ISSN 1725-2415

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

50ό έτος
14 Ιουλίου 2007


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

I   Ψηφίσματα, συστάσεις, κατευθυντήριες γραμμές και γνωμοδοτήσεις

 

ΨΗΦΙΣΜΑΤΑ

 

Συμβούλιο

2007/C 162/01

Ψήφισμα του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2007, για τη στρατηγική της ΕΕ στον τομέα της πολιτικής υπέρ των καταναλωτών (2007-2013)

1

 

II   Ανακοινώσεις

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

 

Επιτροπή

2007/C 162/02

Έγκριση των κρατικών ενισχύσεων στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ — Περιπτώσεις όπου η Επιτροπή δεν προβάλλει αντίρρηση ( 1 )

4

 

IV   Πληροφορίες

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

 

Επιτροπή

2007/C 162/03

Ισοτιμίες του ευρώ

5

 

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ

2007/C 162/04

Συνοπτικές πληροφορίες τις οποίες κοινοποιούν τα κράτη μέλη για τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούν βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2004 της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται τους τομείς της παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων

6

2007/C 162/05

Πληροφορίες που διαβιβάζουν τα κράτη μέλη για τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 70/2001 της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης EK στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις

10

2007/C 162/06

Ανακοίνωση της Επιτροπής, στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας 2004/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα όργανα μετρήσεων ( 1 )

13

 

V   Γνωστοποιήσεις

 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

 

Επιτροπή

2007/C 162/07

Προηγούμενη γνωστοποίηση συγκέντρωσης (Υπόθεση COMP/M.4652 — National Grid/TenneT/BritNed JV) — Υπόθεση υποψήφια για απλοποιημένη διαδικασία ( 1 )

15

2007/C 162/08

Προηγούμενη γνωστοποίηση συγκέντρωσης (Υπόθεση COMP/M.4773 — 3i/Eltel) — Υπόθεση υποψήφια για απλοποιημένη διαδικασία ( 1 )

16

2007/C 162/09

Προηγούμενη γνωστοποίηση συγκέντρωσης (Υπόθεση COMP/M.4682 — INEOS/Lanxess' engineering thermoplastic resins business) ( 1 )

17

2007/C 162/10

Προηγούμενη γνωστοποίηση συγκέντρωσης (Υπόθεση COMP/M.4768 — CRH/Cementbouw) — Υπόθεση υποψήφια για απλοποιημένη διαδικασία ( 1 )

18

2007/C 162/11

Κρατικές ενισχύσεις — Αυστρία — Κρατική ενίσχυση C 16/07 (πρώην NN 55/06) — Ενίσχυση από το δημόσιο για την Postbus σην περιοχή Lienz — Πρόσκληση για υποβολή παρατηρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ ( 1 )

19

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

 


I Ψηφίσματα, συστάσεις, κατευθυντήριες γραμμές και γνωμοδοτήσεις

ΨΗΦΙΣΜΑΤΑ

Συμβούλιο

14.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/1


ΨΉΦΙΣΜΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΊΟΥ

της 31ης Μαΐου 2007

για τη στρατηγική της ΕΕ στον τομέα της πολιτικής υπέρ των καταναλωτών (2007-2013)

(2007/C 162/01)

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

ΥΠΕΝΘΥΜΙΖΕΙ ότι, σύμφωνα με το άρθρο 153 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας:

α)

η Κοινότητα συμβάλλει στην προστασία της υγείας, της ασφάλειας και των οικονομικών συμφερόντων των καταναλωτών, καθώς και στην προώθηση του δικαιώματός τους για ενημέρωση, εκπαίδευση και οργάνωσή τους για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους,

β)

οι απαιτήσεις προστασίας του καταναλωτή λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή άλλων κοινοτικών πολιτικών και δραστηριοτήτων.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ το σημαντικό ρόλο της πολιτικής υπέρ των καταναλωτών για τη διαμόρφωση της εσωτερικής αγοράς καθώς και τη συνέργιά της με πολιτικές της εσωτερικής αγοράς. Η εμπιστοσύνη των καταναλωτών και η αξιοπιστία των επιχειρήσεων αποτελούν προϋποθέσεις για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, δίνοντας ώθηση στον ανταγωνισμό, την καινοτομία και την οικονομική ανάπτυξη. Οι ενημερωμένοι και υπεύθυνοι καταναλωτές που έχουν ουσιαστικά δικαιώματα τα οποία μπορούν να εμπιστευθούν αποτελούν κινητήρια δύναμη για οικονομικά επιτεύγματα και αλλαγές.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ τις δυνατότητες της εσωτερικής αγοράς λιανικού εμπορίου, που ακόμη παραμένει σε μεγάλο βαθμό διασπασμένη σε εθνικές αγορές, όσον αφορά τα οφέλη που θα προέκυπταν για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις με την άρση των εμποδίων και κατά συνέπεια την ανάπτυξη νέων ευκαιριών για τους καταναλωτές και τους εμπόρους λιανικής.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ τις δυνατότητες των νέων τεχνολογιών, ιδίως στο ψηφιακό περιβάλλον, και της καινοτομίας όσον αφορά την ανταπόκριση στις επιλογές του καταναλωτή και την αυξανόμενη πρόσβαση σε νέες αγορές, καθώς και τις προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπίζονται ώστε να διασφαλίζεται ότι τα δικαιώματα του καταναλωτή είναι επαρκή, σαφή, διαφανή και κατοχυρωμένα και ότι αναπτύσσονται περαιτέρω μηχανισμοί για τη βιώσιμη κατανάλωση και την κατανόηση της συμπεριφοράς των καταναλωτών.

ΥΠΟΓΡΑΜΜΙΖΕΙ, έχοντας επίσης υπόψη την αρχή της επικουρικότητας που ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ότι το κοινοτικό δίκαιο έχει μεγάλη σημασία για την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των καταναλωτών και ότι απαιτούνται αποτελεσματικοί μηχανισμοί εφαρμογής του δικαίου, επίσης όσον αφορά τις διασυνοριακές συναλλαγές με καταναλωτές.

ΣΥΜΦΩΝΕΙ ότι τα συμφέροντα των καταναλωτών θα πρέπει να συνυπολογίζονται σε όλους τους τομείς ευρωπαϊκής πολιτικής, πράγμα που αποτελεί, αφενός, προϋπόθεση για μια αποτελεσματική πολιτική υπέρ των καταναλωτών και, αφετέρου, χρήσιμη βάση για την επίτευξη των στόχων της Λισσαβόνας. Συγκεκριμένα, οι προβληματισμοί σχετικά με τα οικονομικά συμφέροντα των καταναλωτών και τις πληροφορίες για τους καταναλωτές συνδέονται με πολλές εξειδικευμένες πολιτικές. Η ενσωμάτωση των συμφερόντων των καταναλωτών σε άλλους τομείς πολιτικής, μεταξύ άλλων όσον αφορά υπηρεσίες κοινής ωφελείας, είναι κοινό καθήκον όλων των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και των κρατών μελών.

I.

ΔΕΧΕΤΑΙ ΜΕ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ την ανάπτυξη στρατηγικής της Επιτροπής για την πολιτική καταναλωτών 2007-2013 (1) σε επίπεδο ΕΕ, η οποία εστιάζει στη μεγιστοποίηση των επιλογών και της εμπιστοσύνης των καταναλωτών, δίνοντάς τους εξουσίες και προστατεύοντάς τους, προάγοντας την απασχόληση και τη μεγέθυνση και διευρύνοντας τις ανταγωνιστικές αγορές και τους στόχους για να επιτευχθεί μια πιο ολοκληρωμένη και αποτελεσματική εσωτερική αγορά λιανικού εμπορίου.

II.

ΚΑΛΕΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ να υλοποιήσει τη στρατηγική αυτή με τους τρεις κύριους στόχους της και, εν προκειμένω, να δώσει έμφαση στα εξής:

1.

να εξακολουθήσει την πολιτική της υπέρ των καταναλωτών η οποία αποσκοπεί στη διαφάνεια της αγοράς και στην ενίσχυση των ικανοτήτων της εσωτερικής αγοράς να ικανοποιεί τις προσδοκίες των καταναλωτών. Μια πολιτική για τους καταναλωτές στο πλαίσιο της οποίας καταβάλλονται προσπάθειες για αποτελεσματικές αγορές, συμβάλλει στη μεγέθυνση και την απασχόληση και ενισχύει την ευημερία των καταναλωτών,

2.

να δώσει προτεραιότητα στην υψηλού επιπέδου προστασία των καταναλωτών, στην επιλογή και την πρόσβαση εντός της Κοινότητας, και με τον τρόπο αυτό να εξασφαλίσει την εμπιστοσύνη των καταναλωτών σε διασυνοριακές αγορές ή συμβάσεις, και να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην ανάπτυξη πολιτικής για τους καταναλωτές και μέτρων προστασίας των καταναλωτών όσον αφορά τις υπηρεσίες,

3.

να εξασφαλίσει ότι οι επιχειρησιακοί στόχοι συνάδουν με τους στόχους που έχει θέσει η απόφαση αριθ. 1926/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2006 για τη θέσπιση προγράμματος κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής για τους καταναλωτές (2007-2013) (2),

4.

να προωθεί και να προασπίζει τα συμφέροντα των καταναλωτών σε έναν όλο και πιο παγκοσμιοποιημένο πλανήτη και να τα προάγει στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων και μέσω διεθνών συμφωνιών,

5.

να επανεξετάσει το κοινοτικό κεκτημένο στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών, ενόψει απλούστευσης, εκσυγχρονισμού, βελτίωσης του ρυθμιστικού πλαισίου, εξάλειψης υφιστάμενων ανακολουθιών και τήρησης των απαιτήσεων των νέων τεχνολογιών, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της αρχής της επικουρικότητας που ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας· εφόσον χρειάζεται και λαμβάνοντας υπόψη το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων όσον αφορά την πράσινη βίβλο σχετικά με την επανεξέταση του κοινοτικού κεκτημένου για την προστασία των καταναλωτών, να υποβάλει προτάσεις για κατάλληλη προσαρμογή του κεκτημένου, υπό τον όρον ότι τα σχετικά δικαιώματα και υποχρεώσεις εξασφαλίζουν υψηλό επίπεδο προστασίας των καταναλωτών και βελτιώνουν τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς,

6.

να επανεξετάσει τα σημεία όπου μηχανισμοί αυτορρύθμισης και συρρύθμισης θα μπορούσαν να συμπληρώνουν τις υφιστάμενες νομοθετικές διατάξεις,

7.

να στηρίξει την εκτενή έρευνα με γνώμονα τους καταναλωτές η οποία θα αξιολογεί τη λειτουργία της αγοράς και τις προσδοκίες και τη συμπεριφορά των καταναλωτών, να θεσπίσει προσανατολισμένους στον καταναλωτή μηχανισμούς παρακολούθησης για την καθοδήγηση και αξιολόγηση της πολιτικής υπέρ των καταναλωτών και να αναπτύξει κατάλληλους δείκτες βάσει της σχετικής πείρας,

8.

να στηρίξει τη συνεργασία μεταξύ θεσμικών οργάνων με στόχο την ενίσχυση των νόμων για τους καταναλωτές και της νομοθεσίας που διέπει την ασφάλεια των προϊόντων, να προωθήσει τις δικτυακές δραστηριότητές τους, να αναπτύξει περαιτέρω συστήματα πληροφοριών και να επεκτείνει διεθνείς συμφωνίες αμοιβαίας διοικητικής συνεργασίας μεταξύ της ΕΕ και τρίτων χωρών,

9.

να παρακολουθεί συνεχώς την αποτελεσματικότητα υφιστάμενων συστάσεων που προβλέπουν συγκεκριμένες ελάχιστες εγγυήσεις για εναλλακτικές διαδικασίες επίλυσης διαφορών, και να καταβάλλει προσπάθειες για ευρύτερη εφαρμογή και ενίσχυση των αρχών που έχουν ρυθμιστεί εν προκειμένω, καθώς και να εξασφαλίσει καλύτερη διασύνδεση μεταξύ όλων των υφιστάμενων εναλλακτικών μηχανισμών επίλυσης διαφορών και καλύτερη επικοινωνία σχετικά με υφιστάμενα μέσα πληροφόρησης,

10.

να εξετάσει προσεκτικά μηχανισμούς για τη συλλογική έννομη προστασία και να παρουσιάσει τα αποτελέσματα των τρεχουσών σχετικών μελετών, ενόψει ενδεχόμενης πρότασης ή δράσης,

11.

να δώσει ιδιαίτερη προσοχή στην απαιτούμενη προστασία, τις επιλογές και την εξυπηρέτηση των καταναλωτών κατά την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, υπό το φως των κρίσιμων αποφάσεων που λαμβάνονται από τους καταναλωτές όσον αφορά τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, π.χ. όσον αφορά παροχές γήρατος ή επενδύσεις σε ακίνητα,

12.

να δώσει μεγαλύτερη προσοχή σε λεπτομερείς εκτιμήσεις επιπτώσεων σε όλο το φάσμα των πολιτικών που επηρεάζουν τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των καταναλωτών,

13.

να παροτρύνει τους ενδιαφερόμενους για την πολιτική καταναλωτών φορείς να συμμετέχουν περισσότερο σε διαβουλεύσεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο άλλων κοινοτικών πολιτικών όσον αφορά προτάσεις που έχουν σημαντικές συνέπειες για τους καταναλωτές.

ΙΙΙ.

ΚΑΛΕΙ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ

14.

να εξακολουθήσουν να προωθούν τον βελτιωμένο συντονισμό με τους προβληματισμούς και τις προτεραιότητες των μεμονωμένων τομέων πολιτικής και να συνδυάζουν περισσότερο τις πολιτικές καταναλωτών που εφαρμόζουν με άλλες ειδικές πολιτικές και πιο συγκεκριμένα με τις πολιτικές στους τομείς της οικονομίας, των μεταφορών, του περιβάλλοντος, της ενέργειας και των τηλεπικοινωνιών,

15.

να εργαστούν με στόχο την αποτελεσματική προστασία και εκπαίδευση των καταναλωτών σε όλα τα κράτη μέλη, εξασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό εξ ίσου ενεργούς και υπεύθυνους καταναλωτές σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά, συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης σε θέματα βιώσιμης κατανάλωσης,

16.

να ενισχύσουν περαιτέρω συστήματα για την εφαρμογή του νόμου στα κράτη μέλη καθώς και τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών, στηρίζοντας ταυτόχρονα τη συνεργασία κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας περί προστασίας των καταναλωτών,

17.

να εξακολουθήσουν να προασπίζονται τα συμφέροντα των καταναλωτών όσον αφορά υπηρεσίες κοινής ωφελείας και να ενισχύουν καταλλήλως τα δικαιώματα των καταναλωτών,

18.

να λαμβάνουν υπόψη τους τα συμφέροντα των καταναλωτών κατά τη θέσπιση συστημάτων τυποποίησης και επισήμανσης σε ευρωπαϊκό και σε εθνικό επίπεδο και να υπερασπίζονται τα συμφέροντα των καταναλωτών σε διεθνές επίπεδο,

19.

να αναγνωρίσουν τη μεγάλη σημασία που έχουν οι ενεργές και αντιπροσωπευτικές ενώσεις καταναλωτών, οι οποίες μπορούν να εκπροσωπούν ανεξάρτητα τα συμφέροντα των καταναλωτών σε κοινοτικό επίπεδο και στα κράτη μέλη,

20.

να παρέχουν συνεχή υποστήριξη στο Δίκτυο Ευρωπαϊκών Κέντρων Καταναλωτών (ECC-Net) και να εξασφαλίσουν σε όλα τα κράτη μέλη σημεία επαφής τα οποία θα συνδράμουν τους καταναλωτές στην αποτελεσματική διασυνοριακή επίλυση διαφορών.

IV.

ΚΑΛΕΙ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ να εξασφαλίσουν ότι οι στόχοι της στρατηγικής στον τομέα της πολιτικής υπέρ των καταναλωτών λαμβάνονται επίσης υπόψη κατά τον καθορισμό των εθνικών πολιτικών τους.

V.

ΚΑΛΕΙ την Επιτροπή:

α)

να διεξάγει τακτικές διαβουλεύσεις με τα κράτη μέλη προκειμένου να αξιολογεί την υλοποίηση της στρατηγικής και, εάν χρειάζεται, να επιφέρει τροποποιήσεις ή προσαρμογές σε επόμενο στάδιο και

β)

να υποβάλλει εκθέσεις για την πρόοδο που σημειώνεται όσον αφορά την πολιτική καταναλωτών και, επιπλέον, να υποβάλει ενδιάμεση έκθεση για την εφαρμογή της στρατηγικής στον τομέα της πολιτικής υπέρ των καταναλωτών ως το Μάρτιο του 2011 και έκθεση εκ των υστέρων αξιολόγησης ως το Δεκέμβριο του 2015.


(1)  Έγγρ. 7503/07.

(2)  ΕΕ L 404 της 30.12.2006, σ. 39.


II Ανακοινώσεις

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Επιτροπή

14.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/4


Έγκριση των κρατικών ενισχύσεων στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ

Περιπτώσεις όπου η Επιτροπή δεν προβάλλει αντίρρηση

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2007/C 162/02)

Ημερομηνία έκδοσης της απόφασης

30.4.2007

Αριθμός ενίσχυσης

N 28/07

Κράτος μέλος

Ιταλία

Περιφέρεια

Molise

Τίτλος (ή/και όνομα του δικαιούχου)

Cantieri Navali di Termoli SpA

Νομική βάση

Deliberazione della giunta regionale del 18.9.2006 n. 1358 — regolamento che disciplina la concessione dei finanziamenti per il salvataggio delle imprese in difficoltà

Είδος μέτρου

Ατομική ενίσχυση

Στόχος

Διάσωση προβληματικών επιχειρήσεων

Είδος ενίσχυσης

Δάνειο με ευνοϊκούς όρους

Προϋπολογισμός

Προβλεπόμενη συνολική ενίσχυση: 3 εκατομμύρια EUR

Ένταση

Διάρκεια

6 μήνες

Κλάδοι της οικονομίας

Ναυπηγική βιομηχανία

Όνομα και διεύθυνση της χορηγούσας αρχής

Regione Molise — Italia

Λοιπές πληροφορίες

Το κείμενο της απόφασης στην (στις) αυθεντική(-ές) γλώσσα(-ες), χωρίς τα εμπιστευτικά στοιχεία, είναι διαθέσιμο στην διεύθυνση:

http://ec.europa.eu/community_law/state_aids/


IV Πληροφορίες

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΘΕΣΜΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ

Επιτροπή

14.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/5


Ισοτιμίες του ευρώ (1)

13 Ιουλίου 2007

(2007/C 162/03)

1 ευρώ=

 

Νομισματική μονάδα

Ισοτιμία

USD

δολάριο ΗΠΑ

1,3782

JPY

ιαπωνικό γιεν

168,68

DKK

δανική κορόνα

7,4416

GBP

λίρα στερλίνα

0,67795

SEK

σουηδική κορόνα

9,1560

CHF

ελβετικό φράγκο

1,6579

ISK

ισλανδική κορόνα

82,92

NOK

νορβηγική κορόνα

7,9130

BGN

βουλγαρικό λεβ

1,9558

CYP

κυπριακή λίρα

0,5842

CZK

τσεχική κορόνα

28,318

EEK

εσθονική κορόνα

15,6466

HUF

ουγγρικό φιορίνι

245,70

LTL

λιθουανικό λίτας

3,4528

LVL

λεττονικό λατ

0,6969

MTL

μαλτέζικη λίρα

0,4293

PLN

πολωνικό ζλότι

3,7487

RON

ρουμανικό λέι

3,1340

SKK

σλοβακική κορόνα

33,238

TRY

τουρκική λίρα

1,7540

AUD

αυστραλιανό δολάριο

1,5879

CAD

καναδικό δολάριο

1,4414

HKD

δολάριο Χονγκ Κονγκ

10,7756

NZD

νεοζηλανδικό δολάριο

1,7531

SGD

δολάριο Σιγκαπούρης

2,0877

KRW

νοτιοκορεατικό γουόν

1 263,74

ZAR

νοτιοαφρικανικό ραντ

9,5926

CNY

κινεζικό γιουάν

10,4323

HRK

κροατικό κούνα

7,2900

IDR

ινδονησιακή ρουπία

12 434,81

MYR

μαλαισιανό ρίγκιτ

4,7479

PHP

πέσο Φιλιππινών

62,915

RUB

ρωσικό ρούβλι

35,0920

THB

ταϊλανδικό μπατ

41,996


(1)  

Πηγή: Ισοτιμίες αναφοράς που δημοσιεύονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.


ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΡΟΕΡΧΟΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ

14.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/6


Συνοπτικές πληροφορίες τις οποίες κοινοποιούν τα κράτη μέλη για τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούν βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2004 της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται τους τομείς της παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων

(2007/C 162/04)

Αριθμός: XA 120/06

Κράτος μέλος: Ιταλία

Περιφέρεια: Περιφέρεια Piemonte

Ονομασία του καθεστώτος ενίσχυσης ή ονομασία της δικαιούχου εταιρείας μιας και μόνον ενίσχυσης: Contributi agli agricoltori e allevatori che attuano la riconversione del metodo di produzione.

Νομική βάση: Deliberazione della Giunta regionale n. 28 — 4172 del 30.10.2006. Legge 7 marzo 2003, n. 38 art. 3 comma 1 lettera b.

Προβλεπόμενη ετήσια δαπάνη στο πλαίσιο του καθεστώτος: 250 000 EUR

Μέγιστη ένταση της ενίσχυσης: Η μέγιστη εισφορά ανά γεωργική εκμετάλλευση θα είναι δυνατόν να καλύψει έως το 80 % των εξόδων που αφορούν τα πρώτα δύο έτη υπαγωγής στο καθεστώς ελέγχου κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91 του Συμβουλίου (1), με όριο μέγιστης εισφοράς 800 EUR ανά γεωργική εκμετάλλευση κατά τη διετία 2005 — 2006.

Ημερομηνία εφαρμογής: 15 Δεκεμβρίου 2006· σε κάθε περίπτωση η πρώτη χορήγηση θα πραγματοποιηθεί όταν ανακοινωθεί ο αριθμός αναγνώρισης από την Επιτροπή μετά την παραλαβή των συνοπτικών πληροφοριών.

Διάρκεια του καθεστώτος: 30 Ιουνίου 2007.

Στόχος της ενίσχυσης: Προτροπή γεωργών και κτηνοτρόφων να προβούν σε αλλαγή της συμβατικής μεθόδου παραγωγής σε βιολογική, με εισφορά στις δαπάνες που συνεπάγεται ο έλεγχος των βιολογικών μεθόδων παραγωγής κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91.

Οι επιλέξιμες δαπάνες για την ενίσχυση είναι εκείνες που αφορούν τα έξοδα των γεωργικών εκμεταλλεύσεων των ετών 2005 και 2006 για τον έλεγχο που διενεργείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2092/91.

Χρησιμοποιούμενα άρθρα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2004 της Επιτροπής (2) άρθρο 13 παράγραφος 2 στοιχείο ζ).

Ενδιαφερόμενοι τομείς: Γεωργικές εκμεταλλεύσεις ζωικής και φυτικής παραγωγής.

Ονομασία και διεύθυνση της αρχής που χορηγεί την ενίσχυση:

Regione Piemonte

Assessorato Agricoltura, Tutela della Flora e della Fauna

Direzione Sviluppo dell'Agricoltura

Corso Stati Uniti, 21

I-10128 Torino

Ηλεκτρονική διεύθυνση: www.regione.piemonte.it/agri

Λοιπές πληροφορίες: Η εισφορά αφορά τις ενεργούς γεωργικές εκμεταλλεύσεις που είναι ενταγμένες κατά την υποβολή της αίτησης σε σύστημα ελέγχου σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2092/1991, των οποίων το κέντρο δραστηριότητας και το μεγαλύτερο μέρος των εκτάσεών τους βρίσκονται στο Piemonte, και αρχίζουν ή έχουν αρχίσει την μετατροπή του συμβατικού συστήματος παραγωγής τους σε βιολογικό κατά την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2005 έως 31 Δεκεμβρίου 2006.

Η εισφορά χορηγείται με βάση την εξής σειρά προτεραιότητας:

Αριθμός: XA 121/06

Κράτος μέλος: Ιταλία

Περιφέρεια: Marche

Ονομασία του καθεστώτος ενίσχυσης: Contributi alle cooperative agricole e alle cooperative sociali che operano nel settore agricolo e forestale al fine di ridurre i costi di produzione, a migliorare e diversificare le attività di produzione, a migliorare la qualità dei prodotti, a tutelare e migliorare l'ambiente naturale e le condizioni di igiene e benessere degli animali.

Νομική βάση:

1.

Art. 4 della legge regionale 23 febbraio 2005, n. 7 — «Promozione della cooperazione per lo sviluppo rurale»;

2.

Deliberazione di Giunta Regionale n. 1222 del 23.10.2006 avente ad oggetto «Programma annuale 2006 della legge regionale 23 febbraio 2005, n. 7 », «Promozione della cooperazione per lo sviluppo rurale» .

Ετήσια δαπάνη προβλεπόμενη στο πλαίσιο του καθεστώτος ή συνολικό ετήσιο ύψος της ενίσχυσης που χορηγείται: Η μέγιστη δαπάνη που προβλέπεται για το έτος 2006 είναι 150 000 EUR. Για τα επόμενα έτη εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης η μέγιστη δαπάνη θα καθορισθεί σύμφωνα με τους αντίστοιχους προϋπολογισμούς και ούτως ή άλλως δεν θα είναι ανώτερη των 1 000 000 EUR ανά έτος.

Μέγιστη ένταση της ενίσχυσης: Το ακαθάριστο ύψος της ενίσχυσης δεν θα υπερβαίνει το 30 % των επιλέξιμων δαπανών (40 % στις μειονεκτούσες περιοχές).

Η αποδεκτή προς χρηματοδότηση επένδυση δεν θα υπερβαίνει τα 60 000 EUR.

Η επένδυση πρέπει να αφορά τη μείωση του κόστους παραγωγής, τη βελτίωση και τη διαφοροποίηση των παραγωγικών διαδικασιών, τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων, την προστασία και τη βελτίωση του φυσικού περιβάλλοντος και των συνθηκών υγιεινής και της καλής μεταχείρισης των ζώων.

Οι τύποι αποδεκτών επενδύσεων πρέπει να εντάσσονται σε μια από τις κάτωθι κατηγορίες:

Ημερομηνία εφαρμογής: Τουλάχιστον δέκα εργάσιμες ημέρες μετά την αποστολή του παρόντος εντύπου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 19 πρώτη παράγραφος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2004.

Διάρκεια του καθεστώτος ή της μεμονωμένης ενίσχυσης: Το καθεστώς είναι αορίστου διάρκειας εξαρτώμενης από τις ετήσιες πιστώσεις του προϋπολογισμού που θα αποφασίσει η Περιφέρεια Marche και από τη διάρκεια ισχύος του κανονισμού εξαίρεσης [κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2004].

Στόχος της ενίσχυσης: Βελτίωση των εσόδων, των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας στους γεωργικούς συνεταιρισμούς και τις συνεταιριστικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον γεωργικό ή τον δασικό τομέα με στόχο τη μείωση του κόστους παραγωγής, τη βελτίωση και τη διαφοροποίηση των παραγωγικών διαδικασιών, τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων, την προστασία και τη βελτίωση του φυσικού περιβάλλοντος και των συνθηκών υγιεινής και της καλής μεταχείρισης των ζώων.

Δικαιούχοι:

1.

Συνεταιριστικές εταιρείες τύπου B εγγεγραμμένες στο μητρώο συνεταιριστικών εταιρειών που έχει θεσπισθεί με τον περιφερειακό νόμο της 18ης Δεκεμβρίου 2001 αριθ. 34, οι οποίες δραστηριοποιούνται στον γεωργικό ή τον δασικό τομέα·

2.

Γεωργικοί συνεταιρισμοί και οι κοινοπραξίες τους που φέρουν την ιδιότητα του Επαγγελματία Αγρότη Επιχειρηματία (IAP).

Ενδιαφερόμενοι τομείς: Γεωργικός τομέας.

Ονομασία και διεύθυνση της αρχής που χορηγεί την ενίσχυση:

Regione Marche

Servizio Agricoltura, Forestazione e Pesca

Posizione di Funzione Sviluppo della impresa agricola e del sistema agroalimentare

Via Tiziano n. 44

I-60100 Ancona

Ιστότοπος:

1.

www.agri-marche.it

2.

www.regione.marche.it

Λοιπές πληροφορίες: Οι εισφορές θα χορηγηθούν αποκλειστικά για επενδύσεις στο γεωργικό τομέα και οι δικαιούχοι θα επιλεγούν με δημόσιο διαγωνισμό.

Αριθμός: XA 122/06

Κράτος μέλος: Ιταλία

Περιφέρεια: Marche

Ονομασία του καθεστώτος ενίσχυσης: Contributi a cooperative o consorzi di cooperative che svolgono attività nel settore agricolo e forestale, nel settore agro-industriale e agroalimentare per il finanziamento di progetti di fattibilità finalizzati ad attivare processi di fusione di cooperative esistenti, allargamento della base sociale, aggregazione di nuove imprese in forma cooperativa con l'obiettivo di aumentare la competitività della struttura cooperativa, consentire alle società cooperative di trovare nuovi sbocchi commerciali, concentrare e riorganizzare l'offerta dei prodotti agricoli e forestali.

Νομική βάση:

1.

Art. 6 della legge regionale 23 febbraio 2005, n. 7 — «Promozione della cooperazione per lo sviluppo rurale»;

2.

Deliberazione di Giunta regionale n. 1222 del 23.10.2006 avente ad oggetto «Programma annuale 2006 della legge regionale 23 febbraio 2005, n. 7», «Promozione della cooperazione per lo sviluppo rurale».

Ετήσια δαπάνη προβλεπόμενη στο πλαίσιο του καθεστώτος ή συνολικό ετήσιο ύψος της ενίσχυσης που χορηγείται: Η μέγιστη δαπάνη που προβλέπεται για το έτος 2006 είναι 350 000 EUR. Για τα επόμενα έτη εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης η μέγιστη δαπάνη θα καθορισθεί σύμφωνα με τους αντίστοιχους προϋπολογισμούς και ούτως ή άλλως δεν θα είναι ανώτερη των 1 000 000 EUR ανά έτος.

Μέγιστη ένταση της ενίσχυσης: Η αποδεκτή δαπάνη που θα τύχει εισφοράς δεν πρέπει να είναι κατώτερη των 30 000 EUR.

Η εισφορά δεν μπορεί να υπερβαίνει το 75 % της δαπάνης και ούτως ή άλλως πρέπει να είναι κατώτερη των 100 000 EUR για τρία έτη ανά δικαιούχο, τηρουμένων όσων προβλέπονται στο άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2004.

Ημερομηνία εφαρμογής: Τουλάχιστον 10 εργάσιμες ημέρες μετά την αποστολή του παρόντος εντύπου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 19 πρώτη παράγραφος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. ΕΚ 1/2004.

Διάρκεια του καθεστώτος ή της μεμονωμένης ενίσχυσης: Το καθεστώς είναι αορίστου διάρκειας και εξαρτάται από τις ετήσιες πιστώσεις του προϋπολογισμού που θα αποφασίζει η Περιφέρεια Marche και από τη διάρκεια ισχύος του κανονισμού εξαίρεσης [κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2004].

Στόχος της ενίσχυσης: Προώθηση της συγχώνευσης υπαρχόντων συνεταιρισμών, της διεύρυνσης της κοινωνικής βάσης, της ομαδοποίησης νέων επιχειρήσεων σε συνεταιριστική μορφή με στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της συνεταιριστικής δομής, τη συνδρομή προς τις συνεταιριστικές επιχειρήσεις να βρουν νέες εμπορικές διεξόδους, τη συγκέντρωση και την αναδιοργάνωση της προσφοράς γεωργικών και δασικών προϊόντων.

Δικαιούχοι: Συνεταιρισμοί και κοινοπραξίες συνεταιρισμών που αναπτύσσουν δραστηριότητα στον γεωργικό ή το δασικό τομέα, στον τομέα της αγροβιομηχανίας και τον τομέα γεωργικών προϊόντων διατροφής, οι οποίες έχουν την έδρα τους στο έδαφος της Περιφέρειας και είναι εγγεγραμμένες στο κρατικό μητρώο συνεταιριστικών εταιρειών που έχει θεσπισθεί με υπουργικό διάταγμα των παραγωγικών δραστηριοτήτων της 23ης Ιουνίου 2004.

Ενδιαφερόμενοι τομείς: Το μέτρο δεν αφορά κάποιο συγκεκριμένο τομέα.

Ονομασία και διεύθυνση της αρχής που χορηγεί την ενίσχυση:

Regione Marche

Servizio Agricoltura, Forestazione e Pesca

Posizione di Funzione Sviluppo della impresa agricola e del sistema agroalimentare

Via Tiziano n. 44

I-60100 Ancona

Ιστότοπος:

3.

www.agri-marche.it

4.

www.regione.marche.it

Λοιπές πληροφορίες: Οι εισφορές θα χορηγηθούν αποκλειστικά για έργα στον γεωργικό τομέα και οι δικαιούχοι θα επιλεγούν με δημόσιο διαγωνισμό.

Οι ενισχύσεις προς δασικούς συνεταιρισμούς θα χορηγηθούν με την ίδια διαδικασία, τηρουμένου του κανόνα De Minimis για τη μη γεωργική παραγωγή που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 69/2001 της Επιτροπής (3).

Αριθμός ενίσχυσης: XA 123/06

Κράτος μέλος: Κάτω Χώρες

Περιφέρεια: Provincie Limburg

Τίτλος του καθεστώτος ενίσχυσης ή επωνυμία της επιχείρησης που λαμβάνει μεμονωμένη ενίσχυση: Verplaatsing melkveehouderij Snijders in Zuid- Limburg (Μετεγκατάσταση της εκμετάλλευσης γαλακτοπαραγωγής Snijders στο Νότιο Λιμβούργο)

Νομική Βάση: Algemene Subsidieverordening 2004

Subsidieregels voorbereidingskosten verplaatsing melkveehouderijen Zuid-Limburg

Ετήσια δαπάνη που προβλέπεται στο πλαίσιο του καθεστώτος ενίσχυσης ή συνολικό ποσό της χορηγούμενης στην επιχείρηση μεμονωμένης ενίσχυσης: Εφάπαξ ενίσχυση συνολικού ύψους 100 000 EUR που χορηγείται από την επαρχία ανά μετεγκατάσταση.

Μέγιστη ένταση ενίσχυσης: Η μέγιστη ενίσχυση που χορηγείται στον παραγωγό γάλακτος ανέρχεται στο 40 % του κόστους μετεγκατάστασης με μέγιστο ποσό 100 000 EUR. Το προαναφερόμενο ποσό αντιστοιχεί στην ενίσχυση που χορηγείται στον κάτοχο γεωργικής εκμετάλλευσης, όταν η μετεγκατάσταση προς το γενικό συμφέρον έχει ως αποτέλεσμα την απόκτηση από το δικαιούχο πιο σύγχρονων εγκαταστάσεων και την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας. Όταν έχει ως συνέπεια την αύξηση της αξίας των σχετικών εγκαταστάσεων και την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας, η συνεισφορά του δικαιούχου πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση με το 60 % της αύξησης της αξίας των σχετικών εγκαταστάσεων ή των σχετικών με την ανωτέρω αύξηση δαπανών, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφοι 3 και 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2004. Η συνεισφορά του παραγωγού γάλακτος ανέρχεται τουλάχιστον σε 60 %. Εκμετάλλευση γαλακτοπαραγωγής Snijders: εκτιμώμενες δαπάνες: 1 524 792 EUR.

Ημερομηνία εφαρμογής: Η απόφαση για τη χορήγηση της ενίσχυσης θα δημοσιευθεί μετά την απόδειξη παραλαβής, εκ μέρους της ΕΕ, της παρούσας κοινοποίησης.

Διάρκεια του καθεστώτος ενίσχυσης ή της μεμονωμένης ενίσχυσης: Από το Δεκέμβριο 2006 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2008.

Στόχος της ενίσχυσης: Η ενίσχυση σχετίζεται με τη μετεγκατάσταση, προς το γενικό συμφέρον, εκμεταλλεύσεων γαλακτοπαραγωγής που εμφανίζουν καλές μελλοντικές προοπτικές από περιοχές οι οποίες παρουσιάζουν κυρίως περιορισμούς χωροταξικού χαρακτήρα, όπου όμως η παρουσία εκμετάλλευσης γαλακτοπαραγωγής έχει ζωτική σημασία για τη διατήρηση της ποιότητας του περιβάλλοντος και του τοπίου. Σύμφωνα με τους επαρχιακούς στόχους, η μετεγκατάσταση εκμετάλλευσης γαλακτοπαραγωγής πρέπει να βασίζεται στην ποιότητα του τοπίου και του περιβάλλοντος και στη βιωσιμότητα.

Σχετικός(-οί) τομέας(-είς): Επιλέξιμες για τις σχετικές ενισχύσεις είναι οι εκμεταλλεύσεις εντατικής γαλακτοπαραγωγής (μικρομεσαίες επιχειρήσεις), ελάχιστου μεγέθους 75 NGE (Nederlandse grootte eenheden), οι οποίες βρίσκονται σε περιοχές με κλίση μεγαλύτερη από 2 % στο Νότιο Λιμβούργο.

Ονομασία και διεύθυνση της χορηγούσας αρχής:

Provincie Limburg

Limburglaan 10

Postbus 5700

6202 MA Maastricht

Nederland

Ιστότοπος: www.limburg.nl

Αριθμός ενίσχυσης: XA 124/06

Κράτος μέλος: Κάτω Χώρες

Περιφέρεια: Provincie Limburg

Τίτλος του καθεστώτος ενίσχυσης ή επωνυμία της επιχείρησης που λαμβάνει μεμονωμένη ενίσχυση: Verplaatsing melkveehouderij Mingels in Zuid- Limburg (Μετεγκατάσταση της εκμετάλλευσης γαλακτοπαραγωγής Mingels στο Νότιο Λιμβούργο)

Νομική Βάση: Algemene Subsidieverordening 2004

Subsidieregels voorbereidingskosten verplaatsing melkveehouderijen Zuid-Limburg

Ετήσια δαπάνη που προβλέπεται στο πλαίσιο του καθεστώτος ενίσχυσης ή συνολικό ποσό της χορηγούμενης στην επιχείρηση μεμονωμένης ενίσχυσης: Εφάπαξ ενίσχυση συνολικού ύψους 100 000 EUR που χορηγείται από την επαρχία ανά μετεγκατάσταση.

Μέγιστη ένταση ενίσχυσης: Η μέγιστη ενίσχυση που χορηγείται στον παραγωγό γάλακτος ανέρχεται στο 40 % του κόστους μετεγκατάστασης με μέγιστο ποσό 100 000 EUR. Το προαναφερόμενο ποσό αντιστοιχεί στην ενίσχυση που χορηγείται στον κάτοχο γεωργικής εκμετάλλευσης, όταν η μετεγκατάσταση προς το γενικό συμφέρον έχει ως αποτέλεσμα την απόκτηση από το δικαιούχο πιο σύγχρονων εγκαταστάσεων και την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας. Όταν έχει ως συνέπεια την αύξηση της αξίας των σχετικών εγκαταστάσεων και την αύξηση της παραγωγικής ικανότητας, η συνεισφορά του δικαιούχου πρέπει να είναι τουλάχιστον ίση με το 60 % της αύξησης της αξίας των σχετικών εγκαταστάσεων ή των σχετικών με την ανωτέρω αύξηση δαπανών, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφοι 3 και 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2004. Η συνεισφορά του παραγωγού γάλακτος ανέρχεται τουλάχιστον σε 60 %. Εκμετάλλευση γαλακτοπαραγωγής Mingels: εκτιμώμενες δαπάνες 1 874 970 EUR.

Ημερομηνία εφαρμογής: Η απόφαση για τη χορήγηση της ενίσχυσης θα δημοσιευθεί μετά την απόδειξη παραλαβής, εκ μέρους της ΕΕ, της παρούσας κοινοποίησης.

Διάρκεια του καθεστώτος ενίσχυσης ή της μεμονωμένης ενίσχυσης: Από το Δεκέμβριο 2006 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2008.

Στόχος της ενίσχυσης: Η ενίσχυση σχετίζεται με τη μετεγκατάσταση, προς το γενικό συμφέρον, εκμεταλλεύσεων γαλακτοπαραγωγής που εμφανίζουν καλές μελλοντικές προοπτικές από περιοχές οι οποίες παρουσιάζουν κυρίως περιορισμούς χωροταξικού χαρακτήρα, όπου όμως η παρουσία εκμετάλλευσης γαλακτοπαραγωγής έχει ζωτική σημασία για τη διατήρηση της ποιότητας του περιβάλλοντος και του τοπίου. Σύμφωνα με τους επαρχιακούς στόχους, η μετεγκατάσταση εκμετάλλευσης γαλακτοπαραγωγής πρέπει να βασίζεται στην ποιότητα του τοπίου και του περιβάλλοντος και στη βιωσιμότητα.

Σχετικός(-οί) τομέας(-είς): Επιλέξιμες για τις σχετικές ενισχύσεις είναι οι εκμεταλλεύσεις εντατικής γαλακτοπαραγωγής (μικρομεσαίες επιχειρήσεις), ελάχιστου μεγέθους 75 NGE (Nederlandse grootte eenheden), οι οποίες βρίσκονται σε περιοχές με κλίση μεγαλύτερη από 2 % στο Νότιο Λιμβούργο.

Ονομασία και διεύθυνση της χορηγούσας αρχής:

Provincie Limburg

Limburglaan 10

Postbus 5700

6202 MA Maastricht

Nederland

Ιστότοπος: www.limburg.nl


(1)  ΕΕ L 198 της 22.7.1991, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 1 της 3.1.2004, σ. 1.

(3)  ΕΕ L 10 της 13.1.2001, σ. 30.


14.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/10


Πληροφορίες που διαβιβάζουν τα κράτη μέλη για τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 70/2001 της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης EK στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις

(2007/C 162/05)

Αριθμός ενίσχυσης

XA 7005/07

Κράτος μέλος

Τσεχική Δημοκρατία

Περιφέρεια στην οποία εφαρμόζεται το καθεστώς (NUTS II)

Jihovýchod

Τίτλος καθεστώτος ενίσχυσης ή επωνυμία της επιχείρησης που λαμβάνει συμπληρωματική μεμονωμένη ενίσχυση

Podpora investic v souvislosti se zpracováním a uváděním zemědělských produktů na trh

Νομική βάση

1.

Zákon č. 129/2000 Sb., o krajích (krajské zřízení), ve znění pozdějších předpisů

2.

Zákon č. 250/2000 Sb., o rozpočtových pravidlech územních rozpočtů, ve znění pozdějších předpisů

3.

Zákon č. 252/1997 Sb., o zemědělství, ve znění pozdějších předpisů

4.

Program rozvoje kraje Vysočina

5.

Zásady Zastupitelstva kraje Vysočina pro poskytování finančních příspěvků na podporu zemědělství v kraji Vysočina pro období 2007–2013 z rozpočtu kraje Vysočina a způsobu kontroly jejich využití č. 07/06

Ετήσιες δαπάνες που έχουν προγραμματιστεί βάσει του καθεστώτος ενίσχυσης:

Συνολικό ετήσιο ποσό: 5 000 000 CZK (0,181 εκατομμυρίων EUR)

Μέγιστη ένταση ενίσχυσης

Βάσει του άρθρου 4 της οδηγίας

Ναι

Μέχρι το 50 % των επιλέξιμων δαπανών για επενδύσεις σε κτήρια και τεχνολογία

Ημερομηνία εφαρμογής

Από 1.3.2007

Διάρκεια

Μέχρι την 31.12.2013

Σχετικός(-οί) κλάδος(-οι)

Όλοι οι επιλέξιμοι κλάδοι για περιφερειακή ενίσχυση

Όχι

Ενίσχυση που περιορίζεται σε ορισμένους κλάδους:

Μεταποίηση και εμπορία γεωργικών προϊόντων που αναφέρονται στο Παράρτημα I της συνθήκης ΕΚ, εκτός προϊόντων τα οποία αποτελούν απομίμηση ή υποκατάστατα γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων.

Κωδικός NACE Αναθ. 1.1  (1)15

Ναι

Όνομα και διεύθυνση της χορηγούσας αρχής

Vysočina

Žižkova 57

CZ-587 33 Jihlava

Tél. (420) 564 60 22 08

brom.m@kr-vysocina.cz

www.kr-vysocina.cz/soubory/450008/zasady-7-2006.pdf


Αριθμός ενίσχυσης

XA 7006/07

Κράτος μέλος

Τσεχική Δημοκρατία

Περιφέρεια

Vysočina

Τίτλος καθεστώτος ενίσχυσης ή όνομα της επιχείρησης που λαμβάνει μεμονωμένη ενίσχυση

Podpora poskytování technické podpory v odvětví zemědělství

Νομική βάση

1.

Zákon č. 129/2000 Sb., o krajích (krajské zřízení), ve znění pozdějších předpisů

2.

Zákon č. 250/2000 Sb., o rozpočtových pravidlech územních rozpočtů, ve znění pozdějších předpisů

3.

Zákon č. 252/1997 Sb., o zemědělství, ve znění pozdějších předpisů

4.

Program rozvoje kraje Vysočina

5.

Zásady Zastupitelstva kraje Vysočina pro poskytování finančních příspěvků na podporu zemědělství v kraji Vysočina pro období 2007–2013 z rozpočtu kraje Vysočina a způsobu kontroly jejich využití č. 07/06

Ετήσιες δαπάνες που έχουν προγραμματιστεί βάσει του καθεστώτος ή συνολικό ποσό της μεμονωμένης ενίσχυσης που χορηγήθηκε στην επιχείρηση

Έως 600 000 CZK

Μέγιστη ένταση της ενίσχυσης

Ποσό της ενίσχυσης: μέχρι το 50 % των επιλέξιμων δαπανών.

Οι επιλέξιμες δαπάνες που μπορούν να τύχουν χρηματοδοτικής συμμετοχής κυμαίνονται από 5 000 έως 250 000 CZK για κάθε έργο.

Το μέγιστο ποσό της χρηματοδοτικής συμμετοχής ανά δικαιούχο/κάτοχο έργου ανέρχεται σε 1 750 000 τσεχικές κορώνες για την περίοδο 2007-2013

Ημερομηνία εφαρμογής

Από 1.3.2007

Διάρκεια του καθεστώτος ή της μεμονωμένης ενίσχυσης

Μέχρι την 31.12.2013

Στόχος της ενίσχυσης

Η ενίσχυση έχει ως στόχο την βελτίωση της επαγγελματικής ικανότητας των επιχειρηματιών που ασχολούνται με την μεταποίηση και εμπορία γεωργικών προϊόντων που αναφέρονται στο Παράρτημα I της συνθήκης ΕΚ με σκοπό την αύξηση της αποτελεσματικότητας και της παραγωγικότητας της εργασίας.

Η ενίσχυση αυτή είναι σύμφωνη με τη γενικά ισχύουσα νομοθεσία στην Τσεχική Δημοκρατία καθώς επίσης και με τους στόχους και προτεραιότητες του «Αναπτυξιακού προγράμματος για την περιφέρεια Vysočina» και τους «Κανόνες της περιφερειακής συνέλευσης Vysočina για τη χορήγηση χρηματοδοτικών ενισχύσεων από τον περιφερειακό προϋπολογισμό της Vysočina για την υποστήριξη της γεωργίας στην περιφέρεια Vysočina κατά την περίοδο 2007-13 και τους κανόνες παρακολούθησης της χρήσης τους». Η ενίσχυση διέπεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 70/2001.

Στις επιλέξιμες δαπάνες συγκαταλέγονται: δαπάνες για τη διοργάνωση διαγωνισμών και εκθέσεων που έχουν ως θέμα τη μεταποίηση και εμπορία γεωργικών προϊόντων που αναφέρονται στο Παράρτημα I της συνθήκης ΕΚ, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής στις δαπάνες που αφορούν τη συμμετοχή των εκθετών σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις· δαπάνες για τη διοργάνωση επιμορφωτικών εκδηλώσεων με θέμα τη μεταποίηση και εμπορία γεωργικών προϊόντων που αναφέρονται στο Παράρτημα I της συνθήκης ΕΚ με τη μορφή μαθημάτων, σεμιναρίων ή εργαστηρίων· δαπάνες για τεχνολογικές και οικονομικές συμβουλές σε οικονομικούς επιχειρηματίες.

Σχετικός(-οί) οικονομικός(-οί) κλάδος(-οι)

Όλοι οι κλάδοι

 

ή

 

Ανθρακωρυχεία

 

Ολόκληρη η βιομηχανία

 

ή

 

Χαλυβουργία

 

Ναυπηγική βιομηχανία

 

Συνθετικές ίνες

 

Αυτοκινητοβιομηχανία

 

Λοιποί βιομηχανικοί κλάδοι

 

Μεταποίηση και εμπορία γεωργικών προϊόντων

Ναι

Όλες οι υπηρεσίες

 

ή

 

Υπηρεσίες μεταφορών

 

Χρηματοοικονομικές υπηρεσίες

 

Λοιπές υπηρεσίες

 

Όνομα και διεύθυνση της χορηγούσας αρχής

Vysočina

Žižkova 57

CZ-587 33 Jihlava

Λοιπές πληροφορίες

Η περιφέρεια Vysočina δηλώνει ότι θα τηρηθούν οι όροι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 70/2001, δηλαδή η ενίσχυση θα έχει ως στόχο μικρομεσαίες επιχειρήσεις που ασχολούνται με την πρωτογενή γεωργική παραγωγή και ότι θα τηρηθεί το όριο χρηματοδότησης που ορίζεται από τον εν λόγω κανονισμό


Αριθμός ενίσχυσης

XA 7008/07

Κράτος μέλος

Αυστρία

Περιφέρεια στην οποία εφαρμόζεται το καθεστώς (NUTS II)

Όλες οι περιφέρειες που περιλαμβάνονται στον εγκεκριμένο χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων της Αυστρίας για το 2007-2013· N 492/06

Τίτλος του καθεστώτος ενίσχυσης:

ERP-Landwirtschaftsprogramm

Nachfolgeregelung des ERP-Landwirtschafts-programms, N 519/00

Νομική βάση

Richtlinien für das ERP-Landwirtschaftsprogramm

Allgemeine Bestimmungen für die ERP-Programme der Sektoren Tourismus, Landwirtschaft, Forstwirtschaft und Verkehr

Σχεδιαζόμενη ετήσια δαπάνη στο πλαίσιο του καθεστώτος

Ετήσιο συνολικό ποσό στο πλαίσιο του καθεστώτος

πιστώσεις ύψους έως 5 εκατομμυρίων EUR περίπου

= περίπου 0,6 εκατομμυρίων EUR ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης (ΑΙΕ)

Μέγιστη ένταση της ενίσχυσης

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού

Ναι

Έναρξη ισχύος

1.1.2007

Διάρκεια

Έως τις 31.12.2013

Σχετικοί οικονομικοί τομείς

Όλοι οι οικονομικοί τομείς οι οποίοι είναι επιλέξιμοι για περιφερειακές ενισχύσεις επενδύσεων

Όχι

Η ενίσχυση περιορίζεται σε συγκεκριμένους οικονομικούς τομείς

Ναι

Μεταποίηση και εμπορία γεωργικών προϊόντων

Ονομασία και διεύθυνση της χορηγούσας αρχής

ERP-Fonds

Ungargasse 37

A-1030 Wien

Tel. (43-1) 501-75 DW 466

e.kober@awsg.at

www.awsg.at/2007plus www.erp-fonds.at


(1)  Αναθ. NACE 1.1 είναι η στατιστική ταξινόμηση των οικονομικών δραστηριοτήτων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.


14.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/13


Ανακοίνωση της Επιτροπής, στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας 2004/22/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα όργανα μετρήσεων

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(Δημοσίευση τίτλων και στοιχείων αναφοράς εναρμονισμένων προτύπων βάσει της οδηγίας)

(2007/C 162/06)

EOT (1)

Στοιχείο αναφοράς και τίτλος του προτύπου

(και έγγραφο αναφοράς)

Έγγραφο αναφοράς

Ημερομηνία λήξης της ισχύος του τεκμηρίου συμμόρφωσης του αντικατασταθέντος προτύπου

Σημείωση 1

CEN

EN 1359:1998

Μετρητές αερίου — Μετρητές αερίου με διάφραγμα

 

EN 1359:1998/A1:2006

 

 

CEN

EN 1434-1:2007

Μετρητές θερμότητας — Μέρος 1: Γενικές απαιτήσεις

 

CEN

EN 1434-2:2007

Μετρητές θερμότητας — Μέρος 2: Κατασκευαστικές απαιτήσεις

 

CEN

EN 1434-4:2007

Μετρητές θερμότητας — Μέρος 4: Δοκιμές έγκρισης δείγματος

 

CEN

EN 1434-5:2007

Μετρητές θερμότητας — Μέρος 5: Αρχικές δοκιμές επιβεβαίωσης

 

CEN

EN 12261:2002

Μετρητές αερίου — Μετρητές στροβίλου

 

EN 12261:2002/A1:2006

 

 

CEN

EN 12405-1:2005

Μετρητές αερίου — Διατάξεις αναγωγής — Μέρος 1: Αναγωγή όγκου

 

EN 12405-1:2005/A1:2006

 

 

CEN

EN 12480:2002

Μετρητές αερίου — Ογκομετρικοί μετρητές περιστροφικής κίνησης

 

EN 12480:2002/A1:2006

 

 

CEN

EN 14154-1:2005+A1:2007

Μετρητές νερού — Μέρος 1: Γενικές απαιτήσεις

 

CEN

EN 14154-2:2005+A1:2007

Μετρητές νερού — Μέρος 2: Εγκατάσταση και συνθήκες χρήσης

 

CEN

EN 14154-3:2005+A1:2007

Μετρητές νερού — Μέρος 3: Μέθοδοι δοκιμής και εξοπλισμός

 

CEN

EN 14236:2007

Οικιακοί μετρητές αερίου με υπερήχους

 

Σημείωση 1

Γενικά, η ημερομηνία λήξεως της ισχύος του τεκμηρίου συμμόρφωσης είναι η ημερομηνία απόσυρσης («dow»), η οποία καθορίζεται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Τυποποίησης, αλλά εφιστάται η προσοχή των χρηστών των προτύπων αυτών στο γεγονός ότι σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις, αυτό μπορεί να αλλάξει.

Σημείωση 3

Στην περίπτωση τροποποιήσεων, το έγγραφο αναφοράς είναι το EN CCCCC:YYYY. Οι προηγούμενες τροποποιήσεις, αν υπάρχουν, και οι νέες ονομάζονται «τροποποίηση». Το αντικατασταθέν πρότυπο (στήλη 4) συνεπώς αποτελείται από το EN CCCCC:YYYY και από τις προηγούμενες τροποποιήσεις του, αν υπάρχουν, αλλά χωρίς τη νέα ονομαζόμενη«τροποποίηση». Τη δεδομένη ημερομηνία, το αντικατασταθέν πρότυπο παύει να παρέχει τεκμήρια συμμόρφωσης με τις βασικές απαιτήσεις της οδηγίας.

Προειδοποίηση:

Κάθε αίτηση για παροχή πληροφοριών σχετικά με τα πρότυπα πρέπει να απευθύνεται είτε στους Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς Τυποποίησης είτε στους εθνικούς οργανισμούς τυποποίησης των οποίων ο κατάλογος επισυνάπτεται ως παράρτημα στην οδηγία 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2) όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 98/48/ΕΚ (3).

Η δημοσίευση των στοιχείων αυτών στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν σημαίνει ότι τα πρότυπα είναι διαθέσιμα σε όλες τις κοινοτικές γλώσσες.

Ο κατάλογος αυτός αντικαθιστά τους προηγούμενους καταλόγους που δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Επιτροπή εξασφαλίζει την ενημέρωση του παρόντος καταλόγου.

Περισσότερες πληροφορίες σε

http://ec.europa.eu/enterprise/newapproach/standardization/harmstds/


(1)  EOT: Ευρωπαϊκός Οργανισμός Τυποποίησης

CEN: rue de Stassart 36, B-1050 Brussels, Tel. (32-2) 550 08 11· fax (32-2) 550 08 19 (http://www.cen.eu)

CENELEC: rue de Stassart 35, B-1050 Brussels, Tel. (32-2) 519 68 71· fax (32-2) 519 69 19 (http://www.cenelec.org)

ETSI: 650, route des Lucioles, F-06921 Sophia Antipolis, Tel. (33) 492 94 42 00· fax (33) 493 65 47 16 (http://www.etsi.org)

(2)  ΕΕ L 204 της 21.7.1998, σ. 37.

(3)  ΕΕ L 217 της 5.8.1998, σ. 18.


V Γνωστοποιήσεις

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

Επιτροπή

14.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/15


Προηγούμενη γνωστοποίηση συγκέντρωσης

(Υπόθεση COMP/M.4652 — National Grid/TenneT/BritNed JV)

Υπόθεση υποψήφια για απλοποιημένη διαδικασία

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2007/C 162/07)

1.

Στις 6 Ιουλίου 2007, η Επιτροπή έλαβε γνωστοποίηση μιας προτεινόμενης συγκέντρωσης σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (EK) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου (1) με την οποία οι επιχειρήσεις National Grid plc («National Grid», Ηνωμένο Βασίλειο) και TenneT Holding B.V. («TenneT», Κάτω Χώρες) αποκτούν με την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού του Συμβουλίου κοινό έλεγχο της επιχείρησης BritNed Development Ltd («BritNed», Ηνωμένο Βασίλειο) με αγορά μετοχών σε νεοδημιουργηθείσα εταιρεία που αποτελεί κοινή επιχείρηση.

2.

Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες των εν λόγω επιχειρήσεων είναι:

για την National Grid: εκμετάλλευση του συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος υψηλής τάσης στο Ηνωμένο Βασίλειο· εκμετάλλευση συστημάτων μεταφοράς φυσικού αερίου στο Ηνωμένο Βασίλειο,

για την TenneT: εκμετάλλευση του συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικού ρεύματος υψηλής τάσης στις Κάτω Χώρες,

για την BritNed: κατασκευή και εκμετάλλευση γραμμής διασύνδεσης υψηλής τάσης μεταξύ Ηνωμένου Βασιλείου και Κάτω Χωρών.

3.

Κατά την προκαταρκτική εξέταση, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η γνωστοποιηθείσα συναλλαγή θα μπορούσε να εμπέσει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (EK) αριθ. 139/2004. Εντούτοις, επιφυλάσσεται να λάβει τελική απόφαση επί του σημείου αυτού. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με μια απλοποιημένη διαδικασία αντιμετώπισης ορισμένων συγκεντρώσεων βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου (2) σημειώνεται ότι η παρούσα υπόθεση είναι υποψήφια για να αντιμετωπιστεί βάσει της διαδικασίας που προβλέπεται στην ανακοίνωση.

4.

Η Επιτροπή καλεί τους ενδιαφερόμενους τρίτους να υποβάλουν οποιεσδήποτε παρατηρήσεις για την προτεινόμενη συγκέντρωση στην Επιτροπή.

Οι παρατηρήσεις πρέπει να φθάσουν στην Επιτροπή το αργότερο εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία της παρούσας δημοσίευσης, με την αναφορά COMP/M.4652 — National Grid/TenneT/BritNed JV. Οι παρατηρήσεις μπορούν να σταλούν στην Eπιτροπή με φαξ [αριθμός (32-2) 296 43 01 ή 296 72 44] ή ταχυδρομικά στην ακόλουθη διεύθυνση:

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

ΓΔ Ανταγωνισμού

Μητρώο Συγχωνεύσεων

J-70

B-1049 Bruxelles/Brussel


(1)  ΕΕ L 24 της 29.1.2004, σ. 1.

(2)  ΕΕ C 56 της 5.3.2005, σ. 32.


14.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/16


Προηγούμενη γνωστοποίηση συγκέντρωσης

(Υπόθεση COMP/M.4773 — 3i/Eltel)

Υπόθεση υποψήφια για απλοποιημένη διαδικασία

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2007/C 162/08)

1.

Στις 6 Ιουλίου 2007, η Επιτροπή έλαβε γνωστοποίηση μιας προτεινόμενης συγκέντρωσης σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (EK) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου (1) με την οποία η 3i Group Plc («3i», Ηνωμένο Βασίλειο) αποκτά με την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού του Συμβουλίου έλεγχο του συνόλου της επιχείρησης Eltel Group Corporation («Eltel», Φινλανδία) με αγορά μετοχών.

2.

Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες των εν λόγω επιχειρήσεων είναι:

για την 3i: επενδύσεις σε ιδιωτικό μετοχικό κεφάλαιο,

για την Eltel: κατασκευή και συντήρηση υποδομών τηλεπικοινωνιών και ηλεκτρισμού.

3.

Κατά την προκαταρκτική εξέταση, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η γνωστοποιηθείσα συναλλαγή θα μπορούσε να εμπέσει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (EK) αριθ. 139/2004. Εντούτοις, επιφυλάσσεται να λάβει τελική απόφαση επί του σημείου αυτού. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με μια απλοποιημένη διαδικασία αντιμετώπισης ορισμένων συγκεντρώσεων βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου (2) σημειώνεται ότι η παρούσα υπόθεση είναι υποψήφια για να αντιμετωπιστεί βάσει της διαδικασίας που προβλέπεται στην ανακοίνωση.

4.

Η Επιτροπή καλεί τους ενδιαφερόμενους τρίτους να υποβάλουν οποιεσδήποτε παρατηρήσεις για την προτεινόμενη συγκέντρωση στην Επιτροπή.

Οι παρατηρήσεις πρέπει να φθάσουν στην Επιτροπή το αργότερο εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία της παρούσας δημοσίευσης, με την αναφορά COMP/M.4773 — 3i/Eltel. Οι παρατηρήσεις μπορούν να σταλούν στην Eπιτροπή με φαξ [αριθμός (32-2) 296 43 01 ή 296 72 44] ή ταχυδρομικά στην ακόλουθη διεύθυνση:

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

ΓΔ Ανταγωνισμού

Μητρώο Συγχωνεύσεων

J-70

B-1049 Bruxelles/Brussel


(1)  ΕΕ L 24 της 29.1.2004, σ. 1.

(2)  ΕΕ C 56 της 5.3.2005, σ. 32.


14.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/17


Προηγούμενη γνωστοποίηση συγκέντρωσης

(Υπόθεση COMP/M.4682 — INEOS/Lanxess' engineering thermoplastic resins business)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2007/C 162/09)

1.

Στις 6 Ιουλίου 2007, η Επιτροπή έλαβε γνωστοποίηση μιας προτεινόμενης συγκέντρωσης σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (EK) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου (1) με την οποία η επιχείρηση INEOS («INEOS», Ηνωμένο Βασίλειο) αποκτά με την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού του Συμβουλίου αποκλειστικό έλεγχο της επιχειρηματικής δραστηριότητας μηχανικής θερμοπλαστικών ρητινών που επί του παρόντος ανήκει στην επιχείρηση Lanxess («Lanxess business», Γερμανία) με αγορά μετοχών.

2.

Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες των εν λόγω επιχειρήσεων είναι:

για την INEOS: παραγωγή ειδικών και ενδιάμεσων χημικών προϊόντων,

για την Lanxess business: σε παγκόσμια κλίμακα, μηχανική θερμοπλαστικών ρητινών, ειδικότερα συμπολυμερών με βάση το στυρόλιο.

3.

Κατά την προκαταρκτική εξέταση, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η γνωστοποιηθείσα συναλλαγή θα μπορούσε να εμπέσει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (EK) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου. Εντούτοις, επιφυλάσσεται να λάβει τελική απόφαση επί του σημείου αυτού.

4.

Η Επιτροπή καλεί τους ενδιαφερόμενους τρίτους να υποβάλουν οποιεσδήποτε παρατηρήσεις για την προτεινόμενη συγκέντρωση στην Επιτροπή.

Οι παρατηρήσεις πρέπει να φθάσουν στην Επιτροπή το αργότερο εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία της παρούσας δημοσίευσης, με την αναφορά COMP/M.4682 — INEOS/Lanxess' engineering thermoplastic resins business. Οι παρατηρήσεις μπορούν να σταλούν στην Eπιτροπή με φαξ [αριθμός (32-2) 296 43 01 ή 296 72 44] ή ταχυδρομικά στην ακόλουθη διεύθυνση:

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

ΓΔ Ανταγωνισμού

Μητρώο Συγχωνεύσεων

J-70

B-1049 Bruxelles/Brussel


(1)  ΕΕ L 24 της 29.1.2004, σ. 1.


14.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/18


Προηγούμενη γνωστοποίηση συγκέντρωσης

(Υπόθεση COMP/M.4768 — CRH/Cementbouw)

Υπόθεση υποψήφια για απλοποιημένη διαδικασία

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2007/C 162/10)

1.

Στις 10 Ιουλίου 2007, η Επιτροπή έλαβε γνωστοποίηση μιας προτεινόμενης συγκέντρωσης σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (EK) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου (1) με την οποία η επιχείρηση CRH Nederland B.V. («CRH», Κάτω Χώρες), που ανήκει στον όμιλο CRH plc Group («CRH plc», Ιρλανδία), αποκτά με την έννοια του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού του Συμβουλίου έλεγχο του συνόλου της επιχείρησης Cementbouw B.V. («Cementbouw», Κάτω Χώρες), με αγορά μετοχών.

2.

Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες των εν λόγω επιχειρήσεων είναι:

για την CRH: παραγωγή και διανομή οικοδομικών υλικών (όπως τσιμέντο, αδρανή, υλικά επίστρωσης, έτοιμο σκυρόδεμα) και προϊόντων για την οικοδομική βιομηχανία (όπως προκατασκευασμένα στοιχεία από σκυρόδεμα, τούβλα και πλακάκια),

για την CRH plc: παραγωγή και διανομή υλικών και προϊόντων για την οικοδομική βιομηχανία,

για την Cementbouw: χονδρικό εμπόριο τσιμέντου και άλλων συνδετικών υλικών καθώς και παραγωγή έτοιμου σκυροδέματος.

3.

Κατά την προκαταρκτική εξέταση, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η γνωστοποιηθείσα συναλλαγή θα μπορούσε να εμπέσει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (EK) αριθ. 139/2004. Εντούτοις, επιφυλάσσεται να λάβει τελική απόφαση επί του σημείου αυτού. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με μια απλοποιημένη διαδικασία αντιμετώπισης ορισμένων συγκεντρώσεων βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου (2) σημειώνεται ότι η παρούσα υπόθεση είναι υποψήφια για να αντιμετωπιστεί βάσει της διαδικασίας που προβλέπεται στην ανακοίνωση.

4.

Η Επιτροπή καλεί τους ενδιαφερόμενους τρίτους να υποβάλουν οποιεσδήποτε παρατηρήσεις για την προτεινόμενη συγκέντρωση στην Επιτροπή.

Οι παρατηρήσεις πρέπει να φθάσουν στην Επιτροπή το αργότερο εντός δέκα ημερών από την ημερομηνία της παρούσας δημοσίευσης, με την αναφορά COMP/M.4768 — CRH/Cementbouw. Οι παρατηρήσεις μπορούν να σταλούν στην Eπιτροπή με φαξ [αριθμός (32-2) 296 43 01 ή 296 72 44] ή ταχυδρομικά στην ακόλουθη διεύθυνση:

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

ΓΔ Ανταγωνισμού

Μητρώο Συγχωνεύσεων

J-70

B-1049 Bruxelles/Brussel


(1)  ΕΕ L 24 της 29.1.2004, σ. 1.

(2)  ΕΕ C 56 της 5.3.2005, σ. 32.


14.7.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 162/19


ΚΡΑΤΙΚΈΣ ΕΝΙΣΧΫΣΕΙΣ — ΑΥΣΤΡΊΑ

Κρατική ενίσχυση C 16/07 (πρώην NN 55/06) — Ενίσχυση από το δημόσιο για την Postbus σην περιοχή Lienz

Πρόσκληση για υποβολή παρατηρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(2007/C 162/11)

Με επιστολή της 30ής Μαΐου 2007 που αναδημοσιεύεται στη γλώσσα στην οποία το κείμενό της θεωρείται αυθεντικό, στις σελίδες που ακολουθούν την παρούσα περίληψη, η Επιτροπή κοινοποίησε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Αυστρίας την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 88, παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ σχετικά με το προαναφερθέν μέτρο.

Τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί των μέτρων για τα οποία η Επιτροπή κινεί τη διαδικασία μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας περίληψης και της επιστολής που ακολουθεί, στην ακόλουθη διεύθυνση:

Commission européenne

Direction générale de l'Energie et des Transports

Direction A Affaires générales

B-1049 Bruxelles

Φαξ: (32-2) 296 41 04

Οι παρατηρήσεις αυτές θα κοινοποιηθούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Αυστρίας. Η ταυτότητα του ενδιαφερόμενου μέρους που υποβάλει τις παρατηρήσεις μπορεί να τηρηθεί εμπιστευτική, εφόσον ζητηθεί γραπτώς, με αναφορά των σχετικών λόγων.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΛΗΨΗΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ

Με επιστολές που έλαβε η Επιτροπή στις 2 Aυγούστου 2002 και στις 23 Aυγούστου 2002, μια αυστριακή εταιρεία μεταφορική εταιρεία λεωφορείων υπέβαλε καταγγελία σχετικά με την εικαζόμενες κρατικές ενισχύσεις που χορηγήθηκαν το 2002 από τον δημόσιο οργανισμό μεταφορών του Τιρόλου (Verkehrsverbund Tyrol GmbH) στην επιχείρηση Postbus AG (στο εξής: Postbus), η οποία ασκεί δραστηριότητα στην περιοχή Lienz, στο Τιρόλο. Με επιστολή που απέστειλε στις 14 Ιουλίου 2005, η Επιτροπή ζήτησε από την αυστριακή κυβέρνηση συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με τη χρηματοδότηση αυτή. Η απάντηση της αυστριακής κυβέρνησης παρελήφθη με επιστολή της 3ης Οκτωβρίου 2005.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ/ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ (ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ) ΚΙΝΕΙ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ

Στις 16 Απριλίου 1997 και στις 20 Ιουνίου 1997, το ομοσπονδιακό κράτος, το ομόσπονδο κράτος (Land) Tyrol, η Postbus και άλλες επιχειρήσεις μεταφορών με λεωφορεία συνήψαν «σύμβαση παροχής υπηρεσιών σχετικά με την Verkehrsverbund Tyrol», που είχε ως αντικείμενο τη σύσταση της Verkehrsverbund Tyrol με βάση την ανταμοιβή των επιχειρήσεων μεταφορών με λεωφορεία σύμφωνα με την Alteinnahmegarantie. Η Verkehrsverbund Tirol GmbH, στο εξής VVT, είναι οργανισμός ιδιωτικού δικαίου που έχει επιφορτιστεί με το σχεδιασμό και τον συντονισμό των μεταφορών με λεωφορεία, στην περιοχή του ανατολικού Τιρόλου. Σύμφωνα με τον ομοσπονδιακό νόμο Bundesgesetz über die Ordnung des öffentlichen Personennah- und Regionalverkehrs, το ομοσπονδιακό κράτος καταβάλλει στη VVT ετησίως ένα ποσό για την οργάνωση των δημοσίων συγκοινωνιών στην περιοχή του.

Εφόσον η διάταξη § 19 (1) ÖPNRV-G υποχρεώνει τις Verkehrsverbundgesellschaften να αντικαταστήσουν το σύστημα Alteinnahmegarantie, εντός προθεσμίας 5 ετών από το 1999, με σύστημα συμβάσεων δημόσιας υπηρεσίας, η VVT και η Postbus άρχισαν διαπραγματεύσεις, μεταξύ άλλων, για σχετική σύμβαση για την περιοχή Lienz.

Στις 12 Ιουλίου 2002, η VVT συνήψε με την εταιρεία Postbus σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας για τη δημόσια μεταφορά επιβατών με τις γραμμές λεωφορείων 5002, 5008, 5010, 5012, 5014, 5050 και 5052, στην περιοχή Lienz του Τιρόλου. Κατά τη σύναψη της σύμβασης η Postbus κατείχε ήδη άδειες εκμετάλλευσης των γραμμών αυτών.

Εφόσον η Postbus είχε υποβάλει αίτηση για άδεια εκμετάλλευσης αυτών των γραμμών με δική της πρωτοβουλία, οι εν λόγω γραμμές θεωρούνται, βάσει της αυστριακής νομοθεσίας, γραμμές που λειτουργούν με τρόπο «eigenwirtschaftlich». Κατά συνέπεια, η εν λόγω σύμβαση δεν αποτέλεσε αντικείμενο πρόσκλησης για υποβολή προσφορών, επειδή η αυστριακή νομοθεσία δεν προβλέπει τέτοια υποχρέωση για τις γραμμές που λειτουργούν με τρόπο «eigenwirtschaftlich».

Η Postbus επελέγη, συγκεκριμένα, επειδή η Postbus ήταν η μοναδική επιχείρηση που κατείχε την απαραίτητη άδεια για την παροχή σχετικών υπηρεσιών μεταφορών στην περιοχή Lienz.

ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ/ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

Ύπαρξη ενίσχυσης. Εφόσον πρόκειται για σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας, εφαρμόζεται η νομολογία Altmark του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (1). Από την εξέταση της Επιτροπής προέκυψε ότι πληρούται το κριτήριο 1 της νομολογίας Altmark, δηλαδή η ανάθεση στην Postbus της εκτέλεσης σαφώς καθορισμένων υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, δεδομένου ότι στη σύμβαση δημόσιας υπηρεσίας καθορίζονται σαφώς οι υποχρεώσεις δημόσιας υπηρεσίας της Postbus. Αντίθετα, η Επιτροπή συμπέρανε ότι το κριτήριο 2 της νομολογίας Altmark δεν πληρούται στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφόσον οι παράμετροι βάσει των οποίων υπολογίζεται η αμοιβή δεν έχουν καθοριστεί αντικειμενικά και με διαφάνεια. Εφόσον πληρούνται τα άλλα κριτήρια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι τα επίμαχα μέτρα συνιστούν ενίσχυση.

Νομική βάση για την αξιολόγηση του συμβιβάσιμου: Η Επιτροπή θεωρεί ότι ενδεχόμενη ενίσχυση θα μπορούσε, εν μέρει ή συνολικά, να είναι συμβατή με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69. Η Επιτροπή έχει ωστόσο κάποιες αμφιβολίες σχετικά με το αν πληρούνται οι όροι του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69. Οι αμφιβολίες αυτές συνδέονται με την απουσία υπεραντιστάθμισης.

Από τις πληροφορίες που διαβίβασε η αυστριακή κυβέρνηση, προκύπτει, αφενός, ότι το κόστος παροχής υπηρεσιών για την Postbus είναι 2 217 000 EUR συνολικά, που αντιστοιχεί σε μέση τιμή 1,92 EUR ανά χιλιόμετρο· αφετέρου, από τις πληροφορίες αυτές προκύπτει ότι το τίμημα που καταβάλλει η VTT για την παροχή των υπηρεσιών είναι 2 217 000 EUR συνολικά, δηλαδή 1,92 EUR ανά χιλιόμετρο. Εκ πρώτης όψεως, η αντιστάθμιση που εισπράττει η Postbus αντιστοιχεί ακριβώς στο κόστος.

Οι αυστριακές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι οι δαπάνες της Postbus για την εκτέλεση της σύμβασης επαληθεύτηκαν από την VVT με τρεις διαφορετικές μεθόδους πριν από τη σύναψη της σύμβασης. Αυτές οι τρεις μέθοδοι είναι το κόστος ανά χιλιόμετρο (Prüfung nach Kilometersätzen), το κόστος ανά στοιχείο κόστους (Prüfung nach Kostensätzen) και το κόστος με βάση τις διάφορες κατηγορίες κόστους (Prüfung nach Einzelkostenpositionen).

Η Επιτροπή θεωρεί ότι με τον τρόπο αυτό οι αυστριακές αρχές διέθεσαν πληροφορίες οι οποίες μπορούν να αποδείξουν ότι το ύψος της αντιστάθμισης που καταβάλλεται στην Postbus δεν υπερβαίνει το ποσό που είναι απαραίτητο για την κάλυψη του κόστους που προκύπτει από την εκτέλεση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά έσοδα καθώς και ένα εύλογο κέρδος για την εκτέλεση των υποχρεώσεων αυτών. Κατά συνέπεια, οι πληρωμές που λαμβάνει η Postbus βάσει της σύμβασης δημόσιας υπηρεσίας που έχει συνάψει με την VVT, και που αποτελούν κρατικές ενισχύσεις, θα μπορούσαν να είναι συμβατές με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69.

Ωστόσο, η Επιτροπή θεωρεί ότι λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπήρξε πρόσκληση υποβολής προσφορών, και ότι άμεσος ανταγωνιστής της Postbus ισχυρίζεται ότι η Postbus εισπράττει υπεραντιστάθμιση, στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία σε αυτόν τον ανταγωνιστή, καθώς και σε όλους τους τρίτους ενδιαφερομένους, να εκφράσουν τη γνώμη τους για τις μεθόδους επαλήθευσης των δαπανών από την Αυστρία, προκειμένου να είναι σε θέση να καταλήξει με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι η Postbus δεν εισπράττει υπεραντιστάθμιση. Επομένως, στο παρόν στάδιο, η Επιτροπή εκφράζει αμφιβολίες σχετικά με το αν η Postbus εισπράττει υπεραντιστάθμιση για τις υπηρεσίες μεταφορών που παρέχει.

Σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/99 του Συμβουλίου, μπορεί να ζητηθεί ανάκτηση κάθε παράνομης ενίσχυσης από το δικαιούχο.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ

«Die Europäische Kommission (nachfolgend ‚die Kommission‘) teilt Österreich mit, dass sie nach Prüfung der von den österreichischen Behörden über die vorerwähnte Maßnahme übermittelten Angaben beschlossen hat, das Verfahren nach Artikel 88 Absatz 2 des EG-Vertrags einzuleiten.

1.   VERFAHREN

1.

Mit Schreiben vom 2.8.2002 und 23.8.2002, registriert unter den Nummern TREN (2002) A/63803 und TREN (2002) A/68846, hat ein österreichisches Busunternehmen bei der Kommission Beschwerde wegen mutmaßlicher staatlicher Beihilfen eingereicht, die das öffentliche Beförderungsunternehmen Verkehrsverbund Tirol GmbH 2002 dem im Bezirk Lienz (Tirol) tätigen Unternehmen Postbus AG (nachstehend Postbus) gewährt haben soll.

2.

In der Zwischenzeit wurde das Unternehmen Postbus AG durch ÖBB-Postbus ersetzt, das dessen sämtliche rechtliche Verpflichtungen, einschließlich des in diesem Beschluss behandelten öffentlichen Dienstleistungsvertrags, übernommen hat.

3.

Mit Schreiben vom 14.7.2005, registriert unter der Nummer TREN (2005) D/113701, forderte die Kommission von der österreichischen Regierung ergänzende Informationen an. Die Antwort ging am 3.10.2005 bei der Kommission ein und wurde unter der Nummer TREN (2006) A/15295 registriert.

2.   AUSFÜHRLICHE BESCHREIBUNG DER MASSNAHMEN

2.1.   Österreichische Rechtsvorschriften zur Organisation des öffentlichen Busnahverkehrs

4.

In Österreich ist der öffentliche Busnahverkehr im Wesentlichen in drei Gesetzen geregelt, dem Kraftfahrliniengesetz (KflG) (2), dem Bundesgesetz über die Ordnung des öffentlichen Personennah- und Regionalverkehrs (ÖPNRV-G) (3) und dem Familienlastenausgleichsgesetz (FLAG) (4).

Kraftfahrliniengesetz

5.

Im Kraftfahrliniengesetz (KflG) sind die Bedingungen festgelegt, die für die Erteilung von Konzessionen zum Betrieb einer Busverbindung gelten. Die Konzessionen werden von der zuständigen Aufsichtsbehörde erteilt, die zu prüfen hat, ob das antragstellende Unternehmen die gesetzlich vorgesehenen Voraussetzungen erfüllt, insbesondere in Bezug auf die Sicherheit und finanzielle Leistungsfähigkeit.

6.

Beantragt ein Unternehmen von sich aus eine Konzession für eine Strecke und erfolgt deren Bedienung aufgrund dieser Konzession, so wird die Strecke definitionsgemäß ‚eigenwirtschaftlich‘ bedient.

7.

Bei der Konzessionserteilung muss die Aufsichtsbehörde, d. h. der Landeshauptmann, außerdem die Konzessionen berücksichtigen, die in der betreffenden Region bereits erteilt wurden. Wenn durch die Erteilung einer neuen Konzession die wirtschaftliche Tragfähigkeit einer bereits erteilten Konzession gefährdet werden könnte, kann die Aufsichtsbehörde die Konzession verweigern (vgl. § 7 KflG).

8.

In der Regel beträgt die Konzessionsdauer 10 Jahre (§ 15 KflG).

9.

Die Unternehmen, denen eine Konzession erteilt wird, sind verpflichtet, die betreffende Strecke während der gesamten Konzessionsdauer zu bedienen. Sie müssen die vom österreichischen Gesetzgeber vorgesehenen Tarife einhalten, insbesondere für Schüler, Lehrlinge und kinderreiche Familien.

10.

Für die Erteilung der Konzessionen sind keine Ausschreibungen notwendig. Laut Gesetz sind allerdings Ausschreibungen vorgesehen, wenn die Verkehrsverbundorganisationsgesellschaft einen Busdienst auf einer Strecke anzubieten beabsichtigt, für die kein Unternehmen eine Konzession beantragt hat (§ 23(2) KflG). Eine solche Strecke wird dann ‚gemeinwirtschaftlich‘ betrieben.

Bundesgesetz über die Ordnung des öffentlichen Personennah- und Regionalverkehrs

11.

Das Bundesgesetz über die Ordnung des öffentlichen Personennah- und Regionalverkehrs (ÖPNRV-G) legt die Organisation und Finanzierung des öffentlichen Nahverkehrs im ländlichen Raum Österreichs fest (6 1 ÖPNRV-G).

12.

Die Finanzierungsstrukturen des öffentlichen Nahverkehrs in Österreich gemäß § 20 Abs. 3 und 4 des Finanzausgleichsgesetzes 1997 werden vom ÖPNRV-G nicht berührt (§ 6 ÖPNRV-G). Diese Bestimmungen sehen vor, dass Verluste im öffentlichen Nahverkehr vom Bund abgedeckt werden.

13.

Gemäß § 10(1) ÖPNRV-G werden Forderungen zur Abdeckung von Verlusten im Eigentum des Bundes befindlicher Kraftfahrlinienunternehmen, z. B. Postbus, sofern sie bis zum 1. Juni 1999 geltend gemacht wurden, durch den Bund abgedeckt (Alteinnahmegarantie).

14.

Für die Zeit nach dem 1. Juni 1999 überweist der Bund einen Betrag, der dem Betrag entspricht, der gemäß der Alteinnahmegarantie jährlich an die für die Organisation des öffentlichen Nahverkehrs zuständigen Regionalorgane, die Verkehrsverbundgesellschaften, gezahlt wird. Diese verwenden die Mittel für die Bestellung von Verkehrsdiensten bei Busunternehmen. Vor Bestellung dieser Verkehrsdienste müssen die Verkehrsverbundgesellschaften die Verkehrsleistungen in ihrer Region gemäß §§ 11, 20 und 31 ÖPNRV-G planen (§ 10(2) ÖPNRV-G). Diese Paragraphen enthalten betriebswirtschaftliche und qualitätsbezogene Kriterien, die im öffentlichen Nahverkehr zu erfüllen sind.

15.

Ab dem Jahr 2001 werden die Zahlungen des Bundes an die Verkehrsverbundgesellschaften jährlich um ein Fünftel reduziert (§ 10(3) ÖPNRV-G).

16.

In den §§ 14 ff ÖPNRV-G sind die Bedingungen für die Bildung und Organisation der Verkehrsverbundgesellschaften festgelegt. Die Verkehrsverbundgesellschaften sind laut § 19(1) ÖPNRV-G verpflichtet, das System der Alteinnahmengarantie innerhalb einer Frist von fünf Jahren ab 1999 durch ein neues System öffentlicher Dienstleistungsverträge zu ersetzen.

Familienlastenausgleichsgesetz

17.

Gemäß §§ 30 f und 30 j FLAG ist das Bundesministerium für Gesundheit, Familie und Jugend ermächtigt, mit Verkehrsunternehmen des öffentlichen Verkehrs Verträge abzuschließen, wonach der Bund den Verkehrsunternehmen einen entsprechenden Ausgleich leistet, wenn die Unternehmen Schüler und Lehrlinge zu einem ermäßigten Fahrpreis oder unentgeltlich befördern.

18.

Aufgrund dieser Bestimmungen hat das Ministerium am 11. Juni 1979, am 8. Februar 1980 und am 22. Oktober 1993 mit Postbus Verträge geschlossen, in denen die an Postbus geleisteten Ausgleichszahlungen genau geregelt sind.

2.2.   Organisation des öffentlichen Nahverkehrs im Bezirk Lienz

19.

Am 16.4.1997 und 20.6.1997 haben der Bund, das Land Tirol, Postbus sowie weitere Busunternehmen einen Vertrag über die Erbringung von Verkehrsdiensten für den Verkehrsverbund Tirol geschlossen. Gegenstand dieses Vertrags war die Bildung des Verkehrsverbunds Tirol auf der Grundlage von Ausgleichsleistungen, die den Busunternehmen gemäß der Alteinnahmegarantie gezahlt werden. Der Verkehrsverbund Tirol GmbH (VVT) ist eine privatrechtliche Einrichtung, die für die Planung und Organisation des Busverkehrs in Osttirol zuständig ist. Wie oben im Abschnitt Bundesgesetz über die Ordnung des öffentlichen Personennah- und Regionalverkehrs erläutert, erhält der VVT vom Bund jährliche Zahlungen für die Organisation des Nahverkehrs in seiner Region.

20.

Da die Verkehrsverbundgesellschaften gemäß § 19(1) ÖPNRV-G verpflichtet sind, das System der Alteinnahmengarantie innerhalb einer Frist von fünf Jahren ab 1999 durch ein System öffentlicher Dienstleistungsverträge zu ersetzen, haben der VVT und Postbus entsprechende Vertragsverhandlungen für den Bezirk Lienz aufgenommen.

21.

Am 12.7.2002 hat der VVT mit Postbus für die Buslinien 5002, 5008, 5010, 5012, 5014, 5050 und 5052 im Tiroler Bezirk Lienz einen öffentlichen Dienstleistungsvertrag für die Personenbeförderung geschlossen. Zu jenem Zeitpunkt verfügte Postbus bereits über eine Konzession für diese Linien.

22.

Da Postbus die Konzession für diese Strecken aus eigenem Antrieb beantragt hatte, wird nach österreichischem Recht davon ausgegangen, dass die Strecken ‚eigenwirtschaftlich‘ bedient werden. Demzufolge wurde besagter Vertrag ohne Ausschreibung geschlossen, da dies nach österreichischem Recht für ‚eigenwirtschaftlich‘ bediente Strecken nicht vorgeschrieben ist.

23.

Das Unternehmen Postbus wurde auch deshalb ausgewählt, weil es als einziges über die erforderliche Konzession für den betreffenden Verkehrsdienst im Bezirk Lienz verfügte.

24.

Mit Schreiben vom 22.5.2002 hat ein konkurrierendes Busunternehmen sein Interesse an der Bedienung der fraglichen Strecken bekundet. Mit Schreiben vom 28.5.2002 stellte der VVT unter Bezugnahme auf Artikel 23(1) KflG fest, dass eine Ausschreibung nicht notwendig ist, da laut diesem Artikel jene Unternehmen Vorrang besitzen, die bereits über eine Konzession für die betreffenden Strecken verfügen.

25.

Mit Schreiben vom 3.10.2005 teilten die österreichischen Behörden der Kommission ferner mit, dass es sich nach ihrer Ansicht um kein ernsthaftes Interesse des Mitbewerbers handelte, da er weder über die nötige Konzession noch über das erforderliche Material verfügte. Angesichts der langen Verfahrensdauer zur Erlangung einer Berechtigung und der Dringlichkeit, einen funktionierenden öffentlichen Nahverkehr zu gewährleisten, halten die österreichischen Behörden eine direkten Vertragsabschluss mit Postbus für gerechtfertigt.

26.

Gegenstand des Vertrags ist die Erbringung öffentlicher Busverkehrsdienste durch Postbus gegen Entgelt. Er trat am 1. Januar 2002 rückwirkend in Kraft und gilt auf unbestimmte Dauer. Die Parteien können den Vertrag unter Einhaltung einer sechsmonatigen Kündigungsfrist erstmals zum Dezember 2006 kündigen.

Bestimmung des Begriffs öffentlicher Busverkehrsdienste durch Postbus

27.

In dem Vertrag (Teil IV) verpflichtet sich Postbus, auf den vorerwähnten Strecken, für die es eine Konzession besitzt, Busverkehrsdienste zu erbringen. Für das Jahr 2002 verpflichtet sich Postbus zur Erbringung von Verkehrsdiensten auf nachstehenden Strecken (Teil IV Nummer (2)):

KFL

Strecke

Fahrplan km

5002

Lienz — Nußdorf Debant — Zell am See

79 356

5008

Lienz — Huben i.O. — Kals — Taurer

167 811

5010

Lienz — Matrei i.O. — Kitzbühel

148 769

5012

Lienz Bf. — Matrei i.O. — Ströden

312 436

5014

Lienz Bf. — Huben i..O. — Stallersattel

199 982

5050

Sillian — Maria Luggau — Mauthen

112 054

5052/5004

Lienz Bf. — Oberdrauburg — Nöbling/Lavant Peggetz — Lienz Bf. — Peggetz — Nußdorf Ort

137 160

 

Gesamtkilometer

1 157 568

28.

Für die Folgejahre wird in dem Vertrag zwischen Bestellleistungen und Bestandsleistungen unterschieden. Diese Unterscheidung ist zum für die Vergütung von Bedeutung (siehe unten), und zum anderen für die Bedingungen einer Änderung der Dienstleistung (siehe folgende Absätze). Bestellleistungen sind laut Vertrag ein bestimmter Umfang an Busverkehrsdiensten, der von dem Unternehmen nicht verändert werden darf. Unter Bestandsleistungen werden Dienstleistungen verstanden, deren Umfang das Unternehmen unter bestimmten Bedingungen verändern kann.

29.

Bestellleistungen: Laut Teil IV(3) des Vertrags bestehen 204 807 km aus Bestellleistungen. Gemäß Teil IV(4) ist es Postbus untersagt, die im Rahmen der Bestellleistungen erbrachten Kilometer ohne vorherige schriftliche Genehmigung des VVT zu verringern. Daher muss Postbus ab 2003 auf den 7 Strecken, die Gegenstand des Vertrags sind, mindestens 204 807 km erbringen.

30.

Bestandsleistungen: Laut Teil IV(3) des Vertrags bestehen 952 761 km aus Bestandsleistungen. Gemäß Teil IV(4) ist es Postbus erlaubt, die im Rahmen der Bestandsleistungen erbrachten Kilometer ohne vorherige Zustimmung des VVT zu verringern. Allerdings muss Postbus den VVT mindestens drei Monate vorher über die Verringerung des Angebots in Kenntnis setzen.

31.

In Teil V ist die Qualität der zu erbringenden Verkehrsdienste festgelegt. Danach muss Postbus für die Verkehrsdienste über 25 Busse mit einem Durchschnittsalter von höchstens 6 Jahren verfügen, von denen jährlich rund 10 % durch neue Busse zu ersetzen sind. Ferner müssen die Fahrer über ausreichende Deutschkenntnisse verfügen, um sich mit den Kunden angemessen verständigen zu können.

32.

In Teil V(2) wird die Qualität neu angeschaffter Busse genau geregelt. Die Fahrzeuge müssen demnach über eine Klimaanlage, bequeme Sitze, eine Funkverbindung mit der Betriebszentrale und einen Fahrscheinautomat verfügen. Ferner muss es sich bei einem Teil der Fahrzeuge um Niederflurbusse handeln.

33.

Im Fall der Nichterfüllung der Qualitätskriterien sind Vertragsstrafen vorgesehen.

Berechnung der an Postbus gezahlten Vergütung

34.

Für die Berechnung der Vergütung wird in dem Vertrag zwischen Bestellleistungen und Bestandsleistungen unterschieden.

35.

Bestellleistungen: In Teil XIII(1) des Vertrags ist vorgesehen, dass Postbus jährlich 527 000 EUR zuzüglich Umsatzsteuer erhält. Gemäß Nummer (2) werden die Zahlungen in zwölf über das Jahr verteilte Raten geleistet.

36.

In Teil XIII(3) ist vorgesehen, dass die Parteien für die Zeit ab 2007 ein Übereinkommen treffen.

37.

Bestandsleistungen: Die Teile X bis XII betreffen die Berechnung des Preises für die Bestandsleistungen.

38.

In Teil X(2) wird die Vergütung für die Bestandsleistungen des Jahres 2002 auf 1 690 000 EUR festgelegt. Gemäß Teil X(3) setzt sich diese Vergütung aus folgenden Beträgen zusammen:

der Verbundabgeltung, deren Höhe jedes Jahr für jede Strecke entsprechend dem Fahrgastaufkommen festgesetzt wird;

den Erträgen aus dem Fahrscheinverkauf ohne Umsatzsteuer;

den Zahlungen des Bundesministeriums für Gesundheit, Familie und Jugend, die als Ausgleich für die Schülern und Lehrlingen gemäß § 29 ÖPNRV-G gewährten Fahrpreisermäßigungen sowie aufgrund der nach §§ 30 f und 30 j FLAG zwischen dem Ministerium und Postbus geschlossenen Verträge geleistet werden.

39.

Für das erste Vertragsjahr wurde festgelegt, dass die Verbundabgeltung 1 690 000 EUR abzüglich der Erträge aus dem Fahrscheinverkauf und den für die Erfüllung der Tarifpflichten geleisteten Ausgleichszahlungen beträgt. Zum Zeitpunkt des Vertragsabschlusses war den Parteien weder die Höhe der Erträge aus dem Fahrscheinverkauf noch die der Ausgleichszahlungen bekannt. Der Gesamtbetrag der Verbundabgeltung ist somit im Vertrag nicht festgelegt.

40.

Die österreichische Regierung teilte der Kommission mit, dass im Jahr 2002 die Erträge aus dem Fahrscheinverkauf sich auf 386 961,85 EUR beliefen und die für die Erfüllung der Tarifpflichten geleisteten Ausgleichszahlungen auf 914 216,82 EUR. Die Verbundabgeltung wurde somit auf 388 821,33 EUR festgesetzt.

41.

In den Folgejahren setzen sich die Zahlungen aus den jeweiligen Erträgen aus dem Fahrscheinverkauf, dem für die Erfüllung der Tarifpflichten geleisteten Ausgleich und der Verbundabgeltung zusammen, deren Höhe gemäß den Bestimmungen in Teil XI des Vertrags angepasst wird.

42.

In Teil XI(2) des Vertrags heißt es zunächst, dass die für 2002 berechnete Verbundabgeltung anteilig zu den auf den einzelnen Strecken erzielten Erträgen aus dem Fahrscheinverkauf hinzugerechnet wird.

43.

Für 2003 und die Jahre danach wird die Verbundabgeltung einzeln für jede Strecke berechnet. Ist in einem Jahr der Dienstleistungsumfang genauso groß oder noch größer als 2002, so wird für die betreffende Strecke dieselbe Verbundabgeltung geleistet wie 2002.

44.

Wird der Dienstleistungsumfang verringert, so wird die Verbundabgeltung in demselben Maße verringert wie die Dienste. Sollte Postbus anschließend die Zahl der Fahrten wieder erhöhen, so bleibt die Verbundabgeltung unverändert auf dem niedrigeren Stand.

45.

Aufgrund dieses Berechnungsverfahrens beläuft sich somit der vom VVT an Postbus zu zahlende Gesamtbetrag auf 2 217 000 EUR.

3.   RECHTLICHE WÜRDIGUNG

3.1.   Position des Beschwerdeführers

46.

Der Beschwerdeführer ist der Auffassung, dass der zwischen Postbus und dem VVT geschlossene Vertrag Gegenstand einer Ausschreibung hätte sein müssen, da der Vertrag einen unter die Richtlinie 92/50/EG fallenden Verkehrsvertrag darstelle.

47.

Der Beschwerdeführer ist auch der Auffassung, dass die vertraglich vorgesehene jährliche Zahlung eine staatliche Beihilfe im Sinne von Artikel 87 Absatz 1 des EG-Vertrags darstelle, die Österreich der Kommission vorab hätte melden müssen und erst nach Genehmigung durch die Kommission hätte gewähren dürfen.

48.

Der Beschwerdeführer führt insbesondere aus, dass der Vertrag einen Vertrag über Verkehrsdienste aufgrund von Verpflichtungen des öffentlichen Dienstes im Sinne von Artikel 1 Absatz 4 der Verordnung 1191/69/EG und nicht eine Auferlegung von Verpflichtungen des öffentlichen Dienstes im Sinne von Artikel 1 Absatz 5 der Verordnung 1191/69/EG darstelle. Folglich seien die vertraglich vereinbarten Zahlungen nicht von der in Artikel 16 der Verordnung 1191/69/EG vorgesehenen Befreiung von der Anmeldepflicht abgedeckt.

49.

Der Beschwerdeführer ist der Auffassung, dass die vertraglich vorgesehenen Zahlungen eine Überkompensation für Postbus umfassten, da sie nicht Ergebnis einer Ausschreibung gewesen seien.

3.2.   Position der österreichischen Regierung

50.

Die österreichische Regierung ist der Auffassung, dass der fragliche Vertrag ein Vertrag über Verkehrsdienste aufgrund von Verpflichtungen des öffentlichen Dienstes sei, der von der Verordnung 1191/69/EG erfasst werde, und folglich Artikel 87 Absatz 1 des EG-Vertrags auf diesen Vertrag keine Anwendung finde.

3.3.   Rechtliche Würdigung durch die Kommission

51.

Die Kommission weist als erstes das Argument der österreichischen Regierung zurück, wonach Artikel 87 Absatz 1 nicht auf einen Vertrag über Verkehrsdienste aufgrund von Verpflichtungen des öffentlichen Dienstes anwendbar sei, der von der Verordnung 1191/69/EG erfasst wird.

52.

Bei der Verordnung 1191/69/EG handelt es sich um eine Verordnung, die es unter anderem erlaubt, bestimmte Beihilfen für mit dem Gemeinsamen Markt vereinbar zu erklären, die von den Mitgliedstaaten in Form eines Ausgleichs für die Auferlegung gemeinwirtschaftlicher Verpflichtungen gewährt werden, was die Mitgliedstaaten von der in Artikel 88 Absatz 3 vorgesehenen Pflicht zur Anmeldung der Beihilfen vor ihrer Gewährung bei der Kommission befreit.

53.

Die in der Verordnung 1191/69/EG festgelegten Regeln für staatliche Beihilfen gelten jedoch ausschließlich für Maßnahmen, die eine staatliche Beihilfe im Sinne von Artikel 87 Absatz 1 des EG-Vertrags darstellen. Mit anderen Worten handelt es sich bei der Verordnung 1191/69/EG um eine Verordnung zur Vereinbarkeit.

54.

Es ist daher an erster Stelle zu prüfen, ob die im Vertrag zwischen Postbus und dem VVT vorgesehenen Zahlungen staatliche Beihilfen im Sinne von Artikel 87 Absatz 1 des EG-Vertrags darstellen. Ist dies der Fall, muss anschließend geprüft werden, ob sie mit dem Gemeinsamen Markt vereinbar sind.

3.3.1.   Vorliegen einer staatlichen Beihilfe

55.

Gemäß Artikel 87 Absatz 1 des EG-Vertrags sind, ‚soweit in diesem Vertrag nicht etwas anderes bestimmt ist, staatliche oder aus staatlichen Mitteln gewährte Beihilfen gleich welcher Art, die durch die Begünstigung bestimmter Unternehmen oder Produktionszweige den Wettbewerb verfälschen oder zu verfälschen drohen, mit dem Gemeinsamen Markt unvereinbar, soweit sie den Handel zwischen Mitgliedstaaten beeinträchtigen‘.

56.

Postbus erhält die Beihilfen vom VTT, der durch das Land Tirol und den Bund finanziert wird. Die Zahlung erfolgt also aus staatlichen Mitteln.

57.

Die Busbetreiber üben eine wirtschaftliche Tätigkeit aus: die Personenbeförderung gegen Entgelt; sie sind demnach Unternehmen im Sinne von Artikel 87 Absatz 1 des EG-Vertrags.

58.

Des Weiteren stellt sich die Frage, ob die Busbetreiber einen wirtschaftlichen Vorteil erlangen. Der Gerichtshof hat die Kriterien, anhand deren beurteilt wird, ob es sich um einen gerechten Ausgleich für eine öffentliche Dienstleistung handelt, in seinem Urteil ‚Altmark Trans‘  (5) dargelegt:

Öffentliche Zuschüsse, die den Betrieb von Liniendiensten im Stadt-, Vorort- und Regionalverkehr ermöglichen sollen, fallen jedoch nicht unter diese Bestimmung, soweit sie als Ausgleich anzusehen sind, der die Gegenleistung für Leistungen darstellt, die von den begünstigten Unternehmen zur Erfüllung gemeinwirtschaftlicher Verpflichtungen erbracht werden. […]:

59.

Dies ist dem EuGH zufolge dann der Fall, wenn folgende vier Kriterien erfüllt sind:

erstens ist das begünstigte Unternehmen tatsächlich mit der Erfüllung gemeinwirtschaftlicher Verpflichtungen betraut worden, und diese Verpflichtungen sind klar definiert worden,

zweitens sind die Parameter, anhand deren der Ausgleich berechnet wird, zuvor objektiv und transparent aufgestellt worden,

drittens geht der Ausgleich nicht über das hinaus, was erforderlich ist, um die Kosten der Erfüllung der gemeinwirtschaftlichen Verpflichtungen unter Berücksichtigung der dabei erzielten Einnahmen und eines angemessenen Gewinns aus der Erfüllung dieser Verpflichtungen ganz oder teilweise zu decken,

viertens ist die Höhe des erforderlichen Ausgleichs, wenn die Wahl des Unternehmens, das mit der Erfüllung gemeinwirtschaftlicher Verpflichtungen betraut werden soll, nicht im Rahmen eines Verfahrens zur Vergabe öffentlicher Aufträge erfolgt, auf der Grundlage einer Analyse der Kosten bestimmt worden, die ein durchschnittliches, gut geführtes Unternehmen, das so angemessen mit Transportmitteln ausgestattet ist, dass es den gestellten gemeinwirtschaftlichen Anforderungen genügen kann, bei der Erfüllung der betreffenden Verpflichtungen hätte, wobei die dabei erzielten Einnahmen und ein angemessener Gewinn aus der Erfüllung dieser Verpflichtungen zu berücksichtigen sind.

3.3.1.1.   Tatsächlich mit der Erfüllung klar definierter gemeinwirtschaftlicher Verpflichtungen betrautes Unternehmen

60.

In Anhang 1 des Weißbuches zu Dienstleistungen von allgemeinem Interesse (6) werden gemeinwirtschaftliche Verpflichtungen wie folgt definiert: ‚Besondere Anforderungen staatlicher Behörden an den Anbieter des betreffenden Dienstes, mit denen sichergestellt werden soll, dass bestimmte Gemeinwohlinteressen erfüllt werden […]‘.

61.

Die zwischen Postbus und dem Bundesministerium für Gesundheit, Familie und Jugend geschlossenen Verträge schreiben die unentgeltliche Beförderung von Schülern und Lehrlingen vor und entsprechen insofern einem Ziel der öffentlichen Ordnung, als solche Verträge mit sämtlichen Unternehmen des öffentlichen Personenverkehrs der Republik Österreich bestehen.

62.

Die zwischen Postbus und dem VVT geschlossenen Verträge enthalten für den Dienstleister spezifische Anforderungen, um angesichts des ländlichen Charakters, der geringen Bevölkerungsdichte und der geografischen Gegebenheiten der bedienten Gebiete für die Schaffung eines ausgewogenen Beförderungsnetzes zu sorgen. Diese Faktoren bilden für die Unternehmen keinen Anreiz, diese Dienste auf rein kommerzieller Basis anzubieten. Das Unternehmen Postbus muss diese Dienste und Fahrzeiten anbieten, und die entsprechenden Strecken sind, wie in Nummer 2 dieses Beschlusses erläutert, vertraglich festgelegt.

63.

Somit ist Postbus aufgrund dieser öffentlichen Dienstleistungsverträge mit der Erbringung eines öffentlichen Verkehrsdienstes im Bezirk Lienz beauftragt. Das erste Altmark-Kriterium ist daher erfüllt.

3.3.1.2.   Zuvor objektiv und transparent aufgestellte Parameter, anhand deren der Ausgleich berechnet wird

64.

Zweitens sollte festgestellt werden, ob zuvor die Parameter zur Berechnung des Ausgleichs objektiv und transparent aufgestellt worden sind.

65.

Im Vertrag wird zwischen Zahlungen für Bestellleistungen und Zahlungen für Bestandsleistungen differenziert.

66.

Für die Bestellleistungen sieht der Vertrag einen Pauschalpreis von 527 000 EUR vor. Daher ist davon auszugehen, dass dieser Preis im Voraus festgelegt worden ist.

67.

Anschließend stellt sich die Frage, ob die Festlegung objektiv und transparent erfolgte. Der Vertrag enthält keinerlei Bestimmung, aus der sich erschließen ließe, wie die Parteien diesen Preis ermittelt haben. Die Kommission ist daher der Auffassung, dass die Parameter zur Berechnung des Ausgleichs für die Bestellleistungen zwar im Voraus, jedoch nicht objektiv und transparent aufgestellt worden sind. Damit ist nach Ansicht der Kommission das zweite Altmark-Kriterium nicht erfüllt.

68.

Für die Bestandsleistungen ist im Vertrag für 2002 eine Gesamtvergütung von 1 690 000 EUR für 952 761 Kilometer vorgesehen. Ferner legt der Vertrag die drei Bestandteile der Vergütung fest, nämlich die Erträge aus dem Fahrscheinverkauf, die Ausgleichszahlungen des Bundes für die unentgeltliche Beförderung von Schülern und Lehrlingen sowie die Verbundabgeltung, die dem Differenzbetrag zwischen 1 690 000 EUR und der Summe der beiden ersten Bestandteile entspricht.

69.

Zum Zeitpunkt des Vertragsabschlusses war den Parteien allerdings weder die Höhe der Erträge aus dem Fahrscheinverkauf noch die der Ausgleichszahlungen des Bundes bekannt. Somit wurden die drei Bestandteile, aus denen sich der Ausgleich zusammensetzt, nicht vor dem Abschluss des Vertrags festgelegt. Damit ist auch für die Bestandsleistungen das zweite Altmark-Kriterium nicht erfüllt.

70.

Die Kommission ist daher der Ansicht, dass im vorliegenden Fall das zweite Altmark-Kriterium nicht erfüllt ist.

71.

Da es sich um vier kumulative Kriterien handelt und eines dieser Kriterien nicht erfüllt ist, gelangt die Kommission unmittelbar zu dem Schluss, dass die betreffenden Zahlungen für das Unternehmen Postbus als ein wirtschaftlicher Vorteil anzusehen sind.

3.3.1.3.   Wettbewerbsverfälschungen und Auswirkungen auf den Handel

72.

Das Unternehmen ÖBB Postbus ist auf dem Markt für Verkehrsleistungen mit Kraftomnibussen in ganz Österreich tätig und verfügt über einen großen Marktanteil. Die Gewährung eines wirtschaftlichen Vorteils zugunsten dieses Unternehmens kann daher zu Wettbewerbsverfälschungen führen.

73.

Im vorliegenden Fall können sich Wettbewerbsverfälschungen insbesondere dadurch ergeben, dass die öffentliche Finanzierung dem Unternehmen gewährt wird, das die Genehmigung für den Busverkehr in dem betreffenden Bezirk innehat. Diese öffentliche Finanzierung kann daher möglicherweise andere Unternehmen daran hindern, Betriebsgenehmigungen für Nahverkehrslinien zu erhalten, da sie die Stellung der begünstigten Unternehmen stärkt und es ihnen ermöglicht, zum Zeitpunkt der Erneuerung der Genehmigungen attraktivere kommerzielle Bedingungen zu bieten.

74.

Was die Möglichkeit angeht, dass die verfahrensgegenständliche Maßnahme den Handel zwischen Mitgliedstaaten beeinträchtigt, stellt die Kommission als erstes fest, dass der Markt für Beförderungsleistungen im örtlichen oder regionalen öffentlichen Verkehr in Österreich und anderen Mitgliedstaaten dem Wettbewerb offen steht, da kein nationales Monopol für ein oder mehrere Unternehmen auf diesem Markt besteht.

75.

In diesem Zusammenhang weist die Kommission Österreich auf die Randnummern 77 ff. des Urteils in der Rechtssache Altmark Trans hin, in denen der Gerichtshof Folgendes befunden hat:

 

Es ist keineswegs ausgeschlossen, dass sich ein öffentlicher Zuschuss, der einem Unternehmen gewährt wird, das ausschließlich örtliche oder regionale Verkehrsdienste und keine Verkehrsdienste außerhalb seines Heimatstaats leistet, gleichwohl auf den Handel zwischen Mitgliedstaaten auswirken kann.

 

Gewährt nämlich ein Mitgliedstaat einem Unternehmen einen öffentlichen Zuschuss, so kann dadurch die Erbringung von Verkehrsdiensten durch dieses Unternehmen beibehalten oder ausgeweitet werden, so dass sich die Chancen der in anderen Mitgliedstaaten niedergelassenen Unternehmen, ihre Verkehrsdienste auf dem Markt dieses Staates zu erbringen, verringern (vgl. in diesem Sinne Urteile vom 13. Juli 1988 in der Rechtssache 102/87, Frankreich/Kommission, Slg. 1988, 4067, Randnr. 19, vom 21. März 1991 in der Rechtssache C-305/89, Italien/Kommission, Slg. 1991, I-1603, Randnr. 26, und Spanien/Kommission, Randnr. 40).

 

Im vorliegenden Fall ist diese Feststellung nicht nur hypothetischer Natur; wie sich insbesondere aus den Erklärungen der Kommission ergibt, haben nämlich mehrere Mitgliedstaaten bereits 1995 begonnen, einzelne Verkehrsmärkte dem Wettbewerb durch in anderen Mitgliedstaaten ansässige Unternehmen zu öffnen, so dass mehrere Unternehmen bereits ihre Stadt-, Vorort- oder Regionalverkehrsdienste in anderen Mitgliedstaaten als ihrem Heimatstaat anbieten.

 

Sodann gilt die Mitteilung der Kommission vom 6. März 1996 über ‚De minimis‘-Beihilfen (ABl. C 68, S. 9) nicht für den Verkehrssektor, wie sich aus ihrem vierten Absatz ergibt. Auch die Verordnung (EG) Nr. 69/2001 der Kommission vom 12. Januar 2001 über die Anwendung der Artikel 87 und 88 des EG-Vertrags auf ‚De-minimis‘-Beihilfen (ABl. L 10, S. 30) gilt nach ihrer dritten Begründungserwägung und ihrem Artikel 1 Buchstabe a nicht für diesen Sektor.

 

Schließlich gibt es nach der Rechtsprechung des Gerichtshofes keine Schwelle und keinen Prozentsatz, bis zu der oder dem man davon ausgehen könnte, dass der Handel zwischen Mitgliedstaaten nicht beeinträchtigt wäre. Weder der verhältnismäßig geringe Umfang einer Beihilfe noch die verhältnismäßig geringe Größe des begünstigten Unternehmens schließt nämlich von vornherein die Möglichkeit einer Beeinträchtigung des Handels zwischen Mitgliedstaaten aus (Urteile Tubemeuse, Randnr. 43, und Spanien/Kommission, Randnr. 42).

 

Die zweite Anwendungsvoraussetzung von Artikel 92 Absatz 1 des EG-Vertrags, wonach die Beihilfe geeignet sein muss, den Handel zwischen Mitgliedstaaten zu beeinträchtigen, hängt daher nicht ab vom örtlichen oder regionalen Charakter der erbrachten Verkehrsdienste oder von der Größe des betreffenden Tätigkeitsgebiets.

76.

Es kann daher nicht ausgeschlossen werden, dass die Chancen in anderen Mitgliedstaaten niedergelassener Unternehmen, Verkehrsdienste auf dem österreichischen Markt zu erbringen, durch die fragliche Maßnahme verringert werden.

77.

Folglich birgt die öffentliche Finanzierung zugunsten von Postbus durch den VVT die Gefahr der Schaffung von Wettbewerbsverfälschungen und Beeinträchtigungen des Handels zwischen Mitgliedstaaten.

3.3.1.4.   Schlussfolgerung

78.

Da das zweite Altmark-Kriterium nicht erfüllt wird und alle anderen Bedingungen von Artikel 87 Absatz 1 erfüllt sind, ist die Kommission der Auffassung, dass die fraglichen Zahlungen eine staatliche Beihilfe im Sinne des Artikels 87 Absatz 1 des EG-Vertrags darstellen. Es ist daher zu prüfen, ob diese Beihilfe als mit dem Gemeinsamen Markt vereinbar erklärt werden kann.

3.3.2.   Vereinbarkeit der Beihilfe mit dem Gemeinsamen Markt

79.

Artikel 73 des EG-Vertrags sieht für den Landverkehr vor: ‚Mit diesem Vertrag vereinbar sind Beihilfen, die den Erfordernissen der Koordinierung des Verkehrs oder der Abgeltung bestimmter, mit dem Begriff des öffentlichen Dienstes zusammenhängender Leistungen entsprechen.

3.3.2.1.   Die Rechtsprechung in der Rechtssache Altmark zur Anwendbarkeit von Artikel 73

80.

Dem Gerichtshof zufolge sind ‚nach Artikel 77 (nunmehr Artikel 73) des EG-Vertrags (…) Beihilfen, die den Erfordernissen der Koordinierung des Verkehrs oder der Abgeltung bestimmter, mit dem Begriff des öffentlichen Dienstes zusammenhängender Leistungen entsprechen, mit dem des EG-Vertrags vereinbar. […] Nach dem Erlass der Verordnung Nr. 1107/70 über Beihilfen im Eisenbahn-, Straßen- und Binnenschiffsverkehr sind die Mitgliedstaaten nicht mehr befugt, sich außerhalb der im abgeleiteten Gemeinschaftsrecht genannten Fälle auf Artikel 77 des EG-Vertrags zu berufen, wonach Beihilfen, die den Erfordernissen der Koordinierung des Verkehrs oder der Abgeltung bestimmter, mit dem Begriff des öffentlichen Dienstes zusammenhängender Leistungen entsprechen, mit dem EG-Vertrag vereinbar sind. Soweit die Verordnung Nr. 1191/69 über das Vorgehen der Mitgliedstaaten bei mit dem Begriff des öffentlichen Dienstes verbundenen Verpflichtungen auf dem Gebiet des Eisenbahn-, Straßen- und Binnenschiffsverkehrs im vorliegenden Fall nicht anwendbar ist und die im Ausgangsverfahren fraglichen Zuschüsse unter Artikel 92 Absatz 1 (nach der Änderung Artikel 87 Absatz 1 des EG-Vertrags fallen, legt die Verordnung Nr. 1107/70 infolgedessen abschließend fest, unter welchen Voraussetzungen die Behörden der Mitgliedstaaten Beihilfen im Sinne von Artikel 77 des EG-Vertrags gewähren können.‘  (7)

81.

Es stellt sich somit die Frage, ob die Verordnung Nr. 1191/69/EG oder die Verordnung Nr. 1107/70/EG Regeln über die Vereinbarkeit staatlicher Beihilfen enthält, die im vorliegenden Fall anwendbar sind.

3.3.2.2.   Vereinbarkeit auf der Grundlage der Verordnung 1191/69/EG

Anwendungsbereich der Verordnung 1191/69/EG

82.

Der Anwendungsbereich der Verordnung 1191/69/EG ist in Artikel 1 Absatz 1 und 2 wie folgt bestimmt:

1.

Diese Verordnung gilt für Verkehrsunternehmen, die Verkehrsdienste auf dem Gebiet des Eisenbahn-, Straßen- und Binnenschiffsverkehrs betreiben. Die Mitgliedstaaten können die Unternehmen, deren Tätigkeit ausschließlich auf den Betrieb von Stadt-, Vorort- und Regionalverkehrsdiensten beschränkt ist, vom Anwendungsbereich dieser Verordnung ausnehmen.

2.

Im Sinne dieser Verordnung bedeutet:

‚Stadt- und Vorortverkehrsdienste‘ den Betrieb von Verkehrsdiensten, die die Verkehrsbedürfnisse sowohl in einem Stadtgebiet oder einem Ballungsraum als auch zwischen einem Stadtgebiet oder einem Ballungsraum und seinem Umland befriedigen,

‚Regionalverkehrsdienste‘ den Betrieb von Verkehrsdiensten, um die Verkehrsbedürfnisse in einer Region zu befriedigen.

83.

Österreich hat von der Möglichkeit Gebrauch gemacht, bestimmte Unternehmen aus dem Anwendungsbereich der Verordnung auszunehmen: Nach Artikel 2 des Privatbahnunterstützungsgesetzes 1998  (8) sind Unternehmen vom Anwendungsbereich der Verordnung 1191/69/EG ausgenommen, die ausschließlich Dienste im Stadt- und Vorortverkehr betreiben.

84.

Im vorliegenden Fall handelt es sich bei den fraglichen Diensten jedoch um regionale Dienste. Folglich findet die Verordnung 1191/69/EG Anwendung.

Von Österreich gewählte Regelung

85.

In Artikel 1 Absatz 3 bis 5 der Verordnung 1191/69/EG sind die beiden unterschiedlichen Regelungen beschrieben, nämlich die Auferlegung gemeinwirtschaftlicher Verpflichtungen und die Vertragsvergabe, zwischen denen die Mitgliedstaaten bei der Organisation und Finanzierung des öffentlichen Verkehrs wählen können.

(3)

Die zuständigen Behörden der Mitgliedstaaten heben die auf dem Gebiet des Eisenbahn-, Straßen- und Binnenschiffsverkehrs auferlegten, in dieser Verordnung definierten Verpflichtungen auf, die mit dem Begriff des öffentlichen Dienstes verbunden sind.

(4)

Um insbesondere unter Berücksichtigung sozialer, umweltpolitischer und landesplanerischer Faktoren eine ausreichende Verkehrsbedienung sicherzustellen oder um Sondertarife für bestimmte Gruppen von Reisenden anzubieten, können die zuständigen Behörden der Mitgliedstaaten mit einem Verkehrsunternehmen Verträge über Verkehrsdienste aufgrund von Verpflichtungen des öffentlichen Dienstes abschließen. Die Bedingungen und Einzelheiten dieser Verträge sind in Abschnitt V festgelegt.

(5)

Die zuständigen Behörden der Mitgliedstaaten können jedoch im Stadt-, Vorort- und Regionalpersonenverkehr Verpflichtungen des öffentlichen Dienstes im Sinne des Artikels 2 beibehalten oder auferlegen. Die diesbezüglichen Bedingungen und Einzelheiten, einschließlich der Ausgleichsmethoden, sind in den Abschnitten II, III und IV festgelegt. Ist ein Verkehrsunternehmen außer auf dem Gebiet der Verkehrsdienste, für die Verpflichtungen des öffentlichen Dienstes gelten, noch in anderen Bereichen tätig, so sind die Verkehrsdienste aufgrund von Verpflichtungen des öffentlichen Dienstes in einem gesonderten Unternehmensbereich zu erbringen, der mindestens folgende Anforderungen erfüllt:

a)

getrennte Rechnungsführung für jeden dieser Tätigkeitsbereiche und entsprechende Zuordnung der Aktiva nach den geltenden Buchungsregeln;

b)

Ausgleich der Ausgaben durch die Betriebseinnahmen und durch die Zahlungen der öffentlichen Hand ohne die Möglichkeit von Transfers von oder zu anderen Unternehmensbereichen.

(6)

Ferner haben die zuständigen Behörden eines Mitgliedstaats die Möglichkeit, im Bereich der Personenbeförderung die Absätze 3 und 4 nicht auf die im Interesse einer oder mehrerer besonderer sozialer Gruppen festgelegten Beförderungstarife und -bedingungen anzuwenden.

86.

Österreich hat sich für die Vertragsvergabe entschieden. So sieht § 19 ÖPNRV-G vor, dass die Verkehrsverbünde das System der Alteinnahmegarantie innerhalb von fünf Jahren durch ein Vertragssystem ersetzen (siehe die obige Darlegung). Folglich sind für die in Frage stehenden Maßnahmen die Regeln in Abschnitt V der Verordnung 1191/69/EG anwendbar.

Anwendung von Abschnitt V der Verordnung 1191/69/EG

87.

Abschnitt V der Verordnung 1191/69/EG umfasst einen einzigen Artikel, Artikel 14, mit folgendem Wortlaut:

(1)

Ein ‚Vertrag über Verkehrsdienste aufgrund von Verpflichtungen des öffentlichen Dienstes‘ ist ein Vertrag, der zwischen den zuständigen Behörden eines Mitgliedstaats und einem Verkehrsunternehmen abgeschlossen wird, um der Allgemeinheit ausreichende Verkehrsdienste zu bieten.

Ein Vertrag über Verkehrsdienste aufgrund von Verpflichtungen des öffentlichen Dienstes kann insbesondere folgendes umfassen:

Verkehrsdienste, die bestimmten Anforderungen an die Kontinuität, Regelmäßigkeit, Leistungsfähigkeit und Qualität genügen;

zusätzliche Verkehrsdienste;

Verkehrsdienste zu besonderen Tarifen und Bedingungen, vor allem für bestimmte Personengruppen oder auf bestimmten Verkehrsverbindungen;

eine Anpassung der Dienste an den tatsächlichen Bedarf.

(2)

In einem Vertrag über Verkehrsdienste aufgrund von Verpflichtungen des öffentlichen Dienstes werden unter anderem folgende Punkte geregelt:

a)

die Einzelheiten des Verkehrsdienstes, vor allem die Anforderungen an Kontinuität, Regelmäßigkeit, Leistungsfähigkeit und Qualität;

b)

der Preis für die vertraglich vereinbarten Dienstleistungen, der die Tarifeinnahmen ergänzt oder die Einnahmen miteinschließt, sowie die Einzelheiten der finanziellen Beziehungen zwischen den beiden Parteien;

c)

Vertragszusätze und Vertragsänderungen, um insbesondere unvorhersehbare Veränderungen zu berücksichtigen;

d)

die Geltungsdauer des Vertrages;

e)

die Sanktionen bei Nichterfüllung des Vertrages.

(3)

Das Sachanlagevermögen, das für die Erbringung von Verkehrsdiensten eingesetzt wird, die Gegenstand eines Vertrages über Verkehrsdienste aufgrund von Verpflichtungen des öffentlichen Dienstes sind, kann sich im Besitz des Unternehmens befinden oder ihm zur Verfügung gestellt werden.

(4)

Ein Unternehmen, das einen Verkehrsdienst, den es der Allgemeinheit kontinuierlich und regelmäßig bietet und der nicht unter die Vertragsregelung oder das System der Verpflichtungen des öffentlichen Dienstes fällt, einstellen oder wesentlich ändern möchte, teilt dies den zuständigen Behörden des Mitgliedstaats unter Einhaltung einer Kündigungsfrist von mindestens drei Monaten mit. Die zuständigen Behörden können darauf verzichten, unterrichtet zu werden. Durch diese Bestimmung bleiben die einschlägigen anderen einzelstaatlichen Verfahren betreffend das Recht auf Einstellung oder Änderung von Verkehrsdiensten unberührt.

(5)

Nach Eingang der Mitteilung nach Absatz 4 können die zuständigen Behörden vorschreiben, dass der betreffende Verkehrsdienst noch höchstens ein Jahr lang, gerechnet vom Zeitpunkt der Kündigung an, aufrechterhalten wird; sie teilen diese Entscheidung dem Unternehmen mindestens einen Monat vor Ablauf der Kündigungsfrist mit. Die Behörden können ferner von sich aus die Einrichtung oder die Änderung eines solchen Verkehrsdienstes aushandeln.

(6)

Für die Kosten, die den Verkehrsunternehmen aus den Verpflichtungen im Sinne des Absatzes 5 erwachsen, erhalten diese einen Ausgleich nach den in den Abschnitten II, III und IV genannten gemeinsamen Methoden.

88.

Der zwischen Postbus und dem VVT geschlossene Vertrag ist ein Vertrag zwischen der zuständigen Behörde eines Mitgliedstaats und einem Verkehrsunternehmen mit dem Zweck, der Allgemeinheit ausreichende Verkehrsdienste zu bieten.

89.

Der Vertrag umfasst insbesondere Folgendes: Verkehrsdienste, die bestimmten Anforderungen an die Kontinuität, Regelmäßigkeit, Leistungsfähigkeit und Qualität genügen; Verkehrsdienste zu besonderen Tarifen und Bedingungen, vor allem für bestimmte Personengruppen; eine Anpassung der Dienste an den tatsächlichen Bedarf.

90.

Der Vertrag kann somit als Vertrag über Verkehrsdienste aufgrund von Verpflichtungen des öffentlichen Dienstes im Sinne von Artikel 14 der Verordnung 1191/69/EG angesehen werden.

91.

Die Kommission stellt fest, dass sowohl der Zweck (‚der Allgemeinheit ausreichende Verkehrsdienste zu bieten‘) als auch der Inhalt der öffentlichen Dienstleistungsverträge (‚Anforderungen an Kontinuität, Regelmäßigkeit, Leistungsfähigkeit und Qualität‘, Festlegung der Tarife und Bedingungen ‚für bestimmte Personengruppen oder auf bestimmten Verkehrsverbindungen‘, ‚Anpassung der Dienste an den tatsächlichen Bedarf‘ usw.) nicht von denen abweichen, die Gegenstand gemeinwirtschaftlicher Verpflichtungen, die vom Staat oder seinen Körperschaften auferlegt werden, sein können. Andererseits ist nicht auszuschließen, dass der im Vertrag festgelegte Preis für solche Leistungen nicht dem Marktpreis entspricht und somit als staatliche Beihilfe zugunsten des Vertragspartners angesehen werden kann.

92.

Diesbezüglich stellt die Kommission als erstes fest, dass der Gesetzgeber mit der Annahme der Verordnung 1191/69 festzulegen bezweckte, unter welchen Bedingungen ‚Beihilfen, die […] der Abgeltung bestimmter, mit dem Begriff des öffentlichen Dienstes zusammenhängender Leistungen entsprechen‘, die in Artikel 73 des EG-Vertrags genannt werden, mit dem Gemeinsamen Markt vereinbar sind. Die Anwendung von Artikel 73, somit auch die Anwendung der Verordnung 1191/69, setzt jedoch das Vorliegen einer staatlichen Beihilfe im Sinne des Artikels 87 Absatz 1 des EG-Vertrags voraus. Wenn der Inhalt des Vertrags durch den Begriff des Artikels 73, ‚mit dem Begriff des öffentlichen Dienstes zusammenhängende Leistungen‘, erfasst werden kann, sollte die Form des Instruments, ein Vertrag statt einseitig auferlegter Verpflichtungen, für sich genommen kein Hindernis dafür sein, möglicherweise im Preis enthaltene Beihilfen als mit dem Gemeinsamen Markt vereinbar erklären zu können. Der für die Bewertung einer Leistung, sei sie vom Staat auferlegt oder von den Parteien in einem Vertrag vereinbart, als gemeinwirtschaftliche Verpflichtung ausschlaggebende Faktor ergibt sich aus der Substanz der Leistung und nicht aus der Form, die ihrer Entstehung zugrunde liegt (9). Die Kommission schließt daraus, dass rechtlich nichts dagegen spricht, dass eine Beihilfe, die im Preis von Leistungen enthalten ist, der in einem öffentlichen Dienstleistungsvertrag vorgesehen ist, von der Kommission als mit dem Gemeinsamen Markt vereinbar erklärt werden kann.

93.

In Ermangelung genauer Bedingungen für die Vereinbarkeit in der Verordnung 1191/69 ist die Kommission der Auffassung, dass die sich aus dem EG-Vertrag, der Rechtsprechung und der Entscheidungspraxis der Kommission in anderen Bereichen ergebenden allgemeinen Grundsätze zur Beurteilung der Vereinbarkeit solcher Beihilfen herangezogen werden können.

94.

Diese Grundsätze wurden von der Kommission im Gemeinschaftsrahmen für staatliche Beihilfen, die als Ausgleich für die Erbringung öffentlicher Dienstleistungen gewährt werden (10), allgemein zusammengefasst. Bezüglich der Vereinbarkeit von Beihilfen, die in dem Preis enthalten sind, den eine öffentliche Stelle einem Erbringer einer öffentlichen Dienstleistung zahlt, sieht dieser Gemeinschaftsrahmen folgendes vor:

Die Höhe des Ausgleichs darf nicht über das hinausgehen, was erforderlich ist, um die durch die Erfüllung der Gemeinwohlverpflichtung verursachten Kosten unter Berücksichtigung der dabei erzielten Einnahmen und einer angemessenen Rendite aus der Erfüllung dieser Verpflichtungen abzudecken. Darin enthalten sind sämtliche vom Staat oder aus staatlichen Mittel in jedweder Form gewährten Vorteile. Die angemessene Rendite kann ganz oder teilweise die Produktivitätsgewinne mit einschließen, die von den betreffenden Unternehmen über einen ganz bestimmten, zuvor festgelegten Zeitraum ohne Reduzierung der vom Staat vorgegebenen Qualität erzielt wurden.

95.

Die Zahlungen des VVT an Postbus sind daher als mit dem Gemeinsamen Markt vereinbar zu erklären, falls die ‚Höhe des Ausgleichs […] nicht über das hinausgeht, was erforderlich ist, um die durch die Erfüllung der Gemeinwohlverpflichtung verursachten Kosten unter Berücksichtigung der dabei erzielten Einnahmen und einer angemessenen Rendite aus der Erfüllung dieser Verpflichtungen abzudecken‘.

96.

Aus den von der österreichischen Regierung übermittelten Informationen ergibt sich, dass sich die Kosten der Leistungen von Postbus auf insgesamt 2 217 000 EUR belaufen, was einem Durchschnittspreis von 1,92 EUR/km entspricht. Zum anderen geht aus den Informationen hervor, dass der vom VVT für die erbrachten Leistungen gezahlte Preis insgesamt 2 217 000 EUR oder 1,92 EUR/km beträgt.. Die Postbus gewährten Ausgleichszahlungen entsprechen somit genau den Kosten.

97.

Die österreichischen Behörden haben der Kommission mitgeteilt, dass die Postbus bei der Erfüllung des Vertrags entstehenden Kosten vor Vertragsschluss vom VVT mit drei unterschiedlichen Methoden überprüft wurden. Bei diesen drei Methoden handelt es sich um die Prüfung nach Kilometersätzen, die Prüfung nach Kostensätzen und die Prüfung nach Einzelkostenpositionen.

98.

Prüfung nach Kilometersätzen. Der an Postbus gezahlte Kilometersatz beträgt 1,92 EUR. Die österreichischen Behörden sehen einen solchen Satz als verhältnismäßig niedrig an, insbesondere angesichts der Tatsache, dass es sich beim Bezirk Lienz um eine Gebirgsregion handelt, was im Vergleich zu einer durchschnittlichen Region besonders im Winter höhere Kosten pro Kilometer zur Folge hat.

99.

Für vollkommen annehmbar halten die österreichischen Behörden einen solchen Kilometersatz auch im Lichte des Vorschlags der Kommission für eine Verordnung des Europäischen Parlaments und des Rates über Maßnahmen der Mitgliedstaaten im Zusammenhang mit Anforderungen des öffentlichen Dienstes und der Vergabe öffentlicher Dienstleistungsaufträge für den Personenverkehr auf der Schiene, der Straße und auf Binnenschifffahrtswegen vom 26. Juli 2000 (11). In diesem Verordnungsvorschlag wird in Ziffer 2.2.3 der Begründung Bezug genommen auf eine Isotope-Studie von 1997, wonach die durchschnittlichen Kosten pro Kilometer für den Kraftomnibusverkehr in Märkten mit geregeltem Wettbewerb 2,26 EUR betragen.

100.

Prüfung nach Kostensätzen. Für die Prüfung nach Kostensätzen hat Österreich Standardparameter für Personalkosten, Sachkosten ohne Fahrzeugkosten, Fahrzeugkosten (Abschreibungen) und Verwaltungskosten verwendet. Die Kosten für Leistungen, die den von Postbus erbrachten vergleichbar sind, belaufen sich nach dieser Methode auf 2 425 495,16 EUR. Bei einer zu erbringenden Kilometerleistung von 1 157 568 km ergeben sich mit dieser Methode somit Kosten von 2,09 EUR/km.

101.

Prüfung nach Einzelpositionen. Zur Prüfung nach Einzelpositionen hat Österreich Standardparameter für Personalkosten, Fahrzeugkosten, Kosten für Kraftstoffe, Reifen und Instandhaltung der Busse, Versicherungskosten und Verwaltungskosten verwendet. Nach dieser Methode entstünden Postbus Kosten von insgesamt 2 207 000 EUR oder 1,90 EUR/km.

102.

Die Kommission ist der Auffassung, dass die österreichischen Behörden somit Informationen vorgelegt haben, mit denen belegt werden kann, dass die Höhe des an Postbus gezahlten Ausgleichs nicht über das hinausgeht, was erforderlich ist, um die durch die Erfüllung der gemeinwirtschaftlichen Verpflichtungen verursachten Kosten unter Berücksichtigung der dabei erzielten Einnahmen und einer angemessenen Rendite aus der Erfüllung dieser Verpflichtungen abzudecken. Folglich könnten die Zahlungen, die Postbus aufgrund des öffentlichen Dienstleistungsvertrags mit dem VVT erhält und die staatliche Beihilfen darstellen, auf der Grundlage von Artikel 14 der Verordnung 1191/69/EG als mit dem Gemeinsamen Markt vereinbar angesehen werden.

103.

Angesichts der Tatsache, dass keine Ausschreibung stattgefunden hat und ein unmittelbarer Wettbewerber von Postbus behauptet, Postbus habe eine Überkompensation erhalten, ist die Kommission jedoch der Auffassung, dass es im vorliegenden Fall angezeigt ist, diesem Wettbewerber sowie allen betroffenen Dritten die Möglichkeit zu geben, sich zu den Methoden der von Österreich vorgenommenen Kostenprüfung zu äußern, bevor mit Sicherheit geschlossen werden kann, dass Postbus keine Überkompensation erhält. Die Kommission äußert daher zum gegenwärtigen Stadium Zweifel, ob Postbus nicht eine Überkompensation für Verkehrsleistungen erhält.

4.   BESCHLUSS

104.

Aus den dargelegten Gründen fordert die Kommission daher Österreich im Rahmen des Verfahrens nach Artikel 88 Absatz 2 des EG-Vertrags auf, sich innerhalb eines Monats nach Eingang dieses Schreibens zu dem Sachverhalt zu äußern und alle für die Beurteilung der betreffenden Maßnahmen sachdienlichen Informationen zu übermitteln. Sie bittet die österreichischen Behörden, dem Empfänger der etwaigen Beihilfe unmittelbar eine Kopie dieses Schreibens zuzuleiten.

105.

Die Kommission teilt Österreich mit, dass sie die Beteiligten durch die Veröffentlichung des vorliegenden Schreibens und einer Zusammenfassung dieses Schreibens im Amtsblatt der Europäischen Union in Kenntnis setzen wird. Außerdem wird sie die Beteiligten in den EFTA-Staaten, die das EWR-Abkommen unterzeichnet haben, durch die Veröffentlichung einer Bekanntmachung in der EWR-Beilage zum Amtsblatt und die EFTA-Überwachungsbehörde durch Übermittlung einer Kopie dieses Schreibens von dem Vorgang in Kenntnis setzen. Alle vorerwähnten Beteiligten werden aufgefordert, innerhalb eines Monats nach dem Datum dieser Veröffentlichung ihre Stellungnahme abzugeben.»


(1)  Απόφαση του δικαστηρίου της 24.3.2003, υπόθεση C-280/00, Altmark Trans 2003, σ. I-7747.

(2)  Bundesgesetzblatt I 1999/203 in der Fassung Bundesgesetzblatt I 2002/77, 2003/62 und 2004/151.

(3)  Bundesgesetzblatt I 2002/32.

(4)  Bundesgesetzblatt I 1972/284.

(5)  Urteil des EuGH vom 24. Juli 2003, Altmark Trans, Rechtssache C-280/00.

(6)  Mitteilung der Kommission vom 12. Mai 2004 an das Europäische Parlament, den Rat, den Europäischen Wirtschafts- und Sozialausschuss und den Ausschuss der Regionen — Weißbuch zu Dienstleistungen von allgemeinem Interesse, KOM(2004) 374 endg.

(7)  Urteil des Gerichtshofs vom 24. Juli 2003, Rechtsache C-280/00, Altmark Trans, Randnrn. 101, 106, 107.

(8)  Bundesgesetzblatt I 1994/519.

(9)  Vgl. in diesem Sinne das Urteil des Gerichtshofs vom 24. Juli 2003, Rs. C-280/00, Altmark Trans, das einen deutschen öffentlichen Dienstleistungsvertrag betraf. Dies hat den Gerichtshof nicht daran gehindert zu beurteilen, ob es sich um eine Beihilfe handelt oder nicht, und sich dabei auf den Inhalt und nicht die Form des Instruments zu stützen. Vgl. Artikel 4 der Entscheidung der Kommission vom 28. November 2005 über die Anwendung von Artikel 86 Absatz 2 EG-Vertrag auf staatliche Beihilfen, die bestimmten mit der Erbringung von Dienstleistungen von allgemeinem wirtschaftlichem Interesse betrauten Unternehmen als Ausgleich gewährt werden (ABl. L 312 vom 29.11.2005, S. 67), in der ebenfalls von der Form des Instruments abgesehen wird.

(10)  ABl. C 297 vom 29.11.2005, S. 4.

(11)  KOM(2000) 7 endg.