ISSN 1725-2415

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 309

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

49ό έτος
16 Δεκεμβρίου 2006


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

II   Προπαρασκευαστικές πράξεις

 

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

 

428η σύνοδος ολομέλειας της 5ης και 6ης Ιουλίου 2006

2006/C 309/1

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Ρύθμιση του ανταγωνισμού και καταναλωτές

1

2006/C 309/2

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβώνας — Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Περισσότερη έρευνα και καινοτομία/επενδύσεις για την ανάπτυξη και την απασχόληση: Μια κοινή προσέγγισηCOM(2005) 488 τελικό

10

2006/C 309/3

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα φάρμακα προηγμένων θεραπειών και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/83/EΚ και του κανονισμού (EΚ) αριθ. 726/2004[COM(2005) 567 τελικό 2005/0227 (COD)]

15

2006/C 309/4

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών — Εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβόνας: Στρατηγική για την απλούστευση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος COM(2005) 535 τελικό

18

2006/C 309/5

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα (Εκσυγχρονισμένος Τελωνειακός Κώδικας) COM(2005) 608 τελικό — 2005/0246 (COD)

22

2006/C 309/6

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Λευκή Βίβλος — Πολιτική για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες 2005-2010 COM(2005) 629 τελικό

26

2006/C 309/7

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για την έγκριση της προσχώρησης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στην Πράξη της Γενεύης του διακανονισμού της Χάγης για τη διεθνή καταχώριση των βιομηχανικών σχεδίων και υποδειγμάτων, η οποία εγκρίθηκε στη Γενεύη στις 2 Ιουλίου 1999COM(2005) 687 τελικό — 2005/0273 (CNS) και την — Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 6/2002 και (ΕΚ) αριθ. 40/94 ώστε να τεθεί σε ισχύ η προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στην Πράξη της Γενεύης του διακανονισμού της Χάγης για τη διεθνή καταχώριση των βιομηχανικών σχεδίων και υποδειγμάτων COM(2005) 689 τελικό — 2005/0274 (CNS)

33

2006/C 309/8

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με τον οποίο καθορίζονται οι κανόνες συμμετοχής επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων στις δράσεις που αναλαμβάνονται βάσει του έβδομου προγράμματος πλαισίου και οι κανόνες διάδοσης των ερευνητικών αποτελεσμάτων (2007-2013)COM (2005) 705 τελικό — 2005/0277 (COD)

35

2006/C 309/9

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση κανονισμού (Ευρατόμ) του Συμβουλίου με τον οποίο καθορίζονται οι κανόνες συμμετοχής επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων στις δράσεις που αναλαμβάνονται βάσει του έβδομου προγράμματος πλαισίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και οι κανόνες διάδοσης των ερευνητικών αποτελεσμάτων (2007-2011)COM(2006) 42 τελικό — 2006/0014 (CNS)

41

2006/C 309/0

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου που καταργεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 για τον καθορισμό του τρόπου εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης στις θαλάσσιες μεταφορές και τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003 όσον αφορά την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του ώστε να συμπεριλάβει τις ενδομεταφορές και τις διεθνείς μεταφορές με ελεύθερα φορτηγά πλοίαCOM(2005) 651 τελικό/2 — 2005/0264 (CNS)

46

2006/C 309/1

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Ασφάλεια των αεροπορικών μεταφορών

51

2006/C 309/2

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα απόβληταCOM COM(2005) 667 τελικό — 2005/0281 (COD)

55

2006/C 309/3

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο — Σχέδιο δράσης 2006-2008 για την απλούστευση και βελτίωση της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής COM(2005) 647 τελικό

60

2006/C 309/4

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών — Θεματική στρατηγική για την αειφόρο χρήση των φυσικών πόρωνCOM (2005) 670 τελικό — [SEC(2005) 1683 + SEC(2005) 1684]

67

2006/C 309/5

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου περί της καταπολεμήσεως της ψείρας του Αγίου ΙωσήφCOM(2006) 123 τελικό — 2006/0040 (CNS)

71

2006/C 309/6

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Οι κίνδυνοι και τα προβλήματα που σχετίζονται με τον εφοδιασμό της ευρωπαϊκής βιομηχανίας με πρώτες ύλες

72

2006/C 309/7

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το ευρωπαϊκό σύστημα ολοκληρωμένων στατιστικών κοινωνικής προστασίας (ESSPROS) COM(2006) 11 τελικό — 2006/0104 (COD)

78

2006/C 309/8

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Οι σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Κοινότητας Εθνών των Άνδεων

81

2006/C 309/9

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με Το μέλλον της Βόρειας Διάστασης

91

2006/C 309/0

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Ευρωπαϊκή πολιτική γειτονίας

96

2006/C 309/1

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (//ΕΚ, Ευρατόμ) COM(2006) 99 τελικό — 2006/0039 (CNS)

103

2006/C 309/2

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την απαλλαγή από τον φόρο προστιθέμενης αξίας και τον ειδικό φόρο κατανάλωσης επί των εμπορευμάτων που εισάγονται από πρόσωπα που ταξιδεύουν από τρίτες χώρες COM(2006) 76 τελικό — 2006/0021 (CNS)

107

2006/C 309/3

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών Εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβώνας: Προώθηση της επιχειρηματικής νοοτροπίας μέσω της εκπαίδευσης και της μάθησης COM(2006) 33 τελικό

110

2006/C 309/4

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Λευκή Βίβλος για μια ευρωπαϊκή πολιτική επικοινωνίαςCOM(2006) 35 τελικό

115

2006/C 309/5

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Κοινωνική συνοχή: να δοθεί περιεχόμενο σ' ένα ευρωπαϊκό πρότυπο

119

2006/C 309/6

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Ο ρόλος των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών κατά την εφαρμογή της κοινοτικής πολιτικής συνοχής και περιφερειακής ανάπτυξης

126

2006/C 309/7

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με τη σύσταση μιας κοινής επιχείρησης για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού συστήματος νέας γενιάς για τη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας (SESAR) COM(2005) 602 τελικό — 2005/0235 (CNS)

133

2006/C 309/8

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής επιτροπής με θέμα: Το μέλλον των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας

135

EL

 


II Προπαρασκευαστικές πράξεις

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

428η σύνοδος ολομέλειας της 5ης και 6ης Ιουλίου 2006

16.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 309/1


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: «Ρύθμιση του ανταγωνισμού και καταναλωτές»

(2006/C 309/01)

Στις 14 Ιουλίου 2005, και σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2, του Εσωτερικού της Κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση, με θέμα «Ρύθμιση του ανταγωνισμού και καταναλωτές»

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 31 Μαΐου 2006, με εισηγήτρια την κα SÁNCHEZ MIGUEL.

Κατά τη 428η σύνοδο ολομέλειάς της, της 5ης και 6ης Ιουλίου 2006 (συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 134 ψήφους υπέρ, καμία ψήφο κατά και 2 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Ο ελεύθερος ανταγωνισμός προϋποθέτει όφελος για όλους εκείνους που συμμετέχουν στην αγορά, και ιδιαίτερα για τους καταναλωτές. Εντούτοις, η παράβαση των νομικών διατάξεων που έχουν θεσπιστεί για τον σκοπό αυτόν, είχε ιδιαίτερη επίπτωση για τους ανταγωνιζόμενους επιχειρηματίες και όντως οι κανόνες έχουν στόχο τις κυρώσεις και περιορίζουν τις οικονομικές επιπτώσεις που έχει η έλλειψη ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρηματιών.

1.2

Στο παρελθόν, οι καταναλωτές δεν διέθεταν κατάλληλα νομικά μέσα που να απορρέουν από τους κανόνες του ανταγωνισμού και να τους παρέχουν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν ή να απαιτούν αποζημίωση για τις ζημίες που προκαλούν στην αγορά οι απαγορευμένες πρακτικές ανταγωνισμού. Μόνον από τη στιγμή που επήλθαν μεγάλες αλλαγές στην εσωτερική αγορά, και ιδιαίτερα από την απελευθέρωση των οικονομικού χαρακτήρα κλάδων κοινής ωφέλειας, άρχισε να συζητιέται η αναγκαιότητα ύπαρξης μηχανισμών που να επιτρέπουν στους καταναλωτές να συμμετέχουν στην πολιτική ανταγωνισμού.

1.3

Το πρώτο βήμα πραγματοποιήθηκε με τον διορισμό ενός μόνιμου υπαλλήλου στη θέση του Συνδέσμου με τους καταναλωτές, στην ΓΔ Ανταγωνισμός, προκειμένου να χρησιμεύει ως δίαυλος μεταξύ αυτής και των οργανώσεων καταναλωτών, για τα ζητήματα ανταγωνισμού σχετικά με τα οποία η γνώμη τους έχει ιδιαίτερη σημασία. Σήμερα, τρία χρόνια αργότερα, η αποτελεσματικότητά του έχει περιοριστεί, επειδή δεν διαθέτει τα κατάλληλα μέσα για να επιτελεί το έργο αυτό.

1.4

Εν τω μεταξύ, στους σημαντικότερους κλάδους που έχουν απελευθερωθεί, έχει σταδιακά προκύψει πραγματικός περιορισμός του ελεύθερου ανταγωνισμού, με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό ορισμένων ανταγωνιστών και το σαφή περιορισμό των οικονομικών δικαιωμάτων των καταναλωτών. Ένας από τους λόγους της αρνητικής αυτής επίδρασης, είναι η εθνική διάσταση που υιοθετήθηκε κατά την απελευθέρωση, εκ μέρους των περισσότερων κρατών μελών, με επιστροφή στον εθνικό προστατευτισμό των επιχειρήσεων. Η Επιτροπή πρέπει να αποκτήσει τα αναγκαία μέσα ώστε να τεθεί τέρμα στις συνέπειες αυτές.

1.5

Το άρθρο 153, παράγραφος 2, της ΣΕΚ παρέχει στην Επιτροπή τη νομική βάση για τη θέσπιση οριζόντιας δράσης προστασίας των καταναλωτών εντός των κοινοτικών πολιτικών και ιδίως της πολιτικής του ανταγωνισμού, ώστε οι διατάξεις εφαρμογής των άρθρων 81 και 82 της ΣΕΚ να καλύπτουν τα συμφέροντα και των καταναλωτών, παράλληλα με εκείνα των ανταγωνιζόμενων επιχειρηματιών, που θίγονται από την παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού. Από την πλευρά τους, τα κράτη μέλη οφείλουν να ορίσουν τον ίδιο αυτόν στόχο για τους εθνικούς τους κανόνες.

1.6

Προς τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να θεσπιστούν δράσεις που θα εξασφαλίζουν την αποκατάσταση των ζημιών που μπορούν να προκύψουν από την υιοθέτηση απαγορευμένων πρακτικών, ειδικά όσον αφορά τα οικονομικά δικαιώματα.

1.7

Επιπλέον, είναι αναγκαίο να ενισχυθούν τα συστήματα ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους καταναλωτές. Εάν η ΓΔ Ανταγωνισμός διατηρήσει τη θέση του Συνδέσμου με τους καταναλωτές, θα πρέπει να του παράσχει τα αναγκαία για την εκπλήρωση του έργου του μέσα, και η ΓΔ Υγεία και Προστασία των καταναλωτών (SANCO) θα πρέπει να μεριμνήσει για τη συμμετοχή των οργανισμών που διαθέτει, προκειμένου να πραγματοποιεί καλύτερη παρέμβαση στα θέματα ανταγωνισμού που σχετίζονται άμεσα με τα συμφέροντα των καταναλωτών. Από αυτή την άποψη, φρονούμε ότι το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού θα μπορούσε να τροποποιήσει τη δράση του, ώστε να λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες και παρατηρήσεις που οι εθνικές ή κοινοτικές οργανώσεις των καταναλωτών επιθυμούν να παράσχουν, προκειμένου να καταστεί αποτελεσματικότερη η πολιτική του ανταγωνισμού στις αγορές και να αναγνωρίζονται τα οικονομικά τους δικαιώματα.

2.   Ο σημερινός προσανατολισμός της ευρωπαϊκής πολιτικής ανταγωνισμού

2.1

Ο ελεύθερος ανταγωνισμός αποτελεί βασική αρχή της οικονομίας της αγοράς και προϋποθέτει την ελεύθερη πρωτοβουλία των οικονομικών φορέων, και γενικά όλων των ιδιωτών που έχουν πρόσβαση σε αυτήν. Η ανάγκη κανόνων που να συμβιβάζουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό στην αγορά με τα δικαιώματα όλων των υποκειμένων που αποτελούν μέρος της, οδήγησε στους κανόνες της Συνθήκης που χρησιμεύουν για τη ρύθμιση του ανταγωνισμού. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εν μέσω εποχής απελευθερώσεων, εξεδήλωσε (1) την ανάγκη ύπαρξης ισορροπίας ανάμεσα στα συμφέροντα των επιχειρήσεων και των καταναλωτών, λαμβάνοντας υπόψη νέες οικονομικές καταστάσεις που δεν προβλέπονταν στους κανόνες του ανταγωνισμού. Επίσης, τάχθηκε υπέρ του να καταστούν αποτελεσματικοί οι εθελοντικοί μηχανισμοί, καθώς και να προωθηθεί ο διάλογος μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων, ούτως ώστε να αυξηθεί η εμπιστοσύνη των καταναλωτών στην αγορά, δεδομένου ότι ο ανταγωνισμός δεν συνιστά επαρκή μηχανισμό για την επίτευξή της.

2.2

Η σημερινή κατάσταση περιλαμβάνει ορισμένα νέα στοιχεία, όπως αυτά παρουσιάζονται στην Έκθεση της Επιτροπής επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2004 (2) και στην παρέμβαση της Επιτρόπου Kroes (3). Και στα δύο κείμενα επισημαίνεται η ανάγκη να επικεντρωθεί η δράση στους τομείς που είναι καθοριστικοί για την εσωτερική αγορά και για τον ανταγωνισμό, σύμφωνα με την Ατζέντα της Λισσαβώνας, όλως ιδιαιτέρως όμως στον συνυπολογισμό των συμφερόντων των καταναλωτών, και κυρίως της επίδρασης που ασκούν επί των δικαιωμάτων τους οι συμπράξεις επιχειρήσεων και τα μονοπώλια. Η τοποθέτηση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως ένα πρώτο βήμα προς την ενσωμάτωση της προστασίας των καταναλωτών, ως μέτρου για τη ρύθμιση της αγοράς, από την άποψη της ζήτησης και όχι μόνο της προσφοράς, όπως συνέβαινε μέχρι σήμερα.

2.3

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο καθορισμός της πολιτικής ανταγωνισμού αποτελεί αρμοδιότητα της ΕΕ, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, όχι μόνον επειδή εφαρμόζεται στην ενιαία αγορά και, συνεπώς, σε διασυνοριακές συναλλαγές, αλλά επειδή στόχος της είναι η εναρμόνιση των εθνικών κανόνων προκειμένου να μην εφαρμόζονται εθνικές πολιτικές προστατευτισμού που να ευνοούν τις αντίστοιχες αγορές τους, εισάγοντας δυσμενείς διακρίσεις για τους ανταγωνιστές τους. Από την άποψη αυτήν, σημαντικός είναι ο ρόλος που διαδραματίζουν οι κοινοτικές αρχές, ειδικότερα δε η Επιτροπή, η οποία όχι μόνον είναι αρμόδια για τη διαμόρφωση νομοθετικών προτάσεων για τη ρύθμιση του ανταγωνισμού, αλλά και για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων και των εθνικών ενισχύσεων, στις οποίες το γενικό συμφέρον προέχει έναντι του ειδικού συμφέροντος του εκάστοτε κράτους.

2.4

Η απελευθέρωση κλάδων κοινής ωφέλειας και η ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών έχουν οδηγήσει στην αναζήτηση ενός συσχετισμού μεταξύ της πολιτικής του ανταγωνισμού και άλλων πολιτικών της Επιτροπής, ειδικότερα δε εκείνης των καταναλωτών. Πράγματι, στην τελευταία Έκθεση για τον Ανταγωνισμό, του 2004, η ενίσχυση των συμφερόντων και της εμπιστοσύνης των καταναλωτών στην εσωτερική αγορά αναφέρεται ως ένας από τους στόχους της αυστηρής εφαρμογής της πολιτικής ανταγωνισμού.

2.5

Όμως, παρά την παραπάνω διακήρυξη αρχών, στην ανάλυση των διαφόρων διατάξεων που διαμορφώνουν την ευρωπαϊκή πολιτική ανταγωνισμού περιλαμβάνονται ελάχιστα συγκεκριμένα μέτρα· η θέση είναι πανομοιότυπη με εκείνη που έχει ακολουθηθεί σε προηγούμενες φάσεις. Το 2003, με την ευκαιρία της Ευρωπαϊκής Ημέρας του Ανταγωνισμού, αναγγέλθηκε ο διορισμός ενός «μόνιμου υπαλλήλου στη θέση του Συνδέσμου με τους καταναλωτές» στην ΓΔ Ανταγωνισμού (4), με μία γραμμή δράσης για το καθένα από τα κεφάλαια που περιλαμβάνει η πολιτική αυτή, προκειμένου να μεριμνά για τα συμφέροντα των καταναλωτών. Επιπλέον, δημοσιεύτηκαν ενημερωτικά φυλλάδια (5) που κατευθύνουν και ενημερώνουν τους καταναλωτές σχετικά με το περιεχόμενο της πολιτικής ανταγωνισμού και με το πώς μπορεί αυτή να επηρεάσει τα συμφέροντά τους.

2.6

Μεταξύ των καθηκόντων που καλείται να επιτελέσει ο σύνδεσμος με τους καταναλωτές (6), επισημαίνονται τα εξής:

να αποτελεί κόμβο επαφών για οργανώσεις καταναλωτών και μεμονωμένους καταναλωτές (7)·

να διατηρεί τακτικές επαφές με οργανώσεις καταναλωτών, και ιδιαίτερα με την Ευρωπαϊκή Συμβουλευτική Ομάδα Καταναλωτών («ECCG»)·

να ειδοποιεί τις ενώσεις καταναλωτών για υποθέσεις ανταγωνισμού, όταν οι απόψεις τους μπορεί να αποδειχθούν σημαντικές, και να τους συμβουλεύει σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μπορούν να τις εκφράσουν·

να διατηρεί επαφές με τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού για θέματα που αφορούν τους καταναλωτές.

2.7

Η στροφή αυτή της πολιτικής ανταγωνισμού προς τον συνυπολογισμό των συμφερόντων των καταναλωτών, θα πρέπει να υλοποιείται κατά τρόπο οριζόντιο, ώστε να μην παραμένουν στεγανά αρμοδιοτήτων μεταξύ των Γενικών Διευθύνσεων «Ανταγωνισμός» και «Υγεία και Προστασία των Καταναλωτών». Προς τούτο, είναι αναγκαίος ο μόνιμος συντονισμός μεταξύ των διαφόρων πολιτικών, όχι μόνο των ευρωπαϊκών, αλλά και μεταξύ αυτών και των εθνικών, ώστε να επιτευχθεί ένας ελεύθερος ανταγωνισμός στην αγορά που θα είναι επωφελής για τους οικονομικούς και κοινωνικούς φορείς και για τους καταναλωτές.

3.   Πολιτικές ανταγωνισμού της ΕΕ που επηρεάζουν τους καταναλωτές

3.1

Μπορεί να λεχθεί ότι η πολιτική ανταγωνισμού, στην τελευταία φάση της, υπέστη σημαντικές αλλαγές, όχι μόνο υπό την ισχυρή επίδραση της ονομαζόμενης παγκοσμιοποίησης της οικονομίας, αλλά και από την ανάγκη να καταστεί συμβατή η απελευθέρωση κλάδων των υπηρεσιών με άλλους στόχους δημόσιου συμφέροντος, όπως η εξασφάλιση του πλουραλισμού και της αξιοπιστίας των προμηθευτών των εν λόγω υπηρεσιών. Η πολιτική ανταγωνισμού έχει δεσμευτεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο για την επίτευξη των στόχων της ανταγωνιστικότητας, όπως αυτοί ορίστηκαν στην Ατζέντα της Λισσαβώνας, και οι οποίοι επικεντρώνονται στην εύρυθμη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς, και κυρίως των οικονομικών συγκεντρώσεων, καθοριστικής σημασίας για την επιτυχία της ευρωπαϊκής οικονομίας έναντι των διεθνών ανταγωνιστών της, χωρίς ωστόσο να περιοριστούν τα δικαιώματα των ανταγωνιστών και ειδικότερα των ευρωπαίων καταναλωτών.

3.2

Η διασαφήνιση της πολιτικής ανταγωνισμού που επηρεάζει τους καταναλωτές προϋποθέτει την εξέταση των κεφαλαίων εντός των οποίων αυτή ρυθμίζεται, δηλαδή εκείνων που αντιστοιχούν στα άρθρα της Συνθήκης, καθώς και των κανόνων για την ανάπτυξή τους. Οι κανόνες αυτοί, σε ορισμένες περιπτώσεις, έχουν τροποποιηθεί πρόσφατα, ενώ για άλλες εκκρεμεί η υιοθέτησή τους.

3.3   Περιοριστικές συμφωνίες και πρακτικές

3.3.1

Οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων συνιστούν μέρος των σχέσεων της αγοράς που χρησιμεύουν για τη διευκόλυνση της ολοκληρωμένης λειτουργίας της. Ωστόσο, δεν χρησιμοποιούνται πάντοτε με στόχο τον ανταγωνισμό, αλλά ακριβώς για το αντίθετο, και ήδη κατά τη στιγμή της δημιουργίας της κοινής αγοράς εξετάστηκε η ανάγκη απαγόρευσης των συμφωνιών αυτών όταν το περιεχόμενό τους έχει ως στόχο την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη στρέβλωση του ελεύθερου ανταγωνισμού. Το ίδιο συμβαίνει με τις συγκεντρώσεις επιχειρήσεων, η πιο ενδεικτική μορφή των οποίων είναι τα καρτέλ που λειτουργούν ως συγκροτήματα επιχειρήσεων, χωρίς εμφανή συντονισμό μεταξύ τους. Όταν το περιεχόμενο της δραστηριότητάς τους περιορίζει ή εμποδίζει τον ελεύθερο ανταγωνισμό, υπόκειται σε απαγόρευση.

3.3.2

Η νομική βάση τόσο των συμφωνιών όσο και των αποφάσεων μεταξύ επιχειρήσεων είναι συμβατικού τύπου και γεννά υποχρεώσεις μεταξύ των μερών. Και στις δύο περιπτώσεις, η ισχύς τους εξαρτάται από την τήρηση των εφαρμοστέων νομικών διατάξεων. Το πρόβλημα που εξετάζεται εδώ είναι οι επιπτώσεις που επιφέρουν σε τρίτους, και ειδικότερα στους κανόνες που διέπουν τον ανταγωνισμό στην αγορά.

3.3.3

Απώτερος σκοπός του νόμου είναι να απαγορευτεί το αποτέλεσμα, δηλ. ο περιορισμός του ανταγωνισμού· προχωρά, όμως, και περαιτέρω, δεδομένου ότι κηρύσσει άκυρες αυτοδικαίως όλες τις συμφωνίες ή αποφάσεις συγκεντρώσεων, με τα πρακτικά αποτελέσματα που επισύρει αυτό όσον αφορά την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε στους ανταγωνιστές και στην οικονομία γενικότερα, μέσω της στρέβλωσης της λειτουργίας των αγορών.

3.3.4

Το πολυσύνθετο των καταστάσεων που προκύπτουν κατά την εφαρμογή των κανόνων του άρθρου 81 της Συνθήκης, τόσο στις εθνικές αγορές όσο και στην ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά, ώθησε την Επιτροπή να προβεί σε αυτό που ονομάστηκε δέσμη εκσυγχρονισμού (8), βάσει της οποίας προσαρμόζονται οι κανόνες της Συνθήκης στην νομολογία των Δικαστηρίων και στις πολυάριθμες περιπτώσεις που προέκυψαν κατά τη διάρκεια της εφαρμογής τους.

3.3.5

Εκσυγχρονίστηκαν επίσης οι κανόνες σχετικά με την απαλλαγή ανά κατηγορίες (9). Ο σχετικός Κανονισμός παρουσιάζει νέους κανόνες απαλλαγής, σύμφωνα με τις σημερινές ανάγκες της αγοράς, όλως ιδιαιτέρως για τις απαλλαγές που αφορούν συμφωνίες μεταφοράς τεχνολογίας. Η ανάγκη ύπαρξης ενός σαφούς κανόνα για τη διευκόλυνση των συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων, χωρίς προσφυγή στην απαγόρευση, προϋποθέτει τον καθορισμό των ορίων εντός των οποίων θα συνάπτονται οι συμφωνίες αυτές, και κυρίως την εγγύηση ότι εκείνοι που θα ζημιώνονται από τις απαλλαγές αυτές δεν θα είναι σε καμία περίπτωση οι καταναλωτές.

3.4   Κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης

3.4.1

Το άρθρο 82 της Συνθήκης απαγορεύει την καταχρηστική εκμετάλλευση, εκ μέρους μίας ή περισσότερων επιχειρήσεων, δεσπόζουσας θέσης στην κοινή αγορά ή σε σημαντικό μέρος της. Πρόκειται για διάταξη που δεν εμποδίζει την δεσπόζουσα θέση (υπήρξε, μάλιστα, μια τάση να ευνοούνται οι οικονομικές συγκεντρώσεις που επιτρέπουν στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να ανταγωνίζονται με άλλες σε παγκόσμιο επίπεδο), αλλά που επιχειρεί να εμποδίζει το ενδεχόμενο η επιτευχθείσα υπεροχή να επιβάλλει στους λοιπούς ανταγωνιστές τους δικούς της όρους, καταργώντας τον ανταγωνισμό. Στην περίπτωση αυτήν, η διάταξη που περιλαμβάνεται στο άρθρο αυτό δεν ασχολείται με την προέλευση της εν λόγω κατάστασης υπεροχής, αντίθετα προς ό,τι συμβαίνει με το άρθρο 81, το οποίο ενδιαφέρεται για την προέλευση της συμφωνίας ή των αποφάσεων, για να τις κηρύξει άκυρες.

3.4.2

Η δεσπόζουσα θέση έχει κάποιες συνέπειες που διαφέρουν από εκείνες των εναρμονισμένων πρακτικών, δεδομένου ότι δεν φαίνεται να επηρεάζει τον ανταγωνισμό, στο μέτρο που αυτός ενδέχεται να περιορίζεται ήδη από την ίδια την κατάσταση, δηλαδή την ανυπαρξία ανταγωνιστών, ή να καθιστά ασήμαντο το ρόλο των ανταγωνιστών στην αγορά. Εντούτοις, φαίνεται όντως, και έτσι θεσπίζεται, ότι χρειάζεται παρέμβαση υπέρ του καταναλωτή, ο οποίος θα είναι το θύμα των όσων επιβάλλει ο επιχειρηματίας περί του οποίου πρόκειται (10).

3.4.3

Από την άποψη αυτή, η Επιτροπή έχει σταδιακά παρέμβει στους σημαντικότερους κλάδους, οι οποίοι, λόγω της καθυστερημένης απελευθέρωσής τους, απολάμβαναν δεσπόζουσας θέσης στην πλειονότητα των χωρών της ΕΕ, όπως είναι η περίπτωση των τηλεπικοινωνιών (11), ή όπου, επειδή επρόκειτο για σημαντική τεχνολογική καινοτομία, δεν υπήρχε αποτελεσματικός ανταγωνισμός με άλλες επιχειρήσεις, όπως είναι η περίπτωση της Microsoft (12). Και στις δύο περιπτώσεις αποφασίστηκε ότι υφίσταται κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης. Στην πρώτη περίπτωση, για κατάχρηση κατά τον ορισμό των τιμών για την παροχή υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών (13), η απόφαση ήταν επιπλέον ενδεικτική, επειδή αφορούσε έναν οικονομικό κλάδο που υπόκειται κατ' αρχήν σε ρύθμιση από το κράτος, και από την άποψη αυτήν η Επιτροπή έκρινε ότι όφειλε να δράσει παρότι οι τιμές υπόκειντο σε κλαδική ρύθμιση.

3.4.4

Στη δεύτερη περίπτωση, της Microsoft, το ζήτημα ήταν πιο περίπλοκο, δεδομένου ότι πρόκειται για επιχείρηση των Ηνωμένων Πολιτειών, που μονοπωλεί σχεδόν τη χρήση των λειτουργικών συστημάτων πληροφορικής που παράγει. Εντούτοις, η Επιτροπή αποφάσισε ότι θιγόταν το άρθρο 82 λόγω κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης στην αγορά των λειτουργικών συστημάτων για τους ΠΥ, μέσω της άρνησης παροχής πληροφοριών σχετικά με τη διαλειτουργικότητα, και κυρίως μέσω της υποχρεωτικής συνδυασμένης πώλησης των λογισμικών Windows Media Player και του Windows. Η Επιτροπή όχι απλώς επέβαλε σημαντικά πρόστιμα για πολύ σοβαρή παράβαση, αλλά και απαίτησε μια σειρά μέτρων που αφορούν τη διάδοση των λειτουργικών συστημάτων, καθώς και τον διαχωρισμό της πώλησης των λειτουργικών συστημάτων Windows για ΠΥ.

3.5   Ο έλεγχος των συγκεντρώσεων

3.5.1

Η ΣΕΚ δεν θέσπισε κανένα συγκεκριμένο άρθρο όπου να ρυθμίζεται η νομοθεσία που εφαρμόζεται στις συγκεντρώσεις επιχειρήσεων, σε πρώτη φάση λόγω της έλλειψης τέτοιου είδους οικονομικών πράξεων, και ύστερα επειδή οι ίδιες οι αρχές των κρατών μελών υποστήριξαν τις συγκεντρώσεις, προκειμένου να γίνουν ανταγωνιστικές οι εθνικές τους επιχειρήσεις. Ωστόσο, όταν το αποτέλεσμα των συγκεντρώσεων αυτών δημιουργούσε καταστάσεις δεσπόζουσας θέσης, εφαρμόζονταν τα άρθρα 81 και 82, με μία εξαίρεση όμως, δηλαδή ότι δεν ασκούνταν εκ των προτέρων έλεγχος των συγκεντρώσεων αυτών, παρά μόνο στην περίπτωση κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης.

3.5.2

Προκειμένου να καλυφθεί το κενό αυτό και να ασκείται ουσιαστικός έλεγχος, το Συμβούλιο, δυνάμει των άρθρων 83 και 308 της ΣΕΚ, που του επιτρέπουν να αποκτήσει τις κατάλληλες πρόσθετες εξουσίες για την επίτευξη των στόχων του, στην προκειμένη περίπτωση ελεύθερου ανταγωνισμού, υιοθέτησε διάφορους Κανονισμούς μέχρι να φθάσει στον σημερινό Κανονισμό 139/2004 (14), ο οποίος τροποποιεί και βελτιώνει τον Κανονισμό ΕΚ/1310/97 (15), και κυρίως ενσωματώνει την νομολογία που προέκυψε από την Απόφαση Gencor/Επιτροπής (16).

3.5.3

Μεταξύ άλλων, ο νέος Κανονισμός τροποποιεί πτυχές του ανταγωνισμού, παραπέμποντας στις εθνικές αρχές τα ζητήματα που η Επιτροπή ή τουλάχιστον τρία κράτη μέλη κρίνουν ως τέτοια, με αποτέλεσμα την αποσυμφόρηση σε μεγάλο βαθμό του έργου των κοινοτικών αρχών για τον ανταγωνισμό. Φρονούμε, ωστόσο, ότι οι υποθέσεις θα έπρεπε να μπορούν να παραπέμπονται μόνον όταν δεν επηρεάζεται σημαντικό μέρος της κοινής αγοράς, δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, θα ήταν ευκολότερο να προλαμβάνονται ο περιορισμός του ανταγωνισμού και οι συνέπειές του για τα ενδιαφερόμενα μέρη, ιδιαίτερα δε τους καταναλωτές.

3.5.4

Μεταξύ των τροποποιήσεων ουσιαστικών πτυχών, πρέπει να σημειωθεί ότι ορίζονται σαφέστερα όχι μόνο τα ποσοτικά κατώτατα όρια του άρθρου 1, αλλά και τα εννοιολογικά όρια του άρθρου 2, και έτσι καθίσταται σαφές σε ποιες περιπτώσεις υφίσταται δεσπόζουσα θέση και, κυρίως, σημαντική παρακώλυση του ανταγωνισμού.

3.5.5

Άλλες πτυχές που τροποποιήθηκαν, εξίσου σημαντικές, είναι οι διαδικαστικές, οι οποίες υπέστησαν σημαντική τροποποίηση, με την παράταση των προθεσμιών για την παραπομπή υποθέσεων στα κράτη μέλη, πράγμα που επιτρέπει την καλύτερη παρέμβαση των ενδιαφερομένων μερών, σε συνάρτηση πάντοτε με ό,τι θεσπίζεται στις εθνικές νομοθεσίες. Το ίδιο συμβαίνει και με τις προθεσμίες των αιτούντων στην περίπτωση αυτή θα μπορούσαν να θεωρηθούν υπερβολικά άκαμπτες: 15 εργάσιμες ημέρες, σε πολύ πρώιμο στάδιο της διαδικασίας, γεγονός που σημαίνει ότι δεν θα γνωρίζουν τις παρατηρήσεις που ενδέχεται να δεχθεί η Επιτροπή για την κοινοποιηθείσα πράξη. Οπωσδήποτε, πρέπει να επισημανθεί ότι σε ολόκληρη τη φάση της διαδικασίας, δεν υπάρχει κανόνας που να επιτρέπει την παρέμβαση των καταναλωτών· και όχι μόνον αυτό: έχει εξαφανιστεί από το νομικό κείμενο η απαίτηση για το συνυπολογισμό των συμφερόντων των εργαζομένων των επιχειρήσεων αυτών, καθώς και της απασχόλησης, κατά την αξιολόγηση των συγκεντρώσεων.

3.6   Τυποποιημένες περιπτώσεις περιορισμού του ανταγωνισμού

3.6.1

Τόσο στο Άρθρο 81, όσο και στο 82, ο κοινοτικός νομοθέτης προβαίνει σε μη εξαντλητική απαρίθμηση εκείνων που νοούνται ως απαγορευμένες πρακτικές, στο πρώτο εξ αυτών για εκείνες που προέρχονται από συμπράξεις, ενώ στο δεύτερο για εκείνες που προέρχονται από κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης. Κατά πρώτο λόγο, πρέπει να διευκρινιστεί ότι δεν πρόκειται για εξαντλητικούς καταλόγους, αλλά για παραδείγματα συχνών πρακτικών μέσω των οποίων λαμβάνουν συγκεκριμένη μορφή οι δύο αυτές συμπεριφορές, γεγονός που σημαίνει ότι θα μπορούσαν να εντοπιστούν και άλλες, που να έχουν τις ίδιες συνέπειες και, συνεπώς, για τις οποίες ισχύει η ίδια απαγόρευση.

3.6.2

Η απαρίθμηση των διαφόρων ειδών πρακτικών είναι παρεμφερής στα δύο άρθρα:

καθορισμός τιμών·

περιορισμός ή έλεγχος της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων·

κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού·

εφαρμογή, έναντι των συναλλασσομένων, άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών·

εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή πρόσθετων παροχών.

3.6.3

Το σύνολο των τυποποιημένων συμπεριφορών μπορεί να ταξινομηθεί σε δύο είδη, που προσαρμόζονται καλύτερα στην κατάσταση από την οποία ξεκινούν:

α)

Κατάχρηση ανταγωνισμού, όπου περιλαμβάνονται μεγάλος αριθμός αντι-ανταγωνιστικών πρακτικών, όπως η άρνηση παροχής, ο ορισμός χαμηλών τιμών κατώτερων από την πραγματική αξία, πριμ εμπιστοσύνης ή διακριτική μεταχείριση ως προς τις τιμές. Η συμπεριφορά αυτή έχει οικονομική συνέπεια, η οποία συνίσταται στον περιορισμό ή την παρεμπόδιση του ανταγωνισμού στην αγορά ή σε σημαντικό μέρος της.

β)

Κατάχρηση ή αθέμιτη εκμετάλλευση έναντι των επιχειρήσεων που εξαρτώνται από την δεσπόζουσα θέση άλλης ή άλλων επιχειρήσεων για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών, μέσω αθέμιτων τιμών, διακρίσεων, αναποτελεσματικότητας ή παράλειψης, ή ακόμη και καταχρήσεων του δικαιώματος βιομηχανικής ιδιοκτησίας.

3.6.4

Μία από τις πιο συχνές περιπτώσεις είναι ο καθορισμός τιμών, με την ευρύτερη έννοια, όπως οι επιστροφές, περιθώρια, όροι πληρωμής ή εκπτώσεις. Θα πρέπει επίσης να περιληφθούν η μη κατάρτιση προκαταρκτικού προϋπολογισμού, η μη συμμόρφωση προς τον τιμοκατάλογο και η πώληση σε τιμές που να μην είναι εκείνες της προσφοράς. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, θίγονται οι καταναλωτές, οι οποίοι, παρά τους ειδικούς κανόνες που προστατεύουν τα δικαιώματά τους, βρίσκονται σε μειονεκτική κατάσταση έναντι των επιχειρήσεων που κατέχουν δεσπόζουσα θέση στην αγορά, με το χαρακτηριστικό να είναι, πολλές φορές, ο μόνος προμηθευτής για τη συγκεκριμένη αγορά.

3.7   Εξέλιξη του ανταγωνισμού σε ορισμένους απελευθερωμένους κλάδους

Η πολιτική για τον ανταγωνισμό, που περιλαμβάνεται στην ΣΕΚ, προσαρμόζεται στους παραδοσιακούς κλάδους της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η εξέλιξη, λοιπόν, που σημειώθηκε στους κανόνες ανάπτυξής της υπήρξε παράλληλη προς τα νέα οικονομικά γεγονότα, που απαιτούσαν μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα. Οι διαδικασίες σύμφωνα με τις οποίες πραγματοποιήθηκε η απελευθέρωση σημαντικών κλάδων της αγοράς είχαν αρνητικό αντίκτυπο για τους καταναλωτές, καθώς, στις περισσότερες περιπτώσεις, υπήρξε μετάβαση από δημόσια υπηρεσία σε επιχειρήσεις που κατέχουν δεσπόζουσα θέση στις αντίστοιχες αγορές, με τις οποίες δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν άλλες επιχειρήσεις.

3.7.1   Ενέργεια

3.7.1.1

Τα τελευταία χρόνια έχει πραγματοποιηθεί μεγάλη πρόοδος στην απελευθέρωση του τομέα της ενέργειας στην Ευρώπη (ηλεκτρισμός και φυσικό αέριο), που, μέχρι πρόσφατα, συμπεριλαμβανόταν στον δημόσιο τομέα και, ως τέτοιος, υφίστατο παρέμβαση ως προς τους όρους και τις τιμές παροχής. Η Επιτροπή είχε προβλέψει πριν από τον Ιούλιο του 2004 την απελευθέρωση της αγοράς για όλους τους επαγγελματίες και, από τον Ιούλιο του 2007, για τα νοικοκυριά. Η πρώτη πρόβλεψη δεν τηρήθηκε πλήρως και, όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, είναι αδύνατη η πλήρης απελευθέρωση για την οικιακή κατανάλωση.

3.7.1.2

Η κατάσταση είναι περίπλοκη, και μάλιστα παρατηρούνται ελλείψεις στην απόδοση των ιδιωτικοποιημένων δικτύων, ιδιαίτερα των δικτύων ηλεκτροδότησης, που εφαρμόζουν μια χαμηλού κόστους συντήρηση των δικτύων τους με σημαντική επίπτωση για τους χρήστες και με συχνές διακοπές της παροχής.

3.7.1.3

Ωστόσο, ο ισχύων Κανονισμός για τον ηλεκτρισμό (17), ο οποίος προωθεί το διασυνοριακό εμπόριο ηλεκτρικής ενέργειας, μπορεί να αξιοποιηθεί για την αύξηση του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, μέσω ενός μηχανισμού αντισταθμίσεων υπέρ των δικτύων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, και μέσω της θέσπισης τελών που θα χαρακτηρίζονται από απουσία διακρίσεων, διαφάνεια, και δεν θα εξαρτώνται από την απόσταση.

3.7.1.4

Εκ των υστέρων, η Επιτροπή προέβη στη σύσταση υποομάδας επιφορτισμένης με την ενέργεια, εντός του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού, προκειμένου να συζητήσει και να καταρτίσει συμφωνία σχετική με την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων του ανταγωνισμού στις αγορές της ενέργειας.

3.7.2   Τηλεπικοινωνίες

3.7.2.1

Ο κλάδος των τηλεπικοινωνιών υπέστη νομοθετική ανανέωση το 2002 (18), οφειλόμενη, σε μεγάλο βαθμό, στον εκσυγχρονισμό του συνόλου των κανόνων σχετικά με τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, προκειμένου να προσαρμοστεί η χρήση των δικτύων στις νέες τεχνολογίες. Τα αποτελέσματα της προσαρμογής των κρατών μελών υπήρξαν άνισα. Όντως, η 9η Έκθεση (19) περί εφαρμογής της δέσμης κανονιστικών ρυθμίσεων για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες στην ΕΕ επικεντρώθηκε στη διαδικασία μεταφοράς των ρυθμίσεων αυτών στο εκάστοτε εθνικό δίκαιο, καθώς και στα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές (ΕΡΑ).

3.7.2.2

Από την 9η Έκθεση προκύπτει ότι ο αριθμός των φορέων διατηρήθηκε, παρότι ορισμένοι από αυτούς παρέμειναν αποκλειστικά στην αγορά προέλευσής τους. Από την άλλη πλευρά, η ανταγωνιστική πίεση μεταξύ των φορέων μεταφέρθηκε από τις διεθνείς αγορές και τις κλήσεις μακρών αποστάσεων στον τομέα των τοπικών κλήσεων, με σταδιακή μείωση στον τομέα αυτόν των παραδοσιακών φορέων, γεγονός που ωφέλησε τους καταναλωτές από άποψη κόστους των κλήσεων, όχι όμως και κατά τη σύναψη νέων συμβάσεων, όπου σε κάποιες περιπτώσεις υπήρξε κατάχρηση της αρχικής τους θέσης.

3.7.2.3

Η παρακολούθηση των αγορών τηλεπικοινωνιών για τον καθορισμό της κατάστασης του ανταγωνισμού επιτρέπει τον έλεγχο, έως έναν βαθμό, των φορέων με δεσπόζουσα θέση, με στόχο να τους επιβάλλονται ειδικές υποχρεώσεις που εμποδίζουν καταχρήσεις κατά την επιβολή όρων και τιμών στους καταναλωτές. Οπωσδήποτε, η Επιτροπή πραγματοποίησε ευρεία παρακολούθηση της εφαρμογής της Οδηγίας 2002/77/ΕΚ, στο κάθε κράτος μέλος (20), με στόχο να επανορθώσει τα εντοπισθέντα ελαττώματα που όχι μόνο περιόριζαν τον ανταγωνισμό, αλλά και έθιγαν τα συμφέροντα των καταναλωτών.

3.7.3   Μεταφορές

Ο κλάδος των μεταφορών πρέπει να εξετασθεί ανάλογα με τα διάφορα μεταφορικά μέσα· θα αναφερθούμε κυρίως εδώ στις αεροπορικές, τις σιδηροδρομικές και τις θαλάσσιες μεταφορές, οι οποίες υπέστησαν σημαντικές τροποποιήσεις, κυρίως με στόχο την προστασία των επιβατών στην πρώτη περίπτωση και την ασφάλεια στη θάλασσα στην τρίτη.

3.7.3.1   Αεροπορικές μεταφορές

3.7.3.1.1

Το 2003, η Επιτροπή ξεκίνησε διάλογο με τον κλάδο της πολιτικής αεροπορίας, με στόχο την κατάρτιση κοινής θέσης για την εφαρμογή της πολιτικής ανταγωνισμού στις ενώσεις και συγχωνεύσεις που πραγματοποιούνταν στον κλάδο αυτόν. Πράγματι, το ίδιο έτος, έγινε φανερή η ανάγκη τροποποίησης του Κανονισμού (ΕΚ) 1/2003, ώστε να συμπληρωθούν οι αεροπορικές μεταφορές μεταξύ Ένωσης και τρίτων χωρών, προκειμένου να δημιουργηθεί ένας «ανοιχτός ουρανός» που θα επιτρέπει την παρέμβαση στις ενώσεις μεταξύ ευρωπαϊκών εταιριών και εταιριών τρίτων χωρών, ειδικότερα δε με τις ΗΠΑ. Κατά το διάστημα αυτό, η Επιτροπή εξέτασε διάφορες συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, και ορισμένες από αυτές κρίθηκαν μη συμβατές με τους κανόνες περί ανταγωνισμού (21), ενώ για άλλες τροποποιήθηκε το περιεχόμενο ή η διάρκεια της ισχύος τους.

3.7.3.1.2

Κατά το ίδιο διάστημα, υιοθετήθηκε ο Κανονισμός που περιλαμβάνει τα δικαιώματα των επιβατών (22).

3.7.3.2   Σιδηροδρομικές μεταφορές

3.7.3.2.1

Ο Κανονισμός 1/2003 παρέχει στις αρμόδιες για τον ανταγωνισμό εθνικές αρχές τη δυνατότητα να εφαρμόζουν τους κανόνες προστασίας του ανταγωνισμού στον κλάδο των σιδηροδρόμων. Στο εξής, οι εθνικές και οι κοινοτικές αρχές οφείλουν να καθορίζουν τα ζητήματα κοινού συμφέροντος, με δεδομένη την απελευθέρωση των σιδηροδρομικών μεταφορών, σε συνεργασία με την ΓΔ Μεταφορές και Ενέργεια.

3.7.3.2.2

Η πρώτη δέσμη μέτρων για τους σιδηροδρόμους, με οδηγίες για την απελευθέρωσή τους, είχε στόχο την απελευθέρωση των διασυνοριακών σιδηροδρομικών εμπορευματικών μεταφορών και τη δημιουργία πλαισίου αναφοράς για την πρόσβαση τόσο στις υπηρεσίες εμπορευματικών όσο και επιβατικών μεταφορών, με τον καθορισμό διαδρομών, τιμολογίων κ.λπ.

3.7.3.2.3

Στη δεύτερη δέσμη μέτρων, περιλαμβάνεται η απελευθέρωση των εθνικών αγορών μεταφοράς φορτίου, καθώς και η απελευθέρωση της εθνικής και διεθνούς αγοράς επιβατικών μεταφορών.

3.7.3.2.4

Ο γενικός στόχος ήταν η επίτευξη μιας κοινής τοποθέτησης για την εφαρμογή της νομοθεσίας του ανταγωνισμού στον κλάδο των σιδηροδρόμων, ώστε να αποτρέπεται η λήψη αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ εθνικών αρχών και Επιτροπής.

3.7.3.3   Θαλάσσιες μεταφορές

3.7.3.3.1

Ο κλάδος των θαλάσσιων μεταφορών είναι ένας από εκείνους που έχουν τις περισσότερες απαλλαγές ανά κατηγορία, ειδικότερα σχετικά με τις θαλάσσιες διασκέψεις και κοινοπραξίες, που προσαρμόζονται προς το περιεχόμενο του Κανονισμού (ΕΚ) 823/2000, σήμερα υπό αναθεώρηση (23), και που επιχειρούν να αναπτύξουν το άρθρο 81, παράγραφος 3 της ΣΕΚ, δεδομένου ότι μέσω αυτού επιτρέπεται στις θαλάσσιες διασκέψεις και κοινοπραξίες να υπερβαίνουν το όριο που προβλέπεται στον κανόνα, υπό τον όρο ότι, μετά από κοινοποίηση στην Επιτροπή, θα δοθεί η εξουσιοδότηση για την διαδικασία υποβολής αντιρρήσεων.

3.7.3.3.2

Στην πράξη, ορισμένες κοινοπραξίες χρησιμοποίησαν τις διατάξεις αυτές για να υιοθετήσουν πρακτικές που δεν προβλέπονται από την απαλλαγή, όπως στην περίπτωση καθορισμού τιμών, που οδήγησε την Επιτροπή (24) να παρέμβει για τον περιορισμό του περιεχομένου των συμφωνιών. Ανάλογη ήταν και η απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (25) σχετικά με συμφωνία μεταξύ εταιριών θαλάσσιων μεταφορών για τη μη χορήγηση εκπτώσεων στους πελάτες τους επί των δημοσιευμένων τιμών των τελών και πρόσθετων τελών.

3.8   Συνέπειες για τους καταναλωτές από την απελευθέρωση των προαναφερόμενων κλάδων

3.8.1

Οι διαδικασίες σύμφωνα με τις οποίες πραγματοποιήθηκε η απελευθέρωση των προαναφερόμενων κλάδων, καθώς πραγματοποιήθηκε σε εθνική κλίμακα, είχαν αρνητικές συνέπειες από την άποψη της εσωτερικής αγοράς. Η δημιουργία ολιγοπωλίων στέρησε από τους καταναλωτές την ύπαρξη αποτελεσματικού ανταγωνισμού, που να συμβάλει στην πτώση των τιμών και την προώθηση της επιχειρηματικής ανταγωνιστικότητας. Επιπλέον, η Επιτροπή θα έπρεπε να εξετάσει τις συνέπειες που προκάλεσαν μέχρι στιγμής οι συγκεντρώσεις σε απελευθερωμένους κλάδους, ειδικά όσον αφορά τους καταναλωτές.

3.8.2

Σε γενικές γραμμές, η έλλειψη διαφάνειας, οι υψηλές και αδικαιολόγητες τιμές που υφίστανται οι επαγγελματίες και οι καταναλωτές, και η κάθετη ενοποίηση των επιχειρήσεων, δεν προώθησαν τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στις απελευθερωμένες αγορές, αντίθετα μάλιστα, σε πολλές περιπτώσεις οι όροι των συμβάσεων για τους καταναλωτές δεν τηρούσαν τους κανόνες που έχουν θεσπιστεί για τα υποδείγματα ομαδικών συμβάσεων.

3.8.3

Το ζήτημα τίθεται σε συνάρτηση με τους μηχανισμούς που διαθέτουν οι καταναλωτές για να ασκούν τα δικαιώματά τους έναντι των επιχειρήσεων αυτών, ειδικότερα δε μέσω νομικών προσφυγών που απορρέουν από τους κανόνες του ανταγωνισμού, και ιδιαίτερα από τα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης. Οι αγωγές ενώπιον των αρμόδιων για τον ανταγωνισμό αρχών της Επιτροπής και των εθνικών αρχών, υποβάλλονται κατά κύριο λόγο από επιχειρηματίες και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν έχει εκδικάσει καμία αγωγή ιδιωτών.

3.8.4

Η δημοσίευση, εκ μέρους της Επιτροπής, του Πράσινου Βιβλίου «Αγωγές αποζημίωσης για παράβαση των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΚ» (26) αναμένεται να οδηγήσει στον καθορισμό μηχανισμού για τους καταναλωτές, ο οποίος θα εξεταστεί ιδιαιτέρως στη σχετική γνωμοδότηση που θα εκδώσει η ΕΟΚΕ.

4.   Προστασία των καταναλωτών έναντι της πολιτικής ανταγωνισμού

4.1

Είναι προφανές ότι για τους καταναλωτές ισχύει ειδικό νομοθετικό πλαίσιο όπου αναπτύσσονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους (27). Το άρθρο 153 ΣΕΚ, στην παράγραφο 2, ορίζει ότι: «οι απαιτήσεις προστασίας του καταναλωτή λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή άλλων κοινοτικών πολιτικών και δραστηριοτήτων». Πρόκειται για οριζόντιου χαρακτήρα πολιτική, η οποία, ως τέτοια, πρέπει να παρεμβαίνει στο περιεχόμενο όλων των πολιτικών που επηρεάζουν τους καταναλωτές. Στην περίπτωση της πολιτικής ανταγωνισμού, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία: η αγορά -στην οποία αυτή απευθύνεται- περιλαμβάνει τους καταναλωτές, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν, εντός αυτής, την ζήτηση.

4.1.1

Στο κεφάλαιο αυτό επιχειρείται να εντοπισθεί, από τα δικαιώματα που αναγνωρίζονται στους καταναλωτές, ποια είναι εκείνα που επηρεάζονται, και με ποιον τρόπο, από την πολιτική ανταγωνισμού, ειδικότερα δε από τις συνέπειες της παραβίασης των κανόνων αυτών στην εσωτερική αγορά, καθώς επίσης και να θεωρηθούν οι καταναλωτές ως ενδιαφερόμενο μέρος της πολιτικής αυτής, ούτως ώστε να εξετάζονται τα συμφέροντά τους όταν η Επιτροπή καλείται να παρέμβει σε συγκεκριμένες περιπτώσεις για να θεσπίσει τους κανόνες της αγοράς.

4.2   Οικονομικά δικαιώματα

4.2.1

Η έννοια των οικονομικών δικαιωμάτων των καταναλωτών, παραπέμπει στην απουσία οποιασδήποτε οικονομικής απώλειας που να εμποδίζει τον καταναλωτή ή χρήστη να χρησιμοποιεί ή να απολαμβάνει τα αγαθά και υπηρεσίες που έχει αποκτήσει σύμφωνα με τους όρους που συμφωνήθηκαν με τον επιχειρηματία. Η βασική αρχή που ρυθμίζει όλο αυτό το ζήτημα είναι η αρχή της καλής πίστης και της δίκαιης ισορροπίας μεταξύ των μερών, άρα οποιαδήποτε πράξη ή ρήτρα είναι αντίθετη προς αυτήν μπορεί ως εκ τούτου να θεωρηθεί ως καταχρηστική ή ενάντια προς το συμφέρον του καταναλωτή.

4.2.2

Η σχέση μεταξύ της πολιτικής για την προστασία του ανταγωνισμού και της ελευθερίας επιλογής του καταναλωτή υπήρξε κύριο μέλημα της κοινοτικής νομοθεσίας, και έτσι αναγνωρίζεται, τόσο στο πρώην άρθρο 85, παράγραφος 3, όσο και στο ισχύον άρθρο 81 της ΣΕΚ, καθώς ορίζεται ότι θα μπορούν να επιτρέπονται συμφωνίες σύμπραξης μόνον όταν, παρότι περιορίζουν τον ανταγωνισμό, επιφέρουν πλεονεκτήματα για τους καταναλωτές. Ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο καταμερισμός γεωγραφικών περιοχών μεταξύ ανταγωνιστών, προκειμένου να καλύπτεται ολόκληρη η αγορά, ακόμη κι αν σε ορισμένες περιοχές δεν είναι προσοδοφόρα.

4.2.3

Η εποπτεία της αγοράς, από την άποψη της προστασίας του καταναλωτή, πραγματοποιείται με την μέριμνα για ενδεχόμενη ύπαρξη οριζόντιων συμφωνιών για θέματα όπως εθελοντικές συμφωνίες, καρτέλ τιμών, κεντρικά πρακτορεία προμηθειών, καταμερισμός της αγοράς, κ.λπ., καθώς και κάθετες συμφωνίες, υποδείγματα συμβάσεων για τη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ παραγωγών, εισαγωγέων, κ.λπ. Επίσης, ελέγχεται η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης με πρακτικές που δυσχεραίνουν ή εμποδίζουν την είσοδο ανταγωνιστών, καθώς και ο καθορισμός υπερβολικά υψηλών ή υπερβολικά χαμηλών τιμών, αποκλειστικών τιμών, ή η εφαρμογή πλεονεκτημάτων υπέρ ορισμένων πελατών, που εισάγουν διακρίσεις έναντι άλλων.

4.2.4

Η Επιτροπή παρουσιάζει συστηματικά, στην ετήσια Έκθεσή της, έναν υψηλό αριθμό Αποφάσεων, τόσο σχετικά με περιπτώσεις εναρμονισμένων πρακτικών όσο και με κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, καθώς και ορισμένες Αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που, σε πολλές περιπτώσεις, υποδεικνύουν αλλαγή ερμηνείας των κανόνων ή ακόμα και επιβάλλουν την τροποποίηση της νομοθεσίας.

4.2.5

Κατά τα τελευταία χρόνια, οι υποθέσεις των οποίων επιλαμβάνεται η Επιτροπή έχουν βαθμιαία μειωθεί, πράγμα που οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στη σθεναρή δράση των αρμόδιων για τον ανταγωνισμό εθνικών αρχών εντός των αντίστοιχων αγορών τους, και όλως ιδιαιτέρως στην τελική κατάργηση του συστήματος της κοινοποίησης. Στο επίπεδο της ΓΔ Ανταγωνισμού ελήφθησαν οριστικές αποφάσεις για 24 υποθέσεις, πολύ μικρός αριθμός εάν συγκριθεί με τον έλεγχο συγκεντρώσεων που αντιπροσώπευσε πολύ υψηλό αριθμό, 231 επίσημες αποφάσεις (28), και που αντιστοιχούσαν στο σύστημα του τροποποιημένου Κανονισμού· στη νέα φάση θα είναι λιγότερες, καθώς καθίστανται αρμόδιες οι εθνικές αρχές για τις περισσότερες από αυτές.

4.2.6

Από τις υποθέσεις που εξετάστηκαν, πολλές έθιγαν άμεσα τους καταναλωτές ή είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι' αυτούς. Στις μεμονωμένες αποφάσεις εξετάστηκαν οι κλάδοι της κινητής τηλεφωνίας, της ραδιοφωνίας και των αερογραμμών (29), ενώ στις κλαδικές πρωτοβουλίες πραγματοποιήθηκαν παρεμβάσεις στους κλάδους των μεταφορών, των ελευθερίων επαγγελμάτων, των μηχανοκίνητων οχημάτων και των μέσων επικοινωνίας (30). Τόσο στις μεν όσο και στις δε, οι περιπτώσεις που εξετάστηκαν αναφέρονταν σε καταχρήσεις ως προς τις τιμές, με την εφαρμογή του άρθρου 82 για την εφαρμογή αποκλειστικών και καταχρηστικών τιμών κατά την παροχή (31).

4.3   Δικαίωμα ενημέρωσης και συμμετοχής

4.3.1

Η αποτελεσματικότητα της πολιτικής υπέρ των καταναλωτών πρέπει να στηρίζεται στη συμμετοχή τους στις πολιτικές που τους αφορούν. Επομένως καθίσταται αναγκαία η συμμετοχή τους σε όλες τις πολιτικές όπου μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει δεκτή η παρέμβασή τους. Στη Στρατηγική για την πολιτική υπέρ των καταναλωτών (32) προβλεπόταν ήδη, μεταξύ άλλων, η δέουσα συμμετοχή των οργανώσεων των καταναλωτών στις κοινοτικές πολιτικές. Πράγματι, ένα χρόνο μετά, διορίστηκε υπάλληλος στη θέση του συνδέσμου με τους καταναλωτές, στην ΓΔ Ανταγωνισμός.

4.3.2

Οι οργανώσεις των καταναλωτών διαθέτουν ένα φόρουμ, την Επιτροπή Καταναλωτών, που συνιστά τον μηχανισμό παρέμβασης στην ειδική πολιτική για τους καταναλωτές· εξακολουθεί όμως να μην υφίσταται ευρύτερη ανάπτυξη για τη συμμετοχή σε άλλες πολιτικές. Ο στόχος που τίθεται σήμερα είναι να διαθέτει τη δυνατότητα και την ικανότητα να προσφέρει τη συμβολή της στις κοινοτικές πρωτοβουλίες, σε όλες τις φάσεις της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της ΕΕ. Θα πρέπει να εξευρεθούν ελάχιστες απαιτήσεις που να επιτρέπουν τη συμμετοχή της στους συμβουλευτικούς οργανισμούς, όπως ακριβώς συμβαίνει σήμερα για τη γεωργία, ιδιαίτερα δε σε εκείνους που συστάθηκαν πρόσφατα, όπως για τις μεταφορές, την ενέργεια, τις τηλεπικοινωνίες, ή όποιον άλλον συσταθεί.

4.3.3

Όσον αφορά το θέμα που μας απασχολεί, δεν υπάρχει επίσημα καμία μορφή συμμετοχής. Η γνώμη των καταναλωτών δεν ζητείται ούτε καν για τα θέματα που η Συνθήκη θεωρεί ότι αφορούν το συμφέρον τους· αναφερόμαστε στις απαλλαγές εναρμονισμένων πρακτικών, άρθρο 81, παράγραφος 3, καθώς και στις καταχρηστικές πρακτικές που περιορίζουν την παραγωγή, την διάθεση ή την τεχνολογική ανάπτυξη ζημιώνοντας τους καταναλωτές, άρθρο 82, εδάφιο β). Αποτελεί λοιπόν ευθύνη της ΓΔ Ανταγωνισμός, καθώς και των οργανώσεων καταναλωτών, να θεσπίσουν τους μηχανισμούς συμμετοχής και διαβούλευσης, μέσω κανόνων που θα συμφωνηθούν από κοινού, έτσι όπως προβλεπόταν στο Λευκό Βιβλίο για την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση (33), και οι οποίοι θα έχουν επίδραση επί της εσωτερικής αγοράς.

4.3.4

Ανάλογη ευθύνη πρέπει να αναλάβει και η ΓΔ SANCO, η οποία, μέσω της μόνιμης συμβουλευτικής ομάδας, θα μπορούσε να παρεμβαίνει στα ζητήματα ανταγωνισμού που επηρεάζουν τα δικαιώματα των καταναλωτών.

4.3.5

Όσον αφορά το δικαίωμα ενημέρωσης των καταναλωτών για θέματα ανταγωνισμού, αυτό ενισχύθηκε με τον διορισμό του συνδέσμου με τους καταναλωτές. Οι ευρωπαϊκές οργανώσεις καταναλωτών ενημερώνονται τακτικά και οι εθνικές οργανώσεις και οι ιδιώτες καταναλωτές διαθέτουν σελίδα στο Διαδίκτυο (34), όπου μάλιστα περιλαμβάνεται και έντυπο υποβολής αιτημάτων του καταναλωτή (35) σχετικά με τις ζημίες που ενδέχεται να του προκαλέσουν οι επιχειρήσεις με τις αντι-ανταγωνιστικές τους πρακτικές.

5.   Οργανισμοί

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι, προκειμένου να αποκτήσει πραγματική υπόσταση το δικαίωμα ενημέρωσης και συμμετοχής των καταναλωτών, πρέπει, αφενός, να εξασφαλιστεί ότι αυτοί θα εκπροσωπούνται νόμιμα από τις οργανώσεις τους και, αφετέρου, να οριστεί ο οργανισμός εντός του οποίου η συμμετοχή αυτή θα υλοποιείται, έτσι όπως επισημαίνεται στη συνέχεια.

5.1   Καταναλωτών

5.1.1

Οι οργανώσεις καταναλωτών διέπονται από εθνικές ρυθμίσεις που ορίζουν ορισμένες ελάχιστες απαιτήσεις για την αναγνώριση και τη νομιμοποίησή τους, ούτως ώστε να νομιμοποιούνται να ασκούν τα δικαιώματά τους ως καταναλωτές όταν θίγονται από οποιαδήποτε απαγορευμένη πρακτική.

5.1.2

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αναγνωρίζονται για όλους τους σκοπούς οι οργανώσεις εκείνες που είναι καταχωρημένες στην ΓΔ SANCO, και αυτές είναι που αποτελούν αντικείμενο ενημέρωσης και διαβούλευσης, και που συμμετέχουν σε όλα τα θέματα τα οποία, μέχρι στιγμής, θεωρούνταν της αρμοδιότητός τους.

5.1.3

Προβλήματα μπορεί να προκύψουν στην πράξη με τη νομιμότητα αυτή, την κάπως αποκλειστική, όταν πρόκειται για θέματα ανταγωνισμού, καθόσον συνήθως πρόκειται για καταστρατήγηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων των καταναλωτών, και μάλιστα περιορισμένων από εδαφική και θεματική άποψη. Φαίνεται αναγκαίο να συζητηθεί ευρέως η έννοια της νομιμοποίησης, ώστε να υπάρχει δυνατότητα παρέμβασης για τέτοια θέματα.

5.2   Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ανταγωνισμού

5.2.1

Ο Κανονισμός 1/2003 ΕΚ (36), καθώς και η λεγόμενη δέσμη εκσυγχρονισμού, θέσπισαν τα μέσα συνεργασίας μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών αρχών ανταγωνισμού εντός του Ευρωπαϊκού Δικτύου Ανταγωνισμού (ΕΔΑ) (37). Η δράση του ΕΔΑ άρχισε το 2003, μέσω ομάδας εργασίας που μελέτησε τα γενικότερα ζητήματα, όπως η λειτουργία της και το σύστημα επικοινωνίας μεταξύ των μερών της. Σήμερα είναι πλήρως λειτουργική και συνίσταται σε 14 υποομάδες που ασχολούνται με κλαδικά ζητήματα (38).

5.2.2

Ο Κανονισμός 1/2003 παρέχει στο ΕΔΑ μέσα για αμοιβαία συνδρομή και για δράση σύμφωνα με τις υποδείξεις της αρμόδιας αρχής, και γενικότερα για τη συγκέντρωση όλων των αναγκαίων πληροφοριών ώστε να καταστεί δυνατή η επίλυση των υποθέσεων. Το δίκτυο είναι επίσης επιφορτισμένο με τις επιθεωρήσεις που ζητούν οι εθνικές αρχές, τα συμπεράσματα των οποίων διαβιβάζονται σύμφωνα με την θεσπισθείσα διαδικασία, ώστε να μπορούν να έχουν πρόσβαση σ' αυτά όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη.

5.2.3

Μεγάλη σημασία έχει η παρέμβαση του ΕΔΑ στο καθεστώς επιείκειας, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη υπέγραψαν δήλωση όπου δεσμεύονται να τηρούν το περιεχόμενο των κανόνων που ορίζονται στην προαναφερόμενη Ανακοίνωση -και άρα χρησιμεύει ως πρακτικό μέσον για τα εθνικά δικαστήρια τα αρμόδια για θέματα ανταγωνισμού-, ενώ παράλληλα αναλαμβάνουν να τηρούν ενήμερη τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (39).

5.2.4

Η επικοινωνία που πρέπει να υπάρχει μεταξύ του ΕΔΑ, των αρχών ανταγωνισμού και των δικαστηρίων παρέχει τη δυνατότητα να γίνονται γνωστές οι αγωγές για συμφωνίες και καταχρήσεις δεσπόζουσας θέσης, καθώς και η εφαρμοστέα διαδικασία, και έτσι αποφασίζεται ποιος πρέπει να διεξάγει τη δικαστική έρευνα για την αγωγή, πιο γρήγορα απ' ό,τι μέχρι πρόσφατα.

5.2.5

Επίσης, η δράση του ΕΔΑ χρησιμεύει για τον εντοπισμό παραβάσεων, έτσι ώστε η σχεδόν προληπτική δράση περιορίζει τις αρνητικές επιπτώσεις για τους ανταγωνιστές και τους καταναλωτές. Σημαντική λειτουργία του που πρέπει να επισημανθεί είναι η παρέμβαση στις διαδικασίες απαλλαγής, όπου πρέπει να αξιολογηθεί εάν το αποτέλεσμά τους είναι ευνοϊκό για τους καταναλωτές, καθώς και εάν ένα μέρος της συμφωνίας πρέπει να αναφέρεται στα συγκεκριμένα οφέλη που αναμένεται να προκύψουν γι' αυτούς.

Βρυξέλλες, 5 Ιουλίου 2006

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  Σχέδιο δράσης για την πολιτική των καταναλωτών, 1999-2001.

(2)  SEC(2005) 805 τελικό της 17.06.2005. Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ — ΕΕ C 110 της 9/05/2006, σ. 8.

(3)  Λονδίνο, 15 Σεπτεμβρίου 2005, στις ημερίδες «Ευρωπαϊκή ημέρα καταναλωτών και ανταγωνισμού».

(4)  Ρώμη, 6 Δεκεμβρίου 2003, ο Επίτροπος Monti ανήγγειλε τον διορισμό του κ. Riviere Marti.

(5)  Η πολιτική ανταγωνισμού της ΕΕ και οι καταναλωτές. Υπηρεσία Εκδόσεων του Λουξεμβούργου.

(6)  Βλ. «XXXIIIη Έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2003» σσ 6 κ.ε., SEC(2004) 568 τελικό, της 4.06.2004. Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ — ΕΕ C 221, της 8.9.2005.

(7)  Οι επαφές μπορούν να γίνονται μέσω της ηλεκτρονικής διεύθυνσης: comp-consumer-officer@cec.eu.int.

(8)  Κανονισμός ΕΚ 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης, όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό ΕΚ 411/2004 (ΕΕ L 68 της 6.3.2004)· Κανονισμός ΕΚ 773/2004 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 2004, σχετικά με τη διεξαγωγή από την Επιτροπή των διαδικασιών δυνάμει των άρθρων 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 123 της 27/04/2004, σ. 18). Ακόμη, δημοσιεύτηκαν μια σειρά Ανακοινώσεων και Κατευθυντήριων γραμμών με στόχο τη θέσπιση των διαδικασιών για τις σχέσεις μεταξύ των αρχών ανταγωνισμού και της Επιτροπής, καθώς και της Επιτροπής με τις δικαστικές αρχές.

(9)  Κανονισμός ΕΚ 772/2004 της Επιτροπής, της 27ης Απριλίου 2004, για την εφαρμογή του άρθρου 81 παράγραφος 3 της συνθήκης σε ορισμένες κατηγορίες συμφωνιών μεταφοράς τεχνολογίας (ΕΕ L 123 της 27/04/2004, σ. 11).

(10)  Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αναγκάστηκε να οριοθετήσει την έννοια της δεσπόζουσας θέσης, καθώς δεν υπήρχε ορισμός στη Συνθήκη, και την καθόρισε θεωρώντας ως τέτοια την οικονομική θέση που καταλαμβάνουν μία ή περισσότερες επιχειρήσεις και τους επιτρέπει να εμποδίζουν τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό στην αγορά, μέσω συμπεριφοράς ανεξάρτητης από τους ανταγωνιστές τους, από τους πελάτες τους και από τους καταναλωτές.

(11)  Υπόθεση Deutsche Telekom COM/C1/37. ΕΕ L 263 της 14.10.2003, σ. 9.

(12)  Υπόθεση Microsoft COM/37/792.

(13)  Η Deutsche Telekom μείωσε αισθητά τα κοινά τιμολόγια των γραμμών για τις υπηρεσίες ευρυζωνικής πρόσβασης στο Διαδίκτυο στο δίκτυο σταθερής τηλεφωνίας της.

(14)  Κανονισμός ΕΚ 139/2004 του Συμβουλίου, της 20/1/2004, για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων, ΕΕ L 24 της 29/1/2004· Κανονισμός ΕΚ 802/2004 της Επιτροπής, της 7/4/2004, για την εφαρμογή του Κανονισμού ΕΚ 139/2004 (ΕΕ L 133 της 30/04/2004, σ. 1).

(15)  Ο Κανονισμός ΕΟΚ 4064/89 (ΕΕ L 395 της 30/12/1989, σ. 1), καθώς και οι τροποποιήσεις που ενσωματώθηκαν σε αυτόν με την Πράξη προσχώρησης της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας, τροποποιήθηκαν από τον προαναφερόμενο Κανονισμό· έτσι, ο νέος Κανονισμός αποτελεί αναδιατύπωση όλων των νομικών κειμένων, καθώς και της τροποποίησης των άρθρων που έχουν αποτελέσει αντικείμενο νομολογιακής ερμηνείας.

(16)  Υπόθεση Τ-102/96, στην οποία το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο προσδιόρισε την έννοια της δεσπόζουσας θέσης, καθώς και του ουσιαστικού περιορισμού του ανταγωνισμού, έτσι ώστε να περιλαμβάνονται πλέον καταστάσεις που προηγουμένως η κατανόησή τους ήταν αμφισβητούμενη, όπως τα ολιγοπώλια.

(17)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1228/2003 σχετικά με τους όρους πρόσβασης στο δίκτυο για τις διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενέργειας. ΕΕ L 176 της 15.7.2003, σ. 1.

(18)  Οδηγία 2002/77/ΕΚ (ΕΕ L 249 της 17/09/2002, σ. 21).

(19)  COM(2003) 715 τελικό.

(20)  Βλ. εκτενή περίληψη δράσεων στην XXXIIIη Έκθεση της Επιτροπής επί της πολιτικής ανταγωνισμού 2003, σσ 41 κ.ε.

(21)  Η Επιτροπή αρνήθηκε την εξουσιοδότηση για τη συμφωνία μεταξύ Air France και Alitalia, στην πρώτη έκδοσή της, και ζήτησε την παρέμβαση άλλων ενδιαφερομένων μερών για να υποβάλουν παρατηρήσεις. Όσον αφορά την British Airways και την Iberia, η Επιτροπή περιόρισε τη διάρκεια ισχύος της συμφωνίας σε έξι χρόνια.

(22)  Κανονισμός ΕΚ 261/2004 (ΕΕ L 46 της 17.02.2004, σ. 1).

(23)  ΕΕ C 233 της 30.09.2003, σ. 8.

(24)  Υπόθεση Wallenius/Wilhelmsen/Hunday. 2002.

(25)  Υπόθεση IV/34.018. L 268 του 2000, σ. 1.

(26)  COM(2005) 672 τελικό της 19.12.2005.

(27)  Βλ. Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ — INT/263- AS 1038/2005, εισηγητής ο κ. Pegado Liz.

(28)  Βλ. προαναφερόμενη Ετήσια έκθεση για το 2003, σσ 191 κ.ε.

(29)  Βλ. Πίνακα 3, στην ετήσια Έκθεση για το 2003, σ. 29, σχετικά με τις καταχρήσεις στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών· Πίνακας 2, στην ετήσια Έκθεση για το 2004, σ. 28· Χρήση των δικτύων για τη μετάδοση και πώληση των αθλητικών δικαιωμάτων, στην ετήσια Έκθεση για το 2004, σ. 43.

(30)  Βλ. Ετήσια έκθεση 2004, μεταφορές, σ. 52· Ελευθέρια επαγγέλματα, Ετήσια Έκθεση 2003, σ. 60· διανομή μηχανοκίνητων οχημάτων, Ετήσια Έκθεση 2004, σ. 44.

(31)  Υπόθεση British Telecomunications, ΕΕ L 360, ιδιαίτερης σημασίας καθώς πρόκειται ακόμη για κρατικό μονοπώλιο.

(32)  Ανακοίνωση της Επιτροπής «Στρατηγική για την πολιτική υπέρ των καταναλωτών 2002-2006», COM(2002) 208 τελικό.

(33)  COM(2001) 248 τελικό.

(34)  Σελίδα στο Διαδίκτυο:

http://europa.eu.int/comm/consumers/redress/compl/index_en.htm

(35)  Θα επισυναφθεί ως παράρτημα.

(36)  Της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης, όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 411/2004 (ΕΕ L 68 της 6.3.2004, σ. 1).

(37)  Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη συνεργασία στο πλαίσιο του δικτύου των αρχών ανταγωνισμού (ΕΕ C 101 της 27/04/2004).

(38)  Το 2004 ασχολήθηκαν με 298 υποθέσεις, εκ των οποίων 99 παραπέμφθηκαν από την Επιτροπή και 199 από τις εθνικές αρχές ανταγωνισμού.

(39)  Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και των δικαστηρίων των κρατών μελών της ΕΕ κατά την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 ΕΚ (ΕΕ C 101 της 27/04/2004, σ. 54).


16.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 309/10


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την «Εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβώνας — Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Περισσότερη έρευνα και καινοτομία/επενδύσεις για την ανάπτυξη και την απασχόληση: Μια κοινή προσέγγιση»

COM(2005) 488 τελικό

(2006/C 309/02)

Στις 12 Οκτωβρίου 2005, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 31 Μαΐου 2006, με εισηγήτρια την κα FUSCO.

Κατά την 428η σύνοδο της ολομέλειάς της, της 5ης και 6ης Ιουλίου 2006 (συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου 2006), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 152 ψήφους υπέρ, και 3 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Ιστορικό και Σύνοψη της ανακοίνωσης της Επιτροπής

1.1

Η ανακοίνωση της Επιτροπής έχει στόχο να παρουσιάσει μια κοινή προσέγγιση  (1) για την έρευνα και την καινοτομία στα πλαίσια της εφαρμογής του προγράμματος της Λισσαβώνας, σύμφωνα με τις αποφάσεις που έλαβε τον Μάρτιο του 2000 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβώνας, θέτοντας ως στόχο να καταστεί η ΕΕ έως το 2010 «η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης ανά την υφήλιο, ικανή για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη με περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας και με μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή». Στο ίδιο Συμβούλιο εγκρίθηκε και το σχέδιο που πρότεινε η Επιτροπή στην ανακοίνωσή της «Για έναν ευρωπαϊκό χώρο στον τομέα της έρευνας» (2).

1.2

Στο ψήφισμά του, τον Μάρτιο του 2002, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Βαρκελώνης έθεσε ως στόχο την αύξηση των επενδύσεων της ΕΕ στην έρευνα και την ανάπτυξη (Ε&Α) στο 3 % έως το 2010, καθώς και την αύξηση του μεριδίου της ιδιωτικής χρηματοδότησης έως τα 2/3, ενώ τον Μάρτιο του 2003 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών ζήτησε την ανάληψη συγκεκριμένων δράσεων.

1.3

Η Επιτροπή, στην ανακοίνωση της 30ής Απριλίου 2003«Επενδύοντας στην έρευνα: το πρόγραμμα δράσης για την Ευρώπη», όρισε τις δράσεις που πρέπει να αναληφθούν σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, σύμφωνα με την πρώτη ανακοίνωση που είχε δημοσιευθεί τον Σεπτέμβριο του 2002 με τίτλο «Περισσότερη έρευνα για την ΕυρώπηΣτόχος: 3 % του ΑΕγχΠ». Τα πρώτα επίσημα στοιχεία για την Ε&Α δείχνουν ότι, το 2003, η ένταση Ε&Α παρέμεινε σχεδόν στάσιμη στο 1,93 % του ΑΕγχΠ της ΕΕ των 25 (3). Μόνον η Φινλανδία και η Σουηδία εκπλήρωσαν τον στόχο.

1.4

Τον Μάρτιο του 2005, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο προέβη σε αναθεώρηση της στρατηγικής της Λισσαβώνας (4). Η κοινή αυτή πολιτική βούληση επιβεβαιώθηκε τον Οκτώβριο του 2005 στο Hampton Court, κατά τη διάρκεια της άτυπης συνόδου των ευρωπαίων αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων, με στόχο την αντιμετώπιση της σημαντικής ανάγκης για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας στα πλαίσια του παγκόσμιου ανταγωνισμού.

1.5

Η πρώτη πρωτοβουλία της Επιτροπής αφότου ενέκρινε την αναθεωρημένη στρατηγική της Λισσαβώνας αφορούσε την ευρωπαϊκή κοινωνία της πληροφορίας 2010 (5), όπου τα κράτη μέλη καλούνται να καθορίσουν τις εθνικές προτεραιότητες της κοινωνίας της πληροφορίας μέσα στα εθνικά μεταρρυθμιστικά προγράμματα έως τα μέσα Οκτωβρίου 2005, ώστε να συμβάλουν στην επίτευξη των στόχων που τίθενται στην ανακοίνωση για τη στρατηγική i2010.

1.6

Οι προτεινόμενες επιλογές και δράσεις αιτιολογούνται μέσα από την αντίθεση της κατάστασης που επικρατεί εντός και εκτός ΕΕ: αφενός, σκληρός παγκόσμιος ανταγωνισμός· αφετέρου, δυσκαμψία και κατακερματισμός των εθνικών αγορών σε συνδυασμό με την ανάγκη να δημιουργηθεί ένας ενιαίος ευρωπαϊκός χώρος και να προωθηθεί η κινητικότητα των εργαζομένων με υψηλό επίπεδο κατάρτισης. Αναγνωρίζοντας τις περιορισμένες αρμοδιότητές της σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα, η Επιτροπή επιδιώκει να διαδραματίσει κυρίως ρόλο «καταλύτη».

1.7

Με την ανακοίνωση επιδιώκεται η ενίσχυση της διασύνδεσης έρευνας και καινοτομίας, αφενός μέσω μιας πολιτικής για την έρευνα επικεντρωμένης στην παραγωγή νέων γνώσεων και στις εφαρμογές τους, καθώς και στην πλαισίωση της έρευνας, αφετέρου μέσω μιας πολιτικής για την καινοτομία επικεντρωμένης στη μετατροπή της γνώσης σε οικονομική αξία και εμπορική επιτυχία. Στα πλαίσια της προσέγγισης για τη βελτίωση της νομοθεσίας, κάθε μέτρο με δυνητικό αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα θα έπρεπε να υποβάλλεται σε αξιολόγηση αντικτύπου.

1.8

Στην αξιολόγηση που συνοδεύει την ανακοίνωση εξετάζονται τρεις επιλογές πολιτικής και επιλέγεται η τελευταία εξ αυτών (6):

να μην γίνει καμία ενέργεια,

να ακολουθηθεί μια πολιτική ολοκλήρωσης,

να ακολουθηθεί μια κοινή προσέγγιση.

1.9

Το σχέδιο δράσης που προτείνεται στην ανακοίνωση περιλαμβάνει 4 σκέλη:

έρευνα και καινοτομία στο επίκεντρο των πολιτικών της ΕΕ,

έρευνα και καινοτομία στο επίκεντρο της χρηματοδότησης της ΕΕ,

έρευνα και καινοτομία στο επίκεντρο των επιχειρήσεων,

βελτιωμένες πολιτικές έρευνας και καινοτομίας.

1.10

Προτείνονται δεκαεννέα δράσεις κατανεμημένες σε 3 κύρια πεδία: δημόσια πολιτική και ρύθμιση, οικονομικά και φορολόγηση (7) και ο ρόλος των ιδιωτικών φορέων (8).

1.11

Αν και φαίνεται πως η εν λόγω ανακοίνωση ακολουθεί την κατεύθυνση της προηγούμενης ανακοίνωσης του 2003, η Επιτροπή προσέθεσε ένα στοιχείο που προβλέπει ότι τα εθνικά μεταρρυθμιστικά προγράμματα πρέπει να περιλαμβάνουν ξεκάθαρα την έρευνα και την καινοτομία. Τα εν λόγω εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων θα υποστηρίζονται πλέον από κοινοτικές χρηματοδοτήσεις επικεντρωμένες σε δραστηριότητες ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, από συμβουλές για τη συντονισμένη ανάπτυξη των πολιτικών, και από βελτιωμένες πλατφόρμες για την αμοιβαία μάθηση, σε όλες τις περιφέρειες όπου η διεθνική συνεργασία προσφέρει ισχυρή προστιθέμενη αξία. Οι προσπάθειες για Ε&Α αναγνωρίζονται στο Σύμφωνο Σταθερότητας, καθώς αυτού του είδους οι δαπάνες επιτρέπονται και πέραν του 3 % του ελλείμματος.

1.12

Η ΕΟΚΕ λαμβάνει επίσης υπόψη την Έκθεση Esko Aho, παρότι δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαβούλευσης, παρατηρώντας ότι στο σημείο 3.1. «Ενίσχυση των επενδύσεων που προορίζονται για τη γνώση και την καινοτομία», της ανακοίνωσης προς το εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του 2006, η Επιτροπή δεν κάνει αναφορά στην ανακοίνωση COM(2005) 488 τελικό, αλλά στην Έκθεση Esko Aho. Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η εν λόγω έκθεση δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαβούλευσης ούτε και προηγούμενης αξιολόγησης και την περιλαμβάνει εφεξής στον εν εξελίξει διάλογο.

1.13

Τον Οκτώβριο του 2005, στο Hampton Court, διορίστηκε μια ομάδα 4 ατόμων, με συντονιστή τον κ. Esko Aho. Στην έκθεση του Ιανουαρίου 2006, η οποία διαβιβάστηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενόψει του Εαρινού Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του 2006, διατυπώνονται συστάσεις για την επιτάχυνση της εφαρμογής των πρωτοβουλιών που οργανώνονται σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο για την έρευνα και την καινοτομία. Η εν λόγω έκθεση έχει ως βάση την παρούσα ανακοίνωση, αλλά προτείνει την ενίσχυση της ολοκλήρωσης [επιλογή 2, SEC(2005) 1289]. Τον Μάρτιο του 2006, η έκθεση υποβλήθηκε στο Συμβούλιο Ανταγωνιστικότητας και στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τόνισε τη σημασία της Έκθεσης Aho και ζήτησε από την Επιτροπή να προβεί σε αξιολόγησή του έως τον Σεπτέμβριο του 2006 (9).

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1

Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει την ανακοίνωση, σημείο εκκίνησης της οποίας είναι η εταιρική σχέση για την ανάπτυξη και την απασχόληση, καθώς επιδιώκει να καλύψει όλο το φάσμα της έρευνας και της καινοτομίας, συμπεριλαμβανομένης της μη τεχνολογικής καινοτομίας. Σκιαγραφεί δράσεις που θα υπερέβαιναν το 3 % της Βαρκελώνης (10) και περιγράφει σε γενικές γραμμές τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει η Κοινότητα, παρουσιάζοντας λεπτομερώς τα μέτρα στήριξης για την έρευνα και την καινοτομία που έχουν αναληφθεί ή πρόκειται να αναληφθούν (11).

2.2

Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση, ο παγκόσμιος ανταγωνισμός για την προσέλκυση επενδύσεων στην έρευνα και την καινοτομία αυξάνεται διαρκώς, μεταξύ άλλων και στις χώρες με αναδυόμενες οικονομίες, όπως η Κίνα, η Ινδία και η Βραζιλία. «Το χάσμα των ερευνητικών επενδύσεων ανάμεσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες υπερβαίνει ήδη ποσό των 120 δισεκατομμυρίων € ετησίως και διευρύνεται με ταχείς ρυθμούς». Όσον αφορά την Ευρώπη, το επίπεδο του ανταγωνισμού είναι τέτοιο που κανένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επιτύχει μεμονωμένα. Οι διακρατικές συνέργειες αποτελούν τον μόνο δρόμο για την προώθηση της έρευνας και της καινοτομίας και για τη μετατροπή τους σε ανάπτυξη και απασχόληση (12). Επιπλέον, η έρευνα και η καινοτομία είναι απαραίτητες για να καταστεί η οικονομία της ΕΕ πιο βιώσιμη, μέσω της εξεύρεσης λύσεων για την οικονομική μεγέθυνση, την κοινωνική ανάπτυξη και την περιβαλλοντική προστασία.

2.3

Με το σχέδιο δράσης, τα περισσότερα κράτη μέλη άρχισαν να θεσπίζουν εθνικά μέτρα για την τόνωση της Ε&Α στον ιδιωτικό τομέα, και να ορίζουν στόχους ώστε οι επενδύσεις σε έρευνα να ανέλθουν στο 2,6 % του ΑΕγχΠ το 2010. Τα φορολογικά κίνητρα αποκτούν στο πλαίσιο αυτό ιδιαίτερη σημασία (13). Ωστόσο, το επίπεδο της έρευνας στην ΕΕ φαίνεται πως παραμένει σε γενικές γραμμές στάσιμο, ακόμη και στον ιδιωτικό τομέα. Η κατάσταση είναι ανησυχητική.

2.4

Με την αιτιολόγηση των δράσεων ξεκινά ο διάλογος για τη σύγκριση της παραγωγικότητας των κρατών μελών της ΕΕ με εκείνη των τρίτων χωρών.

2.4.1

Πρώτον, υπάρχουν πολλοί ορισμοί της παραγωγικότητας (ο λόγος μεταξύ της παραγόμενης ποσότητας ενός αγαθού ή μιας υπηρεσίας και του αριθμού των μονάδων του χρησιμοποιούμενου συντελεστή παραγωγής). Το πιο συχνά χρησιμοποιούμενο μέσον μέτρησης λαμβάνει υπόψη έναν μόνο συντελεστή -την εργασία- με δείκτη την ωριαία παραγωγή ανά εργαζόμενο στον τομέα της βιομηχανίας. Ο υπολογισμός αυτός είναι ο ευκολότερος, αλλά δεν παρουσιάζει συνολική εικόνα και θεωρεί το κεφάλαιο ως εξωγενή παράγοντα ως προς την παραγωγική διαδικασία.

2.4.2

Δεύτερον, δεν πρέπει να γίνονται γενικεύσεις κατά τη σύγκριση μεταξύ της Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών· αντιθέτως, πρέπει να επισημαίνονται οι σημαντικές διαφορές ανά τομέα και ανά κράτος, ή ακόμα και στο εσωτερικό μιας χώρας όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες. Υπάρχουν ανταγωνιστικοί τομείς και χώρες στην Ευρώπη, που σημειώνουν σημαντικές προόδους σε ό,τι αφορά την παραγωγικότητα τους. Για την ΕΕ στο σύνολό της, σύμφωνα με τους O'Mahony και van Ark (2003), οι υπολογισμοί του κόστους ανά μονάδα εργασίας στον τομέα της μεταποίησης δείχνουν ότι η ΕΕ δεν είναι ανταγωνιστική σε σχέση με τις ΗΠΑ στον τομέα της υψηλής τεχνολογίας, είναι όμως ανταγωνιστική σε άλλους τομείς. Ωστόσο, ο παράγοντας που ασκεί τις εντονότερες πιέσεις στην ΕΕ και αποτελεί τη βασική πηγή ανταγωνισμού για τις παραδοσιακές βιομηχανίες δεν είναι οι ΗΠΑ, αλλά οι χαμηλοί μισθοί στις τρίτες χώρες. Η άποψη των Dosi, Llerena και Labini (2005) είναι πιο κριτική και θεωρεί ότι η ανάγκη για μια ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως ταμπού.

2.4.3

Τρίτον, το καλύτερο μέσον μέτρησης θα ήταν η πολυπαραγοντική παραγωγή ή total factor productivity (TFP — δείκτης παραγωγικότητας του συνόλου των συντελεστών παραγωγής), που επιτυγχάνεται με προσαρμογή του ΑΕγχΠ σε συνάρτηση με τις διαφορές σε όλα τα χρησιμοποιούμενα στοιχεία (Calderon, 2001), και που επιτρέπει την πραγματοποίηση καλύτερων συγκρίσεων μεταξύ χωρών. Προκειμένου να εξηγήσουν τις διαφορές παραγωγικότητας μεταξύ χωρών, διάφορες εμπειρικές μελέτες ταξινόμησαν τους παράγοντες αύξησης της παραγωγικότητας του εργατικού δυναμικού ή/και της παραγωγικότητας του συνόλου των συντελεστών σε τρεις ομάδες. Ωστόσο, δεδομένης της αλληλεξάρτησης μεταξύ των χωρών, ο Calderon δηλώνει ότι οι διαφορές μεταξύ των χωρών όσον αφορά την TFP φαίνεται πως οφείλονται στην ταχύτητα της τεχνολογικής διάδοσης (μέσω του εμπορίου, των άμεσων ξένων επενδύσεων ή της μετανάστευσης) (14).

2.4.4

Εάν η διαφορά προέρχεται από την ταχύτητα της διάδοσης, τότε οι καινοτόμες ΜΜΕ θα μπορούσαν να διαδραματίσουν καίριο ρόλο όσον αφορά τη διάδοση, δημιουργώντας παράλληλα νέες αγορές. Για τον ίδιο λόγο, η επιλογή των στρατηγικών προτεραιοτήτων για την έρευνα και την καινοτομία θα μπορούσε να προωθήσει την ταχύτερη διάδοση των γνώσεων.

2.4.5

Τέλος, η εξασφάλιση καταρτισμένου προσωπικού και επιχειρηματικών επενδύσεων απασχολεί τόσο τις Ηνωμένες Πολιτείες, όσο και την Ευρώπη, κυρίως σε σχέση με την Κίνα, ενώ και η τελευταία χρειάζεται 75.000 εργαζόμενους με υψηλό επίπεδο κατάρτισης για να μεταβεί στο στάδιο μιας οικονομίας των υπηρεσιών.

2.5

Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται πως οι επιλογές πολιτικών βασίζονται σε δύο σημαντικές μακροσκοπικές αντιλήψεις. Αφενός, φαίνεται πως υπάρχουν επείγουσες ανάγκες οργανωτικής καινοτομίας, απαραίτητης προϋπόθεσης για την τεχνική καινοτομία (Lam 2005 και ΟΟΣΑ 2005), και το ίδιο ισχύει και για τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα (Sachwald 2005, Sapir et al 2003, Esko Aho 2006)· αφετέρου, ο λόγος για τον οποίο οι επιχειρήσεις δεν επενδύουν αρκετά στην Ε&Α και στην καινοτομία στην Ευρώπη φαίνεται πως είναι η απουσία μιας φιλικής προς την καινοτομία αγοράς για την κυκλοφορία νέων προϊόντων και υπηρεσιών (Esko Aho 2006). Η ΕΟΚΕ παρατηρεί, ωστόσο, ότι το επιχειρηματικό πνεύμα και η ανάληψη κινδύνων εξακολουθούν να συνιστούν αναγκαία στοιχεία.

2.6

Η αδυναμία της αγοράς ως παράγοντα δημιουργίας καινοτομίας αναγνωρίζεται ευρέως στη βιβλιογραφία, από τον Arrow (1962) έως τους Dasgupta και Stiglitz (1980). Τα προγράμματα πλαίσιο της Επιτροπής βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στη λογική της ενεργού στήριξης σε μικροεπίπεδο των δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων που αφορούν την Ε&Α, μέσω ενός συνδυασμού στήριξης της Ε&Α και προώθησης της συνεργασίας για την υπέρβαση των πλέον ανασταλτικών εμποδίων (διευκόλυνση της έρευνας των εταίρων και προώθηση κοινών δυναμικών που προσφέρουν, μεταξύ άλλων, πλεονεκτήματα όσον αφορά την είσοδο στην αγορά, το downstreaming και τις οικονομίες κλίμακας). Ωστόσο, οι εν λόγω πρωτοβουλίες δεν ήταν αρκετές για τη δημιουργία μιας βιώσιμης δυναμικής για την καινοτομία στο σύνολο της ΕΕ.

2.7

Για τον λόγο αυτόν, η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την προσοχή που δίνει η Επιτροπή στο μέσο, το τομεακό και το διασυνοριακό επίπεδο. Οι εταιρικές σχέσεις, τα δίκτυα, οι ομάδες, οι όμιλοι, τα φόρουμ και τα βήματα διαλόγου αναδεικνύουν τη σημασία των διασυνδέσεων, των εξωτερικών επιδράσεων και της διάχυσης, τόσο μεταξύ επιχειρήσεων και οργανισμών όσο και σε γεωγραφικό επίπεδο, για την προαγωγή της καινοτομίας. Τα εν λόγω μέσα συντονισμού θα μπορούν ευκολότερα να εντοπίζουν τους παράγοντες που επηρεάζουν το επίπεδο των επενδύσεων στην καινοτομία και τα σημεία συμφόρησης.

2.8

Ωστόσο, η προσέγγιση και οι δράσεις που προτείνονται δεν συνοδεύονται από ενδεικτικά δημοσιονομικά στοιχεία, παρότι για την επιτυχία τους απαιτούνται σημαντικοί πόροι και ικανότητες συντονισμού. Επιπλέον, στη σελίδα της ανακοίνωσής της προς το εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του 2006 όπου κάνει τη μόνη αναφορά στην παρούσα ανακοίνωση, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι«οι νομοθετικές προτάσεις θα αρχίσουν να παράγουν αποτελέσματα μόνον μετά την έγκρισή τους από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο. Επιπλέον, πολλές από τις χρηματοδοτικές δράσεις εξαρτώνται από την ολοκλήρωση και την εφαρμογή των δημοσιονομικών προοπτικών 2007-2013». Ως εκ τούτου, ακόμα και οι προτεινόμενες δράσεις έχουν απλώς ενδεικτικό χαρακτήρα.

2.9

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να παράσχει ενδεικτικά δημοσιονομικά στοιχεία όσο το δυνατόν συντομότερα, περιλαμβάνοντας και ένα σαφές σύστημα παρακολούθησης και αξιολόγησης της παρούσας ανακοίνωσης με συγκεκριμένη προθεσμία, παραδείγματος χάρη το 2008. Επιπλέον, η ΕΟΚΕ θεωρεί απαραίτητη την εκπόνηση έκθεσης από την Επιτροπή που θα καλύπτει όλες τις εκθέσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων που σχετίζονται άμεσα με την ανακοίνωση, καθώς και τη διενέργεια μιας αξιολόγησης των συστάσεων που έχουν διατυπωθεί. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να είναι σύμφωνα με την επιλογή και τις δράσεις που θα έχουν προκριθεί. Τέλος, μεταξύ των προσπαθειών για την υπέρβαση του σημερινού κατακερματισμού, θα ήταν χρήσιμο να καταρτιστεί ένας πίνακας των ατόμων που είναι υπεύθυνα για το συντονισμό των δράσεων που προτείνονται στην COM(2005) 488 σε όλα τα επίπεδα: περιφέρειες, κράτη μέλη και ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Η Επιτροπή έχει καταβάλει αξιοσημείωτες προσπάθειες για την κατάρτιση των ανά χώρα «Trendcharts» (διαγράμματα τάσεων). Τα εν λόγω διαγράμματα αναφέρουν τους φορείς που είναι αρμόδιοι για την έρευνα και την καινοτομία και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως βάση για την κατάρτιση ενός τέτοιου πίνακα. Θα ήταν επίσης ενδιαφέρον να εξεταστούν οι εμπειρίες των «virtual agencies» (εικονικών υπηρεσιών) στις ΗΠΑ σε σχέση με την έρευνα και την καινοτομία.

2.10

Η ΕΟΚΕ παρατηρεί, επιπλέον, ότι οι βασικές έννοιες (έρευνα, καινοτομία, γνώση και τεχνολογία) δεν ορίζονται στην ανακοίνωση. Ωστόσο, η Επιτροπή έχει στηρίξει διευρωπαϊκές έρευνες για τη διατύπωση τέτοιων ορισμών, ενώ η Eurostat και ο ΟΟΣΑ έχουν προβεί σε ορισμό της καινοτομίας. Στο τελευταίο «European Innovation Scoreboard» (ευρωπαϊκός πίνακας αποτελεσμάτων για την καινοτομία) για τον λόγο μεταξύ των μέσων και των αποτελεσμάτων της καινοτομίας, αναπτύσσεται η έννοια της «αποτελεσματικότητας της καινοτομίας» («innovation efficiency») και η Ε&Α εκλαμβάνεται ως μέσον καινοτομίας. Επιπλέον, θα έπρεπε να γίνει σαφέστερη διάκριση μεταξύ των δράσεων που επικεντρώνονται στην έρευνα και την καινοτομία αυτές καθαυτές, και των πολιτικών προώθησης των συνθηκών για τη δημιουργία καινοτομίας (παραδείγματος χάρη: κατάρτιση, υποδοχή και πλαισίωση των κινητών ανθρωπίνων πόρων, στήριξη των ΜΜΕ και των λιγότερο ευνοημένων περιφερειών ως προς την αφομοίωση των ΤΠΕ, όπου το κόστος είναι αναλογικά μεγαλύτερο από ό,τι για άλλους παράγοντες). Δηλαδή, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της καινοτομίας νοούμενης ως νέα προϊόντα και υπηρεσίες που διατίθενται στην αγορά και της καινοτομίας ως διαδικασίας. Η πρώτη αποτελεί απαραίτητη, αλλά όχι επαρκή, προϋπόθεση για μια δυναμική ενδογενή ανάπτυξη.

2.11

Η ΕΟΚΕ παρακολουθεί πολύ ενεργά το ζήτημα και έχει εκδώσει πολυάριθμες γνωμοδοτήσεις επί του τεράστιου πεδίου που καλύπτει η ανακοίνωση COM(2005) 488. Ελλείψει χώρου, η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει επιγραμματικά τις γνωμοδοτήσεις αυτές, και ειδικότερα: τη γνωμοδότηση σχετικά με τον ευρωπαϊκό χώρο έρευνας, όπου εξετάζονταν ήδη όλα τα θέματα που καλύπτει η ανακοίνωση COM(2005) 488 (CESE 595/2000), ιδίως στα σημεία 7 όσον αφορά την έρευνα και την τεχνολογική καινοτομία και 8 σχετικά με την ανάγκη ανταλλαγής προσωπικού μεταξύ ερευνητικών ιδρυμάτων και βιομηχανίας.

2.12

Στη γνωμοδότηση CESE 724/2001, για την επιστήμη και την κοινωνία, επισημαινόταν ο ρόλος της βασικής έρευνας στις περισσότερες από τις μεγάλες ανακαλύψεις (15). Η γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ σχετικά με τη βασική έρευνα στην Ευρώπη και τη σχέση της με την εφαρμοσμένη έρευνα, τονίζει το ζήτημα των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στο σημείο 2.5, όπου η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι επείγει η καθιέρωση ενός συστήματος ευρωπαϊκού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το οποίο, όπως και στις ΗΠΑ, να εκχωρεί μια περίοδο χάριτος μεταξύ της επιστημονικής ανακοίνωσης για μια εφεύρεση και του διπλώματος χρήσης της εν λόγω εφεύρεσης. Το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας θα πρέπει να μπορεί να αποκτηθεί γρήγορα και με χαμηλό κόστος. Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για την καθυστέρηση την οφειλόμενη σε γλωσσικά ζητήματα.

2.13

Στη γνωμοδότησή της σχετικά με τους ερευνητές στον ευρωπαϊκό χώρο έρευνας, η ΕΟΚΕ δηλώνει ότι στηρίζει τον «Χάρτη των Ευρωπαίων Ερευνητών» (16), στο δε σημείο 5.4 συμφωνεί ότι είναι επιτακτική η ανάγκη ανταλλαγών μεταξύ πανεπιστημίων και βιομηχανίας και συνιστά την καλύτερη αξιοποίηση των εμπειρογνωμόνων που διαθέτουν πολυετή εμπειρία, σε συνδυασμό με τη συμβατότητα και την αναγνώριση των διαφόρων πτυχών της κοινωνικής ασφάλισης και της στέγασης, εξασφαλίζοντας παράλληλα την οικογενειακή ενότητα, όπως αναφέρεται στο σημείο 5.5.5. Σε άλλη της γνωμοδότηση, η ΕΟΚΕ ασχολείται με την επιστήμη και την τεχνολογία (17). Στη δε γνωμοδότησή της σχετικά με το 7ο πρόγραμμα πλαίσιο ΕΤΑ (18), η ΕΟΚΕ επισημαίνει τη σημασία του και σχολιάζει τη χρηματοδότηση και την οργάνωσή του σε υποπρογράμματα και 9 ερευνητικά αντικείμενα, για τα οποία η ΕΟΚΕ έχει δημοσιεύσει ειδικές γνωμοδοτήσεις (19).

2.14

Στη γνωμοδότησή της σχετικά με την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία 2007-2013 (20), η ΕΟΚΕ επισημαίνει τη σημασία της συμμετοχής των ΜΜΕ και των κοινωνικών εταίρων στην καινοτομία (21). Πρέπει να συμμετέχουν ενεργά ώστε η καινοτομία να στέφεται από επιτυχία. Στην υπό κατάρτιση γνωμοδότησή της για το πλαίσιο πολιτικής για την ενίσχυση του μεταποιητικού τομέα της ΕΕ, η ΕΟΚΕ χαιρετίζει την τομεακή έμφαση που δίνεται, αλλά υπενθυμίζει ότι, παρότι για τον συντονισμό απαιτούνται πόροι, δεν υπάρχει προϋπολογισμός· ελπίζει δε ότι θα δοθεί η δέουσα προσοχή στα προσόντα των εργαζομένων, ένα ζήτημα που παραμένει διατομεακό. Αυτή η πιο ολοκληρωμένη βιομηχανική πολιτική έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι η βιομηχανία απασχολεί περισσότερα από 34 εκατομμύρια εργαζομένους και αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 80 % των δαπανών του ιδιωτικού τομέα για έρευνα και ανάπτυξη, στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

3.1

Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει ιδιαίτερα τις προσπάθειες της Επιτροπής για την προώθηση ενός ανταγωνιστικού ευρωπαϊκού συστήματος κατοχύρωσης των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, και για τη θέσπιση κανόνων διάδοσης των αποτελεσμάτων της έρευνας (2007-2013), και συνιστά να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στη διαχείριση των διπλωμάτων καινοτομίας στα πλαίσια των μέσων που αναφέρονται στο σημείο 2.7.

3.2

Ένα καλύτερο σύστημα διάδοσης των γνώσεων έχει ζωτική σημασία για την ανταγωνιστικότητα. Πρέπει να επισημανθεί η πρωτοβουλία των Κέντρων Διάδοσης της Καινοτομίας (Innovation Relay Centres) και η ιδέα της Επιτροπής να χορηγήσει κουπόνια στις ΜΜΕ, στο πλαίσιο του Προγράμματος Κοινοτικής Πρωτοβουλίας για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία (CIP), προκειμένου να κάνουν χρήση των υπηρεσιών των συμβούλων για τη χάραξη των στρατηγικών τους σε σχέση με την καινοτομία. Οι διασυνοριακές ομάδες θα μπορούσαν να διευκολύνουν τη διάδοση, η δε σημασία τους θα αναγνωριστεί σε προσεχή ανακοίνωση για τις ομάδες αυτές στην Ευρώπη. Το 2006 θα αρχίσει η συγκρότηση μιας βάσης δεδομένων για τις ομάδες.

3.3

Η ΕΟΚΕ τονίζει τη σημασία της κοινωνικής διάστασης της καινοτομίας και της αξιοποίησης του ανθρώπινου και κοινωνικού κεφαλαίου ως συντελεστή παραγωγής έρευνας και καινοτομίας και ελπίζει ότι η επόμενη έκδοση του εγχειριδίου του Όσλο (ΟΟΣΑ-Eurostat) θα περιλαμβάνει στατιστικές που θα λαμβάνουν υπόψη την πτυχή αυτή, συμπεριλαμβανομένων και δεικτών για το καταρτισμένο ανθρώπινο κεφάλαιο και για άλλους φορείς -πανεπιστήμια και άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα και μικτές πλατφόρμες βιομηχανίας/κρατικών οργανισμών/πανεπιστημίων- που παράγουν καινοτομία.

3.4

Σε ό,τι αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για την καινοτομία, οι οποίες μπορούν να τονώσουν σημαντικά τις δαπάνες των επιχειρήσεων για την έρευνα, η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την προσοχή που δίδεται στις ΜΜΕ, και καλεί την Επιτροπή να αντιμετωπίζει τη δημιουργία απασχόλησης ως επένδυση για έρευνα και καινοτομία, όταν οι δημιουργούμενες θέσεις εργασίας αφορούν τον συγκεκριμένο αυτό στόχο. Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει επίσης την ανάγκη να προωθηθεί η έναρξη δραστηριότητας («starts-ups») καινοτόμων MME με τη βοήθεια μέσων όπως το κεφάλαιο επιχειρηματικού κινδύνου και με εξασφάλιση της συμμετοχής του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων

3.5

Ένας σημαντικός παράγοντας καινοτομίας είναι η ύπαρξη κατάλληλων ανθρώπινων πόρων σε όλα τα επίπεδα, λόγω του παγκόσμιου ανταγωνισμού που αναφέρεται στο σημείο 2.4.5. Η ανακοίνωση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στους επιστημονικούς πόρους. Ωστόσο, θα έπρεπε να εξετάζει και τις μη επιστημονικές θέσεις εργασίας που απαιτούν υψηλού επιπέδου δεξιότητες. Πρέπει επίσης να εξισορροπηθούν η προσφορά και η ζήτηση ειδικών ικανοτήτων και γνώσεων ανάλογα με τις ανάγκες των διαφόρων τομέων. Για την εξεύρεση αποδοτικών και γρήγορων λύσεων, θα ήταν χρήσιμη η συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων κοινωνικών εταίρων και φορέων. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να ξεκινήσει έναν προβληματισμό σχετικά με το ζήτημα αυτό.

3.6

Ομοίως, για την επίτευξη της κινητικότητας, πρέπει να υπάρξει πρόοδος όσον αφορά τους κοινούς ευρωπαϊκούς πίνακες ικανοτήτων, που είναι απαραίτητοι για κάθε τομέα ή θεματική ενότητα, χωρίς να παραβλέπεται η ποιοτική διάσταση της εκπαίδευσης (αξίες, ισότητα ευκαιριών). Καθώς με το ζήτημα των «ανθρωπίνων πόρων» ασχολούνται επίσης η ΓΔ «Απασχόληση» και η ΓΔ «Εκπαίδευση και Πολιτισμός», θα έπρεπε να συμπεριληφθούν στην παρούσα ανακοίνωση οι πρωτοβουλίες τους όσον αφορά την έρευνα και την καινοτομία, προκειμένου να καλυφθεί ολόκληρο το φάσμα.

3.7

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να προωθήσει την έρευνα και την καινοτομία σε όλους τους δυνατούς τομείς: προβλήματα ανταγωνιστικότητας δεν υπάρχουν μόνο στον τομέα των υψηλών τεχνολογιών. Στις προτεινόμενες δράσεις θα μπορούσε να ενσωματωθεί η στρατηγική διαχείριση των αλλαγών ύστερα από μια μαζική αφομοίωση νέων τεχνολογιών στις ΜΜΕ. Η συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων και των λοιπών παραγόντων στις δράσεις αυτές θα ήταν εξαιρετικά σημαντική.

3.8

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την έκθεση Esko Aho ότι δεν δίδεται η δέουσα προσοχή στις επιχειρήσεις με προσωπικό άνω των 250 εργαζομένων, και μία από τις ενδεχόμενες αιτίες είναι το γεγονός ότι ο ορισμός των ΜΜΕ είναι πολύ περιοριστικός σε σχέση με εκείνον των ΗΠΑ και της Ιαπωνίας. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η απόδοση ιδιαίτερης προσοχής στη χρηματοδότηση των καινοτόμων ΜΜΕ είναι απαραίτητη για τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής οικονομίας της καινοτομίας με κοινωνική συνοχή. Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι μια από τις πιο δραστήριες περιφέρειες της πρωτοβουλίας PAXIS (Pilot Action of Excellence on Innovative Start-ups — πρότυπη δράση αριστείας για καινοτόμες επιχειρήσεις σε φάση εκκίνησης) είναι η Emilia Romagna, παρότι άλλοι δείκτες καινοτομίας στην Ιταλία είναι λιγότερο ευνοϊκοί. Επίσης, οι υπηρεσίες υποστήριξης των επιχειρήσεων πρέπει να εξειδικευτούν ώστε να ανταποκρίνονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ΜΜΕ στις διάφορες μορφές τους (συνεταιρισμοί, άλλες επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας, κ.λπ.).

3.9

Η ΕΟΚΕ θα επιθυμούσε να αναφέρει η Επιτροπή τις δράσεις για την έρευνα και την καινοτομία στις οποίες συμμετέχουν άλλες περιφέρειες. Η Επιτροπή ακολουθεί ήδη μια παγκόσμια προσέγγιση, τόσο στα TrendCharts όσο και σε διάφορες άλλες πρωτοβουλίες. Μετά την ανακοίνωση COM(2001) 346, της 25ης Ιουνίου 2001, με τίτλο «Η Διεθνής διάσταση του ευρωπαϊκού χώρου της έρευνας», το τμήμα διεθνούς συνεργασίας (INCO) του ΠΠ6 προώθησε ενεργά τη συμμετοχή των τρίτων χωρών, κάτι που αναμένεται να συνεχιστεί και στο ΠΠ7. Οι δράσεις αυτές θα μπορούσαν να επισημαίνονται σε ειδική ενότητα του προτεινόμενου φάσματος επιλογών. Επίσης, περαιτέρω μελέτες θα άξιζε να αφιερωθούν στο ρόλο των αστικών περιοχών και μητροπόλεων.

3.10

Η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να αξιολογήσει τη χρονική συνάρτηση των τεχνολογικών επενδύσεων, της απελευθέρωσης και της αναδιάρθρωσης, δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις, κυρίως οι μεγαλύτερες, καλούνται να αντιμετωπίσουν τις αλλαγές στη διαχείριση ταυτόχρονα με τις ανάγκες επένδυσης σε έρευνα και καινοτομία (παραδείγματος χάρη σε ό,τι αφορά την ενέργεια, τις μεταφορές και τις βιομηχανίες δικτύου).

3.11

Εξάλλου, η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι θα χρειαστεί ενδεχομένως να εξευρεθεί η σωστή ισορροπία μεταξύ, αφενός, της προώθησης της καινοτομίας, με έμφαση στην από κοινού διάθεση στην αγορά και αδειοδότηση νέων προϊόντων και υπηρεσιών από τις επιχειρήσεις, και, αφετέρου, του δικαίου του ανταγωνισμού.

3.12

Η ΕΟΚΕ θεωρεί την καινοτομία ως ΜΕΣΟΝ για μια ανταγωνιστική οικονομία με κοινωνική συνοχή, όχι ως αυτοσκοπό. Χωρίς να αγνοεί ότι πρόκειται για πρόκληση, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να διενεργήσει στατιστικές έρευνες και να προαγάγει την εκπόνηση μελετών για τον αποτελεσματικότερο υπολογισμό των σχέσεων μεταξύ καινοτομίας, ανταγωνιστικότητας και κοινωνικής συνοχής, με στόχο την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων με σαφή και αποτελεσματικό τρόπο και την πειστική παρουσίασή τους στους ευρωπαίους πολίτες. Όπως έχει λεχθεί, πρέπει να οργανώσουμε φιλόδοξους, τεχνολογικά τολμηρούς στόχους, που θα δικαιολογούνται από την εγγενή κοινωνική και πολιτική αξία τους (Dosi et al, 2005).

3.13

Επιπροσθέτως, εξετάζοντας την καινοτομία ως σύστημα, η ΕΟΚΕ ζητά από την Επιτροπή να συντονίσει το έργο της με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) για να διασφαλιστούν συνέργιες μεταξύ των προγραμμάτων της τελευταίας, του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων, του έβδομου προγράμματος πλαισίου έρευνας και του προγράμματος πλαισίου για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία (CIP), προκειμένου η καινοτομία να καταστεί ένα δυναμικό και καλά δομημένο σύστημα.

Βρυξέλλες, 5 Ιουλίου 2006

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  SEC(2005) 1289, παράρτημα του εγγράφου COM(2005) 488 τελικό· αξιολόγηση αντικτύπου, όπου η Επιτροπή επέλεξε την τρίτη επιλογή της κοινής προσέγγισης.

(2)  COM(2000) 6 τελικό, .Γνωμοδότηση ΕΟΚΕ, ΕΕ C 204, σελ. 70, της 18/07/2000

(3)  COM(2002) 499 τελικό.

(4)  «Συνεργασία για την οικονομική μεγέθυνση και την απασχόληση: Νέο ξεκίνημα για τη στρατηγική της Λισαβόνας» [COM(2005) 24 τελικό] της 2.2.2005 και «Κοινές δράσεις για την ανάπτυξη και την απασχόληση: το κοινοτικό πρόγραμμα της Λισσαβώνας», [COM(2005) 330 τελικό] της 20.7.2005.

(5)  COM(2005) 229 τελικό και SEC(2005) 717 της 1ης Ιουνίου 2005 με τίτλο «Η στρατηγική i2010 — Ευρωπαϊκή κοινωνία της πληροφορίας για την ανάπτυξη και την απασχόληση». Η ανακοίνωση αφορά την προώθηση της ανάπτυξης και της απασχόλησης στις βιομηχανίες της κοινωνίας της πληροφορίας και των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Επικεντρώνεται σε έναν τομέα της οικονομίας της ΕΕ που αντιπροσωπεύει το 40 % της αύξησης της παραγωγικότητας και το 25 % της αύξησης του ΑΕγχΠ στην ΕΕ.

(6)  SEC(2005) 1289, Αξιολόγηση αντικτύπου.

(7)  Κινητοποίηση των δημόσιων και ιδιωτικών πόρων· φορολογικά κίνητρα, ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία, πρόσβαση των ΜΜΕ στη χρηματοδότηση.

(8)  Εταιρικές σχέσεις μεταξύ πανεπιστημίων και βιομηχανίας, πόλοι και ομάδες, δυναμικές υπηρεσίες στήριξης των επιχειρήσεων και καινοτόμες υπηρεσίες.

(9)  Συμπεράσματα της Προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών, 23 και 24 Μαρτίου 2006.

(10)  INI/2006/2005: 12/10/2005, σύμφωνα με την ανάλυση της ανακοίνωσης COM(2005) 488 τελικό από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

(11)  SEC(2005) 1253 Παράρτημα της ανακοίνωσης COM(2005) 488 τελικό, Βήματα για την εφαρμογή.

(12)  COM(2003) 226 τελικό, σημείο 2.

(13)  Οκτώ κράτη μέλη έχουν ήδη εφαρμόσει τέτοια κίνητρα, τα οποία ανέρχονται στο 13 % των άμεσων επενδύσεων σε έρευνα στις χώρες αυτές.

(14)  Σ.τ.Μ.: Αξιοποίηση της φερεγγυότητας άλλων επιχειρήσεων του ομίλου.

(15)  ΕΕ C 110, σελ. 98 της 30/04/2004.

(16)  ΕΕ C 110, σελ.3, της 30/04/2004.

(17)  ΕΕ C 157, σελ. 107 της 26/06/2005.

(18)  ΕΕ C 65, σελ. 9, της 17/03/2006.

(19)  Νανοτεχνολογία, βιοτεχνολογία, έρευνα για την υγεία, τεχνολογίες της πληροφορίας, ενεργειακή έρευνα (περιλαμβανομένης και της έρευνας στο πεδίο της πυρηνικής σύντηξης), διάστημα και έρευνα στον τομέα της ασφάλειας.

(20)  ΕΕ C 65, σελ. 22, της 17/03/2006.

(21)  «Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) συνιστούν το 98 % των επιχειρήσεων της Ευρώπης, ενώ διασφαλίζουν το 55 % των θέσεων απασχόλησης στον τομέα της ιδιωτικής οικονομίας. Οι ΜΜΕ διαθέτουν υψηλό δυναμικό καινοτομίας όσον αφορά τις παραγωγικές διαδικασίες, τα προϊόντα και τις υπηρεσίες».


16.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 309/15


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα φάρμακα προηγμένων θεραπειών και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/83/EΚ και του κανονισμού (EΚ) αριθ. 726/2004»

[COM(2005) 567 τελικό 2005/0227 (COD)]

(2006/C 309/03)

Στις 10 Ιανουαρίου 2006, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισε να ζητήσει τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 31 Μαΐου 2006 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. BEDOSSA.

Κατά την 428η σύνοδο ολομέλειάς της, της 5ης και 6ης Ιουλίου 2006 (συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου 2006), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 150 ψήφους υπέρ, και 1 αποχή την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Σύνοψη

1.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα φάρμακα προηγμένων θεραπειών και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/93/EΚ και του κανονισμού (EΚ) αριθ. 726/2004.

1.2

Πράγματι, σε μια εποχή όπου επιταχύνεται η επιστημονική πρόοδος, ιδίως στους τομείς των βιοτεχνολογιών, είναι απαραίτητο να υπάρχει σαφής εικόνα, αυστηρή αντιμετώπιση και ικανότητα.

1.3

Στόχος της εν λόγω πρότασης είναι να επιτρέψει τη δημιουργία ενός συνεκτικού συνόλου στον τομέα των προηγμένων θεραπειών, να καλύψει το σημερινό νομοθετικό κενό και να ενισχύσει την εξειδικευμένη αξιολόγηση των νέων αυτών επιστημονικών κλάδων στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων. Με το τρόπο αυτό, θα είναι δυνατόν:

να δοθεί μια ταχεία απάντηση στα αιτήματα των ασθενών και στις προσδοκίες των εταιριών που ασχολούνται με την έρευνα και την ανάπτυξη στην αναγεννητική ιατρική,

να διασφαλισθεί υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας των ευρωπαίων ασθενών,

να διαμορφωθεί μια σφαιρική νομική ασφάλεια, ενώ παράλληλα θα λαμβάνεται υπόψη ένα επαρκές επίπεδο ευελιξίας από τεχνική άποψη, προκειμένου να υπάρχει προσαρμογή στην πραγματικότητα που διαμορφώνεται από τις επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις.

1.4

Για να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες των φαρμάκων προηγμένων θεραπειών, το νομικό πλαίσιο που θα επιλεγεί, πρέπει να είναι εξαντλητικό, σταθερό και εφαρμόσιμο σε όλα τα κράτη μέλη.

1.5

Αυτός ακριβώς ο κανονισμός επιλέχθηκε διότι κρίνεται ως το πιο κατάλληλο νομικό μέσο, για τον πρόσθετο λόγο ότι εάν δεν θεσπιστεί ένα νομικό πλαίσιο, δεν θα μπορέσουν να επιλυθούν τα προβλήματα δημόσιας υγείας που υπάρχουν σήμερα στην ΕΕ, όσον αφορά τα φάρμακα προηγμένων θεραπειών.

1.6

Ωστόσο, η πρόταση κανονισμού περιλαμβάνει ορισμένες πτυχές που ενδέχεται να οδηγήσουν σε δυσκολίες κατά την εφαρμογή, εξαιτίας του ορισμού που δίδεται σε σχέση με την πρόταση οδηγίας για τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα. Είναι απαραίτητο να διασφαλιστεί ότι στο τελικό κείμενο θα διαλευκανθούν τυχόν ερωτήματα ή αμφιβολίες που πιθανόν να προκύψουν.

Το ερώτημα είναι σε τι χρειάζεται η νέα αυτή νομοθεσία, εφόσον για τα φάρμακα προηγμένων θεραπειών γονιδιακής θεραπείας ή σωματοκυτταρικής θεραπείας, το ζήτημα ρυθμίζεται με τις εξειδικευμένες οδηγίες για τα φαρμακευτικά προϊόντα,

οι ορισμοί του άρθρου 2 Α, συγκεκριμένα, φαίνονται περίπλοκοι και έχουν μάλλον δευτερεύουσα σημασία,

είναι σαφές επίσης ότι μια εθνική νομοθεσία για τα φάρμακα μπορεί να εμποδίσει την εφαρμογή μιας ευρωπαϊκής νομοθεσίας,

στην περίπτωση αυτή, θα ήταν καλύτερα να ακολουθηθεί μια πιο ευέλικτη προσέγγιση και μια διαδικασία αμοιβαίας αναγνώρισης,

το ζήτημα των αυτόλογων προϊόντων στον νοσοκομειακό κλάδο και μη βιομηχανικής προέλευσης οδηγεί στο ερώτημα των οριακών προϊόντων (border line) άλλης προέλευσης και ευρωπαϊκής εφαρμογής.

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1

Η ανά άρθρο εξέταση της πρότασης κανονισμού οδηγεί σε ορισμένα σχόλια, ερωτήματα ή συστάσεις. Όσον αφορά το άρθρο 2 «Ορισμοί» (1):

2.2

Γενικά, οι ορισμοί όσον αφορά την γονιδιακή θεραπεία και την σωματοκυτταρική θεραπεία δεν δημιουργούν πρόβλημα, δεδομένου ότι η χρονική απόσταση και η εμπειρία έχουν επιτρέψει τη διαμόρφωση συναίνεσης· τα προϊόντα αυτά έχουν ταξινομηθεί ως φάρμακα και υπόκεινται ήδη στην αντίστοιχη κοινοτική νομοθεσία.

2.2.1

Ο ορισμός ενός προϊόντος που προκύπτει από την μηχανική ιστών είναι πιο περίπλοκος. Η τρέχουσα διατύπωση του άρθρου 2.1.(β), καθώς ορίζει στην πρώτη παύλα ότι ένα προϊόν μηχανικής ιστών «περιέχει ή αποτελείται από κύτταρα ή ιστούς», δίχως να προσθέτει τη διευκρίνιση «ως συστατικό τμήμα», αφήνει στην πράξη να εννοηθεί ότι μεταξύ των καινοτόμων φαρμάκων περιλαμβάνονται και τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα που φέρουν «ως βοηθητικό προϊόν» προϊόντα μηχανικής ιστών, γεγονός που καθιστά κενά νοήματος τα όσα προβλέπει η υπό εξέταση πρόταση οδηγίας για τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα.

2.2.2

Και η δεύτερη παύλα του άρθρου 2.1 (β) διατυπώνεται με τρόπο που ενδέχεται να δημιουργήσει προβλήματα κατά την εφαρμογή και ιδιαίτερα να οδηγήσει σε αλληλεπικαλύψεις με την οδηγία για τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα. Δεδομένου ότι τα προϊόντα μηχανικής ιστών ρυθμίζονται με βάση τη νομοθεσία για τα φάρμακα, θα ήταν ευκταίο να γίνει αναφορά στην πρωταρχική δράση τους που είναι η θεραπεία ή η πρόληψη ασθενειών ή η τροποποίηση φυσιολογικών λειτουργιών μέσω φαρμακολογικής, ανοσολογικής ή μεταβολικής δράσης, και κατά συνέπεια ο σχετικός ορισμός να μην περιορίζεται στις «ιδιότητες αναγέννησης, επανόρθωσης ή αντικατάστασης ανθρώπινων ιστών», ιδιότητες που διαθέτουν και άλλοι τύποι ιατροτεχνολογικών προϊόντων.

2.3

Πρέπει να υπογραμμιστεί η προσπάθεια που καταβάλλεται προκειμένου να προσδιοριστεί τι ακριβώς είναι ένα προϊόν που προκύπτει από την μηχανική ιστών. Ωστόσο, δεν γίνεται σαφής η διαφορά σε σχέση με την σωματοκυτταρική θεραπεία (μεταμόσχευση μυελού, μεταφύτευση βλαστοκυττάρων, αίμα από ομφάλιο λώρο, ενήλικα ή εμβρυϊκά βλαστοκύτταρα …).

2.4

Προκειμένου να διασαφηνιστεί ο ορισμός αυτός, η EOKE προτείνει να δοθούν παραδείγματα προϊόντων που επί του παρόντος θεωρούνται ότι προκύπτουν από την μηχανική ιστών, έτσι ώστε να χρησιμεύσουν ως βάση προβληματισμού. Με τον τρόπο αυτό, θα μπορέσει να βελτιωθεί η κατανόηση, εφόσον κανένας δεν παραγνωρίζει την ύπαρξη της συζήτησης και των αντικρουόμενων απόψεων, ειδικότερα σε ό,τι αφορά τα εμβρυϊκά βλαστοκύτταρα.

2.5

Οι δεοντολογικές πτυχές δεν παρουσιάζουν πλέον κανένα πρόβλημα, με εξαίρεση το ζήτημα των ανθρωπίνων εμβρυϊκών βλαστοκυττάρων (HESC).

2.6

Οι σημαντικότερες αμφισβητήσεις αφορούν το τρόπο παραγωγής αυτών των βλαστοκυττάρων. Ειδικότερα, η παραγωγή των βλαστοκυττάρων με μεταφορά του πυρήνα ώριμου κυττάρου σε αποπυρηνοποιημένο ωάριο (κλωνοποίηση) θέτει σημαντικά δεοντολογικά ερωτήματα και, μέχρι σήμερα, δεν έχει διαμορφωθεί καμία συναίνεση στους κόλπους της ΕΕ. Οι επιφυλάξεις που διατυπώνονται συχνότερα αφορούν τους κινδύνους της αναπαραγωγικής κλωνοποίησης, της διακίνησης ωοκυττάρων και της εμπορευματοποίησης τμημάτων του ανθρώπινου σώματος.

2.7

Πράγματι, οι πρακτικές αυτές καταδικάζονται ρητά από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την βιοηθική (Σύμβαση του Oviedo, 1998) καθώς και από την Διεθνή Επιτροπή Βιοηθικής (UNESCO, 1997).

2.8

Λόγω της απουσίας συναίνεσης μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ, η χρήση ανθρωπίνων εμβρυϊκών βλαστοκυττάρων (HESC) αποτελεί, συνεπώς, εθνική αρμοδιότητα.

2.9

Η διευκρίνιση στις αιτιολογικές σκέψεις (2) είναι ουσιαστική διότι λαμβάνει σαφώς υπόψη την ύπαρξη των διαφωνιών, και υπενθυμίζει ότι το έγγραφο αποτελεί κανονιστική ρύθμιση των φαρμάκων προηγμένων θεραπειών σε κοινοτικό επίπεδο και δεν πρέπει να θίγει τις αποφάσεις που έχουν λάβει τα κράτη μέλη ως προς την άδεια χρήσης οποιουδήποτε ειδικού τύπου κυττάρων, είτε ανθρώπινων, όπως τα εμβρυικά βλαστικά κύτταρα, είτε ζωικών.

2.10

Επίσης, το κείμενο δεν επιδιώκει να θίξει «την εφαρμογή των εθνικών νομοθεσιών που απαγορεύουν ή περιορίζουν την πώληση, προμήθεια ή χρήση φαρμάκων που περιέχουν, αποτελούνται ή προέρχονται από τέτοια κύτταρα».

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

3.1

Η εναρμόνιση των αρχών όσον αφορά όλα τα υπόλοιπα σύγχρονα φάρμακα της βιοτεχνολογίας (που επί του παρόντος ρυθμίζονται σε κοινοτικό επίπεδο), υπόκειται σε μια κεντρική διαδικασία χορήγησης αδειών, και συγκεκριμένα σε μια ενιαία επιστημονική αξιολόγηση της ποιότητας, της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας των φαρμάκων προηγμένων θεραπειών.

3.2

Όμως από την ίδια τη φύση τους, οι προηγμένες θεραπείες απαιτούν εξειδικευμένες προκλινικές και κλινικές διαδικασίες σε σχέση με τις θεραπείες που προέρχονται από την κλασική ιατρική, ειδικότερα στον τομέα της εμπειρογνωμοσύνης, του σχεδιασμού διαχείρισης των κινδύνων και της φαρμακοεπαγρύπνησης μετά την έγκριση για διάθεση στην αγορά (ΑΜΜ).

3.3

Η πρόταση κανονισμού που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας γνωμοδότησης, υπογραμμίζει ορθά την ανάγκη να αναπτυχθεί, στο πλαίσιο των επιτροπών αξιολόγησης φαρμάκων για ανθρώπινη χρήση (ΕΦΑΧ (3)), μια εξειδικευμένη εμπειρογνωμοσύνη για την αξιολόγηση των προϊόντων αυτών, παρέχοντας συγκεκριμένα τη δυνατότητα στις ενώσεις ασθενών να συμμετέχουν στις ομάδες αξιολόγησης.

3.4

Καθοριστική είναι η πρόταση σύστασης επιτροπής προηγμένων θεραπειών (ΕΠΘ (4)), με την οποία η επιτροπή αξιολόγησης φαρμάκων για ανθρώπινη χρήση (ΕΦΑΧ) του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων θα πρέπει να διαβουλεύεται για οποιοδήποτε θέμα αφορά την αξιολόγηση των δεδομένων σχετικά με τα φάρμακα προηγμένων θεραπειών, πριν να διατυπώνει την τελική επιστημονική της γνώμη.

3.5

Πράγματι, η σύσταση της επιτροπής προηγμένων θεραπειών θα συγκεντρώσει (παρά τον μικρό αριθμό τους) αφενός, τους καλύτερους εμπειρογνώμονες που υπάρχουν σήμερα σε κοινοτικό επίπεδο στον τομέα των φαρμάκων προηγμένων θεραπειών και, αφετέρου, τους επιλεγμένους εκπροσώπους των διαφόρων ενδιαφερομένων μερών.

3.6

Η σύσταση αυτή αιτιολογείται απόλυτα διότι θα επιτρέψει, πρώτον, να προσδιοριστούν με τον τρόπο αυτό, όχι μόνο οι επιστημονικές διαδικασίες, αλλά και τα πρότυπα ορθής κλινικής πρακτικής και καλών πρακτικών παραγωγής και, δεύτερον, θα συνοδεύει την αξιολόγησή τους μέχρι το στάδιο της χορήγησης άδειας κυκλοφορίας καθώς και μετά από αυτήν.

3.7

Σημαντική είναι η υπενθύμιση της αρχής σύμφωνα με την οποία «τα ανθρώπινα κύτταρα ή ιστοί που περιέχονται σε φάρμακα προηγμένων θεραπειών πρέπει να προέρχονται από εθελοντική και μη αμειβόμενη δωρεά». Με τον τρόπο αυτό, θα υπάρχει μέριμνα για την αύξηση του επιπέδου των προτύπων ασφαλείας όσον αφορά τους ιστούς και τα κύτταρα και θα αποφευχθούν οι κίνδυνοι εμπορευματοποίησης τμημάτων του ανθρώπινου σώματος, οι οποίοι σχετίζονται με την προστασία της ανθρώπινης υγείας.

3.8

Ο συμβουλευτικός ρόλος του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων επιβεβαιώνεται και αναμένεται να είναι καθοριστικός σε όλα τα επίπεδα, είτε πρόκειται για την παραγωγή φαρμάκων προηγμένων θεραπειών, είτε για ορθές πρακτικές παραγωγής, είτε για τους κανόνες σχετικά με την περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος, τη σήμανση και το φύλλο οδηγιών στις τεχνικές ιδιαιτερότητες, είτε ακόμη όταν πρόκειται να καθοριστούν τα σύνορα με άλλους τομείς (όπως τα καλλυντικά ή ορισμένα ιατροτεχνολογικά προϊόντα), που ενδέχεται να προκύψουν λόγω των επιστημονικών εξελίξεων.

3.8.1

Ορισμένοι διαπιστώνουν ότι οι ακολουθούμενες διαδικασίες μπορούν να οδηγήσουν σε πολύ υψηλό κόστος (σε αντίθεση με τις εθνικές διαδικασίες έγκρισης που είναι πολύ λιγότερο δαπανηρές), και θέτουν το πρόβλημα των κατά πολύ μακρύτερων εθνικών μεταβατικών περιόδων (πενταετία), ενώ η μεταβατική περίοδος στην ΕΕ είναι μόνο δύο έτη. Αυτός ο πολιτικός κίνδυνος αποκεντρωμένης εθνικής διαδικασίας μπορεί να εμποδίσει την πρόσβαση, λόγω έλλειψης διαθεσιμότητας από ορισμένα κράτη μέλη σε αντίθεση με άλλα.

3.9

Τέλος, στην πρόταση εξετάζεται με τρόπο χρήσιμο η οικονομική πτυχή (5). Σε ένα περιβάλλον παγκόσμιου ανταγωνισμού στον τομέα των βιομηχανιών υγείας, είναι ουσιαστικό να κατέχει η ΕΕ τη θέση που της αναλογεί, τόσο στην εσωτερική αγορά όσο και εκτός Κοινότητας.

3.10

Οι απρόβλεπτοι οικονομικοί παράγοντες που σχετίζονται με την αβεβαιότητα ή τις ταχείες εξελίξεις στον επιστημονικό τομέα και το σημαντικό κόστος της μελέτης, προκαλούν μεγάλη καθυστέρηση στην πραγματοποίηση σημαντικών και σταθερών επενδύσεων στον τομέα του φαρμάκου και ειδικότερα των φαρμάκων προηγμένων θεραπειών.

3.11

Ακόμη, τις μελέτες αυτές τις πραγματοποιούν μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μελέτες που είναι απαραίτητες για να αποδειχθεί η ποιότητα και η μη κλινική ασφάλεια αυτών των φαρμάκων προηγμένων θεραπειών οι οποίες συχνά δεν προκύπτουν από προγενέστερη εμπειρία στον φαρμακευτικό τομέα (συνήθως πρόκειται για επιχειρηματικούς τεχνοβλαστούς (spin off) ή παραγωγούς ιατροτεχνολογικών προϊόντων)

3.12

Προκειμένου να στηριχθεί η υλοποίηση των μελετών αυτών και να δοθούν κίνητρα, κρίνεται ορθή η πρόταση που προτείνει «να θεσπιστεί, εν είδει κινήτρου για τη διεξαγωγή τέτοιων μελετών, ένα σύστημα αξιολόγησης και πιστοποίησης από τον Οργανισμό των δεδομένων που προκύπτουν από τις μελέτες».

3.12.1

Ωστόσο, η μηχανική ιστών δίνει τη δυνατότητα να αποκτηθούν προϊόντα, τα οποία παράγονται από ΜΜΕ, νέες καινοτόμες επιχειρήσεις (start up) και επιχειρηματικούς τεχνοβλαστούς (spin off), και όχι από τη φαρμακοβιομηχανία. Συνεπώς είναι προφανείς οι ακόλουθες παρατηρήσεις:

Τι ακριβώς καλύπτει ο κανονισμός αυτός, προκειμένου να γίνει λειτουργικός; Πρόκειται, άραγε, να προκαλέσει μεγάλες αντιπαραθέσεις, ενώ οι χρησιμοποιούμενες τεχνολογίες είναι πολλά υποσχόμενες;

Η σύνθεση της Επιτροπής Προηγμένων Θεραπειών (ΕΠΘ) θέτει το πρόβλημα της εξάρτησής της από την Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση (ΕΦΑΧ), εφόσον απαρτίζεται από έναν εκπρόσωπο ανά κράτος μέλος.

Το νομοθετικό πλαίσιο που χρησιμοποιείται δεν είναι κατάλληλο διότι πρόκειται για μη παραδοσιακά φαρμακευτικά προϊόντα που συνεπάγονται τροποποιήσεις και άλλων κειμένων.

Η σύνεση που επιδεικνύεται όσον αφορά τη χρήση βλαστοκυττάρων μπορεί να προκαλέσει έντονη αντίδραση στις ενδιαφερόμενες χώρες· η διατύπωση πρέπει να είναι η κατάλληλη, διαφορετικά, οι λεπτομέρειες μπορούν να ανοίξουν τον ασκό του Αιόλου.

3.13

Πρέπει να υποστηριχθεί και ακόμη και να ενθαρρυνθεί ο στόχος της απλούστερης αξιολόγησης κάθε μεταγενέστερου αιτήματος για άδεια κυκλοφορίας στην αγορά, η οποία θα βασίζεται στα ίδια δεδομένα.

3.14

Ωστόσο, θα πρέπει να υπάρχει επαγρύπνηση και, εάν χρειάζεται, προσαρμογή μιας τέτοιας διάταξης προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι ταχείες εξελίξεις των επιστημονικών δεδομένων (π.χ. διάρκεια εγκυρότητας των δεδομένων, όροι ιδιοκτησίας τους), να υπάρχει συνεχής προστασία της υγείας των ασθενών και, γενικότερα, συμμόρφωση με τους κανόνες δεοντολογίας.

3.15

Η έκθεση που προβλέπεται για την «εφαρμογή της παρούσας πρότασης κανονισμού με βάση την αποκτηθείσα εμπειρία» μπορεί να αποτελέσει την ευκαιρία για μια συζήτηση στους κόλπους των ενδιαφερόμενων φορέων (συγκεκριμένα την Επιτροπή Προηγμένων Θεραπειών/ΕΠΘ και την Επιτροπή Φαρμάκων για Ανθρώπινη Χρήση/ΕΦΑΧ).

3.15.1

Ωστόσο, εάν η ΕΠΘ υπόκειται στην ΕΦΑΧ (αρχικός μηχανισμός εμπειρογνωμόνων υπό τις διαταγές της ΕΦΑΧ), επιβαρύνονται σημαντικά οι διαδικασίες και μπορεί να προκληθούν άχρηστες ίσως ασυμβατότητες.

3.16

Γενικότερα, η προβλεπόμενη δημοσίευση της εν λόγω έκθεσης (κεφάλαιο 8, άρθρο 25) μπορεί να περιλαμβάνει όχι μόνο «διεξοδικές πληροφορίες για τους διάφορους τύπους φαρμάκων προηγμένων θεραπειών που αδειοδοτούνται βάσει του παρόντος κανονισμού» αλλά και πληροφορίες και αποτελέσματα όσον αφορά τα κίνητρα που προβλέπονται στο κεφάλαιο 6 (άρθρα 17, 18, 19): «Επιστημονικές συμβουλές», «Επιστημονική σύσταση για την ταξινόμηση των προηγμένων θεραπειών» και «Πιστοποίηση της ποιότητας και των μη κλινικών δεδομένων».

4.   Συμπεράσματα

4.1

Σε γενικές γραμμές, η πρόταση κανονισμού είναι ορθή και χρήσιμη. Εξυπηρετεί τις ανάγκες των ασθενών και επιτρέπει την παρακολούθηση των επιστημονικών εξελίξεων και τη διατύπωση των ορισμών και των συνθηκών χρήσης των φαρμάκων προηγμένων θεραπειών.

4.1.1

Αφενός, από την πλευρά των ασθενών, δημιουργούνται μεγάλες ελπίδες με τις νέες τεχνολογίες για να απαλειφθεί ο ανθρώπινος πόνος, προσδοκία απόλυτα κατανοητή, συγκεκριμένα με τη χρήση της αναγεννητικής ιατρικής. Αφετέρου όμως, οι έρευνες αυτές πρέπει να υπόκεινται σε εποπτεία με τη βοήθεια ουσιαστικών δοκιμασιών, με πρωτόκολλα που να επιτρέπουν απόλυτη και εγγυημένη ασφάλεια για τους ασθενείς, χωρίς να λησμονείται το ζήτημα των μη χρησιμοποιημένων αποβλήτων, που αποτελεί μια καθαρά περιβαλλοντική πτυχή. Με αυτή την έννοια, κύριος στόχος θα πρέπει να είναι, εκτός από την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας, και η εξασφάλιση της ποιότητας της ιατρικής περίθαλψης (σημείο 2.1 της αιτιολογικής έκθεσης).

4.2

Πρόκειται για ένα σημαντικό κείμενο, συγκεκριμένα στον τομέα της γονιδιακής θεραπείας και της σωματοκυτταρικής θεραπείας. Οι προφυλάξεις που λαμβάνονται, τόσο σε επίπεδο ορισμών όσο και σε επίπεδο εφαρμογής των προϊόντων που προέρχονται από την μηχανική ιστών, καθιστούν σαφές το γεγονός ότι, πρώτον, εφόσον η δεοντολογική πτυχή δεν έχει διασαφηνιστεί και, δεύτερον, εφόσον πρόκειται κατά βάθος για μια συγκεκριμένη ερμηνεία του ανθρωπισμού, η εν λόγω πρόταση κανονισμού δεν φιλοδοξεί να δώσει την τελική λύση ή να συμβάλει πέρα από τον προβληματισμό που πραγματοποιείται σε κάθε κράτος μέλος.

4.2.1

Η πρόταση κανονισμού δημιουργεί τις προϋποθέσεις που επιτρέπουν την αποφυγή του κανονιστικού χάσματος που υφίσταται μεταξύ της πρότασης οδηγίας για τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα και του υπό εξέταση κανονισμού. Η γενική αρχή της αξιολόγησης του κινδύνου καλύπτει το πεδίο εφαρμογής των φαρμάκων προηγμένων θεραπειών και των ιατροτεχνολογικών προϊόντων. Ενδέχεται να προκύψουν περιπλοκές σε ό,τι αφορά τα οριακά (διττά) προϊόντα (ήτοι ιατροτεχνολογικά προϊόντα που περιέχουν στοιχεία μηχανικής ιστών): σε αυτήν την περίπτωση είναι σκόπιμο να διασφαλιστούν, ταυτόχρονα, η ποιότητα και η ασφάλεια. Η σχετική αξιολόγηση πρέπει επίσης να αναφέρεται στην αποτελεσματικότητα της χρήσης ενός καινοτόμου φαρμάκου εντός του συγκεκριμένου ιατροτεχνολογικού προϊόντος.

4.3

Η EOKE τάσσεται υπέρ της πρότασης κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα φάρμακα προηγμένων θεραπειών και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/83/EΚ και του κανονισμού (EΚ) αριθ. 726/2004, υπογραμμίζοντας παράλληλα τα καίρια σημεία όπου χρειάζεται να εξευρεθούν σαφείς λύσεις προκειμένου να εφαρμοστεί ορθά η οδηγία.

Βρυξέλλες, 5 Ιουλίου 2006

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  COM(2005) 567 τελικό

(2)  COM(2005) 567 τελικό, αιτιολογική σκέψη 6.

(3)  ΕΦΑΧ: Επιτροπή αξιολόγησης φαρμάκων για ανθρώπινη χρήση

(4)  ΕΠΘ: Επιτροπή προηγμένων θεραπειών.

(5)  Βλέπε COM(2005) 567 τελικό, αιτιολογική σκέψη 23.


16.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 309/18


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανακοίνωση της Επιτροπής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών — Εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβόνας: Στρατηγική για την απλούστευση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος

COM(2005) 535 τελικό

(2006/C 309/04)

Στις 9 Δεκεμβρίου 2005, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω ανακοίνωση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 31 Μαΐου 2006 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. Cassidy

Κατά την 428η σύνοδο ολομέλειάς της, της 5ης και 6ης Ιουλίου 2006 (συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου 2006), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 146 ψήφους υπέρ και 6 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις της ΕΟΚΕ

1.1

Η παρούσα γνωμοδότηση καταρτίζεται κατόπιν αίτησης γνωμοδότησης της Επιτροπής και αποτελεί συνέχεια της ανακοίνωσης της Επιτροπής του Μαρτίου 2005 με τίτλο «Βελτίωση της νομοθεσίας για την ανάπτυξη και την απασχόληση στην Ευρωπαϊκή Ένωση»  (1).

1.2

Η απλούστευση πρέπει να οδηγήσει σε βελτίωση της νομοθεσίας, η οποία θα γίνεται ευκολότερα κατανοητή και πιο εύχρηστη.

1.3

Η απλούστευση θα πρέπει να συμβάλει στην ενίσχυση του σεβασμού για την κοινοτική νομοθεσία ενδυναμώνοντας έτσι τη νομιμότητά της.

1.4

Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι τα κράτη μέλη φέρουν βαριά ευθύνη για τη διασφάλιση της ορθής μεταφοράς των κοινοτικών μέτρων στο εθνικό τους δίκαιο και την εφαρμογή τους. Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση της νομοθεσίας (2) παρέχει στα κράτη μέλη ένα δεοντολογικό κώδικα για την ορθή μεταφορά και εφαρμογή των οδηγιών της ΕΕ. Αυτό που προέχει είναι το προκύπτον ρυθμιστικό πλαίσιο σε εθνικό επίπεδο να είναι όσο το δυνατό πιο ισορροπημένο ως προς το περιεχόμενο και ταυτόχρονα απλό για τις επιχειρήσεις, τους εργαζόμενους, τους καταναλωτές, και τους υπόλοιπους παράγοντες της κοινωνίας των πολιτών.

1.5

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί οι κοινωνικο-επαγγελματικοί φορείς να συμμετάσχουν στις διαδικασίες «επιτροπολογίας» για την απλούστευση των ρυθμίσεων με βάση ένα πρότυπο παρόμοιο των επιτροπών για την απλούστευση της νομοθεσίας στον τομέα της εσωτερικής αγοράς (SLIM), αλλά με ένα συστηματικότερο τρόπο και στα προηγούμενα στάδια και όχι εκ των υστέρων, όπως στην περίπτωση των πειραμάτων SLIM.

1.6

Η ΕΟΚΕ θα επιθυμούσε περισσότερες διαβουλεύσεις της Επιτροπής με τα ενδιαφερόμενα μέρη όπως και στη διαδικασία που κατέληξε στην υπό εξέταση ανακοίνωση. Κρίνει ότι τούτο θα συνέδραμε σημαντικά την «από κοινού ρύθμιση» (3) που αναφέρεται στην ενότητα 3δ της ανακοίνωσης. Ωστόσο, εκφράζει τη λύπη της για την έλλειψη οποιασδήποτε αναφοράς στην «αυτορρύθμιση» (4), πράγμα που η ΕΟΚΕ ζητά εδώ και πολύ καιρό (5).

1.6.1

Όσον αφορά την αυτορρύθμιση, η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι υπάρχει κίνδυνος να μην θεσπίζονται δεσμευτικές ρυθμίσεις για τα ενδιαφερόμενα μέρη, αλλά να συνάπτονται εθελούσιες συμφωνίες προς τις οποίες τα ίδια ενδιαφερόμενα μέρη θα αποφασίζουν εάν θα συμμορφώνονται ή όχι.

1.7

Το Δικαστήριο των ΕΚ διαδραματίζει όλο και σημαντικότερο ρόλο στην ερμηνεία των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και αναγκάζεται συχνά να ερμηνεύσει την ορισμένες φορές ασαφή διατύπωση των οδηγιών που καταρτίζονται στο πλαίσιο της διαδικασίας «συναπόφασης». Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καλείται, επίσης, όλο και συχνότερα να παρέχει καθοδήγηση στα εθνικά δικαστήρια σε περιπτώσεις που οι δραστηριότητές τους είναι συμπληρωματικές. Η ΕΟΚΕ σημειώνει την πρόοδο που επέτυχε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο μειώνοντας κατά 12 % τον αριθμό των εκκρεμών υποθέσεων σχετικά με την παράλειψη των κρατών μελών να κοινοποιήσουν λανθασμένη εφαρμογή και μη συμμόρφωση προς τις κοινοτικές οδηγίες.

1.8

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει τη σημασία αυτής της πρότασης της Επιτροπής για την εφαρμογή του προγράμματος της Λισαβόνας, η πρόοδος του οποίου είναι θλιβερά αργή ως αποτέλεσμα της απροθυμίας των κυβερνήσεων των κρατών μελών να υλοποιήσουν τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν στη Λισαβόνα.

1.9

Η ΕΟΚΕ επικροτεί ιδιαίτερα τη δέσμευση της Επιτροπής να κάνει μεγαλύτερη χρήση της τεχνολογίας των πληροφοριών και ελπίζει ότι η Επιτροπή θα διασφαλίσει ότι οποιεσδήποτε ρυθμίσεις για τη βελτίωση των τεχνολογιών των πληροφοριών θα είναι συμβατές με τις εθνικές ρυθμίσεις (ή ότι οι εθνικές ρυθμίσεις θα είναι συμβατές με τις αντίστοιχες της Ένωσης!).

1.10

Η ΕΟΚΕ ανέκαθεν υποστήριζε τη δήλωση των έξι προεδριών της 7ης Δεκεμβρίου 2004 (6) σχετικά με την προώθηση της ρυθμιστικής μεταρρύθμισης στην Ευρώπη και ελπίζει οι προεδρίες να συνεχίσουν να υποστηρίζουν την εν λόγω δήλωση (7).

1.11

Η ΕΟΚΕ έχει πληροφορηθεί ότι οι εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και ειδικότερα η έκθεση Gargani σχετικά με τη «Στρατηγική απλούστευσης του ρυθμιστικού περιβάλλοντος» (8).

1.12

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η παρούσα Επιτροπή εργάζεται σοβαρά να αναπτύξει περαιτέρω τις τομεακές πρωτοβουλίες SLIM και BEST. Με τη δράση-πλαίσιο (Φεβρουάριος 2003-Δεκέμβριος 2004) μελετήθηκαν 40 περίπου τομείς πολιτικής και η Επιτροπή υιοθέτησε 40 περίπου προτάσεις απλούστευσης. Μέχρι σήμερα, εκκρεμούν 9 προτάσεις απλούστευσης οι οποίες σχετίζονται με το εν λόγω πρόγραμμα.

1.13

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε 25 κράτη μέλη αύξησε, επίσης, το ρυθμιστικό φόρτο τόσο για τις υπηρεσίες της Επιτροπής όσο και για τους διοικητικούς μηχανισμούς των κρατών μελών.

1.14

Η απλούστευση και βελτίωση της νομοθεσίας είναι συμπληρωματικές δραστηριότητες στις οποίες εμπλέκονται το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που, εάν απαιτείται, υποβάλλουν αιτήσεις γνωμοδότησης στην ΕΟΚΕ και την ΕΤΠ.

1.15

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει την υποστήριξή της, την οποία και έχει εκφράσει συχνά σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις, σχετικά με την σημασία της μείωσης των ρυθμιστικών και οικονομικών επιβαρύνσεων για τις επιχειρήσεις, ειδικά για τις ΜΜΕ.

2.   Εισαγωγή

2.1

Επί σειρά ετών, η ΕΟΚΕ κατήρτισε πολυάριθμες γνωμοδοτήσεων με θέμα την απλούστευση, οι οποίες ξεκίνησαν με αίτηση γνωμοδότησης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου το 1995 όταν συγκροτήθηκε ομάδα εργασίας για να εξετάσει τρόπους για την απλούστευση της κοινοτικής νομοθεσίας.

Σε αυτή τη σειρά γνωμοδοτήσεων, η ΕΟΚΕ κατέληγε στα εξής:

πρέπει να υπάρξει διάλογος της ΕΟΚΕ με την Επιτροπή των Περιφερειών, καθώς και με τα Οικονομικά και Κοινωνικά Συμβούλια των κρατών μελών·

η διαδικασία απλοποίησης δεν απαιτεί νέες ιδέες· αυτό που απαιτείται είναι αποτελεσματική εφαρμογή των ιδεών που έχουν ήδη υποβληθεί από τα ευρωπαϊκά όργανα και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισαβόνας

οι νομοθετικές προτάσεις πρέπει να ανταποκρίνονται στα ακόλουθα κριτήρια:

είναι κατανοητές και εύχρηστες οι διατάξεις;

είναι οι διατάξεις απαλλαγμένες από κάθε ασάφεια ως προς το στόχο τους;

είναι οι διατάξεις συνεπείς με την ισχύουσα νομοθεσία;

πρέπει το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων να είναι τόσο ευρύ όσο προβλέφθηκε αρχικά;

είναι ρεαλιστικές οι προθεσμίες για συμμόρφωση προς τις διατάξεις και επιτρέπουν στις επιχειρήσεις και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη να προσαρμοστούν;

ποιες διαδικασίες αναθεώρησης έχουν τεθεί σε λειτουργία, ώστε να διασφαλιστεί η ενιαία εφαρμογή και να επανεξετάζεται η αποτελεσματικότητα και το κόστος;

η ιδέα ενίσχυσης της αυτορρύθμισης και της από κοινού ρύθμισης υποστηρίζεται ευρέως από τα ενδιαφερόμενα μέρη;

δεν έχουν διερευνηθεί επαρκώς οι δυνατότητες ενός λιγότερο λεπτομερούς, λιγότερο σχολαστικού διακανονισμού, με περισσότερα περιθώρια για από κοινού ρύθμιση και αυτορρύθμιση (9).

2.2

Υπάρχει αναγκαία αλληλεπίδραση της απλούστευσης και της βελτίωσης της εφαρμογής και τήρησης των νόμων. Στην παρούσα ανακοίνωση της Επιτροπής καταδεικνύεται ότι έχουν συνεκτιμηθεί ορισμένα από τα συμπεράσματα προηγούμενων εκθέσεων της ΕΟΚΕ και αναγνωρίζεται ότι «η απλούστευση δεν είναι καινούργιο θέμα». Η σειρά των ανακοινώσεων της Επιτροπής χρονολογείται από το 1997, δηλαδή, δύο χρόνια μετά το πρώτο αίτημα για απλούστευση που διατύπωσε η ΕΟΚΕ.

3.   Κύρια σημεία του εγγράφου της Επιτροπής

3.1

Η ανακοίνωση αναγνωρίζει ότι η απαίτηση για απλούστευση, δεν αφορά μόνο το κοινοτικό επίπεδο αλλά και το εθνικό, προκειμένου να γίνουν τα πράγματα ευκολότερα για τους πολίτες και τους φορείς της οικονομίας.

3.2

Σημαντικό μέρος της νέας στρατηγικής για την απλούστευση σε επίπεδο ΕΕ αποτελεί η αναθεώρηση του κεκτημένου. Στο πλαίσιο της ανωτέρω στρατηγικής, καθορίζεται ένα τριετές κυλιόμενο πρόγραμμα από το 2005 έως το 2008 που θα στηρίζεται στην πρακτική εμπειρία των ενδιαφερομένων μερών και σε μια προσέγγιση με βάση τη συνεχή και διεξοδική τομεακή αξιολόγηση.

3.3

Η προσέγγιση της Επιτροπής για την απλούστευση βασίζεται σε πέντε μέσα (10):

α)

κατάργηση — απάλειψη της άσχετης ή παρωχημένης νομοθεσίας

β)

κωδικοποίηση — κωδικοποίηση μιας νομοθετικής πράξης και όλων των τροποποιήσεών της σε ένα νέο κείμενο χωρίς μεταβολή της ουσίας της

γ)

αναδιατύπωση — παγίωση όπως και παραπάνω αλλά με ορισμένες αλλαγές όσον αφορά την ουσία

δ)

τροποποίηση της ρυθμιστικής προσέγγισης — εξεύρεση μιας νομικά αποτελεσματικότερης προσέγγισης σε σύγκριση με την ισχύουσα νομική πράξη, π.χ., αντικατάσταση οδηγίας με κανονισμό

ε)

μεγαλύτερη χρήση της τεχνολογίας των πληροφοριών — διευκόλυνση της χρήσης των τεχνολογιών των πληροφοριών  (11) με σκοπό τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας

3.4

Η ανακοίνωση της Επιτροπής αναγνωρίζει ότι οι εν λόγω στόχοι μπορούν να επιτευχθούν μόνο με την υποστήριξη των θεσμικών οργάνων και πρωτίστως των κρατών μελών. Ένα καθοριστικό ζήτημα είναι η αναγνώριση εκ μέρους των τελευταίων της ανάγκης να διατηρήσουν την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας όσο το δυνατόν εγγύτερα στις πρωτότυπες οδηγίες που έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας συναπόφασης και όχι να προσθέτουν νέες νομοθετικές πράξεις (ή να ακολουθείται η πρακτική της «επιχρύσωσης»).

3.5

Στην ανακοίνωση συνεκτιμούνται τα αποτελέσματα της ευρείας διαδικασίας διαβούλευσης με τα κράτη μέλη και τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η ανωτέρω διαδικασία κατέληξε στο ότι οι προτάσεις της ΕΕ πρέπει να εστιάζονται στις εξής πτυχές:

την αποσαφήνιση και βελτίωση της αναγνωσιμότητας της νομοθεσίας·

την επικαιροποίηση και τον εκσυγχρονισμό του ρυθμιστικού πλαισίου·

τη μείωση των διοικητικών δαπανών·

την ενίσχυση της συνέπειας του κεκτημένου·

τη βελτίωση της αναλογικότητας (12) του κεκτημένου·

Αυτή ίσως να είναι η σημαντικότερη ανησυχία των ενδιαφερόμενων μερών.

Στο Παράρτημα 2 της ανακοίνωσης αναφέρονται 222 μέτρα. Το πρόγραμμα απλούστευσης της Επιτροπής καλύπτει την περίοδο 2005-2008.

3.6

Η πρώτη οδηγία για τις εταιρείες (68/151/ΕΟΚ) ήταν απλουστευμένη, επικαιροποιημένη, και εκσυγχρονισμένη, προκειμένου να αξιοποιηθούν στο έπακρο οι δυνατότητες που προσφέρουν τα σύγχρονα εργαλεία της πληροφορικής και να αυξηθεί η διαφάνεια όσον αφορά τις ανώνυμες εταιρείες. Ωστόσο, η τροποποιημένη οδηγία θα μπορούσε να ενταχθεί σε μία δράση αναδιατύπωσης ή κωδικοποίησης. Κατά τα τέλη του παρελθόντος έτους διοργανώθηκε δημόσια ακρόαση για να συγκεντρωθούν οι απόψεις των ενδιαφερομένων μερών σχετικά με τις επιλογές αυτές.

4.   Γενικές παρατηρήσεις

4.1

Η απλούστευση δεν πρέπει να θεωρηθεί ως «παράθυρο» για την επίτευξη απορρύθμισης. Η διοικητική απλούστευση δεν πρέπει να οδηγήσει σε εξασθένηση ή εξουδετέρωση των ισχυόντων κοινωνικών προτύπων, ιδίως όσον αφορά την προστασία των εργαζομένων, των καταναλωτών και του περιβάλλοντος.

4.2

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την παρούσα ανακοίνωση και συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής ότι η επιτυχία των δράσεων απλούστευσης του ρυθμιστικού περιβάλλοντος εξαρτάται, αφενός, από τα κράτη μέλη και τους εθνικούς ρυθμιστικούς οργανισμούς και, αφετέρου, από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα.

4.2.1

Θα ήταν σκόπιμο να καταρτιστεί δεοντολογικός κώδικας όπως έχει προτείνει η ΕΟΚΕ σε προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της (13) (βλέπε, επίσης, παράρτημα 1).

4.2.2

Η ΕΟΚΕ τονίζει το γεγονός ότι η επιτυχία του προγράμματος απλούστευσης δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την ικανότητα της Επιτροπής να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις της, αλλά και από την ικανότητα των συν-νομοθετών να υιοθετήσουν εντός εύλογου χρονικού πλαισίου τις προτάσεις απλούστευσης της Επιτροπής.

4.2.3

Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση της νομοθεσίας ορίζει στην παράγραφο 36 «Εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, τα οποία με την ιδιότητα της νομικής αρχής εγκρίνουν τις προτάσεις απλοποιημένων σχεδίων, θα πρέπει να τροποποιήσουν τις μεθόδους εργασίας τους, δημιουργώντας, επί παραδείγματι, ad hoc δομές οι οποίες θα επιφορτιστούν ειδικά με τη απλοποίηση της νομοθεσίας».

4.3

Η ανακοίνωση αναγνωρίζει της σημασία της πρωτοβουλίας για την απλούστευση όσον αφορά τις ΜΜΕ και τους καταναλωτές. Μια ανεπαρκής εθνική ή ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν επιτρέπει στους καταναλωτές να έχουν σαφή γνώση των δικαιωμάτων τους ή των δυνατοτήτων προσφυγής που διαθέτουν.

4.4

Η ΕΟΚΕ επικροτεί, επίσης, τη δέσμευση της Επιτροπής να βελτιώσει τη διαδικασία διενέργειας αξιολογήσεων του αντίκτυπου, όχι μόνο σε ό,τι αφορά τις επιβαρύνσεις που υφίστανται οι επιχειρήσεις, αλλά και αναφορικά με τον αντίκτυπο στους καταναλωτές, τις λιγότερο ευνοημένες ομάδες (όπως τα άτομα με αναπηρία) και το περιβάλλον. Όσον αφορά τον στόχο που διατυπώθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας της Λισαβόνας σχετικά με την επίτευξη «μεγαλύτερης ανάπτυξης και απασχόλησης», θα ήταν εξαιρετικά θετική η διενέργεια αξιολογήσεων του αντίκτυπου στους εργαζομένους και στην απασχόληση γενικότερα. Η ΕΟΚΕ εκφράζει ιδιαίτερη ικανοποίηση για την πρόταση μεγαλύτερης χρήσης των «ενιαίων θυρίδων εξυπηρέτησης» και για την αναφορά που γίνεται σε ορισμένες οδηγίες στις «εικονικές δοκιμές» ή τις «αυτοδοκιμές» στον τομέα των αυτοκίνητων οχημάτων.

4.5

Θα ήταν σκόπιμο να διενεργεί η Επιτροπή αξιολογήσεις του αντίκτυπου για να αιτιολογεί την απόσυρση προτάσεων καθώς πράττει σήμερα και για τις νέες προτάσεις που υποβάλει.

5.   Ειδικές παρατηρήσεις

5.1

Από την ανακοίνωση συνάγεται ότι η διαδικασία προσαρμογής των οδηγιών στην τεχνική πρόοδο (διαδικασία «επιτροπολογίας») πρέπει να καταστεί πιο διαφανής — αίτημα που έχει διατυπώσει επανειλημμένα το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Εντούτοις, τα κράτη μέλη φέρουν ευθύνη σε αυτόν τον τομέα. Οι εργασίες επιτροπολογίας διενεργούνται από «εθνικούς εμπειρογνώμονες» και υπάρχουν επαρκή στοιχεία από τα οποία καταδεικνύεται ότι αυτοί οι «εμπειρογνώμονες» δεν συνεκτιμούν τις απόψεις των εκάστοτε κυβερνήσεων στις δραστηριότητες επιτροπολογίας (σχετικό παράδειγμα αποτελεί η οδηγία για τα πτηνά του 1979, τα τεχνικά παραρτήματα της οποίας προστέθηκαν από «εμπειρογνώμονες» μετά την έγκριση της οδηγίας από το Συμβούλιο).

5.2

Πρέπει να υπογραμμιστεί η σημασία της απλούστευσης για τους καταναλωτές, τους κοινωνικούς εταίρους, και άλλα «ενδιαφερόμενα μέρη». Οι συγκρούσεις μεταξύ εφαρμογής της εθνικής νομοθεσίας και των πρωτότυπων κοινοτικών οδηγιών στις οποίες αυτή βασίζεται αυξάνουν πολύ τον φόρτο εργασίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΔΕΚ), ο ρόλος του οποίου συνίσταται στην «ερμηνεία» της νομοθεσίας, αν και αναγκάζεται, όλο και πιο συχνά, να συμπληρώνει λεπτομέρειες που προφανώς παραβλέπονται ή για τις οποίες δεν κατέστη δυνατό να συνταχθεί ένα ικανοποιητικό κείμενο, π.χ., σε θέματα φορολογίας, επειδή δεν επετεύχθη ομοφωνία στο Συμβούλιο. Ωστόσο, πρόβλημα είναι ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διαδραματίζει ολοένα και συχνότερα τον ρόλο του φορέα λήψης πολιτικών αποφάσεων. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν διαθέτει σαφή πολιτική βάση και υπερβαίνει την εντολή του. Κατά συνέπεια, λαμβάνει αποφάσεις που θα έπρεπε να λαμβάνονται από δημοκρατικά εκλεγμένες αρχές.

5.3

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η ίδια η Επιτροπή έχει καταβάλει σημαντικές προσπάθειες και έχουν μεσολαβήσει πολλές εκατοντάδες καταργήσεις και δηλώσεις αναγνώρισης του παρωχημένου, οι οποίες έχουν συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στη μείωση του όγκου του κεκτημένου, χωρίς, ωστόσο, να μειωθούν οι επιβαρύνσεις που υφίστανται οι επιχειρήσεις, οι εργαζόμενοι, οι καταναλωτές, ή άλλα «ενδιαφερόμενα μέρη». Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν τομείς όπου είναι αναγκαία η θέσπιση περισσότερων νομοθετικών πράξεων σε επίπεδο ΕΕ για την προστασία του περιβάλλοντος και την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων, των καταναλωτών, και των μειονεκτικών ομάδων (όπως τα άτομα με ειδικές ανάγκες ή άλλες μειονότητες), αλλά και προκειμένου να διασφαλιστεί για όλους τους πολίτες πλήρης πρόσβαση στα οφέλη της ενιαίας αγοράς.

5.3.1

Από την άλλη πλευρά, μέχρι σήμερα η επικαιροποίηση αποτελεί το πλέον ευρέως εφαρμοζόμενο σύστημα. Μολονότι τούτο επιτρέπει την προσθήκη ορισμένων αναγκαίων τροποποιήσεων και την επικαιροποίηση των κανονισμών, ωστόσο, ο στόχος της απλούστευσης δεν διασφαλίζεται πάντα. Αντιθέτως, προκύπτει συσσώρευση μέτρων με αποτέλεσμα να συνυπάρχουν σε ορισμένα κράτη μέλη παλαιές και νέες ρυθμίσεις οι οποίες δημιουργούν σύγχυση στα ενδιαφερόμενα μέρη.

5.3.2

Τα χαρακτηριστικά κάθε πρότασης απλούστευσης του κυλιόμενου προγράμματος πρέπει να περιγράφονται σαφώς στις επισυναπτόμενες εκθέσεις αξιολόγησης. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής οφείλουν να παρακολουθούν με προσοχή τις εν λόγω προτάσεις στο πλαίσιο της διοργανικής τους διαδικασίας λήψης αποφάσεων προκειμένου να διασφαλίζεται η διάσταση της απλούστευσης σύμφωνα με τις απαιτήσεις των διοργανικών συμφωνιών (για την «τεχνική κωδικοποίησης» (14), την «τεχνική αναδιατύπωσης» (15), και τη «βελτίωση της νομοθεσίας» (16)).

5.4

Η ΕΟΚΕ εφιστά για άλλη μια φορά την προσοχή στην εκτεταμένη σειρά γνωμοδοτήσεων σχετικά με την ανάγκη για βελτίωση και απλούστευση της νομοθεσίας, ειδικότερα στην πλέον πρόσφατη γνωμοδότησή της με τίτλο «Βελτίωση της νομοθεσίας» την οποία συνέταξε ανταποκρινόμενη στο αίτημα της Προεδρίας του Η.Β. για την κατάρτιση διερευνητικής γνωμοδότησης (17).

5.5

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει την επιθυμία, που έχει ήδη εκφράσει συχνά, να συνεχιστεί η διαδικασία βελτίωσης και απλούστευσης της νομοθεσίας σύμφωνα με την κατεύθυνση της δήλωσης (18) των έξι Προεδριών.

Βρυξέλλες, 5 Ιουλίου 2006.

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  COM (2005) 97 της 16.3.2005.

(2)  ΕΕ αριθ. C 321 της 31.12.2003.

(3)  ΕΕ αριθ. C 321 της 31.12.2003.

(4)  ΕΕ αριθ. C 321 της 31.12.2003.

(5)  Ενημερωτική έκθεση με θέμα «Η κατάσταση σε ό,τι αφορά την από κοινού ρύθμιση και την αυτορρύθμιση στην ενιαία αγορά» CESE 1182/2004 fin, 11.01.2005, εισηγητής: ο κ. Vever.

(6)  Κοινή δήλωση των Προεδριών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Ιρλανδίας, των Κάτω Χωρών, του Λουξεμβούργου, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστρίας και της Φινλανδίας.

(7)  2007: η Γερμανία από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο· Η Πορτογαλία από τον Ιούλιο έως το Δεκέμβριο· 2008: η Σλοβενία από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο· Η Γαλλία από τον Ιούλιο έως το Δεκέμβριο.

(8)  Α6-0080/2006, που υιοθετήθηκε στις 16.5.2006.

(9)  Ενημερωτική έκθεση με θέμα «Η κατάσταση σε ό,τι αφορά την από κοινού ρύθμιση και την αυτορρύθμιση στην ενιαία αγορά» CESE 1182/2004 fin, 11.01.2005, εισηγητής: ο κ. Vever.

(10)  Σχέδιο δράσης «Απλούστευση και βελτίωση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος» COM(2002) 278 τελικό και Κωδικοποίηση του κοινοτικού κεκτημένου COM(2001) 645 τελικό.

(11)  Η Επιτροπή προτείνει να αναλάβει πρωτοβουλία στον τομέα της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης με ένα σχέδιο δράσης στον τομέα αυτόν το 2006.

(12)  Οι ρυθμίσεις πρέπει να είναι ανάλογες προς του επιδιωκόμενους στόχους

(13)  ΕΕ αριθ. C 125, 27.5.2002)

ΕΕ αριθ. C 14, 16.1.2001).

(14)  ΕΕ C 102, 4.4.1996.

(15)  ΕΕ C 77, 28.3.2002.

(16)  ΕΕ C 321, 31.12.2003.

(17)  CESE 1068/2005, ΕΕ C 24, 31.1.2006, εισηγητής κ. Retureau.

(18)  Προώθηση της ρυθμιστικής μεταρρύθμισης στην Ευρώπη — Κοινή δήλωση της 7.12.2004 των Προεδριών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Ιρλανδίας, των Κάτω Χωρών, του Λουξεμβούργου, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Αυστρίας και της Φινλανδίας.


16.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 309/22


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα (Εκσυγχρονισμένος Τελωνειακός Κώδικας)

COM(2005) 608 τελικό — 2005/0246 (COD)

(2006/C 309/05)

Στις 17 Ιανουαρίου 2006, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητος, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή, κατανάλωση» στο οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές εργασίες της ΕΟΚΕ, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 31 Μαΐου 2006, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. BURANI.

Κατά την 428η σύνοδο της ολομέλειάς της, της 5ης και 6ης Ιουλίου 2006 (συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου 2006), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 152 ψήφους υπέρ, 1 ψήφο κατά και 3 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Εισαγωγή: αρχές που διέπουν τον νέο κώδικα

1.1

Το πρόγραμμα τελωνειακής δράσης της Κοινότητας (Τελωνεία 2007), που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο το 2002, προέβλεπε μεταξύ των κύριων δράσεών του τη ριζική αναθεώρηση του υφιστάμενου κοινοτικού τελωνειακού κώδικα [κανονισμός του Συμβουλίου (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92], που είναι πλέον παρωχημένος λόγω των εξελίξεων που έχουν επέλθει στην αγορά και στην τεχνολογία, της υιοθέτησης διαφόρων Συνθηκών και κυρίως λόγω των διαδοχικών διευρύνσεων της Ένωσης.

1.2

Η ιδέα να προταθεί ένας εντελώς ανανεωμένος κώδικας προκύπτει από την διαπίστωση ότι ο παλαιός — και ισχύων σήμερα — κώδικας «δεν έχει προσαρμοστεί στις ριζικές αλλαγές που συντελέστηκαν στο περιβάλλον στο οποίο διεξάγεται το διεθνές εμπόριο, … ούτε στη μεταβολή του επίκεντρου των τελωνειακών εργασιών». Η υπό εξέταση πρόταση είναι συνεπής με τις κοινοτικές πολιτικές — ιδιαίτερα με τις αρχές της εσωτερικής αγοράς και της προστασίας του καταναλωτή καθώς και με τη στρατηγική της Λισσαβώνας — και αποτελεί τη βάση μεταγενέστερων δράσεων που αποσκοπούν στην αναπροσαρμογή των τελωνειακών καθεστώτων και διαδικασιών και στην προσαρμογή των κανόνων σε κοινά πρότυπα μεταξύ των συστημάτων πληροφορικής των κρατών μελών.

1.2.1

Αυτό το σύνολο δράσεων θα επιτρέψει, σύμφωνα με την Επιτροπή, να υιοθετηθούν οι οδηγίες του Συμβουλίου όσον αφορά την πρωτοβουλία e-Government (ηλεκτρονικές διοικητικές υπηρεσίες) και την πρωτοβουλία για τη«βελτίωση του ρυθμιστικού πλαισίου», καθώς και την επιδίωξη μιας σειράς συγκεκριμένων στόχων, όπως η αύξηση της ασφάλειας στα εξωτερικά σύνορα, η μείωση του κινδύνου απάτης και τέλος η βελτίωση της συνοχής με άλλες κοινοτικές πολιτικές ειδικότερα δε με τη φορολογική πολιτική.

1.3

Ο νέος κώδικας έχει σχεδιαστεί στο πλαίσιο της στρατηγικής της Λισσαβώνας, που αποσκοπεί στο να καταστεί η Ευρώπη «πόλος έλξης για τις επενδύσεις και την απασχόληση»· έξαλλου είναι συναφής με τις προτάσεις που έχει υποβάλει η Επιτροπή και έχει εγκρίνει το Συμβούλιο τον Δεκέμβριο του 2003, για τη δημιουργία ενός απλοποιημένου περιβάλλοντος χωρίς χαρτί. Η οδηγία του Συμβουλίου εφαρμόζεται άλλωστε και στην παράλληλη πρόταση απόφασης σχετικά με «ένα περιβάλλον χωρίς χαρτί για τα τελωνεία και τις εμπορικές επιχειρήσεις» [COM(2005)609 της 30.11.2005] για την οποία η ΕΟΚΕ θα καταρτίσει ξεχωριστή γνωμοδότηση.

1.4

Οι καινοτομίες του νέου κώδικα δεν είναι μόνο τυπικού ή εκσυγχρονιστικού χαρακτήρα· μεγαλύτερης ακόμη σημασίας είναι πράγματι οι αλλαγές που ο εν λόγω κώδικας εισάγει στις κατευθύνσεις της τελωνειακής πολιτικής. Κατά τη διάρκεια της τελευταίας εικοσαετίας έχει μειωθεί σταδιακά ο ρόλος των τελωνείων όσον αφορά την είσπραξη δασμών, και έχει αυξηθεί σημαντικά ο ρόλος τους ως υπεύθυνων για την εφαρμογή μη δασμολογικών μέτρων, ειδικότερα όσον αφορά την ασφάλεια, τον έλεγχο της παράνομης μετανάστευσης, την παρεμπόδιση της διάθεσης εμπορευμάτων παραποίησης/ απομίμησης, την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της διακίνησης ναρκωτικών, την εφαρμογή υγειονομικών μέτρων καθώς και μέτρων για την υγεία, το περιβάλλον και την προστασία των καταναλωτών και μέτρων που αφορούν την είσπραξη του ΦΠΑ και των ειδικών φόρων κατανάλωσης. Ωστόσο στο έγγραφο της Επιτροπής δεν αναφέρεται ρητά, στο λήμμα «ασφάλεια», μια παράλληλη αρμοδιότητα που ασφαλώς ανήκει στα τελωνεία, δηλαδή η πολύτιμη βοήθεια που παρέχουν για τον έλεγχο του λαθρεμπορίου όπλων και την καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Η παράλειψη αυτή συνδέεται με ένα κενό στη διαμόρφωση των συστημάτων πληροφοριών, που η ΕΟΚΕ σχολιάζει παρακάτω στο σημείο 3.1.3.1.

1.5

Μία άλλη καινοτομία φορά την υιοθέτηση ηλεκτρονικών διαδικασιών. Στον κώδικα που ισχύει σήμερα προβλέπονται οι διαδικασίες αυτές — και έχουν ευρέως υιοθετηθεί από όλα σχεδόν τα κράτη μέλη- αλλά έχουν προαιρετικό χαρακτήρα, είτε πρόκειται για τα εθνικά τελωνεία είτε για τους χρήστες· αντιθέτως στον νέο κώδικα προβλέπεται ο υποχρεωτικός χαρακτήρας, βήμα απαραίτητο για την κατάργηση των διατυπώσεων με βάση το χαρτί, αντικείμενο της παράλληλης πρωτοβουλίας που αναφέρεται ανωτέρω στο σημείο 1.3.

1.6

Η επεξεργασία του νέου κώδικα είναι συνεπής προς τις πολιτικές της Επιτροπής και σέβεται τις διαδικασίες που προβλέπονται σχετικά με την σκοπιμότητα, τη διαφάνεια και την αξιολόγηση του αντίκτυπου. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει με ικανοποίηση ότι ζητήθηκε η γνώμη των ενδιαφερόμενων κλάδων της κοινωνίας των πολιτών η οποία ήταν σε μεγάλο βαθμό θετική· συμφωνεί με την Επιτροπή όσον αφορά τον σεβασμό των νομικών βάσεων όπως είναι οι αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, αλλά επιφυλάσσεται να εκφράσει ορισμένες παρατηρήσεις όσον αφορά την αξιολόγηση του αντίκτυπου.

1.7

Η Επιτροπή εξέτασε τέσσερις διαφορετικές προσεγγίσεις του θέματος και επέλεξε στο τέλος μια λύση που προβλέπει την ενισχυμένη συνεργασία των εθνικών τελωνειακών συστημάτων πληροφορικής. Κατά την Επιτροπή, η επιλογή αυτή αιτιολογείται από την ανάγκη να τηρηθεί η αρχή της επικουρικότητας και από τη διαπίστωση ότι τα κράτη μέλη δεν είναι ιδιαίτερα διατεθειμένα να αποδεχτούν μια λύση που να βασίζεται σε ένα κεντρικό ευρωπαϊκό σύστημα. Η ΕΟΚΕ λαμβάνει υπόψη αυτή την υποχρεωτική επιλογή, αλλά τονίζει ότι η τελευταία λύση θα ήταν πιο αξιόπιστη, πιο απλή και λιγότερο δαπανηρή για τους χρήστες. Όσον αφορά την αρχή της επικουρικότητας, θα εφαρμοζόταν σε ευρωπαϊκό επίπεδο μάλλον παρά σε εθνικό.

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1

Τον Φεβρουάριο του περασμένου έτους, η ΕΟΚΕ είχε σχολιάσει μία πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του τελωνειακού κώδικα (1) η οποία ήδη πρότεινε καινοτομίες σχετικά με την κατάργηση των διατυπώσεων με βάση το χαρτί και την ολοκληρωμένη διαχείριση των εξωτερικών συνόρων. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει με ικανοποίηση ότι οι αρχές που διατυπώνονταν στην πρόταση αυτή, και για τις οποίες η ίδια είχε διατυπώσει σαφώς θετικά σχόλια, διατηρούνται στην πρόταση που αποτελεί αντικείμενο της παρούσης γνωμοδότησης και μετατρέπονται σε διατάξεις τις οποίες, ακόμη μια φορά, επικροτεί η ΕΟΚΕ.

2.2

Το σύνολο των νέων διατάξεων μαρτυρεί την ακόμη μεγαλύτερη προσοχή που δίνεται στα δικαιώματα και στις απαιτήσεις των φορέων, πράγμα που μεταξύ άλλων μεταφράζεται σε μια σειρά διατάξεων που λαμβάνουν υπόψη τις πιθανές ζημίες που μπορούν να προκαλέσουν οι διαδικασίες. Απόδειξη της ευαισθησίας αυτής είναι τόσο η απλοποίηση της νομοθεσίας όσο και η συγκέντρωση των τελωνειακών καθεστώτων, που περιορίζονται σε τρία από τα υφιστάμενα δεκατρία: εισαγωγές, εξαγωγές και ειδικά καθεστώτα. Έπειτα, χάρη στο συντακτικό έργο τα δύο τρίτα των άρθρων του ισχύοντος κώδικα τροποποιούνται, ενοποιούνται ή μεταφέρονται στις διατάξεις εφαρμογής και γίνονται έτσι 200 από 258.

2.2.1

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η Επιτροπή επιτέλεσε ένα δύσκολο και λεπτό έργο, τηρώντας τις γενικές αρχές της ενιαίας αγοράς και αποδίδοντας ιδιαίτερη προσοχή στα δικαιώματα και στις ανάγκες των φορέων. Επισημαίνει ωστόσο, παρεμπιπτόντως, ότι η έλλειψη ενός κανονισμού εφαρμογής — η σύνταξη του οποίου υπάγεται εξάλλου στις αρμοδιότητες της ίδιας της Επιτροπής — δημιουργεί προς το παρόν ορισμένες αβεβαιότητες όσον αφορά ορισμένους κανόνες: διατυπώνει συνεπώς την ευχή να υποβληθεί και να εγκριθεί σύντομα ένας νέος κανονισμός εφαρμογής.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

3.1   Τίτλος I: γενικές διατάξεις

3.1.1

Στο άρθρο 3 απαριθμούνται τα εθνικά εδάφη που απαρτίζουν το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Το άρθρο δεν εγείρει ειδικότερα σχόλια, εκτός της ασάφειας του σημείου 3 όπου ορίζεται ότι: «Ορισμένες διατάξεις της τελωνειακής νομοθεσίας μπορούν επίσης να εφαρμόζονται εκτός του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, δυνάμει νομοθεσίας που διέπει ειδικούς τομείς ή βάσει διεθνών συμβάσεων». Η ασφάλεια δικαίου δεν επιτρέπει να αναφέρονται σε έναν νόμο «ορισμένες διατάξεις» χωρίς να διευκρινίζεται, στο ίδιο το κείμενο ή στο παράρτημα, για «ποιες» διατάξεις γίνεται λόγος. Από νομικής πλευράς — αλλά και για λόγους διαφάνειας — είναι απαραίτητο να αναφερθεί με πιο ρητό και λεπτομερή τρόπο σε ποια εδάφη και σε ποιους κανόνες γίνεται αναφορά. Πολλές φορές διαφεύγουν του πολίτη — αλλά και των εμπειρογνωμόνων- εξαιρέσεις και παρεκκλίσεις που χορηγούνται με διάφορες ευκαιρίες και με διάφορους τρόπους: συχνά οι εξαιρέσεις αυτές και οι παρεκκλίσεις προκαλούν πραγματικές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, με όχι πάντα παροδικό χαρακτήρα.

3.1.2

Σε γενικές γραμμές, η ανταλλαγή και η προστασία των δεδομένων και των πληροφοριών (άρθρα 5, 6 και 7) δεν απαιτούν ιδιαίτερες παρατηρήσεις εφόσον η προτεινόμενη νομοθεσία εντάσσεται στην κανονική προστασία που παρέχουν οι δημόσιες διοικήσεις στον ιδιωτικό βίο του πολίτη και στον εμπιστευτικό χαρακτήρα της επιχείρησης. H EOKE επικροτεί κυρίως τις διατάξεις του άρθρου 8, σύμφωνα με το οποίο οι τελωνειακές αρχές είναι υποχρεωμένες να παρέχουν πληροφορίες για την εφαρμογή της τελωνειακής νομοθεσίας, και να προωθούν τη διαφάνεια θέτοντας δωρεάν στη διάθεση των οικονομικών φορέων, μέσω του διαδίκτυου, τις νομοθετικές διατάξεις, τις διοικητικές ρυθμίσεις και έντυπα αιτήσεων.

3.1.2.1

Ιδιαίτερης σκέψης χρήζει εξάλλου η πρώτη παράγραφος του άρθρου 5, που επιβάλλει τη χρησιμοποίηση ηλεκτρονικών τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων για τις ανταλλαγές δεδομένων, συνοδευτικών εγγράφων, αποφάσεων και ανακοινώσεων μεταξύ τελωνειακών αρχών και οικονομικών φορέων. Η διάταξη αυτή, εντελώς ορθή όταν αφορά επιχειρήσεις ή επαγγελματίες, μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες εάν ο εισαγωγέας (ή σπανιότερα ο εξαγωγέας) είναι ιδιώτης, και όχι αναγκαστικά ένας «οικονομικός φορέας». Το πρόβλημα κάθε άλλο παρά δευτερεύον είναι, σε μία φάση όπου αυξάνεται σταθερά ο όγκος των αγορών αγαθών που πραγματοποιούνται μέσω του διαδικτύου ή με αλληλογραφία, σε χώρες εκτός Ένωσης. Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι το θέμα εξετάζεται με βάση τη διαδικασία της επιτροπολογίας και προτείνει να περιλαμβάνονται ρητά και οι ιδιώτες μεταξύ αυτών στους οποίους επιτρέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 93, να υποβάλλουν συνοπτικές διασαφήσεις. Θα ήταν επίσης σκόπιμο να τροποποιηθούν οι διατάξεις του άρθρου 94 που ορίζουν ότι οι τελωνειακές αρχές έχουν τη δυνατότητα, σε εξαιρετικές περιστάσεις, να αποδέχονται συνοπτικές διασαφήσεις εισαγωγής σε χαρτί. Εναλλακτικά, ή επιπροσθέτως θα μπορούσε να εξεταστεί η πιθανότητα να επεκταθεί στους ιδιώτες η δυνατότητα υποβολής απλουστευμένης διασάφησης σε περιστασιακή βάση (πάντα σε χαρτί) όπως προβλέπεται στο άρθρο 127.

3.1.2.2

Σε ό,τι αφορά τις ηλεκτρονικές τεχνικές επεξεργασίας δεδομένων, η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή στο υψηλό κόστος του νέου ολοκληρωμένου συστήματος επεξεργασίας δεδομένων· το κόστος αυτό πρέπει να αναληφθεί βραχυπρόθεσμα ενώ σημαντικό μέρος των ωφελημάτων (κυρίως σε ό,τι αφορά την ποιότητα) θα γίνει αισθητό μόνο μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα. Ορισμένα κράτη μέλη εκδηλώνουν ήδη ανησυχία τόσο για το κόστος που πρέπει να αναληφθεί όσο και για την υποχρέωση να τηρηθούν οι προθεσμίες για την εφαρμογή των νέων συστημάτων. Άλλα — ιδιαίτερα όσα είναι πιο προηγμένα σε θέματα μηχανοργάνωσης — θεωρούν πολυδάπανο να αλλάξουν τα συστήματα που υιοθέτησαν προσφάτως προκειμένου να ευθυγραμμιστούν με το κοινό σύστημα. Η ΕΟΚΕ λαμβάνει υπόψη της αυτή την αμηχανία, την οποία δεν θα μπορέσει να αγνοήσει η Επιτροπή, αλλά εκφράζει την άποψη ότι το συμφέρον της Ευρώπης να αποκτήσει ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό τελωνειακό σύστημα αξίζει ορισμένες θυσίες σε ατομικό επίπεδο, που θα μπορούσαν ενδεχομένως να αμβλυνθούν με την παροχή ενισχύσεων σε συγκεκριμένες περιπτώσεις αποδεδειγμένης ανάγκης.

3.1.3

Το άρθρο 10 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη συνεργάζονται με την Επιτροπή με σκοπό τη «δημιουργία, διατήρηση και χρησιμοποίηση ηλεκτρονικού συστήματος για την κοινή καταχώρηση και τήρηση μητρώων» που αφορούν όλους τους φορείς και τις άδειες που χορηγούνται. Οι αμφιβολίες σχετικά με τη φύση και τη λειτουργία του συστήματος αποσαφηνίζονται στο άρθρο 194: κάθε κράτος μέλος διατηρεί το δικό του ηλεκτρονικό σύστημα, διασφαλίζοντας τη διαλειτουργικότητα με τα συστήματα των άλλων κρατών μελών σύμφωνα με τους κανόνες και τα πρότυπα που έχει θεσπίσει η Επιτροπή επικουρούμενη από την επιτροπή τελωνειακού κώδικα. Η ημερομηνία θέσεως σε ισχύ του συστήματος έχει οριστεί στις 30 Ιουνίου 2009. Κατά την ΕΟΚΕ, ένα σύστημα που βασίζεται σε τράπεζες εθνικών δεδομένων που αποτελούν αντικείμενο αμοιβαίων ανταλλαγών — αφού έχει εξασφαλιστεί η διαλειτουργικότητα — πληροφοριών και αναθεωρήσεων κινδυνεύει να αποδειχτεί, εκτός από δαπανηρό, και δύσκολο στη διαχείρισή του. Κυρίως δε, είναι μάλλον απίθανο ότι το σύστημα αυτό θα τεθεί σε λειτουργία μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία. Στην αξιολόγηση του αντίκτυπου η Επιτροπή έχει εκτιμήσει το πρόσθετο κόστος της λειτουργίας του συστήματος σε 40-50 εκατομμύρια ευρώ ετησίως: ποσό που διάφοροι εμπειρογνώμονες θεωρούν αισιόδοξο.

3.1.3.1

Υπάρχει εξάλλου μια φανερή και ζωτικής σημασίας έλλειψη στο σχέδιο του εν λόγω συστήματος, ή τουλάχιστον στην διατύπωσή του: δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη της δυνατότητας πρόσβασης στα ηλεκτρονικά συστήματα των αρχών που είναι αρμόδιες για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος, πάντοτε με την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι κανόνες για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και των παραγωγικών δραστηριοτήτων, πτυχή που επανειλημμένα, και με διάφορες ευκαιρίες, έχει επισημάνει η ΕΟΚΕ. Το Συμβούλιο εδώ και χρόνια τονίζει την ανάγκη συνεργασίας των διαφόρων αρχών, του εγκληματολογικού και οικονομικού τμήματος της αστυνομίας, των τελωνείων, των μυστικών υπηρεσιών, της OLAF, της Europol, αλλά δυστυχώς χωρίς αποτέλεσμα μέχρι σήμερα.

3.1.4

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί το άρθρο 11 σχετικά με τον τελωνειακό αντιπρόσωπο: το άρθρο προβλέπει ότι ο τελωνειακός αντιπρόσωπος μπορεί να «διεκπεραιώνει πράξεις και διατυπώσεις που θεσπίζει η τελωνειακή νομοθεσία» με εντολή ενός οικονομικού φορέα, εξ ονόματος και για λογαριασμό άλλου προσώπου (άμεση αντιπροσώπευση), ή εξ ονόματός του, αλλά για λογαριασμό άλλου (έμμεση αντιπροσώπευση). Στο σημείο 2 ορίζεται ότι ο τελωνειακός αντιπρόσωπος οφείλει να είναι εγκατεστημένος στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας, χωρίς άλλη διευκρίνιση. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει εξάλλου ότι στην αιτιολογική έκθεση η Επιτροπή δηλώνει ότι «οι κανόνες για τους αντιπροσώπους τροποποιούνται, με την κατάργηση των προηγούμενων περιορισμών, λόγω του ότι δεν ήταν πλέον συμβατοί ούτε με το ηλεκτρονικό περιβάλλον ούτε με τις αρχές της ενιαίας αγοράς». Από αυτό συνάγεται ότι ο τελωνειακός αντιπρόσωπος λαμβάνει έγκριση από έναν φορέα (κοινοτικό διαβατήριο) που του επιτρέπει να ενεργεί σε ολόκληρη την επικράτεια της Κοινότητας και εξ ονόματος οιουδήποτε, οπουδήποτε και εάν είναι εγκατεστημένος. Ενδείκνυται να διατυπωθεί εκ νέου και σαφέστερα το άρθρο αυτό, παραπέμποντας έστω σε μια ξεχωριστή ρύθμιση για τους όρους δημιουργίας ενός μητρώου, ή καταλόγου, ή άλλου, με παράδειγμα τα όσα προβλέπονται για τον εγκεκριμένο οικονομικό φορέα, που αναφέρεται στο επόμενο σημείο.

3.1.5

Ένα άλλο πρόσωπο που προκαλεί ενδιαφέρον είναι ο εγκεκριμένος οικονομικός φορέας (άρθρα 4 και 13-16), που στην πράξη είναι επιχείρηση (σπανίως ιδιώτης) που παρέχει ειδικές εγγυήσεις σοβαρότητας, φερεγγυότητας και επαγγελματισμού ώστε να θεωρηθεί από τις τελωνειακές αρχές των κρατών μελών ότι δικαιούται ορισμένων διευκολύνσεων όσον αφορά τους τελωνειακούς ελέγχους και τις διαδικασίες. Η Επιτροπή επιφυλάσσεται να διευκρινίσει, με βάση το ήδη αναφερθέν άρθρο 196, τους όρους χορήγησης του καθεστώτος του εγκεκριμένου οικονομικού φορέα. Η ΕΟΚΕ λαμβάνει γνώση αυτών των διατάξεων, που αποσκοπούν στη διευκόλυνση του διεθνούς εμπορίου και στην δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος για τις συναλλαγές· επισημαίνει εξάλλου ότι πολλά θα εξαρτηθούν από τους κανόνες και τους όρους χορήγησης του καθεστώτος ώστε να αποφευχθούν ενδεχόμενες καταχρήσεις. Εξάλλου δεν είναι σαφές κατά πόσο θα χορηγηθεί στον εγκεκριμένο οικονομικό φορέα το «ευρωπαϊκό διαβατήριο».

3.1.6

Ένα σημαντικό βήμα προς την εναρμόνιση των τελωνειακών καθεστώτων αποτελούν οι διατάξεις του άρθρου 22, που επιβάλλουν στα κράτη μέλη-έστω και με μάλλον «ελαστικούς» όρους- να υιοθετήσουν διοικητικές και ποινικές κυρώσεις για μη συμμόρφωση προς την κοινοτική τελωνειακή νομοθεσία. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί το δίχως άλλο ότι επιβάλλεται να υπάρχει εναρμονισμένη νομοθεσία σε αυτό το λεπτό ζήτημα· απομένει να δούμε πως θα υποδεχθούν τα κράτη μέλη τις προσπάθειες υπαγόρευσης κανόνων ή κατευθύνσεων σε ποινικά θέματα, πεδίο όπου προβλέπεται να υπάρξουν αντιρρήσεις ή τουλάχιστον επιφυλάξεις.

3.1.7

Τα άρθρα 24, 25 και 26 αφορούν τις προσφυγές δια της διοικητικής οδού (το άρθρο 23 αποκλείει τα ποινικά θέματα), για τις οποίες προβλέπονται δύο στάδια: το πρώτο ενώπιον των τελωνειακών αρχών και το δεύτερο ενώπιον μιας ανώτερης ανεξάρτητης αρχής η οποία μπορεί να είναι δικαστική αρχή ή ισοδύναμο ειδικευμένο όργανο. Σε περίπτωση κυρώσεων ισχύει η γενική αρχή«solve et repete» (πλήρωσε και κατόπιν αμφισβήτησε), εκτός εάν οι τελωνειακές αρχές θεωρούν ότι το μέτρο που έχει επιβληθεί μπορεί να προκαλέσει «ανεπανόρθωτη ζημία» στο πρόσωπο που άσκησε την προσφυγή: λαμβάνονται δηλαδή υπόψη οι ανάγκες του πολίτη, πράγμα για το οποίο η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της.

3.1.8

Το άρθρο 27 ορίζει την προφανή αρχή της δυνατότητας, για τις τελωνειακές αρχές, να διεξάγουν κάθε είδους ελέγχους, φυσικούς, διοικητικούς, λογιστικούς ή στατιστικούς· ορίζει εξάλλου την εφαρμογή ενός ηλεκτρονικού συστήματος για τη διαχείριση των κινδύνων, «με σκοπό τον προσδιορισμό και την εκτίμηση των κινδύνων και τη θέσπιση των απαραίτητων μέτρων για την αντιμετώπιση των κινδύνων». Το σύστημα αυτό, που τα κράτη μέλη θα πρέπει να θέσουν σε εφαρμογή σε συνεργασία με την Επιτροπή το αργότερο στις 30 Ιουνίου 2009, θα διέπεται από τους κανόνες που θα θεσπίσει η Επιτροπή με βάση το άρθρο 196. Η ΕΟΚΕ ωστόσο εκφράζει την ικανοποίησή της για την πρωτοβουλία, και ελπίζει ότι η Επιτροπή θα έχει μελετήσει σωστά τη διάθεση όλων των κρατών μελών να εφαρμόσουν ένα σύστημα πιθανόν πολυδάπανο και λεπτό στη διαχείρισή του.

3.1.9

Το άρθρο 30 εξαιρεί από τους ελέγχους και τις τελωνειακές διατυπώσεις τις παραδιδόμενες αποσκευές και χειραποσκευές προσώπων που πραγματοποιούν ενδοκοινοτικές πτήσεις και ενδοκοινοτικό θαλάσσιο ταξίδι, με την επιφύλαξη, εξάλλου, των ελέγχων ασφαλείας και των ελέγχων που σχετίζονται με απαγορεύσεις ή περιορισμούς που θέτουν τα κράτη μέλη: τούτο σημαίνει ότι η εξαίρεση ισχύει μόνο στις χώρες που δεν έχουν θέσει απαγορεύσεις ή περιορισμούς. Εφόσον περιορισμοί υπάρχουν παντού και πάντα, παρεκτός για τα εμπορεύματα για τα οποία καταβάλλονται ειδικοί φόροι κατανάλωσης, ο γενικός κανόνας καθίσταται άκυρος στην πράξη και παραμένει συνεπώς αναλλοίωτη η εξουσία των τελωνείων να πραγματοποιούν πάντα ελέγχους στις αποσκευές, είτε έχουν παραδοθεί είτε είναι χειραποσκευές.

4.   Επόμενοι τίτλοι, από τον τίτλο II έως VIII: τελωνειακές διατυπώσεις και διαδικασίες

4.1

Οι τίτλοι II έως VIII αφορούν τις τελωνειακές διατυπώσεις και διαδικασίες, επαναλαμβάνοντας σε μεγάλο μέρος το περιεχόμενο του κώδικα που ισχύει σήμερα. Η ΕΟΚΕ δεν προτίθεται να προβεί σε αναλυτική εξέταση του θέματος, που έχει ήδη συζητηθεί ευρέως κατά τη διάρκεια των διαβουλεύσεων των ενδιαφερομένων μερών που πραγματοποιήθηκαν πριν τη σύνταξη του κειμένου. Σχολιάζει απλώς ορισμένα άρθρα ειδικού ενδιαφέροντος.

4.2

Το άρθρο 55 ορίζει ότι η τελωνειακή οφειλή γεννάται επίσης και στις περιπτώσεις λαθρεμπορίου ή παράνομων συναλλαγών (που ορίζονται ως «εισαγωγή ή εξαγωγή εμπορευμάτων που υπόκεινται σε απαγορευτικά ή περιοριστικά μέτρα οιουδήποτε τύπου κατά την εισαγωγή ή την εξαγωγή»): οι τελωνειακοί δασμοί ωστόσο είναι οφειλόμενοι, εκτός εάν εφαρμόζονται άλλα ποινικά ή διοικητικά μέτρα. Αντιθέτως εξαιρούνται της τελωνειακής οφειλής το πλαστό χρήμα και τα ναρκωτικά εκτός των εγκεκριμένων εμπορικών κυκλωμάτων· αυτό το λαθρεμπόριο αντιμετωπίζεται εμφανώς μόνο από ποινικής πλευράς, εκτός των περιπτώσεων όπου η νομοθεσία ενός κράτους μέλους προβλέπει ότι οι δασμοί μπορεί να χρησιμεύσουν ως βάση για τον καθορισμό των χρηματικών ποινών. Παρά την αντίθετη γνώμη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η ΕΟΚΕ δεν πιστεύει ότι οι τελωνειακές διοικήσεις πρέπει να απωλέσουν νόμιμες εισπράξεις αρνούμενες να ορίσουν μία τελωνειακή οφειλή — εκτός των διοικητικών και ποινικών κυρώσεων — τουλάχιστον για ό,τι αφορά τα ναρκωτικά, καθορίζοντας την αξία τους ανάλογα με τις τιμές της αγοράς. Το γεγονός ότι μία εισαγωγή ναρκωτικής ουσίας είναι εγκληματική πράξη δεν αναιρεί το γεγονός ότι πρόκειται πάντα για μία εισαγωγή (παράνομη). Είναι κατανοητή η εξαίρεση για το πλαστό χρήμα, αλλά όχι η εξαίρεση για τα ναρκωτικά.

4.3

Με βάση το άρθρο 61, οι τελωνειακές αρχές μπορούν να απαιτούν από τον οφειλέτη τη σύσταση συνολικής εγγύησης για να διασφαλίζεται η καταβολή της τελωνειακής οφειλής του. Το άρθρο 64 ορίζει κατόπιν ότι μία αποδεκτή μορφή αυτής της εγγύησης είναι η ανάληψη υποχρέωσης από τριτεγγυητή και στο άρθρο 66 διευκρινίζεται ότι η τριτεγγύηση μπορεί να πραγματοποιηθεί από«τράπεζα ή άλλο επίσημα αναγνωρισμένο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα διαπιστευμένο στην Κοινότητα». Η διάταξη είναι σημαντική εφόσον αναγνωρίζει ότι οποιαδήποτε τράπεζα ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, οποιασδήποτε ευρωπαϊκής χώρας, μπορεί να παράσχει έγκυρη τριτεγγύηση σε τελωνείο μιας άλλης χώρας: πρόκειται για μια σημαντική αρχή που ήδη ισχύει, αλλά που συχνά δεν εφαρμόζεται από τα τελωνεία διαφόρων χωρών. Απομένει ωστόσο να κατανοηθεί η έννοια της αναφοράς «επίσημα αναγνωρισμένο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα διαπιστευμένο στην Κοινότητα», που κατά τη γνώμη της ΕΟΚΕ είναι περιττή και παραπλανητική: οι τράπεζες και τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν στην Κοινότητα έχουν ήδη το «ευρωπαϊκό διαβατήριο», χωρίς ανάγκη περαιτέρω διευκρινίσεων.

4.4

Πάντα σχετικά με τις τριτεγγυήσεις, το άρθρο 83 προβλέπει ότι η Επιτροπή μπορεί να θεσπίσει, σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 196, διατάξεις, στο πλαίσιο ειδικής διαδικασίας, για να διασφαλίσει την πληρωμή από τον τριτεγγυητή. Δεν υπάρχουν όμως ενδείξεις για το περιεχόμενο και για την εμβέλεια αυτής της ειδικής διαδικασίας. Εάν με τον τρόπο αυτό γίνεται αναφορά στο αίτημα «πρωτοβάθμιας» αναγκαστικής εκτέλεσης από τον τριτεγγυητή, δεν πρόκειται για τίποτα το καινούργιο, εφόσον αυτός ο τύπος εγγύησης υπάρχει ήδη και προβλέπεται και από άλλες ρυθμίσεις (για παράδειγμα από τον λογιστικό κανονισμό της ΕΕ)· αντιθέτως εάν πρόκειται για άλλες μορφές, καλό θα ήταν να διευκρινιστούν, εφόσον το κόστος της τριτεγγύησης ποικίλλει ανάλογα με τον κίνδυνο και τους όρους αναγκαστικής εκτέλεσης από τον τριτεγγυητή.

4.5

Εξάλλου, το άρθρο 83 προβλέπει ότι οι τελωνειακές οφειλές επιβαρύνονται με τόκους για την περίοδο που μεσολαβεί μεταξύ της ημερομηνίας λήξεως της προθεσμίας και της ημερομηνίας καταβολής της πληρωμής. Στο άρθρο 84 εξετάζεται η αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή οι τελωνειακές αρχές χρεωστούν στον εισαγωγέα ή στον εξαγωγέα. Στην περίπτωση αυτή, ο κανόνας προβλέπει σαφώς ότι δεν καταβάλλεται τόκος για τους πρώτους τρεις μήνες. Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει την σαφώς απαράδεκτη διακριτική μεταχείριση μεταξύ δημόσιας αρχής και πολίτη.

5.   Τίτλος IX: Επιτροπή τελωνειακού κώδικα και τελικές διατάξεις

5.1

Οι διατάξεις αυτού του τίτλου είναι θεμελιώδεις για να γίνει κατανοητή η δομή του κώδικα και η εμβέλειά του. Κορυφαίας σημασίας είναι το άρθρο 196, το οποίο προβλέπει ότι για την εφαρμογή της νομοθεσίας «Η Επιτροπή επικουρείται από την Επιτροπή Τελωνειακού Κώδικα (εν συντομία “επιτροπή”), η οποία ενεργεί δυνάμει των άρθρων 4 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 αυτής». Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία να ρυθμίζει — έστω και με τη βοήθεια της επιτροπής- ολόκληρο το θέμα του τελωνειακού κώδικα, ο οποίος εντάσσεται στις κανονικές κοινοτικές διαδικασίες. Η ΕΟΚΕ δεν έχει καμιά αντίρρηση επί του θέματος· εκφράζει ωστόσο την ευχή οι κανόνες που υιοθετούνται να σέβονται τις ανάγκες των χρηστών και να είναι επαρκώς ελαστικοί ώστε να μπορούν να προσαρμόζονται εγκαίρως στις εξελίξεις των τεχνικών, της τεχνολογίας και της εμπορικής χρήσης.

5.2

Με βάση τις αρμοδιότητες που της παρέχονται από το προηγούμενο άρθρο 196, η Επιτροπή (άρθρο 194) μπορεί να υιοθετεί μέτρα που να ορίζουν τα εξής:

κανόνες και πρότυπα για τη διαλειτουργικότητα των τελωνειακών συστημάτων·

«τις περιπτώσεις κατά τις οποίες και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Επιτροπή δύναται να εκδίδει αποφάσεις βάσει των οποίων ζητείται από τα κράτη μέλη να ανακαλέσουν ή να τροποποιήσουν μια απόφαση»·

«κάθε άλλη διάταξη εφαρμογής, όταν κρίνεται αναγκαίο, ιδίως στις περιπτώσεις που η Κοινότητα αναλαμβάνει δεσμεύσεις και υποχρεώσεις σχετικά με διεθνείς συμφωνίες, οι οποίες απαιτούν την αναπροσαρμογή διατάξεων του κώδικα».

5.2.1

Οι αρμοδιότητες συνεπώς της Επιτροπής είναι μάλλον ευρείες, και περιλαμβάνουν επίσης τη δυνατότητα να καθορίζει η ίδια (δεύτερη παύλα) τις περιπτώσεις και τις προϋποθέσεις κατά τις οποίες μπορεί να επιβάλει στα κράτη μέλη να ανακαλέσουν ή να τροποποιήσουν μία απόφασή τους. Η ΕΟΚΕ παρατηρεί ότι, ενώ σε σχέση με τις πτυχές που προβλέπονται στην πρώτη και την τρίτη παύλα η Επιτροπή ασκεί το θεσμικό της έργο συντονισμού και εκτέλεσης των αποφάσεων που έχει λάβει ή εγκρίνει το Συμβούλιο, στην περίπτωση της δεύτερης παύλας διαπιστώνεται μία μη κανονική άσκηση εξουσίας — αν και, σε τελευταία ανάλυση, δικαιολογημένη από τις περιστάσεις — στην οποία φυσικά δεν εναντιώνεται η ΕΟΚΕ.

5.2.2

Γενικά, η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι η απόφαση για την διεξαγωγή ελέγχων επί των πράξεων οιουδήποτε είδους των πολιτών — στις οποίες συμπεριλαμβάνονται εμπορικές και τελωνειακές πράξεις — επηρεάζει την ελεύθερη ανταλλαγή αγαθών και προκύπτει από πολιτικές επιλογές, τις οποίες συνυπογράφουν ανάλογα με τους τομείς αρμοδιότητάς τους η Ε.Ε. και τα κράτη μέλη. Φυσικά, εκτελεστής των αποφάσεων είναι η Επιτροπή.

5.2.3

Η ΕΟΚΕ ευελπιστεί ότι η μεταρρύθμιση του τελωνειακού τομέα δεν θα θέσει σε κίνδυνο την απαραίτητη ισορροπία μεταξύ του ελεύθερου εμπορίου και της ασφάλειας των χρηστών καθώς και των τελικών καταναλωτών και ότι θα διεξαχθεί με πλήρη σεβασμό του επαγγελματισμού των τελωνειακών και των υπαλλήλων των εισαγωγέων και εξαγωγέων.

Βρυξέλλες, 5 Ιουλίου 2006

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  ΕΕ C 110 της 30.04.2004.


16.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 309/26


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Λευκή Βίβλος — Πολιτική για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες 2005-2010

COM(2005) 629 τελικό

(2006/C 309/06)

Την 1η Δεκεμβρίου 2005, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Λευκή Βίβλος — Πολιτική για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες 2005-2010

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του, στις 31 Μαΐου 2006, με βάση εισηγητική έκθεση του κ. IOZIA.

Κατά την 428η σύνοδο ολομέλειάς της, της 5ης και 6ης Ιουλίου 2006 (συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου 2006), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 152 ψήφους υπέρ, μία ψήφο κατά και 9 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και προτάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ προσυπογράφει την πρόταση της Επιτροπής να αφιερωθεί η προσεχής πενταετία στη «δυναμική ενοποίηση» του χρηματοπιστωτικού τομέα με την εφαρμογή και την ενίσχυση της υφιστάμενης νομοθεσίας, καθώς και με την ταυτόχρονη αποφυγή της συσσώρευσης υπερβολικά πολλών ρυθμιστικών παρεμβάσεων (της λεγόμενης «επιχρύσωσης» — gold-plating), υπό τον όρο ότι θα εντάσσεται στο πνεύμα της στρατηγικής της Λισσαβώνας και θα σέβεται τις ιδιαιτερότητες του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου.

1.2

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί επίσης ότι είναι ουσιώδες να ενισχυθεί ο ρόλος και οι δραστηριότητες των εποπτικών αρχών, ενθαρρύνοντας όσο το δυνατόν περισσότερο τη βελτίωση του συντονισμού, όπως προβλέπεται για τις επιτροπές του επιπέδου 3 σύμφωνα με τη διαδικασία Lamfalussy.

1.2.1

Η ΕΟΚΕ θεωρεί πρόωρη, υπό την παρούσα κατάσταση, την καθιέρωση μιας ενιαίας ευρωπαϊκής εποπτικής αρχής η οποία, στο μέλλον, θα μπορούσε να διευκολύνει την ολοκλήρωση των αγορών· εκτιμά, ωστόσο, ότι θα ήταν σκόπιμο να προταθεί ήδη από τώρα στις αρμόδιες ευρωπαϊκές αρχές να υποδείξουν μια βασική εποπτική αρχή — την αρχή της χώρας εγκατάστασης της μητρικής επιχείρησης –στην οποία να ανατεθεί και η εποπτεία των δραστηριοτήτων των θυγατρικών και των ελεγχόμενων εταιρειών στα άλλα κράτη μέλη της ΕΕ. Τα πλεονεκτήματα για τις επιχειρήσεις με πανευρωπαϊκή διάσταση και για τους καταναλωτές είναι προφανή.

1.3

Στην αύξηση της αποδοτικότητας των χρηματοπιστωτικών συναλλαγών βασίζεται η αυξανόμενη σημασία που αποκτούν οι χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες στην οικονομία (η επονομαζόμενη «χρηματιστικοποίηση» της οικονομίας). Η χρηματιστικοποίηση της οικονομίας παρέχει ενδιαφέρουσες δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης και προαγωγής της απασχόλησης στο χρηματοπιστωτικό τομέα, αλλά μπορεί επίσης να προκαλέσει αρνητικές συνέπειες για το σύνολο της οικονομίας. Ο σημαντικός ρόλος των χρηματιστηριακών αγορών που έχουν ως κίνητρο την αρχή «αξία για τους μετόχους» μπορεί να έρθει σε σύγκρουση με τις βιομηχανικές στρατηγικές. Οι εμπορικές και χρηματιστικές πιέσεις που ασκούνται στα διευθυντικά στελέχη των επιχειρήσεων μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα μακροπρόθεσμα και να αποτελέσουν την αιτία ανεξέλεγκτων δημοσίων προσφορών εξαγοράς, που στις σημερινές συνθήκες έχουν οδηγήσει, σε σημαντικά ποσοστά, σε καταστροφή πλούτου βραχυπρόθεσμα.

1.3.1

Δεν πρέπει, εντούτοις, να λησμονηθεί ότι λόγω των διαδικασιών ενοποίησης παρατηρείται, τουλάχιστον βραχυμεσοπρόθεσμα, μείωση της απασχόλησης στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών η οποία προκαλεί ολοένα και μεγαλύτερη αβεβαιότητα στους εργαζομένους του εν λόγω τομέα. Η ΕΟΚΕ τονίζει την ανάγκη συνεκτίμησης των κοινωνικών συνεπειών της ενοποίησης και ευελπιστεί ότι τα κράτη μέλη θα υιοθετήσουν ενδεδειγμένους «μηχανισμούς απορρόφησης των κοινωνικών κραδασμών» και θα υποστηρίξουν σχέδια επαγγελματικής επιμόρφωσης και επανεκπαίδευσης που είναι απολύτως αναγκαία για την υλοποίηση των στόχων της στρατηγικής της Λισσαβώνας.

1.4

Η ΕΟΚΕ επικροτεί τους στόχους της απλούστευσης, της κωδικοποίησης και της διασαφήνισης ενόψει της «βελτίωσης της νομοθεσίας» και χαιρετίζει ως προς τούτο τη δέσμευση που ανέλαβε η Επιτροπή για τη διεξαγωγή σταθερών, συχνών και ανοικτών διαβουλεύσεων με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, καθώς και για την πραγματοποίηση εμπεριστατωμένης ανάλυσης επιπτώσεων πριν από κάθε νέα πρόταση, λαμβάνοντας υπόψη και την κοινωνική και την περιβαλλοντική διάσταση καθώς και τα εξωτερικά στοιχεία επί του συνόλου του οικονομικού συστήματος.

1.4.1

Η ΕΟΚΕ ζητά οι εργασίες που περιστρέφονται γύρω από το σχέδιο δράσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες να αποτελέσουν αντικείμενο μεγαλύτερης προβολής και συζητήσεων, εκτός των αποκλειστικών κύκλων των ειδικών.

1.5

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την προτεινόμενη πρωτοβουλία της Επιτροπής όσον αφορά τη δημοσίευση ανακοίνωσης/σύστασης σχετικά με τους Οργανισμούς Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ), με σκοπό την υπερνίκηση των υφισταμένων εμποδίων που παρακωλύουν την ελεύθερη κυκλοφορία των εν λόγω χρηματοπιστωτικών μέσων.

1.6

Ζωτικής σημασίας θα είναι η ενδυνάμωση της πληροφόρησης, της χρηματοπιστωτικής παιδείας και της ευαισθητοποίησης των καταναλωτών. Η πρόθεση της Επιτροπής να προωθήσει ειδικές δράσεις από κοινού με τις ευρωπαϊκές ενώσεις καταναλωτών είναι μεν ευπρόσδεκτη, αλλά καλό θα ήταν η Επιτροπή να δραστηριοποιηθεί περισσότερο έναντι των κρατών μελών προκειμένου να τα παροτρύνει να καθιερώσουν δεσμευτικότερες μορφές συμμετοχής των ενδιαφερομένων μερών σε εθνικό επίπεδο. Η ΕΟΚΕ προτίθεται να συμβάλει στις πρωτοβουλίες αυτές συνεργαζόμενη με τα εθνικά συμβούλια καταναλωτών και με τις εθνικές Οικονομικές και Κοινωνικές Επιτροπές για την ανάληψη συγκεκριμένης δράσης.

1.7

Οι υφιστάμενοι εποπτικοί κανόνες, οι οποίοι διαφέρουν μεταξύ των κρατών μελών, επιβάλλουν στις επιχειρήσεις σημαντικές απαιτήσεις κατάρτισης ισολογισμών και πληροφόρησης περί εταιρειών. Η υιοθέτηση των διεθνών προτύπων χρηματοοικονομικής πληροφόρησης (IFRS) θα μπορούσε να αποτελέσει ιδανική ευκαιρία για την τυποποίηση των εν λόγω απαιτήσεων πληροφόρησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι ο Οργανισμός Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (IASB), ιδιωτικός οργανισμός διεθνούς τυποποίησης, δεν αντικατοπτρίζει πλήρως την παγκόσμια οικονομική πραγματικότητα και εκφράζει την ευχή όπως ο οργανισμός συνεργαστεί διεθνώς με άλλους φορείς όπως π.χ. η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

1.8

Όσον αφορά τις προτεινόμενες οδηγίες για την αγορά λιανικών υπηρεσιών, η ΕΟΚΕ επιφυλάσσεται να διατυπώσει συγκεκριμένες παρατηρήσεις σχετικά με την οδηγία για την καταναλωτική πίστη, η οποία θα πρέπει να εγκριθεί το συντομότερο δυνατόν, καθώς και σχετικά με την οδηγία για τις υπηρεσίες πληρωμών, για την οποία καταρτίζει επί του παρόντος ξεχωριστή γνωμοδότηση. Όσον αφορά την οδηγία για τα ενυπόθηκα δάνεια, αντιθέτως, η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει μεν τους επιδιωκόμενους στόχους, αλλά διατυπώνει βάσιμες ανησυχίες όσον αφορά την αντικειμενική δυνατότητα ολοκλήρωσης της αγοράς ενυπόθηκων δανείων εντός σύντομου χρονικού διαστήματος. Τέλος, η ΕΟΚΕ τάσσεται σαφώς υπέρ της υιοθέτησης μιας οδηγίας-πλαίσιο για τα συστήματα συμψηφισμού και διακανονισμού.

1.9

Η Επιτροπή εκφράζει αμφιβολίες σχετικά με την υιοθέτηση του επονομαζόμενου «26ου καθεστώτος» στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Η ΕΟΚΕ λαμβάνει γνώση των αμφιβολιών αυτών και είναι πρόθυμη να αξιολογήσει — αμέσως μόλις καθοριστούν — τους προτεινόμενους όρους για την αποτελεσματική εφαρμογή του εν λόγω καθεστώτος, στο πλαίσιο της οποίας θα πρέπει να λαμβάνονται πάντοτε υπόψη τα συμφέροντα των καταναλωτών και τα πραγματικά πλεονεκτήματα προς όφελός τους.

1.10

Ως προς τις μελλοντικές πρωτοβουλίες, η ΕΟΚΕ επισημαίνει:

τη σκοπιμότητα μιας παρέμβασης όσον αφορά τους ΟΣΕΚΑ, με στόχο την εναρμόνιση των νομοθετικών προτύπων για τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που επενδύουν σε αμοιβαία κεφάλαια με εκείνα των άλλων χρηματοπιστωτικών προϊόντων·

τη σημασία της εξασφάλισης της πρόσβασης σε έναν τραπεζικό λογαριασμό·

την ανάγκη άρσης των εμποδίων που τροχοπεδούν τη διασυνοριακή κινητικότητα των τραπεζικών λογαριασμών.

1.11

Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι η ποιότητα των ευρωπαϊκών προτύπων για τη νομοθετική ρύθμιση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών είναι πολύ υψηλή, καθώς και ότι η ΕΕ μπορεί να επιδιώξει να καταστεί σημείο αναφοράς για όλες τις υπόλοιπες χώρες. Η Ευρώπη θα πρέπει να καθιερώσει διάλογο όχι μόνον με τις πρόσφατα βιομηχανοποιημένες χώρες (π.χ. με την Ινδία, τη Βραζιλία και την Κίνα), όπως προτείνει η Επιτροπή, αλλά και με τις αναπτυσσόμενες χώρες οι οποίες χρειάζονται σημαντική βοήθεια για την ανάπτυξη των αγορών τους στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

1.12

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την προσπάθεια όλων των ευρωπαϊκών και εθνικών οργάνων για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας και της τρομοκρατίας. Και σε αυτήν την περίπτωση, κατά την οποία η Επιτροπή δίδει έμφαση στην ανάγκη διασφάλισης πλήρους και διαρκούς συνεργασίας με τις αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει και επαναλαμβάνει το εν λόγω αίτημα τόσο προς τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα όσο και προς τις αρμόδιες αρχές οι οποίες θα πρέπει να γνωστοποιούν τη συνέχεια που δίδεται στις πληροφορίες που παρέχονται από τους χρηματοτοοικονομικούς μεσάζοντες.

2.   Ιστορικό

2.1

Στη Λευκή Βίβλο με θέμα την πολιτική για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες 2005-2010 καθορίζονται διάφοροι στόχοι που αποσκοπούν στη δυναμική ενοποίηση του κλάδου των εν λόγω υπηρεσιών, έχοντας επίγνωση του γεγονότος ότι μια αποδοτική χρηματοπιστωτική αγορά συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο μιας στρατηγικής οικονομικής ανάπτυξης και μεγέθυνσης. Η δυναμική ενοποίηση αποτελεί το κεντρικό μοτίβο της Λευκής Βίβλου, η οποία θέτει ως στόχο την άρση των εμποδίων που εξακολουθούν να παρακωλύουν την ελεύθερη κυκλοφορία των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και των κεφαλαίων, παρά τα αξιοσημείωτα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν ήδη χάρη στο πρόγραμμα δράσης για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες 1999-2005 (ΠΔΧΥ).

2.2

Ο βασικός ρόλος που διαδραματίζει η νομοθεσία για τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών αιτιολογεί την εστίαση της προσοχής και την έμφαση που δίδεται από τη Λευκή Βίβλο στην ανάγκη εφαρμογής και ενίσχυσης της υφιστάμενης νομοθεσίας, με την ταυτόχρονη αποφυγή της συσσώρευσης υπερβολικά πολλών ρυθμιστικών παρεμβάσεων (της λεγόμενης «επιχρύσωσης»), κυρίως εκ μέρους των κρατών μελών.

2.3

Κατά την ανάλυση του κανονιστικού πλαισίου δεν πρέπει να αμεληθεί η διερεύνηση των ορίων, των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων για το συντονισμό των εποπτικών αρχών εντός της ΕΕ: υπό την παρούσα κατάσταση, η διατήρηση μιας εθνικής βάσης εποπτείας ενδέχεται να αποτελεί ακόμη την καλύτερη μορφή προστασίας και εξασφάλισης των καταναλωτών και των επενδυτών, αλλά δεν είναι δυνατόν να παραβλεφθούν δύο σημαντικά προβλήματα που θέτει αυτή η βασική προσέγγιση.

2.3.1

Η άσκηση εποπτείας μη ολοκληρωμένης σε υπερεθνικό επίπεδο περιορίζει δραστικά την ολοκλήρωση των αγορών: απαιτείται, ως εκ τούτου, να προαχθεί και να εδραιωθεί η ανάπτυξη στενής συνεργασίας μεταξύ των αρχών των κρατών μελών. Πράγματι, η διαχείριση των κινδύνων στις μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες, οι οποίες δραστηριοποιούνται σε αρκετά κράτη μέλη, πραγματοποιείται σε επίπεδο ομάδας, σε ενοποιημένη βάση. Οι εποπτικές αρχές πρέπει να είναι λοιπόν σε θέση να αξιολογούν ορθά το προφίλ κινδύνου αυτών των μεγάλων ευρωπαϊκών ομίλων.

2.3.2

Η διατήρηση σημαντικών προνομίων σε επίπεδο εθνικής εποπτείας δεν πρέπει να οδηγήσει στην παρακώλυση της «δυναμικής ενοποίησης» σε επίπεδο ΕΕ τη στιγμή που η Λευκή Βίβλος προσβλέπει στη σταδιακή εξάλειψη τέτοιου είδους εμποδίων.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Σε πρόσφατη γνωμοδότησή της, η ΕΟΚΕ διατύπωσε τις δικές της παρατηρήσεις σχετικά με την Πράσινη Βίβλο για την πολιτική στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (2005-2010). Εφόσον η Λευκή Βίβλος συμπεριλαμβάνει πολλές από τις προτάσεις της προαναφερθείσας Πράσινης Βίβλου, η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει εν συντομία στην παρούσα γνωμοδότηση τις απόψεις που έχει ήδη εκθέσει στο εν λόγω έγγραφο (1).

3.1.1

Η Λευκή Βίβλος δίδει έμφαση στις δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης και αύξησης της απασχόλησης στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Η ΕΟΚΕ εκτιμά, ωστόσο, ότι το εν λόγω βασικό προαπαιτούμενο του εγγράφου αυτού χρήζει προσεκτικής και αντικειμενικής εξέτασης λαμβάνοντας υπόψη διάφορα ορθά τεκμηριωμένα πλέον στοιχεία.

3.2

Η διαδικασία ενοποίησης του συγκεκριμένου τομέα μπορεί να ευνοήσει την επίτευξη μεγαλύτερης αποδοτικότητας και οικονομιών κλίμακας οι οποίες, σε τελική ανάλυση, μπορούν να ωφελήσουν τους κατόχους μεριδίων του κεφαλαίου επιχειρηματικού κινδύνου των μεσαζόντων (μέσω της αύξησης του επιπέδου απόδοσης του επενδυμένου κεφαλαίου) και τους χρήστες χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (μέσω της μείωσης του κόστους των υπηρεσιών αυτών).

3.3

Συγχρόνως, όμως, υφίσταται μια πληθώρα εμπειρικών στοιχείων που τεκμηριώνουν το γεγονός ότι οι διαδικασίες ενοποίησης επιφέρουν μείωση της απασχόλησης στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, η οποία προκαλεί ολοένα και μεγαλύτερη αβεβαιότητα στους εργαζομένους του εν λόγω τομέα. Δεν μπορεί, επίσης, να αγνοηθεί το γεγονός ότι τα επιχειρησιακά σχέδια που παρουσιάζονται επ'ευκαιρία συγχωνεύσεων και εξαγορών εστιάζονται κατ'εξοχήν στην περικοπή των δαπανών που επιτυγχάνεται με τη μείωση του κόστους εργασίας. Παρότι οι διαδικασίες ενοποίησης έχουν ως άμεση επίπτωση την καθαρή απώλεια θέσεων εργασίας, πρέπει εντούτοις να αναγνωρισθεί ότι οι εν λόγω διαδικασίες δημιουργούν ευκαιρίες για την ανάπτυξη καινοτόμων υπηρεσιών και τομέων της δραστηριότητας που εν συνεχεία θα ασκήσουν θετική επίδραση στην απασχόληση. Ο περιορισμός των εμποδίων τα οποία δεν επιτρέπουν στους φορείς παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών να αξιοποιήσουν πλήρως τις συνεργίες των διασυνοριακών συγχωνεύσεων, θα παρείχε τη δυνατότητα στις τράπεζες να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με χαμηλότερο κόστος, με συνακόλουθη εφαρμογή μιας πολιτικής τιμών ευνοϊκότερης για τους πελάτες και, άρα, με αποτέλεσμα την αύξηση της ζήτησης. Τούτο θα είχε ως απόρροια την τόνωση των επενδύσεων των χρηματοπιστωτικών μεσαζόντων, γεγονός το οποίο θα επιδρούσε θετικά και στην απασχόληση. Αυτές οι νέες θέσεις εργασίες, με εξαίρεση ορισμένους ιδιαίτερους τομείς όπως τα κέντρα κλήσεων (call center) και οι υπηρεσίες υποστήριξης (back office), προσελκύουν κατά κανόνα άτομα με πιο εξειδικευμένες επαγγελματικές δεξιότητες και καλύτερες αποδοχές.

3.4

Επομένως, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι η ενοποίηση του εν λόγω τομέα δεν θα έχει προφανείς αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση, η ΕΟΚΕ τονίζει όλως ιδιαιτέρως ότι δεν είναι δυνατόν να παραβλεφθεί το χάσμα, από πλευράς χρόνου και διαφορετικών επαγγελματικών δεξιοτήτων, που εμφανίζεται μεταξύ της απώλειας των υπαρχουσών θέσεων εργασίας και της δημιουργίας νέων. Σε μία χρονική στιγμή κατά την οποία η έμφαση μετατοπίζεται από τη διαφύλαξη των θέσεων εργασίας προς τη δυνατότητα εξεύρεσης απασχόλησης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να επικεντρώσουν πρωτίστως τις προσπάθειές τους όχι μόνον στην καθιέρωση ενδεδειγμένων «μηχανισμών απορρόφησης των κοινωνικών κραδασμών», αλλά και στην υποστήριξη σχεδίων επαγγελματικής επιμόρφωσης και επανεκπαίδευσης για την αναπροσαρμογή των επαγγελματικών δεξιοτήτων.

3.5

Εάν οι εργαζόμενοι αντιληφθούν ότι οι δεξιότητες και οι ικανότητές τους μπορούν να χρησιμοποιηθούν εύκολα ακόμη και στο πλαίσιο μια τάχιστα μεταβαλλόμενης οικονομίας, τότε θα είναι λιγότερο απρόθυμοι να δεχθούν τον περιορισμό της μονιμότητας των θέσεων εργασίας που συνεπάγεται η «δυναμική ενοποίηση» του εν λόγω τομέα. Η διαπίστωση αυτή πρέπει να οδηγήσει στην αντιμετώπιση της επαγγελματικής κατάρτισης όχι μόνον ως μέσο για τη μετρίαση της κοινωνικής αστάθειας, αλλά και ως ζωτική και αναπόδραστη συνιστώσα για τη μακροχρόνια επιτυχία του σχεδίου «δυναμικής ενοποίησης» και, γενικότερα, της στρατηγικής της Λισσαβώνας η οποία αποσκοπεί στη μετατροπή της ευρωπαϊκής οικονομίας στη σημαντικότερη «βασισμένη στη γνώση οικονομία» στον κόσμο. Επιπλέον, κρίνεται σκόπιμο να δημιουργηθεί ένα κατάλληλο κοινωνικό δίκτυο το οποίο θα συνέβαλε στην άμβλυνση των συχνά σοβαρών συνεπειών που επιφέρουν τέτοιου είδους μεταβατικά στάδια.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1   H βελτίωση της νομοθεσίας

4.1.1

Οι τρεις κατευθυντήριες αρχές που διέπουν τη διαδικασία βελτίωσης της νομοθεσίας προσδιορίζονται ως εξής: απλούστευση, κωδικοποίηση και διασαφήνιση. Θεωρείται σημαντικό να ακολουθηθεί αυτή η οδός προκειμένου να διασφαλισθεί η αναγκαία συνοχή, η απλουστευμένη εφαρμογή και η ενιαία υιοθέτηση των δράσεων.

4.1.2

Η ΕΟΚΕ επικροτεί τις προτάσεις της Επιτροπής σχετικά με τη «βελτίωση της νομοθεσίας» και, κυρίως, τη δέσμευση που ανέλαβε η Επιτροπή για τη συνεχή διεξαγωγή συχνών και ανοικτών διαβουλεύσεων με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, καθώς και για την πραγματοποίηση εμπεριστατωμένης ανάλυσης επιπτώσεων πριν από κάθε νέα πρόταση, επικεντρωμένης στη σχέση κόστους-ωφέλειας υπό την ευρεία έννοια και λαμβάνοντας συγχρόνως υπόψη και την κοινωνική και την περιβαλλοντική διάσταση. Εξίσου σημαντική θεωρείται και η δέσμευση που αναλαμβάνεται για τη βελτίωση της ποιότητας της νομοθεσίας από κοινού με το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο και τα εξωτερικά στοιχεία επί του συνόλου του οικονομικού συστήματος.

4.1.3

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής όσον αφορά την πρόκληση που συνίσταται, αφενός, στην ορθή και έγκαιρη μεταφορά της ευρωπαϊκής νομοθεσίας και, αφετέρου, στην επακόλουθη ορθή εφαρμογή της από τα 25 κράτη μέλη, ενόψει δε και των μεταγενέστερων διευρύνσεων. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί, επίσης, όσον αφορά την ανάγκη αντιμετώπισης του φαινομένου της «επιχρύσωσης», δηλαδή της μονομερούς υιοθέτησης πρόσθετων κανόνων οι οποίοι αντίκεινται στην αρχή της ενιαίας αγοράς. Στην πράξη, η αδικαιολόγητη διαφοροποίηση των εθνικών νομοθετικών ρυθμίσεων οι οποίες διέπουν την προστασία των καταναλωτών αποτελεί ένα από τα κυριότερα εμπόδια στα οποία προσκρούει η ολοκλήρωση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών εντός της ΕΕ.

4.1.4

Επίσης, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι είναι θεμελιώδες να αξιολογείται εκ των υστέρων εάν η εφαρμογή των κανόνων απέφερε πράγματι τα αναμενόμενα αποτελέσματα, καθώς και εάν η εξέλιξη των αγορών υπήρξε αντίστοιχη των προσδοκιών, τουλάχιστον όσον αφορά τους τομείς που καλύπτονται από την επονομαζόμενη «διαδικασία Lamfalussy».

4.1.5

Ο έλεγχος της συνέπειας μεταξύ της κοινοτικής και της εθνικής νομοθεσίας πρέπει να ξεκινήσει από τους σημαντικότερους τομείς ή από τους τομείς στους οποίους υφίστανται μείζονα προβλήματα ως προς τη νομοθετική εναρμόνιση και ενοποίηση, όπως συμβαίνει όσον αφορά τη διανομή και τη διαφήμιση των ΟΣΕΚΑ (Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες). Η επίταση του ανταγωνισμού και της αποδοτικότητας στον εν λόγω τομέα διευρύνει αναπόφευκτα τα περιθώρια χειρισμών στην περίπτωση της διανομής και των εμπορικών συναλλαγών που παρακωλύονται σημαντικά εξαιτίας ενός μη επαρκώς ακόμη προσδιορισμένου κανονιστικού πλαισίου. Κατά συνέπεια, η πρωτοβουλία της Επιτροπής σχετικά με τη δημοσίευση ανακοίνωσης/σύστασης επί του θέματος εντός του 2006 καθώς και μιας Λευκής Βίβλου το Νοέμβριο για τη διαχείριση στοιχείων ενεργητικού (asset management) θεωρείται άκρως ενδεδειγμένη.

4.1.6

Η Επιτροπή θα προτείνει τη συνένωση των 16 υφισταμένων ασφαλιστικών οδηγιών σε μια ενιαία οδηγία για τον ασφαλιστικό τομέα. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει αυτήν την πρόταση κωδικοποίησης και εκτιμά ότι αποτελεί εξαίρετο παράδειγμα προς μίμηση και σε άλλους τομείς, δια της υιοθέτησης νομικών πράξεων οι οποίες θα συνενώνουν, θα απλοποιούν και θα αναδιοργανώνουν τα διάφορα θέματα που καλύπτονται από πολλές οδηγίες.

4.1.7

Η ΕΟΚΕ θεωρεί επίσης χρήσιμο να κινείται η διαδικασία παράβασης σε περίπτωση λανθασμένης μεταφοράς ή εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, αλλά οφείλει να επισημάνει ότι, τελευταίως, η Επιτροπή έχει επηρεαστεί πολύ από το Συμβούλιο και καταφεύγει ολοένα και λιγότερο στις εν λόγω διαδικασίες.

4.1.8

Η βελτίωση και η εκλογίκευση του τομέα των λιανικών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών προϋποθέτει τη συνεκτίμηση του προβλήματος της πληροφόρησης, της εκπαίδευσης και της ευαισθητοποίησης των καταναλωτών: οι παράγοντες αυτοί είναι πράγματι κεφαλαιώδεις για τη μέγιστη αποτελεσματικότητα κάθε κανονιστικού πλαισίου. Ως εκ τούτου, η επιδίωξη της προώθησης ειδικών δράσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο, από κοινού με τις ενώσεις εκπροσώπησης των καταναλωτών και με αντιπροσώπους του χρηματοπιστωτικού τομέα είναι μεν ευπρόσδεκτη, αλλά καλό θα ήταν η Επιτροπή να δραστηριοποιηθεί περισσότερο με στόχο να καταστεί η εν λόγω πρακτική σε εθνικό επίπεδο υποχρεωτική ή τουλάχιστον να συνιστάται θερμώς. Η ευρωπαϊκή ενημερωτική επιστολή που απευθύνεται στους καταναλωτές αποτελεί, επί της αρχής, εξαίρετη πρωτοβουλία· θα πρέπει, ωστόσο, να διευκρινισθεί ότι τα μέσα διάδοσης πληροφοριών απαιτείται να έχουν ως χαρακτηριστικό γνώρισμα το στοιχείο της εγγύτητας προς τους καταναλωτές. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να επιδιώξει την εξέταση, από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο, του ενδεχόμενου καθιέρωσης δεσμευτικότερων μορφών συμμετοχής των ενδιαφερομένων μερών σε εθνικό επίπεδο, σύμφωνα με όσα προβλέπεται να αναληφθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ανάπτυξη του δικτύου FIN-NET — ενός μέσου το οποίο είναι επί του παρόντος άγνωστο στην ευρεία πλειονότητα των καταναλωτών — αποτελεί ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Με την προοπτική της επανεξέτασης του ρόλου που διαδραματίζει το εν λόγω μέσο, η ΕΟΚΕ συνιστά τη συμμετοχή των οργανώσεων των καταναλωτών και της κοινωνίας των πολιτών, καθώς και των κοινωνικών φορέων, και δηλώνει πρόθυμη να υποστηρίξει αυτήν την πρωτοβουλία συνεργαζόμενη, παραδείγματος χάρη, με τα εθνικά συμβούλια καταναλωτών και με τις εθνικές Οικονομικές και Κοινωνικές Επιτροπές για την ανάληψη συγκεκριμένης δράσης.

4.1.9

Εφόσον η Επιτροπή εμμένει στη σημασία της διάδοσης των πληροφοριών, κυρίως μεταξύ των καταναλωτών, των επενδυτών και των εργαζομένων στο χρηματοπιστωτικό τομέα, η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι δεν πρέπει να υποτιμηθεί το πρόβλημα της γλώσσας στην οποία συντάσσονται τα έγγραφα. Η Επιτροπή οφείλει να εστιάσει την προσοχή της στο εν λόγω ζήτημα, καταβάλλοντας κάθε απαιτούμενη προσπάθεια προκειμένου να καταστούν τουλάχιστον τα βασικότερα έγγραφα διαθέσιμα σε όσο το δυνατόν περισσότερες γλώσσες.

4.1.10

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την προσοχή που δίδεται στους καταναλωτές και στο προσωπικό των τραπεζικών και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και τη δέσμευση που αναλαμβάνεται για την πραγματοποίηση τακτικών διαβουλεύσεων μαζί τους επί θεμάτων που τους αφορούν. Η προστιθέμενη αξία της ολοκλήρωσης των αγορών έγκειται στην ικανοποίηση των καταναλωτών, επιδεικνύοντας πάντοτε τη δέουσα προσοχή στον κοινωνικό αντίκτυπο των αποφάσεων που λαμβάνονται. Εντούτοις, οι προγενέστερες οδηγίες για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες δεν υιοθετούσαν πάντοτε αυτήν την προσέγγιση. Με τις παρατηρήσεις που διατυπώνονται στο τμήμα που τιτλοφορείται «Γενικές παρατηρήσεις» επιδιώκεται να υποστηριχθεί εκ νέου σθεναρά η εν λόγω προοπτική.

4.1.11

Όσον αφορά την αλληλεπίδραση με άλλους τομείς της οικονομικής πολιτικής της ΕΕ, η ΕΟΚΕ έχει ήδη επισημάνει ότι, στην περίπτωση των μεγάλων ευρωπαϊκών ομίλων (2), το καθεστώς του ΦΠΑ ενδέχεται να παρεμποδίσει την ενίσχυση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η Επιτροπή σκοπεύει να υποβάλει μια νομοθετική πρόταση επί τούτου. Απαιτείται, ωστόσο, να αξιολογηθεί με ιδιαίτερη προσοχή ο δυνητικός οικονομικός, κοινωνικός και περιβαλλοντικός αντίκτυπος μιας — επιθυμητής πάντως — διαδικασίας εναρμόνισης του ΦΠΑ. Εν πάση περιπτώσει, η ΕΟΚΕ έχει ήδη καταδείξει ότι η υφιστάμενη κατάσταση θα μπορούσε να παρακωλύσει την πλήρη ολοκλήρωση και την πλήρη ανάπτυξη της χρηματοπιστωτικής αγοράς. Επιπλέον, η ΕΟΚΕ επιθυμεί να επιστήσει την προσοχή στο πρόβλημα της εξωτερικής ανάθεσης καθηκόντων (outsourcing), η οποία θα μπορούσε να ενθαρρυνθεί πολύ από ένα μη εναρμονισμένο φορολογικό σύστημα, με αρνητικές επιπτώσεις στην απασχόληση, στην ποιότητα των υπηρεσιών και στη συνολική αξιοπιστία του συστήματος. Η ΕΟΚΕ ευελπιστεί ότι το εν λόγω θέμα θα τύχει ενδελεχούς μελέτης, λαμβανομένων υπόψη των κάθε άλλο παρά ικανοποιητικών αποτελεσμάτων που παρατηρούνται συχνά κατά την άσκηση της εν λόγω πρακτικής.

4.2   Εξασφάλιση ορθής κανονιστικής και εποπτικής δομής

4.2.1

Ο στόχος που αφορά την ενίσχυση του συντονισμού μεταξύ των εποπτικών αρχών των αγορών επικροτείται αναμφίβολα και πιστεύεται ότι η επίτευξή του θα μπορούσε να διευκολυνθεί με την ανάθεση ολοένα και σημαντικότερου ρόλου στις επιτροπές του επιπέδου 3, εναρμονίζοντας τις αρμοδιότητες των μελών τους στο πλαίσιο της «διαδικασίας Lamfalussy», ενόψει της ολοκλήρωσης του κανονιστικού πλαισίου της ΕΕ. Τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα τόσο την ελάφρυνση του φόρτου εργασίας της Επιτροπής όσο και τον περιορισμό του κινδύνου της «επιχρύσωσης» στην οποία προβαίνουν τα κράτη μέλη ή οι εποπτικές αρχές.

4.2.2

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι, σε αυτό το στάδιο, είναι μεν πρόωρο να ανατεθεί σε μια ενιαία ευρωπαϊκή εποπτική αρχή η αρμοδιότητα του συντονισμού των εποπτικών δραστηριοτήτων, αλλά είναι της γνώμης ότι οι εθνικές εποπτικές αρχές οφείλουν να συνεργάζονται ενεργά και σταθερά για την καθιέρωση κοινών πρωτοκόλλων συμπεριφοράς και παρέμβασης. Η ενίσχυση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, η οποία θα επιτυγχάνετο σε αυτή την περίπτωση, θα αποτελούσε ένα πρώτο βήμα για την έναρξη μιας διαδικασίας με στόχο τη μελλοντική σύσταση μιας ευρωπαϊκής εποπτικής αρχής για τους μεγάλους χρηματοπιστωτικούς, τραπεζικούς και ασφαλιστικούς ομίλους που αναπτύσσουν δραστηριότητα σε πολλά κράτη μέλη. Μια πρώτη σημαντική απόφαση θε έπρεπε να αφορά την υπόδειξη μιας βασικής εποπτικής αρχής στη χώρα στην οποία εδρεύει η μητρική επιχείρηση, επιφορτισμένης με την εποπτεία των θυγατρικών και των ελεγχόμενων εταιρειών που είναι εγκατεστημένες σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Οι πολυεθνικές και οι εποπτικές αρχές θα μπορούσαν να επωφεληθούν πραγματικά από την ενιαία αγορά, αποφεύγοντας κατ'αυτόν τον τρόπο την υποβολή ισολογισμών και ενημερωτικών εγγράφων, καθώς και τη συνεκτίμηση διαφόρων εθνικών νομοθετικών ρυθμίσεων.

4.2.3

Η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε, παραδείγματος χάρη, στην οδηγία για την κατάχρηση αγοράς πρέπει να τύχει ενθάρρυνσης. Η υποβολή ενός ενδελεχέστατου σχεδίου οδηγίας κατέστησε δυνατή, αφενός, την επίτευξη μεγάλης ομοιομορφίας κατά τη μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο και, αφετέρου, την εκχώρηση μιας σημαντικής αρμοδιότητας στις ρυθμιστικές αρχές: η εν λόγω αρμοδιότητα κατανεμήθηκε εξάλλου σε ευρωπαϊκό επίπεδο ΕΕ, με παράλληλη υπόδειξη των συγκεκριμένων καθηκόντων που έπρεπε να μεταβιβασθούν στις διάφορες εποπτικές αρχές.

4.2.4

Η υιοθέτηση των διεθνών προτύπων χρηματοοικονομικής πληροφόρησης (IFRS) απετέλεσε σημαντική ευκαιρία για την τυποποίηση και τη σύγκλιση της λογιστικής απεικόνισης στον τομέα της διαχείρισης επιχειρήσεων βάσει σύγχρονων προτύπων. Τούτο θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει ευκαιρία για την ομοιόμορφη, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, προσαρμογή του τύπου των στοιχείων που πρέπει να παρέχονται από τους μεσάζοντες στις αρμόδιες εποπτικές αρχές. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η υιοθέτηση των IFRS δεν αφήνει πλέον το παραμικρό περιθώριο για την αναβολή ή την καθυστέρηση της επίτευξης του στόχου αυτού, ο οποίος συνιστά βασικό προαπαιτούμενο για την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα του συντονισμού και της συνεργασίας στον τομέα της εποπτείας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Εν πάση περιπτώσει, απαιτείται ευθυγράμμιση με τους αντίστοιχους στόχους του ευρωπαϊκού προγράμματος «Solvency II», αλλά οι επιχειρήσεις που δεν έχουν ακόμη προβεί στην εναρμόνιση του ισολογισμού και του ενοποιημένου ισολογισμού τους με τα IFRS δεν θα πρέπει να βρεθούν σε μειονεκτική θέση έναντι των επιχειρήσεων για τις οποίες προβλέπεται ήδη η εν λόγω υποχρέωση.

4.3   Υφιστάμενες και μελλοντικές νομοθετικές πρωτοβουλίες

4.3.1   Υφιστάμενες νομοθετικές πρωτοβουλίες

4.3.1.1

Ο τομέας της λιανικής τραπεζικής καλύπτεται από τρεις σημαντικές πρωτοβουλίες. Όσον αφορά τα ενυπόθηκα δάνεια, η ΕΟΚΕ (3) έχει ήδη εκφράσει ορισμένες βάσιμες αμφιβολίες όσον αφορά την αντικειμενική δυνατότητα ολοκλήρωσης της εν λόγω αγοράς, λαμβανομένων υπόψη των νομικών επιπτώσεων και των ουσιαστικών δυσκολιών που εκτέθηκαν σε πρόσφατη γνωμοδότηση. Η ΕΟΚΕ τελεί εν αναμονή των κατευθεντηρίων γραμμών που θα διαμορφώσει η Επιτροπή, καθώς και των απαντήσεων που θα προτείνει όσον αφορά τις διατυπωθείσες αντιρρήσεις.

4.3.1.2

Οι τροποποιήσεις που προτάθηκαν από την Επιτροπή επί της οδηγίας για την καταναλωτική πίστη, η οποία τελεί επί παρόντος υπό εξέταση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, βελτιώνουν την προηγούμενη πρόταση, παρότι δεν ικανοποιούν πλήρως τις ανάγκες των καταναλωτών. Η ΕΟΚΕ αναμένει την έκβαση της εν λόγω ανταλλαγής απόψεων και ευελπιστεί ότι η οδηγία θα εγκριθεί σύντομα.

4.3.1.3

Η οδηγία για τις υπηρεσίες πληρωμών διαδραματίζει επίσης σημαντικό ρόλο. Οι διασυνοριακές υπηρεσίες πληρωμών εξακολουθούν να καλύπτονται από ένα πέπλο αδιαφάνειας. Το χρηματοπιστωτικό σύστημα θα πρέπει να υπόκειται στους κανόνες περί ανταγωνισμού, διαφάνειας και συγκρισιμότητας που διαμορφώθηκαν από τη ΓΔ «Ανταγωνισμός». Η δημιουργία ενός Ενιαίου χώρου πληρωμών σε ευρώ (SEPA) ως το 2010 συνιστά φιλόδοξο και ευκταίο στόχο ο οποίος προβλέπεται να καταστήσει τις διασυνοριακές πληρωμές αποδοτικότερες και να παρέχει εγγυήσεις στους καταναλωτές. Κρίνεται πάντως σκόπιμο να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι σε ορισμένα κράτη μέλη εφαρμόζονται ήδη κάποια αποδοτικά και μη δαπανηρά συστήματα (όπως το σύστημα άμεσης χρέωσης). Όταν θα ολοκληρωθεί η υλοποίηση του SEPA, απαιτείται να συνεκτιμώνται τα συμφέροντα των χρηστών και να προσδίδεται προστιθέμενη αξία. Η ΕΟΚΕ καταρτίζει επί του παρόντος ξεχωριστή γνωμοδότηση σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών, στην οποία θα εκθέσει λεπτομερώς τις απόψεις της επί του θέματος.

4.3.1.4

Η επανεξέταση της έννοιας της ειδικής συμμετοχής, η οποία αναφέρεται και στην τραπεζική και στην ασφαλιστική οδηγία στα άρθρα 16 και 15 αντιστοίχως, αποτελεί πρωτοβουλία μείζονος σημασίας προκειμένου να αποτραπεί η παρεμπόδιση της ισόρροπης ανάπτυξης της εσωτερικής αγοράς εκ μέρους ορισμένων εποπτικών αρχών, με πρόσχημα τη συνετή διαχείριση των χρηματοπιστωτικών συστημάτων. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η καλύτερη εγγύηση για τη σταθερότητα ενός συστήματος έγκειται μάλλον στη βελτίωση της αποδοτικότητάς του, παρά στην επιβολή περιορισμών για τη μεταβίβαση του ελέγχου των επιχειρήσεων.

4.3.1.5

Όσον αφορά τα συστήματα συμψηφισμού και διακανονισμού, η απουσία κανονιστικού πλαισίου αναφοράς συνέβαλε στη διατήρηση σημαντικών πρόσθετων δαπανών και πραγματικών καταχρήσεων. Οι διασυνοριακοί συμψηφισμοί και διακανονισμοί κοστίζουν περισσότερο και αποδίδουν λιγότερο από τους εθνικούς. Η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ της υιοθέτησης μιας οδηγίας-πλαίσιο με στόχο την περαιτέρω βελτίωση της ανταγωνιστικής ικανότητας των ευρωπαϊκών φορέων παροχής τέτοιου είδους υπηρεσιών, ακόμη και έναντι των διεθνών ανταγωνιστών τους. Μια αποδοτική και εύρυθμα λειτουργούσα αγορά προσελκύει επενδύσεις και η Ευρώπη χρειάζεται τις επενδύσεις αυτές εάν πραγματικά επιθυμεί την απτή υλοποίηση των στόχων της οικονομικής ανάπτυξης και της αύξησης της απασχόλησης.

4.3.2   Θέματα υπό εξέταση

4.3.2.1

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται τις απόψεις της Επιτροπής σχετικά με τα αδικαιολόγητα εμπόδια που παρακωλύουν την πλήρη υλοποίηση της κυκλοφορίας των κεφαλαίων και των διασυνοριακών επενδύσεων.

4.3.2.2

Η Επιτροπή εκφράζει αμφιβολίες σχετικά με την υιοθέτηση του επονομαζόμενου «26 ου καθεστώτος» στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Εξάλλου, η αρχή της ελάχιστης εναρμόνισης έχει δημιουργήσει υπερβολικά πολλές διαφορές. Η αρχή της χώρας προέλευσης απετέλεσε ένα καταπληκτικό μέσο για την ελευθέρωση και τον ανταγωνισμό εντός της ΕΕ. Όσο μεγαλύτερη είναι η αμοιβαία εμπιστοσύνη που επιδεικνύεται σε κάθε κράτος μέλος έναντι της ποιότητας της εσωτερικής νομοθεσίας τόσο ευρύτερα αποδεκτή καθίσταται εκ των πραγμάτων η εν λόγω αρχή από τα κράτη μέλη. Υπό αυτό το πρίσμα, ο στόχος της πλήρους νομοθετικής εναρμόνισης διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο για την προαγωγή και την εδραίωση των προαναφερθεισών σχέσεων εμπιστοσύνης, στις οποίες στηρίζεται η σταδιακή καθιέρωση μιας κοινής παράδοσης. Τούτο θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα να εναρμονισθούν οι βασικές ρήτρες των συμβάσεων χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Η ΕΟΚΕ εφιστά εξάλλου την προσοχή στο γεγονός ότι μέχρι στιγμής δεν έχει παρασχεθεί κανένα αποδεικτικό στοιχείο της (αντικειμενικής) δυνατότητας εφαρμογής του 26ου καθεστώτος και θεωρεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να διερευνήσει εις βάθος τη δυνατότητα εφαρμογής του εν λόγω καθεστώτος. Σε πρόσφατη γνωμοδότησή της, η ΕΟΚΕ ανέφερε ότι: (το 26ο καθεστώς) θα μπορούσε να αποτελέσει εφικτή επιλογή μόνον αφότου εξακριβωθεί, δια της ενδελεχούς μελέτης των νομοθεσιών και των συμβάσεων των εικοσιπέντε κρατών μελών, ότι το «παράλληλο» μέσο δεν αντίκειται προς τις κανονιστικές και νομοθετικές διατάξεις τους. Εν πάση περιπτώσει, οι κανόνες τυποποίησης δεν πρέπει επ'ουδενί να παρεμποδίζουν την προσφορά νέων προϊόντων διότι υπάρχει κίνδυνος επιβράδυνσης της καινοτομίας  (4).

4.3.3   Μελλοντικές πρωτοβουλίες

4.3.3.1

Σε πρόσφατη γνωμοδότησή της σχετικά με την Πράσινη Βίβλο, τον Ιούλιο του 2005, η ΕΟΚΕ τόνισε τη σκοπιμότητα παρέμβασης όσον αφορά τους ΟΣΕΚΑ  (5). «Τα αμοιβαία κεφάλαια επενδύσεων συγκρίνονται με χρηματοπιστωτικά προϊόντα, όπως τα ασφαλιστήρια αμοιβαίων κεφαλαίων, που οι επενδυτές τα θεωρούν του ιδίου επιπέδου αν και διέπονται από διαφορετική ρυθμιστική νομοθεσία. Τούτο ενδέχεται να επιφέρει στρεβλώσεις στις επιλογές των επενδυτών, με αρνητικές συνέπειες στο επίπεδο του κόστους και στο επίπεδο των κινδύνων των πραγματοποιηθεισών επενδύσεων. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με μείωση του ανταγωνισμού, μετριάζοντας τους περιορισμούς και τις απαιτούμενες εγγυήσεις κατά την επένδυση σε αμοιβαία κεφάλαια. Αντιθέτως, ενδείκνυται να επιδιωχθεί μια προσαρμογή προς τα άνω των νομοθετικών προτύπων με την οποία τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα, που στην πράξη δείχνουν ότι θεωρούνται ως άμεση εναλλακτική λύση των επενδύσεων σε αμοιβαία κεφάλαια, θα διέπονται από παρόμοιες νομοθετικές απαιτήσεις με εκείνες που ισχύουν για τις επενδύσεις σε αμοιβαία κεφάλαια.» Η δυσαναλογία των απαιτήσεων μεταξύ αμοιβαίων κεφαλαίων και ασφαλιστηρίων, η μερική μόνον καθιέρωση του ευρωπαϊκού διαβατηρίου ΟΣΕΚΑ εξαιτίας των εμποδίων που εξακολουθούν να θέτουν ορισμένες εποπτικές αρχές, η ελλιπής διαφάνεια ως προς τις δαπάνες, και κυρίως ως προς το κόστος αποχώρησης, ο κατακερματισμός της αγοράς και το σχετικά υψηλό κόστος είναι ορισμένα από τα προβλήματα που θίγονται. Εν πάση περιπτώσει, η ΕΟΚΕ εκφράζει την ανησυχία της όσον αφορά την ανάπτυξη επενδυτικών προϊόντων εγγυημένου κεφαλαίου σε κάποια κράτη μέλη, χωρίς να απαιτείται να διαθέτει η εκάστοτε εταιρεία διαχείρισης επαρκή ίδια κεφάλαια, γεγονός το οποίο– σε περίπτωση εξαιρετικά αρνητικής εξέλιξης της αγοράς — θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την ανεπαρκή προστασία των καταναλωτών. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να διορθώσει αυτή την παράληψη ορίζοντας, αφενός, ενδεδειγμένα εταιρικά περιουσιακά στοιχεία για τις επιχειρήσεις που εκδίδουν προϊόντα εγγυημένου κεφαλαίου και, αφετέρου, ένα συγκεκριμένο και ενδεδειγμένο επίπεδο εποπτείας. Η ΕΟΚΕ αντιλαμβάνεται την προσπάθεια να καταστούν αποδοτικότεροι οι ΟΣΕΚΑ, δεδομένου επιπλέον ότι — αποτελώντας μια σημαντική συνιστώσα των συνταξιοδοτικών συστημάτων — μπορούν να έχουν ουσιαστική συμβολή στην επίλυση ενός προβλήματος που ορθώς επισημαίνεται στην αρχή της Λευκής Βίβλου, δηλαδή στη χρηματοδότηση του τεράστιου συνταξιοδοτικού ελλείμματος που ταλανίζει τις περισσότερες ευρωπαϊκές οικονομίες.

4.3.3.2

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την Επιτροπή όσον αφορά την, όχι μόνον οικονομική, σημασία της πρόσβασης σε έναν τραπεζικό λογαριασμό. Στη σύγχρονη οικονομία, η κατοχή ενός τραπεζικού λογαριασμού παρέχει εκ των πραγμάτων στα άτομα ένα είδος «οικονομικής υπηκοότητας». Σε ορισμένα κράτη μέλη, το εν λόγω δικαίωμα «υπηκοότητας» αναγνωρίζεται νόμιμα, υποχρεώνοντας κατ'αυτόν τον τρόπο το χρηματοπιστωτικό σύστημα να εξασφαλίζει τη χρήση των βασικών υπηρεσιών με ελάχιστο κόστος πρόσβασης. Σε άλλα κράτη, οι επιχειρήσεις καθίστανται εξαιρετικά δεκτικές σε αυτή τη δυνατότητα, με αποτέλεσμα να παρέχουν ένα «πακέτο» υπηρεσιών συνδεδεμένων με τον τρεχούμενο λογαριασμό, έναντι λίγων ευρώ μηνιαίως.

4.3.3.3

Η επιδίωξη που αφορά την κατάργηση των εμποδίων στην κινητικότητα των διασυνοριακών λογαριασμών είναι αξιέπαινη και θα μπορούσε να συντελέσει στη μείωση των τιμών που ορίζουν οι τράπεζες. Χάρη στη δυνατότητα ανοίγματος τραπεζικών λογαριασμών online (σε απευθείας σύνδεση) θα ήταν πράγματι δυνατόν να επιτευχθεί ο στόχος της εξασφάλισης της διευρωπαϊκής κινητικότητας των λογαριασμών· θα πρέπει, ωστόσο, να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι όλοι οι καταναλωτές δεν είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν τις τεχνολογίες της πληροφορικής. Η Επιτροπή θα πρέπει να φροντίσει να προτείνει μια ικανοποιητική εναλλακτική λύση και για αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι συνήθως ανήκουν στις πιο ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού. Κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι μόνον η εδραίωση έμπρακτης και εποικοδομητικής συνεργασίας μεταξύ των εποπτικών αρχών θα καταστήσει δυνατή την απτή υλοποίηση της εν λόγω επιδίωξης. Στις 16 Μαΐου 2006 (6), η Επιτροπή αποφάσισε να αναθέσει σε ομάδα εμπειρογνωμόνων να αναλύσουν το θέμα της κινητικότητας των πελατών ως προς τους τραπεζικούς λογαριασμούς ακολουθώντας τις προτάσεις που περιλαμβάνονται στη Λευκή Βίβλο.

4.4   Η εξωτερική διάσταση

4.4.1

Ο φιλόδοξος στόχος που θέτει η Επιτροπή προκειμένου να κατακτήσει η Ευρώπη δεσπόζουσα θέση όσον αφορά τον καθορισμό προτύπων σε παγκόσμιο επίπεδο ασφαλώς επικροτείται. Επιπλέον, σύμφωνα με τις συστάσεις του κύκλου της Ντόχα, η ΕΟΚΕ ευελπιστεί ότι η Ευρώπη θα ωθήσει τις πιο προηγμένες χώρες να αναλάβουν τη δέσμευση να προσφέρουν στις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες την κατάλληλη τεχνική και χρηματοοικονομική συνδρομή από νομοθετικής πλευράς, αλλά και για την εφαρμογή των συμφωνιών και των προτύπων που υιοθετούνται. Η πρόοδος της διεθνούς ολοκλήρωσης πρέπει να συνεκτιμά επίσης και τις ανάγκες των ασθενέστερων οικονομιών οι οποίες χρειάζονται να προσελκύσουν επενδύσεις. Η ΕΟΚΕ ελπίζει ότι η Επιτροπή θα λάβει δεόντως υπόψη της τις προαναφερθείσες ανάγκες στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων και του διαλόγου με τις άλλες πιο προηγμένες οικονομίες.

4.4.2

Η ΕΟΚΕ, η οποία δραστηριοποιείται ενεργά με στόχο την καταπολέμηση της χρήσης των χρηματοπιστωτικών συστημάτων για εγκληματικούς σκοπούς, υποστηρίζει την Επιτροπή και τα άλλα ευρωπαϊκά όργανα στην προσπάθειά τους να πατάξουν κάθε μορφή εγκληματικότητας, η οποία συχνά σχετίζεται και με τη διεθνή τρομοκρατία. Η οικονομική εγκληματικότητα λαμβάνει ποικίλες εκφάνσεις: εμπορικές και επιχειρηματικές απάτες, νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, φοροδιαφυγή, διαφθορά και χρησιμοποιεί συχνά την οδό των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών για την εξυπηρέτηση εγκληματικών σκοπών. Η ΕΟΚΕ απευθύνει έκκληση στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προκειμένου να παρέχουν πρόθυμα τη βοήθειά τους στις αρμόδιες αρχές, οι οποίες θα πρέπει να εξακριβώνουν επαρκώς τις πληροφορίες που λαμβάνουν από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Πράγματι, εάν τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ενημερώνονται ικανοποιητικά για τη συνέχεια που δίδεται στις πληροφορίες που παρέχουν προς τις αρχές σχετικά με ύποπτες συναλλαγές, τότε θα έχουν περισσότερα κίνητρα προκειμένου να συνεχίσουν και να εντείνουν τις αναγκαίες προσπάθειές τους.

Βρυξέλλες, 5 Ιουλίου 2006

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  ΕΕ C 65 της 17.3.2006

(2)  2ΕΕ C 65 της 17.3.2006

(3)  ΕΕ C 65 της 17.3.2006

(4)  ΕΕ C 65 της 17.3.2006

(5)  ΕΕ C 110 της 17.5.2006

(6)  Απόφαση 2006/355/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 2006, για τη σύσταση ομάδας εμπειρογνωμόνων για την κινητικότητα των πελατών σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς (ΕΕ L 132 της 19/05/2006, σελ. 37).


16.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 309/33


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για την έγκριση της προσχώρησης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στην Πράξη της Γενεύης του διακανονισμού της Χάγης για τη διεθνή καταχώριση των βιομηχανικών σχεδίων και υποδειγμάτων, η οποία εγκρίθηκε στη Γενεύη στις 2 Ιουλίου 1999

COM(2005) 687 τελικό — 2005/0273 (CNS)

και την

Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 6/2002 και (ΕΚ) αριθ. 40/94 ώστε να τεθεί σε ισχύ η προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στην Πράξη της Γενεύης του διακανονισμού της Χάγης για τη διεθνή καταχώριση των βιομηχανικών σχεδίων και υποδειγμάτων

COM(2005) 689 τελικό — 2005/0274 (CNS)

(2006/C 309/07)

Στις 17 Φεβρουαρίου 2006, και σύμφωνα με τα άρθρα 308 και 300 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Στις 14 Φεβρουαρίου 2006, και σύμφωνα με το άρθρο 308 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την

Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 6/2002 και (ΕΚ) αριθ. 40/94 ώστε να τεθεί σε ισχύ η προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στην Πράξη της Γενεύης του διακανονισμού της Χάγης για τη διεθνή καταχώριση των βιομηχανικών σχεδίων και υποδειγμάτων

COM(2005) 689 τελικό -2003/0274 (CNS).

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 31 Μαΐου 2006, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Bryan Cassidy.

Κατά την 428η σύνοδο της ολομέλειάς της, της 5ης και 6ης Ιουλίου 2006 (συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 155 ψήφους υπέρ, 3 κατά και 2 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Σύνοψη των συμπερασμάτων και των συστάσεων της ΕΟΚΕ

Οι δύο προτάσεις της Επιτροπής συνδέονται μεταξύ τους και, ως εκ τούτου, θα εξεταστούν από την ΕΟΚΕ στο πλαίσιο ενός εγγράφου.

Η ΕΟΚΕ επικροτεί πλήρως τις προτάσεις της Επιτροπής.

2.   Κύρια στοιχεία των προτάσεων της Επιτροπής

2.1

Στόχος αυτών των προτάσεων είναι η σύνδεση του συστήματος των καταχωρισμένων κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων με το σύστημα της Χάγης για τη διεθνή καταχώριση των βιομηχανικών σχεδίων και υποδειγμάτων, μέσω της προσχώρησης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στην Πράξη της Γενεύης του διακανονισμού της Χάγης. Η πρώτη πρόταση αφορά την προσχώρηση στην Πράξη. Η δεύτερη αναφέρεται στην τροποποίηση των σχετικών κανονισμών, προκειμένου να καταστεί δυνατή η προσχώρηση.

2.2

Το σύστημα της Χάγης βασίζεται στο διακανονισμό της Χάγης σχετικά με τη διεθνή καταχώριση των βιομηχανικών σχεδίων και υποδειγμάτων. Ο εν λόγω διακανονισμός αποτελείται από τρεις διαφορετικές πράξεις: την Πράξη του Λονδίνου του 1934, την Πράξη της Χάγης του 1960 και την Πράξη της Γενεύης του 1999. Οι τρεις Πράξεις είναι αυτόνομες και συνυπάρχουν όσον αφορά τις ουσιαστικές διατάξεις τους. Τα συμβαλλόμενα μέρη έχουν τη δυνατότητα να αποφασίσουν να προσχωρήσουν μόνο σε μία, σε δύο ήκαι στις τρεις Πράξεις. Γίνονται αυτομάτως μέλη της Ένωσης της Χάγης, η οποία αυτή τη στιγμή αριθμεί 42 συμβαλλόμενα κράτη, μεταξύ των οποίων 12 κράτη μέλη της ΕΕ. (1)

2.3

Η προσχώρηση θα επιτρέψει στους σχεδιαστές σε όλη την επικράτεια την Κοινότητας να εξασφαλίζουν, μέσω μίας και μόνης αίτησης, την προστασία των νέων και πρωτότυπων σχεδίων και υποδειγμάτων τους σε οποιαδήποτε χώρα καλύπτεται από την Πράξη της Γενεύης. Με αυτόν τον τρόπο οι αιτούντες έχουν στη διάθεσή τους άλλη μια δυνατότητα προστασίας των σχεδίων και υποδειγμάτων τους, δεδομένου ότι η προστασία εξασφαλίζεται σε εθνικό επίπεδο, σε κοινοτικό επίπεδο, μέσω του καταχωρισμένου κοινοτικού σχεδίου, και σε διεθνές επίπεδο, μέσω του συστήματος της Χάγης.

2.4

Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός απλούστερου, οικονομικά αποδοτικότερου και πιο αποτελεσματικού, από πλευράς κόστους, συστήματος. Σύμφωνα με το σύστημα της Χάγης, οι αιτούντες δεν είναι υποχρεωμένοι να προσκομίζουν μεταφράσεις των εγγράφων ή να καταβάλλουν ξεχωριστά τέλη σε γραφεία και οργανισμούς σε διάφορες χώρες, αλλά ούτε να παρακολουθούν αυστηρά τις διάφορες προθεσμίες για την ανανέωση των εθνικών αιτήσεων. Αντ'αυτού, κατατίθεται μια και μόνον αίτηση σε μία υπηρεσία με την καταβολή ενός ενιαίου τέλους, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα να διασφαλίζονται πολλαπλά δικαιώματα επί διεθνώς καταχωρισμένων σχεδίων και υποδειγμάτων σε χώρες που καλύπτονται από την Πράξη της Γενεύης.

2.5

Το σύστημα των κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων εξασφαλίζει στους σχεδιαστές την προστασία νέων και πρωτότυπων σχεδίων και υποδειγμάτων που προσδιορίζονται από την εξωτερική τους εμφάνιση, μέσω της χορήγησης αποκλειστικών δικαιωμάτων για καταχωρισμένα σχέδια και υποδείγματα που διαθέτουν ενιαίο χαρακτήρα και ισχύουν σε όλη την επικράτεια της Ένωσης. Δικαιώματα επί καταχωρισμένων σχεδίων και υποδειγμάτων υφίστανται επίσης και σε κάθε κράτος μέλος, ωστόσο, το κοινοτικό σχέδιο/υπόδειγμα αποτελεί έναν οικονομικό και πρόσφορο τρόπο με τον οποίο οποιαδήποτε επιχείρηση ασκεί δραστηριότητα στην ευρωπαϊκή αγορά μπορεί να εξασφαλίσει ομοιόμορφη προστασία σε όλη την επικράτεια της Κοινότητας.

2.6

Ο διακανονισμός της Χάγης για τη διεθνή καταχώριση των βιομηχανικών σχεδίων και υποδειγμάτων προβλέπει σχετικά ένα σύστημα, τη διαχείριση του οποίου έχει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Διανοητικής Ιδιοκτησίας (ΠΟΔΙ), χάρη στο οποίο η συμπλήρωση μίας και μόνον αίτησης για τη καταχώριση ενός σχεδίου ή υποδείγματος, σε συνδυασμό με την καταβολή ενός ενιαίου τέλους, θα εξασφαλίσει τη σωρευτική καταχώριση σχεδίων και υποδειγμάτων σε όλα τα συμβαλλόμενα κράτη. Χρήση του συστήματος της Χάγης μπορεί να κάνει οποιοσδήποτε κάτοικος ή υπήκοος κράτους, καθώς και οποιαδήποτε επιχείρηση είναι εγκατεστημένη σε κράτος το οποίο είναι συμβαλλόμενο μέρος στον διακανονισμό. Επί του παρόντος, ο ΠΟΔΙ δεν δέχεται αιτήσεις που κατατίθενται μέσω εθνικών γραφείων. Με την απευθείας κατάθεση αίτησης στον ΠΟΔΙ αποφεύγεται η σύγχυση και η αλληλεπικάλυψη, καθώς και η καταβολή πλεοναζόντων τελών στο ΓΕΕΑ.

2.7

Ένα από τα πλεονεκτήματα του συστήματος της Χάγης είναι ότι διευκολύνει την τροποποίηση της προστασίας των σχεδίων και υποδειγμάτων και την ανανέωσή της αμέσως μετά τη λήξη της.

2.8

Η Πράξη της Γενεύης του διακανονισμού της Χάγης τέθηκε σε ισχύ στις 23 Δεκεμβρίου 2003. Μεταξύ των τροποποιήσεων που υιοθετήθηκαν προκειμένου να καταστεί ευκολότερη η πρόσβαση στο σύστημα, είναι η εξασφάλιση της δυνατότητας προσχώρησης διακυβερνητικών οργανώσεων, όπως η Ευρωπαϊκή Κοινότητα, στο σύστημα της Χάγης. Επί του παρόντος, 19 χώρες είναι συμβαλλόμενα μέρη στην Πράξη της Γενεύης, συμπεριλαμβανομένων της Ελβετίας, της Σιγκαπούρης και της Τουρκίας. Ορισμένα κράτη μέλη δεν έχουν ακόμη υπογράψει ή/ούτε κυρώσει την εν λόγω Πράξη.

2.9

Σύμφωνα με την Πράξη της Γενεύης, οι αιτήσεις κατατίθενται σε μία μόνον από τις δύο επίσημες γλώσσες — τα αγγλικά και τα γαλλικά.

2.10

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναμένεται να προσχωρήσουν στην Πράξη τον Νοέμβριο του 2006, η δε προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των ΗΠΑ προβλέπεται ότι θα αποτελέσει ενθαρρυντικό παράγοντα για την προσχώρηση άλλων μειζόνων εμπορικών εταίρων (Κίνα, Ιαπωνία, Κορέα), πράγμα που θα επιτρέψει την καταχώριση και σε άλλες σημαντικές χώρες.

2.11

Με την παρούσα πρόταση δημιουργείται μία σύνδεση μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, την οποία η Πράξη θεωρεί μία και μόνη χώρα, και του συστήματος της Χάγης, με αποτέλεσμα να ενισχύεται η χρησιμότητά του.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

3.1

Η πρόταση απόφασης του Συμβουλίου [COM(2005) 687 τελικό] επιτρέπει στην Κοινότητα να δρα ως μία και μόνη χώρα στην ένωση της Χάγης σε ό,τι αφορά το σύστημα των κοινοτικών σχεδίων και υποδειγμάτων. Με την τροποποίηση του κανονισμού ΕΚ/6/2002 (κανονισμός για τα κοινοτικά σχέδια και υποδείγματα) τίθεται σε ισχύ η προσχώρηση στην Πράξη της Γενεύης.

3.2

Η τροποποίηση του κανονισμού ΕΚ/40/94 (κανονισμός για το κοινοτικό σήμα) εξασφαλίζει στο Γραφείο Εναρμόνισης στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (ΓΕΕΑ) τη δυνατότητα να δέχεται την πληρωμή τελών για σχέδια και υποδείγματα που καταχωρίζονται βάσει της Πράξης της Γενεύης.

3.3

Το άρθρο 308 της Συνθήκης ΕΚ συνιστά τη νομική βάση για την πρόταση τροποποίησης των δύο ανωτέρω κοινοτικών κανονισμών.

3.4

Διεξάγονται διαβουλεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Οι 2 προτάσεις δεν υπόκεινται στη διαδικασία συναπόφασης.

3.5

Για την λήψη αποφάσεων στο Συμβούλιο απαιτείται ομοφωνία.

4.   Κόστος

4.1

Δεν αναμένεται να προκύψουν πρόσθετες δαπάνες από την παρούσα πρόταση, δεδομένου ότι αφορά τροποποιήσεις κανονισμών που είναι άμεσα εφαρμοστέοι στα κράτη μέλη.

4.2

Επί του παρόντος, οι καταχωρίσεις σχεδίων και υποδειγμάτων υπόκεινται σε τέλη κατάθεσης και τέλη ανανέωσης σε κάθε χώρα όπου κατατίθεται η αίτηση. Σε γενικές γραμμές, τα εθνικά τέλη κατάθεσης εκτιμούνται κάτω των 100 ευρώ, ωστόσο στην περίπτωση κατάθεσης διεθνούς αίτησης, πρέπει επιπλέον να συνυπολογίζονται το κόστος της μετατροπής νομισμάτων και οι δυσχέρειες που αυτή συνεπάγεται.

Βρυξέλλες, 5 Ιουλίου 2006

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  Αυτά είναι: το Βέλγιο, η Εσθονία, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ελλάδα, η Ουγγαρία, η Ιταλία, η Λετονία, το Λουξεμβούργο, οι Κάτω Χώρες, η Σλοβενία και η Ισπανία. Η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί επί του παρόντος μέλος του συστήματος της Χάγης.


16.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 309/35


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με τον οποίο καθορίζονται οι κανόνες συμμετοχής επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων στις δράσεις που αναλαμβάνονται βάσει του έβδομου προγράμματος πλαισίου και οι κανόνες διάδοσης των ερευνητικών αποτελεσμάτων (2007-2013)»

COM (2005) 705 τελικό — 2005/0277 (COD)

(2006/C 309/08)

Την 1η Μαρτίου 2006, και σύμφωνα με τα άρθρα 167 και 172(2) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την:

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 31 Μαΐου 2006 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. WOLF.

Κατά την 428η σύνοδο ολομέλειάς της, της 5ης και 6ης Ιουλίου 2006 (συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου 2006), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 152 ψήφους υπέρ, 1 ψήφο κατά και 3 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Σύνοψη

1.1

Η πρόταση της Επιτροπής αναφέρεται στις απαιτήσεις, τους κανόνες και τις διαδικασίες μέσω των οποίων επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα ή άλλες νομικές οντότητες μπορούν να απολαύουν των δικαιωμάτων χρηματοδότησης βάσει του έβδομου προγράμματος πλαισίου ΕΤΑ.

1.2

Η ΕΟΚΕ επικροτεί το μεγαλύτερο μέρος του προτεινόμενου νομοθετικού πλαισίου και εντοπίζει σε αυτό βελτιώσεις, καθώς και δυνατότητες για μια σαφή απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών. Όσον αφορά στους εσωτερικούς κανόνες εφαρμογής της Επιτροπής που δεν έχουν ακόμη υποβληθεί, η ΕΟΚΕ συνιστά κατά την έννοια της επιδιωκόμενης απλούστευσης να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή, στην προκειμένη περίπτωση, στην ενίσχυση της ενοποίησης και την συνεκτική εφαρμογή — π.χ. στα κριτήρια που προβλέπεται να εφαρμοστούν.

1.3

Ωστόσο, δεδομένου ότι οι εσωτερικοί κανόνες εφαρμογής της Επιτροπής δεν έχουν γνωστοποιηθεί μέχρι σήμερα, δεν μπορούν να αξιολογηθούν ορισμένες ιδιαίτερες συνέπειες τους προτεινόμενου νομοθετικού πλαισίου. Σε αυτές τις περιπτώσεις (λόγου χάρη απόδοση των πρόσθετων δαπανών) η ΕΟΚΕ προτείνει, τουλάχιστον σε πρώτη φάση, να διατηρηθεί το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, προκειμένου να αποφευχθεί να βρεθούν οι ενδιαφερόμενοι δικαιούχοι ενισχύσεων σε ενδεχομένως δυσμενέστερη θέση.

1.4

Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει τα νέα όρια χρηματοδότησης που προβλέπονται για τους εκάστοτε τομείς δράσης και τους δικαιούχους ενισχύσεων. Ειδικότερα, επικροτεί επίσης το γεγονός ότι αυτά τα όρια συνεπάγονται βελτιώσεις στη χρηματοδότηση των ΜΜΕ.

1.5

Η ΕΟΚΕ συνιστά την ισότιμη αντιμετώπιση όλων των ερευνητικών ιδρυμάτων που χρηματοδοτούνται κατά βάση από δημόσιους πόρους, ανεξάρτητα από την εκάστοτε νομική τους μορφή.

1.6

Η ΕΟΚΕ συνιστά να παραχωρηθεί περισσότερη ελευθερία στους μελλοντικούς συμμετέχοντες σε ό,τι αφορά την διαμόρφωση των συμβάσεων, αλλά και την επιλογή των μέσων. Αυτό αφορά κυρίως τα δικαιώματα πρόσβασης σε νέα στοιχεία («foreground») ή/και σε προϋπάρχοντα στοιχεία («background») των συμμετεχόντων. Εν προκειμένω, θα πρέπει μεν να χορηγηθούν δωρεάν δικαιώματα πρόσβασης ως εναλλακτική επιλογή, δεν θα πρέπει όμως να απαιτούνται ανεξαίρετα — όπως προτείνεται για ορισμένες περιπτώσεις.

1.7

Περισσότερες λεπτομέρειες περιλαμβάνονται στο κεφάλαιο 4.

2.   Εισαγωγή

2.1

Με την πρότασή της για το έβδομο πρόγραμμα πλαίσιο ΕΤΑ (2007-2013) (1), χάριν συντομίας ΠΠ7, η Επιτροπή παρουσίασε τους στόχους, τα περιεχόμενα, τα θέματα καθώς και το δημοσιονομικό πλαίσιο για την προβλεπόμενη υποστήριξη δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης για την ανωτέρω περίοδο. Σχετικά με την εν λόγω πρόταση, καθώς και για τις προπαρασκευαστικές και συμπληρωματικές προτάσεις της Επιτροπής, κυρίως για τα λεγόμενα ειδικά προγράμματα (2), η ΕΟΚΕ έχει ήδη υιοθετήσει γνωμοδοτήσεις (3).

2.2

Η παρούσα πρόταση της Επιτροπής αναφέρεται στις απαιτήσεις, τους κανόνες και τις διαδικασίες μέσω των οποίων επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα ή άλλες νομικές οντότητες μπορούν να συμμετάσχουν στις δραστηριότητες του έβδομου προγράμματος πλαισίου ΕΤΑ, δηλαδή μπορούν να απολαύουν των δικαιωμάτων χρηματοδότησης βάσει του εν λόγω προγράμματος.

2.3

Ένα σημαντικό στοιχείο αποτελεί η πρόθεση της Επιτροπής να απλουστεύσει τις διοικητικές διαδικασίες που συνδέονται με τη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής έρευνας. Η ΕΟΚΕ έχει επικροτήσει και έχει εκφράσει στις προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της την υποστήριξή της για αυτήν την πρόθεση. Από την πλευρά της, η ΕΟΚΕ επανέλαβε τη σύστασή της για απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών, περιορισμό του αντίστοιχου φόρτου εργασιών, ώστε να αυξηθεί έτσι η αποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών προγραμμάτων ερευνών. «Ο διοικητικός φόρτος και το κόστος που συνεπάγονται σήμερα οι διαδικασίες για την υποβολή αιτήσεων και την έγκρισή τους είναι υπερβολικός και δημιουργεί προβλήματα στους χρήστες από το χώρο της επιστήμης και της βιομηχανίας. Η συμμετοχή στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα ερευνώνσυνυπολογιζομένων των κινδύνων που απορρέουν από την υποβολή αίτησηςπρέπει να είναι επωφελής για τους ενδιαφερόμενους φορείς. Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως για μικρότερους παράγοντες, όπως είναι οι ΜΜΕ και οι μικρές ομάδες ερευνών από πανεπιστήμια και ιδρύματα ερευνών  (4) ». Επομένως, οι προτεινόμενοι κανόνες συμμετοχής θα πρέπει να οδηγήσουν ρητώς στην επιδιωκόμενη απλούστευση.

2.4

Ως εκ τούτου, η πρόταση της Επιτροπής που εξετάζεται στην παρούσα γνωμοδότηση καθορίζει το σημαντικό νομοθετικό πλαίσιο στόχο του οποίου συνιστά η αποτελεσματική, επιτυχημένη και όσο το δυνατόν πιο δίκαιη κατανομή των κοινοτικών πόρων που διατίθενται για την έρευνα και την ανάπτυξη (ΠΠ7).

2.5

Συνεπώς, οι προτεινόμενοι κανόνες συμμετοχής επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων θα πρέπει να παρέχουν ένα συνεπές και διαφανές πλαίσιο, το οποίο θα διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή του έβδομου προγράμματος πλαισίου και θα διευκολύνει την πρόσβαση όλων των συμμετεχόντων. Κατ' αυτόν τον τρόπο μπορεί να χρηματοδοτηθεί ένα ευρύ φάσμα επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων και επίσης να προαχθεί η συμμετοχή των εξόχως απόκεντρων περιφερειών της Κοινότητας.

3.   Κύρια σημεία της πρότασης της Επιτροπής

3.1

Οι κανόνες συμμετοχής στο έβδομο πρόγραμμα πλαίσιο που προτείνει η Επιτροπή αποσκοπούν στην εφαρμογή πολλών πτυχών αυτής της απλοποίησης και στην περαιτέρω αξιοποίηση των αρχών που τέθηκαν με το έκτο πρόγραμμα πλαίσιο (ΠΠ6). Ορισμένα σημαντικά σημεία παρουσιάζονται συνοπτικά στο παρόν κεφάλαιο.

3.2

Η πρόταση της Επιτροπής καλύπτει τις εξής πτυχές: εισαγωγικές διατάξεις, προϋποθέσεις συμμετοχής σε έμμεσες δράσεις και συναφείς διαδικασίες, χρηματοδοτική συνεισφορά της Κοινότητας, κανόνες διάδοσης και αξιοποίησης των αποτελεσμάτων, δικαιώματα πρόσβασης στα προϋπάρχοντα και τα νέα στοιχεία και Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.

3.3   Προϋποθέσεις συμμετοχής σε έμμεσες δράσεις

3.3.1

Στις έμμεσες δράσεις πρέπει να συμμετέχουν τουλάχιστον τρεις νομικές οντότητες εγκατεστημένες η καθεμία σε διαφορετικό κράτος μέλος ή συνδεδεμένη χώρα·

3.3.2

Για τις δράσεις συντονισμού, τις δράσεις στήριξης, και τις δράσεις υποστήριξης της κατάρτισης και της επαγγελματικής εξέλιξης των ερευνητών, η ελάχιστη προϋπόθεση είναι η συμμετοχή μίας νομικής οντότητας.

3.3.3

Για τις έμμεσες δράσεις υποστήριξης έργων έρευνας αιχμής που αναλαμβάνονται με πρωτοβουλία ερευνητών και χρηματοδοτούνται στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας, η ελάχιστη προϋπόθεση είναι η συμμετοχή μίας νομικής οντότητας εγκατεστημένης σε κράτος μέλος ή σε συνδεδεμένη χώρα.

3.4   Χρηματοδοτική συνεισφορά της Κοινότητας

3.4.1

Για τις δραστηριότητες έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, η χρηματοδοτική συνεισφορά της Κοινότητας δύναται να καλύπτει ποσοστό μέχρι και 50 % των συνολικών επιλέξιμων δαπανών.

3.4.1.1

Εντούτοις, στην περίπτωση δημόσιων φορέων, ιδρυμάτων δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ερευνητικών οργανισμών (5) και ΜΜΕ, η χρηματοδοτική συνεισφορά δύναται να καλύπτει ποσοστό μέχρι και 75 % των συνολικών επιλέξιμων δαπανών.

3.4.2

Για τις δραστηριότητες επίδειξης, η χρηματοδοτική συνεισφορά της Κοινότητας δύναται να καλύπτει ποσοστό μέχρι και 50 % των συνολικών επιλέξιμων δαπανών.

3.4.3

Για τις δραστηριότητες που υπάγονται σε δράσεις έρευνας αιχμής, σε δράσεις συντονισμού και στήριξης, και σε δράσεις υποστήριξης της κατάρτισης και της επαγγελματικής εξέλιξης των ερευνητών, η χρηματοδοτική συνεισφορά της Κοινότητας δύναται να καλύπτει ποσοστό μέχρι και 100 % των συνολικών επιλέξιμων δαπανών.

3.4.4

Για τη διαχείριση και τα πιστοποιητικά λογιστικού ελέγχου, και για άλλες δραστηριότητες που δεν καλύπτονται από τις παραγράφους 1, 2 και 3, η χρηματοδοτική συνεισφορά της Κοινότητας δύναται να καλύπτει ποσοστό μέχρι και 100 % των συνολικών επιλέξιμων δαπανών.

3.4.5

Για τα δίκτυα αριστείας, προτείνεται ειδικό κατ' αποκοπή ποσό. Το ύψος του κατ'αποκοπή ποσού ορίζεται από τους κανόνες ως πάγιο ποσό, το οποίο υπολογίζεται σε συνάρτηση με τον αριθμό των ερευνητών που εντάσσονται στο δίκτυο αριστείας και με τη διάρκεια της δράσης.

3.5   Περαιτέρω κανόνες

Οι κανόνες ορίζουν τις διαδικασίες προκήρυξης προσκλήσεων υποβολής προτάσεων, καθώς και τις διαδικασίες υποβολής, αξιολόγησης, επιλογής και κατακύρωσης.

Η διαδικασία αξιολόγησης που αναπτύχθηκε για τα προηγούμενα προγράμματα πλαίσια διατηρείται χωρίς ουσιαστικές αλλαγές. Η Επιτροπή θα συντάξει πρότυπη συμφωνία επιχορήγησης η οποία θα ορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συμμετεχόντων έναντι της Κοινότητας και αλλήλων.

Προτείνονται τρεις μορφές επιχορηγήσεων: απόδοση επιλέξιμων δαπανών, κατ' αποκοπή ποσά, και χρηματοδότηση βάσει παγίων ποσοστών. Για τις δράσεις «έρευνας αιχμής», το επιστημονικό συμβούλιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Έρευνας θα προτείνει κατάλληλες μορφές χρηματοδότησης.

3.6

Όσον αφορά τη διάδοση, την αξιοποίηση και τα δικαιώματα πρόσβασης (κυριότητα, προστασία, δημοσίευση, διάδοση και αξιοποίηση, καθώς και δικαιώματα πρόσβασης στα υφιστάμενα και στα νέα στοιχεία), πρέπει να εξασφαλιστεί η πληρέστερη δυνατή συνέχεια. Οι αλλαγές αναμένεται να προσφέρουν μεγαλύτερη ευελιξία στους συμμετέχοντες κατά την εκτέλεση του αντίστοιχου έργου. Διατηρείται η δυνατότητα εξαίρεσης υφιστάμενων στοιχείων και καθορισμού όρων και προϋποθέσεων άλλων από τους οριζόμενους στους κανόνες. Η συνοχή και συνέπεια των απαιτήσεων διάδοσης και δημοσίευσης έχει βελτιωθεί.

3.7

Όπως και στο ΠΠ6, οι συμμετέχοντες σε κοινοπραξία θα είναι υποχρεωμένοι να εκτελέσουν πλήρως τα καθήκοντα που τους έχουν ανατεθεί, ακόμη και σε περίπτωση που ένας από αυτούς παραλείψει να εκπληρώσει υποχρεώσεις του. Εντούτοις, παύει να εφαρμόζεται η αρχή της συλλογικής χρηματοοικονομικής ευθύνης που προέβλεπε το ΠΠ6 για τις περισσότερες δράσεις. Με βάση τη στάθμιση των εγγενών κινδύνων που παρουσιάζει η χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής έρευνας για τον προϋπολογισμό της Κοινότητας, μπορεί να καθιερωθεί ένας μηχανισμός προς κάλυψη του χρηματοοικονομικού κινδύνου παράλειψης εξόφλησης από συμμετέχοντα ποσών που οφείλει στην Κοινότητα. Κατά συνέπεια, δεν θα απαιτούνται τραπεζικές εγγυήσεις παρά μόνο στη σπάνια εκείνη περίπτωση όπου η προχρηματοδότηση αντιπροσωπεύει ποσοστό άνω του 80 % της επιχορήγησης.

4.   Παρατηρήσεις της ΕΟΚΕ

4.1

Απλούστευση. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τον εξαιρετικά σημαντικό στόχο της απλούστευσης όλων των διαδικασιών που εφάρμοζε μέχρι σήμερα η Επιτροπή ή την εφαρμογή των οποίων απαιτούσε η Επιτροπή από τους εργολήπτες ΕΤΑ. Η ΕΟΚΕ αξιολογεί τις περαιτέρω παρατηρήσεις της ως μια εποικοδομητική συμβολή και αναγνωρίζει ότι, εάν ληφθούν υπόψη οι γενικές δημοσιονομικές διατάξεις και η απαίτηση για διαφάνεια, την οποία επικροτεί και η ΕΟΚΕ, η επίτευξη αυτού του στόχου δεν είναι απλή.

4.1.1

Βελτιώσεις. Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει τις προσπάθειες που καταβάλει η Επιτροπή για την υλοποίηση του ανωτέρω στόχου και τη διασφάλιση της καλύτερης δυνατής χρηματοδότησης της κοινοτικής έρευνας. Κατά συνέπεια, διαπιστώνει σε πολλά σημεία των προτάσεων της Επιτροπής σαφείς βελτιώσεις σε σύγκριση με τις προηγούμενες διαδικασίες, όπως π.χ. σε ό,τι αφορά την απόδοση των δαπανών (άρθρα 30 και 31) καθώς και τις μορφές των ενισχύσεων, τις συμφωνίες επιχορήγησης, τις συμβάσεις και τις επιστολές διορισμού (άρθρα 18 και 19)· ωστόσο, στην τελευταία περίπτωση, οι νέοι κανόνες θα αποφέρουν βελτιώσεις, εφόσον απλουστευτούν και οι όροι πληρωμών και υποβολής εκθέσεων. Στο πλαίσιο αυτό η ΕΟΚΕ παραπέμπει στις προηγούμενες συστάσεις της σχετικά με την απλούστευση (6), οι οποίες αναφέρονται επίσης στην εναρμόνιση των διαδικασιών που απαιτούνται από την Επιτροπή με τις αντίστοιχες διαδικασίες άλλων φορέων χρηματοδότησης ή εποπτικών οργάνων, σε ό,τι αφορά στο περιεχόμενο και στο χρονοδιάγραμμα. (7).

4.1.2

Ενοποίηση. Οι προσπάθειες που καταβάλλονται για την καλύτερη ενοποίηση των διαδικασιών που εφαρμόζονται ή απαιτούνται εκ μέρους της Επιτροπής (π.χ. αξιολόγηση του κόστους ή έλεγχος φερεγγυότητας) εξυπηρετούν επίσης το στόχο της απλοποίησης. Για τους σκοπούς μιας κοινοτικής εσωτερικής αγοράς και για την βελτίωση της νομικής βεβαιότητας, η ΕΟΚΕ συμφωνεί πλήρως με τον ανωτέρω στόχο (8). Δυστυχώς, η πλήρης ενοποίηση θα είναι ανέφικτη εφόσον οι διάφοροι δικαιούχοι ενισχύσεων στα κράτη μέλη — π.χ. τα πανεπιστήμια — δεν εφαρμόζουν ένα ενοποιημένο ή ανάλογο λογιστικό σύστημα.

4.2

Περαιτέρω κανόνες. Ωστόσο, για την επίτευξη της απλοποίησης και της ενοποίησης απαιτούνται περαιτέρω δράσεις εκ μέρους της Επιτροπής, οι οποίες επί του παρόντος διατυπώνονται απλώς στην υποβληθείσα πρόταση, όπως λόγου χάρη στο άρθρο 16.4: «Η Επιτροπή εκδίδει και δημοσιεύει κανόνες με σκοπό να διασφαλίσει τη συνέπεια της διαδικασίας επαλήθευσης της ύπαρξης και του νομικού καθεστώτος των συμμετεχόντων στις έμμεσες δράσεις, καθώς και της χρηματοοικονομικής τους ικανότητας» Δεδομένου ότι αυτοί οι περαιτέρω κανόνες, εφεξής οι «εσωτερικοί κανόνες εφαρμογής της Επιτροπής» δεν έχουν υποβληθεί ακόμη, επί του παρόντος δεν είναι δυνατό να αξιολογηθεί σε μεμονωμένες περιπτώσεις ποιος θα είναι ο αντίκτυπος των αντίστοιχων προτάσεων της Επιτροπής.

4.2.1

Ομοιόμορφη ερμηνεία και κριτήρια. Επιπλέον, η ΕΟΚΕ αναμένει ότι θα διασφαλιστεί η ομοιόμορφη ερμηνεία των εσωτερικών κανόνων εφαρμογής της Επιτροπής, ιδίως των νομικών και χρηματοδοτικών διατάξεων που αφορούν έργα από όλες τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες της Επιτροπής, ούτως ώστε αυτοί οι κανόνες να αποτελέσουν ένα περαιτέρω σημαντικό βήμα προς την επίτευξη της απλοποίησης και ενοποίησης, διασφαλίζοντας ταυτοχρόνως ότι οι εκάστοτε εργολήπτες δεν θα βρεθούν σε δυσμενέστερη θέση σε σύγκριση με τις προηγούμενες διαδικασίες. Σε γενικές γραμμές η ΕΟΚΕ συνιστά να γίνουν περαιτέρω διευκρινίσεις στους εσωτερικούς κανόνες εφαρμογής της Επιτροπής, προκειμένου να καλυφθούν τα εκτενή περιθώρια ερμηνείας που αφήνει η πρόταση της Επιτροπής.

4.2.2

Βοηθητικά μέτρα. Τα «γραφεία υποστήριξης» και «κέντρα πληροφόρησης» που προσφέρει ή προτείνει η Επιτροπή θα πρέπει να εξασφαλίζουν τη συνέπεια και την ομοιομορφία των μηνυμάτων που θέλει να μεταδώσει. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι πρόκειται για ένα σημαντικό και χρήσιμο μέτρο. Πρέπει επίσης να υπάρξει μέριμνα έτσι ώστε στην περίπτωση των εσωτερικών διαδικασιών της Επιτροπής και των εκάστοτε αιτημάτων και αποφάσεων του «διαχειριστή σχεδίων» να εφαρμόζεται μια ενιαία διαδικασία.

4.2.3

Υποβολή εκθέσεων. Έτσι, με την εξαίρεση αιτιολογημένων περιπτώσεων, πρέπει για παράδειγμα να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να υποχρεωθούν οι διαχειριστές προγραμμάτων, εκτός από τις προβλεπόμενες τακτικές εκθέσεις, να υποβάλουν ενδιάμεσες εκθέσεις ή να παρέχουν τις ίδιες ακριβώς πληροφορίες σε περισσότερες εκθέσεις και μάλιστα κάθε φορά σε άλλη μορφή (9). Ένα άλλο σημαντικό σημείο είναι η ενοποίηση των εκθέσεων, δεδομένου ότι αυτό που ενδιαφέρει είναι το περιεχόμενο και όχι οι τυπικότητες.

4.2.4

Ενδιάμεση αξιολόγηση. Ταυτόχρονα, η ΕΟΚΕ συνιστά να διεξάγεται μετά την πάροδο του ημίσεως της προβλεπόμενης επταετούς διάρκειας του 7ου προγράμματος πλαισίου ενδιάμεση αξιολόγηση αυτού, για να μπορούν να προβλεφθούν ενδεχόμενες προσαρμογές.

4.2.5

Διαχειριστές σχεδίων. Μια σημαντική προϋπόθεση για την απλούστευση, την ενοποίηση και εν γένει την αποτελεσματικότητα των διοικητικών διαδικασιών είναι επίσης να διαθέτουν οι διαχειριστές σχεδίων ειδικευμένες γνώσεις και να γνωρίζουν τους παράγοντες που συμμετέχουν, εκτός άλλων, και στα πλαίσια της απαιτούμενης συνέχειας (βλ. επόμενο σημείο). Δεν επαρκεί να περιορίζονται οι διαχειριστές προγραμμάτων σε αποκλειστικά διοικητικά καθήκοντα, χωρίς να διαθέτουν βαθιά γνώση του αντικειμένου και του περιβάλλοντος. Σχετικά με αυτό, η ΕΟΚΕ παραπέμπει στις επανειλημμένες συστάσεις που έχει κάνει (10), (11).

4.3

Συνέχεια. Επειδή κάθε νέα ρύθμιση συνεπάγεται διακοπή της συνέχειας με πρόσθετες απώλειες (λόγω προστριβών), πρέπει να εξεταστεί με προσοχή αν οι αλλαγές που προτείνονται από την Επιτροπή επιφέρουν σαφείς και πραγματικές βελτιώσεις, οι οποίες δεν υπολείπονται των απωλειών που αναφέρθηκαν, ή αν είναι προτιμότερο να διατηρηθεί η παλιά ρύθμιση. Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι πολλοί από τους κανόνες που περιλαμβάνονται στην πρόταση της Επιτροπής και έχει αποδειχθεί ότι είναι αποτελεσματικοί πρέπει να διατηρηθούν. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένες προτάσεις της Επιτροπής για τις οποίες δεν είναι σαφές εάν επιφέρουν πραγματικές βελτιώσεις σε σύγκριση με τους μέχρι τούδε ισχύοντες κανόνες. Στην περίπτωση αυτή, η ΕΟΚΕ συνιστά να διασφαλιστεί η συνέχεια.

4.4

Χρηματοδοτική συμβολή της Ε.Ε. — μοντέλα δήλωσης δαπανών και όρια ενισχύσεων. Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι στα νέα μοντέλα δήλωσης δαπανών περιλαμβάνονται σημαντικές βελτιώσεις τις οποίες και υποστηρίζει.

4.4.1

MME. H EOKE επιδοκιμάζει ιδιαιτέρως την αύξηση (βλ. άρθρο 33-1, 2ο εδάφιο) των ορίων ενίσχυσης, π.χ. (12), για τις ΜΜΕ από 50 % σε 70 %. Θεωρεί δε ότι αυτό είναι και αποτέλεσμα των προηγούμενων συστάσεών της για την αύξηση και τη βελτίωση των κινήτρων για την προαγωγή της συμμετοχής των ΜΜΕ στο 7ο πρόγραμμα πλαίσιο ΕΤΑ, έτσι ώστε να ενισχυθεί η δικτύωση των ΜΜΕ με ιδρύματα ερευνών (13).

4.4.2

Ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κ.λπ. Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει επίσης την αύξηση των ορίων ενίσχυσης για τους δημόσιους φορείς, τα ιδρύματα δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και τους ερευνητικούς οργανισμούς στο 75 % (επίσης άρθρο 33, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο). Στην προκειμένη περίπτωση, συνιστά μια σαφέστερη διάρθρωση του άρθρου 33 για να μπορεί να γίνεται μια καλύτερη διάκριση μεταξύ κερδοσκοπικών και κοινωφελών συνεργασιών.

4.4.3

Μέσες δαπάνες προσωπικού. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η δυνατότητα καθορισμού μέσου όρου για τις δαπάνες προσωπικού (άρθρο 33, παράγραφος 3, εδάφιο α) οδηγεί σε απλούστευση των πραγμάτων.

4.4.4

Δαπάνες διαχείρισης. Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει, επίσης, τη διατήρηση της επιστροφής των δαπανών διαχείρισης κατά 100 %, επειδή αυτό εξυπηρετεί, εκτός άλλων, και την απαιτούμενη συνέχεια. Όμως, η πρόταση για την χωρίς άλλο κατάργηση του ανώτατου ορίου του 7 % που ίσχυε μέχρι σήμερα για αυτού του είδους τις δαπάνες μοιάζει να είναι προβληματική, στην περίπτωση που δεν βρεθεί άλλος τρόπος για να οριστούν αυστηρά μέτρα για τον προσδιορισμό των εκάστοτε απαιτούμενων δαπανών διαχείρισης. Μπορεί μεν να ισχύει ότι το όριο του 7 % αποδείχθηκε πολύ χαμηλό, λόγω του μέχρι σήμερα υψηλού φόρτου σε ό,τι αφορά στη διοίκηση, στο συντονισμό κ.λ.π., και ότι πρέπει να αυξηθεί, πρέπει όμως να αποφευχθεί το ενδεχόμενο η απεριόριστη επιστροφή όλων των διαχειριστικών δαπανών να οδηγήσει σε μια ανεπιθύμητη διόγκωση — αντί για μείωση — του διαχειριστικού φόρτου εργασιών.

4.5

Πρόσθετες δαπάνες στα πανεπιστήμια. Σύμφωνα με την πρόταση της Eπιτροπής, θα πρέπει να καταργηθεί στην περίπτωση των πανεπιστημίων και των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων η δυνατότητα καταλογισμού κατά 100 % των αποκαλούμενων πρόσθετων δαπανών (Additional Cost) (14). Παρόλο που αντί αυτών προτείνονται άλλα υποδείγματα εκκαθαριστικών λογαριασμών, η ΕΟΚΕ θεωρεί προβληματική την κατάργηση της δυνατότητας που προαναφέρθηκε. Αυτό γιατί τα εν λόγω ιδρύματα κατά κανόνα δεν διαθέτουν τα απαιτούμενα αναλυτικά λογιστικά συστήματα λογαριασμού δαπανών (Full Cost) (15). Πλέον, στην περίπτωση του «κατ' αποκοπή ποσού» που προτείνεται από την Επιτροπή ως πιθανή εναλλακτική, δεν μπορεί να κριθεί εάν το αποτέλεσμα θα είναι να επιδεινωθεί η κατάσταση, επειδή δεν υπάρχουν ακόμη οι διατάξεις εφαρμογής που προβλέπονται για το σκοπό αυτό στους κόλπους της Επιτροπής ( βλ. παραπάνω). Συνεπώς, η ΕΟΚΕ συνιστά να διατηρηθεί η μέχρι τούδε ισχύουσα ρύθμιση για την κατά 100 % επιστροφή των πρόσθετων δαπανών για τα ιδρύματα αυτά, στο μέτρο που δεν διαθέτουν ολοκληρωμένους λογαριασμούς δαπανών, τουλάχιστον για όσο δεν θα έχει εξασφαλισθεί ότι η καθιέρωση άλλου υποδείγματος λογαριασμών εκκαθάρισης (16) δεν θα επιδεινώσει τα πράγματα σε σύγκριση με την μέχρι τούδε ισχύουσα ρύθμιση.

4.6

Νομικό καθεστώς των ερευνητικών οργανισμών. Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, οι ερευνητικοί οργανισμοί που χρηματοδοτούνται κατά βάση από το κράτος πρέπει να τυγχάνουν της ίδιας μεταχείρισης (και μάλιστα σε όλα τα άρθρα, όπως π.χ. στα άρθρα 33, παράγραφος 1 και 38, παράγραφος 2) ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς τους. Αυτό σημαίνει π.χ. ότι και οι κοινωφελείς ερευνητικοί οργανισμοί ή τα ερευνητικά κέντρα που έχουν ιδρυθεί με βάση το ιδιωτικό δίκαιο και χρηματοδοτούνται κατά βάση από το κράτος (17), πρέπει να εξισωθούν με τους οργανισμούς δημοσίου δικαίου. Σε τελευταία ανάλυση, η επιλογή του καταλληλότερου νομικού καθεστώτος για τα ερευνητικά ιδρύματα αυτού του είδους αποτελεί νομοθετικό προνόμιο των κρατών μελών και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να οδηγήσει σε διαφοροποιήσεις από την πλευρά των κοινοτικών ενισχύσεων στο χώρο των ερευνών.

4.7

Πνευματική ιδιοκτησία. Στις ρυθμίσεις που προτείνονται (άρθρα 39 έως 43), πρέπει να διασφαλισθεί ότι τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, τα οποία στηρίζονται σε πορίσματα ερευνών που έχουν χρηματοδοτηθεί από την Ε.Ε. με χρήματα των φορολογουμένων, δεν θα μπορούν να μεταβιβάζονται ανεξέλεγκτα σε επιχειρήσεις εκτός ευρωπαϊκού χώρου.

4.7.1

«Λογισμικά ανοιχτού πηγαίου κώδικα». Μπορεί να λεχθεί ότι τα λογισμικά που αναπτύσσονται στα πλαίσια ερευνητικών σχεδίων που χρηματοδοτούνται από την Κοινότητα, για να έχουν πιθανότητες να διαδοθούν και να αξιοποιηθούν, και να έχουν τη δυνατότητα να αποτελέσουν τη βάση εμπορικών εφαρμογών ή υπηρεσιών, πρέπει να προσφέρονται ως «Λογισμικά ανοικτού πηγαίου κώδικα». Για το σκοπό αυτό, πρέπει να παραχωρηθούν στην κοινοπραξία τα μεγαλύτερα δυνατά περιθώρια κίνησης σε ό,τι αφορά τις προϋποθέσεις αδειοδότησης.

4.8

Δικαιώματα πρόσβασης. Στην περίπτωση των δικαιωμάτων πρόσβασης (άρθρα 48 έως 52) (18) για νέα στοιχεία («foreground») και/ή προϋπάρχοντα στοιχεία («background») των συμμετεχόντων, δεν πρόκειται για τα δικαιώματα πρόσβασης σε όλα τα στοιχεία ενός των συμμετεχόντων (π.χ. ενός πανεπιστημίου ή κέντρου ερευνών) αλλά μόνο για τα στοιχεία που στηρίζονται στις εργασίες ή τις προεργασίες των μονάδων οργανώσεων ή των ομάδων που συμμετέχουν στο εκάστοτε κοινό σχέδιο και που είναι απαραίτητα στους άλλους συμμετέχοντες προκειμένου να συνεχίσουν τις εργασίες τους στα πλαίσια των έμμεσων μέτρων. Συνεπώς, η ΕΟΚΕ χαιρετίζει το άρθρο 48, το οποίο επιτρέπει την διασαφήνιση της κατάστασης στην περίπτωση του κάθε σχεδίου, με την κατάρτιση θετικού και/ή αρνητικού καταλόγου  (19) μεταξύ των συμμετεχόντων. Με τους θετικούς καταλόγους μπορεί, επίσης, να αποφευχθεί η γνωστοποίηση της ύπαρξης παρόμοιων «προϋπαρχόντων στοιχείων» τα οποία πρέπει να εξασφαλιστεί ότι θα παραμείνουν απόρρητα. Για να μην καθυστερούν αδικαιολόγητα τα σχέδια, θα ήταν σκόπιμο να προβλέπεται για τον καθορισμό των στοιχείων αυτών προθεσμία π.χ. έως και έξη μηνών μετά την έναρξή τους.

4.9

Δωρεάν δικαιώματα πρόσβασης σε στοιχεία. Η ΕΟΚΕ τρέφει επιφυλάξεις σχετικά με όλες τις ρυθμίσεις που αποσκοπούν στην παροχή δωρεάν πρόσβασης σε στοιχεία χωρίς εξαίρεση. Συνιστά εν γένει να δοθούν στους συμμετέχοντες όσο το δυνατόν περισσότερα περιθώρια να εξασφαλίζουν την εκάστοτε καταλληλότερη συμφωνία. Έτσι, μπορεί π.χ. να είναι σκόπιμο να χορηγηθούν δωρεάν δικαιώματα πρόσβασης και σε παράγοντες από το χώρο της ΕΤΑ.

4.9.1

Στοιχεία απαραίτητα για την εκτέλεση ενός μέτρου. Επιδοκιμάζεται κατά βάση η πρόταση να χορηγούνται πάντοτε από τους παράγοντες του χώρου ΕΤΑ δωρεάν δικαιώματα πρόσβασης σε υφιστάμενα στοιχεία, στο μέτρο που τα δικαιώματα αυτά είναι απαραίτητα για την εκτέλεση ενός έμμεσου μέτρου. Ωστόσο, μια αποκλειστική ρύθμιση αυτού του είδους μπορεί σε μεμονωμένες περιπτώσεις να δημιουργήσει προβλήματα στους ενδιαφερόμενους παράγοντες. Για το λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ συνιστά να τροποποιηθεί η τελευταία πρόταση του άρθρου 50 παράγραφος 2. (20).

4.9.2

Καλυπτόμενα προϋπάρχοντα στοιχεία. Ωστόσο, η πρόταση να χορηγούνται πάντοτε στους παράγοντες του χώρου ΕΤΑ δωρεάν δικαιώματα πρόσβασης σε προϋπάρχοντα στοιχεία, στο μέτρο που αυτά είναι απαραίτητα για την αξιοποίηση νέων στοιχείων είναι ιδιαίτερα προβληματική. Έτσι, υπάρχει περίπτωση ακόμη και να υποχρεωθούν παράγοντες από το χώρο της ΕΤΑ να μη συμμετάσχουν στη ρύθμιση. Τα προϋπάρχοντα στοιχεία συγκεντρώθηκαν με τη χρήση ιδίων πόρων εκ μέρους των παραγόντων ΕΤΑ ή με πόρους πρώην χορηγών ή με δημόσια κονδύλια των εκάστοτε ενδιαφερομένων κρατών μελών, πράγμα που σημαίνει ότι υπόκεινται σε δεσμεύσεις και υποχρεώσεις (21). Εάν τεθεί σε ισχύ η ρύθμιση που προτείνεται από την Επιτροπή, υπάρχει κίνδυνος να μην μπορέσουν ή να μη θελήσουν να συμμετάσχουν σε αυτήν ιδιαίτερα ισχυροί παράγοντες από το χώρο ΕΤΑ αλλά και άλλοι που διαθέτουν υψηλό δυναμικό τεχνογνωσίας, με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό τους. Για το λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ συνιστά είτε να διαγραφεί το άρθρο 51, παράγραφος 5, είτε να τροποποιηθεί (22).

4.9.3

Έρευνα αιχμής. Ακόμα και αν η έρευνα αιχμής αφορά κυρίως το χώρο της βασικής έρευνας, η ΕΟΚΕ έχει επισημάνει πολλές φορές (23) ότι τα όρια μεταξύ βασικής έρευνας και εφαρμογής είναι συχνά ρευστά. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει και σε αυτή την περίπτωση να αναμένονται οι ίδιες επιπτώσεις με αυτές που προαναφέρθηκαν. Αυτό βεβαίως πρέπει οπωσδήποτε να αποφευχθεί και να ληφθεί με τον κατάλληλο τρόπο υπόψη στις ρυθμίσεις που θα θεσπιστούν. Έτσι, η ΕΟΚΕ προτείνει είτε να διαγραφεί το άρθρο 52, παράγραφος 1, είτε να τροποποιηθεί κατάλληλα (24).

4.9.4

Ειδικές ομάδες. Από την πρόταση της Επιτροπής λείπει ένας ορισμός των εργασιών για ειδικές ομάδες. Οι σχετικές δηλώσεις δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να συγχυσθούν ή να εξισωθούν με εκείνες για την πρωτοποριακή έρευνα.

4.10

Επιλογή των μέσων. Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει τη σύσταση που είχε κάνει (25), να μην προκαθορίζονται τα σχέδια με ορισμένα μέσα αλλά ότι οι αιτούντες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προσαρμόζουν τα μέσα αυτά στη βέλτιστη δομή και μέγεθος των δράσεων που απαιτούνται για το εκάστοτε έργο. Με τον τρόπο αυτόν αποφεύγεται η υλοποίηση έργων των οποίων το μέγεθος και η δομή προσαρμόζονται στα προκαθορισμένα μέσα αντί στις βέλτιστες επιστημονικές και τεχνικές απαιτήσεις. Τα μέσα για την προώθηση της έρευνας πρέπει να εξυπηρετούν τους όρους εργασίας και τις στοχοθετήσεις της έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης και όχι να τους παραβιάζουν. Έτσι θα πρέπει κυρίως να συνεχιστούν τα σκοποθετημένα σχέδια ερευνών (Specific Targeted Research Projects) επειδή είναι ιδιαίτερα κατάλληλα για τη συμμετοχή ΜΜΕ και μικρότερων ερευνητικών ομάδων.

4.11

Κατάργηση της συλλογικής χρηματοοικονομικής ευθύνης. Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει την πρόταση για την κατάργηση της συλλογικής χρηματοοικονομικής ευθύνης, και υπενθυμίζει ότι είχε επισημάνει την προβληματική αυτή στις συστάσεις που υπέβαλε για το έκτο πρόγραμμα-πλαίσιο (26).

4.11.1

Ταμείο κάλυψης κινδύνων. H EOKE υποστηρίζει συνεπώς και την ίδρυση του Ταμείου κάλυψης κινδύνων για την περίπτωση πιθανών αποχωρήσεων, όπου (άρθρο 38, 1) θα καταβάλλεται ένα μικρό ποσοστό των πόρων για την ενίσχυση έμμεσων μέτρων. Ωστόσο, θα ήταν σκόπιμο με τη δημοσίευση μιας προκήρυξης να γνωστοποιείται από την Επιτροπή και το ποσοστό αυτό, που καθορίζεται ανάλογα με την εκτίμηση των κινδύνων. Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει, επίσης, το γεγονός ότι τυχόν πλεονάσματα του προβλεπόμενου αποθεματικού θα επιστρέφονται στο πρόγραμμα-πλαίσιο για συγκεκριμένους σκοπούς.

4.11.2

Απαλλαγή. H EOKE συνιστά, όμως, την απαλλαγή όλων των ερευνητικών ιδρυμάτων που χρηματοδοτούνται κατά κύριο λόγο με δημόσιους πόρους (27) (σύμφωνα με το άρθρο 38, παρ. 2) και μάλιστα ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς που τα διέπει.

4.11.3

Διακοπή σχεδίων. Η ΕΟΚΕ εφιστά ταυτόχρονα την προσοχή στην προβλεπόμενη (στο άρθρο 18, παρ. 4) τεχνική συλλογική χρηματοοικονομική ευθύνη των συμμετεχόντων. Κατά την άποψή της ΕΟΚΕ, οι κοινοπραξίες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν σχετικά με την ενδεχόμενη διακοπή ενός σχεδίου στην περίπτωση που η συνέχισή του δεν κρίνεται πλέον σκόπιμη ή θεωρείται ανέφικτη για επιστημονικούς ή οικονομικούς λόγους. Συνεπώς, τα άρθρα 18, παρ. 4 και 5 πρέπει να τροποποιηθούν αναλόγως.

4.12

Επιτροπές προγράμματος. Σύμφωνα με την πρόταση της Επιτροπής οι επιτροπές προγράμματος θα πρέπει να απαλλαγούν από την υποχρέωση να αποφασίζουν ποια σχέδια προτείνονται προς κατακύρωση. Όμως, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι αυτό πρέπει να συμβαίνει στην περίπτωση που η Επιτροπή ακολουθεί την άποψη του εμπειρογνώμονα κατά την επιλογή σχεδίων. Σε διαφορετική περίπτωση, καθώς και κατά την αποφάσεις σχετικά με τα προγράμματα εργασίας και την κατανομή των κονδυλίων, θα πρέπει να εξακολουθεί να επίκειται η έγκριση των αρμοδίων επιτροπών προγράμματος. Μια ενδιάμεση λύση θα ήταν θα ήταν να υποβάλλεται στην επιτροπή προγράμματος μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης «σχέδιο για την υλοποίηση της προσκλήσεως υποβολής προσφορών» («call implementation plan»), το οποίο θα εξετάζεται και θα καθορίζεται επισήμως από αυτήν. Έτσι θα αποφεύγονταν οι καθυστερήσεις, επειδή η επιτροπή προγράμματος δεν θα αποφασίζει πλέον για μεμονωμένα σχέδια.

4.13

Συμφωνία επιχορήγησης. Το αντίστοιχο άρθρο 19, παρ.8 σχετίζεται με τη Χάρτα των ερευνητών και τον κώδικα δεοντολογίας για το διορισμό τους. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η Χάρτα αυτή έχει απλώς τον χαρακτήρα συστάσεως και, συνεπώς, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση δεσμεύσεων. Επιπλέον, υπενθυμίζει ότι μπορεί μεν να επιδοκιμάζει πολλές πτυχές της Χάρτας, ταυτόχρονα όμως έχει συστήσει την αναθεώρησή της (28), κυρίως λόγω ρυθμιστικών υπερβολών και της ύπαρξης μερικών ανεφάρμοστων κριτηρίων.

4.14

Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει την πρόταση ( και τις σχετικές ρυθμίσεις) να χορηγηθεί στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων οικονομική ενίσχυση για την κάλυψη πιστωτικών κινδύνων, για την εξυπηρέτηση των ερευνητικών στόχων του 7ου προγράμματος πλαισίου ΕΤΑ. Δάνεια αυτού του είδους θα πρέπει να χρησιμοποιούνται κυρίως για δραστηριότητες επίδειξης (π.χ. για έρευνες στον ενεργειακό τομέα).

Βρυξέλλες, 5 Ιουλίου 2006

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  COM (2005) 119 τελικό

(2)  ΕΕ C 65 της 17.03.2006.

(3)  COM(2005) 439, 440, 441, 442, 443, 444, 445 τελικό.

(4)  ΕΕ C 65 της 17.03.2006.

(5)  Στην πρόταση της Επιτροπής η έννοια «ερευνητικός οργανισμός» ορίζεται στο άρθρο 2.1· σε άλλα σημεία χρησιμοποιούνται ως συνώνυμοι και οι όροι «ερευνητικό ίδρυμα» ή «ερευνητικό κέντρο».

(6)  ΕΕ C 110 της 30.04.2004.

ΕΕ C 157 της 28.06.2005.

ΕΕ C 65 της 17.03.2006.

(7)  ΕΕ C 157 της 28/06/2005. Αποφυγή της δημιουργίας οργάνων με συγκρίσιμα ή αλληλεπικαλυπτόμενα καθήκοντα

(8)  Πέραν του πλαισίου της προτάσεως που υποβάλλει η Επιτροπή θα ήταν σκόπιμο να προωθηθεί μια μεγαλύτερη ενοποίηση των διαδικασιών που ισχύουν για τις πληρωμές για όλα τα κοινοτικά μέτρα στήριξης, συμπεριλαμβανομένων του προγράμματος για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία ή των διαρθρωτικών ταμείων.

(9)  Βλέπε προηγούμενη υποσημείωση

(10)  Βλ., π.χ.,σημείο 9.8.4 στο έγγραφο, ΕΕ C 204, 18-7-2000.

(11)  Βλ. υποσημείωση 6

(12)  Όπως και για δημόσιους φορείς, ιδρύματα τριτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και ερευνητικά ιδρύματα.

(13)  Σε σχέση με αυτό, η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή στη σύσταση που είχε κάνει για την εισαγωγή περιόδου χάριτος στη νομοθεσία για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, χωρίς όμως να είναι απαραίτητο η επιστημονική δημοσίευση να συνδέεται με απαίτηση προτεραιότητας Βλ. CESE 319/2004 Σημεία 2.5κε., ΕΕ. C 110 της 30.4.2004.

(14)  Μοντέλο δαπανών ΠΔ: εκκαθαριστικός λογαριασμός των επιλέξιμων προς επιστροφή άμεσων πρόσθετων δαπανών των συμμετεχόντων, επιπλέον ενός κατ'αποκοπή ποσού για τις έμμεσες δαπάνες, σύμφωνα με το σχετικό υπόδειγμα (πρόσθετες δαπάνες:ΠΔ). Στο 6ο πρόγραμμα-πλαίσιο, το κατ'αποκοπή ποσό αντιστοιχεί στο 20 % όλων των άμεσων πρόσθετων δαπανών μείον τις δαπάνες συμβάσεων υπεργολαβίας.

(15)  Μοντέλο δαπανών ΣΔ: εκκαθαριστικός λογαριασμός των επιλέξιμων προς επιστροφή των άμεσων και έμμεσων δαπανών των συμμετεχόντων, σύμφωνα με το σχετικό υπόδειγμα (συνολικές δαπάνες:ΣΔ). Υπάρχει και η ειδική περίπτωση ΣΔΚΑ: εκκαθαριστικός λογαριασμός των επιλέξιμων προς επιστροφή άμεσων δαπανών των συμμετεχόντων, επιπλέον ενός κατ'αποκοπή ποσού για τις έμμεσες δαπάνες, σύμφωνα με το σχετικό υπόδειγμα (συνολικές δαπάνες + κατ'αποκοπή ποσό:ΣΔΚΑ). Στο 6o πρόγραμμα-πλαίσιο, οι συνολικές δαπάνες υπολογίζονται με βάση το άθροισμα των άμεσων και των έμμεσων δαπανών και στα τρία μοντέλα (ΠΔ, ΣΔ, ΣΔΚΑ).

(16)  Στην περίπτωση δραστηριοτήτων ΕΤΑ, το ενδεχόμενο κατ' αποκοπή ποσό για την κάλυψη των έμμεσων δαπανών στο άρθρο 32 θα πρέπει να οριστεί τουλάχιστον στο 20 % των επιλέξιμων προς επιστροφή άμεσων δαπανών, μείον τις δαπάνες για συμβάσεις υπεργολαβίας. Η ρύθμιση αυτή ίσχυε ήδη στο έκτο πρόγραμμα πλαίσιο για τους εκκαθαριστικού λογαριασμούς ΣΔΚΑ και Π και πρέπει να Διατηρηθεί για να διασφαλιστεί η συνέχεια και κυρίως για να αντιστοιχεί στα διάφορα συστήματα λογιστικής που έχουν αναπτυχθεί από τις συμμετέχουσες οργανώσεις.

(17)  Στη Γερμανία υπάρχουν, π.χ., ερευνητικά ιδρύματα όπως η Helmholtz-Gemeinschaft, η Fraunhofer-Gesellschaft, η Leibniz-Gemeinschaft το ίδρυμα Max-Planck.

(18)  Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι στη γερμανική έκδοση της προτάσεως της Επιτροπής, σε σύγκριση με την αγγλική ωμ παρατηρούνται μεταφράστηκαν σφάλματα στα άρθρα 50, παρ. 1 και 51, παρ.1. Η παρούσα γνωμοδότηση αναφέρεται στην ορθή έκδοση, που είναι η αγγλική!

(19)  Θετικός κατάλογος: Απαρίθμηση όλων των γνώσεων ή των τομέων όπου θα πρέπει να εξασφαλιστεί πρόσβαση. Αρνητικός κατάλογος: Απαρίθμηση όλων των γνώσεων ή όλων τω σχετικών τομέων όπου ΔΕΝ πρέπει να εξασφαλιστεί πρόσβαση.

(20)  Μια πιθανή αναδιατύπωση της τελευταίας πρότασης του άρθρου 50, παρ.2 θα ήταν η ακόλουθη: «However, RTD Performers shall grant access rights to background on a royalty-free basis, unless for justified exceptions otherwise agreed by all participants before their accession to the grant agreement».

(21)  Π.χ., στη Γερμανία και στον νόμο σχετικά με τις εφευρέσεις των εργαζομένων.

(22)  Μια πιθανή νέα διατύπωση θα ήταν η ακόλουθη: «RTD-Performers shall grant access rights to background needed to use the foreground generated in the indirect action on a royalty-free basis unless otherwise agreed by all participants before their accession to the grant agreement»

(23)  Π.χ. Μικροβιολογία, Laser, ΤΠΕ.

(24)  Έτσι, το άρθρο 52, παρ.1 θα μπορούσε να αναδιατυπωθεί ως εξής: «In the case of frontier research actions, access rights to foreground for the implementation of the project shall be granted royalty-free. Access rights to foreground for use shall be under fair and reasonable conditions or royalty-free as agreed by all participants before their accession to the grant agreement»

(25)  ΕΕ C 157 της 30.4.2004.

(26)  ΕΕ C 94 της 30.4.2004.

(27)  Εξίσωση όλων των ερευνητικών ιδρυμάτων που επιχορηγούνται κατά κύριο λόγο από το Δημόσιο.

(28)  EE C 65, της 17/03/2006.


16.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 309/41


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την «Πρόταση κανονισμού (Ευρατόμ) του Συμβουλίου με τον οποίο καθορίζονται οι κανόνες συμμετοχής επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων στις δράσεις που αναλαμβάνονται βάσει του έβδομου προγράμματος πλαισίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας και οι κανόνες διάδοσης των ερευνητικών αποτελεσμάτων (2007-2011)»

COM(2006) 42 τελικό — 2006/0014 (CNS)

(2006/C 309/09)

Στις 8 Μαρτίου 2006, το Συμβούλιο αποφάσισε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 10 της ΣΕΚ να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 31 Μαΐου 2006 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. PEZZINI.

Κατά την 428η σύνοδο ολομέλειάς της, της 5ης και 6ης Ιουλίου 2006 (συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου 2006) η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε, με 156 ψήφους υπέρ, 3 ψήφους κατά και 4 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί τις προτάσεις της Επιτροπής για τους νέους κανόνες συμμετοχής επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων στην εφαρμογή του 7ου προγράμματος πλαισίου έρευνας, ανάπτυξης και κατάρτισης στον πυρηνικό τομέα για τη διάδοση των αποτελεσμάτων του την πενταετία 2007-2011.

1.2

Οι προτάσεις αποσκοπούν στην απλοποίηση και στον ορθολογισμό των διαδικασιών και των μεθόδων, προκειμένου να υλοποιηθεί στην πράξη η στρατηγική της Λισσαβώνας, όπως επανακαθορίστηκε στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια του 2005 και του Μαρτίου του 2006, και να ικανοποιηθούν οι ανάγκες των διαφόρων φορέων έρευνας και των τελικών χρηστών. Ωστόσο, η τελική αξιολόγηση για την επιτυχία των μέτρων αυτών θα πραγματοποιηθεί μόνον όταν θα έχουν οριστικοποιηθεί οι κανόνες εφαρμογής.

1.3

Έως και το κεφάλαιο III, οι προτάσεις της Επιτροπής είναι σχεδόν ταυτόσημες με τις προτάσεις που υποβλήθηκαν για το 7ο ΠΠ έρευνας, ανάπτυξης και κατάρτισης στον μη πυρηνικό τομέα (1), έστω και με διαφορετική αρίθμηση (2). Η ΕΟΚΕ παραπέμπει ωστόσο στη σχετική γνωμοδότησή της, υπενθυμίζοντας και επαναλαμβάνοντας τις παρατηρήσεις που περιέχονται σε αυτή (3), και οι οποίες ισχύουν και για τις υπό εξέταση προτάσεις έως και το κεφάλαιο III.

1.4

Ειδικότερα, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι το ευρωπαϊκό πρόγραμμα πυρηνικής σύντηξης πρέπει να θεωρηθεί ως πρότυπο πραγματικής ολοκλήρωσης των κοινοτικών προσπαθειών και πλήρους συντονισμού δράσεων, στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Συμφωνίας για την Ανάπτυξη της Σύντηξης (EFDA) και των συμβάσεων σύμπραξης.

1.4.1

Το πρόγραμμα αυτό διαδραματίζει πρωταρχικό ρόλο για την ΕΕ στο πεδίο της έρευνας της ενέργειας σύντηξης, υλοποιείται με τη συνεχή κοινοτική υποστήριξη υπό μορφή οικονομικών μέσων και ανθρώπινου κεφαλαίου και εμπλουτίζεται με την υψηλού επιπέδου περιβαλλοντική βιωσιμότητα, χάρη στις δραστηριότητες του σχεδίου ITER/DEMO (4).

1.5

Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι η πυρηνική ενέργεια (5), στην οποία οφείλεται σήμερα σχεδόν το ένα τρίτο της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ένωση (6), συμβάλλει στην ανεξαρτησία και στην ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού (7) καθώς και στην αειφορία της ευρωπαϊκής οικονομικής ανάπτυξης, σύμφωνα με τις διατάξεις της συμφωνίας του Κιότο· τούτο βέβαια υπό την προϋπόθεση να εφαρμόζονται καλύτερα, αποτελεσματικότερα και ασφαλέστερα πρότυπα επεξεργασίας της σκωρίας, και να μπορούν να αναπτύσσονται η έρευνα και η ευρωπαϊκή ανταγωνιστική βιομηχανία στον τομέα της πυρηνικής τεχνολογίας και των υπηρεσιών.

1.6

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ικανοποιητικά τα επίπεδα της κοινοτικής χρηματοδότησης για τις δράσεις έρευνας, κατάρτισης και επίδειξης, συντονισμού και υποστήριξης, καθώς και για τα δίκτυα αριστείας και για το προβλεπόμενο χρηματοδοτικό καθεστώς για την έρευνα στον τομέα της ενέργειας σύντηξης.

1.6.1

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει την ανάγκη να προωθηθεί η έρευνα και η εφαρμογή καθαρών και ασφαλών τεχνολογιών, σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τις ιδιαιτερότητες των επιμέρους κρατών και ζητεί να γίνει σεβαστή η απόφαση των διαφόρων κρατών μελών που έχουν επιλέξει να μην αναζητήσουν στην πυρηνική ενέργεια την λύση που θα καλύψει τις μελλοντικές ενεργειακές τους ανάγκες και που λαμβάνουν υπόψη το γεγονός αυτό στα ερευνητικά τους προγράμματα

1.7

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει τον ρόλο των δράσεων κατάρτισης και των προβλεπόμενων κατευθύνσεων για την επαγγελματική εξέλιξη των ερευνητών και επισημαίνει ότι οι δράσεις αυτές έχουν ιδιαίτερη σημασία για τον ιδιωτικό τομέα, για την κοινωνία των πολιτών και για τους πολίτες.

1.8

Η ΕΟΚΕ θεωρεί θεμελιώδες να διασφαλιστεί, για τη συμμετοχή στο 7ο ΠΠ EURATOM και στα ειδικά προγράμματά του, ένα πλαίσιο κανόνων που να είναι απλό, ευανάγνωστο, κατανοητό, σαφές και διαφανές και κυρίως ικανό να παρέχει ασφάλεια στους πιθανούς συμμετέχοντες, και ειδικότερα στις επιχειρήσεις μικρών διαστάσεων, όσον αφορά τις αρχές και τα κριτήρια που διέπουν την πρόσβαση, την αξιολόγηση και την επιλογή, καθώς και τη διατύπωση των συμβάσεων και τη διαχείριση των σχεδίων.

1.8.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την λύπη της που κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται στην πρόταση κανονισμού και εκτιμά ότι η αποτελεσματικότητα των κανόνων αυτών πρέπει να παρακολουθείται από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες για ένα επαρκές χρονικό διάστημα και η έκθεση ελέγχου να διαβιβάζεται στο Συμβούλιο και στην ΕΟΚΕ.

1.9

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η αξιοποίηση και η διάδοση των αποτελεσμάτων της έρευνας είναι απαραίτητη, προκειμένου να τηρηθεί η αρχή «value for money» (σχέση κόστους — ωφέλειας) που εφαρμόζεται στους ευρωπαίους φορολογούμενους. Υπενθυμίζει ότι εν προκειμένω πρέπει να βρεθεί μία σωστή ισορροπία μεταξύ, αφενός, της προστασίας των κοινοτικών συμφερόντων, των ευαισθησιών, ακόμη και αμυντικών, των κρατών μελών, των δικαιωμάτων πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας και, αφετέρου, των κινδύνων, εξίσου σημαντικών, που εγκυμονεί η ανεπαρκής διάθεση της επιστημονικής και τεχνικής πληροφορίας στον τομέα αυτό.

1.9.1

Η ΕΟΚΕ εκτιμά, τέλος, ότι είναι απαραίτητο να ενισχυθεί το ΔΠΙ-HELPDESK, για να παρέχει συγκεκριμένη και προορατική ενίσχυση στους πιθανούς συμμετέχοντες στις συμφωνίες επιχορήγησης, και για τις έμμεσες δράσεις που έχουν ως σκοπό την υποστήριξη της κατάρτισης και της επαγγελματικής εξέλιξης των ερευνητών, όπως κατά τη φάση προετοιμασίας και σύναψης συμφωνιών κοινοπραξίας.

2.   Αιτιολογία

2.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της που η αίτηση διαβούλευσης της διαβιβάστηκε εγκαίρως, και έχει πλήρη συνείδηση, των αποκλειστικών συμβουλευτικών αρμοδιοτήτων της, σε σχέση με τη Συνθήκη EURATOM. Η ΕΟΚΕ αποδίδει μεγάλη σημασία στις αρμοδιότητες αυτές, λόγω του εξαιρετικά λεπτού χαρακτήρα της πυρηνικής ενέργειας για την κοινωνία και της ανάγκης κατάλληλης ενημέρωσης και διαβούλευσης.

2.2

Πράγματι, η ατομική ενέργεια θέτει ένα εξαιρετικά δύσκολο πρόβλημα, όσον αφορά τη συμμετοχή των πολιτών, λόγω των σημαντικών κινδύνων και των προβλημάτων επεξεργασίας των αποβλήτων που συνεπάγεται.

2.2.1

Η ΕΟΚΕ εύχεται να τονιστεί η ανάγκη ενίσχυσης των προτύπων αξιολόγησης των παροχών και της ασφάλειας/ αξιοπιστίας στον τομέα αυτό, με τη θέσπιση μόνιμων μηχανισμών ενημέρωσης, διαβούλευσης και κατάρτισης.

2.2.2

Πρόκειται για την καλύτερη οργάνωση της διαδικασίας διακυβέρνησης, προκειμένου να οριστούν οι καταλληλότερες στρατηγικές επιλογές και να απαντηθούν οι προβληματισμοί των πολιτών για την ατομική ενέργεια και για τις μακροπρόθεσμες συνέπειές της.

2.3

Η ΕΟΚΕ έχει ήδη εκφραστεί (8), για τις λύσεις που προωθεί η Επιτροπή όσον αφορά την απλοποίηση (9) των διοικητικών διαδικασιών και τη μείωση του αντίστοιχου κόστους στο πλαίσιο των αποφάσεων που αφορούν αντιστοίχως το 7o ΠΠ ΕΚ και το 7o ΠΠ EURATOM που υιοθετήθηκαν στις 6 Απριλίου 2005.

2.3.1

Η Επιτροπή είχε ορίσει ως «κρίσιμους παράγοντες επιτυχίας» δέκα βασικά μέτρα, που πρέπει να εφαρμοστούν για την απλοποίηση των διαδικασιών πρόσβασης, συμμετοχής και διαχείρισης του 7ου ΠΠ. Για το θέμα αυτό η ΕΟΚΕ είχε επισημάνει ότι «ο διοικητικός φόρτος και το κόστος που συνεπάγονται σήμερα οι διαδικασίες για την υποβολή αιτήσεων και την έγκρισή τους είναι υπερβολικός και δημιουργεί προβλήματα στους χρήστες από το χώρο της επιστήμης και της βιομηχανίας. Η συμμετοχή στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα ερευνών πρέπει να είναι επωφελής για τους ενδιαφερόμενους φορείς» (10) και να αντισταθμίζει του κινδύνους που συνεπάγεται η υποβολή ενός φακέλου υποψηφιότητας.

2.3.2

Η ΕΟΚΕ έχει ήδη επαναλάβει τη σημασία: «ευρύτερης σύνδεσης των ΜΜΕ στη διαδικασία έρευνας, ανάπτυξης και καινοτομίας» και έχει υπογραμμίσει ότι «για την επιτυχία τέτοιων ΜΜΕ, που συστάθηκαν ειδικά για την ανάπτυξη και εμπορία νέων προϊόντων υψηλής τεχνολογίας, είναι κατεξοχήν απαραίτητη η διάθεση επαρκών κεφαλαίων εκκίνησης και κεφαλαίων επιχειρηματικού κινδύνου…». «Για να γίνει όμως αυτό, πρέπει ακόμη και εδώ, οι διαδικασίες να μην υπερβαίνουν ένα συγκεκριμένο όριο, που να είναι αποδεκτό και προσαρμοσμένο στις ΜΜΕ» (11).

2.3.3

Τα σημεία που ανέφεραν οι υπηρεσίες της Επιτροπής για την απλοποίηση των κανονιστικών διαδικασιών αφορούν:

ένα περιορισμένο φάσμα σχεδίων χρηματοδότησης, τα οποία να διασφαλίζουν τη συνέχεια με τα μέσα του 6ου ΠΠ και να εξασφαλίζουν ευρεία ευελιξία χρήσης,

την υψηλής ποιότητας, πλήρη και έγκαιρη επικοινωνία και ομόφωνη και ενιαία ερμηνεία των στόχων και των τρόπων εφαρμογής τόσο του 7ου ΠΠ ΕΚ όσο και του 7ου ΠΠ EURATOM,

τον ορθολογισμό των απαιτήσεων που τίθενται στους συμμετέχοντες, με επέκταση στους όρους υποβολής των προτάσεων σε δύο στάδια, εκτός της συστηματικής χρήσης των μέσων πληροφορικής,

την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ, χωρίς εξάλλου την επιβολή υπερβολικών δαπανών στους συμμετέχοντες, μειώνοντας στο ελάχιστο τον εκ των προτέρων έλεγχο με βάση έναν ενιαίο κατάλογο προκαθορισμένων κριτηρίων,

την λειτουργική αυτονομία των κοινοπραξιών, μέσω συμβάσεων με μεγαλύτερη ευελιξία και εκτενούς χρήσης των κατ' αποκοπή προκαταβολών, στη βάση προκαθορισμένου καταλογιστέου κόστους και ανεξάρτητων εξωτερικών λογιστικών ελέγχων,

ταχύτερες διαδικασίες επιλογής, με την αντικατάσταση της διαδικασίας της επιτροπολογίας από άλλη απλούστερη που να βασίζεται στη διαδικασία ενημέρωσης,

την αποτελεσματικότερη χρήση των πόρων του προϋπολογισμού που διατίθενται για την ΕΤΑ, μέσω στενότερου συντονισμού με τους πόρους άλλων πολιτικών που προβλέπονται στη στρατηγική της Λισσαβώνας· και με την μείωση του κοινοτικού διοικητικού και διαχειριστικού κόστους των σχεδίων που προβλέπονται για τις δράσεις ΕΤΑ,

την ευρύτερη χρήση της κατ' αποκοπήν χρηματοδότησης εντός ενός απλοποιημένου πλαισίου τύπων κοινοτικής χρηματοδότησης,

την εξάλειψη των υφιστάμενων προτύπων αναφοράς των δαπανών των σχεδίων, πρότυπα που έχουν αποδειχτεί υπερβολικά πολύπλοκα, που να συνοδεύεται από σαφείς ορισμούς των δαπανών που έχουν επιλεχθεί,

τον ορισμό του ποσοστού παρέμβασης ανά τύπο δράσης (έρευνα, ανάπτυξη, επίδειξη, κατάρτιση, διάδοση και χρήση των αποτελεσμάτων, μεταβίβαση κυριότητας στοιχείων,…) που θα συνδέεται μόνο με μεμονωμένες δράσεις, με ανώτατα όρια για κάθε τύπο δράσης, και θα αναφέρεται στην κοινοπραξία και όχι σε μεμονωμένους συμμετέχοντες.

2.4

Ο υπό εξέταση κανονισμός παρουσιάζει εξάλλου διάφορες τροποποιήσεις σε σχέση με τον προηγούμενο κανονισμό (12), όσον αφορά ειδικότερα: τον στόχο της πρότασης· τους ορισμούς· την εμπιστευτικότητα· την αξιολόγηση· την επιλογή και την ανάθεση των προτάσεων· τις μορφές επιχορήγησης· την απόδοση των επιλέξιμων δαπανών· το όριο της κοινοτικής χρηματοδοτικής συνεισφοράς· τους κινδύνους της κοινοπραξίας· τη διάδοση, την αξιοποίηση και τα δικαιώματα πρόσβασης· τους ειδικούς κανόνες για την ευρωπαϊκή συμφωνία για την ανάπτυξη της σύντηξης· τη συμφωνία για την κινητικότητα του προσωπικού.

2.4.1

Η ΕΟΚΕ παραπέμπει, όσον αφορά τα μέρη της υπό εξέταση πρότασης που είναι κοινά με την αντίστοιχη πρόταση σχετικά με το 7ο πρόγραμμα Πλαίσιο ΕΚ (Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με τον οποίο καθορίζονται οι κανόνες συμμετοχής επιχειρήσεων, ερευνητικών κέντρων και πανεπιστημίων στις δράσεις που αναλαμβάνονται βάσει του έβδομου προγράμματος πλαισίου και οι κανόνες διάδοσης των ερευνητικών αποτελεσμάτων (2007-2013) (13), στη σχετική γνωμοδότησή της που βρίσκεται στο στάδιο της επεξεργασίας (14).

2.5

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τα όρια που έχουν καθοριστεί για την πυρηνική έρευνα και την κατάρτιση· εκφράζει ιδιαίτερα την ικανοποίησή της για τη δυνατότητα στην περίπτωση των ΜΜΕ, των δημόσιων οργανισμών, των ιδρυμάτων δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και των ερευνητικών οργανισμών (15) να περάσουν από το όριο συνεισφοράς του 50 % στο 75 %, καθώς και για το γεγονός ότι δράσεις συντονισμού, υποστήριξης, κατάρτισης και επαγγελματικής εξέλιξης των ερευνητών μπορούν να φτάσουν το 100 % των συνολικών επιλέξιμων δαπανών.

2.5.1

Η ΕΟΚΕ συνιστά, εξάλλου, να συνοψίζονται σε πίνακα που να επισυνάπτεται στην πρόταση, οι διάφοροι τύποι δράσεων και το σχετικό μέγιστο προβλεπόμενο ποσοστό παρέμβασης, όπως και οι ενδεχόμενες πιθανότητες συσσώρευσης, ειδικότερα για τις υποδομές έρευνας, με άλλους τύπους κοινοτικών παρεμβάσεων (διαρθρωτικά ταμεία, κλπ).

3.   Γενικές παρατηρήσεις για τους κανόνες συμμετοχής στο 7o ΠΠ EURATOM

3.1

Η ΕΟΚΕ θεωρεί θεμελιώδες να διασφαλιστεί για τους κανόνες συμμετοχής στο 7ο ΠΠ EURATOM και στα ειδικά του προγράμματα, ένα πλαίσιο που να είναι απλό, ευανάγνωστο, κατανοητό, σαφές και διαφανές, και να υπάρχει σε όλες τις κοινοτικές γλώσσες. Το πλαίσιο αυτό θα πρέπει κυρίως να παρέχει ασφάλεια στους πιθανούς συμμετέχοντες, και ειδικότερα στις επιχειρήσεις μικρών διαστάσεων, όσον αφορά τις αρχές και τα κριτήρια που διέπουν την τη διαθεσιμότητα, τους όρους συμμετοχής, την υποβολή και την αξιολόγηση των προτάσεων των σχεδίων, τις τυπολογίες και τις συμβατικές υποχρεώσεις, τα ποσοστά και τα συστήματα κατανομής των κοινοτικών συγχρηματοδοτήσεων, την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας και την αξιοποίηση και τη διάδοση των νέων στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών διατάξεων για τον θεματικό τομέα που αφορά την ενέργεια σύντηξης.

3.1.1

Η ΕΟΚΕ προτείνει, ειδικότερα, τη σαφή διατύπωση των κριτηρίων επιλογής και κατακύρωσης για τις έμμεσες δράσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14, εκτός ενδεχόμενων ειδικών κριτηρίων. Αυτά τα γενικά κριτήρια είναι:

η επιστημονική και τεχνολογική αριστεία και ο βαθμός καινοτομίας,

η ικανότητα υλοποίησης της έμμεσης δράσης και αποτελεσματικής διαχείρισης των πόρων και των αρμοδιοτήτων,

η συνάφεια με τους στόχους του ειδικού προγράμματος και του προγράμματος εργασίας,

η ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία, η κρίσιμη μάζα των πόρων που ενεργοποιούνται και η συμβολή στις κοινοτικές πολιτικές,

η ποιότητα του σχεδίου αξιολόγησης και διάδοσης των νέων στοιχείων, το δυναμικό προώθησης της καινοτομίας, η σαφήνεια του σχεδίου για τη διαχείριση της πνευματικής ιδιοκτησίας,

ο σεβασμός των δεοντολογικών αρχών και της ισότητας των φύλων

3.2

Η ΕΟΚΕ έχει ήδη λάβει θέση για τους γενικούς θεματικούς τομείς που αφορούν την απλοποίηση και τον ορθολογισμό των προγραμμάτων πλαισίων για την κοινοτική έρευνα στον πυρηνικό τομέα, στις γνωμοδοτήσεις για το 7ο ΠΠ EURATOM και για τα δύο ειδικά προγράμματα που αφορούν αντιστοίχως: την πυρηνική ενέργεια, με ιδιαίτερη αναφορά στην έρευνα για την ενέργεια σύντηξης, και τις δράσεις πυρηνικής έρευνας του Κοινού Κέντρου Ερευνών. Μία γνωμοδότηση σχετικά με την πρόταση για τους κανόνες συμμετοχής στο 7ο ΠΠ μη πυρηνικής κοινοτικής έρευνας, βρίσκεται επίσης στο στάδιο της επεξεργασίας από την ΕΟΚΕ (16).

3.3

Σε ό,τι αφορά τους κανόνες σχετικά με το πρόγραμμα EURATOM, η ΕΟΚΕ επιθυμεί να επισημάνει κυρίως την ανάγκη πιο ριζικής απλοποίησης των διατυπώσεων που αφορούν την παρουσίαση του φακέλου.

3.3.1

Εκφράζει επίσης την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η από κοινού και εις ολόκληρον ευθύνη, που προβλεπόταν τότε στο 6ο ΠΠ EURATOM και που μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό εμπόδιο στη συμμετοχή φορέων μικρών και μεσαίων διαστάσεων (επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, …), αποσύρθηκε από την υπό εξέταση πρόταση και αντικαταστάθηκε από ένα ποσό που θα καθοριστεί και το οποίο θα πρέπει να είναι γύρω στο 1 % της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Κοινότητας (17), ως εγγύηση του κινδύνου μη κάλυψης των οφειλών από τις κοινοπραξίες (άρθρο 37). Πράγματι, στον τομέα EURATOM, ένα σημαντικό τμήμα της ερευνητικής δραστηριότητας μπορεί να ανατεθεί σε φορείς μικρών και μεσαίων διαστάσεων, για τους οποίους ο κανόνας αυτός θα αποτελούσε σοβαρό εμπόδιο στη συμμετοχή τους.

3.4

Η ΕΟΚΕ εκφράζει επιφυλάξεις για την πληθώρα των πιθανών παρεκκλίσεων στους κανόνες συμμετοχής που προβλέπονται στα 50 και πλέον προτεινόμενα άρθρα, καθώς και στις ευρείες δυνατότητες των διαφόρων κριτηρίων και ρυθμίσεων που θα οριστούν στα ετήσια προγράμματα εργασίας, στα ειδικά προγράμματα και στις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων. Οι παρεκκλίσεις αυτές αφορούν ειδικότερα: τον αριθμό των συμμετεχόντων και τις πρόσθετες προϋποθέσεις πρόσβασης (άρθρο 11)· τις αρχές αξιολόγησης, επιλογής και ανάθεσης (άρθρο 14, § 1)· τις εξαιρέσεις προκήρυξης υποβολής προτάσεων (άρθρο 13)· τα κριτήρια αξιολόγησης με τη δυνατότητα καθορισμού πρόσθετων ειδικών κριτηρίων (άρθρο 14 § 2)· τη χρηματοδοτική συνεισφορά της Κοινότητας στα δίκτυα αριστείας (άρθρο 34, § 1 και 3).

3.4.1

Ειδικότερα όσον αφορά τα δίκτυα αριστείας, η ΕΟΚΕ τονίζει την ανησυχία της σχετικά με τον καθορισμό της συνεισφοράς σε κατ' αποκοπήν μορφή, διότι μπορεί να αποδειχτεί εσφαλμένη και να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η κατάσταση αυτή ενδέχεται να βλάψει την ανάπτυξη των δικτύων αριστείας που είναι απαραίτητα για την επίτευξη των συγκεκριμένων στόχων του προγράμματος.

3.5

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι η αναγκαία ευελιξία διαχείρισης και καθορισμού των αναγκών των επιμέρους δράσεων δεν θα πρέπει να αποβεί σε βάρος της σαφήνειας, της ασφάλειας και της διαφάνειας των απαιτούμενων προϋποθέσεων συμμετοχής, των προκαθορισμένων κριτηρίων αξιολόγησης και επιλογής και ενός σαφούς πλαισίου των προτεινόμενων χρηματοδοτήσεων και συγχρηματοδοτήσεων.

3.6

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι όταν στη συμφωνία επιχορήγησης προβλέπεται, για την κοινοπραξία έρευνας, η δυνατότητα προσφυγής σε προσκλήσεις υποβολής προτάσεων για την πραγματοποίηση ορισμένων έργων ή για την επέκταση ορισμένων δραστηριοτήτων, οι εν λόγω προσκλήσεις υποβολής προτάσεων θα πρέπει να διατυπώνονται σύμφωνα με τους κανόνες που έχει ορίσει η Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλιστεί η μέγιστη διαφάνεια και πρόσβαση στην πληροφορία.

3.7

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει τη σημασία των διατάξεων για την παρακολούθηση και τον έλεγχο των προγραμμάτων και των έμμεσων δράσεων έρευνας, επίδειξης, συντονισμού και κατάρτισης στον πυρηνικό τομέα· προτείνει συνεπώς να θεσπιστεί γι αυτές τις λειτουργίες καθώς και για τις προσκλήσεις υποβολής προτάσεων, την αξιολόγηση, την επιλογή και τη συμβατική παρακολούθηση και τον λογιστικό έλεγχο των σχεδίων που έχουν εγκριθεί για χρηματοδότηση ένα μέγιστο όριο δαπάνης, που δεν θα πρέπει να είναι ανώτερο, ως συνολική δαπάνη, από το 7 % έως 10 % των συνολικών κοινοτικών δαπανών για το 7ο ΠΠ EURATOM. Και τούτο προκειμένου να διατεθεί το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών σε πρωτογενείς δραστηριότητες που χαρακτηρίζουν την έρευνα, την επίδειξη και την κατάρτιση και να επιτευχθούν συγκεκριμένα αποτελέσματα με δυνατότητα εφαρμογής στην αγορά, που είναι και ο τελικός στόχος ενός κοινοτικού προγράμματος πλαισίου για την έρευνα.

3.7.1

Εν προκειμένω, η ΕΟΚΕ συνιστά η καταγραφή, η αρχειοθέτηση και η διαχείριση των δεδομένων του ελέγχου αυτού να συμπεριληφθούν σε μια ολοκληρωμένη τράπεζα δεδομένων, στο πλαίσιο της IDAbc (18).

3.8

Η ΕΟΚΕ επικροτεί τις συστάσεις της Επιτροπής όσον αφορά τους τύπους των επιχορηγήσεων για την απόδοση των επιλέξιμων δαπανών: κατ' αποκοπή ποσό ή κατ' αποκοπή ποσοστό χρηματοδότησης· προτείνει ωστόσο να διευκρινιστεί η πλέον προσαρμοσμένη μεθοδολογία, ακόμη και σε σχέση με την απλοποίηση των επιλέξιμων δαπανών, και να επισυναφθεί στην πρόταση κανονισμού ένα ενημερωτικό φυλλάδιο για τις διάφορες επιλογές ούτως ώστε να διευκολυνθεί η κατανόησή του από τους πιθανούς χρήστες.

3.9

Όσον αφορά τις διάφορες τυπολογίες της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Κοινότητας, όπως περιγράφονται στα άρθρα 32 και 34, η ΕΟΚΕ συνιστά τη σύνοψή τους σε πινάκα, που να επισυναφθεί στην πρόταση, μαζί με το σχετικό ποσοστό μέγιστης προβλεπόμενης παρέμβασης και τις ενδεχόμενες πιθανότητες συσσώρευσης, ειδικότερα για τις υποδομές έρευνας, με τις παρεμβάσεις των Διαρθρωτικών Ταμείων και του Ταμείου Συνοχής, της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων, χωρίς να αγνοηθούν τα όσα προβλέπονται στην πρωτοβουλία Jeremie (19), που θα διευκολύνει τη συμμετοχή στο 7ο ΠΠ EURATOM μονάδων μικρότερων διαστάσεων.

3.10

Όσον αφορά τους κανόνες διάδοσης, αξιοποίησης και δικαιωμάτων πρόσβασης στα νέα στοιχεία, η ΕΟΚΕ θεωρεί απαραίτητο, πέρα από τη διάκριση μεταξύ των προηγούμενων και των νέων στοιχείων και των εξαιρέσεων στον στρατιωτικό τομέα και στον τομέα της ασφάλειας, να ενισχυθεί το ΔΠΙ-HELPDESK ώστε να εξασφαλιστεί έγκαιρη και προορατική ενίσχυση στους πιθανούς συμμετέχοντες στις συμφωνίες επιχορήγησης (πρβ. άρθρο 18, § 5 και 6, καθώς και τα άρθρα 19 και 21) και για τις έμμεσες δράσεις που έχουν ως σκοπό την υποστήριξη της κατάρτισης και της επαγγελματικής εξέλιξης των ερευνητών, καθώς και για την προετοιμασία και την υπογραφή συμφωνιών κοινοπραξίας, που καθορίζουν πρόσθετους κανόνες (άρθρο 23), σχετικά με την διάδοση και την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων και τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας.

3.11

Τέλος, όσον αφορά τον θεματικό τομέα«Έρευνα στο πεδίο της ενέργειας σύντηξης», η ΕΟΚΕ έχει τονίσει ευρέως, στις δύο προαναφερθείσες γνωμοδοτήσεις της, τη σημασία της έρευνας για την ελεγχόμενη θερμοπυρηνική σύντηξη, του σχεδίου ITER του προπαρασκευαστικού προγράμματος DEMO και των μελετών συγκράτησης (20).

3.11.1

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι το ετήσιο ποσοστό της χρηματοδοτικής συνεισφοράς της Κοινότητας, που προτείνεται για τον προαναφερθέντα θεματικό τομέα, δεν πρέπει να υπερβαίνει το 20 % για ολόκληρη τη διάρκεια του 7ου ΠΠ EURATOM. Η ΕΟΚΕ θεωρεί αυτό το ποσοστό ως απαραίτητο κίνητρο για την ουσιαστική συμβολή των κρατών μελών σε ένα καλά συντονισμένο (βλέπε σημείο 1.4) κοινοτικό πρόγραμμα που μπορεί να αποτελέσει την απαραίτητη βάση, το στήριγμα και την εισαγωγή για την Κοινή Επιχείρηση ITER και DEMO. Ενώ στην αρχή το ποσοστό αυτό μπορεί να είναι επαρκές, δεν είναι σίγουρο ότι θα είναι επαρκές για ολόκληρη τη διάρκεια του προγράμματος ως κίνητρο για την ικανοποιητική και απαραίτητη χρηματοδοτική συνεισφορά των κρατών μελών. Η ΕΟΚΕ συνιστά ωστόσο, ως μέτρο προφύλαξης, το ποσοστό αυτό να ανέλθει στο 25 %, ποσοστό που αντιστοιχεί μόνον στο ήμισυ ή στο ένα τρίτο (σύμφωνα με το άρθρο 32, §1) της συνεισφοράς της Κοινότητας για άλλες περιπτώσεις. Ωστόσο η ΕΟΚΕ κρίνει ότι, γενικά, θα πρέπει να εφαρμοστούν υψηλότερα όρια.

3.11.2

Όσον αφορά το μέγιστο ποσοστό συνεισφοράς 40 % για ειδικά συνεργατικά έργα στον τομέα των συμβάσεων σύμπραξης, με προτεραιότητα την υποστήριξη πρωτοβουλιών ITER/DEMO και πρωτοβουλιών στο πλαίσιο της Συμφωνίας για την Κινητικότητα του Προσωπικού, η ΕΟΚΕ διερωτάται εάν, μακροπρόθεσμα, το ποσοστό αυτό θα είναι επαρκές για σχέδια ή δράσεις που απαιτούν την συνεισφορά των κρατών μελών. Η ΕΟΚΕ αναφέρεται στο άρθρο 52.2.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1

Η ΕΟΚΕ διερωτάται γιατί καταργήθηκε στο τμήμα 1 «Προσκλήσεις υποβολής προτάσεων» η διάταξη σχετικά με τη δυνατότητα να προηγούνται, των προσκλήσεων αυτών, προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος, ώστε να καθίσταται δυνατός ο ακριβής προσδιορισμός και αξιολόγηση των στόχων και των αναγκών της δράσης και να αποφεύγονται ανώφελες διοικητικές δαπάνες είτε για την προετοιμασία προτάσεων που δεν πρόκειται να γίνουν αποδεκτές, είτε για την επιλογή και την αξιολόγηση των προτάσεων αυτών από την Επιτροπή και τους ανεξάρτητους αξιολογητές.

4.2

Οι προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος θα μπορούσαν να συνοδεύονται από τη διοργάνωση «Proposers Information Days» (Ημερίδες ενημέρωσης των υποψηφίων), με στόχο την προσέγγιση και τη συμμετοχή χρηστών του επιστημονικού και βιομηχανικού κλάδου στον καθορισμό της δράσης της κοινοτικής πολιτικής για την πυρηνική έρευνα.

4.3

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει τους κινδύνους που εγκυμονεί η ανεπαρκής διάδοση της επιστημονικής και τεχνικής πληροφορίας στον τομέα αυτό. Αν και αναγνωρίζει ότι είναι απαραίτητη η διατύπωση ορισμένων επιφυλάξεων, εκτιμά ότι δεν χρειάζεται να αποκλειστεί. Τούτο θα μπορούσε να υλοποιηθεί με τον καθορισμό ενός τεχνικού πρωτοκόλλου πολύ συγκεκριμένου για το περιεχόμενο και τους όρους διάδοσης, στο οποίο να λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις ασφάλειας και αξιοπιστίας, με τη διασφάλιση όμως της μέγιστης δυνατής διαφάνειας.

4.4

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, θα ήταν σημαντικό να παρέχεται ευρεία ενημέρωση και διάδοση των κανόνων που διέπουν, αφενός, τον έλεγχο της ύπαρξης των προϋποθέσεων, και αφετέρου, το νομικό καθεστώς των συμμετεχόντων. Παράλληλα, θα πρέπει να προβλέπονται ορισμένοι σαφείς και κατανοητοί κανόνες, για όλους τους φορείς της έρευνας, για τις απλοποιημένες διαδικασίες, που προβλέπονται για την υποβολή, σε δύο φάσεις, των προτάσεων, των κριτηρίων και των απαιτήσεων των δύο επιπέδων της αξιολόγησης.

4.4.1

Οι κανόνες αυτοί θα μπορούσαν να διατεθούν όχι μόνο στους ειδικούς αξιολογητές, αλλά και στους υποψηφίους σύμφωνα με ενιαία και ομοιόμορφα κριτήρια και διαβαθμίσεις.

4.5

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί εξάλλου να υπογραμμίσει την ορθότητα, διοργάνωσης όχι μόνον για τους ερευνητές, αλλά και για τους εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών, δράσεων κατάρτισης και ενημέρωσης για τη ασφάλεια/ αξιοπιστία της πυρηνικής ενέργειας, καθώς και ενίσχυσης των μέσων και των διαδικασιών για την ανάπτυξη αξιόπιστων και αδιαμφισβήτητων προτύπων, για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας και της ασφάλειας της ατομικής ενέργειας.

4.6

Όσον αφορά την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων της έρευνας, τη διάδοσή τους και την προστασία των δικαιωμάτων πνευματικής βιομηχανικής ιδιοκτησίας, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι, πέρα από τους κανόνες και τα δικαιώματα που προβλέπονται στην πρόταση κανονισμού, στις συμφωνίες επιχορήγησης, στις συμφωνίες κοινοπραξίας, στο άρθρο 24 και στις άλλες διατάξεις της Συνθήκης EURATOM  (21) , στις συμβάσεις σύμπραξης, στην Ευρωπαϊκή Συμφωνία ανάπτυξης της σύντηξης, στην κοινή επιχείρηση ITER και στις σχετικές διεθνείς συμφωνίες, καθώς τέλος στις πολυμερείς συμφωνίες όπως η Συμφωνία για την κινητικότητα του προσωπικού, πρέπει να προβλέπεται η ευρύτερη δυνατή διάδοση ενός ανανεωμένου«Οδηγού για τους υποψηφίους ΔΠΙ-EURATOM» που να συνοψίζει με σαφήνεια και διαφάνεια τις δεσμεύσεις και τις δυνατότητες για τους πιθανούς συμμετέχοντες στις δράσεις έρευνας, επίδειξης, κατάρτισης και ανάπτυξης του 7ου ΠΠ EURATOM.

Βρυξέλλες, 5 Ιουλίου 2006

Η πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  COM(2005) 705 τελικό.

(2)  Υπάρχουν πράγματι κάποιες διαφορές: για παράδειγμα οι διατάξεις για τις δράσεις έρευνας αιχμής.

(3)  Για παράδειγμα, οι παρατηρήσεις για τη νομική μορφή των ερευνητικών οργανισμών, για τα δικαιώματα πρόσβασης στα στοιχεία, για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, για την απόδοση των δαπανών, για τις μορφές χρηματοδότησης και για την απλοποίηση, για τις επιχορηγήσεις, για τις γενικές αρχές του Ευρωπαϊκού Χάρτη των Ερευνητών και για το νομικό καθεστώς των ερευνητικών ιδρυμάτων.

(4)  Πρβ σημείο 3.11

(5)  ΕΕ C 110 της 30.04.2004 — εισηγητής Cambus.

(6)  Ενέργεια που παράχθηκε στην ΕΕ των 25 το 2004: Πυρηνική 31,2 %· Φυσικό αέριο 24,3 %· Αργό πετρέλαιο 17,1 % Λιθάνθρακας 13,1 %; Λιγνίτης 10,2 %· πρωτογενής ενέργεια 4,1 %. Ενέργεια που καταναλώθηκε την ίδια περίοδο: Πετρέλαιο 39,2 %· Φυσικό αέριο 25,4 %· Πυρηνική 14,8 %· Λιθάνθρακας 13,7 %· Λιγνίτης 4,9 %· Πρωτογενής ενέργεια 2,0 % (Eurostat, Energia, 5/2006).

(7)  Το 2004 οι συνολικές εισαγωγές — ποσοστό ενεργειακής εξάρτησης — στην ΕΕ των 25, ήταν 53,8 %, εκ των οποίων πετρέλαιο και προϊόντα πετρελαίου 33,2 %. Ενεργειακή εξάρτηση των 4 μεγαλύτερων χωρών της ΕΕ: Ιταλία 87,7 %· Γερμανία 64,6 %· Γαλλία 54,3 %· Ηνωμένο Βασίλειο 5,2 %. Η μοναδική χώρα της ΕΕ που δεν είναι εξαρτημένη είναι η Δανία που έχει ενεργητικό της τάξεως του 53,5 %. (Eurostat, Energia, 5/2006).

(8)  ΕΕ C 65 της 17.03.2006, εισηγητής Wolf

(9)  COM(2005) 119 τελικό. — SEC(2005) 430/431 της 6ης Απριλίου 2005.

(10)  ΕΕ C 65 της 17.03.2006, σημείο 1.11, εισηγητής Wolf

(11)  ΕΕ C 65 της 17.03.2006, σημείa 1.12 και 4.15.2, εισηγητής Wolf .

(12)  Κανονισμός Euratom 2322/2002 του Συμβουλίου.

(13)  COM(2005) 705 τελικό της 23.12.2005.

(14)  Πρβ. R/CESE 557/2006 (INT/309) — εισηγητής Wolf.

(15)  Πρβ. R/CESE 557/2006, σημείο 4.6, (INT/309) — εισηγητής Wolf

(16)  Βλέπε υποσημείωση 9.

(17)  Πρβ. R/CESE 557/2006, σημείο 4.11.2, (INT/309) — εισηγητής Wolf

(18)  Πρβ γνωμοδότηση CESE 1610/2003, της 10/12/2003 για την IDABC (διαλειτουργική παροχή πανευρωπαϊκών υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης στις δημόσιες διοικήσεις, τις επιχειρήσεις και τους πολίτες.

(19)  ΕΕ C110 της 9.5.2006- εισηγητής Pezzini

(20)  ΕΕ C 65 της 17.03.2006, εισηγητής Wolf, σημεία 6.1 και επόμενα.

(21)  Βλέπε υποσημείωση 10.


16.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 309/46


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου που καταργεί τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 4056/86 για τον καθορισμό του τρόπου εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της συνθήκης στις θαλάσσιες μεταφορές και τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1/2003 όσον αφορά την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του ώστε να συμπεριλάβει τις ενδομεταφορές και τις διεθνείς μεταφορές με ελεύθερα φορτηγά πλοία»

COM(2005) 651 τελικό/2 — 2005/0264 (CNS)

(2006/C 309/10)

Στις 10 Φεβρουαρίου 2006 και σύμφωνα με το άρθρο 83 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές και κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 30 Μαΐου 2006 με βάση την εισηγητική έκθεση της Δρ. Μπρεδήμα-Σαββοπούλου.

Κατά την 428η σύνοδο ολομέλειάς της, της 5ης και 6ης Ιουλίου 2006 (συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου 2006), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 156 ψήφους υπέρ, 1 κατά και 7 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Σε σχέση με τους τομείς των μεταφορών με ελεύθερα φορτηγά πλοία και των ενδομεταφορών, η ΕΟΚΕ επικροτεί την προτεινόμενη επέκταση των διαδικαστικών κανόνων ανταγωνισμού του κανονισμού 1/2003 (1) στους τομείς αυτούς. Εκτιμά τις συζητήσεις που διεξάγει η Επιτροπή με τον ναυτιλιακό κλάδο σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 στις μεταφορές με ελεύθερα φορτηγά. Καθώς δεν υπάρχουν καταγγελίες και νομικά προηγούμενα στον τομέα αυτό, θα χρειαστούν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία και τις συμφωνίες του. Η ΕΟΚΕ επικροτεί, ως εκ τούτου, την πρωτοβουλία της Επιτροπής να ξεκινήσει μια μελέτη σχετικά με τα οικονομικά και τα νομικά χαρακτηριστικά του τομέα των μεταφορών με ελεύθερα φορτηγά πλοία. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, η ΕΟΚΕ ζητεί από την Επιτροπή να εκδώσει (πριν από την κατάργηση της εξαίρεσης από τον κανονισμό 1/2003) κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την αυτοαξιολόγηση, από τον τομέα των μεταφορών με ελεύθερα φορτηγά, της συμβατότητας των διάφορων μορφών συμφωνιών συνεργασίας του με τους κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ.

1.2

Όσον αφορά τον τομέα των τακτικών γραμμών θαλάσσιων μεταφορών, η ΕΟΚΕ σημειώνει την πρόταση της Επιτροπής να καταργηθεί η εξαίρεση της κατηγορίας των ναυτιλιακών διασκέψεων από τους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ λόγω του ότι δεν πληρούνται πλέον οι τέσσερις σωρευτικοί όροι του άρθρου 81 παράγραφος 3 της Συνθήκης ΕΚ. Η Επιτροπή είναι της άποψης ότι η κατάργηση αυτή θα συντελέσει στη μείωση του κόστους των μεταφορών, με ταυτόχρονη διατήρηση της αξιοπιστίας των υπηρεσιών σε όλες τις εμπορικές γραμμές και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Η ΕΟΚΕ επιφυλάσσεται να λάβει θέση αφού διαπιστώσει εάν η προτεινόμενη κατάργηση έχει βιώσιμο αποτέλεσμα.

1.3

Η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να λάβει υπόψη της, σε σχέση με την κατάργηση της εξαίρεσης για την κατηγορία των ναυτιλιακών διασκέψεων, εκτός από τους καθαρά ανταγωνιστικούς παράγοντες, και την πτυχή της ασφάλειας (απώλεια ποιοτικών θαλάσσιων μεταφορών ως αποτέλεσμα της εγκατάλειψης των νηολογίων της ΕΕ και της καταχώρησης των κοινοτικών πλοίων σε νηολόγια του εξωτερικού).

1.4

Η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να λάβει επίσης υπόψη της, σε σχέση με την κατάργηση της εξαίρεσης για την κατηγορία των ναυτιλιακών διασκέψεων, εκτός από τους καθαρά ανταγωνιστικούς παράγοντες, και την πτυχή των ανθρώπινων πόρων (τον αντίκτυπο στην απασχόληση των ευρωπαίων ναυτικών).

1.5

Η ΕΟΚΕ σημειώνει την πρόθεση της Επιτροπής να εκδώσει κατάλληλες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τους κανόνες ανταγωνισμού στον ναυτιλιακό τομέα, ώστε να συμβάλει στην ομαλή μετάβασή του σε ένα πλήρως ανταγωνιστικό καθεστώς. Η Επιτροπή σκοπεύει να δημοσιεύσει αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές πριν από το τέλος του 2007. Πριν από αυτή τη δημοσίευση, ως ενδιάμεσο στάδιο της προετοιμασίας των κατευθυντήριων γραμμών, η Επιτροπή θα δημοσιεύσει ένα «θεματικό έγγραφο» για τις τακτικές γραμμές θαλάσσιων μεταφορών τον Σεπτέμβριο του 2006. Η ΕΟΚΕ ζητεί από την Επιτροπή να καταρτίσει τις κατευθυντήριες γραμμές σε στενή συνεννόηση με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και να ενημερώσει σχετικά τα αρμόδια όργανα της ΕΕ.

1.6

Η πρόταση της Επιτροπής είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας επανεξέτασης, η οποία άρχισε το 2003 και στην οποία συμμετείχαν όλα τα αρμόδια όργανα της ΕΕ και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η Επιτροπή ανέθεσε επίσης σε ανεξάρτητους συμβούλους τρεις μελέτες για την εξέταση των θεμάτων που προκύπτουν από την κατάργηση της εξαίρεσης για την κατηγορία των διασκέψεων, τα πορίσματα των οποίων δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα της ΓΔ Ανταγωνισμού.

1.7

Η ΕΟΚΕ σημείωσε επίσης το γεγονός ότι η πρόταση της Επιτροπής να καταργηθεί η εξαίρεση για την κατηγορία των ναυτιλιακών διασκέψεων βασίζεται μόνο στο άρθρο 83 της Συνθήκης ΕΚ (κανόνες ανταγωνισμού), ενώ η νομική βάση του κανονισμού 4056/86 ήταν το άρθρο 83 (κανόνες ανταγωνισμού) σε συνδυασμό με το άρθρο 80 παράγραφος 2 (πολιτική μεταφορών) της Συνθήκης ΕΚ. Η ΕΟΚΕ θα το εκτιμούσε εάν η Νομική Υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου την πληροφορούσε αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί τα μελήματα των μεταφορών συμπληρωματικά των μελημάτων του ανταγωνισμού και αν διατηρεί για τη διπλή νομική βάση την ίδια άποψη που είχε εκφράσει στην προηγούμενη γνωμοδότησή του (Δεκέμβριος 2005) (2).

1.8

Η ΕΟΚΕ, προβλέποντας πιθανές συγκρούσεις δικαίου στο μέλλον εξαιτίας των νόμων χωρών, καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει στις κατευθυντήριες γραμμές μία διάταξη για την αντιμετώπιση αυτού του είδους των προβλημάτων. Μια τέτοια διάταξη περί διαβουλεύσεων θα ελαχιστοποιήσει τις τριβές και θα οδηγήσει σε αμοιβαία αποδεκτές λύσεις σε διεθνές επίπεδο.

1.9

Η ΕΟΚΕ σημειώνει πως η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η νομοθεσία περί ανταγωνισμού δεν εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις χώρες και ότι υπάρχουν αποκλίσεις. Η Επιτροπή αναγνωρίζει επίσης την αυξανόμενη σημασία της διεθνούς συνεργασίας μεταξύ των αρχών επιβολής της νομοθεσίας για τον ανταγωνισμό.

1.10

Η ΕΟΚΕ επικροτεί το γεγονός ότι η Επιτροπή ακολουθεί διπλή πολιτική, αναπτύσσοντας ενισχυμένη διμερή συνεργασία με τους κύριους εμπορικούς εταίρους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και εξετάζοντας τρόπους για την επέκταση της πολυμερούς συνεργασίας στον τομέα του ανταγωνισμού. Η ΕΟΚΕ ενθαρρύνει, συνεπώς, την Επιτροπή να εντείνει τις προσπάθειές της για να διασφαλίσει ότι αυτή η συνεργασία και ο διάλογος θα συμβάλουν στον εντοπισμό των προβλημάτων που ενδέχεται να προκύψουν από την κατάργηση του κανονισμού 4056/86 και στην επίλυση αυτών των προβλημάτων με εποικοδομητικό τρόπο και με σεβασμό των ιδιαιτεροτήτων της έννομης τάξης κάθε πλευράς. Η συνεκτική αντιμετώπιση των τακτικών γραμμών θαλάσσιων μεταφορών στις διάφορες χώρες έχει, πράγματι, ζωτική σημασία για το διεθνές εμπόριο.

1.11

Η ΕΟΚΕ ζητεί από την Επιτροπή να λάβει υπόψη της τα αποτελέσματα του διαλόγου και της συνεργασίας της με τους κυριότερους εμπορικούς εταίρους της ΕΕ κατά τη σύνταξη των κατευθυντήριων γραμμών για τον ανταγωνισμό στον ναυτιλιακό τομέα.

1.12

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι τα ακόλουθα στοιχεία μνημονεύονται στην αιτιολογική έκθεση της πρότασης της Επιτροπής και φρονεί ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τη σύνταξη των κατευθυντήριων γραμμών για τον ανταγωνισμό στον ναυτιλιακό τομέα:

Αναγνωρίζεται ότι οι θαλάσσιες μεταφορές διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην ανάπτυξη της οικονομίας της ΕΕ, μεταφέροντας το 90 % του εξωτερικού της εμπορίου και το 43 % του ενδοκοινοτικού.

Η συνεχιζόμενη τάση προς τη χρησιμοποίηση εμπορευματοκιβωτίων έχει αλλάξει σημαντικά τις θαλάσσιες μεταφορές αφότου εκδόθηκε ο κανονισμός 4056/86. Είχε ως συνέπεια να αυξηθεί ο αριθμός και το μέγεθος των πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων κυψελοειδούς δομής και να δοθεί έμφαση στα δίκτυα παγκόσμιων μεταφορών. Το γεγονός αυτό συνέβαλε στην αύξηση της δημοτικότητας των νέων επιχειρησιακών συμφωνιών και στη μείωση της σημασίας των ναυτιλιακών διασκέψεων.

Το σύστημα των διασκέψεων, το οποίο λειτουργεί εδώ και 150 χρόνια, εξακολουθεί να υπόκειται σε πολυμερείς και διμερείς συμφωνίες, στις οποίες τα κράτη μέλη της ΕΕ και η Κοινότητα είναι συμβαλλόμενα μέρη. Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, ως συνέπεια αυτών των συμφωνιών, η ημερομηνία κατάργησης των σχετικών διατάξεων του κανονισμού 4056/86 (δηλ. των άρθρων 1 παράγραφος 3 στοιχεία (β) και (γ) και των άρθρων 3 έως 8 και 26) θα πρέπει να αναβληθεί για περίοδο δύο ετών, για την καταγγελία ή την επανεξέταση αυτών των συμφωνιών με τρίτες χώρες.

1.13

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει επίσης υπόψη της, κατά την κατάργηση του κανονισμού 4056/86, τα συμφέροντα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Οι ΜΜΕ αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας της ΕΕ και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο πλαίσιο της αναζωογονημένης στρατηγικής της Λισαβόνας. Οι αγορές θα πρέπει να παραμείνουν ανοιχτές στον υπάρχοντα και στον δυνητικό ανταγωνισμό, συμπεριλαμβανομένων των μικρών και μεσαίων ναυτιλιακών εταιρειών.

1.14

H EOKE θεωρεί ότι, παρόλο που η ενοποίηση μπορεί να έχει θετικές συνέπειες για τη βιομηχανία της ΕΕ (αύξηση της αποδοτικότητας, οικονομίες κλίμακας, μείωση του κόστους), χρειάζεται προσοχή ώστε η ενοποίηση — που ενδέχεται να ακολουθήσει την κατάργηση του κανονισμού 4056/86 — να μην καταλήξει στον περιορισμό των φορέων που δρουν στην αγορά, δηλ. στη μείωση του ανταγωνισμού.

1.15

Στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος, η ΕΟΚΕ καλεί τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη σε ευρωπαϊκό επίπεδο — τους φορτωτές και τους μεταφορείς — να ξεκινήσουν συζητήσεις για θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος και σημασίας.

2.   Εισαγωγή

2.1   Τρέχουσες τάσεις και ισχύουσα νομοθεσία

2.1.1

Οι θαλάσσιες μεταφορές διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην ανάπτυξη της οικονομίας της ΕΕ, μεταφέροντας το 90 % του εξωτερικού εμπορίου και το 43 % του ενδοκοινοτικού. Οι θαλάσσιες μεταφορές αποτελούν διεθνή και παγκοσμιοποιημένη δραστηριότητα από την αρχαιότητα. Παρέχονται κατά βάση με δύο τύπους υπηρεσιών: τις τακτικές γραμμές και τα ελεύθερα φορτηγά πλοία, που μπορούν να παρομοιαστούν με τα λεωφορεία και τα ταξί της θάλασσας αντιστοίχως. Ο στόλος της ΕΕ αντιπροσωπεύει το 25 % του παγκόσμιου στόλου, του οποίου άλλωστε οι ευρωπαίοι εφοπλιστές ελέγχουν πάνω από το 40 %. Ένα άλλο 40 % του παγκόσμιου στόλου ανήκει σε χώρες της λεκάνης του Ειρηνικού. Η ναυτιλία της ΕΕ και οι πελάτες της (ναυλωτές/φορτωτές) λειτουργούν σε ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό περιβάλλον στην παγκόσμια και στην ευρωπαϊκή αγορά.

2.1.2

Ο κανονισμός 4056/86 προβλέπει λεπτομερείς κανόνες για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού (άρθρα 81 και 82 της Συνθήκης) στις υπηρεσίες θαλάσσιων μεταφορών από και προς τους λιμένες της Κοινότητας. Οι μεταφορές με ελεύθερα φορτηγά πλοία, ωστόσο, εξαιρούνταν από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 4056/86. Αρχικά ο κανονισμός είχε δύο λειτουργίες. Αφενός, περιείχε διαδικαστικές διατάξεις για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της ΕΚ στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών. Η λειτουργία αυτή κατέστη περιττή μετά την 1η Μαΐου 2004, όταν οι θαλάσσιες μεταφορές αποτέλεσαν αντικείμενο των γενικών διατάξεων του κανονισμού 1/2003. Ο κανονισμός 1/2003, ωστόσο, δεν εφαρμόζεται στις διεθνείς υπηρεσίες μεταφορών με ελεύθερα φορτηγά πλοία και στις υπηρεσίες ενδομεταφορών. Αφετέρου, ο κανονισμός 4056/86 προέβλεπε ορισμένες ειδικές ουσιαστικές διατάξεις περί ανταγωνισμού στον τομέα των θαλάσσιων μεταφορών και ιδίως εξαίρεση για την κατηγορία των ναυτιλιακών διασκέψεων, η οποία επιτρέπει στις διασκέψεις αυτές να καθορίζουν υπό ορισμένες προϋποθέσεις τις τιμές και να ρυθμίζουν τη μεταφορική ικανότητα.

2.2   Ο τομέας των τακτικών γραμμών θαλάσσιων μεταφορών

2.2.1

Η αγορά των τακτικών γραμμών θαλάσσιων μεταφορών έχει αλλάξει σημαντικά αφότου εκδόθηκε ο κανονισμός 4056/86. Η συνεχιζόμενη τάση προς τη χρησιμοποίηση εμπορευματοκιβωτίων για τις μεταφορές είχε ως συνέπεια να αυξηθεί ο αριθμός και το μέγεθος των πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων και να δοθεί έμφαση στα δίκτυα παγκόσμιων μεταφορών ως ανταπόκριση στις αλλαγές των συνθηκών του παγκόσμιου εμπορίου. Το γεγονός αυτό συνέβαλε στη δημοτικότητα των νέων επιχειρησιακών συμφωνιών, στη μείωση της σημασίας των ναυτιλιακών διασκέψεων και στη σημαντική αύξηση των αουτσάιντερς. Σε άλλα μέρη του κόσμου, όπως στις ΗΠΑ, η θέσπιση του «Νόμου για τη μεταρρύθμιση της υπερωκεάνιας ναυτιλίας» (Ocean Shipping Reform ACT/OSRA) το 1999 άλλαξε τους κανόνες για τις διασκέψεις που εξυπηρετούν τις εγχώριες γραμμές, επιτρέποντας τις εμπιστευτικές συμβάσεις παροχής υπηρεσιών. Σήμερα, οι παγκόσμιοι θαλάσσιοι μεταφορείς τακτικών γραμμών αναπτύσσουν δραστηριότητα κυρίως στις γραμμές Ανατολής-Δύσης και Βορρά-Νότου, ενώ οι μικρομεσαίοι μεταφορείς αναπτύσσουν δραστηριότητα κυρίως στις γραμμές Βορρά-Νότου και στις ευρωπαϊκές θαλάσσιες μεταφορές μικρών αποστάσεων.

2.2.2

Ο κώδικας δεοντολογίας της Διάσκεψης των Ηνωμένων Εθνών για το Εμπόριο και την Ανάπτυξη (UNCTAD) αποσκοπούσε αρχικά στη ρύθμιση του συστήματος των ναυτιλιακών διασκέψεων για τις γραμμές εμπορευματικών μεταφορών ανάμεσα στις αναπτυγμένες και τις αναπτυσσόμενες χώρες (3). Δεκατρία κράτη μέλη της ΕΕ και η Νορβηγία έχουν επικυρώσει, εγκρίνει ή προσχωρήσει σε αυτόν τον κώδικα και η Μάλτα τον έχει υπογράψει, αλλά δεν τον έχει επικυρώσει (4). Ο κώδικας μνημονεύεται σε πολλές συμφωνίες της ΕΕ με τρίτες χώρες, καθώς και στο κοινοτικό κεκτημένο (κανονισμοί 954/79, 4055/86, 4056/86, 4058/86). Παρότι είναι πρακτικά περιττός για τις τακτικές γραμμές μεταφορών ανοικτής θαλάσσης, από νομική άποψη ο κώδικας δεοντολογίας της UNCTAD εξακολουθεί να ισχύει.

2.2.3

Οι χρήστες των μεταφορών (φορτωτές και μεταφορικές εταιρείες) έχουν αμφισβητήσει επανειλημμένα το σύστημα των διασκέψεων, επειδή πιστεύουν ότι δεν παρέχει επαρκείς, αποτελεσματικές και αξιόπιστες υπηρεσίες για την ικανοποίηση των αναγκών τους. Ζητούν μάλιστα την κατάργηση των διασκέψεων. Το ESC (5), ειδικότερα, πιστεύει ότι η κατάργηση της εξαίρεσης για την κατηγορία των διασκέψεων θα δώσει τη δυνατότητα να αναπτυχθούν καλύτερες εταιρικές σχέσεις πελάτη-μεταφορέα, επικεντρωμένες σε λύσεις εφοδιαστικής που ενισχύουν την παγκόσμια ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Οι εφοπλιστές, αντίθετα, είναι της γνώμης ότι οι ναυτιλιακές διασκέψεις έχουν συντελέσει στη σταθερότητα των υπηρεσιών και ότι το σύστημα των διασκέψεων τους έχει επιτρέψει — τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε περιφερειακό επίπεδο — να αντεπεξέλθουν στις (εποχιακές, γεωγραφικές ή κλιματικές) ανισορροπίες στις περισσότερες γραμμές. Εν τω μεταξύ, οι παγκόσμιοι μεταφορείς (μέλη της ELAA (6)) και το ESC έχουν ανοίξει διάλογο με την Επιτροπή, για να τη βοηθήσουν να αναπτύξει ένα εναλλακτικό σύστημα, το οποίο να είναι συμβατό με τους κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ.

2.2.4

Το 2003, η Επιτροπή άρχισε την επανεξέταση του κανονισμού 4056/86, για να καθορίσει εάν θα μπορούσαν να επιτευχθούν αξιόπιστες τακτικές υπηρεσίες θαλάσσιων μεταφορών με λιγότερο περιοριστικά μέσα από ό,τι ο οριζόντιος καθορισμός των ναύλων και οι ρυθμίσεις της μεταφορικής ικανότητας. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή δημοσίευσε ένα έγγραφο διαβούλευσης το Μάρτιο του 2003 και διοργάνωσε δημόσια ακρόαση με τα ενδιαφερόμενα μέρη τον Δεκέμβριο του 2003. Επιπροσθέτως, εξέδωσε ένα έγγραφο συζήτησης τον Ιούνιο του 2004 και ένα Λευκό Βιβλίο τον Οκτώβριο του 2004, τα οποία ακολούθησαν εκτενείς διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (7) και η ΕΟΚΕ (8) εξέδωσαν τις γνωμοδοτήσεις τους για το Λευκό Βιβλίο την 1η Δεκεμβρίου 2005 και τη 16η Δεκεμβρίου 2004 αντιστοίχως και αμφότερα τα όργανα συμφωνούσαν ότι η επανεξέταση είναι προτιμότερη από την κατάργηση. Τον Δεκέμβριο του 2005, η Επιτροπή παρουσίασε τελικά πρόταση κανονισμού για την κατάργηση του κανονισμού 4056/86.

2.3   Ο τομέας των μεταφορών με ελεύθερα φορτηγά

2.3.1

Παρότι το 80 % περίπου του συνόλου των θαλάσσιων μεταφορών ξηρών και υγρών φορτίων χύδην στον κόσμο μεταφέρεται με ελεύθερα φορτηγά πλοία, για τους περισσότερους ο ευρύς αυτός τομέας είναι terra incognita. Τα βασικά χαρακτηριστικά των μεταφορών με ελεύθερα φορτηγά είναι: μια παγκοσμίως ανταγωνιστική αγορά, ένα σχεδόν τέλειο πρότυπο ανταγωνισμού, ευμετάβλητη και απρόβλεπτη ζήτηση, πολλές μικρές επιχειρήσεις, συνθήκες παγκόσμιου εμπορίου, εύκολη είσοδος και έξοδος, εξαιρετική οικονομική αποδοτικότητα και ανταπόκριση στις εξελισσόμενες ανάγκες των αγορών και των φορτωτών. Η αγορά των υπηρεσιών με ελεύθερα φορτηγά πλοία είναι εξαιρετικά κατακερματισμένη και γενικά λειτουργεί ικανοποιητικά για τους ναυλωτές και τους φορτωτές, χωρίς σημαντικά προβλήματα με τους κανόνες ανταγωνισμού σε διεθνές ή σε κοινοτικό επίπεδο. Η ανυπαρξία διαμαρτυριών για αυτόν τον τομέα αποτελεί μία ακόμη απόδειξη των εξαιρετικά ανταγωνιστικών και ικανοποιητικών χαρακτηριστικών του. Ενόψει των ανωτέρω, ο κανονισμός 4056/86 προβλέπει ότι οι υπηρεσίες θαλάσσιων μεταφορών με ελεύθερα φορτηγά πλοία είναι δραστηριότητες στις οποίες δεν εφαρμόζεται. Τα άρθρα 81-82 της Συνθήκης ΕΚ εφαρμόζονται άμεσα σε αυτόν τον τομέα. Εξάλλου, οι διεθνείς μεταφορές με ελεύθερα φορτηγά πλοία (και οι ενδομεταφορές) δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 1/2003 (διαδικαστικοί κανόνες ανταγωνισμού).

2.4   Η πρόταση της Επιτροπής

2.4.1

Δεδομένων των αλλαγών που έχουν συντελεστεί στη διάρθρωση της αγοράς και της βιομηχανίας από το 1986 μέχρι σήμερα, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν πληρούνται πλέον οι τέσσερις σωρευτικοί όροι που προβλέπονται στο άρθρο 81 παράγραφος 3 της Συνθήκης ΕΚ για την εξαίρεση της κατηγορίας των ναυτιλιακών διασκέψεων. Γι' αυτό, η Επιτροπή προτείνει την κατάργηση του κανονισμού 4056/86 στο σύνολό του και ιδιαίτερα της εξαίρεσης της κατηγορίας των ναυτιλιακών διασκέψεων (άρθρα 3-8, 13 και 26). Ορισμένες διατάξεις που θεωρούνται περιττές καταργούνται επίσης σύμφωνα με τη γενική πολιτική της Επιτροπής για τη μείωση της κοινοτικής νομοθεσίας (άρθρα 2 και 9). Η Επιτροπή είναι της άποψης ότι η κατάργηση αυτή θα συντελέσει στη μείωση του κόστους των μεταφορών, με ταυτόχρονη διατήρηση της αξιοπιστίας των υπηρεσιών σε όλες τις εμπορικές γραμμές και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

2.4.2

Πριν από την κατάργηση της εξαίρεσης για την κατηγορία των ναυτιλιακών διασκέψεων, η Επιτροπή σκοπεύει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον ανταγωνισμό στον ναυτιλιακό τομέα, ώστε να συμβάλει στην ομαλή μετάβασή του σε ένα πλήρως ανταγωνιστικό καθεστώς. Η Επιτροπή σκοπεύει να δημοσιεύσει αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές πριν από το τέλος του 2007. Πριν από αυτή τη δημοσίευση, ως ενδιάμεσο στάδιο της προετοιμασίας των κατευθυντήριων γραμμών, η Επιτροπή θα δημοσιεύσει ένα «θεματικό έγγραφο» για τις τακτικές γραμμές θαλάσσιων μεταφορών τον Σεπτέμβριο του 2006.

2.4.3

Η πρόταση της Επιτροπής για την κατάργηση του κανονισμού 4056/86 περιέχει επίσης μια πρόταση για την τροποποίηση του κανονισμού 1/2003, ώστε να υπαχθούν οι ενδομεταφορές και οι μεταφορές με ελεύθερα φορτηγά πλοία στο πεδίο εφαρμογής αυτού του κανονισμού.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι το εξεταζόμενο ζήτημα χρειάζεται μια ισορροπημένη προσέγγιση, στην οποία να λαμβάνονται υπόψη οι εξής παράμετροι: τα οφέλη του ανταγωνισμού για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, οι μεταβαλλόμενες συνθήκες του παγκόσμιου εμπορίου και οι επιπτώσεις τους στην παροχή υπηρεσιών μεταφορών, οι επιπτώσεις των διεθνών μεταφορών στους κυριότερους εμπορικούς εταίρους της ΕΕ και στις αναπτυσσόμενες χώρες, οι απόψεις των παγκόσμιων φορτωτών και μεταφορέων και οι απόψεις των μικρομεσαίων φορτωτών και μεταφορέων.

3.2   Οι τομείς των μεταφορών με ελεύθερα φορτηγά και των ενδομεταφορών

3.2.1

Ο τομέας των μεταφορών με ελεύθερα φορτηγά πλοία λειτουργεί σε μια παγκόσμια αγορά υπό συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού. Το μοναδικό αυτό χαρακτηριστικό αυτού του τομέα, το οποίο αναγνωρίζεται τόσο από τους επαγγελματίες όσο και από τους ακαδημαϊκούς, αναγνωρίστηκε και από την ΕΕ στον κανονισμό 4056/86. Η ΕΟΚΕ κατανοεί την ανάγκη να υπαχθεί αυτός ο τομέας στους διαδικαστικούς κανόνες ανταγωνισμού του κανονισμού 1/2003 και, συνεπώς, επικροτεί την προτεινόμενη προσέγγιση. Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρωτοβουλία της Επιτροπής να ξεκινήσει μια μελέτη σχετικά με τα οικονομικά και τα νομικά χαρακτηριστικά του τομέα των μεταφορών με ελεύθερα φορτηγά πλοία. Για λόγους ασφάλειας δικαίου, η ΕΟΚΕ ζητεί από την Επιτροπή να εκδώσει (πριν από την κατάργηση της εξαίρεσης από τον κανονισμό 1/2003) κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την αυτοαξιολόγηση, από τον τομέα των μεταφορών με ελεύθερα φορτηγά, της συμβατότητας των διάφορων μορφών συμφωνιών συνεργασίας του με τους κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ. Η ανυπαρξία καταγγελιών και νομικών προηγουμένων στον τομέα αυτό είναι απόδειξη ότι λειτουργεί υπό συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού. Για να παρασχεθούν νομικά κριτήρια και μέτρα σύγκρισης για την αυτοαξιολόγηση του τομέα όσον αφορά τη συμβατότητα με τους κανόνες ανταγωνισμού της ΕΕ, θα χρειαστούν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη λειτουργία και τις συμφωνίες του. Η ΕΟΚΕ εκτιμά, επίσης, τις συζητήσεις που διεξάγει η Επιτροπή με τον ναυτιλιακό κλάδο σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 81 και 82 στις μεταφορές με ελεύθερα φορτηγά.

3.2.2

Όσον αφορά τις θαλάσσιες ενδομεταφορές, η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την προτεινόμενη αντιμετώπιση, δηλ. να υπαχθούν οι ενδομεταφορές στους διαδικαστικούς κανόνες του κανονισμού 1/2003. Η συντριπτική πλειοψηφία των συμφωνιών σε αυτόν τον τομέα δεν επηρεάζει το ενδοκοινοτικό εμπόριο, ούτε δημιουργεί περιορισμούς του ανταγωνισμού.

3.2.3

Ενόψει των προαναφερθέντων, η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την προσέγγιση της Επιτροπής όσον αφορά τη μελλοντική αντιμετώπιση των τομέων των μεταφορών με ελεύθερα φορτηγά πλοία και των ενδομεταφορών.

3.3   Ο τομέας των τακτικών γραμμών θαλάσσιων μεταφορών

3.3.1

Όσον αφορά τον τομέα των τακτικών γραμμών θαλάσσιων μεταφορών, η ΕΟΚΕ σημειώνει την πρόταση της Επιτροπής να καταργηθεί η εξαίρεση της κατηγορίας των ναυτιλιακών διασκέψεων από τους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΚ λόγω του ότι δεν πληρούνται πλέον οι τέσσερις σωρευτικοί όροι του άρθρου 81 παράγραφος 3 της Συνθήκης ΕΚ. Η Επιτροπή είναι της άποψης ότι η κατάργηση αυτή θα συντελέσει στη μείωση του κόστους των μεταφορών, με ταυτόχρονη διατήρηση της αξιοπιστίας των υπηρεσιών σε όλες τις εμπορικές γραμμές και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Η ΕΟΚΕ επιφυλάσσεται να λάβει θέση αφού διαπιστώσει εάν η προτεινόμενη κατάργηση έχει βιώσιμο αποτέλεσμα.

3.3.2

Η ΕΟΚΕ σημειώνει την πρόθεση της Επιτροπής να εκδώσει κατάλληλες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τους κανόνες ανταγωνισμού στον ναυτιλιακό τομέα, ώστε να συμβάλει στην ομαλή μετάβασή του σε ένα πλήρως ανταγωνιστικό καθεστώς. Η ΕΟΚΕ ζητεί από την Επιτροπή να καταρτίσει τις κατευθυντήριες γραμμές σε στενή συνεννόηση με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και να ενημερώσει σχετικά τα αρμόδια όργανα της ΕΕ.

3.3.3

Η πρόταση της Επιτροπής είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας επανεξέτασης, η οποία άρχισε το 2003 και στην οποία συμμετείχαν όλα τα αρμόδια όργανα της ΕΕ και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η Επιτροπή ανέθεσε επίσης σε ανεξάρτητους συμβούλους τρεις μελέτες για την εξέταση των θεμάτων που προκύπτουν από την κατάργηση της εξαίρεσης για την κατηγορία των διασκέψεων, τα πορίσματα των οποίων δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα της ΓΔ Ανταγωνισμού.

3.3.4

Η ΕΟΚΕ σημείωσε επίσης το γεγονός ότι η πρόταση της Επιτροπής να καταργηθεί η εξαίρεση για την κατηγορία των ναυτιλιακών διασκέψεων βασίζεται μόνο στο άρθρο 83 της Συνθήκης ΕΚ (κανόνες ανταγωνισμού), ενώ η νομική βάση του κανονισμού 4056/86 ήταν το άρθρο 83 (κανόνες ανταγωνισμού) σε συνδυασμό με το άρθρο 80 παράγραφος 2 (πολιτική μεταφορών) της Συνθήκης ΕΚ.

3.3.5

Η ΕΟΚΕ σημειώνει πως η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η νομοθεσία περί ανταγωνισμού δεν εφαρμόζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις χώρες του κόσμου και ότι υπάρχουν αποκλίσεις. Η Επιτροπή αναγνωρίζει επίσης την αυξανόμενη σημασία της διεθνούς συνεργασίας μεταξύ των αρχών επιβολής της νομοθεσίας για τον ανταγωνισμό.

3.3.6

Η ΕΟΚΕ επικροτεί το γεγονός ότι η Επιτροπή ακολουθεί διπλή πολιτική, αναπτύσσοντας ενισχυμένη διμερή συνεργασία με τους κύριους εμπορικούς εταίρους της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και εξετάζοντας τρόπους για την επέκταση της πολυμερούς συνεργασίας στον τομέα του ανταγωνισμού. Η ΕΟΚΕ ενθαρρύνει, συνεπώς, την Επιτροπή να εντείνει τις προσπάθειές της για να διασφαλίσει ότι αυτή η συνεργασία και ο διάλογος θα συμβάλουν στον εντοπισμό των προβλημάτων που ενδέχεται να προκύψουν από την κατάργηση του κανονισμού 4056/86 και στην επίλυση αυτών των προβλημάτων με εποικοδομητικό τρόπο και με σεβασμό της έννομης τάξης και της δικαιοδοσίας της κάθε πλευράς. Η συνεκτική αντιμετώπιση των τακτικών γραμμών θαλάσσιων μεταφορών στις διάφορες χώρες έχει, πράγματι, ζωτική σημασία για το διεθνές εμπόριο.

3.3.7

Η ΕΟΚΕ ζητεί από την Επιτροπή να λάβει υπόψη της τα αποτελέσματα του διαλόγου και της συνεργασίας της με τους κυριότερους εμπορικούς εταίρους της ΕΕ κατά τη σύνταξη των κατευθυντήριων γραμμών για τον ανταγωνισμό στον ναυτιλιακό τομέα.

3.3.8

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι τα ακόλουθα στοιχεία μνημονεύονται στην αιτιολογική έκθεση της πρότασης της Επιτροπής και φρονεί ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τη σύνταξη των κατευθυντήριων γραμμών για τον ανταγωνισμό στον ναυτιλιακό τομέα:

Αναγνωρίζεται ότι οι θαλάσσιες μεταφορές διαδραματίζουν βασικό ρόλο στην ανάπτυξη της οικονομίας της ΕΕ, μεταφέροντας το 90 % του εξωτερικού της εμπορίου και το 43 % του ενδοκοινοτικού.

Η συνεχιζόμενη τάση προς τη χρησιμοποίηση εμπορευματοκιβωτίων έχει αλλάξει σημαντικά τις θαλάσσιες μεταφορές αφότου εκδόθηκε ο κανονισμός 4056/86. Είχε ως συνέπεια να αυξηθεί ο αριθμός και το μέγεθος των πλοίων μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων κυψελοειδούς δομής και να δοθεί έμφαση στα δίκτυα παγκόσμιων μεταφορών. Το γεγονός αυτό συνέβαλε στην αύξηση της δημοτικότητας των νέων επιχειρησιακών συμφωνιών και στη μείωση της σημασίας των ναυτιλιακών διασκέψεων.

Το σύστημα των διασκέψεων, το οποίο λειτουργεί εδώ και 150 χρόνια, εξακολουθεί να υπόκειται σε πολυμερείς και διμερείς συμφωνίες, στις οποίες τα κράτη μέλη της ΕΕ και η Κοινότητα είναι συμβαλλόμενα μέρη. Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, ως συνέπεια αυτών των συμφωνιών, η ημερομηνία κατάργησης των σχετικών διατάξεων του κανονισμού 4056/86 (δηλ. των άρθρων 1 παράγραφος 3 στοιχεία (β) και (γ) και των άρθρων 3 έως 8 και 26) θα πρέπει να αναβληθεί για περίοδο δύο ετών, για την καταγγελία ή την επανεξέταση αυτών των συμφωνιών με τρίτες χώρες.

3.3.9

Η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να λάβει επίσης υπόψη της, σε σχέση με την κατάργηση της εξαίρεσης για την κατηγορία των ναυτιλιακών διασκέψεων, εκτός από τους καθαρά ανταγωνιστικούς παράγοντες, και το ανθρώπινο στοιχείο (τον αντίκτυπο στην απασχόληση των ευρωπαίων ναυτικών). Ζητεί δε από την Επιτροπή να αξιολογήσει την έκταση αυτού του αντικτύπου, ιδίως μέσω διαβουλεύσεων με την Κλαδική Επιτροπή Κοινωνικού Διαλόγου του τομέα των θαλάσσιων μεταφορών.

3.3.10

Η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να λάβει υπόψη της, σε σχέση με την κατάργηση της εξαίρεσης για την κατηγορία των ναυτιλιακών διασκέψεων, εκτός από τους καθαρά ανταγωνιστικούς παράγοντες, και την πτυχή της ασφάλειας (απώλεια ποιοτικών θαλάσσιων μεταφορών ως αποτέλεσμα της εγκατάλειψης των νηολογίων της ΕΕ και της καταχώρησης των κοινοτικών πλοίων σε νηολόγια του εξωτερικού).

3.3.11

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει επίσης υπόψη της, κατά την κατάργηση του κανονισμού 4056/86, τα συμφέροντα των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Οι ΜΜΕ «αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας της ΕΕ» και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στο πλαίσιο της αναζωογονημένης στρατηγικής της Λισαβόνας. Οι αγορές θα πρέπει να παραμείνουν ανοιχτές στον υπάρχοντα και στον δυνητικό ανταγωνισμό, συμπεριλαμβανομένων των μικρών και μεσαίων ναυτιλιακών εταιρειών και φορτωτών.

3.3.12

H EOKE θεωρεί ότι, παρόλο που η ενοποίηση μπορεί να έχει θετικές συνέπειες για τη βιομηχανία της ΕΕ (αύξηση της αποδοτικότητας, οικονομίες κλίμακας, μείωση του κόστους), χρειάζεται προσοχή ώστε η ενοποίηση — που ενδέχεται να ακολουθήσει την κατάργηση του κανονισμού 4056/86 — να μην καταλήξει στον περιορισμό των φορέων που δρουν στην αγορά, δηλ. στη μείωση του ανταγωνισμού.

3.3.13

Στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος, η ΕΟΚΕ καλεί τα δύο ενδιαφερόμενα μέρη σε ευρωπαϊκό επίπεδο — τους φορτωτές και τους μεταφορείς — να ξεκινήσουν συζητήσεις για θέματα αμοιβαίου ενδιαφέροντος και σημασίας.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1   Νομική βάση

4.1.1

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι ο κανονισμός 4056/86 είχε διπλή νομική βάση (το άρθρο 80 παράγραφος 2 και τα άρθρα 81-82 και 83, που αφορούν την πολιτική μεταφορών και τον ανταγωνισμό αντιστοίχως), ενώ η παρούσα πρόταση διατηρεί μόνο μία (τα άρθρα 81-82). Η ΕΟΚΕ σημειώνει επίσης ότι η Νομική Υπηρεσία του Συμβουλίου είναι υπέρ της μονής νομικής βάσης. Θα το εκτιμούσε εάν η Νομική Υπηρεσία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου την πληροφορούσε αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θεωρεί τα μελήματα των μεταφορών συμπληρωματικά των μελημάτων του ανταγωνισμού και αν διατηρεί για τη διπλή νομική βάση την ίδια άποψη που είχε εκφράσει στην προηγούμενη γνωμοδότησή του (Δεκέμβριος 2005).

4.2   Σύγκρουση νόμων

4.2.1

Η Επιτροπή προτείνει να καταργηθεί το άρθρο 9 του κανονισμού 4056/86, επειδή δεν πιστεύει ότι η κατάργηση της εξαίρεσης για την κατηγορία των ναυτιλιακών διασκέψεων θα δημιουργούσε πιθανό κίνδυνο σύγκρουσης των διεθνών νόμων. Η συλλογιστική της Επιτροπής είναι ότι τέτοια σύγκρουση νόμων θα προέκυπτε μόνο σε περίπτωση που μια αρχή απαιτεί κάτι που μια άλλη αρχή απαγορεύει. Η Επιτροπή δεν γνωρίζει καμία αρχή που να επιβάλλει τέτοια υποχρέωση στις ναυτιλιακές εταιρείες τακτικών γραμμών.

4.2.2

Η ΕΟΚΕ, προβλέποντας πιθανές συγκρούσεις δικαίου στο μέλλον εξαιτίας των νόμων χωρών, καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει στις κατευθυντήριες γραμμές μία διάταξη για την αντιμετώπιση αυτού του είδους των προβλημάτων. Μια τέτοια διάταξη περί διαβουλεύσεων θα ελαχιστοποιήσει τις τριβές και θα οδηγήσει σε αμοιβαία αποδεκτές λύσεις στο διεθνές επίπεδο.

Βρυξέλλες, 5 Ιουλίου 2006

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα 81 και 82 της συνθήκης (ΕΕ L 1, 04/01/2003, σ. 1) Γνωμοδότηση ΕΟΚΕ: ΕΕ C 155/2001, σ. 73.}

(2)  Α6-0314/2005 της 1/12/2005.

(3)  Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον κώδικα της UNCTAD και τον κανονισμό 954/79, βλ. τη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ στην ΕΕ C 157 της 28/06/2005, σ. 130.

(4)  Βλ. το έγγραφο «Status of multilateral treaties (Η κατάσταση των πολυμερών συνθηκών)» που δημοσιεύθηκε από τη Γραμματεία της UNCTAD,

http://www.unctad.org/en/docs/tbinf192.en.pdf, σ. 4.

(5)  ESC = European Shippers' Council

(6)  ELAA = European Liner Affairs Association

(7)  Α6-0314/2005 της 01/12/2005.

(8)  Γνωμοδότηση ΕΟΚΕ: ΕΕ C 157, 28/06/2005, σ.130.


16.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 309/51


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Ασφάλεια των αεροπορικών μεταφορών

(2006/C 309/11)

Στις 19 Ιανουαρίου 2006 και σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 2 του Εσωτερικού της Κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση με θέμα: Ασφάλεια των αεροπορικών μεταφορών

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 30 Μαΐου 2006 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. McDonogh.

Κατά την 428η σύνοδο της ολομέλειάς της, που πραγματοποιήθηκε στις 5 και 6 Ιουλίου 2006 (συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου 2006), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 155 ψήφους υπέρ, 2 κατά και 3 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συστάσεις

1.1

Τα μέλη του πληρώματος θαλάμου επιβατών θα πρέπει να διαθέτουν πιστοποιητικό ή άδεια αρμόδιας αρχής, η οποία να εγγυάται την επαγγελματική τους επάρκεια για τα καθήκοντά τους (ασφάλεια, ιατρικές πτυχές, διαχείριση επιβατών κλπ.), καθώς και τις τεχνικές τους γνώσεις για κάθε τύπο αεροσκάφους όπου καλούνται να εργαστούν.

1.2

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Αεροπορίας (EASA) πρέπει να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή πριν χορηγήσει στους προμηθευτές εξοπλισμού την αυτονομία να εγκρίνουν σχέδια κατασκευαστικών μερών χωρίς να συμβουλεύονται είτε τον ίδιο τον EASA είτε τους κατασκευαστές των αεροσκαφών.

1.3

Οι μη ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρείες θα πρέπει να έχουν έγκριση του EASA για να εισέλθουν ή να διασχίσουν τον εναέριο χώρο της ΕΕ.

1.4

Θα πρέπει να υπάρχει ένας και μοναδικός φορέας θέσπισης των κανόνων και αυτός θα πρέπει να είναι ο EASA· κατά τον τρόπο αυτόν, θα μπορέσουν να εναρμονιστούν μελλοντικά οι κανονισμοί για τα αεροδρόμια και να αποφευχθούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ των κοινοτικών και των μη κοινοτικών αερολιμένων. Ο EASA θα πρέπει να ενισχυθεί και να αποκτήσει περισσότερες αρμοδιότητες, όπως τις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Διάσκεψης Πολιτικής Αεροπορίας (European Civil Aviation Conference-ECAC).

1.5

Ο EASA θα πρέπει να εξετάσει πώς θα μπορούσε η βιομηχανία να προστατεύσει καλύτερα την ασφάλεια και την ακεραιότητα των επικοινωνιών, των ζεύξεων δεδομένων και των αεροηλεκτρονικών συστημάτων επί των αεροσκαφών, όπως οι ηλεκτρονικές συσκευές απεικόνισης στοιχείων πτήσης (electronic flight bags-EFB), από την πληροφορική πειρατεία.

1.6

Ο EASA πρέπει να διασφαλίσει τη ρύθμιση της μελλοντικής ανάπτυξης αεροσκαφών όπως τα ελαφρά επιχειρηματικά αεριωθούμενα (Light Business Jets-LBJ), έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ότι οι ιδιοκτήτες και οι χειριστές έχουν συγκεντρώσει επαρκή αριθμό ωρών πτήσης πριν τους επιτραπεί να αρχίσουν πτητική λειτουργία. Τα LBJ θα έχουν μέγιστο ύψος πτήσης 25.000 ποδών ή και περισσότερο και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να υποχρεούνται να πληρούν τα πρότυπα συντήρησης και λειτουργίας των μεγαλύτερων εμπορικών αεροσκαφών.

1.7

Ο EASA πρέπει να έχει θεσπίσει τα απαραίτητα πρωτόκολλα πριν εξετάσει οποιαδήποτε έγκριση πτήσεων μη επανδρωμένων εναέριων οχημάτων (unmanned aerial vehicle-UAV) εκτός κατακερματισμένου εναερίου χώρου.

1.8

Θα πρέπει να διενεργούνται τυχαίοι έλεγχοι για ναρκωτικά και οινόπνευμα τόσο στο πλήρωμα πτήσης όσο και στο πλήρωμα θαλάμου.

1.9

Ο EASA θα πρέπει επίσης να διασφαλίζει ότι οι τοπικές ρυθμιστικές αρχές έχουν τις κατάλληλες επαγγελματικές ικανότητες, καθώς και επαρκές προσωπικό και χρηματοδοτικούς πόρους.

1.10

Ο EASA θα πρέπει να εκπονήσει λεπτομερή επιστημονική μελέτη για τις επιπτώσεις της κόπωσης, του άγχους και της εν τω βάθει φλεβικής θρόμβωσης (DVT) στο πλήρωμα πτήσης και στο πλήρωμα θαλάμου.

1.11

Θα πρέπει να επανεξεταστούν η πολιτική και οι διαδικασίες για τη χορήγηση της άδειας χειριστή αεροσκαφών γενικής αεροπορίας και την πιστοποίηση των αεροσκαφών γενικής αεροπορίας.

1.12

Ο EASA θα πρέπει να εξασφαλίσει τη θέσπιση μιας ευρωπαϊκής άδειας γενικής αεροπορίας, με θεωρήσεις και διαβαθμίσεις αντίστοιχες προς το εγκεκριμένο προς πλοήγηση αεροσκάφος.

1.13

Κατά την απαγόρευση της χρήσης του ευρωπαϊκού εναέριου χώρου σε συγκεκριμένες αεροπορικές εταιρείες, η ασφάλεια του πληρώματος και των επιβατών, καθώς και του πληθυσμού των περιοχών που βρίσκονται κάτω από τους αεροδιαδρόμους, πρέπει να υπερέχει των πολιτικών μελημάτων.

2.   Εισαγωγή

2.1

Με τη συνεργασία των κρατών μελών και των εμπειρογνωμόνων τους, δημοσιεύθηκε μια «μαύρη λίστα» με 96 αεροπορικές εταιρείες. Από αυτές, οι 93 υπόκεινται σε καθολική απαγόρευση και οι 3 σε περιορισμούς της λειτουργίας τους. Η Γαλλία, από την πλευρά της, μελετά τη θέσπιση ενός νέου συστήματος σημάτων ασφαλείας, τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται στις διαφημίσεις.

2.2

Η Ευρώπη υφίσταται πιέσεις να βελτιώσει τη νομοθεσία της για την ασφάλεια των αεροσκαφών από τις αρχές του 2004, όταν ένα ναυλωμένο αεροσκάφος της αεροπορικής εταιρείας Flash συνετρίβη στην Ερυθρά Θάλασσα, προκαλώντας τον θάνατο 148 ατόμων, κυρίως γάλλων τουριστών. Η συντριβή εκείνου του αεροσκάφους έφερε στο φως την έλλειψη συντονισμού των κυβερνήσεων ως προς την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την ασφάλεια, καθώς στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι η λειτουργία της Flash είχε απαγορευθεί από τις ελβετικές αεροπορικές αρχές.

2.3

Για να έχει η μαύρη λίστα το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, απαιτείται συνοχή και εναρμόνιση μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τα πρότυπα λειτουργίας των αεροπορικών εταιρειών. Τα κράτη μέλη πρέπει να αποφύγουν τη διαμόρφωση μιας κατάστασης όπου, για οικονομικούς και κοινωνικούς λόγους, ένα κράτος θα αποφασίζει ότι η λειτουργία μιας αεροπορικής εταιρείας της λίστας είναι «οριακώς αποδεκτή» στους αερολιμένες του, ενώ τα υπόλοιπα κράτη μέλη θα θεωρούν τα πρότυπα της εταιρείας απαράδεκτα.

2.4

Ωστόσο, οι Βρυξέλλες έχουν κληθεί να παρέμβουν σε ορισμένες διαφωνίες, ιδίως στην περίπτωση της Anur Air, μιας τουρκικής αεροπορικής εταιρείας χαμηλού κόστους, τα δικαιώματα προσγείωσης της οποίας αποφάσισαν να αποσύρουν προσωρινώς για λόγους ασφαλείας ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, με προεξάρχουσα την ολλανδική, προκαλώντας την μήνιν της Τουρκίας. Εξάλλου, η Ελλάδα δέχεται πιέσεις να προχωρήσει τις έρευνές της σχετικά με τη συντριβή του αεροσκάφους της Helios Airways, που εκτελούσε πτήση από την κυπριακή πόλη της Λάρνακας.

2.5

Οι τομείς για τους οποίους εκφράζονται ανησυχίες είναι τα γενικά πρότυπα συντήρησης, η εκπαίδευση των πληρωμάτων, οι ώρες πτήσης τους, τα διαστήματα ανάπαυσης, οι πρακτικές εξοικονόμησης καυσίμων, ο περιορισμός του θορύβου και ο έλεγχος της εναέριας κυκλοφορίας.

2.6

Η ενίσχυση του ανταγωνισμού στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών και η επισφαλής οικονομική κατάσταση πολλών αεροπορικών εταιρειών έχουν αυξήσει τις πιέσεις στα πληρώματα να εκτελούν πτήσεις σε συνθήκες υπό τις οποίες κανονικά δεν θα πετούσαν και με αεροσκάφη που δεν είναι απολύτως αξιόπλοα. Τα πληρώματα υφίσταται ολοένα και εντονότερες πιέσεις να εκτελούν πτήσεις, καθώς οι αεροπορικές εταιρείες, βάσει των κοινοτικών κανονισμών, πρέπει είτε να φροντίζουν για τη διανυκτέρευση των επιβατών είτε να τους αποζημιώνουν για τις καθυστερήσεις. Όλα αυτά έχουν άμεση επίπτωση στην ασφάλεια. Ένα πρόσθετο πρόβλημα είναι ότι πολλές εθνικές αεροπορικές αρχές συνήθως παραβλέπουν συνειδητά την πλημμελή εφαρμογή πολλών κανονισμών όταν πρόκειται για τον εθνικό αερομεταφορέα των χωρών τους.

2.7

Παρά την απαγόρευσή της σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες για λόγους ασφαλείας, μία συγκεκριμένη αεροπορική εταιρεία εξακολουθεί να εκτελεί πτήσεις προς τις Βρυξέλλες και το Παρίσι. Η Ελβετία, με την αυστηρή παραδοσιακή της προσήλωση στο επιχειρηματικό απόρρητο, έχει απαγορεύσει σε 23 αεροσκάφη να διέρχονται από τον εναέριο χώρο της, παρότι τα ονόματα ή ακόμη και ο αριθμός των εταιρειών παραμένουν εμπιστευτικά.

3.   Επιπτώσεις της κόπωσης και ασφάλεια της απόδοσης

3.1

Η κόπωση έχει κατηγορηθεί για πολυάριθμα αεροπορικά ατυχήματα στην πορεία των ετών και αποτελεί ένα συνεχιζόμενο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν τα πληρώματα των αεροσκαφών όλων των μεγεθών. Πώς μπορεί, όμως, ένας χειριστής να αντιληφθεί πότε είναι υπερβολικά κουρασμένος για να πετάξει; Τι ρόλο διαδραματίζουν οι κύκλοι του ύπνου, η αφυδάτωση, η διατροφή και οι ασθένειες στην αναγνώριση και την αντιμετώπιση της κόπωσης;

3.2

Οι χειριστές που διέρχονται από διάφορες ωριαίες ατράκτους αναπόφευκτα αντιμετωπίζουν κόπωση και εξασθένιση της κρίσης τους. Κανονικά, θα έπρεπε να έχουν τη δυνατότητα να αναπαύονται κατά τη διάρκεια των πολύωρων πτήσεων, αλλά προς τούτο χρειάζονται κατάλληλες εγκαταστάσεις όπως επίπεδο κρεβάτι κλπ.

3.3

Υπάρχει πληθώρα στοιχείων που δείχνουν ότι η κόπωση αποτελεί παράγοντα που επηρεάζει την ασφάλεια. Σε πρόσφατη έκθεσή του σχετικά με τη μοιραία συντριβή αεροσκάφους στο Kirksville του Μισούρι στις 19 Οκτωβρίου 2004, το αμερικανικό Εθνικό Συμβούλιο Ασφάλειας των Μεταφορών (NTSB) υπογράμμισε ότι «εάν ληφθεί υπόψη ο κάθε άλλο παρά βέλτιστος διαθέσιμος χρόνος για τη νυκτερινή ανάπαυση, η ανάληψη καθηκόντων πολύ νωρίς το πρωί, η διάρκεια των εργάσιμων ημερών, ο αριθμός των ενδιάμεσων πτήσεων και οι απαιτητικές συνθήκες (προσεγγίσεις χωρίς όργανα ακριβείας, οι οποίες εκτελούνταν χειροκίνητα σε συνθήκες χαμηλής νέφωσης και μειωμένης ορατότητας) που επικρατούσαν κατά τις μακρές εργάσιμες ημέρες, είναι πιθανό η κόπωση να συνέβαλε στη μειωμένη απόδοση και ικανότητα λήψης αποφάσεων των χειριστών».

3.4

Είτε αυτό αληθεύει είτε όχι, κανείς χειριστής, έστω και με ελάχιστη πείρα, δεν μπορεί αρνηθεί ότι κάποιες φορές χρειάστηκε να αντιπαλέψει μια σύντομη κρίση κόπωσης ή ότι η κόπωση επηρέασε με κάποιον τρόπο την απόδοσή του. Η ποιότητα του ύπνου κατά τις περιόδους ανάπαυσης είναι πολύ σημαντική.

3.5

Η διατροφή διαδραματίζει επίσης σημαντικό ρόλο. Παραδείγματος χάρη, όλοι οι χειριστές, από τον πρωτόπειρο μαθητευόμενο έως εκείνον που βρίσκεται λίγο πριν από τη συνταξιοδότησή του, θα παραδεχτούν ότι το ρόφημα που προτιμούν οι χειριστές είναι ο καφές. Ωστόσο, ενώ ο καφές είναι διεγερτικός και προκαλεί προσωρινή αύξηση του επιπέδου εγρήγορσης, η κόπωση είναι τυπικό σύμπτωμα της παρέλευσης της επίδρασής του. Επιπλέον, ο καφές είναι διουρητικός και κάνει το σώμα να αποβάλλει περισσότερα υγρά από όσα λαμβάνει, γεγονός που προκαλεί αφυδάτωση, η οποία με τη σειρά της μπορεί να προκαλέσει κόπωση.

3.6

Η ανία είναι επίσης ένα μείζον πρόβλημα που σχετίζεται με την κόπωση κατά τη διάρκεια των πολύωρων πτήσεων, όπου το αεροσκάφος λειτουργεί σχεδόν απολύτως αυτόματα. Για να διατηρείται το πλήρωμα σε εγρήγορση, ορισμένες αεροπορικές εταιρείες, ιδίως κατά τις υπερσιβηρικές πτήσεις, επιμένουν στην επαναρρύθμιση του αυτόματου πιλότου ανά μία ώρα.

3.7

Πολλά αεροπορικά ατυχήματα οφείλονται σε σφάλμα του χειριστή και η κόπωση αποτελεί σημαντική αιτία αυτών των σφαλμάτων.

3.8

Ο EASA προβλέπεται να αναλάβει τη διαδικασία χορήγησης των αδειών, αντικαθιστώντας στον τομέα αυτόν τον Σύνδεσμο Αρχών Πολιτικής Αεροπορίας (Joint Aviation Authority-JAA)· ωστόσο, η χρήση των αδειών της Διεθνούς Οργάνωσης Πολιτικής Αεροπορίας (International Civil Aviation Organisation-ICAO) που έχουν αποκτηθεί στις ΗΠΑ και χρησιμοποιούνται από χειριστές στην Ευρώπη ενδέχεται να μην επηρεαστεί από την αλλαγή αυτή.

4.   Πλήρωμα θαλάμου επιβατών

4.1

Κάθε βελτίωση σε σχέση με τις απαιτήσεις ανάπαυσης του πληρώματος πτήσης θα πρέπει — στο μέτρο του εφικτού — να ισχύει και για το πλήρωμα θαλάμου, το οποίο πρέπει να βρίσκεται σε πλήρη εγρήγορση, ώστε να μπορεί να αποτρέψει ενδεχόμενα συμβάντα που σχετίζονται με την ασφάλεια και να αντιδράσει σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.

4.2

Τα μέλη του πληρώματος θαλάμου θα πρέπει, επίσης, να έχουν επαρκή κατάρτιση όσον αφορά την ανάνηψη και θα πρέπει πάντα να έχουν καλή γνώση της μητρικής τους γλώσσας και της αγγλικής τουλάχιστον στο επίπεδο 4 της ΙCAO, ώστε να είναι σε θέση να διευκολύνουν την επικοινωνία με τους επιβάτες σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.

5.   Έλεγχος της εναέριας κυκλοφορίας

5.1

Η ΕΟΚΕ έχει εκφράσει ήδη τις απόψεις της σχετικά με τον έλεγχο της εναέριας κυκλοφορίας (ΕΕΚ) και τα συναφή με αυτόν προβλήματα (1). Το προτεινόμενο σύστημα SESAR, εάν και όποτε τεθεί σε λειτουργία, εκτιμάται ότι θα βελτιώσει την ασφάλεια. Το ζήτημα αυτό εξετάζεται σε άλλο έγγραφο της ΕΟΚΕ (2), αλλά γεγονός παραμένει ότι η Ευρώπη χρειάζεται ένα ενιαίο σύστημα ΕΕΚ, με διασυνοριακό χαρακτήρα, εντός του οποίου το Eurocontrol θα αναγνωριζόταν ως «ομοσπονδιακή ρυθμιστική αρχή», παρόμοια, παραδείγματος χάρη, με την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Αεροπορίας (Federal Aviation Administration-FAA) των ΗΠΑ. Η ανάθεση της πρώτης σύμβασης στο πλαίσιο του προγράμματος TMA2010+ του Eurocontrol αποτελεί θετική εξέλιξη.

5.2

Είναι επιτακτική η ανάγκη να καθιερωθούν σε ολόκληρη την Ευρώπη η τυποποίηση και τα ολοκληρωμένα συστήματα προς όφελος της ασφάλειας.

5.3

Είναι επιθυμητό να καθιερωθεί επίσης κατάλληλη πιστοποίηση για τους ηλεκτρονικούς μηχανικούς ασφάλειας της εναέριας κυκλοφορίας (air traffic safety electronics personnel-ATSEP).

6.   Συντήρηση των αεροσκαφών

6.1

Φαίνεται πως ορισμένα κράτη μέλη αντιμετωπίζουν δυσκολίες όσον αφορά τη μετατροπή των εθνικών κανόνων τους σε ευρωπαϊκά πρότυπα σύμφωνα με το Μέρος 66. Οι άδειες συντήρησης που εκδίδουν τα κράτη βασίζονται στις απαιτήσεις που έχουν τεθεί από τον JAA και έχουν θεσπιστεί στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας, προκειμένου να αποκτήσουν νομική ισχύ. Σύμφωνα με το σύστημα του EASA, ωστόσο, οι κανόνες χορήγησης αδειών διέπονται από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η επιβολή τους φαίνεται πως είναι μια μακρά διαδικασία, κατά την οποία μπορούν να ασκηθούν προσφυγές.

6.2

Κατά το 2005, και τα 25 κράτη μέλη της ΕΕ έκαναν χρήση της δυνατότητας παρέκκλισης που τους έδινε το περιθώριο να εκπληρώσουν τις απαιτήσεις του Μέρους 66 έως τον Σεπτέμβριο του 2005. Οι προθεσμίες που έχει θέσει ο EASA για τη συμμόρφωση των κρατών με τους κανόνες ασφαλείας πρέπει να εφαρμοστούν ή τουλάχιστον θα πρέπει να συμφωνηθούν ημερομηνίες με όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, για να αποφευχθεί η ανάγκη παράτασης των προθεσμιών ή θέσπισης μεταβατικών περιόδων.

6.3

Η ΕΟΚΕ διερωτάται εάν υπάρχει διάταξη που να προβλέπει ότι ο EASA δύναται να ελέγχει, εάν απαιτείται, την ανάθεση της συντήρησης των αεροσκαφών αεροπορικών εταιρειών χαμηλού κόστους (Low Cost Carriers-LCC) σε εγκαταστάσεις συντήρησης τρίτων χωρών.

6.4

Πρέπει να διατίθεται επαρκής χρόνος για τη διενέργεια επιθεωρήσεων στο έδαφος, ιδίως κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του αεροσκάφους για την εκτέλεση νέου δρομολογίου. Τα 25 λεπτά κατά μέσον όρο, που προβλέπονται για τα δρομολόγια μικρών αποστάσεων, ασφαλώς δεν μπορούν να θεωρηθούν επαρκή σε όλες τις περιπτώσεις.

6.5

Πρέπει, επίσης, να διατίθενται επαρκείς πόροι και να απασχολείται καταρτισμένο προσωπικό, που χρησιμοποιεί για τις εργασίες συντήρησης μόνο πιστοποιημένα ανταλλακτικά.

6.6

Θα πρέπει να διενεργούνται τυχαίες επιθεωρήσεις και έλεγχοι από την εθνική αεροπορική αρχή για την επαλήθευση της τήρησης των προτύπων.

7.   Αεροπορικές εταιρείες

7.1

Οι αεροπορικές εταιρείες πρέπει να είναι οικονομικώς υγιείς και να διαθέτουν τους κατάλληλους πόρους πριν τους χορηγηθεί άδεια λειτουργίας, τα δε κράτη θα πρέπει να υποχρεούνται να παρακολουθούν τις οικονομικές επιδόσεις των αεροπορικών εταιρειών σε τακτική βάση, για να διασφαλίζουν την πιστή τήρηση των κανόνων.

7.2

Οι αεροπορικές εταιρείες πρέπει να διαθέτουν πείρα και ικανή διοίκηση.

8.   Αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφάλειας της Αεροπορίας

8.1

Πρόθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σήμερα είναι να επεκτείνει περαιτέρω τις αρμοδιότητες του EASA στον τομέα της ρύθμισης (συμπεριλαμβανομένης της ασφάλειας και της διαλειτουργικότητας) των αερολιμένων, της διαχείρισης της εναέριας κυκλοφορίας και των υπηρεσιών αεροναυτιλίας.

8.2

Η ΕΟΚΕ είναι υπέρ του EASA, όπως συστάθηκε με τον κανονισμό 1592/200/ΕΚ, και πιστεύει ότι ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο για τις διαδικασίες και την έγκριση των αεροσκαφών και των συσκευών από μια ενιαία αρχή θα βελτιώσει αναμφίβολα την ασφάλεια και την αποδοτικότητα της αεροπορίας στην Ευρώπη.

8.3

Ο EASA έχει την ευκαιρία να εξετάσει το ζήτημα των προτύπων και των συνιστώμενων πρακτικών (standards and recommended practices-SARPS) και των ανωμαλιών που προκαλούνται από τις «συνιστώμενες πρακτικές» και τις «πρότυπες πρακτικές» που περιλαμβάνουν τα έγγραφα του παραρτήματος της ICAO.

9.   Άδειες γενικής αεροπορίας

9.1

Οι χειριστές ιδιωτικών αεροσκαφών που εκτελούν πτήσεις με άδεια της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Αεροπορίας των ΗΠΑ (FAA) στον ευρωπαϊκό εναέριο χώρο θα πρέπει να ζητούν θεώρηση της άδειάς τους από τον EASA.

9.2

Για να τους επιτραπεί να εισέλθουν στον ευρωπαϊκό εναέριο χώρο, όλα τα αεροσκάφη γενικής αεροπορίας πρέπει να πληρούν τα πρότυπα της ΕΕ, τα οποία έχουν θεσπιστεί από τον EASA.

10.   Ασφάλεια των αεροηλεκτρονικών συστημάτων

10.1

Ο EASA θα πρέπει να θεσπίσει κατευθυντήριες γραμμές ή κανόνες για την προστασία συγκεκριμένου εξοπλισμού ή δικτύων από «πράξεις παράνομης παρεμβολής», όπως έχουν οριστεί από την ICAO.

10.2

Πέρα από την αυξημένη χρήση του Ethernet (LAN) και του IP, οι λοιποί ευάλωτοι τομείς είναι:

η αυξημένη χρήση τεχνολογιών ζεύξης δεδομένων αέρος/εδάφους για τις επικοινωνίες των επιβατών, της αεροπορικής εταιρείας και των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας·

η γενικότερη χρήση της μεταφοράς δεδομένων και λογισμικού με τη χρήση δικτύων επί των αεροσκαφών και μεταξύ επίγειων τοποθεσιών για τους σκοπούς της παραγωγής, της παράδοσης, της συντήρησης ή της αναβάθμισης·

ο πολλαπλασιασμός των ιών λογισμικού και των επιθέσεων από πληροφορικούς πειρατές, σε συνδυασμό με την αναζήτηση εμπιστευτικών δεδομένων μέσω διασυνδεδεμένων δικτύων.

11.   Μη επανδρωμένα αεροσκάφη (UAV)

11.1

Ο EASA πρέπει να διαθέτει τις απαραίτητες αρμοδιότητες για τη ρύθμιση αυτού του τομέα της βιομηχανίας, όχι μόνο σε σχέση με την αξιοπλοΐα και τον σχεδιασμό, αλλά και σε σχέση με την πιστοποίηση των επίγειων χειριστών, των συστημάτων εκτόξευσης κλπ..

11.2

Όλοι οι κανονισμοί που αφορούν τα συμβατικά αεροσκάφη πρέπει να θεωρούνται υποχρεωτικοί και για τα UAV, θα πρέπει δε να πραγματοποιηθούν διαβουλεύσεις με όλους τους χρήστες του εναέριου χώρου που ενδέχεται να επηρεαστούν από αυτό το είδος δραστηριότητας.

12.   EASA

12.1

Ο EASA είναι η γενική κοινοτική ρυθμιστική αρχή. Θέτει τις αρχές και τους κανόνες για την αεροπορική ασφάλεια στην ΕΕ. Ωστόσο, δεν χρηματοδοτείται επαρκώς, δεν διαθέτει επαρκές προσωπικό και δεν έχει καμία αρμοδιότητα για την επιβολή των κανόνων.

12.2

Η επιβολή των κανόνων και των κανονισμών εξαρτάται από τις διάφορες εθνικές ρυθμιστικές αρχές.

12.3

Το γεγονός αυτό σημαίνει ουσιαστικά αυτορρύθμιση. Το πιθανότερο είναι ότι καμία εθνική ρυθμιστική αρχή δεν θα τερμάτιζε τη λειτουργία μιας αεροπορικής εταιρείας που βρίσκεται στη δικαιοδοσία της παρά μόνο εάν συνέτρεχε εξαιρετικά σοβαρό πρόβλημα.

12.4

Οι εθνικές ρυθμιστικές αρχές είναι, επίσης, υπεύθυνες για όλα τα αεροσκάφη που είναι καταχωρισμένα στη χώρα τους και των οποίων η εταιρεία έχει εκεί γραφεία. Τα αεροσκάφη αυτά και τα πληρώματά τους πολύ συχνά έχουν τη βάση τους σε άλλες κοινοτικές χώρες και εκτελούν πτήσεις από εκείνες. Το γεγονός αυτό καθιστά ακόμα πιο δύσκολη την κατάλληλη ρύθμιση.

12.5

Η απαίτηση του EASA από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές να εφαρμόζουν τις αποφάσεις του θα μπορούσε να οδηγήσει σε άνιση εφαρμογή των κανόνων και των κανονισμών στην ΕΕ, λόγω διαφορετικών ερμηνειών. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει την αεροπορική βιομηχανία στη χρήση σημαιών ευκαιρίας, σε περίπτωση που μια χώρα ερμηνεύει τους κανονισμούς με λιγότερο αυστηρό τρόπο από άλλες.

12.6

Εν τω μεταξύ, η ρυθμιστική αρχή για την ασφάλεια των αερολιμένων, η ECAC, έχει το δικαίωμα να ελέγχει τα τοπικά επίπεδα συμμόρφωσης. Την αρμοδιότητα αυτή θα έπρεπε να την έχει ο EASA.

12.7

Ο EASA χρηματοδοτείται σήμερα από τα έσοδα που προέρχονται από την πιστοποίηση, γεγονός που τον έχει οδηγήσει σε προβλεπόμενη ζημία 15 εκατομμυρίων ευρώ για το 2006· η παροχή της απαραίτητης χρηματοδότησης από την κεντρική κυβέρνηση έχει καθοριστική σημασία για την εξασφάλιση του μέλλοντος του EASA.

Βρυξέλλες, 5 Ιουλίου 2006

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  Αεροπορικές μεταφορές: Κοινοτική άδεια ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας, δέσμη «Ενιαίος ευρωπαϊκός ουρανός» (εισηγητής: ο κ. McDonogh), ΕΕ C 234, 22/09/2205, σ. 17-19,.

(2)  Σύσταση κοινής επιχείρησης για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού συστήματος νέας γενιάς για τη διαχείριση της εναέριας κυκλοφορίας, CESE 379/2006 (εισηγητής: ο κ. McDonogh).


16.12.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 309/55


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα απόβλητα»

COM COM(2005) 667 τελικό — 2005/0281 (COD)

(2006/C 309/12)

Στις 24 Φεβρουαρίου 2006, και σύμφωνα με το άρθρο 175 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου, περιβάλλον» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 24 Μαΐου 2006 με εισηγητή τον κ. BUFFETAUT.

Κατά την 428η σύνοδο ολομέλειάς της, της 5ης και 6ης Ιουλίου 2006 (συνεδρίαση της 5ης Ιουλίου 2006), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 114 ψήφους υπέρ και 4 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συμπεράσματα

1.1

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει τη βούληση της Επιτροπής να εκσυγχρονίσει, να απλουστεύσει και να προσαρμόσει τη νομοθεσία για τα απόβλητα. Ειδικότερα, επικροτεί τη διαδικασία και το πνεύμα της στρατηγικής για την πρόληψη της δημιουργίας και την ανακύκλωση των αποβλήτων. Η βούληση για την επίτευξη μιας γενικευμένης και ισότιμης εφαρμογής της νομοθεσίας πρέπει να υποστηριχτεί, προκειμένου να αποτραπούν στρεβλώσεις σε θέματα περιβάλλοντος, δημόσιας υγείας και ανταγωνισμού στην αγορά των αποβλήτων. Υπογραμμίζει ότι η σαφήνεια και η ακρίβεια των ορισμών και των παραρτημάτων έχουν σημασία προκειμένου να αποφευχθούν οι προσφυγές και οι νομικές διαδικασίες. Διαπιστώνει εντούτοις με λύπη ότι το θέμα της πρόληψης των αποβλήτων αντιμετωπίζεται στο κείμενο χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες. Υπογραμμίζει ότι η βούληση για την επίτευξη μιας πραγματικής βιώσιμης ανάπτυξης προϋποθέτει την εφαρμογή αποτελεσματικής πολιτικής για την πρόληψη και ανάκτηση των αποβλήτων, δεδομένου ότι οι πρώτες ύλες γίνονται όλο και πιο σπάνιες και ακριβές. Συνιστά δε, να αναπτυχθούν τα κατάλληλα μέσα σε ευρωπαϊκή κλίμακα ώστε να επιτευχθούν οι προκαθορισμένοι ποιοτικοί και ποσοτικοί στόχοι. Στο σημείο αυτό, το θέμα αντιμετωπίζεται στο κείμενο δείχνει σαφώς μια αδυναμία. χωρίς καμία απολύτως φιλοδοξία. Επιπλέον, η Επιτροπή φαίνεται να πιστεύει ότι με την απλούστευση των διαδικασιών για την απόκτηση άδειας εκμετάλλευσης εγκαταστάσεων επεξεργασίας αποβλήτων θα ενθαρρύνει την ανακύκλωση. Η προσέγγιση αυτή είναι εσφαλμένη και θα έχει αρνητικές συνέπειες τόσο για το περιβάλλον όσο και για τη δημόσια υγεία. Επίσης, είναι αντίθετη προς τη Σύμβαση του Arhus σχετικά με την πρόσβαση του κοινού σε πληροφορίες σχετικά με τα απόβλητα. Πράγματι, η άδεια εκμετάλλευσης περιλαμβάνει και τεχνικά στοιχεία που αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος, είναι δημόσια και συνοδεύεται από υποχρεώσεις σχετικά με την πληροφόρηση και τον έλεγχο. Συνεπώς, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί τροχοπέδη για την ανάπτυξη της επεξεργασίας αποβλήτων αλλά αντιθέτως προσφέρει τις απαραίτητες εγγυήσεις για την έλεγχο εκ μέρους των αρχών όσον αφορά την ορθή τήρηση των προδιαγραφών και την εφαρμογή των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνολογιών.

1.2

Ομοίως, η ΕΟΚΕ κρίνει ιδιαίτερα εύστοχη την εισαγωγή της έννοιας του κύκλου ζωής στην πολιτική για τα απόβλητα, καθώς και την προσέγγιση σχετικά με τη μείωση των χώρων υγειονομικής ταφής, την ανάκτηση υλικών για λιπασματοποίηση ή παραγωγή ενέργειας, την «καθαρή» ανακύκλωση και την πρόληψη της δημιουργίας αποβλήτων.

1.3

Όσον αφορά την πρόταση οδηγίας, η ΕΟΚΕ κρίνει ότι η με απόλυτο τρόπο προβολή της βούλησης να εφαρμόζεται η αρχή της επικουρικότητας κινδυνεύει να έρθει σε αντίθεση με την βούληση να υπάρχει νομοθεσία που θα εφαρμόζεται κατά τρόπο γενικό και εναρμονισμένο σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

1.4

Ζητά επιμόνως η συγχώνευση /κατάργηση της οδηγίας για τα επικίνδυνα απόβλητα να μην οδηγήσει σε πιο χαλαρή πλαισίωση και σε μικρότερη προστασία της δημόσιας υγείας και θεωρεί ότι το σημερινό κείμενο, όπως έχει συνταχθεί, δεν προσφέρει επαρκείς εγγυήσεις. Θα πρέπει τουλάχιστον να προβλέπεται ότι απαγορεύεται τόσο η πρόσμιξη επικίνδυνων αποβλήτων όσο και η εξαίρεση από την έκδοση άδειας για αυτού του τύπου απόβλητα. Η κατάταξη των αποβλήτων σε «επικίνδυνα» και σε «ακίνδυνα» καθορίζει τα προληπτικά μέτρα και τις ειδικές υποχρεώσεις που ισχύουν κατά τη μεταφορά και την επεξεργασία αποβλήτων. Οποιοσδήποτε περιορισμός της αυστηρότητας των μέτρων που λαμβάνονται σε αυτόν τον τομέα δεν μπορεί να θεωρηθεί πρόοδος όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος.

1.5

Τονίζει ότι η ανακύκλωση που πρέπει να ενθαρρυνθεί είναι εκείνη που δεν έχει αρνητικό περιβαλλοντικό αντίκτυπο και καθιστά δυνατή την πραγματική ανάκτηση των υλικών.

1.6

Αμφισβητεί σαφώς την καταλληλότητα της διαδικασίας της επιτροπολογίας για τον καθορισμό ορισμένων ειδικών κριτηρίων προκειμένου να καθορίζεται πότε ένα απόβλητο παύει να είναι απόβλητο.

1.7

Φρονεί ότι κάποιοι ορισμοί παραμένουν ασαφείς (κυρίως οι ορισμοί του παραγωγού και της ανάκτησης). Θα έπρεπε πράγματι να ορισθεί, αφενός, η «ανάκτηση υλικών» που οδηγεί στην «ανακύκλωση υλικών» και ο ενδεχόμενος αποχαρακτηρισμός ορισμένων κατηγοριών ως αποβλήτων και, αφετέρου, η ανάκτηση της ενέργειας, χωρίς δυνατότητα αποχαρακτηρισμού, ώστε να διασφαλισθεί η ομοιογενής εφαρμογή της οδηγίας αποτέφρωσης αποβλήτων για όλα τα απόβλητα που επιτρέπουν την ανάκτηση θερμότητας μέσω της αποτέφρωσης ή της συν-αποτέφρωσης. Σε ό,τι αφορά την αποτέφρωση αποβλήτων, θα ήταν σκόπιμο να ενθαρρύνεται η επιδίωξη υψηλού επιπέδου ενεργειακής απόδοσης προκειμένου να ισχύει ο χαρακτηρισμός «ανάκτηση». Ωστόσο, προξενεί εντύπωση το γεγονός ότι η προσέγγιση αυτή ισχύει μόνο για την αποτέφρωση και όχι για άλλες μορφές ανάκτησης ενέργειας. Στην περίπτωση αυτή, η αποτέφρωση των αποβλήτων θα έπρεπε να θεωρείται ως ανάκτηση μόνο όταν επιτυγχάνεται υψηλό επίπεδο ενεργειακής απόδοσης.

1.8

Εκφράζει έντονα τη λύπη της για το γεγονός ότι δεν περιλαμβάνεται καμία πρόταση σχετικά με τα ενοποιημένα χρηματοδοτικά μέσα για το σύνολο της Ένωσης.

1.9

Εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι το κείμενο δεν περιλαμβάνει καμία υποχρέωση όσον αφορά τις συνθήκες εργασίας και υγείας των εργαζομένων του κλάδου.

2.   Εισαγωγή

2.1

Η πολιτική για τα απόβλητα είναι μια από τις παλαιότερες περιβαλλοντικές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι η ισχύουσα οδηγία πλαίσιο χρονολογείται από το 1975. Μέσα σε τριάντα χρόνια, όμως, η γενική οικονομική και κοινωνική συγκυρία, οι πρακτικές, οι τεχνολογίες, οι εθνικές και τοπικές πολιτικές, η συλλογική συνείδηση σχετικά με το πρόβλημα των αποβλήτων έχουν εξελιχθεί σημαντικά. Η οικοδόμηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για θέματα αποβλήτων, που συνεχίζεται σταθερά από το 1975, επιταχύνθηκε κατά τη δεκαετία του '90, με την τροποποίηση της οδηγίας πλαίσιο το 1991, την οποία ακολούθησε η υιοθέτηση μιας σειράς οδηγιών σχετικά με ορισμένες μεθόδους επεξεργασίας και διαχείρισης ορισμένων ροών αποβλήτων.

2.2

Η ισχύουσα νομοθεσία έχει δοκιμαστεί από το χρόνο. Ελλείψεις ή ασάφειες ήρθαν στο φως, αντιδικίες και νομολογία ανέδειξαν τις δυσκολίες ερμηνείας και το περίπλοκο της νομοθεσίας, που οφείλεται εν μέρει στον κατακερματισμό της νομοθεσίας σε διάφορα κείμενα, εκ των οποίων το ένα παραπέμπει στο άλλο.

2.3

Παράλληλα, αναπτύχθηκε μια πραγματική οικονομία των αποβλήτων. Οι δραστηριότητες διαχείρισης και ανακύκλωσης των αποβλήτων έχουν αναδειχθεί σε αυτόνομους οικονομικούς κλάδους, που εμφανίζουν υψηλό ποσοστό ανάπτυξης και αποφέρουν κύκλο εργασιών που εκτιμάται σε περισσότερα από 100 δισεκατομμύρια ευρώ για την Ευρώπη των 25.

2.4

Τέλος, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει διευρυνθεί και πρόκειται να διευρυνθεί περαιτέρω. Όμως, τα νέα κράτη μέλη, στον τομέα αυτόν, αντιμετωπίζουν μια αρκετά δύσκολη κατάσταση, κυρίως λόγω του σημαντικού όγκου των χώρων υγειονομικής ταφής. Επομένως, ήταν φυσικό να επιθυμεί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προσεγγίσει το ζήτημα των αποβλήτων με έναν ανανεωμένο προβληματισμό, χωρίς ωστόσο να απορρίπτει το πνεύμα της ισχύουσας νομοθεσίας και να αναθεωρεί εκ βάθρων τη δομή της.

2.5

Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, δημοσίευσε πρόσφατα ανακοίνωση σχετικά με τη θεματική στρατηγική για την πρόληψη της δημιουργίας και την ανακύκλωση των αποβλήτων (1) και πρότεινε μια νέα οδηγία για τα απόβλητα (2), η πρώτη εκ των οποίων ορίζει τους πολιτικούς προσανατολισμούς και τη γενική φιλοσοφία της Επιτροπής, ενώ η δεύτερη αντιπροσωπεύει την συγκεκριμένη νομοθετική της έκφραση.

3.   Μια ανανεωμένη πολιτική

3.1

Ο προβληματισμός της Επιτροπής στον οποίο στηρίζεται η θεματική στρατηγική ξεκινά από τη διαπίστωση ότι, εδώ και τριάντα χρόνια, έχουν σημειωθεί σημαντικές πρόοδοι σε θέματα αποβλήτων, αλλά ότι ο όγκος των αποβλήτων εξακολουθεί ωστόσο να αυξάνεται, τα επίπεδα ανακύκλωσης και ανάκτησης είναι ανεπαρκή και οι αντίστοιχες αγορές αντιμετωπίζουν δυσκολίες για την ανάπτυξή τους. Άλλωστε, εκτός από τα ειδικά κείμενα σχετικά με τα απόβλητα, έπαιξε θετικό ρόλο και η οδηγία σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης (οδηγία ΟΠΕΡ).

3.2

Επιπλέον, η διαχείριση των αποβλήτων συμβάλλει, σε κάποιον βαθμό, σε περιβαλλοντικά προβλήματα και επιφέρει οικονομικές δαπάνες.

3.3

Τέλος, η ευρωπαϊκή νομοθεσία παραμένει ασαφής ως προς ορισμένα σημεία, γεγονός που επισύρει αντιδικίες και αποκλίσεις από τη μία χώρα στην άλλη ως προς την εφαρμογή της.

3.4

Ποια είναι σήμερα η διαχείριση των αστικών αποβλήτων; Οι καλύτερες στατιστικές αφορούν τα δημοτικά απόβλητα, που αντιπροσωπεύουν το 14 % περίπου του συνόλου των δημιουργούμενων αποβλήτων: το 49 % οδηγούνται σε χώρους υγειονομικής ταφής, το 18 % αποτεφρώνονται, το 33 % ανακυκλώνονται ή μετατρέπονται σε λίπασμα. Η κατάσταση όμως παρουσιάζει μεγάλες διαφορές μεταξύ ορισμένων κρατών μελών, όπου το 90 % των αποβλήτων οδηγούνται σε χώρους υγειονομικής ταφής, και άλλων, όπου μόνον το 10 % καταλήγουν εκεί. Εξάλλου, ανάλογες διαφορές παρατηρούνται και για άλλες κατηγορίες αποβλήτων.

3.5

Σε γενικές γραμμές, λοιπόν, η Ένωση παρουσιάζει μια κατάσταση όπου, παρότι έχει σίγουρα πραγματοποιηθεί πρόοδος, ο συνολικός όγκος των αποβλήτων αυξάνεται και ο συνολικός όγκος των αποβλήτων που οδηγούνται σε χώρους υγειονομικής ταφής μειώνεται πολύ λίγο, ή καθόλου, παρά την πρόοδο της ανακύκλωσης και της αποτέφρωσης. Όσον αφορά την πρόληψη της δημιουργίας αποβλήτων, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι πολιτικές που έχουν ακολουθηθεί δεν έχουν καταλήξει σε απτά αποτελέσματα.

3.6

Συνεπώς, είναι σαφές ότι οι στόχοι της κοινοτικής πολιτικής που ακολουθείται σήμερα εξακολουθούν να ισχύουν πλήρως -περιορισμός των αποβλήτων, προώθηση της επαναχρησιμοποίησης, της ανακύκλωσης και της ανάκτησής τους ώστε να περιοριστεί η επίπτωσή τους στο περιβάλλον και να προωθηθεί η καλύτερη αξιοποίηση των πόρων- αλλά ότι πρέπει να επιτευχθεί μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των μηχανισμών.

3.7

Προς τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή προτείνει μεθόδους δράσης που αφορούν εξίσου την νομοθετική τεχνική, τον προβληματισμό και την ίδια την αντίληψη ως προς το σε τι θα πρέπει να συνίσταται μια πολιτική για τα απόβλητα, τη βελτίωση των πληροφοριών και τον ορισμό κοινών προτύπων. Στην στρατηγική, λοιπόν, για την πρόληψη της δημιουργίας και την ανακύκλωση των αποβλήτων, προτείνει τα εξής:

εξέλιξη προς μια κοινωνία ανακύκλωσης, όπου η δημιουργία αποβλήτων αποφεύγεται όταν αυτό είναι δυνατόν και όπου υπάρχει πλήρης εκμετάλλευση των υλικών και ενεργειακών πόρων που περιλαμβάνονται στα απόβλητα·

έμφαση στη γενική εφαρμογή της νομοθεσίας, ώστε να αποτρέπονται οι διαφορές όσον αφορά την ερμηνεία και την εφαρμογή της νομοθεσίας και να εξασφαλίζεται η έγκαιρη επίτευξη, εκ μέρους των κρατών μελών, των στόχων που εγγράφονται στην υφιστάμενη νομοθεσία·

απλούστευση και εκσυγχρονισμός της ισχύουσας νομοθεσίας·

εισαγωγή της έννοιας του κύκλου ζωής στην πολιτική για τα απόβλητα, ούτως ώστε να λαμβάνεται υπόψη η εν δυνάμει συμβολή της στον περιορισμό των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από την χρήση των πόρων·

εκπόνηση μιας πιο φιλόδοξης και πιο αποτελεσματικής πολιτικής για την πρόληψη της δημιουργίας αποβλήτων·

βελτίωση της ενημέρωσης και της διάδοσης των γνώσεων στον τομέα της πρόληψης·

ανάπτυξη κοινών προτύπων αναφοράς για την πλαισίωση της ευρωπαϊκής αγοράς της ανακύκλωσης·

εμπλουτισμός της πολιτικής για την ανακύκλωση.

3.8

Από τις αλλαγές αυτές στη νομοθεσία και στην αντίληψη της πολιτικής των αποβλήτων, η Επιτροπή αναμένει περιορισμό του όγκου των αποβλήτων που οδηγούνται σε χώρους υγειονομικής ταφής, καλύτερη ανάκτηση λιπάσματος και ενέργειας από τα απόβλητα, βελτίωση της ανακύκλωσης από ποιοτική και ποσοτική άποψη. Προσδοκά, έτσι, πιο σημαντική ανάκτηση των αποβλήτων και, επομένως, ανύψωση επιπέδου σ' αυτό που καλείται πλέον «ιεράρχηση των αποβλήτων», καθώς και συμβολή της πολιτικής των αποβλήτων στην καλύτερη χρήση των πόρων.

Πώς εκφράζονται νομοθετικά, σε πρώτη φάση, οι στόχοι που αναγγέλλονται στην θεματική στρατηγική;

4.   Η πρόταση οδηγίας για τα απόβλητα: αλλαγή, όχι όμως ανατροπή

4.1

Στο πρώτο άρθρο της πρότασης αναγγέλλονται οι στόχοι της Επιτροπής. Οι στόχοι αυτοί είναι διττοί και αλληλεξαρτώμενοι:

από τη μια πλευρά, να οριστούν «μέτρα που έχουν στόχο τη μείωση των συνολικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων από την παραγωγή και διαχείριση αποβλήτων στο πλαίσιο της χρήσης των πόρων»·

από την άλλη, και για τους ίδιους λόγους, να οριστεί ως στόχος για το κάθε κράτος μέλος, κατά προτεραιότητα, η πρόληψη ή η μείωση της παραγωγής αποβλήτων και της βλαπτικότητάς τους και, κατά δεύτερο λόγο, η λήψη μέτρων «για την ανάκτηση των αποβλήτων μέσω επαναχρησιμοποίησης, ανακύκλωσης και άλλων μέτρων ανάκτησης».

4.2

Για την επίτευξη του στόχου αυτού, η Επιτροπή φρονεί ότι δεν χρειάζεται εις βάθος αναδιάρθρωση του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου, αλλά εισαγωγή τροποποιήσεων ώστε να βελτιωθεί το νομοθετικό αυτό πλαίσιο και να καλυφθούν τα υφιστάμενα κενά. Η πρόταση οδηγίας συνιστά μία και μόνον πτυχή της εφαρμογής της στρατηγικής, ενώ πρόκειται να ακολουθήσουν και άλλες προτάσεις που απορρέουν από αυτήν. Οπωσδήποτε, η ευρωπαϊκή πολιτική για θέματα αποβλήτων στηρίζεται αναγκαστικά στην αρχή της επικουρικότητας. Για να είναι αποτελεσματική, θα χρειαστεί η ανάληψη μιας σειράς δράσεων, από το επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έως το τοπικό επίπεδο, όπου στην πράξη γίνονται πολλά. Η Επιτροπή φρονεί ότι η τήρηση της αρχής της επικουρικότητας δεν εκφράζει κατά κανέναν τρόπο υποβάθμιση του επιπέδου φιλοδοξίας στον τομέα του περιβάλλοντος.

4.3

Η πρόταση, λοιπόν, παρουσιάζεται ως αναθεώρηση της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ. Συγχωνεύει στην οδηγία πλαίσιο την οδηγία για τα επικίνδυνα απόβλητα (91/689/ΕΟΚ), την οποία επομένως και καταργεί. Καταργεί επίσης την οδηγία για τα χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια (75/439/ΕΟΚ), ενσωματώνοντας όμως στην οδηγία πλαίσιο την ιδιαίτερη υποχρέωση της συλλογής.

4.4

Οι κυριότερες τροποποιήσεις αφορούν τα εξής:

εισαγωγή περιβαλλοντικού στόχου·

αποσαφήνιση των εννοιών της ανάκτησης και της διάθεσης·

αποσαφήνιση των προϋποθέσεων για την ανάμιξη επικίνδυνων αποβλήτων·

εισαγωγή διαδικασίας αποσαφήνισης του πότε κάποια απόβλητα παύουν να είναι απόβλητα για επιλεγμένες κατηγορίες αποβλήτων·

εισαγωγή ελάχιστων προτύπων ή διαδικασίας καθιέρωσης ελάχιστων προτύπων για ορισμένες εργασίες διαχείρισης αποβλήτων·

εισαγωγή απαίτησης κατάρτισης εθνικών προγραμμάτων πρόληψης της δημιουργίας αποβλήτων.

4.5

Είναι σκόπιμο, λοιπόν, να ελεγχθεί κατά πόσον οι προτεινόμενες νομοθετικές τροποποιήσεις θα οδηγήσουν στην επίτευξη των συνολικών στόχων που θέτει η στρατηγική και τη διόρθωση των υφιστάμενων ανεπαρκειών και ασαφειών.

5.   Γενικές παρατηρήσεις σχετικά με την οδηγία για τα απόβλητα

5.1

Η νέα αυτή πρόταση αναμενόταν από πολύ καιρό και όφειλε να αποτελέσει τη βάση για την νέα ευρωπαϊκή περιβαλλοντική πολιτική για θέματα διαχείρισης των αποβλήτων, και τούτο για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη: κράτη μέλη, ΜΚΟ, πολίτες και επαγγελματίες. Γι' αυτό και ζητείται από την ΕΟΚΕ η εξέτασή της. Αναμενόταν ότι το νέο κείμενο θα βελτίωνε την ισχύουσα κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία που έχει αποκομισθεί από το 1991, τις αδυναμίες του παλαιού κειμένου και τη στρατηγική που πρέπει να υιοθετήσει η Ευρώπη σε θέματα βιώσιμης ανάπτυξης που προϋποθέτει μια πολιτική διαχείρισης, ανάκτησης, ανακύκλωσης και αξιοποίησης των αποβλήτων, σε περιβάλλον σπανιότητας των πρώτων υλών και των ενεργειακών πόρων.

5.2

Η ισχύουσα νομοθεσία έχει συχνά κατηγορηθεί για έλλειψη ακρίβειας και σαφήνειας (κυρίως για τα παραρτήματα και τους ορισμούς). Επίσης, ως λυπηρή έχει καταγγελθεί συχνά η έλλειψη ομοιογενούς εφαρμογής των οδηγιών και κανονισμών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι διαφορετικές προσεγγίσεις ανάλογα με τα κράτη μέλη. Η αναθεώρηση του κανονισμού για τις διασυνοριακές μεταφορές έφερε πρόσφατα στο φως τα προβλήματα που θέτει η κατάσταση αυτή.

5.3

Πώς μπορεί να κατανοήσει και να αναλύσει η ΕΟΚΕ το προτεινόμενο κείμενο για την οδηγία πλαίσιο; Ευλόγως τίθεται το ερώτημα μήπως το επίπεδο φιλοδοξίας της Επιτροπής έχει υποχωρήσει σε σύγκριση με την ανακοίνωση του 2003 «Προς μία θεματική στρατηγική για την πρόληψη και την ανακύκλωση των αποβλήτων» (3). Η προσέγγιση που υιοθετείται σχετικά με την επικουρικότητα φαίνεται κάπως μινιμαλιστική και μπορεί να οδηγήσει σε αποκλίσεις όσον αφορά την εφαρμογή της νομοθεσίας. Εξάλλου οι δράσεις που μπορούν να αναλάβουν σχετικά οι ενδιαφερόμενοι οικονομικοί και κοινωνικοί φορείς έχουν αποσιωπηθεί.

5.4   Σχετικά με την απλούστευση της νομοθεσίας:

5.4.1

Προτείνεται η συγχώνευση της οδηγίας για τα επικίνδυνα απόβλητα με την οδηγία πλαίσιο. Από την άποψη αυτή, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί ότι τα επικίνδυνα απόβλητα θα αποτελούν αντικείμενο πολύ πιο αυστηρής πλαισίωσης απ' ό,τι τα λοιπά απόβλητα, κυρίως όταν, παράλληλα, το σύστημα REACH θα πρέπει να εφαρμοστεί στο σύνολο των ουσιών που διατίθενται στο εμπόριο. Από την άλλη πλευρά, η οδηγία για τα χρησιμοποιημένα ορυκτέλαια απλούστατα καταργείται, δεδομένου ότι, στην πράξη, το περιβαλλοντικό όφελος του κειμένου αυτού δεν είχε τεκμηριωθεί σε ό,τι αφορά το μετασχηματισμό των ορυκτελαίων. Αντιθέτως, παραμένουν σε ισχύ οι διατάξεις που αναφέρονται στη συλλογή τους.

5.4.2

Σημειώνεται επίσης ότι, αφότου ορίστηκαν τα κριτήρια επικινδυνότητας, η Επιτροπή εξακολουθεί να μην έχει εκδώσει τα αναγκαία συνοδευτικά έγγραφα: τυποποιημένα πειράματα, ανώτατα όρια συγκέντρωσης, για μια σωστή αξιοποίηση του καταλόγου των αποβλήτων.

5.4.3

Οι προτάσεις εξαιρέσεων που διατυπώνονταν στο κείμενο για τις διαδικασίες ανάκτησης φαίνονται μάλλον επικίνδυνες και θα έπρεπε να επανεξεταστούν σε ορισμένους τομείς. Πράγματι, όλοι θυμούνται τα περιστατικά ανάμιξης επικίνδυνων αποβλήτων με φυσικές ουσίες για την παρασκευή ζωοτροφών, που θα κινδύνευαν να γενικευθούν από τη στιγμή που θα εγκαταλείπονταν η ανιχνευσιμότητα και οι αναγκαίοι για μια σωστή διαχείριση των αποβλήτων αυτών έλεγχοι. Τέλος, η Επιτροπή θα έπρεπε να εξετάσει κατά πόσον οι προτεινόμενες εξαιρέσεις (Τμήμα 2 — Εξαιρέσεις) είναι αντίθετες προς τις διατάξεις της Σύμβασης του Άαρχους σχετικά με την ενημέρωση του κοινού και τη συμμετοχή του όσον αφορά την επεξεργασία των αποβλήτων.

6.   Ειδικές παρατηρήσεις

6.1   Καλύτεροι ορισμοί

6.1.1

Η ισχύουσα οδηγία δεν όριζε σωστά ορισμένες έννοιες. Ο αριθμός των προσφυγών στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο είναι αρκετά εύγλωττος για να πεισθεί κανείς περί αυτού. Είναι καλύτερο το νέο κείμενο ως προς το σημείο αυτό; Από ορισμένες απόψεις, μπορούμε να το αμφισβητήσουμε.

6.1.2

Ο ορισμός του παραγωγού, που επαναλαμβάνεται όπως στο προηγούμενο κείμενο (4), πρέπει να τροποποιηθεί. Πράγματι, πώς μπορεί να γίνει δεκτό ότι εκείνος που τροποποιεί τη φύση ενός αποβλήτου γίνεται ο νέος «παραγωγός» του; Πρόκειται απλώς για «επεξεργαστή», ο οποίος, υπό την ιδιότητα αυτή, πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στην αλυσίδα της ανιχνευσιμότητας. Διαφορετικά, αφήνεται ελεύθερο πεδίο για τον «υποχαρακτηρισμό» των αποβλήτων και την μείωση της ευθύνης του πραγματικού παραγωγού του αποβλήτου. Επιπλέον, θα έπρεπε τουλάχιστον να αναφέρεται η διευρυμένη ευθύνη του παραγωγού (για τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά).

6.1.3

Η Επιτροπή, στα πλαίσια του διασυνοριακού κανονισμού για τη συγκράτηση των εξαγωγών (5), επέμεινε στις «μεταβατικές εργασίες» που δεν προσδιορίζονται, όπως δεν προσδιορίζονται και οι «εργολάβοι και μεσίτες» του ιδίου κανονισμού.

6.1.4

Δίδεται ορισμός για την ανακύκλωση, ο ορισμός όμως της ανάκτησης, σε σχέση με την αξιοποίηση, δεν είναι σαφής. Θα έπρεπε να ορίζεται από τη μία πλευρά η ανάκτηση «ύλης» που οδηγεί σε «ανακύκλωση ύλης» και, από την άλλη, η ενεργειακή ανάκτηση. Πράγματι, στην πρώτη περίπτωση, το τέλος του κύκλου επεξεργασίας μπορεί να καταλήξει στην έξοδο από το καθεστώς του αποβλήτου, ενώ αυτό δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση της ενεργειακής ανάκτησης. Πράγματι, η ενεργειακή αξιοποίηση των αποβλήτων διέπεται, σε ό,τι αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, από την οδηγία για την αποτέφρωση. Εάν τα απόβλητα εξέλθουν του καθεστώτος των αποβλήτων, τότε δεν μπορούν πλέον να υπόκεινται στους κανόνες για την προστασία του περιβάλλοντος.

6.2   Αντικείμενο

6.2.1

Αντικείμενο της οδηγίας είναι και πρέπει να εξακολουθήσει να είναι η προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας.

6.2.2

Η Επιτροπή έχει γενικά την τάση να αποδίδει μεγάλη σημασία στο άνοιγμα της αγοράς, που είναι απλώς μια πτυχή της πολιτικής για τα απόβλητα.

6.2.3

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι πρέπει να ληφθεί σαφής θέση στον προβληματισμό σχετικά με τον τρόπο προσδιορισμού του κανονιστικού πλαισίου που θα επιτρέπει στους μηχανισμούς της αγοράς να κατευθύνουν τη διαχείριση των αποβλήτων προς τη βελτίωση του περιβάλλοντος, αναπτύσσοντας τις έννοιες της οικολογικής αποδοτικότητας και της οικολογικής διαχείρισης για τις παραγωγικές μας δραστηριότητες και υπηρεσίες. Πράγματι, η διαχείριση των αποβλήτων συνιστά μια αγορά που υπόκειται σε ελέγχους και ρυθμίσεις, με πρωταρχικούς στόχους την προστασία του περιβάλλοντος και της υγείας και την διαφύλαξη των πόρων, και όπου, επομένως, λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιδράσεις. Η προστασία του περιβάλλοντος αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο που ευνοεί τη δημιουργία απασχόλησης και την ανταγωνιστικότητα, ενώ παράλληλα προσφέρει δυνατότητες καινοτομίας και νέων αγορών. Είναι εύλογο να διερωτη