ISSN 1725-2415

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

50ό έτος
27 Απριλίου 2007


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

III   Προπαρασκευαστικές πράξεις

 

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

 

432η σύνοδος ολομέλειας της 17ης και 18ης Ιανουαρίου 2007

2007/C 093/01

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση κοινοτικού προγράμματος για τη βελτίωση της λειτουργίας των συστημάτων φορολογίας στην εσωτερική αγορά (Fiscalis 2013) COM(2006) 202 τελικό — 2006/0076 (COD)

1

2007/C 093/02

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Έκθεση για τον αντίκτυπο και τις συνέπειες των διαρθρωτικών πολιτικών όσον αφορά τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης

6

2007/C 093/03

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με ορισμένες εισφορές, δασμούς, φόρους και άλλα μέτραCOM(2006) 605 τελικό — 2006/0192 (CNS)

15

2007/C 093/04

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων COM(2006) 195 τελικό/2 — 2006/0005(COD)

16

2007/C 093/05

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που τροποποιεί την οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου και τις οδηγίες 2002/83/ΕΚ, 2004/39/ΕΚ, 2005/68/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ όσον αφορά τους διαδικαστικούς κανόνες και τα κριτήρια αξιολόγησης για την προληπτική αξιολόγηση της απόκτησης και αύξησης συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο στον χρηματοπιστωτικό τομέαCOM(2006) 507 τελικό — 2006/0166 (COD)

22

2007/C 093/06

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Αναθεώρηση της Ενιαίας Αγοράς

25

2007/C 093/07

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη θέσπιση από το 2007 έως το 2013 καθεστώτος αντιστάθμισης του επιπλέον κόστους εμπορίας ορισμένων αλιευτικών προϊόντων αλιείας από τις Αζόρες, τη Μαδέρα, τις Κανάριες Νήσους και τα γαλλικά διαμερίσματα της Γουιάνας και της Ρεϋνιόν (COM(2006) 740 τελικό 2006/0247 (CNS))

31

2007/C 093/08

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Ίσες ευκαιρίες για τα άτομα με αναπηρίες

32

2007/C 093/09

Γνωμοδότηση του ειδικευμένου τμήματος Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη για την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών Προώθηση της αξιοπρεπούς εργασίας για όλους — Η συμβολή της Ένωσης στην εφαρμογή της ατζέντας της αξιοπρεπούς εργασίας στον κόσμοCOM(2006) 249 τελικό

38

2007/C 093/10

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των ειδικών οδηγιών της καθώς και των οδηγιών του Συμβουλίου 83/477/ΕΟΚ, 91/383/ΕΟΚ, 92/29/ΕΟΚ και 94/33/ΕΚ, με σκοπό την απλούστευση και τον εξορθολογισμό των εκθέσεων εφαρμογήςCOM(2006) 390 τελικό — 2006/0127 (COD)

42

2007/C 093/11

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για τηνΑνασκόπηση της πραγματικότητας της ευρωπαϊκής κοινωνίας

45

EL

 


III Προπαρασκευαστικές πράξεις

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

432η σύνοδος ολομέλειας της 17ης και 18ης Ιανουαρίου 2007

27.4.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93/1


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση κοινοτικού προγράμματος για τη βελτίωση της λειτουργίας των συστημάτων φορολογίας στην εσωτερική αγορά (Fiscalis 2013)

COM(2006) 202 τελικό — 2006/0076 (COD)

(2007/C 93/01)

Στις 23 Ιουνίου 2006, το Συμβούλιο αποφάσισε σύμφωνα με το άρθρο 65 της ΣΕΚ να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Οικονομική και νομισματική ένωση, οικονομική και κοινωνική συνοχή», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 7 Δεκεμβρίου 2006 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. BURANI.

Κατά την 432η σύνοδο ολομέλειάς της, της 17ης Ιανουαρίου 2007, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 153 ψήφους υπέρ, 2 κατά και 3 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί σε γενικές γραμμές με το κείμενο που υποβάλλει η Επιτροπή, εφιστώντας την προσοχή σε ορισμένες παρατηρήσεις και εκφράζοντας ορισμένες επιφυλάξεις για κάποιες πτυχές που θεωρεί ότι χρήζουν διευκρινίσεων.

1.2

Σε ό,τι αφορά την κατάρτιση, οι παρατηρήσεις αφορούν την αποτελεσματικότητα των δράσεων που έχουν αναληφθεί μέχρι σήμερα: φαίνεται ότι η διοργάνωση συλλογικών σεμιναρίων σε κοινοτικό επίπεδο είναι ιδιαίτερα πολυδάπανη σε σχέση με τα αποτελέσματα· και τίθεται το ερώτημα μήπως είναι καλύτερα να επικεντρωθούν οι προσπάθειες για την κατάρτιση σε εθνικό επίπεδο από εμπειρογνώμονες που έχει εκπαιδεύσει η Επιτροπή. Η εκπαίδευση των εκπαιδευτών θα μπορούσε συνεπώς να συμβάλει καθοριστικά στην υλοποίηση του κοινοτικού προγράμματος.

1.3

Οι επιφυλάξεις αφορούν τις ασαφείς πτυχές της διάθεσης των πληροφοριών στις δημόσιες αρχές εκτός της φορολογικής αρχής: οι όροι και οι τρόποι πρόσβασης των δημόσιων αρχών δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως και προκαλούν διάφορες αμφιβολίες, ειδικότερα όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικής ζωής. Χρήζει επίσης διευκρινίσεων σε ό,τι αφορά την ιδιοκτησία και τη διάθεση των στοιχείων. Επίσης δεν γίνεται καμιά αναφορά στα κριτήρια καθορισμού του κόστους που χρεώνονται τρίτοι όταν ζητούν πληροφορίες.

2.   Εισαγωγή

2.1

Οι τελωνειακές και φορολογικές αρχές διαδραματίζουν καθοριστικής σημασίας ρόλο με την εφαρμογή των ελέγχων στα εξωτερικά σύνορα και με την προστασία των οικονομικών και άλλων συμφερόντων της Κοινότητας. Ενόψει των νέων προκλήσεων και των σημερινών αλλαγών είναι απαραίτητο να πραγματοποιηθούν βελτιώσεις κυρίως στον τομέα της πληροφορικής. Η παρούσα ανακοίνωση θεσπίζει ένα κοινοτικό πρόγραμμα για τη βελτίωση της λειτουργίας των συστημάτων φορολογίας στην εσωτερική αγορά (Fiscalis 2013).

2.2

Οι δαπάνες λειτουργίας τις οποίες αναλαμβάνει η Κοινότητα μπορούν να υποδιαιρεθούν σε δύο βασικές κατηγορίες: τις κοινές δράσεις και τις δράσεις στον τομέα της τεχνολογίας πληροφοριών (ΤΠ). Οι κοινές δράσεις καλύπτουν τα σεμινάρια, τις ομάδες έργου, τις επισκέψεις εργασίας, τους πολυμερείς ελέγχους και την κατάρτιση Οι δράσεις στον τομέα των ΤΠ καλύπτουν τη λειτουργία και την εξέλιξη των ήδη υφιστάμενων διευρωπαϊκών συστημάτων καθώς και την ανάπτυξη νέων συστημάτων. Το συνολικό ποσό που θα επιβαρύνει τον προϋπολογισμό της Κοινότητας ανέρχεται σε 156,9 εκατομμύρια ευρώ για την περίοδο 2008-2013. Το πρόγραμμα 2013 είναι ένα εξαετές πρόγραμμα του οποίου η διάρκεια ευθυγραμμίζεται με τη διάρκεια των δημοσιονομικών προοπτικών 2007-2013.

2.3

Στο προοίμιο του εγγράφου για την ενδιάμεση αξιολόγηση του προγράμματος (1) γίνεται ιδιαίτερη μνεία τόσο στις υποψήφιες χώρες, στις οποίες παρέχεται η δυνατότητα να χρησιμοποιούν πρακτικά μέσα τα οποία επιτρέπουν στις φορολογικές αρχές να εκτελούν, από την ημερομηνία της ένταξής τους, όλα τα καθήκοντα που επιβάλλει η κοινοτική νομοθεσία, όσο και στις χώρες εταίρους της ευρωπαϊκής πολιτικής γειτονίας στις οποίες επιτρέπεται, υπό ορισμένους όρους, η συμμετοχή σε επιλεγμένες δραστηριότητες του προγράμματος.

2.4

Εξάλλου, η ενδιάμεση αξιολόγηση του προγράμματος του 2007 επιβεβαίωσε την ανάγκη μιας καλύτερα δομημένης ανταλλαγής πληροφοριών και γνώσεων μεταξύ των αρμόδιων διοικήσεων, αλλά και μεταξύ των τελευταίων και της Επιτροπής, καθώς και την ανάγκη αξιοποίησης των γνώσεων που αποκτώνται στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του προγράμματος. Πρέπει ωστόσο να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στις πτυχές αυτές.

3.   Κύρια σημεία της πρότασης απόφασης

3.1

Στο έγγραφο, μετά από μία σύντομη εισαγωγή του προγράμματος δράσης Fiscalis 2013 όπου αναφέρονται οι όροι και τα περιεχόμενα, τίθενται οι εξής στόχοι:

α)

όσον αφορά τον φόρο προστιθέμενης αξίας, τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και τους φόρους εισοδήματος και περιουσίας:

(i)

να διασφαλιστεί η αποδοτική, αποτελεσματική και εκτενής ανταλλαγή πληροφοριών και η διοικητική συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών,

(ii)

να επιτραπεί στους υπαλλήλους να επιτύχουν ένα υψηλό κοινό επίπεδο κατανόησης του κοινοτικού δικαίου και της εφαρμογής του στα κράτη μέλη,

(iii)

να διασφαλιστεί η συνεχής βελτίωση των διοικητικών διαδικασιών για τη συνεκτίμηση των αναγκών των υπηρεσιών και των φορολογουμένων, μέσω της ανάπτυξης και της διάδοσης της ορθής διοικητικής πρακτικής·

β)

όσον αφορά τους φόρους επί των ασφαλίστρων: να βελτιωθεί η συνεργασία μεταξύ διοικήσεων, εξασφαλίζοντας την καλύτερη εφαρμογή των υφιστάμενων κανόνων·

γ)

όσον αφορά τις υποψήφιες και τις δυνάμει υποψήφιες χώρες: να αντιμετωπιστούν οι ειδικές ανάγκες των εν λόγω χωρών στον τομέα της φορολογικής νομοθεσίας και της διοικητικής ικανότητας·

δ)

όσον αφορά τις τρίτες χώρες, και ιδίως τις χώρες εταίρους της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας: να βελτιωθεί η συνεργασία με τις φορολογικές διοικήσεις των χωρών αυτών.

3.2

Για την επίτευξη των στόχων αυτών, η Επιτροπή καταρτίζει κάθε χρόνο ένα πρόγραμμα εργασίας. Το πρόγραμμα αυτό αναπτύσσεται μέσω της λειτουργίας των συστημάτων επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών, που εξασφαλίζει η Επιτροπή σε όλες τις συμμετέχουσες χώρες. Στα συστήματα επικοινωνίας περιλαμβάνονται διάφορα δίκτυα και κοινά συστήματα (CCN/CSI, VIES, EMCS…). Τα μη κοινοτικά δομικά στοιχεία των συστημάτων επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών περιλαμβάνουν τις εθνικές βάσεις δεδομένων που αποτελούν μέρος των συστημάτων αυτών, τις δικτυακές συνδέσεις μεταξύ κοινοτικών και μη κοινοτικών δομικών στοιχείων και το υλισμικό και λογισμικό κάθε συμμετέχουσας χώρας το οποίο αυτή κρίνει κατάλληλο για την πλήρη λειτουργία των συστημάτων αυτών στο σύνολο της διοίκησής της. Οι συμμετέχουσες χώρες διασφαλίζουν τη λειτουργία των μη κοινοτικών δομικών στοιχείων καθώς και τη διαλειτουργικότητά τους με τα κοινοτικά δομικά στοιχεία. Η Επιτροπή συντονίζει, σε συνεργασία με τις συμμετέχουσες χώρες, όλα τα θέματα εγκατάστασης και λειτουργίας των κοινοτικών και μη κοινοτικών στοιχείων των συστημάτων και υποδομών.

3.3

Η Επιτροπή και οι συμμετέχουσες χώρες διοργανώνουν από κοινού σεμινάρια και ομάδες έργου, ενώ παράλληλα μεριμνούν για τη διάδοση των σχετικών αποτελεσμάτων. Οι συμμετέχουσες χώρες διοργανώνουν, από την πλευρά τους, επισκέψεις εργασίας για τους υπαλλήλους τους. Εξάλλου, η Επιτροπή, σε συνεργασία με τις συμμετέχουσες χώρες, αναπτύσσει τη συστηματική και δομημένη ανταλλαγή πληροφοριών που προκύπτουν από τις διάφορες δραστηριότητες στο πλαίσιο του προγράμματος.

3.4

Οι αναγκαίες δαπάνες υλοποίησης του προγράμματος επιμερίζονται μεταξύ της Κοινότητας και των συμμετεχουσών χωρών.

Η Κοινότητα αναλαμβάνει τις ακόλουθες δαπάνες:

α)

το κόστος αγοράς, ανάπτυξης, εγκατάστασης, συντήρησης και καθημερινής λειτουργίας των κοινοτικών δομικών στοιχείων των συστημάτων επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών που περιγράφονται στο άρθρο 6 παράγραφος 3·

β)

τα έξοδα ταξιδίου και διαμονής στα οποία υποβάλλονται οι υπάλληλοι από τις συμμετέχουσες χώρες για πολυμερείς ελέγχους, επισκέψεις εργασίας, σεμινάρια, ομάδες έργου·

γ)

το κόστος διοργάνωσης των σεμιναρίων, καθώς και τα έξοδα ταξιδίου και διαμονής για τη συμμετοχή εξωτερικών εμπειρογνωμόνων και συμμετεχόντων που αναφέρονται στο άρθρο 11·

δ)

το κόστος αγοράς, ανάπτυξης, εγκατάστασης και συντήρησης των συστημάτων και μέσων κατάρτισης, στο βαθμό που αυτά είναι κοινά για όλες τις συμμετέχουσες χώρες·

ε)

το κόστος κάθε άλλης δραστηριότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο στ).

Οι συμμετέχουσες χώρες αναλαμβάνουν τις ακόλουθες δαπάνες:

α)

το κόστος ανάπτυξης, αγοράς, εγκατάστασης, συντήρησης και καθημερινής λειτουργίας των μη κοινοτικών δομικών στοιχείων των συστημάτων επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 4·

β)

το κόστος που συνδέεται με την αρχική και διαρκή κατάρτιση των υπαλλήλων, καθώς και τη γλωσσική τους κατάρτιση.

3.5

Σε ό,τι αφορά τον έλεγχο, αναφέρεται –χωρίς περισσότερες λεπτομέρειες- ότι το πρόγραμμα υπόκειται σε διαρκή από κοινού παρακολούθηση, η οποία διενεργείται από τις συμμετέχουσες χώρες και την Επιτροπή. Εξάλλου προβλέπεται μία ενδιάμεση και μία τελική αξιολόγηση.

4.   Εισαγωγή: οι βασικές αρχές του προγράμματος

4.1

Το έγγραφο που υποβάλλει η Επιτροπή αποτελεί μία «υποχρέωση»: είναι πράγματι η εκπλήρωση της υποχρέωσης έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 4 στοιχείο α) της απόφασης Fiscalis 2003 — 2007. Στη βάση αυτής της υποχρέωσης, η Επιτροπή υιοθέτησε μία ανακοίνωση (COM(2005) 111 της 6.4.2005) στην οποία κρίνεται σκόπιμο να θεσπιστούν δύο διαδοχικά προγράμματα, Τελωνεία 2013 και Fiscalis 2013, και τα δύο με στόχο τη συνέχιση των υφιστάμενων προγραμμάτων Τελωνεία 2007 και Fiscalis 2003 — 2007. Το παρόν έγγραφο της ΕΟΚΕ σχολιάζει το πρόγραμμα Fiscalis· ξεχωριστό έγγραφο ασχολείται με το πρόγραμμα Τελωνεία.

4.2

Το πρόγραμμα 2013 — που ισχύει για την περίοδο 2008-2013 — δεν εισάγει ουσιαστικές καινοτομίες σε σχέση με το υφιστάμενο πρόγραμμα αλλά αποσκοπεί κυρίως να βελτιώσει την αποτελεσματικότητά του, όπως προβλέπεται στο πλαίσιο της εκ νέου προώθησης της Στρατηγικής της Λισσαβώνας. Έχει συνεπώς ως στόχο τη συνέχιση της ανάπτυξης της συνεργασίας μεταξύ των φορολογικών διοικήσεων των κρατών μελών (και των υπό ένταξη χωρών), προκειμένου να διασφαλιστεί η επίτευξη των στόχων που είχαν ήδη τεθεί στο αρχικό πρόγραμμα:

εξασφάλιση της κοινής εφαρμογής της κοινοτικής φορολογικής νομοθεσίας·

διασφάλιση της προστασίας των εθνικών και κοινοτικών οικονομικών συμφερόντων·

συμβολή στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς με την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και φοροαποφυγής·

πρόληψη των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού· και

συνεχή μείωση του βάρους συμμόρφωσης για τις διοικήσεις και τους φορολογούμενους.

4.3

Το έγγραφο της Επιτροπής συντάχθηκε κατόπιν εμβριθών αναλύσεων της σημερινής κατάστασης, επισκέψεων σε διάφορα κράτη μέλη και επαφών με διοικήσεις, εμπειρογνώμονες και φορολογούμενους. Το αποτέλεσμα είναι ότι το πρόγραμμα αποτελεί επέκταση του προγράμματος 2007 ενισχυμένου με πρόσθετους χρηματοδοτικούς πόρους, προκειμένου, «αφενός, να στηρίξει νέες πρωτοβουλίες πολιτικής και, αφετέρου, να προβλέψει μια οριακή αύξηση του προϋπολογισμού όλων των άλλων επιμέρους τομέων». Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την επιλογή αυτή.

4.4

Όπως αναφέρεται στο σημείο 2.2, το συνολικό ποσό του προγράμματος 2008-2013 ανέρχεται σε 168,47 εκατομμύρια ευρώ· οι δαπάνες λειτουργίας που επιβαρύνουν τον κοινοτικό προϋπολογισμό αποτελούν το μεγαλύτερο τμήμα: 156,9 εκατομμύρια ευρώ. Οι δαπάνες λειτουργίας υποδιαιρούνται σε δύο βασικές κατηγορίες: κοινές δράσεις και δράσεις στον τομέα της τεχνολογίας πληροφοριών (ΤΠ). Οι κοινές δράσεις καλύπτουν τα σεμινάρια, τις ομάδες έργου, τις επισκέψεις εργασίας, τους πολυμερείς ελέγχους, την κατάρτιση και κάθε άλλη αναγκαία για την επίτευξη των στόχων δραστηριότητα. Οι δράσεις στον τομέα των ΤΠ καλύπτουν τη λειτουργία και την εξέλιξη των ήδη υφιστάμενων διευρωπαϊκών συστημάτων καθώς και την ανάπτυξη νέων συστημάτων.

5.   Γενικές παρατηρήσεις

5.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την αναγκαιότητα να συνεχιστεί το πρόγραμμα Fiscalis σύμφωνα με τις υφιστάμενες γενικές γραμμές· συνεπώς πρέπει να υποστηριχθεί η πρωτοβουλία της Επιτροπής φροντίζοντας κυρίως να βελτιωθούν ορισμένες πτυχές κατά την τελική φάση, ιδιαίτερα όσες αφορούν την αποτελεσματικότητα των προγραμμάτων κοινής κατάρτισης και τη χρήση των γλωσσών. Από την άλλη πλευρά, η ίδια η Επιτροπή έχει επισημάνει αυτές τις αδυναμίες σε ένα έγγραφο (2) στο οποίο προβλέπονται μάλιστα οι λύσεις για την αντιμετώπισή τους.

5.2

Η κατάρτιση βασίζεται σε δύο κύριους άξονες, έναν σε κοινοτικό επίπεδο που χρηματοδοτείται από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, και έναν σε εθνικό επίπεδο που χρηματοδοτείται σε γενικές γραμμές από τα ενδιαφερόμενα επιμέρους κράτη μέλη. Ο όρος εκπαίδευση περιλαμβάνει την αυτή καθ' εαυτή «κατάρτιση» (δηλαδή την εκπαίδευση επί συγκεκριμένων θεμάτων τεχνικού, νομικού ή διοικητικού χαρακτήρα υπό την καθοδήγηση εμπειρογνωμόνων σε κάθε τομέα ξεχωριστά), τα σεμινάρια (γενικού διεπιστημονικού χαρακτήρα με τη συμμετοχή φορέων διαφόρων χωρών), και τις ανταλλαγές προσωπικού (ατομικές ή ανά ομάδες).

5.3

Στο έγγραφο που αναφέρεται στο σημείο 3.1, η Επιτροπή προέβη σε λεπτομερή έκθεση των πρώτων αποτελεσμάτων των προγραμμάτων κατάρτισης: η εικόνα που προκύπτει είναι ικανοποιητική ως ένα βαθμό· αναφέρονται με ειλικρίνεια διάφορα κενά και αδυναμίες καθώς και τρόποι εξάλειψης ή μείωσης των εμποδίων. Από την άλλη πλευρά, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά εάν ληφθεί υπόψη η πολυπλοκότητα του προγράμματος, ο αριθμός των συμμετεχουσών χωρών, η ποικιλία των υφιστάμενων συστημάτων, το διαφορετικό επίπεδο εμπειριών και οργάνωσης των εθνικών διοικήσεων, και τέλος η πληθώρα των γλωσσών — ένα θέμα που αποτελεί κοινό εμπόδιο σε όλα τα διακοινοτικά προγράμματα και η σημασία του οποίου συχνά υποτιμάται. Ως κύριο πρόβλημα παραμένει ο καθορισμός του ελάχιστου κοινού επιπέδου γνώσεων και επαγγελματισμού που να υπολογίζεται τουλάχιστον στις ελάχιστες παραμέτρους που είναι αποδεκτές και εφαρμόζονται από όλα τα κράτη μέλη.

5.4

Όπως αναφέρεται στο σημείο 3.5, η Επιτροπή θα ελέγχει την ορθή εκτέλεση των προγραμμάτων· κατά την άποψη της ΕΟΚΕ είναι σημαντικό να ελέγχεται κυρίως η σωστή μεταφορά των κοινών προτύπων και η πλήρης γνώση των κοινοτικών αξιών. Οι έλεγχοι αυτοί είναι σημαντικοί επειδή δεν πρόκειται μόνο για τον έλεγχο της σωστής χρήσης των κοινοτικών πόρων σύμφωνα με τις γενικές αρχές του δημόσιου λογιστικού, αλλά και γιατί δεν αφήνουν στην κρίση των κρατών μελών το επίπεδο προετοιμασίας των υπαλλήλων τους.

5.5

Λαμβανομένης υπόψη της πολυπλοκότητας του θέματος, η ΕΟΚΕ δεν θα προβεί σε συστάσεις αλλά απλώς υποβάλλει ορισμένες αντικειμενικές παρατηρήσεις, χωρίς να ασχοληθεί εάν είναι κατά το μάλλον ή ήττον «πολιτικά ορθές».

5.5.1

Κατά πρώτο λόγο, είναι γνωστό ότι το επίπεδο των επαγγελματικών δεξιοτήτων και εμπειριών των εθνικών υπαλλήλων διαφέρει από το ένα κράτος μέλος στο άλλο· είναι εξαιρετικά δύσκολο συνεπώς να βρεθεί μία κοινή φόρμα κατάρτισης μέσω σεμιναρίων με πληθώρα συμμετεχόντων. Η πολυμορφία των γλωσσών προσθέτει ένα επιπλέον στοιχείο αμηχανίας: διαφορετική είναι η κατανόηση από την άμεση επαφή με τη γλώσσα του ομιλητή και διαφορετική η αποτελεσματικότητα του μηνύματος που λαμβάνεται μέσω διερμηνείας. Επισημαίνεται εξάλλου ότι τα οπτικοακουστικά μέσα (διαφάνειες, διαγράμματα, κλπ) δεν μπορούν να διαβαστούν οπτικά στη γλώσσα των συμμετεχόντων. Τελικά νομιμοποιούμεθα να αναρωτηθούμε εάν τα σεμινάρια αυτά — η διοργάνωση των οποίων είναι πολυδάπανη από οικονομικής πλευράς — πρέπει να μειωθούν στο ελάχιστο ή τουλάχιστον να αναβληθούν για αργότερα όταν το πρόγραμμα θα είναι «ώριμο». Η αποταμίευση που θα επιτευχθεί χάρη σε αυτή την απόφαση, από πλευράς τιμής και ανθρώπινων πόρων, θα μπορούσε ίσως να διατεθεί για τη χρηματοδότηση –τουλάχιστον εν μέρει- της κατάρτισης σε εθνικό επίπεδο στις χώρες που βρίσκονται σε σχετικά μειονεκτική θέση, ιδιαίτερα δε στις χώρες που πρόσφατα έγιναν μέλη.

5.5.2

Στο έγγραφο αξιολόγησης της Επιτροπής δεν γίνεται καμιά αναφορά σε ένα στοιχείο που είναι ωστόσο καθοριστικής σημασίας: η κατάρτιση σε κοινοτικό επίπεδο των εθνικών εκπαιδευτών. Η εν λόγω κατάρτιση θα έπρεπε να αποτελεί τον άξονα ολόκληρου του συστήματος: μόνον ένας εκπαιδευτής που ομιλεί των γλώσσα των συμμετεχόντων μπορεί να εξασφαλίσει την πλήρη αποτελεσματικότητα των μηνυμάτων — και κυρίως των συζητήσεων, που αποτελούν σημαντικό τμήμα της κατάρτισης. Κυρίως όμως ο εθνικός εκπαιδευτής είναι ο μόνος που μπορεί να υιοθετήσει μια διδακτική μεθοδολογία μετάβασης από το εθνικό σύστημα, του οποίου είναι γνώστης, στο κοινοτικό σύστημα. Η επιλογή των ειδικευμένων για το έργο αυτό προσώπων θα πρέπει να ανατεθεί στις επιμέρους εθνικές αρχές. Το υψηλό επίπεδο επαγγελματισμού και οι διδακτικές ικανότητες πρέπει να είναι απαραίτητες προϋποθέσεις· το ίδιο ισχύει και για όσους θα πρέπει να ασχοληθούν με την «κοινοτική »κατάρτιση των εθνικών εκπαιδευτών. Τέλος, κατά την άποψη των εμπειρογνωμόνων μία τέτοιου τύπου κατάρτιση δεν μπορεί να επιτευχθεί με μικρής χρονικής διάρκειας σεμινάρια: πρέπει να πραγματοποιηθούν «μαθήματα »η διάρκεια των οποίων να μην είναι κατώτερη των δύο μηνών.

5.6

Ένα άλλο, εντελώς διαφορετικό, σημαντικό ζήτημα είναι η σύνδεση του συστήματος Fiscalis — ιδιαίτερα το τμήμα που αφορά τον ΦΠΑ και τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης- με το σύστημα «Τελωνεία 2013». Με τη γνωμοδότησή της για την Πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το Περιβάλλον χωρίς χαρτί για τα τελωνεία και τις εμπορικές επιχειρήσεις  (3) η ΕΟΚΕ είχε επιστήσει την προσοχή στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη της «πρότασης απόφασης του ΕΚ και του Συμβουλίου» (4): «Η πανευρωπαϊκή δράση για την παροχή ηλεκτρονικών διοικητικών υπηρεσιών συνεπάγεται μέτρα που σκοπό έχουν να συμβάλουν στην καταπολέμηση της απάτης, του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας». Στη γνωμοδότηση αυτή ήταν φανερό ότι μία οργανική και προγραμματισμένη σύνδεση μεταξύ των αρχείων των τελωνείων και των αρχείων των αρμόδιων για τον ΦΠΑ αρχών ενδεχομένως να οδηγούσε σε απάτες σχετικά με την εισαγωγή προϊόντων από τρίτες χώρες, και κυρίως στην παραποίηση των σημάτων καταγωγής.

5.6.1

Στο πρόγραμμα Fiscalis δεν υπάρχει καμιά αναφορά οργανικής σύνδεσης των αρχείων Fiscalis με τα αρχεία που διαχειρίζονται άλλες αρχές: μόνο στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη της πρότασης απόφασης αναφέρεται ότι «θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα συμπερίληψης στο πρόγραμμα περαιτέρω συστημάτων ανταλλαγής πληροφοριών στον φορολογικό τομέα, όπως το σύστημα παρακολούθησης της διακίνησης των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης (EMCS)», είναι δε γεγονός ότι πρόκειται για πληροφορίες σχετικά με ανταλλαγές μεταξύ των φορολογικών αρχών.

5.6.2

Στη γνωμοδότηση που αναφέρεται στο σημείο 5.6, η ΕΟΚΕ ανέφερε και τη σύσταση του ΕΚ και του Συμβουλίου (5), στην οποία καθοριζόταν μια σειρά μέτρων με στόχο την «καθιέρωση μιας συνεργασίας μεταξύ των αστυνομικών, τελωνειακών και δικαστικών αρχών»προκειμένου να υλοποιηθεί το Πρόγραμμα της Χάγης  (6) για την ασφάλεια στην Ένωση, ασφάλεια που περιλαμβάνει την καταπολέμηση του διασυνοριακού λαθρεμπορίου προϊόντων που υπόκεινται σε περιορισμούς ή απαγορεύσεις. Η σύνδεση που αναφέρεται στο προηγούμενο σημείο θα επέτρεπε, μέσω των τελωνείων, ελέγχους που σήμερα δεν είναι δυνατοί: ένας έμμεσος τρόπος συνεργασίας των φορολογικών αρχών με το Πρόγραμμα της Χάγης. Η ΕΟΚΕ έχει πλήρη γνώση του γεγονότος ότι, με τα υφιστάμενα προγράμματα και με τις υφιστάμενες παγιωμένες διαδικασίες, η υλοποίηση ενός τέτοιου σχεδίου δεν είναι πλέον δυνατή. Δεν απομένει συνεπώς παρά να προτείνουμε να ληφθεί υπόψη ότι η οργανική σύνδεση των διαφόρων τραπεζών δεδομένων της ΕΕ και των κρατών μελών θα πρέπει να αποτελεί μέρος των στρατηγικών προγραμμάτων της Ένωσης, όχι μόνο με στόχο την ασφάλεια αλλά και πολλούς άλλους στόχους της κοινωνικής και οικονομικής πολιτικής.

6.   Ειδικές παρατηρήσεις

6.1

Άρθρο 3: συμμετοχή στο πρόγραμμα. Το πρόγραμμα είναι ανοικτό όχι μόνο στα κράτη μέλη αλλά και στις υποψήφιες χώρες και στις δυνάμει υποψήφιες χώρες, καθώς και στις χώρες εταίρους της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας, εάν οι χώρες αυτές έχουν φθάσει σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο προσέγγισης των σχετικών νομοθετικών διατάξεων. Ο σκοπός αυτής διάταξης είναι αναμφίβολα αξιέπαινος και συνάδει με τον στόχο δημιουργίας ενός όσο το δυνατόν ευρύτερου «φορολογικού χώρου». Η ΕΟΚΕ διερωτάται εξάλλου μήπως το σχέδιο είναι πολύ φιλόδοξο, λαμβανομένων υπόψη των διαθέσιμων πόρων και των δυσκολιών που έχουν ήδη αντιμετωπιστεί κατά τη υλοποίησή του, που ενδέχεται να αυξηθούν με τη συμμετοχή περισσοτέρων μελών.

6.2

Άρθρο 6: συστήματα επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών. Τα κοινοτικά δομικά στοιχεία των συστημάτων επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών είναι το υλισμικό, το λογισμικό και οι δικτυακές συνδέσεις, τα οποία είναι κοινά για όλες τις συμμετέχουσες χώρες. Όλα τα υπόλοιπα (οι εθνικές βάσεις δεδομένων, οι δικτυακές συνδέσεις μεταξύ κοινοτικών και μη κοινοτικών δομικών στοιχείων, το υλισμικό και το λογισμικό κάθε συμμετέχουσας χώρας για την πλήρη λειτουργία των δικών τους συστημάτων) θεωρούνται ότι ανήκουν στα μη κοινοτικά δομικά στοιχεία.

6.2.1

Η ταξινόμηση που αναφέρεται στο προηγούμενο σημείο φαίνεται ορθή· προκαλεί όμως αμηχανία ο κανόνας στην παράγραφο 6 σύμφωνα με τον οποίο Η Επιτροπή μπορεί να επιτρέψει σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες να έχουν πρόσβαση στα συστήματα επικοινωνίας και ανταλλαγής πληροφοριών, είτε για φορολογικούς είτε για μη φορολογικούς σκοπούς, υπό την προϋπόθεση ότι καταβάλλεται χρηματοδοτική συνεισφορά στον προϋπολογισμό του προγράμματος. «Η διατύπωση “μη φορολογικούς σκοπούς ”είναι λίγο διφορούμενη: Η Επιτροπή έχει καθήκον να διευκρινίζει σε “ποιές ”υπηρεσίες θα επιτρέψει να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες, με ποιές εγγυήσεις και με ποιούς ελέγχους. Η ΕΟΚΕ προτείνει, προκειμένου να εξαλειφθεί κάθε αμφιβολία, να καταστεί σαφές ότι παροχή πληροφοριών μπορεί να γίνει μόνο στο πλαίσιο του σχεδίου συνεργασίας και με τις εγγυήσεις που παρέχουν οι ισχύουσες διατάξεις, και πάντα με την τήρηση των κανόνων που προστατεύουν την ιδιωτική ζωή.»

6.2.2

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι ο κανόνας πρέπει να καταστεί σαφέστερος: εκ πρώτης όψεως, δεν φαίνεται να έχει η Επιτροπή το δικαίωμα να παρέχει σε τρίτους- όποιοι κι αν είναι- πληροφορίες που είναι ιδιοκτησία κάθε κράτους μέλους εάν αυτές είναι καταχωρημένες στην τράπεζα δεδομένων του εν λόγω κράτους· αντιθέτως εάν πρόκειται για πληροφορίες που έχει στην κατοχή της η Επιτροπή, τίθεται το ερώτημα εάν αυτή μπορεί να τις ανακοινώνει ελεύθερα χωρίς την συναίνεση ή εν αγνοία των κρατών μελών. Με άλλα λόγια: τα στοιχεία που φθάνουν στην Επιτροπή ή τα στοιχεία που η ίδια επεξεργάζεται βάσει των πληροφοριών που λαμβάνει από τα κράτη μέλη, γίνονται αυτομάτως ιδιοκτησία της Επιτροπής; Με ποια κριτήρια καθορίζεται το κόστος που θα επιβαρύνει τους τρίτους που ζητούν πληροφορίες και σε ποιόν ανήκουν τα ποσά που εισπράττονται; Και, σε κάθε περίπτωση, τα στοιχεία που κατέχει η Επιτροπή μπορούν να ανακοινωθούν σε τρίτους χωρίς να ενημερωθούν τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη πριν ή μετά; Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι αυτά τα ερωτήματα είναι θεμελιώδους σημασίας και θα πρέπει να απαντηθούν κατά τρόπο που να αποσαφηνίζει τη θέση της Επιτροπής χωρίς περιθώρια αμφιβολιών.

Βρυξέλλες, 17 Ιανουαρίου 2007

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής, Ενδιάμεση αξιολόγηση του προγράμματος Fiscalis 2007, SEC(2005)1045

(2)  Βλ. Υποσημείωση 1.

(3)  Γνωμοδότηση ΕΟΚΕ για ένα περιβάλλον χωρίς χαρτί για τα τελωνεία και τις εμπορικές επιχειρήσεις, ΕΕ 2006/C 318/08, της 23.12.2006, σημείο 2.5

(4)  Πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για ένα περιβάλλον χωρίς χαρτί για τα τελωνεία και τις εμπορικές επιχειρήσεις COM(2005) 609 τελικό.

(5)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Χώρος ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης: απολογισμός του προγράμματος Τάμπερε και μελλοντικές κατευθύνσεις (COM(2004) 401 τελικό).

(6)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Το πρόγραμμα της Χάγης: Δέκα προτεραιότητες για την επόμενη πενταετία Η εταιρική σχέση για την ανανέωση της Ευρώπης στον τομέα της ελευθερίας, της ασφάλειας και της δικαιοσύνης (COM(2005) 184 τελικό).


27.4.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93/6


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Έκθεση για τον αντίκτυπο και τις συνέπειες των διαρθρωτικών πολιτικών όσον αφορά τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης»

(2007/C 93/02)

Στις 20 Ιουλίου 2006, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Έκθεση για τον αντίκτυπο και τις συνέπειες των διαρθρωτικών πολιτικών όσον αφορά τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης»

Το ειδικευμένο τμήμα «Οικονομική και νομισματική ένωση, οικονομική και κοινωνική συνοχή», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 7 Δεκεμβρίου 2006 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. DERRUINE.

Κατά την 432η σύνοδο ολομέλειάς της, της 17ης και 18ης Ιανουαρίου 2007 (συνεδρίαση της 18ης Ιανουαρίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την παρούσα γνωμοδότηση με 164 ψήφους υπέρ, 2 κατά και 1 αποχή.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Με την παρούσα διερευνητική γνωμοδότηση δίδεται συνέχεια στην επιστολή του Προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 20ής Ιουλίου 2006, με την οποία ζητούσε από την Ευρωπαϊκή και Κοινωνική Επιτροπή να συμβάλει, με τον προβληματισμό της, στην έκθεσή του ΕΚ σχετικά με την επίδραση και τις συνέπειες των διαρθρωτικών πολιτικών στη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

1.2

Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνθήκης (άρθρα 2, 158 και 159), όλες οι πολιτικές οφείλουν να συμβάλλουν στην επίτευξη του στόχου της συνοχής, που δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στις διαρθρωτικές πολιτικές. Το Συμβούλιο του Μαρτίου 2006 επανέλαβε το εν λόγω μήνυμα.

1.3

Κατά την ΕΟΚΕ, η συνοχή δεν μπορεί να εκτιμηθεί με δείκτες σχετικούς με το ΑΕγχΠ. Κρίνει ότι απαιτείται η κατάρτιση «ενός αντιπροσωπευτικότερου δείκτη συνοχής» ο οποίος «πέραν του ΑΕΠ, θα εμπεριέχει και τις παραμέτρους του ποσοστού απασχόλησης, του ποσοστού ανεργίας, της έκτασης της κοινωνικής προστασίας, του βαθμού πρόσβασης στις υπηρεσίες κοινής ωφελείας κλπ.»

1.4

Με τα εθνικά σχέδια μεταρρύθμισης της στρατηγικής της Λισαβόνας, το κοινοτικό πρόγραμμα της Λισαβόνας, τις ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές που προτείνει η Επιτροπή και τις αναλύσεις επιπτώσεων που πραγματοποιεί, θα είναι δυνατόν να εκτιμηθούν καλύτερα τα μέτρα που θεσπίστηκαν για την ενίσχυση της συνοχής, συμπεριλαμβανομένης και της εδαφικής της διάστασης.

1.5

Τα διαρθρωτικά ταμεία και το ταμείο συνοχής εφάρμοσαν ήδη σε πρώιμο στάδιο τη στρατηγική της Λισαβόνας σε όλες τις διαστάσεις της: οικονομική μεγέθυνση, συνοχή, απασχόληση και ποιότητα της εργασίας, περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Συνέβαλαν στην εμπέδωση του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου.

1.6

Η αδιαφιλονίκητη επίδρασή τους είναι ότι έδωσαν την ώθηση για την ανάκαμψη των χωρών/περιφερειών που υστερούσαν από απόψεως απασχόλησης, οικονομικής μεγέθυνσης και υποδομών, επέφεραν πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, παγίωσαν την (επιδεκτική βελτίωσης) αρχή της επιτόπου εταιρικής σχέσης, συνέβαλαν στην πειθάρχηση των τοπικών διοικήσεων και στη διασφάλιση της προβολής της ΕΕ.

1.7

Η διαρθρωτική πολιτική υποστηρίζει, ταυτόχρονα, την εσωτερική αγορά χάρη στις εμπορικές ροές και την απασχόληση που προέκυψαν από το σχεδιασμό και την εκτέλεση έργων τα οποία ήταν επιλέξιμα για χρηματοδότηση από τα διαρθρωτικά ταμεία και τα οποία, επιπλέον, δεν θα είχαν υλοποιηθεί χωρίς τον καταλυτικό ρόλο της ευρωπαϊκής παρέμβασης.

1.8

Ωστόσο, η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι η συναίνεση η οποία επικρατούσε προηγουμένως σχετικά με την ανάπτυξη της διαρθρωτικής πολιτικής (μέσα, πιστώσεις) σε συνάρτηση με την εσωτερική αγορά και την ΟΝΕ, τα τελευταία έτη έχει διαρραγεί.

1.9

Με την πάροδο των αιώνων, το Λονδίνο, το Αμβούργο, το Μόναχο, το Μιλάνο, και το Παρίσι σχημάτισαν μια ζώνη, με τη μορφή πολυγώνου, η οποία αντιπροσωπεύει το 20 % της ευρωπαϊκής επικράτειας, το 40 % του πληθυσμού της και το 50 % του πλούτου της και η οποία αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη των υπόλοιπων ευρωπαϊκών περιφερειών. Μετά τις πρόσφατες και τις μελλοντικές διευρύνσεις, θα ήταν σκόπιμο να εξεταστεί το θέμα της προώθησης άλλων δυναμικών περιφερειακών συνόλων προκειμένου να καλυφθεί ολόκληρος ο ευρωπαϊκός χώρος.

1.10

Τούτο απαιτεί υποδομές για τη διασύνδεση των εν λόγω περιφερειών αλλά και των αστικών κέντρων και αγροτικών περιοχών που τις συναποτελούν. Ωστόσο, οι δημοσιονομικοί περιορισμοί που αποφασίστηκαν στο πλαίσιο των δημοσιονομικών προοπτικών και του συμφώνου σταθερότητας και ανάπτυξης εμποδίζουν τον εκσυγχρονισμό τους.

1.11

Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι απαιτείται ένας προβληματισμός όσον αφορά τους δημοσιονομικούς δείκτες που ορίζονται από το σύμφωνο σταθερότητας και ανάπτυξης και τις συνέπειές τους όσον αφορά τη χρηματοδότηση των διευρωπαϊκών δικτύων και ειδικότερα τα ελλείποντα τμήματά τους, δεδομένου ότι τα επιλέξιμα για χρηματοδότηση έργα απαιτούν συγχρηματοδότηση από τις εθνικές αρχές.

1.12

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει την πρότασή της για βελτίωση της χρηματοοικονομικής τεχνικής των διαρθρωτικών ταμείων και κρίνει ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί η πρακτική η οποία συνίσταται στην επιστροφή των αχρησιμοποίητων κονδυλίων του κοινοτικού προϋπολογισμού στα κράτη μέλη έτσι ώστε να μειώνεται η συνεισφορά τους.

1.13

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει το αίτημα που έχει ήδη απευθύνει στην Επιτροπή ζητώντας της να καταρτίσει (1) προτάσεις με δεσμευτική ισχύ για τα κράτη μέλη στα πλαίσια των οποίων να οργανώνονται οι διαδικασίες σύνδεσης των κοινωνικοεπαγγελματικών παραγόντων με τις διαρθρωτικές πολιτικές και (2) δείκτες σχετικά με τη διαδικασία διαβούλευσης στα κράτη μέλη. Φρονεί ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να εξηγούν πώς οργανώνουν την ανάδραση πληροφοριών σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται η αρχή της εταιρικής σχέσης για τις επιτροπές παρακολούθησης.

1.14

Η ΕΟΚΕ ζητά την υποστήριξη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προκειμένου το μήνυμα της παρούσας γνωμοδότησης να ληφθεί επαρκώς υπόψη όταν, κατά το 2008-2009, η Επιτροπή θα υποβάλει το έγγραφό της για τη μεταρρύθμιση του κοινοτικού προϋπολογισμού και τους μεταγενέστερους προβληματισμούς σχετικά με το μέλλον της Ευρώπης και τη συμβολή της περιφερειακής πολιτικής.

2.   Φύση της συνοχής και παρουσία της στη Συνθήκη

2.1

Ήδη από το 1957, στη Συνθήκη της Ρώμης παρατίθεται η φιλοδοξία να μειωθούν οι «υφιστάμενες ανισότητες μεταξύ των διαφόρων περιοχών, και ..(η)..καθυστέρηση των λιγότερο ευνοημένων μεταξύ αυτών». Στη Συνθήκη του Άμστερνταμ, γίνεται αναφορά στην «ισόρροπη και αειφόρο ανάπτυξη ως μια από τις θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής Κοινότητας». Η πρόθεση αυτή διατυπώνεται στο άρθρο 158: «Η Κοινότητα, προκειμένου να προαχθεί η αρμονική ανάπτυξη του συνόλου της, αναπτύσσει και εξακολουθεί τη δράση της με σκοπό την ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής της συνοχής. Η Κοινότητα αποσκοπεί, ιδιαίτερα, στη μείωση των διαφορών μεταξύ των επιπέδων ανάπτυξης των διαφόρων περιοχών και στη μείωση της καθυστέρησης των πλέον μειονεκτικών περιοχών ή νήσων, συμπεριλαμβανομένων των αγροτικών περιοχών».

2.2

Το άρθρο 159 προβλέπει ότι «Τα κράτη μέλη ασκούν και συντονίζουν την οικονομική τους πολιτική με σκοπό, μεταξύ άλλων, να επιτύχουν τους στόχους του άρθρου 158. Η διαμόρφωση και η υλοποίηση των πολιτικών και δράσεων της Κοινότητας καθώς και η υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς, λαμβάνουν υπόψη τους στόχους του άρθρου 158 και συμβάλλουν στην πραγματοποίησή τους. Η Κοινότητα ενισχύει επίσης την επίτευξη των στόχων αυτών με τη δράση της μέσω των διαρθρωτικών Ταμείων (Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων-Τμήμα Προσανατολισμού, Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης), της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των άλλων υφιστάμενων χρηματοδοτικών μέσων».

2.3

Στο στάδιο αυτό, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί ότι, σύμφωνα με το πνεύμα της Συνθήκης, όλες οι πολιτικές οφείλουν να συμβάλλουν στην επίτευξη του στόχου της συνοχής, ο οποίος δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά και μόνον στις διαρθρωτικές πολιτικές. Στο μήνυμα αυτό έγινε αναφορά από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το Μάρτιο του 2006 (1).

2.4

Σ' αυτό το σημείο, είναι σκόπιμο να δοθεί ένας ορισμός της έννοιας της «συνοχής»: νοείται ως ένας δείκτης που βασίζεται στο κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ. Ωστόσο, στη γνωμοδότησή της με θέμα «Η συμβολή των λοιπών κοινοτικών πολιτικών στην οικονομική και κοινωνική συνοχή»  (2), η ΕΟΚΕ είχε ήδη ταχθεί υπέρ της κατάρτισης «ενός αντιπροσωπευτικότερου δείκτη συνοχής [ο οποίος] πέραν του ΑΕγχΠ, θα εμπεριέχει και τις παραμέτρους του ποσοστού απασχόλησης, του ποσοστού ανεργίας, της έκτασης της κοινωνικής προστασίας, του βαθμού πρόσβασης στις υπηρεσίες κοινής ωφελείας κλπ».

2.5

Το σχέδιο της Συνταγματικής Συνθήκης καινοτομούσε με την καθιέρωση της εδαφικής διάστασης της συνοχής. Η πτυχή αυτή της συνοχής έχει μέχρι σήμερα παραμεληθεί, παρά την υιοθέτηση του Σχεδίου Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου (ΣΑΚΧ), τα διδάγματα του οποίου είναι πολύτιμα και το οποίο αναμένεται να προσαρμοστεί στα σύγχρονα δεδομένα από τη Γερμανική Προεδρία, προκειμένου να συμπεριλάβει τις πρόσφατες και τις προγραμματισμένες προσχωρήσεις.

2.6

Κατά συνέπεια, και σύμφωνα με το πνεύμα των συμπερασμάτων του άτυπου Συμβουλίου σχετικά με την εδαφική συνοχή (3), τα εθνικά σχέδια μεταρρύθμισης της Στρατηγικής της Λισαβόνας και το κοινοτικό πρόγραμμα της Λισαβόνας πρέπει να συμπεριλάβουν την εδαφική διάσταση, ενώ η Επιτροπή θα πρέπει να την λαμβάνει υπόψη περισσότερο στις κατευθυντήριες γραμμές της αλλά και στις αναλύσεις αντίκτυπου που μέχρι τώρα δίνουν βαρύτητα μόνον στο κριτήριο της ανταγωνιστικότητας εις βάρος των υπολοίπων.

3.   Αναγκαιότητα και ενδεχόμενες μορφές των διαρθρωτικών πολιτικών

3.1

Κατά την επεξεργασία της Συνθήκης της Ρώμης το 1957, οι Έξι είχαν συνειδητοποιήσει ότι η οδός της οικονομικής ολοκλήρωσης καθιστούσε αναπόφευκτες τις αναδιαρθρώσεις στους στρατηγικούς τομείς του χάλυβα και του άνθρακα. Έτσι, συνέλαβαν την ιδέα του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΚΤ), με σκοπό να μετριάζονται οι επιπτώσεις των βιομηχανικών μεταλλαγών, μέσω της χρηματοδότησης συστημάτων ενίσχυσης των προσλήψεων και των δράσεων κατάρτισης.

3.2

Το 1975, ύστερα από το πρώτο κύμα διεύρυνσης με την προσχώρηση μιας ομάδας χωρών πιο φτωχών από ό,τι οι έξι ιδρυτικές χώρες, τις πετρελαϊκές κρίσεις και την σοβαρή οικονομική κρίση που ακολούθησε, και ύστερα από ρητό αίτημα του Ηνωμένου Βασιλείου στο οποίο συντελούντο σημαντικές βιομηχανικές αναδιαρθρώσεις, ιδρύθηκε το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, δηλ. το ΕΤΠΑ. Το εν λόγω μέσον επαναπροσδιορίστηκε το 1988 (και έλαβε την τελική του μορφή το 1994) προκειμένου να συμπληρώσει την δράση του ΕΚΤ και του ΕΤΠΑ-Προσανατολισμός με την παροχή οικονομικής υποστήριξης στις λιγότερο αναπτυγμένες περιφέρειες: παραγωγικές επενδύσεις που επιτρέπουν τη δημιουργία ή τη διατήρηση βιώσιμης απασχόλησης, προγράμματα υποδομών, ενισχύσεις στις ΜΜΕ, μεταφορά τεχνολογίας, ανάπτυξη των χρηματοδοτικών μέσων, άμεση ενίσχυση των επενδύσεων, ενίσχυση των δομών παροχής «κατ' οίκον υπηρεσιών».

3.3

Τα μέσα της δεκαετίας του '80 σηματοδοτούνται από διαδοχικές διευρύνσεις με την προσχώρηση νεοσύστατων δημοκρατιών οι οποίες πρέπει να ισχυροποιηθούν. Οι ευρωπαίοι ηγέτες εκφράζουν την επιθυμία να τις οδηγήσουν σε σύγκλιση με τα υφιστάμενα κράτη μέλη και είναι διατεθειμένοι να επιδείξουν οικονομική αλληλεγγύη διπλασιάζοντας τις πιστώσεις που παραχωρούνται στα διαρθρωτικά ταμεία (καθώς και στο Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού με το στόχο 5β). Η οικονομική και κοινωνική συνοχή ανάγεται σε έναν από τους στόχους της Συνθήκης και οι πιστώσεις της περιφερειακής πολιτικής διπλασιάζονται προκειμένου να διευκολυνθεί η σύγκλιση των νέων χωρών. Η άποψη ως προς την οποία συναινούν οι κοινωνικοί εταίροι, ότι δηλαδή η κάλυψη της υστέρησης δεν επιτυγχάνεται μέσω εκπτώσεων στην κοινωνική πολιτική αλλά με την τήρηση του κοινοτικού κεκτημένου και με προγράμματα περιφερειακής ανάπτυξης, είναι πλέον βαθιά ριζωμένη. Αναγνωρίζεται, επίσης, ότι η ελεύθερη λειτουργία των δυνάμεων της αγοράς δεν αρκεί για να δημιουργηθεί η συνοχή που οραματίστηκαν οι ιδρυτές και ότι η συνοχή αυτή εξαρτάται αναγκαστικά από δημόσιες παρεμβάσεις που καθιστούν δυνατή την αποκατάσταση της ισορροπίας στις περιφέρειες. Η πολιτική συνοχής τέθηκε σε ισχύ το 1988. Στόχος της είναι η μείωση του αναπτυξιακού χάσματος μεταξύ των διαφόρων περιφερειών της ΕΕ. Σκοπός είναι η αντιστάθμιση των εντάσεων και ανισορροπιών που οφείλονται στις προσπάθειες των κρατών μελών να συμμορφωθούν προς τους κανόνες της ΟΝΕ.

3.4

Από τις προηγούμενες παραγράφους προκύπτει σαφώς ότι τα διαρθρωτικά ταμεία και το ταμείο συνοχής έχουν ήδη από καιρό εφαρμόσει τη στρατηγική της Λισαβόνας σε όλες τις διαστάσεις της: οικονομική μεγέθυνση, συνοχή, απασχόληση και ποιότητα της εργασίας, περιβαλλοντική βιωσιμότητα.

3.5

Το Ταμείο Συνοχής συστάθηκε το 1994. Σε αντίθεση με το ΕΤΠΑ, οι αποδέκτες δεν είναι πλέον οι περιφέρειες αλλά τα κράτη. Συγκεκριμένα, αφορά τις χώρες με κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ που δεν υπερβαίνει το 90 % του κοινοτικού μέσου όρου και τα προγράμματα υποδομών στους τομείς του περιβάλλοντος και των μεταφορών.

3.6

Κατά την κατάρτιση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή της πρότασης για τις δημοσιονομικές προοπτικές 2007-2013, ο Επίτροπος Barnier είχε προειδοποιήσει ότι, λόγω της όξυνσης των διαφορών που συνεπάγεται η ευρωπαϊκή επανένωση του 2004, οι πιστώσεις για τις διαρθρωτικές πολιτικές δεν μπορούν να ανέρχονται σε ποσοστό μικρότερο του 0,45 % του ευρωπαϊκού ΑΕγχΠ, γιατί, διαφορετικά, θα ήταν επισφαλής η συνοχή. Τελικά, αποφασίστηκε να ορισθεί προϋπολογισμός ίσος προς 0,37 % του ΑΕγχΠ (4), πράγμα που η ΕΟΚΕ χαρακτήρισε απαράδεκτο. Οι κυβερνήσεις δεν θέλησαν να επαναλάβουν την προσπάθεια αλληλεγγύης προς τα νέα κράτη μέλη.

3.7

Αυτή η σύντομη αναδρομή στο παρελθόν αποκαλύπτει την ύπαρξη μιας ιστορικής συναίνεσης που επικρατούσε μέχρι πρότινος και αποσκοπούσε στην ανάπτυξη των διαρθρωτικών ταμείων (όσον αφορά το περιεχόμενο και τα κονδύλια) σε συνάρτηση με τις προκλήσεις της Ένωσης (εμβάθυνση της εσωτερικής αγοράς, ενιαίο νόμισμα, νέες προσχωρήσεις). Σημειώνεται ότι αυτή η συναίνεση διαπερνούσε όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς που συμμετείχαν στην άσκηση της εξουσίας στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Με τη λύση αυτής της σιωπηρής συμφωνίας απομυθοποιείται και η πομπώδης ρητορική για τη σημασία «του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου».

4.   Επίδραση των διαρθρωτικών ταμείων και του ταμείου συνοχής

4.1

Είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η επίδραση των διαρθρωτικών πολιτικών στη συνοχή λόγω της ασυνέχειας που χαρακτηρίζει τις στατιστικές σειρές δεδομένων της Στατιστική Υπηρεσίας της ΕΕ σχετικά με το ΑΕγχΠ ή την απασχόληση σε επίπεδο NUTS-2 και NUTS-3. Όμως, παρεμβάλλεται μεσοδιάστημα αρκετών ετών, που μάλιστα μπορούν να υπερβούν την δεκαετία, μεταξύ της στιγμής της επένδυσης που συγχρηματοδοτείται από την ΕΕ και της στιγμής που το πρόγραμμα αρχίζει να είναι λειτουργικό και αποδοτικό. Ωστόσο, αυτό το πρόβλημα της χρονικής υστέρησης δεν σημαίνει ότι τα διαρθρωτικά ταμεία δεν έχουν βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα.

4.2

«Μεταξύ του 1994 και 2001, η αύξηση του κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ στις χώρες συνοχής, ακόμη και αν εξαιρεθεί η Ιρλανδία, ήταν 1 % ετησίως πάνω από το μέσο όρο της ΕΕ {3 % έναντι 2 %} και το ποσοστό του εργάσιμης ηλικίας απασχολούμενου πληθυσμού σε όλες αυτές τις χώρες, πλην της Ελλάδας, αυξήθηκε σαφώς περισσότερο από το μέσο όρο. Εξάλλου, στην Ελλάδα, όπως και στην Ιρλανδία, η αύξηση της παραγωγικότητας του εργατικού δυναμικού ήταν διπλάσια από το μέσο όρο της ΕΕ κατά την περίοδο αυτή και ήταν επίσης αρκετά πάνω από το μέσο όρο στην Πορτογαλία.» (5)

4.3

«Στην Ισπανία το ΑΕΠ το 1999 εκτιμάται ότι ήταν κατά περίπου 1,5 % υψηλότερο από ό,τι θα ήταν χωρίς τις παρεμβάσεις, στην Ελλάδα κατά 2 % υψηλότερο, στην Ιρλανδία κατά περίπου 3 % υψηλότερο και στην Πορτογαλία κατά πάνω από 4 % υψηλότερο. Επιπλέον, το ΑΕΠ στα νέα γερμανικά κρατίδια εκτιμάται ότι αυξήθηκε κατά περίπου 4 % ως αποτέλεσμα των παρεμβάσεων.» (6)

4.4

Θα μπορούσε κανείς να προσπαθήσει να σχετικοποιήσει την πραγματική επίδραση των διαρθρωτικών κονδυλίων αποδίδοντας τις επιτυχίες στη συγκυρία, σε επιλογές εθνικής πολιτικής, σε άλλες ευρωπαϊκές τομεακές πολιτικές κλπ. Παρόλα αυτά, τα ακόλουθα στοιχεία τείνουν να επιβεβαιώσουν την υπόθεση ότι η κοινοτική διαρθρωτική πολιτική παρέχει πραγματική προστιθέμενη αξία στη συνοχή και τη σύγκλιση.

«Κάθε ευρώ που ξοδεύεται στο επίπεδο της ΕΕ στο πλαίσιο της πολιτικής της συνοχής προκαλεί και άλλες δαπάνες, ύψους 0,9 ευρώ κατά μέσο όρο στις λιγότερο αναπτυγμένες περιοχές (τωρινός στόχος 1) και 3 ευρώ στις περιοχές που βρίσκονται σε φάση αναδιάρθρωσης (τωρινός στόχος 2)»  (7).

Όσον αφορά τα διαρθρωτικά ταμεία στο σύνολό τους, «τα στοιχεία υποδεικνύουν ότι, κατά μέσο όρο, περίπου το ένα τέταρτο των διαρθρωτικών δαπανών επιστρέφει στην υπόλοιπη Ένωση υπό τη μορφή αυξημένων εισαγωγών, ιδίως μηχανημάτων και εξοπλισμού. Αυτή η “διαρροή ”είναι ιδιαίτερα μεγάλη στην περίπτωση της Ελλάδας (42 % των δαπανών) και της Πορτογαλίας (35 %)»  (8).

4.5

Παρά τις ενδείξεις για μια προοδευτική ευθυγράμμιση των κοινωνικοοικονομικών επιδόσεων των κρατών μελών, δεν είναι δυνατόν να γενικεύουμε διότι, σε επίπεδο περιφερειών, η εξέλιξη αυτή αποδεικνύεται πολύ πιο αργή.

4.5.1

«Οι ΑΞΕ (Άμεσες Ξένες Επενδύσεις) τείνουν να κατευθύνονται δυσανάλογα στις πιο εύρωστες μάλλον παρά στις πιο αδύναμες περιοχές της Ένωσης. Εντός των χωρών, οι ΑΞΕ γενικά συγκεντρώνονται στις μεγάλες πόλεις ή γύρω απ' αυτές, ιδίως στις εθνικές πρωτεύουσες, ενώ ελάχιστες κατευθύνονται σε περιφέρειες με αναπτυξιακή υστέρηση» (9).

4.6

Μεταξύ 2000 και 2004, εγκρίθηκαν 3.600 περίπου μεγάλα προγράμματα στα πλαίσια της πολιτικής συνοχής. Σε 1.600 περίπου από αυτά συμμετείχε και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ). Η ΕΤΕπ παρεμβαίνει σε πέντε τομείς προκειμένου να στηρίξει τη συνοχή και τη στρατηγική της Λισαβόνας-Γκέτεμποργκ: Οικονομική και κοινωνική συνοχή, i2i (πρωτοβουλία «Καινοτομία 2010»), διευρωπαϊκά δίκτυα, προστασία και βελτίωση του περιβάλλοντος και στήριξη των ΜΜΕ. Η δράση της είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στα προγράμματα μεγάλης εμβέλειας που συνεπάγονται σημαντικούς κινδύνους (μεγάλες υποδομές, Ε&Α …). Ο μηχανισμός χρηματοδότησης των καινοτόμων προγραμμάτων από την ΕΤΕπ επιφέρει επίσης πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα που ανέρχεται σε αναλογία από 1:3 έως 1:6.

4.7

Πρέπει, επίσης, να υπογραμμιστεί — και αυτό δεν είναι αμελητέο — ότι η διαρθρωτική πολιτική όχι μόνο βοηθά τις περιφέρειες/χώρες της ΕΕ να αξιοποιήσουν το αναπτυξιακό δυναμικό τους επενδύοντας στο φυσικό κεφάλαιο, στο ανθρώπινο κεφάλαιο και στις τεχνολογίες προκειμένου να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενες δυσκολίες οι οποίες συνδέονται με μια έντονη οικονομική, και μάλιστα νομισματική, ολοκλήρωση, (ενιαία επιτόκια και ενιαίες συναλλαγματικές ισοτιμίες, ελευθέρωση, μεγαλύτερος ανταγωνισμός αναδιαρθρώσεις και συνακόλουθες απολύσεις), αλλά και υποστηρίζει παράλληλα την εσωτερική αγορά χάρη στις εμπορικές ροές που δημιουργούνται από την κατάρτιση και την εκτέλεση επιλέξιμων προγραμμάτων των διαρθρωτικών ταμείων που, επιπλέον, δεν θα είχαν υλοποιηθεί χωρίς τον καταλυτικό ρόλο της ευρωπαϊκής παρέμβασης.

4.8

Εκτός από τις εκτιμήσεις αυτές σχετικά με την οικονομική πτυχή των διαρθρωτικών πολιτικών, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε και τις άλλες επιπτώσεις της πολιτικής συνοχής:

τον καθορισμό ενός δημοσιονομικού πλαισίου για μια επταετή περίοδο το οποίο διασφαλίζει μια ορισμένη σταθερότητα και επιτρέπει τον προγραμματισμό,

την επί τόπου εταιρική σχέση η οποία συνοδεύει τα επιλέξιμα για χρηματοδότηση από τα διαρθρωτικά ταμεία σχέδια, έστω και εάν η εταιρική σχέση επιδέχεται βελτίωση (10),

την πειθαρχία των τοπικών διοικήσεων που ενθαρρύνεται από τη διαχείριση των προγραμμάτων που επιδοτούνται εν μέρει από την Ένωση,

την απήχηση της Ένωσης στους πολίτες μέσω των προγραμμάτων που υλοποιούνται (ακόμα και εάν οι κυβερνήσεις «λησμονούν »να αναφέρουν την ευρωπαϊκή προέλευση -τουλάχιστον εν μέρει- των εκτελεσθέντων προγραμμάτων).

5.   Το πρότυπο δεν αρμόζει σε μια επεκτεινόμενη Ευρώπη;

5.1

Η ευρωπαϊκή ιδέα υλοποιείται σταδιακά κατά τα τελευταία πενήντα έτη με διάφορες οριακές προσαρμογές. Ωστόσο η Ευρώπη του 1957 δεν μοιάζει πια σε τίποτα με τη σημερινή.

5.2

Σε μια πεντηκονταετία, περισσότερες από 20 χώρες εκδήλωσαν ενδιαφέρον για την ευρωπαϊκή ιδέα — που συχνά παραγνωρίζεται ή υποτιμάται από τα υφιστάμενα κράτη μέλη — και ζήτησαν να συμμετάσχουν στην υλοποίησή της. Έτσι, μετά τις αλλεπάλληλες προσχωρήσεις, η γεωγραφική έκταση της ΕΕ τριπλασιάστηκε και ο πληθυσμός της διπλασιάστηκε. Η αρχική ομοιογένειά της (από άποψη κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης και εδαφικής κάλυψης) μειώθηκε, ενώ η κοινωνική, οικονομική και εδαφική της συνοχή υπέστη ρήγματα λόγω των διαδοχικών διευρύνσεων με την προσχώρηση χωρών με μικρότερη γενικά ευημερία.

 

Έτος διευρύνσεων

Έκταση της ευρωπαϊκής επικράτειας

Μέση πυκνότητα πληθυσμού των νέων μελών

Διαφορά ΑΕγχΠ κατά κεφαλή σε ΜΑΔ* μεταξύ των παλαιών και νέων μελών σε (σε %)

Εάν προ διεύρυνσης το μέσο ΑΕγχΠ σε ΜΑΔ = 100, η μεταβολή μετά τη διεύρυνση είναι (σε %)

σε χιλιάδες km2

ποσοστιαία μεταβολή σε σχέση με την προηγούμενη διεύρυνση (%)

EΕ -6

1957

1 284

241,3

EΕ -9

1973

1 641

+ 27,7

143,7

17,2

5,72

EΕ -10

1980

1 773

+ 8,0

84,0

25,0

2,50

EΕ -12

1986

2 371

+33,7

99,5

37,4

6,23

EΕ -15

1995

3 243

+36,8

53,8

2,5

0,50

EΕ -25

2004

4 297

+ 32,5

204,8

49,2

19,68

EΕ -27

2007

4 646

+ 8,1

80,5

65,5

4,85

EΕ -29

???

5 486

+ 18,1

87,0

;;; (Θα εξαρτηθεί από την ημερομηνία της διεύρυνσης)

Σημ.: ΕΕ-29 = ΕΕ-27 + Τουρκία + Κροατία

Πηγές:

Οικονομικά δεδομένα Ameco (για το κατά κεφαλή ΑΕγχΠ σε ΜΑΔ)

Γεωγραφικά και δημογραφικά δεδομένα Ηνωμένα Έθνη, World Population Prospects, 2004

Ίδιοι υπολογισμοί

5.3

Λόγω μιας ορισμένης δυναμικής και χάρη σε μια «ιστορική κληρονομιά», διαμορφώθηκε ένα «πεντάγωνο »ανάπτυξης μεταξύ Λονδίνου, Αμβούργου, Μονάχου, Μιλάνου και Παρισιού που καλύπτει το 20 % της κοινοτικής επιφάνειας των δεκαπέντε, που αντιπροσωπεύει το 40 % του συνολικού πληθυσμού και που παράγει το 50 % του πλούτου. Ο κορμός αυτός συγκεντρώνει τα 7/10 της ευρωπαϊκής εξουσίας λήψης αποφάσεων και περιλαμβάνει πόλεις με ποσοστό επιτυχών διασυνδέσεων που υπερβαίνει το 85 % (11). Ο κορμός αυτός αποκαλείται «πολύγωνο».

Image

Image

5.4

Μολονότι τα οικονομικά μεγέθη που αντιπροσωπεύουν οι χώρες που προσχώρησαν στην ΕΕ το 2004 δεν υπερβαίνουν το 5 % της ΕΕ, η έκταση της ευρωπαϊκής επικράτειας αυξήθηκε κατά 33 %. Στο νέο αυτό πλαίσιο, το «πολύγωνο »δεν αρκεί για να δώσει ώθηση στην περιφέρεια. «Η συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας σε σχετικά ισχυρές περιοχές μπορεί, βραχυπρόθεσμα, να ενθαρρύνει την οικονομική παραγωγή στην ΕΕ. Αλλά μακροπρόθεσμα, το φαινόμενο αυτό ενδέχεται να επιδεινώσει το παραγωγικό δυναμικό των πλέον αδύναμων περιφερειών και να μειώσει την ικανότητά τους να αξιοποιήσουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματά τους. Μια υπερβολικά μεγάλη συγκέντρωση των επιχειρήσεων και του πληθυσμού σε ορισμένες περιοχές αντιβαίνει στο στόχο της βιώσιμης ανάπτυξης. Είναι, πράγματι, για αυτές τις περιοχές, μια πηγή ενδεχόμενης συσσώρευσης και συμφόρησης, αλλά και ισχυρών πιέσεων στο περιβάλλον, που, εξάλλου, προκαλεί, σε άλλες περιφέρειες, παρακμή και συρρίκνωση του πληθυσμού τους»  (12). (βλ. επίσης σημείο 4.5). Όπως στις ΗΠΑ, όπου έχουν αναπτυχθεί αρκετές ζώνες που λειτουργούν ως κινητήριες δυνάμεις, έτσι θα πρέπει σήμερα να προωθηθεί και στο σύνολο της ευρωπαϊκής επικράτειας η ανάδειξη παρόμοιων ζωνών, ένα φαινόμενο που οι ειδικοί ονομάζουν «πολυκεντρισμό».

5.5

Επιπλέον, η τεχνολογική πρόοδος, η παγκοσμιοποίηση και η κινητικότητα είχαν ως αποτέλεσμα να αναδυθεί ένας διαρκώς αυξανόμενος αριθμός αστικών περιοχών και μητροπολιτικών περιοχών σε ολόκληρη την Ευρώπη, εκτός του παραδοσιακού «πενταγώνου», αλλά συγκρίσιμων με αυτό, όπως η Κοπεγχάγη — Μάλμο, το Δουβλίνο, η Μαδρίτη, η Βιέννη — Μπρατισλάβα, το Κατόβιτσε και άλλες. Από αυτή την αλλαγή του ευρωπαϊκού τοπίου αναφύονται επίσης νέες φιλοδοξίες και νέες προκλήσεις μεταξύ των περιοχών. Αυτές οι φιλοδοξίες και προκλήσεις θα επηρεάσουν επίσης προοδευτικά (και το ευχόμαστε) τις απόψεις και πολιτικές της ΕΕ (13).

5.6

Μολονότι η χωροταξία δεν περιλαμβάνεται στις αρμοδιότητες της ΕΕ — υπερισχύει η αρχή της επικουρικότητας — δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι η διαχείριση της ευρωπαϊκής επικράτειας αποτελεί κοινή ευθύνη. Με βάση την αρχή αυτή, οι Δεκαπέντε και η Επιτροπή επεξεργάστηκαν ένα Σχέδιο Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου (ΣΑΚΧ) που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο Υπουργών της 11ης Μαΐου 1999 στο Πότσδαμ και στο οποίο προστέθηκε πρόγραμμα δώδεκα δράσεων από το Συμβούλιο του Τάμπερε του ιδίου έτους (14).

5.7

Σύμφωνα με το πνεύμα του άρθρου 159, το ΣΑΚΧ φιλοδοξεί να βελτιώσει τον συντονισμό των κοινοτικών πολιτικών που έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην εδαφική πτυχή, όπως η περιφερειακή πολιτική ή ορισμένες τομεακές πολιτικές (γεωργία, μεταφορές …).

5.8

Σκοπός της παρούσας γνωμοδότησης δεν είναι να εντοπιστούν οι ζώνες στις οποίες θα πρέπει να ενισχυθούν οι σχέσεις μεταξύ πόλεων, μεταξύ κέντρου και περιφέρειας κλπ. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ έχει καθήκον να τονίσει ότι είναι σημαντικό να εξεταστεί σοβαρά η προβληματική αυτή. Διαφορετικά, η Ευρώπη θα είναι καταδικασμένη να παραμείνει σε μια αναιμική κατάσταση με την επικράτειά της κατακερματισμένη.

6.   Βασική προϋπόθεση για την επιτυχία: σύγχρονες υποδομές κατανεμημένες σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο (15)

6.1

Φυσικά, μια τέτοια πολυκεντρική οργάνωση του ευρωπαϊκού χώρου (εμφάνιση μεγάλων περιφερειακών πόλων που προωθούν τις γειτονικές περιοχές, ενίσχυση των δεσμών μεταξύ αγροτικών και αστικών περιοχών), η οποία θα διασφαλίσει μια ανανεωμένη και πιο ισχυρή συνοχή, θα καταστεί δυνατή μόνο μέσω της βελτίωσης των υποδομών: μεταφορές, ενέργεια, τηλεπικοινωνίες ...

6.2

Οι καθυστερήσεις που σημειώθηκαν στην υλοποίηση των 14 σχεδίων προτεραιότητας που καθορίστηκαν στο Έσσεν (1994), και ιδιαίτερα όσον αφορά τα διασυνοριακά τμήματα και τη δραστική μείωση του τίτλου ΔΕΔ στις δημοσιονομικές προοπτικές 2007-2013 (16), είναι κακός οιωνός για τη διασφάλιση μιας βιώσιμης ανάπτυξης της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της εδαφικής συνοχής της.

6.3

Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα των διαρθρωτικών ταμείων στον εκσυγχρονισμό των υποδομών των χωρών συνοχής και των λιγότερο ευημερουσών περιφερειών και στη σύνδεσή τους με τις υπόλοιπες προκειμένου να επωφεληθούν πλήρως από τις δυνατότητες που παρέχει η εσωτερική αγορά, δεν μπορεί πλέον να τίθεται υπό αμφισβήτηση.

6.3.1

Η πυκνότητα του δικτύου αυτοκινητοδρόμων έχει αυξηθεί στις τέσσερις χώρες συνοχής από ένα επίπεδο κατώτερο κατά 20 % από το μέσο όρο της ΕΕ-15 το 1991 σε ένα επίπεδο ανώτερο κατά 10 % από το μέσο όρο του 2001. Επίσης, σημειώθηκε πρόοδος (μολονότι μικρότερη) στις άλλες περιφέρειες του Στόχου 1.

6.3.2

Την τελευταία δεκαετία, παρατηρείται στην Ένωση εκσυγχρονισμός του σιδηροδρομικού δικτύου, αλλά το ποσοστό της ηλεκτροδότησης των γραμμών και της μετατροπής σε γραμμές διπλής κατεύθυνσης είναι σχεδόν το ίδιο στις περιφέρειες με καθυστέρηση και στις υπόλοιπες, με αποτέλεσμα η διαφορά να παραμένει σημαντική.

6.4

Εξάλλου, προκειμένου να παγιωθεί η ευρωπαϊκή επανένωση του 2004 και του 2007, είναι απαραίτητο να διατεθούν επαρκείς πόροι στις υποδομές που συνδέουν τα παλαιά και τα νέα κράτη μέλη, και τούτο για τέσσερις λόγους:

μολονότι η ΕΤΕπ, η Παγκόσμια Τράπεζα και η ΕΤΑΑ (Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης) έχουν δανείσει 21 δισεκ. EUR προκειμένου να συμμορφωθούν οι υποδομές προς τις προδιαγραφές των Δεκαπέντε μεταξύ 1990 και 2001, οι επενδυτικές ανάγκες στις συγκοινωνιακές υποδομές και μόνο (οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο) παραμένουν υψηλές. Οι ανάγκες αυτές εκτιμούνται σε όχι λιγότερα από 90 δισεκ. EUR (σε τιμές 1999) (17),

στα νέα κράτη μέλη καταγράφεται εντονότερη ανάπτυξη από ό,τι στα περισσότερα από τα παλαιά και, λόγω της έντασης των εμπορικών συναλλαγών, η ανάπτυξή τους τροφοδοτεί την χαμηλότερη ανάπτυξη των παλαιών κρατών μελών,

αντίθετα, τα νέα κράτη μέλη θα επωφεληθούν από την καλύτερη πρόσβαση στην εσωτερική αγορά,

«στις λιγότερο αναπτυγμένες περιφέρειες και χώρες {και ιδιαίτερα στα νέα κράτη μέλη } οι διεθνείς και διαπεριφερειακές συνδέσεις ενδέχεται να έχουν υψηλότερες αποδόσεις μακροπρόθεσμα υπό τη μορφή αυξημένης ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και ενδέχεται επίσης να διευκολύνουν την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού» (18).

6.5

Η αναδιάταξη και αναβάθμιση των υποδομών είναι μια πολύ σημαντική πρόκληση για τα νέα κράτη μέλη διότι, πρώτον, κατά τη περίοδο της COMECON, οι βασικές υποδομές τους συνέκλιναν με εκείνες της Μόσχας, δεύτερον, μεταξύ 1993 και 2003, οι συναλλαγές με τους Δεκαπέντε τριπλασιάστηκαν έτσι ώστε το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών συναλλαγών τους να διεξάγεται με αυτούς και, τρίτον, το επίπεδο των υποδομών είναι κατώτερο από εκείνο της ΕΕ-15.

6.6

Είναι αυτονόητο ότι στον ενεργειακό τομέα (19), επίσης, πρέπει να εξευρεθεί λύση για τις «ανεπαρκείς επενδύσεις σε σχέση με την αυξημένη ζήτηση μεταφοράς και τις αποστάσεις… Η διασύνδεση των δικτύων παροχής ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου σε όλη την Ευρώπη έχει προχωρήσει, ωστόσο υπάρχουν σημαντικές δυσχέρειες μεταξύ των κρατών μελών. »Σχετικά με το θέμα αυτό, το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο των Ενεργειακών Αγορών που θα συσταθεί το 2007 θα μπορούσε να παράσχει πολύτιμες ενδείξεις και προσανατολισμούς στο μέλλον.

6.6.1

Όσον αφορά τον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας και μόνο, «η περίοδος της πλεονάζουσας ικανότητας τελειώνει και χρειάζονται επενδύσεις σε σταθμούς παραγωγικής ικανότητας 600-750 GW μέχρι το 2030, προκειμένου να καλυφθεί η αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας και να αντικατασταθούν οι παλαιές εγκαταστάσεις. Για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, οι ανάγκες σε επενδύσεις όσον αφορά την αύξηση της δυναμικότητας παραγωγής, ιδιαίτερα σε περιόδους αιχμής θα μπορούσαν εν μέρει να αντιμετωπιστούν με την πλήρη διασύνδεση των δικτύων».

6.7

Σε γενικές γραμμές, ο εκσυγχρονισμός των υποδομών θέτει μια πρόκληση από απόψεως περιβαλλοντικής βιωσιμότητας. Για το λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι, κατά τη γνώμη της, ο καθορισμός της επιλεξιμότητας των έργων για χρηματοδότηση από τα διαρθρωτικά ταμεία καθώς και η εκ των υστέρων αξιολόγησή τους θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα κριτήρια της βιώσιμης ανάπτυξης υπό όλες τις πτυχές της. Εξάλλου, επαναβεβαιώνει (20) την υποστήριξή της προς το στόχο της δημιουργίας βιώσιμων κοινοτήτων με βάση την αρχή της βιωσιμότητας (σύμφωνο του Μπρίστολ (21)).

6.8

Οι δημοσιονομικοί περιορισμοί που επέβαλε το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης καθώς, και οι συνεχείς προσπάθειες που απαιτούνται για τη συμμετοχή στην ΟΝΕ, περιπλέκουν την πραγματοποίηση των εν λόγω επενδύσεων, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων προέρχεται από τις εθνικές κυβερνήσεις, ενώ ένα μικρότερο μέρος τους προέρχεται από τα διαρθρωτικά ταμεία ή την ΕΤΕπ.

6.9

Δεδομένου ότι το 78 % του πληθυσμού της Ευρώπης κατοικεί σήμερα σε πόλεις ή αστικά συγκροτήματα, είναι σημαντικό να μην παραμεληθούν οι ειδικές ανάγκες των αγροτικών περιοχών και να αποτραπεί ο αποσυγχρονισμός τους.

6.10

Η ΕΕ προσπαθεί να τις υποστηρίξει με ειδικά προγράμματα. Κατά το διάστημα 2000 — 2006, διέθεσε για την αγροτική ανάπτυξη περισσότερα από 60 δισεκ. EUR. Ωστόσο, καθώς σημειώνει το Ελεγκτικό Συνέδριο (22), η χρησιμοποίηση των κονδυλίων αυτών δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Το Ελεγκτικό Συνέδριο υπογραμμίζει ότι τα προγράμματα δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά των δικαιούχων ζωνών. Εξάλλου, το Ελεγκτικό Συνέδριο τονίζει τις υφιστάμενες ελλείψεις όσον αφορά την επιλογή και στοχοθέτηση των προγραμμάτων καθώς και την ανεπαρκή αξιολόγηση των αποτελεσμάτων τους.

7.   Ενίσχυση των δεσμών μεταξύ αστικών και αγροτικών ζωνών

7.1

Οι απομακρυσμένες ζώνες πλήττονται ιδιαίτερα από τη γήρανση του πληθυσμού δεδομένου ότι η απομάκρυνσή τους από τα κέντρα ωθεί τους νέους και τους ειδικευμένους εργαζομένους να εγκατασταθούν στις πόλεις. Υπάρχει κίνδυνος η φυγή αυτή από τις αγροτικές ζώνες να επιταχύνει την παρακμή τους. Εξάλλου, οι μεγάλες πόλεις στις οποίες συγκεντρώνονται ασφυκτικά οι περισσότερες ζωντανές δυνάμεις αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες δυσκολίες και παρουσιάζουν ανισότητες στο εσωτερικό τους, μεταξύ συνοικιών ή/και μεταξύ κοινωνικών κατηγοριών. «Σχεδόν όλες οι πόλεις με ποσοστό ανεργίας ίσο ή μεγαλύτερο του 10 % περιλαμβάνουν ορισμένες περιοχές στις οποίες το ποσοστό αυτό είναι τουλάχιστον διπλάσιο από το μέσο όρο της πόλης» (23). Ορθώς η Επιτροπή εντοπίζει τέσσερις πτυχές στις οποίες πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή: 1) μεταφορές, προσβασιμότητα και κινητικότητα, 2) πρόσβαση στις υπηρεσίες και στις υποδομές, 3) φυσικό και υλικό περιβάλλον και 4) πολιτισμικός τομέας (24).

7.2

Η ΕΟΚΕ επωφελείται από την ευκαιρία αυτή για να υπενθυμίσει το ζωτικό ρόλο που διαδραματίζουν οι υπηρεσίες κοινής ωφελείας και, ειδικότερα, οι κοινωνικές υπηρεσίες γενικού ενδιαφέροντος προκειμένου να διασφαλιστεί η οικονομική, κοινωνική, εδαφική, και διαπεριφερειακή συνοχή. Επαναλαμβάνει το αίτημά της να καταρτιστεί οδηγία-πλαίσιο για την οργάνωση των υπηρεσιών αυτών η οποία θα είναι συμπληρωματική των τομεακών οδηγιών (25).

8.   Απαιτείται η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών για την αποδοχή των σχεδίων που αναπτύσσονται

8.1

Παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή αναγνωρίζει την ανάγκη να συνδεθούν οι κοινωνικοεπαγγελματικοί παράγοντες με τις διαρθρωτικές πολιτικές, τονίζοντας ότι τούτο έχει καθοριστική σημασία για την αποδοχή των πολιτικών αυτών σε τοπικό επίπεδο, η ΕΟΚΕ εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν υποβάλλει προτάσεις σχετικά με την οργάνωση της αντίστοιχης διαδικασίας, προτάσεις που θα είχαν δεσμευτική ισχύ για τα κράτη μέλη.

8.2

Η ΕΟΚΕ εύχεται να καταρτιστούν στο μέλλον δείκτες σχετικά με τη διαδικασία διαβούλευσης για τα έγγραφα στρατηγικής και προγραμματισμού τα οποία συντάσσονται στα κράτη μέλη.

8.3

Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι τα κράτη μέλη θα έπρεπε να εξηγήσουν πως οργανώνουν την ανάδραση πληροφοριών σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής της αρχής της εταιρικής σχέσης όσον αφορά τις επιτροπές παρακολούθησης.

8.4

Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι τα κράτη μέλη, καθώς και οι περιφερειακές αρχές, οφείλουν να αξιοποιήσουν σε μεγαλύτερο βαθμό το δυναμικό που περικλείουν οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και να λάβουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε οι εν λόγω οργανώσεις να συμμετάσχουν στη κατάρτιση των σχεδίων προώθησης και να υποστηρίξουν τις πρωτοβουλίες που προέρχονται από τη βάση, διαθέτοντας, για το σκοπό αυτό, επαρκή χρηματοδοτικά μέσα για δράσεις προώθησης και πληροφόρησης σχετικά με τα διαρθρωτικά ταμεία.

8.5

Θα ήταν εξίσου σκόπιμο να προωθηθούν, στο πλαίσιο διασυνοριακών ή διαπεριφερειακών προγραμμάτων, κοινές διαβουλεύσεις και κοινωνικοεπαγγελματικές εταιρικές σχέσεις, επίσης διασυνοριακές ή διαπεριφερειακές.

9.   Μια καινοτόμος μελλοντική χρηματοδότηση

9.1

Αφενός, λόγω των προκλήσεων που πρέπει να αντιμετωπιστούν σε μια ΕΕ με περισσότερα μέλη, με πιο απόμακρα και ανομοιογενή εξωτερικά σύνορα σε σχέση με τα χαρακτηριστικά και τις επιδόσεις των περιφερειών της και, αφετέρου, λόγω της προφανούς ανεπάρκειας των συνολικών κονδυλίων, που ουδόλως αιτιολογείται, και της αυξανόμενης επίδρασης της παγκοσμιοποίησης, είναι απαραίτητο να εξευρεθούν πιο αποτελεσματικοί και πιο σύγχρονοι μηχανισμοί για τη χρηματοδότηση του οικονομικού και κοινωνικού μας προτύπου και να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων (επιχειρηματιών, εργαζομένων, ανέργων …) ως προς την ικανότητα της Ένωσης να καθορίζει δυναμικά το μέλλον της. Οι πρόσφατες πρωτοβουλίες JASPERS, JESSICA και JEREMIE αποτελούν, στα πλαίσια αυτά, ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση.

9.2

Σήμερα, τα διαρθρωτικά ταμεία περιορίζονται κυρίως στη χορήγηση επιδοτήσεων. Σε προηγούμενη γνωμοδότησή της (26), η ΕΟΚΕ είχε προτείνει να επαναπροσδιοριστεί η οργάνωση των χρηματοοικονομικών τεχνικών τους, για να διασφαλιστούν πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στις παρεμβάσεις τους, χάρη στη συνδρομή του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων και της ΕΤΕπ. Πρότεινε να μετατραπούν οι επιδοτήσεις αυτές σε χρηματοοικονομικά προϊόντα: έτσι, ένα ευρώ που διατίθεται ως εγγύηση δανείου για κεφάλαιο επιχειρηματικού κινδύνου θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει π.χ. πέντε έως δέκα ευρώ επένδυσης μιας ΜΜΕ. Τα πλεονεκτήματα του συστήματος αυτού είναι τρία:

θα ενθάρρυνε την κοινή συμμετοχή δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στη χρηματοδότηση επενδύσεων που θεωρούνται επικίνδυνες από τους παραδοσιακούς χρηματοδοτικούς εταίρους,

θα συνέβαλλε στο να έχουν οι δικαιούχοι μεγαλύτερο αίσθημα ευθύνης απ' ό,τι κατά τη χορήγηση μη επιστρέψιμων επιδοτήσεων,

θα επέτρεπε την αύξηση του αριθμού των δικαιούχων παρά τον περιορισμένο προϋπολογισμό.

9.3

Θα ήταν επίσης ενδιαφέρον να εξεταστεί η δυνατότητα χρήσης των πιστώσεων που δεν εκτελέστηκαν από τον ήδη περιορισμένο ευρωπαϊκό προϋπολογισμό αντί να επιστρέφονται στα κράτη μέλη. Οι πιστώσεις αυτές αντιπροσωπεύουν ένα πολύ μικρό ποσοστό του ετήσιου προϋπολογισμού. Όμως, με τον τρόπο αυτό, θα ήταν δυνατόν να χορηγηθούν, κατά το πρώτο στάδιο της στρατηγικής της Λισαβόνας, 45 δισεκ. EUR επιπλέον σε σχέδια κοινού ενδιαφέροντος.

Πλεονάσματα του προϋπολογισμού της ΕΕ (σε εκατ. ευρώ)

2000

11 613

2001

15 003

2002

7 413

2003

5 470

2004

2 737

2005

2 410

Σύνολο 2000-2005

44 646

Σημ: Στα πλεονάσματα περιλαμβάνονται οι πιστώσεις που δεν εκτελέστηκαν (συμπεριλαμβανομένων των ειδικών αποθεματικών) αλλά και τα πρόσθετα έσοδα.

Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, IP/06/494

9.3.1

Από τα προηγούμενα προκύπτει σαφώς ότι ένα κλάσμα αυτών των πιστώσεων θα μπορούσε να επιταχύνει την υλοποίηση των συνδέσεων που υπολείπονται, ένα πραγματικό μειονέκτημα των διευρωπαϊκών δικτύων, γεγονός που θα επέτρεπε τη σύνδεση των χωρών μεταξύ τους, την εξάλειψη των σημείων συμφόρησης, την επιτάχυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και την προώθηση της διαλειτουργικότητας.

9.3.2

Ένα άλλο κλάσμα των πιστώσεων θα μπορούσε να αυξήσει τον προϋπολογισμό του Ευρωπαϊκού Ταμείου Προσαρμογής στην Παγκοσμιοποίηση (ΕΤΠΠ). Αυτό το μέσον που δεν διαθέτει ίδιο προϋπολογισμό συστάθηκε για να στηρίζει τους απολυμένους εργαζομένους «θύματα της παγκοσμιοποίησης »και για να συμπληρώσει την δράση των διαρθρωτικών ταμείων. Αντίθετα από τα μέσα που απαιτούν μακρές περιόδους προγραμματισμού για μακροχρόνια σχέδια, το ΕΤΠΠ είναι ένα μέσον που δρα βραχυπρόθεσμα. Το Συμβούλιο ενέκρινε μεν τη σύστασή του, μείωσε, όμως, τις αρχικές πιστώσεις που είχε προτείνει η Επιτροπή (η χρηματοδότησή του ανέρχεται σε 500 εκατ. EUR). Υπό αυτές τις περιστάσεις, είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς στην αποτελεσματικότητα του μέσου που πολλοί αποκαλούν «μέθοδο μάρκετινγκ». Παράλληλα, χρειάζεται αναθεώρηση των κριτηρίων επιλεξιμότητας με τη μείωση του αριθμού απολυμένων εργαζομένων που απαιτείται για την παρέμβαση του Ταμείου (ενώ χρησιμοποίησαν ως πρότυπο το αμερικανικό Trade Adjustment Assistance Programme που χρονολογείται από το 1962, οι ιδρυτές του Ταμείου παραγνώρισαν το γεγονός ότι οι ΗΠΑ είναι μια οικονομία μεγάλων επιχειρήσεων ενώ η ΕΕ είναι μια οικονομία που βασίζεται στις ΜΜΕ) (27).

9.3.3

Η αναθεώρηση αυτή είναι σημαντική για τον πρόσθετο λόγο ότι μια εντονότερη ολοκλήρωση στο εσωτερικό του ευρωπαϊκού χώρου, ενέχει τον κίνδυνο να αυξηθεί ο ανταγωνισμός μεταξύ των διαφόρων περιοχών και να προκληθούν περισσότερες αναδιαρθρώσεις και, κατά συνέπεια, περισσότερες απώλειες θέσεων απασχόλησης, γεγονός που θα μπορούσε να δώσει την εντύπωση στον απλό πολίτη ότι η Ευρώπη είναι ο εχθρός της απασχόλησης.

Βρυξέλλες, 18 Ιανουαρίου 2007

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Σημείο 70.

(2)  ΕΕ C 10 της 14.1.2004, σ. 92.

(3)  Συμπεράσματα του Συμβουλίου, άτυπη υπουργική συνεδρίαση για την εδαφική συνοχή, 20/21.5.2005 (βλ. σημείο 2.3 και επόμενα)

(4)  Τέταρτη έκθεση προόδου για τη συνοχή (COM(2006) 281 τελικό), σελ. 10

(5)  Τρίτη έκθεση για την οικονομική και κοινωνική συνοχή — Νέα εταιρική σχέση για τη συνοχή — σύγκλιση, ανταγωνιστικότητα, συνεργασία (Φεβρουάριος 2004) σελ. VIII

(6)  όπ. παρ. σελ ΧΙΧ

(7)  Στρατηγικές κατευθυντήριες γραμμές της Κοινότητας, 2007-2013 COM(2005) 299 τελικό, σελ 8.

(8)  Τρίτη έκθεση για την οικονομική και κοινωνική συνοχή — Νέα εταιρική σχέση για τη συνοχή — σύγκλιση, ανταγωνιστικότητα, συνεργασία (Φεβρουάριος 2004) σελ. ΧΙΧ

(9)  όπ. παρ. σελ ΧΙV

(10)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Ο ρόλος των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών κατά την εφαρμογή της κοινοτικής πολιτικής συνοχής και περιφερειακής ανάπτυξης »ΕΕ C 309 της 16.12.2006 σελ. 126 και γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ για τις «Στρατηγικές κατευθύνσεις της πολιτικής για τη συνοχή (2007-2013) »EE C 185 της 8.8.2006 σελ. 52

(11)  G. Baudelle, B. Castagnède, «Le polycentrisme en Europe »«Ο πολυκεντρισμός στην Ευρώπη», 2002, σελ. 160-161.

(12)  Αντιπροσωπία Χωροταξίας και Περιφερειακής Δράσης, «Σχήμα Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου»

(13)  Βλ. επίσης τη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ για τις «Κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις των μητροπολιτικών περιοχών», Ιούλιος 2004, ΕΕ C 302, της 7.12.2004, σελ. 20

(14)  Ωστόσο, ορισμένες δράσεις -και όχι οι λιγότερο σημαντικές- δεν υλοποιήθηκαν ποτέ όπως οι μελέτες των εδαφικών επιπτώσεων κ.α. ή ακόμη μελέτες που δεν προωθήθηκαν ανάλογα όπως η στήριξη της διασυνοριακής, διακρατικής και διαπεριφερειακής συνεργασίας (π.χ. το Interreg του οποίου οι δημοσιονομικές πιστώσεις μειώθηκαν κατά τη σύναψη της συμφωνίας για τις δημοσιονομικές προοπτικές). Ευτυχώς, υλοποιήθηκαν ορισμένες δράσεις όπως, π.χ., η δημιουργία του Δικτυακού Παρατηρητηρίου της Ευρωπαϊκής Χωροταξίας (ORATE), του οποίου, όμως, οι εργασίες δεν εκτιμώνται όσο θα έπρεπε.

(15)  Για λόγους απλούστευσης και καταχρηστικά, το ταμείο συνοχής συγκαταλέγεται μεταξύ των διαρθρωτικών ταμείων.

(16)  Τα 20 δισεκ. ευρώ που είχε προτείνει η Επιτροπή μειώθηκαν σε κάτι παραπάνω από 8 δισεκ. ευρώ τη στιγμή που το συνολικό κόστος της ολοκλήρωσης των 30 αξόνων προτεραιότητας έως το 2020 είχε εκτιμηθεί το 2004 σε 225 δισεκ. ευρώ.

(17)  Οι επενδύσεις που απαιτούνται για να ολοκληρωθούν τα ΔΕΔ θα ανέλθουν, στο μέλλον, σε 1,5 % περίπου του προβλεπόμενου ΑΕγχΠ της περιφέρειας. Τα σημερινά επίπεδα επενδύσεων, που κυμαίνονται από 2 έως 3 δισεκ. EUR ετησίως, πρέπει να ανέλθουν σε 10 δισεκ. μέχρι το 2005-2010 προκειμένου να ικανοποιηθεί η ζήτηση και να προσφερθούν στην Κοινότητα υπηρεσίες οι οποίες να ανταποκρίνονται στην οικονομική μεγέθυνση. Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η Επιτροπή εκτίμησε σε 258 δισεκ. EUR το ποσό που απαιτείται προκειμένου το δίκτυο μεταφορών να φθάσει σε ένα αποδεκτό επίπεδο ποιότητας.

(18)  Πολιτική της συνοχής για την ενίσχυση της ανάπτυξης και της απασχόλησης: Στρατηγικές κατευθυντήριες γραμμές της Κοινότητας, 2007-2013, COM(2005) 299 τελικό.

(19)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Ο ενεργειακός εφοδιασμός της Ε.Ε.: Στρατηγική για το βέλτιστο ενεργειακό μείγμα (Διερευνητική γνωμοδότηση) »(Διερευνητική γνωμοδότηση) (TEN/227), ΕΕ C 318 της 23.12.2006, σ. 185.

(20)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με μια θεματική στρατηγική για το αστικό περιβάλλον »(NAT/308), ΕΕ C 318 της 23.12.2006, σ. 86.

(21)  Το σύμφωνο του Μπρίστολ, Δεκέμβριος 2005 (www.odpm.gov.uk cod prod. 05 EUPMI 03584). Το σύμφωνο του Μπρίστολ ορίζει τα 8 θεμελιώδη χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει μια βιώσιμη κοινότητα: 1) πρέπει να είναι ενεργός, χωρίς αποκλεισμούς, και ασφαλής, 2) να έχει oρθή διακυβέρνηση, 3) να έχει καλές διασυνδέσεις, 4) να έχει καλές υποδομές υπηρεσιών 5) να είναι ευαισθητοποιημένη ως προς το περιβάλλον 6) να είναι ελκυστική, 7) να είναι καλά δομημένη, 8) να έχουν οι πάντες πρόσβαση σ' αυτή.

(22)  Βλ. ανακοίνωση τύπου ECA/06/20.

(23)  COM(2006) 385 τελικό, σελ.11.

(24)  Ευρωπαϊκή Επιτροπή, «Πολιτική συνοχής και πόλεις: η συμβολή των πόλεων και των πολεοδομικών συγκροτημάτων στην ανάπτυξη και την απασχόληση στις περιφέρειες», COM(2006) 385 τελικό.

(25)  Βλ. γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ σχετικά με τις «Υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά», ΕΕ C 221 της 8.09.2005, σελ. 113, σχετικά με το «Μέλλον των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας», ΕΕ C 309 της 16.12.2006, σελ. 135, και, λεπτομερέστερα, στην υπό κατάρτιση γνωμοδότηση σχετικά με τις «Κοινωνικές υπηρεσίες κοινής ωφελείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση».

(26)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ σχετικά με τους «Στρατηγικές κατευθυντήριες γραμμές της Κοινότητας για την πολιτική της συνοχής (2007-2013), ΕΕ C 185, της 8.08.2006».

(27)  Οι 100 μεγαλύτερες επιχειρήσεις στις ΗΠΑ παράγουν το 74 % του ΑΕγχΠ της χώρας, ενώ στην Ευρώπη παράγουν το 34 % μόνο. Στην εμπορική μη χρηματοοικονομική οικονομία, οι ΜΜΕ (με λιγότερους από 250 εργαζομένους) αντιπροσωπεύουν το 99,8 % των επιχειρήσεων (το 91,5 % των επιχειρήσεων είναι μικρο-επιχειρήσεις που απασχολούν λιγότερους από 9 εργαζομένους!) και το 67,1 % της συνολικής απασχόλησης.


27.4.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93/15


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη απαιτήσεων σχετικών με ορισμένες εισφορές, δασμούς, φόρους και άλλα μέτρα»

COM(2006) 605 τελικό — 2006/0192 (CNS)

(2007/C 93/03)

Στις 10 Νοεμβρίου 2006 και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης ΕΚ, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση

Το ειδικευμένο τμήμα «Οικονομική και Νομισματική Ένωση, οικονομική και κοινωνική συνοχή »στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάσθηκε τη γνωμοδότησή του στις 7 Δεκεμβρίου 2006 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. BURANI.

Κατά την 432η σύνοδο ολομέλειάς της, στις 17 Ιανουαρίου 2007, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 156 ψήφους υπέρ, καμία κατά και 4 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.

Βάσει της αποφάσεως του Συμβουλίου της 1ης Απριλίου 1987 σχετικά με τη σαφή διατύπωση της κοινοτικής νομοθεσίας (1), η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση κωδικοποίησης της εξεταζόμενης οδηγίας.

2.

Το μεγαλύτερο μέρος των 26 άρθρων της πρότασης απορρέει από τις προσαρμογές που έγιναν στο αρχικό κείμενο του 1976 βάσει των πολυάριθμων και διαδοχικών τροποποιήσεων της σχετικής νομοθεσίας. Πρόκειται για έργο μακράς πνοής και επίπονο, η εκτέλεση του οποίου απαιτεί τη διάθεση των κατάλληλων πόρων.

3.

Η επαλήθευση της συμμόρφωσης προς τους κανόνες στο πλαίσιο της κωδικοποίησης που ανέλαβε η Επιτροπή, θα σήμαινε ότι η ΕΟΚΕ οφείλει να επαναλάβει, εντός περιορισμένων προθεσμιών και άνευ των απαιτούμενων πόρων, όλη την εργασία που έχει ήδη επιτελεσθεί, πράγμα προφανώς ανέφικτο. Από την άλλη πλευρά, ο γνωστός τοις πάσι επαγγελματισμός της Επιτροπής αποτελεί εχέγγυο για την ποιότητα του αποτελέσματος, όπως και στις προγενέστερες περιπτώσεις κωδικοποίησης.

4.

Με βάση τα δεδομένα αυτά, η ΕΟΚΕ επικροτεί το κείμενο της εξεταζόμενης πρότασης.

Βρυξέλλες, 17 Ιανουαρίου 2007

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  COM(87) 868 PV


27.4.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93/16


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση των οδηγιών 89/665/ΕΟΚ και 92/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών προσφυγής στον τομέα της σύναψης δημόσιων συμβάσεων

COM(2006) 195 τελικό/2 — 2006/0005(COD)

(2007/C 93/04)

Στις 29 Ιουνίου 2006 και σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 14 Νοεμβρίου 2006, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. van Iersel.

Κατά την 432η σύνοδο ολομέλειάς της τής 17ης και 18ης Ιανουαρίου 2007 (συνεδρίαση της 18ης Ιανουαρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 140 ψήφους υπέρ, 14 κατά και 10 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

1.

Εισαγωγή

2.

Διαβουλεύσεις και περιεχόμενο

3.

Γενικές παρατηρήσεις

4.

Ειδικά θέματα

4.1.

Διατύπωση

4.2.

Ανασταλτικές περίοδοι

4.3.

Ακύρωση συμβάσεων

4.4.

Βεβαίωση

4.5.

Συμβιβασμός και επίλυση διαφορών

4.6.

Ανασταλτική περίοδος

5.

Τέλη

6.

Γλωσσάριο

1.   Εισαγωγή

1.1

Το 1991 και το 1993 τέθηκαν σε ισχύ δύο οδηγίες σχετικά με την εφαρμογή των διαδικασιών προσφυγής στην περίπτωση της «κλασικής »οδηγίας και της οδηγίας «για τους ειδικούς τομείς», αντίστοιχα, με σκοπό την αποτελεσματικότερη εφαρμογή των παλαιότερων «κλασικών »οδηγιών και την καθιέρωση δυνατοτήτων προσφυγής (1).

1.2

Δεδομένου ότι οι οδηγίες για τις δημόσιες συμβάσεις αποσκοπούν στη δημιουργία ανοικτών, δίκαιων και διαφανών συνθηκών προκειμένου να μπορούν οι επιχειρήσεις να συμμετέχουν επί ίσοις όροις στον ανταγωνισμό σε ολόκληρη την επικράτεια της ΕΕ, οι υπό εξέταση οδηγίες για τις προσφυγές προβλέπουν μια σειρά διαδικασιών για τις επιχειρήσεις που επιθυμούν να καταγγείλουν τυχόν προσκλήσεις υποβολής προσφορών και αναθέσεις δημοσίων συμβάσεων που τις ενδιαφέρουν.

1.3

Οι οδηγίες για τις προσφυγές έχουν τους εξής δύο αλληλένδετους στόχους:

να προβλεφθεί η δυνατότητα εξαναγκασμού των αναθετουσών αρχών σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις των οδηγιών· και

να προβλεφθεί η δυνατότητα κάθε υποβάλλων προσφορά να μπορεί να λαμβάνει μέτρα προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντά του σε περίπτωση που θεωρήσει ότι κάποια αναθέτουσα αρχή παραβίασε τις διατάξεις των οδηγιών.

1.4

Κάθε μορφής δράση την οποία δύναται να αναλαμβάνει κατά μιας αναθέτουσας αρχής οιοσδήποτε υποβάλλων προσφορά κρίνει ότι έχει αδικηθεί πρέπει αναγκαστικά να αναλαμβάνεται διαμέσου των εθνικών δικαιοδοτικών ή συναφών οργάνων που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του αντίστοιχου κράτους μέλους. Η Επιτροπή δύναται να λαμβάνει μέτρα μόνον κατά ενός κράτους μέλους και όχι κατά μιας αναθέτουσας αρχής, και τούτο μόνον εφόσον υφίστανται στοιχεία τα οποία να αποδεικνύουν ότι ένα κράτος μέλος δεν ρυθμίζει δεόντως τις αναθέτουσες αρχές του.

1.5

Αξίζει να σημειωθεί ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είχε ήδη διευκρινίσει, το 1999, ότι οι διατάξεις αμφοτέρων των οδηγιών σχετικά με τις προσφυγές πρέπει να επιδιώκουν την ενίσχυση των υφισταμένων ρυθμίσεων με στόχο την διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις, «ειδικότερα σε στάδιο κατά το οποίο είναι ακόμα δυνατή η διόρθωση των παραβάσεων» (2).

1.6

Οι οδηγίες για την άσκηση αποτελεσματικών προσφυγών αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της νομοθεσίας περί δημόσιων συμβάσεων και οι τροποποιήσεις που προβλέπονται από τη Νέα οδηγία αναμένεται να διασφαλίσουν την αποτελεσματικότερη εφαρμογή των οδηγιών για τις δημόσιες συμβάσεις.

1.7

Τον Ιούνιο του 2006, η Επιτροπή πρότεινε μια Νέα οδηγία η οποία τροποποιεί τις προαναφερθείσες οδηγίες για τις προσφυγές και η οποία προσδοκάται ότι θα τις βελτιώσει και θα τις καταστήσει αποτελεσματικότερες.

1.8

Οι βασικές προτάσεις που περιλαμβάνονται στη Νέα οδηγία συνίστανται, αφενός, στην καθιέρωση μιας ανασταλτικής περιόδου «τύπου standstill», διάρκειας δέκα ημερολογιακών ημερών, μεταξύ της απόφασης ανάθεσης της σύμβασης και της ολοκλήρωσης της ανάθεσής της, κατά τρόπον ώστε οποιοσδήποτε τυχόν θεωρεί ότι αδικήθηκε να μπορεί να υποβάλει προσφυγή, και, αφετέρου, στην κατάργηση των διαδικασιών βεβαίωσης και συμβιβασμού.

2.   Διαβουλεύσεις και περιεχόμενο

2.1

Τον Μάρτιο του 2003, η Επιτροπή προέβη στην έναρξη διαβουλεύσεων σχετικά με την εγκυρότητα των οδηγιών για τις προσφυγές, κάνοντας χρήση δύο ερωτηματολογίων. Η γνώμη των κρατών μελών ζητήθηκε στο πλαίσιο των εργασιών της συμβουλευτικής επιτροπής για τις δημόσιες συμβάσεις. Εκτός από τις εν λόγω διαβουλεύσεις, διενεργήθηκαν επίσης έρευνες τόσο μεταξύ των αναθετουσών αρχών όσο και μέσω ηλεκτρονικών ερωτηματολογίων (Interactive Policy MakingΔιαλογική χάραξη πολιτικών) στο Διαδίκτυο, με τη συμμετοχή δικηγόρων, επαγγελματικών ενώσεων, ΜΚΟ και επιχειρήσεων.

2.2

Η Νέα οδηγία βασίζεται σε ενδελεχή ανάλυση των επιπτώσεων, η οποία επισημαίνει δύο μείζονα προβλήματα: την απουσία αποτελεσματικών λύσεων όσον αφορά την καταπολέμηση του φαινομένου των παράνομων απευθείας αναθέσεων δημόσιων συμβάσεων και το πρόβλημα του «αγώνα δρόμου» στον οποίο επιδίδονται οι αναθέτουσες αρχές προκειμένου να συνάψουν δημόσιες συμβάσεις, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να αφαιρείται από τους οικονομικούς φορείς η δυνατότητα αποτελεσματικής άσκησης προσφυγών πριν από την έναρξη ισχύος της σύμβασης (3).

2.3

Η εν λόγω ανάλυση των επιπτώσεων περιλαμβάνει ορισμένες εξαιρετικές αναλύσεις των απόψεων των ενδιαφερομένων μερών, ενώ αυτή καθ'εαυτή η ανάλυση των επιπτώσεων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα ανοικτής και διαφανούς κοινοποίησης στοιχείων σε έναν πολύ περίπλοκο τομέα.

2.4

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το αποτέλεσμα που καταδεικνύει την ύπαρξη ουσιαστικών διαφορών μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τη διεκπεραίωση των καταγγελιών, γεγονός το οποίο μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στους υποβάλλοντες προσφορά·

οι αναθέτουσες αρχές — μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται ειδικότερα οι τοπικές και περιφερειακές αρχές — ήταν απρόθυμες να συμμετάσχουν στις έρευνες·

οι μεμονωμένοι οικονομικοί φορείς δεν διέθεταν ακόμη εμπειρία όσον αφορά τη συμμετοχή στις διαδικασίες και την αναθεώρησή τους στον εν λόγω τομέα·

αξιοσημείωτη υπήρξε η ανταπόκριση των δικηγορικών γραφείων, των επαγγελματικών ενώσεων και των ΜΚΟ.

2.5

Το γενικό συμπέρασμα που συνάγεται από τις απαντήσεις είναι ότι πρέπει να καταπολεμηθεί το φαινόμενο των παράνομων αναθέσεων και να προωθηθεί ο ανταγωνισμός, ιδίως σε διασυνοριακό επίπεδο.

2.6

Οι επιχειρήσεις συνήθως διστάζουν να θέσουν υπό αμφισβήτηση τις αναθέτουσες αρχές, ενώ η εμπειρία καταδεικνύει ότι ορισμένα κράτη μέλη δεν είναι ακόμη τόσο πρόθυμα να υιοθετήσουν μια νομοθεσία η οποία προωθεί τη διαφάνεια και το άνοιγμα των αγορών, γεγονός το οποίο επιτείνει την ανάγκη ανάληψης δράσης σε επίπεδο ΕΕ. Ορισμένα κράτη μέλη, ωστόσο, έχουν καταβάλει μεγάλες προσπάθειες για την ορθή εφαρμογή των οδηγιών.

2.7

Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις παρέχουν στους υποβάλλοντες προσφορά δύο σημαντικές νέες δικλείδες ασφαλείας:

την κοινοποίηση της πρόθεσης ανάθεσης μιας σύμβασης τουλάχιστον δέκα ημερολογιακές ημέρες πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία ανάθεσης («ανασταλτική περίοδος»)· και

σε περίπτωση υποβολής διαμαρτυρίας εκ μέρους ενός υποβάλλοντος προσφορά, την υποχρέωση αναστολής της διαδικασίας για ένα ορισμένο διάστημα, κατ'αρχήν κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία καταβάλλονται προσπάθειες επίλυσης του προβλήματος.

2.8

Εντούτοις, προβλέπεται — παραδείγματος χάρη, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης — η δυνατότητα ανάθεσης συμβάσεων χωρίς να απαιτείται η τήρηση της κανονικής διαδικασίας υποβολής προσφορών. Προβλέπεται, επίσης, η δυνατότητα παράκαμψης της ανασταλτικής περιόδου σε περιπτώσεις στις οποίες δεν έχει εμφανώς νόημα. Ωστόσο, η διαδικασία εφαρμογής του ανταγωνιστικού διαλόγου απαιτεί πάντοτε, λόγω του τρόπου λειτουργίας της, την πρόβλεψη ανασταλτικής περιόδου. Το ενδεχόμενο, μεταξύ άλλων, στα τελικά στάδιά της διαδικασίας υποβολής προσφορών να έχει απομείνει ένας μόνον «προτιμώμενος πλειοδότης» θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ευνοεί την ανάπτυξη φαινομένων καταχρήσεων και συνεπώς η ύπαρξη ανασταλτικής περιόδου είναι σαφώς απαραίτητη για την αποφυγή καταστάσεων αυτού του είδους.

3.   Γενικές Παρατηρήσεις

3.1

Η ανάλυση των επιπτώσεων αποδεικνύεται εξαιρετικά χρήσιμη διότι μέσω αυτής καθίσταται σαφές ότι τα κράτη μέλη και οι αναθέτουσες αρχές έχουν συχνά διαφορετική άποψη όσον αφορά την ανάγκη ανοίγματος των δημόσιων αγορών.

3.2

Η Επιτροπή παρέχει πέντε πιθανές λύσεις για την αντιμετώπιση του θέματος των καταγγελιών: αδράνεια, κατάρτιση ανακοίνωσης ή οδηγίας για την καθιέρωση ανασταλτικής περιόδου και κατάρτιση ανακοίνωσης ή οδηγίας περί ανεξάρτητης αρχής (4).

3.3

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την Επιτροπή όσον αφορά τα εξής:

η αδράνεια δεν αποτελεί βιώσιμη λύση, δεδομένου ότι οι ανεπάρκειες και οι ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών θα εξακολουθήσουν να υφίστανται·

αλλά ούτε και η κατάρτιση ανακοινώσεων θα αποδειχθεί ελκυστική προσέγγιση, διότι οι ανακοινώσεις δεν έχουν επαρκώς δεσμευτικό χαρακτήρα: οι μακροχρόνιες παραδόσεις, οι αμοιβαίες σχέσεις και οι εξαρτήσεις στα κράτη μέλη θα συνεχίσουν να υπερισχύουν.

3.4

Συνεπώς, για την άσκηση πιέσεων προς το δημόσιο τομέα και για τη αύξηση του επαγγελματισμού αμφοτέρων των πλευρών, πρέπει είτε να συσταθεί μια ανεξάρτητη αρχή είτε να καθιερωθεί μια ανασταλτική περίοδος που να εκτείνεται από την απόφαση ανάθεσης μιας σύμβασης έως αυτήν καθ'εαυτήν την έμπρακτη ανάθεσή της.

3.4.1

Ανεξάρτητες αρχές υφίστανται ήδη σε ορισμένα κράτη μέλη (5). Αξίζει να σημειωθεί ότι η πλειονότητα των ενδιαφερομένων μερών που προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα τάσσεται υπέρ αυτής της προσέγγισης, παρότι τούτο θα επέφερε πολλαπλασιασμό των δαπανών και των διοικητικών διαδικασιών. Ορισμένα κράτη μέλη συνιστούν τον διορισμό εμπειρογνωμόνων στις εν λόγω αρχές.

3.4.2

Αντιθέτως, η συντριπτική πλειονότητα των κρατών μελών τάσσεται υπέρ μιας περιορισμένης ανασταλτικής περιόδου η οποία επηρεάζει άμεσα τους αγοραστές του δημοσίου και τις επιχειρήσεις που υποβάλλουν καταγγελίες καθώς κατά τη διάρκειά της η σχετική διαδικασία διακόπτεται.

3.5

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόταση της Επιτροπής όσον αφορά την καθιέρωση ανασταλτικής περιόδου. Συμφωνεί ότι η υιοθέτηση μιας τέτοιας ρύθμισης σε επίπεδο ΕΕ κανονικά θα προωθήσει, εάν εφαρμοστεί ορθά, την αποτελεσματικότητα, τη σαφήνεια και την ασφάλεια του δικαίου, αφενός, και το άνοιγμα και τη διαφάνεια στον τομέα των δημόσιων συμβάσεων, αφετέρου, με συνακόλουθο αποτέλεσμα την τόνωση του ανταγωνισμού. Η ανασταλτική περίοδος δεν θα πρέπει, εντούτοις, να θεωρείται απαραίτητα ως η μοναδική εναλλακτική λύση στη σύσταση ανεξάρτητων αρχών, λύση την οποία τα κράτη μέλη είναι φυσικά ελεύθερα να υιοθετήσουν.

4.   Ειδικά θέματα

4.1   Διατύπωση

4.1.1

Η αρίθμηση της Νέας οδηγίας προκαλεί σύγχυση δεδομένου ότι το τμήμα που αφορά τους ειδικούς τομείς είναι το Άρθρο 2, ενώ ένα μεγάλο μέρος του τμήματος που αφορά την «κλασική» οδηγία (στις προηγούμενες σελίδες) και την οδηγία «για τους ειδικούς τομείς» (στις επόμενες σελίδες) φέρει αρίθμηση 'Άρθρο 2α έως Άρθρο 2στ'. Θα εξυπηρετούσε περισσότερο εάν τα τμήματα που αφορούν τόσο την «κλασική» οδηγία όσο και την οδηγία «για τους ειδικούς τομείς» αποτελούσαν ξεχωριστά κεφάλαια. Μόλις τεθούν σε εφαρμογή οι τροποποιήσεις που προβλέπει η Νέα οδηγία, το ζήτημα αυτό ασφαλώς θα επιλυθεί, στο μεταξύ ωστόσο θα ήταν χρήσιμο η διατύπωση της πρότασης να είναι πιο κατανοητή.

4.1.2

Θα ήταν επίσης χρήσιμο να διατίθεντο κωδικοποιημένες εκδόσεις των δύο οδηγιών.

4.1.3

Υπάρχουν επίσης ορισμένα τυπογραφικά λάθη τα οποία θα διορθωθούν αναμφίβολα στις επόμενες εκδόσεις του εγγράφου.

4.2   Ανασταλτικές περίοδοι

4.2.1

Η ιδέα των ανασταλτικών περιόδων γίνεται, γενικά, δεκτή με ικανοποίηση.

4.2.2

Η δυνατότητα σύστασης Ανεξάρτητων Αρχών με διαμεσολαβητικό ρόλο — η οποία είχε την προτίμηση ορισμένων από τους ερωτηθέντες που έλαβαν μέρος στη διαβούλευση της Επιτροπής — απορρίφθηκε καθώς προτιμήθηκε η πρόταση της καθιέρωσης ανασταλτικής περιόδου, κυρίως έπειτα από επίμονο αίτημα των κρατών μελών. Η ιδέα αυτή είχε ήδη συζητηθεί κατά τα αρχικά στάδια κατάρτισης των οδηγιών, αλλά — παρότι επιφανειακά φαίνεται ελκυστική — παρουσιάζει τα ίδια μειονεκτήματα με τη διαδικασία συμβιβασμού, η οποία ως ιδέα είναι παρεμφερής. Εξακολουθεί, ωστόσο, να υφίσταται ένα πρόβλημα το οποίο εξετάζεται κατωτέρω, στο σημείο που τιτλοφορείται «Συμβιβασμός και επίλυση διαφορών».

4.2.3

Με εξαίρεση τις περιόδους πέντε ημερών (οι οποίες είναι εργάσιμες ημέρες), όλες οι άλλες περίοδοι υπολογίζονται σε ημερολογιακές ημέρες, συμπεριλαμβανομένων και των αναφορών σε περιόδους τριών ημερών, γεγονός το οποίο προκαλεί, φυσικά, προβλήματα. Το εν λόγω θέμα αναπτύσσεται διεξοδικότερα παρακάτω, στο σημείο που φέρει τον τίτλο «Ανασταλτική περίοδος».

4.3   Ακύρωση συμβάσεων

4.3.1

Παρότι στόχος της οδηγίας είναι ο εντοπισμός των ενδεχόμενων προβλημάτων πριν από την έμπρακτη ανάθεση μιας σύμβασης, προβλέπεται ωστόσο η δυνατότητα ακύρωσης συμβάσεων που διαφεύγουν της προσοχής και, ως εκ τούτου, ανατίθενται παράνομα.

4.3.2

Οι πιθανές περιπτώσεις είναι δύο: είτε τα ενδιαφερόμενα μέρη ενεργούν από συμφώνου έχοντας αμφότερα πλήρη επίγνωση των συνεπειών σε περίπτωση που η σύμβαση αποδειχθεί παράνομη, είτε ο οικονομικός φορέας είναι αθώος και δεν γνωρίζει ότι υπάρχει ο κίνδυνος ακύρωσης της σύμβασης.

4.3.3

Στην πρώτη περίπτωση, δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος ανησυχίας για τυχόν απώλειες που θα μπορούσε να υποστεί ο ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας.

4.3.4

Στη δεύτερη περίπτωση, εκφράζεται ανησυχία ότι θα μπορούσε ενδεχομένως να υποστεί σοβαρή ζημία ένας 'αθώος' οικονομικός φορέας, δεδομένου ότι προσφυγές σχετικά με την ανάθεση μιας σύμβασης μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να υποβληθούν έως και έξι μήνες μετά από την έναρξη ισχύος της εν λόγω σύμβασης. Εάν διαπιστωθεί ότι η αναθέτουσα αρχή ενήργησε ultra vires (δηλαδή υπερέβη τις αρμοδιότητές της), ο οικονομικός φορέας ενδέχεται να μην έχει τη δυνατότητα να αξιώσει αποζημίωση για τη ζημία που τυχόν υπέστη (6). Μολονότι κάτι τέτοιο είναι πιθανό να μην συμβεί, η ΕΟΚΕ φρονεί ωστόσο ότι είναι σκόπιμο ο κίνδυνος αυτός να επισημανθεί.

4.3.5

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι ένας υποβάλλων προσφορά πρέπει να είναι ικανοποιημένος όταν η αναθέτουσα αρχή έχει τηρήσει την ανασταλτική περίοδο και έχει δημοσιεύσει τις απαιτούμενες προκηρύξεις σχετικά με την πρόθεση ανάθεσης της σύμβασης, καθώς και ότι, εάν παρ'όλα αυτά εξακολουθεί να μην είναι ικανοποιημένος, θα πρέπει τότε να ζητήσει επίσημη επιβεβαίωση εκ μέρους του αγοραστή. Με βάση τη Νέα οδηγία (άρθρο 2 στ, 2), οι μόνοι λόγοι που αιτιολογούν την ακύρωση μιας ήδη ανατεθείσας σύμβασης είναι η μη ενδεδειγμένη κοινοποίηση εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής της πρόθεσής της να αναθέσει μια σύμβαση ή η μη τήρηση της ανασταλτικής περιόδου εκ μέρους της εν λόγω αρχής. Το κατά πόσον πληρούνται οι περιορισμένες αυτές προϋποθέσεις μπορεί, ως φαίνεται, να επαληθευτεί εύκολα, ιδιαίτερα μάλιστα στην περίπτωση μεγάλων και σημαντικών συμβάσεων. Ωστόσο, τα όρια που ισχύουν για τις συμβάσεις προμηθειών και παροχής υπηρεσιών δεν είναι δυνατόν να χαρακτηριστούν «μεγάλα και σημαντικά», ακόμη και όταν αφορούν ΜΜΕ, ενώ οι επιπτώσεις που έχουν οι μη επανορθώσιμες απώλειες — σε περίπτωση ακύρωσης της σύμβασης — είναι σαφώς «μεγάλες και σημαντικές». Η επιβάρυνση του υποβάλλοντος προσφορά με τον κίνδυνο λάθους και με τις σοβαρές συνακόλουθες συνέπειες της, δεν θεωρείται, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, ισορροπημένη και χρήζει επανεξέτασης· η προειδοποίηση του αγοραστή (caveat vendor), πράγμα που ενδεχομένως συνεπάγεται σοβαρές επιπτώσεις, δεν αποτελεί ενδεδειγμένο μηχανισμό για την αποτροπή παράνομων ενεργειών εκ μέρους των αναθετουσών αρχών. Παρότι η υπόθεση Hazell κατά των Συμβουλίων του Hammersmith και Fulham πιθανόν να μην είχε τις ίδιες συνέπειες υπό άλλες συνθήκες ή σε άλλες χώρες, είναι ωστόσο επιθυμητή η ύπαρξη νομοθεσίας — είτε στο κοινοτικό, είτε στο εθνικό επίπεδο — και είναι μάλιστα ουσιαστικής σημασίας διότι, με τον τρόπο αυτό, μπορεί να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να εκτεθούν σε κίνδυνο με απρόβλεπτες συνέπειες οι υποβάλλοντες προσφορά, σε περίπτωση ακύρωσης της σύμβασης.

4.4   Βεβαίωση

4.4.1

Στη νέα οδηγία προτείνεται η κατάργηση του συστήματος βεβαίωσης με το αιτιολογικό ότι έχει χρησιμοποιηθεί ελάχιστα. Η βεβαίωση είχε συμπεριληφθεί στην οδηγία για τις προσφυγές που αφορούσε τους «ειδικούς τομείς» ως ένα είδος ελέγχου, παρεμφερούς προς εκείνον που διενεργείται για τη διασφάλιση της ποιότητας ή προς ορισμένες πτυχές του σύγχρονου οικονομικού λογιστικού ελέγχου. Εκείνη την εποχή είχε προταθεί ένας οργανισμός κοινής ωφελείας ο οποίος λαμβάνει αψεγάδιαστη έκθεση βεβαίωσης να έχει τη δυνατότητα να παρεκκλίνει από ορισμένες ή από όλες τις λεπτομερείς διατάξεις της οδηγίας, εφόσον συμμορφώνεται προς τις αρχές της, αλλά η πρόταση αυτή δεν κρίθηκε αποδεκτή από την Επιτροπή.

4.4.2

Κατά συνέπεια τα κίνητρα που παρασχέθηκαν για τη χρήση βεβαίωσης ήταν ελάχιστα και η μη χρησιμοποίησή της δεν προκαλεί έκπληξη. Η διαδικασία αυτή επικρίθηκε επίσης με βάση το σκεπτικό ότι καταδεικνύει τη συμμόρφωση μόνον σε μια δεδομένη χρονική στιγμή και δεν παρέχει καμία διαβεβαίωση ότι η συμμόρφωση θα συνεχιστεί και στο άμεσο μέλλον. Πρόκειται, στην προκειμένη περίπτωση, για παρανόηση της διαδικασίας, τη στιγμή που αντίστοιχες διαδικασίες χρησιμοποιούνται αποτελεσματικά για τον έλεγχο της ποιότητας και για τη διενέργεια του σύγχρονου οικονομικού λογιστικού ελέγχου. Εκείνο που προέχει είναι να εξασφαλιστεί η ύπαρξη ενός συστήματος διαδικασιών οι οποίες, εφόσον τηρούνται, θα έχουν ως αποτέλεσμα την ικανοποιητική συμμόρφωση προς την οδηγία και ταυτόχρονα θα εξασφαλίζουν ότι ο αναθέτων φορέας τηρεί, από την πλευρά του, τις διαδικασίες που προβλέπονται γι'αυτόν. Οι περισσότερες σημαντικές οργανώσεις λειτουργούν βάσει εσωτερικών διαδικασιών και, ελλείψει απάτης ή μείζονος εταιρικού προβλήματος, τηρούν τις εν λόγω διαδικασίες κατά γράμμα. Η βεβαίωση η οποία πιστοποιεί ότι οι διαδικασίες είναι κατ' αρχήν ικανοποιητικές και όντως τηρούνται, παρέχει επαρκή εχέγγυα ότι η οργάνωση συμμορφώνεται προς τις εν λόγω διαδικασίες, η αξιοπιστία της ωστόσο θα πρέπει να ελέγχεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

4.4.3

Μία διαδικασία αποτελεσματικής βεβαίωσης θα μπορούσε να οδηγήσει στην καθιέρωση ενός μηχανισμού ο οποίος να επιτρέπει στους μεμονωμένους οργανισμούς κοινής ωφελείας να αποκομίζουν όλα ή τα περισσότερα από τα οφέλη που παρέχονται δυνάμει του άρθρου 30 (7) της οδηγίας «για τους ειδικούς τομείς», στις περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν πληρούνται τα γενικά κριτήρια που ορίζονται στο εν λόγω άρθρο.

4.4.4

Εάν δεν παρασχεθούν κίνητρα για τη χρησιμοποίησή της, η διαδικασία αυτή δεν έχει προφανώς νόημα. Εάν όμως αναθεωρηθεί και συμπεριλάβει ένα σαφές κίνητρο, τότε θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο διατήρησής της.

4.5   Συμβιβασμός και επίλυση διαφορών

4.5.1

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι κυριαρχεί γενικά η άποψη ότι είναι ενδεδειγμένη η κατάργηση αυτής της ελάχιστα χρησιμοποιούμενης διαδικασίας.

4.5.2

Πολλοί ωστόσο εκτιμούν — γνώμη την οποία η ΕΟΚΕ υποστηρίζει και στην οποία έχει αναλυτικά αναφερθεί σε μία σειρά γνωμοδοτήσεών της — ότι θα ήταν επιθυμητό να προβλεφθεί κάποιο είδος εναλλακτικής επίλυσης διαφορών. Οι υφιστάμενοι μηχανισμοί διαφέρουν σημαντικά από κράτος μέλος σε κράτος μέλος και σε αυτούς περιλαμβάνονται, τόσο οι σχετικά ανεπίσημοι φορείς με εύκολη πρόσβαση και χαμηλό κόστος, όσο και η δικαστική διευθέτηση με όλες τις δαπάνες και την εκτροπή πόρων που αυτή συνεπάγεται. Οι ανεξάρτητες αρχές είναι προφανώς αποτελεσματικές στα κράτη μέλη που έχουν επιλέξει αυτή τη λύση, δεν πρόκειται ωστόσο για καθολική πρακτική (βλ. επίσης το σημείο 3.4.1 ανωτέρω και την αντίστοιχη υποσημείωση).

4.5.3

Η εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης για το συγκεκριμένο πρόβλημα δεν είναι προφανής, εάν ληφθούν υπόψη τα διαφορετικά πολιτιστικά και νομικά δεδομένα που υφίστανται στα επιμέρους κράτη μέλη.

4.5.4

Η διαδικασία συμβιβασμού δεν υπήρξε δημοφιλής επειδή προφανώς δεν είναι σε θέση να παραγάγει εκτελεστές αποφάσεις και επειδή, όταν δεν καταλήγει σε αποτέλεσμα, έχει ήδη καταναλωθεί ο χρόνος που θα μπορούσε να είχε αξιοποιηθεί για την κατάθεση επίσημης καταγγελίας. Ωστόσο, για τις εκτελεστές αποφάσεις — σε περίπτωση ασυμφωνίας μεταξύ των μερών, όπως στην περίπτωση της διαιτησίας — απαιτείται υποχρεωτικά δικαστική διευθέτηση. Το παράδοξο αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει προβλήματα στην επίλυση διαφορών.

4.5.5

Μία περαιτέρω εξέταση των μηχανισμών εναλλακτικής επίλυσης διαφορών που χρησιμοποιούνται σε άλλες χώρες ή σε άλλα πλαίσια θα μπορούσε να αποδειχθεί ένα εξαιρετικά χρήσιμο μέσο για την υπερνίκηση των αντιρρήσεων που έχουν διατυπωθεί για τη διαδικασία συμβιβασμού, πράγμα που κατ' επέκταση θα διατηρούσε το σχετικό κόστος σε χαμηλό επίπεδο, με αποτέλεσμα τη βελτίωση της εφαρμογής των οδηγιών.

4.6   Ανασταλτική περίοδος

4.6.1

Οι ανασταλτικές περίοδοι που προβλέπονται στο σχέδιο οδηγίας χρήζουν περαιτέρω μελέτης.

4.6.2

Πρώτον, οι περισσότερες εξ αυτών (εκτός από τις περιόδους πέντε ημερών) υπολογίζονται σε ημερολογιακές ημέρες και είναι αρκετά βραχυπρόθεσμες (τρεις, επτά ή δέκα ημέρες). Σε ορισμένα κράτη μέλη και σε συγκεκριμένες περιόδους του έτους, δέκα ημερολογιακές ημέρες μπορεί να είναι εξίσου σύντομες με τρεις εργάσιμες ημέρες και τρεις ημερολογιακές ημέρες ενδέχεται να μην περιλαμβάνουν καμία εργάσιμη ημέρα, γεγονός το οποίο ασφαλώς δεν κρίνεται ικανοποιητικό. Το 2006, τουλάχιστον 42 εργάσιμες ημέρες (από τις 260 που αριθμεί κάθε έτος) είναι δημόσιες αργίες σε κάποιο σημείο του ΕΟΧ. Υπάρχει, επίσης, μια περίοδος δέκα ημερών με δύο μόνον εργάσιμες ημέρες καθώς επίσης και τρεις περίοδοι με μόνο τρεις εργάσιμες ημέρες.

4.6.2.1

Απαιτείται η επίτευξη ισορροπίας μεταξύ της παραχώρησης εύλογου χρονικού διαστήματος στους οικονομικούς φορείς για την υποβολή διαμαρτυρίας, αφενός, και της αποφυγής άσκοπων καθυστερήσεων στην περίπτωση όλων των συμβάσεων για τις οποίες δεν τίθεται το παραμικρό πρόβλημα, αφετέρου.

4.6.2.2

Το ιδεώδες θα ήταν να υπολογίζεται η ανασταλτική περίοδος σε εργάσιμες ημέρες, το γεγονός ωστόσο αυτό δημιουργεί πρόβλημα λόγω των διαφορετικών δημόσιων αργιών που ισχύουν στα διάφορα κράτη μέλη.

4.6.3

Δεύτερον, όταν μια προσφορά έχει υποβληθεί κατά το δέοντα τρόπο, οι υποβάλλοντες την προσφορά αναμένουν την κοινοποίηση η οποία, σε κάθε περίπτωση, αποστέλλεται σε καθέναν από αυτούς προσωπικά· αυτό σημαίνει ότι κανονικά είναι ελάχιστες οι δυσκολίες που πιθανόν να αντιμετωπίσουν εάν χρειαστεί να ανταποκριθούν σε αυτήν άμεσα.

4.6.4

Εάν πρόκειται για σύμβαση που ανατίθεται είτε απευθείας, είτε σύμφωνα με μία εσωτερική διαδικασία σε έναν εξωτερικό φορέα, το πρόβλημα της ενημέρωσης καθίσταται περισσότερο οξύ.

4.6.5

Οι δυνητικοί υποβάλλοντες προσφορά ενδέχεται να έχουν παντελή άγνοια του γεγονότος ότι εξετάζεται το ενδεχόμενο σύναψης σύμβασης και, άρα, να εξαρτώνται απόλυτα από τη δημόσια κοινοποίηση προκειμένου να ειδοποιηθούν σχετικά με την ύπαρξή της. Ακόμη και εάν οι δέκα ημερολογιακές ημέρες περιλαμβάνουν μόνον ένα Σαββατοκύριακο και ανέρχονται, επομένως, σε οκτώ εργάσιμες ημέρες, ο χρόνος είναι και πάλι εξαιρετικά περιορισμένος για την ανάληψη δράσης μετά από μία περίοδο στάσης.

4.6.6

Δεδομένου ότι κατά γενική ομολογία οι συμβάσεις με απευθείας ανάθεση αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος των καταχρήσεων, απαιτείται να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στη διάρκεια της ανασταλτικής περιόδου, καθώς και στην καθιέρωση ενός μηχανισμού ο οποίος να διασφαλίζει ότι όσοι ενδιαφέρονται να υποβάλουν προσφορά θα μπορούν να ενημερώνονται για την προτεινόμενη σύμβαση όσο το δυνατόν ενωρίτερα. Μια εύλογη παράταση της διάρκειας της ανασταλτικής περιόδου για αυτό το είδος σύμβασης — η οποία δεν θα εφαρμόζεται στις συμβάσεις για τις οποίες έχει ακολουθηθεί η ορθή διαδικασία υποβολής προσφορών — θα ήταν χρήσιμη.

4.6.7

Η οδηγία για τις προσφυγές εφαρμόζεται φυσικά μόνον σε συμβάσεις το ύψος των οποίων υπερβαίνει τα κατώτατα όρια, ωστόσο οι συμβάσεις με ύψος ελάχιστα χαμηλότερο από τα κατώτερα όρια — οι οποίες κατά συνέπεια βρίσκονται εκτός του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας — ενίοτε 'αναρριχώνται' κατά τρόπο ώστε το ύψος τους να υπερβεί τα κατώτατα όρια, ορισμένες μάλιστα φορές κατά πολύ. Πρόκειται, στην προκειμένη περίπτωση, για έναν τομέα όπου υπερβολικά συχνά παρατηρούνται φαινόμενα καταχρήσεων.

4.6.8

Θα ήταν υπερβολικό να καθιερωθεί η απαίτηση να δημοσιεύονται όλες οι συμβάσεις, συμπεριλαμβανομένων τόσο εκείνων το ύψος των οποίων τοποθετείται αρκετά χαμηλότερα από τα κατώτατα όρια, όσο και εκείνων που συνάπτονται με εσωτερικούς φορείς. Στο συγκεκριμένο σημείο, πρέπει να αναφερθεί ότι οι εσωτερικές υπηρεσίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας για τις δημόσιες συμβάσεις και, κατά συνέπεια, τίθεται το βασικό ερώτημα για ποιο λόγο θα πρέπει, στην προκειμένη περίπτωση, να ισχύει η ανασταλτική περίοδος.

4.6.9

Για τη εξασφάλιση ενός μέσου εύκολης και έγκαιρης προειδοποίησης των οικονομικών φορέων που πιθανόν να εκδήλωναν ενδιαφέρον για την επικείμενη ανάθεση μιας σύμβασης το ύψος της οποίας υπερβαίνει τα κατώτατα όρια (ή υπερβαίνει, ενδεχομένως, μια χαμηλότερη τιμή, παραδείγματος χάρη το 80 % των κατώτατων ορίων), θα μπορούσε να αποδειχθεί επωφελής η δημιουργία ενός ειδικού δικτυακού τόπου, φιλοξενούμενου ή χρηματοδοτούμενου από την Επιτροπή και χρησιμοποιούμενου αποκλειστικά προς το σκοπό αυτό. Εάν αποφασιστεί η δημιουργία ενός τέτοιου δικτυακού τόπου, η χρήση του θα πρέπει να είναι υποχρεωτική.

4.6.10

Επιπλέον, η ανάπτυξη ενός αυτόματου εργαλείου αναζήτησης προς χρήση στον εν λόγω δικτυακό τόπο για την ενημέρωση των υποβαλλόντων προσφορά σχετικά με τις προκηρύξεις που έχουν δημοσιευτεί και ενδέχεται να τους ενδιαφέρουν, θα συνέβαλε σημαντικά στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των προκηρύξεων. Η «αλίευση» πληροφοριών στο Διαδίκτυο κάθε νύχτα και η αποστολή προειδοποίησης για ο,τιδήποτε θεωρείται ότι παρουσιάζει ενδιαφέρον, θα βελτίωνε τις πιθανότητες έγκαιρης ενημέρωσης των υποβαλλόντων προσφορά σχετικά με την επικείμενη ανάθεση συμβάσεων τις οποίες ενδιαφέρονται να διεκδικήσουν.

5.   Τέλη

5.1

Έχει προταθεί να καταβάλλεται ένα τέλος από οιονδήποτε υποβάλλοντα προσφορά επιθυμεί να πλειοδοτήσει προκειμένου να αποθαρρυνθούν οι οχληρές προσφορές και οι διεκδικήσεις τακτικής. Η ΕΟΚΕ δεν είναι υπέρ ενός τέτοιου μέτρου επειδή, αφενός, η διαδικασία που απαιτείται για την υποβολή μιας προσφοράς κοστίζει ήδη αρκετά ακριβά και, αφετέρου, επειδή η Αρμόδια για τις Προσφυγές Αρχή (8) στην οποία υποβάλλεται η σχετική προσφυγή είναι απολύτως σε θέση να απορρίψει τα επιπόλαια αιτήματα.

5.2

Στις χώρες στις οποίες η Αρμόδια για τις Προσφυγές Αρχή δεν διαθέτει την εξουσία να απορρίπτει τις επιπόλαιες προσφυγές, η καταβολή ενός τέλους θα μπορούσε να είναι δικαιολογημένη, το τέλος αυτό ωστόσο θα πρέπει να είναι εύλογου ύψους ώστε να μην αποθαρρύνονται οι καταγγέλλοντες των οποίων οι προσφυγές έχουν όντως αντικείμενο, πράγμα που θα είχε ως αποτέλεσμα το τέλος αυτό να λειτουργεί ως αμυντικό μέσο για τις αναθέτουσες αρχές που δεν εφαρμόζουν ορθά τις οδηγίες.

5.3

Παρότι τούτο δεν εμπίπτει απόλυτα στο πεδίο της Νέας οδηγίας, έχει ωστόσο υποπέσει στην αντίληψη της ΕΟΚΕ ότι ορισμένες αναθέτουσες αρχές έχουν υιοθετήσει την πρακτική να απαιτούν την καταβολή ενός τέλους εκ μέρους όσων επιθυμούν να υποβάλουν προσφορά. Η ΕΟΚΕ αντιτάσσεται έντονα στην καθιέρωση ενός τέτοιου μέτρου το οποίο όχι μόνον είναι επιζήμιο για τις ΜΜΕ, αλλά αποτελεί συγχρόνως και ένα υπερβολικά εύκολο μέσο συγκάλυψης περιπτώσεων διακριτικής μεταχείρισης, η οποία αντίκειται προς το πνεύμα — και, ενδεχομένως, προς το γράμμα — των οδηγιών.

6.   Γλωσσάριο

«Κλασική» οδηγία

Οδηγία 2004/18/ΕΚ περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών. Ισχύει για όλες τις δημόσιες αρχές (κεντρικές, περιφερειακές, δημοτικές, κλπ.), εκτός εκείνων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας «για τους ειδικούς τομείς» (βλ. παρακάτω).

Οδηγία «για τους ειδικούς τομείς»

Οδηγία 2004/17/ΕΚ περί των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών. Ισχύει για όλους τους φορείς ανάθεσης στους εν λόγω τομείς, ανεξάρτητα από το εάν είναι δημόσιοι ή ιδιωτικοί.

Δημόσιες συμβάσεις

Συμβάσεις τις οποίες συνάπτουν δημόσιες αρχές (υπάγονται στην «κλασική» οδηγία) και υπηρεσίες κοινής ωφέλειας (υπάγονται στην οδηγία «για τους ειδικούς τομείς»).

Οδηγίες «για τις προσφυγές»

Το 1991 και το 1993 τέθηκαν σε ισχύ δύο οδηγίες, οι οποίες τροποποιούνται με την παρούσα πρόταση, σχετικά με την εφαρμογή των διαδικασιών προσφυγής στην περίπτωση της «κλασικής» (9) οδηγίας και της οδηγίας «για τους ειδικούς τομείς» (10), αντίστοιχα, με σκοπό την αποτελεσματικότερη εφαρμογή των παλαιότερων «κλασικών» οδηγιών και την καθιέρωση δυνατοτήτων προσφυγής (11).

Νέα Οδηγία

Τροποποιεί τις οδηγίες για τις προσφυγές και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας γνωμοδότησης.

Οδηγία(ες)

Μία ή όλες από τις προαναφερθείσες οδηγίες, ανάλογα με τα συμφραζόμενα.

Αναθέτουσα αρχή

Αναθέτων φορέας («κλασικός »τομέας) ή αναθέτουσα αρχή (ειδικός τομέας) που συμμετέχει στις διαδικασίες οι οποίες προβλέπονται από τις οδηγίες.

Ανεξάρτητη αρχή

Ανεξάρτητη αρχή στην οποία υποβάλλονται προσφυγές, όπως ορίζει το σημείο 2 (3) (βλ. σελίδα 6) της αιτιολογικής έκθεσης της Νέας Οδηγίας.

Αρμόδια για τις Προσφυγές Αρχή

Δικαιοδοτική ή οιονεί δικαιοδοτική αρχή, «ανεξάρτητη από την αναθέτουσα αρχή »στην οποία εκχωρείται η αρμοδιότητα να εξετάζει καταγγελίες και η οποία διαθέτει την εξουσία να εκδικάζει τις σχετικές υποθέσεις.

Βρυξέλλες, 18 Ιανουαρίου 2007

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Βλ. Γλωσσάριο, υποσημείωση 9.

(2)  Έκθεση αξιολόγησης του αντικτύπου — Προσφυγές στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, SEC(2006) 557, της 4ης Μαΐου 2006, σελίδα 5: Απόφαση «Alcatel» (υπόθεση C-81/98), παράγραφος 33.

(3)  Έκθεση αξιολόγησης του αντικτύπου — Προσφυγές στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων, SEC(2006) 557, της 4ης Μαΐου 2006.

(4)  Βλ. το Γλωσσάριο για τον ορισμό της Ανεξάρτητης Αρχής και την διάκρισή της από την Αρμόδια για τις Προσφυγές Αρχή, καθώς και για την χρήση των όρων αυτών στο εν λόγω έγγραφο.

(5)  Βλ., για παράδειγμα, την Αρμόδια για τον Ανταγωνισμό Αρχή της Δανίας και τον Κεντρικό Κυβερνητικό Οργανισμό Δημοσίων Συμβάσεων της Σουηδίας.

(6)  Βλέπε την υπόθεση Hazell κατά των Συμβουλίων του Hammersmith και Fulham (ΗΒ), στη Βουλή των Λόρδων, το 1992, όπου οι τοπικές αρχές προέβησαν σε ανταλλαγές επιτοκίων (interest rate swaps) με στόχο να μειώσουν τις δαπάνες τους ή να αποκομίσουν κέρδη προς όφελός τους. Εν προκειμένω, τα επιτόκια απέβησαν εις βάρος των τοπικών αρχών και οι τράπεζες απαίτησαν τη διαφορά. Οι τοπικές αρχές, οι οποίες αδυνατούσαν να πληρώσουν, υποστήριξαν εν συνεχεία ότι οι εν λόγω συμβάσεις υπερέβαιναν τις αρμοδιότητές τους και συνεπώς ήταν άκυρες. Το δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ των τοπικών αρχών και οι συμμετέχουσες τράπεζες, οι οποίες ενήργησαν «καλή τη πίστη», υπέστησαν μια σοβαρή απώλεια.

(7)  Το Άρθρο 30 (1) ορίζει ότι «Συμβάσεις που προορίζονται να επιτρέψουν την άσκηση μιας από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στα Άρθρα 3 έως 7 [ορισμός ενός οργανισμού κοινής ωφελείας] δεν υπόκεινται στην παρούσα οδηγία, εάν, οι εν λόγω δραστηριότητες, στο κράτος μέλος όπου ασκούνται, είναι άμεσα εκτεθειμένες στον ανταγωνισμό σε αγορές στις οποίες η πρόσβαση δεν είναι περιορισμένη.» Στο υπόλοιπο κείμενο του Άρθρου 30 καθορίζονται λεπτομερέστερα τα κριτήρια και η διαδικασία που απαιτούνται για την υποβολή αίτησης απαλλαγής.

(8)  Βλ. το Γλωσσάριο για τον ορισμό της Αρμόδιας για τις Προσφυγές Αρχή και για την διάκρισή της από την Ανεξάρτητη Αρχή, καθώς και για την χρήση των όρων αυτών στο εν λόγω έγγραφο.

(9)  92/50/ΕΟΚ της 18ης Ιουνίου 1992 (παροχή υπηρεσιών), καθώς και 93/36/ ΕΟΚ (προμήθειες) και 93/36/ ΕΟΚ (έργα), αμφότερες της 14ης Ιουνίου 1993.

(10)  93/38/ΕΟΚ της 14ης Ιουνίου 1993.

(11)  71/305/ΕΟΚ της 26ης Ιουλίου 1971 (έργα) και 77/62/ΕΟΚ της 21ης Δεκεμβρίου 1976 (προμήθειες). Εκείνη την περίοδο δεν καμία οδηγία δεν κάλυπτε ακόμη την παροχή υπηρεσιών.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

στη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Το ακόλουθο σημείο διαγράφηκε μετά από σχετική τροπολογία που υιοθετήθηκε από την Ολομέλεια, συγκέντρωσε ωστόσο τουλάχιστον το εν τέταρτο των ψήφων:

«1.2.1

Καθώς πρόκειται για διαδικασίες ανάθεσης, οι αρχές της εξοικονόμησης και της αποτελεσματικότητας αποτελούν, αναμφισβήτητα, σημαντικά κριτήρια για να μπορέσει ακριβώς να εξασφαλιστεί η επιδιωκόμενη διαφάνεια. Δεν πρέπει ωστόσο να παραβλέπεται το γεγονός ότι οι δημόσιες επενδύσεις αποτελούν, παράλληλα, ένα από τα μέσα της οικονομικής πολιτικής και ότι, με βάση τους στόχους της στρατηγικής της Λισσαβώνας, κατά τη λήψη αποφάσεων στον τομέα αυτό πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη και οι πτυχές που άπτονται της πολιτικής για την απασχόληση, καθώς και οι κοινωνικές και οι περιβαλλοντικές πτυχές. Κατά συνέπεια, κατά τις διαδικασίες προσφυγής που συνδέονται με την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων πρέπει να αποδίδεται μεγάλη βαρύτητα και στην εν λόγω αρχή.»

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας:

Υπέρ της διαγραφής: 78 Κατά της διαγραφής: 67 Αποχές: 10


27.4.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93/22


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου που τροποποιεί την οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου και τις οδηγίες 2002/83/ΕΚ, 2004/39/ΕΚ, 2005/68/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ όσον αφορά τους διαδικαστικούς κανόνες και τα κριτήρια αξιολόγησης για την προληπτική αξιολόγηση της απόκτησης και αύξησης συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο στον χρηματοπιστωτικό τομέα»

COM(2006) 507 τελικό — 2006/0166 (COD)

(2007/C 93/05)

Στις 19 Οκτωβρίου 2006, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 10 Ιανουαρίου 2007 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. RETUREAU.

Κατά την 432η σύνοδο ολομέλειάς της, που πραγματοποιήθηκε στις 17 και 18 Ιανουαρίου 2007 (συνεδρίαση της 18ης Ιανουαρίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 124 ψήφους υπέρ και 4 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Σύνοψη των συμπερασμάτων της ΕΟΚΕ

1.1

Αξίζει να υποστηριχθεί η αρχή ενός περιοριστικού καταλόγου κριτηρίων και της διαφάνειας των απαιτούμενων πληροφοριών. Θα δημιουργηθεί ένα εναρμονισμένο ή ακόμη και ενιαίο καθεστώς σε όλα τα κράτη μέλη, αλλά μόνο για τις διασυνοριακές συναλλαγές που αφορούν την απόκτηση ή την αύξηση της συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο χρηματοπιστωτικών οργανισμών (τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και κινητές αξίες).

1.2

Το προτεινόμενο καθεστώς προσφέρει ταχύτητα, διαφάνεια, ίδια μεταχείριση και ασφάλεια δικαίου στις επιχειρήσεις και τους επενδυτές. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να ευθυγραμμίσουν, κατά συνέπεια, τους εσωτερικούς κανόνες τους για τις διασυνοριακές συναλλαγές, ώστε να έχουν εναρμονισμένο καθεστώς για όλες τις συναλλαγές ίδιου τύπου.

1.3

Οι πληροφορίες που κρίνονται ελλιπείς μπορούν να αποτελέσουν αίτιο απόρριψης της κοινοποίησης. Τα αιτήματα παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών δεν θα πρέπει, επομένως, να υπερβαίνουν τον προκαθορισμένο κατάλογο, ούτε να επιβάλλουν πρόσθετους όρους και να χρησιμεύουν έτσι ως πρόφαση για μια αδικαιολόγητη απόφαση απόρριψης, εάν το σύνολο των στοιχείων του καταλόγου έχει κοινοποιηθεί ικανοποιητικά.

1.4

Οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές θα πρέπει να μπορούν να ζητούν πρόσθετη προθεσμία για να παράσχουν ορισμένες συμπληρωματικές πληροφορίες (η κατάσταση μπορεί να είναι περίπλοκη σε επιχειρήσεις με πολλές θυγατρικές και συμμετοχές). Σύμφωνα με τις γενικές εποπτικές αρχές που προβλέπονται από τις οδηγίες, κατά την αξιολόγηση της εντιμότητας του υποψήφιου αγοραστή θα πρέπει να εφαρμόζεται και η αρχή της εποπτείας από το κράτος μέλος προέλευσης. Έτσι, οι αγοραστές που έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο αξιολόγησης σε ένα κράτος μέλος και που η εντιμότητά τους έχει ήδη αναγνωριστεί, όπως συμβαίνει με τις επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους εντός της ΕΕ, θα πρέπει να απαλλάσσονται νέας εξέτασης, εάν δεν υπάρχουν νέα στοιχεία.

1.5

Η μέθοδος που επέλεξε η Επιτροπή μπορεί στην πράξη να αποδειχθεί ότι υπολείπεται ευελιξίας όπου η κατάσταση είναι περισσότερο ή λιγότερο περίπλοκη και όπου κάθε περίπτωση είναι ιδιαίτερη.

1.6

Ο κίνδυνος μιας ταχείας αξιολόγησης είναι ότι μπορεί να αποδειχθεί επιφανειακή. Ο έλεγχος της Επιτροπής δεν πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις απόρριψης, αλλά να πραγματοποιείται κατά διαστήματα και δειγματοληπτικά, προκειμένου να αξιολογείται η ορθή εφαρμογή της οδηγίας από τα κράτη μέλη.

2.   Οι προτάσεις της Επιτροπής

2.1

Πρόκειται για μια οδηγία που τροποποιεί την οδηγία ΑΧΜ (αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων) και ορισμένες άλλες τομεακές οδηγίες που αφορούν την προληπτική χορήγηση άδειας για την απόκτηση ή την αύξηση της συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο στον χρηματοπιστωτικό τομέα (ασφάλιση και αντασφάλιση, εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ και άλλες ρυθμιζόμενες αγορές).

2.2

Η πρόταση τροποποίησης των χρηματοπιστωτικών οδηγιών (της οδηγίας 92/49/ΕΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 2002/83/ΕΚ, ΑΧΜ 2004/39/ΕΚ, 2005/68/ΕΚ και 2046/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου) όσον αφορά τους διαδικαστικούς κανόνες και τα κριτήρια αξιολόγησης για την προληπτική αξιολόγηση της απόκτησης και αύξησης συμμετοχής στο μετοχικό κεφάλαιο στον χρηματοπιστωτικό τομέα προτείνει νέους κανόνες που επιδιώκουν την απλούστευση και τη διασαφήνιση της διαδικασίας προληπτικής χορήγησης άδειας για συγχωνεύσεις και εξαγορές στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Η πρόταση ενθαρρύνει και απλουστεύει τις διασυνοριακές παγιώσεις και αντιτίθεται στην ενδεχόμενη στάση των αρχών ελέγχου σε ορισμένες χώρες για τις οποίες υφίσταται η υποψία ότι εμπόδισαν τις διασυνοριακές συγχωνεύσεις για λόγους εθνικού συμφέροντος.

2.3

Οι νέοι κανόνες επιδιώκουν τη θέσπιση στην Ευρωπαϊκή Ένωση μιας εναρμονισμένης ταχείας και διαφανούς διαδικασίας προληπτικής χορήγησης άδειας για τις συγχωνεύσεις και εξαγορές των ρυθμιζόμενων χρηματοδοτικών εταιρειών. Η τρίμηνη προθεσμία εξέτασης που ισχύει επί του παρόντος θα μειωθεί σε τριάντα εργάσιμες ημέρες από την παραλαβή της αίτησης, αλλά η περίοδος αυτή μπορεί να παραταθεί κατά δέκα ημέρες για να συμπληρωθεί η αίτηση, εάν η αρμόδια αρχή κρίνει ότι ο φάκελος είναι ελλιπής. Ο κανόνας θα ισχύει και για τους υποψήφιους αγοραστές που διέπονται από νομοθεσία τρίτης χώρας και που προτίθενται να προβούν σε απόκτηση ή αύξηση της συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο εταιρείας της ΕΕ.

2.4

Η πρόταση επιδιώκει να εμποδίσει την ενδεχόμενη χρήση των προληπτικών αξιολογήσεων ως εμποδίου στις διασυνοριακές ενοποιήσεις. Η ισχύουσα νομοθεσία εφαρμόζεται στις εθνικές ή διασυνοριακές συναλλαγές από χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή επενδυτικές εταιρείες. Οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν επί του παρόντος τρίμηνη προθεσμία για να αξιολογήσουν την προσφορά εξαγοράς και μπορούν να αντιταχθούν σε αυτήν «εάν, με γνώμονα την ανάγκη να εξασφαλιστεί η συνετή και χρηστή διαχείριση της επιχείρησης, δεν έχουν πειστεί για την καταλληλότητα [του αγοραστή]».

2.5

Τα κράτη μέλη και οι αρμόδιες αρχές τους διαθέτουν, επομένως, σχετική ελευθερία για να ερμηνεύσουν εκτενώς αυτό το μοναδικό κριτήριο και να αποδεχτούν, να αποτρέψουν ή να απορρίψουν ένα σχέδιο εξαγοράς κατά προαίρεση, αφού δεν υπάρχουν σαφώς καθορισμένα κριτήρια.

2.6

Καθορίζεται περιοριστικός κατάλογος των κριτηρίων αξιολόγησης. Ο κύριος κανόνας προβλέπει την υποχρέωση κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου που ενεργεί μεμονωμένα ή από κοινού με άλλα να κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές, στις οποίες υπάγεται η επιχείρηση, την πρόθεσή του:

να αποκτήσει συμμετοχή που αντιστοιχεί στο 10 % τουλάχιστον του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας ασφαλιστικής εταιρείας (ή σε μικρότερο ποσοστό, που επιτρέπει όμως την άσκηση σημαντικής επιρροής στη διαχείριση της ασφαλιστικής εταιρείας) ή

να αυξήσει τη συμμετοχή του ώστε να φθάσει ή να υπερβεί τα κατώτατα όρια του 20 %, του 30 % (προηγουμένως 33 %) ή του 50 % ή ακόμη περισσότερο

ή να προβεί σε συνολική εξαγορά της ασφαλιστικής εταιρείας. Η πρόταση προβλέπει μια σειρά καθορισμένων κριτηρίων, σύμφωνα με τα οποία οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να εκτιμήσουν την καταλληλότητα του υποψηφίου αγοραστή και την οικονομική ευρωστία της προβλεπόμενης εξαγοράς.

2.7

Τα κριτήρια αυτά θα γνωστοποιηθούν σε όλους τους παράγοντες της αγοράς και θα εφαρμοστούν ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη. Εφεξής, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη μόνο τα εξής:

την εντιμότητα του υποψήφιου αγοραστή: το προοίμιο της πρότασης οδηγίας διευκρινίζει ότι ο έλεγχος αυτού του κριτηρίου πρέπει να συνίσταται στην εξακρίβωση εάν υφίστανται αμφιβολίες σχετικά με την ακεραιότητα και την επαγγελματική ικανότητά του (που να προκύπτουν, παραδείγματος χάρη, από την πρότερη επαγγελματική του συμπεριφορά) και κατά πόσον είναι βάσιμες αυτές οι αμφιβολίες,

η αξιολόγηση της ακεραιότητας κρίνεται ιδιαίτερα σημαντική εάν ο αγοραστής δεν είναι ένας άλλος ρυθμιζόμενος χρηματοπιστωτικός οργανισμός ή μια επενδυτική εταιρεία,

την εντιμότητα και την πείρα οποιουδήποτε ατόμου το οποίο θα διευθύνει τις δραστηριότητες της ασφαλιστικής επιχείρησης κατόπιν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής,

τη χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψηφίου αγοραστή, ιδίως ως προς το είδος αναπτυσσόμενων και προβλεπόμενων δραστηριοτήτων στην ασφαλιστική επιχείρηση στην οποία επιδιώκεται η απόκτηση συμμετοχής,

εάν η ασφαλιστική εταιρεία συνεχίσει να πληροί τις υποχρεώσεις που ορίζουν οι κανόνες προληπτικής αξιολόγησης και φερεγγυότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

την ύπαρξη βάσιμων υπονοιών ότι με την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής διαπράττεται, έχει διαπραχθεί ή επιχειρείται να διαπραχθεί νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή ότι η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής είναι δυνατόν να αυξήσει τον κίνδυνο ενεργειών αυτού του είδους,

η αρμόδια αρχή που λαμβάνει την κοινοποίηση οφείλει να επιβεβαιώσει την παραλαβή εντός δύο εργάσιμων ημερών,

η αρμόδια αρχή διαθέτει στη συνέχεια μέγιστη προθεσμία τριάντα εργάσιμων ημερών («περίοδος αξιολόγησης») από την ημερομηνία της παραλαβής, προκειμένου να αξιολογήσει την απόκτηση συμμετοχής. Η περίοδος αξιολόγησης μπορεί να παραταθεί κατά μέγιστο όριο σε πενήντα εργάσιμες ημέρες όταν ο υποψήφιος αγοραστής υπόκειται σε μη κοινοτική δικαιοδοσία και είναι εγκατεστημένος ή κατοικεί σε μια τρίτη χώρα όπου υφίστανται νομικοί φραγμοί στη διαβίβαση των απαιτούμενων πληροφοριών,

η αρμόδια αρχή μπορεί, εάν είναι απαραίτητο, να ζητήσει από τον αγοραστή συγκεκριμένες συμπληρωματικές πληροφορίες. Μέχρι την παροχή των απαιτούμενων πληροφοριών, η περίοδος αξιολόγησης αναστέλλεται για μέγιστο διάστημα 10 εργάσιμων ημερών.

2.8

Κανένα αίτημα παροχής πληροφοριών που υποβάλλεται στη συνέχεια από την αρμόδια αρχή δεν αιτιολογεί αναστολή της εν λόγω περιόδου.

2.9

Η αξιολόγηση περιορίζεται σε προληπτικά ζητήματα και σε ζητήματα σχετικά με την νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Οι αρμόδιες αρχές δεν διαθέτουν καμία διακριτική ευχέρεια να επιβάλουν εκ των προτέρων όρους όσον αφορά το ύψος της συμμετοχής που πρέπει να αποκτηθεί, ούτε εξετάζουν την απόκτηση συμμετοχής από την άποψη των οικονομικών αναγκών της αγοράς. Οι ανταγωνιστικές προτάσεις για απόκτηση συμμετοχής στην ίδια επιχείρηση πρέπει να εξετάζονται με αμεροληψία.

2.10

Σύμφωνα με την πρόταση, η Επιτροπή έχει δικαίωμα να ενημερώνεται για τους λόγους χορήγησης άδειας ή απόρριψης, καθώς επίσης και να λαμβάνει αντίγραφα των εγγράφων στα οποία βασίσθηκαν οι αρμόδιες αρχές για την αξιολόγησή τους.

2.11

Η Επιτροπή είναι επίσης επιφορτισμένη να προτείνει και να αποφασίζει την προσαρμογή των απαιτούμενων κριτηρίων αξιολόγησης, προκειμένου να συνεκτιμά τις εξελίξεις της αγοράς και την ανάγκη ομοιόμορφης εφαρμογής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κάνοντας χρήση των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της.

3.   Παρατηρήσεις της ΕΟΚΕ

3.1

Σχετικά με τη μορφή: είναι λογικό να τροποποιούνται οδηγίες μέσω μίας ή περισσότερων οδηγιών και η εν λόγω τροποποιητική οδηγία έχει την ίδια νομική βάση με εκείνες που τροποποιεί.

3.2   Σχετικά με το περιεχόμενο:

3.2.1

Αξίζει να υποστηριχθεί η αρχή του περιοριστικού καταλόγου κριτηρίων και της διαφάνειας των απαιτούμενων πληροφοριών. Θα δημιουργηθεί ένα εναρμονισμένο ή ακόμη και ενιαίο καθεστώς σε όλα τα κράτη μέλη, προκειμένου να διευκολυνθούν οι διασυνοριακές συναλλαγές.

3.2.2

Το προτεινόμενο καθεστώς προσφέρει ταχύτητα, διαφάνεια, ίδια μεταχείριση και ασφάλεια δικαίου στις επιχειρήσεις και τους επενδυτές. Μπορεί να διακοπεί μόνο μία φορά, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, και μειώνει στη χειρότερη των περιπτώσεων τη διαδικασία λήψης απόφασης στις έξι εβδομάδες αντί των δώδεκα ή δεκατριών εβδομάδων για τις κοινοτικές συναλλαγές.

3.2.3

Κατόπιν αυτών των παρατηρήσεων, η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει επίσης ότι, σύμφωνα με την άποψη των εμπειρογνωμόνων, περισσότερο από μία στις δύο πράξεις συγχώνευσης-εξαγοράς καταλήγει σε αποτυχία, ότι οι προβλεπόμενες συνέργειες είναι στις περισσότερες περιπτώσεις υπερεκτιμημένες και ότι στον τραπεζικό κλάδο 5-10 % των πελατών εγκαταλείπουν την τράπεζά τους μετά την εξαγορά.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1

Οι ανασταλτικές διατάξεις της περιόδου αξιολόγησης και η σχέση τους με την παροχή συμπληρωματικών πληροφοριών θα πρέπει να είναι πιο ακριβείς. Πράγματι, πληροφορίες που κρίνονται ελλιπείς μπορούν να αποτελέσουν αίτιο απόρριψης της κοινοποίησης. Αυτά τα αιτήματα δεν θα πρέπει να χρησιμεύουν ως πρόφαση για μια αδικαιολόγητη απόφαση απόρριψης: οι συμπληρωματικές πληροφορίες δεν θα πρέπει, επομένως, να υπερβαίνουν τον προκαθορισμένο κατάλογο, ούτε να επιβάλλουν πρόσθετους όρους. Για το λόγο αυτό, οι ενδιαφερόμενοι επενδυτές θα μπορούν να ζητούν πρόσθετη προθεσμία για να παράσχουν συμπληρωματικές πληροφορίες (η κατάσταση μπορεί να είναι περίπλοκη σε επιχειρήσεις με πολλές θυγατρικές και συμμετοχές).

4.2

Ο κίνδυνος μιας ταχείας αξιολόγησης είναι ότι μπορεί να αποδειχθεί επιφανειακή. Ο έλεγχος της Επιτροπής δεν θα πρέπει να περιορίζεται στις περιπτώσεις απόρριψης, αλλά να πραγματοποιείται κατά διαστήματα και δειγματοληπτικά. Εξάλλου, έχουν διατυπωθεί επιφυλάξεις για τις προτεινόμενες τροποποιήσεις από τις επιτροπές ρυθμιστικών αρχών των ευρωπαϊκών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας/CEBS, Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων/CECAPP και Επιτροπή Ρυθμιστικών Αρχών των Αγορών Κινητών Αξιών/CERMVA). Οι ανησυχίες τους αφορούν τη μείωση της περιόδου αξιολόγησης, τον περιοριστικό χαρακτήρα του καταλόγου των κριτηρίων, τη συνεργασία μεταξύ των αρχών ελέγχου του κράτους μέλους προέλευσης και του κράτους μέλους υποδοχής και την εξουσία της Επιτροπής να επανεξετάζει μια (αρχικά αρνητική) απόφαση.

4.3

Η μέθοδος που επέλεξε η Επιτροπή, η οποία περιλαμβάνει συγκεκριμένες προτάσεις για τις λεπτομερείς διοικητικές διαδικασίες (για παράδειγμα: 1) καθιερώνει την υποχρέωση της αρμόδιας εθνικής αρχής να εκδίδει γραπτή βεβαίωση εντός δύο εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της αίτησης, αντί να επαναλαμβάνει τις διατάξεις που ισχύουν σήμερα στα κράτη μέλη, οι οποίες προβλέπουν τη χορήγηση απόδειξης παραλαβής τη στιγμή της κατάθεσης της αίτησης, 2) ως αφετηρία για τον υπολογισμό της προθεσμίας που διαθέτει η αρμόδια αρχή για να εξετάσει την αίτηση δεν ορίζεται η ημερομηνία κατάθεσής της, αλλά η ημερομηνία έκδοσης της απόδειξης παραλαβής), μπορεί στην πράξη να αποδειχθεί ότι υπολείπεται ευελιξίας όπου η κατάσταση μπορεί να είναι περισσότερο ή λιγότερο περίπλοκη και όπου κάθε περίπτωση είναι ιδιαίτερη. Ενδέχεται, συνεπώς, να αποδειχθεί πιο δύσκολη η επίτευξη του βασικού στόχου της οδηγίας, που είναι η «σημαντική βελτίωση της ασφάλειας δικαίου, της σαφήνειας και της διαφάνειας της διαδικασίας έγκρισης».

4.4

Σύμφωνα με τις γενικές εποπτικές αρχές που προβλέπονται από τις οδηγίες, κατά την αξιολόγηση της εντιμότητας του υποψήφιου αγοραστή θα πρέπει να εφαρμόζεται και η αρχή της εποπτείας από το κράτος μέλος προέλευσης. Έτσι, οι αγοραστές που έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο αξιολόγησης σε ένα κράτος μέλος και που η εντιμότητά τους έχει ήδη αναγνωριστεί, όπως συμβαίνει με τις επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους εντός της ΕΕ, θα πρέπει να απαλλάσσονται νέας εξέτασης, εάν δεν υπάρχουν νέα στοιχεία. Κατά συνέπεια, η αρμόδια για την εποπτεία της στοχευόμενης επιχείρησης αρχή δεν θα πρέπει να αντιτίθεται στην προβλεπόμενη αγορά λόγω υποτιθέμενης ανεπαρκούς αξιοπιστίας του υποψήφιου αγοραστή, εάν ο εν λόγω υποψήφιος αγοραστής είναι επιχείρηση που έχει ήδη ελεγχθεί από την αρμόδια αρχή ενός άλλου κράτους μέλους, με την οποία θα πρέπει να συνεννοηθεί η αρχή αυτή. Η κατάσταση που θα προέκυπτε σε περίπτωση αποκλίνουσας αξιολόγησης της ίδιας επιχείρησης από διαφορετικές αρμόδιες εθνικές αρχές θα πρέπει να αποφευχθεί όσον το δυνατό περισσότερο.

4.5

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, η οποία εγκρίνει τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, οι εκτελεστικές και ελεγκτικές αρμοδιότητες της Επιτροπής θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν για να προαχθεί, υπό το πρίσμα της κτηθείσας πείρας, μια πραγματική εναρμόνιση της χρήσης των κριτηρίων, να προσαρμοστούν ορισμένα κριτήρια, εάν είναι απαραίτητο, και να αναθεωρηθούν, εάν χρειάζεται, ορισμένες αποφάσεις.

Βρυξέλλες, 18 Ιανουαρίου 2007

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


27.4.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93/25


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Αναθεώρηση της Ενιαίας Αγοράς»

(2007/C 93/06)

Στις 5 Οκτωβρίου 2006, η κα Margot Wallström, Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή να καταρτίσει διερευνητική γνωμοδότηση για την: «Αναθεώρηση της Ενιαίας Αγοράς.»

Το Προεδρείο της ΕΟΚΕ ανέθεσε τις προπαρασκευαστικές εργασίες στο ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση».

Λόγω του επείγοντος των εργασιών, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε, κατά την 432η σύνοδο ολομελείας της που πραγματοποιήθηκε στις 17 και 18 Ιανουαρίου 2007 (συνεδρίαση της 17ης Ιανουαρίου), να ορίσει γενικό εισηγητή τον κ. Cassidy και υιοθέτησε με 136 ψήφους υπέρ, 42 κατά και 9 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να συμπεριληφθούν μεταξύ των προτεραιοτήτων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ενιαία αγορά τα ακόλουθα μέτρα.

1.1.1

Για να υπερνικηθούν τα εμπόδια που εναπομένουν, η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς απαιτεί την εξισορρόπηση της δυναμικής της οικονομίας με την κοινωνική διάσταση και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς είναι να αντιληφθούν όλοι οι πολίτες — εργοδότες, εργαζόμενοι, καταναλωτές κλπ. — ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους. Η ενιαία αγορά πρέπει να ωφελήσει όσο το δυνατόν περισσότερους, ενώ πρέπει να θεσπισθούν αντισταθμιστικά μέτρα για τους χαμένους. Ο μόνος τρόπος για να αντιπαρέλθουμε τον σκεπτικισμό του κοινού έναντι της Ευρώπης είναι η θέσπιση πολιτικών που ανταποκρίνονται στις πιεστικές ανάγκες των πολιτών. Η επικοινωνία από μόνη της δεν αρκεί.

1.1.2

Για να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης — προσαρμογή στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, εξασφάλιση της ανάπτυξης και της απασχόλησης, δημιουργία των απαραίτητων υποδομών, καταπολέμηση της αλλαγής του κλίματος, κατοχύρωση της ασφάλειας του ενεργειακού εφοδιασμού, ανταπόκριση στην αυξανόμενη επιρροή που ασκούν οι χρηματαγορές στην οικονομία ως σύνολο — και να αξιοποιηθούν οι ευκαιρίες που προκύπτουν από αυτή, πρέπει να αξιοποιηθεί ολόκληρο το δυναμικό της ενιαίας αγοράς. Συνεπώς, τα μέτρα για την προώθηση της ελευθέρωσης της αγοράς και του ανταγωνισμού πρέπει να συνοδεύονται από μακροοικονομικές πολιτικές προσανατολισμένες προς την απασχόληση και την ανάπτυξη, μαζί με μέτρα για τη δημιουργία μιας κοινωνίας της γνώσης, ενώ ο γενικός στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένει η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας των λαών της (όπως καθορίστηκε στο Προοίμιο της Συνθήκης της Ρώμης και αναφέρεται σε όλα τα μετέπειτα κείμενα). Οι πρωτοβουλίες αυτές θα συμβάλουν σημαντικά στην ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς.

1.1.3

Η Ευρώπη πρέπει να επενδύσει περισσότερο στην εκπαίδευση, στην κατάρτιση και στην έρευνα σε εθνικό και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι επενδύσεις αυτές αποτελούν αναγκαιότητα και όχι πολυτέλεια για την Ευρώπη. Συνεπώς, η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας και η καθιέρωση της διά βίου μάθησης αποτελούν προτεραιότητες.

1.1.4

Η αξιοπιστία της ερευνητικής πολιτικής της ΕΕ επλήγη σε μεγάλο βαθμό από τις επανειλημμένες καθυστερήσεις της καθιέρωσης του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Καθώς δεν στάθηκε δυνατό να επιτευχθεί εντός λογικού χρονικού διαστήματος συμφωνία για τη διαμόρφωση του μέσου αυτού, το οποίο έχει καθοριστική σημασία για την οικονομία της γνώσης, που αποτελεί έναν από τους κυριότερους στόχους της ΕΕ, πρέπει τώρα να εξεταστεί σοβαρά εάν θα ήταν σκόπιμο να εφαρμοστεί αρχικά το μέσο αυτό σε όλα τα κράτη μέλη, σε περίπτωση που παραμένει αδύνατο να επιτευχθεί ομόφωνη συμφωνία (1).

1.1.5

Πέρα από το σημαντικό ζήτημα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και το συναφές θέμα της πνευματικής ιδιοκτησίας, η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι πρέπει να εξεταστεί σε επίπεδο ΕΕ και το θέμα της οικονομικής πληροφόρησης. Σε σχέση με αυτό, διερωτάται μήπως θα πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες για την ενίσχυση του ρόλου και την καλύτερη προβολή, μεταξύ των οικονομικών φορέων, του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια των Δικτύων και των Πληροφοριών (ENISA) (2), προκειμένου να συμβάλει στη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων της ΕΕ και στην αποτροπή της διαρροής εμπιστευτικών δεδομένων σχετικά με τις παραγωγικές μεθόδους και την έρευνα και την καινοτομία των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων σε ανταγωνιστές εκτός ΕΕ.

1.1.6

Στο πλαίσιο των διατλαντικών σχέσεων, η Επιτροπή και το Συμβούλιο θα πρέπει να απαιτήσουν σθεναρότερα από τις ΗΠΑ να συμμορφωθούν με την αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης. Θα πρέπει, συγκεκριμένα, να αξιώσουν την κατάργηση της «Επιτροπής για τις Ξένες Επενδύσεις στις ΗΠΑ »(CFIUS), η οποία συστάθηκε πριν από διάστημα 30 και πλέον ετών για να εξετάζει και ενδεχομένως να απαγορεύει τις ξένες συμμετοχές σε αμερικανικές επιχειρήσεις βάσει του μοναδικού — και απροσδιόριστου — κριτηρίου της «εθνικής ασφάλειας». Ομοίως, στις εμπορικές αντιδικίες μεταξύ μιας ξένης και μιας αμερικανικής επιχείρησης υπάρχει μεροληψία υπέρ της τελευταίας.

1.1.6.1

Εάν αποδειχθεί αδύνατο να εξασφαλιστεί η μη διακριτική μεταχείριση στις συγχωνεύσεις-εξαγορές ή στις εμπορικές πρακτικές, η ΕΕ θα πρέπει να εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο παραπομπής των σχετικών υποθέσεων ενώπιον του Οργάνου Διευθέτησης Διαφορών του ΠΟΕ ή να καθιερώσει μηχανισμούς παρόμοιους με τη CFIUS. Οι αρχές αυτές θα πρέπει να εφαρμόζονται και στις σχέσεις με τους άλλους εταίρους της ΕΕ.

1.1.7

Η προσέγγιση της «βελτίωσης της νομοθεσίας »μπορεί να απλουστεύσει τις συνθήκες για τις επιχειρήσεις και να δημιουργήσει μεγαλύτερη διαφάνεια για τους πολίτες και τους καταναλωτές. Ωστόσο, η θέσπιση λιγότερων ρυθμίσεων δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη καλύτερο ρυθμιστικό πλαίσιο. Η ΕΟΚΕ είναι, επίσης, υπέρ της χρήσης νομικών μέσων σε σημαντικούς τομείς — όπως εκείνοι που καλύπτονται από τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας — όπου η θέσπιση εθνικής νομοθεσίας δεν επαρκεί.

1.1.8

Οι συλλογικές συμφωνίες των κοινωνικών εταίρων, οι οποίες αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικό μέρος της πολιτικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων σε πολλά κράτη μέλη, μπορούν επίσης να συμβάλουν στην διαμόρφωση των πολιτικών και στην εξασφάλιση της αποδοχής των μέτρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ωστόσο, για να γίνει αυτό, χρειάζεται προθυμία και των δύο πλευρών να συμμετάσχουν στον κοινωνικό διάλογο.

1.1.9

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη έχουν υποσχεθεί να μειώσουν τον διοικητικό φόρτο των επιχειρήσεων κατά 25 % έως το 2012. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ ανησυχεί για το γεγονός ότι η υπόσχεση αυτή είναι πολύ ευρεία και πρέπει να προσδιοριστεί σαφέστερα. Εάν δεν υιοθετηθεί μια προσεκτικότερη προσέγγιση, η μη εκπλήρωση των υποσχέσεων απλώς και μόνο θα υπονομεύσει ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία.

1.1.10

Η χρήση ρυθμίσεων θα δημιουργήσει, επίσης, σαφέστερο νομικό περιβάλλον όπου είναι δυνατόν και θα προωθήσει τη συνοχή.

1.1.11

Η ενιαία αγορά στηρίζεται στην αμοιβαία αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων και διπλωμάτων, π.χ. για τις μαίες, τους δικηγόρους κ.ά., οι οποίοι όμως, παρά την ύπαρξη των σχετικών οδηγιών, δεν μπόρεσαν να επωφεληθούν απ' αυτές.

1.1.12

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι η προς τα άνω εναρμόνιση των 27 χωρών, όσο δύσκολη και αν είναι, αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την ενιαία αγορά.

1.1.13

Για να εξασφαλιστεί ο απαιτούμενος βαθμός διοικητικής απλούστευσης και η βελτίωση της νομοθεσίας σε λογικό χρονικό πλαίσιο, πρέπει να διεξαχθούν διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σε όλα τα στάδια. Είναι σημαντικό να επιτευχθούν απτά αποτελέσματα σε αυτό το πεδίο, αν η Ευρώπη δεν θέλει να απολέσει ακόμη περισσότερο την αξιοπιστία της στα μάτια των πολιτών.

1.1.14

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί ταχύτερη πρόοδο προς την επίτευξη της ενιαίας αγοράς των υπηρεσιών. Διαφορετικά, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εσωτερική αγορά έχει ολοκληρωθεί. Επικροτεί τις τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επί της οδηγίας για τις υπηρεσίες, οι οποίες σε γενικές γραμμές συμφωνούν με τις δικές της προτάσεις. Ορισμένα σημεία θα πρέπει να διασαφηνιστούν και να βελτιωθούν περαιτέρω, π.χ. στον τομέα των κοινωφελών υπηρεσιών. Τώρα που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έχει υιοθετήσει την οδηγία περί υπηρεσιών, οι επιχειρήσεις μπορούν να αναμένουν πραγματικά οφέλη από την ελευθερία εγκατάστασης και παροχής διασυνοριακών υπηρεσιών.

1.1.15

Στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (3), η ΕΟΚΕ έχει απευθύνει έκκληση για δυναμική ενοποίηση με αποφυγή της συσσώρευσης υπερβολικά πολλών ρυθμιστικών παρεμβάσεων (του λεγόμενου «gold-plating»)· όμως, έχει επίσης επισημάνει ότι αυτό πρέπει να γίνει σύμφωνα με το πνεύμα της στρατηγικής της Λισαβόνας και με συνεκτίμηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου. Αυτό ισχύει και για τη διασυνοριακή παροχή αυτού του είδους των υπηρεσιών (όπως, για παράδειγμα, για τις συναλλαγές επί μετοχών και τη δυνατότητα μεταφοράς των συμπληρωματικών συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων), καθώς και για τις βασικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, όπως η παροχή καθολικής πρόσβασης στους τραπεζικούς λογαριασμούς. Με δεδομένη την αύξηση της επιρροής που ασκούν οι χρηματοοικονομικές συναλλαγές στην οικονομία, μαζί με τις δυναμικές και δημιουργικές καινοτομίες στον κλάδο (όπως τα αντισταθμιστικά κεφάλαια και οι ιδιωτικές επενδύσεις), για τη ρύθμιση του κλάδου πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνεπακόλουθοι συστημικοί κίνδυνοι και οι συνέπειες για την πραγματική οικονομία, ενώ παράλληλα πρέπει να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την πρόληψη των αντιπαραγωγικών επιπτώσεων. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να παρουσιάσει το συντομότερο δυνατό τις νομοθετικές της προτάσεις για τη βελτίωση της πληροφόρησης που παρέχουν οι θεσμικοί επενδυτές σε σχέση με την πολιτική που ακολουθούν στα θέματα των επενδύσεων και της ψηφοφορίας. Η παρουσίαση αυτών των προτάσεων θα ευθυγραμμιζόταν με το πρόγραμμα δράσης της Επιτροπής για τον εκσυγχρονισμό του εταιρικού δικαίου και της εταιρικής διακυβέρνησης.

1.1.16

Στο μέτρο που μπορεί να υιοθετηθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα φορολογικά μέτρα πρέπει να προωθούν την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ισορροπία μεταξύ της οικονομικής δυναμικής, της κοινωνικής διάστασης και της βιώσιμης ανάπτυξης, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως. Αυτό περιλαμβάνει και την εναρμόνιση της βάσης για τη φορολογία των επιχειρήσεων και την αποφυγή της διπλής φορολόγησης. Η διπλή φορολόγηση δεν έχει θέση σε μία ενιαία αγορά.

1.1.17

Η ΕΟΚΕ ζητεί, επίσης, από την Επιτροπή να εξετάσει το θέμα των περιορισμών στην ενιαία αγορά που εξακολουθούν να επιβάλλουν τα κράτη μέλη, οι δημόσιοι οργανισμοί ή διάφορες επαγγελματικές ομάδες (4).

1.1.18

Το βασικό θέμα είναι ότι ο σχεδιασμός ασφαλιστικών προϊόντων, για παράδειγμα, επηρεάζεται σημαντικά από τα τοπικά νομικά και φορολογικά χαρακτηριστικά. Τούτο ισχύει για την υποχρεωτική ασφάλιση, αλλά και για πολλά άλλα βασικά ασφαλιστικά προϊόντα που προβλέπουν, για παράδειγμα, αποκλίνουσες λύσεις για θέματα όπως η ασφαλιστική κάλυψη για φυσικές καταστροφές ως τμήμα των συμβολαίων ασφάλισης πυρός για κατοικίες ή η ασφαλιστική κάλυψη για πράξεις τρομοκρατίας μέσω των κοινών ασφαλιστικών προϊόντων.

1.1.19

Ένα από τα εμπόδια στην ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς είναι η διατήρηση σημαντικών περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Η ΕΟΚΕ καλεί τα κράτη μέλη που δεν επιτρέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία να άρουν τα εμπόδια στην κινητικότητα των εργαζομένων. Η ελεύθερη διακίνηση των ανθρώπων αποτελεί δομικό στοιχείο της ενιαίας αγοράς και η κινητικότητα προσφέρει πλεονεκτήματα στους εργαζόμενους.

1.1.20

Οι ΜΜΕ δεν φαίνεται να επωφελούνται από την ενιαία αγορά όσο θα μπορούσαν. Η ύπαρξη σημαντικών εμποδίων στο εμπόριο υπηρεσιών στην ΕΕ σημαίνει ότι το εμπόριο υπηρεσιών ανέρχεται μόνο στο 20 % του συνολικού εμπορίου στην Ευρώπη. Η οδηγία περί υπηρεσιών θα μπορέσει να προωθήσει σημαντικά τις επιχειρηματικές ευκαιρίες και τις δυνατότητες απασχόλησης, ιδίως μέσω του προτεινόμενου μηχανισμού εξέτασης των εθνικών νομοσχεδίων και της χρήσης ενιαίων σημείων επαφής για τους ξένους παρόχους υπηρεσιών.

1.1.21

Η διαφάνεια και το άνοιγμα των δημόσιων συμβάσεων έχουν ζωτική σημασία για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Ως συνέχεια της νομοθετικής δέσμης για την ανάθεση των δημόσιων συμβάσεων, η οποία υιοθετήθηκε το 2004, είναι εξαιρετικά σημαντικό να προχωρήσει ταχέως η τρέχουσα αναθεώρηση των αποκαλούμενων οδηγιών «επανόρθωσης». Οι προτάσεις μεταρρύθμισης που υποβάλλει η Επιτροπή δεν πρέπει να αμβλυνθούν, ιδιαίτερα λαμβανομένων υπόψη της αρκετά μακράς περιόδου αδράνειας που μεσολαβεί μεταξύ της απόφασης ανάθεσης και της υπογραφής της σύμβασης και των συνεπειών της μη ενεργοποίησης μιας σύμβασης σε περίπτωση που δεν πληρούνται ορισμένα κριτήρια της δημοσίευσης.

1.1.22

Το άνοιγμα της αγοράς για τις δημόσιες συμβάσεις αποτελεί αντικείμενο εντατικών διαβουλεύσεων μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών φορέων, με σημαντικές διαφορές απόψεων σχετικά με την προσέγγιση που πρέπει να υιοθετηθεί. Για την ελευθέρωση της αγοράς για τις δημόσιες συμβάσεις, πρέπει να συνεκτιμηθούν σοβαρά θέματα όπως η απασχόληση, ο κοινωνικός τομέας και το περιβάλλον, τα οποία έχουν ίση σημασία στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής.

1.1.23

Το δίκτυο επίλυσης προβλημάτων στην εσωτερική αγορά (SOLVIT) λειτουργεί ικανοποιητικά και θα μπορούσε θεωρητικά να συμβάλει στην αντιμετώπιση των νομικών εμποδίων (τα οποία συχνά οφείλονται στην πλημμελή εφαρμογή, η οποία, με τη σειρά της, οφείλεται στην έλλειψη πληροφόρησης, στην ανεπαρκή κατάρτιση των δημόσιων υπαλλήλων ή στον προστατευτισμό), αλλά χρειάζεται σαφώς περισσότερους πόρους και προσωπικό στις εθνικές πρωτεύουσες. Απαιτείται μια διαρθρωμένη ενημερωτική εκστρατεία για την ευαισθητοποίηση των ΜΜΕ σχετικά με την ύπαρξη και τις διευκολύνσεις που παρέχει ο μηχανισμός αυτός.

1.1.24

Η ΕΟΚΕ έχει καταρτίσει λεπτομερή κατάλογο των εμποδίων στην ενιαία αγορά (5), ο οποίος επιτρέπει μια ρεαλιστική κατανόηση των ρυθμιστικών προκλήσεων που εξακολουθούν να παρακωλύουν την ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής ενιαίας αγοράς. Τα εμπόδια αυτά δεν είναι πάντα κυβερνητικά.

1.1.25

Κατ' εφαρμογή της διοργανικής συμφωνίας του 2003, η ΕΟΚΕ αναπτύσσει, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μια βάση δεδομένων (PRISM II) αναφορικά με τις κοινοτικές πρωτοβουλίες συρρύθμισης και αυτορρύθμισης (6). Η ΕΟΚΕ και ειδικότερα τα μέλη του Παρατηρητηρίου της Ενιαίας Αγοράς (ΠΕΑ) αποτελούν πόρο που η Επιτροπή και τα κράτη μέλη μπορούν να αξιοποιήσουν. Το ΠΕΑ, ειδικότερα, διοργανώνει κάθε χρόνο δημόσιες ακροάσεις στα διάφορα κράτη μέλη με ιδιαίτερη έμφαση στα θέματα απασχόλησης στα νέα κράτη μέλη.

1.1.26

Λόγω της εμπειρογνωσίας και της αντιπροσωπευτικότητάς της, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι θα μπορούσε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο κατά την κατάρτιση των αναλύσεων του αντίκτυπου, τις οποίες η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτίθεται να συστηματοποιήσει. Είναι ουσιώδες να αντικατοπτρίζουν οι νομοθετικές προτάσεις μια πληθώρα απόψεων και να τεκμηριώνονται με περισσότερη ακρίβεια και αντικειμενικότητα. Η κατά προτεραιότητα διαβίβαση των αναλύσεων του αντίκτυπου στην ΕΟΚΕ, ώστε να είναι σε θέση να τις σχολιάζει προτού υποβληθούν στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, μπορεί να αυξήσει την αποδοχή των νομοθετικών πρωτοβουλιών της ΕΕ, στο πνεύμα της εταιρικής σχέσης για την ανανέωση της Ευρώπης. (7)

1.1.27

Τέλος, η προώθηση των πλεονεκτημάτων της ενιαίας αγοράς στους καταναλωτές και η ενθάρρυνσή τους να επωφεληθούν από αυτά μπορούν να θεωρηθούν ως προτεραιότητα της προσπάθειας για περαιτέρω ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς.

2.   Εισαγωγή

2.1

Η παρούσα γνωμοδότηση καταρτίστηκε ύστερα από αίτηση της Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κας Wallström, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, της 5ης Οκτωβρίου 2006.

2.2

Ζητείται από την ΕΟΚΕ να αποφανθεί σχετικά με τις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συμβάλλοντας στην έκθεση που θα υποβληθεί κατά την εαρινή σύνοδο του Συμβουλίου το 2007 και, τελικά, στην τελική έκθεση.

2.3

Λαμβανομένων υπόψη των σύντομων προθεσμιών εντός των οποίων έπρεπε να ολοκληρώσει η ΕΟΚΕ τις εργασίες της, αποφασίστηκε η γνωμοδότηση να εστιαστεί σε ορισμένα βασικά μηνύματα και να εντοπίσει ορισμένους καίριους τομείς στους οποίους, κατά την άποψή της, απαιτείται περαιτέρω πρόοδος.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η αρχική λογική της ενιαίας αγοράς ήταν να αντικατασταθούν οι διάφορες δέσμες εθνικών ρυθμίσεων από μια δέσμη ρυθμίσεων σε κοινοτικό επίπεδο και, με τον τρόπο αυτό, να δημιουργηθούν ίσοι όροι ανταγωνισμού, οι οποίοι θα επέτρεπαν στην ευρωπαϊκή οικονομία να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές της. Στην πραγματικότητα, οι κοινοτικοί κανονισμοί πολύ συχνά θεωρούνται προσθήκη στις εθνικές ρυθμίσεις και όχι αντικατάστασή τους.

3.2

Ένας νέος και αυξημένης σημασίας παράγοντας είναι η «παγκοσμιοποίηση», η οποία είναι ταυτόχρονα πρόκληση και ευκαιρία. Η πρόκληση μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο εάν αξιοποιηθούν πλήρως οι δυνατότητες της ενιαίας αγοράς.

3.3

Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να καταρτίσει ένα νέο πολιτικό πρόγραμμα δράσης με βάση μια νέα εταιρική σχέση και μια πιο αποτελεσματική συνεργασία των οργάνων. Ως μέρη του κοινού αυτού προγράμματος, οι εθνικές, περιφερειακές και τοπικές αρχές θα πρέπει να αναλάβουν επίσης την ευθύνη παραγωγής αποτελεσμάτων φέρνοντας την Ευρώπη πλησιέστερα στους πολίτες της.

3.4

Η άποψη ότι κατά κάποιο τρόπο περισσότερη ρύθμιση σημαίνει «περισσότερη Ευρώπη »πρέπει να απορριφθεί. Είναι τα αποτελεσματικότερα μέσα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού; Πρέπει να δοθεί έμφαση στην προώθηση εναλλακτικών λύσεων αντί της νομοθεσίας, όπως π.χ. οι βέλτιστες πρακτικές στις πρωτοβουλίες συρρύθμισης και αυτορρύθμισης ή οι συλλογικές συμφωνίες, και να ενθαρρυνθεί η ευρύτερη χρήση αυτών των πρακτικών. Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να λησμονείται η συνέχεια του κοινωνικού διαλόγου — την προαγωγή του οποίου επιβάλλει η Συνθήκη στην Επιτροπή — με στόχο την επίτευξη συλλογικών συμφωνιών.

3.5

Ωστόσο, η αποτελεσματική χρήση της εκτίμησης της ποιότητας και των επιπτώσεων, οι αξιολογήσεις και οι διαβουλεύσεις πρέπει να διασφαλίζονται καλύτερα κατά τη νομοθετική διαδικασία και τη διαδικασία χάραξης της πολιτικής (η νομοθεσία είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα; Εάν όχι, γιατί;). Σε σχέση με αυτό το σημείο, η ΕΟΚΕ θα εκδώσει διερευνητική γνωμοδότηση με θέμα «Ποιοτικά πρότυπα για το περιεχόμενο, τις διαδικασίες και τις μεθόδους των αξιολογήσεων κοινωνικού αντίκτυπου από την άποψη των κοινωνικών εταίρων και άλλων παραγόντων της κοινωνίας των πολιτών».

3.6

Η ενιαία αγορά υπήρξε επιτυχής σε ορισμένους τομείς που αφορούν μεγάλο αριθμό καταναλωτών (π.χ. ασφάλεια των προϊόντων ή εγγυήσεις μετά την πώληση), ενώ σε άλλους τομείς η πρόοδος ήταν βραδεία ή ανύπαρκτη για τον τελικό καταναλωτή (π.χ. χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες ή ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας).

3.7

Η δημιουργία θέσεων απασχόλησης και η κινητικότητα των εργαζομένων αποτελούν βασικούς στόχους της ενιαίας αγοράς, ενώ τα προγράμματα κατάρτισης και εκπαίδευσης πρέπει να προσανατολίζονται περισσότερο προς την προετοιμασία της «οικονομίας της γνώσης». Ωστόσο, η δημιουργία της ενιαίας αγοράς δεν θα επιλύσει από μόνη της τα προβλήματα της ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας· απαιτούνται πρόσθετα μέτρα που να ενθαρρύνουν την πρωτοβουλία και τη δράση.

3.8

Οι νομοθετικές προτάσεις πρέπει να σχεδιάζονται έτσι ώστε να κατανοούνται εύκολα από τους δυνητικούς τελικούς χρήστες και όχι μόνο για τις νομοθετικές αρχές. Η ίδια λογική θα πρέπει να ισχύει και για τους κανονισμούς.

3.9

Πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη προτεραιότητα στη βελτίωση της νομοθεσίας. Η ΕΟΚΕ έχει αναφερθεί στο θέμα αυτό σε πλήθος γνωμοδοτήσεων (8). Υπάρχει πληθώρα ενδείξεων από τις διαβουλεύσεις τόσο της Επιτροπής όσο και των κρατών μελών ότι οι εθνικές αρχές συχνά καθιστούν τις οδηγίες επαχθέστερες κατά τη μεταφορά τους στο εθνικό δίκαιο (προσθέτοντας υπερβολικά πολλές ρυθμιστικές παρεμβάσεις). Τούτο επιβαρύνει περισσότερο τις ΜΜΕ από ό,τι τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις. Οι ιδιοκτήτες των ΜΜΕ συχνά πρέπει να συνδυάζουν όλες τις αρμοδιότητες που οι μεγάλες επιχειρήσεις μπορούν να αναθέσουν σε ειδικούς.

3.10

Η καλύτερη εφαρμογή και επιβολή της νομοθεσίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ύπαρξη της ενιαίας αγοράς. Η γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ «Πρακτικές και διασύνδεση της ΕΕ και των εθνικών διοικήσεων»  (9) εφιστά την προσοχή στα σημερινά προβλήματα:

σε ορισμένα κράτη μέλη, η διασύνδεση των υπαλλήλων που διαπραγματεύονται στις Βρυξέλλες και των αρμοδίων για την εφαρμογή στο κράτος μέλος είναι περιορισμένη,

σε άλλα κράτη μέλη, δημιουργείται σύγχυση μεταξύ των διαφόρων κυβερνητικών υπηρεσιών που διαπραγματεύονται τα διάφορα στοιχεία μιας πρότασης οδηγίας με αποτέλεσμα οι ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις να μην έχουν πάντα μια συνεκτική θέση.

3.11

Η καλύτερη εφαρμογή και επιβολή της νομοθεσίας διασφαλίζει τον μη κατακερματισμό της ενιαίας αγοράς.

3.12

Υπάρχει προφανής έλλειψη συνεκτικότητας εντός των εθνικών διοικήσεων, ενώ η αποτελεσματικότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης απειλείται επειδή τα κράτη μέλη δεν συμμορφώνονται με τις ίδιες τις αποφάσεις τους. Σε ορισμένα κράτη μέλη υπάρχει περιορισμένη επικοινωνία και πληροφόρηση σε εθνικό επίπεδο σχετικά με τα θέματα της ενιαίας αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των επιτυχών περιπτώσεων. Οι κυβερνήσεις, τα εθνικά κοινοβούλια ή τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δεν αισθάνονται ηθική υποχρέωση να διαδραματίσουν τον ρόλο τους. Οι κοινωνικοί εταίροι και η κοινωνία των πολιτών οφείλουν να εμπλακούν περισσότερο προκειμένου οι πολίτες να αισθανθούν ότι αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα των εξελίξεων, συμπεριλαμβανομένης της μη κυρωθείσας Συνταγματικής Συνθήκης. Όμως, το ενδιαφέρον δεν πρέπει να επικεντρωθεί αποκλειστικά στα προβλήματα επικοινωνίας. Το πρώτο βήμα για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των πολιτών της ΕΕ είναι η συνέχεια των προσπαθειών για την ανεύρεση χρήσης για τα επείγοντα προβλήματα της Ένωσης.

Βρυξέλλες, 17 Ιανουαρίου 2007

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Βλ. για παράδειγμα EE αριθ. C 185, 8/8/2006.

(2)  Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. www.enisa.europa.eu.

(3)  Βλ. γνωμοδότηση για τη Λευκή Βίβλο για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, ΕΕ C 309 της 16.12.2006.

(4)  Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, ΕΕ αριθ. L 255, 30/9/2005.

(5)  Το Παρατηρητήριο της Ενιαίας Αγοράς (ΠΕΑ) της ΕΟΚΕ έχει καταρτίσει λεπτομερή κατάλογο των εμποδίων, ο οποίος είναι διαθέσιμος στην ιστοθέση του ΠΕΑ:

http://eesc.europa.eu/smo/news/index_en.asp.

(6)  Αυτή η βάση δεδομένων θα είναι διαθέσιμη στην ιστοθέση του Παρατηρητηρίου της Ενιαίας Αγοράς το πρώτο εξάμηνο του 2007 (

http://eesc.europa.eu/smo/index_en.asp).

(7)  Βλ. για παράδειγμα EE C 221, 8/9/2005.

(8)  Συγκεκριμένα Βελτίωση της νομοθεσίας, ΕΕ C 318 της 23.12.2006, εισηγητής ο κ. Retureau, Βελτίωση της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας, ΕΕ C 318 της 23.12.2006, εισηγητής ο κ Mr van Iersel, OJ C 24, 31.1.2006, Στρατηγική για την απλούστευση, ΕΕ C 309 της 16.12.2006, εισηγητής ο κ Cassidy, ενημερωτική έκθεση Η σημερινή κατάσταση σε ό,τι αφορά την από κοινού ρύθμιση και την αυτορρύθμιση στην ενιαία αγορά, εισηγητής ο κ. Vever, και δημοσίευμα του Παρατηρητηρίου της Ενιαίας Αγοράς What is the state of the enlarged Single Market, October 2004, EESC-C-2004-07-EN. Το παράρτημα I περιλαμβάνει κατάλογο προσφάτων γνωμοδοτήσεων της ΕΟΚΕ.

(9)  ΕΕ C 325 της 30.12.2006, εισηγητής ο κ. van Iersel.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Το ακόλουθο κείμενο του αναθεωρημένου σχεδίου γνωμοδότησης απορρίφθηκε μεν υπέρ μιας τροπολογίας που υιοθετήθηκε από την Ολομέλεια, αλλά συγκέντρωσε πάνω από το 1/4 των εκπεφρασμένων ψήφων:

«1.1.11

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι η σε βάθος εναρμόνιση των 27 χωρών μολονότι μπορεί να είναι δύσκολο έργο, ωστόσο είναι σημαντικό στοιχείο για την ενιαία αγορά. Το γεγονός αυτό τονίζει τη σημασία της αμοιβαίας αναγνώρισης.»

Αποτέλεσμα:

89 ψήφοι υπέρ της τροποποίησης του σημείου,

72 κατά

και 24 αποχές.

Οι ακόλουθες τροπολογίες, παρότι συγκέντρωσαν πάνω από το 1/4 των εκπεφρασμένων ψήφων, απορρίφθηκαν κατά τη διάρκεια των συζητήσεων:

Να διαγραφεί το σημείο 1.1.16

Η ΕΟΚΕ ζητά, επίσης, από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη (ή δημόσιους οργανισμούς) να εξετάσουν το θέμα των περιορισμών στην ενιαία αγορά που εξακολουθούν να επιβάλλουν διάφορες επαγγελματικές ομάδες  (1) .

Αποτέλεσμα:

67 ψήφοι υπέρ της διαγραφής του σημείου

, 93 κατά

και 33 αποχές.

Να διαγραφεί το σημείο 1.1.17

Το βασικό θέμα είναι ότι ο σχεδιασμός ασφαλιστικών προϊόντων, για παράδειγμα, επηρεάζεται σημαντικά από τα τοπικά νομικά και φορολογικά χαρακτηριστικά. Τούτο ισχύει στην περίπτωση της υποχρεωτικής ασφάλισης, αλλά και σε πολλά άλλα επίσης βασικά ασφαλιστικά προϊόντα, για παράδειγμα, με την εκτροπή λύσεων όπως, π.χ., η ασφαλιστική κάλυψη για φυσικές καταστροφές ως τμήμα συμβολαίων ασφάλισης πυρός για κατοικίες ή η ασφαλιστική κάλυψη για πράξεις τρομοκρατίας διαμέσου κοινού ασφαλιστικού προϊόντος.

Αποτέλεσμα:

82 ψήφοι υπέρ της διαγραφής του σημείου,

94 κατά

και 20 αποχές.

Να τροποποιηθεί το σημείο 1.1.18 ως εξής:

Ένα από τα εμπόδια στην ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς είναι η διατήρηση σημαντικών περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων. Η ΕΟΚΕ καλεί τα κράτη μέλη τα οποία δεν επιτρέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία να άρουν τα εμπόδια στην κινητικότητα των εργαζομένων. Η ελεύθερη διακίνηση των ανθρώπων αποτελεί δομικό στοιχείο της ενιαίας αγοράς και η κινητικότητα, προσφέρει πλεονεκτήματα στους εργαζόμενους. Ωστόσο, ως αποτέλεσμα των διαφορών που υφίστανται στα επιμέρους κράτη σε ό,τι αφορά τα πρότυπα και τους κανόνες που ισχύουν στον τομέα αυτό, αρχίζει να αναδύεται μία ενιαία αγορά για τους εργαζόμενους η οποία αδυνατεί από κάθε άποψη να ανταποκριθεί στην απαίτηση της διασφάλισης ίσων όρων ανταγωνισμού, πράγμα ωστόσο που συστηματικά ζητείται σε τόσους άλλους τομείς της ενιαίας αγοράς. Περιπτώσεις όπως η υπόθεση Laval  (2) - η οποία εκδικάστηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στις 9 Ιανουαρίου 2007 — ή η υπόθεση Viking Line καταδεικνύουν σαφώς ότι είναι απαραίτητο να αναληφθεί δράση στον τομέα αυτό. Επιπλέον, αντί να ζητείται από τους εργαζόμενους να μεταβαίνουν στα μέρη όπου ανοίγουν θέσεις απασχόλησης, θα ήταν πιο αποτελεσματικό, αλλά και πιο συμβατό με τις ανάγκες των ατόμων, να δημιουργούνταν θέσεις απασχόλησης στους τόπους όπου αυτοί ήδη κατοικούν  (3) . Αυτό θα απαιτήσει την υιοθέτηση της κατάλληλης πολιτικής για κάθε επιμέρους τόπο, καθώς και της κατάλληλης περιφερειακής και διαρθρωτικής πολιτικής, οι οποίες να συμπληρώνουν την ενιαία αγορά. Μία τέτοια πολιτική θα συνέβαλε επίσης σημαντικά στο να γίνει αποδεκτή η Ευρώπη από τους πολίτες.

Αποτέλεσμα:

79 ψήφοι υπέρ της τροποποίησης του σημείου,

99 κατά

και 17 αποχές.

Να διαγραφεί η τελευταία πρόταση του σημείου 3.1

«Η αρχική λογική της ενιαίας αγοράς ήταν να αντικατασταθούν οι διάφορες δέσμες εθνικών ρυθμίσεων από μια δέσμη ρυθμίσεων σε κοινοτικό επίπεδο και, με τον τρόπο αυτό, να δημιουργηθούν ίσοι όροι ανταγωνισμού οι οποίοι θα επέτρεπαν στην ευρωπαϊκή οικονομία να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές της. Στην πραγματικότητα, οι κοινοτικοί κανονισμοί πολύ συχνά θεωρούνται προσθήκη στις εθνικές ρυθμίσεις και όχι αντικατάστασή τους.»

Αποτέλεσμα:

85 ψήφοι υπέρ της τροποποίησης του σημείου,

86 κατά

και 23 αποχές.


(1)  Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων ΕΕ αριθ. L 255

(2)  Πρόκειται για μία διαμάχη μεταξύ μιας κατασκευαστικής εταιρείας της Λετονίας και των συνδικαλιστικών οργανώσεων της Σουηδίας σχετικά με τις συνθήκες εργασίας Λετονών εργαζομένων που απασχολούνται στην οικοδόμηση ενός σχολείου στην σουηδική πόλη Vaxholm.Η περίπτωση αυτή είναι καθοριστικής σημασίας για το μέλλον των σχέσεων εργαζομένων-εργοδοτών και οφείλεται στο γεγονός ότι ισχύουν διαφορετικά πρότυπα στον τομέα αυτό στην Λετονία και τη Σουηδία. Διαφορές αυτού του είδους υφίστανται και σε άλλα κράτη μέλη.

(3)  ΕΕ C 234, 30.9.2003.


27.4.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93/31


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη θέσπιση από το 2007 έως το 2013 καθεστώτος αντιστάθμισης του επιπλέον κόστους εμπορίας ορισμένων αλιευτικών προϊόντων αλιείας από τις Αζόρες, τη Μαδέρα, τις Κανάριες Νήσους και τα γαλλικά διαμερίσματα της Γουιάνας και της Ρεϋνιόν

(COM(2006) 740 τελικό 2006/0247 (CNS))

(2007/C 93/07)

Στις 18 Δεκεμβρίου 2006, και σύμφωνα με τα άρθρα 37 και 299 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Στις 12 Δεκεμβρίου 2006, το Προεδρείο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής ανέθεσε την προετοιμασία των σχετικών εργασιών στο ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου, περιβάλλον».

Λόγω του επείγοντος χαρακτήρα των εργασιών, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, κατά την 432η σύνοδο ολομέλειας της 17ης και 18ης Ιανουαρίου 2007 (συνεδρίαση της 17ης Ιανουαρίου), όρισε γενικό εισηγητή τον κ. Sarró Iparraguirre και υιοθέτησε με 81 ψήφους υπέρ, 3 ψήφους κατά και 7 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και Συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την πρόταση της Επιτροπής για κανονισμό του Συμβουλίου όσον αφορά τη θέσπιση για την περίοδο 2007-2013, καθεστώτος αντιστάθμισης του επιπλέον κόστους εμπορίας ορισμένων αλιευτικών προϊόντων αλιείας στις εξόχως απόκεντρες περιφέρειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

1.2

Η ΕΟΚΕ συστήνει ωστόσο στην Επιτροπή να διασαφηνίσει το εύρος της αντιστάθμισης όσον αφορά τα αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία της Βενεζουέλας και δραστηριοποιούνται στα κοινοτικά ύδατα.

2.   Εισαγωγή

2.1

Από το 1992, η Ευρωπαϊκή Ένωση χορηγεί ενισχύσεις στους παραγωγούς προϊόντων αλιείας των εξόχως απομακρυσμένων περιφερειών, προκειμένου να αντισταθμίσει το πρόσθετο κόστος μεταφοράς των αλιευτικών προϊόντων στις ευρωπαϊκές αγορές.

2.2

Το 2003, το Συμβούλιο υιοθέτησε τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2328/2003 για τη θέσπιση καθεστώτος αντιστάθμισης του επιπλέον κόστους για τη διάθεση ορισμένων προϊόντων αλιείας για τις ακόλουθες περιφέρειες:

Αζόρες,

Μαδέρα,

Κανάριοι Νήσοι,

Γαλλική Γουιάνα,

Ρεϋνιόν.

2.3

Η ισχύς του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2328/2003 λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2006 και όπως προβλέπει ο ίδιος, η Επιτροπή υποβάλει νέο κανονισμό ο οποίος με προϋπολογισμό 15 εκατ. ευρώ ετησίως όπως και ο προηγούμενος, προτείνει μακρύτερη περίοδο εφαρμογής από την 1η Ιανουαρίου 2007 έως την 31η Δεκεμβρίου 2013.

2.4

Στις 29 Οκτωβρίου 2003, η ΕΟΚΕ υιοθέτησε γνωμοδότηση (1) που συνηγορούσε υπέρ του κανονισμού (ΕΚ) αριθo 2328/2003, στην οποία διατύπωνε διάφορες συστάσεις.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η πρόταση κανονισμού που υποβάλει σήμερα η Επιτροπή προβλεπόταν από τον προηγούμενο κανονισμό ο οποίος υποχρέωνε την Επιτροπή να υποβάλει πριν την 1η Ιανουαρίου 2007 μια πρώτη έκθεση με προτάσεις όσον αφορά τα απαραίτητα μέτρα για την επίτευξη του στόχου της αντιστάθμισης του πρόσθετου κόστους που συνεπάγεται για τις εξόχως απόκεντρες περιφέρειες της Κοινότητας η διάθεση ορισμένων προϊόντων αλιείας στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

3.2

Σχετικά, τα μέτρα που προτείνει η Επιτροπή στο νέο κανονισμό λαμβάνουν υπόψη τις διαβουλεύσεις με τους ενδιαφερόμενους φορείς και τις περιφερειακές διοικήσεις, τα συμπεράσματα της εξωτερικής μελέτης σχετικά με τις διαρθρωτικές πτυχές της κοινής αλιευτικής πολιτικής στις εξόχως απόκεντρες περιφέρειες καθώς και τις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της ΕΟΚΕ.

3.3

Με βάση τις αρχές αυτές και της ανάλυσης του συνόλου των μέτρων που προτείνει η Επιτροπή, η ΕΟΚΕ συμφωνεί με το νέο υπό διαβούλευση κανονισμό.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1

Με την πρόταση συνέχισης του καθεστώτος αντιστάθμισης εισάγεται υψηλότερος βαθμός επικουρικότητας διότι επαφίεται στα κράτη μέλη να προσδιορίζουν τα επιλέξιμα προϊόντα, τις ποσότητες και το ύψος των αντισταθμιστικών ποσών.

4.2

Παρομοίως, είναι στη διάκριση των κρατών μελών να διαμορφώνουν τα προγράμματα αντιστάθμισης, πάντοτε εντός των πλαισίων του συνολικού κονδυλίου, εάν το επιτρέπουν οι εξελίξεις.

4.3

Η διοικητική επιβάρυνση τόσο για τις εθνικές και περιφερειακές αρχές των κρατών μελών όσο και για την Επιτροπή διατηρείται σε ελάχιστα επίπεδα με την πρόβλεψη απλών διαδικασιών υποβολής και έγκρισης. Η πρόταση εγγράφεται στο μόνιμο πρόγραμμα της Επιτροπής για την απλοποίηση της κοινοτικής νομοθεσίας.

4.4

Το συνολικό ετήσιο ποσό της αντιστάθμισης δεν υπερβαίνει:

α)

για τις Αζόρες και τη Μαδέρα:

τα 4.283.992 ευρώ.

β)

Κανάριοι Νήσοι:

τα 5.844.076 ευρώ.

γ)

για τη Γαλλική Γουιάνα και τη Ρεϋνιόν:

τα 4.868.700 ευρώ.

4.5

Για την περίοδο 2007-2013, προβλέπεται προϋπολογισμός 15 εκατ. ευρώ, παρόμοιος με τον προηγούμενο, ο οποίος διατίθεται από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων.

4.6

Οι τροποποιήσεις αυτές σε σχέση με τον προηγούμενο κανονισμό αποτελούν τμήμα των συστάσεων που διατύπωσε η ΕΟΚΕ στην προηγούμενη γνωμοδότησή της, και συνεπώς τις θεωρεί ιδιαίτερα σκόπιμες.

4.7

Η ενίσχυση περιορίζεται στα αλιευτικά προϊόντα των εξόχως απόκεντρων περιφερειών που αλιεύονται και μεταποιούνται σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής αλιευτικής πολιτικής.

4.8

Διευκρινίζοντας τα αλιευτικά προϊόντα για τα οποία δεν ισχύει η προβλεπόμενη αντιστάθμιση, η πρόταση εξαιρεί «τα αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία της Βενεζουέλας και δραστηριοποιούνται στα κοινοτικά ύδατα». Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι εάν υπάρχει κάποια συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Βενεζουέλας, η οποία να επιτρέπει στα σκάφη της εν λόγω χώρας να επωφελούνται από το καθεστώς αντιστάθμισης που προβλέπεται στην πρόταση κανονισμού, θα πρέπει τούτο να αναφερθεί ρητά καθώς και τα συγκεκριμένα κοινοτικά ύδατα της εξόχως απόκεντρης περιφέρειας στα οποία τα αλιευτικά προϊόντα της χώρας αυτής να είναι επιλέξιμα για το καθεστώς αντιστάθμισης.

4.9

Τέλος, στην πρόταση κανονισμού προβλέπεται η κατάρτιση ετήσιας έκθεσης για την παρακολούθηση της αντιστάθμισης από κάθε κράτος μέλος και η κατάρτιση έκθεσης από την Επιτροπή πριν από την 31η Δεκεμβρίου 2011, προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή του ίδιου του κανονισμού, όπου θα περιλαμβάνονται, εάν χρειάζεται, νομοθετικές προτάσεις.

Βρυξέλλες, 17 Ιανουαρίου 2007

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  ΕΕ C 32 της 5.2.2004.


27.4.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93/32


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Ίσες ευκαιρίες για τα άτομα με αναπηρίες

(2007/C 93/08)

Στις 24 Μαΐου 2006 και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η αυστριακή Προεδρία της ΕΕ αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με το θέμα: Ίσες ευκαιρίες για τα άτομα με αναπηρίες

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 19 Δεκεμβρίου 2006, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Joost.

Κατά την 432η σύνοδο ολομέλειάς της, που πραγματοποιήθηκε στις 17 και 18 Ιανουαρίου 2007 (συνεδρίαση της 17ης Ιανουαρίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 152 ψήφους υπέρ, 1 ψήφο κατά και 1 αποχή την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Εισαγωγή

1.1

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΕΟΚΕ) καλωσορίζει την αίτηση της αυστριακής Προεδρίας να καταρτίσει η ΕΟΚΕ γνωμοδότηση με θέμα Ίσες ευκαιρίες για τα άτομα με αναπηρίες. Η προώθηση της ισότητας των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες πρέπει να εξεταστεί ως μια διαρκής διαδικασία, η οποία πρέπει να εξακολουθήσει να αποτελεί μία από τις προτεραιότητες του προγράμματος εργασίας της εκάστοτε Προεδρίας του Συμβουλίου της ΕΕ.

1.2

Με την παρούσα γνωμοδότηση, η ΕΟΚΕ επιθυμεί να ατενίσει το μέλλον και να αρχίσει να σκιαγραφεί τις προκλήσεις που η Επιτροπή θα κληθεί να αντιμετωπίσει στον τομέα των ατόμων με αναπηρίες κατά τη διάρκεια του δεύτερου εξαμήνου της τρέχουσας θητείας της καθώς και μετέπειτα. Η παρούσα γνωμοδότηση θα πρέπει επίσης να ενταχθεί στο ευρύτερο πλαίσιο, αφενός, του προσδιορισμού των προτεραιοτήτων της τελευταίας φάσης του σχεδίου δράσης για την αναπηρία (2008-2009) και, αφετέρου, της επανέναρξης των συζητήσεων δημοσιονομικής φύσεως (με τις συνέπειες που αυτές θα έχουν για τον προγραμματισμό και τον καθορισμό προτεραιοτήτων) το 2008.

1.3

Τα άτομα με αναπηρίες αποτελούν το 15 % του συνολικού πληθυσμού — ποσοστό που αυξάνεται όσο ο πληθυσμός γερνά. Αυτό σημαίνει ότι, στη διευρυμένη ΕΕ, ζουν σήμερα περισσότεροι από 50 εκατομμύρια άνθρωποι με αναπηρίες (1). Συνεπώς, τα άτομα με αναπηρίες αντιπροσωπεύουν ένα πολύ σημαντικό ποσοστό των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η παροχή ίσων ευκαιριών σε αυτούς αποτελεί κοινωνική, ηθική και πολιτική επιταγή, η οποία πρέπει να τεθεί στο επίκεντρο της ατζέντας της ΕΕ. Επιπλέον, η ένταξη των ατόμων με αναπηρίες και η διασφάλιση της πλήρους πρόσβασής τους στις υπηρεσίες και τα αγαθά είναι σαφώς βάσιμη και από επιχειρηματική άποψη.

1.4

Στο πλαίσιο των προσπαθειών που καταβάλλονται με σκοπό να διασφαλιστεί ότι θα παρέχονται ίσες ευκαιρίες στα άτομα με αναπηρίες, η ΕΟΚΕ κρίνει ότι έχει ζωτική σημασία να αξιοποιηθούν πλήρως τα οφέλη που απορρέουν από τις δραστηριότητες που έχουν προγραμματιστεί στο πλαίσιο του «Ευρωπαϊκού έτους ίσων ευκαιριών για όλους», όπως έχει ανακηρυχθεί το 2007. Οι οργανώσεις των ατόμων με αναπηρίες πρέπει να συμμετάσχουν ενεργά σε αυτές τις δραστηριότητες, όπως είχαν συμμετάσχει και κατά το «Ευρωπαϊκό έτος των ατόμων με αναπηρίες» (το 2003). Επιπλέον, το επόμενο έτος θα πρέπει να παράσχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στα κράτη μέλη μία ευκαιρία να ενισχύσουν τις πολιτικές και τις νομοθετικές ρυθμίσεις τους που προωθούν την ισότητα των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες.

1.5

Τα άτομα με αναπηρίες δεν αποτελούν μια ομοιογενή ομάδα. Υπάρχουν διαφορετικές ανάγκες για διαφορετικές αναπηρίες συνεπάγονται και διαφορετικές ανάγκες, οι οποίες μπορούν να καλυφθούν μόνον εφόσον η κοινωνία αναγνωρίσει τις ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες και έχει στη διάθεσή της ένα όσο το δυνατόν ευρύτερο φάσμα σχετικών πληροφοριών. Το κίνημα υπέρ των ατόμων με αναπηρίες διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο ως προς αυτό το θέμα.

1.6

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ατόμων με αναπηρίες που αποκλείονται από την πλήρη συμμετοχή και ενσωμάτωση στην κοινωνία και από την άσκηση θεμελιωδών ανθρώπινων και πολιτικών δικαιωμάτων. Θα πρέπει να επισημανθεί η πλήρης ενσωμάτωση των παιδιών με αναπηρίες.

1.7

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τη Διεθνή Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, η οποία υιοθετήθηκε τον Δεκέμβριο του 2006 (2).

2.   Συμπεράσματα και συστάσεις

2.1

Η ΕΟΚΕ ζητεί με έμφαση να αξιοποιηθεί στον μέγιστο βαθμό το «Ευρωπαϊκό έτος ίσων ευκαιριών για όλους» (2007) προκειμένου να διασφαλιστεί η ισότητα των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες.

2.2

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση για τη θέσπιση εκτενούς νομοθεσίας με αντικείμενο τα θέματα που σχετίζονται με την αναπηρία, η οποία, αφενός, να επεκτείνει την προστασία των ατόμων με αναπηρίες έναντι των διακρίσεων και σε άλλους τομείς πέραν της απασχόλησης και, αφετέρου, να καθιερώνει την αρχή της ενσωμάτωσης της διάστασης της αναπηρίας στον γενικότερο προγραμματισμό της ΕΕ. Αυτή η νομοθεσία θα πρέπει να διασφαλίζει ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας έναντι των διακρίσεων σε όλους τους τομείς της ζωής και σε ολόκληρη την επικράτεια της ΕΕ. Δεδομένου δε ότι μία εκτενής νομοθεσία καλύπτει και τον τομέα της πρόσβασης στα αγαθά και στις υπηρεσίες, θα συμβάλει συγχρόνως και στην καλύτερη απόδοση της ενιαίας αγοράς και στην επίτευξη των στόχων της στρατηγικής της Λισσαβώνας.

2.3

Η ΕΟΚΕ προτρέπει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να διευρύνουν τις δράσεις τους που συνδέονται με την διάσταση της αναπηρίας και να προχωρήσουν από το Σχέδιο Δράσης για την Αναπηρία (ΣΔΑ) σε μια ευρείας κλίμακας κοινοτική στρατηγική για τα άτομα με αναπηρίες.

2.4

Η ΕΟΚΕ καλεί τα κράτη μέλη και την Επιτροπή, στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, να συνεχίσουν τις προσπάθειές τους για τη διασφάλιση της πλήρους ενσωμάτωσης και συμμετοχής στην κοινωνία των ατόμων με αναπηρίες και να αναγνωρίσουν ότι τα άτομα αυτά έχουν ίσα δικαιώματα με τους υπόλοιπους πολίτες, να εξετάσουν πιθανές εναλλακτικές λύσεις αντί των υφιστάμενων ιδρυμάτων στα οποία τα άτομα με αναπηρίες ζουν απομονωμένα από την κοινότητα, ενίοτε μάλιστα υπό αναξιοπρεπείς και απάνθρωπες συνθήκες, και, σταδιακά, να θέσουν σε εφαρμογή αυτές τις εναλλακτικές λύσεις.

2.5

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει τις αναγκαίες προτεραιότητες που πρέπει να τεθούν προκειμένου να γίνει πραγματικότητα η ισότητα των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες: ευαισθητοποίηση του ευρύτερου κοινού σχετικά με τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, διασφάλιση της πρόσβασης των ατόμων αυτών στα δημόσια κτήρια, διασφάλιση της πρόσβασής τους στην κοινωνία των πληροφοριών και στα μέσα μεταφοράς, κατάρτιση νέας εθνικής νομοθεσίας στα επιμέρους κράτη μέλη και παροχή υποστήριξης στις αντίστοιχες οικογένειες — αυτές οι προτεραιότητες πρέπει να υπάρχουν σε κάθε κοινωνία. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να αποδίδεται ιδιαίτερη προσοχή στα παιδιά με αναπηρίες και να τους εξασφαλίζεται κατάλληλη εκπαίδευση, ενσωμάτωση και υποστήριξη, ούτως ώστε να ενθαρρυνθεί η κοινωνική τους δραστηριότητα και να μειωθεί η εξάρτησή τους από τις κοινωνικές υπηρεσίες.

2.6

Η ΕΟΚΕ καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα κράτη μέλη να φανούν πρόθυμα να αναλάβουν περισσότερες δράσεις για την υποστήριξη του κινήματος υπέρ των ατόμων με αναπηρίες. Η φιλοσοφία «Αποφασίζουμε για τα άτομα με αναπηρίες από κοινού με αυτά» μπορεί να εφαρμοστεί μόνον εάν οι κυβερνήσεις συνειδητοποιήσουν ότι είναι απαραίτητο να υποστηριχθεί το δίκτυο των οργανώσεων που ασκούν δραστηριότητα στον τομέα αυτό. Τον Ιούνιο του 2004, μόλις μετά την τελευταία διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα εθνικά συμβούλια των μη κυβερνητικών οργανώσεων των ατόμων με αναπηρίες των 10 νέων κρατών μελών καθώς και της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας, υιοθέτησαν το ψήφισμα της Βουδαπέστης για το θέμα αυτό (3).

2.7

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να κοινοποιήσουν τις πληροφορίες που διαθέτουν σχετικά με τις βέλτιστες πρακτικές που έχουν υιοθετηθεί στον τομέα αυτό καθώς και τις αποτελεσματικές προσεγγίσεις του θέματος (όπως είναι, λόγου χάρη, η μέθοδος Agenda 22) και να προβλέψουν τη συμμετοχή των εκπροσώπων των οργανώσεων των ατόμων με αναπηρίες στην κατάρτιση των σχεδίων δράσης της τοπικής αυτοδιοίκησης, ώστε με τον τρόπο αυτό να διασφαλιστεί ότι θα παρέχονται ίσες ευκαιρίες στα άτομα με αναπηρίες και στο τοπικό επίπεδο. Η ΕΟΚΕ καλεί τα κράτη μέλη να ακολουθήσουν τις κατευθυντήριες γραμμές που έχει χαράξει η «Ομάδα υψηλού επιπέδου για τα άτομα με ειδικές ανάγκες» με σκοπό την ένταξη της διάστασης της αναπηρίας στους διάφορους τομείς πολιτικής της ΕΕ (4).

2.8

Η ΕΟΚΕ καλωσορίζει την αποφασιστικότητα της Επιτροπής να δρομολογήσει, το 2008, μια ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την κοινωνική ένταξη και ζητεί να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερης εμβέλειας και όσο το δυνατόν πιο φιλόδοξη, να αποτελέσει δε ένα σαφές βήμα προς την ενσωμάτωση της αρχής της ηλεκτρονικής προσβασιμότητας σε όλες τις συναφείς πολιτικές της ΕΕ.

2.9

Πιο συγκεκριμένα, η ΕΟΚΕ ζητεί, στους νέους κανονισμούς (υπό συζήτηση επί του παρόντος) που θεσπίζουν το νέο κανονιστικό πλαίσιο για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες καθώς και στην οδηγία για την τηλεόραση χωρίς σύνορα, να ενσωματωθεί η διάσταση της προσβασιμότητας προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα άτομα με αναπηρίες θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν πλήρως τα οφέλη που απορρέουν από αυτά τα σημαντικά μέσα επικοινωνίας.

2.10

Η ΕΟΚΕ ζητεί να ενισχυθεί η οδηγία 2001/85/ΕΚ (5) προκειμένου να ευθυγραμμιστεί με τη νέα κοινοτική νομοθεσία σχετικά με τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες στις αεροπορικές μεταφορές.

2.11

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να καταβάλουν όλες τις απαραίτητες προσπάθειες και να διαθέσουν τους αντίστοιχους πόρους προκειμένου να διασφαλίσουν την αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας 2000/78/ΕΚ (6) του Συμβουλίου με την οποία διαμορφώνεται το νομικό πλαίσιο για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση.

2.12

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι είναι απαραίτητο να εξασφαλιστεί η μεταφορά των ατόμων με αναπηρίες από τα ειδικά ιδρύματα σε υψηλής ποιότητας εναλλακτικές εγκαταστάσεις που να συνδέονται στενά με τη ζωή της τοπικής κοινότητας και να είναι ανοικτά σε όλους προκειμένου να καταστεί δυνατή η ενσωμάτωση και η συμμετοχή των ατόμων αυτών στον κοινωνικό βίο· καλεί δε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να συμπεριλάβει το θέμα αυτό στις πρωτοβουλίες που θα λάβει στο μέλλον στον τομέα των κοινωνικών υπηρεσιών κοινής ωφελείας, καθώς και στις προτεραιότητες των διαρθρωτικών ταμείων της ΕΕ.

2.13

Η ΕΟΚΕ προτρέπει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να δώσουν έμφαση στην παροχή κοινωνικών υπηρεσιών και προσωπικής βοήθειας στα άτομα με αναπηρίες και να μην λησμονούν ότι οι υπηρεσίες υποστήριξης θα επιτρέψουν τόσο στα άτομα με αναπηρίες όσο και στα άτομα που τα φροντίζουν να διάγουν ομαλό βίο και να διαδραματίζουν ενεργό ρόλο στην κοινωνία.

2.14

Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας της Επιτροπής «Βελτίωση της νομοθεσίας», η ΕΟΚΕ ζητεί να διεξαχθεί μία αξιολόγηση των επιπτώσεων ενόψει της κατάρτισης νέου νομοσχεδίου, η οποία να λάβει υπόψη τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες. Επιπλέον, όλα τα μέσα ΤΠΕ που χρησιμοποιούνται για την βελτίωση της ποιότητας, την υιοθέτηση, τη μεταφορά και την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ πρέπει να πληρούν πλήρως τις απαιτήσεις που σχετίζονται με την προσβασιμότητα.

2.15

Οι οικογένειες που περιλαμβάνουν στους κόλπους τους ένα ή περισσότερα άτομα με αναπηρίες κινδυνεύουν περισσότερο από τις άλλες να βρεθούν αντιμέτωπες με τη φτώχεια, δεδομένου ότι η αναπηρία συνεπάγεται υψηλότερες οικογενειακές δαπάνες, το ύψος των οποίων μπορεί να ανέλθει σε 30.000 ευρώ ετησίως (7). Το γεγονός αυτό μπορεί να δικαιολογήσει την λήψη μέτρων άσκησης θετικών διακρίσεων, όπως είναι η χορήγηση επιδομάτων (σε χρήμα και σε είδος) ή η παροχή φορολογικών κινήτρων.

2.16

Η ΕΟΚΕ ζητεί από τα κράτη μέλη να θέσουν σε εφαρμογή και να παρακολουθήσουν την νομοθεσία στον τομέα αυτό η οποία έχει αντίκτυπο στην ισότητα των ευκαιριών των ατόμων με αναπηρίες. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει το γεγονός ότι οι οδηγίες για τις αεροπορικές και σιδηροδρομικές μεταφορές ισχύουν μόνον για τις διεθνείς μεταφορές, πράγμα που σημαίνει ότι τα άτομα με αναπηρίες καταλήγουν να μην έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε μεταφορές στο περιφερειακό και το τοπικό επίπεδο.

3.   Ίσες ευκαιρίες για τα άτομα με αναπηρίες — Αξιολόγηση της επιτευχθείσας προόδου σε διάφορους τομείς

3.1   Ευαισθητοποίηση και εκπαίδευση

3.1.1

Κατά τη διάρκεια του «Ευρωπαϊκού έτους των ατόμων με αναπηρίες» (2003), δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην προβολή των θεμάτων που σχετίζονται με την αναπηρία και στην ευαισθητοποίηση ως προς αυτά. Η διευκόλυνση των αλλαγών που απαιτούνται προκειμένου να διασφαλιστεί η ισότητα των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες και η ενημέρωση σχετικά με τα θέματα που σχετίζονται με την αναπηρία πρέπει να αποτελέσουν μέρος της παροχής εκπαίδευσης. Η καλά τεκμηριωμένη ενημέρωση για τα προβλήματα της αναπηρίας από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης πρέπει να αναγνωριστεί ως σημαντικό εργαλείο για την αλλαγή της στάσης της κοινωνίας έναντι των ατόμων με αναπηρίες.

3.1.2

Εάν η εκπαίδευση που παρέχεται αφήνει στο περιθώριο τα παιδιά και τους νέους με αναπηρίες, δύσκολα θα επιτευχθεί η ένταξή τους στην αγορά εργασίας. Η βελτίωση της πρόσβασης των ατόμων με αναπηρίες στην εκπαίδευση πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα στα προσεχή σχέδια δράσης και στις στρατηγικές πού αφορούν τα άτομα με αναπηρίες.

3.1.3

Μολονότι η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι έχει επιτευχθεί σημαντική πρόοδος μετά τη διακήρυξη της Μαδρίτης και το ευρωπαϊκό έτος των ατόμων με αναπηρίες, απομένουν πολλά ακόμη να γίνουν. Για να αναφέρουμε ένα μόνο παράδειγμα, πάνω από το 80 % των δημόσιων δικτυακών τόπων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, δεν είναι σε γενικές γραμμές προσβάσιμοι από τα άτομα με αναπηρίες. Επιπλέον, έχει ζωτική σημασία να εξασφαλιστεί η πρόσβαση των ατόμων με αναπηρίες σε όλους τους δικτυακούς τόπους που παρέχουν υπηρεσίες στο ευρύτερο κοινό.

3.1.4

Η ΕΟΚΕ ζητεί, πιο συγκεκριμένα, να καταστούν πρότυπα που έχουν υιοθετηθεί από τα ευρωπαϊκά όργανα τυποποίησης υποχρεωτικά για τις δημόσιες συμβάσεις του τομέα της παροχής αγαθών και υπηρεσιών και να θεσπιστεί νομοθεσία σχετική με την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες μέσω των ΤΠΕ.

3.1.5

Η έννοια «σχεδιασμός για όλους» πρέπει να γίνει γνωστή σε όλους τους συμμετέχοντες, δηλαδή στους σχεδιαστές και τους κατασκευαστές, καθώς και σ' εκείνους οι οποίοι καταρτίζουν τα πρότυπα και σ' εκείνους που αφορούν τα πρότυπα αυτά, δηλαδή τα άτομα με αναπηρίες, δεδομένου ότι έχουν δικαίωμα σε μια ευρεία επιλογή αγαθών και υπηρεσιών που να αντιστοιχούν στις προσδοκίες τους.

3.1.6

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την υπουργική δήλωση της Ρίγας με θέμα «Οι ΤΠΕ για μια κοινωνία χωρίς αποκλεισμούς» και ευελπιστεί ότι θα αποτελέσει ένα σημαντικό ορόσημο σε ό,τι αφορά την ηλεκτρονική ένταξη των ατόμων με αναπηρίες. Οι ΤΠΕ, πέραν του ότι συνιστούν σημαντικό παράγοντα ανάπτυξης και απασχόλησης, αποτελούν επίσης ένα ισχυρό μέσο που υποβοηθά την ένταξη των ατόμων με αναπηρίες στην κοινωνία.

3.1.7

Εν όψει της αναθεώρησης των υφιστάμενων ρυθμίσεων σε ό,τι αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για την κατάρτιση και την απασχόληση των ατόμων με αναπηρίες, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να διατηρήσει την παρούσα προσέγγισή της στον υπό κατάρτιση γενικό κανονισμό απαλλαγής κατά κατηγορία.

3.2   Απασχόληση

3.2.1

Η ΕΟΚΕ έχει επίγνωση ότι, στον τομέα της απασχόλησης εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές ανισότητες μεταξύ των ατόμων με αναπηρίες και των ατόμων χωρίς αναπηρίες. Το 2003, η Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία επιβεβαίωσε ότι το ποσοστό των οικονομικά ανενεργών ατόμων με αναπηρίες είναι σαφώς υψηλότερο: το 78 % των ατόμων με σοβαρές αναπηρίες βρίσκονται εκτός εργατικού δυναμικού ενώ στην περίπτωση των ατόμων που αντιμετωπίζουν μακροχρόνια προβλήματα υγείας ή δεν παρουσιάζουν καμία αναπηρία το αντίστοιχο ποσοστό είναι της τάξεως του 27 % (8).

3.2.2

Η ΕΟΚΕ επικροτεί το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάνει αποφασιστικά βήματα προκειμένου να παρακολουθήσει τη μεταφορά και την εφαρμογή της οδηγίας για την απασχόληση (9). Το έργο αυτό της παρακολούθησης πρέπει να διασφαλίζεται από κοινού με τους κοινωνικούς εταίρους και τις μη κυβερνητικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται σε αυτόν τον τομέα. Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι με την καλύτερη παρακολούθηση εξασφαλίζονται καλύτερες συνθήκες που καθιστούν τους χώρους εργασίας πιο φιλικούς προς τα άτομα με αναπηρίες, δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας κατάλληλες για τα άτομα με αναπηρίες και ενθαρρύνεται η καθιέρωση υπηρεσιών υποστήριξης.

3.2.3

Η ΕΟΚΕ ευελπιστεί ότι η συμμετοχή των εθνικών οργανώσεων των ατόμων με αναπηρίες στην κατάρτιση των μεταρρυθμιστικών σχεδίων θα αυξηθεί. Η αναθεωρημένη ατζέντα της Λισσαβώνας απαιτεί την ευρύτερη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών προκειμένου να επιτευχθούν οι προβλεπόμενοι στόχοι, οι οποίοι δεν είναι δυνατόν να υλοποιηθούν εάν αποκλειστούν τα άτομα με αναπηρίες (δηλ. το 15 % του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης) ή εάν δεν ληφθούν κατάλληλα υπόψη οι ανάγκες τους και η αντίστοιχη μέριμνα.

3.2.4

Μετά τις τρέχουσες συζητήσεις για την απασχόληση, την ανάπτυξη και την ευέλικτη αγορά εργασίας (που διεξήχθησαν, μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο της άτυπης συνόδου κορυφής της ΕΕ στο Lahti στις 20 Οκτωβρίου 2006), η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να αναλύσει τον σχετικό αντίκτυπο και να αξιοποιήσει πιθανές συνέργειες που μπορούν να δημιουργηθούν ως απόρροια των νέων τάσεων που επικρατούν στον τομέα της απασχόλησης, όπως π.χ. ο συνδυασμός ευελιξίας και ασφάλειας, και οι οποίες μπορούν να συμβάλουν στην αύξηση του ποσοστού απασχόλησης των ατόμων με αναπηρίες.

3.2.5

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει επίσης τις πρωτοβουλίες του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΚΤ) για την ένταξη των ατόμων με αναπηρίες στην αγορά εργασίας. Η πρωτοβουλία EQUAL έχει αποδειχθεί πολύ αποτελεσματική σε ό,τι αφορά την προαγωγή της ισότητας των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες. Δεδομένου ότι η ξεχωριστή πρωτοβουλία EQUAL θα πάψει να υφίσταται, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να ενσωματώσει την προσέγγιση και την φιλοσοφία της κατά τον δέοντα τρόπο στους νέους μηχανισμούς του ΕΚΤ.

3.2.6

Το νέο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου πρέπει να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι οι επενδύσεις στους ανθρώπους δεν μπορούν να αποδώσουν εάν ταυτοχρόνως δεν συνοδεύονται από επενδύσεις υπέρ της βελτίωσης, αφενός, των εγκαταστάσεων και, αφετέρου, της καλύτερης πρόσβασης για τα άτομα με αναπηρίες.

3.2.7

Η ΕΟΚΕ εξακολουθεί να πιστεύει ότι απαιτείται το κατάλληλο πλαίσιο πολιτικής το οποίο θα παρέχει οικονομικά κίνητρα στις εταιρείες προκειμένου να εξασφαλίζουν την πρόσβαση στις εγκαταστάσεις και στις υπηρεσίες τους και ζητεί, όπου αυτό είναι απαραίτητο, να συμπληρώνεται το πλαίσιο αυτό με δεσμευτικές ρυθμίσεις που θα καθιστούν υποχρεωτική την υιοθέτηση των προτύπων που αφορούν την πρόσβαση.

3.3   Μια κοινωνία χωρίς φραγμούς

3.3.1

Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι η δημιουργία μιας κοινωνίας χωρίς φραγμούς είναι ζωτικής σημασίας προκειμένου να καταστεί πραγματικότητα η ισότητα των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες. Σε μια κοινωνία χωρίς φραγμούς το περιβάλλον είναι προσαρμοσμένο, από τεχνική άποψη, στις ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες, ενώ καταργούνται οι φραγμοί που τίθενται στην επικοινωνία και στη συμμετοχή.

3.3.2

Η ΕΟΚΕ θεωρεί απαραίτητο οι πληροφορίες σχετικά με τις δράσεις που αναλαμβάνονται στα κράτη μέλη σχετικά με το θέμα της αναπηρίας καθώς και οι ειδικές νομοθετικές διατάξεις που ισχύουν σε αυτόν τον τομέα να διατίθενται σε συνοπτική μορφή. Καλεί, συνεπώς, την Επιτροπή να μεριμνήσει για την συγκέντρωση των απαιτούμενων πληροφοριών στην διετή έκθεση που πρόκειται να καταρτίσει σχετικά με την κατάσταση των ατόμων με αναπηρίες στην Ευρώπη.

3.3.3

Ένα βασικό εμπόδιο που τίθεται στη διασφάλιση της ισότητας των ευκαιριών αποτελούν οι δυσκολίες πρόσβασης στην εκπαίδευση που αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρίες. Μολονότι η οδηγία-πλαίσιο για την απασχόληση απαγορεύει οποιαδήποτε διάκριση στον τομέα της επαγγελματικής κατάρτισης (συμπεριλαμβανομένης της ανώτερης εκπαίδευσης), τα άτομα με αναπηρίες εξακολουθούν να έχουν περιορισμένη πρόσβαση σε αυτόν τον τομέα. Αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι το τρέχον περιβάλλον δεν είναι σε θέση να καλύψει τις ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες, ότι δεν υφίστανται οι κατάλληλες εγκαταστάσεις, ότι η επικοινωνία είναι ανεπαρκής, ενώ επίσης είναι ελλιπείς τόσο η ενημέρωση όσο και η διαβούλευση με τους ενδιαφερόμενους, καθώς και στο σύστημα εκπαίδευσης των παιδιών και των νέων με αναπηρίες, που στην πράξη συχνά περιορίζει τις εκπαιδευτικές τους δυνατότητες,, ήδη από τα πρώτα στάδια της σχολικής τους φοίτησης.

3.3.4

Τα διαρθρωτικά ταμεία της ΕΕ συμβάλλουν καθοριστικά στην ένταξη αυτών των ατόμων υπό την προϋπόθεση ότι συνυπολογίζονται επαρκώς οι αρχές της μη άσκησης διακρίσεων και της προσβασιμότητας για τα άτομα με αναπηρίες. Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόσφατη υιοθέτηση των νέων κανονισμών για τα διαρθρωτικά ταμεία, οι οποίοι συνιστούν ένα βήμα προόδου προς αυτήν την κατεύθυνση και θα αποτρέψουν, στο πλαίσιο των έργων που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ, τη δημιουργία νέων φραγμών εις βάρος των ατόμων με αναπηρίες. Η ΕΟΚΕ ζητεί να υιοθετηθεί η ίδια προσέγγιση και σε άλλα κοινοτικά προγράμματα και περαιτέρω κοινοτικές πρωτοβουλίες — ειδικά σε εκείνες που διαθέτουν καλύτερο χρηματοδοτικό πλαίσιο — τα οποία θα πρέπει να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην επίτευξη των στόχων της στρατηγικής της Λισσαβώνας.

3.3.5

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι πρέπει να καταβληθούν επιπλέον προσπάθειες προκειμένου να διαμορφωθεί ένα περιβάλλον που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες — ιδίως σε ό,τι αφορά την πρόσβασή τους στα μέσα μεταφοράς και στη διαμόρφωση ενός αστικού περιβάλλοντος χωρίς εμπόδια. Πολλές ομάδες της κοινωνίας μπορούν να επωφεληθούν από ένα περιβάλλον που ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες — οικογένειες με μικρά παιδιά, ηλικιωμένοι και, λόγου χάρη, άτομα με προσωρινά κινητικά προβλήματα ως αποτέλεσμα σωματικού τραυματισμού.

3.3.6

Επιβάλλεται άμεσα να αλλάξει η επικρατούσα νοοτροπία. Τα ανθρώπινα δικαιώματα πρέπει να αποτελούν βασική προϋπόθεση για τη διασφάλιση της ισότητας των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες: η αρχή, δηλαδή, ότι ο καθένας έχει το δικαίωμα να συμμετέχει ενεργά στην κοινωνία. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να εξασφαλιστεί η ύπαρξη υπηρεσιών υποστήριξης για τα άτομα με αναπηρίες — συμπεριλαμβανομένων των μέτρων προώθησης της απασχόλησης, όπως είναι τα μέτρα, π.χ., που διευκολύνουν την προστατευόμενη και υποστηριζόμενη εργασία ως δίοδο προς την ανοιχτή αγορά εργασίας.

3.3.7

Τα κράτη μέλη πρέπει να επιτύχουν τη συμμόρφωσή τους με τις ειδικές διαδικασίες και μεθόδους που διασφαλίζουν την ισότητα των ευκαιριών. Στην πράξη, ισότητα των ευκαιριών σημαίνει να διαθέτει κάθε άτομο ένα ευρύ φάσμα ρεαλιστικών δυνατοτήτων. Για την υλοποίηση της προτεινόμενης αλλαγής, δηλ. για την προώθηση μιας πραγματικά εξατομικευμένης προσέγγισης απέναντι στα άτομα με αναπηρίες, θα χρειαστεί, μεσοπρόθεσμα, τόσο οι δημόσιοι πόροι, όσο και τα διαρθρωτικά ταμεία να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των σχετικών δαπανών. Το πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα που θα προκύψει θα οδηγήσει σε σταθερή μακροπρόθεσμη εξοικονόμηση πόρων στον τομέα των κοινωνικών δαπανών.

3.3.8

Οι επιχειρήσεις της κοινωνικής οικονομίας διαδραματίζουν ζωτικό ρόλο στη διασφάλιση της ισότητας των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες. Αυτές οι επιχειρήσεις συμβάλλουν στην ένταξη των ατόμων με αναπηρίες στην κοινωνία και στην αγορά εργασίας, καθώς και στην ενσωμάτωση της διάστασης της αναπηρίας στις διάφορες πολιτικές μέσω της εφαρμογής της αρχής της αυτοβοήθειας, η οποία χρησιμοποιείται ευρέως από τους συνεταιρισμούς.

3.3.9

Η ΕΟΚΕ εξακολουθεί να έχει την πεποίθηση ότι οι νέες οδηγίες της ΕΕ για τις δημόσιες συμβάσεις αποτελούν ένα κατάλληλο μέσο για την προώθηση της απασχόλησης των ατόμων με αναπηρίες, για την διασφάλιση της πρόσβασής τους στις δημόσιες συγκοινωνίες και στο δομημένο περιβάλλον, καθώς και για την παροχή σε αυτά προσιτών αγαθών και υπηρεσιών, καλεί δε όλες τις δημόσιες αρχές (τοπικές, περιφερειακές, εθνικές και ευρωπαϊκές) να τις αξιοποιήσουν. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει να υποστηρίζει την ανταλλαγή ορθών πρακτικών.

3.4   Συμμετοχή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων

3.4.1

Οι ευρωπαϊκές οργανώσεις των ατόμων με αναπηρίες καταβάλλουν σημαντικές προσπάθειες για την ενσωμάτωση των θεμάτων που συνδέονται με την αναπηρία στις διάφορες επιμέρους πολιτικές. Η ΕΟΚΕ επικροτεί τις ανωτέρω δραστηριότητες και θεωρεί ότι η συμμόρφωση με την αρχή της ένταξης των επιμέρους θεμάτων στον γενικό προγραμματισμό της ΕΕ αποτελεί το κλειδί για την επίτευξη των επιθυμητών αποτελεσμάτων. Η ένταξη ακριβώς της διάστασης της αναπηρίας στις διάφορες ευρωπαϊκές πολιτικές μπορεί να διασφαλιστεί μόνον εφόσον οι οργανώσεις των ατόμων με αναπηρίες συμμετέχουν στη διαδικασία λήψης αποφάσεων από τα πρώτα ήδη στάδια.

3.4.2

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναπτύξει αποτελεσματικές διαδικασίες συμμετοχής, οι οποίες, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, συμβάλλουν ζωτικά στη διασφάλιση της ισότητας των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες. Η προώθηση της αρχής της ένταξης των επιμέρους θεμάτων στον γενικό προγραμματισμό της ΕΕ, σε συνδυασμό με τη λήψη νομοθετικών μέτρων, αποφέρει αποτελέσματα σε τομείς όπως οι προσβάσιμες μεταφορές και η στέγαση που ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ατόμων με αναπηρίες, καθώς και η πρόσβαση σε αγαθά, υπηρεσίες και πληροφορίες.

3.4.3

Το «Ευρωπαϊκό έτος για τα άτομα με αναπηρίες» (2003) αποτέλεσε ορόσημο στην πορεία προς μία αύξηση της συμμετοχής των ατόμων αυτών στον κοινωνικό βίο. Αποτέλεσε κατ' αρχήν επιτυχία, χάρη στην προσέγγιση «από τη βάση προς την κορυφή» που υιοθετήθηκε η οποία επέτρεψε σε ομάδες ατόμων με αναπηρίες από την Ευρώπη να συμμετάσχουν εκτενώς στις σχετικές προπαρασκευαστικές εργασίες και να συνεχίσουν να διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στο πλαίσιο αυτό καθ' όλη τη διάρκεια του έτους. Σε ό,τι αφορά την αρχή της ένταξη της διάστασης της αναπηρίας στις διάφορες ευρωπαϊκές πολιτικές, λήφθηκαν επίσης μέτρα για την προώθηση της συνεργασίας με ένα ευρύ φάσμα υπευθύνων για τη λήψη αποφάσεων.

3.4.4

Έχει επίσης ζωτική σημασία η διασφάλιση ίσων ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες να συνιστά πλέον αναπόσπαστο τμήμα των διαδικασιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο των οποίων εφαρμόζεται η ανοικτή μέθοδος συντονισμού. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό, δεδομένου ότι πολλές αποφάσεις που σχετίζονται με την πολιτική στον τομέα της αναπηρίας εξακολουθούν να υπάγονται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών.

3.5   Νομοθετικά μέτρα για την διασφάλιση της ισότητας των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες

3.5.1

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχει αναληφθεί σημαντικός αριθμός πολιτικών πρωτοβουλιών, προκειμένου να διασφαλιστεί η ισότητα των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες. Κατά τη διάρκεια του «Ευρωπαϊκού έτους για τα άτομα με αναπηρίες», το 2003, το Συμβούλιο εξέδωσε ψηφίσματα σχετικά: με την απασχόληση και την επαγγελματική κατάρτιση, με την προσβασιμότητα των πολιτιστικών δραστηριοτήτων και της κατάρτισης και με την ηλεκτρονική προσβασιμότητα (10). Άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ έχουν επίσης δρομολογήσει πρωτοβουλίες σχετικές με την πρόσβαση (11) και την απασχόληση.

3.5.2

Το σχέδιο δράσης της ΕΕ για την αναπηρία το οποίο καλύπτει την περίοδο 2006-2007 έχει μόλις τεθεί σε εφαρμογή. Η ΕΟΚΕ δηλώνει ικανοποιημένη για το γεγονός ότι οι στόχοι παραμένουν προσανατολισμένοι στα βασικά ζητήματα που αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρίες. Πρωταρχικός στόχος της δεύτερης φάσης του εν λόγω σχεδίου δράσης είναι η ενεργός συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες στην κοινωνία. Αυτός ο στόχος θεμελιώνεται στην «έννοια του πολίτη σχετικά με την αναπηρία» (12), δηλαδή, στην παραδοχή ότι «τα άτομα με αναπηρία διαθέτουν τις ίδιες προσωπικές επιλογές και τον ίδιο έλεγχο στην καθημερινή τους ζωή με τα άτομα χωρίς αναπηρίες».

3.5.3

Η ΕΟΚΕ κρίνει αναγκαία τη θέσπιση πρόσθετης νομοθεσίας για την καταπολέμηση των διακρίσεων σε όλους τους τομείς δραστηριότητας της ΕΕ. Η ΕΟΚΕ αναμένει με ενδιαφέρον τα πορίσματα της μελέτης σκοπιμότητας σε ό,τι αφορά την ανάληψη συμπληρωματικών νομοθετικών πρωτοβουλιών στον τομέα της κατάργησης των διακρίσεων. Η ΕΟΚΕ πιστεύει ακράδαντα ότι πρέπει το ταχύτερο να υποβληθεί ένα σχέδιο οδηγίας σχετικά με την αναπηρία.

4.   Ο ρόλος της ΕΟΚΕ στην προώθηση της ισότητας των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες

4.1

Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων είναι ζωτικός για την πλήρη ένταξη των ατόμων με αναπηρίες στην κοινωνία. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα ορθής πρακτικής εκ μέρους εργοδοτών σε ό,τι αφορά τόσο την παροχή απασχόλησης σε άτομα με αναπηρίες, όσο και τον σχεδιασμό των αγαθών και των υπηρεσιών τους με τρόπο που να διευκολύνει την πρόσβαση σε αυτά των ατόμων με αναπηρίες. Η ΕΟΚΕ έχει αναλάβει τη δέσμευση να προωθήσει την πρόοδο στο συγκεκριμένο τομέα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της.

4.2

Επιπλέον, η ΕΟΚΕ ενθαρρύνει τους εργοδότες και τις συνδικαλιστικές οργανώσεις να αξιοποιήσουν τους μηχανισμούς του κοινωνικού διαλόγου προκειμένου να προτείνουν νέες πρωτοβουλίες σχετικά με την απασχόληση των ατόμων με αναπηρίες, συμπεριλαμβανομένης της συγκράτησης θέσεων εργασίας για την κάλυψή τους από άτομα με αναπηρίες.

4.3

Η ΕΟΚΕ έχει αναλάβει τη δέσμευση να εξασφαλίσει ίσες ευκαιρίες για τα άτομα με αναπηρίες. Για να ενισχυθεί περαιτέρω η επιτυχία του «Ευρωπαϊκού έτους των ατόμων με αναπηρία »(2003), η ΕΟΚΕ συνέστησε μία ειδική ομάδα για τα θέματα αναπηρίας, η οποία απαρτιζόταν από μέλη και ανώτερους υπαλλήλους της ΕΟΚΕ. Αποστολή της ήταν η προετοιμασία και η εκτέλεση των δραστηριοτήτων που ανέλαβε η ΕΟΚΕ στο πλαίσιο αυτού του ειδικού ευρωπαϊκού έτους.

4.4

Η γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα το «Ευρωπαϊκό έτος των ατόμων με αναπηρίες »(2003) (13) παρέχει μια σαφή επισκόπηση των δραστηριοτήτων της ΕΟΚΕ με στόχο την προώθηση των θεμάτων που συνδέονται με την αναπηρία. Παρά το γεγονός ότι έχει καταβάλει εντατικές προσπάθειες και έχει σημειώσει αξιόλογη πρόοδο σε ό,τι αφορά την ενσωμάτωση των θεμάτων που συνδέονται με την αναπηρία σε όλες τις συναφείς γνωμοδοτήσεις της, η ΕΟΚΕ δεσμεύεται πλήρως να πολλαπλασιάσει αυτές τις προσπάθειες κατά το 2007 (που έχει ανακηρυχθεί «Ευρωπαϊκό έτος ίσων ευκαιριών για όλους») καθώς και πέρα από αυτό.

4.5

Η ΕΟΚΕ υιοθέτησε μια σειρά γνωμοδοτήσεων με αντικείμενο, συγκεκριμένα, θέματα που συνδέονται με την αναπηρία· μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και μία γνωμοδότηση με θέμα την κατάσταση των ατόμων με αναπηρία στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση (14). Σε άλλες γνωμοδοτήσεις έχει επίσης υποστηριχθεί η προώθηση της ισότητας των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται, παραδείγματος χάρη, η γνωμοδότηση για την ηλεκτρονική προσβασιμότητα (15), η γνωμοδότηση για το «Ευρωπαϊκό έτος ίσων ευκαιριών για όλους» (2007) (16) και η γνωμοδότηση για το Πράσινο Βιβλίο σχετικά με την ψυχική υγεία (17). Στο ζήτημα της αναπηρίας αναφέρθηκε επίσης η γνωμοδότηση σχετικά με τον κοινωνικό τουρισμό (18).

4.6

Το νέο κτήριο της έδρας της ΕΟΚΕ, το οποίο εγκαινιάστηκε το 2004, διαθέτει πλέον πρόσβαση για τα άτομα με αναπηρίες. Ως εκ τούτου, οι οργανώσεις των ατόμων με αναπηρίες είχαν τη δυνατότητα τόσο να παρακολουθήσουν όσο και να διοργανώσουν σεμινάρια στο χώρο αυτό. Τα άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ θα πρέπει να ακολουθήσουν το παράδειγμα αυτό.

4.7

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι οι οργανώσεις των ατόμων με αναπηρίες διαθέτουν πλέον ισχυρή εκπροσώπηση στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή. Εκτός αυτού, ένας σημαντικός αριθμός εκπροσώπων των οργανώσεων της κοινωνικής οικονομίας και των κοινωνικών εταίρων έχουν καταβάλει έντονες προσπάθειες για τη διασφάλιση της ισότητας των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες.

4.8

Για να ενισχυθεί η ανταλλαγή ορθών πρακτικών, η ΕΟΚΕ προτείνει να διοργανωθεί ένα σεμινάριο το 2007, δηλ. κατά το «Ευρωπαϊκό έτος ίσων ευκαιριών για όλους», το οποίο να δώσει ιδιαίτερη έμφαση σε θέματα που συνδέονται με την αναπηρία και με τις διαφόρων μορφών διακρίσεις.

4.9

Η ΕΟΚΕ καλεί τα εθνικά Οικονομικά και Κοινωνικά Συμβούλια και τους παρεμφερείς οργανισμούς να χρησιμοποιήσουν το 2007 προκειμένου να προωθήσουν την ένταξη της διάστασης της αναπηρίας στις εργασίες τους. Επιπλέον, η ΕΟΚΕ θα μπορούσε να διερευνήσει το ενδεχόμενο της κατάρτισης μελέτης με θέμα τις ορθές πρακτικές που έχουν υιοθετήσει οι κοινωνικοί εταίροι σε ό,τι αφορά την ένταξη των θεμάτων που συνδέονται με την αναπηρία στον προγραμματισμό των εργασιών τους.

5.   Για μια Ευρώπη χωρίς φραγμούς: μία στοχοθετημένη δράση

5.1

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι, μέχρι σήμερα, δεν υφίσταται στην Ευρώπη ευρεία νομοθεσία κατά των διακρίσεων η οποία να καλύπτει όλους τους τομείς της κοινοτικής δραστηριότητας.

5.2

Τα θέματα που συνδέονται με την αναπηρία πρέπει να ενταχθούν στην ημερήσια διάταξη των διαφόρων στρατηγικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρέπει επίσης να εξεταστεί ο αντίκτυπος που το γεγονός αυτό θα έχει στη διασφάλιση της ισότητας των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες. Το θέμα των ατόμων με αναπηρίες πρέπει να εξακολουθήσει να συνιστά υψηλή προτεραιότητα, κυρίως διότι το συγκεκριμένο ζήτημα δεν περιλαμβάνεται πλέον, λόγου χάρη, στην αναθεωρημένη στρατηγική της Λισσαβώνας ή στα εθνικά μεταρρυθμιστικά σχέδια που υποβλήθηκαν το 2005. Επομένως, η ΕΟΚΕ επικροτεί το έγγραφο εργασίας σχετικά με την ενσωμάτωση του θεμάτων που συνδέονται με την αναπηρία στην Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Απασχόληση και ζητεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να διεξαγάγει αξιολόγηση του αντίκτυπου του εν λόγω εγγράφου.

5.3

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει την ανάγκη να δοθεί συνέχεια στην πρόταση που διατυπώθηκε κατά τη διάρκεια της Προεδρίας του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με τη διοργάνωση ετήσιας υπουργικής διάσκεψης για τα θέματα που συνδέονται με την αναπηρία, καθώς και να προωθηθεί η σχετική συζήτηση σε υψηλό πολιτικό επίπεδο, με εισηγήσεις από τις αρμόδιες οργανώσεις των ατόμων με αναπηρίες. Το ευρύ κοινό δεν είναι μέχρι σήμερα επαρκώς ενημερωμένο σχετικά με αυτήν την πρωτοβουλία.

5.4

Η ΕΟΚΕ τονίζει για άλλη μια φορά την ανάγκη υιοθέτησης ενός κοινού ευρωπαϊκού ορισμού της αναπηρίας, ο οποίος θα επιτρέψει να καταστεί πιο αποτελεσματική η κοινοτική πολιτική για τα άτομα με αναπηρίες. Παρομοίως, η συλλογή πιο αναλυτικών στοιχείων σχετικά με την κατάσταση των ατόμων με αναπηρίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε επίσης να συμβάλει σε μία καλύτερα τεκμηριωμένη και στοχοθετημένη χάραξη πολιτικής. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία και τα κράτη μέλη να διαθέσουν περισσότερους πόρους για την εκπόνηση στατιστικών στις οποίες θα αναλύονται πτυχές όπως η κατάσταση της απασχόλησης των ατόμων με αναπηρίες, το οικονομικό βάρος που αυτά αντιπροσωπεύουν, ο ρόλος τους ως καταναλωτών και η πρόσβασή τους σε υπηρεσίες.

5.5

Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα δεσμεύθηκε να λάβει υπόψη τα άτομα με αναπηρίες κατά τη χάραξη μέτρων σχετικών με την ενιαία αγορά. Δυστυχώς, η Δήλωση 22 δεν έχει εφαρμοστεί και αυτό έχει οδηγήσει σε περαιτέρω εμπόδια σε ό,τι αφορά την πρόσβαση των ατόμων αυτών σε αγαθά και υπηρεσίες.

5.6

Η ΕΟΚΕ παρακολουθεί επίσης στενά τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, η οποία υιοθετήθηκε τον Αύγουστο του 2006, και καλεί τα κράτη μέλη της ΕΕ να την επικυρώσουν. Η ΕΟΚΕ καλεί επίσης την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι οι αρχές που περιλαμβάνει η Σύμβαση των ΗΕ θα προωθηθούν και θα υιοθετηθούν από την ΕΕ.

5.7

Η ΕΟΚΕ ευελπιστεί ότι τα σχέδια δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αντικείμενο τη διασφάλιση της ισότητας των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες θα αποτελέσουν τον καταλύτη που θα οδηγήσει στη λήψη περισσότερων νέων μέτρων στο συγκεκριμένο τομέα, τα οποία, με τη σειρά τους, θα αποδώσουν αποτελέσματα που θα είναι δυνατό να αποτιμηθούν.

Βρυξέλλες, 17 Ιανουαρίου 2007

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2002, 44,6 εκατομμύρια άνθρωποι ηλικίας 16 έως 64 ετών — δηλαδή ο ένας στους έξι (15,7 %) — θεωρούν ότι πάσχουν από ένα χρόνιο πρόβλημα υγείας ή από αναπηρία (LSHPD).

(2)  Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες, Νέα Υόρκη, 2006.

(3)  Βλ., π.χ.:

http://www.euronet.org/update/online/2004/jun04/edfu-02.htm.

(4)  Έγγραφο εργασίας για την συνεδρίαση της Ομάδας υψηλού επιπέδου για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, 18-19 Μαρτίου 2004.

Έγγραφο προβληματισμού με τίτλο «Ενσωμάτωση της διάστασης της αναπηρίας στους διάφορους τομείς πολιτικής», Ομάδα υψηλού επιπέδου για τα άτομα με ειδικές ανάγκες.

(5)  Βλ. την οδηγία 2001/85/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Νοεμβρίου 2001 περί ειδικών διατάξεων για οχήματα μεταφοράς επιβατών, άνω των οκτώ θέσεων εκτός της θέσεως του οδηγού, και περί τροποποιήσεως των οδηγιών 70/156/ΕΟΚ και 97/27/ΕΚ.

(6)  Βλ. την οδηγία 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2000, για τη διαμόρφωση γενικού πλαισίου για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία.

(7)  Η «Μελέτη για την οικονομική ανισότητα των ατόμων με αναπηρίες στην πόλη της Βαρκελώνης. Οι δυσβάσταχτες οικονομικές επιβαρύνσεις που προκαλεί η αναπηρία», την οποία διεξήγαγε το Τοπικό Ινστιτούτο των Ατόμων με Αναπηρίες του Δημοτικού Συμβουλίου της Βαρκελώνης τον Μάρτιο του 2006 αποκάλυψε ότι οι οικονομικές δαπάνες που προκύπτουν εξαιτίας της αναπηρίας ενός από τα μέλη μιας οικογένειας μπορεί να ανέλθει σε 30.000 ευρώ ετησίως ανάλογα με το επίπεδο κοινωνικής προστασίας και από το είδος της αναπηρίας (

http://w3.bcn.es/fitxers/baccessible/greugecomparatiueconmic.683.pdf).

(8)  Statistics in Focus, 3ο θέμα: Η απασχόληση των ατόμων με αναπηρίες στην Ευρώπη το 2002, Eurostat 26/2003.

(9)  Οδηγία 78/2000/ΕΚ, της 27ης Νοεμβρίου 2000.

(10)  Ψήφισμα του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 2003 σχετικά με την προώθηση της απασχόλησης και της κοινωνικής ενσωμάτωσης των ατόμων με αναπηρίες (2003/C175/01).

Ψήφισμα του Συμβουλίου της 6ης Μαΐου 2003 σχετικά με τη δυνατότητα πρόσβασης στην πολιτιστική υποδομή και τις πολιτιστικές δραστηριότητες για τα άτομα με αναπηρίες (2003/C 134/05).

Ψήφισμα του Συμβουλίου της 5ης Μαΐου 2003 για την παροχή ίσων ευκαιριών σε μαθητές και σπουδαστές με αναπηρίες, σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση και την κατάρτιση (2003/C 134/04).

Ψήφισμα του Συμβουλίου της 6ης Φεβρουαρίου 2003 για την «ηλεκτρονική προσβασιμότητα »— βελτίωση της δυνατότητας πρόσβασης ατόμων με ειδικές ανάγκες στην κοινωνία των γνώσεων (2003/C 39/03).

(11)  2010Μια Ευρώπη προσιτή για όλους: έκθεση ομάδας ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων για την προσβασιμότητα

http://europa.eu.int/comm/employment_social/index/7002_en.html

(12)  Σύμφωνα με το άρθρο 26 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ένωση αναγνωρίζει και σέβεται το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρίες να επωφελούνται μέτρων που θα τους εξασφαλίζουν την αυτονομία, την κοινωνική και επαγγελματική ένταξη και τη συμμετοχή στον κοινοτικό βίο.

(13)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ για την «Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με την υλοποίηση, τα αποτελέσματα και τη γενική αξιολόγηση του ευρωπαϊκού έτους των ατόμων με αναπηρίες 2003», της 14ης Φεβρουαρίου 2006), με εισηγήτρια την κ. Anca, ΕΕ C 88, 11.4.2006.

(14)  Γνωμοδότηση με θέμα «Κοινωνική ένταξη των ατόμων με ειδικές ανάγκες» (Γνωμοδότηση πρωτοβουλίας), της 17ης Ιουλίου 2002, με εισηγητή τον κ. Cabra de Luna, ΕΕ C 241, 7.10.2002.

(15)  Γνωμοδότηση για την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών «Ηλεκτρονική προσβασιμότητα (e-Accessibility)», της 15ης Μαρτίου 2006, με εισηγητή τον κ. Cabra de Luna, ΕΕ C 110, 9.5.2006.

(16)  Γνωμοδότηση για την Πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το Ευρωπαϊκό Έτος Ίσων Ευκαιριών για όλους (2007) «Προς μια δίκαιη κοινωνία», της 14ης Δεκεμβρίου 2005 (CESE 1507/2005), με εισηγήτρια την κ. Herczog, ΕΕ C 65, 17.3.2006.

(17)  Γνωμοδότηση για το Πράσινο Βιβλίο «Βελτίωση της ψυχικής υγείας του πληθυσμού — Προς μια στρατηγική σχετικά με την ψυχική υγεία για την Ευρωπαϊκή Ένωση »της 17ης Μαΐου 2006, με εισηγητή τον κ. Bedossa, ΕΕ C 195, 18.8.2006.

(18)  Γνωμοδότηση με θέμα: «Ο κοινωνικός τουρισμός στην Ευρώπη »(Γνωμοδότηση πρωτοβουλίας), της 14ης Σεπτεμβρίου 2006, με εισηγητή τον κ. Mendoza Castro.


27.4.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93/38


Γνωμοδότηση του ειδικευμένου τμήματος «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη »για την «Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών Προώθηση της αξιοπρεπούς εργασίας για όλους — Η συμβολή της Ένωσης στην εφαρμογή της ατζέντας της αξιοπρεπούς εργασίας στον κόσμο»

COM(2006) 249 τελικό

(2007/C 93/09)

Στις 13 Ιουλίου 2006 και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω ανακοίνωση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 19 Δεκεμβρίου 2006 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. Etty.

Κατά την 432η σύνοδο ολομέλειάς της, της 17ης και 18ης Ιανουαρίου 2007 (συνεδρίαση της 17ης Ιανουαρίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 128 ψήφους υπέρ, 3 ψήφους κατά και 11 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την Ανακοίνωση της Επιτροπής. Έχει την πεποίθηση ότι η Επιτροπή, σε στενή συνεργασία με τα κράτη μέλη, θα έχει σημαντική συμβολή στην υλοποίηση της Αξιοπρεπούς Εργασίας, τόσο εντός της Ε.Ε. όσο και στις τρίτες χώρες.

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται την άποψή της Επιτροπής ότι η ενίσχυση των κοινωνικών στόχων δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για προστατευτικούς σκοπούς.

1.1.1

Η ΕΟΚΕ προτρέπει την Επιτροπή να λάβει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να συμμετάσχει η ΕΟΚΕ στην προετοιμασία της Έκθεσης Παρακολούθησης σχετικά με την Ανακοίνωση που πρέπει να υποβληθεί έως το καλοκαίρι του 2008.

1.1.2

Ζητεί από την Επιτροπή να επεξεργασθεί τους κατάλληλους δείκτες για την αξιολόγηση της εφαρμογής της Ατζέντας Αξιοπρεπούς Εργασίας από την Ε.Ε.

1.1.3

Η Επιτροπή θα πρέπει να παράσχει σαφείς ενδείξεις σε ό,τι αφορά τις δημοσιονομικές επιπτώσεις της συμβολής της στην προώθηση της Αξιοπρεπούς Εργασίας, εντός και εκτός της Ε.Ε.. Στις εν λόγω ενδείξεις θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο προτίθεται να υποστηρίξει την ΔΟΕ στην εφαρμογή της Ατζέντας Αξιοπρεπούς Εργασίας.

1.2

Η Επιτροπή θα πρέπει να ακολουθήσει την ίδια προσέγγιση με αυτήν που συνιστάται στη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Κοινωνική Διάσταση της Παγκοσμιοποίησης: διατήρηση και ενίσχυση της θετικής επίδρασης της παγκοσμιοποίησης με παράλληλη ανάληψη της κατάλληλης δράσης για την καταπολέμηση των αρνητικών της επιπτώσεων. H OKE επαναβεβαιώνει τα συμπεράσματά της που περιλαμβάνονται στη γνωμοδότηση του Μαρτίου 2005.

1.3

Οι πολιτικές σε ό,τι αφορά την Αξιοπρεπή Εργασία, τόσο εντός όσο και εκτός της Ε.Ε., θα στεφθούν από επιτυχία μόνο εάν υπάρξει πλήρης συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων και της ευρύτερης κοινωνίας των πολιτών.

1.4

Στην επιδίωξη της εκπλήρωσης του στόχου της Αξιοπρεπούς Εργασίας, ζωτική σημασία έχει η πολιτική συνοχής και συντονισμού σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένου του εθνικού.

1.5

Βασικό παράγοντα στην προώθηση της Αξιοπρεπούς Εργασίας αποτελεί η ενίσχυση του συστήματος παρακολούθησης της ΔΟΕ.

1.6

Η ΕΟΚΕ ζητεί από την Επιτροπή να εξετάσει με τα κράτη μέλη το θέμα της μη κύρωσης από τις χώρες υποδοχής της Διεθνούς Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για τους διακινούμενους εργαζομένους.

1.7

Η επικύρωση και εφαρμογή στη νομοθεσία και στην πράξη των συναφών συμβάσεων της ΔΟΕ από τα κράτη μέλη, στα πλαίσια της Ε.Ε. και σε σχέση με τρίτες χώρες είναι ουσιαστικής σημασίας.

1.8

Η ΕΟΚΕ ζητεί από την Επιτροπή να προβάλει τη σημασία της ασφάλειας και της υγείας στον τόπο της εργασίας ως ένα από τους βασικούς παράγοντες για την επίτευξη της Αξιοπρεπούς Εργασίας.

1.9

Η Επιτροπή θα πρέπει να καταρτίσει σχέδιο δράσης για τις πολιτικές της σε ό,τι αφορά την Αξιοπρεπή Εργασία τόσο εντός όσο και εκτός της Ε.Ε., συμπεριλαμβανομένων δημοσιονομικών στοιχείων.

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την Ανακοίνωση. Η Ατζέντα Αξιοπρεπούς Εργασίας αποτελεί μία σημαντική απάντηση προς την παγκοσμιοποίηση και μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά στην υλοποίηση των αναπτυξιακών στόχων της Χιλιετίας που περιλαμβάνονται στο Διάγγελμα των Ηνωμένων Εθνών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως σημαίνον μέλος της διεθνούς κοινότητας, έχει τη δυνατότητα να δώσει πρώτη το παράδειγμα, εφαρμόζοντάς την στη δική της επικράτεια αλλά και προωθώντας την στα πλαίσια των πολλών και ποικίλων σχέσεών της με τρίτες χώρες, ομίλους χωρών και διεθνείς οργανισμούς. Η αξιοπρεπής εργασία συνδέεται άμεσα με την εφαρμογή της Ατζέντας της Λισσαβώνας, καθώς συμβάλλει σημαντικά στο να διαμορφωθεί ο εργασιακός βίος στην Ε.Ε κατά τρόπο βιώσιμο. H δραστηριοποίηση για την προώθηση της αξιοπρεπούς εργασίας για όλους δεν αποτελεί μόνο αναπόσπαστο τμήμα της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Ατζέντας και των προσπαθειών της Ε.Ε. για την προώθηση των αξιών της, αλλά είναι και προς το συμφέρον της Ε.Ε. προκειμένου να διασφαλίσει ότι η παγκοσμιοποίηση δεν θα υπονομεύσει το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Πρότυπο.

2.2

Η έννοια της «αξιοπρεπούς εργασίας» καθιερώθηκε από τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας (ΔΟΕ) το 1999 (1) Ορίστηκε ως «εστιακό σημείο σύγκλισης» των τεσσάρων στρατηγικών στόχων της ΔΟΕ:

προαγωγή του δικαιώματος στην εργασία,

απασχόληση,

κοινωνική προστασία, και

κοινωνικός διάλογος.

Το νοηματικό της περιεχόμενο είναι συστατικό μέρος του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Προτύπου που επικεντρώνεται στο δικαίωμα για παραγωγική και ελεύθερα επιλεγμένη εργασία με προστασία των δικαιωμάτων από την οποία προκύπτει επαρκές εισόδημα, με κατάλληλη κοινωνική προστασία και στην οποία δίνεται έμφαση στις ίσες ευκαιρίες. Η τριμερής προσέγγιση και ο κοινωνικός διάλογος εξασφαλίζουν τη συμμετοχή και τη δημοκρατική διαδικασία.

Η διάσταση της ισότητας των φύλων και η διάσταση της ανάπτυξης θεωρείται ότι αποτελούν διατομεακά θέματα.

2.2.1

Σύμφωνα με την Ατζέντα Αξιοπρεπούς Εργασίας της ΔΟΕ, η Επιτροπή θα πρέπει να τονίσει περαιτέρω τη σημασία της ισότητας των φύλων, καθώς και την παροχή στις γυναίκες της δυνατότητας να υπερνικήσουν τη φτώχεια, ειδικότερα όσον αφορά την ισότητα ευκαιριών και την ισότητα αμοιβών.

2.3

Στη γνωμοδότησή της για την Κοινωνική Διάσταση της Παγκοσμιοποίησης (2), η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η αξιοπρεπής εργασία αποτελεί βασικό στόχο και ζήτημα προτεραιότητας για την ΕΕ και τα κράτη μέλη, τόσο στην επικράτειά τους, όσο και στις εξωτερικές σχέσεις και στην αναπτυξιακή βοήθεια.

2.4

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τη δήλωση που περιλαμβάνεται στην εισαγωγή της Ανακοίνωσης σύμφωνα με την οποία η Ατζέντα Αξιοπρεπούς Εργασίας αποτελεί ένα σύνολο καθολικών στρατηγικών οι οποίες δεν συνδέονται με ένα συγκεκριμένο αναπτυξιακό πρότυπο αλλά συνιστούν ένα μέσον για την προσαρμογή της ανάπτυξης προς τις αξίες και τις αρχές δράσης και διακυβέρνησης που συνδυάζουν την οικονομική ανταγωνιστικότητα με την κοινωνική δικαιοσύνη. Στα πλαίσια της Ατζέντας Αξιοπρεπούς Εργασίας, το κάθε κράτος, όποιο και αν είναι το επίπεδο ανάπτυξής του, θα καθορίζει τις επιμέρους επιδιώξεις του με σκοπό τη μείωση του χάσματος ανάμεσα στο στόχο και στην απουσία επαρκών ευκαιριών απασχόλησης, τη μη αναγνώριση του δικαιώματος στην εργασία, την ανεπαρκή κοινωνική προστασία και τις ελλείψεις του κοινωνικού διαλόγου.

2.5

Η ΕΟΚΕ εκφράζει επίσης ικανοποίηση για την έμφαση που δίδεται στην Ανακοίνωση στην ανάγκη να υπάρξει πραγματική δέσμευση για την Αξιοπρεπή Εργασία σε ολόκληρο το φάσμα των πολυμερών οργανισμών και από όλες τις Κυβερνήσεις, πράγμα που, εξάλλου, επιβεβαιώνεται και στη δήλωση του Οικονομικού και Κοινωνικού Συμβουλίου του ΟΗΕ του Ιουλίου 2006.

2.6

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι αρκετές από τις συστάσεις που διατυπώνονται στη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ για την Κοινωνική Διάσταση της Παγκοσμιοποίησης ελήφθησαν υπόψη από την Επιτροπή.

2.7

Εκφράζει τη λύπη της, όμως, για το γεγονός ότι το στοιχείο του συντονισμού και της συνοχής της πολιτικής εντός και μεταξύ των Διεθνών Χρηματοπιστωτικών Οργανισμών (ΔΧΟ), του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) και της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ), και συγκεκριμένα σε επίπεδο κρατών μελών, δεν αντιμετωπίσθηκε με τον τρόπο που θα επιθυμούσε η ΕΟΚΕ. Η ΕΟΚΕ είχε ζητήσει από την Επιτροπή και το Συμβούλιο των Υπουργών να αναλάβουν πρωτοβουλία για την προώθηση μεγαλύτερου συντονισμού και συνοχής σε επίπεδο κρατών μελών με την πλήρη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών.

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει το αίτημά της με σκοπό την προώθηση της Αξιοπρεπούς Εργασίας από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη στους εν λόγω οργανισμούς.

Η Επιτροπή θα πρέπει να προωθήσει μια περισσότερο ενοποιημένη προσέγγιση στα πλαίσια των ΔΧΟ από τα κράτη μέλη, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την παροχή συμβουλών για θέματα πολιτικής, τα προγράμματα αναπτυξιακής βοήθειας που αναπτύσσονται από κοινού με τις κυβερνήσεις και τα δάνεια που χορηγούν σε ιδιωτικές εταιρείες.

2.8

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι, σε γενικές γραμμές, οι προτάσεις τις οποίες υποβάλλει η Επιτροπή στην Ανακοίνωση σχετικά με την ανάληψη δράσεως είναι ορθές και εποικοδομητικές.

2.8.1

Μία σημαντικότατη έλλειψη ωστόσο έγκειται στο γεγονός ότι δεν αναγνωρίζεται πόσο καίριο παράγοντα για την προώθηση της Αξιοπρεπούς Εργασίας αποτελεί η ενδυνάμωση του συστήματος παρακολούθησης της ΔΟΕ. Ναι μεν η επικύρωση των Συμβάσεων έχει σημασία, αλλά δεν αρκεί. Η επιτόπου πραγματικότητα, δηλ. η πλήρης νομοθετική πρόβλεψη και η πρακτική της εφαρμογή, πρέπει να αποτελεί μόνιμο μέλημα. Για τον σκοπό αυτόν, η ΕΟΚΕ προτρέπει την Επιτροπή να προωθήσει και να αναλάβει τον συντονισμό κοινών δράσεων των κρατών μελών σε στενή συνεργασία με τη ΔΟΕ.

2.8.2

Ένα άλλο θέμα που η EOKE επιθυμεί να τονίσει είναι ότι στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης δεν απαιτείται μόνο η προσαρμογή στα σύγχρονα δεδομένα από την ΔΟΕ των συμβάσεων και συστάσεών της, αλλά οπωσδήποτε και η κατάρτιση νέων πρότυπων της ΔΟΕ για την αντιμετώπιση των νέων πραγματικοτήτων που εμφανίζονται στο προσκήνιο, στον κόσμο της εργασίας. Πρέπει να εξασφαλιστεί ότι τα νέα μέσα είναι το αντικείμενο σχετικών θεματικών ενοτήτων και περιλαμβάνουν διατάξεις που αντιστοιχούν στην πραγματικότητα. Η Ε.Ε. και τα κράτη μέλη (καθώς και οι κοινωνικοί εταίροι των κρατών μελών) πρέπει να ενθαρρυνθούν, ώστε να αναλάβουν επί του θέματος προορατικό ρόλο.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

3.1   Σε ό,τι αφορά το κεφάλαιο: Παράγοντας ανάπτυξης, διακυβέρνησης και επιδόσεων

3.1.1

Στην Ανακοίνωση, η Επιτροπή αναφέρεται στον διμερή και τριμερή κοινωνικό διάλογο καθώς και στην «συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων και της κοινωνίας των πολιτών»/ «συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων και λοιπόν ενδιαφερομένων κοινωνικών φορέων». Η Επιτροπή θα πρέπει να καταστήσει σαφές ότι ο «κοινωνικός διάλογος »διεξάγεται μεταξύ των κοινωνικών εταίρων είτε με τη συμμετοχή είτε χωρίς τη συμμετοχή κυβερνητικών εκπροσώπων, ενώ στο «διάλογο της κοινωνίας των πολιτών »συμμετέχουν και οι ΜΚΟ καθώς και άλλοι ενδιαφερόμενοι φορείς. Στο πλαίσιο της Ανακοίνωσης, πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι ο γνήσιος κοινωνικός διάλογος επιτυγχάνεται μόνο μέσω ελεύθερων, ανεξάρτητων και δημοκρατικών οργανώσεων.

3.1.2

Στο κεφάλαιο αυτό θίγονται όλες οι πτυχές της Αξιοπρεπούς Εργασίας. Είναι όμως άξιον απορίας το γεγονός ότι η ασφάλεια και η υγεία στον τόπο της εργασίας αναφέρονται ακροθιγώς και μόνο με τη σύντομη αναφορά στην «ποιότητα της εργασίας». Φαίνεται ότι αυτό δεν είναι τυχαίο δεδομένου ότι η ασφάλεια και η υγεία στον τόπο της εργασίας δεν τονίζονται ιδιαιτέρως στο σύνολο του κειμένου της Ανακοίνωσης. Αυτό απορρέει ίσως από την προβληματική θέση της Επιτροπής και των κρατών μελών έναντι των σχετικών Συμβάσεων της ΔΟΕ. Δεν έχουν επικυρωθεί από όλα τα κράτη μέλη, αν και το επίπεδο προστασίας των εργαζομένων που εξασφαλίζει η νομοθεσία της Ε.Ε. είναι βεβαίως κατά κανόνα υψηλότερο από αυτό που εξασφαλίζουν τα αντίστοιχα μέσα της ΔΟΕ. Η μη επικύρωση από όλα τα κράτη μέλη δεν λειτουργεί προτρεπτικά για τα άλλα κράτη προκειμένου να επικυρώσουν τις Συμβάσεις της ΔΟΕ για την ασφάλεια και την υγεία στον τόπο εργασίας. Από την άποψη αυτή, η Ε.Ε. δεν προωθεί την Ατζέντα Αξιοπρεπούς Εργασίας. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να εξετάσουν την μη ικανοποιητική αυτή κατάσταση με σκοπό τη σημαντική βελτίωσή της στο εγγύς μέλλον. Η ΕΟΚΕ θεωρεί επίσης ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να προβαίνουν στην καταγγελία μιας Σύμβασης της ΔΟΕ σχετικά με την υγεία και την ασφάλεια μόνον όταν αποφασίζουν να επικυρώσουν μια επικαιροποιημένη σύμβαση για ανάλογα θέματα.

3.1.3

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την άποψη της Επιτροπής ότι η επιβεβαίωση των κοινωνικών στόχων δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς προστατευτισμού. Επισημαίνει, παράλληλα, ότι η «κοινωνική ρήτρα »των πολυμερών εμπορικών συμφωνιών, όπως έχει λεχθεί και σε προγενέστερες γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ, δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται για σκοπούς προστατευτισμού, διότι αποτελείται αποκλειστικώς από τα πρότυπα της ΔΟΕ σε ό,τι αφορά τα οκτώ θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα (ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι/συλλογικές διαπραγματεύσεις, καταναγκαστική εργασία, διακρίσεις στην εργασία και την απασχόληση, εργασία παιδιών) που έχουν επικυρωθεί από τη συντριπτική πλειοψηφία των κρατών μελών της ΔΟΕ. Στις περιπτώσεις που τα εν λόγω κράτη μέλη έχουν ανταποκριθεί στις συνταγματικές υποχρεώσεις τους, τα δικαιώματα αυτά αποτελούν πλέον αναπόσπαστο τμήμα της εθνικής τους νομοθεσίας, ή άλλων σχετικών νομοθεσιών, όπως απαιτείται από τη ΔΟΕ και υπό την παρακολούθησή της.

3.1.4

Η Ε.Ε. πρέπει να εντάξει πλήρως την Αξιοπρεπή Εργασία στην αναπτυξιακή της πολιτική και να συνοδεύσει τη δεδηλωμένη πολιτική της βούληση της με επαρκή χρηματοδοτική υποστήριξη.

3.2   Σε ό,τι αφορά το κεφάλαιο: Δεσμεύσεις και προσανατολισμοί για τις πολιτικές της Ε.Ε.

3.2.1

Η Ε.Ε. θα πρέπει να προωθήσει την Αξιοπρεπή Εργασία στην επικράτειά της, πείθοντας τα κράτη μέλη να επικυρώσουν και να θέσουν σε εφαρμογή όλες τις σχετικές Συμβάσεις της ΔΟΕ, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που αφορούν τη μη διακριτική μεταχείριση και την ένταξη των κοινωνικώς ευπαθών ομάδων.

3.2.2

Στο υποκεφάλαιο «Καλύτερη κινητοποίηση των εξωτερικών πολιτικών της Ε.Ε.», υπό τον τίτλο «Διεύρυνση», οι Συμβάσεις 87 και 98 της ΔΟΕ σχετικά με την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και τα συνακόλουθα δικαιώματα, φαίνεται να αντιμετωπίζονται από την Επιτροπή ως δικαιώματα αποκλειστικώς των εργαζομένων. Πρόκειται περί σφάλματος, διότι οι εν λόγω συμβάσεις αναφέρονται ρητώς και στα δικαιώματα των εργοδοτών. Η Επιτροπή πρέπει να προωθήσει τα θεμελιώδη δικαιώματα και των εργαζομένων και των εργοδοτών.

3.2.3

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τις απόψεις της Επιτροπής περί «Γειτονίας». Θεωρεί ωστόσο ότι πρέπει να επιδειχθεί η δέουσα προσοχή και στο ζήτημα του κοινωνικού διαλόγου/της επικύρωσης της Σύμβασης 144 της ΔΟΕ όσον αφορά τις Τριμερείς Διαβουλεύσεις.

3.2.4

Σε ό,τι αφορά το υποκεφάλαιο «Περιφερειακές και διμερείς σχέσεις», η ΕΟΚΕ παρατηρεί ότι η Κίνα αποτελεί ιδιαίτερο πρόβλημα το οποίο και θα πρέπει να εξετασθεί και να αντιμετωπισθεί από την Επιτροπή. Η Κίνα αντιτίθεται απροκάλυπτα στα δικαιώματα της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι και των συλλογικών διαπραγματεύσεων που διασφαλίζονται με την ύπαρξη ανεξάρτητων οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών. Λόγω της μεγάλης σημασίας που έχει η Κίνα σε παγκόσμια κλίμακα, δεν πρέπει να παραγνωρισθεί το ζήτημα αυτό, εφόσον επιδίωξη είναι η πρόοδος μέσω της Ατζέντας Αξιοπρεπούς Εργασίας.

3.2.5

Στον κατάλογο των μέτρων που προτείνονται υπό τον τίτλο «Αναπτυξιακή συνεργασία», η Επιτροπή οφείλει να συμπεριλάβει και ορισμένες ενέργειες που θα πρέπει να υλοποιηθούν σε συνεργασία με την ΔΟΕ, για να υποστηριχθεί η απορρόφηση της παραοικονομίας από την επίσημη οικονομία. Η Αξιοπρεπής Εργασία έχει σημασία εξίσου για την παραοικονομία και για την επίσημη οικονομία. Η Επιτροπή θα πρέπει να συνεργαστεί με τη ΔΟΕ ώστε να διερευνήσουν από κοινού τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν οι υφιστάμενοι φορείς να αναπτύξουν μορφές δράσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων και για την ενίσχυση των ικανοτήτων των ατόμων που κερδίζουν τα προς το ζην στην παραοικονομία και για την παροχή στους νέους φορείς της δυνατότητας να ενταχθούν στο πεδίο εκπροσώπησης των αντίστοιχων ομάδων συμφερόντων.

3.2.6

Εδώ, η ΕΟΚΕ προτείνει ότι θα πρέπει να συμπεριληφθεί επίσης και η προώθηση των οργανώσεων κοινωνικής οικονομίας, όπως οι συνεταιρισμοί. Πρόκειται για ένα από τα θέματα προτεραιότητας της γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ για την Κοινωνική Διάσταση της Παγκοσμιοποίησης.

3.2.7

Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξετάσει το ενδεχόμενο χάραξης πολιτικών για την ενίσχυση, σε στενή συνεργασία με τη ΔΟΕ, του ρόλου των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε ό,τι αφορά την προώθηση της Αξιοπρεπούς Εργασίας.

3.2.8

Σε ό,τι αφορά το κεφάλαιο «Το εμπόριο, παράγοντας για τη βιώσιμη ανάπτυξη», η ΕΟΚΕ παραπέμπει στις προτάσεις που διατυπώνονται στη γνωμοδότηση για την Κοινωνική Διάσταση της Παγκοσμιοποίησης σχετικά με τα Κοινά διμερή παρατηρητήρια και τις Ελεύθερες Βιομηχανικές Ζώνες Εξαγωγών (ΕΒΖΕ).

3.2.9

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρωτοβουλία της Επιτροπής για ευρύτερη κύρωση και εφαρμογή των συμβάσεων της ΔΟΕ στην πράξη, σημειώνει, όμως ότι, στον τομέα του διεθνούς εμπορίου, η δέσμευση αυτή μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί περισσότερο. Εν πρώτοις, σε διεθνές επίπεδο, η Επιτροπή οφείλει να συμπεριλάβει την προώθηση της αξιοπρεπούς εργασίας μεταξύ των στόχων της ΕΕ στον ΠΟΕ. Πρέπει να εξεταστεί η σκοπιμότητα συγκρότησης επιτροπής Εμπόριο και «Αξιοπρεπής Εργασία »στη δομή της ΔΟΕ, όμοια με την επιτροπή «Εμπόριο και περιβάλλον». Η αξιοπρεπής εργασία πρέπει να αποτελέσει στοιχείο της «βιώσιμης ανάπτυξης »στο πλαίσιο της αναθεώρησης των εμπορικών πολιτικών του ΠΟΕ. Απαιτείται, επίσης, κοινό πρόγραμμα εργασίας με τον ΠΟΕ. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να καταβάλουν έντονες προσπάθειες από κοινού προκειμένου να πείσουν τα λοιπά μέλη του ΠΟΕ όσον αφορά τα οφέλη που μπορούν να προκύψουν εάν δοθεί προσοχή στο θέμα της αξιοπρεπούς εργασίας στις δομές του ΠΟΕ.

3.2.10

Κατά δεύτερο λόγο, στις διμερείς εμπορικές σχέσεις της όπως, π.χ. στις Συμφωνίες Οικονομικής Εταιρικής Σχέσης (ΣΟΕΣ), η Επιτροπή οφείλει να δίδει κατά τις διαπραγματεύσεις ιδιαίτερη προτεραιότητα στην κύρωση και εφαρμογή των βασικών κανόνων της ΔΟΕ. Σε όλες αυτές τις διαπραγματεύσεις, πρέπει να διενεργούνται αξιολογήσεις των επιπτώσεων στην αειφορία (ΑΕΑ), οι οποίες θα συμπεριλαμβάνουν δείκτες αξιοπρεπούς εργασίας, και να αναλαμβάνεται σχετική δράση.

3.2.11

Προκειμένου να καταστεί αποτελεσματικό το νέο καθεστώς κινήτρων «plus», απαιτούνται ισχυρά συνοδευτικά μέτρα, ιδίως ενδιάμεσες επισκοπήσεις των χωρών GSP plus στις αρχές του 2007, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι κυβερνήσεις αναγνωρίζουν πως οφείλουν να εφαρμόσουν τις σχετικές συμφωνίες και να αρχίσουν να αναλαμβάνουν κατάλληλη δράση.

3.2.12

Σε ό,τι αφορά το κεφάλαιο «Καλύτερη διαχείριση της οικονομικής μετανάστευσης», η ΕΟΚΕ επιθυμεί να θέσει και πάλι το θέμα της Διεθνούς Συμβάσεως των Ηνωμένων Εθνών για τους διακινούμενους εργαζομένους. Πρόκειται για ένα δύσκολο και πολυσύνθετο ζήτημα. Καμία από τις σημαντικές χώρες υποδοχής δεν έχει ως τώρα επικυρώσει την εν λόγω Σύμβαση. Η ΕΟΚΕ υιοθέτησε θετική στάση έναντι της Συμβάσεως στη σχετική γνωμοδότηση του Ιουνίου 2004 (3). Είναι απορίας άξιο το γεγονός ότι η Επιτροπή αποσιωπά τελείως το μέσο αυτό στην Ανακοίνωσή της. Η ΕΟΚΕ ζητεί από την Επιτροπή να αναλύσει, από κοινού με τα κράτη μέλη, τους λόγους για τους οποίους δεν επικυρώθηκε η Σύμβαση και να χαράξει ακολούθως σαφή πολιτική επί του θέματος. Προτρέπει επίσης την Επιτροπή να διερευνήσει, από κοινού με τα κράτη μέλη που δεν έχουν ακόμη επικυρώσει τις Συμβάσεις 97 και 143 της ΔΟΕ για τους διακινούμενους εργαζομένους, τις δυνατότητες επικύρωσής τους στο εγγύς μέλλον.

3.2.13

Η Επιτροπή σκοπεύει να υποστηρίξει τις προσπάθειες για τη σύναψη υπερεθνικών συλλογικών συμφωνιών και συνολικών συμφωνιών-πλαίσιο (βλ. κεφάλαιο «Συνεργασία με την κοινωνία των πολιτών και τις επιχειρήσεις»). Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι το θέμα αυτό πρέπει να διερευνηθεί σε στενή συνεργασία με τις συναφείς ομοσπονδίες εργοδοτών και εργαζομένων.

3.2.14

Η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξετάσει, από κοινού με τις εν λόγω οργανώσεις και άλλες συναφείς οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, το θέμα της προώθησης πολιτικών στον τομέα της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης στις χώρες όπου υφίσταται ιδιαίτερα μεγάλο χάσμα μεταξύ της νομοθεσίας και της εφαρμογής του νόμου στην πράξη. Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι η εταιρική κοινωνική ευθύνη είναι συμπληρωματική ως προς τη νομοθεσία και δεν μπορεί να την αντικαταστήσει.

Η ΕΟΚΕ προτρέπει την Επιτροπή να ενθαρρύνει τις επιχειρήσεις να συμπεριλάβουν, στους εθελοντικούς τους κώδικες συμπεριφοράς, ρητές αναφορές στις Κατευθυντήριες Γραμμές του ΟΟΣΑ για τις Πολυεθνικές Επιχειρήσεις και στην Τριμερή Διακήρυξη της ΔΟΕ για τις Πολυεθνικές Επιχειρήσεις και την Κοινωνική Πολιτική.

Βρυξέλλες, 17 Ιανουαρίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Αξιοπρεπής εργασία, Έκθεση του Γενικού Διευθυντή της ΔΟΕ προς την 87η Σύνοδο της Διεθνούς Διάσκεψης Εργασίας, ΔΟΕ, Γενεύη, 1999.

(2)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 9.3.2005 με θέμα «Η κοινωνική διάσταση της παγκοσμιοποίησης — Η συμβολή των πολιτικών της ΕΕ για να υπάρξουν οφέλη για όλους». Εισηγητές: ο κ. Tom Etty και η κα Renate Hornung Draus (ΕΕ C 234 της 22.9.2005).

(3)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 30.6.2004 για τη «Διεθνή σύμβαση για τους διακινούμενους εργαζομένους». Εισηγητής: ο κ. Pariza Castanos (ΕΕ C 302 της 7.12.2004).


27.4.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93/42


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των ειδικών οδηγιών της καθώς και των οδηγιών του Συμβουλίου 83/477/ΕΟΚ, 91/383/ΕΟΚ, 92/29/ΕΟΚ και 94/33/ΕΚ, με σκοπό την απλούστευση και τον εξορθολογισμό των εκθέσεων εφαρμογής»

COM(2006) 390 τελικό — 2006/0127 (COD)

(2007/C 93/10)

Στις 20 Σεπτεμβρίου 2006 και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 19 Δεκεμβρίου 2006, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Thomas Janson.

Κατά την 432η σύνοδο ολομέλειάς της, που πραγματοποιήθηκε στις 17 και 18 Ιανουαρίου 2007 (συνεδρίαση της 17ης Ιανουαρίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 150 ψήφους υπέρ, 1 ψήφο κατά και 6 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εργασία υπάγεται στις αρμοδιότητες της ΕΕ. Η αρμοδιότητα αυτή είναι σημαντική για ένα βιώσιμο ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά και για μια κοινωνική Ευρώπη. Η επιχείρηση δεν θα πρέπει να ανταγωνίζεται με όπλο την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων.

1.2

Σύμφωνα με την πλειονότητα των κοινοτικών οδηγιών σχετικά με την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εργασία τα κράτη μέλη εκπονούν εκθέσεις για την εφαρμογή των οδηγιών. Επίσης, οι ισχύουσες διατάξεις προβλέπουν διαφορετική συχνότητα υποβολής των εθνικών εκθέσεων εφαρμογής στην Επιτροπή (4 ή 5 έτη). Οι διαφορές αυτές θα εναρμονιστούν με την παρούσα πρόταση, η οποία αποσκοπεί επίσης στη βελτίωση και τον εξορθολογισμό του υφιστάμενου πλαισίου, προβλέποντας ενιαία έκθεση για την εφαρμογή των οδηγιών που θα περιλαμβάνει ένα γενικό μέρος με τις βασικές αρχές και τις κοινές πτυχές που ισχύουν σε όλες τις οδηγίες.

1.3

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την πρόταση της Επιτροπής. Οι εθνικές αρχές χρειάστηκαν πολύ χρόνο για την υποβολή των εκθέσεων ενώ η πρόταση συνεπάγεται σαφώς μείωση χρόνου και περιορισμό των δαπανών.

1.4

Με τον συντονισμό της συχνότητας και την ενοποίηση όλων των εκθέσεων σε μία, οι εθνικές αρχές θα μπορούν να διαμορφώνουν καλύτερη εικόνα. Καθίσταται επίσης πιο εύκολο να παρουσιασθεί η σχέση που υπάρχει μεταξύ των διαφόρων κινδύνων για την υγεία τους οποίους επιδιώκει να προλάβει η οδηγία. Η κατάρτιση τακτικών εκθέσεων σχετικά με την εφαρμογή των οδηγιών στον τομέα της προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων αποτελεί σημαντικό μέσο απολογισμού, στο πλαίσιο του οποίου μπορεί να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα των μέτρων που λαμβάνονται και ο αντίκτυπός τους στην ποιότητα της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ΕΟΚΕ φρονεί, συνεπώς, ότι η Επιτροπή έπρεπε να προτείνει να έχουν τα κράτη μέλη την υποχρέωση να διαβουλεύονται με τους εταίρους της αγοράς εργασίας για όλα τα κεφάλαια της έκθεσης πριν αυτή υποβληθεί στην Επιτροπή και να συμπεριλαμβάνονται σ' αυτήν οι απόψεις τους.

1.5

Η πρόταση είχε επίσης ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγαλύτερης διαφάνειας προς όφελος των πολιτών και των ενδιαφερομένων. Με τον τρόπο αυτό η Ευρώπη προσεγγίζει περισσότερο τους πολίτες και ενισχύει τη δημοκρατία.

2.   Αιτιολόγηση της πρότασης

2.1   Περίληψη της ανακοίνωσης της Επιτροπής

2.1.1

Σκοπός της παρούσας πρότασης της Επιτροπής είναι η απλούστευση και ο εξορθολογισμός των διατάξεων των κοινοτικών οδηγιών σχετικά με την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εργασία, οι οποίες προβλέπουν την υποχρέωση για τα κράτη μέλη και την Επιτροπή να εκπονούν εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή τους.

2.1.2

Σύμφωνα με την πλειονότητα των κοινοτικών οδηγιών τα κράτη μέλη εκπονούν εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή τους. Επίσης, οι ισχύουσες διατάξεις προβλέπουν διαφορετική συχνότητα υποβολής των εθνικών εκθέσεων εφαρμογής στην Επιτροπή (4 ή 5 έτη). Οι διαφορές αυτές θα εναρμονιστούν με την παρούσα πρόταση, η οποία αποσκοπεί επίσης στη βελτίωση και τον εξορθολογισμό του υφιστάμενου πλαισίου, προβλέποντας ενιαία έκθεση εφαρμογής που θα περιλαμβάνει ένα γενικό μέρος με τις βασικές αρχές και τις κοινές πτυχές που ισχύουν σε όλες τις οδηγίες και θα συμπληρώνεται από ειδικά κεφάλαια που θα αφορούν τις ιδιαίτερες πτυχές κάθε οδηγίας. Η πρώτη έκθεση καλύπτει την περίοδο 2007 έως και 2012.

2.1.3

Επί του παρόντος, η κατάρτιση από τα κράτη μέλη μιας έκθεσης εφαρμογής, που αποτελεί μία από τις βάσεις για την έκθεση που εκπονεί η Επιτροπή, προβλέπεται από την οδηγία 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1989, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων για την προώθηση της βελτίωσης της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία (1) καθώς και από τις ειδικές οδηγίες (2) κατά την έννοια του άρθρου 16 παράγραφος 1 της οδηγίας αυτής. Και σε τρείς άλλες οδηγίες προβλέπεται η κατάρτιση εκθέσεων. (3)

2.1.4

Η πρόταση της Επιτροπής συνεπάγεται επίσης ότι τρεις άλλες οδηγίες στον τομέα αυτό που δεν προβλέπουν την κατάρτιση έκθεσης εφαρμογής θα συμπεριληφθούν στην υποχρέωση για την υποβολή έκθεσης. Συγκεκριμένα πρόκειται για: την οδηγία 83/477//ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Σεπτεμβρίου 1983, για την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που οφείλονται στην έκθεσή τους στον αμίαντο κατά τη διάρκεια της εργασίας (4), την οδηγία 2000/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 2000, για την προστασία των εργαζομένων από κινδύνους που διατρέχουν λόγω έκθεσής τους σε βιολογικούς παράγοντες κατά την εργασία (έβδομη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) (5) καθώς και την οδηγία 2004/37/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που συνδέονται με την έκθεση σε καρκινογόνους ή μεταλλαξιογόνους παράγοντες κατά την εργασία (έκτη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου) (6).

2.2   Γενικές παρατηρήσεις

2.2.1

Η προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εργασία υπάγεται στις αρμοδιότητες της ΕΕ. Η αρμοδιότητα αυτή είναι σημαντική για ένα βιώσιμο ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά και για μια κοινωνική Ευρώπη. Η επιχείρηση δεν θα πρέπει να ανταγωνίζεται με όπλο την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων.

2.2.2

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την πρόταση της Επιτροπής. Η πρόταση συνεπάγεται σαφώς μείωση χρόνου και περιορισμό των δαπανών. Οι εθνικές αρχές χρειάστηκαν πολύ χρόνο για την υποβολή των εκθέσεων. Λόγω της διαφορετικής συχνότητας υποβολής των εθνικών εκθέσεων εφαρμογής, οι αξιολογήσεις αυτές διεξάγονται σχεδόν συνεχώς, με αποτέλεσμα υπερβολικά υψηλές διοικητικές δαπάνες.

2.2.3

Με τον συντονισμό της συχνότητας και την ενοποίηση όλων των εκθέσεων σε μία, οι εθνικές αρχές θα μπορούν να διαμορφώνουν καλύτερη εικόνα. Καθίσταται επίσης πιο εύκολο να παρουσιασθεί η σχέση που υπάρχει μεταξύ των διαφόρων κινδύνων για την υγεία τους οποίους επιδιώκει να προλάβει η οδηγία. Διάφορα προβλήματα σχετικά με την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων κατά την εργασία συνδέονται μεταξύ τους και η ενιαία έκθεση μπορεί να εκθέσει καλύτερα τις γενικές συνέπειες της οδηγίας. Η κατάρτιση τακτικών εκθέσεων σχετικά με την εφαρμογή των οδηγιών στον τομέα της προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων αποτελεί σημαντικό μέσο απολογισμού, στο πλαίσιο του οποίου μπορεί να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα των μέτρων που λαμβάνονται και ο αντίκτυπός τους στην ποιότητα της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

2.2.4

Η ΕΟΚΕ φρονεί, συνεπώς, ότι η Επιτροπή έπρεπε να προτείνει να έχουν τα κράτη μέλη την υποχρέωση να διαβουλεύονται με τους εταίρους της αγοράς εργασίας για όλα τα κεφάλαια της έκθεσης πριν αυτή υποβληθεί στην Επιτροπή και να συμπεριλαμβάνονται σ' αυτήν οι απόψεις τους.

2.2.5

Η πρόταση είχε επίσης ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μεγαλύτερης διαφάνειας προς όφελος των πολιτών και των ενδιαφερομένων. Με τον τρόπο αυτό η Ευρώπη προσεγγίζει περισσότερο τους πολίτες και ενισχύει τη δημοκρατία.

Βρυξέλλες, 17 Ιανουαρίου 2007

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  ΕΕ L 183 της 29.6.1989, σ. 1.

(2)  Οδηγίες: 89/654/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1989, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας (ΕΕ L 393 της 30.12.1989, σ. 1), 89/655/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1989, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού από τους εργαζομένους κατά την εργασία τους (ΕΕ L 393 της 30.12.1989, σ. 13), 89/656/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 1989, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρήση από τους εργαζόμενους εξοπλισμών ατομικής προστασίας κατά την εργασία (ΕΕ L 393 της 30.12.1989, σ. 18), 90/269/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1990, σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις ασφάλειας και υγείας κατά τη χειρωνακτική διακίνηση φορτίων που συνεπάγεται κινδύνους ιδίως για τη ράχη και την οσφυϊκή χώρα των εργαζομένων (ΕΕ L 156 της 21.6.1990, σ. 9), 90/270/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1990, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας κατά την εργασία σε εξοπλισμό με οθόνη οπτικής απεικόνισης (ΕΕ L 156 της 21.6.1990, σ. 14), 92/57/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1992, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια (ΕΕ L 245 της 26.8.1992, σ. 6), 92/58/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 1992, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τη σήμανση ασφάλειας ή/και υγείας στην εργασία (ΕΕ L 245 της 26.8.1992 σ. 23), 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση τ,ης υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (ΕΕ L 348 της 28.11.1992 σ. 1), 92/91/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Νοεμβρίου 1992, περί των ελαχίστων προδιαγραφών για τη βελτίωση της προστασίας, της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων στις εξορυκτικές διά γεωτρήσεων βιομηχανίες (ΕΕ L 245 της 26.8.1992, σ. 9), 92/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Δεκεμβρίου 1992, περί των ελαχίστων προδιαγραφών της για τη βελτίωση της προστασίας της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων στις υπαίθριες ή υπόγειες εξορυκτικές βιομηχανίες (ΕΕ L 404 της 31.12.1992, σ. 10), 93/103/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1993, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας κατά την εργασία στα αλιευτικά σκάφη (ΕΕ L 307 της 13.12.1993, σ. 1), 98/24/ΕΚ του Συμβουλίου, της 7ης Απριλίου 1998, για την προστασία της υγείας και ασφαλείας των εργαζομένων κατά την εργασία από κινδύνους οφειλόμενους σε χημικούς παράγοντες (ΕΕ L 131 της 5.5.1998, σ. 11), 99/92/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1999, σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για τη βελτίωση της προστασίας της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων οι οποίοι είναι δυνατόν να εκτεθούν σε κίνδυνο από εκρηκτικές ατμόσφαιρες (ΕΕ L 23 της 28.1.2000, σ. 57), 02/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, περί των ελαχίστων προδιαγραφών υγείας και ασφαλείας όσον αφορά την έκθεση των εργαζομένων σε κινδύνους προερχόμενους από φυσικούς παράγοντες (κραδασμοί) (ΕΕ L 177 της 6.7.12002, σ. 13), 03/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 2003, περί των ελάχιστων προδιαγραφών υγείας και ασφάλειας για την έκθεση των εργαζομένων σε κινδύνους προερχόμενους από φυσικούς παράγοντες (θόρυβος) (ΕΕ L 42 της 15.2.2003, σ. 38), 04/40/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, περί των ελάχιστων προδιαγραφών υγείας και ασφάλειας όσον αφορά την έκθεση των εργαζομένων σε κινδύνους προερχόμενους από φυσικούς παράγοντες (ηλεκτρομαγνητικά πεδία) (ΕΕ L 159 της 30.4.2004, σ. 1) και 2006/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2006, περί των ελαχίστων προδιαγραφών υγείας και ασφάλειας όσον αφορά την έκθεση των εργαζομένων σε κινδύνους προερχόμενους από φυσικούς παράγοντες (τεχνητή οπτική ακτινοβολία) (ΕΕ L 114 της 27.4.2006, σ. 38). Τρεις οδηγίες στον τομέα αυτό δεν προβλέπουν την κατάρτιση έκθεσης εφαρμογής και συγκεκριμένα: η οδηγία 83/477//ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Σεπτεμβρίου 1983, για την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που οφείλονται στην έκθεσή τους στον αμίαντο κατά τη διάρκεια της εργασίας, η οδηγία 2000/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 2000, για την προστασία των εργαζομένων από κινδύνους που διατρέχουν λόγω έκθεσής τους σε βιολογικούς παράγοντες κατά την εργασία (έβδομη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) και η οδηγία 2004/37/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που συνδέονται με την έκθεση σε καρκινογόνους ή μεταλλαξιογόνους παράγοντες κατά την εργασία (έκτη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16 παράγραφος 1 της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ του Συμβουλίου).

(3)  Οδηγίες 91/383/ΕΟΚ, της 25ης Ιουνίου 1991, για τη συμπλήρωση των μέτρων που αποσκοπούν στο να προαγάγουν τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σχέση πρόσκαιρης εργασίας (ΕΕ L 206 της 29.7.1991, σ. 19), 92/29/ΕΟΚ, της 31ης Μαρτίου 1992, σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για την προώθηση βελτιωμένης ιατρικής περίθαλψης στα πλοία (ΕΕ L 113 της 30.4.1992, σ. 19) και 94/33/ΕΚ, της 22ας Ιουνίου 1994, για την προστασία των νέων κατά την εργασία (ΕΕ L 216 της 20.81994, σ. 12).

(4)  ΕΕ L 263, 24.9.1983, σ. 25.

(5)  ΕΕ L 262, 17.10.2000, σ. 21.

(6)  ΕΕ L 229, 29.6.2004, σ. 23.


27.4.2007   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 93/45


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την«Ανασκόπηση της πραγματικότητας της ευρωπαϊκής κοινωνίας»

(2007/C 93/11)

Στις 5 Οκτωβρίου 2006 και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Ανασκόπηση της πραγματικότητας της ευρωπαϊκής κοινωνίας

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 19 Δεκεμβρίου 2006, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Olsson.

Κατά την 432η σύνοδο ολομέλειάς της, που πραγματοποιήθηκε στις 17 και 18 Ιανουαρίου 2007 (συνεδρίαση της 18ης Ιανουαρίου 2007), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 153 ψήφους υπέρ, 3 ψήφους κατά και 6 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Εισαγωγή

1.1

Τον Ιούνιο του 2006 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο υπογράμμισε τη σημασία προσέγγισης της κοινωνικής διάστασης με τους πολίτες και χαιρέτισε την πρόθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να εκτιμήσει τις κοινωνικές πραγματικότητες στην ΕΕ. Το Συμβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να υποβάλει ενδιάμεση έκθεση πριν από την εαρινή σύνοδο κορυφής του 2007 (1).

1.2

Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από την ΕΟΚΕ να καταρτίσει διερευνητική γνωμοδότηση σχετικά με το πώς μπορεί «να εξετάσει την πραγματικότητα της κοινωνίας στην Ευρώπη και να δρομολογήσει ένα πρόγραμμα δράσης για πρόσβαση και αλληλεγγύη εκ παραλλήλου και σε συντονισμό με την επανεξέταση της ενιαίας αγοράς». (2) Η παρούσα γνωμοδότηση καλύπτει την πρώτη πτυχή. Μια δεύτερη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ εξετάζει την πρόοδο της ενιαίας αγοράς.

1.3

Η Επιτροπή θεωρεί ότι «Οι ευρωπαϊκές πολιτικές και τα προγράμματα για την αλληλεγγύη πρέπει να προωθούν υψηλότερη ποιότητα ζωής και την κοινωνική συνοχή και να αυξάνουν τις ευκαιρίες για τους πολίτες της Ένωσης, δουλεύοντας επί τόπου με εθνικές, περιφερειακές και άλλες τοπικές αρχές καθώς και με τους κοινωνικούς εταίρους, προωθώντας τον κοινωνικό διάλογο και τη συμμετοχή στην κοινωνία των πολιτών» (3). H Επιτροπή θα προβεί σε ανασκόπηση των κύριων παραγόντων των κοινωνικών μεταβολών, η οποία θα χρησιμεύσει και ως βάση για τη διαμόρφωση της πολιτικής των επόμενων δεκαετιών με σκοπό την επίτευξη νέας συναίνεσης σχετικά με τις κοινωνικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη (4).

1.4

Η εν λόγω πρωτοβουλία αντικατοπτρίζει το ανανεωμένο ενδιαφέρον για τα κοινωνικά ζητήματα στο πιο υψηλό επίπεδο ως συνέπεια της αρνητικής έκβασης στα δημοψηφίσματα στη Γαλλία και στις Κάτω Χώρες. Η βρετανική Προεδρία, τον Οκτώβριο του 2005, κάλεσε τα κράτη μέλη σε μια ειδική σύνοδο κορυφής (Hampton Court) η οποία ήταν αφιερωμένη στο ευρωπαϊκό κοινωνικό πρότυπο. Ο γερμανός και ο αυστριακός καγκελάριος πρότειναν να συμπεριληφθεί ένα «κοινωνικό κεφάλαιο »σε μια αναδιατυπωμένη Συνταγματική Συνθήκη.

1.5

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την έκθεση παρακολούθησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η ΕΟΚΕ εκτιμά τις προθέσεις της Επιτροπής και σημειώνει ότι η ανασκόπηση της πραγματικότητας της ευρωπαϊκής κοινωνίας αποτελεί ευρύτερη προσέγγιση από την συνήθη εξέταση των κοινωνικών ζητημάτων. Η ανασκόπηση μπορεί να αποτελέσει σημαντικό εργαλείο για να προσεγγίσει η ΕΕ τους πολίτες και να ανταποκριθεί στις προσδοκίες σχετικά με το τι πρέπει να αποφέρουν οι ευρωπαϊκές πολιτικές. Η γνωμοδότηση πρωτοβουλίας μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως τρόπος εξεύρεσης μιας μέσης λύσης μεταξύ της κοινωνικής και οικονομικής διάστασης της ΕΕ.

1.6

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι μια διαδικασία ανασκόπησης πρέπει να είναι ακριβής όσον αφορά τους στόχους της και τον τρόπο με τον οποίο θα εκτυλιχθεί σε βάθος χρόνου. Προκειμένου να είναι χρήσιμη και να μην αποτελέσει μόνο ακαδημαϊκή άσκηση, πρέπει επίσης να προσφέρει προστιθέμενη αξία και να είναι συνεκτική με άλλες ευρωπαϊκές πολιτικές, δράσεις και συζητήσεις που αφορούν κοινωνικές πραγματικότητες. Η ανασκόπηση πρέπει επομένως να έχει σαφή σύνδεση με τη στρατηγική της Λισαβόνας και την κοινωνική ατζέντα και πρέπει να αξιολογήσει τα μέσα της κοινωνικής πολιτικής της ΕΕ και την εφαρμογή τους. Πρέπει να διατεθεί επαρκής χρόνος για την ανασκόπηση προκειμένου να συμπεριλάβει ουσιαστικά την οργανωμένη κοινωνία πολιτών σε όλα τα επίπεδα.

1.7

Η παρούσα γνωμοδότηση είναι μια πρώτη συμβολή της ΕΟΚΕ και θα ακολουθηθεί από άλλες δραστηριότητες κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ανασκόπησης.

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1

Οι πραγματικότητες της ευρωπαϊκής κοινωνίας έχουν ήδη καταγραφεί αναλυτικά από διάφορους μελετητές, ιδρύματα και οργανισμούς (5). Επίσης, έχουν αποτελέσει αντικείμενο ανασκόπησης σε διάφορες γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ για να χρησιμεύσουν ως βάση για συμπεράσματα και συστάσεις.

Είναι σημαντικό να υπογραμμιστούν οι θετικές πτυχές της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης στην Ευρώπη που είναι οι σημαντικότεροι παράγοντες που διαμορφώνουν τις σημερινές κοινωνικές πραγματικότητες: παγκόσμια αναγνωρισμένη ποιότητα διαβίωσης, αυξανόμενη μακροζωία, νέες οικονομικές ευκαιρίες, κοινωνική κινητικότητα, καλύτερες συνθήκες εργασίας και υψηλά επίπεδα εκπαίδευσης και κοινωνικής ευημερίας. Η λαμπρή τριακονταετία που αποκαλείται και «Trente Glorieuses», σε ένα πλαίσιο πλήρους απασχόλησης και συνολικής κοινωνικής προστασίας, ευνόησε τη διαμόρφωση ενός σχετικά ομοιογενούς κράτους κοινωνικής πρόνοιας στην Ευρώπη, στηρίζοντας την οικονομική ανάπτυξη.

2.2

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι εκείνες οι θετικές πτυχές συνδέονται στενά με ένα αλληλοενισχυόμενο μίγμα οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής και πολιτικής για την απασχόληση. Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι η κοινωνική πολιτική πρέπει να εκλαμβάνεται ότι ευνοεί την παραγωγικότητα.

2.3

Εντούτοις, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η ευρωπαϊκή κοινωνία αντιμετωπίζει βαθιές κοινωνικές αλλαγές: η απασχόληση και η αγορά εργασίας υφίστανται σημαντικούς μετασχηματισμούς που θα οδηγήσουν σε ταχέως μεταβαλλόμενες κοινωνικές πραγματικότητες για τους εργαζόμενους. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει πρωτοφανή δημογραφική αλλαγή. Οι αιτίες της υπογεννητικότητας πρέπει να εξεταστούν και να αναλυθούν πιο λεπτομερώς. Οι εμπειρίες σε ορισμένα κράτη μέλη καταδεικνύουν ότι μια καλά μελετημένη πολιτική, η οποία καθιστά δυνατό το συνδυασμό οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής μέσω της παροχής υπηρεσιών πλήρους παιδικής μέριμνας που λειτουργούν σωστά και μέσω δράσεων για την αύξηση των ποσοστών απασχόλησης των γυναικών, μπορεί να συμβάλλει στην αύξηση της γεννητικότητας. Η μετανάστευση θα είναι επίσης ένας ολοένα και πιο σημαντικός παράγοντας για την ανόρθωση της τάσης μείωσης του πληθυσμού. Η ενσωμάτωση των μεταναστών και των εθνικών μειονοτήτων αποτελεί σημαντική πρόκληση.

2.4

Οι κοινωνικοοικονομικές αλλαγές που αντικατοπτρίζουν τη μετάβαση σε μια παγκοσμιοποιημένη, μεταβιομηχανική και γηράσκουσα κοινωνία προσφέρουν νέες ευκαιρίες αλλά και νέους κοινωνικούς κινδύνους. Θα επηρεαστούν μεγαλύτερα στρώματα του πληθυσμού από ό,τι πριν. Υπονομεύεται η ικανότητα του κράτους κοινωνικής πρόνοιας να εγγυάται την ευημερία όλων των πολιτών του μέσω πολιτικών υπέρ της επαρκούς και βιώσιμης απασχόλησης και της κοινωνικής προστασίας. Εξακολουθεί να υπάρχει φτώχεια, η οποία συνδέεται κυρίως με τους διαρκείς κινδύνους του κοινωνικού αποκλεισμού και της αβεβαιότητας, φαινόμενα που πλήττουν πρωτίστως τις γυναίκες, τους μετανάστες, τους νέους και τους ανειδίκευτους. Η φτώχεια αυξάνεται σε ορισμένες ζώνες όπου η ανεργία παραμένει υψηλή. Η γρήγορη μετάβαση στην οικονομία της γνώσης καθιστά ξεπερασμένες τις δεξιότητες και λιγότερο σταθερές τις επαγγελματικές σταδιοδρομίες. Η ευελιξία πρέπει να συνδυάζεται με νέες μορφές κοινωνικής προστασίας καθώς επίσης και με μια ενεργή πολιτική απασχόλησης και δια βίου μάθησης, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο κίνδυνος αβεβαιότητας που αυτή ενδεχομένως συνεπάγεται.

2.5

Οι νέες οικογενειακές δομές, ο τρόπος ζωής, τα πολιτιστικά σχήματα, οι δημογραφικές μεταβολές, η συγκέντρωση πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα, η αυξανόμενη κινητικότητα, η αυξημένη πρόσβαση στην πληροφόρηση, τα καταναλωτικά πρότυπα και η ατομική συμπεριφορά είναι επίσης παράγοντες που μετασχηματίζουν την κοινωνία· πολύ σύντομα, και οι περιβαλλοντικές και κλιματολογικές αλλαγές θα έχουν επιπτώσεις στους πολίτες και την κοινωνία. Θα πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη η κοινή γνώμη και στάσεις.

2.6

Η γενική οικονομική και κοινωνική πρόοδος στην Ευρώπη συχνά συγκαλύπτει την ποικιλομορφία και την ανισότητα των υφιστάμενων κοινωνικών πραγματικοτήτων σε όλα τα επίπεδα. Ωστόσο, σε τελική ανάλυση, εκείνο που έχει σημασία είναι η κοινωνική πραγματικότητα στη βάση και η ποιότητα της ζωής κάθε ατόμου. Η ανασκόπηση των κοινωνικών πραγματικοτήτων πρέπει επομένως να αρχίσει στο βασικό επίπεδο της κοινωνίας.

2.7

Η ποικιλομορφία έχει αυξηθεί σημαντικά με τις δύο πρόσφατες διευρύνσεις. Κάθε προηγούμενη διεύρυνση ωθούσε την Ευρωπαϊκή Ένωση να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές πραγματικότητες προκειμένου να προετοιμάσει το έδαφος για μια ομαλότερη ενταξιακή πορεία. Πολλές κοινωνικές πολιτικές προτεραιότητες της ΕΕ μπορούν να εξεταστούν στο πλαίσιο αυτό, παραδείγματος χάριν η κοινωνική ασφάλιση για τους διακινούμενους εργαζομένους, η κοινωνική συνοχή, ο κοινωνικός διάλογος, η πολιτική για την απασχόληση και την ισότητα των φύλων.

Η διεύρυνση συνεπάγεται μεγάλες προκλήσεις τόσο για την συνοχή της ΕΕ όσο και για την επίτευξη ορισμένων στόχων της στρατηγικής της Λισαβόνας, ιδιαίτερα στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής και της πολιτικής απασχόλησης. Η έκθεση Kok που καταρτίστηκε στο πλαίσιο της ενδιάμεσης ανασκόπησης της προόδου της στρατηγικής της Λισαβόνας το αναφέρει σαφώς: η διεύρυνση έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία εντάσεων στο εσωτερικό της ΕΕ και «αν δεν υπάρξει κάποια προοπτική σύγκλισης, αυτές οι εντάσεις θα αυξηθούν». Κατά τα προσεχή χρόνια, η πολιτική ένταξης πρέπει να εστιαστεί ακόμη περισσότερο στην εμβάθυνση των κοινωνικών προβλημάτων της Ένωσης. Για το σκοπό αυτό, η ΕΕ χρειάζεται, μεταξύ άλλων, ένα μακροοικονομικό πλαίσιο το οποίο να συμβάλλει στην προώθηση της ανάπτυξης και της απασχόλησης..

Η ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν έντονες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες μεταξύ των κρατών μελών. Θεωρεί ότι η διεύρυνση δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως κίνδυνος υποβιβασμού της κοινωνικής διάστασης, αλλά ως ευκαιρία για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας όχι μόνο στα νέα κράτη μέλη αλλά σε όλη την Ευρώπη, εφόσον στηρίζεται από μια περισσότερο στοχευμένη ευρωπαϊκή πολιτική.

2.8

Η ανασκόπηση μπορεί να θεωρηθεί ένα σημαντικό βήμα για τη διαμόρφωση ενός μελλοντικού ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου με βάση την πρόταση που είχε διατυπωθεί σε πρόσφατη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ (6): ένα δυναμικό πρότυπο που να ανταποκρίνεται στις νέες προκλήσεις και να περιλαμβάνει την έννοια της δημοκρατικής, φιλοπεριβαλλοντικής, ανταγωνιστικής, αλληλέγγυας ευημερίας που ενσωματώνει κοινωνικά όλους τους πολίτες.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

3.1

Όπως προαναφέρθηκε, η ΕΟΚΕ έχει προβεί σε ανασκόπηση των πραγματικοτήτων της ευρωπαϊκής κοινωνίας σε όλους σχεδόν τους κοινωνικούς τομείς, τόσο ανταποκρινόμενη σε αιτήσεις γνωμοδότησης της Επιτροπής, όσο και καταρτίζοντας γνωμοδοτήσεις πρωτοβουλίας και διερευνητικές.

3.2

Πρόσφατες γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ αφορούν για παράδειγμα τα εξής θέματα: ιθαγένεια, απασχόληση, συνθήκες εργασίας, διά βίου μάθηση, κοινωνική και εδαφική συνοχή, κοινωνική προστασία, κοινωνικός αποκλεισμός, άτομα με αναπηρίες, ζητήματα ισότητας των φύλων, νεολαία, δικαιώματα του παιδιού, γήρανση, μετανάστευση και ενσωμάτωση, περιβάλλον και βιώσιμη ανάπτυξη, διατροφική ασφάλεια και προστασία των καταναλωτών, επικοινωνίες και μεταφορές, τουρισμός, κοινωφελείς υπηρεσίες, δημόσια υγεία, παχυσαρκία και κοινωνικές επιπτώσεις των κλιματικών αλλαγών, καθώς και μια πιο περιεκτική στρατηγική της Λισαβόνας.

Ορισμένες από τις διερευνητικές γνωμοδοτήσεις και τις γνωμοδοτήσεις πρωτοβουλίας που καταρτίσθηκαν κατά την τελευταία περίοδο θα είναι πολύ χρήσιμες για την ανασκόπηση (7). Επί του παρόντος, υπάρχουν γνωμοδοτήσεις υπό επεξεργασία που θα τροφοδοτήσουν τη διαδικασία.

3.3

Προκειμένου να αξιολογηθούν οι ειδικές και οι γενικές κοινωνικές πραγματικότητες, καθώς και για να μετρηθεί η αποδοτικότητα των πολιτικών μέτρων, η ΕΕ πρέπει να διαθέτει δείκτες που να παρέχουν μια αρκετά λεπτομερή και ακριβή εικόνα. Προκειμένου να αναπτυχθεί μία «απόδοση ευημερίας», προτάθηκαν από την ΕΟΚΕ συγκριτικές μετρήσεις επιδόσεων και πιο αξιόπιστοι και ποιοτικοί δείκτες (8) και τούτοι θα πρέπει να συμπεριληφθούν στη διαδικασία ανασκόπησης. Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει το αίτημά της ώστε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να κληθούν να συμμετάσχουν στη διαμόρφωση και την αξιολόγηση των δεικτών (9).

3.4

Η ΕΟΚΕ σημειώνει την έλλειψη στατιστικών για την αγορά εργασίας και τη μετανάστευση, καθώς και την ανάγκη πιο περιεκτικών δεδομένων όσον αφορά την προοπτική του φύλου και της φτώχειας. Επομένως, η ΕΟΚΕ προτείνει να ανατεθεί στην EUROSTAT η εν λόγω αποστολή και να της διατεθούν οι ανάλογοι πόροι για να καταρτίσει τις στατιστικές αυτές που να απεικονίζουν ακριβώς τις κοινωνικές τάσεις στην κοινωνία, στατιστικές που θα συμπληρώνονται από μια ποιοτικότερη ανάλυση από το Ίδρυμα του Δουβλίνου.

4.   Μια νέα συναίνεση για τις κοινωνικές προκλήσεις που απασχολούν την Ευρώπη — γενικές γραμμές

Η απαραίτητη συμμετοχή της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών

4.1

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι μια ανασκόπηση των κοινωνικών πραγματικοτήτων με σκοπό την οικοδόμηση μιας νέας συναίνεσης θα πρέπει να βασιστεί σε μια διαδικασία που να συμπεριλαμβάνει την οργανωμένη κοινωνία των πολιτών σε όλα τα επίπεδα σε μια προσέγγιση από τη βάση προς την κορυφή. Θα πρέπει να προβλεφθεί επαρκής χρόνος για την υλοποίηση της διαδικασίας ανασκόπησης, ώστε να προσεγγισθούν ουσιαστικά οι πολίτες και οι οργανώσεις τους. Στην αντίθετη περίπτωση, υπάρχει κίνδυνος να αποτελείται μόνο από επιφανειακές διαβουλεύσεις υψηλού επιπέδου μεταξύ εμπειρογνωμόνων.

4.2

Δεδομένου ότι η ανασκόπηση των κοινωνικών πραγματικοτήτων πρέπει να γίνει στο χαμηλότερο δυνατό επίπεδο, αναδεικνύεται ένας σημαντικός ρόλος για τους κοινωνικούς εταίρους και άλλους ενδιαφερόμενους φορείς, σε συνεργασία με τις τοπικές αρχές, και συνίσταται στον εντοπισμό και την έκφραση των αναδυόμενων κοινωνικών αναγκών και προβλημάτων. Η κοινή εμπειρία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να κινητοποιήσει επιχειρήσεις και πολίτες σε τοπικές δράσεις και να εξυπηρετήσει μια συστηματικότερη ανασκόπηση που θα πραγματοποιηθεί σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.

4.3

Προκειμένου να προωθηθούν τόσο μια προσέγγιση από τη βάση στην κορυφή όσο και κατάλληλες «μέθοδοι», η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή οφείλει να στηρίξει οικονομικά την διοργάνωση της ανασκόπησης σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο και να παράσχει υλικοτεχνική βοήθεια προκειμένου να ξεκινήσει η διαδικασία ανασκόπησης. Είναι επίσης σημαντικό να αναπτυχθούν νέες μέθοδοι και να μεταφερθεί η ορθή πρακτική σχετικά με τον τρόπο συμπερίληψης όλων των συμμετεχόντων.

4.4

Μια προσέγγιση της ανασκόπησης των κοινωνικών πραγματικοτήτων του τύπου «από τη βάση στην κορυφή »πρέπει να καθοριστεί από τους ίδιους τους συμμετέχοντες. Δεν μπορεί να υπάρξει κανένας περιορισμός στη συζήτηση. Εντούτοις, συμφωνώντας με την Επιτροπή, η ΕΟΚΕ συστήνει να εξετασθούν ορισμένα εγκάρσια ζητήματα, όπως ίσες ευκαιρίες και αποφυγή διακρίσεων, κοινωνικά δικαιώματα και πρόσβαση στις κοινωφελείς υπηρεσίες, καθώς και σχέσεις οικονομικών και κοινωνικών διαστάσεων (10).

4.5

Οι εθνικές κυβερνήσεις πρέπει να αντιμετωπίσουν σοβαρά τη διαδικασία και να αφήσουν την ανασκόπηση και την τροφοδότηση των συμπερασμάτων της στα εθνικά προγράμματα μεταρρύθμισης της στρατηγικής της Λισαβόνας και άλλων πολιτικών.

4.6

Η ΕΟΚΕ μπορεί να διαδραματίσει ενεργό ρόλο σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο μέσω των μελών της και των οργανώσεων που εκπροσωπεί. Επίσης, πρέπει να κινητοποιηθούν τα οικονομικά και κοινωνικά συμβούλια, στις χώρες όπου τούτα υπάρχουν, ή άλλες ανάλογες οργανώσεις.

4.7

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η ΕΟΚΕ μπορεί να οργανώσει ένα φόρουμ ενδιαφερομένων μερών σε συνεργασία με την Επιτροπή, τόσο στην έναρξη της διαδικασίας προκειμένου να διαμορφώσει ένα φύλλο πορείας με δράσεις, όσο και μια παρακολούθηση στο τέλος της διαδικασίας. Η Επιτροπή προτείνει να συμμετάσχει η Ομάδα Συνδέσμου (11) στις δραστηριότητές της σε αυτόν τον τομέα.

5.   Ένα νέο πρόγραμμα κοινωνικής δράσης

5.1

Η ανασκόπηση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς ταυτόχρονα να εξετασθούν οι διαφορετικές μέθοδοι και τα όργανα κοινωνικής πολιτικής της ΕΕ και η αποτελεσματικότητά τους στην αντιμετώπιση των νέων κοινωνικών προκλήσεων. Πρέπει να εξευρεθεί η κατάλληλη ισορροπία μεταξύ της οριοθέτησης και της συμπληρωματικότητας της αρμοδιότητας μεταξύ ΕΕ και κρατών μελών και της χρήσης των ευρωπαϊκών νομοθετικών πράξεων και της ανοικτής μεθόδου συντονισμού (ΑΜΣ). Συγχρόνως, η εφαρμογή του υφιστάμενου κοινοτικού κεκτημένου είναι απαραίτητη.

5.2

Τα υφιστάμενα μέσα της ΕΕ πρέπει να αναλυθούν προκειμένου να καθοριστεί η αποδοτικότητά τους, ακόμη και στο πλαίσιο του σεναρίου της διάβρωσης των κοινωνικών πολιτικών της ΕΕ και του κοινωνικού κεκτημένου. Η Φινλανδική Προεδρία διοργάνωσε το Νοέμβριο 2006, διάσκεψη με θέμα «Ο εξευρωπαϊσμός της κοινωνικής προστασίας», όπου ένα από τα συμπεράσματα ήταν ότι η ευρωπαϊκή διάσταση της κοινωνικής πολιτικής πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω και να συμπεριλάβει την καλύτερη χρήση της ανοικτής μεθόδου συντονισμού (ΑΜΣ).

5.3

Ερωτήματα σχετικά με την αποδοτικότητα της ΑΜΣ συνεχίζουν να υφίστανται, δεδομένου ότι δεν υπάρχει πραγματική δέσμευση από πολλές κυβερνήσεις. Μέσω της διαδικασίας ανασκόπησης πρέπει να αναλυθούν οι τρόποι ενίσχυσης της ΑΜΣ, προκειμένου να μπορέσει να διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην επίτευξη των στόχων της στρατηγικής της Λισαβόνας.

5.4

Η ποικιλομορφία και οι εθνικές προτεραιότητες περιορίζουν τα περιθώρια για την διαμόρφωση κοινωνικής νομοθεσίας σε επίπεδο ΕΕ. Εντούτοις, τα συμπεράσματα της διαδικασίας ανασκόπησης πρέπει να αξιολογηθούν σε συνάρτηση με την ανάγκη για εισαγωγή, τροποποίηση ή απλούστευση της νομοθεσίας. Συγκεκριμένες νομοθετικές δράσεις μπορεί να κρίνονται απαραίτητες στην περίπτωση που οι υπερβολικές διαφορές αποτελούν φραγμό στις οικονομικές επιδόσεις και γίνονται πηγή εντάσεων μεταξύ των κρατών μελών.

5.5

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει το συγκεκριμένο και σημαντικό ρόλο του κοινωνικού διαλόγου σε όλα τα επίπεδα τόσο κατά την ανασκόπηση των κοινωνικών πραγματικοτήτων όσο και κατά την ανάληψη πρωτοβουλιών για την εξεύρεση κοινών λύσεων στις προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπισθούν. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, πρέπει να αξιοποιηθεί πλήρως ο κοινωνικός διάλογος που βασίζεται στη Συνθήκη. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει το τριετές πρόγραμμα των ευρωπαϊκών κοινωνικών εταίρων και εκφράζει την ικανοποίησή της για το ό,τι η ΕΕ στηρίζει τον κοινωνικό διάλογο στα νέα κράτη μέλη.

5.6

Πρέπει να ενισχυθεί η συμμετοχή άλλων αντιπροσωπευτικών οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών στη διαμόρφωση της πολιτικής. Αυτές οι οργανώσεις είναι ενεργές σε όλους τους κοινωνιακούς τομείς και σε όλα τα επίπεδα, προκειμένου οι πολίτες να έχουν ένα μέσο έκφρασης και να κινητοποιούνται συλλογικά με σκοπό τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης. Ο ρόλος τους τόσο στην ανασκόπηση όσο και στη διακυβέρνηση των κοινωνικών πολιτικών πρέπει να αναγνωριστεί. Επιπλέον, χρειάζεται να προωθηθεί καλύτερα ο ρόλος της κοινωνικής οικονομίας όσον αφορά την οργάνωση της παραγωγής και των υπηρεσιών με τρόπο που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των πολιτών και να βελτιώνουν τις συνθήκες διαβίωσής τους.

5.7

Κατά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανασκόπησης, η ΕΟΚΕ προτείνει να οργανώσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μια «σύνοδο κορυφής των πολιτών »που θα έχει ως αντικείμενο τις κοινωνικές πραγματικότητες και στην οποία θα συμμετέχουν όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η Επιτροπή κατέχει αποφασιστικό ρόλο στον προσδιορισμό εκείνων των κοινωνικών πραγματικοτήτων που μπορούν να αντιμετωπιστούν καλύτερα σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η οργανωμένη κοινωνία των πολιτών, τα εθνικά κοινοβούλια και οι περιφερειακές αρχές πρέπει να κληθούν να διατυπώσουν τις προτάσεις τους. Ως συνέχεια, η ΕΟΚΕ προτείνει να διοργανωθεί ένα δεύτερο ειδικό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αφιερωμένο στο ευρωπαϊκό κοινωνικό πρότυπο (Hampton Court 2).

5.8

Προκειμένου να οικοδομηθεί η βάση μιας νέας συναίνεσης όσον αφορά τις κοινωνικές προκλήσεις που απασχολούν την Ευρώπη, χρειάζεται να διατυπωθεί ένα νέο «πρόγραμμα κοινωνικής δράσης »το οποίο να λαμβάνει υπόψη τόσο τις οικονομικές πραγματικότητες όσο και τις κοινωνικές προσδοκίες. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η εισαγωγή της στρατηγικής ενιαίας αγοράς του «1992 »στη δεκαετία του '80 συνοδεύθηκε από ένα τέτοιο πρόγραμμα και η Επιτροπή αναζητά τώρα μια «κοινωνική διάσταση σε παράλληλη και στενή συνεργασία με την αναθεώρηση της ενιαίας αγοράς».

5.9

Το πρόγραμμα χρειάζεται να βασιστεί απαραίτητα στις κοινές αξίες, σε μια ισχυρή επιβεβαίωση του συνδέσμου μεταξύ κοινωνικής και οικονομικής προόδου και σε έναν (επανα)προσδιορισμό του δεσμού της ευρωπαϊκής κοινωνίας που ενώνει τόσο τους πολίτες, όσο και τα κράτη μέλη δημιουργώντας ένα υψηλό επίπεδο κοινωνικού κεφαλαίου. Το πρόγραμμα πρέπει να συνοδεύεται από μια ακριβή και συγκεκριμένη ατζέντα που να συγκεντρώνει τους διάφορους φορείς, να εξετάζει την αποτελεσματική χρήση των υφιστάμενων κοινοτικών μέσων, να είναι σε θέση να αντιμετωπίζει τις κοινωνικές ανάγκες και προσδοκίες σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, σε ένα περιβάλλον παγκοσμιοποίησης και στο ευρύτερο πλαίσιο του ευρωπαϊκού κοινωνικού κεκτημένου.

Βρυξέλλες, 18 Ιανουαρίου 2007.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Δημήτρης ΔΗΜΗΤΡΙΆΔΗΣ


(1)  Σημείο 21 των Συμπερασμάτων του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Ιουνίου 2006.

(2)  Επιστολή της 5ης Οκτωβρίου 2006 εκ μέρους της κ. Margot Wallstrφm, Αντιπρόεδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

(3)  Βλ. επιστολή της Αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κας Wallstrφm, και COM(2006) 211 τελικό«Μια ημερήσια διάταξη πολιτών για της Ευρώπη», σελίδες 4-5.

(4)  Βλ. το πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής COM(2006) 629 τελικό.

(5)  Το Γραφείο Συμβούλων της ευρωπαϊκής πολιτικής — ομάδα προβληματισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής — θα δημοσιεύσει προσεχώς σχετικό έγγραφο βάσης

(6)  Βλ. Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 6.7.2006 σχετικά με την «Κοινωνική συνοχή: να δοθεί περιεχόμενο σ' ένα ευρωπαϊκό πρότυπο», εισηγητής: ο κ. Ehnmark,

(7)  Βλέπε τις παρακάτω γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ:

Της 29.9.2005 με θέμα «Οι γυναίκες και η φτώχεια στην Ευρώπη», εισηγήτρια: η κ. King (ΕΕ C 24, 31.1.2006),

Της 16.12.2004 με θέμα «Σχέσεις μεταξύ των γενεών», εισηγητής: ο κ. Bloch-Lainι (ΕΕ C 157, 28.6.2005),

Της 13.9.2006 με θέμα «Μετανάστευση / ένταξη: συνεργασία περιφερειακών και τοπικών αρχών και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών», εισηγητής: ο κ. Pariza Castaños, ΕΕ C 318, 23.12.2006,

Της 13.9.2006 με θέμα «Η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στην καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας», εισηγητές: οι κκ. Rodriguez Garcia Caro, Pariza Castanos, Cabra de Luna, ΕΕ C 318, 23.12.2006,

Της 14.9.2006 με θέμα «H ευρωπαϊκή ιθαγένεια και τρόποι με τους οποίους θα μπορούσε να προβληθεί και να έχει αντίκρισμα στην πραγματικότητα», εισηγητής: ο κ. Vever ΕΕ C 318, 23.12.2006,

Της 9.2.2005 με θέμα «Πολιτική απασχόλησης: ο ρόλος της ΕΟΚΕ μετά τη διεύρυνση στο πλαίσιο της διαδικασίας της Λισσαβώνας», εισηγητής: ο κ. Greif (ΕΕ C 221, 8.9.2005),

Της 7.6.2004 με θέμα «Βιομηχανικές μεταλλαγές και οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή», εισηγητής: ο κ. Leiriao και συνεισηγητής: ο κ. Cuι,

Της 14.7.2005 με θέμα «Η έκταση και οι επιπτώσεις της μετεγκατάστασης», εισηγητής: ο κ. Rodriguez Garcia Caro και συνεισ.ηγητής: ο κ. Nusser, ΕΕ C 294, 25.11.2005,

Της 17.5.2006 με θέμα «Ευελιξία με ασφάλεια (Flexicurity) η περίπτωση της Δανίας», εισηγήτρια: η κ. Vium, ΕΕ C 195, 18.8.2006,

Της 31.3.2004 με θέμα «Κοινωνική διάσταση του πολιτισμού», εισηγητής: ο κ. Le Scornet (ΕΕ C 112, 30.4.2004),

Της 16.3.2006 με θέμα «Ενδοοικογενειακή βία σε βάρος γυναικών», εισηγήτρια: η κ. Heinisch (ΕΕ C 110, 9.5.2006),

Της 14.9.2006 με θέμα «Η αντιμετώπιση των προκλήσεων της αλλαγής του κλίματος — Ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών», εισηγητής: ο κ. Ehnmark, ΕΕ C 318, 23.12.2006.

(8)  Βλ. γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 13.7.2005 σχετικά με την «Ανακοίνωση της Επιτροπής — Η Ατζέντα κοινωνικής πολιτικής», εισηγήτρια: η κ. Engelen-Kefer (ΕΕ C 294, 25.11.2005).

(9)  Βλ. γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ σχετικά με τους κοινωνικούς δείκτες (γνωμοδότηση πρωτοβουλίας), εισηγήτρια: η κ. Giacomina Cassina (OJ C221, 19.9.2002).

(10)  Η διαδικασία ανασκόπησης θα πραγματοποιηθεί κατά τη διάρκεια του 2007, το Ευρωπαϊκό έτος για τις ίσες ευκαιρίες.

(11)  Η Ομάδα Συνδέσμου με τις ευρωπαϊκές οργανώσεις και τα δίκτυα της κοινωνίας των πολιτών είναι ένας φορέας σύνδεσης και μια δομή για τον πολιτικό διάλογο μεταξύ ΕΟΚΕ και αυτών των οργανώσεων και δικτύων.