ISSN 1725-2415

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 194

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

49ό έτος
18 Αυγούστου 2006


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

I   Ανακοινώσεις

 

Επιτροπή

2006/C 194/1

Ισοτιμίες του ευρώ

1

2006/C 194/2

Κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται για την προώθηση των επενδύσεων επιχειρηματικών κεφαλαίων σε μικρομεσαιές επιχειρήσεις ( 1 )

2

2006/C 194/3

Κρατική ενίσχυση — Σλοβενία — Κρατική ενίσχυση αριθ. C 20/2006 (πρώην NN 30/2006) — Εικαζόμενη κρατική ενίσχυση στην Novoles Straža — Πρόσκληση για υποβολή παρατηρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ ( 1 )

22

2006/C 194/4

Κρατική ενίσχυση — Σλοβενία — Κρατική ενίσχυση C 19/2006 (πρώην NN 29/2006) — Εικαζόμενη κρατική ενίσχυση στην Javor Pivka — Πρόσκληση για υποβολή παρατηρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ ( 1 )

26

2006/C 194/5

Κρατικές ενισχύσεις — Δημοκρατία της Σλοβακίας — Κρατικές ενισχύσεις C 21/2006 (πρώην N 635/2005) — Περιφερειακή ενίσχυση στο ναυπηγείο Slovenské lodenice Komárno — Πρόσκληση για υποβολή παρατηρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ ( 1 )

30

2006/C 194/6

Κρατικές ενισχύσεις — Γερμανία — Κρατικές ενισχύσεις C 25/2006 (ex E 1/2006) — Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις εθνικές περιφερειακές ενισχύσεις για την περίοδο 2007-2013 — Μη αποδοχή εκ μέρους του κράτους μέλους των καταλλήλων μέτρων — Κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ — Ανακοίνωση για δημοσίευση στην ΕΕ με γνώμονα το άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ ( 1 )

35

2006/C 194/7

Ανακοίνωση σχετικά με την προσαρμογή σύμφωνα με τον πληθωρισμό ορισμένων ποσών που καθορίζονται στις οδηγίες ασφάλισης ζωής και ζημιών

38

2006/C 194/8

Μέτρα εξυγίανσης — Απόφαση για μέτρο εξυγίανσης έναντι της Faro Compagnia di Assicurazioni e Riassicurazioni s.p.a. (Δημοσίευση βάσει του άρθρου 6 της οδηγίας 2001/17/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Μαρτίου 2001 για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων)

39

2006/C 194/9

Μη διατύπωση αντιρρήσεων σχετικά με κοινοποιηθείσα συγκέντρωση (Υπόθεση COMP/M.4207 — Campina/Fonterra Co-operative Group/JV) ( 1 )

40

 

III   Πληροφορίες

 

Επιτροπή

2006/C 194/0

Πρόσκληση υποβολής προτάσεων — ΓΔ EAC αριθ. 45/06 — Χορήγηση επιδοτήσεων για τη δημιουργία και την ανάπτυξη πλατφορμών με σκοπό την προώθηση και τη στήριξη της κινητικότητας τον μαθητευόμενων και άλλων νέων σε αρχική επαγγελματική κατάρτιση (ΑΕΚ)

41

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

 


I Ανακοινώσεις

Επιτροπή

18.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 194/1


Ισοτιμίες του ευρώ (1)

17 Αυγούστου 2006

(2006/C 194/01)

1 ευρώ=

 

Νομισματική μονάδα

Ισοτιμία

USD

δολάριο ΗΠΑ

1,2879

JPY

ιαπωνικό γιεν

148,56

DKK

δανική κορόνα

7,4616

GBP

λίρα στερλίνα

0,67910

SEK

σουηδική κορόνα

9,1940

CHF

ελβετικό φράγκο

1,5779

ISK

ισλανδική κορόνα

88,64

NOK

νορβηγική κορόνα

8,0780

BGN

βουλγαρικό λεβ

1,9558

CYP

κυπριακή λίρα

0,5759

CZK

τσεχική κορόνα

28,024

EEK

εσθονική κορόνα

15,6466

HUF

ουγγρικό φιορίνι

274,05

LTL

λιθουανικό λίτας

3,4528

LVL

λεττονικό λατ

0,6959

MTL

μαλτέζικη λίρα

0,4293

PLN

πολωνικό ζλότι

3,8718

RON

ρουμανικό λέι

3,5204

SIT

σλοβενικό τόλαρ

239,63

SKK

σλοβακική κορόνα

37,415

TRY

τουρκική λίρα

1,8546

AUD

αυστραλιανό δολάριο

1,6808

CAD

καναδικό δολάριο

1,4384

HKD

δολάριο Χονγκ Κονγκ

10,0140

NZD

νεοζηλανδικό δολάριο

2,0072

SGD

δολάριο Σιγκαπούρης

2,0242

KRW

νοτιοκορεατικό γουόν

1 237,54

ZAR

νοτιοαφρικανικό ραντ

8,7175

CNY

κινεζικό γιουάν

10,2628

HRK

κροατικό κούνα

7,2845

IDR

ινδονησιακή ρουπία

11 710,23

MYR

μαλαισιανό ρίγκιτ

4,729

PHP

πέσο Φιλιππινών

65,799

RUB

ρωσικό ρούβλι

34,4050

THB

ταϊλανδικό μπατ

48,444


(1)  

Πηγή: Ισοτιμίες αναφοράς που δημοσιεύονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.


18.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 194/2


ΚΟΙΝΟΤΙΚΈΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΉΡΙΕΣ ΓΡΑΜΜΈΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΡΑΤΙΚΈΣ ΕΝΙΣΧΫΣΕΙΣ ΠΟΥ ΧΟΡΗΓΟΫΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΏΘΗΣΗ ΤΩΝ ΕΠΕΝΔΫΣΕΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΏΝ ΚΕΦΑΛΑΊΩΝ ΣΕ ΜΙΚΡΟΜΕΣΑΙΈΣ ΕΠΙΧΕΙΡΉΣΕΙΣ

(2006/C 194/02)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

1.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1.1.

Τα επιχειρηματικά κεφάλαια ως κοινοτικός στόχος

1.2.

Πείρα στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων για τη χορήγηση επιχειρηματικών κεφαλαίων

1.3.

Το κριτήριο της εξισορρόπησης όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για την υποστήριξη των επενδύσεων επιχειρηματικών κεφαλαίων

1.3.1.

Το Σχέδιο δράσης για τις κρατικές ενισχύσεις και το κριτήριο της εξισορρόπησης

1.3.2.

Ανεπάρκειες της αγοράς

1.3.3.

Καταλληλότητα του μέσου

1.3.4.

Δημιουργία κινήτρων και αναγκαιότητα

1.3.5.

Αναλογικότητα της ενίσχυσης

1.3.6.

Αρνητικές επιπτώσεις και συνολικό αποτέλεσμα

1.4.

Προσέγγιση όσον αφορά τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα των επιχειρηματικών κεφαλαίων

2.

ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

2.1.

Πεδίο εφαρμογής

2.2.

Ορισμοί

3.

ΕΦΑΡΜΟΣΙΜΟ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 87 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1 ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ

3.1.

Γενικά εφαρμοστέα κείμενα

3.2.

Παρουσία ενισχύσεων σε τρία επίπεδα

3.3.

Ποσά de minimis

4.

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΙΒΑΣΙΜΟΥ ΤΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 87 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 3 ΣΤΟΙΧΕΙΟ Γ) ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΕΚ

4.1.

Γενικές αρχές

4.2.

Μορφή ενίσχυσης

4.3.

Κριτήρια ως προς το συμβιβάσιμο των ενισχύσεων

4.3.1.

Ανώτατο ύψος των τμημάτων επένδυσης

4.3.2.

Περιορισμός της χρηματοδότησης στο προλειτουργικό στάδιο, στο στάδιο εκκίνησης και στο στάδιο της επέκτασης

4.3.3.

Χρηματοδότηση κατά κύριο λόγο με επενδυτικά μέσα ιδίων κεφαλαίων και οιονεί ιδίων κεφαλαίων

4.3.4.

Συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών

4.3.5.

Εμπορικός χαρακτήρας των επενδυτικών αποφάσεων

4.3.6.

Εμπορική διαχείριση

4.3.7.

Τομεακός χαρακτήρας

5.

ΣΥΜΒΙΒΑΣΙΜΟ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

5.1.

Μέτρα ενίσχυσης που αποτελούν αντικείμενο εμπεριστατωμένης αξιολόγησης

5.2.

Θετικές επιπτώσεις της ενίσχυσης

5.2.1.

Ύπαρξη ανεπάρκειας της αγοράς και απόδειξη αυτής

5.2.2.

Καταλληλότητα του μέσου

5.2.3.

Δημιουργία κινήτρων και αναγκαιότητα της ενίσχυσης

5.2.3.1.

Εμπορική διαχείριση

5.2.3.2.

Ύπαρξη επιτροπής επενδύσεων

5.2.3.3.

Μέγεθος του μέτρου/χρηματοδοτικού ταμείου

5.2.3.4.

Παρουσία «επιχειρηματικών αγγέλων» (business angels)

5.2.4.

Αναλογικότητα

5.3.

Αρνητικές επιπτώσεις της ενίσχυσης

5.3.1.

Παραγκωνισμός επενδυτών

5.3.2.

Άλλες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού

5.4.

Πόρισμα και έκδοση απόφασης

6.

ΣΩΡΕΥΣΗ

7.

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

7.1.

Παρακολούθηση και έλεγχος

7.2.

Έναρξη και λήξη ισχύος

7.3.

Κατάλληλα μέτρα

1.   ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1.1.   Τα επιχειρηματικά κεφάλαια ως κοινοτικός στόχος

Τα επιχειρηματικά κεφάλαια σχετίζονται με την χρηματοδότηση επιχειρήσεων που θεωρούνται ότι διαθέτουν μεγάλο αναπτυξιακό δυναμικό κατά τα αρχικά στάδια της ανάπτυξής τους. Η ζήτηση επιχειρηματικών κεφαλαίων προέρχεται κατά κανόνα από επιχειρήσεις με αναπτυξιακό δυναμικό που δεν διαθέτουν επαρκή πρόσβαση σε κεφαλαιαγορές ενώ η προσφορά επιχειρηματικών κεφαλαίων προέρχεται από επενδυτές διατεθειμένους να αναλάβουν υψηλό κίνδυνο εφόσον υπάρχει περίπτωση η απόδοση του επενδεδυμένου κεφαλαίου να είναι πάνω από τον μέσο όρο.

Στην ανακοίνωσή της προς το εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με τίτλο Συνεργασία για την οικονομική μεγέθυνση και την απασχόλησηΝέο ξεκίνημα για τη στρατηγική της Λισσαβόνας  (1), η Επιτροπή αναγνώρισε την ανεπάρκεια της προσφοράς επιχειρηματικών κεφαλαίων για νέες καινοτόμες επιχειρήσεις. Η Επιτροπή έχει αναλάβει πρωτοβουλίες όπως αυτή με τον τίτλο «Κοινοί ευρωπαϊκοί πόροι για τις μικροεπιχειρήσεις και τις μεσαίες επιχειρήσεις» (JEREMIE) την οποία η Επιτροπή έχει αναλάβει από κοινού με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων προκειμένου να αντιμετωπισθεί η έλλειψη επιχειρηματικών κεφαλαίων για μικρές και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις σε ορισμένες περιοχές. Με βάση την πείρα που αποκτήθηκε με τα χρηματοδοτικά μέσα του πολυετούς προγράμματος για τις επιχειρήσεις και των επιχειρηματικότητα, ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) που θεσπίστηκε με την απόφαση 2000/819/ΕΚ του Συμβουλίου (2), η Επιτροπή πρότεινε τη σύσταση μιας διευκόλυνσης για ΜΜΕ Υψηλής Ανάπτυξης και Καινοτομίας (GIF) στο πλαίσιο του Προγράμματος Ανταγωνιστικότητας και Καινοτομίας (ΠΑΚ), που τελεί υπό έγκριση και θα καλύψει την περίοδο 2007-2013 (3). Η διευκόλυνση θα αυξήσει την παροχή κεφαλαίων σε ΜΜΕ καινοτομίας με την πραγματοποίηση επενδύσεων υπό τους όρους της αγοράς σε κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών που ενδιαφέρονται για ΜΜΕ στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής τους ή στο στάδιο της επέκτασης.

Η Επιτροπή πραγματεύθηκε το θέμα της χρηματοδότησης με επιχειρηματικά κεφάλαια στην ανακοίνωσή της με τίτλο «Χρηματοδότηση της ανάπτυξης των ΜΜΕ — Προσθήκη ευρωπαϊκής αξίας» που εγκρίθηκε στις 29 Ιουνίου 2006 (4). Η Επιτροπή τόνισε επίσης τη σημασία που έχει η μείωση και η ανακατανομή των κρατικών ενισχύσεων για την αντιμετώπιση των περιπτώσεων ανεπάρκειας της αγοράς προκειμένου να αυξηθεί η οικονομική αποτελεσματικότητα, καθώς και να τονωθεί η έρευνα, η ανάπτυξη και η καινοτομία. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή έχει δεσμευθεί να προβεί στη μεταρρύθμιση των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, μεταξύ άλλων, με σκοπό να διευκολύνει την πρόσβαση σε χρηματοδότηση και σε επιχειρηματικά κεφάλαια.

Στο πλαίσιο της εκπλήρωσης της δέσμευσής της, η Επιτροπή δημοσίευσε έγγραφο με τίτλο «Σχέδιο δράσης για τις κρατικές ενισχύσεις — Λιγότερες και καλύτερα στοχευόμενες κρατικές ενισχύσεις: οδικός χάρτης για τη μεταρρύθμιση των κρατικών ενισχύσεων 2005-2009» (Σχέδιο δράσης για τις κρατικές ενισχύσεις) τον Ιούνιο του 2005 (5). Το Σχέδιο δράσης για τις κρατικές ενισχύσεις τόνισε τη σημασία που έχει η βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος και η διευκόλυνση της ταχείας εκκίνησης νέων επιχειρήσεων. Στο πλαίσιο αυτό, το Σχέδιο δράσης για τις κρατικές ενισχύσεις εξήγγειλε την επανεξέταση της ανακοίνωσης για τις κρατικές ενισχύσεις και τα επιχειρηματικά κεφάλαια (ΚΕΕΚ) (6) για την αντιμετώπιση των ανεπαρκειών της αγοράς που επηρεάζουν τη χορήγηση επιχειρηματικών κεφαλαίων σε προσφάτως συσταθείσες και νέες καινοτόμες ΜΜΕ, ιδίως αυξάνοντας την ευελιξία των κανόνων που περιλαμβάνονται στην ανακοίνωση για τις κρατικές ενισχύσεις και τα επιχειρηματικά κεφάλαια.

Ενώ πρωταρχικός ρόλος της αγοράς είναι να προσφέρει επαρκή επιχειρηματικά κεφάλαια εντός της Κοινότητας, υπάρχει ένα «έλλειμμα ιδίων κεφαλαίων» στην αγορά επιχειρηματικών κεφαλαίων, που αποτελεί μόνιμη ατέλεια της κεφαλαιαγοράς, που εμποδίζει την προσφορά να ικανοποιήσει την ζήτηση σε τιμή αποδεκτή για αμφότερα τα μέρη, πράγμα το οποίο επηρεάζει αρνητικά τις ευρωπαϊκές ΜΜΕ. Το κενό αφορά κυρίως καινοτόμες και κατά πλειοψηφία νέες επιχειρήσεις του τομέα της υψηλής τεχνολογίας που διαθέτουν μεγάλο αναπτυξιακό δυναμικό. Ωστόσο, ενδέχεται να επηρεάζεται ένα ευρύτερο φάσμα επιχειρήσεων διαφόρων ηλικιών και από διάφορους τομείς, που έχουν μικρότερο αναπτυξιακό δυναμικό και αδυνατούν να βρουν χρηματοδότηση για τα σχέδια επέκτασής τους αν δεν καταφύγουν σε εξωτερικά επιχειρηματικά κεφάλαια.

Η ύπαρξη του ελλείμματος ιδίων κεφαλαίων ενδέχεται να δικαιολογεί τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων σε ορισμένες περιορισμένες περιπτώσεις. Εάν στοχοθετηθούν σωστά οι κρατικές ενισχύσεις για την υποστήριξη της χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων μπορεί να αποδειχθούν αποτελεσματικές για την θεραπεία διαπιστωμένων ανεπαρκειών της αγοράς στον τομέα αυτόν και την μόχλευση ιδιωτικών κεφαλαίων.

Οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές αντικαθιστούν την ανακοίνωση για τις κρατικές ενισχύσεις και τα επιχειρηματικά κεφάλαια και καθορίζουν τους όρους χορήγησης κρατικών ενισχύσεων για την υποστήριξη επενδύσεων επιχειρηματικών κεφαλαίων δυνάμενες να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την συνθήκη ΕΚ. Οι κατευθυντήριες γραμμές θεσπίζουν τους κανόνες που ορίζουν υπό ποίες συνθήκες υφίσταται κρατική ενίσχυση βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκη ΕΚ, καθώς και τα κριτήρια που θα εφαρμόζει η Επιτροπή κατά την αξιολόγηση του συμβιβάσιμου των μέτρων για τα επιχειρηματικά κεφάλαια αυτών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 87, παράγραφος 3 της συνθήκη ΕΚ.

1.2.   Πείρα στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων για τη χορήγηση επιχειρηματικών κεφαλαίων

Οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές εκπονήθηκαν υπό το πρίσμα της πείρας που αποκτήθηκε κατά την εφαρμογή της ανακοίνωσης για τις κρατικές ενισχύσεις και τα επιχειρηματικά κεφάλαια. Λήφθηκαν, επίσης, υπόψη οι παρατηρήσεις που έγιναν στο πλαίσιο δημόσιων διαβουλεύσεων από τα κράτη μέλη και ενδιαφερόμενα μέρη όσον αφορά την αναθεώρηση της ανακοίνωσης για τις κρατικές ενισχύσεις και τα επιχειρηματικά κεφάλαια, το σχέδιο δράσης για τις κρατικές ενισχύσεις και την ανακοίνωση για τις κρατικές ενισχύσεις στην καινοτομία (7).

Από την πείρα της Επιτροπής και τις παρατηρήσεις που λήφθηκαν στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων προέκυψε μεν ότι γενικά, η ανακοίνωση για τις κρατικές ενισχύσεις και τα επιχειρηματικά κεφάλαια λειτούργησε ικανοποιητικά στην πράξη, αλλά ότι υπάρχει ανάγκη μεγαλύτερης ευελιξίας κατά την εφαρμογή των κανόνων, και προσαρμογής τους ούτως ώστε να αντικατοπτρίζουν τις μεταβολές στην αγορά επιχειρηματικών κεφαλαίων. Επιπλέον, από την πείρα προκύπτει ότι για ορισμένα είδη επενδύσεων επιχειρηματικών κεφαλαίων σε ορισμένους τομείς δεν είναι πάντοτε δυνατό να εκπληρωθούν οι προϋποθέσεις που θέτει η για τις κρατικές ενισχύσεις και τα επιχειρηματικά κεφάλαια, με αποτέλεσμα τα επιχειρηματικά κεφάλαια να μην μπορούν να τύχουν επαρκούς υποστήριξης με κρατικές ενισχύσεις. Περαιτέρω, από την πείρα προκύπτει ότι τα ενισχυόμενα ταμεία επιχειρηματικών κεφαλαίων χαρακτηρίζονται από χαμηλή γενική κερδοφορία.

Προκειμένου να θεραπευθούν τα προβλήματα αυτά, οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές υιοθετούν μια πιο ευέλικτη προσέγγιση σε ορισμένες περιπτώσεις, ούτως ώστε να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να στοχοθετούν καλύτερα τα μέτρα επιχειρηματικών κεφαλαίων που θα λαμβάνουν για την αντιμετώπιση της εκάστοτε ανεπάρκειας της αγοράς. Οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές περιγράφουν επίσης μια εξελιγμένη οικονομική προσέγγιση όσον αφορά την αξιολόγηση του συμβιβάσιμου των μέτρων χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων με τη συνθήκη ΕΚ. Βάσει της ανακοίνωσης για τις κρατικές ενισχύσεις και τα επιχειρηματικά κεφάλαια, η αξιολόγηση του συμβιβάσιμου των προγραμμάτων ενίσχυσης ήδη βασιζόταν σε μια αρκετά προηγμένη οικονομική ανάλυση εστιαζόμενη στην κλίμακα της ανεπάρκειας της αγοράς και στην στοχοθέτηση του εκάστοτε μέτρου. Ως εκ τούτου, η ανακοίνωση για τις κρατικές ενισχύσεις και τα επιχειρηματικά κεφάλαια αντικατόπτριζε ήδη τον κεντρικό άξονα μιας εξελιγμένης οικονομικής προσέγγισης. Ωστόσο, έπρεπε να γίνουν κάποιες λεπτομερέστερες ρυθμίσεις για ορισμένα από τα κριτήρια ούτως ώστε να εξασφαλισθεί ότι ένα μέτρο αντιμετωπίζει καλύτερα μια συγκεκριμένη ανεπάρκεια της αγοράς. Συγκεκριμένα, οι κατευθυντήριες γραμμές περιλαμβάνουν στοιχεία τα οποία διασφαλίζουν ότι ενισχύονται οι επενδυτικές αποφάσεις που λαμβάνονται με επαγγελματικό τρόπο και αποβλέπουν σε κέρδη, προκειμένου να ενθαρρυνθούν περισσότερο οι ιδιώτες επενδυτές να επενδύουν από κοινού με το κράτος. Τέλος, καταβλήθηκε προσπάθεια να υπάρξει σαφήνεια στις περιπτώσεις που μέσω της ανακοίνωσης για τις κρατικές ενισχύσεις και τα επιχειρηματικά κεφάλαια αποδείχθηκε ότι αυτό ήταν αναγκαίο.

1.3.   Το κριτήριο της εξισορρόπησης όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για την υποστήριξη των επενδύσεων επιχειρηματικών κεφαλαίων

1.3.1.   Το Σχέδιο δράσης για τις κρατικές ενισχύσεις και το κριτήριο της εξισορρόπησης

Στο Σχέδιο δράσης για τις κρατικές επιχειρήσεις, η Επιτροπή υπογράμμισε τη σημασία μιας πιο οικονομολογικής προσέγγισης κατά την ανάλυση των κρατικών ενισχύσεων. Αυτό μεταφράζεται σε εξισορρόπηση των δυνητικών θετικών επιπτώσεων ενός μέτρου για την επίτευξη ενός στόχου κοινού ενδιαφέροντος με τις δυνητικές αρνητικές επιπτώσεις του από άποψη στρέβλωσης του ανταγωνισμού και του εμπορίου. Το κριτήριο της εξισορρόπησης, όπως περιγράφεται στο Σχέδιο δράσης για τις κρατικές επιχειρήσεις, περιλαμβάνει τρία στάδια, εκ των οποίων τα δύο πρώτα αφορούν τις θετικές επιπτώσεις ενώ το τελευταίο τις αρνητικές και το αποτέλεσμα που απορρέει:

(1)

Το μέτρο ενίσχυσης αποσκοπεί στην επίτευξη ενός σαφώς προσδιορισθέντος στόχου κοινού ενδιαφέροντος, όπως η ανάπτυξη, η απασχόληση, η συνοχή και το περιβάλλον;

(2)

Η ενίσχυση έχει σχεδιασθεί κατάλληλα ώστε να επιτευχθεί ο στόχος κοινού ενδιαφέροντος, δηλαδή η προτεινόμενη ενίσχυση αντιμετωπίζει την ανεπάρκεια της αγοράς ή κάποιον άλλο στόχο;

i)

Αποτελεί η κρατική ενίσχυση το κατάλληλο μέσο πολιτικής;

ii)

Υφίσταται το στοιχείο της δημιουργίας κινήτρου, δηλαδή η ενίσχυση επηρεάζει την συμπεριφορά των επιχειρήσεων και/ ή των επενδυτών;

iii)

Είναι αναλογικό το μέτρο ενίσχυσης, δηλαδή μπορεί να επιτευχθεί η ίδια αλλαγή συμπεριφοράς με λιγότερη ενίσχυση;

(3)

Είναι περιορισμένες οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και οι επιπτώσεις στο εμπόριο ούτως ώστε να είναι θετικό το τελικό αποτέλεσμα;

Το κριτήριο της εξισορρόπησης είναι εξίσου σημαντικό για την κατάρτιση κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις και για την αξιολόγηση υποθέσεων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής τους.

1.3.2.   Ανεπάρκειες της αγοράς

Βάσει της πείρας που αποκτήθηκε κατά την εφαρμογή της ανακοίνωσης για τις κρατικές ενισχύσεις και τα επιχειρηματικά κεφάλαια, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υφίσταται γενικά ανεπάρκεια στην κοινοτική αγορά επιχειρηματικών κεφαλαίων. Δέχεται, όμως, ότι υπάρχουν ελλείψεις όσον αφορά ορισμένα είδη επενδύσεων για συγκεκριμένες φάσεις ανάπτυξης των επιχειρήσεων. Οι ελλείψεις αυτές οφείλονται στην ατελή αντιστοίχιση της προσφοράς επιχειρηματικών κεφαλαίων με τη ζήτηση και μπορούν να περιγραφούν γενικότερα ως «έλλειμμα ιδίων κεφαλαίων».

Ωστόσο, η εισφορά κεφαλαίων, ιδίως σε μικρότερες επιχειρήσεις, παρουσιάζει πολλά προβλήματα τόσο για τον επενδυτή όσο και για την επιχείρηση. Από την πλευρά της προσφοράς, ο επενδυτής πρέπει να αναλύσει προσεκτικά όχι μόνον τις τυχόν προσφερόμενες εξασφαλίσεις (όπως ένας δανειοδότης) αλλά ολόκληρη την επιχειρηματική στρατηγική της επιχείρησης προκειμένου να εκτιμήσει τα περιθώρια κέρδους από την επένδυση και τους σχετικούς κινδύνους. Ο επενδυτής πρέπει, επίσης, να είναι σε θέση να παρακολουθεί την καλή εφαρμογή της επιχειρηματικής στρατηγικής από την διοίκηση της επιχείρησης. Ο επενδυτής, τέλος, πρέπει να καταστρώσει και να εφαρμόσει μια στρατηγική εξόδου ώστε να μπορεί να αποκομίσει σταθμισμένη κατά τον κίνδυνο απόδοση για την επένδυσή του, σε περίπτωση που πωλήσει τη συμμετοχή του στην επιχείρηση στην οποία πρόκειται να επενδύσει.

Από πλευράς ζήτησης, η επιχείρηση πρέπει να κατανοήσει τα οφέλη και τους κινδύνους που παρουσιάζει η επένδυση εξωτερικών κεφαλαίων, ούτως ώστε να προβεί στο εγχείρημα και να καταρτίσει μεστά επιχειρηματικά σχέδια για την εξασφάλιση των απαιτούμενων πόρων και καθοδήγησης. Η ανυπαρξία ίδιων κεφαλαίων, η ανεπάρκεια των εξασφαλίσεων που απαιτούνται για την χρηματοδότηση οφειλών ή/και η έλλειψη καλού πιστωτικού ιστορικού, μπορεί να φέρουν την επιχείρηση αντιμέτωπη με πολύ περιορισμένες δυνατότητες χρηματοδότησης. Επιπλέον, η επιχείρηση να πρέπει να μοιραστεί τον έλεγχο με εξωτερικό επενδυτή ο οποίος συνήθως, εκτός από τη συμμετοχή στο κεφάλαιό της, αποκτά επιρροή και στη λήψη των αποφάσεών της.

Εξαιτίας αυτού, η αντιστοίχιση της προσφοράς με τη ζήτηση επιχειρηματικών κεφαλαίων μπορεί να είναι αναποτελεσματική με συνέπεια το ύψος των επιχειρηματικών κεφαλαίων που χορηγεί η αγορά να είναι πολύ περιορισμένο και οι επιχειρήσεις να μην βρίσκουν χρηματοδότηση παρά την ύπαρξη αξιόλογου επιχειρηματικού μοντέλου και αξιόλογων προοπτικών ανάπτυξης. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ανεπάρκεια που παρατηρείται στις αγορές επιχειρηματικών κεφαλαίων η οποία εμποδίζει ιδίως τις ΜΜΕ και τις εταιρείες που βρίσκονται σε αρχικό στάδιο λειτουργίας εταιρειών, να αποκτήσουν πρόσβαση σε χρηματοδότηση και μπορεί να δικαιολογήσει παρέμβαση του δημοσίου, οφείλεται κυρίως σε ατελή ή ασύμμετρη πληροφόρηση.

Η ατελής ή ασύμμετρη πληροφόρηση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα:

α)

Κόστος συναλλαγής και διαμεσολάβησης: οι δυνητικοί επενδυτές αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες δυσκολίες στην προσπάθειά τους να λάβουν αξιόπιστες πληροφορίες για τις εμπορικές προοπτικές μιας ΜΜΕ ή μιας νέας εταιρείας και, αργότερα, να παρακολουθήσουν και να υποστηρίξουν την ανάπτυξή της. Αυτό συμβαίνει ιδίως στην περίπτωση σχεδίων υψηλού βαθμού καινοτομίας ή υψηλού κινδύνου. Επιπλέον, οι συμφωνίες χρηματοδότησης που αφορούν μικρά ποσά είναι λιγότερο ελκυστικές για τα επενδυτικά ταμεία λόγω του σχετικά υψηλού κόστους εκτίμησης της επένδυσης και άλλων δαπανών συναλλαγής.

β)

Απροθυμία ανάληψης κινδύνων: οι επενδυτές μπορεί να γίνουν πολύ διστακτικοί όσον αφορά τη χορήγηση επιχειρηματικών κεφαλαίων σε ΜΜΕ όσο αυξάνεται ο βαθμός ατελούς ή ασύμμετρης πληροφόρησης σε σχέση με τη χορήγηση επιχειρηματικών κεφαλαίων. Με άλλα λόγια, η ατελής ή ασύμμετρη πληροφόρηση αυξάνει την απροθυμία ανάληψης κινδύνων.

1.3.3.   Καταλληλότητα του μέσου

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι κρατικές ενισχύσεις για μέτρα χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων ενδέχεται να συνιστά κατάλληλο μέσο εντός των ορίων και των προϋποθέσεων που καθορίζουν οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι παροχή επιχειρηματικού κεφαλαίου αποτελεί ουσιαστικά εμπορική δραστηριότητα που συνεπάγεται τη λήψη εμπορικών αποφάσεων. Στο πλαίσιο αυτό, στην αύξηση της χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων ενδέχεται να συμβάλλουν και πιο γενικά διαρθρωτικά μέτρα που δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση όπως η καλλιέργεια επιχειρηματικού πνεύματος, η θέσπιση περισσότερο ουδέτερης φορολογίας των διαφόρων μορφών χρηματοδότησης ΜΜΕ (π.χ. νέα κεφάλαια, αδιανέμητα κέρδη και χρέη), η προώθηση της ολοκλήρωσης της αγοράς και η χαλάρωση κανονιστικών περιορισμών, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τις επενδύσεις ορισμένων κατηγοριών χρηματοδοτικών ιδρυμάτων (π.χ. συνταξιοδοτικά ταμεία) και των διοικητικών διαδικασιών για την ίδρυση επιχειρήσεων.

1.3.4.   Δημιουργία κινήτρων και αναγκαιότητα

Οι κρατικές ενισχύσεις για επιχειρηματικά κεφάλαια πρέπει να οδηγήσουν σε καθαρή αύξηση των διαθέσιμων επιχειρηματικών κεφαλαίων για ΜΜΕ, ιδίως με την μόχλευση επενδύσεων από ιδιώτες επενδυτές. Ο κίνδυνος του «νεκρού βάρους» ή της μη δημιουργίας κινήτρων, σημαίνει ότι ορισμένες επιχειρήσεις χρηματοδοτούμενες στο πλαίσιο μέτρων που τυγχάνουν κρατικής χρηματοδότησης θα έβρισκαν χρηματοδότηση υπό τους ίδιους όρους ακόμη και χωρίς κρατική ενίσχυση (παραγκωνισμός). Υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτό συμβαίνει, αν και, αναπόφευκτα, πρόκειται για ανεκδοτολογικές μαρτυρίες. Στις περιπτώσεις αυτές η διάθεση δημόσιων πόρων είναι αναποτελεσματική.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ενισχύσεις που λαμβάνουν τη μορφή επιχειρηματικών κεφαλαίων και πληρούν τους όρους που θεσπίζουν οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές εξασφαλίζουν το στοιχείο της παροχής κινήτρων. Η ανάγκη παροχής κινήτρων εξαρτάται από το μέγεθος της ανεπάρκειας της αγοράς σε σχέση με τα διάφορα είδη μέτρων και δικαιούχων. Ως εκ τούτου υπάρχουν διάφορα κριτήρια με βάση το μέγεθος των τμημάτων επένδυσης ανά στοχευόμενη επιχείρηση, τον βαθμό συμμετοχής ιδιωτών επενδυτών και ιδίως το μέγεθος της επιχείρησης και την χρηματοδοτούμενη επιχειρηματική φάση.

1.3.5.   Αναλογικότητα της ενίσχυσης

Η ανάγκη παροχής κινήτρων εξαρτάται από το μέγεθος της ανεπάρκειας της αγοράς σε σχέση με τα διάφορα είδη μέτρων, τους δικαιούχους και το στάδιο ανάπτυξης των ΜΜΕ. Ο σχεδιασμός ενός μέτρου χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων θεωρείται καλός όταν η ενίσχυση είναι απαραίτητη από κάθε άποψη για τη δημιουργία κινήτρων χορήγησης κεφαλαίων σε ΜΜΕ που βρίσκονται σε προλειτουργική φάση, σε φάση εκκίνησης ή σε αρχικό στάδιο ανάπτυξης. Οι κρατικές ενισχύσεις δεν είναι αποτελεσματικές εφόσον βαίνουν πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την προσέλκυση περισσότερων επιχειρηματικών κεφαλαίων. Συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλισθεί ότι η ενίσχυση περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο απαιτείται οπωσδήποτε σημαντική ιδιωτική συμμετοχή, οι δε επενδύσεις να διέπονται από το σκεπτικό της επίτευξης κέρδους και η διαχείρισή τους να γίνεται με βάση εμπορικά κριτήρια.

1.3.6.   Αρνητικές επιπτώσεις και συνολικό αποτέλεσμα

Η Συνθήκη ΕΚ απαιτεί από την Επιτροπή να ελέγχει τις κρατικές ενισχύσεις εντός της Κοινότητας. Για τον λόγο αυτόν η Επιτροπή οφείλει να επαγρυπνεί ώστε να εξασφαλίζεται η κατάλληλη στοχοθέτηση των μέτρων και να αποφεύγονται οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Όταν θα αποφασίζει ότι η χορήγηση δημόσιων πόρων για μέτρα που αποβλέπουν στην προώθηση των επιχειρηματικών κεφαλαίων συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, η Επιτροπή θα φροντίζει να περιορίζει κατά το δυνατόν τις ακόλουθες κατηγορίες κινδύνου:

α)

Τον κίνδυνο «παραγκωνισμού». Η ύπαρξη μέτρων χρηματοδοτούμενων από κρατικούς πόρους μπορεί στην ουσία να αποθαρρύνει την χορήγηση κεφαλαίων από άλλους δυνητικούς επενδυτές. Μακροπρόθεσμα, αυτό μπορεί να αποθαρρύνει περαιτέρω τις ιδιωτικές επενδύσεις σε νέες ΜΜΕ και έτσι να διευρύνει, τελικά, το έλλειμμα ιδίων κεφαλαίων δημιουργώντας ταυτόχρονα την ανάγκη πρόσθετης δημόσιας χρηματοδότηση.

β)

Τον κίνδυνο, τα πλεονεκτήματα για τους επενδυτές ή/και τα επενδυτικά ταμεία να οδηγήσουν σε αθέμιτη στρέβλωση του ανταγωνισμού στην αγορά κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών, σε βάρος των ανταγωνιστών τους που δεν έχουν τα ίδια πλεονεκτήματα.

γ)

Τον κίνδυνο, η υπερπροσφορά δημόσιων επιχειρηματικών κεφαλαίων για τις στοχευόμενες επιχειρήσεις που δεν επενδύονται με εμπορικά κριτήρια, να συμβάλλει στην επιβίωση αναποτελεσματικών επιχειρήσεων και να οδηγήσει σε τεχνητή διόγκωση της αξίας τους καθιστώντας την παροχή επιχειρηματικών κεφαλαίων σε αυτές λιγότερο ελκυστική για τους ιδιώτες επενδυτές.

1.4.   Προσέγγιση όσον αφορά τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα των επιχειρηματικών κεφαλαίων

Η χρηματοδότηση επιχειρήσεων με επιχειρηματικά κεφάλαια δεν μπορεί να συνδεθεί με την παραδοσιακή έννοια των «επιλέξιμων δαπανών» που εφαρμόζεται στον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων, η οποία βασίζεται στον προσδιορισμό συγκεκριμένων δαπανών για τις οποίες επιτρέπεται η χορήγηση ενισχύσεων και στον καθορισμό ανώτατων ορίων έντασης ενίσχυσης. Λόγω της ποικιλομορφίας των μέτρων επιχειρηματικών κεφαλαίων που λαμβάνουν τα κράτη μέλη, η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να θεσπίσει αυστηρά κριτήρια βάσει των οποίων θα προσδιορίζεται εάν είναι ή όχι η εφαρμογή μέτρων του τύπου αυτού συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση των επιχειρηματικών κεφαλαίων συνεπάγεται την εγκατάλειψη της πεπατημένης όσον αφορά τον τρόπο διεξαγωγής του ελέγχου επί των κρατικών ενισχύσεων.

Ωστόσο, δεδομένου ότι η ανακοίνωση για τις κρατικές ενισχύσεις και τα επιχειρηματικά κεφάλαια αποδείχθηκε στην πράξη κατάλληλη για τον τομέα των επιχειρηματικών κεφαλαίων, η Επιτροπή αποφάσισε να συνεχίσει κατά το ίδιο πνεύμα και να εξασφαλίσει, με τον τρόπο αυτόν, τη συνέχεια με την προσέγγιση που ακολουθείται στην εν λόγω ανακοίνωση.

2.   ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

2.1.   Πεδίο εφαρμογής

Οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές ισχύουν μόνον όσον αφορά τα καθεστώτα χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων σε ΜΜΕ. Σκοπός τους δεν είναι να αποτελέσουν νομική βάση για την κήρυξη ad hoc μέτρων χορήγησης κεφαλαίων σε μεμονωμένες επιχειρήσεις συμβιβάσιμων με την κοινή αγορά.

Οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές δεν επιδιώκουν κατά κανένα τρόπο να θέσουν υπό αμφισβήτηση το συμβιβάσιμο κρατικών ενισχύσεων που ικανοποιούν τα καθοριζόμενα κριτήρια σε άλλες κατευθυντήριες γραμμές, πλαίσια κανόνων ή κανονισμούς που έχει εκδώσει η Επιτροπή.

Η Επιτροπή θα μεριμνήσει ιδιαιτέρως ώστε οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές να μην αποτελέσουν πρόσχημα για την καταστρατήγηση των αρχών που κατοχυρώνονται σε υφιστάμενα πλαίσια, κατευθυντήριες γραμμές και κανονισμού.

Τα μέτρα υπέρ των επιχειρηματικών κεφαλαίων πρέπει συγκεκριμένα να αποκλείουν τη χορήγηση ενισχύσεων σε επιχειρήσεις:

α)

που είναι προβληματικές, κατά την έννοια των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών για τις ενισχύσεις διάσωσης και αναδιάρθρωσης προβληματικών επιχειρήσεων (8),

β)

που ανήκουν στον τομέα της ναυπηγίας (9), του άνθρακα (10) και του χάλυβα (11).

Οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές δεν εφαρμόζονται σε ενισχύσεις για δραστηριότητες που σχετίζονται με εξαγωγές, και συγκεκριμένα ενισχύσεις που συνδέονται άμεσα με τις εξαγόμενες ποσότητες, την εγκαθίδρυση και λειτουργία δικτύου διανομής ή άλλες τρέχουσες δαπάνες συνδεόμενες με τις εξαγωγικές δραστηριότητες, καθώς και ενισχύσεις εξαρτώμενες από τη χρήση εγχώριων έναντι εισαγόμενων αγαθών.

2.2.   Ορισμοί

Για τους σκοπούς των παρουσών κατευθυντήριων γραμμών, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)

«Ίδια κεφάλαια»: δικαιώματα ιδιοκτησίας σε μια επιχείρηση, τα οποία αντιπροσωπεύουν οι μετοχές που εκδίδονται προς τους επενδυτές.

β)

«Συμμετοχή στα ίδια κεφάλαια μη εισηγμένης εταιρείας» (private equity): συμμετοχή στα ίδια κεφάλαια εταιρειών μη εισηγμένων σε χρηματιστηριακή αγορά και περιλαμβάνει κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών, κεφάλαια αντικατάστασης και εξαγορές (buy out).

γ)

«Επενδυτικά μέσα οιονεί ιδίων κεφαλαίων»: Μέσα των οποίων η απόδοση για τον κάτοχο (επενδυτή/δανειοδότη) εξαρτάται κατά κύριο λόγο από τα κέρδη ή τις ζημίες της υποκείμενης στοχευόμενης επιχείρησης, τα οποία δεν είναι εξασφαλισμένα σε περίπτωση αφερεγγυότητας. Ο ορισμός αυτός βασίζεται στην προσέγγιση της υπεροχής της ουσίας έναντι του τύπου.

δ)

«Δανειακά επενδυτικά μέσα»: Δάνεια και άλλα χρηματοδοτικά μέσα τα οποία παρέχουν στον δανειοδότη/επενδυτή κατά κύριο λόγο ένα στοιχείο σταθερής ελάχιστης αμοιβής και είναι, εν μέρει τουλάχιστον, εξασφαλισμένα. Ο ορισμός αυτός βασίζεται στην προσέγγιση της υπεροχής της ουσίας έναντι του τύπου.

ε)

«Προλειτουργικά κεφάλαια»: Μέσα χρηματοδότησης της μελέτης, της αξιολόγησης και της ανάπτυξης μιας αρχικής ιδέας.

στ)

«Κεφάλαια εκκίνησης»: χρηματοδότηση προς επιχειρήσεις οι οποίες δεν έχουν διαθέσει το προϊόν ή την υπηρεσία τους στην αγορά και δεν παράγουν ακόμη κέρδη, με σκοπό την ανάπτυξη του προϊόντος και την έναρξη της διάθεσής του στην αγορά.

ζ)

«Κεφάλαια αρχικού σταδίου ανάπτυξης»: περιλαμβάνονται τα προλειτουργικά κεφάλαια και τα κεφάλαια εκκίνησης.

η)

«Κεφάλαια επέκτασης»: χρηματοδότηση χορηγούμενη για την ανάπτυξη και την επέκταση μιας επιχείρησης η οποία δεν είναι βέβαιο ότι θα καλύψει τις υποχρεώσεις της ή ότι θα σημειώσει κέρδη, για τους σκοπούς της αύξησης της παραγωγικής της ικανότητας, της εμπορίας ή της ανάπτυξης ενός προϊόντος ή της παροχής πρόσθετων κεφαλαίων κίνησης.

θ)

«Κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών»: επένδυση σε μη εισηγμένες εταιρείες από επενδυτικά ταμεία (ταμεία επιχειρηματικών συμμετοχών) που ενεργώντας ως εντολείς, διαχειρίζονται ιδιωτικά κεφάλαια, κεφάλαια θεσμικών φορέων ή δικά τους κεφάλαια· περιλαμβάνεται η χρηματοδότηση αρχικού σταδίου και τα κεφάλαια επέκτασης αλλά όχι τα κεφάλαια αντικατάστασης και εξαγοράς.

ι)

«Κεφάλαια αντικατάστασης»: κεφάλαια εξαγοράς υφιστάμενων μετοχών μιας εταιρείας από άλλον φορέα επενδύσεων στα κεφάλαια μη εισηγμένων εταιρειών ή από άλλον μέτοχο ή μετόχους. Τα κεφάλαια αντικατάστασης είναι επίσης γνωστά ως δευτερογενής αγορά.

ια)

«Επιχειρηματικά κεφάλαια»: επένδυση ιδίων κεφαλαίων και οιονεί ιδίων κεφαλαίων σε επιχειρήσεις κατά τα αρχικά στάδια της ανάπτυξής τους (προλειτουργική φάση, φάση εκκίνησης και φάση επέκτασης), που περιλαμβάνει και άτυπες επενδύσεις από επιχειρηματικούς αγγέλους, κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών και εναλλακτικές χρηματιστηριακές αγορές ειδικευόμενες σε ΜΜΕ, περιλαμβανομένων και επιχειρήσεων ταχείας ανάπτυξης (στο εξής επενδυτικά οχήματα).

ιβ)

«Μέτρα επιχειρηματικών κεφαλαίων»: προγράμματα χορήγησης ή προώθησης ενισχύσεων υπό μορφή επιχειρηματικών κεφαλαίων.

ιγ)

«Αρχική δημόσια προσφορά» («ΑΔΠ») (Initial Public Offering — IPO): Διαδικασία διάθεσης προς πώληση ή διανομή μετοχών μιας επιχείρησης στο κοινό για πρώτη φορά.

ιδ)

«Επενδύσεις συνέχειας»: πρόσθετες επενδύσεις σε μια επιχείρηση που έπονται μιας πρώτης επένδυσης.

ιε)

«Εξαγορά»: η αγορά τουλάχιστον ενός ποσοστού των μετοχών μιας επιχείρησης από τους υφιστάμενους μετόχους μιας επιχείρησης, το οποίο εξασφαλίζει τον έλεγχό της, με σκοπό την απόκτηση των περιουσιακών της στοιχείων και των δραστηριοτήτων της μέσω διαπραγματεύσεων ή υποβολής προσφοράς.

ιστ)

«Στρατηγική εξόδου»: στρατηγική για την ρευστοποίηση των συμμετοχών ενός ταμείου κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών ή συμμετοχών σε μη εισηγμένες επιχειρήσεις σύμφωνα με ένα πρόγραμμα που αποβλέπει στην μεγιστοποίηση της απόδοσης, που περιλαμβάνει πώληση με διαπραγμάτευση, παραίτηση από απαιτήσεις, εξόφληση προνομιούχων μετοχών/δανείων, πώληση σε άλλον φορέα κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών, πώληση σε χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και πώληση με δημόσια προσφορά (περιλαμβανομένης της Αρχικής Δημόσιας Προσφοράς).

ιζ)

«Μικρές και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις» (ΜΜΕ): μικρές επιχειρήσεις και μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις κατά την έννοια του κανονισμού της Επιτροπής (ΕΚ) αριθ. 70/2001 της 12ης Ιανουαρίου 2001 σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκη ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (12) ή οιουδήποτε άλλου κανονισμού που αντικαθιστά τον κανονισμό αυτόν.

ιη)

«Στοχευόμενη επιχείρηση ή εταιρεία»: επιχείρηση ή εταιρεία στην οποία προτίθεται να επενδύσει ένας επενδυτής ή ένα επενδυτικό ταμείο.

ιθ)

«Επιχειρηματικοί άγγελοι»: Εύποροι ιδιώτες που επενδύουν απευθείας σε νέες και αναπτυσσόμενες μη εισηγμένες επιχειρήσεις (προλειτουργική χρηματοδότηση) και τους παρέχουν συμβουλές συνήθως έναντι συμμετοχής στο κεφάλαιό τους. Μπορεί ωστόσο να τους χορηγήσουν άλλου είδους μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση.

κ)

«Ενισχυόμενες περιοχές»: περιοχές υπαγόμενες στο πεδίο εφαρμογής των παρεκκλίσεων που περιλαμβάνονται στο άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχεία α) ή γ) της Συνθήκη ΕΚ.

3.   ΕΦΑΡΜΟΣΙΜΟ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 87 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 1 ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ

3.1.   Γενικά εφαρμοστέα κείμενα

Η Επιτροπή έχει ήδη δημοσιεύσει ορισμένα κείμενα ερμηνείας των όρων υπό τους οποίους τα μεμονωμένα μέτρα εμπίπτουν στο πεδίο του ορισμού των κρατικών ενισχύσεων και μπορούν να θεωρηθούν ως μέτρα παροχής επιχειρηματικών κεφαλαίων. Σε αυτά περιλαμβάνεται η ανακοίνωση του 1984 για τις εισφορές κεφαλαίου που πραγματοποιεί το δημόσιο (13), η ανακοίνωση του 1988 σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στα μέτρα που σχετίζονται με την άμεση φορολογία των επιχειρήσεων (14), καθώς και η ανακοίνωση για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκη ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων (15). Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να εφαρμόζει τα κείμενα αυτά στο πλαίσιο της εξέτασης που θα πραγματοποιεί για να διερευνήσει εάν τα μέτρα επιχειρηματικού κεφαλαίου συνιστούν ή όχι κρατική ενίσχυση.

3.2.   Παρουσία ενισχύσεων σε τρία επίπεδα

Τα μέτρα χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων συχνά περιλαμβάνουν περίπλοκους μηχανισμούς που αποσκοπούν στην προώθηση των επιχειρηματικών κεφαλαίων διότι οι κρατικές αρχές παρέχουν κίνητρα σε μια συγκεκριμένη ομάδα οικονομικών φορέων (οι επενδυτές) να χορηγήσει κεφάλαια σε μια ομάδα άλλων οικονομικών φορέων (στοχευόμενες ΜΜΕ). Ανάλογα με τον σχεδιασμό του μέτρου, ακόμη και αν πρόθεση των δημόσιων αρχών είναι η παροχή πλεονεκτημάτων μόνο στην τελευταία αυτή ομάδα, από την κρατική ενίσχυση μπορεί να επωφεληθούν επιχειρήσεις του ενός ή του άλλου επιπέδου ή και των δύο. Επιπλέον, στις περισσότερες περιπτώσεις τα μέτρα αυτά συνεπάγονται τη σύσταση ταμείου ή άλλου επενδυτικού μέσου το οποίο αποτελεί διακριτή οντότητα από τους επενδυτές και τις επιχειρήσεις στις οποίες πραγματοποιούνται οι επενδύσεις. Στις περιπτώσεις αυτές είναι επίσης απαραίτητο να καθοριστεί εάν το ταμείο ή το επενδυτικό μέσο μπορεί να θεωρηθεί ως επιχείρηση-δικαιούχος κρατικής ενίσχυσης.

Στο πλαίσιο αυτό, όταν η χρηματοδότηση χορηγείται με πόρους που δεν αποτελούν κρατικούς πόρους κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκη ΕΚ, θεωρείται ότι χορηγείται από ιδιώτες επενδυτές. Αυτό συμβαίνει, ιδίως, στην περίπτωση της χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα επενδύσεων και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων.

Η Επιτροπή θα λαμβάνει υπόψη τους ακόλουθους ειδικούς παράγοντες όταν εξετάζει αν υπάρχει κρατική ενίσχυση σε καθένα από τα διάφορα επίπεδα (16).

Ενίσχυση επενδυτών. Όταν ένα μέτρο επιτρέπει σε ιδιώτες επενδυτές να πραγματοποιήσουν επενδύσεις ιδίων κεφαλαίων ή οιονεί ιδίων κεφαλαίων σε μια επιχείρηση ή ομάδα επιχειρήσεων υπό συνθήκες ευνοϊκότερες σε σχέση με τους δημόσιους επενδυτές ή σε σχέση με την πραγματοποίηση των επενδύσεων χωρίς το προαναφερθέν μέτρο, τότε θεωρείται ότι παρέχεται πλεονέκτημα στους εν λόγω ιδιώτες επενδυτές. Το πλεονέκτημα αυτό δύναται να λάβει διάφορες μορφές, όπως ορίζει το τμήμα 4.2 των παρουσών κατευθυντήριων γραμμών. Αυτό ισχύει ακόμη και στην περίπτωση που ο ιδιώτης επενδυτής πεισθεί από το μέτρο να χορηγήσει πλεονέκτημα στην δικαιούχο επιχείρηση ή στις δικαιούχους επιχειρήσεις. Αντίθετα, η Επιτροπή θα θεωρεί ότι η επένδυση πραγματοποιείται pari passu μεταξύ δημοσίων και ιδιωτών επενδυτών, και ως εκ τούτου ότι δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, εφόσον οι όροι της επένδυσης θα ήταν αποδεκτοί για έναν κανονικό οικονομικό φορέα της ελεύθερης αγοράς χωρίς καμία κρατική παρέμβαση. Γίνεται δεκτό ότι αυτό συμβαίνει μόνον στην περίπτωση που οι δημόσιοι και ιδιώτες επενδυτές έχουν ακριβώς τις ίδιες πιθανότητες θετικής ή αρνητικής έκβασης της επένδυσής τους και τις ίδιες ανταμοιβές, με τον ίδιο βαθμό μειωμένης εξασφάλισης, υπό την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον το 50 % της χρηματοδότησης του μέτρου προέρχεται από ιδιώτες επενδυτές, ανεξάρτητους από τις επιχειρήσεις στις οποίες επενδύουν.

Ενίσχυση επενδυτικού ταμείου, επενδυτικού οχήματος ή/και του διαχειριστή του. Γενικά, η Επιτροπή θεωρεί ότι ένα επενδυτικό ταμείο ή ένα επενδυτικό όχημα αποτελεί ενδιάμεσο όχημα που επιτρέπει τη μεταβίβαση ενισχύσεων στους επενδυτές ή/και στις επιχειρήσεις στις οποίες πραγματοποιείται η επένδυση, και όχι ότι το ίδιο αποτελεί τον δικαιούχο της ενίσχυσης. Ωστόσο, μέτρα όπως φορολογικά μέτρα ή άλλα μέτρα που περιλαμβάνουν απευθείας μεταβίβαση κεφαλαίων υπέρ ενός υφιστάμενου επενδυτικού οχήματος ή ενός υφιστάμενου ταμείου με πολυάριθμους και ποικίλους επενδυτές το οποίο έχει τη μορφή ανεξάρτητης επιχείρησης, ενδέχεται να συνιστούν ενισχύσεις εκτός εάν η επένδυση πραγματοποιείται υπό όρους οι οποίοι θα ήταν αποδεκτοί για έναν κανονικό οικονομικό φορέα της ελεύθερης αγοράς και, ως εκ τούτου, δεν παρέχουν πλεονέκτημα στον δικαιούχο. Παρομοίως, υφίσταται ενίσχυση προς τους διαχειριστές ή την εταιρεία διαχείρισης του ταμείου εφόσον η αμοιβή τους δεν αντικατοπτρίζει πλήρως την τρέχουσα αμοιβή στην αγορά υπό παρόμοιες συνθήκες. Αφετέρου, τεκμαίρεται η μη ύπαρξη ενίσχυσης, εάν οι διαχειριστές ή η εταιρεία διαχείρισης του ταμείου επιλέγονται με ανοικτή και διαφανή δημόσια διαδικασία υποβολής προσφορών ή στην περίπτωση που δεν λαμβάνουν άλλα πλεονεκτήματα από το κράτος.

Ενίσχυση των επιχειρήσεων στις οποίες πραγματοποιούνται επενδύσεις. Συγκεκριμένα, όταν υφίσταται ενίσχυση σε επίπεδο επενδυτών, επενδυτικού οχήματος ή επενδυτικού ταμείου, η Επιτροπή, κατά κανόνα, θα θεωρεί ότι η ενίσχυση μετακυλίεται, τουλάχιστον εν μέρει, στις στοχευόμενες επιχειρήσεις και, συνεπώς, ότι υφίσταται ενίσχυση και στο επίπεδο των επιχειρήσεων αυτών. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση που οι επενδυτικές αποφάσεις λαμβάνονται από τους διαχειριστές του ταμείου με καθαρά εμπορικά κριτήρια.

Οι επιχειρήσεις στις οποίες πραγματοποιούνται επενδύσεις δεν θα θεωρούνται ως αποδέκτες ενίσχυσης εάν η επένδυση πραγματοποιείται υπό όρους αποδεκτούς για έναν ιδιώτη επενδυτή της ελεύθερης αγοράς χωρίς καμία κρατική παρέμβαση. Για τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή θα εξετάζει αν οι εν λόγω επενδυτικές αποφάσεις αποβλέπουν αποκλειστικά στην επίτευξη κέρδους, και συνδέονται με ένα εύλογο επιχειρηματικό πρόγραμμα και προβλέψεις, καθώς και μια σαφή και ρεαλιστική στρατηγική εξόδου. Εξίσου σημαντική θα είναι η επιλογή και η επενδυτική εντολή των διαχειριστών ή της εταιρείας διαχείρισης του ταμείου καθώς και το ποσοστό και ο βαθμός συμμετοχής ιδιωτών επενδυτών.

3.3.   Ποσά de minimis

Όταν ολόκληρο το ποσό της χρηματοδότησης που παρέχεται στους δικαιούχους υπό μορφή επιχειρηματικών κεφαλαίων είναι de minimis κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 69/2001 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκη ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας (17) και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1860/2004 της Επιτροπής, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκη ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στους τομείς της γεωργίας και της αλιείας (18), τότε δεν υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκη ΕΚ. Στα μέτρα χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων, η εφαρμογή του κανόνα de minimis καθίσταται πολυπλοκότερη λόγω των δυσχερειών υπολογισμού της ενίσχυσης και λόγω του ότι τα μέτρα ενδέχεται να ενισχύουν όχι μόνο τις επιχειρήσεις τις οποίες στοχεύει το μέτρο, αλλά και άλλους επενδυτές. Ωστόσο, όταν οι δυσχέρειες αυτές μπορούν να υπερνικηθούν, ο κανόνας de minimis εξακολουθεί να εφαρμόζεται. Ως εκ τούτου, εάν ένα καθεστώς προβλέπει τη χορήγηση δημοσίων κεφαλαίων μόνον μέχρι το σχετικό όριο de minimis σε έκαστη επιχείρηση για περίοδο τριών ετών, τότε είναι βέβαιο ότι οποιαδήποτε ενίσχυση προς τις επιχειρήσεις ή/και προς τους επενδυτές αυτούς εμπίπτει στα προκαθορισμένα όρια.

4.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΙΒΑΣΙΜΟΥ ΤΩΝ ΕΝΙΣΧΥΣΕΩΝ ΓΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΒΑΣΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 87 ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 3 ΣΤΟΙΧΕΙΟ Γ) ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΕΚ

4.1.   Γενικές αρχές

Το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκη ΕΚ ορίζει ότι οι ενισχύσεις για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών δύνανται να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο στο κοινό συμφέρον. Η Επιτροπή, με βάση το κριτήριο της εξισορρόπησης που περιγράφεται στο τμήμα 1.3, θα κηρύξει ένα μέτρο παροχής επιχειρηματικών κεφαλαίων συμβιβάσιμο μόνον εφόσον κρίνει ότι οδηγεί σε αύξηση της χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων χωρίς να αλλοιώνει τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον. Το παρόν τμήμα θεσπίζει τους όρους βάσει των οποίων η Επιτροπή θα εξετάζει αν οι ενισχύσεις που παρέχονται υπό μορφή επιχειρηματικών κεφαλαίων είναι συμβιβάσιμες με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ).

Όταν η Επιτροπή έχει στη διάθεσή της έναν πλήρη φάκελο κοινοποίησης από τον οποίο προκύπτει ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θεσπίζονται στο παρόν τμήμα, θα προσπαθεί να προβεί σε ταχεία αξιολόγηση της εν λόγω κοινοποίησης εντός των προθεσμιών που ορίζει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκη ΕΚ (19). Για ορισμένα είδη μέτρων που δεν πληρούν όλους τους όρους που περιγράφονται στο παρόν τμήμα, η Επιτροπή θα προβαίνει σε λεπτομερέστερη αξιολόγηση του μέτρου χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται αναλυτικά στο τμήμα 5.

Όταν υφίσταται ενίσχυση και σε επίπεδο στοχευόμενων επιχειρήσεων και η χορήγηση επιχειρηματικών κεφαλαίων συνδέεται με δαπάνες επιλέξιμες προς ενίσχυση βάσει άλλου κανονισμού, πλαισίου ή κατευθυντήριων γραμμών, δύναται να εφαρμοσθεί το κείμενο εκείνο προκειμένου να προσδιορισθεί αν η ενίσχυση είναι συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά.

4.2.   Μορφή ενίσχυσης

Η επιλογή της μορφής που θα λάβει ένα μέτρο ενίσχυσης υπάγεται γενικά στη δικαιοδοσία του κράτους μέλους, πράγμα το οποίο ισχύει εξίσου όσον αφορά τα μέτρα επιχειρηματικών κεφαλαίων. Ωστόσο, η Επιτροπή, κατά την αξιολόγηση των μέτρων αυτών, θα επιδιώκει να προσδιορίσει εάν τα μέτρα αυτά ενθαρρύνουν τους επενδυτές να χορηγήσουν επιχειρηματικά κεφάλαια στις στοχευόμενες επιχειρήσεις και εάν θα έχουν ως αποτέλεσμα τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων με βάση εμπορικά κριτήρια (δηλαδή σε μια προοπτική επίτευξης κέρδους), όπως εξηγείται στο τμήμα 4.3.

Η Επιτροπή πιστεύει ότι στα είδη μέτρων που μπορούν να παράγουν τέτοιο αποτέλεσμα περιλαμβάνονται τα εξής:

α)

η σύσταση επενδυτικών ταμείων (ταμεία επιχειρηματικών συμμετοχών) στα οποία το κράτος μέλος είναι εταίρος, επενδυτής ή συμμετέχον μέρος, έστω και υπό όρους λιγότερο ευνοϊκούς σε σχέση με άλλους επενδυτές·

β)

οι εγγυήσεις προς τους επενδυτές επιχειρηματικών κεφαλαίων ή προς τα ταμεία επιχειρηματικών συμμετοχών, οι οποίες καλύπτουν μέρος των ζημιών που συνδέονται με την επένδυση, ή εγγυήσεις που παρέχονται για δάνεια χορηγούμενα σε επενδυτές/ταμεία για επενδύσεις σε επιχειρηματικά κεφάλαια, υπό τον όρο ότι η κρατική κάλυψη των δυνητικών υποκείμενων ζημιών δεν υπερβαίνει το 50 % του ονομαστικού ύψους της εγγυημένης επένδυσης·

γ)

άλλα χρηματοδοτικά μέσα υπέρ επενδυτών επιχειρηματικών κεφαλαίων ή ταμείων επιχειρηματικών συμμετοχών προκειμένου να χορηγήσουν πρόσθετα κεφάλαια για επενδύσεις·

δ)

φορολογικά κίνητρα για επενδυτικά ταμεία ή/και τους διαχειριστές τους ή για επενδυτές ούτως ώστε να επενδύσουν επιχειρηματικά κεφάλαια.

4.3.   Κριτήρια ως προς το συμβιβάσιμο των ενισχύσεων

Για να εξασφαλιστεί ότι ένα μέτρο χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων ικανοποιεί το κριτήριο της δημιουργίας κινήτρων και το κριτήριο της αναγκαιότητας της ενίσχυσης, όπως περιγράφονται στο τμήμα 1.3.4, πρέπει να ληφθούν υπόψη διάφορα στοιχεία. Το σκεπτικό είναι ότι στόχος μιας κρατικής ενίσχυσης πρέπει να είναι η αντιμετώπιση συγκεκριμένης ανεπάρκειας της αγοράς η ύπαρξη της οποίας τεκμηριώνεται επαρκώς. Προς τον σκοπό αυτόν, οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές θεσπίζουν συγκεκριμένα όρια ασφαλείας (safe harbour) όσον αφορά τα τμήματα επένδυσης σε ΜΜΕ-στόχους που βρίσκονται στα αρχικά στάδια της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας. Επιπλέον, προκειμένου να περιορίζεται η ενίσχυση στο ελάχιστο αναγκαίο ποσό, οι ενισχυόμενες επενδύσεις σε στοχευόμενες ΜΜΕ πρέπει να διέπονται οπωσδήποτε από το σκεπτικό της επίτευξης κέρδους και η διαχείρισή τους να γίνεται με βάση εμπορικά κριτήρια. Η Επιτροπή θα θεωρεί ότι ένα μέτρο χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων πληροί τα κριτήρια της δημιουργίας κινήτρων, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας της ενίσχυσης ικανοποιούνται και ότι το συνολικό αποτέλεσμα είναι θετικό, εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που ακολουθούν.

Τα μέτρα που προβλέπουν ειδικά την παρεμβολή επενδυτικών οχημάτων θα αξιολογούνται βάσει του τμήματος 5 των παρουσών κατευθυντήριων γραμμών και όχι βάσει του παρόντος τμήματος.

4.3.1.   Ανώτατο ύψος των τμημάτων επένδυσης

Το μέτρο χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων πρέπει να προβλέπει τμήματα χρηματοδότησης, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει χρηματοδοτούμενα με κρατικές ενισχύσεις, τα οποία δεν πρέπει να υπερβαίνουν το ποσό των 1,5 εκατ. ευρώ ανά στοχευόμενη ΜΜΕ και ανά δωδεκάμηνη περίοδο.

4.3.2.   Περιορισμός της χρηματοδότησης στο προλειτουργικό στάδιο, στο στάδιο εκκίνησης και στο στάδιο της επέκτασης

Το μέτρο χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων πρέπει να περιορίζεται σε χρηματοδότηση μέχρι το στάδιο επέκτασης για μικρές επιχειρήσεις ή για μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε ενισχυόμενες περιοχές. Πρέπει δε να περιορίζεται σε χρηματοδότηση μέχρι το στάδιο της εκκίνησης για μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε μη ενισχυόμενες περιοχές.

4.3.3.   Χρηματοδότηση κατά κύριο λόγο με επενδυτικά μέσα ιδίων κεφαλαίων και οιονεί ιδίων κεφαλαίων

Τουλάχιστον το 70 % του συνολικού προϋπολογισμού του μέτρου χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων πρέπει να παρέχεται στις στοχευόμενες ΜΜΕ υπό μορφή επενδυτικών μέσων ιδίων κεφαλαίων και οιονεί ιδίων κεφαλαίων. Κατά την αξιολόγηση της φύσεως μέσων του τύπου αυτού, η Επιτροπή θα λαμβάνει υπόψη την οικονομική ουσία του μέσου παρά τον τίτλο και τον χαρακτηρισμό που του έχουν δώσει οι επενδυτές. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή θα λαμβάνει υπόψη τον βαθμό κινδύνου που φέρει ο επενδυτής όσον αφορά την στοχευόμενη επιχείρηση, τις δυνητικές ζημίες του επενδυτή, το εάν η εξαρτώμενη από τα κέρδη αμοιβή υπερέχει έναντι της σταθερής αμοιβής, καθώς και τον βαθμό μειωμένης εξασφάλισης του επενδυτή σε περίπτωση πτώχευσης της επιχείρησης. Η Επιτροπή δύναται να λάβει, επίσης, υπόψη το είδος μεταχείρισης που επιφυλάσσεται στο επενδυτικό μέσο βάσει των ισχυόντων νομικών, κανονιστικών, χρηματοοικονομικών και λογιστικών κανόνων εφόσον παρουσιάζουν συνοχή και συνάφεια ως προς τον σχετικό χαρακτηρισμό.

4.3.4.   Συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών

Τουλάχιστον το 50 % της χρηματοδότησης των επενδύσεων που πραγματοποιούνται βάσει του μέτρου χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων πρέπει να προέρχεται από ιδιώτες επενδυτές ή τουλάχιστον το 30 %, στην περίπτωση μέτρων υπέρ ΜΜΕ εγκατεστημένων σε ενισχυόμενες περιοχές.

4.3.5.   Εμπορικός χαρακτήρας των επενδυτικών αποφάσεων

Το μέτρο χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων πρέπει να εξασφαλίζει ότι οι αποφάσεις για την πραγματοποίηση επενδύσεων σε στοχευόμενες επιχειρήσεις βασίζονται στη λογική της επίτευξης κέρδους. Αυτό συμβαίνει όταν το κίνητρο για την πραγματοποίηση της επένδυσης βασίζεται στην προοπτική ενός σημαντικής κερδοφορίας και στη συνεχή υποστήριξη των στοχευόμενων επιχειρήσεων προς τον σκοπό αυτόν.

Το κριτήριο αυτό θεωρείται ότι ικανοποιείται όταν πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

πρόκειται για μέτρα που προβλέπουν σημαντική συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών, σύμφωνα με τα όσα περιγράφονται στο τμήμα 4.3.4, που επενδύουν βάσει εμπορικών κριτηρίων (δηλαδή αποκλειστικά για την επίτευξη κέρδους), άμεσα ή έμμεσα, στο κεφάλαιο των στοχευόμενων επιχειρήσεων. και

β)

έχει εκπονηθεί επιχειρηματικό σχέδιο για κάθε επένδυση, το οποίο περιλαμβάνει λεπτομερή στοιχεία για την εξέλιξη του προϊόντος, των πωλήσεων και της αποδοτικότητας και επιτρέπει να διαπιστωθεί εκ των προτέρων αν το σχέδιο είναι βιώσιμο, και

γ)

υπάρχει σαφής και ρεαλιστική στρατηγική εξόδου από κάθε επένδυση.

4.3.6.   Εμπορική διαχείριση

Η διαχείριση ενός μέτρου επιχειρηματικών κεφαλαίων πρέπει να πραγματοποιείται με βάση εμπορικά κριτήρια. Η διαχειριστική ομάδα πρέπει να συμπεριφέρεται ως διαχειριστής του ιδιωτικού τομέα που επιδιώκει την βελτιστοποίηση της απόδοσης για τους επενδυτές του. Το κριτήριο αυτό θεωρείται ότι ικανοποιείται όταν πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

υφίσταται συμφωνία μεταξύ του επαγγελματία διαχειριστή ή της εταιρείας διαχείρισης του ταμείου και των συμμετεχόντων σε αυτό, η οποία συνδέει την αμοιβή των πρώτων με τα αποτελέσματα του ταμείου και καθορίζει τους στόχους του ταμείου, καθώς και το προτεινόμενο επενδυτικό χρονοδιάγραμμα, και

β)

οι ιδιώτες επενδυτές εκπροσωπούνται κατά την λήψη αποφάσεων, π.χ. μέσω μιας επιτροπής επενδυτών ή μιας συμβουλευτικής επιτροπής, και

γ)

εφαρμόζονται βέλτιστες πρακτικές και κανονιστική εποπτεία στη διαχείριση των ταμείων.

4.3.7.   Τομεακός χαρακτήρας

Στο μέτρο που πολλά ταμεία του ιδιωτικού τομέα εστιάζονται σε συγκεκριμένες καινοτόμες τεχνολογίες ή τομείς (όπως η υγεία, η πληροφορική, η βιοτεχνολογία) η Επιτροπή δύναται να δεχθεί την ύπαρξη τομεακού χαρακτήρα όσον αφορά τα μέτρα χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων εφόσον αυτά υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παρουσών κατευθυντήριων γραμμών σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο τμήμα 2.1.

5.   ΣΥΜΒΙΒΑΣΙΜΟ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΠΟΥ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ

Το παρόν τμήμα ισχύει για μέτρα επιχειρηματικών κεφαλαίων τα οποία δεν πληρούν όλους τους όρους που καθορίζονται στο τμήμα 4. Τα μέτρα αυτά απαιτούν λεπτομερέστερη αξιολόγηση ως προς το συμβιβάσιμό τους με βάση το κριτήριο της εξισορρόπησης που περιγράφεται στο τμήμα 1.3, εξαιτίας της ανάγκης να εξασφαλισθεί η αντιμετώπιση της σχετικής ανεπάρκειας της αγοράς, καθώς και εξαιτίας του μεγαλύτερου κινδύνου δυνητικού παραγκωνισμού των ιδιωτών επενδυτών και στρέβλωσης του ανταγωνισμού.

Η ανάλυση του συμβιβάσιμου των μέτρων με τη συνθήκη ΕΚ θα βασίζεται σε διάφορα θετικά και αρνητικά στοιχεία. Κανένα επιμέρους στοιχείο δεν είναι καθοριστικής σημασίας, και κανένα σύνολο στοιχείων δεν μπορεί να θεωρηθεί από μόνο του ως επαρκές για να διασφαλίσει το συμβιβάσιμο του υπό εξέταση μέτρου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η δυνατότητα εφαρμογής των κριτηρίων αυτών και η βαρύτητα που τους δίδεται ενδέχεται να είναι συνάρτηση της μορφής του μέτρου.

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν όλα τα στοιχεία και τις αποδείξεις που θεωρούν χρήσιμα για την αξιολόγηση του εκάστοτε μέτρου. Το επίπεδο των απαιτούμενων αποδείξεων και η αξιολόγησή τους από την Επιτροπή θα εξαρτώνται από τα χαρακτηριστικά κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης και θα είναι ανάλογα προς τη σοβαρότητα της εκάστοτε ανεπάρκειας της αγοράς και προς τον κίνδυνο παραγκωνισμού των ιδιωτικών επενδύσεων.

5.1.   Μέτρα ενίσχυσης που αποτελούν αντικείμενο εμπεριστατωμένης αξιολόγησης

Τα παρακάτω είδη μέτρων επιχειρηματικών κεφαλαίων τα οποία δεν πληρούν μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις του τμήματος 4, θα υπόκεινται σε πιο εμπεριστατωμένη αξιολόγηση, λόγω του ότι οι ενδείξεις περί ανεπάρκειας της αγοράς είναι λιγότερο προφανείς και του ότι η πιθανότητα παραγκωνισμού των ιδιωτικών επενδύσεων ή/και στρέβλωσης του ανταγωνισμού, είναι μεγαλύτερη.

α)   Μέτρα που προβλέπουν τμήματα επενδύσεων που υπερβαίνουν το επιτρεπόμενο όριο του 1,5 εκατ. ευρώ ανά στοχευόμενη ΜΜΕ και ανά δωδεκάμηνο

Η Επιτροπή έχει επίγνωση των συνεχών διακυμάνσεων της αγοράς επιχειρηματικών κεφαλαίων και του συν τω χρόνω δημιουργούμενου ελλείμματος ιδίων κεφαλαίων, καθώς και του διαφορετικού βαθμού στον οποίο επηρεάζονται οι επιχειρήσεις από τις ανεπάρκειες της αγοράς ανάλογα με το μέγεθός τους, το στάδιο ανάπτυξης των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων και του οικονομικού κλάδου στον οποίο δραστηριοποιούνται. Συνεπώς, η Επιτροπή είναι διατεθειμένη να κηρύξει συμβιβάσιμα με την κοινή αγορά τα μέτρα επιχειρηματικών κεφαλαίων που προβλέπουν επενδύσεις τα τμήματα των οποίων υπερβαίνουν το όριο του 1,5 εκατ. ευρώ ανά επιχείρηση και ανά έτος, εφόσον η ανεπάρκεια της αγοράς τεκμηριώνεται δεόντως.

β)   Μέτρα που προβλέπουν χρηματοδότηση για το στάδιο επέκτασης μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεων σε μη ενισχυόμενες περιοχές

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι ορισμένες μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε μη ενισχυόμενες περιοχές μπορεί να έχουν ανεπαρκή πρόσβαση σε επιχειρηματικά κεφάλαια ακόμη και στο στάδιο επέκτασης παρά την διαθεσιμότητα χρηματοδότησης για επιχειρήσεις με σημαντικό κύκλο εργασιών ή συνολικά αποτελέσματα. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή είναι διατεθειμένη να κηρύξει συμβιβάσιμα με την κοινή αγορά τα μέτρα που καλύπτουν εν μέρει το στάδιο επέκτασης μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεων σε ορισμένες περιπτώσεις εφόσον υποβληθούν οι απαιτούμενες αποδείξεις.

γ)   Μέτρα που προβλέπουν επενδύσεις συνέχειας σε στοχευόμενες επιχειρήσεις οι οποίες έχουν ήδη λάβει ενισχυόμενες εισφορές κεφαλαίου, για να πραγματοποιήσουν τους επόμενους γύρους χρηματοδότησης, ακόμη και καθ' υπέρβαση των γενικώς επιτρεπόμενων ορίων και των ορίων για τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων στα αρχικά στάδια ανάπτυξης

Η Επιτροπή αναγνωρίζει τη σημασία των επενδύσεων συνέχειας σε στοχευόμενες επιχειρήσεις που έχουν ήδη λάβει ενισχυόμενες εισφορές κεφαλαίου στα αρχικά στάδια της ανάπτυξής τους, προκειμένου να πραγματοποιήσουν γύρους χρηματοδότησης καθ' υπέρβαση των επιτρεπόμενων ορίων για τα τμήματα επενδύσεων και της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων στα αρχικά τους στάδια, μέχρι την έξοδο από την αρχική επένδυση. Αυτό μπορεί να είναι αναγκαίο για να αποφευχθεί η «εξασθένιση» της δημόσιας συμμετοχής σ' αυτούς τους γύρους χρηματοδότησης, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη συνέχιση της χρηματοδότησης για τις στοχευόμενες επιχειρήσεις, ούτως ώστε τόσο οι δημόσιοι όσο και οι ιδιώτες επενδυτές να επωφεληθούν πλήρως από τις επενδύσεις υψηλού κινδύνου. Υπό τις συνθήκες αυτές, και λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε στοχευόμενου κλάδου και επιχείρησης, η Επιτροπή είναι διατεθειμένη να κηρύξει συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά τις επενδύσεις συνέχειας υπό την προϋπόθεση ότι το ύψος τους ανταποκρίνεται στην αρχική επένδυση και το μέγεθος του χρηματοδοτικού ταμείου.

δ)   Μέτρα που προβλέπουν μια συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών σε ποσοστό κάτω του 50 % σε μη ενισχυόμενες περιοχές ή κάτω του 30 % σε ενισχυόμενες περιοχές

Στην Κοινότητα το επίπεδο ανάπτυξης της αγοράς ιδιωτικών επιχειρηματικών κεφαλαίων ποικίλει σημαντικά στα διάφορα κράτη μέλη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να είναι δύσκολη η ανεύρεση ιδιωτών επενδυτών, και ως εκ τούτου η Επιτροπή είναι διατεθειμένη να εξετάσει τη δυνατότητα κήρυξης συμβιβάσιμων με την κοινή αγορά των μέτρων με ιδιωτική συμμετοχή κάτω από τα όρια που αναφέρονται στο τμήμα 4.3.4, εάν τα κράτη μέλη υποβάλουν τις αναγκαίες αποδείξεις.

Το πρόβλημα αυτό μπορεί να είναι ακόμη πιο έντονο για τα μέτρα επιχειρηματικών κεφαλαίων που αφορούν ΜΜΕ σε ενισχυόμενες περιοχές. Στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να υπάρχει πρόσθετη έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων, λόγω της απόστασης των εν λόγω επιχειρήσεων από τα κέντρα κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών, της χαμηλής πληθυσμιακής πυκνότητας και της μεγαλύτερης απροθυμίας των ιδιωτών επενδυτών για ανάληψη κινδύνου. Αυτές οι ΜΜΕ μπορεί επίσης να επηρεασθούν από προβλήματα ζήτησης, όπως η δυσχέρεια υποβολής μιας βιώσιμης και πρόσφορης για επενδύσεις επιχειρηματικής πρότασης, η πιο περιοριστική αντίληψη που έχουν όσον αφορά για τις συμμετοχές στα ίδια κεφάλαια, και η ιδιαίτερη απροθυμία τους να παραιτηθούν από τον διαχειριστικό έλεγχο συνεπεία της εισόδου κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών.

ε)   Μέτρα για την παροχή προλειτουργικών κεφαλαίων σε μικρές επιχειρήσεις που μπορεί να προβλέπουν: (i) ελάχιστη ή καθόλου συμμετοχή από ιδιώτες επενδυτές, ή/και (ii) επικράτηση των δανειακών επενδυτικών μέσων έναντι των βασιζόμενων σε ίδια ή οιονεί ίδια κεφάλαια

Οι ανεπάρκειες της αγοράς που επηρεάζουν τις επιχειρήσεις στο προλειτουργικό στάδιο, είναι πιο εμφανείς λόγω του μεγάλου κινδύνου για τον δυνητικό επενδυτή και της ανάγκης συνεχούς υποστήριξης του επιχειρηματία σ' αυτή την κρίσιμη φάση. Αυτό συνεπάγεται επίσης απροθυμία, και σχεδόν απουσία, των ιδιωτών επενδυτών για παροχή προλειτουργικού κεφαλαίου, πράγμα που σημαίνει ότι δεν υπάρχει κανένας, ή πολύ περιορισμένος, κίνδυνος παραγκωνισμού. Επίσης, η δυνητική στρέβλωση του ανταγωνισμού είναι περιορισμένη λόγω της σημαντικής απόστασης από την αγορά αυτών των μικρών επιχειρήσεων. Για τους λόγους αυτούς, μπορεί να δικαιολογηθεί μια πιο ευνοϊκή αντιμετώπιση της Επιτροπής όσον αφορά τα μέτρα που στοχεύουν στο διερευνητικό και στο προλειτουργικό στάδιο, λαμβάνοντας επίσης υπόψη την καθοριστική σημασία που μπορεί να έχουν για την ανάπτυξη και την απασχόληση στην Κοινότητα.

στ)   Μέτρα που προβλέπουν ειδικά την παρεμβολή επενδυτικού οχήματος

Ένα επενδυτικό όχημα μπορεί να διευκολύνει την αντιστοίχιση μεταξύ επενδυτών και στοχευόμενων ΜΜΕ και να βελτιώσει την πρόσβαση σε επιχειρηματικά κεφάλαια. Σε περίπτωση ανεπαρκειών της αγοράς που σχετίζονται με τις επιχειρήσεις που αποτελούν στόχο του οχήματος, το όχημα μπορεί να μην λειτουργήσει αποτελεσματικά αν δεν υπάρχουν οικονομικά κίνητρα. Συγκεκριμένα, οι επενδυτές μπορεί να μην θεωρούν ελκυστικό το είδος των επενδύσεων στις οποίες στοχεύει το όχημα σε σχέση με μεγαλύτερα τμήματα επενδύσεων η επενδύσεις σε πιο εδραιωμένες επιχειρήσεις ή αγορές, παρά το σαφές δυναμικό κερδοφορίας των στοχευόμενων επιχειρήσεων. Συνεπώς, η Επιτροπή είναι διατεθειμένη να κηρύξει συμβιβάσιμα με την κοινή αγορά τα μέτρα που προβλέπουν ειδικά την παρεμβολή ενός επενδυτικού οχήματος εφόσον τεκμηριώνεται δεόντως η ύπαρξη συγκεκριμένης ανεπάρκειας της αγοράς.

ζ)   Δαπάνες συνδεόμενες με την πρώτη διαλογή επιχειρήσεων για την υλοποίηση των επενδύσεων έως την φάση της δέουσας επιμέλειας (δαπάνες αναζήτησης)

Τα ταμεία επιχειρηματικών κεφαλαίων ή οι διαχειριστές τους μπορεί να έχουν «δαπάνες αναζήτησης» για τον εντοπισμό ΜΜΕ, πριν από την φάση της δέουσας επιμέλειας. Οι επιχορηγήσεις που καλύπτουν μέρος των εν λόγω δαπανών πρέπει να ενθαρρύνουν τα ταμεία και τους διαχειριστές τους να προβούν σε περισσότερες ενέργειες «αναζήτησης» από ό,τι κανονικά. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να ωφελήσει και τις ΜΜΕ, ακόμη και αν η αναζήτηση δεν οδηγήσει σε επένδυση, διότι επιτρέπει στις ΜΜΕ αυτές να αποκτήσουν περισσότερη πείρα στον τομέα της χρηματοδότησής τους με επιχειρηματικά κεφάλαια. Έτσι μπορεί να δικαιολογηθεί η ευνοϊκότερη στάση της Επιτροπής έναντι των ενισχύσεων που καλύπτουν μέρος των δαπανών αναζήτησης για τα ταμεία επιχειρηματικών κεφαλαίων ή τους διαχειριστές τους, εφόσον πληρούνται οι κάτωθι όροι: Οι επιλέξιμες δαπάνες πρέπει να περιορίζονται στις δαπάνες αναζήτησης ΜΜΕ που βρίσκονται κυρίως σε προλειτουργική φάση ή φάση εκκίνησης, όταν οι δαπάνες αυτές δεν οδηγούν στην πραγματοποίηση επένδυσης. Από τις δαπάνες αυτές αποκλείονται οι νομικές και διαχειριστικές δαπάνες των ταμείων. Επιπλέον, η ενίσχυση δεν πρέπει να υπερβαίνει το 50 % των επιλέξιμων δαπανών.

5.2.   Θετικές επιπτώσεις της ενίσχυσης

5.2.1.   Ύπαρξη ανεπάρκειας της αγοράς και απόδειξη αυτής

Για τα μέτρα χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων με τμήματα επενδύσεων σε στοχευόμενες επιχειρήσεις που υπερβαίνουν τα όρια που καθορίζει το τμήμα 4, ιδίως εκείνα που προβλέπουν τμήματα επενδύσεων άνω του 1,5 εκατ. ευρώ ανά στοχευόμενη ΜΜΕ και ανά δωδεκάμηνη περίοδο, επενδύσεις συνέχειας ή την χρηματοδότηση της φάσης επέκτασης μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεων σε μη ενισχυόμενες περιοχές καθώς και για μέτρα που προβλέπουν ειδικά την παρεμβολή επενδυτικού οχήματος, η Επιτροπή απαιτεί την υποβολή επιπλέον αποδείξεων για την ανεπάρκεια της αγοράς που αντιμετωπίζεται σε κάθε επίπεδο όπου μπορεί να υπάρχει στοιχείο ενίσχυσης, προκειμένου να κηρύξει συμβατό με την κοινή αγορά το προτεινόμενο μέτρο ενίσχυσης. Οι εν λόγω αποδείξεις πρέπει να βασίζονται σε μελέτες που αποδεικνύουν το επίπεδο του «ελλείμματος ιδίων κεφαλαίων» όσον αφορά τις επιχειρήσεις και τους κλάδους που στοχεύει το εν λόγω μέτρο. Οι απαιτούμενες πληροφορίες αφορούν την προσφορά και την άντληση επιχειρηματικών κεφαλαίων, καθώς και τη σημασία του κλάδου των κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών στην τοπική οικονομία. Θα ήταν σκόπιμο τα στοιχεία να καλύπτουν περιόδους τριών έως πέντε ετών που προηγούνται της εφαρμογής του μέτρου, καθώς και μελλοντικές περιόδους με βάση εύλογες προβλέψεις, εφόσον υπάρχουν. Οι υποβαλλόμενες αποδείξεις μπορούν να περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

εξέλιξη της άντλησης κεφαλαίων κατά την τελευταία πενταετία, σε σύγκριση και με τους αντίστοιχους εθνικούς ή/και ευρωπαϊκούς μέσους όρους·

β)

τρέχοντα διαθέσιμα κεφάλαια·

γ)

μέρος των επενδυτικών προγραμμάτων που λαμβάνουν κρατική ενίσχυση επί του συνόλου των επενδύσεων σε κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών κατά τα προηγούμενα τρία έως πέντε έτη·

δ)

ποσοστό των νέων επιχειρήσεων σε φάση εκκίνησης που λαμβάνουν κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών·

ε)

κατανομή των επενδύσεων σε κατηγορίες ανάλογα με το ύψος τους·

στ)

αριθμός των υποβληθέντων επιχειρηματικών σχεδίων σε σύγκριση με τον αριθμό των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν σε κάθε τμήμα της αγοράς (ποσό της επένδυσης, κλάδος, γύρος χρηματοδότησης κ.λπ.).

Για τα μέτρα που απευθύνονται σε ΜΜΕ εγκατεστημένες σε ενισχυόμενες περιοχές, οι σχετικές πληροφορίες πρέπει να συμπληρώνονται και με άλλα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τις περιφερειακές ιδιαιτερότητες, που δικαιολογούν τα χαρακτηριστικά του σχεδιαζόμενου μέτρου. Τα ακόλουθα στοιχεία ενδέχεται να αποδειχθούν χρήσιμα:

α)

εκτίμηση του επί πλέον ελλείμματος ιδίων κεφαλαίων που οφείλεται στον περιφερειακό χαρακτήρα και τις άλλες περιφερειακές ιδιαιτερότητες, ιδίως αναφορά του συνολικού ύψους του επενδυόμενου επιχειρηματικού κεφαλαίου, του αριθμού των επενδυτικών ταμείων ή επενδυτικών οχημάτων που δραστηριοποιούνται επιτόπου ή σε μικρή απόσταση, της ύπαρξης διαθέσιμων έμπειρων διαχειριστών, του αριθμού των επενδυτικών συμφωνιών και του μέσου και ελάχιστου μεγέθους τους, εάν είναι διαθέσιμο·

β)

ειδικά τοπικά οικονομικά δεδομένα, κοινωνικοί ή/και ιστορικοί λόγοι για την ελλιπή χορήγηση επιχειρηματικών κεφαλαίων σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μέσο όρο ή/και την κατάσταση που επικρατεί σε εθνικό ή/και κοινοτικό επίπεδο, κατά περίπτωση·

γ)

κάθε άλλος χρήσιμος δείκτης που δείχνει υψηλό βαθμό ανεπάρκειας της αγοράς.

Τα κράτη μέλη μπορούν να υποβάλουν επανειλημμένα τα ίδια στοιχεία, εφόσον δεν μεταβληθούν οι βασικές συνθήκες. Η Επιτροπή διατηρεί το δικαίωμα να αμφισβητήσει την εγκυρότητα των υποβαλλόμενων αποδεικτικών στοιχείων.

5.2.2.   Καταλληλότητα του μέσου

Ένα σημαντικό στοιχείο για το κριτήριο εξισορρόπησης είναι κατά πόσον και σε ποιο βαθμό οι κρατικές ενισχύσεις στον τομέα των επιχειρηματικών κεφαλαίων μπορούν να θεωρηθούν κατάλληλο μέσο για την τόνωση των ιδιωτικών επενδύσεων σε επιχειρηματικά κεφάλαια. Η εκτίμηση αυτή συνδέεται στενά με την εκτίμηση ως προς τα δημιουργούμενα κίνητρα και την αναγκαιότητα της ενίσχυσης, όπως αναλύεται στο τμήμα 5.2.3.

Κατά την λεπτομερή ανάλυση της ενίσχυσης, η Επιτροπή θα λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη τυχόν μελέτες αξιολόγησης επιπτώσεων του προτεινόμενου μέτρου από το κράτος μέλος. Κατάλληλο μέσο θεωρείται ότι αποτελούν τα μέτρα ως προς τα οποία το κράτος μέλος έχει εξετάσει και άλλες επιλογές πολιτικής και έχει αποδείξει τα πλεονεκτήματα της χρήσης ενός επιλεκτικού μέσου όπως η κρατική ενίσχυση, τα οποία και υποβάλλει στην κρίση της Επιτροπής. Η Επιτροπή αξιολογεί επίσης τα στοιχεία σχετικά με άλλα μέτρα που λήφθηκαν ή πρόκειται να ληφθούν για την αντιμετώπιση του «ελλείμματος ιδίων κεφαλαίων», και ιδίως εκ των υστέρων αξιολογήσεις και ζητήματα προσφοράς και ζήτησης που επηρεάζουν τις στοχευόμενες ΜΜΕ, για να διαπιστώσει ποια θα είναι η αλληλεπίδρασή τους με το προτεινόμενο μέτρο.

5.2.3.   Δημιουργία κινήτρων και αναγκαιότητα της ενίσχυσης

Η δημιουργία κινήτρων χάρη στα μέτρα χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο κατά την αξιολόγηση του συμβατού της ενίσχυσης. Η Επιτροπή πιστεύει ότι το στοιχείο παροχής κινήτρων ενυπάρχει στα μέτρα που πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του τμήματος 4. Ωστόσο, για τα μέτρα που καλύπτονται από το παρόν τμήμα η παρουσία του στοιχείου της παροχής κινήτρων είναι λιγότερο προφανής. Ως εκ τούτου η Επιτροπή θα λαμβάνει επίσης υπόψη τα πρόσθετα κριτήρια που ακολουθούν και τα οποία αποδεικνύουν, κατά περίπτωση, ότι οι επενδυτικές αποφάσεις αποβλέπουν στην επίτευξη κέρδους και ότι η διαχείριση του μέτρου έχει εμπορικό χαρακτήρα.

5.2.3.1.   Εμπορική διαχείριση

Εκτός από τις προϋποθέσεις που θεσπίζονται στο τμήμα 4.3.6 η Επιτροπή θα εκλαμβάνει ως θετικό το γεγονός ότι η διαχείριση του μέτρου χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων ή του επενδυτικού ταμείου γίνεται από επαγγελματίες του ιδιωτικού τομέα ή ανεξάρτητους επαγγελματίες επιλεγόμενους βάσει διαφανούς και χωρίς διακρίσεις διαδικασίας, κατά προτίμηση δε στο πλαίσιο ανοικτού διαγωνισμού, οι οποίοι διαθέτουν αποδεδειγμένη πείρα και επιδόσεις σε επενδύσεις κεφαλαιαγοράς και, κατά προτίμηση, στον ίδιο κλάδο που αποτελεί τον στόχο χρηματοδοτικού ταμείου, καθώς και γνώση του σχετικού νομικού και λογιστικού πλαισίου της επένδυσης.

5.2.3.2.   Ύπαρξη επιτροπής επενδύσεων

Περαιτέρω θετικό στοιχείο θα ήταν η σύσταση επενδυτικής επιτροπής ανεξάρτητης από την εταιρεία διαχείρισης του ταμείου, που θα περιλαμβάνει ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες προερχόμενους από τον ιδιωτικό τομέα, με σημαντική εμπειρία στον στοχευόμενο κλάδο και, κατά προτίμηση, επίσης εκπροσώπους των επενδυτών ή ανεξάρτητους επαγγελματίες επιλεγόμενους βάσει διαφανούς και χωρίς διακρίσεις διαδικασίας, κατά προτίμηση δε στο πλαίσιο ανοικτού διαγωνισμού. Οι εμπειρογνώμονες αυτοί θα παρέχουν στους διαχειριστές ή στην εταιρεία διαχείρισης αναλύσεις όσον αφορά τόσο την τρέχουσα όσο και την μελλοντικά αναμενόμενη κατάσταση της αγοράς, και θα εξετάζουν εμπεριστατωμένα και θα προτείνουν σε αυτούς επιχειρήσεις με καλές επενδυτικές προοπτικές.

5.2.3.3.   Μέγεθος του μέτρου/χρηματοδοτικού ταμείου

Η Επιτροπή θα θεωρεί θετικό στοιχείο το γεγονός ότι ένα μέτρο χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων διαθέτει προϋπολογισμό για επενδύσεις σε στοχευόμενες ΜΜΕ το μέγεθος του οποίου επιτρέπει οικονομίες κλίμακας στη διαχείριση του σχετικού ταμείου και δυνατότητα διαφοροποίησης του κινδύνου χάρη στην ομαδοποίηση επαρκούς αριθμού επενδύσεων. Το μέγεθος του ταμείου θα πρέπει να είναι επαρκές ώστε να εξασφαλίσει τη δυνατότητα απορρόφησης του υψηλού κόστους των συναλλαγών ή/και να χρηματοδοτήσει τα τελευταία, πιο κερδοφόρα στάδια χρηματοδότησης των στοχευόμενων επιχειρήσεων. Το μέγεθος του μέτρου χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων θα κρίνεται θετικά, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τον στοχευόμενο κλάδο, και υπό την προϋπόθεση ότι ελαχιστοποιούνται οι κίνδυνοι παραγκωνισμού των ιδιωτικών επενδύσεων και στρέβλωσης του ανταγωνισμού.

5.2.3.4.   Παρουσία «επιχειρηματικών αγγέλων» (business angels)

Για τα μέτρα που έχουν στόχο τα προλειτουργικά κεφάλαια, λόγω του υψηλότερου επιπέδου ανεπαρκειών της αγοράς που παρατηρείται στη φάση αυτή, η Επιτροπή θα θεωρήσει ως θετικό στοιχείο την άμεση ή έμμεση συμμετοχή «επιχειρηματικών αγγέλων» για επενδύσεις στην προλειτουργική φάση. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα ήταν επομένως διατεθειμένη να επιτρέψει μέτρα που ενδεχομένως προβλέπουν ως επί το πλείστον δανειακά μέσα που, μεταξύ άλλων, προβλέπουν σημαντικά μειωμένη εξασφάλιση των κρατικών επενδυτικών ταμείων, δικαίωμα στα πρώτα κέρδη για τους επιχειρηματικούς αγγέλους ή υψηλότερη αμοιβή για την παροχή κεφαλαίων εκ μέρους τους και ενεργό συμμετοχή στη διαχείριση του μέτρου/του ταμείου ή/και των στοχευόμενων επιχειρήσεων.

5.2.4.   Αναλογικότητα

Για να είναι συμβατή η ενίσχυση, το ποσό της πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο. Ο τρόπος επίτευξης αυτής της πτυχής της αναλογικότητας εξαρτάται κατ' ανάγκη από τη μορφή του συγκεκριμένου μέτρου. Ωστόσο, εάν δεν προβλέπεται κάποιος μηχανισμός με τον οποίο θα ελέγχεται ότι οι επενδυτές δεν λαμβάνουν υπερβολική αποζημίωση, ή κάποιο μέτρο για την κάλυψη του συνόλου των κινδύνων από το δημόσιο τομέα ή/και όταν όλα τα κέρδη καταβάλλονται στους υπόλοιπους επενδυτές, θα θεωρείται ότι το μέτρο δεν είναι αναλογικό.

Η Επιτροπή θα θεωρεί ότι τα ακόλουθα στοιχεία επηρεάζουν θετικά την αξιολόγηση της αναλογικότητας, δεδομένου ότι εκπροσωπούν την προσέγγιση της βέλτιστης πρακτικής:

α)

Ανοικτός διαγωνισμός για την πρόσληψη διαχειριστών. Μια διαφανής και χωρίς διακρίσεις ανοικτή διαδικασία υποβολής προσφορών για την επιλογή διαχειριστών ή εταιρείας διαχείρισης που εξασφαλίζει τον καλύτερο συνδυασμό ποιότητας και σχέσης κόστους-ωφέλειας θα θεωρηθεί θετικό στοιχείο, δεδομένου ότι θα περιορίσει το κόστος (και τις ενδεχόμενες ενισχύσεις) στο ελάχιστο αναγκαίο, ενώ παράλληλα θα ελαχιστοποιήσει τη στρέβλωση του ανταγωνισμού.

β)

Πρόσκληση υποβολής προσφορών ή εκδήλωσης ενδιαφέροντος για επενδυτές. Πρόσκληση υποβολής προσφορών για τον προσδιορισμό τυχόν «προνομιακών όρων» για τους επενδυτές, ή την προσφορά παρεμφερών όρων σε άλλους επενδυτές. Η προσφορά αυτή μπορεί να λάβει τη μορφή είτε δημόσιας πρόσκλησης προς τους επενδυτές κατά την έναρξη λειτουργίας του επενδυτικού ταμείου ή οχήματος, είτε καθεστώτος (όπως π.χ. ένα καθεστώς εγγυήσεων) ανοικτό σε νέα μέλη επί μακρό χρονικό διάστημα.

5.3.   Αρνητικές επιπτώσεις της ενίσχυσης

Κατά την αξιολόγηση του συμβιβάσιμου των μέτρων χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων, η Επιτροπή θα σταθμίζει τις ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις από άποψη στρέβλωσης του ανταγωνισμού και τον κίνδυνο παραγκωνισμού των ιδιωτικών επενδύσεων με βάση τις θετικές επιπτώσεις τους. Οι τυχόν αρνητικές επιπτώσεις θα πρέπει να αναλύονται σε κάθε ένα από τα τρία επίπεδα όπου ενδέχεται να υπάρχει στοιχείο ενίσχυσης. Οι ενισχύσεις προς επενδυτές, επενδυτικά οχήματα και επενδυτικά ταμεία μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τον ανταγωνισμό στην αγορά παροχής επιχειρηματικών κεφαλαίων. Οι ενισχύσεις προς στοχευόμενες επιχειρήσεις μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά τις αγορές προϊόντων στις οποίες δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις αυτές.

5.3.1.   Παραγκωνισμός επενδυτών

Σε επίπεδο αγοράς παροχής επιχειρηματικών κεφαλαίων, οι κρατικές ενισχύσεις μπορεί να οδηγήσουν σε παραγκωνισμό των ιδιωτικών επενδύσεων. Αυτό μπορεί να περιορίσει τα κίνητρα για την παροχή κεφαλαίων σε στοχευόμενες ΜΜΕ εκ μέρους ιδιωτών επενδυτών και να τους ενθαρρύνει να περιμένουν την χορήγηση κρατικών ενισχύσεων για τις εν λόγω επενδύσεις. Ο κίνδυνος αυτός αυξάνεται όσο μεγαλύτερο είναι το ποσό του τμήματος επένδυσης, όσο μεγαλύτερη είναι η επιχείρηση και σε όσο προχωρημένο στάδιο ανάπτυξης βρίσκεται η επιχείρηση, δεδομένου ότι υπό αυτές τις συνθήκες αυξάνονται τα διαθέσιμα ιδιωτικά επιχειρηματικά κεφάλαια.

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα απαιτεί συγκεκριμένες αποδείξεις όσον αφορά τον κίνδυνο παραγκωνισμού για μέτρα που προβλέπουν μεγάλα τμήματα επένδυσης σε στοχευόμενες ΜΜΕ, επενδύσεις συνέχειας ή χρηματοδότηση της φάσης επέκτασης μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεων σε μη ενισχυόμενες περιοχές, για μέτρα χαμηλής συμμετοχής ιδιωτών επενδυτών ή για μέτρα που προβλέπουν ειδικά την παρεμβολή επενδυτικού οχήματος.

Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να προσκομίσουν αποδείξεις ότι δεν υπάρχει κίνδυνος παραγκωνισμού, ειδικά όσον αφορά τη διάρθρωση του σχετικού κλάδου, τομέα ή/και βιομηχανίας. Τα ακόλουθα στοιχεία ενδέχεται να είναι χρήσιμα:

α)

ο αριθμός των εταιρειών/ταμείων/επενδυτικών οχημάτων επιχειρηματικών συμμετοχών που δραστηριοποιούνται σε εθνικό επίπεδο ή στην περιοχή (σε περίπτωση περιφερειακών ταμείων), καθώς και τα τμήματα της αγοράς όπου δραστηριοποιούνται·

β)

οι στοχευόμενες επιχειρήσεις όσον αφορά το μέγεθος των επιχειρήσεων, το στάδιο ανάπτυξης και τον επιχειρηματικό κλάδο·

γ)

το μέσο μέγεθος της επενδυτικής πράξης και ενδεχομένως το ελάχιστο μέγεθος αυτής που εξετάζεται πιο εμπεριστατωμένα από ταμεία ή επενδυτές·

δ)

το συνολικό ύψος των διαθέσιμων κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών για τις επιχειρήσεις, τον κλάδο και το στάδιο ανάπτυξης που αφορά το σχετικό μέτρο.

5.3.2.   Άλλες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού

Δεδομένου ότι τις περισσότερες φορές πρόκειται για νεοσυσταθείσες ΜΜΕ, στο επίπεδο της αγοράς στο οποίο αυτές κινούνται είναι απίθανο να διαθέτουν σημαντική αγοραία ισχύ και να υφίσταται, λόγω αυτού, σημαντική στρέβλωση του ανταγωνισμού. Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι χάρη στα μέτρα επιχειρηματικών κεφαλαίων να επιβιώσουν μη αποτελεσματικές επιχειρήσεις ή κλάδοι που διαφορετικά θα είχαν εξαφανισθεί. Επιπλέον, η υπερπροσφορά επιχειρηματικών κεφαλαίων σε αναποτελεσματικές επιχειρήσεις μπορεί να αυξήσει τεχνητά την αξία τους και να στρεβλώσει έτσι την αγορά επιχειρηματικών κεφαλαίων στο επίπεδο των φορέων χρηματοδότησης, οι οποίοι θα είναι υποχρεωμένοι να καταβάλλουν υψηλότερο αντίτιμο για την εξαγορά των επιχειρήσεων αυτών. Οι τομεακές ενισχύσεις μπορεί επίσης να οδηγήσουν σε διατήρηση της παραγωγής σε μη ανταγωνιστικούς τομείς, ενώ οι ενισχύσεις σε συγκεκριμένες περιφέρειες μπορεί να καταλήξουν σε αναποτελεσματική κατανομή των συντελεστών παραγωγής μεταξύ των περιφερειών.

Κατά την ανάλυση των κινδύνων αυτών, η Επιτροπή θα εξετάζει ιδίως τους ακόλουθους παράγοντες:

α)

συνολική κερδοφορία που παρουσίασαν κατά το παρελθόν οι επιχειρήσεις στις οποίες γίνονται επενδύσεις και προοπτικές μελλοντικής κερδοφορίας·

β)

βαθμός ανεπάρκειας της επιχείρησης που αποτελεί στόχο του μέτρου·

γ)

ανώτατο ύψος του τμήματος της επένδυσης που προβλέπεται βάσει του μέτρου σε σύγκριση με τον κύκλο εργασιών και τις δαπάνες της στοχευόμενης ΜΜΕ·

δ)

πλεονάζουσα ικανότητα του κλάδου στον οποίο χορηγείται η ενίσχυση.

5.4.   Πόρισμα και έκδοση απόφασης

Με βάση τα προαναφερθέντα θετικά και αρνητικά στοιχεία, η Επιτροπή θα σταθμίζει τις επιπτώσεις του μέτρου χορήγησης επιχειρηματικών κεφαλαίων και θα κρίνει αν οι στρεβλώσεις που προκύπτουν επηρεάζουν αρνητικά τους όρους των συναλλαγών σε βαθμό αντίθετο προς το κοινό συμφέρον. Σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, η ανάλυση θα βασίζεται σε συνολική εκτίμηση των προβλεπόμενων θετικών και αρνητικών επιπτώσεων της κρατικής ενίσχυσης. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή δεν θα εφαρμόζει μηχανικά τα κριτήρια που θεσπίζουν οι παρούσες κατευθυντήριες γραμμές, αλλά θα προβαίνει σε συνολική αξιολόγηση της σχετικής σημασίας τους.

Η Επιτροπή μπορεί να μην φέρει αντιρρήσεις ως προς το κοινοποιηθέν μέτρο ενίσχυσης και να μην κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας ή, κατόπιν διαδικασίας έρευνας που προβλέπει το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999, να περατώσει τη διαδικασία με έκδοση απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 7 του εν λόγω κανονισμού. Εφόσον εκδοθεί απόφαση υπό όρους δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999, και περατωθεί η επίσημη διαδικασία έρευνας, η εν λόγω απόφαση δύναται να περιλαμβάνει ιδίως τους ακόλουθους όρους, προκειμένου να περιορισθούν οι δυνητικές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και να εξασφαλισθεί η αναλογικότητα:

α)

εάν προβλέπονται υψηλότερα όρια για τα τμήματα επενδύσεων ανά στοχευόμενη επιχείρηση, δύναται να μειώσει το ανώτατο προτεινόμενο ποσό ανά τμήμα επένδυσης ή να καθορίζει ένα συνολικό ανώτατο ποσό χρηματοδότησης ανά στοχευόμενη επιχείρηση·

β)

εάν προβλέπονται επενδύσεις φάσης επέκτασης σε μεσαίου μεγέθους επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε μη ενισχυόμενες περιοχές, δύναται να τις περιορίζει κατά κύριο λόγο σε επενδύσεις προλειτουργικής φάσης ή φάσης εκκίνησης ή/και να περιορίζει τις επενδύσεις σε έναν ή δύο γύρους ή/και να περιορίζει τα τμήματα επένδυσης σε κάποιο ανώτατο όριο ανά στοχευόμενη επιχείρηση·

γ)

εάν προβλέπεται επένδυση συνέχειας, δύναται να καθορίζει ειδικά όρια ως προς το ανώτατο επενδυόμενο ποσό σε κάθε επιχείρηση, ως προς το επιλέξιμο για παρέμβαση στάδιο επένδυσης, ή/και ως προς την περίοδο κατά την οποία επιτρέπεται η χορήγηση ενίσχυσης λαμβάνοντας, επίσης, υπόψη τον συγκεκριμένο κλάδο και το μέγεθος του ταμείου·

δ)

εάν προβλέπεται μικρότερη συμμετοχή ιδιωτών επενδυτών, δύναται να απαιτεί την προοδευτική αύξηση της συμμετοχής των ιδιωτών στη διάρκεια ύπαρξης του ταμείου, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη το επιχειρηματικό στάδιο ανάπτυξης, τον κλάδο, τα αντίστοιχα επίπεδα κατανομής κερδών και εξασφάλισης, και ει δυνατόν την εγκατάσταση των επιχειρήσεων σε ενισχυόμενες περιοχές·

ε)

για μέτρα τα οποία προβλέπουν μόνον προλειτουργικά κεφάλαια, δύναται να απαιτεί από τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν ότι το κράτος έχει επαρκή απόδοση επί των επενδύσεών του, ανάλογη προς τους κινδύνους που αναλαμβάνει με τις επενδύσεις αυτές, ιδίως όταν το κράτος χρηματοδοτεί την επένδυση υπό μορφή οιονεί ιδίων κεφαλαίων ή δανειακών μέσων, η απόδοση επί των οποίων πρέπει, παραδείγματος χάριν, να συνδέεται με δυνητικά δικαιώματα εκμετάλλευσης (όπως τέλη για δικαιώματα) παραγόμενα από δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας που απορρέουν από την επένδυση·

στ)

να απαιτεί διαφορετική εξισορρόπηση μεταξύ, αφενός, των αντίστοιχων ρυθμίσεων κατανομής κερδών και ζημιών και, αφετέρου, του βαθμού εξασφάλισης μεταξύ κράτους και ιδιωτών επενδυτών·

ζ)

να απαιτεί αυστηρότερες δεσμεύσεις ως προς τη σώρευση ενισχύσεων για επιχειρηματικά κεφάλαια με ενισχύσεις χορηγούμενες βάσει άλλων κανονισμών ή πλαισίων, κατά παρέκκλιση από το τμήμα 6.

6.   ΣΩΡΕΥΣΗ

Όταν το κεφάλαιο που χορηγείται σε στοχευόμενη επιχείρηση βάσει ενός μέτρου επιχειρηματικών κεφαλαίων υπαγόμενου στις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές, χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση αρχικής επένδυσης ή άλλων επιλέξιμων για ενίσχυση δαπανών βάσει άλλων κανονισμών απαλλαγής κατά κατηγορία, κατευθυντήριων γραμμών, πλαισίων ή άλλων διατάξεων περί κρατικών ενισχύσεων, τα σχετικά ανώτατα όρια ενίσχυσης ή ανώτατα επιλέξιμα ποσά μειώνονται κατά 50 %, γενικά, και κατά 20 % για στοχευόμενες επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε ενισχυόμενες περιοχές, στη διάρκεια της πρώτης τριετίας της πρώτης επένδυσης επιχειρηματικών κεφαλαίων, και μέχρι το συνολικό ποσό που λαμβάνεται. Η μείωση αυτή δεν αφορά εντάσεις ενίσχυσης προβλεπόμενες από το κοινοτικό πλαίσιο των κρατικών ενισχύσεων στην έρευνα και ανάπτυξη (20) ή οιοδήποτε άλλο διάδοχο πλαίσιο ή κανονισμό απαλλαγής κατά κατηγορία στον τομέα αυτόν.

7.   ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

7.1.   Παρακολούθηση και έλεγχος

Ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 659/1999 και ο κανονισμός (EΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004 σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (21) απαιτούν από τα κράτη μέλη να υποβάλλουν ετήσιες εκθέσεις στην Επιτροπή.

Όσον αφορά τα μέτρα επιχειρηματικών κεφαλαίων, οι εκθέσεις πρέπει να περιλαμβάνουν αναλυτική αναφορά των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν από το χρηματοδοτικό ταμείο ή βάσει του μέτρου επιχειρηματικών κεφαλαίων, καθώς και κατάλογο όλων των δικαιούχων των μέτρων αυτών. Πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν σύντομη περιγραφή της δραστηριότητας των επενδυτικών ταμείων με λεπτομέρειες όσον αφορά τις μελετηθείσες δυνητικές επενδύσεις και τις πραγματοποιηθείσες επενδύσεις, καθώς και όσον αφορά τις επιδόσεις των επενδυτικών οχημάτων, με σωρευτικά στοιχεία για το ύψος των κεφαλαίων που συγκεντρώθηκαν μέσω αυτών. Η Επιτροπή δύναται να ζητήσει πρόσθετες πληροφορίες για τις χορηγηθείσες ενισχύσεις και να ελέγξει αν τηρήθηκαν οι όροι που τέθηκαν με την απόφαση της Επιτροπής με την οποία εγκρίθηκε το μέτρο ενίσχυσης.

Οι ετήσιες εκθέσεις θα δημοσιεύονται στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής.

Επιπλέον δε, η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι αναγκαία και περαιτέρω μέτρα, για τη βελτίωση της διαφάνειας των κρατικών ενισχύσεων στην Κοινότητα. Πιο συγκεκριμένα, κρίνεται αναγκαίο να εξασφαλισθεί ότι τα κράτη μέλη, οι οικονομικοί παράγοντες, τα ενδιαφερόμενα μέρη και η ίδια η Επιτροπή θα έχουν εύκολη πρόσβαση στο πλήρες κείμενο όλων των ισχυόντων καθεστώτων ενισχύσεων με επιχειρηματικά κεφάλαια.

Τούτο μπορεί εύκολα να επιτευχθεί μέσω της δημιουργίας διασυνδεόμενων δικτυακών τόπων. Προς τούτο, όταν η Επιτροπή εξετάζει καθεστώτα ενίσχυσης με επιχειρηματικά κεφάλαια θα ζητά συστηματικά από το κράτος μέλος να δημοσιεύει το πλήρες κείμενο όλων των οριστικοποιημένων καθεστώτων ενίσχυσης στο Διαδίκτυο και να κοινοποιεί την σχετική διεύθυνση διαδικτύου στην Επιτροπή.

Ένα καθεστώς ενίσχυσης δεν πρέπει να τίθεται σε εφαρμογή προ της δημοσίευσης των πληροφοριών αυτών στο Διαδίκτυο.

Τα κράτη μέλη πρέπει να τηρούν λεπτομερή μητρώα για όλες τις ενισχύσεις που χορηγούνται για όλα τα μέτρα ενίσχυσης με επιχειρηματικά κεφάλαια. Τα μητρώα αυτά, τα οποία πρέπει να περιλαμβάνουν όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται προκειμένου να διαπιστωθεί αν πληρούνται οι όροι των κατευθυντήριων γραμμών, ιδίως όσον αφορά το μέγεθος του τμήματος επένδυσης, το μέγεθος της επιχείρησης (μικρού ή μεσαίου μεγέθους), το στάδιο ανάπτυξης της επιχείρησης (προλειτουργικό, εκκίνησης ή επέκτασης), τον τομέα δραστηριότητας (κατά προτίμηση σε επίπεδο τετραψήφιου κωδικού NACE), καθώς και πληροφορίες ως προς τη διαχείριση των ταμείων και τα άλλα κριτήρια που αναφέρονται στις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές. Οι πληροφορίες αυτές πρέπει να τηρούνται στο αρχείο επί 10 έτη από την ημερομηνία χορήγησης της ενίσχυσης.

Η Επιτροπή θα ζητήσει από τα κράτη μέλη να παράσχουν τις πληροφορίες αυτές προκειμένου να διεξάγει αξιολόγηση επιπτώσεων των παρουσών κατευθυντήριων γραμμών τρία έτη μετά την έναρξη ισχύος τους.

7.2.   Έναρξη και λήξη ισχύος

Η Επιτροπή θα θέσει σε εφαρμογή τις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές από την ημερομηνία δημοσίευσής τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι κατευθυντήριες γραμμές αντικαθιστούν την ανακοίνωση του 2001 για τις κρατικές ενισχύσεις και τα επιχειρηματικά κεφάλαια.

Η ισχύς των κατευθυντήριων γραμμών λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2013. Η Επιτροπή μπορεί να προβεί σε τροποποίησή τους πριν την ημερομηνία εκείνη για σημαντικούς λόγους πολιτικής ανταγωνισμού ή πολιτικής στον τομέα των επιχειρηματικών κεφαλαίων ή προκειμένου να λάβει υπόψη άλλες κοινοτικές πολιτικές ή διεθνείς δεσμεύσεις. Επίσης, εφόσον το κρίνει απαραίτητο, ενδέχεται επίσης να διευκρινίσει ορισμένα συγκεκριμένα σημεία της προσέγγισής της. Η Επιτροπή προτίθεται να προβεί σε αναθεώρηση των κατευθυντήριων αυτών γραμμών, μετά την πάροδο τριών ετών από την έναρξη ισχύος τους.

Η Επιτροπή εφαρμόζει τις διατάξεις των παρουσών κατευθυντήριων γραμμών σε όλα τα μέτρα επιχειρηματικών κεφαλαίων επί των οποίων καλείται να λάβει απόφαση μετά τη δημοσίευση των κατευθυντήριων γραμμών στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμη και αν οι περιπτώσεις αυτές είχαν κοινοποιηθεί πριν από την δημοσίευση των κατευθυντηρίων γραμμών.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής για τον καθορισμό των εφαρμοστέων κανόνων για την αξιολόγηση παράνομης κρατικής ενίσχυσης («consecutio legis») (22), η Επιτροπή θα εφαρμόσει τα εξής σε περίπτωση μη κοινοποιηθεισών ενισχύσεων:

α)

τις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές, εάν η ενίσχυση χορηγήθηκε μετά τη δημοσίευσή τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης·

β)

την ανακοίνωση για τις κρατικές ενισχύσεις και τα επιχειρηματικά κεφάλαια σε όλες τις άλλες περιπτώσεις.

7.3.   Κατάλληλα μέτρα

Η Επιτροπή προτείνει στα κράτη μέλη, με βάση το άρθρο 88 παράγραφος 1 της συνθήκη ΕΚ, τα ακόλουθα κατάλληλα μέτρα σχετικά με τα υφιστάμενα σε αυτά μέτρα επιχειρηματικών κεφαλαίων.

Τα κράτη μέλη οφείλουν να τροποποιήσουν, όπου απαιτείται, τα υφιστάμενα σε αυτά μέτρα επιχειρηματικών κεφαλαίων προκειμένου να ευθυγραμμισθούν με τις παρούσες κατευθυντήριες γραμμές εντός δώδεκα μηνών από τη δημοσίευση των κατευθυντήριων γραμμών.

Τα κράτη μέλη καλούνται να διαβιβάσουν την ρητή και άνευ όρων συγκατάθεσή τους ως προς τα προτεινόμενα κατάλληλα μέτρα εντός δύο μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης των παρουσών κατευθυντήριων γραμμών. Εάν δεν λάβει απάντηση σχετικά, η Επιτροπή θα θεωρήσει ότι το κράτος μέλος δεν συμφωνεί με τα προταθέντα μέτρα.


(1)  COM(2005)24 της 2.2.2005.

(2)  EE L 333, 29.12.2005, σ. 84. Απόφαση όπως τροποποιήθηκε τελευταία με την απόφαση αριθ. 1776/2005/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 289 της 3.11.2005, σ. 14).

(3)  COM(2005) 121 τελικό.

(4)  COM(2006) 349.

(5)  COM(2005) 107 τελικό — SEC(2005) 795.

(6)  ΕΕ C 253 της 21.8.2001, σ. 3.

(7)  COM(2005) 436 τελικό.

(8)  ΕΕ C 244 της 1.10.2004, σ. 2.

(9)  Για τους σκοπούς των παρουσών κατευθυντήριων γραμμών, ισχύουν οι ορισμοί του πλαισίου για τις κρατικές ενισχύσεις στη ναυπηγική βιομηχανία, ΕΕ C 317 της 30.12.2003, σ. 11.

(10)  Για τους σκοπούς των παρουσών κατευθυντήριων γραμμών, ως «άνθρακας» νοείται ο άνθρακας υψηλής, μέσης ή χαμηλής κοκομετρικής διαβάθμισης, της κατηγορίας Α ή Β, κατά την έννοια της διεθνούς κωδικοποίησης που έχει θεσπισθεί από την Οικονομική Επιτροπή για την Ευρώπη του ΟΗΕ.

(11)  Για τους σκοπούς των παρουσών κατευθυντήριων γραμμών, ισχύει ο ορισμός του παραρτήματος Ι των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα 2007-2013 (ΕΕ C 54 της 4.3.2006, σ. 13).

(12)  ΕΕ L 10 της 13.1.2001, σ. 33. Κανονισμός όπως τροποποιήθηκε τελευταία με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1040/2006 (ΕΕ L 187 της 8.7.2006, σ. 8).

(13)  Δελτίο ΕΚ 9-1984·η ανακοίνωση αυτή περιλαμβάνεται και στον τόμο ΙΙΑ της έκδοσης «Η νομοθεσία περί ανταγωνισμού στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες», σ. 133.

(14)  ΕΕ C 384 της 10.12.1998, σ. 3.

(15)  ΕΕ C 71 της 11.3.2000, σ. 14.

(16)  Τονίζεται, ωστόσο, ότι οι εγγυήσεις που χορηγούνται από το κράτος για επενδύσεις επιχειρηματικών κεφαλαίων είναι πιθανότερο να περιλαμβάνουν στοιχείο ενίσχυσης του επενδυτή από ό,τι οι παραδοσιακές εγγυήσεις δανείων οι οποίες κανονικά θεωρούνται ότι συνιστούν ενίσχυση του δανειζόμενου και όχι του δανειοδότη.

(17)  ΕΕ L 10 της 13.1.2001, σ. 30.

(18)  ΕΕ L 325 της 28.10.2004, σ. 4

(19)  ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1.

(20)  ΕΕ C 45 της 17.2.1996, σ. 5.

(21)  ΕΕ L 140 της 30.4.2004, σ. 1.

(22)  ΕΕ C 119 της 22.5.2002, σ. 22.


18.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 194/22


ΚΡΑΤΙΚΉ ΕΝΊΣΧΥΣΗ — ΣΛΟΒΕΝΊΑ

Κρατική ενίσχυση αριθ. C 20/2006 (πρώην NN 30/2006) — Εικαζόμενη κρατική ενίσχυση στην Novoles Straža

Πρόσκληση για υποβολή παρατηρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ

(2006/C 194/03)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Με επιστολή της 16ης Μαΐου 2006 που αναδημοσιεύεται στην αυθεντική γλώσσα του κειμένου της επιστολής στις σελίδες που ακολουθούν την παρούσα περίληψη, η Επιτροπή κοινοποίησε στην Σλοβενία την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, της συνθήκης ΕΚ σχετικά με το προαναφερθέν μέτρο.

Τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί του μέτρου για το οποίο η Επιτροπή κινεί τη διαδικασία εντός ενός μηνός από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας περίληψης και της επιστολής που ακολουθεί, στην ακόλουθη διεύθυνση:

European Commission

Directorate-General for Competition

State aid Greffe

Office: SPA3, 6/5

B-1049 Brussels

Αριθ. φαξ: (32-2) 296 12 42

Οι παρατηρήσεις αυτές θα κοινοποιηθούν στην Σλοβενία. Το απόρρητο της ταυτότητας του ενδιαφερόμενου μέρους που υποβάλει τις παρατηρήσεις μπορεί να ζητηθεί γραπτώς, με μνεία των σχετικών λόγων.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΛΗΨΗΣ

I.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.

Στις 27 Μαΐου 2004, η κυβέρνηση της Σλοβενίας εξέδωσε ψήφισμα σύμφωνα με το οποίο θα έπρεπε να ληφθούν ορισμένα χρηματοδοτικά μέτρα υπέρ της σλοβενικής επιχείρησης Novoles Lesna Industrija Straža d.d. (εφεξής «Novoles Straža»). Το ψήφισμα αυτό δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή, με το σκεπτικό ότι είχε εγκριθεί από τη σλοβενική επιτροπή για τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων στις 23 Απριλίου 2004, δηλαδή πριν από την προσχώρηση της Σλοβενίας στην ΕΕ. Εντούτοις, δεδομένης της πρακτικής της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία το εφαρμοστέο κριτήριο είναι η νομικά δεσμευτική πράξη με την οποία η αρμόδια εθνική αρχή αναλαμβάνει την υποχρέωση χορήγησης κρατικής ενίσχυσης, τα εν λόγω μέτρα συνιστούν νέα ενίσχυση και, κατά συνέπεια, θα έπρεπε να είχαν κοινοποιηθεί επί τη βάσει του άρθρου 88 της συνθήκης ΕΚ και αξιολογηθεί δυνάμει του άρθρου 87 της συνθήκης ΕΚ.

II.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

2.

Η Novoles Straža είναι σλοβενική επιχείρηση παραγωγής ημικατεργασμένων προϊόντων από ξύλο, όπως κόντρα πλακέ και λεπτά ξυλόφυλλα, καθώς επίσης και έπιπλα όπως καρέκλες και τραπέζια και άλλα έπιπλα που πωλούνται λιανικώς. Αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα το 2003.

3.

Κατά συνέπεια, η επιχείρηση αυτή εκπόνησε πενταετές σχέδιο αναδιάρθρωσης (2004–2008) το οποίο πρόβλεπε αναπροσανατολισμό των δραστηριοτήτων της καθώς επίσης και βιομηχανική αναδιάρθρωση και αναδιάρθρωση της απασχόλησης. Προς αυτόν τον σκοπό, η επιχείρηση αυτή λαμβάνει εγγύηση δανείου από το κράτος ύψους περίπου 0,8 εκατ. ευρώ για τεχνολογική αναδιάρθρωση, κρατική επιδότηση περίπου 1,2 εκατ. ευρώ για αποζημιώσεις απολύσεων και μέτρα επανακατάρτισης καθώς επίσης και ένα ιδιωτικό δάνειο ύψους 4,6 εκατ. ευρώ για χρηματοοικονομική αναδιάρθρωση.

III.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

4.

Η Επιτροπή πιστεύει ότι το μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. Επί του παρόντος, η Επιτροπή έχει αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα του μέτρου με την κοινή αγορά, και ιδίως με τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές του 1999 για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων. (1)

5.

Πρώτον, η Επιτροπή δεν είναι βέβαιη για το κατά πόσον η επιχείρηση παρουσίασε τα συνηθισμένα συμπτώματα προβληματικής επιχείρησης, δεδομένου ότι, το 2003, οι πωλήσεις της συνέχισαν να σημειώνουν αύξηση, ενώ το 2002 τα αποθέματά της μειώθηκαν περαιτέρω. Δεύτερον, δεν είναι εντελώς σαφής ο τρόπος με τον οποίο το σχέδιο αναδιάρθρωσης θα επέτρεπε στην επιχείρηση να αποκαταστήσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά της. Τρίτον, η Επιτροπή έχει αμφιβολίες για το κατά πόσον η επιχείρηση είχε συμβάλει επαρκώς η ίδια στην αναδιάρθρωση, επειδή οι ισχυρισμοί για συμβολή από τους πόρους της επιχείρησης δεν φαίνονται αληθοφανείς δεδομένου ότι η επιχείρηση δεν είχε καθόλου διαθέσιμη τομεακή ρευστότητα και δεν ήταν σε θέση να λάβει χρηματοδότηση από τους επενδυτές της. Τέταρτον, η Επιτροπή έχει αμφιβολίες για το κατά πόσον τηρείται η αρχή της «μίας και τελευταίας φοράς», εφόσον η επιχείρηση αυτή είχε ήδη, το 1999, λάβει ενίσχυση για αναδιάρθρωση. Τέλος, η Επιτροπή δεν είναι βέβαιη για το κατά πόσον, στην προκειμένη περίπτωση, μπορεί να αποδεχτεί το γεγονός ότι δεν είχαν προβλεφθεί αντισταθμιστικά μέτρα.

Σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, κάθε παράνομη ενίσχυση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανάκτησης της ενίσχυσης από τον δικαιούχο.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ

«1.

Komisija želi obvestiti Slovenijo, da je po preučitvi informacij o zgoraj navedeni pomoči, ki jih je prejela od slovenskih organov, sklenila začeti postopek iz člena 88(2) Pogodbe ES.

I.   POSTOPEK

2.

Dne 1. decembra 2004 je Komisija prejela pritožbo glede domnevne pomoči slovenskemu lesnopredelovalnemu podjetju Novoles Lesna Industrija Straža d.d. (v nadaljnjem besedilu ‚Novoles Straža‘).

3.

S pismoma z dne 21. decembra 2004 in 10. maja 2005 je Komisija zahtevala informacije glede časa dodelitve domnevne pomoči, do 15. novembra 2005 in 23. decembra 2005 pa je zahtevala informacije o prestrukturiranju podjetja. Slovenski organi so odgovorili s pismi z dne 19. januarja 2005, 8. junija 2005, 5. decembra 2005 in 6. februarja 2006.

4.

Slovenski organi so v pismu z dne 8. junija 2005 Komisiji sporočili, da so bili ukrepi odobreni pred pristopom in da niso bili vključeni v tako imenovani začasni postopek, ker je bila ekonomska izpostavljenost državne pomoči natančno znana pred postopkom.

5.

Iz sklepa, ki ga je predložila Slovenija, je razvidno, da je razne ukrepe državnega financiranja odobrila medresorska strokovna komisija dne 16. aprila 2004. Pozneje so družbe dne 20. aprila 2004 zaprosile komisijo za spremljanje državnih pomoči za soglasje, ki je bilo izdano dne 23. aprila 2004. Komisija za spremljanje državnih pomoči je odločila, da so ukrepi državna pomoč, ki je skladna z zakonom o spremljanju državnih pomoči.

6.

Šele 27. maja 2004 pa je vlada sprejela resolucijo, da bi bilo treba družbi dodeliti državno pomoč na način, ki ga določajo resolucije pristojne medresorske strokovne komisije. V pismu z dne 2. februarja 2006 je Slovenija potrdila, da ‚je bila pomoč odobrena družbi Novoles Straža […] s sklepom vlade v času, ko je bila Slovenija že polnopravna članica EU‘.

II.   PODROBEN OPIS POMOČI

7.

Družba Novoles Straža je proizvajalec lesenih polizdelkov, kot so vezane plošče in furnir, ter pohištva, kot so mize in stoli ter drugo pohištvo za maloprodajo. Družba je v kraju Straža v Sloveniji, leta 2003 pa je imela okoli 800 zaposlenih (leta 2002 pa 650). Novoles Straža je ena od družb, ki v slovenskem lesnem in pohištvenem sektorju zaposlujejo največ delavcev.

8.

Družba je v lasti več fizičnih oseb in investicijskih skladov, od katerih ima eden, in sicer investicijski sklad PID, več kakor 25-odstotni delež, ki znaša 33,4 odstotka. Videti je, da je 8,5 odstotka v državni lasti.

9.

Družba ima več odvisnih družb, med katerimi so Novoles-Primara, d.o.o., Pohištvo Brežice, d.d. in IP TP Intarzija, d.o.o.

10.

Glavni finančni in operativni pokazatelji kažejo, da se je finančno poslovanje družbe leta 2003 poslabšalo. Družba je izgubila velik delež svojega registriranega osnovnega kapitala, ki je znašal 1,262 milijard SIT [okoli 5,3 milijonov EUR (2)], aprila 2004 pa le še 0,75 milijarde SIT. Poleg tega je družba od leta 2003 naprej ustvarjala izgubo, njen prosti denarni tok pa se je od leta 2002 zmanjšal. Vendar pa so se njene zaloge leta 2002 zmanjšale, povečale pa so se le leta 2003. Poleg tega je do leta 2003 prodaja rasla.

11.

Aprila 2004 je družba Novoles Straža ministrstvu za gospodarstvo predložila načrt prestrukturiranja za obdobje od 2004 do 2008. V njem družba razlaga, da je stečaj grozil celotni družbi, to pa dokazuje s sklicevanjem na različne teste, npr. tako imenovana Altmanova vrednost Z, ki kažejo, da je od leta 2001 družbi grozil stečaj.

12.

Družba svoje trenutne razmere razlaga s padcem gospodarske rasti na glavnih izvoznih trgih (zlasti v Nemčiji in ZDA), kjer prodaja 60 odstotkov svoje proizvodnje. Poleg tega je v zadnjih letih veliko vlagala v posodobitev tehnologije in širitev proizvodnih programov. Zaradi upada prihodkov v letu 2003 družba ni mogla več poravnavati obveznosti iz lastnih sredstev, ampak je morala povečati svoje dolgove in s tem finančne obremenitve. Organizacijska struktura ji ni omogočila uskladiti proizvodnje s povpraševanjem.

13.

Glavna poglavja prestrukturiranja družbe Novoles Straža je mogoče povzeti:

Družba Novoles Straža bo spremenila prodajno strategijo tako, da se bo preusmerila s trgov EU in severnoameriških trgov zlasti na vzhodnoevropski in ruski trg. Poleg tega si družba prizadeva zmanjšati svoj delež polizdelkov v korist končnih izdelkov.

Da bi postala stroškovno učinkovitejša in prilagodila tehnološko opremo proizvodnji, ki bo vezana na povpraševanje, ter da bi izpolnjevala okoljske standarde, bo izvedla industrijsko prestrukturiranje. Stroške v višini 1,656 milijarde SIT bo deloma krila iz lastnih sredstev, deloma pa s posojilom v znesku 200 milijonov SIT (0,8 milijona EUR), zavarovanim z državnim jamstvom.

Cilj prestrukturiranja zaposlenih bo zmanjšanje števila zaposlenih za 96 delavcev, za preostale zaposlene pa bo izvedla posebno in splošno usposabljanje. Stroške v višini 537 milijona SIT bo deloma krila z lastnimi sredstvi, deloma pa s subvencijo v znesku 283 milijonov SIT (1,2 milijona EUR).

Cilj finančnega prestrukturiranja je reprogramiranje obstoječih kratkoročnih finančnih obveznosti, predvideno pa je z državnim jamstvom, s katerim bo zagotovljen nov kredit v višini 1,100 milijarde SIT (4,6 milijona EUR).

14.

Na podlagi realističnih predvidevanj, ki predpostavljajo od 3,6- do 5,7-odstotno letno rast domače prodaje in 6,5- do 8,4-odstotno letno rasti prodaje v tujini, bo po načrtu leta 2004 prestrukturiranje doseglo do 4,2-odstotni presežek iz poslovanja, leta 2008 pa naj bi presežek dosegel 11,7 odstotka. Dobiček iz poslovanja v primerjavi z lastniškim kapitalom se bo v letu 2007 povečal na 12,6 odstotkov.

15.

Komisija za spremljanje državnih pomoči je določila izravnalni ukrep, da družba v obdobju prestrukturiranja ne sme prejeti nobene druge državne pomoči.

16.

Slovenija je obvestila Komisijo, da je družba Novoles Straža v letu 2004 iz javnih in zasebnih virov prejela tudi ugodna posojila za okoljske namene v znesku […] (3) SIT ([…] EUR), katerih neto protivrednost nepovratnih sredstev naj bi znašala […] SIT ([…] milijona EUR).

17.

Slovenija tudi poroča, da je družba v letu 1999 prejela […] SIT ([…] EUR) pomoči za reševanje in prestrukturiranje, […] SIT ([…] EUR) pomoči za zaposlovanje, […] pomoči za raziskave in razvoj ter […] SIT ([…] EUR) izvozne pomoči.

III.   PRESOJA POMOČI

1.   Obstoj državne pomoči

18.

V skladu s členom 87 Pogodbe ES je vsaka pomoč, ki jo dodeli država članica, ali kakršna koli vrsta pomoči iz državnih sredstev, ki izkrivlja ali bi lahko izkrivljala konkurenco z dajanjem prednosti posameznim podjetjem ali proizvodnji posameznega blaga, nezdružljiva državna pomoč, če prizadene trgovino med državami članicami, razen kadar jo je mogoče upravičiti na podlagi člena 87(2) ali (3) ES.

19.

Komisija opaža, da je pomoč dodeljena iz državnih sredstev posameznemu podjetju. Ker trgovina z lesnimi izdelki med Slovenijo in drugimi državami članicami obstaja, bi lahko ukrep izboljšal položaj prejemnika v primerjavi z njegovimi konkurenti v Sloveniji in v EU, kar pomeni, da pomoč izkrivlja konkurenco in vpliva na trgovino med državami članicami. Zato Komisija meni, da sedanje jamstvo in subvencija družbi Novoles Straža pomenita državno pomoč v skladu s členom 87(1) Pogodbe ES.

2.   Obstoj nove državne pomoči

20.

Slovenski organi so sprva dvomili, da je Komisija pristojna za presojo pomoči na podlagi člena 88 Pogodbe ES, glede na to, da je bila pomoč izplačana pred pristopom. Komisija je bila soočena z vprašanjem, ali sme presojati pomoč, dodeljeno tik pred pristopom, v smislu Priloge IV.3 Akta o pristopu (4). Komisija je pojasnila, da je ustrezni kriterij, s katerim se ugotovi, ali je bila pomoč izvedena pred pristopom, pravno zavezujoča listina, s katero se pristojni nacionalni organi obvežejo, da bodo odobrili pomoč (5). Odsotnost takega sklepa pred pristopom pomeni, da ukrep ni bil odobren pred pristopom in pomeni novo pomoč, katere skladnost s skupnim trgom Komisija presoja na podlagi člena 88 Pogodbe ES.

21.

V tem primeru Komisija zaključuje, da ustrezna zavezujoča listina, s katero so se pristojni nacionalni organi obvezali, da bodo odobrili pomoč, ni začela veljati pred pristopom. Veljavni slovenski zakon v členu 22 določa, da se pomoč dodeli s sklepom vlade na predlog ministrstva. Predhodni sklepi medresorskih strokovnih odborov in pristojnega ministrstva so bili sicer potrebni za dodelitev, vendar pa niso zadostovali za odobritev pomoči. Končno odločitev sprejme vlada. Ta resolucija pa je bila izdana šele maja 2004. Zato ukrep predstavlja novo pomoč in ga je treba priglasiti na podlagi člena 88 Pogodbe ES in presojati na podlagi člena 87(1) Pogodbe ES.

3.   Združljivost pomoči

22.

Slovenija je navedla, da gre za pomoč za prestrukturiranje, ki bi morala izpolnjevati merila iz Smernic Skupnosti o pomoči za reševanje in prestrukturiranje podjetij v težavah (v nadaljnjem besedilu ‚smernice‘) glede združljivosti s skupnim trgom na podlagi člena 87(3) Pogodbe ES. Če je družba resnično v težavah, se ne uporablja nobena druga izjema iz člena 87(2) ali (3) Pogodbe ES. Ker je bila pomoč dodeljena maja 2004, jo je treba presojati na podlagi smernic o pomoči za reševanje in prestrukturiranje iz leta 1999 (6).

23.

Komisija dvomi, da je družba Novoles Straža upravičena do pomoči za prestrukturiranje. Ni jasno, ali družba Novoles Straža ni del večje poslovne skupine v smislu točke 8 smernic, glede na to, da kontrolni delež investicijskih skladov PID znaša več kakor 25 odstotkov. Komisija se tudi sprašuje, ali ne bi mogla pridobiti finančne podpore od svojih delničarjev. Če so bili lastniki družbe očitno sposobni zagotoviti finančne vložke v zadnjih letih, zakaj tega niso mogli storiti tudi leta 2004?

24.

Poleg tega je jasno, da družba ne kaže kapitalske izgube na podlagi točke 5 smernic, zato Komisija dvomi, da ima družba vse običajne znake podjetja v težavah na podlagi točke 6 smernic. Res je, da je družba imela izgube v letu 2003 ter da se ji je od leta 2002 zmanjšal denarni tok. Po drugi strani pa se je prodaja povečala tudi leta 2003, zaloge pa so se leta 2002 še zmanjšale, kakor je navedeno v točki (10). Zato Komisija ni prepričana, ali je slabo poslovanje družbe izjemen dogodek, in ne stalna težnja. Leto 2003 je bilo slabo poslovno leto za številne družbe v EU. Komisiji ni jasno, zakaj vlagatelji ne bi mogli premostiti teh težav preprosto s pomočjo zunanjega financiranja.

25.

Poleg tega ni jasno, kako bo načrt prestrukturiranja omogočil družbi ponovno vzpostavitev dolgoročne rentabilnosti. Čeprav informacije o načrtu kažejo, da bi več notranjih ukrepov lahko preusmerilo družbo, in da vsebuje napovedi, po katerih je ponovna vzpostavitev rentabilnosti mogoča, Komisija ni prejela dovolj podatkov, da bi lahko presodila v zvezi s predpostavkami glede prihodnje donosnosti. Komisija zlasti nima dovolj podatkov, ki bi utemeljevali predpostavljeno gibanje prodaje.

26.

Komisija tudi dvomi, da je prejemnik zagotovil dovolj lastnih sredstev. Načrt in pojasnila, ki jih je dala Slovenija, kažejo samo, da bo družba prispevala lastna sredstva za prestrukturiranje, pri tem pa ne navaja, kako bodo lastna sredstva ustvarjena. Glede na to, da družba nima prostih denarnih sredstev in da naj ne bi bila sposobna pridobiti sredstev od svojih vlagateljev, je videti, da to kaže na uporabo prihodnjega denarnega toka. Ker pa se nanaša na prihodnje prispevke, to ni sprejemljiv ukrep za lastni prispevek (7). Komisija pričakuje natančna pojasnila glede izvora in časa teh sredstev.

27.

Komisija tudi ni opazila nobenih izravnalnih ukrepov, ki bi jih zagotovila družba, čeprav je videti, da na trgu lesne in pohištvene industrije ni težav zaradi strukturnih presežnih zmogljivosti. Komisija bi potrebovala podrobno analizo trga in nadaljnje informacije v tej zvezi.

28.

Komisija ni prepričana, ali družba izpolnjuje pogoj ‚enkrat in zadnjič‘ iz točke 48 smernic in naprej. Družba je v zadnjih desetih letih nedvomno prejela obsežno pomoč za reševanje in prestrukturiranje.

29.

Komisija meni, da bi se moral v tem primeru uporabiti pogoj ‚enkrat in zadnjič‘, kljub temu, da je bila pomoč za reševanje in prestrukturiranja odobrena, preden je Slovenija pristopila k Evropski uniji. To pa zato, ker bo Komisija pri presoji uporabe tega pogoja obravnavala samo dejansko stanje, in sicer ali je bilo podjetje v zadnjih desetih letih v težavah in je imelo možnost te težave premagati. Zato Komisija, če Slovenija v tem primeru ne more dokazati obstoja izjemnih okoliščin, na primer, da leta 1999 ni imela delujočega tržnega gospodarstva (8), domneva, da sedanja pomoč za prestrukturiranje ne izpolnjuje pogoja ‚enkrat in zadnjič‘.

30.

Komisija potrebuje tudi več informacij o vseh drugih pomočeh, dodeljenih v letu 2004, saj bi se lahko tudi te štele kot pomoč za reševanje in prestrukturiranje, glede na to, da je malo verjetno, da bi bila taka pomoč odobrena podjetju v težavah.

IV.   SKLEPNE UGOTOVITVE

31.

Ta odločitev se obravnava kot odločitev o začetku uradnega postopka preiskave v smislu člena 88(2) Pogodbe ES in Uredbe Sveta (ES) št. 659/1999. Komisija, v skladu s postopkom iz člena 88(2) Pogodbe ES, zahteva, da Slovenija v enem mesecu od datuma prejema tega dopisa predloži svoje pripombe in pošlje vse informacije, ki bi lahko pomagale pri presoji pomoči.

32.

Komisija zahteva, da Slovenija takoj pošlje kopijo tega dopisa možnemu prejemniku pomoči.

33.

Komisija bi želela opomniti Slovenijo, da ima člen 88(3) Pogodbe ES odložilni učinek, in opozoriti na člen 14 Uredbe Sveta (ES) št. 659/1999, ki določa, da se lahko vsa nezakonita pomoč izterja od prejemnika.

34.

Komisija opozarja Slovenijo, da bo zainteresirane stranke obvestila z objavo tega dopisa in njegovega povzetka v Uradnem listu Evropske unije. Z objavo obvestila v Dodatku EGP k Uradnemu listu Evropske unije bo obvestila tudi zainteresirane stranke v državah Efte, ki so podpisnice Sporazuma EGP, Nadzornemu organu EFTA pa bo poslala izvod tega dopisa. Vse zainteresirane stranke bodo pozvane, da oddajo svoje pripombe v enem mesecu od datuma objave tega obvestila.»


(1)  Κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων, ΕΕ C 288 της 9.10.1999, σ. 2.

(2)  Glede na to, da je na začetku leta 2006 1 EUR = 240 slovenskih tolarjev (SIT).

(3)  Zajeto z obveznostjo varovnaja poslovne skrivnosti.

(4)  Predviden je pravni okvir za presojo shem pomoči in posameznih pomoči, izvedenih v novi državi članici pred datumom pristopa k EU, ki se uporablja tudi po pristopu (tako imenovani začasni mehanizem).

(5)  Podrobnosti so v odločitvi Komisije v zadevi C-3/2005 FSO, UL C 100 z dne 26.4.2005, str. 2, od točke 38 naprej.

(6)  Smernice Skupnosti o državni pomoči za reševanje in prestrukturiranje podjetij v težavah, UL C 288, 9.10.1999, str. 2.

(7)  Odločitve Komisije v zadevi C-19/2000 TGI, UL L 62, 5.3.2002, str. 30, točka 106 in zadevi C-30/1998 Wildauer Kurbelwelle, UL L 287, 14.11.2000, str. 51 točka, 52.

(8)  Glej odločitve Komisije v zadevah N 584/04 Vingriai, UL C 187, 30.7.2005, str. 15 točka 19 glede Latvije.


18.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 194/26


ΚΡΑΤΙΚΉ ΕΝΊΣΧΥΣΗ — ΣΛΟΒΕΝΊΑ

Κρατική ενίσχυση C 19/2006 (πρώην NN 29/2006) — Εικαζόμενη κρατική ενίσχυση στην Javor Pivka

Πρόσκληση για υποβολή παρατηρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ

(2006/C 194/04)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Με επιστολή της 16ης Μαΐου 2006 που αναδημοσιεύεται στην αυθεντική γλώσσα του κειμένου της επιστολής στις σελίδες που ακολουθούν την παρούσα περίληψη, η Επιτροπή κοινοποίησε στην Σλοβενία την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, της συνθήκης ΕΚ σχετικά με το προαναφερθέν μέτρο.

Τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί του μέτρου για το οποίο η Επιτροπή κινεί τη διαδικασία εντός ενός μηνός από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας περίληψης και της επιστολής που ακολουθεί, στην ακόλουθη διεύθυνση:

European Commission

Directorate-General for Competition

State aid Greffe

Office: SPA3, 6/5

B-1049 Brussels

Αριθ. φαξ: (32-2) 296 12 42

Οι παρατηρήσεις αυτές θα κοινοποιηθούν στην Σλοβενία. Το απόρρητο της ταυτότητας του ενδιαφερόμενου μέρους που υποβάλει τις παρατηρήσεις μπορεί να ζητηθεί γραπτώς, με μνεία των σχετικών λόγων.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΕΡΙΛΗΨΗΣ

I.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

1.

Στις 27 Μαΐου 2004, η κυβέρνηση της Σλοβενίας εξέδωσε ψήφισμα σύμφωνα με το οποίο έπρεπε να ληφθούν ορισμένα χρηματοδοτικά μέτρα υπέρ της σλοβενικής επιχείρησης Javor Pivka Lesna Industrija d.d. (εφεξής «Javor Pivka»). Το ψήφισμα αυτό δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή, με το σκεπτικό ότι είχε εγκριθεί από τη σλοβενική επιτροπή για τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων στις 20 Απριλίου 2004, δηλαδή πριν από την προσχώρηση της Σλοβενίας στην ΕΕ. Εντούτοις, δεδομένης της πρακτικής της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία το εφαρμοστέο κριτήριο είναι η νομικά δεσμευτική πράξη με την οποία η αρμόδια εθνική αρχή αναλαμβάνει την υποχρέωση χορήγησης κρατικής ενίσχυσης, τα εν λόγω μέτρα συνιστούν νέα ενίσχυση και, κατά συνέπεια, θα έπρεπε να είχαν κοινοποιηθεί επί τη βάσει του άρθρου 88 της συνθήκης ΕΚ και αξιολογηθεί δυνάμει του άρθρου 87 της συνθήκης ΕΚ.

II.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

2.

Η Javor Pivka είναι σλοβενική επιχείρηση παραγωγής ημικατεργασμένων προϊόντων από ξύλο, όπως φύλλα ξυλοτύπου, κόντρα πλακέ και λεπτά ξυλόφυλλα, καθώς επίσης και έπιπλα όπως καρέκλες και τραπέζια. Αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα το 2003.

3.

Κατά συνέπεια, η επιχείρηση αυτή εκπόνησε πενταετές σχέδιο αναδιάρθρωσης (2004–2008) το οποίο πρόβλεπε αναπροσανατολισμό των δραστηριοτήτων της, καθώς επίσης και βιομηχανική αναδιάρθρωση και αναδιάρθρωση της απασχόλησης. Προς αυτόν τον σκοπό, η επιχείρηση λαμβάνει από το κράτος εγγύηση δανείου ύψους περίπου 4,6 εκατ. ευρώ για τεχνολογική αναδιάρθρωση, κρατική επιδότηση περίπου 1,6 εκατ. ευρώ για αποζημιώσεις απολύσεων και μέτρα επανακατάρτισης, καθώς επίσης και ένα ιδιωτικό δάνειο ύψους 1,65 εκατ. ευρώ για χρηματοοικονομική αναδιάρθρωση.

III.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

4.

Η Επιτροπή πιστεύει ότι το μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ. Επί του παρόντος, η Επιτροπή έχει αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα του μέτρου με την κοινή αγορά, και ιδίως με τις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές του 1999 για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων. (1)

5.

Πρώτον, η Επιτροπή δεν είναι βέβαιη για το κατά πόσον η επιχείρηση παρουσίασε τα συνηθισμένα συμπτώματα προβληματικής επιχείρησης, δεδομένου ότι οι πωλήσεις της σημείωναν αύξηση ως το 2003, ενώ το 2002 τα αποθέματά της μειώθηκαν περαιτέρω. Δεύτερον, δεν είναι εντελώς σαφής ο τρόπος με τον οποίο το σχέδιο αναδιάρθρωσης θα επέτρεπε στην επιχείρηση να αποκαταστήσει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά της. Τρίτον, η Επιτροπή έχει αμφιβολίες για το κατά πόσον η επιχείρηση είχε συμβάλει επαρκώς η ίδια στην αναδιάρθρωση, επειδή οι ισχυρισμοί για συμβολή από τους πόρους της επιχείρησης δεν φαίνονται αληθοφανείς δεδομένου ότι η επιχείρηση δεν είχε καθόλου διαθέσιμη τομεακή ρευστότητα και δεν ήταν σε θέση να λάβει χρηματοδότηση από τους επενδυτές της. Τέλος, η Επιτροπή δεν είναι βέβαιη για το κατά πόσον, στην προκειμένη περίπτωση, μπορεί να αποδεχτεί το γεγονός ότι δεν είχαν προβλεφθεί αντισταθμιστικά μέτρα.

Σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, κάθε παράνομη ενίσχυση μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ανάκτησης της ενίσχυσης από τον δικαιούχο.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ

«1.

Komisija želi obvestiti Slovenijo, da je po preučitvi informacij o zgoraj navedeni pomoči, ki jih je prejela od slovenskih organov, sklenila začeti postopek iz člena 88(2) Pogodbe ES.

I.   POSTOPEK

2.

Dne 1. decembra 2004 je Komisija prejela pritožbo glede domnevne pomoči slovenskemu lesnopredelovalnemu podjetju Javor Pivka lesna industrija d.d. (v nadaljnjem besedilu ‚Javor Pivka‘).

3.

S pismoma z dne 21. decembra 2004 in 10. maja 2005 je Komisija zahtevala informacije glede časa dodelitve domnevne pomoči, do 15. novembra 2005 in 23. decembra 2005 pa je zahtevala informacije o prestrukturiranju podjetja. Slovenski organi so odgovorili s pismi z dne 19. januarja 2005, 8. junija 2005, 5. decembra 2005 in 6. februarja 2006.

4.

Slovenski organi so v pismu z dne 8. junija 2005 Komisiji sporočili, da so bili ukrepi odobreni pred pristopom in da niso bili vključeni v tako imenovani začasni postopek, ker je bila ekonomska izpostavljenost državne pomoči natančno znana pred postopkom.

5.

Iz sklepa, ki ga je predložila Slovenija, je razvidno, da je razne ukrepe državnega financiranja odobrila medresorska strokovna komisija dne 6. aprila 2004. Pozneje so družbe dne 9. aprila 2004 zaprosile komisijo za spremljanje državnih pomoči za soglasje, ki je bilo izdano dne 20. aprila 2004. Komisija za spremljanje državnih pomoči je odločila, da so ukrepi državna pomoč, ki je skladna z zakonom o spremljanju državnih pomoči.

6.

Šele 27. maja 2004 pa je vlada sprejela resolucijo, da bi bilo treba družbi dodeliti državno pomoč na način, ki ga določajo resolucije pristojne medresorske strokovne komisije. V pismu z dne 2. februarja 2006 je Slovenija potrdila, da ‚je bila pomoč odobrena družbi Javor Pivka […] s sklepom vlade v času, ko je bila Slovenija že polnopravna članica EU‘.

II.   PODROBEN OPIS POMOČI

7.

Družba Javor Pivka je proizvajalec lesenih polizdelkov, kot so opažne plošče, vezane plošče in furnir, ter pohištva, kot so mize in stoli. Družba je na območju Pivke v Sloveniji, leta 2003 pa je imela okoli 800 zaposlenih. Javor Pivka je ena od družb, ki v slovenskem lesnem in pohištvenem sektorju zaposlujejo največ delavcev.

8.

Družba je v lasti več fizičnih oseb in investicijskih skladov, od katerih nihče ne presega 25-odstotnega deleža. Z izjemo Kapitalske družbe d.d., ki ima v lasti okoli 5 odstotkov, so institucionalni lastniki zasebni. Pred kratkim so jo dokapitalizirale njene matične družbe.

9.

Družba ima več odvisnih družb; nekatere izmed njih tržijo proizvode v večjih slovenskih mestih, nekatere družbe, prevzete januarja 2003, pa izvajajo programe predelave in obdelave lesa.

10.

Glavni finančni in operativni pokazatelji kažejo, da se je finančno poslovanje družbe leta 2003 poslabšalo. Družba je izgubila velik delež svojega registriranega osnovnega kapitala, ki je znašal 1,195 milijarde SIT [okoli 5 milijonov EUR (2)], aprila 2004 pa le še 0,7 milijarde SIT. Poleg tega so bili od leta 2001 poslovni rezultati družbe negativni, njen prosti denarni tok pa se je zmanjšal. Vendar pa so se njene zaloge leta 2002 zmanjšale, povečale pa so se le leta 2003. Podobno se je leta 2002 prodaja povečala, leta 2003 pa zmanjšala.

11.

Aprila 2004 je družba Javor Pivka ministrstvu za gospodarstvo predložila načrt prestrukturiranja za obdobje od 2004 do 2008.

12.

Družba svoje sedanje razmere razlaga s padcem gospodarske rasti na glavnih izvoznih trgih (zlasti v Nemčiji in ZDA), kjer prodaja 70 odstotkov svoje proizvodnje. Poleg tega ima zastarele proizvodne zmogljivosti. Organizacijska struktura ji ni omogočila uskladiti proizvodnje s povpraševanjem. Zato so bili proizvodni stroški visoki. Družba ni bila sposobna proizvajati izdelkov v višjem cenovnem razredu. Zaradi nezadostne likvidnosti pa so se kopičile obveznosti in finančna bremena.

13.

Glavna poglavja prestrukturiranja družbe Javor Pivka je mogoče povzeti:

Družba Javor Pivka bo spremenila prodajno strategijo tako, da se bo preusmerila s trgov EU in severnoameriških trgov zlasti na vzhodnoevropski in ruski trg. Stroške v višini 496 milijonov SIT bo krila iz ‚lastnih sredstev‘.

Prestrukturiranje industrije bo trajalo tri leta in bo izboljšalo proizvodno učinkovitost ter zmanjšalo stroške obratovanja. Stroške v višini 2,099 milijarde SIT bo deloma krila iz lastnih sredstev, deloma pa s posojilom v znesku 1.100 milijonov SIT (4,6 milijona EUR), zavarovanim z državnim jamstvom.

Izvedla bo prestrukturiranje zaposlenih, vključno z zmanjšanjem števila zaposlenih za 108 delavcev, za preostalih 693 delavcev pa bo izvedla posebno in splošno usposabljanje. Stroške v višini 602 milijona SIT bo deloma krila z lastnimi sredstvi, deloma pa s subvencijo v znesku 382 milijonov SIT (1,6 milijona EUR).

Cilj finančnega prestrukturiranja je reprogramiranje obstoječih in tekočih dolgoročnih finančnih obveznosti, predvideno pa je s pomočjo lastnih sredstev ali s pomočjo lastnikov ali bank. Videti je, da bo družba prejela posojilo v višini 400 milijonov SIT (1,65 milijona EUR).

14.

Na podlagi prestrukturiranja se bo presežek iz poslovanja v letu 2004 povečal do 6 odstotkov in leta 2008 dosegel 12,7 odstotkov. Dobiček iz poslovanja v primerjavi z lastniškim kapitalom se bo v letu 2007 povečal na 14 odstotkov.

15.

Komisija za spremljanje državnih pomoči je določila izravnalni ukrep, da družba v obdobju prestrukturiranja ne sme prejeti nobene druge državne pomoči.

16.

Slovenija je Komisijo obvestila, da je družba Javor Pivka v letu 2004 od države prejela nepovratna sredstva v višini […] (3) SIT ([…] EUR) za varčevanje z energijo.

III.   PRESOJA POMOČI

1.   Obstoj državne pomoči

17.

V skladu s členom 87 Pogodbe ES je vsaka pomoč, ki jo dodeli država članica, ali kakršna koli vrsta pomoči iz državnih sredstev, ki izkrivlja ali bi lahko izkrivljala konkurenco z dajanjem prednosti posameznim podjetjem ali proizvodnji posameznega blaga, nezdružljiva državna pomoč, če prizadene trgovino med državami članicami, razen kadar jo je mogoče upravičiti na podlagi člena 87(2) ali (3) ES.

18.

Komisija opaža, da je pomoč dodeljena iz državnih sredstev posameznemu podjetju. Ker trgovina z lesnimi izdelki med Slovenijo in drugimi državami članicami obstaja, bi lahko ukrep izboljšal položaj prejemnika v primerjavi z njegovimi konkurenti v Sloveniji in v EU, kar pomeni, da pomoč izkrivlja konkurenco in vpliva na trgovino med državami članicami. Zato Komisija meni, da sedanje jamstvo in subvencija družbi Javor Pivka pomenita državno pomoč v skladu s členom 87(1) Pogodbe ES.

2.   Obstoj nove državne pomoči

19.

Slovenski organi so sprva dvomili, da je Komisija pristojna za presojo pomoči na podlagi člena 88 Pogodbe ES, glede na to, da je bila pomoč izplačana pred pristopom. Komisija je bila soočena z vprašanjem, ali sme presojati državno pomoč, dodeljeno tik pred pristopom, v smislu Priloge IV.3 Akta o pristopu. (4) Komisija je pojasnila, da je ustrezni kriterij, s katerim se ugotovi, ali je bila pomoč izvedena pred pristopom, pravno zavezujoča listina, s katero se pristojni nacionalni organi obvežejo, da bodo odobrili pomoč. (5) Odsotnost takega sklepa pred pristopom pomeni, da ukrep ni bil odobren pred pristopom in pomeni novo pomoč, katere skladnost s skupnim trgom Komisija presoja na podlagi člena 88 Pogodbe ES.

20.

V tem primeru Komisija zaključuje, da ustrezna zavezujoča listina, s katero so se pristojni nacionalni organi obvezali, da bodo odobrili pomoč, ni začela veljati pred pristopom. Veljavni slovenski zakon v členu 22 določa, da se pomoč dodeli s sklepom vlade na predlog ministrstva. Predhodni sklepi medresorskih strokovnih odborov in pristojnega ministrstva so bili sicer potrebni za dodelitev, vendar pa niso zadostovali za odobritev pomoči. Končno odločitev sprejme vlada. Ta resolucija pa je bila izdana šele maja 2004. Zato ukrep predstavlja novo pomoč in ga je treba priglasiti na podlagi člena 88 Pogodbe ES in presojati na podlagi člena 87(1) Pogodbe ES.

3.   Združljivost pomoči

21.

Slovenija je navedla, da gre za pomoč za prestrukturiranje, ki bi morala izpolnjevati merila iz smernic Skupnosti o pomoči za reševanje in prestrukturiranje podjetij v težavah (v nadaljnjem besedilu ‚smernice o pomoči za reševanje in prestrukturiranje‘) glede združljivosti s skupnim trgom na podlagi člena 87(3) Pogodbe ES. Če je družba resnično v težavah, se ne uporablja nobena druga izjema iz člena 87(2) ali (3) Pogodbe ES. Ker je bila pomoč dodeljena maja 2004, jo je treba presojati na podlagi smernic o pomoči za reševanje in prestrukturiranje iz leta 1999. (6)

22.

Komisija dvomi, da je družba Javor Pivka upravičena do pomoči za prestrukturiranje. Sprašuje se, ali ne bi mogla pridobiti finančne podpore od skupine, kateri pripada. Če so bili lastniki družbe očitno sposobni zagotoviti finančne vložke v zadnjih letih, zakaj tega niso mogli storiti tudi leta 2004?

23.

Poleg tega je jasno, da družba ne kaže kapitalske izgube na podlagi točke 5 smernic, zato Komisija dvomi, da ima družba vse običajne znake podjetja v težavah na podlagi točke 6 smernic. Res je, da je imela družba nenehne izgube v letih 2002 in 2003 ter da se ji je zmanjšal denarni tok. Po drugi strani pa se je prodaja večala do leta 2003, zaloge pa so se leta 2002 še zmanjšale, kakor je navedeno v točki (10). Zato Komisija ni prepričana, ali je slabo poslovanje družbe izjemen dogodek, in ne stalna težnja. Leto 2003 je bilo slabo poslovno leto za številne družbe v EU. Komisiji ni jasno, zakaj vlagatelji ne bi mogli premostiti teh težav preprosto z zunanjim financiranjem.

24.

Poleg tega ni jasno, kako bo načrt prestrukturiranja družbi omogočil ponovno vzpostavitev dolgoročne rentabilnosti. Čeprav informacije o načrtu kažejo, da bi več notranjih ukrepov lahko preusmerilo družbo, in da vsebuje napovedi, po katerih je ponovna vzpostavitev rentabilnosti mogoča, pa Komisija ni prejela dovolj podatkov, da bi presodila predpostavke glede prihodnje donosnosti. Komisija zlasti nima dovolj podatkov, ki bi utemeljevali predpostavljeno gibanje prodaje.

25.

Komisija tudi dvomi, ali je prejemnik zagotovil dovolj lastnih sredstev. Načrt in pojasnila, ki jih je dala Slovenija, kažejo samo, da bo družba prispevala lastna sredstva za prestrukturiranje, pri tem pa ne navaja, kako bodo lastna sredstva ustvarjena. Glede na to, da družba nima prostih denarnih sredstev in da naj ne bi bila sposobna pridobiti sredstev od svojih vlagateljev, je videti, da to kaže na uporabo prihodnjega denarnega toka. Ker pa se nanaša na prihodnje prispevke, to ni sprejemljiv ukrep za lastni prispevek. (7) Komisija pričakuje natančna pojasnila glede izvora in časa teh sredstev.

26.

Komisija tudi ni opazila nobenih izravnalnih ukrepov, ki bi jih zagotovila družba, čeprav je videti, da na trgu lesne in pohištvene industrije ni težav zaradi strukturnih presežnih zmogljivosti. Komisija bi potrebovala podrobno analizo trga in nadaljnje informacije v tej zvezi.

27.

Komisija potrebuje tudi več informacij o vseh drugih pomočeh, dodeljenih v letu 2004, saj bi se lahko tudi te štele kot pomoč za reševanje in prestrukturiranje, glede na to, da je malo verjetno, da bi bila okoljska pomoč odobrena podjetju v težavah.

IV.   SKLEPNE UGOTOVITVE

28.

Ta odločitev se obravnava kot odločitev o začetku uradnega postopka preiskave v smislu člena 88(2) Pogodbe ES in Uredbe Sveta (ES) št. 659/1999. Komisija v skladu s postopkom iz člena 88(2) Pogodbe ES zahteva, da Slovenija v enem mesecu od datuma prejema tega dopisa predloži svoje pripombe in pošlje vse informacije, ki bi lahko pomagale pri presoji pomoči.

29.

Komisija zahteva, da Slovenija takoj pošlje kopijo tega dopisa možnemu prejemniku pomoči.

30.

Komisija bi želela opomniti Slovenijo, da ima člen 88(3) Pogodbe ES odložilni učinek, in opozoriti na člen 14 Uredbe Sveta (ES) št. 659/1999, ki določa, da se lahko vsa nezakonita pomoč izterja od prejemnika.

31.

Komisija opozarja Slovenijo, da bo zainteresirane stranke obvestila z objavo tega dopisa in njegovega povzetka v Uradnem listu Evropske unije. Z objavo obvestila v Dodatku EGP k Uradnemu listu Evropske unije bo obvestila tudi zainteresirane stranke v državah Efte, ki so podpisnice Sporazuma EGP, Nadzornemu organu EFTA pa bo poslala izvod tega dopisa. Vse zainteresirane stranke bodo pozvane, da oddajo svoje pripombe v enem mesecu od datuma objave tega obvestila.»


(1)  Κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων, ΕΕ C 288 της 9.10.1999, σ. 2.

(2)  Glede na to, da je na začetku leta 2006 1 EUR = 240 slovenskih tolarjev (SIT).

(3)  Zajeto z obveznostjo varovnaja poslovne skrivnosti.

(4)  Predviden je pravni okvir za presojo shem pomoči in posameznih pomoči, izvedenih v novi državi članici pred datumom pristopa k EU, ki se uporablja tudi po pristopu (tako imenovani začasni mehanizem).

(5)  Podrobnosti so v odločitvi Komisije v zadevi C-3/2005 FSO, UL C 100 z dne 26. 4. 2005, str. 2, od točke 38 naprej.

(6)  Smernice Skupnosti o državni pomoči za reševanje in prestrukturiranje podjetij v težavah, UL C 288, 9.10.1999, str. 2.

(7)  Odločitve Komisije v zadevi C-19/2000 TGI, UL L 62, 5.3.2002, str. 30, točka 106 in zadevi C-30/1998 Wildauer Kurbelwelle, UL L 287, 14.11.2000, str. 51 točka, 52.


18.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 194/30


ΚΡΑΤΙΚΈΣ ΕΝΙΣΧΫΣΕΙΣ — ΔΗΜΟΚΡΑΤΊΑ ΤΗΣ ΣΛΟΒΑΚΊΑΣ

Κρατικές ενισχύσεις C 21/2006 (πρώην N 635/2005) — Περιφερειακή ενίσχυση στο ναυπηγείο Slovenské lodenice Komárno

Πρόσκληση για υποβολή παρατηρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ

(2006/C 194/05)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Με επιστολή της 7 Ιουνίου 2006 που αναδημοσιεύεται στην αυθεντική γλώσσα του κειμένου της επιστολής στις σελίδες που ακολουθούν την παρούσα περίληψη, η Επιτροπή κοινοποίησε στη Σλοβακική Δημοκρατία την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ σχετικά με το προαναφερθέν μέτρο ενίσχυσης.

Τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με το μέτρο ενίσχυσης για το οποίο η Επιτροπή κινεί τη διαδικασία μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας περίληψης και της επιστολής που ακολουθεί στην ακόλουθη διεύθυνση:

European Commission

Directorate-General Competition

State aid Greffe

B-1049 Brussels

Αριθ. Φαξ: (32-2) 296 12 42

Οι παρατηρήσεις αυτές θα κοινοποιηθούν στη Σλοβακική Δημοκρατία. Το απόρρητο της ταυτότητας του ενδιαφερόμενου μέρους που υποβάλλει τις παρατηρήσεις μπορεί να ζητηθεί γραπτώς, με μνεία των σχετικών λόγων.

ΚΕΊΜΕΝΟ ΤΗΣ ΠΕΡΊΛΗΨΗΣ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Η κοινοποίηση του μέτρου ενίσχυσης καταχωρήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 2005. Η Σλοβακία υπέβαλε συμπληρωματικές πληροφορίες με δύο επιστολές που καταχωρήθηκαν στις 31 Ιανουαρίου 2006 και στις 4 Απριλίου 2006.

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ

Δικαιούχος της ενίσχυσης είναι η σλοβακική ναυπηγική εταιρεία Slovenské lodenice Komárno, ανώνυμη εταιρεία («SLK») που βρίσκεται στον ποταμό Δούναβη, σε περιοχή επιλέξιμη για περιφερειακή ενίσχυση σύμφωνα με το άρθρο 87 παράγραφος 3 στοιχείο α) της συνθήκης ΕΚ. Πρόκειται για μία μεγάλη εταιρεία.

Η SLK σκοπεύει να εφαρμόσει μεταξύ των ετών 2006 και 2008, ένα επενδυτικό σχέδιο για να επεκτείνει την παραγωγική ικανότητα του ναυπηγείου και να εκσυγχρονίσει την παραγωγή της. Το συνολικό κόστος των επενδύσεων είναι 80 325 658 SKK, ενώ η παρούσα αξία υπολογίζεται από τις σλοβακικές αρχές σε 76 100 000 SKK.

Το επενδυτικό σχέδιο αποτελείται από εννέα τμήματα, τα οποία απαριθμούνται από DP 01 έως DP 09. Το κύριο στοιχείο του επενδυτικού σχεδίου είναι η επέκταση του χώρου παραγωγής με μετατροπή μιας από τις μη χρησιμοποιούμενες πλέον παλιές σιδηροτροχιές που διασχίζουν το ναυπηγείο, σε νέα παραγωγική γραμμή για τις εργασίες συναρμολόγησης και την τροποποίηση εξοπλισμού (υποσχέδιο DP 01). Η εν λόγω επένδυση θα επιτρέψει στην SLK να παράγει δύο περισσότερα πλοία το χρόνο ή να αυξήσει την παραγωγική της ικανότητα κατά 16 % σε όρους αντισταθμισμένης ολικής χωρητικότητας. Τα υπόλοιπα υποσχέδια συνίστανται σε προσαρμογές άλλων παραγωγικών εγκαταστάσεων στις αυξημένες ανάγκες και σε εκσυγχρονισμό του ναυπηγείου.

Το σχέδιο θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της τεχνικής ικανότητας του ναυπηγείου κατά 16 % και την αύξηση της παραγωγικότητας. Η επένδυση θα επιτύχει να δημιουργηθούν 120-130 άμεσες θέσεις απασχόλησης στην παραγωγή, 20-30 βοηθητικές θέσεις απασχόλησης και 50-60 έμμεσες θέσεις απασχόλησης στην περιοχή.

Το κοινοποιηθέν μέτρο ενίσχυσης συνίσταται στη διαγραφή των χρηματικών ποινών από τον οργανισμό κοινωνικής ασφάλισης. Η εν λόγω ποινή προκύπτει από τη μη καταβολή εκ μέρους της SLK των εισφορών της κοινωνικής ασφάλισης μεταξύ της 31ης Οκτωβρίου 2003 και της 31ης Μαρτίου 2004. Το χρέος που θα διαγραφεί υπολογίζεται σε 17 117 957 SKK. Η ένταση της ενίσχυσης είναι 22,49 %.

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

Η ενίσχυση πρέπει να αξιολογηθεί βάσει του πλαισίου για τις κρατικές ενισχύσεις στη ναυπηγική βιομηχανία («πλαίσιο για τη ναυπηγική βιομηχανία»). Το πλαίσιο για τη ναυπηγική βιομηχανία επιτρέπει τη χορήγηση περιφερειακής ενίσχυσης για επενδύσεις αναβάθμισης ή εκσυγχρονισμού υφιστάμενων ναυπηγείων με στόχο τη βελτίωση της παραγωγικότητας των υφιστάμενων εγκαταστάσεων. Η ένταση της ενίσχυσης δεν μπορεί να υπερβαίνει το 22,5 % στις περιοχές που αποτελούν αντικείμενο του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο α).

Η Επιτροπή αμφιβάλλει για την πλήρωση των όρων του πλαισίου για τη ναυπηγική βιομηχανία. Η Επιτροπή εκφράζει τις αμφιβολίες της για το εάν τμήμα των επενδύσεων που αφορούν τον εξοπλισμό μιας παλιάς μη χρησιμοποιούμενης σιδηροτροχιάς στην ιδιοκτησία του ναυπηγείου ώστε αυτή να καταστεί παραγωγική εγκατάσταση, η αγορά οριζόντιου διατρητικού εργαλείου που θα αντικαταστήσει παλιότερο ενοικιαζόμενο διατρητικό εργαλείο καθώς και η δημιουργία ενός νέου εργαστηρίου συγκόλλησης αλουμινίου, έργο το οποίο προηγουμένως η εταιρεία ανέθετε σε υπεργολάβους, μπορούν να θεωρηθούν ως επενδύσεις στις υφιστάμενες εγκαταστάσεις. Για τον λόγο αυτό, αμφιβάλλει για την επιλεξιμότητα του εν λόγω κόστους για περιφερειακή ενίσχυση.

Επιπλέον, η Επιτροπή αμφιβάλλει για το συμβιβάσιμο της αύξησης της παραγωγικής ικανότητας της SLK με το πλαίσιο για τη ναυπηγική βιομηχανία και την κοινή αγορά.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ

«Komisia oznamuje Slovenskej republike, že po preskúmaní informácií o uvedenej pomoci, ktoré poskytli Vaše orgány, sa rozhodla začať konanie stanovené v článku 88 ods. 2 Zmluvy o ES.

I.   KONANIE

(1)

Listom z 9. decembra 2005, zaregistrovanom 14. decembra 2005, Slovensko oznámilo Komisii svoj úmysel poskytnúť regionálnu investičnú pomoc spoločnosti Slovenské lodenice Komárno. Komisia požiadala o informácie listom z 23. decembra 2005, na ktorý Slovensko odpovedalo listom z 26. januára 2006, zaregistrovaným 31. januára 2006. Komisia požiadala o ďalšie informácie listom z 27. februára 2006, na ktorý Slovensko odpovedalo listom z 23. marca 2006, zaregistrovaným 4. apríla 2006.

II.   OPIS

(2)

Príjemcom je slovenská lodiarska spoločnosť Slovenské lodenice Komárno, a.s. so sídlom na rieke Dunaj v regióne oprávnenom získať regionálnu pomoc podľa článku 87 ods. 3 písm. a) Zmluvy o ES. Je to akciová spoločnosť, ktorá bola založená v roku 2000. Jej akcionármi sú štát (30 %) a Euram Bank AG Viedeň (70 %). Euram Bank AG Viedeň sa stala väčšinovým akcionárom prostredníctvom dvoch kapitálových injekcií v roku 2003. Slovenské lodenice Komárno, a.s. je veľkým podnikom s obratom 1 424 mld. Sk (1) (v roku 2004) a 910 zamestnancami (v roku 2005). Po čiastočnej privatizácii v roku 2003 spoločnosť strojnásobila produkciu (pokiaľ ide o kompenzovanú hrubú tonáž (CGT) za rok) a v roku 2004 dosiahla zisk 26 mil. Sk. Spoločnosť Slovenské lodenice Komárno, a.s. nie je vo finančných ťažkostiach.

(3)

Spoločnosť Slovenské lodenice Komárno, a.s. stavia malé námorné lode s maximálnou nosnosťou 6 000 dwt na prepravu kontajnerov a na prepravu suchých nákladov. Lodenice DAMEN v Holandsku a Flensburg v Nemecku, ktoré stavajú lode s nosnosťou 4 000 až 20 000 dwt, majú podľa Slovenska vedúce postavenie na trhu. V súčasnosti sa aj poľská lodenica Stocznia Polnocna špecializuje na stavbu kontajnerových lodí. Spoločnosť Slovenské lodenice Komárno, a.s. nevykonáva opravy ani konverzie námorných plavidiel. Celá produkcia spoločnosti je orientovaná do členských štátov Európskej únie.

(4)

Spoločnosť má v úmysle v rokoch 2006 až 2008 realizovať investičný projekt s názvom Modernizácia technologickej základne Slovenských lodeníc Komárno, a.s. Cieľom projektu je rozšíriť stavebnú kapacitu spoločnosti Slovenské lodenice Komárno, a.s. a modernizovať výrobu. Investičný projekt pozostáva z deviatich dielčích projektov nazvaných DP 01 až DP 09, ktoré sú stručne opísané takto:

DP 01 – Rozšírenie výrobných plôch: jedna zo starých odstavených koľají vo vlastníctve lodenice sa vybaví zariadením, aby slúžila ako prevádzkyschopné pracovisko; v tejto súvislosti musí lodenica vybudovať koľajnice pre lodnú posuvňu, energetické rozvody a žeriavovú dráhu a zakúpiť žeriav s nosnosťou do 50 ton. Táto časť lodenice ešte nebola použitá na výrobu. Náklady predstavujú 39 825 658 Sk.

DP 02 – Automatizovaný systém predúpravy hutného materiálu: nákup a realizácia komorového tryskača valčekového dopravníka. Lodenica doteraz využívala menej výkonný komorový tryskač. Výška nákladov dosahuje 17 500 000 Sk.

DP 03 – Vybudovanie energetického hospodárstva na odstavených koľajach č. 4 a č. 5: koľaje č. 4 a č. 5 sa využívajú pri dokončovacích prácach na lodných objektoch pred ich presunom do doku; lodenica vybuduje šesť nových odberných miest (na acetylén, kyslík, stlačený vzduch a elektrickú energiu) na modernizáciu tohto zariadenia a zvýšenie spracovateľskej kapacity. Výška nákladov dosahuje 6 500 000 Sk.

DP 04 – Vybudovanie energetických rozvodov pre ťažké mólo pri dokončovacích prácach výrobného procesu: na móle sa vybudujú nové rozvody a osem odberných miest (pre acetylén, kyslík, stlačený vzduch a elektrickú energiu). Cieľom je nahradiť súčasný pomalý a nákladný systém, v ktorom sa elektrická energia odoberá z fliaš. Výška nákladov dosahuje 3 500 000 Sk.

DP 05 – Horizontálna vyvrtávačka: nákup horizontálnej vyvrtávačky. Toto zariadenie sa doteraz prenajímalo. Výška nákladov dosahuje 6 000 000 Sk.

DP 06 – Pracovisko na delenie materiálu strihaním: nákup hydraulických tabuľových nožníc. Doteraz sa používala alternatívna, menej efektívna technológia. Výška nákladov dosahuje 2 000 000 Sk.

DP 07 – Zlepšenie kvality kontroly: kontrolné merania pri výrobe lodného telesa, kontrola kvality vykonaných prác rôznych profesií, nákup prenosného priemyselného röntgenového prístroja, prístroja na meranie náterov a materiálov, ultrazvukového hrúbkomera na plechy a sondy. Výška nákladov dosahuje 2 000 000 Sk.

DP 08 – Riešenie manipulačnej techniky: plošinový vozík, vysokozdvižný vozík, nabíjač trakčných olovených batérií. Výška nákladov dosahuje 2 000 000 Sk.

DP 09 – Pracoviská na zváranie hliníka a nerezu: elektrozámočnícke pracovisko, potrubáreň (pracovisko pre zváranie nerezových rúr). Uvedené dve pracoviská sú v súčasnosti predmetom subdodávok. Výška nákladov dosahuje 1 000 000 Sk.

(5)

Celkové náklady dosahujú výšku 80 325 658 Sk, ktorá zodpovedá oprávneným nákladom na regionálnu investičnú pomoc. Náklady pozostávajú z výdavkov na nákup strojov a zariadení. Súčas %). V jednotlivých rokoch sú náklady distribuované takto:

Tabuľka č. 1 – Súčasná hodnota oprávnených nákladov

Rok

Oprávnené náklady

Súčasná hodnota oprávnených nákladov

2006

31 164 000

31 164 000

2007

37 295 658

34 677 506

2008

11 866 000

10 258 494

Spolu

80 325 658

76 100 000

(6)

Hlavnou zložkou investičného projektu je dielčí projekt DP 01. Táto investícia umožní spoločnosti Slovenské lodenice Komárno, a.s. vyrábať ročne o dve lode viac. Ďalšie dielčie projekty pozostávajú z úprav výrobných zariadení na potreby zvýšenej kapacity a z modernizácie lodenice. Podľa slovenských orgánov sú dielčie projekty DP 02 – DP 09 samostatnými projektmi, ktoré bude spoločnosť Slovenské lodenice Komárno, a.s. realizovať aj v prípade, ak sa dielčí projekt DP 01 nebude realizovať. Príjemca vyhlásil, že investície využije v období najmenej piatich rokov. Spoločnosť Slovenské lodenice Komárno, a.s. požiadala o poskytnutie pomoci listom z 10. októbra 2005.

(7)

Podľa slovenských orgánov bude investičný projekt viesť k zvýšeniu technologickej kapacity lodenice o 16 % z 24 000 CGT (kompenzovaná hrubá tonáž) na 28 500 CGT v roku 2009, čo zodpovedá zvýšeniu o dve lode ročne. Ďalším prínosom realizácie projektu bude skrátenie výrobného cyklu, úspora nákladov a zvýšenie kvality. Produktivita lodenice sa v roku 2009 zvýši zo súčasných 67 normohodín/CGT na 58 normohodín/CGT pri zohľadnení činností vykonávaných v rámci subdodávky. Výsledkom investície bude vytvorenie 120 – 130 pracovných miest v robotníckych profesiách, 20 – 30 pracovných miest v pomocných profesiách a nepriamych pracovných miest v regióne s mierou nezamestnanosti 14 %.

(8)

Notifikované opatrenie pozostáva z odpísania penále Sociálnou poisťovňou. Uvedené penále vzniklo nezaplatením príspevkov sociálneho zabezpečenia spoločnosťou Slovenské lodenice Komárno, a.s. v období od 31. októbra 2003 do 31. marca 2004. Výška pohľadávky na odpísanie predstavuje 17 117 957 Sk. Sociálna poisťovňa odpustí penále v roku 2006, keď by sa tiež mala začať investícia, po schválení Komisiou. Súčasná hodnota pomoci tak predstavuje 17 117 957 Sk, čo zodpovedá intenzite pomoci vo výške 22,49 % oprávnených nákladov.

(9)

Ďalšie zdroje financovania sú vlastné zdroje spoločnosti Slovenské lodenice Komárno, a.s. (19 025 000 Sk) a pôžička zo súkromnej banky (39 957 043 Sk).

III.   HODNOTENIE

3.1.   Štátna pomoc podľa článku 87 ods. 1 Zmluvy o ES

(10)

V súlade s článkom 87, ods. 1 Zmluvy o ES akákoľvek pomoc poskytnutá členským štátom alebo zo štátnych prostriedkov v akejkoľvek forme, ktorá narúša hospodársku súťaž alebo môže narušiť hospodársku súťaž zvýhodnením určitých spoločností alebo výrobu určitých druhov tovaru, je nezlučiteľná so spoločným trhom. Podľa zavedenej judikatúry európskych súdov je kritérium ovplyvňovania obchodu splnené, ak firma príjemcu vykonáva hospodársku činnosť zahŕňajúcu obchod medzi členskými štátmi.

(11)

Odpísanie pohľadávky realizuje Sociálna poisťovňa, ktorá je ústredným orgánom spravujúcim systém sociálneho zabezpečenia. Finančné opatrenie tak vyplýva zo štátnych zdrojov a vzťahuje sa na štát. Sociálna poisťovňa môže podľa vlastného uváženia odpustiť penále v plnej výške alebo čiastočne ‚v odôvodnených prípadoch”. Kritérium selektívnosti opatrenia je týmto splnené. Opatrenie prináša spoločnosti Slovenské lodenice Komárno, a.s. výhody, ktoré by spoločnosť na trhu nezískala. Spoločnosť Slovenské lodenice Komárno, a.s. vyrába námorné lode. Uvedeným opatrením sa môže ohroziť hospodárska súťaž a ovplyvniť obchod medzi členskými štátmi, pretože pri týchto produktoch jestvuje obchod medzi členskými štátmi. tieto produkty predávajú. Hoci spoločnosť Slovenské lodenice Komárno, a.s. prevádzkuje na sektorovom trhu s malými loďami do 6 000 dwt, je prinajmenšom v potenciálnej hospodárskej súťaži s menšími poľskými lodenicami, holandskou lodenicou DAMEN a nemeckou lodenicou Flensburg. V dôsledku toho predstavuje finančné opatrenie štátnu pomoc v zmysle článku 87 ods. 1 Zmluvy o ES a musí sa hodnotiť zodpovedajúcim spôsobom.

(12)

Komisia poznamenáva, že nebude zisťovať, či samotné nevymáhanie príspevkov sociálneho zabezpečenia v období od 31. októbra 2003 do 31. marca 2004 nepredstavovalo štátnu pomoc v zmysle článku 87 ods. 1 Zmluvy o ES. K tomuto opatreniu došlo pred vstupom do EÚ a toto opatrenie nemá účinky po vstupe, Komisia preto nie je oprávnená ho hodnotiť. Komisia poznamenáva, že spoločnosť Slovenské lodenice Komárno, a.s. zaplatila všetky príspevky sociálneho zabezpečenia z obdobia od 31. októbra 2003 do 31. marca 2004, čo bola nevyhnutná podmienka na odpísanie penále.

3.2.   Výnimka podľa článku 87 ods. 2 a 3 Zmluvy o ES

(13)

V článku 87 ods. 2 a 3 Zmluvy o ES sa uvádzajú výnimky zo všeobecnej nezlučiteľnosti štátnej pomoci, ako sa uvádza v odseku 1 tohto článku.

(14)

Na hodnotenie pomoci pre stavbu lodí Komisia vydala rámec pre štátnu pomoc pre stavbu lodí (‚rámec pre stavbu lodí’) (2). Podľa rámca pre stavbu lodí znamená stavba lodí stavbu samohybných námorných komerčných plavidiel v Spoločenstve. Činnosti spoločnosti Slovenské lodenice Komárno, a.s. spadajú pod uvedenú definíciu a z toho dôvodu je pomoc pre túto spoločnosť potrebné hodnotiť na základe rámca pre stavbu lodí.

(15)

V bode 26 rámca pre stavbu lodí sa ustanovuje, že regionálnu pomoc pre stavbu lodí, opravu lodí alebo konverziu lodí je možné pokladať za zlučiteľnú so spoločným trhom len vtedy, ak sa pomoc poskytuje na investície do modernizácie existujúcich lodeníc, ktoré nie sú spojené s finančnou reštrukturalizáciou príslušnej lodenice (príslušných lodeníc), s cieľom zvýšiť produktivitu existujúcich zariadení.

(16)

Intenzita pomoci nemôže prekročiť 22,5 % v regiónoch uvedených v článku 87 ods. 3 písm. a) Zmluvy o ES alebo príslušnú maximálnu regionálnu hranicu pomoci, podľa toho, ktorá hodnota je nižšia. Pomoc musí byť ďalej ohraničená na výdavky oprávnené na podporu, ako sa uvádza v uplatňovaných smerniciach Spoločenstva o regionálnej pomoci (‚regionálne usmernenia’) (3).

(17)

Aby bola investícia oprávnená na pomoc podľa rámca pre stavbu lodí v kombinácii s regionálnymi usmerneniami, musí spĺňať tieto kumulatívne požiadavky:

a)

byť obmedzená na modernizáciu a vylepšenie lodenice s cieľom zvýšiť produktivitu zariadení lodenice;

b)

byť obmedzená na existujúce lodenice a existujúce zariadenia;

c)

byť obmedzená na investície do fixných aktív: pôda, budovy a stroje/zariadenia;

d)

nepredstavovať len výmenu odpísaných aktív;

e)

nebyť prepojená s finančnou reštrukturalizáciou a

f)

byť obmedzená na náklady nákupu aktív na základe trhových podmienok.

(18)

Komisia má pochybnosti, či je možné všetky náklady notifikovaného investičného projektu považovať za oprávnené na regionálnu pomoc. Komisia má konkrétne pochybnosti o tom, či niektoré z komponentov (dielčie projekty DP 01, DP 05 a DP 09) majú za cieľ zvýšenie produktivity existujúcich zariadení a či sú z toho dôvodu splnené požiadavky uvedené v odseku 17 písm. a) a b).

(19)

Jediným cieľom dielčieho projektu DP 01, ktorý predstavuje polovicu investičných nákladov, je jednoznačne rozšíriť výrobnú kapacitu lodenice. Dielčí projekt DP 01 pozostáva z rozšírenia lodenice vybudovaním nového pracoviska na mieste, ktoré sa doteraz na výrobu nepoužívalo. Preto má Komisia pochybnosti, či je vybudovanie takéhoto zariadenia možné považovať za opatrenie určené na zvýšenie produktivity existujúcich zariadení.

(20)

Dielčí projekt DP 05 pozostáva z nákupu horizontálnej vyvrtávačky, ktorú spoločnosť Slovenské lodenice Komárno, a.s. doteraz prenajímala. Komisia sa domnieva, že tento dielčí projekt nenahradzuje existujúce zariadenie novým, výkonnejším zariadením. Preto zrejme nejde o investíciu do modernizácie s cieľom zvýšenia produktivity existujúceho zariadenia, ale len o výmenu prenajatého zariadenia za zariadenie vo vlastníctve spoločnosti.

(21)

Napokon dielčí projekt DP 09 pozostáva zo zriadenia nového pracoviska na zváranie hliníka a nového pracoviska na zváranie nerezu. Táto časť výroby bola doteraz predmetom subdodávok. Komisia má pochybnosti, či, tak ako v prípade dielčieho projektu DP 05, sa dielčí projekt DP 09 skutočne týka investícií do modernizácie s cieľom zvýšenia produktivity existujúceho zariadenia. Komisia v tomto štádiu zvažuje, či investícia nepredstavuje len výmenu prenajatého zariadenia za zariadenie vo vlastníctve spoločnosti, ktorá nevedie k zvýšeniu produktivity.

(22)

V regionálnych usmerneniach sa počiatočná investícia definuje ako investícia na zriadenie nového podniku, rozširovanie existujúceho podniku alebo racionalizácia, diverzifikácia alebo modernizácia existujúceho podniku (bod 4.4 regionálnych usmernení). Podľa rámca pre stavbu lodí ako lex specialis k regionálnym usmerneniam sa oprávnené výdavky obmedzujú na projekty modernizácie. Z tohto dôvodu je konkrétne pomoc na zriadenie nového výrobného zariadenia v sektore stavby lodí vylúčená z oprávnenosti. Komisia má pochybnosti, či dielčie projekty DP 01, DP 05 a DP 09 zodpovedajú požiadavke ustanovenej v odseku 26 rámca pre stavbu lodí, aby sa investície vzťahovali len na modernizáciu a vylepšenie existujúcich lodeníc zameranú na zvýšenie produktivity existujúcich zariadení.

(23)

Komisia ďalej v tomto štádiu dospela k záveru, že časť investícií zvýši kapacitu spoločnosti Slovenské lodenice Komárno, a.s. a má pochybnosti, či by uvedené zvýšenie kapacity bolo zlučiteľné s rámcom pre stavbu lodí. Komisia má pochybnosti, či sú dielčie projekty DP 01, DP 02 a DP 03 oprávnené na regionálnu pomoc, pretože vedú k zvýšeniu technologickej kapacity spoločnosti Slovenské lodenice Komárno, a.s.

(24)

Pokiaľ ide o dielčí projekt DP 01, základným cieľom tejto investície je vytvorenie novej výrobnej kapacity. Dielčí projekt DP 02 pozostáva z nákupu nového komorového tryskača, ktorý je súčasťou zariadenia s názvom Automatizovaný systém predúpravy hutného materiálu. Investíciou sa zvýši kapacita tohto zariadenia, ale tiež jeho účinnosť, pretože bude viesť k úsporám materiálu a energie a bude mať environmentálny prínos. Dielčí projekt DP 03 pozostáva z vybudovania nových energetických terminálov na existujúcich odstavených koľajach s cieľom zvýšiť ich kapacitu. Podľa slovenských orgánov ďalšie dielčie projekty nemajú vplyv na výrobnú kapacitu spoločnosti Slovenské lodenice Komárno, a.s., keď sa posudzujú osobitne.

(25)

Podľa bodu 3 písm. a) úvodu rámca pre stavbu lodí, určité špecifické faktory ovplyvňujúce sektor stavby lodí by sa mali odraziť v politike Komisie o kontrole štátnej pomoci. Takéto špecifické faktory podľa rámca o stavbe lodi sú inter alia periodicky opakujúca sa nadmerná kapacita, stlačené ceny a deformácie obchodu na svetovom trhu stavby lodí. Komisia uvádza, že priemysel stavby lodí má cyklický charakter, kde obdobia rastu sú pravidelne nasledované obdobiami poklesu ekonomickej aktivity. Súčasná situácia na svetovom trhu je charakterizovaná vysokou úrovňou nových objednávok, vyšších cien a malou alebo žiadnou voľnou kapacitou. Primerane by sa však mali zohľadniť aj predpovede uvádzajúce rastúce nadmerné kapacity v najbližších rokoch, a to najmä ako výsledok investícií v Číne a ďalších ázijských krajinách.

(26)

Komisia vo svojej doterajšej praxi mohla pri schvaľovaní regionálnej investičnej pomoci v sektore stavby lodí dospieť k pozitívnemu záveru, že príslušné investície neviedli k zvyšovaniu kapacít (4).

(27)

Komisia sa v tomto štádiu domnieva, že by mala analyzovať vplyv investície, ktorá sa má vykonať s pomocou štátu, na kapacitnú situáciu príslušnej lodenice. Pri posudzovaní zlučiteľnosti predmetnej pomoci s rámcom pre stavbu lodí musí Komisia pozorne prehodnotiť rozsah, v ktorom takéto potenciálne zvýšenie kapacity môže viesť k narušeniu hospodárskej súťaže na trhu.

(28)

Na druhej strane Komisia tiež musí starostlivo prehodnotiť účinky tohto konkrétneho projektu na regionálny rozvoj (oddiel 2 regionálnych usmernení). Komisia v tomto štádiu uvádza, že projekt zrejme prispieva k regionálnemu rozvoju tým, že vytvára početné pracovné príležitosti v regióne s mierou nezamestnanosti 14 %. Investícia bude zachovaná na mieste najmenej počas 5 rokov.

(29)

Komisia uvádza, že na základe informácií, ktoré sú v tomto štádiu dostupné, zostávajúce dielčie projekty zrejme spĺňajú kritéria oprávnenosti uvedené v odseku 17 písm. a) a b). Komisia podobne uvádza, že všetky notifikované dielčie projekty zrejme spĺňajú kritéria oprávnenosti uvedené v odseku 17 písm. c) až f).

(30)

Vzhľadom na pochybnosti Komisie v súvislosti s oprávnenosťou časti investičného projektu na regionálnu pomoc má Komisia takisto pochybnosti o tom, či je dodržaná maximálna intenzita pomoci vo výške 22,5 % z oprávnených nákladov, ako je stanovené v rámci pre výstavbu lodí.

(31)

Spoločnosť Slovenské lodenice Komárno, a.s. požiadala o štátnu pomoc pred začatím prác na projekte a prispieva viac než 25 % na financovanie projektu, v súlade s bodom 4.2 regionálnych usmernení.

IV.   ROZHODNUTIE

(32)

Na základe uvedených dôvodov má Komisia pochybnosti, či je plánovaná pomoc zlúčiteľná so spoločným trhom.

(33)

Na základe uvedených úvah a konajúc v súlade s postupom ustanoveným v článku 88 ods. 2 Zmluvy o ES Komisia žiada Slovenskú republiku, aby do jedného mesiaca od doručenia tohto listu predložila svoje pripomienky a poskytla všetky informácie, ktoré môžu pomôcť pri hodnotení pomoci. Žiada, aby slovenské orgány bezodkladne predložili kópiu tohto listu potenciálnemu príjemcovi pomoci.

(34)

Komisia pripomína, že zainteresované strany bude informovať uverejnením tohto listu a jeho zhrnutia v Úradnom vestníku Európskej únie. Komisia bude tiež informovať zainteresované strany v krajinách EZVO, ktoré sú signatármi dohody o EHP, uverejnením oznamu v prílohe EHP k Úradnému vestníku Európskej únie, ako aj Dozorný orgán EZVO zaslaním kópie tohto listu. Všetky tieto zainteresované strany Komisia takto vyzve, aby predložili svoje pripomienky do jedného mesiaca od dátumu tohto uverejnenia.»


(1)  Ostatná centrálna sadzba uverejnená Národnou bankou Slovenska (november 2005) je 1 Euro = 38,4550 Sk.

(2)  Ú. v. EÚ C 317, 30.12.2003, s. 1.

(3)  Ú. v. ES C 74, 10.3.1998, s. 9.

(4)  Pozri napríklad C 23/2001 Flender Werft Lübeck, Ú. v. ES L 203, 1.8.2000, s. 60, N 306/2002 spoločnosť Flensburger Schiffbaugesellschaft mbH & Co. KG (Nemecko), Ú. v. ES C 277, 14.11.2002, s. 2, N 383/2002 spoločnosť Neorion Shipyards, Ú. v. EÚ C 6, 10.1.2004, s. 21, N 617/2003 spoločnosť Lamda Shipyard, Ú. v. EÚ C 24, 29.1.2005, s. 5.


18.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 194/35


ΚΡΑΤΙΚΈΣ ΕΝΙΣΧΫΣΕΙΣ — ΓΕΡΜΑΝΊΑ

Κρατικές ενισχύσεις C 25/2006 (ex E 1/2006) — Κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις εθνικές περιφερειακές ενισχύσεις για την περίοδο 2007-2013 — Μη αποδοχή εκ μέρους του κράτους μέλους των καταλλήλων μέτρων — Κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας σύμφωνα με το άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ

Ανακοίνωση για δημοσίευση στην ΕΕ με γνώμονα το άρθρο 88 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ

(2006/C 194/06)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Με επιστολή της 15ης Ιουνίου 2006, που αναδημοσιεύεται στην αυθεντική γλώσσα του κειμένου της επιστολής στις σελίδες που ακολουθούν την παρούσα περίληψη, η Επιτροπή κοινοποίησε στη Γερμανία την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88 παράγραφος 2 όσον αφορά την εφαρμογή από τις 31.12.2006 όλων των υφιστάμενων περιφερειακών καθεστώτων ενισχύσεων, στο βαθμό που τα καθεστώτα αυτά δεν συμμορφώνονται προς τις προτάσεις κατάλληλων μέτρων από 1.1.2007.

Από την 1η Ιανουαρίου 2007, τα εν λόγω κατάλληλα μέτρα είναι τα εξής:

1.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 10 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 70/2001 σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 364/2004, καθώς και με την επιφύλαξη του άρθρου 11 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2204/2002 σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις για την απασχόληση, τα κράτη μέλη περιορίζουν χρονικά την εφαρμογή όλων των υφιστάμενων καθεστώτων περιφερειακών ενισχύσεων που θα χορηγηθούν μέχρι και τις 31 Δεκεμβρίου 2006.

2.

Εφόσον βάσει καθεστώτων περιβαλλοντικών ενισχύσεων επιτρέπεται η χορήγηση περιφερειακών επενδυτικών ενισχύσεων για περιβαλλοντικές επενδύσεις σύμφωνα με την υποσημείωση 29 των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις προστασίας του περιβάλλοντος, τα κράτη μέλη τροποποιούν τα σχετικά καθεστώτα κατά τρόπο ώστε να μην επιτρέπεται η χορήγηση ενισχύσεων παρά μόνο μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2006, εφόσον αυτές είναι σύμφωνες με τον νέο χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων που ισχύει κατά τον χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης.

3.

Τα κράτη μέλη τροποποιούν δεόντως τα άλλα υφιστάμενα καθεστώτα ενισχύσεων ούτως ώστε να μην επιτρέπεται η χορήγηση περιφερειακών πριμοδοτήσεων όπως οι προβλεπόμενες για τις ενισχύσεις κατάρτισης, έρευνας και ανάπτυξης ή για τις περιβαλλοντικές ενισχύσεις, παρά μόνο μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2006 σε περιφέρειες που είναι επιλέξιμες βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο α) ή γ) σύμφωνα με τους χάρτες περιφερειακών ενισχύσεων που έχει εγκρίνει η Επιτροπή και ισχύουν κατά τον χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης.

Η απόφαση της Επιτροπής είναι συνέπεια της έλλειψης ρητής και άνευ όρων συμφωνίας εκ μέρους της Γερμανίας όσον αφορά τις προαναφερόμενες προτάσεις.

Τα ενδιαφερόμενα μέρη δύνανται να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους εντός 10 (δέκα) εργάσιμων ημερών μετά από την ημερομηνία της δημοσίευσης της παρούσας περίληψης και της ακόλουθης επιστολής, απευθυνόμενα στην ακόλουθη διεύθυνση:

European Commission

Directorate-General for Competition

Greffe State Aid and Directorate State Aid I — Unit G1

B-1049 Brussels

Αριθ. φαξ: (32-2) 296 12 42

Οι παρατηρήσεις αυτές θα κοινοποιηθούν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Το απόρρητο της ταυτότητας του ενδιαφερόμενου μέρους που υποβάλλει τις παρατηρήσεις μπορεί να ζητηθεί γραπτώς, με μνεία των σχετικών λόγων.

ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΟΛΗΣ

«1.

Am 21. Dezember 2005 nahm die Kommission die Leitlinien für staatliche Beihilfen mit regionaler Zielsetzung für die Jahre 2007-2013 an.

2.

Mit Schreiben vom 6. März 2006 (D(06)222) schlug die Kommission allen Mitgliedstaaten gemäß Artikel 88 Absatz 1 EG-Vertrag und dem Verfahren der Artikel 17 und 18 der Verordnung (EG) Nr. 659/1999 (1) folgende zweckdienlichen Maßnahmen vor:

(a)

Unbeschadet des Artikels 10 Absatz 2 der Verordnung (EG) Nr. 70/2001 über die Anwendung der Artikel 87 und 88 EG-Vertrag auf staatliche Beihilfen an kleine und mittlere Unternehmen, geändert durch Verordnung (EG) Nr. 364/2004, und Artikel 11 Absatz 2 der Verordnung (EG) Nr. 2204/2002 über die Anwendung der Artikel 87 und 88 EG-Vertrag auf Beschäftigungsbeihilfen befristen die Mitgliedstaaten die Anwendung aller bestehenden Regionalbeihilferegelungen auf Beihilfen, die bis zum 31. Dezember 2006 gewährt werden.

(b)

Soweit Umweltschutzbeihilferegelungen die Gewährung regionaler Investitionsbeihilfen für Umweltinvestitionen gemäß Fußnote 29 des Gemeinschaftsrahmens für staatliche Umweltschutzbeihilfen gestatten, ändern die Mitgliedstaaten die einschlägigen Regelungen um sicherzustellen, dass Beihilfen nach dem 31. Dezember 2006 nur gewährt werden können, wenn sie in Einklang mit der neuen, zum Zeitpunkt der Beihilfegewährung geltenden Fördergebietskarte stehen.

(c)

Die Mitgliedstaaten ändern erforderlichenfalls andere bestehende Beihilferegelungen um sicherzustellen, dass etwaige Regionalzuschläge, wie sie für Ausbildungsbeihilfen, Forschungs- und Entwicklungsbeihilfen oder Umweltschutzbeihilfen zulässig sind, nach dem 31. Dezember 2006 nur in Einklang mit den von der Kommission genehmigten und zum Zeitpunkt der Beihilfegewährung geltenden Fördergebietskarte in Fördergebieten gemäß Artikel 87 Absatz 3 Buchstaben a oder c gewährt werden können.

3.

Die Regierung Ihres Landes wurde aufgefordert, den vorgeschlagenen zweckdienlichen Maßnahmen innerhalb eines Monats nach Erhalt des Schreibens ausdrücklich und vorbehaltlos zuzustimmen. Mit Schreiben vom 27. April 2006 (D/53569) erinnerten die Kommissionsdienststellen Ihre Regierung an die Aufforderung und baten erneut darum, die Annahme der Maßnahmen — innerhalb von 10 Arbeitstagen — zu bestätigen.

4.

Mit Schreiben vom 9. Mai 2006, das bei der Kommission am 10. Mai 2006 unter Zeichen A/33589 registriert wurde, hat die Regierung Ihres Landes die zweckdienlichen Maßnahmen teilweise angenommen. Die Annahme der unter Ziffer 2 Buchstaben b und c genannten Maßnahmen erfolgte vorbehaltlos, die Annahme der Maßnahmen unter Ziffer 2 Buchstabe a nur teilweise. Insbesondere lehnte es Ihre Regierung ab, die zweckdienlichen Maßnahmen betreffend Regionalbeihilferegelungen für staatliche Bürgschaften, öffentliche Darlehen und öffentliche Beteiligungen anzunehmen. Die Bundesregierung begründete ihre Ablehnung in erster Linie mit ihrer Sorge um die Ausgrenzung dieser Bürgschaften, Darlehen und Beteiligungen vom Anwendungsbereich des Entwurfs einer Freistellungsverordnung für regionale Investitionsbeihilfen. Ferner erfolgte die Zustimmung zu den unter Ziffer 2 Buchstabe a genannten Maßnahmen in Bezug auf Regionalbeihilferegelungen für staatliche Bürgschaften, öffentliche Darlehen und öffentliche Beteiligungen in dem Verständnis, dass bestehende, aufgrund der Gruppenfreistellungsverordnungen für KMU und Beschäftigungsbeihilfen freigestellte Regionalbeihilferegelungen nach Ende des Jahres 2006 sechs Monate lang weiter angewendet werden können. Gegenwärtig ist unklar, ob die Bundesregierung damit meint, dass die Geltungsdauer der für den Zeitraum 2004-2006 genehmigten Fördergebietskarte für diese unter die Gruppenfreistellungsverordnungen fallenden Regelungen um sechs Monate verlängert werden sollte. Eine Verlängerung wäre mit der Entscheidung der Kommission von 6. März 2006 über zweckdienliche Maßnahmen nicht vereinbar. Dort steht ausdrücklich, dass alle Beihilfen, die nach den Bestimmungen für das Auslaufen der Freistellungsverordnungen gewährt werden sollen, in Einklang mit der zum Zeitpunkt der Beihilfegewährung geltenden Fördergebietskarte stehen müssen.

5.

Für den Fall, dass Ihre Regierung die ausdrückliche und vorbehaltlose Annahme nicht bestätigt oder keine Antwort innerhalb der festgelegten Frist eingeht, kündigte die Kommission nach Artikel 19 Absatz 2 der Verordnung (EG) Nr. 659/1999 die Einleitung des förmlichen Prüfverfahrens nach Artikel 88 Absatz 2 EG-Vertrag an, und zwar in Bezug auf alle Regionalbeihilferegelungen, Umweltschutzbeihilferegelungen, die regionale Investitionsbeihilfen erlauben, und andere bestehende Beihilferegelungen, die Regionalzuschläge gestatten, sofern diese Regelungen ab 1. Januar 2007 nicht mit den vorgeschlagenen zweckdienlichen Maßnahmen in Einklang stehen.

6.

Da Ihre Regierung den vorgeschlagenen Maßnahmen nicht ausdrücklich und vorbehaltlos zugestimmt hat, bezweifelt die Kommission aus nachstehenden Gründen, dass die bestehenden Regionalbeihilferegelungen ab 1. Januar 2007 noch mit dem Gemeinsamen Markt vereinbar sind.

7.

Die neuen Leitlinien für staatliche Beihilfen mit regionaler Zielsetzung für die Jahre 2007-2013 unterscheiden sich wesentlich von den Leitlinien für Regionalbeihilfen aus dem Jahr 1998, insbesondere in Bezug auf die Förderfähigkeit von Gebieten, die Beihilfeintensitäten, die Definition der förderfähigen Ausgaben, den Anreiz zu Investitionen, große Investitionsvorhaben, Betriebsbeihilfen, Kumulierung und Transparenz. Aufgrund der veränderten wirtschaftlichen und sozialen Umstände in der EU scheint es darüber hinaus erforderlich zu sein, die Rechtfertigung für alle Regionalbeihilferegelungen — einschl. sowohl Investitions- als auch Betriebsbeihilferegelungen — sowie ihre Wirksamkeit zu überprüfen.

8.

Ferner ist es nach Auffassung der Kommission von wesentlicher Bedeutung, dass nach dem 31. Dezember 2006 überall in der EU dieselben Vorschriften für Regionalbeihilfen gelten. Da alle anderen Mitgliedstaaten die Vorschläge der Kommission angenommen haben, besteht eindeutig die Gefahr einer Ungleichbehandlung, sollte die Regierung Ihres Landes weiter die derzeit gültigen Vorschriften anwenden.

9.

Mangels klarer Erläuterungen von Seiten Ihrer Regierung zu den Gründen, aus denen sie die Vorschläge nur teilweise angenommen hat, ist die Kommission gemäß Artikel 19 Absatz 2 der Verfahrensverordnung aus den dargelegten Gründen und im Sinne der Gleichbehandlung aller Mitgliedstaaten weiterhin der Auffassung, dass die vorgeschlagenen zweckdienlichen Maßnahmen notwendig sind, um die Vereinbarkeit der fraglichen Beihilfe Regelungen mit dem Gemeinsamen Markt sicherzustellen.

10.

Die Kommission hat daher beschlossen, in Bezug auf die Anwendung aller bestehenden (im Sinne von Artikel 1 Buchstabe b Verfahrensverordnung) Regionalbeihilferegelungen nach dem 31.12.2006 das Verfahren nach Artikel 88 Absatz 2 EG-Vertrag einzuleiten.

SCHLUSSFOLGERUNG

11.

Aus den vorstehenden Gründen fordert die Kommission die Regierung Ihres Landes im Rahmen des Verfahrens nach Artikel 88 Absatz 2 EG-Vertrag auf, binnen 10 Arbeitstagen nach Erhalt dieses Schreibens Stellung zu nehmen. Die Kommission bedauert, dass diese Frist nicht verlängert werden kann. In Anbetracht der vorausgegangenen Zusammenarbeit und Konsultation und zur Umsetzung eines effizienten Regelwerks für den Zeitraum nach 2007 hält die Kommission die Frist für angemessen.

12.

Die Kommission macht Ihre Regierung darauf aufmerksam, dass sie alle Betroffenen durch Veröffentlichung dieses Schreibens und einer aussagekräftigen Zusammenfassung im Amtsblatt der Europäischen Gemeinschaften von dem Vorgang in Kenntnis setzen wird. Außerdem wird sie die Betroffenen in EFTA-Staaten, die das EWR-Abkommen unterzeichnet haben, durch Veröffentlichung einer Bekanntmachung in der EWR-Beilage zum Amtsblatt und die EFTA-Überwachungsbehörde durch Übermittlung einer Kopie dieses Schreibens informieren. Alle Betroffenen können dann innerhalb von 10 Arbeitstagen nach dem Datum der Veröffentlichung eine Stellungnahme abgeben.»


(1)  ABl. L 83 vom 27.3.1999, S. 1.


18.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 194/38


Ανακοίνωση σχετικά με την προσαρμογή σύμφωνα με τον πληθωρισμό ορισμένων ποσών που καθορίζονται στις οδηγίες ασφάλισης ζωής και ζημιών

(2006/C 194/07)

Σύμφωνα με το άρθρο 30 της οδηγίας 2002/83/EΚ (1) σχετικά με την ασφάλιση ζωής, το ποσό που καθορίζεται σε ευρώ στο άρθρο 29 παράγραφος 2 αναθεωρήθηκε το 2005 ώστε να ληφθούν υπόψη οι μεταβολές στον ευρωπαϊκό δείκτη τιμών καταναλωτή που περιλαμβάνει όλα τα κράτη μέλη και δημοσιεύεται από τη Eurostat. Ως αποτέλεσμα της αναθεώρησης αυτής, το ποσό που καθορίζεται σε ευρώ αυξάνεται από 3 000 000 ευρώ σε 3 200 000 ευρώ. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την αναθεώρηση και το προσαρμοσμένο ποσό.

Σύμφωνα με το άρθρο 17α της οδηγίας 73/239/ΕΟΚ (2) περί συντονισμού των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 2002/13/ΕΚ (3), τα ποσά που καθορίζονται σε ευρώ στο άρθρο 16α παράγραφοι 3 και 4 και στο άρθρο 17 παράγραφος 2 αναθεωρήθηκαν το 2005 ώστε να ληφθούν υπόψη οι μεταβολές στον ευρωπαϊκό δείκτη τιμών καταναλωτή που περιλαμβάνει όλα τα κράτη μέλη και δημοσιεύεται από τη Eurostat. Ως αποτέλεσμα της αναθεώρησης αυτής, το ποσό που καθορίζεται σε ευρώ στο άρθρο 16α παράγραφος 3 αυξάνεται από 50 000 000 ευρώ σε 53 100 000 ευρώ. Το ποσό που καθορίζεται σε ευρώ στο άρθρο 16α παράγραφος 4 αυξάνεται από 35 000 000 ευρώ σε 37 200 000 ευρώ. Τα ποσά που καθορίζονται σε ευρώ στο άρθρο 17 παράγραφος 2 αυξάνονται από 2 000 000 ευρώ σε 2 200 000 ευρώ και από 3 000 000 ευρώ σε 3 200 000 ευρώ, αντιστοίχως. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την αναθεώρηση και τα προσαρμοσμένα ποσά.


(1)  ΕΕ L 345 της 19.12.2002, σ. 1.

(2)  ΕΕ L 228 της 16.8.1973, σ. 3.

(3)  ΕΕ L 77 της 20.3.2002, σ. 17.


18.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 194/39


Μέτρα εξυγίανσης

Απόφαση για μέτρο εξυγίανσης έναντι της Faro Compagnia di Assicurazioni e Riassicurazioni s.p.a.

(Δημοσίευση βάσει του άρθρου 6 της οδηγίας 2001/17/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Μαρτίου 2001 για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων)

(2006/C 194/08)

Ασφαλιστική επιχείρηση

Faro Compagnia di Assicurazioni e Riassicurazioni s.p.a. con sede in Genova, Via Fieschi n. 3/9 I-16121

Ημερομηνία, έναρξη ισχύος και φύση της απόφασης

Διάταγμα του Υπουργείου Οικονομικής Ανάπτυξης της 28ης Ιουλίου 2006 για τη διάλυση των διοικητικών και ελεγκτικών φορέων

Μέτρο της ISVAP της 28ης Ιουλίου 2006 που αφορά τον διορισμό έκτακτου επιτρόπου και επιτροπής εποπτείας

Έναρξη ισχύος: 28 Ιουλίου 2006

Αρμόδιες αρχές

Ministero dello Sviluppo Economico

Direzione generale per il commercio, le assicurazioni e i servizi

Via Sallustiana, 53

I-00187 Roma

Εποπτικές αρχές

Istituto per la vigilanza sulle assicurazioni private e di interesse collettivo

Via del Quirinale, 21

I-0087 Roma

Διορισμένος διοικητής

Prof. Angelo Pace

Via Fieschi n. 3/9

I-16121 Genova

Εφαρμοστέο δίκαιο

Ιταλία

Art. 231 e seguenti del decreto legislativo 7 settembre 2005, n. 209


18.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 194/40


Μη διατύπωση αντιρρήσεων σχετικά με κοινοποιηθείσα συγκέντρωση

(Υπόθεση COMP/M.4207 — Campina/Fonterra Co-operative Group/JV)

(2006/C 194/09)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Στις 2 Ιουνίου 2006, η Επιτροπή αποφάσισε να μη διατυπώσει αντιρρήσεις για την παραπάνω κοινοποιηθείσα συγκέντρωση και να την κηρύξει συμβατή με την κοινή αγορά. Η απόφαση βασίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού (EΚ) αριθ. 139/2004 του Συμβουλίου. Το πλήρες κείμενο της απόφασης διατίθεται μόνο στην αγγλική γλώσσα και θα δημοσιευθεί μετά την απάλειψη τυχόν επιχειρηματικών απορρήτων που περιέχει. Θα διατίθεται:

από τον δικτυακό τόπο του Europa για τον ανταγωνισμό (http://ec.europa.eu/comm/competition/mergers/cases/). Στον τόπο αυτό προσφέρονται διάφορα εργαλεία για τον εντοπισμό των μεμονωμένων υποθέσεων συγκεντρώσεων, όπως ευρετήρια με τις εταιρείες, τους αριθμούς υποθέσεων, τις ημερομηνίες και τους διάφορους κλάδους,

σε ηλεκτρονική μορφή στον δικτυακό τόπο του EUR-Lex με τον αριθμό εγγράφου 32006M4207. Το EUR-Lex είναι δικτυακός τόπος που δίνει πρόσβαση στην κοινοτική νομοθεσία (http://ec.europa.eu/eur-lex/lex).


III Πληροφορίες

Επιτροπή

18.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 194/41


ΠΡΌΣΚΛΗΣΗ ΥΠΟΒΟΛΉΣ ΠΡΟΤΆΣΕΩΝ — ΓΔ EAC ΑΡΙΘ. 45/06

Χορήγηση επιδοτήσεων για τη δημιουργία και την ανάπτυξη πλατφορμών με σκοπό την προώθηση και τη στήριξη της κινητικότητας τον μαθητευόμενων και άλλων νέων σε αρχική επαγγελματική κατάρτιση (ΑΕΚ)

(2006/C 194/10)

1.   Στόχοι και περιγραφή

Στόχος της πρόσκλησης υποβολής προτάσεων είναι η χορήγηση επιδοτήσεων σε περίπου 12 προτάσεις για τη δημιουργία και την ανάπτυξη εταιρικών σχέσεων, κοινοπραξιών ή πλατφόρμων που αποσκοπούν στην πραγματοποίηση πειραματικών δραστηριοτήτων και δράσεων, με αποδέκτη κυρίως οικονομικούς παράγοντες και ιδίως τις μικρές και βιοτεχνικές επιχειρήσεις, έτσι ώστε να ενθαρρυνθεί και να αναπτυχθεί η κινητικότητα των νέων σε ΑΕΚ.

2.   Επιλέξιμοι υποψήφιοι

Στις πλατφόρμες θα μπορούν ιδίως να συμμετέχουν:

εμπορικά, επαγγελματικά και βιοτεχνικά επιμελητήρια ή άλλοι ενδιάμεσοι οργανισμοί

πάροχοι κατάρτισης (δημόσιοι, ιδιωτικοί, τομεακοί …)

οργανισμοί επιτήρησης των δικτύων παρόχων κατάρτισης

δημόσιοι/ιδιωτικοί/ημιδιωτικοί οργανισμοί που συμβάλλουν στην προώθηση και την ανάπτυξη της επαγγελματικής κατάρτισης και της κινητικότητας των μαθητευόμενων και άλλων νέων σε ΑΕΚ.

Οι υποψήφιοι πρέπει να είναι εγκατεστημένοι στις ακόλουθες χώρες:

 

Οι υποψήφιοι πρέπει να έχουν νομική προσωπικότητα και να είναι εγκατεστημένοι σε ένα από τα 25 κράτη μέλη της ΕΕ.

3.   Προϋπολογισμός και διάρκεια των σχεδίων

Ο συνολικός προϋπολογισμός που προβλέπεται για τη χρηματοδότηση των σχεδίων εκτιμάται σε 1 600 000 εκατ. EUR.

Το συνολικό ύψος των επιδοτήσεων ανέρχεται σε 150 000 EUR (που σε οποιαδήποτε περίπτωση αντιστοιχεί στο 75 % των επιλέξιμων δαπανών κατά ανώτατο όριο). Ένα ποσοστό 10 % του συνολικού προϋπολογισμού θα διατεθεί υποχρεωτικά στη χρηματοδότηση δραστηριοτήτων ενημέρωσης και διάδοσης.

Η μέγιστη διάρκεια των σχεδίων είναι 21 μήνες. Οι δραστηριότητες πρόκειται να ξεκινήσουν μεταξύ 1ης Δεκεμβρίου 2006 και 1ης Μαρτίου 2007.

4.   Προθεσμία παραλαβής

Οι αιτήσεις πρέπει να αποσταλούν στην Επιτροπή το αργότερο έως τις 28 Σεπτεμβρίου 2006.

5.   Περαιτέρω πληροφορίες

Το πλήρες κείμενο της πρόσκλησης υποβολής προτάσεων καθώς και τα έντυπα υποβολής υποψηφιότητας βρίσκονται στη διεύθυνση

 

http://ec.europa.eu/education/programmes/calls/4506/index_en.html

Οι αιτήσεις πρέπει οπωσδήποτε να τηρούν τις διατάξεις του πλήρους κειμένου και να υποβληθούν με συμπλήρωση του προβλεπόμενου εντύπου.