ISSN 1725-2415

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 168

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

50ό έτος
20 Ιουλίου 2007


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

III   Προπαρασκευαστικές πράξεις

 

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

 

435η σύνοδος ολομέλειας της 25ης και 26ης Απριλίου 2007

2007/C 168/01

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η ανάπτυξη των αλυσίδων αξίας και εφοδιασμού στο ευρωπαϊκό και στο διεθνές πλαίσιο

1

2007/C 168/02

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Μητροπολιτικές περιοχές: Οι κοινωνικοοικονομικές τους συνέπειες για το μέλλον της Ευρώπης

10

2007/C 168/03

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Εδαφική Ατζέντα

16

2007/C 168/04

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2005SEC(2006) 761 τελικό

22

2007/C 168/05

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον καθορισμό πλαισίου προστασίας του εδάφους και την τροποποίηση της οδηγίας 2004/35/EΚCOM(2005) 232 τελικό — 2006/0086 (COD)

29

2007/C 168/06

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα:

34

2007/C 168/07

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Εφαρμογή της αειφορίας στην αλιεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της μέγιστης βιώσιμης απόδοσηςCOM(2006) 360 τελικό

38

2007/C 168/08

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την απαγόρευση της εμπορίας, των εισαγωγών και εξαγωγών από την Κοινότητα γούνας γάτας και σκύλου ή προϊόντων που περιέχουν τέτοια γούναCOM(2006) 684 τελικό — 2006/0236 (COD)

42

2007/C 168/09

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την απαγόρευση των εξαγωγών μεταλλικού υδραργύρου και την ασφαλή αποθήκευσή τουCOM(2006) 636 τελικό — 2006/0206 (COD)

44

2007/C 168/10

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για τις κατευθυντήριες γραμμές των πολιτικών απασχόλησης των κρατών μελώνCOM (2006) 815 τελικό — 2006/0271 (CNS)

47

2007/C 168/11

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών Προς μια θαλάσσια πολιτική για την Ένωση: Ένα ευρωπαϊκό όραμα για τους ωκεανούς και τις θάλασσεςCOM(2006) 275 τελικό

50

2007/C 168/12

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Κοινή ευρωπαϊκή λιμενική πολιτική

57

2007/C 168/13

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών Η εφοδιαστική εμπορευμάτων στην Ευρώπη — Κλειδί για τη βιώσιμη κινητικότηταCOM(2006) 336 τελικό

63

2007/C 168/14

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Ενδιάμεση ανασκόπηση του προγράμματος για την προώθηση των θαλάσσιων μεταφορών μικρών αποστάσεων (COM (2003) 155 τελικό)COM(2006) 380 τελικό

68

2007/C 168/15

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη διαχείριση της ασφάλειας των οδικών υποδομώνCOM(2006) 569 τελικό — 2006/0182 (COD)

71

2007/C 168/16

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 97/67/EΚ σχετικά με την πλήρη υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς κοινοτικών ταχυδρομικών υπηρεσιώνCOM(2006) 594 τελικό — 2006/0196 (COD)

74

2007/C 168/17

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Οι μεταφορές στις αστικές και μητροπολιτικές περιοχές

77

2007/C 168/18

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Προώθηση του ποδηλάτου ως διασυνοριακού μέσου μεταφοράς

86

EL

 


III Προπαρασκευαστικές πράξεις

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

435η σύνοδος ολομέλειας της 25ης και 26ης Απριλίου 2007

20.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 168/1


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Η ανάπτυξη των αλυσίδων αξίας και εφοδιασμού στο ευρωπαϊκό και στο διεθνές πλαίσιο»

(2007/C 168/01)

Στις 6 Ιουλίου 2006 η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2 του Εσωτερικού Κανονισμού της, να καταρτίσει γνωμοδότηση με θέμα «Η ανάπτυξη των αλυσίδων αξίας και εφοδιασμού στο ευρωπαϊκό και στο διεθνές πλαίσιο».

Η απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε στις 26 Οκτωβρίου 2006.

Η Συμβουλευτική Επιτροπή Βιομηχανικών Μεταλλαγών, στην οποία ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή της στις 6 Μαρτίου 2007 με βάση την έκθεση του εισηγητή, κ. van Iersel, και του συνεισηγητή, κ. Gibellieri.

Κατά την 435η σύνοδο ολομέλειάς της, της 25ης και 26ης Απριλίου 2007 (συνεδρίαση της 25ης Απριλίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 130 ψήφους υπέρ, 1 κατά και 4 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

Μέρος Ι — Συμπεράσματα και συστάσεις

Α.

Η ΕΟΚΕ ζητά την εστίαση της προσοχής των αρμοδίων για τη λήψη αποφάσεων, σε συνδυασμό με την ανάληψη διαλογικών προσεγγίσεων τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε εθνικό επίπεδο, στην ανάπτυξη της έννοιας των αλυσίδων αξίας και εφοδιασμού ή, ορθότερα, της βιομηχανικής δικτύωσης και της εταιρικής αλληλεπίδρασης.

Β.

Αυτές οι δυναμικές διαδικασίες απαιτούν προσαρμογή και προσαρμοστικότητα για την κάλυψη όλων των πτυχών που σχετίζονται με την εταιρική λειτουργία, όπως ο ορισμός και ο σχεδιασμός των προϊόντων, οι υπηρεσίες, η εμπορία και η διαχείριση των οικονομικών και των ανθρώπινων πόρων. Οι δραστηριότητες αυτές ανατίθενται συχνά σε εξωτερικούς φορείς. Δικτύωση σημαίνει ότι οι εταιρείες καθίστανται ολοένα και περισσότερο αλληλένδετες παγκοσμίως και ότι η μεταποίηση και οι υπηρεσίες τυγχάνουν διαρκώς μεγαλύτερης ολοκλήρωσης.

Γ.

Υφίστανται ουσιαστικές διαφορές ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο οι εταιρείες επηρεάζονται από αυτήν την κατάσταση των πραγμάτων, οι οποίες εξαρτώνται από το μέγεθος των εταιρειών, από τη θέση που κατέχουν στις αλυσίδες και τα δίκτυα εφοδιασμού, καθώς και από τους τομείς στους οποίους αναπτύσσουν δραστηριότητα. Οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες κατέχουν, σε γενικές γραμμές, καλή θέση σε αυτή τη διαδικασία δικτύωσης, σε όλα τα στάδιά της. Αντίθετα, οι σχετικά μικρού και μεσαίου μεγέθους προμηθευτές, οι οποίοι παρεμβαίνουν σε αρχικά ή ενδιάμεσα στάδια (πρώτος, δεύτερος, τρίτος κλπ. προμηθευτής), συχνά συναντούν εμπόδια, όπως αναφέρεται στο Μέρος ΙΙ. Στο παρόν έγγραφο, οι εταιρείες αυτές θα αναφέρονται ως ΑΕΕ (αρχικές και ενδιάμεσες εταιρείες) — όρος που αναπτύχθηκε για τους σκοπούς της παρούσας γνωμοδότησης (1).

Δ.

Η συντριπτική πλειονότητα των θέσεων απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα βρίσκεται σε «μη μεγάλες» εταιρείες (βλ. σημείο Γ). Οι πλέον καινοτόμοι και δημιουργικές από τις εταιρείες αυτές διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στη δικτυωμένη οικονομία. Οι διαστάσεις της εξέλιξης αυτής είναι τόσο σημαντικές ώστε να ασκούν ιδιαίτερη επίδραση όχι μόνο σε μικροοικονομικό επίπεδο, αλλά και από μακροοικονομική άποψη.

Ε.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί αναγκαία τη βελτίωση του περιβάλλοντος στο οποίο ασκούν δραστηριότητα οι ΑΕΕ. Με την παρούσα γνωμοδότηση (βλ. κυρίως τις ενότητες 3 και 4 του Μέρους ΙΙ) προσδιορίζονται οι βασικές προκλήσεις και διατυπώνεται μία σειρά προτάσεων πολιτικής όπως:

αλλαγή στάσης απέναντι στις ΑΕΕ·

βελτίωση της συνεργασίας και της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών·

διευκόλυνση της πρόσβασης σε χρηματοδοτικούς πόρους·

περιορισμός των επιπτώσεων του εγκλωβισμού των ΑΕΕ στις αλυσίδες εφοδιασμού ή του αποκλεισμού τους από αυτές (lock-in/lock-out)·

κατοχύρωση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας·

καταπολέμηση των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού με την ενίσχυση και τη συνεπέστερη χρήση των μέσων που διαθέτει η ΕΕ για την προστασία του εμπορίου έναντι αθέμιτων εισαγωγών

προώθηση των δεξιοτήτων και του επιχειρηματικού πνεύματος·

προσέλκυση εξειδικευμένων νέων ατόμων στις ΑΕΕ, ιδιαίτερα στους τομείς της εφαρμοσμένης μηχανικής·

θέση σε εφαρμογή της νέου τύπου ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής, συμπεριλαμβανομένης της τομεακής της προσέγγισης·

αξιοποίηση κατά τον βέλτιστο τρόπο του ΠΠ7·

θέσπιση συγκεκριμένης νομοθεσίας και πάταξη της γραφειοκρατίας.

ΣΤ.

Η απουσία γενικώς αποδεκτού ορισμού των ΑΕΕ δυσχεραίνει την πλήρη συνειδητοποίηση του ρόλου που διαδραματίζουν στις διαδικασίες των βιομηχανικών μεταλλαγών και της παγκοσμιοποίησης και απαιτείται να καταβληθεί πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια για τη συνειδητοποίηση αυτού του ρόλου τους. Εάν πρόκειται να εφαρμοστούν κάποιες ή και όλες οι προτάσεις που διατυπώνονται στο σημείο Ε, τότε απαιτείται να πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις από τις ίδιες τις εταιρείες, κάποιες άλλες από τους φορείς χάραξης πολιτικής και ακόμη περισσότερες προϋποθέσεις από έναν συνδυασμό αυτών των δύο. Εν πάση περιπτώσει, οποιαδήποτε τέτοιου είδους εφαρμογή πρέπει να αναλαμβάνεται σε στενή συνεργασία με όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς. Στο ίδιο πνεύμα, οι επιτροπές τομεακού διαλόγου που ασκούν δραστηριότητα σε ευρωπαϊκή και εθνική κλίμακα θα πρέπει να είναι σε θέση να παρέχουν έναν αξιόπιστο κοινό προσανατολισμό στους φορείς χάραξης πολιτικής.

Τμήμα ΙΙ — Αιτιολογία

1.   Εισαγωγή

1.1

Η αναφορά στην εμφάνιση των αλυσίδων εφοδιασμού ως φαινόμενο των ημερών μας είναι άστοχη, δεδομένου ότι οι αλυσίδες αυτές υφίσταντο ανέκαθεν, με τη μία ή την άλλη μορφή, από τις απαρχές ήδη της οργανωμένης παραγωγής.

1.2

Είναι ωστόσο ορθό να παρατηρήσουμε ότι κατά τις τελευταίες λίγες δεκαετίες εκδηλώνεται έντονο ενδιαφέρον για τις αλυσίδες εφοδιασμού, ως απόρροια του «σκληρού» περιβάλλοντος που προέκυψε εξαιτίας της τεχνολογικής προόδου και της παγκοσμιοποίησης, καθώς και των συνακόλουθων αποτελεσμάτων τους στις αγορές. Το ζήτημα αυτό συζητήθηκε εκτενώς σε πάρα πολλές δημοσιεύσεις και διασκέψεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Η συμβατική γραμμική σειρά διαδικασιών αντικαθίσταται με περίπλοκα δίκτυα και με ολοκληρωμένες διαδικασίες παραγωγής που συχνά προϋποθέτουν τη συμμετοχή πολλών εταιρειών σε μεγάλο αριθμό χωρών.

1.3

Σήμερα, οι αλυσίδες αξίας και εφοδιασμού καθίστανται ολοένα και περισσότερο αλληλένδετες και, αυτή τη στιγμή, υφίσταται ήδη σε πολλές περιοχές ένα πραγματικά παγκόσμιο δίκτυο. Το γεγονός αυτό δικαιολογεί τη χρήση του όρου «δίκτυα» αντί του όρου «αλυσίδες», εφόσον τα πρώτα είναι αναμφισβήτητα πιο επίκαιρα από τα τελευταία.

1.4

Τα ίδια τα δίκτυα παραγωγής αξίας (ή, απλούστερα, τα «δίκτυα αξίας») αποκτούν ολοένα πιο διεθνή χαρακτήρα και επεκτείνονται συνεχώς. Στη διαδικασία αυτή συμμετέχει και ένα πανευρωπαϊκό δίκτυο αξίας, το οποίο μάλιστα ενισχύθηκε χάρη στην πρόσφατη διεύρυνση της ΕΕ.

1.5

Είναι πλέον σαφές ότι η αυτοβελτίωση δεν επαρκεί για την αντιμετώπιση των αναγκών των επιχειρήσεων. Τα οφέλη που προκύπτουν από τα προγράμματα ενδοσκόπησης που υιοθετούν ορισμένες εταιρείες, μολονότι είναι χρήσιμα και ευπρόσδεκτα, δεν τους επιτρέπουν να αδράξουν τις ευκαιρίες που προσφέρει ένα πραγματικά παγκόσμιο σύστημα ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας. Οι επιχειρήσεις πρέπει να επιδείξουν εξωστρέφεια για να μπορέσουν να επιβιώσουν στον σύγχρονο κόσμο.

1.6

Αποτέλεσμα αυτών των διεργασιών είναι το γεγονός ότι η διαχείριση δικτύων και η διοικητική μέριμνα κατέχουν πλέον καίρια θέση, καθώς οι εταιρείες δαπανούν τεράστιες ποσότητες χρόνου και χρήματος, προκειμένου να εξασφαλίσουν το ανώτατο δυνατό ύψος προσόδων, μέσω εξορθολογισμού και συντονισμού του διαρκώς πολυπλοκότερου δικτύου δραστηριοτήτων και υπηρεσιών που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στις σύγχρονες βιομηχανικές και εμπορικές δραστηριότητες.

1.7

Η φύση, αφενός, της διαχειριστικής ευθύνης και, αφετέρου, των δεξιοτήτων που απαιτείται να διαθέτει το εργατικό δυναμικό σε όλα τα επίπεδα έχουν πλέον δραστικά αλλάξει, καθώς χρειάζονται αποφάσεις και προσεγγίσεις οι οποίες να διασφαλίζουν το βέλτιστο επίπεδο συνεργασίας μεταξύ των πωλητών, των προμηθευτών και των εταιρειών.

1.8

Αυτή είναι η κατάσταση που αντιμετωπίζουν σήμερα όλες οι κατηγορίες επιχειρήσεων, μεγάλες, μεσαίες και μικρές, ανεξάρτητα από τις διαφορές τους και από τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ των διαφόρων τομέων. Όπως φαίνεται, ωστόσο, οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες κατέχουν καλύτερη θέση στις τρέχουσες εξελίξεις από ό,τι οι ΑΕΕ (2).

1.9

Πράγματι, τα δύο τρίτα των ιδιωτικών υπαλλήλων στην Ευρώπη απασχολούνται σε εταιρείες μικρού και μεσαίου μεγέθους. Πολλές από τις εταιρείες αυτές είναι ΑΕΕ. Αντίστοιχα, η ευρωστία αυτού του τύπου εταιρειών δεν έχει μόνον μικροοικονομική διάσταση, αλλά και μακροοικονομικό αντίκτυπο.

1.10

Μολονότι θέμα της παρούσας γνωμοδότησης είναι η ανάπτυξη των αλυσίδων αξίας και εφοδιασμού, δίδεται κατά πρώτο λόγο έμφαση στις καινοτόμους (υψηλής τεχνολογίας και υψηλής ποιότητας) ΑΕΕ που διαθέτουν δυναμικό ανάπτυξης και μπορούν να ασκήσουν δραστηριότητα σε διεθνή κλίμακα ή σε αυτές που κατέχουν ήδη μία θέση στην παγκόσμια αγορά (3).

1.11

Κατά συνέπεια, πρέπει να προβλεφθούν κατάλληλοι τρόποι και μέσα, ή να βελτιωθούν τα ήδη υπάρχοντα, ώστε να δημιουργηθεί ένα υγιές και βιώσιμο περιβάλλον για τις επιχειρήσεις αυτού του τύπου, προκειμένου να μπορέσουν να αναπτυχθούν και να αξιοποιήσουν στο έπακρο το δυναμικό τους.

1.12

Παρότι οι αλυσίδες/τα δίκτυα εφοδιασμού διαφέρουν από τον ένα τομέα στον άλλο, κρίθηκε σκόπιμο να εστιαστεί η παρούσα ανάλυση σε έναν μόνον τομέα. Κατά συνέπεια, στο Παράρτημα 2 της γνωμοδότησης παρουσιάζεται μία μελέτη περιπτώσεως στον τομέα των αυτοκινήτων, η οποία αποδίδει καλά ορισμένα από τα σχετικά θέματα. Ο τομέας αυτός επελέγη διότι οι αλυσίδες και τα δίκτυα εφοδιασμού του τον καθιστούν σημαντικό, όπως καταδεικνύεται στο Παράρτημα 1.

1.13

Οι ευρωπαϊκές εταιρείες επιλέγουν συχνά την εξωτερική ανάθεση ενός ή πολλών από τους κρίκους των αλυσίδων εφοδιασμού. Στη συνέχεια, λαμβάνουν το παραγόμενο αποτέλεσμα, του προσθέτουν αξία και το παραδίδουν κατόπιν στο δίκτυο αξίας. Είναι σημαντικό να δημιουργηθούν οι συνθήκες που μπορούν να εξασφαλίσουν τη διατήρηση των μέγιστων δυνατών επιπέδων κέρδους, απασχόλησης και τεχνογνωσίας στην Ευρώπη, σε όλο το φάσμα της διαδικασίας. Αυτό είναι καθοριστικής σημασίας, δεδομένου ότι η τεχνογνωσία καθίσταται ολοένα και περισσότερο παραγωγικός συντελεστής «ιδίω δικαιώματι», ο οποίος προωθείται στα δίκτυα δημιουργίας αξίας κυρίως μέσω χρηματοδότησης δίχως σύνορα παρά μέσω απλής διασυνοριακής χρηματοδότησης (4).

1.14

Το παρόν έγγραφο αναλύει τον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ μπορεί να συμβάλει αποτελεσματικότερα στη διατήρηση σημαντικών (δηλ. που συνεισφέρουν προστιθέμενη αξία) τμημάτων της αλυσίδας εφοδιασμού στην Ευρώπη (5).

2.   Δίκτυα αξίας και βιομηχανικές μεταλλαγές

2.1

Οι βιομηχανικές μεταλλαγές συνδέονται στενά με την παραγωγή αξίας στην κοινωνία των δικτύων και, σε αυτό το πλαίσιο, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο οι υπηρεσίες, όπως η παροχή συμβουλών, η εφαρμοσμένη μηχανική, η διοικητική μέριμνα ή η εμπορία. Καθώς περιορίζεται η κάθετη ολοκλήρωση, η παραγωγή αξίας στον τομέα της μεταποίησης συχνά μετατίθεται στον προμηθευτή. Η διαδικασία αυτή καθίσταται ολοένα και πιο πολυδιάστατη καθώς πολλοί από αυτούς τους προμηθευτές συμμετέχουν σε διεθνή δίκτυα, πράγμα το οποίο έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη νέων αλληλεξαρτήσεων μεταξύ των προμηθευτών.

2.2

Αλλά τι συνεπάγεται πραγματικά ο όρος «διεθνής»; Ταυτόχρονα με τον προφανή ρόλο που διαδραματίζουν οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία, και άλλες περιοχές του κόσμου εισέβαλαν στο προσκήνιο κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, όπως οι επονομαζόμενες χώρες ΒΡΙΚ (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα). Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι τα μέλη αυτής της ομάδας χωρίζονται σε δύο βαθμίδες, με άσκηση ιδιαίτερης επιρροής εκ μέρους της Ινδίας και της Κίνας, «οι οποίες σείουν συθέμελα την αλυσίδα εφοδιασμού και τον γεωχώρο της δημιουργίας αξίας στο σύνολό τους» (6).

2.3

Με βάση τα δεδομένα αυτά, η ΕΕ πρέπει να ενισχύσει την ικανότητά της να ανταγωνίζεται μέσω της προσθήκης αξίας, δεδομένου ότι ο ανταγωνισμός που βασίζεται αποκλειστικά στο κόστος δεν χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό και δεν συμπορεύεται ούτε με τις κοινωνικές αξίες ούτε με την αρχή της βιωσιμότητας της Ένωσης.

2.4

Οι αλυσίδες εφοδιασμού και τα δίκτυα επεκτείνονται καθώς οι βιομηχανικές διαδικασίες χαρακτηρίζονται ολοένα και περισσότερο από έναν κατακερματισμό των γραμμών παραγωγής και από μία εξειδίκευση των προϊόντων μέσω των διαφόρων τεχνολογιών και της προσαρμογής τους στις ανάγκες των χρηστών. Οι παραγωγοί είναι σε θέση να τυποποιούν βασικά τμήματα των προϊόντων και, ταυτόχρονα, να επιτρέπουν την προσαρμογή τους στις ανάγκες των χρηστών. Η πρακτική αυτή είναι γνωστή ως «μαζική εξατομίκευση».

2.5

Οι παράγοντες αυτοί ενισχύονται με την αλληλεπίδραση μεταξύ της βιομηχανίας μεταποίησης και των υπηρεσιών (7), με αποτέλεσμα τα όρια μεταξύ των διαφόρων τομέων να καθίστανται ασαφή. Οι τεχνολογίες των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) συμβάλλουν σε αυτήν την κατάσταση πραγμάτων με την αύξηση της διαλειτουργικότητας και των ηλεκτρονικά παρεχόμενων υπηρεσιών.

2.6

Οι ευρωπαϊκές εταιρείες πρέπει να επιδιώκουν τη δημιουργία δικτύων εφοδιασμού «εκτεταμένων προϊόντων» (ενός συστήματος προϊόντων και υπηρεσιών) με προορισμό εξειδικευμένες αγορές («niche markets») υψηλής προστιθέμενης αξίας. Ακόμη και τα οι ίδια τα εργοστάσια έχουν μετατραπεί σε σύνθετα εμπορεύσιμα προϊόντα.

2.7

Οι νέοι τεχνολογικοί κύκλοι δίδουν ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στη διαχείριση των ανθρωπίνων πόρων σε όλα τα επίπεδα και τονίζουν τον επιτακτικό χαρακτήρα της δια βίου μάθησης ως ζωτικής συνιστώσας της ανταγωνιστικότητας και της απασχολησιμότητας.

2.8

Ο κύκλος ζωής των προϊόντων συρρικνώνεται και μεταβάλλεται λόγω της αυξανόμενης αλληλεπίδρασης μεταξύ των υπηρεσιών και της παραγωγής, καθώς και εξαιτίας του γεγονότος ότι ο ανταγωνισμός και η (προ του ανταγωνισμού) συνεργασία διεθνοποιούνται σε πολλές περιοχές.

2.9

Η διάρθρωση των εταιρειών και η δυναμική σχέση που αναπτύσσουν μεταξύ τους επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από αυτές τις συντελούμενες αλλαγές. Οι εταιρείες χρειάζονται συνεχή αναπροσαρμογή και αναδιοργάνωση. Η εξειδίκευση των διαδικασιών παραγωγής, η προσαρμογή των προϊόντων στις ανάγκες των πελατών και η ανάπτυξη υπηρεσιών σχετικών με τη μεταποίηση οδηγούν ολοένα και συχνότερα στην εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων. Αντιστρόφως, οι εξωτερικές αναθέσεις μπορούν να οδηγήσουν σε περαιτέρω εξειδίκευση και αποκέντρωση.

2.10

Η συγκέντρωση μέσω συγχωνεύσεων και εξαγορών εμφανίζεται παράλληλα με αυτές τις διαδικασίες· όσο πιο πολύ απομακρύνεται κανείς από τους καταναλωτές τόσο περισσότερο ευνοείται η συγκέντρωση και η σταθεροποίηση.

2.11

Η τάση της εξωτερικής και της εξωχώριας (offshoring) ανάθεσης δραστηριοτήτων εκδηλώνεται σε διεθνή κλίμακα (8). Οι αναδυόμενες οικονομίες στα νέα κράτη μέλη και στην Ασία διαδραματίζουν τεράστιο ρόλο στην εξέλιξη αυτή, κάθε μία δε από αυτές προσφέρει πλεονεκτήματα από πλευράς κόστους και δυνατότητες όσον αφορά την αγορά της. Η Ασία καθίσταται σαφώς το κέντρο της παραγωγής και της παροχής υπηρεσιών χαμηλού κόστους. Στην Κίνα και την Ινδία αναπτύσσονται ανεξάρτητες τεχνολογίες. Διαδικασίες αυτού του είδους συνεπάγονται ενδεχομένως τη μετεγκατάσταση δραστηριοτήτων με πραγματικές απώλειες θέσεων απασχόλησης, γεγονός το οποίο μπορεί να δημιουργήσει ένα αίσθημα ανασφάλειας μεταξύ των εργαζομένων. Από την άλλη πλευρά, η μετεγκατάσταση μπορεί επίσης να τονώσει την απασχόληση στις εταιρείες που βρίσκονται στην Ευρώπη (9).

2.12

Οι περίπλοκες εξελίξεις που προκύπτουν από τις αναρίθμητες συνδιαλλαγές, συγχωνεύσεις και εξαγορές που αυτή τη στιγμή λαμβάνουν χώρα ανά την υφήλιο καταδεικνύουν ότι η μετεγκατάσταση, η οποία είναι αποτέλεσμα των αλλαγών που έχουν επέλθει στον τρόπο παραγωγής και στους τομείς παροχής υπηρεσιών, δεν αποτελεί μία γραμμική ή μονόδρομη διαδικασία. Το κόστος παραγωγής καλύπτει μόνον ένα μέρος του ευρύτερου φάσματος των στοιχείων. Στην εξίσωση υπεισέρχονται ορισμένοι άλλοι παράγοντες, οι οποίοι δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας γνωμοδότησης. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η περίπλοκη εφοδιαστική, το υψηλό κόστος μεταφορών, οι περιβαλλοντικές ανησυχίες, τα ρυθμιστικά πλαίσια, η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και η διαθεσιμότητα των πρώτων υλών, καθώς και η τεχνολογία και η εξειδικευμένη τεχνογνωσία. Εάν ληφθούν υπόψη όλα αυτά τα στοιχεία, καθίσταται σαφές ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η επιστροφή της μεταποίησης και των υπηρεσιών στην Ευρώπη μπορεί να αποδειχθεί ωφέλιμη.

2.13

Από την άλλη πλευρά, το ζήτημα της μετεγκατάστασης τίθεται ενδεχομένως και στην περίπτωση καινοτόμων δραστηριοτήτων, με ενδεχόμενο αποτέλεσμα την απώλεια τεχνογνωσίας στην Ευρώπη. Πράγματι, η μετεγκατάσταση μπορεί να υποσκάψει μακροπρόθεσμα την ικανότητα για καινοτομία των ευρωπαϊκών βιομηχανιών, εάν δεν ενισχυθεί η βάση στον τομέα της γνώσης και της έρευνας στην ΕΕ. Υπό αυτό το πρίσμα, ο αυξανόμενος αριθμός μηχανικών στην Ινδία και στην Κίνα (45 % του συνόλου των μηχανικών παγκοσμίως) αποτελεί εύλογη ένδειξη.

2.14

Επιπλέον, το γεγονός ότι νέα άτομα με υψηλή εξειδίκευση εγκαταλείπουν την Ευρώπη ή εκδηλώνουν την προτίμησή τους να εργάζονται σε μεγάλες εταιρείες (10), είναι πιθανόν να προκαλέσει έλλειψη εξειδικευμένων ατόμων στις ευρωπαϊκές ΑΕΕ.

2.15

Οι μεγάλες εταιρείες είναι, τις περισσότερες φορές, καλύτερα σε θέση να αντιμετωπίσουν τις πιο πάνω προκλήσεις από ό,τι οι ΑΕΕ. Σε γενικές γραμμές έχουν σχετικά εύκολη πρόσβαση σε τράπεζες και κεφαλαιαγορές, συμμετέχουν στις διαφόρων ειδών αλληλεπιδράσεις μεταξύ εταιρειών και συμβάλλουν στην διαλειτουργικότητα, έχουν πρόσβαση σε ένα ευρύ φάσμα αγορών και είναι πρωτοπόροι στην πρακτική της εξωτερικής ανάθεσης. Ωστόσο, οι μεγάλες εταιρείες είναι λιγότερο ευέλικτες από τις εταιρείες πιο περιορισμένου μεγέθους.

3.   Προκλήσεις που τίθενται στις ΑΕΕ

3.1

Από όλους τους δείκτες προκύπτει ότι ο κατακερματισμός της παραγωγής, προσαρμογής των προϊόντων στις ανάγκες των χρηστών και ανάπτυξης παγκόσμιων δικτύων είναι μια τάση που θα συνεχιστεί. Στις περισσότερες περιοχές, οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες δρουν ως ηγέτες στρατηγικής σημασίας, αλλά ένα μεγάλο μέρος του σχετικού έργου επιτελείται από έναν αυξανόμενο αριθμό ΑΕΕ.

3.2

Ορισμένες φορές, οι ΑΕΕ, μολονότι διαθέτουν υψηλό δυναμικό, αναγκάζονται να υιοθετήσουν βραχυπρόθεσμες προσεγγίσεις, να καταβάλουν τεράστιες προσπάθειες προκειμένου να διασφαλίσουν την πρόσβασή τους σε νέες αγορές, εξαρτώνται συχνά από τις τακτικές παραγγελίες ορισμένων μεγάλων πελατών και πολλές φορές δεν έχουν ικανοποιητική πρόσβαση σε κεφαλαιαγορές. Επιπλέον, είναι εκτεθειμένες σε μεγάλο βαθμό στους κινδύνους ρήξης της αλυσίδας εφοδιασμού, τους συνδεόμενους με τη μείωση του κόστους που απαιτούν διαρκώς οι μεγάλοι πελάτες. Στα σημεία που ακολουθούν, εφιστάται η προσοχή στις σημαντικότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι ΑΕΕ.

Υιοθέτηση της κατάλληλης νοοτροπίας

3.3

Πολλές από τις βελτιώσεις που θα μπορούσαν να επέλθουν στις βασικές συνθήκες υπό τις οποίες ασκούν την δραστηριότητά τους οι μικρού και μεσαίου μεγέθους εταιρείες εξαρτώνται απλώς από τη νοοτροπία που επικρατεί στην κοινωνία, καθώς και μέσα στις ίδιες τις εταιρείες. Σε ορισμένα κράτη μέλη και περιφέρειες η αντιμετώπιση των εταιρειών αυτού του τύπου είναι θετικότερες από ό,τι σε άλλα. Κατά συνέπεια, η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών θα πρέπει να προαχθεί.

Αμοιβαία εμπιστοσύνη και συνεργασία μεταξύ των ΑΕΕ

3.4

Οι ΑΕΕ πρέπει να ενθαρρυνθούν να είναι ανοικτές στη συνεργασία και να αναπτύσσουν κοινά σχέδια. Η συνεργασία και τα σχέδια αυτά μπορούν να ενισχύσουν τη θέση τους στην αγορά και να υποστηρίξουν τις διαπραγματεύσεις των προμηθευτών με τους μεγάλους πελάτες τους. Μπορούν επίσης να συμβάλουν στην αντιστάθμιση των βλαβερών συνεπειών που έχει ο εγκλωβισμός εταιρειών στις αλυσίδες εφοδιασμού ή ο αποκλεισμός τους από αυτές.

3.5

Η χρήση λογισμικών ανοικτού πηγαίου κώδικα (11) και η ελεύθερη πρόσβαση σε τεχνολογίες και πρότυπα εφαρμοσμένης μηχανικής θα πρέπει να προαχθούν. Η αποτελεσματική διασύνδεση των ΑΕΕ με τα ερευνητικά ινστιτούτα είναι ιδιαίτερα σημαντική.

3.6

Η ανάπτυξη δικτύων και η συσπείρωση γύρω από τις πρωτοπόρους εταιρείες και τις βιομηχανικές ζώνες σε περιβάλλοντα που χαρακτηρίζονται από έντονη εκβιομηχάνιση και υψηλή τεχνολογία μπορεί να συμβάλει προς την κατεύθυνση αυτή (12), δεδομένου ότι έτσι θα ενθαρρυνθεί η ανάπτυξη σχεδίων συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων. Η ανοικτή στάση των γειτονικών πανεπιστημίων και τεχνολογικών ιδρυμάτων, σε συνδυασμό με την ενδεδειγμένη αντιμετώπιση εκ μέρους των τοπικών και περιφερειακών αρχών, είναι καθοριστικής σημασίας. Οι «βιομηχανικές ζώνες» που περιβάλλουν τα τεχνολογικά κέντρα τα επιστημονικά πάρκα και τα πανεπιστήμια μπορούν να αποβούν ιδιαίτερα ωφέλιμες για τις μικρότερες εταιρείες.

Χρηματοοικονομικό περιβάλλον

3.7

Οι τράπεζες και γενικότερα οι οικονομικοί παράγοντες θα πρέπει να ενθαρρυνθούν να υιοθετήσουν μία πιο θετική στάση απέναντι στην ανάληψη κινδύνου. Τα στατιστικά στοιχεία καταδεικνύουν ότι οι οικονομικοί κύκλοι στις ΗΠΑ αντιμετωπίζουν πιο θετικά την ανάληψη κινδύνου, με αποτέλεσμα να αποκομίζονται πλούσια οφέλη. Ούτως ή άλλως, στην Ευρώπη είναι απαραίτητο να υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση στην κεφαλαιαγορά, πολύ δε περισσότερο επειδή σε πολλές περιπτώσεις το οικονομικό βάρος των παραγωγικών διαδικασιών έχει την τάση να μετατίθεται από τις μεγάλες εταιρείες στους μικρότερους προμηθευτές.

3.8

Στην αυτοκινητοβιομηχανία, για παράδειγμα, η πρακτική της ανάθεσης υπεργολαβίας έχει δημιουργήσει οικονομικά προβλήματα σε πολλές εταιρείες, δεδομένου ότι τόσο η διαδικασία ανάπτυξης της παραγωγής όσο και η περίοδος αποπληρωμής έχουν μεγάλη διάρκεια και συχνά ισοδυναμούν με 3-5 χρόνια σε ό,τι αφορά την περίοδο ανάπτυξης και 5-7 χρόνια σε ό,τι αφορά την περίοδο αποπληρωμής. Στις ΗΠΑ, το πρόβλημα αυτό έχει εν μέρει επιλυθεί χάρη στην ευκολότερη πρόσβαση σε ιδιωτικά κεφάλαια και, σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, χάρη σε εξαιρετικά γενναιόδωρους φορολογικούς κανόνες και κρατικές ενισχύσεις. Στην Ευρώπη, επείγει να βελτιωθούν οι συνθήκες στον τομέα αυτό, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις ΑΕΕ και τις ανάγκες τους να επενδύσουν στην Ε&Α με σκοπό την υιοθέτηση τεχνολογικών καινοτομιών. Εκτός από τα μέτρα που λαμβάνουν οι κυβερνήσεις και οι τράπεζες — στις οποίες συμπεριλαμβάνεται η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) που συνεργάζεται στενά με τους τραπεζικούς εταίρους της σε ολόκληρη την Ευρώπη — κάποιο ρόλο πρέπει να διαδραματίσουν και οι εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου.

3.9

Η ΕΟΚΕ παρατηρεί με μεγάλο ενδιαφέρον τις κατευθύνσεις που περιλαμβάνει η ανακοίνωση της Επιτροπής με τίτλο Εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισαβόνας: Χρηματοδότηση της ανάπτυξης των ΜΜΕΠροσθήκη ευρωπαϊκής αξίας  (13). Χρειάζεται μία πιο κατάλληλη γέφυρα μεταξύ των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των εταιρειών επιχειρηματικού κεφαλαίου, αφενός, και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ), αφετέρου.

Αποτελέσματα του εγκλωβισμού των εταιρειών στις αλυσίδες εφοδιασμού ή του αποκλεισμού τους από αυτές

3.10

Η εξάρτηση από τους μεγάλους πελάτες αποτελεί πηγή ανησυχίας, ιδιαίτερα στις μονοβιομηχανικές περιφέρειες, στις περιπτώσεις που οι ΑΕΕ εγκλωβίζονται μέσα στις αλυσίδες εφοδιασμού ή αποκλείονται από αυτές. Όταν συνεργάζεται με μεγάλες εταιρείες, ο προμηθευτής αναγκάζεται συχνά να κάνει χρήση της απαιτούμενης τεχνολογίας. Ένας προμηθευτής ενδέχεται, π.χ., για τον εφοδιασμό ενός μεγάλου πελάτη, να υποχρεωθεί να κάνει αποκλειστικά χρήση μιας συγκεκριμένης τεχνολογίας.

3.11

Το ίδιο μπορεί να συμβεί σε προμηθευτές που αποκλείονται επειδή δεν διαθέτουν τα απαραίτητα μέσα που θα τους επέτρεπαν να έχουν πρόσβαση σε πρόσθετες αγορές και να συμμετέχουν σε άλλες αλυσίδες εφοδιασμού ή δίκτυα.

3.12

Οι μεγάλες εταιρείες, ωστόσο, δεν επιθυμούν να εξαρτώνται απόλυτα από έναν προμηθευτή, μολονότι αυτό συμβαίνει μερικές φορές. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι μεγάλοι κατασκευαστές στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας προτιμούν να έχουν ένα μόνο προμηθευτή, κυρίως σε ό,τι αφορά την έρευνα, την ανάπτυξη και την παραγωγή νέων συστατικών μερών και συστημάτων που προορίζονται για το τελικό προϊόν. Το σύνηθες σενάριο, πάντως, προβλέπει να είναι δριμύς ο ανταγωνισμός μεταξύ προμηθευτών.

3.13

Σε ορισμένες περιπτώσεις, κυρίως στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας, έχει παρατηρηθεί να μετατίθεται το κόστος της τεχνικής ανάπτυξης στον προμηθευτή, από τον οποίο ζητείται επίσης να μοιράζεται τις γνώσεις του με ανταγωνιστές. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα ιδιαίτερα στους μη μονοπωλιακούς προμηθευτές.

3.14

Οι επιπτώσεις του εγκλωβισμού ή του αποκλεισμού των ΑΕΕ έχουν την τάση να αυξάνονται όσο ο αριθμός των εφαρμογών ΤΠΕ αυξάνεται, παρότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν άπτεται αποκλειστικά των ΤΠ. Συχνά, είναι δύσκολη η απόκτηση αδειών. Η έλλειψη τυποποίησης και διαλειτουργικότητας, αφενός, και η περιορισμένη χρήση της τεχνολογίας ανοικτού πηγαίου κώδικα, αφετέρου, θέτουν εμπόδια στις επενδύσεις.

3.15

Και στην περίπτωση αυτή (βλ. σημείο 3.6) η συνεργασία και οι συσπειρώσεις μπορούν να συμβάλουν στην κάλυψη των ελλείψεων που παρουσιάζονται στο πλαίσιο των πιο πάνω διαδικασιών, και κυρίως στις μονοβιομηχανικές περιφέρειες.

Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας (ΔΠΙ)

3.16

Η πνευματική ιδιοκτησία είναι βασικό (14) ζήτημα το οποίο αποτελεί ξεχωριστή πρόκληση για τις ΑΕΕ, πολλές από τις οποίες είναι εταιρείες μικρού και μεγάλου μεγέθους. Έχει ήδη γίνει λόγος για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν γενικά οι επιχειρήσεις αυτές όταν επιδιώκουν την χρηματοδότηση της Ε&Α και τα πράγματα δεν επιτρέπεται να χειροτερέψουν περαιτέρω με τη δημιουργία μίας κατάστασης κατά την οποία τα οφέλη θα αντλούνται από τους ανταγωνιστές των επιχειρήσεων αυτών.

3.17

Τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο. Η ΕΟΚΕ έχει εκφράσει σε πολυάριθμες γνωμοδοτήσεις τη βαθιά ανησυχία της σχετικά με τις «επανειλημμένες καθυστερήσεις της καθιέρωσης του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας» που έπληξαν την αξιοπιστία της ερευνητικής πολιτικής της ΕΕ και απέτυχαν να ενθαρρύνουν την «καινοτόμο έρευνα με στόχο ανταγωνιστικά αποτελέσματα» (15). Η αποτυχία όσον αφορά την αντιμετώπιση αυτού του σημαντικού ζητήματος καθιστά την προστασία της καινοτομίας πολύ ακριβή (ειδικά σε σύγκριση με τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία), και μερικές φορές ακόμη και οικονομικά απαγορευτική για τις ΑΕΕ.

3.18

Το πρόβλημα των δαπανηρών διαδικασιών προστασίας των ΔΠΙ περιπλέκεται ακόμη περισσότερο από την αναποτελεσματικότητα που προκύπτει συχνά από την μη υποχρεωτική εφαρμογή. Στο πλαίσιο των εμπορικών σχέσεων με την Κίνα, το ζήτημα της παραποίησης πρέπει να αντιμετωπιστεί κατά προτεραιότητα. Εξαιτίας αυτού του προβλήματος της παραποίησης, πολλές εταιρείες υψηλής τεχνολογίας είναι απρόθυμες να αυξήσουν τις επενδύσεις τους στην Κίνα ή ακόμη και να τις αποσύρουν (16).

3.19

Στο παράρτημα 2 καταδεικνύεται σαφώς η σοβαρότητα της κατάχρησης και της παραποίησης των ΔΠΙ της κατάχρησης και πλαστογράφησης ΔΠΙ στην περίπτωση των εξαρτημάτων αυτοκινήτων.

Αξιοποίηση των νέων ευκαιριών — η σημασία των δεξιοτήτων και του επιχειρηματικού πνεύματος

3.20

Οι εξειδικευμένες ΑΕΕ έχουν τα δυνατά σημεία τους. Κατά την μετάβαση από τις δραστηριότητες μεγάλης κλίμακας προς την αποκέντρωση και προς προσεγγίσεις προσαρμοσμένες στις ανάγκες των πελατών προκύπτουν νέες ευκαιρίες, υπό την προϋπόθεση ότι αναπτύσσονται συγχρόνως και οι αντίστοιχες δεξιότητες.

3.21

Ανησυχία προξενεί το γεγονός ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη το μεγαλύτερο μέρος των νέων πτυχιούχων προτιμούν να εργάζονται σε μεγάλες επιχειρήσεις. Είναι λοιπόν σαφές ότι απαιτείται να ενθαρρυνθεί η εργασία στις ΑΕΕ. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα οξύ για τις ΑΕΕ από τη στιγμή που ο συνολικός αριθμός πτυχιούχων είναι ανεπαρκής, π.χ. στις ειδικότητες της εφαρμοσμένης μηχανικής.

3.22

Τα επονομαζόμενα «συστήματα διπλής κατάρτισης» –μάθηση και εργασία– που χρησιμοποιούνται αυτήν την περίοδο σε ορισμένα κράτη μέλη όπως η Γερμανία, η Αυστρία και το Λουξεμβούργο («duale Ausbildung») ενδέχεται να αποδειχθούν εξαιρετικά πολύτιμα για τις ΑΕΕ.

3.23

Έχει μεγάλη σημασία να ενισχυθούν τα προσόντα και οι δεξιότητες των εργαζομένων. Στην εξύψωση του επιπέδου (17) μπορούν να συμβάλουν τόσο τα ίδια τα άτομα όσο και αυτές καθαυτές οι επιχειρήσεις. Η βελτίωση του περιβάλλοντος στο χώρο εργασίας μπορεί να αποδειχθεί ωφέλιμη από την άποψη αυτή. Σύγχρονες μέθοδοι διαχείρισης ανθρώπινων πόρων, που συμπεριλαμβάνουν τη συστηματική αναθεώρηση των προγραμμάτων εκπαίδευσης και κατάρτισης, μπορούν να συμβάλουν στην δημιουργία θέσεων απασχόλησης. Τα ζητήματα αυτά πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο των τομεακών προσεγγίσεων, όπως και στο πλαίσιο του διαλόγου μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.

3.24

Εκτός από τον άμεσο συσχετισμό μεταξύ αποτελεσματικών εκπαιδευτικών συστημάτων και ποιοτικών επαγγελματικών δεξιοτήτων, δεν είναι δυνατόν να υπερεκτιμηθεί η σημασία του τριγώνου εκπαίδευση/καινοτομία/έρευνα. Στο πλαίσιο αυτό, η νέα πρωτοβουλία της ΕΕ «Περιφέρειες για την οικονομική αλλαγή» μπορεί να φανεί πολύ χρήσιμη δεδομένου ότι δίδει έμφαση στην περιφερειακή διάσταση και στην επίδραση της έρευνας, των τεχνολογικών δεξιοτήτων και των οικονομικών ομίλων (18).

3.25

Για να μπορέσουν να αξιοποιηθούν πλήρως οι ευκαιρίες που παρέχουν οι ΑΕΕ μέσω αναβάθμισης των δεξιοτήτων και ανάπτυξης του επιχειρηματικού πνεύματος, δεν πρέπει να παραβλεφθεί η σημασία της περιφερειακής διάστασης. Η παγκοσμιοποίηση, η οποία συνεπάγεται μία διαρκώς αυξανόμενη διεθνοποίηση, συνοδεύεται επίσης από την απαίτηση για αντίστοιχη ενίσχυση της εγγύτητας των περιφερειών. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την ανάπτυξη:

περιφερειακών στρατηγικών προγραμμάτων·

κοινωνικού διαλόγου σε εδαφική κλίμακα·

πρωτοβουλιών εκ των κάτω προς τα άνω και περιφερειακών εταιρικών σχέσεων με εστίαση στις περιφερειακές ειδικότητες·

κινητικότητας των ερευνητών μεταξύ των επιχειρήσεων και των πανεπιστημίων.

3.26

Η επιχειρηματικότητα είναι ιδιαίτερα σημαντική, και το ίδιο ισχύει για τη δημιουργικότητα και την ευελιξία, δηλ. την ικανότητα ταχείας προσαρμογής σε μεταβαλλόμενες συνθήκες. Οι εταιρείες μικρού και μεσαίου μεγέθους ανταποκρίνονται συχνά καλύτερα στις προκλήσεις από ό,τι οι μεγαλύτερες. Οι παράγοντες αυτοί μπορούν να βοηθήσουν τις εταιρείες μικρού και μεσαίου μεγέθους να ωφεληθούν από τον κατακερματισμό των δικτύων και από την προσαρμογή τους στις ανάγκες των επιμέρους χρηστών (19).

4.   Προτάσεις πολιτικής

4.1

Για να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα των αλυσίδων αξίας και εφοδιασμού έχει ουσιαστική σημασία να δημιουργηθεί ένα υγιές επιχειρηματικό περιβάλλον στην περίπτωση των ΑΕΕ. Η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι υφίστανται δύο βασικά μέσα τα οποία θα υποστηρίξουν την ευρωπαϊκή παρουσία στα διεθνή δίκτυα: η βιομηχανική πολιτική νέου τύπου (συμπεριλαμβανομένης της τομεακής προσέγγισής της) και το ΠΠ7.

Βιομηχανική πολιτική

4.2

Οι ΑΕΕ πρέπει να συμμετέχουν συστηματικότερα στην βιομηχανική πολιτική. Η Επιτροπή και το Συμβούλιο θα πρέπει να πραγματοποιούν προκαταταρκτικές και επακριβέστερες εκτιμήσεις του αντίκτυπου της μελλοντικής νομοθεσίας στις επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας, σε τομείς όπως η όπως η τεχνική ανάπτυξη και η διαμόρφωση προτύπων. Η έννοια της βιομηχανίας συχνά καλύπτει τις μεγάλες μόνον εταιρείες. Η γνώμη των, συχνά παραμελημένων, ΑΕΕ πρέπει να ζητείται ξεχωριστά.

4.3

Η ΕΟΚΕ δίδει έμφαση στη σημασία των ΤΠΕ για τις ΑΕΕ. Συμφωνεί συνεπώς πλήρως με τους στόχους που έχει θέσει η Επιτροπή στην ανακοίνωσή της «Ενίσχυση της εμπιστοσύνης στις ηλεκτρονικές αγορές μεταξύ επιχειρήσεων» (20).

4.4

Η Επιτροπή έχει εξάλλου προβεί στη σύσταση ενός ευρωπαϊκού δικτύου στήριξης του «ηλεκτρονικού επιχειρείν» (eBSN). Η ΕΟΚΕ είναι σύμφωνη με τον κύριο στόχο του eBSN, ο οποίος είναι να προωθηθεί η προσέγγιση των εμπειρογνωμόνων του τομέα αυτού στην Ευρώπη και η ανταλλαγή εμπειριών και ορθών πρακτικών.

4.5

Ένα ζωτικό στοιχείο της βιομηχανικής πολιτικής της ΕΕ είναι ο ανοικτός διάλογος για τις μελλοντικές κατευθύνσεις και τεχνολογίες από τομεακή σκοπιά, όπως αυτός διαγράφεται ήδη στις σημερινές ευρωπαϊκές τεχνολογικές πλατφόρμες. Μολονότι τα όρια μεταξύ των διαφόρων τομέων αρχίζουν να εξαφανίζονται, μία προσέγγιση προσαρμοσμένη στις ανάγκες των επιμέρους τομέων εξακολουθεί να είναι αρκετά κατάλληλη από την άποψη αυτή και προσφέρει ευπρόσδεκτες ευκαιρίες στις ΑΕΕ.

4.6

Η σημασία της καινοτομίας είναι αδύνατον να υπερεκτιμηθεί. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την πρόταση της Επιτροπής να αναπτυχθούν αγορές φιλικές προς την καινοτομία μέσω της προώθησης μιας πρωτοβουλίας που να διευκολύνει τη δημιουργία και εμπορία νέων καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών σε υποσχόμενες περιοχές (21).

4.7

Είναι σημαντικό οι AEE να συμμετέχουν σε τεχνολογικές πλατφόρμες. Ελπίζεται ότι θα εξευρεθούν περαιτέρω τρόποι άρσης των εμποδίων που τίθενται στον τομέα αυτό. Πρέπει να καταρτιστεί μία Στρατηγική Ερευνητική Ατζέντα, η οποία να λαμβάνει υπόψη τις AEE. Ωστόσο, η καθημερινή εμπειρία που προκύπτει από τις πλατφόρμες αυτές καταδεικνύει ότι πολλές από τις εν λόγω εταιρείες παρουσιάζουν επίσης τις παραδοσιακές αδυναμίες που χαρακτηρίζουν αυτόν τον τύπο επιχειρήσεων: έλλειψη αμοιβαίας εμπιστοσύνης, χρόνου και διαθέσιμων εκπροσώπων, καθώς και –συχνά– στρατηγικού στόχου.

4.8

Στο πλαίσιο της κατάρτισης μιας Στρατηγικής Ερευνητικής Ατζέντας, η Ομάδα Υψηλού Επιπέδου Manufuture (22) προέβη σε μία ανάλυση η οποία περιλαμβάνει ανάλογες ιδέες ως προς την αλλαγή και αναφέρεται, αφενός, στα νέα προϊόντα προστιθέμενης αξίας και στον συνδυασμό μεταποίησης και υπηρεσιών και, αφετέρου, στις καινοτόμους μορφές παραγωγής (23).

4.9

Επιπλέον, οι επιπτώσεις του εγκλωβισμού των ΑΕΕ στις εν λόγω αλυσίδες ή του αποκλεισμού τους από αυτές συχνά παρεμποδίζουν την αποτελεσματική συμμετοχή στις πλατφόρμες, όταν οι ΑΕΕ — ακόμη δε και αυτές που διαθέτουν σημαντικό δυναμικό — δεν είναι σε θέση να συμμετέχουν σε διαλειτουργικά συστήματα.

4.10

H ΕΟΚΕ θεωρεί σκόπιμο να αναπτυχθεί ένα στρατηγικό όραμα για τις ΑΕΕ το οποίο να μπορέσει να υπερνικήσει τις αδυναμίες που οφείλονται στον εγκλωβισμό τους στις εν λόγω αλυσίδες ή στον αποκλεισμό τους από αυτές. Πρέπει να επιδιωχθεί η διασφάλιση διαλειτουργικότητας. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί:

α)

με μία ειδική πρωτοβουλία με σκοπό την ανάπτυξη συνεργασίας μεταξύ των προμηθευτών λογισμικού ώστε να καταστεί δυνατή η εξυπηρέτηση περισσότερων πελατών·

β)

με τη μείωση της τιμής των μέσων που χρειάζονται οι ΑΕΕ (24) –ή μάλιστα και με τη δωρεάν διάθεσή τους– προκειμένου να μπορούν να εξυπηρετούν περισσότερους πελάτες (25).

4.11

Κατά την ΕΟΚΕ, ο ίδιος αυτός στόχος θα μπορούσε επίσης να προωθηθεί με τη δημιουργία ευρωπαϊκών φόρουμ για την ανάπτυξη συνεργασίας μεταξύ των AEE με σκοπό τη σύνδεση δημιουργικότητας και καινοτομίας σε ολόκληρη την Eυρώπη.

4.12

Ένα καίριο ζήτημα είναι η διευκόλυνση της πρόσβασης στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

4.12.1

H EOKE φρονεί ότι οι τράπεζες και οι λοιποί χρηματοοικονομικοί παράγοντες, όπως τα κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου, πρέπει να ενθαρρυνθούν να υιοθετήσουν μία θετικότερη στάση απέναντι στην ανάληψη κινδύνων, παραδείγματος χάριν με την πραγματοποίηση επενδύσεων σε AEE υψηλής τεχνολογίας.

4.12.2

Ένα συγκεκριμένο παράδειγμα θα μπορούσε να είναι να διασφαλιστεί η ευκολότερη πρόσβαση των εταιρειών αυτών τόσο στην κεφαλαιαγορά και όσο και στα επιχειρηματικά κεφάλαια ώστε να αντισταθμιστεί η καθυστέρηση που μπορεί να προκύψει εξαιτίας της μακράς περιόδου ανάπτυξης της παραγωγής και αποπληρωμής, πράγμα που μπορεί να προκαλέσει προβλήματα. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να ενισχυθούν οι ρόλοι της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ETEπ) και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων (ETαEπ) ώστε να διευκολυνθεί η πρόσβαση των AEE σε μέσα λήψης δανείων υψηλού κινδύνου, σε κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου και σε συστήματα εγγύησης (26).

4.12.3

H EOKE πιστεύει ότι χρηματοπιστωτικά ιδρύματα όπως η ETEπ μπορούν να διαδραματίσουν έναν ευρύτερα υποστηρικτικό ρόλο, ιδιαίτερα στο πλαίσιο κοινοπραξιών όπου συμμετέχουν τοπικές τράπεζες, οι οποίες διαθέτουν την κατάλληλη ενημέρωση σε ό,τι αφορά τις εταιρείες στην περιοχή τους.

4.12.4

Eνόψει της βιομηχανικής πολιτικής νέου τύπου και των εταιρικών σχέσεων βιομηχανίας-έρευνας, η ETEπ εργάζεται τώρα από κοινού με την ΓΔ RTD για τη δημιουργία ενός κοινού χρηματοδοτικού μέσου με την επωνυμία Χρηματοδοτική Διευκόλυνση Καταμερισμού του Κινδύνου (XΔKK). Στόχος του θα είναι η βελτίωση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση του χρέους, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις ερευνητικές δράσεις του ιδιωτικού τομέα και τις συναφείς δραστηριότητες οι οποίες συνεπάγονται κίνδυνο μεγαλύτερο του μέσου όρου, ο οποίος δεν καλύπτεται από την αγορά.

4.13

H φορολογική πολιτική αποτελεί αρμοδιότητα των κρατών μελών. Παρόλα αυτά, θα ήταν σκόπιμο να συζητηθούν σε επίπεδο EE τα κατάλληλα φορολογικά μέσα με στόχο ην ενίσχυση της θέσης της ευρωπαϊκής επιχείρησης στα διεθνή δίκτυα αξίας και εφοδιασμού.

4.14

H EE πρέπει να εντάξει στους στόχους της εμπορικής πολιτικής της την προστασία των ΔΠI των εταιρειών μικρού και μεσαίου μεγέθους, για να μπορέσουν να αντιμετωπιστούν οι συχνά άδικες και αναξιόπιστες στάσεις των (μεγάλων) αναδυόμενων αγορών απέναντι στις ευρωπαϊκές εταιρείες.

4.15

Οι ανθρώπινοι πόροι είναι καθοριστικής σημασίας. Τα εκπαιδευτικά συστήματα αποτελούν περισσότερο από ποτέ έναν απαραίτητο πυλώνα της βιώσιμης οικονομικής ανάπτυξης. H εκπαίδευση, η επαγγελματική κατάρτιση και η δια βίου εκπαίδευση είναι κοινή ευθύνη των ατόμων, των εταιρειών, των κοινωνικών εταίρων και των δημόσιων αρχών (27).

4.16

Οι τομεακές συζητήσεις μεταξύ των κοινωνικών εταίρων πρέπει να λάβουν επίσης υπόψη τις προσαρμοσμένες σε κάθε περίπτωση αντιλήψεις του θέματος της διαχείρισης ανθρώπινων πόρων, μαζί με την ανάγκη ανάπτυξης προγραμμάτων κατάρτισης με τρόπο ώστε να προσφέρουν τις απαιτούμενες δεξιότητες. Πρέπει να λάβουν επίσης υπόψη την περιφερειακή διάσταση των βιομηχανικών μεταλλαγών και, ιδιαίτερα, την πρωτοβουλία της EE «Περιφέρειες για την οικονομική αλλαγή» (28).

Έβδομο πρόγραμμα-πλαίσιο (ΠΠ7)

4.17

Στο πλαίσιο του ΠΠ7, το οποίο σχετίζεται με τους στόχους της βιομηχανικής πολιτικής νέου τύπου, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη διασύνδεση με εταιρείες μικρού και μεσαίου μεγέθους, συμπεριλαμβανομένης και της κατάλληλης χρήσης του νέου μέσου XΔKK που αναπτύσσεται από κοινού με την ETEπ (29). Στα προηγμένα σχέδια TΠE που χρηματοδοτεί το ΠΠ7, η συμμετοχή των AEE είναι καθοριστικής σημασίας προκειμένου οι εταιρείες αυτές να μπορέσουν να ενταχθούν σε προηγμένα δίκτυα και να αναπτύξουν συνεργασίες.

4.18

Κατά την EOKE, το ΠΠ7 μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία μιας μόνιμης βιομηχανικής πολιτικής στο πλαίσιο της οποίας θα προβλέπεται η καθιέρωση στενών δεσμών μεταξύ των κέντρων γνώσης (πανεπιστήμια, τεχνολογικά ινστιτούτα, ιδρύματα επαγγελματικής κατάρτισης) και της βιομηχανικής δραστηριότητας. Οι αλυσίδες ή τα δίκτυα αξίας και εφοδιασμού είναι μείζονος σημασίας για μια τέτοια πολιτική, δεδομένου ότι το εν λόγω πρόγραμμα αποσκοπεί στη διευκόλυνση της ανάπτυξης νέων «εκτεταμένων προϊόντων» (τα οποία είναι επίσης γνωστά ως «προϊόντα/υπηρεσίες» ή ως «υπηρεσίες με ενσωματωμένα προϊόντα») και νέων διαδικασιών. Στόχος όλων αυτών είναι η δημιουργία ενός ενιαίου και βιώσιμου περιβάλλοντος δικτύων στην Ευρώπη, το οποίο να είναι επίσης ωφέλιμο και για τις AEE.

4.19

H EΟΚΕ επισημαίνει ότι είναι δύσκολο να ενταχθούν οι AEE στα προγράμματα E&A εξαιτίας των γραφειοκρατικών διαδικασιών. Οι διαδικασίες επιλογής διάρκειας τουλάχιστον ενός έτους είναι υπερβολικά μακροχρόνιες για τις επιχειρήσεις αυτού του είδους.

4.20

Είναι εξαιρετικά επιθυμητό να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη ισχυρών επιχειρήσεων δικτύου με διαφανείς διασυνδεδεμένες διαρθρώσεις. H EOKE φρονεί ότι το ΠΠ7 πρέπει να συμβάλλει στη συστηματική ανάπτυξη των βέλτιστων σχεδίων και λειτουργιών δικτύου σε ένα δυναμικό και περίπλοκο βιομηχανικό περιβάλλον.

4.21

Αντίστοιχα, πρέπει να ενθαρρυνθεί η δημιουργία διαρθρώσεων διαχείρισης των αλυσίδων διοικητικής μέριμνας και εφοδιασμού τόσο στο στρατηγικό όσο και στο λειτουργικό επίπεδο.

4.22

Τα ερευνητικά προγράμματα μπορούν να συμβάλουν σε σταθερή αύξηση της παραγωγικότητας και της αποτελεσματικότητας των λιγότερο προηγμένων τεχνολογικά βιομηχανιών, των οποίων η φυσική υπόσταση εξαρτάται από την Ευρώπη, προκειμένου να μπορούν οι βιομηχανίες αυτές να διατηρήσουν το ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα.

4.23

Μεταξύ των πολλών στοιχείων που πρέπει να λάβουν υπόψη τους οι επιχειρήσεις για να μπορέσουν να επωφεληθούν πλήρως από τα ερευνητικά προγράμματα της EE είναι και η σημασία της εγκατάστασης των κατάλληλων δικτύων. Η προανταγωνιστική συνεργασία μεταξύ εταιρειών, μολονότι αποτελεί ζήτημα τη σημασία του οποίου δεν έχουν ενστερνιστεί οι ΑΕΕ στην Ευρώπη, μπορεί να αποβεί χρήσιμη στο πλαίσιο αυτό, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις συνεταιριστικές σχέσεις.

4.24

Αντίστοιχα, το ΠΠ7 αποσκοπεί στην προώθηση μιας βιομηχανίας δικτύου προσανατολισμένης στην γνώση, βάσει ευρωπαϊκών προτύπων, τα οποία αποτελούν σημαντικό στοιχείο της ανάπτυξης συνεργασιών, διασυνδέσεων και διαλειτουργικότητας.

4.25

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι το ΠΠ7 παρέχει μιαν εξαίρετη ευκαιρία για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας των δικτύων αξίας και εφοδιασμού και καλεί τους αρμόδιους φορείς να εξασφαλίσουν την πλήρη εφαρμογή του. Αυτό ισχύει όχι μόνο για τις τεχνολογίες που βελτιώνουν τη διασυνδεσιμότητα των δικτύων (ιδίως ΑΕΕ), αλλά και για άλλες τεχνολογίες γενικής εφαρμογής, όπως η νανοτεχνολογία.

4.26

Παράλληλα με τις εξελίξεις που σημειώνονται στον τομέα της βιομηχανικής πολιτικής, τα περιφερειακά και τοπικά δεδομένα και δράσεις είναι και αυτά σημαντικά για το ΠΠ7, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη συνεργασία των AEE με μεγάλες εταιρείες, γειτονικά πανεπιστήμια, τεχνολογικά ιδρύματα και κέντρα επαγγελματικής κατάρτισης (30).

Βρυξέλλες, 25 Απριλίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Για το λόγο αυτό, η παρούσα γνωμοδότηση, όταν αναφέρεται σε επιχειρήσεις μικρού και μεσαίου μεγέθους, δεν υιοθετεί τον ορισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των περισσότερων κρατών μελών («ΜΜΕ»). Οι μικρότερες επιχειρήσεις για τις οποίες γίνεται λόγος εδώ είναι προμηθευτές που ενδέχεται να αριθμούν αρκετές εκατοντάδες υπαλλήλους, ενώ οι προμηθευτές μεσαίου μεγέθους ενδέχεται να απασχολούν ακόμη και χιλιάδες εργαζόμενους. Και οι δύο αυτοί τύποι επιχειρήσεων κατέχουν μία θέση είτε στο αρχικό είτε στο ενδιάμεσο στάδιο των αλυσίδων αξίας· με άλλα λόγια, δεν αποτελούν τους τελικούς -συνήθως μεγαλύτερους- παραγωγούς/προμηθευτές. Οι επιχειρήσεις αυτές δεν αυτοπροσδιορίζονται με βάση μετρήσιμα δεδομένα (όπως, ο κύκλος εργασιών, η απασχόληση κλπ.), αλλά με βάση τη θέση που καταλαμβάνουν στην αλυσίδα προστιθέμενης αξίας και προμηθευτών. Οι προμηθευτές πρώτων υλών, που είναι συνήθως μεγάλες επιχειρήσεις, δεν εμπίπτουν στο πεδίο αυτής της γνωμοδότησης. παρότι αφορούν το εναρκτήριο στάδιο των διαδικασιών παραγωγής.

(2)  Βλ. σημείο Γ και υποσημείωση 1.

(3)  Βλ. υποσημείωση 1.

(4)  Βλ. σχετικά The Three Rounds of Globalisation (Οι τρεις κύκλοι της παγκοσμιοποίησης), του Ashutosh Sheshabalaya (επιμ.), The Globalist (εκδ.). Πέμπτη 19 Οκτωβρίου 2006

( http://www.theglobalist.com/DBWeb/printStoryId.aspx?StoryId=5687).

(5)  Το πεδίο της γνωμοδότησης αυτής στηρίζεται στις εξής προγενέστερες και υπό κατάρτιση γνωμοδοτήσεις: Υπηρεσίες και ευρωπαϊκή μεταποιητική βιομηχανία: η αλληλεπίδραση των κλάδων αυτών και ο αντίκτυπός της στην απασχόληση, την ανταγωνιστικότητα και την παραγωγικότητα (CCMI/035 — CESE 1146/2006 — ΕΕ αριθ. C 318 της 23.12.2006), Καινοτομία: Ο αντίκτυπος στις βιομηχανικές μεταλλαγές και ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), (CCMI/038 — υπό κατάρτιση), Η διακυβέρνηση σε τοπικό επίπεδο των βιομηχανικών μεταλλαγών: ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων και η συμβολή του προγράμματος-πλαισίου για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία (CCMI /031 — CESE 1144/2006 — ΕΕ αριθ. C 318 της 23.12.2006), Ευρωπαϊκή πολιτική για την εφοδιαστική (ΤΕΝ/240 — CESE 579/2006 — υπό κατάρτιση), Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την ενίσχυση της ασφάλειας της εφοδιαστικής αλυσίδαςμεταφορά εμπορευμάτων (ΤΕΝ/249 — CESE 1580/2006 — δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην ΕΕ), Ο κλάδος των μεγάλων λιανοπωλητώντάσεις και αντίκτυπος σε αγρότες και καταναλωτές (ΝΑΤ/262 — CESE 381/2005 — ΕΕ αριθ. C 255 της 14.10.2005).

(6)  Βλ. υποσημείωση 4.

(7)  Το ζήτημα αυτό εξετάστηκε αναλυτικά στη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με τίτλο Υπηρεσίες και ευρωπαϊκή μεταποιητική βιομηχανία: η αλληλεπίδραση των κλάδων αυτών και ο αντίκτυπός της στην απασχόληση, την ανταγωνιστικότητα και την παραγωγικότητα (CCMI/035 — CESE 1146/2006).

(8)  Η CCMI έχει εξετάσει διεξοδικά το φαινόμενο της μετεγκατάστασης επιχειρήσεων, την έκταση και τις επιπτώσεις του, τις επακόλουθες προκλήσεις και ευκαιρίες. Το αποτέλεσμα αυτού του έργου (γνωμοδότηση, ενημερωτική έκθεση, εξωτερική μελέτη, διάσκεψη) παρουσιάζεται σε μια δημοσίευση που τιτλοφορείται Μετεγκατάστασηπροκλήσεις και ευκαιρίες. (ISBN: 92-830-0668-2;

http://www.eesc.europa.eu/documents/publications/index_en.asp?culture=EN&id=141&details=1).

(9)  Το Offshoring Research Network (Εξωχώριο Ερευνητικό Δίκτυο), μια υπερατλαντική· ένωση 6 ερευνητικών ιδρυμάτων, πραγματοποίησε τελευταίως την πιο πρόσφατη διετή μελέτη του σχετικά με τις εξελίξεις στον τομέα της μετεγκατάστασης επιχειρήσεων. Το Erasmus Strategic Renewal Centre (Εράσμιο Κέντρο Στρατηγικής Ανανέωσης) που εδρεύει στο Ρότερνταμ — πραγματοποίησε την έρευνα για ολλανδικές εταιρείες και κατέληξε στο εξής συμπέρασμα: «Η μεταφορά των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων δεν είχε καμία επίδραση στον αριθμό των θέσεων απασχόλησης στην εταιρεία της Ολλανδίας σε ποσοστό 57 % των εξωχώριων εγκαταστάσεων επιχειρήσεων. Στο 39 % των περιπτώσεων μεταφοράς δραστηριοτήτων σημειώθηκαν ωστόσο απώλειες θέσεων απασχόλησης, ενώ νέες θέσεις δημιουργήθηκαν στις Κάτω Χώρες μόνον σε ποσοστό 4 % των περιπτώσεων μεταφοράς δραστηριοτήτων. Η έρευνα καταδεικνύει ότι δημιουργούνται κατά μέσο όρο 37,8 νέες θέσεις στην εξωχώρια τοποθεσία και χάνονται κατά μέσο όρο 3,5 θέσεις στις Κάτω Χώρες. Με άλλα λόγια, για κάθε θέση που χάνεται στις Κάτω Χώρες, δημιουργούνται 10,8 νέες θέσεις στον ξένο τόπο».

(10)  Βλ. σημείο 3.22.

(11)  Βλ. πρόσφατη μελέτη για τον αντίκτυπο του λογισμικού ανοικτού πηγής στον τομέα των ΑΕΕ στην ΕΕ, που δημοσιεύθηκε από το Ινστιτούτο MERIT για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΓΔ ENTR) στις 26.1.2007 (η τελική έκθεση προετοιμάστηκε στις 20.11.2006):

http://ec.europa.eu/enterprise/ict/policy/doc/2006-11-20-flossimpact.pdf

(12)  Ένα από τα πολλά παραδείγματα είναι η περιφέρεια Eindhoven-Leuven, όπου η αλληλεπίδραση πανεπιστημίων και εταιρειών (με επίκεντρο την πρωτοπόρο πολυεθνική εταιρεία Philips) έχει δημιουργήσει ένα ωφέλιμο περιβάλλον για πολλές ΜΜΕ υψηλής τεχνολογίας.

(13)  COM(2006) 349 τελικό, την οποία εξετάζει η ΕΟΚΕ στο πλαίσιο της γνωμοδότησης πρωτοβουλίας της με τίτλο Το δυναμικό των επιχειρήσεων, ιδίως των ΜΜΕ (Στρατηγική της Λισσαβώνας) (INT/324, υπό κατάρτιση). Η γνωμοδότηση αυτή αποτελεί μέρος των εργασιών που ανέλαβε η ΕΟΚΕ ως απάντηση στην αίτηση που της απηύθυνε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της 23ης και 24ης Μαρτίου 2006 (σημείο 12 των Συμπερασμάτων της Προεδρίας) προκειμένου να καταρτιστεί, στις αρχές του 2008, συνοπτική έκθεση «προς στήριξη της εταιρικής σχέσης για την ανάπτυξη και την απασχόληση».

(14)  Βλ. σημείο 16 του παραρτήματος 2, το οποίο αναφέρεται στην κατάχρηση/παραποίηση των ΔΠΙ στο πλαίσιο των προμηθειών στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας.

(15)  Βλ. γνωμοδοτήσεις CESE 89/2007 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην ΕΕ), σημ. 1.1.4, και CESE 729/2006 (ΕΕ αριθ. C 195 της 18.8.2006), σημ. 3.3.4.

(16)  Βλ. NRC Handelsblad (μία από τις σημαντικότερες εφημερίδες της Ολλανδίας), 4 Νοεμβρίου 2006.

(17)  «Η γνώση πρέπει να προσδιορίζεται, να αποκτάται, να αποθηκεύεται, να αναπτύσσεται και να διανέμεται προκειμένου να μεγιστοποιείται η αξία και η αποτελεσματικότητα μιας εταιρείας. Αυτό σημαίνει ότι οι εταιρείες πρέπει να εξελιχθούν σε “οργανώσεις μάθησης” και ότι οι εργασιακοί χώρους πρέπει να μετατραπούν σε ένα περιβάλλον συνεχούς εργασίας-μάθησης». Για το σκοπό αυτό, το πρόγραμμα KNOWMOVE «έχει αναπτύξει και εξετάσει πειραματικά προσεγγίσεις διαχείρισης της γνώσης με τις οποίες μπορούν να σχεδιαστούν, να οργανωθούν και να συγκεντρωθούν οι εμπειρίες των μεγαλύτερων σε ηλικία εργαζομένων και τα παραδείγματα ορθών πρακτικών σε έναν ειδικό χώρο διαφύλαξης και να είναι αποθήκη έτοιμα προς χρήση από κάθε υπάλληλο της επιχείρησης.»

(Βλ. http://www.clepa.be/htm/main/promo%20banner/CLEPA%20events/maintopics_KnowMove%202%20Final%20Event.htm, όπου παρουσιάζεται η διάσκεψη με θέμα «Εξασφάλιση της οικονομικής ανάπτυξης, της καινοτομίας και της απασχόλησης σε μια μεταβαλλόμενη αυτοκινητοβιομηχανία», η οποία διοργανώθηκε από την Eυρωπαϊκή Oμοσπονδία Προμηθευτών Ανταλλακτικών Aυτοκινήτων (CLEPA) ως τμήμα της τελικής φάσης για τη διάδοση του KNOWMOVE).

(18)  Η πρωτοβουλία που καλύπτει την περίοδο 2007-2013, υιοθετήθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 8 Νοεμβρίου 2006 στο πλαίσιο του στόχου «Εδαφική συνεργασία» (βλ. http://ec.europa.eu/regional_policy/cooperation/interregional/ecochange/index_en.cfm).

(19)  Βλ., π.χ., Hidden Champions. Lessons from 500 of the Workd's Best Unknown Companies του Hermann Simon (Harvard Business School Press, 1996). Η μελέτη αυτή παρουσιάζει μία σειρά από γερμανικές εταιρείες που ηγούνται παγκοσμίως στις αγορές τους, π.χ. σε τομείς όπως οι μηχανές επικόλλησης ετικετών σε φιάλες, οι πρότυποι σιδηρόδρομοι, τα θυμιάματα, το χώμα για μεταφύτευση και οι προθήκες για μουσειακά εκθέματα.

(20)  COM(2004) 479 τελικό.

(21)  Βλ. τις ανακοινώσεις της Επιτροπής με τίτλο Κάνοντας τη γνώση πράξη: Μια στρατηγική καινοτομίας ευρείας βάσης για την ΕΕ (CΟΜ(2006) 502 τελικό), Μια Ευρώπη σύγχρονη και φιλική προς την καινοτομία (COM(2006) 589 τελικό) και Οικονομικές μεταρρυθμίσεις και ανταγωνιστικότητα: τα βασικά μηνύματα της έκθεσης για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα 2006 (CΟΜ(2006) 697 τελικό). Η CCMI από την πλευρά της, καταρτίζει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με τίτλο Καινοτομία: Ο αντίκτυπος στις βιομηχανικές μεταλλαγές και ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) (CCMI/038).

(22)  Η ΟΥΕ Manufuture αποτελεί το διοικητικό συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Τεχνολογικής Πλατφόρμας Manufuture. Η πλατφόρμα αυτή προωθήθηκε τον Δεκέμβριο του 2004 με σκοπό τη χάραξη μιας στρατηγικής που να βασίζεται στην έρευνα και στην καινοτομία και να είναι σε θέση να επιταχύνει τον ρυθμό των βιομηχανικών μεταλλαγών στην Ευρώπη. Στόχος της είναι η διασφάλιση μιας απασχόλησης υψηλής προστιθέμενης αξίας και η αποκόμιση σημαντικού μεριδίου της παγκόσμιας παραγωγής του τομέα της μεταποίησης στη μελλοντική οικονομία που βασίζεται στη γνώση. Για περισσότερες πληροφορίες βλ.:

www.manufuture.org/platform.html.

(23)  Στην έκθεση που δημοσίευσε τον Σεπτέμβριο του 2006 (διαθέσιμη μόνον στα αγγλικά), η Ομάδα Υψηλού Επιπέδου Manufuture υποστηρίζει ότι, επειδή υπάρχει ζήτηση για εξατομικευμένα προϊόντα με βραχείες περιόδους παράδοσης, η επιχειρηματική δραστηριότητα θα πρέπει να μετατοπιστεί από τον σχεδιασμό και την πώληση φυσικών προϊόντων στην παροχή ενός συστήματος προϊόντων και υπηρεσιών που, συνδυαζόμενα, θα μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες των χρηστών, μειώνοντας ταυτόχρονα το συνολικό κόστος του κύκλου ζωής τους και τον περιβαλλοντικό τους αντίκτυπο (βλ. σημείο 4, σελ. 15). Η υιοθέτηση καινοτόμων διαδικασιών παραγωγής«συνεπάγεται νέα πρότυπα επιχειρηματικής δραστηριότητας, νέους τρόπους “μηχανικής μεταποίησης” και τη δυνατότητα άντλησης οφελών από τις ρηξικέλευθες επιστήμες και τεχνολογίες μεταποίησης» (Σύνοψη, σελ. 9 [προσωρινή απόδοση]). «Η δικτυωμένη και ολοκληρωμένη μεταποίηση αντικαθιστά την συμβατική γραμμική σειρά διαδικασιών με περίπλοκα δίκτυα μεταποίησης τα οποία συχνά προϋποθέτουν την συμμετοχή πολλών εταιρειών σε πολλές χώρες» (σημείο 5, σελ. 15 [προσωρινή απόδοση]).

(24)  Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι τα Ψηφιακά επιχειρησιακά οικοσυστήματα.

(25)  Δύο επιτυχή παραδείγματα είναι η διαγνωστική μηχανή γενικής χρήσεως, που διασφαλίζει τη διαλειτουργικότητα των χώρων στάθμευσης, και το Παγκόσμιο Σύστημα Κινητής Τηλεφωνίας (GSM), η επιτυχία του οποίου οφείλεται στο γεγονός ότι η βιομηχανία αποφάσισε ήδη από την αρχή τα απαραίτητα βασικά μορφότυπα και πρότυπα και τις βασικές μεθόδους ανταλλαγής.

(26)  H πρόσβαση των AEE σε χρηματοδοτικούς πόρους προβλέπεται ότι θα βελτιωθεί με τις νέες ευκαιρίες που προσφέρει το Πρόγραμμα για την Ανταγωνιστικότητα και την Καινοτομία (ΠAK) σχετικά με τα κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου και τα συστήματα εγγύησης, τη διαχείριση του οποίου έχει αναλάβει το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων (ETαEπ), καθώς και με τη νέα πρωτοβουλία που έχουν αναπτύξει το ΕΤαΕπ και η ΓΔ Regio (JEREMIE) με σκοπό την προώθηση της πρόσβασης των MME σε χρηματοδοτικούς πόρους στις περιοχές Περιφερειακής Ανάπτυξης.

(27)  Τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ (κυρίως δε το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο) και διάφορα προγράμματα (όπως το πρόγραμμα δια βίου μάθησης 2007-2013) υποστηρίζουν μια στρατηγική προσέγγιση για την ενίσχυση του ανθρώπινου και του υλικού κεφαλαίου. Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση (EGF) σχεδιάστηκε για την παροχή πρόσθετης υποστήριξης στην επανεκπαίδευση και στην αναζήτηση εργασίας των εργαζομένων που θα βρεθούν άνεργοι εξαιτίας σημαντικών δομικών αλλαγών στις μορφές του παγκόσμιου εμπορίου.

(28)  Bλ. υποσημείωση 18.

(29)  Προκειμένου να μπορέσουν να αναπτυχθούν χρηματοπιστωτικά προϊόντα περισσότερο προσανατολισμένα στον κίνδυνο, η ETEπ εργάζεται από κοινού με την ΓΔ RTD της Επιτροπής για τη δημιουργία ενός κοινού χρηματοδοτικού μέσου το οποίο ονομάζεται Χρηματοδοτική Διευκόλυνση Καταμερισμού του Κινδύνου (XΔKK). Στόχος του είναι η βελτίωση της πρόσβασης στην χρηματοδότηση του χρέους, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τις ερευνητικές δράσεις του ιδιωτικού τομέα και τις συναφείς δραστηριότητες οι οποίες συνεπάγονται κίνδυνο μεγαλύτερο του μέσου όρου, ο οποίος δεν καλύπτεται εύκολα από την αγορά. H Διευκόλυνση αυτή θα υποστηρίξει επίσης ερευνητικές πρωτοβουλίες όπως οι Ερευνητικές Υποδομές, οι Ευρωπαϊκές Τεχνολογικές Πλατφόρμες (ETΠ), Κοινές Τεχνολογικές Πρωτοβουλίες ή τα σχέδια που υπάγονται στο πρόγραμμα Eureka.

(30)  Βλ. τη γνωμοδότηση της EOKE Η διακυβέρνηση σε τοπικό επίπεδο των βιομηχανικών μεταλλαγών: ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων και η συμβολή του προγράμματος-πλαισίου για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία (CCMI/031 — CESE 1144/2006), ιδιαίτερα τις ενότητες 1 («Συμπεράσματα και συστάσεις») και 4 («Η ολοκληρωμένη τοπική προσέγγιση (ΟΤΠ) και τα συστήματα προοπτικής διερεύνησης για την καινοτομία και την έρευνα σε τοπικό επίπεδο»).


20.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 168/10


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Μητροπολιτικές περιοχές: Οι κοινωνικοοικονομικές τους συνέπειες για το μέλλον της Ευρώπης»

(2007/C 168/02)

Στις 7 Νοεμβρίου 2006, το ομοσπονδιακό υπουργείο μεταφορών, δημοσίων έργων και χωροταξίας κάλεσε, εξ ονόματος της μελλοντικής γερμανικής Προεδρίας, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή να καταρτίσει γνωμοδότηση με θέμα: «Μητροπολιτικές περιοχές: οι κοινωνικοοικονομικές τους συνέπειες για το μέλλον της Ευρώπης»

Το ειδικευμένο τμήμα «Οικονομική και Νομισματική Ένωση, Οικονομική και Κοινωνική Συνοχή», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις … με βάση εισηγητική έκθεση του κ. van IERSEL.

Κατά την 435η σύνοδο ολομέλειας, στις 25 και 26 Απριλίου 2007 (συνεδρίασή της 25ης Απριλίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 125 ψήφους υπερ, χωρίς ψήφους κατά και με 5 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα

1.1

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας πεντηκονταετίας, ο ευρωπαϊκός χώρος έχει μεταμορφωθεί και η παγκοσμιοποίηση επισπεύδει αυτούς τους μετασχηματισμούς, πράγμα το οποίο έχει σημαντικές συνέπειες για τα κέντρα βάρους της Ευρώπης που είναι οι μητροπολιτικές περιοχές. Οι περιοχές αυτές είναι στην καλύτερη δυνατή θέση να αντεπεξέλθουν στις προκλήσεις αυτές και να επωφεληθούν περισσότερο από τις ευκαιρίες που προκύπτουν από τις εν λόγω αλλαγές.

1.2

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η εξέλιξη των μητροπολιτικών περιοχών καθώς και οι εθνικές πρωτοβουλίες στον χώρο αυτό αποτελούν θέμα που πρέπει να εξετασθεί από το Συμβούλιο και την Επιτροπή σε συνδυασμό με τη γενική τροπή που παίρνουν τα πράγματα. Η διενέργεια μιας σωστά δομημένης συζήτησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο θα τοποθετούσε τις εθνικές προσεγγίσεις σε μια κοινή προοπτική, πράγμα το οποίο θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει ώθηση για τους περιφερειακούς παράγοντες.

1.3

Οι ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι, εδώ και μερικά χρόνια, διεξάγεται μια ζωηρή συζήτηση. Σε ό,τι αφορά στη σχέση μεταξύ των μεγάλων μητροπολιτικών περιοχών και της στρατηγικής της Λισσαβόνας, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται πλέον περισσότερο απ' ό,τι στο παρελθόν στις κοινωνικοοικονομικές συνέπειες που έχει η ύπαρξη αυτών των περιοχών. Πρόκειται για βήμα προόδου.

1.4

Σε πολλές χώρες και περιφέρειες, οι δημόσιες αρχές, όπως και ο ιδιωτικός τομέας, καθώς και η κοινωνία πολιτών προσπαθούν να δημιουργήσουν τις συνθήκες που είναι απαραίτητες για τη βιώσιμη ανάπτυξη των μητροπολιτικών περιοχών και να εξασφαλίσουν την ανταγωνιστικότητα αυτών στην Ευρώπη και στο παγκόσμιο. Ιδιαίτερη προσοχή αξίζει να δοθεί στην εξέλιξη που παρατηρείται στη Γερμανία. Μελέτες που έχουν διεξαχθεί από πανεπιστήμια και άλλους φορείς σε ομοσπονδιακή κλίμακα διευκολύνουν την αντικειμενικότητα της συζήτησης που διεξάγεται. Στις διυπουργικές διασκέψεις για τις μητροπολιτικές περιοχές συμμετέχουν και οι οργανισμοί τοπικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης.

1.5

Η αστική πολιτική της Επιτροπής καθώς και το σχέδιο περιφερειακής ατζέντας του Συμβουλίου υποκινούν τη θετική τροπή των πραγμάτων. Όντως, προσφέρουν ένα πλαίσιο για μια φιλόδοξη αστική πολιτική. Στην ατζέντα υπογραμμίζονται ορισμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των μεγάλων μητροπολιτικών περιοχών. Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι, από την άποψη αυτή, το σχέδιο της περιφερειακής ατζέντας εξακολουθεί να προτρέχει των πραγμάτων.

1.6

Παρά τις διαφορετικές διαρθρώσεις και προσεγγίσεις που παρατηρούνται σε κάθε χώρα, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν και οι φιλοδοξίες που τρέφουν οι μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές είναι ως επί το πλείστον οι ίδιες.

1.7

Οι αδυναμίες στις οποίες προσκρούει η ισόρροπη ανάπτυξη των μητροπολιτικών περιοχών είναι η έλλειψη ταυτότητας και κατάλληλης διακυβέρνησης. Οι υφιστάμενες διοικητικές διαρθρώσεις είναι συχνά απαρχαιωμένες και εμποδίζουν μιαν ευέλικτη προσαρμογή.

1.8

Για την επιτυχία των μητροπολιτικών περιοχών, πρέπει οπωσδήποτε να αναληφθούν δεσμεύσεις σε διάφορα επίπεδα — εθνικό, περιφερειακό και αστικό — πράγμα το οποίο προαπαιτεί τη νομιμότητα αποκεντρωμένων φορέων και θα διευκολύνει επίσης πρωτοβουλίες εκ μέρους του ιδιωτικού τομέα και μη κυβερνητικών οργανισμών.

1.9

Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει εκ νέου ότι υπάρχει έλλειψη συγκρίσιμων κοινωνικοοικονομικών και περιβαλλοντολογικών δεδομένων σε ευρωπαϊκή κλίμακα. Θεωρεί δε ότι, όπως θα έπρεπε να γίνεται σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, για τον εμπλουτισμό των γνώσεων που υπάρχουν σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί σε καθεμία από τις μητροπολιτικές περιοχές της Ευρώπης και για να διευκολυνθεί η κινητοποίηση των ενδιαφερομένων μητροπολιτικών φορέων, είναι απαραίτητο να παρακολουθούνται σε ετήσια βάση οι επιδόσεις των ευρωπαϊκών μητροπολιτικών περιοχών.

2.   Συστάσεις

2.1

Η ΕΟΚΕ απευθύνει έκκληση να καταρτίσει η Επιτροπή Λευκή Βίβλο για τις μητροπολιτικές περιοχές, ως συμπλήρωμα της περιφερειακής ατζέντας, για την προώθηση της συζήτησης σε ευρωπαϊκή κλίμακα πάνω σε μιαν αντικειμενική αναλυτική βάση.

2.2

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν και οι φιλοδοξίες που τρέφουν οι μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές, μαζί με τη γνώση και τις εμπειρίες που έχουν συναχθεί στα κράτη μέλη, πρέπει να τοποθετηθούν σε μια κοινή, ευρωπαϊκή προοπτική και ότι πρέπει να υπάρξει μέριμνα για τη διάδοση καλών πρακτικών.

2.3

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι είναι απαραίτητο να ληφθεί πολιτική απόφαση εκ μέρους της Επιτροπής έτσι ώστε να ανατεθεί στην Eurostat η σε ετήσια βάση παρουσίαση αξιόπιστων και συγκρίσιμων δεδομένων για όλες τις μητροπολιτικές περιοχές της Ε.Ε., καθώς και ότι πρέπει να χορηγηθούν πρόσθετες πιστώσεις στην Eurostat για να είναι σε θέση να εκπληρώσει αυτή την αποστολή.

2.4

Για να είναι σε θέση η Eurostat να εκπληρώσει το ταχύτερο δυνατόν την αποστολή αυτή, η ΕΟΚΕ συνιστά να ανατεθεί η διενέργεια πειραματικής μελέτης στην ORATE ή κάποιον άλλο έγκριτο οργανισμό, έτσι ώστε να εξεταστούν οι διάφορες πιθανές μέθοδοι για τον προσδιορισμό των μητροπολιτικών περιοχών με βάση κοινά κριτήρια και για να προταθεί ένας περιορισμένος κατάλογος δεδομένων, η κατάρτιση του οποίου θα μπορούσε να αρχίσει χωρίς καθυστέρηση στις μητροπολιτικές περιοχές με περισσότερους από ένα εκατομμύριο κατοίκους για την περίοδο 1995-2005, με την αξιοποίηση των δεδομένων που υπάρχουν από τις ευρωπαϊκές μελέτες εργατικού δυναμικού (1).

3.   Αιτιολογία

3.1

Στη γνωμοδότηση που εξέδωσε το 2004, η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή στις κοινωνικοοικονομικές συνέπειες των μητροπολιτικών περιοχών (2), οι οποίες θεωρεί ότι έχουν υποτιμηθεί σε μεγάλο βαθμό.

3.2

Η εν λόγω γνωμοδότηση αποσκοπούσε στην ευαισθητοποίηση των κοινοτικών φορέων για τη σταθερά αυξανόμενη — και θεαματική — συγκέντρωση του πληθυσμού και των οικονομικών δραστηριοτήτων στις μητροπολιτικές περιοχές στην Ευρώπη αλλά και σε όλο τον κόσμο.

3.3

Στη γνωμοδότηση του 2004, η ΕΟΚΕ απευθύνει έκκληση να συμπεριληφθεί στην κοινοτική ημερήσια διάταξη το θέμα της ανάπτυξης των μέτρων πολιτικών περιοχών της Ευρώπης. Η ΕΟΚΕ ήταν ένα από τα πρώτα Όργανα που υπογράμμισαν την άμεση σχέση που υφίσταται μεταξύ του ρόλου των μητροπολιτικών περιοχών και της εφαρμογής της στρατηγικής της Λισσαβόνας. Οι μητροπολιτικές περιοχές είναι τα εργαστήρια της παγκόσμιας οικονομίας· είναι η κινητήρια δύναμη της οικονομίας, των κέντρων δημιουργίας και καινοτομίας.

3.4

Ταυτόχρονα, οι μητροπολιτικές περιοχές συγκεντρώνουν τις βασικές προκλήσεις που θα πρέπει να υπερβεί η Ευρώπη τα επόμενα χρόνια. Όντως, στις περιοχές αυτές παρατηρούνται φαινόμενα όπως η φτώχεια, ο κοινωνικός αποκλεισμός και ο χωρικός διαχωρισμός, καταστάσεις που έχουν επιπτώσεις για την απασχόληση και την (διεθνή) εγκληματικότητα (3).

3.5

Η ακτινοβολία των μητροπολιτικών περιοχών ενισχύεται από τον πολλαπλασιασμό των συναλλαγών κάθε είδους που διεξάγονται μεταξύ αυτών τόσο στην Ευρώπη, όσο και σε όλο τον κόσμο. Τα δίκτυα στα οποία συμμετέχουν οι μητροπολιτικές περιοχές συμβάλλουν στην προαγωγή της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

3.6

Στη γνωμοδότηση του 2004, η ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι παρατηρείται έλλειψη συγκριτικών αναλύσεων στις οποίες παρουσιάζονται με ικανοποιητικό τρόπο οι δυνάμεις, οι αδυναμίες, οι περιορισμοί και οι δυνατότητες των περιοχών αυτών.

3.7

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η ΕΟΚΕ επέμενε το 2004 ότι είναι απαραίτητο να δοθεί ένας ορισμός των ευρωπαϊκών μητροπολιτικών περιοχών αλλά και να συγκεντρωθούν κατάλληλα και συγκρίσιμα δεδομένα, σε συνδυασμό με την αξιολόγηση των βασικών δεικτών της στρατηγικής της Λισσαβόνας, για κάθε μητροπολιτική περιοχή.

3.8

Η οικονομία της γνώσης και η δικτυωμένη κοινωνία αυξάνουν την έλξη που ασκούν οι μητροπολιτικές περιοχές επί προσώπων και δραστηριοτήτων. Σε ορισμένα κράτη μέλη, διεξάγεται μια ζωηρή συζήτηση σε εθνική και περιφερειακή κλίμακα με αντικείμενο την πολιτική που πρέπει να εφαρμοστεί έναντι των μεγάλων μητροπολιτών περιοχών και τη διακυβέρνησή τους. Σε διάφορες περιπτώσεις, οι συζητήσεις ακολουθούνται από συγκεκριμένες δράσεις προς την κορυφή ή προς τη βάση.

4.   Η ανταπόκριση της Επιτροπής το 2004

4.1

Το 2004, η ΕΟΚΕ κάλεσε την Επιτροπή να πραγματοποιήσει ολοκληρωμένες αναλύσεις με τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων επιτροπών και να παρουσιάζει σε τακτά διαστήματα εκθέσεις σχετικά με την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των μητροπολιτικών περιοχών και την θέση τους στην ευρωπαϊκή κλίμακα. Κατ' αυτόν τον τρόπο, θα ήταν εφικτή μια καλύτερη αξιολόγηση των πλεονεκτημάτων και των αδυναμιών των μεγάλων μητροπολιτικών περιοχών, προκειμένου να οριστούν με καλύτερο τρόπο οι σχετικές πολιτικές και να διευκολυνθεί η διάδοση καλών πρακτικών.

4.2

Ανταποκρινόμενη στις υποδείξεις της ΕΟΚΕ, η Επιτροπή συμμερίζεται τη διπλή επισήμανση που κάνει η ΕΟΚΕ σε ό,τι αφορά στον ρόλο-κλειδί που διαδραματίζουν οι μητροπολιτικές περιοχές για την υλοποίηση των στόχων της στρατηγικής της Λισσαβόνας αλλά και για την έλλειψη αξιόπιστων και συγκρίσιμων στοιχείων για αυτές τις περιφερειακές οντότητες σε ευρωπαϊκή κλίμακα (4).

4.3

Παρά την κοινή διαπίστωση, η Επιτροπή δεν έχει δείξει μέχρι στιγμής ότι ακολουθεί μια περισσότερο σκοποθετημένη και ολοκληρωμένη προσέγγιση έναντι των μεγάλων αστικών περιοχών. Σταδιακά, εφαρμόζεται μία αστική πολιτική, ωστόσο στο πλαίσιο αυτό δεν γίνεται διάκριση μεταξύ «πόλεων και μητροπολιτικών περιοχών». Τα στοιχεία που διαβιβάζονται από τις στατιστικές υπηρεσίες είναι ατελή και έχουν συγκεντρωθεί με βάση εθνικούς ορισμούς, πράγμα που σημαίνει ότι εξακολουθούν να μην είναι συγκρίσιμα σε ευρωπαϊκή κλίμακα.

5.   Συζητήσεις και πρωτοβουλίες σε επίπεδο κρατών μελών

5.1

Σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο έχουν αναληφθεί πρόσφατα διάφορες πρωτοβουλίες με τις οποίες προβάλλεται η ανάπτυξη των μητροπόλεων. Οι πρωτοβουλίες αυτές περιλαμβάνουν συχνά διάφορα μέτρα για την στήριξη μιας περισσότερο αρμονικής ανάπτυξης σε ό,τι έχει σχέση με τις υποδομές, την χωροταξία, την οικονομία και τις κοινωνικές πτυχές, καθώς και με την ανάπτυξη των υποδομών μεταφοράς και τηλεπικοινωνιών μεταξύ των ίδιων τον μητροπολιτικών περιοχών. Εν είδει παραδείγματος, παρουσιάζονται στη συνέχεια ορισμένες πρωτοβουλίες σε διάφορες χώρες. Το πανόραμα αυτό δεν έχει βεβαίως εξαντλητικό χαρακτήρα.

5.1.1

Από το 1993 διεξάγεται μια εμπεριστατωμένη συζήτηση του θέματος των μητροπολιτικών περιοχών στη Γερμανία. Πανεπιστημιακού επιπέδου έρευνες και συζητήσεις αποσκοπούν στον ορθό και αντικειμενικό ορισμό της σειράς λειτουργιών που επιτελούν οι μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές καθώς και στον καθορισμό αυτών με βάση τον εν λόγω κατάλογο λειτουργιών.

5.1.1.1

Στη γερμανική ανάλυση, την παραδοσιακή προσέγγιση του εθνικού χάρτη των πόλεων και των κοινοτήτων καθώς και των κρατιδίων αντικατέστησε μια διαφορετική προσέγγιση στα πλαίσια της οποίας παρουσιάζεται ένας νέος χάρτης της Γερμανίας, με νέες «Leitbilder» δηλαδή κατευθυντήριες απόψεις. Με βάση συγκεκριμένους προσανατολισμούς και προγράμματα δράσης στο πεδίο της πολιτικής για την χωροταξία (που χρονολογούνται από το 1992 και το 1995), όπου τονίζεται η σημασία και η αποστολή των μητροπολιτικών περιοχών, από τότε που ελήφθη η απόφαση της Διάσκεψης των υπουργών χωροταξίας της ομοσπονδίας και των κρατιδίων, στις 30 Ιουνίου 2006, η Γερμανία διαθέτει 11 μητροπολιτικές περιοχές. Η πρώτη διυπουργική διάσκεψη για το θέμα αυτό πραγματοποιήθηκε το 2003.

5.1.1.2

Από τον χάρτη των μητροπολιτικών περιοχών της Γερμανίας, προκύπτει μια αναντιστοιχία μεταξύ της υφιστάμενης διοικητικής οργάνωσης και των γεωγραφικών συνόρων των μητροπολιτών περιοχών. Για παράδειγμα, η μητροπολιτική περιοχή της Νυρεμβέργης περιλαμβάνει την πόλη της Νυρεμβέργης μαζί με μια σειρά από γειτονικές αστικές και αγροτικές κοινότητες. Άλλες καλύπτουν, εν μέρει, περισσότερα κρατίδια, όπως για παράδειγμα οι περιοχές Φρανκφούρτης/Ρήνου/Μάιν, Αμβούργου και Στουτγάρδης. Άλλες πάλι αποτελούν τμήμα κρατιδίου, όπως για παράδειγμα το Μόναχο και η περιοχή του Ρουρ. Σε αρκετές περιπτώσεις υπάρχει ήδη μια θεματική περιφερειοποίηση, όπως σε σχέση με τον πολιτισμό, τον αθλητισμό, τη βιώσιμη ανάπτυξη και το τοπίο. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι περιοχές αυτές περιλαμβάνουν πόλεις, σημαντικές και μικρές, καθώς και αγροτικές ζώνες. Κατ' αυτόν τον τρόπο κατέστη εφικτή η σαφής οριοθέτηση της έκτασης των εν λόγω μητροπολιτικών περιοχών.

5.1.1.3

Δεν προβλέπεται (προς το παρόν) η θέσπιση ειδικών εθνικών μέτρων. Οι μητροπολιτικές περιοχές καλούνται να ορίσουν τις ιδιαιτερότητές τους και να τις προβάλλουν. Ο στόχος που επιδιώκεται είναι να προωθηθεί η ανάπτυξη των γερμανικών μητροπολιτών περιοχών ως αυτόνομων παραγόντων στον ευρωπαϊκό και το διεθνή χώρο. Προφανώς, οι φιλοδοξίες των περιοχών αυτών μπορούν να στηριχθούν με εθνικές πολιτικές, όπως για παράδειγμα οι πολιτικές για τους σιδηροδρόμους ή τις αερομεταφορές.

5.1.1.4

Για να στηριχθεί η νομιμότητα αυτής της νέας προσέγγισης, οι μητροπολιτικές περιοχές εκλήθηκαν να θεσπίσουν συστήματα δημοκρατικής εκπροσώπησης με βάση τις δικές τους ιδιαιτερότητες και οράματα. Είναι ελεύθερες να επιλέξουν τη μέθοδο που θα εφαρμόσουν για το σκοπό αυτό: η περιοχή της Στουτγάρδης, για παράδειγμα, διεξάγει άμεσες εκλογές, ενώ η περιοχή της Νυρεμβέργης προτιμά την έμμεση εκπροσώπηση των πόλεων και των κοινοτήτων.

5.1.1.5

Οι πολιτικοί στόχοι που πρέπει να συζητηθούν και να υλοποιηθούν σε αυτές τις μητροπολιτικές περιοχές — οι οποίες κατά τα άλλα έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά — είναι οι ακόλουθες: εξασφάλιση της κρίσιμης μάζας που είναι απαραίτητη για την ανταγωνιστικότητα, δημιουργία των συνθηκών για μια αποτελεσματική διακυβέρνηση, διασαφήνιση του καταμερισμού αρμοδιοτήτων, ανάπτυξη μιας πολυκεντρικής χωροταξικής οργάνωσης, αναζήτηση μιας ικανοποιητικής ισορροπίας μεταξύ της αστυφιλίας και της προστασίας των αγροτικών περιοχών, ανάπτυξη μεταφορικών υποδομών και εξασφάλιση της κινητικότητας, υποστήριξη της καινοτομίας και των οικονομικών πυρήνων, διαχείριση τεχνολογικών και φυσικών κινδύνων, διάθεση των απαραίτητων πόρων για δημόσιες επενδύσεις, βελτίωση της διεθνούς πρόσβασης και προβολή της περιοχής.

5.1.2

Στη Μεγάλη Βρετανία, η στήριξη της ανάπτυξης των μητροπολιτών περιοχών αποτελεί σημείο ενδιαφέροντος από τις αρχές του αιώνα. Το 2004 δημοσιεύτηκε κυβερνητικό υπόμνημα σχετικά με την ανταγωνιστικότητα των μητροπολιτικών περιοχών εκτός Λονδίνου (5). Στόχος ήταν η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ενίσχυση της αυτονομίας των «πόλεων — περιφερειών» σε ένα διεθνές πλαίσιο. Όμως, η διαδικασία που είχε προβλεφθεί καθηλώθηκε με την αρνητική έκφραση δημοψηφίσματος για την σύσταση περιφερειακής συνέλευσης στην περιφέρεια του Newcastle.

5.1.2.1

Η τρέχουσα συζήτηση στην Βρετανία επικεντρώνεται στην κατανομή αρμοδιοτήτων αφενός μεταξύ εθνικού και περιφερειακού επιπέδου και, αφετέρου, μεταξύ πόλεων και κοινοτήτων στις πολυπληθέστερες περιφέρειες που έχουν χαρακτηρισθεί ως μελλοντικές μητροπολιτικές περιοχές. Η ιδέα της δημιουργίας «πόλεων — περιφερειών» είναι πάντοτε επίκαιρη. Παρά τον αμφιλεγόμενο χαρακτήρα της τρέχουσας συζήτησης, προβλέπεται να εκδοθεί στο προσεχές μέλλον λευκή βίβλος, ενώ χαράσσεται ένα νέο σχήμα χωροταξικής οργάνωσης με βάση αναγνωρισμένα κριτήρια, συγκρίσιμα με εκείνα που χρησιμοποιούνται στη Γερμανία.

5.1.2.2

Πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ πολιτικής αποκέντρωσης και στήριξης της ανάπτυξης των μητροπολιτικών περιοχών. Χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι η ευελιξία και η σύναψη συμμαχιών μεταξύ των τοπικών αρχών με στόχο την αξιοποίηση ευκαιριών και την από κοινού αντιμετώπιση προκλήσεων. Ένα καλό σχετικό παράδειγμα είναι η ανάπτυξη στη βόρεια Αγγλία ((Manchester, Liverpool, Leeds, Sheffield, Newcastle και York), μια πρωτοβουλία από τη βάση προς την κορυφή η οποία αποκαλείται Northern Way με χαρακτηριστικό μια σειρά από συμφωνίες στο εσωτερικό της μητροπολιτικής περιοχής.

5.1.2.3

Η εφαρμογή μιας προσέγγισης από την κορυφή προς τη βάση που θα αποτελεί συνέχεια τοπικών και περιφερειακών πρωτοβουλιών θεωρείται απαραίτητη, επειδή υπάρχουν πολλές στρατηγικές αποφάσεις οι οποίες δεν μπορεί να ληφθούν παρά μόνο με κοινή συναίνεση. Οι αποφάσεις αυτές μπορούν να συμπεριληφθούν σε τρεις ημερήσιες διατάξεις: την ημερήσια διάταξη της ανταγωνιστικότητας, με στόχο την εξασφάλιση της ενίσχυσης των περισσότερο και των λιγότερο αποδοτικών περιφερειών, την ημερήσια διάταξη της κοινωνικής συνοχής προς όφελος των λιγότερο ευνοημένων τμημάτων του πληθυσμού και την ημερήσια διάταξη του περιβάλλοντος με τη συμπερίληψη μέτρων που αποσκοπούν στη βελτίωση της ποιότητας διαβίωσης και στην διατήρηση των φυσικών πόρων. Σε αυτούς τους τρεις τομείς, οι μητροπολιτικές περιοχές θεωρείται ότι συνιστούν την καταλληλότερη γεωγραφική οντότητα για την προώθηση αυτών των πολιτικών.

5.1.3

Στη Γαλλία, διεξάγεται συζήτηση από το 1960. Μέχρι πρόσφατα, τα μέτρα που είχαν ληφθεί ήταν πάρα πολύ λίγα, επειδή υποτιμήθηκε η πολιτική διάσταση της συζήτησης. Γενικότερα, η απουσία πολιτικής διάστασης είναι ένα χαρακτηριστικό που παρατηρείται σε όλη την Ευρώπη.

5.1.3.1

Το 2004, η ΔΔΧΑ (DIACT (6)) προκήρυξε διαγωνισμό για την υποβολή προτάσεων αστικών έργων με απώτερο στόχο την προαγωγή της συνεργασίας των μεγάλων πόλεων και τη στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης μητροπολιτικών περιοχών. Μια εξεταστική επιτροπή αποτελούμενη από διευθυντές των ενδιαφερομένων υπουργείων και εμπειρογνώμονες επέλεξε 15 αστικά έργα τα οποία είχαν σχεδιαστεί από την τοπική αυτοδιοίκηση. Τα έργα προσδιορίστηκαν επακριβώς το 2006, και το 2007 θα συναφθούν μητροπολιτικές συμβάσεις που θα ενισχύονται χρηματοδοτικά από το κράτος για την υλοποίηση διαρθρωτικών δράσεων. Με αυτή την πρωτοβουλία, η ΔΔΧΑ αναγνωρίζει την σημασία των μητροπολιτικών περιοχών ως καθοριστικών παραγόντων για την προαγωγή της τοπικής ανταγωνιστικότητας.

5.1.4

Στην Ιταλία, όπως και στην Ισπανία, η περιφερειοποίηση προοδεύει. Η εξέλιξη αυτή, η οποία δεν αφορά άμεσα τις μητροπολιτικές περιοχές, δημιουργεί νέες (νομικές) δυνατότητες για την διακυβέρνηση μητροπόλεων.

5.1.4.1

Στην Ιταλία, ένας νόμος του 1990 προέβλεπε μια προσέγγιση από την κορυφή προς τη βάση, προσδιορίζοντας 14 μητροπολιτικές περιοχές. Ο νόμος αυτός δεν εφαρμόστηκε. Ένας άλλος νόμος του 1999 επέτρεπε την ανάληψη πρωτοβουλιών από τη βάση προς την κορυφή για τη δημιουργία μητροπολιτικών περιοχών. Στην περιφέρεια της Μπολόνια δημιουργήθηκε μια ενιαία συνέλευση που συσπείρωνε 20 κοινότητες και διέθετε ίδιο προϋπολογισμό. Τέλος, η συνταγματική μεταρρύθμιση του 2009 επέτρεψε την καθιέρωση 3 μητροπολιτικών περιοχών γύρω από τη Ρώμη, τη Νεάπολη και το Μιλάνο. Η προσπάθεια για την υλοποίηση της εν λόγω μεταρρύθμισης αναθερμάνθηκε πρόσφατα.

5.1.4.2

Στην Ισπανία, η συζήτηση επικαθορίζεται από την περιφερειακή αυτονομία. Οι αυτόνομες κοινότητες διαθέτουν αποκλειστικές αρμοδιότητες στον τομέα αυτό. Κατά συνέπεια, είναι και υπεύθυνες για τις μητροπολιτικές περιοχές. Ταυτόχρονα, παρατηρείται μια τάση ενίσχυσης των μεγάλων πόλεων και αντιπαράθεσης δυνάμεων μεταξύ ομοσπονδιακής κυβέρνησης, αυτόνομων κοινοτήτων και δυνητικών μητροπολιτικών περιοχών, όπως η Βαρκελώνη και η Βαλένθια. Μια ιδιαίτερη περίπτωση είναι αυτή του Μπιλμπάο, που έχει σημειώσει επιτυχία από την άποψη της δημιουργίας μητροπολιτικής περιοχής που χαίρει αποτελεσματικής διακυβέρνησης και δημοκρατικής νομιμότητας.

5.1.4.3

Ο καθορισμός μητροπολιτικών περιοχών δεν περιορίζεται στις μεγάλες χώρες ούτε στην επικράτεια αυτών. Τα παραδείγματα των μητροπολιτικών περιοχών της Centrope, δηλαδή Βιέννη-Μπρατισλάβα — Μπρνο-Γκγιορ, περιοχές τεσσάρων χωρών (!), και της Κοπεγχάγης-Μάλμε (Δανία και Σουηδία) περιλαμβάνονται στις περισσότερο γνωστές. Και οι δύο αυτές περιοχές προοδεύουν. Στις Κάτω Χώρες πραγματοποιήθηκε πρόσφατα μια σε βάθος συζήτηση του θέματος της καταλληλότερης διακυβέρνησης της περιοχής του Randstad, με απώτερο στόχο την άρση του διοικητικού κατακερματισμού ο οποίος καθηλώνει την ανάπτυξη της περιοχής από άποψη υποδομών και χωροταξίας αλλά και από κοινωνικοοικονομική άποψη.

5.1.5

Μια ανάλογη εξέλιξη παρατηρείται και στα νέα κράτη-μέλη. Στην Πολωνία, η κυβέρνηση έχει καθορίσει μια σειρά από μητροπολίτες περιοχές ή πόλειςπεριφέρειες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περιοχή του Katowice στην οποία εκχωρήθηκε πρόσφατα το ειδικό καθεστώς μητροπολιτικής περιοχής. Ωστόσο, η ανάπτυξη αστικών και μητροπολιτικών περιοχών είναι συχνά ανεξέλεγκτη και τυχαία, επειδή δεν υπάρχει η κατάλληλη περιφερειακή διακυβέρνηση. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο ορισμένες μητροπόλεις προσανατολίζονται στις πρακτικές και την εμπειρογνωμοσύνη χωρών που διαθέτουν κατά παράδοση αποκεντρωμένες πολιτικές διαρθρώσεις.

5.1.6

Τα εμπορικά επιμελητήρια (CCI), τα οποία εκπροσωπούν κατ' εξοχήν την ιδιωτική οικονομία και το τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, εμπλέκονται επίσης στις διεργασίες για την δημιουργία αστικών περιοχών. Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως για τα επιμελητήρια πρωτευουσών και «πόλεων — περιφερειών». Συμβάλλουν σε όλες τις περιπτώσεις στην οικονομική και πολιτιστική μυστικότητα και ακτινοβολία των περιοχών τους, συνεκτιμώντας την ποιότητα ζωής και το σεβασμό του περιβάλλοντος.

6.   Ευρωπαϊκές εξελίξεις

6.1

Σε επίπεδο Ε.Ε., ο στόχος προτεραιότητας της Επιτροπής BAROSSO είναι η εφαρμογή της στρατηγικής της Λισσαβόνας. Το θέμα αφορά όλους τους επιτρόπους. Η ΓΔ REGIO τοποθέτησε τη στρατηγική της Λισσαβόνας στο κέντρο της περιφερειακής πολιτικής «νέου τύπου», με αιχμή του δόρατος την αστική ανάπτυξη.

6.1.1

Η «Λισσαβόνα» και η αστική ανάπτυξη έχουν καταστεί προτεραιότητες σε όλες τις περιφέρειες που επωφελούνται από κοινοτικά προγράμματα. Τα προγράμματα αυτά δεν έχουν ως αποκλειστικό στόχο τις μητροπολιτικές περιοχές. Γι αυτές, ένα από τα πιο πολύτιμα προγράμματα είναι το URBACT.

6.1.2

Παράλληλα με την ΓΔ REGIO, υπάρχουν ειδικά προγράμματα, τα οποία διαχειρίζονται άλλες ΓΔ, όπως για παράδειγμα η ΓΔ Έρευνας, η ΓΔ Περιβάλλοντος και η ΓΔ Μεταφορών, και που είναι σημαντικά για τις μητροπόλεις, επειδή διαπνέονται περισσότερο από πριν από τους στόχους της «Λισσαβόνας». Αυτό δεν αφορά τις μητροπόλεις αφεαυτές, αλλά όλα τα προγράμματα τα οποία αποσκοπούν στην ενίσχυση των επιδόσεων των πόλεων ισχύουν επίσης και για τις μητροπολιτικές περιοχές.

6.1.3

Τον Ιούλιο του 2006, ομάδα εργασίας του Συμβουλίου δημοσίευσε το πρώτο σχέδιο περιφερειακής ατζέντας (7), όπου περιγράφονται εμπεριστατωμένα οι τάσεις αστυφιλίας στην ευρωπαϊκή κοινωνία. Όμως, εξακολουθεί να μην υπάρχει σαφής διάκριση μεταξύ πόλεων και μητροπολιτικών περιοχών.

6.2

Διάφορα άτυπα Συμβούλια των Υπουργών Χωροταξίας αφιερώθηκαν στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι (μεγάλες) πόλεις (8). Ο χωροταξικός σχεδιασμός περιλαμβάνεται στις αρμοδιότητες της Ε.Ε. στο άρθρο 175.2 (9) του κεφαλαίου για το περιβάλλον της Συνθήκης.

6.3

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο  (10) υπογραμμίζει ότι «οι πόλεις και τα αστικά συγκροτήματα ή περιοχές συγκεντρώνουν το 78 % του πληθυσμού της Ε.Ε. και αντιπροσωπεύουν ένα χώρο όπου συγκεντρώνονται οι πιο πολυσύνθετες και ταυτόχρονα οι πιο συνηθισμένες προκλήσεις». Θεωρείται ότι είναι οι καθοριστικοί παράγοντες για την υλοποίηση των στόχων της Λισσαβόνας και του Γκέτεμποργκ.

6.3.1

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί να υπάρξει μέριμνα για τον συντονισμό όλων των γενικών διευθύνσεων της Επιτροπής που ασχολούνται άμεσα η έμμεσα με θέματα αστικής πολιτικής, έτσι ώστε να εντοπισθούν τα συγκεκριμένα προβλήματα που παρατηρούνται στις αστικές περιοχές σε κάθε τομέα δράσης και για να επιτραπεί μια κοινή παρουσίαση των θετικών αποτελεσμάτων που έχουν οι πολιτικές που εφαρμόζονται. Προτείνει τη σύσταση ειδικής διυπηρεσιακής ομάδας και απευθύνει έκκληση για την έναρξη περιφερειακού διαλόγου.

6.4

Η Επιτροπή των Περιφερειών εφιστά την προσοχή των ευρωπαϊκών φορέων στην αυξανόμενη συχνότητα των προκλήσεων με τις οποίες έρχονται αντιμέτωπες οι αστικές περιοχές. Τα συμπεράσματά της απορρέουν από τις ίδιες ανησυχίες και τις ίδιες αρχές που τρέφουν και υποστηρίζουν το ΕΚ και η ΕΟΚΕ.

6.4.1

Η Επιτροπή των Περιφερειών υπογραμμίζει την πραγματικότητα των «λειτουργικών περιφερειών» και τη συνεργασία που υπάρχει μεταξύ εταίρων πέραν των διοικητικών συνόρων — εθνικών, περιφερειακών και τοπικών — συνεργασίας που πρέπει να ευνοείται από τις κοινοτικές πολιτικές με τη θέσπιση ειδικών κινήτρων, όπως η προώθηση έργων για τη στρατηγική ανάπτυξη πολύ μεγάλων περιοχών. Αυτό που ενδιαφέρει ιδιαιτέρως είναι να δημιουργηθούν εκ νέου δίκτυα συνεργασίας και να ενισχυθούν τα υφιστάμενα δίκτυα μεταξύ των μητροπολιτικών και αστικών περιοχών, με την αξιοποίηση της συνεργασίας που λαμβάνει χώρα σήμερα με την πρωτοβουλία Interreg III, η οποία, την περίοδο 2007-2013, θα επικεντρωθεί στο στόχο της εδαφικής συνεργασίας. (11)

6.5

Στις δηλώσεις του Μαρτίου και του Σεπτεμβρίου 2006, το Δίκτυο METREX (12) τονίζει ότι είναι απαραίτητο να οριστεί η έννοια των μητροπολιτικών περιοχών και να αναγνωριστούν οι περιοχές αυτές ως καθοριστικός συντελεστής της περιφερειακής ατζέντας της Ε.Ε.. Το Δίκτυο τάσσεται υπέρ της παραγωγής συγκρίσιμων δεδομένων σε ευρωπαϊκή κλίμακα σχετικά με τις μητροπολιτικές περιοχές. Παράλληλα, ζητεί να καταρτιστεί από την Επιτροπή πράσινη βίβλος που θα αποτελείται από τρία βασικά σκέλη: οικονομική ανταγωνιστικότητα, κοινωνική συνοχή και προστασία του περιβάλλοντος. Το Δίκτυο θεωρεί ότι πολλά σημαντικά προβλήματα, όπως η αλλαγή του κλίματος, η δημογραφική γήρανση ή η μετανάστευση, που πρέπει να αντιμετωπιστούν από την Ευρώπη, δεν μπορούν να ρυθμιστούν αποτελεσματικά και με ολοκληρωμένο τρόπο παρά μόνο με τη βοήθεια των μητροπολιτικών περιοχών. Τέλος, θεωρεί ότι οι μητροπολιτικές περιοχές μπορούν να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο στην προσπάθεια για την υλοποίηση των στόχων της Λισσαβόνας, ιδιαιτέρως για την εξασφάλιση της ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης στον παγκόσμιο χώρο.

6.6

Ο αριθμός των περιφερειών που εκπροσωπούνται στις Βρυξέλλες έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια (13). Στις διασκέψεις που διοργανώνουν, ένα από τα θέματα τα οποία συζητούνται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι συχνά η ανάπτυξη και οι επιδόσεις των μητροπολιτικών περιοχών.

6.7

Μια ομάδα περιφερειών που εκπροσωπούνται στις Βρυξέλλες οργανώθηκε υπό την επωνυμία «Περιφέρειες της Λισσαβόνας».

6.8

Στο πλαίσιο του προγράμματος ORATE συγκεντρώθηκε τα τελευταία χρόνια μια σειρά από πληροφορίες, δεδομένα, δείκτες και εκθέσεις για τις ευρωπαϊκές περιφέρειες. Όμως, για εκείνους που παρατηρούν ότι τα περιφερειακά διοικητικά σύνορα είναι πολύ διαφορετικά από αυτά των μητροπολιτικών περιοχών, τα αποτελέσματα αυτών των υψηλής ποιότητας εργασιών δεν προσφέρουν στους αρμόδιους για την ανάπτυξη, τη χωροταξία και τη διαχείριση των μητροπολιτικών περιοχών τις πληροφορίες και τις αναλύσεις που χρειάζονται για τον καθορισμό των περισσότερο αναγκαίων πολιτικών για την αξιοποίηση όλου του δυναμικού που διαθέτουν οι μεγάλες αστικές περιοχές.

6.9

Η ΓΔ Περιφερειακής Πολιτικής και η Eurostat ξεκίνησαν το πρόγραμμα Αστική Αξιολόγηση με στόχο την παροχή αξιόπιστων και συγκρίσιμων δεικτών για μια σειρά πόλεων (14). Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τις προσπάθειες που γίνονται για τη συγκέντρωση δεδομένων για τις αστικές ζώνες. Όμως, τα χαρακτηριστικά των πληροφοριών που παρέχονται δεν επιτρέπουν ακόμη την ευρεία αξιοποίησή τους (15).

7.   Μια ζωηρή συζήτηση

7.1

Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι η συζήτηση σχετικά με τις μητροπολιτικές περιοχές είναι πολύ πιο ζωηρή από εκείνη που διεξαγόταν πριν από μερικά χρόνια και αυτό για δύο βασικούς λόγους: Αφενός, ο πολλαπλασιασμός των μεγάλων αστικών περιοχών σε όλο τον κόσμο κατέστησε σαφές ότι υπάρχει ένα νέο είδος αστικής οργάνωσης που καθιερώνεται με πολύ ταχύ ρυθμό (16). Αφετέρου, η αναγνώριση της σχέσης που υφίσταται μεταξύ της οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντολογικής ανάπτυξης μεγάλων μητροπολιτικών περιοχών και της στρατηγικής της Λισσαβόνας τροφοδότησε περαιτέρω τη συζήτηση αυτή.

7.2

Σε όλα τα κράτη μέλη, μικρά και μεγάλα, περισσότερο ή λιγότερο ανεπτυγμένα, διεξάγονται πολιτικές και κοινωνικές συζητήσεις στο ενδεδειγμένο επίπεδο.

7.3

Οι συζητήσεις αυτές διεξάγονται καταρχάς σε εθνική κλίμακα. Παρόλα αυτά, σε αρκετές περιπτώσεις, οι αρχές αναγνωρίζουν ότι η πραγματική διάσταση ορισμένων μητροπολιτικών περιοχών δεν περιορίζεται στην εθνική επικράτεια. Τα παραδείγματα των περιοχών Κοπεγχάγη — Μάλμε και Βιέννη — Μπρατισλάβα αναφέρθηκαν ήδη, πρέπει όμως να γίνει επίσης λόγος και για τις μητροπολιτικές περιοχές που ορίστηκαν από τις γαλλικές αρχές, όπως οι περιοχές Metz-Luxembourg- Saarbrücken και Lille-Courtrai. σε όλη την Ε.Ε., παρατηρείται αύξηση του αριθμού των διασυνοριακών περιφερειών που τείνουν προς τη διαμόρφωση μητροπολιτικών περιοχών.

7.4

Παρά την εντατικοποίηση του ρυθμού της συζήτησης εδώ και μερικά χρόνια, η ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι αυτές οι νέες διαρθρώσεις ευρίσκονται ακόμη στα σπάργανα.

7.5

Η μεγάλη πλειοψηφία των πόλεων και των μητροπολιτικών περιοχών που επιθυμούν να προβάλουν την παρουσία τους στον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο χώρο παρουσιάζουν την περίπτωσή τους με εθνικά ή περιφερειακά στοιχεία, χωρίς να λαμβάνουν πάντα υπόψη την πραγματική διάσταση της περιοχής στην οποία αναφέρονται. Πρόκειται για μια από τις συνέπειες της διαφοράς που υφίσταται μεταξύ των μητροπολιτικών περιοχών και της διοικητικής περιφέρειας ή των διοικητικών περιφερειών όπου εντάσσονται.

7.6

Παρά τις διαφορές που υφίστανται σε ό,τι αφορά στις προσεγγίσεις και τις εθνικές και περιφερειακές διαρθρώσεις, η ΕΟΚΕ διαπιστώνει μια προφανή σύγκλιση των προβληματικών. στα πολυσυζητημένα θέματα περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

Η κρίσιμη μάζα μιας μητροπολιτικής περιοχής, ή μιας πόληςπεριφέρειας, ή ενός δικτύου πόλεων και κοινοτήτων·

η ισορροπία μεταξύ των αστικών και αγροτικών περιοχών που αποτελούν τη μητροπολιτική περιοχή·

οι λειτουργίες των μητροπολιτικών περιοχών·

εκπαίδευση και κατάρτιση·

δημιουργικότητα, έρευνα και καινοτομία·

σχηματισμός πυρήνων και ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων στις διεθνείς αγορές·

προσέλκυση και υποδοχή διεθνών επενδύσεων·

μεγάλες υποδομές, χρηματοδότηση αυτών και εταιρική σχέση δημόσιου — ιδιωτικού τομέα·

δίκτυα μεταφορών και τηλεπικοινωνιών που συνδέουν τις μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο·

πολιτιστική ακτινοβολία·

πολυπολιτισμική κοινωνία (μετανάστευση) και οι προκλήσεις που σχετίζονται με τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό·

απασχολησιμότητα του εργατικού δυναμικού και δημιουργία απασχόλησης·

βιομηχανική παραγωγή και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας·

αλλαγή του κλίματος, έλεγχος της ενέργειας, περιορισμός των οχλήσεων και διαχείριση αποβλήτων·

απορρύπανση και αναδιαμόρφωση βιομηχανικών περιοχών σε σχέση με την αναδιάρθρωση παραγωγικών δραστηριοτήτων·

περιορισμός της ανασφάλειας, της εγκληματικότητας και των κινδύνων που εγκυμονεί η παγκόσμια τρομοκρατία·

μείωση των ανισοτήτων μεταξύ υποπεριφερειακών περιοχών και εταιρική σχέση μεταξύ κέντρου και περιφέρειας·

διακυβέρνηση.

7.7

Το κοινό δεν έχει πάντα την αίσθηση της ταύτισης με μια μητροπολιτική περιοχή. Οι ευρωπαϊκές μητροπολιτικές περιοχές στερούνται πολιτικής νομιμότητας. Οι παλαιές διοικητικές διαρθρώσεις δεν επαρκούν πλέον — ανήκουν σε παρελθόντες ιστορικούς κύκλους — ωστόσο οι εθνικές κυβερνήσεις δείχνουν ιδιαίτερα ευάλωτες στις αντιδράσεις των ενδιαφερομένων πλευρών κατά των νέων διαρθρώσεων και ιδιαιτέρως στις αντιδράσεις των υφιστάμενων τοπικών πολιτικών σε διοικητικών φορέων. Από την άλλη πλευρά, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι μητροπολιτικές περιοχές είναι τεράστιες. Για να τις υπερβούν και για να διαχειριστούν με ορθό τρόπο τις εξελίξεις, πρέπει να υπάρξει σχεδόν παντού μια νέα οργάνωση της διακυβέρνησης.

Βρυξέλλες 25 Απριλίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Ένα πρώτο επιτυχημένο πείραμα πραγματοποιήθηκε ήδη στα πλαίσια του προγράμματος INTERREG II C και 2000. Το πείραμα αφορούσε 14 μητροπολιτικές περιοχές της βορειοδυτικής Ευρώπης. Αναφέρεται στη μελέτη GEMACA.

(2)  Κατά την 410η σύνοδο της ολομέλειάς της, που πραγματοποιήθηκε στις 30 Ιουνίου και 1 Ιουλίου (συνεδρίαση της 1ης Ιουλίου 2004), η ΕΟΚΕ υιοθέτησε γνωμοδότηση με θέμα «Οι μητροπολιτικές περιοχές»: οι κοινωνικο-οικονομικές τους συνέπειες για το μέλλον της Ευρώπης με 129 ψήφους υπέρ και 2 αποχές.

(3)  CESE 1169/2006 — «Η εισερχόμενη μετανάστευση στην ΕΕ και οι πολιτικές ένταξης: Η συνεργασία μεταξύ των περιφερειακών και τοπικών αρχών και οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών».

(4)  Αναφορά στην ανταπόκριση της Επιτροπής, DG REGIO, στη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας — CESE 968/2004 — Ιούλιος 2004.

(5)  Competitive Cities: where do the core cities stand? (Core cities σημαίνει μητροπολιτικές περιοχές εκτός Λονδίνου, κυρίως αυτές στα βορειοανατολικά της χώρας).

(6)  DIACT: Διυπουργική Διάσκεψη Χωροταξίας και Ανταγωνιστικότητας (πρώην DATAR).

(7)  The Territorial State and Perspectives of the European Union Document, Towards a Stronger European Territorial Cohesion in the Light of the Lisbon and Gothenburg Ambitions, προσχέδιο, 26 Ιουνίου 2006.

(8)  Το πρώτο άτυπο Συμβούλιο των υπουργών χωροταξίας και εσωτερικών υποθέσεων, όπου συζητήθηκαν σε βάθος οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι πόλεις, πραγματοποιήθηκε στο Ρότερνταμ, τον Νοέμβριο του 2004. Επακολούθησε το άτυπο Συμβούλιο του Λουξεμβούργου, το Μάιο του 2005 με θέμα «Η κατάσταση και οι προοπτικές της επικράτειας της Ε.Ε.». Το προσεχές άτυπο συμβούλιο θα πραγματοποιηθεί στη Λειψία, το Μάιο του 2007.

(9)  

Άρθρο 175 (18)

1.   Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με τη διαδικασία του άρθρου 251 και μετά από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, αποφασίζει τις δράσεις που πρέπει να αναλάβει η Κοινότητα για την υλοποίηση των στόχων που αναφέρονται στο άρθρο 174.

2.   Κατά παρέκκλιση από τη διαδικασία λήψεως αποφάσεως της παραγράφου 1 και με την επιφύλαξη του άρθρου 95, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα μετά από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών, θεσπίζει:

α)

διατάξεις κυρίως φορολογικού χαρακτήρα·

β)

τα μέτρα που επηρεάζουν:

τη χωροταξία,

την ποσοτική διαχείριση των υδάτινων πόρων ή εκείνα που επιδρούν αμέσως ή εμμέσως στη διαθεσιμότητα των εν λόγω πόρων,

τις χρήσεις της γης, εξαιρουμένης της διαχείρισης των αποβλήτων·

γ)

τα μέτρα που επηρεάζουν αισθητά την επιλογή ενός κράτους μέλους μεταξύ διαφορετικών πηγών ενέργειας και τη γενική διάρθρωση του ενεργειακού του εφοδιασμού.

Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας υπό τους όρους του πρώτου εδαφίου, μπορεί να καθορίζει τα θέματα της παρούσας παραγράφου, για τα οποία οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με ειδική πλειοψηφία.

(10)  Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Έκθεση σχετικά με την αστική διάσταση στο πλαίσιο της διεύρυνσης — 21.9.2005.

(11)  Γνωμοδότηση CdR 38/2006 της 26ης Απριλίου 2006, εισηγητής ο κ. Haüpl, «Η πολιτική συνοχής και οι πόλεις: η συμβολή τους στην οικονομική ανάπτυξη και στην απασχόληση στις περιφέρειες».

(12)  METREX, Το Network of European Metropolitan Regions and Areas (Δίκτυο περιφερειών και μητροπολιτικών περιοχών της Ευρώπης) συγκροτείται σήμερα από περίπου πενήντα μεγάλες αστικές περιοχές.

(13)  Από 20 το 1990, σε 199 το 2006.

(14)  Διακρίνοντας τρία γεωγραφικά επίπεδα: Το κέντρο της πόλης, την ευρύτερη αστική ζώνη (LUZ) και τις υποαστικές συνοικίες. Σύμφωνα με τους υπεύθυνους του έργου η LUZ αντιστοιχεί περίπου στην λειτουργική αστική περιοχή

(15)  Στην ουσία, σχετικά λίγοι δείκτες είναι ενημερωμένοι για όλες τις LUZ για το ίδιο έτος· Τα γεωγραφικά όρια των LUZ ορίζονται με βάση εθνικά κριτήρια, Πράγμα το οποίο δεν εξασφαλίζει τη συγκρισιμότητα των δεικτών σε ευρωπαϊκή κλίμακα· Τα όρια αυτά δεν έχουν δημοσιοποιηθεί ακόμη. Οι δείκτες αναφέρονται σε παρελθόντα έτη (οι πιο πρόσφατοι αναφέρονται στο 2001)· Τα μέσα που έχουν τεθεί σήμερα στη διάθεση της Eurostat για την υλοποίηση αυτού του ιδιαίτερα σημαντικού έργου που καλύπτει 27 χώρες, 258 πόλεις, 260 LUZ και 150 δείκτες φαίνονται να είναι ιδιαιτέρως ανεπαρκή.

(16)  Ο παγκόσμιος πληθυσμός των αστικών περιοχών υπερβαίνει σήμερα τα 3 δισ. ανθρώπους. Ο πληθυσμός 400 μητροπολιτικών περιοχών υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο, ενώ πριν από έναν αιώνα ο αντίστοιχος αριθμός των περιοχών αυτών ήταν 16.


20.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 168/16


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Εδαφική Ατζέντα»

(2007/C 168/03)

Στις 7 Νοεμβρίου 2006, το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Μεταφορών, Δημοσίων Έργων και Αστικής Ανάπτυξης της Γερμανίας ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, εξ ονόματος της επερχόμενης γερμανικής Προεδρίας, να καταρτίσει γνωμοδότηση με θέμα: «Εδαφική Ατζέντα».

Το ειδικευμένο τμήμα «Οικονομική και Νομισματική Ένωση, οικονομική και κοινωνική συνοχή», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 20 Μαρτίου 2007, με βάση εισηγητική έκθεση του κ. PARIZA.

Κατά την 435η σύνοδο ολομέλειας, της 25ης και 26ης Απριλίου 2007 (συνεδρίαση της 25ης Απριλίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε ομόφωνα την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ ευχαριστεί και συγχαίρει τη γερμανική Προεδρία για το προπαρασκευαστικό έργο και την προσπάθεια διαφάνειας και διαβούλευσης που έχει καταβάλει σχετικά με την Εδαφική Ατζέντα.

1.2

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι έχει έρθει πλέον η στιγμή να ολοκληρωθεί η παρούσα φάση άτυπου συντονισμού στο Συμβούλιο και να πραγματοποιηθεί η μετάβαση σε μια νέα φάση πιο προωθημένης πολιτικής συνεργασίας. Με βάση το έργο που έχει ήδη καταβληθεί, καθώς και τη νέα συμβολή που αναμένεται από το ESPON/ORATE, πρέπει να πραγματοποιηθεί ένα νέο βήμα προς την ολοκλήρωση, με σαφή εντολή προς την Επιτροπή, ώστε να της δοθεί η δυνατότητα πρωτοβουλίας.

1.3

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι, από τις συζητήσεις στο Συμβούλιο σχετικά με την Εδαφική Ατζέντα, πρέπει να προκύπτουν πιο συγκεκριμένες πολιτικές αποφάσεις, πράγμα το οποίο απαιτεί την πιο ενεργό συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εφόσον εκείνη είναι που μπορεί καλύτερα να εξασφαλίσει τη συνεκτικότητα και τη συμβατότητα των διαφόρων προσεγγίσεων της εδαφικής συνοχής στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

1.4

Ο στόχος της εδαφικής συνοχής σε επίπεδο ΕΕ καθιστά αναγκαίο να αποκτήσει η Επιτροπή ειδική και ισχυρή υπηρεσία που θα αναλύει, θα αντλεί συμπεράσματα και θα υποβάλλει πολιτικές προτάσεις που να εδραιώνουν την προστιθέμενη αξία μιας ευρωπαϊκής προσέγγισης της εδαφικής συνοχής.

1.5

Η ΕΟΚΕ προτείνει να εξασφαλιστεί η συνέχιση του έργου μετά τη λήξη της γερμανικής Προεδρίας. Η Επιτροπή θα πρέπει να προβεί σε αναλύσεις, σε συνθέσεις και σε πρακτική εφαρμογή της Εδαφικής Ατζέντας, μέσα από ένα πρόγραμμα δράσης που θα σέβεται τις αρμοδιότητες των πολιτικών χωροταξίας των κρατών μελών και των περιφερειών.

1.6

Στην τέταρτη έκθεση για τη συνοχή, που βρίσκεται στη φάση της κατάρτισης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θα πρέπει να αναλύεται η εδαφική επίδραση των κοινοτικών ταμείων και να οριστούν διασυνδέσεις ανάμεσα στην πολιτική συνοχής και τους στόχους της Εδαφικής Ατζέντας. Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι πρέπει να ενισχυθούν τα προγράμματα διασυνοριακής συνεργασίας.

1.7

Στη διαχείριση της Εδαφικής Ατζέντας πρέπει να συμμετέχουν κατά τρόπο ισορροπημένο οι διάφορες αρχές που αναπτύσσουν δράση επί των εδαφών: τοπικές, περιφερειακές, εθνικές και ευρωπαϊκές, καθώς και η οργανωμένη κοινωνία των πολιτών, με την οποία πρέπει να διενεργείται πρότερη διαβούλευση.

1.8

Η ΕΟΚΕ προτείνει στο Συμβούλιο Υπουργών να τεθεί σε εφαρμογή ανοιχτή μέθοδος συντονισμού για την Εδαφική Ατζέντα, με συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές, ως ένα πρώτο βήμα προκειμένου τα ζητήματα αυτά να ενταχθούν στην κοινοτική μέθοδο, μετά την υιοθέτηση της Συνταγματικής Συνθήκης.

1.9

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να υιοθετήσει σύντομα η ΕΕ τη Συνταγματική Συνθήκη, που περιλαμβάνει τον στόχο της εδαφικής συνοχής, και προτείνει, με βάση την υπάρχουσα συναίνεση σχετικά με την Εδαφική Ατζέντα, το άτυπο Συμβούλιο της Λειψίας να συνιστά στα συμπεράσματά του τη σταδιακή εφαρμογή της Ατζέντας αυτής, αντί να επισημαίνει τον μη δεσμευτικό χαρακτήρα της.

1.10

Κατά συνέπεια, η ΕΟΚΕ ζητά από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προτείνει στο Συμβούλιο Υπουργών να προωθήσει την εφαρμογή της Εδαφικής Ατζέντας, αξιοποιώντας τις υφιστάμενες νομικές βάσεις.

2.   Αίτηση γνωμοδότησης εκ μέρους της γερμανικής Προεδρίας

2.1

Στις 7 Νοεμβρίου 2006, το Ομοσπονδιακό Υπουργείο Μεταφορών, Δημοσίων Έργων και Αστικής Ανάπτυξης της Γερμανίας ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, εξ ονόματος της επερχόμενης γερμανικής Προεδρίας, να καταρτίσει διερευνητική γνωμοδότηση με θέμα την Εδαφική Ατζέντα.

2.2

Στην άτυπη συνεδρίαση με θέμα την εδαφική συνοχή και την αστική ανάπτυξη που θα πραγματοποιήσουν στη Λειψία, στις 24 και 25 Μαΐου 2007, οι ευρωπαίοι υπουργοί θα υιοθετήσουν έγγραφο πολιτικού προβληματισμού, την Εδαφική Ατζέντα της ΕΕ  (1) , με βάση την έκθεση με τίτλο «Εδαφική κατάσταση και προοπτικές της ΕΕ»  (2) . Στην έκθεση αυτή, αναλύονται οι κύριες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ΕΕ όσον αφορά την πολιτική χωροταξίας και υποδεικνύεται, με τη βοήθεια παραδειγμάτων, πώς να αξιοποιηθεί καλύτερα το δυναμικό που αντιπροσωπεύει η εδαφική ποικιλομορφία της Ευρώπης ώστε να προωθηθεί μια βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη. Η Εδαφική Ατζέντα της ΕΕ συνίσταται σε ένα σύνολο συστάσεων, με στόχο να λαμβάνεται περισσότερο υπόψη η εδαφική ποικιλομορφία της ΕΕ, και σε ένα σύνολο προτάσεων, που αφορούν πρόγραμμα δράσης για την πολιτική χωροταξίας.

2.3

Η ΕΟΚΕ έχει ταχθεί υπέρ της αύξησης της συνεργασίας στον τομέα της πολιτικής για την ευρωπαϊκή χωροταξία από το 1995:

«Ευρώπη 2000+, Χωροταξική συνεργασία στην Ευρώπη»ΕΕ αριθ. C 133 της 31.5.1995, σελ. 4.

«Χωροταξία και διαπεριφερειακή συνεργασία στη Μεσόγειο»ΕΕ αριθ. C 133 της 31.5.1995, σελ 32 + Παράρτημα

«Ευρώπη 2000+, Ευρωπαϊκή συνεργασία για τη χωροταξία»ΕΕ αριθ. C 301 της 13.11.1995, σελ. 10

Και σε άλλες, πιο πρόσφατες, γνωμοδοτήσεις συνιστάται επίσης να λαμβάνεται περισσότερο υπόψη η εδαφική διάσταση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης:

«Οι μητροπολιτικές περιοχές: κοινωνικοοικονομικές συνέπειες για το μέλλον της Ευρώπης»ΕΕ αριθ. C 302 της 7.12.2004, σελ. 101

«Θεματική στρατηγική για το αστικό περιβάλλον»ΕΕ αριθ. C 318 της 23.12.2006, σελ. 86

«Έκθεση για τον αντίκτυπο και τις συνέπειες των διαρθρωτικών πολιτικών όσον αφορά τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης» — CESE 84/2007

«Η στέγαση και η περιφερειακή πολιτική» — CESE 407/2007.

3.   Η Εδαφική Ατζέντα: από τον προβληματισμό στην ανάληψη δράσης

3.1

Η πρώτη άτυπη σύνοδος των αρμόδιων για τη χωροταξία και γενικά για τις εδαφικές πολιτικές υπουργών πραγματοποιήθηκε στη Nantes, το 1989.

3.2

Τέτοιες συνεδριάσεις διοργανώνονται με πρωτοβουλία της εκάστοτε εξαμηνιαίας Προεδρίας της ΕΕ. Το 1993, στη συνεδρίαση της Λιέγης, αποφασίστηκε η κατάρτιση του Σχεδίου ανάπτυξης του κοινοτικού χώρου (ΣΑΚΧ)  (3), το οποίο υιοθετήθηκε το 1999 στο Potsdam, και αντιπροσωπεύει το κοινό πλαίσιο αναφοράς για τις άτυπες συναντήσεις των αρμόδιων για τη χωροταξία και τις εδαφικές πολιτικές υπουργών.

3.3

Κατά την άτυπη υπουργική συνάντηση για την εδαφική συνοχή που πραγματοποιήθηκε στο Ρότερνταμ το Νοέμβριο του 2004, οι υπουργοί συμφώνησαν να εντάξουν στο πολιτικό τους πρόγραμμα έως το 2007 την προετοιμασία συγκεφαλαιωτικού εγγράφου με τίτλο «Εδαφική κατάσταση και προοπτικές της ΕΕ», το οποίο και συνιστά τη βάση της Εδαφικής Ατζέντας.

3.4

Η Εδαφική Ατζέντα συνιστά στρατηγικό πλαίσιο, το οποίο ορίζει τις προτεραιότητες για την εδαφική ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συμβάλλει στην οικονομική μεγέθυνση και στη βιώσιμη ανάπτυξη, καθώς ενισχύει την εδαφική συνοχή, η οποία θα μπορούσε να οριστεί ως η ικανότητα της πολιτικής για τη συνοχή να προσαρμόζεται σε ιδιαίτερες ανάγκες και χαρακτηριστικά λόγω γεωφυσικών πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων, προκειμένου να επιτυγχάνεται ισορροπημένη και βιώσιμη εδαφική ανάπτυξη.

3.5

Ο στόχος της εδαφικής συνοχής εντάχθηκε στο σχέδιο Συνταγματικής Συνθήκης του Ιουνίου του 2003, στο άρθρο ΙΙΙ-116, ως τρίτη διάσταση της συνοχής, παράλληλα προς την οικονομική και την κοινωνική συνοχή. Η εδαφική διάσταση των κοινοτικών πολιτικών αναλύεται επίσης στην τρίτη έκθεση για τη συνοχή, που κατήρτισε η Επιτροπή το 2005. Οι κοινοτικοί στρατηγικοί προσανατολισμοί για τη συνοχή, που υιοθετήθηκαν το 2006, περιλαμβάνουν επίσης τη νέα αυτή εδαφική διάσταση της συνοχής.

3.6

Κατά την άτυπη υπουργική συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο Λουξεμβούργο, τον Μάιο του 2005, οι υπουργοί ενέκριναν τα ακόλουθα θέματα και προτεραιότητες της Εδαφικής Ατζέντας:

Προώθηση της αστικής ανάπτυξης σύμφωνα με ένα πολυκεντρικό πρότυπο.

Ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ αστικών κέντρων και υπαίθρου.

Προώθηση ανταγωνιστικών και καινοτόμων διεθνικών «συστάδων».

Ενίσχυση των διευρωπαϊκών τεχνολογικών δικτύων.

Προώθηση της διευρωπαϊκής διαχείρισης κινδύνων.

Προστασία των οικοσυστημάτων και των πολιτιστικών πόρων.

3.7

Μεταξύ των καίριων δράσεων, επισημαίνονται οι ακόλουθες:

Δράσεις για την προώθηση κοινοτικών πολιτικών πιο συνεκτικών από εδαφική άποψη.

Δράσεις για την παροχή ευρωπαϊκών μηχανισμών για την εδαφική συνοχή.

Δράσεις για την ενίσχυση της εδαφικής συνοχής στα κράτη μέλη.

Κοινές δραστηριότητες των υπουργών.

4.   Σχέδιο Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου (ΣΑΚΧ)

4.1

Το ΣΑΚΧ αποτελεί ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς για τους διαφόρους παράγοντες της χωροταξίας και της εδαφικής ανάπτυξης (ΕΕ, κράτη, περιφέρειες και άλλες εδαφικές αρχές), το οποίο υποστηρίζει την εδαφική διάσταση μιας πολυκεντρικής Ευρώπης και την αναγκαία εδαφοποίηση των τομεακών πολιτικών της ΕΕ. Πρόκειται για διακυβερνητική πρωτοβουλία, που υιοθετήθηκε κατά την υπουργική συνάντηση του Potsdam το 1999 και που δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα. Στην πράξη, το ΣΑΚΧ έχει τεθεί σε εφαρμογή μόνον όσον αφορά τη σύσταση του Δικτυακού Παρατηρητηρίου Χωροταξίας του Ευρωπαϊκού Εδάφους (European Spatial Planning Observation Network — ESPON/ORATE (4)) και, εμμέσως, μέσω των τριών προγραμμάτων INTERREG.

4.2

Οι στόχοι του ΣΑΚΧ είναι οι εξής:

Προσδιορισμός, στην κλίμακα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γενικών αρχών εδαφικής δράσης, με στόχο την εξασφάλιση ισόρροπης βιώσιμης χωροταξικής ανάπτυξης του εδάφους της Ένωσης.

Συμβολή στην οικονομική και την κοινωνική συνοχή, οι οποίες στηρίζονται και λαμβάνουν συγκεκριμένη μορφή σε εδαφικό επίπεδο.

Διαφύλαξη των φυσικών βάσεων της ζωής και της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Επίτευξη πιο ισόρροπης ανταγωνιστικότητας του ευρωπαϊκού χώρου.

4.3

Τέσσερα σημαντικά πεδία αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και ασκούν σημαντικές πιέσεις στη χωροταξική ανάπτυξη:

Η εξέλιξη των αστικών περιοχών. Πάνω από τα τρία τέταρτα του ευρωπαϊκού πληθυσμού ζουν σήμερα σε πόλεις.

Η εξέλιξη των αγροτικών και ορεινών ζωνών, που αποτελούν τα τρία τέταρτα σχεδόν της ευρωπαϊκής επικράτειας.

Οι μεταφορές και η κατανομή των υποδομών στο ευρωπαϊκό έδαφος.

Η διαφύλαξη της φυσικής και της πολιτιστικής κληρονομιάς.

4.4

Με βάση τα πεδία αυτά, το ΣΑΚΧ ορίζει τις ακόλουθες κατευθύνσεις:

Πολυκεντρική χωροταξική ανάπτυξη.

Ενίσχυση της συνεργασίας πόλης-υπαίθρου.

Ισότιμη πρόσβαση στις υποδομές μεταφορών, τηλεπικοινωνιών και γνώσης.

Συνετή διαχείριση της φυσικής και της πολιτιστικής κληρονομιάς.

4.5

Κάποιες συγκεκριμένες δράσεις που έχουν προβλεφθεί είναι:

Συνυπολογισμός των πολιτικών προσανατολισμών του ΣΑΚΧ στην εφαρμογή των διαρθρωτικών ταμείων και στη χωροταξική πολιτική σε κάθε κράτος μέλος.

Δοκιμαστική εφαρμογή της διασυνοριακής, διεθνικής και διαπεριφερειακής συνεργασίας στο πλαίσιο του INTERREG.

Συνυπολογισμός των συνεπειών που έχουν στον χώρο διάφορες άλλες τομεακές πολιτικές, όπως π.χ. η πολιτική μεταφορών.

Ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνεργασίας σε θέματα αστικών πολιτικών.

Έναρξη της λειτουργίας του Δικτυακού Παρατηρητηρίου της Ευρωπαϊκής Χωροταξίας (ESPON/ORATE).

4.6   ESPON/ORATE — Δικτυακό Παρατηρητήριο της Ευρωπαϊκής Χωροταξίας

4.6.1

Το Δικτυακό Παρατηρητήριο της Ευρωπαϊκής Χωροταξίας (ORATE) είναι πρόγραμμα εφαρμοσμένης έρευνας στο πεδίο της χωροταξικής ανάπτυξης και χρηματοδοτείται από το INTERREG και τα κράτη μέλη. Στόχος του είναι να παρέχει στους αρμοδίους για την χάραξη των εθνικών και περιφερειακών πολιτικών της Ευρώπης συστηματοποιημένα και ενημερωμένα στοιχεία σχετικά με τις χωροταξικές τάσεις και με τις συνέπειες των πολιτικών στις ευρωπαϊκές περιφέρειες και εδάφη, στοιχεία που μπορούν να συμβάλουν άμεσα στη χάραξη και την εφαρμογή των πολιτικών.

4.6.2

Το σύνολο της εφαρμοσμένης έρευνας του προγράμματος ORATE αφορά την επικράτεια 29 ευρωπαϊκών χωρών, στις οποίες συγκαταλέγονται τα 27 κράτη μέλη της ΕΕ, μαζί με τη Νορβηγία και την Ελβετία.

4.6.3

Ο προϋπολογισμός προβλέπεται να αυξηθεί σημαντικά: από 7 εκατομμύρια ευρώ για την περίοδο 2000-2006, το νέο πρόγραμμα ORATE 2013 για την περίοδο 2007-2013 θα διαθέτει 34 εκατομμύρια ευρώ, τα οποία, εάν προστεθεί η συμβολή των κρατών, ενδέχεται να φτάσουν τα 45 εκατομμύρια ευρώ.

5.   Παρατηρήσεις

5.1   Νομική βάση και κοινοτική μέθοδος

5.1.1

Σε οτιδήποτε αφορά ζητήματα που επηρεάζουν τα εδάφη, η προστιθέμενη αξία που προσφέρει μια κοινή ευρωπαϊκή προσέγγιση είναι απολύτως αναγκαία. Η σωρευμένη εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών και η ανάγκη να λαμβάνεται υπόψη η εδαφική διάσταση της ευρωπαϊκής ενοποίησης απαιτεί τη σταδιακή «κοινοτικοποίηση» των πολιτικών που επηρεάζουν την γενική προσέγγιση του ευρωπαϊκού χώρου.

5.1.2

Η Ευρωπαϊκή Ένωση αναπτύσσει πολυάριθμες κοινοτικές πολιτικές που είτε δρουν άμεσα είτε έχουν επίδραση στα εδάφη: πολιτική ανταγωνισμού, διευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών, τηλεπικοινωνιών και ενέργειας, περιβαλλοντική πολιτική, γεωργική πολιτική, πολιτική έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, περιφερειακή πολιτική, επενδύσεις της ΕΤΕ κλπ. Εντούτοις, η ΕΕ δεν διαθέτει μια κοινή προσέγγιση που να συγκεντρώνει, να αξιολογεί και να συντονίζει τις επιδράσεις που έχουν οι πολιτικές αυτές στα ευρωπαϊκά εδάφη.

5.1.3

Μια κοινή προσέγγιση των ευρωπαϊκών εδαφών απαιτεί κοινούς ευρωπαϊκούς στόχους και κατευθύνσεις. Η προστιθέμενη αξία των ευρωπαϊκών εδαφικών κατευθύνσεων είναι σαφής όσον αφορά στόχους όπως: η προστασία του περιβάλλοντος, η πολυκεντρική και βιώσιμη αστική ανάπτυξη, τα διευρωπαϊκά δίκτυα, η πρόληψη, μέσω ευρωπαϊκών σχεδίων, των φυσικών τεχνολογικών και κλιματολογικών καταστροφών.

5.1.4

Η καλούμενη «κοινοτική μέθοδος» (5) είναι η μέθοδος σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν πρωτοβουλίας άλλων κοινοτικών οργάνων, καταρτίζει συγκεκριμένες προτάσεις προς ενδεχόμενη υιοθέτηση από το Συμβούλιο Υπουργών, κατά περίπτωση, σε συναπόφαση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

5.1.5

Για ορισμένες πολιτικές, το Συμβούλιο έχει εφαρμόσει τη λεγόμενη «ανοιχτή μέθοδο συντονισμού», η οποία συνιστά μια διαδικασία πολιτικής δράσης λιγότερο εντατική και επακριβή από την κοινοτική μέθοδο. Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι, για τα ζητήματα της Εδαφικής Ατζέντας, η ανοιχτή μέθοδος συντονισμού μπορεί να φανεί χρήσιμη ως προκαταρκτικό στάδιο της κοινοτικής μεθόδου. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί η ανοιχτή μέθοδος συντονισμού έως την υιοθέτηση της Συνταγματικής Συνθήκης, βάσει της οποίας θα είναι δυνατή η εφαρμογή της κοινοτικής μεθόδου.

5.1.6

Το σύστημα αυτό, όμως, όπως έχει αποδείξει η ευρωπαϊκή πείρα από άλλες πολιτικές, είναι χρήσιμο μόνον όταν η Επιτροπή αναλαμβάνει πολύ δραστήριο ρόλο και όταν εργάζεται βάσει πολύ συγκεκριμένων στόχων και κατευθύνσεων.

5.1.7

Ανεξάρτητα από τη λύση που θα δοθεί στο σχέδιο Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης (στο μέρος ΙΙΙ του οποίου περιλαμβάνεται η εδαφική συνοχή και προβλέπεται η διαβούλευση με την ΕΟΚΕ), ως νομική βάση για τη χάραξη μιας κοινής προσέγγισης των ευρωπαϊκών εδαφών θα μπορούσαν να χρησιμεύσουν τα ακόλουθα άρθρα της ισχύουσας Συνθήκης (ΣΕΚ), καθώς υποδεικνύουν ότι πρόκειται για αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης:

το άρθρο 2, όπου αναφέρεται ότι η Κοινότητα έχει ως αποστολή «να προάγει στο σύνολο της Κοινότητας την αρμονική, ισόρροπη και αειφόρο ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων»·

το άρθρο 16, όπου αναφέρεται η κοινωνική και εδαφική συνοχή σε συνάρτηση με τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού ενδιαφέροντος·

το άρθρο 71, στο πλαίσιο της κοινής πολιτικής μεταφορών·

το άρθρο 158, όπου αναφέρεται ότι «η Κοινότητα, προκειμένου να προαχθεί η αρμονική ανάπτυξη του συνόλου της, αναπτύσσει και εξακολουθεί τη δράση της με σκοπό την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής της συνοχής»·

το άρθρο 175, παρ. 2, στοιχείο β, όπου προβλέπεται ότι το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, θεσπίζει τα μέτρα που επηρεάζουν τη χωροταξία.

5.2   Περιφερειακή πολιτική

5.2.1

Η κοινοτική περιφερειακή πολιτική αποτελεί καθοριστικό μηχανισμό για την οικονομική και κοινωνική συνοχή, για την οικονομική σύγκλιση και, γενικά, για την ευρωπαϊκή διαδικασία ενοποίησης.

5.2.2

Η ΕΟΚΕ ανέκαθεν υποστήριζε την πολιτική αυτή, η οποία επιδιώκει και επιτυγχάνει τον περιορισμό των ανισοτήτων μεταξύ των ευρωπαϊκών περιφερειών.

5.2.3

Η εν λόγω περιφερειακή πολιτική, που είναι μια από τις επιτυχέστερες κοινοτικές πολιτικές, πρέπει να εξακολουθήσει να λειτουργεί ενώπιον των νέων ανισοτήτων που ανέκυψαν μετά τη διαδικασία διεύρυνσης.

5.2.4

Η περιφερειακή πολιτική δεν είναι ασυμβίβαστη, κάθε άλλο μάλιστα, με μια πραγματική πολιτική εδαφικής συνοχής, όπως προτείνεται στην Εδαφική Ατζέντα, που θα πρέπει να αναπτυχθεί εντός της νέας περιόδου 2007-2013.

5.3   Διεύρυνση

5.3.1

Οι δύο τελευταίες διευρύνσεις δημιουργούν νέες προκλήσεις για τον ευρωπαϊκό χώρο, τα κράτη μέλη του οποίου, από το 2004, έχουν αυξηθεί από 15 σε 27, ενώ ο πληθυσμός του έχει αυξηθεί κατά 28 % (από 382 σε 490 εκατομμύρια κατοίκους) και η επικράτειά του κατά 34 % (από 3,2 σε 4,3 εκατομμύρια km2). Οι νέες αυτές διαστάσεις και η διαφοροποίηση των εδαφικών χαρακτηριστικών καθιστούν επείγουσα μια νέα θεώρηση της εδαφικής και γεωφυσικής αυτής πραγματικότητας και των ενδεχόμενων εξελίξεών της.

5.3.2

Οι δύο τελευταίες διευρύνσεις αντιπροσωπεύουν σημαντική εδαφική πρόκληση, που θα πρέπει να εξεταστεί εις βάθος από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

5.3.3

Ο αριθμός των μεθοριακών περιφερειών -εσωτερικά και εξωτερικά σύνορα- έχει αυξηθεί σημαντικά. Οι μεθοριακές περιφέρειες αντιπροσωπεύουν πρόκληση, αλλά και συγκεκριμένη ευκαιρία προκειμένου η διαδικασία της ενοποίησης να λάβει απτή μορφή στην πραγματικότητα του κάθε τόπου.

5.4   Ευρωπαϊκά εδάφη

5.4.1

Οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι που απειλούν τα ευρωπαϊκά εδάφη πρέπει να αντιμετωπιστούν σύμφωνα με μια ευρωπαϊκή προσέγγιση. Η προστιθέμενη αξία της συνολικής θεώρησης του ευρωπαϊκού χώρου είναι αδιαμφισβήτητη και η συνολική αυτή θεώρηση θα πρέπει να αναγνωριστεί ως καθοριστική στρατηγική ανάγκη.

5.4.2

Αξίζει να επισημανθούν ορισμένα χαρακτηριστικά του εδάφους:

συνεχές: δεν γνωρίζει σύνορα·

περιορισμένο: δεν είναι ανανεώσιμο·

ποικίλο: δεν είναι ομοιογενές·

σταθερό: δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αυτοσχεδιασμών·

ευάλωτο: δεν είναι απαλλαγμένο από κινδύνους και καταστροφές·

ανεπίστρεπτο: δεν μπορεί να αλλάξει εύκολα η χρήση του.

Το έδαφος, ως φυσική και γεωφυσική δομή, έχει, συνεπώς, θεμελιώδη στρατηγική σημασία. Οι αξιολογήσεις αντίκτυπου που διενεργεί η Επιτροπή πρέπει να περιλαμβάνουν την εδαφική αυτή προσέγγιση, για την οποία η συνεργασία του ORATE είναι απαραίτητη.

5.5   Σύστημα διακυβέρνησης

5.5.1

Η ΕΕ πρέπει να αποκτήσει κατάλληλο σύστημα διακυβέρνησης, στο οποίο τα διάφορα επίπεδα εδαφικής διακυβέρνησης να είναι δεόντως ισορροπημένα, δεδομένου ότι εδαφικές δράσεις αναπτύσσουν οι τοπικές, οι περιφερειακές, οι εθνικές κυβερνήσεις και οι αρχές της ΕΕ. Η αρχή της επικουρικότητας πρέπει να τηρείται, με εξασφάλιση όμως της συνεκτικότητας και της ολιστικής, ενιαίας και από κοινού προσέγγισης.

5.5.2

Επίσης αναγκαίο είναι να συμμετέχει η κοινωνία των πολιτών στα διάφορα επίπεδα, μέσω των διαρθρωμένων διαδικασιών κοινωνικού διαλόγου και διαλόγου των πολιτών. Σε πολλά κράτη μέλη και σε πολλές ευρωπαϊκές περιφέρειες υφίστανται οικονομικά και κοινωνικά συμβούλια (ή παρεμφερείς οργανισμοί), που πρέπει να κινητοποιηθούν ώστε -από κοινού με τους κοινωνικούς εταίρους και άλλες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών- να συμμετέχουν ενεργά στα συστήματα διαβούλευσης και διαχείρισης των εδαφικών θεμάτων.

6.   Η Εδαφική Ατζέντα: σημερινή κατάσταση και μελλοντικές προοπτικές των εδαφών της Ευρωπαϊκής Ένωσης

6.1

Η Εδαφική Ατζέντα στηρίζεται στο έγγραφο «Εδαφική κατάσταση και προοπτικές της ΕΕ», το οποίο, περισσότερο παρά συγκεφαλαιωτικό έγγραφο, είναι ένα έγγραφο στο οποίο οι διαδοχικές εξαμηνιαίες Προεδρίες έχουν κατά καιρούς ενσωματώσει τη συμβολή τους. Το έγγραφο παρουσιάζει, σε 197 παραγράφους, όλες τις προκλήσεις που αφορούν τα εδάφη και, από αυτή την άποψη αποτελεί πολύ χρήσιμο οδηγό, με βάση τον οποίο η Επιτροπή θα πρέπει να προτείνει ένα σχέδιο δράσης.

6.2

Η Εδαφική Ατζέντα θα πρέπει να ενσωματώσει τις εδαφικές στρατηγικές των κρατών μελών και να λάβει υπόψη την εδαφική διάσταση των λοιπών κοινοτικών πολιτικών, αναζητώντας συμπληρωματικότητες και συνέργειες, ώστε να καταλήξει σε μια ευρωπαϊκή σύνθεση, βάσει κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με μια εδαφική στρατηγική για την ΕΕ, οι οποίες προτείνονται παρακάτω, στο σημείο 7.

6.3

Η Εδαφική Ατζέντα της ΕΕ πρέπει να προσανατολίσει την ανάπτυξή της με άξονα την οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα.

7.   Στόχοι για την Εδαφική Ατζέντα

7.1   Εδαφική συνοχή

7.1.1

Η εδαφική συνοχή επιδιώκει να εισάγει μια ευρωπαϊκή εδαφική προσέγγιση που να οριοθετεί και να καθιστά συμβατές τις εδαφικές στρατηγικές που διαμορφώνονται και εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη και από τις περιφέρειες.

7.1.2

Η εδαφική συνοχή πρέπει να επικεντρωθεί στα ζητήματα εκείνα που επηρεάζουν την χωροταξία, κατά πρώτο λόγο, και τον αστικό και περιφερειακό σχεδιασμό, κατά δεύτερο λόγο. Όπως επεσήμανε η CEMAT (6) το 1994, η χωροταξία αποτελεί το ιδανικό μέσο για την εφαρμογή της βιώσιμης ανάπτυξης σε εδαφική κλίμακα.

7.1.3

Από την άποψη αυτή, είναι αναγκαίο να διεξαχθεί έργο για την εννοιολογική, μεθοδολογική και γλωσσική διασαφήνιση της χωροταξίας. Η χωροταξία συνιστά διεπιστημονική προσέγγιση και αποτελεί εγκάρσια προτεραιότητα, που επηρεάζει διάφορα πεδία και, κυρίως, το περιβάλλον, τις μεταφορές και επικοινωνίες, τη στέγαση και τις οικιστικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις κλπ.

7.2   Οικονομική και κοινωνική συνοχή

7.2.1

Στο πλαίσιο της στρατηγικής της Λισσαβώνας, η ΕΟΚΕ προτείνει μια πιο ισορροπημένη οικονομική ανάπτυξη στην ευρωπαϊκή επικράτεια, ώστε όλοι οι πολίτες και όλοι οι τόποι να επωφελούνται από την ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένων και των περιφερειών με μόνιμα φυσικά και διαρθρωτικά μειονεκτήματα (7).

7.2.2

Όλες οι ευρωπαϊκές πολιτικές οφείλουν να προάγουν τον στόχο της κοινωνικής συνοχής. Η ΕΟΚΕ προτείνει, μεταξύ των στόχων της Εδαφικής Ατζέντας, να περιληφθούν και οι στόχοι της κοινωνικής συνοχής, δεδομένου ότι τα εδάφη είναι ο τόπος όπου ζουν οι άνθρωποι και όπου τους παρουσιάζονται οι ευκαιρίες και τα προβλήματα.

7.2.3

Η πολυκεντρική ανάπτυξη των αστικών και μητροπολιτικών περιοχών και η κατάλληλη σχέση μεταξύ αυτών, των προαστιακών περιοχών, και των αγροτικών περιοχών μπορούν να συμβάλουν στην επίτευξη μιας καλύτερης οικονομικής και κοινωνικής ισορροπίας στην Ευρώπη. Η καταπολέμηση της φτώχιας και του κοινωνικού αποκλεισμού, η ένταξη των μεταναστών (8), η προώθηση των πολιτικών στέγασης, η ισότητα ευκαιριών και η ανάπτυξη υψηλής ποιότητας δημοσίων υπηρεσιών πρέπει επίσης να αποτελέσουν κάποιους από τους θεμελιώδεις στόχους της εδαφικής προσέγγισης.

7.3   Κλιματικές αλλαγές και φυσικοί κίνδυνοι

7.3.1

Όλες οι πρόσφατες εκθέσεις σχετικά με την κλιματική αλλαγή εφιστούν την προσοχή στη σοβαρότητα του προβλήματος. Είναι σαφές ότι η άνοδος της θερμοκρασίας του πλανήτη είναι γεγονός και όχι άποψη. Πολλές από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής αρχίζουν να εμφανίζονται στα εδάφη. Η χωροταξία πρέπει να αντιμετωπίσει την νέα αυτή πρόκληση και να επιχειρήσει να μετριάσει και να επανορθώσει ορισμένες από τις συνέπειες που θα επιφέρει η κλιματική αλλαγή στα εδάφη.

7.3.2

Είναι αναγκαίο να χαραχτεί ευρωπαϊκό σχέδιο για την αντιμετώπιση των φυσικών κινδύνων και καταστροφών. Δεν πρόκειται για επιστημονική φαντασία. Η πρόσφατη έκθεση του οικονομολόγου Stern (9), που του ανατέθηκε από τη βρετανική κυβέρνηση, παρέχει μια τάξη μεγέθους αυτού που διακυβεύεται στον πλανήτη: σύμφωνα με την έκθεση αυτή, θα χρειαστεί να επενδυθεί τουλάχιστον το 1 % του παγκόσμιου ΑΕγχΠ στην καταπολέμηση των κλιματικών αλλαγών, προκειμένου να αποτραπεί το ενδεχόμενο το συνολικό κόστος και οι κίνδυνοι των αλλαγών αυτών να προκαλέσουν πτώση κατά 5 % του παγκόσμιου ΑΕγχΠ, που μπορεί να φθάσει έως και το 20 % του παγκόσμιου ΑΕγχΠ, εάν οι πλέον επιβλαβείς συνέπειες της ανόδου της θερμοκρασίας εξακολουθήσουν να αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό όπως τώρα.

7.3.3

Η αλλαγή του κλίματος μπορεί να επηρεάσει αρνητικά τη συνοχή και την ανταγωνιστικότητα, την ποιότητα διαβίωσης και τη βιώσιμη ανάπτυξη σε μικρότερο διάστημα απ' όσο προβλεπόταν έως τώρα, όπως διαβεβαιώνει η πρόσφατη έκθεση της ομάδας εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή, που παρουσιάστηκε στο Παρίσι στις 2 Φεβρουαρίου 2007. Η ΕΟΚΕ προτείνει να λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες των κλιματικών αλλαγών στη χωροταξία.

7.3.4

Μεταξύ των κινδύνων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, πρέπει να περιληφθούν και εκείνοι που απορρέουν από τεχνολογικές καταστροφές (χημικές, βακτηριολογικές κρίσεις ή κρίσεις ραδιενέργειας), προερχόμενες είτε από ατυχήματα είτε από τρομοκρατικές ενέργειες, και να προβλεφθούν ενδεχόμενες μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών.

7.4   Διευρωπαϊκά δίκτυα

7.4.1

Η ιδέα για τα διευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών (ΔΕΔ-Μ) εμφανίζεται στα τέλη της δεκαετίας του '80, σε συνάρτηση με την ενιαία αγορά. Δεν έχει κανένα νόημα να γίνεται λόγος για ενιαία αγορά και για ελευθερία κυκλοφορίας εάν δεν υπάρχει σύνδεση μεταξύ των διαφόρων εθνικών και περιφερειακών δικτύων μεταφορών μέσω ενός ευρωπαϊκού συστήματος σύγχρονων και αποτελεσματικών υποδομών.

7.4.2

Από το 1992, η Συνθήκη αφιερώνει τον Τίτλο XV (άρθρα 154, 155 και 156) στα διευρωπαϊκά δίκτυα. Δεκαπέντε χρόνια μετά, ο απολογισμός είναι απογοητευτικός, και μάλιστα ανησυχητικός. Δυσχέρειες χρηματοδότησης και έλλειψη πολιτικής βούλησης εξηγούν εν μέρει τον πενιχρό αυτό απολογισμό. Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για την πολιτική εγκατάλειψη και αμνησία με την οποία οι κυβερνήσεις «έθαψαν» την Ευρωπαϊκή Δράση για την Οικονομική Μεγέθυνση (10) του 2003, η οποία περιελάμβανε την κατασκευή μεγάλων διευρωπαϊκών δικτύων. Η ΕΟΚΕ ερωτά: σε ποιο βαθμό η έλλειψη σφαιρικής θεώρησης της ευρωπαϊκής επικράτειας και των υποδομών της αποτελούν αίτιο του πενιχρού απολογισμού που παρουσιάζουν τα διευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών, τηλεπικοινωνιών και ενέργειας;

7.4.3

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να επισημάνει ως έναν από τους θεμελιώδεις στόχους το να διαθέτουν όλα τα άτομα και όλες οι περιοχές κατάλληλη πρόσβαση και σύνδεση με τα δίκτυα μεταφορών. Μέσα από ένα ισορροπημένο πανευρωπαϊκό δίκτυο και με καλές συνδέσεις των μικρών πόλεων, των αγροτικών περιοχών και των νησιωτικών περιφερειών με το δίκτυο αυτό.

7.4.4

Σήμερα, η Ευρώπη δεν διαθέτει ένα κατάλληλο δίκτυο για την ενέργεια (ηλεκτρισμός, πετρέλαιο και φυσικό αέριο). Η έλλειψη αυτή μπορεί να προκαλέσει κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας. Επιπλέον, αντιπροσωπεύει σημαντική ανισότητα ευκαιριών για τις περιφέρειες και περιοχές που δεν διαθέτουν σήμερα πρόσβαση στα δίκτυα αυτά.

7.4.5

Είναι απολύτως αναγκαίο να λαμβάνεται υπόψη η εδαφική πτυχή στην ευρωπαϊκή πολιτική ενέργειας, τόσο από την άποψη της προστασίας των φυσικών πόρων όσο και της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής.

7.4.6

Ομοίως, για την ανάπτυξη της στρατηγικής της Λισσαβώνας, όλα τα εδάφη και όλοι οι πολίτες πρέπει να διαθέτουν πρόσβαση στην κοινωνία των πληροφοριών και στα δίκτυά της, στην ελεύθερη κυκλοφορία της γνώσης και στην κατάρτιση. Η Εδαφική Ατζέντα της ΕΕ πρέπει να εξετάζει την πτυχή αυτή κατά προτεραιότητα.

7.5   Προστασία του φυσικού περιβάλλοντος

7.5.1

Ο στόχος της προστασίας της φύσης, της διαφύλαξης του φυσικού περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας στην Ευρώπη είναι δυνατόν να επιτευχθεί μόνον εάν υπάρχει μια κοινή πολιτική προσέγγιση σχετικά με τα εδάφη. Από την άποψη αυτή, η ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία είναι απαραίτητη.

7.5.2

Η Εδαφική Ατζέντα πρέπει να θέσει τις βάσεις για μια νέα αποτελεσματικότερη ευρωπαϊκή πολιτική για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και τη διατήρηση της βιοποικιλότητας (11).

7.6   Πολιτιστική κληρονομιά

7.6.1

Η Ευρώπη διαθέτει σημαντικότατη πολιτιστική κληρονομιά που η ΕΕ οφείλει να προστατεύσει. Όλες οι περιφέρειες της Ευρώπης διαθέτουν μεγάλη πολιτιστική ποικιλία, που συνιστά τη βάση της ιστορίας και της ταυτότητας των Ευρωπαίων.

7.6.2

Η Εδαφική Ατζέντα οφείλει να προωθήσει τη διαφύλαξη της πλούσιας και ποικίλης αυτής πολιτιστικής κληρονομιάς, η οποία πρέπει επιπλέον να ενισχυθεί ως ενδογενής παράγων οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής.

8.   Προσανατολισμοί για μια εδαφική στρατηγική της ΕΕ

8.1

Οι προσανατολισμοί για μια εδαφική στρατηγική της ΕΕ πρέπει να επιδιώκουν την μεγαλύτερη δυνατή οικονομική αποδοτικότητα, κοινωνική συνοχή και περιβαλλοντική βιωσιμότητα, με τήρηση της αρχής της επικουρικότητας και της αναλογικότητας.

8.2

Οι προσανατολισμοί για μια βιώσιμη εδαφική στρατηγική για την κοινοτική επικράτεια, χωρίς να παρεμβαίνουν στις αρμοδιότητες των πολιτικών χωροταξίας των κρατών και περιφερειών, αποτελούν ένα πλαίσιο αναφοράς για την ευρωπαϊκή επικράτεια, που πρέπει να προσδίδει περιεχόμενο και νόημα στην εδαφική συνοχή.

8.3

Οι προσανατολισμοί για μια εδαφική στρατηγική, για να επιδιώκουν την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή, θα πρέπει να εξετάζουν κατά προτεραιότητα τα εξής:

μια ευρωπαϊκή προσέγγιση για τις υποδομές μεταφορών και επικοινωνιών που να καθιστά εφικτά τα διευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών (ΔΕΔ-Μ)·

μια ευρωπαϊκή προσέγγιση για την ενεργειακή πολιτική και, ειδικότερα, για τα διευρωπαϊκά δίκτυα ενέργειας (ΔΕΔ-Ε)·

μια ευρωπαϊκή προσέγγιση για την προστασία και διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος, με ιδιαίτερη προσοχή στη φυσική βιοποικιλότητα και τον πολιτιστικό πλούτο·

μια ευρωπαϊκή προσέγγιση για την καταπολέμηση των αρνητικών συνεπειών της κλιματικής αλλαγής και για την προώθηση μιας κοινής πολιτικής για την αντιμετώπιση των ενδεχόμενων κινδύνων και καταστροφών στην ευρωπαϊκή επικράτεια·

μια πολυκεντρική και βιώσιμη προσέγγιση για τον αστικό και περιφερειακό σχεδιασμό.

Βρυξέλλες, 25 Απριλίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  http://www.bmvbs.de/territorial-agenda

(2)  http://www.bmvbs.de/Anlage/original_978555/The-Territorial-State-and-Perspectives-of-the-European-Union-Document.pdf

(3)  http://europa.eu/scadplus/leg/el/lvb/g24401.htm

(4)  http://www.espon.eu

(5)  MEMO/02/102 http://europa.eu/rapid/pressReleasesAction.do?reference=MEMO/02/102&format=HTML&aged=1&language=EL&guiLanguage=en

(6)  Ευρωπαϊκή Διάσκεψη των Υπουργών Χωροταξίας του Συμβουλίου της Ευρώπης.

(7)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ «Η εξασφάλιση καλύτερης ολοκλήρωσης για τις περιφέρειες που παρουσιάζουν μόνιμα φυσικά και διαρθρωτικά μειονεκτήματα» — ΕΕ αριθ. C 221 της 8.9.2005, σελ. 141.

(8)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ «Η εισερχόμενη μετανάστευση στην ΕΕ και οι πολιτικές ένταξης: Η συνεργασία μεταξύ των περιφερειακών και τοπικών αρχών και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών», ΕΕ αριθ. C 318 της 23.12.2006, σελ. 128.

(9)  Έκθεση STERN — Sir Nicolas Stern — 30.12.2006 — «Stern Review executive summary» — New Economics Foundation.

(10)  Συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών της 12ης Δεκεμβρίου 2003, σημεία 2, 3, 4, και 5.

(11)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ για την Ανακοίνωση της Επιτροπής «Η ανάσχεση της απώλειας της βιοποικιλότητας έως το 2010 και μετέπειταΗ υποστήριξη των υπηρεσιών οικοσυστήματος με στόχο την ευημερία του ανθρώπου», COM(2006) 216 τελικό, CESE 205/2007.


20.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 168/22


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2005»

SEC(2006) 761 τελικό

(2007/C 168/04)

Στις 15 Ιουνίου 2006, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2005».

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκαν οι προπαρασκευαστικές εργασίες για το θέμα, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 27 Μαρτίου 2007 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. GARAI.

Κατά την 435η σύνοδο ολομελείας της 25ης και 26ης Απριλίου 2007 (συνεδρίαση της 26ης Απριλίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 115 ψήφους υπέρ, 40 κατά και 12 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η παρούσα γνωμοδότηση δεν μπόρεσε να καλύψει το σύνολο των δραστηριοτήτων της ΓΔ «Ανταγωνισμός» (1). Εξετάστηκε ένας περιορισμένος μόνο αριθμός επιλεγμένων θεμάτων. Δεν εξετάστηκαν διόλου οι αποφάσεις των δικαστηρίων στους τομείς των συμπράξεων των επιχειρήσεων και της κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης, των συγχωνεύσεων/συγκεντρώσεων και των κρατικών ενισχύσεων διότι μια παρόμοια ανάλυση θα απαιτούσε μια σε βάθος ανάλυση της λεπτομερούς συμπεριφοράς των επιχειρήσεων και της αντίληψης των αρχών για το θέμα αυτό. Ωστόσο, από την έκθεση απορρέει σαφώς ότι η προσέγγιση της Επιτροπής, όσον αφορά την διαχείριση των υποθέσεων και τις διαδικασίες που ακολουθούνται, χαρακτηρίζεται από πραγματική εμμονή και μέριμνα για την εξεύρεση καταλλήλων και λειτουργικών λύσεων για τα προβλήματα που αντιμετωπίζονται. Εάν θα έπρεπε να σχολιαστεί κάτι, θα μπορούσαν να αναφερθούν ορισμένα θέματα που υπάγονται σε τομείς η σημασία των οποίων, από την άποψη της κάλυψης των απαιτήσεων του διεθνούς ανταγωνισμού — όπως περιγράφονται στη στρατηγική της Λισαβόνας και τα συνοδευτικά της έγγραφα —, δεν δικαιολογεί την προσοχή πους τους προσδίδει η Επιτροπή. Κατά την ΕΟΚΕ, το έγγραφο παρακολούθησης του 2005 «Επαγγελματικές υπηρεσίες — Συνέχιση της μεταρρύθμισης» και το έγγραφο εργασίας της Επιτροπής «Πρόοδος που πραγματοποιήθηκε στα κράτη μέλη σε ό,τι αφορά την εξέταση και την κατάργηση των περιορισμών στον ανταγωνισμό, στον τομέα των επαγγελματικών υπηρεσιών» αποτελούν σχετικά παραδείγματα. Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι η ελευθέρωση των υπηρεσιών, στην οποία γίνεται αναφορά δυνάμει της στρατηγικής της Λισαβόνας, πρέπει να θεωρηθεί ότι αφορά προπάντων τις υπηρεσίες οι οποίες είναι σημαντικές σε διεθνές επίπεδο (υποδομές, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές, κλπ.), και πολύ λιγότερο τα αποκαλούμενα ελευθέρια επαγγέλματα (δηλαδή αρχιτέκτονες, δικηγόρους, ιατρούς, μηχανικοί, πραγματογνώμονες λογιστές και φαρμακοποιοί), δεδομένου ότι τα επαγγέλματα αυτά ασκούνται στο πλαίσιο μικροεπιχειρήσεων σε τοπικό επίπεδο και, κατά συνέπεια, υπάγονται, δυνάμει της αρχής της επικουρικότητας, στην αρμοδιότητα των κρατών μελών (βλ. απόφαση του ΔΕΚ για τις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-94/04 και C-202/04, Cipolla-Macrino (2)). Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι ορισμένοι κανονιστικοί περιορισμοί είναι απαραίτητοι ως απόκριση στις απαιτήσεις της κοινωνίας για ένα υψηλό επίπεδο επαγγελματισμού, εμπειρίας και εμπιστοσύνης. Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι οι διάφορες αγορές ελευθερίων επαγγελμάτων στα κράτη μέλη αποτέλεσαν αντικείμενο λεπτομερών αναλύσεων όσον αφορά την έκταση και την ένταση των εν ισχύι περιορισμών. Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι δεν αρκεί η ανάλυση των οικονομικών συνεπειών που η προτεινόμενη ελευθέρωση έχει στη δομή του ανταγωνισμού, παρά απαιτείται να εξετάζεται και ο ενδεχόμενος αντίκτυπός της στον κοινωνικό ιστό. Αυτό δεν αποκλείει, ωστόσο, την χρήση των διαδικασιών που προβλέπονται στο επίπεδο των ΕΑΑ για την παραβίαση των αντιμονοπωλιακών κανόνων, οι οποίες αποσκοπούν κυρίως στην ρύθμιση των περιπτώσεων όπου οι επαγγελματικές οργανώσεις επιδιώκουν τον καθορισμό των τιμών.

1.2

Προτάθηκε στην ΕΟΚΕ να στηριχθεί περισσότερο στην ευρεία εμπειρογνωμοσύνη και επαγγελματική εμπειρία των ενώσεων και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών τις οποίες εκπροσωπεί για την κατάρτιση του εγγράφου παρακολούθησης των δραστηριοτήτων της ΓΔ «Ανταγωνισμός» και να διενεργήσει, ταυτόχρονα, έρευνες σχετικά με την κίνηση των διαδικασιών οι οποίες συνδέονται με τις υποθέσεις συμπράξεων επιχειρήσεων και κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης και με τις κρατικές ενισχύσεις. Η ΓΔ «Ανταγωνισμός» θα μπορούσε να συμβάλει στο έργο αυτό, θέτοντας στη διάθεση της ΕΟΚΕ πληροφορίες σχετικά με τους πολιτικούς της στόχους, καθώς και σχετικά με τις δραστηριότητές της που συνδέονται με συγκεκριμένες υποθέσεις, εντός των ορίων των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας.

1.3

Θα ήταν σκόπιμο να προβλεφθούν τακτικές συνεδριάσεις εκπροσώπων της ΕΟΚΕ και των αρμοδίων για τα θέματα καταναλωτών της ΓΔ «Ανταγωνισμός». Η ανταλλαγή πληροφοριών μπορεί να συμβάλει στη διασφάλιση ενός συνεχούς διαλόγου με τις οργανώσεις προστασίας των καταναλωτών. Δεδομένου ότι οι τομεακές έρευνες (3) της ΓΔ «Ανταγωνισμός» σχετικά με την ενέργεια (αέριο και ηλεκτρισμός) και με τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (λιανικές τραπεζικές υπηρεσίες και ασφάλειες των επιχειρήσεων) θα αποτελέσουν αντικείμενο απολογισμού, τα αποτελέσματά τους πρέπει να τεθούν στη διάθεση των εκπροσώπων της ΕΟΚΕ με σκοπό την εξέταση και το σχολιασμό τους (εάν είναι δυνατόν στο πλαίσιο ομάδας εργασίας).

1.4

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι είναι απαραίτητο να προβεί σε ανακεφαλαίωση των απόψεών της σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική ανταγωνισμού επηρεάζει τις οικονομικές και κοινωνικές αξίες που διατυπώνονται στο πλαίσιο της εκτέλεσης της αποστολής της. Για το λόγο αυτό, οι σχετικές εργασίες θα πρέπει να αρχίσουν σύντομα με την κατάρτιση μελέτης, στο πνεύμα του σχεδίου δράσης της Λισαβόνας, η οποία θα παρουσιάζει τις έννοιες του ανταγωνισμού και της ανταγωνιστικότητας, θα εξηγεί τι ακριβώς καλύπτουν και θα εκθέτει την προβλεπόμενη επίδρασή τους στις κοινωνίες των κρατών μελών.

1.5

Όταν η ΓΔ «Ανταγωνισμός» ξεκίνησε συζητήσεις σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 82 της Συνθήκης ΕΚ (κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης), δημοσίευσε μελέτη σχετικά με την πρακτική αποκλεισμού των επιχειρήσεων με δεσπόζουσα θέση, η οποία είναι επιζήμια για τους ανταγωνιστές της καθώς και για τον ίδιο τον ανταγωνισμό. Το εν λόγω έγγραφο αποτέλεσε αντικείμενο ευρείας συζήτησης. Η Επιτροπή υποσχέθηκε να συνεχίσει τον σχετικό προβληματισμό της εξετάζοντας το θέμα της καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, θέμα ακόμη πιο λεπτό από την άποψη των καταναλωτών και των προμηθευτών επιχειρήσεων με δεσπόζουσα θέση στην αγορά (ΜΜΕ). Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι η Επιτροπή οφείλει να αρχίσει ήδη από τώρα την κατάρτιση του εγγράφου προβληματισμού της για την συμπεριφορά η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης σύμφωνα με το άρθρο 82 της ΣΕΚ. Στη συνέχεια, θα ήταν σκόπιμο να διεξαχθεί συζήτηση με βάση το εν λόγω έγγραφο και, μόλις προσδιοριστούν επαρκή χαρακτηριστικά όσον αφορά τα δυο είδη καταχρηστικής συμπεριφοράς — δηλαδή την πρακτική αποκλεισμού και τη συμπεριφορά καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης —, θα ήταν σκόπιμο να καταρτιστούν ενοποιημένες κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες να περιλαμβάνουν τα συμπεράσματα που θα αντληθούν από την ερμηνεία των κανόνων περί κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης.

2.   Εισαγωγή

2.1

Η ελευθέρωση της αγοράς δεν συνεπάγεται πάντα τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα. Οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού επηρεάζουν τόσο τους εργαζόμενους και τους καταναλωτές όσο και τις επιχειρήσεις και την οικονομία γενικότερα. Η πολιτική και το δίκαιο περί ανταγωνισμού αποτελούν μέσα χάρη στα οποία οι κυβερνήσεις θεσπίζουν δίκαιες πρακτικές της αγοράς και διασφαλίζουν την τήρησή τους διαμέσου ουσιαστικών και διοικητικών κανόνων διοικητικού δικαίου.

2.2

Τη στιγμή που η ΕΟΚΕ υιοθετεί τη γνωμοδότησή της σχετικά με την έκθεση, είναι ενδιαφέρον να τονιστεί ότι τα σύγχρονα δημοκρατικά κράτη της οικονομίας της αγοράς διαθέτουν δύο βασικές σειρές μέσων με τα οποία επηρεάζουν την οικονομία:

τη βιομηχανική πολιτική, η οποία επηρεάζει τους συντελεστές της αγοράς μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων, επιδοτήσεων και άλλων ενισχύσεων και η οποία συνιστά άμεση παρέμβαση στην οικονομία·

την πολιτική ανταγωνισμού με τη στενότερη έννοια, η οποία όχι μόνο ορίζει ποιες πρακτικές θεωρούνται ανεπιθύμητες, αλλά επιπλέον, για να εξασφαλίσει ισότιμες συνθήκες ανταγωνισμού, παρέχει πρόσβαση σε έννομα μέσα και, συγκεκριμένα, στην εφαρμογή του δικαίου, η οποία συνεπάγεται κυρώσεις.

2.2.1

Η ΓΔ «Ανταγωνισμός» μπορεί να χρησιμοποιεί και τις δύο αυτές πολιτικές: η εφαρμογή των άρθρων 81, 82 και 86 (4) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (Συνθήκη ΕΚ) αντιστοιχεί στις τυπικές δραστηριότητες μιας αρχής ανταγωνισμού.

2.3

Μια άλλη σημαντική παρατήρηση είναι ότι αναγνωρίζεται γενικά πως ο θεμιτός, ανόθευτος και βιώσιμος ανταγωνισμός των συντελεστών της αγοράς είναι ίσως για τους καταναλωτές η καλύτερη εγγύηση ότι η ποιότητα των αγαθών και οι δυνατότητες επιλογής που διαθέτουν αντιστοιχούν στις προσδοκίες τους. Ωστόσο, δεν πρέπει να λησμονείται ότι υπάρχουν και πολλά άλλα στοιχεία που επηρεάζουν το «όφελος του καταναλωτή»: η γενική κατάσταση της κοινωνίας, οι υλικοί και οι πνευματικοί ή ηθικοί παράγοντες ή οι ελλείψεις σε αυτόν τον τομέα κλπ. Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (στο εξής «ΕΟΚΕ») θέτει την έκθεση της ΓΔ «Ανταγωνισμός» σε ένα γενικότερο πλαίσιο, που θα εξεταστεί από την άποψη των αξιών της ΕΟΚΕ, όπως αυτές ορίζονται στην αποστολή της.

3.   Η εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ

3.1

Όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ασκεί τις αρμοδιότητές της εφαρμογής του δικαίου σύμφωνα με τα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης της Ρώμης σχετικά με τις συμπράξεις επιχειρήσεων και την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης (παρεμπόδιση του ανταγωνισμού), τούτες απευθύνονται στις επιχειρήσεις που είναι παρούσες στα κράτη μέλη (5) και μπορούν να συγκριθούν με την εξουσία άσκησης μιας οιονεί δικαστικής αρμοδιότητας, στο μέτρο που η Επιτροπή αποφαίνεται εκ των υστέρων σχετικά με τις πρακτικές αγοράς των επιχειρήσεων, σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου περί ανταγωνισμού. Η δραστηριότητα αυτή, η οποία ασκείται, από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, από τη Γενική Διεύθυνση της Επιτροπής που είναι αρμόδια για τον ανταγωνισμό (ΓΔ «Ανταγωνισμός»), υλοποιείται διαμέσου των αποφάσεων της Επιτροπής οι οποίες, μαζί με τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (σε περίπτωση προσφυγής), έχουν δημιουργήσει σε διάστημα 45 ετών ένα σύνολο δικαστικών προηγουμένων με εγκυρότητα. Η νομολογία που έχει δημιουργηθεί με τον τρόπο αυτό διαμέσου των αποφάσεων σχετικά με τις διάφορες καταστάσεις της αγοράς αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του κοινοτικού κεκτημένου.

3.2

Από την έκθεση του 2005 καθίσταται σαφές ότι η ΓΔ «Ανταγωνισμός» έχει πλήρη επίγνωση όλων των σημαντικών πτυχών του οικονομικού ανταγωνισμού εντός και εκτός της ΕΕ και του έργου που πρέπει να επιτελεστεί για να διασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου σε αυτόν τον τομέα, ιδιαίτερα δεδομένου ότι οι εθνικές αρχές και τα αρμόδια για τον ανταγωνισμό εθνικά δικαστήρια μπορούν επίσης να εφαρμόσουν την ουσιαστική νομολογία της ΕΕ. Συνεπώς, οι κανόνες αυτοί διαμορφώνουν συνεχώς τις ευρωπαϊκές και τις εθνικές νομικές πρακτικές.

Όσον αφορά το 2005, η ΕΟΚΕ επιθυμεί να διατυπώσει παρατηρήσεις σχετικά με τις ακόλουθες πρωτοβουλίες, προτάσεις και έρευνες:

3.2.1

Κανονισμός σχετικά με τους κανόνες πρόσβασης στους φακέλους της Επιτροπής σε υποθέσεις συμπράξεων, κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης και συγκεντρώσεων: πρόκειται πάντα για ένα λεπτό ζήτημα διαδικασιών, τις λεπτομέρειες του οποίου η Επιτροπή τελειοποιεί συνεχώς. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι είναι σημαντικό να διασφαλίζεται η πρόσβαση των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων σε περιπτώσεις συμπράξεων και συγχωνεύσεων στους φακέλους που καταρτίζει, δηλαδή τόσο στη έντυπη όσο και στην ηλεκτρονική τους μορφή. Ο νέος κανονισμός αντικαθιστά προηγούμενο κείμενο που είχε υιοθετηθεί το 1997.

3.2.2

Πρόσκληση στους δυνητικούς καταγγέλλοντες να παράσχουν πληροφορίες προκειμένου να συμβάλουν στην αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού: είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι η πρόσκληση αυτή δημοσιεύτηκε στην υπό εξέταση έκθεση. Αποκαλύπτει τις δυσκολίες που εμφανίζονται κατά την εποπτεία από τις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές και προσκαλεί τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και τις επαγγελματικές ενώσεις να συμβάλουν ενεργά στην έναρξη και την διεξαγωγή ερευνών (για παράδειγμα, για τη συγκέντρωση πληροφοριών) για τη δίωξη σοβαρών παραβιάσεων του δικαίου περί ανταγωνισμού.

3.2.3

Έγγραφο συζήτησης σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 82 της Συνθήκης ΕΚ (κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης): πρόθεση της ΓΔ «Ανταγωνισμός» ήταν να ξεκινήσει συζήτηση μεταξύ των ειδικών σχετικά με τις καταχρηστικές πρακτικές αποκλεισμού από την αγορά που ασκούν οι επιχειρήσεις οι οποίες διαθέτουν σημαντική δύναμη στην αγορά ώστε να μπορούν να επηρεάζουν τη συμπεριφορά των ανταγωνιστών τους προκειμένου να αποκομίσουν οφέλη μονομερώς. Σε αυτό το έγγραφο συζήτησης (το οποίο θα αποτελέσει βάση για μελλοντικές κατευθυντήριες γραμμές) συγκεντρώνονται περισσότερες των 100 συμβολές. Στην πλειονότητά τους, οι εν λόγω συμβολές τονίζουν ότι είναι απαραίτητο να διεξάγεται οικονομική ανάλυση των αγορών και των σχετικών συντελεστών. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε τη διαπίστωση αυτή. Ωστόσο, πολλές από τις συμβολές αυτές τονίζουν ότι είναι σημαντικό να αναγνωριστεί η αρχή ότι δεν πρέπει να παρεμποδίζεται η εφαρμογή των στρατηγικών αγοράς των αποδοτικών επιχειρήσεων. Αυτό σημαίνει ότι, αντί να απαγορεύει αυστηρά τις καταχρηστικές πρακτικές αγοράς, η θεωρία αυτή, η οποία είναι σήμερα του συρμού, τάσσεται υπέρ μιας μεγαλύτερης ανεκτικότητας (υπέρ της εφαρμογής ενός κανόνος λογικής, δηλ. μιας αρχής ή ενός κανόνος σύμφωνα με τον οποίο πρέπει να προσφεύγουμε σε «εύλογη εκτίμηση» της κατάστασης) έναντι των επιθετικών μεν, αλλά αποδοτικών επιχειρήσεων. Ωστόσο, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομολογία (6), η προσέγγιση αυτή αντιτίθεται στην επικρατούσα σε ευρωπαϊκό επίπεδο άποψη, η οποία δεν ανέχεται τις καταχρηστικές πρακτικές της αγοράς που αποσκοπούν στον αποκλεισμό των μη επιθυμητών ανταγωνιστών (7). Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι το δίλημμα αυτό βρίσκεται στον πυρήνα των πολιτικών ανταγωνισμού: ποια είναι τα όρια που δεν μπορούν να παραβιάσουν οι αποφασιστικοί συντελεστές της αγοράς; Δεδομένου ότι η ΕΟΚΕ επιθυμεί να προστατεύσει τα συμφέροντα της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών (των ΜΜΕ (8), των εργαζομένων, των καταναλωτών, κλπ) ενδιαφέρεται έντονα να μάθει την κατάληξη αυτής της συζήτησης.

3.2.4

Οι κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εκτίμηση των επιπτώσεων προβλέπουν ότι όλες οι νομοθετικές και πολιτικές πρωτοβουλίες του ετήσιου προγράμματος εργασίας της Επιτροπής πρέπει να εξετάζονται από την άποψη του πιθανού αντίκτυπού τους, θετικού ή αρνητικού, στον ανταγωνισμό. Πρόκειται για μια πρωτοβουλία η οποία αποβλέπει στην «πρόληψη περιττών ή δυσανάλογων περιορισμών του ανταγωνισμού», ήδη από το νομοθετικό στάδιο της ΕΕ. Αυτή η συνεκτίμηση των πιθανών επιπτώσεων στις αγορές (σε ποιες από όλες;) αποκαλύπτει σε ποιο βαθμό η έννοια του «έντονου» ή «πλήρους» (δηλ. του δίκαιου και ανόθευτου) ανταγωνισμού είναι ριζωμένη στην προσέγγιση της Επιτροπής. Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι ο «ανταγωνισμός» θα πρέπει να νοείται με πολύ ευρύτερη έννοια, τη στιγμή που τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα, ιδίως στην περίπτωση των καταναλωτών, των εργαζομένων και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, μπορούν να διαφέρουν σημαντικά από τα άμεσα συμφέροντα του «πλήρους» ανταγωνισμού (9).

3.2.5

Πράσινη Βίβλος «Αγωγές αποζημίωσης για παράβαση των κοινοτικών αντιμονοπωλιακών κανόνων και την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης»: στην σχετική πρόσφατη γνωμοδότησή της, της 26ης Οκτωβρίου 2006, η ΕΟΚΕ εκφράστηκε θετικά για τις προσπάθειες της Επιτροπής σε αυτόν τον τομέα. Η δημοσίευση της Πράσινης Βίβλου της Επιτροπής σχετικά με τις αγωγές αποζημίωσης για παράβαση των κοινοτικών αντιμονοπωλιακών κανόνων ξεκίνησε μια ευρεία και ευπρόσδεκτη συζήτηση σχετικά με την ανάγκη ενθάρρυνσης των θιγόμενων από παραβάσεις των κανόνων ανταγωνισμού να υποβάλουν αγωγή και να αξιώσουν αποζημίωση. Στην εν λόγω γνωμοδότηση (INT/306), η ΕΟΚΕ δηλώνει, μεταξύ άλλων, ότι επιδιώκεται η προστασία όλων των φορέων που συμμετέχουν στην ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά. Λόγω της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμβάσεις θα χαρακτηρίζονται, σε όλες τις χώρες, από ομοιομορφία. Όταν πρόκειται για διασυνοριακές συναλλαγές, θα πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες για να επιτευχθεί μία σχετική εναρμόνιση των διάφορων εθνικών νομοθεσιών.

3.2.5.1

Κατά δεύτερον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι υπάρχουν τόσο οι ευρωπαϊκές όσο και οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού (ΕΑΑ), καθήκον των οποίων είναι να καθορίζουν ποιες πρακτικές απαγορεύονται και ποιες οικονομικές κυρώσεις μπορούν να επιβάλλονται στις επιχειρήσεις που παραβαίνουν τους νόμους.

3.2.6

Έναρξη τομεακών ερευνών στις πρόσφατα ελευθερωμένες αγορές φυσικού αερίου και ηλεκτρισμού: οι έρευνες αυτές χωρίς αμφιβολία θα συμβάλουν στη διασαφήνιση της πραγματικής κατάστασης στους πολύ σημαντικούς και εκτενείς αυτούς τομείς, για τους οποίους επί μακρόν ελέγετο ότι η ελευθέρωση αποτελούσε πανάκεια. Είναι πλέον καιρός να διενεργηθεί μια αμερόληπτη έρευνα των τοπικών, εθνικών ή ακόμη ευρύτερων αγορών, προκειμένου να διασαφηνιστούν πολυάριθμες μονοπωλιακές καταστάσεις, οι οποίες έχουν επιζήμιες συνέπειες για τους καταναλωτές, τους εργαζόμενους, και τις επιχειρήσεις.

3.2.7

Ηλεκτρονικές επικοινωνίες: στις ευρωπαϊκές αγορές ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι οποίες ολοκληρώνονται ολοένα και περισσότερο, εκδηλώνεται αυξανόμενη δυσαρέσκεια. Οι τιμές χονδρικής που εφαρμόζονται από τους φορείς εκμετάλλευσης δικτύων κινητής τηλεφωνίας για τη χρήση των κινητών τηλεφώνων στο εξωτερικό (υπηρεσίες περιαγωγής) είναι πολύ υψηλές. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η ΓΔ «Ανταγωνισμός» ξεκίνησε έρευνες κοινοποιώντας αιτιάσεις στους φορείς αυτούς. Τα προσωρινά συμπεράσματα της έρευνας είναι ότι οι δύο από τους τρεις μεγαλύτερους φορείς εκμετάλλευσης της Γερμανίας έκαναν κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης τους χρεώνοντας «αθέμιτες και υπερβολικά υψηλές τιμές».

3.2.7.1

Με την ευκαιρία αυτή η ΕΟΚΕ επιθυμεί να δηλώσει ρητά ότι η έκφραση και η έννοια των «αθέμιτων και υπερβολικά υψηλών τιμών» έχει βαθμιαία παρεισφρήσει στην ερμηνεία του άρθρου 82 της Συνθήκης ΕΚ (10), διότι το άρθρο κάνει απλώς λόγο για «επιβολή μη δίκαιων τιμών», που με άλλα λόγια σημαίνει άδικες ή αδικαιολόγητες τιμές. Εάν η Επιτροπή έχει αρνηθεί μέχρι σήμερα να ερευνήσει πρακτικές αγοράς οι οποίες συνίστανται σε αύξηση των τιμών λόγω κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης και να διαπιστώσει παραβάσεις στο θέμα αυτό, είναι επειδή δεν επιθυμεί να προβεί στον ορισμό «καλών» και «κακών» τιμών (11) (ιδίως όσον αφορά τις υπηρεσίες που παρέχονται στο εσωτερικό των διαφόρων χωρών). Ωστόσο, οι φορείς εκμετάλλευσης δικτύων κινητής τηλεφωνίας ικανοποιούν μια ολοένα μεγαλύτερη ζήτηση υπηρεσιών διεθνούς σύνδεσης (περιαγωγής) και οι καταναλωτές επηρεάζονται ολοένα και περισσότερο από τον παράγοντα της τιμής στις επιλογές τους. Δικαίως θεωρούν ότι οι αυξήσεις των τιμών, έστω και μικρές, μπορεί να είναι «αθέμιτες» χωρίς να είναι αναγκαστικά και «υπερβολικά υψηλές». Η ΕΟΚΕ αναμένει με ενδιαφέρον τα αποτελέσματα και τις αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με την υπόθεση αυτή και σχετικά με άλλες παρόμοιες περιπτώσεις.

3.2.8

Απόφαση περί υποβολής προστίμου στην επιχείρηση AstraZeneca επειδή προέβη σε καταχρηστική χρήση του κανονιστικού συστήματος: η Επιτροπή υιοθέτησε μια νέα προσέγγιση όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 82 (Συνθήκη ΕΚ) όταν επέβαλε στην AstraZeneca AB και στην AstraZeneca Plc (AZ) πρόστιμο 60 εκατ. € για παράβαση των διατάξεων του άρθρου 82 της Συνθήκης ΕΚ (και του άρθρου 54 της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο). Η κατάχρηση που διεπράχθη ήταν η εξής: προκειμένου να διατηρήσουν την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, η οποία θα τους επέτρεπε να συνεχίσουν να διαθέτουν τα προϊόντα τους σε υψηλή τιμή σε πολλές αγορές, οι δυο συνδεδεμένες επιχειρήσεις έκαναν καταχρηστική χρήση των διαδικασιών και των ρυθμίσεων, βάσει ενός κανονισμού του Συμβουλίου, και κατόρθωσαν να αποκτήσουν ένα συμπληρωματικό πιστοποιητικό προστασίας για το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας του προϊόντος τους για την αντιμετώπιση του έλκους, του Losec. Διέπραξαν την κατάχρηση κοινοποιώντας παραπλανητικές πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές και υπηρεσίες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την παράταση της ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας και, κατά συνέπεια, δεν θεωρήθηκε ότι η ισχύς του διπλώματος ευρεσιτεχνίας του Losec είχε λήξει. Έτσι το Losec δεν μπόρεσε να καταστεί γενόσημο φάρμακο, πράγμα που έθεσε εμπόδια σε μικρότερες επιχειρήσεις που ήσαν ικανές να κατασκευάσουν και να διαθέσουν στην αγορά αυτό το φάρμακο για την καταπολέμηση του έλκους σε τιμή χαμηλότερη από αυτή που πρότειναν οι επιχειρήσεις AstraZeneca. Οι συνέπειες της παράτασης της ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ζημίωσε εμμέσως τους καταναλωτές.

3.2.8.1

Η καινοτομία της διαδικασίας αυτής για την παράβαση των κοινοτικών κανόνων περί συμπράξεων και κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης έγκειτο στο γεγονός ότι η Επιτροπή έκρινε στην απόφασή της ότι ακόμη και στις περιπτώσεις που οι ανταγωνιστές διαθέτουν δικαίωμα προσφυγής στο πλαίσιο της διαδικασίας παράτασης της ισχύος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, η εφαρμογή του άρθρου 82 της Συνθήκης ΕΚ δεν αποκλείεται. Οι επιχειρήσεις AstraZeneca κατείχαν δεσπόζουσα θέση στις σχετικές ευρωπαϊκές (και άλλες) αγορές και η κατάχρηση διαπράχθηκε διαμέσου απατηλής χρήσης των διαδικασιών.

3.2.8.2

Η ΕΟΚΕ δράττεται της ευκαιρίας για να τονίσει ότι αυτό το είδος πρακτικής της αγοράς εντάσσεται καλύτερα στις «αθέμιτες εμπορικές πρακτικές» (12), οι οποίες μέχρι σήμερα δεν υπάγονταν στις αρμοδιότητες της ΓΔ «Ανταγωνισμός». Στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτή, η κατάχρηση που διαπράχθηκε στηριζόταν σε δεσπόζουσα θέση. Σε πολλές άλλες περιπτώσεις, όμως, επιχειρήσεις που συμπεριφέρονται παρόμοια, οποιαδήποτε και εάν είναι η ισχύς τους στην αγορά, παραμένουν ατιμώρητες. Εάν σκεφθούμε σε όρους ολοκληρωμένων κοινοτικών αγορών, πρέπει να διασφαλίσουμε, επίσης, καλύτερη προστασία των καταναλωτών και των ανταγωνιστών, που σε πολλές περιπτώσεις είναι ΜΜΕ. Η απόφαση της Επιτροπής στην υπόθεση AstraZeneca αποτελεί θετικό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή.

3.2.9

Απόφαση σχετικά με τον εντολοδόχο που παρακολούθησε την παλαιά υπόθεση Microsoft: η περίφημη αυτή απόφαση είχε αντίκτυπο και οι αμερικανικές επιχειρήσεις αποκόμισαν από αυτήν πολλά διδάγματα. Αντιλήφθηκαν ότι το ευρωπαϊκό δικαστικό σύστημα διαδραματίζει ρόλο «Κέρβερου» και τούτο ακόμα και όσον αφορά τις ισχυρότερες επιχειρήσεις εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η τελευταία απόφαση αυτή δείχνει σε ποιο βαθμό η Επιτροπή αναζητά και επεξεργάζεται αμοιβαία αποδεκτές λύσεις, με τρόπο ώστε μια επιχείρηση η οποία παραβιάζει την ευρωπαϊκή νομοθεσία να μπορεί να επανέλθει στο πλαίσιο του κανονικού ανταγωνισμού. Ο ορισμός εντολοδόχου (13) για τον έλεγχο των δραστηριοτήτων του γίγαντα του κλάδου της πληροφορικής με σκοπό τη συμμόρφωσή του προς τα διορθωτικά μέτρα που όριζε η απόφαση αποτελεί, πράγματι, μέσο που χρησιμοποιείται στις διαδικασίες ελέγχου των συγκεντρώσεων. Αντικατοπτρίζει τις καλές προθέσεις της ΓΔ «Ανταγωνισμός» στον τομέα της συνεργασίας με στόχο τη ρύθμιση των διενέξεων.

3.2.10

Έναρξη τομεακών ερευνών στον κλάδο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών: η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει τις έρευνες που άρχισαν να διεξάγονται στον τομέα των καρτών πληρωμών και των λιανικών τραπεζικών υπηρεσιών (τρεχούμενοι λογαριασμοί και χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων), καθώς και σχετικά με ένα ειδικότερο φαινόμενο του τομέα της ασφάλισης επιχειρήσεων (βλ. σημείο 3.2.10.2).

3.2.10.1

Όσον αφορά τις τραπεζικές υπηρεσίες που αναφέρονται παραπάνω, ο ανταγωνισμός στρεβλώνεται από τα εμπόδια που φράσσουν την είσοδο στην αγορά, από την έλλειψη ουσιαστικής δυνατότητας επιλογής και, πιθανώς, από την ύπαρξη δεσποζουσών θέσεων.

3.2.10.2

Όσον αφορά την ασφάλιση των επιχειρήσεων, στην τομεακή έρευνα «θα εξετασθεί, ιδίως, η έκταση της συνεργασίας μεταξύ ασφαλιστών και ενώσεων ασφαλιστών σε τομείς όπως ο καθορισμός τυποποιημένων όρων ασφάλισης (14). Καίτοι σε πολλές περιπτώσεις μια τέτοια συνεργασία ενδέχεται να προσπορίζει οφέλη από την άποψη της αποτελεσματικότητας, κάποιες ενδεχομένως στρεβλωτικές μορφές συνεργασίας ενδέχεται να περιστέλλουν τη δυνατότητα όσων συνιστούν το σκέλος της ζήτησης να διαπραγματεύονται τους όρους ασφαλιστικής κάλυψης και επιπλέον είναι πιθανό να περιστέλλουν τον ανταγωνισμό και την καινοτομία στην αγορά».

3.2.11

Πρόταση της Επιτροπής σχετικά με τις απαιτήσεις και τις συμβάσεις δημόσιας υπηρεσίας στον τομέα της οδικής, σιδηροδρομικής και εσωτερικής πλωτής μεταφοράς επιβατών: η αναθεωρημένη πρόταση σχετικά με τις υποχρεώσεις και τις συμβάσεις δημόσιας υπηρεσίας μεταφορών επιβατών μπορεί να προωθήσει τη συμμετοχή των ΜΜΕ που δραστηριοποιούνται στον τομέα και να τις βοηθήσει έτσι να εξασφαλίσουν καλύτερο μερίδιο των τοπικών μεταφορών.

3.2.12

Σύσταση νέας Διεύθυνσης αρμόδιας αποκλειστικά για την καταπολέμηση των συμπράξεων: η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την πρόοδο που έχει επιτελεστεί στον τομέα της επαγγελματικής διεκπεραίωσης των υποθέσεων παράνομων συμπράξεων.

3.2.13

Από 1ης Μαΐου 2004, οι κανονισμοί αριθ. 1/2003 και 773/2004 σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού και τις σχετικές διαδικασίες θέσπισαν ένα νέο σύστημα σκοπός του οποίου είναι ο εντοπισμός ενδεχόμενων αντιανταγωνιστικών προθέσεων σύναψης συμφωνιών εκ μέρους συντελεστών της αγοράς καθώς και η εκτίμηση των δυνητικών συνεπειών των εν λόγω συμφωνιών. Οι επιχειρήσεις δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να κοινοποιούν στην Επιτροπή ή στις αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών τα σχέδια κοινών επιχειρήσεων και τα σχέδια συνεργασίας (οριζόντιας ή κάθετης) προκειμένου να διασφαλίσουν μια προκαταρκτική θέση της αρχής ανταγωνισμού όσον αφορά την πιθανή αντιανταγωνιστική φύση της προβλεπόμενης συμφωνίας. Αυτό σημαίνει ότι αντί να λάβουν μια ατομική εξαίρεση, μια «διοικητική επιστολή αρχειοθέτησης» ή μια «αρνητική βεβαίωση» εκ μέρους της ΓΔ «Ανταγωνισμός», όπως συνέβαινε πριν από την 1η Μαΐου 2004, είναι οι ίδιες οι επιχειρήσεις οι οποίες οφείλουν τώρα να ελέγχουν τις πτυχές της συμφωνίας προκειμένου να εξακριβώσουν εάν ικανοποιεί εν όλω ή εν μέρει τα κριτήρια που τους επιτρέπουν να ισχυριστούν ότι η εν λόγω συμφωνία θα έχει θετικό αντίκτυπο στους σχετικούς κλάδους, σύμφωνα με το άρθρο 81, παράγραφος (15) της Συνθήκης ΕΚ. Συγκεκριμένα διευκρινίζεται, μεταξύ των όρων αυτών, ότι εάν μια συμφωνία αυτού του είδους (κατά κανόνα, συγκρότηση κοινής επιχείρησης) έχει συναφθεί σε μια ορισμένη αγορά και δημιουργεί οφέλη για τους συμμετέχοντες, ένα μέρους του οφέλους πρέπει να το καρπούνται οι καταναλωτές.

3.2.13.1

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να τονίσει ότι η αδυναμία εκπλήρωσης του όρου της προηγούμενης παραγράφου πρέπει να αποτελεί λόγο θεώρησης μιας πρακτικής ως αντιανταγωνιστικής. Η Επιτροπή, όταν εξετάζει συμφωνίες οι οποίες αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 81, παράγραφος 1, οφείλει να θεωρεί ως επιβαρυντικό γεγονός κάθε απόδειξη ότι σκοπός των πρακτικών των επιχειρήσεων ήταν η επιδείνωση της θέσης των καταναλωτών.

4.   Έλεγχος των συγκεντρώσεων

4.1

Μια σημαντική αρμοδιότητα της Επιτροπής είναι η εξέταση της διάρθρωσης της αγοράς και των δεσποζουσών θέσεων που προβλέπεται ότι θα προκύψουν από τις συγκεντρώσεις επιχειρήσεων που επιθυμούν να συσπειρώσουν τις ικανότητες ανάπτυξης και παραγωγής τους, καθώς και τις εμπορικές τους ικανότητες, προκειμένου να αποκτήσουν μεγαλύτερη ισχύ στην αγορά και να βελτιώσουν την κατάστασή τους. Συγκεντρώσεις μπορούν να θεωρηθούν όχι μόνον οι συγχωνεύσεις, αλλά και οι κοινές επιχειρήσεις εάν οι βασικοί φορείς λήψης αποφάσεων συγκλίνουν προς μια ενιαία και ενοποιημένη διαχείριση και η δραστηριότητα των διαφόρων συμμετεχόντων μερών αντιστοιχεί στη δραστηριότητα μιας μόνον επιχείρησης στη σχετική αγορά. Κύριοι στόχοι των συγκεντρώσεων είναι η αύξηση της αποδοτικότητας, η επιτάχυνση της ανάπτυξης προϊόντων, η μείωση του κόστους και η διασφάλιση πλεονεκτημάτων από την άποψη της διαχείρισης. Ωστόσο, υπό το πρίσμα του ανταγωνισμού, οι συγκεντρώσεις μπορούν να έχουν αρνητικό αντίκτυπο δεδομένου ότι η συγκέντρωση εξουσιών δημιουργεί συχνά δεσπόζουσες θέσεις και, όταν αυτό συμβαίνει, οι κίνδυνοι κατάχρησης είναι σημαντικοί. Οι συγχωνεύσεις επίσης έχουν μερικές φορές αρνητικό αντίκτυπο. Διάφορες μελέτες έχουν δείξει ότι δεν βελτιώνουν πάντα την αποδοτικότητα ή την ανάπτυξη· μακροπρόθεσμα, ενδέχεται να πλήξουν ακόμη και τα κέρδη και την αξία της επιχείρησης. Ενδέχεται επίσης να οδηγήσουν σε σημαντική απώλεια θέσεων εργασίας. Γι' αυτό, κατά την αξιολόγηση των συγχωνεύσεων, είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη και οι πτυχές της απασχόλησης και της κοινωνικής πολιτικής (π.χ. οι θέσεις εργασίας). Ο καλύτερος τρόπος να εκτιμηθεί εάν η επιδιωκόμενη συγκέντρωση μπορεί να οδηγήσει σε στρέβλωση του ανταγωνισμού είναι να ελεγχθούν τα χαρακτηριστικά του σχεδίου συγχώνευσης με βάση τις διατάξεις του άρθρου 81, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (βλ. υποσημείωση 12). Εάν η συγκέντρωση ικανοποιεί τα κριτήρια που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο από την άποψη της διάρθρωσης της αγοράς και της ισχύος στην αγορά των επιχειρήσεων που αποτελούν αντικείμενο συγχώνευσης, τότε μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή. Αυτό είναι ένα σημαντικό σημείο σύνδεσης με τον έλεγχο των συγκεντρώσεων (που ανήκει βασικά στα εργαλεία της βιομηχανικής πολιτικής) και των κανόνων για τις συμπράξεις και την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, στους οποίους στηρίζονται οι αρχές για να εφαρμόσουν την πολιτική ανταγωνισμού με τη στενή έννοια του όρου.

4.1.1

Εάν ο ετήσιος όγκος πωλήσεών τους υπερβαίνει ορισμένα ανώτατα όρια στην ΕΕ ή/και σε παγκόσμια κλίμακα, οι επιχειρήσεις οφείλουν να κοινοποιήσουν την σαφή πρόθεσή τους να συγκροτήσουν μια κοινή ισχύ της αγοράς (μια συγκέντρωση) και τότε η ΓΔ «Ανταγωνισμός» κινεί τις διαδικασίες που προβλέπονται για το πρώτο και, ορισμένες φορές, για το δεύτερο στάδιο. Η ισχύς στην αγορά δεν αποτελεί όρο της υποχρέωσης για κοινοποίηση: η Επιτροπή εξετάζει εάν η σχετική συγκέντρωση περιορίζει ή όχι σημαντικά τον ανταγωνισμό, για παράδειγμα με τη δημιουργία δεσπόζουσας θέσης ή με ενίσχυση της θέσης της.

4.2

Ένας από τους θεμελιώδεις στόχους του ελέγχου των συγκεντρώσεων (και ένα από τα αναμενόμενα αποτελέσματά του) είναι η προώθηση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαίων παραγωγών και διανομέων σε διεθνές επίπεδο  (16). Το εγγενές πρόβλημα της πρακτικής της ΕΕ είναι ότι οι επιχειρήσεις αποκτούν, διαμέσου των συγκεντρώσεων, μια θέση στην αγορά τόσο ισχυρή που ενδεχομένως προκαλεί στρεβλώσεις του ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά. Διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή καταβάλλει προσπάθειες για να μειώσει τον κίνδυνο αυτό εξαρτώντας την έγκρισή της από πολλές προϋποθέσεις (πρόκειται για τα «διορθωτικά μέτρα»): μπορεί, για παράδειγμα, να ζητήσει από μία επιχείρηση να προβεί σε εκχώρηση στοιχείων ενεργητικού, στην πώληση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, στην παύση της διανομής προϊόντων ή υπηρεσιών σε ορισμένες χώρες κλπ. Ωστόσο, μια μελέτη των εντυπωσιακών στατιστικών δεδομένων που προκύπτουν από τις συγκεντρώσεις καταδεικνύει ότι είναι αδύνατο να συναχθεί εάν:

το σύνολο ή η πλειονότητα των συγκεντρώσεων που πραγματοποιήθηκαν πάνω από τα προβλεπόμενα κατώφλια αποτέλεσαν αντικείμενο κοινοποίησης εκ μέρους των επιχειρήσεων·

η ΓΔ «Ανταγωνισμός» είναι σε θέση να εξακριβώσει εάν οι επιχειρήσεις που υλοποίησαν τα σχέδιά τους για συγκέντρωση προέβησαν τα τελευταία έτη σε κατάχρηση της αυξημένης ισχύος τους στην αγορά.

4.3

Τον Οκτώβριο του 2005, η ΓΔ «Ανταγωνισμός» δημοσίευσε μελέτη σχετικά με τις δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν στο πλαίσιο υποθέσεων συγκέντρωσης. Η μελέτη περιλαμβάνει τις υποχρεώσεις που η Επιτροπή επέβαλε στις επιχειρήσεις ως προϋπόθεση για τη χορήγηση έγκρισης, και οι οποίες αποβλέπουν στη μείωση των τεκμαιρόμενων αντιανταγωνιστικών επιπτώσεων, καθώς και τις εκ των υστέρων λεπτομερείς αξιολογήσεις των εν λόγω επιπτώσεων. Σε περισσότερες από 40 % των περιπτώσεων που εγκρίθηκαν εμφανίστηκαν σοβαρά μη επιλυθέντα προβλήματα (ελλιπής μεταφορά των εκχωρηθεισών επιχειρήσεων, ανεπαρκής ορισμός των στοιχείων του ενεργητικού που έπρεπε να εκχωρηθούν κλπ.). Μπορεί να θεωρηθεί ότι εδώ πρόκειται για υπενθύμιση του πόσο αναγκαία είναι η διερεύνηση των πρακτικών που ενδέχεται να αποτελέσουν παρεμπόδιση του ανταγωνισμού κατά την έννοια του άρθρου 82 λόγω της αύξησης της ισχύος στην αγορά των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων στο πλαίσιο συγκεντρώσεων που έχουν εγκριθεί.

5.   Κρατικές ενισχύσεις

5.1

Μια από τις βασικές αρμοδιότητες της ΓΔ «Ανταγωνισμός» είναι να ελέγχει τη δραστηριότητα των κρατών μελών, και πιο συγκεκριμένα σε ποιες επιχειρήσεις τα κράτη μέλη χορηγούν χρηματοδοτική ενίσχυση και με βάση ποια δεδομένα. Καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση αποβλέπει στη διασφάλιση «θεμιτών όρων ανταγωνισμού» για όλες τις επιχειρήσεις που ασκούν τη δραστηριότητά τους στους κόλπους της ενιαίας αγοράς, η έννοια των «κρατικών ενισχύσεων» ορίστηκε προσεκτικά και ερμηνεύθηκε συνεκτικά σε σχέση με τις δημόσιες βιομηχανικές πολιτικές. Οι άμεσες χρηματοδοτικές παρεμβάσεις δεν είναι οι μόνες που υπόκεινται σε έλεγχο: τα φορολογικά ή άλλους είδους πλεονεκτήματα που παρέχονται σε επιχειρήσεις σε επιλεκτική βάση μπορεί να κριθούν απαράδεκτα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή εάν συνιστούν στρέβλωση του ανταγωνισμού.

5.2

Το 2005, η ΓΔ «Ανταγωνισμός» επεδίωξε, στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της, να διασαφηνίσει καλύτερα τους στόχους και τους εφαρμοστέους κανόνες στο πεδίο των κρατικών ενισχύσεων στις χώρες της ΕΕ. Σκοπός της είναι να προωθήσει την επιτυχία της στρατηγικής της Λισσαβόνας διασφαλίζοντας ότι οι ενισχύσεις χρησιμοποιούνται έτσι ώστε να συμβάλλουν στην ανταγωνιστικότητα όλης της ευρωπαϊκής οικονομίας. Με σκοπό τη βελτίωση του συντονισμού των ενδιαφερομένων μερών (δηλαδή των δημόσιων αρχών, των επιχειρήσεων και των οργανώσεών τους) και τον προσανατολισμό των δημοσίων πόρων προς τομείς όπου μπορούν να αξιοποιηθούν αποτελεσματικά, η ΓΔ «Ανταγωνισμός» εγκαινίασε σχέδιο δράσης για τις κρατικές ενισχύσεις (17). Οι κατευθυντήριες αρχές αυτού του σχεδίου δράσης δεν αντιφάσκουν με τις προϋπάρχουσες πρακτικές, αλλά στοχεύουν στην καλύτερη διαμόρφωση ορθών πρακτικών προς τις οποίες τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να συμμορφωθούν. Ορισμένες παρατηρήσεις:

5.2.1

Τα «καλά» και «κακά» παραδείγματα που αναφέρονται στη έκθεση δείχνουν την ποικιλία των λόγων για τους οποίους οι επιχειρήσεις μπορούν να λάβουν χρηματοοικονομική βοήθεια. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί πλήρως με την ιδέα ότι απαιτείται προσπάθεια ώστε «οι δημόσιοι πόροι να χρησιμοποιούνται αποτελεσματικά προς όφελος των πολιτών της Ένωσης, με στόχο τη βελτίωση της οικονομικής αποτελεσματικότητας, την επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης και τη δημιουργία βιώσιμων θέσεων απασχόλησης, την κοινωνική και περιφερειακή συνοχή, τη βελτίωση των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, τη βιώσιμη περιβαλλοντική ανάπτυξη και την πολιτιστική πολυμορφία»  (18). Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των κακών συνθηκών που συνδέονται με τις ελλείψεις των υποδομών, του δυσμενούς για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις κλίματος και άλλων αρνητικών συνθηκών, ιδίως στα νέα κράτη μέλη, η ΕΟΚΕ δεν μπορεί να ταχθεί υπέρ της μείωσης των κρατικών ενισχύσεων.

5.2.2

Φαίνεται ότι σε πολλά κράτη μέλη εξακολουθεί να θεωρείται σημαντική η δημιουργία ευνοϊκών χρηματοοικονομικών συνθηκών για τις παραδοσιακές επιχειρήσεις που διέρχονται κρίση και, κατ' επέκταση, να τους παρέχονται ενισχύσεις για τη διάσωση ή την αναδιάρθρωσή τους. Από την πλευρά της απασχόλησης, η ΕΟΚΕ δεν μπορεί να επικρίνει την προσέγγιση αυτή. Ωστόσο, μπορούν να αναφερθούν πολλές περιπτώσεις όπου η ίδια η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες όσον αφορά τη βιωσιμότητα των ενισχύσεων που στόχο έχουν να βοηθήσουν τις επιχειρήσεις που διασώθηκαν να επανέλθουν σε ισορροπημένη οικονομική κατάσταση.

5.2.3

Σύμφωνα με τη δέσμη νομικών μέτρων που υιοθετήθηκε τον Ιούλιο και εναρμονίστηκε με το σχέδιο δράσης στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, «οι εταιρείες μπορούν να λαμβάνουν κρατική στήριξη που θα καλύπτει όλες τις ανακύπτουσες δαπάνες, καθώς και ένα εύλογο κέρδος, κατά την εκτέλεση καθηκόντων παροχής δημόσιας υπηρεσίας, όπως τα έχουν ορίσει και τους τα έχουν αναθέσει οι δημόσιες αρχές». Στο βαθμό που μπορούν να συμβάλλουν στην ελάφρυνση των χρηματοοικονομικών δυσκολιών (πιθανότατα των ΜΜΕ που δραστηριοποιούνται σε τοπικό επίπεδο), οι διευκολύνσεις αυτές θα μπορούσαν να αποτελέσουν ορθά παραδείγματα αποτελεσματική χρήσης του δημοσίου χρήματος προς όφελος των πολιτών και των επιχειρήσεων της ΕΕ.

6.   Λειτουργία του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού (ΕΔΑ)

6.1

Το 2005 ήταν το πρώτο έτος πλήρους εφαρμογής των διαδικασιών σχετικά με την παράβαση των κανόνων περί ανταγωνισμού και την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης έτσι όπως τροποποιήθηκαν με τον κανονισμό του Συμβουλίου αριθ. 1/2003. Αυτό σημαίνει ότι:

εάν θίγονται οι συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, τότε οι αρχές ανταγωνισμού και τα δικαστήρια των κρατών μελών οφείλουν να εφαρμόζουν τους ουσιαστικούς κανόνες της ΕΕ όσον αφορά την παράβαση των κανόνων περί ανταγωνισμού και την κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης (άρθρα 81 και 82), που εφαρμόζονται άμεσα στις επιχειρήσεις, καθώς και τη σχετική νομολογία·

παράλληλα, η Επιτροπή κατέβαλε προσπάθειες προκειμένου να αναπτύξει συνεχείς, στενές, και αμοιβαίες σχέσεις με κάθε εθνική αρχή ανταγωνισμού καθώς και να καλλιεργήσει τις επαφές μεταξύ των διαφόρων εθνικών αρχών ανταγωνισμού ώστε να συσταθεί ένα βήμα για γενικά θέματα πολιτικής και να δημιουργηθούν πρόσφορα μέσα συνεργασίας για την διαχείριση συγκεκριμένων υποθέσεων.

6.2

Από την έκθεση στην οποία αναφέρεται η παρούσα γνωμοδότηση, προκύπτει σαφώς ότι η ρόλος των εθνικών δικαστηρίων στην εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου ανταγωνισμού είναι περιορισμένος και ότι η εκτέλεση του έργου τους δεν πρόκειται να είναι απρόσκοπτη στο προσεχές μέλλον. Ένας σημαντικός λόγος γι' αυτό θα μπορούσε να είναι ότι η αρμόδια για θέματα ανταγωνισμού πρωτοβάθμια δικαιοδοσία διαφέρει από χώρα σε χώρα. Άλλος λόγος είναι ότι, μέχρι σήμερα, μόνο τα εθνικά δίκαια ανταγωνισμού ήσαν διαθέσιμα. Παρά το γεγονός ότι η νομοθετική εναρμόνιση έχει διεισδύσει βαθιά στα δικαστικά συστήματα, εξακολουθεί να υπάρχει διαφορά μεταξύ του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου σε πολλά κράτη μέλη. Προς το παρόν, φαίνεται ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες είναι απρόθυμοι να προσφύγουν στα εθνικά δικαστήρια (19).

6.3

Ένας μη εμφανής λόγος είναι ότι τα κράτη μέλη δεν έχουν εξασφαλίσει την πρόσβασή τους στη ευρωπαϊκή νομολογία, η οποία στην πράξη αποτελεί πραγματική πηγή του δικαίου περί ανταγωνισμού. Όσον αφορά το δικονομικό δίκαιο, υπάρχουν διαθέσιμες περιεκτικές περιλήψεις των διαφόρων διαδικαστικών καταστάσεων στις οποίες προστίθενται αναφορές σε περιπτώσεις που συνιστούν προηγούμενο στον σχετικό τομέα. Όμως, ούτε η Επιτροπή ούτε και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχουν καταρτίσει μέχρι σήμερα παρόμοια εγχειρίδια σχετικά με το ουσιαστικό δίκαιο  (20). Εάν θέλουμε να διαδώσουν τα δικαστήρια των κρατών μελών την τρέχουσα εφαρμογή των άρθρων της Συνθήκης ΕΚ όσον αφορά τις συμπράξεις και τις καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσης, θα πρέπει, εν πρώτοις, να συγκεντρωθούν τα σημαντικότερα (και πιο συχνά μνημονευόμενα) παραδείγματα υποθέσεων από τη νομολογία — με επεξηγήσεις των εννοιών και των όρων — σε ένα εγχειρίδιο, συμπληρωμένο με τα σκεπτικά και τα διατακτικά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η συλλογή αυτή θα πρέπει, βέβαια, να μεταφράζεται σε όλες τις εθνικές γλώσσες και να ενημερώνεται τακτικά. Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι μόνον εάν συνταχθεί και δημοσιευθεί συλλογή της νομολογίας σε όλες τις γλώσσες που ομιλούνται στα κράτη μέλη και διοργανωθεί κατάρτιση στον κλάδο ακριβώς του δικαίου περί ανταγωνισμού για όλους τους εθνικούς δικαστές, δικηγόρους και ενδιαφερόμενους ειδικούς, θα μπορέσει να σημειωθεί πρόοδος όσον αφορά την ορθή εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΕ στα κράτη μέλη.

6.4

Όσον αφορά τη δημιουργία ενός δικτύου επικοινωνίας και συνεργασίας με τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού, η Επιτροπή (και ειδικότερα, βέβαια η ΓΔ «Ανταγωνισμός») μπόρεσε να θέσει το ευρωπαϊκό δίκτυο ανταγωνισμού σε στερεή βάση σε σχετικά σύντομο διάστημα. Τα βήματα και οι ομάδες εργασίες που περιγράφονται στην έκθεση είναι οι κρίκοι ενός εμπεδωμένου συστήματος συνεργασίας στο πλαίσιο του οποίου οι εθνικές αρχές ανταγωνισμού έρχονται συχνά σε επαφή με τις ομόλογες τους αρχές (και τούτο ακόμα και σε επίπεδο αρμοδίων για την διαχείριση των υποθέσεων), χωρίς οι Βρυξέλλες να είναι υποχρεωμένες να ενεργούν ως ενδιάμεσος. Μπορεί δικαιολογημένα να λεχθεί ότι η ολοκλήρωση δεν έχει φθάσει σε παρόμοια έκταση σε κανένα κλάδο της επίσημης οργάνωσης της ΕΕ.

Βρυξέλλες, 26 Απριλίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να αναφερθεί η δράση της στο διεθνές προσκήνιο καθώς σε πολλούς τομείς και θέματα ασκεί την «εφαρμοσμένη οικονομική διπλωματία» της ΕΕ.

(2)  ΕΕ αριθ. C 94 της 17.4.2004 και ΕΕ αριθ. C 179 της 10.7.2004.

(3)  Βλ. σημεία 35 (σελίδα 24) και 115 (σελίδα 45) της έκθεσης.

(4)  Η Επιτροπή εφαρμόζει τις διατάξεις του άρθρου 86 (της Συνθήκης ΕΚ) στα κράτη μέλη και όχι στις επιχειρήσεις.

(5)  Οι επιχειρήσεις δεν οφείλουν ωστόσο να είναι εγκατεστημένες στην επικράτεια ενός από τα κράτη μέλη. Ένα από τα τεράστια πλεονεκτήματα του ευρωπαϊκού δικαίου περί ανταγωνισμού είναι ότι παρέχει τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων απλώς βάσει του αποτελέσματος μιας συμπεριφοράς ή μιας σύμπραξης που περιορίζει τον ανταγωνισμό.

(6)  Βλ. σημείο 341 της απόφασης του Πρωτοδικείου (τρίτο πενταμελές τμήμα) της 28.2.2002 στην υπόθεση Compagnie Générale Maritime και λοιποί κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σελ. II-01011.

(7)  Βλ. υπόθεση AKZO, ΕΕ L 374/1, σημεία 74-79.

(8)  Συχνά οι ΜΜΕ καθίστανται θύματα ανεξέλεγκτων ελιγμών των επιχειρήσεων που δεσπόζουν στην αγορά.

(9)  Βλ. τη γνωμοδότηση της Zentralverband Gewerblicher Verbundgruppen e.V. (Κεντρικής Συνομοσπονδίας των Ολοκληρωμένων Βιομηχανικών Ομίλων), Βερολίνο: «Stellungnahme zum Diskussionspapier der Kommission zur Anwendung von Art 82 EG auf Behinderungsmissbräuch» («Γνωμοδότηση αναφορικά με το έγγραφο συζήτησης της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 82 της Συνθήκης ΕΚ στις πρακτικές αποκλεισμού»), 21.3.2006.

(10)  Βλ. άρθρο 82 της Συνθήκης ΕΚ.

(11)  Βλ. «Commission practice concerning excessive pricing in Telecommunications» («Η πρακτική της Επιτροπής όσον αφορά τις υπερβολικά υψηλές τιμές που εφαρμόζονται στον τομέα των τηλεπικοινωνιών»), Competition policy (Ενημερωτικό δελτίο της πολιτικής ανταγωνισμού), τεύχος αριθ. 2 (1998), σελ. 36.

(12)  Βλ. την αιτιολογική σκέψη αριθ. 8 της οδηγίας 2005/29/EK του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαΐου 2005, για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές των επιχειρήσεων προς τους καταναλωτές στην εσωτερική αγορά.

(13)  Ο εντολοδόχος επιλέχθηκε σε συνεννόηση με τη Microsoft, η οποία ανέλαβε και τις σχετικές δαπάνες.

(14)  http://europa.eu.int/comm/competition/antitrust/others/sector_inquiries/financial_services/decision_insurance_en.pdf.

(15)  Άρθρο 81, παράγραφος 3: «Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δύνανται να κηρυχθούν ανεφάρμοστες:

σε κάθε συμφωνία ή κατηγορία συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων,

σε κάθε απόφαση ή κατηγορία αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων, και

σε κάθε εναρμονισμένη πρακτική ή κατηγορία εναρμονισμένων πρακτικών η οποία συμβάλλει στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, εξασφαλίζοντας συγχρόνως στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει και η οποία:

α)

δεν επιβάλλει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις περιορισμούς μη απαραίτητους για την επίτευξη των στόχων αυτών, και

β)

δεν παρέχει στις επιχειρήσεις αυτές τη δυνατότητα καταργήσεως του ανταγωνισμού επί σημαντικού τμήματος των σχετικών προϊόντων.»

(16)  Βασικός στόχος του ελέγχου των συγχωνεύσεων είναι να διασφαλιστεί ότι μια συγκέντρωση δεν έχει ως αποτέλεσμα περιορισμό του ανταγωνισμού σε ένα σημαντικό τμήμα της ενιαίας αγοράς. Έτσι, για παράδειγμα, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο περί ανταγωνισμού, δεν είναι δυνατόν να εγκριθεί, με το επιχείρημα ότι θα επιτρέψει στη σχετική επιχείρηση να καταστεί ανταγωνιστικότερη στην παγκόσμια αγορά, μια συγχώνευση η οποία περιορίζει τον ανταγωνισμό εντός της ΕΕ.

(17)  http://europa.eu.int/comm/competition/state_aid/others/action_plan/

(18)  SEC(2006) 761 τελικό.

(19)  Εάν οι διάδικες επιχειρήσεις είναι καταχωρημένες σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη και η πρακτική αγοράς είχε ασκηθεί σε διάφορες χώρες, είναι συζητήσιμο ποιο είναι το αρμόδιο εθνικό δικαστήριο.

(20)  Τα κυριότερα δικηγορικά γραφεία έχουν ήδη συγκεντρώσει αυτό το είδος κειμένων για δική τους μόνο, βέβαια, χρήση.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

στη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Η ακόλουθη τροπολογία, η οποία έλαβε το ένα τέταρτο τουλάχιστον των εκπεφρασμένων ψήφων, απορρίφθηκε κατά τις συζητήσεις.

Σημείο 3.2.10.1

Να διαγραφεί:

«3.2.10.1

Όσον αφορά τις τραπεζικές υπηρεσίες που αναφέρονται παραπάνω, ο ανταγωνισμός στρεβλώνεται από τα εμπόδια που φράσσουν την είσοδο στην αγορά, την έλλειψη ουσιαστικής δυνατότητας επιλογής και, πιθανώς, από την ύπαρξη δεσποζουσών θέσεων»

Αιτιολογία που έδωσε ο κ. SARTORIUS

Το σημείο αυτό είναι ασαφές δεδομένου ότι δεν είναι κατανοητό σε ποια εμπόδια, σε ποια ουσιαστική δυνατότητα επιλογής και σε ποιες δεσπόζουσες θέσεις αναφέρεται. Αυτό θα οδηγήσει σε σύγχυση εάν δεν δοθεί λεπτομερής εξήγηση χωρίς γενικότητες.

Ο ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας είναι αναμφισβήτητα ένας από τους πιο ανταγωνιστικούς τομείς της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η ανταγωνιστικότητα αυτή είναι επωφελής για τους καταναλωτές και για τον τομέα.

Εάν αναφέρεται στα εμπόδια που παρεμβάλλονται στην επίτευξη μεγαλύτερης ενδοευρωπαϊκής ολοκλήρωσης του τομέα σε ό,τι αφορά τις λιανικές τραπεζικές υπηρεσίες (retail banking), τα κυριότερα εμπόδια απορρέουν από την έλλειψη εναρμόνισης των ρυθμίσεων σχετικά με την προστασία του καταναλωτή και τα φορολογικά καθεστώτα. Ένα σημαντικό βήμα θα είναι η καθιέρωση του SEPA (Ενιαίος Χώρος Πληρωμών σε Ευρώ) που θα μεταβάλει ριζικά το θέμα των πιστωτικών καρτών και των διασυνοριακών πληρωμών.

Αιτιολογία που έδωσε ο κ. PATER

H διαγραφή της παραγράφου προτείνεται για τους εξής λόγους:

το κείμενο είναι ασαφές και μπορεί να δώσει την εντύπωση ότι η ΕΟΚΕ θέτει υπό αμφισβήτηση τα φυσικά εμπόδια για την είσοδο στην αγορά των τραπεζικών υπηρεσιών, τα οποία αποβλέπουν στην εξασφάλιση του δέοντος επιπέδου ασφάλειας·

δεν φαίνεται σαφώς σε ποιες πραγματικές καταστάσεις αναφέρεται με τη φράση «έλλειψη ουσιαστικής δυνατότητας επιλογής», δεδομένου ότι η αγορά τραπεζικών υπηρεσιών είναι ένας από τους πλέον ανταγωνιστικούς κλάδους της ευρωπαϊκής οικονομίας·

στην περίπτωση όπου θα προέκυπτε κατάσταση δεσπόζουσας θέσης (επιζήμια για την πελατεία), εννοείται ότι η Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού -την οποία πάνω από είκοσι φορές εκθειάζει η παρούσα γνωμοδότηση- θα προέβαινε άμεσα στα αναγκαία διαβήματα για την αντιμετώπιση των επιζήμιων συνεπειών·

το σημείο αυτό δεν συμβαδίζει με τον κύριο συλλογισμό της γνωμοδότησης και, ως εκ τούτου, εάν διαγραφεί, όχι μόνον δεν θα καταστεί δυσνόητη η γνωμοδότηση, αλλά, αντίθετα, θα καταστεί πιο συνεκτικό και πιο διαυγές το όλο κείμενο.

Αιτιολογία που έδωσε ο κ. BURANI

Η δήλωση ότι όσον αφορά τις τραπεζικές υπηρεσίες ο ανταγωνισμός «στρεβλώνεται» απλώς δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όπως εύκολα μπορεί να διαπιστώσει ο καθένας. Δεν προσδιορίζονται ποια είναι και τι είδους είναι «τα εμπόδια που φράσσουν την είσοδο», τα οποία οπωσδήποτε δεν υπάρχουν (εάν υπήρχαν θα έπρεπε να υποδειχθούν). Όσον αφορά την «δυνατότητα επιλογής», υπάρχουν χιλιάδες τράπεζες σε όλη την επικράτεια της Ένωσης, που αντιμετωπίζουν ανελέητο ανταγωνισμό, τόσο σε θέματα ποιότητας υπηρεσιών όσο και σε θέματα τιμών. Σχετικά με τις «δεσπόζουσες θέσεις», ο καταναλωτής μπορεί πάντοτε να επιλέξει μεταξύ τραπεζών κάθε είδους και διαστάσεων, από τις πολυεθνικές ως τις ιδιωτικές τράπεζες και τους τοπικούς συνεταιρισμούς. Εάν υπήρχαν οι θέσεις αυτές, οι αρμόδιες για τον ανταγωνισμό αρχές, τόσο οι εθνικές όσο και οι ευρωπαϊκές θα είχαν εδώ και καιρό αναλάβει δράση: Πράγμα το οποίο δεν έχει συμβεί. Ολόκληρο το σημείο επαναλαμβάνει κοινούς τόπους όσον αφορά την ελεύθερη παροχή τραπεζικών υπηρεσιών, χωρίς να παρέχει καμία απόδειξη ή παράδειγμα για να τους καταστήσει έγκυρους.

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας:

Υπέρ: 66

Κατά: 71

Αποχές: 25


20.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 168/29


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τον καθορισμό πλαισίου προστασίας του εδάφους και την τροποποίηση της οδηγίας 2004/35/EΚ»

COM(2005) 232 τελικό — 2006/0086 (COD)

(2007/C 168/05)

Στις 10 Νοεμβρίου 2006, και σύμφωνα με το άρθρο 175 της Συνθήκης για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την ανωτέρω πρόταση.

Το τμήμα «Γεωργία, αγροτική ανάπτυξη και περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 21 Μαρτίου 2007, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Staffan Nilsson.

Κατά την 435η σύνοδο ολομέλειας της 25ης και 26ης Απριλίου 2007 (συνεδρίαση της 25ης Απριλίου) η ΕΟΚΕ υιοθέτησε με ψήφους 118 υπέρ, 2 κατά και 7 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Κύρια σημεία της γνωμοδότησης

1.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τη θεματική στρατηγική υπέρ της προστασίας των εδαφών σε ολόκληρη την Ε.Ε. και υποστηρίζει καταρχήν τη θέσπιση οδηγίας πλαισίου.

1.2

Η οδηγία πρέπει να εστιάζεται στους τομείς που παρουσιάζουν τα σημαντικότερα προβλήματα και όπου η απειλή για τα καλλιεργούμενα εδάφη είναι σοβαρότερη, όπως στις περιπτώσεις της αλλαγής της χρήσης του εδάφους (εκεί όπου τα καλλιεργούμενα εδάφη χρησιμοποιούνται για την ανέγερση κατοικιών, κατασκευή δρόμων κ.λπ.), των ρυπασμένων βιομηχανικών ζωνών και της αδιαβροχοποίησης των εδαφών. Η στρατηγική της ΕΕ πρέπει να σέβεται την αρχή της επικουρικότητας.

1.3

Το κόστος της υποβάθμισης των εδαφών πρέπει να επωμίζονται οι πρόξενοι των εν λόγω βλαβών, εφόσον αυτές είναι αναλογικές, και όχι κυρίως οι χρήστες γαιών.

1.4

Εάν ο στόχος μιας οδηγίας πλαισίου είναι η διασφάλιση της κοινής βάσης, τότε το μέγεθος των φιλοδοξιών των διαφόρων κρατών μελών πρέπει να είναι ανάλογο, προκειμένου να αποφευχθούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.

1.5

Η εφαρμογή ορθών γεωργικών και δασοκομικών πρακτικών συντηρεί και βελτιώνει τις ιδιότητες των εδαφών.

1.6

Εξ ορισμού, η καλλιέργεια γεωργικών γαιών για την παραγωγή τροφίμων συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση φυσικών γαιών για καλλιεργητικούς σκοπούς και, επομένως, είναι αναπόφευκτος ο σχετικός αντίκτυπος.

1.7

Η ΕΟΚΕ ασκεί έντονη κριτική για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν υπέβαλε ακόμη την πρότασή της για μια νέα αναθεωρημένη οδηγία με θέμα την ιλύ καθαρισμού λυμάτων και ζητεί από την Επιτροπή να το πράξει το συντομότερο δυνατό, καθώς η εν λόγω οδηγία παρουσιάζει εξαιρετική σημασία για την προστασία των εδαφών που προορίζονται για γεωργική χρήση καθώς και για την αντιμετώπιση της αυξανόμενης ρύπανσης του εδάφους με επικίνδυνες ουσίες.

1.8

Η αποκατάσταση του εδάφους, που προβλέπεται στο άρθρο 1 όσον αφορά το αντικείμενο και το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται λαμβανομένων υπόψη των ειδικών περιπτώσεων και με βάση την κατά περίπτωση αξιολόγηση.

1.9

Οι εθνικές τομεακές πολιτικές, σύμφωνα με το άρθρο 3, δεν πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών μελών.

1.10

Οι απαιτήσεις των κρατών μελών, βάσει του άρθρου 4, πρέπει να είναι αναλογικές.

1.11

Το άρθρο 12 πρέπει να αναδιατυπωθεί, όσον αφορά την υποχρέωση του υποψήφιου αγοραστή να υποβάλει έκθεση σε ορισμένες περιπτώσεις.

1.12

Οι κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 22 πρέπει επίσης να είναι αναλογικές ως προς την προξενηθείσα ζημία. Η ΕΟΚΕ θεωρεί απαράδεκτο να επιβάλλονται διαφορετικές κυρώσεις για την ίδια ζημία.

1.13

Οι υποχρεώσεις για τα μέτρα αποκατάστασης εκ μέρους του φορέα εκμετάλλευσης, σύμφωνα με το άρθρο 23, δεν δικαιολογούνται παρά μόνο εάν αυτός είναι και ο πραγματικός υπεύθυνος για την προξενηθείσα ζημία.

1.14

Η σύσταση ανεξάρτητης επιτροπής εμπειρογνωμοσύνης με δημόσιους και ιδιωτικούς εμπειρογνώμονες θα πρέπει να διευκολύνει την εφαρμογή της στρατηγικής για την προστασία του εδάφους.

2.   Κύρια σημεία του εγγράφου της Επιτροπής

2.1

Το έδαφος μπορεί να θεωρηθεί ως μη ανανεώσιμος πόρος, εντούτοις η ποιότητα του εδάφους υποβαθμίζεται γρήγορα σε πολλά μέρη της ΕΕ και το φαινόμενο αυτό οξύνεται λόγω των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, όπως π.χ. από τη βιομηχανία, τον τουρισμό, την αστική ανάπτυξη, τις υποδομές στον τομέα των μεταφορών, καθώς και από ορισμένες γεωργικές και δασοκομικές πρακτικές.

2.2

Το έδαφος αποτελεί πόρο κοινού ενδιαφέροντος στην ΕΕ και, αν δεν επιτευχθεί η προστασία του σε επίπεδο ΕΕ, θα υπονομευθεί η αειφορία και η μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Οι επί μέρους πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμβάλλουν ήδη στην προστασία του εδάφους, αλλά δεν υφίσταται ακόμη ενιαία πολιτική. Μόνο εννέα κράτη μέλη διαθέτουν ειδική νομοθεσία για την προστασία του εδάφους, η οποία συχνά αφορά συγκεκριμένη απειλή και ιδιαίτερα τη ρύπανση των εδαφών. Η υποβάθμιση του εδάφους έχει σοβαρές επιπτώσεις σε άλλους τομείς κοινού ενδιαφέροντος στην ΕΕ, όπως στα ύδατα, στην υγεία του ανθρώπου, στην αλλαγή του κλίματος, στην προστασία της φύσης και της βιοποικιλότητας και στην ασφάλεια των τροφίμων.

2.3

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η Επιτροπή προτείνει μια στρατηγική για την προστασία του εδάφους στην Ευρώπη. Η στρατηγική αυτή περιγράφεται σε μία ανακοίνωση και συνοδεύεται από πρόταση για οδηγία-πλαίσιο και αξιολόγηση των επιπτώσεων. Η οδηγία-πλαίσιο καθορίζει κοινές αρχές, στόχους και δράσεις. Επιβάλλει στα κράτη μέλη να υιοθετήσουν συστηματική προσέγγιση για τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση των φαινομένων υποβάθμισης του εδάφους, λαμβάνοντας προληπτικά μέτρα και ενσωματώνοντας την προστασία του εδάφους στις υπόλοιπες πολιτικές. Προβλέπει όμως ευελιξία, δεδομένου ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να αποφασίσουν το πόσο φιλόδοξες θα είναι οι προσπάθειές τους, τους ειδικούς στόχους που θα θέσουν και τα μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν για την επίτευξή τους. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η υποβάθμιση του εδάφους εμφανίζει μεγάλες διακυμάνσεις στην Ευρώπη, όπου έχουν εντοπιστεί 320 μείζονες τύποι εδάφους.

2.4

Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εντοπίσουν τις περιοχές στις οποίες υφίσταται κίνδυνος διάβρωσης, απομείωσης των οργανικών υλών, συμπύκνωσης (συμπίεσης), αλάτωσης και κατολισθήσεων. Έχουν την υποχρέωση να καθορίσουν στόχους για τον περιορισμό των κινδύνων στις περιοχές αυτές και να καταρτίσουν προγράμματα μέτρων για την επίτευξή τους. Θα πρέπει επίσης να προλαμβάνουν κάθε περαιτέρω ρύπανση, να προβαίνουν στην απογραφή των ρυπασμένων τόπων στην επικράτειά τους και να διαμορφώσουν εθνικές στρατηγικές αποκατάστασης. Όταν πωλείται ένα οικόπεδο, στο οποίο είχε αναπτυχθεί κατά το παρελθόν ή αναπτύσσεται ακόμη δραστηριότητα που ενδέχεται να ρυπαίνει το έδαφος, ο πωλητής ή ο αγοραστής του οικοπέδου θα έχει την υποχρέωση να υποβάλει έκθεση για την κατάσταση του εδάφους στις αρχές και στο αντισυμβαλλόμενο στη συναλλαγή μέρος. Τέλος, τα κράτη μέλη καλούνται να περιορίσουν ή να μετριάσουν τις επιπτώσεις της στεγανοποίησης (σφράγισης), για παράδειγμα αποκαθιστώντας εγκαταλελειμμένους βιομηχανικούς χώρους.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την ανακοίνωση της Επιτροπής με θέμα «Θεματική στρατηγική για την προστασία του εδάφους» η οποία αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης ανακοίνωσης του 2002 (1), και της πρότασης για την εφαρμογή της «οδηγίας πλαίσιο για την προστασία του εδάφους». Η ΕΟΚΕ έχει ήδη ζητήσει από το 2000, σε γνωμοδότηση πρωτοβουλίας για τη χρησιμοποίηση της ιλύος καθαρισμού λυμάτων στη γεωργία (2), να αναλάβει η Επιτροπή πρωτοβουλία προκειμένου να θεσπιστούν ελάχιστες κοινοτικές απαιτήσεις για την προστασία του εδάφους.

3.2

Η Επιτροπή ακολούθησε μια ανοικτή και σφαιρική διαδικασία επί 4 χρόνια, διεξάγοντας συζητήσεις και πολλές και διαφορετικές διαβουλεύσεις προκειμένου να χαράξει μια στρατηγική για την προστασία του εδάφους. Η ΕΟΚΕ είχε τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τη διαδικασία αυτή. Οι παρατηρήσεις της παρούσας γνωμοδότησης αφορούν κυρίως την πρόταση οδηγίας-πλαίσιο, για την οποία ζητήθηκε από την ΕΟΚΕ η κατάρτιση γνωμοδότησης, ωστόσο αφορούν και την ανακοίνωση της Επιτροπής.

3.3

Το έδαφος και οι λειτουργίες του αποτελούν ανεκτίμητο πόρο για τη φύση, και την επιβίωση του ανθρώπου και των οικοσυστημάτων. Οι δραστηριότητες του ανθρώπου επηρεάζουν με διάφορους τρόπους τις λειτουργίες του εδάφους και της χρήσης του. Η στρατηγική της Ε.Ε. πρέπει να εστιάζεται στους τομείς εκείνους όπου η απειλή κατά των καλλιεργούμενων εδαφών είναι η πιο σοβαρή, όπως οι αλλαγές της χρήσης του εδάφους, η ρύπανση βιομηχανικών περιοχών, η στεγανοποίηση των επιφανειών και η διάβρωση.

3.4

Το έδαφος και οι λειτουργίες του σχετίζονται με διάφορα άλλα πεδία πολιτικής, τα οποία υπόκεινται ποικιλοτρόπως στην κοινοτική και την εθνική νομοθεσία: στις οδηγίες για το νερό, τα νιτρικά οξέα, καθώς και στη νομοθεσία για τα χημικά προϊόντα, κ.λπ. Ορισμένες χώρες έχουν ακόμη διάφορες μορφές νομοθεσίας, εποπτείας και ανίχνευσης του εδάφους και της υποβάθμισης των εδαφών. Ως εκ τούτου, η πρόταση της Επιτροπής, δεν πρέπει να επιβαρύνει περαιτέρω την κατάσταση, αλλά να παραχωρεί επαρκή ευελιξία στις χώρες αυτές.

3.5

Η Επιτροπή τονίζει ότι οι δαπάνες που δημιουργούνται από την υποβάθμιση του εδάφους δεν επιβαρύνουν τους χρήστες, αλλά την κοινωνία και άλλους παράγοντες. Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να υπογραμμίσει ότι την ευθύνη για τη σχετική ζημία πρέπει να τη φέρει αυτός που την προκαλεί, και ο οποίος δεν είναι πάντοτε ο χρήστης. Σε πολλές περιπτώσεις, οι χρήστες του εδάφους υφίστανται τις συνέπειες της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, της ρύπανσης της οφειλόμενης σε άλλους τομείς, όπως τον βιομηχανικό μέσω των εκπομπών, των εκροών και άλλων εκπομπών ρύπων. Στις περιπτώσεις αυτές, οι χρήστες υφίστανται τις ζημιογόνες συνέπειες για τις οποίες σαφώς δεν είναι υπεύθυνοι.

3.6

Εντούτοις, η ΕΟΚΕ παρατηρεί ότι η Επιτροπή τονίζει επανειλημμένως ότι τα απαραίτητα μέτρα προστασίας πρέπει να αναληφθούν από τον πρόξενο της βλάβης, πράγμα που είναι φυσικά σωστό και συνεπάγεται καταμερισμό ευθυνών. Σημαίνει, επίσης, ότι επηρεάζονται και άλλοι νομοθετικοί τομείς εκτός του συγκεκριμένου όσον αφορά το έδαφος.

3.7

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την υιοθέτηση ειδικής στρατηγικής για την προστασία του εδάφους και την προσέγγιση για την χρησιμοποίηση οδηγίας-πλαίσιο. Αυτή αποτελεί τη βάση για ισότιμη προστασία, με κοινούς βασικούς κανόνες όσον αφορά προβλήματα τα οποία, λόγω της φύσεώς τους, μπορεί να είναι διασυνοριακά. Για να ενισχυθεί πραγματικά η προστασία του εδάφους, ο εν λόγω πολιτικός τομέας θα πρέπει να ενσωματωθεί και στη νομοθεσία για άλλους τομείς πολιτικής.

3.8

Η Επιτροπή αναφέρει, επίσης, ότι οι δαπάνες και τα κέρδη θα κυμαίνονται, ανάλογα με το επίπεδο των επιδιώξεων και με τον τρόπο αξιοποίησης των δυνατοτήτων που προσφέρονται, για παράδειγμα, από τις περιβαλλοντικές διατάξεις της κοινής γεωργικής πολιτικής. Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να τονίσει ότι το πρόβλημα της ομοιόμορφης και ασφαλούς ερμηνείας και εφαρμογής από τα κράτη μέλη των υποχρεώσεων των προβλεπόμενων στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής παραμένει άλυτο. Εάν στόχος της οδηγίας-πλαίσιο είναι να δημιουργηθεί κοινή βάση για την προστασία του εδάφους και να αποφευχθεί η επιβάρυνση των παραγόντων με δυσβάστακτες και ποικίλες οικονομικές υποχρεώσεις, τότε θα πρέπει και το επίπεδο των επιδιώξεων να είναι αντίστοιχο, προκειμένου να αποφευχθεί η στρέβλωση του ανταγωνισμού.

3.9

Η Επιτροπή αναφέρει ως πρώτο παράδειγμα ότι, μεταξύ άλλων, η εφαρμογή εσφαλμένων μεθόδων στη γεωργία και στη δασοκομία μπορεί να συμβάλει στην υποβάθμιση του εδάφους. Αντίθετα, η εφαρμογή ορθών πρακτικών στη γεωργία και τη δασοκομία συμβάλλει στη διατήρηση και τη βελτίωση των ιδιοτήτων του εδάφους. Η απειλή κατά των καλλιεργουμένων εδαφών οφείλεται στις αλλαγές της χρήσης του εδάφους, τη βιομηχανική επέκταση, τις υποδομές των μεταφορών, την ατμοσφαιρική ρύπανση, το όζον της τροπόσφαιρας και άλλους ρυπαντικούς παράγοντες. Μολονότι η χωροταξία (πολεοδομία) δεν υπάγεται στους τομείς αρμοδιότητας της Ε.Ε. αλλά των κρατών μελών, θα πρέπει ωστόσο να στρέψουμε την προσοχή μας και σε αυτόν τον τομέα.

3.10

Οι δυνάμεις της αγοράς και η σημερινή γεωργική πολιτική συνέβαλαν επίσης στην ενίσχυση της δομικής ανάπτυξης και της εξειδίκευσης, καθώς και στην αποσύνδεση, σε μεγάλο βαθμό, της καλλιέργειας και της κτηνοτροφίας, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει στη μείωση του ποσοστού των οργανικών υλών στο έδαφος. Η νέα κοινή γεωργική πολιτική με την αποσύνδεση των επιδοτήσεων ενισχύει ακόμη περισσότερο την κατάσταση αυτή.

3.11

Η Επιτροπή φρονεί ότι η γεωργία μπορεί να έχει ευνοϊκή επίδραση στην κατάσταση του εδάφους, όταν το έδαφος χρησιμοποιείται κατά τρόπο βιολογικό, εκτατικό και σύμφωνα με μία ολοκληρωμένη προσέγγιση. Η άποψη όμως αυτή είναι λίγο απλοϊκή. Όλα εξαρτώνται από την εμπειρογνωμοσύνη και την χρησιμοποιούμενη τεχνολογία. Εξ ορισμού, η καλλιέργεια γεωργικών γαιών για την παραγωγή τροφίμων συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση φυσικών γαιών για καλλιεργητικούς σκοπούς. Συνεπώς, είναι αναπόφευκτος ο σχετικός αντίκτυπος, αλλά θα πρέπει να είναι αποδεκτός δεδομένου ότι πρόκειται για την παραγωγή τροφίμων. Οι επιδράσεις που δέχονται οι καλλιεργούμενες εκτάσεις εξαρτώνται από τις ετήσιες εποχικές διακυμάνσεις, το κλίμα, κλπ., αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνουν αποδεκτές οι βιομηχανικές ουσίες, η διάβρωση, η συγκέντρωση μαυροχώματος (χούμος) κ.λπ. Μια κανονική γεωργική επιχείρηση με τις γνώσεις που διαθέτουμε σήμερα μπορεί να συμβάλει στη συντήρηση και τη βελτίωση της ποιότητας του εδάφους. Λίγοι επιχειρηματίες διαθέτουν μια τόσο μακροπρόθεσμη προοπτική, όσον αφορά τις επενδύσεις και τη συντήρηση των εδαφών όσο οι γεωργοί και οι δασοπόνοι. Οι γεωργοί έχουν συνειδητοποιήσει σε υψηλό βαθμό τη σημασία της προστασίας του εδάφους και η ευαισθητοποίησή τους θα πρέπει να συμπληρωθεί και να ενισχυθεί μέσω συστημάτων παροχής συμβουλών, της λήψης προαιρετικών μέτρων και της παροχής κινήτρων.

3.12

Η Επιτροπή αναφέρει ακόμη ότι με την οδηγία για την περιβαλλοντική ευθύνη (3) ενισχύεται η προστασία του περιβάλλοντος. Αυτό είναι ορθό, αλλά παράλληλα πρέπει να υπενθυμισθεί ότι δύσκολα συμβιβάζεται με την κοινή αντίληψη περί δικαίου ότι για την ίδια βλάβη μπορεί να καταλογισθούν σήμερα τρεις διαφορετικές κυρώσεις: κατάργηση των επιδοτήσεων, ποινική ευθύνη και διοικητικά έξοδα.

3.13

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι η βιώσιμη χρήση του εδάφους απαιτεί για λόγους προστασίας, τη χάραξη ολοκληρωμένης στρατηγικής από την Ε.Ε.

3.14

Η υλοποίησή της μπορεί να ενισχυθεί με τη σύσταση ομάδας ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων για τα ζητήματα προστασίας του εδάφους με εκπροσώπους από τους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1

Η ΕΟΚΕ απευθύνει αυστηρή κριτική κατά της Επιτροπής διότι δεν υπέβαλε ακόμη την πρόταση για την τροποποίηση της οδηγίας όσον αφορά χρησιμοποίηση της ιλύος καθαρισμού λυμάτων στη γεωργία, και τις επιτρεπόμενες συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων, την οποία επεξεργάζεται εδώ και πολλά χρόνια. Στην ανακοίνωση για την προστασία του εδάφους αναφέρεται ότι η εν λόγω πρόταση θα υποβληθεί κατά τη διάρκεια του 2007. Στην ανακοίνωση σχετικά με τη θεματική στρατηγική για την προστασία του εδάφους του 2002 αναφερόταν ότι η τροποποίηση πρέπει να συμπεριληφθεί στη στρατηγική για την προστασία του εδάφους. Αυτό σημαίνει ότι ένα από τα κυριότερα μέτρα που στοχεύουν στην ενίσχυση της προστασίας του εδάφους και την ασφαλή παραγωγή τροφίμων καθυστέρησε υπερβολικά. Επομένως, η τροποποιημένη οδηγία για τη χρησιμοποίηση της ιλύος καθαρισμού θα πρέπει οπωσδήποτε να δημοσιευτεί ταυτόχρονα με την στρατηγική για την προστασία του εδάφους.

4.1.1

Η ισχύουσα οδηγία για τη χρησιμοποίηση της ιλύος καθαρισμού λυμάτων στη γεωργία (4) επιτρέπει υψηλά ποσοστά περιεκτικότητας σε βαρέα μέταλλα στην ιλύ όπως και σε άλλους ρύπους, οι οποίοι μπορεί να διασκορπιστούν στις καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να υπενθυμίσει τη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας, την οποία υιοθέτησε ήδη από το 2000 με θέμα «Μεταρρύθμιση της οδηγίας 86/278/EΟΚ για τη χρησιμοποίηση της ιλύος καθαρισμού λυμάτων στη γεωργία» και στην οποία ζητείται η εισαγωγή αυστηρών απαιτήσεων όσον αφορά τα επιτρεπόμενα ποσοστά σε βαρέα μέταλλα. Επίσης, οι γνώσεις που έχουμε, όσον αφορά άλλους χημικούς ρυπαντικούς παράγοντες είναι πολύ ελλιπείς καθώς και οι αλληλεπιδράσεις τους, όπως και ο τρόπος με τον οποίο επιδρούν στο έδαφος και στην ασφάλεια τροφίμων, όταν διασκορπίζονται στα καλλιεργούμενα εδάφη.

4.1.2

Η ΕΟΚΕ εξετάζει πολύ σοβαρά το πρόβλημα αυτό και υπενθυμίζει μια μελέτη που παρουσιάστηκε από δύο ερευνητές στην ιατρική επιθεώρηση «Τhe Lancet» το Νοέμβριο του 2006. Αν και πρόκειται για μία μόνο μελέτη, σύμφωνα με τα πορίσματά της οι πολύ γνωστοί ρυπαντικοί παράγοντες του περιβάλλοντος είναι δυνατόν να επιδρούν, πράγμα στο οποίο δεν είχε δοθεί προσοχή μέχρι τώρα, στην ανάπτυξη του εγκεφάλου των εμβρύων και των μικρών παιδιών. Οι ερευνητές πιστεύουν ότι αυτό θα μπορούσε να συνδέεται με σοβαρές καταστάσεις, όπως εκείνης του αυτισμού, της διαταραχής της προσοχής ή υπερκινητικότητας και των αναπτυξιακών καθυστερήσεων. Πολλά από τα εν λόγω χημικά στοιχεία βρίσκονται επίσης σε προϊόντα που χρησιμοποιούνται από τα νοικοκυριά. Με διάφορους τρόπους συγκεντρώνονται στα δίκτυα αποχέτευσης και ο τρόπος που επιδρούν στο έδαφος μέσω της ιλύος που χρησιμοποιείται ως λίπασμα είναι ακόμη άγνωστος.

4.1.3

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ως θετικό το γεγονός ότι η Επιτροπή φαίνεται να έχει εγκαταλείψει την προηγούμενη θέση της, σύμφωνα με την οποία η καλύτερη, από περιβαλλοντικής απόψεως, χρησιμοποίηση της ιλύος καθαρισμού λυμάτων είναι η διασκόρπισή της στα καλλιεργούμενα εδάφη. Στην ανακοίνωση για τη θεματική στρατηγική όσον αφορά τα απόβλητα (5) η χρησιμοποιούμενη διατύπωση το καθιστά σαφές. Η Επιτροπή επιβεβαιώνει επίσης στην ανακοίνωσή της την πρόθεσή της να υποβάλει πρόταση αναφορικά με την τροποποίηση της οδηγίας για τη χρησιμοποίηση της ιλύος καθαρισμού λυμάτων, αφού υιοθετηθεί η στρατηγική για την προστασία του εδάφους. Η ΕΟΚΕ φρονεί πάντως ότι η Επιτροπή δεν θα έπρεπε να περιμένει, αλλά να είχε υποβάλει πολύ νωρίτερα τη ριζική τροποποίηση της οδηγίας για την επιτρεπόμενη περιεκτικότητα σε βαρέα μέταλλα και άλλες ρυπογόνες ουσίες στην ιλύ, δεδομένου μάλιστα ότι στην παρούσα πρόταση οδηγίας αναφέρεται ότι είναι απαραίτητο να περιορισθεί η διασκόρπιση επικίνδυνων ουσιών στο έδαφος.

4.1.4

Η χρησιμοποίηση της ιλύος στη γεωργία και η περιεκτικότητά της σε ρυπογόνες ουσίες αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θέματα για την προστασία του εδάφους και την ασφάλεια των τροφίμων. Τίθεται επίσης το πολύ καίριο ερώτημα κατά πόσον ο καλλιεργητής ή ο παραγωγός της ιλύος, δηλαδή οι πόλεις και οι δήμοι, θα πρέπει να αναλάβουν την ευθύνη των ενδεχόμενων ζημιών που θα προκληθούν στο έδαφος. Τα θέματα τα σχετικά με την ευθύνη και τις ζημίες πρέπει να διασαφηνισθούν σε αναθεωρημένη οδηγία για την ιλύ καθαρισμού λυμάτων.

4.1.5

Είναι επίσης επιτακτική η θέσπιση νέας και ασφαλέστερης νομοθεσίας στον τομέα των χημικών προϊόντων για την προστασία του εδάφους γενικά, και ειδικότερα για τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αποβάλλει την ιλύ καθαρισμού λυμάτων διασκορπίζοντάς τη στο έδαφος. Είναι απολύτως απαραίτητο να αντικατασταθούν τα επικίνδυνα χημικά προϊόντα με άλλα λιγότερο επικίνδυνα για να επιτευχθεί η επιθυμητή προστασία του εδάφους.

4.1.6

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να υποβάλει το συντομότερο πρόταση για την αναθεώρηση της οδηγίας και αναλύσεις κινδύνου για περισσότερες ουσίες από εκείνες που καλύπτονται επί του παρόντος από την οδηγία. Αυτό θα συμβάλει σημαντικά στην προστασία των καλλιεργούμενων εδαφών, προκειμένου να μην αυξηθεί η ρύπανση και για να διασφαλισθεί ικανοποιητικό επίπεδο ασφάλειας τροφίμων.

4.2

Το άρθρο 1 της οδηγίας για την προστασία του εδάφους προβλέπει την «αποκατάσταση των υποβαθμισμένων εδαφών τουλάχιστον στο επίπεδο λειτουργικότητας που αρμόζει στην τρέχουσα και την εγκεκριμένη μελλοντική χρήση». Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την αρχή αυτή, αλλά διερωτάται κατά πόσον είναι πραγματικά αναγκαίο να περιλαμβάνεται στην οδηγία-πλαίσιο η έκφραση «τουλάχιστον». Το θέμα αυτό πρέπει να εξετασθεί σύμφωνα με την πραγματική κατάσταση και να αποτελέσει αντικείμενο απόφασης ανάλογα με την περίπτωση.

4.3

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι το άρθρο 3 όπως έχει διατυπωθεί θα μπορούσε να προσφέρει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα χάραξης εθνικής τομεακής πολιτικής, η οποία ενδεχομένως θα προκαλούσε στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Είναι σημαντικό που το άρθρο περιορίζεται σε μια ανάλυση, όμως τα πιθανά μέτρα πρέπει να είναι σύμφωνα με τις προϋποθέσεις για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, τους κοινούς κανόνες και τον θεμιτό ανταγωνισμό.

4.4

Η ΕΟΚΕ θεωρεί, επίσης, ότι το άρθρο 4 επιτρέπει απεριόριστες σχεδόν παρεμβάσεις. Όσον αφορά τα καλλιεργούμενα εδάφη, η ΕΟΚΕ τόνισε ανωτέρω ότι η καλλιέργεια επηρεάζει οπωσδήποτε το έδαφος, και η επιρροή αυτή κυμαίνεται ανάλογα με τους παράγοντες που επικρατούν και τους οποίους δεν μπορούν να επηρεάσουν οι καλλιεργητές, όπως είναι οι ετήσιες εποχικές διακυμάνσεις, το κλίμα κ.λπ. Οι απαιτήσεις των κρατών μελών πρέπει να είναι αναλογικές. Επίσης, πρέπει να υπάρχει σχετική αντιστοιχία μεταξύ των μέτρων που λαμβάνονται από τα διάφορα κράτη μέλη. Αυτό συμφωνεί, επίσης, με τις διατάξεις του άρθρου 9, για τη λήψη αναλογικών μέτρων προκειμένου να διατηρηθούν οι λειτουργίες του εδάφους.

4.5

Το άρθρο 12 ορίζει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις ο ιδιοκτήτης ή ο υποψήφιος αγοραστής φροντίζουν για την υποβολή έκθεσης σχετικά με την κατάσταση του εδάφους. Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι θα ήταν λάθος να ανατεθεί η φροντίδα αυτή σε ένα υποψήφιο αγοραστή. Επειδή χρειάζεται ευελιξία λόγω των διαφορών που υπάρχουν στις νομοθεσίες των κρατών μελών, η σχετική διατύπωση πρέπει να τροποποιηθεί.

4.6

Το άρθρο 17 αναφέρεται στην εθελοντική βάση ανταλλαγής πληροφοριών που επιθυμεί να καθιερώσει η Επιτροπή. Η Επιτροπή πρέπει να διασφαλίσει ότι η βάση ανταλλαγής πληροφοριών θα οδηγήσει πραγματικά στην ανταλλαγή παρόμοιων μεθόδων, έτσι ώστε η προσέγγιση να είναι ομοιόμορφη και να διασφαλίσει ουδέτερες συνθήκες ανταγωνισμού. Επειδή η ανταλλαγή πληροφοριών είναι εθελοντική, απαιτείται η ενεργός συμμετοχή της Επιτροπής.

4.7

Το άρθρο 22 αναφέρει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίζουν τους κανόνες όσον αφορά τις κυρώσεις. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι, για λόγους νομικής ασφάλειας, είναι σημαντικό να υπάρχει λογική αναλογία μεταξύ κυρώσεων και προξενηθείσας βλάβης. Είναι, επίσης, απαράδεκτο να επιβάλλονται για την ίδια βλάβη πολλές και διαφορετικές κυρώσεις.

4.8

Στο άρθρο 23 προτείνεται η τροποποίηση της οδηγίας 2004/35/ΕΚ, προκειμένου να μπορούν οι δημόσιες αρχές να απαιτούν από το φορέα της εκμετάλλευσης να λάβει μέτρα αποκατάστασης σε περίπτωση ζημίας. Σύμφωνα με την ΕΟΚΕ, η διάταξη αυτή δεν μπορεί να ισχύει παρά μόνο εάν ο φορέας είναι ο πρόξενος της ζημίας, προϋπόθεση η οποία δεν προκύπτει σαφώς από το κείμενο.

Βρυξέλλες, 25 Απριλίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  COM(2002) 179 τελικό.

(2)  CES 1199/2000, ΕΕ C 14, 16.1.2001, σ. 141-150.

(3)  Οδηγία 2004/35/ΕΚ.

(4)  86/278/ΕΟΚ.

(5)  COM(2005) 666 τελικό.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

της γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ

Οι παρακάτω τροπολογίες, οι οποίες απορρίφθηκαν από την ολομέλεια, έλαβαν κατά την ψηφοφορία περισσότερο από το ένα τέταρτο των ψήφων:

Σημείο 1.1

Να τροποποιηθεί ως εξής:

«Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τη θεματική στρατηγική υπέρ της προστασίας των εδαφών σε ολόκληρη την Ε.Ε.και υποστηρίζει το στόχο της πρότασης της Επιτροπής, και συγκεκριμένα την προστασία και βιώσιμη χρήση του εδάφους. Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ευχή η προτεινόμενη οδηγία-πλαίσιο να λάβει πλήρως υπόψη τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. καταρχήν τη θέσπιση οδηγίας πλαισίου

Αποτελέσματα της ψηφοφορίας

Υπέρ: 47

Κατά: 54

Αποχές: 13

Το ακόλουθο κείμενο της γνωμοδότησης του τμήματος απορρίφθηκε σύμφωνα με τροπολογία που υιοθέτησε η ολομέλεια, αλλά έλαβε κατά την ψηφοφορία περισσότερο από το ένα τέταρτο των ψήφων:

Σημείο 1.15

«Η ΕΟΚΕ καλεί τους εθνικούς και περιφερειακούς νομοθέτες και την Επιτροπή να αξιολογούν συστηματικά την υφιστάμενη νομοθεσία σχετικά με την προστασία του εδάφους.»

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας:

74 ψήφοι υπέρ της διαγραφής του κειμένου, 33 κατά και 15 αποχές.


20.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 168/34


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα:

«Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση ενιαίας διαδικασίας έγκρισης για τα πρόσθετα τροφίμων, τα ένζυμα τροφίμων και τα αρτύματα τροφίμων»

«Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα ένζυμα τροφίμων και την τροποποίηση της οδηγίας 83/417/ΕΟΚ του Συμβουλίου, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1493/1999 του Συμβουλίου, της οδηγίας 2000/13/ΕΚ και της οδηγίας 2001/112/ΕΚ του Συμβουλίου»

«Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για αρτύματα και ορισμένα συστατικά τροφίμων με αρτυματικές ιδιότητες που χρησιμοποιούνται εντός και επί των τροφίμων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1576/89 του Συμβουλίου, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1601/91 του Συμβουλίου, του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2232/96 και της οδηγίας 2000/13/ΕΚ»

«Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα πρόσθετα τροφίμων»

COM(2006) 423 τελικό — 2006/0143 (COD)

COM(2006) 425 τελικό — 2006/0144 (COD)

COM(2006) 427 τελικό — 2006/0147 (COD)

COM(2006) 428 τελικό — 2006/0145 (COD)

(2007/C 168/06)

Στις 11 Σεπτεμβρίου 2006, το Συμβούλιο αποφάσισε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 37 και 95 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή να καταρτίσει γνωμοδότηση για τις ανωτέρω προτάσεις.

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου, περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκαν οι προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 21 Μαρτίου 2007, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. PEZZINI.

Κατά την 435η σύνοδο ολομέλειάς της, της 25ης και 26ης Απριλίου 2007 (συνεδρίαση της 25ης Απριλίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 127 ψήφους υπέρ και 4 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί τη δέσμη προτάσεων για τα πρόσθετα τροφίμων, τα ένζυμα τροφίμων και τα αρτύματα τροφίμων, καθώς και την ενιαία διαδικασία έγκρισης, στον βαθμό που καθίσταται δυνατή η υλοποίηση μιας αποτελεσματικής και ανταγωνιστικής εσωτερικής αγοράς και εξασφαλίζεται ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της ζωής και της υγείας του ανθρώπου.

1.2

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι μία σειρά σαφών και εναρμονισμένων κανόνων για τον τρόπο εφαρμογής των αξιολογήσεων της ασφάλειας, με σίγουρους και προβλέψιμους χρόνους υλοποίησης και λογικό κόστος, αποτελεί εγγύηση τόσο για τους καταναλωτές όσο και για τους παραγωγούς και ιδίως τους μικρούς παραγωγούς.

1.3

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με το πρόγραμμα της Επιτροπής, που αποσκοπεί στην εναρμόνιση των κλάδων των προσθέτων τροφίμων, των ενζύμων τροφίμων και των αρτυμάτων τροφίμων και στην προώθηση της συνοχής τους μέσω της υιοθέτησης μιας ενιαίας διαδικασίας έγκρισης.

1.4

Σύμφωνα με την ΕΟΚΕ, αν και η δυνατότητα επίτευξης μιας έγκρισης που να ισχύει για ολόκληρη την ΕΕ, αποτελεί μεγάλο πλεονέκτημα για την ενιαία αγορά μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα, πρέπει ωστόσο να ληφθεί υπόψη ο αντίκτυπος των νέων ρυθμίσεων στα εισαγόμενα προϊόντα.

1.4.1

Η Ευρώπη βρίσκεται σε συνεχή ανταγωνισμό στην παγκόσμια αγορά, τόσο όσον αφορά τις εξαγωγές όσο και τις εισαγωγές, και οι προτεινόμενοι κανόνες συχνά είναι πιο δαπανηροί από τους κανόνες που προβλέπονται στον Κώδικα Τροφίμων (Codex Αlimentarius), με πιθανές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, εις βάρος των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, ιδίως δε των μικρών επιχειρήσεων.

1.5

Η ΕΟΚΕ κρίνει θετική την προτεινόμενη διαδικασία, δηλαδή τη διαδικασία υποβολής στην επιτροπολογία των τροποποιήσεων του κοινοτικού καταλόγου, αρκεί να εξασφαλιστούν υψηλού επιπέδου κριτήρια διαφάνειας, συνεχής διάλογος με τους παραγωγούς και τους καταναλωτές και γρήγοροι μηχανισμοί καινοτομίας και ανάπτυξης των προϊόντων.

1.6

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την ενίσχυση της δράσης της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (ΕΑΑΤ), για μια διαφανή αξιολόγηση των κινδύνων που να βασίζεται σε επιστημονικά στοιχεία και αντικειμενικές παραμέτρους με στόχο την ασφάλεια των καταναλωτών.

1.7

Η ΕΟΚΕ συνιστά την ενίσχυση των διαδικασιών και την αύξηση των ανθρώπινων και οικονομικών πόρων της ΕΑΑΤ, προκειμένου να εξασφαλιστούν αξιολογήσεις υψηλής ποιότητας, διαφανείς και ανεξάρτητες με πλήρη σεβασμό των κριτηρίων της εμπιστευτικότητας.

1.8

Η ΕΟΚΕ θεωρεί επίσης σκόπιμο να ενισχυθεί η δράση παρακολούθησης των κρατών μελών σε ό,τι αφορά την κατανάλωση και τη χρήση προσθέτων, ενζύμων και αρτυμάτων τροφίμων, με αποτελεσματικότερες μεθόδους που να ενσωματώνουν τα στοιχεία που παρέχει η βιομηχανία.

1.9

Η ΕΟΚΕ είναι υπέρ της περιοδικής αναθεώρησης των «θετικών καταλόγων» των προσθέτων, των ενζύμων και των αρτυμάτων τροφίμων, αρκεί να βασίζεται σε συνεχή και διαρθρωμένο διάλογο με τους καταναλωτές και τους παραγωγούς και χωρίς πρόσθετες επιβαρύνσεις όσον αφορά το κόστος και τον χρόνο.

2.   Αιτιολογία

2.1

Η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος μας επιτρέπουν να έχουμε τρόφιμα καλύτερης ποιότητας, χάρη, μεταξύ άλλων, στη χρήση μικρών ποσοτήτων ενζύμων, προσθέτων και αρτυμάτων τροφίμων. Η ίδια πρόοδος μας επιτρέπει να αποφεύγουμε την ακατάλληλη χρήση αυτών των ουσιών.

2.2

Στο πλαίσιο της δράσης που έχει αναληφθεί για τη βελτίωση της κοινοτικής νομοθεσίας με βάση την αρχή «από το αγρόκτημα στο τραπέζι», η Επιτροπή είχε αναγγείλει στη Λευκή Βίβλο για την ασφάλεια των τροφίμων, για την οποία η ΕΟΚΕ είχε καταρτίσει γνωμοδότηση (1), την πρόθεσή της να συμπληρώσει και να ενημερώσει την ισχύουσα νομοθεσία για τα πρόσθετα και τα αρτύματα και να θεσπίσει ειδικές διατάξεις για τα ένζυμα. (Δράσεις 11 και 13 της Λευκής Βίβλου).

2.3

Η ΕΟΚΕ συμφωνούσε πάντα με τον στόχο να εξασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και ταυτόχρονα ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της ζωής και της υγείας του ανθρώπου και υποστήριζε πάντα την ανάγκη υιοθέτησης μιας σφαιρικής και ολοκληρωμένης προσέγγισης της ασφάλειας των τροφίμων στην ΕΕ.

2.4

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, «η νομοθεσία πρέπει να διέπει το σύνολο της ευρωπαϊκής τροφικής αλυσίδας — από “το αγρόκτημα στο τραπέζι” — κάθε κρίκος της τροφικής αλυσίδας πρέπει να είναι εξίσου δυνατός με τον επόμενο — η δε Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίσει την αξιόπιστη εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας» (2).

2.5

Η υιοθέτηση ενιαίας διαδικασίας έγκρισης για τα πρόσθετα τροφίμων, τα ένζυμα τροφίμων και τα αρτύματα τροφίμων αποτελεί καινοτόμο στοιχείο καθοριστικής σημασίας στη δέσμη των προτάσεων που παρουσιάζει η Επιτροπή. Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται το πρόγραμμα απλοποίησης της Επιτροπής που αποσκοπεί στην εναρμόνιση των κλάδων αυτών. Τούτο συμβάλει ώστε να αποφευχθεί ο πολλαπλασιασμός των διαδικασιών έγκρισης από τα επιμέρους κράτη μέλη, με την κατάργηση των συστημάτων διπλής έγκρισης και την αισθητή μείωση των διοικητικών και γραφειοκρατικών επιβαρύνσεων.

2.6

Όσον αφορά τα πρόσθετα τροφίμων, η σχετική νομοθεσία έχει ήδη εναρμονιστεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Σήμερα υπάρχουν σχεδόν 330 εγκεκριμένα πρόσθετα τροφίμων σύμφωνα με τη νομοθεσία και υποβάλλονται συνεχώς αιτήσεις για την έγκριση νέων πρόσθετων ή νέων χρήσεων.

2.6.1

Με στόχο την αξιολόγηση αυτών των αιτήσεων, απαιτείται η ύπαρξη επαρκώς ενημερωμένων στοιχείων για τη χρήση αυτών των ουσιών, κυρίως δε για τις αποφάσεις που αναφέρονται στη διαχείριση των κινδύνων.

2.7

Χάρη σε αυτή την εναρμόνιση, που προβλέπεται για τα αρτύματα και τα ένζυμα τροφίμων, οι νέες διαδικασίες για τις εγκρίσεις θα είναι πιο ευέλικτες και θα μειωθούν τόσο οι δαπάνες που συνδέονται με την αναπροσαρμογή των τεχνικών δελτίων όσο και οι τροποποιήσεις στην επισήμανση.

2.8

Όσον αφορά τα ένζυμα τροφίμων, η σημερινή νομική αβεβαιότητα που οφείλεται στην ποικιλομορφία των εθνικών νομοθεσιών ενδέχεται να προκαλέσει στρεβλώσεις στην αγορά των ενζύμων τροφίμων και διοικητικές και οικονομικές επιβαρύνσεις για τα διάφορα κράτη μέλη. Εξάλλου, εάν δεν υπάρξει εναρμόνιση, θα διατηρηθεί μια ποικιλομορφία επιπέδων προστασίας λόγω των υφιστάμενων διαφορών μεταξύ των κρατών μελών σε ό,τι αφορά την αντίληψη του κινδύνου, την αξιολόγηση της ασφάλειας και των ρυθμίσεων των ενζύμων τροφίμων.

2.8.1

Πρέπει να τονιστεί ότι εάν από την μια πλευρά η έλλειψη εναρμονισμένων κανόνων σε επίπεδο ΕΕ ενέχει τον κίνδυνο να δημιουργηθούν εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία και στο εμπόριο για την παραγωγό βιομηχανία, από την άλλη η εναρμόνιση τόσο της αξιολόγησης της ασφάλειας όσο και των εγκρίσεων για τη χρήση ενζύμων τροφίμων μπορεί να επιφέρει σημαντικές επενδύσεις, που θα οφείλονται κυρίως στο κόστος των εγκρίσεων, το οποίο υπολογίζεται σε 150-250 000 ευρώ (3) ανά ένζυμο.

2.8.2

Η βιομηχανία παραγωγής ενζύμων τροφίμων αναπτύσσει συνεχώς νέες τεχνολογίες και μεθόδους με στόχο την καινοτομία και τη βελτίωση της παραγωγής τροφίμων· δεν πρέπει, ωστόσο, να υποτιμά τους πιθανούς κινδύνους χημικής φύσεως, σε ό,τι αφορά αλλεργίες, δηλητηριάσεις και μικροβιολογική δράση των καταλοίπων. Οι ενδεχόμενοι αυτοί κίνδυνοι απαιτούν συνεχή αξιολόγηση της ασφάλειας για τους καταναλωτές, ιδίως όταν πρόκειται για ένζυμα προερχόμενα από γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς.

2.9

Όσον αφορά τη νομοθεσία για τα αρτύματα και ορισμένα συστατικά τροφίμων με αρτυματικές ιδιότητες που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στα τρόφιμα, ενδείκνυται η θέσπιση αποτελεσματικότερης διαδικασίας έγκρισης, ώστε να διευκολυνθεί η διαχείριση του «θετικού καταλόγου» που περιέχει σχεδόν 2 600 αρτυματικές ουσίες που χρησιμοποιούνται εντός και επί των τροφίμων.

2.9.1

Είναι σαφές ότι η εναρμόνιση της νομοθεσίας για τα αρτύματα θα δώσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση καλύτερη θέση στις διαπραγματεύσεις με τις τρίτες χώρες, εφόσον θα πρέπει τα αρτύματα να εισαχθούν στο σύστημα του Codex Αlimentarius, και τούτο προκειμένου να αποφευχθούν κυρώσεις επί των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, ιδίως των ΜΜΕ.

2.9.2

Με τη δημιουργία μιας ενιαίας και ολοκληρωμένης αγοράς αρτυμάτων στην ΕΕ, η ευρωπαϊκή βιομηχανία θα είναι σε θέση να διατηρήσει τα πρωτεία της στον τομέα της παραγωγής και της ανάπτυξης αρτυμάτων.

2.9.3

Από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να υποτιμηθεί το πρόσθετο κόστος που θα απαιτηθεί για τη συμμόρφωση στις νέες ρυθμίσεις όσον αφορά την επισήμανση των αρτυμάτων.

2.10

Κατά την ΕΟΚΕ, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ανεξάρτητη, διαφανής και υψηλής ποιότητας αξιολόγηση της ασφάλειας των προσθέτων, των ενζύμων και των αρτυμάτων τροφίμων, πρέπει η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων να ενισχυθεί με πόρους και μέσα και να προβλεφθούν νέες διαδικασίες.

2.11

Η μετάβαση από τις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων που βασίζονται στη συναπόφαση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις διαδικασίες της «επιτροπολογίας», με προσφυγή σε επιτροπές έγκρισης, απαιτεί τον καθορισμό σαφών και διαφανών κριτηρίων για την αξιολόγηση της ασφάλειας των προβλεπόμενων οφελών για τους καταναλωτές.

2.12

Όπως έχει ήδη υπογραμμίσει η ΕΟΚΕ σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της (4), υπάρχει η «ανάγκη καθιέρωσης κριτηρίων αξιολόγησης, όπως η αύξηση/μείωση της εμπιστοσύνης των καταναλωτών, η εμφάνιση και η αντιμετώπιση κρίσεων στον τομέα της διατροφής, η στενότερη συνεργασία μεταξύ των ενδιαφερομένων φορέων (stakeholders) κλπ., για την αξιολόγηση της προόδου στον τομέα της ασφάλειας των τροφίμων, καθώς και του εάν και κατά πόσον το νέο σύστημα ανταποκρίνεται στις προσδοκίες».

3.   Η πρόταση της Επιτροπής

3.1

Η δέσμη προτάσεων της Επιτροπής αποσκοπεί στη διευκρίνιση και στην αποσαφήνιση της υφιστάμενης νομοθεσίας για τα πρόσθετα και τα αρτύματα τροφίμων και εισάγει νέους κανόνες για τα ένζυμα, καθώς και στη θέσπιση και για τους τρεις τομείς κοινής διαδικασίας έγκρισης, στη βάση των επιστημονικών γνωμών που εξέφρασε η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (ΕΑΑΤ).

3.2

Πρόσθετα τροφίμων. Οι νέοι κανόνες αποσκοπούν στο να απλοποιήσουν και να καταστήσουν περισσότερο ευέλικτο το σύστημα έγκρισης των προσθέτων τροφίμων το οποίο σήμερα διέπεται από την οδηγία 89/107/ΕΟΚ. Οι εγκρίσεις για την καταχώριση στον νέο θετικό κατάλογο των προσθέτων θα βασίζονται στο πλαίσιο αξιολόγησης των κινδύνων για την ασφάλεια τροφίμων όπως το ορίζει η ΕΑΑΤ, σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 178/2002. Προτείνεται εξάλλου η αναθεώρηση των τεχνικών πτυχών του υφιστάμενου συστήματος έγκρισης και ορίζονται νέες εναρμονισμένες κοινοτικές διατάξεις για τα πρόσθετα που χρησιμοποιούνται σε άλλα πρόσθετα.

3.3

Ένζυμα τροφίμων. Προτείνεται ένα νέο κανονιστικό πλαίσιο για την αξιολόγηση, την έγκριση και τον έλεγχο των ενζύμων τροφίμων και η κατάρτιση ενός θετικού καταλόγου όλων των ενζύμων που χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα και έχουν τεχνολογική λειτουργία, με βάση τη θετική επιστημονική γνώμη της ΕΑΑΤ. Θεσπίζονται επίσης διατάξεις επισήμανσης των ενζύμων τροφίμων που είναι διαφορετικά από αυτά που χρησιμοποιούνται ως βοηθητικά μέσα επεξεργασίας.

3.4

Αρτύματα τροφίμων. Προβλέπεται η αναθεώρηση των γενικών κανόνων που ορίζονται από την οδηγία 88/388/ΕΟΚ, ώστε να προσαρμοστούν οι κανόνες στις τεχνολογικές και επιστημονικές εξελίξεις, με την έγκριση ενός νέου κανονισμού που να θεσπίζει σαφέστερους κανόνες για:

τα ανώτατα αποδεκτά επίπεδα ορισμένων ουσιών, σύμφωνα με τις αξιολογήσεις της ΕΑΑΤ·

τον «κοινοτικό κατάλογο» των εγκεκριμένων αρτυμάτων και βασικών ουσιών εντός και επί των τροφίμων·

αυστηρότερους όρους όσον αφορά τη χρήση αρτυμάτων και συστατικών τροφίμων με αρτυματικές ιδιότητες·

σαφείς και ενιαίους κανόνες επισήμανσης.

3.5

Ενιαία διαδικασία έγκρισης. Στην πρόταση προτείνεται η εισαγωγή μιας ενιαίας διαδικασίας έγκρισης των προσθέτων, των αρτυμάτων και των ενζύμων τροφίμων που θα βασίζεται σε μια αξιολόγηση των κινδύνων, την οποία θα πραγματοποιεί η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (ΕΑΑΤ), και στη διαχείριση των κινδύνων. Για την έγκριση προβλέπεται η συμμετοχή της Επιτροπής και των κρατών μελών στο πλαίσιο μιας διαδικασίας κανονιστικής επιτροπής. Ανατίθεται δε στην Επιτροπή το έργο της κατάρτισης, της τήρησης και της ενημέρωσης ενός γενικού θετικού καταλόγου για κάθε κατηγορία των εν λόγω ουσιών, με βάση τις επιστημονικές αξιολογήσεις της ΕΑΑΤ. Η καταχώριση μιας ουσίας σε έναν από τους καταλόγους αυτούς σημαίνει ότι η χρήση της έχει εγκριθεί γενικά για όλες τις επιχειρήσεις στην κοινοτική αγορά.

4.   Γενικές παρατηρήσεις

4.1

Η ΕΟΚΕ είναι ουσιαστικά υπέρ των προτάσεων της Επιτροπής, αρκεί να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα και η ανταγωνιστικότητα της εσωτερικής αγοράς και ένα υψηλό επίπεδο προστασίας της ζωής και της υγείας του ανθρώπου.

4.2

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι το προτεινόμενο μέσο, ο κανονισμός, αποτελεί καλύτερη εγγύηση από την οδηγία, η οποία επιτρέπει διαφοροποιημένες ερμηνείες κατά τη μεταφορά της στην εθνική νομοθεσία.

4.3

Η δυνατότητα επίτευξης ενιαίας έγκρισης που να ισχύει σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί, κατά τη γνώμη της ΕΟΚΕ, μεγάλο πλεονέκτημα μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα για την ενιαία αγορά.

4.3.1

Πρέπει, ωστόσο, να ληφθεί υπόψη ο αντίκτυπος των νέων ρυθμίσεων στα εισαγόμενα προϊόντα και το γεγονός ότι, ενώ η Ευρώπη είναι ένας μεγάλος εισαγωγέας σε συνεχή ανταγωνισμό στην παγκόσμια αγορά, οι κοινοτικοί κανόνες είναι πιο επαχθείς από τους κανόνες του Κώδικα Τροφίμων, οι οποίοι συνεπώς πρέπει να προσαρμοστούν ώστε να μην υφίστανται κυρώσεις οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.

4.4

Η επιλογή της Επιτροπής να υποβάλει στην αποκαλούμενη «επιτροπολογία» τη διαδικασία τροποποίησης του κοινοτικού καταλόγου αποτελεί θετικό βήμα τόσο για τη βιομηχανία όσο και για την κοινωνία των πολιτών, υπό τον όρο ότι θα εφαρμόζεται με διατήρηση υψηλού επιπέδου διαφάνειας και θα συνεχίσει να επιτρέπει στις επιχειρήσεις να συμβαδίζουν με την καινοτομία και την ανάπτυξη νέων και καλύτερων προϊόντων, ιδίως για την καταπολέμηση των αλλεργιών.

4.5

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ιδιαίτερα θετική τη δράση της ΕΑΑΤ να πραγματοποιεί διαφανείς αξιολογήσεις του κινδύνου που βασίζονται σε επιστημονικά στοιχεία και σε αντικειμενικές παραμέτρους.

4.6

Στις νέες αρμοδιότητες της ΕΑΑΤ θα πρέπει να αντιστοιχούν, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, ενίσχυση των διαδικασιών της και αύξηση των ανθρώπινων και οικονομικών πόρων προκειμένου να εξασφαλιστούν υψηλής ποιότητας, διαφανείς και ανεξάρτητες αξιολογήσεις, με πλήρη σεβασμό των κριτηρίων εμπιστευτικότητας.

5.   Ειδικές παρατηρήσεις

5.1   Ενιαία διαδικασία έγκρισης

5.1.1

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι οι όροι εφαρμογής που αναφέρονται στο άρθρο 9, συμπεριλαμβανομένων του περιεχομένου, της προετοιμασίας και της υποβολής της αίτησης, οι συμφωνίες για τον έλεγχο της εγκυρότητας των αιτήσεων και ο τύπος των πληροφοριών πρέπει να περιλαμβάνονται στη γνώμη της ΕΑΑΤ.

5.1.2

Όσον αφορά την ενημέρωση του κοινοτικού καταλόγου, το σύστημα έγκρισης θα πρέπει να ορίζει πιο σύντομες προθεσμίες, μειώνοντας την προθεσμία από 9 μήνες, που προβλέπει η πρόταση κανονισμού της Επιτροπής, σε 3 μήνες, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η ολοκλήρωση του κύκλου εξέτασης και έγκρισης της αίτησης σε 12 μήνες συνολικά.

5.1.3

Επίσης η δυνατότητα παράτασης, σε ειδικές περιπτώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 10, της περιόδου αξιολόγησης από την πλευρά της ΕΑΑΤ ή της Επιτροπής δεν θα πρέπει να στερείται ορίου, αλλά να προβλέπεται ένας μέγιστος χρόνος που να αναφέρεται στον κανονισμό.

5.1.4

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι στην ενιαία διαδικασία έγκρισης θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται και η πρόβλεψη περιοδικής αναθεώρησης και ενημέρωσης των καταλόγων, η μείωση των δαπανών και των επιβαρύνσεων και ο συνεχής και διαρθρωμένος διάλογος με τους παραγωγούς και τους καταναλωτές.

5.1.5

Το κοινοτικό σύστημα έγκρισης δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να χρησιμοποιείται για να δικαιολογεί τη δημιουργία τεχνητών εμποδίων στις συναλλαγές· πρέπει συνεπώς να αποκλειστούν οι δαπανηρές δοκιμές και οι πιστοποιήσεις κατά τις εισαγωγές και τις εξαγωγές.

5.2   Πρόσθετα

5.2.1

Είναι σκόπιμο να διευκρινιστούν καλύτερα τα κριτήρια προσδιορισμού της «εύλογης τεχνολογικής ανάγκης», όπως και τα «πλεονεκτήματα και οφέλη για τον καταναλωτή» που αναφέρονται στο άρθρο 5.

5.2.2

Σε ό,τι αφορά την επισήμανση σύμφωνα με το άρθρο 20, οι ενδείξεις θα πρέπει να είναι κατανοητές και αναγνωρίσιμες από το ευρύ κοινό και ενιαίες σε ολόκληρη την Κοινότητα.

5.3   Ένζυμα

5.3.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί το γεγονός ότι τα ένζυμα τροφίμων, με τεχνολογική λειτουργία, πρέπει να εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού και να υποβάλλονται προς έγκριση προκειμένου να καταχωρηθούν στον θετικό κοινοτικό κατάλογο.

5.3.2

Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι, όπως για τα πρόσθετα τροφίμων, έτσι και για τα ένζυμα πρέπει στα κριτήρια αξιολόγησης να συμπεριληφθούν τα «πλεονεκτήματα και τα οφέλη για τον καταναλωτή».

5.3.3

Όσον αφορά την επισήμανση, η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει την ανάγκη σαφήνειας και ενιαίων απαιτήσεων, σε κοινοτικό επίπεδο, χωρίς ανώφελες και πολύπλοκες διατάξεις τόσο για τους παραγωγούς όσο και για τους καταναλωτές.

5.3.4

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι δεν πρέπει να διατηρηθούν οι θετικοί κατάλογοι στην κάθετη νομοθεσία, διότι δημιουργούν ένα διπλό σύστημα έγκρισης για τα ίδια ένζυμα. Οι προηγούμενες οδηγίες και κανονισμοί θα πρέπει να τροποποιηθούν άμεσα, ώστε να υπάρχει μονοσήμαντη αναφορά στη νέα προτεινόμενη ρύθμιση.

5.4   Αρτύματα

5.4.1

Κατά τη γνώμη της ΕΟΚΕ, είναι σκόπιμο να ευθυγραμμιστούν τα κριτήρια αξιολόγησης με τα κριτήρια που αναφέρονται για τα πρόσθετα και να συμπεριληφθούν τα «πλεονεκτήματα και οφέλη για τον καταναλωτή».

5.4.2

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει την ανάγκη μεγαλύτερης σαφήνειας της πληροφόρησης του καταναλωτή, όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 14 για τη φύση και την προέλευση των αρτυμάτων που χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα.

Βρυξέλλες 25 Απριλίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Βλ. γνωμοδότηση CES 585/2000 της 26.5.2000, εισηγητής: ο κ. ATAÍDE FERREIRA. ΕΕ C 204 της 18.7.2000.

(2)  Βλ. υποσημείωση 1.

(3)  Βλ. SEC(2006) 1044, σημείο 3.3.

(4)  Βλ. γνωμοδότηση CES 404/2001 της 28.3.2001, εισηγητής: ο κ. VERHAEGHE. ΕΕ C 155 της 29.5.2001.


20.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 168/38


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την «Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο Εφαρμογή της αειφορίας στην αλιεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της μέγιστης βιώσιμης απόδοσης»

COM(2006) 360 τελικό

(2007/C 168/07)

Στις 4 Ιουλίου 2006, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, αγροτική ανάπτυξη, περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάσθηκε τη γνωμοδότησή του στις 21 Μαρτίου 2007, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. SARRÓ IPARRAGUIRRE.

Κατά την 435η σύνοδο ολομέλειας, της 25ης και 26ης Απριλίου 2007 (συνεδρίαση της 25ης Απριλίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 131 ψήφους υπέρ και 3 αποχές.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι ο νέος πολιτικός προσανατολισμός για τη διαχείριση της αλιείας, ο βασιζόμενος στη μέγιστη βιώσιμη απόδοση (ΜΒΑ), αν και μακροπρόθεσμα είναι επωφελής, μπορεί να έχει οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις για τον αλιευτικό τομέα της Ευρώπης που θα είναι δύσκολο να αντιμετωπισθούν. Η ΕΟΚΕ συνιστά, ως εκ τούτου, την ιδιαίτερα προσεκτική στάθμιση των πλεονεκτημάτων και των μειονεκτημάτων που θα προκύψουν από την εφαρμογή του, από οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής απόψεως.

1.2

Λαμβανομένης υπόψη της μεγάλης αβεβαιότητας όσον αφορά την εκτίμηση της μέγιστης βιώσιμης απόδοσης των διαφόρων αλιευτικών αποθεμάτων, η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή οι ετήσιες προσαρμογές που θα θεσπίσει στα μακροπρόθεσμα σχέδια της να είναι λογικές, βαθμιαίες και ευέλικτες και να αποτελούν αντικείμενο συμφωνίας με τους ενδιαφερόμενους τομείς. Προς τούτο, θα πρέπει, ήδη από την αρχή της διαδικασίας, να διεξάγει τις κατάλληλες διαβουλεύσεις με τα Περιφερειακά Γνωμοδοτικά Συμβούλια, τη Συμβουλευτική Επιτροπή Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας της ΕΕ και την Επιτροπή Κοινωνικού Διαλόγου για τη Θαλάσσια Αλιεία, και να τους διαθέσει επαρκή χρόνο ώστε οι οργανώσεις μέλη τους να μπορέσουν να εξετάσουν με τα δικά τους μέλη τους όρους των προτάσεων που διατυπώνονται.

1.3

Προς την κατεύθυνση αυτή, η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή κατά τον καθορισμό των ετήσιων ποσοστών θνησιμότητας λόγω αλίευσης, στόχος των οποίων θα πρέπει να είναι η μακροπρόθεσμη επίτευξη της μέγιστης βιώσιμης απόδοσης στα μικτά αλιευτικά πεδία.

1.4

Η ΕΟΚΕ δεν συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής ότι η εν λόγω πολιτική διαχείρισης της αλιείας θα επιτρέψει την εξισορρόπηση του εμπορικού ισοζυγίου, δεδομένου ότι η μείωση του εφοδιασμού της αγοράς από τις κοινοτικές επιχειρήσεις θα αντισταθμισθεί αμέσως από εισαγωγές από τρίτες χώρες. Επομένως, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να ασκεί ιδιαίτερη επιτήρηση και έλεγχο επί των εισαγωγών αυτών στην κοινοτική αγορά.

1.5

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η Επιτροπή και τα κράτη μέλη της ΕΕ οφείλουν να λάβουν υπόψη και τους «άλλους περιβαλλοντικούς παράγοντες», οι οποίοι αναφέρονται στην παρούσα γνωμοδότηση και οι οποίοι επιδρούν επίσης στην εξέλιξη των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, και συνιστά ανάλογοι περιορισμοί με εκείνους που επιβάλλονται στον αλιευτικό τομέα να επιβληθούν και στους λοιπούς οικονομικούς παράγοντες των οποίων οι δραστηριότητες έχουν επιπτώσεις στα εν λόγω οικοσυστήματα.

1.6

Όσον αφορά την προσαρμογή που απαιτείται για την επίτευξη της μέγιστης βιώσιμης απόδοσης, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι οι δύο προσεγγίσεις που προτείνονται από την Επιτροπή μπορούν να είναι συμπληρωματικές και ότι τα κράτη μέλη πρέπει να είναι εκείνα που θα εφαρμόσουν τα μέτρα που κρίνουν τα πλέον κατάλληλα, ανάλογα με τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες για τον αλιευτικό τομέα του καθενός τους. Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ανησυχία της για το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας δεν διαθέτει επαρκή χρηματοδοτικά μέσα για να αντιμετωπίσει τον αντίκτυπο από την εφαρμογή του εν λόγω νέου συστήματος διαχείρισης.

2.   Αιτιολόγηση

2.1

Στην ανακοίνωση της Επιτροπής με θέμα «Εφαρμογή της αειφορίας στην αλιεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της μέγιστης βιώσιμης απόδοσης» (1), η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας γνωμοδότησης, εκτίθεται η θέση της Επιτροπής για τη βελτίωση της οικονομικής απόδοσης του αλιευτικού τομέα εντός του πλαισίου της κοινής αλιευτικής πολιτικής.

2.2

Στην ανακοίνωση, η βελτίωση της οικονομικής απόδοσης στηρίζεται στη σταδιακή εξάλειψη της υπεραλίευσης, επειδή θεωρείται ότι η εν λόγω εξάλειψη θα αποφέρει οικονομικά οφέλη στην αλιευτική βιομηχανία με τη μείωση του κόστους, τη βελτίωση των αλιευμάτων, την ενίσχυση της οικονομικής αποδοτικότητας της αλιείας και τον περιορισμό των απορρίψεων στη θάλασσα.

2.3

Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι, η Επιτροπή θεωρεί ότι έχει φτάσει η στιγμή για τη διαχείριση των κοινοτικών αλιευτικών δραστηριοτήτων κατά διαφορετικό τρόπο, με την ενεργό επιδίωξη της επιτυχίας και όχι την αποφυγή απλώς της αποτυχίας.

2.4

Στην ανακοίνωση ορίζεται ένας νέος πολιτικός προσανατολισμός για τη διαχείριση της αλιείας στην ΕΕ, βασιζόμενος στην επίτευξη της μέγιστης βιώσιμης απόδοσης των αλιευτικών αποθεμάτων, μέσω του μακροπρόθεσμου καθορισμού ποσοστών θνησιμότητας.

2.5

Αυτός ο νέος πολιτικός προσανατολισμός βασίζεται στη διεθνή πολιτική δέσμευση, η οποία αναλήφθηκε από τα κράτη μέλη της ΕΕ στην Παγκόσμια Σύνοδο Κορυφής για την Αειφόρο Ανάπτυξη που πραγματοποιήθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ, το Σεπτέμβριο του 2002, για τη διατήρηση των αλιευτικών αποθεμάτων ή την αποκατάστασή τους σε επίπεδα που να μπορούν να αποφέρουν τη μέγιστη βιώσιμη απόδοση, και για την προσπάθεια επείγουσας επίτευξης αυτών των στόχων για τα εξαντλημένα αποθέματα, οπωσδήποτε, πάντως, πριν από το 2015.

2.6

Ως εκ τούτου, στόχο αποτελεί η εγκαθίδρυση ενός μακρόπνοου συστήματος διαχείρισης, το οποίο να εστιάζεται στη βέλτιστη αξιοποίηση του παραγωγικού δυναμικού των ζώντων θαλάσσιων πόρων της Ευρώπης. Αυτή η προσέγγιση είναι συνεπής προς τον ευρύτερο στόχο της κοινής αλιευτικής πολιτικής που είναι η εξασφάλιση βιώσιμων οικονομικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών συνθηκών.

2.7

Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση, τα προαναφερόμενα οικονομικά οφέλη για την αλιευτική βιομηχανία είναι δυνατόν να επιτευχθούν μόνο με τον περαιτέρω περιορισμό της αλίευσης κατά τη διάρκεια μίας μεταβατικής περιόδου. Στη διαδικασία καθορισμού του ρυθμού αυτής της αλλαγής, θα πρέπει να συμμετάσχουν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η χρηματοδοτική βοήθεια, η προβλεπόμενη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αλιείας, αναμένεται να συμβάλει στο μετριασμό των κοινωνικών και οικονομικών επιπτώσεων κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η αρχή που διέπει την απόφαση της Επιτροπής για την υλοποίηση μίας διαχείρισης της αλιείας βασιζόμενης στη μέγιστη βιώσιμη απόδοση είναι η διαπίστωση ότι υπήρξε υπερβολική αλίευση σε σχέση με το παραγωγικό δυναμικό ορισμένων αλιευτικών αποθεμάτων.

3.2

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι ορισμένα αλιευτικά αποθέματα στα ευρωπαϊκά ύδατα έχουν μειωθεί σε κρίσιμο βαθμό κατά τα τελευταία τριάντα χρόνια, κυρίως λόγω της υπερβολικής αλίευσης και συμφωνεί ότι καλό θα ήταν να επιδιωχθούν βιώσιμα επίπεδα αλιείας.

3.3

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η εφαρμογή συστημάτων διαχείρισης των αλιευτικών αποθεμάτων βασιζόμενων στη μέγιστη βιώσιμη απόδοση θα αποτρέψει την δραστική μείωση των αλιευτικών αποθεμάτων, ενώ παράλληλα θα επιτρέψει τη δημιουργία αποθεμάτων μεγαλύτερων αλιευμάτων.

3.4

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η εν λόγω αρχή είναι ορθή, δεδομένου ότι η μέγιστη βιώσιμη απόδοση ενός αλιευτικού αποθέματος είναι η ποσότητα της βιομάζας (ποσότητα ιχθύων) που είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί χωρίς να θιγεί η παραγωγή του εν λόγω αποθέματος στο μέλλον. Συμφωνεί, λοιπόν, απόλυτα ότι η πολιτική διαχείρισης της αλιείας πρέπει να βασίζεται σε αυτή την αρχή.

3.5

Εντούτοις, η ΕΟΚΕ επιθυμεί να επισημάνει στην Επιτροπή ότι κάθε αλλαγή του συστήματος διαχείρισης ενέχει κινδύνους και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να σταθμισθούν με ιδιαίτερη προσοχή τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα.

3.6

Η ανακοίνωση παρουσιάζει ιδιαίτερα λεπτομερώς τα πλεονεκτήματα του συστήματος διαχείρισης του βασιζόμενου στη μέγιστη βιώσιμη απόδοση, και κυρίως τα περιβαλλοντικά πλεονεκτήματα, αλλά δεν εμβαθύνει όσον αφορά τα πλεονεκτήματα και κυρίως τα μειονεκτήματα -οικονομικά και κοινωνικά- του εν λόγω συστήματος για τον τομέα της αλιείας.

3.7

Ένα από τα πλεονεκτήματα που επισημαίνονται από την Επιτροπή, είναι ότι με την εν λόγω πολιτική διαχείρισης της αλιείας θα βελτιωθεί το εμπορικό ισοζύγιο. Η ΕΟΚΕ δεν συμφωνεί με το επιχείρημα αυτό, δεδομένου ότι το κενό που θα αφήσουν οι κοινοτικές επιχειρήσεις που θα αποσυρθούν από τον τομέα ως αποτέλεσμα της υλοποίησης των στόχων της ΜΒΑ θα καλυφθεί αμέσως από επιχειρήσεις τρίτων χωρών, καθώς η αγορά αλιευτικών προϊόντων εξαρτάται από την ανάγκη για εξασφάλιση συνεχούς εφοδιασμού.

3.8

Η γενική προσέγγιση της ανακοίνωσης για το νέο σύστημα διαχείρισης είναι η μείωση της θνησιμότητας λόγω αλίευσης. Για να δοθεί η δυνατότητα στους ιχθύες να αναπτυχθούν περισσότερο και να έχουν αποκτήσει μεγαλύτερη αξία και απόδοση κατά τη στιγμή της αλίευσης, πρέπει να μειωθεί το μερίδιο των ιχθύων που αλιεύονται στη θάλασσα.

3.9

Ωστόσο, στην ανακοίνωση αναγνωρίζεται ότι είναι δύσκολο να μετρηθούν τα αλιευτικά αποθέματα και ότι, αν και η αλιευτική δραστηριότητα (η θνησιμότητα λόγω αλίευσης) αποτελεί τον κύριο παράγοντα που επηρεάζει την καλή κατάσταση των αποθεμάτων, παρεμβαίνουν και άλλοι παράγοντες, όπως οι περιβαλλοντικές αλλαγές και η εισροή νεαρών ιχθύων.

3.10

Για όλους αυτούς τους λόγους, στην ανακοίνωση προτείνεται μία μακρόπνοη στρατηγική για την αποκατάσταση των αλιευτικών αποθεμάτων ώστε να επέλθει μια ισορροπία μεταξύ της αλιευτικής δραστηριότητας και του παραγωγικού δυναμικού των αποθεμάτων και υποστηρίζεται ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί σταδιακά με τη μείωση του αριθμού των αλιευτικών σκαφών ή με τον περιορισμό της αλιευτικής προσπάθειας των εν λόγω σκαφών.

3.11

Για την εφαρμογή αυτής της στρατηγικής κατά τρόπο ώστε οι αλιείς να μπορούν να επιτυγχάνουν τη μέγιστη βιώσιμη απόδοση από τα αποθέματα, πρέπει να καθορισθούν εκ των προτέρων το κατάλληλο ποσοστό αλίευσης ανά απόθεμα και το ποσοστό ετήσιας θνησιμότητας λόγω αλίευσης, βάσει των καλύτερων διαθέσιμων επιστημονικών πορισμάτων. Αφού καθοριστεί το εν λόγω ποσοστό, το σύστημα διαχείρισης που θα σχεδιαστεί θα πρέπει να προσδιορίζει με τι ρυθμό θα πρέπει να γίνονται οι ετήσιες προσαρμογές προκειμένου να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο αυτό ποσοστό. Σύμφωνα με την κοινή αλιευτική πολιτική, αυτές οι αποφάσεις πρέπει να εφαρμοσθούν με τη χρήση μακροπρόθεσμων σχεδίων.

3.12

Επί του παρόντος, η διαχείριση των αλιευτικών πεδίων σε κοινοτικό επίπεδο στηρίζεται στις αρχές της ασφάλειας και της προφύλαξης για τα αλιευτικά αποθέματα. Τα ετήσια TAC (συνολικά επιτρεπόμενα αλιεύματα) και οι ποσοστώσεις των αλιευμάτων που καθορίζονται ετησίως βασίζονται σε συγκριτικές επιστημονικές εκθέσεις, ενώ υλοποιούνται σχέδια αποκατάστασης που προβλέπονται στο πλαίσιο της κοινής αλιευτικής πολιτικής για αλιευτικά αποθέματα που έχουν υποβαθμισθεί, με σκοπό την επαναφορά τους σε βιώσιμα βιολογικά επίπεδα.

3.13

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η αλλαγή του συστήματος διαχείρισης είναι σημαντική επειδή σημαίνει την υιοθέτηση ενός βιολογικού στόχου, ο οποίος είναι περισσότερο φιλόδοξος από τον προβλεπόμενο από το ισχύον σύστημα διαχείρισης. Ωστόσο, η εν λόγω αλλαγή θα σημάνει επίσης, μέσω κάθε ετήσιας προσαρμογής, σημαντικές μειώσεις όσον αφορά τη θνησιμότητα λόγω αλίευσης, γεγονός που αναμφίβολα θα απαιτήσει τη μείωση των αλιευτικών στόλων και της αλιευτικής προσπάθειας και, ως εκ τούτου, μεγάλες θυσίες εκ μέρους των κοινοτικών αλιευτικών επιχειρήσεων. Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ανησυχία της για το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αλιείας (ΕΤΑ) δεν διαθέτει τους απαιτούμενους πόρους για να αντιμετωπίσει τις προαναφερόμενες μεγάλες θυσίες. Ωστόσο, εάν επιτευχθούν οι προβλεπόμενοι στόχοι, η κατάσταση θα μπορούσε να αποβεί ιδιαίτερα επωφελής για τις αλιευτικές επιχειρήσεις που θα συνεχίσουν να λειτουργούν.

3.14

Υπό το φως αυτής της προσέγγισης, η ΕΟΚΕ επιθυμεί να επισημάνει στην Επιτροπή ότι υφίσταται υψηλός βαθμός αβεβαιότητας όσον αφορά την εκτιμώμενη μέγιστη βιώσιμη απόδοση για τα αποθέματα των διαφόρων ειδών. Δεδομένης αυτής της αβεβαιότητας, η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή οι ετήσιες προσαρμογές που θα καθορίσει στο πλαίσιο των μακροπρόθεσμων σχεδίων της να είναι λογικές.

3.15

Επομένως, η πρόκληση συνίσταται στην εξεύρεση τρόπων που θα βοηθήσουν τις αλιευτικές κοινότητες και επιχειρήσεις να διανύσουν την περίοδο προσαρμογής χωρίς προβλήματα. Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι αυτό θα απαιτήσει πιο γενναιόδωρα και δημιουργικά μέτρα υποστήριξης από αυτά που μέχρι στιγμής έχει προτείνει η Επιτροπή. Η λήψη τέτοιων μέτρων δικαιολογείται πλήρως προκειμένου να εξασφαλιστεί η ταχεία μετάβαση σε μια αλιευτική δραστηριότητα βασισμένη σε πιο βιώσιμο σύστημα για το μέλλον.

3.16

Σε κάθε περίπτωση, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι, όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση, έχει καθοριστική σημασία στη διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με τα μακροπρόθεσμα σχέδια, το ρυθμό εφαρμογής τους και τον αντίκτυπό τους, να συμμετάσχουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι, μέσω συχνών διαβουλεύσεων με τα Περιφερειακά Γνωμοδοτικά Συμβούλια (ΠΓΣ). Επίσης, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι σε αυτές τις διαβουλεύσεις θα πρέπει να συμμετέχει και η Συμβουλευτική Επιτροπή Αλιείας και Ιχθυοκαλλιέργειας της ΕΕ (ΣΕΑΙ), καθώς και η Επιτροπή Κοινωνικού Διαλόγου για τη Θαλάσσια Αλιεία (ΕΚΔ).

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1

Η εγκαθίδρυση ενός συστήματος διαχείρισης της αλιείας βασιζόμενου στη μέγιστη βιώσιμη απόδοση προϋποθέτει την αναλυτική εξέταση, όπως γίνεται στην ανακοίνωση, μίας ακόμα σειράς θεμάτων που έχουν άμεση επίδραση σε αυτή τη μορφή διαχείρισης:

των περιβαλλοντικών φαινομένων και της επίδρασής τους στις αλλαγές των θαλάσσιων οικοσυστημάτων,

της εφαρμογής του εν λόγω συστήματος διαχείρισης στα μικτά αλιευτικά πεδία,

της διαχείρισης των μακροπρόθεσμων σχεδίων.

4.2

Περιβαλλοντικά φαινόμενα και επίδρασή τους στις αλλαγές των θαλάσσιων οικοσυστημάτων

4.2.1

Στην ανακοίνωση αναγνωρίζεται ότι υφίσταται υψηλός βαθμός αβεβαιότητας όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα εξελιχθούν τα θαλάσσια οικοσυστήματα σε συνάρτηση με τις κλιματικές και μετεωρολογικές αλλαγές, καθώς και ότι αυτοί και άλλοι περιβαλλοντικοί παράγοντες θα μπορούσαν να έχουν επίδραση επί των αλιευτικών αποθεμάτων.

4.2.2

Αν και δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί ο βαθμός επίδρασης όλων των περιβαλλοντικών φαινομένων, η Επιτροπή θεωρεί ότι σε πολλές περιπτώσεις η ίδια η αλιεία είναι ο παράγοντας με τη μεγαλύτερη επίδραση και ότι η εφαρμογή χαμηλότερων ποσοστών αλίευσης επί των αλιευτικών αποθεμάτων θα καταστήσει τα εν λόγω αποθέματα περισσότερο ανθεκτικά στις οικολογικές αλλαγές.

4.2.3

Ως εκ τούτου, στην ανακοίνωση υποστηρίζεται ο περιορισμός της αλίευσης με σταθερό και βιώσιμο ρυθμό, έτσι ώστε, ενόσω θα μειώνεται η θνησιμότητα λόγω αλίευσης και θα αποκαθίστανται τα αποθέματα, να αποκτηθούν περισσότερες γνώσεις για τα οικοσυστήματα και το παραγωγικό δυναμικό τους, οι οποίες θα συμβάλλουν στην αναπροσαρμογή των στόχων της διαχείρισης μακροπρόθεσμα.

4.2.4

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την αρχή αυτή, υπό την προϋπόθεση ότι η θνησιμότητα λόγω αλίευσης θα μειωθεί με βαθμιαίο και βιώσιμο ρυθμό στα είδη που αυτό επιβάλλεται. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η διαχείριση μίας βιομάζας ιχθύων κατά τρόπο ώστε να αυξηθεί ο όγκος της βραχυπρόθεσμα ενδέχεται να προκαλέσει απαράδεκτη αστάθεια για τη σχετική βιομηχανία.

4.2.5

Εντούτοις, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι εκείνοι οι «άλλοι περιβαλλοντικοί παράγοντες», οι οποίοι δεν παρατίθενται καν στην ανακοίνωση, όπως είναι η δράση των αρπακτικών ειδών, η ρύπανση, οι έρευνες για την εξεύρεση και η εξόρυξη πετρελαίου ή υγραερίου, οι θαλάσσιες αιολικές εγκαταστάσεις, η αμμοληψία και η εξόρυξη θαλάσσιου συσσωματώματος κλπ., επηρεάζουν επίσης την εξέλιξη των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.

4.2.6

Η ΕΟΚΕ ζητά από την Επιτροπή και από τα κράτη μέλη της ΕΕ ανάλογους περιορισμούς με εκείνους που επιβάλλουν στον αλιευτικό τομέα, να επιβάλουν και στους οικονομικούς παράγοντες των οποίων οι δραστηριότητες επηρεάζουν επίσης τον όγκο των αλιευτικών αποθεμάτων και τη μεταβολή των θαλάσσιων οικοσυστημάτων.

4.3   Εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης στα μικτά αλιευτικά πεδία

4.3.1

Εκεί όπου η εφαρμογή του συστήματος διαχείρισης του βασιζόμενου στη μέγιστη βιώσιμη απόδοση αντιμετωπίζει τις περισσότερες δυσχέρειες, είναι στα μικτά αλιευτικά πεδία.

4.3.2

Στην ανακοίνωσή της, η Επιτροπή, έχοντας επίγνωση των δυσχερειών αυτών, δεν εξετάζει σε βάθος το σύστημα διαχείρισης των μικτών αλιευτικών πεδίων. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι ιδίως για αυτού του είδους τα αλιευτικά πεδία, απαιτείται η ενίσχυση των επαφών μεταξύ της Επιτροπής και των ΠΓΣ και της ΣΕΑΙ.

4.3.3

Στην ανακοίνωση επισημαίνεται η -αναμφισβήτητη κατά την ΕΟΚΕ- σημασία της διατήρησης της ισορροπίας μεταξύ των θαλάσσιων οικοσυστημάτων, δεδομένου ότι η μείωση της αλίευσης ενός είδους με σκοπό να ευνοηθεί η απόδοση ενός άλλου είδους αποτελεί προσέγγιση υψηλού κινδύνου.

4.3.4

Η περιπλοκότητα του συστήματος έγκειται στο γεγονός ότι, σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στην ανακοίνωση, η αλίευση όλων των ειδών ενός οικοσυστήματος θα πρέπει να προσαρμοστεί σε όγκο αλιευμάτων (επιδιωκόμενο ποσοστό) που θα αντιστοιχεί στην επίτευξη της μέγιστης βιώσιμης απόδοσης μακροπρόθεσμα. Αυτό σημαίνει ότι, από τα ποσοστά της μέγιστης βιώσιμης απόδοσης που θα καθοριστούν για τα διάφορα αποθέματα ενός οικοσυστήματος που συνυπάρχουν σε ένα μικτό αλιευτικό πεδίο, στο πλαίσιο των μακροπρόθεσμων σχεδίων, το μέγιστο ποσοστό αλιευμάτων θα καθορισθεί από το είδος για το οποίο θα οριστεί μακροπρόθεσμα το χαμηλότερο ποσοστό αλίευσης προκειμένου να επιτευχθεί η μέγιστη βιώσιμη απόδοσή του.

4.3.5

Στην ανακοίνωση επισημαίνεται ακόμη ότι, για να αποφευχθεί η τυχαία υπεραλίευση ενός είδους ως παρεμπίπτοντος αλιεύματος πιθανόν να χρειαστεί, σε ορισμένα μακροπρόθεσμα σχέδια, να περιληφθούν συμπληρωματικά μέτρα όπως η τροποποίηση των αλιευτικών εργαλείων και των αλιευτικών ζωνών και περιόδων.

4.3.6

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ακόμη ότι, αν και η προσέγγιση αυτού του συστήματος διαχείρισης είναι συνεπής προς τον ευρύτερο στόχο της κοινής αλιευτικής πολιτικής, η Επιτροπή θα πρέπει να πραγματοποιήσει μία ιδιαίτερα λεπτομερή εκτίμηση των διαφόρων ποσοστών που θα οριστούν για την επίτευξη της μέγιστης βιώσιμης απόδοσης και θα πρέπει να διαβουλευθεί με όλα τα ενδιαφερόμενα για τα μικτά αλιευτικά πεδία μέρη, σχετικά με τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες των μακροπρόθεσμών σχεδίων.

4.4   Διαχείριση των μακροπρόθεσμων σχεδίων

4.4.1   Μακροπρόθεσμα σχέδια

4.4.1.1

Στην ανακοίνωση προβλέπεται ότι αυτά θα καταρτισθούν από την Επιτροπή, κατόπιν διαβούλευσης με τους ενδιαφερόμενους τομείς, βάσει αμερόληπτων επιστημονικών πορισμάτων και με πλήρη συνεκτίμηση των οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών συνεπειών των προτεινόμενων μέτρων.

4.4.1.2

Στα σχέδια αυτά θα πρέπει να καθορίζεται ένα επιδιωκόμενο ποσοστό αλίευσης, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο θα ήταν δυνατόν να επιτευχθεί σταδιακά το ποσοστό αυτό, με τον παράλληλο περιορισμό των αρνητικών συνεπειών της αλιείας επί του οικοσυστήματος. Στα σχέδια για τα μικτά αλιευτικά πεδία, θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται τεχνικά μέτρα με σκοπό να εξασφαλιστεί ότι τα διάφορα αλιευτικά αποθέματα θα αλιεύονται κατά τρόπο σύμφωνο με τους αντίστοιχους στόχους και να προβλέπεται η δυνατότητα αλίευσης ορισμένων αποθεμάτων σε ποσοστά χαμηλότερα των ποσοστών μέγιστης βιώσιμης απόδοσής τους, προκειμένου να επιτευχθεί η αύξηση της παραγωγικότητας σε άλλα είδη.

4.4.1.3

Σε περίπτωση ανεπάρκειας των επιστημονικών δεδομένων για τον καθορισμό των απαιτούμενων ενεργειών για την επίτευξη των συνθηκών μέγιστης βιώσιμης απόδοσης, στα μακροπρόθεσμα σχέδια θα εφαρμόζεται η αρχή της προφύλαξης.

4.4.1.4

Τέλος, τα σχέδια και οι στόχοι τους θα υπόκεινται σε περιοδική αναθεώρηση.

4.4.1.5

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι ο εν λόγω νέος προσανατολισμός όσον αφορά την πολιτική διαχείρισης της αλιείας, ο οποίος θα μπορούσε αναμφίβολα να έχει πλεονεκτήματα όταν θα έχει επιτευχθεί η μέγιστη βιώσιμη απόδοση για όλα τα αλιευτικά αποθέματα, είναι δυνατόν να έχει σοβαρές συνέπειες για τον τομέα της αλιείας: μείωση των αλιευμάτων και κατά συνέπεια υποχρέωση περιορισμού των στόλων με απώλειες θέσεων εργασίας, βραχυπρόθεσμα, που θα προκαλέσουν την εξασθένιση του οικονομικού ιστού των λιμένων.

4.4.1.6

Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ ζητεί επειγόντως από την Επιτροπή, κατά τις διαβουλεύσεις που προτίθεται να διεξάγει με τον τομέα της αλιείας,, να υιοθετήσει κάποια ευελιξία όσον αφορά το ρυθμό εφαρμογής των μακροπρόθεσμων σχεδίων, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στους αλιείς να προσαρμοσθούν σταδιακά στο νέο αυτό σύστημα διαχείρισης.

4.4.1.7

Όσον αφορά τα μικτά αλιευτικά πεδία, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι θα πρέπει να επιδειχθεί η μέγιστη δυνατή ευελιξία στις περιπτώσεις των αποθεμάτων που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν πλήρως δεδομένης της καλής κατάστασης στην οποία βρίσκονται.

4.4.2   Διαχείριση της προσαρμογής

4.4.2.1

Όταν τα μακροπρόθεσμα σχέδια που θα ορίζουν τους κατάλληλους στόχους όσον αφορά τα αποθέματα θα έχουν καταρτισθεί και υιοθετηθεί, τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποφασίσουν το ρυθμό των προσαρμογών για την επίτευξη των εν λόγω στόχων, καθώς και τον τρόπο διαχείρισης της μετάβασης.

4.4.2.2

Στην ανακοίνωση προτείνονται δύο κύριες προσεγγίσεις για τη διαχείριση αυτής της αλλαγής:

Περιορισμός της αλιευτικής ικανότητας (διάλυση πλοίων) στα επίπεδα που είναι αυστηρώς απαραίτητα για την αλίευση του ποσοστού μέγιστης βιώσιμης απόδοσης. Γενικά, η προσέγγιση αυτή συνεπάγεται μεγαλύτερη οικονομική αποδοτικότητα για τους εναπομένοντες στόλους, με αντίτιμο την απώλεια αλιευτικών σκαφών και θέσεων εργασίας.

Διατήρηση του μεγέθους των στόλων, με μείωση της αλιευτικής ικανότητας των σκαφών, με τον περιορισμό, για παράδειγμα, του μεγέθους, της ισχύος ή των αλιευτικών εργαλείων, με δυνατότητα περιορισμού επίσης του αριθμού των ημερών στη θάλασσα. Με την προσέγγιση αυτή, θα διατηρηθούν τα σημερινά επίπεδα απασχόλησης, εις βάρος της οικονομικής αποδοτικότητας.

4.4.2.3

Η απόφαση για την επιλογή της οικονομικής προσέγγισης ή στρατηγικής εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος, ενώ η Κοινότητα θα προσφέρει το πλαίσιο διαχείρισης που θα επιτρέψει τη σταδιακή εξάλειψη της υπεραλίευσης με τη χρήση του χρηματοδοτικού μέσου του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αλιείας.

4.4.2.4

Στην ανακοίνωση διακρίνεται η σαφής προτίμηση της Επιτροπής για την πρώτη προσέγγιση, τη βασιζόμενη στη μείωση της ικανότητας των εθνικών στόλων, επειδή θα ήταν ευκολότερος ο έλεγχος και επειδή η πείρα διδάσκει ότι η μείωση της ικανότητας των στόλων προκαλεί λιγότερη κοινωνική αντίδραση και λιγότερα προβλήματα κατά την εφαρμογή της σε σύγκριση με άλλες λύσεις.

4.4.2.5

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η μείωση της ικανότητας των στόλων αποτελεί τον αποτελεσματικότερο τρόπο για τη σταδιακή εξάλειψη της υπεραλίευσης. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να επιλέξει την προσέγγιση που του ταιριάζει καλύτερα, μετά από ανάλυση των οικονομικών και κοινωνικών συνεπειών, χωρίς να αγνοείται ότι αμφότερες οι επιλογές είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν παράλληλα μέχρι να επιτευχθεί ο στόχος της μέγιστης βιώσιμης απόδοσης των αλιευτικών αποθεμάτων.

4.4.2.6

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την πρόταση οι οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες της προσαρμογής να αναλυθούν σε περιφερειακό μάλλον παρά σε ευρωπαϊκό επίπεδο, επειδή οι ιδιαιτερότητες κάθε στόλου ποικίλλουν μεταξύ των κρατών μελών.

4.4.2.7

Υπό αυτή την έννοια, τα μακροπρόθεσμα σχέδια θα καταρτίζονται σε επίπεδο αλιευτικού πεδίου και θα αφορούν ομάδες αλιευτικών αποθεμάτων που αλιεύονται από κοινού, ενώ θα περιλαμβάνουν στοιχεία όπως ο περιορισμός του βαθμού στον οποίο οι αλιευτικές δυνατότητες μπορούν να κυμαίνονται από το ένα έτος στο άλλο, εξασφαλίζοντας μία σταθερή και σταδιακή μετάβαση.

4.4.2.8

Τέλος, στην ανακοίνωση υποστηρίζεται ότι η θέσπιση μίας πλήρους δέσμης μακροπρόθεσμων σχεδίων που θα οδηγήσουν στην επίτευξη του στόχου της μέγιστης βιώσιμης απόδοσης θα απαιτήσει χρόνο. Για το λόγο αυτό, η Κοινότητα θα πρέπει να υιοθετήσει, με έναρξη ισχύος από το 2007, αποφάσεις διαχείρισης που να εξασφαλίζουν ότι δεν θα αυξηθεί το ποσοστό αλίευσης κανενός από τα αποθέματα που αποτελούν ήδη αντικείμενο υπεραλίευσης. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι όποιες αποφάσεις υιοθετήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το έτος 2007 θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο προηγούμενης διαβούλευσης με τα Περιφερειακά Γνωμοδοτικά Συμβούλια, τη Συμβουλευτική Επιτροπή Αλιείας και Υδατοκαλλιέργειας της ΕΕ και την Επιτροπή Κοινωνικού Διαλόγου για τη Θαλάσσια Αλιεία.

Βρυξέλλες, 25 Απριλίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  COM(2006) 360 τελικό της 4.4.2006.


20.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 168/42


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την απαγόρευση της εμπορίας, των εισαγωγών και εξαγωγών από την Κοινότητα γούνας γάτας και σκύλου ή προϊόντων που περιέχουν τέτοια γούνα»

COM(2006) 684 τελικό — 2006/0236 (COD)

(2007/C 168/08)

Στις 4 Δεκεμβρίου 2006, και σύμφωνα με τα άρθρα 95 και 133 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου, περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 21 Μαρτίου 2007, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. RETUREAU.

Κατά την 435η σύνοδο ολομέλειάς της της 25ης και 26ης Απριλίου 2007 (συνεδρίαση της 25ης Απριλίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 128 ψήφους υπέρ, 1 ψήφο κατά και 5 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τη νομική βάση (άρθρο 95 της ΣΕΚ) και το είδος του νομικού μέσου (κανονισμός).

1.2

Η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεσθεί αρμοδιότητες που της αναθέτει η Συνθήκη, οι οποίες να της επιτρέπουν να λάβει μέτρα κατά της βάναυσης μεταχείρισης των ζώων που άλλωστε δεν λαμβάνει χώρα στο έδαφός της. Συνεπώς, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα αυτό παρά μόνον στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της στον τομέα του εμπορίου και της ενιαίας αγοράς της γούνας καθώς και με βάση τις υφιστάμενες διαφορετικές εθνικές νομικές διατάξεις που θα πρέπει να εναρμονιστούν.

1.3

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την Επιτροπή ότι μόνο με την απόλυτη απαγόρευση μπορούν να αποθαρρυνθούν οι εισαγωγείς ιματισμού και παιχνιδιών να εισάγουν στο έδαφος της Κοινότητας μεγάλες ποσότητες γούνας σκύλου και γάτας ή παρεμφερών προϊόντων και να κατασταλεί το εμπόριο της απαγορευμένης γούνας που πραγματοποιείται σε μεγάλη κλίμακα.

1.4

Η ΕΟΚΕ συνιστά να ορισθεί με σαφήνεια η έννοια της «γούνας» από νομική άποψη, ώστε να προσδιορίζεται με ακρίβεια η καθαυτή γούνα αλλά και τα μέρη από τα οποία αποτελείται (τρίχωμα και δέρμα), προκειμένου η απαγόρευση να καλύπτει όλες τις πιθανές χρήσεις της γούνας γάτας και σκύλου.

1.5

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι οι μέθοδοι ελέγχου πρέπει να είναι αποτελεσματικές και ότι πρέπει να γίνει προσφυγή στην επιτροπολογία προκειμένου να καθιερωθούν οι πιο αποδεκτοί τρόποι ελέγχου.

2.   Αιτιολογία

2.1

Με την πρόταση κανονισμού που βασίζεται στο άρθρο 95 της ΣΕΚ (ενιαία αγορά) η Επιτροπή προτείνει να απαγορευθεί η παραγωγή, η εισαγωγή, η εξαγωγή και η εμπορία γούνας γάτας και σκύλου στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

2.2

Ο προτεινόμενος κανονισμός ανταποκρίνεται σε αίτημα της κοινωνίας των πολιτών και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και θεωρείται ως μία από τις προτεραιότητες της γερμανικής προεδρίας.

2.3

Φαίνεται ότι κυρίως στις ασιατικές αγορές εκτρέφονται και θανατώνονται γάτες και σκύλοι κάτω από άθλιες συνθήκες, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί η γούνα τους για την παραγωγή ιματισμού, εξαρτημάτων ιματισμού ή παιχνιδιών. Τέτοια είδη γούνας εντοπίστηκαν και στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά.

2.4

Οι γούνες αυτές υποβάλλονται συνήθως σε χημική επεξεργασία και βαφή και διατίθενται στην αγορά με ονομασίες που αποκρύπτουν την πραγματική τους προέλευση. Ο ακριβής επιστημονικός προσδιορισμός του ζώου από το οποίο προέρχεται η γούνα που έχει υποστεί παρόμοια επεξεργασία είναι εξαιρετικά δύσκολος τόσο με βάση την εμφάνιση ή την υφή, όσο και με βάση το DNA, διότι το DNA καταστρέφεται κατά τη διαδικασία επεξεργασίας. Σύμφωνα με πληροφορίες μόνο η φασματομετρία μάζας επιτρέπει, μέσω της συγκριτικής μεθόδου, τον ακριβή προσδιορισμό του ζώου. Συνεπώς, ο τελωνειακός έλεγχος μπορεί να είναι εξαιρετικά δύσκολος και έτσι δικαιολογείται η διάταξη για τις παρεκκλίσεις που προβλέπεται στο άρθρο 4 της πρότασης κανονισμού.

2.4.1

Το άρθρο 4 προβλέπει ότι μπορεί να επιτραπεί η κατοχή ρούχων ή αντικειμένων που περιλαμβάνουν απαγορευμένες γούνες για προσωπική χρήση. Κατά την ΕΟΚΕ, η κατοχή και η προσωπική χρήση ή διάθεση ιδιωτικών αγαθών σε πολύ περιορισμένες ποσότητες θα πρέπει σαφώς να αποκλεισθεί από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού για να αποφευχθούν οι υπερβολικές γραφειοκρατικές διατυπώσεις.

2.4.2

Η ενδεχόμενη χρήση δερμάτων, τα οποία δεν λήφθηκαν από ζώα εκτροφής με σκοπό την παραγωγή γούνας και τα οποία επισημάνθηκαν, ως τέτοια μπορεί ενδεχομένως να υποβληθεί στη διαδικασία της επιτροπολογίας

2.5

Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, η γενική απαγόρευση της παραγωγής, εισαγωγής και εμπορίας αποτελούν το μόνο δυνατό μέτρο, διότι τα προϊόντα αυτά είτε εισάγονται παράνομα είτε δεν δηλώνονται καθόλου και οι καταναλωτές παραπλανούνται από ψευδείς επισημάνσεις των ρούχων ή των αντικειμένων που περιέχουν ενδεχομένως γούνα γάτας ή σκύλου.

2.6

Ήδη ορισμένα κράτη μέλη αλλά και τρίτες χώρες έχουν θεσπίσει νόμους που απαγορεύουν τα προϊόντα αυτά αλλά η φύση και το πεδίο εφαρμογής των νόμων διαφέρουν. Επομένως η παρέμβαση της Κοινότητας δικαιολογείται από την ανάγκη εναρμόνισης της ενιαίας αγοράς στον τομέα αυτό.

2.7

Καθιερώθηκε σύστημα ενημέρωσης και παρακολούθησης όσον αφορά την ανίχνευση και τις μεθόδους ανίχνευσης αυτού του απαγορευμένου είδους γούνας. Η επιτροπολογία θα καταστήσει δυνατή τη σύνταξη καταλόγου με τους αποδεκτούς τρόπους για την πραγματοποίηση των ελέγχων.

2.8

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβλέψουν ανάλογες και αποτρεπτικές κυρώσεις.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την επιλογή της νομικής βάσης και τη μορφή του κανονισμού. Πράγματι, η αρχή για τη διασφάλιση της καλής διαβίωσης των ζώων στα αγροκτήματα δεν μπορεί να εφαρμοστεί για τις γάτες και τους σκύλους.

3.2

Αποτελεί πλέον κοινωνικό φαινόμενο το γεγονός ότι τα ζώα αυτά, στην Ευρώπη, θεωρούνται ζώα συντροφιάς και δεν εκτρέφονται για το κρέας ή τη γούνα τους. Επίσης δεν χρησιμοποιούνται για την εκτέλεση εργασιών, με εξαίρεση ορισμένες ράτσες σκύλων που εκπαιδεύονται για να συνοδεύουν και να οδηγούν άτομα με ειδικές ανάγκες, για την αναζήτηση ατόμων που έχουν εξαφανισθεί, που έχουν σκεπαστεί από συντρίμμια ή όγκους χιονιού και για άλλες χρήσιμες εργασίες συμπαράστασης προς τους ανθρώπους, γεγονός που τα καθιστά ακόμη πιο συμπαθή στην κοινή γνώμη.

3.3

Η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλεσθεί αρμοδιότητες που της αναθέτει η Συνθήκη της ΕΚ οι οποίες να της επιτρέπουν να λάβει μέτρα κατά της βάναυσης μεταχείρισης των ζώων, που άλλωστε δεν λαμβάνει χώρα στην επικράτειά της. Συνεπώς, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα παρά μόνο στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της στον τομέα του εμπορίου και της εναρμόνισης της ενιαίας αγοράς της γούνας καθώς και με βάση την εξάλειψη των εμποδίων όσον αφορά το εμπόριο της γούνας, εξαιτίας των διαφορετικών υφιστάμενων εθνικών νομικών διατάξεών που θα πρέπει να εναρμονισθούν για να αποφευχθεί ο κατακερματισμός της αγοράς.

3.4

Δεδομένου ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο, από τεχνική άποψη, να προσδιοριστεί αν πράγματι πρόκειται για επεξεργασμένη γούνα γάτας ή σκύλου, θα ήταν αδύνατο να εφαρμοστεί στην πράξη μια πρόταση που να περιορίζεται αποκλειστικά στην υποχρέωση επισήμανσης του προϊόντος. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την Επιτροπή ότι μόνο με την απόλυτη απαγόρευση μπορούν να αποθαρρυνθούν οι εισαγωγείς ρούχων και παιχνιδιών να εισάγουν στο έδαφος της Κοινότητας μεγάλες ποσότητες γούνας σκύλου και γάτας ή παρεμφερών προϊόντων και να κατασταλεί το εμπόριο της απαγορευμένης γούνας που πραγματοποιείται σε μεγάλη κλίμακα.

3.5

Ο κανονισμός θα πρέπει να κοινοποιηθεί μετά την υιοθέτησή του στον ΠΟΕ ως μη δασμολογικός εμπορικός φραγμός (NTB). Αυτός είναι σύμφωνος με τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1

Η ΕΟΚΕ συνιστά να ορισθεί με σαφήνεια η έννοια της «γούνας» από νομική άποψη, ώστε να προσδιορίζεται με ακρίβεια η καθαυτή γούνα αλλά και τα μέρη από τα οποία αποτελείται (τρίχωμα και δέρμα), προκειμένου η απαγόρευση να καλύπτει όλες τις πιθανές χρήσεις της γούνας γάτας και σκύλου.

4.2

Η ΕΟΚΕ κρίνει σκόπιμο να οριστεί ότι πρέπει να αποφευχθούν οι τελωνειακοί έλεγχοι στα φυσικά πρόσωπα για αυστηρώς προσωπικά αντικείμενα που μπορεί να έχουν στην κατοχή τους σε πολύ περιορισμένη ποσότητα κατά τη διέλευση των εσωτερικών συνόρων ή κατά την άφιξή τους από τρίτη χώρα. Η ανταλλαγή ή η πώληση ενός τεμαχίου ιματισμού ή η δωρεά του σε φιλανθρωπικό οργανισμό δεν θα πρέπει επίσης να εκλαμβάνονται ως εμπορία που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού.

Βρυξέλλες, 25 Απριλίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


20.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 168/44


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την απαγόρευση των εξαγωγών μεταλλικού υδραργύρου και την ασφαλή αποθήκευσή του»

COM(2006) 636 τελικό — 2006/0206 (COD)

(2007/C 168/09)

Στις 15 Νοεμβρίου 2006, και σύμφωνα με τα άρθρα 133 και 175, παρ. 1 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, Ανάπτυξη της Υπαίθρου, Περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 21 Μαρτίου 2007 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Osborn.

Κατά την 435η σύνοδο ολομέλειάς της, στις 25 και 26 Απριλίου 2007 (συνεδρίαση της 25ης Απριλίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 126 ψήφους υπέρ και 4 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την ενεργό δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις διεθνείς προσπάθειες για τον περιορισμό της παραγωγής και της χρήσης του υδραργύρου ανά τον κόσμο, καθώς και για την εξασφάλιση αβλαβών μεθόδων αποθήκευσης και διάθεσής του. Για το σκοπό αυτό, είναι σημαντικό να δώσει η Ευρώπη το καλό παράδειγμα με την αντιμετώπιση του προβλήματος του υδραργύρου εντός της Ένωσης και να υποστηρίξει τη βελτίωση των μέτρων ελέγχου σε παγκόσμια κλίμακα.

1.2

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει συνεπώς το γενικό στόχο της συγκεκριμένης πρότασης της Επιτροπής που περιλαμβάνεται στον προτεινόμενο κανονισμό και αφορά την απαγόρευση των εξαγωγών υδραργύρου από την Ευρώπη και την απαίτηση περί ασφαλούς αποθήκευσης των πλεονασμάτων υδραργύρου εντός της ευρωπαϊκής επικράτειας. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η απαγόρευση της εξαγωγής μεταλλικού υδραργύρου από την Ευρώπη και η απαίτηση περί ασφαλούς αποθήκευσης του υδραργύρου εν αναμονή της διάθεσής του είναι εξαιρετικά σημαντικές και επίκαιρες υπό τις παρούσες συνθήκες δεδομένου ότι η διεργασία παραγωγής χλωρίου-αλκαλίων με βάση τον υδράργυρο βαίνει προς σταδιακή κατάργηση στην Ευρώπη.

1.3

Προσβλέποντας στο μέλλον, η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να θέσει σε εφαρμογή και τα λοιπά στοιχεία της στρατηγικής της περί υδραργύρου το συντομότερο δυνατό και να αναπτύξει μέτρα για τον μεγαλύτερο περιορισμό της χρήσης του υδραργύρου σε προϊόντα και διεργασίες στην Ευρώπη και για την εξασφάλιση της ακίνδυνης διάθεσης των ροών αποβλήτων υδραργύρου.

1.4

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η απαγόρευση διά νόμου πρέπει να τεθεί σε ισχύ όσο γίνεται συντομότερα και ότι μέχρι τότε η Επιτροπή και οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις πρέπει να παροτρυνθούν να κάνουν οτιδήποτε είναι δυνατό για να περιοριστούν οι εξαγωγές στο ελάχιστο.

1.5

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τις ρυθμίσεις για την αποθήκευση του υδραργύρου που προτείνονται από την Επιτροπή στον υπό εξέταση κανονισμό διότι είναι προς το παρόν οι καλύτερες διαθέσιμες. Οι αρχές που είναι αρμόδιες για οποιεσδήποτε από τις προτεινόμενες εγκαταστάσεις αποθήκευσης πρέπει να πραγματοποιούν αξιολογήσεις ασφαλείας και να διενεργούν τακτικούς ελέγχους στις εν λόγω εγκαταστάσεις, αμέσως μόλις αυτές τεθούν σε λειτουργία. Η ΕΟΚΕ καλεί επειγόντως την Επιτροπή να ζητήσει από τα κράτη μέλη να υποβάλλουν εκθέσεις για την πρόοδο που σημειώνεται στο θέμα αυτό και να είναι έτοιμη να προτείνει περαιτέρω μέτρα στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι οι ρυθμίσεις για την αποθήκευση υδραργύρου είναι ανεπαρκείς.

2.   Ιστορικό της γνωμοδότησης

2.1

Ο υδράργυρος είναι ένα φυσικό συστατικό της γήινης μάζας. Η μέση περιεκτικότητα του φλοιού της Γης σε υδράργυρο ανέρχεται περίπου σε 0.05 mg/kg, με σημαντικές διαφορές κατά τόπους. Επίσης, υπάρχουν πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις υδραργύρου και στη βιόσφαιρα. Η απορρόφησή του από τα φυτά μπορεί επίσης να εξηγήσει την παρουσία του σε ορυκτά καύσιμα, όπως ο άνθρακας, το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο.

2.2

Τα επίπεδα του υδραργύρου στο περιβάλλον έχουν αυξηθεί σημαντικά από την απαρχή της βιομηχανικής εποχής. Με τη χρήση ορυκτών καυσίμων απελευθερώνονται σημαντικές ποσότητες υδραργύρου. Επιπλέον, ο υδράργυρος εξάγεται από ορυκτά (κυρίως κιννάβαρι) και χρησιμοποιείται σε ποικίλες βιομηχανικές εφαρμογές. Υδράργυρος εκλύεται και στο περιβάλλον από βιομηχανικές διεργασίες και από απόβλητα. Οι πρακτικές του παρελθόντος είχαν ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση καταλοίπων υδραργύρου σε χωματερές, σωρούς απορριμμάτων, ρυπασμένες βιομηχανικές περιοχές, εδάφη και ιζήματα. Επηρεάζονται ακόμη και περιοχές στις οποίες δεν υπήρξε σημαντική έκλυση υδραργύρου, όπως η Αρκτική, λόγω της μεταφοράς της ουσίας αυτής σε διηπειρωτική και παγκόσμια κλίμακα.

2.3

Από τη στιγμή που απελευθερώνεται στο περιβάλλον, ο υδράργυρος συνεχίζει να κυκλοφορεί σε διάφορες μορφές στον αέρα, στα ύδατα, στα ιζήματα, σε εδάφη και βιότοπους. Μπορεί να μεταλλαχθεί (κυρίως με το μικροβιακό μεταβολισμό) σε μεθυλυδράργυρο, ο οποίος έχει την ικανότητα να συγκεντρώνεται σε οργανισμούς (βιοσυσσώρευση) και στην αλυσίδα διατροφής (βιομεγέθυνση), ιδιαιτέρως στην υδάτινη αλυσίδα διατροφής (ψάρια και θαλάσσια θηλαστικά). Για το λόγο αυτό, ο μεθυλυδράργυρος αποτελεί πηγή ιδιαίτερων ανησυχιών. Σχεδόν όλη η ποσότητα υδραργύρου στα ψάρια είναι μεθυλυδράργυρος.

2.4

Ο υδράργυρος απαντάται σήμερα σε διάφορα στοιχεία του περιβάλλοντος και είδη διατροφής (ιδιαιτέρως στα ψάρια) σε όλη την υφήλιο, και μάλιστα σε επίπεδα τα οποία επιδρούν αρνητικά στον άνθρωπο και την άγρια φύση. Σε ορισμένα μέρη του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης, σημαντική μερίδα του πληθυσμού είναι εκτεθειμένη σε επίπεδα υδραργύρου που υπερβαίνουν σημαντικά τα όρια ασφαλείας. Σήμερα επικρατεί στο διεθνή χώρο η άποψη ότι η απελευθέρωση υδραργύρου στο περιβάλλον πρέπει είτε να περιοριστεί στο ελάχιστο, είτε να καταργηθεί παντελώς, όπου αυτό είναι δυνατόν, και μάλιστα όσο συντομότερα γίνεται.

2.5

Παρά τη μείωση της παγκόσμιας κατανάλωσης υδραργύρου (σε λιγότερο από το ήμισυ των επιπέδων του 1980) και παρά τις χαμηλές τιμές, η εξόρυξη υδραργύρου συνεχίζεται ακόμη σε ορισμένες χώρες του κόσμου. Στην Ευρώπη η πρωτογενής παραγωγή υδραργύρου έχει πλέον σταματήσει, αλλά ο υδράργυρος εξακολουθεί να απομονώνεται ως υποπροϊόν άλλων εξορυκτικών διαδικασιών.

2.6

Μεγάλες ποσότητες υδραργύρου διοχετεύονται επίσης στην παγκόσμια αγορά λόγω της μετατροπής ή της παύσης λειτουργίας των εγκαταστάσεων παραγωγής χλωρίου-αλκαλίων που χρησιμοποιούσαν τη διεργασία του υδραργύρου στην Ευρώπη. Ο υδράργυρος που απομένει πωλείται κατά κανόνα στην ισπανική επιχείρηση Miñas de Almadén, η οποία προβαίνει εν συνεχεία στην πώλησή του σε διάφορες χώρες του κόσμου.

2.7

Παρά τις μέγιστες δυνατές προσπάθειες, ούτε η Euro Chlor ούτε τα Miñas de Almadén μπορούν να εξασφαλίσουν ότι ο υδράργυρος που εξάγεται από την ΕΕ βάσει αυτής της συμφωνίας δεν θα συμβάλει στην επιδείνωση της παγκόσμιας ρύπανσης εξαιτίας της απώλειας ελέγχου έπειτα από την απομάκρυνσή του από τις εγκαταστάσεις της Almadén. Καλό θα ήταν συνεπώς να εμποδισθεί η διοχέτευση στην παγκόσμια αγορά η σημαντική αυτή εισροή του πλεονασματικού υδραργύρου που προέρχεται από την διακοπή της διεργασίας παραγωγής χλωρίου-αλκαλίων με βάση τον υδράργυρο.

3.   Περίληψη της πρότασης της Επιτροπής

3.1

Στις 28 Ιανουαρίου 2005, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την κοινοτική στρατηγική για τον υδράργυρο (COM(2005)20 τελικό). Στη στρατηγική αυτή εξετάζονται όλες οι πτυχές του κύκλου ζωής του υδραργύρου και προτείνονται είκοσι δράσεις, εκ των οποίων δύο αναφέρονται στην εξαγωγή και την αποθήκευσή του.

3.2

Η πρόταση της Επιτροπής για την έκδοση κανονισμού για την απαγόρευση της εξαγωγής και για την ασφαλή αποθήκευση μεταλλικού υδραργύρου προωθεί περαιτέρω τις δράσεις αυτές. Οι στόχοι της πρότασης είναι να απαγορευτούν οι εξαγωγές μεταλλικού υδραργύρου από την Κοινότητα και να εξασφαλιστεί ότι ο υδράργυρος αυτός δεν θα επανέλθει στην αγορά και ότι θα αποθηκευτεί με ασφαλή τρόπο, όπως προβλέπεται στις δράσεις 5 και 9 της κοινοτικής στρατηγικής για τον υδράργυρο. Βασικός σκοπός είναι να περιοριστεί η προσθήκη νέων ποσοτήτων στο «παγκόσμιο απόθεμα» του ήδη εκλυθέντος υδραργύρου.

3.3

Ο προτεινόμενος κανονισμός θα απαγορεύσει τις εξαγωγές υδραργύρου από την ΕΕ από την 1η Ιουλίου 2011. Από την ίδια ημερομηνία, ο υδράργυρος που δεν χρησιμοποιείται πλέον στη βιομηχανία χλωρίου-αλκαλίων, καθώς και ο υδράργυρος που προκύπτει από τον καθαρισμό του φυσικού αερίου ή από την παραγωγή μη σιδηρούχων μετάλλων θα πρέπει να αποθηκεύεται με ασφαλή τρόπο.

3.4

Η Επιτροπή διεξήγαγε εκτενείς διαβουλεύσεις επί της πρότασης αυτής και η MAYASA, η ισπανική κυβέρνηση και η ευρωπαϊκή βιομηχανία χλωρίου-αλκαλίων — δηλαδή οι πιο άμεσα ενδιαφερόμενοι — συμφώνησαν να συμμορφωθούν με την απαγόρευση από την προτεινόμενη ημερομηνία. Η Επιτροπή σημειώνει ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Βιομηχανίας Χημικών Προϊόντων (CEFIC) δεσμεύτηκε εθελουσίως να μεριμνήσει για την ασφαλή αποθήκευση υδραργύρου που προέρχεται από τη βιομηχανία χλωρίου-αλκαλίων από την 1η Ιουλίου 2011.

4.   Γενικές παρατηρήσεις

4.1

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει με σθένος το στόχο να καταστεί η Ευρώπη πρωτοστάτης των προσπαθειών που καταβάλλονται παγκοσμίως για τη μείωση των εκλύσεων και των εκπομπών υδραργύρου στο περιβάλλον, με τον περιορισμό της παραγωγής και της κατανάλωσης του στοιχείου αυτού και με την ενθάρρυνση της υποκατάστασής του από άλλα ασφαλή υλικά, διεργασίες και προϊόντα. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι ο κανονισμός REACH θα διευκόλυνε τέτοιου είδους προσπάθειες.

4.2

Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει με ικανοποίηση ότι η εξόρυξη και η εξαγωγή υδραργύρου από μεταλλεύματα έχει πλέον σταματήσει στην ΕΕ. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η Επιτροπή πρέπει να συνεχίσει να παρακολουθεί το θέμα αυτό και να είναι έτοιμη να επιβάλει απαγόρευση, στην περίπτωση που θα υπήρχε οποιαδήποτε πιθανότητα να επαναληφθεί η χρήση της μεθόδου στην ΕΕ για εμπορικούς σκοπούς. Η ΕΟΚΕ συνιστά επίσης στην Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο λήψης πρόσθετων μέτρων προκειμένου να αποθαρρυνθεί η παραγωγή υδραργύρου ως υποπροϊόντος της εξόρυξης άλλων μεταλλευμάτων και να εξασφαλιστεί η ασφαλής αποθήκευση και διάθεση των πλεονασμάτων υδραργύρου.

4.3

Έναντι της κατάστασης που επικρατεί εκτός Ευρώπης, η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την ενεργό δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις διεθνείς προσπάθειες για τον περιορισμό της παραγωγής και της χρήσης του υδραργύρου ανά τον κόσμο, καθώς και για την εξασφάλιση αβλαβών μεθόδων αποθήκευσης και διάθεσής του. Για το σκοπό αυτό, είναι σημαντικό να δώσει η Ευρώπη το καλό παράδειγμα με την αντιμετώπιση του προβλήματος του υδραργύρου εντός της Ένωσης και να υποστηρίξει τη βελτίωση των μέτρων ελέγχου σε παγκόσμια κλίμακα.

4.4

Σε αυτό το πλαίσιο, η απαγόρευση της εξαγωγής μεταλλικού υδραργύρου από την Ευρώπη και η απαίτηση περί ασφαλούς αποθήκευσης του υδραργύρου εν αναμονή της διάθεσής του είναι εξαιρετικά σημαντικές και επίκαιρες υπό τις παρούσες συνθήκες δεδομένου ότι η σταδιακή κατάργηση της διεργασίας παραγωγής χλωρίου-αλκαλίων με βάση τον υδράργυρο στην Ευρώπη θα μπορούσε ειδάλλως να προκαλέσει τη διοχέτευση μεγάλης ποσότητας πλεονασμάτων υδραργύρου στην παγκόσμια αγορά. Η ΕΟΚΕ επικροτεί συνεπώς το γενικό στόχο της συγκεκριμένης πρότασης της Επιτροπής που περιλαμβάνεται στον παρόντα προτεινόμενο κανονισμό και αφορά την απαγόρευση των εξαγωγών υδραργύρου από την Ευρώπη και την απαίτηση περί ασφαλούς αποθήκευσης των πλεονασμάτων υδραργύρου εντός της ευρωπαϊκής επικράτειας.

4.5

Ωστόσο, το ζήτημα δεν μπορεί να λήξει εδώ. Η ΕΟΚΕ προσβλέπει στην Επιτροπή προκειμένου να επιδιώξει περαιτέρω την ανάπτυξη μέτρων για τον μεγαλύτερο περιορισμό της χρήσης του υδραργύρου σε προϊόντα και διεργασίες στην Ευρώπη και για την εξασφάλιση της ακίνδυνης διάθεσης των ροών αποβλήτων υδραργύρου. Η ΕΟΚΕ καλεί επειγόντως την Επιτροπή να διερευνήσει περισσότερο ποια μέτρα μπορούν να ληφθούν διεθνώς για να προαχθεί η καλύτερη διαχείριση του υδραργύρου ανά τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της διεξαγωγής διαπραγματεύσεων με στόχο τη λήψη ενδεδειγμένων μέτρων συνεργασίας για την υποστήριξη της μεταφοράς τεχνολογιών υποκατάστασης του υδραργύρου και την εξεύρεση λύσεων για τη δέσμευση και την αποθήκευση του υδράργυρου, και ενδεχομένως η σύναψη διεθνούς συμφωνίας για τη διαχείριση και τον έλεγχο του υδραργύρου.

5.   Ειδικές παρατηρήσεις

5.1

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι η παρούσα πρόταση ισχύει μόνον για τις εξαγωγές μεταλλικού υδραργύρου (Άρθρο 1). Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι είναι επείγον να διερευνηθεί περαιτέρω η δυνατότητα επέκτασης της απαγόρευσης εξαγωγής στις ενώσεις υδραργύρου και στα προϊόντα που περιέχουν υδράργυρο, όπως προβλέπεται από το Άρθρο 5. Θα ήταν επίσης επιθυμητό να διαμορφωθεί ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την επανεξέταση του θέματος αυτού και να εξεταστεί το ενδεχόμενο λήψης πρόσθετων μέτρων προκειμένου να καταστεί υποχρεωτική η αντικατάσταση του υδραργύρου από λιγότερο τοξικά ή ρυπογόνα υλικά στα προϊόντα και στις διεργασίες εντός της Ένωσης.

5.2

Η Επιτροπή είχε αρχικά προτείνει να ισχύσει η απαγόρευση των εξαγωγών μεταλλικού από το 2011. Το Κοινοβούλιο συνέστησε την επίσπευσή της για το 2010. Οι ΜΚΟ εξακολουθούν να ασκούν πιέσεις με στόχο να επισπευσθεί ακόμη περισσότερο η έναρξη ισχύος της εν λόγω απαγόρευσης. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η απαγόρευση διά νόμου πρέπει να τεθεί σε ισχύ όσο γίνεται συντομότερα και ότι μέχρι τότε η Επιτροπή και οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις πρέπει να παροτρυνθούν να κάνουν οτιδήποτε είναι δυνατό για να περιοριστούν οι εξαγωγές στο ελάχιστο.

5.3

Η Επιτροπή προτείνει (Άρθρο 2) να αποθηκεύεται κατά τρόπο αβλαβή ο υδράργυρος που προκύπτει από ασυνεχείς διεργασίες χλωρίου-αλκαλίων, ο υδράργυρος που προέρχεται από τον καθαρισμό του φυσικού αερίου και ο υδράργυρος που προκύπτει από εργασίες εξόρυξης και τήξης μη σιδηρούχων μετάλλων. Στο Άρθρο 3, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι υπάρχει δυνατότητα αποθήκευσής του είτε σε υπόγειο αλατωρυχείο είτε σε εγκατάσταση ειδικά σχεδιασμένη για την προσωρινή αποθήκευση μεταλλικού υδραργύρου. Οι εγκαταστάσεις αυτές απαιτείται να πληρούν αποδεδειγμένα τις προδιαγεγραμμένες πρακτικές στον τομέα της ασφάλειας και της διαχείρισης. Κάθε μεμονωμένο κράτος μέλος θα πρέπει να είναι αρμόδιο για τη δημιουργία τέτοιων εγκαταστάσεων ή να έχει τη δυνατότητα να συνεργαστεί προς το σκοπό αυτό με άλλα κράτη μέλη, υπό ευνοϊκότερους όρους. Σε συνδυασμό με την απαγόρευση των εξαγωγών, οι εν λόγω διατάξεις αποσκοπούν να εξασφαλίσουν ότι αυτές οι πλεονάζουσες ποσότητες υδραργύρου που προκύπτουν από μείζονες βιομηχανικές διεργασίες αποσύρονται εντελώς από την αγορά και φυλάσσονται με ασφάλεια.

5.4

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τις εν λόγω ρυθμίσεις για την αποθήκευση του υδραργύρου διότι είναι προς το παρόν οι καλύτερες διαθέσιμες. Η ΕΟΚΕ θεωρεί πολύ σημαντικό οι αρχές που είναι αρμόδιες για οποιεσδήποτε από τις προτεινόμενες εγκαταστάσεις αποθήκευσης, αφενός, να πραγματοποιούν διεξοδικές και αυστηρές αξιολογήσεις περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΑΠΕ) και αξιολογήσεις ασφαλείας και, αφετέρου, να διενεργούν τακτικούς ελέγχους στις εν λόγω εγκαταστάσεις, αμέσως μόλις αυτές τεθούν σε λειτουργία. Η ΕΟΚΕ καλεί επειγόντως την Επιτροπή να ζητήσει από τα κράτη μέλη να υποβάλλουν εκθέσεις για την πρόοδο που σημειώνεται στο θέμα αυτό και να είναι έτοιμη να προτείνει περαιτέρω μέτρα στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι οι ρυθμίσεις για την αποθήκευση υδραργύρου είναι ανεπαρκείς.

5.5

Κρίνεται σημαντικό να επιβαρύνονται οι φορείς εκμετάλλευσης που χρησιμοποίησαν τον υδράργυρο με το κόστος ασφαλούς αποθήκευσής του. Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι οι ρυθμίσεις για την αποθήκευση των πλεονασμάτων υδραργύρου που προκύπτουν λόγω της κατάργησης των διεργασιών παραγωγής χλωρίου-αλκαλίων προβλέπεται να εφαρμοστούν κατόπιν διαβουλεύσεων και συμφωνίας με τις ενδιαφερόμενες βιομηχανικές επιχειρήσεις, καθώς και ότι η Eurochlor προωθεί, παράλληλα με τον κανονισμό, τη διαμόρφωση μιας εθελοντικής συμφωνίας της οποίας τα μέλη δεσμεύονται να χρησιμοποιούν ασφαλείς εγκαταστάσεις αποθήκευσης. Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει τη συγκεκριμένη πρωτοβουλία εκ μέρους μιας υπεύθυνης ομάδας βιομηχανιών. Εφόσον οι ρυθμίσεις αυτές συμπεριλαμβάνουν όλες τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις και μπορούν να καταστούν ασφαλείς με τρόπο διαφανή που να επιτρέπει την παρακολούθηση, η ΕΟΚΕ συμφωνεί ότι αυτός θα ήταν ο καλύτερος τρόπος για την εξασφάλιση μιας αποτελεσματικής εφαρμογής. Η ΕΟΚΕ συνιστά να διερευνήσει η Επιτροπή τη δυνατότητα σύναψης παρεμφερών συμφωνιών και με άλλους μείζονες βιομηχανικούς παραγωγούς μεταλλικού υδραργύρου, όπως η βιομηχανία παραγωγής ενέργειας δύναμης και η βιομηχανία εξόρυξης και τήξης μη σιδηρούχων μετάλλων.

5.6

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι η παρακολούθηση και η επιβολή της εφαρμογής των νέων ρυθμίσεων θα είναι εξαιρετικής σημασίας. Η απαίτηση σχετικά με την αποθήκευση και τη διάθεση του υδραργύρου θα μετατρέψει, εκ των πραγμάτων, τον υδράργυρο από εμπορευματοποιήσιμο στοιχείο ενεργητικού σε στοιχείο παθητικού που προκαλεί δαπάνες στους κατόχους του. Υπό αυτές τις συνθήκες, ορισμένοι αδίστακτοι φορείς εκμετάλλευσης θα μπουν στον πειρασμό να προσπαθήσουν να αποφύγουν τη διάθεση του υδραργύρου δια των ενδεδειγμένων οδών και να τον εκτρέψουν σε παράνομους χώρους ταφής αποβλήτων. Για την αποφυγή τέτοιων θλιβερών περιστατικών θα απαιτηθεί αυστηρή αρχειοθέτηση και εποπτεία.

5.7

Η ΕΟΚΕ καλεί επειγόντως την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο ανάληψης περαιτέρω δράσης για την εφαρμογή και άλλων πτυχών της στρατηγικής για τον υδράργυρο, όσο το δυνατόν συντομότερα. Ιδιαιτέρως, η ΕΟΚΕ θεωρεί σημαντικό να ενθαρρυνθεί το ταχύτερο η σταδιακή κατάργηση της χρήσης υδραργύρου στα προϊόντα φωτισμού, στην κοσμηματοποιΐα,, στην οδοντιατρική και στην κοσμητολογία και να επισπευσθούν τα μέτρα για τη μείωση ή την εξάλειψη των εκπομπών υδραργύρου από μεγάλες εγκαταστάσεις καύσης, από μονάδες αποτέφρωσης και από άλλες πηγές ρύπανσης της ατμόσφαιρας με υδράργυρο. Ενδέχεται επίσης να χρειαστούν περαιτέρω μέτρα για να εξασφαλιστεί ότι οι σημαντικές ποσότητες υδραργύρου που υπάρχουν σε ορισμένες ροές αποβλήτων θα δεσμευτούν προς αποθήκευση ή προς διάθεση και δεν θα αφεθούν να διαλυθούν και να ρυπάνουν το ευρύτερο περιβάλλον. Όλα τα πρόσθετα μέτρα αυτού του είδους θα πρέπει φυσικά να αξιολογούνται πλήρως ως προς την έκταση της συμβολής της σχετικής δραστηριότητας στο συνολικό πρόβλημα του υδραργύρου, καθώς και από την άποψη του κόστους και του αντικτύπου των προτεινόμενων λύσεων.

Βρυξέλλες, 25 Απριλίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


20.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 168/47


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την «Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για τις κατευθυντήριες γραμμές των πολιτικών απασχόλησης των κρατών μελών»

COM (2006) 815 τελικό — 2006/0271 (CNS)

(2007/C 168/10)

Στις 12 Ιανουαρίου 2007, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή να καταρτίσει γνωμοδότηση σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Το τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκαν οι προπαρασκευαστικές εργασίες της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 23 Μαρτίου 2007 με βάση εισηγητική έκθεση της κ. O'Neill.

Κατά την 435η σύνοδο ολομέλειας της 25ης και 26ης Απριλίου 2007 (συνεδρίαση της 25ης Απριλίου 2007), η ΕΟΚΕ υιοθέτησε με 129 ψήφους υπέρ, 4 ψήφους κατά και καμία αποχή την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Σύμφωνα με το άρθρο 128, παράγραφος 2, οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση απαιτείται να επικυρωθούν με απόφαση του Συμβουλίου προκειμένου να διατηρηθούν για το 2007, κατόπιν διαβούλευσης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, με την Επιτροπή των Περιφερειών και με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.

1.2

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την πρόταση σχετικά με τη διατήρηση των κατευθυντηρίων γραμμών για την απασχόληση 2005-2007 κατά το 2007, υπό την προϋπόθεση ότι θα ληφθούν υπόψη οι τομείς για τους οποίους εκφράζονται ανησυχίες και οι συστάσεις που διατυπώνονται.

1.3

Η ΕΟΚΕ συνιστά ενθέρμως τα χρονοδιαγράμματα και οι διαδικασίες που θα υιοθετηθούν να κοινοποιηθούν στο σύνολο των ενδιαφερομένων μερών προκειμένου να μεγιστοποιηθούν τα οφέλη της διαδικασίας αυτής, να εδραιωθεί η καλή θέληση και να διασφαλιστεί η μέγιστη δυνατή συμμετοχή των ενδιαφερομένων μερών και να παρασχεθεί αρκετός χρόνος για τις απαντήσεις σε επίπεδο ΕΕ και σε εθνικό επίπεδο κατά το στάδιο του σχεδιασμού.

1.4

Η ΕΟΚΕ συνιστά να δοθεί ισχυρότερη έμφαση στη συμπερίληψη των ατόμων με ειδικές ανάγκες στις νέες κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση και στη μεγαλύτερη αναγνώριση των απαιτήσεων της κοινωνικής πολιτικής. Η ΕΟΚΕ τονίζει τη σημασία της συμμετοχής των κοινωνικών εταίρων και της κοινωνίας των πολιτών σε ένα όσο το δυνατόν πιο πρώιμο στάδιο του σχεδιασμού των κατευθυντηρίων γραμμών από την Επιτροπή καθώς και της διαβούλευσης μαζί τους σχετικά με το τελικό έγγραφο.

1.5

Η ΕΟΚΕ συνιστά να προχωρήσει η Επιτροπή το συντομότερο δυνατόν σε διαβουλεύσεις με την ΕΟΚΕ για τη χάραξη των κατευθυντηρίων γραμμών για την απασχόληση αναπτύσσοντας επίσημες και ανεπίσημες επαφές προκειμένου να υιοθετήσει μια πρωτόβουλη προσέγγιση όσον αφορά το σχεδιασμό των κατευθυντηρίων γραμμών για την απασχόληση την προσεχή τριετία.

1.6

Η ΕΟΚΕ ζητά να καθοριστούν πιο φιλόδοξοι και μετρήσιμοι στόχοι οι οποίοι θα μπορούν να αξιολογούνται σε σχέση με τις νέες κατευθυντήριες γραμμές σε επίπεδο τόσο της ΕΕ όσο και των κρατών μελών και να δοθούν στην Επιτροπή περισσότερες εξουσίες επιβολής.

1.7

Η ΕΟΚΕ συνιστά να διατεθούν σε όλα τα κράτη μέλη κατάλληλα συστήματα ΤΠΕ προκειμένου να βελτιωθεί η συλλογή δεδομένων και να διευκολυνθεί η παρακολούθηση και η αξιολόγηση εκ μέρους τόσο των κρατών μελών όσο και της Επιτροπής.

1.8

Η ΕΟΚΕ εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι τα εθνικά μεταρρυθμιστικά προγράμματα πρέπει να περιλαμβάνουν πιο συγκεκριμένα στοιχεία για τους τιθέντες στόχους, τα χρονοδιαγράμματα, τις δαπάνες και τον προβλεπόμενο προϋπολογισμό.

2.   Η πρόταση απόφασης της Επιτροπής

2.1

Στις αρχές του 2007 η Επιτροπή διαβίβασε στην ΕΟΚΕ μια πρόταση στο πλαίσιο της διαδικασίας διαβούλευσης για την επιβεβαίωση των «κατευθυντηρίων γραμμών των πολιτικών απασχόλησης των κρατών μελών» για το 2007 οι οποίες απαιτείται να επικυρωθούν με απόφαση του Συμβουλίου.

2.2

Η Επιτροπή προτείνει να διατηρηθούν το 2007 οι κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση οι οποίες είχαν καθοριστεί για την περίοδο 2005-2008 (1) βάσει του άρθρου 128 της συνθήκης και να ληφθούν υπόψη από τα κράτη μέλη στις πολιτικές απασχόλησής τους (2).

2.3

Με την παρούσα πρόταση απόφασης, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τη νέα στρατηγική της Λισαβόνας, η οποία εφαρμόζεται από το 2005 και βασίζεται σε έναν νέο κύκλο διακυβέρνησης με μια ολοκληρωμένη δέσμη κατευθυντηρίων γραμμών που θα εξακολουθήσουν να ισχύουν έως το 2008. Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές εμπεριέχουν οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές πτυχές.

2.4

Τα κράτη μέλη όφειλαν να προετοιμάσουν εθνικά μεταρρυθμιστικά προγράμματα τα οποία αξιολογήθηκαν από την Επιτροπή. Η ετήσια αναθεώρηση αυτή αξιολογεί την πρόοδο που σημειώθηκε σχετικά με τη συμμόρφωση προς τις κατευθυντήριες γραμμές και εκθέτει τα συμπεράσματα βάσει των οποίων προτάθηκε η συνέχιση της εφαρμογής των κατευθυντηρίων γραμμών.

3.   Προγενέστερες παρατηρήσεις της ΕΟΚΕ

Η ΕΟΚΕ διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές σε δύο προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της (3). Οι συγκεκριμένοι τομείς ανησυχίας αφορούσαν τα εξής:

Το χρονοδιάγραμμα για τη χάραξη και την υιοθέτηση των κατευθυντηρίων γραμμών ήταν εξαιρετικά πιεστικό και απέκλειε τη συμμετοχή μιας σειράς ενδιαφερομένων μερών, τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε εθνικό επίπεδο, σε μια πραγματική δημόσια συζήτηση σχετικά με το σημαντικό θέμα αυτό, γεγονός το οποίο επηρέασε τις δημοκρατικές διαδικασίες για την ανάπτυξη των εθνικών προγραμμάτων.

Με την έμφαση που δίδεται στο πλαίσιο των υφισταμένων κατευθυντηρίων γραμμών στη δυνατότητα των κρατών μελών να θέτουν τους δικούς τους στόχους, υφίσταται διαρκής ανησυχία ότι τα μέτρα της πολιτικής για την απασχόληση δεν θα μπορούν πλέον να κρίνονται βάσει συγκεκριμένων και ποσοτικοποιημένων στόχων, όπως ίσχυε στην περίπτωση των προηγούμενων προγραμμάτων, με αποτέλεσμα να καταστούν τα εθνικά μεταρρυθμιστικά προγράμματα λιγότερο φιλόδοξα σε σχέση με την πολιτική απασχόλησης και με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των εργαζομένων.

Πρέπει να δοθεί πολύ μεγαλύτερη έμφαση στην ένταξη των νέων στην αγορά εργασίας, διασφαλίζοντάς τους μια πρώτη θέση εργασίας με μελλοντικές προοπτικές.

Πρέπει να εξακολουθήσει να δίδεται έμφαση στην καταπολέμηση της διακριτικής μεταχείρισης λόγω ηλικίας, αναπηρίας ή εθνικής προέλευσης.

Η μετάβαση στην οικονομία της γνώσης προϋποθέτει μια πιο αυστηρή και στοχοθετημένη προσέγγιση της επαγγελματικής κατάρτισης και της δια βίου μάθησης, με στόχο την προσαρμογή στις νέες τεχνολογίες, την αναδιάρθρωση της βιομηχανικής βάσης, και την παροχή στα μεμονωμένα άτομα της δυνατότητας απόκτησης μεταβιβάσιμων δεξιοτήτων.

Θα ήταν σκόπιμο να υπάρξει περισσότερη συνέπεια όσον αφορά την ολοκλήρωση των επενδύσεων στην έρευνα, στην ανάπτυξη, και στην καινοτομία τόσο για την τόνωση της οικονομίας όσο και για τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης.

Δεν δίδεται επαρκής προσοχή στην ισότητα των φύλων ούτε στην ανάγκη εξισορρόπησης της επαγγελματικής και της οικογενειακής ζωής.

Πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στον αντίκτυπο της δημογραφικής αλλαγής και στις προκλήσεις ενός γηράσκοντος εργατικού δυναμικού.

Υπάρχει ανάγκη ενίσχυσης και παρακολούθησης της εφαρμογής των πολιτικών μετανάστευσης και του αντίκτυπου τους στον εθνικό σχεδιασμό για το εργατικό δυναμικό.

Η κατάλληλη χρηματοδότηση σε εθνικό επίπεδο και σε επίπεδο ΕΕ είναι σημαντική για την εφαρμογή των μέτρων της πολιτικής για την απασχόληση.

4.   Γενικές παρατηρήσεις

4.1

Η ΕΟΚΕ έχει επικροτήσει σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της την υιοθέτηση των ολοκληρωμένων κατευθυντηρίων γραμμών για την περίοδο 2005-2008 και εξακολουθεί να τονίζει ότι η επιτυχία του εγχειρήματος εξαρτάται από τα κράτη μέλη τα οποία πρέπει να αναλάβουν σοβαρά τις ευθύνες τους και να μεριμνήσουν για την σε εθνικό επίπεδο απτή εφαρμογή των προτεραιοτήτων που συμφωνήθηκαν. Πρέπει να δοθεί ισχυρή έμφαση στην πραγματική συμμετοχή του συνόλου των κοινωνικών εταίρων και της κοινωνίας των πολιτών σε όλα τα στάδια της διαμόρφωσης και της εφαρμογής αυτών των κατευθυντηρίων γραμμών.

4.2

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι έχει σημειωθεί πρόοδος όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη στην ΕΕ των 25 και τα συγκεκριμένα μέτρα για την απασχόληση (4), αλλά εξακολουθεί να ανησυχεί σχετικά με τη συνεχιζόμενη ανομοιογένεια ως προς την εφαρμογή των ποικίλων μέτρων εντός και μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών και να θεωρεί ότι δεν επιδιώκεται η επείγουσα και κατά προτεραιότητα επίτευξη σημαντικών αλλαγών.

4.3

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να αναλάβει η Επιτροπή σημαντικότερο ρόλο για την ανάπτυξη ευρωπαϊκών και εθνικών στόχων καθώς και για την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της προόδου, γεγονός το οποίο θα προσέδιδε μεγαλύτερη ισχύ και αξία στις ετήσιες εκθέσεις σχετικά με τα εθνικά μεταρρυθμιστικά προγράμματα σε κάθε κράτος μέλος.

4.4

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει τις προτάσεις της Επιτροπής για τη διάθεση χρηματοδότησης από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και από το Ταμείο για την Παγκοσμιοποίηση με στόχο να υποστηριχθεί η εφαρμογή των κατευθυντηρίων γραμμών για την απασχόληση. Η ΕΟΚΕ εξακολουθεί να υπογραμμίζει τη σημασία που έχει η διασφάλιση της κατάλληλης χρηματοδότησης σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο προκειμένου να δοθεί προτεραιότητα στις πρωτοβουλίες για την απασχόληση.

4.5

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει τις ανησυχίες της σχετικά με την απουσία προόδου, εκφράζοντας συγχρόνως την επιθυμία να αντικατοπτρίζεται η ανάγκη βελτίωσης στα μέτρα και στις τροποποιήσεις των κατευθυντηρίων γραμμών στον τομέα της απασχόλησης για την περίοδο 2008-2010.

5.   Τομείς οι οποίοι εξακολουθούν να προκαλούν ανησυχίες

Στις κατευθυντήριες γραμμές για την ανάπτυξη και την απασχόληση, που καθορίστηκαν το 2005, είχαν επισημανθεί συγκεκριμένοι τομείς προς βελτίωση και η ΕΟΚΕ συνεχίζει να ανησυχεί για την μη επίτευξη μιας σειράς στόχων, καθώς και για την μη απόδοση προτεραιότητας σε εθνικό επίπεδο, και εκφράζει την επιθυμία να ληφθούν μέτρα για την αντιμετώπιση αυτών των ελλείψεων στο πλαίσιο των νέων κατευθυντηρίων γραμμών που θα δημοσιευθούν το 2008.

Ο γενικός στόχος αύξησης του συνολικού ποσοστού απασχόλησης σε 70 % θεωρείται απίθανο να επιτευχθεί εντός αυτής της περιόδου. Το ποσοστό που έχει τεθεί για την απασχόληση των γυναικών θα ανέλθει μεν στο προτεινόμενο 60 %, σ' αυτό θα συμπεριλαμβάνεται, όμως, η μερική απασχόληση, η εργασία με ευέλικτο ωράριο και η προσωρινή απασχόληση.

Ο στόχος για την απασχόληση των ηλικιωμένων εργαζομένων (των ατόμων μεταξύ 45 και 65 ετών, σύμφωνα με τον ορισμό της Επιτροπής) δεν πρόκειται ούτε αυτός να φθάσει στο προτεινόμενο ποσοστό του 50 %, παρότι έχει σημειωθεί πρόοδος σε αυτόν τον τομέα.

Η ανάπτυξη στρατηγικών για την ένταξη των ατόμων με αναπηρίες ή με ειδικές ανάγκες στην αγορά εργασίας παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.

Η διαρκής αύξηση του ποσοστού ανεργίας των νέων εξακολουθεί να προκαλεί ανησυχία και να απαιτεί κατάλληλα μέτρα για τη βελτίωση της κατάστασης.

Η βάση της εκπαίδευσης, όπως αναφέρεται στη σύγχρονη αγορά εργασίας, αποτελεί σημαντική πηγή ανησυχίας δεδομένου ότι υπάρχει έλλειψη ατόμων με βασικές και ενδιάμεσες δεξιότητες και αναντιστοιχία μεταξύ των δεξιοτήτων και των επαγγελματικών προσόντων, αφενός, και της αγοράς απασχόλησης, αφετέρου.

Παραμένουν σημαντικές ανησυχίες ως προς την αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων για την επαγγελματική κατάρτιση και τη δια βίου μάθηση, καθώς και όσον αφορά την ύπαρξη πραγματικής δέσμευσης για την παροχή χρηματοοικονομικής ενίσχυσης είτε από τον δημόσιο είτε από τον ιδιωτικό τομέα.

Εξακολουθεί να παρατηρείται το φαινόμενο της μη προώθησης της δια βίου μάθησης σε όλες τις ηλικίες παρατηρείται και ειδικότερα σε σχέση με τους ηλικιωμένους εργαζόμενους. Τούτο είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό όσον αφορά την προσαρμοστικότητα του εργατικού δυναμικού.

Εξακολουθούν να υπάρχουν ανησυχίες σχετικά με την ένταξη στα κράτη μέλη των εργαζομένων μεταναστών οι οποίοι καλύπτουν πολύ μεγάλα κενά από πλευράς δεξιοτήτων στην αγορά εργασίας.

Μολονότι υποστηρίζει την κινητικότητα των εργαζομένων μεταξύ των κρατών μελών, η ΕΟΚΕ, ωστόσο, ανησυχεί για τον αντίκτυπο που έχει για τη χώρα προέλευσης η μετακίνηση εξειδικευμένων εργαζομένων και η μεταφορά δεξιοτήτων από μια χώρα της ΕΕ προς κάποια άλλη χώρα. Τούτο χρήζει παρακολούθησης και θα ήταν σκόπιμο να ληφθούν μέτρα προκειμένου να επιτευχθεί ισορροπία όσον αφορά τη διατήρηση ειδικευμένου και καταρτισμένου εργατικού δυναμικού με στόχο τη διασφάλιση αειφορίας.

Ο αντίκτυπος στις τοπικές δυνατότητες απασχόλησης πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με τους λόγους για τους οποίους οι άνεργοι δεν επιδιώκουν αξιοποιούν τις δυνατότητες που υπάρχουν σε τοπική κλίμακα.

Διαπιστώνεται ότι η υλοποίηση μιας οικονομίας της γνώσης βασισμένης στην έρευνα και στην καινοτομία έχει μείνει πίσω.

Τα κράτη μέλη συνεχίζουν να μη δίδουν προσοχή στην ολοκληρωμένη προσέγγιση της εργασίας η οποία βασίζεται στον κύκλο ζωής («lifecycle» approach). Η ΕΟΚΕ καλεί τα κράτη μέλη να συνεχίσουν τις προσπάθειές τους για το συμβιβασμό της επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής. Αυτό αποτελεί έργο που αφορά το σύνολο της κοινωνίας. Ειδικότερα οι υπηρεσίες φύλαξης των παιδιών καθιστούν δυνατό το συμβιβασμό των οικογενειακών και επαγγελματικών υποχρεώσεων και επιτρέπουν στις γυναίκες να συνεχίσουν να έχουν μια αμειβόμενη εργασία ή να επανενταχθούν στην αγορά εργασίας αμέσως μετά από μια διακοπή της επαγγελματικής τους δραστηριότητας (5).

Τα κράτη μέλη οφείλουν να προωθήσουν στρατηγικές για τη βελτίωση της προσαρμοστικότητας των εργαζομένων και των επιχειρήσεων και ειδικότερα των δυνατοτήτων που προσφέρει η έννοια της ευελιξίας με ασφάλεια (flexicurity) (6).

Τα ζητήματα που σχετίζονται με τον αντίκτυπο της «αδήλωτης εργασίας» για τα κράτη μέλη και για τα μεμονωμένα άτομα εξακολουθούν να χρήζουν αντιμετώπισης.

Η υιοθέτηση και η εφαρμογή της ατζέντας της αξιοπρεπούς εργασίας (7) και των αρχών περί ποιότητας της εργασίας (8) παραμένουν σε εκκρεμότητα σε ορισμένα κράτη μέλη.

Σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μέσο όρο των ΗΠΑ, τα ποσοστά παραγωγικότητας παραμένουν χαμηλά στην Ευρώπη, γεγονός το οποίο αντικατοπτρίζει το ποσοστό και το επίπεδο των επενδύσεων σε άτομα και ιδέες.

Παρότι το ποσοστό των δημοσίων επενδύσεων στην ΕΕ είναι συγκρίσιμο προς εκείνο των ΗΠΑ, το ποσοστό των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα υστερεί εντούτοις σημαντικά.

6.   Δράση που έχει αναληφθεί από την Επιτροπή

6.1

Έπειτα από την παραλαβή των ετήσιων εκθέσεων των κρατών μελών, η Επιτροπή προέβη σε αναθεώρηση η οποία οδήγησε στην κατάρτιση της ανακοίνωσης με τίτλο Εφαρμόζοντας την ανανεωμένη στρατηγική της Λισσαβώνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση«Ένα έτος υλοποίησης της στρατηγικής», όπου εκτίθεται η πρόοδος που έχει επιτευχθεί μέχρι στιγμής. Φέτος περιλαμβάνεται λεπτομερές παράρτημα στο οποίο καθορίζονται οι συνιστώμενες δράσεις που απαιτείται να αναληφθούν συγκεκριμένα από κάθε κράτος μέλος. Μολονότι το γεγονός αυτό έχει καθοριστικής σημασίας συμβολή στη συνολική αξιολόγηση του αντίκτυπου των οδηγιών, επιβεβαιώνει εντούτοις τις ανησυχίες της ΕΟΚΕ όσον αφορά την βραδύτητα και την ανομοιογένεια ως προς την εφαρμογή των κατευθυντηρίων γραμμών. Η Επιτροπή πρέπει να διαθέτει μεγαλύτερη εξουσία για τον καθορισμό μετρήσιμων στόχων, για την ανάληψη συντονισμένης δραστηριότητας, και για την διασφάλιση της προόδου στην πράξη.

6.2

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την προτεινόμενη «Αξιολόγηση Αντίκτυπου» του τριετούς προγράμματος στην οποία θα προβεί η Επιτροπή από κοινού με μια σειρά οργανισμών για να εκτιμήσει την αποτελεσματικότητά του και να επηρεάσει τη διαμόρφωση των νέων κατευθυντηρίων γραμμών στον τομέα της απασχόλησης για την περίοδο 2008-2010.

6.3

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την προτεινόμενη διαδικασία διαβούλευσης σχετικά με τις νέες κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση, η οποία θα ξεκινήσει έπειτα από τη δημοσίευση του σχεδίου εγγράφου της Επιτροπής τον Δεκέμβριο του 2007, με στόχο την υποβολή προς έγκριση της τελικής πρότασης στο Συμβούλιο τον Ιούνιο του 2008. Η ΕΟΚΕ τονίζει τη σημασία των διαβουλεύσεων με τα κράτη μέλη και με όλους τους ενδιαφερομένους φορείς, καθώς και της συμμετοχής των κρατών μελών και των εν λόγω φορέων το ταχύτερο δυνατόν και καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και σε εθνικό επίπεδο.

6.4

Η ΕΟΚΕ θεωρεί πολύ σημαντικό να της δοθεί η ευκαιρία να εξετάσει την «Αξιολόγηση Αντίκτυπου» όσο το δυνατόν νωρίτερα κατά τη διάρκεια του 2007 προκειμένου να μελετήσει το περιεχόμενό της, να συλλέξει πληροφορίες και να αναπτύξει προενεργό δράση κατά τρόπο ώστε να μπορέσει να επηρεάσει τη διαμόρφωση των κατευθυντηρίων γραμμών και την κατάρτιση των εθνικών προγραμμάτων.

Βρυξέλλες, 25 Απριλίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  COM(2005) 141 τελικό, Ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές για την ανάπτυξη και την απασχόληση (2005-2008).

(2)  COM(2006) 815 τελικό, Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για τις κατευθυντήριες γραμμές των πολιτικών απασχόλησης των κρατών μελών.

(3)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση 2005-2008 (Εισηγητής: ο κ. Malosse), EE C 286 της 17.11.2005, και Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα τις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση (Εισηγητής: ο κ. Greif), ΕΕ C 195 της 18.8.2006.

(4)  Εφαρμόζοντας την ανανεωμένη στρατηγική της Λισσαβώνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση — «Ένα έτος υλοποίησης της στρατηγικής», COM(2006) 816 τελικό.

(5)  Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με τις ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές απασχόλησης (εισηγητής: ο κ. Malosse) ΕΕ αριθ. C 286 της 17.11.2005, σελ. 38, σημείο 3.2.3.

(6)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα Ευελιξία με ασφάλεια (Flexicurity): η περίπτωση της Δανίας (Εισηγήτρια: η κ. Vium), ΕΕ αριθ. C 195 της 18.8.2006.

(7)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα Προώθηση της αξιοπρεπούς εργασίας για όλους, της 19ης Δεκεμβρίου 2006 (CESE 92/2007), Εισηγητής: ο κ. Etty.

(8)  Βελτίωση της ποιότητας της εργασίας, COM(2003) 728 τελικό, Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των ΠεριφερειώνΒελτίωση της ποιότητας της εργασίας: επισκόπηση της πρόσφατης προόδου.


20.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 168/50


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών «Προς μια θαλάσσια πολιτική για την Ένωση: Ένα ευρωπαϊκό όραμα για τους ωκεανούς και τις θάλασσες»

COM(2006) 275 τελικό

(2007/C 168/11)

Στις 7 Ιουνίου 2006 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές και κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 22 Μαρτίου 2007 με βάση την έκθεση της εισηγήτριας, Δρ Μπρεδήμα-Σαββοπούλου, και των συνεισηγητών, κκ. Chagas και Nilsson.

Κατά την 435η σύνοδο ολομέλειάς της, που πραγματοποιήθηκε στις 25 και 26 Απριλίου 2007 (συνεδρίαση της 26ης Απριλίου), η ΕΟΚΕ υιοθέτησε με 157 ψήφους υπέρ και 2 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η Πράσινη Βίβλος δημιουργεί μια νέα θεώρηση της θάλασσας στην ΕΕ, πράγμα το οποίο πρέπει να επικροτηθεί. Είναι η πρώτη φορά που αντιστρέφεται η στεριανή νοοτροπία των πολιτικών της ΕΕ. Το συμβολικό μήνυμα της Πράσινης Βίβλου, ότι η Ευρώπη ήταν και είναι πάνω απ' όλα ναυτικό έθνος, γυρίζει μια νέα σελίδα στην ΕΕ όσον αφορά τη θάλασσα.

1.2

Η Πράσινη Βίβλος προωθεί μία ολιστική, διατομεακή, στρατηγική προσέγγιση των ωκεανών. Η συλλογιστική της αντικατάστασης του κατακερματισμού με μία σφαιρική θεώρηση του θέματος αξίζει ευρείας υποστήριξης.

1.3

Τα θετικά στοιχεία της Πράσινης Βίβλου υπερτερούν κατά πολύ των δυνητικών αρνητικών. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τις περισσότερες προτάσεις που περιέχονται στην Πράσινη Βίβλο (για την αλιεία, τους λιμένες, τη ναυπηγική βιομηχανία, τις θαλάσσιες μεταφορές, τις παράκτιες περιοχές, τους ενεργειακούς πόρους της ανοικτής θαλάσσης, την Ε&Α, το περιβάλλον, τον τουρισμό και τη γαλάζια βιοτεχνολογία), με την επιφύλαξη ορισμένων παρατηρήσεων που διατυπώνει.

1.4

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την αναγνώριση του σημαντικού ρόλου που διαδραματίζουν οι ναυτιλιακές υπηρεσίες και οι λιμένες της ΕΕ σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία. Επικροτεί την αναγνώριση, στην Πράσινη Βίβλο, του γεγονότος ότι οι θαλάσσιες μεταφορές είναι μια παγκόσμια δραστηριότητα που έχει ανάγκη από διεθνείς κανόνες. Είναι απαραίτητο να αναλάβει η ΕΕ θετική δράση για να ανατραπεί η αρνητική δημόσια εικόνα που επικρατεί όσον αφορά τη ναυτιλία και να αρχίσει να αναγνωρίζεται η συμβολή των πλοίων και των ναυτικών στην κοινωνία. Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται την άποψη ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να επικυρώσουν το ταχύτερο τις κύριες διεθνείς ναυτικές συμβάσεις (του ΔΝΟ και της ΔΟΕ) και να εξασφαλίσουν την ορθή εφαρμογή τους.

1.5

Οι ναυτιλιακοί όμιλοι πρέπει να κατέχουν κεντρική θέση στη μελλοντική θαλάσσια πολιτική της ΕΕ. Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η ΕΕ πρέπει να προβεί στην ανάθεση μελέτης με σκοπό τον ορισμό τους και τη σύγκρισή τους με ναυτιλιακούς ομίλους άλλων περιοχών. Οι ναυτιλιακοί όμιλοι θα συμβάλουν σημαντικά στη διατήρηση της ναυτικής τεχνογνωσίας στην ΕΕ.

1.6

Μία ολοκληρωμένη θαλάσσια πολιτική πρέπει καταρχήν να επιδιώκει αύξηση των επενδύσεων στη ναυτική εκπαίδευση και κατάρτιση, ώστε να εξασφαλιστεί η παροχή ασφαλών και αποτελεσματικών υπηρεσιών υψηλής ποιότητας. Η ενδεχόμενη ανεπάρκεια ειδικευμένων ναυτικών θα έχει ανησυχητικές συνέπειες για τις υποδομές ναυτικής ασφάλειας της ΕΕ και η κατάσταση θα επιδεινωθεί εάν δεν υπάρξουν συντονισμένες προσπάθειες εκ μέρους της ΕΕ και των εθνικών κυβερνήσεων για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Χωρίς ειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό στον τομέα της ναυτιλίας, η Ευρώπη θα παρουσιάζει ολοένα και μεγαλύτερη έλλειψη των γνώσεων και της πείρας που απαιτούνται για σημαντικές θαλάσσιες δραστηριότητες στις οποίες η ασφάλεια διαδραματίζει καίριο ρόλο (νηοψία, επιτήρηση, νομοθεσία, ασφάλιση, υπηρεσίες διαχείρισης της κυκλοφορίας των πλοίων, διάσωση, ακτοφυλακή και πλοήγηση). Επιπλέον, υπάρχει κίνδυνος ολόκληροι ναυτιλιακοί όμιλοι να κατακερματιστούν ή να μετεγκατασταθούν σε άλλες περιοχές του κόσμου.

1.7

Η ΕΟΚΕ παρατηρεί ότι οι αλιείς και οι ναυτικοί εξαιρούνται από την ευρωπαϊκή κοινωνική νομοθεσία για ορισμένα θέματα (βλ. π.χ. την οδηγία για τις ομαδικές απολύσεις (1), την οδηγία για τις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων (2), την οδηγία σχετικά με την ενημέρωση/διαβούλευση των εργαζομένων (3) και την οδηγία σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων (4)). Ανεξάρτητα από τους λόγους στους οποίους οφείλεται αυτή η εξαίρεση, είναι σημαντικό να σταματήσουν αυτές οι διακρίσεις όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο. Συνεπώς, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να επανεξετάσει αυτές τις εξαιρέσεις σε στενή συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους.

1.8

Η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη και η συνακόλουθη αλλαγή του κλίματος οδηγούν αναπόφευκτα στη διατύπωση σεναρίων, σύμφωνα με τα οποία νήσοι ενδέχεται να εξαφανιστούν, παράκτιες περιοχές να πλημμυρίσουν, ιχθυαποθέματα να εξαντληθούν, θαλάσσιοι μικροοργανισμοί να εξαλειφθούν με αντίκτυπο στην τροφική αλυσίδα και το επίπεδο των θαλάσσιων υδάτων να ανέλθει κατά 7 μέτρα έως το 2050. Η ΕΟΚΕ ζητεί από την Επιτροπή να αντιμετωπίσει το γενικότερο πρόβλημα στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών και να ενσωματώσει η ίδια ήδη από τώρα μια ολοκληρωμένη περιβαλλοντική προσέγγιση σε όλες της τις δράσεις -όχι μόνο σε όσες αφορούν θαλάσσια θέματα, αλλά και σε όλες τις προτάσεις που υποβάλλει στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

1.9

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η αντιμετώπιση των ατμοσφαιρικών εκπομπών ενδέχεται να οδηγήσει σε ανεπιθύμητες επιπτώσεις και ασυνέπειες μεταξύ των πολιτικών. Η ατμοσφαιρική ρύπανση είναι περίπλοκο ζήτημα και η μείωση ενός ρύπου ενδέχεται να έχει αρνητικό αντίκτυπο σε άλλους, όπως στα αέρια του φαινομένου του θερμοκηπίου. Η προτιμώμενη λύση είναι μια ολιστική διεθνής προσέγγιση για την επίτευξη γενικού περιβαλλοντικού οφέλους μακροπρόθεσμα.

1.10

Η ΕΟΚΕ παρατηρεί ότι ο κλάδος της ναυτιλίας χρησιμοποιεί ως καύσιμο των πλοίων το χειρότερης ποιότητας πετρέλαιο, δεδομένου ότι τα διυλιστήρια δεν του διαθέτουν καλύτερης ποιότητας πετρέλαιο κίνησης. Ζητεί από την Επιτροπή να εξετάσει την ποιότητα του πετρελαίου κίνησης των πλοίων, προκειμένου να επιτευχθεί ένα σημαντικό βήμα προόδου όσον αφορά το θέμα των ατμοσφαιρικών εκπομπών των πλοίων.

1.11

Η ΕΟΚΕ αντιλαμβάνεται ότι η ιδέα της δημιουργίας ενός «κοινού θαλάσσιου χώρου της ΕΕ» αφορά μόνο έναν εικονικό θαλάσσιο χώρο, εντός του οποίου οι ενδοευρωπαϊκές θαλάσσιες υπηρεσίες θα υπόκεινται σε απλοποιημένες διοικητικές και τελωνειακές διατυπώσεις, ήτοι σε ανάλογο καθεστώς με αυτό που ισχύει για τις μεταφορές με φορτηγά οχήματα ή για τις σιδηροδρομικές μεταφορές στην εσωτερική αγορά. Μετά από διευκρινίσεις εκ μέρους της Επιτροπής, η οποία αναφέρεται σαφώς σ' αυτό το θέμα στην ανακοίνωση, η ΕΟΚΕ μπορεί να υποστηρίξει αυτή την ιδέα, υπό την προϋπόθεση ότι στα διεθνή ύδατα (ανοιχτή θάλασσα) θα τηρούνται η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας και οι συμβάσεις του ΔΝΟ, συμπεριλαμβανομένης της «ελεύθερης ναυσιπλοΐας» και του «δικαιώματος αβλαβούς διέλευσης» από την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ).

1.12

Η ΕΟΚΕ τάσσεται με έμφαση υπέρ της δημιουργίας «ποιοτικών» παράκτιων κρατών, τα οποία συνιστούν σήμερα τον ελλείποντα κρίκο στην αλυσίδα της ποιότητας. Τα κράτη αυτά θα πρέπει να παρέχουν ουσιώδεις υπηρεσίες στα πλοία: κατάλληλες εγκαταστάσεις υποδοχής αποβλήτων, καταφύγιο σε περίπτωση κινδύνου, αβλαβή διέλευση, δίκαιη μεταχείριση των ναυτικών και βοηθήματα ναυσιπλοΐας. Η ΕΕ θα πρέπει να θέσει το ζήτημα αυτό ενώπιον του ΔΝΟ, προκειμένου να αναπτυχθούν κατάλληλα μετρήσιμα κριτήρια για τις επιδόσεις των παράκτιων κρατών.

1.13

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την αναγνώριση, που γίνεται στην Πράσινη Βίβλο, του ρόλου που μπορεί να διαδραματίσει η ίδια στην εφαρμογή της θαλάσσιας πολιτικής, συμπεριλαμβανομένου του χωροταξικού σχεδιασμού. Η ΕΟΚΕ μπορεί επίσης να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην προαγωγή της ναυτικής ταυτότητας και της ναυτικής πολιτιστικής κληρονομιάς της ΕΕ και να ευαισθητοποιήσει την κοινή γνώμη σε σχέση με την αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη.

1.14

Η Πράσινη Βίβλος είναι η πρώτη απόπειρα που επιτελείται σε επίπεδο πολιτικής της ΕΕ να μετατεθεί η έμφαση από τη στεριά στη θάλασσα. Η ΕΟΚΕ θέλει να συγχαρεί την Επιτροπή για αυτή την αποκατάσταση της ισορροπίας και να απαντήσει παραφράζοντας τη ρήση του Θεμιστοκλή («Όσο έχουμε πλοία στη θάλασσα, θα έχουμε και γη και πατρίδα»): «Όσο έχει πλοία και θάλασσες, η Ευρώπη θα έχει μέλλον».

1.15

Η ΕΟΚΕ ζητεί από την Επιτροπή να ζητήσει τη γνώμη της σχετικά με το μελλοντικό Σχέδιο Δράσης για την Πράσινη Βίβλο.

2.   Εισαγωγή

2.1

Στα 50 χρόνια της ύπαρξής της, η ΕΕ ανέπτυξε διάφορες πολιτικές που έχουν σχέση με τη θάλασσα: για τις θαλάσσιες μεταφορές, τους λιμένες, τη ναυπηγική βιομηχανία, την αλιεία, το θαλάσσιο περιβάλλον, τις παράκτιες περιοχές, τους ενεργειακούς πόρους της ανοικτής θαλάσσης. Ωστόσο, οι πολιτικές αυτές αναπτύχθηκαν χωριστά, χωρίς να αξιοποιούνται πλήρως οι συνέργειές τους. Είναι πλέον καιρός να συνδυαστούν όλα αυτά τα στοιχεία και να σφυρηλατηθεί ένα νέο ευρύ όραμα για το μέλλον.

2.2

Στις 7 Ιουνίου 2006 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε μια Πράσινη Βίβλο με τίτλο «Προς μια θαλάσσια πολιτική για την Ένωση: Ένα ευρωπαϊκό όραμα για τους ωκεανούς και τις θάλασσες». Η πρωτοβουλία του Προέδρου, κ. Barroso, πρέπει να θεωρηθεί ότι εντάσσεται στο πλαίσιο των στρατηγικών στόχων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την περίοδο 2005-2009, στους οποίους επισημαίνεται η ανάγκη μιας συνολικής θαλάσσιας πολιτικής με στόχο την ανάπτυξη μιας ακμάζουσας θαλάσσιας οικονομίας και του πλήρους δυναμικού των θαλάσσιων δραστηριοτήτων με τέτοιο τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η οικολογική αειφορία. Ανατέθηκε στον αρμόδιο Επίτροπο, κ. Borg, να ηγηθεί μιας ειδικής ομάδας Επιτρόπων που θα εργαστεί για τη θαλάσσια πολιτική.

2.3

Η Πράσινη Βίβλος θέτει καίρια ερωτήματα σε ποικίλους τομείς, ακολουθώντας μια σφαιρική, ολιστική προσέγγιση που επιτρέπει τις διασυνδέσεις μεταξύ των τομέων. Ήδη αποτέλεσμα διαβουλεύσεων με τους ενδιαφερόμενους παράγοντες, η Πράσινη Βίβλος εγκαινιάζει μία από τις ευρύτερες διαδικασίες διαβούλευσης στην ιστορία της ΕΕ, ρωτώντας τους πολίτες πώς θέλουν να γίνεται η διαχείριση των ωκεανών και της θάλασσας.

2.4

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, η ΕΟΚΕ παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς την πορεία της εφαρμογής αυτών των τομεακών πολιτικών της ΕΕ και έχει συμβάλει με τις συνεκτικές γνωμοδοτήσεις της στη διαμόρφωσή τους. Τώρα συμμερίζεται την εκτίμηση της Επιτροπής ότι απαιτείται ένα νέο στρατηγικό όραμα για το μέλλον.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1   Ιστορικό πλαίσιο

3.1.1

Η Πράσινη Βίβλος δημιουργεί μια νέα θεώρηση της θάλασσας στην ΕΕ, πράγμα το οποίο πρέπει να επικροτηθεί. Ο υπότιτλός της («Πόσο άστοχο είναι να ονομάζουμε τον πλανήτη αυτό Γη όταν είναι σαφέστατα Ωκεανός») είναι σημαντικός και ενδεικτικός των προθέσεων της Επιτροπής με τη δημοσίευση της Πράσινης Βίβλου. Είναι η πρώτη φορά που αντιστρέφεται η στεριανή νοοτροπία των πολιτικών της ΕΕ. Το σημαντικότερο απ' όλα είναι το συμβολικό μήνυμα της πρωτοβουλίας της Πράσινης Βίβλου: η Ευρώπη είναι πάνω απ' όλα ναυτικό έθνος. Η ΕΕ έχει πλούσια ναυτική πολιτιστική παράδοση, η οποία δεν πρέπει να παραβλέπεται. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα έχουμε δει να εμφανίζεται μια ολόκληρη σειρά ποντοπόρων εθνών που είχαν το λίκνο τους στην Ευρώπη: οι Έλληνες, οι Ιταλοί, οι Ισπανοί, οι Βρετανοί, οι Πορτογάλοι, τα σκανδιναβικά έθνη (Βίκινγκς), οι Γερμανοί (Χανσεατική Ένωση), οι Ολλανδοί. Σήμερα, η Ελλάδα, η Κύπρος και η Μάλτα συγκαταλέγονται μεταξύ των δέκα χωρών με τα μεγαλύτερα νηολόγια στον κόσμο.

3.1.2

Η Πράσινη Βίβλος δημοσιεύεται σε μια εποχή βαθιών διαρθρωτικών αλλαγών στη θαλάσσια διακίνηση του παγκόσμιου εμπορίου: γιγαντιαία πλοία, γιγαντιαίοι λιμένες και τερματικοί σταθμοί, σύγχρονη εφοδιαστική, εμπορικές συναλλαγές χωρίς χαρτί, συνεχής ανάπτυξη των κυψελοειδών πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων, αλλά περισσότερες τυπικές διαδικασίες που πρέπει να διεκπεραιωθούν σε χρόνο ρεκόρ από τα πληρώματα στους λιμένες, συνεχής αύξηση της σύγχρονης πειρατείας/τρομοκρατίας και αυξανόμενες πιέσεις στον τομέα της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Η παγκοσμιοποίηση με όλες της τις συνέπειες (θετικές και αρνητικές) είναι εμφανής σ' αυτόν τον τομέα.

3.1.3

Η Πράσινη Βίβλος πρέπει επίσης να εξεταστεί στο πλαίσιο της ανάδυσης νέων εμπορικών δυνάμεων (ΒΡΙΚ: Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα), της κατάρρευσης των συνομιλιών στον ΠΟΕ και της ιδιοκτησίας του 40 % του παγκόσμιου στόλου από χώρες της στεφάνης του Ειρηνικού και επίσης 40 % από Ευρωπαίους. Η όλη συζήτηση διεξάγεται σε μια εποχή ανόδου των τιμών του πετρελαίου, συνεχών συζητήσεων για την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού και τις εναλλακτικές πηγές ενέργειας και φόβων για την αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη.

3.1.4

Υπάρχουν πολλές και διάφορες πτυχές και ανθρώπινες δραστηριότητες που σχετίζονται με τη θάλασσα (αλιεία, περιβάλλον, μεταφορές, Ε&Α, εκμετάλλευση του βυθού, ενέργεια, ναυπηγική βιομηχανία, λιμένες, τουρισμός). Η Πράσινη Βίβλος εξετάζει τους περίπλοκους συσχετισμούς μεταξύ των ναυτικών και των θαλάσσιων δραστηριοτήτων και συνιστά έναν πιο ολοκληρωμένο τρόπο διαμόρφωσης των πολιτικών.

3.2   Οικονομικές πτυχές

3.2.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την αυξανόμενη σημασία της θαλάσσιας διάστασης της Ευρώπης στην Πράσινη Βίβλο, η οποία γυρίζει μια νέα σελίδα στην ΕΕ όσον αφορά τη θάλασσα. Στην ανακοίνωση τονίζεται ο ουσιώδης ρόλος που έχουν οι ναυτιλιακές υπηρεσίες για την ευρωπαϊκή οικονομία και για την καθημερινή ζωή και τα εισοδήματα των πολιτών της ΕΕ, γεγονός το οποίο οι πολίτες της ΕΕ συχνά αγνοούν. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τη δήλωση σχετικά με τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ναυτιλίας και των λιμένων σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον και με την ανάγκη ισότιμου διεθνούς ανταγωνισμού στην παγκόσμια αγορά. Οι θαλάσσιες μεταφορές και οι λιμένες αναγνωρίζονται ως κρίκοι ζωτικής σημασίας στις εφοδιαστικές αλυσίδες που συνδέουν την ενιαία αγορά με την παγκόσμια οικονομία. Πράγματι, είναι κλάδοι που κατέχουν ηγετική θέση στον κόσμο και είναι κάθε άλλο παρά παρακμάζοντες. Αναγνωρίζονται και οι δύο ως ζωτικά στοιχεία της πολιτικής της Λισαβόνας για την ανάδειξη της Ευρώπης στην πιο ανταγωνιστική εμπορική οντότητα στον κόσμο. Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι, τα τελευταία χρόνια, η ναυπηγική βιομηχανία της ΕΕ αποδείχθηκε επιτυχής σε ειδικευμένες κατηγορίες πλοίων.

3.2.2

Η Πράσινη Βίβλος θα έχει επίσης θετικές συνέπειες για τη δημόσια εικόνα της ναυτιλίας και την ανάπτυξη ναυτιλιακών ομίλων που θα είναι οι μεγαλύτεροι στον κόσμο. Οι ναυτιλιακοί όμιλοι πρέπει να κατέχουν κεντρική θέση στη μελλοντική θαλάσσια πολιτική της ΕΕ. Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η ΕΕ πρέπει να προβεί στην ανάθεση μελέτης με σκοπό τον ορισμό τους και τη σύγκρισή τους με ναυτιλιακούς ομίλους άλλων περιοχών. Οι ναυτιλιακοί όμιλοι θα συμβάλουν σημαντικά στη διατήρηση της ναυτικής τεχνογνωσίας στην ΕΕ.

3.2.3

Η ΕΕ θα πρέπει να ενθαρρύνει τις πρωτοβουλίες που στοχεύουν στη δημιουργία θετικής εικόνας της ναυτιλίας και των λιμένων στο ευρύ κοινό. Θα πρέπει να υπάρξει μέριμνα για τη διευθέτηση των συμφορήσεων, που παρεμποδίζουν την αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών στους λιμένες και αλλού. Θα πρέπει να γίνουν επενδύσεις στους λιμένες και στις συνδέσεις τους με την ενδοχώρα, έτσι ώστε η Ευρώπη να αποκτήσει αποτελεσματικές και αρραγείς αλυσίδες εφοδιαστικής. Η ανάπτυξη των θαλάσσιων μεταφορών μικρών αποστάσεων, που σημειώθηκε κατά την τελευταία δεκαετία, θα πρέπει να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο στο πλαίσιο ενός ολοκληρωμένου ευρωπαϊκού συστήματος μεταφορών.

3.2.4

Αν και αναγνωρίζεται ότι σχεδόν το 90 % του εξωτερικού εμπορίου της ΕΕ και πάνω από 40 % του ενδοκοινοτικού εμπορίου διακινείται διά θαλάσσης και ότι οι κάτοικοι της ΕΕ ελέγχουν περισσότερο από το 40 % του παγκόσμιου εμπορικού στόλου, στην Πράσινη Βίβλο δίνεται έμφαση μόνο στις θαλάσσιες μεταφορές μικρών αποστάσεων και στην έννοια των «θαλάσσιων αρτηριών». Ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμάται η μεγάλη συμμετοχή της ναυτιλίας της ΕΕ στις μεταφορές για λογαριασμό τρίτων (cross-trading) μεταξύ τρίτων χωρών και άλλων ηπείρων.

3.3   Κοινωνικές πτυχές

3.3.1

Η παγκοσμιοποίηση θέτει ιδιαίτερες προκλήσεις για την απασχόληση στη ναυτιλία. Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει πλήρως τη σημασία της διατήρησης της ευρωπαϊκής ναυτικής τεχνογνωσίας· είναι ουσιώδης τόσο για τον ίδιο τον κλάδο όσο και για τη διατήρηση των ναυτιλιακών ομίλων, που έχουν ζωτική σημασία για τα οικονομικά και κοινωνικά συμφέροντα της Κοινότητας. Υπάρχουν διάφορες σχετικές δράσεις που εφαρμόζονται τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο και οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμη βάση· και εδώ μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο οι κοινωνικοί εταίροι. Εργαζόμενοι από κοινού, μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής ναυτικής τεχνογνωσίας και στην αύξηση των ευκαιριών απασχόλησης των ναυτικών της ΕΕ. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να ενώσει τις δυνάμεις της με τα κράτη μέλη για την αύξηση της ευαισθητοποίησης του κοινού και τη βελτίωση της δημόσιας εικόνας του κλάδου και των εργαζομένων του.

3.3.2

Μία ολοκληρωμένη θαλάσσια πολιτική πρέπει καταρχήν να επιδιώκει αύξηση των επενδύσεων στη ναυτική εκπαίδευση και κατάρτιση. ώστε να εξασφαλίζεται η παροχή ασφαλών και αποτελεσματικών υπηρεσιών υψηλής ποιότητας. Η ενδεχόμενη ανεπάρκεια ειδικευμένων ναυτικών θα έχει ανησυχητικές συνέπειες για τις υποδομές ναυτικής ασφάλειας της ΕΕ και η κατάσταση θα επιδεινωθεί εάν δεν υπάρξουν συντονισμένες προσπάθειες εκ μέρους της ΕΕ και των εθνικών κυβερνήσεων για την αντιμετώπιση του φαινομένου. Χωρίς ειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό στον τομέα της ναυτιλίας, η Ευρώπη θα παρουσιάζει ολοένα και μεγαλύτερη έλλειψη των γνώσεων και της πείρας που απαιτούνται για σημαντικές θαλάσσιες δραστηριότητες στις οποίες η ασφάλεια διαδραματίζει καίριο ρόλο (νηοψία, επιτήρηση, νομοθεσία, ασφάλιση, υπηρεσίες διαχείρισης της κυκλοφορίας των πλοίων, διάσωση, ακτοφυλακή και πλοήγηση). Επιπλέον, υπάρχει κίνδυνος ολόκληροι ναυτιλιακοί όμιλοι να κατακερματιστούν ή να μετεγκατασταθούν σε άλλες περιοχές του κόσμου.

3.3.3

Οι δυνατότητες απασχόλησης των πρώην ναυτικών στην ξηρά είναι ένας σημαντικός παράγοντας προσέλκυσης εργαζομένων στις ναυτικές σταδιοδρομίες. Το έργο της Ένωσης Εφοπλιστών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ECSA) και της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας των Εργαζομένων στις Μεταφορές (ΕΤF) για τη χαρτογράφηση της εξέλιξης της σταδιοδρομίας στις ναυτιλιακές βιομηχανίες θα βοηθήσει να καταδειχθούν οι δυνατότητες επαγγελματικής σταδιοδρομίας των ευρωπαίων ναυτικών, ώστε να γίνει η ναυτιλία μια ελκυστική επαγγελματική επιλογή. Η ιδέα αυτή θα πρέπει να προαχθεί και να χρησιμοποιηθεί σε εθνικό επίπεδο.

3.3.4

Ένα κατάλληλο πλαίσιο της ΕΕ, που θα προωθεί την ευρωπαϊκή ναυτική τεχνογνωσία και κατάρτιση, θα έχει θετικό αντίκτυπο σε όλον τον ναυτιλιακό όμιλο (5). Πρέπει να αναληφθεί δράση για τη μεγαλύτερη υποστήριξη της ενθάρρυνσης της κατάρτισης των ναυτικών που επιθυμούν να γίνουν αξιωματικοί και της πραγματοποίησης επενδύσεων σε ναυτικές σχολές (ναυτική εκπαίδευση και κατάρτιση) σε όλη την ΕΕ, προκειμένου να εξασφαλιστεί η κατάρτιση σύμφωνα με τις «βέλτιστες πρακτικές» και η απόκτηση δεξιοτήτων που ανταποκρίνονται στις τεχνολογικές εξελίξεις (π.χ. ηλεκτρονική πλοήγηση).

3.3.5

Η Σύμβαση της ΔΟΕ του 2006 για τα Πρότυπα Ναυτικής Εργασίας (ΠΝΕ) (6), η οποία υιοθετήθηκε ομόφωνα και η οποία αντικαθιστά 30 κύριες συμβάσεις της ΔΟΕ, θα παράσχει μια στέρεη, ολοκληρωμένη και παγκόσμια βάση για τα πρότυπα εργασίας των ναυτικών. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τις εν εξελίξει διαπραγματεύσεις μεταξύ των κοινωνικών εταίρων της ΕΕ για τη μεταφορά της σύμβασης στη νομοθεσία της ΕΕ μέσω συμφωνίας των κοινωνικών εταίρων. Η μελλοντική θαλάσσια πολιτική της ΕΕ θα πρέπει να απαιτήσει από τα κράτη μέλη να επικυρώσουν και να θέσουν σε εφαρμογή τη σύμβαση, η οποία αποτελεί τον χάρτη των δικαιωμάτων των ναυτικών. Αντίστοιχα, η Επιτροπή ενθαρρύνεται να αναπτύξει όλες τις δυνατές επαφές ώστε να διασφαλιστεί ότι το 2007 θα υιοθετηθεί η Σύμβαση της ΔΟΕ για τις συνθήκες εργασίας στα αλιευτικά σκάφη, που δεν κατέστη δυνατό να υιοθετηθεί το 2005.

3.3.6

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι υπάρχει περιθώριο βελτίωσης της γενικής αντίληψης για τη ναυτιλία και το επάγγελμα του ναυτικού μέσω κατάλληλων εκστρατειών, προσαρμοσμένων στις εθνικές συνθήκες. Η ΕΟΚΕ μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην προαγωγή της ναυτικής ταυτότητας και της ναυτικής πολιτιστικής κληρονομιάς της ΕΕ. Με την ευκαιρία του Ευρωπαϊκού Έτους Διαπολιτιστικού Διαλόγου (7), η καθιέρωση μιας Ευρωπαϊκής Ημέρας της Ναυτιλίας ή Ευρωπαϊκής Ημέρας των Ωκεανών θα μπορούσε να συμβάλει στην καλύτερη ευαισθητοποίηση των Ευρωπαίων ως προς την σπουδαιότητα αυτού του κλάδου.

3.3.7

Θα πρέπει να διερευνηθεί περαιτέρω η ιδέα να αναλάβουν οι διάφοροι φορείς των ναυτιλιακών ομίλων τη χρηματοδότηση προγραμμάτων κατάρτισης, προκειμένου να εξασφαλιστεί η διατήρηση επαρκούς προσφοράς ναυτικής τεχνογνωσίας, η οποία θα μπορούσε αργότερα να αξιοποιηθεί σε συναφείς δραστηριότητες στη στεριά.

3.3.8

Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι στην Πράσινη Βίβλο δεν γίνεται μνεία στις κοινωνικές πτυχές που αφορούν τους εργαζομένους που απασχολούνται σε διάφορες θαλάσσιες δραστηριότητες, εκτός από τους τομείς των μεταφορών και της αλιείας. Προτρέπει την Επιτροπή να εξετάσει τις κοινωνικές πτυχές άλλων θαλάσσιων δραστηριοτήτων (π.χ. ναυπηγική βιομηχανία, πλοήγηση, λιμένες, ενέργεια, διερεύνηση του βυθού).

3.4   Περιβαλλοντικές πτυχές

3.4.1

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται την άποψη που διατυπώνεται στην Πράσινο Βίβλο ότι η διατήρηση των θαλάσσιων πόρων της Ευρώπης έχει ζωτική σημασία για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και της απασχόλησης στην ΕΕ. Εκφράζει την ανησυχία ότι το θαλάσσιο περιβάλλον απειλείται ολοένα σοβαρότερα από τις ανθρώπινες δραστηριότητες και τις φυσικές καταστροφές. Η προστασία του αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την μακροπρόθεσμη αειφορία του πλανήτη μας. Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι μία ολοκληρωμένη διατομεακή προσέγγιση θα μπορούσε να αποτελέσει, για όλους τους σχετικούς φορείς, ένα σημαντικό εργαλείο για τη βιώσιμη διαχείριση του περιβάλλοντος και τη μεγιστοποίηση των συνεργειών μεταξύ των διαφόρων υποτομέων.

3.4.2

Πρέπει να διασφαλιστεί η βιοποικιλότητα του θαλάσσιου περιβάλλοντος μέσω συνεκτικών ευρωπαϊκών πολιτικών, οι οποίες θα καθορίζουν τις ευθύνες όλων των εμπλεκόμενων φορέων στην αλυσίδα των ευθυνών. Η Επιτροπή καλείται να προβεί στη διεξαγωγή έρευνας προκειμένου να αποκτηθούν οι κατάλληλες επιστημονικές γνώσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να ενισχυθεί η συμβολή του θαλάσσιου περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας στην ανθρώπινη ζωή. Η προτιμώμενη λύση είναι η υιοθέτηση μιας ολιστικής, διεθνούς προσέγγισης για την επίτευξη γενικού περιβαλλοντικού οφέλους μακροπρόθεσμα.

3.4.3

Στο πλαίσιο ακριβώς αυτής της ολιστικής προσέγγισης, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να εξετάσει τη θαλάσσια ρύπανση από χερσαίες πηγές (βιομηχανικές, αστικές, γεωργικές δραστηριότητες), οι οποίες ευθύνονται για το 80 % της συνολικής ρύπανσης των θαλασσών. Επιπλέον, η Πράσινη Βίβλος φαίνεται να παραβλέπει το σημαντικό μερίδιο ευθύνης των σκαφών αναψυχής στη ρύπανση των θαλασσών. Το ζήτημα αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί επειγόντως. Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι είναι αναγκαίο να θεσπιστεί πολιτική της ΕΕ για την καταπολέμηση της θαλάσσιας διακίνησης τοξικών αποβλήτων (που εξάγονται σε τρίτες χώρες). Προς αυτή την κατεύθυνση τείνει η εφαρμογή της Σύμβασης για τη μεταφορά επικινδύνων και επιβλαβών ουσιών, η οδηγία για την παρακολούθηση της κυκλοφορίας των πλοίων και η πρόταση οδηγίας για την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου.

3.4.4

Μία από τις ανεπιθύμητες επιπτώσεις και τις ασυνέπειες μεταξύ των διαφόρων πολιτικών έχει σχέση με την αντιμετώπιση των ατμοσφαιρικών εκπομπών. Η G8 καθόρισε (Ιούλιος 2006) τις ατμοσφαιρικές εκπομπές των μεταφορών ως τομέα προτεραιότητας για επείγουσα ανάληψη δράσης, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη. Η πρόσφατη ανακοίνωση της Επιτροπής για τον Περιορισμό της αλλαγής του κλίματος του πλανήτη  (8) προτείνει, συγκεκριμένα, τη μείωση των εκπομπών των μεταφορών και των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε άλλους τομείς. Η ατμοσφαιρική ρύπανση είναι περίπλοκο ζήτημα και η μείωση ενός ρύπου ενδέχεται να έχει αρνητικό αντίκτυπο σε άλλους, όπως στα αέρια του θερμοκηπίου. Η ΕΟΚΕ είναι υπέρ των μειώσεων των εκπομπών CO2 από τα πλοία. Ωστόσο, ο αντίκτυπός τους θα έχει ελάχιστη σημασία εάν δεν επιτευχθούν ισοδύναμες μειώσεις και στις δραστηριότητες στην ξηρά, οι οποίες συμβάλλουν πολύ περισσότερο από κάθε άλλη πηγή στην αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη. Σύμφωνα με την πρόσφατα δημοσιευθείσα στο Ηνωμένο Βασίλειο έκθεση Stern (9), οι μεταφορές ευθύνονται μόνο για το 14 % των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, εκ των οποίων στις θαλάσσιες και τις σιδηροδρομικές μεταφορές αντιστοιχεί το 1,75 %.

3.4.5

Σε μία σειρά παλαιότερων γνωμοδοτήσεων, η ΕΟΚΕ έχει τονίσει ότι τα κράτη μέλη της ΕΕ πρέπει να επικυρώσουν το συντομότερο τις διεθνείς συμβάσεις για την ασφάλεια στη θάλασσα και για την προστασία του περιβάλλοντος και να διασφαλίσουν ότι θα τεθούν δεόντως σε εφαρμογή. Μολονότι οι θαλάσσιες μεταφορές είναι ο τρόπος μεταφοράς με την χαμηλότερη κατανάλωση ενέργειας και είναι φιλικός προς το περιβάλλον, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τη διεθνώς επικρατούσα άποψη να καθιερωθούν χαμηλότερα όρια για τις ατμοσφαιρικές εκπομπές από εκείνα που κατέστησαν πρόσφατα υποχρεωτικά με το Παράρτημα VI της Σύμβασης MARPOL (10). Τα μέτρα για τη μείωση των εκπομπών των πλοίων πρέπει να είναι αποτελεσματικά από άποψη κόστους και να μην έχουν ως αποτέλεσμα τη στροφή από τις πλωτές μεταφορές σε μέσα μεταφοράς λιγότερο αξιόπιστα για το περιβάλλον στην Ευρώπη. Η ΕΕ θα πρέπει να ενθαρρύνει — κατόπιν διαβούλευσης με τους κοινωνικούς εταίρους — μια πολιτική για τη δημιουργία χώρων διάλυσης των πλοίων (εμπορικών και πολεμικών) που έχουν φθάσει στο τέλος της ζωής τους.

3.4.6

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τον στόχο της θεματικής στρατηγικής για την προστασία και τη διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Από περιβαλλοντική άποψη, ίσως να είναι ορθολογικό να υποδιαιρεθεί η συνολική θαλάσσια επιφάνεια της ΕΕ σε περιφέρειες, προκειμένου να καθοριστούν οι συγκεκριμένες απαιτήσεις για καθεμία (ο λεγόμενος «θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός»), αναγνωρίζοντας πως ό,τι είναι αναγκαίο ή βέλτιστο για μία περιφέρεια ίσως να μην είναι απαραίτητο για μία άλλη. Η ΕΟΚΕ επικροτεί την αναγνώριση, στην Πράσινη Βίβλο, του ρόλου της ως φόρουμ ανταλλαγής απόψεων σχετικά με την εφαρμογή των γενικών αρχών διαμόρφωσης της θαλάσσιας πολιτικής, συμπεριλαμβανομένου του χωροταξικού σχεδιασμού.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1   Βελτίωση της νομοθεσίας

4.1.1

Η αναγνώριση της ανάγκης να βελτιωθεί η νομοθεσία προκειμένου να αποφευχθούν οι ασυνέπειες μεταξύ των κοινών πολιτικών (π.χ. μεταφορές/περιβάλλον, μεταφορές/ανταγωνισμός) και η πρόθεση να καταβληθούν προσπάθειες για την εξασφάλιση συνθηκών ισότιμου ανταγωνισμού σε διεθνές επίπεδο όσον αφορά τη ρύθμιση και την επιβολή της νομοθεσίας είναι αξιέπαινες. Θα πρέπει να υποστηριχθεί, επίσης, η ιδέα της αυτοδιευθέτησης ως συμπληρώματος της νομοθεσίας.

4.1.2

Η ΕΟΚΕ επικροτεί πλήρως την προσέγγιση της Πράσινης Βίβλου, σύμφωνα με την οποία πρέπει να αναλαμβάνεται δράση σε επίπεδο ΕΕ μόνον όταν αυτό παρέχει προστιθέμενη αξία. Η ΕΕ έχει επικριθεί για την τάση της να κοινοτικοποιεί διάφορα θέματα, τα οποία μπορούν να διευθετηθούν επαρκώς σε εθνικό ή σε διεθνές επίπεδο. Η επίκριση αυτή πρέπει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη όταν μελετώνται μελλοντικές πολιτικές στο πλαίσιο της «βελτίωσης της νομοθεσίας».

4.2   Εξωτερικές σχέσεις

4.2.1

Όσον αφορά την πρόταση να συμμετέχει μελλοντικά η ΕΕ στους διεθνείς ναυτιλιακούς οργανισμούς ως οντότητα παράλληλα με τα κράτη μέλη της, η εμπειρογνωσία που συνεισφέρουν τα κράτη μέλη της ΕΕ στους διεθνείς οργανισμούς (όπως ο ΔΝΟ και η ΔΟΕ) χαίρει μεγάλης υπόληψης και αυτό δεν πρέπει να υπονομευθεί, αλλά να ενισχυθεί. Όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, υπάρχει περιθώριο να επιβληθεί κάποια συνεργασία ή συντονισμός των κρατών μελών της ΕΕ στο πλαίσιο των διεθνών οργανισμών. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τον στόχο να ασκήσει η Επιτροπή την επιρροή της σε τρίτες χώρες για να τις ενθαρρύνει να κυρώσουν και να θέσουν σε εφαρμογή τις κυριότερες διεθνείς ναυτικές συμβάσεις (Σύμβαση για την αστική ευθύνη για ζημία ρύπανσης από πετρέλαιο κίνησης, Σύμβαση για τη θαλάσσια μεταφορά επικινδύνων και επιβλαβών ουσιών, Σύμβαση για τον περιορισμό της ευθύνης για ναυτικές απαιτήσεις του 1996).

4.2.2

Μια αποτελεσματική και αποδοτική πολιτική εξωτερικών σχέσεων της ΕΕ θα πρέπει να διασφαλίζει ένα καλό διεθνές πλαίσιο λειτουργίας για τις υπηρεσίες θαλάσσιων μεταφορών. Οι διαπραγματεύσεις στον ΠΟΕ για τις υπηρεσίες (GATS) είναι σημαντικές για την εξασφάλιση της πρόσβασης στις αγορές. Παρότι οι διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ντόχα έχουν ανασταλεί, θα πρέπει να συνεχίσει να ισχύει η συμφωνία ανασταλτικής περιόδου για τις θαλάσσιες μεταφορές (που εμποδίζει τα κράτη μέλη του ΠΟΕ να λάβουν νέα προστατευτικά μέτρα). Η διμερής ναυτιλιακή συμφωνία με την Κίνα θέσπισε ένα καλό πλαίσιο λειτουργίας για εποικοδομητικές σχέσεις με αυτή τη χώρα και θα πρέπει να συναφθεί παρόμοια συμφωνία με την Ινδία.

4.2.3

Στην Πράσινη Βίβλο επισημαίνεται ότι το νομικό σύστημα που βασίζεται στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) (11) πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι νέες προκλήσεις. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η Σύμβαση UNCLOS αντικατοπτρίζει μια λεπτή ισορροπία συμφερόντων, η οποία δεν θα πρέπει να διαταραχθεί, ιδίως όσον αφορά τις έννοιες της «ελεύθερης ναυσιπλοΐας» και του «δικαιώματος αβλαβούς διέλευσης» από την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ). Άλλα παράκτια κράτη θα μπορούσαν να ακολουθήσουν το ίδιο παράδειγμα και παρεκκλίνουν από την «ελεύθερη ναυσιπλοΐα» για λιγότερο αγαθούς σκοπούς. Αυτό θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες για το θαλάσσιο εμπόριο σε μερικές από τις σημαντικότερες στρατηγικές πλωτές οδούς του κόσμου.

4.3   Κοινός Ευρωπαϊκός Θαλάσσιος Χώρος

4.3.1

Η ιδέα της θεώρησης της ΕΕ ως ενιαίας χώρας για τελωνειακούς/διοικητικούς σκοπούς δεν μπορεί παρά να επικροτηθεί, υπό την προϋπόθεση ότι στα διεθνή ύδατα (ανοιχτή θάλασσα) θα τηρούνται η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας και οι συμβάσεις του ΔΝΟ, συμπεριλαμβανομένης της «ελεύθερης ναυσιπλοΐας» και του «δικαιώματος αβλαβούς διέλευσης» από την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ). Η ΕΟΚΕ αντιλαμβάνεται ότι η ιδέα του «κοινού θαλάσσιου χώρου της ΕΕ» αναφέρεται μόνο σε έναν εικονικό θαλάσσιο χώρο, εντός του οποίου οι ενδοευρωπαϊκές θαλάσσιες υπηρεσίες θα υπόκεινται σε απλοποιημένες διοικητικές και τελωνειακές διατυπώσεις, ήτοι σε ανάλογο καθεστώς με αυτό που ισχύει για τις μεταφορές με φορτηγά οχήματα, τις σιδηροδρομικές ή τις εσωτερικές πλωτές μεταφορές στην εσωτερική αγορά. Μετά από διευκρινίσεις εκ μέρους της Επιτροπής, η οποία αναφέρεται σαφώς σ' αυτό το θέμα στην ανακοίνωση, η ΕΟΚΕ μπορεί να υποστηρίξει αυτή την ιδέα (12).

4.4   Θαλάσσιο περιβάλλον

4.4.1

Η ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο θα πρέπει να αντιμετωπιστεί μέσω των μηχανισμών που παρέχονται από τη Σύμβαση MARPOL, ενδεχομένως με την δημιουργία πρόσθετων «περιοχών ελέγχου των εκπομπών SOx» (SECA). Για τα καύσιμα χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο απαιτούνται πρόσθετες επενδύσεις σε διυλιστήρια και πρόσθετη ενέργεια για την εξαγωγή του θείου, η οποία ενδέχεται να αυξήσει τις εκπομπές CO2 και να συμβάλει έτσι στην αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη. Εξάλλου, δεν είναι βιώσιμη λύση η εφαρμογή μυριάδων διαφορετικών επιπέδων ελέγχου των εκπομπών στις διάφορες περιοχές και λιμένες στον κόσμο.

4.4.2

Όσον αφορά τη ρύπανση της ατμόσφαιρας από τα πλοία, ο ισχυρισμός ότι «οι εκπομπές NOx της ναυτιλίας προβλέπεται να είναι υψηλότερες από τις αντίστοιχες όλων των χερσαίων πηγών μαζί μέχρι το 2020» είναι αμφισβητήσιμος. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να λάβει υπόψη τις επιπτώσεις της αλλαγής του κλίματος στη ναυσιπλοΐα και να εξετάσει το ζήτημα της κυκλοφορίας των πλοίων στην Αρκτική.

4.4.3

Η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας στα ύδατα πέραν της εθνικής δικαιοδοσίας έχει καταστεί σημαντική προτεραιότητα για τη διεθνή κοινότητα. Στα πλαίσιο αυτό, απαιτείται αποσαφήνιση της σχέσης μεταξύ της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας και της σύμβασης για τη βιοποικιλότητα. Η ΕΕ και τα κράτη μέλη της θα πρέπει να συμμετάσχουν ενεργά στην παγκόσμια αξιολόγηση της θάλασσας από τον ΟΗΕ, που βρίσκεται σε εξέλιξη.

4.4.4

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει μια μακροπρόθεσμη περιβαλλοντική στρατηγική για τον καθαρισμό και την προστασία της Μεσογείου. Αυτό το μοναδικό στον κόσμο οικοσύστημα υποβαθμίζεται καθώς αυξάνονται οι περιβαλλοντικές πιέσεις, με αποτέλεσμα να απειλείται η υγεία των ανθρώπων και οι οικονομικοί τομείς που εξαρτώνται από τη θάλασσα. Ομοίως, η Βαλτική και ο Εύξεινος Πόντος, θάλασσες σχεδόν κλειστές, χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής λόγω των μεγάλων ποσοτήτων ρωσικού πετρελαίου που μεταφέρονται μέσω αυτών, της γενικής αύξησης της κυκλοφορίας και του ευτροφισμού από πηγές και ποταμούς που βρίσκονται στην ξηρά. Εξάλλου, αυτόν τον καιρό διεξάγεται συζήτηση για το ευαίσθητο ζήτημα του περιβαλλοντικού αντίκτυπου που θα έχει ο προτεινόμενος αγωγός στη Βαλτική Θάλασσα (Ρωσία/Γερμανία). Τα προβλήματα αυτά επιδεινώνονται με τις δραστηριότητες των πολεμικών πλοίων -που δεν εμπίπτουν στο πεδίο των κανόνων της ΕΕ- οι οποίες καθίστανται όλο και πιο επιβλαβείς για το περιβάλλον και τον τουρισμό.

4.5   Αλιεία

4.5.1

Ο κλάδος της αλιείας (13) εξαρτάται σε πολύ σημαντικό βαθμό από ένα βιώσιμο θαλάσσιο περιβάλλον και για το μέλλον του χρειάζεται ένα θαλάσσιο οικοσύστημα που να λειτουργεί στην εντέλεια από βιολογική, οικονομική και κοινωνική άποψη.

4.5.2

Ο «Κώδικας ορθής συμπεριφοράς για μια υπευθύνως ασκούμενη αλιεία» (του FAO) θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως βάση για όλες τις αλιευτικές αρχές. Ο κλάδος της αλιείας πρέπει να αναπτύξει καλύτερα μέσα (π.χ. εξοπλισμούς, αλιευτικά εργαλεία) για να αυξηθεί η επιλεκτικότητα και να περιοριστεί η ζημία στον βυθό της θάλασσας. Είναι απαραίτητο να καθοριστούν, στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης, προστατευμένες θαλάσσιες περιοχές, ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να απειληθούν οι βιότοποι από μιαν ανεξέλεγκτη και παράνομη αλιεία, και να βελτιωθούν οι στατιστικές που αφορούν τα αλιεύματα. Μια καλύτερη χωροταξία θα μπορούσε να συμβάλει στην ανάπτυξη του παραθαλάσσιου τουρισμού, στην προστασία της αλιείας, στην προαγωγή της περιφερειακής ανάπτυξης και στην αύξηση της απασχόλησης στη ναυτιλία στις μη αστικές περιοχές.

4.6   Ευρωπαϊκή Ακτοφυλακή

4.6.1

Η ΕΟΚΕ διερωτάται ποια είναι η προστιθέμενη αξία της προώθησης της ιδέας μιας Ευρωπαϊκής Ακτοφυλακής στην παρούσα φάση. Η μελέτη σκοπιμότητας που θα δημοσιοποιηθεί σύντομα θα παράσχει πολύτιμες πληροφορίες για το σχετικό σκεπτικό της Επιτροπής. Λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές που υπάρχουν ως προς τη διάρθρωση, τις λειτουργίες και τις αρμοδιότητες των διάφορων εθνικών υπηρεσιών των κρατών μελών, η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι οι επιθυμητοί στόχοι μπορούν να επιτευχθούν και με τη στενότερη συνεργασία των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, ιδίως όσον αφορά την ασφάλεια, τη λαθρομετανάστευση, το λαθρεμπόριο και την από κοινού διερεύνηση των ατυχημάτων.

4.7   Ευρωπαϊκό νηολόγιο

4.7.1

Η πρόταση να δημιουργηθεί ένα συμπληρωματικό και προαιρετικό ευρωπαϊκό νηολόγιο (π.χ. το EUROS) είναι θέμα που προβληματίζει την ΕΟΚΕ. Παρότι ελκυστική ως σύμβολο της ευρωπαϊκής ενότητας και αριστείας, η σημαία ΕΕ είναι πρόωρη κίνηση τη στιγμή που δεν έχουν ακόμη εναρμονιστεί οι οικονομικές, φορολογικές και κοινωνικές πολιτικές των κρατών μελών. Μια τέτοια πρόταση θα μπορούσε να εξεταστεί ως επιστέγασμα μιας γενικής εναρμόνισης της ΕΕ στο απώτερο μέλλον, που επί του παρόντος δεν είναι ακόμη ορατό. Επιπροσθέτως, η χρήση της λέξης «συμπληρωματικό» ευρωπαϊκό νηολόγιο δημιουργεί σύγχυση και εγείρει το ερώτημα ποια πρόσθετα πλεονεκτήματα θα μπορούσε να παράσχει ένα τέτοιο νηολόγιο πέραν του εθνικού νηολογίου και των κατευθυντήριων γραμμών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη ναυτιλία. Τα θετικά μέτρα και άλλα κίνητρα για την ενίσχυση της ναυτιλίας της ΕΕ μπορούν να εξορθολογιστούν μέσω των κατευθυντήριων γραμμών και να καταστούν διαθέσιμα σε όλα τα εθνικά νηολόγια. Η δημιουργία ειδικού ευρωπαϊκού νηολογίου προϋποθέτει την αναγνώριση και ενίσχυση του ευρωπαϊκού κοινωνικού δικαίου, το οποίο θα πρέπει να ισχύει και για τα πλοία που θα φέρουν την ευρωπαϊκή σημαία.

4.8   «Ποιοτικά» παράκτια κράτη

4.8.1

Η ΕΟΚΕ τάσσεται με έμφαση υπέρ της δημιουργίας «ποιοτικών» παράκτιων κρατών, τα οποία συνιστούν σήμερα τον ελλείποντα κρίκο στην αλυσίδα της ποιότητας. Τα κράτη αυτά θα πρέπει να παρέχουν ουσιώδεις υπηρεσίες στα πλοία. Για παράδειγμα, ένα «ποιοτικό» παράκτιο κράτος: τηρεί τις διεθνείς υποχρεώσεις του επικυρώνοντας και θέτοντας σε εφαρμογή τις διεθνώς αναγνωρισμένες συμβάσεις, ακολουθεί τις κατευθυντήριες γραμμές του ΔΝΟ και της ΔΟΕ για τη δίκαιη μεταχείριση των ναυτικών, παρέχει τις κατάλληλες εγκαταστάσεις υποδοχής αποβλήτων, διατηρεί τα βοηθήματα ναυσιπλοΐας και τους ναυτικούς χάρτες· παρέχει καταφύγιο στα πλοία που κινδυνεύουν (αντί να αρνείται με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος περιβαλλοντικής καταστροφής), μεριμνά ώστε να διασφαλίζεται βήμα προς βήμα η αβλαβής διέλευση των πλοίων από τα ύδατά του και παρέχει κίνητρα στα πλοία ποιότητας να δένουν στα λιμάνια του ή να διαπλέουν τα ύδατά του. Δυστυχώς, ορισμένα παράκτια κράτη φαίνεται γενικώς να μην αναλαμβάνουν ουσιαστική δέσμευση ως προς τον σημαντικό αυτό ρόλο.

4.8.2

Η Πράσινη Βίβλος παρέχει την ευκαιρία ανάπτυξης μετρήσιμων κριτηρίων και «βέλτιστων πρακτικών» για τα παράκτια κράτη. Η ΕΕ πρέπει να θέσει το ζήτημα αυτό ενώπιον του ΔΝΟ, προκειμένου να αναπτυχθούν κατάλληλα μετρήσιμα κριτήρια για την αξιολόγηση των επιδόσεων των παράκτιων κρατών.

4.8.3

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την πρόταση της Επιτροπής των Περιφερειών (14) σχετικά με τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού ταμείου παράκτιων και νησιωτικών ζωνών, το οποίο θα καλύπτει διάφορες θαλάσσιες δραστηριότητες.

4.9   Παράκτιος τουρισμός

4.9.1

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η Ευρώπη αποτελεί τον πρώτο τουριστικό προορισμό στον κόσμο. Υποστηρίζει την ιδέα της ανάπτυξης ενός εναλλακτικού ποιοτικού τουρισμού στις παράκτιες περιοχές. Στην Πράσινη Βίβλο αναγνωρίζεται ότι για τον βιώσιμο τουρισμό απαιτείται διαφοροποίηση των τουριστικών υπηρεσιών, προκειμένου να μειωθεί η πίεση στις παραλίες, να εξευρεθούν εναλλακτικές πηγές εισοδήματος για τους αλιείς και να αναπτυχθούν νέες δραστηριότητες για τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η ΕΟΚΕ σαφώς υποστηρίζει τις πιο πάνω πρωτοβουλίες.

4.10   Κοινωνικά θέματα

4.10.1

Η ΕΟΚΕ παρατηρεί ότι οι αλιείς και οι ναυτικοί εξαιρούνται από την ευρωπαϊκή κοινωνική νομοθεσία στις εξής οδηγίες: στην οδηγία για τις ομαδικές απολύσεις, στην οδηγία για τις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων, στην οδηγία σχετικά με την ενημέρωση/διαβούλευση των εργαζομένων και στην οδηγία σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων. Ο αποκλεισμός τους αυτός ήταν αρχικά δικαιολογημένος, δεδομένου ότι η κοινωνική νομοθεσία είχε αρχικά δημιουργηθεί για να εφαρμόζεται στις βιομηχανίες της ξηράς και όχι για την αντιμετώπιση των ιδιαιτεροτήτων των ναυτικών επαγγελμάτων. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να επανεξετάσει αυτές τις εξαιρέσεις σε στενή συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους.

4.11   Συμφωνίες επιβίβασης επί πλοίων

4.11.1

Οι ανάγκες ενίσχυσης της ασφαλείας εξώθησαν διάφορα κράτη μέλη της ΕΕ να συνάψουν με τρίτες χώρες διμερείς συμφωνίες επιβίβασης επί πλοίων. Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι είναι επιθυμητή η συντονισμένη προσέγγιση αυτών των πρωτοβουλιών από τα κράτη μέλη της ΕΕ, όπως και ο συντονισμένος καταμερισμός των εργασιών μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των πολεμικών ναυτικών τους, όσον αφορά την εφαρμογή αυτών των κανόνων. Μία εναλλακτική επιλογή θα μπορούσε να είναι η ταχεία επικύρωση από τα κράτη μέλη της ΕΕ των «Πρωτοκόλλων για την καταστολή παράνομων πράξεων» (ΚΠΠ). Τα Πρωτόκολλα ΚΠΠ έχουν παρόμοιους στόχους με την «Πρωτοβουλία ασφάλειας κατά της διάδοσης», αλλά περιλαμβάνουν σημαντικές διασφαλίσεις για την προστασία των θεμιτών εμπορικών συμφερόντων των θαλάσσιων μεταφορέων και ιδιαίτερα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ναυτικών.

Βρυξέλλες, 26 Απριλίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Οδηγία 98/59/ΕΚ του Συμβουλίου της 20ής Ιουλίου 1998 για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν τις ομαδικές απολύσεις, ΕΕ L 225, 12.8.1998, σ. 16-21

(2)  Οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων των επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων.

(3)  Οδηγία 2002/14/ΕΚ περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ΕΕ L 80, 23.3.2002.

(4)  Οδηγία 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Δεκεμβρίου 1996, ΕΕ L 18, 21.1.1997, σ. 1-6.

(5)  Σύμφωνα με μία έρευνα των BIMCO/ISF (Βαλτική και Διεθνής Ναυτιλιακή Διάσκεψη και Διεθνής Ομοσπονδία Εφοπλιστών), το διάγραμμα της ηλικίας των αξιωματικών στα παραδοσιακά ναυτικά έθνη συνεχίζει να παρουσιάζει αύξηση, μολονότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να δείχνουν ότι θα περιοριστεί η ζήτηση των υπηρεσιών τους.

(6)  http://www.ilo.org/public/english/standards/norm/mlc2006/index.htm

(7)  Έγγραφο της βρετανικής Προεδρίας (Δεκέμβριος 2005)· υπάρχουν πολλές καινοτόμοι πρωτοβουλίες που εφαρμόζονται ανά την ΕΕ και θα άξιζε να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών.

(8)  COM(2007) 2 (10.1.2007). NAT/310: Γνωμοδότηση με θέμα «Η αντιμετώπιση των προκλήσεων της αλλαγής του κλίματοςΟ ρόλος της κοινωνίας των πολιτών» (27.9.2006). NAT/276: Γνωμοδότηση με θέμα «Αειφόρος ανάπτυξη στη γεωργία, στη δασοκομία και στην αλιεία και οι προκλήσεις των κλιματικών αλλαγών» (27.1.2006).

(9)  http://www.hm-treasury.gov.uk/independent_reviews/stern_review_economics_climate_change/stern_review_report.cfm.

Η έκθεση Stern εκτιμά ότι το κόστος της αδράνειας ανέρχεται σε 5-20 % του συνολικού ΑΕγχΠ.

(10)  Διεθνής Σύμβαση για την Πρόληψη της Ρύπανσης από τα Πλοία, 1973, όπως τροποποιήθηκε με το σχετικό Πρωτόκολλο του 1978 (MARPOL 73/78). Βλ.:

http://www.imo.org/Conventions/contents.asp?doc_id=678&topic_id=258.

(11)  http://www.un.org/Depts/los/convention_agreements/convention_overview_convention.htm.

(12)  Πρβλ. TEN/258: Γνωμοδότηση για την ευρωπαϊκή πολιτική περί λιμένων ΕΕ C 325 της 30.12.2006.

(13)  Βλ. NAT/333: Γνωμοδότηση για την εφαρμογή της αειφορίας στην αλιεία της ΕΕ, ΝAT/316: Γνωμοδότηση για τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης του κλάδου της αλιείας (25.9.2006) και NAT/280: Γνωμοδότηση για τη θέσπιση κοινοτικών χρηματοδοτικών μέτρων για την εφαρμογή της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής καθώς και στον τομέα του Δικαίου της Θαλάσσης (16.12.2005). ΕΕ C 318 της 23.12.2006 και ΕΕ C 65 της 17.3.2005.

(14)  Γνωμοδότηση της ΕΤΠ 258/2006 (13-14.2.2007).


20.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 168/57


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Κοινή ευρωπαϊκή λιμενική πολιτική»

(2007/C 168/12)

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε, στις 6 Ιουλίου 2006, σύμφωνα με το άρθρο 2,9 παράγραφος 2, του Εσωτερικού Κανονισμού της, να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα «Κοινή ευρωπαϊκή λιμενική πολιτική».

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 22 Μαρτίου 2007 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Jan Simons.

Κατά την 435η σύνοδο ολομέλειάς της, στις 25 και 26 Απριλίου (συνεδρίαση της 26ης Απριλίου 2007) η ΕΟΚΕ υιοθέτησε με 137 υπέρ, 2 ψήφους κατά και 7 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα

1.1

Η παρούσα γνωμοδότηση πρωτοβουλίας εστιάζεται σε ορισμένες πτυχές της ευρωπαϊκής πολιτικής θαλάσσιων λιμένων επί των οποίων μπορούν να συμφωνήσουν οι ενδιαφερόμενοι φορείς του τομέα. Για το λόγο αυτό, η γνωμοδότηση καταρτίζεται σε στενή συνεργασία με τις οργανώσεις των ενδιαφερομένων φορέων, οι οποίες προσκλήθηκαν σε δημόσια ακρόαση στις 20 Νοεμβρίου 2006 και στις 20 Φεβρουαρίου 2007, προκειμένου να εκφράσουν τις απόψεις τους (1).

1.2

Στην ακρόαση επιβεβαιώθηκε ότι μια ευρωπαϊκή λιμενική πολιτική έχει σκοπό να:

α)

διασφαλίσει τη βιώσιμη ανάπτυξη των λιμένων και της χωρητικότητας τους,

β)

δημιουργήσει ένα σαφές και διαφανές πλαίσιο για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων σε λιμένες,

γ)

διασαφηνίσει τις διαδικασίες σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά λιμενικών υπηρεσιών,

δ)

επιλύσει τις επιχειρησιακές δυσχέρειες που παρακωλύουν την αποδοτικότητα των λιμένων,

ε)

προάγει ικανοποιητικούς όρους και ασφαλείς συνθήκες απασχόλησης, καθώς και εποικοδομητικές εργασιακές σχέσεις στους λιμένες,

στ)

προωθήσει την γενική ανταγωνιστικότητα και τη θετική εικόνα των λιμένων.

1.3

Τα ζητήματα αυτά αντιστοιχούν, σε γενικές γραμμές, σε όσα επισημαίνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στη διαδικασία διαβουλεύσεών της σχετικά με μια μελλοντική ευρωπαϊκή πολιτική για τους θαλάσσιους λιμένες. Οι διαβουλεύσεις ξεκίνησαν μετά την απόσυρση των δύο προτάσεων οδηγίας της Επιτροπής για την πρόσβαση στην αγορά λιμενικών υπηρεσιών (2) και αναμένεται να ολοκληρωθεί τον Ιούνιο 2007.

1.4

Κατά τη συζήτηση σχετικά με την οδηγία για τις λιμενικές υπηρεσίες συγκεντρώθηκαν εκτενείς πληροφορίες για ζητήματα όπως η χρηματοδότηση των λιμένων και οι διαδικασίες πρόσβασης στην αγορά λιμενικών υπηρεσιών. Συνεπώς, οποιαδήποτε πρόοδος σημειώνεται σε αυτούς τους τομείς θα πρέπει να οδηγήσει βραχυπρόθεσμα σε απτά αποτελέσματα.

1.5

Επιχειρησιακές δυσχέρειες, ιδίως όσες αφορούν τις διοικητικές διαδικασίες και τις χερσαίες μεταφορές, μπορούν να αντιμετωπιστούν στα πλαίσια υφιστάμενων πρωτοβουλιών, όπως τα προγράμματα για τον τελωνειακό εκσυγχρονισμό, η ελευθέρωση των σιδηροδρόμων και η εσωτερική ναυσιπλοΐα (NAIADES). Επίσης, μπορούν να ενταχθούν στο ευρύτερο πλαίσιο της αναθεώρησης της λευκής βίβλου για τις μεταφορές (3) και την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφοδιαστική (4).

1.6

Η ΕΕ μπορεί να προωθήσει υψηλά πρότυπα αξιοπιστίας και ασφάλειας στους ευρωπαϊκούς λιμένες με την παροχή επαρκούς (οικονομικής) υποστήριξης στα προγράμματα κατάρτισης και εκπαίδευσης και με την επιβολή εφαρμόσιμης νομοθεσίας ασφάλειας.

1.7

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ανάπτυξη μιας καλής κοινωνικής πολιτικής στους λιμένες. Αυτό πρέπει να γίνει σε στενή συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους, που είναι και κατ' εξοχήν αρμόδιοι στον τομέα αυτό. Σημαντικά εργαλεία που έχουν στη διάθεσή τους οι εθνικές αρχές και οι κοινωνικοί εταίροι για την άσκηση καλής κοινωνικής πολιτικής είναι οι συμβάσεις για τις λιμενικές εργασίες της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ), οι οποίες μπορούν εξάλλου να συμβάλουν ουσιαστικά στη δημιουργία «ίσων όρων ανταγωνισμού». Η Επιτροπή πρέπει να παροτρύνει τα κράτη μέλη να επικυρώσουν τις συμβάσεις αυτές.

1.8

Η ΕΕ μπορεί να ενθαρρύνει περαιτέρω τους νέους να ακολουθήσουν λιμενική σταδιοδρομία, εφαρμόζοντας την πολιτική που ακολουθεί για να προσελκύσει τα νεαρά άτομα στη θάλασσα. Η υψηλού επιπέδου ναυτική εκπαίδευση μπορεί να διασφαλίσει μελλοντικώς επαρκή αριθμό ικανών πλοηγών, λιμεναρχών και άλλων επαγγελματιών στους λιμένες.