ISSN 1725-2415

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 185

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

49ό έτος
8 Αυγούστου 2006


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

II   Προπαρασκευαστικές πράξεις

 

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

 

426η σύνοδος ολομέλειας, συνεδρίαση της 20ής και 21ης Απριλίου 2006

2006/C 185/1

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή — Νανοεπιστήμες και νανοτεχνολογίες: σχέδιο δράσης για την Ευρώπη, 2005-2009

1

2006/C 185/2

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για τα παρακάτω θέματα: — Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου περί του ειδικού προγράμματος που θα υλοποιηθεί με άμεσες δράσεις από το Κοινό Κέντρο Ερευνών με το οποίο τίθεται σε εφαρμογή το 7ο πρόγραμμα πλαίσιο (2007-2013) δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας — Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με το ειδικό πρόγραμμα Συνεργασία για την εκτέλεση του 7ου προγράμματος πλαισίου (2007-2013) της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για τις δραστηριότητες έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης — Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με το ειδικό πρόγραμμα Ιδέες με το οποίο τίθεται σε εφαρμογή το 7ο πρόγραμμα πλαίσιο (2007-2013) δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας — Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με το ειδικό πρόγραμμα Άνθρωποι με το οποίο τίθεται σε εφαρμογή το έβδομο πρόγραμμα πλαίσιο (2007-2013) δράσεων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας — Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με το ειδικό πρόγραμμα Ικανότητες με το οποίο τίθεται σε εφαρμογή το 7ο πρόγραμμα πλαίσιο (2007-2013) δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας — Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου περί του ειδικού προγράμματος που θα υλοποιηθεί με άμεσες δράσεις από το Κοινό Κέντρο Ερευνών ώστε να εκτελεσθεί το έβδομο πρόγραμμα πλαίσιο (2007-2011) δραστηριοτήτων πυρηνικής έρευνας και εκπαίδευσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Ευρατόμ) — Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με το ειδικό πρόγραμμα με το οποίο τίθεται σε εφαρμογή το έβδομο πρόγραμμα πλαίσιο (2007-2011) δραστηριοτήτων έρευνας και εκπαίδευσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Ευρατόμ)COM(2005) 439, 440, 441, 442, 443, 444, 445 τελικά

10

2006/C 185/3

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινών κανόνων στο πεδίο της ασφάλειας της πολιτικής αεροπορίας COM(2005) 429 τελικό — 2005/0191 (COD)

17

2006/C 185/4

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί θεσπίσεως πλαισίου για κοινοτική δράση στο πεδίο της πολιτικής για το θαλάσσιο περιβάλλον (Οδηγία για τη θαλάσσια στρατηγική) COM(2005) 505 τελικό — 2005/0211 (COD)

20

2006/C 185/5

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η διαχείριση των βιομηχανικών μεταλλαγών στις διασυνοριακές περιφέρειες μετά τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

24

2006/C 185/6

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις κοινοτικές στατιστικές για τη μετανάστευση και τη διεθνή προστασία COM(2005) 375 τελικό — 2005/0156 (COD)

31

2006/C 185/7

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφήςCOM(2005) 649 τελικό — 2005/0259 (CNS)

35

2006/C 185/8

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη βελτίωση της δυνατότητας μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησηςCOM (2005) 507 τελικό — 2005/0214 (COD)

37

2006/C 185/9

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το Ευρωπαϊκό έτος διαπολιτισμικού διαλόγου (2008) COM(2005) 467 τελικό — 2005/0203 (COD)

42

2006/C 185/0

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών — Η κατάσταση των ατόμων με αναπηρία στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση: το ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης 2006-2007 COM(2005) 604 τελικό

46

2006/C 185/1

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανακοίνωση της Επιτροπής Πολιτική της συνοχής για την ενίσχυση της ανάπτυξης και της απασχόλησης: Στρατηγικές κατευθυντήριες γραμμές της Κοινότητας, 2007-2013COM(2005) 299 τελικό — SEC(2005) 904

52

2006/C 185/2

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Οι συνέπειες των διεθνών συμφωνιών για τη μείωση των εκπομπών αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου στις βιομηχανικές μεταλλαγές που σημειώνονται στην Ευρώπη

62

2006/C 185/3

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Νομικό πλαίσιο της πολιτικής για τους καταναλωτές

71

2006/C 185/4

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισσαβώνας: Πλαίσιο πολιτικής για την ενίσχυση του μεταποιητικού τομέα της ΕΕ — Προς μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση της βιομηχανικής πολιτικής (COM(2005) 474 τελικό)

80

2006/C 185/5

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών Εργαζόμαστε μαζί, εργαζόμαστε καλύτερα: Ένα νέο πλαίσιο για τον ανοικτό συντονισμό των πολιτικών κοινωνικής προστασίας και κοινωνικής ένταξης στην Ευρωπαϊκή ΈνωσηCOM(2005) 706 τελικό

87

2006/C 185/6

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις πληροφορίες σχετικά με τον πληρωτή που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσώνCOM(2005) 343 τελικό — 2005/0138 (COD)

92

2006/C 185/7

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών Περιορισμός του αντίκτυπου των αερομεταφορών στην αλλαγή του κλίματοςCOM (2005) 459 τελικό

97

2006/C 185/8

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Το θεσμικό πλαίσιο για την εσωτερική ναυσιπλοΐα στην Ευρώπη

101

2006/C 185/9

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1592/2002 της 15ης Ιουλίου 2002 για κοινούς κανόνες στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας και για την ίδρυση Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφάλειας της ΑεροπορίαςCOM(2005) 579 τελικό — 2005/0228 (COD)

106

EL

 


II Προπαρασκευαστικές πράξεις

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

426η σύνοδος ολομέλειας, συνεδρίαση της 20ής και 21ης Απριλίου 2006

8.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 185/1


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την «Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή — Νανοεπιστήμες και νανοτεχνολογίες: σχέδιο δράσης για την Ευρώπη, 2005-2009»

(2006/C 185/01)

Στις 7 Ιουνίου 2005, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή να καταρτίσει γνωμοδότηση σχετικά με την ανωτέρω ανακοίνωση

Το ειδικευμένο τμήμα, «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 28 Μαρτίου 2006, με βάση εισηγητική έκθεση του κ. PEZZINI.

Κατά την 426η σύνοδο ολομέλειάς της, συνεδρίαση της 20ής Απριλίου 2006, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 117 ψήφους υπέρ και 4 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Ιστορικό

1.1

Στην προηγούμενη γνωμοδότησή της (1) σχετικά με τις νανοεπιστήμες και τις νανοτεχνολογίες, η ΕΟΚΕ θεώρησε ενδεδειγμένη την παράθεση μιας εισαγωγικής επεξήγησης, με στόχο τη συνοπτική διευκρίνιση των κατ'εξοχήν χρησιμοποιούμενων όρων, λαμβανομένου δε υπόψη του γεγονότος ότι η γνωμοδότηση αφορούσε ένα εν μέρει καινούριο γνωστικό αντικείμενο το οποίο διακρίνεται από ένα λεξιλόγιο συχνά λίγο γνωστό ή, εν πάση περιπτώσει, ελάχιστα χρησιμοποιούμενο. Κρίνεται, συνεπώς, σκόπιμο να παρατεθούν οι ίδιοι ορισμοί ως εισαγωγή στην παρούσα γνωμοδότηση.

1.1.1

Επιπλέον, δεδομένου ότι κατά το 2006 — παράλληλα με το έκτο πρόγραμμα-πλαίσιο — εξακολουθούν να εφαρμόζονται και πολλά άλλα ευρωπαϊκά προγράμματα τα οποία πρωτοξεκίνησαν γύρω στο 2000, θεωρήθηκε καλό να επισημανθούν στις υποσημειώσεις τα κυριότερα προγράμματα που έχουν αντίκτυπο στις N&N, και ιδιαίτερα εκείνα που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα νέα κράτη μέλη τα οποία δεν είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν εν τη γεννέσει του το θέμα ούτε και τη συζήτηση σχετικά με τους επιδιωκόμενους στόχους, πριν από το 2004.

1.2   Ορισμοί  (2)

1.2.1

Νανο: Υποδεικνύει το ένα δισεκατομμυριοστό ενός συνόλου. Στην προκειμένη περίπτωση, όταν αναφερόμαστε σε διαστάσεις, χρησιμοποιούμε το πρόθεμα «νανο» για να υποδείξουμε το ένα δισεκατομμυριοστό του μέτρου.

1.2.2

Μικρο: Υποδεικνύει το ένα εκατομμυριοστό ενός συνόλου. Εν προκειμένω, το ένα εκατομμυριοστό του μέτρου.

1.2.3

Νανοεπιστήμες: Οι νανοεπιστήμες αντιπροσωπεύουν μία νέα προσέγγιση των παραδοσιακών επιστημών (Φυσικής, Χημείας, Βιολογίας, Ηλεκτρονικής) όσον αφορά τη βασική δομή και συμπεριφορά της ύλης σε επίπεδο ατόμων και μορίων και αποτελούν στην πράξη τις επιστήμες που εξετάζουν τις δυνατότητες των ατόμων στους διάφορους επιστημονικούς κλάδους (3).

1.2.4

Νανοτεχνολογίες: Οι νανοτεχνολογίες καθιστούν δυνατό το χειρισμό των ατόμων και των μορίων κατά τρόπο ώστε να δημιουργηθούν νέες επιφάνειες και νέα αντικείμενα τα οποία — χάρη στη διαφορετική τους σύνθεση και στη νέα διάταξη των ατόμων — προσλαμβάνουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην καθημερινή μας ζωή (4). Οι νανοτεχνολογίες είναι συνεπώς οι τεχνολογίες του δισεκατομμυριοστού του μέτρου.

1.2.5

Παράλληλα με τον ορισμό που προαναφέρθηκε, θεωρείται σκόπιμο να παρατεθεί άλλος ένας, πιο πλήρης νοήματος από επιστημονική άποψη. Με τον όρο νανοτεχνολογία υποδεικνύεται μία πολυεπιστημονική προσέγγιση της δημιουργίας υλικών, συσκευών και συστημάτων με έλεγχο της ύλης σε νανοκλίμακα. Σύμφωνα με την εν λόγω πολυεπιστημονική προσέγγιση, για την απόκτηση νανοτεχνολογικής εξειδίκευσης, απαιτείται μια ευρεία βάση γνώσεων στον τομέα της ηλεκτρονικής, της φυσικής και της χημείας.

1.2.6

Νανομηχανική: Οι διαστάσεις ενός αντικειμένου αρχίζουν να αποκτούν σημασία για τον προσδιορισμό των ιδιοτήτων του όταν η κλίμακα των διαστάσεων περνά από ένα νανόμετρο σε μερικές δεκάδες νανόμετρα (πρόκειται για αντικείμενα αποτελούμενα από μερικές δεκάδες έως μερικές χιλιάδες άτομα). Σε αυτή την κλίμακα διαστάσεων, ένα αντικείμενο αποτελούμενο από 100 άτομα σιδήρου έχει φυσικές/χημικές ιδιότητες εντελώς διαφορετικές από ένα αντικείμενο αποτελούμενο από 200 άτομα σιδήρου, ακόμη και εάν αμφότερα κατασκευάζονται με τα ίδια άτομα. Κατ' αναλογία, οι μηχανικές και ηλεκτρομαγνητικές ιδιότητες ενός στερεού που αποτελείται από νανοσωματίδια διαφέρουν ριζικά από τις ιδιότητες ενός παραδοσιακού στερεού ίδιας χημικής σύνθεσης και επηρεάζονται από τις ιδιότητες των επιμέρους μονάδων που το συνθέτουν.

1.2.7

Μικροηλεκτρονική: Κλάδος της ηλεκτρονικής που ασχολείται με την ανάπτυξη ολοκληρωμένων κυκλωμάτων τα οποία υλοποιούνται σε μία «ενιαία περιοχή ημιαγωγού» εξαιρετικά περιορισμένων διαστάσεων. Η μικροηλεκτρονική τεχνολογία είναι πλέον σε θέση να κατασκευάζει μεμονωμένα εξαρτήματα με διαστάσεις περίπου 0,1 μικρόμετρο, δηλαδή 100 νανόμετρα (5).

1.2.8

Νανοηλεκτρονική: Επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη και την παραγωγή κυκλωμάτων χρησιμοποιώντας τεχνολογίες και υλικά διαφορετικά από το «πυρίτιο» τα οποία λειτουργούν βάσει αρχών αισθητά διαφορετικών από τις υφιστάμενες (6).

1.2.9

Η νανοηλεκτρονική αρχίζει να καθίσταται ένα από τα θεμέλια των νανοτεχνολογιών, ακριβώς όπως συμβαίνει επί του παρόντος με την ηλεκτρονική η οποία απαντάται στο σύνολο των επιστημονικών κλάδων και των βιομηχανικών διεργασιών (7).

1.2.10

Βιομιμητική  (8) : Η επιστήμη η οποία μελετά τους νόμους στους οποίους βασίζονται οι συναρμογές των μορίων που υπάρχουν στη φύση. Η γνώση των νόμων αυτών θα μπορέσει να συντελέσει στη δημιουργία τεχνητών νανοκινητήρων, βασισμένων στις ίδιες αρχές με εκείνες που ισχύουν στη φύση (9).

1.3   Συμπεράσματα και Συστάσεις

1.3.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ιδιαίτερη ικανοποίησή της για τις προτάσεις που υπεβλήθησαν από την Επιτροπή με στόχο την υλοποίηση, έως το 2009, ενός σχεδίου δράσης στον τομέα των N&N, ειδικότερα όσον αφορά τα εξής:

την απαίτηση περί σεβασμού μιας βιώσιμης, ανταγωνιστικής, σταθερής και αειφόρου μορφής ανάπτυξης·

την αισθητή επιτάχυνση, σε παγκόσμιο επίπεδο, των επενδύσεων για την πραγματοποίηση έρευνας με αντικείμενο τη νανομετρική κλίμακα και τις εφαρμογές της·

την ανάγκη ανάλυσης των κινδύνων και των ευκαιριών που συνεπάγεται η προσέγγιση βάσει νανομετρικής κλίμακας, καθώς και τον επείγοντα χαρακτήρα της διαμόρφωσης ενός κοινού οράματος — συγκροτημένου, μακρόπνοου και καθολικά αποδεκτού — εκ μέρους των αρμοδίων για τη λήψη πολιτικο-θεσμικών αποφάσεων, των κοινωνικών εταίρων και, τέλος, του ευρέος κοινού και των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Τούτο αποσκοπεί στη διασφάλιση της επιτυχίας των Ν&Ν σε συνάρτηση με τη χρησιμότητά τους για την υγεία, την ασφάλεια και την ποιότητα ζωής των πολιτών·

την επιβεβλημένη δημιουργία εξοπλισμού και υποδομών υψηλού επιπέδου, ολοκληρωμένων ευρωπαϊκών δικτύων, κοινών τραπεζών δεδομένων·

την αναγκαία προετοιμασία εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού στον επιστημονικό, τεχνικό και παραγωγικό τομέα, αλλά και βιομηχανικών στελεχών ικανών να αλληλεπιδρούν με τον κλάδο των νανοεπιστημών και των νανοτεχνολογιών·

τη σκοπιμότητα δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού πόλου προαγωγής και συντονισμού (Focal Point), ο οποίος θα ήταν σκόπιμο να καταστεί σταθερός και προενεργός συνομιλητής, κυρίως μεταξύ της βιομηχανίας και της επιστημονικής κοινότητας τόσο στο εσωτερικό της Ένωσης όσο και σε διεθνές επίπεδο, και να υποστηρίζεται από συγκεκριμένη αρμόδια υπηρεσία.

1.3.1.1

Οι συμμετέχοντες στο Focal Point, εκτός από υψηλό επίπεδο ευαισθητοποίησης έναντι του γενικού πλαισίου εντός του οποίου εμπίπτει η ανάπτυξη των N&N, θα πρέπει να διαθέτουν εκτεταμένες και αποδεδειγμένες επιστημονικές και διοικητικές ικανότητες.

1.3.1.2

Και στην περίπτωση των N&N ισχύει ότι «η στήριξη της έρευνας και της τεχνολογικής ανάπτυξης εκ μέρους της ΕΕ αποφέρει σημαντική ευρωπαϊκή πρόσθετη αξία. Έτσι, ανοίγονται δυνατότητες οι οποίες υπερβαίνουν σαφώς τις δυνατότητες των μεμονωμένων κρατών μελών, ενώ έχουν επιτραπεί ήδη εξελίξεις στην Ευρώπη με παγκόσμιο αντίκτυπο» (10). Εξ ου και η σημασία ενός κοινοτικού Focal Point για τη διαχείριση του εν λόγω τομέα, με σαφή κατανομή των αρμοδιοτήτων.

1.3.2

Έναντι της επανάστασης που αντιπροσωπεύουν οι N&N, η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι η δυνατότητα της Ευρώπης να καταστεί πρωτοπόρος στην παγκόσμια αγορά — εντός ενός πλαισίου στο οποίο κάνουν διαρκώς, και επιθετικά, την εμφάνισή τους νέοι παράγοντες — θα εξαρτηθεί από την ικανότητα που θα επιδείξει όσον αφορά το συντονισμό και τη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής κρίσιμης μάζας στον τομέα των νανοτεχνολογιών, εδραζόμενης σε στέρεες βάσεις.

1.3.3

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ είναι ζωτικής σημασίας να κατορθώσει η Ευρωπαϊκή Ένωση να καταρτίσει ένα σχέδιο δράσης για τις N&N, το οποίο να εκφράζει μια ενιαία ώθηση από πλευράς διακυβέρνησης και να ενσωματώνει το κοινοτικό, το εθνικό και το περιφερειακό επίπεδο, με σεβασμό προς την αρχή της επικουρικότητας. Ειδικότερα, ένα τέτοιο σχέδιο δράσης θα πρέπει να εξασφαλίζει τα εξής:

τη διεξαγωγή εναργούς και ανοικτού διαλόγου με την κοινωνία των πολιτών με στόχο την απόκτηση επίγνωσης για τις N&N βάσει αντικειμενικής αξιολόγησης των δυνητικών κινδύνων και ευκαιριών

τη διαρκή επίδειξη προσοχής για την προάσπιση των ηθικών και περιβαλλοντικών πτυχών, καθώς και των πτυχών που άπτονται της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων και των καταναλωτών·

την καθιέρωση ενός ενιαίου κοινοτικού πόλου αναφοράς, με στόχο την επίτευξη ισχυρού συντονισμού μεταξύ των διαφόρων πολιτικών και των ποικίλων επιπέδων δράσης·

την έκφραση μιας και μοναδικής φωνής, σε διεθνές επίπεδο, για την προαγωγή πρωτοβουλιών περί υιοθέτησης κοινών δηλώσεων και «κωδίκων συμπεριφοράς», με στόχο την υπεύθυνη χρήση των N&N, καθώς και για την εξασφάλιση της συνεργασίας στον τομέα της βασικής επιστημονικής έρευνας·

την καταπολέμηση της δημιουργίας χάσματος όσον αφορά τις N&N (ήτοι, του αποκλεισμού από την απόκτηση γνώσεων στον τομέα των N&N), από κοινού με τις αναπτυσσόμενες χώρες·

τη νομική και κανονιστική ασφάλεια των προσπαθειών που αναλαμβάνονται για την έρευνα, την εφαρμογή και την καινοτομία στην αγορά των N&N·

τη διαμόρφωση ενός χρονοδιαγράμματος και μιας επιβεβλημένης τελευταίας προθεσμίας για την ανάληψη των προβλεπομένων δράσεων, τόσο σε κοινοτικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο κρατών μελών, εκ παραλλήλου με μηχανισμούς ελέγχου της πραγματοποίησής τους και με σαφή κατανομή των αρμοδιοτήτων.

1.3.4

Η ΕΟΚΕ ζητεί το συνδυασμό του κοινοτικού σχεδίου δράσης με εθνικά σχέδια δράσης, τα οποία να εξασφαλίζουν επί μονίμου βάσεως το συντονισμό και τη συγκριτική αξιολόγηση των συγκλίσεων και των συνεργιών στους διάφορους τομείς: στον τομέα των υποδομών, της εκπαίδευσης και κατάρτισης, της αξιολόγησης των κινδύνων, της επιμόρφωσης για την προάσπιση της ασφάλειας της εργασίας, της τυποποίησης των κανονιστικών διατάξεων και των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και, τέλος, στον τομέα του διαλόγου με την κοινωνία των πολιτών και, ειδικότερα, με τους καταναλωτές.

1.3.5

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία θα πρέπει να πολλαπλασιάσει και να επιταχύνει τις προσπάθειές της για την έρευνα και την εφαρμογή των N&N, προωθώντας επίπεδα επενδύσεων τουλάχιστον ίσα προς εκείνα των πιο προηγμένων ανταγωνιστών της. Τούτο μπορεί να επιτευχθεί δια της ανάληψης των ακόλουθων δράσεων: ανάπτυξη ευρωπαϊκών τεχνολογικών πλατφορμών· παροχή κινήτρων για την προστασία και τη βιομηχανική εκμετάλλευση των N&N· προαγωγή κατάρτισης ειδικά επικεντρωμένης στις μικρότερες επιχειρήσεις· δημιουργία ευρωπαϊκών δικτύων για την καινοτομία και την εφαρμογή των N&N· υποστήριξη της πολυεπιστημονικής εξειδίκευσης των εργαζομένων και των τεχνικών στελεχών, των νανοτεχνολόγων «σε επίπεδο επιχείρησης» και των εργαστηρίων εκπόνησης προτύπων και πιστοποίησης· καθιέρωση ενός κοινού πλαισίου στον τομέα της τεχνικής τυποποίησης και των δικαιωμάτων πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας.

1.3.6

Η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι η διετής έκθεση, η οποία αποσκοπεί στην παρακολούθηση και στην εποπτεία τόσο της εφαρμογής του παρόντος σχεδίου δράσης όσο και της συνοχής του με τις άλλες σχετικές πολιτικές της ΕΕ, θα πρέπει να συνοδεύεται από ένα πλαίσιο ετήσιας αξιολόγησης της τήρησης του προβλεπομένου χρονοδιαγράμματος και να συμπεριλαμβάνει τις εκθέσεις των κρατών μελών σχετικά με την υλοποίηση των εθνικών σχεδίων δράσης.

1.3.7

Η εν λόγω έκθεση κρίνεται σκόπιμο να υποβάλλεται, πέραν του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και στην ίδια την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.

2.   Αιτιολόγηση

2.1

Οι νανοεπιστήμες και οι νανοτεχνολογίες (N&N) αποτελούν έναν τομέα ταχέως αναπτυσσόμενο και πολλά υποσχόμενο για τη μετουσίωση της βασικής έρευνας σε επιτυχημένες καινοτομίες. Πρόκειται για έναν τομέα εξαιρετικής σημασίας τόσο για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας στο σύνολό της όσο και για την ανάπτυξη νέων προϊόντων και υπηρεσιών που είναι σε θέση να βελτιώσουν την ευημερία και την ποιότητα ζωής των πολιτών και της κοινωνίας.

2.2

Αποτελεί πλέον γενική πεποίθηση των αναλυτών ότι τα υλικά, τα προϊόντα και οι υπηρεσίες που βασίζονται στις N&N θα μπορέσουν να δημιουργήσουν έως το 2015 μια παγκόσμια αγορά αξίας εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ ετησίως (11), υπό την προϋπόθεση ότι θα καταστεί εφικτό, αφενός, να μετουσιωθεί η επιστημονική αριστεία σε εμπορικώς αξιοποιήσιμα προϊόντα, διεργασίες και υπηρεσίες και, αφετέρου, να αποφευχθεί — όπως επισημαίνει η ίδια η Επιτροπή (12) — «η επανάληψη του “ευρωπαϊκού παραδόξου” που παρατηρήθηκε σε άλλες τεχνολογίες».

2.3

Προς το σκοπό αυτό, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, κρίνεται σκόπιμο να επιδιωχθούν τα εξής:

επίταση και συντονισμός των προσπαθειών στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης, με την πραγματοποίηση σημαντικότερων επενδύσεων·

δημιουργία ειδικών υποδομών υψηλού επιπέδου·

προσεκτική αξιολόγηση των κινδύνων καθ'όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής τόσο από επιστημονικής πλευράς όσο και από πλευράς εφαρμογών,

διαρκής επίδειξη μεγάλου σεβασμού έναντι των ηθικών αρχών·

προαγωγή ενός ευνοϊκού και προορατικού περιβάλλοντος για την καινοτομία σε ολόκληρο τον παραγωγικό ιστό της οικονομίας, και ιδιαίτερα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις·

κατάρτιση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού·

προσαρμογή του κανονιστικού καθεστώτος και των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας·

ενθάρρυνση της συνεργασίας μεταξύ δημοσίων και ιδιωτικών οργανισμών.

2.4

Η ΕΟΚΕ είχε ήδη τη δυνατότητα να εκφράσει την άποψή της επί του θέματος (13), συνιστώντας μεταξύ άλλων τα εξής:

την ανάπτυξη συνδυασμένων προσπαθειών στον τομέα της ΕΤΑ, αλλά και της επιστημονικής και τεχνολογικής κατάρτισης, με ισχυρές αλληλεπιδράσεις μεταξύ της βιομηχανίας και της ακαδημαϊκής κοινότητας· την επίδειξη ιδιαίτερης προσοχής στην ανάπτυξη βιομηχανικών και πολυτομεακών εφαρμογών· την ενίσχυση του συντονισμού των πολιτικών, των δομών και των δικτύων αρμοδίων φορέων· την προάσπιση των ηθικών και περιβαλλοντικών πτυχών, καθώς και των πτυχών που άπτονται της υγείας και της ασφάλειας· την καθιέρωση ενδεδειγμένης τεχνικής τυποποίησης·

τη δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ των N&N και της κοινωνίας, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι τα αποτελέσματα της έρευνας θα έχουν θετική συνεισφορά στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, στην ανθρώπινη υγεία, στο περιβάλλον, στην ασφάλεια και στην ποιότητα ζωής των πολιτών·

τη διάθεση επαρκών πόρων στο πλαίσιο των δημοσιονομικών προοπτικών για την περίοδο 2007 — 2013 και, ειδικότερα, στο έβδομο Πρόγραμμα-Πλαίσιο για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη (7ο ΠΠ) και την ενίσχυση των ευρωπαϊκών τεχνολογικών πλατφορμών·

την ανάληψη κοινοτικού σχεδίου δράσης σε υψηλό επίπεδο, συνοδευόμενου από συγκεκριμένο «οδικό χάρτη» και χρονοδιάγραμμα και βασισμένου σε μια προσέγγιση ολοκληρωμένη έναντι εκείνης των κρατών μελών, με στόχο να επιτευχθεί η αναγκαία συσπείρωση όλων των φορέων της κοινωνίας των πολιτών γύρω από ένα κοινό όραμα·

τη δημιουργία ευρωπαϊκών υποδομών υψηλού επιπέδου για την έρευνα και τη μεταφορά τεχνολογίας, προσανατολισμένων στην καινοτομία και στην αγορά·

τη βελτιστοποίηση των καθεστώτων πνευματικής ιδιοκτησίας και τη δημιουργία, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενός γραφείου αρωγής για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που άπτονται των νανοτεχνολογιών («Nano-IPR Helpdesk») προκειμένου να ικανοποιηθούν τόσο οι ανάγκες των ερευνητών, των επιχειρήσεων και των ερευνητικών κέντρων όσο και, προπαντός, εκείνες της κοινωνίας των πολιτών·

την ενδυνάμωση της διεθνούς συνεργασίας, με συνεχή διάλογο όσον αφορά τις παραμέτρους που άπτονται της ηθικής και του κινδύνου, την ασφάλεια και τα πρότυπα, τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας και τη μετρολογία·

την ανάληψη δράσεων που αποβλέπουν στην ανάπτυξη βιομηχανικών διεργασιών σχετικών προς τις N&N και στην ευαισθητοποίηση όσον αφορά τη χρήση τους, με τη δημιουργία ευρωπαϊκού κέντρου ανταλλαγής πληροφοριών («clearing house») προκειμένου να διευκολυνθεί η εμπορία των προϊόντων, η μεταφορά τεχνολογίας και η ανταλλαγή των καλύτερων πρακτικών·

την επιδίωξη συνεχούς διαλόγου με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και με την κοινή γνώμη, εδραζόμενου σε στέρεες βάσεις ως προς τη διάδοση της επιστημονικής γνώσης, προκειμένου να παρασχεθεί στους πολίτες η βεβαιότητα ότι διενεργούνται έλεγχοι με στόχο τον εντοπισμό των δυνητικών κινδύνων για την υγεία και το περιβάλλον, καθώς και για να αποφευχθούν τυχόν εσφαλμένες αντιλήψεις σχετικά με τις νανοτεχνολογικές εξελίξεις.

2.5   Οι N&N στα νέα κράτη μέλη

2.5.1

Κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων ετών η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στήριξε με κοινοτική χρηματοδότηση περίπου 30 κέντρα αριστείας που σχετίζονται με τις διάφορες θεματικές προτεραιότητες του κοινοτικού προγράμματος-πλαίσιο για την έρευνα: πολλά από τα κέντρα αυτά που ασχολούνται με την ανάπτυξη των N&N (14) συνδέονται με πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και επιχειρήσεις των νέων κρατών μελών.

2.5.2

Η ΕΟΚΕ θεωρεί σημαντικό να εξακολουθήσει το Ευρωπαϊκό Κοινό Κέντρο Ερευνών, κατά την άσκηση της δραστηριότητάς του, να αναπτύσσει δράση για την υποστήριξη και την προώθηση των κέντρων αριστείας των νέων κρατών μελών και των υποψηφίων προς ένταξη χωρών, ιδιαίτερα στον τομέα των N&N, ενσωματώνοντας ρητά το εν λόγω θέμα στα προγράμματα εργασίας του.

2.5.3

Η EOKE είναι της γνώμης ότι η Επιτροπή θα πρέπει να υποστηρίξει συγχρόνως και την ανάπτυξη ευρωπαϊκών δικτύων για την καινοτομία, την εφαρμογή και την πρωτοτυποποίηση των N&N, κυρίως όσον αφορά τις μικρότερες επιχειρήσεις οι οποίες συγκροτούν τη συντριπτική πλειονότητα του υφισταμένου βιομηχανικού ιστού της Ευρώπης.

2.5.4

Θα πρέπει, ειδικότερα, να προβλεφθούν εξειδικευμένα πακέτα υπηρεσιών προκειμένου να επικουρηθούν οι επιχειρηματίες όσον αφορά τον εντοπισμό των ευκαιριών και των περιορισμών που συνεπάγονται οι εφαρμογές των N&N, αλλά και να πολλαπλασιασθούν οι επιτυχημένες πρωτοβουλίες, όπως η «Gate2Growth» (15) και η «Minanet» (16). Κρίνεται, επομένως, σκόπιμο να προσδιορισθούν νέες πηγές και μέθοδοι χρηματοδότησης επιχειρηματικού κινδύνου, καθώς και συστήματα παροχής εγγυήσεων συμπληρωματικά προς τα ήδη υφιστάμενα.

2.5.5

Η ΕΟΚΕ θεωρεί επίσης ότι η κοινοτική πρωτοβουλία PHANTOMS που έγκειται σε ένα δίκτυο αριστείας για τις νανοτεχνολογίες, το οποίο δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του κοινοτικού προγράμματος IST (Information Society Technologies — Τεχνολογίες της Κοινωνίας των Πληροφοριών) — FET (Future Emerging Technologies — Μελλοντικές και Νεοεμφανιζόμενες Τεχνολογίες) για τις τεχνολογίες της κοινωνίας των πληροφοριών, θα ήταν ευκταίο να αναπτυχθεί περισσότερο και να αποκτήσει μεγαλύτερη διαφάνεια,

2.5.6

Επιπλέον, όσον αφορά ειδικότερα την ανάγκη περαιτέρω ενθάρρυνσης των δραστηριοτήτων στον τομέα της έρευνας και της καινοτομίας στα νέα κράτη μέλη και στις υποψήφιες προς ένταξη χώρες, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι καλό θα ήταν να αναπτυχθούν συνεργίες, υποβοηθούμενες από την πρωτοβουλία EUREKA και την οργάνωση COST, στο πλαίσιο των οποίων αναπτύσσονται ήδη δραστηριότητες N&N από μια πλειάδα τέτοιων χωρών.

2.6   Το διεθνές πλαίσιο

2.6.1

Η συνολική δαπάνη στην οποία προέβησαν οι κυβερνήσεις, οι επιχειρήσεις και ο οικονομικός κόσμος για στην έρευνα και την ανάπτυξη στον τομέα των N&N, σε παγκόσμια κλίμακα, υπολογίσθηκαν — τον Ιανουάριο του 2005 — σε περίπου 7 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως (17) (εκ των οποίων πλέον του ήμισυ προήλθε από δημόσια χρηματοδότηση). Η κατανομή του ποσού αυτού πραγματοποιήθηκε ως εξής: περίπου 35 % στη Βόρεια Αμερική, 35 % στην Ασία, 28 % στην Ευρώπη και 2 % στον υπόλοιπο κόσμο.

2.6.1.1

Σε επίπεδο κατά κεφαλήν δαπάνης, παρότι στα τέλη της δεκαετίας του '90 οι διαφορές από πλευράς δημόσιας επένδυσης ήταν ελάχιστες (περίπου 1 ευρώ στις ΗΠΑ και την Ιαπωνία, και το ήμισυ του ποσό αυτού στην ΕΕ), το 2005 οι ΗΠΑ δαπάνησαν κατά κεφαλήν 5 ευρώ, η Ιαπωνία 6,5 ευρώ και η ΕΕ 3,5 ευρώ. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, η κατά κεφαλήν δαπάνη αναμένεται να ανέλθει, το 2011, σε 9 ευρώ στις ΗΠΑ και στην Ιαπωνία και σε 6,5 ευρώ στην ΕΕ (18).

2.6.2

Οι δαπάνες της βιομηχανίας, σε παγκόσμια κλίμακα, υπερβαίνουν τα 3 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, εκ των οποίων το 46 % αναλογεί σε αμερικανικές επιχειρήσεις, το 36 % σε ασιατικές επιχειρήσεις, το 17 % σε ευρωπαϊκές επιχειρήσεις και λιγότερο από το 1 % σε επιχειρήσεις από τον υπόλοιπο κόσμο. Περίπου 1.500 εταιρείες έχουν εκδηλώσει ζωηρό ενδιαφέρον για την έρευνα και την ανάπτυξη των N&N: εξ αυτών το 80 % αντιστοιχεί σε νέες καινοτόμες επιχειρήσεις (start-up), εκ των οποίων περισσότερες από τις μισές είναι βορειοαμερικανικές. Η δημοσιογραφική κάλυψη νανοτεχνολογικών θεμάτων εκ μέρους των ΜΜΕ αυξήθηκε, και από περίπου 7.000 άρθρα ετησίως υπολογίζεται επί του παρόντος σε 12.000 άρθρα (19).

2.6.3

H ομοσπονδιακή κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών επένδυσε σε μια πενταετία, από τα τέλη του 2000 έως σήμερα, περισσότερα από 4 δισεκατομμύρια δολλάρια ΗΠΑ στις νανοτεχνολογίες. Μόνον κατά το 2006, η κυβέρνηση Μπους αιτήθηκε 1 δισεκατομμύριο δολλάρια ΗΠΑ για την έρευνα σε N&N στο πλαίσιο των ένδεκα ομοσπονδιακών ερευνητικών ιδρυμάτων. Όπως επισημαίνεται στην έκθεση του 2005 με τίτλο «5-Years Assessment on Nanotechnology Initiative» (πενταετής αξιολόγηση της πρωτοβουλίας για τη νανοτεχνολογία) «οι Ηνωμένες Πολιτείες πρωτοστατούν στην Ε&Α στον τομέα της νανοτεχνολογίας», με ετήσια δαπάνη για την πραγματοποίηση δημοσίων και ιδιωτικών επενδύσεων της τάξεως των 3 δισεκατομμυρίων δολλαρίων ΗΠΑ, ποσό αντίστοιχο προς το ένα τρίτο περίπου της παγκόσμιας δαπάνης.

2.6.3.1

Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέχουν επίσης την πρώτη θέση όσον αφορά τον αριθμό των νέων καινοτόμων επιχειρήσεων (start-up), των δημοσιεύσεων και των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Σε ομοσπονδιακό επίπεδο, θεωρείται ότι η δαπάνη για την απόκτηση νέων γνώσεων και νέων υποδομών στον τομέα των N&N «υπήρξε ενδεδειγμένη και ικανοποιητική για τη μακροπρόθεσμη επίτευξη αξιοσημείωτης οικονομικής αποδοτικότητας».

2.6.4

Στην Ιαπωνία, η ετήσια δαπάνη ανήλθε κατά το 2003 περίπου σε 630 εκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων το 73 % προήλθε από το Υπουργείο Παιδείας και το 21 % από το Υπουργείο Οικονομικών, Εμπορίου και Βιομηχανίας. Από πλευράς κεφαλαίων επιχειρηματικού κινδύνου για τις νανοτεχνολογίες, η Mitsui αποφάσισε να επενδύσει σχεδόν 700 εκατομμύρια ευρώ κατά τη διάρκεια της επόμενης τετραετίας, ενώ το Ταμείο Κρίσιμων Τεχνολογιών θα διαθέσει περίπου 30 δισεκατομμύρια ευρώ για την έρευνα στον τομέα των N&N (20).

2.6.5

Πάντοτε στην Ασία, η Ταϊβάν — όπου 800 επιχειρήσεις ασχολούνται με τις N&N — προβλέπει επίσης να επενδύσει περισσότερα από 600 εκατομμύρια ευρώ, από σήμερα έως το 2008. Στόχος είναι να ανέλθει η παραγωγή σε 7,5 δισεκατομμύρια ευρώ κατά το 2006, με την ταυτόχρονη αύξηση του αριθμού των επιχειρήσεων σε 1.500 και την ανάπτυξη νέων προϊόντων αξίας 25 δισεκατομμυρίων ευρώ κατά το 2012, ιδίως στους διάφορους τομείς της νανοηλεκτρονικής.

2.6.5.1

Αναγκαία προϋπόθεση για την επίτευξη της εν λόγω οικονομικής επέκτασης συνιστά η επίλυση των προβλημάτων που άπτονται της πνευματικής και της βιομηχανικής ιδιοκτησίας.

2.6.6

Η δε Νότια Κορέα, αποτελεί μια από τις πρώτες χώρες της οποίας οι επιχειρήσεις διέθεσαν με επιτυχία στην αγορά προϊόντα βασισμένα σε N&N (21). Η Νότια Κορέα, της οποίας οι δυνατότητες ανάπτυξης της εγχώριας αγοράς στον τομέα των νανοτεχνολογιών υπολογίζονται σε περίπου 2 δισεκατομμύρια ευρώ, έθεσε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα στον τομέα των N&N, το επονομαζόμενο «Next Generation Core Development Program» (Βασικό Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Επόμενης Γενεάς), με προϋπολογισμό 168 εκατομμυρίων ευρώ και με προτεραιότητες μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα νανοϋλικά, τα νανοστοιχεία και οι νανοβιοτεχνολογίες.

2.6.7

Στην Αυστραλία, κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, συστάθηκαν περισσότερες από 30 επιχειρήσεις N&N και ο αριθμός τους εξακολουθεί να αυξάνεται κατά 50 % ετησίως. Οι δημόσιες και οι ιδιωτικές δαπάνες για έρευνα στον τομέα των N&N ανέρχονται σχεδόν σε 60 εκατομμύρια ευρώ ετησίως και εστιάζονται πρωτίστως στα νέα υλικά, στη νανοβιοτεχνολογία και στις ιατρικές και θεραπευτικές εφαρμογές της.

2.6.8

Η Κίνα, σύμφωνα με έκθεση που δημοσιεύθηκε τελευταίως στο Πεκίνο σχετικά με την εξέλιξη των νανοτεχνολογιών στην Κίνα κατά το διάστημα 2005-2010, και με προβλέψεις έως το 2015 (22), «περιλαμβάνεται μεταξύ των πρωτοπόρων σε παγκόσμια κλίμακα από την άποψη της καταχώρισης νέων νανοτεχνολογικών εταιρειών, των δημοσιεύσεων και των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας στον τομέα των N&N και διαθέτει μια εσωτερική αγορά για τα προϊόντα και τα συστήματα N&N» η οποία υπολογίζεται ότι υπερβαίνει ήδη τα 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ και αναμένεται να ανέλθει σε περισσότερα από 27 δισεκατομμύρια ευρώ κατά το 2010 και σε περισσότερα από 120 δισεκατομμύρια ευρώ κατά το 2015 (23).

2.6.9

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι το διεθνές πλαίσιο καταδεικνύει πόσο σημαντική είναι η εξασφάλιση ενός προορατικού περιβάλλοντος, ευνοϊκού για την έρευνα και την καινοτομία, σε όλες τις χώρες της ΕΕ, προκειμένου να είναι σε θέση να συμμετάσχουν επιτυχώς στις επενδύσεις για έρευνα και ανάπτυξη στον εν λόγω τομέα.

3.   Παρατηρήσεις

3.1

Η ΕΟΚΕ ανέκαθεν υποστήριζε ότι απαιτείται να καταβληθεί μεγάλη προσπάθεια με στόχο την αύξηση, τόσο σε απόλυτες όσο και σε σχετικές τιμές, των επενδύσεων για Ε&Α στην Ευρώπη, ενόψει της υλοποίησης του «στόχου του 3 %» της Βαρκελώνης. Λαμβανομένων δε υπόψη των διεθνών τάσεων, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η εν λόγω προσπάθεια καθίσταται πρωτίστως αναγκαία στον τομέα των N&N.

3.1.1

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η εν λόγω προσπάθεια θα μπορούσε να αποδυναμωθεί, σε περίπτωση μη ενσωμάτωσής της σε μια ισχυρή ευρωπαϊκή διαδικασία συντονισμού των εθνικών και περιφερειακών ερευνητικών προγραμμάτων στον τομέα των N&N, μεταξύ άλλων διαμέσου και των μηχανισμών ERA-NET και ERA — NET PLUS (24). Η προσπάθεια αυτή θα πρέπει να συνδυασθεί με την ανάληψη δράσεων ευαισθητοποίησης και υποστήριξης των ερευνητικών κέντρων, των βιομηχανιών και των πανεπιστημίων, στο πλαίσιο των προγραμμάτων των COST (25), ESF (26), EUREKA (27) και με την παροχή δανείων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ).

3.1.2

Η EOKE θεωρεί ότι ο ευρωπαϊκός συντονισμός και η συνεργασία που προαναφέρθηκαν θα πρέπει να άπτονται επίσης των δράσεων των κρατών μελών που αποσκοπούν στην ανάπτυξη διατομεακών υποδομών και πόλων ικανότητας και αριστείας στον τομέα των N&N, με επιπρόσθετο στόχο τη σύνδεσή τους σε ένα πανευρωπαϊκό δίκτυο τόσο για τη μεγιστοποίηση των συνεργιών όσο και για την αποτροπή περιττών αλληλοεπικαλύψεων.

3.2   Σε κοινοτικό επίπεδο

3.2.1

Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι για να είναι το εν λόγω σχέδιο δράσης λειτουργικό και αξιόπιστο θα πρέπει να συνοδεύεται από ένα χρονοδιάγραμμα και από μια επιβεβλημένη τελευταία προθεσμία, κατά τρόπο ώστε να καθίσταται περισσότερο επιτακτική και επαληθεύσιμη η επιτελεσθείσα πρόοδος όσον αφορά τα εξής:

την αύξηση των επενδύσεων για την έρευνα, την καινοτομία και την κατάρτιση στον τομέα των N&N, τόσο στο κοινοτικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο των κρατών μελών και των περιφερειών τους, πάντοτε όμως βάσει μιας ισχυρής διαδικασίας συντονισμού σε ευρωπαϊκή κλίμακα εκ μέρους της Επιτροπής και με την ανάληψη μεγαλύτερης δέσμευσης από τη βιομηχανία·

τη δημιουργία, στο πλαίσιο του 7ου ΠΠ, ενός ευρωπαϊκού πόλου συντονισμού (Focal Point), ο οποίος να λειτουργεί ως σταθερός και προενεργός συνομιλητής, τόσο στο εσωτερικό της Ένωσης όσο και στο επίπεδο της διεθνούς συνεργασίας και του διαλόγου, με ένα Ευρωπαϊκό Κέντρο «Νανο-Ιανός» («Nano-Janus») (28), το οποίο θα πρέπει να διαθέτει ενδεδειγμένο προϋπολογισμό·

τη δέουσα προετοιμασία εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού με πολυεπιστημονικές δεξιότητες στον επιστημονικό, τεχνικό και παραγωγικό τομέα, καθώς και την ενίσχυση της παρουσίας βιομηχανικών στελεχών εξοικειωμένων με την προσέγγιση των N&N·

την επιδίωξη εναργούς και ανοικτού διαλόγου με την κοινωνία των πολιτών, προκειμένου να διασφαλισθεί η αποδοχή και η επιτυχία των νανοτεχνολογιών και των νανοεπιστημών, όχι μόνον εν ονόματι της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, αλλά και σε συνάρτηση με τη χρησιμότητά τους για την υγεία, την ασφάλεια και την ποιότητα ζωής των πολιτών·

την καθιέρωση, ήδη από το στάδιο του σχεδιασμού των προγραμμάτων και των εφαρμογών τους, μηχανισμών για την αξιολόγηση των τοξικολογικών και των οικοτοξικολογικών κινδύνων, καθώς και ενδεδειγμένων μέσων κατάρτισης για την κάλυψη των σχετικών αναγκών·

την εξέταση των προτάσεων σχετικά με την έρευνα και τη δημόσια χρηματοδότηση υπό το πρίσμα ενός συστήματος επιτήρησης της ηθικής δεοντολογίας, όπως ήδη προβλέπεται για το πρόγραμμα-πλαίσιο, και με συστηματική επισήμανση των θεμάτων ηθικής που ενδέχεται να ανακύψουν όσον αφορά τις N&N·

τη διαφύλαξη της ενδεδειγμένης ισορροπίας μεταξύ, αφενός, της επιταγής για κοινωνική ανάπτυξη, διάδοση της επιστημονικής γνώσης και προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος και, αφετέρου, των απαιτήσεων που τίθενται όσον αφορά την πνευματική και τη βιομηχανική ιδιοκτησία.

3.2.2

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει σθεναρά την αισθητή αύξηση των επενδύσεων για την έρευνα, την καινοτομία και την κατάρτιση στον τομέα των N&N, σε κοινοτικό επίπεδο, εκ παραλλήλου και σε στενό συντονισμό με τα κράτη μέλη και τις περιφέρειές τους.

3.2.2.1

Η ΕΟΚΕ τονίζει επ'αυτού ότι — αντίθετα από ό,τι συμβαίνει σε άλλους τομείς έρευνας — το συνολικό ύψος των χρηματοδοτικών πόρων που χορηγούνται στις N&N εξισούται προς το ύψος των κονδυλίων που διατίθενται από τα κράτη μέλη (οι κοινοτικές πιστώσεις για την έρευνα εν γένει αντιπροσωπεύουν ποσοστό 4-5 % της συνολικής ευρωπαϊκής δαπάνης στον τομέα της έρευνας, ενώ οι πιστώσεις που προέρχονται από τα κράτη μέλη ανέρχονται σε ποσοστό 87 %).

3.2.3

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, στο πλαίσιο του 7ου ΠΠ για την περίοδο 2007 — 2013, η θεματική προτεραιότητα που είναι αφιερωμένη στις N&N θα πρέπει να τύχει χρηματοδότησης όχι χαμηλότερης του 10 % των πόρων που έχουν χορηγηθεί στο ειδικό πρόγραμμα «Συνεργασία».

3.2.3.1

Στο πλαίσιο του προγράμματος «Ικανότητα» θα πρέπει να παρασχεθούν στις ΜΜΕ ικανοποιητικά περιθώρια για την έρευνα και την καινοτομία στον τομέα των N&N και, ειδικότερα, για τις νανοτεχνολογικές περιοχές, τις υποδομές αριστείας και την πρόβλεψη (foresight) όσον αφορά τις N&N.

3.2.3.2

Στο πλαίσιο του ειδικού προγράμματος «Πρόσωπα», η κατάρτιση και η κινητικότητα των ερευνητών στον τομέα των N&N θα πρέπει να τύχουν της δέουσας αντιμετώπισης· τούτο απαιτείται επίσης να ισχύσει, αφενός, για τις δραστηριότητες του Κοινού Κέντρου Ερευνών όσον αφορά την ασφάλεια και τη μετρονομία και, αφετέρου, για τις τεχνολογικές προοπτικές.

3.2.4

Από τη δική του πλευρά, το πρόγραμμα-πλαίσιο για την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία θα πρέπει να είναι σε θέση να αφιερώσει — αρχής γενομένης από το 2007, και παρά τον περιορισμένο προϋπολογισμό που διαθέτει — ένα τμήμα των παρεμβάσεών του στη διαμόρφωση επιχειρηματικού πνεύματος εστιασμένου στις οργανωτικές εφαρμογές της έρευνας στον τομέα των N&N.

3.2.5

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ενθέρμως τη δημιουργία ευρωπαϊκών τεχνολογικών πλατφορμών — κατά το υπόδειγμα εκείνων που υφίστανται ήδη στον τομέα της νανοηλεκτρονικής ή της νανοϊατρικής: πράγματι η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι οι εν λόγω πλατφόρμες αποτελούν εξαιρετικά ενδεδειγμένα μέσα για την προώθηση, υπό το πρίσμα μιας κοινής συμμετοχικής πρόβλεψης (foresight), της ενεργοποίησης όλων των δημοσίων και ιδιωτικών φορέων των ποικίλων τομέων (επιστημονικού, εκπαιδευτικού, τεχνολογικού, βιομηχανικού, χρηματοοικονομικού) έναντι σχεδίων και πρωτοβουλιών κοινοτικών, εθνικών/περιφερειακών ή συνδυασμένων.

3.2.6

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ζωτικής σημασίας τις επενδύσεις για εκπαίδευση και κατάρτιση προηγμένης μορφής. Τα νέα κοινοτικά προγράμματα για το διάστημα που έπεται του 2006 θα πρέπει να προβλέπουν ρητώς γραμμές δράσης με στόχο την πολυεπιστημονική υποστήριξη των N&N.

3.2.7

Η Επιτροπή θα πρέπει από την πλευρά της να διευκολύνει τη βιομηχανική αξιοποίηση με την ανάληψη, έως το 2007 και στο πλαίσιο του προγράμματος εργασίας για τις N&N του 7ου ΠΠ, των ακόλουθων δράσεων:

της ίδρυσης γραφείου αρωγής για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που άπτονται των νανοτεχνολογιών (Nano-IPR Helpdesk), όπως είχε προτείνει η ΕΟΚΕ στην προηγούμενη γνωμοδότησή της με θέμα τις N&N·

της δημιουργίας ευρωπαϊκού κέντρου ανταλλαγής πληροφοριών (clearing house) για την ανταλλαγή ορθών πρακτικών και για την εποπτεία των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και των καινοτόμων εφαρμογών στην παγκόσμια αγορά·

της σύστασης ψηφιακής βιβλιοθήκης, όπως προτείνεται στην ανακοίνωση που αποτελεί το θέμα της παρούσας γνωμοδότησης·

της υποβολής προσφορών CEN-STAR (29) για σχέδια που αφορούν την έρευνα πριν και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας θέσπισης τεχνικών κανόνων·

της ανάληψης πρότυπων δράσεων επίδειξης για τη βιομηχανική εφαρμογή των N&N.

3.2.8

Η Επιτροπή θα πρέπει να ενισχύσει, ήδη από τώρα, το μηχανισμό επιτήρησης της ηθικής δεοντολογίας, με στόχο τη διασφάλιση συστηματικής επισήμανσης των θεμάτων ηθικής που ενδέχεται να ανακύψουν όσον αφορά τις N&N και, ειδικότερα, στον τομέα της ιατρικής, των γεωργικών προϊόντων διατροφής και της κοσμητικής.

3.3   Σε επίπεδο κρατών μελών

3.3.1

Η EOKE εξαίρει τη σημασία του συνδυασμού του Κοινοτικού Σχεδίου δράσης με εθνικά προγράμματα δράσης, τα οποία θα πρέπει να υποβληθούν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή εντός του πρώτου εξάμηνου του 2006: ο στόχος έγκειται στη διασφάλιση συγκλίσεων και συνεργιών όσον αφορά τις υποδομές, την κατάρτιση και την εκπαίδευση, αλλά και όσον αφορά την τυποποίηση των κανονιστικών διατάξεων και των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, την αξιολόγηση των κινδύνων, καθώς και το διάλογο με την κοινωνία των πολιτών, με τους καταναλωτές και με τα ΜΜΕ.

3.3.2

Η EOKE είναι της γνώμης ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει, αφενός, να διαθέτουν στις N&N σημαντικότερο τμήμα των δημοσίων και ιδιωτικών επενδύσεων που έχουν στη διάθεσή τους και, αφετέρου, να υποβάλουν, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, εκθέσεις προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την πρόοδο που σημειώθηκε όσον αφορά τις επενδύσεις και την υλοποίηση των εθνικών προγραμμάτων.

3.3.3

Οι εκθέσεις αυτές θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στη διετή κοινοτική έκθεση και να αναφέρονται, ειδικότερα, στα εξής:

στη διαμόρφωση ενός κανονιστικού και νομοθετικού πλαισίου το οποίο να ευνοεί τον νέο κύκλο βιομηχανικών εφαρμογών των N&N, τις νέες επιχειρηματικές ιδέες, τις νέες δεξιότητες και τις ανάγκες κατάρτισης των επιχειρηματιών, των εργαζομένων και των τεχνικών, τα πρότυπα, την πιστοποίηση των προϊόντων, καθώς και το σεβασμό των ηθικών αρχών και της διαφάνειας, κυρίως όσον αφορά την ιατρική/επιστημονική κατάρτιση, την παροχή δυνατότητας πρόσβασης και την ισότητα ευκαιριών·

στην ενθάρρυνση των καινοτόμων εφαρμογών N&N, σε περιφερειακό επίπεδο, με την ανάπτυξη δικτύων εργαστηρίων για την εκπόνηση πρωτοτύπων, την πιστοποίηση και την αξιολόγηση των κινδύνων, τα οποία να είναι προσιτά στο σύνολο των επιχειρήσεων, των φορέων, των πανεπιστημίων και των ερευνητικών κέντρων· προς το σκοπό αυτό κρίνεται σκόπιμο, αφενός, να ληφθούν ειδικά χρηματοοικονομικά μέτρα για την εκκίνηση επιχειρήσεων (start-up) και για τα κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου, ιδιαίτερα στις Περιφέρειες του Ταμείου Συνοχής, και, αφετέρου, να δημιουργηθούν πόλοι ενημέρωσης — ανοικτοί και για το ευρύ κοινό — σχετικά με τους κινδύνους και τις ευκαιρίες που αντιπροσωπεύουν οι N&N·

στην ανάληψη δράσεων για την αποτροπή της δημιουργίας «νανο-χάσματος», ιδίως στις περιοχές παρέμβασης των Διαρθρωτικών Ταμείων και του Ταμείου Συνοχής, αλλά και στις νησιωτικές και στις απομακρυσμένες περιφέρειες, προβλέποντας συγχρόνως και τη λήψη μέτρων προκειμένου να αποφευχθεί ο αποκλεισμός των λιγότερο ανεπτυγμένων τρίτων χωρών από την ανάπτυξη των N&N.

3.3.4

Η EOKE θεωρεί ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να επιδιώξουν τη διαφύλαξη ορθής ισορροπίας μεταξύ δύο απαιτήσεων: αφενός, της ανάγκης συνεργασίας και διάδοσης της επιστημονικής γνώσης και των εφαρμογών της όσον αφορά την προστασία της υγείας και του περιβάλλοντος και, αφετέρου, της επιταγής για προάσπιση του απορρήτου των εφευρέσεων και της πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας.

3.3.5

Κατά την άποψη της EOKΕ καθίστανται, και σε αυτό το πλαίσιο, προφανή τα μειονεκτήματα που συνεπάγεται η έλλειψη κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και ενιαίας κοινοτικής νομοθεσίας στον εν λόγω τομέα. Τούτο αφορά τόσο την ανάγκη να διευκρινισθεί ποιες νέες ανακαλύψεις στον τομέα των νανοβιοτεχνολογιών είναι δυνατόν να κατοχυρωθούν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας στα κράτη μέλη όσο και τη δυνατότητα ευχερέστερης πρόσβασης των ενδιαφερομένων πλευρών στις πληροφορίες σχετικά με τις νέες ανακαλύψεις και με τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας.

3.4   Σε διεθνές επίπεδο

3.4.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί πλήρως τις κατευθυντήριες γραμμές που προτείνονται στο σχέδιο δράσης για την ανάπτυξη συγκροτημένης συνεργασίας και δομημένου διαλόγου σε διεθνές επίπεδο. Η ΕΟΚΕ προτείνει συμπληρωματικά, εντούτοις, την προσθήκη των ακόλουθων προτάσεων:

την τακτική διοργάνωση διεθνών φόρουμ, υπό την αιγίδα της ΕΕ, με στόχο τον πολλαπλασιασμό των ευκαιριών για διάλογο, ανταλλαγές και επικοινωνία, προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω «η διεθνής επιστημονική, βιομηχανική και ακαδημαϊκή κοινότητα»·

την ανάπτυξη των ευρωπαϊκών ηγετικών ικανοτήτων για την προαγωγή των πρωτοβουλιών περί υιοθέτησης κοινών δηλώσεων και «κωδίκων συμπεριφοράς», με στόχο την υπεύθυνη ανάπτυξη και χρήση των N&N·

τη δημιουργία, εντός της ΕΕ και έως το 2008, ηλεκτρονικού αρχείου των επιστημονικών και τεχνικών δημοσιεύσεων που πραγματοποιούνται ανά τον κόσμο στον τομέα των N&N·

την ενσωμάτωση, στις κατευθυντήριες γραμμές της ευρωπαϊκής πολιτικής συνεργασίας για την ανάπτυξη, δράσεων με στόχο την ανάπτυξη της παραγωγικής ικανότητας (capacity building) των συνομιλητών που προέρχονται από τις αναπτυσσόμενες χώρες, την κατάρτιση του επιστημονικού προσωπικού, καθώς και την αποδοχή των τεχνολογιών στον τομέα των N&N από τις τοπικές αρχές: όλα τα ανωτέρω έχουν ως σκοπό να αποτραπεί η δημιουργία χάσματος όσον αφορά τις N&N (ήτοι, ο αποκλεισμός από την απόκτηση γνώσεων στον τομέα των N&N)·

την προαγωγή φιλικών προς το χρήστη συνεργιών στον τομέα των N&N τόσο με ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες — όπως η πρωτοβουλία EUREKA — όσο και με διεθνείς — όπως η πρωτοβουλία Human Frontiers.

3.5   Σε επίπεδο επιχειρήσεων, εργαζομένων και κοινωνίας των πολιτών

3.5.1

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, οι επιχειρήσεις — και ειδικότερα οι ΜΜΕ — μπορούν να αποκομίσουν τεράστια οφέλη από την ερευνητική δραστηριότητα στον τομέα των N&N και από την άμεση διάδοσή της στη μεταφορά τεχνολογίας, κυρίως χάρη στην υιοθέτηση τεχνολογιών με ενεργειακή και περιβαλλοντική αποδοτικότητα, νανοτεχνολογιών στον τομέα της πληροφορικής και νέων υλικών που εφαρμόζονται σε διαδικασίες, προϊόντα και υπηρεσίες, καθώς και σε συγκλίνουσες τεχνολογίες στους τομείς των Ν&Ν, της βιολογίας και της πληροφορικής.

3.5.2

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία θα πρέπει να πολλαπλασιάσει και να επιταχύνει τις προσπάθειές της στον τομέα της έρευνας και της εφαρμογής των N&N, προωθώντας επίπεδα επενδύσεων τουλάχιστον ίσα προς εκείνα των πιο προηγμένων ανταγωνιστών της: το εν λόγω εγχείρημα θα μπορούσε να ενθαρρυνθεί σημαντικά από τη διαμόρφωση ενός ευνοϊκού κανονιστικού και νομοθετικού πλαισίου τόσο σε κοινοτικό όσο και σε εθνικό/περιφερειακό επίπεδο.

3.5.3

Η EOKE είναι πεπεισμένη ότι η προσέγγιση αυτή, η οποία εμπεριέχει την ευρεία συμμετοχή των επιχειρήσεων, είναι ζωτικής σημασίας για την έρευνα, την ανάπτυξη και την εφαρμογή των N&N, υπό τον όρο ότι θα προβλεφθούν δράσεις υποστήριξης σε ευρωπαϊκό, εθνικό/περιφερειακό και, προπαντός, σε συνδυασμένο επίπεδο, με στόχο τα εξής:

τη διασφάλιση της παροχής πληροφοριών, με διαφάνεια, απλότητα και σαφήνεια, σχετικά με τη «νανοτεχνολογική ανίχνευση» (nanotechnology scouting) των αποτελεσμάτων της έρευνας που είναι εφαρμόσιμα, επί μονίμου βάσεως και με ασφάλεια, για τους εργαζομένους, τους τεχνικούς, τους καταναλωτές, το περιβάλλον και την υγεία· τα εν λόγω αποτελέσματα πρέπει να διασφαλίζονται βάσει πιστοποίησης πλήρως αποδεκτής τόσο από την κοινωνία όσο και από την αγορά·

το σχεδιασμό δράσεων κατάρτισης εστιασμένων στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις — και, ιδιαίτερα, οι μικρότερες εξ αυτών — με στόχο την υιοθέτηση και τη συνειδητή και υπεύθυνη χρήση των N&N, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που θέτουν οι νέες διαδικασίες παραγωγής στο πλαίσιο των οποίων εφαρμόζονται (30)·

την υποστήριξη δράσεων πολυεπιστημονικής κατάρτισης και επιμόρφωσης του τεχνικού και επιστημονικού προσωπικού σχετικά με το νέο σχεδιασμό και την οργάνωση της επιχείρησης που εφαρμόζει νέες νανοτεχνολογικές παραγωγικές διαδικασίες και συναφείς υπηρεσίες στους διάφορους τομείς, καθώς και σχετικά με τις αναγκαίες προφυλάξεις για την εξάλειψη των τοξικολογικών και οικοτοξικολογικών κινδύνων·

τη διερεύνηση, κατά τρόπο σαφή και προκαθορισμένο, των ευκαιριών και των περιορισμών από την άποψη της βιομηχανικής και της πνευματικής ιδιοκτησίας για τη διασφάλιση ορθής ισορροπίας μεταξύ της συνεργασίας και του ανταγωνισμού, μεταξύ της προστασίας του απορρήτου ως προς την παραγωγή και της διάδοσης των επιτευγμάτων στον τομέα των N&N, μεταξύ της πραγματοποίησης δημοσιεύσεων και της ελεύθερης διακίνησης των νέων γνώσεων εντός της ευρωπαϊκής και της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας και της προστασίας των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας·

τη διευκόλυνση της πρόσβασης των επιχειρήσεων — και ιδιαίτερα των μικρότερων εξ αυτών ή εκείνων που είναι εγκατεστημένες σε νησιωτικές και απομακρυσμένες περιοχές — στα ινστιτούτα του ΚΚΕρ (31), στα εργαστήρια εκπόνησης προτύπων και στις υποδομές πιστοποίησης, μετρήσεων και δοκιμών. Σημαντική θα αποδειχθεί, επίσης, η πρόσβαση σε εθνικούς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς τεχνικής τυποποίησης, δυνάμενους να διαμορφώνουν πρότυπα τα οποία τυγχάνουν διεθνούς αναγνώρισης και αποδοχής·

την ενίσχυση, στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ), του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων (ΕΤΕ), του CIP (32) και των Διαρθρωτικών Ταμείων της Κοινότητας, της πρόσβασης των επιχειρήσεων — και ιδιαίτερα των ΜΜΕ — σε δράσεις χρηματοοικονομικής ενίσχυσης για τη χορήγηση κεφαλαίων εκκίνησης επιχειρήσεων (start-up) και κεφαλαίων επιχειρηματικού κινδύνου, καθώς και σε δράσεις για την προαγωγή της εξάπλωσης (spin-off) της ακαδημαϊκής κοινότητας με στόχο τη δημιουργία νέων επιχειρήσεων και νέων θέσεων απασχόλησης στον τομέα των N&N, αλλά και δικτύων για την αγορά, την παραγωγή και τη διανομή υπηρεσιών N&N·

τη σύσφιξη των σχέσεων μεταξύ των πανεπιστημίων, των ερευνητικών κέντρων και των επιχειρήσεων — ιδιαίτερα των ΜΜΕ — με τη δημιουργία κέντρων εμπειρογνωμοσύνης, υπό κοινή διαχείριση, για τους διάφορους τομείς εφαρμογής, με την ενσωμάτωση ειδικών νανοτεχνολόγων στις επιχειρήσεις και με τη διοργάνωση εκπαιδευτικών μαθημάτων στο πλαίσιο των νέων δράσεων που προβλέπονται από το πρόγραμμα «Marie Curie».

3.5.4

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι, ιδίως στον τομέα των N&N, οι εργαζόμενοι και τα τεχνικά και επιστημονικά στελέχη αντιπροσωπεύουν και πρέπει να εξακολουθήσουν να αντιπροσωπεύουν το ισχυρό σημείο των κοινωνικά υπεύθυνων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.

3.5.4.1

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει, εν προκειμένω, τη σημασία της ανάληψης δράσεων για την εξασφάλιση ασφαλούς περιβάλλοντος και ακίνδυνων παραγωγικών διαδικασιών, καθώς και ενδεδειγμένων παρεμβάσεων για την επιμόρφωση ειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, κυρίως στον τομέα των διαγνωστικών και των θεραπευτικών εφαρμογών της ιατρικής, με ιδιαίτερη αναφορά στις παραμέτρους της πρόληψης και της εκ των προτέρων αξιολόγησης των κινδύνων. Τούτο είναι δυνατό να επιτευχθεί με τη βοήθεια τεχνικών εγχειριδίων συμπεριφοράς, αποδεκτών σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

3.5.4.2

Ο αντίκτυπος στους εργαζομένους της νέας οργάνωσης της εργασίας που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των N&N στις παραγωγικές δραστηριότητες, αφενός, και των απαιτήσεων που τίθενται όσον αφορά την κατάρτισή τους, αλλά και την προστασία της υγείας τους και την ασφάλειά τους, αφετέρου, θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο εμπεριστατωμένων αξιολογήσεων και μελετών εκ μέρους του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος του Δουβλίνου για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας.

3.5.5

Ο ευρωπαϊκός διάλογος για τις N&N θα πρέπει να έχει παγιωθεί με όλες τις ενδιαφερόμενες πλευρές έως το 2007, δια της δημιουργίας ενός συμβουλευτικού οργάνου ή φόρουμ, το οποίο θα πρέπει να διαθέτει την αναγκαία ενάργεια και διαφάνεια και να μπορεί να προταθεί ως ικανός και αναγνωρισμένος συνομιλητής έναντι των μέσων μαζικής ενημέρωσης και της κοινωνίας των πολιτών.

3.5.6

Οι επιτυχημένες πρότυπες πρωτοβουλίες για την ευαισθητοποίηση των πολιτών θα πρέπει να έχουν εδραιωθεί έως το 2007, να προβάλλονται ήδη κατά την πρόσβαση στη δικτυακή πύλη «Europa» και να δημοσιοποιούνται επίσης στα άλλα όργανα και, κυρίως, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Στο πλαίσιο των εν λόγω πρωτοβουλιών θα πρέπει επιπλέον να εξασφαλισθεί και μια διεθνής απήχηση με τη θεσμοθέτηση, κατά το 2008, του «Διατομεακού Ευρωπαϊκού Βραβείου σε Ν&N» το οποίο προβλέπεται να απονέμεται σε ετήσια βάση επ'ευκαιρία της «Ευρωπαϊκής Εβδομάδας των N&N».

3.5.7

Η Επιτροπή θα πρέπει να έχει διαμορφώσει, έως το 2007, συγκεκριμένες μεθοδολογίες για την επισήμανση των κινδύνων λόγω της εφαρμογής ή/και της χρήσης N&N και να έχει προτείνει, εντός του πρώτου εξαμήνου του 2008, τις ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές επί του θέματος.

Βρυξέλλες, 20 Απριλίου 2006

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  EE C 157 της 28.06.05.

(2)  Ένθα ανωτέρω.

(3)  Συνέντευξη του Επιτρόπου BUSQUIN (σύνοψη στη δημοσίευση IP/04/820 της 29ης Ιουνίου 2004).

(4)  Πρβ. υποσημείωση 2.

(5)  Κέντρο Μικρο και Νανοηλεκτρονικής της Πολυτεχνικής Σχολής του Μιλάνου (Centro micro e nanoelettronica del Politecnico di Milano). Καθ. Alessandro Spinelli.

(6)  Ένθα ανωτέρω.

(7)  Οι επενδύσεις στον τομέα της νανοηλεκτρονικής ανέρχονται επί του παρόντος σε 6 δισεκατομμύρια ευρώ (€) τα οποία κατανέμονται ως εξής: 1/3 σε εφαρμογές νανο και μικρο, 1/3 στη διαγνωστική, 1/3 σε υλικά (Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΓΔ Έρευνα).

(8)  Από την ελληνική λέξη μίμηση, μίμηση της φύσης.

(9)  Όπως π.χ. η αυτόνομη κίνηση των σπερματοζωαρίων.

(10)  Πρβλ. γνωμοδότηση INT/269, με εισηγητή τον κ. Wolf.

(11)  Πρβλ. «Νανοεπιστήμες και νανοτεχνολογίες, πολυλειτουργικά υλικά βασισμένα στη γνώση & νέες διεργασίες και συστήματα παραγωγής», «ανακοίνωση στο Euronanoforum που πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο του 2005» στο Εδιμβούργο.

(12)  COM(2005) 243 τελ. και COM(2005) 24 τελ.

(13)  CESE 1629/2004 (ΕΕ C 157 της 28.6.2005).

(14)  Μεταξύ των κυριοτέρων κέντρων αριστείας μπορούν να αναφερθούν τα εξής:: το Κέντρο Μοριακής Ανάλυσης DESMOL, το Κέντρο Υψηλής Πίεσης και το Κέντρο CELDIS του Ινστιτούτου Φυσικής της Πολωνικής Ακαδημίας των Επιστημών· το Ερευνητικό Κέντρο KFKI-CMRC και το Ίδρυμα Ερευνών για τη στερεά κατάσταση, τη φυσική και την οπτική της Ουγγρικής Ακαδημίας των Επιστημών· το Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογίας Προηγμένων Υλικών (CAMART) του Ινστιτούτου Φυσικής Στερεάς Κατάστασης (Συμπυκνωμένης Ύλης) του Πανεπιστημίου της Λεττονίας.

(15)  Η κοινοτική πρωτοβουλία Gate2Growth παρέχει ένα πακέτο υπηρεσιών και δικτύων με στόχο να καταστεί ταχύτερη και λιγότερο δαπανηρή η πρόσβαση στις επενδύσεις για νέες καινοτόμες επιχειρήσεις, μέσω πανευρωπαϊκών θεματικών δικτύων επενδυτών και μεσαζόντων, όπως το δίκτυο I-TecNet.

(16)  Η Minanet είναι μια τράπεζα δεδομένων με επιγραμμική πρόσβαση (on-line) σχετικά με ευρωπαϊκά ερευνητικά σχέδια στον τομέα των μικροσυστημάτων και των νανοτεχνολογιών. Σε αυτή τη βάση δεδομένων περιλαμβάνονται σχέδια στον τομέα των N&N που αναπτύσσονται στην Τσεχική Δημοκρατία, στην Πολωνία, στη Σλοβακία, στην Ουγγαρία, στη Βουλγαρία, στη Λιθουανία, στη Λεττονία, στην Κύπρο και στη Ρουμανία.

(17)  Lux Research and Technology Review on Nanotechnology 2005.

(18)  Πρβλ.: http://cordis.europa.eu.int/nanotechnology; Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ΓΔ Έρευνα, Μονάδα G4 (8.12.2005).

(19)  Lux Research and Technology Review on Nanotechnology 2005.

(20)  Όσον αφορά τις ιδιωτικές επενδύσεις σε N&N, σχεδόν 60 ιαπωνικές επιχειρήσεις δαπανούν περίπου 170 εκατομμύρια ευρώ ετησίως για Ε&Α σε νανοτεχνολογίες, ποσό το οποίο αντιστοιχεί σε αύξηση κατά 20 % από το 2003.

(21)  Η εταιρεία Samsung άρχισε, ήδη από το 2002, να διαθέτει τσιπ μνήμης φλας (flash memory chips) που περιέχουν 90 εξαρτήματα νανομετρικών διαστάσεων.

(22)  Beijin Report 2005 on Nanotech Development to 2010-2015 (Έκθεση 2005 του Πεκίνου σχετικά με την ανάπτυξη των νανοτεχνολογιών έως το διάστημα 2010-2015).

(23)  Σύμφωνα με την προαναφερθείσα έκθεση, το μερίδιο της Κίνας στην παγκόσμια αγορά θα υπερβεί το 6 % το 2010 και το 16 % το 2015. Η πορεία προς τα τελικά προϊόντα θα εξαρτηθεί πολύ περισσότερο από τη σύγκλιση των εφαρμογών στον τομέα των νανοβιοτεχνολογιών παρά στον τομέα των νανοεπιστημών, καθώς και από τις εφαρμοσμένες έρευνες στα τρία μεγάλα εθνικά ερευνητικά κέντρα και σε περισσότερα από 20 ινστιτούτα νανοτεχνολογίας.

(24)  Ευρωπαϊκός Χώρος Έρευνας: Συνεργασία και συντονισμός των εθνικών και περιφερειακών δράσεων στον τομέα της έρευνας. Το Πρόγραμμα ERA-NET – χρηματοδοτούμενο με 148 εκατ. ευρώ – προβλέπει την ανά εξάμηνο πρόσκληση υποβολής προσφορών, έως το 2005, για σχέδια τα οποία προβλέπουν τη συμμετοχή των αρμοδίων αρχών τουλάχιστον τριών κρατών μελών. Για τα επόμενα έτη προβλέπεται η εφαρμογή του προγράμματος ERA-NET Plus, το οποίο ενισχύει το προγενέστερο πρόγραμμα.

(25)  COST: Διακυβερνητική οργάνωση με στόχο την προώθηση της συντονισμένης επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας (Ε&Τ).

(26)  ESF: Ευρωπαικό Ίδρυμα Επιστημών.

(27)  EUREKA: Ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την εμπορική αξιοποίηση προηγμένων τεχνολογιών.

(28)  Πρβλ. Nanotechnology National Office (Εθνική Υπηρεσία Νανοτεχνολογίας), η οποία συστάθηκε το 2003 στις ΗΠΑ δυνάμει του νόμου περί ανάπτυξης των νανοτεχνολογιών.

(29)  CEN: Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης. STAR: Έρευνα περί τυποποίησης.

(30)  Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της τόσο για τις δημοσιεύσεις που πραγματοποιούνται και διατίθενται ευρέως από τη ΓΔ Καινοτομία – είτε σε έντυπη μορφή είτε και σε CD – όσο και για τα παιδαγωγικά μέσα που χρησιμοποιούνται στις εν λόγω δημοσιεύσεις και απευθύνονται σε ένα ενδιαφερόμενο μεν, αλλά ελάχιστα προετοιμασμένο, κοινό.

(31)  ΚΚΕρ = Κοινό Κέντρο Ερευνών

(32)  CIP = Πρόγραμμα «Καινοτομία και Ανταγωνιστικότητα» (Πρβλ. γνωμοδότηση CESE INT/270, με εισηγητή τον κ. Wqalschke και συνεισηγήτρια την κα Fusco).


8.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 185/10


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για τα παρακάτω θέματα:

«Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου περί του ειδικού προγράμματος που θα υλοποιηθεί με άμεσες δράσεις από το Κοινό Κέντρο Ερευνών με το οποίο τίθεται σε εφαρμογή το 7ο πρόγραμμα πλαίσιο (2007-2013) δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας»

«Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με το ειδικό πρόγραμμα “Συνεργασία” για την εκτέλεση του 7ου προγράμματος πλαισίου (2007-2013) της Ευρωπαϊκής Κοινότητας για τις δραστηριότητες έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης»

«Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με το ειδικό πρόγραμμα “Ιδέες” με το οποίο τίθεται σε εφαρμογή το 7ο πρόγραμμα πλαίσιο (2007-2013) δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας»

«Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με το ειδικό πρόγραμμα “Άνθρωποι” με το οποίο τίθεται σε εφαρμογή το έβδομο πρόγραμμα πλαίσιο (2007-2013) δράσεων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας»

«Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με το ειδικό πρόγραμμα “Ικανότητες” με το οποίο τίθεται σε εφαρμογή το 7ο πρόγραμμα πλαίσιο (2007-2013) δραστηριοτήτων έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας»

«Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου περί του ειδικού προγράμματος που θα υλοποιηθεί με άμεσες δράσεις από το Κοινό Κέντρο Ερευνών ώστε να εκτελεσθεί το έβδομο πρόγραμμα πλαίσιο (2007-2011) δραστηριοτήτων πυρηνικής έρευνας και εκπαίδευσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Ευρατόμ)»

«Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με το ειδικό πρόγραμμα με το οποίο τίθεται σε εφαρμογή το έβδομο πρόγραμμα πλαίσιο (2007-2011) δραστηριοτήτων έρευνας και εκπαίδευσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Ευρατόμ)»

COM(2005) 439, 440, 441, 442, 443, 444, 445 τελικά

(2006/C 185/02)

Στις 14 Νοεμβρίου 2005, το Συμβούλιο αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 166 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα τις ανωτέρω προτάσεις

Το τμήμα «Εσωτερική αγορά, παραγωγή και κατανάλωση» στο οποίο ανατέθηκαν οι προπαρασκευαστικές εργασίες για το θέμα, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 28 Μαρτίου 2006. Εισηγητής ήταν ο κ. WOLF και συνεισηγητής ο κ. PEZZINI.

Κατά την 426η σύνοδο ολομέλειάς της στις 20 και 21 Απριλίου 2006 (συνεδρίαση της 20ής Απριλίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 132 ψήφους υπέρ και 2 κατά την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Σύνοψη

1.1

Οι προτάσεις της Επιτροπής αφορούν το περιεχόμενο ή τα θέματα της έρευνας που καλύπτονται από τις προτάσεις της σχετικά με το 7ο πρόγραμμα πλαίσιο για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη (2007-2013) και το 7ο πρόγραμμα πλαίσιο της Ευρατόμ (2007-2011), που έχει ήδη σχολιάσει η ΕΟΚΕ. Συνεπώς, η παρούσα γνωμοδότηση συμπληρώνει τη γνωμοδότηση που έχει ήδη εκπονηθεί για τα δύο προγράμματα πλαίσιο.

1.2

Στη γνωμοδότηση αυτή, η ΕΟΚΕ συνιστά να διατεθούν χωρίς περικοπές οι προτεινόμενες από την Επιτροπή, άμεσα αναγκαίες, επενδύσεις στους τομείς της έρευνας και ανάπτυξης και να μην επιτραπεί να μεταβληθούν σε παίγνιο ή θύμα των διαπραγματεύσεων για το μελλοντικό γενικό προϋπολογισμό της ΕΕ.

1.3

Η υλοποίηση του στόχου που περιλαμβάνεται στη στρατηγική της Λισσαβόνας να εξελιχθεί η Ε.Ε. στον σημαντικότερο οικονομικό χώρο προϋποθέτει σαφή ενίσχυση των επενδύσεων στην έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη. Στο χώρο αυτό, η Ε.Ε. είναι εκτεθειμένη στον παγκόσμιο ανταγωνισμό όχι μόνο με τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και την Κορέα, αλλά και με την Κίνα, την Ινδία και τη Βραζιλία. Οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία ανακήρυξαν πρόσφατα την Ε&Α σε εθνική προτεραιότητα για την ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς τους και διέθεσαν τους πόρους που απαιτούνται για να επιτύχουν το στόχο αυτό. Εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη των συνεχών παγκόσμιων εξελίξεων, ο στόχος, ο οποίος ορίσθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Βαρκελώνης προς στήριξη της στρατηγικής της Λισσαβόνας και ο οποίος δεν έχει ακόμη επιτευχθεί, για επενδύσεις στην Ε&Α ποσοστού 3 % επί του ΑΕγχΠ της ΕΕ αποτελεί έναν «κινούμενο στόχο». Όποιος δεν επιτύχει εγκαίρως το στόχο αυτό, θα χάσει την πρωτιά.

1.4

Δεδομένου ότι το Συμβούλιο έχει εντωμεταξύ αποφασίσει σχετικά με το ύψος του γενικού προϋπολογισμού της Ε.Ε. και τον αντίκτυπο αυτού επί του προϋπολογισμού για την έρευνα, η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει τη σύστασή της για την σαφή αύξηση του προϋπολογισμού για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη — σε στους το 8 % — και για την έναρξη της αύξησης από τώρα και σε καμία περίπτωση μετά από εφτά χρόνια.

1.5

Το επίκεντρο των προτάσεων της Επιτροπής είναι το ειδικό πρόγραμμα «συνεργασία». Η EOKE υποστηρίζει την ενίσχυση των ερευνητικών θεμάτων που περιλαμβάνονται σε αυτό, όπως η ανεργία, υγεία, η τεχνολογία πληροφοριών, η νανοτεχνολογία, το περιβάλλον, οι μεταφορές, οι οικονομικές, κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, καθώς και τα νέα θέματα διάστημα και ασφάλεια. Το σημείο αυτό σχολιάζεται διεξοδικά στο κεφάλαιο 4, όπου και συνιστώνται συγκριτικές ενισχύσεις σε μεμονωμένες περιπτώσεις.

1.6

Η ΕΟΚΕ συνιστά εν γένει να μην επιλεγεί μια άκαμπτη κατανομή του προϋπολογισμού στα διάφορα θέματα, αλλά να επιτρέπει όσο το δυνατόν περισσότερη ευελιξία. Κατά αυτό τον τρόπο, πρέπει να εξασφαλιστεί ότι η ικανότητα της Επιτροπής να μπορεί κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του προγράμματος να ανταποκρίνεται σε ενδιάμεσες μετατοπίσεις του ενδιαφέροντος, σε νέα θέματα που προκύπτουν ή, λόγω του εγκάρσιου χαρακτήρα ορισμένων προγραμματικών θεμάτων, σε αναδιαρθρώσεις που ενδέχεται να καταστούν απαραίτητες και μάλιστα ταχέως και χωρίς περαιτέρω πολιτικά μέτρα.

1.7

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει την υποστήριξή της προς το ειδικό πρόγραμμα «ιδέες». Θεωρεί δε ότι οι προκύψει που προκύπτουν σε σχέση με το πρόγραμμα αυτό, εκτός από τον κατάλληλο εξοπλισμό, συνίστανται κατά κύριο λόγο στη διαδικασία για την επιλογή των αιτήσεων για την παροχή στήριξης και στη διαχείρισή του. Χαιρετίζει δε το γεγονός ότι το δύσκολο αυτό καθήκον θα ανατεθεί στο αυτόνομο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Έρευνας (European Research Council, ERC).

1.8

Η ΕΟΚΕ έχει τονίσει σε επανειλημμένες περιπτώσεις ότι το κλειδί για την προαγωγή της επιτυχίας και της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών δράσεων έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης, εκτός από τον εφοδιασμό με υψηλής ποιότητας εξοπλισμό, την χρηματοδοτική υποστήριξη και τη δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών, είναι η επάρκεια κορυφαίων δημιουργικών επιστημόνων. Το ειδικό πρόγραμμα «άνθρωποι» αφορά τα μέτρα με τα οποία η Επιτροπή θα μπορούσε να πλησιάσει την υλοποίηση του στόχου αυτού. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει απερίφραστα τα μέτρα αυτά και παραπέμπει, επιπλέον, στις προηγούμενες παρατηρήσεις της σχετικά με τον ευρωπαϊκό χάρτη των ερευνητών που δημοσιεύτηκε από την Επιτροπή.

1.9

Το ειδικό πρόγραμμα «Ικανότητες» είναι ένα πολύ καλό παράδειγμα των επικουρικών καθηκόντων της Κοινότητας. Αφορά ιδιαιτέρως τις ερευνητικές υποδομές (όπως είναι μεγάλα μηχανήματα, επιστημονικά εργαλεία, υπολογιστές, κλπ.) των οποίων η παροχή και αξιοποίηση υπερβαίνει τις δυνατότητες των μεμονωμένων κρατών μελών. Όμως, και το επιμέρους πρόγραμμα «έρευνα προς όφελος των ΜΜΕ» που περιλαμβάνεται στο ειδικό πρόγραμμα ανταποκρίνεται σε προηγούμενες συστάσεις της ΕΟΚΕ για την ενίσχυση της συμμετοχής των ΜΜΕ στη διαδικασία για την προαγωγή της καινοτομίας.

1.10

Η ΕΟΚΕ παραπέμπει, τέλος, στην προηγούμενη σύστασή της για τον δραστικό περιορισμό των διοικητικών επιβαρύνσεων των αιτούντων, την απλούστευση των διαδικασιών και την εξασφάλιση, ταυτόχρονα, της μέγιστης δυνατής συνέχειας σε ό,τι αφορά τα μέσα ενίσχυσης και τις διαδικασίες για την ανάθεση έργων.

2.   Εισαγωγή

2.1

Οι προτάσεις της Επιτροπής, που περιλαμβάνονται σε επτά χωριστά έγγραφα, συμπληρώνουν την πρόταση της Επιτροπής (1) για το 7ο πρόγραμμα πλαίσιο για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη (2007-2013) και για το 7ο πρόγραμμα — πλαίσιο Ευρατόμ (2007-2011), και προσφέρουν αναλυτικές πληροφορίες για το περιεχόμενο ή τα θέματα που καλύπτονται από τα προβλεπόμενα μέτρα στήριξης.

2.1.1

Ως εκ τούτου, η παρούσα γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ συνιστά μία συμπληρωματική και συμπαγή μορφή της γνωμοδότησης  (2) που υποβλήθηκε ήδη μαζί με παρατηρήσεις και συστάσεις σχετικά με την απόφαση για το 7ο πρόγραμμα — πλαίσιο για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη (2007-2013) και για το 7ο πρόγραμμα πλαίσιο Ευρατόμ (2007-2011).

2.1.2

Για το λόγο αυτό, η παρούσα γνωμοδότηση αναφέρεται κατά κύριο λόγο στο περιεχόμενο της έρευνας και όχι σε διαρθρώσεις και μέσα. Έτσι, δεν υπεισέρχεται του νέου, π.χ., στο σημαντικό ζήτημα της βελτιστοποίηση της το τρίγωνο τις καινοτομίες «βασική έρευνα, συναφής έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη» ούτε στη σύσταση οι υπάλληλοι της επιτροπής που συνοδεύουν το πρόγραμμα να είναι εμπειρογνώμονες οι οποίοι διαθέτουν εμπειρία σχετικά με την μελλοντική έρευνα και με την εκάστοτε ειδικότητα, πράγμα το οποίο θα απαιτούσε μια υπάρχει συνέχεια σε ό,τι αφορά στο προσωπικό. Τα θέματα αυτά εξετάστηκαν διεξοδικά στις προαναφερθείσες γνωμοδοτήσεις (3).

2.1.3

Ωστόσο, στο σημείο αυτό πρέπει να εξεταστεί ένα σημαντικό θέμα που είναι η κατανομή του προϋπολογισμού στα επιμέρους στοιχεία του προγράμματος. Για το θέμα αυτό, η ΕΟΚΕ είχε ήδη συστήσει να υπάρξει όσο το δυνατόν περισσότερη ευελιξία για να μπορεί η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του προγράμματος να ανταποκρίνεται σε ενδιάμεσες μετατοπίσεις του ενδιαφέροντος, σε νέα θέματα που προκύπτουν ή, λόγω του εγκάρσιου χαρακτήρα ορισμένων προγραμματικών θεμάτων, σε αναδιαρθρώσεις που ενδέχεται να καταστούν απαραίτητες και μάλιστα ταχέως και χωρίς περαιτέρω πολιτικά μέτρα.

2.2

Η Επιτροπή είχε προτείνει αύξηση για τους προϋπολογισμούς των δύο προγραμμάτων — πλαίσιο σε συνολικό ποσόν ύψους 72,7 (4) δισ. ευρώ. Αυτό εξακολουθεί να είναι λιγότερο από το 8 % του προτεινόμενου γενικού κοινοτικού προϋπολογισμού 2007 — 2013 ύψους 1025 δισ. ευρώ. Στην προαναφερθείσα γνωμοδότησή της για το 7ο πρόγραμμα πλαίσιο για την έρευνα, η ΕΟΚΕ είχε συστήσει «να διατεθούν χωρίς περικοπές οι προτεινόμενες από την Επιτροπή, άμεσα αναγκαίες, επενδύσεις στους τομείς της έρευνας και ανάπτυξης και να μην επιτραπεί να μεταβληθούν σε παίγνιο ή θύμα των διαπραγματεύσεων για τον μελλοντικό γενικό προϋπολογισμό της ΕΕ».

2.2.1

Ωστόσο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε στις 19 Δεκεμβρίου 2005 για έναν γενικό προϋπολογισμό ύψους μόνο 862,4 (5) δισ. ευρώ. Ως εκ τούτου, και ο κοινοτικός προϋπολογισμός για την έρευνα θα μπορούσε να αποδειχθεί σημαντικά μικρότερος από την πρόταση της Επιτροπής (6) αλλά «σύμφωνα με την εκτίμηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου  (7) οι πόροι της ΕΕ για την έρευνα θα αυξηθούν, έτσι ώστε οι πραγματικά διαθέσιμοι πόροι θα είναι το 2013 περίπου κατά 75 % περισσότεροι από το 2006 » . Η Επιτροπή θα επεξεργαστεί γι' αυτό αναθεωρημένη πρόταση που θα αντιστοιχεί στα στοιχεία αυτά. Συνεπώς, η πολιτική διαδικασία λήψης αποφάσεων για τα δύο προγράμματα — πλαίσιο δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα.

2.2.2

Η υλοποίηση του στόχου που περιλαμβάνεται στη στρατηγική της Λισσαβόνας να εξελιχθεί η Ε.Ε. στον σημαντικότερο οικονομικό χώρο προϋποθέτει σαφή ενίσχυση των επενδύσεων στην έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη. Στο χώρο αυτό, η Ε.Ε. είναι εκτεθειμένη στον παγκόσμιο ανταγωνισμό όχι μόνο με τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και την Κορέα, αλλά και με την Κίνα, την Ινδία και τη Βραζιλία. Οι ΗΠΑ και η Ιαπωνία ανακήρυξαν πρόσφατα την Ε&Α σε εθνική προτεραιότητα για την ενίσχυση της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς τους και διέθεσαν τους πόρους που απαιτούνται για να επιτύχουν το στόχο αυτό. Εντούτοις, λαμβανομένων υπόψη των συνεχών παγκόσμιων εξελίξεων, ο στόχος, ο οποίος ορίσθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Βαρκελώνης προς στήριξη της στρατηγικής της Λισσαβόνας και ο οποίος δεν έχει ακόμη επιτευχθεί, για επενδύσεις στην Ε&Α ποσοστού 3 % επί του ΑΕγχΠ της ΕΕ αποτελεί έναν «κινούμενο στόχο». Όποιος δεν επιτύχει εγκαίρως το στόχο αυτό, θα χάσει την πρωτιά.

2.3

Ενόψει της σημερινής κατάστασης των πραγμάτων, η ΕΟΚΕ θεωρεί απαραίτητο να επαναλάβει και να εμμείνει στις συστάσεις της που περιλαμβάνονται στην προαναφερθείσα γνωμοδότηση, επισημαίνοντας εκ νέου ότι: (1.) «Η αποτελεσματική και άριστη έρευνα και ανάπτυξη που προωθείται επαρκώς, συνιστά την καθοριστική βάση και προϋπόθεση για την καινοτομία, την ανταγωνιστικότητα και την ευημερία, και συνεπώς για την πολιτισμική ανάπτυξη και την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών.» (2.) «Η πρόταση της Επιτροπής είναι (…) τα ελάχιστα κονδύλια που πρέπει να διατεθούν και που, μακροπρόθεσμα, θα πρέπει να αυξηθούν περαιτέρω, στα πλαίσια της προσπάθειας να προστατευθεί από κινδύνους και να ενισχυθεί η θέση της Ευρώπης, κοιτίδας της σύγχρονης επιστήμης και τεχνολογίας.» (3.) «Εάν δεν γίνει αυτή η προσπάθεια, οι στόχοι της Λισσαβόνας θα καταστούν ανέφικτοι, ακόμη και μακροπρόθεσμα. »

2.4

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει την επισήμανση της ότι η ευρωπαϊκή συνεργασία στον τομέα της έρευνας και της τεχνολογικής ανάπτυξης λειτουργεί ως δραστικός καταλύτης για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και συνοχή. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό σε μια φάση που η Ε.Ε. αντιμετωπίζει προβλήματα με την αποδοχή της συνταγματικής συνθήκης εκ μέρους των πολιτών. Η επαρκής έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη έχει καθοριστική σημασία όχι μόνο για την υλοποίηση των στόχων της Λισσαβόνας, αλλά και για τη διευθέτηση ζητημάτων και προβλημάτων που παραμένουν ανοιχτά, όπως είναι π.χ. το θέμα της υγείας, της τροφοδοσία με ενέργεια, του περιβάλλοντος κλπ.

2.5

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει, συνεπώς, τη σύστασή της να αυξηθεί ο προϋπολογισμός για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη στο 8 % του γενικού προϋπολογισμού της ΕΕ και για την έναρξη της αύξησης από τώρα και όχι μετά από εφτά χρόνια.

2.6

Η ΕΟΚΕ λαμβάνει γνώση της πρότασης της Επιτροπής (8) για τη δημιουργία ευρωπαϊκού ιδρύματος τεχνολογίας (EIT).. Χωρίς να υπεισέρχεται στο σημείο αυτό στο περιεχόμενο της πρότασης, παρατηρεί ότι οι δαπάνες που απαιτούνται για το σκοπό αυτό δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό των υπό συζήτηση «ειδικών προγραμμάτων».

2.7

Παράλληλα, η ΕΟΚΕ παραπέμπει στην προηγούμενη σύστασή της «να μειωθεί δραστικά ο απαιτούμενος διοικητικός φόρτος για τους αιτούντες, να απλουστευθούν οι διαδικασίες και ταυτόχρονα να διασφαλιστεί η μέγιστη δυνατή συνέχεια ως προς τα μέσα χρηματοδότησης και τις διαδικασίες χορήγησης». Η ΕΟΚΕ θα αναφερθεί διεξοδικότερα στο σημείο αυτό, όταν θα ασχοληθεί με τις προτάσεις της Επιτροπής για τους «κανόνες συμμετοχής» (9).

3.   Περιεχόμενο των προτάσεων της Επιτροπής  (10)

3.1

Οι προτάσεις της Επιτροπής καλύπτουν και συγκεκριμενοποιούν ολόκληρο τον τομέα που θα αποτελέσει αντικείμενο έρευνας και ανάπτυξης στο έβδομο πρόγραμμα πλαίσιο και το πρόγραμμα Ευρατόμ — δηλαδή το σύνολο των θεμάτων, περιεχομένων, μεθόδων και βοηθητικών μέσων της έρευνας. Επιπροσθέτως, προτείνεται το ποσόν που θα πρέπει να διαθέσει γι' αυτό το Κοινό Κέντρο Ερευνών. Επίσης, παρουσιάζονται δράσεις για την απόκτηση και την ενίσχυση του απαραίτητου ανθρώπινου δυναμικού. Πρόκειται για επτά συνολικά έγγραφα της Επιτροπής που παρουσιάζουν και τα σχετικά επιμέρους προγράμματα με πολλές πληροφορίες.

3.2

Η συνοπτική τους διάρθρωση είναι η εξής (τα ποσοστά αφορούν το εκάστοτε μερίδιο στον γενικό προϋπολογισμό):

A — για το πρόγραμμα πλαίσιο Ε&Α (γενικός προϋπολογισμός 72.726 εκατ. ευρώ) 2007 — 2013

Συνεργασία

61,1 %

Ιδέες

16,3 %

Άνθρωποι

9,8 %

Ικανότητες

10,3 %

Δράσεις του Κοινού Κέντρου Ερευνών εκτός του πυρηνικού τομέα

2,5 %

B — για το πρόγραμμα πλαίσιο Ευρατόμ (γενικός προϋπολογισμός 3.092 εκατ. ευρώ) 2007 — 2011

Έρευνα πυρηνικής σύντηξης

69,8 %

Πυρηνική σχάση και ακτινοπροστασία

12,8 %

Δράσεις του Κοινού Κέντρου Ερευνών στον πυρηνικό τομέα

17,4 %

3.3

Η αναλυτική παρουσίαση των προτάσεων της Επιτροπής βρίσκεται στο κεφάλαιο 3 της γνωμοδότησης για το 7ο πρόγραμμα πλαίσιο για την έρευνα, τεχνολογική ανάπτυξη και επίδειξη (CESE 1484/2005)

4.   Παρατηρήσεις της ΕΟΚΕ

4.1

Οι ακόλουθες παρατηρήσεις στηρίζονται στο περιεχόμενο των κεφαλαίων 4-6 της παραπάνω γνωμοδότησης για το 7ο πρόγραμμα πλαίσιο για την έρευνα, τεχνολογική ανάπτυξη και επίδειξη και είναι δύσκολο να κατανοηθούν χωρίς τη γνώση των εν λόγω κεφαλαίων.

4.1.1

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την πρόθεση της Επιτροπής να ανταποκριθεί στον εγκάρσιο χαρακτήρα πολλών στοιχείων των προγραμμάτων και να προωθήσει τον διαθεματικό χαρακτήρα τους με μια υπερθεματική προσέγγιση.

4.1.2

Επιπροσθέτως, η ΕΟΚΕ εξέτασε αν επιμέρους τομείς των ερευνητικών εργασιών που αφορούν παρόμοια εγκάρσια θέματα, όπως π.χ. οι τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών (ΤΠΕ) στην ιατρική, θα πρέπει μάλλον να ενταχθούν στις ΤΠΕ ή αντίθετα, να υπαχθούν στο ειδικό πρόγραμμα για την υγεία. Έτσι, ως προς τις ΤΠΕ, προτείνει να ενταχθεί όντως μεγαλύτερο μέρος των προβλεπομένων σχετικών δραστηριοτήτων στα ειδικά επιμέρους προγράμματα, π.χ. για την υγεία, την ενέργεια, τις μεταφορές ή ενδεχομένως και τις κοινωνικές επιστήμες, γιατί έτσι περιέρχονται στο προσκήνιο τα αντίστοιχα προβλήματα.

4.1.3

Στο ερώτημα όμως αυτό δεν μπορεί να δοθεί μία απάντηση με γενική ισχύ, αλλά αντίθετα, η απάντηση πρέπει να εξαρτάται σε κάθε επιμέρους περίπτωση, αφενός, από το πού μπορούμε να περιμένουμε τις περισσότερες μεθοδικές συνέργειες και, αφετέρου, από το πού μπορεί να εξασφαλιστεί η καλύτερη σύνδεση με την εκάστοτε συγκεκριμένη προβληματική. Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει εδώ τη σύστασή της να υπάρχει σε κάθε περίπτωση «μέριμνα για τον συντονισμό από κάποιον υπερκείμενο φορέα, καθώς και για τις απαραίτητες εγκάρσιες διασυνδέσεις.»

4.1.4

Η ΕΟΚΕ επικροτεί, επίσης, την πρόθεση της Επιτροπής να αντιμετωπίσει με ευελιξία τις διαγραφόμενες απαιτήσεις, νέες γνώσεις και προτάσεις, καθώς και απρόβλεπτες πολιτικές ανάγκες. Η προαγωγή και ο συντονισμός της προ του ανταγωνισμού έρευνας και ανάπτυξης από την Επιτροπή θα συμβάλουν στην ενίσχυση της ανταγωνιστικής θέσης της ΕΕ.

4.2   Συνεργασία — το κεντρικό σημείο του προγράμματος

4.2.1

Υγεία. Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι είναι ανάγκη η προσέγγιση να εκτείνεται από την προετοιμασία για τις επιδημίες και τις πανδημίες και την πρόληψή τους μέχρι τον συνυπολογισμό των δημογραφικών εξελίξεων, με όλα τα φαινόμενα που τις συνοδεύουν και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην κοινωνία και την υγεία. Εδώ συμπεριλαμβάνονται και η έρευνα που αφορά τη γήρανση και τις αναπηρίες (ως προς την τελευταία υπάρχουν και ανεξάρτητες πτυχές, για παράδειγμα κοινωνικές ή τεχνικές, οι οποίες υπερβαίνουν τα θέματα υγείας). Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την άποψη της Επιτροπής ότι δεν πρέπει να παραμεληθεί και η έρευνα που αφορά τις σπάνιες ασθένειες. Το πρόγραμμα πρέπει να περιλαμβάνει όλους τους σχετικούς επιστημονικούς και τεχνικούς τομείς — και τη βιοτεχνολογία, τη γονιδιακή έρευνα, την έρευνα των βλαστοκυττάρων και άλλες πολυτομεακές προσεγγίσεις, καθώς και το ζήτημα των απαιτουμένων ποιοτικών και κοινωνικών προδιαγραφών. Αυτό αφορά τόσο τη βιολογική και ιατρική έρευνα σε πανεπιστήμια, κλινικές και δημόσια ερευνητικά ιδρύματα, όσο και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής ιατρικής και φαρμακευτικής βιομηχανίας. Η ΕΟΚΕ συνιστά επομένως την έγκριση του προταθέντος πλαισίου του προγράμματος. Η έρευνα και η ανάπτυξη που αφορούν την υγεία είναι θέμα πρώτης προτεραιότητας, ευρωπαϊκού, αλλά και παγκόσμιου ενδιαφέροντος.

4.2.2

Τρόφιμα, γεωργία και βιοτεχνολογία (η βιοτεχνολογία είναι επίσης μία μέθοδος που έχει σημασία για το θέμα της υγείας (σημείο 4.2.1)). Η ΕΟΚΕ διακρίνει σε αυτό το πρόγραμμα τη σωστή προσπάθεια για τη δημιουργία και διατήρηση μίας ευρωπαϊκής βιοοικονομίας βασισμένης στη γνώση. Στόχος είναι η εφαρμογή των βιοεπιστημών και τεχνολογιών για την παραγωγή φιλικών προς το περιβάλλον και ανταγωνιστικών προϊόντων και διαδικασιών της γεωργίας, της αλιείας, της υδατοκαλλιέργειας, του κλάδου των τροφίμων, της υγείας, της δασοκομίας, καθώς και συγγενών βιομηχανικών κλάδων. Ενόψει του ιδιαίτερα σκληρού ανταγωνισμού στον τομέα της γεωργίας με χώρες όπως, για παράδειγμα, η Βραζιλία, ο τομέας αυτός έχει επίσης πολύ μεγάλη σημασία. Ένας ενδεχόμενος νέος κλάδος ανάπτυξης θα μπορούσε να είναι η καλλιέργεια φυτών που βοηθούν να καθαρίσουν τα μολυσμένα εδάφη προσλαμβάνοντας βλαπτικές ουσίες ή, εναλλακτικά, φυτών που δεν προσλαμβάνουν από τα μολυσμένα εδάφη ειδικά τις βλαπτικές ουσίες και, ως εκ τούτου, μπορούν να χρησιμοποιούνται άφοβα.

4.2.3

Τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών «ΤΠΕ». Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες του τομέα των ΤΠΕ εμπλούτισαν και άλλαξαν με επαναστατικό τρόπο την επιστήμη, την τεχνολογία, τη διοίκηση, ακόμα και την καθημερινή ζωή των πολιτών. Ο κλάδος, των ΤΠΕ καταλαμβάνουν, τόσο εξαιτίας των πόρων που γι αυτόν διατίθενται από τον προϋπολογισμό όσο και εξαιτίας της ποικιλίας των καθηκόντων που περιλαμβάνουν, το μεγαλύτερο μέρος του προγράμματος «Συνεργασία», μπορεί δε να υπεισέλθει ή υπεισέρχεται σε όλους τους άλλους τομείς. Στόχος είναι η προσφορά καινοτόμων προϊόντων και υπηρεσιών που στηρίζονται στις ΤΠΕ και αφορούν τους τομείς της επιστήμης, της τεχνολογίας, της διοίκησης και της διοικητικής μέριμνας. Το πρόγραμμα ΤΠΕ εκτείνεται λοιπόν από την ανάπτυξη νέου εξοπλισμού Η/Υ (όπου, για παράδειγμα, η ανάπτυξη των τσιπ παρουσιάζει σημαντική επικάλυψη με το πρόγραμμα «Νανοτεχνολογία»), συστημάτων εξοπλισμού και δικτύων μέχρι τα νέα εργαλεία προγραμματισμού, ενώ πρέπει να δοθεί επιπροσθέτως σημασία στο να έχουν όλες οι ομάδες του πληθυσμού πρόσβαση στις υπηρεσίες ΤΠΕ. Ταυτόχρονα, η ΕΟΚΕ παραπέμπει στην παρατήρησή της στο σημείο 4.1.2, σύμφωνα με την οποία το ζητούμενο είναι ακριβώς η εκπλήρωση της παροχής αυτών των υπηρεσιών, δηλαδή κατά πόσον θα συνεισφέρει το πρόγραμμα ΤΠΕ και στο μέλλον στα άλλα προγράμματα, αν μπορεί να δικαιολογήσει τη σαφώς εξέχουσα έκτασή του.

4.2.4

Νανοεπιστήμες, νανοτεχνολογίες, υλικά και νέες τεχνολογίες παραγωγής. Και αυτός είναι ένας νέος, εξαιρετικά καινοτόμος τομέας (11), που γεννήθηκε στο πεδίο έντασης μεταξύ έρευνας βάσης και εφαρμογής, από πολλές και διάφορες πηγές και διακλαδώσεις της φυσικής και χημικής έρευνας και τεχνολογίας. Έχει το δυναμικό δημιουργίας νέων ή βελτιωμένων προϊόντων και διαδικασιών σε πολλούς κλάδους της τεχνολογίας. Ταυτόχρονα όμως είναι τόσο πολύπλευρος και πολυσχιδής, ώστε απαιτείται μεγάλη εποπτεία για να αναγνωρίσει και να αξιοποιήσει κανείς κοινά στοιχεία και εγκάρσιες διασυνδέσεις αυτού του επιστημονικού κλάδου, που φθάνει από την πυρηνική φυσική ως την τεχνολογία πλάσματος και από τη νανομηχανική μέχρι το φινίρισμα κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων. Εφόσον οι νανοδιαδικασίες εκτυλίσσονται ταυτόχρονα σε μία διάσταση μικροσκοπίου που είναι πολύ δύσκολο να την φανταστούν οι πολίτες, το θέμα αυτό απαιτεί να γίνει εξαρχής εποικοδομητικός διάλογος με τους καταναλωτές, προκειμένου να διαγνωστούν και να αποκλειστούν οι κίνδυνοι και, από την άλλη, να διαλυθούν οι ανυπόστατες ανησυχίες. Επομένως, η ευρεία προσέγγιση της Επιτροπής που περιλαμβάνει και προσπάθειες μετάδοσης γνώσεων επικροτείται θερμά και χαίρει υποστήριξης.

4.2.5

Ενέργεια. Η ΕΟΚΕ έχει αναφερθεί επανειλημμένα στο καίριο θέμα της ενέργειας και έχει εκφράσει ήδη τη γνώμη της γι' αυτό σε πολλές ειδικές γνωμοδοτήσεις, υπογραμμίζοντας και τη μεγάλη ανάγκη για έρευνα (12). Μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα υπάρχει πολύ σοβαρό ενεργειακό πρόβλημα (13). Το πρόβλημα αυτό αφορά τόσο την αναμενόμενη μείωση των πόρων και την άνοδο της τιμής των «κλασικών» πηγών ενέργειας, του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, καθώς και την ασφάλεια εφοδιασμού της Ευρώπης με αυτές, που βρίσκεται σε κρίσιμο στάδιο, όσο και τις επιπτώσεις που έχει η χρησιμοποίηση της ενέργειας στο περιβάλλον και ιδίως στο κλίμα, που λαμβάνουν μάλιστα τις περισσότερες φορές παγκόσμιες διαστάσεις. Η λύση για το ενεργειακό πρόβλημα μπορεί να έρθει μόνον από βελτιωμένες ή νέες, και παρόλα αυτά κατά το δυνατόν οικονομικές τεχνολογίες. Το κλειδί γι' αυτό αποτελεί η ενεργειακή έρευνα, που πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα θέματα (14) από την καλύτερη αξιοποίηση –και συσσώρευση! — φιλικών για το περιβάλλον πηγών ενέργειας, μέχρι τις τεχνικές εξοικονόμησης και πιο αποδοτικής χρήσης της ενέργειας, όπου συμπεριλαμβάνονται και διαδικασίες για τον μερικό ή πλήρη διαχωρισμό και τη συσσώρευση αερίων του θερμοκηπίου. Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η μετάβαση σε σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής μεγάλης απόδοσης. Η ΕΟΚΕ θεωρεί σωστές και ισορροπημένες τις σχετικές προτάσεις της Επιτροπής, ανησυχεί ωστόσο ιδιαιτέρως μήπως οι προβλεπόμενοι πόροι του προϋπολογισμού δεν είναι αρκετοί σε σχέση με τη ζωτική σημασία του προς επίλυση προβλήματος, και συνιστά μία σχετική αύξηση.

4.2.6

Περιβάλλον (συμπεριλαμβανομένης της αλλαγής του κλίματος). Η προστασία του περιβάλλοντος είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την ποιότητα και τις προϋποθέσεις της ζωής της σημερινής και των επομένων γενεών. Η διαπίστωση και επίλυση των σχετικών προβλημάτων –είτε οφείλονται στον άνθρωπο είτε στη φύση– είναι ένας ιδιαίτερα φιλόδοξος και ενδεχομένως ζωτικής σημασίας στόχος. Το καθήκον αυτό είναι στενά συνδεδεμένο με θέματα που εντάσσονται σε πολλούς και διάφορους τομείς της έρευνας και της πολιτικής: την οικονομική πολιτική, την ενεργειακή πολιτική, την πολιτική για την υγεία και τη γεωργική πολιτική, συμπεριλαμβανομένης της παρακολούθησης και –εξαιτίας των παγκοσμίων πτυχών– των διεθνών συμφωνιών. Ενώ η περιβαλλοντική έρευνα αποσκοπεί περισσότερο στο (να μπορεί) να αναγνωρίσει τα διάφορα προβλήματα και τα αίτιά τους, οι λύσεις αναζητούνται περισσότερο σε άλλους τομείς, ιδίως στον τομέα της ενέργειας, και γι' αυτό πρέπει να υπάρχει ευελιξία στον προϋπολογισμό. Έχει ιδιαίτερη σημασία να ληφθεί υπόψη το γεγονός αυτό.

4.2.7

Μεταφορές (συμπεριλαμβανομένης της αεροναυτικής). Τα ευρωπαϊκά συστήματα μεταφορών είναι ουσιαστικό στοιχείο της οικονομικής και κοινωνικής ευημερίας καθώς και της συνοχής στην Ευρώπη. Το ειδικό πρόγραμμα για τις μεταφορές εξυπηρετεί την ανάπτυξη ολοκληρωμένων, φιλικών προς το περιβάλλον, έξυπνων και ασφαλών συστημάτων και μέσων μεταφοράς και, ως εκ τούτου, ασχολείται με συναφείς συγκεκριμένους τεχνικούς και διοικητικούς αναπτυξιακούς στόχους. Η εξέλιξη/μετεξέλιξη τρόπων μεταφοράς που θα εξοικονομούν ενέργεια και δεν θα παράγουν υψηλές εκπομπές ρύπων (αεροπλάνα, αυτοκίνητα κλπ) είναι ένα επιστημονικό και τεχνικό καθήκον που συνδέεται με τα ειδικά προγράμματα για την ενέργεια και το περιβάλλον, στην προσπάθεια για την εκπλήρωση του οποίου θα μπορούσαν να συμμετάσχουν και ΜΜΕ. Ένα ουσιαστικό μέσον γι' αυτό είναι οι αντίστοιχες τεχνολογικές πλατφόρμες (ACARE για την αεροναυτική και τις εναέριες μεταφορές, ERRAC για τις σιδηροδρομικές μεταφορές, ERTRAC για τις οδικές μεταφορές, WATERBORNE για τη ναυσιπλοΐα, το υδρογόνο και τα στοιχεία καυσίμου). Ο στόχος αυτού του επιμέρους προγράμματος είναι επίσης πολύ ουσιαστικός ενόψει της σημασίας που έχει, και για τα νέα κράτη μέλη, ένα λειτουργικό ευρωπαϊκό δίκτυο μεταφορών και ενόψει της συνεχιζόμενης αύξησης του όγκου των μεταφορών –ένα πολύ επίκαιρο και σημαντικό καθήκον είναι εδώ και η αποφυγή της κυκλοφοριακής συμφόρησης– καθώς και της σημασίας που έχει για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα (και των επιπτώσεών της στο περιβάλλον!). Γι αυτό χαίρει και της ανάλογης υποστήριξης.

4.2.8   Κοινωνικοοικονομικές και ανθρωπιστικές επιστήμες

4.2.8.1

Κατά τη γνώμη της ΕΟΚΕ, στόχος του προγράμματος αυτού θα έπρεπε να είναι να συμβάλει στην ευρεία κατανόηση των πολύπλοκων, αλληλένδετων κοινωνικοοικονομικών, νομικών και πολιτιστικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Ευρώπη, όπου συμπεριλαμβάνεται το ζήτημα των ιστορικών ριζών της και των κοινών σημείων, αναφοράς αλλά και των συνόρων και των γειτόνων της. Μια αποστολή η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία για τα πνευματικά θεμέλια και τη διαμόρφωση της ταυτότητας της Κοινότητας, η οποία σχετίζεται και με τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη και οι πολίτες της Ευρώπης αντιμετωπίζουν οι μεν τους δε, θα ήταν να γίνει για όλα τα κράτη μέλη μια καταγραφή και αξιολόγηση της ευρωπαϊκής ιστορίας, που θα μπορούσε στη συνέχεια να αποτελέσει τη βάση του υλικού που χρησιμοποιείται για τη διδασκαλία της ιστορίας στα κράτη μέλη ή για την υποστήριξη παρόμοιων προσπαθειών.

4.2.8.2

Αυτός ο θεματικός τομέας αφορά όμως, επίσης, πτυχές όπως η οικονομική, δημοσιονομική και φορολογική πολιτική, η πολιτική για τις επιστήμες, η ανάπτυξη, η απασχόληση και η ανταγωνιστικότητα, η κοινωνική συνοχή και η αειφορία, η ποιότητα ζωής, η παιδεία, θέματα πολιτισμού και δικαιοσύνης, καθώς και η διεθνής αλληλεξάρτηση. Εδώ συμπεριλαμβάνονται ειδικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η σύγχρονη κοινωνία, όπως η δημογραφική εξέλιξη (γεγονότα, συνέπειες, μέτρα), η μετανάστευση, ο κοινωνικός αποκλεισμός, η πολιτισμική διάσταση, αλλά και η εξέλιξη προς μία κοινωνία της γνώσης. Προκειμένου να ενισχυθεί και να προβληθεί η συνοχή αυτού του ειδικού προγράμματος, η ΕΟΚΕ συνιστά επιπλέον να εξαιρεθεί από το πρόγραμμα «Επιστήμη και Κοινωνία», που εντάσσεται στις «Ικανότητες», το τμήμα που δεν αφορά τη μετάδοση της επιστήμης και την καλύτερη αμοιβαία κατανόηση επιστήμης και κοινωνίας (βλέπε και 4.5.3.), αλλά τη διερεύνηση των σχέσεων μεταξύ επιστήμης και κοινωνίας, και να ενταχθεί στο επιμέρους πρόγραμμα «Κοινωνικοοικονομικές και ανθρωπιστικές επιστήμες». Η ΕΟΚΕ θεωρεί γενικά το επιμέρους πρόγραμμα «Κοινωνικοοικονομικές και ανθρωπιστικές επιστήμες» πολύ σημαντικό, εφόσον μάλιστα παίζει αποφασιστικό ρόλο για τις πολιτικές διαβουλεύσεις. Το πρόγραμμα αυτό θα πρέπει να συμπληρωθεί με μερικά από τα προαναφερθέντα θέματα και, για τον λόγο αυτόν, θα πρέπει να ενισχυθεί κάπως, εάν παραστεί ανάγκη.

4.2.9   Ασφάλεια και διάστημα.

Τόσο η ασφάλεια όσο και το διάστημα είναι σημαντικά ζητήματα που έχουν την υποστήριξη της ΕΟΚΕ.

4.2.9.1

Μετά από τις τρομοκρατικές επιθέσεις των τελευταίων ετών, οι πολίτες του Δυτικού κόσμου συνειδητοποίησαν ακόμα πιο ξεκάθαρα το ζήτημα της επαρκούς ασφάλειας, που απαιτεί μία ευρεία νομική, κοινωνική, πολιτιστική, αλλά και τεχνολογική-επιστημονική προσέγγιση. Ωστόσο, το ζήτημα της ασφάλειας και της σχετικής έρευνας δεν περιορίζεται σε μία Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας, αλλά αφορά και τομείς όπως οι μεταφορές, η υγεία, (π.χ. το πρόγραμμα της ΕΕ για την εξασφάλιση της υγείας), η προστασία από τις καταστροφές (π.χ. φυσικές καταστροφές και βιομηχανικά ατυχήματα), η ενέργεια και το περιβάλλον.

4.2.9.2

Η συγκλονιστική πρόοδος στον τομέα της διαστημικής έρευνας και τεχνολογίας μέχρι τώρα έχει γίνει σε γενικές γραμμές μόνον εν μέρει αντιληπτή από τους πολίτες. Έχουν γεωστρατηγική σημασία, αλλά συμβάλλουν επίσης στην ερμηνεία του σύμπαντος· σε τελευταία ανάλυση, η παρατήρηση του ουρανού και οι γνώσεις που αποκτήθηκαν από αυτήν, π.χ. για τις κινήσεις των πλανητών, υπήρξαν καθοριστικό σημείο εκκίνησης για τις σύγχρονες φυσικές επιστήμες. Επιπροσθέτως, η διαστημική έρευνα και τεχνολογία αποτελούν ανεξερεύνητα ακόμα πεδία για την ανάπτυξη καινοτόμων τεχνικών. Ως προς τη διαστημική έρευνα, η ΕΟΚΕ θεωρεί αναγκαία μία ισορροπημένη συνεργασία του προβλεπομένου προγράμματος με ήδη υφιστάμενες ευρωπαϊκές οργανώσεις, όπως η ESA και η ESO.

4.3

Ιδέες. Εδώ η Επιτροπή προχωρεί προωθώντας την έρευνα σε μία γόνιμη ανεξερεύνητη περιοχή. Και αυτό το έχει επιδοκιμάσει επανειλημμένα η ΕΟΚΕ (15). Η ενίσχυση ερευνητικών προτάσεων που κατέχουν εξέχουσα θέση στον πανευρωπαϊκό ανταγωνισμό –χωρίς τη μέχρι τώρα συνήθη προϋπόθεση της διασυνοριακής συνεργασίας– καθιστά εφικτή και προβάλει την αριστεία και γίνεται έτσι ταυτόχρονα πόλος έλξης για επιστήμονες που διαπρέπουν στον ευρωπαϊκό και διεθνή χώρο. Με τον τρόπο αυτόν δημιουργείται ένα ιδιαίτερα γόνιμο για καινοτομίες έδαφος. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει και πάλι ότι, προκειμένου να ξεπεραστεί το όριο της μετριότητας, πρέπει να αναλάβει κανείς και το ρίσκο της αποτυχίας. Η δυσκολία έγκειται πρωταρχικά –παράλληλα με την κατάλληλη χρηματοδότηση αυτού του προγράμματος– στη διαδικασία επιλογής και τη διαχείριση του προγράμματος. Για τον λόγο αυτόν, η ΕΟΚΕ θεωρεί σωστό να ανατεθεί αυτό το δύσκολο καθήκον σε ένα αυτόνομο όργανο αποτελούμενο από ιδιαίτερα επιτυχημένους και αναγνωρισμένους επιστήμονες επιλεγμένους προσωπικά:

4.4

Άνθρωποι. Η ΕΟΚΕ έχει υπογραμμίσει επανειλημμένα (16) ότι το κλειδί για μία επιτυχημένη και ανταγωνιστική ευρωπαϊκή έρευνα και ανάπτυξη είναι –παράλληλα με τον τεχνολογικό εξοπλισμό υψηλής αξίας και με την οικονομική ενίσχυση– ο επαρκής αριθμός εξαιρετικά ταλαντούχων και δημιουργικών επιστημόνων. Επομένως, το ενδιαφέρον για την επιστήμη και την τεχνολογία πρέπει να αφυπνιστεί ήδη από την παιδική και νεανική ηλικία, προκειμένου να μπορεί να αρχίσει ένας ικανοποιητικός αριθμός ταλαντούχων τις ανάλογες –πολύ δύσκολες και απαιτητικές– σπουδές και να τις ολοκληρώσει.

4.4.1

Στη γνωμοδότηση που εξέδωσε για το 7ο πρόγραμμα πλαίσιο για την έρευνα (17) η ΕΟΚΕ επισήμανε ήδη το ρόλο κλειδί που διαδραματίζουν τα πανεπιστήμια ως ερευνητικά και εκπαιδευτικά ιδρύματα και τόνισε ότι η κατάσταση που επικρατεί στην Ευρώπη δεν είναι ικανοποιητική. Στα πλαίσια αυτά, θέτει εκτός άλλων, να υπάρξει μέριμνα έτσι ώστε οι διδακτορικές διατριβές, που έχουν ιδιαίτερη σημασία για την σταδιοδρομία των ερευνητών, να μπορούν να εκπονούνται κάτω από τις κατάλληλες προσωπικές και επαγγελματικές συνθήκες (18) Μετά από την ολοκλήρωση μίας εξαίρετης εκπαίδευσης, τα άτομα αυτά θα έχουν επιπλέον την ανάγκη να αποκτήσουν διεθνή πείρα και να διαθέτουν ένα ελκυστικό ερευνητικό περιβάλλον με αρκετά περιθώρια ελευθερίας, σχεδιασμό σταδιοδρομίας και συμβάσεις που θα είναι ανταγωνιστικές σε διεθνές επίπεδο. (Η ΕΟΚΕ έχει ήδη εκφέρει γνώμη για τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Ερευνητών — εν μέρει θετική αλλά και με κριτικές παρατηρήσεις — ο οποίος σχετίζεται με το θέμα αυτό (19).)

4.4.2

Ωστόσο, ενόψει της σημασίας της διεθνούς κινητικότητας των ερευνητών για την επιστήμη και την έρευνα, ιδίως μεταξύ των κρατών που έχουν ιδιαίτερες επιδόσεις στον τομέα αυτόν, πρέπει να ληφθεί μέριμνα προκειμένου όλα αυτά να μην καταλήξουν σε μία μονόπλευρη «διαρροή εγκεφάλων»· πρέπει, συνεπώς, μεταξύ άλλων, και οι προσωπικές παράμετροι να επιτρέπουν π.χ. να καλέσει κανείς στην Ευρώπη και κορυφαίους αμερικανούς επιστήμονες, πράγμα σχεδόν αδύνατο σήμερα. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τον στόχο, στον οποίο έχει δώσει επανειλημμένα έμφαση η Επιτροπή: να υλοποιηθούν τα απαραίτητα μέσα και οι γενικές προϋποθέσεις και να ασκηθεί επιρροή στα κράτη μέλη προκειμένου να χρησιμοποιήσουν τα μέσα που προτείνονται στο πρόγραμμα «Άνθρωποι» και εν μέρει είναι ήδη σήμερα διαθέσιμα. Επιπροσθέτως, είναι ιδιαίτερα σημαντικό για τον Ευρωπαϊκό Χώρο Έρευνας να δημιουργηθούν ελκυστικές προϋποθέσεις για την κινητικότητα και να παραμεριστούν τα εμπόδια. Πρέπει να επιδοκιμαστεί το γεγονός ότι η Επιτροπή επιδιώκει συστηματικά αυτόν τον στόχο.

4.5

Ικανότητες. Το πρόγραμμα αυτό αποτελεί ένα καλό παράδειγμα για τα επικουρικά καθήκοντα της Κοινότητας.

4.5.1

Αυτό αφορά ιδίως τον στόχο να αναπτυχθεί/εγκατασταθεί, να χρησιμοποιηθεί από κοινού και να βελτιστοποιηθεί η ερευνητική υποδομή –όπως μεγάλες συσκευές, επιστημονικά όργανα, υπολογιστές, συλλογές κλπ– που το κόστος και η δυνατότητα χρησιμοποίησής της υπερβαίνει τις δυνατότητες ενός μεμονωμένου κράτους μέλους. Εδώ η ΕΟΚΕ επικροτεί το γεγονός ότι, σύμφωνα με προηγούμενη σύστασή της, κατά την πρόταση ανάλογων σχεδίων θα προτιμηθεί μία προσέγγιση από το ειδικό στο γενικό (bottom-up).

4.5.2

Αλλά και τα άλλα καθήκοντα που υπάγονται στις «Ικανότητες», όπως για παράδειγμα η «Έρευνα προς όφελος των ΜΜΕ» και των «ομίλων ΜΜΕ», οι «περιφέρειες της γνώσης» και η «πλήρης απελευθέρωση του ερευνητικού δυναμικού των περιφερειών σύγκλισης και των απόκεντρων περιφερειών της ΕΕ», είναι πολύ σημαντικά, ιδίως για τα νέα κράτη μέλη και τις ΜΜΕ.

4.5.3

Το επιμέρους πρόγραμμα «Ενσωμάτωση της επιστήμης στον κοινωνικό ιστό» στοχεύει στην αρμονική ενσωμάτωση των επιστημονικών και τεχνολογικών προσπαθειών –και της συνδεδεμένης με αυτές ερευνητικής πολιτικής– στον ευρωπαϊκό κοινωνικό ιστό. Εδώ το ζητούμενο είναι η ικανότητα δημιουργίας, χρησιμοποίησης και διάδοσης της γνώσης και η ανάπτυξη καινοτομιών. Επομένως, αυτό το επιμέρους πρόγραμμα αποσκοπεί, αφενός, στο να δώσει στους πολίτες μια εικόνα της επιστήμης, των επιστημόνων και των αποτελεσμάτων τους. Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει τους στόχους αυτούς και θεωρεί ότι η διάδοση της γνώσης αποτελεί σημαντική αποστολή που προάγει τον πολιτισμό και την καινοτομία. Αφετέρου, το πρόγραμμα πρέπει να διερευνήσει γιατί μία μερίδα πολιτών αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό την επιστήμη (ή κλάδους της), τη μεθοδολογία και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις της. Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, οι τελευταίες ερευνητικές εργασίες, που είναι κυρίως κοινωνιολογικού χαρακτήρα, θα πρέπει να ενταχθούν στο ειδικό πρόγραμμα «Συνεργασία» και συγκεκριμένα στο επιμέρους πρόγραμμα «κοινωνικοοικονομικές και ανθρωπιστικές επιστήμες» και να αντιμετωπιστούν έτσι στο ευρύτερο πλαίσιο της ευρωπαϊκής συνεργασίας.

4.6   Πρόγραμμα ΕΥΡΑΤΟΜ

Ως προς αυτό, η ΕΟΚΕ παραπέμπει καταρχάς στη διεξοδική της γνωμοδότηση για το 7ο πρόγραμμα πλαίσιο για την έρευνα και την ανάπτυξη και για το πρόγραμμα Ευρατόμ, καθώς και στις παρατηρήσεις της στην παράγραφο για το ειδικό πρόγραμμα «Ενέργεια».

4.6.1

Ως προς την έρευνα στο πεδίο της πυρηνικής σύντηξης  (20) πρέπει τώρα (i) να προετοιμαστεί και να ολοκληρωθεί η κατασκευή του ITER, (ii) να γίνουν όλες οι προετοιμασίες για να χρησιμοποιηθεί –συμπεριλαμβανομένης της εκπαίδευσης και κατάρτισης του επιστημονικού προσωπικού, της συμμετοχής και της κινητοποίησης του ερευνητικού δυναμικού των επονομαζομένων συνδεδεμένων εργαστηρίων των κρατών μελών, καθώς και της διεθνούς κατανομής της εργασίας– (iii) να προωθηθούν οι τεχνολογικές εξελίξεις (ιδίως υλικά και κύκλος πυρηνικού καυσίμου) για το DEMO και (iv) να εξεταστούν και να βελτιστοποιηθούν διάφορα (μαγνητικά) συστήματα συγκράτησης. Το ITER και η περαιτέρω ανάπτυξή του πρέπει να βασίζεται στα ερευνητικά ιδρύματα των κρατών μελών που οφείλουν να υποστηρίξουν αυτό το σχέδιο. Οι προτάσεις της Επιτροπής ανταποκρίνονται σε αυτά τα καθήκοντα και στις ανειλημμένες διεθνείς υποχρεώσεις, και η ΕΟΚΕ τις υποστηρίζει πλήρως.

4.6.2

Ως προς την πυρηνική σχάση  (21) πρέπει τώρα (i) να διερευνηθεί περισσότερο και να αυξηθεί η ασφάλεια των υφισταμένων πυρηνικών σταθμών (πράγμα που είναι κυρίως καθήκον της κατασκευαστικής βιομηχανίας και των φορέων εκμετάλλευσης) και (ii) να αναπτυχθούν νέα είδη αντιδραστήρων με ακόμα καλύτερα χαρακτηριστικά ως προς την ασφάλεια, την εκμετάλλευση καυσίμου και τη διαχείριση αποβλήτων. Εδώ συμπεριλαμβάνονται και ερευνητικές εργασίες που αφορούν τη μετατροπή χρησιμοποιημένων καυσίμων (μεταστοιχείωση, ανακύκλωση). Ακόμα, πρέπει (iii) να λυθεί το θέμα της τελικής εναπόθεσης και να επιτευχθεί η σχετική αποδοχή σε πολιτικό επίπεδο, (iv) να υποστηριχθούν οι προσπάθειες για τη μη διάδοση υλικού πυρηνικών όπλων και (v) να συγκεντρωθούν περισσότερες πληροφορίες για τη βιολογική επίδραση των (χαμηλών) δόσεων ακτινοβολίας (22) και να αναπτυχθούν οι ανάλογες τεχνικές μέτρησης (ιδίως η δοσομέτρηση προσωπικού). Για όλα αυτά, ένα σημαντικό επιμέρους καθήκον αποτελεί η εκπαίδευση των κατάλληλων ειδικών, δηλαδή η εξασφάλιση αρκετών νέων ειδικών. Η ΕΟΚΕ ανησυχεί για την έλλειψη νέων επιστημόνων σε ορισμένα κράτη μέλη και τη μείωση του αριθμού των εμπειρογνωμόνων και υπογραμμίζει ότι, ενόψει της διαγραφόμενης μακροπρόθεσμης και παγκόσμιας χρήσης της πυρηνικής ενέργειας, πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη βαρύτητα σε αυτά τα πολύ σημαντικά ζητήματα.

4.7   Κοινό Κέντρο Ερευνών ΚΚΕρ

4.7.1

Το ΚΚΕρ δικαιολογημένα εμπλέκεται στις δραστηριότητες τόσο του 7ου προγράμματος — πλαίσιο για την έρευνα και την ανάπτυξη (2007-2013) όσο και του 7ου προγράμματος — πλαίσιο Ευρατόμ (2007-2011). Ακριβώς επειδή υπό αυτήν του την ιδιότητα υπάγεται άμεσα στην Επιτροπή, ειδικά δε επειδή αυτή του προσδίδει και την ισχύ του ως προς τις διαβουλεύσεις της πολιτικής και την ευελιξία ως προς τη χρησιμοποίησή του, πρέπει να εξασφαλιστεί ότι θα εκπληρώνει τις υψηλές και διαφανείς προδιαγραφές που απαιτούνται για όλους τους ερευνητικούς οργανισμούς των κρατών μελών και αφορούν τις διεθνείς αξιολογήσεις, τον ανταγωνισμό, τη διαδικασία διορισμού και την πολιτική προσωπικού, καθώς και την παρακολούθηση, και ότι θα είναι ενσωματωμένο στη διεθνή επιστημονική κοινότητα. Η ΕΟΚΕ θεωρεί το θέμα της ενσωμάτωσης σημαντικό και σε σχέση με τις κοινωνικοοικονομικές και ανθρωπιστικές επιστήμες που αναφέρθηκαν παραπάνω.

4.7.2

Στα καθήκοντα του 7ου προγράμματος — πλαίσιο για την έρευνα και την ανάπτυξη (2007-2013) συγκαταλέγεται το σημαντικό για την Κοινότητα γενικό θέμα «Αειφόρος ανάπτυξη» (π.χ. προστασία του κλίματος, διατροφή, ενέργεια, μεταφορές, χημικά, απολύμανση). Περιλαμβάνει την επεξεργασία επιστημονικών και τεχνολογικών δεδομένων αναφοράς για διάφορους τομείς της παρακολούθησης του περιβάλλοντος και της διατροφής· αυτό συνιστά επίσης σημαντική συμβολή στην επεξεργασία νομοθετικών διατάξεων της Κοινότητας. Ένα άλλο κοινοτικό καθήκον είναι η ανάπτυξη και διάδοση διεθνώς αναγνωρισμένων βάσεων αναφοράς και η προαγωγή ενός κοινού ευρωπαϊκού συστήματος μέτρησης, που θα μπορούσε να περιλαμβάνει τον συντονισμό των εθνικών οργανισμών μετρολογίας (μετρήσεις) και τυποποίησης, με βάση το πρότυπο καταμερισμού της εργασίας, και με την ταυτόχρονη συμμετοχή τους σε άλλα προγράμματα.. Λαμβάνοντας υπόψη την εσωτερική ευρωπαϊκή αγορά και γενικότερα την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, θα μπορούσε να εξεταστεί η ενδεχόμενη ανάγκη συγκρότησης «Ευρωπαϊκού γραφείου τυποποίησης», με τη συμμετοχή των υφιστάμενων εθνικών εργαστηρίων, ιδρυμάτων όπως τα CEN και CELENEC, της αντίστοιχης βιομηχανίας και του ΚΚΕρ.

4.7.3

Ορθώς υποστηρίζει το ΚΚΕρ τη διαδικασία χάραξης πυρηνικής πολιτικής στον τομέα του 7ου προγράμματος — πλαίσιο Ευρατόμ (2007-2011), στην οποία συμπεριλαμβάνονται η εφαρμογή και παρακολούθηση των υφιστάμενων πολιτικών και η ικανότητα για ευέλικτη ανταπόκριση σε νέες πολιτικές ανάγκες. Η ΕΟΚΕ κρίνει επίσης λογική την επικέντρωση του «πυρηνικού» προγράμματος του ΚΚΕρ στους βασικούς θεματικούς τομείς της διαχείρισης αποβλήτων, της ασφάλειας και της παρακολούθησης (οι δραστηριότητες αυτές διαδικτυώνονται και συντονίζονται με εκείνες των κρατών μελών)· ακριβώς εδώ εντοπίζονται, αφενός, οι ανησυχίες των πολιτών και, αφετέρου, η ανάγκη για εύρεση αξιόπιστων λύσεων. Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, είναι επίσης ιδιαίτερα σημαντική η (περαιτέρω) ανάπτυξη διαδικασιών που θα καταστήσουν δυνατή τη βελτίωση της παρακολούθησης της μη διάδοσης υλικού ή τεχνολογιών κατασκευής πυρηνικών όπλων.

Βρυξέλλες, 20 Απριλίου 2006

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  COM(2005) 119 τελικό/2 – 2005/0043 (COD) – 2005/0044 (CNS)

(2)   EE C 65 της 17.3.2006.

(3)  EE C 157, 28-6-2005«Κατευθυντήριες γραμμές της πολιτικής της Ένωσης υπέρ της έρευνας», και ΕΕ C 65 της 17.3.2006.

(4)  Τιμές 2005 χωρίς τιμαριθμική αναπροσαρμογή. Τα αριθμητικά στοιχεία διαφέρουν ανάλογα με την προσαρμογή του τιμαρίθμου.

(5)  Τιμές 2005.

(6)  Οι σημερινές εκτιμήσεις κυμαίνονται γύρω στα 49,5 δισ. ευρώ (π.χ. FAZ αριθ. 11 2006, σελ. 14)

(7)  Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης 1591505, CADREFIN 268, σημείο 10, της 19ης Δεκεμβρίου 2005.

(8)  Ανακοινωθέν τύπου, IP/06/201, 22 Φεβρουαρίου 2006.

(9)  COM (2005) 705 τελικό

(10)  Βλέπε και κεφάλαιο 3 της ΕΕ C 65 της 17.3.2006.

(11)  EE C 157 της 28.6.2005.

(12)  EE C 241 της 7.10.2002· ΕΕ C 28 της 3.2.2006· ΕΕ C 65 της 17.3.2006.

(13)  Βλ. προηγούμενη υποσημείωση.

(14)  Για το πρόγραμμα ΕΥΡΑΤΟΜ, βλ. κεφάλαιο 4.6

(15)  ΕΕ C 110 της 30.4.2004.

(16)  ΕΕ C 110, 30/4/2004, «Οι ερευνητές στον ευρωπαϊκό χώρο έρευνας: ένα επάγγελμα, πληθώρα σταδιοδρομιών».

(17)  ΕΕ C 65 της 17.3.2006, σημείο 4.12.2.·

(18)  Βλέπε ε.α. κεφάλαιο 5.6, υποσημείωση 11

(19)  Βλ. σημεία 4.13.2 του εγγράφου ΕΕ C 65 της 17.3.2006 και 5.1.5 του εγγράφου ΕΕ C 110 της 30.4.2004.

(20)  ΕΕ C 302 της 7.12.2004.

(21)  ΕΕ C 133 της 6.6.2003· ΕΕ C 110 της 30.4.2004.

(22)  Βλ. Π.χ. RTDinfo, αριθ. 47, Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ιανουάριος 2006.


8.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 185/17


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση κοινών κανόνων στο πεδίο της ασφάλειας της πολιτικής αεροπορίας

COM(2005) 429 τελικό — 2005/0191 (COD)

(2006/C 185/03)

Στις 16 Νοεμβρίου 2005, και σύμφωνα με το άρθρο 80(2) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την ανωτέρω πρόταση

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές και κοινωνία των πληροφοριών» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 24 Μαρτίου 2006, με βάση εισηγητική έκθεση του κ. McDonogh.

Κατά την 426η σύνοδο ολομέλειάς της, της 20ης και 21ης Απριλίου 2006 (συνεδρίαση της 20ης Απριλίου 206), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 134 ψήφους υπέρ και 2 ψήφους κατά την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συστάσεις

1.1

Τα κράτη μέλη πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, με βάση την σχετική εκτίμηση κινδύνων, να εφαρμόζουν αυστηρότερα μέτρα από αυτά που θα έχουν καθοριστεί, υπό την προϋπόθεση ότι θα τα χρηματοδοτούν από τον εθνικό προϋπολογισμό.

1.2

Κάθε κράτος μέλος πρέπει να ορίζει μία και μόνο αρμόδια αρχή η οποία να έχει την ευθύνη του συντονισμού και της παρακολούθησης της τήρησης των προτύπων ασφαλείας.

1.3

Κάθε κράτος μέλος πρέπει να καταρτίζει ένα εθνικό πρόγραμμα ασφαλείας στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας.

1.4

Για την παρακολούθηση της εφαρμογής της νέας πράξης εκ μέρους των κρατών μελών και προκειμένου να προσδιοριστούν τα τρωτά σημεία στον τομέα της αεροπορικής ασφάλειας, η Επιτροπή πρέπει να διεξάγει ελέγχους, στους οποίους να περιλαμβάνονται και αιφνίδιοι έλεγχοι.

1.5

Για να μπορούν να εξαιρούνται οι μετεπιβιβαζόμενοι επιβάτες και οι μεταφορτωνόμενες αποσκευές από τον έλεγχο ασφαλείας κατά την άφιξή τους με πτήση από τρίτη χώρα (έννοια της «ενιαίας ασφάλειας» ή «one–stop security»), καθώς και για να καθίσταται δυνατή η συνένωση των επιβατών που αφικνούνται με πτήση από τρίτη χώρα με τους αναχωρούντες επιβάτες που έχουν ήδη περάσει από έλεγχο, είναι σκόπιμο να ενθαρρυνθεί η σύναψη, μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων χωρών, εναρμονισμένων συμφωνιών με τις οποίες να αναγνωρίζεται η ισοδυναμία των προτύπων ασφαλείας που εφαρμόζονται στην τρίτη χώρα με τα κοινοτικά πρότυπα.

1.6

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής και υποστηρίζει πλήρως τις θεμελιώδεις αρχές της πρότασης.

1.7

Επικροτεί επίσης την εισαγωγή κοινών κανόνων καθώς η ασφάλεια στους αερολιμένες και οι διαδικασίες ποικίλλουν εξαιρετικά από χώρα σε χώρα της Ευρώπης και είναι σημαντικό οι κανόνες να εναρμονιστούν.

1.8

Σε ό,τι αφορά το σημείο 1.2, 5η παράγραφος, της 1ης ενότητας και την ενότητα 11 του Παραρτήματος, δεδομένης της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων στο εσωτερικό της Κοινότητας και της διαθεσιμότητας εργατικού δυναμικού από τρίτες χώρες, η Κοινότητα θα ήταν σκόπιμο να παρέχει βοήθεια στις εθνικές αρχές, στους αερολιμένες, στις αεροπορικές εταιρείες, κτλ, σε ό,τι αφορά την επικύρωση των προσωπικών δεδομένων υποψηφίων εργαζομένων προκειμένου να καταστεί δυνατή η τήρηση των απαιτήσεων που προβλέπονται για τους «ελέγχους ιστορικού».

1.9

Ο στόχος που εκτίθεται στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 1 της πρότασης κανονισμού πρέπει να τροποποιηθεί προκειμένου να καταστεί σαφές ότι τα αναφερόμενα μέτρα ασφαλείας αποβλέπουν στην προστασία της πολιτικής αεροπορίας από έκνομες ενέργειες οι οποίες υπονομεύουν την ασφάλεια της πολιτικής αεροπορίας. Τα αναφερόμενα μέτρα δεν αφορούν άλλους τύπους έκνομων ενεργειών όπως η κλοπή και το λαθρεμπόριο.

1.10

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να καταρτίσει και να θέσει σε εφαρμογή μία γενική πολιτική για τη χρηματοδότηση των μέτρων αεροπορικής ασφάλειας με τα οποία τα κράτη μέλη εκπληρώνουν την υποχρέωσή που έχουν αναλάβει στο πλαίσιο της εθνικής ασφάλειας να προστατεύουν τους πολίτες τους από την απειλή της τρομοκρατίας.

1.11

Ο κανονισμός πρέπει να συμπεριλάβει έναν μηχανισμό για την αξιολόγηση των επιπτώσεων που κάθε μελλοντική πρόταση θα έχει στη βιομηχανία. Με τον τρόπο αυτό θα διασφαλιστεί ότι το κόστος και ο αντίκτυπος ενός δεδομένου μέτρου δεν θα είναι δυσανάλογα υψηλά σε σχέση με την αποτελεσματικότητά του.

2.   Εισαγωγή

2.1

Η νομοθετική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποσκοπεί στην αποσαφήνιση του νομικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (το οποίο έχει θεσπιστεί με τον υφιστάμενο κανονισμό αριθ. 2320/2002), στην καθιέρωση μιας βάσης για την ενιαία ερμηνεία των διεθνών απαιτήσεων που έχει θεσπίσει η Διεθνής Οργάνωση Πολιτικής Αεροπορίας, στην παύση της δημοσιοποίησης ευαίσθητων πληροφοριών που αφορούν την ασφάλεια και στην απόδοση μεγαλύτερης σημασίας στην ανάπτυξη απαιτήσεων για την ασφάλεια στον τομέα της πολιτικής αεροπορίας μέσω της εφαρμογής των σχετικών κανονισμών, δηλαδή μέσω της εφαρμογής της απόφασης 1999/468/ΕΚ για την επιτροπολογία: η απόφαση αυτή καθορίζει μία νομοθετική διαδικασία λήψης αποφάσεων η οποία προβλέπει τη συμμετοχή εκπροσώπων από τα κράτη μέλη της ΕΕ και από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

2.2

Η πρόταση επιδιώκει την αντικατάσταση του υφιστάμενου κανονισμού με σκοπό τη βελτίωση της νομοθεσίας σύμφωνα με τέσσερις αρχές: απλοποίηση, εναρμόνιση, αποσαφήνιση και αύξηση των επιπέδων ασφαλείας.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Στόχος της υπό εξέταση πρότασης είναι η περαιτέρω αποσαφήνιση, απλούστευση και εναρμόνιση των νομικών απαιτήσεων ώστε να ενισχυθεί γενικά η ασφάλεια της πολιτικής αεροπορίας.

3.2

Η πείρα που αποκτήθηκε συν τω χρόνω κατέδειξε ότι ο κανονισμός περιέχει πάρα πολλές λεπτομέρειες και πρέπει να απλοποιηθεί.

3.3

Ενώ αναγνωρίζει την αρχή της επικουρικότητας, η Επιτροπή κρίνει σκόπιμο να διασφαλιστεί ένας μεγαλύτερος βαθμός εναρμόνισης σε ό,τι αφορά τα μέτρα και τις διαδικασίες ασφαλείας.

3.4

Αποτέλεσμα της τρέχουσας κατάστασης είναι η ύπαρξη σήμερα 25 εθνικών συστημάτων, πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε στρέβλωση του ανταγωνισμού και να μην επιτρέψει στον κλάδο να επωφεληθεί από τις ελευθερίες της ενιαίας αγοράς.

3.5

Η ενίσχυση της εναρμόνισης αποτελεί επίσης αναπόσπαστο μέρος της έννοιας της ενιαίας ασφάλειας («one-stop security»), με βάση την οποία τόσο οι μετεπιβιβαζόμενοι και οι διερχόμενοι επιβάτες, όσο και οι αποσκευές και το σχετικό φορτίο, δεν χρειάζεται να υποβάλλονται εκ νέου σε έλεγχο ασφαλείας, εφόσον υπάρχει βεβαιότητα ότι τηρήθηκαν τα βασικά επίπεδα ασφαλείας στον αρχικό αερολιμένα αναχώρησης. Αυτό αποτελεί ένα ακόμα επωφελές στοιχείο για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε μία εξαιρετικά ανταγωνιστική αγορά, όπως επίσης και για τους επιβάτες.

3.6

Η Επιτροπή φρονεί ότι, για να βελτιωθεί το συνολικό επίπεδο της ασφάλειας, είναι απαραίτητο να παρέχεται η δυνατότητα ταχείας δράσης/αντίδρασης έναντι των κινδύνων που συν τω χρόνω συνεχώς αναπτύσσονται.

3.7

Κατά την άποψη της Επιτροπής, η δημοσιοποίηση λεπτομερών μέτρων ασφαλείας και διαδικασιών δεν είναι σκόπιμη. Το πρόβλημα αυτό μπορεί να λυθεί με την ενσωμάτωση των επιχειρησιακών λεπτομερών διατάξεων στις εκτελεστικές πράξεις. Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να τονίσει ότι είναι σημαντικό οι νέοι αυτοί κανόνες να λάβουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες των ατόμων με περιορισμένη κινητικότητα και να ευθυγραμμιστούν με τις συστάσεις που περιλαμβάνει η νέα γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ για το θέμα. Οι έλεγχοι ασφαλείας και άλλα μέτρα που συνδέονται με την ασφάλεια, μολονότι είναι θεμιτά και απαραίτητα, ενδέχεται να θέσουν περαιτέρω εμπόδια και να περιορίσουν τα δικαιώματα των ατόμων με περιορισμένη κινητικότητα, πράγμα που αντιτίθεται στις πρόσφατες προσπάθειες της Επιτροπής να εξασφαλίσει στα άτομα με αναπηρίες ή με περιορισμένη κινητικότητα ίσες ευκαιρίες, κατά τις αεροπορικές μετακινήσεις τους, με αυτές των οποίων απολαύει ο υπόλοιπος πληθυσμός.

3.8

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2320/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου θεσπίζει κοινούς κανόνες στο πεδίο της ασφάλειας της πολιτικής αεροπορίας. Στόχος της υπό εξέταση πρότασης είναι η αντικατάσταση της ανωτέρω νομοθετικής πράξης.

3.9

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2320/2002 θα αντικατασταθεί συνεπώς με έναν απλούστερο, σαφέστερο κανονισμό που θα καθορίζει γενικές αρχές.

3.10

Η μόνη επιπλέον αρμοδιότητα τον προσδιορισμό της οποίας επιδιώκει η Επιτροπή αφορά τα μέτρα ασφαλείας κατά τη πτήση. Καλύπτει ποικίλα θέματα, όπως την πρόσβαση στο θάλαμο διακυβέρνησης, τους απειθάρχητους επιβάτες και τους συνοδούς ασφαλείας πτήσης («sky marshals»). Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η παρουσία συνοδών ασφαλείας πτήσης πρέπει να προβλέπεται μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

3.11

Η απαίτηση που αφορά τα προγράμματα ασφαλείας αντικατοπτρίζει την ισχύουσα βέλτιστη πρακτική στον τομέα των αερομεταφορών και, από την άποψη αυτή, δεν επιβαρύνει σημαντικά τον κλάδο ή τις διοικήσεις. Σε ό,τι αφορά τους κοινοτικούς αερομεταφορείς, αυτοί πρέπει να έχουν την έγκριση των αρχών της χώρας του αερομεταφορέα και να έχουν επίσης αναγνωριστεί αμοιβαία από τα άλλα κράτη μέλη και τις αντίστοιχες ρυθμιστικές αρχές.

3.12

Το άρθρο 13 προβλέπει για κάθε κράτος μέλος την υποχρέωση να ελέγχει τη συμμόρφωση μέσω εθνικού προγράμματος ποιοτικού ελέγχου.

3.13

Το άρθρο 14 προβλέπει ότι η Επιτροπή θα επιθεωρεί, μεταξύ άλλων, τους κοινοτικούς αερολιμένες.

3.14

Το άρθρο 17 αντικαθιστά το ισχύον άρθρο 10, το οποίο αφορά τις πτήσεις που προέρχονται από τρίτες χώρες. Προβλέπει τη σύναψη συμφωνιών μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων χωρών, με βάση τις οποίες θα είναι δυνατή η μετεπιβίβαση επιβατών και η μεταφόρτωση αποσκευών και φορτίου στους κοινοτικούς αερολιμένες χωρίς να απαιτείται να υποβάλλονται εκ νέου σε ελέγχους ασφαλείας ή/και σε πρόσθετες διαδικασίες ασφαλείας.

3.15

Ο στόχος αυτός πρέπει να επιτευχθεί με τον καθορισμό κοινών κανόνων και κοινών προτύπων για την αεροπορική ασφάλεια καθώς και μηχανισμών για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης.

3.16

Το περιεχόμενο του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2320/2002 πρέπει να αναθεωρηθεί με βάση την κτηθείσα πείρα, ο ίδιος δε ο κανονισμός πρέπει να αντικατασταθεί με μία νέα πράξη με την οποία θα επιδιώκεται η απλούστευση, η εναρμόνιση και η αποσαφήνιση των εν ισχύι κανόνων καθώς και η αναβάθμιση του επιπέδου ασφαλείας.

3.17

Δεδομένου ότι κατά την έκδοση μέτρων και διαδικασιών ασφάλειας χρειάζεται μεγαλύτερη ευελιξία που να επιτρέπει την προσαρμογή τους στις εξελίξεις των εκτιμήσεων κινδύνων και την εισαγωγή νέων τεχνολογιών, η νέα πράξη πρέπει να καθορίζει τις βασικές αρχές που θα διέπουν τη λήψη μέτρων για την προστασία της πολιτικής αεροπορίας από έκνομες ενέργειες χωρίς να υπεισέρχεται σε τεχνικές και διαδικαστικές λεπτομέρειες σχετικές με τον τρόπο εφαρμογής τους.

3.18

Η νέα πράξη πρέπει να καλύπτει τα μέτρα ασφαλείας που θα εφαρμόζονται στα αεροσκάφη ή κατά τη διάρκεια πτήσης αεροσκαφών των κοινοτικών αερομεταφορέων.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1

Είναι σημαντικό να θεσπιστούν κοινά πρότυπα σε ό,τι αφορά τα απαγορευμένα αντικείμενα ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο σύγχυσης και διενέξεων κατά τους ελέγχους ασφαλείας.

4.2

Ο όρος «δειγματοληπτικός έλεγχος ασφαλείας σε συνεχή βάση» χρησιμοποιείται στο Παράρτημα της πρότασης κανονισμού, δίχως να δίδεται ο ορισμός του. Έχει ουσιαστική σημασία να δοθεί ακριβώς ο ορισμός της έννοιας «δειγματοληπτικός έλεγχος ασφαλείας σε συνεχή βάση» ώστε να καταστεί δυνατή η ομοιόμορφη ερμηνεία της αρχής αυτής σε όλη την Ευρώπη όταν θα εφαρμόζεται στο πλαίσιο των ελέγχων ασφαλείας.

4.3

Αυστηρότερα μέτρα πρέπει να εφαρμόζονται αποκλειστικά στις περιπτώσεις όπου απαιτείται να αντιμετωπιστούν τρομοκρατικές απειλές τις οποίες έχουν εντοπίσει οι αρχές των κρατών μελών μέσω μιας εκτίμησης κινδύνων. Η εισαγωγή αυστηρότερων μέτρων έρχεται σε αντίθεση με τους στόχους της εναρμόνισης των μέτρων αεροπορικής ασφαλείας που λαμβάνονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και της καθιέρωσης ενός χώρου ενιαίας ασφάλειας. Οιαδήποτε άλλα αποτρεπτικά ή προληπτικά μέτρα ασφαλείας που ενδέχεται να χρειαστεί να λάβει ένα κράτος μέλος πρέπει να λαμβάνονται μετά από μία πλήρη διαδικασία διαβουλεύσεων με τον αντίστοιχο φορέα εκμετάλλευσης, το δε κόστος των επιπρόσθετων μέτρων ασφαλείας πρέπει να το αναλαμβάνει το αντίστοιχο κράτος μέλος ως μέρος της υποχρέωσής του, στο πλαίσιο της εθνικής ασφάλειας, να προστατεύει τους πολίτες του από τρομοκρατικές ενέργειες.

4.4

Ορισμένες εταιρείες δεν επιτρέπουν τη χρήση μεταλλικών μαχαιροπήρουνων, ενώ άλλες την επιτρέπουν, και συνεπώς πρέπει να ενθαρρυνθεί η εναρμόνιση των κανόνων που ισχύουν σε όλες τις αεροπορικές εταιρείες.

4.5

Ενώ τα ψαλίδια, οι νυχοκόπτες, κτλ, θεωρούνται απαγορευμένα αντικείμενα, επιτρέπεται να μεταφέρονται στο αεροσκάφος γυάλινα μπουκάλια. Αυτά είναι θανατηφόρα όπλα, ιδιαίτερα όταν σπάσουν. Προτείνεται όλα τα αφορολόγητα είδη και τα μπουκάλια που μεταφέρονται στο αεροσκάφος να είναι πλαστικά. Σε αντίθετη περίπτωση, θα πρέπει να αποθηκεύονται στον χώρο αποσκευών του αεροσκάφους μαζί με τις υπόλοιπες αποσκευές. Αυτό θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο συμφωνίας σε διεθνή κλίμακα πριν τεθεί σε εφαρμογή.

4.6

Είναι σημαντικό ο εξοπλισμός διάσωσης, όπως οι πυροσβεστήρες και οι πελέκεις ασφαλείας, να ασφαλίζεται στα ερμάρια του πληρώματος και οι επιβάτες να μην έχουν πρόσβαση σε αυτόν.

4.7

Οι αεροπορικές εταιρείες πρέπει, όπου αυτό είναι εφικτό, να χρησιμοποιούν ενισχυμένα κιβώτια για τις αποσκευές ώστε να προστατεύεται το αεροσκάφος από εκρήξεις βομβών όπως αυτή που συνέβη σε πτήση της αεροπορικής εταιρείας EL AL.

4.8

Για λόγους ασφάλειας, οι εθνικές αρχές πρέπει να παρακολουθούν στενά την ποσότητα των οινοπνευματωδών ποτών που επιτρέπεται να σερβίρεται στους επιβάτες, εξαιτίας της οποίας σημειώνονται επεισόδια που απειλούν την ασφάλεια.

4.9

Μολονότι ο θάλαμος διακυβέρνησης προστατεύεται με ενισχυμένη θύρα, ένας αεροπειρατής μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτόν μέσα από τα ισχνά τοιχώματα της τουαλέτας που συχνά είναι εγκατεστημένη δίπλα στον θάλαμο διακυβέρνησης. Τα τοιχώματα αυτά πρέπει να ενισχυθούν.

4.10

Το άρθρο 11 πρέπει να περιλαμβάνει αναφορά και στους υπαλλήλους των αεροπορικών εταιρειών και στους αντιπροσώπους επίγειας εξυπηρέτησης που συχνά παρέχουν υπηρεσίες ασφάλειας.

4.11

Σε ό,τι αφορά την ενότητα 11 του Παραρτήματος, όλοι οι εκπαιδευτές πρέπει να εκπαιδεύονται σε εγκεκριμένα κέντρα κατάρτισης, όπως, π.χ., το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Κατάρτισης για την Ασφάλεια της Αεροπορίας (EASTI), ώστε να μπορεί να τυποποιηθεί η παρουσίαση των ενοτήτων των προγραμμάτων κατάρτισης της ΔΟΠΑ στον τομέα της ασφάλειας. Πρέπει να απαιτείται οι εθνικές αρχές να θεσπίζουν εθνικά προγράμματα κατάρτισης σε συνεργασία με εκπαιδευτές που είναι διπλωματούχοι του EASTI.

4.12

Σε ό,τι αφορά το σημείο 4.3, της ενότητας 4 του Παραρτήματος (λόγω της αύξησης του αριθμού των ατόμων που απελαύνονται, κτλ) πρέπει να απαιτείται οι εθνικές αρχές να καθορίζουν μία ελάχιστη περίοδο προειδοποίησης προκειμένου οι εταιρείες αεροπορικών μεταφορών, τα αεροδρόμια και τα πληρώματα των αεροσκαφών να έχουν το χρόνο να προετοιμάζονται για την προτεινόμενη μεταφορά δυνητικά ταραχοποιών επιβατών, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες γίνεται χρήση τακτικής εμπορικής πτήσης.

Βρυξέλλες, 20 Απριλίου 2006

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


8.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 185/20


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί θεσπίσεως πλαισίου για κοινοτική δράση στο πεδίο της πολιτικής για το θαλάσσιο περιβάλλον (Οδηγία για τη θαλάσσια στρατηγική)

COM(2005) 505 τελικό — 2005/0211 (COD)

(2006/C 185/04)

Στις 29 Νοεμβρίου 2005 και σύμφωνα με το άρθρο 175 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου, περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 21 Μαρτίου 2006 με βάση εισηγητική έκθεση της κας SÁNCHEZ MIGUEL.

Κατά την 426η σύνοδο ολομέλειάς της, της 20ης και 21ης Απριλίου 2006 (συνεδρίαση της 20ης Απριλίου 2006), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 137 ψήφους υπέρ και 3 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόταση οδηγίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο της θεματικής στρατηγικής για την προστασία και τη διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος, διότι κατανοεί ότι μπορεί να ολοκληρώσει και να συντονίσει ορισμένα από τα ήδη υφιστάμενα νομικά μέσα, ιδίως όσον αφορά τη μεθοδολογία παρέμβασης στο περιβάλλον, που είναι παρόμοια με εκείνη που καθιερώνεται στην οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα (ΟΠΥ).

1.2

Παρ' όλα αυτά, υιοθετούμε κριτική στάση και πιστεύουμε ότι η πρόταση οδηγίας είναι αναγκαία, αλλά όχι επαρκής: η κατάσταση των θαλασσών και των ωκεανών μας είναι τόσο υποβαθμισμένη, ώστε θα χρειάζονταν μέτρα περισσότερο δεσμευτικού χαρακτήρα προκειμένου να εξασφαλιστεί η εφαρμογή και ο έλεγχος της συμμόρφωσης με τα ήδη υφιστάμενα. Επιπλέον, η πρόταση δεν αποτελεί ολοκληρωμένη παρέμβαση στην κατάσταση του θαλάσσιου περιβάλλοντος· γι' αυτό, πιστεύουμε ότι μια οδηγία-πλαίσιο θα εκπλήρωνε καλύτερα τον στόχο της, ενσωματώνοντας και στη συνέχεια αναπτύσσοντας τις πτυχές που εδώ δεν εξετάζονται σε αρκετή έκταση και βάθος.

1.3

Με τη μη πρόβλεψη νέων νομοθετικών και διαχειριστικών μέτρων και με την αξιοποίηση των ήδη υπαρχόντων, η πρόταση αποφεύγει την επιβολή νέων χρηματοδοτικών δαπανών και, προπαντός, περισσότερης γραφειοκρατίας στα κράτη μέλη, διατηρεί όμως τα προβλεπόμενα συστήματα συμμετοχής και διαβούλευσης με το κοινό και με τα εμπλεκόμενα μέρη, που είναι πολύ σημαντικά για τη μεγαλύτερη συμμετοχή των πολιτών στα περιβαλλοντικά ζητήματα.

1.4

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να διατυπώσει ορισμένες συστάσεις τις οποίες θεωρεί απαραίτητες για τη βελτίωση του περιεχομένου του προτεινόμενου μέτρου, προκειμένου να μπορέσει η Επιτροπή να λάβει υπόψη τη συμβολή μας ως προερχόμενη από εμπλεκόμενο τμήμα της κοινωνίας των πολιτών.

1.4.1

Κατά πρώτον, είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί και να ενισχυθεί ο ρόλος συντονισμού και ελέγχου της Επιτροπής σε σχέση με τις περιφερειακές αρχές που θα αξιολογούν και θα προγραμματίζουν τους στόχους και τα μέτρα εφαρμογής στο θαλάσσιο περιβάλλον της αρμοδιότητάς τους, ώστε να υπάρχει εναρμόνιση και ισορροπία των δράσεων σε όλες τις παράκτιες περιφέρειες, καθότι δεν πρέπει να ξεχνάμε τον διασυνοριακό χαρακτήρα των θαλασσών και των ωκεανών μας. Ο κεντρικός συντονισμός θα επιτρέψει την ανάπτυξη κοινοτικής δράσης στις τρίτες χώρες, όπου αυτό είναι εφικτό και, ειδικότερα, σε εκείνες με τις οποίες μας συνδέουν διεθνείς συμφωνίες.

1.4.2

Στους ορισμούς, οι οποίοι προσδιορίζονται με βάση γενικούς παράγοντες ποιοτικής περιγραφής, και ιδιαίτερα στον ορισμό της καλής περιβαλλοντικής κατάστασης, θεωρούμε απαραίτητο να συμπεριληφθούν και ποσοτικοί παράγοντες, όπως έγινε για τα εσωτερικά ύδατα στην ΟΠΥ, διότι η καλή κατάσταση των θαλάσσιων υδάτων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ποσότητα. Οι περιβαλλοντικοί στόχοι θα πρέπει να είναι τουλάχιστον εκείνοι που αναφέρονται στην ανακοίνωση, όπως επισημαίνουμε στο σημείο 5.5, διότι η διατήρηση μιας τόσο γενικής μορφής όσο στην πρόταση οδηγίας ενδέχεται να εμποδίσει την πλήρη αποτελεσματικότητά τους.

1.4.3

Όσον αφορά τον προσδιορισμό των ειδικών περιοχών, οι οποίες χαρακτηρίζονται τέτοιες λόγω της αδυναμίας τους να επιτύχουν τους περιβαλλοντικούς στόχους, η ασάφεια της διατύπωσης ενδέχεται να προξενήσει καταχρήσεις κατά την εφαρμογή της· γι' αυτό, προτείνουμε να προσδιοριστούν με πλήρη σαφήνεια και ακρίβεια οι λόγοι του χαρακτηρισμού των περιοχών αυτών ως ειδικών, όπως και οι διαδικασίες έγκρισής τους από την Επιτροπή.

1.5

Τέλος, επισημαίνουμε δύο θέματα που είναι πολύ σημαντικά για την επίτευξη των προτεινόμενων στόχων. Το πρώτο αφορά την άμεση εφαρμογή όλων των μέτρων που έχουν θεσπιστεί στο παρελθόν και έχουν αντίκτυπο στο θαλάσσιο περιβάλλον, όπως εκείνα που απορρέουν από τις δέσμες ERIKA Ι, ΙΙ και ΙII και ιδιαίτερα εκείνα που αφορούν τους λιμένες καταφυγής, το διευρωπαϊκό δίκτυο παρακολούθησης της θαλάσσιας κυκλοφορίας, τη θέσπιση του συστήματος ελέγχου των κρατών για τη νηολόγηση των σκαφών, τη διερεύνηση και απογραφή των αποβλήτων (όπως οι βόμβες ή τα δοχεία με ραδιενεργά υλικά) κλπ.

1.5.1

Το δεύτερο θέμα που πρέπει να υπενθυμιστεί και να εφαρμοστεί αφορά την έρευνα στο θαλάσσιο περιβάλλον: με την αύξηση και τη βελτίωση των σχετικών γνώσεων, θα μπορέσουν να προσδιοριστούν σαφέστερα οι στόχοι και να εφαρμοστούν τα απαραίτητα προγράμματα μέτρων για την αποκατάσταση της καλής περιβαλλοντικής κατάστασης. Προς τούτο, απαιτείται μεγαλύτερη συμμετοχή στα ευρωπαϊκά προγράμματα-πλαίσιο για την έρευνα.

2.   Αιτιολόγηση

2.1

Η Επιτροπή δημοσίευσε το 2002 μία ανακοίνωση (1) σχετικά με τη θέσπιση στρατηγικής για την προστασία και τη διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος από περιβαλλοντική άποψη, με στόχο την προαγωγή της αειφόρου χρήσης των θαλασσών και τη διατήρηση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων — στην ανακοίνωση αυτή βασίζεται η υπό εξέταση πρόταση οδηγίας. Το 6ο Πρόγραμμα Δράσης για το Περιβάλλον έκανε ήδη αναφορά στην ανάγκη θέσπισης των μέσων για την προστασία και τη διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος και τόνιζε ότι ο στόχος της προαγωγής της αειφόρου χρήσης των ευρωπαϊκών θαλασσών και ωκεανών δεν επιτυγχάνεται με μεμονωμένες πολιτικές. Κατέστη εμφανής η ανάγκη επείγουσας ανάληψης δράσης, αφού πολλοί από τους προβλεπόμενους κινδύνους που επισημαίνονταν στο 6ο Πρόγραμμα-Πλαίσιο έγιναν πραγματικότητα με μια δριμύτητα που ξεπερνά ακόμα και τις χειρότερες προβλέψεις (2).

2.2

Η στρατηγική που προτεινόταν στην προαναφερθείσα ανακοίνωση βασιζόταν στην εκτίμηση της κατάστασης του θαλάσσιου περιβάλλοντος της Ευρώπης, το οποίο υφίσταται σοβαρή επιδείνωση λόγω των συνδυασμένων επιπτώσεων της αλλαγής του κλίματος, της ρύπανσης των θαλασσών από επικίνδυνες ουσίες, της εμπορικής αλιείας, του ευτροφισμού και ενός πρόσθετου κινδύνου, της εισαγωγής αλλοχθόνων ειδών στις θάλασσές μας. Αν προσθέσουμε σε αυτά και ορισμένα άλλα εμπόδια θεσμικής φύσεως, όπως η αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών στα χωρικά τους ύδατα, η ύπαρξη διεθνών συμβάσεων στις οποίες μετέχουν και τρίτες χώρες και η δυσκολία εφαρμογής και ελέγχου πολλών συμφωνιών σε παγκόσμιο επίπεδο (3), βλέπουμε πόσο αναγκαίο είναι να εφαρμοστεί σ' αυτή η στρατηγική, παρ' όλα τα διαπιστωθέντα εμπόδια.

2.3

Πιο πρόσφατα και την ίδια ημερομηνία με την εξεταζόμενη πρόταση οδηγίας, δημοσιεύθηκε μία άλλη ανακοίνωση (4), για την οποία δεν έχει ζητηθεί γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ και στην οποία εξαγγέλλεται η επικείμενη δημοσίευση Πράσινης Βίβλου σχετικά με τη στρατηγική για το θαλάσσιο περιβάλλον. Πιστεύουμε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει υπόψη της το περιεχόμενο και τις παρατηρήσεις των γνωμοδοτήσεών μας και ο καλύτερος τρόπος να επιτευχθεί αυτό είναι να πραγματοποιηθεί νέα διαβούλευση, στην οποία θα ενσωματωθούν οι γνώσεις και οι απόψεις μας για τις πολιτικές που επιδρούν στο θαλάσσιο περιβάλλον (αλιεία, μεταφορές, υδρογονάνθρακες κλπ.). Η ΕΟΚΕ, ως εκπρόσωπος της κοινωνίας των πολιτών, ενδιαφέρεται να εκφράσει την άποψή της.

3.   Σύνοψη των προτάσεων

3.1

Η στρατηγική για την προστασία και τη διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος στηρίζεται, για την εφαρμογή της, σε ένα μέσο το οποίο περιέχεται στην πρόταση οδηγίας που εξετάζουμε. Λαμβάνει επίσης υπόψη τις διεθνείς συμβάσεις, ιδίως εκείνες που έχουν συνάψει η Επιτροπή και τα κράτη μέλη στο πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών (5), καθώς και τις περιφερειακές συμβάσεις (6) και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτές, στην εκπλήρωση των οποίων αναμένεται να χρησιμεύσει η παρούσα οδηγία.

3.2

Η πρόταση οδηγίας χωρίζεται σε πέντε κεφάλαια. Το πρώτο περιλαμβάνει τις γενικές διατάξεις, στις οποίες ορίζονται το θέμα (άρθρο 1), το πεδίο εφαρμογής (άρθρο 2), οι θαλάσσιες περιφέρειες και υποπεριφέρειες (άρθρο 3), οι θαλάσσιες στρατηγικές (άρθρο 4), οι κανόνες για τον συντονισμό και τη συνεργασία των κρατών μελών (άρθρο 5), καθώς και οι αρμόδιες αρχές (άρθρο 6).

3.3

Από το πρώτο αυτό μέρος αξίζει να υπογραμμιστεί το περιεχόμενο του άρθρου 4 σχετικά με τη θαλάσσια στρατηγική που θα πρέπει να χαράξουν τα κράτη μέλη για κάθε θαλάσσια περιφέρεια και η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία:

την αρχική εκτίμηση της περιβαλλοντικής κατάστασης των υδάτων και των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων,

τον καθορισμό της καλής περιβαλλοντικής κατάστασης αυτών των υδάτων,

τη θέσπιση περιβαλλοντικών στόχων,

την κατάρτιση και υλοποίηση προγράμματος παρακολούθησης αυτών των στόχων.

Θα πρέπει, επίσης, να συνοδεύεται από ένα πρόγραμμα μέτρων, το οποίο θα καταρτιστεί το αργότερο έως το 2016, με στόχο την επίτευξη καλής περιβαλλοντικής κατάστασης των θαλασσών και των ωκεανών.

3.4

Στο δεύτερο και στο τρίτο κεφάλαιο παρουσιάζονται οι θαλάσσιες στρατηγικές: το δεύτερο αφορά τους κανόνες για την προετοιμασία τους και το τρίτο τα προγράμματα μέτρων.

3.4.1

Τα μέτρα για την προετοιμασία των θαλάσσιων στρατηγικών βασίζονται στην υποχρέωση των κρατών μελών να διενεργήσουν μια αρχική εκτίμηση των θαλάσσιων υδάτων τους (άρθρο 7), η οποία πρέπει να περιλαμβάνει διάφορα στοιχεία, μεταξύ των οποίων υπογραμμίζεται η οικονομική και κοινωνική ανάλυση της χρήσης τους και το κόστος της υποβάθμισής τους. Καθορίζεται η έννοια της καλής περιβαλλοντικής κατάστασης (άρθρο 8 και παράρτημα ΙΙ), θεσπίζονται οι περιβαλλοντικοί στόχοι (άρθρο 9 και παράρτημα ΙΙΙ) και, τέλος, προσδιορίζεται ο τρόπος διαμόρφωσης των προγραμμάτων παρακολούθησης (άρθρο 10 και παραρτήματα II και IV) και η διαδικασία έγκρισής τους (άρθρο 11).

3.4.2

Στο τρίτο κεφάλαιο ρυθμίζονται τα προγράμματα μέτρων που πρέπει να καταρτίσουν τα κράτη μέλη για κάθε θαλάσσια περιφέρεια της δικαιοδοσίας τους (άρθρο 12 και παράρτημα V) με βάση την αρχική τους εκτίμηση, για να εξασφαλίσουν την καλή περιβαλλοντική τους κατάσταση. Τα προγράμματα αυτά πρέπει να κοινοποιηθούν στην Επιτροπή (άρθρο 14) προς έγκριση (άρθρο 15). Προβλέπονται, επίσης, μέτρα ad hoc για τις ειδικές περιοχές (άρθρο 13).

3.5

Το τέταρτο κεφάλαιο περιλαμβάνει τους κανόνες για την επικαιροποίηση των στρατηγικών για τις διάφορες θαλάσσιες περιφέρειες (άρθρο 16) και την υποχρέωση δημοσίευσης ενδιάμεσων εκθέσεων κάθε τρία χρόνια (άρθρο 17). Αξίζει να μνημονευθεί ιδιαιτέρως το περιεχόμενο του άρθρου 18, όπου θεσπίζονται οι κανόνες για τη δημόσια διαβούλευση και την ενημέρωση του κοινού, σύμφωνα με την οδηγία 2003/35/ΕΚ. Προβλέπεται, ακόμη, η υποχρέωση της Επιτροπής να δημοσιεύει εκθέσεις αξιολόγησης σχετικά με τα αποτελέσματα της εφαρμογής της οδηγίας (άρθρο 19) και να επανεξετάσει το περιεχόμενό της 15 έτη μετά την έναρξη ισχύος της.

3.6

Το πέμπτο και τελευταίο κεφάλαιο περιλαμβάνει τις τεχνικές διατάξεις, με ιδιαίτερη αναφορά στα συνοδευτικά παραρτήματα (άρθρο 21) και στην επιτροπή που θα επικουρεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε αυτό το καθήκον (άρθρο 22).

4.   Παρατηρήσεις σχετικά με την πρόταση

4.1

Η παρούσα πρόταση οδηγίας πρέπει να συσχετιστεί με την προαναφερθείσα «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο — Προς μια στρατηγική για την προστασία και τη διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος» (για αναλυτικότερη εξέταση, βλ. τη γνωμοδότηση CESE 578/2003 σχετικά με αυτή την ανακοίνωση). Οι σημαντικότερες διαπιστώσεις που διατυπώνονται στην ανακοίνωση είναι οι εξής:

οι μεμονωμένες πολιτικές των κρατών μελών για τις κοινοτικές θάλασσες δεν παράγουν τα επιθυμητά αποτελέσματα βελτίωσης του θαλάσσιου περιβάλλοντος. Αντιθέτως, η κατάσταση του θαλάσσιου περιβάλλοντος σταδιακά επιδεινώνεται·

τα κράτη δεν παρακολουθούν αποτελεσματικά την κατάσταση των θαλάσσιων υδάτων·

η επιστημονική γνώση του θαλάσσιου περιβάλλοντος είναι ανεπαρκής και απαιτούνται μεγαλύτερες ερευνητικές προσπάθειες·

ο προσδιορισμός των στοιχείων και των στόχων της αναγκαίας στρατηγικής για την προστασία και την αποκατάσταση του θαλάσσιου περιβάλλοντος είναι ικανοποιητικός και αντιστοιχεί σε 23 δυνατές δράσεις.

4.2

Στη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ διατυπώνονταν οι εξής παρατηρήσεις:

α)

η ανακοίνωση αποτελεί ένα βήμα προόδου προς την έναρξη των δράσεων για την προστασία και την αποκατάσταση του θαλάσσιου περιβάλλοντος,

β)

ωστόσο, χρειάζεται μια σαφής και αποτελεσματική μεθοδολογία παρέμβασης, παρόμοια με τη μεθοδολογία που προβλέπεται στην οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα,

γ)

η μεθοδολογία αυτή, η οποία θα βασίζεται στα οικοσυστήματα, θα πρέπει να περιλαμβάνει ορισμό της «καλής κατάστασης των υδάτων», γεωγραφική οριοθέτηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος, προσδιορισμό των κριτηρίων και των μηχανισμών συντονισμού των αρχών κλπ.

4.3

Από την άποψη αυτή, η πρόταση οδηγίας ενσωματώνει σημαντικές συστάσεις της γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ, ερμηνεύοντάς τις με συγκεκριμένο τρόπο, και καθιερώνει μια μεθοδολογία παρέμβασης παρόμοια με εκείνη που περιέχεται στην ΟΠΥ, αλλά με σημαντικές διαφορές όσον αφορά τον ρόλο της Επιτροπής και των κρατών μελών και τη διάρθρωση των διάφορων στοιχείων της, χωρίς να εξηγούνται επαρκώς ούτε οι λόγοι ούτε η χρησιμότητα αυτών των διαφορών, προπαντός τη στιγμή που υπάρχουν σοβαρές αντιφάσεις, για παράδειγμα:

α)

ανάμεσα στην αναποτελεσματικότητα των μεμονωμένων πολιτικών και του κοινοτικού πλαισίου, η οποία διαπιστώνεται στην ανακοίνωση, και στη διατήρηση αυτού του συστήματος δράσης στη νέα πρόταση οδηγίας,

β)

ανάμεσα στον εξαντλητικό προσδιορισμό των στοιχείων, των στόχων και των δράσεων στην ανακοίνωση και στη μερική μόνο αντιστοιχία τους με την παρούσα πρόταση οδηγίας.

4.4

Η ΕΟΚΕ θεωρεί την παρούσα πρόταση οδηγίας:

α)

αναγκαία, αλλά όχι επαρκή για την αποκατάσταση και την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος που ενδιαφέρει την Ευρωπαϊκή Ένωση και το οποίο υπερβαίνει τα θαλάσσια ύδατα της δικαιοδοσίας της,

β)

μία καλή αφετηρία, η οποία πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω σε ορισμένες σημαντικές της πτυχές,

γ)

μη ολοκληρωμένη, οπότε θα πρέπει να αναπτυχθούν εκ των υστέρων και να ενσωματωθούν στην πρόταση και άλλα στοιχεία, ώστε να διαμορφωθεί πραγματικά μια οδηγία-πλαίσιο με την απαιτούμενη εμβέλεια και βάθος.

4.5

Η εφαρμογή της οδηγίας επαφίεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στα κράτη μέλη, ενώ η Επιτροπή προσανατολίζει τις δράσεις, ενημερώνεται από τα κράτη και εγκρίνει ή απορρίπτει «κατ' αναλογία» τους ορισμούς της περιβαλλοντικής κατάστασης, τους περιβαλλοντικούς στόχους και δείκτες, το σχέδιο παρακολούθησης και το πρόγραμμα μέτρων για τις ειδικές περιοχές.

4.6

Δεν παράγονται νέα νομοθετικά ή διαχειριστικά μέσα, αλλά χρησιμοποιούνται τα ήδη υπάρχοντα στο κοινοτικό πλαίσιο και στις διεθνείς συμφωνίες που έχει συνάψει η Ευρωπαϊκή Ένωση.

4.7

Διευκρινίζεται ο τρόπος συμμετοχής του κοινού και των εμπλεκόμενων μερών μέσω των κρατών μελών.

5.   Ειδικές παρατηρήσεις

5.1

Από την πείρα από την παρέμβαση και την εφαρμογή πιο φιλόδοξων ευρωπαϊκών ρυθμίσεων στα κράτη μέλη (οδηγία-πλαίσιο για τα ύδατα, οδηγία για την ολοκληρωμένη πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης) προκύπτει ότι η Επιτροπή πρέπει να διαδραματίσει ενεργό ρόλο, όχι μόνο στην εποπτεία, αλλά και στον συντονισμό και τη συγκέντρωση των δραστηριοτήτων στήριξης των κρατών, με σεβασμό της αρχής της επικουρικότητας. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να συγκροτήσει και να προεδρεύει ενός φόρουμ των αρμόδιων αρχών ανά θαλάσσια περιφέρεια και υποπεριφέρεια, στο οποίο θα συμμετέχουν τα εμπλεκόμενα μέρη, επιστημονικά ιδρύματα με αναγνωρισμένο κύρος στον τομέα και οι αρμόδιες αρχές για την αλιευτική πολιτική και για τα ραδιονουκλεΐδια.

5.2

Εξάλλου, η πρόταση οδηγίας, επιπλέον των απαιτήσεων που θεσπίζει όσον αφορά την κοινοποίηση και την έγκριση των σχεδίων για την αρχική εκτίμηση, την καλή περιβαλλοντική κατάσταση, τους περιβαλλοντικούς στόχους, το πρόγραμμα παρακολούθησης και το πρόγραμμα μέτρων (συμπεριλαμβανομένων των ad hoc μέτρων για τις ειδικές περιοχές), θα έπρεπε να προβλέπει συγκεκριμένη διαδικασία δράσης και συγκεκριμένη προθεσμία αντίδρασης σε ενδεχόμενες απορρίψεις. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να προβλέπει συμμετοχή των εμπλεκόμενων μερών και του κοινού γενικά, καθώς και επαρκή κίνητρα.

5.3

Τα περιεχόμενα της αρχικής εκτίμησης περιγράφονται στο παράρτημα ΙΙ. Στον πίνακα με την επικεφαλίδα «Πιέσεις και αντίκτυπος» θα έπρεπε, σύμφωνα με την ανακοίνωση που είχε δημοσιευθεί πριν από αυτή την πρόταση οδηγίας, να προσδιοριστούν τα ανθρωπογενή αίτια αυτών των πιέσεων και των επιπτώσεων και να συσχετιστούν με αυτές, όπως και με τα στοιχεία και τους στόχους της προστασίας του θαλάσσιου περιβάλλοντος, προκειμένου να καθιερωθεί η κατάλληλη σύνδεση με τις δράσεις και τις πολιτικές της στρατηγικής.

5.4

Ο καθορισμός τόσο της «καλής περιβαλλοντικής κατάστασης» όσο και της «επικρατούσας περιβαλλοντικής κατάστασης» γίνεται βάσει γενικών χαρακτηριστικών, κριτηρίων και προτύπων «ποιοτικής περιγραφής». Θα έπρεπε να συμπεριληφθούν και ποσοτικά χαρακτηριστικά, αφού για την περιγραφή ορισμένων συνιστωσών που περιλαμβάνονται τόσο στην αρχική εκτίμηση όσο και στην καλή περιβαλλοντική κατάσταση χρειάζονται οπωσδήποτε τέτοια χαρακτηριστικά. Επίσης, για την παρακολούθηση των συνιστωσών που περιλαμβάνονται στα προγράμματα παρακολούθησης (π.χ. πυκνότητα του φυτοπλαγκτού), απαιτούνται ποσοτικά σημεία αναφοράς.

5.5

Οι περιβαλλοντικοί στόχοι ορίζονται στο άρθρο 9 και στο παράρτημα ΙΙΙ με υπερβολικά γενικά κριτήρια. Θα ήταν σκόπιμο να προσδιοριστούν τα ελάχιστα στοιχεία και στόχοι που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, στα οποία θα πρέπει να συγκαταλέγονται τουλάχιστον τα περιεχόμενα της ανακοίνωσης του 2002 και συγκεκριμένα:

η υποβάθμιση της βιοποικιλότητας και η καταστροφή οικοτόπων,

οι επικίνδυνες ουσίες,

ο ευτροφισμός,

τα ραδιονουκλεΐδια,

η χρόνια ρύπανση από πετρέλαιο,

τα απόβλητα και τα απορρίμματα,

οι θαλάσσιες μεταφορές,

η υγεία και το περιβάλλον,

η αλλαγή του κλίματος.

5.6

Το πρόγραμμα μέτρων (άρθρο 12, παράρτημα IV) πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα μέτρα υποχρεωτικής εφαρμογής σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία, ιδίως εκείνη που αφορά τα παράκτια ύδατα, το πρόγραμμα δράσης των οποίων προσπαθεί να αποτρέψει τις ζημίες από τις διάφορες πηγές ρύπανσης που απαριθμούνται στο προηγούμενο σημείο. Πρέπει επίσης να περιλαμβάνει τα μέτρα υποχρεωτικής εφαρμογής σύμφωνα με τις διεθνείς συμφωνίες και συμβάσεις και τα «ad hoc» μέτρα για τον μετριασμό της υποβάθμισης του θαλάσσιου περιβάλλοντος στις «ειδικές περιοχές». Η διατύπωση αυτή έχει το πλεονέκτημα ότι συγκεντρώνει σε μία ενότητα όλα τα μέτρα και τις δράσεις που είναι διεσπαρμένες σε διάφορες νομικές διατάξεις και κανόνες και διευκολύνει έτσι την υλοποίησή τους.

5.6.1

Από την άλλη πλευρά, όμως, πρέπει να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να περιορίζεται η σύνταξη των εν λόγω προγραμμάτων μόνο σε αυτά τα μέτρα, διότι αν, όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν επαρκή για να αποφευχθεί η υποβάθμιση του περιβάλλοντος, δύσκολα θα είναι επαρκή για να επιτευχθεί η καλή περιβαλλοντική κατάσταση της στοχοθετημένης θαλάσσιας περιφέρειας. Έτσι, ένα ζήτημα που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι η περιοδική διάδοση στις παράκτιες χώρες ορθών πρακτικών σε θέματα οικοτεχνολογίας (οικολογικές τουαλέτες, απορρυπαντικά χωρίς φωσφορικά άλατα, προστατευτικές ζώνες και περιορισμοί που εφαρμόζονται στις παράκτιες περιοχές κλπ.).

5.7

Η πρόταση οδηγίας επιτρέπει στα κράτη μέλη να προσδιορίσουν ειδικές περιοχές στις οποίες δεν μπορούν να επιτευχθούν οι περιβαλλοντικοί στόχοι για τους εξής λόγους:

δράση ή αδράνεια εκ μέρους άλλου κράτους (μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή μη),

φυσικές αιτίες ή ανωτέρα βία,

τροποποιήσεις ή μεταβολές των φυσικών χαρακτηριστικών των υδάτων λόγω «δράσεων που αναλαμβάνονται για επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος».

5.7.1

Η ασάφεια της διατύπωσης αυτής ενδέχεται να επιτρέψει καταχρηστικές ερμηνείες· γι' αυτό, είναι σκόπιμο:

1.

να προσδιοριστούν με πλήρη σαφήνεια και ακρίβεια αυτοί οι λόγοι μέσω της απαρίθμησης:

των δράσεων ή των παραλείψεων άλλου κράτους μέλους που μπορούν να επηρεάσουν τη διεργασία επίτευξης των περιβαλλοντικών στόχων,

των φαινομένων που θεωρούνται φυσικές αιτίες και των κριτηρίων προσδιορισμού της έννοιας της «ανωτέρας βίας»,

των κριτηρίων προσδιορισμού της έννοιας του «δημόσιου συμφέροντος»·

2.

να θεσπιστούν διαδικασίες έγκρισης αυτών των εξαιρέσεων από την Επιτροπή, με τη συμμετοχή των εμπλεκόμενων μερών και του κοινού.

5.8

Όσον αφορά τις πτυχές του συντονισμού και της συνεργασίας, θα πρέπει να καλύπτουν όλες τις τρίτες χώρες που βρέχονται από τις θάλασσες και τους ωκεανούς μας και όχι μόνο εκείνες που μετέχουν σε διεθνείς συμφωνίες, ούτως ώστε να ενθαρρυνθούν να συνεργαστούν και να επιτύχουν και αυτές καλά περιβαλλοντικά αποτελέσματα.

5.9

Τέλος, η πρόταση οδηγίας διοχετεύει τη συμμετοχή των εμπλεκόμενων μερών και του κοινού προς τα υφιστάμενα κρατικά συστήματα. Τα συστήματα αυτά αμφισβητούνται σε πολλές χώρες, άλλοτε λόγω έλλειψης διαφάνειας, άλλοτε για την καθυστέρηση με την οποία απαντούν στις αιτήσεις, άλλοτε για την αόριστη θεώρηση των οργανώσεων ως «εμπλεκόμενων μερών» κλπ. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θα πρέπει να θεσπίσει μια ευέλικτη και αποτελεσματική διαδικασία για τη συλλογή των διαμαρτυριών ή των καταγγελιών των εμπλεκόμενων μερών και του κοινού, τη διαχείρισή τους και την εξασφάλιση των δικαιωμάτων ενημέρωσης, διαβούλευσης και συμμετοχής. Με αυτή την έννοια, θα πρέπει να απαλειφθεί το κριτήριο της «αναλογίας» από το σύστημα έγκρισης, όπως αναφέραμε και ανωτέρω.

Βρυξέλλες, 20 Απριλίου 2006

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  COM(2002) 539 τελικό — Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο — Προς μια στρατηγική για την προστασία και τη διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος

(2)  Για εκτενέστερη εξέταση, βλ. τη γνωμοδότηση ΕΕ C 133 της 6.6.2003 για την «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - Προς μια στρατηγική για την προστασία και τη διατήρηση του θαλάσσιου περιβάλλοντος» (εισηγήτρια: η κα Maria Candelas Sánchez Miguel).

(3)  Στα συμπεράσματα της Διάσκεψης Κορυφής του Γιοχάνεσμπουργκ (26 Αυγούστου — 4 Σεπτεμβρίου 2002), στα κεφάλαια Ι-ΙV, περιλαμβάνονται συμφωνίες για τους ωκεανούς και τις θάλασσες, την αλιεία, τη θαλάσσια ρύπανση και την έρευνα. ΕΕ C 133 της 6.6.2003.

(4)  COM(2005) 505 τελικό της 14.10.2005

(5)  Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), που εγκρίθηκε με την απόφαση 98/392/ΕΚ του Συμβουλίου, της 23ης Μαρτίου 1998.

(6)  Σύμβαση για την Προστασία του Θαλάσσιου Περιβάλλοντος της Περιοχής της Βαλτικής Θάλασσας (απόφαση 94/157/ΕΚ), Σύμβαση για την Προστασία του Θαλάσσιου Περιβάλλοντος του Βορειοανατολικού Ατλαντικού (απόφαση 98/249/ΕΚ) και Σύμβαση για την Προστασία της Μεσογείου Θαλάσσης από τη Ρύπανση (απόφαση 77/585/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε το 1995).


8.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 185/24


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η διαχείριση των βιομηχανικών μεταλλαγών στις διασυνοριακές περιφέρειες μετά τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

(2006/C 185/05)

Στις 20 Ιουλίου 2005, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η μελλοντική προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισε να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή να καταρτίσει γνωμοδότηση με θέμα: Η διαχείριση των βιομηχανικών μεταλλαγών στις διασυνοριακές περιφέρειες μετά τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Η Συμβουλευτική Επιτροπή Βιομηχανικών Μεταλλαγών, στην οποία ανατέθηκαν οι προπαρασκευαστικές εργασίες για το θέμα, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή της στις 22 Μαρτίου 2006 με βάση εισηγητική έκθεση του κ Krzaklewski.

Κατά την 426η σύνοδο ολομελείας της, της 20ής και 21ης Απριλίου 2006 (συνεδρίαση της 21ης Απριλίου 2006), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 69 ψήφους υπέρ, 2 κατά, και 5 αποχές.

Μέρος 1 — Σύνοψη των συμπερασμάτων και συστάσεων της ΕΟΚΕ

Η αυστριακή κυβέρνηση ζήτησε επίσημα από την Συμβουλευτική Επιτροπή Βιομηχανικών Μεταλλαγών (ΣΕΒΜ) να καταρτίσει διερευνητική γνωμοδότηση με θέμα «Βιομηχανικές μεταλλαγές και διεύρυνση της ΕΕ: Μελέτη των συνεπειών τους στις διασυνοριακές περιφέρειες».

Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι, κατά την προσεχή προεδρία, είναι σημαντικό να διασαφηνιστεί ο όρος «περιφέρεια» σε ένα διασυνοριακό και βιομηχανικό πλαίσιο. Πρέπει να εξεταστούν χωριστά οι περιφέρειες οι οποίες συνορεύουν με τρίτες χώρες και να ληφθεί υπόψη εάν μια δεδομένη γειτονική χώρα είναι υποψήφια προς ένταξη ή όχι.

Είναι σημαντικό να αποφασιστεί πως μπορεί να διακρίνει κανείς μεταξύ των συνεπειών των μεταλλαγών στις περιφέρειες αυτές κατά την δεκαετία του 90 και των συνεπειών που οφείλονται στη διεύρυνση της ΕΕ, να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα των κοινοτικών μέσων που χρησιμοποιήθηκαν στις περιφέρειες αυτές πριν και μετά την διεύρυνση, και εξακριβωθεί η καθυστέρηση με την οποία εφαρμόστηκαν οι κοινοτικές πολιτικές στις εν λόγω περιφέρειες σε σύγκριση με άλλες περιφέρειες.

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι σήμερα όπως και στο παρελθόν, η ικανότητα πρόσβασης των ενδιαφερομένων μερών στους διαθέσιμους πόρους των διαρθρωτικών ταμείων της ΕΕ αποτελεί ιδιαίτερα σημαντικό και πιθανόν αποφασιστικό παράγοντα για την άσκηση και την ανάπτυξη της βιομηχανικής πολιτικής στις διασυνοριακές περιφέρειες της διευρυμένης Ευρώπης. Είναι επιτακτικό να αυξηθεί το μερίδιο των διαρθρωτικών ταμείων που διατίθεται στις εν λόγω περιφέρειες. Η πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση των ευρωπαϊκών ομίλων διασυνοριακής συνεργασίας προσφέρει νέες ευκαιρίες στον τομέα αυτό. Η ΕΟΚΕ τονίζει με έμφαση την ανάγκη να συμπεριληφθούν στη σύνθεση των ευρωπαϊκών ομίλων διασυνοριακής συνεργασίας οι οικονομικοί και κοινωνικοί παράγοντες και οι λοιπές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και ειδικότερα οι οργανισμοί κατάρτισης. Η ίδρυση των εν λόγω νομικών προσώπων θα συμβάλει στην ενίσχυση στην ενίσχυση της βούλησης για διασυνοριακή συνεργασία, θα ενισχύσει την αίσθηση της ταυτότητας των εν λόγω περιφερειών, και θα τονώσει την βούλησή τους για εναρμόνιση των ρυθμίσεών τους.

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι η ανάπτυξη των αγορών εργασίας στις διασυνοριακές περιφέρειες αποτελεί παράγοντα που ασκεί μια όχι αμελητέα επιρροή στις βιομηχανικές μεταλλαγές. Εξακολουθούν να υπάρχουν προσωρινά εμπόδια στη διασυνοριακή κινητικότητα των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ΕΟΚΕ καλεί τα κράτη μέλη να εξετάσουν σοβαρά το ενδεχόμενο συντόμευσης των μεταβατικών περιόδων. Η μελέτη αυτή πρέπει να διεξαχθεί με την κατάλληλη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων και διαβουλεύσεις στα διάφορα επίπεδα. Όσον αφορά τα λοιπά μέσα βιομηχανικής πολιτικής, η ΕΟΚΕ τονίζει τη σημασία της ενδεχόμενης θέσπισης μιας κοινής ενοποιημένης βάσης επιβολής του φόρου εταιρειών.

Η ΕΟΚΕ τονίζει επανειλημμένα το σημαντικό ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν ο κοινωνικός διάλογος και η δέσμευση των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών όσον αφορά την διαχείριση της βιομηχανικής πολιτικής στις εν λόγω περιφέρειες τόσο από την άποψη της εφαρμογής δυναμικών βιομηχανικών πολιτικών όσο και από την άποψη της επίλυσης των προβλημάτων τα οποία επηρεάζουν τις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων εθνικοτήτων και πολιτισμικών και εθνοτικών ομάδων.

Μέρος 2 — Επιχειρήματα προς υποστήριξη της γνωμοδότησης

1.   Εισαγωγή

1.1

Η μελλοντική αυστριακή προεδρία ζήτησε επίσημα από τη Συμβουλευτική Επιτροπή Βιομηχανικών Μεταλλαγών (ΣΕΒΜ) να καταρτίσει διερευνητική γνωμοδότηση με θέμα: «Βιομηχανικές μεταλλαγές και διεύρυνση της ΕΕ: Μελέτη των συνεπειών τους στις διασυνοριακές περιφέρειες». Εξ ορισμού, οι διερευνητικές γνωμοδοτήσεις καταρτίζονται πριν την υιοθέτηση πρότασης ή πολιτικής απόφασης κοινοτικού οργάνου το οποίο είναι υπεύθυνο για την λήψη αποφάσεων.

1.2

Η μετάβαση στην οικονομία της αγοράς και η μεταφορά των κανόνων περί εσωτερικής αγοράς και ανταγωνισμού δημιούργησε ένα νέο δυναμισμό σε πολλές περιφέρειες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Η προσχώρηση νέων κρατών μελών από την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη έφερε σε στενότερη επαφή μεταξύ τους τις συνοριακές περιφέρειες και, σε πολλές περιπτώσεις, αναζωογόνησε παλαιούς εμπορικούς και επιχειρηματικούς δεσμούς,. Ωστόσο, ο νέος αυτός δυναμισμός προκάλεσε προβλήματα., ειδικότερα, όσον αφορά την πολιτική αγορά εργασίας και αποκάλυψε τις υπάρχουσες ελλείψεις των υποδομών συνεργασίας στις συνοριακές περιφέρειες.

1.3

Προκειμένου να μελετηθούν καλύτερα οι βιομηχανικές μεταβολές που έχουν επέλθει στις διασυνοριακές περιφέρειες της διευρυμένης Ευρώπης και να συγκεντρωθούν τα δεδομένα που απαιτούνται για την κατάρτιση γνωμοδότησης, η ΣΕΒΜ και το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο της Αλλαγής (ΕΠΑ) διοργάνωσαν εργαστήρια στη Μπρατισλάβα στις 17 και 18 Οκτωβρίου 2005. Στην εκδήλωση αυτή, που πραγματοποιήθηκε στη διασυνοριακή περιφέρεια CENTROPE, συμμετείχαν πολλά μέλη της ΣΕΒΜ, εκπρόσωποι των κοινωνικών εταίρων από την Αυστρία, τη Σλοβακία και την Ουγγαρία, και εμπειρογνώμονες.

2.   Γενικές παρατηρήσεις και επισκόπηση της κατάστασης στις διασυνοριακές περιφέρειες της διευρυμένης Ευρώπης

2.1

Σήμερα, το 33 % περίπου του πληθυσμού της ΕΕ βρίσκεται σε διασυνοριακές περιφέρειες οι οποίες ανέρχονται στο 40 % περίπου της συνολικής έκτασης της ΕΕ (1).

2.2

Τα σύνορα της Ευρώπης αλλάζουν αδιάκοπα από την εποχή της υπογραφής της συνθήκης ΕΚΑΧ. Η διαδικασία αυτή φαίνεται ότι πρόκειται να συνεχιστεί στο βραχυπρόθεσμο διάστημα. Λαμβανομένων υπόψη των αλλαγών που συνεπάγεται αυτό, η ΕΕ πρέπει να επικαιροποιεί συστηματικά την πολιτική της όσον αφορά τις συνοριακές περιφέρειες.

2.2.1

Οι συνοριακές περιφέρειες των υποψηφίων χωρών οι οποίες συνορεύουν με την ΕΕ είχαν ήδη αναπτύξει σχέσεις με τις πιο απομακρυσμένες γειτονικές περιοχές της ΕΕ ακόμα και πριν την προσχώρησή τους, στο πλαίσιο της εναρμόνισης της νομοθεσίας τους και των κοινωνικοοικονομικών τους συστημάτων.

2.2.2

Το «σιδηρούν παραπέτασμα» ήταν μάλλον ένα ιδιαίτερο είδος συνόρων. Ένα μεγάλο μέρος των συνόρων αυτών βρίσκεται εντός των συνόρων της ΕΕ των25. Όταν κατέρρευσε το τείχος του Βερολίνου το 1989, εννέα έτη μετά την επανάσταση της Αλληλεγγύης το 1980, οι συνοριακές περιφέρειες, οι οποίες κάποτε χώριζαν τον πρώην σοβιετικό συνασπισμό από την υπόλοιπη Ευρώπη, ιδιαίτερα οι «απαγορευμένες» ζώνες, ουσιαστικά δεν διέθεταν καμία υποδομή. Παρά τη σημαντική πρόοδο που ακολούθησε κατά την αντιμετώπιση των συνεπειών των πολιτικών αποφάσεων που οδήγησαν στην κατάσταση αυτή, εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα τα οποία δεν έχουν επιλυθεί.

2.2.3

Ένα άλλο ιδιαίτερο είδος συνόρων της ΕΕ είναι η Μεσόγειος. Μολονότι εδώ και πολλά έτη υπάρχει μια πολιτική συνεργασίας της ΕΕ με τις χώρες της Μεσογείου, λόγω των διεθνών εξελίξεων, ο χώρος αυτός δεν συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των προτεραιοτήτων της ΕΕ.

2.3

Μια σειρά διασυνοριακών προτεραιοτήτων (π.χ., ευρωπεριφέρειες) είχαν τεθεί σε εφαρμογή στις συνοριακές περιφέρειες των νέων κρατών μελών πριν την ένταξή τους με τη μορφή διασυνοριακής συνεργασίας, βάσει συμφωνιών που είχαν συναφθεί μεταξύ γειτονικών συνοριακών περιφερειών. Δεν υπήρχε απαίτηση ρύθμισης της λειτουργίας των ευρωπεριφερειών με διακυβερνητικές συμφωνίες. Οι εν λόγω πρωτοβουλίες βασίζονταν στην αρχή της ελεύθερης επιλογής των τοπικών αρχών και των ενδιαφερομένων μερών. Η συνεργασία διαμέσου των ευρωπεριφερειών απέβλεπε στην από κοινού επίλυση των προβλημάτων, υπεράνω των πολιτικών συνόρων, και στην ανάπτυξη της οικονομικής συν εργασίας στον τομέα των επικοινωνιών και της περιβαλλοντικής δράσης.

2.4

Στην πράξη, η κοινοτική διαπεριφερειακή συνεργασία αναπτύχθηκε, από τη δεκαετία του 90, κατά κύριο λόγο στο πλαίσιο των διαδοχικών προγραμμάτων INTERREG. Η ΕΟΚΕ συμμετείχε, επίσης, σε ορισμένες πτυχές της εν λόγω συνεργασίας και έχει καταρτίσει γνωμοδοτήσεις σχετικά με την διαπεριφερειακή συνεργασία, με βάση την εμπειρία που έχει αποκτηθεί, μεταξύ άλλων, στις περιοχές της Μεσογείου και του Ευξείνου Πόντου (2), (3), (4).

2.4.1

Η ΕΟΚΕ διαπίστωσε ότι η διαπεριφερειακή συνεργασία η οποία προωθείται από την Κοινότητα μπορεί να προσδιοριστεί ανάλογα με:

α)

τον τύπο της περιοχής: περιφέρεια, μεγάλες πόλεις, τοπικές υποπεριφερειακές ζώνες

β)

την εδαφική κατηγορία: όμορη/μη όμορη περιφέρεια (διασυνοριακή ή διαπεριφερειακή συνεργασία)

γ)

την γεωγραφική περιοχή: συνεργασία εντός της ΕΕ ή συνεργασία περιφερειών της ΕΕ και γειτονικών περιφερειών τρίτων χωρών

δ)

το επίπεδο συνεργασίας όπως, για παράδειγμα:

συγκέντρωση κοινών εμπειριών, δημιουργία δικτύων για την μεταφορά τεχνογνωσίας,

χωροταξία,

κοινά έργα για την διασφάλιση επενδύσεων για υποδομές και άλλους τομείς.

2.4.2

Στις γνωμοδοτήσεις της για το πρόγραμμα INTERREG, η ΕΟΚΕ έχει τονίσει ότι κατά την δεκαετία του 90 οι δεσμοί μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών συνεργασίας ήταν κάπως επιλεκτικοί. Για παράδειγμα, η συνεργασία λειτουργούσε μόνο σε ορισμένα επίπεδα και περιοριζόταν σε ορισμένες χωρικές κατηγορίες και γεωγραφικές ζώνες.

2.4.3

Στην περίπτωση των διασυνοριακών περιφερειών που βρίσκονται στα σημεία όπου συναντώνται η Γαλλία, το Βέλγιο, η Γερμανία και το Λουξεμβούργο, οι οποίες γνώρισαν έντονες διαδικασίες αναδιάρθρωσης, ένα σημαντικό κοινοτικό κεκτημένο ήταν η εφαρμογή μεθόδων επανατοποθέτησης των απολυθέντων εργαζομένων που καταπολέμησαν το φαινόμενο της απερήμωσης και της εμφάνισης στο έδαφός τους πραγματικών «μεταβιομηχανικών ερήμων». Οι πόροι που διατέθηκαν και οι δράσεις που αναλήφθηκαν δυνάμει της συνθήκης ΕΚΑΧ είχαν σημαντική επίδραση στην πορεία αυτών των διαδικασιών αναδιάρθρωσης.

2.5

Σήμερα, σε όλη την Ευρώπη υπάρχουν 180 περίπου διασυνοριακές πρωτοβουλίες. Η πλειονότητα των πρωτοβουλιών αυτών αποτελούν μέσα για την άμβλυνση των επιπτώσεων των συνόρων. Τα δυο τρίτα των ευρωπεριφερειών βρίσκονται στο έδαφος των νέων κρατών μελών. Από το γεγονός αυτό συνάγεται σαφώς ότι τα νέα κράτη μέλη της ΕΕ υποστηρίζουν ενεργά την αρχή της διασυνοριακής συνεργασίας.

2.6

Η πλειονότητα των 32 διασυνοριακών περιφερειών καλύπτει «νέα» κράτη μέλη. Στα «παλαιά» κράτη μέλη δεν παρατηρούνται ακόμη κοινές πρωτοβουλίες που να συνδέονται άμεσα με την βιομηχανική πολιτική παρά το γεγονός ότι πολλές κοινές επιχειρήσεις συνδέονται άμεσα με τον τομέα αυτό της πολιτικής.

2.7

Οι νέες πρωτοβουλίες στον τομέα της βιομηχανικής πολιτικής παρατηρούνται — κατά κανόνα — σε διασυνοριακές περιφέρειες πλησίον μητροπολιτικών ζωνών (π.χ., εντός του τριγώνου Βιέννης, Βουδαπέστης, και Μπρατισλάβας) ή σε περιφέρειες που περιλαμβάνουν βιομηχανικά κέντρα ή ομάδες μεγάλων πόλεων που δεν έχουν τα χαρακτηριστικά μητροπολιτικών ζωνών (η περιφέρεια Katowice και Ostrava κοντά στα σύνορα της Τσεχίας και της Πολωνίας).

2.7.1

Ένα ενδιαφέρον νέο παράδειγμα βιομηχανικών μεταλλαγών είναι η περιφέρεια Friuli-Venezia και Giulia στα ιταλο-σλοβενικά σύνορα, στην οποία παρατηρήθηκε μια αναζωογόνηση της βιομηχανικής δραστηριότητας τόσο πριν όσο και μετά την διεύρυνση και ειδικότερα στον τομέα της επιπλοποιίας.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

3.1   Βασικά χαρακτηριστικά των διασυνοριακών περιφερειών στην διευρυμένη ΕΕ

3.1.1

Τα χαρακτηριστικά των διασυνοριακών περιφερειών, που διαθέτουν μια εξελισσόμενη βιομηχανική πολιτική, η οποία σκιαγραφείται στην παρούσα γνωμοδότηση, εντοπίστηκαν κυρίως βάσει παρατηρήσεων στην περιφέρεια CENTROPE (5).

3.1.1.1

Η περιφέρεια αυτή περιλαμβάνει περιοχές από τρία νέα κράτη μέλη και μια περιοχή από τα δεκαπέντε παλαιά (τις αυστριακές επαρχίες της Βιέννης, της Κάτω Αυστρίας και του Burgenland, την περιοχή της Νότιας Μοραβίας της Τσεχίας, τις περιοχές της Μπρατισλάβα και του Trnava της Σλοβακίας, και τις κομητείες Győr-Moson-Sopron και Vas της Ουγγαρίας. Όλη η περιφέρεια περιλαμβάνει ζώνες οι οποίες πλήττονται από τυπικά προβλήματα περιφερειακών περιοχών και γειτονικές οικονομικά δυναμικές κεντρικές αστικές ζώνες.

3.1.1.2

Παρατηρούνται, επίσης, μεταλλαγές στην αγορά εργασίας και ειδικότερα ένας σημαντικός αριθμός ηλικιωμένων να εγκαταλείπουν την αγορά εργασίας, με επακόλουθο να αυξηθεί η ζήτηση εργατικού δυναμικού — παράλληλα με τις επενδύσεις που έγιναν — μολονότι όχι πάντα στις ίδιες περιοχές.

3.1.1.3

Η διεύρυνση της ΕΕ είχε ως αποτέλεσμα συνένωση διαφορετικών αγορών εργασίας στην περιοχή όπου συναντώνται η Αυστρία, η Τσεχία, η Σλοβακία, και η Ουγγαρία. Η ολοκλήρωση των εν λόγω αγορών αποτελεί πρόκληση. Η μετεγκατάσταση επιχειρήσεων και η μετανάστευση εργατικού δυναμικού στις αστικές ζώνες καθώς και η οι (ελλιπείς) υποδομές στον τομέα των μεταφορών συνεχίζουν να εμποδίζουν τη διάρθρωση της αγοράς εργασίας με συνέπεια σημαντική διαφορά μεταξύ των αμοιβών στην Αυστρία και τα νέα κράτη μέλη και μια προβλεπόμενη έλλειψη ειδικευμένων εργαζομένων.

3.1.1.4

Μπορούν να παρατηρηθούν τα πρώτα σημάδια ανάπτυξης μιας διασυνοριακής αγοράς εργασίας και διασυνοριακών βιομηχανικών δικτύων. Η ανάπτυξη των υποδομών μεταφορών, οι οποίες απαιτούν σημαντικές επενδύσεις, διαδραμάτισε ένα ρόλο στην διαδικασία αυτή. Τούτο στη συνέχεια είχε ως αποτέλεσμα την πλήρωση υφιστάμενων κενών και την αποκατάσταση παλαιών δεσμών.

3.1.2

Οι εξωτερικές και εγχώριες επενδύσεις παρέχουν βασικό έναυσμα για τις βιομηχανικές μεταλλαγές σε παρόμοιες περιφέρειες, καθώς και για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Στις χώρες στις οποίες είχαν δημιουργηθεί Ειδικές Οικονομικές ή Βιομηχανικές Ζώνες πριν την ένταξη, οι επενδύσεις «προσελκύσθηκαν» σε ζώνες οι οποίες σπανίως συνέπιπταν με μια διασυνοριακή περιφέρεια (βλέπε γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ ΣΕΒΜ/025). Τούτο βοηθά στην ερμηνεία του φαινομένου του μικρού αριθμού περιφερειών διασυνοριακής συνεργασίας στις οποίες έχει αναπτυχθεί μια νέα βιομηχανική πολιτική.

3.1.2.1

Βασικοί συντελεστές ανάπτυξης ήσαν οι επενδύσεις σε έργα κτηματικής ανάπτυξης μολυσμένων και μη μολυσμένων περιοχών και σε έργα μετεγκατάστασης επιχειρήσεων. Οι επενδύσεις αυτές ενθαρρύνθηκαν, μεταξύ άλλων, από την εντοπισμό νέων αγορών, από τις διαφορές όσον αφορά την φορολογία των επιχειρήσεων, και τις σημαντικές διαφορές όσον αφορά τους μισθούς και τις κρατικές βοήθειες Οι επενδύσεις αυτές βοήθησαν την διαδικασία αναδιάρθρωσης και συνέβαλαν στην οικονομική ανάπτυξη.

3.1.2.2

Οι επενδύσεις συνέβαλαν στην προσέλκυση εργαζομένων υψηλής και ενδιάμεσης κατάρτισης και είχαν ως αποτέλεσμα μείωση του εργατικού κόστους και άλλων μη μισθολογικών δαπανών. Σημειώθηκε σημαντική αύξηση της ζήτησης για χειριστές μηχανών, εφαρμοστές, μηχανουργούς, συγκολλητές, μηχανολόγους μηχανικούς, ειδικούς στον τομέα της πληροφορικής — και αυτό γίνεται ολοένα και πιο εμφανές στους όλους τους τομείς της μεταποίησης σε όλη την ΕΕ.

3.1.2.3

Η δράση αυτή είχε ως αποτέλεσμα βελτίωση των ικανοτήτων διαχείρισης και την ανάπτυξη μιας πολιτικής ανθρώπινων πόρων και λειτουργικών εργασιακών σχέσεων. Συνέβαλε, επίσης, στην εξεύρεση επενδυτικών πόρων και προώθησε την ενίσχυση των δεσμών με τις αγορές προμηθευτών και καταναλωτών.

3.1.2.4

Οι επενδύσεις αυτές δεν αφορούσαν μόνο μεγάλες επιχειρήσεις της ΕΕ αλλά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις τρίτων χωρών. Οι εν λόγω επιχειρήσεις παγιοποίησαν τις επενδύσεις, δημιούργησαν πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα, συνέβαλαν στην ανάπτυξη δεσμών με εντόπιες επιχειρήσεις, και προώθησαν τους δεσμούς εντοπίων επιχειρηματιών με υποκαταστήματα ξένων εταιρειών.

3.1.3

Από ανάλυση των διαρθρωτικών βιομηχανικών μεταλλαγών η οποία διεξάγεται στις διασυνοριακές περιφέρειες, προκύπτει ότι, γενικά, η προσέγγιση που εφαρμόζεται στις περιοχές αυτές είναι η «μέθοδος δοκιμής-σφάλματος» (η «σταδιακή» μέθοδος).

3.1.3.1

Στο πρώτο στάδιο, η μεταποιητική δραστηριότητα που αναπτύσσεται είναι η μέθοδος έντασης εργασίας, η οποία βασίζεται σε εργαζόμενους με χαμηλό επίπεδο δεξιοτήτων. Στο δεύτερο στάδιο, παρατηρείται απασχόληση εργαζομένων με υψηλό επίπεδο δεξιοτήτων και χρήση πιο πολύπλοκων υπηρεσιών. Στις περιπτώσεις που το πρώτο στάδιο ήταν επιτυχές, επιδιώχθηκε η υπεργολαβική ανάθεση ορισμένων δραστηριοτήτων σε τρίτες εταιρείες — στην ίδια, όμως, περιφέρεια — με σκοπό την μείωση του εργατικού κόστους.

3.1.3.2

Οι αμφίδρομες διαρθρωτικές συγχωνεύσεις είχαν σημαντική επίδραση στα διαρθρωτικά θέματα που συνοδεύουν τις βιομηχανικές αυτές μεταλλαγές. Σκοπός των συγχωνεύσεων αυτών, οποίες μπορούν να διακριθούν σε συγχωνεύσεις ανάντη (ξένες επιχειρήσεις σε μια περιφέρεια και πέρα από αυτή) και συγχωνεύσεις κατάντη (εντός μιας τοπικής ζώνης), ήταν η διασφάλιση ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων εντός ενός δικτύου ή μιας περιφέρειας.

3.1.3.3

Υπήρξαν, επίσης, προσεγγίσεις μεγαλύτερου κινδύνου (με βάση την αρχή της «χιονοστιβάδας»), οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη ισχυρότερων δεσμών. Οι «θύλακες» μιας αναπτυσσόμενης επιχείρησης, που δημιουργήθηκαν ως αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής, χαρακτηρίστηκαν από την ευκολία με την οποία μεταμοσχεύτηκαν σε άλλες νέες επιχειρήσεις.

3.1.3.4

Ένα ολοένα και πιο συχνό φαινόμενο στις διασυνοριακές περιφέρειες, στα νέα κράτη μέλη επίσης, είναι η δημιουργία νέων υποκαταστημάτων των εταιρειών από δυναμικούς επενδυτές που εισέρχονται στο δεύτερο στάδιο της ανάπτυξης σε μια δεδομένη περιφέρεια. Η βιομηχανική πολιτική στις εν λόγω περιφέρειες προωθείται, επίσης, από τα δίκτυα εταιρειών, τα οποία συχνά είναι διεθνή και τα οποία εφαρμόζουν, για παράδειγμα, μια διαλογική διασυνοριακή διαχείριση των ανθρώπινων πόρων.

3.2   Συντελεστές ανάπτυξης και ολοκλήρωσης που συνοδεύουν τις βιομηχανικές μεταλλαγές στις διασυνοριακές περιφέρειες

3.2.1

Μια από τις προκλήσεις αυτές της βιομηχανικής πολιτικής είναι η χρήση άμεσων κινήτρων και η εισαγωγή ασυμμετρίας μεταξύ εταιρειών. Εταιρείες οι οποίες περιλαμβάνουν μικρομεσαίες επιχειρήσεις στο δίκτυό τους αντιμετωπίζουν μεγαλύτερα προβλήματα κατά την εφαρμογή της εν λόγω ασυμμετρίας.

3.2.1.1

Καθώς αναφέρει ο R. Pedestrini στην παρουσίασή του (βλέπε υποσημείωση 5),στο προσεχές μέλλον θα μπορούσε να συντομευτεί ο κύκλος των επιχειρήσεων μιας εταιρείας στο μεσοπρόθεσμο διάστημα πράγμα το οποίο, αναμφίβολα, θα είχε κοινωνικές επιπτώσεις και θα έπρεπε να εφαρμοστεί με τη χρήση κατάλληλων μηχανισμών που πρέπει να θεσπιστούν διαμέσου κοινωνικού και οικονομικού διαλόγου.

3.2.2

Μια πολύ σημαντική πρόκληση για την ανάπτυξη του συνόλου της ΕΕ και την μελλοντική βιομηχανική πολιτική σε ένα ευρύ φάσμα, αλλά ειδικότερα στις διασυνοριακές περιφέρειες, είναι το θέμα των διαφορών όσον αφορά την φορολογία των επιχειρήσεων (6).

3.2.2.1

Είναι πολύ σημαντικό πρώτον να αποφασιστεί εάν η φορολογία των εταιρειών πρέπει να εναρμονιστεί και δεύτερον να καθιερωθεί ο τρόπος καθορισμού της βάσης επιβολής του φόρου — δηλαδή σύμφωνα με την αρχή της χώρας της εταιρικής έδρας (φορολόγηση από τη χώρα καταγωγής) ή σύμφωνα με την κοινή ενοποιημένη βάση επιβολής του φόρου εταιρειών.

3.2.2.2

Το σύστημα της χώρας της εταιρικής έδρας καταργεί στην ΕΕ την εφαρμογή στις διασυνοριακές περιφέρειες διαφορετικών νομοθεσιών για τον καθορισμό της φορολογικής βάσης. Ωστόσο, το σύστημα αυτό συνεπάγεται περισσότερους κινδύνους (7).

3.2.2.3

Η εφαρμογή της κοινής ενοποιημένης βάσης επιβολής του φόρου εταιρειών συνεπάγεται ότι όλες οι επιχειρήσεις οι οποίες λειτουργούν διασυνοριακά θα εφαρμόζουν ενιαίες αρχές (8) για τον υπολογισμό της φορολογικής τους βάσης, ανεξάρτητα από της χώρα της εταιρικής τους έδρας. Εξάλλου, η μέθοδος της κοινής ενοποιημένης βάσης επιβολής του φόρου εταιρειών δεν θα απαιτεί οιεσδήποτε μεταβολές στις ισχύουσες εθνικές ρυθμίσεις, απλώς μόνο συναίνεση για τη θέσπιση νέων πρόσθετων ρυθμίσεων σε επίπεδο ΕΕ για τις επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται σε διάφορες χώρες.

3.2.2.4

Ένα μειονέκτημα της μεθόδου της κοινής ενοποιημένης βάσης επιβολής του φόρου εταιρειών είναι ο κίνδυνος δυο επιχειρήσεις από μια δεδομένη χώρα με παρόμοιες προοπτικές και παρόμοια παρουσία στην εντόπια αγορά να χρησιμοποιούν διαφορετικές μεθόδους για τον υπολογισμό της φορολογικής τους βάσης.

3.2.3

Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν την ανάπτυξη μιας βιομηχανικής πολιτικής στις εν λόγω περιφέρειες είναι η σημερινή κατάσταση και ο ρυθμός ανάπτυξης της υποδομής του τομέα των μεταφορών στις περιφέρειες και στους διαδρόμους εισόδου τους. Για το λόγο αυτό, εκτός από τις βαριές επενδύσεις για την κατασκευή και τον εκσυγχρονισμό των δικτύων μεταφορών, απαιτούνται κοινά έργα τα οποία πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο σύγχρονης διαχείρισης η οποία θα στηρίζεται στην καινοτομία και την επιστημονική έρευνα.

4.   Συμπεράσματα και συστάσεις

4.1

Η αντίληψη μιας διασυνοριακής περιφέρειας με μια νέα, λειτουργική, βιομηχανική πολιτική είναι ιδιαίτερα πολύπλοκης φύσης, τόσο από γενικής άποψης όσο και πλευράς συγκεκριμένων περιπτώσεων και τοποθεσιών. Για το λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι, κατά την επόμενη προεδρία, είναι σημαντικό να διευκρινισθεί σαφώς το περιεχόμενο του όρου «περιφέρεια» σε ένα διασυνοριακό βιομηχανικό πλαίσιο. Ο ορισμός αυτός θα πρέπει να διακρίνει τις περιφέρειες που συνορεύουν με τρίτες χώρες και να λαμβάνει υπόψη εάν μια δεδομένη γειτονική χώρα είναι υποψήφια ή όχι.

4.1.1

Αναφορικά με περιφέρειες εντός των νέων κρατών μελών και των περιφερειών που συνορεύουν με «παλαιές» χώρες της ΕΕ, είναι σημαντικό να αποφασιστεί πως μπορεί κανείς να διακρίνει μεταξύ των συνεπειών των μεταλλαγών στις περιφέρειες αυτές κατά την δεκαετία του 90 και των συνεπειών της διεύρυνσης της ΕΕ, και να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα των κοινοτικών μέσων που χρησιμοποιήθηκαν στις περιφέρειες αυτές πριν και μετά την διεύρυνση.

4.1.2

Το έργο της νέας προεδρίας, σε συνεργασία με την ΕΟΚΕ, θα πρέπει, επίσης, να παράσχει απαντήσεις στα ακόλουθα ερωτήματα:

Μήπως τα κοινοτικά μέσα που χρησιμοποιούνται στις διασυνοριακές περιφέρειες — τόσο άμεσα όσο και έμμεσα — δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες των εν λόγω περιφερειών και, κατά συνέπεια, δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες του συνόλου της ΕΕ;

Πως μπορούν να μεγιστοποιηθούν τα πλεονεκτήματα από την αρμονία που υπάρχει στις σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και εργατικών ενώσεων και η οποία φαίνεται να είναι χαρακτηριστική πολλών κοινών επιχειρήσεων στις διασυνοριακές περιφέρειες;

Τι μπορεί να γίνει για να αντισταθμιστεί ο επικείμενος κίνδυνος των διπλών μετεγκαταστάσεων: από τις διασυνοριακές περιφέρειες στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και, στη συνέχεια, στην Ασία;

Λαμβανομένων υπόψη των δράσεων που αναλαμβάνονται σε πολλές διασυνοριακές περιφέρειες για να αντισταθμιστούν οι συνέπειες της αναπτυξιακής υστέρησης (η οποία οφείλεται σε ιστορικούς λόγους ή στην αδυναμία των κοινοτικών πολιτικών να ανταποκριθούν στις ανάγκες των περιφερειών), μήπως θα ήταν σκόπιμο να θεσπιστούν εκ των προτέρων ορισμένα κοινοτικά μέσα για τις περιφέρειες αυτές και να χρησιμοποιηθούν για την επαλήθευση των πολιτικών και ως πρότυπα έργα;

4.2

Δεδομένης της προσέγγισης η οποία είναι χαρακτηριστική των διασυνοριακών περιφερειών της διευρυμένης Ευρώπης και η οποία συνίσταται σε:

προσπάθειες για την μείωση του εργατικού κόστους,

δυναμική μετεγκατάσταση των εταιρειών,

προσπάθειες συντόμευσης των προγραμματιζόμενων κύκλων των επιχειρήσεων των εταιρειών στο βραχυπρόθεσμο διάστημα,

δυναμικές μεταλλαγές της διάρθρωσης απασχόλησης ως αποτέλεσμα της εφαρμογής «σταδιακής» μεθόδου,

η ΕΟΚΕ κρίνει ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διασφαλιστεί η κοινωνική συνοχή και να αποτραπεί η διάβρωση της εργατοϋπαλληλικής νομοθεσίας και των κοινωνικών προτύπων. Κατά συνέπεια, είναι σημαντικό οι διαδικασίες αυτές να εφαρμόζονται με σύγχρονα μέσα εργασιακών σχέσεων, τα οποία θα υιοθετούνται σε επίπεδο ΕΕ, ιδιαίτερα στο χώρο του κοινωνικού διαλόγου ή του διαλόγου των ενδιαφερομένων μερών.

4.2.1

Δεδομένων των δυσκολιών που χαρακτηρίζουν την αγορά εργασίας στις διασυνοριακές περιφέρειες οι οποίες οφείλονται, ταυτόχρονα, στο γεγονός ότι ήσαν εγκαταλελειμμένες καθόλη τη διάρκεια της ιστορίας τους, στις διαδικασίες αναδιάρθρωσης, και στις δυναμικές μεταλλαγές που προκαλούνται από την εφαρμογή ειδικών βιομηχανικών πολιτικών σ' αυτές τις περιοχές, η ΕΟΚΕ συνιστά την εφαρμογή στην περίπτωση αυτή μηχανισμών που χρησιμοποιήθηκαν συχνά στο παρελθόν σε παρόμοιες περιπτώσεις στην ΕΕ προκειμένου να τονωθεί η απασχόληση και συνίστανται στη επιδότηση των επιχειρήσεων που δημιουργούν βιώσιμες θέσεις απασχόλησης

4.2.2

Η πρωτοβουλία αυτή πρέπει να συνοδευτεί με την υιοθέτηση επισήμων εγγυήσεων οι οποίες αποτρέπουν κάθε παρατυπία όσον αφορά τη χρήση των δημοσίων πόρων και διασφαλίζουν ότι οι θέσεις απασχόλησης που δημιουργούνται με τον τρόπο αυτό είναι αναμφισβήτητα νέες και βιώσιμες. Τεχνικές οι οποίες μπορούν να προσφέρουν παρόμοιες εγγυήσεις στον τομέα της ανάθεσης των δημοσίων συμβάσεων έχουν συζητηθεί στο πλαίσιο της αναθεώρησης των σχετικών οδηγιών.

4.2.3

Ειδικότερα, δεν θα πρέπει να είναι επιλέξιμες για κρατικές επιδοτήσεις ή ενισχύσεις με πόρους των διαρθρωτικών ταμείων οι επιχειρήσεις οι οποίες επιχορηγήθηκαν κατά το παρελθόν και στη συνέχεια μετέφεραν θέσεις απασχόλησης ή απόλυσαν εργαζόμενους στον αρχικό τόπο εγκατάστασης λόγω μετεγκατάστασης της επιχείρησης παραβιάζοντας τις εθνικές και διεθνείς νομικές διατάξεις.

4.3

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι ένας ιδιαίτερα σημαντικός και πιθανόν αποφασιστικός παράγοντας ο οποίος έχει επηρεάσει την άσκηση και ανάπτυξη της βιομηχανικής πολιτικής στις διασυνοριακές περιφέρειες της διευρυμένης Ευρώπης, τόσο σήμερα όσο και στο παρελθόν, είναι η ικανότητα πρόσβασης των ενδιαφερομένων μερών των εν λόγω περιφερειών στους πόρους των διαρθρωτικών ταμείων της ΕΕ. Η ενίσχυση του ρόλου των διαρθρωτικών ταμείων στις εν λόγω περιφέρειες είναι απολύτως απαραίτητη τόσο για την άμβλυνση των επιπτώσεων της έντονης μεταβατικής όσο και για τη στήριξη των περιφερειών για να προσαρμοστούν στη δυναμική φύση των πολιτικών που ασκούνται.

4.3.1

Σχετικά, η ΕΟΚΕ, αναφερόμενη στη γνωμοδότησή της (9) για την Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη συγκρότηση Ευρωπαϊκού Ομίλου Διασυνοριακής Συνεργασίας (ΕΟΔΣ) δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη διεύρυνσης των διατάξεων του κανονισμού που αναφέρονται στο στόχο και τη σύνθεση των ΕΟΔΣ με την προσθήκη των λέξεων «με τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων καθώς και άλλων ενδιαφερόμενων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών …».

4.3.1.1

Νομικά πρόσωπα, τα οποία θα ιδρύονται στο πλαίσιο τόσο των ΕΟΔΣ όσο και των διαρθρωτικών ταμείων, θα πρέπει να είναι υπεύθυνα για το συντονισμό των διαφόρων πηγών χρηματοδότησης και για την προετοιμασία και την υλοποίηση των σχεδίων χρηματοδότησης τα οποία θα στηρίζουν την βιομηχανική πολιτική μιας δεδομένης περιφέρειας,. Οι εκπρόσωποι των διαφόρων ενδιαφερομένων μερών των περιφερειών θα έχουν πρόσβαση στη χρηματοδότηση. Η ίδρυση των εν λόγω νομικών προσώπων θα αποτελέσει κίνητρο για διασυνοριακή συνεργασία, θα ενισχύσει την αίσθηση της ταυτότητας των εν λόγω περιφερειών, και θα τονώσει την βούλησή τους για εναρμόνιση των ρυθμίσεών τους.

4.3.2

Κατά την θέσπιση και εκτέλεση έργων των διαρθρωτικών ταμείων, θα πρέπει να αξιοποιείται η ευκαιρία συνδυασμού των πηγών χρηματοδότησης (συγχρηματοδότηση) χωρίς το μερίδιο του δημοσίου να θεωρείται απαγορευμένη βοήθεια. Η προσέγγιση αυτή μπορεί να χρησιμοποιείται για έργα ανακαίνισης, επενδύσεις στον τομέα των κατασκευών, περιβαλλοντικά έργα, καθώς και κοινωνικά και εκπαιδευτικά προγράμματα, και θα μπορεί να αξιοποιεί τόσο δημόσιους πόρους όσο και επενδυτικούς πόρους του ιδιωτικού τομέα. Κριτήριο θα πρέπει να είναι το όχι όφελος μιας επιχείρησης αλλά το όφελος της περιφέρειας — διαμέσου της δημιουργίας απασχόλησης, της ανάπτυξης των υποδομών, και της παραγωγικότητας της οικονομίας.

4.4

Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι η ανάπτυξη των αγορών εργασίας στις διασυνοριακές περιφέρειες αποτελεί παράγοντα βιομηχανικών μεταλλαγών που δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Σήμερα, εξακολουθούν να υπάρχουν προσωρινά εμπόδια στη διασυνοριακή κινητικότητα των εργαζομένων εντός της ΕΕ. Η ΕΟΚΕ καλεί τα κράτη μέλη να εξετάσουν σοβαρά τη σκοπιμότητα συντόμευσης των μεταβατικών περιόδων. Τούτο απαιτεί κατάλληλη συμμετοχή και διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους σε όλα τα επίπεδα.

4.4.1

Προκειμένου να προωθηθεί η βελτίωση της κινητικότητας των εργαζομένων στις διασυνοριακές περιφέρειες, δεν πρέπει να λησμονηθεί το γεγονός ότι μπορούν να δημιουργηθούν εθνικές και εθνοτικές εντάσεις. Η ειδική κατάσταση και εμπειρία περιφερειών στις οποίες αλληλεπιδρούσαν διάφορες κουλτούρες και εθνικότητες σημαίνει ότι τα δύσκολα αυτά θέματα θα πρέπει να υπερπηδηθούν και να αμβλυνθούν αποτελεσματικότερα σε σύγκριση με άλλες ζώνες. Ο κοινωνικός διάλογος και η δέσμευση της κοινωνίας των πολιτών μπορούν να διαδραματίσουν ένα ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην επίλυση των προβλημάτων αμοιβαίων σχέσεων των διαφόρων εθνικοτήτων, εθνικών και πολιτισμικών ομάδων (10).

4.5

Η δράση σχετικά με τις δυναμικές διαρθρωτικές δομές στις διασυνοριακές περιφέρειες πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο εμπεριστατωμένης ανάλυσης και ακαδημαϊκής μελέτης, υπό την αιγίδα διαδοχικών προεδριών της ΕΕ, δεδομένου ότι αυθόρμητες πρωτοβουλίες μπορούν να αποδειχτούν αναποτελεσματικές ή ακόμη και αποσταθεροποιητικές.

Βρυξέλλες, 21 Απριλίου 2006.

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  Α. Zohrer: ομιλία κατά την 216η συνεδρίαση της επιτροπής εξωτερικών σχέσεων του πολωνικού κοινοβουλίου, Βαρσοβία, 26 Οκτωβρίου 2004.

(2)  ΕΕ C 133 της 31.5.1996.

(3)  ΕΕ C 39 της 12.2.1996.

(4)  ΕΕ C 39 της 12.2.1996.

(5)  Κοινό εργαστήριο της Συμβουλευτικής Επιτροπής Βιομηχανικών Μεταλλαγών και του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου της Αλλαγής, Μπρατισλάβα, 17-18.10.2005, παρουσιάσεις από τον κ. Roberto Pedersini και την κα Klára Fóti (και άλλους).

(6)  COM(2005) 532.

(7)  Rafał Lipniewicz: Jeden system dla wszystkich przedsiębiorców (Ένα σύστημα για όλες τις επιχειρήσεις), εφημερίδα Rzeczpospolita, 27.07.04, Αριθ. 174.

(8)  Όπ. προηγ.

(9)  ΕΕ C 234 της 22.9.2005.

(10)  Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας — Έρευνα για το περιφερειακό κοινωνικό κεφάλαιο στην Ευρώπη — 2005.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Στη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Οι ακόλουθες τροπολογίες, οι οποίες έλαβαν το ένα τέταρτο τουλάχιστον των εκπεφρασμένων ψήφων, απορρίφθηκαν κατά τις συζητήσεις:

Σημείο 3.2.2.1

Να τροποποιηθεί ως εξής:

«Είναι πολύ σημαντικό πρώτον να αποφασιστεί εάν η φορολογία των εταιρειών πρέπει να εναρμονιστεί και δεύτερον να καθιερωθεί ο τρόπος καθορισμού της βάσης επιβολής του φόρουδηλαδή σύμφωνα με την αρχή της χώρας της εταιρικής έδρας (φορολόγηση από τη χώρα καταγωγής) ή σύμφωνα με την κοινή ενοποιημένη βάση επιβολής του φόρου εταιρειών»

Σημείο 3.2.2.2

Να διαγραφεί

Σημείο 3.2.2.3

Να διαγραφεί

Σημείο 3.2.2.4

Να διαγραφεί

Αιτιολογία

Η συζήτηση λύσεων φορολογικής πολιτικής δεν έχει θέση στο υπό συζήτηση κείμενο. Εξάλλου, δεν αποτελεί αντικείμενο της γνωμοδότησης.

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας

Υπέρ: 20

Κατά: 50

Αποχές: 3


8.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 185/31


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις κοινοτικές στατιστικές για τη μετανάστευση και τη διεθνή προστασία

COM(2005) 375 τελικό — 2005/0156 (COD)

(2006/C 185/06)

Στις 15 Νοεμβρίου 2005, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 22 Φεβρουαρίου 2006 με βάση την εισηγητική έκθεση της κας Sciberras.

Κατά την 426η σύνοδο ολομέλειάς της, που πραγματοποιήθηκε στις 20 και 21 Απριλίου 2006 (συνεδρίαση της 20ής Απριλίου 2006), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 131 ψήφους υπέρ και 3 αποχές.

1.   Εισαγωγή

1.1

Η Συνθήκη του Άμστερνταμ τέθηκε σε ισχύ το 1999. Ένας από τους στόχους της Συνθήκης ΣΕΕ είναι η διατήρηση και η ανάπτυξη της Ένωσης ως χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης όπου εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων σε συνδυασμό με τα κατάλληλα μέτρα όσον αφορά τους ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα, το άσυλο, τη μετανάστευση και την πρόληψη και καταστολή της εγκληματικότητας (1).

1.2

Τούτο αποτέλεσε ένα σημαντικό ορόσημο εφόσον η μεταναστευτική πολιτική μεταφέρθηκε από τον τρίτο πυλώνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που βασίζεται στη διακυβερνητική συνεργασία, στον πρώτο πυλώνα όπου οι πολιτικές δρομολογούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η 1η Μαΐου 2004 σημάδεψε την έναρξη μιας νέας φάσης στον τομέα της πολιτικής μετανάστευσης στα 25 κράτη μέλη, δεδομένου ότι η επεκτάθηκε ακόμη περισσότερο η σταδιακή μετάβαση από μια εθνική σε μια συλλογική πολιτική.

1.3

Στις 17 Δεκεμβρίου 2005, η Βρετανική Προεδρία επέτυχε συμφωνία για τις δημοσιονομικές προοπτικές για το 2007-2013, οι οποίες θα αποτελέσουν το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί η Ένωση κατά την επόμενη περίοδο (2).

1.4

Ο τίτλος «Ιθαγένεια, ελευθερία, ασφάλεια και δικαιοσύνη» περιλαμβάνει την ασφάλεια των ευρωπαίων πολιτών στα 25 κράτη μέλη με δαπάνες για διάφορες πρωτοβουλίες όπως η φύλαξη των συνόρων. Οι δαπάνες του εν λόγω τίτλου αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά την προσεχή οκταετία. Ωστόσο, υπάρχουν επίσης πρωτοβουλίες κοινωνικής πολιτικής που υλοποιούνται μέσω κοινωνικών σχεδίων όπως το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσφύγων και το Ταμείο ένταξης και έχουν ως στόχο τη βελτίωση της παροχής υπηρεσιών στους μετανάστες που βρίσκονται στα κράτη μέλη.

1.5

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Θεσσαλονίκης το 2003, ζήτησε επίσης να διερευνηθούν «τα νόμιμα μέσα μετανάστευσης υπηκόων τρίτων χωρών στην Ένωση, ανάλογα με τις ικανότητες υποδοχής των κρατών μελών» (3).

1.6

Στις σχετικές συζητήσεις, ιδιαίτερα όσον αφορά την αξιολόγηση της ικανότητας υποδοχής του κάθε κράτους μέλους, πρέπει να ληφθεί υπόψη όχι μόνο ο πληθυσμός, η έκταση και το μέγεθος της οικονομίας του κράτους αλλά και ο υφιστάμενος αριθμός μεταναστών και τα τρέχοντα μεταναστευτικά ρεύματα. Τούτα όμως δεν μπορούν να αξιολογηθούν σωστά εάν δεν εναρμονιστούν τα στατιστικά μεταδεδομένα (κανόνες συλλογής δεδομένων) στα κράτη μέλη, ώστε να διασφαλισθεί η εσωτερική συνεκτικότητα των στατιστικών της ΕΕ.

1.7

Εν μέρει, η έλλειψη στατιστικής εναρμόνισης είναι αποτέλεσμα των διαφορετικών ορισμών που προέρχονται από διαφορές στη νομοθεσία για τη μετανάστευση. Παρατηρούνται επίσης αναποτελεσματικότητες και ανεπάρκειες στη συλλογή δεδομένων που εμποδίζουν την θέσπιση και ανάπτυξη της σταδιακής εναρμόνισης.

1.8

Επιπλέον, η παράνομη μετανάστευση και η αδήλωτη εργασία είναι διαδεδομένες και αυξάνονται, γεγονός που οφείλεται εν μέρει στους περιορισμούς στις νόμιμες δυνατότητες μετανάστευσης. Τέτοια μη καταγεγραμμένη μετανάστευση είναι ένας τομέας όπου η στατιστική μέτρηση δεν μπορεί να είναι ακριβής. Ιδιαίτερα σε αυτήν την περίπτωση, η έκταση και η μέθοδος στατιστικού υπολογισμού είναι πιθανό να ποικίλουν μεταξύ των διαφορετικών εθνικών στατιστικών αρχών, γεγονός που καθιστά ουσιαστικότερη την εναρμόνιση των μεταδεδομένων μεταξύ των κρατών μελών. Στις ΗΠΑ για παράδειγμα, το ζήτημα της ελλιπούς καταγραφής των παράνομων μεταναστών τέθηκε με τη μορφή συζήτησης σχετικά με το εάν τα αριθμητικά δεδομένα της απογραφής πρέπει να προσαρμοστούν με βάση τα στοιχεία για τους μη καταγεγραμμένους κατοίκους, τα οποία συλλέγονται μέσω τεχνικών δειγματοληψίας. Υπάρχουν και τεχνικές άλλες από αυτές της δειγματοληψίας που μπορούν να εφαρμοστούν για τη συλλογή στατιστικών δεδομένων. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, οι τοπικές αρχές συμμετέχουν στον τομέα της συλλογής δεδομένων.

1.9

Το Σχέδιο Συνταγματικής Συνθήκης αναγνωρίζει «το δικαίωμα των κρατών μελών να καθορίζουν τον όγκο των εισερχομένων υπηκόων τρίτων χωρών, προερχομένων από τρίτες χώρες, στο έδαφός τους με σκοπό την αναζήτηση μισθωτής ή μη μισθωτής εργασίας» (4). Η ΕΟΚΕ έχει εκφράσει την άποψη ότι ο συνταγματικός περιορισμός δεν αποτρέπει την Ένωση από την επίτευξη ενός υψηλού επιπέδου νομοθετικής εναρμόνισης όσον αφορά την εισδοχή των οικονομικών μεταναστών. Η ΕΟΚΕ έχει υπογραμμίσει την ανάγκη τόσο για μια ενεργό πολιτική της ΕΕ όσον αφορά την οικονομική μετανάστευση όσο και για μια εναρμονισμένη νομοθεσία. (5)

1.10

Η περαιτέρω ανάπτυξη του νομικού πλαισίου για τη μετανάστευση αιτιολογείται εν μέρει από την δημογραφική κατάσταση και την συνέχιση της στρατηγικής της Λισαβόνας. Η ΕΟΚΕ αναφέρει ότι «η δημογραφική εξέλιξη στην Ένωση καθώς και η στρατηγική της Λισαβόνας καθιστούν σαφές ότι είναι αναγκαίο να διαθέτει η Ευρώπη δραστήριες πολιτικές για την εισδοχή οικονομικών μεταναστών. Μολονότι κάθε χώρα έχει τις δικές της ανάγκες και χαρακτηριστικά, το άνοιγμα διαύλων για την οικονομική μετανάστευση αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό όλων των κρατών μελών» (6). Η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη χρειάζονται μια νομοθεσία που να επιτρέπει τη μετανάστευση εργατικού δυναμικού μέσω νόμιμων και διαφανών διαύλων. Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει, πρώτον, ότι αν και η έμφαση επικεντρώνεται στην οικονομική πτυχή της μετανάστευσης, πρόκειται για καθεαυτή περιοριστική προσέγγιση και δεύτερον, ότι τα κράτη μέλη χρειάζεται να υιοθετήσουν ενεργές πολιτικές για την είσοδο μη οικονομικών μεταναστών.

1.11

Τα μεγάλα μεταναστευτικά κύματα δημιουργούν δυσκολίες προσαρμογής στις χώρες υποδοχής, λόγω της συνεπόμενης πίεσης στις δημόσιες υπηρεσίες και των πιθανών επιπτώσεων στις συνθήκες της αγοράς εργασίας. Αυτές οι επιπτώσεις ποικίλλουν ανάλογα με την ικανότητα απορρόφησης της χώρας υποδοχής. Για μια ενημερωμένη κοινή γνώμη όσον αφορά τις επιπτώσεις των μεταναστευτικών ρευμάτων, απαιτούνται στατιστικά δεδομένα, ακριβή και συνεκτικά, για όλα τα κράτη μέλη. Η στατιστική ακρίβεια μπορεί να συμβάλλει στην αμφισβήτηση των τάσεων ξενοφοβίας που ενδέχεται να ελλοχεύουν σε μερίδες της κοινής γνώμης με προκαταλήψεις όπως «οι μετανάστες παίρνουν τις δουλειές των ντόπιων» και ότι «έχουν εισβάλει στη χώρα μας».

1.12

Επιπλέον, τα αξιόπιστα στατιστικά δεδομένα μπορούν να οδηγήσουν στην διαμόρφωση ενός νομικού πλαισίου που θα συμβάλλει στην προστασία των δικαιωμάτων των μεταναστών. Η ΕΟΚΕ καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να δώσει έμφαση στην ακριβή αντιπαραβολή και ερμηνεία των στατιστικών στοιχείων προκειμένου να αποφεύγεται η παρερμηνεία των δεδομένων.

1.13

Εφόσον οι διακινούμενοι εργαζόμενοι αποτελούν ένα πολύ σημαντικό τμήμα του εργατικού δυναμικού, κατά την επιδίωξη της κινητικότητας στην αγορά εργασίας σε ολόκληρη την ΕΕ, είναι απαραίτητο να συνεκτιμηθούν οι επιπτώσεις των περιορισμών στην εντός της ΕΕ κυκλοφορία και μετεγκατάσταση των διακινούμενων εργαζομένων που προέρχονται από τρίτες χώρες. Ακόμη, τέτοιες ενδοκοινοτικές ροές θα περιόριζαν τις δυσκολίες προσαρμογής που αντιμετωπίζουν οι κοινότητες υποδοχής των μεταναστών που έχουν χαμηλότερη ικανότητα απορρόφησης.

1.14

Η EOKE θεωρεί ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας κάθε ατόμου, κάθε διαδικασία συλλογής και/ή επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων για στατιστικούς λόγους και/ή κάθε άλλη νόμιμη χρήση προσωπικών δεδομένων που συλλέγονται με τον τρόπο αυτό, θα πρέπει να χαίρει υψηλής προστασίας κατά οποιασδήποτε κατάχρησης ή άλλων παραβάσεων.

2.   Σημασία των στατιστικών δεδομένων στο νομικό πλαίσιο

2.1

Στατιστικά στοιχεία που να αντικατοπτρίζουν την πολιτική, κοινωνική και οικονομική κατάσταση καθώς και την εθνική στάση των χωρών της ΕΕ ως προς το ζήτημα της μετανάστευσης, μπορούν να επηρεάσουν και να συμβάλλουν στη διατύπωση, την ανάλυση και την αναθεώρηση της πολιτικής μετανάστευσης στις χώρες αυτές.

2.2

Τα ακριβή στατιστικά δεδομένα κατέχουν μεγάλη σημασία στην καταγραφή του μεταναστευτικού πληθυσμού στα κράτη μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του μεγέθους καθώς και άλλων δημογραφικών χαρακτηριστικών. Η ΕΟΚΕ ζητεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να τονίσει την ανάγκη για ακριβή στατιστικά δεδομένα στον τομέα αυτό έτσι ώστε τα κράτη μέλη να αναγνωρίσουν τη σημασία του ζητήματος και να διαθέσουν περισσότερους πόρους.

3.   Δεδομένα για τη μετανάστευση

3.1

Χρειάζεται να ληφθούν υπόψη τα χαρακτηριστικά της μετανάστευσης. Πρώτον, κυριαρχεί το μεταναστευτικό ρεύμα από τα ανατολικά προς τα δυτικά σε αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Δεύτερον, υπάρχουν περισσότεροι μετανάστες στα νέα κράτη μέλη της ΕΕ οι οποίοι προέρχονται από τρίτες χώρες και προσελκύονται προφανώς από τα πιθανά οφέλη που προκύπτουν από την ιδιότητα του κράτους μέλους της ΕΕ, με το πρόσθετο πλεονέκτημα ότι οι χώρες αυτές χρησιμεύουν ως βάση για τη μετάβαση ακόμη πιο δυτικά. Τα στατιστικά στοιχεία σχετικά με τις μορφές της μετανάστευσης είναι ουσιαστικά προκειμένου να αναλύουν τα κράτη μέλη, αφενός, τις μεταναστευτικές ροές, όσον αφορά το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον και, αφετέρου, τις επιπτώσεις και το δυναμικό των δημογραφικών, κοινωνικών και οικονομικών πτυχών, οι οποίες με τη σειρά τους θα επηρεάσουν τις πολιτικές στους εν λόγω τομείς.

4.   Πλεονεκτήματα από τα στατιστικά δεδομένα

4.1

Τα περισσότερα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν καταρτίσει λεπτομερείς στατιστικές όσον αφορά τη χώρα προέλευσης των αιτούντων άσυλου. Εντούτοις, υπάρχει ακόμα μια μεγάλη ανάγκη για πιο εμπεριστατωμένες στατιστικές που να βασίζονται σε συνεκτικά κριτήρια για όλα τα κράτη μέλη, προκειμένου να καταστούν δυνατές στο μέλλον οι συγκρίσεις μεταξύ των κρατών μελών.

4.2

Η πρόταση κανονισμού για ένα κοινό πλαίσιο συλλογής και κατάρτισης στατιστικών στοιχείων είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για τις χώρες όπου δεν υπάρχει ακόμη ούτε μια κεντρική βάση δεδομένων για τη μετανάστευση και το άσυλο διότι οι διάφορες αρχές ενημερώνουν η καθεμία τη δική της βάση δεδομένων.

4.3

Μία από τις σημαντικότερες λειτουργίες των στατιστικών είναι η επιρροή στη χάραξη και την αναθεώρηση των πολιτικών. Για παράδειγμα, όπου οι στατιστικές αποκάλυψαν ότι μεταξύ των παράνομων μεταναστών βρίσκονται παιδιά, ασυνόδευτοι ανήλικοι, έγκυες και άτομα με αναπηρίες, τούτο οδήγησε στην ανάπτυξη εθνικών πολιτικών ώστε να μην τελούν υπό κράτηση οι «ευάλωτες ομάδες» και οι «ασυνόδευτοι ανήλικοι». Ως εκ τούτου, η περαιτέρω ανάλυση των στατιστικών για τη συγκέντρωση περισσότερων δημογραφικών και κοινωνικοοικονομικών πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των ομιλουμένων γλωσσών και όχι μόνο αριθμού εισερχομένων, επηρεάζει τις σχετικές πολιτικές. Επίσης, τούτες μπορούν να επηρεάσουν την ενσωμάτωση των μεταναστών στην αγορά εργασίας.

4.4

Η πιο ακριβής και συνολική τήρηση στατιστικών επιτρέπει καλύτερες προβολές και, για παράδειγμα, παρέχει μια βάση για το μελλοντικό προγραμματισμό διάθεσης των πόρων. Επίσης, οι στατιστικές προσφέρουν μια ισχυρή βάση για την χορήγηση πόρων. Παραδείγματος χάριν, εάν οι ετήσιες στατιστικές δείχνουν ότι ένας σταθερός αριθμός παράνομων ασυνόδευτων ανήλικων μεταναστών εισέρχεται σε μια χώρα, τότε οι πόροι πρέπει να προγραμματιστούν/να αυξηθούν ώστε να προβλεφθούν ειδικές εγκαταστάσεις στέγασης και υπηρεσίες στήριξης για τη συγκεκριμένη ομάδα.

4.5

Η καλή τήρηση στατιστικών θα συμβάλει ώστε να διασφαλισθεί ότι οι παρεχόμενες υπηρεσίες ικανοποιούν τις ανάγκες του χρήστη και ότι η κατανομή των πόρων μεταξύ των κρατών μελών πραγματοποιείται δίκαια και αναλογικά.

4.6

Επίσης, μια συγκριτική έρευνα με θέμα τη νομοθεσία για τη μετανάστευση που ισχύει στην ΕΕ των 25, θα βοηθήσει αναμφίβολα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στον καλύτερο συντονισμό της εν λόγω πολιτικής σε επίπεδο ΕΕ. Αν και η μετανάστευση εμπίπτει στον πυλώνα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, υπάρχει μια συνεχώς αυξανόμενη πίεση από τους ευρωπαίους πολίτες, ειδικά από τις χώρες που πλήττονται από αυτό το ανθρώπινο φαινόμενο, προκειμένου να αντιμετωπισθεί το εν λόγω ζήτημα σε επίπεδο ΕΕ. Στόχος μιας τέτοιας έρευνας θα είναι η προσπάθεια στατιστικής εναρμόνισης, έτσι ώστε να καταστούν πιο συνεκτικές οι ευρωπαϊκές πολιτικές για τη μετανάστευση.

4.7

Τα αξιόπιστα στατιστικά δεδομένα και οι έρευνες για τα γενικά χαρακτηριστικά των παράνομων μεταναστών θα βοηθήσουν τα κράτη μέλη της ΕΕ να αναλύσουν τις βαθύτερες αιτίες του προβλήματος. Τέτοιου είδους δεδομένα συμπεριλαμβάνουν το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο των μεταναστών αυτών, τις υπάρχουσες δεξιότητές τους, τις προσδοκίες και τους λόγους που τους οδήγησαν να μεταναστεύσουν. Οι έρευνες μπορούν να οδηγήσουν σε καλύτερα πρότυπα πληροφόρησης για τους μετανάστες και για την οργάνωση των πόρων όπως προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης για αυτούς. Η συλλογή στατιστικών δεδομένων όπως π.χ. ο αριθμός των μεταναστών που έχουν ενημερωθεί σχετικά με τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας, ο αριθμός των αιτήσεων που έχουν υποβληθεί, εγκριθεί ή απορριφθεί για τα διάφορα είδη καθεστώτος (άρθρο 4), είναι υψίστης σημασίας για τη χάραξη πολιτικών σχετικά με την προστασία των μεταναστών. Η συλλογή και η επεξεργασία των στοιχείων θα πρέπει να τεθούν υπό τον έλεγχο των δημοσίων αρχών των κρατών μελών, στις οποίες θα παρασχεθούν νέα μέσα από άποψη ανθρώπινων πόρων, δεξιοτήτων και εργαλείων. Οι αρχές αυτές θα υπόκεινται σε υποχρέωση τήρησης του απόρρητου των ζητούμενων προσωπικών στοιχείων και υποβολής ετήσιων εκθέσεων στο Κοινοβούλιό τους. Η παραβολή τέτοιων πληροφοριών και στατιστικών στοιχείων απαιτεί κοινή προσπάθεια των κρατών μελών στη πρόσληψη επαγγελματιών διερμηνέων που να επικοινωνούν με τους μετανάστες, προκειμένου να συγκεντρωθούν όλα τα απαραίτητα στοιχεία για μια επιτυχημένη έρευνα. Μια τέτοια συλλογή δεδομένων θα χρησιμεύσει και στα κράτη μέλη για την εφαρμογή των κατάλληλων πολιτικών. Τα προαναφερθέντα προγράμματα συμβάλλουν στην ενσωμάτωση των μεταναστών στις κοινωνίες των κρατών μελών και οι πόροι είναι διαθέσιμοι για τη συλλογή των δεδομένων όσον αφορά, μεταξύ άλλων κριτηρίων, το κοινωνικό υπόβαθρο των μεταναστών. Τέτοια στατιστικά μέσα μπορούν να αποβούν χρήσιμα σε φορείς όπως το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

4.8

Οι στατιστικές είναι επίσης χρήσιμες στα κέντρα κράτησης και τα ανοικτά κέντρα που φιλοξενούν παράνομους μετανάστες, έτσι ώστε να μπορέσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προτείνει μια μορφή κοινής πολιτικής για το ζήτημα αυτό.

4.9

Τα κράτη μέλη πρέπει επίσης να συνεργαστούν στην παραβολή των στοιχείων σχετικά με την απασχόληση (νόμιμη και παράνομη) και τη στέγαση των μεταναστών. Τα στοιχεία αυτά θα παράσχουν στην ΕΕ των 25 τις γενικές γραμμές που ενδεχομένως να οδηγήσουν σε πολιτικές για τη βελτίωση της ζωής και των συνθηκών διαβίωσης των μεταναστών εργαζομένων. Τα κράτη μέλη θα έχουν την υποχρέωση τήρησης του απορρήτου των ζητούμενων προσωπικών δεδομένων και οι αρμόδιες υπηρεσίες, την υποχρέωση υποβολής ετήσιων εκθέσεων στο Κοινοβούλιό τους.

4.10

Οι στατιστικές μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν στις εκστρατείες συνειδητοποίησης και ενσωμάτωσης. Τα στατιστικά στοιχεία, ειδικά εκείνα για το κοινωνικό και εκπαιδευτικό υπόβαθρο των μεταναστών, μπορούν να βοηθήσουν τους πολίτες της ΕΕ να ενσωματώσουν τους μετανάστες. Συνεπώς, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να αποδεχθεί τη σημασία των κοινωνικών και εκπαιδευτικών δεδομένων.

4.11

Οι στατιστικές για τις δαπάνες που πραγματοποιούνται από τη χώρα υποδοχής κατά τον έλεγχο, την κράτηση, την επαναπροώθηση και την ενσωμάτωση των μεταναστών είναι επίσης εξαιρετικά σημαντικές, προκειμένου τα κράτη μέλη της ΕΕ των 25 να συμβάλουν στη σύσταση ενός κοινού ταμείου και τη διαμόρφωση μιας πολιτικής για τη μετανάστευση που να βασίζεται στην αλληλεγγύη. Οι στατιστικές μπορούν επίσης να συμβάλλουν στην καλύτερη εκτίμηση των χρηματοδοτικών αναγκών.

4.12

Η ΕΟΚΕ καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εισάγει ένα νέο κριτήριο για τις αφίξεις (από αέρος, ξηράς ή θαλάσσης), προκειμένου να είναι οι στατιστικές πιο σφαιρικές όσον αφορά την αποτροπή της παράνομης εισόδου και παραμονής (Άρθρο 5) και τη βελτίωση τόσο της προέλευσης των δεδομένων όσο και των προτύπων ποιότητας (Άρθρο 9).

5.   Η ανάγκη διεθνούς προστασίας των μεταναστών

5.1

Τα τελευταία χρόνια, στην Ευρώπη παρατηρείται είσοδος παράνομων μεταναστών από την Αφρική τόσο από χώρες νοτίως της Σαχάρας όσο και από άλλες αφρικανικές χώρες. Οι παράνομοι μετανάστες και οι αιτούντες άσυλο είναι συχνά πρόσωπα που έχουν δραπετεύσει από τη χώρα προέλευσής τους για να αποφύγουν, είτε διώξεις για λόγους θρησκείας, φυλής ή πολιτικής, μεταξύ άλλων, είτε εμφυλίους πολέμους, λιμούς, φτώχεια, φυσικές καταστροφές, είτε για οικονομικούς λόγους. Πολλοί έχουν παραστεί μάρτυρες δολοφονίας, βασανισμού ή κακομεταχείρισης μελών της οικογένειάς τους και/ή έχουν χωριστεί από αυτά. Οι εμπειρίες που αποκομίζουν από την αποδημία, τούς τραυματίζουν ψυχολογικά, τούς καθιστούν τρωτούς και για αυτό χρήζουν προστασίας. Τα ποιοτικά στατιστικά στοιχεία για τους λόγους που οδηγούν τα άτομα να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, μπορούν να δώσουν φως στα αίτια της μετανάστευσης και να συμβάλλουν στην περαιτέρω ανάπτυξη και αξιολόγηση των πολιτικών για το άσυλο και την διακίνηση ανθρώπων.

5.2

Οι χώρες υποδοχής παράνομων μεταναστών και όλοι όσοι εργάζονται με αυτούς πρέπει να σέβονται τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από τις διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα και την εθνική νομοθεσία για τη μετανάστευση και τους πρόσφυγες, προκειμένου να είναι σε θέση να τους παράσχουν προστασία. Οι δυνάμεις ασφάλειας (στρατός και αστυνομία) των χωρών υποδοχής είναι αρχικά υποχρεωμένες να πραγματοποιούν επιχειρήσεις περισυλλογής και διάσωσης καθώς και να τηρούν τα ελάχιστα ευρωπαϊκά πρότυπα υποδοχής. Κατά τη διάρκεια της υποδοχής, προσφέρεται ιατρική περίθαλψη όπου είναι απαραίτητο και προσδιορίζεται, κατά το δυνατόν, η χώρα προέλευσης του παράνομου μετανάστη καθώς και άλλα δημογραφικά στοιχεία. Ο μετανάστης έχει επίσης το θεμελιώδες δικαίωμα να ενημερωθεί για το πώς θα υποβάλει αίτηση για την παροχή ασύλου. Καίρια σημασία για την διατύπωση πολιτικών προστασίας των μεταναστών κατέχει η συλλογή στατιστικών στοιχείων όσον αφορά τον αριθμό των μεταναστών που ενημερώνονται σχετικά με τις αιτήσεις παροχής διεθνούς προστασίας, τον αριθμό των αιτήσεων που υποβάλλονται και τον αριθμό των αποφάσεων χορήγησης ή απόρριψης των διαφόρων τύπων καθεστώτος (Άρθρο 4).

5.3

Οι χώρες υποδοχής οφείλουν να τηρήσουν τις διεθνείς υποχρεώσεις τους στον τομέα των ανθρώπινων δικαιωμάτων τις οποίες ανέλαβαν με την υπογραφή διεθνών και/ή περιφερειακών συμβάσεων/δηλώσεων/συνθηκών. Η Ευρωπαϊκή Ένωση απαιτεί ως τμήμα των κύριων προϋποθέσεων του κοινοτικού κεκτημένου, τα κράτη μέλη να είναι συμβαλλόμενα μέρη της Συνθήκης για τους πρόσφυγες του 1951, του Πρωτοκόλλου του 1967 και της Ευρωπαϊκής συνθήκης για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών (ECHR). Το θεμελιώδες έγγραφο που στηρίζει τις συμβάσεις αυτές ήταν η καθολική δήλωση των ανθρώπινων δικαιωμάτων του 1948 (UNHR), η οποία περιλαμβάνει το δικαίωμα αίτησης ασύλου. Η Σύμβαση για τους πρόσφυγες είναι ουσιαστικό τμήμα του διεθνούς πλαισίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Άλλες συμβάσεις ακολούθησαν, συμπεριλαμβανομένης της Σύμβασης κατά των βασανιστηρίων του 1984 και της Σύμβασης για τα δικαιώματα του παιδιού (7). Τα κράτη μέλη υποχρεούνται επίσης να τηρούν διάφορες κοινοτικές οδηγίες και συγκεκριμένα την οδηγία 2003/9/ΕΚ για τις ελάχιστες προδιαγραφές που διέπουν τις προϋποθέσεις υποδοχής (8), την οδηγία 2004/83/ΕΚ για τις ελάχιστες απαιτήσεις για την αναγνώριση και το καθεστώς (9) και την οδηγία 2005/85/ΕΚ για τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα (10).

5.4

Επομένως, είναι ουσιαστικό να τηρούν οι χώρες υποδοχής αυτές τις συμβάσεις, κυρίως, για να εξασφαλίζεται ότι παρέχεται στους αιτούντες ασύλου η βασική προστασία και να μην επαναπροωθούνται πριν από την αξιολόγηση της αίτησης ασύλου και τον προσδιορισμό του καθεστώτος, ανθρωπιστικού ή ασύλου.

5.5

Συγκριτικές έρευνες σχετικά με την εφαρμογή από τα κράτη μέλη των ορισμών που αφορούν τη μετανάστευση (όπως διατυπώνονται στο Άρθρο 2) και με την εφαρμογή του Άρθρου 4 όπως προαναφέρθηκε (και τα δύο άρθρα από την προαναφερθείσα πηγή), συμβάλλουν σημαντικά στη διεθνή προστασία των προσφύγων.

Βρυξέλλες, 20 Απριλίου 2006

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  Άρθρο 1 Β.

(2)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 19.1.2006 με θέμα: «Θεμελιώδη δικαιώματα και δικαιοσύνη», εισηγήτρια: η κα King (EE C 69 της 21.3.2006).

Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 14.2.2006 με θέμα: «Διαχείριση των μεταναστευτικών ροών», εισηγήτρια: η κ. Le Nouail-Marlière (EE C 88 της 11.4.2006).

Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 14.12.2005 με θέμα την Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ειδικού προγράμματος «Πρόληψη, ετοιμότητα και διαχείριση των συνεπειών της τρομοκρατίας» για την περίοδο 2007-2013, εισηγητής: ο κ. Cabra de Luna (EE C 65 της 17.3.2005).

(3)  Σημείο 30 των συμπερασμάτων της Προεδρίας.

(4)  Άρθρο III-267-5.

(5)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ 9.6.2005 με θέμα την Πράσινη Βίβλο για μία κοινοτική προσέγγιση της διαχείρισης της οικονομικής μετανάστευσης. Εισηγητής: ο κ. Pariza Castaños (ΕΕ C 286 της 17.11.2005).

(6)  Βλέπε υποσημείωση 5, σημείο 1.5.

(7)  Mackey, Allan (Senior Immigration Judge, U.K). Paper entitled «Policies serving migratory purposes and the need to assure protection to asylum seekers and refugees», presented at the TAIEX Seminar, Mάλτα, 15-16 Δεκεμβρίου 2005.

(8)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 7.11.2001 για την Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις για την υποδοχή των προσώπων που ζητούν άσυλο στα κράτη μέλη. Εισηγητές: ο κ. Mengozzi και ο κ. Pariza (ΕΕ C 48 της 21.2.2002).

(9)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 13.5.2002 για την Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για τη θέσπιση ελάχιστων απαιτήσεων για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών και των απάτριδων ως προσφύγων ή ως προσώπων που χρήζουν διεθνούς προστασίας για άλλους λόγους. Εισηγήτρια: η κ. Le Nouail Marlière (ΕΕ C 221 της 17.9.2002).

(10)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 6.4.2001 για την οδηγία του Συμβουλίου περί ελαχίστων προδιαγραφών όσον αφορά τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα. Εισηγητής: ο κ. Melνcias (ΕΕ C 193 της 10.7.2001)


8.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 185/35


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, το εφαρμοστέο δίκαιο, την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων και τη συνεργασία σε θέματα υποχρεώσεων διατροφής»

COM(2005) 649 τελικό — 2005/0259 (CNS)

(2006/C 185/07)

Στις 13 Φεβρουαρίου 2006, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκαν οι προπαρασκευαστικές εργασίες, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 20 Μαρτίου 2006 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. RETUREAU.

Κατά την 426η σύνοδο ολομέλειάς της (συνεδρίαση της 20ής και 21ης Απριλίου 2006), η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 133 ψήφους υπέρ, 3 κατά και 3 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Σύνοψη της γνωμοδότησης της ΕΟΚΕ

1.1

Το σχέδιο κανονισμού έχει ως αντικείμενο ένα θέμα που υπάγεται στο άρθρο 65 της Συνθήκης ΕΚ και έχει ως νομική βάση το άρθρο 61 της ίδιας Συνθήκης. Λαμβανομένης υπόψη της ιδιαιτερότητας των υποχρεώσεων διατροφής και της διασυνοριακής τους εξόφλησης, το σχέδιο ανταποκρίνεται με ικανοποιητικό τρόπο στις αρχές της αναλογικότητας και της επικουρικότητας, τόσο αναφορικά με τις δικαστικές αρχές και στις νομοθεσίες των κρατών μελών όσο και αναφορικά με τους διαδίκους.

1.2

Το θέμα άπτεται ταυτόχρονα του οικογενειακού δικαίου και της εισπράξεως των απαιτήσεων και, σε κοινωνικό επίπεδο, συνεπάγεται κινδύνους πρόκλησης φτώχειας που και αυτοί πρέπει να ληφθούν υπόψη.

1.3

Το σχέδιο ανταποκρίνεται, επίσης, στην ανάγκη για σαφήνεια και νομική ασφάλεια για τα ενδιαφερόμενα μέρη, τους εμπλεκόμενους τρίτους και τις αρμόδιες αρχές και συμβάλλει αφενός στην προστασία των προσωπικών δεδομένων από κάθε χρήση που δεν αφορά το διακανονισμό της διαφοράς και αφετέρου στην εκτέλεση των υποχρεώσεων του οφειλέτη.

1.4

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την νομοθετική πρωτοβουλία της Επιτροπής διατυπώνοντας ορισμένες ειδικές παρατηρήσεις και εκφράζει την ικανοποίησή της για τις προσπάθειες που έγιναν προκειμένου να θεσπιστεί κατάλληλη νομοθεσία, μέσω των διαβουλεύσεων και των μελετών αντίκτυπου που προηγήθηκαν της σύνταξης αυτού του ποιοτικού νομικού κειμένου. Συμφωνεί, επίσης, με την επιλογή της νομικής μορφής του κανονισμού καθώς και με την νομική βάση η οποία προσφέρεται ιδιαίτερα για την εναρμόνιση αντικειμένων που παρουσιάζουν μια ευρωπαϊκή συνιστώσα, παρά τις διαφορές που υφίστανται μεταξύ της νομοθεσίας των κρατών μελών.

1.5

Μολονότι λίγα κράτη μέλη υπέγραψαν τη σύμβαση της Χάγης σχετικά με τις υποχρεώσεις διατροφής, η πλειονότητα των κρατών μελών (17 από τα 25) επικύρωσαν τη σύμβαση για την εκτέλεση σχετικών αποφάσεων. Ωστόσο, λόγω των επιφυλάξεων που εκφράστηκαν καθώς και επειδή τα κράτη μέλη έχουν το δικαίωμα να αντιτάξουν στις αποφάσεις ξένης αρχής ένα είδος γενικής ρήτρας δημόσιας τάξεως, η εκτέλεση των αποφάσεων αυτών μπορεί να αποβεί αδύνατη ακόμη και εάν έχουν ληφθεί από ένα άλλο κράτος μέλος. Η κατάσταση αυτή εμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των δικαστικών αποφάσεων εντός του ευρωπαϊκού χώρου και επομένως πρέπει να εξαλειφθεί.

1.6

Η ΕΟΚΕ καλεί για το λόγο αυτό το Συμβούλιο να εγκρίνει την πρόταση κανονισμού διότι προσφέρει νομική ασφάλεια αλλά και πρακτικά μέτρα για την εκτέλεση των αποφάσεων σχετικά με υποχρεώσεις διατροφής σε διασυνοριακό πλαίσιο, προς το συμφέρον των ευρωπαίων πολιτών.

1.7

Τέλος, η ΕΟΚΕ καλεί τις κυβερνήσεις του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας να εξετάσουν τη δυνατότητα αναγνώρισης του κανονισμού αυτού και την κυβέρνηση της Δανίας να διευκολύνει την εκτέλεση αποφάσεων σχετικά με υποχρεώσεις διατροφής, σύμφωνα με τη σύμβαση της Χάγης για την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σχετικών με υποχρεώσεις διατροφής, την οποία έχει και η ίδια υπογράψει. Καλεί, επίσης, την κυβέρνηση της Δανίας να συνεργάζεται με άλλα κράτη μέλη για το σκοπό αυτό, εφόσον της υποβληθεί σχετικό αίτημα.

2.   Ανακοίνωση της Επιτροπής

2.1   Προέλευση της πρωτοβουλίας, διεθνής διάσταση:

2.1.1

Το πρόγραμμα αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων επί αστικών και εμπορικών υποθέσεων, που θεσπίστηκε στις 30 Νοεμβρίου 2000, επικαλείται την κατάργηση της διαδικασίας κήρυξης της εκτελεστότητας υπέρ των δικαιούχων διατροφής, που επωφελούνται ήδη από τον κανονισμό «Βρυξέλλες I» (1) Το πρόγραμμα αναφέρει, εξάλλου, ότι μπορεί ενίοτε να είναι αναγκαίο να θεσπιστούν, στο πλαίσιο της εναρμόνισης των διαδικασιών, ορισμένοι κοινοί διαδικαστικοί κανόνες, να επιδιωχθεί μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα σε ό,τι αφορά την εκτέλεση των αποφάσεων της δικαιοσύνης που εκδίδονται σε άλλο κράτος μέλος, στο κράτος στο οποίο ζητείται η εκτέλεση, μέσω του προσδιορισμού των περιουσιακών στοιχείων του υπόχρεου.

2.1.2

Η αμοιβαία αναγνώριση πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο μιας καλύτερης συνεργασίας των δικαστικών αρχών των κρατών μελών και προϋποθέτει εναρμόνιση των κανόνων σύγκρουσης των δικαίων.

2.1.3

Η διάσκεψη της Χάγης για το ιδιωτικό διεθνές δίκαιο έχει αρχίσει, επίσης, εργασίες για τον εκσυγχρονισμό των ισχυουσών συμβάσεων. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η διεθνής και η ευρωπαϊκή προσέγγιση αλληλοσυμπληρώνονται. H πρωτοβουλία της Χάγης θα επιτρέψει την ανάπτυξη πολιτικής συνεργασίας με τις τρίτες χώρες η οποία θα παράγει, ενδεχομένως, αποτελέσματα που θα μπορούσαν να μεταφερθούν μεταγενέστερα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.2   Στόχοι της πρότασης κανονισμού:

2.2.1

Να αρθεί το σύνολο των φραγμών που αντιτίθενται στην είσπραξη διατροφής σε ένα κράτος μέλος από έναν υπόχρεο που κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος.

2.2.2

Οι δικαιούχοι διατροφής πρέπει να μπορούν να επιτυγχάνουν χωρίς δαπάνες, έναν εκτελεστό τίτλο που θα ισχύει στον ευρωπαϊκό δικαστικό χώρο και συγκεκριμένα την τακτική πληρωμή των οφειλόμενων ποσών.

2.2.3

Η θέσπιση ενός ενιαίου και φιλόδοξου μέσου που θα καλύπτει όλους τους τομείς της δικαστικής συνεργασίας κρίνεται, συνεπώς, απολύτως αναγκαία εφόσον δεν υπάρχει ακόμη ένα εναρμονισμένο και ενιαίο καθεστώς. Η έννοια της διατροφής αλλά και του δικαιούχου διατροφής διαφέρει από κράτος σε κράτος και επιπλέον, οι επιφυλάξεις που προβλέπονται στη σύμβαση της Χάγης του 1973 (άρθρο 26), η οποία προς το παρόν υπερέχει του Ευρωπαϊκού Δικαίου, επιτρέπουν την άρνηση της εκτέλεσης μιας απόφασης. Προτείνεται να καταργηθεί η εξαίρεση αυτή που προβλέπεται στο άρθρο 71 του κανονισμού των Βρυξελλών Ι, μέσω της θέσπισης ειδικού μηχανισμού για την πληρωμή των υποχρεώσεων διατροφής.

2.3   Κύρια σημεία της πρότασης κανονισμού:

2.3.1

Εναρμόνιση των κανόνων σύγκρουσης νόμων: εάν το εφαρμοστέο δίκαιο διέπεται από εναρμονισμένους κανόνες, διευκολύνεται η κυκλοφορία της απόφασης η οποία εκδίδεται σε στενή και αδιαμφισβήτητη συνάφεια με την οικογενειακή κατάσταση τόσο του υπόχρεου όσο και του δικαιούχου.

2.3.2

Αναγνώριση και άμεση εκτέλεση της απόφασης στο σύνολο της επικράτειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.3.3

Λήψη συγκεκριμένων μέτρων εκτέλεσης στο κράτος συνήθους διαμονής του υπόχρεου, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε πληροφορίες σχετικά με την οικονομική του κατάσταση και θέσπιση πράξεων που επιτρέπουν την άμεση παρακράτηση από μισθούς ή τραπεζικούς λογαριασμούς.

2.3.4

Ενίσχυση του προνομιακού χαρακτήρα των αξιώσεων διατροφής, ενίσχυση της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις. Για το σκοπό αυτό επισυνάπτονται στον κανονισμό πρότυπα εναρμονισμένων πράξεων.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει την αναγκαιότητα και την καταλληλότητα της πρότασης του ειδικού κανονισμού σχετικά με τη διασυνοριακή πληρωμή υποχρεώσεων διατροφής. Ως ειδική νομική πράξη υπερισχύει άλλων γενικών διατάξεων σχετικά με τη συνεργασία σε αστικές υποθέσεις, αποκαθιστά το προβάδισμα του κοινοτικού δικαίου σε έναν τομέα ο οποίος, σύμφωνα με τη βούληση των κρατών μελών, αποτελούσε εξαίρεση, χωρίς ωστόσο να επηρεάζει την εθνική νομοθεσία των κρατών μελών.

3.2

Οι μηχανισμοί που προβλέπονται για τον προσδιορισμό της περιουσίας του υπόχρεου, αλλά και για την άμεση παρακράτηση των οφειλόμενων ποσών, διασφαλίζουν την προστασία της προσωπικής ζωής και το απόρρητο των προσωπικών δεδομένων. Ωστόσο, ο υπόχρεος οφείλει να ενημερώνει τον δικαιούχο και το δικαστήριο προέλευσης για οποιαδήποτε αλλαγή εργοδότη ή τραπεζικού λογαριασμού.

3.3

Ο κανονισμός προσφέρει λύσεις στον δικαιούχο της διατροφής, χωρίς να αφαιρεί από τον υπόχρεο το δικαίωμα αμφισβήτησης της υποχρέωσης ή αίτησης για επανεξέταση του ποσού ενώπιον του δικαστηρίου προέλευσης. Η αίτηση για επανεξέταση συνεπάγεται αναστολή της εκτέλεσης.

3.4

Ισχύει η διαδικασία εκτέλεσης που προβλέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους της εκτέλεσης, ανεξάρτητα από το κράτος προέλευσης της απόφασης.

3.5

Η δημοσίευση της Πράσινης Βίβλου (2), η διοργάνωση διαβουλεύσεων και συνεδριάσεων με εμπειρογνώμονες καθώς και η εκπόνηση μελέτης για την κατάσταση που επικρατεί σε κάθε επιμέρους κράτος μέλος, επέτρεψαν τη σύνταξη μιας συνεκτικής, σαφούς και λογικής από πρακτική άποψη πρότασης, η οποία μπορεί να συμβάλει στην άρση των φραγμών που εμποδίζουν τη διασυνοριακή αξίωση υποχρεώσεων διατροφής.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1.   Άρθρο 3

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι το πρώτο στοιχείο που θα καθορίζει την δικαιοδοσία των δικαστηρίων πρέπει να είναι ο τόπος της συνήθους διαμονής του δικαιούχου της διατροφής και, ως εκ τούτου, προτείνει την αντιμετάθεση των εδαφίων α) και β).

4.2.   Άρθρο 15

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι ο δικαιούχος διατροφής πρέπει πάντοτε να επωφελείται από το νόμο που του παρέχει το δικαίωμα δεδομένου ότι είναι απαράδεκτο να αντιτάσσεται οποιοσδήποτε νόμος που του αφαιρεί το δικαίωμα αυτό εκτός, ενδεχομένως, σε περίπτωση επιτακτικού λόγου δημοσίας τάξης που επιτρέπεται από τον παρόντα κανονισμό.

4.3.   Άρθρο 35

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι η εντολή προσωρινής δέσμευσης τραπεζικού λογαριασμού δεν μπορεί να είναι ολική, αλλά πρέπει να περιορίζεται στο ύψος των αναγκαίων ποσών για την τήρηση της υποχρέωσης διατροφής, γιατί διαφορετικά ενδέχεται να στερήσει τον κάτοχο του λογαριασμού από μέσα επιβίωσης για απροσδιόριστο χρόνο, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της ουσίας, για την οποία σε ορισμένα δικαστήρια μπορεί να απαιτηθούν πολλοί μήνες, και κάτι τέτοιο είναι καταφανώς δυσανάλογο με τον επιδιωκόμενο σκοπό.

Βρυξέλλες 20 Απριλίου 2006

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  Κανονισμός ΕΚ αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις

(2)  COM(2004) 254 τελικό


8.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 185/37


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη βελτίωση της δυνατότητας μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης»

COM (2005) 507 τελικό — 2005/0214 (COD)

(2006/C 185/08)

Στις 15 Δεκεμβρίου 2005 και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω ανακοίνωση

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 20 Μαρτίου 2006 με βάση την εισηγητική έκθεση της κυρίας ENGELEN-KEFER.

Κατά την 426η σύνοδο ολομέλειάς της, που πραγματοποιήθηκε στις 20 και 21 Απριλίου 2006 (συνεδρίαση της 20ής Απριλίου 2006) η ΕΟΚΕ υιοθέτησε με 103 ψήφους υπέρ, 19 κατά και 11 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συμπεράσματα και συστάσεις της ΕΟΚΕ

1.1

Η ΕΟΚΕ αξιολογεί θετικά τους στόχους που θέτει η Επιτροπή και τους υποστηρίζει, μολονότι τα μέτρα που προτείνονται για την επίτευξή τους αξιολογούνται διαφορετικά.

1.2

Ειδικότερα, εκφράζονται προβληματισμοί, εάν οι παρεκκλίσεις και οι ρυθμίσεις εξαίρεσης είναι σκόπιμες για την πραγματική υλοποίηση των τεθειμένων στόχων. Αυτό αφορά αφενός τις παρεκκλίσεις σχετικά με τη δυνατότητα μεταφοράς και αφετέρου τα εκτενή χρονικά περιθώρια για τη μείωση των απαιτήσεων όσον αφορά τις δοκιμαστικές περιόδους.

1.3

Προπάντων ωστόσο, ο στόχος για τη διευκόλυνση της κινητικότητας και την ουσιαστική συμπληρωματική διασφάλιση του εισοδήματος στα γηρατειά μπορεί να υλοποιηθεί μόνον εφόσον υπάρξει προσαρμογή των διαφορετικών φορολογικών συστημάτων στα κράτη μέλη.

1.4

Για το λόγο αυτό, κατά την περαιτέρω επεξεργασία της πρότασης οδηγίας πρέπει να συνυπολογιστούν τα παρακάτω στοιχεία:

Προκειμένου να εξαλειφθούν τα εμπόδια για την κινητικότητα των εργαζομένων είναι απαραίτητο να διαμορφωθεί ένα εκτενώς εναρμονισμένο σύστημα, τόσο σε ό,τι αφορά την απόκτηση, όσο και τη διατήρηση και τη μεταφορά των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθούν επαρκώς υπόψη οι επιπτώσεις στα διαφορετικά συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης στα κράτη μέλη και η δυνητική αύξηση των δαπανών στα συστήματα αυτά.

Η οικονομική συμμετοχή των επιχειρήσεων στην ανάπτυξη των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης είναι αναγκαία και ευπρόσδεκτη. Για την αποφυγή αρνητικών συνεπειών είναι απαραίτητο να καθοριστούν μεταβατικές ρυθμίσεις, που θα παρέχουν στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα διαδοχικής προσαρμογής των συνταξιοδοτικών καθεστώτων.

Προκειμένου να υλοποιηθούν οι βασικοί στόχοι της οδηγίας, τα χρονικά περιθώρια μεταφοράς πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο μικρά και να διαμορφώνονται σε συνάρτηση με τις πραγματικές εθνικές ανάγκες.

Επίσης, θα πρέπει να επανεξεταστεί η γενική και χρονικά απεριόριστη εξαίρεση ορισμένων μεθόδων εφαρμογής.

Οι δραστηριότητες για την εξάλειψη των εμποδίων για την κινητικότητα στον τομέα των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης πρέπει να αναπτυχθούν σε συνάρτηση με την φορολογική μεταχείριση αυτών των συστημάτων.

2.   Εισαγωγή

Στις 20 Οκτωβρίου 2005 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπέβαλε την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη βελτίωση της δυνατότητας μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Η Επιτροπή στοιχειοθετεί την πρότασή της υποστηρίζοντας ότι η αυξανόμενη σημασία των συμπληρωματικών συστημάτων συνταξιοδότησης για την κάλυψη των κινδύνων που συνδέονται με τα γηρατειά καθιστά απαραίτητη τη μείωση των εμποδίων που τίθενται για την κινητικότητα. Τα εμπόδια πρέπει να μειωθούν τόσο σε ό,τι αφορά την αλλαγή θέσης εργασίας μεταξύ των κρατών μελών όσο και στο εσωτερικό των κρατών μελών.

2.1

Στη συνέχεια η Επιτροπή παρουσιάζει τα εμπόδια που πρέπει να αρθούν:

Όροι για την απόκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων,

Διατάξεις για τη διατήρηση των αδρανοποιημένων δικαιωμάτων,

Κανόνες σχετικά με τη δυνατότητα μεταφοράς των θεμελιωμένων δικαιωμάτων.

Επιπλέον, η Επιτροπή πιστεύει ότι η κινητικότητα μπορεί να ενισχυθεί με την (καλύτερη) ενημέρωση των εργαζομένων σχετικά με τις συνέπειες της κινητικότητας στα δικαιώματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης.

2.2

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η παρούσα πρόταση συνιστά το αποτέλεσμα μακρόχρονης ανταλλαγής πληροφοριών και εμπειριών σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Εξαιτίας των αποκλινουσών απόψεων όσον αφορά τους στόχους της κοινοτικής δράσης και τα μέσα υλοποίησής της, δεν ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις με σκοπό την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των κοινωνικών εταίρων.

2.3

Σύμφωνα με τα άρθρα 42 και 94 της Συνθήκης ΕΚ, η Επιτροπή επιθυμεί με την παρούσα πρόταση να καθιερώσει κοινές αρχές για τη διαμόρφωση των ισχυουσών νομοθεσιών στα κράτη μέλη. Κατ' αυτόν τον τρόπο, δεν θα πρέπει να παρεμποδιστεί η εγκατάσταση επιχειρήσεων σε άλλο κράτος μέλος εξαιτίας των δυσκολιών πρόσληψης ειδικευμένου προσωπικού, διότι το εν λόγω προσωπικό συγκρατείται σε άλλες επιχειρήσεις από κανόνες που διέπουν τα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης

2.4

Η Επιτροπή στοιχειοθετεί την επιλογή της οδηγίας ως μοναδικού μέσου για την επίτευξη μιας ισόρροπης σχέσης μεταξύ της άσκησης των απαραίτητων δικαιωμάτων των εργαζομένων σε ό,τι αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία και την αναγκαία ευελιξία των εθνικών νομοθεσιών κατά την εφαρμογή τους, λαμβανομένων υπόψη των εθνικών ιδιαιτεροτήτων των συμπληρωματικών συστημάτων συνταξιοδότησης.

3.   Κύρια σημεία της πρότασης

3.1

Στην παρούσα οδηγία προσδιορίζονται οι όροι που χρησιμοποιούνται για το πεδίο εφαρμογής σε συνεκτικότητα με τους ορισμούς της οδηγίας 98/49/ΕΚ.

3.2

Στην εν λόγω πρόταση καθιερώνεται η αρχή ότι οι εισφορές που έχει καταβάλει ο εργαζόμενος ή που έχουν καταβληθεί για λογαριασμό του στο πλαίσιο ενός συστήματος συμπληρωματικής συνταξιοδότησης δεν πρέπει να χαθούν κατά την παύση της εργασίας, ακόμη και εάν από τις εν λόγω εισφορές δεν έχουν αποκτηθεί ακόμη δικαιώματα για μεταγενέστερη καταβολή σύνταξης. Συνεπώς, πρέπει να διασφαλιστεί η δυνατότητα επιστροφής ή μεταφοράς των εισφορών που έχουν καταβληθεί.

3.3

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ειδικά οι νέοι εργαζόμενοι δεν θα απολέσουν τα δικαιώματά τους σε περίπτωση αλλαγής θέσης εργασίας, η Επιτροπή θεωρεί ότι το ελάχιστο όριο ηλικίας για την απόκτηση συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων στα κράτη μέλη δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 21 έτη.

Επιπλέον, η περίοδος αναμονής, ο χρόνος δηλαδή που μεσολαβεί από την έναρξη της επαγγελματικής δραστηριότητας έως τη στιγμή που ο εργαζόμενος μπορεί να εγγραφεί σε σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, δεν πρέπει να υπερβαίνει το ένα έτος.

Επίσης, οι λεγόμενες δοκιμαστικές περίοδοι, το διάστημα δηλαδή κατά το οποίο ξεκινά να καταβάλει εισφορές ο εργαζόμενος προτού αποκτήσει κεκτημένα δικαιώματα, δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα δύο έτη.

3.4

Η Επιτροπή κρίνει σκόπιμη τη δίκαιη προσαρμογή των αδρανοποιημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, όπου η απόφαση όσον αφορά την μορφή και τα εφαρμοζόμενα μέσα λαμβάνεται από το κάθε κράτος ξεχωριστά. Εκτός αυτού, εφόσον πρόκειται για θεμελιωμένα δικαιώματα που αντιστοιχούν σε μικρά ποσά μπορεί, στις περιπτώσεις αλλαγής της θέσης εργασίας, να παρέχεται στα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης πέρα από τη δυνατότητα μεταφοράς και η δυνατότητα καταβολής κεφαλαίου που να αντιπροσωπεύει τα εν λόγω δικαιώματα, εφόσον αυτά δεν υπερβαίνουν ένα συγκεκριμένο όριο (που καθορίζεται από τα κράτη μέλη).

3.5

Για την προώθηση της κινητικότητας και τον περιορισμό των ζημιών που προκύπτουν κατά την αλλαγή της θέσης εργασίας, πρέπει να διευκολυνθεί η δυνατότητα μεταφοράς των θεμελιωμένων δικαιωμάτων από το σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης της προηγούμενης θέσης στη νέα θέση εργασίας. Εκτός αυτού, η μεταφορά δεν πρέπει να συνεπάγεται οικονομικές ζημίες, ως αποτέλεσμα διαφορετικών υπολογισμών ή επιβολή υπερβολικών εξόδων.

3.6

Ο εργαζόμενος πρέπει στην εκάστοτε περίπτωση να διατηρεί το δικαίωμα να αποφασίζει εάν επιθυμεί τη μεταφορά των δικαιωμάτων ή τη διατήρησή τους στο ίδρυμα ασφάλισης της παλιάς θέσης εργασίας.

3.7

Επιπλέον, η πρόταση οδηγίας προβλέπει ότι οι εργαζόμενοι, κατόπιν αιτήματός τους και εντός εύλογης προθεσμίας, πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με τις συνέπειες που έχει η αλλαγή θέσης εργασίας στα δικαιώματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης.

3.8   Ενσωμάτωση

Η οδηγία πρέπει να ενσωματωθεί στη νομοθεσία των κρατών μελών το αργότερο μέχρι την 1η Ιουλίου 2008.

Για τη μείωση των δοκιμαστικών περιόδων σε δύο έτη τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιήσουν συμπληρωματικό χρονικό περιθώριο 60 μηνών (μετά την 1η Ιουλίου 2008). Πρέπει να αναφέρονται συγκεκριμένοι λόγοι που να δικαιολογούν αυτό το χρονικό περιθώριο.

3.9

Ακόμη, τα ταμεία υποστήριξης (Unterstützungskassen), οι επιχειρήσεις που συγκεντρώνουν λογιστικά αποθέματα με σκοπό την καταβολή συντάξεων και τα συστήματα που λειτουργούν με τρόπο διανεμητικό μπορούν να εξαιρεθούν από τις δυνατότητες μεταφοράς για απεριόριστο χρονικό διάστημα. Η Επιτροπή πρέπει να ενημερωθεί σχετικά με τους συγκεκριμένους λόγους. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος πρέπει να αναφέρει ποια μέτρα έχουν ληφθεί ή προβλέπεται να ληφθούν για τη μεταφορά των δικαιωμάτων. Το αργότερο μέχρι το 2018, πρέπει να εξεταστεί εάν είναι απαραίτητη η λήψη περαιτέρω μέτρων, προκειμένου να βελτιωθεί η δυνατότητα μεταφοράς και για τα εν λόγω συστήματα.

4.   Γενική αξιολόγηση

4.1

Λόγω της μεγάλης διαφοράς απόψεων μεταξύ των κοινωνικών εταίρων σχετικά με την εμβέλεια και το περιεχόμενο μιας ευρωπαϊκής νομοθεσίας, δεν αξιοποιήθηκε η δυνατότητα σύναψης συμφωνίας μεταξύ των κοινωνικών εταίρων που προβλέπεται στο άρθρο 139 της ΣΕΚ.

4.2

Εξάλλου, η ΕΣΣ (Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων), η UNICE (Ένωση Συνομοσπονδιών Βιομηχανίας και Εργοδοτών της Ευρώπης) και το ΕΚΔΕ (Ευρωπαϊκό Κέντρο Δημοσίων Επιχειρήσεων) έχουν αναγνωρίσει στο προοίμιο της συμφωνίας πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου ότι «είναι απαραίτητες κάποιες καινοτομίες στα συμπληρωματικά συστήματα κοινωνικής προστασίας, προκειμένου να προσαρμοστούν αυτά στις τρέχουσες συνθήκες, και ειδικότερα να υπάρξει πρόβλεψη για τη δυνατότητα μεταφοράς των δικαιωμάτων».

4.3

Στο ανωτέρω προοίμιο καθίσταται σαφής η κοινή πρόθεση επίλυσης του ζητήματος της αναγκαίας προσέγγισης των νομικών βάσεων σχετικά με την απόκτηση και διατήρηση των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Ακόμη και εάν το πλαίσιο των συμβάσεων ορισμένου χρόνου είναι διαφορετικό από το αντίστοιχο της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, τα μέρη της συμφωνίας αναγνωρίζουν ότι οι εργασιακές συνθήκες τροποποιούνται και αυτό καθιστά απαραίτητες τις προσαρμογές των συμπληρωματικών συστημάτων κοινωνικής προστασίας.

4.4

Παρεμπιπτόντως αυτό συμβαδίζει και με το σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν οι κοινωνικοί εταίροι στα περισσότερα κράτη μέλη όσον αφορά την ανάπτυξη των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Δεδομένου όμως ότι τα μέτρα (πρέπει να) περιορίζουν τους κοινωνικούς εταίρους στο εθνικό επίπεδο, κρίνεται σκόπιμη η πρόθεση της Επιτροπής για τη σύσταση οδηγίας.

4.4.1

Το λεπτομερές περιεχόμενο των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης πρέπει να αποφασίζεται σε επίπεδο κράτους μέλους, συμπεριλαμβανομένων των συλλογικών συμβάσεων που συνάπτονται από τους κοινωνικούς εταίρους. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, οι κανόνες και οι προϋποθέσεις για την απόκτηση των δικαιωμάτων θα πρέπει να εστιάζονται σε αρχές και να υποδεικνύουν τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται σε εθνικό επίπεδο, παρέχοντας όμως στους κοινωνικούς εταίρους επαρκές περιθώριο ελιγμών για συλλογικές διαπραγματεύσεις.

4.4.2

Το άρθρο 4 της οδηγίας πρέπει να αντικατασταθεί από το εξής κείμενο: «— στις περιπτώσεις που καθορίζονται οι προϋποθέσεις απόκτησης συνταξιοδοτικού δικαιώματος, όπως ελάχιστο όριο ηλικίας, περίοδοι αναμονής και/ή καταβολής εισφορών, οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να είναι ισότιμες και να βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια (και όχι σε μεροληπτικά).»

4.5

Η αλλαγή εργοδότη μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες στην απόκτηση και το ύψος των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης..

Αυτές οι επιπτώσεις επηρεάζουν την απόφαση των εργαζομένων υπέρ ή κατά της αλλαγής εργοδότη, μολονότι η απόφαση αυτή λαμβάνεται σε συνάρτηση με μια ολόκληρη σειρά από παράγοντες.

4.6

Κυρίως ως αποτέλεσμα της δημογραφικής εξέλιξης, στο μέλλον, οι εισφορές των νόμιμων συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης δεν θα είναι πλέον επαρκείς για τη διασφάλιση επαρκούς βιοτικού επιπέδου, ακόμη και στα κράτη μέλη όπου τα νόμιμα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης συνιστούν την κύρια πηγή εισοδήματος για τα ηλικιωμένα άτομα. Για αυτό το λόγο αυξάνεται η σημασία των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, μολονότι ακόμη και αυτά τα συστήματα μπορούν εξίσου να υποστούν τον αρνητικό αντίκτυπο της δημογραφικής εξέλιξης.

4.7

Αναγνωρίζοντας το θεμελιώδη στόχο της ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς για τη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, και λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη για βελτίωση του πλαισίου των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, κρίνεται ως θετική η προσέγγιση της Επιτροπής που στοχεύει στην εξάλειψη των εμποδίων για την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού στα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης.

4.8

Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 40 της Συνθήκης ΕΚ, το Συμβούλιο «… λαμβάνει, με οδηγίες ή κανονισμούς όλα τα αναγκαία μέτρα για να πραγματοποιηθεί σταδιακά η ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων». Ως εκ τούτου, η βάση που ορίζεται από το άρθρο 42 για την παρούσα οδηγία ενισχύεται ακόμη περισσότερο από το άρθρο 40.

4.9

Η εξάλειψη των εμποδίων για την κινητικότητα των εργαζομένων είναι εξαιρετικά σημαντική και για την επίτευξη του θεμελιώδους στόχου της στρατηγικής της Λισσαβόνας όσον αφορά την ενίσχυση του ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου μέσω της δημιουργίας μιας κοινωνίας της γνώσης. Η κοινωνία της γνώσης συνιστά προϋπόθεση για την κοινωνική ανάπτυξη και ταυτοχρόνως αποτελεί την πλέον σημαντική παραγωγική δύναμη. Στηρίζεται στην καινοτομία και την εφευρετικότητα των πολιτών, ενώ η ενίσχυσή της εξαρτάται άμεσα από την συνεχή ανταλλαγή γνώσεων και εμπειριών. Στο πλαίσιο αυτό, η κινητικότητα των εργαζομένων μπορεί να συμβάλλει σημαντικά. Εξάλλου, η διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής συνιστά μέρος της στρατηγικής της Λισσαβόνας. Ως εκ τούτου, οι στόχοι που περιλαμβάνονται στο σχέδιο της Επιτροπής μπορούν να υποστηριχθούν και από αυτήν την σκοπιά.

4.10

Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι το ζήτημα της αποφυγής μειονεκτημάτων (και) για την κοινωνική ασφάλιση αποτέλεσε ήδη αντικείμενο του κανονισμού αριθ. 1408/71 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας. Ένα από τα πρώτα κοινωνικοπολιτικά μέσα πρέπει να αποτελέσει η εξάλειψη των εμποδίων και του αρνητικού αντίκτυπου για την ελεύθερη κυκλοφορία. Ως εκ τούτου, η πρόταση της Επιτροπής συνιστά τη συνεπή συνέχιση μιας τέτοιας πολιτικής, κυρίως αν ληφθεί υπόψη ότι υπάρχει νομικό κενό σε ό,τι αφορά τα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης το οποίο πρέπει να καλυφθεί, δεδομένης υπόψη της αυξανόμενης σημασίας τους για τη διασφάλιση επαρκούς βιοτικού επιπέδου στους ηλικιωμένους.

4.11

Ορθές κρίνονται στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή οι δραστηριότητες με στόχο την εξάλειψη των εμποδίων για την κινητικότητα που αναπτύσσονται στο πλαίσιο του «Ευρωπαϊκού έτους για την κινητικότητα των εργαζομένων» που όρισε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το 2006.

4.12

Στα κράτη μέλη υφίστανται διαφορετικά συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Συνεπώς, λόγω της φύσης του ζητήματος, η σταδιακή προσέγγιση αυτών μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο στόχος του οποίου θα είναι η διευκόλυνση της μετάβασης από ένα σύστημα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης σε ένα άλλο.

4.13

Εφόσον αυτό μπορεί να ισχύσει σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το όφελος είναι μικρό εάν, σε ό,τι αφορά την ομοιογένεια των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας, ενισχυθεί η προσέγγιση των συστημάτων σε περίπτωση αλλαγής θέσης εργασίας μεταξύ κρατών μελών, χωρίς όμως να ληφθεί υπόψη η αλλαγή στο εσωτερικό ενός κράτους μέλους. Ως εκ τούτου, κρίνεται σκόπιμη η εφαρμογή της πρότασης της Επιτροπής, δηλαδή η εξάλειψη των εμποδίων για την κινητικότητα των εργαζομένων, τόσο σε διασυνοριακό επίπεδο όσο και στο εσωτερικό των κρατών μελών.

4.14

Ωστόσο, παραλείπεται η ρύθμιση ενός σημαντικού τομέα που είναι συγκεκριμένα η προσέγγιση της φορολογικής μεταχείρισης των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Εδώ, οι διαφορές που υφίστανται στη φορολογική μεταχείριση στα κράτη μέλη αποτελούν σημαντικό εμπόδιο για την κινητικότητα., δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι μπορεί να φορολογούνται διπλά (στις εισφορές και τις παροχές). Ο λόγος παράλειψης της φορολογίας είναι ότι εάν η οδηγία περιελάμβανε επίσης το ζήτημα της φορολογίας, αυτό θα απαιτούσε την ομόφωνη έγκριση του Συμβουλίου, με κίνδυνο η οδηγία να μην μπορέσει να περάσει στην επόμενη φάση. Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή επεδίωξε να ασχοληθεί με την φορολογία μέσω της ανακοίνωσής της τής 19ης Απριλίου 2001, σήμερα δε έχει ήδη κινήσει διαδικασίες εναντίον ενός κράτους μέλους για παράβαση της νομοθεσίας. Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι, εάν η Επιτροπή δεν εντάξει το ζήτημα της φορολογίας στην οδηγία, ο στόχος της βελτίωσης της δυνατότητας μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης θα καταστεί ανέφικτος.

4.15

Ωστόσο, η Επιτροπή παραλείπει τη ρύθμιση ενός σημαντικού τομέα που είναι συγκεκριμένα η προσέγγιση της φορολογίας των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Οι διαφορές που υφίστανται στη φορολογική μεταχείριση κυρίως των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης στα κράτη μέλη αποτελούν σημαντικό εμπόδιο για την κινητικότητα. Εάν δεν υπάρξει προσέγγιση της φορολογικής μεταχείρισης των εισφορών που καταβάλλονται στα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης και των δικαιωμάτων που απορρέουν από αυτά, η αλλαγή μεταξύ των εν λόγω συστημάτων θα είναι σχεδόν αδύνατη από τεχνικής άποψης, χωρίς υψηλό κόστος. Για το λόγο αυτό, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, είναι απαραίτητο να ληφθούν άμεσα μέτρα για την εφαρμογή αυτής της προσέγγισης.

5.   Οι επιμέρους ρυθμίσεις

5.1

Είναι γεγονός ότι οι μεγάλες περίοδοι αναμονής, τα εκτενή χρονικά περιθώρια για την απόκτηση κεκτημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και το υψηλό όριο ηλικίας μπορούν πράγματι να επηρεάσουν αρνητικά την απόφαση για αλλαγή θέσης εργασίας.

Για το λόγο αυτό, κρίνεται ορθή η προσέγγιση της Επιτροπής να μειωθούν ο χρόνος αναμονής, η ηλικία πρόσβασης και η διάρκεια των δοκιμαστικών περιόδων. Επομένως, θα ήταν ενδεχομένως σκόπιμο τα επιλεχθέντα μέτρα να εξεταστούν ως πρώτο βήμα προς το στόχο της πλήρους εξάλειψης των ανωτέρω εμποδίων.

5.2

Εξάλλου, θα πρέπει να συνυπολογιστούν και οι επιπτώσεις των προτεινόμενων ρυθμίσεων, ειδικά για τα εθελούσια συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης που χρηματοδοτούνται από τις επιχειρήσεις. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι αυτά τα μέτρα μπορεί να συνεπάγονται υψηλότερο οικονομικό κόστος. Αυτό θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη βούληση για τη διατήρηση τέτοιων συστημάτων.

5.3

Οι εθελούσιες δεσμεύσεις που χρηματοδοτούνται από την επιχείρηση συνιστούν σημαντικό μέσο της πολιτικής προσωπικού. Ως εκ τούτου, στο πλαίσιο του στόχου «Ανταγωνισμός για την προσέλκυση των καλύτερων εγκεφάλων» και λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων δημογραφικών συνθηκών και των αυξανόμενων αναγκών σε ειδικευμένο εργατικό δυναμικό, οι επιχειρήσεις μπορεί να επωφελούνται από την έγκαιρη, και μετά την παρέλευση σύντομης περιόδου απασχόλησης, αναγνώριση δέσμευσης. Πέραν τούτου, η συμπληρωματική συνταξιοδότηση συνιστά ένα από τα πολλά μέσα στον τομέα της πολιτικής προσωπικού, όπου το στοιχείο της κοινωνικής προστασίας βρίσκεται στο προσκήνιο. Επιπλέον, μέσω της παράτασης του χρόνου απόκτησης εγγυημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων και της δοκιμαστικής περιόδου, ανταμείβεται η πίστη του εργαζόμενου στην επιχείρηση και συνεπώς αυξάνονται οι δυνατότητες παραμονής του στην επιχείρηση αυτή.

5.4

Συνολικά, πρέπει να συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι η σχέση μεταξύ των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης που χρηματοδοτούνται (αποκλειστικά) από την επιχείρηση και εκείνων που χρηματοδοτεί ο ίδιος ο εργαζόμενος με δικές του εισφορές παρουσιάζει διαφορές από ένα κράτος μέλος σε άλλο. Προκειμένου να ληφθούν υπόψη αυτές οι διαφορές, κρίνεται σκόπιμο να αναπτυχθούν δυνατότητες διαφοροποίησης για τα κράτη μέλη όσον αφορά τη χρηματοδότηση των εν λόγω συστημάτων.

5.5

Πρέπει να υπογραμμιστεί η προσέγγιση της Επιτροπής σχετικά με την εξάλειψη των εμποδίων ανταγωνισμού που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις, οι οποίες επιθυμούν να ιδρύσουν θυγατρικές σε άλλα κράτη μέλη. Τα μεγάλα χρονικά περιθώρια και το υψηλό όριο ηλικίας δεσμεύουν το εργατικό δυναμικό, παρεμποδίζοντας έτσι την κινητικότητα.

5.6

Παρεμπιπτόντως, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη την ανάγκη σταδιακής προσαρμογής, επισημαίνοντας ότι, για την εφαρμογή της διάταξης το χρόνο που απαιτείται για την απόκτηση των θεμελιωμένων δικαιωμάτων, μπορεί να προβλεφθεί μεγαλύτερη προθεσμία εφαρμογής.

5.7

Σε ό,τι αφορά τη διατήρηση των αδρανοποιημένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η υποχρέωση προσαρμογής θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση του οικονομικού κόστους στο πλαίσιο των συστημάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης.

Από την άλλη πλευρά, αυτό εξαρτάται καταρχάς από την μορφή της χορηγηθείσας υπόσχεσης. Εφόσον πρόκειται για καθορισμένη εισφορά, η προσαρμογή των αδρανοποιημένων δικαιωμάτων δεν έχει νόημα, επειδή η αξία του συσσωρευμένου κεφαλαίου εξαρτάται από την εξέλιξη των κεφαλαιαγορών και των αποδόσεων. Αυτό θα μπορούσε ωστόσο να έχει αρνητικές συνέπειες για συγκεκριμένα συστήματα παροχών, επειδή δεν καταβάλλονται πλέον εισφορές.

5.8

Εάν ληφθεί υπόψη ο ρόλος της συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, δηλαδή η δέουσα ενίσχυση των δικαιωμάτων που απορρέουν από τα νόμιμα συστήματα συνταξιοδότησης, κρίνεται απαραίτητη η προσαρμογή των αδρανοποιημένων δικαιωμάτων. Η έως τώρα διατύπωση της σχετικής πρότασης είναι ελάχιστα δεσμευτική για τα συναφή μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη, ενώ ακόμη και τα παραδείγματα που παρουσιάζονται στην αιτιολογική σκέψη 7 πρέπει να αξιολογηθούν απλώς ως σημεία αναφοράς. Εκτός αυτού, παραμένει ασαφές εάν η αξιολόγηση της πίστης των εργαζομένων στην επιχείρηση ως κίνητρο για διαφορετική προσαρμογή ή η υποχρέωση για προσαρμογή των κεφαλαίων που καταβάλλονται και όχι των κεκτημένων δικαιωμάτων ανταποκρίνεται στην έννοια της «δίκαιης» προσαρμογής που προσδιορίζει η Επιτροπή.

5.9

Κρίνεται ορθό να παρέχεται η δυνατότητα επιστροφής εισφορών που αντιπροσωπεύουν τα κεκτημένα δικαιώματα, αντί της μεταφοράς αυτών, στην περίπτωση που το ποσό στο οποίο αντιστοιχούν υπολείπεται ενός συγκεκριμένου ορίου, το οποίο θα καθορίζεται σε συνάρτηση με τις εθνικές ιδιαιτερότητες.

5.10

Ωστόσο, η απόφαση σχετικά με το εάν θα καταβληθούν σε ρευστό ή θα διατηρηθούν τα κεκτημένα δικαιώματα, πρέπει να λαμβάνεται αποκλειστικά από τα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Εντούτοις, ακόμη και τα κεκτημένα δικαιώματα που κατατάσσονται ως χαμηλής αξίας σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, μπορεί να παρουσιάζουν ενδιαφέρον για τον μεμονωμένο εργαζόμενο και να αποτελούν ένα σταθερό συμπληρωματικό εισόδημα στα γηρατειά. Η πληρωμή κεφαλαίου που να αντιπροσωπεύει τα εν λόγω δικαιώματα, η οποία υλοποιείται αντίθετα προς τη βούλησή του, θα μπορούσε ενδεχομένως να λειτουργήσει ανασταλτικά για την αλλαγή θέσης εργασίας.

5.11

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τις σχεδιαζόμενες ρυθμίσεις της Επιτροπής για τη δυνατότητα μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Ειδικότερα, η ΕΟΚΕ επικροτεί το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη διατύπωση προτάσεων για τη βελτίωση της δυνατότητας μεταφοράς των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης, αλλά επιθυμεί, στο πλαίσιο μιας συνολικής προσέγγισης, να εξαλείψει τα εμπόδια για την κινητικότητα που εντοπίζονται στα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης.

5.12

Όσον αφορά τη ρύθμιση σχετικά με τη δυνατότητα μεταφοράς, τονίζεται ως θετικό στοιχείο το γεγονός ότι, κατά την άποψη της Επιτροπής, ο εργαζόμενος δεν πρέπει να υφίσταται καμία οικονομική επιβάρυνση ως συνέπεια της μεταφοράς. Αυτό ανταποκρίνεται στο σκοπό που έχει τεθεί στην οδηγία. Μόνον εφόσον η μεταφορά μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς οικονομική ζημία, θα επιλέξει ο εργαζόμενος τη μεταφορά και ως εκ τούτου την αλλαγή της θέσης εργασίας, ακόμη και εάν προβληματίζεται.

5.13

Ακόμη, σε ό,τι αφορά την υποχρέωση καλύτερης ενημέρωσης, κρίνεται ότι οι σαφείς προτάσεις της Επιτροπής εξυπηρετούν το στόχο της οδηγίας, παρόλο που πρέπει να συνυπολογιστεί ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις οφείλουν να εκτιμούνται σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες δυνατότητες, κυρίως των μικρών επιχειρήσεων.

5.14

Διατυπώνονται, ωστόσο, επιφυλάξεις σχετικά με το ότι το άρθρο 6, παράγραφος 1 σε σχέση με τον ορισμό στ) του άρθρου 3 θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως εξής: ότι μόνο οι εργαζόμενοι που αλλάζουν εκούσια θέση εργασίας δικαιούνται τη μεταφορά των δικαιωμάτων συμπληρωματικής συνταξιοδότησης. Ωστόσο, αυτό θα έφερνε σε πολύ μειονεκτική θέση τους εργαζόμενους που απολύονται. Ως εκ τούτου, εάν ληφθεί υπόψη ο απαραίτητος στόχος να παρεμποδιστεί η φτώχεια στα γηρατειά, κρίνεται σκόπιμο να συμπεριληφθεί στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 1 κάθε μορφή αλλαγής θέσης εργασίας.

5.15

Εκτός αυτού, η επίτευξη του στόχου της οδηγίας θα μπορούσε να παρεμποδιστεί από το γεγονός ότι ορισμένα συστήματα συμπληρωματικής συνταξιοδότησης εξαιρούνται κατά βάση από τη δυνατότητα μεταφοράς. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνουν για την ενσωμάτωση των εν λόγω συστημάτων στη νομοθεσία τους, ωστόσο, αυτό δεν φαίνεται να επαρκεί, εάν ληφθούν υπόψη οι μακροχρόνιες συζητήσεις που διεξάγονται για το ανωτέρω ζήτημα και η άμεση ανάγκη δημιουργίας ενός σταθερού δεύτερου πυλώνα για την συνταξιοδότηση. Όμως η αποδοχή των προτάσεων της Επιτροπής βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τις αντίστοιχες μεταβατικές περιόδους, εξαιτίας των διαφορετικών συστημάτων που ισχύουν στα κράτη μέλη. Για το λόγο αυτό, θα μπορούσαν να προβλεφθούν συγκεκριμένα χρονικά περιθώρια και πρότυπα.

Βρυξέλλες, 20 Απριλίου 2006

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

της γνωμοδότησης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Οι ακόλουθες τροπολογίες απορρίφθηκαν από τη σύνοδο ολομέλειας αλλά έλαβαν τουλάχιστον το ένα τέταρτο των εκπεφρασμένων ψήφων:

Σημείο 4.10

Μετά το σημείο 4.10 να προστεθεί νέο σημείο

«4.10.1   Η πρόταση να βασισθεί η οδηγία στη μεταφορά του κεφαλαίου της σύνταξης λόγω αλλαγής εργασίας δεν δικαιολογείται πάντοτε. Θα ήταν προτιμότερο να διασφαλιστεί η δυνατότητα συνδυασμού των αποκτηθέντων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων με τον ίδιο τρόπο που γίνεται η διαχείριση της κοινής σύνταξης σύμφωνα με τον κανονισμό 1408/71.»

Αιτιολογία

Πιθανόν να είναι πρακτικό, να εφαρμόζονται οι ίδιες αρχές στην περίπτωση συνδυασμού των διάφορων δημόσιων συνταξιοδοτικών συστημάτων με τα συστήματα συμπληρωματικής σύνταξης.

Αποτέλεσμα της ψηφοφορίας:

Ψήφοι υπέρ: 49

Ψήφοι κατά: 54

Αποχές: 19


8.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 185/42


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το Ευρωπαϊκό έτος διαπολιτισμικού διαλόγου (2008)

COM(2005) 467 τελικό — 2005/0203 (COD)

(2006/C 185/09)

Στις 16 Νοεμβρίου 2005, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικά θέματα και δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 20 Μαρτίου 2006 (εισηγήτρια η κα Ágnes CSER).

Κατά την 426η σύνοδο ολομέλειάς της τής 20ής και 21ης Απριλίου 2006 (συνεδρίαση της 20ής Απριλίου 2006), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 79 ψήφους υπέρ, 39 κατά και 10 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Κύρια σημεία της πρότασης απόφασης

Η πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου την οποία υπέβαλε η Επιτροπή (COM(2005) 467 τελικό) έχει θέμα την ανακήρυξη του έτους 2008 ως Ευρωπαϊκού έτους διαπολιτισμικού διαλόγου (2008).

Η πρόταση εντάσσεται στο πλαίσιο της στρατηγικής την οποία παρουσίασαν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, μία στρατηγική η οποία, μέσω της καθιέρωσης του εν λόγω ευρωπαϊκού έτους, συμβάλλει στην ανάπτυξη της ευρωπαϊκής ιθαγένειας και κατ'επέκταση στην επίτευξη των κύριων κοινών στρατηγικών στόχων, αναγνωρίζοντας και υιοθετώντας σε κοινοτική κλίμακα τα δικαιώματα του ανθρώπου και προωθώντας την εθνική, περιφερειακή και τοπική συνεργασία.

Ο διαπολιτισμικός διάλογος πρέπει να νοηθεί ως ένα μέσο το οποίο μπορεί να διευκολύνει την υλοποίηση των πολυάριθμων στόχων στρατηγικής σημασίας της ΕΕ. Πέραν της συνεργασίας σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, ο διάλογος εδραιώνεται όχι μόνον σε ολόκληρη την έκταση της Ένωσης αλλά και, εντασσόμενος στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής γειτνίασης, εδραιώνεται και μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών, οικονομικών και επαγγελματικών ομάδων, καθώς και μεταξύ των επιμέρους ατόμων.

1.1   Γενικοί στόχοι της πρότασης

Οι γενικοί στόχοι της πρότασης είναι οι εξής:

«προαγωγή του διαπολιτισμικού διαλόγου ως μέσου το οποίο να βοηθά τους ευρωπαίους πολίτες και όλους όσοι ζουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προσωρινά ή μόνιμα, να αποκτούν τις γνώσεις, τα επαγγελματικά προσόντα και τις δεξιότητες που θα τους επιτρέψουν να γίνουν γνώστες ενός πιο ανοικτού αλλά και πιο πολύπλοκου περιβάλλοντος και να διαχειρίζονται τις ενδεχόμενες δυσκολίες μέσα σ' αυτό, έτσι ώστε να αποκομίζουν όφελος από τις ευκαιρίες που τους προσφέρει μια τέτοια διαφοροποιημένη και δυναμική κοινωνία, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο·

ευαισθητοποίηση των ευρωπαίων πολιτών και όλων όσοι ζουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά με τη σημασία της ανάπτυξης ευρωπαϊκής ιθαγένειας δραστήριας και ανοικτής στον κόσμο, που να σέβεται την πολιτιστική ποικιλομορφία και να βασίζεται στις αξίες που είναι κοινές στην Ευρωπαϊκή Ένωση του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της ισότητας, της μη διάκρισης, της αλληλεγγύης, των αρχών της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, καθώς και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των ατόμων που ανήκουν σε μειονότητες.»

1.2   Ειδικοί στόχοι της πρότασης

Οι ειδικοί στόχοι του διαπολιτισμικού διαλόγου που καθιερώνεται μέσω της πρότασης είναι:

«αύξηση της προβολής και της συνοχής όλων των κοινοτικών προγραμμάτων και δράσεων που συμβάλλουν στο διαπολιτισμικό διάλογο (…)·

έμφαση στη συνεισφορά των διαφόρων πολιτισμών στην πολιτιστική μας κληρονομιά και στους τρόπους ζωής μας· ευαισθητοποίηση των ευρωπαίων πολιτών και όλων όσοι ζουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδιαίτερα των νέων, στη σημασία της αναζήτησης μέσων προς εφαρμογή για την υλοποίηση, μέσω του διαπολιτισμικού διαλόγου, μιας ευρωπαϊκής ιδιότητας του πολίτη ενεργητικής και ανοικτής στον κόσμο, που σέβεται την πολιτιστική ποικιλομορφία και βασίζεται στις αξίες που είναι κοινές στην Ευρωπαϊκή Ένωση·

συμβολή στην καινοτομία και στην οριζόντια και διατομεακή διάσταση των προσεγγίσεων που αποβλέπουν στην προαγωγή του διαπολιτισμικού διαλόγου, ιδιαίτερα προς τους νέους (…).»

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει το γεγονός ότι στην πρόταση απόφασης η έννοια της «ενεργητικής ευρωπαϊκής ιθαγένειας» δεν αφορά αποκλειστικά τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ορίζει το άρθρο 17 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, αλλά και κάθε πρόσωπο που κατοικεί σε μόνιμη ή προσωρινή βάση στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

2.2

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της διότι η πρόταση απόφασης επιδιώκει, μεταξύ άλλων, την ενίσχυση της συνεργασίας με τις τρίτες χώρες μέσω του διαπολιτισμικού διαλόγου.

2.3

Η ΕΟΚΕ επικροτεί το γεγονός ότι ο διαπολιτισμικός διάλογος αντιμετωπίζεται ως ένα μέσο συνεργασίας το οποίο είναι σε θέση να ενισχύσει τη σταθερότητα και τη δημοκρατία μέσω της καθιέρωσης εταιρικών σχέσεων, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της Ένωσης.

2.4

Η ΕΟΚΕ εκτιμά το γεγονός ότι η πρόταση απόφασης ευνοεί, και μάλιστα ενισχύει, τον συντονισμό και την εναρμόνιση των δράσεων και των προγραμμάτων με τα οποία επιδιώκεται η θέση σε εφαρμογή των κοινών στρατηγικών των ευρωπαϊκών οργάνων. Εξαιτίας ακριβώς των πολιτισμικών διαφορών, η δραστηριότητα και η συνεργασία των διαφόρων οργάνων σε κοινοτικό, εθνικό και τοπικό επίπεδο, χαρακτηρίζονται από έλλειψη ομοιομορφίας, καθώς και από αποκλίσεις και διαφορές στο επίπεδο της αποτελεσματικότητας και των επιτευγμάτων. Εάν οι ευρωπαϊκοί πολιτισμοί ανέπτυσσαν όντως έναν σταθερό διάλογο ο οποίος θα τους επέτρεπε να εκφράζουν την ταυτότητά τους, αυτό θα βελτίωνε και θα κινητοποιούσε τη λειτουργία, την αποτελεσματικότητα και την απόδοση των διαφόρων κοινοτικών οργάνων στο εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

2.5

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της που η ευρωπαϊκή πολιτιστική κληρονομιά μπορεί με τον τρόπο αυτό όχι μόνον να αναγνωριστεί, αλλά και να αξιοποιηθεί και να βιωθεί από τον καθένα χάρη στην ανάπτυξη της εκπαίδευσης, της καινοτομίας και της ισότητας των ευκαιριών για όλους, καθώς και χάρη στην προαγωγή του διαπολιτισμικού διαλόγου στο κοινοτικό επίπεδο και στον συντονισμό του διαλόγου αυτού στο επίπεδο των κρατών μελών.

2.6

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει το γεγονός ότι στο πλαίσιο του «Ευρωπαϊκού έτους διαπολιτισμικού διαλόγου», η συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών ευνοεί την υλοποίηση των κοινοτικών στόχων και ως εκ τούτου υποστηρίζει την πρόταση να ανακηρυχθεί το 2008 ως «Ευρωπαϊκό έτος διαπολιτισμικού διαλόγου».

2.7

Η ΕΟΚΕ προτείνει το «Ευρωπαϊκό έτος διαπολιτισμικού διαλόγου» να αξιοποιηθεί κατά τρόπο ώστε οι διαφορές, οι ανισότητες, οι αντιφάσεις και οι συγκρούσεις που φαίνεται να έχουν οικονομικά, κοινωνικά, περιβαλλοντικά και πολιτικά αίτια να μην ερμηνεύονται με βάση εθνοτικούς ή πολιτισμικούς όρους, αλλά η αποφυγή των συγκρούσεων να επιτυγχάνεται μέσω του προσδιορισμού των αιτίων που τις προκαλούν, μέσω της κατανόησης και της αποδοχής των διαφορών των επιμέρους πολιτισμών και μέσω της χρήσης του διαλόγου ως μέσου που θα το επιτρέψει.

2.8

Για το λόγο αυτό, και σύμφωνα τόσο με τις γνωμοδοτήσεις της όσο και με την πρόσθετη γνωμοδότησή της για την κοινωνική διάσταση του πολιτισμού, «η ΕΟΚΕ [επιμένει] να αποτελέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση έναν χώρο προβληματισμού σχετικά με την ίδια την υπόστασή της, αμοιβαίας εξέτασης των πολιτιστικών πολιτικών του καθενός από τα κράτη μέλη της. Έναν χώρο που να ευνοεί μια νέα πολιτιστική σκέψη με αντικείμενο τον πολιτισμό. Η προετοιμασία του έτους του διαπολιτισμικού διαλόγου (2008) θα πρέπει να δώσει την ευκαιρία στην Επιτροπή να υποβάλει μια ιδιαίτερα λεπτομερή έκθεση πάνω στην πραγματική διάσταση αυτού του διαλόγου, τα συνεχή ή τα νέα εμπόδια που συναντά, τις νέες υποθέσεις που θα μπορούσαν να διατυπωθούν ενόψει της πραγματικής του εμβάθυνσης. Η ΕΟΚΕ είναι πρόθυμη να συμβάλει, κυρίως μέσω της “κοινωνικής διάστασης του πολιτισμού”, και της “πολιτισμικής διάστασης της κοινωνίας” […]στην κατάρτιση αυτής της έκθεσης». (1)

3.   Αναλυτικές παρατηρήσεις

3.1

Χάρη στη διάρθρωση που διαθέτει ως συμβουλευτικό όργανο έναντι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, η ΕΟΚΕ έχει επιτύχει τη σύναψη ιδιαίτερων δεσμών μεταξύ των διαφόρων ευρωπαϊκών πολιτισμών. Τα μέλη της είναι πραγματικοί Ευρωπαίοι διότι σέβονται τις αξίες και τους πολιτισμούς των διαφόρων κοινωνικών εταίρων και τους λαμβάνουν υπόψη κατά τρόπο ισορροπημένο στο πλαίσιο της διαδικασίας κατάρτισης των γνωμοδοτήσεων, λαμβάνουν δε συναινετικές αποφάσεις προς όφελος των ευρωπαίων πολιτών (2).

3.2

Μέσω της ενεργού συνεργασίας τους και των δραστηριοτήτων που ασκούν στο κοινοτικό επίπεδο, καθώς επίσης και στο εθνικό, το περιφερειακό και το τοπικό επίπεδο, τα μέλη της ΕΟΚΕ αντιπροσωπεύουν, προωθούν και κάνουν πράξη τον διαπολιτισμικό διάλογο στους κόλπους της κοινωνίας των πολιτών.

3.3

Η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής στο γεγονός ότι το κοινοτικό κείμενο δεν περιλαμβάνει ρητή αναφορά στον σεβασμό των πολιτισμών και της ποικιλομορφίας των τρίτων χωρών, για το λόγο ότι η πρόταση της Επιτροπής βασίζεται, για τον καθορισμό των στόχων της, στο άρθρο 151 της Συνθήκης (υποχρέωση αμοιβαίου σεβασμού των κρατών μελών). Μολονότι είναι σκόπιμο η Ευρωπαϊκή Ένωση να αποφεύγει οιαδήποτε κανονιστική παρέμβαση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τα άλλα όργανα οφείλουν να απευθύνουν έκκληση στα κράτη μέλη να προωθούν τον σεβασμό των πολιτισμικών διαφορών και να ευνοούν τον ειρηνικό διάλογο μεταξύ των διαφόρων πολιτισμών.

3.4

Η εποχή μας χαρακτηρίζεται δυστυχώς ολοένα περισσότερο από εντάσεις οι οποίες οφείλονται σε συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων πολιτισμών και θρησκειών. Η εμφάνιση των εντάσεων αυτών θέτει εύλογα το ερώτημα κατά πόσον θα ήταν αναγκαίο η Ευρωπαϊκή Ένωση να συμπεριλάβει το ζήτημα του αμοιβαίου σεβασμού των διαφόρων πολιτισμών στη Συνθήκη. Οι συγκρούσεις και οι εντάσεις αυτές καθιστούν σαφή την ανάγκη να θέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση τον σταθερό στόχο του αμοιβαίου σεβασμού των διαφόρων πολιτισμών. Κατά την περίοδο αυτή της «κρίσης της ευρωπαϊκής συνείδησης» και των διαπολιτισμικών συγκρούσεων, η προαγωγή των ευρωπαϊκών πολιτιστικών αξιών μπορεί να ερμηνευτεί ως ένδειξη αισιοδοξίας και εμπιστοσύνης στο μέλλον της Ένωσης. Για το λόγο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να δεσμευτεί ότι θα αναπτύξει τον πολιτισμικό και θρησκευτικό διάλογο με τους άλλους λαούς, προάγοντας κυρίως τον πολιτιστικό τουρισμό (3).

3.5

Ο διαπολιτισμικός διάλογος πρέπει να βασιστεί κατά κύριο λόγο στην προαγωγή του σεβασμού των διαφόρων πολιτισμών, εθίμων και παραδόσεων των πολιτών που ζητούν στο έδαφος της Ένωσης.

3.6

Η αυξανόμενη κινητικότητα των πολιτών της ΕΕ και ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός διακινούμενων εργαζομένων, οι οποίοι συνοδεύονται συχνά από τις οικογένειές τους ή άλλους συγγενείς, καθιστούν απαραίτητη μία δράση με στόχο την προαγωγή του σεβασμού των πολιτιστικών παραδόσεων που διαφέρουν από όσες είναι εδραιωμένες στην Ευρώπη: το έργο αυτό θα πρέπει να επωμισθούν τα ευρωπαϊκά όργανα και τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο των συντονιστικών τους αρμοδιοτήτων.

3.7

Η ΕΟΚΕ προτείνει, με βάση τα έγγραφα της Unesco που προαναφέρθηκαν, την ενίσχυση των αρμοδιοτήτων του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τα Φαινόμενα Ρατσισμού και Ξενοφοβίας, προκειμένου να καταστεί αυτό συντονιστικό όργανο στο κοινοτικό επίπεδο και να διευκολύνει την πολιτισμική ενσωμάτωση δεκάδων εκατομμυρίων πολιτών που είναι μετανάστες, ώστε να γίνουν αμοιβαία κατανοητοί και σεβαστοί οι διάφοροι επιμέρους πολιτισμοί.

3.8

Η ΕΟΚΕ λυπάται διότι, μεταξύ των μέσων με τη βοήθεια των οποίων θα υλοποιηθούν οι στόχοι που έχουν τεθεί, η πρόταση δεν προβλέπει τη σύσταση ενός μέσου ενημέρωσης σε κοινοτική κλίμακα, ενός ραδιοφωνικού ή τηλεοπτικού σταθμού, το οποίο να εκπέμπει στις διάφορες γλώσσες των ευρωπαίων πολιτών. Η Επιτροπή ωστόσο δημοσίευσε στο μεταξύ το έγγραφο «Λευκή Βίβλος για μία ευρωπαϊκή πολιτική επικοινωνίας», ως συνέχεια του σχεδίου δράσης για την επικοινωνία και του «Σχεδίου Δ για δημοκρατία, διάλογο και δημόσια συζήτηση». Καθένα από τα έγγραφα αυτά δίνει έμφαση στο ζήτημα του διαλόγου με τους ευρωπαίους πολίτες. Τα ιδιωτικά μέσα ενημέρωσης, είτε έχουν ηλεκτρονική είτε έντυπη μορφή, δεν επαρκούν από μόνα τους για την πλήρη υλοποίηση των κοινοτικών στόχων.

3.9

Η ΕΟΚΕ έχει ήδη εκφράσει τις ανησυχίες της σε διάφορες γνωμοδοτήσεις της σχετικά με τη χρηματοδότηση των σχεδίων, με τις προσπάθειες επίτευξης των στόχων που έχουν τεθεί στο πλαίσιο της ιδιαίτερα χρήσιμης έννοιας του «Ευρωπαϊκού έτους διαπολιτισμικού διαλόγου» ή με την ισορροπημένη συνέχιση των σχεδίων αυτών (4).

Αυτό καθεαυτό το σχέδιο των «ευρωπαϊκών ετών» απαιτεί εξάλλου μία επαναξιολόγηση προκειμένου να καθοριστεί με ποιο τρόπο θα μπορούσε να κινηθεί και να εξασφαλιστεί η προσοχή του κοινού και με ποιο τρόπο θα μπορούσε να επιτευχθεί και να διασφαλιστεί η ισορροπία των απαιτήσεων για τη βιωσιμότητα. Είναι όντως αδύνατο να διασφαλιστεί η παρακολούθηση προγραμμάτων που καθορίζονται σε ετήσια βάση: οι σχετικοί πόροι δεν είναι εξασφαλισμένοι για τα επόμενα χρόνια, διαπιστώνονται δε ανισορροπίες κατά την υλοποίηση των στόχων. Τίθεται συνεπώς το ζήτημα με ποιο τρόπο η υπό εξέταση πρόταση μπορεί να εξασφαλίσει σε όλους τους πολίτες και στους θεσμούς τους την αμοιβαία αναγνώριση και αποδοχή των πολιτισμών τους σύμφωνα με στόχους που τίθενται σε ετήσια βάση.

3.10

Είναι αναμφισβήτητο ότι οι στόχοι του ευρωπαϊκού έτους ίσων ευκαιριών για όλους και του ευρωπαϊκού έτους διαπολιτισμικού διαλόγου, όπως και οι στόχοι που συνδέονται με την προώθηση της ενεργού συμμετοχής των ευρωπαίων πολιτών στα κοινά και την συμμετοχική δημοκρατία, οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο της στρατηγικής επικοινωνίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δεν μπορούν να υλοποιηθούν με βάση μεμονωμένα ετήσια προγράμματα. Είναι συνεπώς σκόπιμο να εναρμονιστούν τα προγράμματα και ο τρόπος αξιοποίησης των πόρων ώστε οι στόχοι αυτοί να καταστεί δυνατό να υλοποιηθούν πιο μακροπρόθεσμα ή, πιο σωστά, να φέρουν αποτελέσματα με διάρκεια.

3.11

Η ΕΟΚΕ αμφιβάλλει ότι είναι δυνατό να υλοποιηθούν οι στόχοι προτεραιότητας με βάση τους προτεινόμενους πόρους. Οι πόροι αυτοί προορίζονται, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, για την υποστήριξη των δράσεων σε κοινοτική κλίμακα και ως εκ τούτου τίθεται το ερώτημα κατά πόσον οι 8 προβλεπόμενες εκδηλώσεις δεν είναι δυσανάλογες σε σχέση με τις απαιτήσεις της υλοποίησης των στόχων που έχουν τεθεί. Κατά συνέπεια, η στήριξη των πρωτοβουλιών των πολιτών που λαμβάνονται σε τοπική κλίμακα διασφαλίζεται κατά τρόπο αβέβαιο.

3.12

Η ΕΟΚΕ προτείνει να καταρτίσει η Επιτροπή δείκτες όχι μόνον ποσοτικούς αλλά και ποιοτικούς προκειμένου να αξιολογηθεί η υλοποίηση των στόχων του ευρωπαϊκού έτους, δεδομένου ότι υφίστανται πολλές μορφές διαπολιτισμικού διαλόγου. Η ΕΟΚΕ δεσμεύεται να προσφέρει τη συνεργασία της στο πλαίσιο των εργασιών αυτών ως εκπρόσωπος της κοινωνίας των πολιτών.

3.13

Η ΕΟΚΕ προτείνει την κατάρτιση μιας εγκυκλοπαίδειας του ευρωπαϊκού πολιτισμού η οποία να στηριχθεί στα γεγονότα και τις δράσεις του «Έτους διαπολιτισμικού διαλόγου» (2008) και να χρησιμεύσει, από την πλευρά της, ως βάση για την σύνταξη ενός εγχειριδίου των ευρωπαϊκών πολιτισμών το οποίο, κατ'επέκταση, να παράσχει το έρεισμα για την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής ιθαγένειας. Η συγκέντρωση των ορθών πρακτικών και το εγχειρίδιο μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στο πλαίσιο των προσπαθειών για την ένταξη των διακινούμενων εργαζομένων και των μελών των οικογενειών τους.

4.   Η προαγωγή των διαφόρων εθίμων, παραδόσεων και πολιτισμών

4.1

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την Παγκόσμια Διακήρυξη της Unesco για την πολιτιστική ποικιλομορφία («Πολιτιστικός πλούτος του κόσμου είναι η ποικιλομορφία σε διάλογο») (5) και τους στόχους που έθεσε η Συνέλευση για την προστασία και την προώθηση της ποικιλομορφίας της πολιτισμικής έκφρασης (6), συγκεκριμένα δε τον στόχο της «προαγωγής της διαπολιτισμικότητας με σκοπό την ανάπτυξη πολιτισμικών αλληλεπιδράσεων που να χρησιμεύσουν ως γέφυρες μεταξύ των λαών».

4.2

Μεταξύ των στόχων του «Έτους διαπολιτισμικού διαλόγου», η αναπαράσταση των ανθρώπινων συναισθημάτων μέσω των διαφόρων μορφών έκφρασης αποτελεί μία από τις βασικότερες αξίες της ευρωπαϊκής πολιτισμικής κληρονομιάς. Η κατανόηση και η αποδοχή των διαφόρων πολιτισμών είναι αλληλένδετη με την συνειδητοποίηση, την αναγνώριση και την αποδοχή των συναισθημάτων και των αξιών του άλλου. Εάν η κύρια ομάδα στόχος είναι οι νέοι, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να δοθεί προσοχή στην διασφάλιση μιας υγιούς συναισθηματικής ανάπτυξης και συνεπώς πρέπει να στηρίξουμε τις πρωτοβουλίες εκείνες που συμβάλλουν στην ανάπτυξη μιας πολυπολιτισμικής συνείδησης.

4.3

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την πρόταση σύμφωνα με την οποία είναι σκόπιμο να καθιερωθεί μία «Ημέρα διαπολιτισμικού διαλόγου», η ημερομηνία της οποίας θα μπορούσε να συμπίπτει με αυτήν που έχει ήδη ορίσει η Unesco για την «Παγκόσμια ημέρα της πολιτιστικής ποικιλομορφίας για τον διάλογο και την ανάπτυξη», δηλαδή με την 21η Μαΐου. Με την ευκαιρία αυτή, τα κοινοτικά όργανα θα μπορούσαν να απονέμουν ένα συμβολικό βραβείο στα εκπαιδευτικά ιδρύματα και στις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που διακρίνονται στον τομέα της εδραίωσης και της ανάπτυξης του διαπολιτισμικού διαλόγου (βλ. σημείο 4.4). Κατά την ημέρα αυτή θα μπορούσαν να διοργανώνονται διάφορες επίσημες εκδηλώσεις.

4.4

Στο πλαίσιο της προαγωγής του διαπολιτισμικού διαλόγου είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η συνεργασία των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και των ευρωπαίων πολιτών. Για το λόγο αυτό, η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ της θέσπισης ενός βραβείου, έστω και συμβολικού (οι νικητές θα έχουν τη δυνατότητα να κάνουν χρήση του λογότυπου της «Ημέρας διαπολιτισμικού διαλόγου»), το οποίο να απονέμεται ως επιβράβευση στους Ευρωπαίους πολίτες, τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και στα εκπαιδευτικά ιδρύματα εκείνα που διακρίθηκαν στην προαγωγή του διαπολιτισμικού διαλόγου, κυρίως μέσω πρωτοβουλιών με στόχο να κατανοήσουν οι νέοι ότι είναι σημαντικό τα μέλη της κοινωνίας να σέβονται αμοιβαία τις πολιτιστικές παραδόσεις και τις αξίες του άλλου, όχι μόνον στο τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, αλλά και στο κοινοτικό.

4.5

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται την άποψη της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σύμφωνα με την οποία οι νέοι είναι εκείνοι που θα πρέπει να είναι οι κύριοι «αποδέκτες» της πρωτοβουλίας υπέρ της προαγωγής του διαπολιτισμικού διαλόγου. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή των ευρωπαϊκών οργάνων στο γεγονός ότι οι πλέον ηλικιωμένες γενεές δεν πρέπει να παραμεληθούν.

5.   Συντονισμός με τα άλλα προγράμματα

5.1

Προκειμένου να υλοποιηθούν με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο οι στόχοι που έχει θέσει η πρόταση απόφασης, η ΕΟΚΕ επιμένει ότι είναι σκόπιμο να εναρμονιστούν και να καταστούν ομοιόμορφοι οι στόχοι και το σύνολο των μέσων που έχουν στη διάθεσή τους το «Ευρωπαϊκό Έτος ίσων ευκαιριών για όλους» (2007) και το «Σχέδιο Δ για δημοκρατία, διάλογο και δημόσια συζήτηση».

5.2

Λόγω της ποικιλομορφίας των πρωτοβουλιών που προορίζονται για την προαγωγή του διαλόγου μεταξύ όλων των πολιτισμών και τις οποίες προώθησαν τα διάφορα κράτη μέλη, η ΕΟΚΕ φρονεί ότι τα ευρωπαϊκά όργανα πρέπει να προβούν στη σύσταση ενός συντονιστικού οργάνου το οποίο να αναλάβει την εναρμόνιση, την προαγωγή και την διάδοση των πρωτοβουλιών αυτών.

5.3

Μεταξύ των πρωτοβουλιών που σημείωσαν επιτυχία, είναι σκόπιμο να αναφερθούν, μεταξύ άλλων, το πρόγραμμα Leonardo, το οποίο προάγει την ευρωπαϊκή διάσταση της κατάρτισης υποστηρίζοντας την ανάπτυξη καινοτόμων πρωτοβουλιών στον τομέα, ορισμένα σχέδια τα οποία έχουν τεθεί σε εφαρμογή στο πλαίσιο διεθνών εταιρικών σχέσεων (7), το Ίδρυμα Anna Lindh (8) και το Euromed Café (9), το οποίο προάγει τον διαπολιτιστικό διάλογο μεταξύ των λαών της περιοχής της Μεσογείου.

5.4

Η πρόταση απόφασης λαμβάνει υπόψη το φαινόμενο τη παγκοσμιοποίησης που μεσολάβησε στο διεθνές οικονομικό προσκήνιο και θέτει ως στόχους την προώθηση της αρμονίας και τον συντονισμό της πολιτισμικής ποικιλομορφίας. Με τον τρόπο αυτό παράγεται προστιθέμενη αξία και δίδεται νέα ώθηση στην επίτευξη των στόχων της ανανεωμένης στρατηγικής της Λισσαβώνας.

5.5

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να συμβάλει στις ακόλουθες δραστηριότητες, σε συνεργασία με τις ΜΚΟ:

στην διασφάλιση του διηνεκούς πολιτισμικού διαλόγου,

στον εορτασμό, τον Νοέμβριο του 2006, της 25ης επετείου της Παγκόσμιας Διακήρυξης του ΟΗΕ, η οποία καταδικάζει την μισαλλοδοξία και τις διακρίσεις για λόγους θρησκεύματος ή θρησκευτικών πεποιθήσεων,

στην αξιολόγηση του έτους 2008.

Με βάση τα ανωτέρω, θα υποβάλει σχετική πρόσθετη πρόταση.

Βρυξέλλες, 20 Απριλίου 2006

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 15ης Μαρτίου 2006 με θέμα «Η κοινωνική διάσταση του πολιτισμού», εισηγητής ο κ. Le Scornet (SOC/191).

(2)  Πρόγραμμα εργασίας της δόκτορος Anne-Marie Sigmund, Προέδρου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής κατά τη διάρκεια των ετών 2004-2006 της θητείας της και Ετήσια αναθεώρηση του προγράμματος εργασίας της δόκτορος Anne-Marie Sigmund, Προέδρου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής κατά τη διάρκεια των ετών 2004-2006 της θητείας της.

(3)  Άποψη την οποία έχει ήδη υποστηρίξει η ΕΟΚΕ στη γνωμοδότησή της τής 15.3.2006 με τίτλο «Τουρισμός και πολιτισμός: δύο δυνάμεις στην υπηρεσία της ανάπτυξης» (εισηγητής: ο κ. Pesci).

(4)  Βλ. τη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 14.2.2006 για το «Ευρωπαϊκό έτος των ατόμων με αναπηρίες» - εισηγήτρια: η κα Gunta Anča (ΕΕ C 88 της 11.4.2006).

(5)  Παγκόσμια Διακήρυξη της Unesco για την πολιτιστική ποικιλομορφία, η οποία υιοθετήθηκε κατά την 31η σύνοδο της Γενικής Διάσκεψης (Παρίσι, 2 Νοεμβρίου 2001).

(6)  Υιοθετήθηκε κατά την Γενική Διάσκεψη της Unesco τον Οκτώβριο του 2005.

(7)  Μεταξύ των πρωτοβουλιών σε τρίτες χώρες αξίζει να σημειωθούν οι εξής: «Τεχνολογικό Ινστιτούτο του Τshwane» (Νότιος Αφρική), «West Virginia) (Ηνωμένες Πολιτείες), “Ανταλλαγή σπουδαστών μηχανολογίας GE4” (Ηνωμένες Πολιτείες, Λατινική Αμερική και Ασία», κ.ά.

(8)  To Ίδρυμα Anna Lindh το οποίο συστάθηκε με σκοπό την προώθηση της γνωριμίας των διαφόρων λαών της Ευρώπης και των λαών της περιοχής της Μεσογείου και του αμοιβαίου σεβασμού τους, εντάσσεται στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης της διαδικασίας της Βαρκελώνης.

(9)  To Euromed Café είναι ένας δικτυακός τόπος τον οποίο δημιούργησε το ίδρυμα Fondazione Laboratorio Mediterraneo με σκοπό την ανανέωση και την τόνωση του διαλόγου και των ανταλλαγών μεταξύ των λαών της Ευρώπης και της Μεσογείου.


8.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 185/46


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών — Η κατάσταση των ατόμων με αναπηρία στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση: το ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης 2006-2007

COM(2005) 604 τελικό

(2006/C 185/10)

Στις 28 Νοεμβρίου 2005, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την την ανωτέρω ανακοίνωση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 20 Μαρτίου 2006. με βάση την εισηγητική έκθεση της κας Greif.

Κατά την 426η σύνοδο ολομέλειάς της, στις 20 και 21 Απριλίου 2006 (συνεδρίαση της 20ής Απριλίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 55 ψήφους υπέρ και 1 αποχή, την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Συμπέρασμα και συστάσεις

1.1

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τις δράσεις που προτείνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο του σχεδίου δράσης για την αναπηρία (ΣΔΑ) 2006-2007.

1.2

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η παρακολούθηση της οδηγίας για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία πρέπει να εξακολουθήσει να αποτελεί προτεραιότητα κατά την περίοδο που καλύπτει το ΣΔΑ.

1.3

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να προτείνει μια ειδική οδηγία για τα θέματα της αναπηρίας σε συνέχεια της διαδικασίας της μελέτης σκοπιμότητας για την κατάρτιση νομοθεσίας κατά των διακρίσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

1.4

Η ορατή έλλειψη συγκεκριμένων δράσεων στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Απασχόληση καταδεικνύει την ανεπαρκή δέσμευση της ΕΕ στον εν λόγω τομέα. Η ΕΣΑ ήταν ένα από τα σημαντικότερα σημεία αναφοράς για την αξιολόγηση της δέσμευσης της ΕΕ και των κρατών μελών σε ό,τι αφορά το ΣΔΑ. Όλα τους απέτυχαν στη σχετική δοκιμή. Μέσω των αναθεωρημένων στόχων της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Απασχόληση πρέπει να ενισχυθεί η ενσωμάτωση των θεμάτων αναπηρίας στις κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση και τα εθνικά προγράμματα μεταρρύθμισης.

1.5

Η ΕΕ οφείλει να εστιάσει το ενδιαφέρον της στην αρχή της ενσωμάτωσης των θεμάτων της αναπηρίας σε πρωτοβουλίες όπως:

Τα διαρθρωτικά ταμεία, διασφαλίζοντας ότι στην ισχύουσα νομοθεσία, στις στρατηγικές κατευθυντήριες γραμμές και στα επιχειρησιακά προγράμματα συνυπολογίζονται οι αρχές της μη διάκρισης και της προσβασιμότητας για τα άτομα με αναπηρία.

Το 7ο Πρόγραμμα Πλαίσιο, διασφαλίζοντας ότι καταρτίζονται σχέδια έρευνας σε τομείς όπως σχεδιασμός για όλους, συστήματα ΤΠΕ, μετάβαση στην ανεξάρτητη διαβίωση, κ.λπ.

Οι μεταφορές, προωθώντας τη διαθεσιμότητα περισσότερο προσβάσιμων σιδηροδρομικών, διεθνών λεωφορειακών και θαλάσσιων μεταφορών.

1.6

Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για την έλλειψη ενδιαφέροντος, στις προσπάθειες των κρατών μελών, για την ενσωμάτωση των θεμάτων της αναπηρίας στον σχεδιασμό των εθνικών πολιτικών. Το πλεονέκτημα του ΣΔΑ έγκειται στο ενδιαφέρον των εθνικών κρατών να υιοθετήσουν τις αρχές του σχεδίου δράσης.

1.7

Η ΕΟΚΕ προτρέπει επίσης τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα να λάβουν υπόψη και να υιοθετήσουν τους στόχους του ΣΔΑ και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι προσπάθειες που καταβάλλονται στους τομείς της εσωτερικής επικοινωνίας και της ευαισθητοποίησης θα πρέπει να συντελέσουν σε μια πιο ευδιόρατη θέση των θεμάτων της αναπηρίας στον σχεδιασμό των ευρωπαϊκών πολιτικών.

1.8

Οργανώσεις που δραστηριοποιούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως το Ευρωπαϊκό Φόρουμ Αναπηρίας και άλλες αντιπροσωπευτικές ΜΚΟ, πρέπει να συνεχίσουν το έργο τους και να υποστηρίζονται στο πλαίσιο του νέου προγράμματος Progress.

1.9

Για την μελλοντική ατζέντα, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να αποδώσει ιδιαίτερη προσοχή στα ακόλουθα ειδικά θέματα:

η μείζονα σημασία της προσέγγισης της ανεξάρτητης διαβίωσης και το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρία να μην απομονώνονται σε θεραπευτικά ιδρύματα ή να υφίστανται κοινωνικό αποκλεισμό· η πρόσβαση στην ενημέρωση, η κινητικότητα, η στέγαση, το δομημένο περιβάλλον και πάνω απ' όλα η εξατομικευμένη υποστήριξη αποτελούν ζωτικά στοιχεία για την ανεξάρτητη διαβίωση των ατόμων με αναπηρία. Από αυτή την άποψη, ο εκσυγχρονισμός του συστήματος κοινωνικής προστασίας αποτελεί μία από τις βασικές προτεραιότητες (1);

η ζωτική σημασία της ενεργούς πολιτικής συμμετοχής και των ατόμων με αναπηρία στο κοινωνικό σύνολο· τα άτομα με αναπηρία πρέπει να έχουν ίσες ευκαιρίες άσκησης του δικαιώματός τους για ενεργό συμμετοχή στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, χάραξης, ανάπτυξης, παρακολούθησης και αξιολόγησης των πολιτικών κλπ. μέσω των αντιπροσωπευτικών τους ΜΚΟ και των δικτύων τους. Ο ρόλος των σχετικών ΜΚΟ θα πρέπει να ενισχυθεί τόσο σε εθνικό όσο και σε κοινοτικό επίπεδο και οι μικρότερες και πιο περιορισμένης εμβέλειας ΜΚΟ θα πρέπει να έχουν τη θέση τους ανάμεσα στις μεγαλύτερες ενώσεις·

στο μέλλον θα πρέπει να εξεταστούν και άλλοι τομείς εκτός της απασχόλησης, όπως η εκπαίδευση, ο πολιτισμός, ο ελεύθερος χρόνος κλπ.·

θα πρέπει να αποδοθεί ιδιαίτερη προσοχή στον αντίκτυπο των πολλαπλών διακρίσεων, των πολιτιστικών διαφορών, της φτώχειας κλπ. Η κατάλληλη εστίαση σε αυτές τις πτυχές μπορεί να ρίξει νέο φως στις διάφορες κατηγορίες των ατόμων με αναπηρία, οι οποίες δεν είναι «ορατές» επί του παρόντος·

οι προσαρμοσμένοι χώροι εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των υποβοηθητικών τεχνολογιών και της εργασιακής διαμεσολάβησης (job coaching), και ο διορισμός στις επιχειρήσεις υπαλλήλων αρμόδιων για θέματα ισότητας θα μπορούσαν να προωθήσουν τις ίσες ευκαιρίες στην απασχόληση·

υπό το φως της πρόληψης της αναπηρίας, πρέπει να δοθεί ξεχωριστή προσοχή στο θέμα της ασφάλειας στην εργασία.

2.   Εισαγωγή

2.1

Η ΕΟΚΕ παρέλαβε με μεγάλο ενδιαφέρον την παρούσα ανακοίνωση (2).

2.2

Στόχος του ευρωπαϊκού σχεδίου δράσης για την αναπηρία (ΣΔΑ) (3), το οποίο υιοθετήθηκε το 2003 ως ένα πολυετές σχέδιο δράσης για την περίοδο 2004-2010, είναι η ένταξη των θεμάτων αναπηρίας σε όλες τις σχετικές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και η ανάπτυξη συγκεκριμένων ενεργειών σε καίριους τομείς για την ενίσχυση της ένταξης των ατόμων με αναπηρίες στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

2.2.1

Η προτεραιότητα της πρώτης φάσης τους ΣΔΑ εστιαζόταν στην πρόσβαση των ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας, τη χρήση των ΤΠΕ και την προσβασιμότητα στα δημόσια κτήρια.

2.2.2

Οι δράσεις προτεραιότητας για τη δεύτερη φάση του ΣΔΑ εστιάζονται στην ενεργό συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία στην κοινωνία, την πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υποστήριξης, φροντίδας και υγείας, την επιδίωξη προσβάσιμων αγαθών και υπηρεσιών και στην αύξηση της ικανότητας ανάλυσης.

2.3

Το ΣΔΑ προβλέπει την κατάρτιση διετούς έκθεσης σχετικά με τη γενική κατάσταση των ατόμων με αναπηρία για την αναθεώρηση των στόχων και την ανάλυση της κατάστασης των ατόμων με αναπηρία κατά την περίοδο αναφοράς.

2.4

Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι, αντ' αυτού, η διετής έκθεση έχει τελικά μετατραπεί σε μία σύντομη ανακοίνωση· το πρώτο μέρος της ανακοίνωσης αποτελεί τη διετή έκθεση που καλύπτει την περίοδο 2004-2005 και το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει το σχέδιο δράσης για τη δεύτερη φάση 2006-2007.

2.4.1

Οι πληροφορίες που παρέχονται στα παραρτήματα της ανακοίνωσης παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον για την αξιολόγηση. Εντούτοις, η ΕΟΚΕ λυπάται για το γεγονός ότι οι πληροφορίες που παρέχονται είναι περιορισμένες, καθότι στην ανάλυση δεν συνυπολογίζονται όλες οι πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί στην ΕΕ. Τα κράτη έπρεπε να παράσχουν περισσότερες πληροφορίες σε σχέση με το ερωτηματολόγιο που συνέταξε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την έκθεση.

2.4.2

Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στα παραρτήματα δεν έχουν μεταφραστεί ακόμη σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης πέρα από τα αγγλικά.

2.5

Τα άτομα με αναπηρία αντιπροσωπεύουν το 10 % του πληθυσμού, ένα ποσοστό που αυξάνεται ως συνέπεια της γήρανσης των κοινωνιών μας. Αυτό σημαίνει ότι στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση ζουν περισσότερα από 50 εκατομμύρια άτομα με αναπηρία (4).

2.6

Τα άτομα με αναπηρία — άντρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια — συνιστούν μια ποικιλόμορφη, ανομοιογενή ομάδα. Αυτή η ποικιλομορφία πρέπει να ληφθεί υπόψη σε όλα τα επίπεδα ανάπτυξης της πολιτικής.

2.7

Η ΕΟΚΕ έχει εκφράσει επανειλημμένα την υποστήριξή της για την πλήρη ένταξη των ατόμων με αναπηρία και έχει ζητήσει την κατάρτιση ειδικής οδηγίας για τα θέματα αναπηρίας (5).

2.8

Η ΕΟΚΕ διατύπωσε συγκεκριμένες συστάσεις στη γνωμοδότησή της για το σχέδιο δράσης 2004-2006. (6) Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι ορισμένες από τις συστάσεις της ελήφθησαν υπόψη· ωστόσο, δυστυχώς, πολλές άλλες δεν συνυπολογίστηκαν, ιδίως το αίτημά της για έκδοση ειδικής οδηγίας για τα θέματα αναπηρίας και την ένταξη των θεμάτων της αναπηρίας στην Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Απασχόληση.

2.9

Η ΕΟΚΕ αναλύει το σχέδιο δράσης υπό το φως των τρεχουσών διαπραγματεύσεων για τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες (7).

3.   Σημερινή κατάσταση

Επισκόπηση

3.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τη σημασία που δίνεται στους στόχους που επιλέχθηκαν για τη δεύτερη φάση του ΣΔΑ.

3.2

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να υιοθετήσει την κοινωνική προσέγγιση για τα θέματα αναπηρίας όταν εξετάζει το εν λόγω ζήτημα στα διάφορα έγγραφά της, γεγονός που θα συμβάλει στην προώθηση της χρήσης μιας περισσότερο ουδέτερης γλώσσας που δεν εισάγει αποκλεισμούς στο ευρύτερο τομέα της αναπηρίας. Στη μετάφραση από τα αγγλικά ορισμένων εγγράφων της Επιτροπής χρησιμοποιείται μια γλώσσα που δεν συνάδει πλήρως με την κοινωνική προσέγγιση για τα θέματα αναπηρίας.

3.3

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται τον προβληματισμό της Επιτροπής όσον αφορά την έλλειψη χρήσιμων στατιστικών δεδομένων σχετικά με τα άτομα με αναπηρία, τα οποία είναι αναγκαία για την ανάπτυξη της μελλοντικής πολιτικής στον εν λόγω τομέα. Οι υφιστάμενες έρευνες καλύπτουν επί του παρόντος μόνο τα άτομα με αναπηρία που είναι ενταγμένα στον ενεργό βίο, ενώ δεν καλύπτουν την πλειοψηφία των πολιτών με ειδικές ανάγκες (άτομα που ζουν σε ιδρύματα, παιδιά).

3.4

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ανησυχία της σχετικά με τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στα ποσοστά απασχόλησης των ατόμων με αναπηρία και των ατόμων χωρίς αναπηρία. Η Eurostat επιβεβαίωσε το 2003 ότι «η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό είναι σαφώς πολύ χαμηλότερη για τα άτομα με αναπηρία: το 78 % των ατόμων με σοβαρές αναπηρίες ηλικίας από 16 έως 64 βρίσκονται εκτός εργατικού δυναμικού σε σύγκριση με το 27 % που δεν διαθέτει μακροχρόνιο πρόβλημα υγείας ή αναπηρία (LSHPD). Ακόμη και μεταξύ εκείνων που συμπεριλαμβάνονται στο εργατικό δυναμικό, το ποσοστό ανεργίας είναι σχεδόν δύο φορές υψηλότερο μεταξύ των ατόμων με σοβαρές αναπηρίες εν συγκρίσει προς τα άτομα χωρίς αναπηρία. Μόνο το 16 % των ατόμων που υφίστανται περιορισμούς ως προς την εργασία λαμβάνει κάποια βοήθεια προκειμένου να εργασθεί» (8).

3.5

Όσον αφορά μερικές πτυχές, η ΕΟΚΕ τείνει να μην συμφωνεί πλήρως με ορισμένους από τους λόγους που αναφέρονται στην έκθεση της Επιτροπής βάσει των οποίων το ποσοστό ανεργίας των ατόμων με αναπηρία είναι διπλάσιο σε σύγκριση με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Το επιχείρημα σχετικά με την ύπαρξη «παροχών παγίδων» (9) συνιστά ανεπαρκή λόγο με τον οποίο όλη η ευθύνη αποδίδεται στα άτομα με αναπηρία.

3.5.1

Πίσω από τις αρνητικές στατιστικές υπάρχουν πιο πολύπλοκα εμπόδια, όπως η απροθυμία των εργοδοτών, οι μη προσαρμοσμένοι χώροι εργασίας, η άνιση πρόσβαση στην αγορά εργασίας, η έλλειψη υποστήριξης για ανεξάρτητη διαβίωση (είτε με την παροχή εξατομικευμένης συνδρομής είτε μέσω συσκευών υποβοήθησης), οι διακρίσεις στα μέσα μεταφοράς, η εκπαίδευση, η πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες, οι ΤΠΕ κλπ. Μολονότι το 43,7 % των ερωτηθέντων ατόμων με αναπηρία πιστεύουν ότι θα μπορούσαν να εργαστούν με κατάλληλη υποστήριξη, στην πραγματικότητα, μόνο το 15,9 % αυτών λαμβάνουν όντως τέτοια υποστήριξη (10).

3.5.2

Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι σε οποιαδήποτε αναθεώρηση των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και στα προγράμματα απασχόλησης, πρέπει να ληφθεί υπόψη η πολυπλοκότητα των λόγων για τους οποίους ένα άτομο με αναπηρία δεν είναι σε θέση να έχει πρόσβαση και να παραμείνει στην αγορά εργασίας (11).

3.6   Προώθηση της απασχόλησης

3.6.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει λάβει σοβαρά μέτρα προκειμένου να παρακολουθήσει τη μεταφορά και την εφαρμογή της οδηγίας για την απασχόληση (12). Η εν λόγω παρακολούθηση θα πρέπει να διενεργηθεί σε συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους και τις αντιπροσωπευτικές ΜΚΟ. Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι η οδηγία για την απασχόληση, η οποία απαγορεύει τις διακρίσεις στην απασχόληση για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται η αναπηρία, αποτελεί μια νόμιμη υποχρέωση και όχι απλώς ένα δικαίωμα που πρέπει να «διεκδικηθεί» και ότι η Επιτροπή διαδραματίζει ζωτικό ρόλο ως θεματοφύλακας για την αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας.

3.6.2

Η ΕΟΚΕ δεν συμμερίζεται τη δήλωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την προβολή του ζητήματος της αναπηρίας στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Απασχόληση (ΕΣΑ) (13). Η ενσωμάτωση των θεμάτων που αφορούν την αναπηρία στην ΕΣΑ ήταν αρκετά περιορισμένη και αυτό συμβαίνει αφότου η εν λόγω διάσταση λησμονήθηκε στα εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων.

3.6.3

Η ΕΟΚΕ έχει ήδη υποστηρίξει τον κανονισμό της Επιτροπής για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις για την απασχόληση  (14) καθώς και τις εξαιρέσεις όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για την ένταξη των ατόμων με αναπηρία στην κανονική αγορά εργασίας.

3.6.4

Η ΕΟΚΕ ενθαρρύνει έντονα τους κοινωνικούς εταίρους να αναλάβουν περαιτέρω δράσεις σχετικά με την απασχόληση των ατόμων με αναπηρία. Το 2004, οι κοινωνικοί εταίροι κατήρτισαν έκθεση σχετικά με τις πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί σε αυτόν τον τομέα (15).

3.6.5

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει επίσης τις πρωτοβουλίες του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου για την ένταξη των ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας. Η πρωτοβουλία EQUAL αποδείχθηκε πολύ χρήσιμη για την προώθηση της ισότητας υπέρ των ατόμων με αναπηρία. Στο νέο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου θα πρέπει να συνυπολογιστούν ορισμένες αρχές που λησμονήθηκαν στην υφιστάμενη νομοθεσία, όπως λόγου χάρη η αρχή της προσβασιμότητας και του σχεδιασμού για όλους στα προγράμματα που χρηματοδοτούνται από το ΕΚΤ.

3.6.6

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για το ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δρομολογήσει ένα κοινοτικό σχέδιο δράσης για την καταπολέμηση των διακρίσεων  (16).

3.6.7

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι μετά από πρωτοβουλίες όπως η Διάσκεψη για την Ισότητα και το Ευρωπαϊκό Έτος Ίσων Ευκαιριών για Όλους 2007 πρέπει να ακολουθήσουν σημαντικές πολιτικές αποφάσεις ή η κατάρτιση κατάλληλων πολιτικών και δέουσας νομοθεσίας.

3.6.8

Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι οι οργανώσεις των ατόμων με αναπηρία σε εθνικό επίπεδο δεν συμπεριλήφθηκαν στην κατάρτιση των εθνικών προγραμμάτων μεταρρυθμίσεων. Στο πλαίσιο της αναθεωρημένης Ατζέντας της Λισσαβόνας πρέπει να ενισχυθεί η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών για την καλύτερη επίτευξη των στόχων της.

3.6.9

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι ο διάλογος με την κοινωνία των πολιτών — τους κοινωνικούς εταίρους και τις σχετικές ΜΚΟ — τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο — είναι ζωτικής σημασίας, προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα των στρατηγικών απασχόλησης. Η ενεργός συμμετοχή εκπροσώπων των ΜΚΟ για τα άτομα με ειδικές ανάγκες έχει ζωτική σημασία.

3.7   Ένταξη των ατόμων με αναπηρία στην κοινωνία

3.7.1

Η ΕΟΚΕ διατύπωσε πρόσφατα τις απόψεις της σχετικά με το Ευρωπαϊκό Έτος για τα Άτομα με Αναπηρία και κάλεσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αξιολογήσει στη μελλοντική διετή έκθεσή της για την κατάσταση των ατόμων με αναπηρία τη συνέχεια που δόθηκε στις πολιτικές δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν κατά τη διάρκεια του Ευρωπαϊκού Έτους, και ειδικότερα, τη συνέχεια που δόθηκε στα ψηφίσματα του Συμβουλίου για την απασχόληση, την εκπαίδευση, την ηλεκτρονική προσβασιμότητα και τον πολιτισμό και να προβεί σε συστάσεις για την ενσωμάτωση της διάστασης της αναπηρίας στην ανοικτή μέθοδο συντονισμού στο πλαίσιο της στρατηγικής της Λισσαβόνας  (17) .

3.7.2

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την βέλτιστη πρακτική που προωθεί ο κανονισμός για τα άτομα που ταξιδεύουν αεροπορικώς, όπου καταδεικνύονται σαφώς τα οφέλη των διαδικασιών ενσωμάτωσης.

3.7.3

Η ΕΟΚΕ επικροτεί τα επιτεύγματα (18) στον τομέα της προσβασιμότητας των ΤΠΕ για τα άτομα με αναπηρία και τις περαιτέρω πρωτοβουλίες της Επιτροπής (19). Εντούτοις, υπάρχουν και άλλοι τομείς όπου θα μπορούσε να επιτευχθεί περαιτέρω πρόοδος, όπως ο τομέας των τηλεπικοινωνιών μέσω της κατάρτισης ενός κανονιστικού πλαισίου και ο τομέας των τηλεοπτικών εκπομπών.

3.7.4

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία συνιστούν ένα μέσο για την προώθηση των αρχών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και τα θέματα της καταπολέμησης των διακρίσεων και της προσβασιμότητας θα πρέπει να συμπεριληφθούν στη νομοθεσία και τον προγραμματισμό των ταμείων. Η αναπηρία θα πρέπει να αποτελεί εγκάρσιο θέμα των διαρθρωτικών ταμείων.

3.7.5

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ανησυχία της για τα διαφορετικά επίπεδα προστασίας των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία στην ΕΕ. Το εύρος της προστασίας και τα δικαιώματα ενός ατόμου βρίσκονται σε συνάρτηση με τον τόπο διαμονής του.

3.7.6

Η ΕΟΚΕ προβληματίζεται επίσης για το γεγονός ότι ορισμένες πτυχές των διακρίσεων εις βάρος των ατόμων με αναπηρία παραμελούνται ή δεν εξετάζονται επαρκώς στην έκθεση για την πρώτη φάση του ΣΔΑ, όπως, παραδείγματος χάρη: ο αντίκτυπος των διακρίσεων σε βάρος των ατόμων με αναπηρία, ο οποίος θα πρέπει να αναλυθεί σε συνάρτηση με διάφορους παράγοντες όπως το φύλο, η φυλετική ή εθνική καταγωγή, η θρησκεία ή οι πεποιθήσεις, η αναπηρία, η ηλικία ή ο γενετήσιος προσανατολισμός  (20)· ή το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρία στην ανεξάρτητη διαβίωση.

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την άποψη ότι η αναπηρία δεν αποτελεί τον αποκλειστικό αποφασιστικό παράγοντα για τα άτομα με αναπηρία, αλλά ότι και άλλες συγκυρίες μπορούν επίσης να επηρεάσουν και να έχουν συνέπειες στην ποιότητα της καθημερινής τους ζωής.

4.   Το σχέδιο δράσης της ΕΕ για την αναπηρία (ΣΔΑ) 2006-2007

4.1

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει υιοθετήσει ένα νέο σύνολο στόχων για τη δεύτερη φάση. Η ΕΟΚΕ δηλώνει ικανοποιημένη για το γεγονός ότι οι στόχοι αυτοί εξακολουθούν να εστιάζονται στα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα άτομα με αναπηρία.

4.2

Η ΕΟΚΕ δεν συμμερίζεται τη δήλωση ότι «σε ορισμένους τομείς, ιδίως στην απασχόληση, στις ΤΠΕ και στην εκπαίδευση έχει επιτευχθεί η ενσωμάτωση των θεμάτων που αφορούν τις αναπηρίες». Η δήλωση αυτή έρχεται σε αντίθεση με ορισμένες δηλώσεις των κοινών εκθέσεων για την κοινωνική ενσωμάτωση, όπου αναγνωρίζεται ότι: «… αλλά, σε ένα πλαίσιο οικονομικών επιδόσεων που είναι, στην καλύτερη περίπτωση, ανομοιογενές, δεν υπάρχει σημαντική βελτίωση της κατάστασης. Φαίνεται σαφώς ότι στην αναθεώρηση της Λισσαβόνας υπάρχει κενό εφαρμογής μεταξύ των δεσμεύσεων που έχουν αναλάβει για τους κοινούς στόχους και της προσπάθειας υλοποίησής τους μέσω συγκεκριμένων πολιτικών» (21).

4.3

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι ο ρόλος της ομάδας υψηλού επιπέδου για τα άτομα με ειδικές ανάγκες είναι πολύ σημαντικός για την εφαρμογή της ΣΔΑ και, συνεπώς, πρέπει να ενισχυθεί· οι εργασίες της ανωτέρω ομάδας πρέπει να καταλήξουν σε απτά αποτελέσματα και πρέπει να διατυπωθούν συστάσεις που θα υποβληθούν προς έγκριση στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.3.1

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει σθεναρά τη συμπερίληψη του Ευρωπαϊκού Φόρουμ Αναπηρίας και άλλων ευρωπαϊκών οργανώσεων που εστιάζουν τη δράση τους σε θέματα αναπηρίας στις συζητήσεις της ομάδας υψηλού επιπέδου, προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμετοχή του κινήματος υπέρ των ατόμων με αναπηρίες στον προσδιορισμό των πολιτικών για τους ευρωπαίους πολίτες με αναπηρία.

4.4

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για το ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει αναλάβει δράση σχετικά με την έναρξη διαδικασίας επί παραβάσει κατά κρατών που δεν έχουν μεταφέρει ακόμη την οδηγία 2000/78 για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία στο εθνικό τους σύστημα ή δεν έχουν προχωρήσει ακόμη στην ορθή εφαρμογή της (22).

4.5   Τομείς προτεραιότητας για τη δεύτερη φάση

4.5.1

Η δεύτερη φάση του ΣΔΑ επικεντρώνεται στην ενεργητική ένταξη των ατόμων με αναπηρία και θεμελιώνεται στη έννοια του πολίτη σχετικά με την αναπηρία (23). Αυτό σημαίνει ότι τα άτομα με αναπηρία διαθέτουν τις ίδιες προσωπικές επιλογές και τον ίδιο έλεγχο στην καθημερινή τους ζωή με τα άτομα χωρίς αναπηρίες.

4.6   Ενθάρρυνση της ενεργοποίησης

4.6.1

Η ΕΟΚΕ επισήμανε στη προηγούμενη γνωμοδότησή της ότι τα άτομα με αναπηρία δεν αναφέρονται στη νέα, βελτιωμένη στρατηγική της Λισσαβόνας  (24) .

4.6.2

Η ΕΟΚΕ προειδοποιεί ότι η αύξηση των ποσοστών απασχόλησης και ενεργοποίησης των ατόμων με αναπηρία δεν είναι δυνατή χωρίς τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας και την καταπολέμηση των διακρίσεων σε τομείς όπως η εκπαίδευση, οι μεταφορές, οι ΤΠΕ, η πρόσβαση στα αγαθά και στις υπηρεσίες κλπ.

4.6.3

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι στην αναθεώρηση των στόχων της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Απασχόληση πρέπει να συνυπολογιστεί η ενσωμάτωση θεμάτων αναπηρίας. Εάν αυτό δεν συμβεί, η προστασία των ατόμων με αναπηρία θα εξακολουθήσει να είναι πολύ περιορισμένη.

4.6.4

Τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία θα συμβάλλουν ουσιαστικά στην προώθηση της ένταξης, εάν συμπεριληφθεί σε αυτά η αρχή της μη διάκρισης και της προσβασιμότητας για τα άτομα με αναπηρία. Στη νέα περίοδο προγραμματισμού των διαρθρωτικών ταμείων πρέπει να αποτραπεί η δημιουργία νέων φραγμών για το δομημένο περιβάλλον, ενώ πρέπει να ενισχυθεί η χρήση των ταμείων βάσει μιας προσέγγισης χωρίς αποκλεισμούς.

4.6.5

Με το νέο κανονισμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά την απαλλαγή για τις ενισχύσεις επαγγελματικής εκπαίδευσης και απασχόλησης πρέπει να καθιερωθεί ένα δίκαιο σύστημα που να ενθαρρύνει τη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας. Στο πλαίσιο της νέας αναθεώρησης πρέπει να απλουστευτούν οι διαδικασίες, προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβαση των εργοδοτών στην παροχή υποστήριξης στους εργαζομένους με αναπηρία.

4.6.6

Η συμβολή των επιχειρήσεων της κοινωνικής οικονομίας μπορεί να είναι πολύτιμη για την ένταξη των ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας.

4.7   Προώθηση της πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες υποστήριξης και φροντίδας

4.7.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με τη σημασία αυτού του ζητήματος.

4.7.2

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι οποιαδήποτε δράση για την βελτίωση του βίου των ατόμων με αναπηρία στις ευρωπαϊκές κοινωνίες πρέπει να στηρίζεται σε θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα όπως:

το δικαίωμα στην ελεύθερη κυκλοφορία και η ελευθερία επιλογής του τόπου διαμονής

το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής

κανείς δεν μπορεί να στερείται αυθαίρετα την ελευθερία του

κανείς δεν μπορεί να υποβληθεί σε βασανιστήρια ούτε σε απάνθρωπες ή εξευτελιστικές ποινές ή μεταχείριση

το δικαίωμα στην εκπαίδευση

το δικαίωμα στην υγεία, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης στην πληροφόρηση και σε υπηρεσίες για την υγεία και την αναπαραγωγική υγεία

κανένας δεν μπορεί να στερείται την ιδιοκτησία του.

4.7.3

Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ επικροτεί τη διαβεβαίωση της Επιτροπής σχετικά με την υποστήριξη της ανεξάρτητης διαβίωσης, της αποϊδρυματοποίησης και της κατάργησης του διαχωρισμού των ατόμων που εισάγονται σε μεγάλα θεραπευτικά ιδρύματα.

4.7.3.1

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς σε ό,τι αφορά το ζήτημα της ανεξάρτητης διαβίωσης, όπως οι δημόσιες αρχές σε εθνικό επίπεδο, οι αντιπροσωπευτικές οργανώσεις των ατόμων με αναπηρία και η ΕΕ θα συμμετάσχουν ενεργά στην ανωτέρω διαδικασία.

4.7.3.2

Η έννοια της «ανεξάρτητης διαβίωσης» δεν σημαίνει απλώς διαβίωση στο κοινωνικό σύνολο, αλλά προϋποθέτει ότι τα άτομα είναι και ισότιμα μέλη της κοινωνίας. Ανεξάρτητη διαβίωση σημαίνει πλήρης συμμετοχή σε όλες τις πτυχές της κοινωνίας.

4.7.3.3

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι οποιαδήποτε δράση για την αναθεώρηση των υπηρεσιών φροντίδας πρέπει να συμβάλει στην προώθηση της ανεξάρτητης διαβίωσης για τα άτομα με αναπηρία. Ένας ειδικός στόχος σχετικά με την αποϊδρυματοποίηση και την ανάπτυξη εναλλακτικών λύσεων σε επίπεδο θεραπευτικών κοινοτήτων πρέπει να αποτελέσει μέρος μιας νέας στρατηγικής για την μακροχρόνια μέριμνα, καθώς και μιας νέας στρατηγικής για την κοινωνική προστασία. Μεταξύ αυτών των εναλλακτικών δυνατοτήτων πρέπει να συμπεριληφθούν πρωτοβουλίες όπως βοηθητικό προσωπικό, συσκευές υποβοήθησης, υπηρεσίες υποστήριξης, ενημέρωση, επιμόρφωση, ενεργός συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία στην περίθαλψη των ιδίων, κλπ.

4.7.4

Η ΕΟΚΕ ζητεί να αναβαθμιστούν τα πρότυπα σχετικά με την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται στα άτομα με αναπηρία. Αυτά τα πρότυπα θα πρέπει να αναπτυχθούν σε συνεργασία με τις οργανώσεις των ατόμων με αναπηρία. Κάθε πρότυπο υπηρεσιών μέριμνας και υποστήριξης θα πρέπει να βασίζεται στην ποιότητα, στη συνέχεια, στην προσβασιμότητα και στην οικονομική βιωσιμότητα.

4.7.5

Στο πλαίσιο της ανοιχτής μεθόδου συντονισμού για θέματα υγείας θα πρέπει επίσης να συνυπολογιστούν οι ανάγκες των ατόμων με αναπηρία και τα θεμελιώδη δικαιώματά τους σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στις υπηρεσίες.

4.8   Επιδίωξη προσβάσιμων αγαθών και υπηρεσιών

4.8.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί τον κανονισμό για τα άτομα με μειωμένη κινητικότητα που ταξιδεύουν αεροπορικώς και τις πρωτοβουλίες που έχουν αναληφθεί στο ευρύτερο πλαίσιο των μεταφορών (σιδηροδρομική κυκλοφορία, λεωφορεία και θαλάσσια κυκλοφορία) και του τουρισμού, μέσω των οποίων θα καταστεί δυνατή η ελεύθερη κυκλοφορία των ατόμων με αναπηρία.

4.8.2

Η πρόσβαση σε νέες τεχνολογίες είναι ζωτικής σημασίας για τη γεφύρωση του «ψηφιακού χάσματος» στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Η ΕΕ πρέπει να διασφαλίσει ότι τα σχέδια που καταρτίζονται στο πλαίσιο του 7ου Προγράμματος Πλαίσιο θα προωθήσουν τη βελτίωση της έρευνας για τις νέες τεχνολογίες, τις συσκευές υποβοήθησης και τον σχεδιασμό αγαθών και υπηρεσιών για όλους.

4.8.3

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι στο πλαίσιο των τρεχουσών διαπραγματεύσεων για την οδηγία σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες των καταναλωτών με αναπηρία, όταν γίνεται λόγος για την πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες στην ΕΕ.

4.8.4

Η ΕΟΚΕ συνιστά στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να συνυπολογιστούν στη μελλοντική ανακοίνωση για τις κοινωνικές υπηρεσίες κοινής ωφέλειας οι αρχές της συνέχειας, της προσβασιμότητας και της οικονομικής βιωσιμότητας, καθώς και τα ευρωπαϊκά πρότυπα για την ποιότητα.

4.9   Αύξηση της αναλυτικής ικανότητας της ΕΕ

4.9.1

Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να διαθέτει την ικανότητα να εκτιμά την κατάσταση των ατόμων με αναπηρία.

4.9.2

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι είναι απαραίτητη η παροχή περισσότερο αξιόπιστων και συγκρίσιμων δεδομένων στα άτομα με αναπηρία. Στις τρέχουσες στατιστικές της ΕΕ συμπεριλαμβάνεται ανάλυση με βάση το φύλο και την ηλικία. Για την ανάλυση της κατάστασης των ατόμων με αναπηρία και τη χάραξη της μελλοντικής πολιτικής έχει ζωτική σημασία να γίνει μια ολοκληρωμένη κατανομή των στατιστικών σε κοινοτικό επίπεδο.

4.9.3

Κρίνεται σκόπιμη η προώθηση της ακαδημαϊκής έρευνας, με ιδιαίτερη έμφαση στις ανάγκες που εκφράζονται από τα ίδια τα άτομα με αναπηρία, καθώς και η βελτίωση της ανάλυσης των πολλαπλών διακρίσεων.

Το Ευρωπαϊκό Έτος Ίσων Ευκαιριών για Όλους 2007 αποτελεί μια μοναδική ευκαιρία για να αναλάβει η Επιτροπή την ευθύνη για την εξισορρόπηση/εναρμόνιση της νομικής προστασίας έναντι των διακρίσεων εις βάρος των ατόμων με αναπηρία σε όλη την επικράτεια της ΕΕ και να λάβει μέτρα στις περιπτώσεις παραβιάσεων.

Η ΕΟΚΕ αναμένει με ενδιαφέρον την προσεχή διετή έκθεση για το ΣΔΑ το 2008.

Βρυξέλλες, 20 Απριλίου 2006

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  Ως εκ τούτου, αρκετές αντιπροσωπευτικές ΜΚΟ υποστηρίζουν ότι η προσωπική συνδρομή πρέπει να καταστεί δικαίωμα των ατόμων με αναπηρία, το οποίο θα μπορούσε να εφαρμοστεί μέσω της άμεσης χρηματοδότησης: Αυτό συνιστά προϋπόθεση για μια διαρθρωτική μετάβαση σε ό,τι αφορά τη διασφάλιση ενός θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος.

(2)  COM(2003) 650 τελικό.

(3)  Σχέδιο δράσης της ΕΕ για την αναπηρία (ΣΔΑ).

(4)  Στην έκδοση της Eurostat του 2002 για την απασχόληση των ατόμων με αναπηρία αναφέρεται ότι: «44,6 εκατομμύρια άτομα ηλικίας 16 έως 64 ετών – δηλαδή ο ένας στους έξι (15,7 %) – δήλωσαν ότι έχουν ένα μακροχρόνιο πρόβλημα υγείας ή αναπηρία (LSHPD)».

(5)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 14.2.2006 σχετικά με την Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: Ίσες ευκαιρίες για τα άτομα με αναπηρίες: ένα ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης 2003. Εισηγήτρια: η κα Anca (ΕΕ C 88 της 11.4.2006).

Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 25.2.2004 για την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών — Ίσες ευκαιρίες για τα άτομα με αναπηρίες: ένα ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης. Εισηγητής: ο κ. Cabra de Luna (OJ C 110 της 30.4.2004).

Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 26.3.2003 για την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για ένα νομικά δεσμευτικό μέσο των Ηνωμένων Εθνών για την προώθηση και την προστασία των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας των ατόμων με ειδικές ανάγκες. Εισηγητής: ο κ. Cabra de Luna (OJ C 133 της 6.6.2003).

Γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της ΕΟΚΕ της 17.7.2002 σχετικά με την κοινωνική ένταξη των ατόμων με ειδικές ανάγκες. Εισηγητής: ο κ. Cabra de Luna (ΕΕ C 241 της 7.10.2002).

Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 17.10.2001 σχετικά με την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για το ευρωπαϊκό έτος των ατόμων με ειδικές ανάγκες 2003. Εισηγητής: ο κ. Cabra de Luna (OJ C 36 της 8.2.2002).

(6)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 25.2.2004 για την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών - Ίσες ευκαιρίες για τα άτομα με αναπηρίες: ένα ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης. Εισηγητής: ο κ. Cabra de Luna (OJ C 110 της 30.4.2004).

(7)  Διεθνής σύμβαση σχετικά με τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες. ΟΗΕ, Νέα Υόρκη, 2006 (έγγραφο εργασίας).

(8)  Statistics in Focus, 3ο θέμα: Η απασχόληση των ατόμων με αναπηρίες στην Ευρώπη το 2002 Eurostat 26/2003.

(9)  Ίσως, υψηλότερες κοινωνικές παροχές σε σύγκριση με τους μισθούς και ο κίνδυνος της απώλειας παροχών με την ανάληψη εργασίας.

(10)  Statistics in Focus, 3ο θέμα: Η απασχόληση των ατόμων με αναπηρίες στην Ευρώπη το 2002 Eurostat 26/2003.

(11)  Το 57 % των ατόμων με αναπηρία κατέστησαν ανάπηροι κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής τους ζωής.

(12)  Οδηγία 2000/78, 27η Νοεμβρίου 2000.

(13)  Απόφαση του Συμβουλίου της 12.7.2005 σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές για τις πολιτικές των κρατών μελών για την απασχόληση. Ενσωμάτωση των θεμάτων που αφορούν την αναπηρία στην Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Απασχόληση. http://europa/comm/dgs/emloyment_social/index_en.htm

(14)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2204/2002 της Επιτροπής.

(15)  CEEP, UNICE/UEAPME και ETUC 2004 «Έκθεση σχετικά με τις δράσεις των κοινωνικών εταίρων στα κράτη μέλη για την υλοποίηση των κατευθυντήριων γραμμών για την απασχόληση».

(16)  Απόφαση 2000/750/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2000 σχετικά με τη θέσπιση κοινοτικού προγράμματος δράσης για την καταπολέμηση των διακρίσεων (2001-2006).

(17)  Βλέπε υποσημείωση 5.

(18)  Ανακοίνωση για την ηλεκτρονική προσβασιμότητα – COM(2005) 425 τελικό της 13.9.2005.

(19)  Οι πρωτοβουλίες για την εναρμόνιση των προδιαγραφών προσβασιμότητας στον τομέα ΤΠΕ· κατευθυντήριες γραμμές για την προσβασιμότητα στον παγκόσμιο ιστό· Ευρωπαϊκό πρόγραμμα σπουδών στον τομέα του «Σχεδιασμού για Όλους»

(20)  Άρθρο 13 της Συνθήκης ΕΚ – λόγοι διακρίσεων.

(21)  Κοινή έκθεση για την κοινωνική προστασία και την κοινωνική ένταξη 2006 (COM(2006) 62 τελικό).

(22)  Αυστρία, Φινλανδία, Γερμανία και Λουξεμβούργο.

(23)  Όπως αντικατοπτρίζεται στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, άρθρ. 26 (Η Ένωση αναγνωρίζει και σέβεται το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρίες να επωφελούνται μέτρων που θα τους εξασφαλίζουν την αυτονομία, την κοινωνική και επαγγελματική ένταξη και τη συμμετοχή στον κοινοτικό βίο).

(24)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 14.2.2006 σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: Ίσες ευκαιρίες για τα άτομα με αναπηρίες: ένα ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης 2003. Εισηγήτρια: η κα Anca (ΕΕ C 88 της 11.4.2006).


8.8.2006   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 185/52


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανακοίνωση της Επιτροπής «Πολιτική της συνοχής για την ενίσχυση της ανάπτυξης και της απασχόλησης: Στρατηγικές κατευθυντήριες γραμμές της Κοινότητας, 2007-2013»

COM(2005) 299 τελικό — SEC(2005) 904

(2006/C 185/11)

Στις 5 Ιουλίου 2005, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω ανακοίνωση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Οικονομική και Νομισματική Ένωση, Οικονομική και Κοινωνική Συνοχή», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 23 Μαρτίου 2006, με εισηγητή τον κ. VEVER.

Κατά την 426η σύνοδο ολομέλειάς της, της 20ης και 21ης Απριλίου 2006 (συνεδρίαση της 21ης Απριλίου 2006), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 47 ψήφους υπέρ και 1 αποχή, την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Περίληψη

1.1

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι οι στρατηγικές κατευθυντήριες γραμμές 2007-2013 για την πολιτική της συνοχής υπεβλήθησαν ένα χρόνο μετά από τις προτάσεις δημοσιονομικού προγραμματισμού και τις προτάσεις κανονισμών των διαρθρωτικών ταμείων για την ίδια περίοδο, αντί να υποβληθούν ταυτόχρονα εάν όχι ενωρίτερα. Κάτω από τις συνθήκες αυτές, οι προσανατολισμοί μοιάζουν περισσότερο με συμπληρωματικές διατάξεις, παρά με πραγματικές κατευθυντήριες γραμμές, όπως θα έπρεπε να είναι.

1.2

Η καθυστέρηση αυτή είναι ακόμη περισσότερο λυπηρή, δεδομένου ότι η ανάγκη για τέτοιες κατευθυντήριες γραμμές καθίσταται επείγουσα, ενώπιον των πολλαπλών και πολυσύνθετων προκλήσεων συνοχής της περιόδου 2007-2013: συνοδεία των διευρύνσεων· εδραίωση του ευρώ· ανάκτηση των καθυστερήσεων της στρατηγικής της Λισσαβώνας που έρχεται αντιμέτωπη με την επιτάχυνση της παγκοσμιοποίησης. Έναντι των δυσχερειών της ανεπαρκούς ανάπτυξης, των σημαντικών ανισοτήτων μεταξύ κρατών μελών και του υπερβολικά περιορισμένου κοινοτικού προϋπολογισμού, τα πλεονεκτήματα της Ένωσης είναι υπαρκτά, παραμένουν όμως κυρίως στη σφαίρα του δυνατού παρά του εξασφαλισμένου (εδραίωση της διευρυμένης ενιαίας αγοράς, υποδομές για το μέλλον, προσαρμοστικές μεταρρυθμίσεις).

1.3

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι οι σχέσεις μεταξύ των προτεραιοτήτων των στρατηγικών προσανατολισμών και των στόχων των διαρθρωτικών ταμείων δεν είναι σαφείς και ότι θα έπρεπε να διευκρινίζονται οι προϋποθέσεις της υλοποίησής τους. Έτσι, η πρώτη προτεραιότητα, που αφορά τη μεγαλύτερη ελκυστικότητα για επενδύσεις, θέτει το καίριο ζήτημα της αναγκαίας ενίσχυσης της εμπιστοσύνης στην ίδια την ανάπτυξη της Ένωσης. Η δεύτερη προτεραιότητα, η στήριξη της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας, θέτει το ζήτημα της συνεχιζόμενης ακαταλληλότητας των κοινοτικών μέσων (ακινητοποίηση της διαδικασίας για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, κενά του ευρωπαϊκού νομικού καθεστώτος για τις επιχειρήσεις, παρεμβάσεις ταμείων που περιορίζονται υπερβολικά σε επιδοτήσεις). Η τρίτη προτεραιότητα, που αφορά τη δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας, θέτει το ζήτημα της ανάκτησης των καθυστερήσεων της στρατηγικής της Λισσαβώνας, καθώς και της μακρινής ακόμα βελτιστοποίησης της οικονομικής και κοινωνικής λειτουργίας της ενιαίας αγοράς, έναντι των πιέσεων της παγκοσμιοποίησης.

1.4

Η ΕΟΚΕ, όπως ακριβώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ανησυχεί για την ανεπάρκεια των πόρων του κοινοτικού προϋπολογισμού που προγραμματίστηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Δεκεμβρίου του 2005 για την περίοδο 2007-2013: η επιβολή διαρκούς ανώτατου ορίου ύψους 1,045 % του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος (δηλαδή 0,36 % για τον προϋπολογισμό της συνοχής) τον τοποθετεί σε χαμηλότερο επίπεδο σε σχέση με την προ της διεύρυνσης των 15 σε 25 περίοδο, τη στιγμή ακριβώς που οι προκλήσεις των εσωτερικών ανισοτήτων και του διεθνούς ανταγωνισμού έχουν αυξηθεί αισθητά. Συνεπώς, το κεντρικό ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντήσουν οι στρατηγικοί προσανατολισμοί 2007-2013 της πολιτικής για τη συνοχή είναι: πώς μπορούμε να δράσουμε καλύτερα με λιγότερους πόρους; Ως απάντηση η ΕΟΚΕ συνιστά την διαφοροποίηση των μέσων της πολιτικής για τη συνοχή, την μεγαλύτερη συγκέντρωση των παρεμβάσεών της, και τον εκσυγχρονισμό των μεθόδων διαχείρισης.

1.5

Η ΕΟΚΕ συνιστά την διαφοροποίηση των μέσων της πολιτικής για τη συνοχή μέσω ενός καινοτόμου συστήματος για τις χρηματοδοτικές παρεμβάσεις της Ένωσης.

1.5.1

Τα διαρθρωτικά ταμεία πρέπει να έχουν προσφυγή σε άλλα μέσα, εκτός των επιδοτήσεων, και να αναπτύξουν, σε άμεση σχέση με την ΕΤΕ και το ΕΤΑΕ, δάνεια, εκπτώσεις επιτοκίων, εγγυήσεις δανείων, ενισχύσεις με τη μορφή επενδυτικού κεφαλαίου και κεφαλαίου επιχειρηματικού κινδύνου.

1.5.2

Μια τέτοια αναδιοργάνωση, σε κλίμακα πολύ ευρύτερη απ' ό,τι αποκλειστικά με το πρόγραμμα JEREMIE, θα προσέδιδε στις παρεμβάσεις των ταμείων πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα, με καλύτερη συμπληρωματικότητα προς τις επενδύσεις των δημόσιων και ιδιωτικών κεφαλαίων, αντισταθμίζοντας τον χαμηλό προϋπολογισμό.

1.5.3

Προς τον σκοπό αυτόν, η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ μιας ουσιαστικής αύξησης της ικανότητας δανειοδότησης και παροχής εγγυήσεων της Ένωσης, μιας ενισχυμένης εταιρικής σχέσης με τον χρηματοπιστωτικό τομέα, καθώς και αντίστοιχων διευθετήσεων στους νέους κανονισμούς των διαρθρωτικών ταμείων. Οι τρεις αυτές προϋποθέσεις απαιτούν επείγουσες προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς αυτή την κατεύθυνση.

1.6

Η ΕΟΚΕ συνιστά να συγκεντρωθούν περισσότερο οι παρεμβάσεις των διαρθρωτικών ταμείων ανάλογα με τα πρωταρχικά ενδιαφέροντα της Ευρώπης.

1.6.1

Πέρα από την άμεση στήριξη προς τα κράτη και τις περιφέρειες που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη, η οποία θα πρέπει να συνεχισθεί και να εντατικοποιηθεί, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ενισχυθεί, με τη βοήθεια εταιρικών σχέσεων δημοσίου-ιδιωτικού τομέα, η χρηματοδότηση διευρωπαϊκών δικτύων υποδομών και η παροχή ενισχύσεων στις μεθοριακές περιφέρειες.

1.6.2

Προς τούτο, η ΕΟΚΕ ζητά μια σημαντική αναβάθμιση του προϋπολογισμού των διευρωπαϊκών δικτύων, ο οποίος αφέθηκε στην τύχη του με τον προγραμματισμό του Δεκεμβρίου του 2005, παρά τους στόχους της στρατηγικής της Λισσαβώνας.

1.6.3

Σημαίνει, ακόμη, ότι οι κοινοτικές ενισχύσεις θα πρέπει να χρησιμοποιούνται περισσότερο για να βοηθούν τα κράτη μέλη να εφαρμόζουν καλύτερα τις κοινοτικές κατευθύνσεις, αποφάσεις και δεσμεύσεις, είτε πρόκειται για τη μεταφορά των οδηγιών είτε για την εφαρμογή της στρατηγικής της Λισσαβώνας. Ειδικότερα, θα πρέπει να αναβαθμιστεί ο προϋπολογισμός των ενισχύσεων για κατάρτιση, ο οποίος επίσης ελαχιστοποιήθηκε το Δεκέμβριο του 2005.

1.7

Τέλος, η ΕΟΚΕ συνιστά να εκσυγχρονιστούν οι μέθοδοι διαχείρισης της πολιτικής για τη συνοχή, προκειμένου να υπάρξει μεγαλύτερη διαφάνεια και αλληλεπίδραση.

1.7.1

Αυτό προϋποθέτει ότι οι κοινοτικές ενισχύσεις, όπως και οι κρατικές ενισχύσεις, θα συμμορφώνονται πλήρως με την ευρωπαϊκή πολιτική ανταγωνισμού.

1.7.2

Προϋποθέτει επίσης βελτιωμένη συμμετοχή των φορέων της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών, και κατά πρώτο λόγο των κοινωνικών εταίρων, στην κατάρτιση, τη διαχείριση και την παρακολούθηση της ευρωπαϊκής πολιτικής της συνοχής.

1.7.3

Προς τούτο, η ΕΟΚΕ ζητά η συμμετοχή των κοινωνικο-επαγγελματικών φορέων να αποτελέσει αντικείμενο σαφών διατάξεων που θα ενσωματωθούν στις στρατηγικές κατευθύνσεις. Οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους στο εκάστοτε κράτος μέλος θα πρέπει να διευκρινίζονται σε παράρτημα των εγγράφων προγραμματισμού και αναθεώρησης.

2.   Εισαγωγή

2.1

Η ανακοίνωση που υιοθέτησε η Επιτροπή στις 5 Ιουλίου 2005 σχετικά με τις στρατηγικές κατευθύνσεις της πολιτικής της συνοχής για την περίοδο 2007-2013 συμπληρώνει μια σειρά προγενέστερων προτάσεων.

2.1.1

Οι κοινοτικές δημοσιονομικές κατευθύνσεις 2007-2013, που υπεβλήθησαν στις 17 Φεβρουαρίου 2004, έχουν υπολογιστεί με βάση ποσοστό 1,14 % επί του Ακαθάριστου Εθνικού Εισοδήματος (ΑΕΕ).

2.1.2

Τα σχέδια κανονισμών για την τροποποίηση των διατάξεων που διέπουν τα διαρθρωτικά ταμεία (ΕΤΠΑ, ΕΚΤ, Ταμείο Συνοχής) για την περίοδο 2007-2013, υπεβλήθησαν στις 14 Ιουλίου 2004 (1): η Επιτροπή πρότεινε να τεθούν για τα Ταμεία τρεις στόχοι:

2.1.2.1

ένας στόχος σύγκλισης, που διαδέχεται τον σημερινό στόχο 1, με δικαιούχους τις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες της Ένωσης, και ειδικότερα εκείνες που παρουσιάζουν ΑΕγχΠ κατώτερο από το 75 % του μέσου όρου της ΕΕ: στο στόχο αυτό προτείνεται να εκχωρηθεί το 78,54 % των πόρων των Ταμείων·

2.1.2.2

ένας στόχος περιφερειακής ανταγωνιστικότητας και απασχόλησης, που διαδέχεται τον σημερινό στόχο 2, με δικαιούχους τις υπόλοιπες περιφέρειες της ΕΕ, κυρίως για την υποστήριξή τους κατά την εφαρμογή της στρατηγικής της Λισσαβώνας και τη βελτίωση της απασχόλησης: στο στόχο αυτό προτείνεται να εκχωρηθεί το 17,22 % των πόρων των Ταμείων·

2.1.2.3

ένας στόχος ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας, που διαδέχεται το σημερινό πρόγραμμα INTERREG: στο στόχο αυτό προτείνεται να εκχωρηθεί το 3,94 % των πόρων των Ταμείων·

2.1.3

Η Επιτροπή υπέβαλε επίσης, στις 14 Ιουλίου 2004, σχέδιο καταστατικού για Ευρωπαϊκό Όμιλο Διασυνοριακής Συνεργασίας, με στόχο τη διευκόλυνση τέτοιου είδους ενδοκοινοτικών πρωτοβουλιών (2).

2.2

Υποβάλλοντας, στις 5 Ιουλίου 2005, τις στρατηγικές κατευθυντήριες γραμμές για την πολιτική της συνοχής 2007-2013, η Επιτροπή προέβαλε τρεις προτεραιότητες, οι οποίες διατυπώνονται διαφορετικά από τους προαναφερόμενους στόχους παρέμβασης των διαρθρωτικών ταμείων, παρότι τελικά συμπίπτουν επί της ουσίας:

2.2.1

η πρώτη προτεραιότητα των στρατηγικών προσανατολισμών αποβλέπει στην αύξηση της ελκυστικότητας για επενδύσεις·

2.2.2

η δεύτερη προτεραιότητα των στρατηγικών προσανατολισμών αφορά την προώθηση της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας·

2.2.3

η τρίτη προτεραιότητα των στρατηγικών προσανατολισμών υποστηρίζει τη δημιουργία θέσεων εργασίας.

2.3

Οι στρατηγικές αυτές κατευθυντήριες γραμμές προορίζονται να τεθούν σε εφαρμογή μέσω εθνικών στρατηγικών πλαισίων αναφοράς, τα οποία θα καταρτιστούν αργότερα από την Επιτροπή, τα κράτη μέλη και τις περιφέρειες.

2.4

Η υποβολή των στρατηγικών κατευθυντήριων γραμμών αποτέλεσε την τελευταία πτυχή που έλειπε ακόμη για τη συζήτηση μιας συνολικής δέσμης σχετικά με την πολιτική της συνοχής 2007-2013. Κατά βάθος, θα ήταν πιο λογικό να είχε ξεκινήσει η Επιτροπή τον προβληματισμό σχετικά με την πολιτική της συνοχής παρουσιάζοντας τις στρατηγικές αυτές κατευθύνσεις, που προορίζονται να καθορίσουν ένα σφαιρικό πολιτικό πλαίσιο, παρά με τα σχέδια κανονισμών των ταμείων, που θα έπρεπε να συνιστούν τις λεπτομέρειες της εφαρμογής του. Ελλείψει μιας καλύτερης αμοιβαίας συνάρθρωσης, που θα εξασφάλιζε στις στρατηγικές κατευθύνσεις έναν σαφή κατευθυντήριο ρόλο αντί για ρόλο συνοδείας, υπάρχει κίνδυνος να εξανεμισθεί η προστιθέμενη αξία της ευρωπαϊκής πολιτικής της συνοχής και να ενθαρρυνθεί η επανεθνικοποίηση των στρατηγικών για την ανάπτυξη, γεγονός που θα ήταν άκρως επιβλαβές για τη συνεκτικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την οικονομική και κοινωνική αποτελεσματικότητα της Ένωσης.

2.5

Οι συζητήσεις σχετικά με τους δημοσιονομικούς προσανατολισμούς για το διάστημα 2007-2013 και με τους κανονισμούς των ταμείων για το ίδιο διάστημα διεξήχθησαν κάτω από δύσκολες συνθήκες και σηματοδοτήθηκαν από αισθητές διαφορές εκτιμήσεων μεταξύ των 25 κρατών μελών σχετικά με τα ποσά και με τους τρόπους παρέμβασης. Μετά από μια πρώτη αποτυχία τον Ιούνιο του 2005, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο απέσπασε, στις 17 Δεκεμβρίου 2005, μια δημοσιονομική συμφωνία στηριζόμενη σε πολύ κατώτερες βάσεις: ο προϋπολογισμός 2007-2013 έχει ανώτατο όριο 1,045 % του ΑΕΕ, που κατανέμονται ως εξής: 252 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή 82 %, για τον στόχο της σύγκλισης· 48,5 δισεκατομμύρια, δηλαδή 15,5 %, για τον στόχο της ανταγωνιστικότητας και απασχόλησης· και 7,5 δισεκατομμύρια, δηλαδή λιγότερο από το 2,5 %, για τον στόχο της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας.

2.6

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απέρριψε στις 18 Ιανουαρίου 2006 τον δημοσιονομικό αυτό προγραμματισμό που απείχε πολύ από τις προσδοκίες του. Ξεκίνησαν, λοιπόν, νέες συζητήσεις μεταξύ του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου που κατέληξαν στις 4 Απριλίου 2006 σε συμβιβασμό που προβλέπει 4 επιπλέον δισεκατομμύρια ευρώ (εκ των οποίων 2 ως αποθεματικό). Τα δύο μέρη πρέπει ακόμα να επικυρώσουν τον συμβιβασμό.

3.   Παρατηρήσεις σχετικά με τις προκλήσεις της πολιτικής της συνοχής 2007-2013

3.1

Η περίοδος 2007-2013, την οποία αφορούν οι στρατηγικοί προσανατολισμοί για τη συνοχή, θα σηματοδοτηθεί από πολύ σημαντικές προκλήσεις:

3.1.1

Κατά πρώτο λόγο, θα πρέπει να συνεχιστεί και να εδραιωθεί η διεύρυνση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού αύξησε τα μέλη της από 15 σε 25 το 2004, αναμένεται να υποδεχθεί ακόμη δύο κράτη μέλη το 2007. Ίσως μάλιστα να ακολουθήσουν και άλλα μεταγενέστερα, μετά από το 2013 ή ίσως και πριν, δεδομένου ότι ο κατάλογος των υποψηφιοτήτων για ένταξη κάθε άλλο παρά έχει κλείσει. Οπωσδήποτε, οι διευρύνσεις ενισχύουν, βέβαια, τη βαρύτητα της ενιαίας αγοράς και τις δυνατότητές της για ανάπτυξη, θέσεις εργασίας, συναλλαγές, παραγωγή, κατανάλωση και ανταγωνιστικότητα έναντι της παγκοσμιοποίησης, ωστόσο, το ολοένα αυξανόμενο εύρος των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων θα απαιτήσει την πραγματοποίηση ενός πραγματικού ποιοτικού άλματος όσον αφορά το συντονισμό των ευρωπαϊκών και εθνικών πολιτικών, τη διαχείριση και ενίσχυση της ενιαίας αγοράς, τη συλλογική χωροταξία της επικράτειας της Ένωσης.

3.1.2

Θα πρέπει επίσης να επιτευχθεί η διεύρυνση της ευρωζώνης, με παράλληλη εξασφάλιση της ενίσχυσής της, της ελκυστικότητάς της και της αύξησης της αποτελεσματικότητάς της από άποψη ανάπτυξης και απασχόλησης. Η ζώνη του ευρώ περιλαμβάνει σήμερα μόνο 12 από τα 25 κράτη μέλη. Έχει, όμως, την προοπτική να διευρυνθεί, έως το 2013, στα περισσότερα από τα κράτη μέλη, εφόσον αυτά θα πληρούν όλες τις σχετικές προϋποθέσεις. Όπως ακριβώς η διεύρυνση της Ένωσης, έτσι και η επέκταση της ευρωζώνης θα απαιτήσει μεγαλύτερη σύγκλιση, υπό συνθήκες ανταγωνισμού, κυρίως σε οικονομικό επίπεδο, αλλά και σε πολλά συναφή πεδία, από τη φορολογία, και συγκεκριμένα την εναρμόνιση των φορολογικών βάσεων, έως την κοινωνική πολιτική.

3.1.3

Οι διαρθρωτικές μεταλλαγές θα συνεχίσουν να διευρύνονται καθ' όλο το διάστημα αυτό:

3.1.3.1

Η παγκοσμιοποίηση και η εδραίωση των νέων αναδυόμενων οικονομικών δυνάμεων θα ενισχύσουν την ανταγωνιστική πίεση και θα αυξήσουν τις μετεγκαταστάσεις.

3.1.3.2

Οι τεχνολογικές μεταλλαγές θα επιταχυνθούν ακόμη περισσότερο, καθώς θα τις επιτείνουν, ειδικότερα, οι καινοτομίες της παγκοσμιοποιημένης πλέον κοινωνίας των πληροφοριών.

3.1.3.3

Η γήρανση του πληθυσμού της Ευρώπης θα εμπεδωθεί, με τη συνταξιοδότηση των ηλικιακών ομάδων που αντιστοιχούν στο μεταπολεμικό «baby boom», μεταβάλλοντας τις συνθήκες διαβίωσης, απασχόλησης, ισορροπίας των κοινωνικών παροχών στα κράτη μέλη.

3.1.3.4

Οι μεταναστευτικές πιέσεις με προέλευση τις λιγότερο ανεπτυγμένες τρίτες χώρες αναμένεται να συνεχίσουν να αυξάνονται. Θα χρειαστεί να πλαισιωθούν καλύτερα, αφενός με τη βελτίωση της προσαρμογής στις ανάγκες και των ικανοτήτων ενσωμάτωσης της Ένωσης, και αφετέρου με την σημαντική αύξηση αποτελεσματικότητας της αναπτυξιακής βοήθειας προς τις χώρες αποδημίας, ώστε να δημιουργηθούν επί τόπου περισσότερες θέσεις εργασίας και μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική πρόοδος. Θα πρέπει επίσης να ενσωματωθούν καλύτερα οι ανάγκες προσαρμογής προς τη μετανάστευση στα προγράμματα σχολικής φοίτησης και κατάρτισης των διαφόρων επιπέδων.

3.1.3.5

Η καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας, τόσο των αιτούντων εργασία όσο και των «φτωχών εργαζομένων», θα παραμείνει σημαντική απαίτηση για την ευρωπαϊκή πολιτική συνοχής. Εάν δεν επιλυθούν αυτού του είδους τα προβλήματα, που υπερβαίνουν τα ζητήματα απασχόλησης αυτά καθαυτά, θα είναι πολύ δύσκολο στην πράξη να επιτευχθεί η εξασφάλιση της συνοχής, όχι μόνον από κοινωνική, αλλά και από οικονομική άποψη.

3.1.4

Η προθεσμία του 2010, την οποία έθεσε για τη στρατηγική της Λισσαβώνας το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο από το 2000, θα βρεθεί στο μέσον αυτής της περιόδου βαθιάς αλλαγής. Η εφαρμογή, όμως, της στρατηγικής αυτής παρουσιάζει καθυστέρηση. Θα καταστεί πιο επείγον για την Ένωση, αλλά και πιο δύσκολο επίσης, να ανακτήσει τις καθυστερήσεις της προκειμένου να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά της.

3.2

Ενώπιον των μεγάλων αυτών προκλήσεων των προσεχών ετών, η ευρωπαϊκή πολιτική της συνοχής θα μπορέσει να στηριχτεί σε πολλά και σημαντικά πλεονεκτήματα. Ας αναφερθούν κυρίως τα εξής:

3.2.1

το ιδιαίτερο βάρος της ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς, που συγκεντρώνει περισσότερους από μισό δισεκατομμύριο Ευρωπαίους και αντιπροσωπεύει ένα οικονομικό, εμπορικό και ανθρώπινο δυναμικό που ακόμη δεν έχει πλήρως αξιοποιηθεί, ούτε σε επίπεδο οικονομικής προσφοράς και ζήτησης, ούτε σε επίπεδο αγοράς εργασίας·

3.2.2

το ευρωπαϊκό πρότυπο κοινωνικών σχέσεων και τον ευρωπαϊκό κοινωνικό διάλογο, που δίνουν έμφαση στην αξιοποίηση των ανθρώπινων πόρων έναντι των προκλήσεων της απασχόλησης, της ανάπτυξης, της υγείας και της ποιότητας ζωής στο περιβάλλον της παγκοσμιοποίησης·

3.2.3

η δυναμική ανάπτυξης των νέων κρατών μελών, που συχνά φθάνει στο διπλάσιο από τον κοινοτικό μέσο όρο, και που αναμένεται να συμβάλει στον περιορισμό των σημαντικών ανισοτήτων ανάπτυξης και στη στήριξη του οικονομικού και εμπορικού δυναμισμού της Ένωσης·

3.2.4

οι νέες ευκαιρίες διευθέτησης και επενδύσεων που προσφέρει η ενοποίηση του συνόλου της ευρωπαϊκής ηπείρου, και οι οποίες επιτρέπουν μια νέα θεώρηση της εσωτερικής οικονομικής της οργάνωσης και την εφαρμογή καινοτόμων προτύπων για τις υποδομές και τη χωροταξία·

3.2.5

εφόσον επιτύχουν να αναπτυχθούν και να παράγουν αποτελέσματα αμοιβαίας ώθησης, με την ενεργό συνδρομή των κοινωνικών εταίρων, οι οικονομικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις της στρατηγικής της Λισσαβώνας, οι οποίες αναμένεται να αποτελέσουν επίσης καθοριστικό στήριγμα για την επιτυχία της πολιτικής της συνοχής της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.2.6

Συνολικά, οι ενισχύσεις της ευρωπαϊκής πολιτικής για τη συνοχή θα πρέπει κυρίως να επιδιώξουν την προώθηση ενός «ενάρετου» κύκλου μεγέθυνσης και δημιουργίας απασχόλησης, αναπτύσσοντας θετικές αλληλεπιδράσεις μεταξύ των διαφόρων παραγόντων (εμβάθυνση και διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς, επενδύσεις και χωροταξία, μεταρρυθμίσεις στα κράτη μέλη).

3.3

Η ευρωπαϊκή πολιτική της συνοχής θα πρέπει επίσης να λάβει υπόψη σημαντικές δυσκολίες που θα καταστήσουν ακόμη πιο πολυσύνθετο το έργο της.

3.3.1

Ας αναφερθεί πρώτα απ' όλα η συνεχιζόμενη δυσκολία για την αναβίωση μιας ισχυρής οικονομικής δυναμικής στην Ευρώπη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, όχι μόνο δεν ανακτά την καθυστέρησή της ως προς τους ανταγωνιστές της, αλλά συνεχίζει να απομακρύνεται από το επίπεδό τους. Παρουσιάζει συνολικά μέτρια ανάπτυξη, υψηλά επίπεδα ανεργίας σε πολλά κράτη μέλη, η οποία πλήττει τόσο τους νέους όσο και τους γηραιότερους, ανεπαρκή ως επί το πλείστον δημιουργία θέσεων εργασίας, διαρκές έλλειμμα έρευνας, επιτάχυνση των μετεγκαταστάσεων. Η σημερινή κατάταξη της Ευρώπης στις παγκόσμιες επιδόσεις δεν αντικατοπτρίζει κατά κανέναν τρόπο τις φιλοδοξίες που αναγγέλθηκαν εδώ και πέντε χρόνια. Και δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα σημαντική βελτίωση της κατάστασης.

3.3.2

Μια άλλη σημαντική πρόκληση για την πολιτική της συνοχής αφορά το εύρος των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων που συνδέονται με τις διευρύνσεις. Θα χρειαστεί πολύς χρόνος ώσπου να αμβλυνθούν. Θα απαιτηθούν καινοτομίες ως προς την προσέγγιση και τις μεθόδους της πολιτικής της συνοχής, σε σχέση με εκείνες που κυριάρχησαν κατά τα προηγούμενα χρόνια, όταν οι διαφορές ανάπτυξης μεταξύ των κρατών μελών ήταν πολύ λιγότερο έντονες.

3.3.3

Ένα σημαντικό αδύνατο σημείο για την πολιτική της συνοχής έγκειται στην ανεπάρκεια συντονισμού των οικονομικών πολιτικών, συμπεριλαμβανομένων των φορολογικών, καθώς ο συντονισμός αυτός εξακολουθεί να είναι πολύ χαλαρός, ακόμα και ανάμεσα στις χώρες που έχουν υιοθετήσει το ευρώ. Με την αύξηση του αριθμού των κρατών μελών, η διευθέτηση του προβλήματος αυτού καθίσταται επείγουσα, ενώ παράλληλα δυσχεραίνεται ακόμη περισσότερο. Ο αυξημένος αυτός οικονομικός συντονισμός θα έπρεπε να συνοδεύεται και από καλύτερο συντονισμό ως προς την προσέγγιση των κοινωνικών ζητημάτων.

3.3.4

Μεταξύ των δυσλειτουργιών που πρέπει να διορθωθούν, ας αναφερθεί επίσης η ανεπαρκής συμμετοχή των παραγόντων της κοινωνίας των πολιτών, έναντι της κυριαρχίας των δημόσιων διοικήσεων και της διμερούς διαχείρισης από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη της εφαρμογής της πολιτικής για τη συνοχή (3).

3.3.5

Από την πλευρά τους, τα ευρωπαϊκά ταμεία παραμένουν και θα παραμείνουν αναλογικά ανεπαρκή, έναντι της ακόμη μεγαλύτερης αύξησης των αναγκών. Δεδομένου ότι η συμφωνία της 17ης Δεκεμβρίου 2005 περιορίζει τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό στο 1,045 % του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος, ο προϋπολογισμός της πολιτικής για τη συνοχή συρρικνώνεται στο 0,36 % του ΑΕΕ. Συνεπώς, οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί πόροι μειώνονται σε επίπεδο χαμηλότερο από εκείνο που ίσχυε πριν από τη διεύρυνση των 15 σε 25, γεγονός που ανησυχεί την ΕΟΚΕ, όπως και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Μια τέτοια κλίμακα, που βεβαίως καμία ομοιότητα δεν παρουσιάζει με ομοσπονδιακό προϋπολογισμό (ο προϋπολογισμός των Ηνωμένων Πολιτειών αντιπροσωπεύει περισσότερο από το 20 % του ΑΕγχΠ), φαίνεται επίσης εξαιρετικά πενιχρή έναντι των προκλήσεων συνοχής της Ένωσης.

3.3.6

Κατά συνέπεια, το κεντρικό ερώτημα στο οποίο πρέπει να απαντήσουν οι στρατηγικοί προσανατολισμοί 2007-2013 της πολιτικής για τη συνοχή είναι: πώς μπορούμε να δράσουμε καλύτερα με λιγότερους πόρους; Θα χρειαστεί, λοιπόν, περισσότερο παρά ποτέ, μέριμνα για την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση των υπερβολικά περιορισμένων αυτών πιστώσεων, που να εξασφαλίζει όχι μια αέναη συνδρομή, αλλά τις προϋποθέσεις για αυτόνομη και βιώσιμη ανάπτυξη. Αυτό απαιτεί να επιδιωχθεί, αφενός, μέγιστη σύγκλιση και συμπληρωματικότητα με τους εθνικούς προϋπολογισμούς και, αφετέρου, ώθηση και στήριξη των δυνάμεων της αγοράς, οι οποίες, σε συνδυασμό με τις δημόσιες πηγές χρηματοδότησης, μπορούν να κινητοποιήσουν πόρους που να αντιστοιχούν στις ανάγκες της συλλογικής ανάπτυξης της Ευρώπης.

3.3.7

Για να αντιμετωπιστούν όλες αυτές οι προκλήσεις, θα πρέπει να διαφοροποιηθούν τα μέσα της πολιτικής για τη συνοχή, να επικεντρωθούν πιο αποτελεσματικά οι παρεμβάσεις της και να εκσυγχρονιστούν οι μέθοδοι διαχείρισής της. Τα διάφορα αυτά ζητήματα αναπτύσσονται στις παραγράφους που ακολουθούν.

4.   Παρατηρήσεις σχετικά με τις προτεραιότητες της πολιτικής της συνοχής 2007-2013

4.1

Οι κατευθυντήριες γραμμές της πολιτικής της συνοχής για την περίοδο 2007-2013 εγγράφονται στην υπηρεσία μιας κυρίαρχης προτεραιότητας «ανάπτυξης και απασχόλησης». Αναφέρονται κυρίως στην εταιρική σχέση που προώθησε, με τον τίτλο αυτό, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Μάρτιο του 2005, και στις ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές που πρότεινε, επίσης με τον τίτλο αυτόν, τον Ιούνιο του 2005, η Επιτροπή.

4.2

Προκειμένου να συμβάλει στην γενική αυτή προτεραιότητα της «ανάπτυξης και απασχόλησης», η ανακοίνωση της Επιτροπής προβάλλει τρεις επιμέρους προτεραιότητες: προώθηση της ελκυστικότητας για επενδύσεις της Ευρώπης, ανάπτυξη της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας, ενίσχυση της απασχόλησης και της κατάρτισης. Οι τρεις αυτές προτεραιότητες συμπληρώνονται από μια οριζόντια μέριμνα για την καλύτερη χωροταξία της επικράτειας της Ένωσης, τόσο στις αγροτικές όσο και στις αστικές της συνιστώσες, καθώς και στις αμοιβαίες συνοριακές, εθνικές και περιφερειακές της σχέσεις.

4.3

Η πρώτη προτεραιότητα, που αποβλέπει σε μεγαλύτερη ελκυστικότητα για επενδύσεις, φαίνεται ιδιαίτερα εύστοχη. Θα πρέπει να εφαρμοστεί όλως ιδιαιτέρως στις λιγότερο ανεπτυγμένες περιφέρειες της διευρυμένης Ένωσης, που δικαιούνται να επωφεληθούν από παρεμβάσεις προτεραιότητας, με μια παράλληλη μέριμνα για τα μεταβατικά μέτρα υπέρ των περιφερειών που ήταν προηγουμένως περιφέρειες προτεραιότητας. Ενώπιον, κυρίως, των εγγενών ορίων των ευρωπαϊκών ταμείων παρέμβασης, το ζητούμενο θα πρέπει να είναι η προώθηση της επένδυσης κεφαλαίων, ιδιαίτερα του ιδιωτικού τομέα, στην υπηρεσία των προτεραιοτήτων ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας.

4.3.1

Ωστόσο, παρά τις προόδους που έχουν σημειωθεί στην ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς, στην υλοποίηση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης και σε ορισμένες από τις μεταρρυθμίσεις της στρατηγικής της Λισσαβώνας, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει ακόμη κατορθώσει να εξασφαλίσει έναν μηχανισμό αυτόνομης και σθεναρής ανάπτυξης, που να αξιοποιεί τις συνέργειες και τις συμπληρωματικότητες των εθνικών της οικονομιών. Θα είναι λοιπόν δύσκολο να εφαρμοστεί μια αποτελεσματική πολιτική συνοχής, χωρίς να ανακτηθεί περισσότερη εμπιστοσύνη εκ μέρους όλων των ενδιαφερομένων κύκλων (επιχειρηματιών, μισθωτών, επενδυτών) έναντι του ίδιου του γίγνεσθαι της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της Ένωσης και, ίσως, ακόμη και του πολιτικού και θεσμικού της μέλλοντος.

4.3.2

Αυτό προϋποθέτει, λοιπόν, να περιοριστούν, κατά τα προσεχή έτη, οι παράγοντες αβεβαιότητας που αφορούν σήμερα ζητήματα ιδιαίτερα σημαντικά, όπως η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, η εδραίωση μιας ολοκληρωμένης ανταγωνιστικής οικονομίας γύρω από το ευρώ, η ενίσχυση της ανάπτυξης και της απασχόλησης, η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, η επιτυχία της στρατηγικής της Λισσαβώνας, η αποτελεσματική διακυβέρνηση των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, η βέλτιστη και βιώσιμη διαχείριση της διευρυμένης Ευρώπης, προς την κατεύθυνση μιας εναρμόνισης της οικονομικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής προόδου..

4.3.3

Η ανακοίνωση της Επιτροπής δίνει έμφαση στις επενδύσεις στα δίκτυα υποδομών, κυρίως μεταφορικών. Ωστόσο, δεν επιχειρείται μια ανάλυση των αιτίων που οδήγησαν στη διαιώνιση των καθυστερήσεων στον τομέα αυτόν. Για την ανάκτηση των καθυστερήσεων αυτών, θα ήταν σκόπιμο να δοθεί μεγαλύτερη προτεραιότητα στη χρηματοδότηση των δι-ευρωπαϊκών υποδομών μεταφορών, ενέργειας και τηλεπικοινωνιών, που αποτελούν προϋπόθεση για τη συνοχή της Ένωσης. Και εδώ θα εκφράσουμε τη λύπη μας για τη δραστική μείωση της χρηματοδότησης των δικτύων αυτών που προβλέπει η συμφωνία της 17ης Δεκεμβρίου 2005: το γεγονός ότι η προτεραιότητα αυτή είναι εκείνη που κυρίως θυσιάστηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έρχεται σε άμεση αντίφαση με τις δεσμεύσεις της Λισσαβώνας, η προθεσμία των οποίων βρίσκεται στο μέσον της περιόδου στόχου 2007-2013. Επομένως, η ΕΟΚΕ ζητά, σύμφωνα και με τις θέσεις που διατύπωσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να συμφωνηθεί ένας σαφώς αναβαθμισμένος προϋπολογισμός για τη χρηματοδότηση των δι-ευρωπαϊκών δικτύων.

4.3.4

Η ανακοίνωση της Επιτροπής τονίζει επίσης άλλες δύο προτεραιότητες επενδύσεων για την πολιτική της συνοχής: αφενός, την προώθηση των περιβαλλοντικών επενδύσεων και, αφετέρου, την ενίσχυση της αυτονομίας της Ευρώπης στον ενεργειακό τομέα.

4.3.4.1

Θα πρέπει να τονιστεί εδώ η άμεση συνάρτηση που θα πρέπει να εξασφαλιστεί ανάμεσα στις προτεραιότητες αυτές και τη στήριξη προς τα ευρωπαϊκά δίκτυα υποδομών που αναφέρονται παραπάνω.

4.3.4.2

Θα πρέπει επίσης να εξασφαλιστεί η τήρηση των περιβαλλοντικών προϋποθέσεων από τους δικαιούχους των ευρωπαϊκών ενισχύσεων.

4.4

Η δεύτερη προτεραιότητα που ορίστηκε για την πολιτική της συνοχής είναι η βελτίωση της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας. Με τον στόχο αυτόν, η Επιτροπή υιοθετεί άμεσα τις προτεραιότητες της στρατηγικής της Λισσαβώνας σχετικά με την προώθηση μιας Ευρώπης της γνώσης.

4.4.1

Η προτεραιότητα αυτή περιλαμβάνει κατά πρώτο λόγο την αύξηση των επενδύσεων για έρευνα.

4.4.1.1

Πρέπει να αναγνωρίσουμε εδώ ότι η Ευρώπη, συνολικά, χάνει έδαφος έναντι των μεγάλων εταίρων της στον τεχνολογικό τομέα. Οι πιστώσεις έρευνας των κρατών μελών, συχνά κατώτερες κατά περισσότερο από το ένα τρίτο από το στόχο του 3 % του ΑΕγχΠ που όρισε η στρατηγική της Λισσαβώνας, τα τελευταία χρόνια όχι μόνο δεν αυξήθηκαν αλλά συχνά πάγωσαν ή και υπέστησαν περικοπές. Ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός του προγράμματος πλαίσιο έρευνας και ανάπτυξης (ΠΠΕΑ) παραμένει χαμηλός, σε σύγκριση με τους προϋπολογισμούς ερευνών των κρατών μελών, και δεν παρέχει επαρκείς δυνατότητες συντονισμού των εν λόγω εθνικών προγραμμάτων. Εξάλλου, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικοί φραγμοί στις κοινοτικές θεσμικές διαδικασίες, ακόμη και στο υψηλότερο επίπεδο, γεγονός που συνιστά πολύ κακό σημάδι. Η αποτυχία του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, που παρατείνεται εδώ και τριάντα χρόνια, αντικατοπτρίζει μια πολύ ανησυχητική αδυναμία της Ένωσης να αποκτήσει τα κατάλληλα μέσα για την επίτευξη των φιλοδοξιών της.

4.4.1.2

Θα έπρεπε, λοιπόν, να δρομολογηθεί μια πραγματική ευρωπαϊκή πολιτική για την έρευνα, με ενισχυμένη αξιοπιστία. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει, στα πλαίσια μιας αναγκαίας αναδιευθέτησης του κοινοτικού προϋπολογισμού, να αυξηθούν σημαντικά οι ευρωπαϊκές πιστώσεις για την έρευνα, και να τους εξασφαλιστούν, παράλληλα, πραγματικές δυνατότητες για συντονισμό των εθνικών προγραμμάτων. Προϋποθέτει, επίσης, να απεμπλακεί, επιτέλους, η διαδικασία για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει να μην εφαρμοστεί, σε μία πρώτη φάση, σε όλα τα κράτη μέλη, εάν εξακολουθήσει να μην υπάρχει ομόφωνη συμφωνία. Πράγματι, πού θα βρίσκονταν σήμερα το ευρώ, το Schengen, ή η ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική αν είχε συνδεθεί κατά τον ίδιο τρόπο η έναρξή τους με την κοινή από όλους εφαρμογή τους;

4.4.2

Μια άλλη αναγκαιότητα που υπογραμμίζει η ανακοίνωση της Επιτροπής αφορά τη δημιουργία και ανάπτυξη επιχειρήσεων, κυρίως στους νέους τεχνολογικούς τομείς, και την προώθηση της σύνδεσής τους σε δίκτυα σε ευρωπαϊκή κλίμακα.

4.4.2.1

Πρέπει, εδώ, να εκφράσουμε τη λύπη μας για το γεγονός ότι οι μικρές επιχειρήσεις εξακολουθούν να μην διαθέτουν τη δυνατότητα επιλογής ενός απλουστευμένου ευρωπαϊκού νομικού καθεστώτος, που να διευκολύνει τις δραστηριότητές τους σε διασυνοριακή κλίμακα.

4.4.2.2

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει, λοιπόν, το αίτημά της, το οποίο είχε διατυπώσει στη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της με θέμα «Καταστατικό ευρωπαϊκής εταιρείας για τις ΜΜΕ» (4), να υποβληθεί χωρίς άλλες καθυστερήσεις από την Επιτροπή ένα τέτοιο ευρωπαϊκό νομικό καθεστώς για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και να υιοθετηθεί ταχέως.

4.4.2.3

Εξάλλου, η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η Επιτροπή απέσυρε το φθινόπωρο του 2005 τις προτάσεις σχετικά με ένα ευρωπαϊκό καθεστώς για τα ταμεία αλληλασφάλισης και για τα ευρωπαϊκά σωματεία, το οποίο, περισσότερο παρά ποτέ, παραμένει αναγκαίο.

4.4.3

Η ανακοίνωση της Επιτροπής τονίζει, εξάλλου τη σημασία του ζητήματος της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και την ανάγκη να διευκολυνθεί η πρόσβαση σ' αυτήν, κυρίως για τις καινοτόμους επιχειρήσεις.

4.4.3.1

Ας τονιστεί εδώ ότι η ικανότητα των διαρθρωτικών ταμείων να διευκολύνουν σημαντικά την πρόσβαση των επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση παραμένει, σύμφωνα με τις υφιστάμενες διαδικασίες, αναγκαστικά περιορισμένη και μάλλον περιθωριακή στον τομέα αυτόν, παρότι για τομείς αρκετά σαφώς προκαθορισμένους και παραδειγματικούς μπορούν να φανούν χρήσιμες κάποιες μορφές περιορισμένης συνοδείας και συγχρηματοδοτήσεις προτύπων σχεδίων. Η ΕΟΚΕ σημειώνει με ευαρέσκεια την έναρξη των πρωτοβουλιών JASPERS και JEREMIE, σε συνεργασία της Επιτροπής με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα για την Ανασυγκρότηση και την Ανάπτυξη. Η πρωτοβουλία JASPERS αποσκοπεί στο να βοηθήσει τις εθνικές και περιφερειακές αρχές των επιλέξιμων για το στόχο της σύγκλισης κρατών στην προετοιμασία των μεγάλων σχεδίων υποδομών. Το πρόγραμμα JEREMIE έχει ως στόχο τη βελτίωση της πρόσβασης των μικρών επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση. Η ΕΟΚΕ επιθυμεί όπως οι πρωτοβουλίες αυτές αποβούν πλήρως λειτουργικές και κατανοητές σε τοπική κλίμακα, ούτως ώστε αυτό το νέο πλαίσιο δράσης να προκαλέσει μέγιστο αποτέλεσμα όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη και τη δημιουργία δραστηριοτήτων, και επομένως θέσεων απασχόλησης, επιτόπου.

4.4.3.2

Για να έχει πιο αισθητή άμεση επίδραση στις χρηματοδοτήσεις των επιχειρήσεων η παρέμβαση των ταμείων, θα πρέπει να τους δοθούν τα αναγκαία μέσα που θα τους εξασφαλίζουν διευρυμένη επίδραση όσον αφορά τις διευκολύνσεις για τραπεζικά δάνεια, για διάθεση κεφαλαίου επιχειρηματικού κινδύνου, πρόσβαση στις μικρο-πιστώσεις και στις εγγυήσεις για τις μικρές επιχειρήσεις. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει να επαναπροσδιοριστούν τα μέσα των ταμείων και ειδικότερα η οργάνωση των χρηματοοικονομικών τεχνικών τους, που περιορίζονται σήμερα κατά βάση στη χορήγηση επιδοτήσεων. Θα έπρεπε δηλαδή, κατ' αναλογία προς το πρόγραμμα JEREMIE αλλά σε πολύ ευρύτερη κλίμακα, να μετατραπούν οι επιδοτήσεις αυτές σε χρηματοοικονομικά προϊόντα: έτσι, ένα ευρώ που διατίθεται ως εγγύηση δανείου για κεφάλαιο επιχειρηματικού κινδύνου θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει πέντε έως δέκα ευρώ επένδυσης μιας ΜΜΕ, εξασφαλίζοντας πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στις παρεμβάσεις των ευρωπαϊκών ταμείων. Οι συστάσεις της ΕΟΚΕ σχετικά με το κεντρικό αυτό ζήτημα αναπτύσσονται στο κεφάλαιο 5 της παρούσας γνωμοδότησης.

4.4.3.3

Ας υπενθυμίσουμε επίσης ότι η ταχεία και ουσιαστική ολοκλήρωση της ενιαίας ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής αγοράς, σε συνδυασμό με την αποτελεσματική πολιτική για τον ανταγωνισμό και με την εδραίωση της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, θα μπορούσε να βελτιώσει αποφασιστικά την πρόσβαση των επιχειρήσεων κάθε μεγέθους στη χρηματοδότηση. Το σημείο αυτό, ωστόσο, δεν τονίζεται καθόλου στην ανακοίνωση της Επιτροπής, ενώ μια από τις πρωταρχικές της ευθύνες είναι ακριβώς η καθοδήγηση για την ευόδωση της ολοκλήρωσης αυτής εντός των προσεχών ετών.

4.5

Η τρίτη προτεραιότητα που θέτει η ανακοίνωση της Επιτροπής για την πολιτική της συνοχής είναι η δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας και η βελτίωση της ποιότητάς τους.

4.5.1

Η πρώτη προϋπόθεση για τη δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας είναι η ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης και η διευκόλυνση, στα πλαίσια αυτά, της δημιουργίας απασχόλησης. Ο στόχος αυτός προϋποθέτει μία οικονομία πιο δυναμική, τόσο στο επίπεδο της προσφοράς όσο και της ζήτησης, καθώς και διοικητικές, φορολογικές και κοινωνικές συνθήκες που να είναι ευνοϊκότερες για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης, κυρίως όσον αφορά την κατάσταση των μικρών επιχειρήσεων, των ελεύθερων επαγγελματιών και των τεχνιτών, καθώς και των επαγγελμάτων που αναδεικνύουν τις επαγγελματικές δεξιότητες. Όπως αναφέρεται και παραπάνω, τα διαρθρωτικά ταμεία δεν θα μπορούν να έχουν παρά μια περιορισμένη άμεση επίδραση σε τέτοιους τομείς, ενώ μπορούν να φανούν χρήσιμα για την στήριξη ιδιαίτερων δράσεων και προτύπων σχεδίων, μέσω της προώθησης των βέλτιστων πρακτικών.

4.5.2

Θα πρέπει επίσης, όπως τονίζει η Επιτροπή, να προωθηθεί η προσαρμογή της αγοράς εργασίας. Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει να δοθεί από τα διαρθρωτικά ταμεία στη βελτίωση της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς στο πεδίο αυτό. Τούτο προϋποθέτει να ενισχυθεί η κινητικότητα, συμπεριλαμβανομένης και της δυνατότητας μεταφοράς των συνταξιοδοτικών καθεστώτων, και να αρθούν τα εμπόδια στα οποία προσκόπτει η ευρωπαϊκή αγορά εργασίας, κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών (5), όπου δημιουργούνται περισσότερα από τα δύο τρίτα των νέων θέσεων εργασίας, με τήρηση των κοινωνικών συνθηκών που καθορίζονται από τη νομοθεσία και τις συλλογικές συμβάσεις.

4.5.3

Εξάλλου, ορθά η Επιτροπή δίνει έμφαση στις απαιτήσεις βελτίωσης της επαγγελματικής κατάρτισης. Η ΕΟΚΕ ανησυχεί, ωστόσο, για την προγραμματισθείσα τον Δεκέμβριο του 2005 μείωση κατά το ήμισυ του προϋπολογισμού για την δια βίου κατάρτιση που είχε προταθεί από την Επιτροπή. Η ΕΟΚΕ ζητά να επανεκτιμηθεί ο προϋπολογισμός αυτός σε επίπεδα που να αντιστοιχούν με τις δεσμεύσεις της στρατηγικής της Λισσαβώνας. Στον τομέα αυτόν, θα επιβληθούν πλέον νέες δεξιότητες, με αυξημένες ευθύνες και μεγαλύτερες απαιτήσεις ανάληψης πρωτοβουλιών. Σύμφωνα με αυτό το πνεύμα, τα μελλοντικά προγράμματα θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις περιφερειακές προτεραιότητες. Πράγματι, έχει ουσιαστική σημασία οι χρηματοδοτήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου να προσαρμόζονται όσο το δυνατόν περισσότερο στις περιφερειακές ανάγκες αντί να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την συγχρηματοδότηση των εθνικών πολιτικών.

4.5.3.1

Κατά γενικό κανόνα, η ΕΟΚΕ τονίζει ότι θα πρέπει να γίνουν τα πάντα προκειμένου να προωθηθεί η συμπληρωματικότητα και η αποτελεσματικότητα των μηχανισμών, και να κινητοποιηθούν οι δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς σε μια βιώσιμη εταιρική σχέση με αντικείμενο περιφερειακές στρατηγικές που θα στηρίζονται στις ακόλουθες προτεραιότητες: προώθηση της πρόσβασης όλων στην καινοτομία και την δια βίου κατάρτιση, βελτίωση της διαχείρισης και της ανάπτυξης των ανθρώπινων πόρων σε όλες τις επιχειρήσεις, αύξηση του ποσοστού συμμετοχής των γυναικών, βελτίωση του ποσοστού του ενεργού πληθυσμού έως τη συνταξιοδότηση, καλύτερη συνάρθρωση των αναγκών της οικονομίας με τις πολιτικές προσανατολισμού και κατάρτισης, προώθηση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και μαθητείας σε όλα τα επίπεδα, κυρίως στα επαγγέλματα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσληψης, προτεραιότητα στις μορφές κατάρτισης που οδηγούν πραγματικά στην ενσωμάτωση μέσω του οικονομικού τομέα ενός ολόκληρου πληθυσμού αποκλεισμένων ατόμων που όλο και αυξάνεται.

4.5.3.2

Τα διαρθρωτικά ταμεία θα έπρεπε επίσης να συγχρηματοδοτούν κατά προτεραιότητα προγράμματα κατάρτισης σε ευρωπαϊκή κλίμακα, κατ' αναλογία με το επιτυχές πρότυπο των προγραμμάτων Erasmus και Leonardo. Θα πρέπει πλέον να επιταχυνθεί ο ρυθμός των προγραμμάτων αυτών, ούτως ώστε να έχουν τη δυνατότητα να υποστηρίζουν διπλάσιο έως και τριπλάσιο αριθμό νέων Ευρωπαίων.

4.5.4

Ακόμη, ιδιαίτερη αναφορά θα έπρεπε να αφιερωθεί στη γήρανση του πληθυσμού, η οποία απαιτεί ιδιαίτερη προσαρμογή των διαφόρων προαναφερόμενων πτυχών που σχετίζονται με τη δημιουργία θέσεων εργασίας και με τα συστήματα κοινωνικής πρόνοιας (πρβλ. διοικητικές, φορολογικές και κοινωνικές συνθήκες, υπηρεσίες για τα παιδιά μεταξύ των οποίων η φύλαξη σε προσιτές τιμές, αγορά εργασίας, κατάρτιση και ανθρώπινοι πόροι).

4.6

Οι τρεις αυτές προτεραιότητες των στρατηγικών προσανατολισμών συμπληρώνονται από μια οριζόντια απαίτηση, που συνιστά κατά κάποιον τρόπο μια τέταρτη προτεραιότητα, και που αφορά τον συνυπολογισμό της εδαφικής διάστασης της πολιτικής της συνοχής.

4.6.1

Η ανακοίνωση αναφέρεται στη συμβολή των δήμων στην ανάπτυξη και την απασχόληση (καλύτερη οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική διαχείριση της αστικής ανάπτυξης), ενώ παράλληλα τάσσεται υπέρ της οικονομικής διαφοροποίησης των αγροτικών περιοχών (διατήρηση των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, ανάπτυξη των δικτύων, προώθηση πόλων ανάπτυξης). Οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ αυτών των αναγκών και των τριών προτεραιοτήτων των στρατηγικών προσανατολισμών θα άξιζε να αποσαφηνιστούν καλύτερα.

4.6.2

Η ανακοίνωση τονίζει επίσης τις ανάγκες εδαφικής συνεργασίας, σε τρία επίπεδα:

4.6.2.1

διασυνοριακή συνεργασία, κυρίως για την ανάπτυξη των αμοιβαίων ανταλλαγών και την προώθηση της οικονομικής και κοινωνικής ένταξης·

4.6.2.2

διεθνική συνεργασία, κυρίως για την ενίσχυση των κοινών δράσεων στρατηγικής σημασίας μεταξύ κρατών (μεταφορές, έρευνα, κοινωνική ένταξη)·

4.6.2.3

διαπεριφερειακή συνεργασία, κυρίως για την προώθηση της διάδοσης βέλτιστων οικονομικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών πρακτικών.

4.6.3

Ωστόσο, η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι η αναφορά αυτή στις ανάγκες της ευρωπαϊκής εδαφικής συνεργασίας εμφανίζεται ως στοιχείο απλά συμπληρωματικό, αν όχι δευτερεύον, των προτεραιοτήτων των στρατηγικών προσανατολισμών, αντί να είναι σαφώς ενσωματωμένο σε αυτές.

4.7

Συνολικά, η εξέταση των τριών προτεραιοτήτων των στρατηγικών κατευθύνσεων, που συμπληρώνονται από την περιφερειακή διάσταση, οδηγεί σε πολλά σημαντικά ερωτήματα:

4.7.1

Κατά πρώτο λόγο, οι προτεραιότητες των στρατηγικών κατευθυντήριων γραμμών δεν είναι αρκετά ακριβείς ώστε να συνιστούν ένα πραγματικό «στρατηγικό» πλαίσιο παρέμβασης και διαχείρισης της πολιτικής της συνοχής. Συνιστούν μάλλον μια υπενθύμιση ορθών πρακτικών που θα πρέπει να ενθαρρυνθούν μέσω των διαφόρων παρεμβάσεων.

4.7.2

Ειδικότερα, οι σχέσεις που συνδέουν τις προτεραιότητες των στρατηγικών προσανατολισμών με τους τρεις στόχους παρέμβασης των ταμείων, δεν διευκρινίζονται καθόλου. Αυτό αποτελεί μείζον μειονέκτημα: ενώ οι στρατηγικές κατευθυντήριες γραμμές θα έπρεπε ακριβώς να παρέχουν ένα πλαίσιο για τις παρεμβάσεις των Ταμείων, στην πραγματικότητα δεν κάνουν τίποτε περισσότερο από το να τις συνοδεύουν. Από την άποψη αυτή, οι στρατηγικές κατευθύνσεις μοιάζουν περισσότερο με οδηγίες συνοδείας και εφαρμογής, παρά με κατευθυντήριες γραμμές, όπως θα έπρεπε να είναι.

4.7.3

Για να ανταποκρίνονται περισσότερο στην ονομασία τους οι στρατηγικές κατευθύνσεις, και για να πληρούν πιο αποτελεσματικά το ρόλο τους, θα έπρεπε ειδικότερα οι πρωταρχικοί στόχοι τους να διευκρινίζονται ως προς τους ακόλουθους τομείς:

4.7.3.1

την «προστιθέμενη αξία» της ευρωπαϊκής πολιτικής για τη συνοχή, έναντι των εθνικών και τοπικών πολιτικών·

4.7.3.2

την «εδαφική συγκέντρωση» σε ευρωπαϊκούς πόλους και άξονες ανάπτυξης, που να εξασφαλίζει μια συνολική επίδραση κοινής ανόδου·

4.7.3.3

την «καθοδηγητική πλαισίωση» των παρεμβάσεων των διαρθρωτικών ταμείων, που να εξασφαλίζει ότι οι στρατηγικές κατευθύνσεις θα συνιστούν ένα αποτελεσματικό και συνεκτικό πλαίσιο και δεν θα περιορίζονται σε απλές συνοδευτικές διατάξεις.

5.   Παρατηρήσεις σχετικά με τα μέσα της πολιτικής της συνοχής 2007-2013

5.1

Για την υποστήριξη της πολιτικής της συνοχής, η Επιτροπή τονίζει ιδιαίτερα το ρόλο των διαρθρωτικών ταμείων (Περιφερειακό Ταμείο και Κοινωνικό Ταμείο) και του Ταμείου Συνοχής. Διευκρινίζει ότι η παρέμβασή τους, μέσα στα πλαίσια των στρατηγικών στόχων που προαναφέρονται, πρέπει να καθιστά δυνατή την προώθηση της ανάπτυξης, την καλύτερη αξιοποίηση των ευκαιριών που παρέχει η ενιαία αγορά, την προώθηση μεγαλύτερης σύγκλισης μεταξύ των κρατών μελών, την ενίσχυση της περιφερειακής ανταγωνιστικότητας, τη βελτίωση της ενοποίησης της επικράτειας της Ένωσης όσον αφορά την οικονομική, την κοινωνική και την πολιτισμική της διάσταση.

5.2

Διαπιστώνουμε, κατά πρώτο λόγο, ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα βρεθεί αντιμέτωπη με μια αυξανόμενη απόκλιση ανάμεσα στον περιορισμό του προϋπολογισμού των ταμείων και το εύρος των αναγκών (ανισότητες ανάπτυξης μεταξύ κρατών μελών, καθυστερήσεις ως προς τη διευθέτηση των υποδομών, καθυστερήσεις της ενιαίας αγοράς, καθυστερήσεις ανταγωνιστικότητας, καθυστερήσεις ως προς την εφαρμογή της στρατηγικής της Λισσαβώνας). Η εσωτερική αναδιευθέτηση των προτεραιοτήτων του κοινοτικού προϋπολογισμού είναι αναγκαία, συμπεριλαμβανομένης και της συνέχισης της υπό εξέλιξη μεταρρύθμισης της κοινής γεωργικής πολιτικής. Η αναδιευθέτηση όμως αυτή δεν πρόκειται να προσφέρει παρά περιορισμένα περιθώρια για την αύξηση των πιστώσεων των διαρθρωτικών ταμείων, δεδομένου ότι το συνολικό ύψος του κοινοτικού προϋπολογισμού θα παραμείνει πολύ μικρό. Οπωσδήποτε, με τον περιορισμό του κοινοτικού προϋπολογισμού στο 1,045 % του ΑΕγχΠ, η ΕΟΚΕ δεν πιστεύει ότι το 0,36 % (308 δισεκατομμύρια ευρώ από έναν προϋπολογισμό 862 δισεκατομμυρίων, με την επιφύλαξη των 4 επιπρόσθετων δισεκατομμυρίων κατά την συμφωνία της 4ης Απριλίου 2006, που εκκρεμεί προς επικύρωση από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο) που αναμένεται να αφιερωθεί στην πολιτική της συνοχής, είναι αρκετό για να επιτρέψει στην Ένωση την επίτευξη των στόχων συνοχής για την περίοδο 2007-2013.

5.3

Θα πρέπει, λοιπόν, να αποδοθεί μέγιστη προσοχή:

5.3.1

αφενός, στις διαδικασίες παρέμβασης των ταμείων, που θα πρέπει να λειτουργούν ως σημαντικός μοχλός για τις επενδύσεις, πράγμα που απαιτεί περισσότερη καινοτομία απ' όση επεδείχθη στο παρελθόν στον τομέα αυτόν·

5.3.2

αφετέρου, στην πραγματική συγκέντρωση των παρεμβάσεων των ταμείων, που θα πρέπει να έχει περισσότερο διαρθρωτική επίδραση, κυρίως σε διεθνική και διασυνοριακή κλίμακα.

5.4

Όσον αφορά τις διαδικασίες παρέμβασης των ταμείων, αξίζει να τονίσουμε διάφορες παρατηρήσεις:

5.4.1

Υπενθυμίζεται, κατά πρώτο λόγο, ότι η παρέμβαση των διαρθρωτικών ταμείων συνοδεύει απλώς την πολιτική της Ένωσης για τη συνοχή. Δεν θα μπορούσε να συνιστά το αποκλειστικό μέσον που αυτή διαθέτει, ούτε καν το κυριότερο. Οφείλει, κατά κύριο λόγο, να προωθεί, στην υπηρεσία των κοινών προσανατολισμών, την κινητοποίηση των διαθέσιμων στην αγορά κεφαλαίων και την πιο συγκλίνουσα χρήση των εθνικών και περιφερειακών προϋπολογισμών. Επομένως, αυτό που πρέπει κυρίως, είναι να εξασφαλιστεί ο ρόλος της ως μοχλού. Μέσα στα πλαίσια αυτά, οι διαρθρωτικοί μηχανισμοί της Ένωσης πρέπει να αποτελέσουν ένα κεντρικό μέσον διευθέτησης της ευρωπαϊκής επικράτειας, συνοδεύοντας τις υπό εξέλιξη κοινοτικές πολιτικές και οικονομικές και κοινωνικές μεταλλαγές.

5.4.2

Προς το σκοπό αυτόν, η αξιοποίηση των ταμείων της Ένωσης, καθώς και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, θα έπρεπε να διαμορφωθεί σύμφωνα με μια πιο ευέλικτη και πιο καινοτόμο αντίληψη χρηματοοικονομικών τεχνικών. Όπως ορθά αναγνωρίζει η Επιτροπή, τα ταμεία δεν θα έπρεπε πλέον να περιορίζονται στη χορήγηση επιδοτήσεων, αλλά θα έπρεπε να υποστηρίζουν άλλα μέσα, όπως τα δάνεια, οι εγγυήσεις δανείων, τα μετατρέψιμα μέσα, το επενδυτικό κεφάλαιο και το κεφάλαιο επιχειρηματικού κινδύνου. Η ΕΟΚΕ όχι απλώς υποστηρίζει τις απόψεις αυτές, αλλά και ζητά να αντληθούν όλες οι σχετικές συνέπειες και να ξεκινήσει μια πραγματική μεταρρύθμιση των διαδικασιών χρηματοδοτικής παρέμβασης της Ένωσης.

5.4.2.1

Η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι η ανάπτυξη τέτοιων εναλλακτικών μέσων παρέμβασης εκ μέρους των διαρθρωτικών ταμείων, σε στενή επαφή με το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, θα μπορούσε να επιτρέψει τη σημαντική αύξηση της επίδρασης των κοινοτικών παρεμβάσεων και την καλύτερη διάρθρωσή τους με την επένδυση δημόσιων και ιδιωτικών κεφαλαίων. Ειδικότερα, θ