3.15

Είναι απαραίτητη η συνεργασία των τελωνειακών αρχών, μέσω ευρωπαϊκού δικτύου, με τις αρχές εποπτείας της αγοράς, προκειμένου να διασφαλιστούν αποτελεσματικοί έλεγχοι των προϊόντων, πριν διατεθούν στην ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά, με την παροχή στις τελωνειακές αρχές ειδικευμένου προσωπικού, οικονομικών μέσων και κατάλληλων αρμοδιοτήτων ώστε να ανταποκριθούν αποτελεσματικά στα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί.

5.3.16

Οι μηχανισμοί εποπτείας της αγοράς και τελωνειακού ελέγχου πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με μέσα ταχείας δράσεως, όταν πρόκειται για εποχιακά προϊόντα ή για προϊόντα που πωλούνται με έκπτωση στην αγορά για σύντομο χρονικό διάστημα, συχνά με εικονικά σήματα. Οι αρχές οφείλουν να έχουν την εξουσία και τα μέσα για άμεση παρέμβαση και ο κοινοτικός εισαγωγέας πρέπει να είναι πλήρως υπεύθυνος να διασφαλίζει ότι τα προϊόντα αυτά πληρούν τις βασικές απαιτήσεις της ΕΕ, ιδίως όσον αφορά την ασφάλεια και την προστασία του περιβάλλοντος.

5.3.17

Τέλος, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι ο κανονισμός πρέπει να προβλέπει σαφώς ότι τα μέτρα που λαμβάνονται σε περίπτωση αποδεδειγμένης έλλειψης συμμόρφωσης πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας, πέραν της προσφυγής στις κατευθυντήριες γραμμές που προβλέπονται στο άρθρο 19.1: κατά την ΕΟΚΕ το άρθρο 17 πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

Βρυξέλλες, 13 Δεκεμβρίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Στην νομοθεσία της ΕΕ χρησιμοποιούνται διάφοροι ορισμοί για την απόδοση των ίδιων εννοιών σε διαφορετική για τα προϊόντα νομοθεσία που καλύπτει πτυχές όπως συνειδητός περιβαλλοντικός σχεδιασμός, ασφάλεια του προϊόντος, ευθύνη του προϊόντος, ενεργειακή απόδοση, κλπ. Όλα αυτά προκαλούν σύγχυση στους φορείς ειδικότερα όταν διαφορετικές οδηγίες αφορούν το ίδιο προϊόν.

(2)  ΕΕ C 93 της 27.4.2007, Αναθεώρηση της ενιαίας αγοράς. Εισηγητής: ο κ. Cassidy.

(3)  Βλ. και τα άρθρα 94-95 της Συνθήκης ΕΕ.

(4)  ΕΕ C 309 της 16.12.2006, Εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβώνας. Εισηγητής: ο κ. Cassidy.

(5)  ΕΕ C 234 της 30.9.2003. Εισηγητής: ο κ. Cassidy.

(6)  ΕΕ C 208 της 3.9.2003. Εισηγητής: ο κ. Pezzini.

(7)  ΕΕ C 325 της 30.12.2006. Εισηγητής: ο κ. van Iersel.

(8)  Όπως και στην υποσημείωση 5.

(9)  «Αντιμετωπίζοντας την πρόκληση», έκθεση της ομάδας υψηλού επιπέδου υπό την προεδρία του Wim Kok, Νοέμβριος 2004, Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

(10)  SEC 007/113 της 14.2.2007.

(11)  Δεύτερη διετής έκθεση για την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στην εσωτερική αγορά — COM(2002) 419 τελικό.

(12)  Επί του παρόντος οι κοινοποιημένοι οργανισμοί στην ΕΕ ανέρχονται σε 1 700 περίπου.

(13)  Βλ. και τα άρθρα 94-95 της Συνθήκης ΕΕ.

(14)  Κατάλογος των γνωμοδοτήσεων που επεξεργάστηκε πρόσφατα η ΕΟΚΕ όσον αφορά την«απλούστευση, βελτίωση της νομοθεσίας και τις προτεραιότητες της ενιαίας αγοράς»:

1)

ΕΕ C 93 της 27.4.2007, Αναθεώρηση της Ενιαίας Αγοράς, εισηγητής: ο κ. Cassidy.

2)

Γνωμοδότηση για την ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών — Εφαρμογή του κοινοτικού Προγράμματος της Λισσαβώνας: μια στρατηγική για την απλούστευση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος (COM(2005) 535 τελικό) με εισηγητή τον κ. Cassidy, ΕΕ C 309 της 16.12.2006.

3)

Διερευνητική γνωμοδότηση που καταρτίστηκε μετά από αίτημα της βρετανικής προεδρίας με θέμα την βελτίωση της νομοθεσίας και εισηγητή τον κ. Retureau, που υιοθετήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2005, ΕΕ C 24 της 31.1.2006.

4)

Γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα «Τρόποι βελτίωσης της εφαρμογής και επιβολής της κοινοτικής νομοθεσίας» και εισηγητή τον κ. van Iersel, που υιοθετήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2005, ΕΕ C 24 της 31.1.2006.

5)

Γνωμοδότηση για την ανακοίνωση της Επιτροπής: ενημέρωση και απλούστευση του κοινοτικού κεκτημένου (COM(2003) 71 τελ.), με εισηγητή τον κ. Retureau, που υιοθετήθηκε στις 31 Μαρτίου 2004, ΕΕ C 112 της 30.4.2004.

6)

Γνωμοδότηση πρωτοβουλίας για την απλούστευση με εισηγητή τον κ. Simpson, που υιοθετήθηκε στις 26 Μαρτίου 2003, ΕΕ C 133 της 6.6.2003.

7)

Διερευνητική γνωμοδότηση για την ανακοίνωση της Επιτροπής — απλούστευση και βελτίωση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος (COM(2001) 726 τελ.), με εισηγητή τον κ Walker, που υιοθετήθηκε στις 21 Μαρτίου 2002, ΕΕ C 125 της 27.5.2002.

8)

Γνωμοδότηση πρωτοβουλίας για την απλούστευση με εισηγητή τον κ. Walker, που υιοθετήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2001, ΕΕ C 48 της 21.2.2002.

9)

Γνωμοδότηση πρωτοβουλίας για την απλούστευση της νομοθεσίας εντός της ενιαίας αγοράς με εισηγητή τον κ. Vever, που υιοθετήθηκε στις 19 Οκτωβρίου 2000, ΕΕ C 14 της 16.1.2001.

10)

Γνωμοδότηση πρωτοβουλίας για τις προτεραιότητες της ενιαίας αγοράς 2005-2010, με εισηγητή τον κ. Cassidy, που υιοθετήθηκε στις 7 Απριλίου 2005, ΕΕ C 255 της 14.10.2005.

11)

Γνωμοδότηση για την ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών για τη στρατηγική στην εσωτερική αγορά — προτεραιότητες 2003-2006, και εισηγητή τον κ. Cassidy, που υιοθετήθηκε στις 16 Ιουλίου 2003, ΕΕ C 234 της 30.9.2003.

12)

Ενημερωτική έκθεση για την απλούστευση.

13)

Ενημερωτική έκθεση με θέμα «Η σημερινή κατάσταση σε ό, τι αφορά την από κοινού ρύθμιση και την αυτορρύθμιση στην ενιαία αγορά» με εισηγητή τον κ. Vever, που υιοθετήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 2005 (CESE 1182/2004 τελ).

(15)  Έκθεση RAPEX 2006 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, http://ec.europa.eu/rapex. Η έκθεση που υποβλήθηκε στις 19 Απριλίου 2007 καθιστά σαφή την συνεχή αύξηση του αριθμού των κοινοποιήσεων κατά τα τελευταία έτη. Ο αριθμός των κοινοποιήσεων κινδύνου όσον αφορά την ασφάλεια των καταναλωτικών προϊόντων εκτός των τροφίμων στην Ευρώπη υπερδιπλασιάστηκε από το 2004 ως το 2006, και ανήλθε από 388 σε 924, ενώ η ετήσια αύξηση σε σχέση με το 2005 ήταν της τάξεως του 32 %, και συγκεντρώθηκε στους τομείς των παιχνιδιών, των ηλεκτρικών συσκευών, των οχημάτων με κινητήρα, των συσκευών φωτισμού και των καλλυντικών, με κινδύνους τραυματισμού, ηλεκτροπληξίας, πυρκαγιάς και εγκαυμάτων, στραγγαλισμού, πνιγμού και χημικούς κινδύνους.

(16)  Στο κοινό πλαίσιο πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι «υπηρεσίες», που συνδέονται όλο και περισσότερο με την εμπορία των προϊόντων.

(17)  Βλ. σημείο 5.1.11.

(18)  http://ec.europa.eu/solvit/

(19)  Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Συνοπτικά δελτία 3.2.1 Η ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών. Τελευταία ενημέρωση: 22 Οκτωβρίου 2001

http://www.europe-info.de/facts/el/3_2_1.htm

(20)  SEC(2007) 585. Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, έκθεση SOLVIT 2006 «Ανάπτυξη και επιδόσεις του δικτύου Solvit το 2006» της 30.4.2007.

Όλα τα κράτη της ΕΕ όπως και η Νορβηγία, η Ισλανδία και το Λιχτενστάιν έχουν δημιουργήσει από ένα κέντρο SOLVIT, κυρίως στο πλαίσιο του υπουργείου εξωτερικών και οικονομικών υποθέσεων.

Τα κέντρα αυτά συνεργάζονται απευθείας μέσω επιγραμμικής βάσης δεδομένων για την ταχεία και πραγματική επίλυση προβλημάτων που υποβάλλουν οι πολίτες και οι επιχειρήσεις. Οι κανόνες της συνεργασίας εντός του δικτύου solvit περιλαμβάνονται σε σύσταση της Επιτροπής του 2001 η οποία περιλαμβάνεται στα συμπεράσματα του Συμβουλίου. Το δίκτυο Solvit λειτουργεί από τον Ιούλιο του 2002. Πέρα από τη σύσταση τα κέντρα Solvit υιοθέτησαν τον Δεκέμβριο του 2004 μία σειρά κοινών προτύπων ποιότητας και επίδοσης ώστε να εξασφαλιστούν υψηλού επιπέδου υπηρεσίες σε ολόκληρο το δίκτυο.

(21)  ΕΕ C 80 της 30.3.2004. Εισηγητής: PEZZINI.

(22)  Η σφαιρική προσέγγιση έχει εισαγάγει μια προσέγγιση κατά ενότητες, διαιρώντας τη διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης σε μια σειρά διεργασιών, τις αποκαλούμενες ενότητες, που διαφέρουν μεταξύ τους ανάλογα με τη φάση ανάπτυξης του προϊόντος (για παράδειγμα: σχεδιασμός, πρωτότυπο, πλήρης παραγωγή), τον τύπο της αξιολόγησης που πραγματοποιείται (έλεγχος τεκμηρίωσης, έγκριση τύπου, εγγύηση ποιότητας) και τον υπεύθυνο της αξιολόγησης (κατασκευαστής ή τρίτος).

Η σφαιρική προσέγγιση υιοθετήθηκε με την απόφαση 90/683/ΕΟΚ του Συμβουλίου, που καταργήθηκε και ανανεώθηκε με την απόφαση 93/465/ΕΟΚ: και οι δύο αποφάσεις ορίζουν γενικές κατευθύνσεις και τις λεπτομερείς διαδικασίες για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης, που πρέπει να χρησιμοποιούνται στις οδηγίες της νέας προσέγγισης.

(23)  Αιτιολογική σκέψη 14 της πρότασης απόφασης COM(2007) 53 τελικό.

(24)  Συμπεριλαμβάνονται οι εισαγωγείς των αποκαλούμενων «ανώνυμων» προϊόντων από τρίτες χώρες, που διατίθενται στην αγορά για σύντομη περίοδο, συχνά με εικονικά ονόματα, στη βάση της αρχής «πούλα και φύγε».

(25)  Αιτιολογική σκέψη 17 της πρότασης απόφασης COM(2007) 53 τελικό.

(26)  Ο ρόλος και η σημασία της σήμανσης CE, Ευρωπαϊκή Επιτροπή ΕΓΓΡ: 2005 — 11 της 30.8.2005.

(27)  Απόφαση 93/465/CE — ενότητες της απόφασης: «Η σήμανση “CE” υποδηλώνει την πιστότητα προς το σύνολο των υποχρεώσεων που υπέχουν οι κατασκευαστές για το προϊόν βάσει των κοινοτικών οδηγιών που προβλέπουν τη χρήση της».

(28)  BEUC 298/2007 της 5.6.2007 για την Εσωτερική Αγορά . Jim Murray EP ακρόαση 5.6.2007.

(29)  Άρθρο 14 της πρότασης απόφασης COM(2007) 53 τελικό.

(30)  ISO/IEC 17011. «Ο οργανισμός διαπίστευσης πρέπει να έχει τους οικονομικούς πόρους, με αποδεικτικά στοιχεία ή/και έγγραφα, που απαιτούνται για την άσκηση των δραστηριοτήτων του».

(31)  Άρθρο 6 § 1 της πρότασης Κανονισμού COM(2007) 37 τελικό.

(32)  Στο RAPEX προστίθενται: για τον γεωργικό τομέα διατροφής το σύστημα προειδοποίησης RASFF· για τις ασθένειες των ανθρώπων το σύστημα SARR· για τις ασθένειες των ζώων το σύστημα ADNS. Βλέπε απόφαση 2004/478/ΕΚ και κανονισμό 2230/2004/ΕΚ.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

στη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Ακολουθούν οι τροπολογίες που, αν και απορρίφθηκαν κατά τη διάρκεια της συζήτησης, έλαβαν τουλάχιστον το ένα τέταρτο των ψήφων υπέρ:

Σημείο 5.2.12

Να προστεθούν τα εξής στην πρώτη κουκίδα:

«—

να διευκρινιστεί ότι δεν πρέπει να χρησιμοποιείται και να θεωρείται ως ένα σύστημα επισήμανσης για την κατανάλωση, ούτε ως εγγύηση ποιότητας ή πιστοποίησης ή έγκρισης εκ μέρους τρίτων ανεξάρτητων φορέων, αλλά μόνο ως δήλωση συμμόρφωσης και τεχνικής τεκμηρίωσης, ότι ο κατασκευαστής ή ο εισαγωγέας είναι υποχρεωμένοι να παράγουν, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του προϊόντος, με πλήρη ευθύνη έναντι των αρχών και του καταναλωτή. Συνεπώς, δεδομένου ότι η σήμανση CE δεν αποτελεί εγγύηση ποιότητας ή πιστοποίησης ή έγκρισης εκ μέρους τρίτων ανεξάρτητων φορέων, αρκεί η εν λόγω σήμανση να συμπεριλαμβάνεται στα συνοδευτικά έγγραφα και όχι στο ίδιο το προϊόν. ».

Αιτιολογία

Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία όλα τα προϊόντα ενός συγκεκριμένου είδους, παραδείγματος χάρη, τα παιχνίδια, πρέπει να φέρουν τη σήμανση CE. Αυτό δεν αποτελεί μήνυμα για τον καταναλωτή ότι το ένα προϊόν είναι καλύτερο από το άλλο. Το (μόνο) που σημαίνει είναι ότι το συγκεκριμένο προϊόν ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές ασφαλείας, προκειμένου να μπορεί να πωλείται στο ευρύ κοινό. Ο καταναλωτής αναμένει ότι όλα τα προϊόντα που βρίσκονται στο εκάστοτε κατάστημα επιτρέπεται να πωληθούν.

Εάν, λόγου χάρη, ο καταναλωτής αναζητά αθλητικό εξοπλισμό, όπως π.χ. τροχοπέδιλα ή/και πατίνια, στην προκειμένη περίπτωση δεν απαιτείται η ύπαρξη σήμανσης CE για τα προϊόντα που προορίζονται για παιδιά βάρους άνω των 20 κιλών. Τα εν λόγω προϊόντα μπορεί να βρίσκονται τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο στα ράφια, και ο καταναλωτής ενδεχομένως να συμπεράνει ότι όσα προϊόντα φέρουν τη σήμανση CE είναι καλύτερα από τα υπόλοιπα.

Πλήθος ερευνών που πραγματοποιήθηκαν με την πάροδο των ετών καταδεικνύουν ότι οι καταναλωτές δεν κατανοούν ή παραπλανούνται από τη σήμανση CE. Μεταξύ των εσφαλμένων αντιλήψεων είναι οι εξής: ότι τα εν λόγω προϊόντα διαθέτουν μια συγκεκριμένη ποιότητα (και όχι απλώς είναι ασφαλή), ότι έχουν δοκιμαστεί από τρίτους φορείς ή ότι κατασκευάζονται στην ΕΕ.

Είναι επομένως αναμενόμενο οι καταναλωτές να μην κατανοούν το σύστημα Τα τρόφιμα, παραδείγματος χάρη, δεν πρέπει να φέρουν όλα ειδική σήμανση, μολονότι πρέπει να πληρούν τους κανονισμούς και τις οδηγίες της ΕΕ, ούτως ή άλλως. Οι ευρωπαϊκές οργανώσεις καταναλωτών BEUC (ΕΓΕΚ — Ευρωπαϊκό Γραφείο Ενώσεων Καταναλωτών) και ANEC (Ευρωπαϊκή Ένωση για τον Συντονισμό της Εκπροσώπησης των Καταναλωτών στην Τυποποίηση) θεωρούν ότι αρκεί η σήμανση CE —η οποία αποτελεί το διαβατήριο ασφαλείας στην αγορά— να συμπεριλαμβάνεται στα συνοδευτικά έγγραφα, προκειμένου να είναι δυνατός ο έλεγχος από τις αρμόδιες αρχές.

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 24 Ψήφοι κατά: 27 Αποχές: 10

Σημείο 5.2.12

Να προστεθεί νέα (6η) κουκίδα, με το εξής περιεχόμενο:

«—

να παρακινηθούν η Επιτροπή, οι παραγωγοί και οι καταναλωτές να εξετάσουν το ενδεχόμενο δημιουργίας ενός πραγματικού συστήματος σήμανσης της ποιότητας των προϊόντων, το οποίο θα βασίζεται στην πιστοποίηση από τρίτο, ανεξάρτητο φορέα και θα καλύπτει περισσότερες πτυχές από τους βασικούς κανόνες ασφαλείας που περιέχονται στις οδηγίες.»

Αιτιολογία

Κατά τη συζήτηση θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο θέσπισης προτύπων που θα καλύπτουν, πέραν της ασφάλειας, και τις ποιοτικές, περιβαλλοντικές και ηθικές απαιτήσεις, ώστε να μπορούν ορισμένοι παραγωγοί —αν το επιθυμούν— να ζητούν έλεγχο των προϊόντων τους και για τις απαιτήσεις αυτές.

Αν γίνει δεκτή αυτή η τροπολογία, το τμήμα 1 «Συμπεράσματα και συστάσεις» θα πρέπει να προσαρμοστεί αναλόγως (π.χ. στο σημείο 1.5 μετά την 7η κουκίδα).

Αποτέλεσμα ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 25 Ψήφοι κατά: 29 Αποχές: 12


16.5.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/14


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 80/181/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στις μονάδες μέτρησης»

COM(2007) 510 τελικό — 2007/0187 (COD)

(2008/C 120/02)

Στις 26 Σεπτεμβρίου 2007, το Συμβούλιο αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 95 της ΣΕΚ, να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την

Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβούλιου για την τροποποίηση της οδηγίας 80/181/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στις μονάδες μέτρησης.

Το τμήμα Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση, στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 21 Νοεμβρίου 2007 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Cassidy.

Κατά την 440ή σύνοδο ολομέλειας, που πραγματοποιήθηκε στις 12 και 13 Δεκεμβρίου 2007 (συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση, με 114 ψήφους υπέρ και 2 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί ανεπιφύλακτα με την υποβληθείσα πρόταση.

1.2

Στην οδηγία ορίζεται ότι η προθεσμία για τη χρήση «συμπληρωματικών ενδείξεων» (δηλαδή μη μετρικών ενδείξεων) λήγει στα τέλη του 2008. Η τήρηση της προθεσμίας αυτής θα στοιχίσει σε όλες τις επιχειρήσεις της ΕΕ που έχουν υπερατλαντικές εμπορικές συναλλαγές.

1.3

Η οδηγία επιβάλει επίσης στο ΗΒ και την Ιρλανδία να ορίσουν προθεσμία για την κατάργηση των εξαιρέσεων που σχετίζονται με τη χρήση των ενδείξεων pint, mile και troy ounce.

1.4

Η Επιτροπή προτείνει να καταργηθούν αυτές οι προθεσμίες χωρίς να αντικατασταθούν από άλλες.

1.5

Η οδηγία ορίζει ως νόμιμες μονάδες μέτρησης στην ΕΕ τις μονάδες του μετρικού συστήματος ή μονάδες SI (Système International), που είναι και το παγκοσμίως αναγνωρισμένο σύστημα που υιοθετήθηκε από την Conférence générale des poids et mesures (CGPM) το 1960. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος, είναι όμως όλα τα κράτη μέλη αυτής. Η τακτική προσαρμογή των μονάδων SI στην τεχνολογική πρόοδο οδηγεί την Επιτροπή το σημείο να προτείνει να υιοθετηθεί η μονάδα «katal» του SI για τη μέτρηση της καταλυτικής δραστηριότητας.

1.6

Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει την πρόταση της Επιτροπής ως μέρος της τάσης για την απλούστευση και τη βελτίωση της νομοθεσίας, και επιδοκιμάζει την ευαισθησία που δείχνει η Επιτροπή αναγνωρίζοντας τη σημασία που έχει η «επικουρικότητα» για την Ιρλανδία και το ΗΒ.

Βρυξέλλες, 12 Δεκεμβρίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


16.5.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/15


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το ηχητικό επίπεδο που αντιλαμβάνονται οι οδηγοί των γεωργικών ή δασικών ελκυστήρων με τροχούς» (Κωδικοποιημένη έκδοση)

COM(2007) 588 τελικό — 2007/0205 (COD)

(2008/C 120/03)

Στις 24 Οκτωβρίου 2007, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισε, βάσει του άρθρου95 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την

«Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το ηχητικό επίπεδο που αντιλαμβάνονται οι οδηγοί των γεωργικών ή δασικών ελκυστήρων με τροχούς» (Κωδικοποιημένη έκδοση).

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η πρόταση είναι απολύτως ικανοποιητική και δεν χρήζει περαιτέρω σχολίων εκ μέρους της. Συνεπώς, κατά την 440ή σύνοδο της ολομέλειάς της, που έλαβε χώρα στις 12 και 13 Δεκεμβρίου 2007 (συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 2007), αποφάσισε, με 135 ψήφους υπέρ και 2 αποχές, να εκφέρει θετική γνωμοδότηση για το κείμενο που προτείνεται.

 

Βρυξέλλες, 12 Δεκεμβρίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


16.5.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/15


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πράσινη Βίβλος όσον αφορά τα αγορακεντρικά μέσα για το περιβάλλον και την εξυπηρέτηση αντίστοιχων πολιτικών επιδιώξεων»

COM(2007) 140 τελικό — SEC(2007) 388

(2008/C 120/04)

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε στις 28 Μαρτίου 2007 να ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής επί του θέματος:

«Πράσινη Βίβλος όσον αφορά τα αγορακεντρικά μέσα για το περιβάλλον και την εξυπηρέτηση αντίστοιχων πολιτικών επιδιώξεων».

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου, περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 31 Οκτωβρίου 2007, με βάση την έκθεση του εισηγητή κ. RIBBE.

Κατά την 440ή σύνοδο ολομελείας της, που πραγματοποιήθηκε στις 12 και 13 Δεκεμβρίου 2007 (συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 48 ψήφους υπέρ και 1 αποχή.

1.   Περίληψη

1.1

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι η δημοσίευση της Πράσινης Βίβλου σχετικά με τα αγορακεντρικά μέσα για την προστασία του περιβάλλοντος πραγματοποιήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση.

1.2

H EOK συμμερίζεται τις παρατηρήσεις αναφορικά με τις διάφορες φορολογικές και οικολογικές επιπτώσεις των επί μέρους αγορακεντρικών μέσων για την προστασία του περιβάλλοντος (φόροι, εισφορές, δασμοί, επιδοτήσεις, δικαιώματα/συστήματα πιστοποίησης κτλ.).

1.3

Εντούτοις, η ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι τα αγορακεντρικά μέσα αποτελούν εδώ και καιρό στοιχείο της πολιτικής δράσης. Ως εκ τούτου, σημασία δεν έχει μόνον το «εάν» αλλά και το «πώς» αυτά θα χρησιμοποιηθούν.

1.4

Όπως ορθά διαπιστώνει η Επιτροπή, τα αγορακεντρικά μέσα συνιστούν μία καλή δυνατότητα για την επίτευξη προσοδοφόρων λύσεων στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, δεν αποτελούν ωστόσο πανάκεια. Κατά συνέπεια, θα έπρεπε η σχέση και ο συνδυασμός μεταξύ, παραδείγματος χάρη, των διαταγών και των απαγορεύσεων, του κανονιστικού δικαίου και των αγορακεντρικών μέσων (όπως φόροι, δασμοί, στοχευμένες επιδοτήσεις και εμπορεύσιμες άδειες), να αποτελέσουν αντικείμενο του πολιτικού διαλόγου και της Πράσινης Βίβλου. Εν προκειμένω η Πράσινη Βίβλος της Επιτροπής δεν παρέχει σχεδόν κανέναν προσανατολισμό, γεγονός για το οποίο η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της.

1.5

Η ΕΟΚΕ καλεί για αυτόν το λόγο την Επιτροπή, να επωφεληθεί του δημοσίου διαλόγου που ξεκίνησε με αφορμή την Πράσινη Βίβλο για να παρουσιάσει με συγκεκριμένα παραδείγματα τις δυνατότητες και τις επιπτώσεις, αλλά και τα όρια των διάφορων αγορακεντρικών μέσων για την προστασία του περιβάλλοντος.

2.   Περιεχόμενο της Πράσινης Βίβλου

2.1

Η Επιτροπή υπέβαλε στις 28 Μαρτίου 2007 την — ήδη από το 2004 αναμενόμενη — Πράσινη Βίβλο με θέμα «αγορακεντρικά μέσα για το περιβάλλον και την εξυπηρέτηση αντίστοιχων πολιτικών επιδιώξεων» (1), η οποία αποτελεί αντικείμενο της παρούσας γνωμοδότησης.

2.2

Με την Πράσινη Βίβλο, η Επιτροπή φιλοδοξεί να δώσει το έναυσμα για έναν δημόσιο διάλογο σχετικά με την ενίσχυση της χρήσης αγορακεντρικών μέσων στην κοινωνία.

2.3

Στην Πράσινη Βίβλο η Επιτροπή αναφέρει τους ήδη εγκριθέντες — σε ευρωπαϊκό επίπεδο — στόχους στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος, μεταξύ άλλων τη νέα ενεργειακή και κλιματική πολιτική, η οποία κατά την άποψή της «συνεπάγεται μία νέα βιομηχανική επανάσταση την επόμενη 10-15ετία».

2.4

Η Επιτροπή καθιστά σαφές ότι «δίχως δημόσια παρέμβαση … είναι αδύνατο να επιτευχθούν οι ως άνω φιλόδοξοι στόχοι». Ως εργαλεία της περιβαλλοντικής πολιτικής θα πρέπει, σύμφωνα με την πρόταση της Επιτροπής, να χρησιμοποιηθούν ολοένα και περισσότερο τα αγορακεντρικά μέσα· τα τελευταία θα πρέπει «να αποτελέσουν σημαντικό μέρος των προσπαθειών για να συντελεσθεί πραγματική αλλαγή με την αλλαγή κινήτρων για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές».

2.5

Η Επιτροπή σημειώνει εντούτοις ότι τα αγορακεντρικά μέσα «δεν αποτελούν πανάκεια για την αντιμετώπιση όλων των προβλημάτων».

2.6

Ως «αγορακεντρικά μέσα» αναφέρονται οι φόροι, οι δασμοί, οι στοχευμένες επιδοτήσεις και οι εμπορεύσιμες άδειες.

Τα αγορακεντρικά μέσα ως εργαλεία πολιτικής

2.7

Κατά την άποψη της Επιτροπής, το σκεπτικό υπέρ της χρήσης αγορακεντρικών μέσων στηρίζεται στην ικανότητά τους «να διορθώνουν τα σφάλματα της αγοράς με οικονομικώς αποτελεσματικό τρόπο. Ως σφάλματα της αγοράς αναφέρονται οι καταστάσεις κατά τις οποίες οι αγορές δεν λαμβάνουν ουδόλως ή λαμβάνουν περιορισμένα υπόψη το “πραγματικό” ή κοινωνικό κόστος των οικονομικών δραστηριοτήτων (όπως συμβαίνει π.χ. στην περίπτωση των περιβαλλοντικών περιουσιακών στοιχείων, που ως εκ φύσεως είναι δημόσια αγαθά)».

2.8

Ως πλεονεκτήματα αναφέρονται τα εξής:

τα αγορακεντρικά μέα αναγνωρίζουν έμμεσα ότι οι επιμέρους επιχειρήσεις διαφέρουν μεταξύ τους,

βελτιώνουν τα μηνύματα μέσω των τιμών, αποδίδοντας συγκεκριμένη αξία στις εξωτερικές δαπάνες και τα οφέλη των οικονομικών δραστηριοτήτων,

εξασφαλίζουν μεγαλύτερη ευελιξία στη βιομηχανία όσον αφορά την επίτευξη των στόχων, περιορίζοντας, τοιουτοτρόπως, το κόστος της συμμόρφωσης,

προσφέρουν μακροπρόθεσμα κίνητρο στις εταιρείες να καθιερώνουν τις τεχνολογικές καινοτομίες για την περαιτέρω μείωση των επιπτώσεων στο περιβάλλον («δυναμική αποτελεσματικότητα»),

υποστηρίζουν την απασχόληση, εφόσον χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της περιβαλλοντικής φορολογίας ή μεταρρύθμισης.

2.9

H Επιτροπή επισημαίνει, ωστόσο, ότι τα αγορακεντρικά μέσα δεν χρησιμεύουν μόνον για την επίτευξη στόχων της περιβαλλοντικής πολιτικής, αλλά επίσης «για να αποφευχθούν οι στρεβλώσεις στην εσωτερική αγορά λόγω των διαφορετικών προσεγγίσεων από τα κράτη μέλη, για να εξασφαλιστεί η ισοκατανομή του φορτίου εντός ενός τομέα ανά την Ευρωπαϊκή Ένωση και να υπερκεραστούν πιθανές αρνητικές συνέπειες για την ανταγωνιστικότητα στο εσωτερικό της ΕΕ».

2.10

Επισημαίνει εξάλλου ότι τα επιμέρους αγορακεντρικά μέσα διαφέρουν όσον αφορά το αποτέλεσμά τους. Τα ποσοτικά συστήματα (όπως τα συστήματα εμπορεύσιμων αδειών), εξασφαλίζουν μεγαλύτερη βεβαιότητα σε ό,τι αφορά την επίτευξη συγκεκριμένων στόχων (όπως ο περιορισμός των εκπομπών), συγκριτικά με τα μέσα που βασίζονται αποκλειστικά και μόνο στις τιμές (όπως π.χ. οι φόροι). Τα τελευταία αντιθέτως παρέχουν μεγαλύτερη ασφάλεια όσον αφορά το κόστος ή την τιμή, είναι δε πιο εύκολα διαχειρήσιμα.

2.11

Η Επιτροπή επισημαίνει εξάλλου μία ακόμα σημαντική διαφορά: οι φόροι (και οι δασμοί) δεν χρησιμοποιούνται ενδεχομένως μόνον ως εργαλείο επηρεασμού της συμπεριφοράς, αλλά και ως εργαλείο για τη δημιουργία δημοσίων εσόδων· ως προς τα συστήματα εμπορεύσιμων αδειών, το παραπάνω ισχύει μόνον «εφόσον τα εκχωρούμενα δικαιώματα δημοπρατούνται από τις δημόσιες αρχές».

2.12

Στην Πράσινη Βίβλο εξετάζεται εξάλλου το ζήτημα «Ανάπτυξη και θέσεις εργασίας» και προβάλλεται μία επιχειρηματολογία υπέρ των μεταρρυθμίσεων των περιβαλλοντικών φόρων. Κατόπιν της συνόδου κορυφής του Ιουνίου 2006, στην οποία το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στα πλαίσια της νέας στρατηγικής για τη βιωσιμότητα, έθιξε — χωρίς ωστόσο να υπεισέλθει σε περισσότερες λεπτομέρειες — το ζήτημα ενός νέου φορολογικού συστήματος που θα στηρίζεται σε κριτήρια βιωσιμότητα, η Επιτροπή σημειώνει ότι «η μεταρρύθμιση των περιβαλλοντικών φόρων (ETR) που έχει ως αποτέλεσμα τη μετακύλιση της φορολογικής επιβάρυνσης από αρνητικούς για την κοινωνική πρόνοια φόρους (παραδείγματος χάριν στους εργαζομένους), σε θετικούς για την κοινωνική πρόνοια φόρους (παραδείγματος χάριν φορολογώντας τις δραστηριότητες που είναι επιβλαβείς για το περιβάλλον, όπως η ανάλωση ή η ρύπανση των πόρων) ενδέχεται να είναι επωφελής για όλους τους εμπλεκομένους όσον αφορά την αντιμετώπιση θεμάτων περιβάλλοντος και απασχόλησης  (2). Παράλληλα, για τη μακροπρόθεσμη μεταστροφή των φόρων θα απαιτηθούν σχετικά σταθερά έσοδα από τη φορολογική βάση που σχετίζεται με το περιβάλλον».

2.13

Στο έγγραφο αναφέρονται τέλος ορισμένα παραδείγματα ήδη καθιερωμένων αγορακεντρικών μέσων (ενεργειακή φορολογία, ευρωπαϊκό σήμα τέλους κυκλοφορίας, συστήματα τοπικής χρέωσης για τη μείωση της συμφόρησης στα αστικά κέντρα) και διατυπώνονται πολλά εξειδικευμένα ή γενικού τύπου ερωτήματα, τα οποία απευθύνονται στο ευρύ κοινό, προκειμένου να δοθεί το έναυσμα για μία κοινωνική συζήτηση.

2.14

Η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι δυνατόν να γίνει χρήση των αγορακεντρικών μέσων και στον τομέα της προστασίας της βιοποικιλότητας.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η ΕΟΚΕ έχει ταχθεί επανειλημμένα υπέρ της βέλτιστης αξιοποίησης του συνόλου των πολιτικών μέσων δράσης για την προστασία του περιβάλλοντος, για την οποία τα αγορακεντρικά μέσα μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο. Από αυτή την άποψη, υφίσταται επομένως συναίνεση μεταξύ ΕΟΚΕ και Επιτροπής.

3.2

Η ΕΟΚΕ, μολονότι ασπάζεται τα — κατά τη γνώμη της — θετικά και ορθά επιχειρήματα της Πράσινης Βίβλου, προσδοκούσε από το εν λόγω έγγραφο — το οποίο σημειωτέον δημοσιεύθηκε με σημαντική καθυστέρηση και μετά από αλλεπάλληλες αναβολές — περισσότερη σαφήνεια όσον αφορά την σχεδιαζόμενη μελλοντική χρήση των αγορακεντρικών μέσων. Η παρατεταμένη διαδικασία υιοθέτησης από την Επιτροπή υπήρξε μεν ίσως απαραίτητη, δεν έχει εντούτοις ακόμα αποδώσει — κατά τη γνώμη της ΕΟΚΕ — κανένα όφελος ως προς τη διαδικασία χάραξης πολιτικών.

3.3

Αντιθέτως, σχηματίζεται πολύ περισσότερο η εντύπωση ότι η πολιτική πραγματικότητα εξελίχθηκε κατά κάποιο τρόπο ταχύτερα από την εσωτερική διαδικασία υιοθέτησης.

3.4

Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι τα αγορακεντρικά μέσα για την προστασία του περιβάλλοντος υφίστανται πράγματι εδώ και πολύ καιρό, παρά το γεγονός ότι η χρήση τους διαφέρει ριζικά από κράτος σε κράτος. Παραδείγματος χάρη, σύμφωνα με την Eurostat, το 7 % περίπου των συνολικών εσόδων των προϋπολογισμών στα κράτη μέλη της ΕΕ προέρχεται από περιβαλλοντικές πηγές.

3.5

Η Πράσινη Βίβλος και η επακόλουθη πολιτική συζήτηση δεν μπορούν επομένως να αφορούν την ενδεχόμενη εισαγωγή αγορακεντρικών μέσων για την προστασία του περιβάλλοντος. Το ερώτημα δε είναι το «εάν» αλλά το «πώς»· με άλλα λόγια, το ερώτημα που τίθεται είναι σε ποια έκταση και με ποια σχέση έναντι των απαγορεύσεων, των διαταγών και των λοιπών εργαλείων θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν αγορακεντρικά μέσα.

3.6

Το περιεχόμενο της Πράσινης Βίβλου δεν προσφέρει εντούτοις τίποτα παραπάνω σε σχέση με τα όσα ήταν προ πολλού γνωστά και αποτελούσαν θέμα συζήτησης στις επιχειρήσεις και τις κοινωνικές ομάδες. Επιπλέον, δεν αντιμετωπίζεται διόλου το ερώτημα ποιος θα πρέπει να είναι η κύρια κινητήρια δύναμη. Ως γνωστόν, η ΕΕ δεν είναι αρμόδια στον ίδιο βαθμό για όλα τα πιθανά εργαλεία· σε ζητήματα φορολογικής νομοθεσίας, δεν διαθέτει παραδείγματος χάρη παρά μόνον εξαιρετικά περιορισμένες αρμοδιότητες. Επιπλέον, σε πολιτικό επίπεδο, εξακολουθεί να επικρατεί ασάφεια σχετικά με τη συνέχεια που θα πρέπει να δοθεί μετά τη δημοσίευση της Πράσινης Βίβλου, δηλαδή εάν θα πρέπει να ακολουθήσει αργότερα — όπως συνηθίζεται — μία Λευκή Βίβλος, ή ποια συμπεράσματα θα πρέπει να συναχθούν.

3.7

Η μεγαλύτερη έλλειψη είναι ότι εξακολουθεί να μη διασαφηνίζεται σε ποιο εργαλείο της πολιτικής θα πρέπει να δίνεται προτεραιότητα σε μία δεδομένη πολιτική κατάσταση. O επιδιωκόμενος προσδιορισμός ή η ενδεχόμενη δικτύωση μεταξύ παραδείγματος χάρη του κανονιστικού δικαίου και των αγορακεντρικών μέσων παραμένει ασαφής.

3.8

Συνεπώς, η ΕΟΚΕ εκφράζει μεν την επιδοκιμασία της σχετικά με την Πράσινη Βίβλο, διαπιστώνει εντούτοις ότι ο κοινωνικός διάλογος για αποτελεσματικά εργαλεία στην περιβαλλοντική πολιτική θα πρέπει να διεξάγεται με μεγαλύτερη προσήλωση και βάσει των κατά το δυνατόν πιο συγκεκριμένων παραδειγμάτων, προκειμένου να υλοποιηθούν πράγματι οι αναφερθέντες φιλόδοξοι στόχοι της ΕΕ, π.χ. στον τομέα της κλιματικής και ενεργειακής πολιτικής.

3.9

Για την ΕΟΚΕ έχει σημασία να προσανατολισθούν τα αγορακεντρικά μέσα στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», ούτως ώστε να παρασχεθούν κίνητρα σε όσους προστατεύουν ενεργά το περιβάλλον.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις της ΕΟΚΕ

4.1

Η ΕΟΚΕ ανέκαθεν υπογράμμιζε τη σημασία που έχει να εσωτερικευθεί το αποκαλούμενο «εξωτερικό κόστος». Για το σκοπό αυτό, μπορούν — όπως η ίδια η Επιτροπή αναφέρει — να χρησιμοποιηθούν αγορακεντρικά μέσα. Χρειάζεται ωστόσο καταρχάς μία σαφής πολιτική απόφαση, σχετικά με το ύψος του εσωτερικού κόστους που πρόκειται να εσωτερικευθεί.

4.2

Το αναφερόμενο στην Πράσινη Βίβλο «αγορακεντρικό» μέσο του ευρωπαϊκού σήματος τέλους κυκλοφορίας (ευρωβινιέτα) στον τομέα των οδικών μεταφορών αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα ενός μέσου, που ενώ θεωρείται κατάλληλο για την ενσωμάτωση του εξωτερικού κόστους, έχει στην πραγματικότητα μέχρι σήμερα χρησιμοποιηθεί μόνον χωρίς πεποίθηση. Όπως η ίδια η Επιτροπή αναφέρει, «η κατά μέσον όρο χρέωση είναι δυνατό να καλύπτει μόνο το κόστος της υποδομής και, κατά συνέπεια, εξαιρείται το εξωτερικό κόστος». Επομένως, απαιτούνται πρωτοβουλίες, ούτως ώστε π.χ. να ενσωματωθεί στο μέλλον το εξωτερικό κόστος μέσω της ευρωβινιέτας.

4.3

Η ΕΟΚΕ προτρέπει την Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο να χαρακτηρίζουν ένα μέσο ως αγορακεντρικό μέσο για την προστασία του περιβάλλοντος, μόνον εφόσον υφίσταται ένας πραγματικός και φανερός περιβαλλοντικός στόχος. Στην περίπτωση της ευρωβινιέτας δεν πληρούται απόλυτα το κριτήριο αυτό, δεδομένου ότι εξαιρείται το εξωτερικό κόστος. Αυτό που επιδιώκεται καταρχήν με την ευρωβινιέτα δεν είναι η αποκλειστική χρηματοδότηση του κόστους της υποδομής από το δημόσιο προϋπολογισμό, αλλά η άμεση συμμετοχή των χρηστών. Εξυπακούεται ότι μία τέτοια προσέγγιση έχει εμμέσως επιπτώσεις στο περιβάλλον, όπως λ.χ. στην περίπτωση που ο χρήστης, εξαιτίας της αύξησης του κόστους, αρχίζει να αναρωτείται εάν, θα ήταν πιο σκόπιμο, αντί του αυτοκινήτου, να χρησιμοποιήσει το τρένο (ή ενδεχομένως να μην πραγματοποιήσει καν το ταξίδι του). Η ευρωβινιέτα θα πρέπει εντούτοις να θεωρηθεί «περιβαλλοντικό μέσο», μόνον όταν ενσωματωθεί το (περιβαλλοντικό) κόστος, το οποίο μέχρι σήμερα δεν είχε μία «αγορά» και δεν λαμβάνονταν υπόψη.

4.4

Είναι επίσης αναγκαίο να διευκρινισθεί εκ μέρους της Επιτροπής, τι ακριβώς επιδιώκεται μέσω ενός συγκεκριμένου πολιτικού μέτρου. Η συζήτηση σχετικά με το κατάλληλο μέσο θα πρέπει να έπεται του προσδιορισμού του στόχου.

4.5

Παρά εξάλλου την αυξημένη χρήση αγορακεντρικών εργαλείων, οι πολιτικοί ιθύνοντες δεν μπορούν να αποφύγουν την — ενίοτε εξαιρετικά δύσκολη — λήψη αμφιλεγόμενων αποφάσεων, με τις οποίες τίθενται σαφείς (περιβαλλοντικοί) στόχοι, όπως τα όρια των εκπομπών κτλ. Ως προς το σημείο αυτό υπήρχαν μέχρι σήμερα συχνά ελλείψεις. Τα αγορακεντρικά μέσα δεν αποτελούν υποκατάστατο για τις εν λόγω αποφάσεις, αλλά — όπως το ίδιο τους το όνομα υποδηλώνει — εργαλεία για την επίτευξη καθορισμένων πολιτικών στόχων.

4.6

Η Επιτροπή οφείλει να άρει τις ασάφειες που περιέχονται στην Πράσινη Βίβλο το συντομότερο δυνατόν. Πρέπει να καταστήσει σαφή την άποψή της σχετικά με τη μελλοντική χρήση των διαφόρων πολιτικών εργαλείων. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή, να παρουσιάσει — στα πλαίσια της σχεδιαζόμενης ευρύτερης εξέτασης του θέματος — τις διάφορες πιθανές προοπτικές δράσης (π.χ. με ή χωρίς αγορακεντρικά μέσα), μέσω πρακτικών παραδειγμάτων από διάφορους τομείς πολιτικής, π.χ. από το χώρο της ενέργειας και των μεταφορών.

4.7

Με αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε, παραδείγματος χάρη, η Επιτροπή να καταστήσει σαφές ότι δεν υπάρχει καμία πρόθεση να αντιμετωπισθεί, φερ' ειπείν, το πρόβλημα των καρκινογόνων, ουσιών με την εισαγωγή αγορακεντρικών μέσων.

4.8

Τα αγορακεντρικά μέσα θα μπορούσαν μεταξύ άλλων να αποδειχθούν χρήσιμα και όσον αφορά το ολοένα και πιο επίκαιρο ζήτημα του τρόπου με τον οποίο θα δημιουργηθούν στο μέλλον τα απαλλαγμένα από εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα εργοστάσια ηλεκτροπαραγωγής από άνθρακα, θα είναι διαθέσιμη η σχετική τεχνολογία. Πρόκειται άραγε να καταστεί υποχρεωτική η χρήση της «τεχνολογικής εξέλιξης» (ήτοι μέσω κανονιστικού δικαίου) ή θα επιδιωχθεί η αύξηση της αποδοτικότητας μέσω αγορακεντρικών μέσων; Τέτοιου είδους ερωτήματα θα αποτελέσουν στο μέλλον ολοένα περισσότερο αντικείμενο των κοινωνικών συζητήσεων.

4.9

Εάν ο προσδιορισμός ή η δικτύωση μεταξύ του κανονιστικού δικαίου και των αγορακεντρικών μέσων καταστεί στο σύνολό της σαφέστερη, μέσω της παρουσίασης των αντίστοιχων συγκεκριμένων προοπτικών δράσης, ίσως καταστούν πιο κατανοητές και οι αντίστοιχες σκέψεις που περιέχονται στην Πράσινη Βίβλο σχετικά με τη χρήση αγορακεντρικών μέσων στον τομέα της διατήρησης της βιοποικιλότητας· η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι οι εν λόγω σκέψεις εξακολουθούν έως σήμερα να μην είναι πειστικές και, συνεπώς, διόλου ελπιδοφόρες, όσον αφορά τη δυνατότητα αποτελεσματικής καταπολέμησης της συνεχιζόμενης υποβάθμισης στον χώρο της βιοποικιλότητας.

4.10

Η ΕΟΚΕ έχει ήδη, μέσω της γνωμοδότησής της με θέμα «Διετής έκθεση προόδου της στρατηγικής της ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη» (3), προτρέψει την Επιτροπή να καταστήσει πιο συγκεκριμένες τις πολύ ασαφείς θέσεις της σχετικά με τη θέσπιση νέου φορολογικού συστήματος που θα βασίζεται σε κριτήρια βιωσιμότητας. Σύμφωνα με την Eurostat, το 7 % περίπου των εσόδων προέρχεται από περιβαλλοντικούς φόρους.

4.11

Η συζήτηση αναφορικά με τη μείωση της φορολόγησης της εργασίας και την αντίστοιχη αντιστάθμιση μέσω εσόδων προερχόμενων από τη φορολόγηση των επιβλαβών για το περιβάλλον δραστηριοτήτων, έχει κατά τη γνώμη της ΕΟΚΕ καθυστερήσει και πρέπει να επισπευσθεί μετά την υποβολή της Πράσινης Βίβλου. Εν προκειμένω θα πρέπει εντούτοις να διασαφηνισθεί το πως αντιλαμβάνεται η ΕΕ τις εν λόγω αλλαγές, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις Συνθήκες, οι αρμοδιότητές της στο χώρο των εθνικών φορολογικών πολιτικών είναι εξαιρετικά περιορισμένες.

4.12

Η ΕΟΚΕ θεωρεί εξαιρετικά σημαντικό να υποβληθεί έγκαιρα η υποσχεθείσα μελέτη αναφορικά με τις επιβλαβείς για το περιβάλλον επιχορηγήσεις, οι οποίες και πρέπει να εξαλειφθούν το συντομότερο δυνατόν. Κατά τη γνώμη της, οι επιβλαβείς για το περιβάλλον επιχορηγήσεις οδηγούν σε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και συνιστούν ανεπίτρεπτη, εσφαλμένη κατανομή δημοσίων πόρων. Τα αγορακεντρικά μέσα για την προώθηση της προστασίας του περιβάλλοντος θα αποδώσουν ουσιαστικά αποτελέσματα, μόνον όταν εξαλειφθούν πλήρως οι επιχορηγήσεις που είναι επιβλαβείς για το περιβάλλον.

Βρυξέλλες, 13 Δεκεμβρίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  COM(2007) 140 τελικό από 28.3.2007.

(2)  Η Επιτροπή έθεσε το εν λόγω θέμα ήδη το 1993 στη Λευκή Βίβλο για την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και την απασχόληση (COM(93) 700, κεφάλαιο 10) και πιο πρόσφατα στην ανακοίνωσή της σχετικά με το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο και στο έγγραφο για τις σχέσεις μεταξύ πολιτικών απασχόλησης και περιβάλλοντος. Βλ. COM(2005) 525 και SEC(2005) 1530. Εκ των υστέρων πειστήρια από της Βόρειες χώρες καθώς και τα αποτελέσματα μελετών που βασίζονται σε μοντέλα, υποδεικνύουν την ύπαρξη αμφοτέρων των ειδών ωφελημάτων.

(3)  EE C 256 της 27.10.2007, σ. 76.


16.5.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/19


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Διασυνοριακή κινητικότητα του αγρεργατικού δυναμικού»

(2008/C 120/05)

Στις 16 Φεβρουαρίου 2007, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 29 § 2 του Εσωτερικού Κανονισμού της, να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

«Διασυνοριακή κινητικότητα του αγρεργατικού δυναμικού».

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου, περιβάλλον» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του, στις 31 Οκτωβρίου 2007, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Siecker.

Κατά την 440ή σύνοδο ολομέλειάς της, της 12ης και 13ης Δεκεμβρίου 2007, (συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 2007) η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 104 ψήφους υπέρ, 3 κατά και 1 αποχή.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η μετανάστευση εργαζομένων στην Ευρώπη είναι ένα φαινόμενο οικονομικού χαρακτήρα και απόρροια της ελεύθερης κυκλοφορίας εργαζομένων σε μια ΕΕ όπου παρατηρούνται μεγάλες διαφορές βιοτικού επιπέδου μεταξύ των κρατών μελών. Η υψηλή ανεργία σε ορισμένα από τα νέα κράτη μέλη και η ζήτηση φθηνών και ανειδίκευτων εργατών στα 15 παλαιά κράτη-μέλη έχουν δημιουργήσει ένα ενισχυόμενο ρεύμα ατόμων που αναζητούν εργασία.

1.2

Το 2004 και το 2007 συμφωνήθηκαν μεταβατικά μέτρα με τα οποία τα παλαιά κράτη μέλη θα μπορούσαν να διαχειριστούν τη μετανάστευση από τα νέα κράτη μέλη. Ένας από τους λόγους για τη θέσπιση των μέτρων αυτών ήταν η επιθυμία των παλαιών κρατών μελών να αποφύγουν το ενδεχόμενο να δημιουργηθούν εντάσεις στην αγορά εργασίας με την εισροή μεγάλου αριθμού εργαζομένων μεταναστών, κατάσταση η οποία θα μπορούσε να ευνοήσει την παράνομη απασχόληση.

1.3

Το αποτέλεσμα των εν λόγω μεταβατικών μέτρων ήταν ακριβώς το αντίθετο του επιδιωκόμενου. Στην έκθεση που εκπόνησε σχετικά με την επίδραση των μεταβατικών μέτρων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι περιορισμοί επί της νόμιμης απασχόλησης μεταναστών από τα νέα κράτη μέλη οδήγησαν στην πράξη σε αύξηση της παράνομης απασχόλησης, την εμφάνιση «ψευδοαυτοαπασχολούμενων», την εικονική παροχή υπηρεσιών και την ανάπτυξη της υπεργολαβίας.

1.4

Έτσι, έχει δημιουργηθεί μια παράδοξη κατάσταση στην οποία στην ΕΕ των 15 υπάρχει πολύ εποχική εργασία στο γεωργικό κλάδο, με αποτέλεσμα η αγορά εργασίας να μην διαθέτει επαρκές εγχώριο εργατικό δυναμικό για την κάλυψη των αναγκών για την επιτέλεση του έργου αυτού. Υπάρχουν αρκετοί εργαζόμενοι μετανάστες από τα νέα κράτη μέλη που επιθυμούν να κάνουν τη δουλειά αυτή, πολλοί όμως δεν μπορούν επειδή εμποδίζονται από τα περιοριστικά μεταβατικά μέτρα. Οι ροές αγρεργατικού δυναμικού ποικίλλουν τόσο αναφορικά με τις χώρες προέλευσης, όσο και με τις χώρες προορισμού. Οι διαφορές εξαρτώνται κυρίως από την ύπαρξη ή μη μεταβατικών μέτρων, είτε συνολικών είτε μερικών.

1.5

Έτσι, ένα μεγάλο μέρος της ζήτησης εργασίας περιέρχεται στο ανεπίσημο κύκλωμα. Σε αυτή την περίπτωση η συλλογή αξιόπιστων πληροφοριών είναι εξαιρετικά δύσκολη διότι εμπλέκονται τρία διαφορετικά μέρη τα οποία έχουν το καθένα τους δικούς του λόγους να αποκρύπτουν τις πληροφορίες αυτές. Υπάρχουν εργοδότες που θέλουν να προσφέρουν στους εργαζόμενους χαμηλότερο μισθό από αυτόν που είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία της χώρας τους, υπάρχουν εργαζόμενοι που αρκούνται σε λιγότερα χρήματα από αυτά που δικαιούνται σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία και υπάρχουν μεσιτικά γραφεία αμφιβόλου υπόστασης που είναι πρόθυμα να μεσολαβήσουν διότι έτσι μπορούν να κερδίσουν πολλά χρήματα.

1.6

Πολλοί από αυτούς τους μεσίτες προσφέρουν πολύ εντυπωσιακές τιμές, ωστόσο αυτό τον πόλεμο τιμών το πληρώνουν σε τελευταία ανάλυση οι εργαζόμενοι μετανάστες, οι οποίοι πρέπει να αρκούνται σε εισοδήματα τα οποία υπολείπονται των κατώτατων κοινωνικών ορίων. Συμβαίνει επίσης να υπάρχουν εργοδότες οι οποίοι προσλαμβάνουν εποχικούς εργάτες από μεσίτες σε τιμές σύμφωνες με την αγορά, χωρίς όμως να καταβάλλονται φόροι και κοινωνικές εισφορές. Επιπλέον, οι μεσίτες που επιδίδονται σε αυτές τις πρακτικές καταχρώνται και ένα μέρος του μισθού των εργαζομένων μεταναστών. Υπάρχουν επίσης ιστοσελίδες με τηλέφωνα στην ανατολική και στη δυτική Ευρώπη, όπου προσφέρονται οι υπηρεσίες ανεξάρτητων επαγγελματιών για τους οποίους δεν χρειάζεται να καταβληθούν ούτε φόροι, ούτε εργοδοτικές και κοινωνικές εισφορές.

1.7

Η κατάσταση αυτή είναι από πολλές απόψεις ανεπιθύμητη. Σημείο αφετηρίας πρέπει να είναι η καθ' όλα ίση μεταχείριση των εργαζόμενων μεταναστών με τους αυτόχθονες με τους οποίους συνεργάζονται. Για την ίδια εργασία πρέπει να προσφέρεται η ίδια αμοιβή και πρέπει να βελτιωθούν οι προϋποθέσεις πρόσβασης στην κοινωνική ασφάλιση. Αυτό δεν αποτελεί απλώς κοινωνική ανάγκη των εργαζομένων, αλλά και οικονομική ανάγκη των εργοδοτών (ίσοι όροι για την ύπαρξη θεμιτού ανταγωνισμού) και χρηματοοικονομική ανάγκη των κρατών μελών (φορολογία).

1.8

Έχει κατατεθεί πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον προσδιορισμό των κυρώσεων που επιβάλλονται σε εργοδότες υπηκόων τρίτων χωρών που διαμένουν παράνομα στην ΕΕ. Στην πρόταση αυτή προβλέπονται εναρμονισμένες κυρώσεις για τους εργοδότες και προληπτικά μέτρα, σε συνδυασμό με τον ορισμό και την ανταλλαγή καλών πρακτικών μεταξύ κρατών μελών σε ό,τι αφορά στην επιβολή κυρώσεων στους εργοδότες.

1.9

Όσο δεν έχουν καταργηθεί οι περιορισμοί που ισχύουν για τους μετανάστες από τα νέα κράτη μέλη, η ΕΟΚΕ συνιστά να ισχύει η προτεινόμενη οδηγία και για τους εργοδότες που τους απασχολούν παράνομα. Επιπλέον, η ΕΟΚΕ θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό να υπάρξει αυστηρή επίβλεψη εκ μέρους της ΕΕ, έτσι ώστε η οδηγία να μην ενσωματωθεί απλώς στη νομοθεσία όλων των κρατών μελών, αλλά να εφαρμοστεί και στην πράξη.

1.10

Η καταπολέμηση της παράνομης απασχόλησης διευκολύνεται με τον σαφή ευρωπαϊκό ορισμό της σχέσης εργασίας στα πλαίσια του οποίου θα γίνεται διάκριση μεταξύ ανάληψης εργασιών (παροχή υπηρεσιών) και άσκησης εργασιών στα πλαίσια μιας ιεραρχικής σχέσης (σύμβαση εργασίας). Η ΔΟΕ έχει εκδώσει σαφή σύσταση για το θέμα αυτό. Έτσι, οι καλόπιστοι ανεξάρτητοι επαγγελματίες, η ειδίκευση των οποίων υπερβαίνει την προσφορά φθηνής και ανειδίκευτης εργασίας, θα αποκτήσουν συγκεκριμένη θέση στο εργασιακό σύστημα και οι εργαζόμενοι θα χαίρουν της προστασίας που δικαιούνται. Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε την πρόταση για τη διενέργεια έρευνας σχετικά με αυτήν την (φαινομενική) ανεξαρτησία των ευρωπαίων κοινωνικών εταίρων στον τομέα των κατασκευών καθώς και για το γεγονός ότι η Επιτροπή θα χρηματοδοτήσει επιπλέον την έρευνα αυτή.

1.11

Με δεδομένες τις επιπτώσεις που έχουν οι περιορισμοί για τη νόμιμη απασχόληση, ίσως θα ήταν καλύτερο να μην ληφθούν παρόμοια μεταβατικά μέτρα σε περίπτωση που θα υπάρξουν μελλοντικές διευρύνσεις της ΕΕ. Η ΕΟΚΕ καλεί επίσης την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει τη δυνατότητα άρσης όλων των περιορισμών που ισχύουν για τους εργαζόμενους από τα δώδεκα κράτη μέλη που προσχώρησαν το 2004 και 2006. Αυτό υποστηρίζει και μεγάλο μέρος των κοινωνικών εταίρων στην Ευρώπη, υπό την προϋπόθεση ότι θα αναληφθεί πραγματικά δράση σε επίπεδο Κοινότητας, κρατών μελών και κοινωνικών εταίρων για την ίση μεταχείριση των εργαζομένων μεταναστών.

2.   Εισαγωγή

2.1

Σύμφωνα με τη στρατηγική της Λισαβόνας, η ΕΕ θα πρέπει να αποτελεί στο μέλλον μία ιδιαίτερα ανταγωνιστική οικονομία της γνώσης, βασιζόμενη σε μία βιώσιμη παραγωγή και κατανάλωση και με σημαντική κοινωνική συνοχή.

2.2

Η Ευρώπη αποτελεί προς το παρόν μία αρκετά ανταγωνιστική οικονομία της γνώσης, που ακόμη και σήμερα χαρακτηρίζεται ανεπαρκώς βιώσιμα πρότυπα παραγωγής και κατανάλωσης και από ελλειμματική κοινωνική συνοχή.

2.3

Η παρούσα γνωμοδότηση αναφέρεται κυρίως στην τελευταία πτυχή: την κοινωνική συνοχή. Η ΕΕ αποδίδει ιδιαίτερη προσοχή στην οικονομική ανάπτυξη και στην εφαρμογή της αρχής της βιωσιμότητας όσον αφορά την παραγωγή. Η έλλειψη προσοχής για τις πολιτικές του τρίτου πυλώνα της στρατηγικής της Λισαβόνας έχει ως αποτέλεσμα η κοινωνική συνοχή να φθίνει αντί να αυξάνεται.

2.4

Οι συνέπειες αυτού του φαινομένου είναι καθαρά ορατές στην αγορά εργασίας. Το μερίδιο της αδήλωτης εργασίας ενισχύεται και τελευταία επανεμφανίζεται ένας τύπος εργαζομένου που μέχρι προσφάτως εθεωρείτο ότι τελούσε υπό εξαφάνιση: Ο ημερομίσθιος εργαζόμενος.

2.5

Οι νέοι ημερομίσθιοι εργαζόμενοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στο δρόμο, σε σημεία γνωστά ως «πιάτσες» αδίστακτων μεσαζόντων. Οι εργοδότες τους απασχολούν ημερησίως, χωρίς να καταβάλλουν γι αυτό κανένα φόρο μισθωτών υπηρεσιών ή κοινωνικές εισφορές. Οι ημερομίσθιοι οφείλουν να εργάζονται πάρα πολλές ώρες, αμείβονται ανεπαρκώς με την ώρα και δεν χαίρουν της προστασίας του εργατικού δικαίου, εφόσον αυτή υφίσταται.

2.6

Πριν από μερικά έτη, η αγορά εργασίας είχε ακόμη εθνικό χαρακτήρα, κυρίως για την σχεδόν ή εντελώς ανειδίκευτη εργασία. Η διεύρυνση της ΕΕ, το 2004, επέτρεψε την εμφάνιση μίας ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας και γι αυτό το ιδιαίτερο τμήμα της. Η διεύρυνση του 2007 και η έλευση εργαζομένων από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία συνέβαλαν στη σημαντική αύξηση της προσφοράς σε αυτή τη νέα αγορά.

2.7

Αυτή η τάση γνωρίζει σημαντική ανάπτυξη στη γεωργία. Επιπλέον, πολλοί από αυτούς που αναζητούν εργασία στο εξωτερικό απασχολούνται για πρώτη φορά σχεδόν πάντοτε κυρίως σε αυτόν τον τομέα.

2.8

Με την παρούσα γνωμοδότηση, η ΕΟΚΕ επιθυμεί να προβάλει το θέμα αυτό στην ευρωπαϊκή ατζέντα, προκειμένου τα ενδιαφερόμενα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να επιχειρήσουν, από κοινού με τα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους, να εξεύρουν λύσεις γι αυτό το σημαντικό, τραγικό και — δυστυχώς — επιδεινούμενο πρόβλημα.

3.   Η γεωργία

3.1

Η γεωργία είναι το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων βάσει των οποίων το φυσικό περιβάλλον υφίσταται επεξεργασία με σκοπό την παραγωγή φυτικών και ζωικών προϊόντων (1). Ανάλογα με το προϊόν, τον τρόπο παραγωγής και το επίπεδο ευημερίας, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ποικίλες και πολυάριθμες τεχνικές, από τη χρήση απλών εργαλείων μέχρι μεγάλων μηχανημάτων, με τα μηχανήματα να υποκαθιστούν όλο και περισσότερο το εργατικό δυναμικό.

3.2

Ο αγροτικός τομέας είναι σημαντικός για την ευρωπαϊκή οικονομία. Η ΕΕ διαθέτει περισσότερα από 160 εκατομμύρια εκτάρια χρησιμοποιούμενων γεωργικών εκτάσεων και 11 εκατομμύρια γεωργικών εκμεταλλεύσεων, οι οποίες απασχολούν συνολικά 15 εκατομμύρια άτομα. Αν και, στις περισσότερες περιπτώσεις, πρόκειται για τους ίδιους τους γεωργούς και τα μέλη των οικογενειών τους, περίπου ένα εκατομμύριο γεωργικές εκμεταλλεύσεις απασχολούν 6,5 εκατομμύρια εργαζομένων. Εξ αυτών, τα 4,5 εκατομμύρια είναι εποχικοί εργαζόμενοι, ένας άγνωστος αριθμός των οποίων απασχολούνται σε χώρα διαφορετική από τη χώρα καταγωγής τους (2). Πολλοί από αυτούς τους εποχικούς εργαζόμενους προέρχονται από την Πολωνία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.

3.3

Η γεωργία μπορεί να υποδιαιρεθεί σε διάφορες δραστηριότητες: την εκτροφή ζώων (ζωική παραγωγή), την υδατοκαλλιέργεια (ιχθυοκαλλιέργεια), την κηποκομία (παραγωγή φυτών με μικρό κύκλο ανάπτυξης όπως κηπευτικά, διακοσμητικά φυτά, οπώρα, μανιτάρια) και γεωργική καλλιέργεια (που είναι διαφορετική από την κηπουρική καθώς η φυτική παραγωγή γίνεται σε μεγαλύτερη κλίμακα και απαιτεί λιγότερο εργατικό δυναμικό). Η δασοκομία για εμπορική εκμετάλλευση δεν αναγνωρίζεται σε όλες τις χώρες της Ευρώπης ως κλάδος του γεωργικού τομέα, αλλά, σε πολλές χώρες, θεωρείται ξεχωριστός τομέας.

3.4

Η γεωργία δεν παράγει μόνο είδη διατροφής, αλλά, όλο και περισσότερο, και άλλα προϊόντα, όπως άνθη, γούνες, δέρμα, βιοκαύσιμα (ντίζελ βιολογικής προέλευσης, αιθανόλη, αέριο, ξυλεία ταχείας ανάπτυξης), ένζυμα, ίνες, κλπ. Από γενετικά τροποποιημένα φυτά παράγονται και εξειδικευμένα φάρμακα.

3.5

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΔΟΕ (3) αλλά και του Eurofound (4), η γεωργία είναι για τους εργαζόμενους ένας από τους πλέον επικίνδυνους κλάδους απασχόλησης. Συνολικά συμβαίνουν κάθε χρόνο 335 000 θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα. Από αυτά, περισσότερα από τα μισά, δηλαδή 170 000 θανατηφόρα ατυχήματα, στο γεωργικό κλάδο.

4.   Μορφές αδήλωτης εργασίας

4.1

Εξαιτίας των πολυάριθμων νομικών περιπλοκών που γνωρίζει η ΕΕ της ελεύθερης αγοράς, είναι αδύνατον να διατυπωθεί ένας ενιαίος ευρωπαϊκός ορισμός της αδήλωτης εργασίας. Πρακτικές που γίνονται αποδεκτές ως απολύτως φυσιολογικές σε ένα κράτος μέλος (όταν ένας τομέας δεν ρυθμίζεται νομοθετικά, τότε δεν υφίστανται διατάξεις προς τήρηση) σε άλλα κράτη μέλη θεωρούνται ως ιδιάζουσες αν όχι παράνομες.

4.2

Οι ορισμοί της αδήλωτης εργασίας διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Πρόκειται για δραστηριότητες που δεν συμπεριλαμβάνονται στις επίσημες στατιστικές της οικονομίας. Στις περιπτώσεις που υπάρχουν αριθμητικά δεδομένα, αυτά προέρχονται συχνά από μία μόνο πηγή, με αποτέλεσμα να μην είναι επαληθεύσιμα και συνεπώς πάντα αξιόπιστα. Ωστόσο, η ύπαρξη του ευρείας κλίμακας φαινομένου της μαζικής εργασίας είναι αναντίρρητη.

4.3

Στην πραγματικότητα, σε όλους τους εθνικούς ορισμούς της αδήλωτης εργασίας επισημαίνεται η μη τήρηση των φορολογικών υποχρεώσεων. Η μη τήρηση των υποχρεώσεων των σχετικών με την κοινωνική προστασία αναφέρεται επίσης σε όλους σχεδόν τους ορισμούς. Κατά παράξενο τρόπο, η αθέτηση άλλων υποχρεώσεων σχετικά με το εργατικό δίκαιο (συνθήκες εργασίας, χρόνος εργασίας, συλλογικές συμβάσεις που να έχουν γενικό και υποχρεωτικό χαρακτήρα) δεν περιλαμβάνεται σχεδόν ποτέ στους ορισμούς της αδήλωτης εργασίας στα διάφορα κράτη μέλη.

4.4

Η αδήλωτη εργασία εκτελείται από μη εγγεγραμμένους στα μητρώα εργαζόμενους. Αυτοί δεν είναι εξ ορισμού εργαζόμενοι μετανάστες χωρίς άδεια εργασίας ή παραμονής. Άτομα που διαθέτουν αυτά τα έγγραφα — ή που δεν τα χρειάζονται επειδή είναι πολίτες της χώρας στην οποία συμβαίνει η παράβαση — εργάζονται επίσης κατ' άτυπο τρόπο. Εξάλλου, οι εργαζόμενοι που δεν διαθέτουν επίσημα έγγραφα είναι περισσότερο ευάλωτοι και, συνεπώς, περισσότερο εκμεταλλεύσιμοι από εκείνους που διαθέτουν τα απαραίτητη έγγραφα. Η τελευταία ομάδα έχει όντως πρόσβαση σε κανονικές μορφές εργασίας, όχι όμως και η πρώτη.

4.5

Πέραν της επίσημης εργασίας, υπάρχει και η «αυταπασχόληση» χωρίς πρόσθετο προσωπικό. Οι εν λόγω «αυτοαπασχολούμενοι» θεωρούνται επιχειρηματίες και δεν υπάρχουν τρίτοι που να υποχρεούνται να καταβάλλουν γι αυτούς φόρο μισθωτών υπηρεσιών ή κοινωνικές εισφορές. Οι αυτοαπασχολούμενοι οφείλουν να καταβάλλουν οι ίδιοι τα εν λόγω ποσά.

4.6

Επίσης, οι αυτοαπασχολούμενοι δεν προστατεύονται από την εργατική νομοθεσία όπως οι άλλοι εργαζόμενοι. Οι διατάξεις για την κατώτατη αμοιβή, για το μέγιστο εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας, για την υγεία και την ασφάλεια στην εργασία δεν ισχύουν για αυτούς. Η κατάσταση αυτή είναι απαράδεκτη, δεδομένου του μεγάλου κινδύνου σοβαρού εργατικού ατυχήματος (βλ. 3.5). Οι αυτοαπασχολούμενοι είναι ελεύθεροι να εργάζονται για τις αμοιβές και τις συνθήκες που οι ίδιοι συμφωνούν με τους εργοδότες τους.

4.7

Οι εν λόγω αυτοαπασχολούμενοι ήταν αρχικά πεπειραμένοι επαγγελματίες, ειδικευμένοι σε συγκεκριμένες δραστηριότητες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, είχαν ασκηθεί επί πολλά έτη για να φθάσουν το επίπεδο του ολοκληρωμένου και ειδικευμένου επαγγελματία που ήταν απαραίτητο για να δραστηριοποιηθούν ως ελεύθεροι επαγγελματίες.

4.8

Λόγω της αυξητικής τάσης που παρουσιάζει η ανάθεση εργασιών σε τρίτους, σήμερα παρατηρείται ολοένα και συχνότερα το φαινόμενο προσφυγής στην υπεργολαβία, όχι μόνο για δευτερεύουσες αλλά και για πρωτεύουσες εργασίες. Σήμερα, αρκεί να υπάρχει ένα ολιγάριθμο και καλά κατατοπισμένο προσωπικό· η εκτέλεση συχνά απλών εργασιών ανατίθεται ολοένα και συχνότερα σε τρίτους με υπεργολαβία. Η ζήτηση αυτού του είδους εργασίας καλύπτεται από μια μεγάλη ομάδα νεόφερτων στην αγορά εργασίας αυτοαπασχολούμενων. Η σημαντικότερη ειδικότητα πολλών από τους νέους ανεξάρτητους επαγγελματίες είναι κυρίως η προσφορά φθηνής και ανειδίκευτης εργασίας.

4.9

Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μία μορφή ψευδοαυταπασχόλησης, η οποία χρησιμοποιήθηκε κυρίως στα τέλη της δεκαετίας του 1980 για την εξαγωγή της ανεργίας από την Ιρλανδία και το Ην. Βασίλειο. Μέχρι τότε, η βρετανική νομοθεσία περιλάμβανε ορισμένες εγγυήσεις με βάση τις οποίες μπορούσε να ελεγχθεί αν οι ανεξάρτητοι επαγγελματίες πληρούν πραγματικά ορισμένες προϋποθέσεις. Μια από τις προϋποθέσεις αυτές ήταν η πείρα και η ειδίκευση σε ένα συγκεκριμένο επάγγελμα. Η τότε βρετανική κυβέρνηση κατάργησε τα ισχύοντα κριτήρια ελέγχου, με αποτέλεσμα να αυξηθεί κατακόρυφα ο πληθυσμός εκείνων που μπορούσαν να καταχωρηθούν ως ανεξάρτητοι επαγγελματίες και να εργάζονται στη βρετανική ενδοχώρα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το ισχύον εργατικό δίκαιο στα κράτη μέλη (5).

4.10

Παρεμπιπτόντως, αυτό το φαινόμενο δεν αποτελεί πλέον αγγλοσαξονική αποκλειστικότητα, καθώς εκπρόσωπος της πολωνικής κυβέρνησης, για παράδειγμα, δήλωσε σε διάσκεψη σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων ότι η κυβέρνηση της χώρας του κάλεσε αυτούς που αναζητούν εργασία να εγγραφούν ως αυτοαπασχολούμενοι (6). Αυτό τους επιτρέπει να αποφεύγουν όλους τους περιορισμούς που εξακολουθούν να ισχύουν για τους εργαζόμενους στα λοιπά κράτη μέλη και να απασχολούνται παντού. Έτσι, το καθεστώς του «αυτοαπασχολούμενου» χρησιμοποιείται τακτικά και ενσυνείδητα ως τέχνασμα για να παρακάμπτονται τα νομικά καθεστώτα και οι νόμιμες συνθήκες εργασίας στο πλαίσιο μίας υπεργολαβικής αλυσίδας. Η σύναψη ληστρικών συμβάσεων με αυτούς τους ψευδοαυτοαπασχολούμενους, που συχνά διατίθενται από μεσιτικά γραφεία, επιτρέπει επίσης την υπονόμευση της ευθύνης για την τήρηση των υποχρεώσεων όσον αφορά τους φόρους και την κοινωνική ασφάλιση.

4.11

Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται σε μεγάλη έκταση και στον τομέα των κατασκευών, στον οποίο έχουν διεξαχθεί περισσότερες έρευνες απ' ό,τι στον αγροτικό τομέα. Οι ομοιότητες μεταξύ των δύο τομέων είναι πολυάριθμες. Κοινό τους στοιχείο είναι κυρίως τρεις παράγοντες κινδύνων που χαρακτηρίζουν όλες τις μορφές αδήλωτης απασχόλησης: εντατική εργασία, πρόσκαιρη απασχόληση, πρόσληψη κυρίως αλλοδαπών εργαζομένων. Οι κοινωνικοί εταίροι του κλάδου εντόπισαν εντωμεταξύ τους κινδύνους και ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να επιδοτήσει τη διεξαγωγή έρευνας σχετικά με το φαινόμενο της (ψευδο) αυταπασχόλησης σε 18 κράτη μέλη. Η Επιτροπή ενέκρινε και επιδοκίμασε την διεξαγωγή αυτής της έρευνας. Η πρόταση μελέτης θα αποτελέσει αντικείμενο προκήρυξης διαγωνισμού δημόσιας σύμβασης σε πανευρωπαϊκό επίπεδο έως το τέλος του τρέχοντος έτους.

4.12

Δεδομένου ότι δεν υπάρχει ακόμη ευρωπαϊκό νομοθετικό πλαίσιο για τις εργασιακές σχέσεις προσφέρεται πεδίο ελεύθερο σε ένα αμφίβολο εμπόριο φθηνού εργατικού δυναμικού. Αυτή η κατάσταση έχει σημαντικές και βλαβερές παρενέργειες σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ίδια η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα αυτό στην «Έκθεση σχετικά με τη λειτουργία των μεταβατικών διατάξεων που ορίζονται στην συνθήκη προσχώρησης του 2003», στην οποία διαπιστώνει ότι «οι περιορισμοί μπορεί να έχουν ενθαρρύνει τους υπηκόους των κρατών μελών της ΕΕ-8 να αναζητήσουν άλλους τρόπους άσκησης οικονομικής δραστηριότητας στα κράτη μέλη της ΕΕ-15, γεγονός που αντανακλάται στην εξαιρετικά υψηλή εισροή αποσπασμένων εργαζομένων ή εργαζομένων που ισχυρίζονται ότι είναι αυτοαπασχολούμενοι» (7).

4.13

Στην ίδια έκθεση, η Επιτροπή παρατηρεί ότι «Οι κοινωνικοί εταίροι αναγνώρισαν ότι οι μεταναστευτικές ροές από τα κράτη μέλη της ΕΕ-8 στα κράτη μέλη της ΕΕ-15 ήταν μέτριες και υπογράμμισαν ότι πρέπει να αποφευχθεί η αλλοίωση των προτύπων εργασίας και το “κοινωνικό ντάμπινγκ”. Τόνισαν επίσης ότι οι περιορισμοί στη νόμιμη εργασία οδηγούν στην πραγματικότητα στην εξάπλωση της αδήλωτης εργασίας, της “ψευδοαυταπασχόλησης”, των εικονικών παροχών υπηρεσιών και της εργασίας που εμφανίζεται ως υπεργολαβία». Σε άλλο σημείο, η Επιτροπή διορθώνει κάπως την εικόνα ότι τα μεταναστευτικά ρεύματα δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλα, παρατηρώντας ότι «οι πραγματικές μεταναστευτικές ροές στη διευρυμένη ΕΕ μπορεί να είναι σημαντικότερες από όσο δείχνουν τα στοιχεία στην παρούσα έκθεση, δεδομένου ότι το φαινόμενο της αδήλωτης εργασίας δεν καλύπτεται πλήρως από τις επίσημες στατιστικές». Εξάλλου, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, γενικά, οι περιορισμοί στην πρόσβαση στην αγορά εργασίας μπορούν να εντείνουν την προσφυγή σε αδήλωτη εργασία.

4.14

Για παράδειγμα, η κηπυρική στις Κάτω Χώρες, η οποία αποτελεί το γεωργικό κλάδο με τους περισσότερους εργαζομένους, το 1992 απασχολούσε συνολικά 54 200 ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης. Περί το 87 % των εργαζομένων ήταν μισθωτοί, ενώ ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο του 13 % συνδέονταν με τις σχετικές επιχειρήσεις με άλλο τρόπο (προσωρινοί, έκτακτοι και ψευδο-απασχολούμενοι). Το 2005, ο τομέας απασχολούσε 59 000 ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης, εκ των οποίων το 61 % ήταν μισθωτοί και περί το 39 % εργαζόμενοι συνδεόμενοι με τις επιχειρήσεις με άλλους τρόπους. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι αριθμοί αυτοί αφορούν μόνο την επίσημη οικονομία. Κατά τις εκτιμήσεις, απασχολούνταν ατύπως (8) στον τομέα περί τα 40 000 ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης. Πάντως, τα στοιχεία δείχνουν ότι το μερίδιο της αδήλωτης εργασίας στον τομέα της κηποκομίας μειώνεται σταθερά μετά την κατάργηση των περιοριστικών μέτρων για τους υπηκόους των κρατών μελών που προσχώρησαν στην ΕΕ το 2004.

5.   Η απειλή υπονόμευσης των εργασιακών κανόνων

5.1

Τα τελευταία χρόνια, αποδείχτηκε ότι η επιβολή περιορισμών στην πρόσβαση στην αγορά εργασίας έχει συχνά αντίθετα αποτελέσματα. Πράγματι, μπορεί να προκαλέσει την παράκαμψη των νόμιμων καθεστώτων ή κανόνων εργασίας. Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2008, οι αναζητώντες εργασία από τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία δεν θα υπόκεινται σε κανένα περιορισμό στην Εσθονία, τη Λεττονία, τη Λιθουανία, την Πολωνία, τη Σλοβακία, τη Δημοκρατία της Τσεχίας, τη Σουηδία, τη Φινλανδία, την Κύπρο και τη Σλοβενία, αν και θα οφείλουν να εγγραφούν στα μητρώα στις τρεις τελευταίες χώρες. Στα λοιπά 15 κράτη μέλη της ΕΕ θα ισχύουν περιορισμοί για τους αναζητώντες εργασία από τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία (9). Για εκείνους που αναζητούν εργασία και προέρχονται από τα δέκα κράτη μέλη που προσχώρησαν το 2004 εξακολουθούν να ισχύουν περιορισμοί, για λιγότερες όμως χώρες και λιγότερο αυστηροί από αυτούς που ισχύουν για τους υπηκόους της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας (10).

5.2

Η μετανάστευση εργατικού δυναμικού στην ΕΕ είναι οικονομικού χαρακτήρα και αποτελεί συνέπεια της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων σε μία Ευρώπη όπου υπάρχουν σημαντικές διαφορές όσον αφορά το επίπεδο ευημερίας μεταξύ των κρατών μελών. Η υψηλή ανεργία σε πολλά νέα κράτη μέλη και η ζήτηση φθηνού και χαμηλής εξειδίκευσης εργατικού δυναμικού στα 15 παλαιά κράτη μέλη προκαλούν ένας συνεχές ρεύμα αναζητούντων εργασία.

5.3

Πολλοί από αυτούς βρίσκουν εργασία στο γεωργικό τομέα, εξαιτίας του εποχικού χαρακτήρα του: κατά τη συγκομιδή, η ζήτηση συμπληρωματικού εποχικού προσωπικού είναι πολύ μεγάλη. Επίσης, οι κίνδυνοι κοινωνικού ντάμπινγκ σε αυτόν τον τομέα είναι μεγαλύτερη σε σχέση με άλλους τομείς, κυρίως επειδή, σε πολλά κράτη μέλη, ο γεωργικός τομέας δεν διέπεται από συλλογικές συμβάσεις, ενώ στα κράτη μέλη όπου υφίστανται οι συμβάσεις αυτές συχνά δεν είναι γενικής ισχύος

5.4

Η εποχική εργασία συνιστά διαρθρωτικό στοιχείο της ευρωπαϊκής γεωργίας. Χωρίς τη συμβολή ενός ευέλικτου εργατικού δυναμικού, δεν είναι δυνατή η ύπαρξη βιώσιμης και αποτελεσματικής γεωργικής παραγωγής. Η εποχική εργασία στο γεωργικό τομέα, σε μεγάλο μέρος, ασκείται από μετανάστες εργαζόμενους. Σε ορισμένες περιπτώσεις ανακύπτουν προβλήματα, που θέτουν σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή.

5.5

Οι μετανάστες που εργάζονται εντός του επίσημου δικτύου συχνά κοστίζουν λιγότερο από τους αυτόχθονες εργαζόμενους, καθώς ο εργοδότης δεν υποχρεούται να καταβάλει γι αυτούς ορισμένες εισφορές. Αυτό ισχύει, παραδείγματος χάρη, για τα ταμεία τομεακής κατάρτισης και συνταξιοδότησης. Οι μετανάστες από τα 10 κράτη μέλη που εντάχθηκαν στην ΕΕ το 2004, για τους οποίους σε ορισμένα από τα παλαιά κράτη μέλη εξακολουθούν να ισχύουν περιορισμοί στην αγορά εργασίας, εργάζονται συχνά κατά τρόπο μερικώς άτυπο, καθώς δεν δηλώνονται όλες οι ώρες που εργάσθηκαν στις φορολογικές αρχές. Οι εργαζόμενοι μετανάστες από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, οι οποίοι υπόκεινται σε ακόμη περισσότερους περιορισμούς, εξαρτώνται εντελώς από το ανεπίσημο δίκτυο. Δεν πληρώνονται για όλες τις ώρες που εργάζονται και οι ωριαίες αποδοχές τους είναι πολύ χαμηλότερες ή υποχρεούνται, βάσει καταχρηστικών συμβάσεων που υπέγραψαν, να εργάζονται ως αυτοαπασχολούμενοι.

5.6

Η ΔΟΕ έχει συνάψει σειρά συμβάσεων για την προβληματική που εξετάζεται στην παρούσα γνωμοδότηση. Πρόκειται για τις συμβάσεις αριθ. 97 (Μετανάστευση για λόγους απασχόλησης, 1949), 143 (Συμπληρωματικές διατάξεις για τους εργαζόμενους μετανάστες, 1975), 181 (Ιδιωτικά γραφεία απασχόλησης, 1997) και 184 (Η προστασία της ασφάλειας και της υγείας στο γεωργικό κλάδο, 2001). 17 από τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ δεν έχουν επικυρώσει της συμβάσεις 97 και 181. Η σύμβαση 143 δεν έχει επικυρωθεί από 22 κράτη μέλη και η σύμβαση 184 δεν έχει επικυρωθεί από 24 κράτη μέλη της ΕΕ. Δεν υπάρχει ούτε ένα κράτος μέλος της ΕΕ που να έχει επικυρώσει και τις τέσσερις συμβάσεις (11). Επίσης, η ΔΟΕ εξέδωσε το 2006 σύσταση για τις εργασιακές σχέσεις (12). Ουσιαστικό διακύβευμα της σύστασης ήταν η βελτίωση της νομοθεσίας σε όλες τις χώρες, προκειμένου να επιτραπεί σαφής διάκριση των ελεύθερων επαγγελματιών από τους μισθωτούς. Αυτό είναι απαραίτητο για να παύσουν οι παράνομες πρακτικές που αποσκοπούν στην απόκρυψη της πραγματικής ιδιότητας των μισθωτών και την προβολή τους ως ελεύθερων επαγγελματιών (13).

6.   Προάσπιση των κανόνων εργασίας

6.1

Αφετηρία πρέπει να αποτελεί η αρχή της από κάθε απόψεως ισότιμης μεταχείρισης των μεταναστών εργαζομένων σε σχέση με τους αυτόχθονες συναδέλφους τους με τους οποίους συνεργάζονται. Για την ίδια εργασία πρέπει να προσφέρονται ίδιες αποδοχές, ενώ θα πρέπει να βελτιωθούν οι συνθήκες πρόσβασης στην κοινωνική ασφάλιση. Αυτό δεν είναι μόνο προς το συμφέρον των εργαζομένων, αλλά εξυπηρετεί και το οικονομικό συμφέρον των εργοδοτών (ισότιμες ανταγωνιστικές συνθήκες για όλους) και το χρηματοοικονομικό συμφέρον των κρατών μελών (από φορολογικής απόψεως). Η αρχή αυτή εφαρμόζεται σπανίως. Κατά την άρση των εμποδίων που έπλητταν τους υπηκόους των κρατών μελών που εντάχθηκαν στην ΕΕ το 2004, οι κοινωνικοί εταίροι των Κάτω Χωρών δήλωσαν την πρόθεσή τους να συμμετάσχουν από την 1η Μαΐου 2007 στον έλεγχο της τήρησης της εργατικής νομοθεσίας και των κανόνων εργασίας. Οι κρατικές αρχές υποσχέθηκαν να χαράξουν μια συνοδευτική πολιτική. Προς το παρόν καμία από τις προθέσεις αυτές δεν είχε οποιοδήποτε απτό αποτέλεσμα.

6.2

Έχει κατατεθεί πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την πρόβλεψη κυρώσεων κατά των εργοδοτών που απασχολούν παράνομα διαμένοντες στην ΕΕ πολίτες προερχόμενους από τρίτες χώρες (14). Αυτή προβλέπει τη εφαρμογή εναρμονισμένων κυρώσεων κατά των εργοδοτών, εναρμονισμένα μέτρα πρόληψης, καθώς και τον ορισμό και ανταλλαγή μεταξύ των κρατών μελών ορθών πρακτικών όσον αφορά την εφαρμογή των κυρώσεων κατά των εργοδοτών.

6.3

Ο κύριος λόγος αυτής της πρότασης είναι ο μεγάλος αριθμός (σύμφωνα με εκτιμήσεις 4,5 με 8 εκατομμύρια) παράνομα διαμενόντων στην ΕΕ πολιτών τρίτων χωρών. Αυτή η κατάσταση προκαλεί την παράνομη εργασία, ενώ η γεωργία, μαζί με την οικοδομή, τον τομέα ξενοδοχείων, εστιατόριων και καφενείων και τον τομέα καθαρισμού, αποτελούν τους τέσσερις τομείς που πλήττονται περισσότερο από αυτό το φαινόμενο. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο καταλήγουν σε αυτή την πρόταση στο συμπέρασμα ότι αυτός ο τύπος παράνομης εργασίας «όπως ακριβώς και η αδήλωτη εργασία των πολιτών της ΕΕ, προκαλεί απώλειες στα δημόσια οικονομικά, μπορεί να οδηγήσει σε μείωση των αποδοχών και σε επιδείνωση των συνθηκών εργασίας, μπορεί να προκαλέσει στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των επιχειρήσεων και έχει ως συνέπεια οι μη δηλωμένοι εργαζόμενοι να μη διαθέτουν ασφάλιση υγείας και συνταξιοδοτικά δικαιώματα».

6.4

Στην έκθεσή τους για τη λειτουργία των μεταβατικών διατάξεων της Συνθήκης Προσχώρησης του 2003 (περίοδο από 1ης Μαΐου 2003 μέχρι 30ης Απριλίου 2006), οι ευρωπαίοι κοινωνικοί εταίροι παρατηρούν ότι «οι περιορισμοί στην πρόσβαση σε νόμιμη εργασία οδηγούν πράγματι στην εξάπλωση της μη δηλωμένης εργασίας, της “ψευδο-αυταπασχόλησης”, των εικονικών παροχών υπηρεσιών και της εργασίας που εμφανίζεται ως υπεργολαβία». Λαμβανομένων υπόψη αυτών των διαπιστώσεων, κρίνεται σκόπιμη η άρση όλων των περιορισμών στους οποίους υπόκεινται οι εργαζόμενοι από τα 12 κράτη μέλη που προσχώρησαν το 2004 και το 2007, προκειμένου να ισχύουν οι ίδιες συνθήκες για όλους. Η μεγάλη πλειονότητα των κοινωνικών εταίρων στην Ευρώπη τάσσεται υπέρ αυτής της άρσης, με την προϋπόθεση ότι θα ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο, καθώς και στο επίπεδο των κοινωνικών εταίρων για τον έλεγχο της ίσης μεταχείρισης των μεταναστών εργαζομένων.

6.5

Για όσο διάστημα εξακολουθούν να ισχύουν αυτοί οι περιορισμοί, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι η προτεινόμενη οδηγία, η οποία προβλέπει κυρώσεις εναντίον των εργοδοτών που απασχολούν παράνομα υπηκόους τρίτων χωρών που διαμένουν στην Ευρώπη, πρέπει να ισχύει και για τους εργοδότες που απασχολούν παράνομα πολίτες χωρών της ΕΕ που υπόκεινται ακόμη στους εν λόγω περιορισμούς. Εξάλλου, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι έχει μέγιστη σημασία για την ΕΕ να μεριμνά με προσοχή όχι μόνο για τη μεταφορά της οδηγίας στις νομοθεσίες όλων των κρατών μελών αλλά και για την πραγματική εφαρμογή της.

6.6

Επιπλέον, η οδηγία αναφέρεται κάπως και στις μεγάλες διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των κρατών μελών σε ότι έχει σχέση με την ποιότητα και την ένταση των ελέγχων, καθώς και το ύψος των προστίμων που επιβάλλονται. Έτσι, στις Κάτω Χώρες το υψηλότερο πρόστιμο που επιβάλλεται στους εργοδότες που απασχολούν παράνομους εργαζόμενους ανέρχεται σε 6 700 ευρώ κατ' άτομο, στο Βέλγιο σε 20 000 ευρώ και στο Λουξεμβούργο σε 50 000 ευρώ. Υπάρχουν όμως και κράτη μέλη στα οποία δεν προβλέπονται καθόλου κυρώσεις εναντίον των εργοδοτών που απασχολούν παράνομα εργαζόμενους.

6.7

Η ανταλλαγή καλών πρακτικών είναι απαραίτητο συστατικό της διαδικασίας που πρέπει να οδηγήσει στην πρόοδο της κοινωνικής συνοχής. Στην ακρόαση στο Plovdiv (15), αναφέρθηκαν ορισμένα παραδείγματα καλών πρακτικών όπως τα ακόλουθα:

Η σύσταση διεθνούς συμβουλίου εργαζομένων στην παραμεθόρια περιφέρεια της Bürgerland (16), μεταξύ Αυστρίας και Ουγγαρίας, είναι μία από τις εν λόγω ορθές πρακτικές. Συνδικαλιστικές οργανώσεις από την Αυστρία και την Ουγγαρία συνεργάζονται στους κόλπους αυτού του συμβουλίου, μεριμνώντας ώστε η διασυνοριακή εργασία να ασκείται σύμφωνα με τη νομοθεσία και τις σχετικές ρυθμίσεις.

Η πιστοποίηση του επονομαζόμενου «συστήματος αρχιεργολάβων» στο Ηνωμένο Βασίλειο (17). Μετά από αυστηρό έλεγχο, οι αρχές πιστοποιούν νόμιμους «αρχιεργολάβους» οι οποίοι λειτουργούν ως οι σημαντικότεροι μεσάζοντες για την κάλυψη της ζήτησης εποχικής εργασίας στο γεωργικό κλάδο. Η ΔΟΕ αναφέρει το σύστημα αυτό ως καλό παράδειγμα στις δημοσιεύσεις της.

Στο Βέλγιο, οι κοινωνικοί εταίροι στο γεωργικό κλάδο συμφώνησαν στην εφαρμογή ενός εύρυθμου συστήματος διοικητικού ελέγχου, με στόχο την πρόληψη της παράνομης απασχόλησης (18).

Στις Κάτω Χώρες, οι κοινωνικοί εταίροι εισήγαγαν το 2007 ένα σύστημα πιστοποίησης με στόχο τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του ελέγχου όσον αφορά την τήρηση των κοινωνικών κανόνων και των κανόνων εργασίας στον τομέα της προσωρινής απασχόλησης (19). Το σύστημα αντιμετωπίζει προς το παρόν ακόμη κάποιες «παιδικές αρρώστιες» αλλά η πρόθεση είναι αξιέπαινη και οι εξελίξεις που σημειώνονται είναι ελπιδοφόρες.

Στην Ιταλία, το Σεπτέμβριο 2007 οι κοινωνικοί εταίροι και οι υπουργοί εργασίας και γεωργίας υπέγραψαν ένα ευρύ πρόγραμμα με στόχο την αναχαίτιση της εξάπλωσης της αδήλωτης εργασίας και της ψευδοαυταπασχόλησης στον γεωργικό τομέα (20).

H ΔΟΕ έχει αναπτύξει συστήματα ρυθμίσεων για τους εργατομεσίτες, προκειμένου να αποφευχθεί η πιθανότητα να καταλήξουν εργαζόμενοι μετανάστες στο κύκλωμα του εμπορίου ανθρώπων και της καταναγκαστικής εργασίας με τη μεσολάβηση προσώπων αμφιβόλου ηθικής υπόστασης. Τα προγράμματα αυτά προορίζονται για τις νομοθετικές αρχές, τις επιθεωρήσεις εργασίας, τις αστυνομικές υπηρεσίες κ.λπ.

6.8

Οι καταστάσεις που αναφέρονται σε ορισμένα από αυτά τα παραδείγματα δεν είναι όλες απολύτως συγκρίσιμες με την κατάσταση των εργαζομένων από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία που αναζητούν απασχόληση στην ΕΕ-15. Για παράδειγμα, οι Ούγγροι εργαζόμενοι στη Bürgerland επιστρέφουν κάθε βράδυ στα σπίτια τους, ενώ οι εργαζόμενοι από τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία παραμένουν μακριά από τα σπίτια τους για μήνες. Και σε αυτές τις περιπτώσεις εξακολουθούν να παρατηρούνται καταχρήσεις, όμως αυτό συμβαίνει σε πολύ μικρότερη κλίμακα και οι περιπτώσεις αυτές μπορούν εύκολα να εντοπισθούν και να επισύρουν κυρώσεις με την ορθή εφαρμογή των κανόνων. Η γενική εντύπωση που επικρατεί είναι ότι οι συνθήκες εργασίας που ισχύουν εκεί είναι κοινωνικά αποδεκτές.

Βρυξέλλες, 31 Οκτωβρίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Κώδικας Α NACE.

(2)  www.agri-info.eu.

(3)  Διεθνής Οργάνωση Εργασίας, Ηνωμένα Έθνη, Γενεύη.

(4)  Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας του Δουβλίνου.

(5)  European Institute for Construction Labour Research.

(6)  FAFA, Διάσκεψη για την ελεύθερη κυκλοφορία εργαζομένων, 1 Ιουνίου 2006, Όσλο

www.fafo.no.

(7)  COM(2006) 48 τελικό.

(8)  Productschap Tuinbouw, www.tuinbouw.nl.

(9)  http://ec.europa.eu/employment_social/free_movement/enlargement_en.htm.

(10)  http://ec.europa.eu/eures/home.jsp?lang=el.

(11)  http://www.ilo.org/ilolex/french/convdisp1.htm. (διατίθεται στα EN, FR, και στα ES).

(12)  ILO (2006) Employment Relationship Recommendation R 198.

(13)  Amsterdam Institute of Advanced Labour Studies.

(14)  COM(2007) 249 final.

(15)  Plovdiv, Bουλγαρία, 18.9.2007.

(16)  www.igr.at.

(17)  www.gla.gov.uk.

(18)  www.limosa.be, www.ksz.fgov.be/En/CBSS.htm.

(19)  www.normeringarbeid.nl.

(20)  www.lavoro.gov.it και www.lavoro.gov.it/NR/rdonlyres/7E345511-29CC-4D81-B502-225F85070D3C/0/new_n12ottobre07.pdf.


16.5.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/25


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Η κατάσταση της απασχόλησης στο γεωργικό τομέα»

(2008/C 120/06)

Στις 13 Μαρτίου 2007 και σύμφωνα με το άρθρο 29Α των εκτελεστικών διατάξεων του Εσωτερικού Κανονισμού, το Προεδρείο της ΕΟΚΕ αποφάσισε την κατάρτιση πρόσθετης γνωμοδότησης για το ακόλουθο θέμα:

«Η κατάσταση της απασχόλησης στο γεωργικό τομέα».

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου, περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 31 Οκτωβρίου 2007, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. WILMS.

Κατά την 440ή σύνοδο ολομελείας της, που πραγματοποιήθηκε στις 12 και 13 Δεκεμβρίου 2007 (συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 96 ψήφους υπέρ, 1 κατά και 3 αποχές.

1.   Περίληψη

1.1

Η Επιτροπή έθεσε με την ανακοίνωσή της «Απασχόληση στις αγροτικές περιοχές: κάλυψη του ελλείμματος θέσεων εργασίας» (1) ένα σημαντικό θεμέλιο στη συζήτηση σχετικά με την απασχόληση στο γεωργικό τομέα, ο οποίος αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα για τη δημιουργία και τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας στις αγροτικές περιοχές.

1.2

Οι διαρθρωτικές αλλαγές στη γεωργία βρίσκονται σε εξέλιξη και θα επηρεάσουν εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους στον γεωργικό τομέα, οι οποίοι πρόκειται, είτε να χάσουν τη θέση εργασίας τους, είτε να υποστούν αλλαγές στις συνθήκες διαβίωσής τους. Η ανακοίνωση αποσιωπά σχεδόν εντελώς μια ουσιαστική πτυχή της απασχόλησης στη γεωργία, και συγκεκριμένα την κατάσταση των εργαζομένων σε αυτήν και κυρίως των εποχικών και των διακινούμενων εργαζομένων.

1.3

Το γεγονός τούτο είναι λυπηρό, δεδομένων των προσπαθειών που καταβάλλει η Επιτροπή με την ευκαιρία του Ευρωπαϊκού Έτους Κινητικότητας των Εργαζομένων (2006). Τα περίπου 4 εκατομμύρια εποχικών εργαζομένων — συμπεριλαμβανομένων 2 περίπου εκατομμυρίων διακινούμενων — και εργαζομένων μερικής απασχόλησης ετησίως αποδεικνύουν την υψηλή κινητικότητα και ελαστικότητα που χαρακτηρίζουν τον γεωργικό τομέα.

1.4

Η εποχική απασχόληση, κυρίως στις καλλιέργειες οπωροκηπευτικών, αποτελεί όχι μόνο δομικό στοιχείο της γεωργίας, αλλά και προαπαιτούμενο για την ύπαρξη αποτελεσματικής και αειφόρου γεωργικής διαχείρισης. Δεδομένου ότι το τοπικό εργατικό δυναμικό δεν επαρκεί συχνά για την κάλυψη των εποχικών αναγκών σε εργατικά χέρια, οι διακινούμενοι εργαζόμενοι διαδραματίζουν το δικό τους ρόλο στην ανάπτυξη της γεωργίας στην Ευρώπη.

1.5

Η παραγωγή υγιεινών τροφίμων συμβάλλει καθοριστικά στην ίδια μας την ύπαρξη.

1.6

Παρά τα υψηλά ποσοστά ανεργίας που παρατηρούνται σε πολλές ευρωπαϊκές περιφέρειες, η ζήτηση συμπληρωματικού εποχικού εργατικού δυναμικού από τη Λευκορωσία, την Ουκρανία και άλλα κράτη είναι μεγάλη. Η αγορά εργασίας στην ΕΕ πρέπει να αναπτυχθεί κατά τρόπο κοινωνικά βιώσιμο, θα πρέπει δηλαδή να παρέχεται στον καθένα η ευκαιρία να κερδίζει τα προς το ζην μέσω της εργασίας. Το πρόσθετο φθηνό εργατικό δυναμικό από τρίτες χώρες περιορίζει τις ευκαιρίες αυτές.

1.7

Οι στόχοι μεγέθυνσης, τους οποίους έθεσε η Ευρωπαϊκή Ένωση, μπορούν να επιτευχθούν μόνον μέσω θεμιτού ανταγωνισμού. Οι απασχολούμενοι στη γεωργία πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα σε όλα τα επίπεδα, ανεξάρτητα από την καταγωγή τους.

1.8

Στην γεωργική αγορά εργασίας επικρατεί μεγάλη κινητικότητα, γεγονός που συνάδει με τους στόχους της Επιτροπής. Οι διακινούμενοι εργαζόμενοι δεν θα πρέπει εντούτοις να βρίσκονται σε μειονεκτική θέση. Για αυτόν το λόγο χρειάζεται, μετά την κοινωνική και την οικονομική ενσωμάτωση, να ακολουθήσει και η κοινωνική. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι βραχυπρόθεσμα χρειάζεται να υλοποιηθούν τα ακόλουθα:

Θα πρέπει να ρυθμιστούν ελάχιστα πρότυπα συνθηκών εργασίας και συνθηκών για το σύνολο του διακινούμενου εργατικού δυναμικού στην Ευρώπη.

Οι διακινούμενοι εργαζόμενοι θα πρέπει, βάσει της εργασίας τους, να απολαύουν ολοκληρωμένης κοινωνικής προστασίας, η οποία θα περιλαμβάνει και την απόκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων.

Το εποχικό εργατικό δυναμικό θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται εξίσου στα προγράμματα απόκτησης προσόντων.

Οι διακινούμενοι εργαζόμενοι θα πρέπει να ενημερώνονται αναφορικά με τους όρους εργασίας και τα δικαιώματά τους.

1.9

Στην ευρωπαϊκή γεωργία δεν υπάρχει διαφάνεια σχετικά με το μέγεθος της απασχόλησης και τα κοινωνικά πρότυπα. Το γεγονός δε αυτό προκαλεί στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Ένα μέσο για την επίτευξη θεμιτού ανταγωνισμού, είναι η πιστοποίηση των επιχειρήσεων με βάση κοινωνικά κριτήρια.

2.   Εισαγωγή

Η εργασία στον γεωργικό τομέα αναμένεται να υποστεί περαιτέρω αλλαγές. Οι μερικώς και οι εποχικά απασχολούμενοι αποτελούν ένα μεγάλο τμήμα των εργαζομένων. Για τους διακινούμενους εργαζομένους, οι οποίοι μετακινούνται από τον τόπο κατοικίας τους στον τόπο εργασίας, ισχύουν ειδικές ρυθμίσεις. Η συνολική αυτή κατάσταση δεν προβλέπεται να μεταβληθεί ουσιαστικά στο εγγύς μέλλον.

2.1   Εξέλιξη της γεωργικής εποχικής απασχόλησης

2.1.1

Η κατάσταση της απασχόλησης στο γεωργικό τομέα έχει αποτελέσει συχνά αντικείμενο γνωμοδοτήσεων της ΕΟΚΕ. Η συζήτηση σχετικά με την απασχόληση των διακινούμενων εργαζομένων και την εποχική απασχόληση αποκτά διαρκώς μεγαλύτερη σημασία τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όσο και σε πολλά κράτη μέλη. Οι τρεις βασικοί παράγοντες, δηλαδή οι εκπρόσωποι των εργοδοτών, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και οι πολιτικοί ή διοικητικοί εκπρόσωποι, έχουν ήδη κινητοποιηθεί και δραστηριοποιηθεί επί του θέματος. Παραδείγματος χάρη:

Πολλά γεωργικά συνδικάτα παρέχουν ενημέρωση, μέσω πολύγλωσσου υλικού, αναφορικά με την κατάσταση των δικαιωμάτων στις χώρες προορισμού.

Σε ορισμένες χώρες, οι κοινωνικοί εταίροι διαπραγματεύονται συλλογικές συμφωνίες που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των διακινούμενων και των εποχικών εργαζομένων.

Συχνά παρέχονται νομικές συμβουλές στους διακινούμενους εργαζομένους, ιδίως όσον αφορά τη σύναψη συμβάσεων εργασίας.

Ορισμένες κυβερνήσεις διοργανώνουν στρογγυλές τράπεζες με τους κοινωνικούς εταίρους, με στόχο τη βελτίωση της κατάστασης των εποχικών και των διακινούμενων εργαζομένων.

Κατόπιν παρεμβάσεων εκ μέρους των κοινωνικών εταίρων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιλήφθηκε επίσης του ζητήματος παρέχοντας συνεχώς μεγαλύτερη υποστήριξη σε σχέδια των κοινωνικών εταίρων στο πεδίο των διακινούμενων εργαζομένων, τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όσο και μέσω των ταμείων της, π.χ. στο θέμα της βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης και της εργασιακής διαμεσολάβησης του διακινούμενου εργατικού δυναμικού.

2.1.2

Υπήρξαν επανειλημμένα αιτήματα για τη σύσταση ενός παρατηρητηρίου για την απασχόληση των διακινούμενων εργαζομένων και την εποχική απασχόληση. Τα αιτήματα αυτά δεν συνάντησαν ωστόσο καμία ανταπόκριση. Εντούτοις, υπέχουν καίρια σημασία για τη βελτίωση της κατάστασης του εργατικού δυναμικού, η συλλογή, η παρουσίαση και η αξιολόγηση κατανοητών δεδομένων για την κατάσταση της εργασίας στον γεωργικό τομέα.

2.2   Ορισμός

2.2.1

Ο διστακτικός χαρακτήρας της συζήτησης σχετικά με το ζήτημα της εποχικής αγροτικής απασχόλησης οφείλεται στην ελλιπή διαφάνεια και στην ανεπαρκή απεικόνιση της πραγματικής κατάστασης.

2.2.2

Περίπου 2 εκατομμύρια άνδρες και γυναίκες εργάζονται υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης στον γεωργικό τομέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περίπου 4 εκατομμύρια άτομα εργάζονται υπό καθεστώς επισφαλούς απασχόλησης, εκ των οποίων ένα τμήμα εργάζεται υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης και ένα άλλο απασχολείται εποχικά, δηλαδή για χρονικά διαστήματα που ανέρχονται από λίγες μόνον ημέρες έως και σε 8 μήνες ανά έτος. Πολλοί από τους εποχικά απασχολούμενους είναι διακινούμενοι εργαζόμενοι, οι οποίοι όχι μόνον δεν εργάζονται στον τόπο κατοικίας τους, αλλά συχνά έχουν μεταναστεύσει από άλλο κράτος.

2.2.3

Κατά την ανάλυση των αριθμητικών δεδομένων της απασχόλησης, πρέπει να διασαφηνισθούν πλήρως οι διάφορες κατηγοριοποιήσεις, π.χ. σε σχέση με το μέγεθος της επιχείρησης, την κατάταξη σε κλάδους και τομείς και, ιδιαιτέρα, αναφορικά με την οριοθέτηση της κηπουρικής και του τομέα παροχής γεωργικών υπηρεσιών.

3.   Επείγον χαρακτήρας της γνωμοδότησης

3.1

Η γνωμοδότηση έχει επείγοντα χαρακτήρα για τους ακόλουθους λόγους:

α)

Μέσω της ανακοίνωσης για την κατάσταση της απασχόλησης στο γεωργικό τομέα η Επιτροπή προσεγγίζει επισταμένα και το ζήτημα της ποσοτικής εξέλιξης της εργασίας. Επισημαίνει ότι, παρά το γεγονός ότι η γεωργική απασχόληση στις αγροτικές περιοχές είναι, από ποσοστιαία άποψη, πολύ χαμηλή, ο τομέας υπέχει μεγάλη σημασία. Η Επιτροπή αναμένει ότι μέχρι το έτος 2014 θα σημειωθεί μείωση της απασχόλησης (υπολογιζόμενη σε ισοδύναμα θέσεων πλήρους απασχόλησης) της τάξεως των 4-6 εκατομμυρίων εργαζομένων περίπου (2 εκατ. στην EΕ-15, 1-2 εκατ. στα 10 κράτη μέλη που προσχώρησαν στην ΕΕ το 2004 και 1-2 εκατ. στη Ρουμανία και τη Βουλγαρία).

β)

Στην EU-15 αναμένεται να σταθεροποιηθεί ή ακόμα και να αυξηθεί ελαφρά — π.χ. στα κρατίδια της τέως Δυτικής Γερμανίας — ο αριθμός των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση. Στις υποψήφιες προς ένταξη χώρες αναμένεται περαιτέρω υποχώρηση του αριθμού των εργαζομένων με πλήρη απασχόληση. Όπως είναι αυτονόητο, εάν συνεχισθεί η τάση αυτή, θα αυξηθούν οι ανάγκες των επιχειρήσεων σε εποχικό εργατικό δυναμικό στις περιφέρειες στις οποίες καλλιεργούνται οπωροκηπευτικά.

γ)

Οι προβλέψεις αναφέρουν ότι πολλές χώρες αναμένεται να αντιμετωπίσουν έλλειψη ειδικευμένων εργαζομένων που θα μπορούσαν π.χ. να αναλάβουν διευθυντικές αρμοδιότητες σε επιχειρήσεις ή να χειρίζονται τεχνολογικά πολύπλοκες λειτουργίες.

δ)

Οι επιχειρήσεις διαμαρτύρονται ήδη για το γεγονός ότι αδυνατούν να βρουν εποχικό προσωπικό. Αυξάνονται δε οι πιέσεις που ασκούνται, όχι μόνο για να επιτραπεί μια πιο ελαστική διακίνηση των εργαζομένων εντός της ΕΕ, αλλά και για να επιτραπεί επίσης σε μεγαλύτερο βαθμό η είσοδος, από κράτη εκτός της ΕΕ, εργατικού δυναμικού που θα μπορεί να απασχοληθεί εποχικά. Η Πολωνία έχει ήδη προχωρήσει σε σχετικά ανοίγματα επιτρέποντας την είσοδο εργατικού δυναμικού από τη Λευκορωσία και την Ουκρανία.

ε)

Από την άλλη πλευρά, σε πολλές και κυρίως αγροτικές περιφέρειες, παρατηρείται ακόμα υψηλό ποσοστό ανεργίας. Η Επιτροπή έχει δρομολογήσει στρατηγική προκειμένου να αυξηθεί η κινητικότητα των εργαζομένων. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει εντούτοις έναν ελκυστικό χαρακτήρα των προσφερόμενων θέσεων εργασίας.

στ)

Είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι η απασχόληση των διακινούμενων εργαζομένων δημιουργεί προστριβές και προβλήματα.

ζ)

Εξίσου αναμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι στη γεωργία παρατηρούνται μικρής διάρκειας αυξήσεις των αναγκών σε εργατικό δυναμικό, ανάλογα με τις περιόδους βλάστησης. Ως εκ τούτου υπάρχει πράγματι προσφορά εργασίας. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα της Στρατηγικής της Λισσαβόνας θα πρέπει μεν να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, καλύτερης ωστόσο ποιότητας.

η)

Με τη Στρατηγική του Γκέτεμποργκ τα κράτη μέλη συμφώνησαν ως προς τους στόχους της αειφόρου ανάπτυξης. Η κοινωνική διάσταση θα πρέπει να τοποθετηθεί στο ίδιο επίπεδο με τους οικονομικούς και οικολογικούς στόχους. Τούτο δε απαιτεί την εφαρμογή των κοινωνικών προτύπων στους διακινούμενους εργαζόμενους. Οι επιχειρήσεις θα πρέπει εν προκειμένω να επωμισθούν επάξια την κοινωνική τους ευθύνη. Οι διακινούμενοι εργαζόμενοι απαιτούν ίση μεταχείριση και δικαιούνται αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και στέγασης. Επιπλέον πρέπει να ενσωματωθούν πλήρως στα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης.

θ)

Στα πλαίσια της πρωτοβουλίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την καταπολέμηση των διακρίσεων, έχει επίσης ξεκινήσει ένας διάλογος με θέμα την καταπολέμηση των διακρίσεων σε σχέση με τις συνθήκες απασχόλησης και διαβίωσης των ξένων εργαζομένων.

ι)

Η πλήρης ελευθερία διακίνησης των εργαζομένων εντός της ΕΕ συνεπάγεται αλλαγή του κρατικού πεδίου δράσης. Κατ` αυτόν τον τρόπο αυξάνεται ο ανταγωνισμός μεταξύ τόσο των εργαζομένων, όσο και των εργοδοτών.

κ)

Δεδομένων των προβλέψεων της Επιτροπής σχετικά με τη μείωση του εργατικού δυναμικού κατά 4-6 εκατ. εργαζόμενους, στη συζήτηση για την ΚΑΠ θα πρέπει απαραιτήτως να συμπεριληφθεί και το ζήτημα της ποιότητας της εργασίας. Η κατάσταση των μονίμων εργαζόμενων αναμένεται επίσης να μεταβληθεί. Προβλέπεται να σημειωθεί έλλειψη ειδικευμένου εργατικού δυναμικού και σταθεροποίηση του αριθμού των εργαζομένων μακροπρόθεσμα.

4.   Τρέχοντα προβλήματα

4.1

Το φαινόμενο των διακινούμενων εργαζομένων οφείλεται ουσιαστικά στα διαφορετικά βιοτικά επίπεδα μεταξύ των ευρωπαϊκών περιφερειών. Η διακίνηση των εργαζομένων προκαλεί μάλιστα μακροπρόθεσμη έλλειψη ειδικευμένου εργατικού δυναμικού στα κράτη προέλευσης. Στις περιοχές αυτές καταβάλλονται μεν προσπάθειες για την καταπολέμηση του φαινομένου της έλλειψης εργατικού δυναμικού, όχι όμως μέσω της αύξησης του εισοδήματος και της βελτίωσης των εκπαιδευτικών προτύπων, αλλά μέσω της προσέλκυσης εργαζομένων, επί του παρόντος από ακόμα φτωχότερες περιοχές, στο δε μέλλον κυρίως από περιοχές εκτός της ΕΕ.

4.2

Μία άλλη αιτία της έλλειψης εργατικού δυναμικού συνίσταται στις μέχρι σήμερα δυσχερείς και ασυνήθιστες συνθήκες απασχόλησης στους επιμέρους τομείς. Οι διακινούμενοι εργαζόμενοι ακολουθούν τις ανάγκες της αγοράς. Στα πλαίσια της ελεύθερης αγοράς εργασίας κινούνται προς την κατεύθυνση στην οποία επικρατούν οι εκάστοτε καλύτερες για αυτούς συνθήκες.

4.3

Οι διακινούμενοι εργαζόμενοι έρχονται διαρκώς αντιμέτωποι με νέα προβλήματα:

Μεγαλύτερη προσοχή πρέπει να δοθεί στα προβλήματα των εργαζόμενων γυναικών στο γεωργικό τομέα. Σε πολλές χώρες, προσλαμβάνονται κυρίως γυναίκες γεγονός που προκαλεί πολιτιστικές και κοινωνικές δυσκολίες τόσο στις χώρες προορισμού όσο και προέλευσης.

Εξαιτίας της εφαρμογής των μεταβατικών μέτρων για την ελεύθερη διακίνηση εργαζομένων, συνεπεία των διευρύνσεων του 2004 και 2007, σημειώνονται παραβάσεις του εργατικού δικαίου στις περιπτώσεις αποσπάσεων που γίνονται στα πλαίσια της παροχής υπηρεσιών. Έτσι, οι μισθοί στις περιπτώσεις αυτές είναι ενίοτε πολύ χαμηλότεροι από τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές, πολλές φορές μάλιστα κυμαίνονται χαμηλότερα και από τις μέσω συλλογικών συμβάσεων συμφωνηθείσες ή τις τοπικά συνήθεις αποδοχές.

Παρά τις πολλές προσπάθειες και τις πρωτοβουλίες εκ μέρους των συνδικάτων, δεν καθίσταται δυνατή η ενημέρωση των διακινούμενων εργαζομένων σχετικά με τα δικαιώματά τους. Πολλοί νόμοι και κανόνες στα κράτη προορισμού δεν τηρούνται. Η εκμετάλλευση αυτή εις βάρος των ξένων εργαζόμενων αντιβαίνει κατάφωρα στις προσπάθειες που καταβάλλει η Ευρωπαϊκή Ένωση για την καταπολέμηση των διακρίσεων.

Αναφορικά με το ζήτημα της κοινωνικής ασφάλισης, οι εποχικοί εργαζόμενοι εξακολουθούν να βρίσκονται σε μειονεκτική οικονομική θέση εξαιτίας των ελλιπών περιόδων καταβολής ασφαλιστικών εισφορών.

Η βάσει συλλογικών συμβάσεων καταβολή εξόδων στο αγροτικό εργατικό δυναμικό, δεν εφαρμόζεται κατά κανόνα στους εποχικούς εργαζόμενους.

Σε όλα σχεδόν τα κράτη, τα καταλύματα για τους διακινούμενους εργαζόμενους δεν είναι αυτά που θα έπρεπε.

Μία τελευταία εξέλιξη συνίσταται στην απασχόληση στον γεωργικό τομέα μέσω εταιρειών πρόσκαιρης απασχόλησης. Ακόμη και αν υπάρχουν παραδείγματα παρόμοιων εταιρειών που θεωρούνται προς αποφυγήν, η πρόσκαιρη απασχόληση μπορεί να προσφέρει πλεονεκτήματα τόσο στους εργοδότες, όσο και στους εργαζόμενους.

Στους τομείς με υψηλό ποσοστό σχέσεων εργασίας βραχείας διάρκειας παρουσιάζονται συχνά κρούσματα παράνομης απασχόλησης. Πολύ συχνά, μετά τη λήξη μιας νόμιμης εποχικής απασχόλησης, ακολουθεί περίοδος παράνομης «εκμετάλλευσης» του εργαζόμενου σε άλλους τομείς.

5.   Συμπεράσματα και πλαίσιο δράσεων

5.1   Γενικό πολιτικό πλαίσιο

5.1.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τις προσπάθειες που καταβάλλει η Επιτροπή με στόχο την τόνωση της απασχόλησης στις αγροτικές περιοχές, συμπεριλαμβανομένων των προσπαθειών για την ενίσχυση της διαφάνειας στη γεωργική απασχόληση. Οι προσπάθειες αυτές περιλαμβάνουν τη συλλογή στατιστικών στοιχείων για την απασχόληση των εργαζομένων και των δύο φύλων, όπως επίσης την ευρεία ενημέρωση των εργαζομένων σε σχέση με τις βιοτικές και εργασιακές συνθήκες που επικρατούν στο εκάστοτε κράτος.

5.1.2

Μέχρι σήμερα η γεωργική πολιτική επικεντρώθηκε στις ποιοτικές και ποσοτικές πτυχές των προϊόντων. Ωστόσο δεν έχει ακόμη εξετασθεί πώς είναι τώρα και πώς θα είναι στο μέλλον η κατάσταση των εργαζομένων στον τομέα.

5.1.3

Πρέπει να συγκεκριμενοποιηθούν εκτενέστερα οι στόχοι των στρατηγικών του Γκέτεμποργκ και της Λισσαβόνας. Κατά την περαιτέρω εξέλιξη μίας αειφόρου γεωργίας, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη όχι μόνον η οικονομική και η οικολογική, αλλά και η κοινωνική διάσταση.

5.1.4

Όλοι οι παράγοντες οφείλουν να θέσουν ως πρωταρχικό στόχο την εξάλειψη των ανισοτήτων στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας. Τούτο δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω της συνεχιζόμενης προσέλευσης στην Ευρώπη φθηνού εργατικού δυναμικού από ολοένα πιο απομακρυσμένες περιοχές. Μία ιδιαίτερη πτυχή του ευρωπαϊκού μοντέλου συνίσταται στη δημιουργία κοινής κοινωνικής ζωής στην Ευρώπη, χωρίς γκέτο διακινούμενων εργαζομένων, στα οποία επικρατούν αντίξοες συνθήκες διαβίωσης και στέγασης και τα οποία είναι κοινωνικά και πολιτισμικά αποκομμένα από το τοπικό γίγνεσθαι.

5.1.5

Στις περαιτέρω έρευνες και στις συνεπόμενες δυνητικές λύσεις που θα προταθούν, πρέπει να συνεκτιμηθεί περισσότερο η πτυχή του φύλου.

5.1.6

Εξακολουθεί να μην υφίσταται το αναγκαίο πλαίσιο συνθηκών! Καλούνται όλοι οι παράγοντες να προσφέρουν τη συμβολή τους.

5.1.7

Οι διακινούμενοι εργαζόμενοι θα πρέπει να εξισωθούν με το τοπικό εργατικό δυναμικό. Η επιτροπή οφείλει να συμβάλει σε αυτή τη διαδικασία στο πλαίσιο των δυνατοτήτων της. Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι η θέσπιση ελαχίστων προτύπων. Τα ελάχιστα αυτά πρότυπα συνιστούν ορθή βάση για μια ευρεία συζήτηση σχετικά με την ποιότητα της εργασίας.

5.2   Καθήκοντα και πρωτοβουλίες των κοινωνικών εταίρων

5.2.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τις προσπάθειες που καταβάλλουν οι κοινωνικοί εταίροι, στα πλαίσια του κοινωνικού διαλόγου, προκειμένου να προωθήσουν την ανάπτυξη της επαγγελματικής κατάρτισης στο γεωργικό τομέα και κυρίως την αμοιβαία αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων εκ μέρους των εξουσιοδοτημένων από τα κράτη μέλη οργάνων. Το υπό σύσταση ευρωπαϊκό γεωργικό διαβατήριο, αποσκοπεί στη διευκόλυνση της κινητικότητας του αγροτικού εργατικού δυναμικού στην εσωτερική αγορά της ΕΕ. Το γεωργικό διαβατήριο δεν θα πρέπει να λειτουργεί εις βάρος των εργαζομένων εκείνων οι οποίοι είναι εφοδιασμένοι με αυτό, αλλά θα πρέπει απλά να αποτελεί ένα κίνητρο για την κτήση της απαιτούμενης επαγγελματικής κατάρτισης.

5.2.2

Η διαφάνεια στα διπλώματα κατάρτισης μπορεί ταυτόχρονα να συμβάλει στην κινητικότητα των εργαζομένων, διευκολύνοντας την μετεγκατάσταση και την ανάληψη εργασίας σε άλλα κράτη. Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τις πρωτοβουλίες της Επιτροπής στα πλαίσια της στήριξης του σχεδίου των κοινωνικών εταίρων για τη θέσπιση ενός «γεωργικού διαβατηρίου».

5.2.3

Οι κοινωνικοί εταίροι θα πρέπει, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις κυβερνήσεις των ενδιαφερομένων κρατών μελών, να αναπτύξουν και να εφαρμόσουν σχέδια για την καταπολέμηση της παράνομης απασχόλησης.

5.3   Κοινές πρωτοβουλίες για την κοινωνική ασφάλιση

5.3.1

Η κοινωνική ασφάλιση των εποχικά απασχολούμενων χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Οι εργαζόμενοι, οι οποίοι επί σειρά ετών απασχολούνται σε εποχική βάση, δεν θα πρέπει να βρίσκονται, όσον αφορά την κοινωνική τους ασφάλιση, σε μειονεκτική θέση έναντι των υπολοίπων εργαζομένων. Προκειμένου να επιτευχθεί το παραπάνω χρειάζεται μεταξύ άλλων:

να ενσωματώνονται οι εποχικά απασχολούμενοι πλήρως στο συνταξιοδοτικό σύστημα της χώρας προορισμού και να αποκτούν πλήρη συνταξιοδοτικά δικαιώματα,

να τηρούνται οι προστατευτικές της υγείας και εργασίας διατάξεις και να ενημερώνονται οι διακινούμενοι εργαζόμενοι στη γλώσσα τους αναφορικά με τους κινδύνους,

να παρέχεται ολοκληρωμένη ασφάλεια ασθενείας για τους διακινούμενους εργαζόμενους.

5.3.2

Οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερώνονται στη μητρική τους γλώσσα για τη νομοθεσία της χώρας υποδοχής, τις συλλογικές συμβάσεις και για τις συνήθειες που επικρατούν, π.χ. σχετικά με τις αποδοχές, την οργάνωση, την κοινωνική ασφάλιση, τη φορολογία, τη νομοθεσία για το περιβάλλον κλπ. Η ΕΕ πρέπει συγχρόνως να σέβεται το ρόλο των εταίρων των συλλογικών συμβάσεων και να μην νομοθετεί σε τομείς που υπάγονται σε εκείνους των εθνικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας.

5.4   Βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και στέγασης των διακινούμενων εργαζομένων

5.4.1

Οι διακινούμενοι εργαζόμενοι δικαιούνται αξιοπρεπείς συνθήκες στέγασης στη χώρα προορισμού τους. Χρειάζεται να θεσπισθεί ένα πλαίσιο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στο οποίο θα καθορίζονται τα βασικά πρότυπα για τη στέγαση των διακινούμενων εργαζομένων.

5.5   Σήμα ποιότητας για την ορθή εποχική εργασία

5.5.1

Η ΕΟΚΕ τάσσεται εδώ και χρόνια σε πολυάριθμες γνωμοδοτήσεις της υπέρ της βιώσιμης οικονομικής δραστηριότητας. Η βιώσιμη οικονομική δραστηριότητα, ακτός από μια οικολογική διάσταση, έχει και επιχειρηματικές και κοινωνικές πτυχές. Ένα μη κρατικό, εθελούσιο σύστημα πιστοποίησης για μια «δίκαιη εποχική εργασία» θα μπορούσα να καταστήσει τον ανταγωνισμό περισσότερο θεμιτό. Κριτήρια εθελουσίας πιστοποίησης θα μπορούσαν να είναι τα ακόλουθα:

η καταβολή ενδεδειγμένου μισθού,

η μορφή προστασίας των εργαζομένων,

η συμμετοχή των εργαζομένων σε δραστηριότητες εντός της επιχείρησης,

οι συμβατικές διατάξεις,

η στέγαση,

ο χρόνος εργασίας.

Στόχος της πιστοποίησης είναι:

η προώθηση του υγιούς ανταγωνισμού,

η ενημέρωση των ενδιαφερομένων εποχικών εργαζομένων σχετικά με τις επιχειρήσεις, και

η προβολή ορθών πρακτικών των επιχειρήσεων.

5.6   Η διάδοση των ορθών πρακτικών

5.6.1

Στον τομέα της ευρωπαϊκής γεωργίας παρατηρείται πληθώρα προγραμμάτων και σχεδίων ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος, που αποσκοπούν στην ενίσχυση της κινητικότητας εντός του τομέα και στη βελτίωση της κατάστασης των εποχικά απασχολούμενων. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να προχωρήσει σε μέτρα για την αξιολόγηση και τη διάδοση των εμπειριών των ορθών πρακτικών («good-practice»).

Βρυξέλλες, 13 Δεκεμβρίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  CΟΜ(2006) 857 τελικό, «Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Απασχόληση στις αγροτικές περιοχές: κάλυψη του ελλείμματος θέσεων εργασίας».


16.5.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/29


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Ο ρόλος των Εθνικών Συμβουλίων Βιώσιμης Ανάπτυξης»

(2008/C 120/07)

Στις 25-26 Απριλίου 2007, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2 του Εσωτερικού Κανονισμού της, να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα

«Ο ρόλος των Εθνικών Συμβουλίων Βιώσιμης Ανάπτυξης».

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, αγροτική ανάπτυξη, περιβάλλον» (Παρατηρητήριο της Βιώσιμης Ανάπτυξης), στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των εργασιών της ΕΟΚΕ για το θέμα, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 27 Νοεμβρίου 2007 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. Haken.

Κατά τη 440ή σύνοδο της ολομέλειάς της, της 12ης και 13ης Δεκεμβρίου 2007 (συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 115 ψήφους υπέρ και 3 αποχές.

1.   Συμπεράσματα

1.1

Τα Εθνικά Συμβούλια Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΕΣΒΑ) μπορούν να είναι ισχυροί και δυναμικοί συντελεστές της βιώσιμης ανάπτυξης, διότι μπορούν να παρέχουν ανεξάρτητες συμβουλές και να προωθούν τον διάλογο για τη βιώσιμη ανάπτυξη με την κοινωνία των πολιτών και τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη.

1.2

Η επισκόπηση των ΕΣΒΑ ανά την ΕΕ παρουσιάζει μια εικόνα με μεγάλη ποικιλία. Ενώ ορισμένα κράτη μέλη δεν έχουν καθόλου ή έχουν μόνο ανενεργά εθνικά συμβούλια, εκείνα που είναι ενεργά διαφέρουν σημαντικά ως προς τις αρμοδιότητες, τη σύνθεση, την ανεξαρτησία, τους πόρους, καθώς και ως προς τον αντίκτυπο των εργασιών τους.

1.3

Ενόψει των θετικών εμπειριών στα κράτη μέλη με «ισχυρά» ΕΣΒΑ, η ΕΟΚΕ καλεί όλα τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τα συμβούλιά τους ή να δημιουργήσουν λειτουργικά και αποτελεσματικά εθνικά συμβούλια όπου δεν υπάρχουν ακόμη.

1.4

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι τα ΕΣΒΑ θα πρέπει:

να περιλαμβάνουν εκπροσώπους όλων των σημαντικών τομέων της εθνικής τους κοινωνίας·

να έχουν επαρκή βαθμό ανεξαρτησίας από την κυβέρνηση·

να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των στρατηγικών για τη βιώσιμη ανάπτυξη και στην παρακολούθηση της εφαρμογής τους·

να λαμβάνουν επαρκή χρηματοδότηση, ούτως ώστε να μπορούν να παρέχουν πραγματική προστιθέμενη αξία στις συζητήσεις και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων·

να ανταλλάσσουν εμπειρίες και βέλτιστες πρακτικές και να διατηρούν ανοιχτό διάλογο μεταξύ τους, ιδίως μέσω της ενίσχυσης του δικτύου των Ευρωπαϊκών Γνωμοδοτικών Συμβουλίων Περιβαλλοντικής και Αειφόρου Ανάπτυξης (EEAC).

2.   Ιστορικό

2.1

Βιώσιμη ή αειφόρος ανάπτυξη σημαίνει κάλυψη των αναγκών της σημερινής γενιάς χωρίς να υπονομεύεται η ικανότητα των μελλοντικών γενεών να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες. Πρόκειται για πρωταρχικό στόχο της ΕΕ, που διέπει όλες τις πολιτικές και τις δράσεις της. Βασίζεται στις αρχές της δημοκρατίας, της ισότητας των φύλων, της αλληλεγγύης, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας και των ίσων ευκαιριών για όλους.

2.2

Το 1992, μετά τη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών στο Ρίο, η βιώσιμη ανάπτυξη έγινε ένα παγκόσμια αναγνωρισμένο πεδίο πολιτικής. Η ιδέα της σύστασης συμβουλευτικών οργάνων όπως τα ΕΣΒΑ προέκυψε επίσης από τη Διάσκεψη του Ρίο. Το πρόγραμμα δράσης για τον 21ο αιώνα «Agenda 21», που είναι επίσης αποτέλεσμα του Ρίο, δηλώνει ότι«οι εθνικές στρατηγικές για τη βιώσιμη ανάπτυξη θα πρέπει να αναπτυχθούν με την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή», ενώ οι συστάσεις του Γιοχάνεσμπουργκ το 2002 έκαναν επίσης έκκληση για τη σύσταση συμβουλίων βιώσιμης ανάπτυξης.

2.3

Στην ΕΕ, η πρώτη στρατηγική για τη βιώσιμη ανάπτυξη υιοθετήθηκε στο Γκέτεμποργκ το 2001. Για να γίνει αυτή η στρατηγική σφαιρικότερη και αποτελεσματικότερη, η Επιτροπή άρχισε το 2004 μια διαδικασία επανεξέτασης και τον Ιούνιο του 2006 το Συμβούλιο υιοθέτησε την ανανεωμένη στρατηγική για την αειφόρο ανάπτυξη στη διευρυμένη Ευρώπη (1). Η ανανεωμένη αυτή στρατηγική αποσκοπεί στην υλοποίηση της μακροπρόθεσμης δέσμευσης της Ευρώπης να επιτύχει τον στόχο της βιώσιμης ανάπτυξης.

2.4

Κατόπιν των συστάσεων που διατυπώθηκαν στα συμπεράσματα του ΟΗΕ και αργότερα της ΕΕ, όργανα σαν τα ΕΣΒΑ άρχισαν να συγκροτούνται τη δεκαετία του 1990 σε διάφορες χώρες, με κύριο στόχο να εξασφαλίσουν την αποτελεσματική υλοποίηση του προγράμματος «Agenda 21» και την πρακτική εφαρμογή των αρχών της βιώσιμης ανάπτυξης. Μερικές κυβερνήσεις συνέστησαν διυπουργικά συντονιστικά όργανα (π.χ. Επιτροπή Βιώσιμης Ανάπτυξης της Ουγγαρίας, 1993), άλλες προτίμησαν μικτά όργανα όπως η Εθνική Επιτροπή Βιώσιμης Ανάπτυξης της Φινλανδίας (1993) και άλλες, πάλι, δημιούργησαν συμβούλια με μέλη προερχόμενα από την κοινωνία των πολιτών, όπως το Εθνικό Συμβούλιο του Βελγίου (1993) και η Στρογγυλή Τράπεζα για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη του Ηνωμένου Βασιλείου (1994). Αργότερα ακολούθησαν και άλλες χώρες, ενώ, από τα όργανα που είχαν συσταθεί νωρίτερα, μερικά αναδιαρθρώθηκαν και άλλα στην πορεία του χρόνου καταργήθηκαν.

2.5

Η ανανεωμένη στρατηγική της ΕΕ δηλώνει ότι«τα κράτη μέλη θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο να ενισχύσουν (ή, όπου αυτά δεν υπάρχουν ακόμα, να τα δημιουργήσουν) εθνικά συμβουλευτικά συμβούλια με τη συμμετοχή πολλών ενδιαφερομένων μερών σχετικά με την αειφόρο ανάπτυξη, προκειμένου να δίνουν ερεθίσματα για συζήτηση κατόπιν ενημέρωσης, να βοηθούν κατά την προετοιμασία των Εθνικών Στρατηγικών Αειφόρου Ανάπτυξης ή/και να συμβάλλουν στις αξιολογήσεις της εθνικής και ενωσιακής προόδου. Τα εθνικά συμβούλια αειφόρου ανάπτυξης προορίζονται να αυξήσουν τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών σε θέματα αειφορίας και να συμβάλουν στην καλύτερη σύνδεση διαφορετικών πολιτικών και επιπέδων πολιτικής, χρησιμοποιώντας και το δίκτυο των Ευρωπαϊκών Συμβουλευτικών Συμβουλίων Περιβαλλοντικής και Αειφόρου Ανάπτυξης (EEAC)».

2.6

ΕΣΒΑ έχουν πλέον συσταθεί επίσημα σε αρκετά κράτη μέλη. Λόγω της διαφορετικής ιστορικής πορείας κάθε κράτους μέλους, τα ΕΣΒΑ εμφανίζονται με ποικίλες μορφές ανά την ΕΕ. Κάποιο είδος συμβουλίου για τη βιώσιμη ανάπτυξη ή την περιβαλλοντική πολιτική υπάρχει σε 24 κράτη μέλη, εκ των οποίων 8 έχουν συμβούλια ειδικά για τη βιώσιμη ανάπτυξη, ενώ άλλα 6 έχουν περιβαλλοντικά συμβούλια με μέλη ενδιαφερόμενους ή εμπειρογνώμονες που αναπτύσσουν δραστηριότητα και στον τομέα της βιώσιμης ανάπτυξης. Άλλες χώρες έχουν κυβερνητικά συντονιστικά όργανα που ονομάζονται συμβούλια και σε ορισμένα συμμετέχει και η κοινωνία των πολιτών. Μερικά από τα όργανα αυτά είναι ανενεργά. Σε πολλές χώρες όπου οι περιφέρειες έχουν σημαντικές εξουσίες, έχουν συσταθεί και περιφερειακά συμβούλια επιπροσθέτως των εθνικών. Η ραγδαία ανάπτυξη των ΕΣΒΑ δείχνει ότι έχουν δυνατότητες και ότι θα μπορούσαν να παράσχουν προστιθέμενη αξία στη διαδικασία διαμόρφωσης των πολιτικών και στον διάλογο με την ευρύτερη κοινωνία.

2.7

Σκοπός της παρούσας γνωμοδότησης είναι να εξετάσει τον ρόλο των ΕΣΒΑ, τις αρμοδιότητές τους, τη σύνθεση, τους πόρους, τις μεθόδους εργασίας τους και, πάνω απ' όλα, τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών. Η γνωμοδότηση αποσκοπεί επίσης, ως ένα βαθμό, στην εξέταση της αποτελεσματικότητας των ΕΣΒΑ, χωρίς να λησμονείται ότι σε μια τέτοια αξιολόγηση πάντα υπεισέρχεται κάποια υποκειμενικότητα. Η αξιολόγηση βασίζεται ιδίως σε μία έρευνα που διεξήχθη από το δίκτυο EEAC (2), στα αποτελέσματα ενός ερωτηματολογίου που έστειλε η ΕΟΚΕ σε διάφορα εθνικά σημεία εστίασης και ΕΣΒΑ και στις συμβολές ορισμένων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Πραγματοποιήθηκαν επίσης συνεντεύξεις με εκπροσώπους των ΕΣΒΑ και της κοινωνίας των πολιτών.

3.   Επισκόπηση των Εθνικών Συμβουλίων Βιώσιμης Ανάπτυξης

3.1

Η ακόλουθη επισκόπηση των ΕΣΒΑ παρουσιάζει μια εικόνα με μεγάλη ποικιλία:

Οι αρμοδιότητες των Συμβουλίων

3.2

Μπορούμε να προσδιορίσουμε τέσσερα βασικά καθήκοντα των ΕΣΒΑ:

παρέχουν συμβουλές στα κυβερνητικά όργανα (συμβάλλοντας στην ανάπτυξη των στρατηγικών για τη βιώσιμη ανάπτυξη και εκδίδοντας εκθέσεις για συγκεκριμένες πολιτικές)·

παρακολουθούν την πρόοδο της εφαρμογής των στρατηγικών για τη βιώσιμη ανάπτυξη ή της επίτευξης συγκεκριμένων στόχων και εφιστούν την προσοχή στις ελλείψεις·

ενθαρρύνουν τον διάλογο και τη διαβούλευση με την κοινωνία των πολιτών (μέσω της συμμετοχής εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών στη σύνθεση και στις εργασίες των ΕΣΒΑ και της προώθησης του διαλόγου των ΕΣΒΑ μεταξύ τους και με την κυβέρνηση)·

παρουσιάζουν τη βιώσιμη ανάπτυξη στο κοινό (διοργανώνοντας δημόσιες εκδηλώσεις και δημοσιεύοντας πληροφορίες για τη βιώσιμη ανάπτυξη στο Διαδίκτυο, στα μέσα ενημέρωσης κλπ.).

3.2.1

Τα τέσσερα αυτά καθήκοντα δεν εκπληρώνονται από τα ΕΣΒΑ σε όλα τα κράτη μέλη. Σε μερικά κράτη μέλη οι αρμοδιότητές τους είναι πολύ πιο περιορισμένες, ενώ σε άλλα, παρότι τα προαναφερθέντα καθήκοντα έχουν ανατεθεί στα ΕΣΒΑ, δεν εκπληρώνονται ή εκπληρώνονται μόνο εν μέρει. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι ορισμένα ΕΣΒΑ συνεδριάζουν πολύ σπάνια (2-3 φορές το χρόνο). Άλλα συνεδριάζουν συχνότερα και έχουν, επιπλέον, ομάδες εργασίας (οι ομάδες εργασίας που συγκροτούνται στο πλαίσιο προπαρασκευαστικών ομάδων για συγκεκριμένο έργο φαίνεται πως είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικές σε σύγκριση με τις στατικές ομάδες που εστιάζουν σε ένα θέμα). Σε ορισμένα κράτη μέλη, τα ΕΣΒΑ έχουν τη δυνατότητα να συμβάλουν από τα αρχικά στάδια στην εθνική στρατηγική για την αειφόρο ανάπτυξη, ενώ σε άλλα η συμβολή τους ζητείται πολύ αργά ή δεν ζητείται καθόλου. Ο αριθμός των εκθέσεων που παράγουν τα ΕΣΒΑ κυμαίνεται από 0 έως περισσότερες από 10 ετησίως. Τα καλά εδραιωμένα ΕΣΒΑ έχουν τακτικές επαφές με τα ενδιαφερόμενα μέρη και διοργανώνουν δημόσιες εκδηλώσεις ή συνεδριάσεις εμπειρογνωμόνων σε τακτική βάση.

Μέγεθος και σύνθεση των ΕΣΒΑ

3.3

Τα ΕΣΒΑ ποικίλλουν σε μέγεθος και σύνθεση· ο αριθμός των μελών τους κυμαίνεται από 15 στη Γερμανία έως 78, 81 και 90 στο Βέλγιο, τη Φινλανδία και τη Γαλλία αντιστοίχως. Πολλά ΕΣΒΑ περιλαμβάνουν εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών (επιχειρήσεων, συνδικαλιστικών ενώσεων, ΜΚΟ και ερευνητικών ιδρυμάτων). Άλλα περιλαμβάνουν επίσης εκπροσώπους διάφορων κρατικών φορέων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το κυβερνητικό συντονιστικό όργανο ονομάζεται «Συμβούλιο» και μπορεί να περιλαμβάνει ένα μικρό αριθμό ενδιαφερομένων. Συχνά εκπροσωπούνται επίσης οι τοπικές και περιφερειακές αρχές. Ορισμένοι εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών έχουν εκφράσει τη δυσαρέσκειά τους για την ανεπαρκή συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στο εθνικό τους συμβούλιο και στις διαδικασίες της αειφόρου ανάπτυξης εν γένει.

Βαθμός ανεξαρτησίας

3.4

Καθώς τα ΕΣΒΑ συγκροτούνται και χρηματοδοτούνται από την κυβέρνηση, έχουν κάποια «εξάρτηση» από αυτή. Για να κερδίσουν τον σεβασμό τόσο των κρατικών φορέων όσο και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, πρέπει να επιτύχουν τον σωστό βαθμό ανεξαρτησίας και η εξεύρεση αυτής της ισορροπίας είναι δύσκολο έργο. Οι διαδικασίες επιλογής ποικίλλουν, αλλά γενικά τα μέλη ορίζονται από την κυβέρνηση, κατά κανόνα βάσει προτάσεων των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών που εκπροσωπούνται στο συμβούλιο. Ένα άλλο θέμα είναι το προσωπικό που εργάζεται στο συμβούλιο, το οποίο σε πολλές χώρες προέρχεται από κρατικές υπηρεσίες. Αυτό ενδέχεται να περιορίζει τον βαθμό ανεξαρτησίας του συμβουλίου. Επίσης, σε πολλά ΕΣΒΑ ο πρόεδρος είναι μέλος της κυβέρνησης.

Πόροι

3.5

Οι πόροι που διατίθενται στα ΕΣΒΑ είναι πολύ άνισοι· αυτό ισχύει τόσο για τους ανθρώπινους πόρους όσο και για τον διαθέσιμο προϋπολογισμό. Σε ορισμένες χώρες, όταν η γραμματεία στεγάζεται σε υπουργείο, υπάρχει μόνο ένας διοικητικός υπάλληλος, ο οποίος μάλιστα συχνά δεν εργάζεται αποκλειστικά για το ΕΣΒΑ. Ο συνολικός αριθμός των υπαλλήλων κυμαίνεται από λιγότερους από 1 έως περίπου 20. Το μεγαλύτερο ΕΣΒΑ είναι το βρετανικό, με 58 υπαλλήλους. Δεν έχουν όλα τα ΕΣΒΑ δικό τους προϋπολογισμό. Οι προϋπολογισμοί τους κυμαίνονται από κάτω του 0,1 εκατ. ευρώ έως περίπου 1 εκατ. ευρώ, εκτός από το συμβούλιο του Ηνωμένου Βασιλείου, που διαθέτει προϋπολογισμό 5,5 εκατ. ευρώ.

Αντίκτυπος

3.6

Δεν είναι εύκολο να αξιολογηθεί ο αντίκτυπος των εργασιών των ΕΣΒΑ, αλλά από τις πληροφορίες που λάβαμε μπορούμε να εξαγάγουμε μερικά συμπεράσματα. Φαίνεται, για παράδειγμα, ότι, σε αρκετές χώρες όπου το ΕΣΒΑ έχει ισχυρή εντολή, πολλές από τις συστάσεις του ενσωματώνονται στις κυβερνητικές πολιτικές και ιδιαίτερα στην εθνική στρατηγική για την αειφόρο ανάπτυξη. Ορισμένα ΕΣΒΑ έχουν σαφώς καλή πρόσβαση στους υπουργούς και στα υπουργεία του κράτους και ζητείται τακτικά η γνώμη τους για τη χάραξη των πολιτικών. Άλλα ΕΣΒΑ διατηρούνται σε απόσταση. Μπορούμε επίσης να πούμε πως ορισμένα ΕΣΒΑ έχουν καταφέρει να αναπτύξουν επαφές με πολλά ενδιαφερόμενα μέρη και με το ευρύτερο κοινό, προσελκύοντας πολλούς συμμετέχοντες στις εκδηλώσεις τους και εξασφαλίζοντας έτσι ισχυρή συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στις διαδικασίες υπέρ της βιώσιμης ανάπτυξης.

Αξιολόγηση

3.7

Τα ΕΣΒΑ μπορούν να είναι ισχυροί και δυναμικοί συντελεστές της βιώσιμης ανάπτυξης. Μπορούν να παρέχουν ανεξάρτητες συμβουλές και ευρύ φάσμα γνώσεων, να προωθούν τον διάλογο με την κοινωνία των πολιτών και τα ενδιαφερόμενα μέρη, να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην παρακολούθηση της προόδου προς την επίτευξη πιο μακροπρόθεσμων στόχων βιώσιμης ανάπτυξης και να επιτελούν μια πολύτιμη λειτουργία επισήμανσης των ελλείψεων.

3.8

Ενώ ορισμένα κράτη μέλη δεν έχουν καθόλου ή έχουν μόνο ανενεργά εθνικά συμβούλια, εκείνα που είναι ενεργά διαφέρουν σημαντικά ως προς τις αρμοδιότητες, τη σύνθεση, την ανεξαρτησία, τους πόρους, καθώς και ως προς τον αντίκτυπο των εργασιών τους. Αυτό είναι αποτέλεσμα ποικίλων παραγόντων: του μεγέθους και της πολιτικής οργάνωσης της χώρας, του ρόλου που αποδίδει η κυβέρνηση στην πολιτική για τη βιώσιμη ανάπτυξη, της παράδοσης όσον αφορά τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, της ύπαρξης άλλων οργάνων που καλύπτουν μερικώς τις αρμοδιότητες του ΕΣΒΑ, της διάθεσης της κυβέρνησης να δεχθεί συμβουλές από ένα άλλο όργανο κλπ.

3.9

Το πλήρες δυναμικό των ΕΣΒΑ δεν αξιοποιείται σε όλα τα κράτη μέλη. Σε ορισμένα, η σύσταση του ΕΣΒΑ μοιάζει περισσότερο με έργο «βιτρίνας» παρά με προσπάθεια για πραγματική συμβολή της κοινωνίας των πολιτών. Ωστόσο, υπάρχουν μερικές χώρες με καλά εδραιωμένα ΕΣΒΑ, που ανταποκρίνονται στον ρόλο τους και έχουν πραγματικό αντίκτυπο.

3.10

Τα περισσότερα ΕΣΒΑ δεν φαίνεται να έχουν επαρκείς πόρους για να εκπληρώσουν όλα τα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί. Απαιτείται σημαντικό εργατικό δυναμικό και χρηματοδότηση για να συγκεντρωθούν τα στοιχεία, να αναλυθούν οι πολιτικές και ο αντίκτυπός τους, να διοργανωθούν οι συνεδριάσεις του συμβουλίου και οι εκδηλώσεις συμμετοχής του κοινού, να παραχθούν τεκμηριωμένες και έγκυρες εκθέσεις και να προαχθούν ενεργά στην κυβέρνηση και αλλού.

3.11

Σε μερικά κράτη μέλη, η κυβέρνηση φαίνεται πως έχει πολύ ισχυρό ρόλο, π.χ. όσον αφορά τον ορισμό των μελών του ΕΣΒΑ, τον αριθμό των εκπροσώπων της κυβέρνησης στους κόλπους του και το προσωπικό που απασχολείται σ' αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές, υπάρχει κίνδυνος να κυριαρχεί στις εργασίες του συμβουλίου η άποψη της κυβέρνησης, περιορίζοντας έτσι τη δυνατότητα του ΕΣΒΑ να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο βοηθώντας την κυβέρνηση να υπερβεί τις βραχυπρόθεσμες πολιτικές σκοπιμότητες και να περάσει σε πιο μακροπρόθεσμους στόχους βιώσιμης ανάπτυξης.

3.12

Τα ΕΣΒΑ έχουν διαφορετικές εμπειρίες όσον αφορά την προώθηση της συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών στα θέματα της βιώσιμης ανάπτυξης. Τα διάφορα συμβούλια ανά την Ευρώπη θα είχαν πολλά να μάθουν το ένα από το άλλο όσον αφορά την ανάπτυξη ορθών πρακτικών για αυτό το θέμα.

3.13

Για πολλά θέματα βιώσιμης ανάπτυξης η αρμοδιότητα επιμερίζεται μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών. Τα περισσότερα ΕΣΒΑ, όμως, έχουν περιορισμένη ικανότητα να επικεντρωθούν στις ευρωπαϊκές πτυχές ή να ασκήσουν κάποια επιρροή στις Βρυξέλλες. Αντιμετώπισαν εν μέρει αυτό το πρόβλημα με τη σύσταση του δικτύου τους, του EEAC, το οποίο αποκτά όλο και πιο σημαντική φωνή σε θέματα βιώσιμης ανάπτυξης στην Ευρώπη.

4.   Συστάσεις

4.1

Ενόψει των θετικών εμπειριών στα κράτη μέλη με «ισχυρά» ΕΣΒΑ, η ΕΟΚΕ καλεί όλα τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τα συμβούλιά τους ή να δημιουργήσουν λειτουργικά και αποτελεσματικά συμβούλια όπου δεν υπάρχουν ακόμη.

4.2

Η σύνθεση, η εντολή και οι λειτουργίες των ΕΣΒΑ διαφέρουν από χώρα σε χώρα ανάλογα με τις τοπικές συνθήκες και πολιτικές διαρθρώσεις. Η ΕΟΚΕ συνιστά στα κράτη μέλη να δώσουν ιδιαίτερη προσοχή στις ακόλουθες γενικές συστάσεις για τις βασικές πτυχές των ΕΣΒΑ.

4.2.1

Σύνθεση: Τα ΕΣΒΑ έχουν μεγαλύτερο κύρος και αξιοπιστία εάν περιλαμβάνουν εκπροσώπους όλων των σημαντικών τομέων της κοινωνίας που ενδιαφέρονται για τα θέματα της βιώσιμης ανάπτυξης. Όσο ευρύτερη βάση έχει η σύνθεσή τους, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα να μπορέσουν να βρεθούν λύσεις που θα είναι ευρέως αποδεκτές.

4.2.2

Εντολή και όραμα: Για να επιτευχθεί βιώσιμη ανάπτυξη, οι υπεύθυνοι για τη λήψη των αποφάσεων πρέπει να αναπτύξουν μια μακροπρόθεσμη θεώρηση και να λαμβάνουν υπόψη, πέρα από τα άμεσα και βραχυπρόθεσμα πολιτικά μελήματα, και τις ανάγκες των μελλοντικών γενεών και του πλανήτη ως συνόλου. Τα ΕΣΒΑ μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στη διάρθρωση αυτού του μακροπρόθεσμου οράματος. Για να επιτελέσουν αποτελεσματικά αυτόν τον ρόλο, χρειάζονται μέλη με όραμα, κύρος και υπόσταση στην κοινωνία, ικανά να διαμορφώνουν ανεξάρτητη άποψη και να θέτουν υπό αμφισβήτηση τις τρέχουσες πολιτικές και πρακτικές.

4.2.3

Ανεξαρτησία: Τα ΕΣΒΑ θα μπορούσαν να ασκήσουν εντονότερη επιρροή για πιο βιώσιμη ανάπτυξη, εάν είχαν επαρκή βαθμό ανεξαρτησίας από την κυβέρνηση και μπορούσαν να επιλαμβάνονται δύσκολων πολιτικών ζητημάτων, όπου ενδέχεται να υπάρχει σύγκρουση μεταξύ των βραχυπρόθεσμων πολιτικών στόχων και των πιο μακροπρόθεσμων αναγκών αειφορίας.

4.2.4

Πεδίο δραστηριότητας: Τα ΕΣΒΑ θα πρέπει να διαδραματίζουν από τα αρχικά στάδια σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των στρατηγικών για την αειφόρο ανάπτυξη (και άλλων συναφών στρατηγικών) και στην παρακολούθηση της εφαρμογής τους. Αυτό σημαίνει ενασχόληση με ευρύ φάσμα θεμάτων που σχετίζονται με την αειφορία όπως η αλλαγή του κλίματος, οι πολιτικές ενέργειας και μεταφορών, η βιοποικιλότητα, τα αγροτικά και γεωργικά θέματα και η συνολική διαχείριση της οικονομίας με βιώσιμο τρόπο. Τα ΕΣΒΑ θα είναι πιο παραγωγικά εάν είναι ικανά, όχι μόνο να ανταποκρίνονται στις αιτήσεις της κυβέρνησης να μελετήσουν συγκεκριμένα θέματα, αλλά και να προβάλλουν άλλους τομείς, τους οποίους θεωρούν σημαντικούς, με δική τους πρωτοβουλία.

4.2.5

Πρόσβαση στις πληροφορίες: Για να επιτελούν δεόντως τον ρόλο τους, τα ΕΣΒΑ πρέπει να μπορούν να συγκεντρώνουν στοιχεία από όλες τις σχετικές πηγές και, ιδιαίτερα, να έχουν καλή πρόσβαση στις κρατικές πληροφορίες και στο σκεπτικό της κυβέρνησης.

4.2.6

Προώθηση της συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών στα θέματα της βιώσιμης ανάπτυξης: Ένας σημαντικός ρόλος των ΕΣΒΑ είναι η μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση του κοινού. Μπορούν να διαδραματίσουν πολύτιμο ρόλο βοηθώντας τις αρμόδιες αρχές να εντάξουν την οπτική της βιώσιμης ανάπτυξης στην επίσημη και την άτυπη εκπαίδευση. Μπορούν επίσης να προωθήσουν την ευρύτερη κατανόηση των θεμάτων της βιώσιμης ανάπτυξης στα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Με τη δημοσίευση ετήσιων εκθέσεων για την «κατάσταση της αειφορίας», τα ΕΣΒΑ θα μπορούσαν να επισύρουν μεγαλύτερη προσοχή σε αυτό το θέμα και να ενθαρρύνουν τη δημόσια συζήτηση.

4.2.7

Πόροι: Η ΕΟΚΕ καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν επαρκή χρηματοδότηση των ΕΣΒΑ, ώστε να μπορούν να εκπληρώνουν τα καθήκοντά τους και να παρέχουν πραγματική προστιθέμενη αξία στις συζητήσεις και στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με τα θέματα της αειφορίας.

4.2.8

Δράση στο ευρωπαϊκό επίπεδο: Η ΕΟΚΕ προτρέπει τα ΕΤΒΑ να ανταλλάσσουν εμπειρίες και βέλτιστες πρακτικές και να διατηρούν ανοιχτό διάλογο μεταξύ τους, ιδίως μέσω της ενίσχυσης του δικτύου των Ευρωπαϊκών Γνωμοδοτικών Συμβουλίων Περιβαλλοντικής και Αειφόρου Ανάπτυξης (EEAC). Κατ' αυτόν τον τρόπο θα δημιουργηθεί μια ισχυρή ευρωπαϊκή φωνή υπέρ της βιώσιμης ανάπτυξης.

4.3

Η ΕΟΚΕ συνιστά επίσης στα ΕΣΒΑ να επιδιώξουν να αναπτύξουν την ικανότητά τους να συνδιαλέγονται μεμονωμένα και συλλογικά με τα ευρωπαϊκά όργανα σε σχέση με ευρωπαϊκές πτυχές της πολιτικής για τη βιώσιμη ανάπτυξη από τη σκοπιά της κοινωνίας των πολιτών. Η ΕΟΚΕ (και ιδιαίτερα το Παρατηρητήριο της Βιώσιμης Ανάπτυξης) θα μπορούσαν να διαδραματίσουν χρήσιμο ρόλο εν προκειμένω, διευκολύνοντας τη μεγαλύτερη συμμετοχή των ΕΣΒΑ σε ευρωπαϊκά θέματα βιώσιμης ανάπτυξης. Η ΕΟΚΕ θα μπορούσε να επιδιώξει να αναπτύξει διάλογο σε τακτική βάση με το δίκτυο EEAC και τα μέλη του σχετικά με επίκαιρα θέματα. Θα μπορούσε επίσης να υποστηρίξει πανευρωπαϊκές συγκριτικές μελέτες για τέτοια θέματα, εστιάζοντας ιδίως στη συμβολή και στον ρόλο της κοινωνίας των πολιτών. Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσε να επισημαίνει και να προβάλλει παραδείγματα βέλτιστων πρακτικών.

4.4

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι ουσιώδη σημασία έχει επίσης η συμμετοχή του ευρύτερου κοινού στα θέματα της βιώσιμης ανάπτυξης, πέρα και πάνω από τις δραστηριότητες των εθνικών συμβουλίων. Καλεί, συνεπώς, τις αρχές του εθνικού, του περιφερειακού και του τοπικού επιπέδου να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών σε όλες τις πολιτικές αποφάσεις που έχουν έντονη διάσταση αειφορίας. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές για τη θέσπιση ελάχιστων κριτηρίων ορθής πρακτικής όσον αφορά τη συμμετοχή του κοινού. Για να υποστηριχθεί αυτή η συμμετοχή, η ΕΟΚΕ συνιστά να διεξάγεται τακτικά συγκριτική αξιολόγηση ή βράβευση των βέλτιστων πρακτικών. Τα ΕΣΒΑ θα πρέπει επίσης να φροντίζουν να συνεργάζονται στενά με τις άλλες οργανώσεις και τα όργανα που ασχολούνται με τη βιώσιμη ανάπτυξη στη χώρα τους, συμπεριλαμβανομένων των Οικονομικών και Κοινωνικών Επιτροπών όπου υπάρχουν.

4.5

Τελειώνοντας, η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι το έργο των ΕΣΒΑ θα είναι εποικοδομητικό μόνον εάν οι κυβερνήσεις έχουν τη διάθεση να ακούν και να ακολουθούν τις συμβουλές τους και εάν λάβουν συγκεκριμένα μέτρα, μεταξύ των οποίων και διάθεση επαρκούς χρηματοδότησης, για τη στροφή των εθνικών πολιτικών προς μία πιο βιώσιμη προσέγγιση.

Βρυξέλλες, 12 Δεκεμβρίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Ανανεωμένη στρατηγική της ΕΕ για την αειφόρο ανάπτυξη, Συμπεράσματα του Συμβουλίου, 26 Ιουνίου 2006.

(2)  Βλ. κατάλογο των «πηγών» στο τέλος του κειμένου.


16.5.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/33


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πράσινο Βιβλίο για τη βελτίωση των πρακτικών διάλυσης των πλοίων»

COM(2007) 269 τελικό

(2008/C 120/08)

Στις 22 Μαΐου 2007, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα

«Πράσινο Βιβλίο για τη βελτίωση των πρακτικών διάλυσης των πλοίων».

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, αγροτική ανάπτυξη, περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 31 Οκτωβρίου 2007 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Adams.

Κατά την 440η σύνοδο ολομέλειάς της που πραγματοποιήθηκε στις 12 και 13 Δεκεμβρίου 2007 (συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε ομόφωνα την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) εκφράζει την ικανοποίησή της για την πρόταση της Επιτροπής για ανάληψη δράσης τόσο σε διεθνές όσο και σε περιφερειακό επίπεδο με στόχο τη μεταβολή, το συντομότερο δυνατόν, των σημερινών απαράδεκτων πρακτικών διάλυσης των πλοίων.

1.2

Η διεθνής βιομηχανία διάλυσης πλοίων, όπως είναι διαρθρωμένη επί του παρόντος, καλύπτει από ασφαλείς ελεγχόμενες ναυπηγικές δεξαμενές έως παραλίες όπου τα σκάφη διαλύονται χειρωνακτικά με την εφαρμογή ελάχιστων μέτρων υγείας, ασφάλειας και προστασίας του περιβάλλοντος. Σήμερα, τα περισσότερα εμπορικά πλοία κλείνουν τον κύκλο ζωής τους σε μία από αυτές τις παραλίες της Νότιας Ασίας. Υπάρχει σε παγκόσμια κλίμακα σοβαρή έλλειψη εγκαταστάσεων διάλυσης συμβατών με τις αρχές της περιβαλλοντικής και κοινωνικής βιωσιμότητας.

1.3

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ανησυχία ότι η επικρατούσα κατάσταση θα επιδεινωθεί λόγω της «διόγκωσης» του αριθμού των πλοίων τα οποία θα τεθούν εκτός λειτουργίας τα επόμενα έτη μετά τη σταδιακή απόσυρση των μονοπύθμενων δεξαμενόπλοιων σε παγκόσμια κλίμακα, λόγω της υπάρχουσας καθυστέρησης της διάλυσης περίπου 15 εκατομμυρίων τόνων εκτοπίσματος άφορτου πλοίου (LDT) (1) και λόγω της πρόσφατης άνθησης της ναυπηγικής βιομηχανίας. Καθώς ένα μέρος των πλεονασματικών σκαφών τα οποία θα πρέπει να αποσυρθούν τα επόμενα έτη έχει προκύψει ως αποτέλεσμα μέτρων που έλαβε ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός (ΔΝO) ύστερα από προτροπή της ΕΕ για την προστασία του περιβάλλοντός της, η ΕΕ έχει σαφή ευθύνη για την ανάληψη δράσης.

1.4

Σημειωτέον ότι οι ορισμένοι πλοιοκτήτες δεν προβλέπουν στα λειτουργικά τους έξοδα την ασφαλή ελεγχόμενη διάθεση των πλοίων στο τέλος του κύκλου ζωής τους. Ωστόσο, πολλοί από αυτούς (2) αντιλαμβάνονται την ανάγκη ανάληψης δράσης και αρχίζουν να εφαρμόζουν εθελοντικά μέτρα.

1.5

Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι, παρόλο που η ΕΕ διαθέτει το νομοθετικό πλαίσιο για την αποτροπή της διάλυσης των πλοίων που πραγματοποιούν το τελικό τους ταξίδι σε τοποθεσίες με ανεπαρκείς εγκαταστάσεις, αυτό παρακάμπτεται εύκολα. Η ΕΟΚΕ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει — τελευταία φορά δε τον Μάρτιο του 2007 στη γνωμοδότησή της για την Πράσινη Βίβλο Προς μια μελλοντική θαλάσσια πολιτική για την Ένωση  (3) — ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να κυρώσουν άμεσα τις διεθνείς συμβάσεις σχετικά με την ασφάλεια στη θάλασσα και την προστασία του περιβάλλοντος και να διασφαλίσουν την ορθή εφαρμογή τους.

1.6

Είναι σαφές ότι η διάλυση σκαφών στο τέλος του κύκλου ζωής τους αποτελεί ένα σύνθετο τομέα που συνεπάγεται σημαντική συνεισφορά σε θέσεις απασχόλησης και πρώτες ύλες προς όφελος των αναπτυσσόμενων χωρών οι οποίες εφαρμόζουν πρακτικές διάλυσης χαμηλού κόστους. Ταυτόχρονα, η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η διαρθρωτική φτώχεια και άλλα κοινωνικά και νομικά προβλήματα που υφίστανται σε ορισμένες περιοχές της Νότιας Ασίας συνδέονται στενά με την απουσία ή την αδυναμία εφαρμογής ακόμη και στοιχειωδών προτύπων ασφάλειας στο χώρο εργασίας και των ελάχιστων προτύπων εργασίας και προστασίας του περιβάλλοντος.

Ως εκ τούτου η ΕΟΚΕ συνιστά τα ακόλουθα:

1.7

Ένα ισχυρό διεθνές καθεστώς για την αναγνώριση, τον έλεγχο και τη διάθεση των πλοίων στο τέλος του κύκλου ζωής τους θα πρέπει να θεσπισθεί μέσω του ΔΝΟ. Αυτό το καθεστώς πρέπει να διασφαλίζει ισοδύναμο επίπεδο ελέγχου με εκείνο της Σύμβασης της Βασιλείας, δηλ. να ενσωματώνει όλα τα σχετικά πρότυπα της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ), να μην επιτρέπει εξαιρέσεις και να προλαμβάνει τη μετακίνηση πλοίων με επικίνδυνα απόβλητα στο τέλος του κύκλου ζωής τους σε χώρες που δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης και διαθέτουν ανεπαρκείς εγκαταστάσεις.

1.8

Ωστόσο, για την υλοποίηση μιας τέτοιας συμφωνίας στο πλαίσιο του ΔΝΟ απαιτούνται αρκετά έτη. Ως εκ τούτου:

η εφαρμογή αποτελεσματικών εθελοντικών προγραμμάτων από τους πλοιοκτήτες για την ελαχιστοποίηση των προβλημάτων διάθεσης θα πρέπει να ενθαρρύνεται και να υποστηρίζεται,

αδιαμφισβήτητα η ΕΕ θα πρέπει να εφαρμόσει την υφιστάμενη νομοθεσία της και πιο συγκεκριμένα τον κανονισμό για τη μεταφορά αποβλήτων. Θα πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα ώστε το κράτος του λιμένα να έχει την εξουσία να χαρακτηρίζει ένα πλοίο ως ευρισκόμενο «στο τέλος του κύκλου ζωής του» και να υποστηριχθεί η κατάρτιση ενός οδηγού για την αποσαφήνιση των όρων «πρόθεση διάθεσης» και «κατάσταση εξαγωγής» είναι απαραίτητη. Η ΕΟΚΕ καλεί επίσης την Επιτροπή να θεσπίσει επειγόντως και να εφαρμόσει πρόσθετα μέτρα για την πρόληψη της παράκαμψης, όπως η απαίτηση εγγυήσεων για πλοία άνω των 25 ετών ή χαρακτηρισμένα ως υψηλού κινδύνου και η εξάρτηση της συνέχισης των επιδοτήσεων για το ναυτιλιακό κλάδο από τη χρήση «πράσινων» εγκαταστάσεων διάλυσης ή/και προκαταρκτικού καθαρισμού των πλοίων, και

η ΕΕ θα πρέπει να αναπτύξει ένα σύστημα πιστοποίησης και ελέγχου από τρίτους για ασφαλείς και περιβαλλοντικά ενδεδειγμένες εγκαταστάσεις διάλυσης. Αυτό έχει αποτελέσει αίτημα του κλάδου των πλοιοκτητών και θα συμβάλει στην εξασφάλιση διαφάνειας και ισότιμων όρων ανταγωνισμού.

1.9

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει σθεναρά την προώθηση βέλτιστων πρακτικών ανακύκλωσης των πλοίων και τον προκαταρκτικό καθαρισμό των πλοίων από αέρια και τοξικά απόβλητα εντός της ΕΕ. Η δέσμευση των κρατών μελών ως προς το χειρισμό όλων των κρατικών πλοίων κατά αυτόν τον τρόπο και η επιβολή δεσμευτικών ρητρών σχετικά με το τέλος του κύκλου ζωής των πλοίων όταν τα εν λόγω πλοία πωλούνται σε τρίτους, αποτελούν αρχικά βήματα ζωτικής σημασίας τα οποία ενισχύουν αυτήν την προσέγγιση. Ο προκαταρκτικός καθαρισμός σκαφών πριν από την εξαγωγή θα εξασφαλίσει διαύλους για την παροχή καθαρού δευτερογενούς χάλυβα σε προορισμούς της Νότιας Ασίας όπου η ζήτηση είναι υψηλή. Η κατάρτιση ενός οδηγού σχετικά με τις πρακτικές προκαταρκτικού καθαρισμού είναι απαραίτητη για τον σκοπό αυτό.

1.10

Η παροχή οικονομικής και τεχνικής υποστήριξης σε χώρες της Νότιας Ασίας για τη βελτίωση των εγκαταστάσεών τους — τουλάχιστον για την αντικατάσταση των εργασιών που πραγματοποιούνται σε παραλίες με ελεγχόμενες εργασίες χειρισμού σε προβλήτες και ναυπηγικές δεξαμενές και για την εξασφάλιση καλύτερων εγκαταστάσεων ασφάλειας και μεταγενέστερης διαχείρισης αποβλήτων — θα μετριάσει ορισμένα από τα σημαντικότερα προβλήματα.

1.11

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η ανάληψη αποτελεσματικής δράσης σχετικά με το θέμα αυτό συνεπάγεται επιπλέον κόστος. Υποστηρίζει τις βασικές προτάσεις της Επιτροπής για την ανάπτυξη μηχανισμών με σκοπό την ενσωμάτωση του εν λόγω κόστους στο τακτικό λειτουργικό κόστος του πλοίου. Ειδικότερα, απαιτείται να ληφθούν περαιτέρω μέτρα από τον ΔΝΟ και τον κλάδο των πλοιοκτητών για τη διάθεση, για κάθε πλοίο, ενός κεφαλαίου ανακύκλωσης, το οποίο είτε θα συγκεντρώνεται σταδιακά κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής του είτε θα καταβάλλεται ως εγγύηση κατά την έναρξη λειτουργίας του. Διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μπορούν να αναλάβουν τη διάρθρωση και το χειρισμό των μέτρων αυτών. Εάν η εν λόγω διεθνής χρηματοδότηση δεν είναι εφικτή, η ΕΕ θα πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο περιφερειακών μηχανισμών όπως, π.χ., φόρων του κράτους του λιμένα ή παρόμοιων μέτρων.

1.12

Ο σχεδιασμός με βάση τις ανάγκες ανακύκλωσης, η αναγνώριση των υφιστάμενων κινδύνων και η υποκατάσταση όσο το δυνατόν περισσότερου τοξικού υλικού κατά την κατασκευή των πλοίων θα έχουν, μακροπρόθεσμα, θετικό αντίκτυπο και η ΕΟΚΕ στηρίζει τις προσπάθειες τόσο της ΕΕ και του ΔΝΟ όσο και των πλοιοκτητών και κατασκευαστών.

2.   Εισαγωγή

2.1

Το πλαίσιο της γνωμοδότησης είναι η διεθνής ναυτιλία και η διεθνής μεταφορά αποβλήτων. Κάθε χρόνο διαλύονται 200-600 μεγάλα πλοία για να ανακυκλωθεί ο χάλυβας και άλλες πρώτες ύλες. Πολλές από αυτές τις διαλύσεις γίνονται σε παραλίες με παλίρροια σε χώρες της Νότιας Ασίας, με ελάχιστη προσοχή στην ασφάλεια των εργαζομένων ή στην προστασία του περιβάλλοντος. Υπολογίζεται ότι κατά τα οκτώ επόμενα χρόνια θα καταλήξουν σε αυτές τις εγκαταστάσεις διάλυσης πλοίων που βρίσκονται στο τέλος του κύκλου ζωής τους περίπου 5,5 εκατομμύρια τόνοι επικίνδυνων υλικών (ιδίως λασπώδη κατάλοιπα υδρογονανθράκων, έλαια, χρώματα, πολυβινυλοχλωρίδιο/PVC και αμίαντος).

2.2

Καμία από τις εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνται για τη διάλυση πλοίων στην ινδική χερσόνησο δεν διαθέτει μέσα περιορισμού της ρύπανσης του εδάφους και των υδάτων και η επεξεργασία των αποβλήτων σπανίως είναι σύμφωνη ακόμη και με τα στοιχειώδη περιβαλλοντικά πρότυπα. Λόγω του χαμηλού επιπέδου των μέτρων ασφαλείας, σημειώνονται υψηλά ποσοστά ατυχημάτων, ενώ υπάρχουν και μακροπρόθεσμοι κίνδυνοι για την υγεία των εργαζομένων που χειρίζονται τοξικά υλικά χωρίς επαρκή προστασία. (4)

2.3

Η μεταφορά πλοίων που βρίσκονται στο τέλος του κύκλου ζωής τους από βιομηχανικές σε αναπτυσσόμενες χώρες καλύπτεται από τη διεθνή νομοθεσία για τη μεταφορά αποβλήτων, ενώ η εξαγωγή από την ΕΕ σκαφών που περιέχουν επικίνδυνα υλικά απαγορεύεται από τον κανονισμό της ΕΕ για τη μεταφορά αποβλήτων. Ωστόσο, η μεταβίβαση σε ναυλομεσίτες και η εγγραφή σε άλλα νηολόγια συσκοτίζουν τα θέματα ιδιοκτησίας και ευθύνης καθιστώντας δύσκολη την εφαρμογή της υπάρχουσας νομοθεσίας και αφήνοντας περιθώρια στους ανεύθυνους ιδιοκτήτες να υπεκφεύγουν τις υποχρεώσεις τους.

2.4

Μέρος της λύσης είναι να ενθαρρυνθεί η ανάπτυξη μεγαλύτερου δυναμικού διάλυσης πλοίων στην ΕΕ. Ωστόσο, παρότι αυτό θα ήταν ένα θετικό βήμα και θα μπορούσε να εφαρμοσθεί για πολεμικά και κρατικά πλοία, θα ήταν απίθανο να μπορέσει να καλυφθεί με αυτόν τον τρόπο πάνω από ένα μικρό ποσοστό των 105 εκατομμυρίων τόνων LDT που υπολογίζεται ότι θα προορίζονται για διάλυση έως το 2020 (5).

2.5

Με την Πράσινη Βίβλο, συνεπώς, αναζητούνται επειγόντως λύσεις που θα βελτιώσουν γενικά και κατά οικονομικά αποδοτικό τρόπο τα πρότυπα σύμφωνα με την υφιστάμενη ευρωπαϊκή και διεθνή νομοθεσία, όπως προαναφέρεται.

3.   Σύνοψη της Πράσινης Βίβλου

3.1

Στα συμπεράσματα της συνεδρίασης του Νοεμβρίου 2006, το Συμβούλιο αναγνώρισε ότι η σύμμορφη με περιβαλλοντικά κριτήρια διάλυση των πλοίων αποτελεί προτεραιότητα για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Επιτροπή είχε ήδη προσδιορίσει τη θέση της στην Πράσινη Βίβλο για τη θαλάσσια πολιτική που δημοσιεύθηκε τον Ιούνιο του 2006 (6), σύμφωνα με την οποία η μελλοντική θαλάσσια πολιτική της ΕΕ θα πρέπει να στηρίξει διεθνείς πρωτοβουλίες για τη θέσπιση δεσμευτικών ελάχιστων προτύπων όσον αφορά την ανακύκλωση των πλοίων και για την προώθηση της κατασκευής καθαρών εγκαταστάσεων ανακύκλωσης.

3.2

Το παρόν Πράσινο Βιβλίο παρουσιάζει νέες ιδέες προκειμένου να συνεχιστεί και να εντατικοποιηθεί ο διάλογος με τα κράτη μέλη και τα ενδιαφερόμενα μέρη, καθώς και να προλειανθεί το έδαφος για τη μελλοντική λήψη μέτρων, και ζητεί απαντήσεις σε μια σειρά σημαντικών ερωτήσεων, οι οποίες καθιστούν εμφανή τα κυριότερα προβλήματα.

3.3

Κύριος στόχος του εγχειρήματος είναι η προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας του ανθρώπου. Το ζητούμενο δεν είναι η τεχνητή επαναφορά όγκου δραστηριοτήτων ανακύκλωσης πλοίων στην ΕΕ, πράγμα που θα στερούσε τις χώρες της Νότιας Ασίας από μια σημαντική πηγή εσόδων και απαραίτητων πρώτων υλών. Τελικός στόχος είναι η εξεύρεση βιώσιμων λύσεων σε παγκόσμια κλίμακα.

3.4

Σήμερα υπάρχει ένα δυναμικό ανακύκλωσης πλοίων το οποίο πληροί τα περιβαλλοντικά πρότυπα και τα πρότυπα ασφαλείας και είναι ικανό να διαχειριστεί το πολύ δύο εκατομμύρια τόνους ετησίως σε παγκόσμια κλίμακα, δηλαδή περίπου το 30 % της προβλεπόμενης συνολικής ζήτησης για διάλυση σε έτη κανονικής ζήτησης. Οι περισσότερες από αυτές τις εγκαταστάσεις — ιδίως στην Κίνα, αλλά και σε ορισμένα κράτη μέλη της ΕΕ — δεν είναι σε θέση να προσφέρουν τις ίδιες τιμές διάλυσης και έχουν πολύ υψηλότερο κόστος απ' ό,τι οι ανταγωνιστές τους στη Νότια Ασία. Αυτές (και όλες οι άλλες) εγκαταστάσεις θα βρεθούν σύντομα υπό μεγάλη πίεση καθώς 1 300 μονοπύθμενα δεξαμενόπλοια θα πρέπει να αποσυρθούν έως το 2015 κατόπιν των μέτρων που ελήφθησαν μετά από τις καταστροφές του Erika και του Prestige. (7) Η σημαντικότερη ανησυχία είναι μήπως η πρόσληψη λιγότερο ειδικευμένων εργαζομένων για την αντιμετώπιση της μεγάλης αύξησης του όγκου υποβαθμίσει ακόμη περισσότερο τα περιβαλλοντικά πρότυπα και τα πρότυπα ασφαλείας. Καθώς η ζήτηση θα κορυφωθεί το 2010, οπότε και εκτιμάται ότι θα πρέπει να παροπλιστούν περίπου 800 μονοπύθμενα σκάφη, είναι αναγκαίο να ληφθούν μέτρα επειγόντως.

3.5   Το νομικό καθεστώς

Η Σύμβαση της Βασιλείας του 1989 παρέχει ένα πλαίσιο για τον έλεγχο των εξαγωγών επικίνδυνων αποβλήτων διαμέσου διεθνών συνόρων. Η απόλυτη απαγόρευση της εξαγωγής επικίνδυνων αποβλήτων από χώρες του ΟΟΣΑ σε χώρες εκτός ΟΟΣΑ (8) («Απαγόρευση της Βασιλείας») ενσωματώθηκε στη νομοθεσία της ΕΕ το 1997 και είναι δεσμευτική για όλα τα κράτη μέλη. Ωστόσο, από τη στιγμή που ένα πλοίο έχει βγει από τα ευρωπαϊκά ύδατα, είναι πολύ δύσκολο να εφαρμοστεί η απαγόρευση των εξαγωγών. Στο σχέδιο σύμβασης που συζητείται σήμερα στο πλαίσιο του ΔΝΟ προτείνονται περαιτέρω δεσμευτικοί κανόνες για τη διάλυση των πλοίων, αλλά αναγνωρίζεται γενικά ότι η περίοδος αιχμής των διαλύσεων θα έχει παρέλθει προ πολλού όταν θα τεθεί σε ισχύ αυτή η σύμβαση.

3.6   Οι οικονομικές πτυχές της διάλυσης των πλοίων

Η συντριπτική πλειονότητα των διαλύσεων πλοίων πραγματοποιείται στη Νότια Ασία λόγω των πλεονεκτημάτων που προκύπτουν από διάφορους οικονομικούς παράγοντες. Οι σημαντικότεροι από αυτούς είναι:

Οι χαμηλότερες ή μη εφαρμοζόμενες νομοθετικές απαιτήσεις σε θέματα αποβλήτων, υγείας και ασφάλειας.

Το σημαντικά χαμηλότερο κόστος εργασίας. Η διάλυση πλοίων σε παραλίες δεν επιτρέπει τη χρήση βαρέων μηχανημάτων, οπότε η χειρωνακτική εργασία παραμένει σημαντικό στοιχείο του κόστους.

Η προσφορά πλοίων προς διάλυση είναι ακανόνιστη και παρουσιάζει διακυμάνσεις. Τα πλοία συνήθως αποσύρονται όταν τα ναυλολόγια είναι χαμηλά, ενώ παρουσιάζουν και μεγάλη ποικιλία ως προς τον σχεδιασμό και τη σύνθεσή τους.

H αγορά ανακυκλωμένου χάλυβα και μεταχειρισμένου εξοπλισμού πλοίων είναι σχεδόν ανύπαρκτη στις χώρες του ΟΟΣΑ λόγω των σχετικών νομοθετικών απαιτήσεων.

Ουσιαστικά, η Επιτροπή καθιστά σαφές το γεγονός ότι η αγορά στη Νότια Ασία λειτουργεί λόγω της υπερβολικής εξωτερίκευσης του κόστους, η οποία δημιουργεί πολύ προβληματικές κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνθήκες.

3.7   Περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις

Οι περισσότερες διαλύσεις πλοίων γίνονται σε ανοικτές παραλίες, όπου δεν υπάρχουν μέσα περιορισμού, επανεπεξεργασίας και διάθεσης. Μεγάλο φάσμα βλαβερών για το περιβάλλον ουσιών διαχέεται στο έδαφος, την άμμο και τη θάλασσα, ενώ η καύση των χρωμάτων και πλαστικών επιχρισμάτων προξενεί ρύπανση της ατμόσφαιρας. Οι θανατηφόρες εκρήξεις είναι σύνηθες φαινόμενο, τα ποσοστά των ατυχημάτων είναι υψηλά και τα μέτρα ασφαλείας θεωρούνται παντελώς ανεπαρκή. Οι εργαζόμενοι κινδυνεύουν να προσβληθούν από ανίατες χρόνιες ασθένειες — το 16 % περίπου των εργαζομένων που χειρίζονταν αμίαντο στην εγκατάσταση διάλυσης της Alang στην Ινδία διαπιστώθηκε ότι έπασχε από αμιάντωση. Την τελευταία εικοσαετία στο Μπαγκλαντές έχασαν τη ζωή τους σε ατυχήματα πάνω από 400 εργαζόμενοι και τραυματίστηκαν σοβαρά πάνω από 6 000 άτομα (9).

3.8   Διεθνής κατάσταση

Από το 2005, ο ΔΝΟ, σε συνεργασία με τη ΔΟΕ και το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP), άρχισε να επεξεργάζεται ένα δεσμευτικό διεθνές καθεστώς για την καθαρή διάλυση των πλοίων. Σήμερα διεξάγονται διαπραγματεύσεις για ένα σχέδιο σύμβασης, το οποίο προβλέπεται να υιοθετηθεί έως το 2009, αλλά δεν θα τεθεί σε ισχύ παρά μερικά έτη αργότερα. Υπό την παρούσα μορφή του, το σχέδιο δεν εφαρμόζεται στα πολεμικά πλοία και άλλα σκάφη κρατικής κυριότητας. Εξακολουθούν να εκκρεμούν ζητήματα όπως τα εξωτερικά (εκτός ΔΝΟ) πρότυπα, τα βασικά πρότυπα για τις εγκαταστάσεις ανακύκλωσης πλοίων, οι απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων (συμπεριλαμβανομένης της γνωστοποίησης από κράτος σε κράτος) και οι μηχανισμοί συμμόρφωσης. Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η προτεινόμενη σύμβαση είναι απίθανο να εξασφαλίσει όρους ισοτιμίας όσον αφορά τον έλεγχο, την αποτελεσματική εφαρμογή και την προστασία, όπως συμβαίνει στο πλαίσιο της Σύμβασης της Βασιλείας.

3.9   Διεθνείς λύσεις

Σύμφωνα με το Πράσινο Βιβλίο, η καλύτερη μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη προσέγγιση είναι η υποστήριξη της εν εξελίξει σύμβασης του ΔΝΟ. Μια ιδιαίτερη ανησυχία είναι ότι η εν λόγω σύμβαση δεν έχει αρκετή εμβέλεια και θα τεθεί σε ισχύ πολύ αργά για την επίλυση του προβλήματος της σταδιακής απόσυρσης των μονοπύθμενων δεξαμενόπλοιων, οπότε θα πρέπει να βρεθεί κάποια λύση για την ενδιάμεση περίοδο. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή παρουσιάζει ορισμένες δυνατότητες επιλογής για τη βελτίωση της ευρωπαϊκής διαχείρισης της διάλυσης των πλοίων οι οποίες αποσκοπούν στην αμοιβαία υποστήριξη των προσπαθειών σε διεθνές επίπεδο. Το ζήτημα είναι επείγον, διότι πολύ μεγάλος αριθμός πλοίων που βρίσκονται στο τέλος του κύκλου ζωής τους θα αποσυρθούν τα επόμενα χρόνια.

3.10   Καλύτερη εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ για τη μεταφορά αποβλήτων

Εκτός από την καλύτερη συνεργασία των κρατών μελών και την πρόσθετη καθοδήγηση σχετικά με τον ορισμό των αποβλήτων και των αποδεκτών εγκαταστάσεων ανακύκλωσης, θα πρέπει να διενεργούνται και περισσότεροι έλεγχοι από τις αρχές ελέγχου της μεταφοράς αποβλήτων και τις λιμενικές αρχές των ευρωπαϊκών λιμένων, και ιδίως στα πλοία που υπερβαίνουν μια ορισμένη ηλικία (π.χ. τα 25 έτη) ή υπάρχουν ενδείξεις ότι προορίζονται για διάλυση. Θα πρέπει επίσης να βελτιωθεί ο εντοπισμός των πλοίων που βρίσκονται στο τέλος του κύκλου ζωής τους και να ενισχυθεί η συνεργασία με τις κυριότερες τρίτες χώρες (όπως η Αίγυπτος λόγω της Διώρυγας του Σουέζ). Η Επιτροπή συνιστά επίσης να εστιαστεί η πολιτική, μεταξύ άλλων, στη διάλυση των πολεμικών πλοίων και άλλων κρατικών σκαφών.

3.11   Η ενίσχυση του δυναμικού διάλυσης πλοίων της ΕΕ

Καθώς το δυναμικό διάλυσης πλοίων στην ΕΕ και σε άλλες χώρες του ΟΟΣΑ (ιδίως στην Τουρκία) μόλις και μετά βίας αρκεί για τα πολεμικά πλοία και τα άλλα σκάφη κρατικής ιδιοκτησίας που θα παροπλιστούν κατά την επόμενη δεκαετία, θα υπάρχει σημαντικό έλλειμμα αποδεκτού δυναμικού διάλυσης στο προβλέψιμο μέλλον. Ωστόσο, τα υφιστάμενα «πράσινα» διαλυτήρια δεν μπορούν να ανταγωνιστούν τις επιχειρήσεις διάλυσης της Νότιας Ασίας. Μέχρις ότου εφαρμοστούν αποτελεσματικά διεθνή μέτρα τα οποία να εξασφαλίζουν ισότιμους όρους ανταγωνισμού, η Επιτροπή συνιστά να επικεντρωθούν οι ενέργειες στα σκάφη κρατικής ιδιοκτησίας. Τα κράτη μέλη, εάν ενεργήσουν υποδειγματικά, όπως οφείλουν, όσον αφορά τη διάλυση των πολεμικών πλοίων, θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την αξιοποίηση του δυναμικού των «πράσινων» διαλυτηρίων. Εάν δε σε κάθε συμβόλαιο πώλησης πολεμικών πλοίων σε τρίτες χώρες συμπεριλαμβάνεται ρήτρα σχετικά με τη διάθεση των πλοίων στο τέλος του κύκλου ζωής τους, η ευθύνη αυτή μπορεί να επεκταθεί κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο.

3.11.1

Για τον σημαντικά μεγαλύτερο εμπορικό στόλο χρειάζεται να αναληφθούν πρωτοβουλίες για να επέλθουν αλλαγές στις τρέχουσες πρακτικές της ναυτιλιακής βιομηχανίας — για παράδειγμα, όπως αναφέρεται παρακάτω, ένα σύστημα χρηματοδότησης στο πλαίσιο του οποίου οι πλοιοκτήτες και άλλοι φορείς θα συμβάλλουν στην ασφαλή και περιβαλλοντικά συμβατή διάλυση των πλοίων σε παγκόσμια κλίμακα.

3.12   Τεχνική υποστήριξη και μεταφορά τεχνολογίας και βέλτιστων πρακτικών στα κράτη που εκτελούν ανακυκλώσεις

Παρά τα σοβαρά κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα, η διάλυση πλοίων είναι δραστηριότητα που συμβάλλει ζωτικά στην οικονομική ανάπτυξη ορισμένων χωρών της Νότιας Ασίας. Για αυτό θα πρέπει να εξεταστεί πώς θα ενθαρρυνθεί η αναβάθμιση των εγκαταστάσεων σε αυτές τις χώρες μέσω της παροχής τεχνικής υποστήριξης και της βελτίωσης της νομοθεσίας. Αναγνωρίζεται, ωστόσο, ότι η ανυπαρξία ή η μη εφαρμογή στοιχειωδών κανόνων για την εργασιακή ασφάλεια και την περιβαλλοντική προστασία συνδέεται στενά με τη διαρθρωτική φτώχεια και άλλα κοινωνικά και νομικά προβλήματα. Για να επιτευχθεί βιώσιμη αλλαγή, κάθε υποστήριξη πρέπει να εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο.

3.13   Η ενθάρρυνση της ανάληψης εθελοντικής δράσης

Ο πλοιοκτήτης είναι ο πλέον αρμόδιος για να εξασφαλίσει την ασφαλή διάθεση του πλοίου και υπάρχουν παραδείγματα θετικών εθελοντικών συμφωνιών μεταξύ ευρωπαίων πλοιοκτητών και διαλυτηρίων για την παροχή στήριξης προκειμένου να αναβαθμιστούν οι εγκαταστάσεις. Βραχυπρόθεσμα θα προκύψει επίσης όφελος από την προώθηση εθελοντικών κωδίκων και συμφωνιών, με έπαθλα και διαδικασίες πιστοποίησης στο πλαίσιο της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης (10). Οι κοινωνικά υπεύθυνες λογιστικές πρακτικές και οι εθελοντικές συμφωνίες μπορούν να είναι αποτελεσματικές όταν είναι κατάλληλα σχεδιασμένες. Στην περίπτωση αυτή, είναι ο συντομότερος τρόπος για να βελτιωθεί η κατάσταση. Εάν ωστόσο διαπιστωθεί ότι η δέσμευση που αναλαμβάνεται δεν εκπληρώνεται στην πράξη, ίσως να χρειαστούν και νομοθετικά μέτρα.

3.14   Χρηματοδότηση της διάλυσης των πλοίων

Υπό συζήτηση είναι το ζήτημα της σκοπιμότητας της άμεσης οικονομικής ενίσχυσης των καθαρών εγκαταστάσεων διάλυσης πλοίων στην ΕΕ ή των πλοιοκτητών που αποστέλλουν τα σκάφη τους σε «πράσινα» διαλυτήρια, είτε για πλήρη διάλυση του πλοίου είτε για απολύμανση. Έμφαση δίνεται στο υψηλό κόστος αυτής της ενίσχυσης και στην πιθανή σύγκρουση με την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει». Ως εκ τούτου, το Πράσινο Βιβλίο συνιστά να καθιερωθεί ως πάγια πρακτική η αρχή ότι το κόστος της βιώσιμης διάθεσης του πλοίου στο τέλος του κύκλου ζωής του θα πρέπει να ενσωματώνεται στο κόστος λειτουργίας του.

3.14.1

Η θέσπιση ενός βιώσιμου συστήματος χρηματοδότησης ως υποχρεωτικού στοιχείου του νέου διεθνούς καθεστώτος του ΔΝΟ για τη διάλυση των πλοίων θα ήταν επίσης ενδεχομένως ένα θετικό βήμα. Υπάρχει ήδη σχετικό προηγούμενο με τους πόρους που χορηγούνται στις περιπτώσεις ρύπανσης από πετρέλαιο στο πλαίσιο της Σύμβασης MARPOL.

3.15   Άλλες επιλογές

Υπάρχουν διάφορα άλλα μέτρα που θα μπορούσαν να αποδειχθούν χρήσιμα στη διαδικασία αναβάθμισης της βιομηχανίας διάλυσης πλοίων βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Συνοπτικά, τα μέτρα αυτά είναι:

α)

η νομοθεσία της ΕΕ, και ιδίως σε σχέση με τα μονοπύθμενα πετρελαιοφόρα·

β)

η συνάρτηση των ναυτιλιακών ενισχύσεων με την «πράσινη» διάλυση των πλοίων·

γ)

η θέσπιση ευρωπαϊκού συστήματος πιστοποίησης για την «καθαρή» διάλυση των πλοίων κα ιη καθιέρωση επάθλων για τις παραδειγματικές πράσινες ανακυκλώσεις·

δ)

η εντατικοποίηση των διεθνών ερευνών σχετικά με τη διάλυση των πλοίων.

4.   Γενικές παρατηρήσεις

4.1

Πολλές δραστηριότητες ανακύκλωσης πλοίων πραγματοποιούνται κατά τρόπο που αντιβαίνει σε διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα για την υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων και την προστασία του περιβάλλοντος.

4.2

Η ΕΕ θα πρέπει να εξασφαλίσει ότι οι όροι θαλάσσιας προστασίας και ασφάλειας τους οποίους έχει επιβάλει, π.χ. για τα μονοπύθμενα δεξαμενόπλοια, δεν οδηγούν απλώς σε μετακύλιση της ζημίας στις αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά στην ουσία διασφαλίζονται με την πλήρη εφαρμογή του κανονισμού για τη μεταφορά αποβλήτων, ο οποίος περιέχει τη Σύμβαση της Βασιλείας, συμπεριλαμβανομένης της τροποποίησης περί της απαγόρευσης της Βασιλείας και των αντίστοιχων αρχών της.

4.3

Πέραν της τεχνικής και οικονομικής υποστήριξης για τη βελτίωση των συνθηκών στα διαλυτήρια πλοίων των αναπτυσσόμενων χωρών, απαιτείται χρηματοδότηση για την αποκατάσταση των εδαφών και των υδάτων που έχουν υποστεί ρύπανση καθώς και για την αποκατάσταση των λοιπών ζημιών οι οποίες οφείλονται σε ανεξέλεγκτες δραστηριότητες διάλυσης πλοίων. Ωστόσο, θα πρέπει επίσης να υπογραμμισθεί ότι τα σχετικά προβλήματα ενδημικού χαρακτήρα στις αναπτυσσόμενες χώρες δεν μπορούν να αντιμετωπισθούν απλώς και μόνον με την παροχή τεχνολογικής υποστήριξης.

4.4

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται το ενδιαφέρον της Επιτροπής για αυτό το ζήτημα και συμφωνεί με την προσέγγισή της, η οποία συνίσταται στην εφαρμογή ενός ευρέος φάσματος μέτρων. Λόγω της επείγουσας ανάγκης να βελτιωθούν οι εγκαταστάσεις και οι συνθήκες, ιδίως στο Μπαγκλαντές, θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην ταχεία πρόοδο προς τον προσδιορισμό των πλέον αποτελεσματικών μορφών στήριξης, ρύθμισης και κινήτρων, ώστε να μπορέσουν να διατυπωθούν συγκεκριμένες προτάσεις σε μια Λευκή Βίβλο και να γίνουν οι κατάλληλες εκτιμήσεις του αντικτύπου. Η ναυτιλιακή βιομηχανία αναγνωρίζει επίσης την ανάγκη βελτίωσης των προτύπων υγείας και ασφάλειας στις εγκαταστάσεις ανακύκλωσης πλοίων ανά τον κόσμο (11) και είναι αισιόδοξη σχετικά με το ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει σχετικά η ΕΕ για να επηρεάσει τον ΔΝΟ.

5.   Ειδικές παρατηρήσεις

5.1

Για λόγους σαφήνειας και συντομίας, οι ειδικές παρατηρήσεις που προκύπτουν από τις εργασίες της ΕΟΚΕ σχετικά με το θέμα αυτό έχουν συμπυκνωθεί σε προτάσεις πρακτικών μέτρων και παρουσιάζονται στο κεφάλαιο «Συμπεράσματα και συστάσεις» στην αρχή της παρούσας γνωμοδότησης.

Βρυξέλλες, 13 Δεκεμβρίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος: Ship Dismantling and Pre-cleaning of Ships (Διάλυση και Προκαταρκτικός Καθαρισμός των Πλοίων) — Τελική έκθεση Ιονίου 2007.

(2)  Μέλη των ICS, BIMCO, ESCA, INTERTANKO, INTERCARGO, όλοι μαζί αποτελούν μεγάλο μέρος του παγκόσμιου στόλου.

(3)  ΕΕ C 168 της 20.7.2007, σ. 50.

(4)  Έκθεση της οργάνωσης Young Power in Social Action (YPSA) (Η Δύναμη των Νέων σε Κοινωνική Δράση) του 2005 σχετικά με τους εργαζομένους στις βιομηχανίες διάλυσης πλοίων.

(5)  Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος: Ship Dismantling and Pre-cleaning of Ships (Διάλυση και Προκαταρκτικός Καθαρισμός των Πλοίων) — Τελική έκθεση, Ιουνίου 2007.

(6)  COM(2006) 275 τελικό, Βρυξέλλες, 7.6.2006.

(7)  Κανονισμός (EΚ) αριθ. 417/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Φεβρουαρίου 2002 για την εσπευσμένη σταδιακή καθιέρωση απαιτήσεων διπλού κύτους ή ισοδύναμου σχεδιασμού για τα πετρελαιοφόρα μονού κύτους και για την κατάργηση του κανονισμού (EΚ) αριθ. 2978/94 του Συμβουλίου.

(8)  Κανονισμός (EΟΚ) αριθ. 259/93 του Συμβουλίου της 1ης Φεβρουαρίου 1993 σχετικά με την παρακολούθηση και τον έλεγχο των μεταφορών αποβλήτων στο εσωτερικό της Κοινότητας καθώς και κατά την είσοδο και έξοδό τους (ΕΕ L 30, 6.2.1993, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε.

(9)  Έκθεση της οργάνωσης Young Power in Social Action (YPSA) (Η Δύναμη των Νέων σε Κοινωνική Δράση) του 2005 σχετικά με τους εργαζομένους στις βιομηχανίες διάλυσης πλοίων.

(10)  Π.χ. όπως έχουν αναπτυχθεί από τη Marisec (www.marisec.org/recycling) και την Ένωση Πλοιοκτητών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

(11)  Ship Recycling — The Way Forward, BIMCO, ECSA, INTERTANKO, INTERCARGO.


16.5.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/38


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: «Πράσινη Βίβλος που υποβάλλεται από την Επιτροπή προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Η προσαρμογή της Ευρώπης στην αλλαγή του κλίματος — Επιλογές δράσης για την ΕΕ»

COM(2007) 354 τελικό

(2008/C 120/09)

Στις 29 Ιουνίου 2007, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα:

Πράσινη Βίβλος που υποβάλλεται από την Επιτροπή προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Η προσαρμογή της Ευρώπης στην αλλαγή του κλίματος — Επιλογές δράσης για την ΕΕ.

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, αγροτική ανάπτυξη και περιβάλλον» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 27 Νοεμβρίου 2007 με εισηγητή τον κ. Osborn.

Κατά τη 440ή σύνοδο της ολομέλειάς της, της 12ης και 13ης Δεκεμβρίου 2007 (συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 127 ψήφους υπέρ, 1 κατά και 2 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η αλλαγή του κλίματος αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η υφήλιος τον 21ο αιώνα. Η ανάληψη δράσης για τον περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου αποτελεί πρωταρχική προτεραιότητα. Είναι, ωστόσο, επίσης σημαντικό να διασφαλιστεί εγκαίρως ο προγραμματισμός των προσαρμογών στις επερχόμενες αλλαγές δεδομένου ότι είναι πλέον αναπόφευκτες. Η Πράσινη Βίβλος αποτελεί μια ευπρόσδεκτη πρώτη προσπάθεια εκ μέρους της Ευρώπης για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού.

1.2

Η ΕΟΚΕ συνιστά να τεθεί σε εφαρμογή μια γενική στρατηγική προσαρμογής-πλαίσιο η οποία να προσδιορίζει τις δράσεις που θα χρειαστεί να αναληφθούν σε ευρωπαϊκή και εθνική κλίμακα, καθώς και εκ μέρους διαφόρων άλλων παραγόντων.

1.3

Σύμφωνα με την ΕΟΚΕ, κατά την χάραξη των ευρωπαϊκών και εθνικών στρατηγικών προσαρμογής θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα κύρια θέματα:

οι στρατηγικές θα πρέπει να προβλέπουν τον προγραμματισμό όλων των ζητημάτων που εξετάζει η Πράσινη Βίβλος, στα οποία περιλαμβάνονται: η προστασία των παράκτιων ζωνών, οι πλημμύρες και η ξηρασία, οι υδάτινοι πόροι, η δημόσια υγεία, η γεωργία και η βιοποικιλότητα, οι χρήσεις της γης και προγραμματισμός των υποδομών, ο οικοδομικός και ο κατασκευαστικός τομέας, κλπ.·

οι προϋπολογισμοί των ευρωπαϊκών προγραμμάτων που θα υιοθετηθούν στο μέλλον θα πρέπει να διαθέτουν υψηλότερα κονδύλια για τις απαραίτητες προσαρμογές στην αλλαγή του κλίματος, το δε θέμα αυτό θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τον καθορισμό των κριτήριων αξιολόγησης των προγραμμάτων και σχεδίων·

η Ευρώπη θα πρέπει να διαθέσει σημαντικούς νέους και πρόσθετους πόρους για το σκοπό αυτό και τα κράτη μέλη της θα πρέπει να παράσχουν βοήθεια στις αναπτυσσόμενες χώρες προκειμένου να μπορέσουν να προσαρμοστούν στις αλλαγές αυτές·

οι στρατηγικές προσαρμογής στην αλλαγή του κλίματος και μετριασμού των επιπτώσεών της πρέπει να χαρακτηρίζονται από συνοχή και να αλληλοσυμπληρώνονται· η εκτίμηση και η διαχείριση του κινδύνου πρέπει να αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της διαδικασίας ορισμού προτεραιοτήτων ·

η ευρωπαϊκή έρευνα με αντικείμενο τις επιπτώσεις της αλλαγής του κλίματος και την προσαρμογή σε αυτές πρέπει να ενισχυθεί σημαντικά·

η ευρωπαϊκή κοινωνία των πολιτών, συμπεριλαμβανομένων των καταναλωτών και του ευρύτερου κοινού, πρέπει να δεσμευτεί ευρύτερα ώστε να διευρυνθεί η κατανόηση εκ μέρους του κοινού, αφενός, των προβλημάτων που θα προκύψουν από την αλλαγή του κλίματος και, αφετέρου, των αλλαγών συμπεριφοράς που θα καταστούν απαραίτητες για να μπορέσει να περιοριστεί επιπλέον η αλλαγή του κλίματος και να μπορέσει η υφήλιος να προσαρμοστεί στις αλλαγές που πλέον είναι αναπόφευκτες.

είναι απαραίτητο να συσταθεί ένας φορέας για την παρακολούθηση της προόδου αναφορικά με την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και τα μέτρα άμβλυνσης του κινδύνου στην Ευρώπη και τη συστηματική άσκηση πίεσης για την ανάληψη των απαραίτητων δράσεων και την υλοποίηση των δεσμεύσεων.

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1

Η αλλαγή του κλίματος αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που θα κληθεί να αντιμετωπίσει η υφήλιος στον 21ο αιώνα.

2.2

Η υφήλιος έχει μέχρι σήμερα επικεντρώσει, κατά κύριο λόγο, τις προσπάθειές της στον μετριασμό των επιπτώσεων της αλλαγής του κλίματος, περιορίζοντας τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Ωστόσο, αρχίζει να καθίσταται ολοένα πιο σαφές ότι ακόμη και οι υφιστάμενες εκπομπές θα συμβάλουν, από μόνες τους, σε σημαντικό βαθμό στην περαιτέρω θέρμανση της ατμόσφαιρας και των θαλασσών κατά τον αιώνα που διανύουμε αλλά και εφεξής. Αυτό θα έχει μείζονες επιπτώσεις στο κλίμα και στα φαινόμενα που συνδέονται με τις καιρικές συνθήκες, καθώς και στο φυσικό περιβάλλον σε ολόκληρη την υφήλιο. Συνεπώς, είναι πλέον απαραίτητο να εστιάσουμε σε μεγαλύτερο βαθμό τις προσπάθειές μας στις αναπόφευκτες αυτές επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη και της αλλαγής του κλίματος και στην εξεύρεση των αποτελεσματικότερων τρόπων προσαρμογής σε αυτές.

2.3

Οι δράσεις αυτές δεν θα πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα να περιοριστούν οι προσπάθειες μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου οι οποίες αποσκοπούν στην περιορισμό της έκτασης της αλλαγής του κλίματος. Αντίθετα, εάν γίνει αρκούντως κατανοητό πόσο δύσκολη θα μπορούσε να είναι η προσαρμογή, θα μπορέσει να τονωθεί η αποφασιστικότητα κάθε πολίτη να μειώσει σημαντικά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Εάν οι εκπομπές εξακολουθήσουν να αυξάνονται ανεξέλεγκτα, οι μελλοντικές γενεές θα είναι καταδικασμένες να υποστούν μια πολύ πιο επώδυνη και πολυδάπανη προσαρμογή.

2.4

Οι στρατηγικές προσαρμογής στην αλλαγή του κλίματος και μετριασμού των επιπτώσεών της πρέπει να χαρακτηρίζονται από συνοχή και να αλληλοσυμπληρώνονται. Πρέπει να προβούμε στη χάραξη αξιόπιστων και εφικτών στρατηγικών για τον περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου με βάση στόχους (επίπεδα ή πεδία) που να είναι ανεκτοί, σύμφωνα με ρεαλιστικά χρονοδιαγράμματα. Οι στρατηγικές προσαρμογής πρέπει συνεπώς να σκιαγραφούν πώς η υφήλιος θα μπορούσε να προσαρμοστεί καλύτερα στις πλέον πιθανές επιπτώσεις της —αναπόφευκτης— αλλαγής του κλίματος, όπως αυτή διαγράφεται με βάση τους στόχους που έχουν τεθεί. Η εκτίμηση και η διαχείριση του κινδύνου πρέπει να αποτελεί καθοριστικό στοιχείο της διαδικασίας ορισμού προτεραιοτήτων.

2.5

Η Πράσινη Βίβλος της Επιτροπής εκθέτει με εύστοχο τρόπο πολλούς από τους τομείς που θα επηρεαστούν από την αλλαγή του κλίματος και το είδος των ζητημάτων που θα προκύψουν.

2.6

Κατά την ΕΟΚΕ, καθίσταται πλέον σαφές ότι είναι απαραίτητη η χάραξη μιας γενικής στρατηγικής προσαρμογής-πλαίσιο η οποία να προσδιορίζει τις δράσεις που θα χρειαστεί να αναληφθούν σε ευρωπαϊκή και εθνική κλίμακα, καθώς και εκ μέρους διαφόρων άλλων παραγόντων.

2.7

Η εν λόγω ευρωπαϊκή στρατηγική προσαρμογής πρέπει να προβλέπει την χάραξη εθνικών στρατηγικών προσαρμογής εντός του δέοντος χρονικού πλαισίου οι οποίες να αποτελούν αντικείμενο τακτικών εθνικών εκθέσεων με θέμα την εφαρμογή τους.

2.8

Η ευρωπαϊκή στρατηγική προσαρμογής θα πρέπει να περιλαμβάνει μια ισχυρή εξωτερική διάσταση και να σκιαγραφεί με ποιους τρόπους η Ευρώπη σκοπεύει να βοηθήσει άλλα μέρη της υφηλίου να επιλύσουν τα προβλήματα προσαρμογής που θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουν.

2.9

Η Ευρώπη θα πρέπει να υιοθετήσει ισχυρές και ανεξάρτητες θεσμικές ρυθμίσεις για την ανάπτυξη της απαραίτητης ερευνητικής δραστηριότητας και την εξασφάλιση της σχετικής παρακολούθησης, καθώς και για την υπευθυνοποίηση των πολιτικών οργάνων προκειμένου να λάβουν εγκαίρως τα δέοντα μέτρα. Η κοινωνία των πολιτών πρέπει να διαδραματίσει πλήρη λόγο στις εργασίες των οργάνων αυτών.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

3.1

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι οι ειδικοί τομείς δράσης που απαριθμούνται στην Πράσινη Βίβλο είναι σε γενικές γραμμές οι σωστοί. Σε συμφωνία με την Πράσινη Βίβλο, η ΕΟΚΕ συνιστά η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα μέλη της να αναπτύξουν συγκεκριμένα προγράμματα και δράσεις για καθένα από τα ζητήματα αυτά στο πλαίσιο των γενικών στρατηγικών τους. Πρέπει δε να καταρτιστούν χρονοδιαγράμματα και σχέδια και να εξασφαλιστούν οι κατάλληλοι χρηματοδοτικοί πόροι.

3.2

Στην περίπτωση των περισσοτέρων από αυτά τα ζητήματα, την πρωταρχική αρμοδιότητα για την διοργάνωση των απαιτούμενων εργασιών θα έχουν οι εθνικές και οι τοπικές αρχές. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο, θα έχει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον προσδιορισμό του πλαισίου και στην τόνωση και ενίσχυση των εθνικών προσπαθειών προσαρμογής. Πιο συγκεκριμένα, η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η ΕΕ θα πρέπει:

να μεριμνήσει για την διεξαγωγή εξειδικευμένης έρευνας και την εφαρμογή προγραμμάτων παρακολούθησης προκειμένου, αφενός, να καταστεί δυνατή η εξασφάλιση πιο αναλυτικών προγνώσεων και σεναρίων σχετικά με τον ρυθμό και τις επιπτώσεις που, κατά πάσα πιθανότητα, θα έχει η αλλαγή του κλίματος στα διάφορα μέρη της Ευρώπης και, αφετέρου, να διασφαλιστεί ο συντονισμός των επιμέρους ερευνητικών προσπαθειών που καταβάλλονται σε πολλά διαφορετικά επίπεδα σχετικά με τα θέματα αυτά σε ολόκληρη την έκταση της Ευρώπης·

να αναπτύξει μεθόδους εκτίμησης του κινδύνου και χάραξης των κατάλληλων στρατηγικών προσαρμογής και να προωθήσει τις ανταλλαγές εμπειριών και ορθών πρακτικών στον συγκεκριμένο τομέα ·

να προωθήσει την κατάρτιση εθνικών, περιφερειακών και τοπικών στρατηγικών προσαρμογής, καθώς και προγραμμάτων για την εφαρμογή τους, και να ενθαρρύνει την διάδοση των ορθών πρακτικών και την συγκέντρωση εμπειρίας σχετικά με τα όσα έχουν ήδη επιτευχθεί στα διάφορα επίπεδα·

να προσδιορίσει τα διασυνοριακά ζητήματα εκείνα για την επίλυση των οποίων πιθανόν να απαιτείται η ανάληψη συντονισμένης δράσης εκ μέρους γειτονικών κρατών ή εκ μέρους ολόκληρης της Ευρώπης (π.χ. στην περίπτωση μετακίνησης τοπικών πληθυσμών ή γεωργικών ή άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων · για την προστασία βιοτόπων και της βιοποικιλότητας· για να παρασχεθεί πρακτική στήριξη σε περίπτωση που εκδηλωθούν μεγάλες πλημμύρες, πυρκαγιές, πανδημίες, κλπ.)·

να προβεί σε εκτίμηση των διαφόρων οικονομικών επιπτώσεων που θα έχει η αλλαγή του κλίματος στους επιμέρους τόπους της Ένωσης και να αναγνωρίσει την ανάγκη τα προγράμματα προσαρμογής να χαρακτηρίζονται από συνοχή και να υποστηρίζονται με διαρθρωτικούς πόρους·

να προβεί σε εκτίμηση των διαφόρων επιπτώσεων που θα έχει η αλλαγή του κλίματος τόσο στα νοικοκυριά και στα μεμονωμένα άτομα, όσο και στις ΜΜΕ, και να εξετάσει κατά πόσον οι ασφαλιστικές ρυθμίσεις και οι ρυθμίσεις για τις αποζημιώσεις που ισχύουν σε όλη την έκταση της ΕΕ είναι επαρκείς·

να προσδιορίσει τους τομείς εκείνους στους οποίους η ευρωπαϊκή νομοθεσία ή τυχόν ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να διαδραματίσουν χρήσιμο ρόλο, π.χ. καθιερώνοντας πρότυπα για την πρόβλεψη των πιθανών επιπτώσεων της αλλαγής του κλίματος και να εξεύρει τους κατάλληλους τρόπους αντιμετώπισής τους.

4.   Παρατηρήσεις επί ειδικών θεμάτων

4.1

Προστασία των παράκτιων ζωνών — Το επίπεδο των θαλασσών θα ανέβει καθώς οι πάγοι θα λιώσουν και η θερμοκρασία της θάλασσας θα αυξηθεί. Σε ορισμένα μέρη της γης είναι πιθανόν να χρειαστεί να κατασκευαστούν φυσικά φράγματα για να προστατευτούν οι γαίες και οι οικισμοί. Σε άλλα, η πλέον κατάλληλη στρατηγική ίσως είναι η σχεδιασμένη οπισθοχώρηση (managed retreat) και η ανασύσταση προστατευτικών θαλάσσιων βάλτων, σε συνδυασμό με προγράμματα μετεγκατάστασης των κατοίκων ευάλωτων ιδιοκτησιών.

4.2

Πλημμύρες — Η αλλαγή του κλίματος είναι πολύ πιθανό να έχει ως αποτέλεσμα οι καιρικές συνθήκες να καταλήξουν πιο ευμετάβλητες, με μακρύτερες περιόδους ξηρασίας οι οποίες θα διακόπτονται από επεισόδια έντονων βροχοπτώσεων με συνέπεια ταχείες απορροές και πλημμύρες. Τα ήδη υπάρχοντα σχέδια αντιπλημμυρικής προστασίας θα πρέπει να προσαρμοστούν στα τελευταία δεδομένα ώστε να ληφθούν υπόψη οι νέες αυτές καιρικές συνθήκες. Σε ορισμένες περιπτώσεις θα χρειαστούν νέα προγράμματα αντιπλημμυρικών έργων. Σε άλλες, πιθανόν να χρειαστεί να κατασκευαστούν ή να αναδιαμορφωθούν κοίτες για την διοχέτευση των απορροών ή λεκάνες απορροής. Τα αναπτυξιακά σχέδια ίσως χρειαστεί να περιοριστούν στις περιοχές αυτές και να αντιμετωπιστεί η περίπτωση οργάνωσης μετατοπίσεων πληθυσμών.

4.3

Υδάτινοι πόροι και λειψυδρία — Οι υδάτινοι πόροι υπόκεινται ήδη σε πιέσεις σε διάφορα μέρη της Ευρώπης και οι πιέσεις αυτές πιθανόν να οξυνθούν όσο η αλλαγή του κλίματος θα οδηγεί σε μεγαλύτερες περιόδους περιορισμένων βροχοπτώσεων και ξηρασίας. Πιθανόν να χρειαστούν μέτρα για να εξασφαλιστεί η υδροδότηση των πληγεισών περιοχών (π.χ. αφαλάτωση ή μεταφορά ύδατος σε μακρινές αποστάσεις) και να βελτιωθεί η χρήση των υδάτων. Πρέπει να ενισχυθούν τα κίνητρα για την προώθηση της αποτελεσματικής χρήσης των υδάτων (συμπεριλαμβανομένης της τιμολόγησης του ύδατος). Επίσης, μπορεί να χρειαστεί να αποθαρρυνθεί η άσκηση δραστηριοτήτων όπως η εντατική γεωργία ή ο τουρισμός στις περιοχές με τα σοβαρότερα προβλήματα. (Η ΕΟΚΕ καταρτίζει σήμερα ιδιαίτερη λεπτομερέστερη γνωμοδότηση σχετικά με τη λειψυδρία και την ξηρασία).

4.4

Ο κίνδυνος και η πιθανότητα σοβαρών πυρκαγιών έχουν ήδη αυξηθεί σε περιοχές όπως η νότια Ευρώπη, οι οποίες γίνονται θερμότερες και ξηρότερες, και μπορεί να γίνει σοβαρότερος καθώς οι θερμοκρασίες ανέρχονται περισσότερο. Τα μέτρα προστασίας και οι ικανότητες ανταπόκρισης πρέπει να ενισχυθούν και να συντονιστούν καλύτερα. (Η ΕΟΚΕ καταρτίζει σήμερα ιδιαίτερη λεπτομερέστερη γνωμοδότηση σχετικά με τις φυσικές καταστροφές και την πολιτική προστασία).

4.5

Δημόσια υγεία — Η αλλαγή του κλίματος μπορεί να έχει διαφόρων ειδών συνέπειες για τη δημόσια υγεία. Πιθανόν να έχει ως αποτέλεσμα την ευρεία διάδοση ξενιστών νόσων, μεταξύ των οποίων την μετατόπιση προς τα βόρεια ορισμένων νόσων που μέχρι σήμερα περιορίζονταν στις τροπικές περιοχές. Οι ακραίες θερμοκρασίες μπορεί επίσης να έχουν πιο άμεσες επιπτώσεις. Πρέπει να καταρτιστούν σχέδια για την προετοιμασία έναντι των αυτών αλλαγών.

4.6

Γεωργία — Η γεωργία θα επηρεαστεί σε εξαιρετικά σημαντικό βαθμό από την αλλαγή του κλίματος. Οι αλλαγές της θερμοκρασίας και οι βροχοπτώσεις θα έχουν επίπτωση στην καταλληλότητα του εδάφους για διάφορες γεωργικές χρήσεις και θα οδηγήσουν σε μεγάλες αλλαγές στην ποιότητα και στην ποσότητα της προγραμματιζόμενης παραγωγής και συνεπώς στην βιωσιμότητα ορισμένων γεωργικών καθεστώτων σε διάφορα σημεία της Ευρώπης.

4.6.1

Ο υγειονομικός έλεγχος της ΚΓΠ που έχει προγραμματιστεί για το 2008 προβλέπεται ότι θα παράσχει την ευκαιρία για επιπλέον αλλαγές με στόχο την ενθάρρυνση των γεωργών να προσαρμόσουν τις γεωργικές πρακτικές τους στην επικείμενη αλλαγή του κλίματος.

4.6.2

Η γεωργική έρευνα σχετικά με νέες καλλιέργειες και μεθόδους καλλιέργειας που να είναι πιο κατάλληλες για μεταβαλλόμενες κλιματολογικές συνθήκες πρέπει να επεκταθεί. Αντίστοιχα, οι επιπτώσεις της αλλαγής του κλίματος στις προοπτικές εκτροφής ζώων σε διάφορα μέρη της Ευρώπης πρέπει να εκτιμηθούν και να διερευνηθούν οι τρόποι αντιμετώπισης της διάδοσης νόσων που οφείλεται στην αλλαγή του κλίματος. (Η ΕΟΚΕ πρόκειται να καταρτίσει συντόμως ιδιαίτερη λεπτομερέστερη γνωμοδότηση σχετικά με την κλιματική αλλαγή και τη γεωργία).

4.7

Βιοποικιλότητα — Η αλλαγή του κλίματος θα φέρει μείζονες αλλαγές στους βιοτόπους των δένδρων, των φυτών και των ζώων σε ολόκληρη την Ευρώπη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ορισμένα είδη δεν θα είναι πλέον σε θέση να επιζήσουν στους μεταβληθέντες βιοτόπους ή θα απειληθούν σε κρίσιμο βαθμό. Κάποια άλλα είδη θα μεταναστεύσουν με επιτυχία σε άλλους βιοτόπους με φυσικές διαδικασίες. Άλλα πάλι θα χρειαστεί να βοηθηθούν κατά το μεταβατικό αυτό στάδιο προκειμένου να μπορέσουν να επιζήσουν. Οι στρατηγικές που ήδη υφίστανται για την προστασία της βιοποικιλότητας θα χρειαστεί να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα και να διατεθούν πόροι για την εφαρμογή τους, ειδάλλως η μεταβατική αυτή περίοδος θα οδηγήσει σε σημαντικές απώλειες ειδών.

4.8

Τα δένδρα και τα δάση θα επηρεαστούν δυσμενέστατα από την κλιματική αλλαγή. Ορισμένες περιοχές μπορεί να καταστούν λιγότερο φιλόξενες για συγκεκριμένα είδη. Άλλες περιοχές μπορούν πράγματι να καταστούν πιο κατάλληλες για ορισμένα είδη. Τα προγράμματα φύτευσης, επαναφύτευσης, η μέριμνα των δένδρων, και η διαχείριση των δασών πρέπει να προσαρμοστούν ανάλογα.

4.9

Χωροταξικός σχεδιασμός — Ο σχεδιασμός αστικών και άλλων οικισμών καθώς και ο σχεδιασμός μεταφορών και υποδομών θα χρειαστεί να λαμβάνει ολοένα περισσότερο υπόψη τις αλλαγές που αναμένονται στη θερμοκρασία και τις καιρικές συνθήκες. Κατά συνέπεια, το ζήτημα αυτό πρέπει να συνυπολογίζεται κατά τον σχεδιασμό προτύπων, την υιοθέτηση επαγγελματικών πρακτικών και τον προγραμματισμό επαγγελματικής κατάρτισης. Τα μεμονωμένα αναπτυξιακά προγράμματα και σχέδια θα πρέπει, αντίστοιχα, να λαμβάνουν υπόψη τις επιπτώσεις αυτές της αλλαγής του κλίματος, οι δε μέθοδοι εκτίμησης του αντίκτυπου θα πρέπει να προσαρμοστούν κατάλληλα.

4.10

Κτήρια — Ο οικοδομικός και κατασκευαστικός τομέας θα επηρεαστεί σημαντικά από την αλλαγή του κλίματος. Είναι απαραίτητη η υιοθέτηση αυστηρότερων ελάχιστων ρυθμίσεων για την ενεργειακή απόδοση των κτηρίων, καλύτερων οικοδομικών προδιαγραφών, κλπ. Επίσης, οι πληροφορίες που αφορούν τις ορθές πρακτικές πρέπει να είναι πιο εύκολα προσιτές στους πολίτες, όπως και αυτές που έχουν σχέση με τις μεθόδους, τα υλικά και τις επιδοτήσεις που είναι διαθέσιμα τόσο για την ανακαίνιση παλαιών κτηρίων όσο και για νέες κατασκευές, ούτως ώστε να περιορίζεται η κατανάλωση ενέργειας και να είναι τα κτήρια αυτά κατάλληλα προετοιμασμένα για τις νέες μεταβαλλόμενες θερμοκρασίες και καιρικές συνθήκες.

4.11

Προϋπολογισμός της ΕΕ — Στον ετήσιο προϋπολογισμό, η ΕΟΚΕ συνιστά ο τίτλος «Προσαρμογή» να εμφανίζεται στους τομείς εκείνους πολιτικής στους οποίους θα χρειαστούν άμεσες επενδύσεις (π.χ. στους τομείς της ενέργειας, της γεωργίας, των μεταφορών, των οικοδομικών προδιαγραφών, της παροχής βοήθειας σε περίπτωση φυσικών καταστροφών, της προστασίας της βιοποικιλότητας, της πολιτικής για τη δημόσια υγεία, κλπ.). Το επόμενο δημοσιονομικό πλαίσιο θα πρέπει να διαθέτει μεγαλύτερο μέρος των υφιστάμενων πόρων υπέρ προγραμμάτων μετριασμού των επιπτώσεων της αλλαγής του κλίματος και της προσαρμογής σε αυτές. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να πραγματοποιήσουν, και αυτά, ανάλογες αλλαγές στους εθνικούς τους προϋπολογισμούς και στα προγράμματα δαπανών τους.

4.12

Διαρθρωτικοί πόροι — Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ταμείο Συνοχής και το Μέσο Προενταξιακής Βοήθειας προβλέπουν κριτήρια για την υποστήριξη των περιβαλλοντικών σχεδίων, ωστόσο δεν περιλαμβάνουν καμία ρητή αναφορά στην προσαρμογή στην αλλαγή του κλίματος και συχνά οι εκτιμήσεις του αντίκτυπου δεν είναι επαρκείς (πολλά σχέδια μεταφορών κι ενέργειας είναι σαφώς ζημιογόνα για το περιβάλλον και το κλίμα). Κατά τις επόμενες επανεξετάσεις όλων αυτών των προγραμμάτων θα πρέπει να προβλεφθεί η διάθεση πολύ μεγαλύτερου μεριδίου των υφιστάμενων πόρων υπέρ της στήριξης των μέτρων μετριασμού των επιπτώσεων της αλλαγής του κλίματος και της προσαρμογής σε αυτές.

4.13

Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΕΤΑΑ) θα πρέπει να λάβουν υπόψη την αλλαγή του κλίματος στις δημοσιονομικές διαδικασίες τους και στα κριτήριά που υιοθετούν για την ανάλυση των σχεδίων και προγραμμάτων.

4.14

Η ασφαλιστική βιομηχανία έχει δείξει μεγάλο ενδιαφέρον για την αλλαγή του κλίματος και εντάσσει ολοένα συχνότερα σκέψεις που συνδέονται με το θέμα αυτό στις αποφάσεις που λαμβάνει σχετικά με τα γεγονότα έναντι των οποίων είναι διατεθειμένη να ασφαλίζει και στους αντίστοιχους όρους. Η ΕΕ και τα κράτη μέλη της πρέπει να καθιερώσουν έναν διαρκή διάλογο με την ασφαλιστική βιομηχανία ώστε να διασφαλιστεί ότι ο ασφαλιστικός τομέας θα παράσχει την πλήρη βοήθειά του στις επιχειρήσεις και σε άλλους παράγοντες προκειμένου να μπορέσουν να προσαρμοστούν στην αλλαγή του κλίματος.

4.15

Αναπτυσσόμενες χώρες — Πολλές αναπτυσσόμενες χώρες θα αντιμετωπίσουν ακόμη σοβαρότερα προβλήματα προσαρμογής απ' ό,τι η Ευρώπη και θα έχουν στη διάθεσή τους λιγότερους πόρους για την αντιμετώπισή τους. Ορισμένες από τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες ευθύνονται ελάχιστα για την αλλαγή του κλίματος και όμως είναι αυτές που θα πληγούν περισσότερο, συνεπώς δικαιούνται απόλυτα να απαιτούν ισότητα και δικαιοσύνη, διεκδικώντας τη συνεργασία και την υποστήριξη του αναπτυσσόμενου κόσμου. Στις χώρες αυτές θα πρέπει να παρασχεθεί στήριξη με τη μορφή ανθρώπινων, τεχνικών και δημοσιονομικών πόρων εκ μέρους των ανεπτυγμένων χωρών, προκειμένου να μπορέσουν να προσαρμοστούν κατάλληλα. Η Ευρώπη θα πρέπει, κατ' επέκταση, να αναλάβει ηγετικό ρόλο, τόσο παρέχοντας επιπλέον πόρους για την λήψη μέτρων προσαρμογής στο πλαίσιο των συλλογικών και εθνικών προγραμμάτων της αναπτυξιακής βοήθειας, όσο και βοηθώντας την διεθνή οικονομική κοινότητα να προσαρμοστεί στην πρόκληση της προσαρμογής.

4.16

Ορισμένα μέρη του κόσμου θα αποβούν λιγότερο φιλόξενα στην εγκατάσταση πληθυσμών (και σε ακραίες περιπτώσεις πιθανόν να καταστούν ακατάλληλα για κατοικία), είτε ως αποτέλεσμα της ανόδου του επιπέδου των θαλασσών είτε ως αποτέλεσμα ακραίων καιρικών συνθηκών. Η αλλαγή του κλίματος ίσως γίνει αιτία να αυξάνονται ολοένα περισσότερο οι πιέσεις για μετανάστευση πληθυσμιακών ομάδων προς τη Ευρώπη από άλλα μέρη της υφηλίου, καθώς και οι μετακινήσεις πληθυσμιακών ομάδων εντός της Ευρώπης. Οι αναπτυξιακοί οργανισμοί και οι συναφείς κυβερνητικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι έτοιμοι να βοηθήσουν τις αναπτυσσόμενες χώρες να αναγνωρίζουν έγκαιρα τις καταστάσεις αυτές και να τις υποστηρίζουν κατά τον σχεδιασμό των απαραίτητων προγραμμάτων μετακίνησης πληθυσμών.

4.17

Οι πιθανές επιπτώσεις της αλλαγής του κλίματος σε εθνικό και σε τοπικό επίπεδο στην Ευρώπη, καθώς και ο πιθανός ρυθμός της αλλαγής αυτής, δεν είναι ακόμη πλήρως κατανοητά και θα χρειαστεί να διεξαχθεί περαιτέρω έρευνα και ανάλυση για την βελτίωση και την αναλυτικότερη κατάρτιση προγνώσεων. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος μπορεί να διαδραματίσει χρήσιμο ρόλο ως φορέας συντονισμού της σχετικής έρευνας και των δραστηριοτήτων παρακολούθησης, ανάλυσης και πρόγνωσης στον συγκεκριμένο τομέα, καθώς και ως φορέας διάδοσης των διαθέσιμων ορθών πληροφοριών στους αρμόδιους για τη λήψη αποφάσεων και σε άλλους αρμόδιους που ασχολούνται με την λεπτομερή εφαρμογή των στρατηγικών προσαρμογής. Η ΕΟΚΕ είναι, από την πλευρά της, έτοιμη να διαδραματίσει το δικό της ρόλο στην προώθηση της βαθύτερης και ευρύτερης κατανόησης των επιπτώσεων που θα έχει η αλλαγή του κλίματος στα διάφορα μέρη της Ευρώπης και των απαιτούμενων μέτρων προσαρμογής.

4.18

Η κοινωνία των πολιτών θα χρειαστεί να συμμετάσχει ενεργά στην διαδικασία προσαρμογής στην αλλαγή του κλίματος. Οι τοπικές κοινότητες, οι επιχειρήσεις και άλλες οργανώσεις κάθε είδους θα επηρεάζονται σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό από την αλλαγή του κλίματος και θα χρειαστεί να λάβουν μέρος στις προσπάθειες αντιμετώπισής τους. Όλα τα άτομα και όλες οι οργανώσεις πρέπει να κατανοήσουν σε βάθος της αλλαγές που έχουν ήδη αρχίσει να συμβαίνουν και που προβλέπεται ότι θα συμβούν κατά τη διάρκεια τόσο του δικού τους βίου όσο και των παιδιών τους. Είναι επίσης απαραίτητο να κατανοήσουν καλύτερα τον ρόλο που θα χρειαστεί να αναλάβουν για τον περιορισμό της αλλαγής του κλίματος και την προσαρμογή σε αυτήν. Οι γνώσεις σχετικά με τα θέματα αυτά θα πρέπει να καταλαμβάνουν ολοένα περισσότερο σημαντικό μέρος του διδακτικού προγράμματος τόσο της επίσημης όσο και της άτυπης παιδείας.

4.19

Η ΕΟΚΕ τονίζει τη σημασία της συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών σε όλα τα επίπεδα και της επικοινωνίας με τους καταναλωτές και το ευρύ κοινό. Υποστηρίζει πλήρως την υπόδειξη της Πράσινης Βίβλου να συσταθούν, στον συγκεκριμένο τομέα, ειδικές ομάδες με εκπροσώπους των ενδιαφερόμενων μερών προκειμένου να αναπτυχθούν τα απαραίτητα ειδικά μέτρα αντιμετώπισης του προβλήματος. Ένα από τα σημαντικά καθήκοντα αυτών των ομάδων θα πρέπει να είναι η ανάπτυξη τεχνικών για την εκτίμηση των διαφόρων επίπεδων κινδύνου και ο έλεγχος της ετοιμότητας των διαφόρων οργανώσεων και κοινοτήτων να αντιμετωπίσουν ακραία καιρικά φαινόμενα και άλλες καταστροφές που δεν αποκλείεται να επιδεινωθούν περαιτέρω ή να πληθύνουν όσο εξελίσσεται η αλλαγή του κλίματος.

4.20

Οι τοπικές και περιφερειακές αρχές θα έχουν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο όσον αφορά τον συντονισμό και την προώθηση των σχετικών δραστηριοτήτων σε όλα τα επίπεδα και την κινητοποίηση και ευαισθητοποίηση του ευρέος κοινού ώστε να αναλάβει την απαιτούμενη δέσμευση στον συγκεκριμένο τομέα. Οι δημόσιες αρχές όλων των επιπέδων μπορούν και αυτές να διαδραματίσουν καίριο ρόλο και να δώσουν το παράδειγμα, υιοθετώντας, στο πλαίσιο των πολιτικών τους για τις δημόσιες συμβάσεις, τον κατάλληλο σχεδιασμό για τα κτήρια και τα αναπτυξιακά τους σχέδια.

4.21

Η Πράσινη Βίβλος συνιστά τη σύσταση μιας Ευρωπαϊκής Συμβουλευτικής Ομάδας για την προσαρμογή στην αλλαγή του κλίματος αποτελούμενης από εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, υπευθύνους για τη χάραξη της πολιτικής κα επιστήμονες η οποία θα δρα ως ομάδα εμπειρογνωμόνων κατά την ανάπτυξη της πολιτικής. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την ιδέα συγκρότησης μιας παρόμοιας ομάδας.

4.22

Εξάλλου, η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η ΕΕ πρέπει να εξετάσει τη σκοπιμότητα σύστασης ανεξάρτητου οργάνου με ανεξάρτητο πρόεδρο που θα έχει την ευθύνη του ελέγχουν της διαδικασίας της σφαιρικής στρατηγικής για την κλιματική αλλαγή (τόσο από απόψεως προσαρμογής όσο και μέτρων άμβλυνσης). Θα πρέπει να υποβάλλει τακτικά εκθέσεις και να προειδοποιεί έγκαιρα όταν η σχετική δράση δεν ανταποκρίνεται στις δεσμεύσεις και τις απαιτήσεις της κατάστασης. Η ΕΟΚΕ έχει και αυτή, από την πλευρά της, την πρόθεση να παρακολουθεί τακτικά και με ιδιαίτερη προσοχή την πρόοδο στον συγκεκριμένο τομέα.

Βρυξέλλες, 12 Δεκεμβρίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


16.5.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/42


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς και την τροποποίηση ορισμένων κανονισμών»

COM(2007) 372 τελικό — 2007/0138 (CNS)

(2008/C 120/10)

Στις 7 Σεπτεμβρίου 2007, και σύμφωνα με τα άρθρα 36 και 37 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα:

«Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς και την τροποποίηση ορισμένων κανονισμών».

Το ειδικευμένο τμήμα στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 27 Νοεμβρίου 2007, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. KIENLE.

Κατά την 440ή σύνοδο ολομέλειάς της, της 12ης και 13ης Δεκεμβρίου 2007 (συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 109 ψήφους υπέρ, 5 κατά και 12 αποχές.

1.   Περίληψη των συμπερασμάτων και συστάσεων

1.1

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει στο σχέδιο μεταρρύθμισης της κοινής οργάνωσης της αγοράς Οίνου να διατηρηθεί καταρχήν η ειδική οργάνωση της αγοράς οίνου. Η ΕΟΚΕ προσδοκούσε ωστόσο εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής μία πιο εμπεριστατωμένη εξέταση των προτάσεων, τις οποίες διετύπωσε στην γνωμοδότηση της από 14.12.2006 με θέμα «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο — Προς έναν αειφόρο ευρωπαϊκό κλάδο του οίνου»  (1).

1.2

Η ΕΟΚΕ ζητά εκ νέου να επικεντρωθούν οι κυριότεροι στόχοι της μεταρρύθμισης στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών κρασιών και στην ανάκτηση της θέσης τους στην αγορά. Αναφορικά με αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να συνεκτιμήσει στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης και των ρυθμίσεων σχετικά με το εξωτερικό εμπόριο σε μεγαλύτερο βαθμό την ηγετική θέση του ευρωπαϊκού οινοπαραγωγικού τομέα στην παγκόσμια αγορά.

1.3

Η EOKE τονίζει ότι η παραγωγή οίνου και η αμπελοκαλλιέργεια αποτελούν βασικό και αναπόσπαστο στοιχείο του ευρωπαϊκού πολιτισμού και του ευρωπαϊκού τρόπου ζωής. Η αμπελοκαλλιέργεια επηρεάζει το κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον σε πολυάριθμες αμπελοοινικές περιοχές της Ευρώπης. Συνεπώς, η ΕΟΚΕ κρίνει ότι είναι απολύτως αναγκαίο, τόσο στο επίπεδο των στόχων, όσο και στο επίπεδο των μέτρων, να συνεκτιμηθούν στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης όχι μόνο οι οικονομικές επιπτώσεις, αλλά και οι συνέπειες για την απασχόληση, το κοινωνικό σύνολο, το περιβάλλον — ειδικά μέσω των προγραμμάτων εκρίζωσης — καθώς και για την προστασία των καταναλωτών και τη δημόσια υγεία. Το παραπάνω καθίσταται σαφές κατά μη ικανοποιητικό τρόπο στο σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

1.4

Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι η αμπελοκαλλιέργεια αποτελεί μέσο διαβίωσης για 1,5 εκατομμύρια οικογενειακές επιχειρήσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση και προσφέρει απασχόληση σε 2,5 εκατομμύρια εργαζόμενους, τουλάχιστον σε εποχική βάση. Η ΕΟΚΕ εφιστά συνεπώς την προσοχή στο γεγονός ότι κατά την εφαρμογή της μεταρρύθμισης θα πρέπει να προτιμηθούν μέτρα που έχουν θετικό αντίκτυπο στο εισόδημα των αμπλελουργών και ευνοούν την απασχόληση στον ευρωπαϊκό αμπελουργικό τομέα.

1.5

Η ΕΟΚΕ εκτιμά την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με τον καθορισμό εθνικού δημοσιονομικού πλαισίου για το εκάστοτε οινοπαραγωγικό κράτος μέλος ως σημαντική συμβολή στην αύξηση της επικουρικότητας και μεγαλύτερη συνεκτίμηση των περιφερειακών διαφορών. Θα πρέπει ωστόσο να επεκταθεί ο κατάλογος των μέσων στήριξης, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της μεταρρύθμισης.

1.6

Η ΕΟΚΕ κρίνει ανεπαρκείς τις προτάσεις που υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα για την ενημέρωση των καταναλωτών. Εκφράζει την ικανοποίησή της για της προτάσεις σχετικά με την ενίσχυση της εμπορίας οίνου στις διεθνείς αγορές, θεωρεί ωστόσο ότι απαιτείται μία επέκταση στην εσωτερική αγορά.

2.   Προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

2.1

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει μία μεταρρύθμιση της οργάνωσης της αμπελοοινικής αγοράς κυρίως στους ακόλουθους τομείς:

προγράμματα στήριξης σε ένα εθνικό δημοσιονομικό πλαίσιο για την αναδιάρθρωση και τη μετατροπή των αμπελώνων, πρώιμος τρύγος, σύσταση ειδικού ταμείου αλληλοβοήθειας, ασφάλιση της συγκομιδής, καθώς επίσης προώθηση στις τρίτες χώρες·

μεταφορά πόρων στην αγροτική ανάπτυξη·

τροποποίηση των διατάξεων για την οινοποιία, κυρίως όσον αφορά τις οινολογικές πρακτικές, τον εμπλουτισμό και την αύξηση της οξύτητας·

τροποποίηση των διατάξεων για την επισήμανση, κυρίως αναφορικά με την ένδειξη προέλευσης και τη γεωγραφική ένδειξη, όπως επίσης προσαρμογή των υπολοίπων διατάξεων για την επισήμανση·

οργανώσεις παραγωγών και διεπαγγελματικές οργανώσεις·

ελευθέρωση των κανόνων σχετικά με τα δικαιώματα φύτευσης από το 2013·

εθελοντικό πρόγραμμα εκρίζωσης·

κατάργηση των μηχανισμών της αγοράς που ίσχυαν μέχρι σήμερα·

μεταφορά αρμοδιοτήτων από το Συμβούλιο των Υπουργών στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί σε μεγάλο βαθμό με τους στόχους της πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Όσον αφορά ωστόσο τα προτεινόμενα μέτρα, κρίνει ότι απαιτείται να προσαρμοστούν και να βελτιωθούν.

3.2

Η ΕΟΚΕ εμμένει στο αίτημά της, σύμφωνα με το οποίο θα πρέπει να βελτιωθεί η ανταγωνιστικότητα των ευρωπαίων οινοπαραγωγών στην εσωτερική αγορά και στις αγορές εξαγωγών, να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή οικονομία, να υποστηριχθούν οι προσπάθειες που καταβάλλονται για την βελτίωση της ποιότητας και τέλος να προσανατολιστούν οι δράσεις που αναλαμβάνονται πρωτίστως στις εξελίξεις της αγοράς και τις επιθυμίες των καταναλωτών. Στο υποβληθέν σχέδιο κανονισμού της, η Επιτροπή δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη της τα εν λόγω αιτήματα.

3.3

Η ΕΟΚΕ θεωρεί απαραίτητο να καταστούν πιο συγκεκριμένοι οι οικονομικοί στόχοι και να συμπληρωθούν τόσο με στόχους κοινωνικού χαρακτήρα όσο και με στόχους που αφορούν την πολιτική απασχόλησης. Από αυτήν την άποψη θα πρέπει να επιδιωχθεί η βελτίωση της εισοδηματικής κατάστασης των οινοπαραγωγών, η βελτίωση των δυνατοτήτων εξέλιξης των νέων αμπελουργών, η επίτευξη βιώσιμων δυνατοτήτων απασχόλησης για τους εργαζομένους πλήρους απασχόλησης και για τους εποχικούς εργαζομένους καθώς επίσης η εξασφάλιση των όρων για την δίκαιη αμοιβή τους.

3.4

Η ΕΟΚΕ εξακολουθεί να μην συμφωνεί με τη μεταφορά αρμοδιοτήτων από το Συμβούλιο των Υπουργών στην Επιτροπή, π.χ. όσον αφορά την έγκριση νέων οινολογικών πρακτικών, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν προάσπισε επαρκώς τα συμφέροντα των ευρωπαίων οινοπαραγωγών στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων διμερών συμφωνιών.

3.5

Η ΕΟΚΕ εξακολουθεί να θεωρεί ότι οι υφιστάμενοι χρηματοδοτικοί πόροι πρέπει να αυξηθούν σημαντικά, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η προσχώρηση δύο νέων παραγωγών χωρών στην ΕΕ.

3.6

Η ΕΟΚΕ ζητά εκ νέου τη διασφάλιση καλύτερης και εκτενέστερης παρακολούθησης της αγοράς, ώστε να διατίθενται πιο αξιόπιστα στοιχεία σχετικά με την παραγωγή, το εμπόριο και την κατανάλωση, ως βάση για την οργάνωση της αμπελουργικής αγοράς. Τα γενικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν κατά το παρελθόν είναι μεν σημαντικά, αλλά ανεπαρκή. Χρειάζονται κυρίως επίκαιρες πληροφορίες σχετικά με τις αλλαγές που σημειώνονται στη διάρθρωση της παραγωγής, στα δίκτυα διάθεσης στην αγορά, αλλά και στην καταναλωτική συμπεριφορά.

3.7

Η ΕΟΚΕ συντάσσεται με την άποψη της Επιτροπής, ότι η νέα Οργάνωση της Αγοράς Οίνου θα πρέπει να τεθεί σε ισχύ το συντομότερο δυνατόν. Θεωρεί, ωστόσο, απαραίτητη μια περίοδο «βαθμιαίας εξόδου», προκειμένου να δοθεί στις εκμεταλλεύσεις η δυνατότητα να προσαρμοστούν σταδιακά στις νέες βασικές προϋποθέσεις.

3.8

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίηση της για το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τροποποίησε της πρόταση της σχετικά με το πρόγραμμα εκρίζωσης. Θεωρεί εντούτοις σκόπιμο να εφαρμοσθούν τα μέτρα αυτά στα πλαίσια περιφερειακών ή εθνικών διαρθρωτικών προγραμμάτων, προκειμένου να αποφευχθούν οι αρνητικές επιπτώσεις των μεμονωμένων εκριζώσεων (π.χ. ακαλλιέργητες εκτάσεις εν μέσω αμπελώνων) και να εξασφαλισθεί μία εύρυθμη εφαρμογή.

3.9

Η ΕΟΚΕ εξακολουθεί να διαφωνεί ως προς την πλήρη ελευθέρωση των κανόνων σχετικά με τα δικαιώματα φύτευσης, διότι κατ' αυτόν τον τρόπο διακυβεύονται οι οικονομικοί, κοινωνικοί, περιβαλλοντικοί στόχοι της μεταρρύθμισης της αμπελοοινικής αγοράς, αλλά και οι στόχοι σχετικά με τη διατήρηση του φυσικού τοπίου.

4.   Εδικές παρατηρήσεις

4.1   Τίτλος II: Μέτρα στήριξης — Κεφάλαιο 1: Προγράμματα στήριξης

4.1.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την καταρχήν συνεκτίμηση των προτάσεων της να λαμβάνονται περισσότερο υπόψη οι περιφερειακές διάφορες και να εφαρμόζεται με περισσότερη συνέπεια η αρχή της επικουρικότητας στον οινοπαραγωγικό κλάδο με την καθιέρωση εθνικού χρηματοδοτικού πλαισίου. Θεωρεί όμως ότι τα μέτρα στήριξης που προτείνονται δεν επαρκούν.

4.1.2

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε ό,τι αφορά στην ανάγκη τήρησης ενός συνεπέστερου και καταλληλότερου κοινοτικού πλαισίου. Εντός του πλαισίου αυτού, τα κράτη μέλη θα είναι αρμόδια να επιλέγουν μέτρα για τις οινοπαραγωγικές περιοχές τους. Στην περίπτωση αυτή, μπορεί να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στις οργανώσεις των παραγωγών, τις ενώσεις του κλάδου, τους ρυθμιστικούς οργανισμούς και άλλους φορείς με ανάλογους στόχους.

4.1.3

Η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ της κατάρτισης ενός εκτενούς καταλόγου μέτρων που να ανταποκρίνονται στους στόχους της οργάνωσης της αγοράς. Παραπέμπει δε στην προηγούμενη γνωμοδότηση που έχει εκδώσει για το θέμα της μεταρρύθμισης της ΚΟΑ για τον οίνο (2), στην οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, τη θέσπιση προγραμμάτων για την προαγωγή των ποιοτικών προϊόντων στη αμπελουργία, την οινοπαραγωγή, τη διάθεση στην αγορά και την πληροφόρηση των καταναλωτών, καθώς και μέτρα υπέρ των μειονεκτικών περιοχών σε συνδυασμό με την πρόβλεψη της δυνατότητας για τη χορήγηση άμεσων ενισχύσεων με βάση την καλλιεργούμενη έκταση.

4.1.4

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει το αίτημά της για την εφαρμογή συνεκτικών και ολοκληρωμένων μέτρων με στόχο την επίτευξη όσο το δυνατόν καλύτερου αποτελέσματος. Τα μέτρα αυτά πρέπει, συνεπώς, να ενσωματωθούν σε σχέδια που καλύπτουν το σύνολο της παραγωγικής αλυσίδας και εκτείνονται από την αμπελουργία, μέσω της μεταποίησης, έως τη διάθεση προϊόντων στην αγορά. Σε αυτά συγκαταλέγονται επίσης μέτρα για το άνοιγμα εναλλακτικών αγορών για τη διάθεση όλων των αμπελουργικών προϊόντων.

4.1.5

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει με έμφαση το αίτημά της για τη θέσπιση ειδικού προγράμματος για την ενίσχυση μειονεκτικών περιοχών, όπως είναι, για παράδειγμα, οι εκτάσεις σε απόκρημνες ή απότομες πλαγιές, καθώς και περιοχές οι οποίες είναι εκτεθειμένες σε ακραίες κλιματολογικές συνθήκες.

4.1.6

Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να δώσει ουσιαστική σημασία στα μέτρα προώθησης των εξαγωγών εντός των εθνικών χρηματοδοτικών προγραμμάτων. Πέραν αυτών, χρειάζονται μέτρα για την ενημέρωση των καταναλωτών σχετικά με την αμπελουργία στην εσωτερική αγορά και ιδιαιτέρως σχετικά με τα οφέλη που αποφέρει η μετριοπαθής κατανάλωση οίνου και τους κινδύνους που συνεπάγεται η κατάχρηση. Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει την πρόταση της για την υποστήριξη της σύστασης ευρωπαϊκού φορέα παρακολούθησης της αγοράς.

4.1.7

Η ΕΟΚΕ θεωρεί αδικαιολόγητη την άμεση κατάργηση των παρεμβατικών μέτρων. Για το λόγο αυτό, συνιστά να εξασφαλιστεί η δυνατότητα παροχής ενισχύσεων για την απόσταξη για την παραγωγή πόσιμης αλκοόλης και για ιδιωτική αποθεματοποίηση στα πλαίσια των εθνικών χρηματοδοτικών προγραμμάτων κατά την «περίοδο σταδιακής κατάργησης» 2008-2010.

4.1.8

Η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι, εντός του εθνικού δημοσιονομικού πλαισίου, πρέπει να προβλέπονται μέτρα για την αντιμετώπιση έκτακτων περιστάσεων, τα οποία να βασίζονται στην συνυπευθυνότητα των παραγωγών. Τα μέτρα που προβλέπονταν μέχρι σήμερα (ασφάλιση της εσοδείας και ταμεία αλληλασφάλισης) δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση συγκυριακών κρίσεων. Γι' αυτό και πρέπει να εξεταστεί αν έχει αποδειχθεί η χρησιμότητα των μέχρι τούδε αποστάξεων κρίσης και αν μπορεί να προβλεφθεί απόσταξη κρίσης εντός του εθνικού δημοσιονομικού πλαισίου.

4.1.9

Η ισχύουσα απαγόρευση της υπέρμετρης πίεσης σταφυλιών, μούστου και οινολάσπης έχει αποδειχθεί χρήσιμη στην προσπάθεια για τη διασφάλιση της ποιότητας των αμπελουργικών προϊόντων και για την αποφυγή ενδεχόμενων καταχρήσεων. Συνεπώς, πρέπει να διατηρηθεί. Ορισμένα χρόνια, τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν την δυνατότητα να αυξάνουν τον αλκοολικό τίτλο των αποσταγμένων προϊόντων παραγωγής τους.

4.1.10

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε πρόταση για την κατανομή κονδυλίων εντός του εθνικού δημοσιονομικού πλαισίου. Για τα νέα κράτη μέλη, στα οποία δεν υπάρχει σχετική προϊστορία, πρέπει να οριστεί ξεχωριστή κλείδα κατανομής κονδυλίων, ανάλογα με το μερίδιο των αμπελώνων.

4.2   Κεφάλαιο 2: Μεταφορά πόρων

4.2.1

Η ΕΟΚΕ έχει τονίσει σε διάφορες γνωμοδοτήσεις της τη σημασία που έχει ο δεύτερος πυλώνας για τη μελλοντική εξέλιξη των αγροτικών ζωνών, στις οποίες συγκαταλέγονται και οι ευρωπαϊκές οινοπαραγωγικές περιοχές. Όμως, ακόμη και με τη συνεκτίμηση αυτού του βασικού στόχου, υποστηρίζει ότι, για να λυθούν τα ιδιαίτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο οινοπαραγωγικός κλάδος, τα μέτρα που εξετάζονται στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της αγοράς οίνου πρέπει να χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου από τον προϋπολογισμό για τον οίνο. Κατά συνέπεια, ο προϋπολογισμός δεν πρέπει να μειωθεί ούτε με περικοπές, ούτε με τη μεταφορά πόρων.

4.3   Τίτλος III: Κανονιστικά μέτρα — Κεφάλαιο 2: Οινολογικές πρακτικές και περιορισμοί

4.3.1

Η ΕΟΚΕ θεωρεί απολύτως απαραίτητο να υπάρξει ένας διεθνώς αναγνωρισμένος ορισμός του προϊόντος «οίνος». Αυτό απαιτεί επίσης τον καθορισμό αναγνωρισμένων μεθόδων παραγωγής. Πρέπει να διασαφηνιστεί ότι οι επονομαζόμενοι «οίνοι φρούτων» δεν αποτελούν αντικείμενο της οργάνωσης αγοράς για τον οίνο.

4.3.2

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι ο προσανατολισμός των διαδικασιών παραγωγής οίνου στα πρότυπα του ΔΟΑΟ πρέπει να συμπεριληφθεί με συνεπέστερο τρόπο στην στρατηγική κατεύθυνση διμερών ή διεθνών εμπορικών συμφωνιών. Η αποδοχή στην περίπτωση των εισαγόμενων οίνων οποιοσδήποτε διαδικασίας που είναι αποδεκτή σε κάποια περιοχή του κόσμου έρχεται σε αντίφαση με τον εντονότερο προσανατολισμό των ευρωπαϊκών οίνων στα πρότυπα του ΔΟΑΟ, και θα οδηγούσε σε περαιτέρω στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Κατά τον ίδιο τρόπο, η ΕΟΚΕ είναι αντίθετη στην πρόταση για την αποδοχή κατά την εξαγωγή οίνου οινολογικών πρακτικών οι οποίες απαγορεύονται στην περίπτωση διάθεσης στην εσωτερική αγορά.

4.3.3

Η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ της επισήμανσης των επιτρεπόμενων οινολογικών πρακτικών σε παράρτημα του παρόντος κανονισμού και θεωρεί ότι το Συμβούλιο πρέπει να συνεχίσει να είναι αρμόδιο για την επικαιροποίηση αυτών των διαδικασιών και για την αποδοχή νέων.

4.3.4

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την απόφαση της Επιτροπής να αποστασιοποιηθεί από την προβλεπόμενη χορήγηση άδειας για την ανάμειξη εισαγόμενων μούστων σταφυλιών ή συμπυκνωμένων γλευκών για την παραγωγή οίνου στην Ευρώπη ή για την ανάμειξη προϊόντων τρίτων χωρών με ευρωπαϊκά.

4.3.5

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να συνεκτιμήσει στις προτάσεις της σχετικά με τους κανόνες παραγωγής τις διαφορές που υπάρχουν ως προς τις γεωγραφικές και κλιματολογικές συνθήκες κάθε περιοχής στην Ε.Ε. Τονίζει δε ότι το θέμα αυτό είναι ιδιαίτερα λεπτό και δεν επιτρέπεται να οδηγήσει σε διχασμό του ευρωπαϊκού οινοπαραγωγικού τομέα ή σε πάγωμα των προτάσεων μεταρρύθμισης. Ωστόσο η ΕΟΚΕ, συμμερίζεται την απαίτηση να ελέγχεται περισσότερο η ποιότητα της παραγωγής μέσω του περιορισμού των πρακτικών εμπλουτισμού.

4.3.6

συνεπώς, η ΕΟΚΕ θα εξετάσει τις προτάσεις της επιτροπής λαμβάνοντας υπόψη την παλαιότερη γνωμοδότηση της, τις αναλύσεις της επιτροπής, την προτεινόμενη ελευθέρωση των οινολογικών πρακτικών, την αναγνώριση οινολογικών πρακτικών που προβλέπονται σε διμερείς συμφωνίες, αλλά και υπό το πρίσμα των στόχων της μεταρρύθμισης και ιδιαίτερα της ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και της μείωσης του κόστους παραγωγής. Μετά την αξιολόγηση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων της πρότασης της Επιτροπής, η ΕΟΚΕ τάσσεται καταρχήν υπέρ της διατήρησης των ισχυουσών ρυθμίσεων σε ό,τι αφορά τη χρήση ζαχάρεως και τις ενισχύσεις για τα συμπυκνωμένα γλεύκη.

4.4   Κεφάλαιο 3: Ονομασίες προέλευσης και γεωγραφικές ενδείξεις

4.4.1

Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει την πράξη της Επιτροπής να διασαφηνίσει τις προτάσεις της για την επισήμανση των οίνων με βάση την προέλευσή τους. Επίσης, συμφωνεί με την άποψη της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία η έννοια των ποιοτικών οίνων στην Κοινότητα στηρίζεται, εκτός άλλων, στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους τα οποία ανάγονται στη γεωγραφική τους προέλευση. Η προστασία της ονομασίας προέλευσης και των γεωγραφικών δεδομένων έχει υψηλή προτεραιότητα. Για το λόγο αυτό, η χρήση ονομασίας προέλευσης ή γεωγραφικών δεδομένων στην παραγωγή οίνου πρέπει να περιοριστεί σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές.

4.4.2

Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει εντωμεταξύ διευκρινίσει και διασαφηνίσει τις προτάσεις της, σύμφωνα με τις οποίες τα αποδεδειγμένης αξίας συστήματα ποιότητας, τα οποία δεν στηρίζονται καθόλου ή δεν στηρίζονται αποκλειστικά στην αρχή της ονομασίας προέλευσης, μπορούν να διατηρηθούν. Σε πολλές χώρες, η αξιολόγηση των οίνων ποιότητας έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη για τους παραγωγούς αλλά κυρίως για τους καταναλωτές.

4.4.3

Ανεξαρτήτως αυτών, υπάρχουν πολλά ερωτηματικά σχετικά με την συμβατότητα του κανονισμού αριθ. 753/2002 της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2002, με τις διατάξεις περί εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά την περιγραφή, την ονομασία, την παρουσίαση και την προστασία ορισμένων αμπελοοινικών προϊόντων (3). Η ΕΟΚΕ ζητά, συνεπώς, να καταρτιστεί πίνακας συμβατότητας για να επιτραπεί ο προσδιορισμός του αντίκτυπου στις γεωγραφικές και παραδοσιακές ενδείξεις.

4.5   Κεφάλαιο IV: Επισήμανση

4.5.1

Η ΕΟΚΕ θεωρεί τις προτάσεις της Επιτροπής ιδιαίτερα πολύπλοκες και αναμένει μια ακριβή προσομοίωση των συνεπειών των προτεινόμενων αλλαγών.

4.5.2

Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι η νομοθεσία σχετικά με τις ονομασίες τροποποιήθηκε μόλις πρόσφατα, μετά από πολυετείς διαβουλεύσεις. Η ΕΟΚΕ ζητά επίσης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διευκρινίσει αν υπάρχουν νέες πτυχές οι οποίες δεν συνεκτιμήθηκαν σ' αυτές τις πρόσφατες διαβουλεύσεις.

4.5.3

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την απλούστευση των κανόνων επισήμανσης, εφόσον εξυπηρετείται η καλύτερη πληροφόρηση των καταναλωτών. Παρόμοιες αλλαγές δεν πρέπει, ωστόσο, να συνεπάγονται μεγαλύτερους κινδύνους στρέβλωσης του ανταγωνισμού ή παραπλάνησης των καταναλωτών που θα οδηγούσαν σε πληθώρα δικαστικών προσφυγών. Από αυτή την άποψη, προβληματίζει η πρόταση της Επιτροπής να επιτραπεί η προαιρετική αναφορά της ποικιλίας αμπέλου και του έτους παραγωγής στους επιτραπέζιους οίνους χωρίς ονομασία προέλευσης ή γεωγραφική ένδειξη. Η πρόταση της Επιτροπής να επιτραπεί η προαιρετική αναφορά της ποικιλίας αμπέλου και του έτους παραγωγής στους επιτραπέζιους οίνους χωρίς ονομασία προέλευσης ή γεωγραφική ένδειξη μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή μόνο εφόσον διασφαλίζεται η εφαρμογή ενός συστήματος ελέγχου και πιστοποίησης για την ανιχνευσιμότητα των εν λόγω οίνων, με απώτερο στόχο την προστασία των καταναλωτών αλλά και την αποφυγή του ενδεχομένου παραπλάνησης και του αθέμιτου ανταγωνισμού.

4.5.4

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η σε μια συνεχώς διευρυνόμενη Ευρωπαϊκή Ένωση αυξάνεται και η γλωσσική πολυμορφία, γεγονός που θα δημιουργήσει ενδεχομένως εμπόδια στις εμπορικές συναλλαγές, όπως δείχνει και το πρόβλημα που αντιμετωπίζεται σήμερα σχετικά με την αναφορά των θειωδών ενώσεων. Θα ήταν γι' αυτό σκόπιμο να καταστεί εφικτή η χρησιμοποίηση γενικώς κατανοητών συμβόλων για την επισήμανση υποχρεωτικών στοιχείων, όπως π.χ. τα συστατικά.

4.6   Τίτλος V: Δυναμικό παραγωγής

4.6.1

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει τροποποιήσει τις προτάσεις της για τις ρυθμίσεις που ισχύουν για την εκρίζωση και έχει περικόψει τον προβλεπόμενο προϋπολογισμό. Αναγνωρίζει βεβαίως την σημασία που έχει η εκρίζωση ως μέσο οργάνωσης αγοράς, το οποίο μπορεί να προταθεί ως συστατικό περιφερειακών ή εθνικών διαρθρωτικών προγραμμάτων, εντός του συνολικού κοινοτικού πλαισίου, για διάστημα τριών έως πέντε ετών. Η δυνατότητα αυτή πρέπει να προσφέρεται για την εκρίζωση ποικιλιών σταφυλιού σε εκτάσεις που δεν είναι κατάλληλες για την παραγωγή οίνου και για την κοινωνική προστασία επιχειρήσεων που δεν έχουν μέλλον στον κλάδο αυτό.

4.6.2

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την απόφαση της Επιτροπής να τροποποιήσει τις αρχικές προθεσμίες που είχε ορίσει για την φιλελευθεροποίηση των κανόνων φύτευσης. Όμως, εξακολουθεί πάντοτε να είναι αντίθετη στην πλήρη φιλελευθεροποίηση του κλάδου, ακόμη και σε μεταγενέστερο στάδιο, επειδή κάτι τέτοιο θα υπονόμευε τους οικονομικούς, κοινωνικούς, περιβαλλοντολογικούς και σχετικούς με την προστασία του τοπίου στόχους που επιδιώκονται με τη μεταρρύθμιση της αγοράς οίνου. Η μετατόπιση της παραγωγής οίνου από πολιτιστικά αξιόλογες περιοχές σε εκτάσεις φθηνότερης καλλιέργειας δεν μπορεί να υποστηριχθεί, λόγω της συλλογικής ευθύνης που υπάρχει έναντι της απασχόλησης, της οικονομίας και των υποδομών στις οινοπαραγωγικές περιοχές, καθώς και για λόγους κοινωνικής προστασίας, περιβάλλοντος και προστασίας της φύσης.

4.6.3

Εάν οι ευρωπαϊκοί κανόνες φύτευσης δεν διασυνδεθούν με την απαγόρευση επαναφύτευσης, πρέπει να δημιουργηθεί ένα σύστημα αδειοδότησης έτσι ώστε οι οινοπαραγωγικές περιφέρειες να μπορούν να συνεχίσουν να ασκούν τα δικαιώματα φύτευσης που διαθέτουν ή να εφαρμόζουν το καθεστώς φυτεύσεων σε συμφωνία με τους στόχους της ευρωπαϊκής οργάνωσης αγοράς για τον οίνο.

4.7   Νέος τίτλος: Προώθηση της διάθεσης στην αγορά και πληροφόρηση

4.7.1

Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι οι προτάσεις της Επιτροπής δεν επαρκούν για την ανάκτηση του μεριδίου της εσωτερικής αγοράς που έχει απωλεσθεί προς όφελος οίνων τρίτων χωρών, ιδιαιτέρως από τον Νέο Κόσμο.

4.7.2

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να προβλέψει για τα εθνικά μέτρα χρηματοδότησης την προαγωγή μέτρων για την πληροφόρηση των καταναλωτών και την προαγωγή της εμπορίας, και μάλιστα όχι μόνο για τις εξαγωγικές αγορές αλλά και για την εσωτερική αγορά. Στα πλαίσια αυτά πρέπει να διεξαχθεί εκτενής εκστρατεία πληροφόρησης σχετικά με τα οφέλη που προσφέρει για την υγεία η μετριοπαθής κατανάλωση οίνου, αλλά και τους κινδύνους που εγκυμονεί η κατάχρηση.

4.7.3

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι πρέπει να συνεκτιμηθούν τα μέτρα πληροφόρησης και εμπορικής προώθησης όλων των αμπελουργικών προϊόντων.

4.7.4

Η ΕΟΚΕ συνιστά να διασυνδεθούν τα μέτρα επικοινωνίας για τα αμπελοοινικά προϊόντα με τον τουρισμό, τη γαστρονομία, καθώς και με άλλα προϊόντα των οινοπαραγωγικών περιοχών.

Βρυξέλλες, 12 Δεκεμβρίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  ΕΕ C 325, 30.12.2006, σ. 29.

(2)  ΕΕ C 101, 12.4.1999, σ. 60-64 + idem σημείωση 1.

(3)  ΕΕ L 118, 4.4.2002, σ. 1-54.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

στη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Η κάτωθι τροπολογία, η οποία συγκέντρωσε περισσότερες του ενός τετάρτου των εκπεφρασμένων ψήφων υπέρ, απορρίφθηκε:

Σημείο 4.3.6

Η τελευταία πρόταση να αντικατασταθεί από το ακόλουθο κείμενο:

«Μετά την αξιολόγηση των πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων της πρότασης της Επιτροπής, η ΕΟΚΕ τάσσεται καταρχήν υπέρ της διατήρησης της δυνατότητας χρήσης της σακχαρόζης στις χώρες που χρησιμοποιούν αυτή τη μέθοδο. Ωστόσο για να εξασφαλιστεί η ίση μεταχείριση των οινοπαραγωγών της ΕΕ, οι ενισχύσεις για τα συμπυκνωμένα διορθωμένα γλεύκη πρέπει να διατηρηθούν και να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες της αγοράς που αφορούν τις τιμές της ζάχαρης. Οι ενισχύσεις αυτές, που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση ουσιαστικά της ισοτιμίας, δεν πρέπει να έχουν συνέπειες στις εθνικές χρηματοδοτήσεις, αλλά να αποτελούν χωριστό κονδύλιο του προϋπολογισμού για τον οίνο».

Αιτιολογία

Η μεταρρύθμιση της ΚΟΑ ζάχαρης αλλάζει συνολικά την ισορροπία των διαφόρων μέτρων που αφορούν την ΚΟΑ οίνου· είναι συνεπώς απαραίτητο, εάν θέλουμε να διατηρηθεί το προηγούμενο status quo, να προβλεφθεί είτε η προσαρμογή των ενισχύσεων στα γλεύκη είτε ο υπολογισμός τους εκτός των εθνικών χρηματοδοτήσεων.

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας

Ψήφοι υπέρ: 25 Κατά 54 Αποχές 8


16.5.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/47


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Οι μελλοντικές προοπτικές της γεωργίας στις περιοχές με ειδικά φυσικά μειονεκτήματα (ορεινές, νησιωτικές και εξόχως απόκεντρες περιφέρειες)»

(2008/C 120/11)

Στις 27 Σεπτεμβρίου 2007 και σύμφωνα με το άρθρο 29, σημείο A των διατάξεων εφαρμογής του εσωτερικού κανονισμού της, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να εκπονήσει μια γνωμοδότηση με θέμα:

«Οι μελλοντικές προοπτικές της γεωργίας στις περιοχές με ειδικά φυσικά μειονεκτήματα (ορεινές, νησιωτικές και εξόχως απόκεντρες περιφέρειες)».

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου και περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 27 Νοεμβρίου 2007 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Gilbert BROS.

Κατά τη 440η σύνοδο της ολομέλειας στις 12 και 13 Δεκεμβρίου 2007 (συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 127 ψήφους υπέρ, 1 ψήφο κατά και 6 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Στις 13 Σεπτεμβρίου 2006 η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε μια γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα «Οι μελλοντικές προοπτικές της γεωργίας στις περιοχές με ειδικά φυσικά μειονεκτήματα (ορεινές, νησιωτικές και εξόχως απόκεντρες περιφέρειες)» (1).

1.1.1

Στην εν λόγω γνωμοδότηση η ΕΟΚΕ αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο, το κεφάλαιο 4, στα προβλήματα των ορεινών περιφερειών υπογραμμίζοντας, μεταξύ άλλων, την αναγκαιότητα

μιας ειδικής πολιτικής της ΕΕ υπέρ των ορεινών περιοχών,

ενός εναρμονισμένου ορισμού εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

χορήγησης προτεραιότητας στις ορεινές περιοχές κατά την κατανομή πιστώσεων του δεύτερου πυλώνα,

εμπέδωσης των μέτρων αποζημίωσης των αγροτών στις ορεινές περιοχές,

συνδυασμού της αγροτικής και περιφερειακής πολιτικής για καλύτερα αποτελέσματα στις ορεινές περιοχές.

1.2

Στις 7 Δεκεμβρίου 2006, στο πλαίσιο μιας συνεδρίασης πολιτικού διαλόγου με την οποία ολοκληρώθηκε η σύνοδος ολομέλειας της Επιτροπής των Περιφερειών, ο José Manuel BARROSO, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δήλωσε ότι τάσσεται υπέρ της κατάρτισης μιας Πράσινης Βίβλου σχετικά με το μέλλον των πολιτικών υπέρ των ορεινών περιοχών.

1.3

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ΕΟΚΕ έκρινε σκόπιμη την κατάρτιση μιας συμπληρωματικής γνωμοδότησης ούτως ώστε να μπορεί να πάρει θέση όσον αφορά την αρχή της εκπόνησης της εν λόγω πράσινης βίβλου.

1.4

Είναι γεγονός ότι το σύνολο των ευρωπαίων πολιτών επωφελείται από ποικίλα δημόσια και οικονομικά αγαθά και υπηρεσίες που παρέχονται από τις ορεινές περιοχές. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται:

η μείωση των φυσικών κινδύνων (προς όφελος τόσο των κατοίκων των ορεινών περιοχών όσο και των κατοίκων λοιπών περιοχών, παραδείγματος χάρη μέσω της προστασίας των διαδρόμων μεταφορών),

τα φυσικά τοπία για δραστηριότητες αναψυχής και τουρισμού (απολύτως απαραίτητα για τους πολίτες μιας αστικοποιημένης ηπείρου και για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα),

μια σημαντική βιοποικιλότητα,

μοναδικά αποθέματα νερού,

προϊόντα υψηλής ποιότητας, κυρίως τρόφιμα.

1.5

Χωρίς την κατάλληλη διαχείριση των ορεινών περιοχών από τους ανθρώπους που ζουν σε αυτές, η παραγωγή αυτών των αγαθών και υπηρεσιών διακυβεύεται.

1.6

Σήμερα είναι αναγκαία η αντιμετώπιση νέων σημαντικών προκλήσεων, τωρινών και μελλοντικών, όπως η ενίσχυση του οικονομικού ανταγωνισμού, η δημογραφική μετάβαση, η κλιματική αλλαγή, κλπ. Αν και αυτές οι προκλήσεις αφορούν όλα τα εδάφη, ο αντίκτυπός τους είναι πολύ πιο αισθητός στις ορεινές περιοχές και απαιτεί, ως εκ τούτου, ειδικά μέτρα αντιμετώπισης.

1.7

Ωστόσο, οι περισσότερες πολιτικές που εφαρμόζονται στις ορεινές περιοχές είναι τομεακές και συχνά υιοθετούνται εκτός των περιοχών αυτών, χωρίς τη δέουσα συνεκτίμηση των ιδιαιτεροτήτων τους. Οι δημόσιες πολιτικές για τις ορεινές περιοχές έχουν την τάση να είναι κοινότυπες, να καλύπτουν και άλλα εδάφη, και να μην λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τις ιδιαιτερότητες των εν λόγω περιοχών. Ταυτόχρονα, οι ευρωπαϊκές και εθνικές δημόσιες πολιτικές εστιάζουν ολοένα και περισσότερο στα συγκριτικά πλεονεκτήματα των εδαφών, τα οποία αποτελούν αντικείμενο προώθησης ή ανάπτυξης.

1.8

Παρά τη σημασία τους σε ευρωπαϊκή κλίμακα υπάρχει περιθωριοποίηση των ορεινών περιοχών στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών πολιτικών και έντονη έλλειψη αναγνώρισης των δυνατοτήτων τους όσον αφορά τη συμβολή τους στην ανάπτυξη της Ευρώπης και στην πολυμορφία της, ιδίως χάρη στις καινοτόμες προσεγγίσεις τους.

1.9

Για τους λόγους αυτούς, η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ μιας πολιτικής προσέγγισης με μεγαλύτερη συνοχή και καλύτερη ενσωμάτωση. Οι ορεινές περιοχές έχουν ανάγκη μια οριζόντια και εδαφική προσέγγιση της βιώσιμης ανάπτυξής τους.

1.10

Μια ευρωπαϊκή πράσινη βίβλος σχετικά με το μέλλον της πολιτικής για τις ορεινές περιοχές θα επέτρεπε τον εξορθολογισμό και την παγίωση των υφιστάμενων πολιτικών και πρωτοβουλιών σε ευρωπαϊκή κλίμακα προκειμένου να καταστούν πιο αποτελεσματικές στο ιδιαίτερο πλαίσιο των ορεινών περιοχών. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τη γεωργία των ορεινών περιοχών, όπως αναφέρεται στην εν λόγω γνωμοδότηση. Είναι γεγονός ότι, για την πλειονότητα των ορεινών περιοχών της Ευρώπης, η γεωργία είναι η βάση επί της οποίας αναπτύσσονται οι υπόλοιπες κοινωνικοοικονομικές, αγροβιομηχανικές, τουριστικές και άλλες δραστηριότητες, και χάρη στην οποία διαμορφώνεται ο βαθμός ελκυστικότητας των εδαφών. Ως εκ τούτου, η κοινή γεωργική πολιτική έχει πρωτεύοντα ρόλο και πρέπει να ενσωματωθεί στον απολογισμό των ευρωπαϊκών πολιτικών για τις ορεινές περιοχές, όπως προβλέπεται στην πράσινη βίβλο.

1.11

Η ΕΟΚΕ ζητεί, ως εκ τούτου, να ενταχθεί η πράσινη βίβλος σχετικά με το μέλλον της πολιτικής για τις ορεινές περιοχές το συντομότερο δυνατό στο πρόγραμμα εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με στόχο τον καθορισμό των θεματικών στρατηγικής σημασίας για τις ορεινές περιοχές στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την αποσαφήνιση των αντίστοιχων αποστολών των διαφόρων επιπέδων εξουσίας και τομέων της οικονομίας καθώς και του μεταξύ τους συντονισμού, την παγίωση των ειδικών στατιστικών δεδομένων στα οποία βασίζονται οι πολιτικές στις εν λόγω περιοχές, τη μελέτη των συνοδευτικών μέτρων και μέτρων στήριξης προς εφαρμογή στις εν λόγω περιοχές εν όψει των στρατηγικών στόχων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την προώθηση μέσων για την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών και εθνικών δημόσιων πολιτικών.

1.12

Διευκολύνοντας την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων των ορεινών περιοχών, η πράσινη βίβλος σχετικά με το μέλλον της πολιτικής για τις ορεινές περιοχές θα ενταχθεί επίσης στο πλαίσιο της ανανεωμένης στρατηγικής της Λισσαβόνας και της στρατηγικής του Γκέτεμποργκ. Θα συμβάλλει έτσι στο στόχο της ανάπτυξης και της απασχόλησης και θα βοηθήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση να γίνει μια πιο ανταγωνιστική οικονομία της γνώσης παγκοσμίως τα επόμενα χρόνια. Οι ορεινές περιοχές μπορούν να συνεισφέρουν σημαντικά στο σύνολο της Ευρώπης, για αυτό θα ήταν σκόπιμη η καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των δυνατοτήτων τους στον τομέα της καινοτομίας και της ανάπτυξης.

1.13

Κατά τη σύνοδο ολομέλειας της ΕΟΚΕ στις 11 και 12 Ιουλίου 2007, η κ. Danuta HÜBNER, αρμόδια Επίτροπος για θέματα περιφερειακής πολιτικής, αναφέρθηκε στην «εδαφική ατζέντα της ΕΕ» και ανακοίνωσε για το 2008 την κατάρτιση έκθεσης σχετικά με την εδαφική συνοχή, η οποία θα εξετάζει τον αντίκτυπο των κύριων μελλοντικών προκλήσεων στις περιφέρειες και τα μέσα αντιμετώπισής τους. Η ΕΟΚΕ ζητεί να ληφθούν επαρκώς υπόψη οι εδαφικές ιδιαιτερότητες των ορεινών περιφερειών, καθώς και εκείνες των νησιωτικών και εξόχως απόκεντρων περιφερειών, στην τρέχουσα διαδικασία χάραξης της πολιτικής συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην υλοποίηση της εδαφικής ατζέντας.

Βρυξέλλες, 12 Δεκεμβρίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  ΕΕ C 318 της 23.12.2006, σ. 93.


16.5.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/49


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 998/2003 για τους υγειονομικούς όρους που εφαρμόζονται στις μη εμπορικού χαρακτήρα μετακινήσεις ζώων συντροφιάς και για την παράταση της μεταβατικής περιόδου»

COM(2007) 572 τελικό — 2007/0202 COD

(2008/C 120/12)

Στις 23 Οκτωβρίου 2007, και σύμφωνα με τα άρθρα 37 και 152 (παράγραφος 4, εδάφιο β) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο, απεφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα:

«Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 998/2003 για τους υγειονομικούς όρους που εφαρμόζονται στις μη εμπορικού χαρακτήρα μετακινήσεις ζώων συντροφιάς και για την παράταση της μεταβατικής περιόδου».

Επειδή θεωρεί ότι η πρόταση είναι απολύτως ικανοποιητική και δεδομένου ότι έχει ήδη εκφέρει γνώμη για το θέμα αυτό στη γνωμοδότηση CESE 1411/2000 που υιοθέτησε στις 29 Νοεμβρίου 2000 (1), η ΕΟΚΕ, κατά την 440ή σύνοδο ολομέλειάς της, της 12ης και 13ης Δεκεμβρίου 2007 (συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 2007) απεφάσισε, με 131 ψήφους υπέρ και 4 αποχές, να εκδώσει θετική γνωμοδότηση για το προτεινόμενο κείμενο και να παραπέμψει στη θέση που υποστηρίζει στο προαναφερόμενο έγγραφο.

 

Βρυξέλλες, 12 Δεκεμβρίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  ΕΕ C 116 της 20.4.2001, σ. 54-56.


16.5.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/50


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα

«Πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση των οδηγιών 76/768/ΕΟΚ, 88/378/ΕΟΚ και 1999/13/ΕΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 2000/53/ΕΚ, 2002/96/ΕΚ και 2004/42/ΕΚ ώστε να προσαρμοστούν με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. … για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία ουσιών και μειγμάτων και για την τροποποίηση της οδηγίας 67/548/EΟΚ και του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1907/2006»

και «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 648/2004 με σκοπό την προσαρμογή του στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. … για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία ουσιών και μειγμάτων και για την τροποποίηση της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006»

COM(2007) 611 τελικό — 2007/0212 (COD)

COM(2007) 613 τελικό — 2007/0213 (COD)

(2008/C 120/13)

Στις 13 Νοεμβρίου 2007, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την

«Πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση των οδηγιών 76/768/ΕΟΚ, 88/378/ΕΟΚ, 1999/13/ΕΚ, 2000/53/ΕΚ, 2002/96/ΕΚ και 2004/42/ΕΚ ώστε να προσαρμοστούν με τον κανονισμό (ΕΚ) … για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία ουσιών και μειγμάτων και για την τροποποίηση της οδηγίας 67/548/EΟΚ και του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1907/2006»

και την «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 648/2004 με σκοπό την προσαρμογή του στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. … για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία ουσιών και μειγμάτων και για την τροποποίηση της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006».

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με το περιεχόμενο των εν λόγω προτάσεων και πιστεύει ότι δεν χρειάζονται σχόλια εκ μέρους της.

Κατά την 440ή σύνοδο ολομέλειάς της που πραγματοποιήθηκε στις 12 και 13 Δεκεμβρίου 2007 (συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 2007), η ΕΟΚΕ αποφάσισε με 139 ψήφους υπέρ και 3 αποχές να καταρτίσει γνωμοδότηση με την οποία υιοθετεί τις εν λόγω προτάσεις.

Η ΕΟΚΕ θα παρουσιάσει τις απόψεις της σχετικά με το περιεχόμενο της πρότασης της Επιτροπής για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία ουσιών και μειγμάτων (1) σε μια γνωμοδότηση (2), η οποία είναι υπό εξέλιξη και έχει προγραμματισθεί για υιοθέτηση στη σύνοδο ολομέλειας της ΕΟΚΕ τον Μάρτιο του 2008.

 

Βρυξέλλες, 12 Δεκεμβρίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία ουσιών και μειγμάτων και για την τροποποίηση της οδηγίας 67/548/EΟΚ και του κανονισμού (EΚ) αριθ. 1907/2006 — COM(2007) 355 τελικό.

(2)  NAT/367 — Rapporteur: M. Sears.


16.5.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/51


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Επιπτώσεις της εδαφικότητας των φορολογικών νομοθεσιών στις βιομηχανικές μεταλλαγές»

(2008/C 120/14)

Στις 16 Φεβρουαρίου 2007, και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2, του Εσωτερικού Κανονισμού της, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

«Επιπτώσεις της εδαφικότητας των φορολογικών νομοθεσιών στις βιομηχανικές μεταλλαγές».

Η Συμβουλευτική Επιτροπή Βιομηχανικών Μεταλλαγών, στην οποία ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή της στις 13 Νοεμβρίου 2007 με εισηγητή τον κ. SCHADECK και συνεισηγητή τον κ. GAY.

Κατά την 440ή σύνοδο ολομέλειάς της, της 12ης και 13ης Δεκεμβρίου 2007 (συνεδρίαση της 13ης Δεκεμβρίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 102 ψήφους υπέρ, 7 κατά και 6 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

Πρώτο μέρος — Συμπεράσματα και συστάσεις

A.

Η ευρωπαϊκή οικονομία είναι πλήρως ενταγμένη στην παγκόσμια οικονομία. Η ένταξη αυτή είναι περισσότερο ή λιγότερο ισχυρή ανάλογα με τους τομείς· είναι ιδιαίτερα έντονη στις βιομηχανικές δραστηριότητες που είναι πιο ανοιχτές στην παγκοσμιοποίηση. Συνεπώς, τόσο η οικονομική όσο και η φορολογική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) πρέπει να διαμορφώνονται και σε σχέση με τις παγκόσμιες εξελίξεις. Αν και η παρούσα γνωμοδότηση εξετάζει τις επιπτώσεις της εδαφικότητας των φορολογικών νομοθεσιών στις βιομηχανικές μεταλλαγές στην ΕΕ, η τελευταία δεν θα πρέπει να εξετάζεται χωριστά από τον υπόλοιπο κόσμο.

B.

Η ΕΕ και καθένα από τα κράτη μέλη της οφείλουν να διαχειρίζονται την οικονομική, χρηματοπιστωτική, κοινωνική και περιβαλλοντική πολιτική οι προσταγές των οποίων υπερβαίνουν τη δυναμική της αγοράς. Πρέπει λοιπόν να υπάρξει μέριμνα ώστε η εδαφικότητα των φορολογικών νομοθεσιών να έχει θετικό αντίκτυπο στις βιομηχανικές μεταλλαγές σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι οποίες οφείλουν βέβαια να ανταποκριθούν σε μια δυναμική της αγοράς αλλά, επίσης, μπορούν να πλαισιώνονται από τις προαναφερθείσες πολιτικές σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Η ίδια η φύση της διαδικασίας Λισαβόνας βασίζεται στην ισορροπία των διαφόρων αξόνων (ανταγωνιστικότητα, κοινωνική διάσταση, προστασία του περιβάλλοντος) και τούτη πρέπει να διαφυλαχθεί, όσον αφορά στη σχέση της με τον φορολογικό ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών μελών (1).

Γ.

Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι ο φορολογικός ανταγωνισμός είναι μια από τις πραγματικότητες της εσωτερικής αγοράς που μπορεί να οδηγήσει στην πρόκληση στρεβλώσεων του ανταγωνισμού. Ενέχει κανόνες διαφάνειας και εντοπισμού των ενδεχόμενων καταχρήσεων και επιζήμιων πρακτικών (2). Προϋποθέτει, επίσης, δείκτες οι οποίοι είναι ορθά σημεία αναφοράς για την αξιολόγηση της κατάστασης του φορολογικού ανταγωνισμού. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει, ωστόσο, ότι η φορολογία δεν αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τις επενδυτικές αποφάσεις των ΜΜΕ. Βαρύνει πολύ περισσότερο τις πολυεθνικές που έχουν μεγαλύτερη κινητικότητα.

Δ.

Ο φορολογικός ανταγωνισμός δεν αφορά αποκλειστικά τη φορολογία των επιχειρήσεων. Με την ολοένα και μεγαλύτερη κινητικότητα των χρηματοοικονομικών πόρων, ο ανταγωνισμός αυτός αφορά και τα ατομικά εισοδήματα από κεφάλαια καθώς και τον φόρο περιουσίας.

E.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι ο συντονισμός των φορολογικών διατάξεων των διαφόρων διοικήσεων μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός για την ενίσχυση της εσωτερικής αγοράς, εξαλείφοντας τις δυσλειτουργίες και το κόστος φορολογικής συμμόρφωσης, ιδίως στις μεθοριακές περιφέρειες. Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει τις συστάσεις που είχε διατυπώσει στην πρόσφατη γνωμοδότησή της για το πρόγραμμα Fiscalis 2013 (3).

ΣΤ.

Η απουσία συντονισμού των κρατών μελών σε επίπεδο άμεσης εθνικής φορολογίας οδηγεί, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, σε ακούσιες καταστάσεις μη φορολόγησης (4), καταχρήσεων ή ακόμη και στρεβλώσεων στη λειτουργία της ενιαίας αγοράς. Επίσης, η κατάσταση αυτή ενέχει μια πτυχή αποσταθεροποίησης, ακόμη και διάβρωσης των συνολικών φορολογικών εσόδων της ΕΕ.

Ζ.

Ο απεριόριστος ενδοκοινοτικός φορολογικός ανταγωνισμός ενέχει τον κίνδυνο, αφενός, να επιβαρύνει τη φορολογία εκείνων που διαθέτουν λιγότερη κινητικότητα — όπως οι μικρές επιχειρήσεις ή οι υπηρεσίες που δεν μπορούν να μετεγκατασταθούν — και, αφετέρου, να τροποποιήσει την κατανομή της επιβάρυνσης μεταξύ των φορολογουμένων και των καταναλωτών, προκειμένου να καλυφθούν οι δημόσιες δαπάνες και κοινωνικές μεταφορές. Το τελευταίο αυτό σημείο θα μπορούσε να βλάψει την κοινωνική συνοχή.

Η.

Οι ΜΜΕ και οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών είναι οι λιγότερο εξοπλισμένες για να επωφεληθούν από τον φορολογικό ανταγωνισμό. Η ΕΟΚΕ προτείνει τη θέσπιση συνοδευτικών δράσεων, προγραμμάτων κατάρτισης των στελεχών των επιχειρήσεων αυτών (όπως γίνεται με τους δημόσιους υπαλλήλους), καθώς και τη δημιουργία κατάλληλων βάσεων δεδομένων, ιδίως στις παραμεθόριες περιοχές και στις ζώνες της περιφέρειας της ΕΕ ώστε να βοηθηθούν αυτές οι επιχειρήσεις στις προσπάθειες διεθνοποίησής τους.

Θ.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι καταπολέμηση της φοροδιαφυγής πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα και υπενθυμίζει τα συμπεράσματα της πρόσφατης σχετικής γνωμοδότησής της (5).

Ι.

Η μεταφορά της φορολογικής επιβάρυνσης σε συντελεστές παραγωγής με λιγότερη κινητικότητα μπορεί να οδηγήσει τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και τις θέσεις απασχόλησής τους να είναι λιγότερο ανταγωνιστικές έναντι των ξένων ανταγωνιστών τους. Το ποσοστό αύξησης του εθνικού ΑΕγχΠ θα υποστεί τις συνέπειες αυτής της μεταφοράς της φορολογικής επιβάρυνσης, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της ικανότητας δημόσιων επενδύσεων λόγω έλλειψης νέων δημοσιονομικών πόρων.

Κ.

Ο φορολογικός ανταγωνισμός οδηγεί κάθε κράτος στον καλύτερο έλεγχο των δημόσιων δαπανών του. Η ΕΟΚΕ ζητά ώστε τούτο να μη γίνεται εις βάρος, ούτε της προσφοράς, ούτε της ποιότητας των δημοσίων υπηρεσιών. Αυτές είναι καθοριστικής σημασίας για τη διατήρηση και την προσέλκυση παραγωγικών δραστηριοτήτων που δημιουργούν πλούτο, θέσεις απασχόλησης και, τελικά, φορολογική βάση. Ο φορολογικός ανταγωνισμός δεν πρέπει να θίξει τη χρηματοδότηση και την κάλυψη της συλλογικής κοινωνικής προστασίας.

Λ.

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τις προσπάθειες των κρατών μελών να περιορίσουν τον επιζήμιο φορολογικό ανταγωνισμό και τη δέσμευσή τους να καταργήσουν μια σειρά επιζήμιων φορολογικών συστημάτων το αργότερο έως το 2010, όπως αυτά ορίζονται στον Κώδικα Συμπεριφοράς που υιοθετήθηκε το 1997 (6). Εξάλλου, καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει τις προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση, τις οποίες έχει ξεκινήσει από τότε.

Μ.

Η ΕΟΚΕ στηρίζει επίσης την πολιτική της Επιτροπής με βάση την οποία οι κρατικές ενισχύσεις, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών προνομίων που παραχωρούνται επιλεκτικά σε επιχειρήσεις, χρησιμεύουν στην επίτευξη βιώσιμων στόχων βιομηχανικής μεταλλαγής και εδαφικής ανάπτυξης ενώ ταυτόχρονα είναι συμβατές με την πολιτική για τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της ΕΕ.

Ν.

Η ΕΟΚΕ ζητά την εφαρμογή μιας κοινής και ενοποιημένης βάσης φορολογίας επιχειρήσεων (ΚΕΒΦΕ) (7) ως αρχή απλοποίησης, διαφάνειας και ισότητας των φορολογικών πρακτικών των κρατών μελών. Με τον τρόπο αυτό μπορούν να αποκομισθούν τα μέγιστα οφέλη από το δυναμικό της εσωτερικής αγοράς και ταυτόχρονα, αφενός, να διαφυλαχθεί η δημοσιονομική και φορολογική κυριαρχία των κρατών μελών και, αφετέρου, να μην υπάρξει διαφωνία με τις διατάξεις της συνθήκης. Δεδομένου ότι η ΚΕΒΦΕ θα θεσπιστεί προφανώς με βάση την ενισχυμένη συνεργασία, η ΕΟΚΕ εκφράζει την ευχή να υιοθετηθεί από όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό κρατών μελών.

Ξ.

Η ΕΟΚΕ ζητά περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το περιεχόμενο, τις λεπτομέρειες εφαρμογής και την εξέλιξη του σχεδίου ΚΕΒΦΕ πριν επαναδιατυπώσει τη γνωμοδότησή της σχετικά με αυτό το περίπλοκο και στρατηγικής σημασίας αίτημα και περιορίζεται επί του παρόντος να υπενθυμίσει τη διερευνητική γνωμοδότησή της του 2006, την οποία είχε καταρτίσει ύστερα από αίτηση του επιτρόπου κ. KOVÁCS (8).

Ο.

Ωστόσο, η ΕΟΚΕ θέτει ορισμένους προβληματισμούς και ερωτήματα σχετικά με την ΚΕΒΦΕ. Εκφράζει την ευχή το σχέδιο αυτό να υιοθετηθεί από όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό κρατών μελών (αρκεί να προβλέπονται μεταβατικά μέτρα) και τα κράτη μέλη να καταφέρουν να εφαρμόσουν ένα ενιαίο σύστημα φορολογικής βάσης σε κάθε φορολογούμενο, στο τέλος μιας περιόδου συνύπαρξης. Επίσης, θα πρέπει να εξεταστεί εάν η κοινή βάση που εφαρμόζεται στις επιχειρήσεις που λειτουργούν σε εξωτερικές αγορές θα ανατεθεί σε μια διακρατική αρχή. Τέλος, τίθεται το ερώτημα για τις συνέπειες μιας τέτοιας βάσης στους συντελεστές φορολογίας, η διασπορά των οποίων κινδυνεύει να αυξηθεί. Με αυτή την υπόθεση, ενδείκνυται ο καθορισμός ενός κατώτατου συντελεστή που να είναι ακριβώς κάτω από τον σημερινό μέσο συντελεστή των νέων κρατών μελών.

Π.

Η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να προβαίνει σε εντατικότερη παρακολούθηση των πρακτικών ορισμένων «φορολογικών παραδείσων» που επιδιώκουν να προσελκύσουν πόρους που υπόκεινται στα φορολογικά καθεστώτα των κρατών μελών.

Δεύτερο μέρος — Αιτιολογία

1.   Αντικείμενο της γνωμοδότησης

1.1

Η φορολογία (το επίπεδο της φορολογικής πίεσης και τα ποσά του φόρου που επιβάλλονται) αναφέρεται συχνά ως ένα από τα κριτήρια αξιολόγησης του βαθμού ελκυστικότητας μιας περιοχής ώστε να αποτελέσει έδρα βιομηχανικών, χρηματοπιστωτικών και εμπορικών δραστηριοτήτων. Αντίθετα, δεν υπάρχει συμφωνία όσον αφορά τη σχετική βαρύτητα του κριτηρίου αυτού σε σχέση με άλλα όπως η εγγύτητα του εμπορικού δυναμικού, το κόστος παραγωγής, η διαθεσιμότητα ειδικευμένου προσωπικού, η δημόσια υποδομή και εξοπλισμός, οι κρατικές ενισχύσεις κλπ.

1.2

Τα φορολογικά συστήματα είναι πολύπλοκα και δεν είναι εύκολο να συγκριθούν. Ωστόσο, είναι θεμελιώδες να μπορεί να κριθεί εάν τα φορολογικά κίνητρα των διαφόρων αρχών επιτυγχάνουν τους προσδιορισθέντες στόχους, να αξιολογείται ο αντίκτυπος κάθε απόφασης που λαμβάνουν οι αρχές αυτές για να ευνοήσουν θετικές βιομηχανικές μεταλλαγές στην επικράτειά τους και να τις συσχετίζουν με το εκτιμώμενο κόστος.

1.3

Με τη γνωμοδότηση επιδιώκεται να εξευρεθούν οι προσανατολισμοί για την πρόβλεψη και τη διαχείριση των βιομηχανικών μεταλλαγών, να αυξηθεί η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα — στο πλαίσιο των στόχων της Λισαβόνας — και να οικοδομηθεί μια πραγματική εσωτερική αγορά, η οποία να χαρακτηρίζεται από έναν υγιή και όχι αθέμιτο ανταγωνισμό ή, τουλάχιστον, «αποδεκτό» (συμβατό με τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς).

2.   Φορολογικός ανταγωνισμός και η κινητικότητα των οικονομικών παραγόντων

2.1

Η κινητικότητα αυτή επιταχύνεται στο εσωτερικό της ΕΕ για τους ακόλουθους λόγους:

οι μεγάλες επιχειρήσεις θεωρούν την ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά ως μια μόνη αγορά, την εγχώρια αγορά τους,

το ηλεκτρονικό εμπόριο υπερβαίνει τα εθνικά σύνορα,

οι φορείς παραγωγής και διανομής προβαίνουν σε όλο και μεγαλύτερο κατακερματισμό των αλυσίδων αξίας των οποίων οι διάφορες μονάδες διαθέτουν συνεχώς μεγαλύτερη κινητικότητα (9),

οι βελτιώσεις των μεταφορικών υποδομών και η μείωση του κόστους λόγω συγκέντρωσης των φορτίων ενθαρρύνουν τη χωροταξική κατανομή των επιχειρήσεων και των θυγατρικών τους,

οι πολυεθνικές εξαγορές και συγχωνεύσεις επιχειρήσεων πολλαπλασιάζονται,

η διεύρυνση της ΕΕ συμβάλλει, επίσης, στην κινητικότητα των οικονομικών επενδύσεων, των ατόμων, και των κεφαλαίων,

η αύξηση των γνώσεων και η μάθηση γλωσσών βοηθούν στην αυξημένη κινητικότητα των ατόμων.

2.2

Κάθε κράτος μέλος χρησιμοποιεί όλες τις δυνατότητες του φορολογικού του συστήματος, ειδικές ή διαρθρωτικές, για να προσελκύσει στην επικράτειά του επενδύσεις και δραστηριότητες, διευρύνοντας έτσι το δυναμικό απασχόλησης και τη φορολογική του βάση.

Από την πλευρά τους, οι φορολογούμενοι (επιχειρήσεις και άτομα) αναζητούν εκτός των εθνικών τους συνόρων μια βελτίωση της οικονομικής τους κατάστασης. Οι φορολογικές εισφορές που χαρακτηρίζονται από τις διαφορές στα εθνικά φορολογικά συστήματα αποτελούν αναγκαστικά μέρος των στρατηγικών μεταβλητών.

2.3

Ο φορολογικός αυτός ανταγωνισμός για την προσέλκυση επενδύσεων αποτελεί πραγματικότητα και στο εσωτερικό κάθε κράτους.

2.4

Δεν γίνεται εύκολα κατανοητός ο βαθμός έντασής του και οι πραγματικές επιπτώσεις του στην κινητικότητα των φορέων παραγωγής και των κεφαλαίων. Υπάρχουν πολυάριθμες σχετικές μελέτες χωρίς πραγματική συμφωνία ως προς τα συμπεράσματα, εκτός από το ότι το φορολογικό κριτήριο αποτελεί μόνο έναν από τους καθοριστικούς παράγοντες για την εγκατάσταση των επενδύσεων με μεγάλο βαθμό κινητικότητας. Το σημείο αυτό θα εξεταστεί αναλυτικότερα, στη συνέχεια.

2.5

Με τη διεύρυνσή της από 15 σε 27 κράτη μέλη, η ΕΕ, αναμφισβήτητα, αύξησε την ποικιλομορφία της. Καθένα από τα κράτη μέλη χαρακτηρίζεται από το γεωγραφικό, ιστορικό, πολιτιστικό, κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό του πλαίσιο. Διαθέτει τον ιδιαίτερο βιομηχανικό του ιστό καθώς και την ιδιαίτερη φορολογική νομοθεσία του.

3.   Επιπτώσεις της φορολογίας στις βιομηχανικές μεταλλαγές

α)   Φορολογία της εργασίας και φορολογία των κεφαλαίων επενδύσεων

3.1

Για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το σύνολο των φορολογικών εσόδων και των κοινωνικών εισφορών ανέρχεται κατά μέσο όρο στο 39 % του ευρωπαϊκού ΑΕγχΠ. Το σύνολο των εισφορών μπορεί να κατατμηθεί ως εξής (10):

Φόρος επί των επιχειρήσεων

10 %

Φόρος εισοδήματος των φυσικών προσώπων

25 %

Κοινωνικές εισφορές

26 %

Έμμεσοι φόροι

30 %

Άλλοι φόροι

9 %

ΣΥΝΟΛΟ των φορολογικών και κοινωνικών εισφορών

100 %

3.2

Οι έμμεσοι φόροι αποτελούνται κυρίως από γενικούς φόρους κατανάλωσης και, συγκεκριμένα, το φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠA), ο οποίος είναι εναρμονισμένος σε επίπεδο ΕE, καθώς και από ορισμένους φόρους και τέλη που επιβάλλονται σε συγκεκριμένα αγαθά και υπηρεσίες, όπως οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης οι οποίοι έχουν εν μέρει εναρμονιστεί στην ΕΕ. Δεδομένου όμως ότι οι έμμεσοι φόροι διαδραματίζουν δευτερεύοντα ρόλο στο τομέα της εγκατάστασης επιχειρήσεων, η παρούσα γνωμοδότηση επικεντρώνεται ιδίως στη φορολογία της εργασίας (§ 3.2.1) και στη φορολογία των κεφαλαίων που επενδύονται από τις επιχειρήσεις (§ 3.2.2).

3.2.1

Ο φόρος στα εισοδήματα των μισθωτών και το σύνολο των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης αντιστοιχούν περίπου στο ήμισυ του συνόλου των φορολογικών και παραφορολογικών εισφορών. Δεδομένου ότι οι εισφορές αυτές βασίζονται άμεσα στην εργασία, αυξάνουν προφανώς το κόστος του απασχολουμένου εργατικού δυναμικού. Δεδομένου ότι το κόστος του εργατικού δυναμικού αποτελεί καίριο οικονομικό δεδομένο για τη βιομηχανία, μπορεί να διαπιστωθεί ότι η φορολογία και παραφορολογία, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής ασφάλισης, που πλήττει το εισόδημα των μισθωτών ενέχει άμεσες ή έμμεσες επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα των βιομηχανικών επιχειρήσεων της ΕΕ. Οι επιπτώσεις αυτές είναι άμεσες όταν οι δημόσιες αρχές εισπράττουν από τις επιχειρήσεις φορολογικές εισφορές ή εργοδοτικές κοινωνικές εισφορές. Όταν οι φορολογικές και κοινωνικές εισφορές εισπράττονται από τους μισθωτούς μειώνουν καταρχάς το καθαρό εισόδημα των μισθωτών αλλά, στη συνέχεια, μπορούν να έχουν και έμμεσες επιπτώσεις στην διαπραγμάτευση των ακαθάριστων εισοδημάτων τους, ακόμη και να προκαλέσουν μετακίνηση προς άλλες περιοχές και να αποθαρρύνουν την ανάπτυξη μη μεταποιητικών δραστηριοτήτων με χαμηλό μισθολογικό κόστος.

3.2.1.1

Η αύξηση του κόστους του εργατικού δυναμικού δίνει φυσικά κίνητρο στις επιχειρήσεις να αυξήσουν την παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνοντας την ένταση του επενδυόμενου κεφαλαίου. Το κίνητρο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στα κράτη μέλη όπου το κόστος του συντελεστή εργασία είναι το υψηλότερο. Αντίθετα, το σχετικό κόστος του συντελεστή εργασία είναι μια μεταβλητή (μεταξύ άλλων) που ωθεί τις επιχειρήσεις να επενδύσουν εντατικά στην εργασία κυρίως στα κράτη μέλη όπου το κόστος του εργατικού δυναμικού είναι χαμηλότερο. Στο μέτρο που οι φορολογικές και κοινωνικές εισφορές είναι υψηλές στα κράτη μέλη με επίπεδα αμοιβών των μισθωτών (συμπεριλαμβανομένων των εργοδοτικών κοινωνικών εισφορών και των φορολογικών εισφορών) ανώτερα του ευρωπαϊκού μέσου όρου, το βάρος της φορολογίας επί της εργασίας αυξάνει τη διαφορά του κόστους του εργατικού δυναμικού και ενθαρρύνει συνεπώς τη δημιουργία απασχόλησης κυρίως στα κράτη μέλη με ανταγωνιστικότερη δομή κόστους.

3.2.1.2

Από την πλευρά του καταναλωτή, η τελική τιμή των βιομηχανικών προϊόντων επηρεάζεται προφανώς από κάθε στοιχείο του κόστους, συμπεριλαμβανομένης της φορολογίας. Οι έμμεσοι φόροι επιβάλλονται στο προϊόν σε επίπεδο πώλησης προς τον καταναλωτή, με τρόπο ουδέτερο. Ο ΦΠΑ καταβάλλεται με τον ίδιο συντελεστή στο κράτος μέλος του καταναλωτή, αδιακρίτως εάν το προϊόν παρήχυηκε από επιχείρηση εγκατεστημένη στην χώρα αυτή, σε άλλο κράτος μέλος ή εκτός ΕΕ. Αντίθετα, οι φόροι που εισπράττονται στην ΕΕ σε διάφορα στάδια της παραγωγής, ιδίως η φορολογία και παραφορολογία που επιβαρύνουν το κόστος της εργασίας, αποτελούν καθαρά εθνικές επιβαρύνσεις που πλήττουν τα προϊόντα στον τόπο παραγωγής τους. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα ότι ο καταναλωτής μπορεί να επιλέξει μεταξύ προϊόντων που υφίστανται φορολογικό κόστος μεγαλύτερο ή μικρότερο ανάλογα με το κράτος μέλος παραγωγής. Επιπλέον, ακόμα και εάν οι κοινωνικές και φορολογικές εισφορές που επιβάλλονται στην εργασία εναρμονίζονται στο εσωτερικό της ΕΕ, ο καταναλωτής θα έχει πάντοτε την επιλογή μεταξύ, αφενός, προϊόντων κατασκευασμένων στην Ένωση τα οποία επιβαρύνονται από λιγότερο ή περισσότερο βαριές φορολογικές και κοινωνικές εισφορές και, αφετέρου, προϊόντων εκτός ΕΕ, τα οποία υπόκεινται σε διαφορετική φορολογία ή ακόμα και σαφώς μικρότερη. Είναι λοιπόν σημαντικό όχι μόνο να συντονιστεί η δομή των φορολογικών και κοινωνικών εισφορών επί της εργασίας που εισπράττονται στο εσωτερικό της ΕΕ αλλά και να ενταχθεί στην ανάλυση των πτυχών που συνδέονται με το εμπόριο μεταξύ της ΕΕ και του υπόλοιπου κόσμου.

3.2.1.3

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να προβεί σε εντατική παρακολούθηση των φορολογικών πρακτικών ορισμένων «παραδείσων» που επιδιώκουν να αποκτήσουν τους φορολογήσιμους πόρους των φορολογικών καθεστώτων των κρατών μελών.

3.2.2

Η φορολογία των επενδυμένων κεφαλαίων αναλύεται αρχικά σε επίπεδο επιχείρησης και στη συνέχεια, δευτερευόντως, σε επίπεδο επενδυτή, δηλαδή ουσιαστικά του μετόχου.

3.2.2.1

Ο φόρος επί των κερδών των επιχειρήσεων ορίζεται σύμφωνα με ονομαστικούς συντελεστές (11) που διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των κρατών μελών (βλ. πίνακα του παραρτήματος 2). Το Βέλγιο, η Γερμανία, η Ισπανία και η Μάλτα χαρακτηρίζονται από συντελεστές μεταξύ 34 και 38 % ενώ η Κύπρος, η Φινλανδία, η Λιθουανία και η Λετονία έχουν καθορίσει τους συντελεστές μεταξύ 10 και 15 %.

Σε γενικές γραμμές, ο ονομαστικός φορολογικός συντελεστής είναι σημαντικά χαμηλότερος στα νέα κράτη μέλη από ό,τι στα παλαιά: ο μέσος όρος είναι 29,5 % για την ΕΕ-15 και 20,3 % για την ΕΕ-10 (12).

3.2.2.2

Ωστόσο, οι ονομαστικοί φορολογικοί συντελεστές δεν είναι παρά ένας ελλιπής δείκτης της φορολογικής επιβάρυνσης. Πράγματι, η πραγματική φορολογική επιβάρυνση λαμβάνει υπόψη τον τρόπο καθορισμού του φορολογητέου εισοδήματος και των διαφορετικών τεχνικών μεθόδων καθορισμού του μεριδίου του φόρου. Συνεπώς, χρειάζεται να υπάρξει αναφορά και στον τεκμαρτό φορολογικό συντελεστή του κεφαλαίου, ο οποίος συγκρίνει τον φόρο που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις με το ακαθάριστο διαχειριστικό πλεόνασμα των επιχειρήσεων (13) (βλ. πίνακα του παραρτήματος 3).

3.2.2.3

Η διαφορά ανάμεσα στα δύο μέσα μέτρησης είναι εντυπωσιακή:

Σε ορισμένα κράτη μέλη, ο ονομαστικός φορολογικός συντελεστής είναι πολύ υψηλός αλλά φαίνεται ότι στην πράξη η φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων είναι σχετικά ελαφριά.

Σε άλλα κράτη μέλη ο ονομαστικός φορολογικός συντελεστής είναι «ελκυστικός» (πολύ χαμηλός), φαίνεται, όμως, ότι η φορολογική επιβάρυνση είναι ιδιαίτερα υψηλή στα εισοδήματα των επιχειρήσεων.

Διαφαίνεται λοιπόν σαφώς ότι ορισμένα κράτη μέλη φορολογούν με υψηλό συντελεστή μια περιορισμένη φορολογική βάση ενώ άλλα εφαρμόζουν χαμηλότερο συντελεστή σε μια ευρύτερη φορολογική βάση. Η πραγματική φορολογική επιβάρυνση προκύπτει βεβαίως από τις δύο αυτές μεταβλητές έτσι ώστε δεν είναι δυνατόν να περιοριστεί η ανάλυση στη μελέτη των επίσημων φορολογικών συντελεστών. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία, για παράδειγμα, όσον αφορά την Ιρλανδία και τη Γερμανία (14).

3.2.2.4

Τα στατιστικά αυτά στοιχεία αντικατοπτρίζουν από μόνα τους τον πολύπλοκο χαρακτήρα της φορολογικής προβληματικής (15). Αντί να καταλήξουμε σε βεβιασμένα συμπεράσματα, θα περιοριστούμε στην ανάδειξη της διαφοράς μεταξύ των κρατών μελών, διαφορά που, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, μπορεί να επιβάλλει σε μια συγκεκριμένη επιχείρηση, που ασκεί βιομηχανική δραστηριότητα στην ευρωπαϊκή αγορά, φορολογικές επιβαρύνσεις, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών εισφορών, που διαφέρουν αισθητά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο.

β)   Η αλυσίδα δημιουργίας αξίας της επιχείρησης

3.3

Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜME), και ιδιαίτερα αυτές που είναι εγκατεστημένες στις παραμεθόριες ή απομακρυσμένες περιφέρειες της ΕΕ, είναι ιδιαίτερα ανοιχτές την παγκοσμιοποίηση των αγορών, είτε διότι συμμετέχουν, είτε διότι την υφίστανται. Πρόκειται συχνά για επιχειρήσεις προσωπικές ή οικογενειακές, οι οποίες δεν ευνοούνται από τον φορολογικό ανταγωνισμό όσο οι μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις. Είναι γεγονός ότι δεν διαθέτουν ούτε την οργάνωση, ούτε τη διοίκηση, ούτε τα μέσα, ούτε τις γνώσεις για να αξιοποιήσουν πλήρως τον ανταγωνισμό αυτό. Η συμμόρφωση ως προς τις φορολογικές δηλώσεις από τη μια χώρα στην άλλη, η διαφορά των φορολογικών βάσεων, των συντελεστών, των απαλλαγών, των κανόνων απόσβεσης κλπ. μεταξύ των διαφόρων χωρών συνιστούν, αντίθετα, για τις ΜΜΕ πρόσθετο κόστος το οποίο εμποδίζει την πρόσβαση στις εξωτερικές αγορές. Ωστόσο, το μερίδιο των διεθνοποιημένων (ή προς διεθνοποίηση) ΜΜΕ αποτελεί ένα από τα καλύτερα πλεονεκτήματα οικονομικής μεγέθυνσης όσον αφορά τη δημιουργία πλούτου, προστιθέμενης αξίας, καινοτομίας και, βασικά, απασχόλησης όπως προβλέπει και η διαδικασία της Λισαβόνας. Είναι συνεπώς απαραίτητη μια συνοδευτική δομή για την συνδρομή των επιχειρήσεων αυτών στις προσπάθειές τους. Για να γίνει αυτό, τα στελέχη των επιχειρήσεων αυτών πρέπει να είναι εκπαιδευμένα ώστε να βοηθήσουν στην αλλαγή, όπως επίσης και το προσωπικό των δημόσιων διοικήσεων.

3.4

Πολλές επιχειρήσεις με σημαντική βαρύτητα στο εμπόριο εντός των ευρωπαϊκών συνόρων, και ακόμη περισσότερο επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο διεθνές εμπόριο εκτός ΕΕ, λειτουργούν σε γενικές γραμμές σύμφωνα με ένα διαφορετικό οικονομικό πρότυπο. Συγκεκριμένα:

οι επιχειρήσεις αυτές είναι οργανωμένες με τη μορφή ανώνυμων εταιριών των οποίων οι μέτοχοι δεν κατοικούν απαραίτητα στην περιφέρεια ούτε στο κράτος μέλος όπου είναι κυρίως εγκατεστημένη η επιχείρηση,

είναι συνήθως οργανωμένες με τη μορφή μητρικών και θυγατρικών εταιριών και αποτελούν εταιρικούς ομίλους λιγότερο ή περισσότερο ολοκληρωμένους,

οι διάφορες οντότητες του ομίλου λειτουργούν σε πολλά κράτη μέλη, και

οι διάφορες μονάδες του ομίλου φέρουν σε πέρας η καθεμία διαφορετική λειτουργία διότι κάθε μονάδα συμμετέχει στη δημιουργία αξίας και η αλυσίδα δημιουργίας αξίας είναι σαφώς διαχωρισμένη μεταξύ των διαφόρων εταιριών και η κάθε εταιρία έχει αναλάβει μια χωριστή λειτουργία σε μια λογική συνόλου.

3.5

Οι σύγχρονοι βιομηχανικοί όμιλοι ασκούν πληθώρα αλληλένδετων οικονομικών λειτουργιών (διαχείριση των αλυσίδων αξίας και εφοδιασμού, οργάνωση των διαφόρων φάσεων της παραγωγής, αξιοποίηση των άυλων στοιχείων ενεργητικού όπως η τεχνογνωσία, τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, τα εμπορικά σήματα κλπ.) για να καταλήξουν στην διάθεση της παραγωγής στην αγορά σύμφωνα με μια στρατηγική που να βασίζεται σε συστηματικές αναλύσεις της αγοράς. Η εγκατάσταση των διαφόρων οικονομικών λειτουργιών ακολουθεί μια λογική συνόλου, ενώ η φορολογία αποτελεί μία μόνο από τις μεταβλητές.

3.6

Σε μια τέτοια ομαδική δομή, πρέπει να αναλυθεί τόσο η κάθε νομική οντότητα όσο και ο όμιλος στο σύνολό του. Ο όμιλος παραχωρεί οικονομικές λειτουργίες σε καθεμία από τις οντότητες που τον αποτελούν σε συνάρτηση με τα οικονομικά δεδομένα της αγοράς, βελτιστοποιώντας έτσι την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα του συνόλου σε μια συνολική προοπτική. Είναι θεμιτό να βελτιώνουν τα κράτη μέλη τη φορολογία τους προκειμένου να δώσουν κίνητρα στην οικονομική δραστηριότητα. Είναι επίσης θεμιτό να αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις τις φορολογικές επιβαρύνσεις με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τις υπόλοιπες επιβαρύνσεις στις οποίες υπόκεινται.

3.7

Κάθε νομική οντότητα διέπεται από το φορολογικό δίκαιο που ισχύει στον τόπο εγκατάστασης της και τα φορολογικά δεδομένα εντάσσονται στη λογική της διαχείρισης του συνόλου του ομίλου όπως ισχύει και για τις υπόλοιπες μεταβλητές που επηρεάζουν μια απόφαση.

3.8

Η πραγματικότητα των βιομηχανικών ομίλων που δραστηριοποιούνται στις αγορές της ΕΕ είναι, συνεπώς, εξαιρετικά περίπλοκη. Αντί να εξετασθεί η εγκατάσταση, η μεταφορά ή η μετεγκατάσταση ενός ομίλου, θα ήταν πιο ρεαλιστικό να πραγματοποιηθεί μια λειτουργική ανάλυση του βιομηχανικού ιστού και να καθοριστούν οι παράγοντες εγκατάστασης που επηρεάζουν τις διάφορες οικονομικές λειτουργίες στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους, σε κλίμακα ΕΕ ή ακόμη μεγαλύτερη. Ορισμένες οικονομικές λειτουργίες μπορούν να μετακινηθούν ευκολότερα και για ορισμένες από αυτές η φορολογία αποτελεί σημαντικότερο κριτήριο εγκατάστασης από ό,τι για άλλες. Είναι προφανές ότι η φορολογία είναι μια από τις μεταβλητές που επηρεάζουν τη λήψη απόφασης. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να υπερεκτιμηθεί η σημασία της όσον αφορά την επιλογή του τόπου εγκατάστασης.

4.   Το πλαίσιο του ανταγωνισμού μεταξύ κρατών μελών όσον αφορά τη φορολογία των επιχειρήσεων

4.1

Επί του παρόντος, τον φορολογικό ανταγωνισμό στο εσωτερικό της ΕΕ πλαισιώνουν τρεις δέσμες μέτρων:

ο κώδικας δεοντολογίας και το σύστημα ενημέρωσης όσον αφορά τις μεταβολές των δασμολογικών νομοθεσιών, που θεσπίστηκαν το 1997, δρομολόγησαν έναν ενεργό διάλογο σε επίπεδο υπουργείων οικονομικών με σκοπό να διασφαλιστεί ότι τα νομοθετικά μέτρα δεν ενθαρρύνουν ένα ζημιογόνο φορολογικό ανταγωνισμό (§§ 4.2 έως 4.4),

το ευρωπαϊκό δίκαιο για τον ανταγωνισμό και ειδικότερα η νομοθεσία σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις έχουν ως σκοπό να διασφαλίσουν ότι η εισαγωγή ορισμένων δεοντολογικών καθεστώτων ή η εφαρμογή του φορολογικού δικαίου σε συγκεκριμένες περιπτώσεις δεν θα ευνοήσουν ορισμένες επιχειρήσεις μέσω κρατικών ενισχύσεων που αντίκεινται στην ορθή λειτουργία της κοινής αγοράς (§§ 4.5 έως 4.7),

τα περισσότερα κράτη μέλη έχουν λάβει νομοθετικά μέτρα με σκοπό να εμποδίσουν τη σύσταση από επιχειρήσεις τεχνητών και καταχρηστικών δομών έτσι ώστε να επωφελούνται από ευνοϊκά φορολογικά καθεστώτα (§ 4.8).

4.2

Ο νομικά μη δεσμευτικός κώδικας δεοντολογίας, δεσμεύει τα κράτη μέλη στην τήρηση των αρχών ενός υγιούς φορολογικού ανταγωνισμού. Ως συνέχεια των διεργασιών αυτών, εντοπίστηκε ένα σύνολο φορολογικών μέτρων, νομοθετικής, κανονιστικής και διοικητικής φύσης, τα οποία έχουν -ή θα μπορούσαν να έχουν- σημαντικές επιπτώσεις στην εγκατάσταση των οικονομικών δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων στο εσωτερικό της ΕΕ. Τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη συμφώνησαν και έλαβαν σαφείς δεσμεύσεις για την τροποποίηση των καθεστώτων με τρόπο ώστε τα επιζήμια στοιχεία φορολογικού ανταγωνισμού να έχουν εξαλειφθεί το αργότερο έως το 2010, εκτός εξαιρέσεων (16).

4.3

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τα αποτελέσματα αυτού του κώδικα δεοντολογίας διότι με την εξάλειψη επιζήμιων φορολογικών πρακτικών (17), τα κράτη μέλη θα ενισχύσουν τον υγιή φορολογικό ανταγωνισμό στο εσωτερικό της ΕΕ και θα συμβάλλουν στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς.

Η ΕΟΚΕ προτρέπει την Επιτροπή να συνεχίσει αυτή την πρωτοβουλία για τη διεύρυνση της εμβέλειας του κώδικα δεοντολογίας και για την αξιολόγηση ορισμένων ειδικών φορολογικών καθεστώτων που εισήχθησαν τα τελευταία χρόνια.

4.4

Παράλληλα, θεσπίστηκε ένα σύστημα ενημέρωσης μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής προκειμένου να επαληθεύεται εάν οι μεταβολές του φορολογικού δικαίου συνάδουν με την πολιτική της ΕΕ. Τα κράτη μέλη δεσμεύονται να μην εισάγουν νέα φορολογικά μέτρα τα οποία μπορούν να είναι επιζήμια για την ΕΕ.

4.5

Η συνθήκη της Ρώμης περιελάμβανε ήδη διατάξεις που απαγόρευαν στα κράτη μέλη να χορηγούν ενισχύσεις στις επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών πλεονεκτημάτων τα οποία στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό στο εσωτερικό της κοινής αγοράς, και παραχωρούσε στην Επιτροπή την αρμοδιότητα εποπτείας και παρακολούθησης στο τομέα αυτό. Το 1997, ξεκινώντας τις εργασίες σχετικά με τον κώδικα συμπεριφοράς, οι υπουργοί οικονομικών στο πλαίσιο του Συμβουλίου Ecofin έδωσαν ρητή εντολή στην Επιτροπή να συνεχίσει τη δράση της στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων και στην καταπολέμηση των φορολογικών νομοθεσιών των κρατών μελών που αντίκεινται στις προαναφερθείσες διατάξεις της συνθήκης.

4.6

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, η Επιτροπή ενίσχυσε προοδευτικά τη δράση της στο τομέα αυτό. Όχι μόνο έθεσε σε λειτουργία μια διαδικασία διασαφήνισης — σε συνεννόηση με τα κράτη μέλη — με τη λήξη της οποίας διευκρίνισε τα κριτήρια που θα διέπουν τη δράση της σε μια σειρά τομέων, αλλά ανέλαβε επίσης ειδικές δράσεις κατά ορισμένων ιδιαίτερων φορολογικών μέτρων που είχαν θεσπιστεί από ορισμένα κράτη μέλη.

4.7

Αντίθετα με τον κώδικα δεοντολογίας που έχει ένα πολιτικό και μη δεσμευτικό χαρακτήρα, το δίκαιο για τις κρατικές ενισχύσεις έχει νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα. Η Επιτροπή διαθέτει ισχυρή εξουσία και μπορεί να απαγορεύσει τη χορήγηση μιας ενίσχυσης που δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις, να επιβάλει την τροποποίηση της, ακόμα και να υποχρεώσει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να ζητήσει την επιστροφή των ενισχύσεων που κρίθηκαν ότι δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά εφόσον δεν κοινοποιήθηκαν πριν από την εφαρμογή τους. Στην περίπτωση αυτή, οι δικαιούχες επιχειρήσεις υποχρεούνται να καταβάλλουν το αντίτιμο των φορολογικών πλεονεκτημάτων που τους παραχωρήθηκαν.

4.8

Τα περισσότερα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει φορολογικές διατάξεις για να καταπολεμήσουν τη φοροδιαφυγή και τη μεταφορά δραστηριοτήτων σε περιοχές με ευνοϊκή φορολογία. Είναι γεγονός ότι όλα τα κράτη μέλη επιδιώκουν να προσελκύσουν οικονομικές δραστηριότητες στην επικράτειά τους, να δημιουργήσουν φορολογικά έσοδα σε σχέση με τις δραστηριότητες αυτές και να αποφύγουν την μετατόπιση των φορολογητέων βάσεων προς το εξωτερικό.

4.8.1

Παρά το γεγονός ότι τα νομοθετικά μέτρα που θεσπίζονται διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, τίθεται ενίοτε το ερώτημα εάν οι διατάξεις αυτές συνάδουν με την εσωτερική αγορά και την ελεύθερη κυκλοφορία στο εσωτερικό της ΕΕ, εφόσον το φορολογικό δίκαιο που εφαρμόζεται από όλα τα κράτη μέλη συμμορφώνεται με το κοινοτικό δίκαιο. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει τη θέση του σχετικά: κατ' ουσία, οι διατάξεις για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και η μετακίνηση των εισοδημάτων σε επικράτειες με ευνοϊκότερη φορολογία είναι, καταρχήν, ασύμβατες με την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας στο εσωτερικό της ΕΕ. Ωστόσο, τέτοιες διατάξεις αιτιολογούνται μόνον εάν περιορίζονται στην καταπολέμηση, με τρόπο αναλογικό, της συγκρότησης τεχνητών και καταχρηστικών δομών.

4.9

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η καταπολέμηση της φορολογικής απάτης πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα και υπενθυμίζει τα συμπεράσματα της πρόσφατης σχετικής γνωμοδότησης της (18).

4.10

Η συνθήκη της Ρώμης, στο άρθρο 93, προβλέπει ότι το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα, «εκδίδει διατάξεις για την εναρμόνιση των νομοθεσιών περί των φόρων κύκλου εργασιών, (…) στο βαθμό που η εναρμόνιση αυτή είναι αναγκαία για να εξασφαλισθεί η εγκαθίδρυση και η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς».

4.11

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέλαβε πολλές ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες με σκοπό να τελειοποιήσει την εσωτερική αγορά με τη βοήθεια μέτρων που αφορούν τη φορολογία των επιχειρήσεων. Ειδικότερα, η Επιτροπή επιβεβαίωσε, στις 3 Μαΐου 2007, ότι συνέχιζε τις εργασίες της ενόψει της θέσπισης μιας κοινής και ενοποιημένης βάσης φορολογίας επιχειρήσεων (ΚΕΒΦΕ). Ο αρμόδιος επίτροπος για φορολογικά θέματα προτίθεται να παρουσιάσει κατά το πρώτο εξάμηνο του 2008 πρόταση οδηγίας με σκοπό την εφαρμογή της ΚΕΒΦΕ έως το 2010. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την πεποίθηση της Επιτροπής ότι η ΚΕΒΦΕ μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην επιτυχία της εσωτερικής αγοράς, ακόμη και εάν η ΚΕΒΦΕ αυτή σημαίνει μεγαλύτερη διαφάνεια και, συνεπώς, εντονότερο φορολογικό ανταγωνισμό. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει το έργο της, παρά τον περίπλοκο χαρακτήρα των προβλημάτων. Ωστόσο, στην παρούσα φάση είναι πρόωρο να αναλυθεί περαιτέρω το σχέδιο εφόσον η Επιτροπή δεν έχει παρουσιάσει ακόμη ένα λεπτομερές πρότυπο όσον αφορά τον ορισμό της κοινής και ενοποιημένης βάσης φορολογίας και για την θέσπιση ενός ενοποιημένου καθεστώτος φορολογίας στο επίπεδο 27 κρατών μελών της ΕΕ. Ωστόσο η ΕΟΚΕ θέτει ορισμένους προβληματισμούς και ερωτήματα για το μέλλον σε ό,τι αφορά το σχέδιο ΚΕΒΦΕ για τη φορολογία των επιχειρήσεων.

5.   Προβληματισμοί και ερωτήματα της ΕΟΚΕ για το σχέδιο της κοινής και ενοποιημένης βάσης φορολογίας επιχειρήσεων (ΚΕΒΦΕ)

5.1

Δεδομένου ότι η ΚΕΒΦΕ ενδέχεται να είναι προαιρετική για τα κράτη μέλη (πιθανώς στη βάση μιας ενισχυμένης συνεργασίας), η ΕΟΚΕ εύχεται να υιοθετηθεί από όσο το δυνατόν περισσότερα κράτη μέλη, με την πρόβλεψη όμως μεταβατικών μέτρων.

5.2

Εάν η πρωτοβουλία ΚΕΒΦΕ είναι προαιρετική για τις επιχειρήσεις, η επιλογή αυτή θα υποχρεώσει την κρατική διοίκηση στα κράτη μέλη να διεκπεραιώνουν δύο καθεστώτα δήλωσης και φορολογίας. Είναι τούτο διανοητό τη στιγμή που τα περισσότερα κράτη μέλη αναζητούν τρόπους βελτίωσης της αποδοτικότητας των δημοσίων υπηρεσιών;

5.3

Εάν οι πολυεθνικές εταιρίες υιοθετήσουν την πρωτοβουλία ΚΕΒΦΕ, δεν υφίσταται άραγε ο κίνδυνος στρέβλωσης όσον αφορά την αντιμετώπιση (διατυπώσεις, λογιστικό και φορολογικό καθεστώς) των επιχειρήσεων ενός κράτους μέλους που τάσσεται υπέρ της εφαρμογής της ΚΕΒΦΕ;

5.4

Αναφορικά με τα δύο ανωτέρω σημεία, δεν θα πρέπει άραγε να επιδιωχθεί η προοδευτική εφαρμογή σε όλους τους φορολογούμενους ενός κράτους μέλους, ενός και μόνο φορολογικού καθεστώτος;

5.5

Εφόσον η πρωτοβουλία ΚΕΒΦΕ αναμένεται να αποφέρει μεγαλύτερη διαφάνεια, μήπως η κοινή βάση δήλωσης πρέπει να ανατεθεί σε μια διεθνική αρχή;

5.6

Με την πρωτοβουλία ΚΕΒΦΕ, οι διαφορές στη φορολογία που ελλοχεύουν στον υπολογισμό των βάσεων θα μετατεθούν στους φορολογικούς συντελεστές των κρατών μελών που επέλεξαν την ΚΕΒΦΕ. Η πρακτική της κοινής βάσης δεν θα μετατραπεί άραγε σε μεγαλύτερη διασπορά των φορολογικών συντελεστών (τουλάχιστον των ονομαστικών); Υφίσταται το ενδεχόμενο αναζωπύρωσης του φορολογικού ανταγωνισμού όσον αφορά την παρουσίαση των φορολογικών συντελεστών. Μια μελέτη της Επιτροπής (2001) ανέφερε ότι η διασπορά των ονομαστικών φορολογικών συντελεστών ήταν η κυριότερη αιτία οικονομικών στρεβλώσεων που προέκυπταν από τον φορολογικό ανταγωνισμό.

5.7

Σε περίπτωση διατήρησης των διαφορών μεταξύ των φορολογικών συντελεστών (αντίθετα προς την πρόσφατη τάση σύμπτυξης των αποκλίσεών τους) ή ακόμη και αύξησής τους, στα κράτη μέλη που επέλεξαν την ΚΕΒΦΕ, δεν θα μπορούσε άραγε να προβλεφθεί η θέσπιση ενός κατώτατου φορολογικού συντελεστή στα κράτη μέλη; Ο συντελεστής αυτός θα μπορούσε να τοποθετηθεί, για παράδειγμα, αμέσως κάτω από αυτόν που θέσπισαν φυσικά τα νέα κράτη μέλη; Η κατάσταση στις χώρες αυτές ως προς την εισροή ξένων κεφαλαίων δεν θα μεταβληθεί. Όσον αφορά τα υπόλοιπα κράτη μέλη, θα μπορούσαν να θεσπίσουν υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές χωρίς να φοβούνται μια πολύ επιθετική εξωτερική φορολογική πολιτική εις βάρος των οικονομικών κεφαλαίων.

Βρυξέλλες, 13 Δεκεμβρίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  «Υφίσταται φορολογικός ανταγωνισμός εάν οι αποφάσεις μιας διοίκησης [εθνικής, περιφερειακής ή τοπικής] επηρεάζουν άμεσα την ικανότητα άλλων διοικήσεων και εάν οι μηχανισμοί της αγοράς αποδεικνύονται ανεπαρκείς για τη ρύθμιση αυτής της αλληλεπίδρασης» (Πηγή: OΟΣΑ), για περισσότερες πληροφορίες, βλ. παράρτημα 1.

(2)  Τα επιζήμια φορολογικά μέτρα καθορίζονται ευρέως από τον κώδικα συμπεριφοράς για τη φορολόγηση των επιχειρήσεων και ορίζονται ως τα μέτρα που «πλήττουν ή μπορούν να πλήξουν σημαντικά την εγκατάσταση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στην Κοινότητα». Στη συνέχεια ο κώδικας ορίζει ως «πιθανά επιζήμια» τα μέτρα τα οποία «καθιερώνουν σημαντικά χαμηλότερο πραγματικό επίπεδο φορολόγησης, συμπεριλαμβανομένης της μηδενικής φορολόγησης, σε σχέση με τα επίπεδα που ισχύουν κανονικά στο συγκεκριμένο κράτος μέλος»

(βλ. http://ec.europa.eu/taxation_customs/taxation/company_tax/harmful_tax_practices/index_en.htm).

(3)  ΕΕ C 93 της 27.4.2007.

(4)  Η διπλή μη φορολόγηση μπορεί να προκύψει και από τις διαφορές μεταξύ των εθνικών συστημάτων φορολογίας. «Για παράδειγμα, όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των δανείων και των ιδίων κεφαλαίων από τα κράτη μέλη. Ένα κράτος μέλος μπορεί να θεωρεί μια συναλλαγή ως συνεισφορά ιδίων κεφαλαίων αντί για δάνειο και, επομένως, να κρίνει ότι τα έσοδα των κεφαλαίων αυτών δεν είναι φορολογητέα, ενώ ένα άλλο κράτος μέλος μπορεί να θεωρεί το δάνειο ως οφειλή και να επιτρέπει στην εταιρεία που καταβάλλει τους τόκους την αφαίρεσή τους. Η κατάσταση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε έκπτωση φόρου σε ένα κράτος μέλος, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχη φορολόγηση σε ένα άλλο. Ένας άλλος τομέας είναι εκείνος των υβριδικών οντοτήτων, δηλαδή των οντοτήτων που θεωρούνται ως νομικά πρόσωπα (μη διαφανείς οντότητες) από ένα κράτος μέλος και ως μη νομικά πρόσωπα (διαφανείς οντότητες) από ένα άλλο. Η διαφορά αυτή ως προς τον χαρακτηρισμό που δίδουν τα κράτη μέλη μπορεί να οδηγήσει σε διπλές απαλλαγές ή σε διπλές εκπτώσεις».[Πηγή: Ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Συντονισμός των συστημάτων άμεσης φορολογίας των κρατών μελών στην εσωτερική αγορά» [COM(2006) 823 τελικό, σημείο 3)].

(5)  Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την «ανάγκη χάραξης συντονισμένης στρατηγικής με σκοπό τη βελτίωση της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής» (ΕΕ C 161 της 13.7.2007, σ. 8).

(6)  Βρίσκεται στη διεύθυνση: http://ec.europa.eu/taxation_customs/taxation/company_tax/harmful_tax_practices/index_en.htm#code_conduct. Βλ. επίσης το παράρτημα 4.

(7)  Βλ. την πρόσφατη ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο «Για την εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος βελτίωσης της οικονομικής ανάπτυξης και της απασχόλησης και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων της ΕΕ: περαιτέρω επιτευχθείσα πρόοδος κατά το 2006 και τα επόμενα βήματα για την υποβολή πρότασης για την κοινή ενοποιημένη βάση φορολογίας των επιχειρήσεων (ΚΕΒΦΕ)» [COM(2007) 223 τελικό, της 2.5.2007].

(8)  ECO/165 — CESE 241/2006, ΕΕ C 88 της 11.4.2006.

(9)  Βλ. Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Η ανάπτυξη των αλυσίδων αξίας και εφοδιασμού στο ευρωπαϊκό και στο διεθνές πλαίσιο» (CCMI/037 — ΕΕ C 168 της 20.7.2007, σ. 1).

(10)  Πηγή: ΟΟΣΑ «Statistiques des recettes publiques 1965-2005: Edition 2006». Τα δεδομένα αφορούν την ΕΕ-15.

(11)  O θεσμοθετημένος φορολογικός συντελεστής είναι ο νόμιμα επιβαλλόμενος συντελεστής.

Ο πραγματικός συντελεστής φορολογίας είναι το ποσό που ένα πρόσωπο ή μια επιχείρηση πληρώνει όταν συμπεριλαμβανομένων όλων των φορολογικών εκπτώσεων ή πληρωμών της διοίκησης, και διαχωρίζονται στο ατομικό ή συνολικό εισόδημα εταιρείας ή ιδιώτη ή στο φορολογητέο εισόδημα.

Ο έμμεσος φορολογικός συντελεστής ορίζεται για κάθε οικονομική λειτουργία. Θεωρείται ο λόγος του συνολικού φόρου εισοδήματος της κατηγορίας (κατανάλωση, εργασία και κεφάλαιο) και της πιθανής φορολογικής βάσης που έχει οριστεί μέσω της παραγωγής και του λογαριασμού χρήσης εισοδήματος των εθνικών λογαριασμών.

Ο συνολικός έμμεσος φορολογικός συντελεστής θεωρείται ο λόγος μεταξύ του εισοδήματος από όλους τους φόρους κεφαλαίου, και όλων (κατ' αρχήν) των πιθανών φορολογητέων κεφαλαίων και εσόδων των επιχειρήσεων στην οικονομία. Αποσκοπεί δε να αποτελέσει τον μέσο όρο της φορολογικής επιβάρυνσης επί του εισοδήματος κεφαλαίου.

(πηγή των ανωτέρω ορισμών: Ευρωπαϊκή Επιτροπή Structures of the taxation systems in the European Union: 1995-2004, σ. 83 (doc. TAXUD E4/2006/DOC/3201).

Στα παραρτήματα 2 και 3 περιλαμβάνονται οι συγκριτικοί πίνακες στο εσωτερικό της ΕΕ για τους ονομαστικούς συντελεστές και τα πραγματικά ποσοστά φορολόγησης των κεφαλαίων. Λόγω των αποκλίσεων σε ό,τι αφορά τις μεθόδους υπολογισμού των πραγματικών συντελεστών, δεν είναι δυνατή η απεικόνιση ενός αντίστοιχου πίνακα για τους συντελεστές αυτούς.

(12)  Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Structures of the taxation systems in the European Union: 1995-2004, σ. 83 (doc. TAXUD E4/2006/DOC/3201).

(13)  Για ακριβέστερη μεθοδολογική ανάλυση και για λεπτομερέστερη παρουσίαση των στοιχείων, βλ. ανωτέρω, σ. 84-87.

(14)  Όσον αφορά τη Γερμανία και την Ιρλανδία, ένας άλλος δείκτης τείνει να επιβεβαιώσει το παράδοξο που προαναφέρθηκε. Είναι γεγονός ότι ο φόρος επί του κεφαλαίου αντιπροσωπεύει το 15 % της συνολικής φορολογικής επιβάρυνσης στη Γερμανία ενώ το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 28 % στην Ιρλανδία (Πηγή: Structures of the taxation systems in the EU, 1995-2004, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πίνακας C.3_T).

(15)  Στην παρούσα γνωμοδότηση δεν είναι δυνατόν να αναλυθούν τα στοιχεία και να αναζητηθούν συγκεκριμένες απαντήσεις για κάθε κράτος μέλος, ούτε να διασταυρωθούν οι στατιστικοί δείκτες με άλλες βάσεις δεδομένων.

(16)  Για ορισμένα καθεστώτα ορίστηκε προθεσμία που φτάνει έως και το 2016.

(17)  Βλ. ορισμό της υποσημείωσης 2.

(18)  Γνωμοδότηση για την Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την «ανάγκη χάραξης συντονισμένης στρατηγικής με σκοπό τη βελτίωση της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής» (ECO/187 — ΕΕ C 161 της 13.7.2008, σ. 8).


16.5.2008   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/57


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Επιπτώσεις της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας στις βιομηχανικές μεταλλαγές»

(2008/C 120/15)

Στις 16 Φεβρουαρίου 2007, και σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2, του Εσωτερικού της Κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα:

«Επιπτώσεις της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας στις βιομηχανικές μεταλλαγές».

Η Συμβουλευτική Επιτροπή Βιομηχανικών Μεταλλαγών, στην οποία ανατέθηκε η προετοιμασία των εργασιών της ΕΟΚΕ, επεξεργάσθηκε τη γνωμοδότησή της στις 13 Nοεμβρίου 2007, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. PEZZINI και του συνεισηγητή κ. NOWICKI.

Κατά την 440ή σύνοδο ολομελείας της, της 12ης και 13ης Δεκεμβρίου 2007 (συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 137 ψήφους υπέρ, 1 ψήφο κατά και 1 αποχή.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η περιβαλλοντική πολιτική αποτελεί σήμερα μια από τις κύριες κοινωνικές προκλήσεις για τις δημόσιες αρχές και τους οικονομικούς ιθύνοντες. Η βραδύτητα με την οποία αντιμετωπίζονται τα περιβαλλοντικά προβλήματα σε παγκόσμια κλίμακα δεν μπορεί πλέον να αποτελεί άλλοθι για την αναβολή των νομοθετικών αλλαγών και των αλλαγών νοοτροπίας που απαιτούνται για να εξασφαλιστεί η επίτευξη του θεμελιώδους στόχου της ΕΕ, δηλαδή η βιώσιμη ανάπτυξη.

1.2

Η ευρωπαϊκή βιομηχανία διαθέτει σημαντικό δυναμικό για να καταστεί βιώσιμη οικονομία, αλλά η επιτυχία της θα εξαρτάται όλο και περισσότερο από τις καινοτόμους ικανότητες που θα μπορέσει να εισαγάγει στις βιομηχανικές μεταλλαγές που επιβάλλονται από το άνοιγμα των αγορών, τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης και τις τεχνολογικές και γνωστικές μεταβολές, που επιταχύνονται από την αυξανόμενη ευαισθησία ως προς τις αρχές της προστασίας του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων.

1.3

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι όλοι οι οικονομικοί και κοινωνικοί φορείς, δημόσιοι και ιδιωτικοί, καθώς και όλοι οι πολιτικοί ιθύνοντες και οι δημόσιες αρχές πρέπει να έχουν πλήρη επίγνωση του ότι βρίσκονται μπροστά σε μια νέα βιομηχανική επανάσταση, που θέτει στο κέντρο της ανάπτυξης την ποιότητα της ζωής και του περιβάλλοντος και επιβάλλει ένα νέο, ολοκληρωμένο, τρόπο σχεδιασμού, παραγωγής, κατανάλωσης, διατήρησης και διαχείρισης των φυσικών πόρων.

1.4

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι επείγει η μετάβαση από μια στάση άμυνας και αντίδρασης σε μια στάση σταθερότητας και πρόληψης που να προετοιμάζει το μέλλον, σε επίπεδο Ε.Ε. και κρατών μελών, με την ανάληψη θετικών δράσεων σε βιώσιμη βάση ώστε να επισπευστεί:

η ανάπτυξη και η εφαρμογή καθαρών τεχνολογιών επεξεργασίας και παραγωγής,

η προώθηση σταθερής και προσεκτικής επιχειρηματικής δράσης έναντι των οικολογικών βιομηχανικών παραγωγών,

η κατάρτιση ειδικευμένου τεχνικού προσωπικού.

1.5

Η ΕΟΚΕ θεωρεί σημαντικό αυτός ο νέος τρόπος προσέγγισης μέσω της πρόληψης να βασίζεται περισσότερο στην πρόληψη παρά σε εκ των υστέρων διορθωτικές παρεμβάσεις, δηλαδή σε ενιαίες για όλους τους φορείς διαδικασίες, στο πλαίσιο ενός ευρωπαϊκού κώδικα για το περιβάλλον, χρήσιμο για τον νομοθέτη, τους φορείς και τους καταναλωτές.

1.6

Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι η τεχνολογική ανάπτυξη και η καινοτομία πρέπει να αποτελούν πρωταρχική ευθύνη του επιχειρηματία και των δημόσιων αρχών: ωστόσο, τόσο στους επιχειρηματίες όσο και στις αρχές πρέπει να παρέχονται κίνητρα, ενθάρρυνση και υποστήριξη από κατάλληλες ευρωπαϊκές, εθνικές και τοπικές πολιτικές και από συμπράξεις του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα που να απλουστεύουν τις διαδικασίες και να απελευθερώνουν βασικούς πόρους για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων.

1.7

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι, σε επίπεδο Ε.Ε., οι νέες και βιώσιμες βιομηχανικές πρωτοβουλίες πρέπει να συμπληρώνονται από πόρους των διαρθρωτικών ταμείων, κοινοτικά προγράμματα καινοτομίας, έρευνας και κατάρτισης και από κατάλληλα χρηματοδοτικά μέσα.

1.8

Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη ότι είναι ανάγκη να επιταχυνθεί η υιοθέτηση συγκεκριμένων μέτρων απλοποίησης για να καταργηθούν οι περιττές επιβαρύνσεις και να μειωθεί το αυξανόμενο οικονομικό κόστος που συνδέεται με τις γραφειοκρατικές και τεχνικές απαιτήσεις της υφιστάμενης περιβαλλοντικής νομοθεσίας, η οποία θα πρέπει να εξορθολογιστεί και να ενοποιηθεί.

1.8.1

Απαιτείται ο στενός συντονισμός και η ανάπτυξη, στα διάφορα επίπεδα, μια σειράς πολιτικών και μέσων πέρα από την εφαρμογή της περιβαλλοντικής πολιτικής, όσο το δυνατόν διαφανών, φιλικών προς τον χρήστη και χωρίς επιπλέον οικονομικές επιβαρύνσεις ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η αρχή «λιγότερη και καλύτερη νομοθεσία» πρέπει να εκφραστεί σε ενοποιημένα και συνεκτικά κείμενα περιβαλλοντικών προδιαγραφών, που να εξασφαλίζουν νομική ασφάλεια και διαφάνεια στη διαδικασία προσαρμογής των βιομηχανικών μεταλλαγών με σκοπό την καλύτερη προστασία των πόρων και του περιβάλλοντος και την εφαρμογή βιώσιμων και ανταγωνιστικών τεχνολογικών καινοτομιών στις παγκόσμιες αγορές. Οι ΜΜΕ πρέπει να είναι σε θέση να απορροφούν το κόστος συμμόρφωσης χωρίς να υπονομεύουν το ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα.

1.9

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι έχει μεγάλη σημασία να υιοθετηθεί άμεσα μία ολοκληρωμένη μακροπρόθεσμη κοινοτική στρατηγική, που να παρέχει ασφάλεια στους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς λήψης αποφάσεων, ώστε να αντιμετωπίσουν τις τεχνολογικές και οργανωτικές προσαρμογές που απαιτεί η τήρηση των προηγμένων πρότυπων περιβαλλοντικής προστασίας.

1.10

Το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης θα μπορούσε ενδεχομένως να διατυπωθεί εκ νέου για να εξυπηρετήσει καλύτερα τους στόχους της στρατηγικής της Λισσαβώνας και του Γκέτεμποργκ όσον αφορά τη βιωσιμότητα του περιβάλλοντος, για να ενθαρρύνει με σαφήνεια, διαφάνεια και χωρίς στρεβλώσεις του ανταγωνισμού τις απαραίτητες δημόσιες επενδύσεις, μακροπρόθεσμα, ώστε να μην εμπίπτουν στον ορισμό του «δημόσιου ελλείμματος».

1.11

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να συμπεριλάβουν στις ετήσιες εκθέσεις τους για τη διαδικασία της Λισσαβώνας τις προδιαγραφές των ετήσιων επενδυτικών προγραμμάτων που εκπονούν σχετικά με τον περιβαλλοντικό τομέα, καθώς και τα αποτελέσματα των εκ των υστέρων αξιολογήσεων των νομοθετικών και χρηματοοικονομικών τους παρεμβάσεων. Τα διαθέσιμα αυτά στοιχεία θα πρέπει να διευκρινίζουν καλύτερα το περιβαλλοντικό μέρος το οποίο να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της γενικής έκθεσης που πρέπει να υποβάλει η Επιτροπή κάθε χρόνο στο εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στο Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών.

1.12

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι οι εθνικές πολιτικές πρέπει να καθιστούν σαφή το θετικό αντίκτυπο στο περιβάλλον των διαφόρων οικονομικών μέσων και φορολογικών κινήτρων. Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως όσον αφορά την επιβολή των φόρων — με εφικτές ευρωπαϊκές λύσεις (1) — που αντικατοπτρίζεται:

στην παραγωγική δραστηριότητα και στην εργασία,

στην χρησιμοποίηση των φυσικών πόρων,

στα επίπεδα περιβαλλοντικής μόλυνσης,

στις επιλογές για υψηλή περιβαλλοντική προστασία,

στις περιβαλλοντικές τεχνολογικές καινοτομίες επεξεργασίας, παραγωγής και οργάνωσης.

1.13

Πρέπει να επισπευσθεί ο καθορισμός μετρήσιμων κοινών στόχων που θα καταστήσουν δυνατή την εφαρμογή των φιλόδοξων αποφάσεων που έλαβε το εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στη συνέχεια το Συμβούλιο Περιβάλλοντος.

1.14

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει εκ νέου τον βασικό ρόλο που πρέπει να διαδραματίσουν οι κοινωνικοί εταίροι και οι εκπρόσωποι της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών, μέσω διεπαγγελματικών και κλαδικών συζητήσεων, στα διάφορα επίπεδα, ξεκινώντας από το ευρωπαϊκό, για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της ανταγωνιστικότητας, της ενέργειας και του περιβάλλοντος. Τα προβλήματα αυτά επηρεάζουν πράγματι αισθητά πολλές βιομηχανίες, επιβάλλουν σημαντικές διαρθρωτικές προσαρμογές, ιδιαίτερα στον τομέα της μεταποίησης και απαιτούν στενό συντονισμό και ολοκληρωμένη προσέγγιση, μέσω της συνεχούς προσπάθειας απλοποίησης και μείωσης των γραφειοκρατικών διαδικασιών.

1.15

Για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων, την αειφόρο χρήση των φυσικών πόρων και τη δημιουργία νέων ευκαιριών στην αγορά που να σέβονται το περιβάλλον και τη δημιουργία νέας και πιο εξειδικευμένης απασχόλησης, με γνώση των περιβαλλοντικών περιορισμών, θα πρέπει να προβλεφθεί, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, ένα ευνοϊκό πλαίσιο για τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους που να υποστηρίζει τις καινοτόμες ικανότητες καθώς και τις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και μορφωτικές προσπάθειες που οι εργαζόμενοι πρέπει να καταβάλλουν συνεχώς για να μπορέσουν να αποκτήσουν ανταγωνιστική θέση στην αγορά.

1.16

Όπως έχουν επανειλημμένα υποστηρίξει η ΕΟΚΕ, η Επιτροπή, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, είναι απαραίτητο να μειωθεί το διοικητικό και γραφειοκρατικό κόστος που επιβαρύνει τις επιχειρήσεις προκειμένου να ελευθερωθούν οι οικονομικές και κοινωνικές δυνάμεις και να χρησιμοποιηθούν για το βιώσιμο εκσυγχρονισμό της λειτουργίας τους και των παραγωγικών και οργανωτικών τους δομών.

1.17

Πρέπει να υιοθετηθεί μια ολοκληρωμένη πολιτική για τις επιχειρήσεις στραμμένη προς το μέλλον, που να συνδυάζει τη δέσμευση για την προστασία του περιβάλλοντος με την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, τη διαφύλαξη της ποιότητας της ζωής και της εργασίας, την βελτίωση του επιπέδου απασχόλησης και την εξασφάλιση ανθρώπινων πόρων υψηλής εξειδίκευσης και γνώσης. Η ενίσχυση των προγραμμάτων ΕΤΑ, των προγραμμάτων καινοτομίας και ανταγωνιστικότητας και του προγράμματος LIFE+ πρέπει να πραγματοποιηθεί ταυτοχρόνως με τη βελτίωση της πρόσβασης στα μέσα διαρθρωτικής παρέμβασης και εδαφικής συνοχής.

1.18

Όσον αφορά τα προγράμματα κατάρτισης και εκπαίδευσης, οι κοινοτικές προσπάθειες για την ανάπτυξη της κοινωνίας της γνώσης θα πρέπει να στραφούν προς την ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών πτυχών, αρχής γενομένης από το δημοτικό σχολείο, μέχρι την επαγγελματική, διοικητική και επιστημονική κατάρτιση.

1.19

Οι κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές πτυχές πρέπει να εξεταστούν με προσοχή όσον αφορά τις εσωτερικές και διεθνείς τους επιπτώσεις, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν να αντιμετωπίσουν επί ίσοις όροις την παγκόσμια αγορά και η βιώσιμη ανάπτυξη να λαμβάνει υπόψη την νέα και μεγαλύτερη αλληλεξάρτηση που δημιουργήθηκε μεταξύ των χωρών και των μεγάλων οικονομικών ηπειρωτικών περιοχών.

1.20

Η Ευρώπη πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εκφράζεται με μια φωνή στις διμερείς και πολυμερείς έδρες για να εξασφαλίσει, στις συμφωνίες που διαπραγματεύεται ο ΠΟΕ αλλά και σε διμερές επίπεδο, πέραν της κοινωνικής διάστασης, τη διάσταση του σεβασμού του περιβάλλοντος.

2.   Εισαγωγή

2.1

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών της 8ης και 9ης Μαρτίου 2007 εξέτασε με ιδιαίτερη προσοχή το θέμα του περιβάλλοντος και των κλιματικών αλλαγών, και διατύπωσε συγκεκριμένους στόχους.

2.1.1

Ο στόχος που έχει τεθεί αφορά τη μείωση των εκπομπών CO2 μεταξύ 20 και 30 % έως το 2020 και μεταξύ 60 και 80 % ως το 2050 σε σχέση με τα επίπεδα του 1990.

2.2

Η Επιτροπή, ήδη στην ετήσια έκθεσή της του 2007 σχετικά με την πορεία της στρατηγικής της Λισσαβώνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση, τονίζει τη σημασία των κλιματικών αλλαγών, των οικολογικών καινοτομιών, της ενεργειακής απόδοσης, των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των αγορών ενέργειας.

2.2.1

Στην έκθεση επισημαίνεται ότι η ανάληψη δέσμευσης στους τομείς αυτούς θα πρέπει να οδηγήσει στην αποτελεσματική επίλυση των περιβαλλοντικών προβλημάτων, στη βιώσιμη χρήση των φυσικών πόρων, στη δημιουργία νέων ευκαιριών στις αγορές και στη δημιουργία νέας απασχόλησης.

2.3

Από την πλευρά του, το Συμβούλιο Περιβάλλοντος της 20ης Φεβρουαρίου 2007 υπογράμμισε τη συμπληρωματικότητα μεταξύ της ανανεωμένης στρατηγικής της ΕΕ για τη βιώσιμη ανάπτυξη και της στρατηγικής της Λισσαβώνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση, καθώς και τη σημαντική συμβολή της τελευταίας στον πρωταρχικό στόχο της βιώσιμης ανάπτυξης. Το Συμβούλιο επανέλαβε εξάλλου τη σημασία που έχει η ενίσχυση της προστασίας του περιβάλλοντος, που πρέπει να θεωρείται ως ένας από τους τρεις βασικούς πυλώνες της αειφόρου ανάπτυξης και τόνισε ότι είναι απαραίτητο να ενσωματωθούν οι περιβαλλοντικές πτυχές σε όλες τις πολιτικές.

2.4

Μια καλά σχεδιασμένη πολιτική για το περιβάλλον, που να λαμβάνει δεόντως υπόψη τις απαραίτητες περιόδους προσαρμογής και να διέπεται από τις αρχές για την καλύτερη ρύθμιση και τη νομοθετική και γραφειοκρατική απλούστευση, μπορεί να συμβάλει θετικά στην ανταγωνιστικότητα, την ανάπτυξη και την απασχόληση, μέσω της ενεργού προώθησης των οικολογικών καινοτομιών και της αποδοτικότητας των πόρων. Πρέπει να αποφεύγονται οι αλλεπάλληλες νομοθετικές προσαρμογές, που υποβάλλουν σε συνεχείς μεταβολές την υφιστάμενη νομοθεσία.

2.5

Το Συμβούλιο ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει ταχέως μια Πράσινη Βίβλο για τα μέσα της αγοράς που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μέσα δράσεως σε περιβαλλοντικά θέματα. Στην Βίβλο αυτή θα πρέπει να υποδεικνύονται τα πιθανά νέα μέσα, αποτελεσματικά από πλευράς κόστους, για την πολιτική περιβάλλοντος, που θα χρησιμοποιούνται μαζί με τις ρυθμίσεις και τα χρηματοοικονομικά κίνητρα στο εσωτερικό των κρατών μελών. Τα μέσα αυτά δεν θα πρέπει να δημιουργούν αθέμιτες στρεβλώσεις, αλλά να επιδιώκουν την αποτελεσματικότητα από πλευράς περιβάλλοντος σε όλους τους επιμέρους παραγωγικούς τομείς με τη διασφάλιση της προσαρμογής τοπικών λύσεων σε τοπικά προβλήματα.

2.5.1

Όπως υπογραμμίζει η ΕΟΚΕ, «προκειμένου μια στρατηγική για τη βιώσιμη ανάπτυξη να δίδει πραγματική ώθηση, θα πρέπει να πραγματοποιείται με συγκεκριμένους και μετρήσιμους στόχους και σχέδια που θα βασίζονται σε αυστηρές αναλύσεις». Το έγγραφο του Συμβουλίου για την αναθεώρηση της Στρατηγικής της Ένωσης για τη βιώσιμη ανάπτυξη«περιέχει αναμφισβήτητα έναν μεγάλο αριθμό στόχων και δράσεων. Εντούτοις δεν σχετίζει τους στόχους αυτούς και τις δράσεις με καμιά ποσοτική ανάλυση στοιχείων ή τάσεων, ούτε με κάποια ποιοτική ανάλυση των θεμάτων και των προβλημάτων» (2).

2.6

Συνεπώς έχει σημασία να εξετάσει η CCMI το ευρύ θέμα των επιπτώσεων της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας στις βιομηχανικές μεταλλαγές, δεδομένης της πείρας που η ΕΟΚΕ και η CCMI έχουν αποκτήσει με την κατάρτιση πολυάριθμων σχετικών γνωμοδοτήσεων.