ISSN 1725-2415

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

48ό έτος
30 Νοεμβρίου 2005


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

I   Ανακοινώσεις

 

Ελεγκτικό Συνέδριο — Ετήσιες εκθέσεις για το οικονομικό έτος 2004

2005/C 301/2

Ετήσια έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του προϋπολογισμού, συνοδευόμενη από τις απαντήσεις των οργάνων

1

2005/C 301/3

Ετήσια έκθεση σχετικά με τις δραστηριότητες που Ηχρηματοδοτούνται από το έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης (ΕΤΑ), συνοδευόμενη από τις απαντήσεις των οργάνων

249

EL

 


I Ανακοινώσεις

Ελεγκτικό Συνέδριο — Ετήσιες εκθέσεις για το οικονομικό έτος 2004

30.11.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301/1


ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Image

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 248, παράγραφος 1 και 4 της συνθήκης ΕΚ, των άρθρων 143 και 181, παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου για το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και τα άρθρα 116 και 135, παράγραφος 2 του δημοσιονομικού κανονισμού της 27ης Mαρτίου 2003 που εφαρμόζεται στο 9ο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης, το Ελεγκτικό Συνέδριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, κατά τη συνεδρίασή του της 28ης Σεπτεμβρίου 2005, ενέκρινε τις

ΕΤΗΣΙΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ

για το οικονομικό έτος 2004

Οι εκθέσεις, συνoδευόμενες από τις απαντήσεις των oργάνων στις παρατηρήσεις τoυ Συνεδρίoυ, διαβιβάστηκαν στις αρμόδιες για την απαλλαγή αρχές και στα άλλα όργανα.

ΕΤΉΣΙΑ ΈΚΘΕΣΗ ΣΧΕΤΙΚΆ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΉ ΤΟΥ ΠΡΟΎΠΟΛΟΓΙΣΜΟΫ

(2005/C 301/01)

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

 

Γενική εισαγωγή

Κεφάλαιο 1

Δήλωση αξιοπιστίας και πληροφοριακά στοιχεία προς υποστήριξή της

Κεφάλαιο 2

Διαχείριση του προϋπολογισμού

Κεφάλαιο 3

Έσοδα

Κεφάλαιο 4

Κοινή γεωργική πολιτική

Κεφάλαιο 5

Διαρθρωτικές ενέργειες

Κεφάλαιο 6

Εσωτερικές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένης της έρευνας

Κεφάλαιο 7

Εξωτερικές δράσεις

Κεφάλαιο 8

Προενταξιακή στρατηγική

Κεφάλαιο 9

Δαπάνες διοικητικής λειτουργίας

Κεφάλαιο 10

Χρηματοδοτικά μέσα και τραπεζικές δραστηριότητες

Παράρτημα I (1)

Δημοσιονομικές πληροφορίες

Παράρτημα II (1)

Εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις που εγκρίθηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο από το 2000


(1)  Τα παραρτήματα για την ετήσια έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του προϋπολογισμού βρίσκονται στο τέλος της παρούσας έκδοσης.


ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

0.1.

Το παρόν έγγραφο, το οποίο καλύπτει το οικονομικό έτος 2004, περιλαμβάνει την 28η ετήσια έκθεση του Συνεδρίου σχετικά με την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και την ετήσια έκθεσή του σχετικά με τα Ευρωπαϊκά Ταμεία Ανάπτυξης. Το έγγραφο ακολουθεί τη δομή που καθιερώθηκε για τις πρόσφατες ετήσιες εκθέσεις: η δήλωση αξιοπιστίας παρουσιάζεται στο κεφάλαιο 1· οι βασικές παρατηρήσεις για τη δημοσιονομική διαχείριση στο κεφάλαιο 2· τα κεφάλαια 3 έως 9 καλύπτουν τα έσοδα και τις δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται από διάφορα τμήματα του προϋπολογισμού, τα οποία αντιστοιχούν στους τομείς των δημοσιονομικών προοπτικών· και το κεφάλαιο 10 καλύπτει τα χρηματοδοτικά μέσα και τις τραπεζικές δραστηριότητες. Οι απαντήσεις της Επιτροπής -ή αντίστοιχα των άλλων ευρωπαϊκών οργάνων- παρουσιάζονται μαζί με τις εκθέσεις.

0.2.

Όσον αφορά την ετήσια έκθεση σχετικά με την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού, τα κεφάλαια που καλύπτουν τα έσοδα και τους κύριους τομείς δαπανών έχουν τα ακόλουθα κύρια στοιχεία:

τις λεπτομερείς αναλύσεις και τα αποτελέσματα των ελεγκτικών εργασιών που έχουν πραγματοποιηθεί στα πλαίσια της δήλωσης αξιοπιστίας, υπό μορφή ειδικών εκτιμήσεων,

τα αποτελέσματα ανασκοπήσεων της προόδου που έχει σημειωθεί ως προς την εφαρμογή των συστάσεων του Συνεδρίου και της αρμόδιας για των προϋπολογισμό αρχής που προέκυψαν από προγενέστερους ελέγχους,

τις περιλήψεις των ειδικών εκθέσεων που δημοσίευσε το Συνέδριο μετά την τελευταία ετήσια έκθεση.

0.3.

Οι ειδικές εκτιμήσεις βασίζονται σε αξιολόγηση της λειτουργίας των κυριότερων συστημάτων εποπτείας και ελέγχου που διέπουν τα έσοδα και τους μεμονωμένους τομείς δαπανών, τα αποτελέσματα των ελέγχων του Συνεδρίου στις υποκείμενες πράξεις, εκτίμηση των ετήσιων εκθέσεων δραστηριότητας και των δηλώσεων των γενικών διευθυντών, καθώς και τα αποτελέσματα της εργασίας άλλων ελεγκτών κατά περίπτωση. Η συνολική αξιολόγηση όλων αυτών των στοιχείων από το Συνέδριο αποτελεί τη βάση για τη δήλωση αξιοπιστίας που παρατίθεται στο κεφάλαιο 1. Επιπλέον, τα παραρτήματα των κεφαλαίων 4 έως 9 παραθέτουν τα στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της δημοσιονομικής διαχείρισης του κοινοτικού προϋπολογισμού.

0.4.

Το 2004 χαρακτηρίστηκε από την προσχώρηση δέκα νέων κρατών μελών την 1η Μαΐου 2004, τη μεγαλύτερη διεύρυνση στην ιστορία της ΕΕ. Συνεχίστηκε η εδραίωση της μεταρρύθμισης της δημοσιονομικής διαχείρισης της Επιτροπής, ενώ το 2004 ήταν το πρώτο έτος κατά το οποίο ο προϋπολογισμός εγκρίθηκε και εκτελέστηκε εξ ολοκλήρου με τη μορφή προϋπολογισμού βάσει δραστηριοτήτων (ΠΒΔ). Τούτο οδήγησε σε αλλαγή του τρόπου παρουσίασης των δημοσιονομικών πληροφοριών, καθώς τώρα στον προϋπολογισμό παρατίθενται αναλυτικά στοιχεία κατά τομέα πολιτικής ΠΒΔ.

0.5.

Η Επιτροπή συνέχισε την προετοιμασία της για την καθιέρωση της πλήρους λογιστικής καταχώρισης σε δεδουλευμένη βάση -που αποτελεί θεμελιώδη μεταρρύθμιση του τρόπου τήρησης των λογαριασμών και παρουσίασης των δημοσιονομικών πληροφοριών- για το έτος 2005. Στο κεφάλαιο 1 της παρούσας έκθεσης (βλέπε σημεία 1.21 έως 1.45) παρατίθενται τα αποτελέσματα των ελεγκτικών εργασιών που αναλήφθηκαν σχετικά με αυτή την εξελισσόμενη διαδικασία, ιδίως για την κύρια διαδικασία προσδιορισμού των υπολοίπων ανοίγματος. Οι εργασίες του Συνεδρίου δείχνουν ότι χρειάζονται περαιτέρω προσπάθειες προκειμένου να μπορέσει η Επιτροπή να παράσχει ακριβή λογιστικά στοιχεία για το κλείσιμο του 2005.

0.6.

Από το 2000 που ξεκίνησε η μεταρρύθμιση, το Συνέδριο έχει παρατηρήσει τη βελτίωση του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται η Επιτροπή και διαχειρίζεται τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Έχουν γίνει βελτιώσεις στους ελέγχους που αναλαμβάνει η Επιτροπή για τις δαπάνες που διαχειρίζεται απευθείας η ίδια. Ωστόσο, χρειάζονται ακόμη σημαντικές προσπάθειες, κυρίως για τους τομείς του προϋπολογισμού που εμπίπτουν στην επιμερισμένη διαχείριση με τα κράτη μέλη. Είναι ζωτικής σημασίας να εργαστούν μαζί η Επιτροπή και τα κράτη μέλη για να εντοπίσουν τις ατέλειες σχεδιασμού και λειτουργίας των καθεστώτων και να λάβουν τα ενδεδειγμένα διορθωτικά μέτρα.

0.7.

Τον Απρίλιο του 2004 το Συνέδριο εξέδωσε τη γνωμοδότηση αριθ. 2/2004 (1) για το πρότυπο του ενιαίου ελέγχου, η οποία περιλάμβανε πρόταση για πλαίσιο κοινοτικού εσωτερικού ελέγχου. Η γνωμοδότηση βασίστηκε στην πείρα που απέκτησε το Συνέδριο από την ελεγκτική εργασία που πραγματοποίησε επί σειρά ετών — ιδίως όσον αφορά τις αδυναμίες που εντοπίστηκαν στα συστήματα εσωτερικού ελέγχου τόσο στα ευρωπαϊκά όργανα όσο και στα κράτη μέλη, οι οποίες οδηγούν σε σημαντική συχνότητα εμφάνισης σφαλμάτων στις υποκείμενες πράξεις για μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού. Το Συνέδριο προτείνει τα ισχύοντα ή τα νέα συστήματα να αναπτυχθούν και να εφαρμοστούν στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη συντονισμένα και βάσει κοινών αρχών και προτύπων. Επιπλέον, τα συστήματα ελέγχου θα πρέπει να σχεδιαστούν κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται η δέουσα ισορροπία μεταξύ του κόστους των ελέγχων και των οφελών που αποφέρουν από άποψη διαχείρισης του κινδύνου παρατυπίας.

0.8.

Η Επιτροπή αντέδρασε θετικά στη γνωμοδότηση του Συνεδρίου και, στην ανακοίνωσή της του Ιουνίου του 2005 (2), προτείνει χάρτη πορείας προς ένα πλαίσιο ολοκληρωμένου εσωτερικού ελέγχου. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι είναι ουσιώδους σημασίας να διαθέτουν οι πολίτες της Ένωσης την εύλογη βεβαιότητα ότι η διαχείριση των ευρωπαϊκών δημόσιων κεφαλαίων ασκείται με νόμιμο και κανονικό τρόπο. Επίσης, σαφώς καθορισμένα πρότυπα και στόχοι των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου θα παρείχαν αντικειμενική βάση για να μπορεί το Συνέδριο να εκτιμήσει το σχεδιασμό τους και τη λειτουργία τους όταν θα τα ελέγχει, αυξάνοντας έτσι την αποτελεσματικότητα των εργασιών του.


(1)  ΕΕ C 107 της 30.4.2004.

(2)  COM(2005) 252 τελικό της 15ης Ιουνίου 2005.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Δήλωση αξιοπιστίας και πληροφοριακά στοιχεία προς υποστήριξή της

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Δήλωση αξιοπιστίας

Αξιοπιστία των λογαριασμών

Νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων

Πληροφοριακά στοιχεία προς στήριξη της δήλωσης αξιοπιστίας

Εισαγωγή

Αξιοπιστία των λογαριασμών

Ενοποιημένες καταστάσεις που αφορούν την εκτέλεση τουπροϋπολογισμού (έσοδα και δαπάνες)

Ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις

Σχέδιο δράσης για τον εκσυγχρονισμό του λογιστικού συστήματος

Νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων

Η προσέγγιση DAS του Συνεδρίου

Αποτελέσματα ελέγχου DAS για το 2004

Σύστημα εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής

Εμβέλεια του ελέγχου

Θέσεις (management representations) της Επιτροπής

Πρόοδος που σημειώθηκε όσον αφορά την ενίσχυση του συστήματος εσωτερικού ελέγχου

Προς ένα κοινοτικό πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου

ΔΗΛΩΣΗ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

I.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 248 της συνθήκης, το Συνέδριο εξέτασε τις «ενοποιημένες εκθέσεις που αφορούν την εκτέλεση του προϋπολογισμού και τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις» των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το οικονομικό έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2004 (1). Διενήργησε τον έλεγχό του σύμφωνα με τις μεθόδους και τα πρότυπα ελέγχου που εφαρμόζει. Αυτά βασίζονται σε διεθνή πρότυπα, προσαρμοσμένα στο κοινοτικό πλαίσιο. Με τον έλεγχο αυτό, το Συνέδριο απεκόμισε εύλογη βάση για τη γνώμη που εκφράζεται κατωτέρω. Όσον αφορά τους πόρους, η εμβέλεια των ελεγκτικών εργασιών του Συνεδρίου ήταν περιορισμένη. Αφενός, οι ίδιοι πόροι ΦΠΑ και ΑΕΕ βασίζονται σε μακροοικονομικές στατιστικές για τις οποίες τα υποκείμενα δεδομένα δεν μπορούν να ελεγχθούν απευθείας από το Συνέδριο και, αφετέρου, οι έλεγχοι των παραδοσιακών ιδίων πόρων δεν μπορούν να καλύψουν τις εισαγωγές που δεν έχουν υπαχθεί σε τελωνειακή επιτήρηση.

Αξιοπιστία των λογαριασμών

II.

Κατά τη γνώμη του Συνεδρίου, οι «ενοποιημένες εκθέσεις που αφορούν την εκτέλεση του προϋπολογισμού και οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις» των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καταρτίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του δημοσιονομικού κανονισμού της 25ης Ιουνίου 2002, καθώς και με τις λογιστικές αρχές, κανόνες και μεθόδους που παρατίθενται στα παραρτήματα των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων (2). Με την επιφύλαξη της επίπτωσης της παρατήρησης που διατυπώνεται στο σημείο ΙΙΙ, οι εν λόγω οικονομικές καταστάσεις αντικατοπτρίζουν πιστά τα έσοδα και τις δαπάνες των Κοινοτήτων για το προαναφερθέν οικονομικό έτος, καθώς και τη δημοσιονομική κατάστασή τους στο τέλος του έτους αυτού.

III.

Ελλείψει αποτελεσματικών διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου για τα διάφορα έσοδα και τις καταβληθείσες προκαταβολές, το Συνέδριο δεν μπορεί να εξακριβώσει την ορθότητα και την πληρότητα της καταγραφής των πράξεων που αφορούν τη θέση των διαφόρων οφειλετών.

IV.

Χωρίς να θέτει υπό αμφισβήτηση τη γνώμη που διατύπωσε στο σημείο II, το Συνέδριο εφιστά την προσοχή στα εξής:

α)

Όπως και κατά το παρελθόν, το λογιστικό σύστημα που χρησιμοποιήθηκε για την κατάρτιση των λογαριασμών του 2004 δεν έχει σχεδιαστεί κατά τρόπο ο οποίος να εγγυάται την καταγραφή όλων των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού.

β)

Κατόπιν του σχεδίου δράσης της σχετικά με τον εκσυγχρονισμό του λογιστικού συστήματος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η Επιτροπή σημείωσε σημαντική πρόοδο προς την καθιέρωση της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση έως το 2005. Εντούτοις, έχουν καθυστερήσει οι προσαρμογές και οι επικυρώσεις που είναι αναγκαίες για τη διασφάλιση της πλήρους εφαρμογής του νέου λογιστικού πλαισίου.

Νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων

V.

Βάσει των ελεγκτικών αποτελεσμάτων του, το Συνέδριο φρονεί ότι στους τομείς όπου τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου εφαρμόζονται και παρέχουν τη δυνατότητα κατάλληλης διαχείρισης του κινδύνου, ήτοι έσοδα, αναλήψεις υποχρεώσεων, δαπάνες διοικητικής λειτουργίας και προενταξιακή στρατηγική, οι πράξεις που υπόκεινται των ετήσιων ενοποιημένων λογαριασμών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι, στο σύνολό τους, νόμιμες και κανονικές. Επιπλέον, όσον αφορά τις δαπάνες της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΚΓΠ), ο έλεγχος του Συνεδρίου καταδεικνύει ότι το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου (ΟΣΔΕ), όπου εφαρμόζεται ορθά, αποτελεί αποτελεσματικό σύστημα περιορισμού του κινδύνου παράτυπων δαπανών.

VI.

Χωρίς να θέτει υπό αμφισβήτηση τη γνώμη που διατύπωσε στο σημείο V, το Συνέδριο υπογραμμίζει ότι, ως προς την προενταξιακή στρατηγική, εξακολουθούν να υπάρχουν κίνδυνοι διαφόρων βαθμών σε επίπεδο οργανισμών υλοποίησης στις υποψήφιες χώρες για το σύνολο των προγραμμάτων και των μέσων.

VII.

Πρέπει να καταβληθεί μεγαλύτερη προσπάθεια για την αποτελεσματική εφαρμογή των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου και την αντιμετώπιση των αδυναμιών τους, προκειμένου να βελτιωθεί ο χειρισμός των συναφών κινδύνων στους ακόλουθους τομείς, όπου οι πληρωμές εξακολουθούν να επηρεάζονται σημαντικά από σφάλματα:

α)

Ως προς τις δαπάνες της ΚΓΠ, το Συνέδριο εντόπισε επαναλαμβανόμενα αποδεικτικά στοιχεία ότι οι δαπάνες που δεν υπόκεινται στο ΟΣΔΕ, ή οι περιπτώσεις όπου το ΟΣΔΕ δεν εφαρμόστηκε κατάλληλα, επηρεάζονται από μεγαλύτερο κίνδυνο διότι τα συστήματα ελέγχου δεν είναι τόσο αποτελεσματικά. Οι έλεγχοι που διενεργούνται έπειτα από την πληρωμή για τις επιδοτήσεις της ΚΓΠ που δεν καλύπτονται από το ΟΣΔΕ δεν παρέχουν εύλογη βεβαιότητα ως προς τη συμφωνία με την κοινοτική νομοθεσία. Το Συνέδριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι δαπάνες της ΚΓΠ εξακολουθούσαν, στο σύνολό τους, να επηρεάζονται σημαντικά από σφάλματα.

β)

Ως προς τις διαρθρωτικές ενέργειες, το Συνέδριο διαπίστωσε εκ νέου αδυναμίες στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου, οι οποίες καταδεικνύουν, σε διάφορους βαθμούς, την ανάγκη βελτίωσης προκειμένου να επιτευχθεί πλήρης συμφωνία με τις κανονιστικές απαιτήσεις για αποτελεσματικούς καθημερινούς ελέγχους διαχείρισης ή/και ανεξάρτητους δειγματοληπτικούς ελέγχους πράξεων για την περίοδο προγραμματισμού 2000-2006. Και για τις δύο περιόδους προγραμματισμού (1994-1999 και 2000-2006), εντοπίστηκαν πολυάριθμα σφάλματα νομιμότητας και κανονικότητας στις δαπάνες που περιλαμβάνονταν στις δηλώσεις οι οποίες οδήγησαν σε πληρωμές εκ μέρους της Επιτροπής.

γ)

Ως προς τις εσωτερικές πολιτικές, παρά την πρόοδο που πραγματοποιήθηκε σε ορισμένους τομείς, οι διαπιστώσεις ελέγχου του Συνεδρίου σχετικά με τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου, καθώς και με τις υποκείμενες πράξεις, δεν παρέχουν επαρκή βεβαιότητα όσον αφορά τη νομιμότητα και κανονικότητα των πληρωμών. Ενδέχεται να συνεχίσει να υφίσταται ο κίνδυνος σφαλμάτων, εκτός εάν αλλάξει το νομικό πλαίσιο έτσι ώστε να απλοποιηθούν τα συστήματα επιστροφής δαπανών και να αποσαφηνιστούν οι διαδικασίες και οδηγίες που διέπουν τα διάφορα προγράμματα.

δ)

Ως προς τις εξωτερικές δράσεις, οι βελτιώσεις στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής δεν επέδρασαν ακόμη σε επίπεδο οργανισμών υλοποίησης, όπου εντοπίστηκε σχετικά υψηλός αριθμός σφαλμάτων σε επίπεδο πληρωμών όσον αφορά τη συχνότητα και την οικονομική επίπτωση· τα εν λόγω σφάλματα συνδέονταν με την έλλειψη συνολικής προσέγγισης όσον αφορά την εποπτεία και τον έλεγχο των οργανισμών αυτών.

VIII.

Το Συνέδριο σημειώνει την πρόοδο που πραγματοποίησε η Επιτροπή όσον αφορά τη μεταρρύθμιση του συστήματος εσωτερικού ελέγχου της, καθώς και τη θετική επίδραση στη νομιμότητα και κανονικότητα της εσωτερικής διαχείρισης των δαπανών εκ μέρους της Επιτροπής. Ωστόσο, εξακολουθεί να απαιτείται πρόοδος όσον αφορά την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα.

28 Σεπτεμβρίου 2005

Hubert WEBER

Πρόεδρος

Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο

12, rue Alcide De Gasperi, L-1615 Luxembourg

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΡΟΣ ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ

Εισαγωγή

1.1.

Δυνάμει του άρθρου 248 της συνθήκης ΕΚ, το Ελεγκτικό Συνέδριο παρέχει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο μια δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών, καθώς και τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων (DAS). Η συνθήκη εξουσιοδοτεί επίσης το Συνέδριο να συμπληρώνει τη δήλωση αξιοπιστίας με ειδικές εκτιμήσεις για κάθε μείζονα τομέα της κοινοτικής δραστηριότητας.

1.2.

Οι εργασίες σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχουν ως στόχο τη συγκέντρωση επαρκών αποδεικτικών στοιχείων από τα οποία να συνάγεται ο βαθμός στον οποίο το σύνολο των εσόδων, των δαπανών και των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού έχουν καταχωριστεί ορθά, καθώς και ότι οι ετήσιοι λογαριασμοί αντικατοπτρίζουν πιστά τη δημοσιονομική κατάσταση στο τέλος του οικονομικού έτους (βλέπε σημεία 1.6-1.45).

1.3.

Οι εργασίες που αφορούν τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων έχουν ως στόχο τη συγκέντρωση επαρκών αποδεικτικών στοιχείων, άμεσων ή έμμεσων, τα οποία να βεβαιώνουν ότι οι πράξεις είναι σύμφωνες με τις ισχύουσες κανονιστικές ή συμβατικές διατάξεις και ότι το ποσό των εν λόγω πράξεων υπολογίστηκε ορθά (βλέπε σημεία 1.46-1.86) (3).

1.4.

Το Συνέδριο αφιέρωσε και πάλι ιδιαίτερη προσοχή στις προσπάθειες που κατέβαλε η Επιτροπή για την ενίσχυση του συστήματος εσωτερικού ελέγχου της, καθώς και στη συνέχεια που δόθηκε στα σχέδια δράσης που συνόδευαν τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και τη συγκεφαλαίωσή τους για το οικονομικό έτος 2003 (βλέπε σημεία 1.54-1.86).

1.5.

Επιπλέον, το Συνέδριο παρέχει δείκτες για την παρακολούθηση της προόδου που σημειώθηκε όσον αφορά τη βελτίωση των εσωτερικών ελέγχων, τόσο συνολικά όσο και για κάθε τομέα εσόδων και δαπανών (βλέπε παραρτήματα του παρόντος κεφαλαίου και των κεφαλαίων 3 έως 9).

Αξιοπιστία των λογαριασμών

1.6.

Οι παρατηρήσεις του Συνεδρίου αφορούν τους οριστικούς ενοποιημένους ετήσιους λογαριασμούς για το οικονομικό έτος 2004 (4), όπως καταρτίσθηκαν από την Επιτροπή σύμφωνα με τις διατάξεις του δημοσιονομικού κανονισμού της 25ης Ιουνίου 2002 (5).

1.7.

Καθόσον εκκρεμεί η πλήρης εφαρμογή του σχεδίου δράσης για τον εκσυγχρονισμό της λογιστικής από το οικονομικό έτος 2005 και εξής (βλέπε σημεία 1.21-1.45) και, ελλείψει κατάλληλου λογιστικού συστήματος, η κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων του τέλους του οικονομικού έτους εξακολούθησε να στηρίζεται ευρέως σε εξωλογιστικές καταγραφές. Οι πληροφορίες που χρησιμοποιήθηκαν με την ευκαιρία αυτή δεν συνδέονται πάντοτε με τις πράξεις του προϋπολογισμού από τις οποίες προκύπτουν και οι κεντρικές λογιστικές υπηρεσίες δεν ήταν πάντοτε σε θέση να εγγυηθούν την ακρίβεια ή την πληρότητά τους (βλέπε σημείο 1.9).

1.7.

Το νέο λογιστικό σύστημα καθιερώθηκε τον Ιανουάριο 2005. Το κλείσιμο των λογαριασμών για το 2004 έγινε με χρησιμοποίηση των ιδίων κανόνων και συστημάτων όπως το προηγούμενο έτος, όπως είχε προβλεφθεί από τον δημοσιονομικό κανονισμό και την ανακοίνωση της Επιτροπής για τον εκσυγχρονισμό του σχεδίου λογιστικού συστήματος τον Δεκέμβριο 2002 [βλέπε COM(2002) 755 τελικό της 17ης Δεκεμβρίου 2002].

1.8.

Περαιτέρω, το 2004 το λογιστικό σύστημα εξακολούθησε να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε αρχές λογιστικής σε ταμειακή βάση, χωρίς να παρέχει τη δυνατότητα διάκρισης μεταξύ επενδυτικών δαπανών και δαπανών λειτουργίας, μεταξύ οριστικών πληρωμών και προχρηματοδοτήσεων, και χωρίς να παρέχει τη δυνατότητα καθορισμού των οφειλών και των απαιτήσεων. Το γεγονός αυτό επηρέασε τον υπολογισμό του οικονομικού αποτελέσματος (βλέπε σημεία 1.17-1.18, καθώς και σημεία 1.28-1.45).

1.8.

Η διαφοροποίηση μεταξύ κεφαλαιουχικών και μη κεφαλαιουχικών δαπανών αποτελεί μία από τις βελτιώσεις που προκύπτουν από την καθιέρωση του νέου λογιστικού συστήματος. Πράγματι, ο ισολογισμός έναρξης του 2005 ετοιμάζεται αυτόν τον καιρό βάσει της διάκρισης αυτής.

1.9.

Οι επιφυλάξεις που διατυπώνονται στη δήλωση του γενικού διευθυντή προϋπολογισμών [ελλιπής παρουσίαση τόσο των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού όσο και της χρηματοοικονομικής θέσης των Κοινοτήτων και του ΕΤΑ, καθώς και ζητήματα ασφάλειας (6) του λογιστικού συστήματος] επιβεβαιώνονται από τις διαπιστώσεις του Συνεδρίου. Ωστόσο, οι προσπάθειες που κατέβαλε η Επιτροπή στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού του λογιστικού συστήματος έχουν ήδη καταλήξει σε βελτιώσεις στην ποιότητα των παρεχόμενων πληροφοριών.

1.10.

Ο πίνακας 1.1 περιλαμβάνει παρακολούθηση της επιφύλαξης σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών που διατύπωσε το Συνέδριο στη δήλωση αξιοπιστίας για το οικονομικό έτος 2003, καθώς και άλλων σημείων που έθιξε το Συνέδριο στη σχετική ετήσια έκθεση, τα οποία, σύμφωνα με την Επιτροπή, πρέπει να ρυθμιστούν στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού του κοινοτικού λογιστικού πλαισίου.

1.10.

Όπως ελέχθη πέρυσι και όπως ανέφερε το Ελεγκτικό Συνέδριο στην παρατήρησή του, η επιφύλαξη του Συνεδρίου για το 2003 σχετικά με τα έσοδα και τις προκαταβολές ρυθμίστηκε με την καθιέρωση του νέου λογιστικού συστήματος το 2005. Το νέο σύστημα θα αντιμετωπίσει επίσης τα άλλα σημεία που αναφέρονται στον πίνακα 1.1.

1.11.

Παρά την πρόοδο που διαπιστώθηκε, ιδιαίτερα όσον αφορά την παρουσίαση των ετήσιων λογαριασμών και τη μείωση του αριθμού και της κλίμακας των επιφυλάξεων, με τον έλεγχο του Συνεδρίου εντοπίστηκαν προβλήματα, η πλειονότητα των οποίων έχουν ήδη επισημανθεί σε προγενέστερες εκθέσεις (βλέπε σημεία 1.12-1.20).

1.11.

Όπως παρατήρησε το Ελεγκτικό Συνέδριο, σημειώθηκε πράγματι πρόοδος όσον αφορά την παρουσίαση των ετήσιων λογαριασμών. Εντούτοις, πολλές από τις παρατηρήσεις του Συνεδρίου μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με την εισαγωγή της λογιστικής με βάση την αυτοτέλεια των χρήσεων και το νέο σύστημα λογιστικής το 2005.

Πίνακας 1.1 — Παρακολούθηση της επιφύλαξης που διατυπώθηκε στη δήλωση αξιοπιστίας 2003 ως προς την αξιοπιστία των λογαριασμών και τη δυνητική επίδραση του εκσυγχρονισμού του λογιστικού συστήματος σχετικά με ορισμένες παρατηρήσεις της ετήσιας έκθεσης 2003

Επιφύλαξη της δήλωσης αξιοπιστίας 2003

Απαντήσεις στην ετήσια έκθεση 2003

Εξέλιξη της κατάστασης

Ελλείψει αποτελεσματικών διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου για τα διάφορα έσοδα και τις καταβληθείσες προκαταβολές, το Συνέδριο δεν μπορεί να εξακριβώσει την ορθότητα και πληρότητα της καταγραφής των πράξεων που αφορούν τη θέση των διαφόρων οφειλετών.

Η Επιτροπή συνεχίζει να βελτιώνει τις μεθόδους που εφαρμόζει για τη διαχείριση αυτού του τομέα χρησιμοποιώντας τα συστήματα που έχει επί του παρόντος στη διάθεσή της (…) (παραδείγματος χάρη, με την τακτική κοινοποίηση των ληξιπρόθεσμων υπερήμερων οφειλών από τα μέσα του 2003). Ωστόσο, (…) σημαντικές βελτιώσεις στον τομέα αυτό μπορούν να γίνουν μόνο με την καθιέρωση του νέου λογιστικού συστήματος το 2005, ιδιαίτερα με τη λογιστική καταχώριση της καταβολής των προχρηματοδοτήσεων.

Η Επιτροπή επισήμανε ότι έχουν ληφθεί αρκετά μέτρα. Αποστέλλεται ανά τρίμηνο στις διατάκτριες υπηρεσίες το υπόλοιπο των απαιτήσεων και των εντολών ανάκτησης που περιέχει δείκτες σχετικά με τις οχλήσεις για την είσπραξη των απαιτήσεων, υπάρχει στενότερη συνεργασία με τις διατάκτριες υπηρεσίες κατά τη διαδικασία ανάκτησης και οι τόκοι υπερημερίας για εντολές ανάκτησης εισπράττονται συστηματικά. Ομοίως, η Επιτροπή προβαίνει σε απογραφή των προχρηματοδοτήσεων και επισημαίνει ότι κατάλληλη λογιστική επεξεργασία θα εφαρμοστεί από το 2005 και εξής. Ωστόσο, οι δράσεις που αναλήφθηκαν έως το τέλος του 2004 δεν παρέσχαν τη δυνατότητα στο Συνέδριο να θεωρήσει ότι όλα τα προβλήματα είχαν επιλυθεί έως εκείνη την ημερομηνία (βλέπε σημεία 1.17-1.19).

Σημεία που ενδεχομένως επιλύθηκαν στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού του λογιστικού συστήματος των Κοινοτήτων

Απαντήσεις στην ετήσια έκθεση 2003

Ενδεχόμενη μελλοντική επίδραση του σχεδίου εκσυγχρονισμού του λογιστικού πλαισίου των Κοινοτήτων

Ελλείψει κατάλληλου λογιστικού συστήματος, η κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων του τέλους του οικονομικού έτους εξακολούθησε να στηρίζεται ευρέως σε εξωλογιστικές απογραφές. Οι αξιολογήσεις που χρησιμοποιήθηκαν με την ευκαιρία αυτή δεν συνδέονται πάντοτε με τις πράξεις του προϋπολογισμού από τις οποίες προκύπτουν. Το υπάρχον λογιστικό σύστημα δεν παρέχει τη δυνατότητα διάκρισης μεταξύ επενδυτικών δαπανών και δαπανών λειτουργίας, μεταξύ οριστικών πληρωμών και προχρηματοδοτήσεων, ούτε καν τη δυνατότητα καθορισμού των οφειλών και των απαιτήσεων. Λόγω της κατάστασης αυτής, ο υπολογισμός του οικονομικού αποτελέσματος επηρεάστηκε αρνητικά

Οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες χρησιμοποιούν το σύστημα λογιστικής βάσει ταμειακών συναλλαγών, όπως και οι περισσότεροι οργανισμοί δημοσίου τομέα σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Επιτροπή γνωρίζει τους περιορισμούς της προσέγγισης αυτής και γι’ αυτό ανέλαβε το σχέδιο εκσυγχρονισμού του λογιστικού συστήματος και τη μετάβαση στη λογιστική σε δεδουλευμένη βάση, όπως αναφέρεται από το Συνέδριο. Η Επιτροπή έχει την πρόθεση να συμμορφωθεί με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα του Δημόσιου Τομέα (IPSAS) έως το 2005.

Στις 10 Ιανουαρίου 2005, ξεκίνησε η χρήση του κεντρικού λογιστικού συστήματος για το γενικό προϋπολογισμό. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η γενική λογιστική έχει μεταβεί πλέον εξ ολοκλήρου στη λογιστική σε δεδουλευμένη βάση με εξαίρεση τις περιπτώσεις των εξωτερικών αντιπροσωπειών και των γραφείων Τύπου που βρίσκονται εκτός της έδρας της Επιτροπής, προς τις οποίες έχουν αποκεντρωθεί οι οικονομικές ευθύνες και οι οποίες πρόκειται να ενσωματωθούν σταδιακά στο κεντρικό σύστημα από το 2005 και εξής. Εξακολουθεί να εκκρεμεί η οριστικοποίηση των διαδικασιών για το κλείσιμο των λογαριασμών του 2005 και την εκπόνηση των οικονομικών καταστάσεων για το 2005.

Ορισμένες δυσχέρειες που συνδέονται με την αξιολόγηση των ποσών που παρουσιάζονται σε ορισμένες θέσεις του ισολογισμού αφορούν ιδιαίτερα τα ποσά που κατέχουν οι ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί φορείς (στον τίτλο «διάφοροι οφειλέτες», το πραγματικό ποσοστό χρησιμοποίησής τους και το ύψος των σχετικών τόκων ή ακόμη ορισμένες συμμετοχές και δάνεια βάσει πιστώσεων του προϋπολογισμού (παραδείγματος χάρη ECIP Eurotech Capital, Venture Consort και Joint Venture Programme).

Η Επιτροπή έχει ήδη κάνει σημαντικές εργασίες στον τομέα των ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών φορέων. Ωστόσο, τα προβλήματα αυτά θα μπορέσουν να επιλυθούν οριστικά μόνο με την καθιέρωση του νέου λογιστικού συστήματος, το 2005. Προς το παρόν, τα αριθμητικά στοιχεία καταχωρούνται με το χέρι και η Επιτροπή συνεχίζει να βελτιώνει τις διαδικασίες για την εγγραφή των τόκων. Στο πλαίσιο της μετάβασης στη λογιστική σε δεδουλευμένη βάση εξετάζονται επί του παρόντος όλοι οι ανοιχτοί φάκελοι του ECIP.

Καταβλήθηκαν σημαντικές προσπάθειες για την εγγραφή των ενδιάμεσων χρηματοπιστωτικών φορέων. Ορισμένα από τα ζητήματα διευθετήθηκαν μέσω των κανόνων λογιστικής.

Άλλες αδυναμίες που συνδέονται με την παρουσίαση των λογαριασμών εξακολουθούν να υπάρχουν όσον αφορά διάφορες γεωργικές δαπάνες και λοιπές προκαταβολές που δεν έχουν εκτελεστεί αλλά εμφανίζονται ως εκτελεσθείσες, την παρουσίαση κατά προσέγγιση ποσών που έχουν το χαρακτήρα πρόβλεψης όπως οφειλές, καθώς και τη λογιστική επεξεργασία των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων που ακυρώνει την επίδραση στο οικονομικό αποτέλεσμα.

Διευθετήθηκαν διάφορα ζητήματα στο πλαίσιο της μετάβασης στη λογιστική σε δεδουλευμένη βάση το 2005 και η Επιτροπή θα προβεί σε αλλαγές μόνον για τους λογαριασμούς του 2005 προκειμένου να αποφύγει αλλεπάλληλες αλλαγές.

Θεωρητικά, η εφαρμογή των κανόνων λογιστικής που εγκρίθηκαν από τον υπόλογο στις 28 Δεκεμβρίου 2004 διευθετεί τα περισσότερα από τα ζητήματα που έχουν τεθεί. Ωστόσο, σύμφωνα με την Επιτροπή, η τρέχουσα παρουσίαση των συντάξεων στον ισολογισμό θα διατηρηθεί έως την έκδοση σχετικού προτύπου IPSAS.

Εξακολουθεί να μην αναφέρεται με επαρκή και ακριβή τρόπο στους λογαριασμούς του τέλους του έτους ότι ορισμένες πράξεις ενδέχεται να διορθωθούν μεταγενέστερα από τις υπηρεσίες της Επιτροπής ή των κρατών μελών (βλέπε σημείο 1.12) ούτε η πιθανή έκταση των διορθώσεων αυτών. Εξάλλου, και άλλες αβεβαιότητες μπορεί να επηρεάσουν προσωρινά τους λογαριασμούς (βλέπε σημείο 1.13).

Οι ετήσιοι λογαριασμοί παρουσιάζουν υποχρεωτικά τις δημοσιονομικές πληροφορίες που είναι γνωστές τη στιγμή του κλεισίματος. Η αξιοπιστία των πληροφοριών αυτών εξαρτάται πάντα από τα πορίσματα των λογιστικών ελέγχων που διενεργήθηκαν τότε ή μεταγενέστερα. Οι λογαριασμοί προσδιορίζουν τα ποσά που πρέπει να ανακτηθούν, μόνο όταν η Επιτροπή εκδώσει τις αποφάσεις της στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών ή άλλων συναφών διαδικασιών. Στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού του λογιστικού συστήματος, η Επιτροπή επεξεργάζεται κανόνες για τη λογιστική καταχώριση των ανακτήσεων αυτών και για τη βελτίωση των επεξηγηματικών σημειώσεων των ετήσιων λογαριασμών.

Η κατάσταση παραμένει αμετάβλητη για τους λογαριασμούς του 2004 και αναμένεται να αντιμετωπισθεί στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού του λογιστικού συστήματος.

Ενοποιημένες εκθέσεις σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού (έσοδα και δαπάνες)

Προσωρινά στοιχεία σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού

1.12.

Παρά την παρατήρηση του Συνεδρίου στις ετήσιες εκθέσεις του για το 2002 (7) και το 2003 (8), εξακολουθούν να μην υπάρχουν επαρκείς και σαφείς ενδείξεις στις επεξηγηματικές σημειώσεις των λογαριασμών του τέλους του έτους για το γεγονός ότι ορισμένες πράξεις ενδέχεται να διορθωθούν μεταγενέστερα από τις υπηρεσίες της Επιτροπής ή των κρατών μελών (εκκαθάριση των λογαριασμών των οργανισμών πληρωμών στο πλαίσιο του ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεις, προσαρμογή των προσωρινών ποσών στην περίπτωση της διαδικασίας κλεισίματος σχεδίων ή προγραμμάτων που συνδέονται με τις εσωτερικές πολιτικές, τις εξωτερικές δράσεις και τα διαρθρωτικά ταμεία). Επιπλέον, οι επεξηγηματικές σημειώσεις δεν περιέχουν ενδείξεις σχετικά με την ενδεχόμενη έκταση τέτοιων διορθώσεων (παραδείγματος χάρη όσον αφορά το μέγεθος των διορθώσεων που πραγματοποιήθηκαν τα προηγούμενα οικονομικά έτη ή το βαθμό στον οποίο οι πληρωμές που καταλογίζονται στον προϋπολογισμό ενδέχεται να υποβληθούν σε μελλοντικές διορθώσεις).

1.12.

Στους τελικούς λογαριασμούς του 2004 περιλαμβάνεται συμπληρωματική παρατήρηση στην οποία αναφέρεται ότι οι περισσότερες πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν από την Επιτροπή κατά τη διάρκεια του έτους έγιναν προσωρινά και υπό ποικίλους όρους. Μετά τον εκσυγχρονισμό του λογιστικού συστήματος, η Επιτροπή εφαρμόζει νέους λογιστικούς κανόνες κατά τη λογιστική αντιμετώπιση της ανάκτησης καταβληθέντων ποσών, και αυτό καλύπτει επίσης τις επεξηγηματικές σημειώσεις των ετήσιων λογαριασμών. Τα αποτελέσματα των νέων κανόνων θα πρέπει να εξεταστούν στους ετήσιους λογαριασμούς του 2005.

Για τις πληρωμές των διαρθρωτικών ταμείων είναι δύσκολο να προβλεφθεί το επίπεδο των μελλοντικών διορθώσεων, δεδομένου ότι αυτό εξαρτάται από την έκβαση χρονοβόρων διαδικασιών σε πολυάριθμες μεμονωμένες περιπτώσεις.

Όσον αφορά τις γεωργικές δαπάνες, οι ετήσιοι λογαριασμοί παρουσιάζουν αναγκαστικά δημοσιονομικά πληροφοριακά στοιχεία όπως αυτά είναι γνωστά κατά τη στιγμή του κλεισίματός τους. Η αξιοπιστία αυτών των πληροφοριακών στοιχείων θα υπόκειται πάντα στα πορίσματα των λογιστικών ελέγχων που διεξάγονται εκείνη τη στιγμή ή στη συνέχεια. Οι λογαριασμοί μπορούν να αναγνωρίζουν μόνο τα οριστικά ποσά που πρέπει να ανακτηθούν όταν η Επιτροπή λαμβάνει τις τελικές αποφάσεις της στο πλαίσιο της εκκαθάρισης λογαριασμών ή παρόμοιων διαδικασιών.

Η Επιτροπή θα προβεί σε ανάλυση της δυνατότητας βελτίωσης των πληροφοριακών στοιχείων όσον αφορά τη δημοσιονομική επίπτωση των διορθώσεων που αφορούν προηγούμενα έτη.

1.13.

Εξάλλου, υφίστανται και άλλες αβεβαιότητες που μπορεί να επηρεάσουν προσωρινά τους λογαριασμούς, όπως, παραδείγματος χάρη, οι γνωμοδοτήσεις με επιφυλάξεις ή οι αρνητικές γνωμοδοτήσεις που έλαβαν από τους οργανισμούς πιστοποίησης για τους λογαριασμούς τους είκοσι οργανισμοί πληρωμών, οι οποίοι διαχειρίζονται γεωργικά κονδύλια ύψους 11 000 εκατομμυρίων ευρώ (βλέπε σημείο 4.19), καθώς και η αναβολή από την Επιτροπή της απόφασης δημοσιονομικής εκκαθάρισης για το οικονομικό έτος 2004 των λογαριασμών οργανισμών πληρωμών που αντιστοιχούν στο 9 % των δαπανών που δηλώθηκαν για το οικονομικό έτος 2004, εν αναμονή περαιτέρω πληροφοριών ή ολοκλήρωσης ορισμένων ελεγκτικών εργασιών (βλέπε σημείο 4.20).

1.13.

Όπως αναφέρεται στο σημείο 4.19, οι γνωμοδοτήσεις με επιφυλάξεις ή οι αρνητικές γνωμοδοτήσεις περιορίζονται στη μεγάλη πλειονότητα των υποθέσεων σε ειδικά θέματα και μέτρα σχετικά με συγκεκριμένες πτυχές των δραστηριοτήτων των 20 εμπλεκόμενων οργανισμών πληρωμών. Οι σχετικές δαπάνες είναι, σε γενικές γραμμές, περιορισμένες.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι η αναβολή στην απόφαση εκκαθάρισης των λογαριασμών δεν προκαλεί καμία δημοσιονομική επίπτωση στα υπόψη κράτη μέλη ούτε αποκλείει εκ των προτέρων τη δαπάνη κοινοτικής χρηματοδότησης. Η Επιτροπή έχει ήδη κινήσει διαδικασία για την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.

Λογιστική εγγραφή δαπανών σε μη αντιστοιχούντα κονδύλια του προϋπολογισμού

1.14.

Σύμφωνα με τη συνθήκη προσχώρησης (9), τα σχέδια του μέσου προενταξιακών διαρθρωτικών πολιτικών (ISPA), των οποίων η εφαρμογή δεν είχε ολοκληρωθεί κατά την ημερομηνία προσχώρησης, θεωρούνται εγκεκριμένα από τον κανονισμό για το Ταμείο Συνοχής, ενώ οι πληρωμές που καταβλήθηκαν έκτοτε (345,5 εκατομμύρια ευρώ) στα ενδιαφερόμενα νέα κράτη μέλη εξακολουθούν να πραγματοποιούνται από πιστώσεις για προενταξιακές παρεμβάσεις. Βάσει της αρχής της διαφάνειας του προϋπολογισμού, θα πρέπει να αποσαφηνιστεί η κατάσταση στις οικονομικές καταστάσεις (10).

1.14.

Σύμφωνα με το δημοσιονομικό κανονισμό, οι εκταμιεύσεις μπορούν να γίνουν μόνο από το κονδύλιο του προϋπολογισμού από το οποίο έχει αναληφθεί η υποχρέωση. Ο τίτλος του κονδυλίου έχει πλέον αλλαχθεί σε «κλείσιμο της προενταξιακής βοήθειας για τις 8 υποψήφιες χώρες.» Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δεν καταβάλει πλέον προενταξιακές πιστώσεις. Όπως υπογραμμίζεται από το Συνέδριο, η διαχείριση αυτών των έργων σύμφωνα με τους κανόνες του ταμείου συνοχής έχει προβλεφθεί από τη συνθήκη προσχώρησης.

1.15.

Στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής (11), τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να μειώνουν τις πληρωμές που οφείλονται σε γεωργούς στο πλαίσιο ορισμένων καθεστώτων ενισχύσεων και να χρησιμοποιούν τα παρακρατηθέντα κονδύλια για τη χρηματοδότηση πρόσθετων μέτρων αγροτικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με το σύστημα αυτό (γνωστό ως «διακύμανση»), πραγματοποιήθηκαν λογιστικές εγγραφές σε κονδύλιο του προϋπολογισμού το οποίο δεν είναι εκείνο όπου τελικά θα καταλογιστεί η σχετική δαπάνη (165,2 εκατομμύρια ευρώ το 2004), και δαπάνες που δεν έχουν ακόμη εκτελεσθεί (263 εκατομμύρια ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2004) παρουσιάσθηκαν στους λογαριασμούς ως ήδη πραγματοποιηθείσες (βλέπε σημεία 1.13-1.14 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2002 και 1.10 α) της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2003).

1.15.

Όσον αφορά τη λογιστική εγγραφή των 165,2 εκατ. ευρώ κατά το 2004, οι λεπτομέρειες λογιστικής καταχώρησης των παρακρατηθέντων ποσών βάσει των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1259/1999 και του άρθρου 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1655/2004, εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1017/2001 της Επιτροπής [για την τροποποίηση του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 296/96].

Όσον αφορά τις δαπάνες που δεν εκτελέστηκαν ακόμη από τα κράτη μέλη (263 εκατ. ευρώ το 2004), τα κράτη μέλη μπορούν να παρακρατήσουν ένα μέρος των άμεσων ενισχύσεων για τους αγρότες, με βάση τη διακύμανση και τις οικονομικές παραμέτρους προκειμένου να χρησιμοποιηθούν επί ορισμένης χρονικής περιόδου για τη χρηματοδότηση των συνοδευτικών μέτρων στην ανάπτυξη της υπαίθρου [κατ’ εφαρμογή των άρθρων 3 έως και 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1259/1999 και του άρθρου 153 παράγραφος 4 καθώς και του άρθρου 155 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003]. Τα ποσά που θα ληφθούν υπόψη και δεν θα χρησιμοποιηθούν θα πρέπει να επιστραφούν στο τέλος της σχετικής περιόδου.

Το παρόν σύστημα διακύμανσης βρίσκεται στο στάδιο της κατάργησης και δεν προβλέπεται να τροποποιηθεί η καταχώρηση στους «λογαριασμούς του προϋπολογισμού» κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της διάρκειάς του. Επί του παρόντος εξετάζεται η καταχώρηση στη γενική λογιστική στο πλαίσιο της μετάβασης στη «λογιστική με βάση την αυτοτέλεια των χρήσεων», το 2005.

Ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις

Ισολογισμός

Ποσά που οφείλουν τα κράτη μέλη

1.16.

Αρκετοί οργανισμοί πιστοποίησης διατύπωσαν επιφυλάξεις σχετικά με την πληρότητα και την ορθότητα των ποσών (665,5 εκατομμύρια ευρώ καθαρά στις 31 Δεκεμβρίου 2004) που οφείλονται στην Επιτροπή σύμφωνα με το γενικό καθολικό του ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεις [βλέπε σημείο 1.25 της ετήσιας έκθεσης για το 2002 και σημείο 1.10 στοιχείο δ) της ετήσιας έκθεσης για το 2003].

1.16.

Οι προβλέψεις για τις επισφαλείς απαιτήσεις θα εξακολουθήσει να στηρίζεται στις βέλτιστες εκτιμήσεις κάθε οικείου οργανισμού πληρωμής, όπως και κατά τα παρελθόντα έτη. Υπολογίζεται ότι οι οργανισμοί πληρωμής είναι οι πλέον κατάλληλοι για να αξιολογήσουν τις πιθανότητες ανάκτησης. Η Επιτροπή έχει επιφέρει πολλές βελτιώσεις στον λογιστικό μηχανισμό κατά τα τελευταία έτη όσον αφορά τους οφειλέτες στην ΚΓΠ. Για παράδειγμα, οι οργανισμοί πληρωμής πρέπει να τηρούν βιβλίο οφειλετών και οι οργανισμοί πιστοποίησης πρέπει να εξασφαλίζουν την πληρότητα αυτών των βιβλίων. Οι οργανισμοί πιστοποίησης 86 επί συνόλου 91 ήσαν σε θέση να βεβαιώσουν ότι τα βιβλία οφειλετών είχαν τηρηθεί σωστά.

Περίπου το ένα τρίτο του ποσού που αναφέρεται από το Συνέδριο αφορούσε ένα μόνο οργανισμό πληρωμών, για τον οποίο διατυπώθηκε επιφύλαξη από τον οργανισμό πιστοποίησης και οι λογαριασμοί του οποίου διαχωρίστηκαν από την Επιτροπή.

Διάφοροι οφειλέτες

1.17.

Η καταγραφή των διαφόρων οφειλετών (4 139,8 εκατομμύρια ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2004) εξακολουθεί να δημιουργεί προβλήματα (12). Εξακολουθούν να καταχωρίζονται προσωρινές πληρωμές ως οριστικές δαπάνες και δεν καταχωρίζονται αμέσως ποσά προς είσπραξη. Ελλείψει κατάλληλων διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου των διαφόρων εσόδων στις υπηρεσίες των διατακτών, το Συνέδριο αδυνατεί να αποκομίσει βεβαιότητα ως προς την πληρότητα και την ακρίβεια της καταγραφής των απαιτήσεων.

1.17.

Όπως ανέφερε και στην απάντησή της κατά τα προηγούμενα έτη, η Επιτροπή αποδέχεται την παρατήρηση του Συνεδρίου, αλλά δηλώνει ότι το σχετικό πρόβλημα θα αντιμετωπιστεί με την εισαγωγή του νέου λογιστικού συστήματος το 2005.

1.18.

Επιπλέον, ελλείψει κατάλληλου λογιστικού συστήματος, το Συνέδριο αδυνατεί να βεβαιώσει την ορθότητα και την πληρότητα των ποσών που είναι εγγεγραμμένα για τους ενδιάμεσους χρηματοπιστωτικούς φορείς (13), τα οποία στις 31 Δεκεμβρίου 2004 ανέρχονταν συνολικά σε 1 313,6 εκατομμύρια ευρώ (14) [βλέπε σημείο 1.27 της ετήσιας έκθεσης για το 2002 και σημείο 1.10 στοιχείο στ) της ετήσιας έκθεσης για το 2003].

1.18.

Το νέο λογιστικό σύστημα που καθιερώθηκε το 2005 και βασίζεται σε κανόνες της αυτοτέλειας των χρήσεων, επιτρέπει στην Επιτροπή να ασκεί καλύτερο έλεγχο των ποσών προχρηματοδότησης (όπως των ενδιάμεσων χρηματοδοτικών οργανισμών).

1.19.

Επίσης, η βάση επί της οποίας η Επιτροπή ενέγραψε μείωση αξίας ύψους 29,6 εκατομμυρίων ευρώ όσον αφορά προκαταβολές για την ECIP (13) (European Community Investment Partners) (51,5 εκατομμύρια ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2004) ήταν αμφίβολη, δεδομένου ότι τα συστατικά στοιχεία στα οποία εφαρμόζεται δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί πλήρως, καθώς δεν έχει ολοκληρωθεί η εξέταση των ανοιχτών φακέλων [βλέπε σημείο 1.18 της ετήσιας έκθεσης για το 2002 και σημείο 1.10 στοιχείο β) της ετήσιας έκθεσης για το 2003].

1.19.

Η εξέταση των ανοιχτών φακέλων συνεχίστηκε κατά το 2005. Η αξία των 51,5 εκατ. ευρώ που καταχωρήθηκε στον ισολογισμό στο τέλος του 2004 αντιστοιχεί στα 41,2 εκατ. ευρώ που αφορούν τα ποσά προχρηματοδότησης (χρηματοδοτική διευκόλυνση 2) και τα 10,3 εκατ. ευρώ για ποσά που κινήθηκαν από διάφορους χρηματοδοτικούς οργανισμούς που συμμετέχουν στο πρόγραμμα ECIP. Η μείωση αξίας 29,6 εκατ. ευρώ αφορά μόνο το ποσό των προχρηματοδοτήσεων. Η μείωση αξίας υπολογίστηκε με την αφαίρεση του ποσού η ανάκτηση του οποίου ήταν σχεδόν βέβαιη (11,5 εκατ. ευρώ) από το συνολικό ποσό. Το ποσό των 10,3 εκατ. ευρώ επισημάνθηκε χάρη στη διαδικασία αποστολής εγκυκλίου που κινήθηκε για να επιβεβαιωθεί η κατάσταση σχετικά με τις χρηματοδοτικές διευκολύνσεις 3 και 4. Θα διαβιβαστεί στην Επιτροπή μετά την αποστολή των αναγκαίων ενταλμάτων.

Πρόβλεψη για συντάξεις

1.20.

Η ισχύουσα παρουσίαση στον ισολογισμό της πρόβλεψης για συντάξεις (15) [26 008 εκατομμύρια ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2004 βάσει αναλογιστικής αξιολόγησης για το προσωπικό (25 814 εκατομμύρια ευρώ) και για τους Επιτρόπους, τους Δικαστές και τους Γενικούς Εισαγγελείς του Δικαστηρίου, καθώς και για τα Μέλη του Ελεγκτικού Συνεδρίου (194 εκατομμύρια ευρώ)] και της αντίστοιχης απαίτησης από τα κράτη μέλη έχει ως αποτέλεσμα την αναίρεση της επίπτωσης στο οικονομικό αποτέλεσμα, καθώς δεν απεικονίζει τη μεταβολή στις συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις των κοινοτικών οργάνων κατά το 2004 [βλέπε σημεία 1.31-1.32 της ετήσιας έκθεσης για το 2002 και σημείο 1.10 στοιχείο η) της ετήσιας έκθεσης για το 2003].

1.20.

Όπως έχει απαντήσει και στο παρελθόν η Επιτροπή, αυτός ο λογιστικός χειρισμός για τις συντάξεις είναι σύμφωνος με τους λογιστικούς κανόνες που έχουν θεσπιστεί από τον υπόλογο της Επιτροπής μετά από διαβούλευση με την επιτροπή λογιστικών προτύπων. Το θέμα αυτό θα επανεξεταστεί όταν θα υπάρξει διαθέσιμο διεθνές λογιστικό πρότυπο (IPSAS) για τον χειρισμό των συντάξεων σε οντότητες του δημόσιου τομέα.

Σχέδιο δράσης για τον εκσυγχρονισμό του λογιστικού συστήματος

Ιστορικό

1.21.

Στις 17 Δεκεμβρίου 2002, η Επιτροπή ενέκρινε το σχέδιο δράσης για τον εκσυγχρονισμό του λογιστικού συστήματος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (16), το οποίο αποτελεί ανταπόκριση σε σειρά προγενέστερων παρατηρήσεων του Συμβουλίου και λαμβάνει υπόψη τις διατάξεις του νέου δημοσιονομικού κανονισμού που εγκρίθηκε τον Ιούνιο του 2002 (17), βάσει των οποίων προβλέπεται, μεταξύ άλλων, η θέσπιση της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση (άρθρο 125). Το εν λόγω σχέδιο δράσης, που προβλεπόταν να είναι πλήρως λειτουργικό από την 1η Ιανουαρίου 2005 (18), περιλαμβάνει δύο πτυχές: η μία αφορά την έγκριση νέου λογιστικού πλαισίου (19), και η άλλη την ανάπτυξη του ηλεκτρονικού συστήματος που είναι αναγκαίο για την εφαρμογή του (20). Συστάθηκαν δύο επιτροπές, η επιτροπή εποπτείας και η συμβουλευτική επιτροπή λογιστικών προτύπων, για την παροχή υποστήριξης στον υπόλογο της Επιτροπής που είναι υπεύθυνος για την εφαρμογή του σχεδίου.

Εμβέλεια και μέθοδος του ελέγχου

1.22.

Δεδομένης της θεμελιώδους σημασίας του σχεδίου εκσυγχρονισμού, το Συνέδριο ξεκίνησε τη διενέργεια ελέγχου επί των διαφόρων σταδίων της υλοποίησης σχεδίων από την Επιτροπή, ο οποίος συνεχίζεται. Το Συνέδριο παραθέτει εδώ τις προκαταρκτικές διαπιστώσεις του και θα παρουσιάσει τις διαπιστώσεις του σχετικά με τα μετέπειτα στάδια σε μελλοντικές ετήσιες εκθέσεις.

1.22.

Το νέο λογιστικό σύστημα έχει τεθεί σε λειτουργία και η κατάρτιση των ετήσιων λογαριασμών του 2005 (συμπεριλαμβανομένου και του ισολογισμού έναρξης) συνεχίζεται μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου τον Μάιο 2005.

1.23.

Στο πρώτο στάδιο, το οποίο καλύπτει τη διαδικασία μετάβασης κατά το 2004, το Συνέδριο επικεντρώθηκε στα εξής:

την επαλήθευση της συμβατότητας των νέων λογιστικών κανόνων και λογιστικών κατευθυντήριων γραμμών με το δημοσιονομικό κανονισμό και τα διεθνή πρότυπα (βλέπε σημεία 1.24-1.27),

τον προσδιορισμό των δεδομένων που δεν ήταν έως τώρα διαθέσιμα, τα οποία πρέπει να εισαχθούν στο σύστημα (προχρηματοδότηση και συναφείς εγγυήσεις, τιμολόγια/αιτήσεις πληρωμής, νομικά πρόσωπα), μέσω της διενέργειας αξιολόγησης του συστήματος και δοκιμαστικών ελέγχων επιβεβαίωσης (21) (βλέπε σημεία 1.28-1.37),

σφαιρική αξιολόγηση από τον υπόλογο και τις υπηρεσίες του της κατάστασης ετοιμότητας των τοπικών συστημάτων οικονομικής διαχείρισης ορισμένων Γενικών Διευθύνσεων και υπηρεσιών που παρέχουν δεδομένα για τους λογαριασμούς της Επιτροπής (τοπικά συστήματα) για την καθιέρωση της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση (βλέπε σημεία 1.38-1.42).

Νέο λογιστικό πλαίσιο

1.24.

Στις 28 Δεκεμβρίου 2004 ο υπόλογος της Επιτροπής ενέκρινε ένα σύνολο 15 κανόνων (22), όπως προβλέπεται στο άρθρο 133 του δημοσιονομικού κανονισμού. Οι κανόνες αυτοί καλύπτουν τα βασικά πεδία της λογιστικής και της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης βάσει των διεθνώς αποδεκτών προτύπων για το δημόσιο τομέα (23), προσαρμοσμένων στις ειδικές ανάγκες της Επιτροπής και των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (24). Ακολούθως πραγματοποιήθηκε η μεταφορά των κανόνων αυτών, υπό τη μορφή κανόνων εφαρμογής και ενός εγχειριδίου λογιστικής προς εφαρμογή από τα κοινοτικά όργανα και τους κοινοτικούς οργανισμούς, των οποίων οι λογαριασμοί πρόκειται να ενοποιηθούν (25), εγκαίρως για τη κατάρτιση των λογαριασμών για το οικονομικό έτος 2005.

1.25.

Ενόψει των επικείμενων εργασιών για την κατάρτιση του αρχικού ισολογισμού για το οικονομικό έτος 2005, ο οποίος δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί έως το πέρας των ελεγκτικών εργασιών (Μάιος του 2005), το Συνέδριο περιόρισε την αρχική ανάλυσή του σε τέσσερις λογιστικούς κανόνες που θεωρούνται καίριας σημασίας για τη μετάβαση, δηλαδή τους κανόνες που αφορούν τις οικονομικές καταστάσεις, τις δαπάνες και οφειλές, τις προχρηματοδοτήσεις και προβλέψεις, και τις ενδεχόμενες απαιτήσεις και υποχρεώσεις. Οι λοιποί κανόνες θα αναλυθούν σε μεταγενέστερα στάδια του ελέγχου.

1.26.

Διαπιστώθηκε ότι οι τέσσερις αυτοί κανόνες συμφωνούν από όλες τις σημαντικές απόψεις με το δημοσιονομικό κανονισμό, καθώς και με τα διεθνή λογιστικά πρότυπα του δημόσιου τομέα (IPSAS), στο βαθμό που καλύπτονται από αυτά (26). Ωστόσο, λόγω του σύνθετου χαρακτήρα των διαφόρων τομέων που καλύπτονται, η συμμόρφωση επιτυγχάνεται έως ένα βαθμό μέσω της εφαρμογής μιας μάλλον γενικής προσέγγισης όσον αφορά τόσο τους βασικούς κανόνες όσο και το πιο αναλυτικό εγχειρίδιο λογιστικής, αφήνοντας έτσι την ερμηνεία των ειδικών στοιχείων στη διακριτική ευχέρεια των διαφόρων γενικών διευθύνσεων (βλέπε σημείο 1.32). Επιπλέον, τα θέματα των εγγυήσεων και της προχρηματοδότησης χρήζουν αποσαφήνισης (βλέπε σημείο 1.33).

1.26.

Οι λογιστικοί κανόνες, όπως εγκρίθηκαν από τον υπόλογο της Επιτροπής, είχαν συζητηθεί με την επιτροπή λογιστικών προτύπων και είναι αναγκαστικά από τη φύση τους περισσότερο γενικοί παρά ειδικοί. Το ίδιο συμβαίνει και με τους διεθνείς λογιστικούς κανόνες επί των οποίων βασίζονται, τα διεθνή λογιστικά πρότυπα/διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης [International Accounting Standards/International Financial Reporting Standards (IAS/IFRS)] καθώς και τα διεθνή λογιστικά πρότυπα για τον δημόσιο τομέα (International Public Sector Accounting Standards). Λεπτομερέστερες οδηγίες υπάρχουν στο εγχειρίδιο λογιστικής και στα δελτία που διατίθενται στο εσωτερικό δίκτυο της Επιτροπής (Intranet) και η εφαρμογή τους από τις γενικές διευθύνσεις είναι υποχρεωτική.

1.27.

Η εκπόνηση και η έγκριση οδηγιών δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί κατά το τέλος των ελεγκτικών εργασιών (Μάιος 2005), παραδείγματος χάρη όσον αφορά τη διαδικασία διαχωρισμού, η οποία βρίσκεται επί του παρόντος στο στάδιο της επεξεργασίας. Είναι σημαντικό να καθορισθεί το οικονομικό έτος στο οποίο πρέπει να αποδίδονται τα γεγονότα που συνιστούν γενεσιουργό αίτιο για εγγραφές, καθώς αυτό έχει άμεση επίπτωση στη λογιστική επεξεργασία των πράξεων και την πραγματική και ακριβή εικόνα της οικονομικής θέσης.

1.27.

Η επεξεργασία αυτών των οδηγιών αποτελεί συνεχή διαδικασία η οποία έχει προχωρήσει σημαντικά από την ολοκλήρωση του ελέγχου του Συνεδρίου. Η διαδικασία κλεισίματος των χρήσεων παρουσιάστηκε και συζητήθηκε με τις γενικές διευθύνσεις στο τέλος Ιουλίου και τις αρχές Αυγούστου. Τέλος, όπως είχε προβλεφθεί, οι οδηγίες για το κλείσιμο των χρήσεων οριστικοποιήθηκαν και εστάλησαν στις γενικές διευθύνσεις μέχρι τα μέσα Αυγούστου, ενώ δημοσιεύθηκαν επίσης στον εσωτερικό δικτυακό τόπο.

Απαιτούνται πρόσθετα δεδομένα για τον αρχικό ισολογισμό

1.28.

Η Επιτροπή πρέπει να συντάξει τους λογαριασμούς σύμφωνα με τους νέους λογιστικούς κανόνες για το οικονομικό έτος 2005, γεγονός που καθιστά αναγκαία την εκ νέου επεξεργασία του κλεισίματος του οικονομικού έτους 2004 για την κατάρτιση του αρχικού ισολογισμού για το 2005 σύμφωνα με τους νέους λογιστικούς κανόνες. Ορισμένα δεδομένα που είναι απαραίτητα για τον αρχικό ισολογισμό δεν εμφανίζονται στους λογαριασμούς στο τέλος του 2004. Ως εκ τούτου, τα δεδομένα αυτά πρέπει να προσδιορισθούν, μέσω της εφαρμογής ειδικών διαδικασιών, και να καταχωρισθούν λογιστικά το 2005.

1.29.

Στα σημεία που ακολουθούν εξετάζονται τα πλέον σημαντικά στοιχεία: οι προχρηματοδοτήσεις (προκαταβολές), που συνιστούν στοιχείο του ενεργητικού· τα τιμολόγια/οι αιτήσεις πληρωμής που δεν είχαν εξοφληθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2004, και συνιστούν στοιχείο του παθητικού· οι εγγυήσεις, οι οποίες θα εγγραφούν στο παράρτημα του ισολογισμού· και τα νομικά πρόσωπα, που αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για τη διενέργεια πληρωμών.

1.30.

Η Επιτροπή εκτιμά ότι το ποσό των προς εγγραφή στους λογαριασμούς προχρηματοδοτήσεων ανέρχεται σε περίπου 64 000 εκατομμύρια ευρώ. Άνω του 90 % του ποσού αυτού αντιστοιχεί σε πέντε γενικές διευθύνσεις: Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Πολιτικής, Γενική Διεύθυνση Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ίσων Ευκαιριών, Γενική Διεύθυνση Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης, Γενική Διεύθυνση Έρευνας και Γραφείο συνεργασίας EuropeAid. Ως εκ τούτου, αποφασίστηκε να επικεντρωθεί ο έλεγχος των προχρηματοδοτήσεων και των συναφών θεμάτων, όπως οι εγγυήσεις, στις συγκεκριμένες πέντε γενικές διευθύνσεις.

Προχρηματοδότηση

1.31.

Όταν το Μάιο του 2005 ολοκληρώθηκαν οι ελεγκτικές εργασίες της παρούσας ετήσιας έκθεσης, δεν είχαν επιλυθεί ακόμη όλα τα ζητήματα τεχνικού και εννοιολογικού χαρακτήρα (βλέπε σημεία 1.25-1.27). Επίσης, τα ποσά που εγγράφονταν στο σύστημα ήταν ακόμη προσωρινά, καθώς δεν είχαν ακόμη επικυρωθεί από τους διατάκτες, και συνεπώς οι οριστικοί αρχικοί ισολογισμοί για το οικονομικό έτος 2005 δεν ήταν ακόμη διαθέσιμοι. Οι ακριβείς αρχικοί ισολογισμοί αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την κατάρτιση οικονομικών καταστάσεων για το έτος 2005 που να παρουσιάζουν πραγματική και ακριβή εικόνα.

1.31.

Βλέπε απαντήσεις στα σημεία 1.26 και 1.27.

Η διαδικασία κατάρτισης του ισολογισμού έναρξης αναμένεται ότι θα ολοκληρωθεί εγκαίρως. Η πρώτη φόρτωση ηλεκτρονικών δεδομένων στο νέο σύστημα πραγματοποιήθηκε κατά την πρώτη εβδομάδα του Ιανουαρίου. Οι γενικές διευθύνσεις επαληθεύουν και διορθώνουν τα στοιχεία και καλούνται να προβούν στην τυπική οριστικοποίηση των ισολογισμών έναρξης.

1.32.

Οι διαδικασίες που αφορούν την αναγνώριση, την εκκαθάριση και την προσμέτρηση των προχρηματοδοτήσεων στους γενικούς λογαριασμούς διαφέρουν μεταξύ των γενικών διευθύνσεων. Το γεγονός αυτό μπορεί να έχει επίπτωση στη διαδικασία γνωστοποίησης και κατά συνέπεια στις πληροφορίες που παρέχονται σχετικά με τα οικονομικά αποτελέσματα της υπό εξέταση περιόδου (27).

1.32.

Οι πάμπολλοι διαφορετικοί τύποι συμβατικών όρων απαιτούν διαφορετικές διαδικασίες για την εκκαθάριση των προχρηματοδοτήσεων. Η παρουσίαση των προχρηματοδοτήσεων στις δημοσιονομικές καταστάσεις θα αντικατοπτρίζει την οικονομική πραγματικότητα.

Εγγυήσεις

1.33.

Επί του παρόντος, όλες οι γενικές διευθύνσεις διατηρούν τις εγγυήσεις στην αρχική ονομαστική αξία τους. Ωστόσο, η διατήρηση της αξίας αυτής, ανεξαρτήτως του ποσού το οποίο μπορεί να διεκδικηθεί σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος που ενεργοποιεί μια εγγύηση, έχει ως αποτέλεσμα το συνολικό εγγραφέν ποσό που καλύπτεται από εγγυήσεις να είναι μεγαλύτερο από το πραγματικό. Συνεπώς, είναι αναγκαίο να παρασχεθούν συμπληρωματικές πληροφορίες στις επεξηγηματικές σημειώσεις σχετικά με τις ενδεχόμενες απαιτήσεις και υποχρεώσεις.

1.33.

Όλες οι εγγυήσεις καταχωρούνται με την ονομαστική τους αξία. Το ποσό αυτό μειώνεται μόνο αν ο υπόλογος έχει δεχτεί μείωση στην παρεχόμενη εγγύηση. Τόσο η αξία της παρασχεθείσας εγγύησης όσο και η τρέχουσα καθαρά αξία την οποία καλύπτει θα αναφέρονται στις σημειώσεις των δημοσιονομικών καταστάσεων, με βάση πληροφοριακά στοιχεία που προερχόμενα από το λογιστικό σύστημα.

Τιμολόγια/αιτήσεις πληρωμής

1.34.

Όσον αφορά την προχρηματοδότηση (βλέπε σημείο 1.31), τα ποσά που εγγράφονταν στο σύστημα για τιμολόγια/αιτήσεις πληρωμής ήταν ακόμη προσωρινά κατά την ολοκλήρωση των ελεγκτικών εργασιών στο πλαίσιο της παρούσας ετήσιας έκθεσης το Μάιο του 2005.

1.34.

Βλέπε απάντηση στο σημείο 1.31.

1.35.

Κατά τον έλεγχο του Συνεδρίου αποκαλύφθηκαν ορισμένοι κίνδυνοι που σχετίζονται με τα τοπικά συστήματα. Διαπιστώθηκε (παραδείγματος χάρη, στη Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Πολιτικής) ότι δεν γίνεται σε τακτική βάση συμφωνία των τοπικών συστημάτων με τη λογιστική σε δεδουλευμένη βάση ώστε να επιβεβαιώνεται η επιτυχής μεταφορά δεδομένων, και (όπως διαπιστώθηκε στην περίπτωση της Γενικής Διεύθυνσης Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ίσων Ευκαιριών) ορισμένα ποσά εγγράφηκαν και διαβιβάστηκαν στο κεντρικό σύστημα περισσότερες από μία φορές. Επίσης, διαπιστώθηκαν λάθη που οφείλονταν σε λανθασμένη ερμηνεία των δεδομένων (όπως στην περίπτωση της Γενικής Διεύθυνσης Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ίσων Ευκαιριών), καθώς μεταξύ μιας δαπάνης και μιας εκκρεμούς ανάληψης υποχρέωσης όποια αντιστοιχούσε σε μεγαλύτερο ποσό θεωρήθηκε τιμολόγιο/αίτηση πληρωμής και καταχωρίσθηκε στο κεντρικό σύστημα.

1.35.

Οι αποκλίσεις που επεσήμανε το Ελεγκτικό Συνέδριο ελέγχθηκαν και διορθώθηκαν. Μετά τον έλεγχο του Συνεδρίου, οι γενικές διευθύνσεις προέβησαν σε συμφωνίες λογαριασμών, απαραίτητες για την οριστικοποίηση των ισολογισμών έναρξης.

Οι παρατηρήσεις σχετικά με τη γενική διεύθυνση Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ίσων Ευκαιριών αφορούν σφάλματα που διορθώθηκαν τον Μάιο 2005, και τη σύσταση ειδικής πρόβλεψης για τις υποβαλλόμενες δηλώσεις δαπανών. Οι εξελίξεις στον τομέα της πληροφορικής στις αρχές του 2005 διέκοψαν, στην ΓΔ Περιφερειακή Πολιτική, την τακτική συμφωνία του τοπικού της συστήματος με το σύστημα ABAC.

Νομικά πρόσωπα

1.36.

Από το 2005, καμία δημοσιονομική πράξη δεν μπορεί να εκτελεστεί εάν δεν περιλαμβάνει παραπομπή σε ένα νομικό πρόσωπο, το οποίο να έχει προηγουμένως επικυρωθεί και καταχωρισθεί στο αρχείο νομικών προσώπων. Το αρχείο νομικών προσώπων είναι, σε γενικές γραμμές, ένας τομέας χαμηλού κινδύνου, καθώς όποιο σφάλμα παρουσιάζεται στο πλαίσιο αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή της διαδικασίας πληρωμής, για τη συνέχιση της οποίας απαιτείται διόρθωση και επικύρωση των λογιστικών εγγραφών στο αρχείο νομικών προσώπων.

1.37.

Από τις πέντε γενικές διευθύνσεις που ελέγχθηκαν μόνον το Γραφείο συνεργασίας EuropeAid αντιμετώπιζε προβλήματα όσον αφορά την επικύρωση νομικών προσώπων λόγω της φύσης της δραστηριότητας, καθώς δεν ήταν πάντοτε εφικτή η απόκτηση της αναγκαίας τεκμηρίωσης (ανάδοχοι από ολόκληρο τον κόσμο που υπόκεινται σε διαφορετικά νομικά συστήματα με παρεπόμενες διαφορές στις τραπεζικές διαδικασίες, στη μεταχείριση από την άποψη του ΦΠΑ, στα μητρώα εταιρειών κ.λπ.).

1.37.

Έχουν ληφθεί ειδικά μέτρα για να επιλυθούν τα συγκεκριμένα προβλήματα που αντιμετώπισε η εν λόγω γενική διεύθυνση. Κατά συνέπεια, δεν θα πρέπει να επαναληφθούν αυτά τα προβλήματα.

Επικύρωση τοπικών συστημάτων

1.38.

Ο υπόλογος οφείλει να ελέγχει και να επικυρώνει ότι τα τοπικά συστήματα μπορούν να παρέχουν στο κεντρικό σύστημα δεδομένα που συμμορφώνονται με τους νέους λογιστικούς κανόνες (28). Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής, το κεντρικό σύστημα δεν επιτρέπεται να αποδέχεται πλέον δεδομένα που παρέχονται από μη επικυρωμένα τοπικά συστήματα.

1.39.

Η επικύρωση πραγματοποιείται σε δύο στάδια, στο πρώτο από τα οποία οι έλεγχοι βασίστηκαν αποκλειστικά σε θέσεις (management representations). Μολονότι αρχικά είχαν προβλεφθεί για τα τέλη Δεκεμβρίου του 2004, 40 μεμονωμένες και μία τελική συγκεφαλαιωτική έκθεση κατέστησαν διαθέσιμες μόλις κατά το Φεβρουάριο του 2005.

1.39.

Η τελική έκθεση εγκρίθηκε στο τέλος Φεβρουαρίου 2005, αφού προηγουμένως η ΓΔ Προϋπολογισμού είχε ενσωματώσει παρατηρήσεις από όλες τις γενικές διευθύνσεις. Η τελική εκδοχή περιελάμβανε γενική αξιολόγηση της διαδικασίας επικύρωσης του 2004, και επιπλέον ξεχωριστές αξιολογήσεις για 40 γενικές διευθύνσεις.

1.40.

Κατόπιν του ελέγχου που διενεργήθηκε από τον υπόλογο και στα 40 συστήματα, διαπιστώθηκαν ορισμένοι κίνδυνοι για πέντε συστήματα (29), και άλλα τρία συστήματα (30) κρίθηκε ότι παρουσιάζουν σημαντικά προβλήματα. Ωστόσο, καθώς δεν ήταν δυνατό να επέλθουν αλλαγές στο εγγύς μέλλον, τα συστήματα αυτά συνέχισαν να χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια του 2005.

1.40.

Όπου επισημάνθηκαν κίνδυνοι για πέντε συστήματα, οι εκθέσεις κατέληγαν ότι οι κίνδυνοι αυτοί δεν θέτουν σε αμφισβήτηση, επί του παρόντος, την ικανότητά τους να παράσχουν δεδομένα για τους λογαριασμούς του οργάνου ή να χρησιμοποιηθούν για να τεκμηριώσουν δεδομένα σε αυτούς τους λογαριασμούς.

Ως μέρος των εργασιών παρακολούθησης που διεξήχθησαν το 2005, θα πραγματοποιηθεί λεπτομερής εξέταση για τις 13 γενικές διευθύνσεις και υπηρεσίες. Περιλαμβάνονται οι γενικές διευθύνσεις που αναφέρει το Ελεγκτικό Συνέδριο καθώς και 5 από τις μεγαλύτερες γενικές διευθύνσεις (31). Το έργο αυτό έχει ήδη αρχίσει και θα συνεχιστεί μέχρι το τέλος του έτους. Πριν από το τέλος του 2005 θα δημοσιευτούν σχέδια εκθέσεων για την επικύρωση των τοπικών συστημάτων για τις εν λόγω 13 γενικές διευθύνσεις.

1.41.

Η τρέχουσα διαδικασία επικύρωσης δεν περιλαμβάνει μηχανισμό ενημέρωσης του υπολόγου σχετικά με τροποποιήσεις σε τοπικά συστήματα, οι οποίες θα καθιστούσαν αναγκαία μια νέα επικύρωση σύμφωνα με το άρθρο 61 του δημοσιονομικού κανονισμού.

1.41.

Η ΓΔ Προϋπολογισμού θα προβεί στην εκπόνηση διαδικασίας για την κοινοποίηση αλλαγών στα τοπικά συστήματα πριν από το τέλος του 2005, βασιζόμενων στην πείρα που έχει αποκτηθεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επικύρωσης.

1.42.

Κατά το δεύτερο στάδιο της επικύρωσης (που έχει προγραμματισθεί να ξεκινήσει εντός του 2005), θα διενεργηθούν έλεγχοι σε βάθος προκειμένου να διασφαλισθεί ότι το επίπεδο της ποιότητας των δεδομένων είναι ικανοποιητικό και να επιβεβαιωθούν τα αποτελέσματα του πρώτου σταδίου. Οι απαιτήσεις του άρθρου 61 του δημοσιονομικού κανονισμού θα θεωρηθούν ότι πληρούνται μόνον όταν ο υπόλογος, με βάση τα αποτελέσματα των ελέγχων αυτών, θα αποφανθεί υπέρ της τελικής επικύρωσης των τοπικών συστημάτων.

1.42.

Κατά τη διάρκεια του 2005 προβλέπεται πράγματι περαιτέρω επικύρωση τοπικών συστημάτων. Αρχικά εστάλησαν μεμονωμένα ερωτηματολόγια σε 40 γενικές διευθύνσεις και Γραφεία και παρελήφθησαν οι απαντήσεις εντός της προθεσμίας, δηλαδή μέχρι το τέλος Ιουνίου 2005. Έχει συνταχθεί έκθεση προόδου που καλύπτει 27 γενικές διευθύνσεις για τις οποίες δεν επισημάνθηκαν ουσιαστικά προβλήματα. Η εν λόγω έκθεση προόδου απεστάλη αρχικά στον υπόλογο και θα τεθεί εν καιρώ στη διάθεση των ελεγκτών του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Αξιολόγηση της σημειωθείσας προόδου

1.43.

Ο εκσυγχρονισμός του λογιστικού συστήματος έπρεπε να σχεδιαστεί και να υλοποιηθεί εντός του χρονοδιαγράμματος που προβλέπεται από το δημοσιονομικό κανονισμό. Οι εμπειρίες από φορείς δημόσιας διοίκησης που προέβησαν σε παρόμοιες μεταρρυθμίσεις (32) δείχνουν ότι τα σχέδια της κλίμακας αυτής συνδέονται με ποικίλα προβλήματα που καθυστερούν την απρόσκοπτη εφαρμογή τους. Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, η Επιτροπή σημείωσε σημαντική πρόοδο προς την κατεύθυνση της καθιέρωσης της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση.

1.44.

Ωστόσο, όπως επισημάνθηκε ήδη από το Συνέδριο σε προηγούμενες ετήσιες εκθέσεις (33), το χρονοδιάγραμμα που τέθηκε για τις αναγκαίες προσαρμογές και επικυρώσεις είναι πολύ φιλόδοξο. Πράγματι, ο αρχικός ισολογισμός για το 2005, η κατάρτιση του οποίου προγραμματιζόταν για τα τέλη του 2004, δεν είχε εκδοθεί στα μέσα του 2005.

1.44.

Το σχέδιο εκσυγχρονισμού πραγματοποιήθηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας (Ιανουάριος 2005) ώστε να εγκαινιασθεί το νέο σύστημα. Την 1η Ιανουαρίου 2005, η Επιτροπή εστράφη από ένα σύστημα παρακολούθησης των ταμειακών ροών σε σύστημα με βάση την αυτοτέλεια των χρήσεων. Η Επιτροπή είναι σίγουρη ότι οι ισολογισμοί έναρξης θα καταρτιστούν εγκαίρως.

1.45.

Πρέπει να σημειωθεί περαιτέρω πρόοδος καθώς τα στοιχεία που απαιτούνται για την κατάρτιση του αρχικού προϋπολογισμού για το 2005 δεν έχουν ακόμη επικυρωθεί από τους διατάκτες της Επιτροπής. Επιπροσθέτως, δεν καλύπτονται ακόμη όλες οι πτυχές από τους υπάρχοντες κανόνες και οι οδηγίες δεν ερμηνεύονται με ομοιόμορφο τρόπο από τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες. Ο υπόλογος πρέπει να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση ομοιομορφίας και συνέπειας, ώστε η παρουσίαση των οικονομικών στοιχείων να δίνει μια πραγματική και ακριβή εικόνα. Εάν δεν ληφθούν εγκαίρως μέτρα από την Επιτροπή, οι ελλείψεις που επισημαίνονται από το Συνέδριο μπορεί να επηρεάσουν την αξιοπιστία των οικονομικών καταστάσεων του 2005.

1.45.

Το σύστημα βάσει της αυτοτέλειας των χρήσεων θα εξακολουθήσει να εξελίσσεται και να βελτιώνεται κατά τα έτη 2005 και 2006. Το σχέδιο εκσυγχρονισμού επέτυχε σε μεγάλο βαθμό τους στόχους που είχαν οριστεί για τους πρώτους οκτώ μήνες του 2005. Όλες οι υπηρεσίες επένδυσαν ενεργά ώστε να προετοιμάσουν τις αναγκαίες πληροφορίες για το άνοιγμα λογαριασμών με βάση την αυτοτέλεια των χρήσεων, και για να προβούν στις αναγκαίες προσαρμογές των τοπικών συστημάτων τους ώστε να είναι δυνατή η σωστή λογιστική καταχώρηση των συναλλαγών βάσει του νέου συστήματος.

Η Επιτροπή, όπως έκανε και καθ’ όλη τη διάρκεια του σχεδίου εκσυγχρονισμού, έχει κάθε πρόθεση να λάβει τα μέτρα που χρειάζεται για να εξασφαλίσει την ολοκλήρωση των εργασιών.

Νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων

Η προσέγγιση DAS του Συνεδρίου

1.46.

Λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις του άρθρου 248 παράγραφος 1 της συνθήκης, το μεταβαλλόμενο περιβάλλον ελέγχου (το οποίο είναι υπερβολικά περίπλοκο και έχει αλλάξει ριζικά λόγω της οικονομικής μεταρρύθμισης της Επιτροπής) και τις προσδοκίες των «χρηστών» της DAS (ήτοι της αρμόδιας για την απαλλαγή αρχής), το Συνέδριο αποφάσισε να αποτελέσει η γνωμοδότηση ελέγχου αποτέλεσμα της ενοποίησης των ειδικών αξιολογήσεων που αφορούν τους ίδιους πόρους και τα έξι επιχειρησιακά κεφάλαια των δημοσιονομικών προοπτικών 2000-2006 (34). Οι ειδικές αυτές αξιολογήσεις, με στόχο να δοθεί στην αρμόδια για την απαλλαγή αρχή η δυνατότητα παρακολούθησης της ποιότητας της διαχείρισης των κονδυλίων σε καθέναν από τους μείζονος σημασίας τομείς κοινοτικής παρέμβασης (35), βασίζονται σε τέσσερις πηγές αποδεικτικών στοιχείων:

α)

εξέταση του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου που έχουν θεσπιστεί τόσο στα κοινοτικά θεσμικά όργανα όσο και στα κράτη μέλη και στις τρίτες χώρες·

β)

δειγματοληπτικός έλεγχος πράξεων σε κάθε τομέα μείζονος σημασίας μέσω της διενέργειας ελέγχων έως και σε επίπεδο τελικού δικαιούχου·

γ)

ανάλυση των ετήσιων εκθέσεων δραστηριότητας και των δηλώσεων των γενικών διευθυντών, καθώς και των διαδικασιών που εφαρμόσθηκαν για την εκπόνησή τους·

δ)

όπου είναι δυνατό, εξέταση των εργασιών άλλων ελεγκτών που είναι ανεξάρτητοι από τις κοινοτικές διαδικασίες διαχείρισης.

1.47.

Στόχος του ελέγχου των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου είναι η αξιολόγηση του βαθμού στον οποίο διαχειρίζονται τους κινδύνους που συνδέονται με τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων. Με τον έλεγχο των πράξεων επιδιώκεται η απόκτηση άμεσων αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα και η παροχή ενδείξεων σχετικά με την προέλευση, τη συχνότητα, τη φύση και την επίπτωση των σφαλμάτων που διαπιστώνονται. Τα αποτελέσματα του ελέγχου των πράξεων χρησιμοποιούνται για τη συμπλήρωση και τον εμπλουτισμό των συμπερασμάτων σχετικά με τα συστήματα. Οι πληροφορίες και από τις δύο αυτές πηγές χρησιμοποιούνται για τη διαμόρφωση συστάσεων για διορθωτικές ενέργειες. Σύμφωνα με τα διεθνή ελεγκτικά πρότυπα, το Συνέδριο λαμβάνει επίσης υπόψη τις «θέσεις» (management representations) που περιλαμβάνονται στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και τις δηλώσεις των γενικών διευθυντών, καθώς και στη συγκεφαλαιωτική έκθεσή τους, η οποία εγκρίνεται από την Επιτροπή. Τέλος, εξετάζονται οι εργασίες άλλων ελεγκτών (36) για την αξιολόγηση της πιθανής συνάφειας με τις ειδικές αξιολογήσεις.

1.47.

Η Επιτροπή χαιρετίζει την αξιολόγηση του Συνεδρίου στο βαθμό που τα συστήματα ελέγχου και εποπτείας διαχειρίζονται τους κινδύνους που συνδέονται με την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων, και θα επιδιώξει να τα βελτιώσει στα σημεία όπου το Συνέδριο διαπιστώνει αδυναμίες. Επίσης, εκεί όπου ο έλεγχος των συναλλαγών εκ μέρους του Συνεδρίου καταδεικνύει ότι τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου δεν λειτουργούν κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο, η Επιτροπή θα επιδιώξει να διορθώσει τις ελλείψεις και να ανακτήσει κάθε ζημία που σημειώθηκε σε βάρος του προϋπολογισμού των Κοινοτήτων.

Αποτελέσματα ελέγχου DAS για το 2004

Αναγκαιότητα αποτελεσματικότητας των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

1.48.

Τα συμπεράσματα που συνάγονται από τις ειδικές αξιολογήσεις όσον αφορά τις διάφορες διαθέσιμες πηγές DAS είναι, σε γενικές γραμμές, συνεπή. Στους τομείς στους οποίους, σύμφωνα με τον έλεγχο του Συνεδρίου, εφαρμόζονται συστήματα εποπτείας και ελέγχου που επιτρέπουν την ικανοποιητική διαχείριση των κινδύνων, από τους ελέγχους τεκμηρίωσης του Συνεδρίου προέκυψαν συνήθως μόνον επουσιώδεις διαπιστώσεις όσον αφορά τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων, και η αξιολόγηση από το Συνέδριο των δηλώσεων των γενικών διευθυντών και των κύριων διατακτών (37) κατέδειξε ότι οι όποιες επιφυλάξεις, όπου διατυπώθηκαν, ήταν ελάσσονος σημασίας (βλέπε σημεία 3.52-3.55, 8.31-8.32 και 8.36-8.37, 9.13 και 9.26-9.28).

1.49.

Στους τομείς στους οποίους, σύμφωνα με τον έλεγχο του Συνεδρίου, υπάρχουν μεν συστήματα εποπτείας και ελέγχου, αλλά η αποτελεσματικότητά τους όσον αφορά τη διαχείριση των συναφών κινδύνων πρέπει να βελτιωθεί, από τους ελέγχους τεκμηρίωσης του Συνεδρίου τείνουν να προκύπτουν ουσιώδεις διαπιστώσεις όσον αφορά τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων (βλέπε σημεία 4.55-4.62, 5.47-5.50, 6.46 και 7.39-7.40). Περαιτέρω, η αξιολόγηση από το Συνέδριο των δηλώσεων των γενικών διευθυντών και των κύριων διατακτών κατέδειξε ότι είτε διατυπώθηκαν είτε θα έπρεπε, κατά την άποψη του Συνεδρίου, να διατυπωθούν σημαντικές επιφυλάξεις. Το γεγονός αυτό αποτελεί ένδειξη ότι η ίδια η διοίκηση πρέπει να εξακολουθήσει να καταβάλλει προσπάθειες προκειμένου να διασφαλίσει επαρκή έλεγχο των κινδύνων όσον αφορά τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων (βλέπε πίνακα 1.2 ).

1.49.

Όπως αναφέρεται στις απαντήσεις της στις παραγράφους που αναφέρει το Συνέδριο, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι γενικοί διευθυντές είχαν εύλογη διαβεβαίωση ότι τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου που ευρίσκονται εν λειτουργία είναι επαρκή για τη διαχείριση του κινδύνου σφαλμάτων και κανονικότητας των υποκειμένων πράξεων. Όταν υλοποιούνται σημαντικοί κίνδυνοι, ο προϋπολογισμός των ΕΚ προστατεύεται χάρη στην ανάκτηση ποσών από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα ή, για κεφάλαια κοινής διαχείρισης, από το εμπλεκόμενο κράτος μέλος. Η Επιτροπή εργάζεται συνεχώς για τη βελτίωση των συστημάτων αυτών, και πρόσφατα μέσω ανάλυσης των διαφορών μεταξύ των υφιστάμενων συστημάτων και εκείνων που συνιστά το Ελεγκτικό Συνέδριο στη γνώμη του αριθ. 2/2004, και στις κανονιστικές προτάσεις του για τις δημοσιονομικές προοπτικές 2007-2013.

Πίνακας 1.2 — Παρακολούθηση από το Συνέδριο των επιφυλάξεων που διατύπωσαν το 2003 και το 2004 οι γενικοί διευθυντές κατά δημοσιονομική προοπτική

Τομέας

Κύριες επιφυλάξεις των γενικών διευθυντών

2003

2004

 

Επίδραση των εν λόγω κύριων επιφυλάξεων στη βεβαιότητα του γενικού διευθυντή κατά την άποψη του Συνεδρίου (38)

Εξέλιξη (41)

Λοιπές αδυναμίες που αποκαλύφθηκαν από τον έλεγχο του Συνεδρίου

2003

2004

 

Περιεχόμενο των δηλώσεων (39)

Εξέλιξη (41)

Συνυπολογισμός των εν λόγω στοιχείων στα ελεγκτικά συμπεράσματα του Συνεδρίου (40)

Εξέλιξη (41)

2003

2004

2003

2004

2003

2004

Ίδιοι πόροι

Παρακολούθηση της εφαρμογής των προτιμησιακών καθεστώτων

×

 

 

B

A

+

/

 

 

 

A

A

=

A

A

+

Εισαγωγή ρυζιού Basmati

×

 

Βοδινό «Hilton»

×

×

Κοινή γεωργική πολιτική

Διεθνές συμβούλιο ελαιολάδου

×

 

 

B

B

+

Ανεπαρκής συνυπολογισμός των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου για τις πράξεις 2003

×

 

 

C

B

+

C

C

+

ΟΣΔΕ στην Ελλάδα

×

×

Περιορισμένη εμβέλεια των δράσεων παρακολούθησης της Επιτροπής και συσσώρευση ελλιπών ελέγχων όσον αφορά τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 4045/89 (βλέπε σημείο 4.58)

 

×

Διαρθρωτικές ενέργειες

ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός: Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου στα κράτη μέλη (2000/2006)

×

×

 

C

B

+

Κίνδυνοι σχετικά με το κλείσιμο της περιόδου προγραμματισμού 1994-1999 και/ή σημαντικές αδυναμίες στην εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2064/97 (βλέπε σημείο 5.45)

×

×

 

C

B

+

C

C

+

ΕΚΤ: Αρκετά συστήματα διαχείρισης και ελέγχου στα κράτη μέλη (2000/2006)

×

×

 

 

 

ΧΜΠΑ: Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου στα κράτη μέλη (2000/2006)

×

×

(Ιταλία)

 

 

 

ΕΤΠΑ: Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου (2000/2006)

×

(Ελλάδα και Ισπανία)

×

(Ελλάδα)

 

 

 

Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου των URBAN και INTERREG (2000/2006)

×

 

 

 

 

Ταμείο συνοχής: Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου (2000/2006)

×

(Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία)

×

(Ελλάδα)

 

 

 

Εσωτερικές πολιτικές, συμπεριλαμβανό-μενης της έρευνας

Προκαταρκτικοί έλεγχοι στο πλαίσιο της έμμεσης κεντρικής διαχείρισης (άρθρο 35 των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού)

×

 

 

B

B

=

Κίνδυνοι που συνδέονται με τη συστηματική υπέρβαση της προθεσμίας πληρωμής στον τομέα της έρευνας

×

 

 

B

B

+

B

B

+

Επιτόπιοι έλεγχοι

×

×

Προκαταρκτικοί έλεγχοι στο πλαίσιο της έμμεσης κεντρικής διαχείρισης (άρθρο 35 των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού) (βλέπε σημείο 6.39)

 

×

Συχνότητα των σφαλμάτων (επιλεξιμότητα) στις δηλώσεις δαπανών που αφορούν τις συμβάσεις έρευνας

×

×

Συχνότητα των σφαλμάτων στον τομέα της δημόσιας υγείας (βλέπε σημείο 6.39)

 

×

Αδυναμίες στο σύστημα διαχείρισης του ευρωπαϊκού ταμείου για τους πρόσφυγες στο Ηνωμένο Βασίλειο και το Λουξεμβούργο

 

×

 

 

 

Εξωτερικές δράσεις

Εταιρική σχέση με μη κυβερνητική οργάνωση

×

 

 

B

A

+

Τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου για τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων σε επίπεδο φορέων υλοποίησης χρήζουν περαιτέρω βελτίωσης προκειμένου να καταστούν πλήρως λειτουργικά (βλέπε σημείο 7.40)

×

×

 

C

B

+

C

C

+

Μη τήρηση των διαδικασιών ανάθεσης δημόσιων συμβάσεων από ανθρωπιστική οργάνωση

 

×

 

 

 

Προενταξιακή οτρατηγική

ISPA: Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου

×

×

(Ρουμανία)

 

C

B

+

Κίνδυνος να μην ανταπεξέλθουν ορισμένες υποψήφιες χώρες στις υποχρεώσεις τους όσον αφορά τη συγχρηματοδότηση

×

 

 

C

B

+

C

B

+

PHARE: Εγγενείς κίνδυνοι στα αποκεντρωμένα συστήματα, παραλείψεις στον έλεγχο των συστημάτων και των πράξεων

×

×

(Ρουμανία και Βουλγαρία)

 

 

 

Δαπάνες διοικητικής λειτουργίας

Εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου στις αντιπροσωπείες της ΕΕ.

×

×

 

A

A

=

/

 

 

 

B

A

+

B

A

+

 

Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν θα πρέπει να είχαν παρουσιαστεί πρόσθετες επιφυλάξεις, όπως αναφέρεται στη στήλη σχετικά με τις αδυναμίες που εντόπισε ο έλεγχος του Συνεδρίου στον πίνακα 1.2. Κάθε περίπτωση αφορά θέματα γνωστά στην αρμόδια υπηρεσία και για τα οποία είχαν ληφθεί τα ενδεδειγμένα μέτρα για την προστασία του προϋπολογισμού των ΕΚ ή τα οποία δεν παρουσίαζαν σημαντικό δημοσιονομικό κίνδυνο (βλέπε απαντήσεις στα σημεία 4.58, 5.45, 6.39, 7.40).

Όσον αφορά τις αξιολογήσεις του Συνεδρίου στη στήλη του πίνακα 1.2 σχετικά με τα συμπεράσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου, χάρη στις εργασίες της για τη βελτίωση του περιεχομένου των δηλώσεων και της παρακολούθησης της τήρησης των προδιαγραφών επί των οποίων στηρίζονται οι δηλώσεις, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και οι ετήσιες δηλώσεις έχουν εξελιχθεί σε αποτελεσματικό εργαλείο διαχείρισης και αξιόπιστο δείκτη των αποτελεσμάτων που έχουν επιτευχθεί, καθώς και της στρατηγικής της για να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που επισημαίνονται προκειμένου το Συνέδριο να τις χρησιμοποιήσει ως βάση για την αξιοπιστία. Εντούτοις, η Επιτροπή θα συνεχίσει να εμπλουτίζει τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε αυτές, έτσι ώστε το Συνέδριο να μπορέσει να τις λάβει περισσότερο υπόψη για να στηρίξει τη δήλωση αξιοπιστίας.

Η Επιτροπή θα θεωρούσε ευπρόσδεκτη κάποια καθοδήγηση ως προς τις περαιτέρω πληροφορίες που ζητά το Συνέδριο για να βελτιώσει τις αξιολογήσεις του σχετικά με την ακρίβεια των δηλώσεων στους τρεις δημοσιονομικούς τομείς της γεωργίας, των διαρθρωτικών ταμείων και των εξωτερικών δράσεων κατά το 2004.

1.50.

Το Συνέδριο αναγνωρίζει στις ετήσιες εκθέσεις του ότι, ιδίως μετά την παρουσίαση της Λευκής Βίβλου για τη μεταρρύθμιση της Επιτροπής τον Απρίλιο του 2000 (42), σημειώθηκε πρόοδος όσον αφορά τη βελτίωση του σχεδιασμού, της εφαρμογής και της λειτουργίας των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου, κυρίως στο επίπεδο της Επιτροπής (βλέπε σημεία 1.71-1.83). Η εξέλιξη αυτή συνοδεύθηκε από αλλαγές στη διοικητική αντίληψη όσον αφορά την εκτέλεση του κοινοτικού προϋπολογισμού. Ενώ αρχικά πρωταρχικό μέλημα ήταν η εκτέλεση του προϋπολογισμού, έχει πλέον αυξηθεί η σημασία των πτυχών που αφορούν τον έλεγχο. Επίσης, δίνεται μεγαλύτερη προσοχή σε θέματα διακυβέρνησης (βλέπε σημεία 1.55-1.70). Ωστόσο, ο έλεγχος του Συνεδρίου καταδεικνύει ότι απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες, σε διαφορετικούς βαθμούς, ώστε να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου, ιδίως σε επίπεδο κρατών μελών (βλέπε σημεία 3.54-3.55, 4.55-4.62, 5.47-5.50, 6.42-6.45, 7.39-7.40, 8.37 και 9.26-9.28).

1.50.

Η Επιτροπή σημειώνει τη θετική στάση του Συνεδρίου ως προς την πρόοδο που έχει πραγματοποιηθεί από την έναρξη της μεταρρύθμισης τόσο των συστημάτων ελέγχου όσο και του τρόπου διαχείρισης.

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι είναι πάντοτε δυνατές βελτιώσεις όσον αφορά τον εσωτερικό έλεγχο, και αυτές οι περαιτέρω προσπάθειες όντως καταβάλλονται, όπως καταδεικνύουν οι απαντήσεις της Επιτροπής στις παρατηρήσεις του Συνεδρίου στα σχετικά κεφάλαια της έκθεσης, ειδικότερα με τις ενέργειες για να εξασφαλιστεί η κανονική εφαρμογή των βασικών ελέγχων εκ μέρους των κρατών μελών.

Εξάλλου, αυτόν τον καιρό, η Επιτροπή καταδεικνύει τη αποφασιστικότητά της προσπαθώντας να ενισχύσει την εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου συστήματος εσωτερικού ελέγχου που συμβαδίζει με τις αρχές που διακήρυξε το Συνέδριο στη γνώμη του αριθ. 2/2004 για τον ενιαίο έλεγχο.

Αναγκαιότητα ανάπτυξης δεικτών για την αξιολόγηση της προόδου

1.51.

Η προσεκτική παρακολούθηση είναι απαραίτητη προκειμένου να αξιολογηθεί εάν τα ενισχυμένα συστήματα εποπτείας και ελέγχου διασφαλίζουν την ικανοποιητική διαχείριση των κινδύνων, και αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών εξελίξεων στο περιβάλλον ελέγχου (όπως η διεύρυνση, οι μεταρρυθμίσεις στις πολιτικές, οι αλλαγές στις διοικητικές δομές).

1.52.

Η διοίκηση φέρει την ευθύνη για την ανάπτυξη των αναγκαίων δεικτών (43). Επομένως, η Επιτροπή οφείλει να διασφαλίσει ότι τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου παρέχουν σε διαρκή βάση έγκαιρη, ακριβή και επαρκή πληροφόρηση σχετικά με την εφαρμογή και την αποτελεσματική λειτουργία των βασικών ελέγχων, καθώς και με τη συχνότητα, τη φύση και την επίπτωση των σφαλμάτων στο επίπεδο των υποκειμένων πράξεων που δεν κατέστη δυνατό να προληφθούν, να εντοπιστούν και να διορθωθούν. Έτσι το Συνέδριο θα μπορεί να αξιολογήσει και να διατυπώσει παρατηρήσεις σχετικά με την ακρίβεια της πληροφόρησης που παρέχεται από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη και να αξιολογήσει τη σημειωθείσα πρόοδο (44).

1.52.

Η ανάπτυξη σταθερών δεικτών δεν ενδείκνυται οπωσδήποτε στο μεταβαλλόμενο περιβάλλον διαχείρισης και ελέγχου της Επιτροπής. Προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή ο χάρτης πορείας για το πλαίσιο ενός ολοκληρωμένου ελέγχου [COM(2005) 252/4 της 15ης Ιουνίου 2005], καταρτίσθηκε έκθεση για την αξιολόγηση των διαφορών μεταξύ του πλαισίου του εσωτερικού ελέγχου εντός των υπηρεσιών της Επιτροπής αφενός και των βασικών αρχών ελέγχου που εκτίθενται στη γνώμη αριθ. 2/2004 του Ελεγκτικού Συνεδρίου περί ενός πλαισίου κοινοτικού εσωτερικού ελέγχου αφετέρου. Εκεί διαπιστώθηκε ότι τα γενικά ποσοστά σφαλμάτων που είχαν οριστεί για τις πολιτικές δεν μπορούν να έχουν πάντα νόημα, δεδομένης της ετερογένειας και του πολυετούς χαρακτήρα των προγραμμάτων που τις αποτελούν. Φαίνεται καταλληλότερο να ορίζει κάθε γενική διεύθυνση τη δική της στρατηγική ελέγχου (ειδικότερα των εκ των υστέρων), τους δείκτες της και την εξέλιξη που επιθυμεί σε χρονικό ορίζοντα. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η διαδικασία αυτή, που ήδη έχει αρχίσει από το 2003, θα μπορούσε να λάβει πιο επίσημο χαρακτήρα εντός των υπηρεσιών της.

Η αποτελεσματικότητα του εσωτερικού ελέγχου εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ποιοτικές εκτιμήσεις που γίνονται μέσω εργαλείων που δεν είναι δυνατό πάντοτε να συνοψίζονται σε απλούς δείκτες.

1.53.

Οι έλεγχοι του Συνεδρίου αποκαλύπτουν ότι ο σχεδιασμός και η χρησιμοποίηση των δεικτών από την Επιτροπή εξακολουθούν να μην επαρκούν (45) για τη συνεχή παρακολούθηση της ποιότητας των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου και της νομιμότητας και κανονικότητας των υποκειμένων πράξεων (βλέπε σημείο 1.61) (46).

1.53.

Η Επιτροπή διαθέτει ήδη δείκτες παρακολούθησης παρόμοιους προς εκείνους που χρησιμοποιούνται από το Συνέδριο (βλέπε σημείο 44): παρακολούθηση της εφαρμογής των ελάχιστων απαιτήσεων σχετικά με τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου στη συγκεφαλαιωτική έκθεση για τον εσωτερικό έλεγχο, παρακολούθηση των ενεργειών μεταρρύθμισης και των επιφυλάξεων των γενικών διευθυντών στις εκθέσεις για την κατάσταση προόδου της μεταρρύθμισης, και σύνθεση των ετήσιων εκθέσεων δραστηριότητας και παρακολούθηση των παρατηρήσεων σχετικά με τη DAS ειδικότερα στο πλαίσιο της παρακολούθησης της απαλλαγής. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι θα ήταν δυνατό να αναπτυχθούν ακόμα τέτοιοι δείκτες, και προτίθεται να το πραγματοποιήσει ειδικότερα στο πλαίσιο της προσέγγισής της για τη διαχείριση κινδύνων.

Στη συγκεφαλαιωτική της έκθεση, η Επιτροπή ανέλαβε επίσης τη δέσμευση να προβεί σε ανάλυση των υφιστάμενων δεικτών, ειδικότερα στο πλαίσιο εξέτασης από ομότιμους «ανά οικογένειες», με σκοπό να εξεταστούν τα μέσα ώστε να καταστούν οι δείκτες πλέον αποτελεσματικότερα εργαλεία διαχείρισης.

Σύστημα εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής

Εμβέλεια του ελέγχου

1.54.

Το Συνέδριο αξιολόγησε το σύστημα εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής στους διάφορους τομείς διαχείρισης (βλέπε άρθρο 53 του δημοσιονομικού κανονισμού), ενόψει των εγγυήσεων που παρέχει όσον αφορά τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων. Αφενός, το Συνέδριο ανέλυσε τον τρόπο κατά τον οποίο οι θέσεις (management representations) που περιέχονται στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και οι δηλώσεις των γενικών διευθυντών, καθώς και η συγκεφαλαιωτική έκθεση την οποία εκπόνησε η Επιτροπή, επιβεβαιώνονται από τα αποτελέσματα του ελέγχου του Συνεδρίου και θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της DAS. Αφετέρου, το Συνέδριο εξέτασε την πρόοδο που σημειώθηκε όσον αφορά την εφαρμογή των βασικών στοιχείων του συστήματος εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής (πρότυπα εσωτερικού ελέγχου και σχέδια δράσης που επισυνάπτονται στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας για το 2003 και στη συγκεφαλαιωτική έκθεσή τους) και αξιολόγησε την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών που θεσπίσθηκαν και των μέσων που αναπτύχθηκαν.

Θέσεις (management representations) της Επιτροπής

Συγκεφαλαιωτική έκθεση για το 2004

1.55.

Με τη συγκεφαλαίωση των ετήσιων εκθέσεων 2004 (47), η Επιτροπή συνέχισε τις προσπάθειές της για τη βελτίωση της διαφάνειας όσον αφορά την υποχρέωση λογοδοσίας της σχετικά με τη διαχείριση που ασκεί, και αποφάσισε τις δράσεις που πρέπει να αναληφθούν για την αντιμετώπιση των διατομεακών (οριζόντιων) πτυχών (48).

1.56.

Η αξιολόγηση του συστήματος εσωτερικού ελέγχου που παρουσιάζεται στη συγκεφαλαιωτική έκθεση συνάδει σε γενικές γραμμές με την ανάλυση του Συνεδρίου. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι διαπιστώσεις του ελέγχου του Συνεδρίου καταδεικνύουν την ανάγκη λήψης περαιτέρω μέτρων για την επίτευξη της «συνολικά ικανοποιητικής» κατάστασης όπως αυτή παρουσιάζεται στη συγκεφαλαιωτική έκθεση του 2004 (εκσυγχρονισμός του λογιστικού συστήματος, βλέπε σημεία 1.21-1.45· δείκτες αξιολόγησης της προόδου, βλέπε σημεία 1.51-1.53· ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και δηλώσεις των γενικών διευθυντών, βλέπε σημεία 1.59-1.70· σχέδια δράσης, βλέπε σημεία 1.72-1.74).

1.56.

Στη συγκεφαλαιωτική έκθεση για το 2004, η Επιτροπή υπογραμμίζει το γεγονός ότι όλοι οι κύριοι διατάκτες ήσαν σε θέση να παράσχουν την απαιτούμενη εύλογη διαβεβαίωση.

Εντός μιας συνεχούς διεργασίας βελτιώσεων, η Επιτροπή έχει θέσει μια σειρά στόχων που αφορούν διατομεακά θέματα ουσιαστικής σημασίας για την ποιότητα της διαχειριστικής εργασίας. Ειδικότερα μέσω ενός πλαισίου ολοκληρωμένου ελέγχου, της πιστοποίησης της ακεραιότητας, της συνοχής και της αξιοπιστίας των λογαριασμών, της ενίσχυσης της διαδικασίας κατάρτισης ετήσιων εκθέσεων δραστηριότητας και μιας κοινής μεθόδου διαχείρισης των κινδύνων η Επιτροπή ανέλαβε τη δέσμευση να επιφέρει βελτιώσεις στη λειτουργία της στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης.

1.57.

Ενώ το Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του για τη χορήγηση απαλλαγής για το 2003 καλούσε την Επιτροπή να μετατρέψει τη συγκεφαλαιωτική έκθεση σε μια ενοποιημένη δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση και τους δημοσιονομικούς ελέγχους στο σύνολό τους, η Επιτροπή εξήγησε ότι η συγκεφαλαιωτική έκθεση αποτελεί μέσο άσκησης πολιτικών καθηκόντων μέσω της ανάλυσης των ετήσιων εκθέσεων δραστηριότητας. Υιοθετώντας την προσέγγιση που προβλέπει την αποκέντρωση των ευθυνών διαχείρισης, η Επιτροπή δεν διατυπώνει περαιτέρω βεβαιότητα, καθώς κρίνει ότι αυτό γίνεται μέσω των δηλώσεων των γενικών διευθυντών. Το Συνέδριο συνιστά στην Επιτροπή να «αναλάβει ως θεσμικό όργανο την ευθύνη εκτέλεσης του προϋπολογισμού που προβλέπει η συνθήκη (άρθρο 274) υιοθετώντας τις θέσεις των κύριων διατακτών», (βλέπε την ετήσια έκθεση του Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2003, σημεία 1.58-1.60).

1.57.

Όπως και κατά τις προηγούμενες χρήσεις, με την έγκριση της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης των ετήσιων εκθέσεων δραστηριότητας για το 2004, η Επιτροπή προέβη σε απολογισμό της διαχείρισης των υπηρεσιών της και αντιμετώπισε τα μεγάλα οριζόντια θέματα που έχουν εγείρει στις δικές τους αντίστοιχες, ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας.

Η απαίτηση μιας δήλωσης αξιοπιστίας ενοποιημένης σε επίπεδο σώματος επιτρόπων θα αντέβαινε προς τη μεταρρύθμιση της δημοσιονομικής διαχείρισης που έχει αρχίσει από το 2000 και αποβλέπει στην ευαισθητοποίηση των κυρίων διατακτών. Με τη συγκεφαλαιωτική έκθεση, η Επιτροπή αναλαμβάνει εντούτοις τις πολιτικές της ευθύνες προβαίνοντας σε ανάλυση των ετησίων εκθέσεων δραστηριοτήτων και λαμβάνοντας θέση έναντι των μεγάλων οριζοντίων θεμάτων, συμπεριλαμβανομένων και των ενεργειών που αφορούν τα προβλήματα που είναι προς επίλυση σε επίπεδο Επιτροπής.

1.58.

Η συγκεφαλαιωτική έκθεση θεσπίζει ένα πλαίσιο αναφοράς δυνάμει του οποίου η Επιτροπή αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στη μεσοπρόθεσμη εξασφάλιση μιας δήλωσης αξιοπιστίας από το Συνέδριο με ελάχιστες μόνον επιφυλάξεις. Το Συνέδριο σημειώνει ότι η στρατηγική της Επιτροπής συνεπάγεται μια ποιοτική αλλαγή καθώς επιδιώκονται περαιτέρω αλλαγές όχι μέσω της δρομολόγησης μιας νέας μεταρρύθμισης αλλά μέσω της πλήρους ανάπτυξης του δυναμικού των υφιστάμενων συστημάτων, δίνοντας έμφαση στους ακόλουθους τομείς:

α)

προώθηση της υποχρέωσης λογοδοσίας, μέσω των δηλώσεων αξιοπιστίας των γενικών διευθυντών και των λογαριασμών σε δεδουλευμένη βάση που υπογράφονται από τον υπόλογο·

β)

ενίσχυση της αποτελεσματικής διαχείρισης των επιδόσεων, μέσω αποτελεσματικών συστημάτων και ελέγχων εποπτείας και της σταθερής καθημερινής διαχείρισης που να συμπεριλαμβάνει τη διαχείριση των κινδύνων·

γ)

ενίσχυση της ευθύνης και της ικανότητας παρακολούθησης μέσω ενός ολοκληρωμένου πλαισίου εσωτερικού ελέγχου (βλέπε σημεία 1.84-1.86).

Ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και δηλώσεις των γενικών διευθυντών για το οικονομικό έτος 2004

Βελτίωση των κατευθυντήριων γραμμών

1.59.

Βάσει των εμπειριών από προηγούμενα έτη, οι κεντρικές υπηρεσίες της Επιτροπής (Γενική Γραμματεία, Γενική Διεύθυνση Προϋπολογισμού και Γενική Διεύθυνση Προσωπικού και Διοίκησης) συνέταξαν γενικές κατευθυντήριες αρχές για τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και τις δηλώσεις, οι οποίες, αφενός, χρησιμοποιήθηκαν ως εγκύκλιος κατά το οικονομικό έτος 2004 (49) και, αφετέρου, μπορούν να λειτουργήσουν ως σημείο αναφοράς για τα επόμενα οικονομικά έτη.

1.60.

Το Συνέδριο διαπίστωσε βελτίωση στην ποιότητα των κατευθυντήριων γραμμών, συγκριτικά με το 2003, ιδίως όσον αφορά τις ακόλουθες πτυχές που σχετίζονται με τη νομιμότητα και την κανονικότητα:

α)

συμπερίληψη της παρακολούθησης των δράσεων που θεσπίζονται στο πλαίσιο της διαχείρισης των κινδύνων και της αξιολόγησης του εσωτερικού ελέγχου·

β)

παροχή εξηγήσεων, όσον αφορά πολιτικές στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης, σχετικά με τους συνδέσμους μεταξύ των συστημάτων την ευθύνη των οποίων φέρει η Επιτροπή και των συστημάτων για τα οποία είναι υπεύθυνα τα κράτη μέλη·

γ)

προσδιορισμός, όσον αφορά όλα τα μοντέλα διαχείρισης εκτός της κεντρικής διαχείρισης, του κατά πόσον οι αδυναμίες που αποτελούν αντικείμενο επιφυλάξεων αποδίδονται στην Επιτροπή ή/και σε τρίτους·

δ)

συμπεράσματα σχετικά με τη συνδυασμένη επίπτωση των επιφυλάξεων στις δηλώσεις.

1.60.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι διατάξεις της εγκυκλίου σχετικά με το τμήμα 3 των ετησίων εκθέσεων («συστήματα διαχείρισης και εσωτερικού ελέγχου») επιφέρουν επίσης σημαντική βελτίωση επικεντρώνοντας εκ νέου την ανάλυση των υπηρεσιών στους κινδύνους που είναι εγγενείς ως προς το περιβάλλον διαχείρισης και την αποτελεσματικότητα του συστήματος εσωτερικού ελέγχου αντί για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης προς τις ελάχιστες απαιτήσεις των προτύπων του εσωτερικού ελέγχου. Η διατύπωση επιφυλάξεων των γενικών διευθυντών ως προς τις δηλώσεις αξιοπιστίας συνιστά συνεπώς το λογικό συμπέρασμα της εξέτασης των ισχυρών σημείων και των αδυναμιών του συστήματος εσωτερικού ελέγχου, εξασφαλίζοντας τη συνοχή μεταξύ της ετήσιας έκθεσης, της δήλωσης και των επιφυλάξεων, όπως άλλωστε είχε ζητήσει το Ελεγκτικό Συνέδριο στην ετήσια έκθεσή του το 2003.

1.61.

Παρά τη διαπιστωθείσα πρόοδο εξακολουθούν να υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης, ιδίως σε ό,τι αφορά την παρουσίαση των δεικτών που έχουν άμεση σχέση με τη νομιμότητα και την κανονικότητα (βλέπε σημεία 1.51-1.53).

1.61.

Αν και οι ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας δεν έχουν ως μοναδικό σκοπό την παρακολούθηση της εφαρμογής των συστημάτων ελέγχου ή τον προσδιορισμό του σημείου μέχρι του οποίου αυτά εξασφαλίζουν τη νομιμότητα και κανονικότητα των πράξεων, η Επιτροπή είναι διατεθειμένη να συνεχίσει την ενδυνάμωση των ελέγχων εποπτείας και διαχείρισης των κινδύνων στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας.

Βλέπε επίσης απαντήσεις στα σημεία 1.52. και 1.53.

1.62.

Όσον αφορά τη σημαντικότητα των αδυναμιών του συστήματος και την επίπτωσή τους στην εύλογη βεβαιότητα των γενικών διευθυντών, η εγκύκλιος για το 2004 παραπέμπει στις βασικές αρχές που εγκρίθηκαν ήδη τον Ιανουάριο του 2003 (50). Οι δυσκολίες που παρουσιάζει η εφαρμογή των προτεινόμενων κριτηρίων εξετάσθηκαν στο πλαίσιο της αξιολόγησης από ομοτίμους, η οποία επικεντρώθηκε στην ανάλυση των πιθανών επιφυλάξεων των γενικών διευθυντών και εξέτασε κυρίως:

α)

την εμβέλεια των επιφυλάξεων, τη σημαντικότητα και τη συνέπεια (51)·

β)

την επίπτωση των επιφυλάξεων στην εύλογη βεβαιότητα·

γ)

τη διατήρηση των επιφυλάξεων και τα προβλεπόμενα μέτρα.

1.63.

Το Συνέδριο σημειώνει την επίτευξη προόδου, ιδίως όσον αφορά τη σαφήνεια των επιφυλάξεων και τη συσχέτισή τους με ουσιώδεις αδυναμίες. Ωστόσο, δεν έχουν θεσπισθεί ακόμα κοινά όρια σημαντικότητας ανά τομέα του προϋπολογισμού σε συνάρτηση με τη φύση των σχετικών πράξεων και τους αποδεκτούς κινδύνους για τον εν λόγω τομέα (52). Επίσης, οι κατευθυντήριες γραμμές που θεσπίσθηκαν για τον προσδιορισμό σημαντικών αδυναμιών του συστήματος και της πιθανής οικονομικής επίπτωσής τους απαιτούν περαιτέρω διασάφηση προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ερμηνεύονται με ομοιόμορφο και συνεπή τρόπο από τους γενικούς διευθυντές.

1.62-1.63.

Μετά την αξιολόγηση από ομότιμους των επιφυλάξεων που ενδεχομένως θα υποβάλλονταν, η Επιτροπή ξεκίνησε τη μελέτη της δυνατότητας να καθιερωθεί ένας βαθμός διαφοροποίησης κατά τον καθορισμό του πλαισίου σημαντικότητας για τους διάφορους τομείς διαχείρισης. Όπως αναφέρεται στην έκθεση για την αξιολόγηση των διαφορών μεταξύ του συστήματος ελέγχου εντός των υπηρεσιών της Επιτροπής και των αρχών ως προς τον έλεγχο που εκτίθενται στη γνώμη 2/2004 του Ελεγκτικού Συνεδρίου, είναι φυσικό να κυμαίνεται ο διαπιστωθείς δείκτης σφάλματος ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των προγραμμάτων και εντός συγκεκριμένων χρονικών περιόδων. Η εργασία αυτή αποτελεί το αντικείμενο μίας από τις δράσεις που εγκαινιάστηκαν με τη συγκεφαλαιωτική έκθεση (δράση 8).

Για τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας 2005, η Επιτροπή θα εξετάσει τη δυνατότητα εκπόνησης κοινής μεθόδου που θα επιτρέπει τον καθορισμό του πλαισίου σημαντικότητας των αδυναμιών (παράβλεπε συγκεφαλαιωτική έκθεση 2004), συμπεριλαμβανομένων και των συστημικών, προκειμένου να αξιολογηθούν με μεγαλύτερη συνοχή οι επιπτώσεις τους στην εύλογη βεβαιότητα για τις «οικογένειες» της επιμερισμένης διαχείρισης, της έρευνας και των εσωτερικών πολιτικών.

Δηλώσεις των γενικών διευθυντών

1.64.

Στις δηλώσεις τους που επισυνάπτονται στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας, οι γενικοί διευθυντές αναφέρουν ότι ο εσωτερικός έλεγχος που θεσπίσθηκε στις υπηρεσίες τους τούς παρέχει εύλογη βεβαιότητα όσον αφορά τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων. Σε περίπτωση αδυναμιών του εσωτερικού ελέγχου ή παρατυπιών, διατυπώνουν επιφυλάξεις. Οι κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και το χάρτη αποστολής του κύριου διατάκτη προσδιορίζουν ότι οι επιφυλάξεις δεν πρέπει να αφαιρούν την ουσία της δήλωσης και ότι, σε ακραίες περιπτώσεις (53), ο γενικός διευθυντής μπορεί να μην είναι σε θέση να παράσχει τη ζητούμενη διαβεβαίωση. Για την αντιμετώπιση των αδυναμιών πρέπει να καταρτίζονται σχέδια δράσης που συνοδεύονται από προθεσμίες εκτέλεσης.

1.65.

Η ανάλυση των δηλώσεων των γενικών διευθυντών στην οποία προέβη το Συνέδριο καταδεικνύει την ανομοιογενή εφαρμογή των κριτηρίων σημαντικότητας και τις δυσκολίες που παρουσιάζει η χρήση τους για τη διατύπωση των επιφυλάξεων από τις υπηρεσίες της Επιτροπής, ιδίως όσον αφορά τις αδυναμίες του συστήματος (βλέπε σημείο 1.63). Παραδείγματος χάρη, ορισμένες γενικές διευθύνσεις δεν διασαφήνισαν επαρκώς τα επιλεχθέντα κριτήρια ή/και δεν προσδιόρισαν ποσοτικά την οικονομική επίπτωση κατά ικανοποιητικό τρόπο (54).

1.65.

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το ίδιο το Συνέδριο αναγνώρισε, στην παράγραφο 1.63, την πρόοδο που έχει επιτευχθεί γενικά όσον αφορά τη διατύπωση επιφυλάξεων στη δήλωση αξιοπιστίας των γενικών διευθυντών, θέμα δυσχερές που μόλις πρόσφατα αποτέλεσε πρακτική για την Επιτροπή.

Όπως αναφέρεται στον στόχο 6 της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης των ετήσιων εκθέσεων δραστηριότητας 2004, οι εργασίες συνεχίζονται προκειμένου να εκπονηθεί κοινή μέθοδος για τον καθορισμό της σημαντικότητας των αδυναμιών, συμπεριλαμβανομένων και των συστημικών, που έχουν επίπτωση στη δήλωση αξιοπιστίας των γενικών διευθυντών, ανά «οικογένειες» γενικών διευθύνσεων.

Εντούτοις είναι αναπόφευκτος κάποιος βαθμός ετερογένειας στην εκτίμηση της σημαντικότητας, δεδομένων των ιδιομορφιών και του ειδικού περιεχομένου κάθε τομέα δραστηριότητας και της αποκέντρωσης των αρμοδιοτήτων και της σχετικής διαδικασίας αναφοράς στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης στην Επιτροπή.

Οι δηλώσεις αναμένεται να διαβαστούν σε συνδυασμό με τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας στις οποίες επισυνάπτονται. Οι εν λόγω εκθέσεις παρέχουν συμπληρωματικές εξηγήσεις.

1.66.

Όλοι οι γενικοί διευθυντές ανέφεραν ότι αποκόμισαν την εύλογη βεβαιότητα ότι οι πόροι που τους χορηγήθηκαν διατέθηκαν στους προβλεπόμενους σκοπούς και ότι ο εσωτερικός έλεγχος που θέσπισαν εξασφάλισε τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων. 18 από τις 40 δηλώσεις περιέχουν επιφυλάξεις.

1.66.

Ο καθορισμός της επίπτωσης των επιφυλάξεων στη βεβαιότητα βελτιώνεται παράλληλα με την παγίωση της πρακτικής. Οι γενικοί διευθυντές και οι προϊστάμενοι των υπηρεσιών τεκμηριώνουν γενικώς κατά τρόπο ρητό τις επιπτώσεις των διατυπωθεισών επιφυλάξεων στην εύλογη βεβαιότητα που αφορά τη χρήση των πόρων και τη νομιμότητα και κανονικότητα των επιχειρήσεων. Όλοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι μπορούν να παράσχουν τη ζητούμενη βεβαιότητα.

1.67.

Οι κύριες επιφυλάξεις παρουσιάζονται στον πίνακα 1.2 . Από τις 32 επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν το 2004, η πλειονότητα (26) αφορά αδυναμίες που είχαν ήδη διαπιστωθεί για το οικονομικό έτος 2003. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι οι περισσότερες από τις ανεπάρκειες που διαπιστώθηκαν θα μπορέσουν να διορθωθούν μόνο σε μεσοπρόθεσμη προοπτική (βλέπε σημείο 1.67 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2003). Η μείωση του αριθμού των επιφυλάξεων από 49 το 2003 σε 32 (55) το 2004 οφείλεται πρωτίστως στο γεγονός ότι οι γενικοί διευθυντές βελτίωσαν την παρουσίαση των δηλώσεων επικεντρώνοντας την προσοχή τους σε αδυναμίες που αντιπροσωπεύουν σημαντικούς κινδύνους για τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων.

1.67.

Χάρη στις εργασίες για τη βελτίωση του περιεχομένου των δηλώσεων και την παρακολούθηση της τήρησης των προδιαγραφών επί των οποίων βασίζονται οι δηλώσεις, η Επιτροπή προσπαθεί να καταστήσει τις ετήσιες δηλώσεις αποτελεσματικό εργαλείο διαχείρισης και αξιόπιστο δείκτη των αποτελεσμάτων που έχουν επιτευχθεί, καθώς και της στρατηγικής της για να αντιμετωπίσει τους κινδύνους που επισημαίνονται προκειμένου το Συνέδριο να τις χρησιμοποιήσει ως βάση για την αξιοπιστία.

Όσον αφορά τον αντίκτυπο και το εύρος των επιφυλάξεων (βλέπε πίνακα 1.2 και σημείο 1.49), η Επιτροπή σημειώνει τις παρατηρήσεις του Συνεδρίου και θα συνεχίσει να εμπλουτίζει τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε αυτές, έτσι ώστε το Συνέδριο να μπορέσει να τις λάβει περισσότερο υπόψη για να στηρίξει τη δήλωση αξιοπιστίας.

1.68.

Χάρη στη βελτίωση της κατάστασης (βλέπε σημεία 1.60 και 1.63), ο προσδιορισμός της συνδυασμένης επίδρασης των επιφυλάξεων στη βεβαιότητα που εκφράζεται στις δηλώσεις ήταν, σε γενικές γραμμές, πιο σαφής σε σχέση με το οικονομικό έτος 2003. Ωστόσο, η έκταση των επιφυλάξεων που διατύπωσαν ορισμένες γενικές διευθύνσεις εξακολουθεί να είναι ελάχιστα συμβατή ή ανεπαρκώς τεκμηριωμένη σε σχέση με τη βεβαιότητα που εκφράζεται στις δηλώσεις (βλέπε πίνακα 1.2 και σημεία 4.27-4.32, 4.62 και 5.42).

1.68.

Η Επιτροπή υπογραμμίζει το γεγονός ότι όλοι οι κύριοι διατάκτες ήσαν σε θέση να παράσχουν εύλογη βεβαιότητα.

1.69.

Οι εργασίες του Συνεδρίου καταδεικνύουν ότι τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου σε αρκετούς τομείς των δημοσιονομικών προοπτικών δεν έφθασαν ακόμη σε ικανοποιητικό επίπεδο και ότι πρέπει να καταβληθούν περαιτέρω προσπάθειες για την ενίσχυσή τους. Έτσι, ορισμένες αδυναμίες που διαπίστωσε το Συνέδριο κατά τους ελέγχους του θα έπρεπε να είχαν αναφερθεί στις δηλώσεις των γενικών διευθυντών (βλέπε πίνακα 1.2 και σημεία 4.58, 5.46, 6.39 και 7.37).

1.69.

Βλέπε απαντήσεις στα σημεία 1.49, 4.58, 5.45, 6.39 και 7.37.

Οι διαβεβαιώσεις των γενικών διευθυντών σε ένα συγκεκριμένο έτος δεν βασίζονται αποκλειστικά στις εργασίες ελέγχου που διεξάγονται κατά τη διάρκεια του οικείου έτους, αλλά επί της βεβαιότητας που αποκτάται από εργασίες ελέγχου προηγουμένων ετών στο πλαίσιο της ελεγκτικής στρατηγικής των γενικών διευθύνσεων, καθώς και της βεβαιότητας που παρέχεται από τις εργασίες ελέγχου των κρατών μελών.

1.70.

Χάρη στην ενίσχυση των κατευθυντήριων γραμμών και την αξιολόγηση από ομοτίμους, διαπιστώθηκε βελτίωση όσον αφορά τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και τις δηλώσεις των γενικών διευθυντών. Ωστόσο, το Συνέδριο φρονεί ότι εξακολουθούν να αποτελούν περιορισμένη πηγή για την αποκόμιση βεβαιότητας, λόγω των δυσκολιών που παρουσιάζει η ομοιόμορφη εφαρμογή ορισμένων μεθοδολογικών αρχών.

1.70.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και οι δηλώσεις συνιστούν ήδη και θα είναι ακόμα περισσότερο στο μέλλον έγκυρη πηγή βεβαιότητας και αποτελεσματικό εργαλείο διαχείρισης, που θα επιτρέπουν, μεταξύ άλλων, να διαπιστώνονται οι επισημανθείσες αδυναμίες και να διορθώνονται αποτελεσματικά. Θεωρεί επίσης ότι το 2004 σημειώθηκαν σημαντικές βελτιώσεις στις εν λόγω εκθέσεις και στις δηλώσεις που τις συνόδευαν. Βλέπε επίσης απάντηση στο σημείο 1.49.

Όπως σημειώνεται στη συγκεφαλαιωτική έκθεση, η Επιτροπή θα συνεχίσει επίσης να ενισχύει τη συνοχή κατά την εφαρμογή από τις υπηρεσίες της των κατευθυντήριων γραμμών που εκδίδει. Ο χάρτης πορείας προς ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου [COM(2005) 252/4 της 15ης Ιουνίου 2005] και η δέσμευση που ανέλαβαν όλοι οι εμπλεκόμενοι ενδιάμεσοι χρηματοδοτικοί οργανισμοί θα συμβάλλουν επίσης ώστε να παρασχεθεί στο Ελεγκτικό Συνέδριο ενισχυμένη βάση για την εκπόνηση της αξιολόγησής του.

Πρόοδος που σημειώθηκε όσον αφορά την ενίσχυση του συστήματος εσωτερικού ελέγχου

Επισκόπηση της κατάστασης προόδου του εσωτερικού ελέγχου

1.71.

Η Γενική Διεύθυνση Προϋπολογισμού παρουσίασε για δεύτερο έτος έκθεση στην οποία γίνεται επισκόπηση της κατάστασης του εσωτερικού ελέγχου στις γενικές διευθύνσεις και τις υπηρεσίες της Επιτροπής το 2004 (56). Η έκθεση αυτή καταγράφει τη σημαντική πρόοδο που σημειώθηκε όσον αφορά την εφαρμογή του εσωτερικού ελέγχου μετά τη θέσπιση της Λευκής Βίβλου το Μάρτιο του 2000. Αναγνωρίζει επίσης ότι απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες για την ενίσχυση της μετάβασης από μια προσέγγιση προσανατολισμένη στη συμμόρφωση σε μια προσέγγιση προσανατολισμένη στην αποτελεσματικότητα. Οι τομείς που προσδιορίσθηκαν είναι η ενίσχυση της παρακολούθησης της αποτελεσματικότητας του εσωτερικού ελέγχου των γενικών διευθύνσεων, η βελτίωση των διαδικασιών εποπτείας της δημοσιονομικής διαχείρισης, η ενίσχυση της διαχείρισης των κινδύνων, η επανεξέταση και η απλοποίηση των συμβάσεων χαμηλής Αξίας και των μη επιστρεπτέων ενισχύσεων και η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου πλαισίου εσωτερικού ελέγχου. Το Συνέδριο φρονεί ότι στην εν λόγω επισκόπηση του εσωτερικού συστήματος ελέγχου της Επιτροπής γίνεται ισορροπημένη παρουσίαση της προόδου που σημειώθηκε και των τομέων στους οποίους απαιτείται βελτίωση.

Σχέδια δράσης

Γενική κατάσταση όσον αφορά την υλοποίηση

1.72.

Το Συνέδριο εξέτασε την πρόοδο της υλοποίησης των μέτρων που προβλέπονται στο ενοποιημένο σχέδιο δράσης που επισυνάπτεται στη συγκεφαλαιωτική έκθεση για το 2003, τα οποία σχετίζονται άμεσα με τη νομιμότητα και την κανονικότητα (57), καθώς και των οριζόντιων δράσεων που παρατίθενται στον πίνακα 1.3 της ετήσιας έκθεσης για το 2003, οι οποίες καλύπτονται από τη συγκεφαλαιωτική έκθεση (58).

1.73.

Η παρακολούθηση της υλοποίησης των σχεδίων οριζόντιας δράσης (καθώς και των ειδικών σχεδίων δράσης και των συστάσεων του ελέγχου) ενσωματώθηκε με ικανοποιητικό τρόπο στο περιβάλλον εργασίας της Επιτροπής, ιδίως μέσω της διαχείρισης βάσει δραστηριοτήτων των γενικών διευθύνσεων (ετήσια σχέδια διαχείρισης και ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας).

1.74.

Στον πίνακα 1.3 παρουσιάζεται επισκόπηση της κατάστασης υλοποίησης των 19 δράσεων που εξετάσθηκαν από το Συνέδριο. Στο τέλος του οικονομικού έτους, για έξι δράσεις, οι οποίες έχουν κατ’ αρχήν ολοκληρωθεί, απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες για την επίτευξη του προβλεπόμενου στόχου ή την προσθήκη ορισμένων βελτιώσεων (59). Στο τέλος του 2004, πέντε δράσεις τελούσαν ακόμη υπό υλοποίηση (60).

1.74.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι περισσότερες δράσεις που αναφέρει το Συνέδριο έχουν στο μεταξύ ολοκληρωθεί. Η παρακολούθηση των δράσεων που δεν έχουν ολοκληρωθεί συμπεριελήφθη στη σειρά των στόχων που έχουν καθοριστεί στη συγκεφαλαιωτική έκθεση 2004 πολυετούς χαρακτήρα που θίγει οριζόντια θέματα ουσιαστικής σημασίας για την ποιότητα της διαχειριστικής εργασίας.

Ενίσχυση της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου

1.75.

Σύμφωνα με τη δράση 87 της Λευκής Βίβλου, η υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου επιφορτίζεται με την παρακολούθηση της βελτίωσης του συστήματος εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής και με τη διενέργεια κύκλου διεξοδικού ελέγχου των διαχειριστικών και ελεγκτικών συστημάτων σε όλες τις ΓΔ. Οι εργασίες στο πλαίσιο της δράσης αυτής εκτελέσθηκαν σε μεγάλο βαθμό εντός μιας διετίας. Τα αποτελέσματα ελέγχων που παρουσιάζονται σε διάφορες εκθέσεις (61) (θετικά σημεία και επιτεύγματα, καθώς και τομείς που χρήζουν βελτιώσεων) είναι ισορροπημένα και επιβεβαιώνουν, σε γενικές γραμμές, τις διαπιστώσεις του ελέγχου του Συνεδρίου.

1.76.

Με στόχο την ενίσχυση των σχέσεων μεταξύ της υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου και των κλιμακίων εσωτερικού ελέγχου που συστάθηκαν σε όλες τις γενικές διευθύνσεις, το Φεβρουάριο του 2004 (62) η Επιτροπή υποχρέωσε τα κλιμάκια εσωτερικού ελέγχου να διαβιβάζουν συστηματικά τις τελικές εκθέσεις τους στην υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου και ζήτησε από την τελευταία να καταρτίζει εξαμηνιαίες εκθέσεις σχετικά με τις διαπιστώσεις των κλιμακίων. Ακόμη, καταβλήθηκαν προσπάθειες για το συντονισμό των προγραμμάτων εργασιών και την εναρμόνιση των μεθοδολογιών ελέγχου και των δομών κατάρτισης εκθέσεων. Οι πρώτοι κοινοί έλεγχοι πραγματοποιήθηκαν το 2004. Το Συνέδριο φρονεί ότι τα μέτρα αυτά βοηθούν στην ενίσχυση της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου εντός της Επιτροπής.

Πίνακας 1.3 — Ανάλυση του Συνεδρίου σχετική με την υλοποίηση των κύριων οριζόντιων δράσεων που δεν έχουν κλείσει στις 31 Δεκεμβρίου 2004

Τομέας

Δράση

Τύπος μέτρου

Πηγή του σχεδίου δράσης

Διάγνωση/μέτρα που απομένουν να ληφθούν

ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ

«Εσωτερικοί έλεγχοι στις αντιπροσωπείες»

Εσωτερικοί έλεγχοι

Συγκεφαλαιωτική έκθεση 2002 (5.4.1)

Ολοκληρωθείσα δράση/εφαρμογή υπό εξέλιξη — δυνατές βελτιώσεις

Απαιτούνται επιπλέον προσπάθειες τα επόμενα έτη για την ενίσχυση της συμμόρφωσης και της αποτελεσματικότητας των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου στις αντιπροσωπείες [βλέπε σημείο 7.41 στοιχείο γ)].

«Αξιολόγηση της διαδικασίας αποκέντρωσης»

Εγκάρσια πολιτικά θέματα

Συγκεφαλαιωτική έκθεση 2001 (2)

Δράση σε εξέλιξη

Απαιτείται παρακολούθηση τα επόμενα έτη (βλέπε σημεία 7.48-7.51).

ΕΠΙΜΕΡΙΣΜΕΝΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ (ΔΙΑΡΘΡΩΤΙΚΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ)

«Από κοινού διαχείριση»

Δημοσιονομική διαχείριση

Συγκεφαλαιωτική έκθεση 2002 (5.3.3A)

Ολοκληρωθείσα δράση/εφαρμογή υπό εξέλιξη — δυνατές βελτιώσεις

Απαιτείται παρακολούθηση το 2005 για την καλύτερη αποσαφήνιση των αρμοδιοτήτων των κρατών μελών και της Επιτροπής στους διάφορους τομείς διαχείρισης (βλέπε σημείο 5.7).

«Δημοσιονομικός έλεγχος στην από κοινού διαχείριση»

Έλεγχος

Συγκεφαλαιωτική έκθεση 2002 (5.3.3B)

Ολοκληρωθείσα δράση/εφαρμογή υπό εξέλιξη — δυνατές βελτιώσεις

Ενίσχυση της μεθοδολογίας και ανάπτυξη της έννοιας του ενιαίου ελέγχου που προβλέπεται για το 2005 και το 2006 (βλέπε σημείο 5.54).

ΕΣΩΤΕΡΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ (ΕΡΕΥΝΑ)

«Συγχρηματοδότηση»

Δημοσιονομική διαχείριση

Συγκεφαλαιωτική έκθεση 2002 (5.3.4)

Ολοκληρωθείσα δράση/εφαρμογή υπό εξέλιξη — δυνατές βελτιώσεις

Εισαγωγή στον δημοσιονομικό κανονισμό της έννοιας της κατ’ αποκοπή χρηματοδότησης για ορισμένες κατηγορίες δαπανών (βλέπε σημείο 6.47).

ΟΡΙΖΟΝΤΙΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ

«Μεθοδολογία για τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας»

Μεθοδολογία για τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας

Συγκεφαλαιωτική έκθεση 2002 (4.4)

Ολοκληρωθείσα δράση/εφαρμογή υπό εξέλιξη — δυνατές βελτιώσεις

Απαιτούνται επιπλέον προσπάθειες στα ακόλουθα ζητήματα: σημαντικότητα (βλέπε σημείο 1.63), επίπτωση των επιφυλάξεων στην εύλογη βεβαιότητα (βλέπε σημείο 1.68) και δείκτες (βλέπε σημείο 1.61).

«Αξιολόγηση του κινδύνου από την πλαισίωση»

Διαχείριση βάσει δραστηριοτήτων/στρατηγικός σχεδιασμός και προγραμματισμός

Συγκεφαλαιωτική έκθεση 2002 (3.3.2)

Δράση σε εξέλιξη

Απαιτούνται επιπλέον προσπάθειες τα επόμενα έτη (βλέπε σημεία 1.78-1.79).

ΟΡΙΖΟΝΤΙΕΣ ΠΤΥΧΕΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΛΟΓΙΣΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ

«Διαλειτουργικότητα»

Υλοποίηση της μεταρρύθμισης

Συγκεφαλαιωτική έκθεση 2001 (7)

Ολοκληρωθείσα δράση/εφαρμογή υπό εξέλιξη — δυνατές βελτιώσεις

Απαιτούνται επιπλέον προσπάθειες (από τη νεοσυσταθείσα Γενική Διεύθυνση Πληροφορικής) τα επόμενα έτη.

«Ανάκτηση»

Δημοσιονομική διαχείριση

Συγκεφαλαιωτική έκθεση 2002 (5.3.2A)

Δράση σε εξέλιξη

Η παρουσίαση ειδικών δεικτών επιδόσεων όσον αφορά την ανάκτηση δεν είναι ακόμη υποχρεωτική (βλέπε σημείο 1.61).

«Λογιστικό πλαίσιο»

Δημοσιονομική διαχείριση

Συγκεφαλαιωτική έκθεση 2002 (5.3.7)

Δράση σε εξέλιξη

Απαιτούνται επιπλέον προσπάθειες (βλέπε σημεία 1.21-1.45).

«Ανάπτυξη βάσης δεδομένων νομικών προσώπων και βάσης δεδομένων για τις συμβάσεις»

Κεφάλαιο II «Η φιλοσοφία της παροχής υπηρεσίας» και κεφάλαιο V «Έλεγχοι, δημοσιονομική διαχείριση και δημοσιονομικός έλεγχος»

Λευκή Βίβλος (11 και 74)

Δράση σε εξέλιξη

Απαιτούνται επιπλέον προσπάθειες (βλέπε σημεία 1.21-1.45).

1.77.

Επίσης, το Συνέδριο καλεί την Επιτροπή να εξετάσει το ενδεχόμενο εξασφάλισης συνεργιών μεταξύ της υπηρεσίας εσωτερικού ελέγχου και των κλιμακίων εσωτερικού ελέγχου καθιερώνοντας μια λογική αλυσιδωτή δομή (63) στο πλαίσιο της λειτουργίας εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής, προκειμένου η υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου να μπορεί να λαμβάνει υπόψη το έργο των κλιμακίων εσωτερικού ελέγχου.

1.77.

Η Επιτροπή συμμερίζεται το ενδιαφέρον του Συνεδρίου ως προς την ενδελεχή εξέταση πιθανών συνεργιών μεταξύ των διαφόρων παραγόντων εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής.

Η Επιτροπή ανέλαβε ήδη δράση προς αυτή την κατεύθυνση: οι σαφείς διευκρινίσεις και η διάρθρωση υποβολής εκθέσεων και ένα κοινό πλαίσιο για την υποβολή εκθέσεων, που καθιερώθηκε την άνοιξη του 2005 και καλύπτει ειδικότερα τη διαβάθμιση των παρατηρήσεων του ελέγχου και των συστάσεων, αποτελούν σημαντικά βήματα για την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της λειτουργίας του εσωτερικού ελέγχου για την Επιτροπή γενικά. Τα προγράμματα εργασίας των Υπηρεσιών Εσωτερικού Ελέγχου (IAS και IAC) συνεργάζονται για να αποφευχθούν επικαλύψεις, κι ο συντονισμός αυτός του ελεγκτικού προγραμματισμού θα ενισχυθεί για την προσεχή περίοδο του προγράμματος. Έχουν γίνει κοινοί έλεγχοι των υπηρεσιών ΙΑS και IAC.

Η IAS έχει καθιερώσει ποιοτική αξιολόγηση των IAC, αρχής γενομένης με ένα εγχείρημα αυτοαξιολόγησης το 2005 που οδήγησε σε αξιολόγηση της IAS το 2006. Αυτό δεν είχε μόνο ως στόχο να εξασφαλιστεί η ύπαρξη υπηρεσιών ποιότητας στον εσωτερικό έλεγχο για τις γενικές διευθύνσεις, αλλά και την καθιέρωση αντικειμενικής βάσης για τους άλλους ελεγκτές ώστε να μπορούν να στηριχθούν στις ελεγκτικές εργασίες που διεξάγονται σε άλλα επίπεδα.

Αξιολόγηση κινδύνων

1.78.

Η δράση 3.3.2 της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης για το 2002 «Αξιολόγηση της διαχείρισης του κινδύνου» ορίζει ότι η διαχείριση των κινδύνων καθίσταται επιχειρησιακό και στρατηγικό μέσο για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την κατανομή των χρηματοδοτικών και των ανθρώπινων πόρων στις υπηρεσίες της Επιτροπής. Για το σκοπό αυτό, η κεντρική οικονομική υπηρεσία της Γενικής Διεύθυνσης Προϋπολογισμού ξεκίνησε, το 2004, ένα πιλοτικό σχέδιο σε επτά γενικές διευθύνσεις για τη δοκιμή της αρχικής έκδοσης του πλαισίου διαχείρισης κινδύνων και του αντίστοιχου εγχειριδίου εφαρμογής, παράλληλα με την προετοιμασία της διαδικασίας σχεδιασμού δραστηριοτήτων και τον καθορισμό των βασικών στόχων τους για το 2005.

1.79.

Παρά το σε γενικές γραμμές θετικό αποτέλεσμα, απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες για την ανάπτυξη μεθοδολογικών στοιχείων και εργαλείων για την ανάλυση και τη διαχείριση των κινδύνων, τα οποία θα δημιουργήσουν ένα σταθερό δομικό πλαίσιο που θα εφαρμόζεται αποτελεσματικά σε όλες τις υπηρεσίες της Επιτροπής. Μια διυπηρεσιακή συντονιστική επιτροπή παρακολουθεί την ανάπτυξη του κοινού πλαισίου, το οποίο αναμένεται να εγκριθεί από την Επιτροπή κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2005 και να χρησιμοποιηθεί για την προετοιμασία του κύκλου στρατηγικού σχεδιασμού και προγραμματισμού για το 2006. Στη βάση αυτή, τα κατάλληλα ετήσια σχέδια διαχείρισης θα επιτρέψουν στις γενικές διευθύνσεις να περιορίσουν τους κινδύνους οι οποίοι, μολονότι κρίνονται μη αποδεκτοί, δεν είναι δυνατό να αποτραπούν ή να μετατεθούν.

1.79.

Η Επιτροπή συμφωνεί ότι απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες και ότι οι παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου αντικατοπτρίζουν μάλλον το πρόγραμμα δράσης της Επιτροπής.

Πρότυπα εσωτερικού ελέγχου

1.80.

Το Συνέδριο προέβη σε ανάλυση της εφαρμογής των προτύπων εσωτερικού ελέγχου (64) για 14 γενικές διευθύνσεις της Επιτροπής (65). Στόχος ήταν όχι μόνο να εκτιμηθεί ο βαθμός εφαρμογής αλλά και να αξιολογηθεί η αποτελεσματική λειτουργία τους όσον αφορά τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων (βλέπε σημεία 1.58 και 1.71).

1.81.

Στις κατευθυντήριες γραμμές που παρουσίασε η κεντρική οικονομική υπηρεσία σχετικά με τον καθορισμό των προτύπων εσωτερικού ελέγχου (βασικές απαιτήσεις) για το οικονομικό έτος 2004 δεν υπήρχαν σημαντικές αλλαγές συγκριτικά με το 2003 (66).

1.82.

Στις αυτοαξιολογήσεις τους, οι οποίες επισυνάπτονται στην «Επισκόπηση της κατάστασης του εσωτερικού ελέγχου στις γενικές διευθύνσεις και τις υπηρεσίες της Επιτροπής το 2004» (βλέπε σημείο 1.71), οι γενικές διευθύνσεις δηλώνουν ότι για το οικονομικό έτος 2004 πληρούν το 93 % των βασικών απαιτήσεων που καθόρισε η κεντρική οικονομική υπηρεσία. Σε γενικές γραμμές, η ανάλυση του Συνεδρίου επιβεβαιώνει τη θέση αυτή. Δεδομένου ότι οι βασικές απαιτήσεις παρέμειναν ουσιαστικά αμετάβλητες, το Συνέδριο διαπιστώνει μικρή αύξηση του ποσοστού συμμόρφωσης με τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου συγκριτικά με το 2003 (91 %). Η ανάλυση του Συνεδρίου σχετικά με την εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου παρουσιάζεται στον πίνακα 1.4 .

Πίνακας 1.4 — Ανάλυση του Συνεδρίου σχετικά με την εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου (που έχουν άμεση σχέση με τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων για τις κύριες γενικές διευθύνσεις) (κατάσταση στις 31 Δεκεμβρίου 2004)

Γενική Διεύθυνση ή υπηρεσία

Εκτέλεση των πιστώσεων πληρωμών το 2004

(εκατομμύρια ευρώ)

Πρότυπο 11

«Ανάλυση και διαχείριση κινδύνων»

Πρότυπο 12

«Πληροφόρηση ad hoc στον τομέα της διαχείρισης»

Πρότυπο 14

«Αναφορά παρατυπιών»

Πρότυπο 17

«Εποπτεία»

Πρότυπο 18

«Κατάσταση των εξαιρέσεων»

Πρότυπο 20

«Εντοπισμός και άρση των αδυναμιών του εσωτερικού ελέγχου»

Πρότυπο 21

«Εκθέσεις ελέγχου»

Πρότυπο 22

«Κλιμάκιο εσωτερικού ελέγχου»

2003

2004

2003

2004

2003

2004

2003

2004

2003

2004

2003

2004

2003

2004

2003

2004

Προσωπικό και Διοίκηση

178

A

A

A

A

A

B

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

Γεωργία και Αγροτική Ανάπτυξη

47 345

A

A

A

A

A

A

B

A

A

A

A

A

A

A

A

A

EuropeAid

3 683

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

Προϋπολογισμός

1 420

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

Οικονομικές και Χρηματοδοτικές Υποθέσεις

301

B

B

B

B

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

Υπηρεσία Ανθρωπιστικής Βοήθειας

497

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

Διεύρυνση

1 948

A

A

A

A

A

A

A

B

A

A

A

A

A

A

A

A

Απασχόληση, Κοινωνικές Υποθέσεις και Ίσες Ευκαιρίες

9 208

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

Eurostat

30

B

B

B

A

A

A

B

B

B

B

B

B

A

A

A

B

Αλιεία και Θαλάσσιες Υποθέσεις

784

A

B

A

B

A

A

B

B

A

A

A

B

A

A

B

B

Κοινωνία των Πληροφοριών και Μέσα Ενημέρωσης

1 148

B

A

B

A

A

A

A

A

A

A

B

A

A

A

A

A

Περιφερειακή Πολιτική

21 816

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

Έρευνα

2 448

A

A

B

B

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

A

Υγεία και Προστασία του Καταναλωτή

365

B

A

B

A

A

A

A

A

B

B

A

A

A

A

A

B

Αξιολόγηση:

A: Υλοποίηση των βασικών απαιτήσεων

B: Μερική υλοποίηση των βασικών απαιτήσεων

1.83.

Η καινοτομία που περιλαμβάνεται στις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την ετήσια επισκόπηση του συστήματος εσωτερικού ελέγχου για το οικονομικό έτος 2004 συνίσταται στην αξιολόγηση, από τις γενικές διευθύνσεις, της αποτελεσματικότητας της εφαρμογής των προτύπων εσωτερικού ελέγχου. Ωστόσο, η επισκόπηση των ετήσιων εκθέσεων δραστηριότητας από το Συνέδριο κατέδειξε ότι η αξιολόγηση είναι πολύ γενική και δεν καθιστά δυνατό το συστηματικό προσδιορισμό των τομέων που χρήζουν βελτίωσης (βλέπε σημείο 1.58). Ορισμένες γενικές διευθύνσεις (67) δεν αξιολόγησαν επαρκώς την αποτελεσματικότητα του συστήματος εσωτερικού ελέγχου τους. Στην πλειονότητα τους (68) οι υπηρεσίες που υπέβαλαν επαρκή αυτοαξιολόγηση δήλωσαν ότι για την αποτελεσματική λειτουργία των προτύπων εσωτερικού ελέγχου αριθ. 11 «Ανάλυση και διαχείριση κινδύνων» ή/και αριθ. 17 «Εποπτεία» απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες.

1.83.

Τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου καθιερώθηκαν σταδιακά στις γενικές διευθύνσεις από την έναρξη της μεταρρύθμισης. Το βάρος μετατοπίστηκε το 2004 στην αποτελεσματικότητα της εφαρμογής. Ήδη έχουν ολοκληρωθεί σημαντικές εργασίες στον τομέα αυτό, ειδικότερα όσον αφορά τα δύο βασικά πρότυπα, της εποπτείας και της διαχείρισης κινδύνων.

Εντούτοις, πρόκειται για διαρκή διεργασία και η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι πρέπει να πραγματοποιηθεί πρόοδος σχετικά, γεγονός που συνιστά μία από τις σημαντικές καινοτομίες της εγκυκλίου για τις ΕΕΔ του 2004 όπως αναφέρεται στην απάντηση στο σημείο 1.60.

Προς ένα κοινοτικό πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου

1.84.

Στη γνωμοδότησή του αριθ. 2/2004, το Συνέδριο προτείνει την υλοποίηση ενός κοινοτικού πλαισίου εσωτερικού ελέγχου που θα ενσωματώνει και θα ενισχύει τα ήδη υπάρχοντα στοιχεία και παράλληλα θα προσθέτει νέες πτυχές για την αύξηση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας των ελέγχων (κοινές αρχές οι οποίες θα εφαρμόζονται σε όλα τα επίπεδα της διοίκησης, τόσο στα όργανα όσο και στα κράτη μέλη, εσωτερικοί έλεγχοι πρέπει να παρέχουν εύλογη (όχι απόλυτη) βεβαιότητα σχετικά με τη νομιμότητα και κανονικότητα των πράξεων, το κόστος των ελέγχων πρέπει να είναι αναλογικό με τα οφέλη που αποφέρουν, τόσο τα χρηματικά όσο και τα πολιτικά, το σύστημα πρέπει να βασίζεται σε μια λογική αλυσιδωτή δομή, στο πλαίσιο της οποίας οι έλεγχοι πραγματοποιούνται, καταχωρίζονται και συντάσσονται οι σχετικές εκθέσεις σύμφωνα με κοινό πρότυπο που επιτρέπει να τους εμπιστεύονται όλοι οι συμμετέχοντες).

1.85.

Η Επιτροπή έθεσε ως στρατηγικό στόχο τη διασφάλιση της αποκόμισης εύλογης βεβαιότητας από το Συνέδριο σχετικά με τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων (69). Επιπλέον, η Επιτροπή εξέδωσε ένα «χάρτη πορείας προς ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου» (70) με στόχο την έναρξη μιας διαδικασίας που θα οδηγήσει στη διαμόρφωση μιας κοινής αντίληψης έως τα τέλη του 2005, που θα επισημοποιηθεί μέσω διοργανικής συμφωνίας μεταξύ του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της ίδιας της Επιτροπής, σχετικά με τους τρόπους βελτίωσης του υπάρχοντος πλαισίου εσωτερικού ελέγχου ώστε να παρέχεται στο Συνέδριο η εύλογη βεβαιότητα που επιζητεί.

1.86.

Το Συνέδριο χαιρετίζει την πρωτοβουλία αυτή, καθώς και τη δέσμευση της Επιτροπής για τη θέσπιση ενός αποτελεσματικού κοινοτικού πλαισίου εσωτερικού ελέγχου σύμφωνα με τις συστάσεις που διατυπώνονται στη γνωμοδότηση αριθ. 2/2004 του Συνεδρίου. Η αποτελεσματικότητα των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου είναι ιδιαίτερα σημαντική, ιδίως δεδομένου ότι μεγάλο τμήμα του κοινοτικού προϋπολογισμού αφορά δαπάνες που ενέχουν εκ φύσεως υψηλό κίνδυνο καθώς εξαρτώνται από πληροφορίες που παρέχονται από τους δικαιούχους ή υπόκεινται σε εξαιρετικά περίπλοκους ή αόριστους κανόνες.

1.86.

Είναι αναγκαστικά πολλοί οι όροι που διέπουν την επιλεξιμότητα των επιχειρήσεων και των δαπανών, αλλά η Επιτροπή παρέχει καθοδήγηση και έχει απλουστεύσει τους κανόνες όσο το δυνατόν περισσότερο.


(1)  Οι «ενοποιημένες εκθέσεις που αφορούν την εκτέλεση του προϋπολογισμού και οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις» αποτελούν τον τόμο I των ετήσιων λογαριασμών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το οικονομικό έτος 2004.

(2)  Βλέπε παράρτημα 1, τόμος 1 των οριστικών λογαριασμών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το οικονομικό έτος 2004.

(3)  Βλέπε το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (EP 353.338, παράγραφος 35) και τη σύσταση του Συμβουλίου (6850/05 BUDGET 5, σ. 8) σχετικά με την απαλλαγή για το 2003.

(4)  Οι λογαριασμοί περιλαμβάνουν τις «ενοποιημένες εκθέσεις σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού» — οι οποίες καλύπτουν τα έσοδα και τις δαπάνες του έτους — και τις «ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις» — οι οποίες καλύπτουν τον ισολογισμό στον οποίο παρουσιάζονται τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού στο τέλος του έτους.

(5)  Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 248 της 16.9.2002, σ. 1).

(6)  Βλέπε σημείο 1.18 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2003.

(7)  Σημεία 1.10-1.11.

(8)  Σημείο 1.11.

(9)  Συνθήκη προσχώρησης, παράρτημα II κεφάλαιο 15 σημείο 1 στοιχείο ε) (ΕΕ L 236 της 23.9.2003).

(10)  Άρθρο 29 του δημοσιονομικού κανονισμού (ΕΕ L 248 της 16.9.2002).

(11)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1259/1999 του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1999 (ΕΕ L 160 της 26.6.1999, σ. 113) και κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 963/2001 της Επιτροπής της 17ης Μαΐου 2001 (ΕΕ L 136 της 18.5.2001, σ. 4).

(12)  Βλέπε σημείο 1.23, σημείο 1.10 στοιχείο ε) και σημεία 1.14-1.15 των ετήσιων εκθέσεων του Συνεδρίου για τα οικονομικά έτη 2002 και 2003.

(13)  Τα οποία περιλαμβάνονται στο ποσό που οφείλεται από τους διάφορους οφειλέτες, το οποίο αναφέρεται στο σημείο 1.17.

(14)  Συμπεριλαμβανομένων τόκων ύψους 19,6 εκατομμυρίων ευρώ.

(15)  Η πρόβλεψη για συντάξεις περιλαμβάνεται στον τίτλο «Προβλέψεις για κινδύνους και έξοδα».

(16)  Ανακοίνωση της Επιτροπής — Εκσυγχρονισμός του λογιστικού συστήματος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [COM(2002) 755 τελικό της 17.12.2002].

(17)  Βλέπε επίσης το ψήφισμα για τη χορήγηση απαλλαγής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το οικονομικό έτος 2001, παράγραφος 23 (ΕΕ L 148 της 16.6.2003).

(18)  Ωστόσο, εξαρχής αναμενόταν ότι για την πλήρη ενσωμάτωση όλων των τοπικών λογιστικών συστημάτων θα απαιτείτο μεγαλύτερο διάστημα από τα δύο έτη που μεσολαβούσαν από την έγκριση της Επιτροπής.

(19)  Δράση 16 (λογιστικό πλαίσιο) του σχεδίου δράσης [COM(2002) 426 τελικό της 24.7.2002].

(20)  Δράση 17 (κύρια συστήματα ηλεκτρονικών πληροφοριών) του σχεδίου δράσης [COM(2002) 426 τελικό της 24.7.2002].

(21)  Ουσιαστικοί δοκιμαστικοί έλεγχοι θα διενεργηθούν σε μεταγενέστερο στάδιο του ελέγχου αυτού.

(22)  1. Λογιστική Ομίλου, 2. Οικονομικές καταστάσεις, 3. Δαπάνες και οφειλές, 4. Έσοδα και απαιτήσεις, 5. Προχρηματοδοτήσεις, 6. Άυλα πάγια περιουσιακά στοιχεία, 7. Ενσώματες ακινητοποιήσεις, 8. Μισθώσεις, 9. Αποθέματα, 10. Προβλέψεις, ενδεχόμενες απαιτήσεις και υποχρεώσεις, 11. Χρηματοοικονομικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις, 12. Παροχές σε εργαζομένους, 13. Μετατροπή συναλλάγματος, 14. Οικονομικά αποτελέσματα του έτους, θεμελιώδη σφάλματα και αλλαγές στις λογιστικές πολιτικές, 15. Γνωστοποιήσεις συνδεόμενων μερών.

(23)  Διεθνή λογιστικά πρότυπα του δημόσιου τομέα (IPSAS) που εκδίδονται από τη Διεθνή Ομοσπονδία Λογιστών (IFAC) ή, ελλείψει αυτών, τα διεθνή λογιστικά πρότυπα (IAS)/διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης (IFRS) που εκδίδονται από το διεθνές συμβούλιο λογιστικών προτύπων (International Accounting Standards Board-ΙASB).

(24)  Το άρθρο 133, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού ορίζει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι εφαρμοστέοι λογιστικοί κανόνες μπορούν να αποκλίνουν από τα διεθνώς παραδεκτά πρότυπα για τον δημόσιο τομέα όταν το δικαιολογεί η ιδιαίτερη φύση των δραστηριοτήτων των Κοινοτήτων.

(25)  Βλέπε άρθρο 129 του δημοσιονομικού κανονισμού της 25ης Ιουνίου 2002.

(26)  Για προχρηματοδοτήσεις και πράξεις εκτός συναλλάγματος που δεν καλύπτονται ακόμη από IPSAS, καταβλήθηκε προσπάθεια να γίνει σεβαστό το πνεύμα των IPSAS.

(27)  Το Συνέδριο επικέντρωσε στο στάδιο αυτό τους ελέγχους του στην αναγνώριση και την εκκαθάριση των προχρηματοδοτήσεων. Συναφείς πτυχές, όπως η αξιολόγηση μη τρεχουσών προχρηματοδοτήσεων (αναλογική μέθοδος), οι παραγόμενοι τόκοι και η μετατροπή σε ξένο νόμισμα, θα εξετασθούν σε μεταγενέστερο στάδιο. Επίσης, κατά την περίοδο του ελέγχου τελούσαν ακόμη υπό συζήτηση οι σκοπούμενες λογιστικές διορθώσεις για την εναρμόνιση του περιεχομένου των ποσών που θεωρούνται προχρηματοδοτήσεις (π.χ. διορθώσεις μέσω προβλέψεων).

(28)  Σύμφωνα με το άρθρο 61 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του δημοσιονομικού κανονισμού, ο υπόλογος είναι υπεύθυνος για «τον καθορισμό και την επικύρωση των λογιστικών συστημάτων, καθώς και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, την επικύρωση των συστημάτων που καθορίζονται από τον διατάκτη και προορίζονται για την παροχή ή την αιτιολόγηση των λογιστικών πληροφοριών». Το αντίστοιχο άρθρο 57 των κανόνων εφαρμογής ορίζει ότι «όταν τα συστήματα δημοσιονομικής διαχείρισης που ορίζονται από τον διατάκτη παρέχουν δεδομένα στη λογιστική του οργάνου ή όταν καλούνται να δικαιολογήσουν τα δεδομένα της λογιστικής αυτής, ο υπόλογος πρέπει να συμφωνήσει για τη δημιουργία τους καθώς και για την τροποποίησή τους».

(29)  Γενικές διευθύνσεις: Πληροφορική, Εκπαίδευση και Πολιτισμός, Υπηρεσία Ανθρωπιστικής Βοήθειας, Γραφείο συνεργασίας EuropeAid και Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

(30)  Γενική Διεύθυνση Εξωτερικών Σχέσεων, Υπηρεσία διαχείρισης και εκκαθάρισης ατομικών δικαιωμάτων και Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

(31)  Γενική διεύθυνση Γεωργίας και αγροτικής ανάπτυξης, απασχόλησης, κοινωνικών υποθέσεων και ίσων ευκαιριών περιφερειακής πολιτικής, έρευνας και τύπου και επικοινωνίας.

(32)  Π.χ. στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών ή στη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ισπανία και τη Σουηδία.

(33)  Βλέπε σημείο 1.8 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το 2002 και σημείο 1.25 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το 2003.

(34)  Γεωργία, διαρθρωτικές ενέργειες, εσωτερικές πολιτικές, εξωτερικές δράσεις, διοικητική λειτουργία και προενταξιακή στρατηγική.

(35)  Όσον αφορά τις δαπάνες, ο δημοσιονομικός κανονισμός διακρίνει μεταξύ των ακόλουθων περιπτώσεων (άρθρο 53): η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό κατά συγκεντρωτικό τρόπο (δαπάνες διοικητικής λειτουργίας και εσωτερικές πολιτικές)· η διαχείριση των πράξεων επιμερίζεται με τις εθνικές αρχές των κρατών μελών (ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεις και διαρθρωτικά ταμεία)· η Επιτροπή αποκεντρώνει την εκτέλεση του προϋπολογισμού μεταβιβάζοντας ορισμένα καθήκοντα εκτέλεσης σε δικαιούχες χώρες αφού ασκήσει εκ των προτέρων έλεγχο (προενταξιακή στρατηγική) και η Επιτροπή μπορεί να διαχειρίζεται από κοινού ορισμένες πράξεις με διεθνείς οργανισμούς (βλέπε την ετήσια έκθεση του Συνεδρίου για το 2003, σημείο 1.57).

(36)  Ως άλλοι ελεγκτές νοούνται οι δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς οι οποίοι καλούνται να παρέχουν εκτίμηση ελεγκτή για πράξεις που χρηματοδοτούνται εξ ολοκλήρου ή εν μέρει από τον κοινοτικό προϋπολογισμό, η υποχρέωση των οποίων όμως δεν πηγάζει από τους κοινοτικούς κανονισμούς.

(37)  Το Συνέδριο δεν μπόρεσε να λάβει υπόψη τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας ορισμένων κοινοτικών οργάνων (Δικαστήριο και Επιτροπή των Περιφερειών), καθώς δημοσιεύθηκαν μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου του Συνεδρίου (βλέπε σημείο 9.13).

(38)  Επίδραση των εν λόγω κύριων επιφυλάξεων στη δήλωση του γενικού διευθυντή:

A: εύλογη βεβαιότητα ότι τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου διασφαλίζουν τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων χωρίς επιφυλάξεις ή με ασήμαντες επιφυλάξεις.

B: εύλογη βεβαιότητα με επιφυλάξεις ότι τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου διασφαλίζουν τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων (σφάλματα < 2 % ή αδυναμίες του συστήματος με οικονομικό αντίκτυπο < 10 % του σχετικού προϋπολογισμού).

Γ: καμία βεβαιότητα (σφάλματα > 2 % ή αδυναμίες του συστήματος με οικονομικό αντίκτυπο > 10 % του σχετικού προϋπολογισμού).

(39)  Περιεχόμενο των δηλώσεων:

A: σαφές και χωρίς αμφισημίες.

B: με ανακρίβειες.

Γ: με σημαντικές ανακρίβειες ή ανακρίβειες με ανεπαρκή αιτιολόγηση (π.χ.: αδιαφορία ως προς τα προβλήματα της επιμερισμένης διαχείρισης, κάλυψη του προηγούμενου οικονομικού έτους, απουσία ποσοτικού προσδιορισμού, μη εκμεταλλεύσιμες πληροφορίες).

(40)  Συνυπολογισμός των εν λόγω στοιχείων στα ελεγκτικά συμπεράσματα του Συνεδρίου:

A: επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τα συμπεράσματα του Συνεδρίου.

B: επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τα συμπεράσματα του Συνεδρίου έπειτα από διορθώσεις.

Γ: μη επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για τα συμπεράσματα του Συνεδρίου (π.χ. λόγω ακατάλληλων ή ανεπαρκών πληροφοριών).

(41)  Εξέλιξη:

+ βελτίωση

= αμετάβλητη κατάσταση

– οπισθοδρόμηση

(42)  Κατόπιν αιτήματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τον Ιανουάριο του 2000 για εκσυγχρονισμό της διαχείρισης της Επιτροπής, στις 5 Απριλίου 2000 η Επιτροπή υπέβαλε τη Λευκή Βίβλο με τίτλο «Η μεταρρύθμιση της Επιτροπής» [COM(2000) 200].

(43)  Βλέπε INTOSAI – Ελεγκτικά πρότυπα, κεφάλαιο 1 σημείο 1.0.6 στοιχείο δ): «Η αvάπτυξη κατάλληλωv συστημάτων πληροφοριών (…) και σύνταξης εκθέσεων (…) διευκολύνει τη διαδικασία λογοδοσίας. Η διοίκηση φέρει την ευθύνη για την ορθότητα και την επάρκεια της μορφής και του περιεχομένου των δημοσιονομικών εκθέσεων και των λοιπών πληροφοριών». Το Συνέδριο φρονεί ότι οι δείκτες συμπεριλαμβάνονται με στόχο την αvάπτυξη κατάλληλωv συστημάτων πληροφοριών.

(44)  Η διαδικασία αυτή που προτάθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του για τη χορήγηση απαλλαγής για το οικονομικό έτος 2003 (βλέπε παραγράφους 65 και 66) θα επέτρεπε την ανταπόκριση στα αιτήματα που υποβάλλονται από τις αρμόδιες για την απαλλαγή αρχές.

(45)  Ετήσιες εκθέσεις του Ελεγκτικού συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2002, σημεία 1.68-1.74, και το οικονομικό έτος 2003, σημεία 1.85-1.87.

(46)  Το Συνέδριο ανέπτυξε δικά του στοιχεία παρακολούθησης σχετικά με την υλοποίηση των δράσεων που προβλέπονται στη Λευκή Βίβλο για τη μεταρρύθμιση ή σε σχέδια δράσης που περιλαμβάνονται στις συγκεφαλαιωτικές εκθέσεις, την εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου, την παρακολούθηση των επιφυλάξεων και των παρατηρήσεων σχετικά με τη DAS, την παρακολούθηση των επιφυλάξεων των γενικών διευθυντών, την αξιολόγηση της εφαρμογής βασικών ελέγχων κ.λπ.

(47)  Ανακοίνωση της Επιτροπής, συγκεφαλαιωτική έκθεση για το 2004 [COM(2005) 256 της 15.6.2005].

(48)  Το νέο οριζόντιο σχέδιο δράσης περιλαμβάνει 12 μέτρα που σχετίζονται με τους εξής τομείς: θέματα διακυβέρνησης, διαχείριση βάσει δραστηριοτήτων, δημοσιονομική διαχείριση και κατάρτιση εκθέσεων και ανθρώπινοι πόροι.

(49)  Σημείωση προς γενικούς διευθυντές και προϊσταμένους υπηρεσιών — Εγκύκλιος σχετικά με τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας για το έτος 2004 [SEC(2004) 1562 της 3.12.2004].

(50)  Ανακοίνωση της Επιτροπής: «Επισκόπηση για το 2002 της υλοποίησης της διαχείρισης βάσει δραστηριοτήτων στη Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένης της διασαφήνισης της μεθοδολογίας για τη σύνταξη των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων» [COM(2003) 28 της 21.1.2003].

(51)  Προκειμένου να καθορισθεί η πραγματική εμβέλεια των επιφυλάξεων, ζητείται από τους γενικούς διευθυντές να αναφέρουν το κριτήριο που επέλεξαν προκειμένου να καθορίσουν το όριο σημαντικότητας. Εξαιρουμένης της σημαντικότητας εκ φύσεως και λόγω πλαισίου, οι κατευθυντήριες γραμμές το καθορίζουν όσον αφορά τη σχετική σημασία του προϋπολογισμού της αντίστοιχης δραστηριότητας, ήτοι το όριο σημαντικότητας ύψους 2 % του ποσού της αντίστοιχης δραστηριότητας [COM(2003) 28 της 21.1.2003]. Όπως επισήμανε ήδη στην ετήσια έκθεσή του για το οικονομικό έτος 2003 (σημεία 1.64-1.65), το Συνέδριο φρονεί ότι η εν λόγω έννοια της σημαντικότητας δεν είναι αρκετά κατάλληλη για τον εντοπισμό των ανεπαρκειών του συστήματος. Οι γενικοί διευθυντές μπορούν να απομακρύνονται από τα εν λόγω κριτήρια εάν εκτιμούν ότι το πλαίσιο το επιβάλλει ή εάν η ανεπάρκεια είναι εκ φύσεως σημαντική. Σε τέτοιου είδους περιπτώσεις η επιλογή νέου ορίου ή άλλου κριτηρίου σημαντικότητας πρέπει να αιτιολογείται στην ετήσια έκθεση δραστηριότητας.

(52)  Γνωμοδότηση αριθ. 2/2004 του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με το πρότυπο του «ενιαίου ελέγχου» (single audit) (και με πρόταση για πλαίσιο εσωτερικού κοινοτικού ελέγχου).

(53)  Π.χ. όταν οι επιφυλάξεις έχουν σημαντική επίπτωση στον προϋπολογισμό της γενικής διεύθυνσης.

(54)  Π.χ. Γενικές Διευθύνσεις: Απασχόληση, Κοινωνικές Υποθέσεις και Ίσες Ευκαιρίες, Επιχειρήσεις και Βιομηχανία, Αλιεία και Θαλάσσιες Υποθέσεις, Δικαιοσύνη, Ελευθερία και Ασφάλεια, Εξωτερικές Σχέσεις, Eurostat και Υπηρεσία διαχείρισης και εκκαθάρισης ατομικών δικαιωμάτων.

(55)  Η διαφορά στον αριθμό των επιφυλάξεων μεταξύ των ετών 2003 και 2004 (–17) διαμορφώθηκε από την προσθήκη 6 νέων επιφυλάξεων και την αφαίρεση 23 επιφυλάξεων του οικονομικού έτους 2003.

(56)  Δράση 13 της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης για το 2001.

(57)  Δράσεις 5.4.5 «Επανεξέταση των προτύπων εσωτερικού ελέγχου», 3.3.2 «Επικοινωνία», 5.4.1 «Εσωτερικοί έλεγχοι στις αντιπροσωπείες», 3.3.2 «Αξιολόγηση της διαχείρισης του κινδύνου», 5.4.6 «Παρακολούθηση από τις υπηρεσίες», 5.3.3A «Από κοινού διαχείριση», 5.3.3B «Δημοσιονομικός έλεγχος στην από κοινού διαχείριση», 5.3.4 «Συγχρηματοδότηση», 5.3.2A «Ανάκτηση», 5.3.7 «Λογιστικό πλαίσιο», 3.3.2-3.3.3 «Συντονισμός των συντελεστών δημοσιονομικού ελέγχου της Επιτροπής και Επιτροπή Προόδου του Εσωτερικού Ελέγχου (APC): επισκόπηση δημοσιονομικού ελέγχου» και 3.3.3 «Μεθοδολογία ελέγχου» της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης για το 2002. Δράσεις 2 «Αξιολόγηση της διαδικασίας αποκέντρωσης» και 7 «Διαλειτουργικότητα» της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης για το 2001. Δράσεις 11 και 74 «Ανάπτυξη βάσης δεδομένων νομικών προσώπων και βάσης δεδομένων για τις συμβάσεις» της Λευκής Βίβλου.

(58)  Δράση 4.4 «Μεθοδολογία ετήσιων εκθέσεων δραστηριότητας» της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης για το 2002· δράσεις 87 «Ανασκόπηση της προόδου των υπηρεσιών της Επιτροπής όσον αφορά τις αλλαγές», 93 «Καλύτερος συντονισμός μεταξύ OLAF και άλλων υπηρεσιών» και 94 «Θωράκιση της νομοθεσίας και της διαχείρισης των συμβάσεων κατά της απάτης» της Λευκής Βίβλου.

(59)  Εσωτερικοί έλεγχοι στις αντιπροσωπείες (δράση 5.4.1 της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης για το 2002)· από κοινού διαχείριση και δημοσιονομικός έλεγχος στην από κοινού διαχείριση (δράσεις 5.3.3A και 5.3.3B της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης για το 2002)· συγχρηματοδότηση (δράση 5.3.4 της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης για το 2002), διαλειτουργικότητα (δράση 7 της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης για το 2001), μεθοδολογία ετήσιων εκθέσεων δραστηριότητας (δράση 4.4 της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης για το 2002).

(60)  Αξιολόγηση της διαδικασίας αποκέντρωσης (δράση 2 της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης για το 2001), αξιολόγηση της διαχείρισης του κινδύνου (δράση 3.3.2 της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης για το 2002), ορισμένες πτυχές που σχετίζονται με την αξιοπιστία των λογαριασμών [ανακτήσεις, λογιστικό πλαίσιο και ανάπτυξη βάσης δεδομένων νομικών προσώπων και βάσης δεδομένων για τις συμβάσεις (δράσεις 5.3.2A και 5.3.7 της συγκεφαλαιωτικής έκθεσης για το 2002, δράσεις 11 και 74 της Λευκής Βίβλου)].

(61)  Ετήσια έκθεση εσωτερικού ελέγχου 2003, σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 3 του δημοσιονομικού κανονισμού, έκθεση με τίτλο «Ολοκλήρωση της δράσης 87» και έκθεση σχετικά με την «οικογένεια» RELEX.

(62)  Ανακοίνωση της Επιτροπής «Εκπλήρωση της εντολής για μεταρρύθμιση έκθεση προόδου και μέτρα που πρόκειται να υλοποιηθούν το 2004» [COM(2004) 93 της 10.2.2004].

(63)  Γνωμοδότηση αριθ. 2/2004 του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με το πρότυπο του «ενιαίου ελέγχου» (single audit) (και με πρόταση για πλαίσιο εσωτερικού κοινοτικού ελέγχου), σημείο V.

(64)  Πρότυπα αριθ. 11 «ανάλυση και διαχείριση κινδύνων», αριθ. 12 «πληροφορίες ad hoc στον τομέα της διαχείρισης», αριθ. 14 «αναφορά παρατυπιών», αριθ. 17 «εποπτεία», αριθ. 18 «κατάσταση των εξαιρέσεων», αριθ. 20 «εντοπισμός και διόρθωση των ανεπαρκειών του εσωτερικού ελέγχου», αριθ. 21 «εκθέσεις ελέγχου» και αριθ. 22 «κλιμάκιο εσωτερικού ελέγχου».

(65)  Γενικές διευθύνσεις: Οικονομικές και Χρηματοδοτικές Υποθέσεις, Γεωργία και Αγροτική Ανάπτυξη, Απασχόληση, Κοινωνικές Υποθέσεις και Ίσες Ευκαιρίες, Αλιεία και Θαλάσσιες Υποθέσεις, Περιφερειακή Πολιτική, Έρευνα, Κοινωνία των Πληροφοριών και Μέσα Ενημέρωσης, Διεύρυνση, Προϋπολογισμός, Προσωπικό και Διοίκηση, Υγεία και Προστασία του Καταναλωτή, Υπηρεσία Ανθρωπιστικής Βοήθειας, Γραφείο συνεργασίας EuropeAid και Eurostat.

(66)  Ο αριθμός των βασικών απαιτήσεων μειώθηκε από 74 σε 71. Τέσσερις από τις απαιτήσεις που διατηρήθηκαν το 2004, ενισχύθηκαν εν συγκρίσει με το 2003.

(67)  Π.χ. Γενικές Διευθύνσεις: Ανταγωνισμός, Ανάπτυξη, Πληροφορική, Απασχόληση, Κοινωνικές Υποθέσεις και Ίσες Ευκαιρίες, Επιχειρήσεις και Βιομηχανία, Τύπος και Επικοινωνία, Περιφερειακή Πολιτική, Εξωτερικές Σχέσεις, Υγεία και Προστασία του Καταναλωτή, Φορολογία και Τελωνειακή Ένωση, Γραφείο Επιλογής Προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Eurostat, Σώμα Συμβούλων Ευρωπαϊκής Πολιτικής, Κοινό Κέντρο Ερευνών, Υπηρεσία Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης στις Βρυξέλλες, Υπηρεσία Υποδομών και Διοικητικής Υποστήριξης στο Λουξεμβούργο, Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης, Υπηρεσία διαχείρισης και εκκαθάρισης ατομικών δικαιωμάτων, και Νομική Υπηρεσία.

(68)  Π.χ. Γενικές Διευθύνσεις: Προϋπολογισμός, Εκπαίδευση και Πολιτισμός, Οικονομικές και Χρηματοδοτικές Υποθέσεις, Διεύρυνση, Αλιεία και Θαλάσσιες Υποθέσεις, Κοινωνία των Πληροφοριών και Μέσα Ενημέρωσης, Υπηρεσία Μετάφρασης, Μεταφορές και Ενέργεια, Υπηρεσία Διερμηνείας, Δικαιοσύνη, Ελευθερία και Ασφάλεια, Έρευνα, Γραφείο συνεργασίας EuropeAid, Υπηρεσία Επίσημων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

(69)  Στρατηγικοί στόχοι 2005-2009 — Ευρώπη 2010: Μια εταιρική σχέση για την ανανέωση της Ευρώπης-Ευημερία, Αλληλεγγύη και Ασφάλεια. [COM(2005) 12 της 26.1.2005].

(70)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο σχετικά με το χάρτη πορείας προς ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου [COM(2005) 252/4 της 15.6.2005].


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Διαχείριση του προϋπολογισμού

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Εισαγωγή

Παρατηρήσεις

Περισσότερες πληροφορίες στην έκθεση της Επιτροπής, αλλά ανεπαρκής ανάλυση

Μεγαλύτερος προϋπολογισμός για μια μεγαλύτερη Ένωση

Το ποσοστό εκτέλεσης των πληρωμών αυξήθηκε στο 95 %

Χαμηλότερο πλεόνασμα

Τα τρέχοντα προγράμματα δαπανών έχουν επιτύχει το αναμενόμενο ποσοστό εκτέλεσης

Αύξηση των εκκρεμών δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων λόγω της διεύρυνσης

Οι εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων δεν αντιστοιχούν στο σύνολο των νομικών δεσμεύσεων

Λίγες μέχρι στιγμής οι αποδεσμεύσεις βάσει του κανόνα των ν + 2 ετών

Ακατάλληλος ο προϋπολογισμός που καταρτίζεται κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων δαπανών

Συμπεράσματα και συστάσεις

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

2.1.

Στο παρόν κεφάλαιο αναλύονται θέματα που ανέκυψαν από την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της ΕΕ κατά το 2004.

 

2.2.

Ο προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης εγκρίνεται από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Συμβούλιο), βάσει των προτάσεων που υποβάλλει η Επιτροπή, και τοποθετείται εντός του πολυετούς πλαισίου των δημοσιονομικών προοπτικών. Για τους περισσότερους τομείς δαπανών —γεωργία, διαρθρωτικές ενέργειες, εξωτερικές δράσεις και προενταξιακή στρατηγική— η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και με άλλες δικαιούχους χώρες.

 

2.3.

Στον προϋπολογισμό, υπάρχουν χωριστές πιστώσεις για τις αναλήψεις υποχρεώσεων και χωριστές για τις πληρωμές. Οι πιστώσεις για αναλήψεις υποχρεώσεων αντιστοιχούν στα ποσά που διαθέτει η Ένωση για την ανάληψη δημοσιονομικών υποχρεώσεωνκατά το τρέχον έτος, προκειμένου να εκπληρώσει νομικές δεσμεύσεις (ή συμφωνίες) που συνεπάγονται δαπάνες κατά το τρέχον έτος ή μελλοντικά έτη (1). Οι πιστώσεις για πληρωμές αντιστοιχούν στα ποσά τα οποία μπορούν να δαπανηθούν κατά το τρέχον έτος. Οι περισσότερες δαπάνες για τις διαρθρωτικές ενέργειες και τις εσωτερικές και εξωτερικές πολιτικές λαμβάνουν τη μορφή προγραμμάτων, τα οποία εφαρμόζονται επί σειρά ετών (π.χ. 2000-2006 για την τρέχουσα περίοδο προγραμματισμού των διαρθρωτικών ταμείων). Στις περιπτώσεις αυτές, οι νομικές υποχρεώσεις δεν εμφανίζονται γενικά ως δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων του έτους κατά το οποίο συμφωνήθηκαν, αλλά ως περίπου ισόποσες ετήσιες δόσεις οι οποίες καλύπτουν τη διάρκεια των προγραμμάτων (2).

 

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ

Περισσότερες πληροφορίες στην έκθεση της Επιτροπής, αλλά ανεπαρκής ανάλυση

2.4.

Λεπτομερή πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού για το 2004 περιέχονται στο έγγραφο της Επιτροπής με τίτλο «Έκθεση για τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση — Οικονομικό έτος 2004» (3). Στην ετήσια έκθεσή του για το 2003 (4), το Συνέδριο συνιστούσε να δίνονται αναλυτικότερα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τη συνολική κατάσταση της εφαρμογής των κοινοτικών προγραμμάτων. Σχετικά με το ζήτημα αυτό παρασχέθηκαν συμπληρωματικές πληροφορίες, γεγονός το οποίο αυξάνει την ενημερωτική αξία της έκθεσης. Το Συνέδριο θεωρεί ότι στο μέλλον η παρουσίαση αυτή θα η παρουσίαση θα μπορούσε να είναι χρησιμότερη εάν περιλάμβανε επεξήγηση και ανάλυση των στοιχείων και σύγκριση της πραγματικής απόδοσης με την αναμενόμενη. Στην περίπτωση των διαρθρωτικών ταμείων, οι πληροφορίες παρουσιάζονται ανά στόχο πολιτικής. Ωστόσο, θα ήταν επίσης χρήσιμο τα στοιχεία να παρουσιάζονται ανά ταμείο, καθώς αυτό θα αντιστοιχούσε περισσότερο στη δομή που εφαρμόζει η Επιτροπή από την άποψη της διαχείρισης και της υποχρέωσης λογοδοσίας.

2.4.

Η Επιτροπή παρείχε πλήρεις πληροφορίες υπό τη μορφή εισαγωγικού κειμένου, πινάκων και γραφικών σχεδίων όσον αφορά την συνολική κατάσταση προόδου των βασικών πολυετών προγραμμάτων (δηλαδή των διαρθρωτικών ταμείων, του Ταμείου Συνοχής, του SAPARD και ISPA). Οι ετήσιοι προϋπολογισμοί αντικατοπτρίζουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, συγκρίνοντάς τα με την πραγματική εφαρμογή. Στο μέλλον, η Επιτροπή θα εξετάσει τη δυνατότητα να παράσχει τις συμπληρωματικές πληροφορίες που ζητήθηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο στην έκθεση για τη δημοσιονομική και χρηματοδοτική διαχείριση. Όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού των διαρθρωτικών ταμείων, η Επιτροπή δημοσιεύει από το 1977 λεπτομερή ετήσια έκθεση. Αυτή περιλαμβάνει κυρίως εμπεριστατωμένη ανάλυση της συνολικής κατάστασης εφαρμογής καθώς και χωριστή ανάλυση για κάθε ταμείο. Η έκθεση 2004 δημοσιεύθηκε τον Μάιο 2005 και διατίθεται ηλεκτρονικά στην ακόλουθη διεύθυνση: http://europa.eu.int/comm/budget/furtherinfo/index_pg2_en.htm

Επιπλέον, λεπτομερείς πληροφορίες για την κατάσταση εφαρμογής των διαρθρωτικών ταμείων (με προσδιορισμό των χορηγηθέντων, δεσμευθέντων και καταβληθέντων ποσών ανά στόχο, ανά ταμείο και ανά κράτος μέλος) δημοσιεύονται στην ετήσια έκθεση για την εφαρμογή των διαρθρωτικών ταμείων, η οποία εμφανίζεται τον μήνα Οκτώβριο του επόμενου οικονομικού έτους, βλέπε για παράδειγμα την έκθεση 2003 [COM(2004) 721 τελικό].

2.5.

Το άρθρο 185 των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού ορίζει ότι η έκθεση για τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση (5)«παρέχει πιστή εικόνα […] της επίτευξης των στόχων του οικονομικού έτους, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης». Η απαίτηση αυτή έγινε σεβαστή σε γενικό επίπεδο. Λεπτομερέστερες πληροφορίες περιλαμβάνονται στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας των γενικών διευθυντών.

2.5.

Στόχος της έκθεσης είναι να δώσει συνολική άποψη της εξέλιξης του ετήσιου προϋπολογισμού και της εκτέλεσής του. Επιπλέον, η Επιτροπή συντάσσει ορισμένες πιο εξειδικευμένες και λεπτομερείς ετήσιες εκθέσεις σχετικά με διάφορους τομείς πολιτικής, κυρίως την ετήσια έκθεση για την εκτέλεση του προϋπολογισμού των διαρθρωτικών ταμείων.

Μεγαλύτερος προϋπολογισμός για μια μεγαλύτερη Ένωση

2.6.

Ο προϋπολογισμός του 2004 καταρτίστηκε αρχικά για μια ΕΕ με 15 κράτη μέλη (6). Σε σύγκριση με τον οριστκό προϋπολογισμό του 2003, οι συνολικές πιστώσεις για αναλήψεις υποχρεώσεων μειώθηκαν κατά 0,3 %, ενώ οι συνολικές πιστώσεις για πληρωμές αυξήθηκαν κατά 2,3 %. Για τη διεύρυνση χρειάστηκε διορθωτικός προϋπολογισμός (7) από την 1η Μαΐου. Ο επικαιροποιημένος προϋπολογισμός επέφερε αυξήσεις κατά 11,5 % και 7,8 % των αναλήψεων υποχρεώσεων και των πληρωμών αντίστοιχα, σε σύγκριση με τον οριστικό προϋπολογισμό του 2003. Η αύξηση των αναλήψεων υποχρεώσεων είναι αναλογικά μεγαλύτερη, διότι αυτές μπορούν να καλύπτουν δαπάνες που εκτείνονται σε περισσότερα του ενός έτη (βλέπε σημείο 2.3).

 

2.7.

Οι πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων και πληρωμών ήταν χαμηλότερες κατά 4,3 δισεκατομμύρια ευρώ και 11,8 δισεκατομμύρια ευρώ αντίστοιχα από τα αυξημένα ανώτατα όρια που προέβλεπαν οι δημοσιονομικές προοπτικές. Όσον αφορά τις αναλήψεις υποχρεώσεων, η απόκλιση αυτή προέρχεται κυρίως από τη γεωργία (2,5 δισεκατομμύρια ευρώ) και την προενταξιακή στρατηγική (1,7 δισεκατομμύρια ευρώ), ενώ οι υπόλοιποι τομείς προσεγγίζουν ή υπερβαίνουν ελαφρώς (8) τα όρια.

 

2.8.

Οι διορθωτικοί προϋπολογισμοί που ψηφίστηκαν κατά τη διάρκεια του έτους (9) είχαν ως αποτέλεσμα τη συνολική μείωση κατά 1,6 δισεκατομμύρια ευρώ των πιστώσεων για αναλήψεις υποχρεώσεων (λόγω μικρότερων δαπανών από τις προβλεπόμενες στον τομέα της γεωργίας) και την αύξηση κατά 2,0 δισεκατομμύρια ευρώ των πιστώσεων για πληρωμές, κυρίως λόγω πρόσθετων πιστώσεων για διαρθρωτικές ενέργειες (βλέπε σημείο 2.14).

 

Το ποσοστό εκτέλεσης των πληρωμών αυξήθηκε στο 95 %

2.9.

Ο πίνακας 2.1 παρουσιάζει μια επισκόπηση του αποτελέσματος της εκτέλεσης του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2004 τόσο για τις πληρωμές όσο και για τις αναλήψεις υποχρεώσεων. Το 2004, το ποσοστό των τελικών πιστώσεων για αναλήψεις υποχρεώσεων που χρησιμοποιήθηκαν (ποσοστό εκτέλεσης των αναλήψεων υποχρεώσεων) ήταν 98 %, ελαφρώς χαμηλότερο του αντίστοιχου του 2003 (99 %). Όσον αφορά τις πληρωμές, το ποσοστό των τελικών πιστώσεων που χρησιμοποιήθηκαν (ποσοστό εκτέλεσης των πληρωμών) ήταν 95 %, ήτοι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο του 2003 [92 %, αν και βασίζεται σε μειωμένο προϋπολογισμό (10)] και του 2002 (86 %). Η αύξηση της εκτέλεσης αφορά όλους τους τομείς.

 

Χαμηλότερο πλεόνασμα

2.10.

Το 2004, το πλεόνασμα του προϋπολογισμού (11) ανήλθε συνολικά σε 2,7 δισεκατομμύρια ευρώ (βλέπε πίνακα 2.2 ), για τους εξής λόγους:

τα εισπραχθέντα έσοδα υπερέβαιναν κατά 1,7 δισεκατομμύρια ευρώ τα έσοδα που είχαν εγγραφεί στον προϋπολογισμό,

οι δαπάνες (συνυπολογιζομένων των μεταφερθεισών πιστώσεων πληρωμών) ήταν κατά 2,1 δισεκατομμύρια ευρώ λιγότερες από ό,τι είχε εγγραφεί στον προϋπολογισμό,

λόγω άλλων στοιχείων που οδήγησαν σε αφαίρεση 1,0 δισεκατομμυρίου ευρώ και αφορούσαν κυρίως μια προσαρμογή στο πλαίσιο των εσόδων με ειδικό προορισμό.

 

Πίνακας 2.1 — Εκτέλεση του προϋπολογισμού 2004 κατά τομέα των δημοσιονομικών προοπτικών

(εκατομμύρια ευρώ και %)

Τομέας των δημοσιονομικών προοπτικών

Ανώτατο όριο των δημοσιονομικών προοπτικών

Προϋπολογισμός

Εκτέλεση του προϋπολογισμού

Αρχικές πιστώσεις (12)

Οριστικές πιστώσεις (13)

Αναλήψεις υποχρεώσεων και πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν

Ποσοστό εκτέλεσης

Μεταφερθείσες πιστώσεις στο 2005

% των διαθέσιμων οριστικών πιστώσεων

Ακυρωθείσες πιστώσεις

% των διαθέσιμων οριστικών πιστώσεων

(α)

(β)

(γ)

(δ)

(ε) = (δ)/(γ)

(στ)

(ζ) = (στ)/(γ)

(η)

(θ) = (η)/(γ)

Πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων

Κοινή γεωργική πολιτική

49 305

44 761

45 122

44 760

99 %

50

0,1

312

0,7

Διαρθρωτικές ενέργειες

41 035

34 326

41 046

40 834

99 %

115

0,3

97

0,2

Εσωτερικές πολιτικές

8 722

7 051

9 835

9 010

92 %

619

6,3

206

2,1 

Εξωτερικές δράσεις

5 082

5 177

5 368

5 198

97 %

121

2,3

49

0,9 

Προενταξιακή βοήθεια

3 455

1 732

1 837

1 718

94 %

91

5,0

29

1,6 

Διοικητικές δαπάνες

5 983

6 040

6 361

6 161

97 %

70

1,1

130

2,0 

Αποθεματικά

442

442

442

182

41 %

0

0,0

260

58,9 

Αντιστάθμιση

1 410

0

1 410

1 410

100 %

0

0,0

0

0,0

Στρογγυλοποίηση

 

 

1

 

 

 

 

 

 

Σύνολο

115 434

99 529

111 422

109 273

98 %

1 066

1,0

1 083

1,0

Πιστώσεις πληρωμών

Κοινή γεωργική πολιτική

 

44 761

44 308

43 579

98 %

398

0,9 %

331

0,7

Διαρθρωτικές ενέργειες

 

28 962

34 635

34 198

99 %

197

0,6 %

240

0,7

Εσωτερικές πολιτικές

 

6 606

8 992

7 255

81 %

1 152

12,8 %

585

6,5

Εξωτερικές δράσεις

 

4 951

5 098

4 606

90 %

176

3,5 %

317

6,2

Προενταξιακή βοήθεια

 

2 856

3 220

3 053

95 %

58

1,8 %

109

3,4

Διοικητικές δαπάνες

 

6 040

6 927

5 856

85 %

850

12,3 %

221

3,2

Αποθεματικά

 

442

442

182

41 %

0

0,0 %

260

58,8

Αντιστάθμιση

 

0

1 410

1 410

100 %

0

0,0 %

0

0,0

Στρογγυλοποίηση

 

1

 

 

 

–1

 

 

 

Σύνολο

111 380

94 619

105 032

100 139

95 %

2 830

2,7 %

2 063

2,0

Πηγή: Ετήσιοι λογαριασμοί του 2004.

Πίνακας 2.2 — Σύνθεση του πλεονάσματος 2004 (και 2003)

(εκατομμύρια ευρώ)

 

2004

2003

Έσοδα

 

Έχουν εγγραφεί στον προϋπολογισμό

Έχουν εισπραχθεί

Συνεισφορά στο πλεόνασμα

Έχουν εγγραφεί στον προϋπολογισμό

Έχουν εισπραχθεί

Συνεισφορά στο πλεόνασμα

Ίδιοι πόροι

94 997

95 051

54

84 011

83 633

– 378

Λοιπά έσοδα

6 810

8 461

1 651

8 514

9 836

1 322

Σύνολο

101 807

103 512

1 705

92 525

93 469

944

Δαπάνες

 

Υποχρησιμοποίηση  (14)

Μείον τις μεταφορές στο 2005  (15)

 

Υποχρησιμοποίηση

Μείον τις μεταφορές στο 2004

 

Γεωργία

729

– 398

331

717

– 331

386

Διαρθρωτικές ενέργειες

437

– 197

240

3 310

– 177

3 133

Εσωτερικές πολιτικές

1 737

–1 152

585

1 585

– 920

665

Εξωτερικές δράσεις

492

– 176

316

613

– 113

500

Προενταξιακή στρατηγική

167

–58

109

559

–55

504

Διοικητικές δαπάνες

1 071

– 850

221

782

– 650

132

Αποθεματικά

260

0

260

216

0

216

Αντιστάθμιση

0

0

0

 

 

 

Στρογγυλοποίηση

 

1

1

–1

 

–1

Σύνολο

4 893

–2 830

2 063

7 781

–2 246

5 535

Συναλλαγματικές διαφορές

–50

 

 

– 109

Έσοδα για ειδικό προορισμό  (16)

– 961

 

 

– 740

Άλλες διαφορές  (17)

–18

 

 

– 146

Συνολικό πλεόνασμα

2 739

 

 

5 484

Πηγή: Ετήσιοι λογαριασμοί για το οικονομικό έτος 2004.

2.11.

Το πλεόνασμα του 2004 αντιπροσωπεύει περαιτέρω μείωση σε σύγκριση με τα 5,5 δισεκατομμύρια ευρώ του 2003, τα 7,4 δισεκατομμύρια ευρώ του 2002 και τα 15,0 δισεκατομμύρια ευρώ του 2001. Η εν λόγω μείωση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο υψηλότερο ποσοστό εκτέλεσης των πληρωμών στον τομέα των διαρθρωτικών ενεργειών. Αυτό σημαίνει όχι μόνο ότι η Επιτροπή βελτίωσε τη διαχείρισή της, αλλά επίσης ότι, καθώς το 2004 είχε παρέλθει περισσότερο από το ήμισυ της περιόδου των προγραμμάτων δαπανών 2000-2006, τα ποσοστά εκτέλεσης των πληρωμών αυξήθηκαν (βλέπε σημεία 2.14-2.16).

 

2.12.

Στις ετήσιες εκθέσεις του για το 2002 και το 2003 (18), το Συνέδριο επισήμαινε ότι οι ανεπαρκείς προβλέψεις των κρατών μελών στον τομέα των δαπανών για τις διαρθρωτικές ενέργειες αποτελούν ένα σημαντικό λόγο για τον οποίο η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να λάβει εγκαίρως μέτρα για τη διαχείριση της υποχρησιμοποίησης και του συνακόλουθου πλεονάσματος. Οι εκτιμήσεις έχουν βελτιωθεί, με το ποσοστό σφάλματος στις προβλέψεις να έχει μειωθεί από 50 % το 2003 σε 23 % το 2004. Ωστόσο, το ποσοστό αυτό εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει υπερεκτίμηση ύψους 6,5 δισεκατομμυρίων ευρώ και η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει τη δυνατότητα περαιτέρω βελτίωσης. Αντίθετα με προηγούμενα χρόνια, η έκθεση της Επιτροπής για το 2004 σχετικά με τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση δεν παρέχει πληροφορίες, ούτε περιέχει ανάλυση των εκτιμήσεων των κρατών μελών.

2.12.

Η Επιτροπή χορήγησε λεπτομερή έκθεση για τις προβλέψεις πληρωμών των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένης μιας σύγκρισης των ποσοστών σφάλματος των προβλέψεων για την περίοδο 1998-2004, στην προαναφερόμενη ετήσια έκθεση για την εκτέλεση του προϋπολογισμού των διαρθρωτικών ταμείων.

Η Επιτροπή επιθυμεί να τονίσει ότι ο ετήσιος προϋπολογισμός των πληρωμών δεν βασίζεται άμεσα στις προβλέψεις των κρατών μελών, αλλά στην αξιολόγηση της ίδιας της Επιτροπής για τις πιθανές ανάγκες σε πιστώσεις πληρωμών. Οι προβλέψεις των κρατών μελών μπορούν να αποτελούν χρήσιμο στοιχείο για τους σκοπούς αυτής της αξιολόγησης και για το λόγο αυτό η Επιτροπή συνεχίζει να ενθαρρύνει τη βελτίωσή τους.

2.13.

Στο παρελθόν έχουν πραγματοποιηθεί σημαντικές μεταφορές πιστώσεων που παρέμειναν κατόπιν αχρησιμοποίητες (19). Το 23 % των πιστώσεων πληρωμών χωρίς ειδικό προορισμό που μεταφέρθηκαν από το 2003 δεν χρησιμοποιήθηκε (20). Επί του παρόντος, συνολικό ποσό ύψους 2,8 δισεκατομμυρίων ευρώ μεταφέρεται στο 2005, εκ των οποίων τα 1,5 δισεκατομμύρια ευρώ αφορούν τον επιχειρησιακό προϋπολογισμό (1,2 δισεκατομμύρια ευρώ το 2003) και τα 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ αφορούν έσοδα για ειδικό προορισμό προερχόμενα από τρίτους (1,0 δισεκατομμύριο ευρώ το 2003).

 

Τα τρέχοντα προγράμματα δαπανών έχουν επιτύχει το αναμενόμενο ποσοστό εκτέλεσης

2.14.

Ένα μεγάλο τμήμα του προϋπολογισμού — διαρθρωτικές ενέργειες, ορισμένες εσωτερικές πολιτικές και εξωτερικές δράσεις — συνίσταται σε πολυετή προγράμματα δαπανών που εφαρμόζονται επί σειρά ετών στο πλαίσιο καθορισμένων κύκλων (π.χ. 2000-2006 στην περίπτωση των διαρθρωτικών ταμείων). Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη αντιμετώπισαν σημαντικές καθυστερήσεις για τη διαμόρφωση και την έναρξη της εφαρμογής αυτών των προγραμμάτων, ιδίως όσον αφορά τα διαρθρωτικά ταμεία. Ωστόσο, το 2004 τα προγράμματα αυτά πέτυχαν σε μεγάλο βαθμό το επιδιωκόμενο ετήσιο ποσοστό εκτέλεσης, συνυπολογιζόμενων των επιστροφών βάσει των αιτήσεων των κρατών μελών για καταβολές στους δικαιούχους. Πράγματι, οι πιστώσεις πληρωμών που είχαν εγγραφεί στον προϋπολογισμό για τα διαρθρωτικά ταμεία δεν ήταν αρκετές και, για το λόγο αυτό, πριν από το τέλος του έτους ζητήθηκε διορθωτικός προϋπολογισμός (21), ύψους 3,7 δισεκατομμυρίων ευρώ. Από το ποσό αυτό, 3,3 δισεκατομμύρια ευρώ αφορούσαν τα τρέχοντα προγράμματα.

 

2.15.

Το τρέχον ποσοστό εκτέλεσης συνεπάγεται περιορισμένη μόνο μείωση του επιπέδου των εκκρεμών αναλήψεων υποχρεώσεων. Από τα πληροφοριακά στοιχεία που περιέχονται στην έκθεση της Επιτροπής σχετικά με τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση και αφορούν την κατάσταση της εκτέλεσης των διαρθρωτικών ταμείων (βλέπε σημείο 2.4) φαίνεται ότι, στα τέλη του 2004, οι τρεις στόχοι πολιτικής για την περίοδο 2000-2006 είχαν επιτευχθεί κατά 40 % περίπου.

2.15.

Η Επιτροπή επιδιώκει να εγγράψει στον προϋπολογισμό με ακρίβεια όλες τις επιλέξιμες αιτήσεις πληρωμών, γεγονός που μπορεί κυρίως να οδηγήσει στην υποβολή διορθωτικών προϋπολογισμών όταν οι ροές των πληρωμών υπερβαίνουν τις προβλέψεις.

2.16.

Επίσης εκκρεμεί ακόμη το κλείσιμο των προγραμμάτων δαπανών των διαρθρωτικών ταμείων για την προηγούμενη περίοδο προγραμματισμού (1994-1999). Η Επιτροπή αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα και καθυστερήσεις όσον αφορά το κλείσιμο αυτών των προγραμμάτων και την εκτέλεση των τελικών πληρωμών (βλέπε σημεία 5.29-5.31). Από τις εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων στο τέλος του 2003, ύψους 9,1 δισεκατομμυρίων ευρώ, πραγματοποιήθηκαν πληρωμές ύψους 3,6 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ 2,3 δισεκατομμύρια ευρώ ακυρώθηκαν καθώς δεν θα χρησιμοποιηθούν. Στο τέλος του 2004, δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων ύψους 3,3 δισεκατομμυρίων ευρώ απομένουν προς εκκαθάριση, προκειμένου αυτά τα παλαιά προγράμματα να κλείσουν το 2005, πιθανώς δε και αργότερα.

2.16.

Τα κράτη μέλη ήταν υποχρεωμένα να υποβάλουν τις αιτήσεις τους πληρωμής για αυτά τα προγράμματα το αργότερο στις 31 Μαρτίου 2003. Λόγω του μεγάλου αριθμού αιτήσεων που διαβιβάστηκαν λίγο πριν από την εκπνοή της προθεσμίας και της διαφορετικής ποιότητας των δικαιολογητικών εγγράφων κλεισίματος κατέστη απαραίτητο να γίνουν συμπληρωματικές έρευνες για να μπορούν να εξεταστούν οι αιτήσεις. Το εγχείρημα του κλεισίματος βελτιώθηκε σημαντικά το 2004. Αυτό αποδεικνύεται από τις εναπομένουσες προς εκκαθάριση αναλήψεις υποχρεώσεων που μειώθηκαν κατά τα δύο τρία και αντιπροσωπεύουν περίπου το 5 % του συνόλου των εναπομενουσών προς εκκαθάριση αναλήψεων υποχρεώσεων για τα διαρθρωτικά ταμεία.

Αύξηση των εκκρεμών δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων λόγω της διεύρυνσης

2.17.

Οι εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων αντιπροσωπεύουν τα ποσά τα οποία η Επιτροπή έχει νόμιμα δεσμευτεί να καταβάλει στο μέλλον. Όσο μεγαλύτερη είναι η αξία των εκκρεμών δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων τόσο μεγαλύτερη θα είναι η ζήτηση για πληρωμές στα επόμενα χρόνια. Οι εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων αυξήθηκαν κατά 4,5 % και ανήλθαν σε 110,1 δισεκατομμύρια ευρώ (βλέπε πίνακα 2.3 ). Η αύξηση αυτή οφείλεται στις επιπρόσθετες δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων για τα νέα κράτη μέλη μετά τη διεύρυνση. Οι υποκείμενες εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων για την προ διεύρυνσης ΕΕ παρέμειναν σταθερές. Οι εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων για τις διαχωριζόμενες δαπάνες στο σύνολό τους αντιστοιχούν σε 2,2 έτη πληρωμών με το τρέχον ποσοστό εκτέλεσης (2,5 έτη το 2003).

2.17.

Τα 2,2 έτη που αναφέρονται από το Ελεγκτικό Συνέδριο μπορούν να θεωρηθούν ως συνήθης αναλογία που προσεγγίζει την αρχή του Ν + 2.

2.18.

Η παράσταση 2.1 παρουσιάζει την αξία των εκκρεμών δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων για τις διαχωριζόμενες δαπάνες από το 1994. Η αύξηση οφείλεται τόσο στην αλλαγή στο σύστημα των ετήσιων αναλήψεων υποχρεώσεων για τα διαρθρωτικά ταμεία, η οποία άρχισε να ισχύει για την περίοδο προγραμματισμού 2000-2006, όσο και στο συσσωρευμένο αποτέλεσμα της υποχρησιμοποίησης μεταξύ 1999 και 2003, η οποία είχε ως συνέπεια την ακύρωση πιστώσεων πληρωμών ύψους 40 δισεκατομμυρίων ευρώ (22).

 

Πίνακας 2.3 — Μεταβολή του υπολοίπου των εκκρεμών αναλήψεων υποχρεώσεων το 2004

(εκατομμύρια ευρώ)

 

Κατά είδος

Σύνολο

Κατά τίτλο δημοσιονομικών προοπτικών

Μη διαχωριζόμενες πιστώσεις

Διαχωριζόμενες πιστώσεις

Γεωργία

Διαρθρωτικές ενέργειες

Εσωτερικές πολιτικές

Εξωτερικές δράσεις

Διοικητικές δαπάνες

Αποθεματικά

Προενταξιακή στρατηγική

Αντιστάθμιση

Προσαρμογές

Μεταφερθείσες αναλήψεις υποχρεώσεων

Μεταφερθέν υπόλοιπο

877

103 883

104 760

290

69 274

12 196

12 156

584

0

10 260

0

0

Πληρωμές

– 776

–41 221

–41 997

– 271

–30 969

–3 995

–3 245

– 503

0

–3 013

0

–1

Αποδεσμεύσεις

–17

–3 626

–3 643

–5

–2 624

– 501

– 436

0

0

–85

0

8

Ακυρώσεις

–81

0

–81

–14

0

0

0

–59

0

0

0

–8

Πραγματοποιηθείσες αναλήψεις 2004

Πραγματοποιηθείσες αναλήψεις

51 494

57 779

109 273

44 761

40 834

9 010

5 198

6 161

182

1 718

1 410

–1

Πληρωμές

–50 162

–7 981

–58 143

–43 308

–3 229

–3 260

–1 361

–5 354

– 182

–40

–1 410

1

Ακυρώσεις

–22

0

–22

0

0

0

0

–22

0

0

0

0

Στρογγυλοποίηση

 

 

 

–1

–1

 

1

 

 

 

 

1

Μεταφερθέν υπόλοιπο στο 2005

1 313

108 834

110 147

1 452

73 285

13 450

12 313

807

0

8 840

0

0

Πηγή: Ετήσιοι λογαριασμοί για το οικονομικό έτος 2004 και έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική και οικονομική διαχείριση.

Image

2.19.

Η Επιτροπή, στην απάντησή της στην ετήσια έκθεση για το 2003, ανέφερε ότι το επίπεδο των εκκρεμών αναλήψεων υποχρεώσεων ήταν σύμφωνο με τις προβλέψεις της (23). Το 2002, η Επιτροπή προέβη σε λεπτομερή ανάλυση της προόδου που είχε σημειωθεί στην εκτέλεση του προϋπολογισμού των διαρθρωτικών ταμείων, λαμβάνοντας υπόψη τα χαμηλά ποσοστά εκτέλεσης της περιόδου 2000-2002, πραγματοποιώντας τις σχετικές προσαρμογές βάσει των ποσοστών αυτών και προβλέποντας το επίπεδο των εκκρεμών αναλήψεων υποχρεώσεων στο τέλος κάθε χρόνου έως το έτος 2010 (24).

 

2.20.

Πράγματι, στα τέλη του 2004, το επίπεδο των εκκρεμών αναλήψεων υποχρεώσεων για τα προγράμματα της περιόδου 2000-2006 υπερέβαινε κατά 3,7 δισεκατομμύρια ευρώ τις προβλέψεις που είχε κάνει η Επιτροπή το 2002 για την ΕΕ των 15. Οι εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων για τα προγράμματα της περιόδου 1994-1999 ήταν 3,3 δισεκατομμύρια ευρώ, με βάση δε την ανάλυση της Επιτροπής, θα έπρεπε να είχαν εκκαθαριστεί πλήρως. Επιπλέον, υπήρχαν εκκρεμείς αναλήψεις υποχρεώσεων ύψους 2,1 δισεκατομμυρίων ευρώ που αφορούσαν τη διεύρυνση και δεν περιλαμβάνονταν στην ανάλυση της Επιτροπής.

2.20.

Το υψηλότερο από το προβλεπόμενο επίπεδο των αναλήψεων υποχρεώσεων που εναπομένουν να εκκαθαριστούν για την περίοδο 1994-99 οφείλεται στην καθυστέρηση που σημειώθηκε κατά το κλείσιμο των προγραμμάτων, η οποία ήταν δύσκολα προβλέψιμη κατά την περίοδο εκείνη (βλέπε απάντηση στο σημείο 2.16). Τα στοιχεία του 2002 ήταν οι καλύτερες δυνατές εκτιμήσεις που στηρίζονταν στις διαθέσιμες πληροφορίες. Οι δυσκολίες που αντιμετωπίστηκαν για να γίνουν αυτές οι εκτιμήσεις οφείλονταν σε μεγάλο βαθμό στη θεμελιώδη αλλαγή του συστήματος πληρωμών για τα νέα προγράμματα 2000-2006, σε σχέση με τα προηγούμενα προγράμματα.

Οι εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων δεν αντιστοιχούν στο σύνολο των νομικών δεσμεύσεων

2.21.

Λόγω της φύσης της δημοσιονομικής διαδικασίας, το υπόλοιπο των εκκρεμών αναλήψεων υποχρεώσεων δεν αντικατοπτρίζει το σύνολο των νομικών δεσμεύσεων, καθώς τα περισσότερα προγράμματα δαπανών υπόκεινται σε ειδικούς κανόνες. Οι αποφάσεις χρηματοδότησης που λαμβάνονται στην αρχή της περιόδου προγραμματισμού — και αντιπροσωπεύουν τις νομικές δεσμεύσεις για πληρωμές — δεν μεταφράζονται αμέσως σε δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων, αλλά, βάσει του δημοσιονομικού κανονισμού (25), μπορούν να αναληφθούν καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου προγραμματισμού σε κατά προσέγγιση ισόποση ετήσια βάση. Οι νομικές δεσμεύσεις που έχουν αναληφθεί μεν, αλλά δεν έχουν ακόμη μετατραπεί σε δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων, παρουσιάζονται στους ετήσιους λογαριασμούς ως εκτός ισολογισμού στοιχεία (26).

 

2.22.

Στο τέλος του 2004, οι εκκρεμείς δημοσιονομικές δεσμεύσεις για τα διαρθρωτικά ταμεία και για την περίοδο προγραμματισμού 2000-2006 ανέρχονταν σε 60 δισεκατομμύρια ευρώ, τα οποία αντιστοιχούν σε 2,2 έτη δαπανών βάσει του ποσοστού εκτέλεσης του 2004. Οι νομικές δεσμεύσεις που δεν είχαν ακόμη μετατραπεί σε δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων (βλέπε σημείο 2.21) ανέρχονταν συνολικά σε 75 δισεκατομμύρια ευρώ. Με αυτά τα δεδομένα, στο τέλος του 2004, οι συνολικές εκκρεμείς νομικές δεσμεύσεις για την περίοδο προγραμματισμού 2000-2006 των διαρθρωτικών ταμείων ανέρχονταν σε 136 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε πληρωμές σχεδόν πέντε ετών βάσει του ποσοστού εκτέλεσης του 2004. Οι συνολικές εκκρεμείς νομικές δεσμεύσεις μειώθηκαν μόλις κατ' ελάχιστο το 2004, λόγω των επιπρόσθετων νομικών δεσμεύσεων που προέκυψαν από τη διεύρυνση. Ωστόσο, για την εκκαθάριση όλων των εκκρεμών νομικών αναλήψεων υποχρεώσεων από την περίοδο προγραμματισμού 2000-2006 έως το τέλος της περιόδου πληρωμών (2010), η Επιτροπή θα πρέπει να διατηρήσει υψηλό ποσοστό εκτέλεσης ή/και να προβεί σε σημαντικές αποδεσμεύσεις βάσει του κανόνα των ν + 2 ετών (βλέπε σημεία 2.24-2.26).

2.22.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η παρουσίαση της αναλογίας των «νομικών δεσμεύσεων που εναπομένουν να εκκαθαριστούν» σε σχέση με τις πληρωμές για το συγκεκριμένο οικονομικό έτος δεν αποτελεί χρήσιμο δείκτη· η αναλογία των «νομικών δεσμεύσεων που εναπομένουν να εκκαθαριστούν» σε σχέση με τις πληρωμές μειώνεται με φυσικό τρόπο στο βαθμό που πλησιάζει το τέλος της περιόδου προγραμματισμού. Το συνολικό επίπεδο αναλήψεων υποχρεώσεων που απομένει να εκκαθαριστούν θα πρέπει κατά συνέπεια να εξετάζεται πάντα υπό το φως της προθεσμίας που συνεχίζει να υπάρχει για την εκτέλεση των υπολειπόμενων πληρωμών. Σε σχέση με το θέμα, η Επιτροπή εγκρίνει τις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου που περιλαμβάνονται στην τελευταία φράση.

2.23.

Όσον αφορά την τρέχουσα περίοδο προγραμματισμού των διαρθρωτικών ταμείων, τα κράτη μέλη μπορούν να πραγματοποιούν πληρωμές στους δικαιούχους έως το τέλος του 2008 και η Επιτροπή μπορεί να προβαίνει σε επιστροφές βάσει των αιτήσεων των κρατών μελών έως το 2010, συμπεριλαμβανομένου του κλεισίματος. Η εμπειρία από προηγούμενες περιόδους δείχνει ότι τα ποσοστά εκτέλεσης μειώνονται προς το τέλος του κύκλου και ότι το κλείσιμο είναι προβληματικό (27). Ως εκ τούτου, υπάρχει κίνδυνος η εκτέλεση των πληρωμών στο πλαίσιο των τρεχόντων προγραμμάτων να παραταθεί ακόμη περισσότερο στην επόμενη περίοδο και η έναρξη των νέων προγραμμάτων να καθυστερήσει.

2.23.

Είναι φυσικό ότι ένα μέρος του υπολοίπου για τα προγράμματα της τρέχουσας περιόδου θα πληρωθεί στην περίοδο 2007-2010. Λόγω της εφαρμογής του κανόνα Ν + 2 για τα διαρθρωτικά ταμεία, η Επιτροπή δεν αναμένει να αντιμετωπίσει σημαντική συσσώρευση των προς εκκαθάριση αναλήψεων υποχρεώσεων κατά το τέλος της τρέχουσας περιόδου.

Το κλείσιμο των προγραμμάτων 2000-2006 δεν πρέπει να σημαίνει ότι θα καθυστερήσει η έναρξη των προγραμμάτων της επόμενης περιόδου. Η Επιτροπή θα προτείνει προϋπολογισμούς που θα είναι προσαρμοσμένοι στο αναμενόμενο επίπεδο επιλέξιμων αιτήσεων πληρωμών, ανεξάρτητα από το κατά πόσον οι αιτήσεις αυτές θα συνδέονται με την περίοδο 2000-2006 ή την περίοδο προγραμματισμού 2007-2013.

Λίγες μέχρι στιγμής οι αποδεσμεύσεις βάσει του κανόνα των ν + 2 ετών

2.24.

Η Επιτροπή θεωρεί (28) ότι ο κίνδυνος ύπαρξης υψηλού επιπέδου εκκρεμών δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων μειώνεται με τον κανόνα των ν + 2 ετών. Βάσει του κανόνα αυτού, οι αναλήψεις υποχρεώσεων για τις οποίες δεν πραγματοποιήθηκε καμία πληρωμή εντός δύο ετών μετά το έτος της ανάληψης της υποχρέωσης ακυρώνονται αυτόματα. Το 2003, οι ακυρώσεις που επήλθαν κατ' εφαρμογή αυτού του κανόνα ανήλθαν σε 31 εκατομμύρια ευρώ. Το 2004, το σχετικό ποσό ήταν ακόμη μεγαλύτερο, ανερχόμενο σε 219 εκατομμύρια ευρώ και αντιστοιχώντας μόλις στο 0,3 % του υπολοίπου των εκκρεμών δημοσιονομικών υποχρεώσεων στο τέλος του έτους στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων.

2.24.

Η Επιτροπή συνεχίζει να υποστηρίζει την άποψή της σύμφωνα με την οποία ο κανόνας Ν + 2 θα σταθεροποιήσει το επίπεδο των προς εκκαθάριση εναπομενουσών αναλήψεων υποχρεώσεων.

Οι προκαταβολές που έγιναν κατά την έναρξη της περιόδου προγραμματισμού, οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 7 % του συνόλου των κονδυλίων 2000-2006 για κάθε πρόγραμμα, παρέχουν σχετικά μακροπρόθεσμη προστασία έναντι των αποδεσμεύσεων κατ’ εφαρμογή του κανόνα Ν + 2, δεδομένου ότι μειώνουν το επίπεδο των απαραίτητων επιστροφών για να αποφευχθούν οι αυτόματες αποδεσμεύσεις. Εντούτοις, αυτή η προστασία αποδυναμώνεται με το χρόνο, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των αποδεσμεύσεων Ν + 2 κατά τη διάρκεια των προσεχών ετών.

Παράλληλα, ο κανόνας N + 2 ευνοεί την ταχύτερη εκτέλεση και την πιο τακτική παρουσίαση των αιτήσεων πληρωμής. Κατά συνέπεια, η επίπτωσή του δεν μπορεί να αξιολογηθεί μόνο σε συνάρτηση με το επίπεδο των αποδεσμεύσεων.

2.25.

Από τις αναλήψεις υποχρεώσεων που ακυρώθηκαν δυνάμει του προαναφερθέντος κανόνα, το 76 % αφορούσε δαπάνες του ΕΚΤ στις Κάτω Χώρες. Στην πράξη, σε ορισμένες περιπτώσεις, νέες αναλήψεις υποχρεώσεων από το αποθεματικό απόδοσης (29) διατέθηκαν για προγράμματα των οποίων αναλήψεις υποχρεώσεων είχαν ακυρωθεί, αναιρώντας κατ' αυτό τον τρόπο τις επιπτώσεις της διαδικασίας (30). Η ανυπαρξία ακυρώσεων για άλλα κράτη μέλη σημαίνει αυξημένη εκτέλεση των πληρωμών. Ωστόσο, το Συνέδριο εντόπισε στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν ότι ορισμένα κράτη μέλη υποβάλλουν αιτήσεις που περιέχουν μη επιλέξιμες δαπάνες, προκειμένου να αποτρέψουν τις ακυρώσεις. Αυτό καταδεικνύει ότι ο κίνδυνος που επισήμαινε το Συνέδριο στην ετήσια έκθεσή του για το 2003 είναι πραγματικός (31).

2.25.

Το πλαίσιο της περιγραφόμενης από το Ελεγκτικό Συνέδριο κατάστασης σχετικά με τη συμπληρωματική ανάληψη υποχρεώσεων που προέρχεται από το αποθεματικό επίδοσης που χορηγείται σε ένα πρόγραμμα με βάση το οποίο μια χρηματοδότηση είχε αποτελέσει το αντικείμενο αποδέσμευσης κατ’ εφαρμογή του κανόνα N + 2 είναι ότι, δεδομένου ότι οι πιστώσεις δεν μπορούν να μεταφερθούν μεταξύ στόχων (ποσά που καθορίστηκαν κατά το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Βερολίνου το 1999 και στον κανονισμό σχετικά με τα διαρθρωτικά ταμεία), ο ανταγωνισμός για το αποθεματικό επίδοσης περιορίζεται στα προγράμματα που αφορούν ένα μόνο κράτος μέλος και έναν μόνο στόχο. Δεδομένου ότι υπάρχει ένα μόνο ΕΕΠ του στόχου 3 στις Κάτω Χώρες, η Επιτροπή δεν είχε άλλη επιλογή πέρα από το να δεσμεύσει το αποθεματικό στο συγκεκριμένο πρόγραμμα, τοποθετώντας το βέβαια στους πλέον αποδοτικούς τομείς προτεραιότητας.

Η Επιτροπή εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά τους ελέγχους που διεξήγαγε στα κράτη μέλη σχετικά με τις μη επιλέξιμες δαπάνες που συμπεριλαμβάνονται στις αιτήσεις και θα λάβει τα επιβαλλόμενα μέτρα. Εξετάζει αυτό τον κίνδυνο στους δικούς της ελέγχους.

2.26.

Μολονότι η Επιτροπή θεωρεί ότι ο κανόνας των ν + 2 ετών είναι σημαντικό μέσο δημοσιονομικής διαχείρισης, στην έκθεσή της σχετικά με τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση δεν παρέχει καμία πληροφορία ή ανάλυση σχετικά με τη λειτουργία ή τις επιπτώσεις του.

2.26.

Ένας από τους στόχους του κανόνα N + 2 είναι να επιταχύνει την εκτέλεση, προκειμένου τα αποτελέσματα του κανόνα να μπορούν να αξιολογηθούν εν μέρει στη βάση των πληροφοριών που αφορούν την εκτέλεση που ανακοινώνεται στην έκθεση για τη δημοσιονομική και χρηματοοικονομική διαχείριση. Λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με τα διαρθρωτικά ταμεία περιλαμβάνονται στην προαναφερόμενη ετήσια έκθεση για τα διαρθρωτικά ταμεία που δημοσιεύθηκε τον Μάιο 2005.

Ακατάλληλος ο προϋπολογισμός που καταρτίζεται κατά τη διάρκεια των προγραμμάτων δαπανών

2.27.

Μολονότι το αποτέλεσμα του 2004 ήταν ιδιαίτερα ικανοποιητικό για τα διαρθρωτικά ταμεία, πολλά από τα προβλήματα — καθυστερήσεις, αύξηση των εκκρεμών αναλήψεων υποχρεώσεων — που εξακολουθούν να επηρεάζουν την εφαρμογή των πολυετών προγραμμάτων δαπανών οφείλονται στο γεγονός ότι ο προϋπολογισμός που καταρτίζεται κατά την περίοδο προγραμματισμού δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη την ικανότητα των κρατών μελών να απορροφήσουν τους διατιθέμενους πόρους ενός του προβλεπόμενου χρονοδιαγράμματος. Επιπλέον, όπως αναλύεται στο σημείο 2.21, οι αναλήψεις υποχρεώσεων κατανέμονται σε κατά προσέγγιση ισόποσες ετήσιες δόσεις που καλύπτουν όλη την ονομαστική διάρκεια του προγράμματος. Αυτό δεν αντικατοπτρίζει ούτε το αναμενόμενο ύψος των πληρωμών, ούτε το σύνολο των νομικών δεσμεύσεων (32), και ως εκ τούτου παρέχει πληροφορίες που εύκολα μπορούν να παρερμηνευθούν.

2.27.

Η εγγραφή στον προϋπολογισμό των αναλήψεων υποχρεώσεων απορρέει απευθείας από τη διάθεση πόρων που αποφασίζεται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Οι ετήσια εγγραφόμενες στον προϋπολογισμό αναλήψεις υποχρεώσεων αποτελούν εν γένει αντανάκλαση του προγραμματισμού (ή του αναφερομένου προγραμματισμού). Πολιτική της Επιτροπής είναι η επιδίωξη να προβλέψει τα πραγματικά απαραίτητα ποσά για τις ετήσιες πιστώσεις πληρωμών.

2.28.

Οι πληρωμές κανονικά πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια διαστήματος που υπερβαίνει την ονομαστική διάρκεια του προγράμματος (έως το 2010 στην περίπτωση της περιόδου προγραμματισμού 2000-2006). Το ύψος των πληρωμών ποικίλλει σημαντικά κατά τη διάρκεια του κύκλου του προγράμματος, με χαμηλές αρχικές δόσεις όταν τα προγράμματα (και τα σχέδια που αυτά χρηματοδοτούν) καθορίζονται και ξεκινούν, στη συνέχεια υψηλότερη ζήτηση στα ενδιάμεσα χρόνια και μείωση προς το τέλος. Στις περιπτώσεις που δύο κύκλοι αλληλοεπικαλύπτονται, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα χρόνια της χαμηλότερης ζήτησης στην αρχή του δεύτερου κύκλου αντισταθμίζονται από τις πληρωμές του τέλους του πρώτου κύκλου, με αποτέλεσμα μια ομαλή και ομοιογενή ζήτηση για πιστώσεις πληρωμών.

 

2.29.

Στην πράξη, η ζήτηση για πληρωμές που πραγματοποιεί η Επιτροπή εξαρτάται από τις αιτήσεις των κρατών μελών, οι οποίες, με τη σειρά τους, εξαρτώνται από την ικανότητα των δικαιούχων να αναλαμβάνουν σχέδια και να απορροφούν δαπάνες. Η ανομοιογενής ζήτηση των πέντε τελευταίων ετών πριν από το 2003 είχε ως αποτέλεσμα μεγάλο βαθμό υποχρησιμοποίησης (33), η οποία επιφέρει διαφορετικές συνέπειες για τις πιστώσεις πληρωμών και για τις αναλήψεις υποχρεώσεων: οι μη χρησιμοποιηθείσες πιστώσεις πληρωμών ακυρώνονται, ενώ οι αναλήψεις υποχρεώσεων παραμένουν εκκρεμείς. Η διαφορετική αυτή αντιμετώπιση έχει ως συνέπεια την αύξηση των εκκρεμών δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων (βλέπε σημείο 2.18) και την συνακόλουθη χρονική διαφορά μεταξύ αναλήψεων υποχρεώσεων και πληρωμών.

2.29.

Ένας αυξανόμενος όγκος αναλήψεων υποχρεώσεων που απομένουν να εκκαθαριστούν αποτελεί κανονικό χαρακτηριστικό ενός πολυετούς προγράμματος όπως αυτό των διαρθρωτικών ταμείων. Το απόθεμα των υποχρεώσεων που απομένουν προς εκκαθάριση (RAL) θα πρέπει «κανονικά» να αυξηθεί κατά τα επόμενα έτη, να σταθεροποιηθεί και στη συνέχεια να μειωθεί προς τα τέλη της περιόδου. Σε ένα σύστημα με διαχωριζόμενες πιστώσεις δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να είναι ισοδύναμες οι αναλήψεις υποχρεώσεων και οι πληρωμές ενός συγκεκριμένου οικονομικού έτους.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΣΤΑΣΕΙΣ

2.30.

Η έκθεση της Επιτροπής σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση παρέχει πλέον ορισμένα επιπρόσθετα στοιχεία για την πρόοδο των προγραμμάτων δαπανών. Ωστόσο, οι εν λόγω πληροφορίες θα μπορούσαν να βελτιωθούν περαιτέρω εάν περιείχαν πλήρεις επεξηγήσεις, εάν αξιολογούσαν την πρόοδο σε συνάρτηση με την αναμενόμενη απόδοση και εάν απέδιδαν μια σαφέστερη εικόνα της δημοσιονομικής διαχείρισης και της υποχρέωσης λογοδοσίας. Επίσης, θα μπορούσαν να υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τις εκτιμήσεις δαπανών των κρατών μελών και την εφαρμογή του κανόνα των ν + 2 ετών στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων.

2.30.

Όπως είχε συστήσει η προηγούμενη έκθεση του Συνεδρίου, η Επιτροπή χορήγησε πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τη συνολική κατάσταση προόδου και την πρόοδο ορισμένων σημαντικών πολυετών προγραμμάτων (δηλαδή των διαρθρωτικών ταμείων, του Ταμείου Συνοχής, του SAPARD και του ISPA).

Η Επιτροπή επιδιώκει να βελτιώσει τις χορηγηθείσες πληροφορίες, όπως αυτό συνέβη και κατά το παρελθόν, συμπεριλαμβανομένης της έκθεσης του 2004. Εφιστά εξάλλου την προσοχή του Συνεδρίου στην πλήρη ετήσια έκθεση σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού των διαρθρωτικών ταμείων, που δημοσιεύθηκε από τη ΓΔ Προϋπολογισμός το μήνα Μάιο.

Παραπέμπει επίσης στην απάντησή της στο σημείο 2.4.

2.31.

Η βελτίωση των ποσοστών εκτέλεσης και η συνακόλουθη μείωση του πλεονάσματος αποτελούν ένδειξη καλύτερης διαχείρισης εκ μέρους της Επιτροπής και αύξησης του επιπέδου των πληρωμών στο πλαίσιο των σημαντικότερων προγραμμάτων δαπανών, και ιδίως των διαρθρωτικών ταμείων.

 

2.32.

Το ύψος των εκκρεμών δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων εξακολούθησε να αυξάνει και στο τέλος του 2004 ανερχόταν συνολικά σε 109 δισεκατομμύρια ευρώ. Η αύξηση αυτή οφειλόταν κυρίως στη διεύρυνση, ενώ οι υποκείμενες εκκρεμείς δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων που αφορούσαν την ΕΕ των 15 παρουσιάζουν μικρή μείωση. Ο κανόνας των ν + 2 ετών, στόχος του οποίου είναι η ρύθμιση της κατάστασης στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων, από τότε που καθιερώθηκε, κατέληξε σε ελάχιστες αποδεσμεύσεις.

2.32.

Το επίπεδο αποδεσμεύσεων δεν αποτελεί από μόνο του ορθό δείκτη της αποτελεσματικότητας του κανόνα N + 2. Αυτός ο κανόνας έχει επίσης αποτέλεσμα που ευνοεί την εκτέλεση (βλέπε εξίσου την απάντηση στο σημείο 2.24.).

2.33.

Οι εκκρεμείς αναλήψεις υποχρεώσεων για τα διαρθρωτικά ταμεία υπερβαίνουν τις αναθεωρημένες προβλέψεις της Επιτροπής του 2002. Το Συνέδριο συνιστά στην Επιτροπή να μελετήσει το ενδεχόμενο επικαιροποίησης της ανάλυσής της, προκειμένου να εκτιμήσει τις συνέπειες για την τρέχουσα και την επερχόμενη περίοδο και να αποφασίσει εάν χρειάζεται να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα.

2.33.

Οι λεπτομέρειες πραγματικής εκτέλεσης και το πραγματικό επίπεδο των αναλήψεων υποχρεώσεων που απομένουν να εκκαθαριστούν αναλύονται και χρησιμοποιούνται ως κατάλληλες πληροφορίες για να αξιολογηθούν οι ανάγκες σε πληρωμές κατά την κατάρτιση του προσχεδίου του προϋπολογισμού. Επί του παρόντος, δεν υπάρχουν σχέδια για τροποποιημένη ανακοίνωση.

2.34.

Οι πληροφορίες που περιέχονται στον προϋπολογισμό της ΕΕ δεν αποδίδουν πλήρως την πραγματικότητα των δαπανών, ούτε παρέχουν αρκούντως σαφή στοιχεία σχετικά με τις νομικές δεσμεύσεις της Ένωσης. Όσον αφορά τα διαρθρωτικά ταμεία, ο προϋπολογισμός για τις αναλήψεις υποχρεώσεων έχει ως βάση ισόποσες ετήσιες δόσεις, ενώ ο προϋπολογισμός για τις πληρωμές βασίζεται σε τακτικές και ομοιογενείς υποθέσεις για τις δαπάνες βάσει της προσφοράς, αλλά εκτελείται σύμφωνα με μη τακτικές, καθοριζόμενες από τη ζήτηση, αιτήσεις των κρατών μελών. Όπως ήδη αναγνωρίζει η Επιτροπή, η ικανότητά της για δυναμική διαχείριση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού των πολυετών προγραμμάτων δαπανών είναι περιορισμένη (34).

2.34.

Για τα διαρθρωτικά ταμεία, οι ετήσιες πιστώσεις αναλήψεων υποχρεώσεων είναι απευθείας προκαθορισμένες από τον πολυετή προγραμματισμό (δηλαδή υπαγορευόμενες από τις δαπάνες). Σε ορισμένο βαθμό αυτό εφαρμόζεται εξίσου για τα άλλα σημαντικά πολυετή προγράμματα.

Οι πιστώσεις πληρωμών, από την πλευρά τους, πρέπει να καθορίζονται σε συνάρτηση με τις αιτήσεις, με εξαίρεση περιορισμένες προκαταβολές. Εγγράφονται στον προϋπολογισμό ετήσια, προκειμένου να υπάρχουν ρεαλιστικές προβλέψεις όσον αφορά την πραγματική ζήτηση, στη βάση των τάσεων της εκτέλεσης και άλλων ανάλογων πληροφοριών. Η βάση που επιτρέπει στην Επιτροπή να υπολογίζει τις ανάγκες σε πληρωμές για τα διαρθρωτικά ταμεία παρέχεται εν γένει στο προσχέδιο προϋπολογισμού. Συνολικά, η εγγραφή στον προϋπολογισμό των πληρωμών γνώρισε σαφή βελτίωση το 2004.

Το ποσό των νομικών δεσμεύσεων για τις οποίες δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί καμία ανάληψη υποχρεώσεων στον προϋπολογισμό συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των ενδεχόμενων υποχρεώσεων στους ετήσιους λογαριασμούς των Κοινοτήτων.

2.35.

Δεδομένου ότι οι μη χρησιμοποιηθείσες πιστώσεις πληρωμών, μαζί με τα σχετικά κεφάλαια, δεν μπορούν να μεταφερθούν για να καλύψουν μελλοντική ζήτηση, υπάρχει μια χρονική διαφορά μεταξύ της προγραμματισμένης περιόδου δαπανών (π.χ. 2000-2006) και του χρόνου της πραγματικής εκτέλεσης της δαπάνης. Αυτό έχει ως συνέπεια είτε την ανάγκη υψηλού επιπέδου εκτέλεσης στο τέλος της περιόδου προγραμματισμού — κατάσταση της οποίας η διαχείριση είναι δύσκολη — είτε ένα υψηλό και διαρκώς αυξανόμενο επίπεδο δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων και δαπανών, με την τρέχουσα περίοδο δαπανών να μετακυλίεται περαιτέρω στη νέα περίοδο, παρεμποδίζοντας ενδεχομένως την εκκίνηση της δεύτερης. Εάν δεν δοθεί ιδαίτερη προσοχή σε αυτό το ζήτημα, η εν λόγω χρονική διαφορά θα εξακολουθήσει να υπάρχει και στο μέλλον.

2.35.

Η Επιτροπή έχει την υποχρέωση να εγγράψει στον προϋπολογισμό επαρκές ποσό πιστώσεων πληρωμών, συμπεριλαμβάνοντας ενδεχομένως πρόταση διορθωτικού προϋπολογισμού, όπως συνέβη στην περίπτωση των διαρθρωτικών ταμείων για το 2004. Η εκτέλεση του προϋπολογισμού το 2004 δεν αύξησε το RAL, εκτός από τα νέα κράτη μέλη, γεγονός που ήταν φυσικό και αναπόφευκτο για αυτές τις νέες ενέργειες. Όσον αφορά τα διαρθρωτικά ταμεία, οι πληρωμές καθορίζονται προπάντων από τις αιτήσεις επιστροφής των κρατών μελών και η εγγραφή στον προϋπολογισμό πρέπει να αντικατοπτρίζει αυτή την κατάσταση. Ο κανόνας N + 2 περιορίζει τη συγκέντρωση πληρωμών στο τέλος των προγραμμάτων και η Επιτροπή δεν συμμερίζεται την ανησυχία ότι οι πληρωμές που αφορούν τα προγράμματα 2000-2006 μπορούν να εμποδίσουν την έναρξη της επόμενης περιόδου προγραμματισμού.

Η Επιτροπή παραπέμπει επίσης στην απάντησή της στο σημείο 2.23.


(1)  Περίπτωση των διαχωριζόμενων πιστώσεων.

(2)  Βλέπε σημείο 2.21 και παράρτημα Ι για περισσότερες βασικές πληροφορίες σχετικά με τον προϋπολογισμό.

(3)  Το εν λόγω έγγραφο διατίθεται και εφέτος μόνο στον ιστότοπο της Επιτροπής — http://europa.eu.int/comm/budget/infos/publications_en.htm — παρά το άρθρο 29 του δημοσιονομικού κανονισμού, το οποίο επιτάσσει τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(4)  Σημείο 2.4.

(5)  Σύμφωνα με το άρθρο 128 του δημοσιονομικού κανονισμού η εν λόγω έκθεση αποστέλλεται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

(6)  Εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 18 Δεκεμβρίου 2003 (ΕΕ L 53 της 23.2.2004).

(7)  Διορθωτικός προϋπολογισμός αριθ. 1/2004 της 9ης Μαρτίου 2004 (ΕΕ C 128 της 29.4.2004, σ. 1).

(8)  Με τη χρήση του «μέσου ευελιξίας», το οποίο επιτρέπει τη χρηματοδότηση σαφώς προσδιορισμένων δαπανών οι οποίες δεν θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν στο πλαίσιο των διαθέσιμων ανώτατων ορίων. Κατά κανόνα, το εν λόγω μέσο δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για την κάλυψη των αυτών αναγκών για δύο συνεχόμενα έτη.

(9)  Εξαιρουμένου του διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 1/2004 που αφορούσε τη διεύρυνση, αλλά συμπεριλαμβανομένων των διορθωτικών προϋπολογισμών αριθ. 2 έως 10/2004.

(10)  Βλέπε σημείο 2.10 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το 2003.

(11)  Το πλεόνασμα δεν είναι αποθεματικό το οποίο μπορεί να σωρευθεί και να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση δαπανών σε μελλοντικά έτη. Τα μη χρησιμοποιηθέντα έσοδα που συνιστούν το πλεόνασμα αφαιρούνται από τους ιδίους πόρους που εισπράττονται για το επόμενο οικονομικό έτος. Οι μη χρησιμοποιηθείσες πιστώσεις για πληρωμές που προκύπτουν από τη μειωμένη εκτέλεση των πληρωμών, στις περισσότερες περιπτώσεις, ακυρώνονται και, κατά συνέπεια, «χάνονται».

(12)  Οριστικός προϋπολογισμός της ΕΕ-15 που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στις 18 Δεκεμβρίου 2003 (ΕΕ L 53 της 23.2.2004).

(13)  Τροποποιηθείσες πιστώσεις του προϋπολογισμού αφού ληφθούν υπόψη οι διορθωτικοί προϋπολογισμοί (και λόγω διεύρυνσης) καθώς και οι μεταφορές, συμπεριλαμβανομένων των πιστώσεων που μεταφέρθηκαν από το 2003, των πιστώσων που προήλθαν από τη συμμετοχή τρίτων και από άλλα έσοδα που αντιστοιχούν σε καθορισμένο προορισμό και των πιστώσεων που ανασυστάθηκαν.

Πηγή: Ετήσιοι λογαριασμοί του 2004.

(14)  Περιλαμβάνεται η ακύρωση μεταφερθεισών πιστώσεων που δεν χρησιμοποιήθηκαν ύψους 276 εκατομμυρίων ευρώ (2 074 εκατομμύρια ευρώ το 2003).

(15)  Το μεταφερθέν ποσό περιλαμβάνει 1 263 εκατομμύρια ευρώ για έσοδα τρίτων με ειδικό προορισμό για τα οποία δεν εφαρμόζονται οι συνήθεις κανόνες ακύρωσης σχετικά με τις μεταφορές (1 044 εκατομμύρια ευρώ το 2003).

(16)  Προσαρμογή για έσοδα με ειδικό προορισμό που εισπράχθηκαν αλλά δεν καταχωρίστηκαν στον προϋπολογισμό.

(17)  Διάφορα στοιχεία αναφερόμενα κυρίως σε μεταφερθείσες πιστώσεις επαναχρησιμοποίησης και συνεισφορές ΕΖΕΣ.

Πηγή: Ετήσιοι λογαριασμοί για το οικονομικό έτος 2004.

(18)  Βλέπε σημείο 2.26 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το 2002 καθώς και σημεία 2.31 και 2.47 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το 2003.

(19)  Βλέπε σημείο 2.14 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το 2003.

(20)  Λόγω του ιδιαίτερου χαρακτήρα τους, οι πιστώσεις πληρωμών που καλύπτουν έσοδα για ειδικό προορισμό υπόκεινται σε ειδικούς κανόνες. Βλέπε σημείο 2.37 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το 2003.

(21)  Αριθ. 10/2004 (ΕΕ L 80 της 29.3.2005, σ. 1).

(22)  Βλέπε σημείο 2.12 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το 2003.

(23)  Σημείο 2.48 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το 2003: «Για την περίοδο 2000-2006, η πρόβλεψη “ΥΠΕ” 2,3 φορές μεγαλύτερου από τις τρέχουσες ετήσιες πληρωμές […] είναι σύμφωνη με τις προβλέψεις της Επιτροπής».

(24)  Γραφική παράσταση 7, ανακοίνωση της Επιτροπής: Εξέλιξη της εκτέλεσης του προϋπολογισμού των διαρθρωτικών ταμείων και κυρίως του ΥΠΕ, COM(2002) 528 τελικό, 20.9.2002. Παρόμοια ανάλυση δεν έχει πραγματοποιηθεί για το ταμείο Συνοχής, μολονότι το υπόλοιπο των εκκρεμών δημοσιονομικών υποχρεώσεων ανέρχεται συνολικά σε 9,7 δισεκατομμύρια ευρώ.

(25)  Άρθρο 76 παράγραφος 3: «Οι δημοσιονομικές δεσμεύσεις για την ανάληψη ενεργειών των οποίων η υλοποίηση εκτείνεται σε περισσότερα του ενός οικονομικά έτη μπορούν να υποδιαιρούνται, επί περισσότερων οικονομικών ετών, σε ετήσιες δόσεις, μόνον εφόσον τούτο προβλέπεται από τη βασική πράξη…».

(26)  Βλέπε τις εκτός ισολογισμού αναλήψεις υποχρεώσεων στους ετήσιους λογαριασμούς: στοιχείο 6 των ενδεχόμενων στοιχείων του παθητικού.

(27)  «Οι διοικητικοί και δημοσιονομικοί περιορισμοί που συνδέονται με την περαίωση των προγραμμάτων 1994-99 συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στην καθυστέρηση της εκκίνησης των προγραμμάτων της περιόδου 2000-2006.», COM(2002) 528 τελικό, σ. 4.

(28)  Βλέπε, για παράδειγμα, την απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 2.48 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το 2003: «Κατά τη διάρκεια των μελλοντικών ετών, ο κανόνας “ν + 2” θα ευνοήσει τη σταθεροποίηση του επιπέδου των αναλήψεων υποχρεώσεων που απομένουν προς εκκαθάριση…».

(29)  Το 4 % των πιστώσεων που χορηγήθηκαν σε κάθε κράτος μέλος τοποθετήθηκαν σε αποθεματικό προκειμένου να διατεθούν στα προγράμματα με τη μεγαλύτερη απόδοση σε τρεις δόσεις από το 2004 έως το 2006.

(30)  Για παράδειγμα, στην περίπτωση 167 εκατομμυρίων ευρώ που αποδεσμεύθηκαν από ένα πρόγραμμα κατ' εφαρμογή του κανόνα των ν + 2 ετών στις Κάτω Χώρες, 76 εκατομμύρια ευρώ διατέθηκαν για το ίδιο πρόγραμμα από το αποθεματικό απόδοσης.

(31)  Σημείο 2.35: «… υπάρχει κίνδυνος να υποβάλλονται αιτήσεις από τα κράτη μέλη για μη επιλέξιμες δαπάνες προκειμένου να μην ακυρωθούν οι αναλήψεις υποχρεώσεων».

(32)  Εκτός αυτών του τέλους του τελευταίου έτους μιας συγκεκριμένης περιόδου προγραμματισμού.

(33)  Βλέπε σημείο 2.12 και πίνακα 2.3 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το 2003.

(34)  Βλέπε την απάντηση της Επιτροπής στο σημείο 2.32 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου για το 2003.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Έσοδα

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Εισαγωγή

Ειδική εκτίμηση στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας

Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι

Εισαγωγή

Αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου στα κράτη μέλη

Αποτελέσματα των ελέγχων σχετικά με τις συναλλαγές του οικονομικού έτους

Βεβαιωθέντα ποσά τα οποία όμως δεν έχουν ακόμη τεθεί στη διάθεση της Επιτροπής (λογιστική B)

Εισφορές ζάχαρης

Ίδιοι πόροι ΦΠΑ/ΑΕΕ

Εισαγωγή

Αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου στα κράτη μέλη

Ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων και δηλώσεις των Γενικών Διευθυντών

Συμπέρασμα και συστάσεις

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

3.1.

Τα έσοδα του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελούνται από τους ιδίους πόρους και από λοιπά έσοδα. Όπως εμφαίνεται στον πίνακα 3.1 , στην παράσταση 3.1 και στην παράσταση 3.2 , οι ίδιοι πόροι αποτελούν μακράν την κύρια πηγή χρηματοδότησης των δαπανών του προϋπολογισμού (92 %). Υπάρχουν τρεις κατηγορίες ιδίων πόρων: οι παραδοσιακοί ίδιοι πόροι (τελωνειακοί δασμοί, γεωργικά τέλη και εισφορές ζάχαρης) (13 %), οι ίδιοι πόροι που υπολογίζονται βάσει του φόρου προστιθέμενης αξίας που εισπράττουν τα κράτη μέλη (15 %), και οι ίδιοι πόροι που προκύπτουν από το ακαθάριστο εθνικό εισόδημα των κρατών μελών (72 %).

 

Πίνακας 3.1 — Κοινοτικά έσοδα για τα οικονομικά έτη 2003 και 2004

(εκατ. ευρώ)

Είδος εσόδων και αντίστοιχο κονδύλιο του προϋπολογισμού

Πραγματικά έσοδα το 2003

Εξέλιξη του προϋπολογισμού 2004

Πραγματικά έσοδα το 2004

Ποσοστιαία μεταβολή (μεταξύ 2003 και 2004)

Αρχικός προϋπολογισμός

Οριστικός προϋπολογισμός

 

(α)

(β)

(γ)

(δ)

ε = [(δ) – (α)]/(α)

1

Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι

10 857,2

11 049,0

12 406,9

12 307,1

13,4 %

— Γεωργικά τέλη (κεφάλαιο 10)

1 011,8

839,1

1 325,6

1 313,4

29,8 %

— Εισφορές ζάχαρης και ισογλυκόζης (κεφάλαιο 11)

383,2

359,9

416,9

401,6

4,8 %

— Δασμοί (κεφάλαιο 12)

9 462,1

9 850,0

10 664,4

10 592,1

11,9 %

2

Πόροι ΦΠΑ

21 260,1

13 319,5

13 579,9

13 912,1

–34,6 %

— Πόρος ΦΠΑ από το τρέχον οικονομικό έτος (κεφάλαιο 13)

21 534,9

13 319,5

13 579,9

13 679,3

 

— Υπόλοιπα από προηγούμενα οικονομικά έτη (κεφάλαιο 31)

– 274,8

0,0

0,0

232,8

 

3

Πόρος ΑΕΕ

51 235,2

69 444,6

69 010,2

68 982,0

34,6 %

— Πόρος ΑΕΕ από το τρέχον οικονομικό έτος (κεφάλαιο 14)

50 624,3

69 444,6

69 010,2

69 214,2

 

— Υπόλοιπα από προηγούμενα οικονομικά έτη (κεφάλαιο 32)

610,9

0,0

0,0

– 232,2

 

4

Υπόλοιπα και συμψηφισμοί

280,1

0,0

0,0

– 148,0

– 152,8 %

— Διόρθωση Ηνωμένου Βασιλείου (κεφάλαιο 15)

281,1

0,0

0,0

– 149,3

 

— Οριστικός υπολογισμός της διόρθωσης Ηνωμένου Βασιλείου (κεφάλαιο 35)

–1,0

0,0

0,0

1,3

 

5

Λοιπά έσοδα

9 836,1

805,6

6 809,6

8 458,7

–14,0 %

— Πλεόνασμα από το προηγούμενο οικονομικό έτος (κεφάλαιο 30)

7 676,8

0,0

5 693,0

5 693,0

–25,8 %

— Διάφορα έσοδα (τίτλοι 4 έως 9)

2 159,3

805,6

1 116,6

2 765,7

28,1 %

Γενικό σύνολο

93 468,6

94 618,7

101 806,6

103 511,9

10,7 %

Πηγή: Προϋπολογισμοί και διορθωτικοί προϋπολογισμοί για το 2004· Ετήσιοι λογαριασμοί των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, 2004.

Image

Image

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ

Παραδοσιακοί ίδιοι πόροι

Εισαγωγή

3.2.

Οι παραδοσιακοί ίδιοι πόροι βεβαιώνονται και εισπράττονται από τα κράτη μέλη βάσει εθνικών νομικών και κανονιστικών διατάξεων οι οποίες πρέπει να συνάδουν με τις απαιτήσεις της κοινοτικής νομοθεσίας (2). Οι κίνδυνοι όσον αφορά την είσπραξη των παραδοσιακών ιδίων πόρων περιλαμβάνουν την αποφυγή καταβολής δασμών με την παραποιημένη παρουσίαση δεδομένων ή απλώς με λαθρεμπόριο, τον εσφαλμένο υπολογισμό ή την παράλειψη βεβαίωσης των δασμών λόγω μη εντοπισθέντων σφαλμάτων ή αδυναμιών στα συστήματα, και τα σφάλματα ή τις παραλείψεις στη λογιστική των κρατών μελών όσον αφορά τους βεβαιωθέντες δασμούς.

 

3.3.

Οι ελεγκτικές εργασίες του Συνεδρίου δεν μπορούν να καλύπτουν εισαγωγές που δεν έχουν δηλωθεί ή που διέφυγαν της τελωνειακής επιτήρησης. Ωστόσο, οι ελεγκτικές εργασίες του Συνεδρίου περιλάμβαναν αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής και των κρατών μελών, καθώς και τον άμεσο έλεγχο των τελωνειακών διασαφήσεων και των λογιστικών συστημάτων, ούτως ώστε να εκτιμηθεί εάν το εφαρμοζόμενο καθεστώς διασφάλιζε εύλογη διαβεβαίωση πληρότητας. Οι εν λόγω έλεγχοι συνίσταντο στα εξής:

α)

εξέταση της οργάνωσης της τελωνειακής εποπτείας και των εθνικών λογιστικών συστημάτων που αφορούν παραδοσιακούς ιδίους πόρους σε δώδεκα κράτη μέλη (3). Το Συνέδριο εξέτασε ιδίως την τελωνειακή εποπτεία σε χερσαία σύνορα σε οκτώ από αυτά τα κράτη μέλη, και τη χρήση ηλεκτρονικών συστημάτων εκτελωνισμού σε δώδεκα κράτη μέλη (βλέπε σημεία 3.6 έως 3.18)·

β)

επαλήθευση των υπολογισμών των εισφορών ζάχαρης που ολοκληρώθηκαν το 2004· και

γ)

εξέταση των λογαριασμών της Επιτροπής για τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους, συνοδευόμενη από ανάλυση της ροής των δασμών που προέρχονται από το σύνολο των κρατών μελών, προκειμένου να διασφαλισθεί εύλογη διαβεβαίωση ως προς την πληρότητα και την ορθότητα των καταχωρηθέντων ποσών.

 

Αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής

3.4.

Η Επιτροπή μπορεί να ζητά από τα κράτη μέλη να διενεργούν ελέγχους σχετικά με τη βεβαίωση και την απόδοση των παραδοσιακών ιδίων πόρων. Μπορεί επίσης να διεξάγει τέτοιους ελέγχους η ίδια, είτε σε συνεργασία με τις αρχές του κράτους μέλους είτε κατά τρόπο αυτόνομο (4). Οι επιμέρους εκθέσεις ελέγχου διαβιβάζονται στα ενδιαφερόμενα κράτη και οι εν λόγω εκθέσεις, μαζί με τις ληφθείσες απαντήσεις, εξετάζονται κατά τη διάρκεια συσκέψεων της συμβουλευτικής επιτροπής των ιδίων πόρων (5). Μια συνολική έκθεση που αφορά τη λειτουργία των επιθεωρήσεων καταρτίζεται κάθε τρία χρόνια και υποβάλλεται στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή (6).

 

3.5.

Το Συνέδριο εξέτασε το έργο των επιθεωρητών και έλαβε υπόψη του τα αποτελέσματά του. Όπως και τα προηγούμενα έτη, η μεθοδολογία τους είχε ορθά ερείσματα και η τεκμηρίωσή τους κρίθηκε ικανοποιητική. Οι επιθεωρήσεις απέδειξαν ότι τα συστήματα είσπραξης ιδίων πόρων ήταν γενικά ικανοποιητικά, αλλά επιβεβαίωσαν τη χαμηλή αξιοπιστία της λογιστικής Β σε μερικά κράτη μέλη (βλέπε σημείο 3.23).

3.5.

Η Επιτροπή θα παρακολουθεί προσεκτικά τη διαχείριση της λογιστικής Β από τα κράτη μέλη μέσω των ελέγχων της των ιδίων πόρων.

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου στα κράτη μέλη

3.6.

Τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου για τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους περιλαμβάνουν, σε πρώτο βαθμό, την εποπτεία από τις τελωνειακές αρχές, όπως αυτή ορίζεται στον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα (7). Η κοινοτική νομοθεσία δεν υπαγορεύει συνήθως ούτε συγκεκριμένες μεθόδους ούτε το επίπεδο του τελωνειακού ελέγχου, καθώς αυτό επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των κρατών μελών.

 

Τελωνειακή επιτήρηση στα εξωτερικά χερσαία σύνορα της ΕΕ

3.7.

Το Συνέδριο εξέτασε την τελωνειακή εποπτεία και τον εκτελωνισμό σε επιλεγμένες θέσεις των χερσαίων συνόρων σε οκτώ κράτη μέλη (8). Ο έλεγχος επικεντρώθηκε στην αξιολόγηση των διαδικασιών τελωνειακής εποπτείας και ελέγχου, οι οποίες έχουν ως στόχο να διασφαλίσουν ότι το σύνολο των εμπορευμάτων υφίσταται τελωνειακή επεξεργασία (9). Γενικά, οι διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι έχουν γίνει οι δέουσες ενέργειες για τα αφιχθέντα εμπορεύματα, στα μεθοριακά τελωνεία τα οποία επισκέφθηκε το Συνέδριο, θεωρήθηκαν ικανοποιητικές.

 

Είσπραξη των εισαγωγικών δασμών με τη χρήση ηλεκτρονικού εκτελωνισμού

3.8.

Η Επιτροπή εφαρμόζει σχέδιο δράσης (10) ικανό να καταστήσει περισσότερο αποτελεσματικές τις τελωνειακές διαδικασίες, γενικά, μέσω καλύτερης χρήσης των τεχνολογιών της πληροφόρησης. Τα συστήματα πληροφορικής για την υποβολή και διεκπεραίωση των τελωνειακών διασαφήσεων κάνουν εφικτό τον αυτόματο υπολογισμό και τη λογιστική καταχώριση των δασμών, καθώς και ορισμένους ελέγχους ρουτίνας. Τέτοια συστήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να επιλέξουν οι τελωνειακοί υπάλληλοι τις διασαφήσεις και τα φορτία που πρέπει να υποστούν έλεγχο, ενώ ο εκτελωνισμός των υπόλοιπων εμπορευμάτων επιτελείται αυτόματα, πράγμα το οποίο μειώνει δραστικά τις διαταραχές στο διεθνές εμπόριο και το κόστος ελέγχου. Η αξιοπιστία των ηλεκτρονικών συστημάτων εκτελωνισμού και η ποιότητα των ενσωματωμένων σε αυτά διαδικασιών ανάλυσης των κινδύνων έχουν, επομένως, μεγαλύτερη επίδραση στην πληρότητα και την ορθότητα των παραδοσιακών ιδίων πόρων. Τα συστήματα τα εφαρμοζόμενα εντός των κρατών μελών βρίσκονται προς το παρόν σε διαφορετικά στάδια ανάπτυξης. Το 2003 η Επιτροπή η οποία επιθεώρησε ηλεκτρονικά συστήματα αυτόματου εκτελωνισμού. Διαπίστωσε ότι ήταν ικανοποιητικά στο σύνολό τους και συνέστησε στα κράτη μέλη να αναπτύξουν περαιτέρω τη χρήση τους (11).

 

3.9.

Το Συνέδριο εξέτασε τα ηλεκτρονικά συστήματα εκτελωνισμού σε δώδεκα κράτη μέλη (12) καθώς και τις ενέργειες εποπτείας και συντονισμού της Επιτροπής. Με τον έλεγχο δεν εντοπίστηκαν ουσιαστικές ελλείψεις είτε σε δράσεις που ανέλαβε μέχρι τώρα η Επιτροπή είτε στα συστήματα των κρατών μελών στα οποία πραγματοποιήθηκαν οι επισκέψεις. Ωστόσο, το Συνέδριο εφιστά την προσοχή στα ακόλουθα θέματα, τα οποία απαιτούν τη λήψη συμπληρωματικών μέτρων προτού καταργηθούν οριστικά οι συμβατικές διασαφήσεις σε χαρτί.

 

3.10.

Στις περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται συστήματα πληροφορικής, χρειάζεται να υπάρχουν δοκιμασμένα σχέδια εργασίας για τη διάθεση συστημάτων εφεδρικής λειτουργίας που θα λειτουργούν σε περίπτωση βλάβης. Στα κράτη μέλη στα οποία πραγματοποιήθηκε η επίσκεψη δεν υπήρχε διεξοδικός προγραμματισμός ανόρθωσης καταστροφών, παρόλο που είχαν καταρτιστεί οι διαδικασίες και οι οδηγίες χρήσης για την αποθήκευση. Σε τέσσερα κράτη μέλη υπήρχαν σχέδια εργασίας, αλλά δεν είχαν δοκιμαστεί. Οι εν λόγω αδυναμίες παρουσιάζουν κίνδυνο για την τέλεση, άνευ διακοπής, της εισαγωγής και της εξαγωγής των εμπορευμάτων και για την είσπραξη των τελωνειακών δασμών, σε περίπτωση βλάβης του συστήματος ή άλλης έκτακτης ανάγκης.

3.10.

Η Επιτροπή επικροτεί τα σχόλια του Συνεδρίου σχετικά με τη σημασία των μηχανισμών στήριξης. Χρειάζεται προσοχή ώστε να αποφευχθεί στρέβλωση των συναλλαγών, να ελέγχονται οι τελωνειακές αρχές και να προστατεύεται η είσπραξη των ιδίων πόρων. Η Επιτροπή προέβλεψε σχετικές διαδικασίες στη νομοθεσία [κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 837/2005, άρθρο 353] που ισχύει για τη διαδικασία πληροφορικής μετάβασης σε κοινοτικό επίπεδο, την NCTS. Η Επιτροπή σημειώνει επίσης ότι τα μη αυτοποιημένα συστήματα μπορεί να παρουσιάσουν προβλήματα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι πληρωμές των παραδοσιακών ιδίων πόρων προσαρμόστηκαν στο μέτρο που κρίθηκε απαραίτητο ώστε ο κοινοτικός προϋπολογισμός να μην υποστεί απώλειες.

3.11.

Σε έξι κράτη μέλη στα οποία έγινε επίσκεψη, τα ενιαία διοικητικά έγγραφα (13) μπορούν να αποστέλλονται υπό μορφή χαρτιού συνοδευόμενα από δισκέτα, από την οποία τα δεδομένα εισάγονται στο σύστημα, χωρίς να συνοδεύονται από ηλεκτρονική υπογραφή. Από νομική άποψη, μόνο το συμβατικό χαρτί είναι δεσμευτικό. Σε τρία κράτη μέλη είτε δεν υπήρχαν τυπικά στοιχειοθετημένες και καταχωρισμένες διαδικασίες ελέγχου εισαγωγής των δεδομένων ικανές να εξασφαλίσουν ότι τα δεδομένα της δισκέτας ήταν τα ίδια με την έντυπη μορφή, είτε οι διαδικασίες δεν ακολουθούνταν πάντοτε. Σε αυτές τις περιστάσεις υπάρχει ο κίνδυνος ότι τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για την επεξεργασία με τον υπολογιστή, συμπεριλαμβανομένων των ποσών των εισαγωγικών δασμών, μπορεί να διαφέρουν από εκείνα που υπάρχουν στα ενιαία διοικητικά έγγραφα.

3.11.

Στο πλαίσιο της τακτικής παρακολούθησης των θεμάτων που θίγει το Ελεγκτικό Συνέδριο, η Επιτροπή θα συνεχίσει να πραγματοποιεί κατάλληλους ελέγχους με τα κράτη μέλη.

3.12.

Στις περιπτώσεις όπου ο συστηματικός έλεγχος των διασαφήσεων δεν είναι εφικτός, τα τελωνεία πρέπει να καταφεύγουν στην ανάλυση κινδύνων και στα χαρακτηριστικά κινδύνων για να αποφασίσουν αν μια δεδομένη εισαγωγή χρήζει ελέγχου. Ο εκτελωνισμός με τη βοήθεια των τεχνολογιών της πληροφορίας επιτρέπει να υλοποιούνται καλύτερα τα χαρακτηριστικά κινδύνων. Για να διασφαλιστεί μια ορισμένη αποτελεσματικότητα και ένα παρεμφερές επίπεδο ελέγχου σε όλους τους τελωνειακούς σταθμούς, η Επιτροπή πρότεινε ορισμένα εργαλεία (14), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται κοινή μεθοδολογία και κοινά κριτήρια για τη διαχείριση του κινδύνου. Η Επιτροπή προτείνει επίσης να επικεντρώνονται οι ενέργειες στα μεθοριακά τελωνεία στους ελέγχους αποδοχής και ασφάλειας. Ο έλεγχος της φορολογικής και εμπορικής πολιτικής συνήθως θα πρέπει να πραγματοποιείται στις εγκαταστάσεις των επιχειρήσεων, μέσω επαληθεύσεων και επιτόπιων ελέγχων που θα βασίζονται σε κοινά κριτήρια κινδύνου.

3.12.

Λαμβανομένου του όγκου των διεθνών συναλλαγών και της έκτασης των αρμοδιοτήτων των τελωνειακών υπηρεσιών, οι τελωνειακοί έλεγχοι θα είναι πάντοτε επιλεκτικοί. Η ανάλυση κινδύνου διαδραματίζει ρόλο όχι μόνο ως προς την ενιαία είσπραξη των τελωνειακών δασμών (και της ταχείας διαβίβασής τους στην Επιτροπή) αλλά και σε άλλους τομείς. Οι τομείς αυτοί, καθώς και τα μέσα που προτείνει η Επιτροπή, εκτείνονται από την προστασία των ευρωπαίων πολιτών έναντι πιθανών απειλών κατά της υγείας και της ασφάλειάς τους, ως την είσπραξη των τελωνειακών δασμών.

3.13.

Το Συνέδριο στο παρελθόν έχει συντάξει εκθέσεις για τη χρήση των τεχνικών ανάλυσης κινδύνων (15). Ωστόσο, παρά τη στήριξη και τις συστάσεις της Επιτροπής, διαφορές υφίστανται ακόμη μεταξύ των κρατών μελών ως προς τον βαθμό κατά τον οποίο προσφεύγουν συστηματικά στην ανάλυση κινδύνων και στα χαρακτηριστικά κινδύνων για να προσδιορίζονται οι στόχοι των ελέγχων, παρόλο που η χρήση των τεχνολογιών της πληροφορίας σε τελωνειακές διαδικασίες το έχει καταστήσει εφικτό.

3.13.

Σύμφωνα με την πρόσφατη τροποποίηση του τελωνειακού κώδικα [κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 648/2005 της 13ης Απριλίου 2005] η Επιτροπή και τα κράτη μέλη αναπτύσσουν τη συνεργασία τους με στόχο τη δημιουργία ενός πλαισίου διαχείρισης των κινδύνων σε κοινοτική κλίμακα.

3.14.

Μια τροποποίηση του τελωνειακού κώδικα (16) εισάγει την υποχρέωση για τα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν τη διαχείριση κινδύνων. Ρυθμίζει τις προθεσμίες εντός των οποίων το κράτος μέλος πρέπει να πραγματοποιεί τους κατάλληλους ελέγχους που θα βασίζονται σε αξιολόγηση του κινδύνου, καθώς και τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι τελωνειακοί έλεγχοι πρέπει να βασίζονται σε ανάλυση κινδύνων χρησιμοποιώντας τεχνικές αυτόματης επεξεργασίας δεδομένων. Για τη συμμόρφωση προς τους νέους αυτούς κανόνες θα είναι αναγκαίες συμπληρωματικές προσπάθειες. Όπως διαπίστωσε το Συνέδριο κατά τους ελέγχους, το 2004 δεν χρησιμοποιήθηκαν καθόλου τα χαρακτηριστικά κινδύνων σε δύο κράτη μέλη, επιτρέποντας έτσι να βασίζονται κυρίως στην προσωπική και υποκειμενική πρωτοβουλία του τελωνειακού υπαλλήλου οι αποφάσεις για φυσικούς ελέγχους ή ελέγχους εγγράφων. Σε δύο άλλα κράτη μέλη τα χαρακτηριστικά κινδύνων χρησιμοποιούνταν μόνο σε μια μερίδα των εισαγόμενων εμπορευμάτων, αφήνοντας τα εισαγόμενα εμπορεύματα να περνούν από ορισμένες απλοποιημένες διαδικασίες χωρίς να λαμβάνονται καθορισμένα μέτρα ελέγχου βασιζόμενα στα χαρακτηριστικά του κινδύνου.

3.14.

Τα δύο κράτη μέλη που δεν χρησιμοποίησαν ανάλυση κινδύνου σύμφωνα με τις διαπιστώσεις του Συνεδρίου ήταν σχεδόν έτοιμα να το πράξουν και δημιούργησαν συστήματα για τις εισαγωγές που θα εφαρμοστούν πριν από τα τέλη του 2004. Το πρώτο αυτό επίπεδο πρωτοβουλίας είναι σημαντικό αλλά το γεγονός ότι θα λαμβάνεται ως σημείο εκκίνησης η ανάλυση κινδύνου για τους τελωνειακούς ελέγχους έχει πολύ σημαντικότερες επιπτώσεις. Η ανάλυση κινδύνου διαδραματίζει ρόλο σε όλα τα είδη των τελωνειακών ελέγχων, περιλαμβανομένης της επιλογής των εισαγωγέων ώστε να τους επιτρέπεται να χρησιμοποιούν απλοποιημένες διαδικασίες, και της συχνότητας και του περιεχομένου των ελέγχων. Έτσι, με εξαίρεση τα θέματα ασφάλειας για τα οποία καθορίστηκαν ειδικοί στόχοι, τα κράτη μέλη αναμένεται να εγκρίνουν διάφορα μέτρα σε διαφορετικούς ρυθμούς, ανάλογα με τον όγκο και το είδος της τελωνειακής κίνησης που πρέπει να επεξεργαστούν.

3.15.

Σε ένα κράτος μέλος, η προσφυγή στα χαρακτηριστικά του φορολογικού κινδύνου, στα σύνορα, είχε μειωθεί και είχε αντικατασταθεί από φορολογικούς ελέγχους πραγματοποιούμενους στις εγκαταστάσεις των οικονομικών παραγόντων. Η εν λόγω στρατηγική είναι σύμφωνη προς την πρόταση της Επιτροπής στην ανακοίνωσή της του Ιουλίου 2003. Η προσέγγιση όμως αυτή μπορεί να αποδυναμώσει τους τελωνειακούς ελέγχους, αφού η συχνότητα των ελέγχων σε πολλούς οικονομικούς παράγοντες είναι χαμηλή.

3.15.

Η Επιτροπή θα υπενθυμίσει στα κράτη μέλη τον ουσιώδη ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η συχνότητα των ελέγχων στην υλοποίηση μιας στρατηγικής ελέγχου βάσει των μέχρι σήμερα αποτελεσμάτων.

3.16.

Παρόλο που η σημασία της τυχαίας δειγματοληψίας, ως συμπληρωματικού στοιχείου, αναγνωριζόταν γενικά από τα κράτη μέλη, η τυχαία στατιστική επιλογή δεν χρησιμοποιείται σε έξι από τα κράτη μέλη στα οποία πραγματοποιήθηκε επίσκεψη.

3.16.

Η Επιτροπή θα συνεχίσει να συνιστά να περιλαμβάνει ένα τυχαίο παράγοντα το κοινοτικό πλαίσιο σε θέματα κινδύνου, ως προς την επιλογή των αποστολών εμπορευμάτων ή των δηλώσεων που θα υποβάλλονται στους τελωνειακούς ελέγχους.

3.17.

Οι τελωνειακές αρχές πρέπει να παρακολουθούν και να αναλύουν τα αποτελέσματα των τελωνειακών ελέγχων τακτικά, ούτως ώστε να αξιολογούν την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα του συστήματος διαχείρισης κινδύνων χρησιμοποιώντας στοιχεία ανατροφοδότησης από τη διαδικασία εκτελωνισμού, κατά τρόπο ώστε να εμπλουτιστεί η ανάλυση με νέα στοιχεία και να γίνει ιεράρχηση στις προτεραιότητες των εργασιών ελέγχου.

3.18.

Σε μερικές διοικήσεις τελωνείων διαπιστώθηκαν αδυναμίες στην καταγραφή των αποτελεσμάτων των ελέγχων εγγράφων/φυσικών ελέγχων, καθώς και στην κοινοποίηση των εν λόγω αποτελεσμάτων στις κεντρικές υπηρεσίες. Σε μερικές περιπτώσεις τα φίλτρα είχαν παρακαμφθεί χωρίς δικαιολογία και χωρίς την έγκριση του υπεύθυνου. Επιπλέον, τα χαρακτηριστικά κινδύνων δεν είχαν πάντα αξιολογηθεί με τον κατάλληλο τρόπο για να εξακριβωθεί αν ήταν αποτελεσματικά, ή υπήρχε έλλειψη συντονισμού μεταξύ των τμημάτων που ήταν υπεύθυνα για την εγκατάσταση φίλτρων σε διάφορα επίπεδα (κεντρικό, περιφερειακό, τοπικό). Η έλλειψη παρακολούθησης και ανάλυσης της χρήσης των χαρακτηριστικών κινδύνων και των αποτελεσμάτων των τελωνειακών ελέγχων οδηγούν σε έλλειψη ανατροφοδότησης από τη διαδικασία, η οποία, με τη σειρά της, αποτρέπει τον έγκαιρο εμπλουτισμό με νέα στοιχεία της ανάλυσης των χαρακτηριστικών κινδύνων και την ιεράρχηση, κατά τον βέλτιστο τρόπο, των προτεραιοτήτων στις εργασίες ελέγχου των τελωνείων.

3.17-3.18.

Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη κατά την οποία η καταγραφή των αποτελεσμάτων και η αναθεώρηση και ενημέρωση των «προφίλ» κινδύνου αποτελούν βασικά στοιχεία για τη σωστή διαχείριση του κινδύνου, και θα συνεχίσει να ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν τις απαραίτητες διαδικασίες για το σκοπό αυτό.

Αποτελέσματα των ελέγχων σχετικά με τις συναλλαγές του οικονομικού έτους

Βεβαιωθέντα ποσά, τα οποία όμως δεν έχουν ακόμη τεθεί στη διάθεση της Επιτροπής (λογιστική B)

3.19.

Οι βεβαιωθείσες απαιτήσεις χωρίς σύσταση εγγύησης, και όσες αποτελούν αντικείμενο αμφισβήτησης και ενδέχεται να υποστούν μεταβολές, δεν απαιτείται να τεθούν διάθεση της Επιτροπής, αν εγγράφονται αντ«’αυτού από τα κράτη μέλη σε χωριστούς λογαριασμούς (τη λογιστική B). Κάθε κράτος μέλος κοινοποιεί τριμηνιαία κατάσταση της λογιστικής Β που τηρεί στην Επιτροπή. Το καθαρό υπόλοιπο, που ενσωματώνεται στον κοινοτικό ισολογισμό υπό τον τίτλο» Οφειλόμενα ποσά από τα κράτη μέλη, ανέρχεται σε 739,4 εκατομμύρια ευρώ (2003: 729,3 εκατομμύρια ευρώ).

 

3.20.

Στις 31 Δεκεμβρίου 2004, το ακαθάριστο υπόλοιπο της λογιστικής Β που εμφάνιζαν τα βιβλία της Επιτροπής ήταν 1 905,0 εκατομμύρια ευρώ, ήτοι μειωμένο κατά 19,4 % σε σχέση με το αντίστοιχο υπόλοιπο στις 31 Δεκεμβρίου 2003 (2 364,3 εκατομμύρια ευρώ) (17). Η κύρια αιτία για την εν λόγω αλλαγή οφείλεται στο ότι οι εγγραφές που σχετίζονται με την εισαγωγή προϊόντων βουτύρου καταγωγής Νέας Ζηλανδίας αφαιρέθηκαν από τη λογιστική Β μετά από ρύθμιση της υπόθεσης (18).

 

3.21.

Το Συνέδριο χαιρετίζει τη θέσπιση του κανονισμού (EΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2028/2004 του Συμβουλίου (19), ο οποίος ζητεί από τα κράτη μέλη να διαγράφουν τα ποσά των παραδοσιακών ιδίων πόρων τα οποία δεν έχουν ανακτηθεί μέσα σε μια ορισμένη προθεσμία. Ο κανονισμός εισάγει επίσης την απαίτηση κατάρτισης, εκ μέρους των κρατών μελών, μιας εκτίμησης των ποσών που βρίσκονται στη λογιστική Β για τα οποία η είσπραξη έχει καταστεί αβέβαιη.

 

3.22.

Για να λάβει υπόψη τα ποσά για τα οποία η είσπραξη έχει καταστεί αβέβαιη, η Επιτροπή ενέγραψε στον ισολογισμό της ακύρωση βασιζόμενη στις τελευταίες πληροφορίες τις οποίες έδωσαν τα κράτη μέλη. Το εύρος της συνολικής αξίας του ποσού της ακύρωσης είναι το αναμενόμενο, σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη. Ωστόσο, τα περισσότερα κράτη μέλη δεν παρείχαν πληροφορίες ως προς τις μεθόδους που χρησιμοποίησαν για να πραγματοποιήσουν τις εκτιμήσεις των εν λόγω ποσών. Κατά συνέπεια, το Συνέδριο δεν μπορεί να επιβεβαιώσει το ποσό της ακύρωσης και θεωρεί ότι η Επιτροπή πρέπει να δώσει κατευθυντήριες γραμμές με στόχο να εξασφαλίσει συνολικά μια συνεπή προσέγγιση. Οι εκτιμήσεις των μη ανακτήσιμων ποσοστών που παρέχονται από τα κράτη μέλη κυμαίνονται από 10 % (12,8 εκατομμύρια ευρώ, στην περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου) έως 96 % (118 εκατομμύρια ευρώ, στην περίπτωση της Ισπανίας) (20).

3.22.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι χρησιμοποιώντας τις εκτιμήσεις που εκπόνησαν τα κράτη μέλη, εφάρμοσε την αρχή της σύνεσης που απαιτεί ο χρηματοδοτικός κανονισμός. Η αποπληρωμή των τελωνειακών οφειλών εξαρτάται από τις εθνικές νομοθεσίες και διαδικασίες, και μόνο τα κράτη μέλη γνωρίζουν πόσο αξιόπιστες είναι οι αιτήσεις πληρωμής, αν ο χρεώστης διαθέτει περιουσιακά στοιχεία ή μη, και αν οι διαδικασίες αναγκαστικής ανάκτησης στις οποίες μπορούν να προσφύγουν μπορούν να έχουν θετικά αποτελέσματα. Η Επιτροπή εξήγησε στα κράτη μέλη κατά τη συνάντηση της συμβουλευτικής επιτροπής ιδίων πόρων της 9ης Δεκεμβρίου 2004 τη βασική αρχή που πρέπει να χρησιμοποιήσουν για να καταρτίσουν τις εκτιμήσεις τους. Θα τους υπενθυμίσει ότι οι εκτιμήσεις πρέπει να βασίζονται σε ρεαλιστικά στοιχεία.

3.23.

Όπως και τα προηγούμενα έτη (21), κατά τη διάρκεια των ελέγχων του Συνεδρίου και των επιθεωρήσεων της Επιτροπής (βλέπε σημείο 3.5) διαπιστώθηκαν επαναλαμβανόμενα προβλήματα σχετικά με τη λογιστική Β, όπως καθυστερήσεις στην καταχώριση εγγραφών, εσφαλμένες εγγραφές, παραλείψεις και εσφαλμένες ακυρώσεις, σε πολλά κράτη μέλη (Βέλγιο, Γερμανία, Ιρλανδία, Ιταλία, Κύπρο, Πολωνία, Σλοβακία, Σουηδία, Ηνωμένο Βασίλειο). Το 2003, η Γερμανία διέγραψε από τη λογιστική Β εγγραφές που ανέρχονται συνολικά σε 40,1 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς να υπάρξει πλήρης αιτιολογία της μείωσης αυτής.

3.23.

Η Επιτροπή συνεχίζει να ασχολείται με τα θέματα αυτά σε συνεργασία με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, ώστε να δοθούν εξηγήσεις και να διορθωθούν τα σχετικά σφάλματα.

Εισφορές ζάχαρης

3.24.

Στην κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της ζάχαρης οι παραγωγοί έχουν οικονομική ευθύνη για τις ζημίες που οφείλονται στη διάθεση των πλεονασμάτων στο πλαίσιο των ποσοστώσεων (22). Αυτό υλοποιείται με την καθιέρωση εισφορών στην παραγωγή της ζάχαρης, της ισογλυκόζης και του σιροπιού ινουλίνης. Οι εισφορές υπολογίζονται από την Επιτροπή (479,8 εκατομμύρια ευρώ για την περίοδο εμπορίας 2002/2003) και εισπράττονται από τις επιχειρήσεις παραγωγής για να αποδοθούν στα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη παρακρατούν το 25 % των εισφορών, ως έξοδα είσπραξης (23).

 

3.25.

Το Συνέδριο παρακολούθησε προηγούμενες εργασίες που αφορούσαν τις εισφορές ζάχαρης και εξέτασε τον υπολογισμό τους, ο οποίος περατώθηκε τον Σεπτέμβριο 2004 (για την περίοδο εμπορίας που εκτείνεται από την 1η Ιουλίου 2002 έως τις 30 Ιουνίου 2003). Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι το σύστημα υπολογισμού των εισφορών ζάχαρης λειτουργούσε, γενικά, κατά ικανοποιητικό τρόπο παρά τις ασάφειες στη συνιστώμενη μέθοδο υπολογισμού (24), οι οποίες πρέπει να επιλυθούν. Το Συνέδριο εφιστά επίσης την προσοχή στα ακόλουθα σημεία, για τα οποία συνιστά διορθωτική δράση:

3.25.

 

α)

το συνολικό ποσό των εισφορών ζάχαρης (ήτοι 479,8 εκατομμύρια ευρώ) παρουσιαζόταν εσφαλμένα μειωμένο περίπου κατά 6 εκατομμύρια ευρώ·

α)

Οι διορθώσεις θα πραγματοποιηθούν αυτόματα κατά τον υπολογισμό των εισφορών 2005 που πρέπει να περιλάβουν τους υπολογισμούς και τις μεταφορές των προηγούμενων περιόδων.

β)

όσον αφορά τις δύο κύριες πηγές δεδομένων στις οποίες βασίζεται ο υπολογισμός:

β)

 

 

i)

η βάση δεδομένων COMEXT της Eurostat (25) παρουσίασε ανακρίβειες όσον αφορά τις εξαχθείσες ποσότητες του σιροπιού ινουλίνης και κατά συνέπεια η Επιτροπή, αντίθετα με τον κανονισμό, ήταν υποχρεωμένη να χρησιμοποιήσει άλλα δεδομένα τα οποία έλαβε από τα κράτη μέλη·

 

i)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 314/2002 θα προσαρμοστεί ώστε να διευκρινιστεί, ειδικότερα, η σχετική λεπτομέρεια υπολογισμού.

 

ii)

οι ανακοινώσεις που υποβλήθηκαν από τα κράτη μέλη δεν αποτελούσαν συστηματικά αντικείμενο ελέγχου από την Επιτροπή. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν έδωσε ακόμη οδηγίες για τον σχεδιασμό των καταλληλότερων μηχανισμών ελέγχου, ούτως ώστε να εξασφαλισθεί η αξιοπιστία των εν λόγω ανακοινώσεων όπως υποδεικνύεται στην ειδική έκθεση αριθ. 20/2000 του Συνεδρίου (26).

 

ii)

Απευθύνθηκαν συστάσεις στα κράτη μέλη σχετικά με το σχεδιασμό των ελεγκτικών μηχανισμών τους. Η Επιτροπή θα λάβει δεόντως υπόψη τα συμπεράσματα του Συνεδρίου και των ελέγχων της ώστε να δημιουργήσει μηχανισμούς ελέγχου σχετικά με το νέο καθεστώς της ζάχαρης.

3.26.

Επιπλέον δεν είναι ακόμη εφικτό, όπως σημειώθηκε στην ειδική έκθεση αριθ. 4/91 του Συνεδρίου (27), στο πλαίσιο του τρέχοντος λογιστικού συστήματος της Επιτροπής να υπάρξει, κατά τρόπο καταληκτικό, συμφωνία μεταξύ εσόδων και εξόδων που χρηματοδοτούνται από τις εισφορές ζάχαρης.

3.26.

Δεν χρειάζεται να γίνει τέτοια λογιστική προσέγγιση μεταξύ των πόρων από τις εισφορές και τις δημοσιονομικές δαπάνες. Πράγματι, η προβλεπόμενη μέθοδος υπολογισμού από τη σημερινή νομοθεσία του Συμβουλίου δεν καθορίζει ισότητα μεταξύ των δύο στοιχείων. Η σύγκριση μπορεί να πραγματοποιηθεί εκτός του λογιστικού συστήματος, εφόσον είναι απαραίτητο.

Ίδιοι πόροι ΦΠΑ/ΑΕΕ

Εισαγωγή

3.27.

Αντίθετα προς ό,τι συμβαίνει με τα έσοδα που προέρχονται από τους παραδοσιακούς ιδίους πόρους, οι ίδιοι πόροι ΦΠΑ και ΑΕΕ (ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος) αντικατοπτρίζουν μακροοικονομικές στατιστικές των οποίων τα υποκείμενα δεδομένα δεν μπορούν να ελεγχθούν άμεσα. Για τον λόγο αυτό, ως σημείο εκκίνησης του ελέγχου ΦΠΑ και ΑΕΕ λαμβάνεται η παραλαβή από την Επιτροπή των μακροοικονομικών μεγεθών που έχουν καταρτίσει τα κράτη μέλη (είτε ως προβλέψεις είτε ως τελικά αριθμητικά στοιχεία) και επιζητείται η αξιολόγηση του συστήματος που εφαρμόζει η Επιτροπή για τη διαχείριση των δεδομένων, έως ότου αυτά καταχωριστούν τελικά στους οριστικούς λογαριασμούς. Κατ’ αυτό τον τρόπο, οι έλεγχοι καλύπτουν την κατάρτιση του ετήσιου προϋπολογισμού και την υλοποίησή του σχετικά με τις επιτελούμενες από τα κράτη μέλη μηνιαίες πληρωμές. Επιπλέον, οι έλεγχοι επικεντρώνονται στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής, τα οποία πρέπει να παρέχουν τη βεβαιότητα ότι τα έσοδα της ΕΕ έχουν βεβαιωθεί και έχουν εισπραχθεί με ορθό τρόπο. Μερικές ειδικές πτυχές των ιδίων πόρων ΦΠΑ/ΑΕΕ υπόκεινται σε χωριστούς ελέγχους.

 

3.28.

Οι χωριστοί έλεγχοι του Συνεδρίου σχετικά με τους ιδίους πόρους ΦΠΑ/ΑΕΕ κάλυψαν τους ελέγχους της Επιτροπής επί των απογραφών των κρατών μελών για την καταγραφή στο ευρωπαϊκό σύστημα οικονομικών λογαριασμών (EΣΟΛ 95) (28), τον υπολογισμό του σταθμισμένου μέσου συντελεστή του ΦΠΑ στις καταστάσεις ΦΠΑ των κρατών μελών (29) καθώς και τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου σχετικά με την κατάρτιση των εθνικών λογαριασμών στις στατιστικές υπηρεσίες των κρατών μελών.

 

Αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής

3.29.

Οι ελεγκτικές δραστηριότητες της Επιτροπής, που πραγματοποιούνται σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, αποτελούν σημαντικό στοιχείο του συστήματος ελέγχου για τους ιδίους πόρους που βασίζονται στον ΦΠΑ και το ΑΕΕ. Το Συνέδριο εξέτασε το έργο των μονάδων που διενεργούν τους εν λόγω ελέγχους.

 

Ίδιος πόρος ΦΠΑ

3.30.

Όσον αφορά τους ιδίους πόρους που βασίζονται στον ΦΠΑ, οι επιτόπιες επιθεωρήσεις που διενήργησε η Επιτροπή κατά το οικονομικό έτος 2004 οδήγησαν στη διατύπωση 28 νέων επιφυλάξεων (30) σχετικά με συγκεκριμένα στοιχεία των καταστάσεων ΦΠΑ των κρατών μελών (31). Η προετοιμασία και η αναφορά των αποτελεσμάτων των εν λόγω επιθεωρήσεων ήταν καλής ποιότητας. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι διαθέσιμοι πόροι είναι περιορισμένοι, η Επιτροπή δυσκολεύεται να τηρήσει την ίδια ποιότητα και συχνότητα επισκέψεων επιθεώρησης στα κράτη μέλη με την προγενέστερη από τη διεύρυνση περίοδο (32). Επιπλέον, επιτεύχθηκε χαμηλή πρόοδος όσον αφορά την παρακολούθηση των παρατηρήσεων ελέγχου των σχετικών με τις επιφυλάξεις (ήρθησαν μόνο 6 επιφυλάξεις κατά τη διάρκεια του έτους). Κατά συνέπεια, 107 από αυτές ίσχυαν στο τέλος του 2004. Αυτές οι επιφυλάξεις συχνά καλύπτουν αρκετά οικονομικά έτη και τέσσερις από αυτές αναφέρονται σε καταστάσεις ΦΠΑ που υποβλήθηκαν πριν από δέκα και πλέον έτη. Ο οικονομικός τους αντίκτυπος δεν έχει αξιολογηθεί από την Επιτροπή.

3.30.

Η ανάλυση της Επιτροπής δείχνει πόσο δύσκολο είναι να εκτιμηθεί η χρηματοδοτική σημασία των επιφυλάξεων, αφού αφορούν κυρίως περιπτώσεις στις οποίες απουσιάζουν αξιόπιστα στοιχεία. Συνήθως σκοπός τους είναι να υποχρεώσουν τα κράτη μέλη να αναζητήσουν αξιόπιστα ποσοτικά στοιχεία και αποδεκτή μεθοδολογία. Τέλος, η Επιτροπή ανακοίνωσε το 2003 ότι σκόπευε να αμφισβητήσει τις επιφυλάξεις μακράς διάρκειας ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εφόσον το θεωρούσε σκόπιμο. Κάτι τέτοιο αποδείχθηκε αποτελεσματικό στην περίπτωση δύο κρατών μελών που συμμορφώθηκαν με τις επιθυμίες της Επιτροπής ενώ η διαδικασία παράβασης βρισκόταν ακόμη στο στάδιο της προετοιμασίας. Η Επιτροπή συνειδητοποιεί τον αυξημένο φόρτο εργασίας λόγω της διεύρυνσης και αναζητεί τα μέσα για την καλύτερη χρήση των πόρων της ενόψει της διατήρησης της ποιότητας των ελέγχων.

Έλεγχοι που διενεργήθηκαν στον υπολογισμό του σταθμισμένου μέσου συντελεστή του ΦΠΑ σχετικά με τις καταστάσεις ΦΠΑ που κατάρτισαν τα κράτη μέλη

3.31.

Από τα κράτη μέλη που εφαρμόζουν συντελεστές ΦΠΑ που διαφέρουν μεταξύ τους απαιτείται να υπολογίσουν τον σταθμισμένο μέσο συντελεστή του ΦΠΑ, ούτως ώστε αυτός να χρησιμεύσει στην Επιτροπή για τον υπολογισμό του ιδίου πόρου ΦΠΑ. Κάθε σφάλμα υπολογισμού θα μπορούσε να επηρεάσει τη βάση του ΦΠΑ που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των ιδίων πόρων και μπορεί, κατά συνέπεια, να επηρεάσει το αποδιδόμενο ποσό του ιδίου πόρου ΦΠΑ. Το Συνέδριο εξέτασε τις επιθεωρήσεις της Επιτροπής σε σχέση με αυτή την πτυχή του συστήματος, έλεγξε τον υπολογισμό του σταθμισμένου μέσου συντελεστή του ΦΠΑ σε πέντε κράτη μέλη (33) και εξέτασε αν συνάδει με τις απαιτήσεις της κοινοτικής νομοθεσίας (34).

 

3.32.

Όσον αφορά τις 29 συγκεκριμένες επιφυλάξεις τις σχετικές με τον σταθμισμένο μέσο συντελεστή, το Συνέδριο διαπίστωσε ότι πολλές από αυτές εκκρεμούσαν για υπερβολικά μακρά χρονική περίοδο (35). Μετά τη διατύπωση της επιφύλαξης, τα κράτη μέλη διέθεταν απροσδιόριστο χρονικό περιθώριο για να λύσουν το πρόβλημα.

3.32.

Δεν υπάρχουν νομικές κυρώσεις που να μπορεί να χρησιμοποιήσει η Επιτροπή ώστε να υποχρεώσει τα κράτη μέλη να βελτιώσουν ταχέως τις πηγές δεδομένων ή τις μεθόδους υπολογισμού, ακόμη και αν οι διαδικασίες παράβασης αποτελούν μια πιθανή λύση πιο μακροπρόθεσμα. Ωστόσο, οι προηγούμενες επιφυλάξεις αποτελούν αντικείμενο νέας εξέτασης σε κάθε έλεγχο και οι διαδοχικές εκθέσεις ελέγχου παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη των συζητήσεων που αφορούν κάθε μία από τις εν λόγω επιφυλάξεις. Στην περίπτωση της Αυστρίας, πραγματοποιήθηκε σημαντική πρόοδος που θα επιτρέψει την άρση της επιφύλαξης, η οποία εκδόθηκε τόσο από την Αυστρία όσο και από την Επιτροπή, όταν η Επιτροπή θα λάβει τις συμφωνημένες τροποποιήσεις.

3.33.

Εξάλλου, η Επιτροπή δεν διατύπωσε επιφυλάξεις σε περιπτώσεις που διαπιστώνονταν συστηματικά ανεπάρκειες (36) στον υπολογισμό του σταθμισμένου μέσου συντελεστή.

3.33.

Στο ιταλικό παράδειγμα που αναφέρεται στην υποσημείωση στο κάτω μέρος της σελίδας της έκθεσης του Συνεδρίου, η Επιτροπή δέχθηκε στοιχεία κατά προσέγγιση για ένα μικρό αριθμό προϊόντων σχετικά με τα ποσοστά ΦΠΑ. Για τα προϊόντα αυτά, οι δαπάνες είναι γνωστές, αλλά δεν υπάρχουν διαθέσιμες επιμέρους πληροφορίες ως προς τα αντίστοιχα ποσοστά ΦΠΑ ή την απαλλαγή από τον ΦΠΑ. Για τις ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου, χρησιμοποιείται ένα ποσοστό κατά προσέγγιση ώστε να γίνεται η διάκριση μεταξύ του κανονικού και του μειωμένου συντελεστή. Η Ιταλία δεν μπορεί να επιτρέψει την σχετική φορολογία παρά για περιορισμένη περίοδο. Κατά τη διάρκεια κατάλληλων ελέγχων, η Επιτροπή επιβεβαίωσε την έλλειψη στοιχείων που θα επέτρεπαν τον σχετικό υπολογισμό. Η Επιτροπή δέχθηκε κατανομή που βασιζόταν σε ανακριβή υπολογισμό κατ' εξαίρεση μόνο, για σύντομη περίοδο δύο ετών, που παρατάθηκε στα τέσσερα έτη στη συνέχεια. Ανακοίνωσε ήδη στην τελευταία έκθεση ελέγχου ότι η εν λόγω πρακτική δεν είναι πλέον αποδεκτή.

3.34.

Εντός της Επιτροπής, η Γενική Διεύθυνση Προϋπολογισμού (ΓΔ Προϋπολογισμός) μεταβίβασε ένα σημαντικό μέρος των επαληθεύσεων για τον υπολογισμό του σταθμισμένου μέσου συντελεστή στη Eurostat και μερικές φορολογικές πτυχές του υπολογισμού στη Γενική Διεύθυνση Φορολογίας και Τελωνειακής Ένωσης (ΓΔ Φορολογία και Τελωνειακή Ένωση). Κατά την εποχή του ελέγχου του Συνεδρίου δεν υπήρχαν επίσημες καταγραφές των ρόλων τους και των αρμοδιοτήτων τους.

3.34.

Η ΓΔ Προϋπολογισμός διατηρεί τη συνολική ευθύνη για τον καθορισμό του ΣΝΣ αλλά δέχεται την τεχνική συνδρομή της Eurostat για τη στάθμιση των οικονομικών τομέων και της ΓΔ Φορολογία και Τελωνειακή Ένωση για τον επιμερισμό των αγαθών και υπηρεσιών στους αντίστοιχους συντελεστές ΦΠΑ. Μετά την παρατήρηση του Συνεδρίου, υπεγράφη από τους τρεις γενικούς διευθυντές πρωτόκολλο συμφωνίας που καθορίζει τους εν λόγω ρόλους και καλύπτει και άλλους τομείς συνεργασίας. Άρχισε να εφαρμόζεται τον Σεπτέμβριο του 2005.

Ίδιος πόρος ΑΕΕ

3.35.

Σε σχέση με τους ιδίους πόρους ΑΕΕ, η εκ μέρους της Επιτροπής άμεση επαλήθευση των υποκείμενων εθνικών λογαριασμών, οι οποίοι αποτελούν τη βάση για τα στοιχεία των ερωτηματολογίων ΑΕΕ (37), ήταν ανεπαρκής. Όμως η Επιτροπή άρχισε να συστήνει μονάδα η οποία θα αναλάβει την επαλήθευση των δημόσιων και εθνικών λογαριασμών οι οποίοι καταρτίζονται από τα κράτη μέλη.

 

3.36.

Από το 2003, η κοινοτική νομοθεσία προβλέπει τη διαβίβαση ετήσιας έκθεσης περί της ποιότητας των δεδομένων του ΑΕΕ, εκ μέρους των κρατών μελών στην Επιτροπή. Η έκθεση πρέπει να παρέχει τις αναγκαίες πληροφορίες ως προς τον τρόπο υπολογισμού του μακροοικονομικού μεγέθους ΑΕΕ· να περιγράφει, ιδίως, κάθε σημαντική αλλαγή που επήλθε στην εφαρμοζόμενη διαδικασία και στις βασικές στατιστικές που χρησιμοποιήθηκαν, καθώς και τις αναθεωρήσεις που έγιναν σε προηγούμενες εκτιμήσεις του ΑΕΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1287/2003 του Συμβουλίου, το περιεχόμενο και η μορφή της εν λόγω έκθεσης πρέπει να ακολουθούν τις κατευθυντήριες γραμμές που θεσπίζει η Επιτροπή (38).

 

3.37.

Η εξέταση των εκθέσεων ποιότητας που υποβλήθηκαν το 2004 δείχνει ότι:

α)

μερικά κράτη μέλη δεν ακολούθησαν τις κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά το περιεχόμενο και τη μορφή της έκθεσης·

β)

υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των ποσών και των λεπτομερειών των παρεχομένων πληροφοριών·

γ)

δεν παρέχεται καμία πληροφορία για τα αποτελέσματα των ερευνών σε σχέση με την ποιότητα των στοιχείων του ΑΕΕ και για τις συνιστώσες του, αν και οι κατευθυντήριες γραμμές απαιτούν τέτοιου είδους πληροφορία.

3.37.

Το 2004 υποβλήθηκαν για πρώτη φορά εκθέσεις ποιότητας που οδήγησαν σε σημαντική βελτίωση ως προς τις παρεχόμενες πληροφορίες με το ερωτηματολόγιο, σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Δεν είναι ασυνήθιστο ούτε προκαλεί έκπληξη ότι οι νέες κατευθυντήριες γραμμές ερμηνεύθηκαν, σε κάποιο βαθμό, διαφορετικά, όταν εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά. Η Επιτροπή ΑΕΕ ενέκρινε κατά την συνάντηση του Ιουλίου 2005 τις προτάσεις της Eurostat σχετικά με την επέκταση των κατευθυντηρίων γραμμών ώστε να διασφαλιστεί περισσότερο εναρμονισμένο αποτέλεσμα φέτος.

Έλεγχοι της Επιτροπής στους καταλόγους του ΕΣΟΛ 95

3.38.

Οι απογραφές που καταρτίζονται στο πλαίσιο του ΕΣΟΛ 95 αποτελούν σημαντικό στοιχείο των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής σχετικά με τους ιδίους πόρους ΑΕΕ. Το ΑΕΕ και οι υποκείμενοι εθνικοί λογαριασμοί, οι οποίοι συνιστούν τη βάση για τον υπολογισμό των ιδίων πόρων ΑΕΕ, πρέπει να καταρτίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το ΕΣΟΛ 95. Για τον σκοπό αυτό, απαιτείται από τα κράτη μέλη να υποβάλουν καταλόγους ΑΕΕ, οι οποίοι περιγράφουν τις μεθόδους και τις διαδικασίες που χρησιμοποιούνται στη οικεία χώρα για τον υπολογισμό των μακροοικονομικών μεγεθών ΑΕΕ και των εθνικών λογαριασμών.

 

3.39.

Για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα των ελέγχων και να εξασφαλισθεί ότι τα κράτη μέλη πληρούν τις απαιτήσεις του ΕΣΟΛ 95, το Συνέδριο εξέτασε, στα 15 προ της διεύρυνσης κράτη μέλη, τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή διεξήγαγε τους εν λόγω ελέγχους επί των καταλόγων ΑΕΕ που καταρτίστηκαν στο πλαίσιο του ΕΣΟΛ 95 (39).

 

3.40.

Οι κατάλογοι ΑΕΕ έπρεπε να υποβληθούν στην Επιτροπή έως το τέλος του 2000. Μολονότι τα περισσότερα κράτη μέλη υπέβαλαν τους καταλόγους τους κατά τη διάρκεια του 2001, η Γαλλία και το Λουξεμβούργο παρουσίασαν τους καταλόγους τους μόνο το 2003 και 2004 αντίστοιχα.

3.40.

Η Επιτροπή συνέχισε να πιέζει τη Γαλλία και το Λουξεμβούργο ώστε να παρουσιάσουν τις απογραφές τους.

3.41.

Με την ανάπτυξη του ερωτηματολογίου αξιολόγησης του καταλόγου ΑΕΕ (GIAQ — GNI Inventory Assessment Questionnaire) (40), η Επιτροπή βελτίωσε την προσέγγιση του ελέγχου στοιχειοθετώντας ένα μέσο που επιτρέπει τη διεξαγωγή των ελέγχων της κατά τρόπο συστηματικό και καλά διαρθρωμένο. Πάντως, η Επιτροπή δεν έλεγξε αν τα συστήματα και οι περιγραφόμενες στα ερωτηματολόγια μέθοδοι εφαρμόζονται πραγματικά από τις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες.

3.41.

Σε πολλές περιπτώσεις, τα κράτη μέλη περιγράφουν στις απογραφές τους τις τρέχουσες ελλείψεις της λογιστικής τους καθώς και τις προβλεπόμενες βελτιώσεις. Η Επιτροπή θεωρεί ελάχιστα πιθανό να μην εφαρμόζονται πραγματικά τα συστήματα και οι μέθοδοι που περιγράφονται στις απογραφές. Η άποψη αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι πολλά κράτη μέλη δημοσιεύουν τις απογραφές τους ή ανακοινώνουν αποσπάσματά τους.

3.42.

Τα έγγραφα τεκμηρίωσης σχετικά με τους ελέγχους της Επιτροπής επί των καταλόγων δεν επαρκούσαν. Μόνο στις περιπτώσεις που η Επιτροπή διαπίστωσε προβλήματα ή εκκρεμότητες υπήρχαν έγγραφα τεκμηρίωσης. Μια τέτοια προσέγγιση δεν παρέχει πλήρη στοιχεία για τη διαδρομή των ελέγχων της Επιτροπής, παρά μόνο μειώνει τις δυνατότητες πραγματοποίησης ελέγχου καθώς και την πίστη που μπορεί να δοθεί στις εν λόγω επαληθεύσεις.

3.42.

Η Επιτροπή ελέγχει τις απογραφές χρησιμοποιώντας τον κατάλογο ελέγχου της Διυπηρεσιακής Ομάδας Στήριξης της Ποιότητας (ΔΟΣΠ) ώστε να διασφαλίσει ότι καλύπτονται τα ίδια θέματα για όλα τα κράτη μέλη. Είναι εύκολο να διαπιστωθεί ότι η ΔΟΣΠ χρησιμοποιείται στο ερωτηματολόγιο που απευθύνεται στα κράτη μέλη ώστε να προετοιμάσουν τις επισκέψεις ελέγχου της ΑΕΕ. Η Επιτροπή αποφάσισε ότι δεν είναι σκόπιμο ούτε αποδοτικό να αναφέρονται λεπτομερείς πληροφορίες για όλα τα θέματα της ΔΟΣΠ που δεν συνδέονται άμεσα με την επίσκεψη ελέγχου, γιατί δεν θα προλάμβανε να ολοκληρώσει την ανάλυση των απογραφών εντός λογικής προθεσμίας.

Παράνομες δραστηριότητες

3.43.

Ο διεξοδικός χαρακτήρας είναι μια σημαντική πτυχή του ΑΕΕ για την εξασφάλιση αξιόπιστης βάσης για τον ίσο καταμερισμό των ιδίων πόρων ΑΕΕ στα κράτη μέλη. Το ΕΣΟΛ 95 προβλέπει ότι όλες οι κατηγορίες παράνομων δραστηριοτήτων πρέπει να περιλαμβάνονται στο ΑΕΕ. Η Επιτροπή ζήτησε από τα κράτη μέλη να προβούν αρχικά σε μια αξιολόγηση ορισμένων κατηγοριών παράνομων δραστηριοτήτων (41).

 

3.44.

Από τους ελέγχους της Επιτροπής στους κατάλογους ΕΣΟΛ 95 προκύπτει ότι μόνο λίγα κράτη μέλη περιέλαβαν τέτοιου είδους εκτιμήσεις στο ΑΕΕ, επιπροσθέτως δε για διαφορετικούς τύπους παράνομων δραστηριοτήτων. Άρα οι εκτιμήσεις του ΑΕΕ ούτε είναι απόλυτα συγκρίσιμες, πράγμα που επηρεάζει τον υπολογισμό των ιδίων πόρων ΑΕΕ, ούτε συμμορφώνονται πλήρως με τις απαιτήσεις του ΕΣΟΛ 95.

3.44.

Η Επιτροπή ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να περιλάβουν τις παράνομες δραστηριότητες στο ΑΕΕ. Ωστόσο, η πληροφορία αυτή απαιτείται μόλις από τη χρήση 2002 (από την οποία εφαρμόζεται για τους ίδιους πόρους το ΕΣΟΛ95). Για τα έτη αυτά μπορεί να γίνει επανεξέταση. Τα κράτη μέλη πρέπει να συμμορφωθούν ως το 2006 με το ΕΣΟΛ95 πριν διατυπωθούν ενδεχόμενες επιφυλάξεις.

Ενδιάμεση κατανάλωση

3.45.

Το ΕΣΟΛ 95 ορίζει ότι οι δαπάνες αγοράς χαμηλής αξίας (μικρά εργαλεία αξίας χαμηλότερης των 500 ευρώ) που γίνονται από τις επιχειρήσεις πρέπει να θεωρούνται ως ενδιάμεση κατανάλωση. Κάθε παρέκκλιση από τον εν λόγω κανόνα απαιτεί προσαρμογή, από το οικείο κράτος μέλος, ούτως ώστε να συμμορφωθεί με την απαίτηση του ΕΣΟΛ.

 

3.46.

Σε δύο από τα οκτώ κράτη μέλη που ελέγχθηκαν (42) (Βέλγιο και Ιρλανδία), δεν υπάρχει κατώτατο όριο στους κανόνες λογιστικής των επιχειρήσεων ούτε έγινε κάποια ρύθμιση για να συμμορφωθούν με το ΕΣΟΛ 95. Η Επιτροπή δέχτηκε την κατάσταση μετά από διαβουλεύσεις με τα δύο οικεία κράτη μέλη, χωρίς να αναζητήσει περαιτέρω αποδείξεις που να της εξασφαλίζουν ότι η εν λόγω παρέκκλιση από το ΕΣΟΛ 95 δεν ήταν σημαντική.

3.46.

Στο Βέλγιο και την Ιρλανδία, τα όρια που εφαρμόζονται στην πράξη από τις επιχειρήσεις δεν είναι γνωστά, γιατί δεν υπάρχει φορολογικό ή λογιστικό όριο. Δεδομένου ότι σε μια τέτοια περίπτωση δεν είναι γνωστή ούτε η μορφή που θα μπορούσε να έχει μια προσαρμογή, ούτε το εύρος της, η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι φρόνιμο να μην εφαρμοστεί η προσαρμογή.

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου στα κράτη μέλη

3.47.

Η κοινοτική νομοθεσία για την εναρμόνιση του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος (43) απαιτεί να γίνουν ειδικές προσπάθειες για να βελτιωθούν οι τεχνικές κατάρτισης του ΑΕΕ που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη και να διαδοθούν οι καλύτερες πρακτικές στον εν λόγω τομέα. Προβλέπει επίσης την εφαρμογή μέτρων ικανών να βελτιώσουν τη συγκρισιμότητα, την αξιοπιστία και την πληρότητα των δεδομένων ΑΕΕ. Το Συνέδριο εξέτασε, σε επτά κράτη μέλη (44), σε ποιο βαθμό είχαν θεσπιστεί και εφαρμόζονταν στις στατιστικές υπηρεσίες συστήματα εποπτείας και ελέγχου ως προς την κατάρτιση των εθνικών λογαριασμών.

 

3.48.

Το Συνέδριο διαπιστώνει ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές στα κράτη μέλη ως προς την ύπαρξη και εφαρμογή των εξής στοιχείων των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου όσον αφορά τη διαδικασία κατάρτισης των εθνικών λογαριασμών:

α)

τη διενέργεια μιας ανάλυσης κινδύνων, τυπικής και δομημένης, σχετικά με τη διαδικασία κατάρτισης των εθνικών λογαριασμών (45)·

β)

την ύπαρξη συμφωνιών ή αντίστοιχων ρυθμίσεων μεταξύ υπηρεσιών κατάρτισης εθνικών λογαριασμών και μονάδων που παρέχουν βασικά στατιστικά στοιχεία, που καθορίζουν τις συνθήκες παράδοσης και την ποιότητα των δεδομένων (46)·

γ)

τη συστηματική κατάρτιση «εκθέσεων ποιότητας» που συνοδεύουν τις στατιστικές έρευνες (47)·

δ)

την τεκμηρίωση των ελέγχων εποπτείας που διενεργούνται από τα ανώτερα κλιμάκια σχετικά με την κατάρτιση των εθνικών λογαριασμών (45)·

ε)

τη διενέργεια εσωτερικών ελέγχων στη διαδικασία συλλογής και κατάρτισης στατιστικών δεδομένων (45).

3.49.

Το Συνέδριο επισημαίνει ότι οι διαφορές, όσον αφορά την ύπαρξη και εφαρμογή ορισμένων συστημάτων εποπτείας και ελέγχου, μπορούν να οδηγήσουν σε διάφορους βαθμούς αξιοπιστίας, συγκρισιμότητας και διεξοδικότητας των εθνικών λογαριασμών.

3.48-3.49.

Λόγω των διαφορών μεταξύ των κρατών μελών, η Επιτροπή χρησιμοποιεί τα ίδια τυποποιημένα μέσα ώστε να ελέγξει την αξιοπιστία, τη συγκρισιμότητα και την πληρότητα των στοιχείων όλων των κρατών μελών σχετικά με το χρησιμοποιούμενο ΑΕΕ για θέματα ιδίων πόρων, περιλαμβανομένων και των πολύ λεπτομερών περιγραφών πηγών και μεθόδων (απογραφές ΑΕΕ) με ετήσιες ενημερώσεις στις εκθέσεις για την ποιότητα. Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα συστήματα αυτά διασφαλίζουν επαρκώς την αξιοπιστία, τη συγκρισιμότητα και την πληρότητα των στοιχείων σχετικά με το ΑΕΕ.

Η Επιτροπή θα εξετάσει σε συνεργασία με τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της επιτροπής ΑΕΕ σε ποιο βαθμό τα εθνικά συστήματα εποπτείας και ελέγχου πρέπει να ενταχθούν στη διαδικασία ελέγχου του ΑΕΕ.

Ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων και δηλώσεις των Γενικών Διευθυντών

3.50.

Το Συνέδριο εξέτασε τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων και τις δηλώσεις των Γενικών Διευθυντών της ΓΔ Προϋπολογισμού και της Eurostat. Όπως και το 2003, η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της ΓΔ Προϋπολογισμού περιλαμβάνει τον αριθμό των επισκέψεων ελέγχου για τον ΦΠΑ στα κράτη μέλη, αλλά δεν κάνει ειδική μνεία για την επαλήθευση των δεδομένων των ιδίων πόρων ΦΠΑ. Δεν αναφέρει τις ελεγκτικές δραστηριότητες που σχετίζονται με τον ίδιο πόρο ΑΕΕ, ούτε την ύπαρξη 107 επιφυλάξεων σε σχέση με τις καταστάσεις ΦΠΑ των κρατών μελών, ούτε τις μεταβολές στον αριθμό των επιφυλάξεων κατά τη διάρκεια του έτους.

3.50.

Οι ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας που εκπονούνται από τους γενικούς διευθυντές είναι από τη φύση τους άκρως επιλεκτικές και παρουσιάζουν τις δραστηριότητες είτε κατά σειρά σημασίας είτε ανάλογα με την αντιπροσωπευτική τους αξία. Η ΓΔ Προϋπολογισμός θεώρησε ότι αρκούσε να αναφερθούν οι ίδιοι οι έλεγχοι χωρίς να δοθούν λεπτομέρειες στις επιφυλάξεις, που αποτελούν ένα βασικό εργαλείο για τη βελτίωση των καταγραφών ΦΠΑ. Ωστόσο θα επανεξετάσει την παρουσίαση των ελέγχων σχετικά με τους πόρους που προέρχονται από τον ΦΠΑ.

3.51.

Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της Eurostat αναφέρει τις επαληθεύσεις σχετικά με τους καταλόγους των πηγών και των μεθόδων στατιστικής που χρησιμοποιούν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του ΕΣΟΛ 95. Αναφέρει ότι οι εν λόγω επαληθεύσεις οδήγησαν στην αντικατάσταση των γενικών επιφυλάξεων που διατυπώθηκαν προηγουμένως όσον αφορά το σύνολο των δεδομένων, που παρέχονται από όλα τα κράτη μέλη, από μικρότερο αριθμό ειδικών επιφυλάξεων. Εντούτοις, η έκθεση δεν αναφέρει τον τρέχοντα αριθμό ειδικών επιφυλάξεων (57) ούτε ότι υπήρχε ακόμη μία ισχύουσα γενική επιφύλαξη για τη Γερμανία και το Λουξεμβούργο στο τέλος του 2004. Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της Eurostat δεν αναφέρει επίσης σε ποιο βαθμό οι κύριες προτεραιότητες για το 2004 κατά την επαλήθευση των δεδομένων ΦΠΑ και ΑΕΕ που καταρτίζονται από τα κράτη μέλη, στις οποίες γινόταν αναφορά στο στατιστικό πρόγραμμα της Επιτροπής για το έτος 2004, είχαν υλοποιηθεί.

3.51.

Ο αριθμός επιφυλάξεων ανά κράτος μέλος δεν είναι υψηλός. Εξάλλου, ο αριθμός επιφυλάξεων δεν αποτελεί ουσιώδη δείκτη γιατί μπορεί να έχουν διαφορετική σημασία ως προς το ΑΕΕ. Η Eurostat δέχεται να δώσει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τον έλεγχο του ΑΕΕ και του ΦΠΑ στην ετήσια έκθεση δραστηριότητάς της.

Συμπέρασμα και συστάσεις

3.52.

Λαμβανομένης υπόψη της εμβέλειας του ελέγχου (βλέπε σημείο 3.3), οι ελεγκτικές εργασίες που διενήργησε το Συνέδριο έδωσαν γενικώς ικανοποιητικά αποτελέσματα όσον αφορά την αξιοπιστία των λογαριασμών καταχώρισης των παραδοσιακών ιδίων πόρων καθώς και τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων, εξαιρουμένων των προβλημάτων που αφορούν τη λογιστική Β που αναφέρθηκαν στο σημείο 3.23.

3.52.

Όπως υπογραμμίζει το Συνέδριο στο σημείο 3.21 της έκθεσής του, η νομοθεσία για τη λογιστική Β τροποποιήθηκε στα τέλη του 2004. Οι σχετικές τροποποιήσεις θα συμβάλλουν στο να καταστεί η λογιστική Β περισσότερο αξιόπιστη και ακριβής.

3.53.

Λαμβανομένης υπόψη της εμβέλειας του ελέγχου, κατά την έννοια του σημείου 3.27, το Συνέδριο είναι της γνώμης ότι, βάσει των δεδομένων που έδωσαν τα κράτη μέλη, οι ίδιοι πόροι ΦΠΑ και ΑΕΕ, από κάθε σημαντική άποψη, είχαν υπολογιστεί, εισπραχθεί και καταχωριστεί σωστά στους κοινοτικούς λογαριασμούς από την Επιτροπή.

 

3.54.

Εντούτοις, κατά τις ελεγκτικές εργασίες του ιδίου πόρου ΑΕΕ, εντοπίστηκαν από το Συνέδριο αδυναμίες που θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις στην ποιότητα των δεδομένων βάσει των οποίων καταρτίζονται οι συνεισφορές ΑΕΕ των κρατών μελών. Το Συνέδριο συνιστά στην Επιτροπή:

3.54.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα συστήματά της διασφαλίζουν επαρκώς την αξιοπιστία, τη συγκρισιμότητα και την πληρότητα των στοιχείων σχετικά με το ΑΕΕ. Σε κάθε περίπτωση, οι συστάσεις που εγκρίθηκαν πρόσφατα σχετικά με την ανεξαρτησία, την ακεραιότητα και την υπευθυνότητα των εθνικών και κοινοτικών στατιστικών αρχών [COM(2005) 217] που περιέχει έναν κώδικα καλών πρακτικών της ευρωπαϊκής στατιστικής, αναμένεται να συμβάλει στην βελτίωση της ποιότητας των μακροοικονομικών στατιστικών, περιλαμβανομένων και για το ΑΕΕ.

α)

να επιτελεί (απευθείας) ελέγχους επαλήθευσης επί επιλεγμένων μακροοικονομικών μεγεθών των εθνικών λογαριασμών (βλέπε σημείο 3.35)·

α)

Η Επιτροπή μελετά τα μέσα που θα της επιτρέψουν να πραγματοποιήσει πιο άμεσο έλεγχο, με την έννοια που υπέδειξε το Ελεγκτικό Συνέδριο.

β)

να διευρύνει τους ελέγχους της στους καταλόγους των πηγών και των εφαρμοζομένων μεθόδων για την κατάρτιση των εθνικών λογαριασμών των κρατών μελών και να βελτιώσει το σύστημα τεκμηρίωσης των ελέγχων (βλέπε σημεία 3.41 έως 3.42)·

β)

Η Επιτροπή θα καταβάλει προσπάθειες ώστε να βελτιώσει την τεκμηρίωση εντός των ορίων που της επιβάλλουν οι πόροι της.

γ)

να φροντίσει ώστε να συμμορφωθούν όλα τα κράτη μέλη με τις απαιτήσεις του ΕΣΟΛ 95, όσον αφορά τις παράνομες δραστηριότητες που πρέπει να περιλαμβάνονται στο ΑΕΕ (βλέπε σημεία 3.43 έως 3.44)·

γ)

Η Επιτροπή δραστηριοποιείται ήδη προς την κατεύθυνση αυτή.

δ)

να εξετάσει σε διαβούλευση με τα κράτη μέλη πώς μπορούν να υλοποιηθούν οι καλύτερες πρακτικές για την εποπτεία και τον έλεγχο σε σχέση με την κατάρτιση των εθνικών λογαριασμών (βλέπε σημεία 3.47 έως 3.49)·

δ)

Η Επιτροπή ενθαρρύνει τις καλύτερες πρακτικές για την καταγραφή των εθνικών λογαριασμών μέσω της επιτροπής ΑΕΕ. Θα παρουσιάσει τη σύσταση του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην επιτροπή.

ε)

να διενεργήσει συγκριτική ανάλυση των εκθέσεων ποιότητας, να διατυπώσει πιο συγκεκριμένες κατευθυντήριες γραμμές και να ενισχύσει την παρακολούθηση της υλοποίησής τους (βλέπε σημεία 3.36 έως 3.37).

ε)

Μετά τον έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, παρουσιάστηκαν και εγκρίθηκαν από την επιτροπή ΑΕΕ του Ιουλίου 2005 τα αποτελέσματα μιας συγκριτικής ανάλυσης και ακριβέστερες κατευθυντήριες γραμμές.

3.55.

Σε σχέση με τους ελέγχους της Επιτροπής επί των υποκείμενων συστημάτων υπολογισμού του ιδίου πόρου ΦΠΑ, το Συνέδριο:

3.55.

 

α)

διαπιστώνει ότι οι επιφυλάξεις, δεδομένου ιδίως του υψηλού αριθμού τους (107), έχουν επιπτώσεις επί της ορθότητας των καταστάσεων ΦΠΑ των κρατών μελών και συνιστά στην Επιτροπή, να προσδιορίσει ποσοτικά, εφόσον είναι δυνατόν, τις εν λόγω επιφυλάξεις, σε διαβούλευση με τα κράτη μέλη (48) (βλέπε σημείο 3.30)·

α)

Οι επιφυλάξεις διατυπώνονται συνήθως ώστε να υποχρεώσουν τα κράτη μέλη να αναζητήσουν αξιόπιστα ποσοτικά στοιχεία και αποδεκτή μεθοδολογία. Εξάλλου, η πρακτική της Επιτροπής από το 2003, βάσει της οποίας υποδιαιρούνται ορισμένες επιφυλάξεις ώστε να καταστούν περισσότερο διαφανείς και να είναι ευκολότερη η άρση τους οδήγησε σε μία φαινομενική αύξηση του αριθμού τους. Ο κύκλος ελέγχου από δύο έως τρία έτη μεταξύ των επισκέψεων επιβραδύνει κάπως τα θετικά αποτελέσματα αυτής της πολιτικής.

β)

συνιστά στην Επιτροπή να εντείνει τις προσπάθειές της ούτως ώστε να μειωθεί ο αριθμός των μακροχρόνιων επιφυλάξεων (βλέπε σημεία 3.30 και 3.32)·

β)

Η μείωση του αριθμού των επιφυλάξεων μακράς διάρκειας εξαρτάται κυρίως από την δυνατότητα των εθνικών αρχών να επιτύχουν το επιθυμητό επίπεδο ποιότητας. Όταν τα στοιχεία τους είναι ξεπερασμένα, πρέπει αναπόφευκτα να διατυπωθούν επιφυλάξεις. Η Επιτροπή ανακοίνωσε το 2003 ότι ήταν διατεθειμένη να χρησιμοποιήσει τη διαδικασία παράβασης ώστε να θέσει τέρμα, ενδεχομένως, σε επιφυλάξεις μακράς διάρκειας.

γ)

παρατηρεί ότι, με την αύξηση του αριθμού των κρατών μελών από 15 σε 25, μπορούν στο μέλλον να διατηρηθούν το ίδιο ποσοστό κάλυψης και η ποιότητα των επιθεωρήσεων μόνο εάν αυξηθούν οι ανθρώπινοι πόροι, εάν η πολιτική των επιθεωρήσεων καταστεί περαιτέρω ορθολογική με τη χρήση της ανάλυσης κινδύνου ή/και εάν ενισχυθεί το κανονιστικό και διαδικαστικό πλαίσιο για την κατάρτιση καταστάσεων ΦΠΑ (βλέπε σημείο 3.30).

γ)

Η Επιτροπή ελπίζει ότι ο αριθμός των επιφυλάξεων που ισχύουν για ορισμένα κράτη μέλη θα μειωθεί σημαντικά στο προσεχές μέλλον και θα επικεντρώσει τους ελέγχους της με βάση την ανάλυση κινδύνου.


(1)  Περιλαμβάνει το πλεόνασμα από το προηγούμενο οικονομικό έτος και διάφορα έσοδα.

(2)  Απόφαση 2000/597/EK, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 253 της 7.10.2000, σ. 42)· κανονισμός (EΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 130 της 31.5.2000), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (EΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2028/2004 του (ΕΕ L 352 της 27.11.2004, σ. 1).

(3)  Εσθονία, Ελλάδα, Γαλλία, Ιταλία, Κύπρος, Λετονία, Λιθουανία, Πολωνία, Σλοβενία, Σλοβακία, Φινλανδία και Ηνωμένο Βασίλειο.

(4)  Άρθρο 18 του κανονισμού (EΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 του Συμβουλίου.

(5)  Η συμβουλευτική επιτροπή των ιδίων πόρων (ΣΕΙΠ), που συγκροτήθηκε δυνάμει του άρθρου 20 του κανονισμού (EΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000, αποτελείται από αντιπροσώπους των κρατών μελών και της Επιτροπής, και συνιστά τη δίοδο σύνδεσης μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών για θέματα ιδίων πόρων. Εξετάζει θέματα σχετικά με την υλοποίηση του συστήματος ιδίων πόρων, καθώς και τις εκτιμήσεις των ιδίων πόρων.

(6)  Η πλέον πρόσφατη είναι το έγγραφο COM(2003) 345 τελικό: τέταρτη έκθεση της Επιτροπής επί της λειτουργίας του συστήματος ελέγχου των παραδοσιακών ιδίων πόρων (2000-2002).

(7)  Άρθρο 4 παράγραφοι 13 και 14 και άρθρο 37 του κανονισμού (EΟΚ) αριθ. 2913/92, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302 της 19.10.1992, σ. 1).

(8)  Εσθονία, Ελλάδα, Λετονία, Λιθουανία, Πολωνία, Σλοβενία, Σλοβακία και Φινλανδία.

(9)  Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι τα περισσότερα αγαθά δεν εκτελωνίζονται στα σύνορα αλλά σε τελωνεία της ενδοχώρας κατόπιν διαμετακομιστικής κίνησης.

(10)  Βλέπε ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή: «Ένα απλό περιβάλλον χωρίς χαρτί για τα τελωνεία και τις εμπορικές επιχειρήσεις», COM(2003) 452 τελικό της 24.7.2003.

(11)  Βλέπε ετήσια έκθεση για το 2003, σημείο 3.9.

(12)  Γερμανία, Εσθονία, Ισπανία, Γαλλία, Λετονία, Λιθουανία, Ουγγαρία, Κάτω Χώρες, Πολωνία, Σλοβακία, Φινλανδία, Ηνωμένο Βασίλειο.

(13)  Το επίσημο πρότυπο για γραπτές διασαφήσεις στα τελωνεία με την κανονική διαδικασία, όταν τα εμπορεύματα πρόκειται να υπαχθούν σε τελωνειακή διαδικασία ή όταν πρόκειται να επανεξαχθούν σύμφωνα με το άρθρο 182 παράγραφος 3 του κώδικα, το ενιαίο διοικητικό έγγραφο [κανονισμός (EΟΚ) αριθ. 2454/93, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (EΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253 της 11.10.1993, σ. 1)].

(14)  Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή: «Ένα απλό περιβάλλον χωρίς χαρτί για τα τελωνεία και τις εμπορικές επιχειρήσεις».

(15)  Ειδική έκθεση αριθ. 13/98 σχετικά με τη χρήση τεχνικών ανάλυσης κινδύνου κατά τους τελωνειακούς ελέγχους και τον εκτελωνισμό των εμπορευμάτων.

(16)  Κανονισμός (EΚ) αριθ. 648/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Απριλίου 2005, για τροποποίηση του κανονισμού (EΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 117 της 4.5.2005, σ. 13).

(17)  Τα ακόλουθα ποσά που αναγράφονται είναι ακαθάριστα πριν από τις κρατήσεις:

Image

(18)  Για την προέλευση των εν λόγω εγγραφών βλέπε ειδική έκθεση αριθ. 4/98 του Συνεδρίου σχετικά με την εισαγωγή στην Κοινότητα, με μειωμένο συντελεστή εισφοράς, και με τη διάθεση γαλακτοκομικών προϊόντων Νέας Ζηλανδίας και τυριού Ελβετίας. Οι ακυρώσεις προκύπτουν από τη διαφορά στην εν λόγω υπόθεση και ελήφθησαν ήδη υπόψη στις αποσβέσεις που έγιναν τα προηγούμενα έτη. Το ανακτηθέν ποσό (11,6 εκατομμύρια GBP) τέθηκε στη διάθεση της Επιτροπής κατά τον γνωστό τρόπο.

(19)  Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2028/2004 του Συμβουλίου, της 16ης Νοεμβρίου 2004, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 σχετικά με την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 352 της 27.11.2004, σ. 1).

(20)  Επιπλέον, επτά κράτη μέλη διαθέτουν μόνο μικρά ποσά που εμφανίζονται στη λογιστική Β (συνολικά κατώτερα του 0,1 % του συνολικού ισοζυγίου B) δεδομένου ότι ολόκληρα τα ποσά ήταν ανακτήσιμα.

(21)  Βλέπε ετήσια έκθεση 2003, σημείο 3.40.

(22)  Κανονισμός (EΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1260/2001 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 2001 για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 178 της 30.6.2001, σ. 1).

(23)  Απόφαση 2000/597/EΚ του Συμβουλίου άρθρο 2 παράγραφος 3.

(24)  Κανονισμός (EΚ) αριθ. 314/2002 της 20ής Φεβρουαρίου 2002, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής του καθεστώτος των ποσοστώσεων στον τομέα της ζάχαρης (ΕΕ L 50 της 21.2.2002, σ. 40).

(25)  COMEXT είναι ο τίτλος της βάσης δεδομένων αναφοράς της Eurostat η οποία περιέχει στατιστικές εξωτερικού εμπορίου.

(26)  Σημείο 61.

(27)  Σημείο 5.19.

(28)  Ευρωπαϊκό σύστημα οικονομικών λογαριασμών 1995 [παράρτημα A του κανονισμού (EΚ) αριθ. 2223/96 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 1996, περί του ευρωπαϊκού συστήματος εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Κοινότητας (ΕΕ L 310 της 30.11.1996, σ. 1)]. Χρησιμοποιείται για την κατάρτιση εθνικών λογαριασμών για την Κοινότητα συμπεριλαμβανομένων των ιδίων πόρων ΑΕΕ [κανονισμός (EΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1287/2003 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2003, για την εναρμόνιση του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος σε τιμές αγοράς (κανονισμός ΑΕΕ) (ΕΕ L 181 της 19.7.2003, σ. 1)].

(29)  Η κατάσταση ΦΠΑ είναι έγγραφο που καταρτίζουν τα κράτη μέλη το οποίο περιέχει τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό της βάσης ΦΠΑ. Η βάση ΦΠΑ αποτελεί τη βάση για τον υπολογισμό του ιδίου πόρου ΦΠΑ και απαιτείται για τον έλεγχο της Επιτροπής [άρθρα 7 και 11 του κανονισμού (EΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989, για το ομοιόμορφο οριστικό καθεστώς είσπραξης των ιδίων πόρων που προέρχονται από το φόρο επί της προστιθέμενης αξίας (ΕΕ L 155 της 7.6.1989, σ. 9)].

(30)  Δέκα από τις 28 αυτές επιφυλάξεις σχετίζονται με την κατάτμηση των υπαρχουσών επιφυλάξεων.

(31)  Οι επιφυλάξεις είναι ένα σημαντικό μέσο που χρησιμοποιεί η Επιτροπή για να εξασφαλίσει ότι οι διορθώσεις στις καταστάσεις ΦΠΑ των κρατών μελών μπορούν να γίνουν πέραν του χρονικού ορίου των τεσσάρων ετών για το οποίο γίνεται μνεία στην κοινοτική νομοθεσία.

(32)  Κατά μέσο όρο κάθε δύο έτη.

(33)  Γερμανία, Ιταλία, Κάτω Χώρες, Φινλανδία, και Σουηδία.

(34)  Βλέπε άρθρα 3 και 4 του κανονισμού (ΕΟΚ, Συρατόμ) αριθ. 1553/89 του Συμβουλίου.

(35)  Για παράδειγμα, «The small firms adjustment» [Η ρύθμιση που αφορά τις μικρές επιχειρήσεις] για τη Γερμανία, που εφαρμόστηκε κατά τα έτη 1991 έως 2001, η οποία διατυπώθηκε κατά τη διάρκεια των ελέγχων του 1995, στη συνέχεια παρατάθηκε και άρθηκε το 2004 (εκτός από την επιφύλαξη που σχετίζεται με το 2000) και την επιφύλαξη «Car compensation» που αφορά την Αυστρία, η οποία εφαρμόστηκε το 1999, όσον αφορά τις καταστάσεις ΦΠΑ της περιόδου 1995-2001.

(36)  Στην Ιταλία, οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για να υπολογιστεί η απαιτούμενη ανάλυση της τελικής κατανάλωσης των νοικοκυριών και της δαπάνης για τις ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου (ΑΕΠΚ) δεν ήταν απόλυτα αξιόπιστες.

(37)  Έγγραφο βασιζόμενο σε κοινό πρότυπο με το οποίο οι εθνικές στατιστικές υπηρεσίες κοινοποιούν τα στοιχεία του ΑΕΕ στη Eurostat κάθε χρόνο.

(38)  Βλέπε πρακτικά της 2ας επιτροπής ΑΕΕ στις 25 και 26 Μαρτίου 2004 στην οποία η επιτροπή δέχτηκε την προτεινόμενη δομή του ερωτηματολογίου και την έκθεση ποιότητας.

(39)  Οι κατάλογοι ΑΕΕ για τα 10 νέα κράτη μέλη πρόκειται να συνταχθούν το 2006.

(40)  Το ερωτηματολόγιο GIAQ είναι ένα υπόδειγμα ερωτηματολογίου που χρησιμοποιείται από τη Eurostat για τον έλεγχο των καταλόγων ΑΕΕ· το ερωτηματολόγιο GIAQ περιέχει 277 ερωτήσεις και καλύπτει ένα ευρύ θεματικό πεδίο.

(41)  Οι οποίες υπολογίζονται από την Eurostat βάσει υφιστάμενων μελετών σε 1 με 2 % του ΑΕΕ.

(42)  Βέλγιο, Δανία, Γαλλία, Ιρλανδία, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες, Σουηδία και Ηνωμένο Βασίλειο.

(43)  Κανονισμός (EΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1287/2003 του Συμβουλίου, και ιδίως τα άρθρα 2, 3 και 5.

(44)  Γερμανία, Ελλάδα, Ισπανία, Γαλλία, Ουγγαρία, Πολωνία και Ηνωμένο Βασίλειο.

(45)  Το εν λόγω στοιχείο εφαρμόζεται πλήρως στο Ηνωμένο Βασίλειο.

(46)  Το εν λόγω στοιχείο εφαρμόζεται πλήρως στη Γερμανία, Πολωνία και Ηνωμένο Βασίλειο.

(47)  Λαμβάνει χώρα μόνο στη Γαλλία και στο Ηνωμένο Βασίλειο.

(48)  Βλέπε ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2002, σημείο 3.38.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Κοινή γεωργική πολιτική

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Εισαγωγή

Ειδική εκτίμηση στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας

Εμβέλεια του ελέγχου

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου

ΟΣΔΕ

Έλεγχοι μετά την πληρωμή στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89 — Καθυστερήσεις και ανεπαρκής ενημέρωση σχετικά με τα αποτελέσματα των διενεργούμενων ελέγχων

Φυσικοί έλεγχοι των επιδοτούμενων εξαγωγών γεωργικών προϊόντων — Άγνωστη η αξία των πράξεων που εξετάσθηκαν και των παρατυπιών

Εκκαθάριση των λογαριασμών

Το δείγμα των πράξεων που επέλεξε το Συνέδριο

Ετήσια έκθεση δραστηριότητας του γενικού διευθυντή Γεωργίας για το 2004

Ορισμένες βελτιώσεις σε σχέση με το παρελθόν έτος

Πρότυπα εσωτερικού ελέγχου — Ορισμένα πρότυπα δεν εφαρμόζονται πλήρως

Εκτίμηση των τομέων δαπανών της ΚΓΠ από το Συνέδριο

Καθεστώτα ενίσχυσης βάσει έκτασης

Καθεστώτα πριμοδοτήσεων ζώων

Επιδοτήσεις που καταβάλλονται βάσει της παραχθείσας ποσότητας

Αγροτική ανάπτυξη

Λοιπές δαπάνες

Συμπέρασμα και συστάσεις

Γενικό συμπέρασμα

Έλεγχοι μετά την πληρωμή

Εκκαθάριση των λογαριασμών

Ετήσια έκθεση δραστηριότητας του γενικού διευθυντή Γεωργίας

Συστάσεις

Νέα κράτη μέλη: προσαρμογή

Έγκριση των οργανισμών πληρωμών του ΕΓΤΠΕ στα νέα κράτη μέλη

SAPARD — Ικανοποιητική εποπτεία αλλά ορισμένες αδυναμίες στην αξιολόγηση των αιτήσεων

Παρακολούθηση προγενέστερων παρατηρήσεων

ΚΟΑ στον τομέα της μπανάνας

Προχρηματοδότηση των επιστροφών κατά την εξαγωγή

Άμυλο γεωμήλων και άμυλα σιτηρών

Κυριότερες παρατηρήσεις των ειδικών εκθέσεων

Μέτρα για τα δάση στο πλαίσιο της πολιτικής αγροτικής ανάπτυξης

Γεωργοπεριβαλλοντικό μέτρο

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

4.1.

Το 2004 οι δαπάνες για την κοινή γεωργική πολιτική (ΚΓΠ), ήτοι για το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ-τμήμα Εγγυήσεων), ανήλθαν συνολικά σε 43 579 εκατομμύρια ευρώ (2003: 44 379 εκατομμύρια ευρώ). Οι παραστάσεις 4.1 και 4.2 παρουσιάζουν τον τρόπο με τον οποίο δαπανήθηκαν οι πόροι. Η παράσταση 4.1 παρουσιάζει την ανάλυση των δαπανών κατά οικονομική κατηγορία (άμεσες πληρωμές, επιστροφές κατά την εξαγωγή κ.λπ.), ενώ η παράσταση 4.2 την κατανομή τους κατά κύριο γεωργικό τομέα (βόειο κρέας, ελαιόλαδο κ.λπ.).

 

4.2.

Οι πληρωμές προς τους αγρότες, βάσει της έκτασης που καλλιεργούν ή του αριθμού των ζώων που διατηρούν στις εκμεταλλεύσεις τους, αντιστοιχούν στο σημαντικότερο τμήμα (59 %) των δαπανών της ΚΓΠ. Οι πληρωμές αυτές έχουν ως πρωταρχικό στόχο να αποζημιώσουν τους γεωργούς για τις μειώσεις στις τιμές της ΚΓΠ.

 

4.3.

Ουσιαστικά, το σύνολο των δαπανών της ΚΓΠ πραγματοποιείται από τους οργανισμούς πληρωμών των κρατών μελών. Η διαδικασία καταβολής των πληρωμών στους γεωργούς είναι η ακόλουθη:

α)

οι αγρότες υποβάλλουν αιτήσεις στους οργανισμούς πληρωμών κατά το έτος που προηγείται του έτους για το οποίο οφείλεται η πληρωμή, βάσει των καλλιεργούμενων εκτάσεων, του αριθμού των επιλέξιμων ζώων που κατείχαν κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου εκτροφής κ.λπ.·

β)

οι οργανισμοί πληρωμών υποβάλλουν όλες τις αιτήσεις σε διοικητικούς ελέγχους και ένα δείγμα αυτών σε επιτόπιους ελέγχους, κυρίως μέσω του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου (ΟΣΔΕ)·

γ)

κάθε οργανισμός πληρωμών καταβάλλει την ενίσχυση στους αιτούντες και δηλώνει τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες στην Επιτροπή, η οποία αποδίδει τα σχετικά ποσά στον οργανισμό πληρωμών·

δ)

οι λογαριασμοί και οι πληρωμές του οργανισμού πληρωμών ελέγχονται από ανεξάρτητο ελεγκτή (οργανισμό πιστοποίησης), ο οποίος καταρτίζει έκθεση προς την Επιτροπή το Φεβρουάριο του έτους που έπεται του σχετικού οικονομικού έτους·

ε)

στις 30 Απριλίου του έτους αυτού, η Επιτροπή πρέπει να λάβει απόφαση (δημοσιονομική εκκαθάριση), με την οποία είτε αποδέχεται τους εν λόγω λογαριασμούς και τις εκθέσεις ελέγχου είτε ζητά πρόσθετες εργασίες ή πληροφορίες (1)·

στ)

η Επιτροπή μπορεί τότε να εξετάσει η ίδια τις πληρωμές που πραγματοποίησαν οι οργανισμοί πληρωμών. Εάν αυτές είναι παράτυπες ή εάν οι οικονομικοί έλεγχοι παρουσιάζουν αδυναμίες, μπορεί να αποφασίσει ότι ορισμένες δαπάνες πρέπει να βαρύνουν τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και να μην καταλογιστούν στον προϋπολογισμό της ΕΕ (στην κοινοτική διάλεκτο, η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση συμφωνίας, με την οποία «αποκλείει» τις δαπάνες αυτές από τη χρηματοδότηση στο πλαίσιο της «εκκαθάρισης των λογαριασμών») ήτοι, μειώνει αναλόγως τις πληρωμές προς τον οργανισμό πληρωμών (βλέπε σημείο 4.22).

 

Image

Image

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ

Εμβέλεια του ελέγχου

4.4.

Στόχος του ελέγχου ήταν να συμβάλει στη δήλωση αξιοπιστίας στην οποία προβαίνει το Συνέδριο σχετικά με το γενικό προϋπολογισμό, μέσω ειδικής εκτίμησης για τον τομέα της γεωργίας, προκειμένου να αποκομίσει βεβαιότητα σχετικά με τη λειτουργία των συστημάτων ελέγχου καθώς και σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων. Για το σκοπό αυτό, το Συνέδριο:

α)

αξιολόγησε τη λειτουργία του ΟΣΔΕ (του συστήματος εποπτείας για τις ενισχύσεις βάσει έκτασης και τις πριμοδοτήσεις ζώων) καθώς και τους ελέγχους μετά την πληρωμή και τους φυσικούς ελέγχους των επιδοτούμενων εξαγωγών στο γεωργικό τομέα (τα κυριότερα συστήματα εποπτείας για τα άλλα είδη γεωργικών δαπανών) (βλέπε σημεία 4.6 έως 4.14)·

β)

εξέτασε την απόφαση δημοσιονομικής εκκαθάρισης της Επιτροπής για τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν το 2004 καθώς και τις αποφάσεις συμφωνίας που ελήφθησαν το 2004 και αφορούσαν πληρωμές προς δικαιούχους που πραγματοποιήθηκαν σε προηγούμενα έτη (βλέπε σημεία 4.15 έως 4.25)·

γ)

υπέβαλε σε άμεσο έλεγχο δείγμα πράξεων (βλέπε σημείο 4.26)·

δ)

εξέτασε την έκθεση δραστηριότητας και τη δήλωση του γενικού διευθυντή Γεωργίας και έλεγξε την εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου στην Επιτροπή (βλέπε σημεία 4.27 έως 4.34).

 

4.5.

Στα σημεία 4.35 έως 4.54 παρουσιάζεται η εκτίμηση του Συνεδρίου σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών στο πλαίσιο της ΚΓΠ, βάσει των προαναφερθεισών πηγών αποδεικτικών στοιχείων. Οι παρατηρήσεις σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών παρουσιάζονται στο κεφάλαιο 1 σημεία 1.12, 1.13, 1.15 και 1.16.

 

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου

ΟΣΔΕ

4.6.

Το ολοκληρωμένο σύστημα διαχείρισης και ελέγχου (ΟΣΔΕ) αποτελεί το βασικό μέσο διαχείρισης και ελέγχου για τα καθεστώτα των ενισχύσεων βάσει έκτασης και της πριμοδότησης ζώων και καλύπτει το 59 % των γεωργικών δαπανών. Το ΟΣΔΕ περιλαμβάνει μια ηλεκτρονική βάση δεδομένων για τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις και τις αιτήσεις ενισχύσεων, σύστημα ταυτοποίησης των αγροτεμαχίων και σύστημα αναγνώρισης/ταυτοποίησης και καταγραφής των ζώων, καθώς και ένα συντονισμένο σύνολο διοικητικών ελέγχων και επιτόπιων επιθεωρήσεων. Οι αιτήσεις που υποβάλλονται στο πλαίσιο ορισμένων άλλων κοινοτικών καθεστώτων ενίσχυσης πρέπει να είναι συμβατές με το εν λόγω σύστημα.

 

4.7.

Το 2004, το Συνέδριο συνέχισε τον έλεγχο του τρόπου λειτουργίας του ΟΣΔΕ σε πέντε ακόμη οργανισμούς πληρωμών σε τέσσερα κράτη μέλη (4) και την παρακολούθηση προηγούμενων διαπιστώσεων στην Πορτογαλία, μετά τη συγχώνευση δύο οργανισμών πληρωμών. Οι έλεγχοι του ΟΣΔΕ στους πέντε οργανισμούς πληρωμών στους οποίους πραγματοποιήθηκε επίσκεψη, με εξαίρεση την Ελλάδα, είναι γενικά λειτουργικοί και ικανοποιητικοί (βλέπε παράρτημα 2 )· η λειτουργία του ΟΣΔΕ μπορεί να συγκριθεί με τη λειτουργία των οργανισμών πληρωμών που είχαν υποβληθεί σε έλεγχο κατά τα προηγούμενα έτη, μολονότι υπάρχει ακόμη περιθώριο βελτίωσης των αναλύσεων κινδύνου, των διοικητικών ελέγχων και των επιτόπιων επιθεωρήσεων.

4.7.

Μολονότι η Επιτροπή θεωρεί ότι ορισμένα από τα συμπεράσματα του Συνεδρίου στο παράρτημα 2 είναι υπερβολικά αυστηρά, τα αποτελέσματα του ελέγχου που διεξήγαγε η ίδια συνάδουν εν γένει με αυτά του Συνεδρίου, ενώ το 2005 επέρχονται περαιτέρω βελτιώσεις με την υποχρεωτική εφαρμογή των Συστημάτων Γεωγραφικών Πληροφοριών από 1ης Ιανουαρίου.

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 118/2004 για την τροποποίηση της νομοθεσίας περί του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου (ΟΣΔΕ) με ισχύ από το 2004, θα βελτιώσει ακόμη περισσότερο την ήδη αρκετά ικανοποιητική κατάσταση.

4.8.

Περισσότερα από επτά χρόνια μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την πλήρη εφαρμογή του ΟΣΔΕ, στην Ελλάδα το σύστημα δεν μπορεί ακόμη να εξασφαλίσει την τήρηση της νομιμότητας και της κανονικότητας των πληρωμών των ενισχύσεων βάσει έκτασης και των πριμοδοτήσεων ζώων (5) [βλέπε επίσης σημείο 4.28 στοιχείο β) σχετικά με την επιφύλαξη που διατύπωσε η Επιτροπή για την εφαρμογή του ΟΣΔΕ στην Ελλάδα, καθώς και σημείο 4.44 σχετικά με τα αποτελέσματα του ελέγχου των πράξεων από το Συνέδριο]. Οι κυριότεροι λόγοι για τις ανεπάρκειες και τις ελλείψεις είναι οι ακόλουθοι:

α)

οι συνεταιριστικές οργανώσεις των παραγωγών ελέγχουν την καταχώριση όλων των δεδομένων στο ηλεκτρονικό σύστημα. Κανένα από τα στοιχεία που περιέχονται στο σύστημα δεν είναι ασφαλές και μπορεί να τροποποιηθεί από τις οργανώσεις οποτεδήποτε πριν από την πληρωμή, κάτι που συμβαίνει άλλωστε. Το ηλεκτρονικό σύστημα δεν καταγράφει πότε και γιατί γίνονται αλλαγές στα αρχικά δεδομένα. Για τις δαπάνες 2004, οι οργανώσεις τροποποίησαν τα δεδομένα για περισσότερα από 22 000 αγροτεμάχια περισσότερο από πέντε μήνες μετά την παρέλευση της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων. Από τη σχετική ανάλυση υπολογίζεται ότι αυτές οι παράτυπες αλλαγές έχουν οικονομικό αντίκτυπο τουλάχιστον 10 εκατομμυρίων ευρώ, ο οποίος για ολόκληρη την περίοδο που καλύπτουν οι αιτήσεις θα μπορούσε να είναι σημαντικά υψηλότερος·

β)

η ποιότητα των επιτόπιων επιθεωρήσεων είναι χαμηλή. Οι σχετικές διαπιστώσεις τεκμηριώνονται ελάχιστα ή και καθόλου και οι εκθέσεις σχετικά με τα αποτελέσματα δεν είναι αξιόπιστες. Η επανάληψη των επιθεωρήσεων από τον οργανισμό πληρωμών με στόχο τη διασφάλιση της ποιότητας δεν κατέστησε δυνατή την επιβεβαίωση των αποτελεσμάτων για περισσότερο από το ένα τρίτο των αρχικών επιθεωρήσεων. Μερικές εκθέσεις δεν φαίνεται να βασίζονται σε πραγματικές επιθεωρήσεις (6).

4.8.

Σχετικά με την κατάσταση του ΟΣΔΕ στην Ελλάδα, η Επιτροπή προβαίνει τακτικά σε σημαντικές οικονομικές διορθώσεις (384 εκατ. ευρώ από το 1999 έως το 2004). Επιπλέον, το 2002, η Επιτροπή κίνησε διαδικασία παράβασης κατά της Ελλάδας. Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εξέδωσε απόφαση σε βάρος της Ελλάδας το 2004.

Εκτός αυτού, μετά την επιφύλαξη που εξέφρασε ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ Γεωργίας στην ετήσια δήλωσή του, το 2003 και το 2004 τέθηκε σε εφαρμογή ένα ειδικό πρόγραμμα δράσης που περιελάμβανε ένα ενισχυμένο πρόγραμμα ελέγχων και άλλα εποπτικά μέτρα. Το 2004, πραγματοποιήθηκαν εννέα αποστολές στην Ελλάδα για το ΟΣΔΕ και συναφή μέτρα. Οι εν λόγω ενέργειες της Επιτροπής και η σύσταση του νέου Οργανισμού Πληρωμών στην Ελλάδα (ΟΠΕΚΕΠΕ) είχαν ως συνέπεια να σημειωθεί αρκετή πρόοδος με αποτέλεσμα στα τέλη του 2004 (οικονομικό έτος 2005) να έχουν δημιουργηθεί τα επιμέρους στοιχεία του ΟΣΔΕ. Ωστόσο, η Επιτροπή θα συνεχίσει να διαπιστώνει και να αξιολογεί τις υπάρχουσες ελλείψεις στη λειτουργία του ΟΣΔΕ στην Ελλάδα και να εφαρμόζει τις κατάλληλες οικονομικές διορθώσεις.

Όσον αφορά τις αδυναμίες που ανέφερε το Συνέδριο, η Επιτροπή επέκρινε επανειλημμένα το ρόλο των γεωργικών οργανώσεων στη διαδικασία υποβολής αιτήσεων και την υποτονική εποπτεία. Η Επιτροπή ζήτησε επίσημα από τις ελληνικές αρχές με επιστολή, τον Ιούνιο του 2004, να θέσουν σε εφαρμογή μια νέα διαδικασία υποβολής αιτήσεων μειώνοντας την εξάρτηση από τις γεωργικές οργανώσεις. Το θέμα αυτό όπως και οι ανεπάρκειες των επιτόπιων επιθεωρήσεων που ήδη εντόπισε η Επιτροπή θα αντιμετωπισθεί στο πλαίσιο των ερευνών που διεξάγονται όσον αφορά την εκκαθάριση λογαριασμών.

Έλεγχοι μετά την πληρωμή στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89 (7) — Καθυστερήσεις και ανεπαρκής ενημέρωση σχετικά με τα αποτελέσματα των διενεργούμενων ελέγχων

4.9.

Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εφαρμόζουν ετήσια προγράμματα ελέγχων μετά την πληρωμή σε εμπορικά έγγραφα για μια σειρά επιδοτήσεων της ΚΓΠ, συμπεριλαμβανομένων των επιστροφών κατά την εξαγωγή, των επιδοτήσεων επεξεργασίας και μεταποίησης, της επεξεργασίας του βαμβακιού, του ελαιολάδου και του καπνού και ορισμένων δαπανών αγροτικής ανάπτυξης, οι οποίες αντιστοιχούν συνολικά στο 37 % περίπου των γεωργικών δαπανών. Τα κράτη μέλη πρέπει να εξακριβώνουν εάν οι συναλλαγές πραγματοποιήθηκαν και εκτελέστηκαν σωστά· επίσης πρέπει να λάβουν μέτρα για την ανάκτηση ποσών που χάθηκαν ως αποτέλεσμα παρατυπίας ή αμέλειας.

 

4.10.

Η Επιτροπή αναλύει τα έγγραφα που της υποβάλλουν κάθε χρόνο τα κράτη μέλη και μπορεί να επισκεφθεί ορισμένα, προκειμένου να ελέγξει επιτόπου την εφαρμογή του κανονισμού. Το Συνέδριο εξέτασε την παρακολούθηση, εκ μέρους της Επιτροπής, των ελέγχων που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89 και διαπίστωσε ότι:

4.10.

 

α)

η ανάλυση των εκθέσεων που υποβάλλουν τα κράτη μέλη έχει περιορισμένη αξία, δεδομένου ότι ο ισχύων κανονισμός δεν απαιτεί από τα συντονιστικά όργανα να παρουσιάζουν στατιστικά στοιχεία σε μορφή η οποία να επιτρέπει λογικές αναλύσεις (για παράδειγμα, αναφορά του ποσοστού σφάλματος για τις διάφορες κατηγορίες δαπανών)·

α)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι εκθέσεις που υποβάλλουν τα κράτη μέλη παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες. Ωστόσο δέχεται ότι η παροχή πληροφόρησης βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89 μπορεί να βελτιωθεί. Προς το σκοπό αυτόν θα υποβάλει πρόταση τροποποίησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 4/2004 της Επιτροπής.

Συγκεκριμένα, θα καθιερωθεί η χρήση πινάκων για την κοινοποίηση των πορισμάτων ούτως ώστε να μπορεί να εντοπισθεί και να αναλυθεί ο αριθμός, η αξία και η φύση τους. Επιπλέον, προβλέπονται νέοι τρόποι εντοπισμού και αναφοράς των καθυστερημένων υποθέσεων ούτως ώστε οι έρευνες που δεν ολοκληρώνονται κατά την περίοδο αναφοράς να μπορούν να παρακολουθούνται στις εκθέσεις των επόμενων περιόδων αναφοράς.

β)

το 2003, το Συνέδριο εξέτασε τη διενέργεια ελέγχων μετά την πληρωμή σε ένδεκα κράτη μέλη και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι λιγότερο από ένας στους τρεις ήταν πλήρως ικανοποιητικός (8). Σε συνέχεια αυτού, η Επιτροπή επισκέφθηκε τρία κράτη μέλη το 2004, η πρώτη επίσκεψη από τον Ιανουάριο του 2001 που είχε ως αντικείμενο την πλήρη εξέταση των ελέγχων μετά την πληρωμή. Επιπλέον, η Επιτροπή καλύπτει τακτικά συγκεκριμένες πτυχές των ελέγχων μετά την πληρωμή στο πλαίσιο του ελέγχου της που αφορά την εκκαθάριση των λογαριασμών στον τομέα των επιστροφών κατά την εξαγωγή (οι οποίες αντιστοιχούν σχεδόν στο 25 % των δαπανών που πρέπει να καλύπτουν αυτοί οι έλεγχοι)·

β)

Μετά την έκδοση της Ετήσιας Έκθεσης του Συνεδρίου για το 2003 στην οποία γινόταν μια ανάλογη παρατήρηση, η Επιτροπή έλαβε περαιτέρω μέτρα για τη βελτίωση της κατάστασης. Ακόμη και αν ορισμένοι από τους ελέγχους αυτούς δεν θεωρούνταν εντελώς ικανοποιητικοί, η Επιτροπή θεωρεί ότι εξαιτίας της πολυπλοκότητας των ελέγχων μετά την πληρωμή, συχνά υπάρχει περιθώριο βελτίωσης χωρίς να τίθεται υπό αμφισβήτηση η αξία των διεξαχθέντων ελέγχων.

Το 2004, η ΓΔ Γεωργίας πραγματοποίησε τρεις αποστολές (σε Βέλγιο, Ελλάδα και Πορτογαλία) προκειμένου να ελέγξει τις γενικές πτυχές της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89, ήτοι την ετήσια έκθεση, την ανάλυση κινδύνου και το πρόγραμμα ελέγχου. Το 2005, πραγματοποιούνται άλλες έξι αποστολές κατά τις οποίες θα δοθεί συνέχεια σε συγκεκριμένα πορίσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Επιπλέον, η Επιτροπή έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στους ελέγχους που πραγματοποιούνται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89 στο πλαίσιο των ελέγχων συμμόρφωσης το 2005.

γ)

οι καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση των ετήσιων προγραμμάτων ελέγχων μετά την πληρωμή των κρατών μελών, τις οποίες το Συνέδριο επισήμαινε στην ετήσια έκθεσή του για το 2003 (9), εξακολουθούν να υπάρχουν. Στο τέλος του 2004, σχεδόν το 40 % των προγραμματισμένων ελέγχων δεν είχε ολοκληρωθεί σύμφωνα με τις ετήσιες εκθέσεις των κρατών μελών.

γ)

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι υπήρξαν καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση των ελέγχων μετά την πραγματοποίηση των πληρωμών σε ορισμένα κράτη μέλη. Ωστόσο, ο αριθμός των ελέγχων που προγραμματίζουν τα περισσότερα κράτη μέλη υπερβαίνει κατά πολύ τον ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό. Στη βάση αυτή οι ελλείψεις αντιστοιχούν σε λιγότερο από 40 %.

Ορισμένοι έλεγχοι δεν ολοκληρώνονται εντός της περιόδου ελέγχου αλλά πρέπει να συνεχισθούν και να ολοκληρωθούν κατά την επόμενη περίοδο ελέγχου. Η Επιτροπή εξετάζει τους λόγους για τους οποίους δεν ολοκληρώθηκαν εγκαίρως τα προγράμματα ελέγχου σε ορισμένα κράτη μέλη και, κατά περίπτωση, θα ζητήσει διευκρινίσεις από αυτά.

Η παράσταση 4.3 παρουσιάζει τον αριθμό των ελέγχων που διενεργήθηκαν και εκείνον των παρατυπιών που διαπιστώθηκαν για τις έξι τελευταίες περιόδους αναφοράς, όπως υποβλήθηκαν από τα κράτη μέλη. Δεδομένου ότι τα στοιχεία δεν παρέχουν τη δυνατότητα ανάλυσης κατά ποσό ή κατά είδος δαπάνης, δεν είναι δυνατό να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με το μέγεθος και τα αίτια των διαφοροποιήσεων στην αναφερόμενη συχνότητα των παρατυπιών.

Διάγραμμα 4.3 Τα κράτη μέλη αναφέρουν τη συνολική αξία των παρατυπιών που διαπιστώθηκαν με τους ελέγχους του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89. Στο πρόγραμμα ελέγχων της περιόδου 2001/02 η αξία τους ανήλθε σε 23,4 εκατ. ευρώ.

Image

Φυσικοί έλεγχοι των επιδοτούμενων εξαγωγών γεωργικών προϊόντων (10) — Άγνωστη η αξία των πράξεων που εξετάσθηκαν και των παρατυπιών

4.11.

Οι επιστροφές κατά την εξαγωγή που καταβάλλονται στους εξαγωγείς γεωργικών προϊόντων της ΕΕ καλύπτουν τη διαφορά μεταξύ της τιμής εντός της ΕΕ και εκείνης που ισχύει στην παγκόσμια αγορά και επιτρέπουν τη διάθεση των πλεονασμάτων της κοινοτικής παραγωγής στις παγκόσμιες αγορές. Το 2004, οι επιστροφές ανήλθαν περίπου σε 3,6 δισεκατομμύρια ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 7,5 % των δαπανών της ΚΓΠ (έναντι 8,3 % το 2003). Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να υποβάλλουν σε φυσικούς ελέγχους το 5 % των εξαγωγών προκειμένου να εξασφαλίζουν ότι περιγράφονται σωστά και δικαιούνται την επιστροφή κατά την εξαγωγή που ζητείται. Η Επιτροπή παρακολουθεί την ποιότητα και τον αριθμό των ελέγχων που διενεργούν τα κράτη μέλη.

 

4.12.

Το 2004, η Επιτροπή πραγματοποίησε επίσκεψη σε επτά κράτη μέλη, προκειμένου να αξιολογήσει τη διενέργεια των φυσικών ελέγχων. Από τις κυριότερες αρχικές διαπιστώσεις ελέγχου της Επιτροπής προκύπτουν αδυναμίες που αφορούν:

α)

την ποιότητα και/ή τη συχνότητα·

β)

τις διαδικασίες για την επιλογή των παρτίδων·

γ)

την προηγούμενη ειδοποίηση·

δ)

τις στατιστικές.

Οι ανωτέρω αδυναμίες, των οποίων η σοβαρότητα ποικίλλει, δεν διαπιστώθηκαν σε όλα τα κράτη μέλη στα οποία πραγματοποιήθηκε επίσκεψη.

4.12.

Όπως αναφέρει το Συνέδριο πρόκειται για προκαταρκτικές παρατηρήσεις και η Επιτροπή μπορεί να λάβει τελική θέση μόνον αφού τα κράτη μέλη ασκήσουν το δικαίωμά τους να απαντήσουν.

4.13.

Η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να παράσχει πληροφορίες σχετικά με την αξία των πράξεων που υποβλήθηκαν σε φυσικό έλεγχο καθώς και την αξία των παρατυπιών που εντοπίστηκαν. Το 2004 η Επιτροπή ενέκρινε κανονισμό ο οποίος επιβάλλει στα κράτη μέλη να αναφέρουν αυτό το στοιχείο, αρχής γενομένης από την έκθεση για το 2005. Στον πίνακα 4.1 παρουσιάζονται συνοπτικά οι αριθμοί των δηλώσεων που υποβλήθηκαν σε έλεγχο και των παρατυπιών που εντοπίστηκαν για την περίοδο 2001-2003.

4.13.

Η Επιτροπή ανταποκρίθηκε έγκαιρα στη σύσταση του Συνεδρίου που για πρώτη φορά είχε γίνει στην ετήσια έκθεση του Συνεδρίου το 2002, εκδίδοντας τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1454/2004 ο οποίος ορίζει ότι από το 2005 τα κράτη μέλη οφείλουν να κοινοποιούν την αξία των ελεγμένων συναλλαγών, καθώς και παρατυπίες που υπερβαίνουν τα 200 ευρώ.

Έως το 2005 οι πληροφορίες ως προς την αξία των παρατυπιών εξαρτώντο από την αξιοπιστία των κοινοποιούμενων στοιχείων για παρατυπίες βάσει του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 595/91, από τα κράτη μέλη στην OLAF και δεν περιελάμβαναν παρατυπίες αξίας μικρότερης των 4 000 ευρώ.

4.14.

Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της Επιτροπής για το 2004 περιέχει πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των διασαφήσεων εξαγωγής που υποβλήθηκαν, τον αριθμό που υπέβαλαν σε έλεγχο τα κράτη μέλη καθώς και τον αριθμό των παρατυπιών που διαπιστώθηκαν. Δεν υπάρχει αναφορά στα αποτελέσματα της αξιολόγησης, εκ μέρους της Επιτροπής, της διενέργειας των φυσικών ελέγχων των κρατών μελών, ούτε στο βαθμό της βεβαιότητας που μπορεί να αποκομισθεί από αυτούς.

4.14.

Η βεβαιότητα που αποκτήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 386/90 αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της συνολικής βεβαιότητας που αποκτήθηκε από τον Γενικό Διευθυντή όπως εξηγείται στην Ετήσια Έκθεση Δραστηριοτήτων (ΕΕΔ) (μέρος 4.2.2). Βλ. επίσης απάντηση στα σημεία 4.29-4.31.

Εκκαθάριση των λογαριασμών

Δημοσιονομική εκκαθάριση

4.15.

Το Συνέδριο εξέτασε:

α)

τις εκθέσεις των οργανισμών πιστοποίησης σχετικά με τους 25 οργανισμούς πληρωμών (βλέπε πίνακα 4.2 ), ορισμένες πράξεις των οποίων υποβλήθηκαν σε έλεγχο (βλέπε σημείο 4.26), καθώς και τις εκθέσεις όλων των οργανισμών πληρωμών των οποίων οι λογαριασμοί συνοδεύονταν από επιφυλάξεις·

β)

την απόφαση δημοσιονομικής εκκαθάρισης της Επιτροπής·

γ)

την εκκαθάριση των λογαριασμών εκ μέρους της Επιτροπής, η οποία είχε αναβληθεί από προηγούμενα έτη (11).

 

Πίνακας 4.1 — Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 386/90: Αριθμός φυσικών ελέγχων και ανωμαλιών που εντοπίστηκαν (12)

 

2003

2002

2001

Ανωμαλίες

Φυσικοί έλεγχοι

Ανωμαλίες

Φυσικοί έλεγχοι

Ανωμαλίες

Φυσικοί έλεγχοι

Ισπανία

23

4 786

59

6 816

12

7 965

Γερμανία

20

6 644

61

8 476

63

9 713

Γαλλία

8

3 459

19

3 642

12

4 290

Δανία

8

1 470

22

1 631

33

1 827

Ιρλανδία

6

872

3

724

6

707

Βέλγιο

2

2 776

2

2 891

3

3 440

Πορτογαλία

2

494

2

363

3

505

Κάτω Χώρες

1

7 229

0

8 192

0

7 857

Φινλανδία

1

668

0

689

0

742

Ιταλία

0

4 618

0

5 491

0

5 513

Ελλάδα

0

1 418

0

2 570

0

2 987

Ηνωμένο Βασίλειο

0

976

0

1 131

0

1 435

Aυστρία

0

835

0

1 016

0

1 066

Σουηδία

0

242

0

254

0

286

Λουξεμβούργο

0

0

0

0

0

4

Σύνολο

71

36 487

168

43 886

132

48 337

Πηγή:«Σύνοψη ετήσιων εκθέσεων των κρατών μελών για το έτος 2003» και «Σύνοψη ετήσιων εκθέσεων των κρατών μελών για το έτος 2002», της Επιτροπής, ΓΔ AGRI D03.

Πίνακας 4.2 — Οργανισμοί πληρωμών κατά δαπάνη που δηλώθηκε το 2004

Αριθ.

Κράτος μέλος

Οργανισμός πληρωμών

Ποσά που δηλώθηκαν σε εκατ. ευρώ

% του συνόλου

Λογαριασμοί για τους οποίους διατυπώθηκαν επιφυλάξεις

Αποκλεισθέντες λογαριασμοί (13)

1

Γαλλία

ONIC

4 413,80

10,19

 

 

2

Ιταλία

AGEA

3 835,46

8,86

×

×

3

Ηνωμένο Βασίλειο

RPA

2 854,11

6,59

 

 

4

Ελλάδα

ΟΠΕΚΕΠΕ

2 781,44

6,42

×

 

5

Γαλλία

OFIVAL

1 897,26

4,38

 

 

6

Ιρλανδία

DAF

1 820,73

4,20

 

 

7

Ισπανία

Andalucia

1 709,70

3,95

 

 

8

Δανία

EU-direktoratet

1 215,85

2,81

 

 

9

Αυστρία

AMA

1 101,64

2,54

 

 

10

Γερμανία

Bayern, Landwirtschaft

1 074,15

2,48

×

 

11

Γαλλία

ONIOL

1 000,20

2,31

 

 

12

Ισπανία

Castilla-Léon

940,67

2,17

 

 

13

Φινλανδία

MMM

869,36

2,01

 

 

14

Σουηδία

SJV

844,25

1,95

 

 

15

Ισπανία

Castilla-La Mancha

810,45

1,87

 

 

16

Γαλλία

CNASEA

802,45

1,85

×

 

17

Γαλλία

ONILAIT

530,51

1,23

 

 

18

Γερμανία

Nordrhein-Westfalen

475,58

1,10

×

 

19

Ισπανία

FEGA

467,09

1,08

 

 

20

Γερμανία

Baden-Württemberg

440,92

1,02

×

 

21

Γερμανία

Brandenburg

380,94

0,88

 

 

22

Κάτω Χώρες

LASER

362,23

0,84

 

 

23

Ηνωμένο Βασίλειο

NAWAD

278,70

0,64

 

 

24

Γαλλία

FIRS

273,94

0,63

 

 

25

Βέλγιο

ABKL (Vlaamse Gemeenschap)

220,88

0,51

 

 

ΟΠ που καλύπτονται από τη DAS για το 2004

Υποσύνολο (14)

31 402,32

72,51

 

 

26

Γερμανία

Niedersachsen

795,90

1,84

 

 

27

Πορτογαλία

INGA

754,26

1,74

×

 

28

Βέλγιο

BIRB

617,65

1,43

 

 

29

Ισπανία

Extremadura

616,27

1,42

 

 

30

Ηνωμένο Βασίλειο

SERAD

614,59

1,42

 

 

31

Ισπανία

Aragón

520,32

1,20

 

 

32

Κάτω Χώρες

PZ

448,82

1,04

 

 

33

Γερμανία

Hamburg-Jonas

439,64

1,02

 

 

34

Γερμανία

Mecklenburg-Vorpommern

407,74

0,94

 

 

35

Γερμανία

Sachsen-Anhalt

384,88

0,89

 

 

36

Ιταλία

Region Lombardie

359,66

0,83

 

 

37

Ιταλία

AVEPA (Veneto)

359,44

0,83

 

 

38

Ισπανία

Cataluña

349,54

0,81

×

 

39

Γερμανία

Schleswig-Holstein

341,16

0,79

 

 

40

Ιταλία

AGREA

323,79

0,75

 

 

41

Γερμανία

Sachsen

312,99

0,72

 

 

42

Κάτω Χώρες

HPA

297,38

0,69

 

 

43

Γαλλία

ONIFLHOR

282,90

0,65

×

 

44

Γερμανία

Thüringen

282,21

0,65

 

 

45

Ηνωμένο Βασίλειο

DARD

281,61

0,65

 

 

46

Γαλλία

ONIVINS

245,19

0,57

 

 

47

Βέλγιο

Région Wallonne

234,40

0,54

×

 

48

Γερμανία

Hessen

228,27

0,53

 

 

49

Γερμανία

BLE

222,59

0,51

 

 

50

Ιταλία

ARTEA (Toscana)

187,56

0,43

 

 

51

Γερμανία

Rheinland-Pfalz

187,44

0,43

 

 

52

Ιταλία

SAISA (ex DCCC)

185,47

0,43

 

 

53

Ισπανία

Canarias

164,13

0,38

 

 

54

Γαλλία

ODEADOM

143,58

0,33

×

 

55

Ισπανία

Galicia

139,30

0,32

 

 

56

Ισπανία

Valencia

138,36

0,32

 

 

57

Ισπανία

Navarra

116,35

0,27

×

 

58

Ιταλία

ENR

114,32

0,26

 

 

59

Ισπανία

Murcia

98,29

0,23

 

 

60

Πορτογαλία

IFADAP

69,97

0,16

×

 

61

Ισπανία

Asturias

62,84

0,15

 

 

62

Κάτω Χώρες

PT

58,23

0,13

 

 

63

Ισπανία

País Vasco

57,73

0,13

 

 

64

Ισπανία

Madrid

57,02

0,13

×

×

65

Κάτω Χώρες

DLG

56,18

0,13

 

 

66

Κάτω Χώρες

PVE

42,17

0,10

 

 

67

Ισπανία

La Rioja

41,24

0,10

 

 

68

Αυστρία

ZA Salsburg

40,19

0,09

 

 

69

Λουξεμβούργο

Ministère de l'Agriculture

37,80

0,09

×

×

70

Ισπανία

Cantabria

34,22

0,08

 

 

71

Ισπανία

Baleares

25,57

0,06

 

 

72

Γερμανία

Bayern, Umwelt

23,82

0,06

×

×

73

Γερμανία

Saarland

20,23

0,05

×

 

74

Ηνωμένο Βασίλειο

FC

17,30

0,04

 

 

75

Πολωνία

ARR

11,42

0,03

 

 

76

Γαλλία

OFIMER

9,23

0,02

 

 

77

Ιρλανδία

DMNR

9,20

0,02

 

 

78

Γερμανία

Hamburg

6,72

0,02

 

 

79

Ηνωμένο Βασίλειο

CCW

5,63

0,01

 

 

80

Γερμανία

Nordrhein-Westfalen LfEJ

4,99

0,01

 

 

81

Δημοκρατία της Τσεχίας

SAIF

4,94

0,01

×

 

82

Γερμανία

Bremen

2,49

0,01

 

 

83

Γαλλία

ACCT/SDE

1,87

0,00

×

×

84

Ισπανία

FROM

1,68

0,00

 

 

85

Σλοβακία

APA

1,48

0,00

 

 

86

Γερμανία

Berlin

1,40

0,00

 

 

87

Εσθονία

PRIA

0,55

0,00

 

 

88

Λιθουανία

NPA

0,53

0,00

 

 

89

Ουγγαρία

ARDA

0,51

0,00

×

 

90

Σλοβενία

AAMRD

0,07

0,00

 

 

91

Λετονία

RSS

0,03

0,00

 

 

 

 

Υποσύνολο

11 903,25

27,49

 

 

 

Συνολο

43 305,57

100,00

11 507,17

3 955,97

Σημ.: Συναλλαγματικές ισοτιμίες για τα κράτη μέλη εκτός ζώνης ευρώ: Τσεχική Δημοκρατία: 30,031· Δανία: 7,4502· Εσθονία: 15,6466· Ουγγαρία: 247,25· Λεττονία: 0,6960· Λιθουανία: 3,4528· Πολωνία: 4,0876· Σλοβακία: 38,75· Σλοβενία: 239,7· Σουηδία: 9,1687· Ηνωμένο Βασίλειο: 0,6867.

Πηγή: Συνοπτική έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών του τμήματος Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ για το 2004.

Έργο των οργανισμών πιστοποίησης

4.16.

Ένας οργανισμός πιστοποίησης πρέπει να είναι λειτουργικά ανεξάρτητος από τον οργανισμό πληρωμών (15). Η βεβαίωσή του πρέπει να βασίζεται στην εξέταση των διαδικασιών καθώς και ενός δείγματος συναλλαγών. Η εν λόγω βεβαίωση πρέπει να αναφέρει εάν οι λογαριασμοί είναι αληθείς, πλήρεις και ακριβείς και κατά πόσο οι διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου εφαρμόστηκαν ικανοποιητικά. Πρέπει να υποστηρίζεται από έκθεση σχετικά με τις διαπιστώσεις του οργανισμού. Οι εργασίες που αφορούν τη νομιμότητα και την κανονικότητα περιορίζονται στην εξασφάλιση ότι ο οργανισμός πληρωμών είναι σε θέση να αποδείξει ότι διαθέτει τις διοικητικές δομές που εγγυώνται ότι οι αιτήσεις υποβάλλονται σε έλεγχο συμμόρφωσης πριν πληρωθούν. Οι αιτήσεις που υποβάλλουν οι δικαιούχοι των κοινοτικών ενισχύσεων συνήθως δεν ελέγχονται επιτόπου από τον οργανισμό πιστοποίησης.

 

4.17.

Η Επιτροπή προσπαθεί να εξασφαλίζει ότι οι οργανισμοί πιστοποίησης ελέγχουν σωστά τις δαπάνες που διαχειρίζονται οι οργανισμοί πληρωμών. Εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές που απευθύνονται στους οργανισμούς πιστοποίησης (ιδίως σχετικά με τη δειγματοληψία των συναλλαγών) και εξετάζει τις εκθέσεις τους προκειμένου να διαπιστώσει εάν τηρήθηκαν οι οδηγίες της.

 

4.18.

Στη σύνοψη που συνοδεύει την απόφαση δημοσιονομικής εκκαθάρισης, η Επιτροπή αναφέρει ότι γενικά είναι ικανοποιημένη από την ποιότητα και το περιεχόμενο των εκθέσεων των οργανισμών πιστοποίησης, αλλά αναφέρει τους ακόλουθους τομείς στους οποίους οι οργανισμοί πιστοποίησης πρέπει να αποδώσουν μεγαλύτερη προσοχή: προκαταβολές και εγγυήσεις, οφειλές, παρακολούθηση των οικονομικών σφαλμάτων που εντοπίστηκαν στο πλαίσιο προηγούμενων ελέγχων πιστοποίησης, δειγματοληψία και αξιολόγηση των σφαλμάτων, έλεγχος των μέγιστων εγγυημένων ποσοτήτων και έλεγχος της αγροτικής ανάπτυξης. Το Συνέδριο προσυπογράφει αυτά τα συμπεράσματα.

 

Απόφαση δημοσιονομικής εκκαθάρισης για το 2004

4.19.

Η Επιτροπή έλαβε τη δημοσιονομική απόφασή της στις 13 Μαΐου 2005 (16). Για το οικονομικό έτος που έληξε στις 15 Οκτωβρίου 2004, 71 οργανισμοί πληρωμών, οι οποίοι διαχειρίζονται 32 δισεκατομμύρια ευρώ, έλαβαν ελεγκτική γνώμη χωρίς επιφύλαξη από τους σχετικούς οργανισμούς πιστοποίησης (βλέπε πίνακα 4.2 ). Οι υπόλοιποι 20 οργανισμοί έλαβαν είτε γνώμη με επιφύλαξη, είτε αρνητική γνώμη, αν και για περιορισμένα ποσά. Στους σχετικούς λόγους περιλαμβάνονταν οι υπερβολικές πληρωμές και οι μη επιλέξιμες δαπάνες που διαπίστωσαν οι οργανισμοί πιστοποίησης, η απουσία δικαιολογητικών, οι αδυναμίες στις διαδικασίες με τις οποίες οι οργανισμοί πληρωμών αναθέτουν ορισμένα καθήκοντα σε άλλους φορείς, ή οι ελλιπείς, εσφαλμένες ή παραπλανητικές πληροφορίες σχετικά με τους οφειλέτες.

4.19.

Στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων οι όροι και οι αρνητικές γνώμες αφορούν συγκεκριμένες πτυχές και συγκεκριμένα μέτρα στο εσωτερικό των υπόψη είκοσι οργανισμών πληρωμών.

Η Επιτροπή έχει ήδη κινήσει διαδικασία ανάκτησης των σημαντικών αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών (βλ. επίσης σημείο 4.20).

4.20.

Η Επιτροπή ενέκρινε τους λογαριασμούς 86 από τους 91 οργανισμούς πληρωμών και ανέβαλε την εκκαθάριση των λογαριασμών για πέντε οργανισμούς (που αντιπροσωπεύουν 4 δισεκατομμύρια ευρώ, ήτοι 9 % των συνολικών δηλωθεισών δαπανών), λόγω της ασάφειας ή της ανεπάρκειας της εργασίας των σχετικών οργανισμών πιστοποίησης (17). Προτίθεται δε να προβεί σε δημοσιονομικές διορθώσεις, συνολικού ύψους 7 εκατομμυρίων ευρώ περίπου, για 14 οργανισμούς πληρωμών (18).

 

Μη εγκριθέντες («διαχωρισθέντες») λογαριασμοί των οργανισμών πληρωμών σε προηγούμενα έτη

4.21.

Το 2004 η Επιτροπή ολοκλήρωσε τις εργασίες της σε λογαριασμούς που δεν είχε εκκαθαρίσει στη δημοσιονομική απόφαση του 2001 και του 2002, στις περισσότερες περιπτώσεις εξαιτίας των ελλείψεων που παρουσίαζε το έργο των οργανισμών πιστοποίησης ή επειδή ορισμένα στοιχεία χρειάζονταν διευκρίνιση. Η Επιτροπή εκκαθάρισε τους λογαριασμούς τεσσάρων οργανισμών πληρωμών που δεν είχαν γίνει δεκτοί για το 2001 και δεκαεπτά που δεν είχαν γίνει δεκτοί για το 2002.

 

Αποφάσεις συμφωνίας που ελήφθησαν το 2004

4.22.

Οι αποφάσεις συμφωνίας αφορούν συνήθως περισσότερα από ένα έτη δαπανών και λαμβάνονται με καθυστέρηση μερικών ετών. Κατά συνέπεια, οι διορθώσεις που πραγματοποιήθηκαν στις αποφάσεις συμφωνίας που ελήφθησαν το 2004 δεν αφορούν τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν το 2004 προς τελικούς δικαιούχους στο πλαίσιο της ΚΓΠ.

4.22.

Οι έλεγχοι που οδηγούν σε αποφάσεις συμμόρφωσης κατά κύριο λόγο επικεντρώνονται στη διαχείριση και τα συστήματα ελέγχου των κρατών μελών. Όταν οι έλεγχοι αυτοί δεν αποκαλύπτουν ελλείψεις ή οδηγούν, ακολούθως, σε βελτιώσεις των συστημάτων, τότε έχουν σημασία για τη νομιμότητα και την κανονικότητα των συναφών δαπανών κατά τα επόμενα έτη. Αποτελούν απόδειξη ότι η ύπαρξη διαδικασίας εκκαθάρισης λογαριασμών συμβάλλει στην αναζητούμενη εύλογη βεβαιότητα.

4.23.

Το 2004, η Επιτροπή έλαβε τρεις αποφάσεις συμφωνίας που αφορούσαν δαπάνες που είχαν δηλωθεί από το 1998 έως το 2003 (19), αρνούμενη να χρηματοδοτήσει 406 εκατομμύρια ευρώ (20). Όπως και σε προηγούμενα έτη, οι περισσότερες από αυτές (71 %) είναι κατ’ αποκοπή διορθώσεις (21). Οι διορθώσεις σχετίζονται κυρίως με τις επιδοτήσεις ζώων (186 εκατομμύρια ευρώ), οπωροκηπευτικών (70 εκατομμύρια ευρώ) και αροτραίων καλλιεργειών (67 εκατομμύρια ευρώ) και αφορούν κατ’ αρχάς τη Γαλλία (213 εκατομμύρια ευρώ), την Ιταλία (63 εκατομμύρια ευρώ), την Ελλάδα (46 εκατομμύρια ευρώ) και την Ισπανία (34 εκατομμύρια ευρώ). Οι βασικοί λόγοι των διορθώσεων που ανέφερε η Επιτροπή ήταν οι αδυναμίες στο σύστημα ταυτοποίησης και καταγραφής των βοοειδών καθώς και ο ελλιπής αριθμός και/ή ποιότητα των επιτόπιων επιθεωρήσεων.

 

Αποφάσεις συμφωνίας κατά τα τελευταία έτη

4.24.

Στον πίνακα 4.3 παρουσιάζονται τα αποτελέσματα των αποφάσεων εκκαθάρισης της Επιτροπής από το οικονομικό έτος 1991 και μετά. Στο τέλος του 2004, η εκκαθάριση δεν είχε ολοκληρωθεί για κανένα έτος μετά το 1998. Οι συνολικές διορθώσεις αντιπροσωπεύουν την άποψη της Επιτροπής, όσον αφορά τα κονδύλια του προϋπολογισμού και τα κράτη μέλη που εξέτασε, για το ποσό των δαπανών το οποίο δεν πρέπει να καταλογιστεί στον κοινοτικό προϋπολογισμό, κυρίως εξαιτίας των αδυναμιών στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου των δαπανών των κρατών μελών.

4.24.

Στο πλαίσιο της προσπάθειας να διεκπεραιωθούν οι καθυστερημένες υποθέσεις, δόθηκε από τις υπηρεσίες της Επιτροπής ιδιαίτερο βάρος στις παλαιότερες υποθέσεις που παρέμεναν ανοικτές κατά την εκπόνηση του προγράμματος εργασίας για τον έλεγχο των γεωργικών δαπανών το 2005. Η κατάσταση τον Ιούνιο του 2005 είχε ως εξής: το 94,3 % των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν το 2001 (που επιτρέπουν διορθώσεις αναδρομικά έως το 1999) και το 78,7 % των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν το 2002 (που επιτρέπουν διορθώσεις αναδρομικά έως το 2000) έχουν ολοκληρωθεί.

4.25.

Στις παραστάσεις 4.4 και 4.5 παρουσιάζεται η κατανομή των διορθώσεων στις αποφάσεις που έλαβε η Επιτροπή κατά την περίοδο 1999-2004 (22), κατά κράτος μέλος και κατά τομέα αγοράς. Οι αποφάσεις αυτές αφορούν δαπάνες στο πλαίσιο των κοινοτικών προϋπολογισμών των ετών 1996-2003.

 

Πίνακας 4.3 — Διορθώσεις στα πλαίσια των αποφάσεων εκκαθάρισης των λογαριασμών για τα οικονομικά έτη 1991-2003

(εκατομμύρια ευρώ)

 

1991

1992

1993

1994

1995

1996

1997

1998

1999

2000

2001

2002

2003

Δηλωθείσες δαπάνες

31 255,9

30 480,2

34 008,0

33 592,8

35 654,4

39 062,5

40 884,3

38 857,4

40 726,2

40 410,6

41 593,8

42 710,8

44 212,0

Συνολικό ποσό διορθώσεων

–1 504,1

– 788,2

– 736,6

– 307,8

– 572,8

– 790,0

– 481,4

– 329,3

– 275,6

– 380,4

– 251,7

– 147,5

–37,0

εκ των οποίων:

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

α) Υπερεισφορές γάλακτος

– 979,2

– 419,7

– 230,6

–2,7

–15,1

– 215,0

– 110,2

0,0

0,0

0,0

0,0

0,0

0,0

β) Απορριφθείσες δαπάνες

– 524,9

– 368,5

– 506,0

– 305,1

– 557,7

– 575,0

– 371,2

– 329,3

– 275,6

– 380,4

– 251,7

– 147,5

–37,0

Απορριφθείσες δαπάνες ως ποσοστό των δηλωθεισών δαπανών

1,7 %

1,2 %

1,5 %

0,9 %

1,6 %

1,5 %

0,9 %

0,8 %

0,7 %

0,9 %

0,6 %

0,3 %

0,1 %

Πηγή: Αποφάσεις εκκαθάρισης των λογαριασμών για τα οικονομικά έτη 1991-2003.

Image

Image

Το δείγμα των πράξεων που επέλεξε το Συνέδριο

4.26.

Το Συνέδριο εξέτασε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα πληρωμών από τις δαπάνες των 25 οργανισμών πληρωμών (υπεύθυνων συνολικά για το 72,5 % των δαπανών της ΚΓΠ), καθώς και από τις άμεσες δαπάνες της Επιτροπής. Στόχος αυτών των ελέγχων του Συνεδρίου ήταν η συγκέντρωση άμεσων αποδείξεων ότι οι πληρωμές στο πλαίσιο μιας επιλέξιμης δαπάνης είχαν πραγματοποιηθεί σωστά. Αυτού του είδους οι έλεγχοι παρέχουν αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών που αφορούν τις ενισχύσεις βάσει έκτασης (βλέπε σημεία 4.35 έως 4.38) και, σε μικρότερο βαθμό, τις πριμοδοτήσεις ζώων (βλέπε σημεία 4.39 έως 4.42), τομείς στους οποίους ο ελεγκτής έχει συνήθως στη διάθεσή του φυσικές αποδείξεις. Αντίθετα, σε τομείς όπως οι επιστροφές κατά την εξαγωγή (βλέπε σημεία 4.49 και 4.50) ή οι ενισχύσεις που καταβάλλονται βάσει της παραχθείσας ποσότητας (βλέπε σημείο 4.43), ο ελεγκτής μπορεί να ελέγξει μόνο έγγραφα. Ο βαθμός της αξιοπιστίας των αποδεικτικών στοιχείων που παρέχουν αυτά τα έγγραφα επηρεάζεται τόσο από τη φύση της πράξης (βλέπε σημείο 4.48), όσο και από το σχετικό σύστημα ελέγχου (βλέπε σημείο 4.54).

 

Ετήσια έκθεση δραστηριότητας του γενικού διευθυντή Γεωργίας για το 2004

Ορισμένες βελτιώσεις σε σχέση με το παρελθόν έτος

4.27.

Η ετήσια έκθεση δραστηριότητας περιέχει δήλωση του γενικού διευθυντή ότι οι διαδικασίες ελέγχου του παρέχουν τη βεβαιότητα ότι οι πράξεις που διενεργήθηκαν το 2004 στο πλαίσιο της ΚΓΠ είναι νόμιμες και κανονικές.

 

4.28.

Η έκθεση αναφέρει ότι:

α)

η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας (ΓΔ AGRI) συμμορφώνεται συνολικά με τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου, μολονότι σε ορισμένους τομείς χρειάζονται περαιτέρω προσπάθειες (23)·

β)

με εξαίρεση την Ελλάδα, το ΟΣΔΕ αποτελεί άριστο μέσο για την εξασφάλιση της σωστής χρήσης των κοινοτικών πόρων·

γ)

οι έλεγχοι μετά την πληρωμή παρέχουν εύλογη βεβαιότητα ότι οι σχετικές δαπάνες είναι σύμφωνες με την κοινοτική νομοθεσία·

δ)

η διαδικασία πιστοποίησης παρέχει βεβαιότητα σχετικά με την πληρότητα, την ακρίβεια και την αξιοπιστία των λογαριασμών των οργανισμών πληρωμών καθώς και έναν ορισμένο βαθμό βεβαιότητας σχετικά με τη λειτουργία των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου και της δυνατότητάς τους να εξασφαλίζουν τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πληρωμών·

ε)

για τις δαπάνες του 2004, το ελεγκτικό έργο επί των συστημάτων ελέγχου θα ολοκληρωθεί και οι τελικές δημοσιονομικές διορθώσεις θα αποφασιστούν το νωρίτερο το 2006·

στ)

υπάρχει κίνδυνος να έχουν χρηματοδοτηθεί ορισμένες μη επιλέξιμες δαπάνες, οι οποίες ωστόσο μπορούν να ελεγχθούν τα επόμενα χρόνια, στο πλαίσιο των διαδικασιών συμφωνίας, και να υποβληθούν ενδεχομένως σε δημοσιονομικές διορθώσεις (24)·

ζ)

οι δημοσιονομικές διορθώσεις στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης μαζί με τις ανακτήσεις ποσών στα κράτη μέλη καλύπτουν το «συνολικό δημοσιονομικό κίνδυνο».

 

4.29.

Οι πηγές των πληροφοριών επί των οποίων ο γενικός διευθυντής στηρίζει τη δήλωσή του παρέχουν περιορισμένη κάλυψη και βεβαιότητα όσον αφορά τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών για το 2004. Τα αποτελέσματα των επιθεωρήσεων που διενεργούνται στο πλαίσιο του ΟΣΔΕ αναφέρονται μεν στη νομιμότητα και στην κανονικότητα των πληρωμών προς τους αγρότες, αλλά δεν επαληθεύονται ούτε εγκρίνονται επαρκώς από ανεξάρτητο οργανισμό. Το έργο των οργανισμών πιστοποίησης μπορεί να αποκαλύπτει προβλήματα σε επίπεδο οργανισμών πληρωμών, αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει τη βάση επί της οποίας θα στηριχθεί η βεβαιότητα σχετικά με τις αιτήσεις των αγροτών και των εμπορικών φορέων.

4.30.

Ο γενικός διευθυντής, προκειμένου να συγκεντρώνει αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πληρωμών προς τους τελικούς δικαιούχους, θα πρέπει:

α)

είτε να λάβει μέτρα ώστε οι οργανισμοί πιστοποίησης να διευρύνουν το πεδίο των εργασιών τους μέχρι τους τελικούς δικαιούχους, είτε επεκτείνοντας τους δειγματοληπτικούς ελέγχους τους μέχρι το επίπεδο των αγροτών, είτε καταβάλλοντας περισσότερες προσπάθειες για την επαλήθευση και την επικύρωση των στατιστικών που σχετίζονται με τις επιθεωρήσεις στο πλαίσιο του ΟΣΔΕ και των ελέγχων μετά την πληρωμή (25) ·

β)

είτε να ζητήσει από το δικό του προσωπικό να επαληθεύει, βάσει της κατάλληλης δειγματοληπτικής μεθόδου, τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων του οικονομικού έτους σε επίπεδο τελικών δικαιούχων.

4.29-4.30.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι ο Γενικός Διευθυντής ήδη έχει στη διάθεσή του επαρκή στοιχεία που παρέχουν εύλογη βεβαιότητα ως προς τη νομιμότητα και την κανονικότητα των γεωργικών δαπανών.

Όπως ήδη αναφέρθηκε στην απάντηση που δόθηκε στην ετήσια έκθεση του Συνεδρίου το 2003, η σύσταση και η έγκριση των οργανισμών πληρωμών των κρατών μελών, η ετήσια διαδικασία πιστοποίησης και η εφαρμογή των διαφόρων συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου, περιλαμβανομένου του ΟΣΔΕ, παρέχει μεγάλο βαθμό αξιοπιστίας όσον αφορά τους ελέγχους επί των δεδηλωμένων δαπανών. Προκειμένου να βελτιωθεί περαιτέρω το σύστημα στο σύνολό του, ο νέος βασικός κανονισμός για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής προβλέπει ότι οι επικεφαλής των οργανισμών πληρωμών θα υπογράφουν στο εξής δήλωση αξιοπιστίας εκ των υστέρων, σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών τους.

Τα στοιχεία επί των οποίων βασίζεται ο Γενικός Διευθυντής απορρέουν από ένα σύστημα στηριζόμενο σε μια πολυετή προσέγγιση. Η Επιτροπή, συνεπώς, δεν υποστηρίζει τις εναλλακτικές δυνατότητες που προτείνει το Συνέδριο.

4.31.

Το γεγονός ότι η δήλωση του γενικού διευθυντή αφορά δαπάνες οι οποίες στη συνέχεια ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο δημοσιονομικών διορθώσεων, χωρίς να αναφέρει σε ποιο βαθμό αυτές οι διορθώσεις μπορούν να επηρεάσουν τις δαπάνες, περιορίζει τη βεβαιότητα την οποία το Συνέδριο μπορεί να αποκομίσει από τη δήλωσή του (26). Στη δήλωση θα έπρεπε να γίνεται διάκριση μεταξύ, αφενός, των δαπανών που έχουν επαληθευτεί (και έχουν υποστεί ή θα υποστούν ενδεχομένως διορθώσεις) και για τις οποίες ο γενικός διευθυντής μπορεί να δώσει εύλογη (ή καμία) διαβεβαίωση και, αφετέρου, των δαπανών που αποτελούν αντικείμενο περαιτέρω επαλήθευσης (και πιθανής διόρθωσης).

4.31.

Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι δεν θα ήταν σκόπιμο να γίνει διάκριση στην ΕΕΔ, όπως προτείνει το Συνέδριο, μεταξύ δαπανών που έχουν ήδη επαληθευτεί και δαπανών που θα αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω επαλήθευσης. Δεδομένου του πολυετούς χαρακτήρα της εκκαθάρισης βάσει της συμμόρφωσης, μια τέτοια διάκριση θα ήταν σε μεγάλο βαθμό αυθαίρετη. Επιπλέον θα έθιγε το δικαίωμα υπεράσπισης που έχουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της εκκαθάρισης λογαριασμών.

Η δήλωση του Γενικού Διευθυντή και η συνημμένη ΕΕΔ πρέπει να αποτελέσουν μέρος του ευρύτερου κανονιστικού πλαισίου εκκαθάρισης των λογαριασμών ΕΓΤΠΕ που θεσπίζεται στο άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1258/1999. Η όλη διαδικασία διαιρείται σε μια ετήσια δημοσιονομική εκκαθάριση, αφενός, και μια πολυετή εκκαθάριση βάσει της συμμόρφωσης, αφετέρου, που επιτρέπει στην Επιτροπή να αποκλείει από την κοινοτική χρηματοδότηση δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν λιγότερο από 24 μήνες προ της γραπτής κοινοποίησης από μέρους της των αποτελεσμάτων των ελέγχων που πραγματοποίησε στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

Με βάση τα ανωτέρω, δεν μπορεί να αποκομίζεται εύλογη βεβαιότητα σε ετήσια βάση ως προς τη νομιμότητα και την κανονικότητα των γεωργικών δαπανών που πραγματοποιήθηκαν υπό επιμερισμένη διαχείριση, ιδίως στο πλαίσιο της ΕΕΔ του Γενικού Διευθυντή, μόνον με βάση τους ελέγχους των υπηρεσιών της Επιτροπής, αλλά πρέπει να λαμβάνεται ως προϋπόθεση ότι τα κράτη μέλη έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά τη διαχείριση και τους ελέγχους. Στις περιπτώσεις που οι έλεγχοι της Επιτροπής εντοπίζουν ελλείψεις θα εκτιμάται ο κίνδυνος μη επιλέξιμων δαπανών και θα γίνονται οι κατάλληλες δημοσιονομικές διορθώσεις.

Το γεγονός ότι οι αποφάσεις εκκαθάρισης λογαριασμών λαμβάνονται συνήθως μετά την παρέλευση ετών από το έτος πραγματοποίησης της σχετικής δαπάνης, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας η οποία περιλαμβάνει το δικαίωμα των κρατών μελών να απαντούν στα πορίσματα των ελέγχων. Το γεγονός αυτό λαμβάνεται ρητά υπόψη στην ΕΕΔ του Γενικού Διευθυντή για το 2004.

4.32.

Επί του παρόντος, ο γενικός διευθυντής δεν γνωρίζει, ούτε έχει υπολογίσει, το ύψος των παράτυπων πληρωμών που έχουν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της ΚΓΠ (27). Επίσης, δεν διαθέτει καμία αξιόπιστη βάση επί της οποίας να μπορεί να βεβαιώσει ότι ένα ποσό που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό των παράτυπων πληρωμών είναι πιθανό να ανακτηθεί μέσω της διαδικασίας εκκαθάρισης των λογαριασμών (28) και των διαδικασιών ανάκτησης που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη. Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι αποφάσεις συμφωνίας συνιστούν μάλλον κατ’ αποκοπή διορθώσεις για αδυναμίες στα συστήματα ελέγχου, παρά εκτίμηση του αντίκτυπου των μεμονωμένων σφαλμάτων.

4.32.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι συνολικές δημοσιονομικές διορθώσεις για ένα συγκεκριμένο έτος σε συνδυασμό με τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν σε τελικούς δικαιούχους σε εθνικό επίπεδο, παρέχουν μια πολύτιμη εκτίμηση του συνολικού επιπέδου των παράτυπων πληρωμών.

Πρότυπα εσωτερικού ελέγχου — Ορισμένα πρότυπα δεν εφαρμόζονται πλήρως

4.33.

Μια από τις καινοτομίες που εισήχθη στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της δημοσιονομικής διαχείρισης εντός των υπηρεσιών της Επιτροπής ήταν η επιταγή τήρησης 24 προτύπων εσωτερικού ελέγχου, τα οποία συγκεκριμενοποιήθηκαν περισσότερο με τη μορφή 71 θεμελιωδών απαιτήσεων. Η αυτοαξιολόγηση της ΓΔ AGRI για το 2004 κατέληγε στο συμπέρασμα ότι είχαν τηρηθεί όλα τα πρότυπα και οι θεμελιώδεις απαιτήσεις [βλέπε σημείο 4.28 στοιχείο α)].

 

4.34.

Το Συνέδριο εξέτασε την εφαρμογή οκτώ προτύπων (29) και διαπίστωσε ότι για τέσσερα από αυτά υπήρχε ακόμη περιθώριο βελτίωσης (30). Αυτό επιβεβαιώνεται από τις εκθέσεις του κλιμακίου εσωτερικού ελέγχου της ΓΔ AGRI που εκδόθηκαν κατά το 2004 (βλέπε κεφάλαιο 1 σημείο 1.81).

4.34.

Η Επιτροπή τονίζει ότι η ΓΔ Γεωργίας συμμορφωνόταν έως τα τέλη του 2004 με όλες τις βασικές απαιτήσεις που έχει θεσπίσει η Επιτροπή για τα 24 πρότυπα εσωτερικού ελέγχου (ICS). Αυτό δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να είναι δυνατές και επιθυμητές οι βελτιώσεις σε ορισμένους τομείς, στις οποίες η ΓΔ Γεωργίας αναφέρθηκε, επίσης, στην εκτίμηση της κατάστασης που επικρατούσε στα τέλη του 2004.

Εκτίμηση των τομέων δαπανών της ΚΓΠ από το Συνέδριο

Καθεστώτα ενίσχυσης βάσει έκτασης

4.35.

Οι δαπάνες για τις επιδοτήσεις αροτραίων καλλιεργειών οι οποίες καταβάλλονται βάσει έκτασης ανήλθαν σε 17 475 εκατομμύρια ευρώ το 2004, ήτοι στο 39 % των δαπανών της ΚΓΠ. Το σύνολο των εν λόγω δαπανών καλύπτεται από το ΟΣΔΕ.

 

4.36.

Τα αποτελέσματα των επιθεωρήσεων του ΟΣΔΕ σχετικά με τις δηλώσεις εκτάσεων για το 2003 (για πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν το 2004) παρουσιάζονται στον πίνακα 4.4 .

 

4.37.

Τα κράτη μέλη ανέφεραν στην Επιτροπή ότι υπέβαλαν σε επιτόπιο έλεγχο το 8,1 % των αιτήσεων, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 11,4 % των συνολικών ενισχύσεων βάσει έκτασης που είχαν ζητηθεί. Για τα 14 κράτη μέλη που εφαρμόζουν το ΟΣΔΕ με ικανοποιητικό τρόπο, οι τυχαίοι έλεγχοί τους έδειξαν ποσοστό σφάλματος 1,6 %. Αυτό παρέχει λογική εκτίμηση του πιθανού σφάλματος στις αιτήσεις για την καταβολή ενισχύσεων που ικανοποιήθηκαν. Όσον αφορά τους επιτόπιους ελέγχους, οι εκτάσεις που δεν βρέθηκαν στις αιτήσεις που υποβλήθηκαν σε έλεγχο (31) (βλέπε πίνακα 4.4 και παράσταση 4.6 ) περιλαμβάνουν τα αποτελέσματα των ελέγχων τόσο των αιτήσεων που επιλέχθηκαν τυχαία όσο και εκείνων που επιλέχθηκαν βάσει ανάλυσης κινδύνου. Όπως και στα προηγούμενα έτη, σε ορισμένα κράτη μέλη, οι πράξεις που επιλέχθηκαν βάσει κινδύνου αποδείχθηκε ότι περιέχουν μικρότερο ποσοστό σφάλματος από ό,τι οι πράξεις που επιλέχθηκαν τυχαία.

4.37.

Πρώτον, πρέπει να σημειωθεί ότι τα συνολικά επίπεδα επιτόπιων επιθεωρήσεων υπερβαίνουν κατά πολύ τις ελάχιστες απαιτήσεις. Είναι ορθή η άποψη ότι σε ορισμένα κράτη μέλη οι τυχαίοι έλεγχοι φαίνεται ότι είναι αποτελεσματικότεροι. Όπως εξηγείται ανωτέρω, αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο χαρακτηρισμό των ελέγχων με τηλεανίχνευση ως «τυχαίων» από ορισμένα κράτη μέλη, όταν στην πραγματικότητα τουλάχιστον εν μέρει πραγματοποιούνται βάσει εκτίμησης των κινδύνων. Από το 2004, με την έναρξη ισχύος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 118/2004, υπάρχει κανονιστική υποχρέωση για τα κράτη μέλη να ελέγχουν τα αποτελέσματα των επιθεωρήσεων και να βελτιώνουν ανάλογα τις διαδικασίες ανάλυσης κινδύνου, πράγμα το οποίο θα λύσει το πρόβλημα.

Ωστόσο, επισημαίνεται ότι σε κάποιο βαθμό η «αποδοτικότητα μειώνεται». Χάρη στην ποιότητα του συστήματος ΟΣΔΕ, που περιλαμβάνει 100 % διοικητικούς ελέγχους, η συχνότητα με την οποία διαπιστώνονται ανωμαλίες επιτοπίως είναι χαμηλή με αποτέλεσμα να αναμένεται ότι η διαφορά στα αποτελέσματα μεταξύ επιθεωρήσεων σε τυχαία βάση και επιθεωρήσεων βάσει κινδύνου είναι οριακή και ότι ενδεχομένως να οφείλεται στη διαφορά μεγέθους των δειγμάτων. Επιπλέον, το Συνέδριο βασίζει τους υπολογισμούς του σε διαφορές από άποψη περιοχών, ενώ η ίδια σύγκριση από άποψη συχνότητας των γεωργών που διαπράττουν παρατυπίες οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα για διάφορα κράτη μέλη.

Πίνακας 4.4 — Ενισχύσεις βάσει έκτασης, εκτάσεις καλλιέργειας ζωοτροφών και λοιπές καλλιέργειες — Αποτελέσματα των επιτόπιων επιθεωρήσεων και της τηλεανίχνευσης του ΟΣΔΕ το 2003, όσον αφορά τις αιτήσεις ενίσχυσης που πληρώθηκαν το 2004

Κράτος μέλος

Υποβληθείσες αιτήσεις

Ελεγχθείσες αιτήσεις

Αιτήσεις με σφάλματα

Αριθμός

Έκταση (ha)

Μέση έκταση (ha)

Αριθμός

%

Έκταση (ha)

%

Μέση έκταση (ha)

Αριθμός

%

Έκταση (ha)

%

Βέλγιο

41 618

1 019 389

24

4 172

10,0

151 209

14,8

36

1 422

34,1

1 326

0,9

Δανία

49 574

2 319 081

47

2 611

5,3

137 759

5,9

53

716

27,4

647

0,5

Γερμανία

305 315

14 008 476

46

18 467

6,0

941 989

6,7

51

7 878

42,7

5 731

0,6

Ελλάδα

328 200

3 897 336

12

37 088

11,3

1 913 787

49,1

52

11 375

30,7

29 326

1,5

Ισπανία

429 069

17 889 474

42

44 994

10,5

2 077 268

11,6

46

19 972

44,4

60 579

2,9

Γαλλία

409 976

23 777 964

58

27 990

6,8

1 870 383

7,9

67

11 293

40,3

10 593

0,6

Ιρλανδία

127 532

4 686 612

37

9 092

7,1

529 153

11,3

58

1 408

15,5

1 745

0,3

Ιταλία

588 069

7 068 768

12

45 678

7,8

1 270 819

18,0

28

20 731

45,4

43 759

3,4

Λουξεμβούργο

1 953

121 680

62

106

5,4

8 292

6,8

78

95

89,6

133

1,6

Κάτω Χώρες

45 914

654 439

14

3 239

7,1

54 624

8,3

17

1 212

37,4

2 280

4,2

Αυστρία

127 059

2 465 204

19

8 680

6,8

200 402

8,1

23

4 434

51,1

2 517

1,3

Πορτογαλία

130 648

1 984 370

15

11 687

8,9

1 271 815

64,1

109

8 463

72,4

21 613

1,7

Φινλανδία

68 329

2 086 447

31

4 674

6,8

191 490

9,2

41

2 064

44,2

1 189

0,6

Σουηδία

58 958

2 745 792

47

4 054

6,9

204 571

7,5

50

2 280

56,2

6 377

3,1

Ηνωμένο Βασίλειο

128 135

14 146 232

110

7 932

6,2

1 134 869

8,0

143

4 437

55,9

7 348

0,6

Σύνολο 2003

2 840 349

98 871 264

35

230 464

8,1

11 958 430

12,1

52

97 780

42,4

195 163

1,6

Σύνολο 2002

2 894 917

97 955 796

34

248 572

8,6

11 656 029

11,9

47

94 717

38,1

198 079

1,7

Σύνολο 2001

2 935 273

98 275 675

33

299 716

10,2

11 638 423

11,8

39

105 099

35,1

240 786

2,1

Σημ. 1: Η τηλεανίχνευση συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση δορυφορικών φωτογραφιών ή αεροφωτογραφιών για τον έλεγχο των εφαρμογών του ΟΣΔΕ.

Σημ. 2: Οι έλεγχοι που διενεργήθηκαν κατά το έτος ν αφορούν τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν κατά το έτος ν + 1.

Πηγή: Στατιστικές ΟΣΔΕ για το 2003 που διαβίβασαν τα κράτη μέλη στη ΓΔ AGRI.

Image

4.38.

Όσον αφορά τις ενισχύσεις βάσει έκτασης στο σύνολό τους, τα αποτελέσματα των ελέγχων πράξεων που πραγματοποίησε το Συνέδριο συμφωνούν σε μεγάλο βαθμό με τα αποτελέσματα των τυχαίων ελέγχων που πραγματοποίησαν τα κράτη μέλη και η κατανομή τους κατά είδος είναι παρόμοια με αυτή προηγούμενων ετών:

α)

οι περισσότερες πληρωμές δεν παρουσίαζαν σφάλματα·

β)

περίπου μία στις τρεις αιτήσεις περιείχε σχετικά μικρά σφάλματα μέτρησης. Όπως και για προηγούμενα έτη, τα σφάλματα αυτού του είδους και αυτής της κλίμακας, μολονότι συχνά, δεν έχουν καμία επίπτωση στις συνολικές δαπάνες·

γ)

σχετικά μικρός αριθμός περιπτώσεων παρουσιάζουν μεγαλύτερα σφάλματα, ωστόσο ο αριθμός και οι επιπτώσεις τους ήταν χαμηλότεροι από ό,τι σε προηγούμενα έτη.

4.38.

Οι παρατηρήσεις του Συνεδρίου ανταποκρίνονται εν γένει στα συμπεράσματα της Επιτροπής σχετικά με την ικανοποιητική σε γενικές γραμμές κατάσταση που επικρατεί στη μεγάλη πλειοψηφία των κρατών μελών.

Καθεστώτα πριμοδοτήσεων ζώων

4.39.

Το 2004 οι δαπάνες για πριμοδοτήσεις ζώων ανήλθαν σε 9 019 εκατομμύρια ευρώ, ήτοι στο 20 % των δαπανών της ΚΓΠ. Οι στατιστικές των επιθεωρήσεων του ΟΣΔΕ για τις πριμοδοτήσεις ζώων παρουσιάζουν τον αριθμό των ζώων που δήλωσαν οι κτηνοτρόφοι, αλλά οι επιθεωρητές διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχαν ή ότι δεν ήταν επιλέξιμα για επιδότηση. Οι στατιστικές για τις πριμοδοτήσεις ζώων είναι ακόμη λιγότερο αξιόπιστες από εκείνες που αφορούν τις αιτήσεις για ενίσχυση βάσει έκτασης.

4.39.

Οι στατιστικές για τα (έξι) καθεστώτα πριμοδότησης για ζώα παρουσιάζουν μεγαλύτερη ποικιλομορφία από εκείνες για τις αροτραίες καλλιέργειες, πράγμα το οποίο εξηγεί τις διαφορές ποιότητας στα στοιχεία που παρέχουν τα κράτη μέλη. Επιπλέον, στον τομέα των πριμοδοτήσεων για ζώα επήλθαν διάφορες μεταρρυθμίσεις για θέματα αγοράς και ελέγχων οι οποίες απαίτησαν την τακτική αναθεώρηση των υποχρεώσεων πληροφόρησης.

Ωστόσο, οι στατιστικές θεωρούνται αρκετά αξιόπιστες για τον κύριο σκοπό τον οποίο υπηρετούν, δηλαδή, την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των κρατών μελών με τους κανονιστικούς ελέγχους και κυρώσεις. Επιπλέον, η ποιότητα έχει βελτιωθεί και η έγκαιρη πληροφόρηση αποτελεί πλέον τον «κανόνα», πράγμα που, συνολικά, αποτελεί σημαντικότατη βελτίωση σε σχέση με το παρελθόν.

4.40.

Το 2003 (ήτοι για τις ενισχύσεις που καταβλήθηκαν το 2004), για το μεγαλύτερο καθεστώς, την πριμοδότηση της θηλάζουσας αγελάδας (βλέπε πίνακα 4.5 και παράσταση 4.7 ), τα κράτη μέλη υπέβαλαν σε έλεγχο το 17,3 % των ζώων για τα οποία είχαν υποβληθεί αιτήσεις και διαπίστωσαν ότι το 1,4 % αυτών δεν υπήρχε ή δεν ήταν επιλέξιμο· το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο σε σχέση με το αντίστοιχο του 2002, όταν είχε διαπιστωθεί ότι το 2 % δεν ήταν επιλέξιμο. Για τις πριμοδοτήσεις των αιγοπροβάτων, το ποσοστό των ζώων που δεν υπήρχαν αυξήθηκε από 7,2 % το 2002 σε 8,2 % το 2003. Η Ιταλία και η Ελλάδα αναφέρουν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα σφάλματος για τις πριμοδοτήσεις αιγοπροβάτων από ό,τι τα άλλα κράτη μέλη· το ποσοστό σφάλματος για τα υπόλοιπα 13 κράτη μέλη το 2003 ήταν 1,8 % (2,2 % το 2002).

4.40.

Τα στοιχεία που αναφέρονται παρακάτω φανερώνουν κάποια βελτίωση από άποψη διαπίστωσης των ζώων για τα οποία δηλώθηκαν λανθασμένα ή υπερβολικά στοιχεία. Οι καταστάσεις που περιγράφονται για την Ελλάδα και την Ιταλία είναι επίσης αποτέλεσμα βελτιωμένων διαδικασιών ύστερα από ενέργειες που έγιναν στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης των λογαριασμών.

4.41.

Γενικά, το ποσοστό σφάλματος το οποίο διαπιστώθηκε για το 2003 από τις επιθεωρήσεις του ΟΣΔΕ με αντικείμενο τα βοοειδή παρουσιάζει μικρές διακυμάνσεις από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, με εξαίρεση την Ιταλία όπου το ποσοστό μη επιλέξιμων βοοειδών εξακολουθεί να είναι ιδιαίτερα υψηλό (10,2 % των ζώων που δηλώθηκαν για την πριμοδότηση της θηλάζουσας αγελάδας και 22,3 % των ζώων που δηλώθηκαν για την ειδική πριμοδότηση για το βόειο κρέας).

4.41.

Οι παρατηρήσεις του Συνεδρίου ως προς τα επίπεδα μη επιλεξιμότητας των βοοειδών στην Ιταλία ενδέχεται να αντικατοπτρίζουν το γεγονός ότι το εν λόγω κράτος μέλος άργησε κάπως να θέσει σε εφαρμογή την εθνική βάση δεδομένων και είχε μεγάλο ποσοστό μη συμμορφούμενων αγροτών που τώρα πλέον εντοπίζονται αποτελεσματικότερα και υφίστανται κυρώσεις.

4.42.

Από τους άμεσους ελέγχους που διενέργησε το Συνέδριο δεν διαπιστώθηκαν σημαντικά σφάλματα.

 

Πίνακας 4.5 — Επιθεωρήσεις ΟΣΔΕ σχετικά με τις πριμοδοτήσεις για τις θηλάζουσες αγελάδες — Αποτελέσματα των επιτόπιων ελέγχων το 2003, όσον αφορά τις αιτήσεις ενίσχυσης που πληρώθηκαν το 2004

Κράτος μέλος

Ελεγχθείσες αιτήσεις

Ελεγχθείσες αιτήσεις που απορρίφθηκαν εν μέρει

Ελεγχθείσες αιτήσεις που απορρίφθηκαν εξ ολοκλήρου

Ελεγχθέντα ζώα

Ελεγχθέντα ζώα που απορρίφθηκαν

Συνολικός αριθμός των αιτήσεων που υποβλήθηκαν

Αριθμός

%

Αριθμός

%

Αριθμός

%

Συνολικός αριθμός των δηλωθέντων ζώων

Αριθμός

%

Αριθμός

%

Βέλγιο

15 433

748

4,8

7

0,9

2

0,3

394 047

40 354

10,2

39

0,1

Δανία

8 754

1 053

12,0

20

1,9

3

0,3

109 444

32 337

29,5

44

0,1

Γερμανία

33 326

3 496

10,5

302

8,6

100

2,9

635 750

92 878

14,6

1 412

1,5

Ελλάδα

11 513

11 426

99,2

213

1,9

113

1,0

212 310

212 602

100,1

2 665

1,3

Ισπανία

62 837

5 912

9,4

319

5,4

37

0,6

1 734 717

352 008

20,3

2 323

0,7

Γαλλία

121 849

17 311

14,2

1 946

11,2

452

2,6

4 286 741

695 530

16,2

4 751

0,7

Ιρλανδία

62 861

4 655

7,4

326

7,0

32

0,7

1 105 245

121 632

11,0

1 007

0,8

Ιταλία

58 890

6 567

11,2

184

2,8

1 037

15,8

797 680

124 429

15,6

12 699

10,2

Λουξεμβούργο

508

38

7,5

1

2,6

1

2,6

23 391

3 080

13,2

4

0,1

Κάτω Χώρες

4 234

652

15,4

13

2,0

11

1,7

55 347

16 041

29,0

126

0,8

Αυστρία

61 324

6 872

11,2

468

6,8

100

1,5

397 376

63 795

16,1

996

1,6

Πορτογαλία

25 066

2 771

11,1

170

6,1

113

4,1

328 935

60 041

18,3

1 149

1,9

Φινλανδία

1 532

203

13,3

22

10,8

2

1,0

36 794

5 079

13,8

71

1,4

Σουηδία

9 599

616

6,4

5

0,8

1

0,2

150 902

11 173

7,4

16

0,1

Ηνωμένο Βασίλειο

31 273

2 977

9,5

534

17,9

16

0,5

1 414 748

193 212

13,7

1 339

0,7

Σύνολο 2003

508 999

65 297

12,8

4 530

6,9

2 020

3,1

11 683 427

2 024 191

17,3

28 641

1,4

Σύνολο 2002

539 093

78 087

14,5

6 056

7,8

2 933

3,8

11 934 249

2 230 816

18,7

45 408

2,0

Σημ.1: Μία αίτηση απορρίπτεται εξ ολοκλήρου όταν διαπιστώνεται διαφορά μεγαλύτερη του 20 % μεταξύ του αριθμού των δηλωθέντων ζώων και εκείνου που έχει οριστεί ως επιλέξιμος, ή όταν η διαφορά είναι το αποτέλεσμα παρατυπιών που έχουν διαπραχθεί εκ προθέσεως.

Σημ. 2: Οι έλεγχοι που διενεργήθηκαν κατά το έτος ν αφορούν τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν κατά το έτος ν + 1.

Πηγή: Στατιστικές ΟΣΔΕ για το 2003 που διαβίβασαν τα κράτη μέλη στη ΓΔ AGRI.

Image

Επιδοτήσεις που καταβάλλονται βάσει της παραχθείσας ποσότητας

4.43.

Η ΕΕ επιδοτεί την παραγωγή ελαιολάδου, βαμβακιού και καπνού (4 132 εκατομμύρια ευρώ, ήτοι το 9,2 % των δαπανών της ΚΓΠ το 2004) βάσει της παραχθείσας ποσότητας και όχι της καλλιεργηθείσας έκτασης. Οι δαπάνες αυτού του είδους εμπεριέχουν ιδιαίτερους κινδύνους, τους οποίους η κοινοτική νομοθεσία προσπαθεί να αντιμετωπίσει μέσω μιας σειράς μηχανισμών ελέγχου, στους οποίους περιλαμβάνονται:

α)

η υποχρέωση οι αιτήσεις για την καταβολή της επιδότησης να είναι συμβατές με τις δηλώσεις έκτασης στο πλαίσιο του ΟΣΔΕ·

β)

μια σειρά υποχρεώσεις που αφορούν τις επιχειρήσεις μεταποίησης (για παράδειγμα, ποιότητα του εξοπλισμού ζύγισης, τυποποιημένα λογιστικά πληροφοριακά στοιχεία)·

γ)

η υποχρέωση της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας να καταρτίσουν ελαιοκομικό μητρώο, να δημιουργήσουν ένα σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών (ΣΓΠ) (34) και (εκτός της Γαλλίας) να συγκροτήσουν οργανισμούς ελέγχου του ελαιολάδου, οι οποίοι θα διενεργούν ελέγχους σε ελαιοτριβεία, παραγωγούς και ενώσεις παραγωγών.

Εάν οι εν λόγω μηχανισμοί ελέγχου δεν λειτουργούν αποτελεσματικά, δεν μπορεί να υπάρχει βεβαιότητα σχετικά με την ακρίβεια των πραγματοποιούμενων πληρωμών.

 

4.44.

Από τον έλεγχο του Συνεδρίου εντοπίστηκε μια σειρά αδυναμιών:

4.44.

 

α)

στην Ελλάδα, ορισμένες αιτήσεις για επιδοτήσεις ελαιολάδου δεν κατέστη δυνατό να επαληθευτούν, διότι τα δηλωθέντα αγροτεμάχια δεν βρίσκονταν στην υποδεικνυόμενη τοποθεσία·

α)-γ)

Η Επιτροπή κατέληξε σε παρόμοια συμπεράσματα στο πλαίσιο των ελέγχων της εκκαθάρισης λογαριασμών.

β)

η Ελλάδα δεν είχε θέσει ακόμη σε λειτουργία ΣΓΠ για το ελαιόλαδο για την περίοδο στην οποία ανάγονται οι πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν το 2004 και οι αντ’ αυτού, προβλεπόμενοι από τους σχετικούς κανονισμούς, επιτόπιοι έλεγχοι δεν διενεργήθηκαν με ικανοποιητικό τρόπο·

 

γ)

στην Ελλάδα διαπιστώθηκαν περιπτώσεις κατά τις οποίες οι οργανώσεις των παραγωγών δεν πραγματοποιούσαν τους αναγκαίους ελέγχους, για παράδειγμα, σχετικά με τη διάθεση του ελαιολάδου ή σχετικά με το πιστοποιητικό του ελαιοτριβείου που συνόδευε την αίτηση·

 

δ)

στην Ανδαλουσία διαπιστώθηκαν εσφαλμένοι υπολογισμοί για την επιβολή κυρώσεων στους ελαιοπαραγωγούς που είχαν δηλώσει περισσότερα ελαιόδενδρα από όσα είχαν καταχωριστεί στο ΣΓΠ.

δ)

Προηγούμενες εκκαθαριστικές αποστολές της Επιτροπής σε διάφορες αυτόνομες περιοχές της Ισπανίας έδειξαν, επίσης, ότι προστίθεται συστηματικά, κατά παράβαση, κάποιο περιθώριο κατά τον υπολογισμό των κυρώσεων σε περίπτωση δήλωσης υπερβολικού αριθμού δένδρων. Οι υποθέσεις αυτές παρακολουθούνται στενά από την Επιτροπή.

4.45.

Οι διαπιστώσεις των οργανισμών ελέγχου ελαιολάδου στα τέσσερα σχετικά κράτη μέλη παρατίθενται στους πίνακες 4.6 και 4.7 . Το έργο των εν λόγω οργανισμών περιλαμβάνει ελέγχους στα ελαιοτριβεία (οι παραγωγοί πληρώνονται βάσει των ποσοτήτων ελαιολάδου που βεβαιώνουν τα ελαιοτριβεία). Όταν οι οργανισμοί διαπιστώσουν σφάλματα και αδυναμίες (όπως σφάλματα στη λογιστική καταχώριση ή δήλωση μεγαλύτερων ποσοτήτων), μπορούν να προτείνουν μια σειρά κυρώσεων, με σοβαρότερη την ανάκληση της έγκρισης. Μετά τους ελέγχους στα ελαιοτριβεία το 2003 (οι οποίοι είχαν αντίκτυπο στις πληρωμές του 2004), οι οργανισμοί πρότειναν την ανάκληση της έγκρισης για το 9 % των ελαιοτριβείων στα οποία πραγματοποιήθηκε επίσκεψη. Εντούτοις, οι προτάσεις αυτές συχνά δεν εφαρμόζονται από τις αρχές των κρατών μελών (βλέπε ετήσια έκθεση για το 2003, σημείο 4.39).

4.45.

Η ποιότητα του ελέγχου στα ελαιοτριβεία αποτελεί, επίσης, μείζονος σημασίας θέμα (βασικός έλεγχος) για την Επιτροπή. Περιλαμβάνει, όχι μόνον την ποιότητα του ίδιου του ελέγχου, αλλά και την ποιότητα της συνέχειας που δίδεται στις προτάσεις των ελεγκτικών φορέων. Η αδικαιολόγητη μη εφαρμογή προτάσεων επιβολή κυρώσεων αποτελεί τη βάση για την εφαρμογή δημοσιονομικών διορθώσεων από την Επιτροπή.

Πίνακας 4.6 — Οργανισμοί ελέγχου ελαιολάδου: έλεγχοι σε ελαιοτριβεία (2002-2003), όσον αφορά τις αιτήσεις ενίσχυσης που πληρώθηκαν το 2004

Κράτος μέλος

Αριθμός ελαιοτριβείων

Ελεγχθέντα ελαιοτριβεία

Προτάσεις ανάκλησης της έγκρισης

Σύνολο

Λεπτομερώς

Συνοπτικά (35)

Αριθ.

%

Αριθ.

%

Αριθ.

%

Αριθ.

% ελεγχθέντων ελαιοτριβείων

Ελλάδα

2 198

1 097

49,9

739

33,6

358

16,3

180

16,4

Ισπανία

1 686

958

56,8

825

48,9

133

7,9

73

7,6

Ιταλία

5 762

3 124

54,2

1 852

32,1

1 272

22,1

285

9,1

Πορτογαλία

579

428

73,9

428

73,9

 (36)

 (36)

22

5,1

Σύνολο

10 225

5 607

54,8

3 844

37,6

1 763

17,2

560

10,0

Πηγή: Ετήσιες εκθέσεις των οργανισμών ελέγχου ελαιολάδου της Ελλάδας, Ισπανίας, Ιταλίας και της Πορτογαλίας για το 2002-2003.

Πίνακας 4.7 — Οργανισμοί ελέγχου ελαιολάδου: έλεγχοι σε παραγωγούς (2002-2003), όσον αφορά τις αιτήσεις ενίσχυσης που πληρώθηκαν το 2004

Κράτος μέλος

Αριθμός παραγωγών

Ελεγχθέντες παραγωγοί

Κατάργηση ή μείωση ενίσχυσης

Σύνολο

Επιτόπου

Βάσει εγγράφων

Αριθ.

%

Αριθ.

%

Αριθ.

%

Αριθ.

% ελεγχθέντων παραγωγών

Ελλάδα

593 500

3 591

0,6

2 619

0,4

972

0,2

37

1,0

Ισπανία

485 000

1 324

0,3

943

0,2

381

0,1

47

3,5

Ιταλία

932 822

2 013

0,2

432

0,0

1 581

0,2

63

3,1

Πορτογαλία

148 542

1 768

1,2

1 768

1,2

N/A

0,0

271

15,3

Σύνολο

2 159 864

8 696

0,4

5 762

0,3

2 934

0,1

418

4,8

Πηγή: Ετήσιες εκθέσεις των οργανισμών ελέγχου ελαιολάδου της Ελλάδας, Ισπανίας, Ιταλίας και της Πορτογαλίας για το 2002-2003.

Αγροτική ανάπτυξη

4.46.

Το 2004, οι δαπάνες για την αγροτική ανάπτυξη του ΕΓΤΠΕ-τμήμα Εγγυήσεων ανήλθαν σε 5 395 εκατομμύρια ευρώ (37) (12 % των δαπανών της ΚΓΠ). Το ποσό αυτό καλύπτει τις δαπάνες για τα γεωργοπεριβαλλοντικά καθεστώτα, τα αντισταθμιστικά ποσά για τη γεωργία σε μειονεκτικές περιοχές, τη δασοκομία, τις επενδύσεις, υποστήριξη των νέων αγροτών και των συνταξιοδοτούμενων αγροτών. Τα καθεστώτα αυτού του είδους προβλέπουν συχνά σχετικά περίπλοκους όρους επιλεξιμότητας, ο έλεγχος των οποίων συνεπάγεται συχνά δυσκολίες και δαπάνες και, για το λόγο αυτό, εμπεριέχουν υψηλό κίνδυνο παρατυπίας.

 

4.47.

Όσον αφορά τις δαπάνες αγροτικής ανάπτυξης, οι οργανισμοί πιστοποίησης διατύπωσαν επιφύλαξη στο πλαίσιο της ελεγκτικής γνώμης τους για 12 οργανισμούς πληρωμών (38), αν και με περιορισμένο οικονομικό αντίκτυπο. Οι λόγοι για τους οποίους οι λογαριασμοί συνοδεύονταν από επιφυλάξεις ήταν ουσιώδη σφάλματα, μη επιλέξιμες δαπάνες και απουσία δικαιολογητικών· οι επιφυλάξεις αφορούσαν κυρίως τα γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα και τις επενδύσεις στη γεωργία και στη δασοκομία. Σε δύο περιπτώσεις, η Επιτροπή έχει ήδη αρχίσει την παρακολούθηση των αδυναμιών που εντόπισε (Ελλάδα και Λουξεμβούργο).

 

4.48.

Τα περισσότερα δικαιώματα στις ενισχύσεις αγροτικής ανάπτυξης εξαρτώνται από την εκπλήρωση ορισμένων υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν οι δικαιούχοι, όπως η τήρηση ορθών γεωργικών πρακτικών, και υπολογίζονται βάσει του αριθμού των καλλιεργούμενων εκταρίων, του αριθμού των ζώων κ.λπ. Το Συνέδριο, στην ειδική έκθεσή του σχετικά με τα γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα (βλέπε σημεία 4.98 και 4.99), το σημαντικότερο είδος δαπάνης στον τομέα της αγροτικής ανάπτυξης, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επαλήθευση αυτού του είδους των δαπανών δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα και ότι σπάνια μπορεί να οδηγήσει, με λογικό κόστος, σε εύλογη βεβαιότητα σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών.

4.48.

Ο έλεγχος των γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων, εξαιτίας του πολύπλοκου χαρακτήρα του, είναι πολύ απαιτητικός τόσο από τεχνική όσο και από χρηματοδοτική άποψη. Ως εκ τούτου, ένας διεξοδικότερος έλεγχος των μέτρων αυτών θα είχε δυσανάλογο πρόσθετο κόστος με περιορισμένη προστιθέμενη αξία όσον αφορά την ελαχιστοποίηση των κινδύνων. Βλ. επίσης απάντηση στα σημεία 4.98-4.99.

Λοιπές δαπάνες

4.49.

Οι δαπάνες που δεν αναφέρονται στα σημεία 4.35 έως 4.48 ανέρχονται σε 8 674 εκατομμύρια ευρώ και περιλαμβάνουν τις επιστροφές κατά την εξαγωγή (3 384 εκατομμύρια ευρώ), τις επιδοτήσεις για την απόσυρση και αποθεματοποίηση της πλεονασματικής παραγωγής, ορισμένα μικρότερα καθεστώτα επιδοτήσεων και τις δαπάνες στον κτηνιατρικό τομέα.

 

4.50.

Το Συνέδριο εξέτασε τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή παρακολούθησε την εφαρμογή δύο κανονισμών που αφορούν δαπάνες που δεν καλύπτονται από το ΟΣΔΕ και, στο πλαίσιο της παρούσας έκθεσης, κατατάσσονται κυρίως στις λοιπές δαπάνες.

 

4.51.

Το 2004, η παρακολούθηση εκ μέρους της Επιτροπής των ελέγχων μετά τις πληρωμές θα μπορούσε να ήταν εκτενέστερη. Σημαντικό μέρος των προγραμματισμένων ελέγχων δεν ολοκληρώθηκαν και τα στοιχεία που κοινοποίησαν τα κράτη μέλη σχετικά με την αξία, τη φύση και την κατανομή των σφαλμάτων, καθώς και την αξία των πράξεων που υπέβαλαν σε έλεγχο ήταν ελλιπή. Λαμβανομένων υπόψη αυτών των δύο παραγόντων, το Συνέδριο θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν διέθετε επαρκή βάση προκειμένου να αποκομίσει βεβαιότητα βάσει των εργασιών που πραγματοποιήθηκαν) (βλέπε σημείο 4.10).

4.51.

Η Επιτροπή παρακολούθησε εκ του σύνεγγυς τους ελέγχους μετά την πληρωμή και το 2004, αναλύοντας τα έγγραφα που διαβίβασαν τα κράτη μέλη και επισκεπτόμενη διάφορα κράτη μέλη προκειμένου να ελέγξει την εκτέλεση των επιτόπιων επιθεωρήσεων βάσει του κανονισμού (βλ. απάντηση στο σημείο 4.10).

Εκτιμώντας,

ότι οι εκ των υστέρων έλεγχοι πληρωμών αποτελούν ένα πρόσθετο και συμπληρωματικό επίπεδο ελέγχου σε σχέση με τους ελέγχους πριν από την πληρωμή (οι οποίοι για την πλειονότητα των μέτρων παρέχουν ήδη εύλογη βεβαιότητα), και

ότι το μεγαλύτερο μέρος του απαιτούμενου ελάχιστου αριθμού ελέγχων πριν από την πληρωμή είχε πραγματοποιηθεί έως τα τέλη του 2004, και

ότι τα κράτη μέλη κοινοποίησαν στις ετήσιες εκθέσεις τους τον αριθμό, την αξία και τη φύση των παρατυπιών που εντοπίσθηκαν, καθώς και την αξία των συναλλαγών που ελέγχθηκαν,

η Επιτροπή διέθετε επαρκή στοιχεία ώστε να βασίσει ένα μέρος της απαιτούμενης βεβαιότητας στο έργο που επιτελέσθηκε (βλ. απάντηση στο σημείο 4.52).

Μολονότι θα βελτιωθεί περαιτέρω, η ποιότητα της πληροφόρησης είναι ήδη επαρκής ώστε να παρέχει βεβαιότητα για το έργο που επιτελέσθηκε.

4.52.

Οι φυσικοί έλεγχοι και οι έλεγχοι των εγγράφων σε εμπορεύματα τη στιγμή της εξαγωγής, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 386/90, θα έπρεπε να καλύπτουν τουλάχιστον το 5 % των περισσότερων επιδοτούμενων εξαγωγών. Η Επιτροπή εκτέλεσε πρόγραμμα αποστολών σε επτά κράτη μέλη και, βάσει των προσωρινών διαπιστώσεών της, υπάρχουν αδυναμίες στην εκτέλεση αυτών των ελέγχων (βλέπε σημεία 4.11 έως 4.14). Η Επιτροπή δεν αναφέρει το βαθμό της βεβαιότητας που μπορεί να αποκομισθεί από αυτούς.

4.52.

Οι αρχές έχουν στη διάθεσή τους ένα πλήρες φάσμα φυσικών ελέγχων, ελέγχων πριν από την πληρωμή και ελέγχων μετά την πληρωμή που των κρατών μελών και οι αδυναμίες που ανακαλύπτονται σε οποιοδήποτε είδος ελέγχου πρέπει να αξιολογούνται μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Ωστόσο, οι τυχόν αποτυχίες στους ελέγχους υπόκεινται σε δημοσιονομική διόρθωση στο πλαίσιο της εκκαθάρισης λογαριασμών.

Συνεπώς, ο Γενικός Διευθυντής αποκομίζει βεβαιότητα από το σύνολο του συστήματος εκκαθάρισης λογαριασμών. Οι υποψήφιοι προς έλεγχο επιλέγονται βάσει μιας ετήσιας ανάλυσης κινδύνου που σχολιάζεται προηγουμένως θετικά από το Συνέδριο, και ο Γενικός Διευθυντής αντλεί βεβαιότητα από το σύνολο των ελέγχων και την παρακολούθησή τους.

4.53.

Μολονότι η αξία των επιστροφών κατά την εξαγωγή αντιστοιχεί σε λιγότερο από το 10 % του προϋπολογισμού της ΚΓΠ για το 2004, ο τομέας αυτός αντιπροσωπεύει σχεδόν το 26 % των παρατυπιών που εμφανίζονται στο πλαίσιο της ΚΓΠ και κοινοποιούνται στην Επιτροπή βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 595/91 (39). Για το λόγο αυτό, η Επιτροπή πρέπει να βελτιώσει το σύστημα παρακολούθησης των ελέγχων μετά την πληρωμή και να αναφέρει τις διαπιστώσεις της σχετικά με την εκτέλεση των φυσικών ελέγχων καθώς και το βαθμό βεβαιότητας που μπορεί να αποκομισθεί από αυτούς.

4.53.

Η Επιτροπή ήδη έχει αρχίσει τακτικούς ελέγχους όσον αφορά συγκεκριμένες πτυχές των ελέγχων μετά την πληρωμή για επιστροφές κατά την εξαγωγή, όπως αναφέρει το Συνέδριο στο σημείο 4.10.β).

Όσον αφορά τους φυσικούς ελέγχους, η Επιτροπή δεν κρίνει σκόπιμο να δημοσιεύσει συγκεκριμένα πορίσματα προτού ολοκληρωθεί η εκκαθάριση λογαριασμών.

Το δυσανάλογο μερίδιο των επιστροφών κατά την εξαγωγή στις παρατυπίες της ΚΓΠ οφείλεται, εν μέρει τουλάχιστον, στο ότι οι πληρωμές επιστροφών κατά την εξαγωγή είναι, κατά μέσο όρο, σημαντικά μεγαλύτερες από τις πληρωμές για άλλα μέσα παρέμβασης και ιδίως τις άμεσες πληρωμές. Ως εκ τούτου, οι παρατυπίες στις επιστροφές κατά την εξαγωγή είναι πιθανότερο να υπερβαίνουν το όριο των 4 000 ευρώ πάνω από το οποίο οφείλουν να αναφέρονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 595/91.

4.54.

Το Συνέδριο διαπίστωσε αδυναμίες στις επιδοτήσεις της σταφίδας (Ελλάδα, το πρόβλημα αναφερόταν επίσης στην ετήσια έκθεση τόσο για το 2002 όσο και για το 2003) και των ξηρών καρπών (Ισπανία).

4.54.

Η Επιτροπή έχει επιφέρει και θα συνεχίσει να προτείνει δημοσιονομικές διορθώσεις για τις ελλείψεις που διαπιστώνονται στον τομέα της σταφίδας.

Όσον αφορά το σχολικό γάλα και τους ξηρούς καρπούς, η Επιτροπή σκοπεύει να παρακολουθήσει τις σχετικές υποθέσεις.

Συμπέρασμα και συστάσεις

Γενικό συμπέρασμα

4.55.

Όπως και κατά τα προηγούμενα έτη, το Συνέδριο διαπίστωσε, βασιζόμενο σε επανεμφανιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, ότι οι δαπάνες της ΚΓΠ, στο σύνολό τους και βάσει στοιχείων από όλες τις διαθέσιμες πηγές, εξακολούθησαν να επηρεάζονται από ουσιώδη σφάλματα. Το Συνέδριο αναγνωρίζει ότι οι βαθμοί κινδύνου και αδυναμιών που αντιστοιχούν στις κυριότερες κατηγορίες δαπανών της ΚΓΠ είναι διαφορετικοί.

4.55.

Η Επιτροπή συμπεραίνει από την παρατήρηση αυτή, σε συνδυασμό με τις παρατηρήσεις στα σημεία 4.38 και 4.42 ότι για τις γεωργικές δαπάνες τις οποίες διαχειρίζεται και ελέγχει το ΟΣΔΕ η κατάσταση είναι ικανοποιητική. Οι κίνδυνοι που εντόπισε το Συνέδριο είναι συγκεντρωμένοι στα άλλα μέτρα της ΚΓΠ (βλ. σημείο 4.57). Προς το παρόν το ΟΣΔΕ καλύπτει περίπου το 60 % των δαπανών της ΚΓΠ. Επισημαίνεται ότι οι μεταρρυθμίσεις της ΚΓΠ το 2003 και το 2004 ελαττώνουν ακόμη περισσότερο το συνολικό κίνδυνο με την επέκταση των δαπανών που καλύπτει το ΟΣΔΕ σε περίπου 80 %.

Ως γενική παρατήρηση για τα παρατηρηθέντα σφάλματα, επισημαίνονται τα εξής: Εξαιτίας της μικρής προθεσμίας για την υποβολή της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου, το συμπέρασμα του Συνεδρίου για τις επιμέρους υποθέσεις συνάγεται προτού απαντήσουν όλα τα κράτη μέλη στα πορίσματα του Συνεδρίου. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής σε συνεργασία, εφόσον είναι αναγκαίο, με τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, προβαίνουν σε διεξοδική ανάλυση των σφαλμάτων που διαπιστώνει το Συνέδριο, ορισμένα από τα οποία δεν οδηγούν σε δημοσιονομική διόρθωση της εκκαθάρισης λογαριασμών.

4.56.

Το αποτέλεσμα των εργασιών του Συνεδρίου δείχνει ότι το ΟΣΔΕ (25 000 εκατομμύρια ευρώ), εάν εφαρμόζεται σωστά, αποτελεί αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου για τον περιορισμό του κινδύνου των παράτυπων δαπανών. Στην Ελλάδα, μολονότι τα στοιχεία που αποτελούν το ΟΣΔΕ τυπικά υπάρχουν, η λειτουργία του συστήματος παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες με αποτέλεσμα την αναξιοπιστία του (1 000 εκατομμύρια ευρώ).

4.56.

Η Επιτροπή ασπάζεται τη γνώμη του Συνεδρίου ότι το ΟΕΣΔ είναι ένα αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου για τον περιορισμό του κινδύνου των παράτυπων δαπανών.

Στην Ελλάδα εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές αδυναμίες όσον αφορά την εφαρμογή του συστήματος, οι οποίες αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο του προγράμματος δράσης που συνίσταται σε ένα ενισχυμένο πρόγραμμα δημοσιονομικού ελέγχου με εκκαθάριση λογαριασμών — βλ. επίσης απάντηση στο σημείο 4.8.

4.57.

Όλες οι άλλες δαπάνες (19 500 εκατομμύρια ευρώ) που δεν μπορούν να ελεγχθούν μέσω του ΟΣΔΕ παρουσιάζουν μεγαλύτερους κινδύνους, επειδή τα συστήματα που διατίθενται για τον έλεγχό τους δεν είναι τόσο αποτελεσματικά.

4.57.

Ακόμη και αν οι λοιπές δαπάνες ενέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο, πρέπει να σημειωθεί ότι η διαχείριση πολλών από τα καθεστώτα αυτά είναι συμβατή με το ΟΣΔΕ. Επιπλέον, οι εν λόγω δαπάνες υπόκεινται σε πρόσθετους ελέγχους, δηλαδή εκ των υστέρων ελέγχους βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89.

Έλεγχοι μετά την πληρωμή

4.58.

Λόγω της περιορισμένης εμβέλειας της παρακολούθησης εκ μέρους της Επιτροπής (η οποία συνίστατο σε επισκέψεις μόνο σε τρία κράτη μέλη για τον έλεγχο της πλήρους εφαρμογής το 2004) και της συσσώρευσης ανολοκλήρωτων ελέγχων, και δεδομένου ότι ήδη στην ετήσια έκθεση του Συνεδρίου για το 2003 επισημαίνονταν αδυναμίες (40), το Συνέδριο δεν μπορεί να συμφωνήσει με τη βάση της δήλωσης της Επιτροπής στην ετήσια έκθεση δραστηριότητας στην οποία αναφέρει: Βάσει των υποβληθέντων πληροφοριακών στοιχείων και των αποστολών που πραγματοποιούνται επιτόπου κάθε χρόνο, προκειμένου να αξιολογηθεί η εφαρμογή του κανονισμού, μπορεί να συναχθεί ότι από τους ελέγχους του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89 αποκομίζεται εύλογη βεβαιότητα όσον αφορά τη συμμόρφωση με την κοινοτική νομοθεσία των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν στους τομείς που καλύπτονται από τον κανονισμό.

4.58.

Όπως αναφέρεται στο σημείο 4.10, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι έχει εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις της, σύμφωνα με τα όσα ορίζει ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89. Λήφθηκαν και αναλύθηκαν προτάσεις ανάλυσης κινδύνου, ετήσια προγράμματα, ετήσιες εκθέσεις, αιτήσεις και απαντήσεις αμοιβαίας βοήθειας, καταστάσεις πληρωμών προς επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη, καθώς και άλλες μορφές επικοινωνίας και παροχής πληροφοριών. Εκτός από τις τρεις αποστολές που ανέφερε το Συνέδριο, προγραμματίζονται άλλες έξι το 2005. Επιπλέον, από το 2001 πραγματοποιούνται τακτικές αποστολές που καλύπτουν συγκεκριμένες πτυχές του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89 για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή. Όλες οι ερωτήσεις ή έρευνες από τα κράτη μέλη έλαβαν απάντηση.

Λαμβάνοντας υπόψη τους ανωτέρω λόγους, καθώς και τα ακόλουθα:

ότι οι εκ των υστέρων έλεγχοι πληρωμών αποτελούν ένα πρόσθετο και συμπληρωματικό επίπεδο ελέγχου σε σχέση με τους ελέγχους πριν από την πληρωμή (οι οποίοι για την πλειονότητα των μέτρων παρέχουν ήδη σχετικά πλήρεις εγγυήσεις), και

ότι το μεγαλύτερο μέρος του απαιτούμενου ελάχιστου αριθμού ελέγχων μετά την πληρωμή είχε πραγματοποιηθεί μέχρι τα τέλη του 2004, και

ότι τα κράτη μέλη κοινοποίησαν στις ετήσιες εκθέσεις τους τον αριθμό, την αξία και τη φύση των παρατυπιών που εντοπίσθηκαν, καθώς και την αξία των συναλλαγών που ελέγχθηκαν,

Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89 συμβάλλουν στη συνολική βεβαιότητα όσον αφορά τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών του 2004.

Εκκαθάριση των λογαριασμών

4.59.

Οι εκθέσεις των οργανισμών πιστοποίησης δημιουργούν τη βεβαιότητα ότι οι οικονομικές πληροφορίες που παρέχουν οι οργανισμοί πληρωμών (και ενσωματώνονται στους λογαριασμούς της Επιτροπής) είναι κατ’ ουσίαν ακριβείς (41). Γενικά, η απόφαση δημοσιονομικής εκκαθάρισης της Επιτροπής για το 2004 βασίστηκε σωστά στις εργασίες των οργανισμών πιστοποίησης σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών και αντιμετώπισε ορθά τις αποφάσεις για αναβολή της έγκρισης των λογαριασμών (βλέπε σημεία 4.19 έως 4.21).

 

4.60.

Ωστόσο, το έργο των οργανισμών πιστοποίησης [όπως καθορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1663/95] δεν αποσκοπεί στο να παρέχει -και ούτε παρέχει- άμεση διαβεβαίωση ότι οι πληροφορίες που κοινοποιούν οι αιτούντες και χρησιμοποιούν οι οργανισμοί πληρωμών για τον υπολογισμό της οφειλόμενης πληρωμής, είναι σωστές και, ως εκ τούτου, οι πληρωμές είναι νόμιμες και κανονικές. Το Συνέδριο εμμένει στην άποψη ότι η πιστοποίηση (ή οποιοσδήποτε άλλος κρίκος της αλυσίδας ελέγχου) πρέπει να καλύπτει τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών σε επίπεδο δικαιούχων (42) — οι τρέχοντες μηχανισμοί δημιουργούν στο Συνέδριο περιορισμένη βεβαιότητα, δεδομένου ότι συνήθως οι οργανισμοί πιστοποίησης δεν ελέγχουν τους δικαιούχους των ενισχύσεων.

4.60.

Όπως ήδη αναφέρθηκε στην απάντηση της Επιτροπής στην ετήσια έκθεση του Συνεδρίου το 2003, η σύσταση και η έγκριση των οργανισμών πληρωμών των κρατών μελών, η ετήσια διαδικασία πιστοποίησης και η εφαρμογή των διαφόρων συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου, περιλαμβανομένου του ΟΣΔΕ, επιτρέπει μεγάλο βαθμό αξιοπιστίας όσον αφορά τους ελέγχους επί των δεδηλωμένων δαπανών.

Προκειμένου να βελτιωθεί ακόμη περισσότερο το σύστημα στο σύνολό του, ο νέος βασικός κανονισμός για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής προβλέπει ότι οι επικεφαλής των οργανισμών πληρωμών θα υπογράφουν στο εξής δήλωση αξιοπιστίας εκ των υστέρων σχετικά με την νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών τους.

4.61.

Οι αποφάσεις συμφωνίας της Επιτροπής, με τις οποίες μπορεί να αποκλείσει δαπάνες από την κοινοτική χρηματοδότηση, δεν ήταν πλήρεις για όλα τα οικονομικά έτη μετά το 1998 (βλέπε σημείο 4.24).

4.61.

Όπως αναφέρεται στην απάντηση στο σημείο 4.24, η κατάσταση τον Ιούνιο του 2005 είχε ως εξής: το 94,3 % των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν το 2001 (που επιτρέπουν δημοσιονομικές διορθώσεις αναδρομικά έως το 1999) και το 78,7 % των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν το 2002 (που επιτρέπουν δημοσιονομικές διορθώσεις αναδρομικά έως το 2000) είχαν ολοκληρωθεί.

Ετήσια έκθεση δραστηριότητας του γενικού διευθυντή Γεωργίας

4.62.

Παρά τις βελτιώσεις, η έκθεση παρέχει περιορισμένη κάλυψη και βεβαιότητα σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών του 2004. Το γεγονός ότι η έκθεση δεν μπορεί να αναφέρει σε ποιο βαθμό οι δαπάνες ενδέχεται να επηρεάζονται από μεταγενέστερες δημοσιονομικές διορθώσεις περιορίζει τη βεβαιότητα την οποία το Συνέδριο μπορεί να αποκομίσει από αυτήν. Επίσης, η έκθεση δεν επιβεβαιώνει ότι τα ποσά που καταβάλλονται παράτυπα ανακτώνται μέσω της διαδικασίας εκκαθάρισης των λογαριασμών καθώς των διαδικασιών ανάκτησης που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη.

4.62.

Η Ετήσια Έκθεση Δραστηριότητας και η ετήσια δήλωση της ΓΔ Γεωργίας βασίζονται στη βεβαιότητα που αποκομίζεται από τα υφιστάμενα συστήματα και τη λειτουργία τους. Η έκθεση δραστηριότητας εξηγεί την αλυσίδα ελέγχων που ασκούνται επί των δαπανών της ΚΓΠ που πραγματοποιούνται υπό επιμερισμένη διαχείριση. Το σύστημα αυτό παρέχει εύλογη βεβαιότητα με την ολοκλήρωση της διαδικασίας θα έχουν διαπιστωθεί τα τυχόν μεγάλα προβλήματα και θα έχουν επιβληθεί οι κατάλληλες δημοσιονομικές διορθώσεις στα κράτη μέλη. Αυτό αποτελεί τη βάση επί της οποίας ο Γενικός Διευθυντής δύναται να παράσχει τη Δήλωση Αξιοπιστίας.

Έως την υπογραφή της ετήσιας δήλωσης, ενδέχεται να πρέπει να υποστούν έλεγχο της εκκαθάρισης λογαριασμών και τυχόν δημοσιονομικές διορθώσεις όλες οι δαπάνες υπό επιμερισμένη διαχείριση. Αυτό οφείλεται στη φύση του συστήματος της επιμερισμένης διαχείρισης, υπακούει στη νομοθεσία της ΕΕ και δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως περιοριστικός παράγοντας για τον Γενικό Διευθυντή σε σχέση με την υποβολή της ετήσιας δήλωσης.

Η βεβαιότητα συνεπικουρείται από τις ετήσιες δηλώσεις των οργανισμών πληρωμών που προβλέπονται στο νέο δημοσιονομικό κανονισμό για την ΚΓΠ, καθώς και από άλλα μέτρα που πρότεινε η Επιτροπή στην ανακοίνωσή της COM(2005) 252 τελικό, σχετικά με το χάρτη πορείας προς ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου.

Συστάσεις

4.63.

Η Επιτροπή πρέπει να μεριμνήσει ώστε:

4.63.

 

α)

να βελτιωθούν οι έλεγχοι των δαπανών της ΚΓΠ στους τομείς όπου εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες·

α)

Η Επιτροπή είναι αποφασισμένη να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που συνεχίζουν να υπάρχουν, όπως η εφαρμογή του ΟΣΔΕ στην Ελλάδα. Στο πλαίσιο αυτό επισημαίνεται ότι οι μεταρρυθμίσεις της ΚΓΠ το 2003 και, για τα μεσογειακά προϊόντα, το 2004 ελαττώνουν το συνολικό κίνδυνο με την επέκταση του φάσματος δαπανών που καλύπτει το ΟΣΔΕ.

β)

όπως είχε αναφερθεί και κατά το παρελθόν έτος, να βελτιώσει την παρουσίαση των αποτελεσμάτων όλων των συστημάτων εποπτείας. Συγκεκριμένα, πρέπει να αξιοποιήσει περισσότερο τους ελέγχους μετά την πληρωμή για τον εντοπισμό των παράτυπων πληρωμών στο πλαίσιο της ΚΓΠ επιλύοντας το πρόβλημα των ελλείψεων στα δεδομένα που ζητά από τα κράτη μέλη, ιδίως με αναφορά της αξίας των πράξεων που υποβλήθηκαν σε έλεγχο και των παρατυπιών που εντοπίστηκαν ανά κονδύλιο του προϋπολογισμού [βλέπε σημείο 4.10 στοιχείο α)]. Πρέπει να αξιολογεί την ποιότητα των διενεργούμενων ελέγχων και, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, να προγραμματίζει περαιτέρω επισκέψεις στα κράτη μέλη [βλέπε σημείο 4.10 στοιχείο β)], καθώς και να λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα για την ολοκλήρωση των προβλεπόμενων προγραμμάτων [βλέπε σημείο 4.10 στοιχείο γ)]·

β)

Πρώτον, η Επιτροπή δέχεται ότι μπορεί να βελτιωθεί η πληροφόρηση που παρέχεται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89 και προς το σκοπό αυτόν, θα υποβάλει πρόταση τροποποίησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 4/2004 της Επιτροπής. Θα καθιερωθεί η χρήση πινάκων για την κοινοποίηση της αξίας των ελεγμένων συναλλαγών και των διαπιστωμένων παρατυπιών ούτως ώστε να μπορεί να υπολογισθεί και να αναλυθεί ο αριθμός, η αξία και η φύση τους.

Δεύτερον, η Επιτροπή εξετάζει ήδη την ποιότητα των τακτικών ελέγχων. Κατά την περίοδο 2001-2004, πραγματοποιήθηκαν 27 αποστολές που περιελάμβαναν την επιθεώρηση των ελέγχων για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή που είχαν πραγματοποιηθεί βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89 από τη ΓΔ Γεωργίας. Η Επιτροπή, μετά την ετήσια έκθεση του Συνεδρίου το 2003, έλαβε περαιτέρω μέτρα προκειμένου να βελτιώσει την παρακολούθηση των πραγματοποιούμενων ελέγχων προγραμματίζοντας τρεις αποστολές γενικού χαρακτήρα το 2004 και άλλες έξι το 2005, καθώς και δέκα αποστολές για θέματα συμμόρφωσης, το 2005.

Τέλος, στην πρόταση τροποποίησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 4/2004 της Επιτροπής προβλέπονται νέοι τρόποι εντοπισμού και αναφοράς των καθυστερημένων υποθέσεων ούτως ώστε οι έρευνες που δεν ολοκληρώνονται κατά την περίοδο αναφοράς να μπορούν να παρακολουθούνται στις εκθέσεις των επόμενων περιόδων αναφοράς. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή εξετάζει, επίσης, τους λόγους για τους οποίους δεν ολοκληρώθηκαν εγκαίρως τα προγράμματα ελέγχου σε ορισμένα κράτη μέλη και, κατά περίπτωση, θα ζητήσει διευκρινίσεις από αυτά.

γ)

να εξασφαλίσει ότι τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου παρέχουν βεβαιότητα σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των συναλλαγών σε επίπεδο τελικού δικαιούχου·

γ)

Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι τα υφιστάμενα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου, εάν είναι σωστά ενταγμένα στο πλαίσιο μιας πολυετούς διαδικασίας, ήδη παρέχουν επαρκείς εγγυήσεις όσον αφορά τη νομιμότητα και την κανονικότητα των συναλλαγών σε επίπεδο τελικού δικαιούχου. Η όλη διαδικασία διαιρείται σε μια ετήσια δημοσιονομική εκκαθάριση, αφενός, και μια πολυετή εκκαθάριση βάσει της συμμόρφωσης, αφετέρου, που επιτρέπει στην Επιτροπή να αποκλείει από την κοινοτική χρηματοδότηση δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν λιγότερο από 24 μήνες προ της γραπτής κοινοποίησης από μέρους της των αποτελεσμάτων των ελέγχων που πραγματοποίησε στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

Με βάση τα ανωτέρω, δεν μπορεί να αποκτάται σε ετήσια βάση εύλογη βεβαιότητα ως προς τη νομιμότητα και την κανονικότητα των συναλλαγών που πραγματοποιήθηκαν υπό επιμερισμένη διαχείριση μόνον με βάση τους ελέγχους των υπηρεσιών της Επιτροπής, αλλά πρέπει να λαμβάνεται ως προϋπόθεση ότι τα κράτη μέλη έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά τη διαχείριση και τους ελέγχους. Στις περιπτώσεις που οι έλεγχοι της Επιτροπής εντοπίζουν ελλείψεις, θα εκτιμάται ο κίνδυνος μη επιλέξιμων δαπανών και θα γίνονται οι κατάλληλες δημοσιονομικές διορθώσεις.

δ)

να υπολογίζει σωστά το επίπεδο των παρατυπιών και να εξασφαλίζει την ανάκτηση των σχετικών ποσών μέσω των διαφόρων διαδικασιών·

δ)

Όσον αφορά τη ζητηθείσα εκτίμηση του ύψους των παρατυπιών η Επιτροπή θεωρεί ότι οι συνολικές δημοσιονομικές διορθώσεις για ένα συγκεκριμένο έτος, σε συνδυασμό με τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν σε τελικούς δικαιούχους σε εθνικό επίπεδο, παρέχουν μια πολύτιμη εκτίμηση του συνολικού ύψους των παράτυπων πληρωμών.

Η ανάκτηση ποσών που απωλέσθηκαν ως αποτέλεσμα παρατυπιών υπάγεται στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Η Επιτροπή δίνει συνέχεια στις εθνικές διαδικασίες ανάκτησης βάσει του άρθρου 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1258/1999.

ε)

στη δήλωση του γενικού διευθυντή, να γίνεται διάκριση μεταξύ, αφενός, των δαπανών που έχουν επαληθευτεί (και έχουν υποβληθεί ενδεχομένως σε διορθώσεις) και για τις οποίες ο γενικός διευθυντής μπορεί να παράσχει εύλογη (ή καμία) διαβεβαίωση και, αφετέρου, εκείνων που αποτελούν αντικείμενο περαιτέρω επαληθεύσεων (και πιθανών διορθώσεων)·

ε)

Η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι δεν θα ήταν σκόπιμο να γίνεται διάκριση στην ΕΕΔ, όπως προτείνει το Συνέδριο, μεταξύ δαπανών που έχουν ήδη ελεγχθεί και δαπανών που θα αποτελέσουν αντικείμενο περαιτέρω επαλήθευσης. Δεδομένου του πολυετούς χαρακτήρα της εκκαθάρισης βάσει της συμμόρφωσης, μια τέτοια διάκριση θα ήταν σε μεγάλο βαθμό αυθαίρετη. Επιπλέον θα έθιγε το δικαίωμα υπεράσπισης που έχουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της εκκαθάρισης λογαριασμών.

στ)

να συνεχίσει τη διερεύνηση των λόγων για τους οποίους, όσον αφορά τους ελέγχους εκτάσεων στο πλαίσιο του ΟΣΔΕ, εκείνοι που πραγματοποιούνται σε τυχαία βάση εξακολουθούν να παρουσιάζουν υψηλότερο ποσοστό σφάλματος από ό,τι αυτοί που επιλέγονται βάσει ανάλυσης κινδύνου. Η Επιτροπή πρέπει επίσης να αναλύσει τα αποτελέσματα των αλλαγών που εισήχθησαν στην ανάλυση κινδύνου το 2004.

στ)

Κανονιστικές τροποποιήσεις που τέθηκαν σε ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 2004 θα βελτιώσουν την κατάσταση και η Επιτροπή συνεχίζει κανονικά τους ελέγχους της σχετικά με το θέμα.

Το αποτέλεσμα που περιγράφει το Συνέδριο περιορίζεται σε ορισμένα κράτη μέλη και οφείλεται στο ότι ορισμένες φορές οι έλεγχοι με τηλεανίχνευση ταξινομούνται ως τυχαίοι. Επιπλέον, από άποψη αριθμού γεωργών με παρατυπίες, τα αποτελέσματα της επιλογής βάσει κινδύνου παρουσιάζουν πράγματι μεγαλύτερη επιτυχία από εκείνα της τυχαίας επιλογής.

Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι χάρη στη μείωση των επιπέδων παρατυπιών και στους αποτελεσματικούς κατά 100 % διοικητικούς ελέγχους, η διαφορά μεταξύ αποτελεσμάτων από τυχαίους επιτόπιους ελέγχους και επιτόπιους ελέγχους βάσει κινδύνου, αναμένεται ότι θα είναι οριακή.

ΝΕΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ: ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ

Έγκριση των οργανισμών πληρωμών του ΕΓΤΠΕ στα νέα κράτη μέλη

4.64.

Μέχρι την 1η Μαΐου 2004, οι υποψήφιες χώρες όφειλαν να έχουν συστήσει και εγκρίνει τους οργανισμούς πληρωμών του ΕΓΤΠΕ.

 

4.65.

Τα νέα κράτη μέλη όφειλαν να ορίσουν μια αρχή αρμόδια για την έγκριση των οργανισμών πληρωμών. Η υπηρεσία που διενεργεί τον έλεγχο στο πλαίσιο της έγκρισης αυτής πρέπει να καταρτίσει αναφορά σχετικά με τις διοικητικές και λογιστικές προϋποθέσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν υιοθετηθεί για την προστασία των κοινοτικών συμφερόντων όσον αφορά τις πραγματοποιούμενες προκαταβολές, τις εγγυήσεις που συστήνονται, τα αποθέματα παρέμβασης και τα εισπρακτέα ποσά. Βάσει αυτής της έκθεσης, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους αποφασίζει εάν θα χορηγήσει προσωρινή ή οριστική έγκριση.

 

4.66.

Από τους 11 οργανισμούς πληρωμών, εγκρίθηκαν επτά (43), εκ των οποίων ωστόσο δύο έλαβαν έγκριση για περιορισμένο διάστημα (44) και τέσσερις τελούν υπό προσωρινό καθεστώς.

 

4.67.

Η Επιτροπή δεν επαλήθευσε εάν οι εν λόγω οργανισμοί πληρωμών πληρούν τα κριτήρια έγκρισης. Οι δαπάνες του 2004 ήταν ασήμαντες (19,5 εκατομμύρια ευρώ), αλλά σημαντικά ποσά θα καταλογιστούν προφανώς στο ΕΓΤΠΕ κατά το οικονομικό έτος 2005 του Ταμείου. Για το λόγο αυτό, είναι σημαντικό η Επιτροπή να ολοκληρώσει τις εργασίες της το συντομότερο δυνατόν.

4.67.

Το πρόγραμμα ελέγχων της Επιτροπής για το 2005, καλύπτει όλα τα νέα κράτη μέλη και θα πραγματοποιηθούν αποστολές σε όλα από τον Ιούνιο έως τον Νοέμβριο του 2005. Ως εκ τούτου όλοι οι νέοι οργανισμοί πληρωμών θα έχουν υποστεί έλεγχο πριν από την εκκαθάριση λογαριασμών για το οικονομικό έτος 2005.

Από το 2003, η Επιτροπή έχει αποδώσει μεγάλη σημασία στην ανάπτυξη των αναγκαίων διαρθρώσεων και έχει ενεργήσει σε μεγάλο βαθμό προδραστικά όσον αφορά τη συνέχεια που δόθηκε σε σχέση με καθένα από τα νέα κράτη μέλη (υποψήφιες χώρες την εποχή εκείνη). Στο πλαίσιο αυτό πραγματοποιήθηκαν αποστολές και καθορίστηκαν οι γραμμές γραπτής επικοινωνίας. Εκτός αυτού, οι υπηρεσίες της Επιτροπής συναντήθηκαν με κάθε νέο κράτος μέλος. Επίσης κατεγράφησαν τα μέτρα που ήταν αναγκαία για την αντιμετώπιση των διαπιστωθέντων προβλημάτων.

4.68.

Όπως φαίνεται στον πίνακα 4.8 , οι εκθέσεις έγκρισης αναφέρουν ότι πέντε οργανισμοί πληρωμών έχουν επιτύχει ικανοποιητικό επίπεδο συμμόρφωσης. Δύο παρουσιάζουν σημαντικές αδυναμίες σε δύο τομείς, ενώ οι υπόλοιποι τέσσερις έχουν αδυναμίες σε τουλάχιστον τέσσερις τομείς.

 

Πίνακας 4.8 — Συνοπτική παρουσίαση των αδυναμιών που εντοπίστηκαν στις εκθέσεις έγκρισης για τους οργανισμούς πληρωμών στα νέα κράτη μέλη (45)

Κράτος μέλος

Δαπάνες ΕΓΤΠΕ το 2004

(εκατoμμύρια ευρώ)

Οργανισμός πληρωμών

Γραπτές διαδικασίες

Διαχωρισμός καθηκόντων

Έλεγχοι των πληρωμών και σχετικές διαδικασίες

Λογιστικές διαδικασίες (46)

Ασφάλεια των συστημάτων πληροφορικής

Εσωτερικός έλεγχος

Εξουσιοδοτημένοι οργανισμοί (47)

Κύπρος

Κυπριακός οργανισμός αγροτικών πληρωμών

×

×

×

×

×

×

×

Τσεχική Δημοκρατια

4,70

Κρατικό ταμείο γεωργικής παρέμβασης (SZIF)

Κανένα σημαντικό πρόβλημα

Εσθονία

0,50

Συμβούλιο γεωργικού μητρώου και πληροφοριών (PRIA)

×

 

×

 

 

 

 

Ουγγαρία

0,50

Οργανισμός γεωργικής και αγροτικής ανάπτυξης (MVH)

×

 

×

×

×

 

×

Λεττονία

0,50

Υπηρεσία αγροτικής υποστήριξης (LAD)

×

×

×

×

 

 

 

Λιθουανία

0,50

Εθνικός οργανισμός πληρωμών (NMA)

Κανένα σημαντικό πρόβλημα

Πολωνία

10,80

Οργανισμός αναδιάρθρωσης και εκσυγχρονισμού της γεωργίας (ARiMR)

×

×

 

 

×

×

×

Πολωνία

Οργανισμός γεωργικών αγορών (ARR)

Κανένα σημαντικό πρόβλημα

Μάλτα

Υπηρεσία «οργανισμού πληρωμών» του Υπουργείου Αγροτικών Υποθέσεων και Περιβάλλοντος

 

 

 

 

×

 

×

Σλοβακική Δημοκρατία

1,40

Γεωργικός οργανισμός πληρωμών (PPA)

Κανένα σημαντικό πρόβλημα

Σλοβενία

0,10

Οργανισμός γεωργικών αγορών και αγροτικής ανάπτυξης

Κανένα σημαντικό πρόβλημα

Πηγή: Εκθέσεις σχετικά με την έγκριση που παρείχαν στο Συνέδριο οι αρμόδιες αρχές.

SAPARD — Ικανοποιητική εποπτεία αλλά ορισμένες αδυναμίες στην αξιολόγηση των αιτήσεων

4.69.

Στόχος του ειδικού προγράμματος προσχώρησης στους τομείς της γεωργίας και της αγροτικής ανάπτυξης (SAPARD) (48) είναι να βοηθήσει τις δέκα δικαιούχους χώρες της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης (49) να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της διαρθρωτικής προσαρμογής στους τομείς της γεωργίας και της αγροτικής ανάπτυξης καθώς και να συμβάλει στην εφαρμογή της κοινής γεωργικής πολιτικής και των συναφών πολιτικών (βλέπε κεφάλαιο 8).

 

4.70.

Η περίοδος σύναψης συμβάσεων για τις χώρες αυτές, οι οποίες προσχώρησαν στην ΕΕ την 1η Μαΐου 2004, έληξε το 2004. Ωστόσο, θα εξακολουθήσουν να γίνονται πληρωμές για τα έργα των οποίων οι συμβάσεις έχουν συναφθεί κατά τα προηγούμενα έτη. Κατά τη διάρκεια αυτής της τελικής περιόδου σύναψης συμβάσεων (50), λόγω του χαμηλού ποσοστού εκτέλεσης των πρώτων ετών (51), ένας μεγάλος αριθμός αιτήσεων διεκπεραιώθηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Κατά συνέπεια, η ποιότητα αυτών των αξιολογήσεων και οι σχετικές αιτήσεις για πληρωμές εμπεριέχουν υψηλότερο κίνδυνο.

4.70.

Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου (από το πρόγραμμα Sapard στο μετενταξιακό πρόγραμμα) η Επιτροπή επέστησε την προσοχή των κρατών μελών στη σημασία που έχει η επαρκής επάνδρωση από προσωπικό με τα κατάλληλα προσόντα για τη διαχείριση του προγράμματος Sapard. Η Επιτροπή έχει επίγνωση του δυνητικού κινδύνου και θα τον λάβει υπόψη κατά τους ελέγχους της, αλλά μέχρις στιγμής δεν βρήκε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι υπάρχει δημοσιονομικός κίνδυνος.

4.71.

Κάθε χώρα SAPARD υποχρεούται να υποβάλλει ετησίως στην Επιτροπή βεβαίωση σχετικά με τους λογαριασμούς και μια έκθεση ελέγχου του οργανισμού πιστοποίησης, έγγραφα τα οποία αποτελούν τη βάση για την ετήσια απόφαση εκκαθάρισης των λογαριασμών που λαμβάνει η Επιτροπή. Στις 28 Σεπτεμβρίου 2004 η Επιτροπή εκκαθάρισε τους λογαριασμούς SAPARD του 2003 για επτά χώρες (Τσεχική Δημοκρατία, Εσθονία, Λεττονία, Λιθουανία, Ουγγαρία, Σλοβενία και Σλοβακία), αλλά ανέβαλε τη λήψη απόφασης για την Πολωνία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Από την εξέταση της απόφασης της Επιτροπής εκ μέρους του Συνεδρίου δεν προκύπτει διαπίστωση μείζονος σημασίας.

4.71.

Η Επιτροπή ζήτησε από τους οργανισμούς πιστοποίησης των υπόψη χωρών να προβούν σε συμπληρωματικούς ελέγχους. Μόλις οριστικοποιηθεί η αξιολόγηση και εφόσον κριθεί ικανοποιητική, η Επιτροπή θα προβεί στην εκκαθάριση των εν λόγω λογαριασμών Sapard.

4.72.

Το Συνέδριο εξέτασε την εκ μέρους της Επιτροπής ανάλυση των ετήσιων εκθέσεων εκτέλεσης που υποχρεούνται να υποβάλλουν οι χώρες SAPARD. Από τον έλεγχο αυτό προέκυψε ότι δεν είχαν τηρηθεί πάντοτε οι νόμιμες προθεσμίες που προβλέπονται για τις εν λόγω αναλύσεις.

4.72.

Η Επιτροπή δίνει μεγαλύτερη σημασία στην τήρηση των προθεσμιών.

4.73.

Το Συνέδριο πραγματοποίησε επίσκεψη σε δύο χώρες SAPARD, την Ουγγαρία και τη Σλοβενία, προκειμένου να ελέγξει ένα δείγμα πληρωμών για 20 έργα και να εξετάσει τη διαδικασία, τις περιγραφές και τα ερωτηματολόγια ελέγχου που χρησιμοποιούσαν οι οργανισμοί πληρωμών του SAPARD. Παρά τα σφάλματα που διαπίστωσε το Συνέδριο (βλέπε επόμενο σημείο), τα συστήματα SAPARD περιλάμβαναν τις βασικότερες έννοιες (διαχωρισμός καθηκόντων, εσωτερικός έλεγχος κ.λπ.), οι διαδικασίες τεκμηριώνονταν επαρκώς και τα συστήματα γενικώς λειτουργούσαν στην πράξη όπως περιγράφονταν και είχαν εγκριθεί.

 

4.74.

Από την εξέταση των πληρωμών, που αντιστοιχούσαν στα κύρια μέτρα που εφαρμόζονταν κατά το χρόνο του ελέγχου, διαπιστώθηκαν οι κατωτέρω αδυναμίες και σφάλματα, αν και με ελάσσονα οικονομικό αντίκτυπο, μερικά εκ των οποίων είναι παρόμοια με αυτά που παρατηρήθηκαν και σε άλλες χώρες SAPARD (52):

α)

ορισμένα σημαντικά αριθμητικά στοιχεία των επιχειρησιακών σχεδίων δεν αποδεικνύονταν με δικαιολογητικά·

β)

στο φάκελο των σχεδίων, τα αποδεικτικά στοιχεία για τους ελέγχους των συνολικών επιλέξιμων εξόδων ήταν ανεπαρκή·

γ)

το έργο που εκτελούσαν πραγματικά οι αρχές κατά τις επιτόπιες επισκέψεις δεν στηριζόταν σε σαφή αποδεικτικά στοιχεία ή δεν ήταν το κατάλληλο, με συνέπεια, σε μία περίπτωση, την καταβολή πληρωμής για μια επένδυση η οποία είχε ολοκληρωθεί μόνο εν μέρει·

δ)

σφάλματα μη συμμόρφωσης με τη διαδικασία των τριών προσφορών τιμής (53)  (54).

 

4.75.

Ορισμένα τιμολόγια μεγάλης αξίας, η οποία αργότερα επιστράφηκε από τον οργανισμό SAPARD, τακτοποιήθηκαν τοις μετρητοίς από το δικαιούχο, χωρίς να καταστεί δυνατό να διαπιστωθεί εάν οι πληρωμές έγιναν πράγματι από το δικαιούχο. Οι πληρωμές σε χρήμα είναι δυσκολότερο να αποδειχθούν σε σύγκριση με τις άλλες μορφές πληρωμών και, επομένως, εμπεριέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο.

4.75.

Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος θεωρεί ότι έλαβε επαρκή στοιχεία με τα οποία αποδεικνύεται ότι όντως πραγματοποιήθηκε η πληρωμή προς τον προμηθευτή. Ωστόσο θεωρείται ότι οι πληρωμές σε ρευστό αντιπροσωπεύουν μεγαλύτερο δυνητικό κίνδυνο.

4.76.

Βάσει του ελεγκτικού έργου που εκτελέστηκε και εξαιρουμένων των διαπιστώσεων που αναφέρονται στα σημεία 4.73 έως 4.75, το Συνέδριο επαναλαμβάνει την άποψη (55) ότι γενικά τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου στο πλαίσιο του SAPARD λειτουργούσαν αποτελεσματικά.

 

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΠΡΟΓΕΝΕΣΤΕΡΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ

ΚΟΑ στον τομέα της μπανάνας

4.77.

Το Νοέμβριο του 2002 το Συνέδριο δημοσίευσε ειδική έκθεση (56) σχετικά με την ΚΟΑ στον τομέα της μπανάνας. Το Συνέδριο επισήμαινε ότι ο καθορισμός των στόχων της ΚΟΑ και η περιγραφή του αναμενόμενου αντίκτυπου δεν ήταν αρκετά σαφείς, γεγονός που δυσχέραινε τη μέτρηση του αντίκτυπου και της αποτελεσματικότητάς της, και ότι ήταν αδύνατο να εκφέρει γνώμη σχετικά τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας του καθεστώτος αντισταθμιστικής ενίσχυσης. Αδυναμίες διαπιστώθηκαν επίσης στην τεκμηρίωση των πληρωμών της ενίσχυσης καθώς και στους ελέγχους των εισαγωγών.

4.77.

Όπως ήδη ανέφερε στην απάντησή της στην ειδική έκθεση του Συνεδρίου το 2002, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι στόχοι σχετικά με την ΚΟΑ στον τομέα της μπανάνας αντικατοπτρίζει τους στόχους που τέθηκαν για την κοινή γεωργική πολιτική στο άρθρο 33 της συνθήκης και ότι ο βαθμός λεπτομέρειας στον καθορισμό και στην ποσοτικοποίηση των στόχων της ΚΟΑ στον τομέα της μπανάνας συγκρίνεται με εκείνον που υπάρχει σε άλλες ΚΟΑ.

Κατά την κατάρτιση της συγγραφής υποχρεώσεων για την αξιολόγηση της τρέχουσας ΚΟΑ, η συντονιστική επιτροπή προέβη στη συστηματοποίηση και τον αναλυτικό προσδιορισμό των στόχων.

Μια βαθύτερη ανάλυση και, κατά περίπτωση, επανεξέταση των στόχων της ΚΟΑ θα πραγματοποιηθεί βάσει των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης στο πλαίσιο της ανάλυσης αντίκτυπου που πρέπει να κάνει η Επιτροπή κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2005.

4.78.

Το Συνέδριο συνιστούσε στην Επιτροπή να προβεί σε εις βάθος αξιολόγηση της ΚΟΑ καθώς και σε πλήρη ανάλυση των εξόδων, των κινδύνων και των πλεονεκτημάτων που συνδέονται με τις διάφορες επιλογές ενόψει της μετάβασης στο αποκλειστικά δασμολογικό σύστημα, το οποίο προβλέπεται για την 1η Ιανουαρίου 2006. Το Συμβούλιο υποστήριξε (57) τις συστάσεις του Συνεδρίου ζητώντας την ολοκλήρωση της συνολικής αξιολόγησης μέχρι το 2004 και η Επιτροπή συμπεριέλαβε αυτή την υποχρέωση στο σχέδιο δράσης της για τη διαδικασία απαλλαγής που αφορούσε το οικονομικό έτος 2001 (58).

4.79.

Κατά το χρόνο του ελέγχου παρακολούθησης που πραγματοποίησε το Συνέδριο τον Απρίλιο του 2005, η Επιτροπή δεν είχε ολοκληρώσει ακόμη αυτή τη συνολική αξιολόγηση. Κατά συνέπεια, αφότου το Συνέδριο δημοσίευσε την ειδική έκθεσή του το 2002, δεν πραγματοποιήθηκε η προβλεπόμενη εις βάθος ανασκόπηση των γενικότερων και των επιμέρους στόχων της ΚΟΑ. Η καθυστέρηση αυτής της αξιολόγησης έχει στερήσει την Επιτροπή από σημαντικές διαχειριστικές πληροφορίες οι οποίες θα της επέτρεπαν να εκτιμήσει τη σχέση κόστους-αποτελεσματικότητας της αντισταθμιστικής ενίσχυσης, δεν της έχει επιτρέψει να αξιολογήσει τη συμβολή των παρεμβάσεων των διαρθρωτικών ταμείων στην ΚΟΑ και έχει παρεμποδίσει την ανάλυση του αντίκτυπου των μέτρων ενίσχυσης υπέρ των παραγωγών ΑΚΕ.

4.78-4.79.

Η αξιολόγηση άρχισε το 2003 και η σύμβαση υπογράφηκε στα τέλη Αυγούστου του 2004. Η έκθεση αξιολόγησης που βρίσκεται στην τελική της φάση πραγματεύεται τη λειτουργία της ΚΟΑ και τον αντίκτυπό της, ενώ περιλαμβάνει και εκτίμηση της αποτελεσματικότητας της στήριξης της κοινοτικής παραγωγής. Η εν λόγω έκθεση αξιολόγησης καθώς και η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου θα χρησιμεύσουν ως βάση για την προβλεπόμενη έκθεση αντίκτυπου. Βάσει των στοιχείων αυτών και λαμβάνοντας υπόψη τον δημόσιο διάλογο που προτίθεται να ξεκινήσει, η Επιτροπή προβλέπει ότι θα υποβάλει μεταρρυθμιστικές προτάσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μέσα στο 2006.

4.80.

Η Επιτροπή παρουσίασε έκθεση στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή το Φεβρουάριο του 2005 (59), όπως επιτάσσει το άρθρο 32 του κανονισμού-πλαισίου (ΕΟΚ) αριθ. 404/93 (60). Ωστόσο, το περιεχόμενο και η ανάλυση της έκθεσής της περιορίζονταν από την απουσία των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης, ενώ δεν διατύπωνε ούτε προτάσεις ή εναλλακτικές λύσεις για την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού.

4.80.

Βάσει του άρθρου 32 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 404/93, η Επιτροπή είχε τη νομική υποχρέωση να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με τη λειτουργία της ΚΟΑ στον τομέα της μπανάνας, το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2004. Εν αναμονή της ολοκλήρωσης της αξιολόγησης και των διεθνών διαπραγματεύσεων σχετικά με τους εφαρμοστέους δασμούς στις εισαγωγές από 1ης Ιανουαρίου 2006, η Επιτροπή έκρινε σκόπιμο να υποβάλει μια καθαρά πραγματολογική έκθεση.

4.81.

Ενόψει της μετάβασης στο σύστημα της ενιαίας δασμολογικής ποσόστωσης για τις εισαγωγές μπανάνας στην ΕΕ, η οποία προβλέπεται να ισχύσει από την 1η Ιανουαρίου 2006 το αργότερο (61), η Επιτροπή συμφώνησε με τη σύσταση του Συνεδρίου να πραγματοποιήσει, μαζί με την προαναφερθείσα ανασκόπηση, πλήρη ανάλυση του αντίκτυπου της μετάβασης αυτής για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη. Τον Ιανουάριο του 2005, η Επιτροπή κοινοποίησε στον ΠΟΕ το σχέδιό της να εισαγάγει νέο κοινό δασμολόγιο 230 ευρώ/τόνο (αντικαθιστώντας έτσι το υπάρχον των 75 ευρώ/τόνο για ποσότητες κατώτερες των ισχυουσών ποσοστώσεων Α και Β έως και τους 2 653 000 τόνους για χώρες εκτός από τις ΑΚΕ). Το Μάρτιο του 2005, οι τέσσερις σημαντικότεροι εμπορικοί εταίροι της ΕΕ ζήτησαν τη διαιτησία του ΠΟΕ σχετικά με το προτεινόμενο νέο δασμολόγιο. Επί του παρόντος η διαδικασία διαιτησίας βρίσκεται σε εξέλιξη.

 

4.82.

Το καθεστώς ενισχύσεων στον τομέα της μπανάνας υπέρ των παραγωγών της ΕΕ παρέχει ένα από τα υψηλότερα επίπεδα στήριξης ανά εκτάριο [κατά μέσο όρο άνω των 8 800 ευρώ/εκτάριο (62)]. Το Συνέδριο ανέφερε ότι το κόστος του συστήματος της δασμολογικής ποσόστωσης ήταν για τον καταναλωτή δύο με τρεις φορές υψηλότερο από τη συνολική ενίσχυση που καταβάλλεται στους παραγωγούς της ΕΕ. Ωστόσο, οι καθυστερήσεις στην αξιολόγηση έχουν επηρεάσει αρνητικά τα μέτρα που λαμβάνει η Επιτροπή ως απάντηση σε όλες σχεδόν τις παρατηρήσεις του Συνεδρίου, γεγονός που αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σοβαρότητα δεδομένου του σύντομου διαστήματος που απομένει πριν από την υποχρεωτική εφαρμογή του αποκλειστικά δασμολογικού συστήματος.

4.82.

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η αξιολόγηση δεν ακολούθησε το αρχικό χρονοδιάγραμμα.

Παρά ταύτα, η Επιτροπή θα έχει στη διάθεσή της μια πλήρη έκθεση αξιολόγησης η οποία οπωσδήποτε θα δώσει τον τόνο στις συζητήσεις που προτίθεται να αναπτύξει κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2005.

4.83.

Η Επιτροπή, προς αντιμετώπιση των αδυναμιών του ελέγχου στον τομέα των αντισταθμιστικών ενισχύσεων που εντόπισε το Συνέδριο, επέβαλε δημοσιονομικές διορθώσεις στα σχετικά κράτη μέλη. Εντούτοις, στην έκθεση απολογισμού του σχεδίου δράσης 2001 (63), η Επιτροπή διαπίστωνε ότι εξακολουθούσαν να υπάρχουν προβλήματα στον έλεγχο των εισαγωγών και ζητούσε από τα κράτη μέλη να φροντίσουν για την επίλυσή τους. Αυτό δεν ευθυγραμμίζεται με τη σύσταση του Συνεδρίου και το μετέπειτα συμπέρασμα του Συμβουλίου ότι η Επιτροπή οφείλει, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, να εκπονήσει οδηγίες σχετικά με τις διαδικασίες ελέγχου.

4.83.

Προκειμένου να βελτιώσει το περιβάλλον ελέγχου και να λάβει υπόψη το συμφέρον των νόμιμων εμπόρων, η Επιτροπή ετοιμάζει πρόταση τροποποίησης των διατάξεων όσον αφορά τους ελέγχους στο βάρος των νωπών μπανανών που τίθενται σε κυκλοφορία στην Κοινότητα. Ύστερα από συζητήσεις με τις διάφορες αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής, τις απόψεις που εκφράσθηκαν κατά τη σύνοδο της επιτροπής δασμολογικού κώδικα στις 13 Ιουλίου 2005 και τις απόψεις των εμπόρων μπανάνας, η Επιτροπή ετοιμάζει πρόταση η οποία θα εγκριθεί πριν το φθινόπωρο του 2005.

4.84.

Ως εκ τούτου, το Συνέδριο επαναλαμβάνει τη σύστασή του ότι η Επιτροπή πρέπει να ολοκληρώσει την εξαγγελθείσα εις βάθος ανασκόπηση και επανεξέταση της ΚΟΑ ερχόμενη σε ευρεία συνεννόηση με τους παραγωγούς της Κοινότητας, τους καταναλωτές και τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της, με στόχο τον καλύτερο καθορισμό των στόχων της ΚΟΑ και τη βελτίωση της διαχείρισής της.

4.84.

Η Επιτροπή συμφωνεί με το Συνέδριο ως προς το ότι είναι σκόπιμο να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση της ΚΟΑ με ανάλυση αντίκτυπου που προβλέπεται να αρχίσει το δεύτερο εξάμηνο του 2005.

Προχρηματοδότηση των επιστροφών κατά την εξαγωγή

4.85.

Οι επιδοτήσεις για την εξαγωγή ορισμένων γεωργικών προϊόντων («επιστροφές κατά την εξαγωγή») καταβάλλονται στους εξαγωγείς έως και έξι μήνες πριν από την εξαγωγή («προχρηματοδότηση»). Τα σχετικά προϊόντα πρέπει να τεθούν υπό τελωνειακό έλεγχο, υποκείμενα σε ένα περίπλοκο σύστημα επαληθεύσεων, στόχος του οποίου είναι η εξασφάλιση ότι τα προϊόντα για τα οποία έχουν ήδη καταβληθεί επιστροφές εξάγονται πραγματικά.

 

4.86.

Στην ειδική έκθεσή του αριθ. 1/2003 το Συνέδριο επέκρινε την προχρηματοδότηση ως καθεστώς δυσκίνητο και δύσκολο στον έλεγχο, καταλογίζοντάς του ότι δεν υπηρετούσε τον αρχικό σκοπό του, που ήταν να εξασφαλίσει την προτίμηση για τα γεωργικά προϊόντα κοινοτικής προέλευσης. Το Συνέδριο, ολοκληρώνοντας την έκθεσή του, ζητούσε από την Επιτροπή να επανεξετάσει το σύστημα και να μελετήσει το ενδεχόμενο κατάργησής του. Στη συνέχεια, το Κοινοβούλιο, στην απόφασή του για την απαλλαγή (64), ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει πρόταση για την κατάργηση της προχρηματοδότησης μέχρι το Δεκέμβριο του 2004.

 

4.87.

Η Επιτροπή ανταποκρίθηκε στις συστάσεις του Συνεδρίου θέτοντας σε εφαρμογή δύο νέους κανονισμούς οι οποίοι καθιέρωναν οριζόντιους κανόνες, καθώς και τρεις ακόμη νέους κανονισμούς σχετικά με την προχρηματοδότηση που αφορούσαν συγκεκριμένους τομείς (65). Οι εν λόγω κανονισμοί δεν καταργούσαν το σύστημα, αλλά απλώς τροποποιούσαν τις λεπτομέρειες εφαρμογής για μια «δοκιμαστική περίοδο».

4.88.

Μετά την έκθεση του Συνεδρίου, το ποσό των επιστροφών που καταβάλλονται στο πλαίσιο της προχρηματοδότησης μειώθηκε από σχεδόν 600 εκατομμύρια ευρώ σε 188 εκατομμύρια ευρώ, ήτοι κατά 5 % περίπου επί των συνολικών επιστροφών, λόγω μεταβολής των συνθηκών της αγοράς καθώς και σημαντικής μείωσης των ποσών των επιστροφών στον τομέα των σιτηρών.

4.89.

Σε εσωτερική ανάλυση που ακολούθησε την έκθεση του Συνεδρίου, η Επιτροπή παραδέχεται ότι στους τομείς των σιτηρών και του μεταποιημένου βοείου κρέατος, αντί της προχρηματοδότησης, θα μπορούσαν να εφαρμοστούν εναλλακτικά μέτρα. Εντούτοις, δικαιολογεί τη διατήρηση της προχρηματοδότησης για το «νωπό» (στην πραγματικότητα κατεψυγμένο) βόειο κρέας, αναφέροντας ότι αυτή αποτελεί μέσο το οποίο καθιστά δυνατή την πληρωμή της υψηλότερης ειδικής τιμής των επιστροφών που ισχύει για τις εξαγωγές αυτών των προϊόντων, ότι η κατάργηση του εν λόγω καθεστώτος θα έθετε σε κίνδυνο των έλεγχο των εξαγωγών βοείου κρέατος και ότι, εάν εκλείψει η προχρηματοδότηση, θα πρέπει να αυξηθούν τα ποσά των επιστροφών ως αποζημίωση προς τις εταιρείες με συνέπεια επιπλέον έξοδα για τον προϋπολογισμό της ΕΕ.

4.90.

Το Συνέδριο θεωρεί ότι ένα σύστημα το οποίο βασίζεται στην καταβολή ποσού έως και τέσσερις μήνες πριν από την εξαγωγή, προκειμένου να πληρωθεί ένα ειδικό ποσό επιστροφής σε περιορισμένο αριθμό εμπορικών φορέων και να εξασφαλιστεί ο αποτελεσματικός έλεγχος, είναι κατά βάση ατελές.

4.91.

Η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε προς το αίτημα του Κοινοβουλίου να παρουσιάσει προτάσεις για την κατάργηση της προχρηματοδότησης εντός της προθεσμίας που της είχε καθοριστεί.

4.87-4.91.

Η Επιτροπή σημείωσε τις επικρίσεις του Συνεδρίου ως προς το σύστημα προχρηματοδότησης που περιλαμβάνονται στην ειδική έκθεση και έθεσε σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα δράσης προκειμένου να διορθωθούν οι διαπιστωθείσες αδυναμίες. Η προχρηματοδότηση περιορίζεται στην πράξη σε δύο τομείς, το βόειο κρέας και τα σιτηρά, όπου εξακολουθεί να κρίνεται αναγκαία. Εκτός αυτού, συντομεύθηκε η περίοδος προχρηματοδότησης των προϊόντων, επήλθαν ορισμένες άλλες απλουστεύσεις και αναθεωρήθηκαν ορισμένα μέτρα ελέγχου.

Η Επιτροπή ανακοίνωσε ότι το τροποποιημένο σύστημα θα αναθεωρηθεί μετά την παρέλευση μιας περιόδου δοκιμής. Όπως αναφέρει το Συνέδριο στο σημείο 4.89, οι υπηρεσίες της Επιτροπής προέβησαν σε ενδιάμεση ανάλυση το 2004. Σε αυτήν, αναφέρονται οι εναλλακτικές δυνατότητες σε σχέση με την προχρηματοδότηση και ότι η τυχόν κατάργηση του συστήματος θα πρέπει να λάβει υπόψη τα εναλλακτικά συστήματα ελέγχου που θα πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή.

Η Επιτροπή βρίσκεται στο στάδιο της ολοκλήρωσης της ανάλυσης της λειτουργίας του ισχύοντος συστήματος προκειμένου να μπορέσει να υποβάλει οριστική πρόταση σχετικά με το μέλλον του καθεστώτος προχρηματοδότησης.

Άμυλο γεωμήλων και άμυλα σιτηρών

4.92.

Το σύστημα των ενισχύσεων της παραγωγής αμύλου γεωμήλων και αμύλων σιτηρών αποσκοπεί στην εξασφάλιση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών βιομηχανιών που δεν παράγουν τρόφιμα και χρησιμοποιούν άμυλο και συμπληρώνεται από ειδικά μέτρα άμεσων ενισχύσεων της παραγωγής αμύλου γεωμήλων. Στην ειδική έκθεσή του αριθ. 8/2001, το Συνέδριο κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι διοικητικοί έλεγχοι, στο σύνολό τους, ήταν ικανοποιητικοί στα κράτη μέλη στα οποία πραγματοποίησε επίσκεψη (66), αλλά δεν υποστηρίζονταν επαρκώς από φυσικούς ελέγχους. Επίσης διατύπωνε μια σειρά συστάσεων για την αντιμετώπιση των αδυναμιών που είχε εντοπίσει στο πλαίσιο της εφαρμογής του συστήματος ενισχύσεων.

4.92.

Δεδομένου ότι δεν μπορούν να ελέγχονται κάθε χρόνο όλα τα μέτρα, οι έλεγχοι της Επιτροπής καθορίζονται με βάση μια ετήσια ανάλυση κινδύνου. Η ειδική έκθεση του Συνεδρίου είναι από τον Ιούλιο του 2001. Ως αποτέλεσμα της ανάλυσης κινδύνου που έγινε λαμβάνοντας υπόψη διάφορους παράγοντες κινδύνου, καθώς και τα πορίσματα του Συνεδρίου, το πρόγραμμα ελέγχων για το 2004 όσον αφορά την εκκαθάριση λογαριασμών, που καταρτίσθηκε το 2003, όντως προέβλεπε τη διερεύνηση του τομέα του αμύλου γεωμήλων. Τα θέματα που υπέδειξε το Συνέδριο εθίγησαν και κατά τη διάρκεια των αποστολών ελέγχου που πραγματοποιήθηκαν το 2004. Η διαδικασία εκκαθάρισης σε αμφότερους τους ελέγχους εξελίσσεται σύμφωνα με το πρόγραμμα και προς το παρόν βρίσκεται στο στάδιο της διμερούς διαδικασίας.

4.93.

Κατά τη διαδικασία απαλλαγής για το 2000, το Συμβούλιο (67) αναγνώρισε ότι το καθεστώς των ενισχύσεων στον τομέα του αμύλου δεν παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα και τάχθηκε υπέρ των περισσότερων συστάσεων του Συνεδρίου. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζήτησε συγκεκριμένα από την Επιτροπή να καθορίσει προβλέψιμα και διαφανή κριτήρια για τον υπολογισμό των επιστροφών κατά την παραγωγή αμύλου γεωμήλων και αμύλων σιτηρών (68).

4.93.

Η Επιτροπή έδωσε συνέχεια στις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου όσον αφορά τον υπολογισμό των επιστροφών κατά την παραγωγή. Στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1548/2004 καθορίσθηκαν οι παράμετροι και η μέθοδος υπολογισμού για τις επιστροφές κατά την παραγωγή όσον αφορά το άμυλο σιτηρών και γεωμήλων.

4.94.

Σε αξιολόγηση (69) που πραγματοποιήθηκε το 2002 γινόταν λόγος για τον αντίκτυπο της έλλειψης ενημέρωσης και ανάλυσης των επιστροφών κατά την παραγωγή στην ανταγωνιστικότητα των βιομηχανιών της ΕΕ που χρησιμοποιούν άμυλο και δεν παράγουν τρόφιμα, καθώς και για την επίδραση των άμεσων ενισχύσεων στα εισοδήματα των παραγωγών γεωμήλων για την αμυλοποιία, κατάσταση που είχε επισημάνει το Συνέδριο. Η εν λόγω αξιολόγηση αποτέλεσε τη βάση για τις τροποποιήσεις του καθεστώτος ενισχύσεων στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της ΚΓΠ του 2003. Η τελευταία ουσιαστικά δεν μετέβαλε τις συνιστώσες του καθεστώτος, προέβλεψε ωστόσο τη μερική αποσύνδεση των άμεσων ενισχύσεων στους παραγωγούς γεωμήλων για την αμυλοποιία.

4.94.

Στις προτάσεις της σχετικά με τη μεταρρύθμιση της ΚΓΠ, η Επιτροπή περιέλαβε την πλήρη αποσύνδεση της πληρωμής για το άμυλο γεωμήλων, καθώς και την κατάργηση της ελάχιστης τιμής που καταβάλλεται στους παραγωγούς. Ωστόσο, το Συμβούλιο τάχθηκε υπέρ της μερικής μόνον αποσύνδεσης της άμεσης ενίσχυσης, δηλαδή 40 %.

4.95.

Σύμφωνα με τη σχετική σύσταση του Συνεδρίου, από το Σεπτέμβριο του 2004 η Επιτροπή απλοποίησε και αποσαφήνισε τη μέθοδο που χρησιμοποιεί για τον υπολογισμό των μηνιαίων επιστροφών κατά την παραγωγή. Πέραν τούτου, η Επιτροπή υιοθέτησε ελάχιστες άλλες συστάσεις:

4.95.

 

α)

η Επιτροπή δεν έχει ακόμη καθορίσει με σαφήνεια τους ελέγχους που πρέπει να διενεργούν οι εθνικές αρχές με αντικείμενο τις επιχειρήσεις αμυλοποιίας από γεώμηλα, ιδίως δεδομένου ότι ο αριθμός των εν λόγω επιχειρήσεων έχει αυξηθεί από 17 (ΕΕ-15) σε 39 (ΕΕ-25)·

α)

Το 2004, η Επιτροπή πραγματοποίησε ελέγχους στη Γερμανία και τις Κάτω Χώρες με τους οποίους διευκρινίσθηκαν διάφορα θέματα στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών.

Επιπλέον, στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης, επιβλήθηκαν από το 2004 έλεγχοι λογικότητας με φυτευμένες περιοχές, πράγμα που πρέπει να ενισχύσει περαιτέρω το σύστημα ελέγχου.

β)

δεν υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία σχετικά με το διαρθρωτικό μειονέκτημα που υφίστανται οι παραγωγοί αμύλου γεωμήλων σε σύγκριση με τους παραγωγούς αμύλων σιτηρών και για το λόγο αυτό ύψος της αντισταθμιστικής πριμοδότησης παρέμεινε αμετάβλητο από το 1995.

β)

Δεδομένου του ολιγοπωλιακού χαρακτήρα του κλάδου παραγωγής αμύλου από γεώμηλα, οι εταιρείες θεωρούν την διάρθρωση του κόστους τους εξαιρετικά ευαίσθητη και ως εκ τούτου την τηρούν απόρρητη. Η Επιτροπή, συνεπώς, έχει μόνον περιορισμένη πρόσβαση σε πληροφορίες όσον αφορά το διαρθρωτικό μειονέκτημα των παραγωγών αμύλου από γεώμηλα. Επιπλέον, καθώς δεν υπάρχουν επίσημες τιμές για τις διάφορες ποικιλίες αμύλου όπως οι χρηματιστηριακές τιμές, η Επιτροπή δεν μπορεί να στηριχθεί σε κάτι προκειμένου να προτείνει την αλλαγή της αντισταθμιστικής πριμοδότησης με αποτέλεσμα να την αφήνει αμετάβλητη.

ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΙΔΙΚΩΝ ΕΚΘΕΣΕΩΝ

Μέτρα για τα δάση στο πλαίσιο της πολιτικής αγροτικής ανάπτυξης (70)

4.96.

Ο έλεγχος του Συνεδρίου κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα σχετικά με τα μέτρα για τα δάση που χρηματοδοτούνται από τα κονδύλια της αγροτικής ανάπτυξης:

4.96.

 

α)

οι στόχοι του προγράμματος είναι συχνά αντιφατικοί και είναι δύσκολο να αξιολογηθεί ο βαθμός επίτευξής τους·

α)

Η προσέγγιση που υιοθετήθηκε από το 2000, μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού περί αγροτικής ανάπτυξης (ΕΚ) αριθ. 1257/1999 συνάδει με τη Δασοκομική Στρατηγική της ΕΕ, η οποία παρέχει το γενικό πλαίσιο αναφοράς και τις βασικές αρχές (αειφορία και πολυλειτουργικότητα) για τις δασοκομικές δράσεις στην ΕΕ. Για την επόμενη περίοδο προγραμματισμού η Επιτροπή υιοθέτησε μια πιο στρατηγική προσέγγιση για την αγροτική ανάπτυξη και στις στρατηγικές κατευθυντήριες γραμμές της καθόρισε τις προτεραιότητες της ΕΕ για τους τρεις άξονες πολιτικής (ανταγωνιστικότητα, αειφόρος διαχείριση της γης και ευρύτερη αγροτική οικονομία).

β)

η διαχείριση είναι επιμερισμένη μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών. Δεν υπάρχει σαφής ευθύνη για την εκτίμηση του βαθμού στον οποίο τα χρηματοδοτούμενα σχέδια συμβάλλουν στην επίτευξη της κοινοτικής στρατηγικής για τα δάση·

β)

Η σύνδεση της Δασοκομικής Στρατηγικής με τα μεμονωμένα σχέδια που συγχρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ εξασφαλίζεται με τα Προγράμματα Αγροτικής Ανάπτυξης (ΠΑΑ). Η Επιτροπή εξετάζει αν τα προγράμματα ανταποκρίνονται στη Δασοκομική Στρατηγική. Οι εθνικές ή περιφερειακές αρχές ενέκριναν τα μεμονωμένα σχέδια βάσει των ΠΑΑ.

Η συμβολή κάθε προγράμματος αγροτικής ανάπτυξης στην επίτευξη της Δασοκομικής Στρατηγικής της ΕΕ αξιολογείται στις εκθέσεις που καταρτίζουν τα κράτη μέλη και συνοψίζεται από την Επιτροπή. Τον Ιούλιο του 2004 η Επιτροπή πρότεινε [έγγρ. COM (2004) 490 τελικό] την ενίσχυση των απαιτήσεων αξιολόγησης για το μελλοντικό πλαίσιο αγροτικής ανάπτυξης.

γ)

αντίθετα με τις απαιτήσεις του σχετικού κανονισμού, τα μέτρα για τα δάση συχνά δεν βασίζονται σε εθνικά αλλά σε τοπικά δασικά προγράμματα·

γ)

Στην αρχή της τρέχουσας περιόδου προγραμματισμού ορισμένα μόνον κράτη μέλη είχαν αναπτύξει εθνικά δασικά προγράμματα. Ελλείψει τέτοιων προγραμμάτων, κρίθηκε σκόπιμο να γίνουν δεκτά ΠΑΑ ή ΕΠ ως ισοδύναμα μέσα, δυνατότητα η οποία προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1257/1999. Ωστόσο, τα κράτη μέλη σημείωσαν πρόοδο τα τελευταία έτη στο θέμα της διαμόρφωσης και της εφαρμογής των εθνικών τους δασικών προγραμμάτων.

δ)

το ισχύον σύστημα για την εφαρμογή των μέτρων για τα δάση είναι πολύπλοκο και δημιουργεί δυσκολίες τόσο στις αρχές διαχείρισης όσο και στους δικαιούχους. Στις αδυναμίες που διαπιστώθηκαν περιλαμβάνονται τα ασαφή κριτήρια επιλογής των σχεδίων, οι ανεπαρκείς επιτόπιοι έλεγχοι των αιτήσεων και οι μη ικανοποιητικές διαδικασίες ελέγχου των δημόσιων διαγωνισμών·

δ)

Η Επιτροπή έχει επίγνωση του γεγονότος ότι το σύστημα είναι πολύπλοκο και, στο πλαίσιο αυτό, πρότεινε σημαντικές απλουστεύσεις για την περίοδο μετά το 2006 [COM(2004) 490 τελικό]. Ένα ενιαίο σύστημα χρηματοδότησης και προγραμματισμού θα άρει την ανάγκη συμμόρφωσης με τους διαφορετικούς κανόνες των διαφόρων ταμείων.

Οι υπηρεσίες ελέγχου της Επιτροπής ελέγχουν τα συστήματα επιλογής βάσει κατευθυντήριων γραμμών. Η έλλειψη διαφάνειας ή αντικειμενικότητας συνεπάγεται συστάσεις προς το κράτος μέλος και, σε ορισμένες περιπτώσεις, δημοσιονομικές διορθώσεις. Οι υπηρεσίες δημοσιονομικού ελέγχου της Επιτροπής δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στην εφαρμογή αδιάβλητων διαδικασιών για την ανάθεση δημοσίων συμβάσεων.

ε)

υπάρχει κίνδυνος η δάσωση που πραγματοποιούν οι δημοτικές αρχές να αποτύχει σε μεταγενέστερο στάδιο: οι δημοτικές αρχές δεν λαμβάνουν καμία ενίσχυση για τη συντήρηση των φυταρίων και των φυτωρίων δενδρυλλίων·

ε)

Οι δήμοι φέρουν κάποια ευθύνη για τη συντήρηση των δασών τους. Οι αρχές που εγκρίνουν σχέδια πρέπει να απαιτούν επαρκείς αποδείξεις από τους δήμους ότι έχουν εξασφαλισθεί τα έργα συντήρησης.

στ)

η αύξηση της δασικής γης μέσω ενισχύσεων για τη δάσωση της γεωργικής γης είναι πολύ ακριβή, κυρίως εξαιτίας της αντιστάθμισης για απώλεια γεωργικού εισοδήματος για περίοδο 20 ετών. Τα ίδια αποτελέσματα θα μπορούσαν να είχαν επιτευχθεί με χαμηλότερο κόστος.

στ)

Η δάσωση γεωργικών εδαφών όντως φαίνεται δαπανηρή αλλά δικαιολογείται ως μακροπρόθεσμη επένδυση σε οικολογική σταθερότητα και ανανεώσιμους φυσικούς πόρους.

Η απώλεια εσόδων για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα από εκτάσεις που έχουν φυτευθεί με δάση αποτελεί το μεγαλύτερο κόστος του αγρότη που υπάγεται στο καθεστώς. Ως εκ τούτου, η μακροπρόθεσμη αποζημίωση είναι απαραίτητη ώστε να καταστεί συμφέρουσα η δάσωση γεωργικών εδαφών για τους αγρότες. Ωστόσο, στην αρχική της πρόταση για το πλαίσιο αγροτικής ανάπτυξης που θα ισχύσει μετά το 2006, η Επιτροπή αναφέρει τον περιορισμό της αντιστάθμισης για την απώλεια εσόδων σε δέκα έτη. Τελικά, επιτεύχθηκε συμβιβασμός με τα κράτη μέλη στα 15 έτη.

4.97.

Το Συνέδριο συνέστησε στην Επιτροπή να επανεξετάσει τις διάφορες πτυχές του συστήματος ενίσχυσης. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή πρέπει να επανεξετάσει με ποιο τρόπο οι ενισχύσεις για τη δάσωση μπορούν να στοχοθετηθούν καλύτερα και με χαμηλότερο κόστος, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις μεταβαλλόμενες δημόσιες ανάγκες όσο και το γεγονός ότι η κοινοτική νομοθεσία δίνει επί του παρόντος έμφαση στα περιβαλλοντικά οφέλη.

4.97.

Οι προτάσεις για το πλαίσιο αγροτικής ανάπτυξης που θα ισχύσει μετά το 2006, περιλαμβάνουν διάφορες προτάσεις για την καλύτερη στόχευση του μέτρου (π.χ. στρατηγική, προσδιορισμός περιοχών) και την αποτελεσματικότητα κόστους (π.χ. μειωμένα όρια ενίσχυσης, συντομότερη διάρκεια).

Γεωργοπεριβαλλοντικό μέτρο (71)

4.98.

Η γεωργοπεριβαλλοντική ενίσχυση καταβάλλεται στους αγρότες που αναλαμβάνουν την υποχρέωση να υιοθετήσουν γεωργικές πρακτικές οι οποίες υπερβαίνουν τη συνήθη ορθή γεωργική πρακτική και κρίνονται ωφέλιμες για το περιβάλλον. Στόχος του ελέγχου του Συνεδρίου ήταν να αξιολογηθεί εάν η Επιτροπή έχει επαρκή βεβαιότητα ότι οι γεωργικές πρακτικές και τεχνικές για τις οποίες καταβάλλεται η γεωργοπεριβαλλοντική ενίσχυση είναι επαληθεύσιμες και επαληθεύονται δεόντως και, κατά συνέπεια, ότι οι δικαιούχοι των γεωργοπεριβαλλοντικών ενισχύσεων συμμορφώνονται προς την υποχρέωσή τους να υιοθετούν περιβαλλοντικά φιλικές γεωργικές πρακτικές.

4.99.

Από τον έλεγχο διαπιστώθηκαν σημαντικές αδυναμίες των συστημάτων ελέγχου των γεωργοπεριβαλλοντικών δαπανών, τόσο σε επίπεδο Επιτροπής όσο και σε επίπεδο κρατών μελών. Το Συνέδριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επαλήθευση του γεωργοπεριβαλλοντικού μέτρου απαιτεί πολύ περισσότερους πόρους από ό,τι η επαλήθευση των δαπανών για ενισχύσεις των αγορών στο πλαίσιο της ΚΓΠ καθώς και για άλλα μέτρα αγροτικής ανάπτυξης και ότι σπανίως έχει ως αποτέλεσμα την αποκόμιση εύλογης βεβαιότητας με εύλογο κόστος. Το Συνέδριο συνέστησε στην Επιτροπή, στο Συμβούλιο και στο Κοινοβούλιο να εξετάσουν, για τη νέα περίοδο προγραμματισμού των δαπανών που αρχίζει το 2007, με ποιο τρόπο θα εφαρμόσουν την αρχή ότι ένα μέτρο που δεν μπορεί να ελεγχθεί επαρκώς δεν πρέπει να χρηαμτοδοτείται από δημόσιους πόρους.

4.98 και 4.99.

Τα κράτη μέλη διαθέτουν συστήματα ελέγχου των γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων τα οποία επιθεωρούνται σε όλα τα κράτη μέλη. Ωστόσο, υπάρχουν αδυναμίες στην εφαρμογή των εν λόγω συστημάτων ελέγχου. Η υπηρεσία εκκαθάρισης λογαριασμών της Επιτροπής εφαρμόζει την περίοδο 2005/06 ένα πρόγραμμα για την επαλήθευση του ελέγχου των γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων στα κράτη μέλη.

Η σύγκριση των αναγκών σε πόρους μεταξύ γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων και μέτρων του πρώτου πυλώνα πρέπει να εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο. Οι ανάγκες σε πόρους για ΓΠΜ πρέπει να κρίνονται σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους. Η Επιτροπή συμφωνεί ότι ο έλεγχος των γεωργοπεριβαλλοντικών μέτρων είναι εντάσεως εργασίας και δαπανηρός. Ένα σύστημα το οποίο προβλέπει, τηρουμένων των αναλογιών, επαρκή επίπεδα ελέγχου είναι ό,τι χρειάζεται για το γεωργοπεριβαλλοντικό μέτρο, το οποίο η Επιτροπή θεωρεί ως βασικό στοιχείο της ΚΓΠ και ουσιαστικής σημασίας για την περιβαλλοντική ολοκλήρωση.

Για την επόμενη περίοδο προγραμματισμού η Επιτροπή πρότεινε ένα σύστημα ελέγχου που θα ευθυγραμμίζεται, στο μέτρο του δυνατού, με τα συστήματα ελέγχων για την πολλαπλή συμμόρφωση τα οποία τα κράτη μέλη πρέπει να δημιουργήσουν για τις πληρωμές του πρώτου πυλώνα (πολλαπλή συμμόρφωση).

Επιπλέον, η Επιτροπή πρότεινε μια σαφέστερη κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής ενισχύοντας έτσι την αρχή της επιμερισμένης διαχείρισης. Προτείνεται να αποσαφηνισθούν περαιτέρω οι ρόλοι και οι αρμοδιότητες στο πλαίσιο της επιμερισμένης διαχείρισης, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Επιτροπής COM(2005) 252 τελικό, σχετικά με το χάρτη πορείας προς ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου.


(1)  Στο στάδιο αυτό, η Επιτροπή μπορεί να αποκλείσει δαπάνες βάσει των διαπιστώσεων των οργανισμών πιστοποίησης [βλέπε σημείο 4.3 στοιχείο στ)].

(2)  Λοιπές ενισχύσεις: παραγωγής, μεταποίησης ή κατανάλωσης που καταβάλλονται σε παραγωγούς ή οργανώσεις παραγωγών ή μεταποιητών και διοικητικές δαπάνες.

(3)  Παρέμβαση: δημόσια και ιδιωτική αποθεματοποίηση, μέτρα απόσυρσης για οπωροκηπευτικά προϊόντα, υποχρεωτική και εθελοντική απόσταξη.

(4)  Γερμανία (Thüringen, Saarland), Ελλάδα, Ισπανία (Castilla y Leon) και Ηνωμένο Βασίλειο (Scotland).

(5)  Το 2003, οι δαπάνες του ΟΣΔΕ στην Ελλάδα ανήλθαν σε 868 εκατομμύρια ευρώ (στο ποσό αυτό δεν περιλαμβάνονται οι δαπάνες για τον καπνό, το βαμβάκι και το ελαιόλαδο, οι οποίες καλύπτονται έμμεσα από το ΟΣΔΕ).

(6)  Ενισχύσεις βάσει έκτασης: Σε μια έκθεση που εξετάστηκε ο τοπικός επιθεωρητής βεβαιώνει ότι μέτρησε με ταινία 85 αγροτεμάχια σε μια ημέρα χωρίς να αναφέρει καμία απόκλιση. Άλλη τοπική ομάδα δύο επιθεωρητών αναφέρει ότι μέτρησε 223 αγροτεμάχια με GPS σε μια ημέρα χωρίς να διαπιστώσει καμία ασυμφωνία. Για το έτος υποβολής αιτήσεων 2003, μια ομάδα δύο επιθεωρητών ανέφερε ότι έλεγξε έκταση 653 αγροτεμαχίων χωρίς να διαπιστώσει αποκλίσεις. Η πείρα στις μετρήσεις εκτάσεων και τις σχετικές ασυμφωνίες υποδηλώνει ότι αυτά τα αποτελέσματα είναι απίθανα.

Πριμοδοτήσεις προβάτων: Από επιθεωρήσεις διαπιστώθηκαν σημαντικές διαφορές σε ένα ποίμνιο 470 προβάτων, ο αριθμός των οποίων, σύμφωνα με τις δηλώσεις, παρέμενε αμετάβλητος από το 2002 έως το 2004. Οι διαφορές καλύπτονταν από δηλώσεις απωλειών (70, 192 και 239 ζώα χάθηκαν το 2002, το 2003 και το 2004 αντίστοιχα) από φυσικά αίτια (ασθένεια και λύκοι). Οι απώλειες υποστηρίζονταν από πιστοποιητικά από την τοπική κτηνιατρική υπηρεσία. Ωστόσο, ο αγρότης δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει κανένα στοιχείο το οποίο να αποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο αναπλήρωσε το ποίμνιό του.

(7)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89 του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1989 (ΕΕ L 388 της 30.12.1989, σ. 18).

(8)  Ετήσια έκθεση για το 2003, σημείο 4.15 στοιχείο β).

(9)  Ετήσια έκθεση για το 2003, σημείο 4.15 στοιχείο α).

(10)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 386/90 του Συμβουλίου (ΕΕ L 42 της 16.2.1990, σ. 6).

(11)  Στο πλαίσιο της κυκλικής εξέτασης των διαφόρων πτυχών των καθηκόντων των οργανισμών πληρωμών, το Συνέδριο εξέτασε επίσης την έρευνα της Επιτροπής, η οποία άρχισε το 2002, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι οργανισμοί πληρωμών αναθέτουν ορισμένα καθήκοντα σε άλλους φορείς. Από τις εκθέσεις της Επιτροπής προκύπτουν δύο συχνές αδυναμίες: οι οργανισμοί πληρωμών δεν ασκούν την κατάλληλη εποπτεία επί των εξουσιοδοτημένων φορέων και δεν καθορίζουν επακριβώς το ρόλο τους. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή εντόπισε γενικευμένες αδυναμίες στη διαχείριση των εξουσιοδοτημένων φορέων από τον AGEA (Ιταλία): οι αδυναμίες εξακολούθησαν να υπάρχουν το 2003 και το 2004.

(12)  Αριθμός περιπτώσεων των οποίων η αξία υπερβαίνει τα 4 000 ευρώ και οι οποίες κοινοποιούνται βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 595/91.

Πηγή:«Σύνοψη ετήσιων εκθέσεων των κρατών μελών για το έτος 2003» και «Σύνοψη ετήσιων εκθέσεων των κρατών μελών για το έτος 2002», της Επιτροπής, ΓΔ AGRI D03.

(13)  Λογαριασμοί που αποκλείστηκαν από τη δημοσιονομική απόφαση που ελήφθη στις 13 Μαΐου 2005.

(14)  Το Συνέδριο εξέτασε τις εκθέσεις και τα πιστοποιητικά των εν λόγω 25 οργανισμών πληρωμών, μεταξύ των οποίων επελέγη δείγμα πράξεων προς έλεγχο.

Σημ.: Συναλλαγματικές ισοτιμίες για τα κράτη μέλη εκτός ζώνης ευρώ: Τσεχική Δημοκρατία: 30,031· Δανία: 7,4502· Εσθονία: 15,6466· Ουγγαρία: 247,25· Λεττονία: 0,6960· Λιθουανία: 3,4528· Πολωνία: 4,0876· Σλοβακία: 38,75· Σλοβενία: 239,7· Σουηδία: 9,1687· Ηνωμένο Βασίλειο: 0,6867.

Πηγή: Συνοπτική έκθεση της Επιτροπής σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών του τμήματος Εγγυήσεων του ΕΓΤΠΕ για το 2004.

(15)  Άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1663/95.

(16)  Η προθεσμία της 30ής Απριλίου δεν τηρήθηκε λόγω μεταφραστικών προβλημάτων.

(17)  Οι κύριοι λόγοι μη εκκαθάρισης αυτών των λογαριασμών ήταν η αδυναμία των οργανισμών πιστοποίησης να προσδιορίσουν ποσοτικά τον οικονομικό αντίκτυπο όλων των εντοπισθέντων σφαλμάτων (Bayern-Umwelt στη Γερμανία, AGEA στην Ιταλία), ο ανεπαρκής έλεγχος από τον οργανισμό πιστοποίησης για το Λουξεμβούργο, η περιορισμένη εμβέλεια των ελέγχων από τον οργανισμό της Μαδρίτης (Ισπανία) και η αδυναμία του SDE (Γαλλία) να προβεί σε επιτόπιους ελέγχους.

(18)  Οι οργανισμοί πιστοποίησης εντόπισαν σημαντικά σφάλματα (άνω του 1 % των δηλωθεισών δαπανών) τα οποία επηρέαζαν είτε ολόκληρο το λογαριασμό είτε συγκεκριμένους τομείς σε 7 οργανισμούς πληρωμών (Navarra, Baden-Württemberg, Bayern-Umwelt, IFADAP, Region Wallonne, ONIVINS και SDE). Η Επιτροπή κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα για τρεις άλλους οργανισμούς πληρωμών (La Rioja, ODEADOM και ONIFLHOR). Επιπλέον, η Επιτροπή προτίθεται να προβεί σε διορθώσεις βάσει των οικονομικών σφαλμάτων που διαπιστώθηκαν σε άλλους τέσσερεις οργανισμούς πληρωμών (Andalucia, Κανάριοι Νήσοι, Forestry Commission και SERAD).

(19)  Αποφάσεις της Επιτροπής 2004/136/ΕΚ (ΕΕ L 40 της 12.2.2004, σ. 31), 2004/457/ΕΚ (ΕΕ L 156 της 30.4.2004, σ. 47) και 2004/561/ΕΚ (ΕΕ L 250 της 24.7.2004, σ. 21).

(20)  Αυτές οι αποφάσεις συμφωνίας συμψηφίστηκαν με τις δαπάνες του έτους 2004.

(21)  Οι κατ’ αποκοπή διορθώσεις εφαρμόζονται ως εξής: 2 % όταν οι βασικοί έλεγχοι είναι ικανοποιητικοί, αλλά οι δευτερεύοντες έλεγχοι είναι εν μέρει ή συνολικά αναποτελεσματικοί· 5 % όταν οι βασικοί έλεγχοι διενεργούνται, αλλά ο αριθμός, η συχνότητα ή η αυστηρότητα που απαιτούν οι κανονισμοί δεν τηρούνται και ο κίνδυνος ζημίας για το ταμείο είναι υψηλός· 10 % όταν ένας ή περισσότεροι βασικοί έλεγχοι δεν λειτουργούν, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να αποδειχθεί η επιλεξιμότητα ή η κανονικότητα μιας αίτησης, με συνέπεια ο κίνδυνος ζημίας για το ταμείο να είναι υψηλός.

(22)  Το 1999 η Επιτροπή έλαβε για πρώτη φορά αποφάσεις συμφωνίας βάσει της αναθεωρημένης διαδικασίας εκκαθάρισης των λογαριασμών η οποία εισήχθη το 1996.

(23)  Ετήσια έκθεση δραστηριότητας για το 2004, σημείο 3.2.1.1.

(24)  Ετήσια έκθεση δραστηριότητας για το 2004, σημείο 4.2.2.

(25)  Το κρίσιμο ζήτημα στον έλεγχο της νομιμότητας και της κανονικότητας των πράξεων είναι η ύπαρξη και η ακρίβεια των πληροφοριών που δηλώνουν οι δικαιούχοι, πολλές από τις οποίες μπορούν να επαληθευτούν μόνο με φυσικό έλεγχο σε επίπεδο τελικού δικαιούχου. Αυτού του είδους η κάλυψη θα δημιουργούσε μια σταθερότερη και σαφέστερη αλυσίδα ευθυνών για τις δαπάνες της ΚΓΠ και θα παρείχε στην Επιτροπή περισσότερα εχέγγυα σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων. Βλέπε τις γνωμοδοτήσεις του Συνεδρίου αριθ. 2/2004 σχετικά με το πρότυπο του ενιαίου ελέγχου, σημεία 21, 41 και 42 και αριθ. 1/2005 σχετικά με τη χρηματοδότηση της ΚΓΠ, σημείο 24.

(26)  Βλέπε τη γνωμοδότηση αριθ. 2/2004 σχετικά με το πρότυπο του ενιαίου ελέγχου, σημεία 57 και 58.

(27)  Για την εκτίμηση του επιπέδου των παρατυπιών πρέπει να καθοριστεί με σαφήνεια η κατάλληλη μέθοδος δειγματοληψίας (γνωμοδότηση αριθ. 2/2004 σχετικά με το πρότυπο του ενιαίου ελέγχου, σημείο 48), ενώ η νομιμότητα και η κανονικότητα των δαπανών πρέπει να επαληθεύονται σε επίπεδο δικαιούχου (γνωμοδότηση αριθ. 1/2005 σχετικά με τη χρηματοδότηση της ΚΓΠ, σημείο 24).

(28)  Σκοπός των αποφάσεων συμφωνίας είναι να αποκλείουν από την κοινοτική χρηματοδότηση δαπάνες για τις οποίες η Επιτροπή διαπίστωσε ότι δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες [κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1258/1999 του Συμβουλίου άρθρο 7 παράγραφος 4]. Οι αποφάσεις αυτές είναι (στις περισσότερες περιπτώσεις) κατ’ αποκοπή διορθώσεις λόγω δυσλειτουργιών σε βασικά στοιχεία των συστημάτων ελέγχου.

(29)  ΠΕΕ 11 (ανάλυση κινδύνου), ΠΕΕ 12 (πληροφορίες στον τομέα της διαχείρισης), ΠΕΕ 14 (αναφορά παρατυπιών), ΠΕΕ 17 (εποπτεία), ΠΕΕ 18 (καταγραφή των εξαιρέσεων), ΠΕΕ 20 (αδυναμίες του εσωτερικού ελέγχου), ΠΕΕ 21 (εκθέσεις ελέγχου) και ΠΕΕ 22 (κλιμάκιο εσωτερικού ελέγχου).

(30)  ΠΕΕ 11 (ανάλυση κινδύνου) — δεν καταρτίστηκε σχέδιο δράσης για την αντιμετώπιση των κινδύνων για το 2004.

ΠΕΕ 12 (πληροφορίες στον τομέα της διαχείρισης) — οι εκθέσεις που εκπονούνται σχετικά με ζητήματα που αφορούν την ποιότητα, όπως η εφαρμογή του ετήσιου σχεδίου διαχείρισης, δεν είναι ακόμη ικανοποιητικές.

ΠΕΕ 17 (εποπτεία) — η αποτελεσματικότητα της εποπτείας των δημοσιονομικών δραστηριοτήτων που ασκούν οι διατάκτες είναι αμφίβολη, ενώ δεν υπάρχουν στοιχεία για τις διαδικασίες του κατασταλτικού ελέγχου.

ΠΕΕ 18 (καταγραφή των εξαιρέσεων) — οι σχετικές μονάδες δεν τήρησαν την υποχρέωση καταγραφής.

(31)  % ποσοστό των εκτάσεων που δήλωσε ο ελεγχόμενος αγρότης.

(32)  Ποσοστό των αιτήσεων που υποβλήθηκε σε επιθεώρηση.

(33)  Ποσοστό των εκτάσεων που δεν βρέθηκε στις αιτήσεις που υποβλήθηκαν σε επιθεώρηση.

(34)  Το σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών συνδέει τα στοιχεία ταυτοποίησης, τα μητρώα και τις αεροφωτογραφίες των αγροτεμαχίων, προκειμένου να καταστήσει δυνατούς τους διοικητικούς ελέγχους σχετικά με τον αριθμό και τη θέση των ελαιοδένδρων.

(35)  Οι συνοπτικοί έλεγχοι είναι κατ' ουσία έλεγχοι βάσει εγγράφων.

(36)  Η Πορτογαλία δεν διενεργεί συνοπτικούς ελέγχους.

Πηγή: Ετήσιες εκθέσεις των οργανισμών ελέγχου ελαιολάδου της Ελλάδας, Ισπανίας, Ιταλίας και της Πορτογαλίας για το 2002-2003.

(37)  Οι συνολικές δαπάνες αγροτικής ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένου του ΕΓΤΠΕ-τμήμα Εγγυήσεων, ανήλθαν σε 8 805 εκατομμύρια ευρώ.

(38)  Οι εν λόγω 12 οργανισμοί πληρωμών είναι: οι περιφέρειες της Καταλωνίας και της Μαδρίτης (Ισπανία), AGEA (Ιταλία), Bayern Umwelt και Saarland (Γερμανία), Υπουργείο Γεωργίας (Λουξεμβούργο), INGA και Ifadap (Πορτογαλία), ΟΠΕΚΕΠΕ (Ελλάδα), Région Wallone (Βέλγιο), CNASEA και SDE (Γαλλία).

(39)  ΕΕ L 67 της 14.3.1991, σ. 11.

(40)  Ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003, σημεία 4.15 και 4.16.

(41)  Το ουσιώδες σφάλμα καθορίστηκε στο 1 % των δαπανών που δήλωσε ο οργανισμός πληρωμών. Οι οργανισμοί πιστοποίησης χρησιμοποίησαν στατιστική δειγματοληψία προκειμένου να ελέγξουν 26 000 πράξεις σε επίπεδο οργανισμών πληρωμών.

(42)  Γνωμοδότηση αριθ. 1/2005 σχετικά με τη χρηματοδότηση της ΚΓΠ, σημείο 24.

(43)  Τσεχική Δημοκρατία, Λιθουανία, ARR (Πολωνία), Σλοβενία και Σλοβακία.

(44)  Εσθονία, Μάλτα.

(45)  Στο πλαίσιο του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1663/95 της Επιτροπής της 7ης Ιουλίου 1995 – Προσανατολισμοί για τα κριτήρια έγκρισης ενός οργανισμού πληρωμής και προσανατολισμός αριθ. 1 της Επιτροπής (έγγραφο VI/5168/96 αναθ. 1).

(46)  Συμπεριλαμβανομένων των προκαταβολών και εγγυήσεων και των απαιτήσεων.

(47)  Το σημείο 4 του παραρτήματος (ΕΚ) αριθ. 1663/95 της Επιτροπής ορίζει ότι οι αρμοδιότητες έγκρισης ή/και τεχνικής υπηρεσίας (π.χ. σχετικά με τις επιθεωρήσεις εκμεταλλεύσεων) μπορούν να αντίθενται σε άλλα όργανα υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Πηγή: Εκθέσεις σχετικά με την έγκριση που παρείχαν στο Συνέδριο οι αρμόδιες αρχές.

(48)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1268/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 161 της 26.6.1999, σ. 87), όπως εφαρμόζεται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2222/2000 της Επιτροπής (ΕΕ L 253 της 7.10.2000, σ. 5).

(49)  Τσεχική Δημοκρατία, Εσθονία, Λεττονία, Λιθουανία, Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβενία, Σλοβακία, Βουλγαρία και Ρουμανία.

(50)  Για παράδειγμα, σε μια χώρα δικαιούχο του SAPARD, λόγω της έλλειψης προσωπικού και του απροσδόκητα μεγάλου αριθμού των αιτήσεων που υποβλήθηκαν, το 50 % των αιτήσεων δεν είχε ακόμη διεκπεραιωθεί κατά τη λήξη της προθεσμίας.

(51)  Ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003, σημείο 8.47.

(52)  Ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003, σημείο 8.33.

(53)  Σύμφωνα με την πολυετή χρηματοδοτική συμφωνία [τμήμα Β άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο ε)], οι δαπάνες για κάθε υπηρεσία, προμήθεια ή έργο, οι οποίες υπερβαίνουν ένα προκαθορισμένο ποσό και για τις οποίες ο δικαιούχος δεν έλαβε προσφορές τιμών από τρεις τουλάχιστον προμηθευτές, θεωρούνται μη επιλέξιμες.

(54)  Στις επισημαινόμενες διαπιστώσεις περιλαμβάνονται η απουσία τριών έγκυρων προσφορών, προσφορές προερχόμενες από λιγότερους από τρεις προμηθευτές, αποδοχή χωρίς αιτιολόγηση προσφοράς η οποία δεν ήταν η πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη.

(55)  Ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003, σημείο 8.43.

(56)  Ειδική έκθεση αριθ. 7/2002.

(57)  Σύσταση του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2003, σχετικά με την απαλλαγή που παρέχεται στην Επιτροπή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού — SN 1376/03, παράρτημα 7.

(58)  SEC(2002) 1378 τελικό, σ. 12.

(59)  COM(2005) 50 τελικό.

(60)  ΕΕ L 47 της 25.2.1993, σ. 1.

(61)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 404/93 του Συμβουλίου, άρθρο 16 παράγραφος 1.

(62)  Έγγραφο 14 217/04 του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2004, πίνακας 2. Σύμφωνα με την ειδική έκθεση αριθ. 7/2002 του Συνεδρίου, ήταν 11 200 ευρώ/εκτάριο το 2000.

(63)  COM(2004) 247 τελικό, σ. 13.

(64)  Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την απαλλαγή του 2002, τμήμα III σημείο 149.

(65)  Κανονισμοί της Επιτροπής (ΕΚ) αριθ. 444/2003 (ΕΕ L 67 της 12.3.2003, σ. 3) και (ΕΚ) αριθ. 2010/2003 (ΕΕ L 297 της 15.11.2003, σ. 13) σχετικά με τους οριζόντιους κανόνες καθώς και κανονισμοί της Επιτροπής που αφορούν συγκεκριμένους τομείς: κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 456/2003 (βόειο κρέας) (ΕΕ L 69 της 13.3.2003, σ. 18), κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 500/2003 (σιτηρά) (ΕΕ L 74 της 20.3.2003, σ. 19) και κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 740/2003 (μεταποιημένα προϊόντα) (ΕΕ L 106 της 29.4.2003, σ. 12).

(66)  Το Συνέδριο υπέβαλε σε έλεγχο τα συστήματα σε τρία κράτη μέλη που αντιπροσωπεύουν το 70 % των σχετικών δαπανών (Γερμανία, Γαλλία και Κάτω Χώρες).

(67)  Σύσταση του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την απαλλαγή που παρέχεται στην Επιτροπή για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους 2000 — SN 1651/02.

(68)  Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την απαλλαγή για το οικονομικό έτος 2000, σημείο 59 του ψηφίσματος (ΕΕ L 158 της 17.6.2002, σ. 16).

(69)  Evaluation of the Community Policy for Starch and Starch products (2002), LMC International, Οξφόρδη.

(70)  Ειδική έκθεση αριθ. 9/2004.

(71)  Ειδική έκθεση αριθ. 3/2005.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1

Εξέλιξη των κυριότερων παρατηρήσεων — Γεωργία

 

2003 και προηγούμενα έτη

2004

Παρατηρήσεις

Απαντήσεις της Επιτροπής

Παρατηρήσεις

Συστάσεις

Πρότυπα εσωτερικού ελέγχου

Στην έκθεση επισημαίνεται ότι δεκατέσσερα από τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου εφαρμόζονταν πλήρως στις 31 Δεκεμβρίου 2003. Το Φεβρουάριο του 2004 μόνο τέσσερα απέμεναν να εφαρμοστούν εν μέρει (4.23).

Καμία απάντηση.

Η αυτοαξιολόγηση της ΓΔ AGRI για το 2004 κατέληγε στο συμπέρασμα ότι είχαν τηρηθεί όλα τα πρότυπα και οι θεμελιώδεις απαιτήσεις [4.28 α) και 4.33].

Το Συνέδριο εξέτασε την εφαρμογή οκτώ προτύπων και διαπίστωσε ότι διαπίστωσε ότι για τέσσερα από αυτά υπήρχε ακόμη περιθώριο βελτίωσης (4.34).

Η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας πρέπει να φροντίσει για την πλήρη εφαρμογή αυτών των τεσσάρων προτύπων [4.28 α) και 4.33-4.34].

Καθεστώτα ενισχύσεων βάσει έκτασης

Το συνολικό ποσοστό σφάλματος που διαπιστώθηκε από τους τυχαίους ελέγχους είναι 2,4 %, σε σύγκριση με το 1,5 % που προέκυψε από τους ελέγχους που επιλέχθηκαν βάσει αξιολόγησης κινδύνου (4.26).

Είναι αξιοσημείωτο ότι, για ορισμένα κράτη μέλη, οι έλεγχοι που διενεργήθηκαν τυχαία δείχνουν υψηλότερο ποσοστό σφάλματος από εκείνους που επιλέχθηκαν με βάση ανάλυση κινδύνου (4.27).

Ο κανονισμός ΟΣΔΕ τροποποιήθηκε όσον αφορά την ανάλυση κινδύνου, κυρίως με τη θέσπιση της υποχρέωσης των κρατών μελών να αναθεωρούν ετησίως την αποτελεσματικότητα των χρησιμοποιούμενων παραγόντων κινδύνου (4.26-4.27).

Όπως και στα προηγούμενα έτη και σε ορισμένα κράτη μέλη, οι πράξεις που επιλέχθηκαν βάσει κινδύνου αποδείχθηκε ότι περιέχουν μικρότερο ποσοστό σφάλματος από ό,τι οι πράξεις που επιλέχθηκαν τυχαία (4.37).

Η Επιτροπή πρέπει να μεριμνά ώστε τα διάφορα δείγματα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη να είναι συγκρίσιμα. Οφείλει επίσης να επιδεικνύει μεγαλύτερη προσοχή στα διαφορετικά αποτελέσματα των τυχαίων και των βάσει κινδύνου ελέγχων και, σε περίπτωση ασυμφωνίας, να ζητά εξηγήσεις (4.37).

Καθεστώτα πριμοδότησης ζώων

Γενικά, το ποσοστό σφάλματος που διαπιστώθηκε από τις επιθεωρήσεις ζώων στο πλαίσιο του ΟΣΔΕ εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικές διακυμάνσεις από έτος σε έτος, καθώς και μεταξύ κρατών μελών (4.32).

(βλέπε επίσης σημεία 4.11 και 4.12)

Όπως αναφέρθηκε στο σημείο 4.11 στοιχείο δ), τα στατιστικά στοιχεία των ελέγχων εξετάζονται και υπόκεινται σε λογιστικό έλεγχο στα πλαίσια του ετήσιου προγράμματος εργασίας (4.32).

(βλέπε επίσης σημεία 4.11 και 4.12)

Οι στατιστικές για τις πριμοδοτήσεις ζώων είναι ακόμη λιγότερο αξιόπιστες από εκείνες που αφορούν τις αιτήσεις για ενίσχυση βάσει έκτασης (4.39).

Η Επιτροπή πρέπει να αναλύει τις διακυμάνσεις από έτος σε έτος στα αποτελέσματα των επιθεωρήσεων που πραγματοποιούνται σε κάθε κράτος μέλος και να ζητά εξηγήσεις όταν τα αποτελέσματα είναι ασυνεπή (4.39).

Ενισχύσεις βάσει των παραγόμενων ποσοτήτων

α)

Στην Ελλάδα, οι υπάλληλοι των περιφερειακών γραφείων δεν είχαν πάντοτε πρόσβαση στη βάση δεδομένων του ΟΣΔΕ, γεγονός που παρακωλύει τους αποτελεσματικούς επιτόπιους ελέγχους [4.35 β)]·

β)

ούτε η Ελλάδα ούτε η Ισπανία είχαν θέσει σε λειτουργία ΣΓΠ για το ελαιόλαδο για την περίοδο που αφορά τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν το 2003, η δε Ισπανία δεν διενέργησε τον αριθμό των επιτόπιων επιθεωρήσεων που απαιτούνται για την αντιστάθμιση των προαναφερθέντων (4.37).

α)

Οι δυσλειτουργίες του ΟΣΔΕ στην Ελλάδα λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο της εκκαθάρισης των λογαριασμών.

β)

Το ΣΓΠ για το ελαιόλαδο αποτελεί ένα από τα στοιχεία του συστήματος ελέγχων της ενίσχυσης για την παραγωγή ελαιολάδου, κατέστη δε υποχρεωτικό μόλις από την περίοδο εμπορίας 2003/2004 (4.37).

Οι πράξεις που αφορούν το ελαιόλαδο παρουσιάζουν μια σειρά αδυναμιών:

α)

στην Ελλάδα, ορισμένες αιτήσεις δεν κατέστη δυνατόν να επαληθευτούν, διότι τα δηλωθέντα αγροτεμάχια δεν βρίσκονταν στην υποδεικνυόμενη τοποθεσία·

β)

η Ελλάδα δεν είχε θέσει ακόμη σε λειτουργία ΣΓΠ για το ελαιόλαδο για την περίοδο στην οποία ανάγονται οι πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν το 2004·

γ)

στην Ελλάδα διαπιστώθηκαν περιπτώσεις κατά τις οποίες οι οργανώσεις των παραγωγών δεν πραγματοποιούσαν τους αναγκαίους ελέγχους, για παράδειγμα, σχετικά με τη διάθεση του ελαιολάδου·

δ)

στην Ανδαλουσία διαπιστώθηκαν εσφαλμένοι υπολογισμοί για την επιβολή κυρώσεων στους ελαιοπαραγωγούς που είχαν δηλώσει περισσότερα ελαιόδενδρα από όσα είχαν καταχωριστεί στο ΣΓΠ (4.44).

Η Επιτροπή οφείλει να είναι αυστηρότερη με τις ελαιοπαραγωγούς χώρες όσον αφορά την ποιότητα των ελέγχων, τη σοβαρότητα των ποινών που πρέπει να επιβληθούν και τη συστηματική εκτέλεση των αποφάσεων ανάκλησης των αδειών για τα ελαιοτριβεία που δεν συμμορφώνονται. Η Επιτροπή πρέπει επίσης να απαιτήσει να τεθεί σε πλήρη λειτουργία το ελαιοκομικό μητρώο στην Ελλάδα (4.44-4.45).

Ένα βασικό μέρος των εργασιών των οργανισμών αφορά ελέγχους ελαιοτριβείων. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι οργανισμοί διαπιστώνουν διαφορές στα ελαιοτριβεία, μπορεί να προτείνουν μια σειρά κυρώσεων, η σοβαρότερη από τις οποίες είναι η διαγραφή του ελαιοτριβείου από την εγκεκριμένη κατάσταση. Το 2002 (έλεγχοι που αφορούν τις δαπάνες του 2003) οι οργανισμοί πρότειναν αυτό τον τρόπο δράσης για ένα από τα δέκα ελεχθέντα ελαιοτριβεία. Στην πράξη, τα υπουργεία γεωργίας των κρατών μελών επιβάλλουν συχνά μικρότερη κύρωση (4.39).

Η Επιτροπή ελέγχει την ποιότητα της παρακολούθησης, από τα κράτη μέλη, των εργασιών που πραγματοποιούν οι οργανισμοί ελέγχου (4.39).

Το έργο των οργανισμών περιλαμβάνει ελέγχους στα ελαιοτριβεία. 'Όταν οι οργανισμοί διαπιστώσουν σφάλματα και αδυναμίες, μπορούν να προτείνουν κυρώσεις, με σοβαρότερη την ανάκληση της έγκρισης. Μετά τους ελέγχους στα ελαιοτριβεία το 2003 (που είχαν αντίκτυπο στις πληρωμές του 2004), οι οργανισμοί πρότειναν την ανάκληση της έγκρισης για το 9 % των ελαιοτριβείων στα οποία πραγματοποιήθηκε επίσκεψη. Εντούτοις, οι προτάσεις αυτές συχνά δεν εφαρμόζονται από τις αρχές των κρατών μελών (4.45).

Λοιπές δαπάνες

Όσον αφορά τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τις επιταγές του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89, το Συνέδριο διαπίστωσε τα ακόλουθα:

α)

οι οργανισμοί συντονισμού στα κράτη μέλη προετοίμασαν γενικά τα σχέδια εξέτασης σύμφωνα με τον κανονισμό, το ήμισυ όμως των ελέγχων που σχεδιάστηκαν για την περίοδο είχε ολοκληρωθεί κατά τα τέλη του 2003·

β)

το ένα πέμπτο των εξετάσεων που έλεγξε το Συνέδριο ήταν τελείως αναξιόπιστο·

γ)

οι ετήσιες εκθέσεις των οργανισμών συντονισμού δεν παρουσιάζουν στατιστικές για τα αποτελέσματα των εξετάσεων σε μορφότυπο που να επιτρέπει μια λογική ανάλυση και σύγκριση·

δ)

η Επιτροπή δεν εφάρμοσε πρόγραμμα επιθεωρήσεων για να διαπιστώσει την αποτελεσματικότητα των διενεργηθέντων ελέγχων (4.15).

[βλέπε επίσης σημείο 4.46 α)]

α)

Σύμφωνα με τις ετήσιες εκθέσεις των κρατών μελών, ο αριθμός των ελέγχων που ολοκληρώθηκαν ανήλθε σε 2 469, δηλαδή σε ποσοστό 63 % των 3 907 ελέγχων οι οποίοι είχαν προγραμματιστεί για την εν λόγω περίοδο.

β)

Η Επιτροπή θα λάβει υπόψη τα εν λόγω στοιχεία στις μελλοντικές εργασίες της όσον αφορά τους ελέγχους στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89.

γ)

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής αναλύουν και επεξεργάζονται τα στοιχεία που λαμβάνονται, με σκοπό την κατάρτιση συγκριτικών στοιχείων όσον αφορά τα κράτη μέλη.

δ)

Κατά τα προηγούμενα έτη πραγματοποιήθηκαν παρόμοια προγράμματα ελέγχων με βάση την ανάλυση κινδύνου, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη νέος γύρος ελέγχων (4.15).

Το Συνέδριο εξέτασε την παρακολούθηση, εκ μέρους της Επιτροπής, των ελέγχων του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4045/89:

α)

ο ισχύων κανονισμός δεν απαιτεί από τους οργανισμούς συντονισμού να παρουσιάζουν στατιστικά στοιχεία σε μορφή η οποία να επιτρέπει μια λογική ανάλυση·

β)

το 2003, το Συνέδριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε ένδεκα κράτη μέλη, μόνο ένας στους τρεις ελέγχους μετά την πληρωμή ήταν πλήρως ικανοποιητικός. Η αντίδραση της Επιτροπής το 2004 ήταν να επισκεφθεί τρία κράτη μέλη, για πρώτη φορά από το 2001·

γ)

οι καθυστερήσεις στην ολοκλήρωση των ετήσιων προγραμμάτων ελέγχων μετά την πληρωμή των κρατών μελών εξακολουθούν να υπάρχουν. Στο τέλος του 2004, σχεδόν το 40 % των προγραμματισμένων ελέγχων δεν είχε ολοκληρωθεί.

Δεδομένου ότι τα στοιχεία δεν παρέχουν τη δυνατότητα ανάλυσης κατά ποσό ή κατά είδος δαπάνης, δεν είναι δυνατό να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με τη σημασία και τα αίτια της διαφοροποίησης στην αναφερόμενη συχνότητα των παρατυπιών (4.10).

(βλέπε επίσης σημείο 4.51)

Η Επιτροπή πρέπει να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την τυποποίηση των διαφόρων στατιστικών στοιχείων και δεδομένων που λαμβάνει, ώστε να τα καταστήσει συγκρίσιμα μεταξύ τους. Επίσης, η Επιτροπή πρέπει να εντείνει τους ελέγχους της στα κράτη μέλη όσον αφορά την τήρηση, εκ μέρους τους, των προθεσμιών για την ολοκλήρωση των δικών τους προγραμμάτων ελέγχων (4.10 και 4.51).

Όσον αφορά τους ελέγχους των επιστροφών κατά την εξαγωγή που διενεργήθηκαν στο πλαίσιο του κανονισμού (EOK) αριθ. 386/90, το Συνέδριο διαπίστωσε ότι όλα τα κράτη μέλη κοινοποίησαν στην Επιτροπή τον αριθμό των ελέγχων που διενεργήθηκαν, αλλά πολλά δεν κοινοποίησαν τον αριθμό των εντοπισθέντων σφαλμάτων. Τα αποτελέσματα δεν αναφέρουν το ποσό των αιτήσεων επιδότησης που απορρίφθηκαν, ούτε τον τύπο των επιστροφών κατά την εξαγωγή που είχαν θιγεί περισσότερο [4.46 β)].

Η Επιτροπή έχει προβλέψει τη συλλογή στοιχείων σχετικά με το οικονομικό μέγεθος των εξαγωγών που υπόκεινται σε φυσικούς ελέγχους [4.46 β)].

Η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να παράσχει πληροφορίες σχετικά με την αξία των πράξεων που υποβλήθηκαν σε φυσικό έλεγχο καθώς και την αξία των παρατυπιών που εντοπίστηκαν. Το 2004 η Επιτροπή ενέκρινε κανονισμό ο οποίος επιβάλλει στα κράτη μέλη να αναφέρουν αυτό το στοιχείο, αρχής γενομένης από την έκθεση για το 2005. Το Συνέδριο ελπίζει ότι αυτός ο κανονισμός θα καλύψει πραγματικά αυτές τις αδυναμίες (4.13 και 4.52-4.53).

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό, λαμβανομένων υπόψη του ενδεχόμενου μη εξαγωγής των εμπορευμάτων, της αντικατάστασης ορισμένων εξαγωγών, της αλλαγής προορισμού και τέλος της ανακύκλωσης των εξαγωγών (επανεισαγωγή επιδοτηθέντων προϊόντων), η Επιτροπή να βελτιώσει την παρακολούθηση των επιτόπιων ελέγχων που είναι υποχρεωτικοί για τις επιστροφές κατά την εξαγωγή (4.13 και 4.52-4.53).

Το Συνέδριο εξακολουθεί να διαπιστώνει σοβαρά σφάλματα όσον αφορά τη σταφίδα (Ελλάδα), τα οποία αναφέρθηκαν στην ετήσια έκθεση για το 2002 (4.45).

Η Επιτροπή έχει ήδη προτείνει και θα εξακολουθήσει να προτείνει δημοσιονομικές διορθώσεις σχετικά με τις ανακολουθίες που επισημαίνονται στις επιδοτήσεις για τη σταφίδα (4.45).

Το Συνέδριο εξακολουθεί να διαπιστώνει σοβαρά σφάλματα στις επιδοτήσεις της σταφίδας (Ελλάδα, η διαπίστωση υπάρχει στην ετήσια έκθεση τόσο για το 2002 όσο και για το 2003) (4.54).

Η Επιτροπή οφείλει να λάβει μέτρα ιδίως όσον αφορά τη διαδικασία εκκαθάρισης των λογαριασμών, εξασφαλίζοντας συγχρόνως ότι τυχόν περιφερειακές παρεκκλίσεις από τους όρους της ελάχιστης απόδοσης και ης παραγωγής αιτιολογούνται δεόντως (4.54).

Αγροτική ανάπτυξη

Τα καθεστώτα αυτού του είδους περιλαμβάνουν συχνά σύνθετους σχετικά όρους επιλεξιμότητας, οι οποίοι μερικές φορές πρέπει να ελέγχονται κατά την πάροδο των ετών (4.41).

 

Όσον αφορά τις δαπάνες αγροτικής ανάπτυξης, οι οργανισμοί πιστοποίησης διατύπωσαν επιφύλαξη στο πλαίσιο της ελεγκτικής γνώμης τους για 12 οργανισμούς πληρωμών, αν και με περιορισμένο οικονομικό αντίκτυπο. Οι λόγοι για τους οποίους οι λογαριασμοί συνοδεύονταν από επιφυλάξεις ήταν ουσιώδη σφάλματα, μη επιλέξιμες δαπάνες και απουσία δικαιολογητικών· οι επιφυλάξεις αφορούσαν κυρίως τα γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα και τις επενδύσεις στη γεωργία και στη δασοκομία (4.47).

Η Επιτροπή πρέπει να παρακολουθήσει τα εντοπισθέντα σφάλματα και να λάβει τα ενδεδειγμένα μέτρα για την κάλυψη των υποκείμενων αδυναμιών (4.47-4.48).

Οι οργανισμοί πιστοποίησης διατύπωσαν επιφυλάξεις στις ελεγκτικές γνώμες τους για τους λογαριασμούς τριών οργανισμών, οι οποίοι ειδικεύονται σε μέτρα αγροτικής ανάπτυξης. Ορισμένα σφάλματα που αφορούν δαπάνες αγροτικής ανάπτυξης παρουσιάζονται στις επιφυλάξεις που συνοδεύουν τις ελεγκτικές γνώμες πέντε άλλων οργανισμών (4.42).

Τα σφάλματα που επεσήμαναν οι οργανισμοί πιστοποίησης όσον αφορά τις δαπάνες αγροτικής ανάπτυξης θα εξετασθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης λογαριασμών, ενώ θα προταθούν δημοσιονομικές διορθώσεις εφόσον θεωρηθεί ότι τα εν λόγω σφάλματα ενέχουν κίνδυνο για το Ταμείο (4.42).

Τα περισσότερα δικαιώματα στις ενισχύσεις αγροτικής ανάπτυξης εξαρτώνται από την τήρηση ορισμένων υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν οι δικαιούχοι, όπως η τήρηση ορθών γεωργικών πρακτικών. Η ειδική έκθεση του Συνεδρίου σχετικά με τα γεωργοπεριβαλλοντικά μέτρα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επαλήθευση αυτού του είδους των δαπανών δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα και ότι σπάνια μπορεί να οδηγήσει, με λογικό κόστος, σε εύλογη βεβαιότητα (4.48).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2

Στοιχεία παρακολούθησης ΟΣΔΕ

Πηγή: Εξέταση από το Ελεγκτικό Συνέδριο των συστημάτων ΟΣΔΕ των οργανισμών πληρωμών.

 

 

Ενισχύσεις βάσει έκτασης

Πριμοδοτήσεις ζώων

Κράτος μέλος

Οργανισμός πληρωμών

Διοικητικές διαδικασίες και έλεγχοι για τη διασφάλιση της ορθότητας των πληρωμών

Ανάλυση κινδύνου και διαδικασίες επιλογής για τις επιθεωρήσεις

Μεθοδολογία ελέγχου και κατάρτιση εκθέσεων σχετικά με τα διάφορα αποτελέσματα

Κατάρτιση και αξιοπιστία των στατιστικών σχετικά με τους ελέγχους και τα σχετικά αποτελέσματα

Διοικητικές διαδικασίες και έλεγχοι για τη διασφάλιση της ορθότητας των πληρωμών

Ανάλυση κινδύνου και διαδικασίες επιλογής για τις επιθεωρήσεις

Μεθοδολογία ελέγχου και κατάρτιση εκθέσεων σχετικά με τα διάφορα αποτελέσματα

Κατάρτιση και αξιοπιστία των στατιστικών σχετικά με τους ελέγχους και τα σχετικά αποτελέσματα

ES

Castilla y León

 

1

2

 

3

1

 

 

PT

Ifadap/INGA

4

1

5

 

6

1

7

 

UK

Scotland, Seerad

8

1

 

 

9

 

10

11

DE

Saarland

12

1

 

 

13

14

 

15

DE

Thüringen

16

 

 

 

17

 

 

 

 

Το ΟΣΔΕ δεν εφαρμόζεται ακόμα αξιόπιστα στην Ελλάδα (βλέπε σημείο 4.56)

 

 

 

 

EL

Ελλάδα, ΟΠΕΚΕΠΕ

18

19

20

21

22

23

24

25


 

A

Λειτουργεί καλά, απαιτούνται ελάχιστες ή μικρές βελτιώσεις

 

B

Λειτουργεί, αλλά χρειάζεται βελτιώσεις

 

Γ

Δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε


1

Ανεπαρκής αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των διαφόρων κριτηρίων κινδύνου. Μολονότι ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 118/2004 της Επιτροπής, της 23ής Ιανουαρίου 2004 καθιστά την εν λόγω αξιολόγηση υποχρεωτική μόνο από το έτος εμπορίας 2004 (έτος πληρωμών 2005), το Συνέδριο τη θεωρεί στοιχείο ουσιαστικής σημασίας για την ανάλυση κινδύνου. Ορισμένα κράτη μέλη δεν αναλύουν τα σημαντικά σφάλματα.

2

Οι διαδικασίες ελέγχου της ποιότητας καθώς και τα σχετικά αποτελέσματα δεν στηρίζονται σε αποδεικτικά στοιχεία, ενώ η μη συνεκτίμηση των αποτελεσμάτων των αρχικών ελέγχων με τηλεανίχνευση δεν τεκμηριώνεται επαρκώς.

3

Ανωμαλίες που αφορούν τα δεδομένα σχετικά με τις κινήσεις των ζώων στη βάση δεδομένων για τα βοοειδή, ασυμφωνίες μεταξύ των περιφερειακών και της εθνικής βάσεων δεδομένων για τα βοοειδή.

4

Τα μόνιμα χαρακτηριστικά μη επιλεξιμότητας αγροτεμαχίων, τα οποία διαπιστώνονται κατά τις επιθεωρήσεις, δεν καταχωρίζονται στη σχετική βάση δεδομένων, ώστε να χρησιμοποιηθούν σε μελλοντικούς διοικητικούς διασταυρωτικούς ελέγχους.

5

Ανεπαρκείς έλεγχοι της ποιότητας των εργασιών των αντισυμβαλλομένων που έχουν αναλάβει την τηλεανίχνευση, για έξι από τα οκτώ αγροτεμάχια που μετρήθηκαν εκ νέου από τους ελεγκτές δεν επιβεβαιώθηκαν τα αρχικά αποτελέσματα της τηλεανίχνευσης.

6

Τα βοοειδή που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη και προορίζονται για άμεση σφαγή δεν καταχωρίζονται στη βάση δεδομένων για τα βοοειδή.

7

Οι πληροφορίες που εξάγονται από τη βάση δεδομένων για τα βοοειδή προκειμένου να χρησιμοποιηθούν κατά τις επιθεωρήσεις κρίθηκαν ελλιπείς (όσον αφορά τις επιθεωρήσεις της πριμοδότησης σφαγής) ή ανεπίκαιρες (γενικά, για όλες τις επιθεωρήσεις).

8

Μολονότι δεν προβλέπεται στους κανονισμούς της ΕΕ, για τους διοικητικούς ελέγχους εφαρμόζονται ποσοστά ανοχής (2 % ή 2 εκτάρια το πολύ).

9

Καταβολές ποσών στο πλαίσιο της πριμοδότησης εκτατικοποίησης που υπερέβαιναν τα οφειλόμενα λόγω της πραγματοποίησης των πληρωμών πριν από την ολοκλήρωση των διασταυρωτικών ελέγχων.

10

Διαπιστώθηκε μεγάλος αριθμός σφαλμάτων στην καταχώριση των αποτελεσμάτων των επιθεωρήσεων (47 % όλων των εκθέσεων των επιθεωρήσεων που υποβλήθηκαν σε έλεγχο). Προειδοποίηση που υπερέβαινε τις 48 ώρες δόθηκε στο 23 % των επιθεωρήσεων βοοειδών και στο 40 % των επιθεωρήσεων προβάτων.

11

Ο αριθμός των επιθεωρήσεων που δηλώθηκε ότι πραγματοποιήθηκαν ήταν υπερβολικός (το αναφερθέν ποσοστό ελέγχου ήταν 15,2 % αντί για 13,3 %).

12

Το μητρώο αγροτεμαχίων δεν ενημερώνεται συστηματικά. Ο έλεγχος της ποιότητας του εξουσιοδοτημένου φορέα ήταν ανεπαρκής.

13

Ανεπαρκής παρακολούθηση των διορθώσεων που πραγματοποιούνται στη βάση δεδομένων για τα βοοειδή, με σκοπό την άρση των ασυμφωνιών μεταξύ των αποτελεσμάτων των επιτόπιων επιθεωρήσεων και των στοιχείων που περιέχονται στη σχετική βάση.

14

Περισσότερες του 70 % των επιθεωρήσεων ζώων συγκεντρώνονταν στη ζώνη των ελέγχων με τηλεανίχνευση των ενισχύσεων βάσει έκτασης. Η ανάλυση των κινδύνων δεν ελάμβανε υπόψη όλες τις παραμέτρους κινδύνου που προβλέπονται από την κοινοτική νομοθεσία. Καμία αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της ανάλυσης κινδύνου.

15

Ασήμαντες διαφορές μεταξύ των στοιχείων που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή και αυτών που υπόκεινται των δεδομένων που δόθηκαν στους ελεγκτές του Συνεδρίου.

16

Υψηλά αποδεκτά ποσοστά σφάλματος όσον αφορά την καταχώριση δεδομένων, οι αιτήσεις δεν μπλοκάρονται αυτόματα από το σύστημα ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων όταν επιλέγονται για επιθεώρηση, ανεπαρκής διαδρομή του ελέγχου για τις περιπτώσεις που θεωρήθηκαν ως προφανή σφάλματα.

17

Τα αρχεία αιτήσεων δεν μπλοκάρονται αυτόματα από το σύστημα ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων όταν επιλέγονται για επιθεώρηση, ανεπαρκής παρακολούθηση των διορθώσεων που πρέπει να γίνουν στη βάση δεδομένων για τα βοοειδή, με σκοπό την άρση των ασυμφωνιών μεταξύ των αποτελεσμάτων των επιτόπιων επιθεωρήσεων και των στοιχείων που περιέχονται στη σχετική βάση.

18

Η διαδικασία καταχώρισης των αιτήσεων είναι αναξιόπιστη και χρησιμοποιείται συστηματικά για την αποφυγή της εφαρμογής των ποινών για καθυστερημένη υποβολή αίτησης, το σύστημα LPIS είναι ατελές και αναξιόπιστο, η επιθεώρηση των μέγιστων εκτάσεων δεν πραγματοποιείται σε επίπεδο αγροτεμαχίων, αλλά μόνο σε επίπεδο τοπογραφικής νησίδας και με αναποτελεσματικό τρόπο, οι ενώσεις γεωργικών συνεταιρισμών έχουν το μονοπώλιο της εισαγωγής των δεδομένων (στοιχεία για τις αιτήσεις και τις επιθεωρήσεις) και πρωταγωνιστούν στη διόρθωση των καταστάσεων σφαλμάτων που γεννά το σύστημα. Οποιαδήποτε στιγμή, μπορούν να τροποποιήσουν ή να συμπληρώσουν στοιχεία στο σύστημα της ηλεκτρονικής επεξεργασίας δεδομένων· καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, οι ενώσεις γεωργικών συνεταιρισμών πραγματοποιούν πάρα πολλές τροποποιήσεις και διορθώσεις, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα παρακολούθησης της διαδρομής του ελέγχου.

19

Οι ενώσεις γεωργικών συνεταιρισμών γνωρίζουν τις περιφέρειες που επιλέγονται για τηλεανίχνευση.

20

Οι επιτόπιες επιθεωρήσεις είναι χαμηλής ποιότητας και τεκμηριώνονται ανεπαρκώς, δεν υπάρχει έλεγχος της ποιότητάς τους σε τοπικό επίπεδο, για πολλές από αυτές υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για το κατά πόσο όντως πραγματοποιήθηκαν, η μέτρηση με βήματα θεωρείται έγκυρη μέθοδος μέτρησης, το σύστημα διπλής χαρτογραφικής αναφοράς οδηγεί σε μια κατάσταση κατά την οποία οι διασταυρωτικοί έλεγχοι του συστήματος ηλεκτρονικής επεξεργασίας των δεδομένων χρησιμοποιούν αποκλειστικά τον ψηφιοποιημένο κώδικα αναφοράς, ενώ οι επιθεωρήσεις πραγματοποιούνται βάσει της παλαιάς χαρτογραφικής αναφοράς ενός αγροτεμαχίου, ενώ τα δύο συστήματα αναφοράς δεν συνδέονται μεταξύ τους. Η χαμηλή ποιότητα των επιθεωρήσεων επιβεβαιώνεται από τις επιθεωρήσεις που επανέλαβε ο ίδιος ο οργανισμός πληρωμών και από τις επιθεωρήσεις που επανέλαβαν οι ελεγκτές του Συνεδρίου.

21

Τα αριθμητικά στοιχεία που αφορούσαν τον αριθμό των καθυστερημένων αιτήσεων και τα αποτελέσματα της τηλεανίχνευσης ήταν σε μεγάλο βαθμό λανθασμένα.

22

Μη ενημερωμένη βάση δεδομένων για τα βοοειδή, γεγονός που μειώνει την αποτελεσματικότητα τόσο των διοικητικών ελέγχων όσο και των επιθεωρήσεων. Ανεπαρκής έλεγχος της παραλαβής των αιτήσεων και της καταχώρισης δεδομένων από τους γεωργικούς συνεταιρισμούς, οι οποίοι μπορούν να αλλάξουν τα στοιχεία για τις αιτήσεις και τις επιθεωρήσεις που χρησιμοποιούνται για τη διεκπεραίωση των πληρωμών. Σημαντικά σφάλματα στην καταχώριση των δεδομένων για τις αιτήσεις και τις επιθεωρήσεις από τους γεωργικούς συνεταιρισμούς. Ατελείς διοικητικοί έλεγχοι σε κεντρικό επίπεδο και ακατάλληλοι διοικητικοί έλεγχοι σε τοπικό επίπεδο. Περιορισμένος έλεγχος των μεμονωμένων ποσοστώσεων για ζώα, συστηματική καταβολή υπερβολικών ποσών για την πριμοδότηση εκτατικοποίησης, εσφαλμένη εφαρμογή ορισμένων ποινών.

23

Όλες οι αιτήσεις που αφορούσαν τα βοοειδή αναφέρονταν ότι ελέγχθηκαν το 2003. Αυτό το φιλόδοξο πρόγραμμα εργασίας συνέβαλε στη χαμηλή ποιότητα των επιθεωρήσεων.

24

Οι επιθεωρητές δεν είχαν συστηματική πρόσβαση στη βάση δεδομένων για τα βοοειδή προκειμένου να προετοιμάσουν τις επιθεωρήσεις τους. Οι επιθεωρήσεις δεν εντόπισαν ούτε αιτιολόγησαν τις διαφορές μεταξύ των ζώων που βρίσκονταν στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις και των βοοειδών που εμφανίζονταν στη βάση δεδομένων. Συχνά, με τις επιθεωρήσεις δεν μπορούσαν να εντοπιστούν σφάλματα που εντοπίζονταν με τους διοικητικούς ελέγχους. Το 69 % των υπερβολικών δηλώσεων για την ειδική πριμοδότηση των βοοειδών και της θηλάζουσας αγελάδας εντοπίστηκε από τις επιθεωρήσεις που επανέλαβε ο οργανισμός πληρωμών και όχι από την αρχική επιθεώρηση.

25

Σημαντικές ασυνέπειες στα στατιστικά στοιχεία για την πριμοδότηση της θηλάζουσας αγελάδας και την πριμοδότηση σφαγής (π.χ. τα ζώα που αναφέρονταν ότι είχαν υποβληθεί σε επιθεώρηση ήταν περισσότερα από τα δηλωθέντα). Εσφαλμένα στατιστικά στοιχεία για την πριμοδότηση σφαγής.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Διαρθρωτικές ενέργειες

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Εισαγωγή

Χρηματοδότηση και στόχοι των διαρθρωτικών ενεργειών

Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου για τις διαρθρωτικές ενέργειες: οι κύριοι κανονισμοί και οι διαδικασίες

Ειδική εκτίμηση στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας

Στόχος και εμβέλεια του ελέγχου

Έλεγχος των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου

Υλοποίηση των προτύπων εσωτερικού ελέγχου:σημειώθηκε πρόοδος μολονότι απαιτούνται περισσότερες προσπάθειες

Υλοποίηση των επιχειρησιακών προγραμμάτων: οι αναγκαίες βελτιώσεις των συστημάτων, κατά την τρέχουσα περίοδο, για την επίτευξη της συμμόρφωσης με τους κανονισμούς

Κλείσιμο των προγραμμάτων της περιόδου 1994-1999: καθυστερήσεις και αδυναμία συμμόρφωσης με τους κανονισμούς λόγω συστημάτων

Αποτελέσματα των ελέγχων τεκμηρίωσης σχεδίων

Εργασία άλλων ελεγκτών

Ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων και δηλώσεις των γενικών διευθυντών: καλύτερη πληροφόρηση αλλάακατάλληλες επιφυλάξεις

Παρακολούθηση των παρατηρήσεων από προηγούμενες δηλώσεις αξιοπιστίας: πρέπει να αναληφθεί περαιτέρω δράση από την Επιτροπή

Συμπεράσματα και συστάσεις

Συμπεράσματα

Συστάσεις

Υλοποίηση του Μέσου Προενταξιακών Διαρθρωτικών Πολιτικών: η Επιτροπή εντόπισε ελλείψεις στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου

Παρακολούθηση των παρατηρήσεων της ειδικής έκθεσης αριθ. 3/2002 σχετικά με την κοινοτική πρωτοβουλία για την απασχόληση — Integra

Παρακολούθηση των παρατηρήσεων της ειδικής έκθεσης αριθ. 4/2002 σχετικά με τις τοπικές δράσεις για την απασχόληση

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Χρηματοδότηση και στόχοι των διαρθρωτικών ενεργειών

5.1.

Οι διαρθρωτικές ενέργειες στηρίζουν την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υποψήφιων για ένταξη χωρών. Οι ενέργειες χρηματοδοτούνται από τα τέσσερα Διαρθρωτικά Ταμεία: το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ), το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (ΕΚΤ), το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Προσανατολισμού (ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός) και το Χρηματοδοτικό Μέσο Προσανατολισμού της Αλιείας (ΧΜΠΑ)· επίσης από το Μέσο Προενταξιακών Διαρθρωτικών Πολιτικών (ISPA) και το Ταμείο Συνοχής.

 

5.2.

Τα Διαρθρωτικά Ταμεία συγχρηματοδοτούν προγράμματα κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης (1) στα κράτη μέλη. Το Ταμείο Συνοχής συγχρηματοδοτεί σχέδια για τη βελτίωση του περιβάλλοντος και την ανάπτυξη της υποδομής στον τομέα των μεταφορών στα κράτη μέλη των οποίων το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα είναι μικρότερο του 90 % του κοινοτικού μέσου όρου (2). Το ISPA υποστηρίζει σχέδια για την ανάπτυξη των μεταφορών και την προστασία του περιβάλλοντος στις υποψήφιες για ένταξη χώρες (3).

 

5.3.

Κάθε πρόγραμμα ή σχέδιο πρέπει να εγκρίνεται από την Επιτροπή και να συνοδεύεται από ένα ενδεικτικό δημοσιονομικό σχέδιο που να προσδιορίζει το ποσό της κοινοτικής ενίσχυσης και τη συνεισφορά του κράτους μέλους ή της υποψήφιας για ένταξη χώρας. Η χρηματοδότηση επιτελείται στο πλαίσιο πολυετών περιόδων που αντιστοιχούν στις δημοσιονομικές προοπτικές. Οι δαπάνες του κοινοτικού προϋπολογισμού για το 2004 αφορούν κυρίως τρέχουσες πληρωμές για την τρέχουσα περίοδο προγραμματισμού (2000-2006) και τελικές πληρωμές για την προγενέστερη περίοδο προγραμματισμού (1994-1999).

 

5.4.

Για την περίοδο από το 1994 έως το 1999 η Επιτροπή ενέκρινε 1 104 προγράμματα των Διαρθρωτικών Ταμείων και 920 σχέδια του Ταμείου Συνοχής. Για την περίοδο 2000 έως 2006 υπάρχουν 606 προγράμματα των Διαρθρωτικών Ταμείων, 1 163 σχέδια του Ταμείου Συνοχής και 72 σχέδια του ISPA (4). Οι ενέργειες που υλοποιήθηκαν μπορεί να διαφέρουν ευρέως. Παράδειγματα: τα μεγάλα σχέδια υποδομής (ΕΤΠΑ, Ταμείο Συνοχής και ISPA), η επιμόρφωση για μεμονωμένα άτομα (ΕΚΤ), η εμπορία αγροτικών προϊόντων (ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός) ή η προσαρμογή της αλιευτικής προσπάθειας (ΧΜΠΑ).

 

Image

Image

5.5.

Για την περίοδο 2000-2006 το σύνολο των δαπανών που εγγράφηκαν στον προϋπολογισμό για τα Διαρθρωτικά Ταμεία ήταν 230 463 εκατομμύρια ευρώ, για το Ταμείο Συνοχής 28 154 εκατομμύρια ευρώ και για το ISPA 6 149 εκατομμύρια ευρώ (7) (αριθμητικά στοιχεία με τιμές 2004). Οι περισσότερες δαπάνες κατανέμονται μεταξύ τριών πρωταρχικών στόχων πολιτικής των Διαρθρωτικών Ταμείων:

στόχος 1: προώθηση της ανάπτυξης και διαρθρωτικές προσαρμογές περιφερειών με καθυστερημένη ανάπτυξη,

στόχος 2: στήριξη της οικονομικής και κοινωνικής μετατροπής περιφερειών που αντιμετωπίζουν διαρθρωτικές δυσκολίες,

στόχος 3: στήριξη της προσαρμογής και του εκσυγχρονισμού πολιτικών και συστημάτων εκπαίδευσης, επιμόρφωσης και απασχόλησης.

 

5.6.

Για την περίοδο προγραμματισμού από το 1994 έως το 1999 και για τις προγενέστερες περιόδους, οι συνεισφορές από τα Διαρθρωτικά Ταμεία (8) καταβάλλονταν υπό τη μορφή προκαταβολών (που βασίζονταν στην πρόοδο που επιτελέστηκε με την υλοποίηση, όπως αποδεικνυόταν από τις δηλώσεις δαπανών που υποβλήθηκαν από τα κράτη μέλη) και τελικών πληρωμών, όπου οι τελευταίες συνιστούσαν το «κλείσιμο» των προγραμμάτων. Η κοινοτική χρηματοδότηση της περιόδου προγραμματισμού 2000 έως 2006 λαμβάνει τη μορφή ενιαίας προκαταβολικής πληρωμής ύψους 7 % (η οποία ανέρχεται στο 16 % για τα νέα κράτη μέλη) της συνολικής συνεισφοράς στο πρόγραμμα, ακολουθούμενης από επιστροφή δαπανών που δηλώνουν τα κράτη μέλη τακτικά κάθε χρόνο και από μια ενιαία τελική πληρωμή στο κλείσιμο του προγράμματος. Οι περιοδικές επιστροφές ονομάζονται «ενδιάμεσες πληρωμές». Για τα Διαρθρωτικά Ταμεία, κάθε πληρωμή εκ μέρους της Επιτροπής αφορά ένα δεδομένο Ταμείο και ένα δεδομένο πρόγραμμα.

 

5.7.

Οι διαρθρωτικές ενέργειες υπόκεινται στην αρχή της «επιμερισμένης διαχείρισης». Αυτό σημαίνει ότι, ενώ η Επιτροπή εφαρμόζει τον κοινοτικό προϋπολογισμό με δική της ευθύνη, η διαχείριση και ο έλεγχος των ενεργειών πραγματοποιούνται επιμερισμένα από την Επιτροπή (9) και τα κράτη μέλη. Κατ’ αυτό τον τρόπο, τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα κατά πρώτο λόγο για τη διαχείριση των πράξεων και τον έλεγχο των δαπανών, καθώς και για τη διασφάλιση της ορθότητας και νομιμότητας των υποκείμενων πράξεων μέσω της λειτουργίας συστημάτων τα οποία έχουν επαληθευτεί από τα εθνικά ελεγκτικά όργανα. Η Επιτροπή προσπαθεί να αποκομίσει τη βεβαιότητά της μέσω της πιστοποίησης εκ μέρους της εθνικής αρχής πληρωμής ως προς τις δηλωθείσες δαπάνες και της κατάστασης («δήλωση εκκαθάρισης») του ανεξάρτητου φορέα κατά το κλείσιμο, μέσω των ετήσιων εκθέσεων ελέγχου των κρατών μελών και μέσω των ελεγκτικών εργασιών των δικών της υπηρεσιών, οι οποίες ελέγχουν την αποτελεσματικότητα και τη συμφωνία των εθνικών συστημάτων.

 

Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου για τις διαρθρωτικές ενέργειες: οι κύριοι κανονισμοί και οι διαδικασίες

5.8.

Τα βασικά στοιχεία που απαιτούνταν για τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου για την περίοδο 1994-1999 ορίζονται στο δημοσιονομικό κανονισμό (10) και στους κανονισμούς πλαίσιο (11). Ο κανονισμός της Επιτροπής (EΚ) αριθ. 2064/97, που τέθηκε σε ισχύ το Νοέμβριο του 1997, εισήγαγε ένα σύνολο ειδικών απαιτήσεων για τις διατάξεις διαχείρισης και ελέγχου αναφορικά με τις δαπάνες των διαθρωτικών ενεργειών για την περίοδο προγραμματισμού 1994-1999 (12). Τα βασικότερα σημεία είναι:

α)

η απαίτηση για τα κράτη μέλη να καθιερώσουν συστήματα διαχείρισης και ελέγχου που να παρέχουν ικανοποιητική πιστοποίηση της εγκυρότητας των αιτήσεων πληρωμής (των δηλώσεων δαπανών) και συμπεριλαμβανομένων κυρίως:

i)

μιας επαρκούς διαδρομής ελέγχου, που να επιτρέπει τη συμφωνία μεταξύ των δηλώσεων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν προς την Επιτροπή και των λογιστικών εγγράφων στα κράτη μέλη, καθώς και τον καταλογισμό της κοινοτικής χρηματοδότησης·

ii)

ενός ελαχίστου επιπέδου ελέγχων (τουλάχιστον δείγματος 5 %), πέρα από τους καθημερινούς ελέγχους των πράξεων, με στόχο την επαλήθευση της αποτελεσματικότητας των εφαρμοζόμενων συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου, της τήρησης των κοινοτικών απαιτήσεων και της ακρίβειας των δηλώσεων δαπανών·

iii)

της απαίτησης για τα κράτη μέλη να υποβάλλουν στην Επιτροπή, στο κλείσιμο κάθε προγράμματος, μία δήλωση την οποία θα συντάσσει φυσικό πρόσωπο ή οργανισμός που θα είναι λειτουργικά ανεξάρτητοι από την υπηρεσία υλοποίησης· η δήλωση αυτή θα πρέπει να συνοψίζει τα πορίσματα των ελέγχων που διεξήχθησαν κατά τα προηγούμενα έτη και να παρέχει ένα γενικό συμπέρασμα σχετικά με τη νομιμότητα και κανονικότητα των πράξεων που καλύπτονται από την τελική δήλωση δαπανών·

β)

η απαίτηση για την Επιτροπή να εξασφαλίσει, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, ότι οι στόχοι του δημοσιονομικού ελέγχου που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2064/97 έχουν επιτευχθεί.

 

5.9.

Για την περίοδο 2000-2006, ο νέος κανονισμός πλαίσιο (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 του Συμβουλίου (13), ο οποίος εκτελέστηκε με τους κανονισμούς της Επιτροπής (EΚ) αριθ. 438/2001 (14) και (ΕΚ) αριθ. 448/2001 (15) διατήρησε και ανέπτυξε τις παραπάνω αρχές. Ειδικότερα, προστέθηκαν διατάξεις οι οποίες απαιτούν από τα κράτη μέλη να απευθύνουν οδηγίες στις αρχές διαχείρισης και πληρωμής (16) και να μεριμνήσουν για ένα σαφή καθορισμό, κατανομή και διαχωρισμό των καθηκόντων. Τα κράτη μέλη επίσης πρέπει να επωμισθούν την πρωταρχική ευθύνη της πραγματοποίησης των αναγκαίων δημοσιονομικών διορθώσεων. Οι έλεγχοι που διενεργούνται κατά τη διάρκεια της υλοποίησης των σχεδίων (οι έλεγχοι καθημερινής διαχείρισης) και οι δειγματοληπτικοί έλεγχοι για να εξακριβωθεί η αποτελεσματικότητα των συστημάτων και η ακρίβεια των δηλώσεων δαπανών (οι ανεξάρτητοι δειγματοληπτικοί έλεγχοι του 5 %) διαφοροποιήθηκαν κατά πιο σαφή τρόπο (βλέπε σημείο 5.11). Επιπλέον, ζητείται ρητά από την Επιτροπή να εξακριβώσει τη συμφωνία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου με τα κανονιστικά πρότυπα και να πραγματοποιεί σε τακτική βάση επισκόπηση της λειτουργίας των συστημάτων. Ως σύνολο, το νομοθετικό πλαίσιο παρέχει σταθερή βάση για τη διαχείριση και τον έλεγχο των δαπανών των διαρθρωτικών ενεργειών.

 

5.10.

Οι βασικοί εγγενείς κίνδυνοι οι σχετικοί με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών για διαρθρωτικές ενέργειες προκύπτουν από την επιμερισμένη διαχείριση εκ μέρους της Επιτροπής και των κρατών μελών, την πληθώρα φορέων και αρχών που παρεμβαίνουν στη διαδικασία διαχείρισης, το μεγάλο αριθμό προγραμμάτων που υπάρχουν, το καθένα από τα οποία μπορεί να αποτελείται από αρκετές χιλιάδες σχέδια, τα οποία υλοποιούνται κατά τη διάρκεια πολλών ετών, και το περιθώριο για την παρουσία πιθανών αδυναμιών στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου. Επιπλέον, υπάρχει μεγάλος αριθμός προϋποθέσεων που διέπουν την επιλεξιμότητα μιας δαπάνης οι οποίες δεν είναι πάντοτε σαφείς, που γεννούν τον κίνδυνο διιστάμενων ερμηνειών.

5.10.

Η Επιτροπή συμφωνεί ότι ενυπάρχουν ορισμένοι κίνδυνοι στο πλαίσιο της κοινής διαχείρισης, δεδομένου ότι αυτή προϋποθέτει την ανάθεση αρμοδιοτήτων στα κράτη μέλη και την μετέπειτα ανάθεση καθηκόντων και εργασιών εντός των κρατών μελών. Οι κίνδυνοι αυτοί αντιμετωπίζονται, αφενός, μέσω των απαιτήσεων που επιβάλλουν στα κράτη μέλη οι κανονισμοί των διαρθρωτικών ταμείων, όσον αφορά τη σύσταση και την εφαρμογή αποτελεσματικών συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου, και, αφετέρου, μέσω της άσκησης των εξουσιών της Επιτροπής οι οποίες συνίστανται στην επαλήθευση της λειτουργίας των εν λόγω συστημάτων και, όπου κρίνεται αναγκαίο, στην αναστολή των πληρωμών και στην διόρθωση δημοσιονομικών στοιχείων. Η ανακοίνωση σχετικά με τον χάρτη πορείας προς ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου [COM(2005) 252] περιλαμβάνει περαιτέρω μέτρα για την ενίσχυση της κοινής διαχείρισης.

Υπάρχουν αναγκαστικά πολλοί όροι που διέπουν την επιλεξιμότητα των πράξεων και των δαπανών, και οι κανόνες της Επιτροπής καθορίζουν κοινές διατάξεις για ορισμένα σημαντικά θέματα. Η Επιτροπή παρέχει οδηγίες για θέματα επιλεξιμότητας, τόσο γενικά όσο και για συγκεκριμένα ζητήματα.

5.11.

Οι ρόλοι της Επιτροπής και των κρατών μελών στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου για την περίοδο 2000-2006 μπορούν να εκτεθούν συνοπτικά ως εξής:

α)

η αρχή διαχείρισης στο κράτος μέλος παραλαμβάνει αιτήσεις από δυνητικούς δικαιούχους (17) για σχέδια προς συγχρηματοδότηση ΕΕ-κράτους μέλους·

β)

η αρχή διαχείρισης στα κράτη μέλη εγκρίνει ή απορρίπτει τα σχέδια·

γ)

για κάθε σχέδιο που εγκρίνεται, ο δικαιούχος υποβάλλει περιοδικές δηλώσεις των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο του σχεδίου για να ζητήσει τη συγχρηματοδότηση·

δ)

η αρχή διαχείρισης πραγματοποιεί ελέγχους ούτως ώστε να βεβαιωθεί ότι οι πραγματοποιηθείσες για τα σχέδια δαπάνες είναι νόμιμες και κανονικές και είναι επιλέξιμες για συγχρηματοδότηση («έλεγχοι καθημερινής διαχείρισης»)·

ε)

η αρχή πληρωμής εξακριβώνει ότι η δαπάνη πληροί όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις πριν από την πιστοποίηση των συγκεντρωτικών δηλώσεων που αποστέλλει στην Επιτροπή·

στ)

φορείς (18) στο κράτος μέλος, ανεξάρτητοι από τις υπηρεσίες που είναι υπεύθυνες για τις διαδικασίες υλοποίησης και πληρωμής, πραγματοποιούν ελέγχους των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου και δειγματοληπτικούς ελέγχους των δηλώσεων δαπανών, οι οποίοι καλύπτουν τουλάχιστον το 5 % της συνολικής επιλέξιμης δαπάνης κάθε προγράμματος («ανεξάρτητοι έλεγχοι»)·

ζ)

στο κλείσιμο κάθε προγράμματος, ένας φορέας [ο οποίος μπορεί να είναι ο ίδιος με αυτόν που αναφέρεται στο στοιχείο στ) ανωτέρω] του κράτους μέλους ανεξάρτητος από την υπηρεσία υλοποίησης υποβάλλει μια δήλωση στην Επιτροπή, η οποία αξιολογεί την εγκυρότητα της αίτησης πληρωμής του τελικού υπολοίπου και τη νομιμότητα και κανονικότητα των πράξεων·

θ)

βάσει των περιγραφών των συστημάτων και των ετήσιων εκθέσεων ελέγχου που διαβιβάζουν τα κράτη μέλη, και βάσει των δικών της ελεγκτικών εργασιών, η Επιτροπή επιθεωρεί τη λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου στα κράτη μέλη ούτως ώστε να εξακριβώσει εάν τα συστήματα πληρούν τα πρότυπα που απαιτούνται από τους κανονισμούς.

 

5.12.

Εκτός από τις ειδικές απαιτήσεις για τα Διαρθρωτικά Ταμεία, υπάρχουν άλλες απαιτήσεις για την Επιτροπή που έχουν σκοπό να βελτιώσουν το γενικό ελεγκτικό περιβάλλον της. Όλες οι Γενικές Διευθύνσεις πρέπει να τηρούν μια σειρά προτύπων εσωτερικού ελέγχου.

 

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ

Στόχος και εμβέλεια του ελέγχου

5.13.

Στόχος του ελέγχου ήταν να συμβάλει στη δήλωση αξιοπιστίας του Συνεδρίου για το γενικό προϋπολογισμό μέσω μίας ειδικής εκτίμησης για τον τομέα των διαρθρωτικών ενεργειών συνολικά. Για το σκοπό αυτό, το Συνέδριο εξέτασε ιδίως τη λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου στην Επιτροπή και δειγματοληπτικά σε ορισμένα κράτη μέλη, και εκτίμησε έως ποιο βαθμό οι εσωτερικοί έλεγχοι που υφίστανται στα συστήματα αυτά δημιουργούν βεβαιότητα για τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων. Βάσει μιας τυχαίας επιλογής προγραμμάτων και σχεδίων από την προηγούμενη (1994-1999) και την τρέχουσα (2000-2006) περίοδο προγραμματισμού, το Συνέδριο προέβη σε ελέγχους υποκείμενων πράξεων (έλεγχος τεκμηρίωσης) με τη μορφή ανεξάρτητου ελέγχου και με σκοπό να αποκτήσει επιπλέον τεκμήρια για τη λειτουργία των ταμείων. Το Συνέδριο εξέτασε:

το περιβάλλον εσωτερικού ελέγχου στην Επιτροπή (πρότυπα εσωτερικού ελέγχου),

εάν, όσον αφορά τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν το 2004, τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου που αφορούν τις περιόδους προγραμματισμού 1994-1999 και 2000-2006 λειτουργούσαν σύμφωνα με τους οικείους κανονισμούς,

εάν τα προγράμματα της περιόδου προγραμματισμού 1994-1999 έκλεισαν σύμφωνα με τους οικείους κανονισμούς,

τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων και τις δηλώσεις των γενικών διευθυντών,

τη δράση που αναλήφθηκε από την Επιτροπή σε απάντηση των προηγούμενων παρατηρήσεων του Συνεδρίου.

 

Έλεγχος των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου

Υλοποίηση των προτύπων εσωτερικού ελέγχου: σημειώθηκε πρόοδος μολονότι απαιτούνται περισσότερες προσπάθειες

Εξέταση από το Συνέδριο

5.14.

Οι ελεγκτές εξέτασαν τη λειτουργία των εσωτερικών ελέγχων στην Επιτροπή, κυρίως τους βασικούς ελέγχους που αφορούν τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών. Οι ελεγκτές επιθεώρησαν την υλοποίηση των προτύπων εσωτερικού ελέγχου στις γενικές διευθύνσεις διαρθρωτικών ενεργειών (βλέπε επίσης σημεία 1.80-1.83).

 

5.15.

Το Συνέδριο επιθεώρησε την υλοποίηση, εκ μέρους των γενικών διευθύνσεων διαρθρωτικών ενεργειών, των οκτώ προτύπων εσωτερικού ελέγχου (επί συνόλου 24) ιδιαίτερης σημασίας για τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών (19).

 

Μη περατωθείσα υλοποίηση των προτύπων εσωτερικού ελέγχου

5.16.

Για τις Γενικές Διευθύνσεις Περιφερειακής Πολιτικής (ΓΔ REGIO) και Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ισότητας Ευκαιριών (ΓΔ EMPL), η εφαρμογή των προτύπων κρίθηκε γενικά ικανοποιητική. Ωστόσο, θα μπορούσαν να ληφθούν μέτρα για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας στην εφαρμογή του προτύπου 11 (Ανάλυση και διαχείριση κινδύνων) και εντοπίστηκαν ελλείψεις για το πρότυπο 17 (Εποπτεία) όπως εξηγείται κατωτέρω.

5.16.

Όπως τονίζεται και στη συνέχεια, οι Γενικές Διευθύνσεις έλαβαν μέτρα για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης κινδύνου και θεωρούν, για τους λόγους που εκτίθενται στη συνέχεια, ότι η εφαρμογή του προτύπου 17 είναι σύμφωνη με τις βασικές απαιτήσεις.

5.17.

Για παράδειγμα, και στις δύο γενικές διευθύνσεις οι μονάδες εσωτερικού λογιστικού ελέγχου έκριναν ότι απαιτείται μεγαλύτερη προσπάθεια ούτως ώστε το προσωπικό να αποκτήσει επίγνωση των δράσεων που είναι ικανές να μετριάσουν τον κίνδυνο και να εντοπίσουν και να αναφέρουν τις αδυναμίες. Σύμφωνα με τη γνώμη του Συνεδρίου, η ΓΔ REGIO καθώς και η ΓΔ EMPL πραγματοποίησαν ανεπαρκείς επιτόπιους ελέγχους σχεδίων για να καταφέρουν να έχουν ορθή άποψη της λειτουργίας των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου (για το 2000-2006). Η ΓΔ EMPL εισήγαγε ένα πληροφορικό σύστημα για την παρακολούθηση των συστάσεων που πηγάζουν από τους ελέγχους της. Το Συνέδριο παρατηρεί ότι η εφαρμογή στην πράξη του εν λόγω πληροφορικού συστήματος χρειάζεται βελτίωση.

5.17.

Όσον αφορά το πρότυπο 11, η Γενική Διεύθυνση περιφερειακής πολιτικής ενέκρινε σχέδιο δράσης για να συνδράμει τα μεσαία στελέχη στον εντοπισμό και τη μείωση των κινδύνων και να αυξήσει την γνώση των εφαρμοζόμενων διαδικασιών, κυρίως αυτών που εφαρμόζονται για την αναφορά και τη διόρθωση αδυναμιών του εσωτερικού ελέγχου. Στις αρχές του 2004, πραγματοποιήθηκε επίσης αξιολόγηση και εφαρμόστηκε σχέδιο δράσης για τη μείωση των κινδύνων που εντοπίστηκαν κατά το οικονομικό έτος.

Σχετικά με το ίδιο αυτό πρότυπο, έλεγχοι της μονάδας εσωτερικού ελέγχου της Γενικής Διεύθυνσης απασχόλησης, κοινωνικών υποθέσεων και ίσων ευκαιριών δείχνουν ότι μετά τα μέτρα που λήφθηκαν υπάρχει συνεχής πρόοδος όσον αφορά τις γνώσεις του προσωπικού για τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου.

Όσον αφορά το πρότυπο 17, η αξιολόγηση, εκ μέρους των Γενικών Διευθύνσεων περιφερειακής πολιτικής και απασχόλησης, κοινωνικών υποθέσεων και ίσων ευκαιριών, της λειτουργίας των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου δεν βασίζεται αποκλειστικά στο ελεγκτικό έργο που διενεργούν επιτόπου οι υπηρεσίες της Επιτροπής, αλλά και στους επιτραπέζιους ελέγχους που πραγματοποιούν αυτές όσον αφορά τις περιγραφές των συστημάτων, στην ελεγκτική δραστηριότητα των κρατών μελών και στις εθνικές ετήσιες εκθέσεις ελέγχου.

Στο πλαίσιο των ελεγκτικών τους συστημάτων, αμφότερες οι Γενικές Διευθύνσεις διενεργούν επιτραπέζιους ελέγχους ενός μεγάλου αριθμού φακέλων σε επίπεδο αρμοδίων αρχών, και παράλληλα, διενεργούν ελέγχους συμμόρφωσης σε ένα δείγμα πράξεων.

Το 2004, η Γενική Διεύθυνση περιφερειακής πολιτικής δεν προέβη σε λογιστικό έλεγχο έργων για το διάστημα 2000-2006, αλλά διενήργησε επιθεωρήσεις του συστήματος στο πρώτο στάδιο μιας διερεύνησης, οι οποίες ολοκληρώθηκαν από ελέγχους των έργων σε δεύτερο στάδιο το 2005. Στο πλαίσιο του ΕΚΤ, η Γενική Διεύθυνση απασχόλησης, κοινωνικών υποθέσεων και ίσων ευκαιριών θεωρεί ότι η μέθοδός της λογιστικού ελέγχου της επιτρέπει να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά τους διαθέσιμους πόρους και έτσι να διαμορφώνει γνώμη για έναν μέγιστο αριθμό συστημάτων που αφορούν μεγάλο αριθμό έργων (βλέπε επίσης απάντηση στο σημείο 5.42).

5.18.

Η Γενική Διεύθυνση Αλιείας και Θάλασσας (ΓΔ FISH) δεν είχε συμμορφωθεί πλήρως με τις βασικές απαιτήσεις για την υλοποίηση πέντε εσωτερικών προτύπων ελέγχου στο τέλος του 2004 (πρότυπα 11, 12, 17, 20 και 22). Η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης (ΓΔ AGRI) στην αυτοαξιολόγησή της για το 2004 κατέληξε στο ότι πληρούνταν όλες οι βασικές απαιτήσεις και όλες οι προϋποθέσεις οι σχετικές με τα πρότυπα. Το Συνέδριο εξέτασε οκτώ από τα εν λόγω πρότυπα και διαπίστωσε ότι για τα τέσσερα από αυτά υπήρχε περιθώριο βελτίωσης (βλέπε σημεία 4.33 και 4.34).

5.18.

Η Γενική Διεύθυνση αλιείας και ναυτιλιακών υποθέσεων αναγνωρίζει τις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με την ελλιπή συμμόρφωση με τις βασικές απαιτήσεις που διαπιστώθηκε σε πέντε πρότυπα εσωτερικού ελέγχου και έχει ήδη λάβει μέτρα για τη βελτίωση της κατάστασης.

Υλοποίηση των επιχειρησιακών προγραμμάτων: οι αναγκαίες βελτιώσεις των συστημάτων, κατά την τρέχουσα περίοδο, για την επίτευξη της συμμόρφωσης με τους κανονισμούς

Εξέταση από το Συνέδριο

5.19.

Στα πλαίσια της κατάρτισης της ειδικής εκτίμησης των δαπανών για διαρθρωτικές ενέργειες, το Συνέδριο εξέτασε τη λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου για αμφότερες τις περιόδους προγραμματισμού 1994-1999 και 2000-2006 βάσει τυχαίου δείγματος 15 προγραμμάτων των Διαρθρωτικών Ταμείων και ενός σχεδίου του Ταμείου Συνοχής [προγράμματα 1994-1999: 3 του ΕΤΠΑ, 2 του ΕΚΤ, 1 του ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός και 1 του Ταμείου Συνοχής· προγράμματα 2000-2006: 5 του ΕΤΠΑ (περιλαμβανομένου ενός της κοινοτικής πρωτοβουλίας Interreg IIIA), 3 του ΕΚΤ και 1 του ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός] για τα οποία είχαν πραγματοποιηθεί πληρωμές από την Επιτροπή το 2004 [στο Βέλγιο, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ελλάδα (2), την Ισπανία (3), την Ιταλία (3), την Πορτογαλία, τη Φινλανδία, τη Σουηδία, και το Ηνωμένο Βασίλειο (2)]. Όπως αναφέρθηκε παραπάνω (σημεία 5.8-5.9), οι κανονιστικές απαιτήσεις για τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου για τα προγράμματα της περιόδου 2000-2006 αυξήθηκαν σε σύγκριση με την περίοδο 1994-1999.

5.19.

Η Επιτροπή εξετάζει τα πορίσματα στα οποία κατέληξε το Ελεγκτικό Συνέδριο στις υποθέσεις αυτές, βασιζόμενη στις απαντήσεις των αρχών των ενδιαφερόμενων κρατών μελών και, εφόσον χρειαστεί, σε άλλες πρόσθετες πληροφορίες που λαμβάνει. Μόλις ολοκληρώσει την εξέταση αυτή, προβαίνει στη λήψη των αναγκαίων μέτρων. Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα διαστήματα 1994/99 και 2000/06 πρέπει να διαχωριστούν για τη συναγωγή συμπερασμάτων. Υπήρξαν σημαντικές διαφορές στις απαιτήσεις για τα δύο αυτά διαστήματα για παράδειγμα, μόνο το διάστημα 2000-06 καθιερώθηκαν ξεχωριστές αρχές διαχείρισης και πληρωμών. Σε πολλές περιπτώσεις οι δομές άλλαξαν από τα κράτη μέλη για το τρέχον διάστημα.

Έλλειψη τήρησης των κανονιστικών απαιτήσεων

5.20.

Ο έλεγχος του Συνεδρίου εντόπισε διάφορες ελλείψεις στα κράτη μέλη στην τήρηση των κανονιστικών απαιτήσεων για τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου σε όλα τα προγράμματα του δείγματός του και για τις δύο περιόδους προγραμματισμού 1994-1999 και 2000-2006. Σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο προγραμματισμού, η Επιτροπή έχει εφαρμόσει από τότε διάφορες ενέργειες για να επιτύχει πιο αποτελεσματικά συστήματα διαχείρισης και ελέγχου για τις δαπάνες της περιόδου 2000-2006. Ωστόσο, υπάρχουν ακόμη σημαντικές ελλείψεις, όπως απέδειξαν τα αποτελέσματα της επιθεώρησης των προγραμμάτων της περιόδου 2000-2006 (βλέπε παράρτημα 1 ). Οι ακόλουθες διαπιστώσεις επεξηγούν το είδος προβλημάτων που εντόπισε το Συνέδριο και για τις δύο περιόδους.

5.20.

Η Επιτροπή σημειώνει ότι για ορισμένες πτυχές των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου, ειδικότερα για τις διαδικασίες είσπραξης και την ανεξαρτησία του φορέα εκκαθάρισης, οι ρυθμίσεις ήταν σε γενικές γραμμές ικανοποιητικές. Σημειώνει επίσης τα θετικά συμπεράσματα για τον λογιστικό έλεγχο και τους ανεξάρτητους ελέγχους, που αναφέρονται στο σημείο 5.37.

Ασάφεια στον προσδιορισμό, την κατανομή και τον διαχωρισμό των καθηκόντων

5.21.

Σε τέσσερα από τα δεκαέξι προγράμματα που ελέγχθηκαν, το Συνέδριο εντόπισε προβλήματα σχετικά με τον προσδιορισμό, την κατανομή και τον διαχωρισμό των καθηκόντων. Σε δύο περιπτώσεις, οι υποκείμενοι έλεγχοι για την πιστοποίηση των δαπανών από την αρχή πληρωμής είχαν πραγματοποιηθεί από μία υπηρεσία που δεν ήταν ανεξάρτητη από τον διατάκτη (20). Σε άλλο πρόγραμμα, η μονάδα που ήταν υπεύθυνη για τους δειγματοληπτικούς ελέγχους του 5 % υπαγόταν στον προϊστάμενο υπηρεσίας που είχε επίσης την ευθύνη για τη διαχείριση και την πληρωμή της χρηματοδότησης (21). Σε ένα άλλο πρόγραμμα, η διαχείριση και οι ομάδες πληρωμής υπάγονταν στον ίδιο προϊστάμενο τμήματος (22). Η έλλειψη μιας αρμόζουσας υλοποίησης αυτών των βασικών στοιχείων διαχείρισης και ελέγχου αυξάνει τον κίνδυνο να γίνει η δήλωση και πιστοποίηση δαπανών που δεν είναι νόμιμες και κανονικές.

5.21.

Η Επιτροπή σημειώνει ότι δύο από τα προγράμματα αφορούσαν το διάστημα 1994/99 και δύο το διάστημα 2000/06. Θεωρεί ότι για το πρόγραμμα 1997-99 της Δυτικής Σκωτίας η δομή πληρούσε τις ελάχιστες απαιτήσεις που ορίστηκαν για το διάστημα 1994/99.

Όσον αφορά την Πούλια (υποσημείωση 18), η Γενική Διεύθυνση γεωργίας και ανάπτυξης της υπαίθρου κατά την αποστολή λογιστικού ελέγχου τον Μάρτιο 2004 διαπίστωσε παρόμοια προβλήματα σχετικά με τον διαχωρισμό των καθηκόντων. Η ετήσια έκθεση δραστηριότητας της Γενικής Διεύθυνσης γεωργίας και ανάπτυξης της υπαίθρου για το 2004 περιελάμβανε επιφύλαξη όσον αφορά τις δαπάνες στην Απουλία, και το θέμα αυτό εξετάζεται με τις ιταλικές αρχές βάσει των στοιχείων που δόθηκαν στην Επιτροπή.

Έλλειψη παροχής επαρκούς διαδρομής ελέγχου

5.22.

Το Συνέδριο εντόπισε προβλήματα σχετικά με τη διαδρομή ελέγχου σε επτά προγράμματα. Σε ένα πρόγραμμα, η διαδρομή ελέγχου ήταν ελλιπής για τρία από τα δέκα σχέδια που εξετάστηκαν (23) και σε ένα άλλο σε τρία από τα οκτώ σχέδια που ελέγχθηκαν (24). Σε μία περίπτωση, διαπιστώθηκε μια διακοπή στη διαδρομή ελέγχου για δύο σχέδια και, για το ίδιο πρόγραμμα, δεν διατηρούνταν οι καταστάσεις των δαπανών, σε αντίθεση με την κανονιστική απαίτηση (25). Σε μια άλλη περίπτωση, για δύο μέτρα προγράμματος που εξετάστηκαν, το Συνέδριο εντόπισε έλλειψη συμφωνίας μεταξύ των πληρωμών της αρχής διαχείρισης και των δαπανών των σχεδίων (26). Για τρία σχέδια σε ένα πρόγραμμα, δεν κρατήθηκαν τα τιμολόγια και οι αποδείξεις πληρωμής, αντίθετα με την κανονιστική απαίτηση, και τα αποδεικτικά στοιχεία για τις δαπάνες μπόρεσαν μόνο να συγκεντρωθούν μέσω του εσωτερικού λογιστικού συστήματος του ίδιου του δικαιούχου (22). Σε ένα πρόγραμμα, εντοπίστηκαν προβλήματα διαδρομής του ελέγχου στα περισσότερα σχέδια που έλεγξε το Συνέδριο (27). Για ένα άλλο πρόγραμμα, το ποσό που πιστοποιήθηκε στην Επιτροπή δεν συμφωνούσε με το σύνολο που εμφανιζόταν στους λογαριασμούς του προγράμματος (28). Ελλείψει κατάλληλης διαδρομής του ελέγχου, δεν υπάρχει ξεκάθαρη βάση για την πιστοποίηση των δαπανών εκ μέρους των κρατών μελών.

5.22.

Η Επιτροπή σημειώνει ότι τέσσερις από τις υποθέσεις αφορούν το διάστημα 1994/99 και τρεις το διάστημα 2000/06.

Όσον αφορά το πρόγραμμα 2000/2006 για το Βέλγιο (1999BE053DO002), η αρχή διαχείρισης προέβη, μετά τον λογιστικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σε ανασύσταση των δαπανών που δηλώθηκαν στην Επιτροπή για έναν από τους τρεις εν λόγω φακέλους ενώ τα δύο άλλα έργα εξετάζονται. Σχετικά με το φινλανδικό πρόγραμμα 1994/99 (956001FI8), μετά από ειδικό λογιστικό έλεγχο που πραγματοποίησε η Επιτροπή το Νοέμβριο 2002 για τα κοινωνικά επιδόματα, το σύστημα κρίθηκε επίσης ανεπαρκές. Ως εκ τούτου, η Φινλανδία ξεκίνησε την τροποποίηση του συστήματος για το τρέχον διάστημα. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής παρακολουθούν την έκβαση των εργασιών και η κατάσταση έχει βελτιωθεί έκτοτε.

Όσον αφορά το ισπανικό πρόγραμμα 1994/99 (940112ES1), η δήλωση του κράτους μέλους δεν είχε καμία αρνητική επίπτωση στον κοινοτικό προϋπολογισμό.

Έλλειψη διενέργειας κατάλληλων ελέγχων

5.23.

Σε εννέα περιπτώσεις των δειγμάτων του Συνεδρίου, οι έλεγχοι καθημερινής διαχείρισης πράξεων διαπιστώθηκε ότι δεν εκτελούνταν ή ότι παρουσίαζαν ανεπάρκειες. Το δείγμα του Συνεδρίου περιείχε δύο περιπτώσεις όπου ο έλεγχος δεν λειτουργούσε και δεν υπήρχαν ενδείξεις για ελέγχους καθημερινής διαχείρισης (29). Σε αυτές τις περιπτώσεις, εντοπίστηκε ένας ορισμένος αριθμός σφαλμάτων από το Συνέδριο κατά τον έλεγχο μεμονωμένων σχεδίων. Σε μια άλλη περίπτωση, κατά τη διάρκεια των επιτόπιων ελέγχων τους, οι αρχές διαχείρισης δεν είχαν επαληθεύσει αν πράγματι υλοποιήθηκαν οι χρηματοδοτούμενες δραστηριότητες (24). Γι' αυτή την περίπτωση δεν υπήρχε απόδειξη παροχής των συγχρηματοδοτούμενων υπηρεσιών. Αυτές οι διαπιστώσεις αποδεικνύουν τη σπουδαιότητα του να διεξάγονται οι έλεγχοι στις εγκαταστάσεις των δικαιούχων, παρά να βασίζονται οι επαληθεύσεις μόνο σε συγκεντρωτικούς ελέγχους των εγγράφων.

5.23.

Η Επιτροπή σημειώνει ότι δύο υποθέσεις αφορούν το διάστημα 1994/99 και εφτά το διάστημα 2000/06. Όσον αφορά το ελληνικό πρόγραμμα, η Επιτροπή, μετά από εξέταση του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου στην Ελλάδα, είναι πλέον ικανοποιημένη καθώς τα ληφθέντα μέτρα διασφαλίζουν επαρκώς την καθιέρωση των διαδικασιών διενέργειας ελέγχων διαχείρισης που πληρούν τις απαιτήσεις των κανονισμών.

Σχετικά με το σουηδικό πρόγραμμα 2000/06, (1999SE161DO002), η Επιτροπή θα διασφαλίσει ότι στις βελτιώσεις που επήλθαν περιλαμβάνεται επίσης η επαλήθευση της πραγματικής εφαρμογής των πράξεων.

5.24.

Ελλείψεις εντοπίστηκαν στους ελέγχους καθημερινής διαχείρισης σε έξι περιπτώσεις. Σε μία περιπτώση, είχαν πραγματοποιηθεί ανεπαρκείς καθημερινοί έλεγχοι (30). Σε τρεις άλλες περιπτώσεις, το περιεχόμενο και το βάθος των ελέγχων δεν επαρκούσαν και οι πτυχές της επιλεξιμότητας των δαπανών δεν καλύπτονταν δεόντως (31). Ένας αριθμός λαθών διαπιστώθηκε για μία από αυτές τις περιπτώσεις που σχετίζεται με ένα κλεισμένο πρόγραμμα για το οποίο είχαν πιστοποιηθεί οι τελικές δαπάνες (21). Σε δύο ακόμη περιπτώσεις, δεν είχαν γίνει έλεγχοι των δραστηριοτήτων που εκτελέστηκαν από τρίτους και το Συνέδριο δεν βρήκε αποδεικτικά στοιχεία για το αν οι συγκεκριμένες δαπάνες ήταν επιλέξιμες (32).

5.24.

Όσον αφορά το πρόγραμμα 2000/2006 για το Βέλγιο (1999BE053DO002), η Επιτροπή θα βεβαιωθεί ότι ο δικαιούχος έχει ορθώς παρουσιάσει, βάσει της αναλυτικής λογιστικής του, στην αρχή διαχείρισης όλες τις λεπτομέρειες των πραγματικών δαπανών που περιέχονται στο εσωτερικό τιμολόγιο, και ότι στη συνέχεια η αρχή διαχείρισης έχει επαληθεύσει την επιλεξιμότητα και την αιτιολόγηση των δαπανών αυτών.

5.25.

Για τα προγράμματα της περιόδου 2000-2006 τα οποία ελέγχθηκαν, επιτεύχθηκε ικανοποιητική πρόοδος όσον αφορά το 5 % των ελέγχων, εκτός από μία περίπτωση όπου οι έλεγχοι καθυστερούσαν όσον αφορά την κάλυψη (33). Ωστόσο, το Συνέδριο εντόπισε επίσης αδυναμίες στους ανεξάρτητους ελέγχους σε 11 προγράμματα του δείγματός του. Σε επτά περιπτώσεις, η ανάλυση κινδύνων στην οποία βασιζόταν το δείγμα δεν ήταν πλήρης ή δεν ήταν δυνατό να εξηγηθεί και οι έλεγχοι δεν κάλυπταν κατά τρόπο ικανοποιητικό όλες τις πτυχές επιλεξιμότητας (34). Σε μια άλλη περίπτωση, δεν υπήρχαν ελεγκτικά έγγραφα εργασίας ικανά να επιτρέψουν στους ελεγκτές του Συνεδρίου να επαληθεύσουν την εφαρμογή της μεθοδολογίας δειγματοληψίας και τις πραγματοποιηθείσες εργασίες ελέγχου (35). Σε δύο περιπτώσεις παρατηρήθηκαν καθυστερήσεις στην ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των ελέγχων (36). Για ένα πρόγραμμα, οι έλεγχοι δεν κάλυπταν επαρκώς όλη την περίοδο προγραμματισμού και η δειγματοληψία δεν λάμβανε υπόψη την ανάλυση κινδύνων (37).

5.25.

Η Επιτροπή σημειώνει ότι έξι από τις έντεκα υποθέσεις αφορούν το διάστημα 1994/99 και πέντε το διάστημα 2000/06.

Προτού πραγματοποιήσει την τελική πληρωμή για το πρόγραμμα Industria e Servizi 1994-99, η Επιτροπή, σημειώνοντας την έλλειψη λογιστικών ελέγχων για τα έργα αξίας χαμηλότερης των 3 δισεκατ. LIT, ζήτησε περαιτέρω λογιστικούς ελέγχους για τα έργα αυτά και, βασιζόμενη στα μέσα ποσοστά σφάλματος που διαπιστώθηκαν με μέτρηση, εφάρμοσε κατά την τελική πληρωμή δημοσιονομικές διορθώσεις σε όλα τα έργα της κατηγορίας αυτής.

5.26.

Οι έλεγχοι που έγιναν από την αρχή πληρωμής πριν από την πιστοποίηση των καταστάσεων δαπανών διαπιστώθηκε ότι δεν λειτουργούσαν ή παρουσίαζαν ανεπάρκειες σε επτά περιπτώσεις. Σε μία περίπτωση, η αρχή πληρωμής πιστοποίησε δαπάνες βασιζόμενες μόνο στους ελέγχους που έγιναν από την αρχή διαχείρισης και χωρίς τη διεξαγωγή περαιτέρω επαλήθευσης (23). Σε δύο άλλες περιπτώσεις, η αρχή πληρωμής δεν είχε εποπτεύσει τους ελέγχους καθημερινής διαχείρισης που είχαν διεξαχθεί για το οικείο πρόγραμμα (38). Σε μια άλλη περίπτωση, οι δαπάνες πιστοποιήθηκαν ελλείψει ελέγχων διαχείρισης και συστημάτων ελέγχου εκ μέρους της αρχής πληρωμής (39). Για ένα πρόγραμμα, η μονάδα στο εσωτερικό της αρχής πληρωμής η επιφορτισμένη με τους ελέγχους δεν είχε ορίσει τυπικά τις διαδικασίες εργασίας και είχαν διεξαχθεί ανεπαρκείς έλεγχοι (40). Για ένα άλλο πρόγραμμα, η κάλυψη των ελέγχων από τον φορέα πιστοποίησης δεν καθορίστηκε και οι καταστάσεις σημείων ελέγχου δεν κάλυψαν πτυχές επιλεξιμότητας (41). Σε μια άλλη περίπτωση, δεν υπήρχε απόδειξη ότι είχαν πραγματοποιηθεί οι έλεγχοι (25).

5.26.

Σχετικά με το ελληνικό πρόγραμμα INTERREG, το πρόβλημα αυτό έχει τώρα διορθωθεί μετά τα μέτρα που αναγράφονται στην απάντηση στο σημείο 5.23. Η αρχή πληρωμών ζητεί τώρα πληροφορίες για τους ελέγχους διαχείρισης και τους ανεξάρτητους λογιστικούς ελέγχους των έργων προτού πιστοποιήσει τις δαπάνες.

Σχετικά με το πρόγραμμα 2000/06 για την Ιταλία, (1999IT161PO011), διαβιβάζονται πλέον στην αρχή πληρωμών τριμηνιαίες εκθέσεις με λεπτομερή περιγραφή των ελέγχων αυτών.

5.27.

Εάν δεν έχουν πραγματοποιηθεί επαρκείς έλεγχοι σε διάφορα επίπεδα, υπάρχει αυξημένος κίνδυνος να δηλωθούν στην Επιτροπή δαπάνες οι οποίες δεν είναι νόμιμες και κανονικές.

5.27.

Η επάρκεια των ελέγχων αξιολογείται από τον ανεξάρτητο φορέα κατά το κλείσιμο των προγραμμάτων για τους σκοπούς της δήλωσης κλεισίματος. Η Επιτροπή έλαβε επίσης μέτρα για να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο αυτό κατά τις διαδικασίες κλεισίματος των προγραμμάτων 1994/99.

Κλείσιμο των προγραμμάτων της περιόδου 1994-1999: καθυστερήσεις και αδυναμία συμμόρφωσης με τους κανονισμούς λόγω συστημάτων

Εξέταση από το Συνέδριο

5.28.

Το Συνέδριο επιθεώρησε τη δράση που αναλήφθηκε από την Επιτροπή στο κλείσιμο των προγραμμάτων από την περίοδο προγραμματισμού 1994-1999. Η εξέταση έγινε στην Επιτροπή και περιλάμβανε τα 6 προγράμματα των Διαρθρωτικών Ταμείων και το ένα σχέδιο του Ταμείου Συνοχής που υπήρχαν στο δείγμα που ελήφθη από το Συνέδριο (βλέπε σημείο 5.19), καθώς και ένα επιπλέον δείγμα 23 προγραμμάτων που έκλεισαν (42). Το Συνέδριο εξέτασε επίσης τις ελεγκτικές εργασίες της Επιτροπής, βασιζόμενο σε ένα δείγμα εκθέσεων ελέγχου στις γενικές διευθύνσεις των διαρθρωτικών ενεργειών. Εξετάστηκε ένα δείγμα προγραμμάτων τα οποία δεν έχουν κλείσει ακόμη για να εξακριβωθούν οι αιτίες των καθυστερήσεων.

 

Αδυναμίες και καθυστερήσεις στο κλείσιμο προγραμμάτων

5.29.

Το Συνέδριο, κατά την εξέταση της δράσης που αναλήφθηκε από την Επιτροπή το 2004 για τη διεξαγωγή των τελικών πληρωμών για τα προγράμματα της περιόδου 1994-1999, διαπίστωσε κλείσιμο προγραμμάτων από τη ΓΔ REGIO και τη ΓΔ EMPL, μολονότι οι καταστάσεις κλεισίματος που υπέβαλαν τα κράτη μέλη δεν περιείχαν πλήρεις λεπτομέρειες για την εφαρμοζόμενη μεθοδολογία (43). Αυτό αφορά κυρίως τη χρήση της ανάλυσης κινδύνων και την αντιπροσωπευτικότητα της δειγματοληψίας για το ελάχιστο 5 % των πραγματοποιούμενων ελέγχων από τις αρχές του κράτους μέλους πριν πιστοποιήσουν την τελική δαπάνη για τα προγράμματα.

5.29.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η διαδικασία κλεισίματος διεξήχθη σε γενικές γραμμές ικανοποιητικά παρά τις ορισμένες καθυστερήσεις. Η εξέταση των δηλώσεων του άρθρου 8 ήταν μόνον ένα μέρος της στρατηγικής της Επιτροπής για το κλείσιμο των προγραμμάτων 1994-99. Πριν από την διαδικασία κλεισίματος, η Επιτροπή είχε διενεργήσει λογιστικούς ελέγχους των συστημάτων σε όλα τα κράτη μέλη. Εξέδωσε επίσης γενικές κατευθυντήριες οδηγίες για τις απαιτήσεις αυτές και για την διαδικασία κλεισίματος.

Σχετικά με το πρόγραμμα 1997-99 Lorraine, σχεδόν το 20 % των δαπανών ελέγχθηκαν από το κράτος μέλος. Όσον αφορά το πρόγραμμα Zuid-Limburg, ελέγχθηκαν 24 από 100 έργα σε μία πρώτη εξέταση των συστημάτων από τον εθνικό φορέα λογιστικού ελέγχου και 12 % των δαπανών αποτέλεσαν το αντικείμενο διεξοδικού ελέγχου. Και στις δύο περιπτώσεις, η Γενική Διεύθυνση περιφερειακής πολιτικής είναι ικανοποιημένη ως προς το ότι υπήρχε ισχυρή βάση για το κλείσιμο.

Με βάση τις πληροφορίες που είχε στη διάθεσή της (κυρίως μετά την διεξοδική ανάλυση των εγγράφων κλεισίματος βάσει των καταλόγων ελέγχου και βάσει των αποτελεσμάτων των λογιστικών ελέγχων της Επιτροπής), η Γενική Διεύθυνση απασχόλησης, κοινωνικών υποθέσεων και ίσων ευκαιριών θεωρεί ότι διαθέτει επαρκή στοιχεία για το κλείσιμο των εν λόγω προγραμμάτων.

5.30.

Το Συνέδριο παρατήρησε ότι η άνιση ποιότητα των εγγράφων κλεισίματος που υπέβαλαν τα κράτη μέλη συνετέλεσε στον αργό ρυθμό κλεισίματος των προγραμμάτων της περιόδου 1994 έως 1999 (44). Το 2004, συνέχισαν να υφίστανται καθυστερήσεις. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο ότι τα κράτη μέλη άργησαν να απαντήσουν στα αιτήματα της Επιτροπής (κυρίως όσον αφορά την ολοκλήρωση των ανεξάρτητων ελέγχων που απαιτούνταν για τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου και για τις δηλώσεις δαπανών), αλλά επίσης διότι η Επιτροπή δεν ανάλαβε δράση εγκαίρως σε μερικές περιπτώσεις (45).

5.30.

Όπως σημείωσε στην απάντησή της στα σημεία 5.37 και 5.67 της έκθεσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το 2003, η Επιτροπή εξέτασε διεξοδικά τα έγγραφα κλεισίματος, διαβουλεύτηκε με την OLAF ώστε να βεβαιωθεί ότι είχαν επιλυθεί όλες οι περιπτώσεις παρατυπιών, και ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες ή ελέγχους όπου έκρινε αναγκαίο. Η διαδικασία αυτή αναπόφευκτα καθυστέρησε το κλείσιμο σε ορισμένες περιπτώσεις, ειδικότερα όταν τα κράτη μέλη αμφισβήτησαν τις προτάσεις της Επιτροπής που προέβλεπαν κλείσιμο μετά από δημοσιονομικές διορθώσεις.

Για τη Γενική Διεύθυνση απασχόλησης, κοινωνικών υποθέσεων και ίσων ευκαιριών, τέσσερις από τις αναφερθείσες υποθέσεις αφορούν προγράμματα που έχουν κλείσει και για τα οποία οι καθυστερήσεις οφείλονται σε προβλήματα που προέκυψαν κατά την επεξεργασία των παρατυπιών.

Όσον αφορά το κλείσιμο των πέντε προγραμμάτων ΧΜΠΑ που αναφέρονται από το Ελεγκτικό Συνέδριο στην υποσημείωση 48, ένα πρόγραμμα έχει ήδη κλείσει, για άλλα δύο η πρόταση κλεισίματος θα αποσταλεί λίαν προσεχώς στα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, και για τα υπόλοιπα δύο έχει ξεκινήσει η διαδικασία κλεισίματος.

Για τις προαναφερθείσες υποθέσεις ΕΤΠΑ, υπήρχαν πολύπλοκα σημεία που απαιτούσαν ανταλλαγές με εθνικές αρχές και που παρατάθηκαν λόγω του συνολικού όγκου εργασίας κατά τη διαδικασία κλεισίματος.

5.31.

Ο πίνακας 5.1 παρέχει πληροφορίες για τα προγράμματα που έκλεισαν για κάθε Διαρθρωτικό Ταμείο στις 31 Δεκεμβρίου 2004 και στις 31 Μαρτίου 2005. Εμφαίνεται ότι η ΓΔ AGRI έκλεισε 137 προγράμματα κατά τη διάρκεια του 2004, και έτσι 158 από τα 388 προγράμματά της παρέμεναν ανοικτά στο τέλος του 2004. Η ΓΔ FISH έκλεισε τρία προγράμματα, αφήνοντας 41 από τα 52 προγράμματα ανοικτά. Η ΓΔ EMPL έκλεισε 335 προγράμματα (από σύνολο 786) το 2004 και 264 έπρεπε ακόμη να κλείσουν. Η ΓΔ REGIO έκλεισε 317 προγράμματα (από σύνολο 944) κατά τη διάρκεια του 2004, αφήνοντας ανοικτά 333 προγράμματα (46).

5.31.

Οι πίνακες δείχνουν τα προγράμματα που έκλεισαν οριστικά υπό την έννοια ότι έχουν πραγματοποιηθεί τόσο οι τελικές πληρωμές όσο και η τελική αποδέσμευση. Τα ποσά που παρατίθενται ως πληρωμές είναι μόνο πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν σε προγράμματα που έκλεισαν πλήρως, μη περιλαμβανομένων των προγραμμάτων για τα οποία δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί η τελική αποδέσμευση. Όταν ένα κράτος μέλος αμφισβητεί την απόφαση της Επιτροπής για την οφειλόμενη τελική πληρωμή, η Επιτροπή δεν μπορεί να προβεί στην τελική αποδέσμευση μέχρις ότου διευθετηθεί το θέμα αυτό, που σε ορισμένες περιπτώσεις σημαίνει μέχρι τη λήξη της επίσημης διαδικασίας του άρθρου 24 του κανονισμού (EΟK) αριθ. 4253/88. Το συνολικό επίπεδο των αναλήψεων υποχρεώσεων που απομένουν προς εκκαθάριση για το διάστημα 1994-99 — μετά από πληρωμές σε ανοικτά προγράμματα που δεν περιλαμβάνονται στον πίνακα 5.1 — μειώθηκε κατά δύο τρίτα το 2004 και στα τέλη του έτους κυμαινόταν σε 3,3 δις ευρώ, ή περίπου 5 % του αρχικού ποσού του προϋπολογισμού (βλέπε σημεία 2.16 και 2.20 της έκθεσης του 2004).

Πίνακας 5.1α — Διαρθρωτικές ενέργειες: Προγράμματα του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης 1994-1999 που έκλεισαν στις 31 Δεκεμβρίου 2004 και στις 31 Μαρτίου 2005

Τομέας του προϋπολογισμού (47)

Σύνολο

Έκλεισαν πριν το 2004

Έκλεισαν στις 31 Δεκεμβρίου 2004

Έκλεισαν στις 31 Μαρτίου 2005

Αριθμός προγραμμάτων

Προγραμματισθείσα κοινοτική συνεισφορά (EUR)

Αριθμός προγραμμάτων

Συνολική καταβληθείσα κοινοτική συνεισφορά (EUR)

Αριθμός προγραμμάτων

Συνολική καταβληθείσα κοινοτική συνεισφορά (EUR)

Αριθμός προγραμμάτων

Συνολική καταβληθείσα κοινοτική συνεισφορά (EUR)

Στόχος 1

181

57 571 255 951

44

12 221 092 714

94

37 550 653 114

103

40 455 135 472

Στόχος 2 94-96

84

5 165 903 927

70

3 504 374 582

79

4 194 775 934

82

4 581 143 406

Στόχος 2 97-99

73

7 157 716 211

13

841 930 911

48

3 132 569 307

51

3 410 651 545

Στόχος 3

0

0

0

0

0

0

0

0

Στόχος 4

0

0

0

0

0

0

0

0

Στόχος 5 (α)

0

0

0

0

0

0

0

0

Στόχος 5 (β)

84

3 302 548 791

25

1 050 903 786

62

2 458 401 459

68

2 787 738 557

Στόχος 6

2

355 453 472

1

149 180 357

2

333 854 319

2

333 854 319

Κοινοτικές πρωτοβουλίες

520

9 223 064 769

141

1 177 790 541

326

3 916 629 881

355

4 187 134 731

Σύνολο

944

82 775 943 121

294

18 945 272 891

611

51 586 884 014

661

55 755 658 030

Πηγή: Πίνακας που καταρτίστηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο βάσει στοιχείων που παρέσχε η Επιτροπή.

Πίνακας 5.1β — Διαρθρωτικές ενέργειες: Προγράμματα του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου 1994-1999 που έκλεισαν στις 31 Δεκεμβρίου 2004 και στις 31 Μαρτίου 2005

Τομέας του προϋπολογισμού (48)

Σύνολο

Έκλεισαν πριν το 2004

Έκλεισαν στις 31 Δεκεμβρίου 2004

Έκλεισαν στις 31 Μαρτίου 2005

Αριθμός προγραμμάτων

Προγραμματισθείσα κοινοτική συνεισφορά (EUR)

Αριθμός προγραμμάτων

Συνολική καταβληθείσα κοινοτική συνεισφορά (EUR)

Αριθμός προγραμμάτων

Συνολική καταβληθείσα κοινοτική συνεισφορά (EUR)

Αριθμός προγραμμάτων

Συνολική καταβληθείσα κοινοτική συνεισφορά (EUR)

Στόχος 1

102

22 806 888 948

20

4 263 436 869

59

9 800 246 487

59

9 800 246 487

Στόχος 2 94-96

82

1 597 251 132

70

1 225 350 076

79

1 341 684 839

80

1 359 322 253

Στόχος 2 97-99

72

2 112 708 834

10

109 292 853

43

732 343 850

45

785 221 571

Στόχος 3

56

13 221 222 835

10

802 312 390

30

6 568 750 561

34

7 079 666 326

Στόχος 4

16

2 614 128 525

3

121 340 718

11

1 324 982 251

11

1 324 982 251

Στόχος 5 (α)

0

0

0

0

0

0

0

0

Στόχος 5 (β)

83

1 057 483 760

5

51 049 826

54

489 410 848

58

530 457 498

Στόχος 6

2

177 902 801

1

104 798 749

2

161 300 249

2

161 300 249

Κοινοτικές πρωτοβουλίες

373

4 664 895 421

68

568 697 469

244

1 497 206 934

252

1 510 102 428

Σύνολο

786

48 252 482 256

187

7 246 278 950

522

21 915 926 019

541

22 551 299 063

Πηγή: Πίνακας που καταρτίστηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο βάσει στοιχείων που παρέσχε η Επιτροπή.

Πίνακας 5.1γ — Διαρθρωτικές ενέργειες: Προγράμματα του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Προσανατολισμού 1994-1999 που έκλεισαν στις 31 Δεκεμβρίου 2004 και στις 31 Μαρτίου 2005

Τομέας του προϋπολογισμού (49)

Σύνολο

Έκλεισαν πριν το 2004

Έκλεισαν κατά τη διάρκεια του 2004

Έκλεισαν στις 31 Μαρτίου 2005

Αριθμός προγραμμάτων

Προγραμματισθείσα κοινοτική συνεισφορά (EUR)

Αριθμός προγραμμάτων

Συνολική καταβληθείσα κοινοτική συνεισφορά (EUR)

Αριθμός προγραμμάτων

Συνολική καταβληθείσα κοινοτική συνεισφορά (EUR)

Αριθμός προγραμμάτων

Συνολική καταβληθείσα κοινοτική συνεισφορά (EUR)

Στόχος 1

69

14 301 716 000

4

565 075 313

34

4 721 652 121

34

4 721 652 121

Στόχος 2 94-96

0

0

0

0

0

0

0

0

Στόχος 2 97-99

0

0

0

0

0

0

0

0

Στόχος 3

0

0

0

0

0

0

0

0

Στόχος 4

0

0

0

0

0

0

0

0

Στόχος 5 (α)

66

5 544 906 000

30

421 287 186

43

1 728 707 188

43

1 728 707 188

Στόχος 5 (β)

84

3 163 701 000

21

693 559 284

46

1 772 582 355

48

1 790 545 748

Στόχος 6

2

288 794 000

0

0

1

211 137 456

1

211 137 456

Κοινοτικές πρωτοβουλίες

167

1 156 618 000

38

132 882 889

106

534 783 853

106

534 783 853

Σύνολο

388

24 455 735 000

93

1 812 804 672

230

8 968 862 973

232

8 986 826 366

Πηγή: Πίνακας που καταρτίστηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο βάσει στοιχείων που παρέσχε η Επιτροπή.

Πίνακας 5.1δ — Προγράμματα διαρθρωτικών ενεργειών 1994-1999 που έκλεισαν στις 31 Δεκεμβρίου 2004 και στις 31 Μαρτίου 2005 — ΧΜΠΑ

Τομέας του προϋπολογισμού (50)

Σύνολο

Έκλεισαν πριν το 2004

Έκλεισαν κατά τη διάρκεια του 2004

Έκλεισαν στις 31 Μαρτίου 2005

Αριθμός προγραμμάτων

Προγραμματισθείσα κοινοτική συνεισφορά (EUR)

Αριθμός προγραμμάτων

Συνολική καταβληθείσα κοινοτική συνεισφορά (EUR)

Αριθμός προγραμμάτων

Συνολική καταβληθείσα κοινοτική συνεισφορά (EUR)

Αριθμός προγραμμάτων

Συνολική καταβληθείσα κοινοτική συνεισφορά (EUR)

Στόχος 1

18

1 797 039 031

1

32 744

3

127 659 610

5

199 177 066

Στόχος 2 94-96

0

0

0

0

0

0

0

0

Στόχος 2 97-99

0

0

0

0

0

0

0

0

Στόχος 3

0

0

0

0

0

0

0

0

Στόχος 4

0

0

0

0

0

0

0

0

Στόχος 5 (α)

12

850 431 000

2

23 715 837

2

23 715 837

3

46 725 040

Στόχος 5 (β)

0

0

0

0

0

0

0

0

Στόχος 6

2

8 260 000

1

3 523 447

1

3 523 447

1

3 523 447

Κοινοτικές πρωτοβουλίες

20

127 103 242

4

2 245 131

5

14 058 058

8

15 527 939

Σύνολο

52

2 782 833 273

8

29 517 159

11

168 956 952

17

264 953 492

Πηγή: Πίνακας που καταρτίστηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο βάσει στοιχείων που παρέσχε η Επιτροπή.

Το πρόγραμμα ελέγχων κλεισίματος της Επιτροπής

5.32.

Το Συνέδριο παρατήρησε μεγάλες καθυστερήσεις (πάνω από οκτώ μήνες σε μερικές περιπτώσεις) εκ μέρους της Επιτροπής στη διαβίβαση των αποτελεσμάτων των ελέγχων στα κράτη μέλη (51). Τέτοιες καθυστερήσεις αυξάνουν το χρόνο που απαιτείται από την Επιτροπή για να προβεί σε κάθε αναγκαία πρόταση για τις κατάλληλες δημοσιονομικές διορθώσεις και στην παρεπόμενη ανάκτηση των παράτυπων δαπανών.

5.32.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής καταβάλλουν προσπάθειες να αποστέλλουν τις εκθέσεις λογιστικού ελέγχου στα κράτη μέλη εντός εύλογων προθεσμιών. Όλες οι υποθέσεις ΕΤΠΑ που αναφέρθηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο αφορούν ελέγχους κλεισίματος κατά τους οποίους τους οποίους δεν υπήρχαν διαθέσιμα όλα τα έγγραφα επιτόπου και έπρεπε να υποβληθούν μερικές εβδομάδες μετά την επιτόπια επίσκεψη. Σε ορισμένες από τις υποθέσεις ΧΜΠΑ, ο χρόνος που απαιτήθηκε για να διαβιβαστούν οι εκθέσεις με τα αποτελέσματα του λογιστικού ελέγχου οφειλόταν σε μακρές συζητήσεις με τις εθνικές αρχές πριν από την έκδοση των εκθέσεων λογιστικού ελέγχου.

5.33.

Η ΓΔ EMPL πραγματοποίησε μια περιορισμένη εξέταση των διαδικασιών κλεισίματος σε τέσσερα κράτη μέλη. Σε μία περίπτωση (52), η ΓΔ EMPL έκλεισε το πρόγραμμα με μια μικρή δημοσιονομική διόρθωση, αν και είχαν εντοπιστεί σοβαρές ελλείψεις από την εθνική αρχή ελέγχου.

5.33.

Στη στρατηγική λογιστικού ελέγχου για το 2004 της Γενικής Διεύθυνσης απασχόλησης, κοινωνικών υποθέσεων και ίσων ευκαιριών, λόγω των διαθέσιμων πόρων λογιστικού ελέγχου, η προτεραιότητα δόθηκε στην κάλυψη της περιόδου 2000-2006 για προληπτικούς λόγους.

Από το 2005 πραγματοποιούνται λογιστικοί έλεγχοι κλεισίματος για τα υπόλοιπα κράτη μέλη.

Σχετικά με την αναφερθείσα περίπτωση του Βελγίου, η Γενική Διεύθυνση απασχόλησης, κοινωνικών υποθέσεων και ίσων ευκαιριών θεωρεί ότι η κατ’ αποκοπή διόρθωση στην οποία προέβη το κράτος μέλος ήταν επαρκής όσον αφορά τα προβλήματα που διαπιστώθηκαν για τα έτη που ελέγχθηκαν από την ανεξάρτητη αρχή του κράτους μέλους.

5.34.

Στο τέλος του 2004, η ΓΔ REGIO είχε πραγματοποιήσει εκ των υστέρων ελέγχους και στα 15 κράτη μέλη της ΕΕ για 56 προγράμματα τα οποία καλύπτουν το 35 % της συνδρομής του ΕΤΠΑ. Βρήκε σημαντικά επίπεδα σφαλμάτων σε προγράμματα σε εννέα κράτη μέλη. Κατά τη γνώμη του Συνεδρίου, η ποιότητα των εν λόγω ελέγχων ήταν ικανοποιητική.

 

Αποτελέσματα των ελέγχων τεκμηρίωσης σχεδίων

Εξέταση από το Συνέδριο

5.35.

Το Συνέδριο πραγματοποίησε ελέγχους τεκμηρίωσης για 167 σχέδια στα κράτη μέλη, σύμφωνα με τα προγράμματα που είχε επιλέξει για έλεγχο (βλέπε σημείο 5.19 παραπάνω), για να λάβει περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία για τη λειτουργία των ταμείων.

 

Ποικίλα προβλήματα που εντοπίστηκαν από το Συνέδριο

5.36.

Οι αδυναμίες στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου οι οποίες υπογραμμίστηκαν παραπάνω (σημεία 5.20-5.27) γεννούν ένα αυξημένο κίνδυνο ως προς τη νομιμότητα και την κανονικότητα της υποκείμενης δαπάνης. Τα προβλήματα που εντοπίστηκαν από το Συνέδριο κατά τους ελέγχους του είναι μεγάλης ποικιλομορφίας. Τα πιο συχνά παραδείγματα περιλαμβάνουν ένα μεγάλο αριθμό περιπτώσεων δήλωσης μη επιλέξιμων στοιχείων της δαπάνης (53), δήλωση της δαπάνης δύο φορές (54), μη τήρηση των κανόνων σχετικά με τα καθεστώτα κρατικών ενισχύσεων (55) και την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων (56), ακατάλληλα δικαιολογητικά έγγραφα που τηρούνταν σε επίπεδο σχεδίων (57) και μη χρήση μιας κατάλληλα αιτιολογημένης και δίκαιης μεθόδου για τον καταλογισμό των γενικών εξόδων σε σχέδια (58).

5.36.

Η Επιτροπή εξετάζει τα πορίσματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου στις υποθέσεις αυτές λαμβάνοντας υπόψη τις απαντήσεις των κρατών μελών. Σε πολλές περιπτώσεις δεν μπορεί ακόμη να λάβει θέση και για το λόγο αυτό θα ολοκληρώσει την ανάλυσή της και θα ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες εφόσον κριθεί αναγκαίο. Θα λάβει τα αναγκαία μέτρα, περιλαμβανομένης και της εφαρμογής των διορθώσεων για τις υποθέσεις που έχουν δημοσιονομικές επιπτώσεις.

Εργασία άλλων ελεγκτών

5.37.

Τον Δεκέμβριο του 2004 συντάχθηκε από μια ομάδα εργασίας για τα Διαρθρωτικά Ταμεία της επιτροπής επαφών των προέδρων των Ανωτάτων Οργάνων Ελέγχου των κρατών μελών και του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (59) μια «Έκθεση για την παράλληλη λογιστική των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με τη συνδρομή που χορηγείται στα πλαίσια των Διαρθρωτικών Ταμείων» («Report on the Parallel Audit of the Management and Control Systems for Assistance Granted under the Structural Funds»). Τα αποτελέσματα προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν από τα κράτη μέλη για την ανάπτυξη των οικείων συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου. Η ομάδα εργασίας, η οποία περιλάμβανε εννέα κράτη μέλη (60), διεξήγαγε παράλληλους ελέγχους κατά το 2003-2004 για να εξετάσει πώς δύο ειδικές κανονιστικές απαιτήσεις (61) όσον αφορά τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου για την περίοδο προγραμματισμού 2000-2006 εφαρμόζονταν στις χώρες τους - παροχή μιας επαρκούς διαδρομής ελέγχου (άρθρο 7) και οργάνωση ανεξάρτητων δειγματοληπτικών ελέγχων των πράξεων (άρθρα 10-12).

 

5.38.

Μεταξύ των κύριων συμπερασμάτων τους ήταν τα ακόλουθα:

5.38.

 

στις περισσότερες χώρες υπάρχει επαρκής διαδρομή ελέγχου όπως ορίστηκε στον κανονισμό. Μολονότι παρατηρήθηκαν μερικές αδυναμίες όταν εξετάστηκαν μεμονωμένα σχέδια, αυτές δεν ήταν συνήθως συστηματικές αλλά παραλείψεις του μεμονωμένου σχεδίου. Οι πιο σημαντικές αδυναμίες που εντοπίστηκαν ήταν η έλλειψη επαρκούς υλικού τεκμηρίωσης των επιθεωρήσεων που διεξήχθησαν, και η έλλειψη προσδιορισμού της διαφοράς μεταξύ παρατυπιών και απλών λαθών,

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1681/94 για την ενημέρωση σχετικά με τις παρατυπίες τροποποιείται ώστε να παρέχει έναν σαφέστερο ορισμό της παρατυπίας.

στις περισσότερες χώρες η εκτέλεση και η ενημέρωση για τους ανεξάρτητους δειγματοληπτικούς ελέγχους ήταν σύμφωνες με τις απαιτήσεις του κανονισμού. Εκεί όπου αυτό δεν συνέβαινε η ομάδα εργασίας δήλωσε ότι οι αρμόδιες αρχές είχαν κάνει τα κατάλληλα βήματα για να διασφαλίσουν ότι οι απαιτούμενοι έλεγχοι θα είχαν πραγματοποιηθεί μέχρι το τέλος της περιόδου προγραμματισμού. Η ανεξαρτησία των οργανισμών που πραγματοποιούσαν τους έλεγχους ήταν εγγυημένη σε όλα τα προγράμματα που επιθεωρήθηκαν. Ωστόσο, η υλοποίηση των ελέγχων υπήρξε σχετικά αργή·

Η Επιτροπή συμφωνεί με την αξιολόγηση αυτή, η οποία υποστηρίζεται από τον δικό της λογιστικό έλεγχο.

το νομικό πλαίσιο αφήνει περιθώριο για διφορούμενες ή ακόμη αντιφατικές ερμηνείες. Επιπλέον, η ομάδα εργασίας εξέφρασε ανησυχίες για την αυξημένη γραφειοκρατία που υπάρχει στην υλοποίηση των διατάξεων για την περίοδο προγραμματισμού 2000-2006, που έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των εξόδων προσωπικού και άλλων εξόδων.

Η Επιτροπή απαντά σε ερωτήματα των κρατών μελών για την ερμηνεία των ρυθμιστικών απαιτήσεων και εκδίδει κατευθυντήριες οδηγίες. Οι προσεχείς κατευθυντήριες οδηγίες περιλαμβάνουν και οδηγίες για το κλείσιμο των προγραμμάτων 2000-06 και για τη διαδικασία πιστοποίησης. Η λεπτομερής εφαρμογή του πλαισίου ελέγχου κατά την περίοδο 2000-06 αποτελεί ένα θέμα για τα κράτη μέλη. Οι αυστηρότερες απαιτήσεις ενδεχομένως δημιουργήσουν ανάγκες επιπλέον προσωπικού και συμπληρωματικού κόστους, αλλά αυτό πρέπει να είναι αναλογικό με τα οφέλη που θα προκύψουν από την συνολική βελτίωση της διαχείρισης και του ελέγχου. Μέρος του κόστους αυτού θα μπορούσε να καλυφθεί από τη χρηματοδότηση για παροχή τεχνικής βοήθειας.

Ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων και δηλώσεις των γενικών διευθυντών: καλύτερη πληροφόρηση αλλά ακατάλληλες επιφυλάξεις

5.39.

Το Συνέδριο εξέτασε τις πληροφορίες που παρουσίασαν οι γενικοί διευθυντές των διαρθρωτικών ενεργειών στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων και στις συναφείς δηλώσεις για το 2004. Η Επιτροπή αναγωρίζει ξανά τον κίνδυνο ότι τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου στα κράτη μέλη δεν υλοποιούνται με αρκετή αυστηρότητα ούτως ώστε να εγγυώνται ότι οι υποκείμενες πράξεις για την περίοδο προγραμματισμού 2000 έως 2006 είναι νόμιμες και κανονικές.

 

5.40.

Ο γενικός διευθυντής της ΓΔ REGIO δηλώνει ότι έχει την εύλογη βεβαιότητα για τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών. Επιβεβαιώνει τις δύο επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν το 2003 σχετικά με τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου στην Ελλάδα, αντίστοιχα για το ΕΤΠΑ και το Ταμείο Συνοχής. Όσον αφορά το ΕΤΠΑ στην Ελλάδα, η διαδικασία που προκαλεί την προσωρινή αναστολή της εκτέλεσης των ενδιάμεσων πληρωμών δρομολογήθηκε το Δεκέμβριο του 2004.

 

5.41.

Ως βελτίωση σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, οι επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν από τη ΓΔ REGIO προσδιορίστηκαν ποσοτικά, κυρίως όσον αφορά τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν το 2004. Οι επιφυλάξεις βασίζονται σε ελέγχους των φακέλων περιγραφών των συστημάτων που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή και σε ελέγχους στα κράτη μέλη. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι η ΓΔ REGIO διεξήγαγε μόνο οκτώ ελέγχους συστημάτων για τα προγράμματα της περιόδου 2000-2006 (σε σύγκριση με τους 15 που είχαν προγραμματιστεί) το 2004, με περιορισμένο έλεγχο τεκμηρίωσης των σχεδίων.

5.41.

Ορισμένοι λογιστικοί έλεγχοι που σχεδιάστηκαν από τη Γενική Διεύθυνση περιφερειακής πολιτικής για τα προγράμματα 2000/06 έπρεπε να μεταφερθούν στο 2005 λόγω της ιδιαίτερα υψηλής έλλειψης προσωπικού κατά το τελευταίο τμήμα του έτους και λόγω της ανάγκης να επικετρωθούν οι πόροι στην ολοκλήρωση των λογιστικών ελέγχων κλεισίματος για τα προγράμματα 1994-99. Το σύστημα έρευνας του λογιστικού ελέγχου για το 2000-06 προβλέπει ουσιαστικό έλεγχο μέσω επιτόπιων λογιστικών ελέγχων επί ενός δείγματος έργων, οι οποίοι πραγματοποιούνται σε ένα δεύτερο στάδιο του λογιστικού ελέγχου που ξεκίνησε το 2005. Η αξιοπιστία του Γενικού Διευθυντή για ένα συγκεκριμένο έτος δεν βασίζεται αποκλειστικά στην ελεγκτική εργασία που διεξήχθη κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους, αλλά στην αξιοπιστία που βασίστηκε στους λογιστικούς ελέγχους των προηγούμενων ετών στο πλαίσιο της ελεγκτικής στρατηγικής της Γενικής Διεύθυνσης, καθώς και στην αξιοπιστία που προκύπτει από το ελεγκτικό έργο των κρατών μελών.

5.42.

Οι έλεγχοι που έγιναν από τη ΓΔ ΕMPL στα κράτη μέλη στο τέλος του 2004 αντιπροσωπεύουν το 70 % της συνολικής χρηματοδότησης του ΕΚΤ για τα προγράμματα (EΕ των 15, περίοδος 2000-2006). Ωστόσο, η ΓΔ πραγματοποίησε ανεπαρκείς ελέγχους σχεδίων για να υποστηρίξει τα συμπεράσματα της λειτουργίας των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου. Η δήλωση του γενικού διευθυντή περιλαμβάνει μία επιφύλαξη για εκείνα τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου στα οποία εντοπίστηκαν σοβαρές αδυναμίες. Η εν λόγω διαπίστωση στη δήλωση αποτελεί βελτίωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος, αν και δεν έχει προσδιοριστεί ποσοτικά.

5.42.

Τα συστήματα λογιστικών ελέγχων της Γενικής Διεύθυνσης απασχόλησης, κοινωνικών υποθέσεων και ίσων ευκαιριών καλύπτουν επίσης συστηματικά την επαλήθευση ενός μεγάλου αριθμού φακέλων έργων σε επίπεδο αρμοδίων αρχών. Με τις επαληθεύσεις καθίσταται δυνατή η διαμόρφωση ακριβούς εικόνας για τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται οι αποφάσεις έγκρισης των έργων και για τον τρόπο με τον οποίο αναλύονται και ελέγχονται οι δηλώσεις δαπανών. Η μέθοδος λογιστικού ελέγχου που ακολουθεί η Γενική Διεύθυνση απασχόλησης, κοινωνικών υποθέσεων και ίσων ευκαιριών στοχεύει στην αποτελεσματική χρήση των διαθέσιμων πόρων και στη διαμόρφωση γνώμης για έναν μέγιστο αριθμό συστημάτων που αφορούν μεγάλο αριθμό έργων.

Το βάσιμο του ελεγκτικού έργου που πραγματοποιεί η Γενική Διεύθυνση απασχόλησης, κοινωνικών υποθέσεων και ίσων ευκαιριών καταδεικνύεται από το γεγονός ότι τα κράτη μέλη έχουν επιφέρει τις απαιτούμενες βελτιώσεις στα συστήματα και ότι έχουν εφαρμοστεί σημαντικές δημοσιονομικές διορθώσεις (από τα ίδια τα κράτη μέλη ή από την Επιτροπή κάθε φορά που κρίνεται αναγκαίο)· με τον τρόπο αυτό αυξήθηκε ο βαθμός αξιοπιστίας. Έτσι, για την περίοδο 2000-2006, εκτός από τις τρέχουσες διαδικασίες, πραγματοποιήθηκαν διορθώσεις που ανέρχονται σε 266 εκατ. ευρώ.

Η Γενική Διεύθυνση απασχόλησης, κοινωνικών υποθέσεων και ίσων ευκαιριών αναφέρεται στην ετήσια δήλωσή της στη δυσκολία ποσοτικοποίησης των δημοσιονομικών επιπτώσεων των επιφυλάξεων που σχετίζονται με αδυναμίες του συστήματος στα κράτη μέλη. Ωστόσο, η Γενική Διεύθυνση απασχόλησης, κοινωνικών υποθέσεων και ίσων ευκαιριών, βασιζόμενη στους προσανατολισμούς της Επιτροπής [C(2001) 476 τελικό], θεωρεί ότι από τις αδυναμίες των συστημάτων, που εντοπίστηκαν κατά τους λογιστικούς της ελέγχους, απορρέει ενδεχόμενος μέγιστος κίνδυνος 261 εκατ. ευρώ, τουτέστιν το 3,4 % των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν για το ΕΚΤ το 2004. Επίσημες αποφάσεις αναστολής ή/και δημοσιονομικής διόρθωσης θα μπορούν να λαμβάνονται στο πλαίσιο διαδικασιών αντιπαράθεσης που αναλαμβάνονται από κοινού με τα κράτη μέλη. Σε πολλές περιπτώσεις, το κράτος μέλος βελτίωσε τα συστήματά του ή/και πραγματοποίησε το ίδιο τις αναγκαίες δημοσιονομικές διορθώσεις. Οι αδυναμίες των συστημάτων που εντόπισε η Γενική Διεύθυνση απασχόλησης, κοινωνικών υποθέσεων και ίσων ευκαιριών κατά την εφαρμογή των διορθωτικών πράξεων οδήγησαν τον Γενικό Διευθυντή στο να διατηρήσει την επιφύλαξή του στη δήλωσή του.

5.43.

Όσον αφορά τη ΓΔ FISH, το Συνέδριο παρατήρησε βελτίωση στο επίπεδο λεπτομέρειας και σαφήνειας των πληροφοριών που παρατίθενται στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων σε σχέση με τα προηγούμενα έτη. Ωστόσο, η έκθεση δεν περιλάμβανε πλήρεις πληροφορίες για την κατάσταση των δράσεων οι οποίες απαιτούνταν για να ληφθούν υπόψη συστάσεις που προέκυψαν από ελέγχους τόσο του Συνεδρίου όσο και της μονάδας εσωτερικού ελέγχου της οικείας ΓΔ.

5.43.

Η Γενική Διεύθυνση αλιείας και ναυτιλιακών υποθέσεων αναγνωρίζει τις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου και θα τις λάβει υπόψη της ώστε να βελτιώσει περαιτέρω τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας.

5.44.

Όσον αφορά τη ΓΔ AGRI, παραμένει μία επιφύλαξη για το ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός ως προς τις δαπάνες της περιόδου 2000-2006, όπως υπήρχε το 2003. Μολονότι η ΓΔ επιτέλεσε πρόοδο ως προς την εκκαθάριση των ζητημάτων που αφορούσε η αρχική επιφύλαξη, και δεν υπάρχει πλέον γενική επιφύλαξη για τις δαπάνες του ΕΤΠΕ-Προσανατολισμός, η βάση είναι ανεπαρκής για την έκδοση της δήλωσης αξιοπιστίας για τη δαπάνη του 2004 για ένα ορισμένο αριθμό προγραμμάτων. Η έκθεση του γενικού διευθυντή παρέχει μια σαφή ένδειξη ως προς το ποσό το οποίο αφορά η εν λόγω επιφύλαξη.

 

5.45.

Όπως και το 2003, δεν διατυπώθηκε καμία επιφύλαξη από τους γενικούς διευθυντές των διαρθρωτικών ενεργειών όσον αφορά την περίοδο προγραμματισμού 1994-1999 (62), μολονότι -για παράδειγμα- οι εκ των υστέρων έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν από τη ΓΔ REGIO για την εν λόγω περίοδο παρουσιάζουν σημαντικό επίπεδο λαθών σε εννέα κράτη μέλη (σημείο 5.34).

5.45.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η έλλειψη επιφύλαξης οφείλεται στις αυστηρές διαδικασίες που εφαρμόζονται στις Γενικές Διευθύνσεις και στους λογιστικούς ελέγχους κλεισίματος που έχουν διεξαχθεί και διεξάγονται προκειμένου να επαληθευτεί η αξιοπιστία των δηλώσεων κλεισίματος. Όταν μετά την ολοκλήρωση της παρακολούθησης των αποτελεσμάτων των λογιστικών ελέγχων από τα κράτη μέλη εντοπίζεται ένα σημαντικό σφάλμα, εφαρμόζονται δημοσιονομικές διορθώσεις στα συγκεκριμένα προγράμματα.

Παρακολούθηση των παρατηρήσεων από προηγούμενες δηλώσεις αξιοπιστίας: πρέπει να αναληφθεί περαιτέρω δράση από την Επιτροπή

5.46.

Το Συνέδριο εξέτασε τη δράση που ανέλαβε η Επιτροπή σχετικά με παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν υπό το πρίσμα πρόσφατων ειδικών εκτιμήσεων στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας. Το παράρτημα 2 παρέχει ενδείξεις ως προς τις περαιτέρω δράσεις που απαιτούνται από την Επιτροπή σχετικά με τις βασικές παρατηρήσεις που διατύπωσε το Συνέδριο. Όσον αφορά τα ειδικά προβλήματα που εντοπίστηκαν με τον έλεγχο των σχεδίων που έγινε από το Συνέδριο, μολονότι η Επιτροπή γενικά είχε παρακολουθήσει τα εν λόγω προβλήματα κατά τρόπο ικανοποιητικό, σε μερικές περιπτώσεις σημειώθηκαν σημαντικές καθυστερήσεις στο διακανονισμό των τελικών υπολοίπων ή στη δρομολόγηση διαδικασιών για κάθε αναγκαία ανάκτηση (63). Μία από αυτές τις περιπτώσεις σχετίζεται με διαπίστωση του Συνεδρίου που αφορά τη δήλωση αξιοπιστίας του 1998.

5.46.

Στο παράρτημα 2, η Επιτροπή απαντά διεξοδικά στις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε από την Επιτροπή στις προηγούμενες γενικές παρατηρήσεις.

Η κατάσταση όσον αφορά την παρακολούθηση των μεμονωμένων περιπτώσεων σφάλματος που εντοπίστηκε κατά τους ελέγχους του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τις DAS των προηγούμενων ετών έχει ως εξής. Όσον αφορά την αναφερθείσα περίπτωση από τη δήλωση αξιοπιστίας του 1998, το κράτος μέλος είχε προηγουμένως τονίσει ότι είχαν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα και το γεγονός αυτό ελέγχθηκε από την Επιτροπή κατά το οριστικό κλείσιμο του προγράμματος το 2004 προκειμένου να κλείσει η υπόθεση αυτή. Για τις άλλες τρεις υποθέσεις σχετικά με το ΕΤΠΑ, η Επιτροπή ανακοίνωσε τη θέση της και το κλείσιμο των υποθέσεων θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο το κράτος μέλος θα λάβει τα αναγκαία μέτρα, τα οποία και θα καθορίσουν κατά πόσο απαιτείται απόφαση δημοσιονομικής διόρθωσης.

Όσον αφορά το πρόγραμμα OP 94IT16002 για την Ιταλία (Sardinia), συνεχίζεται η διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4253/88.

Συμπεράσματα και συστάσεις

Συμπεράσματα

5.47.

Η Επιτροπή συνέχισε τις προσπάθειες βελτίωσης του περιβάλλοντος εσωτερικού ελέγχου της. Ωστόσο, απαιτούνται μερικά συμπληρωματικά μέτρα στην εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου (βλέπε σημεία 5.14 έως 5.18).

5.47.

Η Επιτροπή λαμβάνει μέτρα για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας όπου είναι αναγκαίο.

5.48.

Το Συνέδριο διαπίστωσε μερικές αδυναμίες στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου οι οποίες ήταν παρούσες στα προγράμματα του δείγματός του για τις περιόδους 1994-1999 και 2000-2006. Όσον αφορά την περίοδο 2000-2006, όπως και στην περυσινή ετήσια έκθεση, οι διαπιστώσεις του Συνεδρίου και φέτος δείχνουν ότι τα περισσότερα από τα συστήματα που εξετάστηκαν χρειάζονται βελτιώσεις ποικίλου βαθμού για να συμφωνούν πλήρως με τις θεμελιώδεις κανονιστικές απαιτήσεις για αποτελεσματικούς ελέγχους καθημερινής διαχείρισης ή/και ανεξάρτητους δειγματοληπτικούς ελέγχους των πράξεων (64). Το Συνέδριο εντόπισε επίσης πολλά σφάλματα νομιμότητας και κανονικότητας στις δαπάνες που περιλαμβάνονταν στις δηλώσεις για τις οποίες έγιναν πληρωμές από την Επιτροπή το 2004 (βλέπε σημεία 5.19 έως 5.27 και 5.35 έως 5.36).

5.48.

Οι ΓΔ των διαρθρωτικών ταμείων αντιμετώπισαν τον κίνδυνο των αδυναμιών των συστημάτων στα κράτη μέλη για το διάστημα 1994/99 μέσω των αντίστοιχων στρατηγικών τους για το κλείσιμο των προγραμμάτων, και ειδικότερα μέσω της επεξεργασίας των δηλώσεων κλεισίματος που εξέδωσαν οι ανεξάρτητοι φορείς. Η ελεγκτική στρατηγική της Επιτροπής για το διάστημα 2000/06 επικεντρώνεται στην επαλήθευση της αποτελεσματικής λειτουργίας των βασικών στοιχείων των συστημάτων ελέγχου στα κράτη μέλη. Σε ορισμένα προγράμματα ή και σε ορισμένες περιοχές διαπιστώθηκαν δυσκολίες στους καθημερινούς ελέγχους διαχείρισης και καθυστερήσεις στους ανεξάρτητους ελέγχους. Για παράδειγμα, από τους ελέγχους 103 προγραμμάτων του ΕΚΤ που πραγματοποιήθηκαν στην ΕΕ-15, οι 49 κατέληξαν σε συστάσεις σχετικά με την εφαρμογή των ελέγχων διαχείρισης. Στις περιπτώσεις αυτές η Επιτροπή έλαβε μέτρα για να διασφαλίσει ότι οι εθνικές αρχές εφαρμόζουν σχέδια δράσης για την επίλυση των προβλημάτων, περιλαμβανομένης και της αφαίρεσης παράτυπων δαπανών που έχουν ήδη δηλωθεί, όπου αυτό δικαιολογείται. Η Επιτροπή κάνει χρήση των εξουσιών της για να αναστείλει τις πληρωμές και να προβεί στις αναγκαίες διορθώσεις. Η Επιτροπή, βασιζόμενη στο ελεγκτικό της έργο, θα εκδώσει το 2005 σημείωμα για τις ορθές πρακτικές κατά τους ελέγχους διαχείρισης ώστε να προωθήσει περαιτέρω την αποτελεσματικότητα του σημαντικότατου αυτού ελέγχου.

5.49.

Το κλείσιμο των προγραμμάτων των Διαρθρωτικών Ταμείων και των σχεδίων του Ταμείου Συνοχής υπήρξε μια μακροσκελής και επίπονη διαδικασία η οποία δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί στο τέλος του 2004. Τα κράτη μέλη αργούσαν να δώσουν απαντήσεις στα αιτήματα της Επιτροπής, αλλά η Επιτροπή επίσης δεν ανέλαβε εγκαίρως δράση σε ορισμένες περιπτώσεις. Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι η Επιτροπή έκλεισε μερικά προγράμματα μολονότι στις καταστάσεις κλεισίματος που υποβλήθηκαν από τα κράτη μέλη δεν υπήρχαν πλήρη στοιχεία (βλέπε σημεία 5.28 έως 5.34).

5.49.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η διαδικασία κλεισίματος διεξήχθη σε γενικές γραμμές ικανοποιητικά παρά τις ορισμένες καθυστερήσεις. Η διεξοδική εξέταση των εγγράφων κλεισίματος και των άλλων τμημάτων της στρατηγικής κλεισίματος περιόρισαν τον κίνδυνο παράτυπων τελικών πληρωμών. Η αποκτηθείσα εμπειρία θα βοηθήσει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να βελτιώσουν το κλείσιμο των προγραμμάτων της σημερινής γενιάς. Τα διάφορα προβλήματα πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα του μεγάλου αριθμού προγραμμάτων που πρέπει να κλείσουν και της πολυπλοκότητας της διαδικασίας.

5.50.

Παρά το ότι σημειώθηκαν μερικές βελτιώσεις στην πληροφόρηση που δίνεται στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων και στις δηλώσεις των γενικών διευθυντών των Διαρθρωτικών Ταμείων, απαιτούνται περαιτέρω προσπάθειες, κυρίως όσον αφορά την εμβέλεια και τον αντίκτυπο των επιφυλάξεων (βλέπε σημεία 5.39 έως 5.45).

5.50.

Οι ενδιαφερόμενες Γενικές Διευθύνσεις συνεργάζονται για να αναπτύξουν μία συνεκτικότερη και τεκμηριωμένη προσέγγιση των πλεονασμάτων.

5.51.

Η δράση που ανέλαβε η Επιτροπή για την παρακολούθηση προηγούμενων παρατηρήσεων του Συνεδρίου υπήρξε γενικά ικανοποιητική, μολονότι σημειώθηκαν μερικές καθυστερήσεις (βλέπε σημείο 5.46).

 

Συστάσεις

5.52.

Για τις διαθρωτικές ενέργειες, ως τομέα επιμερισμένης διαχείρισης, οι αναγκαίες βελτιώσεις σε διαχείριση και έλεγχο απαιτούν μια κοινή προσπάθεια από την Επιτροπή και τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή θα πρέπει κυρίως, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη:

5.52.

Στις 15 Ιουνίου 2005, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση σχετικά με τον «χάρτη πορείας προς ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου», με σκοπό να εντοπιστούν τα κενά στις ισχύουσες αλλά και στις μελλοντικές ρυθμιστικές απαιτήσεις και τα μέτρα που απαιτούνται για να καταστούν αποτελεσματικότερα τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου, και ειδικότερα τα συστήματα κοινής διαχείρισης των δαπανών. Ο «χάρτης πορείας» θα συζητηθεί με την αρμόδια για την απαλλαγή αρχή το φθινόπωρο 2005 προκειμένου να συμφωνηθεί «κοινή γραμμή» για την απαιτούμενη δράση.

να διασφαλίσει μια πιο αυστηρή προσέγγιση στον έλεγχο της νομιμότητας και της κανονικότητας της δαπάνης. Έχει ιδιαίτερη σημασία να εφαρμόζονται αυστηρά οι έλεγχοι της πρώτης γραμμής - έλεγχοι καθημερινής διαχείρισης,

Η Επιτροπή επικεντρώνει το ελεγκτικό της έργο στο σημαντικό αυτό στοιχείο στο πλαίσιο των εθνικών συστημάτων. Αναφέρεται στον προτεινόμενο συνδυασμό ορθών πρακτικών στον τομέα αυτό (βλέπε σημείο 5.48).

να διασφαλίσει ότι τα μαθήματα που ελήφθησαν από το κλείσιμο των προγραμμάτων της περιόδου 1994 έως 1999 εφαρμόζονται για την περίοδο 2000 έως 2006 και τις μετέπειτα περιόδους. Αυτό απαιτεί από τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν την υποβολή των κατάλληλων εγγράφων κλεισίματος σε εύθετο χρόνο και οι γενικές διευθύνσεις των Διαρθρωτικών Ταμείων να να εφαρμόζουν μια συνεκτική και αποτελεσματική προσέγγιση στην εξέταση των αιτήσεων τελικών πληρωμών.

Η Επιτροπή συμφωνεί ότι πρέπει να αποκτηθεί επιπλέον εμπειρία, και εκδίδει κατευθυντήριες οδηγίες για το κλείσιμο της περιόδου 2000/06 με επίκεντρο τον στόχο αυτό. Ωστόσο, η διαδικασία κλεισίματος των προγραμμάτων 1994-99 πραγματοποιήθηκε σε στενό συντονισμό μεταξύ των Γενικών Διευθύνσεων. Αναφέρεται στην απάντησή της στο σημείο 5.49.

5.53.

Η Επιτροπή πρέπει να καταβάλει περαιτέρω προσπάθειες για να βελτιώσει την αποτελεσματική υλοποίηση των καθηκόντων εποπτείας. Η ικανότητά της να παρακολουθεί σωστά τις δαπάνες για διαρθρωτικές ενέργειες θα αναβαθμιζόταν με τον αυξημένο συντονισμό μεταξύ των υπεύθυνων γενικών διευθύνσεων σε θέματα διαχείρισης και ελέγχου.

5.53.

Η Επιτροπή έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο τα τελευταία χρόνια όσον αφορά τον συντονισμό των θεμάτων διαχείρισης και ελέγχου τόσο στο εσωτερικό της Επιτροπής όσο και με τα κράτη μέλη, και θα συνεχίσει προς την κατεύθυνση αυτή. Για παράδειγμα, υπάρχει μία κοινή ελεγκτική στρατηγική για τις Γενικές Διευθύνσεις των διαρθρωτικών ταμείων για το 2005, στα νέα κράτη μέλη διεξάγονται κοινοί λογιστικοί έλεγχοι, και έχει βελτιωθεί η ποιότητα και η ταχύτητα των εκθέσεων των ετήσιων ελέγχων. Όλα αυτά τα μέτρα συντείνουν προς την κατεύθυνση της ενιαίας ελεγκτικής προσέγγισης.

5.54.

Το Συνέδριο σημειώνει ότι το 2004 συντάχθηκαν από την Επιτροπή προτάσεις για νέο κανονιστικό πλαίσιο για την περίοδο προγραμματισμού 2007-2013. Το Συνέδριο εξέδωσε μια γνωμοδότηση επί αυτών των προτάσεων (65). Η θέσπιση των κανονισμών και των λεπτομερών κανόνων εφαρμογής τους όσον αφορά τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου πριν από την έναρξη της περιόδου προγραμματισμού (πράγμα το οποίο δεν έγινε για τις περιόδους 1994-1999 και 2000-2006) θα έδινε την ευκαιρία να διασφαλιστεί ότι τα συστήματα εφαρμόζονται και επανεξετάζονται πριν από την έγκριση των προγραμμάτων και τη δέσμευση της δαπάνης.

5.54.

Η Επιτροπή παρουσίασε τις προτάσεις της για κανονισμούς του Συμβουλίου σχετικά με τα διαρθρωτικά ταμεία και τα ταμεία συνοχής τον Ιούλιο 2004 προκειμένου να εξασφαλίσει ότι το νέο πλαίσιο θα ίσχυε πολύ πριν από την έναρξη της επόμενης περιόδου. Το σχέδιο κανονισμού της Επιτροπής έχει ήδη παρουσιαστεί στα κράτη μέλη, αλλά δεν μπορεί να εγκριθεί πριν από την έγκριση του γενικού κανονισμού του Συμβουλίου.

Υλοποίηση του Μέσου Προενταξιακών Διαρθρωτικών Πολιτικών: η Επιτροπή εντόπισε ελλείψεις στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου

5.55.

Το Συνέδριο εξέτασε την υλοποίηση του προενταξιακού μέσου ISPA. Η εξέταση έγινε στην Επιτροπή. Εξετάστηκε η διαχείριση των πληρωμών από την Επιτροπή βάσει αξιολόγησης των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν από την Επιτροπή και επιθεώρησης των δηλώσεων δαπανών που υπέβαλαν οι υποψήφιες χώρες για οκτώ επιλεγμένες πληρωμές που έγιναν το 2004 (Βουλγαρία πέντε πληρωμές και Ρουμανία τρεις πληρωμές). Η εξέταση του Συνεδρίου δεν οδήγησε σε ιδιαίτερες παρατηρήσεις.

 

5.56.

Το Συνέδριο επισημαίνει ότι η Επιτροπή διέκοψε πληρωμές προς τη Ρουμανία πολλές φορές κατά τη διάρκεια του 2004 και ότι ο γενικός διευθυντής διατήρησε την επιφύλαξη που εκφράστηκε το 2003 για τη Ρουμανία εξαιτίας σημαντικών ελλείψεων στην εφαρμογή και τη λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου.

 

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΑΡΙΘ. 3/2002 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ — INTEGRA

5.57.

Η ειδική έκθεση του Συνεδρίου εξέτασε την αποτελεσματικότητα των διαδικασιών διαχείρισης, συγκεκριμένα τη στοχοθέτηση και την επιλογή των σχεδίων, και την παρακολούθηση, την αξιολόγηση και τη διάδοση των πληροφοριών, σχετικά την κοινοτική πρωτοβουλία Integra.

 

5.58.

Ένα σημαντικό συμπέρασμα της έκθεσης του Συνεδρίου ήταν ότι υπήρχαν συστηματικές αδυναμίες στην αξιολόγηση και την παρακολούθηση. Κατά συνέπεια, δεν ήταν δυνατό να καθοριστεί κατά πόσο η πρωτοβουλία Integra είχε προσφέρει νέα εμπειρία στην καταπολέμηση του αποκλεισμού από την αγορά εργασίας και εάν αυτή η εμπειρία είχε πράγματι διαδοθεί στους διαμορφωτές της πολιτικής.

5.58.

Η Επιτροπή έχει κινητοποιηθεί για να εξασφαλίσει ότι βελτιώνεται η παρακολούθηση και η αξιολόγηση πειραματικών προγραμμάτων, όπως το Integra. Όσον αφορά το EQUAL, το πρόγραμμα που διαδέχθηκε το Integra, αναπτύχθηκαν εναρμονισμένα κριτήρια αξιολόγησης και παρακολούθησης, περιλαμβανομένης και της παρακολούθησης μέσω θεματικών δικτύων και ομάδων, με συγκεκριμένο στόχο την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων του προγράμματος. Ένα σαφές και ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα αξιολογήσεων έχει συμφωνηθεί μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών ώστε να εξασφαλιστεί ότι τα απαιτούμενα αποτελέσματα παρέχονται έγκαιρα, και ότι τα αποτελέσματα αυτά γνωστοποιούνται στους αρμόδιους φορείς διαμόρφωσης πολιτικής στους συγκεκριμένους τομείς.

5.59.

Η τελική έκθεση αξιολόγησης του Integra, η οποία δημοσιεύθηκε το 2003, επιβεβαίωσε τις διαπιστώσεις του Συνεδρίου σχετικά με τις αδυναμίες στις δομές αξιολόγησης του προγράμματος και την έλλειψη κατάλληλου μηχανισμού ανάδρομης πληροφόρησης. Οι εν λόγω αδυναμίες, σύμφωνα με την αξιολόγηση, οδήγησαν σε μια πιθανή απώλεια εμπειρίας που μεταβιβάζεται από τον ένα φορέα υλοποίησης στον άλλο.

5.59.

Η Επιτροπή, μέσω των διαδικασιών της για συνεχή τροφοδότηση με στοιχεία, παρακολούθηση και αξιολόγηση της εφαρμογής των προγραμμάτων των διαρθρωτικών ταμείων, ήταν εν γνώσει των αδυναμιών που ενυπάρχουν στον σχεδιασμό του Integra πολύ πριν από τη λήξη της περιόδου λειτουργίας του. Κατά τον σχεδιασμό της κοινοτικής πρωτοβουλίας EQUAL (2000-06), η Επιτροπή κινητοποιήθηκε ώστε να βελτιώσει τους τομείς που στα προηγούμενα προγράμματα παρουσίασαν αδυναμίες. Η πρωτοβουλία EQUAL περιλαμβάνει στον σχεδιασμό της την υποχρέωση των κρατών μελών να περιγράφουν την εμπειρία που αποκόμισαν από το πρόγραμμα για την απασχόληση.

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΑΡΙΘ. 4/2002 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΤΟΠΙΚΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ

5.60.

Η ειδική έκθεση του Συνεδρίου εξέτασε τη διαχείριση από την Επιτροπή των πολιτικών της ΕΕ όσον αφορά τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης σε τοπικό επίπεδο και τη δημοσιονομική διαχείριση καινοτόμων σχεδίων στον εν λόγω τομέα.

 

5.61.

Οι κύριες συστάσεις του Συνεδρίου ήταν:

α)

μια συνολική αξιολόγηση της ενδεχόμενης προστιθέμενης αξίας μιας πολιτικής για την τοπική απασχόληση πρέπει να αναληφθεί σε όλα τα επίπεδα υλοποίησης πολιτικών,

β)

να εξορθολογιστεί η δραστηριότητα της Επιτροπής στον τομέα των καινοτόμων σχεδίων και οι διαδικασίες δημοσιονομικής διαχείρισης να καταστούν αυστηρότερες ούτως ώστε να διασφαλίζεται η κανονικότητα και η αποτελεσματικότητα του κόστους της χρηματοδότησης.

 

5.62.

Η Επιτροπή διεξήγαγε ορισμένες συνολικές αξιολογήσεις και μελέτες οι οποίες εμπίπτουν στην πολιτική της ΕΕ για τις θέσεις εργασίας σε τοπικό επίπεδο. Το 2003 υπέβαλε έκθεση μιας μελέτης της διαθεσιμότητας στοιχείων για τη μέτρηση της απόδοσης της απασχόλησης σε τοπικό επίπεδο, ενώ το 2004, διεξήχθη μια οριζόντια αξιολόγηση της ανάπτυξης της απασχόλησης σε τοπικό επίπεδο, η οποία εκτιμούσε την προστιθέμενη αξία της πολιτικής της ΕΕ για την ανάπτυξη της τοπικής απασχόλησης.

 

5.63.

Επιπρόσθετα βήματα έγιναν επίσης για να καταστούν αυστηρότερες οι διαδικασίες δημοσιονομικής διαχείρισης στον τομέα των καινοτόμων δράσεων. Αυτά περιλάμβαναν αύξηση των επιτόπιων ελέγχων των σχεδίων της Επιτροπής το 2003, και εξορθολογισμό του όρου χρηματοδότησης σε αυτό τον τομέα.

 

5.64.

Το Συνέδριο θεωρεί ότι οι εν λόγω δράσεις αποτελούν ικανοποιητική παρακολούθηση των συστάσεών του και ότι θα συμβάλουν θετικά στην αποτελεσματικότητα του κόστους της κοινοτικής χρηματοδότησης στον τομέα της πολιτικής της δημιουργίας θέσεων απασχόλησης σε τοπικό επίπεδο.

5.64.

Η Επιτροπή χαιρετίζει τα θετικά σχόλια του Ελεγκτικού Συνεδρίου όσον αφορά την παρακολούθηση της ειδικής έκθεσης για τις τοπικές ενέργειες για την απασχόληση.


(1)  Τα προγράμματα μπορούν να είναι εθνικά ή περιφερειακά και αποτελούνται από σειρά ενεργειών, για τις οποίες οι δυνητικοί δικαιούχοι μπορούν να ζητήσουν χρηματοδότηση.

(2)  Στην ΕΕ των 15: Ελλάδα, Ισπανία, Ιρλανδία (έως τις 31.12.2003) και Πορτογαλία. Από την 1η Μαΐου 2004 επίσης: Κύπρος, Τσεχική Δημοκρατία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Ουγγαρία, Μάλτα, Πολωνία, Σλοβενία και Σλοβακία.

(3)  Το 2004: Βουλγαρία και Ρουμανία. Για τα νέα κράτη μέλη, τα πρώην σχέδια ISPA μεταφέρθηκαν στο Ταμείο Συνοχής.

(4)  Στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία.

(5)  Εξαιρουμένου του ISPA.

(6)  Εξαιρουμένου του ISPA.

(7)  2 787 εκατομμύρια ευρώ (σε τρέχουσες τιμές) του εν λόγω ποσού, που αντιπροσωπεύουν τη διάθεση για τις χρηματοδοτήσεις μέσω του ISPA οκτώ νέων κρατών μελών για την περίοδο 2000 έως 2003 αντιμετωπίζονται τώρα, στο πλαίσιο της συνθήκης προσχώρησης, ως πιστώσεις του Ταμείου Συνοχής.

(8)  Για το Ταμείο Συνοχής και το ISPA, το σύστημα πληρωμών βασίζεται σε μία ενιαία προκαταβολή, εφόσον οι ενδιάμεσες πληρωμές αντιστοιχούν στην πραγματική δαπάνη, και σε μία τελική πληρωμή.

(9)  Εμπλέκονται τέσσερις γενικές διευθύνσεις της Επιτροπής: η Γενική Διεύθυνση Περιφερειακής Πολιτικής (ΓΔ REGIO) για το ΕΤΠΑ, το Ταμείο Συνοχής και το ISPA· η Γενική Διεύθυνση Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ισότητας Ευκαιριών (ΓΔ EMPL) για το ΕΚΤ· η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης (ΓΔ AGRI) για το ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός και η Γενική Διεύθυνση Αλιείας και Θάλασσας (ΓΔ FISH) για το ΧΜΠΑ. Η ΓΔ REGIO κατέχει συντονιστικό ρόλο για θέματα που αφορούν όλα τα Ταμεία, όπως είναι η ανάπτυξη πρωτοβουλιών σχετικά με τη διαχείριση ή η έκδοση τεχνικών οδηγιών προς τα κράτη μέλη.

(10)  Δημοσιονομικός κανονισμός που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 356 της 31.12.1977, σ. 1).

(11)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2081/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2052/88 για την αποστολή των διαρθρωτικών ταμείων, την αποτελεσματικότητά τους και το συντονισμό των παρεμβάσεών τους μεταξύ τους, καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφισταμένων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 193 της 31.7.1993, σ. 5)· κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2082/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 4253/88 για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2052/88 όσον αφορά το συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκή Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφισταμένων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 193 της 31.7.1993, σ. 20).

(12)  Κανονισμός (EΚ) αριθ. 2064/97 της Επιτροπής, της 15ης Οκτωβρίου 1997, για τον καθορισμό των λεπτομερών διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (EΟΚ) 4253/88 του Συμβουλίου όσον αφορά το δημοσιονομικό έλεγχο των δράσεων που συγχρηματοδοτούνται από τα διαρθρωτικά ταμεία ο οποίος διενεργείται από τα κράτη μέλη (ΕΕ L 290 της 23.10.1997, σ. 1). Τα συστήματα του Ταμείου Συνοχής διέπονται από τον κανονισμό (EΟΚ) αριθ. 1164/94 του Συμβουλίου, της 16ης Μαΐου 1994, για την ίδρυση του Ταμείου Συνοχής (ΕΕ L 130 της 25.5.1994, σ. 1).

(13)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, περί γενικών διατάξεων για τα Διαρθρωτικά Ταμεία (ΕΕ L 161 της 26.6.1999, σ. 1).

(14)  Κανονισμός (EΚ) αριθ. 438/2001 της Επιτροπής, της 2ας Μαρτίου 2001, για θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου των παρεμβάσεων των Διαρθρωτικών Ταμείων (ΕΕ L 63 της 3.3.2001, σ. 21). Τα συστήματα του ISPA διέπονται από τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 1267/1999 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1999, για τη θέσπιση μέσου προενταξιακών διαρθρωτικών πολιτικών (ΕΕ L 161 της 26.6.1999, σ. 73).

(15)  Κανονισμός (EΚ) αριθ. 448/2001 της Επιτροπής, της 2ας Μαρτίου 2001, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 του Συμβουλίου όσον αφορά τη διαδικασία διενέργειας δημοσιονομικών διορθώσεων στην παρέμβαση που χορηγείται στο πλαίσιο των Διαρθρωτικών Ταμείων (ΕΕ L 64 της 6.3.2001, σ. 13).

(16)  Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1260/1999 ζητεί ειδικά από τα κράτη μέλη να διορίσουν αρχή πληρωμής και αρχή διαχείρισης. Η αρχή διαχείρισης είναι μια δημόσια ή ιδιωτική αρχή ή ένας φορέας, που λειτουργεί σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, έχει δε οριστεί από το κράτος μέλος για να διαχειρίζεται ένα πρόγραμμα (συνήθως μια υπηρεσία ενός υπουργείου μιας περιφερειακής αρχής ή μιας τοπικής αρχής σε ένα κράτος). Η αρχή πληρωμής είναι μια εθνική, περιφερειακή ή τοπική αρχή ή φορέας που έχει οριστεί από ένα κράτος μέλος με σκοπό να καταρτίζει και να υποβάλλει τις αιτήσεις πληρωμής και να εισπράττει τις πληρωμές από την Επιτροπή (παραδείγματος χάρη μία υπηρεσία εθνικού, περιφερειακού ή τοπικού φορέα, εκτός της αρχής διαχείρισης).

(17)  Στους αιτούντες είναι δυνατό να περιλαμβάνονται από ιδιώτες έως ενώσεις, εταιρείες ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου έως τοπικοί, περιφερειακοί και εθνικοί φορείς.

(18)  Μπορεί να είναι μια οικονομική υπηρεσία ή μια μονάδα εσωτερικού ελέγχου η οποία βρίσκεται στο εσωτερικό της εθνικής, περιφερειακής ή τοπικής αρχής.

(19)  Πρότυπο 11 «Ανάλυση και διαχείριση κινδύνων», πρότυπο 12 «Πληροφορίες διαχείρισης», πρότυπο 14 «Αναφορά παρατυπιών», πρότυπο 17 «Εποπτεία», πρότυπο 18 «Κατάσταση των εξαιρέσεων», πρότυπο 20 «Εντοπισμός και διόρθωση των ανεπαρκειών του εσωτερικού ελέγχου», πρότυπο 21 «Εκθέσεις ελέγχου» και πρότυπο 22 «Κλιμάκιο εσωτερικού ελέγχου».

(20)  2000-2006: Σουηδία (Södra Skogslän) ΕΚΤ στόχος 1 1999SE161DO002· Ιταλία (Puglia) ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός στόχος 1 1999IT161PO009.

(21)  1994-1999: Ηνωμένο Βασίλειο (Western Scotland) ΕΤΠΑ στόχος 2 97UK16004.

(22)  1994-1999: Ισπανία (Asturias) ΕΤΠΑ στόχος 1 94ES16002.

(23)  2000-2006: Βέλγιο ΕΚΤ στόχος 3 1999BE053DO002.

(24)  2000-2006: Σουηδία (Södra Skogslän) ΕΚΤ στόχος 1 1999SE161DO002.

(25)  2000-2006: Ηνωμένο Βασίλειο (North-East England) ΕΤΠΑ στόχος 2 2000GB162DO004.

(26)  1994-1999: Ισπανία (Valencia) ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός στόχος 1 94ES06019.

(27)  1994-1999: Φινλανδία ΕΚΤ ADAPT 956001FI8· Ισπανία ΕΚΤ 940112ES1.

(28)  Ισπανία ΕΚΤ 940112ES1.

(29)  2000-2006: Ηνωμένο Βασίλειο (North-East England) ΕΤΠΑ στόχος 2 2000GB162DO004· Ελλάδα ΕΤΠΑ Interreg IIIA 2000CB16OPC013.

(30)  1994-1999:Ισπανία (Asturias) ΕΤΠΑ στόχος 1 94ES16002.

(31)  1994-1999: Ηνωμένο Βασίλειο (Western Scotland) ΕΤΠΑ στόχος 2 97UK16004,

2000-2006: Γερμανία (Sachsen) ΕΤΠΑ στόχος 1 1999DE161PO006 Ιταλία (Puglia) ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός στόχος 1 1999IT161PO009.

(32)  2000-2006: Ιταλία (Σικελία) ΕΚΤ στόχος 1 1999IT161PO011· Βέλγιο ΕΚΤ στόχος 3 1999BE053DO002.

(33)  2000-2006: Σουηδία (Södra Skogslän) ΕΚΤ στόχος 1 1999SE161DO002.

(34)  1994-1999: Ισπανία (Valencia) ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός στόχος 1 94ES06019· Ηνωμένο Βασίλειο (Western Scotland) ΕΤΠΑ στόχος 2 97UK16004· Ισπανία (Asturias) ΕΤΠΑ στόχος 1 94ES16002 Ιταλία (Industria e Servizi) ΕΤΠΑ στόχος 1 94IT16030.

2000-2006: Ελλάδα ΕΤΠΑ Interreg IIIA 2000CB16OPC013· Ιταλία (Puglia) ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός στόχος 1 1999IT161PO009· Γαλλία (Réunion) ΕΤΠΑ στόχος 1 1999FR161DO001.

(35)  1994-1999: Φινλανδία ΕΚΤ 956001FI8 (ADAPT 1995-1999).

(36)  2000-2006: Πορτογαλία (Norte) ΕΤΠΑ στόχος 1 1999PT161PO017· Βέλγιο ΕΚΤ στόχος 3 1999BE053DO002.

(37)  1994-1999: Ισπανία ΕΚΤ 940112ES1.

(38)  2000-2006: Ιταλία (Siciliy) ΕΚΤ στόχος 1 1999IT161PO011· Σουηδία (Södra Skogslän) ΕΚΤ στόχος 1 1999SE161DO002.

(39)  2000-2006: Ελλάδα ΕΤΠΑ Interreg IIIA 2000CB16OPC013.

(40)  2000-2006: Γαλλία (Réunion) ΕΤΠΑ στόχος 1 1999FR161DO001.

(41)  2000-2006: Γερμανία (Sachsen) ΕΤΠΑ στόχος 1 1999DE161PO006.

(42)  3 ΕΤΠΑ, 10 ΕΚΤ, 5 ΧΜΠΑ, 5 ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός.

(43)  Αυστρία ΕΚΤ 955501AT5· Ιταλία ΕΚΤ 940016I1· Ισπανία ΕΚΤ 940127ES1· Ισπανία ΕΚΤ 940112ES1· Ηνωμένο Βασίλειο ΕΚΤ 98001UK4· Ηνωμένο Βασίλειο ΕΚΤ 979203UK8· Κάτω Χώρες ΕΚΤ 972005NL2· Κάτω Χώρες (Zuid-Limburg) ΕΤΠΑ στόχος 2 1997-1999 970713006· Γαλλία (Lorraine) ΕΤΠΑ στόχος 2 1997-1999 970313012.

(44)  Ελεγκτικό Συνέδριο - Ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003, σημεία 5.29 έως 5.39 και 5.67.

(45)  ΓΔ FISH: Ισπανία 94ES14101· Ιταλία 94IT14101· Ηνωμένο Βασίλειο στόχος 1 94EU16002, 94UK16003· Γαλλία στόχος 5a 94FR14105. ΓΔ REGIO: Πορτογαλία 94PT161PO007· Peace and Reconciliation Special Support Programme 1995EU161PC005· Λουξεμβούργο 97L162DO001. ΓΔ EMPL: Ηνωμένο Βασίλειο 972103UK2, 979203UK8· Γαλλία 949701F8, 942601F1· Κάτω Χώρες 972005NL2· Πορτογαλία 942000P1.

(46)  Στις περιπτώσεις που στο ίδιο πρόγραμμα συνεισφέρουν περισσότερα από ένα ταμεία, κάθε τμήμα του προγράμματος που αντιστοιχεί σε κάθε ταμείο κλείνει χωριστά. Για το λόγο αυτό, τα αριθμητικά στοιχεία δεν συμφωνούν με το συνολικό αριθμό των προγραμμάτων που αναφέρεται στο σημείο 5.4.

(47)  Οι στόχοι των διαρθρωτικών ενεργειών ομαδοποιήθηκαν έκτοτε για την περίοδο προγραμματισμού 2000 έως 2006.

Πηγή: Πίνακας που καταρτίστηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο βάσει στοιχείων που παρέσχε η Επιτροπή.

(48)  Οι στόχοι των διαρθρωτικών ενεργειών ομαδοποιήθηκαν έκτοτε για την περίοδο προγραμματισμού 2000 έως 2006.

Πηγή: Πίνακας που καταρτίστηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο βάσει στοιχείων που παρέσχε η Επιτροπή.

(49)  Οι στόχοι των διαρθρωτικών ενεργειών ομαδοποιήθηκαν έκτοτε για την περίοδο προγραμματισμού 2000 έως 2006.

Πηγή: Πίνακας που καταρτίστηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο βάσει στοιχείων που παρέσχε η Επιτροπή.

(50)  Οι στόχοι των διαρθρωτικών ενεργειών ομαδοποιήθηκαν έκτοτε για την περίοδο προγραμματισμού 2000 έως 2006.

Πηγή: Πίνακας που καταρτίστηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο βάσει στοιχείων που παρέσχε η Επιτροπή.

(51)  Για τις ελεγκτικές εργασίες της ΓΔ FISH όσον αφορά τη Φινλανδία (95FI14105, 95FI16002), Σουηδία (96SE14115) και το Ηνωμένο Βασίλειο (94UK16002, 94UK16005, 95UK16005)· ΓΔ REGIO: Γαλλία (Haute Normandie) 97FR16010 SPD στόχος 2 1997-1999, Ισπανία (Andalucia) 1994ES161PO001 1994-1999, Κάτω Χώρες (Flevoland) 940713001 SPD στόχος 1 1994-1999 και Ηνωμένο Βασίλειο (Greater Manchester) 97UK16008 SPD στόχος 2 1997-1999.

(52)  Βέλγιο ΕΚΤ 943010Β3.

(53)  Δήλωση μη επιλέξιμων στοιχείων της δαπάνης:

Δήλωση εξόδων μη σχετιζόμενων με τα υπόψη προγράμματα ή σχέδια:

1994-1999: Ελλάδα Ταμείο Συνοχής 970961015· Ισπανία (Asturias) ΕΤΠΑ στόχος 1 94ES16002· Φινλανδία ΕΚΤ 956001FI8 (ADAPT 1995-1999)· Ισπανία (Valencia) ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός στόχος 1 94ES06019· Ισπανία ΕΚΤ 940112ES1,

2000-2006: Ιταλία (Puglia) ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός στόχος 1 1999IT161PO009· Ιταλία (Σικελία) ΕΚΤ στόχος 1 1999IT161PO011· Σουηδία (Södra Skogslän) ΕΚΤ στόχος 1 1999SE161DO002· Βέλγιο ΕΚΤ στόχος 3 1999BE053DO002· Γερμανία (Sachsen) ΕΤΠΑ στόχος 1 1999DE161PO006.

Δήλωση δαπανών που πραγματοποιήθηκαν εκτός της επιλέξιμης περιόδου:

1994-1999: Ηνωμένο Βασίλειο (Western Scotland) ΕΤΠΑ στόχος 2 97UK16004· Ισπανία (Asturias) ΕΤΠΑ στόχος 1 94ES16002· Ιταλία (Industria e Servizi) ΕΤΠΑ στόχος 1 94IT16030,

2000-2006: Πορτογαλία (Norte) ΕΤΠΑ στόχος 1 1999PT161PO017· Γαλλία (Réunion) ΕΤΠΑ στόχος 1 1999FR161DO001.

Δήλωση ανακτήσιμου φόρου προστιθέμενης αξίας:

1994-1999: Ισπανία (Valencia) ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός στόχος 1 94ES06019,

2000-2006: Ηνωμένο Βασίλειο (North-East England) ΕΤΠΑ στόχος 2 2000GB162DO004.

Δήλωση δαπανών παρόλο που τα κεφάλαια δεν καταβλήθηκαν στους τελικούς δικαιούχους:

1994-1999: Ηνωμένο Βασίλειο (Western Scotland) ΕΤΠΑ στόχος 2 97UK16004· Ισπανία (Asturias) ΕΤΠΑ στόχος 1 94ES16002· Ιταλία (Industria e Servizi) ΕΤΠΑ στόχος 1 94IT16030,

2000-2006: Γερμανία (Sachsen) ΕΤΠΑ στόχος 1 1999DE161PO006.

Μη συνυπολογισμός ενδεχόμενης ύπαρξης εσόδων ή άλλου εισοδήματος:

1994-1999: Ηνωμένο Βασίλειο (Western Scotland) ΕΤΠΑ στόχος 2 97UK16004· Φινλανδία ΕΚΤ 956001FI8 (ADAPT 1995-1999)· Ισπανία (Valencia) ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός στόχος 1 94ES06019· Ισπανία ΕΚΤ 940112ES1,

2000-2006: Ιταλία (Puglia) ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός στόχος 1 1999IT161PO009· Πορτογαλία (Norte) ΕΤΠΑ στόχος 1 1999PT161PO017· Ηνωμένο Βασίλειο (North-East England) ΕΤΠΑ στόχος 2 2000GB162DO004.

(54)  Δήλωση της δαπάνης δύο φορές:

1994-1999: Ιταλία (Industria e Servizi) ΕΤΠΑ στόχος 1 94IT16030· Ισπανία ΕΚΤ 940112ES1,

2000-2006: Ηνωμένο Βασίλειο (North-East England) ΕΤΠΑ στόχος 2 2000GB162DO004· Ιταλία (Puglia) ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός στόχος 1 1999IT161PO009.

(55)  Μη τήρηση των κανόνων σχετικά με τα καθεστώτα κρατικών ενισχύσεων:

1994-1999: Ηνωμένο Βασίλειο (Western Scotland) ΕΤΠΑ στόχος 2 97UK16004,

2000-2006: Ιταλία (Puglia) ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός στόχος 1 1999IT161PO009.

(56)  Μη τήρηση κοινοτικών κανόνων για την ανάθεση δημόσιων συμβάσεων:

1994-1999: Ισπανία (Asturias) ΕΤΠΑ στόχος 1 94ES16002· Ηνωμένο Βασίλειο (Western Scotland) ΕΤΠΑ στόχος 2 97UK16004· Ελλάδα Ταμείο Συνοχής 970961015,

2000-2006: Ηνωμένο Βασίλειο (North-East England) ΕΤΠΑ στόχος 2 2000GB162DO004· Ελλάδα ΕΤΠΑ Interreg IIIA 2000CB16OPC013· Γερμανία (Sachsen) ΕΤΠΑ στόχος 1 1999DE161PO006.

(57)  Ακατάλληλα δικαιολογητικά έγγραφα που υποβάλλονταν σε σχέδια:

1994-1999: Ισπανία (Valencia) ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός στόχος 1 94ES06019· Ηνωμένο Βασίλειο (Western Scotland) ΕΤΠΑ στόχος 2 97UK16004· Ισπανία (Asturias) ΕΤΠΑ στόχος 1 94ES16002· Ιταλία (Industria e Servizi) ΕΤΠΑ στόχος 1 94IT16030· Φινλανδία ΕΚΤ 956001FI8 (ADAPT 1995-1999)· Ισπανία ΕΚΤ 940112ES1,

2000-2006: Ηνωμένο Βασίλειο (North-East England) ΕΤΠΑ στόχος 2 2000GB162DO004· Ελλάδα ΕΤΠΑ Interreg IIIA 2000CB16OPC013· Ιταλία (Σικελία) ΕΚΤ στόχος 1 1999IT161PO011· Γερμανία (Sachsen) ΕΤΠΑ στόχος 1 1999DE161PO006· Βέλγιο ΕΚΤ στόχος 3 1999BE053DO002· Πορτογαλία (Norte) ΕΤΠΑ στόχος 1 1999PT161PO017· Σουηδία (Södra Skogslän) ΕΚΤ στόχος 1 1999SE161DO002.

(58)  Μη χρήση μιας κατάλληλα δικαιολογημένης και δίκαιης μεθόδου για τον καταλογισμό των γενικών εξόδων σε σχέδια:

1994-1999: Ηνωμένο Βασίλειο (Western Scotland) ΕΤΠΑ στόχος 2 97UK16004· Φινλανδία ΕΚΤ 956001FI8 (ADAPT 1995-1999)· Ισπανία ΕΚΤ 940112ES1,

2000-2006: Ηνωμένο Βασίλειο (North-East England) ΕΤΠΑ στόχος 2 2000GB162DO004· Ιταλία (Σικελία) ΕΚΤ στόχος 1 1999IT161PO011· Σουηδία (Södra Skogslän) ΕΚΤ στόχος 1 1999SE161DO002· Γερμανία (Sachsen) ΕΤΠΑ στόχος 1 1999DE161PO006· Βέλγιο ΕΚΤ στόχος 3 1999BE053DO002.

(59)  Η εν λόγω έκθεση δημοσιεύθηκε στους δικτυακούς τόπους των Ανώτατων Οργάνων Ελέγχου των κρατών μελών που συμμετείχαν στην ομάδα εργασίας.

(60)  Δανία, Γερμανία, Ισπανία, Ιταλία, Κάτω Χώρες, Πορτογαλία, Φινλανδία, Σουηδία και Ηνωμένο Βασίλειο.

(61)  Σύμφωνα με τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 438/2001 της Επιτροπής της 2ας Μαρτίου 2001.

(62)  Ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003, σημείο 5.62.

(63)  ΕΤΠΑ: Γερμανία (Bayern) στόχος 5b 1994-1999 (DAS 1998), Ιταλία (Piemonte) SPD 1994-1996 (DAS 2000), OP Algarve (DAS 2001)· Ελλάδα Ανταγωνιστικότητα OP 2000-2006 (DAS 2001)· ΕΓΤΠΕ-Προσανατολισμός: Ιταλία (Σαρδηνία) 94IT16002 (DAS 2000).

(64)  Ετήσια έκθεση του οικονομικού έτους 2003, σημεία 5.14 έως 5.27, 5.47 έως 5.56 και 5.67 έως 5.69.

(65)  Γνωμοδότηση αριθ. 2/2005.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1

Διαρθρωτικές ενέργειες

Συστήματα διαχείρισης και ελέγχου

Εκτίμηση του Συνεδρίου σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 438/2001 της Επιτροπής για τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου στα κράτη μέλη όπου πραγματοποιήθηκε επίσκεψη

Βασικοί τομείς ελέγχου

1

2

3

4

5

6

7

8

9

Κράτος μέλος/Περιφέρεια/Ταμείο

Σαφής καθορισμός, καταμερισμός και διαχωρισμός των καθηκόντων

(Άρθρο 3)

Ικανοποιητικές καθημερινές διαδικασίες για τον έλεγχο της νομιμότητας και κανονικότητας των συγχρηματοδοτουμένων πράξεων

(Άρθρο 4)

Επαρκής διαδρομή ελέγχου

(Άρθρο 7)

Επαρκείς διαδικασίες ανάκτησης

(Άρθρο 8)

Διαβεβαίωση που αφορά την αξιοπιστία των πιστοποιητικών σχετικά με τις δαπάνες

(Άρθρο 9)

Κατάσταση προόδου των ελέγχων οι οποίοι πρέπει να καλύπτουν τουλάχιστον το 5 % της συνολικής επιλέξιμης δαπάνης

(Άρθρο 10)

Επαρκής οργάνωση των ελέγχων που καλύπτουν το 5 % ων δαπανών

(Άρθρα 10-12)

Ανεξαρτησία και ελεγκτικά πρότυπα των οργανισμών που εκδίδουν τη δήλωση κατά το κλείσιμο του προγράμματος

(Άρθρο 15)

Εξέταση των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου με την προοπτική της έκδοσης της δήλωσης κατά το κλείσιμο του προγράμματος

(Άρθρο 16)

Βέλγιο EΚΤ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ιταλία (Σικελία) EΚΤ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σουηδία EΚΤ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γερμανία (Sachsen) ΕΤΠΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Γαλλία (Réunion) ΕΤΠΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ηνωμένο Βασίλειο (Β-Α Αγγλία) EΤΠΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πορτογαλία (Norte) ΕΤΠΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ελλάδα EΤΠΑ-Interreg

 

 

 

(1)

 

 

 

 

 

Iταλία (Puglia) ΕΓΤΠΕ Προσανατολισμός

 

 

 

 

 

 

 

 

(δ/ε)


(a)

 

Λειτουργεί σωστά, χρειάζονται ελάχιστες ή μικρές βελτιώσεις

(b)

 

Λειτουργεί, αλλά είναι αναγκαίες ορισμένες βελτιώσεις

(c)

 

Δεν λειτουργεί

Για περισσότερες πληροφορίες βλέπε σημεία 5.19-5.27.

(1)

Μη ελεγχθείσες διαδικασίες, καθώς η εφαρμογή τους δεν ήταν υποχρεωτική μέχρι σήμερα.

(δ/ε)

Δεν ελέγχθηκε.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2

Συνέχεια που δόθηκε στις βασικές παρατηρήσεις σε πρόσφατες δηλώσεις αξιοπιστίας

Βασική παρατήρηση του Συνεδρίου

Συνοπτική έκθεση της δράσης που αναλήφθηκε από την Επιτροπή

Παρατηρήσεις του Συνεδρίου

Απάντηση της Επιτροπής

Αδυναμίες στη διαχείριση και στον έλεγχο, συνεχιζόμενα σφάλματα στις πληρωμές

Οι αδυναμίες στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου συνεχίζουν να επηρεάζουν τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών. Βασικά στοιχεία του συστήματος δεν πληρούν τα αναγκαία πρότυπα (σαφής διαχωρισμός καθηκόντων, απόδοση στην αποτελεσματικότητα των ελέγχων καθημερινής διαχείρισης και στην οργάνωση ανεξάρτητων ελέγχων που αποσκοπούν στην επαλήθευση της αποτελεσματικότητας των συστημάτων και στην ορθότητα των δηλώσεων δαπανών). Οι αδυναμίες των συστημάτων επιβεβαιώνονται από τα σφάλματα που διαπιστώνονται σε μεμονωμένα σχέδια, των περιόδων προγραμματισμού 1994 έως 1999 καθώς 2000 έως 2006.

(Ετήσια έκθεση 2001, σημεία 3.56 έως 3.64· ετήσια έκθεση 2002, σημεία 5.22 έως 5.32· ετήσια έκθεση 2003, σημεία 5.12 έως 5.27 και 5.41 έως 5.56)

Η Επιτροπή επιθεωρεί την υλοποίηση των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου από τα κράτη μέλη, περιλαμβανομένων των ελέγχων περιορισμένου αριθμού προγραμμάτων. Η Επιτροπή έδωσε μερικές οδηγίες και χρησιμοποίησε την εξουσία της για να αναστείλει πληρωμές σε περιπτώσεις όπου οι αδυναμίες των συστημάτων πιθανό να προκαλέσουν κίνδυνο παράτυπης χρήσης των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων.

Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να διασφαλίσουν την ανάπτυξη πιο εύρωστων συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου. Ειδικότερα, απαιτείται μια πιο αυστηρή προσέγγιση στον έλεγχο των δαπανών.

Όσον αφορά τα προγράμματα της περιόδου 1994-1999, οι αδυναμίες του συστήματος αντιμετωπίζονται μέσω της στρατηγικής κλεισίματος (βλέπε κατωτέρω). Για την τρέχουσα περίοδο, η Επιτροπή συνεχίζει τις προσπάθειές της ώστε να επέλθουν οι αναγκαίες βελτιώσεις, μέσω του δικού της ελεγκτικού έργου, σε συντονισμό με το αντίστοιχο έργο των κρατών μελών, καθώς και μέσω σχεδίων δράσης που στηρίζονται στην εξουσία που διαθέτει να αναστέλλει πληρωμές και να προβαίνει σε δημοσιονομικές διορθώσεις. Επίσης, διαδίδει ορθές πρακτικές, για παράδειγμα στον βασικό τομέα των ελέγχων διαχείρισης στους οποίους αναφέρεται το Ελεγκτικό Συνέδριο, στο πλαίσιο των οποίων σχεδιάζεται να εκδοθούν εντός του 2005 παραδείγματα ορθής πρακτικής.

Καθυστερήσεις και προβλήματα στο κλείσιμο των προγραμμάτων 1994 έως 1999

Το κλείσιμο των προγραμμάτων της προηγούμενης περιόδου υπήρξε μια μακροσκελής και επίπονη διαδικασία. Τα έγγραφα κλεισίματος που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή από τα κράτη μέλη παρουσίαζαν άνιση ποιότητα, καθιστώντας συχνά αναγκαίες περαιτέρω έρευνες. Η Επιτροπή προέβη σε τελικές πληρωμές παρόλο που δεν τηρήθηκαν όλες οι απαιτήσεις των κανονισμών.

(Ετήσια έκθεση 2002, σημεία 5.36 έως 5.38· ετήσια έκθεση 2003, σημεία 5.28 έως 5.39)

Η Επιτροπή εξέτασε τα έγγραφα κλεισίματος και διενήργησε ελέγχους σε μερικές περιπτώσεις, που οδηγούν σε πρόταση για τις δημοσιονομικές διορθώσεις. Ένας σημαντικός αριθμός προγραμμάτων παρέμενε προς κλείσιμο στο τέλος του 2004.

Οι έλεγχοι του Συνεδρίου απέδειξαν ότι οι έλεγχοι που διεξήχθησαν από την Επιτροπή δεν αποκλείουν τον κίνδυνο της κοινοτικής συγχρηματοδότησης μη επιλέξιμων δαπανών. Η Επιτροπή πρέπει να διασφαλίσει την έγκαιρη εξέταση των εγγράφων που της διαβιβάζουν τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη πρέπει να εφαρμόσουν τα μαθήματα που ελήφθησαν από τη διαδικασία κλεισίματος των προγραμμάτων της περιόδου 1994 έως 1999 για το κλείσιμο των προγραμμάτων της περιόδου 2000 έως 2006.

Η στρατηγική της Επιτροπής όσον αφορά το κλείσιμο των προγραμμάτων — που συνίσταται σε εκ των προτέρων λογιστικούς ελέγχους της συμμόρφωσης, σε έλεγχο, εκ μέρους του ανεξάρτητου φορέα, των δηλώσεων που συνοδεύουν τις αιτήσεις τελικών πληρωμών, και σε εκ των υστέρων ελέγχους των προγραμμάτων που έχουν κλείσει, οι οποίοι συνοδεύονται από δημοσιονομικές διορθώσεις — έχει σημαντικά μειώσει τον κίνδυνο παράτυπων τελικών πληρωμών. Η διαδικασία κλεισίματος πραγματοποιήθηκε ικανοποιητικά και, σε γενικές γραμμές, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος αν ληφθεί υπόψη ο αριθμός των προγραμμάτων και η πολυπλοκότητα των ελεγχόμενων θεμάτων. Ωστόσο, μπορεί να συλλεχθεί εμπειρία η οποία θα χρησιμοποιηθεί κατ το επόμενο κλείσιμο. Τη στιγμή αυτή εκπονείται κείμενο κατευθυντήριων οδηγιών.

Περιορισμοί στη διαβεβαίωση εκ μέρους της Επιτροπής σχετικά με τη λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου

Σε ό,τι αφορά τις διαρθρωτικές ενέργειες, οι αρμόδιοι γενικοί διευθυντές διαβεβαιώνουν ότι τα εσωτερικά συστήματα της Επιτροπής παρέχουν εύλογη βεβαιότητα ως προς τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων, αλλά δεν παρέχουν πλήρη βεβαιότητα ως προς τη λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου των κρατών μελών.

Για την περίοδο 1994-1999, οι γενικοί διευθυντές δεν διατύπωσαν επιφυλάξεις για τα τέσσερα Διαρθρωτικά Ταμεία. Η στάση αυτή δεν είναι σύμφωνη προς τις παρατηρήσεις του Συνεδρίου, που επιβεβαιώθηκαν από την Επιτροπή, αναφέροντας πολυάριθμες αδυναμίες συστημάτων.

Η Επιτροπή απάντησε αρκετές φορές στις παρατηρήσεις του Συνεδρίου ότι θα πραγματοποιούνταν επαρκείς έλεγχοι κατά το κλείσιμο των προγραμμάτων 1994-1999. Ωστόσο, η Επιτροπή σχεδιάζει να διενεργήσει ελέγχους των υποκείμενων δαπανών μετά την πραγματοποίηση των τελικών πληρωμών. Σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις θα πραγματοποιήσει η Επιτροπή ελέγχους στο κράτος μέλος πριν από την πληρωμή.

(Ετήσια έκθεση 2002, σημεία 5.10 έως 5.14 και 5.21· ετήσια έκθεση 2003, σημεία 5.40 και 5.57 έως 5.62)

Η Επιτροπή συνέχισε την αξιολόγησή των συστημάτων και το ελεγκτικό της πρόγραμμα στα κράτη μέλη.

Η διαβεβαίωση της Επιτροπής έχει καταστεί ευρύτερη αλλά τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου δεν παρέχουν επαρκή βεβαιότητα ως προς τη νομιμότητα και την κανονικότητα των δαπανών.

Η προσέγγιση των Γενικών Διευθύνσεων των διαρθρωτικών ταμείων είναι να δημιουργηθεί αξιοπιστία μέσω των λογιστικών ελέγχων που διενεργούνται σύμφωνα με τις δικές τους ελεγκτικές στρατηγικές και μέσω της αυξημένης συνεργασίας με τους εθνικούς ελεγκτικούς φορείς. Εφαρμόζονται διαδικασίες για να εκλείψουν οι ατέλειες ή να διορθωθούν οι παράτυπες δαπάνες.

Η προσέγγιση των Γενικών Διευθύνσεων των διαρθρωτικών ταμείων είναι να δημιουργηθεί αξιοπιστία μέσω των λογιστικών ελέγχων που διενεργούνται σύμφωνα με τις δικές τους ελεγκτικές στρατηγικές και μέσω της αυξημένης συνεργασίας με τους εθνικούς ελεγκτικούς φορείς. Εφαρμόζονται διαδικασίες για να εκλείψουν οι ατέλειες ή να διορθωθούν οι παράτυπες δαπάνες. Η αξιοπιστία της Επιτροπής όσον αφορά τα προγράμματα 1994-1999 βασίζεται στην προαναφερθείσα ολοκληρωμένη στρατηγική κλεισίματος. Η Επιτροπή διενεργεί ελέγχους μετά το κλείσιμο και εφαρμόζει δημοσιονομικές διορθώσεις για τα προγράμματα στα οποία ανιχνεύονται μη επιλέξιμες δαπάνες. Δεν θα ήταν συμβατό με τις υποχρεώσεις της ως προς την πραγματοποίηση πληρωμών να διενεργεί συστηματικά ελέγχους των προγραμμάτων πριν προβεί στις πληρωμές. Ωστόσο, σε όλες τις περιπτώσεις διενεργήθηκαν επιτραπέζιοι έλεγχοι των εγγράφων κλεισίματος.

Περιορισμένη παρακολούθηση των ευρημάτων του ελέγχου του Συνεδρίου εκ μέρους της Επιτροπής

Σημειώθηκαν βελτιώσεις, αλλά η παρακολούθηση των ευρημάτων του ελέγχου του Συνεδρίου εκ μέρους της Επιτροπής δεν ήταν πάντοτε έγκαιρη, κατάλληλη ή πλήρης. Η Επιτροπή σπανίως εκτείνει τις έρευνές της πέραν των δειγμάτων που έλεγξε το Συνέδριο, ακόμη και όταν υφίστανται τεκμήρια ότι τα σφάλματα που διαπιστώθηκαν μπορεί να εμφανίζονται επανειλημμένως.

(Ετήσια έκθεση 2002, σημεία 5.44 έως 5.52· ετήσια έκθεση 2003, σημεία 5.63 έως 5.65)

Η δράση παρακολούθησης εκ μέρους της Επιτροπής έχει βελτιωθεί, παρόλο που οι καθυστερήσεις παραμένουν.

Η Επιτροπή πρέπει να διασφαλίσει μια συνολική παρακολούθηση, αποφεύγοντας άσκοπες καθυστερήσεις.

Η Επιτροπή εισήγαγε εφαρμογές πληροφορικής για να παρακολουθεί τη συνέχεια που δίδεται και για να συμβάλει στην ολοκληρωμένη και έγκαιρη εφαρμογή της.


KΕΦΑΛΑΙΟ 6

Eσωτερικές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένης της έρευνας

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Εισαγωγή

Ειδική εκτίμηση στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας

Στόχοι και εμβέλεια του ελέγχου

Αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

Αναλύσεις κινδύνου

Εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής

Αξιολόγηση που πραγματοποιήθηκε στους επιλεγέντες τομείς δραστηριότητας

Ανάλυση κατασταλτικών δημοσιονομικών ελέγχων που διενεργήθηκαν από την Επιτροπή στον τομέα των εσωτερικών πολιτικών

Αποτελέσματα από δοκιμαστικούς ελέγχους υποκειμένων πράξεων στον τομέα των εσωτερικών πολιτικών

Εξέταση των ετησίων εκθέσεων δραστηριότητας και των δηλώσεων των γενικών διευθυντών

Παρακολούθηση των προγενέστερων παρατηρήσεων που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο της DAS

Συμπεράσματα και συστάσεις

Παρακολούθηση της ειδικής έκθεσης αριθ. 11/2003 «LIFE»

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

6.1.

Ο τομέας του προϋπολογισμού των εσωτερικών πολιτικών, συμπεριλαμβανομένης της έρευνας (ΕΠ), καλύπτει ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων που συμβάλλουν στην ανάπτυξη της ενιαίας αγοράς και οδηγούν σε αναλήψεις υποχρεώσεων ύψους 9 010 εκατομμυρίων ευρώ (βλέπε παράσταση 6.1 ) και σε πληρωμές ύψους 7 255 εκατομμυρίων ευρώ (βλέπε παράσταση 6.2 ) το 2004. Περισσότερο από το ήμισυ των πιστώσεων αυτών αφορούσε την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη (Ε & ΤΑ).

 

6.2.

Το μεγαλύτερο τμήμα των δράσεων που υπάγονται στις εσωτερικές πολιτικές το διαχειρίζεται απευθείας η Επιτροπή (1). Γενικά, οι εσωτερικές πολιτικές υλοποιούνται μέσω διαφόρων πολυετών προγραμμάτων που αποβλέπουν στη χορήγηση επιδοτήσεων σε δικαιούχους του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα για την ολοκλήρωση ειδικών δράσεων. Ορισμένες δράσεις, όπως η έρευνα, είναι πολύπλοκες από τη φύση τους. Οι επιχορηγήσεις καταβάλλονται συνήθως μέσω προκαταβολών ακολουθούμενων από διαδοχικές ενδιάμεσες και τελικές πληρωμές.

 

Image

Image

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ

Στόχοι και εμβέλεια του ελέγχου

6.3.

Ο έλεγχος, για να συμβάλει στην κατάρτιση της δήλωσης αξιοπιστίας του Συνεδρίου σχετικά με το γενικό προϋπολογισμό, απέβλεπε στο να εκτιμηθεί ο βαθμός στον οποίο οι εσωτερικοί έλεγχοι της Επιτροπής παρέχουν βεβαιότητα σχετικά με τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων. Ο έλεγχος επικεντρώθηκε στα ακόλουθα (2):

α)

στη λειτουργία ορισμένων κατ' επιλογή συστημάτων εποπτείας και ελέγχου:

σε 8 από 24 πρότυπα εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής για τρεις Γενικές Διευθύνσεις: Έρευνας (ΓΔ RTD), Κοινωνίας της Πληροφορίας και των Μέσων Επικοινωνίας (ΓΔ INFSO) και Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών (ΓΔ SANCO),

στα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου του έκτου προγράμματος πλαισίου (έκτο ΠΠ) για την Έρευνα και την Τεχνολογική Ανάπτυξη (Ε & ΤΑ) (3), του Ευρωπαϊκού Ταμείου για τους Πρόσφυγες (EΤΠ) στον τομέα της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της ασφάλειας (4) και των κοινοτικών δράσεων στον τομέα της δημόσιας υγείας και της προστασίας των καταναλωτών (SANCO) (5),

στις εκθέσεις κατασταλτικών δημοσιονομικών ελέγχων της Επιτροπής·

β)

στον έλεγχο δείγματος αναλήψεων υποχρεώσεων και πληρωμών που εγκρίθηκαν το 2004·

γ)

στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων και στις δηλώσεις των γενικών διευθυντών (6).

 

Αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

Αναλύσεις κινδύνου

6.4.

Στον τομέα των εσωτερικών πολιτικών, οι πληρωμές βασίζονται κυρίως στην απόδοση των εξόδων που δηλώνουν οι δικαιούχοι. Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού ο κυριότερος εγγενής κίνδυνος, όσον αφορά τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων, είναι ότι οι δικαιούχοι διογκώνουν τις δηλώσεις δαπανών τους. Το γεγονός αυτό μπορεί να οδηγήσει σε πληρωμές επιπλέον ποσών, εκτός και αν εντοπιστούν από τους εσωτερικούς ελέγχους της Επιτροπής. Ο κίνδυνος αυτός αυξάνει λόγω της πληθώρας των συμβατικών διατάξεων, της ασάφειας των ορισμών των επιλέξιμων δαπανών και της έλλειψης μηχανισμών επιβολής κυρώσεων.

6.4.

Οι ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων των Γενικών Διευθυντών επιβεβαιώνουν το πρόβλημα της συχνότητας σφαλμάτων στις δηλώσεις που υποβάλλονται από τους δικαιούχους. Τα σφάλματα αυτά μπορούν ενδεχομένως να έχουν ως αποτέλεσμα άλλοτε δηλώσεις με διογκωμένα ποσά, άλλοτε δηλώσεις με λιγότερα ποσά από τα πραγματικά. Εν προκειμένω εξακολουθούν να εφαρμόζονται ειδικά μέτρα.

Όσον αφορά το 6ο ΠΠ, οι απλοποιήσεις που πραγματοποιήθηκαν επί των κανονιστικών διατάξεων αναμένεται επίσης να βελτιώσουν την κατάσταση στο μέλλον (βλέπε σημείο 6.44).

6.5.

Οι έλεγχοι που διενέργησε η Επιτροπή συνίστανται κυρίως σε επαληθεύσεις δηλώσεων εξόδων πριν από την πληρωμή (προληπτικοί έλεγχοι) και σε δημοσιονομικούς ελέγχους σε επίπεδο τελικού δικαιούχου μετά την πραγματοποίηση της πληρωμής (κατασταλτικοί δημοσιονομικοί έλεγχοι). Οι προληπτικοί διεξοδικοί έλεγχοι θα μπορούσαν να μειώσουν τον κίνδυνο των αδικαιολόγητων πληρωμών. Ο κίνδυνος μη εντοπισμού παραμένει σημαντικός καθώς ορισμένοι τύποι σφαλμάτων μπορούν να εντοπιστούν μόνο με κατασταλτικούς δημοσιονομικούς ελέγχους.

6.5.

Στη συνέχεια της δράσης 1 της συνοπτικής έκθεσης 2001 της Επιτροπής, ενισχύθηκαν οι προληπτικοί έλεγχοι. Βάσει της ανάλυσης κινδύνου μπορούν κυρίως να ζητηθούν από τον δικαιούχο αποδεικτικά έγγραφα που υποστηρίζουν τη δήλωση δαπανών. Η εντατικοποίηση των κατασταλτικών ελέγχων που εφαρμόστηκε ως απόρροια του ιδίου σχεδίου δράσης επιτρέπει όχι μόνο τη μείωση του κινδύνου σφαλμάτων στις υποβαλλόμενες δηλώσεις, αλλά έχει και προληπτικό χαρακτήρα. Η καθιέρωση των πιστοποιητικών ελέγχου αποτελεί επίσης ένα στοιχείο που πρέπει εν προκειμένω να λαμβάνεται υπόψη.

Εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής

Σκοπός του ελέγχου

6.6.

Η εφαρμογή και η λειτουργία των προτύπων εσωτερικού ελέγχου είναι βασική για τον τομέα των εσωτερικών πολιτικών δεδομένου ότι τα περισσότερα από τα σχετικά κεφάλαια τα διαχειρίζεται απευθείας η ίδια η Επιτροπή.

 

6.7.

Το Συνέδριο εξέτασε την εφαρμογή 8 (7) από τα 24 πρότυπα στη ΓΔ RTD, ΓΔ INFSO και ΓΔ SANCO. Σκοπός του ελέγχου ήταν να επαληθευθεί αν τηρήθηκαν οι ελάχιστες απαιτήσεις των προτύπων εσωτερικού ελέγχου (βασικές απαιτήσεις).

 

Για την εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου απαιτούνται περαιτέρω βελτιώσεις

6.8.

Γενικά, οι βασικές απαιτήσεις για τα οκτώ πρότυπα που επιλέχθηκαν στη ΓΔ RTD, ΓΔ INFSO και ΓΔ SANCO τηρήθηκαν, αλλά είναι αναγκαίες επιπλέον βελτιώσεις ιδιαίτερα στις ακόλουθες περιπτώσεις:

6.8.

 

ο έλεγχος στη ΓΔ RTD έδειξε ότι δεν τηρήθηκε ακόμη πλήρως το πρότυπο 11 «Διαχείριση του κινδύνου» το 2004. Έχουν ληφθεί ωστόσο μέτρα για να καταστεί δυνατή η τήρηση αυτού του προτύπου το 2005,

Η ΓΔ Έρευνας προέβη το 2004, σύμφωνα με το ΠΕΕ (Πρότυπο Εσωτερικού Ελέγχου) αριθ. 11, στην ανάλυση των κινδύνων που συνδέονται με τις δραστηριότητές της, ήτοι: εκ των υστέρων ανάλυση των διαχειριστικών κινδύνων από τους ελεγκτές σε επίπεδο κάθε Διεύθυνσης και ανάλυση των κινδύνων από το Κλιμάκιο Εσωτερικού Ελέγχου, με σκοπό την κατάρτιση του οικείου ετήσιου σχεδίου ελέγχου. Επιπλέον, το 2005 οι εν λόγω δύο αναλύσεις θα συμπληρωθούν από την ανάλυση στρατηγικών κινδύνων που δρομολογήθηκε το 2004.

ο έλεγχος επιβεβαίωσε την παρατήρηση που διατυπώθηκε στην ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003 (8) σχετικά με την ανεπαρκή συμμόρφωση με το πρότυπο 12 «Κατάλληλες πληροφορίες διαχείρισης». Οι διαθέσιμες στη ΓΔ RTD πληροφορίες διαχείρισης δεν παρέχουν ορισμένα στοιχεία για το έκτο ΠΠ τα οποία το Συνέδριο θεωρεί βασικά για να διασφαλιστεί η σωστή παρακολούθηση ενός τέτοιου προγράμματος (π.χ. βασικά στοιχεία για τη διαχείριση των συμβάσεων) (9),

η ΓΔ RTD (ΕΤΑ) ανέλαβε δράση για να βελτιώσει τη συγκεκριμένη κατάσταση το 2005 και συγκρότησε μια ομάδα εργασίας με σκοπό την απογραφή των πινάκων επιδόσεων που εκπονήθηκαν σε επίπεδο Γενικής Διεύθυνσης και Διευθύνσεων, και τη διατύπωση συστάσεων για τη βελτίωση και εναρμόνιση των υφιστάμενων εργαλείων. Επιπροσθέτως, από τον Μάρτιο του 2005, τα στοιχεία όσον αφορά τις συμβάσεις του έκτου ΠΠ περιλαμβάνονται στον μηνιαίο πίνακα επιδόσεων.

η ΓΔ SANCO δεν συμμορφώθηκε με το πρότυπο 22 «Κλιμάκιο εσωτερικού ελέγχου». Δύο από τις τρεις θέσεις ήταν κενές για ένα χρονικό διάστημα του 2004 στη μονάδα εσωτερικού ελέγχου, γεγονός που κατέστησε δυσχερή την εκτέλεση του ετήσιου προγράμματος εργασίας ελέγχου,

Οι ελλείψεις προσωπικού είχαν όντως επίπτωση στα σχεδιαζόμενα χρονοδιαγράμματα ελέγχου. Η ΓΔ SANCO (Υγεία και Προστασία των Καταναλωτών) έλαβε τα αναγκαία μέτρα για την ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων, μολονότι κάποιες προσαρμογές του προγράμματος ελέγχου ήταν αναπόφευκτες.

η ΓΔ SANCO συμμορφώθηκε εν μέρει μόνο με το πρότυπο 18 «Καταγραφή των εξαιρέσεων» εφόσον η εφαρμοσθείσα διαδικασία περιορίστηκε σε εξαιρέσεις που αφορούσαν δημοσιονομικές και συμβατικές διαδικασίες.

Η ΓΔ SANCO θα εκπονήσει περαιτέρω κατευθυντήριες γραμμές για την αντιμετώπιση των εξαιρέσεων από τις μη δημοσιονομικές διαδικασίες, ιδίως όσον αφορά το επίπεδο έγκρισης, τις επίσημες απαιτήσεις καταγραφής και τις δράσεις παρακολούθησης.

Αξιολόγηση που πραγματοποιήθηκε στους επιλεγέντες τομείς δραστηριότητας

6.9.

Το Συνέδριο εξέτασε τις διαδικασίες διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με το έκτο πρόγραμμα-πλαίσιο για την Έρευνα και την Τεχνολογική Ανάπτυξη (έκτο ΠΠ), με το Ευρωπαϊκό Ταμείο για τους Πρόσφυγες (ΕΤΠ) και με τις κοινοτικές δράσεις στον τομέα της δημόσιας υγείας και προστασίας των καταναλωτών (βλέπε παράρτημα 2 ). Η λειτουργία των σημαντικότερων ελέγχων επαληθεύθηκε βάσει ενός δείγματος πράξεων (10) (βλέπε σημεία 6.25-6.35).

 

Έκτο πρόγραμμα-πλαίσιο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (έκτο ΠΠ)

Το κοινό σύστημα ΤΠ εξακολουθεί να μην είναι εξ ολοκλήρου λειτουργικό

6.10.

Η χρησιμοποίηση ενός κοινού συστήματος ΤΠ αποτελεί βασικό παράγοντα για την αποτελεσματικότητα των εσωτερικών ελέγχων της Επιτροπής (11). Η Επιτροπή άρχισε το 2002 να αναπτύσσει ένα τέτοιο σύστημα για τα διάφορα στάδια της διαχείρισης έμμεσων δράσεων Ε & ΤΑ (αξιολόγηση προτάσεων, διαπραγμάτευση και επιλογή, διαχείριση συμβάσεων και σχεδίων). Το 2004 δύο χρόνια πριν από τη λήξη της περιόδου προγραμματισμού του έκτου ΠΠ, ούτε ένα κοινό ούτε ένα ολοκληρωμένο σύστημα ΤΠ ήταν εξ ολοκλήρου λειτουργικό, παρά την πρόθεση που δήλωσε η Επιτροπή να το καθιερώσει (12). Η κατάσταση αυτή [η οποία είχε ήδη επισημανθεί κατά το 2003 (13)] επηρεάζει την αποτελεσματική λειτουργία των εσωτερικών ελέγχων που αφορούν όλους τους τομείς διαχείρισης του έκτου ΠΠ, ιδίως εκείνους που αφορούν την έγκριση των αναλήψεων υποχρεώσεων και πληρωμών και την κατάρτιση δεικτών διαχείρισης σχετικά με το πρότυπο 12 εσωτερικού ελέγχου. Τούτο επιβεβαιώθηκε από μια πρόταση συνοδευόμενη από επιφύλαξη σε μία από τις δηλώσεις των διατακτών σχετικά με το σύστημα ΤΠ και από τις δυσκολίες που αντιμετώπισε η Επιτροπή κατά την παροχή αναλυτικών στοιχείων σχετικά με τις δράσεις του έκτου ΠΠ.

6.10.

Το σύστημα πληροφορικής του έκτου ΠΠ πρέπει να αναπτυχθεί, λαμβάνοντας υπόψη τις ετερογενείς ανάγκες εσωτερικής ενοποίησης των επιχειρησιακών διαδικασιών στο εσωτερικό κάθε ΓΔ με τις ανάγκες εξωτερικής ενοποίησης μεταξύ ΓΔ. Το καλοκαίρι του 2004 συνομολογήθηκε από όλες τις ΓΔ που εμπλέκονται στην έρευνα η σύσταση κοινού διαχειριστικού φορέα για την επίβλεψη της ανάπτυξης του συστήματος πληροφορικής του έκτου ΠΠ.

Ωστόσο, οι διαφοροποιημένες ανάγκες και οι επιχειρησιακές διαδικασίες των ΓΔ που εμπλέκονται στην έρευνα οδήγησαν μέχρι σήμερα σε ένα ενοποιημένο παρά σε ένα κοινό σύστημα.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η ανάπτυξη ενός ενοποιημένου συστήματος πληροφορικής είναι σημαντική για τη διαχείριση των έμμεσων δράσεων ΕΤΑ και θα συνεχίσει τις προσπάθειές της στον εν λόγω τομέα, κυρίως όσον αφορά τις διαδικασίες που έχουν επιπτώσεις στις σχέσεις με τους υποβάλλοντες πρόταση και τους αντισυμβαλλομένους, και οι οποίες αφορούν τις πληροφορίες σχετικά με την υποβολή δηλώσεων και τη διαχείριση.

Όσον αφορά ειδικά την έγκριση των αναλήψεων υποχρεώσεων και των πληρωμών του έκτου ΠΠ, υπάρχουν εργαλεία ροής εργασίας, είτε σε κεντρικό επίπεδο, είτε τοπικά, τα οποία διασφαλίζουν την παροχή κατάλληλων εγκρίσεων.

Η ερώτηση σχετικά με το πρότυπο 12 αφορά τη ΓΔ ΕΤΑ και αποτελεί αντικείμενο της σημείου 6.8.

Υποχρέωση προσκόμισης πιστοποιητικών ελέγχου

6.11.

Μία από τις κυριότερες τροποποιήσεις που θεσπίστηκαν με το έκτο ΠΠ για τη μείωση του κινδύνου των σφαλμάτων σε επίπεδο τελικού δικαιούχου είναι η απαίτηση οι δηλωθείσες δαπάνες στην Επιτροπή να έχουν πιστοποιηθεί από εξωτερικό ελεγκτή (14). Τα πιστοποιητικά αυτά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συστημάτων ελέγχου της Επιτροπής. Οι έλεγχοι που διενέργησε το Συνέδριο επέτρεψαν να εντοπιστούν μη επιλέξιμες δαπάνες (15), οι οποίες δεν είχαν επισημανθεί στα αντίστοιχα πιστοποιητικά ελέγχου που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή για τη στήριξη της αίτησης πληρωμής.

6.11.

Η πρωταρχική λειτουργία των πιστοποιητικών ελέγχου είναι να παράσχουν επιπρόσθετη διασφάλιση στην Επιτροπή όσον αφορά την πραγματική υπόσταση και την ακρίβεια των δαπανών που δηλώθηκαν. Εντούτοις, στην πραγματικότητα δεν μπορούν να αποκλειστούν όλα τα πιθανά σφάλματα. Η αποτελεσματικότητα των πιστοποιητικών ελέγχου κατά την ανίχνευση σφαλμάτων ενδέχεται να βελτιωθεί στο πλαίσιο της αποκτηθείσας πείρας και η Επιτροπή προτίθεται να επιταχύνει τη διαδικασία βελτίωσης, μέσω στοχοθετημένων πληροφοριών στους δικαιούχους και στους ελεγκτές, καθώς και συνεχούς εκτίμησης της συμβολής των πιστοποιητικών ελέγχου στο γενικό σύστημα ελέγχου.

Ευρωπαϊκό Ταμείο για τους Πρόσφυγες (ΕΤΠ)

Οι υποχρεωτικοί έλεγχοι δράσεων δεν διενεργήθηκαν από το κράτος μέλος

6.12.

Tα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν με ελέγχους που καλύπτουν το 20 % τουλάχιστον των συνολικών επιλέξιμων δαπανών, ότι η διαχείριση της δράσης τελείται σύμφωνα με τους ισχύοντες κοινοτικούς κανόνες και ότι τα διατεθέντα κονδύλια χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης (16). Σε αντίθεση με τις απαιτήσεις των υποκειμένων κανόνων, σε ένα κράτος μέλος όπου πραγματοποιήθηκε επίσκεψη, οι έλεγχοι των δικαιολογητικών εγγράφων δεν ακολουθήθηκαν από τους επιτόπιους ελέγχους των δράσεων. Τούτο επιβεβαιώνει τις παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν στην ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003 (17) σχετικά με τις αδυναμίες των συστημάτων ελέγχου που επισημάνθηκαν στα κράτη μέλη.

6.12.

Η Επιτροπή συνεπικουρεί τα κράτη μέλη προκειμένου να βελτιώσουν τα συστήματα ελέγχου του Ευρωπαϊκού Ταμείου για τους Πρόσφυγες (ΕΤΠ), κυρίως κατά τη διάρκεια επιτόπιων επισκέψεων παρακολούθησης και ελέγχου. Συμπληρωματικά, η Επιτροπή θα διοργανώσει συσκέψεις εργασίας με θέμα τα συστήματα ελέγχου και τις χρηστές πρακτικές διαχείρισης: προγραμματισμός δράσεων, παρακολούθηση έργων, έλεγχος δαπανών, κ.λπ.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η διοργάνωση επιτόπιων επισκέψεων συνιστά μια σωστή πρακτική, ακόμη και εάν δεν προβλέπεται ρητά από τις κανονιστικές διατάξεις του ΕΤΠ. Αρχής γενομένης από το πρόγραμμα του 2004, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος επαληθεύει όλα τα έργα με επιτόπιο έλεγχο.

Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων μη σύμφωνη προς το δημοσιονομικό κανονισμό σε ένα κράτος μέλος

6.13.

Όπως ήδη αποκαλύφθηκε από την Επιτροπή κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψης παρακολούθησης σε ένα κράτος μέλος, ορισμένες βασικές αρμοδιότητες διαχείρισης των δράσεων ΕΤΠ είχαν μεταβιβαστεί από τις εθνικές αρχές σε ιδιωτική εταιρεία (18). Η πράξη αυτή δεν είναι σύμφωνη προς το δημοσιονομικό κανονισμό, όσον αφορά τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων προς τρίτους. Τα διορθωτικά μέτρα που συνέστησε η Επιτροπή εφαρμόστηκαν με καθυστέρηση.

6.13.

Το υπερβολικά μεγάλο εύρος των καθηκόντων που μεταβιβάστηκαν εντοπίστηκε από την Επιτροπή κατά τη διάρκεια επίσκεψης «παρακολούθησης» και επισημάνθηκε πάραυτα στις εθνικές αρχές. Η φύση των καθηκόντων που μεταβιβάστηκαν προσαρμόστηκε στο πλαίσιο της νέας συμβατικής διαδικασίας, με την ευκαιρία της ανανέωσης της παρεχόμενης υπηρεσίας.

Μη επιλεξιμότητα δαπανών

6.14.

Το Συνέδριο επισήμανε κατά το παρελθόν έτος (19) αδυναμίες κατά τη διαχείριση των μέτρων επαναπατρισμού σχετικά με τη μη τήρηση των κριτηρίων επιλεξιμότητας. Φέτος, προέκυψαν επιπλέον θέματα σχετικά με τη μη τήρηση της επιλεξιμότητας των ομάδων στόχου τα οποία μπορούν να επιλυθούν μόνο με τροποποιήσεις του νομικού πλαισίου (βλ. σημείο 6.34).

6.14.

Κατά γενικό κανόνα, η Επιτροπή κατέβαλε προσπάθειες προκειμένου να συνδράμει τα κράτη μέλη στην ακριβή εφαρμογή των υφιστάμενων κανονιστικών διατάξεων όσον αφορά την επιλεξιμότητα των ομάδων αποδεκτών και εξακολουθεί να παραμένει σε εγρήγορση κατά την ανάλυση των δηλώσεων δαπανών. Έτσι, μετά από κατασταλτικό έλεγχο σε ένα κράτος μέλος, πραγματοποιήθηκε δημοσιονομική διόρθωση κυρίως όσον αφορά τις μη επιλέξιμες δαπάνες για ένα τέτοιου είδους λόγο.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι τηρούνται τα κριτήρια επιλεξιμότητας όσον αφορά τους αιτούντες άσυλο των οποίων η αίτηση απορρίφθηκε (βλέπε την απάντηση στο σημείο 6.34).

Εξάλλου, το νομικό πλαίσιο σχετικά με την έννοια της χώρας προέλευσης διευκρινίζεται στην οδηγία 2004/83/ΕΚ του Συμβουλίου και στη νέα νομική βάση του ΕΤΠ2, η οποία εγκρίθηκε τον Δεκέμβριο του 2004.

Κοινοτικές δράσεις στον τομέα της δημόσιας υγείας και της προστασίας των καταναλωτών

6.15.

Ένα μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού που αφιερώνεται για το πρόγραμμα της δημόσιας υγείας (20) δαπανάται στη συγχρηματοδότηση σχεδίων που έχουν επιλεγεί ύστερα από ετήσιες προσκλήσεις υποβολής προτάσεων. Στον τομέα της προστασίας των καταναλωτών (21), προκηρύχθηκε μια ετήσια πρόσκληση για υποβολή προτάσεων σχετικά με ειδικά σχέδια. Εντούτοις, το μεγαλύτερο τμήμα του ετήσιου προϋπολογισμού εκτελείται με απευθείας ανάθεση για μελέτες ή παροχή υπηρεσιών, και οι δράσεις εκτελούνται από κοινού με τα κράτη μέλη. Και οι δύο τομείς υπάγονται στην αρμοδιότητα της ΓΔ SANCO.

 

Ανάλυση διαδικασιών

6.16.

Η διαχείριση και ο έλεγχος της εκτέλεσης αυτών των δραστηριοτήτων διενεργείται κυρίως από διάφορες διευθύνσεις. Εντούτοις, στο κεντρικό επίπεδο της Γενικής Διεύθυνσης, διενεργείται δειγματοληπτικά πρόσθετος προληπτικός έλεγχος δημοσιονομικών πράξεων, εκδίδονται γνωμοδοτήσεις από μία «Επιτροπή Δημοσίων Συμβάσεων» σχετικά με την τήρηση των διαδικασιών πρόσκλησης υποβολής προσφορών και διενεργούνται έλεγχοι σε επίπεδο τελικού δικαιούχου από μονάδα κατασταλτικού δημοσιονομικού ελέγχου. Η υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου παρέχει γνωμοδοτήσεις στον γενικό διευθυντή σχετικά με την ποιότητα των συστημάτων διαχείρισης και εσωτερικού ελέγχου.

 

6.17.

Το Συνέδριο ανέλυσε τις διαδικασίες που εφαρμόστηκαν το 2004 και έκρινε ότι ήταν κατάλληλες. Εντούτοις, ορισμένα σφάλματα που εντοπίστηκαν κατά την επαλήθευση των υποκειμένων πράξεων (βλ. σημείο 6.29) δείχνουν ότι οι διαδικασίες δεν εφαρμόστηκαν κατά τρόπο συνεχή και συνεπή στο παρελθόν. Ο δημοσιονομικός κανονισμός δεν είχε πλήρως τηρηθεί, ιδιαίτερα όσον αφορά τα ακόλουθα σημεία:

6.17.

Βλέπε σημείο 6.29.

ο δημοσιονομικός κανονισμός προβλέπει ότι όλες οι πληρωμές πρέπει να υπόκεινται σε επαλήθευση. Όσον αφορά τις προκαταβολές, δεν υπήρχε απόδειξη συστηματικής επαλήθευσης που πραγματοποιήθηκε από τον διατάκτη εκ των προτέρων,

Οι δημοσιονομικές διαδικασίες της ΓΔ SANCO σχεδιάστηκαν σύμφωνα με τον δημοσιονομικό κανονισμό και λαμβάνουν υπόψη τους κινδύνους που εμπεριέχονται σε διάφορες δημοσιονομικές συναλλαγές. Όσον αφορά τις προκαταβολές, ο υπεύθυνος διατάκτης είναι αυτός που διενεργεί προσωπικά τις αναγκαίες επαληθεύσεις, πριν εγκρίνει τη δαπάνη. Η τεκμηρίωση των εν λόγω ελέγχων πρόκειται να βελτιωθεί.

οι διαδικασίες δεν προβλέπουν την κατάρτιση εκτίμησης των ποσών που μπορούν να εισπραχθούν ως τόκοι από προχρηματοδοτήσεις, όπως απαιτείται από το δημοσιονομικό κανονισμό (βλ. σημείο 6.28).

Η Επιτροπή έχει αναγνωρίσει το πρόβλημα της αναλογικότητας και προτείνει να αλλάξει ο υφιστάμενος δημοσιονομικός κανονισμός και οι κανόνες εφαρμογής του, προκειμένου να εισαχθούν κατώφλια προχρηματοδοτήσεων κάτω από τα οποία δεν χρειάζεται η κατάρτιση προβλέψεων εισπρακτέων απαιτήσεων ή δεν χρειάζεται η ανάκτηση των πραγματικά παραγόμενων τόκων. Εν τω μεταξύ, η ΓΔ SANCO θα ευθυγραμμίσει τις διαδικασίες όσον αφορά την εκτίμηση των εσόδων των τόκων με τον δημοσιονομικό κανονισμό.

Ανάλυση κατασταλτικών δημοσιονομικών ελέγχων που διενεργήθηκαν από την Επιτροπή

6.18.

Όσον αφορά τα προγράμματα των εσωτερικών πολιτικών, οι περισσότερες επιχορηγήσεις καταβάλλονται απευθείας στον τελικό δικαιούχο χωρίς καμία άλλη δημόσια συγχρηματοδότηση. Συνεπώς, πρέπει να αποκομιστεί η σχετική βεβαιότητα με τη διενέργεια κατασταλτικών δημοσιονομικών ελέγχων σε επίπεδο δικαιούχου. Οι εν λόγω έλεγχοι, είτε διενεργούμενοι από τις υπηρεσίες ελέγχου των διαφόρων Γενικών Διευθύνσεων είτε από εταιρείες εξωτερικού ελέγχου για λογαριασμό της Επιτροπής, επικεντρώνονται στις δηλώσεις δαπανών που υποβάλλουν οι δικαιούχοι για επιστροφή εξόδων. Επιπλέον, σε ορισμένους τομείς του προϋπολογισμού, η Επιτροπή απαίτησε από τους δικαιούχους να υποβάλουν πιστοποιητικό (βλ. σημείο 6.11) από έναν εξωτερικό ελεγκτή για τη στήριξη των δηλώσεων δαπανών (22).

 

6.19.

Ο έλεγχος του Συνεδρίου αφορούσε:

την ανάλυση της εξέλιξης του αριθμού, των αποτελεσμάτων και της κάλυψης των ελέγχων σε σχέση με τα προηγούμενα έτη,

την ανάλυση των αποτελεσμάτων ελέγχου βάσει ενός δείγματος εκθέσεων ελέγχου από τις εταιρείες εξωτερικού ελέγχου,

την εξέταση ενός δείγματος εκθέσεων ελέγχου της Επιτροπής σχετικά με τις συμβάσεις έμμεσης έρευνας και με χρηματοδοτούμενα από τη ΓΔ ENV μέτρα.

 

Εξέλιξη των διενεργηθέντων ελέγχων

6.20.

Η ανάλυση του Συνεδρίου αποκάλυψε ότι:

6.20.

 

ενώ ορισμένες Γενικές Διευθύνσεις αύξησαν το επίπεδο των δραστηριοτήτων ελέγχου τους, το συνολικό επίπεδο μειώθηκε το 2004 ( πίνακας 6.1 ) από 552 ελέγχους που ολοκληρώθηκαν κατά το παρελθόν έτος σε 496 (πράγμα που αντιστοιχεί στο 2 % των εκκρεμών συμβάσεων), στην πράξη όμως αυξήθηκαν τα ανακτήσιμα ποσά (23),

Η κατάσταση ποικίλλει από μια Γενική Διεύθυνση σε άλλη· το κεφάλαιο 6 καλύπτει τις πολλές διαφορετικές πολιτικές. Για το μεγαλύτερο μέρος του 2004 διατυπώνεται η παρατήρηση ότι δεν ήταν διαθέσιμο κάποιο Κλιμάκιο Εξωτερικού Ελέγχου για τα προγράμματα πλαίσια της ΕΤΑ. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε εφαρμογή μια νέα σύμβαση.

οι έλεγχοι που διενεργήθηκαν από τις πέντε Γενικές Διευθύνσεις κατά τα έξι τελευταία έτη δείχνουν ότι το ανακτήσιμο ποσό ύστερα από ένα δημοσιονομικό έλεγχο φαίνεται να συσχετίζεται θετικά με τον αριθμό των ελεγχθεισών συμβάσεων (βλ. παράσταση 6.3 )· συνεπώς, πρέπει να διαπιστωθεί ότι ο στόχος που δήλωσε η ίδια η Επιτροπή να ελεγχθεί το 10 % όλων των αντισυμβαλλόμενων στο πλαίσιο του πέμπτου ΠΠ (2001-2004) δεν έχει επιτευχθεί (βλ. πίνακα 6.2 ) (24).

Επί του παρόντος εφαρμόζεται το πρόγραμμα ελέγχων για το πέμπτο ΠΠ και η προβλεπόμενη ημερομηνία επίτευξης του στόχου είναι τα τέλη του 2007. Η Επιτροπή συνεχίζει εντατικά τη διενέργεια κατασταλτικών ελέγχων. Η Επιτροπή επιβεβαιώνει ωστόσο ότι ακόμη και αν ορισμένες ΓΔ έχουν υπερβεί τον στόχο, θα πρέπει να επανεξετάσει τον συνολικό στόχο να ελεγχθεί το 10 % των αντισυμβαλλόμενων του πέμπτου ΠΠ, διότι ο τελικός αριθμός των ελέγξιμων αντισυμβαλλόμενων του πέμπτου ΠΠ είναι σημαντικά υψηλότερος από τον προβλεπόμενο.

Πίνακας 6.1 — Τομέας εσωτερικών πολιτικών — Έλεγχοι που ολοκληρώθηκαν από την Επιτροπή (ή για λογαριασμό της) το 2004  (25)

Γενική Διεύθυνση

Αριθμός των ελέγχων που ολοκληρώθηκαν

Αριθμός των συμβάσεων που ελέγχθηκαν

Αριθμός των εκκρεμών συμβάσεων

Αξία των συμβάσεων που ελέγχθηκαν

(εκατομμύρια ευρώ)

Αξία των εκκρεμών συμβάσεων

(εκατομμύρια ευρώ)

Προσαρμογή των επιλέξιμων δαπανών υπέρ της Επιτροπής συνεπεία των ελέγχων (προσαρμογή υπέρ των αντισυμβαλλομένων που δεν ελήφθησαν υπόψη)

2003

2004

2003

2004

2003

2004

2003

2004

2003

2004

2003

2004

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ποσά (εκατ. ευρώ)

% της αξίας των συμβάσεων που ελέγχθηκαν

Ποσά (εκατ. ευρώ)

% της αξίας των συμβάσεων που ελέγχθηκαν

AGRI — Γεωργία

12 (27)

5

19

6

268

245

29,78

16,18

52,87

42,54

0,75

2,5

0,00 (30)

0,0

EAC — Εκπαίδευση και Πολιτισμός

126

75

173

80

19 424

15 884

95,46

31,20

743,88

740,30

2,43

2,5

1,40

4,5

EMPL — Απασχόληση και Κοινωνικές Υποθέσεις

17

25

19

27

1 559

1 639

7,11

11,53

125,90

139,56

0,18

2,6

0,14

1,2

TREN — Ενέργεια και Μεταφορές

25

59

37

89

1 630

1 508

52,92

504,00

2 061,65

1 860,00

2,53 (32)

4,8

14,91 (33)

3,0

ENTR — Επιχειρήσεις και Βιομηχανία

28

43

41

64

1 463

1 684

39,66

38,12

162,46

221,96

0,02

0,0

1,00

2,6

ENV — Περιβάλλον

23

42

52

73

1 711

1 748

35,68

20,25

352,65

385,87

0,21

0,6

0,57

2,8

FISH — Αλιεία και Θάλασσα (26)

31

18

64

41

216

238

74,20

12,23

233,43

270,01

3,90

5,3

1,16 (28)

9,5

JLS — Δικαιοσύνη, Ελευθερία και Ασφάλεια

8

8

30

47

923

901

3,62

19,93

95,88

117,00

0,80

22,1

1,62

8,1

SANCO — Υγεία και Προστασία των Καταναλωτών (31)

0

8

0

12

μη προσδ.

522

0,00

4,60

123,60

153,90

0,00

0,0

0,20

4,3

INFSO — Κοινωνία της Πληροφορίας και Μέσα Επικοινωνίας

74

95

197

230

2 859

2 320

64,69

115,37

3 040,00

1 745,00 (29)

4,49

6,9

8,20

7,1

RTD — Έρευνα

208

118

258

167

8 229

7 696

181,35

263,40

3 045,00

3 451,39

3,05

1,7

2,79

1,1

Σύνολο

552

496

890

836

38 282

34 385

584,47

1 036,81

10 037,31

9 127,53

18,36

3,1

31,99

3,1

Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Πίνακας 6.2 — Γενικές διευθύνσεις αρμόδιες για την εφαρμογή των προγραμμάτων-πλαισίων της Ε & ΤΑ — Συνοπτικός πίνακας των ελέγχων που περατώθηκαν (2001-2004) και που υπάγονται στο 5ο ΠΠ

Αρμόδια γενική διεύθυνση

Συνολικός αριθμός των ελέγχων του 5ου ΠΠ που περατώθηκαν

Συνολικός αριθμός των συμβάσεων του 5ου ΠΠ που ελέγχθηκαν

2001

2002

2003

2004

Σύνολο

2001

2002

2003

2004

Σύνολο

ΓΔ RTD

Εσωτερικός

1

25

19

12

57

1

28

23

18

70

Εξωτερικός

1

88

177

100

366

1

105

218

142

466

Σύνολο ΓΔ

2

113

196

112

423

2

133

241

160

536

ΓΔ INFSO

Εσωτερικός

0

4

2

2

8

0

4

2

2

8

Εξωτερικός

0

8

58

91

157

0

10

159

225

394

Σύνολο ΓΔ

0

12

60

93

165

0

14

161

227

402

ΓΔ TREN

Εσωτερικός

0

0

1

0

1

0

0

1

0

1

Εξωτερικός

0

7

7

41

55

0

17

13

58

88

Σύνολο ΓΔ

0

7

8

41

56

0

17

14

58

89

ΓΔ ENTR (34)

Εσωτερικός

0

0

0

0

0

0

0

0

0

0

Εξωτερικός

0

5

21

34

60

0

5

25

51

81

Σύνολο ΓΔ

0

5

21

34

60

0

5

25

51

81

ΓΔ FISH

Εσωτερικός

1

15

20

16

52

1

17

24

30

72

Εξωτερικός

0

0

0

0

0

0

0

0

0

0

Σύνολο ΓΔ

1

15

20

16

52

1

17

24

30

72

Σύνολο εσωτερικού

2

44

42

30

118

2

49

50

50

151

Σύνολο εξωτερικού

1

108

263

266

638

1

137

415

476

1 029

Σύνολο

3

152

305

296

756

3

186

465

526

1 180

Σημείωση: Ο συνολικός αριθμός των αντισυμβαλλόμενων του 5ου ΠΠ (ΕΚ και Ευρατόμ) ανέρχεται σε 23 375. Κατά συνέπεια, ο στόχος του 5ου ΠΠ της Επιτροπής είναι να περατωθούν 2 337 έλεγχοι.

Ωστόσο, ο αριθμός των 23 375 πρέπει να επανακαθοριστεί καθώς περιλαμβάνονται σ' αυτόν διπλές εγγραφές αντισυμβαλλομένων.

Περιλαμβάνεται επίσης μεγάλος αριθμός λιγότερο σημαντικών αντισυμβαλλομένων, ήτοι αντισυμβαλλόμενοι με συνεισφορά μικρότερη των 20 000 ευρώ.

Πηγή: Επιτροπή.

Image

Έλεγχοι που διενεργήθηκαν από εταιρείες εξωτερικού ελέγχου: έκταση και χρονοδιάγραμμα

6.21.

Τα αποτελέσματα των ελέγχων που διενεργήθηκαν από εταιρείες εξωτερικού ελέγχου για λογαριασμό της Επιτροπής εξετάστηκαν για να εκτιμηθεί κατά πόσο αποτελούν αξιόλογη πηγή πληροφοριών σχετικά με την αξιολόγηση της νομιμότητας και της κανονικότητας των υποκειμένων πράξεων. Εξετάστηκε δείγμα από 31 φακέλους ελέγχου στις αντίστοιχες Γενικές Διευθύνσεις (ΓΔ RTD, ΓΔ TREN, ΓΔ INFSO και ΓΔ ENTR).

 

6.22.

Η εντολή των εταιρειών εξωτερικού ελέγχου στο πλαίσιο της σύμβασης περιορίζεται στην επαλήθευση των δηλώσεων δαπανών σε επίπεδο δικαιούχου. Άλλα θέματα που έχουν επίπτωση στη νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων, όπως η επίτευξη των συμβατικών στόχων ή η έγκαιρη παροχή υπηρεσιών από τον δικαιούχο σύμφωνα με τη σύμβαση, τα οποία θα μπορούσαν να ελεγχθούν σε ορισμένες περιπτώσεις από τον εξωτερικό ελεγκτή, δεν αποτελούν αντικείμενο τέτοιων ελέγχων.

6.22.

Οι επιστήμονες υπάλληλοι της Επιτροπής παρακολουθούν την επίτευξη των (επιστημονικών/τεχνικών) στόχων και εκτιμούν τις περιοδικές εκθέσεις που υποβάλλουν οι δικαιούχοι. Διενεργείται επίσης επιστημονική εξέταση από ομάδα ανεξαρτήτων εμπειρογνωμόνων, οι οποίοι ελέγχουν εάν τα επιστημονικά παραδοτέα στοιχεία συμμορφώνονται με τις συμβατικές διατάξεις. Οι δημοσιονομικοί ελεγκτές δεν έχουν την απαιτούμενη εμπειρογνωσία για να εκτιμήσουν τα επιστημονικά παραδοτέα στοιχεία, και έτσι η εργασία τους περιορίζεται στο να επαληθεύσουν εάν τα ποσά που απαιτούνται είναι σύμφωνα με τις δημοσιονομικές διατάξεις της σύμβασης.

6.23.

Η ανάλυση δείγματος των εκθέσεων ελέγχου έδειξε μία μέση καθυστέρηση 416 ημερών μεταξύ της έναρξης και της ολοκλήρωσης του ελέγχου. Ενώ μια ορισμένη καθυστέρηση είναι αναπόφευκτη για την ολοκλήρωση της διαδικασίας ελέγχου, ορισμένες από τις καθυστερήσεις που παρατηρήθηκαν είναι υπερβολικές (κυμαίνονται από 94 έως 770 ημέρες) (35) (βλ. πίνακα 6.3 ). Δεδομένου ότι όλοι οι έλεγχοι σχεδόν εντόπισαν σφάλματα στις δηλώσεις δαπανών, τέτοιες μεγάλες καθυστερήσεις δυσχεραίνουν την έγκαιρη ανάκτηση των επιχορηγήσεων που εισπράχθηκαν αδικαιολόγητα ή, αντιθέτως, τις έγκαιρες πληρωμές της Επιτροπής προς τους δικαιούχους.

6.23.

Η διαδικασία έχει ως εξής: όταν ξεκινά η διενέργεια ομαδικών ελέγχων, όλοι οι επελεγέντες αντισυμβαλλόμενοι ειδοποιούνται από την Επιτροπή ότι θα διεξαχθεί έλεγχος από Εταιρεία Εξωτερικού Ελέγχου (ΕΕΕ) εξ ονόματος της Επιτροπής. Οι πραγματικές εργασίες επιτόπιου ελέγχου ξεκινούν περισσότερο από τρεις μήνες αργότερα (κατά μέσο όρο 100 ημέρες), ανάλογα με το χρονοδιάγραμμα της ΕΕΕ. Ο συγκεκριμένος χρόνος πρέπει να αφαιρεθεί από τον παραγωγικό χρόνο του ελέγχου. Την ολοκλήρωση της έκθεσης ακολουθεί περίοδος διαβούλευσης τριάντα ημερών με τον αντισυμβαλλόμενο (άρθρο 26.3 του παραρτήματος II του υποδείγματος σύμβασης του πέμπτου ΠΠ). Ως εκ τούτου, το χρονικό διάστημα μεταξύ της έναρξης του ελέγχου και της ολοκλήρωσής του κυμαίνεται από 12 έως 15 μήνες (365 έως 450 ημέρες). Σε σπάνιες περιπτώσεις όπου απαιτείται η επίλυση πολύπλοκων θεμάτων ελέγχου και συμβάσεων ή όταν υποβάλλονται νέες δηλώσεις δαπανών, η εν λόγω περίοδος μπορεί να παραταθεί.

Ο χρόνος ολοκλήρωσης των ομαδικών ελέγχων από τους εξωτερικούς ελεγκτές κυμαίνεται συνήθως από 9 έως 12 μήνες (270 έως 365 ημέρες), σύμφωνα με τη σύμβαση με την ΕΕΕ. Οι συμβατικές ρυθμίσεις που διέπουν τους ελεγκτές παρέχουν το δικαίωμα επιβολής οικονομικών κυρώσεων για μη ολοκλήρωση συνομολογηθέντος έργου εντός της ταχθείσας προθεσμίας (1,5 % της αξίας της σύμβασης για κάθε μήνα καθυστέρησης). Η Επιτροπή έχει συστηματικά επιβάλει τις εν λόγω κυρώσεις.

Πίνακας 6.3 — Αριθμός ημερών για την περάτωση των δημοσιονομικών ελέγχων της Επιτροπής

ΓΔ

Αριθμός ελέγχων στο δείγμα

Μέσος όρος αριθμού ημερών

Συνολικές καθυστερήσεις

Από την ενημέρωση του αντισυμβαλ-λόμενου έως την έκθεση του ελεγκτή

Από την έκθεση του ελεγκτή έως την απόφαση εκτέλεσης (36)

Σύνολο

Ελάχιστη

Μέγιστη

INFSO

10

357

149

506

355

770

RTD

12

334

47

381

247

605

TREN

7

244

148

392

301

475

ENTR

2

168

101

269

94

443

4 Γδ

31

310

106

416

94

770

Πηγή: Ανάλυση Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Ανεπαρκείς διαδικασίες παρακολούθησης σχετικά με τους κατασταλτικούς δημοσιονομικούς ελέγχους εντός της Γενικής Διεύθυνσης Περιβάλλοντος

6.24.

Οι αναλύσεις των εκθέσεων και των φακέλων ελέγχου από το Συνέδριο στη ΓΔ ENV, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από τη μονάδα ελέγχου αυτής της Γενικής Διεύθυνσης, οδηγούν στις ακόλουθες παρατηρήσεις (37):

6.24.

 

οι εντολές είσπραξης εκδίδονται με πολύ μεγάλη καθυστέρηση: το 2003, οι ελεγκτές της Επιτροπής συνέστησαν την ανάκτηση 391 000 ευρώ. Τον Νοέμβριο του 2004, μόνο το 54 % του ποσού αυτού είχε πράγματι εισπραχθεί από τους δικαιούχους λόγω εν μέρει μιας έρευνας της OLAF η οποία εκκρεμεί. Μολονότι η μέση καθυστέρηση μεταξύ της παραλαβής της οριστικής έκθεσης ελέγχου και της έκδοσης εντολής είσπραξης μειώθηκε από 152 ημέρες το 2003 σε 138 το 2004, η καθυστέρηση αυτή εξακολουθεί να είναι υπερβολική. Αντιθέτως, οι δικαιούχοι πραγματοποίησαν πληρωμές κατά μέσο όρο εντός 50 ημερών από την έκδοση της εντολής είσπραξης,

Οι ολοκληρωμένες εκθέσεις κατασταλτικών ελέγχων αποστέλλονται στην (στις) επιχειρησιακή(-ές) μονάδα(-ες), που ενημερώνει(-ουν) τους δικαιούχους για τα αποτελέσματα του ελέγχου και τους καλεί(-ούν) να διατυπώσουν οιεσδήποτε περαιτέρω παρατηρήσεις ή να παράσχουν επιπρόσθετη τεκμηρίωση. Μόνον εφόσον ο δικαιούχος απαντήσει, ο διατάκτης στον οποίο εκχωρήθηκαν οι αρμοδιότητες λαμβάνει απόφαση όσον αφορά την έκδοση εντολής είσπραξης. Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα από τον δημοσιονομικό κανονισμό πρέπει επίσης να αποσταλεί προηγουμένως στον δικαιούχο ενημερωτική επιστολή πριν από την έκδοση της εντολής είσπραξης και του χρεωστικού σημειώματος. Λαμβάνοντας υπόψη τη συγκεκριμένη διαδικασία διαβούλευσης, είναι αναπόφευκτη η παρέλευση ορισμένων εβδομάδων μεταξύ της παραλαβής της έκθεσης ελέγχου και της ανάληψης διορθωτικής δράσης.

ανεπαρκής παρακολούθηση συμβάσεων: οι περισσότεροι φάκελοι της Επιτροπής που εξετάστηκαν δεν εμφάνισαν κανένα αποδεικτικό στοιχείο ότι είχε διαβιβαστεί αναπληροφόρηση από τις τεχνικές μονάδες στις μονάδες ελέγχου σχετικά με τα μέτρα παρακολούθησης. Στις περιπτώσεις όπου παρατηρήθηκαν προβλήματα από τις τεχνικές μονάδες ή που τεκμηριώθηκαν στις εκθέσεις ελέγχου, υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση προτού οι αντίστοιχες υπηρεσίες λάβουν απόφαση για το ενδεδειγμένο μέτρο, όπως πραγματοποίηση επαλήθευσης στον δικαιούχο, μείωση της τελικής πληρωμής, ή έκδοση εντολής είσπραξης. Σε μία περίπτωση, η απόφαση να δρομολογηθεί ένας επιτόπιος έλεγχος ελήφθη 16 μήνες μόνο μετά την πραγματοποίηση της τελικής πληρωμής,

Η Επιτροπή συμφωνεί ότι η παρακολούθηση των πορισμάτων του ελέγχου χρειάζεται να υποβληθεί σε μια πιο επίσημη και μετρήσιμη διαδικασία εντός της ΓΔ ENV (Περιβάλλον).

Η Μονάδα Κατασταλτικού Ελέγχου έχει καταρτίσει από τα τέλη του 2004 ένα μορφότυπο και μια μέθοδο παρακολούθησης, προκειμένου να υπενθυμίζει σε τακτά διαστήματα στις τεχνικές μονάδες να διαβιβάζουν πληροφορίες σχετικά με τη δράση που έχει αναληφθεί βάσει των εκθέσεων ελέγχου.

όσον αφορά τους αντισυμβαλλόμενους που λαμβάνουν κοινοτικά κεφάλαια στο πλαίσιο πολλών συμβάσεων, στην περίπτωση που ένας έλεγχος αποκαλύψει σφάλματα τα οποία μπορεί να θεωρηθούν συστηματικά, δεν προβλέπεται καμία διαδικασία για να ενημερωθούν οι υπόλοιπες σχετικές υπηρεσίες της Επιτροπής ή για να διενεργηθούν έλεγχοι άλλων συμβάσεων (38).

Με την εφαρμογή της λογιστικής μεταρρύθμισης (και ιδίως τη δημιουργία του μητρώου συμβάσεων και νομικών οντοτήτων) μπορεί να προβλεφθεί η ανάπτυξη ενός γενικότερου δικτύου ανταλλαγής πληροφοριών σε επίπεδο Επιτροπής.

Αποτελέσματα από δοκιμαστικούς ελέγχους υποκειμένων πράξεων στον τομέα των εσωτερικών πολιτικών

6.25.

Πραγματοποιήθηκε εξέταση των φακέλων της Επιτροπής βάσει ενός γενικού δείγματος 107 πληρωμών (39) και 8 αναλήψεων υποχρεώσεων που επιλέχθηκαν στον τομέα των εσωτερικών πολιτικών· για 25 ενδιάμεσες και τελικές πληρωμές από το δείγμα αυτό, ο έλεγχος επεκτάθηκε σε επίπεδο τελικού δικαιούχου. Οι διαπιστώσεις επιβεβαιώνουν τις αδυναμίες που επισημάνθηκαν στα συστήματα (βλ. σημεία 6.9-6.17).

 

Στο επίπεδο της Επιτροπής τα σφάλματα ήταν συχνά αλλά όχι σημαντικά

6.26.

Η εξέταση των φακέλων της Επιτροπής έδειξε ότι 58 από τις 107 πληρωμές επηρεάστηκαν από προβλήματα νομιμότητας και κανονικότητας (40). Οι περισσότερες παρατυπίες επισημάνθηκαν ήδη κατά το παρελθόν έτος (41) και οι συχνότερες αφορούσαν:

 

Καθυστερημένες πληρωμές για χρονικά διαστήματα που υπερέβαιναν τον ένα μήνα

6.27.

Ο δημοσιονομικός κανονισμός δεν τηρήθηκε για το 20 % των πληρωμών, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με καθυστέρηση και στις περισσότερες περιπτώσεις η καθυστέρηση υπερέβαινε τον ένα μήνα (42). Η Επιτροπή δεν αξιολόγησε το ποσό των οφειλομένων τόκων για τις καθυστερημένες πληρωμές και δεν προέβη στην εγγραφή σχετικής πρόβλεψης στους λογαριασμούς της.

6.27.

Η Επιτροπή αποδέχεται ότι οι προθεσμίες πληρωμής μερικές φορές είναι εξαιρετικά μεγάλες και πρέπει να μειωθούν. Για πολλές περιπτώσεις που αναφέρονται στην υποσημείωση 31 και εξετάστηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο, η Επιτροπή εξήγησε ωστόσο τους λόγους.

Η Επιτροπή αποφάσισε να αντιμετωπίσει το εν λόγω πρόβλημα και ελήφθησαν μέτρα, τόσο σε επίπεδο εσωτερικών δημοσιονομικών διαδικασιών, όσο και σε επίπεδο τρόπου αντιμετώπισης των εμπλεκομένων. Το εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο των απαιτούμενων τόκων υπερημερίας δικαιολογεί ότι δεν πρέπει να συσταθεί πρόβλεψη.

Μη τήρηση του δημοσιονομικού κανονισμού όσον αφορά τους τόκους που αποφέρουν οι προχρηματοδοτήσεις

6.28.

Ο δημοσιονομικός κανονισμός προβλέπει ότι οι τόκοι που αποκομίζονται από την προπληρωμή κοινοτικών κεφαλαίων πρέπει να εκτιμώνται και να εγγράφονται στον κοινοτικό προϋπολογισμό (43). Στα περισσότερα προγράμματα οι προκαταρκτικές εκτιμήσεις δεν πραγματοποιούνται με συνεκτικό τρόπο ή δεν υπολογίζονται καθόλου. Επιπλέον, ο τρέχων ορισμός των τόκων στις συμβάσεις είναι πολύ ασαφής για να είναι σε θέση οι υπηρεσίες της Επιτροπής να αξιολογούν ορθά τους παραγόμενους τόκους (44).

6.28.

Η Επιτροπή αναγνώρισε το πρόβλημα της αναλογικότητας και προτείνει να αλλάξει ο υφιστάμενος δημοσιονομικός κανονισμός και οι κανόνες εφαρμογής του ώστε να εισαγάγει κατώφλια προχρηματοδοτήσεων κάτω από τα οποία δεν χρειάζεται η κατάρτιση προβλέψεων εισπρακτέων απαιτήσεων ή δεν χρειάζεται η ανάκτηση των πραγματικά παραχθέντων τόκων. Όσον αφορά τον ορισμό των τόκων, η Επιτροπή εκτιμά ότι ο εν λόγω ορισμός είναι αρκετά σαφής και ότι οι δικαιούχοι υποχρεούνται να τους δηλώνουν.

Μη τήρηση των διαδικασιών για τη χορήγηση επιδοτήσεων

6.29.

Από τις 43 διαδικασίες χορήγησης επιδοτήσεων που εξετάστηκαν 4 δεν ήταν κανονικές λόγω της σύνθεσης της Επιτροπής Αξιολόγησης, της μη επιλεξιμότητας του δικαιούχου, της έλλειψης απόφασης χρηματοδότησης που έλαβε η Επιτροπή, ή της χορήγησης επιδότησης χωρίς καμία πρόσκληση υποβολής προτάσεων. Σε πέντε άλλες περιπτώσεις που αφορούσαν χορήγηση επιδοτήσεων για δράσεις δημόσιας υγείας, δεν μπόρεσε να βεβαιωθεί αν είχαν υποβληθεί εντός της προθεσμίας πλήρεις προτάσεις για τα χρηματοδοτούμενα σχέδια, και σε έξι περιπτώσεις η διαδικασία και τα αποτελέσματα της αξιολόγησης της πρότασης δεν τεκμηριώθηκαν ορθά.

6.29.

Στον τομέα της έρευνας, η περίπτωση την οποία εξέτασε το Ελεγκτικό Συνέδριο αφορά τη χορήγηση υποτροφίας σε υποψήφιο ο οποίος δήλωσε πρόωρα ότι έχει αποκτήσει το δίπλωμά του. Η τακτοποίηση της εν λόγω κατάστασης είναι υπό εξέλιξη.

Στον τομέα της δημόσιας υγείας, οι αδυναμίες που εντοπίστηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο αφορούν τις επιδοτήσεις που χορηγήθηκαν το 2000, το 2001 και το 2002, στο πλαίσιο των προηγούμενων οκτώ χωριστών προγραμμάτων δημόσιας υγείας. Η απόφαση αριθ. 1786/2002/EΚ αντικατέστησε τα οκτώ προγράμματα με ένα πρόγραμμα κοινοτικής δράσης στον τομέα της δημόσιας υγείας (2003-2008). Ταυτόχρονα οι κανόνες και οι διαδικασίες για τη χρηματοδότηση των δράσεων βελτιώθηκαν σημαντικά και ελήφθησαν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να αποφευχθούν στο μέλλον παρόμοια προβλήματα.

Υψηλός αριθμός σφαλμάτων σε επίπεδο τελικού δικαιούχου

Όπως και κατά τα προηγούμενα έτη οι δικαιούχοι διογκώνουν τις δαπάνες (45)

6.30.

Κατά μέσο όρο, τα έξοδα, τα οποία δηλώθηκαν για τις επτά ελεγχθείσες δράσεις του πέμπτου ΠΠ σε επίπεδο τελικού δικαιούχου και τα οποία αντιπροσώπευαν ποσό 6 εκατομμυρίων ευρώ, διογκώθηκαν περισσότερο από 12 % λόγω μη επιλέξιμων δαπανών, ή ελλιπών δικαιολογητικών εγγράφων. Αυτό το ποσοστό διόγκωσης είναι υψηλότερο από το μέσο ποσοστό 3,1 % που προκύπτει από τους ελέγχους που ανέλαβε η Επιτροπή (βλ. πίνακα 6.1 ). Για το πέμπτο ΠΠ οι 286 δημοσιονομικοί έλεγχοι της Επιτροπής οδήγησαν σε ένα μέσο ποσοστό διόγκωσης 4,6 %.

6.30.

Για δύο από τις επτά περιπτώσεις που εξετάστηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο, η Επιτροπή αποδέχεται τις παρατηρήσεις και θα λάβει διορθωτικά μέτρα. Για τέσσερις περιπτώσεις, η διαδικασία διαβούλευσης με τους δικαιούχους βρίσκεται σε εξέλιξη. Σε μία περίπτωση η Επιτροπή δεν συμμερίζεται την ερμηνεία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

6.31.

Όταν εντοπίστηκαν διογκώσεις εξόδων, το Συνέδριο παρατήρησε επίσης ότι οι επαληθεύσεις που πραγματοποίησε η Επιτροπή στις δηλώσεις δαπανών που υπέβαλαν οι δικαιούχοι πριν από την πληρωμή περιορίζονταν στις περισσότερες περιπτώσεις σε μια απλή αριθμητική επαλήθευση, αντί να πραγματοποιηθεί συμφωνία των δηλώσεων δαπανών με ένα δείγμα των δικαιολογητικών εγγράφων (όπως καταγραφή χρόνου εκτέλεσης εργασίας ή συνημμένα τιμολόγια). Αυτό το είδος επαλήθευσης σε επιλεγμένα έγγραφα θα έδινε τη δυνατότητα να εντοπιστούν ασυνέπειες ή ακόμη και σφάλματα στις δηλώσεις δαπανών. Επίσης, θα έδινε τη δυνατότητα στους δικαιούχους να συμμορφώνονται προς τις υποχρεώσεις τους για την ορθή τεκμηρίωση των δαπανών τους.

6.31.

Οι πληρωμές καταβάλλονται βάσει των δηλώσεων δαπανών που υποβάλλονται από τους δικαιούχους. Ορισμένες Γενικές Διευθύνσεις διενεργούν ήδη ελέγχους αληθοφάνειας των εν λόγω δηλώσεων και απαιτούν δικαιολογητικά έγγραφα για το υποσύνολο των δαπανών.

Προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η διενέργεια του ελέγχου βάσει εγγράφων στον τομέα της έρευνας, η Γενική Διεύθυνση INFSO (Κοινωνία των Πληροφοριών και Μέσα Ενημέρωσης) και η Γενική Διεύθυνση ENTR (Επιχειρήσεις και Βιομηχανία) δρομολόγησαν τη δοκιμαστική διενέργεια εμπεριστατωμένων ελέγχων βάσει εγγράφων το 2003, η οποία συνεχίστηκε ολόκληρο το 2004 και τελεί υπό αξιολόγηση το 2005, ιδίως με γνώμονα τη σχέση κόστους/οφέλους. Στο πλαίσιο των εν λόγω εμπεριστατωμένων ελέγχων βάσει εγγράφων, ζητήθηκαν περισσότερες πληροφορίες, π.χ. δελτία καταγραφής χρόνου, δικαιολογητικά έγγραφα για τις ωριαίες χρεώσεις και τα οδοιπορικά. Συνεπώς, μπορούν να παρασχεθούν επιπλέον διασφαλίσεις, μολονότι το πεδίο εφαρμογής και το εύρος των ελέγχων βάσει εγγράφων είναι εξ ορισμού περιορισμένα.

Συχνή έλλειψη αιτιολόγησης για τα έξοδα προσωπικού που καταλογίζονται στο σχέδιο

6.32.

Στα περισσότερα προγράμματα που υπάγονται στις εσωτερικές πολιτικές, τα έξοδα προσωπικού και τα υπόλοιπα συναφή έξοδα αποτελούν τη βασική κατηγορία απόδοσης των εξόδων:

6.32.

 

για τις δράσεις Ε & ΤΑ, οι δικαιούχοι υποχρεούνται να καταγράφουν και να βεβαιώνουν τις ώρες που καταλογίζονται στο σχέδιο. Στο 50 % των περιπτώσεων που ελέγχθηκαν από το Συνέδριο, στο πλαίσιο του συστήματος που εφάρμοζε ο δικαιούχος δεν τηρούνταν οι συμβατικές υποχρεώσεις, ή σε ορισμένες περιπτώσεις το σύστημα ήταν ανύπαρκτο. Εκτός από την έλλειψη των σχετικών ελεγκτικών τεκμηρίων, τούτο σημαίνει επίσης ότι δεν υπήρχαν σημαντικά πληροφοριακά στοιχεία για τον έλεγχο της αναγκαιότητας των εξόδων που δημιουργήθηκαν για την εκτέλεση των εργασιών οι οποίες ορίζονται στην περιγραφή του έργου. Η ύπαρξη ενός συστήματος καταγραφής του χρόνου εργασίας ελέγχεται κυρίως με κατασταλτικό έλεγχο σε επίπεδο δικαιούχου,

Οι συμβατικές διατάξεις προβλέπουν ότι όλες οι δαπάνες που απαιτούνται από την Επιτροπή για είσπραξη πρέπει να αιτιολογούνται δεόντως από τους αντισυμβαλλομένους. Για το πέμπτο ΠΠ, η πρακτική των υπηρεσιών ελέγχου της Επιτροπής είναι να λαμβάνουν υπόψη τη σοβαρότητα της μη συμμόρφωσης με τις συμβατικές υποχρεώσεις πριν αποφασίσουν για τις κυρώσεις που θα επιβληθούν.

στον τομέα της δημόσιας υγείας και της προστασίας των καταναλωτών, οι περισσότεροι δικαιούχοι που ελέγχθηκαν επιτόπου (4 από 5) δεν ήταν σε θέση να παράσχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που να βεβαιώνουν ότι όλα τα έξοδα προσωπικού που δήλωσαν είχαν πράγματι δημιουργηθεί και ήταν σχετικά με το σχέδιο. Τούτο οφείλεται εν μέρει στην έλλειψη σαφούς διάταξης στις συμφωνίες επιχορήγησης που να προβλέπει ότι οι δικαιούχοι θα πρέπει να καταγράφουν το χρόνο εργασίας και να τηρούν λογαριασμούς κατανέμοντας τα έξοδα σε συγκεκριμένο σχέδιο. Κατά συνέπεια, το ποσό των εξόδων προσωπικού που δηλώνονται και συγχρηματοδούνται από την Επιτροπή συχνά αποτελεί μόνο πρόβλεψη.

Η επιβολή αυστηρότερης υποχρέωσης στους δικαιούχους να τηρούν αναλυτική λογιστική θα προσέθετε σημαντικό διοικητικό φόρτο σε ορισμένους από αυτούς, αλλά δεν θα παρείχε αναγκαστικά περισσότερες διασφαλίσεις στην Επιτροπή. Αντιθέτως, η ΓΔ SANCO καταβάλλει περισσότερες προσπάθειες στην περιγραφή και ανάλυση των προτεινόμενων έργων. Αυτή τη στιγμή τα έργα υποδιαιρούνται σε υποομάδες εργασίας, που είναι ευκολότερο να αξιολογηθούν και να ελεγχθεί η συμμόρφωσή τους. Αυτό αυξάνει την ακρίβεια και την συνέπεια των συμφωνηθέντων προϋπολογισμών των έργων με τους πόρους που κρίνονται αναγκαίοι για την επιτυχή υλοποίησή τους.

Λοιπά θέματα

Έκτο πρόγραμμα-πλαίσιο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης

6.33.

Τα σφάλματα που εντοπίστηκαν με την επαλήθευση των πράξεων σε επίπεδο Επιτροπής και τελικού δικαιούχου και που εμφανίζουν αδυναμίες του συστήματος ελέγχου ήταν τα ακόλουθα:

6.33.

 

η Επιτροπή καταλόγισε πληρωμές σχετικά με ενέργειες βάσει προηγούμενων προγραμμάτων-πλαισίων (τέταρτο ΠΠ και πέμπτο ΠΠ) σε επιχειρησιακές πιστώσεις του προϋπολογισμού του έκτου ΠΠ. Η μέθοδος αυτή δεν είναι σύμφωνη με την αρχή της ειδικότητας του προϋπολογισμού (46). Οι περισσότερες περιπτώσεις που εντοπίστηκαν (47) είχαν χρηματοδοτηθεί με τη χρησιμοποίηση πιστώσεων προϋπολογισμού που προέκυπταν από συνεισφορές στο έκτο ΠΠ από τρίτες χώρες που δεν ανήκαν στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο,

Παρά το γεγονός ότι οι γραμμές του προϋπολογισμού του έκτου ΠΠ πρέπει κανονικά να χρηματοδοτούν μόνο δράσεις του έκτου ΠΠ, υπήρξαν περιπτώσεις που οι εν λόγω γραμμές του προϋπολογισμού δικαιολογημένα χρησιμοποιήθηκαν για δαπάνες που αφορούν συμβάσεις προηγούμενων προγραμμάτων πλαισίων. Η πλειονότητα των εν λόγω συναλλαγών επικυρώθηκε κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 2003 (πρώτο πραγματικό έτος υλοποίησης του έκτου ΠΠ). Όταν αποδεικνύεται χρήσιμο, η χρήση των τοπικών κωδικών επιτρέπει σε ορισμένες ΓΔ την παρακολούθηση των εν λόγω περιπτώσεων.

Διατίθενται σαφείς οδηγίες, ειδικά στο πλαίσιο του προτύπου εσωτερικού ελέγχου αριθ. 15. Εν προκειμένω, οι κατάλογοι σημείων ελέγχου για τις αναλήψεις υποχρεώσεων προβλέπουν επαλήθευση της γραμμής του προϋπολογισμού, του οικονομικού έτους, του άρθρου του προϋπολογισμού και οιασδήποτε άλλης υποδιαίρεσης, για τον καταλογισμό της δαπάνης. Σε ορισμένες ΓΔ εστάλη στις επιχειρησιακές Διευθύνσεις υπενθύμιση των κανόνων σχετικά με την εξειδίκευση των γραμμών του προϋπολογισμού.

ο συντονιστής μιας ερευνητικής δράσης μετέφερε τις συμβατικές υποχρεώσεις του σε τρίτους χωρίς καμία νομική βάση και χωρίς την έγκριση της Επιτροπής με αποτέλεσμα τα σχετικά έξοδα (48) να μην είναι επιλέξιμα.

Η Επιτροπή θα εξετάσει προσεκτικά τις επιστημονικές και διοικητικές επιπτώσεις του αιτήματος του συντονιστή να ενσωματωθεί τρίτο μέρος στη σύμβαση, εφόσον ληφθεί ένα τέτοιο αίτημα, αλλά αυτό θα έχει ως συνέπεια οι αντίστοιχες δαπάνες να καταστούν επιλέξιμες. Σε αυτή την περίπτωση ενδέχεται να προβλεφθεί επιτόπιος έλεγχος για να επαληθευθούν περαιτέρω οι υποκείμενες δηλωθείσες δαπάνες.

Η συγκεκριμένη κατάσταση θα μπορούσε να μην έχει εντοπισθεί από την Επιτροπή όταν πραγματοποιήθηκε η πληρωμή, δεδομένου ότι δεν ζητήθηκε κανένα πιστοποιητικό ελέγχου για τις ενδιάμεσες πληρωμές, αλλά θα ερχόταν πιθανόν στο φως κατά τη στιγμή της τελικής πληρωμής που το πιστοποιητικό έλεγχου είναι υποχρεωτικό.

Ευρωπαϊκό Ταμείο για τους Πρόσφυγες

6.34.

Ο έλεγχος των πληρωμών σε εθνικό επίπεδο αποκάλυψε μη επιλέξιμες δαπάνες:

6.34.

 

ορισμένες συμβάσεις που είχαν συναφθεί από μία εθνική αρχή και που αφορούσαν μέτρα επαναπατρισμού συμπεριλάμβαναν επίσης αιτούντες άσυλο οι οποίοι είχαν εξαντλήσει όλες τις διαδικασίες ένδικων μέσων και των οποίων η αίτηση και η έφεση είχαν τελικά απορριφθεί από το κράτος μέλος όπου είχαν ζητήσει το άσυλο. Τα άτομα αυτά δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των ομάδων στόχου που καθορίζονται στην απόφαση 2000/596/EΚ του Συμβουλίου (49) και οι αντίστοιχες δαπάνες δεν μπορούν να είναι επιλέξιμες στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου για τους Πρόσφυγες·

Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν κατά τις εκούσιες επιστροφές των αιτούντων άσυλο, των οποίων η αίτηση απερρίφθη, είναι επιλέξιμες για συγχρηματοδότηση από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Προσφύγων.

σε αντίθεση με τις νομικές υποχρεώσεις σύμφωνα με τις οποίες μόνο οι δαπάνες οι οποίες έχουν σχέση με εκούσιες επιστροφές στη χώρα καταγωγής είναι επιλέξιμες, ένα εθνικό πρόγραμμα χρηματοδότησε επίσης ορισμένες εκούσιες επιστροφές σε τρίτες χώρες λόγω ειδικών περιπτώσεων.

Για ορισμένες από τις περιπτώσεις που αναφέρονται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, η νομική βάση του ΕΤΠ, η οποία αναφέρεται στην έννοια «χώρα προέλευσης», ερμηνεύεται ότι καλύπτει ειδικές καταστάσεις πέραν της αυστηρής αναφοράς στη «χώρα της ιθαγένειας». Πρόκειται για τους απάτριδες, για τους οποίους μια τέτοια στενή ερμηνεία δεν έχει νόημα· επιπροσθέτως, η Σύμβαση της Γενεύης εισήγαγε την έννοια της χώρας της συνήθους κατοικίας. Ομοίως, άλλες ειδικές περιστάσεις συνδεόμενες άμεσα με την προστασία του ατόμου μπορούν να δικαιολογούν μια ευρύτερη ερμηνεία, π.χ., όπως στην περίπτωση της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Δημόσια Υγεία και Προστασία των Καταναλωτών

6.35.

Οι δειγματοληπτικοί έλεγχοι επαλήθευσης που διενεργήθηκαν στις δράσεις, οι οποίες περιλαμβάνονταν στο δείγμα, αποκάλυψαν ότι σε έξι περιπτώσεις ο δικαιούχος δεν είχε τηρήσει τις συμβατικές απαιτήσεις κατάρτισης εκθέσεων με αποτέλεσμα να υποβάλει εκθέσεις με καθυστέρηση ή να μην παράσχει το απαιτούμενο επίπεδο λεπτομερειών εντός των συμβατικών προθεσμιών (επειδή οι εκθέσεις αποτελούν τη βάση της έναρξης των πληρωμών της Επιτροπής).

6.35.

Η ΓΔ SANCO αποδέχεται την εν λόγω καθυστέρηση στην πλειονότητα των περιπτώσεων, υπό τον όρο ότι της παρέχεται η εύλογη διασφάλιση ότι τελικά θα αποβεί προς όφελος της ποιότητας της έκθεσης. Στις περιπτώσεις όπου οι εκθέσεις παραλαμβάνονται χωρίς να παρέχουν το αναγκαίο πρότυπο ποιότητας δεν πραγματοποιείται πληρωμή έως ότου παραδοθεί το απαιτούμενο πρότυπο ποιότητας.

Εξέταση των ετησίων εκθέσεων δραστηριότητας και των δηλώσεων των γενικών διευθυντών

Εμβέλεια της εξέτασης

6.36.

Το Συνέδριο εξέτασε τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και τις δηλώσεις των έντεκα γενικών διευθυντών (50). Το Συνέδριο ανέλυσε διεξοδικά τη συνάφεια των πληροφοριών που περιλαμβάνονται στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας του 2004 των τριών Γενικών Διευθύνσεων (51) συγκρίνοντας τις εν λόγω πληροφορίες με τα αποτελέσματα των ελέγχων των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου.

 

Εξακολουθούν να υφίστανται αδυναμίες κατά τη διατύπωση των επιφυλάξεων των γενικών διευθυντών

6.37.

Με την ανάλυση επιβεβαιώθηκε μια νέα βελτίωση στη δομή, στην παρουσίαση και στην ποιότητα των εκθέσεων και των δηλώσεων των γενικών διευθυντών.

 

6.38.

Όλες οι Γενικές Διευθύνσεις στον τομέα των εσωτερικών πολιτικών δήλωσαν ότι διέθεταν την εύλογη βεβαιότητα ότι οι διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου που εφαρμόστηκαν παρείχαν τις αναγκαίες εγγυήσεις σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων.

 

6.39.

Από τις έντεκα Γενικές Διευθύνσεις, έξι περιλάμβαναν μία ή περισσότερες επιφυλάξεις στη δήλωσή τους (52). Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι όλες οι επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν ήταν αιτιολογημένες και ότι οι υποκείμενοι λόγοι κατά κανόνα είχαν δεόντως εξηγηθεί. Εντούτοις, για δύο Γενικές Διευθύνσεις, οι οποίες δεν είχαν διατυπώσει καμία επιφύλαξη, το Συνέδριο θεωρεί ότι οι ακόλουθες επιφυλάξεις θα ήταν αιτιολογημένες:

6.39.

 

ύστερα από την ανάλυση της έκθεσης της ΓΔ EAC, το Συνέδριο θεωρεί ότι θα έπρεπε να είχε διατυπωθεί επιφύλαξη σχετικά με την εγγύηση που η Γενική Διεύθυνση μπορεί να παρέχει όσον αφορά τα προγράμματα που διαχειρίζονται οι εθνικοί φορείς των κρατών μελών (53). Ο έλεγχος του ενός τρίτου σχεδόν όλων των εθνικών φορέων για τα προγράμματα EAC (54) αποκάλυψε ότι στο ήμισυ περίπου των εθνικών φορέων που ελέγχθηκαν, διαπιστώθηκαν αδυναμίες και επαναλαμβανόμενες δυσκολίες που απαιτούσαν σχέδιο δράσης. Στο 10 % περίπου των εθνικών φορέων που ελέγχθηκαν, εντοπίστηκαν σημαντικές και εμφανείς ελλείψεις που οδήγησαν την Επιτροπή να λάβει μέτρα για τη διασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων της. Περισσότερο από το 50 % του προϋπολογισμού της ΓΔ EAC εκτελείται μέσω έμμεσης διαχείρισης ασκούμενης σε κεντρικό επίπεδο,

Βάσει των συστημάτων ελέγχου που δρομολογήθηκαν το 2004, σύμφωνα με το σχέδιο δράσης που συνοδεύει το αποθεματικό του 2003, ο Γενικός Διευθυντής της ΓΔ EAC (Εκπαίδευση και Πολιτισμός) δεν έκρινε σωστό να διατηρηθεί το 2004 το προηγούμενο κύριο αποθεματικό, το οποίο οδηγούσε πρωταρχικά σε αβεβαιότητα συνδεόμενη με την απουσία τέτοιων ελέγχων.

Εξάλλου, μετά από τους εν λόγω ελέγχους του 2004 (οι οποίοι συμπεριλάμβαναν εσκεμμένα οργανισμούς στους οποίους θεωρείται ότι υφίσταται κίνδυνος ελλείψεων), οι ελεγχόμενοι οργανισμοί που παρουσίαζαν αδυναμίες ανέλαβαν να βελτιώσουν τον τρόπο λειτουργίας τους· για τους τρεις οργανισμούς που παρουσιάζουν σημαντικές ελλείψεις, ελήφθησαν ad hoc μέτρα από την Επιτροπή και τους εν λόγω οργανισμούς πριν από το τέλος του οικονομικού έτους.

Λαμβάνοντας υπόψη τις εν λόγω αντιδράσεις, καθώς και τα σχετικά δημοσιονομικά μεγέθη που αφορούν τους τρεις οργανισμούς που παρουσιάζουν σημαντικές ελλείψεις, η ΓΔ, αναφερόμενη στα αποτελέσματα των ελέγχων στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων, δεν θεώρησε βάσιμο να παρατείνει το αποθεματικό του 2003.

το κλιμάκιο εσωτερικού ελέγχου της ΓΔ SANCO κατά τη συμμετοχή του στην έκθεση για το 2004, είχε συστήσει να διατυπωθεί μια επιφύλαξη όσον αφορά τον κίνδυνο σφαλμάτων κατά τη διαχείριση των επιχορηγήσεων στον τομέα της δημόσιας υγείας. Η ανάγκη μιας τέτοιας επιφύλαξης επιβεβαιώθηκε από τους ελέγχους που διενέργησε το Συνέδριο σχετικά με τις κοινοτικές δράσεις στον τομέα της δημόσιας υγείας και της προστασίας των καταναλωτών και οι οποίοι αποκάλυψαν ένα υψηλό επίπεδο σφαλμάτων κατά τη διαχείριση των επιχορηγήσεων στον τομέα της δημόσιας υγείας (55). Συνεπώς, το Συνέδριο είναι της γνώμης ότι θα έπρεπε να είχε διατυπωθεί μία επιφύλαξη ή, τουλάχιστον, θα έπρεπε να είχαν εξηγηθεί στην ετήσια έκθεση δραστηριότητας οι λόγοι για τη μη διατύπωση αυτής της επιφύλαξης.

Η ΓΔ SANCO μελέτησε προσεκτικά το θέμα της ουσιαστικής σημασίας των πορισμάτων του ελέγχου που διεξήχθη από το οικείο Κλιμάκιο Εσωτερικού Ελέγχου σχετικά με τη διαχείριση της επιχορήγησης. Εξήχθη το συμπέρασμα ότι έγιναν σημαντικές βελτιώσεις και εξακολουθούν να γίνονται, και, μολονότι δεν έχουν επιλυθεί όλα τα ζητήματα ή κάποια ζητήματα εκκρεμούσαν ακόμη το 2004, είναι γνωστά και βρίσκονται υπό ικανοποιητικό έλεγχο. Ενώ το Ελεγκτικό Συνέδριο επικεντρώνεται κυρίως στην κανονικότητα και τη νομιμότητα των υποκείμενων συναλλαγών, η γνώμη του Γενικού Διευθυντή βασίζεται στη συνολική διαβεβαίωση που παρασχέθηκε από τα διαφορετικά συστήματα ελέγχου ότι οι σημαντικοί κίνδυνοι (επιπτώσεις και πιθανότητες) υπόκεινται επαρκώς σε διαχείριση ή έλεγχο, προκειμένου να αποφευχθεί η εμφάνιση των εν λόγω κινδύνων και να θιγεί η Επιτροπή.

Παρακολούθηση των προγενέστερων παρατηρήσεων που διατυπώθηκαν στο πλαίσιο της DAS

6.40.

Όσον αφορά τους κατασταλτικούς ελέγχους των τελικών δικαιούχων που συμμετείχαν στα προγράμματα-πλαίσια Ε & ΤΑ, η Επιτροπή επανεξετάζει την πρόθεσή της να επιτύχει το στόχο να ελέγξει το 10 % των εργοληπτών του πέμπτου ΠΠ κατά την περίοδο 2006/07 (βλέπε σημείο 6.20) και εγκρίνει κοινή προσέγγιση ελέγχου για το έκτο ΠΠ. Μένει ακόμη να καθοριστούν μετρήσιμοι στόχοι ελέγχου για το έκτο ΠΠ και να συναφθεί μια σύμβαση-πλαίσιο σχετικά με τον έλεγχο του έκτου ΠΠ με μια εταιρεία εξωτερικού ελέγχου (βλ. παράρτημα 1.1.α ).

6.40.

Η Επιτροπή αναφέρεται στις παρατηρήσεις που διατύπωσε σε σχέση με το σημείο 6.20 ανωτέρω, αλλά υπογραμμίζει επίσης ότι μια σημαντική δραστηριότητα ελέγχου σχετικά με τις συμβάσεις του πέμπτου ΠΠ βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη αυτή τη στιγμή, δεδομένου ότι οι ΓΔ που εμπλέκονται στην έρευνα δρομολόγησαν το 2005 από κοινού γύρω στους 280 επιπλέον ελέγχους. Οι εν λόγω έλεγχοι θα διεξαχθούν από Εταιρεία Εξωτερικού Ελέγχου, με την οποία συνήφθη σύμβαση πλαίσιο για υπηρεσίες ελέγχου γύρω στα τέλη του 2004.

Ο ρόλος των μονάδων εξωτερικού ελέγχου του έκτου ΠΠ, εν συγκρίσει με το πέμπτο ΠΠ, πρέπει να αντικατοπτρίζει την καθιέρωση των πιστοποιητικών ελέγχου. Ο εξωτερικός έλεγχος πρέπει πρώτα απ’όλα να επαληθεύει τη λειτουργία και την αξιοπιστία του συστήματος έκδοσης πιστοποιητικών ελέγχου και να διασφαλίζει την παρακολούθηση ειδικών αιτημάτων ελέγχου που διατυπώνονται από τις επιχειρησιακές υπηρεσίες, παρά να παρέχει διαβεβαίωση για τις δηλώσεις δαπανών ενός συγκεκριμένου αριθμού αντισυμβαλλομένων, όπως συνέβη κατά το πέμπτο ΠΠ. Για την επίτευξη του στόχου της Επιτροπής όσον αφορά τον έλεγχο του έκτου ΠΠ θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι εν λόγω εξελίξεις.

6.41.

Όσον αφορά το πρόγραμμα ΔΕΔ-Μ, οι βασικές πτυχές που παρατηρήθηκαν προηγουμένως αναφέρονται στους κατασταλτικούς ελέγχους των δράσεων ΔΕΔ-Μ και στην επαλήθευση της επιλεξιμότητας των δαπανών. Η ΓΔ TREN θα πρέπει να λάβει πρόσθετα μέτρα για την επίτευξη του στόχου ελέγχου της, να καθορίσει υποδείγματα δήλωσης δαπανών ή οικονομικών εκθέσεων προόδου και να κάνει σαφή διάκριση της εμβέλειας των δύο κυριοτέρων μορφών ενίσχυσης, δηλαδή των μελετών και των εργασιών (βλ. παράρτημα 1.1.β και 1.2 ).

6.41.

Η ΓΔ TREN (Μεταφορές και Ενέργεια) έχει ελέγξει το 50 % των συνολικών ποσών που αφορούν τις τελικές πληρωμές, γεγονός που υπερβαίνει κατά πολύ τον στόχο του 35 %.

Ως αποτέλεσμα της εκτίμησης κινδύνου και της γεωγραφικής κάλυψης που αποτέλεσαν τη βάση της διαδικασίας επιλογής των ελέγχων, ο στόχος να ελεγχθεί το 20 % των έργων που ολοκληρώθηκαν το 2003 δεν εκπληρώθηκε πλήρως το 2004.

Ο εν λόγω στόχος θα επαναξιολογηθεί το 2005 και θα προσαρμοστεί εάν κριθεί αναγκαίο.

Η ΓΔ TREN έχει εκπονήσει ένα υπόδειγμα δήλωσης δαπανών, το οποίο πρέπει να πιστοποιηθεί, και ένα έντυπο τεχνικής και δημοσιονομικής αξιολόγησης. Αμφότερα αποτελούν παραρτήματα των δημοσιονομικών αποφάσεων του 2005.

Σαφείς ορισμοί των εργασιών και των μελετών περιλαμβάνονται στα έντυπα της αίτησης και στο σχέδιο του νέου κανονισμού για τα ΔΕΔ, COM(2004) 475 (άρθρο 2 παράγραφοι 5 και 6).

Συμπεράσματα και συστάσεις

6.42.

Η αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου αποκάλυψε ότι παρά την επιτευχθείσα πρόοδο όλες οι βασικές απαιτήσεις των προτύπων εσωτερικού ελέγχου στον τομέα των εσωτερικών πολιτικών δεν τηρούνται ακόμη πλήρως (βλ. σημεία 6.6-6.8), και ότι υπάρχουν συγκεκριμένες αδυναμίες στα συστήματα του έκτου ΠΠ, του ΕΤΠ και της SANCO (βλ. σημεία 6.9-6.17).

6.42.

Η Επιτροπή καταβάλλει προσπάθειες προκειμένου να διασφαλίσει την ομοιογενή εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Ταμείου για τους Πρόσφυγες σε επίπεδο κρατών μελών. Υπενθυμίζεται επίσης ότι τα σημεία τα οποία εξετάστηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν αφορούν παρά ένα μόνο κράτος μέλος· έχουν ήδη εφαρμοστεί διορθωτικά μέτρα.

Η Επιτροπή εξακολουθεί να καταβάλλει προσπάθειες για τη βελτίωση των διαχειριστικών της συστημάτων, ιδίως την εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου (βλέπε σημεία 6.6 έως 6.9).

6.43.

Οι αδυναμίες που εντοπίστηκαν στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου και αποκαλύφθηκαν με τα αποτελέσματα των δειγματοληπτικών ελέγχων επαλήθευσης του Συνεδρίου δείχνουν τη σημασία του έργου του κατασταλτικού ελέγχου ως αποτελεσματικού στοιχείου του συστήματος εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής. Έτσι, δεν δικαιολογείται να μειωθεί ο αριθμός των ελέγχων, πράγμα το οποίο συνέβη σε ορισμένους τομείς των εσωτερικών πολιτικών το 2004 (βλ. σημείο 6.20). Επίσης, όπως ήδη αναφέρθηκε κατά τα προηγούμενα έτη, η παρακολούθηση των ελέγχων, ιδιαίτερα η ανάκτηση των κοινοτικών κεφαλαίων, συχνά είναι πολύ αργή (βλ. σημεία 6.23 και 6.24).

6.43.

Η Επιτροπή πρέπει να επανεξετάσει τον συνολικό της στόχο να ελεγχθεί το 10 % των αντισυμβαλλομένων του πέμπτου ΠΠ, διότι ο συνολικός αριθμός των προς έλεγχο αντισυμβαλλομένων του πέμπτου ΠΠ είναι σημαντικά υψηλότερος από τον προβλεπόμενο (βλέπε απάντηση στο σημείο 6.20). Η έγκαιρη εφαρμογή διορθωτικών δράσεων αποτελεί αντικείμενο στενής παρακολούθησης.

6.44.

Όπως κατά τα προηγούμενα έτη, η επαλήθευση των πράξεων στον τομέα των εσωτερικών πολιτικών για το 2004 αποκάλυψε υψηλό επίπεδο σφαλμάτων στο επίπεδο του δικαιούχου, γεγονός το οποίο επηρέασε τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων. Δεν παρατηρήθηκε καμία σημαντική βελτίωση στον τομέα αυτό, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνει εξάλλου τις ίδιες τις διαπιστώσεις ελέγχου της Επιτροπής. Σε όλους τους τομείς των εσωτερικών πολιτικών που εξέτασε το Συνέδριο διαπιστώθηκαν περιπτώσεις διόγκωσης δαπανών, δηλώσεις μη επιλέξιμων δαπανών και μη τήρηση των προθεσμιών πληρωμής. Τα σφάλματα αυτά συχνά προέρχονται από πολύπλοκους κανόνες που εφαρμόζονται και κατευθυντήριες γραμμές, καθώς και από οδηγίες οι οποίες δεν είναι αρκετά σαφείς ή λεπτομερείς (βλ. σημεία 6.25-6.35).

6.44.

Δεν είναι πλέον δυνατόν να αλλάξει το νομικό και δημοσιονομικό πλαίσιο που εφαρμόζεται στα έργα του πέμπτου ΠΠ που εξετάζονται εδώ. Μολαταύτα, η Επιτροπή έχει προσπαθήσει, ιδίως στο πλαίσιο της διυπηρεσιακής ομάδας που συγκροτήθηκε από το σχέδιο δράσης της ΕΕΔ του 2001, να βελτιώσει τη διαχείριση των έργων από τις υπηρεσίες της και τους αντισυμβαλλομένους. Για το έκτο ΠΠ και το έβδομο ΠΠ, εισήχθησαν ή προτάθηκαν απλουστεύσεις. Σημειώθηκε πρόοδος και τα εν λόγω θέματα εξακολουθούν να βρίσκονται υπό στενή παρακολούθηση.

6.45.

Η δομή, η παρουσίαση και το περιεχόμενο των ετησίων εκθέσεων δραστηριότητας του 2004 βελτιώθηκαν σε σχέση με το 2003. Οι επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν στις δηλώσεις των γενικών διευθυντών ήταν δικαιολογημένες. Εντούτοις, σε δύο περιπτώσεις (βλ. σημεία 6.36-6.39) θα έπρεπε να είχαν διατυπωθεί πρόσθετες επιφυλάξεις.

6.45.

Στην πρώτη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη την παρακολούθηση του σχεδίου δράσης που εφαρμόστηκε σχετικά με το αποθεματικό του 2003, δεν φαίνεται βάσιμο να διατηρηθεί το αποθεματικό του 2004 σε σχέση με έναν τρόπο διαχείρισης, για τον οποίο μολαταύτα διατυπώθηκαν επαρκώς παρατηρήσεις στην κυρίως έκθεση του 2004. Όσον αφορά τη δεύτερη περίπτωση, ο Γενικός Διευθυντής θεώρησε ότι τα θέματα που εντοπίστηκαν ελέγχθηκαν ικανοποιητικά και δεν χρήζουν σύστασης αποθεματικού.

Γενικό συμπέρασμα

6.46.

Παρά την πρόοδο που σημειώθηκε σε ορισμένους τομείς, οι διαπιστώσεις ελέγχου σχετικά με τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου και τα αποτελέσματα της επαλήθευσης υποκειμένων πράξεων στον τομέα των εσωτερικών πολιτικών δεν παρέχουν επαρκή διαβεβαίωση όσον αφορά τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων. Όπως και κατά τα προηγούμενα έτη, το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από τις ίδιες διαπιστώσεις ελέγχου της Επιτροπής και τις επιφυλάξεις που διατύπωσαν οι γενικοί διευθυντές.

6.46.

Η Επιτροπή εξακολουθεί να καταβάλλει προσπάθειες για τη μείωση της συχνότητας και της εμφάνισης σφαλμάτων στις δηλώσεις των δικαιούχων. Η βελτίωση των εσωτερικών ελέγχων συνεχίζεται στο πλαίσιο της ανακοίνωσης της Επιτροπής «σχετικά με τον χάρτη πορείας προς ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου». Για το έβδομο ΠΠ η πρόταση της Επιτροπής αποσκοπεί, μεταξύ άλλων, στην απλοποίηση των συστημάτων.

6.47.

Το Συνέδριο συστήνει στην Επιτροπή να συνεχίσει τις προσπάθειές της για να μειώσει τον κίνδυνο σφαλμάτων:

6.47.

Προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι εν λόγω συστάσεις η Επιτροπή προτίθεται, όπως αναγγέλθηκε στην ανακοίνωσή της σχετικά με τον χάρτη πορείας προς ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εσωτερικού ελέγχου, να υποβάλει ως τα τέλη του έτους ένα σχέδιο δράσης για την αντιμετώπιση του χάσματος το οποίο υπάρχει κατά την άποψή της μεταξύ του υφιστάμενου πλαισίου ελέγχου και των γενικών αρχών που ορίστηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο στη γνώμη του αριθ. 2/2004 σχετικά με το υπόδειγμα «ενιαίου ελέγχου».

να τροποποιηθεί το νομικό πλαίσιο προκειμένου να απλοποιηθούν τα συστήματα απόδοσης των εξόδων επεκτείνοντας τη χρήση των «πάγιων ποσών, των πινάκων κόστους ανά μονάδα και των κατ' αποκοπή πληρωμών» (56),

Γενικά, οι προτάσεις αναθεώρησης τόσο των δημοσιονομικών κανονισμών όσο και των κανόνων εφαρμογής του επιδιώκουν την απλούστευση των κανόνων και των διαδικασιών, κυρίως για τις επιχορηγήσεις μικρού μεγέθους. Προβλέπεται ότι η αναθεώρηση των δημοσιονομικών κανονισμών και των κανόνων εφαρμογής του θα αρχίσει να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 2007.

Σ' αυτή την περίπτωση, οι κανόνες συμμετοχής που πρόκειται να προταθούν για το έβδομο ΠΠ θα μπορέσουν να αντλήσουν οφέλη από τις νέες δυνατότητες που διαγράφονται από τον αναθεωρημένο δημοσιονομικό κανονισμό.

να αποσαφηνιστούν οι διαδικασίες και οι οδηγίες που διέπουν τα διάφορα προγράμματα,

Ένα μέρος των προσπαθειών απλοποίησης της Επιτροπής συμπεριλαμβάνει τη διευκρίνιση των διαδικασιών.

να χρησιμοποιηθούν τα σφάλματα που εντοπίστηκαν από τους κατασταλτικούς ελέγχους για τη βελτίωση των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου,

Εν προκειμένω, οι ενδιαφερόμενες ΓΔ θα συνεχίσουν τις προσπάθειές τους.

να ληφθούν άμεσα μέτρα στις περιπτώσεις όπου οι έλεγχοι αποκαλύπτουν δυνατότητες ανάκτησης,

Οι εφαρμοσθείσες διαδικασίες προβλέπουν την έγκαιρη λήψη μέτρων όσον αφορά την ανάκτηση των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Εν προκειμένω δημοσιεύονται τακτικές εκθέσεις διαχείρισης.

να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου.

Η διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής των προτύπων εσωτερικού ελέγχου αποτελεί μόνιμη μέριμνα. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής θα επιδιώξουν την επίτευξη του εν λόγω στόχου αποφεύγοντας τον υπερβολικό διοικητικό φόρτο.

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΑΡΙΘ. 11/2003 «LIFE»

6.48.

Η ειδική έκθεση αριθ. 11/2003 του Συνεδρίου επικεντρώθηκε ιδιαίτερα στη διαχείριση της δεύτερης φάσης του χρηματοδοτικού μέσου για το περιβάλλον (LIFE II, 1996 έως 1999) (57).

 

6.49.

Οι κυριότερες συστάσεις του Συνεδρίου ήταν οι ακόλουθες:

να καθοριστούν καλύτερα οι στόχοι του προγράμματος και να αποσαφηνιστεί η σύνδεση με την περιβαλλοντική στρατηγική της Κοινότητας,

να βελτιωθεί η οργάνωση της διαχείρισης με τη γενικευμένη χρησιμοποίηση εξωτερικών εμπειρογνωμόνων, με την ενίσχυση της συμπληρωματικότητας με άλλα κοινοτικά μέτρα και με την εξέταση των κανόνων επιλεξιμότητας,

να ενισχυθούν η παρακολούθηση, ο έλεγχος και η αξιολόγηση, μέσω της καλύτερης χρησιμοποίησης των εξωτερικών ελεγκτών και να εφαρμοστούν στρατηγικές για τη διάδοση των αποτελεσμάτων.

 

6.50.

Στις περισσότερες συστάσεις του Συνεδρίου δόθηκε συνέχεια, ωστόσο:

6.50.

 

απομένει να καθοριστούν καλύτερα οι στόχοι του προγράμματος,

Στις 15 Σεπτεμβρίου 2004, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκριναν τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1682/2004 για την παράταση του προγράμματος Life III έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006. Ο εν λόγω κανονισμός θέτει σαφέστερα τους στόχους του προγράμματος (58).

ενώ ο αριθμός των συμβάσεων LIFE που έχουν ελεγχθεί αυξήθηκε κατά τα έτη που ακολούθησαν τη δημοσίευση της ειδικής έκθεσης, οι επισκέψεις ελέγχου εξακολουθούν να έχουν οικονομικό χαρακτήρα και δεν αξιολογούνται τα επιτεύγματα,

η Επιτροπή πρέπει να εφαρμόσει ακόμη πρακτικές χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης για την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των σχεδίων.

(δεύτερο και τρίτο εδάφιο). Η Επιτροπή θεωρεί ότι απώτερος σκοπός των επισκέψεων ελέγχου είναι η δημοσιονομική επαλήθευση, στο πλαίσιο της οποίας ελέγχεται εάν οι δαπάνες που δηλώθηκαν είναι επιλέξιμες και εάν υποστηρίζονται από κατάλληλη τεκμηρίωση. Έχουν ήδη αξιολογηθεί τα τεχνικά επιτεύγματα των έργων, τόσο από ομάδες τεχνικής υποστήριξης που απαρτίζονται από εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, όσο και από το προσωπικό της Επιτροπής. Ωστόσο, η Επιτροπή έχει επίσης εκπονήσει και αυτή τη στιγμή θέτει σε δοκιμή μια κάρτα επιδόσεων για να αξιολογήσει τα έργα, με βάση ένα σύνολο ειδικών κριτηρίων. Αυτό το υπόδειγμα, του οποίου ρόλος είναι να προσδιοριστούν τα καλύτερα έργα κυρίως για επικοινωνιακούς σκοπούς, χρησιμοποιείται από τις εξωτερικές ομάδες παρακολούθησης κατά τη δημοσίευση της τελικής έκθεσης.


(1)  Η κυριότερη εξαίρεση είναι το Ευρωπαϊκό Ταμείο για τους Πρόσφυγες, του οποίου τη διαχείριση τη διαμοιράζονται με την Επιτροπή τα κράτη μέλη· βλ. ετήσια έκθεση του Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2003, σημείο 6.15.

(2)  Όπως τα σημαντικότερα προγράμματα που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ στον τομέα των εσωτερικών πολιτικών τα διαχειρίζεται απευθείας η Επιτροπή, τα εθνικά όργανα ελέγχου γενικά δεν καλύπτουν τον εν λόγω τομέα.

(3)  Το έκτο ΠΠ στηρίζει τις άμεσες και έμμεσες δράσεις Ε & ΤΑ, οι οποίες αποσκοπούν σε στοχοθετημένους επιστημονικούς τομείς και προωθούν την ανάπτυξη και το συντονισμό εθνικών ερευνητικών πολιτικών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το έκτο ΠΠ το διαχειρίζονται από κοινού πέντε Γενικές Διευθύνσεις της Επιτροπής (Γενική Διεύθυνση Έρευνας, Κοινωνίας της Πληροφορίας και Μέσων Επικοινωνίας, Ενέργειας και Μεταφορών, Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας, καθώς και Αλιείας και Θάλασσας). Κατά το 2004 ο συνολικός προϋπολογισμός του έκτου ΠΠ που καλύπτει την περίοδο 2002 έως 2006 αυξήθηκε από 17 500 έως 19 235 εκατομμύρια ευρώ, ύστερα από τη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε 25 μέλη. Οι αποφάσεις που εφαρμόζονται σχετικά είναι: αριθ. 1513/2002/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 232 της 29.8.2002, σ. 1) και η απόφαση 2002/668/Ευρατόμ του Συμβουλίου (ΕΕ L 232 της 29.8.2002, σ. 34).

(4)  Tα προγράμματα που εφαρμόστηκαν από τη Γενική Διεύθυνση της Δικαιοσύνης, Ελευθερίας και Ασφάλειας αφορούν τον τίτλο του προϋπολογισμού 18 (τομέας Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης). Οι πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων ανήλθαν σε 511 εκατομμύρια ευρώ το 2004.

(5)  Η Γενική Διεύθυνση Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών είναι υπεύθυνη για την πραγματοποίηση κοινοτικών δραστηριοτήτων στον τομέα της δημόσιας υγείας και της προστασίας των καταναλωτών, καθώς και για την ασφάλεια τροφίμων, για τα μέτρα στον κτηνιατρικό τομέα και τα φυτοϋγειονομικά μέτρα.

(6)  Γενική Διεύθυνση Έρευνας (ΓΔ RTD), Γενική Διεύθυνση Κοινωνίας της Πληροφορίας και Μέσων Επικοινωνίας (ΓΔ INFSO), Γενική Διεύθυνση Ενέργειας και Μεταφορών (ΓΔ TREN), Γενική Διεύθυνση Υγείας και Προστασίας των Καταναλωτών (ΓΔ SANCO), Γενική Διεύθυνση Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας (ΓΔ ENTR), Γενική Διεύθυνση Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Ισότητας Ευκαιριών (ΓΔ EΜPL), Γενική Διεύθυνση Εκπαίδευσης και Πολιτισμού (ΓΔ EAC), Κοινό Κέντρο Ερευνών (ΚΚΕρ), Γενική Διεύθυνση Δικαιοσύνης, Ελευθερίας και Ασφάλειας (ΓΔ JLS), Γενική Διεύθυνση Περιβάλλοντος (ΓΔ ENV), Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού (ΓΔ COMP), Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Αγοράς και Υπηρεσιών (ΓΔ MARKT).

(7)  Πρότυπο Εσωτερικού Ελέγχου (ΠΕΕ) 11 «Ανάλυση κινδύνου και διαχείριση», ΠΕΕ 12 «Κατάλληλες πληροφορίες διαχείρισης», ΠΕΕ 14 «Επισήμανση ανωμαλιών», ΠΕΕ 17 «Εποπτεία», ΠΕΕ 18 «Καταγραφή των εξαιρέσεων», ΠΕΕ 20 «Καταγραφή και αντιμετώπιση αδυναμιών εσωτερικού ελέγχου», ΠΕΕ 21 «Εκθέσεις ελέγχου», ΠΕΕ 22 «Κλιμάκιο εσωτερικού ελέγχου».

(8)  Βλέπε ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003, σημείο 6.5, πρώτο εδάφιο.

(9)  Βλέπε τις συστάσεις που διατύπωσε το Συνέδριο στην ειδική έκθεσή του αριθ. 1/2004 σχετικά με τη διαχείριση των έμμεσων δράσεων Ε & ΤΑ του πέμπτου προγράμματος-πλαισίου (πέμπτο ΠΠ), σημείο 135.

(10)  Για το έκτο ΠΠ: ένα δείγμα 14 πληρωμών που επιλέχθηκαν προκειμένου να καλυφθούν όλα τα επιμέρους προγράμματα και οι υπηρεσίες. Για το ΕΤΠ: ένα δείγμα πληρωμών για οκτώ κράτη μέλη επεκτείνοντας την επαλήθευση στον τελικό δικαιούχο για ενδιάμεσες πληρωμές σε τρία κράτη μέλη. Για τη δημόσια υγεία και την προστασία των καταναλωτών: ένα δείγμα είκοσι πληρωμών σε επίπεδο της Επιτροπής, επεκτείνοντας την επαλήθευση σε επίπεδο τελικού δικαιούχου σε πέντε περιπτώσεις.

(11)  Βλέπε τις συστάσεις που διατύπωσε το Συνέδριο στην ειδική έκθεσή του αριθ. 1/2004 σχετικά με τη διαχείριση των έμμεσων δράσεων Ε & ΤΑ του πέμπτου προγράμματος-πλαισίου (πέμπτο ΠΠ), σημεία 124 έως 126.

(12)  Βλέπε ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003, σημείο 6.9 και ειδική έκθεση αριθ. 1/2004, σημεία 82-85.

(13)  Βλέπε ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003, σημείο 6.9.

(14)  Άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2321/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τους κανόνες συμμετοχής επιχειρήσεων, κέντρων ερευνών και πανεπιστημίων και τους κανόνες διάδοσης των αποτελεσμάτων της έρευνας για την υλοποίηση του έκτου προγράμματος-πλαισίου της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (2002-2006). Το κόστος της πιστοποίησης επιστρέφεται εξ ολοκλήρου από το αντίστοιχο κοινοτικό ταμείο.

(15)  Ο αριθμός των πιστοποιητικών ελέγχου που εκδόθηκαν για το έκτο ΠΠ το 2004 ανερχόταν περίπου σε δέκα. Τα μη επιλέξιμα έξοδα αφορούν τις δύο περιπτώσεις που ελέγχθηκαν από το Συνέδριο. Επιπλέον, σε μία από τις δύο αυτές περιπτώσεις οι ελεγκτές δεν επισήμαναν το γεγονός ότι η προκαταβολή είχε επενδυθεί σε αμοιβαία κεφάλαια και ότι οι αντίστοιχοι τόκοι δεν είχαν δηλωθεί. Τα ποσά δεν ήταν πραγματικά σημαντικά, αλλά τούτο αντικατοπτρίζει έναν περιορισμό της διαδικασίας πιστοποίησης.

(16)  Άρθρο 18 της απόφασης 2000/596/EΚ του Συμβουλίου, της 28ης Σεπτεμβρίου 2000, για τη δημιουργία Ευρωπαϊκού Ταμείου για τους Πρόσφυγες και άρθρο 5 της απόφασης 2002/307/EΚ της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2001, σχετικά με λεπτομέρειες εκτέλεσης της απόφασης 2000/596/EΚ όσον αφορά τα συστήματα διαχείρισης και ελέγχου καθώς και τις διαδικασίες εφαρμογής των δημοσιονομικών διορθώσεων στο πλαίσιο των ενεργειών που συγχρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο για τους Πρόσφυγες.

(17)  Βλέπε ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2003, σημείο 6.16.

(18)  Στα κατ' εξουσιοδότηση καθήκοντα συμπεριλαμβάνονταν: η υπογραφή συμβάσεων, η ανάκτηση κεφαλαίων, πληρωμές χωρίς προηγούμενη έγκριση από την εθνική αρχή, πράγμα το οποίο δεν συμφωνεί με το άρθρο 57 του δημοσιονομικού κανονισμού: «τα καθήκοντα που είναι δυνατόν να ανατίθενται μέσω συμβάσεων σε εξωτερικούς φορείς ή οργανισμούς ιδιωτικού δικαίου, εκτός αυτών στους οποίους έχει ανατεθεί δημόσια υπηρεσία υπό την εγγύηση του κράτους, είναι καθήκοντα τεχνικής πραγματογνωμοσύνης και διοικητικά, προπαρασκευαστικά ή δευτερεύοντα καθήκοντα που δεν εμπεριέχουν ούτε άσκηση δημόσιας εξουσίας ούτε άσκηση διακριτικής ευχέρειας εκτίμησης».

(19)  Βλέπε ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2003, σημεία 6.12-6.26.

(20)  Το τρέχον πρόγραμμα δημόσιας υγείας με συνολικό προϋπολογισμό 312 εκατομμυρίων ευρώ για την περίοδο 2003 έως 2008 αντικατέστησε οκτώ διαφορετικά προγράμματα δράσης που εφαρμόστηκαν πριν από το 2003. Τα σχέδια αποβλέπουν στη βελτίωση των πληροφοριών σχετικά με θέματα δημόσιας υγείας, στην ενίσχυση της ικανότητας ανταπόκρισης σε απειλές για την υγεία ή στο συνυπολογισμό καθοριστικών παραγόντων για την υγεία.

(21)  Η απόφαση-πλαίσιο για τη χρηματοδότηση κοινοτικών δράσεων με σκοπό τη στήριξη της πολιτικής των καταναλωτών προβλέπει προϋπολογισμό ύψους 72 εκατομμυρίων ευρώ για τα έτη από το 2004 έως το 2007.

(22)  Το μέτρο αυτό εφαρμόζεται στο έκτο πρόγραμμα-πλαίσιο για την έρευνα και για το πρόγραμμα LIFE. Στον τομέα της Ε & ΤΑ το πιστοποιητικό είναι κανονικά αναγκαίο μόνο για αιτήσεις τελικής πληρωμής της κάθε δόσης των συμβάσεων στο πλαίσιο του έκτου ΠΠ. Το 2004 πολύ λίγες μόνο τελικές πληρωμές είχαν ήδη πραγματοποιηθεί βάσει του έκτου προγράμματος-πλαισίου.

(23)  Εξαιρουμένων των ανακτήσεων ύψους 95,5 εκατομμυρίων ευρώ για μέτρα στον κτηνιατρικό τομέα το 2003.

(24)  Βλέπε ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2003, σημείο 6.43.

(25)  Ορισμοί που χρησιμοποιήθηκαν για την κατάρτιση του παρόντα πίνακα:

Αριθμός των ολοκληρωθέντων ελέγχων: αριθμός των δημοσιονομικών ελέγχων, σχετικών με κάθε μεμονωμένο δικαιούχο, για τους οποίους εκδόθηκε τελική έκθεση ελέγχου κατά τη διάρκεια του έτους 2004.

Αριθμός των εκκρεμών συμβάσεων: αριθμός των συμβάσεων που υπογράφηκαν κατά τη διάρκεια του έτους και που δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί συν το συνολικό αριθμό των συμβάσεων που ήταν εκκρεμείς στην αρχή του έτους και δεν ολοκληρώθηκαν κατά τη διάρκειά του. Μια σύμβαση θεωρείται ότι «έχει ολοκληρωθεί», όταν οι όροι της έχουν πληρωθεί, όλοι οι δημοσιονομικοί και τεχνικοί έλεγχοι έχουν διενεργηθεί και η τελική πληρωμή έχει πραγματοποιηθεί.

Η λέξη «σύμβαση» καλύπτει τόσο τις συμβάσεις αυτές καθεαυτές (είτε πρόκειται για δράση επιμερισμένης δαπάνης είτε για σύμβαση που ανετέθη με διαδικασίες σύναψης συμβάσεων του Δημοσίου), όσο και τις επιχορηγήσεις (για τις οποίες έχει υπογραφεί συμφωνία χρηματοδότησης).

Αξία των ελεγχθεισών συμβάσεων: πραγματικό ποσό των συμβάσεων μόνο όσων εξετάστηκαν επιτόπου για τον ελεγχθέντα αντισυμβαλλόμενο (όχι η συνολική αξία της σύμβασης αλλά η συμμετοχή του ελεγχθέντα αντισυμβαλλόμενου σε αυτή, και μόνο όσες συμβάσεις ελέγχθηκαν επιτόπου στον αντισυμβαλλόμενο και όχι το σύνολο των συμβάσεών του με την Επιτροπή).

(26)  Περιλαμβάνει ερευνητικά μέτρα, μέτρα συλλογής δεδομένων (η ΓΔ FISH άρχισε να ελέγχει τα εν λόγω μέτρα το 2004) και μέτρα ελέγχου στον τομέα της αλιείας.

(27)  Ο αριθμός των ελέγχων περιλαμβάνει 2 ελέγχους για το «Idea» (αναγνώριση των ζώων) που διενεργήθηκαν στις Κάτω Χώρες και την Ισπανία σχετικά με τον κωδικό Β1-3 6 0 του προϋπολογισμού.

(28)  Τα ποσά είναι ενδεικτικά κατά την κατάρτιση των εκθέσεων.

(29)  Το ποσό αντιστοιχεί στα εισπρακτέα ποσά των εκκρεμών συμβάσεων.

(30)  Τα ποσά που εισπράχθηκαν το 2004 ύστερα από τους ελέγχους που διενεργήθηκαν το 2003 θα δηλωθούν το 2005 όταν εκδοθούν οι τελικές εκθέσεις ελέγχου.

(31)  Περιλαμβάνει μόνο τους τομείς της δημόσιας υγείας και της προστασίας των καταναλωτών. Το ποσό των ελεγχθεισών συμβάσεων αντιστοιχεί στο ποσό της κοινοτικής χρηματοδότησης. Τα ανακτήσιμα ποσά αντιστοιχούν στο μερίδιο των μη επιλέξιμων εξόδων της ΕΕ.

(32)  ΓΔ TREN: το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο αριθμητικό ποσό πριν από την εφαρμογή του ποσοστού συγχρηματοδότησης. Το ανακτήσιμο ποσό μετά την εφαρμογή του ποσοστού χρηματοδότησης ανέρχεται σε 0,82 εκατομμύρια ευρώ.

(33)  ΓΔ TREN: το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο αριθμητικό ποσό πριν από την εφαρμογή του ποσοστού συγχρηματοδότησης. Το ανακτήσιμο ποσό μετά την εφαρμογή του ποσοστού χρηματοδότησης ανέρχεται σε 7,1 εκατομμύρια ευρώ.

Πηγή: Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

(34)  Πρέπει να σημειωθεί ότι 17 έλεγχοι που έκλεισαν από τη ΓΔ ENTR το 2003 (καλύπτοντας 20 συμβάσεις του 5ου ΠΠ) μεταφέρθηκαν στη ΓΔ INFSO από την οποία έκλεισαν το 2004. Ο αριθμός των ελέγχων που έκλεισαν από τη ΓΔ ENTR κατά το 2003 (μαζί με τον αριθμό των συμβάσεων που ελέγχθηκαν) τροποποιήθηκε ανάλογα.

Σημείωση: Ο συνολικός αριθμός των αντισυμβαλλόμενων του 5ου ΠΠ (ΕΚ και Ευρατόμ) ανέρχεται σε 23 375. Κατά συνέπεια, ο στόχος του 5ου ΠΠ της Επιτροπής είναι να περατωθούν 2 337 έλεγχοι.

Ωστόσο, ο αριθμός των 23 375 πρέπει να επανακαθοριστεί καθώς περιλαμβάνονται σ' αυτόν διπλές εγγραφές αντισυμβαλλομένων.

Περιλαμβάνεται επίσης μεγάλος αριθμός λιγότερο σημαντικών αντισυμβαλλομένων, ήτοι αντισυμβαλλόμενοι με συνεισφορά μικρότερη των 20 000 ευρώ.

Πηγή: Επιτροπή.

(35)  Παρόμοιες παρατηρήσεις διατυπώθηκαν ήδη στο σημείο 6.52 της ετήσιας έκθεσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2002 σχετικά με τη ΓΔ RTD και για το 2003 σχετικά με τους ελέγχους της ΓΔ EAC (βλ. σημείο 6.33).

(36)  Στην καθυστέρηση αυτή περιλαμβάνεται η αντιφατική περίοδος με τον αντισυμβαλλόμενο. Η απόφαση εκτέλεσης αποτελεί τη βάση για την έναρξη διορθωτικών μέτρων· τα αποτελέσματα ελέγχου γνωστοποιούνται στις επιχειρησιακές μονάδες για την εκτέλεση των μέτρων.

Πηγή: Ανάλυση Ελεγκτικού Συνεδρίου.

(37)  Η ανάλυση αφορούσε δείγμα 58 εκθέσεων που καταρτίστηκαν το 2003 και το 2004, περιλαμβανομένων 90 σχεδίων. Οι αντίστοιχες συμβάσεις των σχεδίων υπεγράφησαν μεταξύ 1994 και 2003 (εκ των οποίων η πλειονότητα μεταξύ 1998 και 2001).

(38)  Όπως ήδη παρατηρήθηκε στην ετήσια έκθεση 2003, σημείο 6.33 για τους ελέγχους που διενεργήθηκαν από τη ΓΔ EAC. Η αδυναμία αυτή υπάρχει παρομοίως για τους ελέγχους που διενεργήθηκαν από εταιρείες εξωτερικού ελέγχου στη ΓΔ Έρευνας.

(39)  Ένα γενικό δείγμα 67 πληρωμών που επιλέχθηκε τυχαία στον τομέα των εσωτερικών πολιτικών συν ειδικά δείγματα που αντιπροσώπευαν σύνολο 40 πρόσθετων πληρωμών: για το έκτο ΠΠ (4 πληρωμές), για τον τομέα Δικαιοσύνης, Ελευθερίας και Ασφάλειας (16 πληρωμές συμπεριλαμβανομένων και των οκτώ πληρωμών για το ΕΤΠ), για τη δημόσια υγεία και την προστασία των καταναλωτών (20 πληρωμές).

(40)  Στο γενικό δείγμα των 67 πληρωμών οι παρατηρήσεις που ανέκυψαν αφορούσαν καθυστερημένες πληρωμές από την Επιτροπή (15 περιπτώσεις), καθυστερημένες πληρωμές από τον συντονιστή του σχεδίου στους υπόλοιπους συμμετέχοντες (5), σφάλματα που δεν εντοπίστηκαν με τους ελέγχους της Επιτροπής (10), καμία αξιολόγηση των τόκων που απέφεραν οι πληρωμές προχρηματοδότησης (9), θέματα που αφορούσαν τη διαδικασία ανάθεσης (5), θέματα σχετικά με τη σύμβαση ή την απόφαση της Επιτροπής (4) κ.λπ.

(41)  Βλέπε ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2003, σημεία 6.20 και 6.22.

(42)  Στο γενικό δείγμα των 67 πληρωμών, οι καθυστερήσεις σχετικά με τις 15 καθυστερημένες πληρωμές κατανέμονταν ως εξής: κάτω από ένα μήνα (6 περιπτώσεις), πάνω από ένα μήνα (3), πάνω από δύο μήνες (2), πάνω από τρεις μήνες (2), πάνω από πέντε μήνες (2).

(43)  Άρθρο 5 παράγραφος 4 του δημοσιονομικού κανονισμού και άρθρο 4 παράγραφος 3 των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού.

(44)  Τούτο επιβεβαιώθηκε επίσης με την ανάλυση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου για το έκτο πρόγραμμα-πλαίσιο.

(45)  Βλέπε ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2003, σημεία 6.23 και 6.26.

(46)  Οι πιστώσεις διατίθενται για συγκεκριμένους σκοπούς, βλ. άρθρα 21 έως 26 του δημοσιονομικού κανονισμού.

(47)  26 περιπτώσεις για τη ΓΔ TREN αντιπροσωπεύοντας 10 εκατομμύρια ευρώ.

(48)  Έξοδα που ανέρχονταν σε 270 000 ευρώ.

(49)  Άρθρο 3 της απόφασης 2000/596/EΚ του Συμβουλίου.

(50)  ΓΔ RTD, ΓΔ INFSO, JRC, ΓΔ TREN, ΓΔ ENTR, ΓΔ JLS, ΓΔ EAC, ΓΔ ENV, ΓΔ SANCO, ΓΔ COMP, ΓΔ MARKT.

(51)  ΓΔ RTD, ΓΔ INFSO, ΓΔ SANCO.

(52)  ΓΔ RTD, ΓΔ INFSO, JRC, ΓΔ JLS, ΓΔ ENTR, ΓΔ TREN.

(53)  Για ορισμένα τμήματα των προγραμμάτων Socrates, Leonardo και Νεότητα η Επιτροπή μεταβιβάζει την αρμοδιότητα εκτέλεσης σε εθνικούς φορείς στα κράτη μέλη. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται «Έμμεση Κεντρική Διαχείριση».

(54)  «Ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων 2004» σ. 37 της Γενικής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης και Πολιτισμού. Η Γενική Διεύθυνση EAC διατύπωσε επιφύλαξη στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων 2003 αναφέροντας ότι δεν μπορούσε να συμμορφωθεί προς την απαίτηση του άρθρου 35 των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού για τη προληπτικών ελέγχων σχετικά με τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου των εθνικών φορέων στον τομέα της έμμεσης κεντρικής διαχείρισης. Η εν λόγω επιφύλαξη δεν εξακολούθησε να υφίσταται στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων 2004. Το πρόγραμμα δράσης για την άρση της επιφύλαξης αυτής προέβλεπε τον έλεγχο του συνόλου των εθνικών φορέων κατά την περίοδο 2004-2006. Περίπου το ένα τρίτο των φορέων αυτών ελέγχθηκε κατά το 2004.

(55)  Στις οκτώ πράξεις από τις έντεκα που ελέγχθηκαν αποκαλύφθηκαν σφάλματα.

(56)  Βλέπε επίσης γνωμοδότηση του Συνεδρίου αριθ. 3/2005 σχετικά με το σχέδιο κανονισμού (ΕΚ) της Επιτροπής για την τροποποίηση των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού, σημείο 13. Βλέπε επίσης ετήσια έκθεση του Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2003, σημείο 6.59.

(57)  Η τρέχουσα φάση του LIFE III παρατάθηκε για δύο έτη έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006: Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1682/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15 Σεπτεμβρίου 2004, που τροποποιεί τον κανονισμό (EΚ) αριθ. 1655/2000 σχετικά με το χρηματοδοτικό μέσο για το Περιβάλλον (LIFE).

(58)  Ειδικότερα, παραδείγματος χάριν, το άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο β) αναφέρει ότι «καταρτίζονται από την Επιτροπή κατευθυντήριες γραμμές [οι οποίες] ορίζουν τους τομείς προτεραιότητας και τους στόχους των έργων επίδειξης».

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1

Εσωτερικές πολιτικές (συμπεριλαμβανομένης της έρευνας) — αξιολόγηση βασικών πτυχών για τις οποίες διατυπώθηκαν προγενέστερα παρατηρήσεις

Παρατηρήσεις

Μέτρα που ελήφθησαν το 2004

Μέτρα τα οποία πρέπει να εφαρμοστούν

1.α Συστήματα εποπτείας και ελέγχου — κατασταλτικοί έλεγχοι τελικών δικαιούχων που συμμετέχουν στα προγράμματα-πλαίσια Ε & ΤΑ

Το 1998 οι πέντε Γενικές Διευθύνσεις οι οποίες είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση των προγραμμάτων-πλαισίων Ε&ΤΑ διαμόρφωσαν από κοινού μια προσέγγιση ελέγχου θέτοντας οι ίδιες ως στόχο για το 5ο ΠΠ τον έλεγχο του 10 % των αντισυμβαλλόμενων (βλ. ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2001, 2002 και 2003, σημείο 6.30). Οι εν λόγω έλεγχοι διενεργούνται σε μεγάλο βαθμό από εταιρείες εξωτερικού ελέγχου για λογαριασμό της Επιτροπής.

Tο Συνέδριο διαπίστωσε ότι:

Επειδή ο συνολικός αριθμός των αντισυμβαλλόμενων του 5ου ΠΠ ανέρχεται σε 23 375, ο στόχος ανέρχεται συνεπώς σε 2 337 ελεγχόμενους αντισυμβαλλόμενους.

 

ο ορισμός του «ελεγκτέου πληθυσμού» που χρησιμοποιεί η Επιτροπή οδηγεί σε έλεγχο ποσοστού έμμεσων δράσεων Ε & ΤΑ ή δηλώσεων δαπανών σημαντικά χαμηλότερου του 10 % κατά τη διάρκεια της περιόδου προγραμματισμού (βλ. ετήσια έκθεση για το 2002).

Επειδή ο τελικός αριθμός των ελεγκτέων αντισυμβαλλόμενων που υπάγονται στο 5ο ΠΠ είναι σημαντικά υψηλότερος από ό,τι αναμενόταν, η Επιτροπή δήλωσε ότι πρέπει να επανεξετάσει το συνολικό στόχο ελέγχου του 10 % των αντισυμβαλλόμενων στο πλαίσιο του 5ου ΠΠ κατά την περίοδο 2006/2007.

 

η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να επιτύχει το στόχο που είχε θέσει σχετικά με το καλυπτόμενο από τον έλεγχο πεδίο (βλ. ετήσιες εκθέσεις 2001, 2002, 2003).

Το 2004, ολοκλήρωση 317 ελέγχων, εκ των οποίων οι 296 αφορούσαν έμμεσες δράσεις Ε&ΤΑ που υπάγονταν στο 5ο ΠΠ. Ο συνολικός αριθμός των ελέγχων που έκλεισαν και που υπάγονταν στο 5ο ΠΠ (756) εξακολουθεί να είναι χαμηλότερος του στόχου.

Οι δραστηριότητες ελέγχου εκτός Επιτροπής θα πρέπει να ενισχυθούν για να επιτευχθεί ο στόχος ελέγχου για το 5ο ΠΠ.

η Επιτροπή δεν ενέκρινε κοινή προσέγγιση ελέγχου για το 6ο ΠΠ.

Έγκριση κοινής προσέγγισης ελέγχου για το 6ο ΠΠ το 2004. Καθορισμός μετρήσιμων στόχων ελέγχου για το 6ο ΠΠ, οι οποίοι λογικά μπορεί να επιτευχθούν, εξακολουθούν όμως να εκκρεμούν.

Η Επιτροπή θα πρέπει να καθορίσει μετρήσιμους στόχους για το 6ο ΠΠ οι οποίοι μπορούν να επιτευχθούν λογικά.

η συνέχιση της δραστηριότητας ελέγχου της Επιτροπής εξαρτάται από την παροχή δυνατότητας να ανατεθούν υπεργολαβικά κατασταλτικοί δημοσιονομικοί έλεγχοι (λήξη της σύμβασης-πλαισίου η οποία συνήφθη με την εταιρεία εξωτερικού ελέγχου το 2003).

Διαδικασία ανάθεσης μιας νέας σύμβασης-πλαισίου (για έμμεσες δράσεις Ε & ΤΑ που υπάγονται στο 5ο ΠΠ). Υπογραφή τον Νοέμβριο του 2004 της σύμβασης-πλαισίου η οποία συνήφθη με εταιρείες εξωτερικού ελέγχου. Η ανάθεση σύμβασης για τον έλεγχο έμμεσων δράσεων Ε & ΤΑ που υπάγονται στο 6ο ΠΠ εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη.

Θα πρέπει να υπογραφεί νέα σύμβαση-πλαίσιο για το 6ο ΠΠ για να παρασχεθεί στην Επιτροπή κατάλληλη εξωτερική βοήθεια ώστε να εφαρμόσει την προσέγγιση ελέγχου της για το 6ο ΠΠ.

1.β Συστήματα εποπτείας και ελέγχου — κατασταλτικοί έλεγχοι τελικών δικαιούχων που συμμετέχουν στις δράσεις ΔΕΔ-Μεταφορές

Η Επιτροπή διενεργεί τακτικούς επιτόπιους ελέγχους για την παρακολούθηση των δράσεων ΔΕΔ-Μ. Οι έλεγχοι αυτοί δεν συμπληρώνονται ωστόσο από κατασταλτικούς δημοσιονομικούς και τεχνικούς ελέγχους (διενεργούμενους όταν είναι αναγκαίο από τη ΓΔ TREN ή από εξωτερικούς εμπειρογνώμονες) (βλ. ετήσια έκθεση 2001 και 2002).

Tο Συνέδριο διαπίστωσε ότι:

 

 

οι δράσεις ΔΕΔ-Μ δεν καλύπτονταν από το πρόγραμμα ελέγχου της Γενικής Διεύθυνσης Ενέργειας και Μεταφορών.

Η ΓΔ TREN καθόρισε μια ειδική σύμβαση-πλαίσιο για τον έλεγχο των δράσεων ΔΕΔ-Μ. Εκπονήθηκε από τη ΓΔ TREN ένας προγραμματισμός ελέγχου και έκλεισε ο έλεγχος για 8 χρηματοδοτικές αποφάσεις ΔΕΔ-Μ. Ο έλεγχος 24 αποφάσεων βρίσκεται σε εξέλιξη και προγραμματίζεται ο έλεγχος 20 επιπλέον αποφάσεων.

Οι πρωτοβουλίες που έλαβε η ΓΔ ΤREN είναι ευπρόσδεκτες. Η ΓΔ ΤREN πρέπει να ενημερώνει το Ελεγκτικό Συνέδριο εκ των προτέρων για τον προγραμματισμό ελέγχου της και να εξασφαλίζει ότι οι ελεγκτές που εκπροσωπούν την εταιρεία εξωτερικού ελέγχου διαθέτουν επαρκή προσόντα για την εκτέλεση του ελεγκτικού έργου. Θα πρέπει να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλιστεί ότι θα επιτευχθεί ο στόχος που καθόρισε η ΓΔ TREN να ελέγχει κάθε χρόνο τουλάχιστον το 20 % των σχεδίων και το 35 % των συνολικών εξόδων των σχεδίων που οριστικοποιήθηκαν κατά το προηγούμενο έτος.

2. Συστήματα εποπτείας και ελέγχου — Έλεγος της επιλεξιμότητας των δαπανών για τις δράσεις ΔΕΔ-Μεταφορές

Σχετικά με τις δράσεις ΔΕΔ-Μ, οι επιλέξιμες και μη επιλέξιμες δαπάνες καθορίζονται στη νομική βάση και στις αποφάσεις της Επιτροπής (ετήσιες εκθέσεις 2001 και 2002). Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι:

οι ορισμοί αυτοί δεν είναι επαρκώς ακριβείς προκειμένου να εξακριβώνονται τα πραγματικά έξοδα που δημιουργούνται από το δικαιούχο·

οι ορισμοί αυτοί διαφέρουν από εκείνους που εφαρμόζονται σε παρόμοια σχέδια υποδομής συγχρηματοδοτούμενα μέσω διαρθρωτικών μέτρων·

η χρησιμοποίηση διαφορετικών συντελεστών χρηματοδότησης για μελέτες και για εργασίες συνεπάγεται τον κίνδυνο να διογκώνουν οι δικαιούχοι ενδεχομένως καταλογίζοντας εσφαλμένα ορισμένα έξοδα σε μελέτες· και

η έλλειψη τυποποιημένων εντύπων δήλωσης δαπανών δυσχεραίνει το ελεγκτικό έργο της Επιτροπής.

Το 2004, εγκρίθηκε ένα νέο υπόδειγμα απόφασης της Επιτροπής, το οποίο περιλαμβάνει:

ορισμό των επιλέξιμων και μη επιλέξιμων δαπανών·

τροποποιημένο ορισμό των μελετών και των εργασιών· και

 

πίνακα στον οποίο αναφέρεται η «Ανάλυση των κατ' εκτίμηση επιλέξιμων δαπανών κατά την περίοδο των προγραμματισμένων δραστηριοτήτων» ο οποίος θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τους δικαιούχους για τη δήλωση των δαπανών που έχουν δημιουργηθεί.

Εκτός από τα μέτρα που αναλήφθηκαν το 2004, στο υπόδειγμα των αποφάσεων χρηματοδότησης που πρέπει να χρησιμοποιούν υποχρεωτικά οι δικαιούχοι θα πρέπει να περιλαμβάνονται τα υποδείγματα δήλωσης δαπανών ή οι δημοσιονομικές εκθέσεις προόδου. Θα πρέπει να βελτιωθεί ο ορισμός των μελετών και των εργασιών, διότι ο σημερινός ορισμός δεν οριοθετεί με σαφήνεια την έκταση των μελετών και των εργασιών.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου

Τομέας: Εσωτερικές Πολιτικές (συμπεριλαμβανομένης της έρευνας)

Σύστημα: 6ο πρόγραμμα-πλαίσιο (6ο ΠΠ) για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη, Ευρωπαϊκό Ταμείο για τους Πρόσφυγες (ΕΤΠ) και Υγεία και προστασία των καταναλωτών (SANCO)

A

Λειτουργεί ορθά, απαιτούνται ελάχιστες ή ήσσονος σημασίας βελτιώσεις.

B

Λειτουργεί αρκετά καλά αλλά απαιτούνται/είναι ευκταίες βελτιώσεις.

Γ

Λειτουργεί, αλλά όχι σε ικανοποιητικό επίπεδο.

6ο ΠΠ

Επιτροπή

Ενδιάμεσο επίπεδο

Δικαιούχος

Συνολική εκτίμηση

Σχεδιασμός

B

B

B

Πρακτική μετάβαση σε διάφορα στάδια της διαδικασίας

συμμόρφωση με τα πρότυπα

συνυπολογισμός της πείρας

B

Γ

B

Πραγματική λειτουργία

συμμόρφωση με τα πρότυπα

συνυπολογισμός της πείρας

Γ

Γ

Γ

Αποτελέσματα

επανορθωτικό αποτέλεσμα

προληπτικό αποτέλεσμα

B

Γ

B

Συνολική εκτίμηση

B

Γ

B


ΕΤΠ

Επιτροπή

Ενδιάμεσο επίπεδο

Δικαιούχος

Συνολική αξιολόγηση

Σχεδιασμός

B

B

B

B

Πρακτική μετάβαση σε διάφορα στάδια της διαδικασίας

συμμόρφωση με τα πρότυπα

συνυπολογισμός της πείρας

B

B

B

B

Πραγματική λειτουργία

συμμόρφωση με τα πρότυπα

συνυπολογισμός της πείρας

Γ

B

Γ

Γ

Αποτελέσματα

επανορθωτικό αποτέλεσμα

προληπτικό αποτέλεσμα

B

B

Γ

B

Συνολική εκτίμηση

B

B

Γ

B


SANCO

Επιτροπή

Ενδιάμεσο επίπεδο

Δικαιούχος

Συνολική αξιολόγηση

Σχεδιασμός

B

B

B

Πρακτική μετάβαση σε διάφορα στάδια της διαδικασίας

συμμόρφωση με τα πρότυπα

συνυπολογισμός της πείρας

B

B

B

Πραγματική λειτουργία

συμμόρφωση με τα πρότυπα

συνυπολογισμός της πείρας

B/Γ (1)

B/Γ (1)

B/Γ (1)

Αποτελέσματα

επανορθωτικό αποτέλεσμα

προληπτικό αποτέλεσμα

B/Γ (1)

B/Γ (1)

B/Γ (1)

Συνολική εκτίμηση

B/Γ (1)

B/Γ (1)

B/Γ (1)


(1)  B για προστασία των καταναλωτών· Γ για δημόσια υγεία.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Εξωτερικές δράσεις

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Εισαγωγή

Ειδική εκτίμηση στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας

Εμβέλεια και φύση του ελέγχου

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου

Υλοποίηση των εσωτερικών προτύπων ελέγχου

Γενική Διεύθυνση «Ανθρωπιστική Βοήθεια (ECHO)»

Γραφείο Συνεργασίας EuropeAid σε κεντρικό επίπεδο

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου σε επίπεδο αντιπροσωπειών

Έλεγχος πράξεων

Έλεγχος πράξεων που διενεργήθηκε σε επίπεδο αντιπροσωπειών

Έλεγχος πράξεων που διενεργήθηκε σε επίπεδο φορέων υλοποίησης

Ανάλυση των ετήσιων εκθέσεων και των δηλώσεων των κυρίων διατακτών

Συμπεράσματα

Συστάσεις

Παρακολούθηση των προηγούμενων παρατηρήσεων

Ειδική έκθεση αριθ. 3/2001 σχετικά με τη διαχείριση των διεθνών αλιευτικών συμφωνιών εκ μέρους της Επιτροπής

Σκοπός των συμφωνιών

Αποδοτικότητα

Κύριες παρατηρήσεις των ειδικών εκθέσεων

Ειδική έκθεση αριθ. 10/2004 σχετικά με την ανάθεση της διαχείρισης της εξωτερικής βοήθειας της ΕΚ στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής

Ειδική έκθεση αριθ. 4/2005 σχετικά με τη διαχείριση της οικονομικής συνεργασίας στην Ασία από την Επιτροπή

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

7.1.

Το παρόν κεφάλαιο πραγματεύεται την εξωτερική βοήθεια που χρηματοδοτείται από το γενικό προϋπολογισμό. Τους κύριους τομείς ενδιαφέροντος αποτελούν η οικονομική και τεχνική συνεργασία με την Ασία, τη Λατινική Αμερική, τις χώρες της Μεσογείου, τα Δυτικά Βαλκάνια και την Κοινοπολιτεία των Ανεξαρτήτων Κρατών, η επισιτιστική βοήθεια/επισιτιστική ασφάλεια, η ανθρωπιστική βοήθεια, η συγχρηματοδότηση ΜΚΟ. Οι Γενικές Διευθύνσεις Εξωτερικών Σχέσεων και Ανάπτυξης είναι υπεύθυνες για τη χάραξη πολιτικών στον τομέα της αναπτυξιακής συνεργασίας και για τη διαμόρφωση εθνικών/περιφερειακών στρατηγικών και πολυετών προγραμμάτων, ενώ το Γραφείο συνεργασίας EuropeAid φέρει την ευθύνη της υλοποίησης της αναπτυξιακής συνεργασίας. Η Γενική Διεύθυνση «Ανθρωπιστική βοήθεια (ECHO)» (ΓΔ ECHO) έχει την ευθύνη για τη χάραξη της στρατηγικής καθώς και για την υλοποίηση της ανθρωπιστικής βοήθειας. Το παρόν κεφάλαιο δεν περιλαμβάνει τις ενισχύσεις που παρέχονται μέσω των Ευρωπαϊκών Ταμείων Ανάπτυξης, καθώς αυτές χρηματοδοτούνται χωριστά από τον γενικό προϋπολογισμό (1). Στον πίνακα 2.1 παρουσιάζονται τα κεφάλαια που δαπανήθηκαν το 2004 στο πλαίσιο του τομέα 4 των δημοσιονομικών προοπτικών (αναλήψεις υποχρεώσεων: 5 198 εκατομμύρια ευρώ· πληρωμές: 4 606 εκατομμύρια ευρώ).

 

7.2.

Το 2004 ολοκληρώθηκε η διαδικασία ανάθεσης αρμοδιοτήτων στις αντιπροσωπείες, μέσω της οποίας αρμοδιότητες και καθήκοντα ανακατανεμήθηκαν από τις κεντρικές υπηρεσίες της Επιτροπής στις αντιπροσωπείες της (βλ. σημεία 7.48-7.51), όσον αφορά τα θεματικά προγράμματα (2). Κατά τη διάρκεια του 2004 συνεχίστηκε η διαδικασία αναδιοργάνωσης του EuropeAid στις Βρυξέλλες, συγκεντρώνοντας τις προσπάθειες στην υποστήριξη και παρακολούθηση των αντιπροσωπειών σύμφωνα με το σύστημα μεταβίβασης εξουσιών.

 

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ

Εμβέλεια και φύση του ελέγχου

7.3.

Ο γενικότερος στόχος της ειδικής εκτίμησης ήταν η εξαγωγή συμπεράσματος σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων στον τομέα των εξωτερικών δράσεων (τομέας 4 των δημοσιονομικών προοπτικών του γενικού προϋπολογισμού). Ο έλεγχος του Συνεδρίου συνίστατο στην εξέταση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου που είναι σχεδιασμένα ούτως ώστε να εξασφαλίζουν τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων, με τη βοήθεια δοκιμαστικών ελέγχων των πράξεων, στις αντιπροσωπείες και στους φορείς υλοποίησης, καθώς και στην εξέταση των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων του γενικού διευθυντή του Europaid και του γενικού διευθυντή της ΓΔ ECHO.

 

7.4.

Όσον αφορά τα έργα που ελέγχθηκαν από το Συνέδριο, η Επιτροπή πραγματοποιεί προπληρωμές προς τους φορείς υλοποίησης διάφορων τύπων, όπως ΜΚΟ, υπουργεία, διεθνείς οργανισμοί κ.λπ. Η πιο συχνή χρήση των εν λόγω ενδιάμεσων οργανισμών για τη δημοσιονομική διαχείριση και τη λογιστική καταχώριση των σχεδίων καθώς και η απουσία εθνικών διατακτών είναι οι κύριες διαφορές στον τρόπο με τον οποίο υλοποιούνται οι δραστηριότητες σε σύγκριση με τα ΕΤΑ.

 

7.5.

Ο έλεγχος διενεργήθηκε στις κεντρικές υπηρεσίες της Επιτροπής, σε πέντε αντιπροσωπείες (Βοσνία, Καμπότζη, Καζαχστάν, Φιλιππίνες και Συρία) και σε 17 φορείς υλοποίησης. Αντικείμενο της εξέτασης και των δοκιμαστικών ελέγχων αποτέλεσαν οι τομείς που αναφέρονται στο σημείο 7.1. Η βοήθεια για την ανασυγκρότηση του Κοσσυφοπεδίου και μερικών χωρών της πρώην Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας αποτελεί αντικείμενο ξεχωριστού ετήσιου ελέγχου της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ανασυγκρότησης.

 

7.6.

Σε ό,τι αφορά τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου, το Συνέδριο επικέντρωσε το ενδιαφέρον της εξέτασής του στα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου που σχετίζονται με την ανάλυση κινδύνων που πραγματοποίησαν οι σχετικές υπηρεσίες, τις δομές πληροφόρησης και την υποβολή εκθέσεων στο πλαίσιο της δημοσιονομικής παρακολούθησης και ελέγχου, και στις λειτουργίες εσωτερικού ελέγχου του EuropeAid και της ECHO.

 

7.7.

Σημειώθηκαν καθυστερήσεις όσον αφορά τη διαβίβαση στο Ελεγκτικό Συνέδριο των εκθέσεων που είχαν καταρτίσει οι αντιπροσωπείες (ΕΔΕΒ — έκθεση για τη διαχείριση της εξωτερικής βοήθειας), οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για την προετοιμασία της ετήσιας έκθεσης δραστηριοτήτων του EuropeAid.

7.7.

Η Επιτροπή θα επιδιώξει να υπερνικήσει τις τεχνικές και διοικητικές δυσχέρειες που ανέκυψαν κατά τη διαβίβαση των εκθέσεων αυτών στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

7.8.

Το Συνέδριο καθυστέρησε σημαντικά στη διοργάνωση μιας επιτόπιας επίσκεψής του σε ένα σχέδιο στην Καμπότζη, διότι ο φορέας υλοποίησης, μια υπηρεσία του ΟΗΕ, δεν ήταν πρόθυμος να δεχτεί το δικαίωμα του Συνεδρίου στην πληροφορία σύμφωνα με τη ρήτρα επαλήθευσης της Δημοσιονομικής και Διοικητικής Συμφωνίας Πλαισίου μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των Ηνωμένων Εθνών. Κατά συνέπεια, μπορούσαν να διενεργηθούν μόνον περιορισμένες εργασίες.

7.8.

Η Επιτροπή είναι ενήμερη της παρεξήγησης που συνέβη και διευκόλυνε το δικαίωμα πρόσβασης του Ελεγκτικού Συνεδρίου συζητώντας το θέμα αυτό με τον εν λόγω οργανισμό.

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου

Υλοποίηση των εσωτερικών προτύπων ελέγχου

7.9.

Το 2002 τόσο το Γραφείο συνεργασίας EuropeAid όσο και η ΓΔ ECHO ολοκλήρωσαν την εκπόνηση του πλαισίου για την εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου, όπως αυτά καθορίστηκαν από την Επιτροπή στις 13 Δεκεμβρίου 2000 (3). Προς υποστήριξη της καθιέρωσης των προτύπων εκδόθηκαν ή ενημερώθηκαν οδηγίες και κατευθυντήριες γραμμές και διοργανώθηκαν εκτεταμένα προγράμματα κατάρτισης, ιδίως σχετικά με τις διοικητικές και δημοσιονομικές διαδικασίες. Το 2004, η απαίτηση συμμόρφωσης προς τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου επεκτάθηκε και στις αντιπροσωπείες. Σύμφωνα με το Γραφείο συνεργασίας EuropeAid, όλες οι βασικές απαιτήσεις, όπως προσαρμόστηκαν για τις αντιπροσωπείες, είχαν υλοποιηθεί στις 31 Δεκεμβρίου 2004. Οι έλεγχοι του Συνεδρίου επιβεβαιώνουν την αναφορά του γενικού διευθυντή στην έτησια έκθεση δραστηριοτήτων ότι χρειάζονται ακόμη βελτιώσεις τόσο στις κεντρικές υπηρεσίες της Επιτροπής όσο και στις αντιπροσωπείες (βλ. σημεία 7.17-7.27).

 

Γενική Διεύθυνση «Ανθρωπιστική Βοήθεια (ECHO)»

Αξιολόγηση κινδύνων

7.10.

Η ΓΔ ECHO προέβη σε ικανοποιητική αυτοαξιολόγηση των κινδύνων, συνάγοντας ορθά το συμπέρασμα ότι πολλοί κίνδυνοι στον τομέα της ανθρωπιστικής βοήθειας ήταν εκτός του πεδίου ελέγχου της, με εξαίρεση την ποιότητα των εταίρων υλοποίησης. Συνεπείς με τα προηγούμενα έτη, οι προσπάθειες μείωσης των κινδύνων επικεντρώθηκαν στη διαδικασία επιλογής των εταίρων υλοποίησης καθώς και σε ένα αυστηρό σύστημα ελέγχων όσων επιλέγονται.

 

Έλεγχος των εταίρων υλοποίησης

7.11.

Η ΓΔ ECHO εφαρμόζει μια συνολική προσέγγιση ελέγχου των εταίρων υλοποίησης. Οι έλεγχοι αξιολόγησαν τομείς όπως την οργάνωση, τις διαδικασίες και τους εσωτερικούς ελέγχους των εταίρων υλοποίησης, καθώς και τα λογιστικά και οικονομικά συστήματα, τη διαχειριστική νοοτροπία και τα συστήματα πρόσληψης προσωπικού. Τούτο συμπληρώθηκε με λεπτομερή έλεγχο των δαπανών για έργα που υλοποιούσαν οι εταίροι.

 

7.12.

Το 2004 η ΓΔ ECHO ολοκλήρωσε 130 ελέγχους, εκ των οποίων οι 70 είχαν πραγματοποιηθεί στα κεντρικά γραφεία των εταίρων υλοποίησης. Οι εν λόγω 70 έλεγχοι, οι οποίοι είχαν ανατεθεί σε εξωτερικούς ελεγκτές, αντιπροσώπευουν 344 σχέδια που είχαν αποπερατωθεί μεταξύ 1998 και 2003. Οι υπόλοιποι 60 έλεγχοι σχετίζονται με σχέδια που ελέγχθηκαν επί τόπου (28 εκθέσεις), επιχορηγήσεις (19 εκθέσεις) και γραφεία της ΓΔ ECHO (13 εκθέσεις). Το Συνέδριο αρχικά εξέτασε 20 εκθέσεις ελεγκτών, 13 από τις οποίες είχαν καταρτιστεί από εξωτερικούς ελεγκτές. Στη συνέχεια το Συνέδριο εξέτασε την ποιότητα των εξωτερικών ελέγχων πραγματοποιώντας επίσκεψη στα κεντρικά γραφεία Ευρώπης τριών εταίρων υλοποίησης και ελέγχοντας δύο έργα σε καθένα. Τούτο οδήγησε στις ακόλουθες παρατηρήσεις:

7.12.

 

α)

Τα συχνότερα συμπεράσματα που αναφέρουν οι εξωτερικοί ελεγκτές είναι η έλλειψη δικαιολόγησης δαπανών υπό μορφή δικαιολογητικών εγγράφων. Αυτός ήταν ο κύριος λόγος απόρριψης της δαπάνης στον εταίρο υλοποίησης. Με τις επισκέψεις του Συνεδρίου στους φορείς υλοποίησης επιβεβαιώθηκε ότι η έλλειψη δικαιολογητικών εγγράφων είναι η κύρια πηγή λαθών, αλλά επίσης αποκαλύφθηκε ότι οι εξωτερικοί ελεγκτές δεν την επισημαίνουν πάντοτε όταν περιλαμβάνεται στα δείγματά τους.

α)

Η παρατήρηση του Συνεδρίου βασίζεται σε έναν από τους πρώτους ελέγχους που διενεργήθηκαν από εξωτερικό ελεγκτή στον οποίο, την εποχή εκείνη, είχε μόλις ανατεθεί η διενέργεια ελέγχων. Έκτοτε, η Επιτροπή επανεξετάζει και διευκρινίζει, σε συνεχή βάση, τα θέματα τα οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει η έκθεση των εξωτερικών ελεγκτών.

β)

Ο εξωτερικός ελεγκτής βρήκε μόνο μία περίπτωση μη τήρησης των κανόνων πρόσκλησης υποβολής προσφορών, αλλά κατά την πλειοψηφία των ελέγχων δεν διενεργήθηκε επαλήθευση σε βάθος της πρόσκλησης υποβολής προσφορών. Το Συνέδριο διαπίστωσε σφάλματα στις προσκλήσεις υποβολής προσφορών τεσσάρων από τα έξι έργα των εταίρων υλοποίησης που ελέγχθηκαν.

β)

Έως τα μέσα του 2004, ο έλεγχος των διαδικασιών ανάθεσης των συμβάσεων από την Επιτροπή περιοριζόταν στην επαλήθευση της ύπαρξης της επιλεγείσας προσφοράς. Για να αντιμετωπίσει την αδυναμία που εντοπίστηκε, η Επιτροπή επέκτεινε του ελέγχους στην επαλήθευση των προσφορών οργανισμών που δεν έχουν επιλεγεί στο πλαίσιο του διαγωνισμού.

7.13.

Οι εταίροι υλοποίησης δεσμεύτηκαν να εφαρμόσουν τις συστάσεις που διατυπώθηκαν στο πρόγραμμα ελέγχου της ΓΔ ECHO για τη βελτίωση των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου. Ένα σύνολο ύψους 0,5 εκατομμυρίων ευρώ θεωρήθηκε από την Επιτροπή ότι δεν ήταν κόστος επιλέξιμης δαπάνης και εκδόθηκαν εντολές επανείσπραξης. Τα παραπάνω αποτελέσματα δείχνουν ότι οι έλεγχοι των φορέων υλοποίησης μπορούν να είναι αποτελεσματικό μέσο των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου της ΓΔ ECHO.

 

7.14.

Η φύση τόσο των παρατηρήσεων, εφόσον διατυπώνονται στις εν λόγω εκθέσεις ελέγχου, όσο και των σφαλμάτων που βρέθηκαν στη δαπάνη, κατά τη διάρκεια των ίδιων των επαληθεύσεων του Συνεδρίου, αντιστοιχούν ευρέως με τα αποτελέσματα του ελέγχου όταν γίνεται δοκιμαστικός έλεγχος των συναλλαγών σε επίπεδο φορέων υλοποίησης (βλ. σημεία 7.31 και 7.32).

 

Κλιμάκιο εσωτερικού ελέγχου

7.15.

Μία μόνο μονάδα του κλιμακίου εσωτερικού ελέγχου έχει την ευθύνη της ΓΔ ECHO και του EuropeAid. To 2004 διενήργησε τις αξιολογήσεις του φόρτου εργασίας των μονάδων της ΓΔ ECHO (βλ. επίσης σημείο 7.22 γι' αυτό το ζήτημα).

 

Γραφείο συνεργασίας EuropeAid σε κεντρικό επίπεδο

Παρακολούθηση των παρατηρήσεων σχετικά με το έτος 2003

7.16.

Στην ετήσια έκθεσή του για το 2003 (σημεία 7.18, 7.19, 7.21, 7.22 και 7.23), το Συνέδριο παρατήρησε ότι όλες οι γενικές διευθύνσεις δεν διενήργησαν ελέγχους στις αντιπροσωπείες τους, οι κεντρικές υπηρεσίες δεν λάβαιναν πληροφορίες, σε συνεχή βάση, για τους ελέγχους που είχαν δρομολογήσει οι αντιπροσωπείες τους, η μονάδα του κλιμακίου εσωτερικού ελέγχου δεν είχε αρκετούς πόρους ώστε να εξασφαλίσει το είδος εργασίας που θα αποτελούσε αρωγή στον γενικό διευθυντή στην κατάρτιση της ετήσιας δήλωσής του, δεν υπήρχαν ενδείξεις συνεργασίας μεταξύ των κεντρικών υπηρεσιών στην πραγματοποίηση επαληθεύσεων εκ των υστέρων και ότι το EuropeAid δεν παρακολουθούσε συστηματικά τα στοιχεία για τις ανακτήσεις ποσών και τις μη εκκαθαρισθείσες προκαταβολές. Η κύρια βελτίωση το 2004 ήταν ότι η μονάδα Προγραμματισμού, εσωτερικού ελέγχου και κατασταλτικού ελέγχου ανέλαβε αποκλειστική ευθύνη για τους κατασταλτικούς ελέγχους (βλ. σημείο 7.23). Όσον αφορά τις άλλες πτυχές, χρειάζονται περισσότερες βελτιώσεις όπως εξηγείται στα ακόλουθα σημεία. Βλ. πίνακα 7.1 .

7.16.

Από το 2003, η Επιτροπή έχει λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για τη βελτίωση της γενικής στρατηγικής που ακολουθεί όσον αφορά τους ελέγχους και για το σαφέστερο καθορισμό της γενικής στρατηγικής της όσον αφορά την εποπτεία και τον έλεγχο, και ιδίως των αρμοδιοτήτων και των καθηκόντων των κεντρικών υπηρεσιών και των αντιπροσωπειών.

Η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της EuropeAid το Μάρτιο του 2005 στοχεύει στην περαιτέρω ενίσχυση του ρόλου της προς την κατεύθυνση της εποπτείας, του συντονισμού και της στήριξης της αποκεντρωμένης διαχείρισης στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής. Επιπλέον, τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής αποβλέπουν στη διασφάλιση της τήρησης των συμβατικών υποχρεώσεων από τους εταίρους μας και η Επιτροπή προτίθεται να ενισχύσει περαιτέρω τη λειτουργία του συστήματός της για τη διαχείριση των πληροφοριών.

Πίνακας 7.1

α) Αξιολόγηση εκ μέρους του Συνεδρίου των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου κατά το 2004

 

ΓΔ Ανθρωπιστική Βοήθεια (ECHO)

Γραφείο συνεργασίας EuropeAid

Αντιπροσωπείες

Γενικός σχεδιασμός

A

B

Διαδικασίες και εγχειρίδια

A

A

A

Λειτουργία στην πράξη

A

B (4)

B (4)

Εσωτερικοί έλεγχοι

B (5)

B (5)

B (5)

Εκθέσεις των υπευθύνων διαχείρισης

A

B (4)

B


β) Αξιολόγηση εκ μέρους του Συνεδρίου των εξωτερικών ελέγχων σε επίπεδο φορέων που υλοποιούν έργα χρηματοδοτούμενα από το EuropeAid

Ποιότητα των ελέγχων

A

Ποσότητα των ελέγχων

B (6)

Καθορισμός των πλαισίων της εντολής

B (7)

Συμμετοχή της Επιτροπής στο διορισμό ελεγκτών

B (7)

Ενσωμάτωση των διαδικασιών δημόσιων διαγωνισμών στο πεδίο ελέγχου

B (7)

Αναφορά των αποτελεσμάτων της επισκόπησης των λογιστικών συστημάτων

C

Αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη χρήση και την παρακολούθηση των εκθέσεων ελέγχου

B


Επεξήγηση δεικτών

Κλίμακα αξιολόγησης των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

Λειτουργεί καλά. Χρειάζονται μερικές ή δευτερεύουσας σημασίας βελτιώσεις

A

Λειτουργεί, αλλά χρειάζονται βελτιώσεις

B

Δεν λειτουργεί κατά τον επιθυμητό τρόπο

C


γ) Σημαντικοί τομείς που παρακολούθησε το Ελεγκτικό Συνέδριο το 2004

 

ΓΔ Ανθρωπιστική Βοήθεια (ECHO)

Γραφείο Συνεργασίας EuropeAid

Αντιπροσωπείες

Ανάλυση κινδύνων σχετικά με την εκτέλεση

Πραγματοποίηση ανάλυσης όπως και κατά τα προηγούμενα έτη.

Τον Ιανουάριο του 2005 περάτωσε την αυτοαξιολόγηση του 2004.

Συστήματα υποβολής εκθέσεων

Τήρηση καλών προτύπων.

Τα συστήματα υποβολής εκθέσεων βελτιώνονται συγκριτικά με το 2003, χρειάζονται όμως περαιτέρω ανάπτυξη:

η ενότητα CRIS-Audit δεν συνδέθηκε με τις πληροφορίες των υπεύθυνων διαχείρισης

οι εκθέσεις διαχείρισης εξωτερικών δράσεων (EAMRs) δεν είναι πλήρεις.

Οι αντιπροσωπείες υπέβαλαν εκθέσεις τρεις φορές κατά τη διάρκεια του έτους.

Σχεδιασμός των εξωτερικών ελέγχων και των μηχανισμών ελέγχου

Πλήρης εφαρμογή.

Εκπονήθηκε έγγραφο στρατηγικής το 2004.

Υλοποίηση εξωτερικών ελέγχων και παρακολούθηση

Διενέργεια και παρακολούθηση ελέγχων. Να δοθούν πιο σαφείς εντολές.

Διενέργεια περισσότερων ελέγχων· το πλαίσιο της εντολής και η παρακολούθηση χρειάζονται βελτίωση.

Αξιολόγηση κινδύνων

7.17.

Από την αυτοαξιολόγηση κινδύνων του 2004, που ολοκληρώθηκε τον Ιανουάριο του 2005 για το ετήσιο σχέδιο διαχείρισης, το EuropeAid απέκτησε ένα γενικό κατάλογο με κινδύνους κλειδιά. Ωστόσο, δεν θεώρησε τους φορείς υλοποίησης ως το επίπεδο όπου υπάρχουν υψηλότεροι δημοσιονομικοί κίνδυνοι (βλ. σημείο 7.32).

7.17.

Δεν πρόκειται για τη μοναδική μορφή αξιολόγησης κινδύνων που πραγματοποιείται από την EuropeAid.

Ο δημοσιονομικός κίνδυνος στο επίπεδο των φορέων υλοποίησης εξετάζεται κατά την επιλογή και χρηματοδότηση έργων και προγραμμάτων, όταν αναλύονται οι περιορισμοί και οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την επιτυχή υλοποίηση του έργου/προγράμματος, συμπεριλαμβανομένων των θεμάτων βιωσιμότητας (ικανότητα του τελικού δικαιούχου). Η τακτική παρακολούθηση επιτρέπει στην Επιτροπή να λάβει τα απαιτούμενα μέτρα για τη διόρθωση ή την αναπροσαρμογή των έργων.

Ενημέρωση και κατάρτιση εκθέσεων

7.18.

Η πλειοψηφία των δημοσιονομικών στοιχείων που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της παρακολούθησης προέρχονται από το σύστημα πληροφοριών του EuropeAid [Common Relex Information System (CRIS)]. Οι δημοσιονομικές πληροφορίες επικεντρώνονται στις αποφάσεις, στη σύναψη συμβάσεων, στις αναλήψεις υποχρεώσεων και στις πληρωμές που γίνονται στο επίπεδο της Επιτροπής.

 

7.19.

Επιπλέον, εφόσον η διαχείριση και η υλοποίηση των δράσεων ανάπτυξης μεταβιβάστηκε κατά μεγάλο μέρος στις αντιπροσωπείες, ζητείται από τις τελευταίες να διαβιβάζουν έκθεσεις για τη διαχείριση της εξωτερικής βοήθειας (EΔΕΒ), στις κεντρικές υπηρεσίες του EuropeAid, οι οποίες περιλαμβάνουν επίσης πτυχές εσωτερικού ελέγχου. Σε δείγμα 13 εκθέσεων ΕΔΕΒ που κάλυπταν το 2004 και ελέγχθηκαν από το Συνέδριο, τα στοιχεία που αφορούσαν τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου παρουσιάζονταν μόνο σε πέντε από τις εκθέσεις και σε μία μόνο έκθεση υπήρχαν στοιχεία για τα αποτελέσματα των ελέγχων των οποίων τη διεξαγωγή ζήτησε η αντιπροσωπεία.

7.19.

Όσον αφορά την υλοποίηση των προτύπων εσωτερικού ελέγχου στις αντιπροσωπείες, οι εκθέσεις διαχείρισης εξωτερικών δράσεων «απαιτούν» από τις αντιπροσωπείες να επισημαίνουν τα σημαντικότερα θέματα όσον αφορά την περίοδο και τις πρωτοβουλίες που θα πρέπει να ληφθούν. Επιπλέον, δεν ζητείται από τις αντιπροσωπείες να κοινοποιούν στις κεντρικές υπηρεσίες όλα τα αποτελέσματα των διενεργούμενων εσωτερικών ελέγχων, αλλά να επισημαίνουν βασικά στοιχεία που μπορούν να συμβάλουν στη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων.

Δημοσιονομική παρακολούθηση

7.20.

Οι δημοσιονομικές μονάδες των τεσσάρων γεωγραφικών διευθύνσεων, οι οποίες διαχειρίζονται ενέργειες των οποίων η ευθύνη έχει ανατεθεί στις αντιπροσωπείες (8), διενεργούσαν διαφορετικής έκτασης ελέγχους των αντιπροσωπειών τους υπό μορφή εξέτασης των δημοσιονομικών συστημάτων τους για την επεξεργασία πράξεων, του συστήματος σύναψης συμβάσεων και των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου, που συμπληρώνονταν από έναν έλεγχο πράξεων που επεξεργάζονταν οι αντιπροσωπείες. Μόνο δύο διευθύνσεις διέθεταν πρόγραμμα για τον τακτικό έλεγχο των αντιπροσωπειών. Όπως αναγράφεται στην ετήσια έκθεση του προηγούμενου έτους, μια τέτοιου είδους προσέγγιση θα πρέπει να επεκταθεί σε όλες τις διευθύνσεις.

7.20.

Όπως αναφέρεται στην απάντηση στο σημείο 7.18 της έκθεσης του προηγούμενου έτους, όλες οι αντιπροσωπείες αποτέλεσαν το αντικείμενο συστηματικής επαλήθευσης πριν από την υλοποίηση της αποκέντρωσης αυτής (2001-2004). Για την κάλυψη των απαιτήσεων των υπηρεσιών όσον αφορά την παρακολούθηση των αποκεντρωμένων δραστηριοτήτων των αντιπροσωπειών μπορούν να χρησιμοποιηθούν διάφοροι συνδυασμοί επαληθεύσεων, επιθεωρήσεων και ελέγχων.

Πρόθεση της EuropeAid είναι να χρησιμοποιήσει ευρύτερα ορθές πρακτικές για τις εν λόγω αξιολογήσεις, βάσει της κτηθείσας πείρας.

Έλεγχος των φορέων υλοποίησης

7.21.

Το 2004 δρομολογήθηκαν 143 έλεγχοι σχεδίων από τις διάφορες διευθύνσεις του EuropeAid, στα πλαίσια του προγράμματος ελέγχων για το 2004. Οι περισσότεροι έλεγχοι βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη στις αρχές του 2005. Οι εν λόγω έλεγχοι αναλήφθηκαν επιπλέον των ελέγχων που διενεργούνταν εκ μέρους των αντιπροσωπειών εκτός του ετήσιου προγράμματος ελέγχου ή τους ανέθεταν απευθείας οι φορείς υλοποίησης. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα γραφεία των κεντρικών υπηρεσιών δεν διέθεταν σε συνεχή βάση τα στοιχεία για τους ελέγχους που δρομολογήθηκαν από τις αντιπροσωπείες. Το «CRIS audit», μια ενότητα που θα περιείχε πλήρη στοιχεία για τους ελέγχους, ενσωματώθηκε στο σύστημα δημοσιονομικών πληροφοριών CRIS του EuropeAid, αλλά τα δεδομένα δεν είναι πλήρη και θα πρέπει να συνδεθούν καταπειγόντως στο αντίστοιχο έργο παρακολούθησης των πληροφοριών με στόχο να διευθετηθεί μια διαρκής παρακολούθηση των απαιτήσεων της νομιμότητας και της κανονικότητας.

7.21.

Οι αντιπροσωπείες οφείλουν πλέον να συμπεριλαμβάνουν στις εκθέσεις διαχείρισης εξωτερικών δράσεων τις οποίες διαβιβάζουν αναφορά σχετικά με τους ελέγχους που διενεργήθηκαν από τις ίδιες. Το σύστημα αυτό επέτρεψε στις κεντρικές υπηρεσίες να λαμβάνουν τακτικά κατά τη διάρκεια του 2004 στοιχεία για τους ελέγχους.

Είναι πλέον εφικτή η σύνδεση των δεδομένων για τους ελέγχους του συστήματος δημοσιονομικών πληροφοριών CRIS με τις αντίστοιχες πληροφορίες για τα έργα.

Κλιμάκιο εσωτερικού ελέγχου

7.22.

Η μονάδα του κλιμακίου εσωτερικού ελέγχου το 2004 προέβη σε ενημέρωση των επισκοπήσεων που πραγματοποίησε στα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου, διατυπώνοντας πολύ καίριες συστάσεις για την ανάληψη περισσότερο λεπτομερών αναλύσεων κινδύνων και για βελτιώσεις των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου, και εξέδωσε δύο εκθέσεις σχετικά με ειδικά θέματα. Η μονάδα προέβη επίσης στην περάτωση εκθέσεων αξιολόγησης του φόρτου εργασίας δύο αντιπροσωπειών. Όπως ήδη διατυπώθηκε στην ετήσια έκθεση του 2003, είναι αμφίβολο αν οι εν λόγω αξιολογήσεις πρέπει να πραγματοποιούνται από τη μονάδα του κλιμακίου εσωτερικού ελέγχου, λαμβάνοντας υπόψη το πολύ περιορισμένο διαθέσιμο προσωπικό. Η προτεραιότητα της μονάδας του κλιμακίου εσωτερικού ελέγχου θα πρέπει να προσανατολιστεί προς την αξιολόγηση των συστημάτων που θα πρέπει να διασφαλίζουν τη νομιμότητα και κανονικότητα των πράξεων και προς την ενίσχυση του γενικού διευθυντή για τη διαμόρφωση μιας σωστά θεμελιωμένης ετήσιας δήλωσης, ιδίως σχετικά με την ποιότητα των διαδικασιών ελέγχου και των συστημάτων κατάρτισης εκθέσεων τόσο σε επίπεδο κεντρικών υπηρεσιών όσο και σε επίπεδο αντιπροσωπειών.

7.22.

Η ανακοίνωση της Επιτροπής για τη δημιουργία κλιμακίων εσωτερικού ελέγχου προβλέπει γι’ αυτά τρεις στόχους: οι δύο απ’ αυτούς συνδέονται με τον έλεγχο των κινδύνων και το σύστημα εσωτερικού ελέγχου και ο τρίτος με τη διατύπωση συστάσεων για τη βελτίωση της απόδοσης και της αποτελεσματικότητας των χρησιμοποιούμενων μέσων και πόρων.

Η αξιολόγηση του φόρτου εργασίας στην οποία προέβησαν τα κλιμάκια εσωτερικού ελέγχου ανταποκρίνονται στον τρίτο στόχο. Η διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού είχε επισημανθεί ως κίνδυνος από τη EuropeAid στην αυτοαξιολόγηση κινδύνων στην οποία είχε προβεί και με την ανακοίνωση του Ιανουαρίου του 2004 για τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων είχε ζητηθεί από τα κλιμάκια εσωτερικού ελέγχου της Relex να προβαίνουν σε από κοινού έλεγχο της αξιολόγησης του φόρτου εργασίας στις αντιπροσωπείες στις οποίες έχουν μεταβιβαστεί αρμοδιότητες προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το προσωπικό επαρκεί για τη διεκπεραίωση του νέου αυξημένου φόρτου εργασίας.

Κατασταλτικοί έλεγχοι

7.23.

Η μονάδα «Προγραμματισμού, εσωτερικών ελέγχων και κατασταλτικών ελέγχων» διενήργησε δειγματοληπτικούς ελέγχους στις πληρωμές που πραγματοποίησε το EuropeAid κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2004. Το χαμηλό επίπεδο των σφαλμάτων που βρέθηκαν επιβεβαιώθηκε και από τις εργασίες του Συνεδρίου επί αυτού του είδους πράξεων (βλ. σημείο 7.29).

 

Έλεγχοι των πράξεων

7.24.

Οι κεντρικές υπηρεσίες του EuropeAid καθώς και οι αντιπροσωπείες διενεργούν επαληθεύσεις και ελέγχους των πράξεων που διενεργούνται στο επίπεδό τους. Σε μερικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι αιτήσεις πληρωμής συνοδεύονται από έκθεση ενός εξωτερικού ελεγκτή ο οποίος βεβαιώνει την εν λόγω δαπάνη ή έχουν υποβληθεί σε επιτόπιο έλεγχο από τους υπαλλήλους της Επιτροπής, η Επιτροπή εκτιμά αν οι υποκείμενες πράξεις που διενεργήθηκαν από τους φορείς υλοποίησης είναι στην ουσία νόμιμες και κανονικές. Σε άλλες περιπτώσεις, η Επιτροπή βασίζεται σε έγγραφα που παρουσιάζουν οι φορείς υλοποίησης, και αυτή ελέγχει μόνον αν η αίτηση πληρωμής είναι εύλογη βάσει των όρων της σύμβασης ή της χρηματοδοτικής συμφωνίας και εντός του πλαισίου του προβλεπόμενου προϋπολογισμού.

7.24.

Τα συστήματα παρακολούθησης και ελέγχου της Επιτροπής αποβλέπουν στη διασφάλιση της συμμόρφωσης των συμβατικών εταίρων προς τις συμβατικές απαιτήσεις σύμφωνα με το δημοσιονομικό κανονισμό.

Οι εξωτερικοί έλεγχοι παρέχουν μια ανεξάρτητη διασφάλιση της ποιότητας των συστημάτων διαχείρισης που προβλέπονται για την υλοποίηση ενός έργου και της επιλεξιμότητας των πραγματοποιηθεισών δαπανών. Διατάξεις όσον αφορά τους ελέγχους (πιστοποίηση των λογαριασμών για ορισμένα είδη δαπανών ή για το σύνολο των δαπανών) περιέχονται στις συμφωνίες και τις συμβάσεις χρηματοδότησης.

Οι συμπληρωματικές επαληθεύσεις και έλεγχοι όσον αφορά τους συμβατικούς εταίρους διενεργούνται βάσει ανάλυσης κινδύνων εφόσον, σε πολλές περιπτώσεις, η διεξοδική εξέταση του συνόλου των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου θα ήταν δυσανάλογη εάν επρόκειτο να προστεθεί στους συνήθεις ελέγχους όσον αφορά τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πληρωμών.

Δημοσιονομικές διαδικασίες και έλεγχοι έχουν προβλεφθεί με στόχο την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ του επιπέδου κινδύνου και των διενεργούμενων ελέγχων, λαμβάνοντας υπόψη τους διαφορετικούς τρόπους διαχείρισης.

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου σε επίπεδο αντιπροσωπειών

7.25.

Το Συνέδριο επισκέφθηκε πέντε αντιπροσωπείες (Βοσνία, Καμπότζη, Καζαχστάν, Φιλιππίνες και Συρία) προκειμένου να αξιολογήσει τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου και να ελέγξει έναν αριθμό πράξεων για τις οποίες το EuropeAid αποτελούσε τον κύριο διατάκτη. Η εξέταση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου στις αντιπροσωπείες έδειξε ότι οι διαδικασίες που εφαρμόστηκαν επαρκούσαν γενικώς για να εξασφαλίσουν ότι οι δεσμεύσεις και οι πληρωμές που επεξεργάστηκε η Επιτροπή ήταν νόμιμες και κανονικές.

 

7.26.

Γενικά, η χρήση και οι διαδικασίες διορισμού εξωτερικών ελεγκτών προβλέπονται στις συμφωνίες χρηματοδότησης έργων. Τέτοιες προβλέψεις συχνά εκφράζονταν με ασάφεια στις συμφωνίες χρηματοδότησης των οποίων τις εξωτερικές εκθέσεις εξέτασε το Συνέδριο. Η απουσία σαφών οδηγιών άφησε στο φορέα υλοποίησης ένα ευρύ πεδίο υιοθέτησης ποικίλων προσεγγίσεων για την επιλογή των εξωτερικών ελεγκτών και για τον καθορισμό των στόχων τους.

7.26.

Κατά τα τελευταία έτη, η χρήση τυποποιημένων συμβατικών εγγράφων (συμβάσεις επιχορήγησης και συμφωνίες χρηματοδότησης) συνέβαλε στην ποιοτική βελτίωση του ελέγχου που διενεργεί η Επιτροπή. Οι συμβατικές διατάξεις για τους «ελέγχους πιστοποίησης» έχουν επίσης βελτιωθεί. Για παράδειγμα, για τη συνεχή βελτίωση του ελέγχου όσον αφορά την επιλογή των ελεγκτών από τους δικαιούχους και τους φορείς υλοποίησης, η Επιτροπή προτίθεται να εισαγάγει κατάλληλους όρους σχετικά με τα βασικά κριτήρια για την επιλογή των ελεγκτών, στο πλαίσιο μιας τυποποιημένης εντολής για τους ελέγχους, με τα οποία οι δικαιούχοι και οι φορείς υλοποίησης θα πρέπει να συμμορφώνονται κατά την επιλογή των ελεγκτών και τη σύναψη συμβάσεων μ’ αυτούς.

7.27.

Στις χώρες τις οποίες επισκέφθηκε το Συνέδριο, επιθεωρήθηκαν 14 εκθέσεις εξωτερικού ελέγχου έργων (13 είχαν ζητηθεί από τους φορείς υλοποίησης και μία από την Επιτροπή). Εξ αυτών, 12 αφορούσαν έργα που επιθεωρήθηκαν επιτόπου από το Συνέδριο. Για δύο από τους 14 εξωτερικούς ελέγχους δεν υπήρχαν γραπτοί όροι εντολής. Όσον αφορά τους υπόλοιπους 12, η επιθεώρηση του Συνεδρίου, μαζί με τα αποτελέσματα των ελέγχων που διενεργήθηκαν για ορισμένα έργα που υπήρξαν αντικείμενο των εν λόγω εξωτερικών ελέγχων, έδειξαν ότι οι εκθέσεις εξωτερικού ελέγχου ήταν ικανοποιητικής ποιότητας σε σχέση με το τι προβλεπόταν στους όρους της εντολής τους. Εντούτοις, μόνο μία, την οποία είχε συντάξει ελεγκτής με τον οποίο είχε συνάψει συμφωνία ο φορέας υλοποίησης, ανέφερε ρητά ότι έπρεπε να πληρούται η συμφωνία με τις απαιτήσεις χρηματοδότησης της ΕΕ. Όπως ήταν αναμενόμενο, τα συμπεράσματα των ελέγχων επιβεβαιώθηκαν με την ίδια την εργασία του Συνεδρίου, ενώ στην περίπτωση οκτώ από τις 12 εκθέσεις εξωτερικού ελέγχου των έργων που ελέγχθηκαν επί τόπου από το Συνέδριο, το Συνέδριο ανακάλυψε σφάλματα που δεν είχαν επισημανθεί από τους εξωτερικούς ελεγκτές.

7.27.

Η EuropeAid εκδίδει αναθεωρημένη έκδοση του πρακτικού οδηγού για τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται όσον αφορά τις συμβάσεις εξωτερικής βοήθειας της ΕΚ. Η αναθεωρημένη τυποποιημένη σύμβαση επιχορήγησης θα περιλαμβάνει συγγραφή υποχρεώσεων που θα πρέπει να χρησιμοποιούν οι δικαιούχοι. Στην εν λόγω συγγραφή υποχρεώσεων θα επισημαίνεται η συμμόρφωση με τους όρους της σύμβασης, περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις και την επιλεξιμότητα. Θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ της τυποποιημένης συγγραφής υποχρεώσεων του είδους αυτού και των όρων εντολής για τους ελέγχους που διενεργούνται από την Επιτροπή, οι οποίοι μπορούν να συντάσσονται κατά περίπτωση.

Έλεγχος πράξεων

Έλεγχος πράξεων που διενεργήθηκε σε επίπεδο αντιπροσωπειών

7.28.

Σε κάθε αντιπροσωπεία την οποία επισκέφθηκε το Συνέδριο, διενεργήθηκε έλεγχος σε δείγμα πράξεων εκείνου του επιπέδου. Οι έλεγχοι περιλάμβαναν 30 πληρωμές (για συνολικό ποσό 8,4 εκατομμυρίων ευρώ) και 10 διαγωνισμούς (για συνολικό ποσό 12,7 εκατομμυρίων ευρώ).

 

7.29.

Η εργασία που διεξήχθη από το Συνέδριο επί των πληρωμών που διενεργήθηκαν προς τους φορείς υλοποίησης κατέδειξε μόνο χαμηλό επίπεδο σφαλμάτων.

 

Έλεγχος πράξεων που διενεργήθηκε σε επίπεδο φορέων υλοποίησης

7.30.

Το Συνέδριο διενήργησε επιτόπου ελέγχους 17 έργων σε επίπεδο φορέων υλοποίησης, όπου ελέγχθηκε ένα δείγμα 237 πράξεων συνολικά με σκοπό να συναγάγει συμπεράσματα για τη νομιμότητα και την κανονικότητά τους, καθώς επίσης και για να επιβεβαιωθεί η λειτουργία των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου τους.

 

7.31.

Οι έλεγχοι των έργων από το Συνέδριο κατέδειξαν, σε τρεις από τους 17 φορείς υλοποίησης τους οποίους επισκέφθηκε επιτόπου, αδυναμίες στους εσωτερικούς τους ελέγχους που οφείλονται στην έλλειψη κατάλληλου διαχωρισμού των καθηκόντων μεταξύ έγκρισης πληρωμών και λογιστικής καταχώρισης πληρωμών.

7.32.

Βρέθηκε σημαντικός αριθμός σφαλμάτων, από άποψη συχνότητας εμφάνισης και σημαντικής επίπτωσης επί της δαπάνης, στις πράξεις που εξετάστηκαν σε 11 από τα έργα που ελέγχθηκαν. Οι περισσότεροι τύποι σφαλμάτων αφορούσαν μη τήρηση των καθορισμένων διαδικασιών σύναψης συμβάσεων (αντιμετωπίστηκαν σε οκτώ έργα από τα 17 που ελέγχθηκαν επί τόπου), ανεπάρκεια δικαιολογητικών εγγράφων (πέντε από 17) και μη επιλέξιμες δαπάνες (τέσσερα από 17).

7.31-7.32.

Κατά τα τελευταία έτη, η Επιτροπή έχει λάβει μέτρα για την κάλυψη των αδυναμιών όσον αφορά την εφαρμογή των συμβατικών διαδικασιών από τους φορείς υλοποίησης, με την εισαγωγή τυποποιημένων συμβάσεων αλλά και εκθέσεων ελέγχου σύμφωνα με τις οποίες οι ελεγκτές είναι υποχρεωμένοι να ελέγχουν την τήρηση των εφαρμοστέων κανόνων από τους δικαιούχους. Η Επιτροπή αναθεωρεί επί του παρόντος το υπόδειγμα των εκθέσεων ελέγχου και επεξεργάζεται βελτιωμένους όρους εντολής για τους ελεγκτές.

Ανάλυση των ετήσιων εκθέσεων και των δηλώσεων των κυρίων διατακτών

7.33.

Το Συνέδριο εξέτασε τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων και τις δηλώσεις του γενικού διευθυντή του EuropeAid και του γενικού διευθυντή της ΓΔ ECHO. Η επιθεώρηση επικεντρώθηκε στα μέρη των εκθέσεων που αφορούσαν την παρακολούθηση από την Επιτροπή των συστάσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου, των εσωτερικών ελεγκτών της Επιτροπής και των δράσεων που διατυπώθηκαν στο πρόγραμμα δράσης της Επιτροπής [συνημμένο στη σύνθεση των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων για το 2003 (9), καθώς και στα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου. Το Συνέδριο εξέτασε εάν και σε ποιο βαθμό οι δηλώσεις που αφορούν τις διαδικασίες ελέγχου που θεσπίστηκαν για τη διασφάλιση της νομιμότητας και κανονικότητας των υποκείμενων πράξεων στις οποίες προέβησαν οι γενικοί διευθυντές ήταν δικαιολογημένες και βασίζονταν σε επαρκή τεκμήρια.

 

7.34.

Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στις εκθέσεις ήταν ακριβή και ότι απεικόνιζαν σωστά τις πραγματοποιηθείσες δραστηριότητες κατά την παρακολούθηση των προγραμμάτων δράσης και την εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου. Τόσο η ΓΔ ECHO όσο και το EuropeAid προέβησαν σε σωστές ενέργειες για την αντιμετώπιση αδυναμιών που εντοπίστηκαν το 2003 και για τη συμπλήρωση και βελτίωση της συμφωνίας με τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου.

 

7.35.

Από τον Ιανουάριο του 2004 οι αντιπροσωπείες είναι υποχρεωμένες να υποβάλλουν έκθεση στις κεντρικές υπηρεσίες σχετικά με τους εξωτερικούς ελέγχους που διεξήχθησαν, καθώς και με θέματα που αφορούν τη νομιμότητα και την κανονικότητα και τις σχετικές δράσεις που έχουν αναληφθεί. Εντούτοις, στο δείγμα που ελέγχθηκε από το Συνέδριο, αυτό δεν γινόταν πάντοτε κατά πάγιο τρόπο (βλ. σημείο 7.19).

7.35.

Η Επιτροπή παραπέμπει στην απάντησή της στο σημείο 7.19.

7.36.

Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων του EuropeAid περιγράφει τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου. Επικεντρώνεται κυρίως στις πράξεις που επιτελούνται μεταξύ Επιτροπής και φορέων υλοποίησης, που γενικά λειτουργούν κατά τρόπο ικανοποιητικό. Μια μεθοδολογία για τους ελέγχους των φορέων υλοποίησης καταρτίστηκε το 2004. Εντούτοις, η πρακτική της εφαρμογή χρειάζεται χρόνο, κυρίως η χρήση και η παρακολούθηση των αποτελεσμάτων των ελέγχων, δεν είναι ακόμη κατάλληλες για την αποκόμιση βεβαιότητας σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων που διαχειρίζονται οι εν λόγω φορείς.

7.36.

Η EuropeAid βελτιώθηκε όσον αφορά τους ελέγχους, κατά το 2004. Καθορίστηκε μία συνολική στρατηγική ελέγχου που θα πρέπει να εφαρμόζεται τόσο από τη EuropeAid όσο και από τις αντιπροσωπείες καθώς και κριτήρια κινδύνου για τον προσδιορισμό των ελέγχων που θα πρέπει να διενεργούνται, δημοσιεύθηκαν τυποποιημένοι όροι εντολής για τους ελεγκτές και τέθηκε σε εφαρμογή το CRIS-Audit, ηλεκτρονικό σύστημα για τη στήριξη και την παρακολούθηση των ελέγχων.

Η παρακολούθηση των αποτελεσμάτων των ελέγχων αποτελεί μέρος των καθηκόντων της ιεραρχίας, τόσο στις αντιπροσωπείες όσο και στις κεντρικές υπηρεσίες. Οι έλεγχοι έχουν ενσωματωθεί στο συνολικό κύκλο διαχείρισης των έργων.

Επιπλέον, τα αποτελέσματα προηγούμενων ελέγχων λαμβάνονται υπόψη όταν αποφασίζεται κατά πόσον ένα έργο πρέπει να περιληφθεί ή όχι στο ετήσιο σχέδιο ελέγχου, το οποίο καταρτίζεται βάσει ανάλυσης κινδύνων.

Ωστόσο, η Επιτροπή εξακολουθεί να βελτιώνει και να εφαρμόζει τη μεθοδολογία ελέγχου στην οποία αναφέρεται το Συνέδριο.

7.37.

Ο γενικός διευθυντής του EuropeAid δήλωσε ότι είχε αποκομίσει επαρκή βεβαιότητα πως οι διαδικασίες ελέγχου που εφαρμόστηκαν προσφέρουν τις απαραίτητες εγγυήσεις σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκείμενων πράξεων, βάσει της προσωπικής του κρίσης και των στοιχείων που είχε στη διάθεσή του. Ο έλεγχος του Συνεδρίου επιβεβαιώνει την εν λόγω δήλωση για τα συστήματα που εξασφαλίζουν τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πληρωμών που πραγματοποιούν οι κεντρικές υπηρεσίες και οι αντιπροσωπείες στους φορείς υλοποίησης. Εντούτοις, το Συνέδριο διαπίστωσε ότι τα συστήματα εποπτείας της νομιμότητας και κανονικότητας των δαπανών στις οποίες βασίζονται οι δημοσιονομικές εκθέσεις που υποβάλλουν οι φορείς υλοποίησης είναι ακόμη ανεπαρκή και θα πρέπει να ενισχυθούν (βλ. σημείο 7.27).

7.37.

Το 2004 είχαν τεθεί σε εφαρμογή όλα τα απαιτούμενα συστήματα εποπτείας και ελέγχου ώστε να είναι σε θέση ο γενικός διευθυντής να παρέχει εύλογες εγγυήσεις όσον αφορά τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων που διεξήχθησαν από τη EuropeAid κατά το 2004.

Όσον αφορά τη χρήση των αποτελεσμάτων των ελέγχων, οι εξωτερικοί έλεγχοι δεν αποτελούν τη μόνη διαθέσιμη πηγή εγγύησης της νομιμότητας και της κανονικότητας των υποκείμενων πράξεων. Υπάρχουν και άλλες διαθέσιμες πηγές, όπως οι προαιρετικοί εκ των προτέρων έλεγχοι, οι εκ των υστέρων έλεγχοι των πράξεων, οι έλεγχοι που διενεργούνται στο πλαίσιο αποστολών ελέγχου και οι εκθέσεις παρακολούθησης.

Οι έλεγχοι αυτοί θεωρήθηκαν επαρκείς για να αποκομιστεί συνολική αξιοπιστία στο πλαίσιο της δήλωσης του Γενικού Διευθυντή.

7.38.

Η δήλωση του γενικού διευθυντή της ΓΔ ECHO περιλαμβάνει μία επιφύλαξη για τη μη τήρηση των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων από μία ανθρωπιστική οργάνωση. Η δήλωση παρέχει αρκετές πληροφορίες για το υποκείμενο πρόβλημα και διευκρινίζει τον ενδεχόμενο οικονομικό αντίκτυπο.

 

Συμπεράσματα

7.39.

Κατά το 2004 η Επιτροπή συνέχισε να βελτιώνει τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου σύμφωνα με μερικές από τις συστάσεις του Συνεδρίου στην ετήσια έκθεση του 2003, όπως αναγράφεται στον πίνακα 7.1 . Τα αποτελέσματα της εν λόγω βελτίωσης δεν έχουν γίνει ακόμη πλήρως ορατά στο επίπεδο των φορέων υλοποίησης. Ο έλεγχος του Συνεδρίου έφερε στην επιφάνεια λίγα σφάλματα που επηρεάζουν τις πράξεις σε επίπεδο αντιπροσωπειών (βλ. σημείο 7.29). Εντούτοις, όπως και στο παρελθόν, διαπιστώθηκαν στο επίπεδο των φορέων υλοποίησης αδυναμίες στους εσωτερικούς ελέγχους (βλ. σημείο 7.31), και ένας σχετικά υψηλός αριθμός σφαλμάτων όσον αφορά τη συχνότητα και τον οικονομικό αντίκτυπο (βλ. σημείο 7.32). Το πιο κοινό λάθος ήταν η αδυναμία να διασφαλίσουν ότι οι διαδικασίες ανάθεσης, περιλαμβανομένων των δημόσιων διαγωνισμών, ήταν σύμφωνες προς τις απαιτήσεις της Επιτροπής. Αυτό δείχνει την ανάγκη μιας συνολικής προσέγγισης της εποπτείας, του ελέγχου και των λογιστικών ελέγχων των εν λόγω οργανισμών.

7.39.

Η Επιτροπή λαμβάνει υπό σημείωση ότι το Συνέδριο κρίνει πως η Επιτροπή εξακολουθεί να βελτιώνει το σύστημα ελέγχου της και διαπιστώνει ότι ο έλεγχος του Συνεδρίου στο επίπεδο των αντιπροσωπειών (7.29) επιβεβαιώνει τα δεδομένα της Επιτροπής.

Κατά τα τελευταία έτη, η Επιτροπή έχει λάβει μέτρα για την κάλυψη των ελλείψεων στην εφαρμογή των συμβατικών διαδικασιών από τους φορείς υλοποίησης.

7.40.

Οι ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων της ΓΔ ECHO και του EuropeAid παρείχαν περιγραφές των εφαρμοζομένων συστημάτων εσωτερικού ελέγχου. Η ΓΔ ECHO μείωσε τον κίνδυνο παράνομων πράξεων ή παρατυπιών έχοντας ένα λειτουργικό σύστημα ελέγχων σχεδίων, αν και θα πρέπει να δοθούν σαφέστερες εντολές στους εξωτερικούς ελεγκτές (βλ. σημεία 7.11-7.14). Στην περίπτωση του EuropeAid, το Συνέδριο δεν μπορεί να αποκομίσει βεβαιότητα από την έκθεση και τη δήλωση (βλ. σημείο 7.36), δεδομένου ότι χρειάζονται ακόμη περαιτέρω βελτίωση για να λειτουργήσουν πλήρως βασικά στοιχεία των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων σε επίπεδο φορέων υλοποίησης.

7.40.

Όσον αφορά τη ΓΔ ECHO, η Επιτροπή δέχεται το συμπέρασμα του Συνεδρίου σύμφωνα με το οποίο το σύστημα των επιχειρησιακών ελέγχων μειώνει τον κίνδυνο παράνομων πράξεων ή παρατυπιών. Η Επιτροπή επανεξετάζει και αποσαφηνίζει σε συνεχή βάση τα θέματα που πρέπει να αποτελούν το αντικείμενο εκθέσεων από τους εξωτερικούς ελεγκτές.

Όσον αφορά τη EuropeAid, η Επιτροπή συμφωνεί ότι όλες οι συνιστώσες του συστήματος εσωτερικού ελέγχου μπορούν και πρέπει να βελτιωθούν. Ωστόσο, το 2004 είχαν ήδη τεθεί σε εφαρμογή όλα τα απαιτούμενα συστήματα εποπτείας και ελέγχου ώστε να είναι ο Γενικός Διευθυντής σε θέση να παρέχει εύλογες εγγυήσεις όσον αφορά τη νομιμότητα και την κανονικότητα των πράξεων της EuropeAid κατά το 2004.

Το Συνέδριο αναγνωρίζει τη σταθερή πρόοδο που σημείωσε η EuropeAid στον τομέα αυτό. Οι έλεγχοι αποτελούν μια συμπληρωματική διασφάλιση, πέραν των ελέγχων συμμόρφωσης και των υλικών ελέγχων που διενεργούνται εξ ολοκλήρου από τις υπηρεσίες της Επιτροπής πριν από την πληρωμή. Επιπλέον εγγύηση παρέχουν επίσης το ετήσιο σχέδιο ελέγχων, ο εκ των υστέρων έλεγχος των πράξεων, οι επιτόπιοι έλεγχοι και οι εκθέσεις παρακολούθησης.

Συστάσεις

7.41.

Βάσει των ανωτέρω, το Συνέδριο συνιστά:

7.41.

 

α)

Η Επιτροπή να καταστήσει σαφές, με τις υπηρεσίες του ΟΗΕ, το δικαίωμα πρόσβασης του Συνεδρίου στην πληροφόρηση όσον αφορά έργα που αυτές διαχειρίζονται (βλ. σημείο 7.8).

α)

Έχει επισημανθεί στον ΟΗΕ ότι, στο πλαίσιο των ελέγχων που αφορούν την Επιτροπή, το Ελεγκτικό Συνέδριο είναι δυνατόν να ελέγξει τις δράσεις που υλοποιούνται από τον ΟΗΕ, δικαίωμα που του παρέχεται επίσης από τη ρήτρα επαλήθευσης.

β)

Η αξιολόγηση κινδύνων εκ μέρους του EuropeAid να καλύπτει το επίπεδο των φορέων υλοποίησης (βλ. σημείο 7.17).

β)

Σε επίπεδο έργου, το σύνολο των μέσων προγραμματισμού και παρακολούθησης που εφαρμόζει η Επιτροπή επιτρέπει να λαμβάνονται επαρκώς υπόψη οι κίνδυνοι και, επίσης, να λαμβάνονται μέτρα για τη διαχείριση ή τη μείωση των κινδύνων αυτών όταν ανακύπτουν.

Η Επιτροπή παραπέμπει επίσης στην απάντησή της στο σημείο 7.17.

γ)

Τα στοιχεία που παρέχονται από τις αντιπροσωπείες, περιλαμβανομένων των αποτελεσμάτων του ελέγχου των έργων, να επαληθεύονται και να παρακολουθούνται πιο συστηματικά με τη διενέργεια ελέγχων από τις κεντρικές υπηρεσίες (βλ. σημεία 7.19 και 7.20).

γ)

Η EuropeAid προτίθεται να επεκτείνει τη χρήση ορθών πρακτικών στηριζόμενη στην κτηθείσα πείρα.

δ)

Τα στοιχεία που σχετίζονται με όλους τους ελέγχους, ακόμη και εκείνα που παρέχουν εξωτερικοί ελεγκτές οι οποίοι έχουν συνάψει συμβάσεις με τους φορείς υλοποίησης, να καταχωρίζονται στο σύστημα CRIS και να συνδέονται με τα αντίστοιχα στοιχεία διαχείρισης του έργου (βλ. σημείο 7.21).

δ)

Είναι επί του παρόντος εφικτή η σύνδεση των πληροφοριών για τους ελέγχους που έχουν καταχωριστεί στο σύστημα CRIS με τα αντίστοιχα στοιχεία διαχείρισης του έργου (βλ. σημείο 7.21).

ε)

Οι όροι της εντολής για τους ελέγχους των έργων θα πρέπει να προβλέπουν πιο σαφείς προϋποθέσεις και να καλύπτουν ελέγχους σύμφωνους προς τις απαιτήσεις της Επιτροπής όσον αφορά τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων, περιλαμβανομένων των δημόσιων διαγωνισμών, και την επιλεξιμότητα της δαπάνης (βλ. σημεία 7.11-7.12 και 7.32). Τούτο θα πρέπει να διευκολύνει τους ελέγχους ποιότητας στους εξωτερικούς ελέγχους που θα πρέπει να διενεργεί η Επιτροπή.

ε)

Ως αποτέλεσμα των ελέγχων της και της ανάλυσης κινδύνων των συστημάτων των φορέων υλοποίησης, η Επιτροπή (ΓΔ ECHO) έδωσε ιδιαίτερη έμφαση τον έλεγχο των διαδικασιών πρόσκλησης υποβολής προσφορών, ο οποίος διενεργείται από τους εταίρους που έχουν επιφορτιστεί με την υλοποίηση. Η Επιτροπή θα εξετάσει με ποιον τρόπο είναι δυνατό να βελτιωθούν περαιτέρω οι ήδη διεξοδικοί έλεγχοι ποιότητας των έργων της και θα δώσει περαιτέρω οδηγίες στους εξωτερικούς ελεγκτές όσον αφορά τις επαληθεύσεις στις οποίες θα πρέπει να προβαίνουν.

Η EuropeAid πρόκειται εκδίδει μια αναθεωρημένη έκδοση του πρακτικού οδηγού για τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται όσον αφορά τις συμβάσεις εξωτερικής βοήθειας της ΕΚ. Η αναθεωρημένη τυποποιημένη σύμβαση επιχορήγησης θα περιλαμβάνει συγγραφή υποχρεώσεων που θα πρέπει να χρησιμοποιούν οι δικαιούχοι. Στην εν λόγω συγγραφή υποχρεώσεων θα επισημαίνεται η συμμόρφωση με τους όρους της σύμβασης περιλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τις δημόσιες συμβάσεις και την επιλεξιμότητα.

ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ

Ειδική έκθεση αριθ. 3/2001 σχετικά με τη διαχείριση των διεθνών αλιευτικών συμφωνιών εκ μέρους της Επιτροπής

7.42.

Το Συνέδριο δημοσίευσε την ειδική έκθεση αριθ. 3/2001 σχετικά με τη διαχείριση των διεθνών αλιευτικών συμφωνιών εκ μέρους της Επιτροπής τον Ιούλιο του 2001. Οι κύριες παρατηρήσεις και συστάσεις, τις οποίες επανέλαβε το Συμβούλιο στη διαδικασία απαλλαγής (10), εστιάζονταν:

α)

στους στόχους των συμφωνιών: το Συνέδριο επεσήμανε ότι η συνύφανση του εμπορικού ρόλου και των πτυχών αναπτυξιακής βοήθειας μερικών συμφωνιών κατέστησε δύσκολη την αξιολόγησή τους· διαπίστωσε επίσης ότι υπάρχει έλλειψη συνοχής και συντονισμού μεταξύ αυτών των διεθνών συμφωνιών και της διαρθρωτικής πτυχής της κοινής αλιευτικής πολιτικής·

β)

στην αποδοτικότητα της δαπάνης: το Συνέδριο συνέστησε τη δημιουργία συστήματος το οποίο να επιτρέπει τη διαρκή παρακολούθηση και την εμπεριστατωμένη ανάλυση της αποδοτικότητας των συμφωνιών· εξέφρασε επίσης λύπη για το γεγονός ότι δεν γίνεται πάντοτε πλήρης εκμετάλλευση των δυνατοτήτων αλίευσης.

 

Σκοπός των συμφωνιών

Συνύφανση του εμπορικού ρόλου και των πτυχών αναπτυξιακής βοήθειας

7.43.

Οι απόψεις της Επιτροπής επί των αλιευτικών συμφωνιών έχουν αλλάξει από τότε που δημοσιεύτηκε η ειδική έκθεση (11). Η Επιτροπή, όπως το διατύπωσε στην ανακοίνωσή της, θεωρεί ότι η συνοχή μεταξύ των στόχων της κοινής αλιευτικής πολιτικής (12) και της ευρωπαϊκής αναπτυξιακής πολιτικής (13) θα πρέπει να ενισχυθεί. Η Επιτροπή κατάρτισε ένα πρότυπο σχέδιο συμφωνίας σύμφωνο με τη νέα της προσέγγιση, αλλά δεν δόθηκε ευκαιρία να το ενσωματώσει σε συμφωνία με χώρα μη μέλος.

7.43.

Η Επιτροπή έχει ήδη ολοκληρώσει τις διαπραγματεύσεις για τα αλιευτικά πρωτόκολλα, τα οποία είναι σύμφωνα με τη νέα πολιτική για τις συμφωνίες αλιευτικής σύμπραξης (π.χ. με τις Σεϋχέλλες) και για τις νέες συμφωνίες-πλαίσιο που περιλαμβάνουν αλιευτικό πρωτόκολλο (π.χ. Μικρονησία, Νήσοι Σολομώντος και Κομόρες). Έχει ήδη ξεκινήσει η νομοθετική διαδικασία σχετικά με τις συμφωνίες αυτές με το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

7.44.

Εντούτοις, το Κοινοβούλιο (14) και το Σύμβουλιο (15) προώθησαν δύο έννοιες οι οποίες δεν αναφαίνονται ρητά στην ανακοίνωση: τον εφοδιασμό της κοινοτικής αγοράς και τη συμβολή στην απασχόληση στην ΕΕ. Επομένως, εξακολουθεί να υφίσταται ο κίνδυνος έλλειψης συνοχής, όπως εκφράστηκε στην ειδική έκθεση.

7.44.

Οι συμφωνίες αλιευτικής σύμπραξης αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της κοινής αλιευτικής πολιτικής και συνεπώς συμβάλλουν στους στόχους του άρθρου 33 της συνθήκης.

Συντονισμός με το διαρθρωτικό μέρος

7.45.

Οι τροποποιήσεις στους κανονισμούς που αφορούν τη διαρθρωτική βοήθεια (16) εξάλειψαν πιθανές πηγές έλλειψης συνοχής, με την κατάργηση κάθε μορφής ενίσχυσης για τον εκσυγχρονισμό των πλοίων και τη δημιουργία μεικτών εταιρειών.

 

Αποδοτικότητα

Εισαγωγή συστήματος αξιολόγησης

7.46.

Η Επιτροπή είχε αναθέσει τη διεξαγωγή μελέτης (17) η οποία θα την βοηθούσε στην εισαγωγή ενός συστήματος αξιολόγησης για τις αλιευτικές συμφωνίες. Η Επιτροπή επεξεργάστηκε ένα λειτουργικό σύστημα αξιολόγησης το οποίο, ωστόσο, δεν ολοκληρώθηκε ακόμη. Επιπλέον, δεν χάραξε σχέδιο δράσης για να βελτιώσει την αξιολόγηση των αποθεμάτων εκτός κοινοτικών υδάτων, που υποσχέθηκε να παρουσιάσει πριν το τέλος του 2002 (18) · ή να παραδώσει μια νέα συνολική αξιολόγηση των αλιευτικών συμφωνιών, όπως ανακοίνωσε στην έκθεσή της προς το Συμβούλιο (19).

7.46.

Το σχέδιο δράσης για τη βελτίωση της αξιολόγησης των αποθεμάτων εκτός των κοινοτικών υδάτων θα καταρτιστεί όταν θα είναι διαθέσιμα περισσότερα επιστημονικά στοιχεία. Επιπλέον, η Επιτροπή θα ζητήσει τη γνώμη των ενδιαφερόμενων μερών στον τομέα αυτό.

Ωστόσο, η Επιτροπή περιλαμβάνει συστηματικά στις διαπραγματεύσεις των αλιευτικών συμφωνιών και πρωτοκόλλων διατάξεις για την ενίσχυση των επιστημονικών στοιχείων και την αξιολόγηση των αποθεμάτων.

Αποτελεσματική χρήση των ευκαιριών αλίευσης

7.47.

Η παρατήρηση που έγινε στην ειδική έκθεση για μερική χρησιμοποίηση των συμφωνιών, αφορούσε κυρίως τις συμφωνίες με τη Γροιλανδία και τη Σενεγάλη.

7.47.

 

α)

Η Επιτροπή πρότεινε στο Συμβούλιο να περιληφθεί ένας μηχανισμός στη συμφωνία της Γροιλανδίας, τέτοιος ώστε να επιτρέπει να μεταφέρονται οι ποσοστώσεις που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί από το ένα κράτος μέλος στο άλλο (20). Το Συμβούλιο δεν υιοθέτησε την πρόταση αυτή (21).

 

β)

Όσον αφορά την ίδια συμφωνία, η ειδική έκθεση τόνισε ότι πολλές αλιευτικές δυνατότητες θεωρητικά διαθέσιμες δεν υφίσταντο πλέον. Ύστερα από διαπραγματεύσεις, το 2003, τα διογκωμένα στοιχεία για τα αποθέματα αλιείας της Γροιλανδίας αφαιρέθηκαν από τη συμφωνία. Αλλά η Ένωση πληρώνει το ίδιο ποσό για το δικαίωμα αλιείας.

β)

Η αναθεώρηση του 4ου πρωτοκόλλου αφορούσε κυρίως την κατάργηση των θεωρητικών αλιευτικών δυνατοτήτων. Ορισμένες ποσοστώσεις αφαιρέθηκαν και άλλες προστέθηκαν ή αυξήθηκαν.

Στα συμπεράσματα του Συμβουλίου της 24ης Φεβρουαρίου 2003 αναφέρεται ότι η χρηματοδοτική συνδρομή πρέπει να παραμείνει αμετάβλητη και ότι θα πρέπει να βασίζεται στις πραγματικές αλιευτικές δυνατότητες για τα αλιευτικά σκάφη της Κοινότητας καθώς και στην ανάγκη ενίσχυσης των προσπαθειών που καταβάλλει η Γροιλανδία για την αναδιάρθρωση της τομεακής αλιευτικής πολιτικής της, μέσω μηχανισμού δημοσιονομικής στήριξης.

γ)

Η παρούσα συμφωνία της Σενεγάλης είναι περισσότερο ευέλικτη, ως προς τη διαχείριση των αδειών, πράγμα που θα πρέπει να βοηθήσει στη βελτίωση του ποσοστού χρησιμοποίησης.

 

ΚΥΡΙΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΙΔΙΚΩΝ ΕΚΘΕΣΕΩΝ

Ειδική έκθεση αριθ. 10/2004 σχετικά με την ανάθεση της διαχείρισης της εξωτερικής βοήθειας της ΕΚ στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής

7.48.

Το Μάιο του 2000, η Επιτροπή αποφάσισε να αναθέσει τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες διαχείρισης της βοήθειας στις 78 αντιπροσωπείες της, για μια περίοδο τριών ετών, ούτως ώστε να βελτιώσει την ταχύτητα παράδοσής της και την ποιότητά της. Από τα μέσα του 2004, σχεδόν όλες οι αντιπροσωπείες έχουν αναλάβει την ευθύνη για την προετοιμασία των σχεδίων, την ανάθεση των συμβάσεων, και τη δημοσιονομική εκτέλεση και τεχνική υλοποίηση, και έχουν λάβει σημαντική επιπλέον βοήθεια σε προσωπικό και τεχνικά μέσα. Οι κεντρικές υπηρεσίες εγκαταλείπουν την απευθείας διαχείριση των σχεδίων προς όφελος της παρακολούθησης και της υποστήριξης των αντιπροσωπειών.

 

7.49.

Η διαχείριση εκ μέρους της Επιτροπής της διαδικασίας ανάθεσης μπορεί να θεωρηθεί ως αρκετά επιτυχής, τουλάχιστον όσον αφορά τις αντιπροσωπείες. Η διαδικασία σχεδιασμού, όμως, δεν ενσωμάτωσε μερικά στοιχεία που θα μπορούσαν να διευκολύνουν τον έλεγχο της συγκεκριμένης διαδικασίας, μερικά δε πεδία που παρουσιάζουν προβλήματα χρειάζονται περισσότερη προσοχή.

7.49.

Το σύνολο των μέσων προγραμματισμού και παρακολούθησης που έχουν εφαρμοστεί επέτρεψε να ληφθούν δεόντως υπόψη ιδιαίτερες καταστάσεις (π.χ. περιφερειακές αντιπροσωπείες, μέγεθος/πολυπλοκότητα του χαρτοφυλακίου, ευκολία/δυσκολία στην πρόσληψη προσωπικού κ.λπ.) και αποδείχθηκε αποτελεσματικό και κατάλληλο για τη διαχείριση της διαδικασίας μεταβίβασης αρμοδιοτήτων.

7.50.

Όσον αφορά τα αποτελέσματα της ανάθεσης, εξακολουθεί να είναι αναγκαίο να συντομευθούν, να εναρμονιστούν και να απλοποιηθούν οι δημοσιονομικές διαδικασίες. Εφόσον δεν είχε καταρτιστεί σε προηγούμενο στάδιο δέσμη δεικτών για την παρακολούθηση της καλής εκτελέσεως της διαδικασίας ανάθεσης, καθίσταται δύσκολο να μετρηθεί η πρόοδος που συντελείται σε σύγκριση με τους κύριους στόχους.

7.50.

Η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων αποτελούσε μόνο ένα τμήμα της συνολικής διαδικασίας μεταρρύθμισης. Τα αποτελέσματα της μεταρρύθμισης παρακολουθούνται προσεκτικά και τόσο το Συμβούλιο όσο και το Κοινοβούλιο ενημερώνονται τακτικά. Δεν είναι δυνατό να γίνει διαχωρισμός των αποτελεσμάτων της μεταβίβασης αρμοδιοτήτων από τα αποτελέσματα των υπόλοιπων μέτρων. Ωστόσο, η μεταβίβαση αρμοδιοτήτων όχι μόνο ολοκληρώθηκε εντός του προβλεπόμενου χρονοδιαγράμματος αλλά και δεν οδήγησε σε πτώση της ποιότητας ή μείωση της ταχύτητας για τα οποία είχαν εκφράσει ανησυχίες πολλοί παρατηρητές. Για παράδειγμα, πριν από τη μεταρρύθμιση ο αριθμός των ετών που απαιτούνταν για το σχεδιασμό, την υλοποίηση και την ολοκλήρωση ενός έργου αυξανόταν από το 2000, ενώ η τάση αυτή ανετράπη και τώρα τα έργα ολοκληρώνονται ταχύτερα.

7.51.

Οι κύριες συστάσεις που έγιναν από το Συνέδριο είναι οι εξής:

7.51.

 

α)

θα πρέπει να καθιερωθεί σύστημα κατάλληλων δεικτών, το οποίο να αφορά την ταχύτητα και την ποιότητα της βοήθειας·

α)

Από την αρχή της μεταρρύθμισης εφαρμόστηκε μία σειρά δεικτών που βασίζονται κυρίως σε χρηματοοικονομικά δεδομένα. Συνεχίζονται οι εργασίες για την ανάπτυξη συμπληρωματικών δεικτών για τη μέτρηση της βελτίωσης της ταχύτητας και της ποιότητας στην παράδοση της βοήθειας.

β)

το κόστος της ανάθεσης θα πρέπει να παρακολουθείται και να συγκρίνεται με το προβλεπόμενο κόστος·

β)

Η Επιτροπή πιστεύει ότι στα τέλη του 2005, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας μεταβίβασης αρμοδιοτήτων, ο έλεγχος των εξόδων θα επιτρέψει να γίνει κάποια σύγκριση με τις αρχικές εκτιμήσεις.

γ)

οι διαδικασίες πρόσληψης, οι μισθοί και οι λοιποί όροι απασχόλησης θα πρέπει να προσελκύσουν προσωπικό με τις κατάλληλες ειδικές γνώσεις·

γ)

Κατά τα τελευταία έτη, καταβλήθηκαν σημαντικές προσπάθειες για τη βελτίωση της διαχείρισης του προσωπικού της εξωτερικής υπηρεσίας. Άλλα μέτρα που προβλέπονταν στη διοικητική μεταρρύθμιση του 2002 έχουν αρχίσει σταδιακά να εφαρμόζονται. Καταβάλλονται προς το παρόν προσπάθειες για την εξεύρεση αποτελεσματικότερων τρόπων πλήρωσης των θέσεων στις χώρες που θεωρούνται δύσκολες. Ωστόσο, η Επιτροπή παραδέχεται ότι χρειάζεται να βελτιωθεί περαιτέρω η κατάσταση και μελετά τρόπους για την επίτευξη του στόχου αυτού.

δ)

ο ρόλος παρακολούθησης και υποστήριξης των κεντρικών υπηρεσιών της Επιτροπής πρέπει να αναπτυχθεί περαιτέρω, βελτιώνοντας κυρίως τα συστήματα δημοσιονομικών πληροφοριών και ικανοποιώντας τις υπάρχουσες επιμορφωτικές ανάγκες.

δ)

Στόχος της αναδιοργάνωσης της EuropeAid κατά τους πρώτους μήνες του 2005 είναι η βελτίωση της παρακολούθησης και στήριξης του ρόλου των κεντρικών υπηρεσιών. Επιπλέον, η βελτίωση του ρόλου του CRIS (Common Relex Information System) ως εργαλείου σχεδιασμού και διαχείρισης θα βελτιώσει περαιτέρω την ικανότητα της EuropeAid στους τομείς αυτούς. Σημαντικές προσπάθειες καταβάλλονται επίσης για να διασφαλιστεί η κατάλληλη επιμόρφωση του προσωπικού των αντιπροσωπειών. Προς το παρόν διοργανώνονται επιτόπου περισσότερα σεμινάρια επιμόρφωσης και αναπτύσσονται ενότητες ηλεκτρονικής μάθησης.

Ειδική έκθεση αριθ. 4/2005 σχετικά με τη διαχείριση της οικονομικής συνεργασίας στην Ασία από την Επιτροπή

7.52.

Η δαπάνη οικονομικής συνεργασίας της ΕΕ στην Ασία διέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 443/92 του Συμβουλίου. Υλοποιείται με δύο διαφορετικούς τρόπους: διμερή προγράμματα, μεταξύ της Επιτροπής και των μεμονωμένων δικαιούχων χωρών, και περιφερειακά προγράμματα που καλύπτουν υποπεριφέρειες ή ολόκληρη την Ασία (πανασιατικά προγράμματα).

 

7.53.

Οι πολιτικές και οι επιχειρησιακές στρατηγικές είναι ευρείες, και οδηγούν σε ποικίλα προγράμματα που καλύπτουν πολλούς τομείς. Οι δείκτες επίδρασης και εκροών επικεντρώνονται σε ορισμένες πτυχές της διαδικασίας παρά στο αποτέλεσμα της δαπάνης. Ως αποτέλεσμα, η συνολική επίδραση είναι δύσκολο να μετρηθεί και υπάρχει μόνο περιορισμένη βάση για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας της δαπάνης.

7.53.

Με την αναμόρφωση της εξωτερικής βοήθειας το 2000 και την εισαγωγή των εγγράφων στρατηγικής ανά χώρα και ανά περιφέρεια, σε συνδυασμό με τις στρατηγικές ανακοινώσεις για την Ασία, η Επιτροπή στοχεύει στην καλύτερη στοχοθέτηση των δαπανών στον τομέα της ανάπτυξης συμπεριλαμβανομένων εκείνων για την οικονομική συνεργασία.

Η Επιτροπή συμφωνεί με το Συνέδριο ότι ο καθορισμός και η παρακολούθηση των δεικτών επιδέχονται βελτίωση. Η Επιτροπή έχει συμπεριλάβει το θέμα αυτό στην προετοιμασία των εγγράφων στρατηγικής ανά χώρα και ανά περιφέρεια καθώς και των σχετικών ενδεικτικών προγραμμάτων για την περίοδο 2005/06.

7.54.

Όσον αφορά τα διμερή προγράμματα, σημειώθηκαν καθυστερήσεις μεταξύ της φάσης εξακρίβωσης και της έναρξής τους, καθώς και κατά τη διάρκεια της υλοποίησής τους. Η παρακολούθηση τους δεν γινόταν πάντα με ικανοποιητικό τρόπο. Τα πανασιατικά προγράμματα, μολονότι υπόκεινται σε δύσκαμπτες και πολύπλοκες διαδικασίες εφαρμογής, έφεραν θετικά αποτελέσματα και, σε γενικές γραμμές, η παρακολούθησή τους ήταν ικανοποιητική. Για πολλά προγράμματα, είτε διμερή είτε πανασιατικά, αμφισβητείται η βιωσιμότητά τους.

7.54.

Οι καθυστερήσεις μεταξύ της φάσης εξακρίβωσης και της έναρξης των έργων καθώς και οι καθυστερήσεις κατά τη διάρκεια της υλοποίησης αφορούν διμερή έργα ο σχεδιασμός των οποίων έγινε πριν από την αναμόρφωση της εξωτερικής βοήθειας της ΕΚ. Ως αποτέλεσμα της αναμόρφωσης αυτής, περιλαμβανομένης της σύστασης της EuropeAid (Ιανουάριος 2001) και της ανάθεσης της διαχείρισης της βοήθειας στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής, σε συνδυασμό με το νέο δημοσιονομικό κανονισμό (Ιανουάριος 2003), οι καθυστερήσεις που σημειώνονται στα έργα θα περιοριστούν.

Είναι πλέον υποχρεωτική, κατά την επιλογή των έργων, η κατάρτιση ενός σχεδίου παρακολούθησης, ελέγχου και αξιολόγησης. Παράλληλα, από το 2000, η παρακολούθηση ανατίθεται επίσης συστηματικά σε ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες. Στο πλαίσιο της παρακολούθησης αυτής, τα έργα οικονομικής συνεργασίας στην Ασία σημείωσαν θετικά αποτελέσματα από την άποψη του δυναμικού βιωσιμότητας.

7.55.

Το Συνέδριο συνιστά στην Επιτροπή να χαράξει μια ευδιάκριτη στρατηγική η οποία να αναγνωρίζει την ιδιαιτερότητα της φύσης της οικονομικής συνεργασίας και των στόχων της και να περιέχει δείκτες οι οποίοι να επιτρέπουν τη σωστή παρακολούθηση και την αξιολόγηση της επιτελούμενης προόδου· να βελτιώσει τις διαδικασίες για την έγκριση, υλοποίηση, παρακολούθηση και αξιολόγηση των διμερών προγραμμάτων· να επανεξετάσει τις διαδικασίες εφαρμογής για τα πανασιατικά προγράμματα και να εφαρμόσει το επιτυχές σύστημα παρακολούθησης των πανασιατικών προγραμμάτων σε άλλα προγράμματα.

7.55.

Η Επιτροπή πιστεύει ακράδαντα ότι η οικονομική συνεργασία πρέπει να παραμείνει αναπόσπαστο τμήμα της αναπτυξιακής της δράσης στο πλαίσιο μιας ενιαίας αναπτυξιακής στρατηγικής. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί την οικονομική συνεργασία μία από τις συνιστώσες της αναπτυξιακής της βοήθειας. Ωστόσο, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι οι δείκτες οικονομικής συνεργασίας χρήζουν περαιτέρω ανάπτυξης.

Η παρακολούθηση και αξιολόγηση των έργων έχει βελτιωθεί με την υποχρεωτική χρήση του λογικού πλαισίου. Η υποχρεωτική διεξαγωγή αξιολόγησης περιλαμβάνεται πλέον συστηματικά στη συμφωνία χρηματοδότησης όλων των έργων. Το σύστημα παρακολούθησης με γνώμονα τα αποτελέσματα (ROM), το οποίο εισήχθη το 2002, παρέχει τυποποιημένες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση των έργων και των προγραμμάτων.

Η σε εξέλιξη αναθεώρηση του πρακτικού οδηγού για συμβατικές διαδικασίες της AIDCO θα απλοποιήσει τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων για επιχορηγήσεις στο βαθμό που το επιτρέπει ο δημοσιονομικός κανονισμός και θα αποσαφηνίσει το ρόλο των αντιπροσωπειών στην αξιολόγηση.


(1)  Βλ. χωριστή έκθεση για τα ΕΤΑ.

(2)  Προγράμματα που χρηματοδοτούνται από κονδύλια του προϋπολογισμού τα οποία εστιάζονται σε ορισμένα θέματα (π.χ. επισιτιστική βοήθεια, συγχρηματοδότηση ΜΚΟ).

(3)  Υποστηρίζοντας τη μεταρρύθμιση της δημοσιονομικής διαχείρισης — ένα νέο πλαίσιο για διατάκτες [SEC(2000) 2203].

(4)  Τα περισσότερα στοιχεία λειτουργούν, ωστόσο ορισμένα στοιχεία που είναι σημαντικά χρειάζονται βελτίωση.

(5)  Η μονάδα εσωτερικού ελέγχου επικεντρώθηκε στην ανάλυση των συστημάτων και μέχρι στιγμής δεν προέβη σε δοκιμαστικούς ελέγχους των συστημάτων.

(6)  Ωστόσο, ο αριθμός των ελέγχων αυξήθηκε σε σχέση με το 2003.

(7)  Στην περίπτωση των εξωτερικών ελέγχων που διενεργούνται με πρωτοβουλία της Επιτροπής, τα πλαίσια της εντολής και η συμμετοχή στο διορισμό των ελεγκτών κρίνονται ικανοποιητικά, όταν όμως οι έλεγχοι διενεργούνται με πρωτοβουλία των φορέων υλοποίησης, απαιτούνται βελτιώσεις.

(8)  Ασία· Ευρώπη, Καύκασος και Κεντρική Ασία· Μεσόγειος και Μέση Ανατολή· Λατινική Αμερική.

(9)  Σύνθεση των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων των ΓΔ και των υπηρεσιών για το 2003 [COM(2004) 418 τελικό της 9.6.2004].

(10)  Σύσταση του Συμβουλίου, της 5ης Μαρτίου 2002, για την απαλλαγή της Επιτροπής από την ευθύνη εκτέλεσης του γενικού προϋπολογισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το οικονομικό έτος 2000 (SN 1651/02).

(11)  Ανακοίνωση της Επιτροπής για ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για συμφωνίες αλιευτικής σύμπραξης με τρίτες χώρες, COM(2002) 637 τελικό, 23.12.2002.

(12)  Με σκοπό να διατηρήσει την ευρωπαϊκή παρουσία σε μακρινούς τόπους αλιείας και να προασπίσει τα συμφέροντα του ευρωπαϊκού αλιευτικού τομέα.

(13)  Με σκοπό να ενισχύσει τις δυνατότητες εκμετάλλευσης των αναπτυσσόμενων χωρών όσον αφορά τους θαλάσσιους πόρους, να αυξήσει την τοπική προστιθέμενη αξία και να επιτύχει τη λογικότερη τιμή για τα δικαιώματα πρόσβασης στις ζώνες τους για τις οποίες ισχύει οικονομικός αποκλεισμός των ξένων στόλων.

(14)  Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Οκτωβρίου 2003 ενέκρινε την έκθεση της επιτροπής αλιείας σχετικά με την ανακοίνωση της Επιτροπής.

(15)  Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανακοίνωση της Επιτροπής Μονίμων Αντιπροσώπων προς το Συμβούλιο, 11485/04, της 15ης Ιουλίου 2004, που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο στην 2599η συνεδρίασή του, στις 19 Ιουλίου 2004.

(16)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2369/2002 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2002 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2792/1999 για καθορισμό των λεπτομερών κανόνων και ρυθμίσεων σχετικά με την κοινοτική διαρθρωτική βοήθεια στον τομέα της αλιείας (ΕΕ L 358 της 31.12.2002, σ. 49).

(17)  Oceanic Development, Δεκέμβριος 2003, Μελέτη που προσδιορίζει κριτήρια και δείκτες για την αξιολόγηση των διμερών συμφωνιών αλιείας.

(18)  Ανακοίνωση της Επιτροπής για τη Μεταρρύθμιση της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής («Χάρτης πορείας») [COM(2002) 181 τελικό, 28.5.2002].

(19)  Έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο — Μέτρα που έλαβε η Επιτροπή ανταποκρινόμενη στις παρατηρήσεις που συνόδευαν τη σύσταση του Συμβουλίου — Έκθεση συνακόλουθων μέτρων για το οικονομικό έτος 2000 [COM(2002) 772, 23.12.2002].

(20)  Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με τη σύναψη πρωτοκόλλου που τροποποιεί το τέταρτο πρωτόκολλο για τον καθορισμό των όρων που αφορούν την αλιεία οι οποίοι προβλέπονται στην αλιευτική συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, αφενός, και της κυβέρνησης της Δανίας και της τοπικής κυβέρνησης της Γροιλανδίας, αφετέρου [COM(2003) 609, 16.10.2003].

(21)  Κανονισμός (EΚ) αριθ. 1245/2004 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2004, σχετικά με τη σύναψη του πρωτοκόλλου που τροποποιεί το τέταρτο πρωτόκολλο για τον καθορισμό των όρων που αφορούν την αλιεία οι οποίοι προβλέπονται στην αλιευτική συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, αφενός, και της κυβέρνησης της Δανίας και της τοπικής κυβέρνησης της Γροιλανδίας, αφετέρου (ΕΕ L 237 της 8.7.2004, σ.1).


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Προενταξιακή στρατηγική

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Εισαγωγή

Ειδική εκτίμηση στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας

Εμβέλεια του ελέγχου των προγραμμάτων Phare και Τουρκίας

Αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης

Αναγκαιότητα βελτίωσης της σύλληψης των σχεδίων

Δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων για τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία

Το σύστημα των ελέγχων κλεισίματος

Παρατηρήσεις σχετικά με τη λειτουργία των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου σε επίπεδο αντιπροσωπειών της Επιτροπής

Λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου στα νέα κράτη μέλη και τις υποψήφιες χώρες

Η λειτουργία των συστημάτων για τον έλεγχο των συμφωνιών εθνικής συγχρηματοδότησης

Θεσπίστηκαν νέες απαιτήσεις σχετικά με τη διαβίβαση πληροφοριών αλλά…

…οι οριστικές δηλώσεις καθυστερούν

Αναγκαιότητα καλύτερης γενικής εικόνας

Κανόνες επιλεξιμότητας για την παράλληλη συγχρηματοδότηση

Ανεπαρκής επαλήθευση της παράλληλης συγχρηματοδότησης σε εθνικό επίπεδο

Συμπεράσματα σχετικά με τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου

Έλεγχοι τεκμηρίωσης πράξεων — Πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν σε επίπεδο υλοποίησης

Ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων και δήλωση του γενικού διευθυντή Διεύρυνσης

Συμπεράσματα και συστάσεις

Συμπεράσματα που προέκυψαν από τον έλεγχο του Συνεδρίου σχετικά με το Phare και τα προγράμματα της Τουρκίας

Συστάσεις: αναγκαιότητα περαιτέρω βελτιώσεων

Γενικό συμπέρασμα σχετικά με την προενταξιακή στρατηγική

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

8.1.

Ο τομέας 7 των δημοσιονομικών προοπτικών περιλαμβάνει τις πιστώσεις για τα προενταξιακά μέσα (Phare, ISPA και Sapard) για 10 χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (1), καθώς και το πρόγραμμα προενταξιακής βοήθειας για την Τουρκία. Για τις οκτώ χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που κατέστησαν κράτη μέλη την 1η Μαΐου 2004 δεν ανελήφθησαν νέες δαπάνες έπειτα από την ένταξη (με εξαίρεση το Sapard, για το οποίο ανελήφθησαν υποχρεώσεις έως το τέλος του 2004). Ωστόσο, οι πληρωμές θα συνεχιστούν τουλάχιστον έως το 2006.

 

8.2.

Το πρόγραμμα Phare (2) και το πρόγραμμα προενταξιακής βοήθειας για την Τουρκία (3), που εφαρμόζονται από τη Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης, παρέχουν στήριξη για θεσμική ανάπτυξη και επενδύσεις. Τα προγράμματα εφαρμόζονται κυρίως (4) μέσω αποκεντρωμένης διαχείρισης, είτε με προληπτικό έλεγχο των αποφάσεων ανάθεσης και σύναψης συμβάσεων [DIS (5)] είτε με κατασταλτικό έλεγχο μόνον [EDIS (6)]. Οι πληρωμές προς τους αναδόχους και τους δικαιούχους πραγματοποιούνται, στο πλαίσιο της αποκεντρωμένης διαχείρισης, από τις εθνικές αρχές, με κατασταλτικό έλεγχο από την Επιτροπή.

 

8.3.

Το Sapard (7) έχει παρόμοιο στόχο στον τομέα της γεωργίας και της αγροτικής ανάπτυξης. Ο έλεγχος του εν λόγω μέσου παρουσιάζεται στο κεφάλαιο 4, που αφορά την κοινή γεωργική πολιτική (βλέπε σημεία 4.69-4.76). Τα συμπεράσματα ενσωματώθηκαν στα γενικά συμπεράσματα σχετικά με την προενταξιακή στρατηγική στο σημείο 8.37.

 

8.4.

Το ISPA (8) θεσπίστηκε προκειμένου να διευκολύνει την ένταξη στους τομείς του περιβάλλοντος και των μεταφορών. Ο έλεγχος του εν λόγω μέσου παρουσιάζεται στο κεφάλαιο 5, που αφορά τις διαρθρωτικές ενέργειες (βλέπε σημεία 5.55-5.56). Τα συμπεράσματα ενσωματώθηκαν στα γενικά συμπεράσματα σχετικά με την προενταξιακή στρατηγική στο σημείο 8.37.

 

8.5.

Οι δαπάνες για την προενταξιακή στρατηγική το 2004 ανήλθαν συνολικά σε 3 053 εκατομμύρια ευρώ. Οι παραστάσεις 8.1 και 8.2 παρουσιάζουν αναλυτικά τις αναλήψεις υποχρεώσεων (1 718 εκατομμύρια ευρώ) και τις πληρωμές το 2004 (βλέπε σημεία 2.4-2.29 για παρατηρήσεις σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση).

 

Image

Image

ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΔΗΛΩΣΗΣ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ

Εμβέλεια του ελέγχου των προγραμμάτων Phare και Τουρκίας

8.6.

Το Συνέδριο:

α)

αξιολόγησε τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου, εστιάζοντας ιδιαίτερα στη λειτουργία των συστημάτων για τον έλεγχο των συμφωνιών εθνικής συγχρηματοδότησης (βλέπε σημεία 8.7-8.29)·

β)

διενέργησε ελέγχους τεκμηρίωσης σε δείγμα πράξεων στη Βουλγαρία, την Τσεχική Δημοκρατία, την Πολωνία, τη Ρουμανία και την Τουρκία (βλέπε σημείο 8.30)·

γ)

εξέτασε την ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων και τη δήλωση του γενικού διευθυντή Διεύρυνσης (βλέπε σημεία 8.31-8.32).

 

Αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης

8.7.

Η Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης είναι, μεταξύ άλλων, υπεύθυνη για τον προγραμματισμό και την ανάληψη των δαπανών, τις πληρωμές προς τα εθνικά ταμεία (9), την παρακολούθηση του πλήρους κύκλου των σχεδίων, συμπεριλαμβανόμενης της εθνικής συγχρηματοδότησης, καθώς και για τις αξιολογήσεις και τους ελέγχους κλεισίματος. Επίσης, η Γενική Διεύθυνση είναι υπεύθυνη για τους προληπτικούς ελέγχους σχετικά με τη σύναψη συμβάσεων στο πλαίσιο της αποκεντρωμένης διαχείρισης. Ο έλεγχος του Συνεδρίου οδήγησε στη διατύπωση παρατηρήσεων σχετικά με τον προγραμματισμό και τις δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων (βλέπε σημεία 8.8-8.9), τη συγχρηματοδότηση (βλέπε σημεία 8.20-8.26) και τους ελέγχους κλεισίματος (βλέπε σημεία 8.10-8.13).

 

Αναγκαιότητα βελτίωσης της σύλληψης των σχεδίων

8.8.

Τα σχέδια των ετών προγραμματισμού 2000 και 2001, τα οποία αφορά η πλειονότητα των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν το 2004, πάσχουν σε ορισμένες περιπτώσεις από αδυναμίες σύλληψης, πολυπλοκότητα των στόχων, καθώς και από ασάφεια και μη εφαρμοσιμότητα των όρων· ως εκ τούτου, αυξάνεται ο κίνδυνος σφαλμάτων στην εφαρμογή. Συνεπώς, η Επιτροπή χρειάστηκε να προβαίνει σε συχνές τροποποιήσεις των δελτίων σχεδίων (10).

 

Δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων για τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία

8.9.

Οι δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων για τα εθνικά προγράμματα Phare στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία αυξήθηκαν από 360 εκατομμύρια ευρώ το 2003 σε 578 εκατομμύρια ευρώ το 2004 (+60 %), σύμφωνα με τους χάρτες πορείας τους για την ένταξη (11). Όταν εγκρίνει αναλήψεις υποχρεώσεων για εγκεκριμένα προγράμματα στο πλαίσιο της διαχειριστικής αποκέντρωσης της εφαρμογής, η Επιτροπή πρέπει να διασφαλίζει ότι οι ενδιαφερόμενες χώρες έχουν θεσπίσει αποτελεσματικό σύστημα εσωτερικού ελέγχου (12). Η Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης γνωρίζει την ύπαρξη αρκετών αδυναμιών στη διαχειριστική ικανότητα των εθνικών αρχών, και στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων για το 2004 (βλέπε σημεία 8.31-8.32) διατυπώνεται επιφύλαξη ως προς την ύπαρξη «κενών στην ικανότητα της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας να διαχειρίζονται και να θέτουν σε εφαρμογή αυξανόμενα ποσά βοήθειας». Ωστόσο, είναι ασυνεπές να εγκρίνονται σημαντικά αυξημένες δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων σε ένα έτος κατά το οποίο θεωρήθηκε αναγκαία η διατύπωση επιφύλαξης ως προς τη διαχειριστική ικανότητα (13).

8.9.

Η αύξηση των δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων για τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία προκύπτει από απόφαση που έλαβαν οι αρχηγοί των κυβερνήσεων των κρατών μελών στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Κοπεγχάγης, που είχε ως στόχο την επιτάχυνση των προετοιμασιών για την προσχώρηση. Ωστόσο, επειδή η Επιτροπή γνωρίζει ορισμένες ανεπάρκειες των οργάνων εφαρμογής, η αύξηση των σχετικών ποσών εξαρτάται από τη βελτίωση των ικανοτήτων διαχείρισης και ελέγχου. Η Επιτροπή δεν αποκλείει, ωστόσο, τον περιορισμό των εν λόγω χορηγήσεων εάν δεν πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις. Επιπλέον, η Επιτροπή προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στις εξελίξεις σχετικά με τις ικανότητες απορρόφησης στις τακτικές εκθέσεις της καθώς και στις εκθέσεις παρακολούθησης, στο πλαίσιο του κεφαλαίου 28 (Δημοσιονομικός Έλεγχος).

Το σύστημα των ελέγχων κλεισίματος

8.10.

Το 2001, η Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης ενέκρινε στρατηγική ελέγχων κλεισίματος. Το σύστημα των ελέγχων κλεισίματος αποτελεί ένα από τα σημαντικά μέσα για τη διασφάλιση της νομιμότητας και κανονικότητας των πράξεων Phare.

 

8.11.

Η συνέχεια που δίδεται στους ελέγχους έχει βελτιωθεί, μολονότι εξακολουθούν να υπάρχουν ορισμένες καθυστερήσεις. Οι έλεγχοι κλεισίματος δεν καλύπτουν σε αρκετό βάθος τις δαπάνες που δηλώθηκαν ως παράλληλη εθνική συγχρηματοδότηση (14). Αυτό δεν είναι ικανοποιητικό, δεδομένου του κινδύνου και των προβλημάτων που υφίστανται στον τομέα αυτό, όπως εντοπίστηκαν με τον έλεγχο του Συνεδρίου (βλέπε σημεία 8.20-8.28).

8.11.

Όπως αναφέρεται στο σημείο 8.28, δεν έχει αποδειχθεί ότι υπάρχουν πράγματι σημαντικοί κίνδυνοι στον εν λόγω τομέα.

8.12.

Ο αριθμός των εκθέσεων ελέγχου που αποτέλεσαν το αντικείμενο παρακολούθησης αυξήθηκε από 18 το 2003 σε 57 το 2004, αλλά η πρόοδος στη διενέργεια των ελέγχων κλεισίματος ήταν βραδύτερη το 2004 σε σχέση με το 2003 (15). Εντούτοις, το αποτέλεσμα των ελέγχων κλεισίματος το 2004 ήταν το ίδιο με τα προηγούμενα έτη, ήτοι δεν διαπιστώθηκαν μείζονες παρατυπίες στις υποκείμενες πράξεις.

 

8.13.

Οι οδηγίες της Επιτροπής προς τους ελεγκτές που προσελήφθησαν για το έργο αυτό σχετικά με τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται κατά την κατάρτιση των εκθέσεων δεν ήταν αρκετά σαφείς. Το γεγονός αυτό μείωσε τη χρησιμότητα των ελεγκτικών εργασιών. Επιπλέον, αυτό οδήγησε σε καθυστερήσεις στις διαδικασίες παρακολούθησης σε περιπτώσεις όπου τα διαπιστωθέντα σφάλματα δεν ήταν αρκετά σαφή ώστε να παρέχεται στο διατάκτη η δυνατότητα να λάβει απόφαση σχετικά με πιθανές ανακτήσεις.

8.13.

Οι οδηγίες της Επιτροπής σχετικά με την κατάρτιση των εκθέσεων περιέχονται στην εντολή της εν λόγω σύμβασης. Περισσότερες λεπτομέρειες παρέχονται για κάθε μεμονωμένη ανάθεση, όπως και ο προσδιορισμός των ιδιαίτερων κινδύνων στους οποίους πρέπει να δώσουν ιδιαίτερη σημασία οι ελεγκτές. Επιπλέον, οι ελεγκτές καλούνται μία φορά τον μήνα να συζητούν σχετικά με την εξέλιξη κάθε ελέγχου.

Για να μπορέσει ο διατάκτης να λάβει απόφαση σχετικά με ενδεχόμενες εισπράξεις, έχουν δημοσιευθεί, το 2004, κατευθυντήριες γραμμές που πρέπει να εφαρμόζονται στην επεξεργασία των αποτελεσμάτων του ελέγχου.

Παρατηρήσεις σχετικά με τη λειτουργία των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου σε επίπεδο αντιπροσωπειών της Επιτροπής

8.14.

Οι αντιπροσωπείες της Επιτροπής δίνουν την εκ των προτέρων έγκρισή τους για τις προσκλήσεις υποβολής προσφορών και τη σύναψη των συμβάσεων όσον αφορά τα προγράμματα των οποίων η διαχείριση πραγματοποιείται στο πλαίσιο του DIS. Επί σειρά ετών, η λειτουργία αυτή αποτελεί το βασικό έλεγχο για τη διασφάλιση της νομιμότητας και κανονικότητας των υποκειμένων πράξεων. Η εκ των προτέρων έγκριση από τις αντιπροσωπείες της Επιτροπής συνήθως λειτουργεί ικανοποιητικά. Εντούτοις, όταν η σύναψη συμβάσεων πραγματοποιείται υπό πίεση χρόνου, γεγονός που δεν είναι ασυνήθιστο στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, η ποιότητα της εκ των προτέρων έγκρισης διατρέχει κίνδυνο.

8.14.

Οι ανησυχίες του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία αντικατοπτρίζονται στην επιφύλαξη που αναφέρεται στην ετήσια δήλωση του Γενικού Διευθυντή. Όσον αφορά το θέμα της ποιότητας της εκ των προτέρων έγκρισης, πρόκειται για διαδικασία -και όχι για γεγονός- η οποία καλύπτει ολόκληρη τη διάρκεια των δημοσίων συμβάσεων, δηλαδή διάρκεια πολλών μηνών σε ορισμένες περιπτώσεις, το τελικό στάδιο της οποίας είναι η υπογραφή της σύμβασης. Κατά συνέπεια, όπως αναφέρεται στο σημείο 8.29, οι έλεγχοι της Επιτροπής παραμένουν αποτελεσματικοί.

8.15.

Ο όγκος της εργασίας που είναι αναγκαίος για την εκ των προτέρων έγκριση της Επιτροπής αντικατοπτρίζει την ποιότητα της διαχειριστικής ικανότητας της υποψήφιας χώρας. Στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, οι αντιπροσωπείες της Επιτροπής αντιμετωπίζουν βαρύ φόρτο εργασίας προκειμένου να αντισταθμιστούν οι αδυναμίες των δύο χωρών όσον αφορά την κατάρτιση των σχεδίων και τους φακέλους πρόσκλησης υποβολής προσφορών.

8.15.

Πράγματι οι αντιπροσωπείες στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία έχουν ιδιαίτερο φόρτο εργασίας, αλλά πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η Επιτροπή επέστησε την προσοχή των εθνικών αρχών στην επείγουσα υιοθέτηση διορθωτικών μέτρων σε σχέση με το σημερινό σύστημα της διαχειριστικής αποκέντρωσης της εφαρμογής (DIS) με προληπτικό έλεγχο των αποφάσεων ανάθεσης και σύναψης συμβάσεων.

Λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου στα νέα κράτη μέλη και τις υποψήφιες χώρες

8.16.

Κατά τη διάρκεια του 2004, η Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης διενέργησε ελέγχους επαλήθευσης ως τελικό βήμα της διαδικασίας EDIS, πριν από την απόφαση της Επιτροπής να παύσει να διενεργεί προληπτικό έλεγχο των προσκλήσεων υποβολής προσφορών και της σύναψης συμβάσεων. Με τους ελέγχους επαλήθευσης, οι οποίοι διενεργήθηκαν ικανοποιητικά σύμφωνα με το κανονιστικό πλαίσιο, διαπιστώθηκαν αρχικά ορισμένες αδυναμίες. Οι εν λόγω αδυναμίες διορθώθηκαν πριν από την απόφαση της Επιτροπής σχετικά με το EDIS.

 

8.17.

Το EDIS χορηγήθηκε σε εννέα από τα δέκα νέα κράτη μέλη το 2004 (16). Η διαδικασία εφαρμογής του EDIS αποτέλεσε σημαντικό βήμα προς τη βελτίωση της διαχειριστικής ικανότητας και των συστημάτων ελέγχου στα νέα κράτη μέλη.

 

8.18.

Η Βουλγαρία και η Ρουμανία έχουν καταρτίσει σχέδια δράσης που στοχεύουν στη θέσπιση του EDIS έως τον Ιανουάριο του 2006.

 

8.19.

Τα συστήματα που θεσπίστηκαν για τη διαχείριση μέσω DIS εγκρίθηκαν για πρώτη φορά για την Τουρκία τον Οκτώβριο του 2003. Η Επιτροπή διέθετε πείρα άνω των πέντε ετών στην εφαρμογή της προενταξιακής στρατηγικής σε υποψήφιες χώρες. Εντούτοις, το αποτέλεσμα της διαδικασίας έγκρισης στην Τουρκία, όπως φαίνεται από την παρούσα κατάσταση, δείχνει ότι δεν αποκομίστηκαν διδάγματα παρά τη μεταφορά της πείρας που είχε αποκτηθεί από την εφαρμογή του DIS στις χώρες Phare. Η έναρξη του πρώτου προγράμματος με διαχείριση μέσω DIS καθυστέρησε, κυρίως λόγω προβλημάτων με το προσωπικό στην κεντρική μονάδα χρηματοδότησης και σύναψης συμβάσεων (Central Finance and Contracting Unit, CFCU) και σε άλλους φορείς, προβλήματα που θα μπορούσαν να είχαν επιλυθεί εάν οι αρχές είχαν διδαχθεί από την πείρα.

 

Η λειτουργία των συστημάτων για τον έλεγχο των συμφωνιών εθνικής συγχρηματοδότησης

8.20.

Το Συνέδριο εξέτασε τη λειτουργία των συστημάτων διαχείρισης που θεσπίστηκαν για τον έλεγχο των συμφωνιών εθνικής συγχρηματοδότησης βάσει δείγματος 10 σχεδίων σε πέντε χώρες (17) από το πρόγραμμα Phare 2000.

 

Θεσπίστηκαν νέες απαιτήσεις σχετικά με τη διαβίβαση πληροφοριών αλλά…

8.21.

Η Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης έχει βελτιώσει τις απαιτήσεις σχετικά με τη διαβίβαση πληροφοριών για την εθνική συγχρηματοδότηση. Επί του παρόντος, οι εθνικές αρχές πρέπει να πιστοποιούν τα ποσά που αναλαμβάνονται και εκταμιεύονται μέσω των εθνικών ταμείων, να τα συγκρίνουν με τα προβλεπόμενα ποσά που είχαν συμφωνηθεί στα χρηματοδοτικά μνημόνια και, όπου είναι αναγκαίο, να εξηγούν τις διαφορές μεταξύ των ποσών. Οι οριστικές δηλώσεις πρέπει πλέον να περιλαμβάνουν το συνολικό ποσό της εθνικής συγχρηματοδότησης, διαχωρισμένο σε από κοινού και σε παράλληλη συγχρηματοδότηση.

 

…οι οριστικές δηλώσεις καθυστερούν

8.22.

Εντούτοις, οι εθνικές αρχές καθυστερούν να υποβάλουν τις οριστικές δηλώσεις και η Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης δεν αναλαμβάνει επαρκή δράση προκειμένου να τους υπενθυμίσει την υποχρέωση αυτή.

8.22.

Οι εθνικές αρχές έχουν υποβάλλει στην Επιτροπή οριστικές δηλώσεις που θα μπορούσαν να είχαν διαβιβαστεί εντός λογικών προθεσμιών. Η βελτίωση των κανόνων που εφαρμόζονται για την κατάρτιση των εκθέσεων που ζήτησε η Επιτροπή ενδέχεται να προκαλεί καθυστέρηση στις αναφορές.

Αναγκαιότητα καλύτερης γενικής εικόνας

8.23.

Η Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης δεν αρχειοθετεί συστηματικά τις τροποποιήσεις των δελτίων σχεδίων. Δεν είναι δυνατό να επαληθευτεί αποτελεσματικά η συγχρηματοδότηση χωρίς την τελική μορφή του δελτίου σχεδίου. Η ενδιάμεση έκθεση σχετικά με την παράλληλη συγχρηματοδότηση είναι ελλιπής και η Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης αδυνατεί να προσδιορίσει ποσοτικά τα συνολικά ποσά της συμφωνηθείσας παράλληλης συγχρηματοδότησης.

8.23.

Στις αντιπροσωπείες, τα ενημερωμένα δελτία χρησιμεύουν για την επαλήθευση των δηλώσεων συγχρηματοδότησης που υπάρχουν στις αιτήσεις χρηματοδότησης του εθνικού διατάκτη.

Πριν από τον προγραμματισμό του 2003, και ιδίως το 2000 και το 2001, όταν ακόμα προβλεπόταν η ελάχιστη συγχρηματοδότηση, δεν οριζόταν κατ'ανάγκη η επιλογή της παράλληλης συγχρηματοδότησης σε σχέση με εκείνη της από κοινού συγχρηματοδότησης για να διευκολυνθεί η διαχείριση των στενών δημοσίων οικονομικών των χωρών που βρισκόταν στη φάση της προένταξης. Για το λόγο αυτό, οι εν λόγω χώρες ήταν συνεπώς σε θέση να επιλέξουν νόμιμα μεταξύ των δύο ή να τις συνδυάσουν κατά τη διάρκεια της εφαρμογής, εφόσον τηρούντο πλήρως όλες οι άλλες νομικές απαιτήσεις (π.χ. ο κανόνας του 25 % τουλάχιστον που εφαρμόζεται στις επενδύσεις). Επειδή η παράλληλη συγχρηματοδότηση μπορεί να χορηγείται στο τέλος ενός έργου, είναι δυνατόν να μην υπάρχει τίποτα να αναφερθεί σε μία ενδιάμεση έκθεση. Από το 2003, η παράλληλη συγχρηματοδότηση στην ουσία έχει καταργηθεί σταδιακά υπέρ της από κοινού συγχρηματοδότησης, η οποία επιτρέπει την αυτόματη επαλήθευση για κάθε από κοινού πληρωμή. Η τήρηση της παράλληλης συγχρηματοδότησης αποτελεί, ωστόσο, αντικείμενο παρακολούθησης σε κάθε πληρωμή ενώ, τέλος, πραγματοποιείται μία συνολική επαλήθευση πριν από την τελική πληρωμή. Μετά την εκτίμηση του κινδύνου, μία περαιτέρω επαλήθευση μπορεί να γίνει στο στάδιο κλεισίματος των λογαριασμών.

Κανόνες επιλεξιμότητας για την παράλληλη συγχρηματοδότηση

8.24.

Σε αντίθεση με αυτά που έπραξε για τα διαρθρωτικά ταμεία, η Επιτροπή δεν θέσπισε σαφές σύνολο κανόνων για τον καθορισμό των επιλέξιμων δαπανών για την εθνική συνεισφορά. Εντούτοις, τα χρηματοδοτικά μνημόνια ορίζουν ότι «οι φόροι, οι δασμοί και οι εισαγωγικοί δασμοί δεν μπορούν να χρηματοδοτούνται από το Phare» (18) και, συνεπώς, ως απόρροια, οι δαπάνες αυτές δεν είναι επιλέξιμες ούτε ως εθνική συγχρηματοδότηση. Ο εν λόγω κανόνας ακολουθείται στην περίπτωση της από κοινού συγχρηματοδότησης, κατά την οποία η διαχείριση της εθνικής συνεισφοράς πραγματοποιείται σύμφωνα με τους ίδιους κανόνες που ακολουθούνται για τα κεφάλαια Phare.

8.24.

Οι κανόνες και οι πρακτικές που αφορούν τη συγχρηματοδότηση στο πλαίσιο του Phare έχουν εξελιχθεί μέσα σε μία δεκαετία. Π.χ., η παράλληλη συγχρηματοδότηση επιτρέπει τις συνεισφορές σε είδος, πράγμα που εξ ορισμού αποκλείεται βάσει των διακανονισμών για την από κοινού συγχρηματοδότηση. Επιπλέον, οι χώρες Phare θα προέβαλαν αντιρρήσεις για οποιαδήποτε αμφισβητούμενη από νομική άποψη και αναδρομική επιβολή των πλέον πρόσφατων κανόνων συγχρηματοδότησης.

8.25.

Η διαχείριση της παράλληλης συγχρηματοδότησης πραγματοποιείται από τα δικαιούχα υπουργεία/τις δικαιούχους αρχές και δεν αποτελεί τμήμα του κανονικού συστήματος κατάρτισης εκθέσεων Phare. Τον Ιούνιο του 2004, η Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης εξέδωσε σημείωμα προς τους εθνικούς διατάκτες στο οποίο δήλωνε ότι ο ΦΠΑ γίνεται δεκτός ως επιλέξιμος για παράλληλη συγχρηματοδότηση, με την προϋπόθεση ότι προσδιορίζεται και εξηγείται δεόντως στις οριστικές δηλώσεις. Στο ίδιο σημείωμα, οι δαπάνες που προβλέπονται στο πλαίσιο της παράλληλης συγχρηματοδότησης γίνονται δεκτές έως και ένα έτος έπειτα από την ημερομηνία λήξης των χρηματοδοτικών μνημονίων.

8.25.

Για να απαλυνθούν οι πιο περιοριστικοί κανόνες από εκείνους που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη, οι κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις «αρχές συγχρηματοδότησης», που δημοσιεύθηκαν τον Σεπτέμβριο του 2002 από την Επιτροπή, περιείχαν επίσης τους «κανόνες επιλεξιμότητας» για τους διαρθρωτικούς πόρους (που επιτρέπουν σε ορισμένες περιπτώσεις τον ΦΠΑ) ως έγγραφο προσανατολισμού. Κατά συνέπεια, μετά την προσχώρηση, η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν διέθετε νομικά μέσα για να διεκδικήσει την μη επιλεξιμότητα του ΦΠΑ που είχε καταβληθεί από παράλληλη εθνική συγχρηματοδότηση. Οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές απλοποιήθηκαν περαιτέρω τον Ιούνιο του 2004 ενώ γι'αυτό το σκοπό εστάλη επιστολή στους εθνικούς διατάκτες στην οποία, διευκρινίζεται μεταξύ άλλων, η επιλεξιμότητα του ΦΠΑ καθώς και άλλων φόρων και δασμών. Στην πραγματικότητα, το θέμα αυτό ευθυγραμμίστηκε με τους κανόνες που ακολουθήθηκαν για τους διαρθρωτικούς πόρους εφόσον οι περισσότερες από τις δικαιούχες χώρες είχαν καταστεί εν τω μεταξύ κράτη μέλη.

8.26.

Η αποδοχή, από τη Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης, του ΦΠΑ ως επιλέξιμης δαπάνης στο πλαίσιο της παράλληλης συγχρηματοδότησης δεν διαθέτει νομική βάση. Ο κανονισμός Phare αποκλείει τον ΦΠΑ από την κοινοτική χρηματοδότηση, και ο σκοπός του εν λόγω αποκλεισμού θα παρακαμπτόταν εάν ο ΦΠΑ ήταν επιλέξιμος για συγχρηματοδότηση.

8.26.

Η Επιτροπή εκτιμά ότι η θεώρηση του ΦΠΑ ως επιλέξιμη δαπάνη σε ορισμένες περιπτώσεις στο πλαίσιο της παράλληλης συγχρηματοδότησης είναι σύμφωνη προς τον κανονισμό Phare, εφόσον η Επιτροπή θεωρεί ότι ο εν λόγω κανονισμός ορίζει τους κανόνες που ισχύουν μόνο για την κοινοτική χρηματοδότηση.

Ανεπαρκής επαλήθευση της παράλληλης συγχρηματοδότησης σε εθνικό επίπεδο

8.27.

Τα εθνικά ταμεία συγκεντρώνουν δεδομένα σχετικά με την παράλληλη συγχρηματοδότηση κατά την κατάρτιση αιτημάτων για τη χορήγηση κεφαλαίων. Εντούτοις, τα δεδομένα δεν επαληθεύονται, γεγονός που ενδέχεται να εμποδίσει τον εντοπισμό ελλείψεων στη συγχρηματοδότηση και μη επιλέξιμων δαπανών για μεγάλο χρονικό διάστημα.

8.27.

Το θέμα αυτό εξετάστηκε ήδη τον Σεπτέμβριο του 2002. Τον Ιούνιο του 2004, ένα σημείωμα με οδηγίες που απεστάλη στους εθνικούς διατάκτες τροποποίησε την παρουσίαση της δήλωσης σχετικά με τη συνεισφορά στη συγχρηματοδότηση προκειμένου να αυξηθούν οι επαληθεύσεις που γίνονται στο επίπεδό τους.

8.28.

Με τον έλεγχο του Συνεδρίου σχετικά με δαπάνες που είχαν δηλωθεί στο πλαίσιο της παράλληλης εθνικής συγχρηματοδότησης αποκαλύφθηκαν αρκετές περιπτώσεις όπου είχε συμπεριληφθεί ο ΦΠΑ, ορισμένες περιπτώσεις όπου είχαν πραγματοποιηθεί δαπάνες εκτός της επιλέξιμης χρονικής περιόδου των χρηματοδοτικών μνημονίων και μία περίπτωση μη επιλέξιμης συνεισφοράς σε είδος. Η επίπτωση στον κοινοτικό προϋπολογισμό ήταν επουσιώδης. Εντούτοις, στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, η ενδιάμεση έκθεση σχετικά με τις δαπάνες στο πλαίσιο της παράλληλης συγχρηματοδότησης δεν κατέστη δυνατό να ελεγχθεί λόγω ανεπαρκούς παρακολούθησης της διαδρομής του ελέγχου και ελλιπών δικαιολογητικών. Στην Τουρκία, διαπιστώθηκε το ίδιο πρόβλημα σε ένα πρόγραμμα MEDA (19) με συμφωνηθείσα συνεισφορά σε είδος.

8.28.

Στο χρηματοδοτικό μνημόνιο, οι προθεσμίες που καθορίζονται για τη σύναψη των συμβάσεων και τις εκταμιεύσεις αναφέρονται στην «επιδότησης της EΚ» (το άρθρο 3 αναφέρει ότι «η επιδότηση της ΕΚ διατίθεται για τη σύναψη συμβάσεων έως…» και «η προθεσμία για την εκταμίευση είναι…»). Οι εθνικές αρχές είναι, συνεπώς, δυνατόν να επικαλεστούν ότι οι ημερομηνίες αυτές εφαρμόζονται μόνο στη συνεισφορά της ΕΕ και όχι στη δική τους συγχρηματοδότηση. Το θέμα αυτό αποσαφηνίστηκε ως εξής: οι προθεσμίες που πρέπει να εφαρμόζονται στη συγχρηματοδότηση είναι ίδιες με εκείνες που ισχύουν για το Phare και μπορεί να γίνει αποδεκτό να παρέχεται η παράλληλη συγχρηματοδότηση μέχρι ένα χρόνο μετά το τέλος της περιόδου εκταμίευσης του χρηματοδοτικού μνημονίου (με την επιφύλαξη ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Επιτροπής και του εθνικού διατάκτη).

Συμπεράσματα σχετικά με τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου

8.29.

Με την πάροδο των ετών, τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου έχουν βελτιωθεί. Για τα νέα κράτη μέλη, το γενικά ικανοποιητικό επίπεδο των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου αποδεικνύεται από τη χορήγηση του EDIS, έπειτα από λεπτομερή διαδικασία εκτίμησης και επαλήθευσης. Στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Τουρκία, τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου σε εθνικό επίπεδο είναι μάλλον ανεπαρκή. Έτσι, το βασικό στοιχείο στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου της Επιτροπής εξακολουθεί να είναι η αποτελεσματική λειτουργία της εκ των προτέρων έγκρισης από τις αντιπροσωπείες της Επιτροπής. Συνολικά, τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου παρέχουν εύλογη βεβαιότητα ως προς τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων, με εξαίρεση τις απαιτήσεις σχετικά με την παράλληλη συγχρηματοδότηση.

 

Έλεγχοι τεκμηρίωσης πράξεων — Πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν σε επίπεδο υλοποίησης

8.30.

Επελέγησαν συνολικά 13 σχέδια, με πληρωμές της Επιτροπής το 2004, στην Τσεχική Δημοκρατία, την Πολωνία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Τουρκία για ελέγχους τεκμηρίωσης των πληρωμών (20). Οι πληρωμές συνολικά ήταν νόμιμες και κανονικές, ενώ διαπιστώθηκαν ελάχιστα μόνον τυπικά σφάλματα, όπως εκπρόθεσμες πληρωμές και ήσσονες περιπτώσεις μη συμφωνίας με τους κανόνες πρόσκλησης υποβολής προσφορών. Τα εν λόγω συμπεράσματα επιβεβαιώνουν την εκτίμηση του Συνεδρίου όσον αφορά τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου (βλέπε σημείο 8.29).

 

Ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων και δήλωση του γενικού διευθυντή Διεύρυνσης

8.31.

Οι επιφυλάξεις που είχαν διατυπωθεί κατά τα προηγούμενα έτη δεν διατηρήθηκαν. Αντ’ αυτών, ο γενικός διευθυντής Διεύρυνσης διατύπωσε μία νέα επιφύλαξη σχετικά με την ύπαρξη αδυναμιών στα διοικητικά συστήματα και κενών στην ικανότητα της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας να διαχειρίζονται και να θέτουν σε εφαρμογή αυξανόμενα ποσά βοήθειας.

 

8.32.

Το Συνέδριο συμφωνεί με την εκτίμηση της Επιτροπής. Εντούτοις, φρονεί ότι οι αναφορές σε κινδύνους για τη μελλοντική διαχείριση δεν θα έπρεπε να εκφράζονται ως επιφύλαξη στη δήλωση δραστηριοτήτων για το 2004, αλλά να διατυπώνονται στο πλαίσιο της εκτίμησης του κινδύνου στην ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων.

8.32.

Όπως εξηγείται στο κείμενο σχετικά με την επιφύλαξη, ο λόγος της ύπαρξης της εν λόγω επιφύλαξης το 2004 είναι ότι οι κίνδυνοι αφορούν τη μελλοντική υγιή δημοσιονομική διαχείριση των δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων που έγιναν κατά το 2004 και, για το λόγο αυτό, αναφέρονται στη δήλωση του Γενικού Διευθυντή για το 2004. Εάν το Ελεγκτικό Συνέδριο φρονεί ότι η επιφύλαξη αυτή αφορά το μέλλον, ο Γενικός Διευθυντής θεωρεί ότι ο κίνδυνος αφορά τις αναλήψεις υποχρεώσεων του εν λόγω έτους, αν και οποιαδήποτε επέλευση του κινδύνου (όσον αφορά ενδεχόμενες αποδεσμεύσεις κονδυλίων) είναι πιθανή για τα μετέπειτα χρόνια.

Συμπεράσματα και συστάσεις

Συμπεράσματα που προέκυψαν από τον έλεγχο του Συνεδρίου σχετικά με το Phare και τα προγράμματα της Τουρκίας

8.33.

Το Συνέδριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι για το Phare και τα προγράμματα της Τουρκίας η Επιτροπή συνέχισε να βελτιώνει το περιβάλλον εσωτερικού ελέγχου της. Η εφαρμογή του EDIS αποτέλεσε σημαντικό βήμα προς τη βελτίωση της διαχειριστικής ικανότητας και των συστημάτων ελέγχου στα νέα κράτη μέλη. Η Γενική Διεύθυνση Διεύρυνσης γνωρίζει ότι τα συστήματα ελέγχου στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία εξακολουθούν, ωστόσο, να παρουσιάζουν αδυναμίες.

 

8.34.

Με τον έλεγχο δεν αποκαλύφθηκαν σημαντικά σφάλματα στις ελεγχθείσες πράξεις, γεγονός που είναι αντίστοιχο με το αποτέλεσμα του ελέγχου του προηγούμενου έτους. Εντούτοις, εντοπίστηκαν οι ακόλουθες συνεχιζόμενες αδυναμίες στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου:

8.34.

Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της την παρατήρηση αυτή αλλά τονίζει ότι οι εν λόγω αδυναμίες έχουν καλυφθεί στο ενδιάμεσο διάστημα:

α)

οι οδηγίες της Επιτροπής προς τους ελεγκτές που προσελήφθησαν για το έργο αυτό σχετικά με τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται κατά την κατάρτιση των εκθέσεων δεν ήταν αρκετά σαφείς και οι δαπάνες που δηλώθηκαν ως παράλληλη εθνική συγχρηματοδότηση δεν περιλαμβάνονται σε αρκετό βάθος στην εμβέλεια του ελέγχου·

α)

Έχουν τώρα εκπονηθεί ενημερωμένες οδηγίες σχετικά με την κατάρτιση εκθέσεων και τον τρόπο εκτίμησης της παράλληλης συγχρηματοδότησης.

β)

παρά τη μεταφορά πείρας από την εφαρμογή του DIS στις χώρες Phare, τα διδάγματα που απεκόμισαν οι τουρκικές αρχές δεν ήταν επαρκή·

 

γ)

παρατηρούνται καθυστερήσεις στην υποβολή των οριστικών δηλώσεων, λανθασμένη εφαρμογή των κανόνων επιλεξιμότητας, ελλιπείς ενδιάμεσες εκθέσεις και ανεπαρκής παρακολούθηση της διαδρομής του ελέγχου για τις δαπάνες που δηλώνονται ως παράλληλη συγχρηματοδότηση.

γ)

Οι εθνικές αρχές υπέβαλαν τις σχετικές οριστικές δηλώσεις εντός ευλόγου προθεσμίας. Ενισχύθηκαν οι απαιτήσεις σχετικά με τη συγχρηματοδότηση όπως και η παρακολούθηση και η κατάρτιση των εκθέσεων· οι ενδιάμεσες εκθέσεις σχετικά με την παράλληλη συγχρηματοδότηση που πρέπει να παρέχονται στο τέλος ενός έργου, είναι εξ ορισμού ημιτελείς.

Συστάσεις: αναγκαιότητα περαιτέρω βελτιώσεων

8.35.

Η Επιτροπή πρέπει να βελτιώσει τη σύλληψη των σχεδίων, να διασφαλίσει ότι τα διδάγματα που αποκομίστηκαν από τις προηγούμενες υποψήφιες χώρες θα εφαρμοστούν στις νέες υποψήφιες χώρες, να ενισχύσει τον έλεγχο της παράλληλης συγχρηματοδότησης, μεταξύ άλλων περιλαμβάνοντάς τον στην εμβέλεια των ελέγχων κλεισίματος, και να ευθυγραμμίσει τους κανόνες επιλεξιμότητας με το νομικό πλαίσιο. Η Επιτροπή πρέπει να εντείνει τις προσπάθειές της για τη βελτίωση των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου στη Βουλγαρία και τη Ρουμανία μέσω της διαδικασίας EDIS.

8.35.

Όπως εξηγείται λεπτομερώς στις προηγούμενες παραγράφους, η Επιτροπή έχει λάβει υπόψη της τις παρατηρήσεις. Έχει π.χ. εκδώσει τις απαραίτητες κατευθυντήριες γραμμές, ενίσχυσε τους κανόνες για την κατάρτιση των εκθέσεων, διένειμε τις κατάλληλες πρακτικές και παρείχε πληροφόρηση και κατάρτιση, ιδίως μέσω του σεμιναρίου με τίτλο «Διδάγματα από την πείρα», που έγινε το 2005.

ΓΕΝΙΚΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΟΕΝΤΑΞΙΑΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

8.36.

Η εκτίμηση του Συνεδρίου σχετικά με τα προενταξιακά μέσα παρουσιάζεται στο παρόν κεφάλαιο για το Phare και την Τουρκία (βλέπε σημεία 8.33-8.34), στο κεφάλαιο 4 για το Sapard (βλέπε σημείο 4.76) και στο κεφάλαιο 5 για το Ispa (βλέπε σημεία 5.55-5.56).

 

8.37.

Το αποτέλεσμα των εργασιών του Συνεδρίου καταδεικνύει ότι για το σύνολο των προενταξιακών μέσων (Phare, Τουρκία, Sapard και Ispa) τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου τόσο σε επίπεδο κεντρικών υπηρεσιών της Επιτροπής όσο και σε επίπεδο αντιπροσωπειών και αρχών πιστοποίησης ήταν κατά βάση ικανοποιητικά και λειτουργούσαν στην πράξη. Εντούτοις, εξακολουθούν να υπάρχουν κίνδυνοι διαφόρων βαθμών σε επίπεδο φορέων υλοποίησης στις υποψήφιες χώρες για όλα τα προγράμματα (βλέπε σημεία 8.29, 4.76-4.77 και 5.56). Με τον έλεγχο του Συνεδρίου δεν εντοπίστηκαν σημαντικά σφάλματα στις υποκείμενες πράξεις.

 


(1)  Τσεχική Δημοκρατία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία, Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβενία, Σλοβακία, Βουλγαρία και Ρουμανία.

(2)  Πολωνία, Ουγγαρία και αναδιάρθρωση στις Ανατολικές Χώρες, κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3906/89 του Συμβουλίου (ΕΕ L 375 της 23.12.1989, σ. 11).

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2500/2001 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2001, για την παροχή προενταξιακής χρηματοδοτικής βοήθειας στην Τουρκία (ΕΕ L 342 της 27.12.2001, σ. 1· όπως τροποποιήθηκε από την ΕΕ L 285 της 23.10.2002, σ. 26).

(4)  Επί του συνόλου των πληρωμών Phare/Τουρκία που πραγματοποιήθηκαν το 2004, το 80 % περίπου αφορούσε προγράμματα με αποκεντρωμένη εφαρμογή, το 8 % κεντρική διαχείριση, το 7 % εκτελέστηκε με κοινή διαχείριση (κυρίως ο παροπλισμός σταθμών πυρηνικής ενέργειας μέσω της ΕΤΑΑ) και το υπόλοιπο 5 % διαχειρίζεται η αντιπροσωπεία της Επιτροπής στην Τουρκία (αποκεντρωμένη διαχείριση) για την ολοκλήρωση των προγενέστερων προγραμμάτων συνεργασίας με την Τουρκία (κυρίως το MEDA).

(5)  Σύστημα Διαχειριστικής Αποκέντρωσης της Εφαρμογής.

(6)  Σύστημα Εκτεταμένης Διαχειριστικής Αποκέντρωσης της Εφαρμογής, στο πλαίσιο του οποίου η Επιτροπή θα παύσει να διενεργεί προληπτικούς ελέγχους των προσκλήσεων υποβολής προσφορών και της σύναψης συμβάσεων.

(7)  Ειδικό πρόγραμμα προσχώρησης για τη γεωργία και την αγροτική ανάπτυξη, κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1268/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 161 της 26.6.1999, σ. 87).

(8)  Μέσο προενταξιακών διαρθρωτικών πολιτικών, κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1267/1999 του Συμβουλίου (ΕΕ L 161 της 26.6.1999, σ. 73).

(9)  Σε όλες τις υποψήφιες χώρες έχουν συσταθεί εθνικά ταμεία, προκειμένου να διοχετεύουν τη ροή και των τριών προενταξιακών μέσων, τόσο για την παραλαβή των κεφαλαίων από την Επιτροπή όσο και για τη διανομή τους στους φορείς υλοποίησης.

(10)  Σε 10 από τα 16 ελεγχθέντα σχέδια Phare τα δελτία σχεδίων είχαν τροποποιηθεί.

(11)  Ανακοίνωση COM(2002) 624 της 13.11.2002.

(12)  Άρθρο 164 του δημοσιονομικού κανονισμού.

(13)  Ο γενικός διευθυντής Διεύρυνσης ανακοίνωσε διορθωτικές δράσεις, μεταξύ άλλων επανεκτίμηση της χορήγησης κεφαλαίων για την περίοδο 2004-2006 βάσει εκτίμησης του συστήματος διαχείρισης που θα πραγματοποιηθεί το 2005.

(14)  Η από κοινού συγχρηματοδότηση συνεπάγεται ότι κάθε στοιχείο του σχεδίου συγχρηματοδοτείται συγχρόνως και ότι οι πληρωμές πραγματοποιούνται συγχρόνως από τους εταίρους. Η άλλη μορφή είναι η παράλληλη συγχρηματοδότηση, η οποία συνεπάγεται ότι οι εταίροι χρηματοδοτούν διαφορετικά στοιχεία του σχεδίου, πιθανώς σε διαφορετικές χρονικές στιγμές, και ότι οι σχετικές πληρωμές πραγματοποιούνται χωριστά.

(15)  Το 2004 υπεβλήθησαν 12 σχέδια εκθέσεων ελέγχου, ενώ το 2003 υπεβλήθησαν 49. Το 2004 ξεκίνησαν 32 νέοι έλεγχοι, ενώ το 2003 ξεκίνησαν 34.

(16)  Το EDIS χορηγήθηκε στην Πολωνία τον Μάρτιο του 2005.

(17)  Τσεχική Δημοκρατία (2), Πολωνία (3), Σλοβενία (2), Βουλγαρία (1) και Ρουμανία (2).

(18)  Άρθρο 13 παράγραφος 1 των γενικών όρων των χρηματοδοτικών μνημονίων.

(19)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1488/96 του Συμβουλίου (ΕΕ L 189 της 30.7.1996, σ. 1).

(20)  Ελέγχθηκαν συνολικά 60 πληρωμές: Τσεχική Δημοκρατία (7), Πολωνία (6), Βουλγαρία (23), Ρουμανία (17) και Τουρκία (7).


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Δαπάνες διοικητικής λειτουργίας

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Δαπάνες διοικητικής λειτουργίας των οργάνων και οργανισμών

Εισαγωγή

Ειδική εκτίμηση στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας

Εισαγωγή

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου

Παρατηρήσεις σχετικά με τις πράξεις

Ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και δηλώσεις των κύριων διατακτών

Ειδικές παρατηρήσεις

Κοινοβούλιο

Συμβούλιο

Επιτροπή

Δικαστήριο

Ελεγκτικό Συνέδριο

Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

Επιτροπή των Περιφερειών

Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής και Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων

Γενικά συμπεράσματα και συστάσεις

Κύριες παρατηρήσεις σε ειδικές εκθέσεις

Ειδική έκθεση αριθ. 1/2005 σχετικά με τη διαχείριση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)

Ειδική έκθεση αριθ. 5/2005 σχετικά με τις δαπάνες διερμηνείας του Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και του Συμβουλίου

Υπηρεσίες και λοιποί αποκεντρωμένοι οργανισμοί

Ευρωπαϊκά Σχολεία

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

 

ΔΑΠΑΝΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΩΝ

Εισαγωγή

9.1.

Ο τομέας 5 των δημοσιονομικών προοπτικών «Δαπάνες διοικητικής λειτουργίας», περιλαμβάνει τις πιστώσεις διοικητικής λειτουργίας των θεσμικών οργάνων και λοιπών οργανισμών. Η διαχείριση των εν λόγω πιστώσεων ασκείται άμεσα από κάθε θεσμικό όργανο ή οργανισμό και οι πιστώσεις αυτές χρησιμοποιούνται για την καταβολή των μισθών, των επιδομάτων και των συντάξεων των προσώπων που απασχολούνται στα κοινοτικά όργανα, καθώς και για την καταβολή μισθωμάτων, την πραγματοποίηση αγορών και την κάλυψη διαφόρων διοικητικών δαπανών. Οι δαπάνες το 2004 ανήλθαν σε 5 856 εκατομμύρια ευρώ, όπως διευκρινίζεται περαιτέρω στον πίνακα 9.1 . Το παρόν κεφάλαιο περιλαμβάνει την ειδική εκτίμηση στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας και ειδικές παρατηρήσεις σχετικά με τα θεσμικά όργανα, τους αποκεντρωμένους οργανισμούς και τα Ευρωπαϊκά Σχολεία.

 

Πίνακας 9.1 — Πληρωμές ανά Όργανο

(εκατομμύρια ευρώ)

 

2003

2004

Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

986

1 166

Συμβούλιο

410

507

Επιτροπή

3 546

3 721

Δικαστήριο

148

216

Ελεγκτικό Συνέδριο

84

84

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

91

92

Επιτροπή των Περιφερειών

46

63

Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής

4

5

Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων

1

Σύνολο

5 305

5 856

Ειδική εκτίμηση στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας

Εισαγωγή

9.2.

Ο στόχος του ελέγχου στο πλαίσιο της DAS 2004 σχετικά με τις δαπάνες διοικητικής λειτουργίας ήταν να παρασχεθεί στο Συνέδριο η δυνατότητα να εκτιμήσει την αξιοπιστία των ενοποιημένων λογαριασμών για το έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2004 (αντικείμενο του κεφαλαίου 1), καθώς και τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων στους λογαριασμούς πράξεων. Στον πίνακα 9.2 παρουσιάζεται η συνέχεια που δόθηκε σε παρατηρήσεις προγενέστερων ετήσιων εκθέσεων.

9.2.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

H Επιτροπή δημοσιεύει ετήσια έκθεση στην οποία παρουσιάζεται η συνέχεια που θεωρείται σκόπιμο να δοθεί στις συστάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Η έκθεση που καλύπτει την ετήσια έκθεση του Συνεδρίου για το 2003 θα δημοσιευθεί το φθινόπωρο του 2005.

9.3.

Οι προγενέστεροι έλεγχοι του Συνεδρίου καταδεικνύουν ότι τα σφάλματα που διαπιστώθηκαν ήταν κυρίως τυπικά και δεν οφείλονταν σε σοβαρές αδυναμίες των συστημάτων ελέγχου. Εντούτοις, το 2004, η έγκριση νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και νέου συστήματος υπολογισμού των αποδοχών του προσωπικού, καθώς και η εφαρμογή νέων συστημάτων στο πλαίσιο του νέου δημοσιονομικού κανονισμού, εισήγαγαν ειδικούς κινδύνους (βλέπε σημεία 9.5 και 9.6).

9.3.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η σταδιακή εφαρμογή ενός νέου συστήματος καταβολής των αποδοχών κατά τη διάρκεια του έτους 2003 και των αρχών του 2004 προκάλεσαν πράγματι νέο κίνδυνο, όπως συμβαίνει για κάθε νέα εφαρμογή (βλέπε απάντηση στο σημείο 9.5). Οι υπηρεσίες της Επιτροπής τον έθεσαν υπό έλεγχο χάρη στην εφαρμογή μεγάλου αριθμού χειρόγραφων ελέγχων επί των αποτελεσμάτων των διαφόρων προσωρινών υπολογισμών της καταβολής των μηνιαίων αποδοχών και την άμεση διόρθωση των διαπιστωθέντων σφαλμάτων από τους αρμόδιους υπαλλήλους πληροφορικής πριν από τον τελικό μηνιαίο υπολογισμό και την έγκριση της καταβολής των μισθών. Ο αριθμός των λαθών που διαπιστώθηκαν εκ των υστέρων ήταν ελάχιστος.

Πίνακας 9.2 — Συνέχεια που δόθηκε σε παρατηρήσεις προγενέστερων ετήσιων εκθέσεων

Παρατηρήσεις

Δράση που ανελήφθη

Είναι αναγκαία περαιτέρω δράση;

Απάντηση του Κοινοβουλίου

Πάγιες εντολές

Ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003, σημείο 9.14:

Οι εσωτερικοί κανόνες του Κοινοβουλίου για την εφαρμογή του τμήματος του προϋπολογισμού που το αφορά παρέχουν τη δυνατότητα πραγματοποίησης πληρωμών με πάγια εντολή. Έπειτα από την πραγματοποίηση της πληρωμής, ο διατάκτης εκδίδει «ένταλμα διακανονισμού προκειμένου να καταλογιστεί το ποσό στον προϋπολογισμό» (άρθρο 11 παράγραφος 4 των εσωτερικών κανόνων). Προκειμένου να είναι σύμφωνες με το δημοσιονομικό κανονισμό, οι δαπάνες πρέπει να εκκαθαρίζονται και να εντέλλονται πριν από την πληρωμή.

Δεν έχει αναληφθεί δράση: το 2004, ο εσωτερικός κανόνας που παρέχει τη δυνατότητα πραγματοποίησης πληρωμών με πάγια εντολή εξακολουθούσε να ισχύει.

Ναι, όλες οι πληρωμές πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του δημοσιονομικού κανονισμού.

Σύμφωνα με την τροποποίηση που έγινε στους εσωτερικούς κανόνες που διέπουν την εκτέλεση του προϋπολογισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (άρθρο 10) στις 27 Απριλίου 2005, στο εξής «Η πληρωμή με πάγια εντολή δεν είναι δυνατή παρά μόνο εάν προβλέπεται υποχρεωτικά στη σύμβαση με τον δικαιούχο ως μοναδικός τρόπος πληρωμής».

Επικουρικό συνταξιοδοτικό καθεστώς για τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

Ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2002, σημεία 9.17 και 9.20:

Εάν πρόκειται να διατηρηθεί το επικουρικό συνταξιοδοτικό καθεστώς για τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, πρέπει να δημιουργηθεί το ταχύτερο δυνατόν επαρκής νομική βάση.

Το επικουρικό συνταξιοδοτικό καθεστώς εξακολουθεί να υπάρχει και δεν έχει δημιουργηθεί επαρκής νομική βάση.

Ναι, πρέπει να δημιουργηθεί νομική βάση.

Η έγκριση του καθεστώτος των βουλευτών το οποίο θα τεθεί σε ισχύ το 2009 προβλέπει ενιαίο συνταξιοδοτικό καθεστώς για τους βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και κατά συνέπεια την εξαφάνιση εν ευθέτω χρόνω του επικουρικού συνταξιοδοτικού καθεστώτος.

Πρέπει να θεσπιστούν σαφείς κανόνες στο καθεστώς που να καθορίζουν τις υποχρεώσεις και τις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καθώς και των ασφαλισμένων στο καθεστώς μελών σε περίπτωση ελλείμματος.

Δεν έχουν θεσπιστεί τέτοιου είδους κανόνες.

Ναι, πρέπει να θεσπιστούν κατάλληλοι κανόνες.

Όσον αφορά το εν λόγω καθεστώς, πραγματοποιήθηκε αναλογιστική μελέτη την άνοιξη του 2005. Αυτή αναμένεται να μας δώσει τη δυνατότητα να εξεταστούν τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν προκειμένου το ταμείο να διατηρηθεί σε ισορροπία. Τα αποτελέσματα της μελέτης θα μπορούσαν επίσης αν επιτρέψουν την επανεξέταση αντίστοιχων αρμοδιοτήτων και ευθυνών του Κοινοβουλίου και του Σωματείου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα λουξεμβουργιανού δικαίου το οποίο διαχειρίζεται το συνταξιοδοτικό ταμείο για την περίοδο έως τη θέση σε ισχύ του καθεστώτος.

Συστήματα εποπτείας και ελέγχου

9.4.

Το 2004, όλα τα θεσμικά όργανα συνέχισαν να βελτιώνουν τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου τους προκειμένου να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις του νέου δημοσιονομικού κανονισμού. Εντούτοις, κανένα από τα θεσμικά όργανα δεν είχε εφαρμόσει πλήρως τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου (1).

9.4.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου (ΠΕΕ) για το Συμβούλιο εγκρίθηκαν στις 20 Ιουλίου 2005.

9.4.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η Επιτροπή θέσπισε, το 2002, τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου και κάθε έτος προβαίνει σε ετήσια παρακολούθηση της εφαρμογής των σχετικών βασικών απαιτήσεων. Η αναφερόμενη εφαρμογή τυγχάνει τακτικής εποπτείας από άποψη τόσο της συμμόρφωσης όσο και της αποτελεσματικότητας. Όπως αναφέρει το Ελεγκτικό Συνέδριο στο σημείο 1.87, υπήρξε συμμόρφωση με το 93 % των βασικών απαιτήσεων, ποσοστό που θεωρείται ως σχεδόν απόλυτη εφαρμογή μέσα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον.

9.4.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Η διοίκηση του Δικαστηρίου δέχεται ότι ορισμένα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου δεν μπόρεσαν να εφαρμοστούν πλήρως το 2004. Η αύξηση του εξειδικευμένου προσωπικού θα οδηγήσει κανονικά σε ταχεία βελτίωση της καταστάσεως.

9.4.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η εφαρμογή των βασικών μέτρων που απορρέουν από τη θέσπιση των προτύπων εσωτερικού ελέγχου προγραμματίζεται επί του παρόντος για διάστημα δύο ετών (2004 και 2005). Τα εν λόγω μέτρα αφορούν τη διοίκηση του προσωπικού (καθιέρωση γραπτής περιγραφής όλων των θέσεων εργασίας· επικαιροποίηση της περιγραφής των διαδικασιών πρόσληψης), τη χρήση δεικτών απόδοσης (για την οποία ζητήθηκε η διενέργεια διοργανικών διαβουλεύσεων) και τη συστηματική χρήση ενός τριμηνιαίου σχεδίου δαπανών. Όλα τα ανωτέρω συμπεριελήφθησαν σε ένα ενιαίο πρόγραμμα δράσης το οποίο υιοθετήθηκε από τον Γενικό Γραμματέα στις 8 Νοεμβρίου 2004.

9.5.

Το 2004, χρησιμοποιούνταν από όλα τα θεσμικά όργανα η NAP («Nouvelle Application Paie»), μια νέα εφαρμογή πληροφορικής για τον υπολογισμό των αποδοχών του προσωπικού, την οποία δημιούργησε και διαχειριζόταν το Γραφείο του εκκαθαριστή της Επιτροπής. Η NAP παρουσίασε το 2004 διάφορες τεχνικές αδυναμίες, οι οποίες δημιούργησαν νέο κίνδυνο και, σε πολλές περιπτώσεις, κατέληξαν στο λανθασμένο υπολογισμό των διαφόρων στοιχείων των αποδοχών του προσωπικού. Τα προφανέστερα σφάλματα διορθώθηκαν χειρόγραφα πριν από την πληρωμή. Όσον αφορά ένα από τα εν λόγω στοιχεία, τον Μάρτιο του 2005 τα προγράμματα NAP τροποποιήθηκαν, τα ποσά που είχαν καταβληθεί το 2004 υπολογίστηκαν εκ νέου και, εφόσον κρίθηκε αναγκαίο, διορθώθηκαν. Οι εν λόγω διορθώσεις οδήγησαν σε ανακτήσεις που ανήλθαν για όλα τα θεσμικά όργανα συνολικά σε 1,9 εκατομμύρια ευρώ περίπου. Η χειρόγραφη μεταφορά δεδομένων στη NAP από τα συστήματα πληροφορικής που κατέγραφαν τις καταστάσεις οι οποίες θεμελιώνουν ειδικά δικαιώματα του προσωπικού αποτέλεσαν έναν επιπλέον ειδικό κίνδυνο σφαλμάτων. Εντούτοις, οι έλεγχοι δεν ενισχύθηκαν αναλόγως.

9.5.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑÏΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Παρά το γεγονός ότι η σχεδόν ταυτόχρονη εισαγωγή του νέου δημοσιονομικού κανονισμού, του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του συστήματος μισθοδοσίας NAP πράγματι δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα, ο πραγματικός χαρακτήρας των προβλημάτων πρέπει να κατανοηθεί σωστά. Ειδικότερα, ο κανονισμός υπηρεσίας κατάστασης προκάλεσε πολυάριθμα προβλήματα ερμηνείας. Μόνο όταν επιλύθηκαν οι δυσκολίες αυτές (συνήθως σε επίπεδο των επικεφαλής των διοικήσεων των οργάνων) μπόρεσε να υιοθετηθεί οριστικά το σύστημα NAP. Η χρονική υστέρηση αυτής της διαδικασίας εξηγεί το μεγαλύτερο μέρος των ανακτήσεων για τις οποίες γίνεται λόγος. Καθαρά τεχνικά προβλήματα αρχικής λειτουργίας με το NAP, αν και επίπονα και χρονοβόρα για τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες, εντοπίστηκαν ταχέως και διορθώθηκαν. Αν και η χειρογραφική καταχώριση των δεδομένων μισθοδοσίας επίσης αποτελεί κίνδυνο, αυτός δεν είναι κάτι καινούργιο και επομένως δεν απαιτεί ειδικά μέτρα ελέγχου πέρα από εκείνα που ήδη υπάρχουν, αν και το NAP είναι ένας παράγοντας που οδηγεί το Κοινοβούλιο στο να ενισχύσει τους εκ των υστέρων ελέγχους σε θέματα μισθοδοσίας.

9.5.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Από την πλευρά της, η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου (ΓΓΣ) επιθυμεί να υπογραμμίσει ότι όντως ενίσχυσε τους ελέγχους όταν το παλαιό σύστημα μισθοδοσίας αντικαταστάθηκε από το NAP (νέο σύστημα μισθοδοσίας). Η ΓΓΣ εκφράζει τη λύπη της διότι τα συμπεράσματα όσον αφορά τον έλεγχο ενδέχεται να αποσπάσουν την προσοχή του αναγνώστη από το γεγονός ότι κατά τη στιγμή της πραγματοποίησης βασικών τροποποιήσεων στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων χρησιμοποιήθηκε μια ελαττωματική εφαρμογή πληροφορικής.

9.5.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η σταδιακή εφαρμογή της NAP («Nouvelle Application Paie») κατά τη διάρκεια του έτους 2003 και των αρχών του 2004 δημιούργησε νέο κίνδυνο. Ένας τέτοιος κίνδυνος συνδέεται άμεσα με την εγκαινίαση κάθε νέας εφαρμογής πληροφορικής.

Οι υπηρεσίες της Επιτροπής τον έθεσαν υπό έλεγχο χάρη στην εφαρμογή μεγάλου αριθμού χειρόγραφων ελέγχων επί των αποτελεσμάτων των διαφόρων προσωρινών υπολογισμών της καταβολής των μηνιαίων αποδοχών και την άμεση διόρθωση των διαπιστωθέντων σφαλμάτων από τους αρμόδιους υπαλλήλους πληροφορικής πριν από τον τελικό μηνιαίο υπολογισμό και την έγκριση της καταβολής των μισθών. Ο αριθμός των λαθών που διαπιστώθηκαν εκ των υστέρων ήταν ελάχιστος.

Οι τροποποιήσεις στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης θεσπίστηκαν από το Συμβούλιο μόλις στις 22 Μαρτίου 2004, και άφησαν πολύ περιορισμένο χρονικό διάστημα για τον λεπτομερή καθορισμό των κανόνων διαχείρισης και την προσαρμογή της NAP. Η Επιτροπή μπόρεσε εντούτοις να εισαγάγει κατά την πληρωμή του Μαΐου 2004, τις περισσότερες τροποποιήσεις της μεταρρύθμισης. Ορισμένες πλευρές δεν μπόρεσαν να τεθούν σε οριστική εφαρμογή αμέσως κατά την έναρξη ισχύος της μεταρρύθμισης, δεδομένου ότι δεν είχαν ακόμα καθοριστεί πλήρως οι γενικές εκτελεστικές διατάξεις ή οι κανόνες διαχείρισης. Υπό τις συνθήκες αυτές, τέθηκαν σε εφαρμογή προσωρινά μέτρα ώστε να περιοριστεί ο αντίκτυπος στους δικαιούχους. Οι τροποποιήσεις της ΝΑΡ, τον Μάρτιο 2005, που προκάλεσαν την αναφερθείσα αναγκαία αποκατάσταση των 1,9 εκατ. ευρώ, προέκυψαν, για παράδειγμα, από εργασίες οι λεπτομέρειες των οποίων είχαν αποφασιστεί από τον Νοέμβριο 2004 και οι οποίες συνεπώς δεν ήταν δυνατό να υλοποιηθούν νωρίτερα.

Η εφαρμογή της ΝΑΡ απαίτησε μεταφορά των ελέγχων ποιότητας των καταγραφέντων δεδομένων του συστήματος πληρωμής προς τα συστήματα διαχείρισης των δικαιωμάτων που διαβιβάζουν πλέον αυτόματα τα δεδομένα μέσω συστήματος ανταπόκρισης στην NAP. Κατά τη διάρκεια του 2003 αξιολογήθηκαν και επανοργανώθηκαν οι εφαρμοζόμενοι έλεγχοι έτσι ώστε να εξασφαλιστεί ότι, σε επίπεδο συστημάτων διαχείρισης από την 1η Ιανουαρίου 2004, τηρείται η αρχή του δημοσιονομικού κανονισμού περί ενάρξεως και εκ των προτέρων ελέγχου.

9.5.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Οι διαπιστωθείσες δυσχέρειες απορρέουν από τη λειτουργία της εφαρμογής NAP. Η έναρξη λειτουργίας της εφαρμογής αυτής συνέπεσε με την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, υπό συνθήκες κάθε άλλο παρά ιδανικές, οι οποίες συνέβαλαν σε σημαντική αύξηση του φόρτου εργασίας του τμήματος μισθοδοσίας. Τόσο το Δικαστήριο όσο και λοιπά θεσμικά όργανα συνάντησαν δυσκολίες ως προς τη λειτουργία της εφαρμογής αυτής. Οι δυσκολίες αυτές επισημάνθηκαν επανειλημμένως στις υπηρεσίες της Επιτροπής που διαχειρίζονται τη NAP και συζητήθηκαν στο πλαίσιο τακτικών συναντήσεων με τις υπηρεσίες αυτές. Πολλές από αυτές έχουν ήδη, σε μεγάλο βαθμό, αντιμετωπιστεί.

Όσον αφορά τη μεταφορά δεδομένων στη NAP, αρμόδιο για το Δικαστήριο είναι το τμήμα μισθοδοσίας, το οποίο πραγματοποιεί την εν λόγω μεταφορά απευθείας βάσει των διαφόρων διοικητικών αποφάσεων από τις οποίες απορρέουν τα αντίστοιχα δικαιώματα και υπόκειται συστηματικά σε έλεγχο εντός του τμήματος αυτού. Επομένως, η καταχώριση δεν πραγματοποιείται βάσει δεδομένων ήδη καταχωρισμένων στο σύστημα διαχείρισης προσωπικού Centurio.

9.5.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Στην ΕΟΚΕ, κανένα στοιχείο δεν εισάγεται χειρωνακτικά στο νέο σύστημα μισθοδοσίας (NAP). Τα στοιχεία του προσωπικού κωδικοποιούνται στο ηλεκτρονικό σύστημα διοίκησης του προσωπικού από ένα άτομο και επιβεβαιώνονται από ένα δεύτερο άτομο. Τα επιβεβαιωμένα στοιχεία μεταβιβάζονται απευθείας από το σύστημα αυτό στο NAP μέσω μιας αυτοματοποιημένης διαδικασίας. Επίσης, οι μεμονωμένες πληρωμές που προέρχονται από το NAP ενσωματώνονται ηλεκτρονικά στο σύστημα λογιστικής ενημέρωσης, χωρίς καμία χειρωνακτική παρέμβαση. Επιπλέον, όπως συμβαίνει και με οποιαδήποτε άλλη πληρωμή, οι εν λόγω πληρωμές διαβιβάζονται ηλεκτρονικά στην τράπεζα, έπειτα από διπλή ηλεκτρονική υπογραφή, χωρίς καμία επανακωδικοποίηση.

9.6.

Ο τροποποιημένος κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 2004, αναφέρει ότι οι δαπάνες διαμονής κατά τη διάρκεια αποστολών επιστρέφονται, εφόσον προσκομισθούν σχετικά δικαιολογητικά, εντός των ορίων ανωτάτου ποσού καθοριζόμενου για κάθε χώρα (άρθρο 13 του παραρτήματος VII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης). Σε αντίθεση με τον εν λόγω κανόνα, όλα τα θεσμικά όργανα, εκτός από το Δικαστήριο, το Ελεγκτικό Συνέδριο και τον Διαμεσολαβητή, προέβλεψαν στους εσωτερικούς κανόνες τους την πληρωμή κατ' αποκοπή ποσού, που κυμαίνεται από 30 % έως 60 % του ανώτατου επιτρεπόμενου ποσού, στους υπαλλήλους που δεν προσκομίζουν αποδεικτικά στοιχεία για δαπάνες διαμονής. Ο τροποποιημένος κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης θεσπίζει επίσης νέες, χαμηλότερες κλίμακες για τις ημερήσιες αποζημιώσεις. Εντούτοις, δύο θεσμικά όργανα διατήρησαν το σύστημα που ίσχυε πριν από τον Μάιο του 2004 και συνέχισαν να εφαρμόζουν τις παλαιές κλίμακες για τις ημερήσιες αποζημιώσεις (2).

9.6.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑÏΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Η διασπορά των δραστηριοτήτων του Κοινοβουλίου σε τρεις τόπους εργασίας δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα όσον αφορά τις αποστολές και μια συνέπεια αυτού ήταν ότι το Κοινοβούλιο δεν μπόρεσε να θεσπίσει νέους κανόνες έως την προθεσμία της 1ης Μαΐου. Αν και οι νέες διατάξεις που θεσπίστηκαν κατά το 2005 προβλέπουν πράγματι κατ' αποκοπή πληρωμές, η άποψη του Κοινοβουλίου είναι ότι το νέο σύστημα επιτυγχάνει την κατάλληλη ισορροπία μεταξύ ρυθμιστικών και πρακτικών απαιτήσεων και είναι σύμφωνο με τη νομική συμβουλή που ζήτησε σχετικά.

9.6.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Η ΓΓΣ θα εξετάσει, από κοινού με τα άλλα θεσμικά όργανα, τη δυνατότητα αλλαγής των εσωτερικών κανόνων της όσον αφορά την επιστροφή των εξόδων διαμονής χωρίς την προσκόμιση δικαιολογητικών.

9.6.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η καταβολή κατ’ αποκοπή ποσού αντί για την καταβολή μεταβλητού ποσού βάσει αποδεικτικών θεωρήθηκε ως μέτρο κατ’ εφαρμογή διάταξης του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, το οποίο, σύμφωνα με την άποψη της διοίκησης, λαμβάνει υπόψη τη σχέση κόστους/αποτελεσματικότητας. Εντούτοις, η Επιτροπή πρόκειται να προβεί σε εξέταση του θεμελιώδους αυτού του κανόνα.

9.6.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Ο οδηγός αποστολών της ΕΟΚΕ βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στον οδηγό της Επιτροπής. Το σημείο 4.2 είναι ακριβώς το ίδιο και στους δύο οδηγούς. Η ΕΟΚΕ προτίθεται να εξακολουθήσει να εφαρμόζει το άρθρο 13 παράγραφος 1 του παραρτήματος VII κατά τον ίδιο τρόπο με την Επιτροπή, με στόχο την εφαρμογή ενός συνεκτικού συνόλου κανόνων μεταξύ των οργάνων.

9.7.

Διαπιστώθηκαν αδυναμίες στα συστήματα ελέγχου σχετικά με τη μεταφορά μέρους των αποδοχών των υπαλλήλων με την εφαρμογή διορθωτικού συντελεστή. Σε διάφορες περιπτώσεις, χορηγήθηκε το δικαίωμα της μεταφοράς χωρίς δικαιολογητικά που να αποδεικνύουν επαρκώς την ύπαρξη του δικαιώματος των υπαλλήλων στη μεταφορά που ζητούσαν (3). Ο αριθμός των περιπτώσεων που διαπιστώθηκαν ήταν σημαντικός σε ορισμένα θεσμικά όργανα (4).

9.7 και 9.8.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Τα αναφερόμενα σφάλματα αφορούν άλλα όργανα και όχι την Επιτροπή.

9.7.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Το σημείο αυτό αφορά περιπτώσεις στις οποίες οι συνέπειες της μεταβολής των δικαιωμάτων του υπαλλήλου που συναρτώνται με την οικογενειακή του κατάσταση δεν ελήφθησαν αμέσως υπόψη όσον αφορά το δικαίωμά του να μεταφέρει μέρος των αποδοχών του σε άλλη χώρα. Εντούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι η διοίκηση του Δικαστηρίου προβαίνει σε τακτικές επαληθεύσεις και, εφόσον χρειάζεται, σε διορθώσεις, διά της επιστροφής των αχρεωστήτως καταβληθέντων.

9.7.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η ανάλυση των δικαιολογητικών εγγράφων για τη μεταφορά ενός μέρους των αποδοχών με ένα συντελεστή στάθμισης εμπίπτει στο πλαίσιο των συστηματικών εκ των υστέρων ελέγχων που διενεργούνται επί του παρόντος. Οποιαδήποτε διόρθωση τυχόν απαιτείται πραγματοποιείται βάσει του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.

9.8.

Σε ορισμένα θεσμικά όργανα, σημειώθηκε έλλειψη διαδικασιών ελέγχου όσον αφορά την καταβολή των συντάξεων. Η σύνταξη που καταβάλλεται στους συνταξιούχους υπαλλήλους οι οποίοι διαμένουν σε ορισμένα κράτη μέλη αυξάνεται μέσω ενός διορθωτικού συντελεστή. Εντούτοις, κατά τα τελευταία έτη δεν είχαν διενεργηθεί έλεγχοι προκειμένου να επαληθευτεί ο πραγματικός τόπος διαμονής πρώην υπαλλήλων (5).

9.8.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Με βάση μια αξιολόγηση κινδύνων, η ΓΓΣ διενήργησε τον Μάρτιο του 2005 έρευνα όσον αφορά τις πληρωμές συντάξεων σε άτομα με τόπο διαμονής το Ηνωμένο Βασίλειο· η έρευνα οδήγησε σε διορθώσεις από τη διοίκηση οι οποίες με τη σειρά τους οδήγησαν σε δύο υποθέσεις ενώπιον του δικαστηρίου.

9.8.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Έπειτα από το 2002 αποφασίσθηκε να διενεργείται ο έλεγχος του τόπου διαμονής των συνταξιούχων ανά διετία. Ο έλεγχος αυτός είχε προγραμματισθεί για τα τέλη του 2004, αλλά καθυστέρησε λόγω του φόρτου εργασίας που προέκυψε από την «Αναθεώρηση» (νέοι υπολογισμοί, νέες μεταφορές κ.λπ.). Κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου η ΕΟΚΕ διατήρησε στενή επαφή με τους συνταξιούχους της, αποστέλλοντάς τους ενημερωτικές επιστολές και ελέγχοντας την παράδοσή τους, καθώς και επικοινωνώντας προσωπικά μαζί τους διά αλληλογραφίας, όποτε τούτο εθεωρείτο αναγκαίο. Ο πλήρης επίσημος έλεγχος θα πραγματοποιηθεί μεταξύ Ιουλίου και Οκτωβρίου του 2005. Στις 31 Αυγούστου 2005 είχε ήδη ελεγχθεί ποσοστό υψηλότερο του 80 % των συνταξιούχων.

9.9.

Εκτός από τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή και τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, παρατηρήθηκαν περιστασιακές αδυναμίες στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου όσον αφορά τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων.

9.9.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑÏΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Το Κοινοβούλιο λαμβάνει υπόψη την παρατήρηση του Συνεδρίου και θα συνεχίσει τις προσπάθειές του για να βελτιώσει τις διαδικασίες του.

9.9.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Η ΓΓΣ θεωρεί ότι δεν υφίσταται επιχείρημα προς επίρρωση της δήλωσης του Ελεγκτικού Συνεδρίου ότι παρατηρήθηκαν περιστασιακές αδυναμίες στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου όσον αφορά τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων. Η ΓΓΣ έχει συγκροτήσει μια εσωτερική οργάνωση με επίκεντρο την DGAIV/μονάδα συντονισμού σύναψης συμβάσεων, με την οποία διασφαλίζεται ότι οι διαδικασίες διαγωνισμού διεξάγονται με αυστηρή τήρηση των κανόνων και στοχεύουν στην αποτελεσματικότερη από πλευράς κόστους λύση.

Στο πλαίσιο του ετήσιου ελέγχου του, το Ελεγκτικό Συνέδριο έκανε μια παρατήρηση σχετικά με έναν φάκελο για σύναψη σύμβασης ο οποίος αφορούσε την ερμηνεία του δημοσιονομικού κανονισμού αλλά ο οποίος δεν αφορούσε την ποιότητα του συστήματος εσωτερικού ελέγχου.

9.9.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Όσον αφορά την Επιτροπή, όλες οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες έλαβαν τα ενδεδειγμένα μέτρα επανόρθωσης:

θα αναθεωρηθούν οι ετήσιες οδηγίες προς τις αντιπροσωπίες, ώστε αυτές να παρέχουν επαρκείς εκ των προτέρων πληροφορίες στις κεντρικές υπηρεσίες,

καθιερώθηκαν δύο επιπλέον έλεγχοι, ένας εκ των προτέρων και ένας εκ των υστέρων, για να συμπληρωθεί το σύστημα ελέγχου στη διαδικασία σύναψης συμβάσεων στην πληροφορική,

ελήφθησαν, κατά το 2005, μέτρα όσον αφορά τη σύναψη συμβάσεων προμηθειών για να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με το άρθρο 126 των κανόνων εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού, χαράχτηκε το χρονοδιάγραμμα προκηρύξεων διαγωνισμών κατά την περίοδο 2005-2006, και τέθηκαν σε εφαρμογή εκ των υστέρων έλεγχοι καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

9.9.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Η διοίκηση του Δικαστηρίου θα προσπαθήσει να ενισχύσει περαιτέρω τους ελέγχους στον τομέα της συνάψεως συμβάσεων και να βελτιώσει την εκπαίδευση των διαχειριστών στον εν λόγω τομέα.

9.9.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Ένα από τα βασικά αίτια των αδυναμιών ως προς τον προγραμματισμό της δραστηριότητας για τη σύναψη και τη λειτουργική διαχείριση των συμβάσεων υπήρξε η υπερβολική μεταφορά αρμοδιοτήτων στον τομέα της σύναψης και της διαχείρισης των συμβάσεων σε διάφορες υπηρεσίες, χωρίς επαρκή εξειδίκευση στον εν λόγω τομέα. Στις αρχές του 2004 προτάθηκε να συσταθεί μια νέα μονάδα, αρμόδια για το συντονισμό των δημοσιονομικών και συμβατικών θεμάτων σε όλες τις κοινές υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής και της Επιτροπής των Περιφερειών που διαχειρίζονται την ευρεία πλειονότητα των ενεργειών στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων εντός της ΕΟΚΕ. Η μονάδα αυτή συστάθηκε επισήμως την 1η Νοεμβρίου 2004 και, έπειτα από ένα στάδιο προσλήψεων, κατέστη πλήρως λειτουργική τον Φεβρουάριο του 2005. Η εν λόγω μονάδα περιλαμβάνει δύο εντελώς νέες θέσεις εξειδικευμένες στη σύναψη και στη διαχείριση των συμβάσεων στις κοινές υπηρεσίες. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι δράσεις που ανελήφθησαν ενόψει της διεύρυνσης και της μετακόμισης των δύο επιτροπών σε νέες κτιριακές εγκαταστάσεις είχαν, κατά τη διάρκεια του 2004, σημαντικό αντίκτυπο στις διάφορες αρμόδιες υπηρεσίες και συνετέλεσαν στις αδυναμίες που εντοπίσθηκαν.

Παρατηρήσεις σχετικά με τις πράξεις

9.10.

Ο έλεγχος του Συνεδρίου κάλυψε τις αποδοχές του προσωπικού, τη μεταφορά μέρους των αποδοχών, η οποία αυξάνεται μέσω ενός διορθωτικού συντελεστή, σε τραπεζικούς λογαριασμούς σε κράτη μέλη διαφορετικά από αυτό όπου εργάζεται ο υπάλληλος, τις προσλήψεις, τις αποζημιώσεις που χορηγούνται σε Μέλη ορισμένων θεσμικών οργάνων και τις δαπάνες σχετικά με τη σύναψη συμβάσεων.

 

9.11.

Διαπιστώθηκαν αρκετές περιπτώσεις με οικονομική επίπτωση μακράς διαρκείας όσον αφορά τις αποδοχές των υπαλλήλων, όπου οι δαπάνες δεν ήταν δικαιολογημένες:

9.11 και 9.12.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Βλέπε απαντήσεις στα σημεία 9.7 και 9.8.

9.11.

 

α)

βαθμολογική κατάταξη υπαλλήλων που δεν συμφωνούσε με τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης ούτε με το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό (ΚΛΠ) (6), χορήγηση της ειδικής αύξησης αποδοχών για προϊσταμένους μονάδας σε άτομα που δεν ασκούσαν καθήκοντα διαχείρισης του προσωπικού (4) ·

α)

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Όσον αφορά τη βαθμολογική κατάταξη του προσωπικού, η παρατήρηση του Δικαστηρίου αναφέρεται σε μια παράλειψη κατά την ανακατάταξη ενός εκτάκτου υπαλλήλου, δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Το λάθος αυτό έχει ήδη διορθωθεί. Επιπλέον, ένας εκ των υστέρων έλεγχος κατέδειξε ότι επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό.

Όσον αφορά το διορισμό των προϊσταμένων μονάδας, ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης δεν ορίζει ελάχιστο αριθμό υπαλλήλων ο οποίος πρέπει να διοικείται από έναν προϊστάμενο μονάδας. Στην ΕΟΚΕ, η οποία είναι μικρό όργανο, οι επιλογές όσον αφορά τη διοίκηση είναι οι ακόλουθοι: για τη βελτίωση τόσο της παροχής κινήτρων σε προσωπικό επίπεδο όσο και της συλλογικής αποτελεσματικότητας, οι προϊστάμενοι μονάδας είναι απολύτως υπεύθυνοι και υπόλογοι για την οργάνωση και την ανάπτυξη των διαφόρων δραστηριοτήτων στον τομέα τους, καθώς και για τη διοίκηση του ανθρώπινου δυναμικού τους. Στην απόφαση αριθ. 442/04 Α της ΕΟΚΕ αναφέρεται ότι ένα μέλος του προσωπικού, προκειμένου να διοριστεί ως προϊστάμενος μονάδας, οφείλει να πληροί τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα κριτήρια:

να έχει αναλάβει σημαντικές ευθύνες για τον καθορισμό, την ανάπτυξη και την εφαρμογή πολιτικών της ΕΟΚΕ ή να του έχουν ανατεθεί σημαντικές ευθύνες σε ευαίσθητους τομείς,

να έχει αναλάβει σημαντικές ευθύνες στον τομέα της διοίκησης προσωπικού ή της δημοσιονομικής διαχείρισης ή να ασκεί καθήκοντα διατάκτη υπό την έννοια του δημοσιονομικού κανονισμού σε σημαντικούς τομείς ή για μεγάλα ποσά,

να διοικεί μια διοικητική μονάδα απαρτιζόμενη από τουλάχιστον εννέα υπαλλήλους.

Ως εκ τούτου, σε πλήρη συμμόρφωση με την προαναφερθείσα απόφαση, ο επικεφαλής της Υπηρεσίας Εσωτερικού Λογιστικού Ελέγχου και ο επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας διορίστηκαν στη θέση του προϊσταμένου μονάδας λόγω του εύρους και της φύσης των καθηκόντων τους.

β)

μεταφορά μέρους των αποδοχών με εφαρμογή διορθωτικού συντελεστή χωρίς την αναγκαία αιτιολόγηση για το σύνολο ή μέρος του μεταφερόμενου ποσού (7).

β)

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Το Ελεγκτικό Συνέδριο κάνει την ίδια παρατήρηση όπως και στο σημείο 9.7. Επιπλέον, δεδομένου ότι η ΓΓΣ ζητά συστηματικά κάθε χρόνο την προσκόμιση νέων δικαιολογητικών, δεν είναι ορθό να συνάγεται το συμπέρασμα ότι οι λιγοστές περιπτώσεις τις οποίες διαπίστωσε το Συνέδριο ενδέχεται να έχουν οικονομική επίπτωση μακράς διαρκείας όσον αφορά τις αποδοχές των υπαλλήλων.

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Βλέπε την απάντηση για το σημείο 9.7.

 

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Παρακαλείσθε να ανατρέξετε στις παρατηρήσεις της ΕΟΚΕ σχετικά με το σημείο 9.7.

9.12.

Η φύση και το είδος των σφαλμάτων που διαπιστώθηκαν επιβεβαίωσαν την ύπαρξη των αδυναμιών στη λειτουργία των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου που προαναφέρθηκαν και παρέσχαν ενδείξεις ως προς τις απαιτούμενες βελτιώσεις.

 

Ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας και δηλώσεις των κύριων διατακτών

9.13.

Πραγματοποιήθηκαν βελτιώσεις το 2004 στην παρουσίαση των ετήσιων εκθέσεων δραστηριότητας και των δηλώσεων των κύριων διατακτών. Σε ορισμένες από αυτές διατυπώθηκαν επιφυλάξεις, ενώ η πλειονότητά τους ανέφερε ορισμένες αδυναμίες στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου. Για ορισμένα θεσμικά όργανα, το Συνέδριο δεν μπόρεσε να λάβει υπόψη τις ετήσιες εκθέσεις δραστηριότητας διότι δεν είχαν υποβληθεί πριν από την ολοκλήρωση του ελέγχου του (8).

9.13.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η Επιτροπή σημειώνει την εκτίμηση στην οποία προέβη το Συνέδριο σχετικά με τις βελτιώσεις που έγιναν στην παρουσίαση των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων των υπηρεσιών της για το 2004, οι οποίες εκπονήθηκαν όλες εγκαίρως.

Υπήρξαν πολύ λίγες επιφυλάξεις και παρατηρήσεις στις ετήσιες εκθέσεις δραστηριοτήτων των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με τις γενικές διοικητικές δαπάνες. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι αναφερθείσες αδυναμίες στο επίπεδο των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου δεν θίγουν ουσιαστικά τη νομιμότητα και την κανονικότητα των αντίστοιχων πράξεων.

9.13.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Όσον αφορά την ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων, πρέπει να υπομνησθεί ότι η λήξη της προθεσμίας την οποία τάσσει το άρθρο 60 παράγραφος 7 του δημοσιονομικού κανονισμού για τη διαβίβαση στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σύνοψης των ετήσιων εκθέσεων δραστηριοτήτων στις 15 Ιουνίου, ισχύει μόνο για την Επιτροπή. Η ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων που κατάρτισε ο κύριος διατάκτης του Δικαστηρίου διαβιβάστηκε στο οικείο θεσμικό όργανο στις 21 Ιουνίου 2005. Στο εξής, αν το Ελεγκτικό Συνέδριο επιθυμεί να λαμβάνει την ετήσια έκθεση σε συγκεκριμένη ημερομηνία, το Δικαστήριο θα προσπαθήσει να ικανοποιήσει την επιθυμία αυτή.

Ειδικές παρατηρήσεις

9.14.

Το ακόλουθο τμήμα αφορά ειδικές παρατηρήσεις σχετικά με καθένα από τα θεσμικά όργανα.

 

Κοινοβούλιο

9.15.

Τα σημεία 9.6 και 9.9 ισχύουν για το Κοινοβούλιο. Σε αρκετές περιπτώσεις, η εκκαθάριση των δαπανών σχετικά με τη σύναψη συμβάσεων δεν λειτούργησε όπως προβλεπόταν. Σε μία από τις περιπτώσεις, το καταβληθέν ποσό είχε υπερεκτιμηθεί κατά 0,7 εκατομμύρια ευρώ.

9.15.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑÏΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Όσον αφορά τα σημεία 9.6 και 9.9 για τα οποία γίνεται λόγος, οι σχετικές απαντήσεις έχουν δοθεί παραπάνω. Όσον αφορά το προαναφερθέν ποσό, είναι απόρροια της μείωσης της βάσης υπολογισμού του ΦΠΑ για την εμφυτευτική σύμβαση του κτιρίου DA-D5, η οποία παραχωρήθηκε από τις αρμόδιες βελγικές αρχές ύστερα από μακρές διαπραγματεύσεις οι οποίες ολοκληρώθηκαν με καθυστέρηση. Πράγματι, σε πολιτικό επίπεδο, η συμφωνία σχετικά με τη βάση υπολογισμού του ΦΠΑ επιτεύχθηκε λίγο πριν από την υπογραφή της σύμβασης. Χρειάστηκε να περιμένουμε την ειδοποίηση από την αρμόδια φορολογική αρχή, λίγες μέρες μετά την πληρωμή που έπρεπε να καταβληθεί κατά την υπογραφή της σύμβασης, προκειμένου η εταιρεία να είναι σε θέση να εκδώσει πιστωτικό σημείωμα και νέο τιμολόγιο. Κατά συνέπεια, το ποσό των 701 537,76 ευρώ αντιμετωπίστηκε ως προκαταβολή, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης με την εν λόγω εταιρεία.

9.16.

Επίσης, παρατηρήθηκαν αδυναμίες, όπως και κατά το παρελθόν (βλέπε σημεία 9.21 και 9.22 της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2002), στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου όσον αφορά την καταβολή αποζημιώσεων σε Μέλη του Κοινοβουλίου (ευρωβουλευτές). Οι διαδικασίες που εφαρμόστηκαν δεν διασφάλιζαν ότι τα εισοδήματα που προέκυπταν για πρώην ευρωβουλευτές από ορισμένες δραστηριότητες (έμμισθη θέση σε διεθνή οργανισμό, συμμετοχή σε εθνική ή περιφερειακή κυβέρνηση κ.λπ.) αφαιρούνταν από την προσωρινή μεταβατική αποζημίωση.

9.16.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑÏΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Όσον αφορά την αποζημίωση γραμματείας, εγκρίθηκαν νέες τροποποιήσεις των διατάξεων για τις αποζημιώσεις και τα επιδόματα των βουλευτών, οι οποίες αποβλέπουν στην ενίσχυση του ελέγχου της αποζημίωσης, ιδίως σε σχέση με συμβάσεις παροχής υπηρεσιών. Τον Ιούλιο του 2005, το Σώμα των Κοσμητόρων ενέκρινε τους πρακτικούς όρους εκτέλεσης των τροποποιήσεων αυτών, γεγονός που θα επιτρέψει στην υπηρεσία που ασκεί τη διαχείριση να τις εφαρμόσει. Όσον αφορά την προσωρινή μεταβατική αποζημίωση, το Κοινοβούλιο έχει επίγνωση του γεγονότος ότι υπάρχει κάποιος κίνδυνος. Έχουν εφαρμοστεί διατάξεις και προβλέπονται άλλες για να ελαχιστοποιηθεί ακόμα περισσότερο ο κίνδυνος αυτός.

Συμβούλιο

9.17.

Τα σημεία 9.4, 9.6, 9.7, 9.8, 9.9 και 9.11 ισχύουν για το Συμβούλιο. Το Συμβούλιο δεν θέσπισε ελάχιστα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου (άρθρο 60 παράγραφος 4 του δημοσιονομικού κανονισμού) ούτε κατάρτισε χάρτες αποστολής που να περιγράφουν τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του υπολόγου και του υπολόγου παγίων προκαταβολών (άρθρο 44 των κανόνων εφαρμογής).

9.17.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Οι αντιδράσεις της ΓΓΣ όσον αφορά τα σημεία 9.4, 9.6, 9.8, 9.9 και 9.11 παρατίθενται ανωτέρω. Επιπροσθέτως θα πρέπει να σημειωθεί ότι προσφάτως το Συμβούλιο κατάρτισε χάρτη στον οποίο περιγράφονται τα καθήκοντα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του υπολόγου καθώς και εγχειρίδιο για τις πάγιες προκαταβολές.

9.18.

Η πρόσθετη ετήσια άδεια που χορηγούνταν πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1997 ως αντιστάθμιση για υπερωρίες καταβάλλεται σε χρήμα κατά τη συνταξιοδότηση εάν ο υπάλληλος δεν έχει χρησιμοποιήσει την πρόσθετη άδεια. Δεδομένου ότι οι υπάλληλοι κατηγορίας Α και Β δεν δικαιούνται αντιστάθμιση για υπερωρίες, τέτοιου είδους πληρωμές αντιβαίνουν στο άρθρο 56 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Στο τέλος του 2004, η συνολική ετήσια άδεια που είχε χορηγηθεί πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1997 ως αντιστάθμιση για υπερωρίες και δεν είχε ακόμη χρησιμοποιηθεί ανερχόταν σε 11 800 ημέρες περίπου. Τον Σεπτέμβριο του 2004, καταβλήθηκε συνολικό ποσό 95 000 ευρώ περίπου για πρόσθετη ετήσια άδεια που δεν είχε χρησιμοποιηθεί από υπαλλήλους κατηγορίας Α και Β οι οποίοι συνταξιοδοτούνταν τον μήνα εκείνο.

9.18.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Η ΓΓΣ προβλέπει τη σταδιακή εξάλειψη της συσσωρευμένης άδειας αντισταθμιστικού χαρακτήρα για τους υπαλλήλους των κατηγοριών Α και Β που είχε δοθεί πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1997· το πλέον πρόσφατο βήμα σε αυτή τη διαδικασία υπήρξε η ανακοίνωση προς το προσωπικό αριθ. 80/05 της 17ης Μαΐου 2005. Από τις αρχές του 2005, η συσσωρευμένη αυτή άδεια μειώθηκε κατά 2 500 ημέρες με αποτέλεσμα να ανέρχεται στις 7 Σεπτεμβρίου 2005 σε 9 317,5 ημέρες.

Επιτροπή (9)

9.19.

Το σημείο 9.9 ισχύει για την Επιτροπή. Το Συνέδριο εντόπισε επίσης αδυναμίες στη λειτουργία ορισμένων συστημάτων εποπτείας και ελέγχου στην Υπηρεσία Εκδόσεων, όπου παρατηρήθηκαν διαφορές μεταξύ των ποσοτήτων χαρτιού που είχαν καταγραφεί στις καταστάσεις αποθεμάτων και αυτών που υπήρχαν πράγματι στην αποθήκη, είχαν πληρωθεί μη παραληφθέντα αντίγραφα μιας δημοσίευσης και δεν είχαν ζητηθεί αναθεωρήσεις τιμών που προβλέπονταν στις συμβάσεις σε περίπτωση μείωσης των τιμών της αγοράς χαρτιού ή πρώτων υλών.

9.19.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η Υπηρεσία Εκδόσεων αποδέχεται την παρατήρηση του Συνεδρίου σχετικά με τις προφανείς διαφορές μεταξύ των ποσοτήτων που είχαν καταγραφεί στο σύστημα διαχείρισης αποθεμάτων και τα πραγματικά αποθέματα σε δύο διαφορετικούς χώρους. Οι εν λόγω διαφορές οφείλονται σε εσφαλμένες καταχωρίσεις στο σύστημα διαχείρισης αποθεμάτων. Στο μεταξύ, εκπονείται νέο λογισμικό για τη διαχείριση των αποθεμάτων, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου έχει επιστραφεί στα κεντρικά κτίρια της Υπηρεσίας Εκδόσεων.

Η Υπηρεσία Εκδόσεων αποδέχεται τις παρατηρήσεις του Συνεδρίου σχετικά με τη διαφορά κατά 1,4 % στις ποσότητες που είχαν παραδοθεί για μία δημοσίευση, και θα λάβει μέτρα ώστε να εξασφαλιστεί η βελτίωση των κυκλωμάτων πληροφόρησης και να αποφευχθεί η επανάληψη παρόμοιων σφαλμάτων.

Η Υπηρεσία Εκδόσεων αποδέχεται τις παρατηρήσεις του Συνεδρίου σχετικά με τις αναθεωρήσεις τιμών, και θα δώσει στο μέλλον την ανάλογη προσοχή.

Δικαστήριο

9.20.

Τα σημεία 9.4, 9.7, 9.9, 9.11 και 9.13 ισχύουν για το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο ενέκρινε τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου τον Μάρτιο του 2004. Εντούτοις, πέντε από αυτά δεν εφαρμόστηκαν. Σε μία περίπτωση, που αφορούσε την τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθωμάτων, η έλλειψη δικαιολογητικών που επισυνάπτονται στις εντολές πληρωμής μισθωμάτων και η ανεπαρκής παρακολούθηση του μισθωτήριου συμβολαίου κατέληξαν στο να υποχρεωθεί το Δικαστήριο να καταβάλει στον εκμισθωτή τον Σεπτέμβριο του 2 004 716 000 ευρώ για καθυστερούμενο μίσθωμα, λόγω της έλλειψης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής του μισθώματος από το 1999.

9.20.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Όσον αφορά τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου, βλέπε την απάντηση για το σημείο 9.4.

Όσον αφορά τις παρατηρήσεις σχετικά με την τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθωμάτων, οι απαντήσεις έχουν ως εξής. Μέχρι το 1999, με εξαίρεση τα έτη 1983, 1984 και 1994 κατά τη διάρκεια των οποίων τα μισθώματα είχαν παγώσει, το Δικαστήριο προέβη σε αναπροσαρμογή του μισθώματος του Palais (εφεξής «Μέγαρο»), κατόπιν επιστολής που έλαβε από τις υπηρεσίες του κυρίου του κτιρίου, ήτοι του κράτους του Λουξεμβούργου (10). Στο παρελθόν, κατά την κατάρτιση του προσχεδίου του προϋπολογισμού για κάθε οικονομικό έτος, πραγματοποιούνταν εκτίμηση του οφειλόμενου για τα μισθώματα ποσού για το οικείο οικονομικό έτος βάσει της προβλέψεως εξελίξεως του δείκτη που είχε ληφθεί υπόψη για την αναπροσαρμογή του μισθώματος.

Κατόπιν της εκκενώσεως του Μεγάρου το 1999, τροποποιήθηκε για δεύτερη φορά η σύμβαση μισθώσεως για το Μέγαρο στις 5 Ιουνίου 1973, ώστε να ληφθεί υπόψη κατά τον ίδιο τρόπο η χρησιμοποίηση άλλου κτιρίου (κτιρίου T) αντί του Μεγάρου.

Από το 2001, ζητήθηκε από τις λουξεμβουργιανές αρχές, με έγγραφα που τους απεστάλησαν, να λάβουν θέση ενόψει της νέας αυτής κατάστασης, σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου III της συμβάσεως μισθώσεως, η οποία προέβλεπε αναπροσαρμογή του μισθώματος σε συνάρτηση με την εξέλιξη του δείκτη αναφοράς. Μόλις στις 28 Σεπτεμβρίου 2004 απάντησε το αρμόδιο δημόσιο ταμείο, ζητώντας την καταβολή του μισθώματος που οφειλόταν κατόπιν της αναπροσαρμογής του βάσει της εξελίξεως του εν λόγω δείκτη, και μάλιστα για το χρονικό διάστημα 1999-2004.

9.21.

Ο εσωτερικός ελεγκτής ασκεί τα καθήκοντα του προϊσταμένου της «μονάδας επαλήθευσης», η οποία διενεργεί προληπτικούς ελέγχους των πράξεων του διατάκτη. Τέτοιου είδους ανάμειξη στην εκτέλεση οικονομικών πράξεων δεν είναι συμβατή με τα καθήκοντα ενός ανεξάρτητου εσωτερικού ελεγκτή. Από το διορισμό του το 2003 και εξής, ο εσωτερικός ελεγκτής δεν ολοκλήρωσε κανέναν από τους ελέγχους που περιλαμβάνονταν στο πρόγραμμα εργασίας του.

9.21.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

Οι πράξεις των εκ των προτέρων επαληθεύσεων και του εσωτερικού ελέγχου πραγματοποιούνται από διαφορετικά πρόσωπα. Υπενθυμίζεται ότι, λαμβανομένου υπόψη του μεγέθους του Δικαστηρίου, αποφασίστηκε να τεθούν οι αρμόδιοι για την επαλήθευση υπάλληλοι υπό τη διοικητική εποπτεία ενός και μοναδικού υπαλλήλου, που καλείται επίσης εσωτερικός ελεγκτής. Η διοικητική αυτή υπευθυνότητα ουδόλως επηρεάζει την ανεξαρτησία του εσωτερικού ελεγκτή κατά τις ελεγκτικές του δραστηριότητες.

Αληθεύει ότι, το 2004, η υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου δεν διέθετε επαρκές εξειδικευμένο προσωπικό, γεγονός που κατέστησε αδύνατη την ολοκλήρωση των προγραμματισμένων ελεγκτικών δραστηριοτήτων. Συνεχείς προσπάθειες για την αντιμετώπιση της καταστάσεως αυτής οδήγησαν στην πρόσληψη, τον Δεκέμβριο του 2004, ενός ελεγκτή με το καθεστώς του επικουρικού υπαλλήλου και, τον Ιούνιο του 2005, ενός ελεγκτή με το καθεστώς του έκτακτου υπαλλήλου. Τέλος, ένας υπάλληλος της κατηγορίας A*, ο οποίος προσελήφθη βάσει πίνακα επιτυχόντων διαγωνισμού ενίσχυσε την ομάδα αυτή τον Σεπτέμβριο του 2005. Η υπηρεσία έχει πλέον τη δυνατότητα να ασκεί πλήρως τις δραστηριότητές της.

Ελεγκτικό Συνέδριο

9.22.

Στο Ελεγκτικό Συνέδριο ασκείται έλεγχος από ανεξάρτητη εταιρεία εξωτερικού ελέγχου, η οποία εξέδωσε «Πιστοποιητικό για την κανονικότητα και την ειλικρίνεια των οικονομικών καταστάσεων της 31ης Δεκεμβρίου 2004», συνοδευόμενο από «έκθεση σχετική με τις διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση, καθώς και το σύστημα εσωτερικού ελέγχου». Η έκθεση αναφέρει ότι, κατά τη γνώμη του ελεγκτή, «η εφαρμογή των ισχυόντων κανόνων εσωτερικού ελέγχου εξασφαλίζει την ορθή επίτευξη των επιχειρησιακών στόχων, την κατάρτιση αξιόπιστων οικονομικών καταστάσεων, καθώς και τη συμμόρφωση με το κανονιστικό πλαίσιο». Τόσο το πιστοποιητικό όσο και η έκθεση θα δημοσιευτούν στην Επίσημη Εφημερίδα.

 

Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

9.23.

Τα σημεία 9.6, 9.7, 9.8, 9.9 και 9.11 ισχύουν για την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή. Τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου εγκρίθηκαν τον Ιούλιο του 2004. Δεν έχουν ληφθεί ακόμη όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να επιτευχθεί πλήρης συμφωνία με αυτά.

9.23.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Παρακαλείσθε να ανατρέξετε στις παρατηρήσεις της ΕΟΚΕ σχετικά με αυτά τα σημεία και με το σημείο 9.4.

Επιτροπή των Περιφερειών

9.24.

Τα σημεία 9.6, 9.7, 9.9, 9.11 και 9.13 ισχύουν για την Επιτροπή των Περιφερειών. Τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου εγκρίθηκαν μόλις τον Νοέμβριο του 2004, αλλά δεν ελήφθησαν όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να επιτευχθεί πλήρης συμφωνία με αυτά. Η λειτουργία του εσωτερικού ελέγχου ασκούνταν από έναν έκτακτο υπάλληλο, ο οποίος είχε προσληφθεί βάσει ανανεώσιμων συμβάσεων μικρής διάρκειας. Τον Μάιο του 2005, διορίστηκε εσωτερικός ελεγκτής ένας μόνιμος υπάλληλος.

9.24.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ

Καθ' όλη τη διάρκεια του 2004, η Επιτροπή των Περιφερειών κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την πρόσληψη νέου εσωτερικού ελεγκτή καθώς και του λοιπού προσωπικού της υπηρεσίας λογιστικού ελέγχου. Ωστόσο, δεδομένου ότι ένας πολύ μικρός αριθμός επιλέξιμων υπαλλήλων υπέβαλαν αίτηση για τις κενές θέσεις, δεν κατέστη δυνατή η πλήρωσή τους σε μόνιμη βάση κατά τη δεδομένη χρονική στιγμή.

Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής και Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων

9.25.

Δεν προέκυψαν παρατηρήσεις από τον έλεγχο.

 

Γενικά συμπεράσματα και συστάσεις

9.26.

Πραγματοποιήθηκαν βελτιώσεις από όλα τα θεσμικά όργανα προκειμένου να προσαρμόσουν τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου τους στις απαιτήσεις του νέου δημοσιονομικού κανονισμού. Εντούτοις, το 2004, τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου δεν αντιμετώπισαν κατάλληλα τους κινδύνους που εντοπίστηκαν το 2003 σε σχέση με την εφαρμογή του δημοσιονομικού κανονισμού (11), μαζί με τους κινδύνους που προέκυψαν από τη θέσπιση του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και την καθιέρωση νέων ηλεκτρονικών συστημάτων για τον υπολογισμό των αποδοχών και των συντάξεων (βλέπε σημείο 9.6).

9.26.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑÏΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Η πλήρης συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του νέου δημοσιονομικού κανονισμού θα χρειαστεί κάποιο χρονικό διάστημα. Η εισαγωγή του συστήματος μισθοδοσίας NAP και του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης αύξησε τους κινδύνους κατά το 2004, αλλά οι δυσκολίες προέκυψαν κυρίως από τεχνικά προβλήματα εξοικείωσης με το σύστημα μισθοδοσίας ή ερμηνείας των διατάξεων του δημοσιονομικού κανονισμού και ήταν γνωστά από τις υπηρεσίες. Παρά το γεγονός ότι τα τελευταία πράγματι οδήγησαν σε σημαντικό αριθμό ανακτήσεων, ο αριθμός των πραγματικών σφαλμάτων που απέμειναν φαίνεται να είναι μικρός ιδίως λόγω του βαθμού ελέγχου στον οποίο υπόκεινται οι αποφάσεις της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής. Ωστόσο, τα συστήματα εποπτείας και ελέγχου και ιδίως οι εκ των υστέρων έλεγχοι στη μισθοδοσία θα μπορούσαν να ενισχυθούν ακόμη.

9.26.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η σταδιακή εφαρμογή ενός νέου συστήματος καταβολής των αποδοχών κατά τη διάρκεια του έτους 2003 και των αρχών του 2004 προκάλεσε πράγματι νέο κίνδυνο, όπως συμβαίνει για κάθε νέα εφαρμογή πληροφορικής. Οι υπηρεσίες της Επιτροπής τον έθεσαν υπό έλεγχο χάρη στην εφαρμογή μεγάλου αριθμού χειρόγραφων ελέγχων επί των αποτελεσμάτων των διαφόρων προσωρινών υπολογισμών της καταβολής των μηνιαίων αποδοχών και την άμεση διόρθωση των διαπιστωθέντων σφαλμάτων από τους αρμόδιους υπαλλήλους πληροφορικής πριν από τον τελικό μηνιαίο υπολογισμό και την έγκριση της καταβολής των μισθών. Ο αριθμός των λαθών που διαπιστώθηκαν εκ των υστέρων ήταν ελάχιστος.

Η εφαρμογή ενός νέου συστήματος πληρωμών κατέστησε αναγκαία τη μεταφορά των ελέγχων ποιότητας των καταγραφέντων δεδομένων του συστήματος πληρωμής προς τα συστήματα διαχείρισης των δικαιωμάτων τα οποία στο εξής μεταφέρουν τα δεδομένα αυτόματα με ανταπόκριση προς τις πληρωμές. Κατά τη διάρκεια του 2003 αξιολογήθηκαν και επανοργανώθηκαν οι εφαρμοζόμενοι έλεγχοι έτσι ώστε να εξασφαλιστεί ότι, σε επίπεδο συστημάτων διαχείρισης από την 1η Ιανουαρίου 2004, τηρείται η αρχή του δημοσιονομικού κανονισμού περί ενάρξεως και εκ των προτέρων ελέγχους.

9.27.

Το Συνέδριο εντόπισε συχνά σφάλματα, κυρίως τυπικά. Τα σφάλματα που εντοπίστηκαν σχετικά με τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων δεν επηρέασαν σημαντικά τις δαπάνες διοικητικής λειτουργίας στο σύνολό τους.

9.27.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι τα τυπικά σφάλματα που εντοπίστηκαν δεν επηρέασαν ουσιαστικά τις διοικητικές δαπάνες. Εντούτοις, η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε να προλάβει την επανάληψή τους.

9.28.

Το Συνέδριο φρονεί ότι, ως αποτέλεσμα του ελέγχου του και προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι που εντοπίστηκαν, πρέπει να πραγματοποιηθούν βελτιώσεις στα συστήματα εποπτείας και ελέγχου όσον αφορά τους ακόλουθους τομείς:

9.28.

 

α)

τεκμηρίωση των διαδικασιών·

α)

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Μετά από προηγούμενες παρατηρήσεις του Συνεδρίου, η Επιτροπή εγκαινίασε ειδική δράση ώστε να καταγράψει τις διοικητικές διαδικασίες της για τη διαχείριση ανθρωπίνων πόρων. Τα αποτελέσματα θα προβληθούν πλήρως στο νέο ιστοχώρο «Προσωπικό και Διοίκηση» που θα τεθεί σταδιακά στο δίκτυο από το τέλος του 2005.

α) και β)

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Όπως έχει αναφερθεί στις παρατηρήσεις της ΕΟΚΕ σχετικά με την ετήσια έκθεση του Δικαστηρίου επί του προϋπολογισμού του 2003 [σημείο 9.40 β)], πολλές διαδικασίες υφίστανται ήδη και έχουν τεκμηριωθεί δεόντως. Στον οδηγό της ΕΟΚΕ για την ανάλυση των κινδύνων, η καθιέρωση γραπτών διαδικασιών θεωρείται παγιωμένο μέτρο για τον περιορισμό των κινδύνων και έχει, κατά συνέπεια, μόνιμο χαρακτήρα. Στο ενιαίο πρόγραμμα δράσης, το οποίο υιοθετήθηκε στα τέλη του 2004, η περιγραφή διαφόρων διαδικασιών προβλέπεται για το 2005.

β)

καθορισμό της φύσης των δικαιολογητικών που πρέπει να καθιστούν δυνατό τον έλεγχο της συμφωνίας των δαπανών με τους όρους των συμβάσεων ή των κανονισμών και κανόνων·

β)

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η σύσταση αυτή έχει ήδη ληφθεί υπόψη κατά τη σύνταξη των νέων ειδικών συμφωνιών, για παράδειγμα εκείνων που αφορούν τη σύμβαση-πλαίσιο για την εγκατάσταση πρόσθετων καλωδίων και εξοπλισμού στο κτίριο Jean Monnet. Το κόστος των υπηρεσιών ορίζεται ειδικότερα ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος που αναφέρει το Συνέδριο.

γ)

βαθμολογική κατάταξη των υπαλλήλων δυνάμει του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·

γ) και δ)

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Βλέπε απάντηση στα σημεία 9.7 και 9.8. Πάντως, η Επιτροπή, από μέρους της, μεριμνά για την ορθή εφαρμογή των νέων διατάξεων.

γ)

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Παρακαλείσθε να ανατρέξετε στις παρατηρήσεις της ΕΟΚΕ σχετικά με το σημείο 9.11.

δ)

αποδοχές, ιδίως καταβολή αποζημιώσεων και μεταφορές μέρους των αποδοχών των υπαλλήλων με την εφαρμογή διορθωτικού συντελεστή.

δ)

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Παρακαλείσθε να ανατρέξετε στις παρατηρήσεις της ΕΟΚΕ σχετικά με το σημείο 9.7.

 

9.28.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΩΝ

Η Επιτροπή των Περιφερειών θα εφαρμόσει πλήρως τις συστάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου που περιλαμβάνονται στο σημείο 9.28 του σχεδίου έκθεσης ελέγχου και θα συνεχίσει τις προσπάθειές της για βελτίωση της υφιστάμενης τεκμηρίωσης όσον αφορά τις διαδικασίες, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στο ζήτημα των εκ των υστέρων ελέγχων σχετικά με την κανονικότητα των δαπανών.

Κύριες παρατηρήσεις σε ειδικές εκθέσεις

Ειδική έκθεση αριθ. 1/2005 σχετικά με τη διαχείριση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)

9.29.

Η ειδική έκθεση του Συνεδρίου, συνοδευόμενη από τις απαντήσεις της Επιτροπής, δημοσιεύθηκε στην ΕΕ C 202 της 18ης Αυγούστου 2005.

 

Ειδική έκθεση αριθ. 5/2005 σχετικά με τις δαπάνες διερμηνείας του Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και του Συμβουλίου

9.30.

Στόχος του ελέγχου του Συνεδρίου ήταν να εκτιμηθεί η χρηστή δημοσιονομική διαχείριση των υπηρεσιών διερμηνείας του Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και του Συμβουλίου.

9.30.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑÏΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ

Το πλήρως πολυγλωσσικό καθεστώς, όπως είναι η επιθυμία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, συνεπάγεται σημαντικές δαπάνες οι οποίες απορρέουν ιδίως από πολιτικές αποφάσεις σχετικά με την οργάνωση των εργασιών (χρονοδιάγραμμα και τόποι εργασίας) και την ανάγκη να υπάρχει δυνατότητα ταχείας αντίδρασης σε πολιτικές καταστάσεις που ορισμένες φορές είναι δύσκολο να προγραμματιστούν. Ωστόσο, προκειμένου να βελτιωθούν οι συνθήκες χρήσης των υπηρεσιών διερμηνείας, το Κοινοβούλιο όρισε το πλαίσιο παροχής των υπηρεσιών αυτών σε ένα κώδικα συμπεριφοράς ο οποίος εγκρίθηκε το 1999 και αναθεωρήθηκε το 2004.

Αφετέρου, οι υπηρεσίες του Κοινοβουλίου καταβάλλουν προσπάθεια για τη βελτίωση του ελέγχου των εξόδων που συνδέονται με τη χρήση των εν λόγω διερμηνέων και ειδικότερα με τα έξοδα ταξιδίου τους· θετικό βήμα θα είναι η δημιουργία μιας ενιαίας διοργανικής υπηρεσίας επιφορτισμένης με όλες τις πληρωμές προς τους επικουρικούς διερμηνείς διασκέψεων. Εκτός αυτού, οι υπηρεσίες του Κοινοβουλίου που χρησιμοποιούν διερμηνεία θα μελετήσουν τις καλύτερες πρακτικές που εφαρμόζονται στα άλλα θεσμικά όργανα έτσι ώστε να βελτιώσουν τον προγραμματισμό των εργασιών, με σεβασμό των πολιτικών επιταγών που αναφέρθηκαν προηγουμένως.

9.30.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

Η ΓΓΣ επιθυμεί να υπογραμμίσει ότι μόνον εάν οι διοργανωτές των συνεδριάσεων επιδείκνυαν μεγαλύτερη προνοητικότητα θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν περαιτέρω πόροι. Σύμφωνα με την ειδική έκθεση του Συνεδρίου, μπορούν να επιτευχθούν οικονομίες και με άλλους τρόπους, όπως με τη μείωση των εξόδων για freelance διερμηνεία ή με τη βελτίωση της διοργανικής συνεργασίας.

9.31.

Ο έλεγχος κατέδειξε ότι, ως επί το πλείστον, η ποιότητα της παρεχόμενης διερμηνείας ανταποκρίνεται στις ανάγκες και στις προσδοκίες, αλλά επίσης ότι χρειάζεται να ληφθεί μια σειρά μέτρων με σκοπό τη μείωση του κόστους και την αποφυγή της παροχής υπηρεσιών διερμηνείας που ζητούνται αλλά δεν χρησιμοποιούνται. Ενώ τα κοινοτικά όργανα στα οποία διενεργήθηκε έλεγχος κατόρθωσαν να περιορίσουν τη διερμηνεία, η εξοικονόμηση πόρων θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερη εάν αποφεύγονταν οι καθυστερημένες ακυρώσεις, οι αιτήσεις για συνεδριάσεις της τελευταίας στιγμής, η άνιση κατανομή των συνεδριάσεων κατά τη διάρκεια της εβδομάδας και του έτους, καθώς και τα υψηλά έξοδα ταξιδίου των επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων. Δεδομένου ότι αυτοί οι παράγοντες είναι σε μεγάλο βαθμό εκτός των δυνατοτήτων ελέγχου των υπηρεσιών διερμηνείας, θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν πόροι μόνον εάν οι διοργανωτές των συνεδριάσεων επιδείκνυαν μεγαλύτερη προνοητικότητα.

9.31.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η Επιτροπή θα εξακολουθήσει την πολιτική του ελέγχου των δαπανών μέσω της προσέγγισης των «πραγματικών αναγκών», και θα ενισχύσει την προσπάθειά της να μειώσει την παροχή διερμηνείας στις περιπτώσεις που ζητάται αλλά δεν γίνεται χρήση της. Η δράση της Επιτροπής θα αποσκοπεί επίσης στη βελτίωση της χρησιμοποίησης ανθρωπίνων πόρων σε συνεργασία με τις υπηρεσίες διερμηνείας των άλλων οργάνων, και εν αναμονή της συμφωνίας των οργάνων να γίνει επαναδιαπραγμάτευση των ισχυουσών συμφωνιών, θα επιδιώξει να μειώσει το κόστος των επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων, ειδικότερα εκείνου που συνδέεται με οδοιπορικά.

ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΜΕΝΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ

9.32.

Ο έλεγχος των υπηρεσιών και λοιπών αποκεντρωμένων οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΥΑΟ) αποτελεί αντικείμενο ειδικών ετήσιων εκθέσεων (12). Ο προϋπολογισμός των ΥΑΟ ανήλθε συνολικά σε 872,3 εκατομμύρια ευρώ το 2004, έναντι 778 εκατομμυρίων ευρώ το 2003. Οι θέσεις που είχαν εγκριθεί για το σύνολο των ΥΑΟ αυξήθηκαν από 2 009 το 2003 σε 2 233 το 2004. Τα κύρια δεδομένα σχετικά με τις ΥΑΟ παρουσιάζονται στον πίνακα 9.3  (13).

 

Πίνακας 9.3 — Υπηρεσίες και λοιποί αποκεντρωμένοι οργανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Κύρια στοιχεία

Υπηρεσίες και λοιποί αποκεντρωμένοι οργανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Έδρα

Έτος δημιουργίας

Προϋπολογισμός (εκατομμύρια ευρώ)

Οργανικές θέσεις

2004

2003

2004

2003

Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης

Θεσσαλονίκη

1975

16,6

14,7

88

83

Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας

Δουβλίνο

1975

18,1

16,8

91

88

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος

Κοπεγχάγη

1990

33,6

27,5

115

111

Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης

Τορίνο

1990

18,4

17,2

104

104

Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας  (14)

Λισαβόνα

1993

12,2

10,5

77

63

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων

Λονδίνο

1993

99,1

84,2

314

287

Μεταφραστικό Κέντρο των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Λουξεμβούργο

1994

29,8

29,0

181

158

Κοινοτικό Γραφείο Φυτικών Ποικιλιών

Ανζέ

1994

11,3

11,1

38

35

Γραφείο Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά

Αλικάντε

1994

190

157,4

675

675

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία

Μπιλμπάο

1995

10,7

14,6

38

33

Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο των Φαινομένων Ρατσισμού και Ξενοφοβίας

Βιέννη

1997

7,9

6,6

34

30

Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ανασυγκρότησης  (15)

Θεσσαλονίκη

2000

374,6

358,6

114

120

Eurojust

Χάγη

2002

9,3

8,1

76

53

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Αεροπορίας

Κολονία  (16)

2002

11,3

4,7

95

80

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα

Λισαβόνα  (16)

2002

13,3

4,5

55

40

Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων

Πάα  (16)

2002

29,1

12,6

138

49

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών  (17)

Ηράκλειο  (16)

2003

Ευρϊκός Οργανισμός Σιδηροδρόμων  (17)

Βαλανσιέν

2003

Σύνολο

885,3

778,1

2 233

2 009

9.33.

Εντοπίστηκαν περιπτώσεις μη τήρησης της αρχής του ενιαυσίου του προϋπολογισμού, ιδιαίτερα μεταφορές πιστώσεων που δεν ήταν επαρκώς αιτιολογημένες. Το Συνέδριο σημείωσε επίσης ορισμένες περιπτώσεις μη τήρησης της αρχής της ειδικότητας (παράτυπες ή ανεπαρκώς αιτιολογημένες μεταφορές πιστώσεων), της αρχής της καθολικότητας (πιστώσεις που ενεγράφησαν στον προϋπολογισμό συμψηφίστηκαν με αρνητικές δαπάνες) και της αρχής της αυθεντικότητας του προϋπολογισμού (εγγραφή στον προϋπολογισμό ποσών που δεν αντιστοιχούσαν στις απαιτήσεις του οικονομικού έτους).

9.33 και 9.34.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Οι υπηρεσίες και «άλλοι αποκεντρωμένοι οργανισμοί» είναι ανεξάρτητοι και διαθέτουν ξεχωριστή διαδικασία απαλλαγής για τις διοικητικές τους δαπάνες. Έτσι, οι παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου αφορούν τις ίδιες τις υπηρεσίες. Σε περίπτωση που χρειάζεται, η Επιτροπή είναι σε θέση να προσφέρει την αναγκαία βοήθεια στις υπηρεσίες και να τις βοηθήσει στην κατανόηση και την ερμηνεία των κανονιστικών διατάξεων καθώς και στην καθιέρωση εσωτερικού ελέγχου.

9.34.

Το Συνέδριο σημείωσε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου που ανέπτυξαν οι ΥΑΟ έχρηζαν βελτίωσης, ιδίως λόγω έλλειψης ικανοποιητικής ανάλυσης κινδύνου.

 

9.35.

Όσον αφορά την πρόσληψη υπαλλήλων και τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων, το Συνέδριο σημείωσε σειρά αδυναμιών: οι διαδικασίες που χρησιμοποιήθηκαν για την επιλογή των υποψηφίων ή των αναδόχων ήταν λανθασμένες ή δεν ήταν δεόντως αιτιολογημένες· οι αποφάσεις σχετικά με την αποδοχή ή την απόρριψη των υποψηφιοτήτων και των προσφορών των συμμετεχόντων δεν ήταν επαρκώς θεμελιωμένες. Επιπλέον, η εξέταση από το Συνέδριο των φακέλων μεμονωμένων υπαλλήλων κατέδειξε ότι τα έγγραφα που δικαιολογούσαν τις αποζημιώσεις και τα οικονομικά δικαιώματα δεν ενημερώνονταν συστηματικά.

9.35.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Οι υπηρεσίες οφείλουν να τηρούν τις διατάξεις του γενικού δημοσιονομικού κανονισμού όσον αφορά τη σύναψη συμβάσεων.

Το έτος 2004 ήταν το δεύτερο έτος εφαρμογής του νέου δημοσιονομικού κανονισμού και των διατάξεων εφαρμογής του, και οι υπηρεσίες, ιδίως εκείνες που συστάθηκαν πρόσφατα, χρειάστηκε να περάσουν μια μεταβατική περίοδο. Η Επιτροπή στήριξε πλήρως τις υπηρεσίες και τις αρχές κατά την εν λόγω περίοδο. Ορισμένες υπηρεσίες — αν και όχι όλες — επωφελήθηκαν από την υπηρεσία που τους προσφέρθηκε.

9.36.

Σχεδόν μία στις τρεις ΥΑΟ υπέβαλε τις οικονομικές καταστάσεις της τηρώντας την αρχή της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση. Οι υπόλοιπες ακολουθούν γενικά ορθή πολιτική για την κατάρτιση των λογαριασμών σύμφωνα με αυτή τη λογιστική μέθοδο το 2005, όπως προβλέπει ο νέος δημοσιονομικός κανονισμός. Στην περίπτωση των ΥΑΟ που καταρτίζουν λογαριασμούς σε δεδουλευμένη βάση, σημειώθηκαν προβλήματα όσον αφορά τον εντοπισμό των μεταφορών που πρέπει να θεωρηθούν επιβαρύνσεις για το οικονομικό έτος.

9.36.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Οι λογιστικοί κανόνες της ΕΕ που θεσπίστηκαν από τον υπόλογο της Επιτροπής τον Δεκέμβριο 2004 εφαρμόζονται σε όλους τους οργανισμούς που εμπίπτουν στο άρθρο 185 του δημοσιονομικού κανονισμού.

Για να εξασφαλιστεί ότι οι ΥΑΟ (υπηρεσίες και άλλοι αποκεντρωμένοι οργανισμοί) θα είναι έτοιμες για τη λογιστική των δεδουλευμένων και τις ανάγκες εξυγίανσης, η Επιτροπή εξακολουθεί να τους παρέχει τακτική καθοδήγηση. Η Επιτροπή έχει προμηθεύσει στις ΥΑΟ ειδικό υλικό τεκμηρίωσης για να τις βοηθήσει να επισημάνουν τις προσαρμογές που πρέπει να γίνουν, ειδικότερα ένα ερωτηματολόγιο λογιστικών IPSAS, τη μελλοντική δέσμη για την υποβολή εκθέσεων κωδικοποίησης και ένα έγγραφο και έντυπο καθοδήγησης σχετικά με τον ισολογισμό έναρξης την 1η Ιανουαρίου 2005. Η διαδικασία επικοινωνίας θα ενισχυθεί περαιτέρω κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2005 έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η πρώτη, επιτυχής, παγίωση των ΥΑΟ.

9.37.

Η ποιότητα της παρακολούθησης των ακινητοποιήσεων παρουσιάζει διακυμάνσεις μεταξύ των ΥΑΟ. Σε ορισμένες δεν έχει ακόμη καθιερωθεί κατάλληλο σύστημα παρακολούθησης, ενώ σε άλλες δεν τηρούνται επαρκώς οι απαιτήσεις του συστήματος που έχει θεσπιστεί. Το γεγονός αυτό κατέληξε σε διαφορές μεταξύ των λογαριασμών και της φυσικής απογραφής.

9.37.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η Επιτροπή τονίζει ότι η ευθύνη της προετοιμασίας των ετήσιων λογαριασμών είναι τελικά αρμοδιότητα του υπόλογου κάθε ΥΑΟ.

ΕΥΡΩΠΑΙΚΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

9.38.

Ο έλεγχος των Ευρωπαϊκών Σχολείων από το Συνέδριο αποτελεί αντικείμενο ειδικής έκθεσης, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα αλλά διαβιβάζεται στο Ανώτατο Συμβούλιο και τους διευθυντές των Ευρωπαϊκών Σχολείων. Ο προϋπολογισμός των Σχολείων ανήλθε σε 222,1 εκατομμύρια ευρώ, που χρηματοδοτήθηκαν κυρίως από επιχορήγηση της Επιτροπής (118,4 εκατομμύρια ευρώ) και από συνεισφορές των κρατών μελών (47,3 εκατομμύρια ευρώ). Τα κύρια δεδομένα σχετικά με τα Ευρωπαϊκά Σχολεία παρουσιάζονται στον πίνακα 9.4 .

 

Πίνακας 9.4 — Ευρωπαϊκά Σχολεία — Κύρια στοιχεία

Ευρωπαϊκό Σχολείο

Χώρα

Έτος δημιουργίας

Προϋπολογισμός  (18)  (19)

(εκατομμύρια ευρώ)

Επιχορήγηση από την Επιτροπή (19)

(εκατομμύρια ευρώ)

Πληθυσμός σχολείου (20)

2004

2003

2004

2003

2004

2003

Γραφείο

Βέλγιο

1957

7,9

7,2

5,7

6,1

Λουξεμβούργο I

Λουξεμβούργο

1953

34,6

31,9

20,3

19,1

3 101

3 753

Λουξεμβούργο II

Λουξεμβούργο

2004

2,7

1,2

827

Βρυξέλλες I (Uccle)

Βέλγιο

1958

26,0

24,3

17,0

15,8

2 394

2 289

Βρυξέλλες II (Woluwé)

Βέλγιο

1974

27,1

25,0

17,7

15,9

2 917

2 769

Βρυξέλλες III (Ixelles)

Βέλγιο

1999

24,2

22,7

15,7

15,0

2 773

2 592

Μολ

Βέλγιο

1960

10,9

10,7

6,4

6,5

643

641

Βαρέζε

Ιταλία

1960

15,8

15,3

7,8

7,5

1 317

1 323

Καρλσρούη

Γερμανία

1962

11,8

11,5

3,9

4,1

1 074

1 091

Μόναχο

Γερμανία

1977

18,6

16,4

1

1,0

1 504

1 455

Φρανκφούρτη

Γερμανία

2002

8,8

6,1

4,2

2,9

809

633

Αλικάντε

Ισπανία

2002

9,9

6,2

5,7

3,4

950

858

Μπέργκεν

Κάτω Χώρες

1963

11,5

11,9

6,3

6,4

664

695

Culham

Ηνωμένο Βασίλειο

1978

12,3

12,3

5,5

6,1

889

884

Σύνολο

222,1

201,5

118,4

109,8

19 862

18 983

Σημείωση: Οι αποκλίσεις στα σύνολα οφείλονται στις στρογγυλοποιήσεις.

9.39.

Για το οικονομικό έτος 2004, ο έλεγχος του Συνεδρίου δεν αποκάλυψε σημαντικά ζητήματα που να πρέπει να αναφερθούν στην ετήσια έκθεση του Συνεδρίου.

9.39.

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

Η Επιτροπή σημειώνει την παρατήρηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου.


(1)  Το Συμβούλιο δεν θέσπισε πρότυπα εσωτερικού ελέγχου, το Δικαστήριο δεν εφάρμοσε αρκετά από τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου, ενώ στα λοιπά όργανα δεν έχει ακόμη επιτευχθεί πλήρης συμφωνία με όλα τα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου που έχουν εγκριθεί.

(2)  Το Κοινοβούλιο έως τον Φεβρουάριο του 2005 και η Επιτροπή των Περιφερειών έως τον Αύγουστο του 2004.

(3)  Δικαστήριο, Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, Επιτροπή των Περιφερειών και Συμβούλιο.

(4)  Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και Επιτροπή των Περιφερειών.

(5)  Συμβούλιο και Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή.

(6)  Συμβούλιο, Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και Επιτροπή των Περιφερειών.

(7)  Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, Επιτροπή των Περιφερειών, Δικαστήριο και Συμβούλιο.

(8)  Δικαστήριο, Επιτροπή των Περιφερειών.

(9)  Οι υπηρεσίες της Επιτροπής που είναι υπεύθυνες για το μεγαλύτερο τμήμα των δαπανών διοικητικής λειτουργίας είναι οι ακόλουθες: Γενική Διεύθυνση «Προσωπικό και διοίκηση», Γενική Διεύθυνση Μετάφρασης, Γενική Διεύθυνση Διερμηνείας, Γενική Διεύθυνση «Τύπος και επικοινωνία», Γενική Διεύθυνση «Εξωτερικές Σχέσεις», Γραφείο Υποδομών και διοικητικής υποστήριξης — Λουξεμβούργο, Γραφείο Υποδομών και διοικητικής υποστήριξης — Βρυξέλλες, Γραφείο διαχείρισης και εκκαθάρισης των ατομικών δικαιωμάτων, Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού, Υπηρεσία Εκδόσεων.

(10)  Αυτός ο τρόπος ενέργειας δεν είναι ασυνήθης, αν ληφθεί υπόψη, για παράδειγμα, ότι η σύμβαση μισθώσεως για το κτίριο GEOS ορίζει, στο σημείο της 5.1 τέταρτο εδάφιο: «Τα ποσά που οφείλονται κατόπιν της τιμαριθμικής αναπροσαρμογής του μισθώματος καταβάλλονται στον εκμισθωτή 45 ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής της αιτήσεως αναπροσαρμογής του μισθώματος από τον μισθωτή».

(11)  Ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003, σημείο 9.68.

(12)  Υπό δημοσίευση στην ΕΕ.

(13)  Κατά τη διάρκεια του 2004, η Επιτροπή πραγματοποιούσε απευθείας τη διαχείριση του προϋπολογισμού του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Σιδηροδρόμων και του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια Δικτύων και Πληροφοριών. Για τον λόγο αυτό, δεν θα δημοσιευτεί ειδική ετήσια έκθεση.

(14)  Περιλαμβάνονται τα προγράμματα PHARE.

(15)  Ο συνολικός αριθμός θέσεων, συμπεριλαμβανόμενων των θέσεων που διατίθενται για τοπικούς υπαλλήλους, ανερχόταν σε 309 το 2004 (321 το 2003).

(16)  Το 2004 ο εν λόγω οργανισμός είχε προσωρινά την έδρα του στις Βρυξέλλες, για ολόκληρο το έτος ή για μέρος του.

(17)  Το 2004, υπεύθυνη για τη διαχείριση του προϋπολογισμού του εν λόγω οργανισμού ήταν η Επιτροπή. Δεν υπήρξε ειδική έκθεση σχετικά με την εκτέλεση του εν λόγω προϋπολογισμού.

(18)  Σύνολο των εσόδων και των δαπανών που προβλέπονται στον προϋπολογισμό κάθε Ευρωπαϊκού Σχολείου και του Γραφείου, συμπεριλαμβανόμενων όλων των τροποποιήσεων που πραγματοποιήθηκαν στους αρχικά εγκριθέντες προϋπολογισμούς.

(19)  Πηγή: Ευρωπαϊκά Σχολεία.

(20)  Πηγή: Ετήσια έκθεση για το 2005 του γενικού γραμματέα του ανωτάτου συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Σχολείων.

Σημείωση: Οι αποκλίσεις στα σύνολα οφείλονται στις στρογγυλοποιήσεις.


KΕΦΑΛΑΙΟ 10

Χρηματοδοτικά μέσα και τραπεζικές δραστηριότητες

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Εισαγωγή

Η παρακολούθηση από την Επιτροπή των χρηματοοικονομικών συμμετοχών της

Σύνοψη των στοιχείων ενεργητικού που έχουν στην κατοχή τους χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί για λογαριασμό της Επιτροπής

Ταμείο Εγγύησης για τις εξωτερικές δράσεις

Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα υπό εκκαθάριση

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

10.1.

Τα χρηματοδοτικά μέσα της Κοινότητας σχετικά με τις τραπεζικές δραστηριότητες είναι τα ακόλουθα:

δάνεια χορηγούμενα είτε από πόρους του προϋπολογισμού είτε από κεφάλαια δανεισμού·

επιδοτήσεις επιτοκίων από κεφάλαια του προϋπολογισμού·

εγγυήσεις για συναφθέντα δάνεια και για δάνεια χορηγούμενα από τρίτους·

συμμετοχές σε οργανισμούς κοινού ενδιαφέροντος (1) και

συμμετοχή σε ειδικές πράξεις, όπως παροχή επιχειρηματικoύ κεφαλαίου.

10.2.

Τα χρηματοδοτικά αυτά μέσα χρησιμοποιούνται τόσο στα κράτη μέλη όσο, και σε ένα μεγαλύτερο βαθμό, εκτός της Ένωσης στο πλαίσιο εξωτερικών πολιτικών. Κύριος στόχος τους είναι η ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης, η βελτίωση των υποδομών και η δημιουργία θέσεων εργασίας, ιδίως στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) μέσω μέτρων που έχουν στόχο να ενισχύσουν την πρόσβασή τους στη χρηματοδότηση. Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα υπό εκκαθάριση συμμετέχει σε παρόμοιες πράξεις.

10.3.

Ο έλεγχος του Συνεδρίου αφορούσε:

την παρακολούθηση από την Επιτροπή των χρηματοοικονομικών συμμετοχών της·

τη σύνοψη των στοιχείων ενεργητικού που έχουν στην κατοχή τους χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί για λογαριασμό της Επιτροπής·

τη λειτουργία του Ταμείου Εγγύησης για Εξωτερικές Δράσεις (βλέπε πίνακα 10.1 )· και

τις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα υπό εκκαθάριση (ΕΚΑΧ υ.ε.) (βλέπε πίνακα 10.2 ).

Πίνακας 10.1 — Κατάσταση του Ταμείου Εγγύησης (2)

(εκατομμύρια ευρώ)

Οικον. έτος

Τρέχον συνολικό ποσό εγγυήσεων στις 31 Δεκεμβρίου (3)

Σύνολο πόρων του Ταμείου στις 31 Δεκεμβρίου (4)

Ποσοστό κάλυψης (%)

1994

6 017

294,2

4,9

1995

5 882

300,9

5,1

1996

6 715

557,4

8,3

1997

7 960

861,8

10,8

1998

9 834

1 280,7

13,0

1999

12 052

1 313,1

10,9

2000

14 069

1 431,6

10,2

2001

15 577

1 774,4

11,4

2002

15 358

1 645,5

10,7

2003

15 211

1 592,1

10,5

2004

12 068

1 273,3 (5)

10,6

Πηγή: Επιτροπή.

Πίνακας 10.2 — Ισολογισμός ΕΚΑΧυε (εξέλιξη έπειτα από τη λήξη της συνθήκης ΕΚΑΧ) και εκκρεμείς αναλήψεις υποχρεώσεων του επιχειρησιακού προϋπολογισμού της ΕΚΑΧ στις 31 Δεκεμβρίου 2004

Ισολογισμός ΕΚΑΧυε στις 31 Δεκεμβρίου 2004

 

31 Δεκεμβρίου 2004

31 Δεκεμβρίου 2003

31 Δεκεμβρίου 2002

23 Ιουλίου 2002

εκατ. ευρώ

%

εκατ. ευρώ

%

εκατ. ευρώ

%

εκατ. ευρώ

%

Ενεργητικό

Δάνεια και προπληρωμές σε τράπεζες

103,38

4,82

133,43

6,49

113,57

4,75

155,62

6,36

Δάνεια και προπληρωμές σε πελάτες

315,35

14,71

361,66

17,59

628,95

26,33

682,42

27,87

Ομολογίες και άλλοι τίτλοι σταθερής απόδοσης

1 488,96

69,46

1 485,91

72,25

1 551,46

64,94

1 528,90

62,44

Μετοχές και άλλοι τίτλοι μεταβλητού εισοδήματος

7,09

0,33

15,75

0,77

18,77

0,79

28,00

1,14

Λοιπά στοιχεία ενεργητικού

171,68

8,01

3,28

0,16

3,31

0,14

6,02

0,25

Μεταβατικοί λογαριασμοί

57,07

2,66

56,46

2,75

73,04

3,06

47,57

1,94

Σύνολο ενεργητικού

2 143,53

100,00

2 056,49

100,00

2 389,10

100,00

2 448,53

100,00

Παθητικό

Οφειλές έναντι τρίτων

456,34

21,29

468,33

22,77

764,13

31,98

801,68

32,74

Επιχειρησιακός προϋπολογισμός της ΕΚΑΧ

109,24

5,10

222,46

10,82

342,56

14,34

400,92

16,37

Προβλέψεις για κινδύνους και έξοδα

213,22

9,95

247,15

12,02

554,74

23,22

586,01

23,93

Προϋπολογισμός χρηματοδότησης έρευνας άνθρακα και χάλυβα

296,30

13,82

293,00

14,25

240,00

10,05

240,00

9,80

Αποθεματικά και πλεόνασμα

1 068,43

49,84

825,55

40,14

487,67

20,41

419,92

17,15

Σύνολο παθητικού

2 143,53

100,00

2 056,49

100,00

2 389,10

100,00

2 448,53

100,00


Εκκρεμείς αναλήψεις υποχρεώσεων του επιχειρησιακού προϋπολογισμού της ΕΚΑΧ στις 31 Δεκεμβρίου 2004

(εκατομμύρια ευρώ)

 

Ποσά στις 23 Ιουλίου 2002

Ποσά στις 31 Δεκεμβρίου 2002

Ποσά στις 31 Δεκεμβρίου 2003

Πληρωμές 2004

Ακυρώσεις 2004

Ποσά στις 31 Δεκεμβρίου 2004

Αναπροσαρμογή

132,61

121,24

75,76

22,24

9,78

43,74

Έρευνα

180,83

158,71

99,11

44,25

6,22

48,64

Επιδοτήσεις επιτοκίου (Άρθρο 56)

16,84

16,05

11,21

0,25

9,99

0,97

Κοινωνικά μέτρα άνθρακα (RECHAR)

70,64

46,56

36,39

17,54

2,96

15,89

Σύνολο

400,92

342,56

222,47

84,28

28,95

109,24

Πηγή: Οικονομικές καταστάσεις της ΕΚΑΧυε στις 31 Δεκεμβρίου 2004.

Η ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΤΗΣ

10.4.

Η ΕΕ κατέχει μερίδια σε δύο χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, ήτοι στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων (ΕΤΑΕ) (6) και στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΕΤΑΑ) (7). Οι δύο αυτές συμμετοχές στο κεφάλαιο συνδεδεμένων οργανισμών ανέρχονταν συνολικά σε 277,5 εκατομμύρια ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2004 (8).

10.5.

Το Συνέδριο διενέργησε έλεγχο σχετικά με την παρακολούθηση εκ μέρους της Επιτροπής (9) των δύο συμμετοχών της σε χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς εκτιμώντας:

α)

εάν τα μέτρα παρακολούθησης που έλαβε η Επιτροπή (σε χρηματοοικονομικό επίπεδο αλλά και σε σχέση με μελλοντικούς κινδύνους) είναι κατάλληλα προκειμένου να εξασφαλίζεται αποδοτική, αποτελεσματική και οικονομική παρακολούθηση των συμμετοχών της σε κεφάλαιο·

β)

εάν η παρακολούθηση και οι πληροφορίες διαχείρισης παρέχουν στην Επιτροπή την εύλογη βεβαιότητα ότι οι δραστηριότητες που αφορούν τις συμμετοχές της σε συνδεδεμένους οργανισμούς είναι σύμφωνες με τις κοινοτικές πολιτικές και δεν είναι ασύμβατες με την εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία.

10.6.

Η Επιτροπή διορίζει δύο μέλη (10) (και δύο αναπληρωτές) για το διοικητικό συμβούλιο του ΕΤΑΕ, το οποίο εκλέγεται από τη γενική συνέλευση του ΕΤΑΕ, και ένα επιπλέον άτομο (χωρίς αναπληρωτή) ως μέλος της ελεγκτικής επιτροπής του ΕΤΑΕ. Κανονικά, οι δεοντολογικοί κανόνες του ΕΤΑΕ δεν τους επιτρέπουν να αποκαλύπτουν πληροφορίες εκτός του ΕΤΑΕ, με εξαίρεση τα πρόσωπα που τους παρέχουν συνδρομή στην άσκηση των καθηκόντων τους ως μελών του διοικητικού συμβουλίου. Δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής ενημερώνονται και ζητείται η γνώμη τους εφόσον κρίνεται αναγκαίο προκειμένου να ελέγχεται η συμφωνία με τις κοινοτικές πολιτικές ή τους κοινοτικούς κανόνες.

10.6.

Οι δραστηριότητες του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων (ΕΤαΕπ) αφορούν τη στήριξη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ). Οι εντολοδόχοι της Επιτροπής στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΤαΕπ είναι ανώτεροι υπάλληλοι των τριών Γενικών Διευθύνσεων (Επιχειρήσεις και Βιομηχανία, Οικονομικές και Χρηματοδοτικές Υποθέσεις και Περιφερειακή Πολιτική) με μεγάλο ενδιαφέρον και σημαντικές γνώσεις στον τομέα αυτό. Αυτές οι υπηρεσίες συντονίζουν από κοινού τη θέση τους πριν από κάθε συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου. Οι διαβουλεύσεις με άλλες υπηρεσίες είναι ανεπίσημες, σε ad hoc βάση, από καιρού σε καιρό και για συγκεκριμένα ζητήματα (π.χ. κρατικές ενισχύσεις), όμως η Επιτροπή δεν θεωρεί αναγκαίο να διεξάγει συστηματικές διαβουλεύσεις με αυτές τις υπηρεσίες.

Ωστόσο, όσον αφορά την τήρηση των κοινοτικών στόχων, η Επιτροπή είναι της άποψης ότι η δημιουργία, στα μέσα του 2005, της λειτουργίας τήρησης στα πλαίσια του ΕΤαΕπ (κατόπιν αιτήσεως του Διοικητικού Συμβουλίου και έντονης στήριξης από μέρους των εντολοδόχων της Επιτροπής) αποτελεί ένα περαιτέρω σημαντικό βήμα για την παροχή εγγύησης όσον αφορά την τήρηση των κοινοτικών πολιτικών.

10.7.

Όσον αφορά τη συμμετοχή στο ΕΤΑΕ, θεωρούνται πλήρως αξιόπιστες οι εκθέσεις (11) που δόθηκαν στους μετόχους στη γενική συνέλευση του ΕΤΑΕ. Δεν παρασχέθηκαν αποδεικτικά στοιχεία στο Συνέδριο σχετικά με μεταγενέστερη παρακολούθηση των σημαντικών θεμάτων που ανέκυψαν.

10.7.

Όσον αφορά τις χρηματοοικονομικές εκθέσεις σχετικά με το ΕΤαΕπ, η Επιτροπή έχει πλήρη εμπιστοσύνη στην εργασία που εκπόνησαν ανεξάρτητοι εσωτερικοί και εξωτερικοί ελεγκτές και το συμβούλιο λογιστικού ελέγχου του ΕΤαΕπ. Οι ελεγκτές δεν ήγειραν κανένα σοβαρό θέμα όσον αφορά τις λογιστικές καταστάσεις του ΕταΕπ.

Η ετήσια τακτική συνέλευση των μετόχων ασχολείται με την έγκριση της ετήσιας έκθεσης και των σχετικών λογιστικών καταστάσεων, καθώς και με ζητήματα διορισμών. Όλες οι έκτακτες αποφάσεις υπόκεινται σε απόφαση της Επιτροπής, της οποίας προηγείται μια επίσημη διυπηρεσιακή διαβούλευση. Όλες οι αποφάσεις των μετόχων εξετάζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο, καθώς και οποιεσδήποτε συστάσεις προκύπτουν από την ετήσια έκθεση του συμβουλίου λογιστικού ελέγχου.

10.8.

Υπάρχει στενή συνεργασία μεταξύ του ΕΤΑΕ και των σχετικών οργάνων της ΕΤΕπ. Οι πράξεις του ΕΤΑΕ είναι συντονισμένες με το εταιρικό πρόγραμμα της ΕΤΕπ. Δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με την ύπαρξη ανάλογου συντονισμού και συνεργασίας με την Επιτροπή. Προκειμένου να διασφαλίζεται η υποχρέωση λογοδοσίας, η Επιτροπή πρέπει να μπορεί να αποδείξει ότι εξασφαλίζει τις ίδιες πληροφορίες για τη διαχείριση του χρηματοπιστωτικού οργανισμού (ΕΤΑΕ) με αυτές που διαθέτει η ΕΤΕπ, ο κύριος μέτοχός της.

10.8.

Η ΕΤΕ ως μέτοχος πλειοψηφίας, που κατέχει περίπου το 60 % των μετοχών, αντιμετωπίζει ειδικές απαιτήσεις του ομίλου τις οποίες δεν αντιμετωπίζει η Επιτροπή με το 30 % των μετοχών. Αυτό ισχύει τόσο για το επιχειρησιακό σχέδιο όσο και για τη διαδικασία ενοποίησης.

Tο επιχειρησιακό σχέδιο του ΕΤαΕπ αναθεωρείται και εγκρίνεται κατ' αρχάς από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΕΤαΕπ πριν να συμπεριληφθεί στο σχέδιο του ομίλου ΕΤΕ. Το προσχέδιο υπόκειται σε αυστηρή εξέταση από το προσωπικό που συνδράμει τους διευθυντές που έχουν ορισθεί από την Επιτροπή πριν να ληφθεί η θέση στο Διοικητικό Συμβούλιο.

Για τη διαδικασία ενοποίησης ορισμένα χρηματοοικονομικά στοιχεία διατίθενται από τις λογιστικές υπηρεσίες του ΕΤαΕπ στην ΕΤΕ στα πλαίσια μιας πολύ ειδικής απαίτησης ενοποίησης των λογαριασμών του ομίλου ΕΤΕ. Η Επιτροπή δεν γνωρίζει σχετικά με άλλες διαφορές στην αντιμετώπιση των μετόχων.

10.9.

Όσον αφορά τη συμμετοχή στην ΕΤΑΑ (12), η Επιτροπή διαθέτει ένα μέλος (13) και έναν αναπληρωτή στο διοικητικό συμβούλιο της ΕΤΑΑ, οι οποίοι ενημερώνουν τακτικά τον αρμόδιο επίτροπο και τον γενικό διευθυντή της ΓΔ ECFIN σχετικά με την κατάσταση και τις εξελίξεις.

10.10.

Σύμφωνα με την Επιτροπή, ένας από τους σκοπούς της εν λόγω κοινοτικής συμμετοχής στην ΕΤΑΑ είναι να διασφαλίζεται η συμφωνία με τις κοινοτικές πολιτικές, παραδείγματος χάρη όσον αφορά τα περιβαλλοντικά πρότυπα που δεν είναι νομικώς δεσμευτικά στις τρίτες χώρες. Πραγματοποιείται τακτική παρακολούθηση σε επίπεδο ΓΔ ECFIN. Η διαδικασία παρακολούθησης στους κόλπους της Επιτροπής είναι λειτουργική και, επιπλέον, διασφαλίζει ότι η συμφωνία με τις κοινοτικές πολιτικές και τους κοινοτικούς κανόνες εκτιμάται και λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο των εργασιών του μέλους της Επιτροπής στο διοικητικό συμβούλιο.

10.10.

Η ΕΕ ενδιαφέρεται πολύ για την επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί στην Ευρωπαϊκή Τράπεζα για την Ανασυγκρότηση και την Ανάπτυξη (ΕΤΑΑ), ιδίως για να ενισχύσει τη μετάβαση στις οικονομίες αγοράς και την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα. Με τη συμμετοχή της εξασφαλίζει επίσης την τήρηση της νομοθεσίας της ΕΕ από μέρους της ΕΤΑΑ, στον τομέα του περιβάλλοντος για παράδειγμα, καθώς και της ανάπτυξης των διεθνών προτύπων σε κράτη μη μέλη της ΕΕ, τα οποία δεν δεσμεύονται από τη νομοθεσία της ΕΕ.

10.11.

Μολονότι την παρακολούθηση διαχειρίζεται η ίδια Γενική Διεύθυνση, οι διαθέσιμες πληροφορίες όσον αφορά την παρακολούθηση της ΕΤΑΑ είναι λεπτομερέστερες από αυτές για το ΕΤΑΕ και περιλαμβάνουν τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων με άλλες υπηρεσίες.

10.11.

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η παρακολούθηση των συμμετοχών της στην ΕΤΑΑ και στο ΕΤαΕπ πρέπει να πραγματοποιηθεί λαμβάνοντας υπόψη το ειδικό νομικό πλαίσιο κάθε θεσμικού οργάνου.

Όπως ελέγχθη στο σημείο 10.6, όσον αφορά το ΕΤαΕπ, η Επιτροπή δεν θεωρεί αναγκαίο να διεξάγει συστηματικές διαβουλεύσεις των υπηρεσιών πέραν εκείνων που έχουν εκπροσώπους στο Διοικητικό Συμβούλιο.

10.12.

Ο έλεγχος αποκάλυψε ότι η παρακολούθηση και οι πληροφορίες διαχείρισης όσον αφορά την ΕΤΑΑ παρέχουν στην Επιτροπή την εύλογη βεβαιότητα ότι οι δραστηριότητές τους είναι σύμφωνες με τις κοινοτικές πολιτικές και δεν είναι ασύμβατες με την εφαρμοστέα κοινοτική νομοθεσία. Προκειμένου να παρασχεθεί στην Επιτροπή ο ίδιος βαθμός βεβαιότητας σχετικά με τη συμμετοχή στο ΕΤΑΕ, η παρακολούθηση και οι πληροφορίες διαχείρισης όσον αφορά το ΕΤΑΕ πρέπει να βελτιωθούν.

10.12.

Όπως ελέγχθη στο σημείο 10.6 και στο σημείο 10.11 η συμμετοχή στο Διοικητικό Συμβούλιο ανώτερων υπαλλήλων από τις τρεις υπηρεσίες με μεγάλο ενδιαφέρον πολιτικής στις δραστηριότητες του ΕΤαΕπ εξηγεί ευρέως τη διαφορά που επισήμανε το Ελεγκτικό Συνέδριο όσον αφορά την ΕΤΑΑ. Η συμμετοχή αυτών των ανώτερων υπαλλήλων στο Διοικητικό Συμβούλιο αποτελεί την καλύτερη εγγύηση προστασίας του κοινοτικού συμφέροντος.

Η εισαγωγή στα μέσα του 2005 της λειτουργίας τήρησης στο ΕΤαΕπ με ειδική εξουσιοδότηση να εξασφαλίσει την ύπαρξη καταλλήλων συμφωνιών τήρησης όσον αφορά τις πολιτικές ΕΕ και τη νομοθεσία παρέχει μια ευκαιρία για περαιτέρω ενίσχυση αυτής της εγγύησης. Η Επιτροπή θα συνεργασθεί στενά με το ΕΤαΕπ για να βοηθήσει να εξασφαλισθεί η αποτελεσματικότητα αυτής της νέας συμφωνίας.

Επιπλέον, η Επιτροπή θα εξετάσει την ανάγκη αποσαφήνισης των εσωτερικών διαδικασιών της σχετικής υπηρεσίας στα πλαίσια της ad hoc διαδικασίας διαβούλευσης που αναφέρεται στο σημείο 10.6.

ΣΥΝΟΨΗ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΤΟΥΣ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ ΓΙΑ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

10.13.

Εκτός από τις συμμετοχές της Επιτροπής, στενή παρακολούθηση απαιτείται επίσης για τα στοιχεία ενεργητικού των οποίων η διαχείριση έχει ανατεθεί σε χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού προορίζονται για μέτρα που θέτουν σε εφαρμογή χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί για λογαριασμό της Επιτροπής προκειμένου να εφαρμοστούν ορισμένες κοινοτικές πολιτικές (14).

10.14.

Το Συνέδριο εκτίμησε εάν η Επιτροπή διαθέτει πλήρη και ενημερωμένη συνοπτική εικόνα των στοιχείων ενεργητικού που έχουν στην κατοχή τους χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί για λογαριασμό της.

10.15.

Όσον αφορά τους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, υφίστανται συμφωνίες ιδίως με την ΕΤΕπ, την ΕΤΑΑ, το ΕΤΑΕ, την Τράπεζα Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης και τον γερμανικό Οργανισμό πιστώσεων για την ανασυγκρότηση (Kreditanstalt für Wiederaufbau, KfW). Σύμφωνα με την Επιτροπή, τα ποσά (15) που διατηρούνται σε καταπιστευτικούς και ειδικούς λογαριασμούς υπό την εποπτεία της ΓΔ ECFIN ανέρχονταν συνολικά σε 360,9 εκατομμύρια ευρώ στο τέλος του 2004.

10.16.

Με τον έλεγχο αποκαλύφθηκε ότι:

10.16.

 

α)

η Επιτροπή διαθέτει πληροφορίες για όλους τους λογαριασμούς που έχει στην κατοχή της η ΕΤΑΑ αλλά δεν διαθέτει πλήρη συνοπτική εικόνα των λογαριασμών που έχουν στην κατοχή τους το ΕΤΑΕ και η ΕΤΕπ για λογαριασμό όλων των γενικών διευθύνσεων·

β)

η Επιτροπή δεν είχε καταχωρίσει στα στοιχεία ενεργητικού μία συνεισφορά σε τραπεζική πράξη του Kreditanstalt für Wiederaufbau στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, για την οποία καταβλήθηκαν 44,25 εκατομμύρια ευρώ, και συνεπώς η εν λόγω συνεισφορά δεν καταγράφηκε στους λογαριασμούς·

β)

Τα εν λόγω ποσά περιλαμβάνονται στους τελικούς ετήσιους λογαριασμούς του 2004 υπό τον τίτλο «ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί».

γ)

παρασχέθηκε κοινοτική χρηματοδότηση συνολικού ύψους 16 εκατομμυρίων ευρώ στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ανασυγκρότησης (ΕΥΑ) για τραπεζικές πράξεις στο Κοσσυφοπέδιο, το Μαυροβούνιο και τη Σερβία, τις οποίες διαχειρίζεται ο KfW, με στόχο τη χορήγηση στεγαστικών πιστώσεων, καθώς και χρηματοδότησης προς την αγροτική κοινότητα και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Ούτε η Επιτροπή ούτε η ΕΥΑ είχαν συμπεριλάβει τα εν λόγω ποσά στους προσωρινούς λογαριασμούς τους για το 2004.

γ)

Τα εν λόγω ποσά περιλαμβάνονται στους τελικούς ετήσιους λογαριασμούς του 2004 υπό τον τίτλο «ενδιάμεσοι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί».

Μολονότι τα τελευταία αυτά σημεία έχουν διορθωθεί και, συνεπώς, δεν επηρεάζουν πλέον την αξιοπιστία των λογαριασμών, αποτελούν παράδειγμα της έλλειψης πλήρους συνοπτικής εικόνας των προαναφερθέντων λογαριασμών.

10.17.

Η Επιτροπή δεν διαθέτει πλήρη συνοπτική εικόνα των υπαρχόντων στοιχείων ενεργητικού που έχουν στην κατοχή τους χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί για λογαριασμό της Επιτροπής.

10.17.

Ανήκει στην αρμοδιότητα κάθε διατάκτη να εξασφαλίσει ότι τα στοιχεία ενεργητικού υπό τον έλεγχό του υπόκεινται σε τακτική και κατάλληλη παρακολούθηση. Κατά συνέπεια, η διαχείριση και η παρακολούθηση αυτών των στοιχείων εκτελείται από εκάστοτε υπεύθυνη Γενική Διεύθυνση, η οποία εξασφαλίζει επίσης ότι έχουν εγγραφεί στο λογιστικό σύστημα ορθά και πλήρως. Βάσει των πληροφοριών που οι Γενικές Διευθύνσεις παρείχαν, η Γενική Διεύθυνση για τον προϋπολογισμό προετοιμάζει τους ετήσιους λογαριασμούς. Κατά συνέπεια, οι λογαριασμοί παρέχουν μια επισκόπηση των διαφόρων στοιχείων ενεργητικού της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που τηρούνται από χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν συντάσσει τις εκθέσεις της ανά χρηματοπιστωτικό σύστημα, αλλά αντιθέτως και σε συμφωνία με τους λογιστικούς κανόνες, ανά κατηγορία στοιχείων ενεργητικού στον ισολογισμό.

10.18.

Μια τέτοια συνοπτική εικόνα θα διασφάλιζε ότι τα στοιχεία ενεργητικού υπόκεινται σε τακτική και κατάλληλη παρακολούθηση. Θα έπρεπε να επωφεληθεί από την εμπειρογνωμοσύνη που διαθέτει η ΓΔ ECFIN, με στόχο την εναρμόνιση των αντίστοιχων συμβάσεων και τη διασφάλιση μεγαλύτερης διαφάνειας για την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή.

10.18.

Εμπίπτει ήδη στην αρμοδιότητα του κάθε διατάκτη να εξασφαλίσει ότι τα στοιχεία ενεργητικού υπό τον έλεγχό του/της υπόκεινται σε τακτική και κατάλληλη παρακολούθηση (βλέπε άρθρο 60 του δημοσιονομικού κανονισμού). Επίσης, από τους διατάκτες απαιτείται ήδη να συμπεριλάβουν αυτές τις πληροφορίες στο λογιστικό σύστημα έτσι ώστε αυτές να μπορεί να εμφανισθούν στους ετήσιους λογαριασμούς.

Με την εισαγωγή του νέου συστήματος λογιστικής το 2005, οι διατάκτες διαθέτουν καλύτερα μέσα για να παρακολουθήσουν τα στοιχεία ενεργητικού υπό την αρμοδιότητά τους και επίσης οι πληροφορίες συγκεντρώνονται καλύτερα στο σύστημα, το οποίο παρουσιάζει μια καλύτερη επισκόπηση της συνολικής κατάστασης, γεγονός που θα επέτρεπε να αποφευχθεί η επανάληψη της κατάστασης που περιγράφτηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

ΤΑΜΕΙΟ ΕΓΓΥΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ

10.19.

Ο κοινοτικός προϋπολογισμός είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένος σε πιστωτικό κίνδυνο όσον αφορά τις εγγυήσεις δανείων προς τρίτες χώρες. Σκοπός του Ταμείου Εγγύησης για τις εξωτερικές δράσεις (16) είναι η αποπληρωμή των πιστωτών της Κοινότητας (17) στην περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων του δικαιούχου δανείου και η αποφυγή απευθείας πρόσβασης στον κοινοτικό προϋπολογισμό.

10.20.

Η ΓΔ ECFIN πραγματοποιεί τη διοικητική διαχείριση του Ταμείου και η ΕΤΕπ είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση των ταμειακών διαθεσίμων. Ο έλεγχος του Συνεδρίου επικεντρώθηκε στη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση του Ταμείου για το οικονομικό έτος 2004 (18).

10.21.

Ο πίνακας 10.1 παρουσιάζει την εξέλιξη του Ταμείου κατά τα δέκα τελευταία έτη έως το τέλος του 2004. Το αντίστοιχο «ποσό-στόχος» (19) ανήλθε συνολικά σε 1 086 εκατομμύρια ευρώ στο τέλος του 2004. Το πλεόνασμα που πρέπει να επιστραφεί στον προϋπολογισμό ανήλθε κατ' αυτόν τον τρόπο σε 187 εκατομμύρια ευρώ.

10.22.

Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι η διαχείριση του Ταμείου Εγγύησης υπήρξε ικανοποιητική κατά τη διάρκεια του 2004.

10.23.

Η ΓΔ ECFIN θα πρέπει να καθορίζει και να τεκμηριώνει επίσημα τους ελέγχους που διενεργούνται σχετικά με τα δεδομένα που διαβιβάζει η ΕΤΕπ, ιδίως σχετικά με τα τρέχοντα υπόλοιπα των δανείων που χορηγούνται σε τρίτους καλυπτόμενα από εγγυήσεις της Κοινότητας.

10.23.

Η Επιτροπή βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με την ΕΤΕ για να επιτύχει στο μέλλον ένα πιστοποιητικό λογιστικού ελέγχου σχετικά με τα εκκρεμή δάνεια που καλύπτονται από το Ταμείο Εγγυήσεων. Στη συνέχεια το εγχειρίδιο των διαδικασιών θα ενημερωθεί για να ολοκληρώσει τους ελέγχους των εγγράφων που ήδη πραγματοποιήθηκαν.

ΕΥΡΩΠΑÏΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ ΑΝΘΡΑΚΑ ΚΑΙ ΧΑΛΥΒΑ ΥΠΟ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

10.24.

Η ισχύς της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα έληξε στις 23 Ιουλίου 2002. Τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της ΕΚΑΧ περιήλθαν στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (20): η καθαρή αξία τους, αναφερόμενη ως Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα υπό εκκαθάριση (ΕΚΑΧ υ.ε.), διατίθεται για την έρευνα στους τομείς που έχουν σχέση με τη βιομηχανία άνθρακα και χάλυβα.

10.25.

Στόχος του ελέγχου του Συνεδρίου ήταν να αποκομίσει εύλογη βεβαιότητα ως προς την ορθή εφαρμογή της νομοθεσίας που διέπει την ΕΚΑΧ υ.ε.

10.26.

Όπως και κατά τα προηγούμενα έτη, οι λογαριασμοί της ΕΚΑΧ υ.ε. εξετάστηκαν από εξωτερικό ελεγκτή, ο οποίος διατύπωσε ελεγκτική γνώμη χωρίς επιφύλαξη (21).

10.27.

Ο πίνακας 10.2 παρουσιάζει την εξέλιξη του ισολογισμού της ΕΚΑΧ υ.ε. και των εκκρεμών αναλήψεων υποχρεώσεων από τον επιχειρησιακό προϋπολογισμό της. Η εκκαθάριση των χρηματοπιστωτικών πράξεων της ΕΚΑΧ υ.ε. προχωρεί σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, συμπεριλαμβανόμενων των δημοσιονομικών κατευθυντήριων γραμμών πολυετούς διάρκειας που θέσπισε το Συμβούλιο και οι οποίες καθορίζουν αυστηρούς κανόνες για τη διαχείριση των στοιχείων ενεργητικού της ΕΚΑΧ υ.ε.

10.28.

Το Συνέδριο απεκόμισε εύλογη βεβαιότητα ως προς την ορθή εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν την ΕΚΑΧ υ.ε. Ωστόσο, το Συνέδριο σημειώνει ότι η Επιτροπή πρέπει να συμμορφωθεί πλήρως με τις δημοσιονομικές κατευθυντήριες γραμμές πολυετούς διάρκειας ως προς τους περιορισμούς σχετικά με την ημερομηνία λήξης και την πιστοληπτική ικανότητα για όλα τα χρεώγραφα.

10.28.

Η Επιτροπή ήδη τηρεί όλους τους περιορισμούς σχετικά με τη διάρκεια και τα όρια αποτίμησης για τις επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά τη θέση σε ισχύ των κατευθυντηρίων γραμμών και εφαρμόζει αυστηρές διαδικασίες για να εξασφαλίσει την τήρηση αυτών των κανόνων. Πριν από τη θέση σε ισχύ των κατευθυντηρίων γραμμών, η Επιτροπή συνήψε μια πράξη έκτακτης κάλυψης με έναν αντισυμβαλλόμενο για να καλύψει δύο μακροπρόθεσμα δάνεια. Αυτό ήταν αναγκαίο για να προστατευθούν τα συμφέροντα της ΕΚΑΧ, μετά την αναδιάρθρωση ενός σημαντικού δανείου υποδομής το 1998, στο οποίο όλοι οι δανειοδότες αντιμετωπίσθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο και το οποίο κατέληξε στη μετατροπή τριών μεριδίων του δανείου της ΕΚΑΧ σε διάφορα χρηματοοικονομικά μέσα.


(1)  Π.χ. η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΕΤΑΑ).

(2)  Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2728/94 του Συμβουλίου προβλέπει ότι το Ταμείο Εγγύησης πρέπει να φθάσει ένα ενδεδειγμένο ύψος (ποσό-στόχο) για πιθανές πληρωμές, το οποίο καθορίστηκε από το 1999 και εξής στο 9 % του εγγυηθέντος ποσού. Το Ταμείο χρηματοδοτείται με πληρωμές από τον προϋπολογισμό κατά την έναρξη ενός οικονομικού έτους σε προσωρινή βάση. Στο τέλος ενός οικονομικού έτους, τα στοιχεία ενεργητικού του Ταμείου μπορεί να υπερβαίνουν το ποσό στόχο. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι αποπληρωμές.

(3)  Συμπεριλαμβανόμενων των δεδουλευμένων και μη εισπραχθέντων τόκων υπερημερίας στις 31 Δεκεμβρίου.

(4)  Ύστερα από αφαίρεση των μη καταβληθεισών προμηθειών της ΕΤΕπ στις 31 Δεκεμβρίου.

(5)  Κατόπιν της διεύρυνσης, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2273/2004 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2004 μείωσε το ποσό-στόχο του Ταμείου κατά 338,8 εκατομμύρια ευρώ, τα οποία μεταφέρθηκαν στον κοινοτικό προϋπολογισμό με τοκοφόρο ημερομηνία 10 Ιανουαρίου 2005.

Πηγή: Επιτροπή.

(6)  Η ΕΕ κλήθηκε να καταβάλει το 20 % (120 εκατομμύρια ευρώ, που αποτιμήθηκαν σε 176 εκατομμύρια ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2004 στον ενοποιημένο ισολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) επί συμμετοχής ύψους 600 εκατομμυρίων ευρώ (30 % του εγκεκριμένου κεφαλαίου, που ανέρχεται σε 2 000 εκατομμύρια ευρώ συνολικά).

(7)  Η ΕΕ κλήθηκε να καταβάλει το 26,25 % (157,5 εκατομμύρια ευρώ: 138,9 εκατομμύρια ευρώ καταβλήθηκαν και τα υπόλοιπα 18,6 εκατομμύρια ευρώ είναι πληρωτέα κατά την περίοδο 2005-2009) επί συμμετοχής ύψους 600 εκατομμυρίων ευρώ (3 % του εγκεκριμένου κεφαλαίου, που ανέρχεται σε 20 000 εκατομμύρια ευρώ συνολικά).

(8)  Επιπλέον των εν λόγω συμμετοχών, υπάρχει κοινοτική συμμετοχή στην «Κοινή επιχείρηση Galileo» ύψους 282 εκατομμυρίων ευρώ (ποσό που η ΕΕ κλήθηκε να καταβάλει στις 31 Δεκεμβρίου 2004 και το οποίο αποτιμήθηκε σε 192,7 εκατομμύρια ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2004 στον ενοποιημένο ισολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων) επί συμμετοχής ύψους 520 εκατομμυρίων ευρώ (90 % του κεφαλαίου, που ανέρχεται συνολικά σε 575 εκατομμύρια ευρώ). Επιπλέον, ο ενοποιημένος ισολογισμός των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων περιλαμβάνει και άλλα πάγια χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού, τα οποία ανέρχονται συνολικά σε 1 810,9 εκατομμύρια ευρώ και δεν συμπεριλήφθηκαν στον έλεγχο παρακολούθησης.

(9)  Όσον αφορά την κοινοτική συμμετοχή στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων, ισχύει τριμερής συμφωνία μεταξύ του Συνεδρίου, της Επιτροπής και του ΕΤΑΕ. Η συμφωνία ανανεώθηκε για διετή περίοδο, που λήγει στις 25 Σεπτεμβρίου 2005. Μπορεί να ανανεωθεί για μία ακόμη διετία με σιωπηρή συμφωνία.

(10)  Ο πρόεδρος για το 2004 του διοικητικού συμβουλίου του ΕΤΑΕ διορίστηκε από την Επιτροπή. Δεν εκτελούσε καθήκοντα στην ιεραρχία της Επιτροπής διότι έχει συνταξιοδοτηθεί.

(11)  Π.χ. στην ετήσια έκθεση και την έκθεση της ελεγκτικής επιτροπής.

(12)  Συμφωνία για την ίδρυση της ΕΤΑΑ, που υπεγράφη στο Παρίσι την 29η Μαΐου 1990 (βασικά έγγραφα της ΕΤΑΑ Απρίλιος 1991).

(13)  Το μέλος του συμβουλίου της ΕΤΑΑ που διορίζεται από την Επιτροπή υπηρετεί στο Λονδίνο.

(14)  Συνάπτονται συμβάσεις μεταξύ της Επιτροπής και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, οι οποίες καθορίζουν κανόνες ως προς τις λεπτομέρειες της εντολής (π.χ. τις διαδικασίες, τις υποχρεώσεις ως προς την κατάρτιση εκθέσεων και τη χρηματοδότηση από το γενικό προϋπολογισμό).

(15)  Λογαριασμοί όψεως, προθεσμιακές καταθέσεις και επενδύσεις σε μετρητά.

(16)  Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2728/94 του Συμβουλίου, (ΕΕ L 293 της 12.11.1994, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1149/1999 του Συμβουλίου, (ΕΕ L 139 της 2.6.1999, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2273/2004 (ΕΕ L 396 της 31.12.2004, σ. 28).

(17)  Πρόκειται κυρίως για την ΕΤΕπ, αλλά και για τον εξωτερικό δανεισμό της Ευρατόμ και τα δάνεια μακροοικονομικής χρηματοδοτικής συνδρομής της ΕΕ προς τρίτες χώρες.

(18)  Οι ελεγκτικές εργασίες που πραγματοποίησε το Συνέδριο βασίζονται σε ειδική τριμερή συμφωνία μεταξύ του Συνεδρίου, της ΕΤΕπ και της Επιτροπής, που υπεγράφη τον Ιανουάριο του 1996.

(19)  Το «ποσό-στόχος» καθορίζεται στο 9 % του τρέχοντος υπολοίπου των δανείων για τα οποία έχει συσταθεί εγγύηση.

(20)  Πρωτόκολλο που προσαρτήθηκε στη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

(21)  Στη «Δημοσιονομική έκθεση ΕΚΑΧ υπό εκκαθάριση στις 31 Δεκεμβρίου 2004» (σ. 19), ο εξωτερικός ελεγκτής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: «…οι οικονομικές καταστάσεις…αντικατοπτρίζουν πιστά…τα στοιχεία ενεργητικού και την οικονομική κατάσταση της ΕΚΑΧ υ.ε. στις 31 Δεκεμβρίου 2004, καθώς και το αποτέλεσμα του οικονομικού έτους που έληξε την εν λόγω ημερομηνία».


30.11.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 301/249


ΕΤΉΣΙΑ ΈΚΘΕΣΗ ΣΧΕΤΙΚΆ ΜΕ ΤΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΌΤΗΤΕΣ ΠΟΥ ΗΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΟΓΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΜΠΊΠΤΟΥΝ ΣΤΟ ΈΚΤΟ, ΈΒΔΟΜΟ, ΌΓΔΟΟ ΚΑΙ ΈΝΑΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΌ ΤΑΜΕΊΟ ΑΝΆΠΤΥΞΗΣ (ΕΤΑ)

(2005/C 301/02)

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

 

Εισαγωγή

Κεφάλαιο I

Εκτέλεση του έκτου, έβδομου, όγδοου και ένατου ΕΤΑ

Κεφάλαιο II

Δήλωση αξιοπιστίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τα ΕΤΑ

Κεφάλαιο III

Παρακολούθηση των προγενέστερων παρατηρήσεων

Κεφάλαιο IV

Κύριες παρατηρήσεις των ειδικών εκθέσεων που δημοσίευσε το Συνέδριο μετά την τελευταία διαδικασία χορήγησης απαλλαγής


ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΠΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΕΚΤΟ, ΕΒΔΟΜΟ, ΟΓΔΟΟ ΚΑΙ ΕΝΑΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ (ΕΤΑ)

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

Εισαγωγή

Κεφάλαιο I — Εκτέλεση του έκτου, έβδομου, όγδοου και ένατου ΕΤΑ

Καθυστερημένη διαβίβαση της έκθεσης σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση

Αναγκαιότητα πρόσθετων εξηγήσεων για βασικά θέματα

Αναγκαιότητα καλύτερου προσδιορισμού των δράσεων προς ανάληψη

Αναγκαιότητα βελτίωσης της επικοινωνίας σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση

Συμπεράσματα

Κεφάλαιο II — Δήλωση αξιοπιστίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τα ΕΤΑ

Δήλωση αξιοπιστίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με το έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης (ΕΤΑ) για το οικονομικό έτος 2004

Πληροφοριακά στοιχεία προς υποστήριξη της δήλωσης αξιοπιστίας

Αξιοπιστία των λογαριασμών

Νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων

Εξέλιξη της απόδοσης των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

Κεφάλαιο III — Παρακολούθηση των προγενέστερων παρατηρήσεων

Έργα υποδομής που χρηματοδοτούνται από το ΕΤΑ

Θέση της αρμόδιας για την απαλλαγή αρχής

Συνέχεια που δόθηκε από την Επιτροπή

Συμπέρασμα

Κεφάλαιο IV — Κύριες παρατηρήσεις των ειδικών εκθέσεων που δημοσίευσε το Συνέδριο μετά την τελευταία διαδικασία χορήγησης απαλλαγής

Ειδική έκθεση αριθ. 10/2004 σχετικά με την ανάθεση της διαχείρισης της εξωτερικής βοήθειας της ΕΚ στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής

Ειδική έκθεση αριθ. 2/2005 σχετικά με τις δημοσιονομικές ενισχύσεις του ΕΤΑ στις χώρες ΑΚΕ: διαχείριση από την Επιτροπή του σκέλους «μεταρρύθμιση των δημόσιων οικονομικών»

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

1.

Τα Ευρωπαϊκά Ταμεία Ανάπτυξης (ΕΤΑ) αποτελούν καρπό διεθνών συμβάσεων ή συμφωνιών (1) μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού (ΑΚΕ), καθώς και αποφάσεων του Συμβουλίου για τη σύνδεση υπερπόντιων χωρών και εδαφών (ΥΧΕ).

 

2.

Η Επιτροπή είναι αρμόδια και της έχει ανατεθεί η διαχείριση του σημαντικότερου τμήματος των ΕΤΑ — αυτού που αφορά τις επιχορηγήσεις —, σε συνεργασία με τις χώρες ΑΚΕ. Από την 1η Απριλίου 2003, η ΕΤΕπ έχει καταστεί μόνη αρμόδια για την εφαρμογή του άλλου τμήματος του ΕΤΑ — της επενδυτικής διευκόλυνσης —, που δεν λαμβάνεται υπόψη για τη δήλωση αξιοπιστίας του Συνεδρίου και τη διαδικασία χορήγησης απαλλαγής από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (2)  (3)  (4).

 

3.

Η χρηματοδότηση καθενός από τα τέσσερα υπό εκτέλεση κατά το 2004 ΕΤΑ, εκτός από τα μέσα που διαχειρίζεται τώρα η ΕΤΕπ με αποκλειστικά δική της ευθύνη, διατίθεται κυρίως για:

α)

την προγραμματιζόμενη ενίσχυση (5) που προορίζεται για την εφαρμογή επενδυτικών σχεδίων (το ήμισυ περίπου των χρηματοδοτήσεων)·

β)

την προγραμματιζόμενη ενίσχυση (5) που προορίζεται για την παροχή άμεσης δημοσιονομικής στήριξης στα δικαιούχα κράτη (ένα τέταρτο σχεδόν των χρηματοδοτήσεων)·

γ)

τη μη προγραμματιζόμενη ενίσχυση, που προορίζεται για συγκεκριμένους τομείς συνεργασίας, όπως η ανθρωπιστική βοήθεια και η επείγουσα ενίσχυση, η στήριξη που παρέχεται στα έσοδα από εξαγωγές (Stabex και Sysmin ή, επί του παρόντος, FLEX) ή σε χρηματοδοτικές παρεμβάσεις όπως τα επιχειρηματικά κεφάλαια (6) ή η βοήθεια για την ελάφρυνση των δανειακών υποχρεώσεων (ποσό που υπερβαίνει ελαφρώς το ένα τέταρτο των χρηματοδοτήσεων).

 

4.

Κατά το πέρας της φάσης του προγραμματισμού, οι πόροι των ΕΤΑ κινητοποιούνται σε δύο φάσεις. Η Επιτροπή, μετά από αίτηση του κράτους ΑΚΕ, ως κύριος διατάκτης, λαμβάνει αποφάσεις χρηματοδότησης (οι οποίες καταχωρίζονται λογιστικά ως δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων) μετά από σύμφωνη γνώμη της επιτροπής του ΕΤΑ (7) (την οποία συγκροτούν οι εκπρόσωποι των κρατών μελών). Στη συνέχεια, στο πλαίσιο των συμβάσεων χρηματοδότησης, η Επιτροπή και το κράτος ΑΚΕ καθορίζουν τους όρους εφαρμογής των εν λόγω αποφάσεων από τον εθνικό διατάκτη (8) της οικείας χώρας. Ο εν λόγω διατάκτης συνάπτει συμβάσεις (που καταχωρίζονται λογιστικά ως επιμέρους νομικές δεσμεύσεις) και εντέλλεται τις πληρωμές, που θα ελέγχονται και θα εκτελούνται από την Επιτροπή σύμφωνα με τις διαδικασίες εκτέλεσης του ΕΤΑ.

 

5.

Η δημοσιονομική στήριξη δεν πραγματοποιείται σύμφωνα με αυτό το σύστημα διαχείρισης. Η Επιτροπή εξακολουθεί να αποτελεί το μόνο διατάκτη. Οι συμβάσεις χρηματοδότησης αποτελούν νομικές δεσμεύσεις και οδηγούν σε πληρωμές χωρίς σύναψη άλλων νομικών δεσμεύσεων. Η Επιτροπή, αφού εξακριβώσει ότι πληρούνται οι όροι της συμφωνίας του Κοτονού και της σύμβασης χρηματοδότησης, προβαίνει, μόνο με τη δική της υπογραφή, σε πρώτη μεταβίβαση κεφαλαίων στους προϋπολογισμούς των δικαιούχων χωρών. Τα κεφάλαια, μετά τη μεταφορά τους, συγχωνεύονται με τους προϋπολογισμούς των κρατών ΑΚΕ, ενώ η χρησιμοποίηση και ο έλεγχός τους πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις νομοθεσίες και τις διαδικασίες των δικαιούχων κρατών. Η Επιτροπή, από κοινού με τους κύριους λοιπούς διεθνείς χρηματοδότες, αξιολογεί τις βελτιώσεις που επήλθαν στη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών στα κράτη αυτά, καθώς και τα αποτελέσματα όσον αφορά τη μείωση της φτώχειας. Προτού προβεί στην εκταμίευση των μεταγενέστερων δόσεων, η Επιτροπή εξακριβώνει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίστηκαν στη σύμβαση χρηματοδότησης.

 

6.

Το 2000, η Επιτροπή αποφάσισε να αποκεντρώσει σημαντικό μέρος των αρμοδιοτήτων της και των μέσων της (με εξαίρεση ιδίως την έγκριση προτάσεων χρηματοδότησης, τις αποφάσεις πληρωμής στο πλαίσιο της δημοσιονομικής στήριξης και τη διαχείριση σχεδίων που χρηματοδοτούνται από τις ίδιες τις χώρες ΑΚΕ) και τα ανέθεσε στις αντιπροσωπείες της στα κράτη ΑΚΕ. Έτσι, το 80 % περίπου των πληρωμών ΕΤΑ επρόκειτο να πραγματοποιηθούν με αποκεντρωμένο τρόπο. Στο τέλος του 2004, όσον αφορά τις χώρες ΑΚΕ, μόνον σε τέσσερις από τις 44 αντιπροσωπείες απέμενε να πραγματοποιηθεί η αποκέντρωση.

6.

Από τον Ιούλιο του 2005, πραγματοποιήθηκε η αποκέντρωση σε όλες τις αντιπροσωπείες ΑΚΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I — ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΕΚΤΟΥ, ΕΒΔΟΜΟΥ, ΟΓΔΟΟΥ ΚΑΙ ΕΝΑΤΟΥ ΕΤΑΚ (9)

Καθυστερημένη διαβίβαση της έκθεσης σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση

7.

Η έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση του οικονομικού έτους 2004 για το έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο ΕΤΑ διαβιβάστηκε στο Συνέδριο από την Επιτροπή στις 7 Ιουλίου 2005, σημειώνοντας καθυστέρηση σε σύγκριση με την ημερομηνία της 31ης Μαΐου που προβλεπόταν στα άρθρα 102 και 135 του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο ένατο ΕΤΑ.

7.

Η Επιτροπή θα προσπαθήσει να τηρήσει την προθεσμία.

Αναγκαιότητα πρόσθετων εξηγήσεων για βασικά θέματα

8.

Η έκθεση αντικατοπτρίζει τα κύρια χαρακτηριστικά της διαχείρισης των ΕΤΑ κατά το έτος 2004. Συγκρίνει τα επιτεύγματα του 2004 με τους στόχους και τα αποτελέσματα του προηγούμενου έτους, όσον αφορά τις δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων, τις νομικές δεσμεύσεις και τις πληρωμές (βλέπε πίνακες 1 και 2 ), και παρουσιάζει λεπτομερώς τα συγκεκριμένα γεγονότα που είχαν επίπτωση στη δημοσιονομική διαχείριση σε όλους τους τομείς της διαχείρισης της Επιτροπής. Η έκθεση θα μπορούσε να γίνει ακόμη σαφέστερη και ακριβέστερη, και η πληροφοριακή της αξία θα ήταν μεγαλύτερη, εάν ορισμένα δεδομένα είχαν διευκρινιστεί καλύτερα. Ιδιαίτερα, τα ακόλουθα σημεία ήταν σημαντικά όσον αφορά τη δημοσιονομική διαχείριση του ΕΤΑ το 2004 και θα άξιζε να είχαν περιγραφεί στην έκθεση:

8.

Η έκθεση καλύπτει σήμερα 35 σελίδες περιλαμβανομένων 8 παραρτημάτων που αφορούν ειδικά συνολικά αιτήματα συμπληρωματικών πληροφοριών και αναλύσεων, προερχόμενα από το Ελεγκτικό Συνέδριο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο των ετήσιων διαδικασιών χορήγησης απαλλαγής. Ωστόσο, η Επιτροπή αναφέρει στις κατωτέρω απαντήσεις της ότι θα παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες σχετικά με ορισμένα σημεία στην έκθεση του επόμενου έτους.

α)

τα βασικά στοιχεία που αύξησαν τους πόρους του ένατου ΕΤΑ (105 εκατομμύρια ευρώ επιπλέον για τη Δημοκρατία του Κονγκό)·

α)

Η έκθεση για τη δημοσιονομική διαχείριση τονίζει τα πιο σημαντικά γεγονότα, ενώ οι λεπτομερείς πληροφορίες παρατίθενται στις δημοσιονομικές καταστάσεις τις οποίες συνοδεύει η έκθεση (όσον αφορά την αύξηση των πόρων του ένατου ΕΤΑ για τη Δημοκρατία του Κονγκό, βλ. την υποσημείωση 1 των λογαριασμών).

β)

το υψηλό επίπεδο των πληρωμών (2 414 εκατομμύρια ευρώ καθαρά το 2004), το οποίο, όπως και κατά τα προηγούμενα έτη, οφειλόταν εν μέρει σε μέσα που καθιστούν δυνατή την ταχεία εκταμίευση σημαντικών ποσών (δημοσιονομική στήριξη, ελάφρυνση του χρέους, κ.λπ.)·

β)

Τα αριθμητικά στοιχεία των πληρωμών για τη δημοσιονομική στήριξη περιλαμβάνονται στον πίνακα της σελίδας 16 της έκθεσης, οι δε εξελίξεις όσον αφορά τη χρησιμοποίηση της δημοσιονομικής στήριξης παρουσιάζονται στο τμήμα 2.2. Το επίπεδο ρεκόρ των πληρωμών κατά το 2004 αντικατοπτρίζει τις βελτιώσεις στη διαχείριση όλων των μέσων. Πράγματι, το μερίδιο της δημοσιονομικής στήριξης, της ελάφρυνσης του χρέους κ.λπ. ήταν κατά το 2004 χαμηλότερο απ’ ό,τι το 2003. Περίπου 724 εκατ. ευρώ πληρώθηκαν (ακαθάριστα) το 2004 στο πλαίσιο των μέσων HIPC, Stabex, Global Health Fund και μακροοικονομικής δημοσιονομικής στήριξης. Τα αντίστοιχα στοιχεία των παρελθόντων ετών ήταν: 2003 – 976 εκατ. ευρώ· 2002 – 567 εκατ. ευρώ· 2001 – 1 021 εκατ. ευρώ.

Πίνακας 1 — Σωρευτική χρησιμοποίηση των πόρων των ΕΤΑ στις 31 Δεκεμβρίου 2004

(εκατομμύρια ευρώ)

 

 

Κατάσταση στο τέλος του 2003 (12)

Εκτέλεση του προϋπολογισμού κατά το οικονομικό έτος 2004 (12)

Κατάσταση στο τέλος του 2004 (12)

Συνολικό ποσό

Ποσοστό εκτέλεσης % (11)

6ο ΕΤΑ

7ο ΕΤΑ

8ο ΕΤΑ

9ο ΕΤΑ

Συνολικό ποσό

6ο ΕΤΑ

7ο ΕΤΑ

8ο ΕΤΑ

9ο ΕΤΑ

Συνολικό ποσό  (12)

Ποσοστό εκτέλεσης % (11)

A —

Ποροι  (10)

43 408,7

 

–32,2

–58,4

– 172,3

656,0

393,1

7 439,4

10 867,7

11 590,6

13 904,1

43 801,8

 

B —

Χρησιμοποιηση

 

1. Δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων

33 317,0

76,8

–32,2

–58,4

– 172,3

2 638,1

2 375,2

7 439,4

10 867,7

11 590,6

5 794,5

35 692,2

81,5

 

2. Επιμέρους νομικές δεσμεύσεις

27 566,9

63,5

28,7

121,4

848,7

1 747,5

2 746,3

7 378,3

10 418,5

9 775,2

2 741,2

30 313,2

69,2

 

3. Πληρωμές  (11)

23 504,1

54,1

30,0

244,5

1 191,9

947,6

2 413,9

7 312,1

9 849,6

7 531,1

1 225,2

25 918,0

59,2

Γ —

Απομένει να καταβληθεί (B1-B3)

9 812,9

22,6

 

 

 

 

 

127,3

1 018,1

4 059,5

4 569,3

9 774,1

22,3

Δ —

Διαθέσιμο υπόλοιπο (A-B1)

10 091,7

23,2

 

 

 

 

 

0,0

0,0

0,0

8 109,6

8 109,6

18,5

Πηγή: Ελεγκτικό Συνέδριο, βάσει των οικονομικών καταστάσεων των ΕΤΑ στις 31 Δεκεμβρίου 2004.

Πίνακας 2 — Εκτέλεση του προϋπολογισμού κατά τα οικονομικά έτη 2000 έως και 2004

(εκατομμύρια ευρώ)

 

2000

2001

2002

2003 (13)

2004 (13)

1. Δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων

3 757,4

1 554,2

1 768,4

3 395,8

2 375,2

2. Επιμέρους νομικές δεσμεύσεις

2 296,2

2 263,4

2 142,9

2 742,7

2 746,3

3. Πληρωμές

1 547,7

2 067,9

1 852,7

2 293,1

2 413,9

Πηγή: Ελεγκτικό Συνέδριο.

γ)

οι προτεινόμενες λύσεις για το επαναλαμβανόμενο πρόβλημα της έλλειψης ταμειακών διαθεσίμων·

γ)

Ο δημοσιονομικός κανονισμός (9ο EΤΑ) που ισχύει έως το τέλος του 2007 δεν επιτρέπει σημαντικές τροποποιήσεις. Για το μέλλον (μετά το 9ο EΤΑ), η Επιτροπή πρότεινε την «εγγραφή στον προϋπολογισμό» του EΤΑ. Η χρηματοδότηση του EΤΑ γίνεται μέσω τριών δόσεων ανά έτος οι οποίες, σε σύγκριση με το γενικό προϋπολογισμό, τριπλασιάζουν τον κίνδυνο ελλείψεων ταμειακών διαθεσίμων αυτού του είδους.

Πρέπει να τονιστεί ότι η παροχή των αναγκαίων δημοσιονομικών πόρων αποτελεί από κοινού αρμοδιότητα της Επιτροπής και των κρατών μελών. Πράγματι, τα κράτη μέλη πρέπει να αποφασίζουν και να καταβάλλουν τις συνεισφορές εντός των νομικά δεσμευτικών προθεσμιών. Μέρος της έλλειψης στο τέλος του 2003 και η έλλειψη στο τέλος του 2004 οφείλονταν στην καθυστερημένη πληρωμή των συνεισφορών των κρατών μελών.

Η Επιτροπή έλαβε μέτρα για τη βελτίωση των προβλέψεων εκταμιεύσεων και το 2005 οι προσκλήσεις καταβολής των συνεισφορών προσαρμόστηκαν ανάλογα.

δ)

τα ολοένα και σημαντικότερα ποσά που αφιερώνονται στις δραστηριότητες με μείζονες διεθνείς οργανισμούς (περίπου 300 εκατομμύρια ευρώ νέων νομικών δεσμεύσεων το 2004)·

δ)

Η Επιτροπή θα περιλάβει την πληροφορία αυτή στην επόμενη έκθεση δημοσιονομικής διαχείρισης.

ε)

οι διοικητικές δαπάνες που συνδέονται με τη λειτουργία των ΕΤΑ, οι οποίες δεν παρουσιάζονται συνοπτικά, ενώ ο γενικός προϋπολογισμός της Ένωσης είναι διαρθρωμένος ανά δραστηριότητα έτσι ώστε να καθιστά δυνατή τέτοιου είδους συνοπτική παρουσίαση των δαπανών διαχείρισης, μολονότι η Επιτροπή συμφώνησε να μελετήσει την προσέγγιση αυτή (14).

ε)

Η Επιτροπή απαντά στο ερώτημα αυτό στην έκθεσή της για τη συνέχεια που δόθηκε στη χορήγηση απαλλαγής του 2003. Οι διοικητικές δαπάνες που συνδέονται με τη χρησιμοποίηση της αναπτυξιακής βοήθειας στα κράτη ΑΚΕ (EΤΑ και γραμμές προϋπολογισμού) περιλαμβάνονται κατά το μεγαλύτερο μέρος στον τομέα πολιτικής 21 «Ανάπτυξη και σχέσεις με τα κράτη ΑΚΕ» του γενικού προϋπολογισμού της ΕΕ. Οι συνολικές δαπάνες αυτού του τομέα πολιτικής ανήλθαν σε 238,9 εκατ. ευρώ το 2004. Ο αριθμός αυτός περιλαμβάνει τις δαπάνες που αφορούν το προσωπικό στην έδρα και στις αντιπροσωπείες, καθώς και το εξωτερικό προσωπικό, συν τις δαπάνες για τα κτίρια και τις συναφείς δαπάνες.

Ωστόσο, δεδομένου ότι οι δραστηριότητες που συνδέονται με το EΤΑ ενσωματώνονται στις άλλες δραστηριότητες της Επιτροπής που αφορούν την αναπτυξιακή βοήθεια και τις πολιτικές σχέσεις με τις αναπτυσσόμενες χώρες, οι συνολικές διοικητικές δαπάνες που βαρύνουν το γενικό προϋπολογισμό δεν μπορούν να κατανεμηθούν με τον κατάλληλο τρόπο μεταξύ των δραστηριοτήτων EΤΑ και των λοιπών δραστηριοτήτων.

Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι το 9ο EΤΑ κατέστησε δυνατή τη χρηματοδότηση ορισμένων διοικητικών δαπανών απευθείας από το EΤΑ. Αυτές οι δαπάνες ανέρχονται συνολικά σε 233 εκατ. ευρώ και καλύπτουν την πενταετή περίοδο του 9ου EΤΑ.

Αναγκαιότητα καλύτερου προσδιορισμού των δράσεων προς ανάληψη

9.

Όσον αφορά την κατάσταση των κεφαλαίων Stabex, η εταιρεία συμβούλων στην οποία ανέθεσε η Επιτροπή την πραγματοποίηση απογραφής κατέληξε στο συμπέρασμα στην τελική της έκθεση, η οποία κατέστη διαθέσιμη τον Σεπτέμβριο του 2004, ότι «επί συνόλου ενισχύσεων […] ύψους 2 164 εκατομμυρίων ευρώ στις 31 Δεκεμβρίου 2002, δεν έχουν ακόμη παρασχεθεί δεδομένα όσον αφορά ενισχύσεις προς εννέα χώρες, συνολικού ύψους 46,5 εκατομμυρίων ευρώ […]. Ως προς τις λοιπές 36 χώρες, ελάχιστες μόνον κατόρθωσαν να παράσχουν πλήρη και αξιόπιστα δεδομένα». Πολυάριθμες από τις απαιτούμενες πληροφορίες δεν θα καταστούν ποτέ διαθέσιμες. Η έκθεση δεν αναφέρει ποιες δράσεις θα αναλάβει η Επιτροπή για την αντιμετώπιση των εν λόγω αδυναμιών (βλέπε επίσης το σημείο 16 σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών). Επιπλέον, το Συνέδριο, στην ετήσια έκθεσή του για το οικονομικό έτος 2003, υπογράμμισε τη θεμελιώδη σημασία της έκθεσης σχετικά με τη χρησιμοποίηση των κεφαλαίων, που το δικαιούχο κράτος ΑΚΕ υποχρεούται να διαβιβάζει στην Επιτροπή (άρθρο 212 της αναθεωρημένης σύμβασης Λομέ). Δεν υπάρχουν ενδείξεις στην έκθεση ως προς τη δράση που ανέλαβε η Επιτροπή προκειμένου να καταρτιστούν οι εν λόγω εκθέσεις.

9.

Πράγματι αναλήφθηκε δράση η οποία θα περιγραφεί πλήρως στην έκθεση του 2005. Οι αντιπροσωπείες της Επιτροπής έλαβαν οδηγίες να εξασφαλίσουν ότι οι ετήσιες εκθέσεις των κρατών ΑΚΕ θα καταρτίζονται με τυποποιημένη μορφή. Κατά γενικό κανόνα προσλαμβάνονται τοπικοί ελεγκτές για να προετοιμάσουν την έκθεση όταν το προσωπικό του Εθνικού Διατάκτη δεν είναι ικανό να αναλάβει αυτό το καθήκον. Ο ποιοτικός έλεγχος αποτελεί ασφαλώς σημαντική πτυχή αυτού του εγχειρήματος. Η Επιτροπή όρισε ως προτεραιότητα εργασίας την οριστικοποίηση όλων των «πρωτογενών» αναλήψεων υποχρεώσεων Stabex, που συνεπάγονται την έγκριση όλων των νέων πλαισίων αμοιβαίων υποχρεώσεων (FMO), την αναθεώρηση των υπαρχόντων FMO και το κλείσιμο προηγούμενων ή απηρχαιομένων FMO. Προϋπόθεση για την επιτυχία αυτού του εγχειρήματος είναι ότι οι 43 δικαιούχες χώρες του Stabex θα παρέχουν αξιόπιστους ετήσιους λογαρισμούς για τη χρήση του Stabex.

10.

Την 1η Ιανουαρίου 2005, το ΕΤΑ έπρεπε να περάσει στη λογιστική σε δεδουλευμένη βάση, έτσι ώστε να τηρεί τα πρότυπα IPSAS (15). Πέραν των χρήσιμων και λεπτομερών τεχνικών πληροφοριών που παρέσχε η Επιτροπή στις τριμηνιαίες εκθέσεις προόδου της προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, η εν λόγω έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση θα έπρεπε να είχε συμπεριλάβει εν συντομία τα μέτρα που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια του 2004 όσον αφορά την εν λόγω κρίσιμη προθεσμία, και συγκεκριμένα την κατάρτιση του υπολοίπου ανοίγματος του οικονομικού έτους 2005.

10.

Το θέμα αυτό αναφέρεται εν συντομία στο τμήμα 5.1.1.2 της έκθεσης για τη δημοσιονομική διαχείριση του 2004. Η πρόοδος που σημειώθηκε στο σχέδιο λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση [Accruals-Based Accounting (ABAC)] θα αναπτυχθεί περαιτέρω στην έκθεση του 2005.

Αναγκαιότητα βελτίωσης της επικοινωνίας σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση

11.

Η έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση σχολιάζει τα δημοσιονομικά δεδομένα που παρουσιάζονται στους ετήσιους λογαριασμούς. Σύμφωνα με την τρέχουσα πρακτική (άρθρα 102 και 135 του δημοσιονομικού κανονισμού του ένατου ΕΤΑ), η έκθεση έχει ήδη την οριστική της μορφή στις 31 Μαΐου, βάσει των προσωρινών λογαριασμών που καταρτίζονται στις 30 Απριλίου. Οι λογαριασμοί δημοσιεύονται στην οριστική τους μορφή στις 31 Οκτωβρίου. Συνεπώς, ενδέχεται να δοθεί η εντύπωση ότι τα δημοσιονομικά δεδομένα της έκθεσης σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση δεν είναι πλέον συνεκτικά με τους οριστικούς ετήσιους λογαριασμούς. Το Συνέδριο συνιστά να βασίζεται η τελική μορφή της έκθεσης στους οριστικούς λογαριασμούς και να δημοσιεύεται ταυτόχρονα με τους ετήσιους λογαριασμούς του ΕΤΑ.

11.

Οι προθεσμίες που ορίζονται στο δημοσιονομικό κανονισμό EΤΑ συνεπάγονται ότι αυτή η έκθεση συνοδεύει τους προσωρινούς και όχι τους οριστικούς λογαριασμούς.

Η έκθεση για τη δημοσιονομική διαχείριση αποτελεί ουσιαστικά έκθεση διαχείρισης για την επίδοση του EΤΑ κατά το οικείο έτος σε σχέση με τους ορισθέντες στόχους.

Συμπεράσματα

12.

Το Συνέδριο σημειώνει κυρίως ότι:

12.

 

α)

ορισμένες βασικές πληροφορίες αξίζουν να συμπεριληφθούν, να συμπληρωθούν ή να τεθούν ορθότερα στο πλαίσιό τους στην έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση·

α)

Η έκθεση για τη δημοσιονομική διαχείριση τονίζει τα σημαντικότερα γεγονότα, ενώ οι λεπτομερείς πληροφορίες παρατίθενται στις δημοσιονομικές καταστάσεις.

β)

η Επιτροπή δεν παρουσίασε στην έκθεση τις κύριες δράσεις που απομένουν να αναληφθούν κατόπιν της απογραφής των κεφαλαίων Stabex στις χώρες ΑΚΕ·

β)

Η Επιτροπή έδωσε οδηγίες και όρισε προτεραιότητες στις αντιπροσωπείες της, οι οποίες πρέπει να συνεργάζονται με τους εθνικούς διατάκτες των 43 δικαιούχων χωρών Stabex προκειμένου να λαμβάνουν τα αναγκαία δεδομένα και επίσης να εξασφαλίζουν την ορθή χρησιμοποίηση των προς εκταμίευση κεφαλαίων του Stabex. Δεδομένης της ποικίλης ποιότητας των πληροφοριών που λήφθηκαν, είναι δύσκολο να αναφερθούν συνολικά τα επιτευχθέντα αποτελέσματα.

γ)

θα ήταν προτιμότερο η έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση να είναι συνεκτική με τα οριστικά δεδομένα και να δημοσιεύεται ταυτόχρονα με τους οριστικούς ετήσιους λογαριασμούς.

γ)

Βλέπε την απάντηση στο σημείο 11.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II — ΔΗΛΩΣΗ ΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ ΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΕΤΑ

Δήλωση αξιοπιστίας του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με το έκτο, έβδομο, όγδοο και ένατο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης (ΕΤΑ) για το οικονομικό έτος 2004

I.

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο («το Συνέδριο») εξέτασε τους λογαριασμούς του έκτου, έβδομου, όγδοου και ένατου ΕΤΑ, καθώς και τις υποκείμενες πράξεις, για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2004. Οι λογαριασμοί αυτοί περιλαμβάνουν τις οικονομικές καταστάσεις, τις καταστάσεις σχετικά με τη δημοσιονομική εκτέλεση και τις οικονομικές καταστάσεις και πληροφορίες που παρασχέθηκαν από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) (16). Δυνάμει της δημοσιονομικής κανονιστικής ρύθμισης, το Συνέδριο υποχρεούται να προβαίνει σε δήλωση αξιοπιστίας προς το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών, καθώς και τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων, όσον αφορά το μέρος των πόρων του ΕΤΑ για τη δημοσιονομική διαχείριση των οποίων είναι υπεύθυνη η Επιτροπή (17). Το Συνέδριο διενήργησε τον έλεγχο σύμφωνα με τις μεθόδους και τα πρότυπα ελέγχου που εφαρμόζει. Αυτά βασίζονται στα γενικώς παραδεκτά διεθνή ελεγκτικά πρότυπα, όπως προσαρμόστηκαν στο πλαίσιο των ΕΤΑ. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Συνέδριο απεκόμισε εύλογη βάση προκειμένου να στηρίξει τις απόψεις που διατυπώνονται κατωτέρω.

II.   Αξιοπιστία των λογαριασμώνΜε την επιφύλαξη της επίπτωσης των προβλημάτων που αφορούν:

α)

τον ελλιπή χαρακτήρα του ενεργητικού, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν έχει ακόμη διερευνήσει επαρκώς ποιο τμήμα των προπληρωμών που εκκρεμούν πρέπει να επιστραφεί από τους οφειλέτες στο ΕΤΑ (βλέπε σημείο 14)·

β)

τον ελλιπή χαρακτήρα των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις, που δεν αντικατοπτρίζουν το πραγματικό επίπεδο των μη εισπράξιμων οφειλών (βλέπε σημείο 15)·

γ)

την αναξιοπιστία του υπολοίπου των κεφαλαίων Stabex που παρουσιάζεται σε έκθεση η οποία επισυνάπτεται στις οικονομικές καταστάσεις (832 εκατομμύρια ευρώ) (βλέπε σημείο 16)·

το Συνέδριο είναι της γνώμης ότι οι καταστάσεις σχετικά με τη δημοσιονομική εκτέλεση του οικονομικού έτους 2004 και οι οικονομικές καταστάσεις της 31ης Δεκεμβρίου 2004 αντικατοπτρίζουν πιστά τα έσοδα και τις δαπάνες του έκτου, έβδομου, όγδοου και ένατου ΕΤΑ για το οικονομικό έτος, καθώς και τη δημοσιονομική τους κατάσταση στο τέλος του εν λόγω έτους.

III.   Νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεωνΑνάλυση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχουΤο Συνέδριο εξέτασε την εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής και πραγματοποίησε δοκιμές όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου. Μολονότι έχει επιτευχθεί πρόοδος, είναι αναγκαία η πραγματοποίηση περαιτέρω βελτιώσεων στους ακόλουθους τομείς:

α)

διαχείριση του κινδύνου (βλέπε σημεία 20 έως και 22)·

β)

πλαίσιο του ελέγχου (βλέπε σημεία 23 έως και 33)·

γ)

υποχρέωση λογοδοσίας για τον εσωτερικό έλεγχο των αντιπροσωπειών (βλέπε σημεία 34 έως και 35)·

δ)

έκθεση δραστηριοτήτων του γενικού διευθυντή της EuropeAid (βλέπε σημείο 36).

Έλεγχος των πράξεωνΤο Συνέδριο εξέτασε ορισμένες πράξεις βάσει εγγράφων που είναι διαθέσιμα στις κεντρικές υπηρεσίες και αντιπροσωπείες της Επιτροπής, καθώς και βάσει επιτόπιων ελέγχων που διενεργήθηκαν έως το επίπεδο των φορέων υλοποίησης στα δικαιούχα κράτη ΑΚΕ. Η εξέταση στόχευε στην επαλήθευση της συμφωνίας με την κανονιστική ρύθμιση, καθώς και στην επιβεβαίωση της πραγματικότητας των έργων, των προμηθειών και των υπηρεσιών. Όσον αφορά τις δαπάνες δημοσιονομικής στήριξης, ο έλεγχος τερματίστηκε στο στάδιο της καταβολής της εν λόγω ενίσχυσης στον προϋπολογισμό των δικαιούχων κρατών. Το Συνέδριο διαπίστωσε ότι η συχνότητα και η δημοσιονομική επίπτωση των εντοπισθέντων σφαλμάτων δεν είναι σημαντικές (βλέπε σημεία 37 έως και 41).Συμπέρασμα σχετικά με τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεωνΤο Συνέδριο φρονεί ότι τα έσοδα, οι χορηγήσεις των ΕΤΑ, οι αναλήψεις υποχρεώσεων και οι πληρωμές του οικονομικού έτους είναι, στο σύνολό τους, νόμιμα και κανονικά.

28 Σεπτεμβρίου 2005

Hubert WEBER

Πρόεδρος

Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο

12, rue Alcide De Gasperi, L-1615 Luxembourg

Πληροφοριακά στοιχεία προς υποστήριξη της δήλωσης αξιοπιστίας

Αξιοπιστία των λογαριασμών

13.

Οι παρατηρήσεις στο σημείο II της δήλωσης αξιοπιστίας βασίζονται στις ακόλουθες διαπιστώσεις.

 

14.

Το ποσό των εντολών ανάκτησης (18 εκατομμύρια ευρώ) που είχαν εκδοθεί και δεν είχαν ακόμη εισπραχθεί στο τέλος του 2004 δεν αντιστοιχεί στη συνολική αξία των απαιτήσεων. Καθώς η Επιτροπή δεν έχει διερευνήσει επαρκώς (18) όλες τις προπληρωμές που καταβλήθηκαν στους δικαιούχους, αδυνατεί να καθορίσει τα προς ανάκτηση ποσά. Όσον αφορά τις εκκρεμούσες προπληρωμές προς διερεύνηση (19), η Επιτροπή δεν είχε προσδιορίσει ποσοτικά το ύψος τους στο τέλος του 2004 (20).

14.

Τηρώντας το δημοσιονομικό κανονισμό, η Επιτροπή ανάλυσε και παρακολούθησε συστηματικά τις προπληρωμές προς ανάκτηση. Αυτό το έργο παρακολούθησης αποτελεί αντικείμενο ενός κεφαλαίου στην έκθεση διαχείρισης.

Η Επιτροπή θα συνεχίσει τις προσπάθειές της προκειμένου να απογράψει τις προπληρωμές που πρέπει να ανακτηθούν.

15.

Το υπόλοιπο των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις που καταγράφεται στους λογαριασμούς (0,03 εκατομμύρια ευρώ) δεν αντικατοπτρίζει το πραγματικό επίπεδο των μη εισπράξιμων οφειλών (21) εντός των 18 εκατομμυρίων ευρώ εντολών ανάκτησης που εξεδόθησαν. Με την υιοθέτηση της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση από το 2005 και εξής, θα καταστεί ακόμη πιο αναγκαίος ο εντοπισμός των μη εισπράξιμων οφειλών και των σχετικών προβλέψεων (20).

15.

Η Επιτροπή συμφωνεί με την παρατήρηση του Συνεδρίου και έχει προγραμματίσει αυτό το έργο για το οικονομικό έτος 2005.

16.

Το 2004, η Επιτροπή ολοκλήρωσε την απογραφή των κεφαλαίων Stabex. Τα κεφάλαια αυτά, μολονότι ανήκουν ήδη στις χώρες ΑΚΕ, παρουσιάζονται σε έκθεση η οποία επισυνάπτεται στις οικονομικές καταστάσεις (22), δεδομένου ότι η Επιτροπή τα συνδιαχειρίζεται και εντέλλεται τις εκταμιεύσεις από τους τοπικούς τραπεζικούς λογαριασμούς. Με την απογραφή των κεφαλαίων Stabex προέκυψε το συμπέρασμα ότι ορισμένες χώρες ΑΚΕ δεν θα διαβιβάσουν περαιτέρω πληροφορίες, ενώ σε άλλες οι απαιτούμενες πληροφορίες, υπό μορφή ενημερωτικών τραπεζικών δελτίων ή καταστάσεων εκταμίευσης, ενδέχεται να μην είναι διαθέσιμες, κυρίως λόγω της παρόδου του χρόνου. Κατά συνέπεια, άγνωστο τμήμα του τραπεζικού υπολοίπου που παρουσιάζεται στους λογαριασμούς, ύψους 832 εκατομμυρίων ευρώ, δεν έχει πιστοποιηθεί από την Επιτροπή βάσει αξιόπιστων εγγράφων.

16.

Η Επιτροπή επιδιώκει, μέσω των αντιπροσωπειών της, να λάβει σαφέστερη εικόνα της χρησιμοποίησης των κεφαλαίων Stabex μέσω των ετήσιων εκθέσεων Stabex, σε τυποποιημένη μορφή, προκειμένου να διευκολύνεται η κατάρτιση της συνολικής έκθεσης. Σήμερα που έχει ολοκληρωθεί η απογραφή των κεφαλαίων Stabex, ακολουθείται προσέγγιση ανά χώρα σύμφωνα με την πολιτική της Επιτροπής για την αποκέντρωση των αρμοδιοτήτων στις αντιπροσωπείες της στις χώρες ΑΚΕ, προκειμένου να διευκρινιστεί η κατάσταση και να γίνει η δέσμευση και η εκταμίευση όλων των υπολειπόμενων κεφαλαίων Stabex.

Νομιμότητα και κανονικότητα των πράξεων

17.

Οι παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν στο σημείο ΙΙΙ της δήλωσης αξιοπιστίας βασίζονται:

α)

σε αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου, τόσο στις κεντρικές υπηρεσίες της Επιτροπής στις Βρυξέλλες, και ιδιαίτερα στη EuropeAid, όσο και σε τέσσερις αντιπροσωπείες (Ουαγκαντούγκου, Conakry, Abuja και Georgetown) (23)·

β)

σε λεπτομερή έλεγχο πράξεων βάσει εγγράφων και επιτόπιων ελέγχων·

γ)

στην εξέταση της ετήσιας έκθεσης δραστηριοτήτων και της δήλωσης του γενικού διευθυντή της EuropeAid, καθώς και στη διαδικασία κατάρτισής τους.

 

18.

Το Συνέδριο υπογραμμίζει ότι οι περιπτώσεις εσκεμμένων παρατυπιών και διαφθοράς που διαπράττονται εκτός του περιβάλλοντος ελέγχου της Επιτροπής δεν είναι δυνατό, λόγω της φύσης τους, να ανιχνεύονται συστηματικά μέσω της εφαρμογής των μεθόδων ελέγχου και των ελεγκτικών προτύπων του Συνεδρίου.

 

Aξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

Γενική βελτίωση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

19.

Η εφαρμογή των προτύπων εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής τόσο στις κεντρικές υπηρεσίες της Επιτροπής όσο και στις αντιπροσωπείες συνεχίστηκε σταθερά το 2004 και συνεισέφερε στην καλύτερη λειτουργία των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου. Εντούτοις, εξακολουθούν να είναι αναγκαίες βελτιώσεις στους ακόλουθους τομείς (βλέπε σημεία 20 έως και 36).

 

Η διαχείριση του κινδύνου βελτιώθηκε αλλά παραμένει υπερβολικά γενική

20.

Περίπου 2 500 εκατομμύρια ευρώ δαπανώνται ετησίως από αναρίθμητους φορείς. Αυτό το ιδιαίτερα πολύπλοκο περιβάλλον περιλαμβάνει πέντε Γενικές Διευθύνσεις (Εξωτερικές σχέσεις, EuropeAid, ECHO, Ανάπτυξη και Προϋπολογισμός (24)), 44 αντιπροσωπείες (σχεδόν όλες αποκεντρωμένες) (25), 76 χώρες εταίρους μεταξύ των φτωχότερων χωρών του κόσμου, με διαρθρωτικές διοικητικές αδυναμίες (26), και χιλιάδες φορείς υλοποίησης με κυμαινόμενες διαχειριστικές ικανότητες (ιδιώτες αναδόχους, ΜΚΟ, διεθνείς οργανισμούς, τοπικές μονάδες διαχείρισης, κ.λπ.).

20.

Η Επιτροπή έχει επίγνωση ότι η διαχείριση του ΕΤΑ συνεπάγεται ορισμένους κινδύνους. Η δημιουργία ενισχυμένων συστημάτων ελέγχου, παρακολούθησης καθώς και τακτικών ελέγχων επιτρέπει την ελαχιστοποίηση αυτών των κινδύνων.

21.

Η EuropeAid έχει καταβάλει προσπάθειες βελτίωσης της διαχείρισης του επιχειρησιακού και οικονομικού κινδύνου, ακολουθώντας τις σχετικές οδηγίες της Επιτροπής. Το 2003, πραγματοποίησε γενική αξιολόγηση του κινδύνου όσον αφορά τις εξωτερικές δράσεις συνολικά (συμπεριλαμβανόμενου του ΕΤΑ) και τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη πραγματοποίησαν αυτοαξιολόγηση των κινδύνων. Έτσι, η EuropeAid εντόπισε κινδύνους που συνδέονται με την αναδιοργάνωσή της (η οποία τέθηκε σε ισχύ στα μέσα Μαρτίου του 2005) και με την εφαρμογή σχεδίων υποδομής.

 

22.

Εντούτοις, δεν ανιχνεύονται επαρκώς από κάθε αντιπροσωπεία οι ειδικοί οικονομικοί κίνδυνοι (χαρτοφυλάκιο σχεδίων και ικανότητα των υπαλλήλων, ικανότητα του γραφείου του εθνικού διατάκτη και ικανότητα διαχείρισης σχεδίων). Οι αντιπροσωπείες ενδέχεται να ενημερώνονται για τέτοιους κινδύνους αλλά δεν λαμβάνουν οδηγίες ως προς τον τρόπο εκτίμησής τους και κατάρτισης εκθέσεων σχετικά. Συνεπώς, η έκθεση σε ειδικούς εναπομένοντες κινδύνους (27) ενδέχεται να μην ανιχνεύεται ορθά, ούτε να αντιμετωπίζεται.

22.

Η Επιτροπή έχει ήδη λάβει μέτρα για τον εντοπισμό των κινδύνων που αναφέρει το Συνέδριο, ιδίως εισάγοντας τυποποιημένη μεθοδολογία για την αυτοαξιολόγηση του ελέγχου από τις αντιπροσωπείες κατά το 2004, η οποία θα εφαρμοστεί από το 2005 και εξής. Επιπλέον πρέπει να σημειωθεί ότι η διαδικασία του εντοπισμού και της χρηματοδότησης του σχεδίου/προγράμματος περιλαμβάνει ανάλυση των περιορισμών και των όρων που είναι αναγκαίοι για την επιτυχή υλοποίηση του σχεδίου/προγράμματος, περιλαμβανομένων των πτυχών βιωσιμότητας (ικανότητα του τελικού δικαιούχου). Η τακτική παρακολούθηση και οι αναθεωρήσεις «in cursu» των σχεδίων επιτρέπουν στην Επιτροπή να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να επανορθώνει ή να αναπροσαρμόζει τα σχέδια.

Οι αποστολές επαλήθευσης πριν από την αποκέντρωση εξετάζουν όλα τα αναγκαία προαπαιτούμενα, περιλαμβανομένης της ικανότητας της αντιπροσωπείας. Όπου είναι αναγκαίο, η ικανότητα του εθνικού διατάκτη υποστηρίζεται από την Επιτροπή μέσω ειδικών ενεργειών ενίσχυσης των ικανοτήτων.

Το πλαίσιο του ελέγχου χρήζει καλύτερης διαχείρισης του κινδύνου

23.

Η διασφάλιση της νομιμότητας και κανονικότητας των πράξεων εξαρτάται κυρίως από την αποτελεσματική λειτουργία των ακόλουθων συστημάτων: τεχνική και δημοσιονομική εποπτεία από τα κράτη ΑΚΕ, τις αντιπροσωπείες και τη EuropeAid, προληπτικοί και κατασταλτικοί έλεγχοι από τη EuropeAid, έλεγχοι που ξεκινούν με πρωτοβουλία των αντιπροσωπειών και της EuropeAid, καθώς και κλιμάκιο εσωτερικού ελέγχου της EuropeAid. Εάν ενισχυόταν η διαχείριση του κινδύνου θα παρεχόταν η δυνατότητα θέσπισης συνεπέστερου και καταλληλότερου πλαισίου ελέγχου.

23.

Η Επιτροπή εργάζεται διαρκώς για την περαιτέρω ενδυνάμωση και βελτίωση της λειτουργίας και διάρθρωσης της προσέγγισής της για τη διαχείριση του κινδύνου.

Η Επιτροπή εκτιμά ότι το σύνολο των συστημάτων ελέγχου που δημιουργήθηκαν για το ΕΤΑ, όπως περιγράφονται από το Συνέδριο, επιτρέπει να εξασφαλιστεί η νομιμότητα και η κανονικότητα των οικείων πράξεων. Αυτό το σύστημα επιτρέπει την παρέμβαση για την κάλυψη των ενδεχόμενων αδυναμιών των τοπικών αρχών. Ο έλεγχος των συναλλαγών από το Συνέδριο επέτρεψε εξάλλου να επιβεβαιωθεί ο μη σημαντικός χαρακτήρας των σφαλμάτων.

Βελτιώσεις στην τεχνική και δημοσιονομική παρακολούθηση

24.

Με την αποκέντρωση, η πρωταρχική ευθύνη όσον αφορά την τεχνική και δημοσιονομική παρακολούθηση των σχεδίων μεταβιβάστηκε στις αντιπροσωπείες, ενώ η EuropeAid είναι υπεύθυνη για τη συνολική παρακολούθηση. Η παρακολούθηση περιλαμβάνει ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, από την εξέταση βάσει εγγράφων έως την επιτόπια εξέταση της τεκμηρίωσης, την ανάλυση των δεδομένων στο λογιστικό σύστημα και την αξιολόγηση της διαχείρισης σε όλα τα επίπεδα. Τόσο στις αντιπροσωπείες όσο και στη EuropeAid είναι διαθέσιμα πολυάριθμα μέσα: εκθέσεις σχετικά με τη διαχείριση της εξωτερικής βοήθειας (EAMR), μηχανογραφημένο σύστημα πληροφοριών (CRIS), ετήσια σεμινάρια για τις κεντρικές υπηρεσίες της Επιτροπής και τις αντιπροσωπείες καθεμιάς από τις έξι γεωγραφικές περιοχές, καθημερινές επαφές μεταξύ των αντιπροσωπειών και των γεωγραφικών συντονιστών στις κεντρικές υπηρεσίες της Επιτροπής, ερωτηματολόγια, αποστολές υπαλλήλων των κεντρικών υπηρεσιών της Επιτροπής στις αντιπροσωπείες και το αντίστροφο.

 

25.

Χάρη στα εν λόγω μέσα, η αποτελεσματικότητα της παρακολούθησης είναι συνολικά ικανοποιητική. Εντούτοις, ένας σαφέστερος και λεπτομερέστερος ορισμός των καθηκόντων και των ρόλων τόσο των κεντρικών υπηρεσιών της Επιτροπής όσο και των αντιπροσωπειών θα βελτίωνε την αποτελεσματικότητά τους.

25.

Ο στόχος της αναδιοργάνωσης της EuropeAid στις αρχές του 2005 είναι να βελτιωθεί ο ρόλος της έδρας όσον αφορά την παρακολούθηση και στήριξη.

Ικανοποιητικός δευτεροβάθμιος προληπτικός έλεγχος

26.

Η EuropeAid θέσπισε προαιρετικό προληπτικό έλεγχο κατά τα τέλη του 2003. Περιλάμβανε εξέταση των φακέλων ημερήσιου δείγματος πληρωμών και αναλήψεων υποχρεώσεων, που επιλέγονταν με τυχαία δειγματοληψία μεταξύ αυτών που ήταν έτοιμες να λάβουν εντολή εκτέλεσης, έπειτα από την ολοκλήρωση των συνήθων ελέγχων (28) που διενεργούνταν υπό την εποπτεία του διατάκτη. Ο εν λόγω δευτεροβάθμιος έλεγχος υπάγεται στη Διεύθυνση που είναι υπεύθυνη για τις χώρες ΑΚΕ, γεγονός που εξασφαλίζει ανεξαρτησία από το διατάκτη στην πλειονότητα των περιπτώσεων (με εξαίρεση τις πράξεις που εντέλλεται ο ίδιος ο διευθυντής, ιδίως όσες αφορούν τη δημοσιονομική στήριξη). Στόχος του ελέγχου αυτού ήταν να συμβάλει στην αποτελεσματική μετάβαση από τον πλήρως κεντρικό στον πλήρως αποκεντρωμένο δημοσιονομικό έλεγχο (ήτοι υπό τον έλεγχο του διατάκτη), καθώς και στην καθιέρωση αποτελεσματικού κατασταλτικού ελέγχου. Ο προαιρετικός προληπτικός έλεγχος διεκόπη το 2005, κατόπιν της αναδιοργάνωσης της EuropeAid.

 

27.

Με τον προληπτικό έλεγχο εξετάστηκε το 6 % των πράξεων που πραγματοποιήθηκαν το 2004 και εντοπίστηκαν διάφορα είδη σφαλμάτων στο 6 % εξ αυτών, παρέχοντας τη δυνατότητα να αναληφθεί διορθωτική δράση. Μολονότι τα εν λόγω σφάλματα δεν κατατάχθηκαν ανάλογα με τη δυνητική τους επίπτωση, φαίνεται ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων οφείλονται σε μη συμφωνία με εσωτερικές διαδικασίες ήσσονος σημασίας. Το Συνέδριο εξέτασε τυχαίο δείγμα 23 πράξεων που είχαν ελεγχθεί από το δευτεροβάθμιο προληπτικό έλεγχο και διαπίστωσε ότι, με εξαίρεση περιπτώσεις ήσσονος σημασίας, ο έλεγχος είχε λειτουργήσει αποτελεσματικά.

 

Ο κατασταλτικός έλεγχος χρήζει καλύτερης τεκμηρίωσης

28.

Η EuropeAid καθιέρωσε κατασταλτικό έλεγχο τον Ιούνιο του 2004 για την επαλήθευση πράξεων που είχαν ήδη πραγματοποιηθεί. Ο έλεγχος, που συνίσταται σε εξέταση βάσει εγγράφων και μόνον, έχει ως στόχο τον έλεγχο του 3 % των πληρωμών, συμπεριλαμβανόμενης της εκκαθάρισης προπληρωμών (29), προκειμένου να εντοπιστούν τόσο τα μεμονωμένα ή επαναλαμβανόμενα σφάλματα όσο και το δυναμικό βελτίωσης των διαδικασιών, καθώς και να παρασχεθεί πρόσθετη διαβεβαίωση ως προς τη νομιμότητα και κανονικότητα των πληρωμών. Η έκταση των ελέγχων είναι καλύτερα στοχοθετημένη σε σύγκριση με τον προαιρετικό προληπτικό έλεγχο.

 

29.

Λόγω ανεπαρκούς προσωπικού, στο τέλος Ιανουαρίου 2005 είχε ελεγχθεί μόνον το ποσοστό που είχε καθοριστεί για τα πρώτα τρία τρίμηνα του 2004, ήτοι το 1 % των πράξεων πληρωμών σε σύγκριση με το στόχο του 3 %.

29.

Μολονότι ο αριθμός των δημοσιονομικών συναλλαγών που πέρασαν μέσω των πληροφορικών συστημάτων ήταν χαμηλότερος του στόχου του 3 %, οι εκ των υστέρων έλεγχοι κάλυψαν το 14 % του συνολικού δημοσιονομικού όγκου των συναλλαγών του 2004.

30.

Το Συνέδριο εξέτασε δείγμα 51 πράξεων μεταξύ αυτών που είχαν ελεγχθεί από τον κατασταλτικό έλεγχο και διαπίστωσε ότι, με εξαίρεση περιπτώσεις ήσσονος σημασίας, ο έλεγχος είχε λειτουργήσει αρκετά αποτελεσματικά. Εντούτοις, με τον έλεγχο θα είχε αποκομισθεί περαιτέρω βεβαιότητα εάν οι έλεγχοι είχαν επεκταθεί στις δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων και εάν είχαν καταρτιστεί λεπτομερή ερωτηματολόγια, διασφαλίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη διενέργεια συνεκτικών και τεκμηριωμένων ελέγχων.

30.

Η επιλογή εισαγωγής συστήματος εκ των υστέρων κεντρικού ελέγχου των συναλλαγών καθώς και ο ορισμός των χαρακτηριστικών του απορρέουν από την εκτίμηση του εναπομένοντος κινδύνου καθώς και από τη σύνδεση του εκ των υστέρων ελέγχου των συναλλαγών με τις άλλες συνιστώσες του συστήματος ελέγχου.

Η λειτουργική διαδικασία του προβλέπει την ανίχνευση τόσο του ελέγχου σε αρχείο παρακολούθησης όσο και όλων των ακολουθιών εφαρμογής.

Ο έλεγχος ως τμήμα των δραστηριοτήτων ελέγχου διαχείρισης

31.

Τα σφάλματα συμφωνίας με τους κανονισμούς, τα οποία καταλήγουν σε μη επιλέξιμες δαπάνες, παρουσιάζονται κυρίως σε επίπεδο διαχείρισης των σχεδίων, καθώς στην πλειονότητα των περιπτώσεων η διαχείριση ασκείται από τις διοικητικές αρχές των χωρών ΑΚΕ, όπου η διαχειριστική ικανότητα είναι ανεπαρκής. Οι έλεγχοι υπό μορφή «πιστοποίησης των λογαριασμών» αποτελούν βασικό μέσο για την ανίχνευση τέτοιου είδους σφαλμάτων και οι «έλεγχοι συστημάτων» παρέχουν συμβουλές στους διαχειριστές των σχεδίων σχετικά με τρόπους βελτίωσης της δημοσιονομικής διαχείρισης και μείωσης του κινδύνου μελλοντικών σφαλμάτων. Οι έλεγχοι μπορούν να διενεργούνται με πρωτοβουλία των ίδιων των διαχειριστών του σχεδίου, του εθνικού διατάκτη, της αντιπροσωπείας ή των κεντρικών υπηρεσιών της Επιτροπής, και μπορούν να χρηματοδοτούνται από το σχέδιο στις δύο πρώτες περιπτώσεις και από τα διοικητικά κεφάλαια του ΕΤΑ στις δύο τελευταίες (30). Οι συμβάσεις χρηματοδότησης με τις χώρες ΑΚΕ προβλέπουν όλο και συχνότερα ελέγχους με πρωτοβουλία των διαχειριστών του σχεδίου και του εθνικού διατάκτη, ιδίως αυτούς που στοχεύουν στην πιστοποίηση των λογαριασμών της εκτίμησης του προγράμματος. Επιπλέον, οι νέοι γενικοί όροι για τις συμβάσεις (31) προβλέπουν ότι οι αντιπροσωπείες και οι κεντρικές υπηρεσίες της Επιτροπής μπορούν να χρησιμοποιούν κεφάλαια των σχεδίων για τη διενέργεια ελέγχων όσον αφορά σχέδια του ένατου ΕΤΑ.

 

32.

Η EuropeAid βελτίωσε τη λειτουργία του ελέγχου της το 2004. Θέσπισε συνολική στρατηγική ελέγχου την οποία πρέπει να εφαρμόζει τόσο η ίδια όσο και οι αντιπροσωπείες για τα σχέδια του ένατου ΕΤΑ, καθόρισε κριτήρια κινδύνου για τον προσδιορισμό των ελέγχων που πρέπει να διενεργούνται, εξέδωσε πρότυπα πλαίσια εντολής για τους ελεγκτές, πραγματοποίησε έξι αποστολές υποστήριξης των ελέγχων σε αντιπροσωπείες, κατάρτισε δύο εκθέσεις δραστηριοτήτων και θέσπισε το CRIS-Audit, ένα μηχανογραφημένο σύστημα υποστήριξης και παρακολούθησης των ελέγχων. Οι έλεγχοι που ολοκλήρωσε η EuropeAid το 2004 (32) αποκάλυψαν ποσοστό μη επιλέξιμων δαπανών της τάξης του 2 %. Περαιτέρω έλεγχοι που βασίστηκαν σε συγκεκριμένες υποψίες παρατυπιών αποκάλυψαν υψηλά ποσοστά μη επιλεξιμότητας ή έλλειψη τεκμηρίωσης. Οι έλεγχοι αυτοί συνεισφέρουν στην παροχή πληρέστερων πληροφοριών σχετικά με τη νομιμότητα και κανονικότητα της εκτέλεσης του ΕΤΑ.

32.

Η EuropeAid πράγματι συνέχισε τις προσπάθειες αναφοράς και παγίωσης των πληροφοριών που αφορούν τους ελέγχους. Επίσης πραγματοποιείται έργο παρακολούθησης, η διαχείριση του οποίου γίνεται κεντρικά.

33.

Εντούτοις, τα στοιχεία σχετικά τόσο με το ποσοστό κάλυψης των ελέγχων που διενεργούνται με πρωτοβουλία των αντιπροσωπειών και των εθνικών διατακτών όσο και με την έγκαιρη διενέργειά τους δεν ενοποιούνται κεντρικά. Η συνέχεια που δίδεται σε όλους αυτούς τους ελέγχους δεν παρακολουθείται κεντρικά και δεν είναι δυνατό να εντοπίζονται αποτελεσματικά περιπτώσεις ανεπαρκούς δράσης κατόπιν ενός ελέγχου (π.χ. απουσία εντολής ανάκτησης σε περιπτώσεις καταβολής αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών που εντόπισαν οι ελεγκτές). Η ανάλυση κινδύνου που αιτιολογεί τη διενέργεια ελέγχων βασίζεται κυρίως σε ποιοτικά κριτήρια. Με το CRIS-Audit θα μπορούσαν να είχαν αντιμετωπιστεί ορισμένες από τις αδυναμίες που αναφέρθηκαν ανωτέρω, ιδίως όσον αφορά την κάλυψη των ελέγχων και τη συνέχεια που τους δίδεται. Μολονότι υποτίθεται ότι βρισκόταν σε πειραματικό στάδιο το 2003, το CRIS-Audit εξακολουθεί να μην αποφέρει όλα τα αναμενόμενα αποτελέσματα.

33.

Το ποσοστό κάλυψης του σχεδίου ελέγχου 2004 που βασίζεται σε ανάλυση του κινδύνου και υφίσταται κεντρική διαχείριση είναι ανώτερο του 5 % του όγκου πληρωμών που συνιστάται στη μεθοδολογία την οποία ανέπτυξε η EuropeAid. Το σχέδιο ελέγχου 2004 της έδρας περιελάμβανε 35 ελέγχους, ενώ το σύνολο των σχεδίων ελέγχου των αντιπροσωπειών περιελάμβανε 426 ελέγχους.

Η συνέχεια που δίδεται στους ελέγχους και η έκδοση ενδεχόμενης εντολής ανάκτησης εμπίπτουν στην ευθύνη της αποκεντρωμένης αντιπροσωπείας. Ωστόσο, η EuropeAid διασφαλίζει την επαρκή ποιότητα αυτών των ελέγχων καθώς και τη συνέχειά τους (έκδοση ενδεχόμενης εντολής ανάκτησης) διενεργώντας δειγματοληπτικό έλεγχο.

Το CRIS audit ήταν πράγματι σε πειραματικό στάδιο κατά το 2003, κατέστη λειτουργικό τον Απρίλιο του 2004 και ήταν διαθέσιμο στους χρήστες από τον Ιούνιο του 2004. Οι αντιπροσωπείες των χωρών ΑΚΕ θα έχουν τη δυνατότητα να το χρησιμοποιήσουν πλήρως μόλις το λογιστικό σύστημα του EΤΑ ενσωματωθεί και αυτό στο CRIS.

Η υποχρέωση λογοδοσίας για τον εσωτερικό έλεγχο των αντιπροσωπειών πρέπει να καταστεί συνεπέστερη προς το δημοσιονομικό κανονισμό

34.

Σύμφωνα με την αρχή της ιεραρχικής οργάνωσης, ο γενικός διευθυντής της EuropeAid έχει εκχωρήσει σε έναν διευθυντή τις αρμοδιότητες και την ευθύνη της δημοσιονομικής εκτέλεσης του ΕΤΑ. Με τη σειρά του, στο πλαίσιο της αποκέντρωσης, ο τελευταίος έχει μεταβιβάσει την πλειονότητα των αρμοδιοτήτων και των ευθυνών, με εξαίρεση την απόφαση πληρωμής για δημοσιονομική στήριξη, στους προϊσταμένους των αντιπροσωπειών. Σύμφωνα με την ίδια αρχή, οι προϊστάμενοι των αντιπροσωπειών είναι υπόλογοι στον εν λόγω διευθυντή, ο οποίος με τη σειρά του είναι υπόλογος στον γενικό διευθυντή της EuropeAid (βλέπε το άρθρο 21 παράγραφος 1 και το άρθρο 25 του δημοσιονομικού κανονισμού). Το καθήκον της λογοδοσίας καλύπτει, μεταξύ άλλων πτυχών, την αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος εσωτερικού ελέγχου, το οποίο βασίζεται στα πρότυπα εσωτερικού ελέγχου της Επιτροπής.

 

35.

Οι αντιπροσωπείες πραγματοποιούν αυτοαξιολόγηση του εσωτερικού ελέγχου αλλά, σε αντίθεση με την προαναφερθείσα αρχή της ιεραρχικής οργάνωσης, οι προϊστάμενοι των αντιπροσωπειών δεν λογοδοτούν σχετικά στον διευθυντή της EuropeAid αλλά σε έναν διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Εξωτερικών Σχέσεων, στον οποίο υπάγονται ιεραρχικά όλοι οι υπάλληλοι των αντιπροσωπειών για διοικητικούς σκοπούς. Ο λόγος είναι ότι ο εσωτερικός έλεγχος μιας αντιπροσωπείας καλύπτει όχι μόνον τις επιχειρησιακές (οι οποίες αποτελούν το σημαντικότερο τμήμα) αλλά και τις διοικητικές δαπάνες, και οι υπάλληλοι των αντιπροσωπειών ενδέχεται να λαμβάνουν οδηγίες από άλλες Γενικές Διευθύνσεις, ιδίως τις ΓΔ Ανάπτυξη και Εμπόριο. Συνεπώς, δεδομένου ότι η EuropeAid είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή του εσωτερικού ελέγχου στις αντιπροσωπείες χωρίς να έχει την ευθύνη της λογοδοσίας σχετικά, ενδέχεται οι σχετικές αδυναμίες να μην αντιμετωπίζονται κατάλληλα.

35.

Λόγω του επιμερισμού των αρμοδιοτήτων μεταξύ διαφόρων ΓΔ, η τρέχουσα ρύθμιση για τον εσωτερικό έλεγχο αυτοαξιολόγησης εξασφαλίζει μοναδικό και συνεπές σύνολο οδηγιών προς τις αντιπροσωπείες.

Η μεθοδολογία αυτοαξιολόγησης του εσωτερικού ελέγχου των αντιπροσωπειών αποφασίστηκε από τη ΓΔ «Εξωτερικές Σχέσεις» με την υποστήριξη της κεντρικής δημοσιονομικής υπηρεσίας και βασίστηκε στο έργο της διυπηρεσιακής ομάδας στην οποία συμμετείχε η EuropeAid. Τα αποτελέσματα του εγχειρήματος ανακοινώνονται σε όλες τις ενδιαφερόμενες υπηρεσίες (ΓΔ Εξωτερικές Σχέσεις, EuropeAid, ΓΔ Ανάπτυξη…) για την κατάλληλη συνέχεια.

Το ετήσιο έργο της αυτοαξιολόγησης δεν αποτελεί το μόνο στοιχείο που στηρίζει τη λογοδοσία του προϊστάμενου αντιπροσωπείας, ως δευτερεύοντος διατάκτη, προς τον αρμόδιο διευθυντή της EuropeAid.

Σύμφωνα με τις διατάξεις που ορίζονται στο χάρτη των δευτερεύοντων διατακτών, ο προϊστάμενος αντιπροσωπείας έχει την υποχρέωση να ενημερώνει τακτικά την έδρα για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων και των πόρων για την οποία του έχει μεταβιβαστεί η εξουσία, καθώς και για οποιαδήποτε προβλήματα ανακύπτουν κατά τη λειτουργία των μηχανισμών διαχείρισης και ελέγχου που δημιούργησε για την απαλλαγή από τις ευθύνες του.

Η EuropeAid παρακολουθεί τον εσωτερικό έλεγχο στις αντιπροσωπείες και είναι υπόλογη για την αντιμετώπιση ενδεχόμενων αδυναμιών σε σχέση με την υλοποίηση της εξωτερικής βοήθειας.

Η έκθεση δραστηριοτήτων του γενικού διευθυντή της EuropeAid δεν αναφέρει σημαντικές αδυναμίες του εσωτερικού ελέγχου

36.

Όπως και κατά τα προηγούμενα έτη για το ΕΤΑ, ο γενικός διευθυντής της EuropeAid δήλωσε ότι απεκόμισε εύλογη βεβαιότητα ως προς τη νομιμότητα και κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων. Εντούτοις, όσον αφορά την έκθεση δραστηριοτήτων, θα άξιζε να αναφερθούν οι σημαντικότερες αδυναμίες του εσωτερικού ελέγχου, όπως εκείνες που εντοπίστηκαν με τον έλεγχο του Συνεδρίου (βλέπε σημεία 19 έως και 35), καθώς και αυτές που αναφέρθηκαν από τις αντιπροσωπείες στις εκθέσεις τους σχετικά με τη διαχείριση της εξωτερικής βοήθειας (EAMR). Το 2004 καταρτίστηκαν 52 τέτοιες εκθέσεις. Οι αντιπροσωπείες επέστησαν την προσοχή, μεταξύ άλλων, στην ανεπάρκεια των ελέγχων και της συνέχειας που τους δίδεται, καθώς και στις αδυναμίες της διαχειριστικής ικανότητας των εθνικών διατακτών, με αυξημένο φόρτο εργασίας για τους υπαλλήλους των αντιπροσωπειών. Εντούτοις, η διαδικασία συγκέντρωσης και ενοποίησης των εν λόγω ζητημάτων δεν εξασφάλισε την κατάλληλη και πλήρη παρουσίασή τους στην έκθεση δραστηριοτήτων του γενικού διευθυντή της EuropeAid. Συνεπώς, η επίπτωσή τους στον εσωτερικό έλεγχο ενδέχεται να μην έχει ληφθεί πλήρως υπόψη στην εν λόγω έκθεση δραστηριοτήτων.

36.

Οι εκθέσεις σχετικά με τη διαχείριση της εξωτερικής βοήθειας (EAMR) αποτελούν αντικείμενο τακτικής παρακολούθησης από την αρμόδια υπηρεσία-διατάκτη της έδρας. Όπου είναι αναγκαίο, συμφωνούνται με τις αντιπροσωπείες διορθωτικές ενέργειες οι οποίες και εφαρμόζονται. Οι δευτερεύοντες διατάκτες στην έδρα (διευθυντές) καταρτίζουν εκθέσεις για την παρακολούθηση των σημαντικότερων θεμάτων που αναφέρουν οι αντιπροσωπείες, υπογραμμίζοντας όπου είναι αναγκαίο οποιαδήποτε προβλήματα απαιτούν την ειδική προσοχή του Γενικού Διευθυντή της EuropeAid.

Έλεγχος των πράξεων

37.

Το δείγμα των 74 πληρωμών και των αντίστοιχων δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων που επελέγησαν μεταξύ όσων είχαν αποτελέσει αντικείμενο προληπτικών (23) και κατασταλτικών (51) ελέγχων (βλέπε παραγράφους 27 και 30) χρησιμοποιήθηκε επίσης από το Συνέδριο για τον έλεγχο της νομιμότητας και κανονικότητας βάσει εγγράφων και μόνον. Επίσης, ένα επιπλέον δείγμα 26 πληρωμών και των αντίστοιχων δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων επελέγη από το Συνέδριο, κατά την κρίση των ελεγκτών, μεταξύ αυτών που πραγματοποιήθηκαν σε έξι χώρες ΑΚΕ το 2004 και ελέγχθηκε επιτόπου όσον αφορά τη νομιμότητα και κανονικότητα έως το επίπεδο του φορέα υλοποίησης, με στόχο να επιβεβαιωθεί επίσης η πραγματικότητα των εργασιών, των προμηθειών και των υπηρεσιών.

 

Τα σφάλματα σχετικά με τις επιμέρους νομικές δεσμεύσεις και πληρωμές δεν είναι σημαντικά

38.

Τα σφάλματα που διαπιστώθηκαν κατά τον έλεγχο της νομιμότητας και κανονικότητας των νομικών δεσμεύσεων και των πληρωμών δεν είναι σημαντικά όσον αφορά τη συχνότητα και τη δημοσιονομική τους επίδραση. Συνοδεύονται από σειρά κοινότερων σφαλμάτων, τα οποία αφορούν την εφαρμογή των διαδικασιών. Συνδυαζόμενα, επιβεβαιώνουν τις αδυναμίες του εσωτερικού ελέγχου που αναφέρθηκαν ανωτέρω και υποδεικνύουν ποια σημεία εξακολουθούν να χρήζουν βελτιώσεων.

39.

Όσον αφορά τις επιμέρους δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων, διαπιστώθηκαν τα εξής είδη σφαλμάτων: παρέκκλιση, χωρίς προγενέστερη έγκριση, από τον κανόνα διενέργειας ανοιχτής πρόσκλησης υποβολής προσφορών· υπογραφή συμβάσεων έπειτα από την παρέλευση της προθεσμίας που καθόριζε η σύμβαση χρηματοδότησης ή συμβάσεις που δεν έφεραν την δέουσα υπογραφή· προβλέψεις για προγράμματα με ασαφή κριτήρια επιλεξιμότητας.

40.

Όσον αφορά τις πληρωμές, διαπιστώθηκαν τα εξής είδη σφαλμάτων: ποσά που είχαν προκαταβληθεί για τη διαχείριση προβλέψεων προγραμμάτων και είχαν επενδυθεί προσωρινά χωρίς προηγούμενη άδεια· μη επιλέξιμες δαπάνες· καθυστερημένες πληρωμές, με ενδεχόμενο κίνδυνο να υπάρξουν απαιτήσεις για καταβολή τόκων υπερημερίας· δαπάνες για επιχορηγήσεις που δεν συνοδεύονταν από την κατάλληλη τεκμηρίωση.

38-40.

Η EuropeAid, έχοντας επίγνωση του επισφαλούς περιβάλλοντος στο οποίο υλοποιείται το ΕΤΑ, επαναξιολογεί και προσαρμόζει τακτικά την προσέγγισή της όσον αφορά τον κίνδυνο και τα δημοσιονομικά της κυκλώματα προκειμένου να βελτιώσει την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα του εσωτερικού της ελέγχου. Η απορρέουσα αποτελεσματικότητα επιβεβαιώνεται από τον περιορισμένο αριθμό σφαλμάτων τα οποία επισημαίνει το Συνέδριο.

Πράξεις δημοσιονομικής στήριξης

41.

Όσον αφορά τη δημοσιονομική στήριξη, το νομικό πλαίσιο των ΕΤΑ παρέχει πολλές δυνατότητες ερμηνειών ή παρεκκλίσεων. Έτσι, οι έλεγχοι νομιμότητας και κανονικότητας των υποκειμένων πράξεων που διενεργεί το Συνέδριο συνίστανται στο να εξακριβώνεται κατά πόσο η Επιτροπή εκτίμησε ορθά τις σχετικές προϋποθέσεις. Οι αρχικές εκτιμήσεις που πραγματοποιούνται κατά την έγκριση των δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων εξακολουθούν να μην είναι επαρκώς τυποποιημένες όσον αφορά την τήρηση καθενός από τα κριτήρια του άρθρου 61 παράγραφος 2 της συμφωνίας του Κοτονού. Ωστόσο αυτό είναι ουσιώδες, ιδίως όσον αφορά τη διαφάνεια, την αξιοπιστία και την αποτελεσματικότητα της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών, ειδάλλως είναι αδύνατο να κριθεί μεταγενέστερα η βελτίωση της διαχείρισης, η οποία αποτελεί προαπαιτούμενο για τη χορήγηση περαιτέρω ενίσχυσης.

41.

Η εκτίμηση των όρων που χρησιμοποιεί η Επιτροπή αποτελείται εν μέρει από δείκτες αντικειμενικά ελέγξιμους και μετρήσιμους, μειώνοντας κατ' αυτό τον τρόπο το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας.

Θα καταβληθεί προσπάθεια για να διευκρινιστεί περαιτέρω στις προτάσεις χρηματοδότησης η επιλεξιμότητα της δικαιούχου χώρας κατά την έννοια του άρθρου 61.2 της συμφωνίας του Κοτονού. Σήμερα, όλες οι προτάσεις χρηματοδότησης περιλαμβάνουν παράρτημα στο οποίο αναλύονται οι κύριες πτυχές διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών και τα προβλήματα προς επίλυση στον τομέα αυτό. Τα κριτήρια που περιλαμβάνονται σε αυτό το άρθρο καλύπτονται επίσης στην πράξη, αλλά αληθεύει ότι αυτό μπορεί να γίνει με σαφέστερο τρόπο.

Εξέλιξη της απόδοσης των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου

42.

Το σύνολο των παρατηρήσεων που προαναφέρθηκαν ενσωματώθηκε σε πίνακα δεικτών, προκειμένου να καταστεί δυνατή η αξιολόγηση της εξέλιξης της απόδοσης των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου (βλέπε πίνακα 3 ).

42.

Η Επιτροπή θα ήθελε να διατυπώσει τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Σε σχέση με το σημείο 1.2 του πίνακα 3: Τηρώντας το δημοσιονομικό κανονισμό, η Επιτροπή ανάλυσε και παρακολούθησε συστηματικά τις προπληρωμές προς ανάκτηση. Στο μέλλον, με τη θέσπιση της λογιστικής σε δεδουλευμένη βάση, προτίθεται να πραγματοποιεί τον υπολογισμό της πρόβλεψης για τις επισφαλείς απαιτήσεις.

Πίνακας 3 — ΕΤΑ DAS 2004: Δείκτες που προκύπτουν από τις ελεγκτικές εργασίες

1

ΚΥΡΙΟΤΕΡΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ — ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ

 

2002

2003

2004

Παρατηρήσεις

Δράση που πρέπει να αναληφθεί

Παρατηρήσεις

Δράση που πρέπει να αναληφθεί

Παρατηρήσεις

Δράση που πρέπει να αναληφθεί

1.1

Εκτέλεση της δημοσιονομικής στήριξης

Λόγω έλλειψης πληροφοριών σχετικά με την ποιότητα της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών στις χώρες ΑΚΕ, το Συνέδριο αδυνατεί να εκφέρει γνώμη ως προς τη χρησιμοποίηση της δημοσιονομικής στήριξης

Βελτίωση της πληροφόρησης σχετικά με τη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών στις χώρες ΑΚΕ

Η Επιτροπή παρέσχε περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την παρακολούθηση που πραγματοποιεί ως προς τη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών στις χώρες ΑΚΕ, ιδιαίτερα στην έκθεσή της σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση για το οικονομικό έτος 2003

Συνέχιση της βελτίωσης της επικοινωνίας σχετικά με το βασικό αυτό ζήτημα

Τα κεφάλαια εκταμιεύονται πλέον από την Επιτροπή βάσει εξέτασης της πλήρωσης των όρων (εν μέρει μέσω δεικτών απόδοσης)

Δεν απαιτείται πλέον ανάληψη δράσης

1.2

Εκκαθάριση προπληρωμών και διάφορα ανακτητέα ποσά, καθώς και πρόβλεψη για επισφαλείς απαιτήσεις

Οι προπληρωμές και τα ανακτητέα ποσά δεν εμφανίζονται στους λογαριασμούς κατά αξιόπιστο τρόπο

Διόρθωση της παράλειψης

Ελλιπέστατη διαχείριση της εκκαθάρισης των προπληρωμών που είναι παλαιότερες των 18 μηνών (400 εκατομμύρια ευρώ) και της είσπραξης των ανακτητέων ποσών (27,5 εκατομμύρια ευρώ)

Βελτίωση των διαδικασιών εντοπισμού, καταγραφής και παρακολούθησης των προπληρωμών προς εκκαθάριση και των ποσών προς ανάκτηση

Ελλιπής διαχείριση της εκκαθάρισης των προπληρωμών που είναι παλαιότερες των 18 μηνών και της είσπραξης των ανακτητέων ποσών. Η πρόβλεψη για επισφαλείς απαιτήσεις δεν αντικατοπτρίζει το επίπεδο των μη εισπράξιμων οφειλών

Βελτίωση της παρακολούθησης των προπληρωμών που δεν έχουν εκκαθαριστεί. Υπολογισμός και προσαρμογή της πρόβλεψης για επισφαλείς απαιτήσεις

1.3

Απογραφή και χρησιμοποίηση των κεφαλαίων Stabex

Δεν υπάρχουν πληροφορίες στους λογαριασμούς σχετικά με τη χρησιμοποίηση των κεφαλαίων Stabex

Διόρθωση της παράλειψης, δεδομένου ότι η Επιτροπή μοιράζεται την ευθύνη σχετικά με τη χρησιμοποίηση των εν λόγω κεφαλαίων

Η Επιτροπή αδυνατεί να επαληθεύσει τη χρησιμοποίηση των κεφαλαίων Stabex (άρθρο 212 της σύμβασης Λομέ IV) και η εξουσιοδότηση για τις τραπεζικές μεταφορές είναι ελλιπής

Εξασφάλιση όλων των εκθέσεων σχετικά με τη χρησιμοποίηση των κεφαλαίων Stabex από τους εθνικούς διατάκτες και ενίσχυση των εσωτερικών ελέγχων σχετικά με τις τραπεζικές μεταφορές

Η απογραφή των κεφαλαίων Stabex έχει ολοκληρωθεί αλλά το ύψος των κεφαλαίων που είναι διαθέσιμα στους τραπεζικούς λογαριασμούς δεν είναι αξιόπιστο (832 εκατομμύρια ευρώ). Οι πληροφορίες σχετικά με τη χρησιμοποίηση των κεφαλαίων Stabex είναι ανεπαρκείς

Περαιτέρω διερεύνηση προκειμένου να εξασφαλιστούν περισσότερο αξιόπιστα αριθμητικά στοιχεία για τα κεφάλαια που είναι διαθέσιμα στις τράπεζες. Εξασφάλιση των εκθέσεων σχετικά με τη χρησιμοποίηση των κεφαλαίων

1.4

Διαχείριση του κινδύνου

δεν εκτιμήθηκε

δεν εκτιμήθηκε

δεν εκτιμήθηκε

δεν εκτιμήθηκε

Η διαχείριση του κινδύνου εκ μέρους των κεντρικών υπηρεσιών της Επιτροπής είναι υπερβολικά γενική προκειμένου να καθοριστεί η έκθεση στον κίνδυνο, ιδίως στις χώρες ΑΚΕ

Βελτίωση της διαχείρισης του κινδύνου προκειμένου να εντοπίζονται συγκεκριμένοι κίνδυνοι

1.5

Κατασταλτικός έλεγχος

δεν εκτιμήθηκε

δεν εκτιμήθηκε

δεν εκτιμήθηκε

δεν εκτιμήθηκε

Ο αριθμός των πράξεων που ελέγχθηκαν ήταν περιορισμένος λόγω περιορισμών στο προσωπικό. Οι έλεγχοι ήταν επαρκώς αποτελεσματικοί αλλά δεν είχαν τεκμηριωθεί κατάλληλα

Βελτίωση της τεκμηρίωσης των ελέγχων

1.6

Ο έλεγχος ως τμήμα των δραστηριοτήτων ελέγχου διαχείρισης

δεν εκτιμήθηκε

δεν εκτιμήθηκε

δεν εκτιμήθηκε

δεν εκτιμήθηκε

Το ποσοστό κάλυψης των ελέγχων δεν έχει εδραιωθεί κεντρικά και η συνέχεια που τους δίδεται δεν παρακολουθείται κεντρικά

Βελτίωση της λειτουργικότητας του CRIS-Audit, του μηχανογραφημένου συστήματος υποστήριξης και παρακολούθησης των ελέγχων

2

ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΛΕΓΧΟΥ

 

2002

2003

2004

ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΛΕΓΧΩΝ

 

Συχνότητα (α)

Συχνότητα (α)

Συχνότητα (α)

2.1

Το πλαίσιο εντολής δεν καθορίζει σαφώς τη φύση των μη επιλέξιμων δαπανών

συχνά

περιστασιακά

περιστασιακά

2.2

Η έκθεση ελέγχου δεν προσδιορίζει ποσοτικά με σαφήνεια τις ελεγχθείσες δαπάνες ούτε το ύψος των επιλέξιμων και μη δαπανών

συχνά

περιστασιακά

περιστασιακά

2.3

Ανεπαρκής δράση προς ανάκτηση των μη επιλέξιμων δαπανών που εντόπισαν οι εξωτερικοί ελεγκτές

συχνά

συχνά

περιστασιακά

ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΤΙΣ ΒΡΥΞΕΛΛΕΣ

 

Αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου (β)

Αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου (β)

Αξιολόγηση των συστημάτων εποπτείας και ελέγχου (β)

2.4

Πραγματικό επίπεδο εκτέλεσης σε δείγμα προτύπων εσωτερικού ελέγχου που αφορούσαν υποκείμενες πράξεις

B

B/A

B/A

 

ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΤΙΣ ΧΩΡΕΣ ΑΚΕ (ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΕΣ ΔΙΟΙΚΗΣΕΙΣ)

 (33)

 (34)

 (35)

2.5

Γενική εκτίμηση των προσκλήσεων υποβολής προσφορών

B

B/A

B/A

2.6

Γενική εκτίμηση των πληρωμών

B

B/A

B/A

2.7

Γενική εκτίμηση των ελέγχων

B

B

B

2.8

Γενική εκτίμηση των ανακτήσεων

Γ

Γ

Γ/B

2.9

Γενική εκτίμηση της λογιστικής

B

B/A

B/A

2.10

Γενική εκτίμηση του συνόλου των χωρών όπου πραγματοποιήθηκε επίσκεψη

B

B

B

(α) Συχνότητα (εμφάνισης)

σπάνια

περιστασιακά

συχνά

(β) Αξιολόγηση των συστημάτων και ελέγχων εποπτείας

A. Λειτουργεί ορθά, απαιτούνται ορισμένες βελτιώσεις ήσσονος σημασίας

B. Λειτουργεί, αλλά απαιτούνται βελτιώσεις

Γ. Δεν λειτουργεί όπως είχε προβλεφθεί

Πηγή: Ελεγκτικό Συνέδριο.

 

Σε σχέση με το σημείο 1.6 του πίνακα 3: Το ποσοστό κάλυψης του σχεδίου ελέγχου 2004 που βασίζεται σε ανάλυση κινδύνου και υφίσταται κεντρική διαχείριση είναι ανώτερο του 5 % του όγκου των πληρωμών που συνιστάται στη μεθοδολογία την οποία ανέπτυξε η EuropeAid. Το σχέδιο ελέγχου 2004 της έδρας περιελάμβανε 35 ελέγχους, ενώ το σύνολο των σχεδίων ελέγχων των αντιπροσωπειών περιελάμβανε 426 ελέγχους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III — ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΓΕΝΕΣΤΕΡΩΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΩΝ

Έργα υποδομής που χρηματοδοτούνται από το ΕΤΑ

43.

Στην ειδική έκθεση αριθ. 8/2003 (36) σχετική με την εκτέλεση των έργων υποδομής που χρηματοδοτούνται από το ΕΤΑ, το Συνέδριο επεσήμανε την ανάγκη να τηρείται καλύτερα υπό έλεγχο η εφαρμογή των συμβάσεων έργων που χρηματοδοτούνται από το ΕΤΑ και, ιδίως, να μειωθεί το εύρος των αποκλίσεων που διαπιστώνονται μεταξύ των συμβάσεων και της πραγματικής εκτέλεσής τους. Για το σκοπό αυτό, συνέστησε στην Επιτροπή:

α)

να βελτιώσει την πλαισίωση των γραφείων μελετών που εκπονούν τις μελέτες στις οποίες βασίζονται οι συμβάσεις και να τα καταστήσει περισσότερο υπεύθυνα·

β)

να προσδώσει μεγαλύτερη σημασία στις τροποποιήσεις που επέρχονται στις εργασίες κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης, καθώς και να χειρίζεται ταχύτερα τα προβλήματα εκτέλεσης και εξέτασης των ενστάσεων·

γ)

να αναδιοργανώσει τις κεντρικές υπηρεσίες της προκειμένου να παρέχει περισσότερη στήριξη στις αντιπροσωπείες στο πλαίσιο της διαδικασίας αποκέντρωσης·

δ)

να αφιερώσει περισσότερη προσοχή στα συνοδευτικά μέτρα που ασκούν επίδραση στην αποδοτικότητα και στη διάρκεια ζωής των έργων και να επανεξετάσει τους γενικούς όρους σχετικά με την εκτέλεση των συμβάσεων έργων (37).

 

Θέση της αρμόδιας για την απαλλαγή αρχής

44.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο έλαβε γνώση των συστάσεων του Συνεδρίου και το Συμβούλιο (38) χαιρέτισε το γεγονός ότι η Επιτροπή είχε ήδη αρχίσει να τους δίνει συνέχεια. Συγκεκριμένα, συνέστησε να αυξηθεί η στήριξη στις χώρες ΑΚΕ (ιδιαίτερα προκειμένου για τη συντήρηση της πραγματοποιηθείσας υποδομής) και να βελτιωθούν οι έλεγχοι των προπαρασκευαστικών μελετών (οικονομική ευθύνη των συμβούλων, στενότερη εποπτεία και πιο συγκεκριμένα πλαίσια εντολής).

 

Συνέχεια που δόθηκε από την Επιτροπή

45.

Η έκθεση της Επιτροπής σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση του έκτου, έβδομου, όγδοου και ένατου Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάπτυξης για το 2003 και ο περιορισμένος έλεγχος που διενήργησε το Συνέδριο στον τομέα αυτό καταδεικνύουν ότι η Επιτροπή είχε την πρόθεση να ακολουθήσει τις κύριες συστάσεις του Συνεδρίου.

 

46.

Στο εξής, καθιστά περισσότερο υπεύθυνους τους συμβούλους προσλαμβάνοντας το ίδιο γραφείο τόσο για το σχεδιασμό όσο και για την επίβλεψη των εργασιών. Επίσης, αποφάσισε να ολοκληρώνει όλες τις μελέτες πριν από την υποβολή των προτάσεων χρηματοδότησης στην επιτροπή του ΕΤΑ. Εντούτοις, ορισμένες αντιπροσωπείες εμφανίστηκαν απρόθυμες να υιοθετήσουν τη νέα αυτή προσέγγιση, καθώς καθυστερεί τη λογιστική ανάληψη των πράξεων. Παρά το γεγονός αυτό, η κεντρική υπηρεσία αποφάσισε να υποχρεώσει τις αντιπροσωπείες να συμμορφωθούν με το εν λόγω μέτρο, αναβάλλοντας αρκετές αποφάσεις χρηματοδότησης για σχέδια των οποίων οι μελέτες δεν είχαν ολοκληρωθεί. Το αποτέλεσμα ήταν να μειωθεί το ποσό των αναλήψεων υποχρεώσεων.

47.

Είναι ακόμη πρώιμο να διατυπωθούν συμπεράσματα ως προς το εάν έχει ακολουθηθεί η σύσταση σχετικά με την έγκαιρη αντιμετώπιση των διαφορών: το μηχανογραφημένο σύστημα διαχείρισης (CRIS) δεν περιέχει πληροφορίες και η κεντρική υπηρεσία δεν έχει πραγματοποιήσει παρακολούθηση στον τομέα αυτό.

48.

Όσον αφορά την αναδιοργάνωση των διαφόρων υπηρεσιών της EuropeAid, οι νέες ρυθμίσεις τέθηκαν σε ισχύ στις 16 Μαρτίου 2005. Μια μονάδα «Υποδομή» είναι κυρίως υπεύθυνη για την παροχή συμβουλών και στήριξης προς τις αντιπροσωπείες. Η εν λόγω αναδιοργάνωση αποτελεί χρήσιμο συμπλήρωμα της διαδικασίας αποκέντρωσης η οποία οδεύει προς ολοκλήρωση και, σε συνδυασμό με την παρεχόμενη κατάρτιση, θα πρέπει να διευκολύνει την εφαρμογή των συστάσεων του Συνεδρίου.

49.

Όσον αφορά τη σύσταση του Συνεδρίου, την οποία επανέλαβε το Συμβούλιο, σχετικά με τα συνοδευτικά μέτρα (συντήρηση, έλεγχος των φορτίων ανά άξονα, οδική ασφάλεια και περιβάλλον), η Επιτροπή δεν θέσπισε νέους κανόνες διότι θεώρησε ότι τα μέτρα είχαν ήδη εφαρμοστεί. Μολονότι οι πόροι για τα κεφάλαια οδοποιίας (ειδικά κεφάλαια για τη συντήρηση του οδικού δικτύου) δεν είναι πάντοτε επαρκείς, γενικά διατίθενται: πρόκειται για διαδικασία που ελέγχει η Επιτροπή, ιδίως στο πλαίσιο της ενίσχυσης του προϋπολογισμού. Ωστόσο, τα εν λόγω κεφάλαια επηρεάζονται από κάποια σημαντικά οργανωτικά προβλήματα (π.χ. χρησιμοποίηση των κεφαλαίων μάλλον για τη χρηματοδότηση παρά για τη συντήρηση των υποδομών).

46-49.

Στη συνέχεια της ειδικής έκθεσης του Συνεδρίου, του Ιουλίου 2003, για τα σχέδια έργων υποδομής, η Επιτροπή πράγματι κάλεσε το Φεβρουάριο του 2004 τις αντιπροσωπείες να τηρούν κυρίως τα τέσσερα ακόλουθα μέτρα προκειμένου να αποφεύγεται η επανάληψη των προβλημάτων που αναφέρει το Συνέδριο: 1. ολοκλήρωση όλων των μελετών πριν από την παρουσίαση της πρότασης χρηματοδότησης στην Επιτροπή του ΕΤΑ, 2. πρόσληψη του ίδιου συμβούλου για το σχεδιασμό και την εποπτεία των εργασιών, 3. εφόσον είναι αναγκαίο, προσφυγή στην ανασταλτική ρήτρα, 4. εξέταση των διαμαρτυριών των επιχειρήσεων με το ρυθμό που υποβάλλονται.

50.

Τέλος, το Συνέδριο είχε συστήσει να αναθεωρηθεί η κανονιστική ρύθμιση, γεγονός που θα είχε καταστήσει δυνατή, ιδιαίτερα, τη δημοσίευση προσκλήσεων υποβολής προσφορών για έργα με ανασταλτική ρήτρα πριν από την υποβολή των προτάσεων χρηματοδότησης στην επιτροπή του ΕΤΑ. Είναι γεγονός ότι η ισχύουσα κανονιστική ρύθμιση (39) περιορίζει τη χρησιμοποίηση της ανασταλτικής ρήτρας σε έκτακτες και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Η εν λόγω αναθεώρηση, που άρχισε το 2002, εξακολουθούσε να μην έχει ολοκληρωθεί στο τέλος του 2004.

50.

Η αναθεώρηση της συμφωνίας του Κοτονού του Ιουνίου 2005 περιλαμβάνει νέο άρθρο 19 β το οποίο ακολουθεί την κατεύθυνση που συνέστησε το Συνέδριο (διαδικασία πρόσκλησης υποβολής προτάσεων με ανασταλτική ρήτρα).

Συμπέρασμα

51.

Αρχικά, η Επιτροπή πράγματι καθόρισε τα κύρια μέτρα που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των συστάσεων του Συνεδρίου. Πρέπει, αφενός, να διασφαλίσει, χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση, ότι όλα τα μέτρα που αποφασίστηκαν όντως εφαρμόζονται και, αφετέρου, να εξετάσει πιο συγκεκριμένα τη σύσταση του Συμβουλίου σύμφωνα με την οποία πρέπει να παρέχεται θεσμική στήριξη στις δικαιούχους χώρες, προκειμένου να παγιώσουν τις διοικητικές και τεχνικές τους ικανότητες.

51.

Η Επιτροπή συμμερίζεται πλήρως αυτή τη σύσταση και έλαβε και λαμβάνει τις γραμμές δράσης που περιγράφονται ανωτέρω. Ο συνυπολογισμός των μέτρων θεσμικής στήριξης αναλύεται συστηματικά στη φάση εντοπισμού και διατύπωσης των σχεδίων. Όταν είναι δικαιολογημένος, πράγμα που συμβαίνει τακτικά, ο συνυπολογισμός εισάγεται συστηματικά στο περιεχόμενο των σχεδίων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV — ΚΥΡΙΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΙΔΙΚΩΝ ΕΚΘΕΣΕΩΝ ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΧΟΡΗΓΗΣΗΣ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ

Ειδική έκθεση αριθ. 10/2004 σχετικά με την ανάθεση της διαχείρισης της εξωτερικής βοήθειας της ΕΚ στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής

52.

Η εν λόγω ειδική έκθεση συνοψίζεται στο κεφάλαιο 7 της ετήσιας έκθεσης του Συνεδρίου σχετικά με τις δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται από τον γενικό προϋπολογισμό.

 

Ειδική έκθεση αριθ. 2/2005 σχετικά με τις δημοσιονομικές ενισχύσεις του ΕΤΑ στις χώρες ΑΚΕ: διαχείριση από την Επιτροπή του σκέλους «μεταρρύθμιση των δημόσιων οικονομικών»

53.

Η Επιτροπή καταβάλλει ενισχύσεις του προϋπολογισμού σε ορισμένες χώρες ΑΚΕ, υπό την προϋπόθεση της υλοποίησης μεταρρυθμίσεων για τη βελτίωση των συστημάτων δημοσιονομικής διαχείρισής τους. Η Επιτροπή ανέπτυξε εργαλεία με στόχο, αφενός, την πραγματοποίηση της αρχικής διάγνωσης σχετικά με την ποιότητα της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών και των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων και, αφετέρου, την αξιολόγηση της πορείας της εν λόγω διαχείρισης και της προόδου των μεταρρυθμίσεων.

 

54.

Τα εν λόγω εργαλεία ανάλυσης και παρακολούθησης, που εφαρμόζονται σε συντονισμό με τους λοιπούς χορηγούς βοήθειας, και ειδικότερα την Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, παρέχουν σχετικά πλήρεις πληροφορίες, οι οποίες επιτρέπουν στην Επιτροπή να αντιδρά με ενδεδειγμένο τρόπο. Εντούτοις, δεν φροντίζουν για την εξασφάλιση πειστικότερων διαγνώσεων και εκθέσεων παρακολούθησης, η δε εφαρμογή τους δεν είναι επαρκώς συντονισμένη σε τοπικό επίπεδο με τους λοιπούς χορηγούς.

54.

 

1.

Η Επιτροπή δεσμεύτηκε να λάβει υπόψη τις υποδείξεις του Συνεδρίου που έχουν σκοπό να ενισχύσουν το σκέλος των δημόσιων οικονομικών στις προτάσεις χρηματοδότησης και να καταστήσουν τις εξαμηνιαίες εκθέσεις των αντιπροσωπειών δυναμικότερα μέσα ανάλυσης.

2.

Ο συντονισμός με τους άλλους χορηγούς βοήθειας αποτελεί διαρκές μέλημα της Επιτροπής τόσο στο επίπεδο της έδρας όσο και σε τοπικό επίπεδο. Ύστερα από πρωτοβουλία της Επιτροπής, δημιουργήθηκε μεγάλος αριθμός κοινών πλαισίων τα οποία συγκεντρώνουν επιτόπου τους χορηγούς δημοσιονομικής βοήθειας για στενότερο συντονισμό.

55.

Το Συνέδριο συνιστά στην Επιτροπή να προβεί σε ενημέρωση και συμπλήρωση του μεθοδολογικού οδηγού της σχετικά με τις ενισχύσεις του προϋπολογισμού, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις εκθέσεις παρακολούθησης· να παράσχει ακριβέστερη αιτιολόγηση της επιλεξιμότητας των δικαιούχων χωρών· να χρησιμοποιεί προτρεπτικότερους δείκτες επιδόσεων σχετικούς με τα δημόσια οικονομικά· να ολοκληρώσει το νέο εργαλείο αξιολόγησης της ποιότητας της διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών και να υποστηρίξει στο μέγιστο δυνατό βαθμό την εφαρμογή του από τους διάφορους χορηγούς βοήθειας· να μεριμνήσει για την ενίσχυση της τοπικής συνεργασίας των χορηγών βοήθειας· και, τέλος, να μεριμνήσει για την ενίσχυση των σχέσεών της με τα Κοινοβούλια και τα ανώτατα όργανα ελέγχου των δικαιούχων χωρών.

55.

 

1.

Η ενημέρωση και η συμπλήρωση του οδηγού βρίσκεται σε εξέλιξη, ιδίως όσον αφορά τις εξαμηνιαίες εκθέσεις και την ανάλυση των δημόσιων οικονομικών στις προτάσεις χρηματοδότησης (βλ. την απάντηση στο σημείο 41, η δε τελευταία αυτή πτυχή καλύπτει τα κριτήρια επιλεξιμότητας.

2.

Η Επιτροπή, στον τομέα των δημόσιων οικονομικών όπως και σε άλλους τομείς, αποδίδει μεγάλη σημασία στον προτρεπτικό χαρακτήρα των επιλεγόμενων όρων/δεικτών.

3.

Το πλαίσιο ανάλυσης του PEFA (Public expenditure financial accountability) οριστικοποιήθηκε στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2005. Η Επιτροπή θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να γενικευθεί η χρησιμοποίησή του και να αντικαταστήσει άλλα εργαλεία διάγνωσης.

4.

Ενίσχυση του συντονισμού σε τοπικό επίπεδο: βλ. την απάντηση στο προηγούμενο σημείο.

5.

Η Επιτροπή έχει επίγνωση της σημασίας του ρόλου των Κοινοβουλίων και των Ανώτατων Οργάνων Ελέγχου (ISC). Ωστόσο, η δυνατότητά της να προσεγγίσει αυτά τα όργανα πρέπει να εξεταστεί με σύνεση, τηρώντας την κυριαρχία των χωρών και τους εθνικούς κανόνες που καθορίζουν την κατανομή και την ισορροπία των εξουσιών μεταξύ των οργάνων. Η δυνατότητα αυτή πρέπει επίσης να αναλυθεί με γνώμονα τη συμφωνία του Κοτονού.


(1)  Η σύμβαση Yaoundé I χρονολογείται από το 1964. Η πιο πρόσφατη σύμβαση (Κοτονού) χρονολογείται από τις 23 Ιουνίου 2000 και αναθεωρήθηκε στο Λουξεμβούργο στις 25 Ιουνίου 2005.

(2)  Βλέπε τα άρθρα 96, 103 και 112 του δημοσιονομικού κανονισμού της 27ης Μαρτίου 2003 που εφαρμόζεται στο ένατο ΕΤΑ (ΕΕ L 83 της 1.4.2003, σ. 1). Το Συνέδριο, στη γνωμοδότησή του αριθ. 12/2002 σχετικά με αυτή την πρόταση κανονισμού (ΕΕ C 12 της 17.1.2003), υπογράμμισε ότι οι εν λόγω διατάξεις μειώνουν την εμβέλεια των αρμοδιοτήτων χορήγησης απαλλαγής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

(3)  Έτσι, στο πλαίσιο του ένατου ΕΤΑ, η αρχική χορήγηση ανήλθε σε 13 800 εκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων 2 200 εκατομμύρια ευρώ εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της ΕΤΕπ.

(4)  Εντούτοις, το Συνέδριο διατηρεί τη συνολική ευθύνη για τον έλεγχο του ΕΤΑ. Στην περίπτωση των πράξεων που διαχειρίζεται η ΕΤΕπ, το Συνέδριο ασκεί το εν λόγω καθήκον όπως προβλέπει η τριμερής συμφωνία μεταξύ ΕΤΕπ, Επιτροπής και Συνεδρίου (άρθρο 112 του προαναφερθέντος κανονισμού).

(5)  Η προγραμματιζόμενη ενίσχυση καθορίζεται στο πλαίσιο των εθνικών ενδεικτικών προγραμμάτων (ΕΕΠ) και των περιφερειακών ενδεικτικών προγραμμάτων (ΠΕΠ), καθώς και στο πλαίσιο σχεδίων και προγραμμάτων που χρηματοδοτούνται από τις ίδιες τις χώρες ΑΚΕ.

(6)  Στο πλαίσιο του έκτου, έβδομου και όγδοου ΕΤΑ, οι εν λόγω πράξεις εξακολουθούν να εφαρμόζονται από την ΕΤΕπ, υπό την ευθύνη της Επιτροπής.

(7)  Για ποσά κάτω των 8 εκατομμυρίων ευρώ, δεν απαιτείται, κατ' αρχήν, η σύμφωνη γνώμη της επιτροπής.

(8)  Κατά γενικό κανόνα, τα καθήκοντα εθνικού διατάκτη ασκούνται από τους Υπουργούς Οικονομικών των χωρών ΑΚΕ.

(9)  Στο κεφάλαιο αυτό συνοψίζονται τα αποτελέσματα «περιορισμένης επισκόπησης» που πραγματοποίησε το Συνέδριο όσον αφορά την έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική διαχείριση του οικονομικού έτους 2004.

(10)  Αρχική χορήγηση του 6ου, 7ου, 8ου και 9ου ΕΤΑ, τόκοι, διάφοροι πόροι και μεταφορές από τα προηγούμενα ΕΤΑ.

(11)  Σε ποσοστό των πόρων.

(12)  Προκειμένου να υπάρχει συνέπεια με τις οικονομικές καταστάσεις και με την έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική εκτέλεση που κατάρτισε η Επιτροπή, τα εν λόγω δεδομένα δεν περιλαμβάνουν τις πράξεις των οποίων τη διαχείριση πραγματοποιεί πλέον αυτόνομα η ΕΤΕπ (στο τέλος του 2003: 2 245 εκατομμύρια ευρώ πόρων, 366 εκατομμύρια ευρώ δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων, 140 εκατομμύρια ευρώ μεμονωμένων νομικών αναλήψεων υποχρεώσεων και 4 εκατομμύρια ευρώ πληρωμών).

Πηγή: Ελεγκτικό Συνέδριο, βάσει των οικονομικών καταστάσεων των ΕΤΑ στις 31 Δεκεμβρίου 2004.

(13)  Προκειμένου να υπάρχει συνέπεια με τις οικονομικές καταστάσεις και με την έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική εκτέλεση που κατάρτισε η Επιτροπή, τα εν λόγω δεδομένα δεν περιλαμβάνουν τις πράξεις των οποίων τη διαχείριση πραγματοποιεί πλέον αυτόνομα η ΕΤΕπ (στο τέλος του 2003, 366 εκατομμύρια ευρώ δημοσιονομικών αναλήψεων υποχρεώσεων, 140 εκατομμύρια ευρώ μεμονωμένων νομικών αναλήψεων υποχρεώσεων και 4 εκατομμύρια ευρώ πληρωμών).

Πηγή: Ελεγκτικό Συνέδριο.

(14)  Απάντηση της Επιτροπής στην ετήσια έκθεση σχετικά με τα ΕΤΑ για το οικονομικό έτος 2003.

(15)  IPSAS, International Public Sector Accounting Standards (διεθνή λογιστικά πρότυπα των δημόσιων οικονομικών).

(16)  Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 96 παράγραφος 1, του άρθρου 100, του άρθρου 101 και του άρθρου 125 παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο ένατο ΕΤΑ· συγκεκριμένα πρόκειται, αφενός, για τους ισολογισμούς και τις σχετικές καταστάσεις που καταρτίστηκαν από τον υπόλογο και, αφετέρου, για τους λογαριασμούς διαχείρισης που περιλαμβάνουν τους πίνακες που καταρτίστηκαν από τον κύριο διατάκτη, σε συνεργασία με τον υπόλογο. Οι καταστάσεις αυτές καταρτίζονται για καθένα από τα τέσσερα ΕΤΑ και υπό συνολική ενοποιημένη μορφή. Η παρούσα δήλωση δεν καλύπτει τις οικονομικές καταστάσεις και τις πληροφορίες που παρέχει η ΕΤΕπ (βλέπε υποσημείωση 13).

(17)  Σύμφωνα με το άρθρο 103 παράγραφος 3 του προαναφερθέντος δημοσιονομικού κανονισμού· αυτό συνεπάγεται, σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ιδίου κανονισμού, ότι η δήλωση δεν καλύπτει το μέρος των πόρων του ένατου ΕΤΑ που διαχειρίζεται η ΕΤΕπ και για τους οποίους είναι υπεύθυνη.

(18)  Η Επιτροπή διερεύνησε τις εκκρεμούσες προπληρωμές κατά τη διάρκεια αποστολών σε τέσσερεις χώρες, και κατόπιν εξέδωσε 115 εντολές ανάκτησης συνολικά, ύψους 10 εκατομμυρίων ευρώ.

(19)  Προπληρωμές που καταβλήθηκαν για σχέδια και των οποίων η χρησιμοποίηση θα έπρεπε κανονικά να είχε αιτιολογηθεί από τους δικαιούχους το αργότερο 18 μήνες έπειτα από την έναρξη του σχεδίου ή της σύμβασης. Το ποσό προς διερεύνηση ανερχόταν σε 400 εκατομμύρια ευρώ στο τέλος του 2003.

(20)  Όπως και το 2003, ο γενικός διευθυντής Προϋπολογισμών διατύπωσε επιφύλαξη στη δήλωσή του για το ΕΤΑ 2004 ως προς την ελλιπή παρουσίαση των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού, καθώς και της οικονομικής θέσης του ΕΤΑ (βλέπε επίσης το σημείο 1.9 του Κεφαλαίου 1, τμήμα γενικού προϋπολογισμού).

(21)  Συμπεριλαμβάνονται εντολές ανάκτησης ύψους 2,6 εκατομμυρίων ευρώ που είναι παλαιότερες των 2 ετών, εκ των οποίων η Επιτροπή συναντά εμφανείς δυσχέρειες στην ανάκτηση 1,5 εκατομμυρίων ευρώ.

(22)  Λογαριασμοί 2004, έκθεση σχετικά με τη δημοσιονομική εκτέλεση (εκδοχή της 22ας Αυγούστου 2005), πίνακας 4.2.5.

(23)  Είναι υπεύθυνες για έξι χώρες (Μπουρκίνα Φάσο, Γουϊνέα, Νιγηρία, Γουϊάνα, Τρινιδάδ και Τομπάγκο, Σουρινάμ).

(24)  Η ΓΔ Εξωτερικές σχέσεις είναι υπεύθυνη για τους ανθρώπινους και υλικούς πόρους των αντιπροσωπειών, η ΓΔ Ανάπτυξη για τον προγραμματισμό των ενισχύσεων (ήτοι για τον καθορισμό του ποσού της ενίσχυσης προς κατανομή μεταξύ των χωρών ΑΚΕ), η EuropeAid και η ECHO (ανθρωπιστική βοήθεια) για τη θέση σε εφαρμογή των ενισχύσεων και η ΓΔ Προϋπολογισμός είναι ο υπόλογος και ο υπεύθυνος πληρωμών του ΕΤΑ.

(25)  Μια αντιπροσωπεία είναι αποκεντρωμένη όταν η EuropeAid της έχει εκχωρήσει την αρμοδιότητα να πραγματοποιεί επιμέρους δημοσιονομικές αναλήψεις υποχρεώσεων και πληρωμές. Οκτώ αντιπροσωπείες αποκεντρώθηκαν το 2002, επτά το 2003, 24 το 2004 και πέντε το 2005.

(26)  Σε αρκετές χώρες υπάρχουν δυσχέρειες στο διάλογο και τη συνεργασία με τις τοπικές αρχές, εν μέρει λόγω των ανεπαρκών ικανοτήτων τους.

(27)  Ο εναπομένων κίνδυνος είναι ο κίνδυνος της μη επίτευξης των στόχων της διαχείρισης έπειτα από τη διενέργεια των ελέγχων. Η διαχείριση εκτιμά κατά πόσον το επίπεδο του κινδύνου είναι αποδεκτό, λαμβάνοντας υπόψη τη δυνητική οικονομική επίπτωση του κινδύνου και το κόστος περαιτέρω μείωσής του (πρότυπο εσωτερικού ελέγχου αριθ. 11).

(28)  Οι εν λόγω συνήθεις έλεγχοι περιλαμβάνουν την ανάληψη και την επαλήθευση των πράξεων, όσον αφορά τις επιχειρησιακές και οικονομικές πλευρές (άρθρο 24 παράγραφος 1 του δημοσιονομικού κανονισμού της 27ης Μαρτίου 2003 που εφαρμόζεται στο ένατο ΕΤΑ).

(29)  Η εκκαθάριση προπληρωμών είναι η διαδικασία κατά την οποία μια προπληρωμή, η οποία πραγματοποιείται προς τους διαχειριστές του σχεδίου εκ των προτέρων, εκκαθαρίζεται και καθίσταται οριστική έναντι αποδείξεων σχετικά με την πραγματοποίηση της δαπάνης.

(30)  Κεφάλαια που καλύπτουν τη διαχείριση του ΕΤΑ από την Επιτροπή [εσωτερική συμφωνία, άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο iii) (ΕΕ L 317 της 15.12.2000, σ. 355)].

(31)  Απόφαση αριθ. 2/2002 του Συμβουλίου Υπουργών ΑΚΕ-ΕΚ (ΕΕ L 320 της 23.11.2002, σ. 1), σημείο 9 του παραρτήματος: «Ο έλεγχος και […] αποφασίζεται πάντοτε από την Επιτροπή, που ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του κράτους ΑΚΕ […]».

(32)  Τον Ιούνιο του 2005, 33 από τους 35 ελέγχους που προβλέπονταν στο πρόγραμμα ελέγχου του 2004 είχαν ολοκληρωθεί.

(33)  Ουγκάντα, Μαλάουι, Γκάνα, Ζιμπάμπουε, Μαδαγασκάρη και Ζάμπια.

(34)  Κένυα, Παπουασία-Νέα Γουϊνέα, Νήσοι Σολομώντος, Σενεγάλη, Μάλι και Μαυριτανία.

(35)  Μπουρκίνα Φάσο, Γουϊνέα, Νιγηρία, Γουϊάνα, Τρινιδάδ και Τομπάγκο, Σουρινάμ.

Πηγή: Ελεγκτικό Συνέδριο.

(36)  ΕΕ C 181 της 31.7.2003.

(37)  Απόφαση αριθ. 3/90 του Συμβουλίου Υπουργών ΑΚΕ-ΕΟΚ της 29ης Μαρτίου 1990 για τη θέσπιση των γενικών όρων, των γενικών συγγραφών υποχρεώσεων και του κανονισμού διαδικασίας για το συμβιβασμό και τη διαιτησία των συμβάσεων έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών, που χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης (ΕΤΑ) και περί της εφαρμογής των.

(38)  Έγγραφο αριθ. 14530/03 του Συμβουλίου που εγκρίθηκε στις 17 Νοεμβρίου 2003 (πρακτικά αριθ. 14882/03 της 10.2.2004).

(39)  Άρθρο 5 της απόφασης αριθ. 2/2002 του Συμβουλίου Υπουργών ΑΚΕ-ΕΚ της 7ης Οκτωβρίου 2002 σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 28, 29 και 30 του παραρτήματος IV της συμφωνίας του Κοτονού.


Image


ΠΑΡΑΡΤΉΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΤΉΣΙΑΣ ΈΚΘΕΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΉ ΤΟΥ ΠΡΟΎΠΟΛΟΓΙΣΜΟΫ

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι

Δημοσιονομικές πληροφορίες

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Πηγές των δημοσιονομικών στοιχείων

Νομισματική μονάδα

Χρησιμοποιούμενες συντομογραφίες και σύμβολα

BΑΣΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ

1.

Προέλευση του προϋπολογισμού

2.

Νομική βάση

3.

Αρχές του προϋπολογισμού που διατυπώνονται στις συνθήκες και στο δημοσιονομικό κανονισμό

4.

Περιεχόμενο και δομή του προϋπολογισμού

5.

Χρηματοδότηση του προϋπολογισμού (έσοδα προϋπολογισμού)

6.

Τύποι των πιστώσεων του προϋπολογισμού

7.   Εκτέλεση του προϋπολογισμού

7.1.

Ευθύνη της εκτέλεσης

7.2.

Είσπραξη των εσόδων

7.3.

Εκτέλεση των δαπανών

7.4.

Ενοποιημένες καταστάσεις για την εκτέλεση του προϋπολογισμού και προσδιορισμός του υπολοίπου του οικονομικού έτους

12.

Απόδοση των λογαριασμών

13.

Εξωτερικός έλεγχος

14.

Απαλλαγή και ακόλουθες ενέργειες

ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ

ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΕΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΠΗΓΕΣ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Τα δημοσιονομικά στοιχεία που παρουσιάζονται στο παρόν παράρτημα προέρχονται από τους ετήσιους λογαριασμούς των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (1), καθώς και από διάφορες άλλες οικονομικές καταστάσεις που υποβλήθηκαν από την Επιτροπή. H γεωγραφική κατανομή πραγματοποιήθηκε με βάση τους κωδικούς χώρας του συστήματος λογιστικής πληροφόρησης της Επιτροπής (SINCOM2). Όπως τονίζει η Επιτροπή, είτε πρόκειται για έσοδα είτε για δαπάνες, όλα τα δεδομένα που κατανέμονται κατά κράτος μέλος είναι το αποτέλεσμα αριθμητικών πράξεων που παρέχουν ελλιπή εικόνα των οφελών που αποκομίζει το κάθε κράτος μέλος από την Ένωση. Πρέπει επομένως να ερμηνεύονται με σύνεση.

ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ

'Όλα τα δημοσιονομικά στοιχεία παρουσιάζονται σε εκατομμύρια ευρώ. Όταν παρουσιάζονται σύνολα, στρογγυλοποιούνται από την ακριβή τιμή και επομένως δεν αντιστοιχούν κατ' ανάγκη στο άθροισμα των στρογγυλοποιημένων στοιχείων.

ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΑ

AT

Αυστρία

BE

Βέλγιο

CY

Κύπρος

CZ

Τσεχική Δημοκρατία

DE

Γερμανία

DK

Δανία

EE

Εσθονία

EL

Ελλάδα

ES

Iσπανία

EU-25

Σύνολο για τα 25 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης

FI

Φινλανδία

FR

Γαλλία

HU

Ουγγαρία

IE

Iρλανδία

IT

Iταλία

LT

Λιθουανία

LV

Λετονία

LU

Λουξεμβούργο

MT

Μάλτα

NL

Κάτω Χώρες

PL

Πολωνία

PT

Πορτογαλία

SE

Σουηδία

SI

Σλοβενία

SK

Σλοβακία

UK

Ηνωμένο Βασίλειο

ΑΕΕ

Ακαθάριστο εθνικό εισόδημα

ΓΠ

Γραφική παράσταση στην οποία γίνεται παραπομπή από άλλες γραφικές παραστάσεις (π.χ.: ΓΠ IΙΙ)

ΔΚ

Δημοσιονομικός κανονισμός της 25ης Ιουνίου 2002

ΔΠ

Διαχωριζόμενες πιστώσεις

ΕΕ

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΕΕ

Ευρωπαϊκή Ένωση

ΕΖΕΣ

Ευρωπαϊκή ζώνη ελεύθερων συναλλαγών

ΕΚ

Ευρωπαϊκή(-ές) Κοινότητα(-ες)

ΕΚΑΕ ή Ευρατόμ

Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας

ΕΟΚ

Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα

ΜΔΠ

Μη διαχωριζόμενες πιστώσεις

ΠΑΥ

Πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων

ΠΓΑΥ

Πιστώσεις για αναλήψεις υποχρεώσεων

ΠΓΠ

Πιστώσεις για πληρωμές

ΠΠ

Πιστώσεις πληρωμών

Τ

Τίτλος του προϋπολογισμού

ΤΜ

Τμήμα του προϋπολογισμού

ΦΠΑ

Φόρος προστιθέμενης αξίας

0,0

Στοιχεία μεταξύ μηδέν και 0,05

Έλλειψη στοιχείων

%

Ποσοστό

ΒΑΣΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟ

1.   ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει τις δαπάνες της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Ευρατόμ). Περιλαμβάνει επίσης τις διοικητικές δαπάνες της συνεργασίας στον τομέα της δικαιοσύνης και των εσωτερικών υποθέσεων, της κοινής εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής ασφαλείας, καθώς και όλες τις άλλες δαπάνες που το Συμβούλιο θεωρεί ότι πρέπει να βαρύνουν τον προϋπολογισμό για να καταστεί δυνατή η εκτέλεση των πολιτικών αυτών.

2.   ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ

Ο προϋπολογισμός διέπεται από τις δημοσιονομικές διατάξεις των συνθηκών της Ρώμης (2)  (3) (άρθρα 268 μέχρι 280 ΕΚ και 171 μέχρι 183 ΕΚΑΕ), καθώς και από δημοσιονομικούς κανονισμούς (4).

3.   ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΔΙΑΤΥΠΩΝΟΝΤΑΙ ΣΤΙΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ

'Όλα τα έσοδα και όλες οι δαπάνες των Κοινοτήτων πρέπει να συγκεντρώνονται σε ενιαίο προϋπολογισμό (ενότητα και αυθεντικότητα). Ο προϋπολογισμός ψηφίζεται για ένα οικονομικό έτος (ετήσια διάρκεια). Τα έσοδα και οι δαπάνες ισοσκελίζονται (ισοσκέλιση). Η κατάρτιση, η εκτέλεση και η απόδοση λογαριασμών πραγματοποιούνται σε ευρώ (ενιαία νομισματική μονάδα). Τα έσοδα πρέπει να χρησιμοποιούνται για τη χωρίς διάκριση χρηματοδότηση του συνόλου των δαπανών και πρέπει, όπως και οι δαπάνες, να εγγράφονται στον προϋπολογισμό, και κατόπιν στις δημοσιονομικές καταστάσεις, για ολόκληρο το ποσό τους και χωρίς συμψηφισμό μεταξύ τους (καθολικότητα). Οι πιστώσεις εξειδικεύονται κατά τίτλους και κεφάλαια· τα κεφάλαια υποδιαιρούνται σε άρθρα και θέσεις (ειδικότητα). Οι πιστώσεις του προϋπολογισμού χρησιμοποιούνται σύμφωνα με την αρχή της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης, δηλαδή σύμφωνα με τις αρχές της οικονομίας, αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας (χρηστή δημοσιονομική διαχείριση). Η κατάρτιση του προϋπολογισμού, η εκτέλεσή του και η απόδοση των λογαριασμών πραγματοποιούνται με τήρηση της αρχής της διαφάνειας (διαφάνεια). Στις βασικές αυτές αρχές γίνονται μερικές εξαιρέσεις.

4.   ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΔΟΜΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Ο προϋπολογισμός περιλαμβάνει μία «συνοπτική κατάσταση των εσόδων και των δαπανών» και τμήματα υποδιαιρούμενα σε «καταστάσεις εσόδων και δαπανών» κάθε οργάνου. Τα οκτώ τμήματα είναι: τμήμα I - Κοινοβούλιο, τμήμα II - Συμβούλιο, τμήμα III - Επιτροπή, τμήμα IV - Δικαστήριο, τμήμα V - Ελεγκτικό Συνέδριο, τμήμα VI - Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, τμήμα VII - Επιτροπή των Περιφερειών και τμήμα VIII - Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής και Συρωπαίος Σπόπτης Προστασίας Δεδομένων.

Μέσα σε κάθε τμήμα, τα έσοδα και οι δαπάνες κατατάσσονται κατά κονδύλια προϋπολογισμού (τίτλους, κεφάλαια, άρθρα και ενδεχομένως θέσεις) ανάλογα με τη φύση ή τον προορισμό τους.

5.   ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ (ΕΣΟΔΑ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ)

Ο προϋπολογισμός χρηματοδοτείται βασικά από τους ιδίους πόρους των Κοινοτήτων: γεωργικά τέλη, εισφορές ζάχαρης και ισογλυκόζης, τελωνειακούς δασμούς, ιδίους πόρους που προέρχονται από τον ΦΠΑ και ιδίους πόρους βάσει του ΑΕΕ (5).

Εκτός από τους ιδίους πόρους υπάρχουν άλλα έσοδα που είναι επουσιώδη (βλέπε γραφική παράσταση I).

6.   ΤΥΠΟΙ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

Για την κάλυψη των προβλεπόμενων δαπανών, ο προϋπολογισμός κάνει την εξής διάκριση πιστώσεων:

α)

Οι διαχωριζόμενες πιστώσεις (ΔΠ) προορίζονται για τη χρηματοδότηση πολυετών δράσεων σε ορισμένους δημοσιονομικούς τομείς. Αποτελούνται από πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων (ΠΑΥ) και πιστώσεις πληρωμών (ΠΠ):

οι πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων επιτρέπουν τη σύναψη, κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, νομικών υποχρεώσεων για ενέργειες των οποίων η πραγματοποίηση εκτείνεται σε περισσότερα οικονομικά έτη·

οι πιστώσεις πληρωμών επιτρέπουν τη χρηματοδότηση δαπανών που προκύπτουν από υποχρεώσεις οι οποίες αναλήφθηκαν κατά το τρέχον και κατά τα προηγούμενα οικονομικά έτη,

β)

οι μη διαχωριζόμενες πιστώσεις (ΜΔΠ) επιτρέπουν την εξασφάλιση της ανάληψης και της πληρωμής των δαπανών για ετήσιες ενέργειες κατά τη διάρκεια κάθε οικονομικού έτους.

Συνεπώς, για κάθε οικονομικό έτος είναι σημαντικό να οριστούν τα εξής δύο σύνολα:

α)

το σύνολο των πιστώσεων για αναλήψεις υποχρεώσεων (ΠΓΑΥ) (6) = μη διαχωριζόμενες πιστώσεις (ΜΔΠ) + πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων (ΠΑΥ) (6)·

β)

το σύνολο των πιστώσεων για πληρωμές (ΠΓΠ) (6) = μη διαχωριζόμενες πιστώσεις (ΜΔΠ) + πιστώσεις πληρωμών (ΠΠ) (6).

Τα έσοδα του προϋπολογισμού χρησιμεύουν στην κάλυψη όλων των πιστώσεων για πληρωμές. Οι πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων δεν χρειάζεται να καλύπτονται από έσοδα.

Το ακόλουθο απλοποιημένο σχήμα (με εικονικά ποσά) δείχνει την επίπτωση αυτών των τύπων πιστώσεων σε κάθε οικονομικό έτος:

Image

7.   ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

7.1.   Ευθύνη της εκτέλεσης

Η Επιτροπή εκτελεί τον προϋπολογισμό σύμφωνα με το δημοσιονομικό κανονισμό, με δική της ευθύνη και μέσα στα όρια των χορηγούμενων πιστώσεων, εκχωρεί δε στα άλλα όργανα τις απαραίτητες εξουσίες για την εκτέλεση των τμημάτων του προϋπολογισμού που αφορούν το καθένα από αυτά (7). Ο δημοσιονομικός κανονισμός καθορίζει τις διαδικασίες εκτέλεσης και ιδίως την ευθύνη των διατακτών, των υπολόγων, των υπολόγων παγίων προκαταβολών και των εσωτερικών ελεγκτών των οργάνων. Στους δύο κυριότερους ειδικούς τομείς (ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεις και Διαρθρωτικά Ταμεία) η διαχείριση των κοινοτικών κεφαλαίων ασκείται από κοινού με τα κράτη μέλη.

7.2.   Είσπραξη των εσόδων

Τα προβλεπόμενα έσοδα εγγράφονται στον προϋπολογισμό υπό την επιφύλαξη των ενδεχόμενων τροποποιήσεων που επέρχονται με τους διορθωτικούς προϋπολογισμούς.

Η εκτέλεση του σκέλους των εσόδων του προϋπολογισμού συνίσταται στη βεβαίωση των δικαιωμάτων και στην είσπραξη των ποσών που οφείλονται στις Κοινότητες (ίδιοι πόροι και άλλα έσοδα). Διέπεται από ειδικές διατάξεις (8). Τα πραγματικά έσοδα ενός οικονομικού έτους ορίζονται ως το άθροισμα των εισπράξεων από βεβαιωθέντα δικαιώματα του τρέχοντος οικονομικού έτους και των εισπράξεων από δικαιώματα που απομένουν να εισπραχθούν από προηγούμενα οικονομικά έτη.

7.3.   Εκτέλεση των δαπανών

Οι προβλεπόμενες δαπάνες εγγράφονται στον προϋπολογισμό.

Η εκτέλεση των δαπανών κατά τον προϋπολογισμό, δηλαδή η εξέλιξη και η χρησιμοποίηση των πιστώσεων, μπορεί να συνοψιστεί ως εξής:

α)

πιστώσεις για αναλήψεις υποχρεώσεων:

i)

εξέλιξη των πιστώσεων: το διαθέσιμο σύνολο των πιστώσεων για αναλήψεις υποχρεώσεων κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους αποτελείται από τα εξής στοιχεία: αρχικός προϋπολογισμός (ΜΔΠ και ΠΑΥ) + διορθωτικοί προϋπολογισμοί + διατεθέντα έσοδα + μεταφορές + πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων που μεταφέρονται από το προηγούμενο έτος + μη αυτόματες μεταφορές πιστώσεων από το προηγούμενο οικονομικό έτος που δεν έχουν ακόμη αναληφθεί + αποδεσμευθείσες και ανασυσταθείσες πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων προηγουμένων ετών·

ii)

χρησιμοποίηση των πιστώσεων: οι πιστώσεις για αναλήψεις υποχρεώσεων διατίθενται κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους για την ανάληψη υποχρεώσεων (χρησιμοποιηθείσες πιστώσεις για αναλήψεις υποχρεώσεων = ποσό των υποχρεώσεων που έχουν αναληφθεί)·

iii)

μεταφορές πιστώσεων του οικονομικού έτους στο επόμενο έτος: οι πιστώσεις του οικονομικού έτους που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί μπορούν να μεταφερθούν στο επόμενο οικονομικό έτος έπειτα από απόφαση του οικείου οργάνου. Οι πιστώσεις που είναι διαθέσιμες από διατεθέντα έσοδα μεταφέρονται αυτόματα·

iv)

ακύρωση πιστώσεων: το υπόλοιπο ακυρώνεται·

β)

πιστώσεις για πληρωμές:

i)

εξέλιξη των πιστώσεων: το διαθέσιμο σύνολο των πιστώσεων για πληρωμές κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους αποτελείται από τα εξής στοιχεία: αρχικός προϋπολογισμός (ΜΔΠ και ΠΠ) + διορθωτικοί προϋπολογισμοί + διατεθέντα έσοδα + μεταφορές + πιστώσεις που μεταφέρθηκαν από το προηγούμενο οικονομικό έτος υπό μορφή αυτόματων μεταφορών ή μη αυτόματων μεταφορών·

ii)

χρησιμοποίηση των πιστώσεων του οικονομικού έτους: οι πιστώσεις για πληρωμές του οικονομικού έτους διατίθενται κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους για την εκτέλεση πληρωμών. Δεν περιλαμβάνουν τις πιστώσεις που μεταφέρθηκαν από το προηγούμενο οικονομικό έτος (χρησιμοποιηθείσες πιστώσεις για πληρωμές = ποσό των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν έναντι πιστώσεων του οικονομικού έτους)·

iii)

μεταφορές πιστώσεων του οικονομικού έτους στο επόμενο οικονομικό έτος: οι μη χρησιμοποιηθείσες πιστώσεις του οικονομικού έτους μπορούν να μεταφερθούν στο επόμενο οικονομικό έτος έπειτα από απόφαση του οικείου οργάνου. Οι πιστώσεις που είναι διαθέσιμες από διατεθέντα έσοδα μεταφέρονται αυτόματα·

iv)

ακύρωση πιστώσεων: το υπόλοιπο ακυρώνεται·

v)

σύνολο πληρωμών κατά τη διάρκεια ενός οικονομικού έτους: πληρωμές από πιστώσεις για πληρωμές του οικονομικού έτους + πληρωμές από πιστώσεις για πληρωμές που μεταφέρθηκαν από το προηγούμενο οικονομικό έτος·

vi)

πραγματικές δαπάνες στα πλαίσια ενός οικονομικού έτους: δαπάνες των ενοποιημένων καταστάσεων για την εκτέλεση του προϋπολογισμού (βλέπε σημείο 7.4) = πληρωμές από πιστώσεις για πληρωμές του οικονομικού έτους + πιστώσεις για πληρωμές του οικονομικού έτους που μεταφέρονται στο επόμενο οικονομικό έτος.

7.4.   Ενοποιημένες καταστάσεις για την εκτέλεση του προϋπολογισμού και προσδιορισμός του υπολοίπου του οικονομικού έτους

Οι ενοποιημένες καταστάσεις για την εκτέλεση του προϋπολογισμού καταρτίζονται κατά το κλείσιμο κάθε οικονομικού έτους. Αυτές προσδιορίζουν το υπόλοιπο του οικονομικού έτους, που εγγράφεται στον προϋπολογισμό του επόμενου οικονομικού έτους μέσω διορθωτικού προϋπολογισμού.

8.   ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΩΝ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΩΝ

Οι λογαριασμοί του οικονομικού έτους κοινοποιούνται στο Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο το αργότερο μέχρι την 1η Οκτωβρίου του επόμενου οικονομικού έτους. Οι λογαριασμοί αυτοί παρουσιάζονται με τη μορφή δημοσιονομικών καταστάσεων και καταστάσεων σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού, συνοδεύονται δε από ανάλυση της δημοσιονομικής και χρηματοοικονομικής διαχείρισης.

9.   ΕΞΩΤΕΡΙΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ

Από το οικονομικό έτος 1977, ο εξωτερικός έλεγχος του προϋπολογισμού διενεργείται από το Ελεγκτικό Συνέδριο των Κοινοτήτων (9). Το Ελεγκτικό Συνέδριο εξετάζει τους λογαριασμούς για το σύνολο των εσόδων και δαπανών του προϋπολογισμού. Χορηγεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο δήλωση σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών, καθώς και τη νομιμότητα και την κανονικότητα των υποκειμένων πράξεων. Εξετάζει επίσης τη νομιμότητα και την κανονικότητα των εσόδων και των δαπανών και εξακριβώνει τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση. Οι έλεγχοι μπορούν να πραγματοποιηθούν πριν από το κλείσιμο των λογαριασμών του εξεταζόμενου οικονομικού έτους. Γίνονται βάσει εγγράφων και, εν ανάγκη, επιτόπου στα όργανα των Κοινοτήτων, στα κράτη μέλη και στις τρίτες χώρες. Το Ελεγκτικό Συνέδριο καταρτίζει μια ετήσια έκθεση για κάθε οικονομικό έτος· μπορεί επίσης να διατυπώνει ανά πάσα στιγμή παρατηρήσεις πάνω σε ειδικά ζητήματα, καθώς και να γνωμοδοτεί ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε οργάνου των Κοινοτήτων.

10.   ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΚΑΙ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ

Από το 1977 εφαρμόζονται οι εξής διατάξεις (10): μέχρι τις 30 Απριλίου του μεθεπόμενου οικονομικού έτους από το εξεταζόμενο, το Κοινοβούλιο, έπειτα από σύσταση του Συμβουλίου, χορηγεί στην Επιτροπή απαλλαγή από την ευθύνη εκτέλεσης του προϋπολογισμού. Για το σκοπό αυτό, το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο εξετάζουν τους λογαριασμούς που έχει υποβάλει η Επιτροπή καθώς και την ετήσια έκθεση και τις ειδικές εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Τα όργανα οφείλουν να λάβουν όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να δώσουν συνέχεια στις παρατηρήσεις που διατυπώνονται στις αποφάσεις περί απαλλαγής και να υποβάλουν απολογισμό των ληφθέντων μέτρων.

ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ

ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ 2004 ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΤΟΥΣ 2004

ΓΠ I

Προϋπολογισμός 2004 - Προβλεπόμενα έσοδα και οριστικές πιστώσεις για πληρωμές

ΓΠ II

Προϋπολογισμός 2004 - Πιστώσεις για αναλήψεις υποχρεώσεων

ΓΠ III

Πιστώσεις για αναλήψεις υποχρεώσεων διαθέσιμες κατά το 2004 και χρησιμοποίησή τους

ΓΠ IV

Πιστώσεις για πληρωμές διαθέσιμες κατά το 2004 και χρησιμοποίησή τους

ΓΠ V

Ίδιοι πόροι του 2004 - Πραγματικά έσοδα κατά κράτος μέλος

ΓΠ VI

Πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν το 2004, σε κάθε κράτος μέλος

IΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ (2000-2004)

ΓΠ VII

Εξέλιξη και χρησιμοποίηση των πιστώσεων για πληρωμές κατά την περίοδο 2000-2004, κατά τίτλο των δημοσιονομικών προοπτικών

Image

Image

Γραφική παράσταση III

Πιστώσεις για αναλήψεις υποχρεώσεων διαθέσιμες κατά το 2004 και χρησιμοποίησή τους

(εκατομμύρια ευρώ και %)

Τμήματα (ΤΜ) και τίτλοι (T) που αντιστοιχούν στην ονοματολογία προϋπολογισμού του 2004 και τομείς των δημοσιονομικών προοπτικών

Δημοσιονομικές προοπτικές

Οριστικές πιστώσεις

Χρησιμοποίησητων πιστώσεων

Ποσό (14)

Ποσοστό (%)

Αναληφθείσες υποχρεώσεις

Ποσοστό Χρησιμοποίησης (%)

Μεταφορές στο 2005 (15)

Ποσοστό (%)

Ακυρώσεις

Ποσοστό (%)

(α)

(β)

(β)/(α)

(γ)

(γ)/(β)

(δ)

(δ)/(β)

(ε) = (β) – (γ) – (δ)

(ε)/(β)

 

Ονοματολογία του προϋπολογισμού

 

 

 

 

 

 

 

 

 

I

Κοινοβούλιο (ΤΜ I)

 

1 311,0

 

1 275,9

97,3

7,4

0,6

27,6

2,1

II

Συμβούλιο (ΤΜ ΙΙ)

 

562,7

 

540,1

96,0

12,3

2,2

10,3

1,8

III

Επιτροπή (ΤΜ III)

 

109 025,1

 

106 982,7

98,1

1 043,0

1,0

999,4

0,9

III.1

Οικονομικές και χρηματοδοτικές υποθέσεις (T 01)

 

482,2

 

431,4

89,5

1,3

0,3

49,5

10,3

III.2

Επιχειρήσεις (T 02)

 

334,5

 

285,5

85,4

25,0

7,5

24,0

7,2

III.3

Ανταγωνισμός (T 03)

 

86,5

 

83,9

97,0

0,9

1,1

1,6

1,9

III.4

Απασχόληση και κοινωνικές υποθέσεις (T 04)

 

10 900,2

 

10 779,1

98,9

90,0

0,8

31,1

0,3

III.5

Γεωργία και αγροτική ανάπτυξη (T 05)

 

48 861,6

 

48 470,9

99,2

77,5

0,2

313,2

0,6

III.6

Ενέργεια και μεταφορές (T 06)

 

1 424,0

 

1 344,7

94,4

46,6

3,3

32,7

2,3

III.7

Περιβάλλον (T 07)

 

365,8

 

344,6

94,2

7,1

1,9

14,0

3,8

III.8

Έρευνα (T 08)

 

3 658,3

 

3 513,9

96,1

142,8

3,9

1,6

0,0

III.9

Κοινωνία της πληροφορίας (T 09)

 

1 334,3

 

1 249,0

93,6

77,8

5,8

7,6

0,6

III.10

Άμεση έρευνα (T 10)

 

530,9

 

328,8

61,9

201,9

38,0

0,3

0,0

III.11

Αλιεία (T 11)

 

975,3

 

943,3

96,7

3,9

0,4

28,2

2,9

III.12

Εσωτερική αγορά (T 12)

 

74,0

 

67,1

90,7

0,8

1,0

6,1

8,3

III.13

Περιφερειακή πολιτική (T 13)

 

26 639,7

 

26 557,9

99,7

10,3

0,0

71,5

0,3

III.14

Φορολογία και τελωνειακή ένωση (T 14)

 

112,3

 

96,3

85,8

5,8

5,2

10,1

9,0

III.15

Εκπαίδευση και πολιτισμός (T 15)

 

1 176,7

 

1 063,6

90,4

101,6

8,6

11,6

1,0

III.16

Τύπος και επικοινωνία (T 16)

 

181,9

 

155,7

85,6

1,6

0,9

24,6

13,5

III.17

Υγεία και προστασία των καταναλωτών (T 17)

 

583,7

 

571,4

97,9

6,8

1,2

5,6

1,0

III.18

Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις (T 18)

 

536,9

 

512,4

95,4

6,3

1,2

18,3

3,4

III.19

Εξωτερικές σχέσεις (T 19)

 

3 808,5

 

3 704,3

97,3

81,9

2,1

22,3

0,6

III.20

Εμπόριο (T 20)

 

77,0

 

71,8

93,2

0,8

1,0

4,4

5,7

III.21

Ανάπτυξη και σχέσεις με τα κράτη ΑΚΕ (T 21)

 

1 246,4

 

1 196,3

96,0

38,4

3,1

11,7

0,9

III.22

Διεύρυνση (T 22)

 

1 426,1

 

1 289,9

90,4

89,4

6,3

46,9

3,3

III.23

Ανθρωπιστική βοήθεια (T 23)

 

536,6

 

536,2

99,9

0,2

0,0

0,2

0,0

III.24

Καταπολέμηση της απάτης (T 24)

 

55,1

 

51,3

93,2

0,0

0,0

3,7

6,8

III.25

Συντονισμός των πολιτικών της Επιτροπής και παροχή νομικών συμβουλών (T 25)

 

206,9

 

199,4

96,4

3,0

1,4

4,6

2,2

III.26

Διοίκηση (T 26)

 

726,1

 

700,1

96,4

13,0

1,8

13,1

1,8

III.27

Προϋπολογισμός (T 27)

 

1 474,4

 

1 471,2

99,8

0,6

0,0

2,6

0,2

III.28

Λογιστικός έλεγχος (T 28)

 

9,6

 

9,3

96,4

0,1

0,9

0,3

2,6

III.29

Στατιστικές (T 29)

 

136,9

 

111,9

81,7

8,0

5,8

17,1

12,5

III.30

Συντάξεις (T 30)

 

841,8

 

841,7

100,0

0,1

0,0

III.31

Αποθεματικά (T 31)

 

221,0

 

221,0

100,0

IV

Δικαστήριο (ΤΜ IV)

 

236,3

 

221,3

93,7

2,9

1,2

12,1

5,1

V

Ελεγκτικό Συνέδριο (ΤΜ V)

 

97,4

 

86,1

88,4

0,3

0,3

11,0

11,3

VI

Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΤΜ VI)

 

107,7

 

95,6

88,8

0,3

0,3

11,8

10,9

VII

Επιτροπή των Περιφερειών (ΤΜ VII)

 

73,9

 

64,1

86,7

0,1

0,1

9,7

13,2

VIII

Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής και Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων (ΤΜ VIII)

 

7,7

 

6,7

86,4

1,1

13,6

Γενικό σύνολο των πιστώσεων για αναλήψεις υποχρεώσεων

115 434,0

111 421,8

96,5

109 272,6

98,1

1 066,3

1,0

1 082,9

1,0

 

Δημοσιονομικές προοπτικές

 

 

 

 

 

 

 

 

 

1

Γεωργία

49 305,0

45 122,3

91,5

44 760,5

99,2

49,8

0,1

311,9

0,7

2

Διαρθρωτικές ενέργειες

41 035,0

41 045,6

100,0

40 833,5

99,5

115,5

0,3

96,7

0,2

3

Εσωτερικές πολιτικές

8 722,0

9 835,4 (14)

112,8

9 009,9

91,6

619,1

6,3

206,4

2,1

4

Εξωτερικές δράσεις

5 082,0

5 368,4 (14)

105,6

5 198,4

96,8

121,2

2,3

48,8

0,9

5

Διοικητικές δαπάνες

5 983,0

6 361,2 (14)

106,3

6 161,2

96,9

70,1

1,1

129,8

2,0

6

Αποθεματικά

442,0

442,0

100,0

181,9

41,1

260,1

58,9

7

Προενταξιακή στρατηγική

3 455,0

1 837,4

53,2

1 717,5

93,5

90,6

4,9

29,3

1,6

8

Αντιστάθμιση

1 410,0

1 409,5

100,0

1 409,5

100,0

Γενικό σύνολο των πιστώσεων για αναλήψεις υποχρεώσεων

115 434,0

111 421,8

96,5

109 272,6

98,1

1 066,3

1,0

1 082,9

1,0

Γενικό σύνολο των πιστώσεων για πληρωμές

111 380,0

105 032,1

94,3

100 139,4

95,3

2 829,9

2,7

2 062,7

2,0


Γραφική παράσταση IV

Πιστώσεις για πληρωμές διαθέσιμες κατά το 2004 και χρησιμοποίησή τους

(εκατομμύρια ευρώ και %)

Τμήματα (ΤΜ) και τίτλοι (T) που αντιστοιχούν στην ονοματολογία προϋπολογισμού του 2004 και τομείς των δημοσιονομικών προοπτικών

Οριστικές πιστώσεις (16)

Χρησιμοποίηση των πιστώσεων

Πληρωμές που έγιναν το 2004

Ποσοστό χρησιμοποίησης (%)

Μεταφορές στο 2005

Ποσοστό (%)

Ακυρώσεις

Ποσοστό (%)

(α)

(β)

(β)/(α)

(γ)

(γ)/(α)

(δ) = (α) – (β) – (γ)

(δ)/(α)

 

Ονοματολογία του προϋπολογισμού

 

 

 

 

 

 

 

I

Κοινοβούλιο (ΤΜ I)

1 524,5

1 166,4

76,5

314,4

20,6

43,7

2,9

II

Συμβούλιο (ΤΜ ΙΙ)

630,4

506,8

80,4

105,8

16,8

17,8

2,8

III

Επιτροπή (ΤΜ III)

102 328,4

98 003,9

95,8

2 371,2

2,3

1 953,3

1,9

III.1

Οικονομικές και χρηματοδοτικές υποθέσεις (T 01)

427,6

348,7

81,6

14,0

3,3

64,9

15,2

III.2

Επιχειρήσεις (T 02)

335,5

246,4

73,5

40,5

12,1

48,6

14,5

III.3

Ανταγωνισμός (T 03)

86,5

77,2

89,3

7,4

8,6

1,9

2,2

III.4

Απασχόληση και κοινωνικές υποθέσεις (T 04)

9 404,5

9 286,0

98,7

24,5

0,3

93,9

1,0

III.5

Γεωργία και αγροτική ανάπτυξη (T 05)

47 837,8

47 445,8

99,2

75,9

0,2

316,2

0,7

III.6

Ενέργεια και μεταφορές (T 06)

1 268,8

1 008,4

79,5

71,9

5,7

188,5

14,9

III.7

Περιβάλλον (T 07)

334,4

252,1

75,4

42,9

12,8

39,5

11,8

III.8

Έρευνα (T 08)

3 079,5

2 605,8

84,6

459,7

14,9

14,0

0,5

III.9

Κοινωνία της πληροφορίας (T 09)

1 445,8

1 248,3

86,3

166,2

11,5

31,3

2,2

III.10

Άμεση έρευνα (T 10)

527,1

320,6

60,8

203,5

38,6

3,1

0,6

III.11

Αλιεία (T 11)

1 069,4

841,0

78,6

52,8

4,9

175,6

16,4

III.12

Εσωτερική αγορά (T 12)

71,3

56,4

79,1

7,7

10,8

7,1

10,0

III.13

Περιφερειακή πολιτική (T 13)

22 099,6

21 880,1

99,0

152,9

0,7

66,7

0,3

III.14

Φορολογία και τελωνειακή ένωση (T 14)

98,2

81,3

82,7

7,5

7,7

9,4

9,6

III.15

Εκπαίδευση και πολιτισμός (T 15)

1 180,6

989,2

83,8

171,6

14,5

19,9

1,7

III.16

Τύπος και επικοινωνία (T 16)

172,3

136,7

79,3

15,3

8,9

20,3

11,8

III.17

Υγεία και προστασία των καταναλωτών (T 17)

852,6

447,2

52,5

361,6

42,4

43,8

5,1

III.18

Δικαιοσύνη και εσωτερικές υποθέσεις (T 18)

520,6

436,2

83,8

19,4

3,7

65,0

12,5

III.19

Εξωτερικές σχέσεις (T 19)

3 690,3

3 316,8

89,9

152,2

4,1

221,4

6,0

III.20

Εμπόριο (T 20)

76,3

65,8

86,2

6,7

8,8

3,8

4,9

III.21

Ανάπτυξη και σχέσεις με τα κράτη ΑΚΕ (T 21)

1 109,3

975,7

88,0

80,8

7,3

52,8

4,8

III.22

Διεύρυνση (T 22)

2 175,6

1 987,3

91,3

60,7

2,8

127,6

5,9

III.23

Ανθρωπιστική βοήθεια (T 23)

535,5

514,1

96,0

5,2

1,0

16,2

3,0

III.24

Καταπολέμηση της απάτης (T 24)

57,8

43,7

75,6

4,6

7,9

9,5

16,5

III.25

Συντονισμός των πολιτικών της Επιτροπής και παροχή νομικών συμβουλών (T 25)

212,9

185,4

87,1

20,4

9,6

7,1

3,3

III.26

Διοίκηση (T 26)

983,5

801,5

81,5

118,0

12,0

64,0

6,5

III.27

Προϋπολογισμός (T 27)

1 474,8

1 460,2

99,0

12,0

0,8

2,6

0,2

III.28

Λογιστικός έλεγχος (T 28)

9,6

8,6

89,5

0,8

7,9

0,3

2,6

III.29

Στατιστικές (T 29)

127,7

97,3

76,2

13,1

10,3

17,3

13,5

III.30

Συντάξεις (T 30)

841,8

840,1

99,8

1,6

0,2

0,1

0,0

III.31

Αποθεματικά (T 31)

221,0

221,0

100,0

IV

Δικαστήριο (ΤΜ IV)

245,2

216,3

88,2

15,9

6,5

13,0

5,3

V

Ελεγκτικό Συνέδριο (ΤΜ V)

103,0

84,2

81,8

7,2

7,0

11,5

11,2

VI

Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (ΤΜ VI)

113,4

92,3

81,4

8,8

7,8

12,3

10,8

VII

Επιτροπή των Περιφερειών (ΤΜ VII)

79,0

63,2

80,0

5,7

7,2

10,1

12,8

VIII

Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής και Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων (ΤΜ VIII)

8,2

6,2

75,4

0,9

10,8

1,1

13,8

Γενικό σύνολο των πιστώσεων για πληρωμές

105 032,1

100 139,4

95,3

2 829,9

2,7

2 062,7

2,0

 

Δημοσιονομικές προοπτικές

 

 

 

 

 

 

 

1

Γεωργία

44 308,3

43 579,4

98,4

397,9

0,9

331,0

0,7

2

Διαρθρωτικές ενέργειες

34 635,1

34 198,3

98,7

197,0

0,6

239,7

0,7

3

Εσωτερικές πολιτικές

8 992,1

7 255,2

80,7

1 152,1

12,8

584,8

6,5

4

Εξωτερικές δράσεις

5 098,0

4 605,8

90,3

175,6

3,4

316,6

6,2

5

Διοικητικές δαπάνες

6 927,2

5 856,4

84,5

849,6

12,3

221,2

3,2

6

Αποθεματικά

442,0

181,9

41,1

260,1

58,9

7

Προενταξιακή στρατηγική

3 219,9

3 052,9

94,8

57,8

1,8

109,2

3,4

8

Αντιστάθμιση

1 409,5

1 409,5

100,0

Γενικό σύνολο των πιστώσεων για πληρωμές

105 032,1

100 139,4

95,3

2 829,9

2,7

2 062,7

2,0

Image

Image

Image


(1)  Για το οικονομικό έτος 2004: οριστικοί ετήσιοι λογαριασμοί σχετικά με τις πράξεις του προϋπολογισμού του οικονομικού έτους 2004 [SEC (2005) ΧΧΧΧ].

(2)  Συνθήκη της Ρώμης (25 Μαρτίου 1957): Συνθήκη ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ).

(3)  Συνθήκη της Ρώμης (25 Μαρτίου 1957): Συνθήκη ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Ευρατόμ).

(4)  Κυρίως ο δημοσιονομικός κανονισμός (ΔΚ) της 25ης Ιουνίου 2002 (ΕΕ L 248 της 16.9.2002).

(5)  Κυριότερες νομικές πράξεις που αφορούν τους ιδίους πόρους: απόφαση 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2000 (ΕΕ L 253 της 7.10.2000)· κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000 ((ΕΕ L 130 της 31.5.2000)· κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1553/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μαΐου 1989 (ΕΕ L 155 της 7.6.1989)· έκτη οδηγία του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1977, κοινό σύστημα ΦΠΑ: ομοιόμορφη φορολογική βάση (ΕΕ L 145 της 13.6.1977)· οδηγία 89/130/ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1989, για την εναρμόνιση του καθορισμού του ΑΕΕ (ΕΕ L 49 της 21.2.1989)· κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1287/2003 του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2003, για την εναρμόνιση του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος σε τιμές αγοράς (ΕΕ L 181 της 19.7.2003).

(6)  Είναι πολύ σημαντικό να ληφθεί υπόψη η διαφορά μεταξύ «πιστώσεων για αναλήψεις υποχρεώσεων» και «πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων» καθώς και μεταξύ «πιστώσεων για πληρωμές» και «πιστώσεων πληρωμών». Οι δύο έννοιες «πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων» και «πιστώσεις πληρωμών» χρησιμοποιούνται αποκλειστικά στα πλαίσια των διαχωριζόμενων πιστώσεων.

(7)  βλέπε άρθρα 274 της συνθήκης ΕΚ, 179 της συνθήκης Ευρατόμ και 50 του ΔΚ.

(8)  βλέπε άρθρα 69 έως 74 του ΔΚ και τον κανονισμό (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000 (ΕΕ L 130 της 31.5.2000).

(9)  βλέπε άρθρα 246, 247 και 248 της συνθήκης ΕΚ, 160Α, 160Β και 160Γ της συνθήκης Ευρατόμ, καθώς και τα άρθρα 139 έως 147 του ΔΚ.

(10)  βλέπε άρθρα 276 της συνθήκης ΕΚ, 180β της συνθήκης Ευρατόμ.

(11)  Μετά τους διορθωτικούς προϋπολογισμούς.

(12)  Μετά τους διορθωτικούς προϋπολογισμούς και τις μεταφορές μεταξύ κονδυλίων.

(13)  Διατεθέντα έσοδα, ανασυσταθείσες πιστώσεις, μεταφερθείσες πιστώσεις και επαναχρησιμοποίηση.

(14)  Οριστικές πιστώσεις του προϋπολογισμού έπειτα από συνυπολογισμό των μεταφορών μεταξύ κονδυλίων του προϋπολογισμού, των πιστώσεων που αντιστοιχούν σε διατεθέντα ή εξομοιούμενα έσοδα και των πιστώσεων που μεταφέρθηκαν από το προηγούμενο οικονομικό έτος. Κατά συνέπεια, για ορισμένους τομείς των δημοσιονομικών προοπτικών, οι διαθέσιμες πιστώσεις υπερβαίνουν το προβλεπόμενο ανώτατο όριο.

(15)  Συμπεριλαμβανομένων των πιστώσεων που αντιστοιχούν σε διατεθέντα ή εξομοιούμενα έσοδα.

(16)  Οριστικές πιστώσεις του προϋπολογισμού έπειτα από συνυπολογισμό των μεταφορών μεταξύ κονδυλίων του προϋπολογισμού, των πιστώσεων που αντιστοιχούν σε διατεθέντα ή εξομοιούμενα έσοδα και των πιστώσεων που μεταφέρθηκαν από το προηγούμενο οικονομικό έτος.

(17)  Για το Ηνωμένο. Βασίλειο εφαρμόζεται διόρθωση (5 272,1 εκατομμύρια ευρώ) στο ακαθάριστο ποσό των ιδίων πόρων (16 954,5 εκατομμύρια ευρώ). Η χρηματοδότηση αυτής της προσαρμογής βαρύνει τα υπόλοιπα κράτη μέλη.

Η διόρθωση αυτή καταλογίστηκε μόνο στα στοιχεία ΦΠΑ και ΑΕΠ των ακαθάριστων ιδίων πόρων κατ' αναλογία των αντίστοιχων ποσών.

(18)  Η γεωγραφική κατανομή δεν αντιστοιχεί στις πληρωμές που έγιναν προς τα κράτη μέλη, αλλά στην κατανομή των δαπανών βάσει των δεδομένων που εμφανίζει το πληροφορικό σύστημα της Επιτροπής Sincom2.

(19)  Τα ποσά στα Διάφορα περιλαμβάνουν κυρίως τις δαπάνες που σχετίζονται με σχέδια εκτελούμενα εκτός της Ένωσης και τη συμμετοχή τρίτων χωρών. Περιλαμβάνονται επίσης οι δαπάνες για τις οποίες δεν ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί γεωγραφική κατανομή.

(20)  Διαθέσιμες πιστώσεις = Πιστώσεις για πληρωμές του οικονομικού έτους + μεταφερθείσες πιστώσεις του προηγούμενου οικονομικού έτους.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Εκθέσεις και γνωμοδοτήσεις που εγκρίθηκαν από το Ελεγκτικό Συνέδριο από το 2000

Σύμφωνα με τις διατάξεις των συνθηκών, τo Ελεγκτικό Συνέδριo έχει την υπoχρέωση να καταρτίζει ετήσια έκθεση. Έχει επίσης την υπoχρέωση, σύμφωνα με τις Συνθήκες και άλλες ισχύoυσες κανoνιστικές ρυθμίσεις, να καταρτίζει ειδικές ετήσιες εκθέσεις για oρισμένα όργανα και δραστηριότητες των Κoινoτήτων. Οι συνθήκες δίνoυν επιπλέoν την εξoυσία στo Συνέδριo να υπoβάλλει τις παρατηρήσεις τoυ για ιδιαίτερα θέματα και να γνωμoδoτεί ύστερα από αίτηση ενός από τα όργανα. Οι εκθέσεις και γνωμoδoτήσεις πoυ εγκρίθηκαν από τo Συνέδριo από το 2000 παρoυσιάζoνται στoν παρακάτω πίνακα.

Τίτλος

Δημοσίευση

Ετήσιες εκθέσεις και δηλώσεις αξιοπιστίας

Εικοστή τρίτη ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 1999:

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του γενικού προϋπολογισμού

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του έκτου, έβδομου και όγδοου ΕΤΑ

ΕΕ C 342 της 1.12.2000

Εικοστή τέταρτη ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2000:

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του γενικού προϋπολογισμού

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του έκτου, έβδομου και όγδοου ΕΤΑ

ΕΕ C 359 της 15.12.2001, ΕΕ C 92 της 17.4.2002 και ΕΕ C 36 της 15.2.2003

Εικοστή πέμπτη ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2001:

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του γενικού προϋπολογισμού

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του έκτου, έβδομου και όγδοου ΕΤΑ

ΕΕ C 295 της 28.11.2002

Εικοστή έκτη ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2002:

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του γενικού προϋπολογισμού

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του έκτου, έβδομου και όγδοου ΕΤΑ

ΕΕ C 286 της 28.11.2003

Εικοστή έβδομη ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2003:

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του γενικού προϋπολογισμού

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που εμπίπτουν στο πλαίσιο του έκτου, έβδομου, όγδοου και ένατου ΕΤΑ

ΕΕ C 293 της 30.11.2004

Εικοστή όγδοη ετήσια έκθεση για το οικονομικό έτος 2004:

Έκθεση σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού

Έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με τις δραστηριότητες που χρηματοδοτούνται από το έκτο, έβδομο και όγδοο ΕΤΑ

Δημοσιεύεται στην παρούσα ΕΕ

Ειδικές εκθέσεις

Ίδιοι πόροι

Ειδική έκθεση αριθ. 17/2000 σχετικά με τον έλεγχο της Επιτροπής για την αξιοπιστία και τη συγκρισιμότητα του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος (ΑΕΠ) των κρατών μελών

ΕΕ C 336 της 27.11.2000

Ειδική έκθεση αριθ. 23/2000 σχετικά με τη δασμολογητέα αξία των εισαγομένων εμπορευμάτων (τελωνειακή εκτίμηση)

ΕΕ C 84 της 14.3.2001

Κοινή γεωργική πολιτική

Ειδική έκθεση αριθ. 1/2000 σχετικά με την κλασική πανώλη των χοίρων

ΕΕ C 85 της 23.3.2000

Ειδική έκθεση αριθ. 8/2000 σχετικά με τα κοινοτικά μέτρα για τη διάθεση των βουτυρικών λιπαρών ουσιών

ΕΕ C 132 της 12.5.2000

Ειδική έκθεση αριθ. 11/2000 σχετικά με το καθεστώς στήριξης για το ελαιόλαδο

ΕΕ C 215 της 27.7.2000

Ειδική έκθεση αριθ. 14/2000 σχετικά με τον περιβαλλοντικό προσανατολισμό της ΚΓΠ

ΕΕ C 353 της 8.12.2000

Ειδική έκθεση αριθ. 20/2000 σχετικά με τη διαχείριση της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα της ζάχαρης

ΕΕ C 50 της 15.2.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 22/2000 σχετικά με την αξιολόγηση της αναθεωρημένης διαδικασίας εκκαθάρισης των λογαριασμών

ΕΕ C 69 της 2.3.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 4/2001 σχετικά με τον έλεγχο του ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεις — Εφαρμογή του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου (ΟΣΔΕ)

ΕΕ C 214 της 31.7.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 6/2001 σχετικά με το καθεστώς των ποσοστώσεων γάλακτος

ΕΕ C 305 της 30.10.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 7/2001 σχετικά με τις επιστροφές κατά την εξαγωγή — Προορισμός και διάθεση στην αγορά

ΕΕ C 314 της 8.11.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 8/2001 σχετικά με τις επιστροφές κατά την παραγωγή αμύλου γεωμήλων και αμύλων σιτηρών, καθώς και τις ενισχύσεις για το άμυλο γεωμήλων

ΕΕ C 294 της 19.10.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 14/2001 όσον αφορά την παρακολούθηση της ειδικής έκθεσης αριθ. 19/98 του Συνεδρίου σχετικά με τη ΣΕΒ

ΕΕ C 324 της 20.11.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 5/2002 για τις πριμοδοτήσεις εκτατικοποίησης και τα καθεστώτα ενισχύσεων στο πλαίσιο της κοινής οργάνωσης της αγοράς στον τομέα του βοείου κρέατος

ΕΕ C 290 της 25.11.2002

Ειδική έκθεση αριθ. 6/2002 σχετικά με τον έλεγχο της διαχείρισης από την Επιτροπή του κοινοτικού καθεστώτος στήριξης για τους ελαιούχους σπόρους

ΕΕ C 254 της 22.10.2002

Ειδική έκθεση αριθ. 7/2002 για τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα της μπανάνας

ΕΕ C 294 της 28.11.2002

Ειδική έκθεση αριθ. 1/2003 σχετικά με την προχρηματοδότηση των επιστροφών κατά την εξαγωγή

ΕΕ C 98 της 24.4.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 4/2003 σχετικά με την αγροτική ανάπτυξη: στήριξη στις μειονεκτικές περιοχές

ΕΕ C 151 της 27.6.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 9/2003 σχετικά με το σύστημα καθορισμού των ποσών των επιστροφών κατά τις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων (επιστροφές κατά την εξαγωγή)

ΕΕ C 211 της 5.9.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 12/2003 σχετικά με τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση της κοινής οργάνωσης αγοράς στον τομέα των αποξηραμένων ζωοτροφών

ΕΕ C 298 της 9.12.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 13/2003 σχετικά με την ενίσχυση της βαμβακοπαραγωγής

ΕΕ C 298 της 9.12.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 14/2003 για την αποτίμηση του γεωργικού εισοδήματος από την Επιτροπή [άρθρο 33 παράγραφος 1 στοιχείο β) της συνθήκης ΕΚ]

ΕΕ C 45 της 20.2.2004

Ειδική έκθεση αριθ. 2/2004 σχετικά με τις προενταξιακές ενισχύσεις — Εξέταση της χρηστής διαχείρισης του Sapard

ΕΕ C 295 της 30.11.2004

Ειδική έκθεση αριθ. 3/2004 για την ανάκτηση παράτυπων πληρωμών στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής

ΕΕ C 269 της 4.11.2004

Ειδική έκθεση αριθ. 6/2004 για τη θέσπιση του συστήματος αναγνώρισης και καταγραφής των βοοειδών (ΣΑΚΒ) στην Ευρωπαϊκή Ένωση

ΕΕ C 29 της 4.2.2005

Ειδική έκθεση αριθ. 7/2004 για την κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα του ακατέργαστου καπνού

ΕΕ C 41 της 17.2.2005

Ειδική έκθεση αριθ. 8/2004 σχετικά με τη διαχείριση και την εποπτεία εκ μέρους της Επιτροπής των μέτρων καταπολέμησης και των δαπανών που αφορούν τον αφθώδη πυρετό

ΕΕ C 54 της 3.3.2005

Ειδική έκθεση αριθ. 9/2004 σχετικά με τα μέτρα για τα δάση στο πλαίσιο της πολιτικής αγροτικής ανάπτυξης

ΕΕ C 67 της 18.3.2005

Ειδική έκθεση αριθ. 3/2005 σχετικά με την αγροτική ανάπτυξη: επαλήθευση των γεωργοπεριβαλλοντικών δαπανών

EE C 279 της 11.11.2000

Διαρθρωτικές ενέργειες

Ειδική έκθεση αριθ. 3/2000 σχετικά με το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (τμήμα Προσανατολισμού) — Μέτρα για την ενίσχυση της απασχόλησης των νέων

ΕΕ C 100 της 7.4.2000

Ειδική έκθεση αριθ. 7/2000 σχετικά με το Διεθνές Ταμείο για την Ιρλανδία και το ειδικό πρόγραμμα ενίσχυσης για την ειρήνη και τη συμφιλίωση στη Βόρειο Ιρλανδία και στις Όμορες Κομητείες της Ιρλανδίας (1995-1999)

ΕΕ C 146 της 25.5.2000

Ειδική έκθεση αριθ. 15/2000 σχετικά με το Ταμείο Συνοχής

EE C 279 της 2.10.2000

Ειδική έκθεση αριθ. 1/2001 σχετικά με την κοινοτική πρωτοβουλία URBAN

ΕΕ C 124 της 25.4.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 10/2001 σχετικά με το δημοσιονομικό έλεγχο των διαρθρωτικών ταμείων — κανονισμοί της Επιτροπής (ΕΚ) αριθ. 2064/97 και (ΕΚ) αριθ. 1681/94

ΕΕ C 314 της 8.11.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 12/2001 σχετικά με ορισμένες διαρθρωτικές παρεμβάσεις υπέρ της απασχόλησης: αντίκτυπος των ενισχύσεων του ΕΤΠΑ στην απασχόληση — μέτρα του ΕΚΤ κατά της μακροχρόνιας ανεργίας

ΕΕ C 334 της 28.11.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 3/2002 σχετικά με την κοινοτική πρωτοβουλία Aπασχόληση — Integra

ΕΕ C 263 της 29.10.2002

Ειδική έκθεση αριθ. 4/2002 σχετικά με τις τοπικές δράσεις για την απασχόληση

ΕΕ C 263 της 29.10.2002

Ειδική έκθεση αριθ. 7/2003 σχετικά με την εφαρμογή του προγραμματισμού των παρεμβάσεων της περιόδου 2000-2006 στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων

ΕΕ C 174 της 23.7.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 4/2004 σχετικά με τον προγραμματισμό της κοινοτικής πρωτοβουλίας διευρωπαϊκής συνεργασίας Interreg III

ΕΕ C 303 της 7.12.2004

Εσωτερικές πολιτικές

Ειδική έκθεση αριθ. 9/2000 σχετικά με τα Διευρωπαϊκά Δίκτυα (ΔΕΔ) — Τηλεπικοινωνίες

ΕΕ C 166 της 15.6.2000

Ειδική έκθεση αριθ. 10/2000 σχετικά με τις δημόσιες συμβάσεις που αναθέτει το Κοινό Κέντρο Ερευνών

ΕΕ C 172 της 21.6.2000

Ειδική έκθεση αριθ. 9/2001 σχετικά με το πρόγραμμα επιμόρφωσης και κινητικότητας των ερευνητών

EE C 349 της 10.12.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 2/2002 σχετικά με τα προγράμματα κοινοτικών δράσεων «ΣΩΚΡΑΤΗΣ» και «Νεολαία για την Ευρώπη»

ΕΕ C 136 της 7.6.2002

Ειδική έκθεση αριθ. 11/2003 σχετικά με το χρηματοδοτικό μέσο για το περιβάλλον (LIFE)

ΕΕ C 292 της 2.12.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 1/2004 σχετικά με τη διαχείριση των έμμεσων δράσεων Ε & ΤΑ του πέμπτου προγράμματος-πλαισίου (ΠΠ5) για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη (1998-2002)

ΕΕ C 99 της 23.4.2004

Εξωτερικές ενέργειες

Ειδική έκθεση αριθ. 2/2000 σχετικά με τις βοήθειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη στο πλαίσιο της αποκατάστασης της ειρήνης και του κράτους δικαίου

ΕΕ C 85 της 23.3.2000

Ειδική έκθεση αριθ. 4/2000 σχετικά με τις δράσεις απoκατάστασης υπέρ των κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και τoυ Ειρηνικoύ (ΑΚΕ) ως μέσo για την πρoετoιμασία της παρoχής συμβατικής αναπτυξιακής βoήθειας

ΕΕ C 113 της 19.4.2000

Ειδική έκθεση αριθ. 12/2000 σχετικά με τη διαχείριση, εκ μέρους της Επιτροπής, των ενεργειών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προώθηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας σε τρίτες χώρες

ΕΕ C 230 της 10.8.2000

Ειδική έκθεση αριθ. 16/2000 σχετικά με τις διαδικασίες προκήρυξης διαγωνισμoύ για τις συμβάσεις υπηρεσιών στο πλαίσιο των προγραμμάτων Phare και Tacis

ΕΕ C 350 της 6.12.2000

Ειδική έκθεση αριθ. 18/2000 σχετικά με το πρόγραμμα εφοδιασμού της Ρωσικής Ομοσπονδίας σε γεωργικά προϊόντα

ΕΕ C 25 της 25.1.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 19/2000 σχετικά με τη διαχείριση από την Επιτροπή του προγράμματος συνδρομής υπέρ της παλαιστινιακής κοινωνίας

ΕΕ C 32 της 31.1.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 21/2000 σχετικά με τη διαχείριση των προγραμμάτων εξωτερικής βοήθειας της Επιτροπής (ιδίως σχετικά με τον εθνικό προγραμματισμό, την προετοιμασία των σχεδίων και το ρόλο των αντιπροσωπειών)

ΕΕ C 57 της 22.2.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 2/2001 σχετικά με τη διαχείριση επείγουσας ανθρωπιστικής βοήθειας για τα θύματα της κρίσης του Κοσσυφοπεδίου (ΕCHO)

ΕΕ C 168 της 12.6.2001 και ΕΕ C 159 της 3.7.2002

Ειδική έκθεση αριθ. 3/2001 σχετικά με τη διαχείριση των διεθνών αλιευτικών συμφωνιών εκ μέρους της Επιτροπής

ΕΕ C 210 της 27.7.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 5/2001 σχετικά με τα ανταλλαγματικά κεφάλαια της στήριξης διαρθρωτικής προσαρμογής που διατίθενται για ενισχύσεις του προϋπολογισμού (έβδομο και όγδοο ΕΤΑ)

ΕΕ C 257 της 14.9.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 11/2001 σχετικά με το πρόγραμμα διασυνοριακής συνεργασίας Tacis

ΕΕ C 329 της 23.11.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 13/2001 σχετικά με τη διαχείριση της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ)

ΕΕ C 338 της 30.11.2001

Ειδική έκθεση αριθ. 1/2002 σχετικά με τη μακροοικονομική χρηματοδοτική συνδρομή (ΜΧΣ) σε τρίτες χώρες και τις διευκολύνσεις διαρθρωτικής προσαρμογής (ΔΔΠ) στις μεσογειακές χώρες

ΕΕ C 121 της 23.5.2002

Ειδική έκθεση αριθ. 2/2003 σχετικά με την εφαρμογή της πολιτικής της επισιτιστικής ασφάλειας στις αναπτυσσόμενες χώρες που χρηματοδοτείται από το γενικό προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΕΕ C 93 της 17.4.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 5/2003 σχετικά με τη χρηματοδότηση περιβαλλοντικών σχεδίων στις υποψήφιες χώρες στο πλαίσιο των μέσων Phare και ISPA

ΕΕ C 167 της 17.7.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 6/2003 σχετικά με την αδελφοποίηση υπηρεσιών (Twinning) ως το κύριο μέσο στήριξης της θεσμικής ενίσχυσης στις υποψήφιες προς ένταξη χώρες

ΕΕ C 167 της 17.7.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 8/2003 σχετικά με την εκτέλεση των έργων υποδομής που χρηματοδοτούνται από το ΕΤΑ

ΕΕ C 181 της 31.7.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 10/2003 σχετικά με την αποτελεσματικότητα της διαχείρισης, από την Επιτροπή, της αναπτυξιακής βοήθειας στην Ινδία ως προς τη στόχευση των φτωχών και την επίτευξη βιώσιμων οφελών

ΕΕ C 211 της 5.9.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 15/2003 σχετικά με τον έλεγχο των προγραμμάτων μικρών έργων που χρηματοδοτεί το ΕΤΑ

ΕΕ C 63 της 11.3.2004

Ειδική έκθεση αριθ. 5/2004 σχετικά με την υποστήριξη που παρέχει το πρόγραμμα Phare στο πλαίσιο της προετοιμασίας των υποψήφιων χωρών σχετικά με τη διαχείριση των διαρθρωτικών ταμείων

ΕΕ C 15 της 20.1.2005

Ειδική έκθεση αριθ. 10/2004 σχετικά με την ανάθεση της διαχείρισης της εξωτερικής βοήθειας της ΕΚ στις αντιπροσωπείες της Επιτροπής

ΕΕ C 72 της 22.3.2005

Ειδική έκθεση αριθ. 2/2005 σχετικά με τις δημοσιονομικές ενισχύσεις του ΕΤΑ στις χώρες ΑΚΕ: διαχείριση από την Επιτροπή του σκέλους «μεταρρύθμιση των δημόσιων οικονομικών»

ΕΕ C 249 της 7.10.2005

Ειδική έκθεση αριθ. 4/2005 σχετικά με τη διαχείριση της οικονομικής συνεργασίας στην Ασία από την Επιτροπή

ΕΕ C 260 της 19.10.2005

Διοικητικές δαπάνες

Ειδική έκθεση αριθ. 5/2000 σχετικά με τις δαπάνες για τα ακίνητα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (κτίρια «Erasmus», «Thomas More» και «Παράρτημα C»)

ΕΕ C 109 της 14.4.2000

Ειδική έκθεση αριθ. 13/2000 σχετικά με τις δαπάνες των πολιτικών ομάδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

ΕΕ C 181 της 28.6.2000

Ειδική έκθεση αριθ. 3/2003 σχετικά με το καθεστώς συντάξεων αναπηρίας των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΕΕ C 109 της 7.5.2003

Ειδική έκθεση αριθ. 1/2005 σχετικά με τη διαχείριση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)

ΕΕ C 202 της 18.8.2005

Ειδική έκθεση αριθ. 5/2005: Δαπάνες διερμηνείας του Κοινοβουλίου, της Επιτροπής και του Συμβουλίου

Υπό δημοσίευση

Χρηματοδοτικά μέσα και τραπεζικές δραστηριότητες

Ειδική έκθεση αριθ. 6/2000 σχετικά με την παροχή κοινοτικών επιδοτήσεων επιτοκίου για δάνεια που χορηγεί η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στο πλαίσιο της προσωρινής δανειοδοτικής της διευκόλυνσης

ΕΕ C 152 της 31.5.2000

Ειδικές ετήσιες εκθέσεις

Οικονομικές καταστάσεις της ΕΚΑΧ

Έκθεση για τις δημοσιονομικές καταστάσεις της 31ης Δεκεμβρίου 1999 της ΕΚΑΧ

ΕΕ C 281 της 4.10.2000

Έκθεση για τις δημοσιονομικές καταστάσεις της 31ης Δεκεμβρίου 2000 της ΕΚΑΧ

ΕΕ C 185 της 30.6.2001 και ΕΕ C 363 της 19.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις της 31ης Δεκεμβρίου 2001 της ΕΚΑΧ

ΕΕ C 158 της 3.7.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις της 23ης Ιουλίου 2002 της ΕΚΑΧ

ΕΕ C 127 της 29.5.2003

Ετήσια έκθεση σχετικά με την ΕΚΑΧ

Ετήσια έκθεση σχετικά με την ΕΚΑΧ για το οικονομικό έτος 1999

ΕΕ C 347 της 4.12.2000

Ετήσια έκθεση σχετικά με την ΕΚΑΧ για το οικονομικό έτος 2000

ΕΕ C 366 της 20.12.2001

Ετήσια έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με την ΕΚΑΧ για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 302 της 5.12.2002

Ετήσια έκθεση και δήλωση αξιοπιστίας σχετικά με την ΕΚΑΧ για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 23 Ιουλίου 2002

ΕΕ C 224 της 19.9.2003

Οργανισμός εφοδιασμού της Ευρατόμ

Έκθεση για τις δημοσιονομικές καταστάσεις του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ σχετικά με το οικονομικό έτος 1999

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση σχετικά με τις οικονομικές καταστάσεις του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση σχετικά με τις οικονομικές καταστάσεις του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ για το οικονομικό έτος 2001

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση σχετικά με τις οικονομικές καταστάσεις του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ για το οικονομικό έτος 2002

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Οργανισμού Εφοδιασμού της Ευρατόμ για το οικονομικό έτος 2003

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Joint European Torus (JET)

Έκθεση για τους λογαριασμούς της κοινής επιχείρησης JET για το οικονομικό έτος 1999

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση για τους λογαριασμούς του 2000 της κοινής επιχείρησης «Joint European Torus (JET)»

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση για τους λογαριασμούς του 2001 της κοινής επιχείρησης «Joint European Torus (JET)»

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (Ίδρυμα του Δουβλίνου)

Έκθεση σχετικά με τις δημοσιονομικές καταστάσεις και τη διαχείριση του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (Ίδρυμα του Δουβλίνου) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 1999

ΕΕ C 373 της 27.12.2000

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (Ίδρυμα του Δουβλίνου) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop, Θεσσαλονίκη)

Έκθεση σχετικά με τις δημοσιονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop — Θεσσαλονίκη) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 1999

ΕΕ C 373 της 27.12.2000

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop — Θεσσαλονίκη) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Ευρωπαϊκά Σχολεία

Έκθεση σχετικά με τις δημοσιονομικές καταστάσεις των Ευρωπαϊκών Σχολείων για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 1999

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις των Ευρωπαϊκών Σχολείων για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις των Ευρωπαϊκών Σχολείων για το οικονομικό έτος 2001

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις των Ευρωπαϊκών Σχολείων για το οικονομικό έτος 2002

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς των Ευρωπαϊκών Σχολείων για το οικονομικό έτος 2003

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ίδρυμα και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

Έκθεση σχετικά με τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το οικονομικό έτος 1999

ΕΕ C 47 της 13.2.2001

Έκθεση σχετικά με τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το οικονομικό έτος 2000

ΕΕ C 341 της 4.12.2001

Έκθεση σχετικά με τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 259 της 25.10.2002

Έκθεση σχετικά με τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 45 της 20.2.2004

Έκθεση σχετικά με τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 286 της 23.11.2004

Διαχείριση των συμβάσεων Σένγκεν

Ειδική ετήσια έκθεση για τις δημοσιονομικές καταστάσεις που αφορούν τη διαχείριση, από το Γενικό Γραμματέα/Ύποιτο Εκπρόσωπο του Συμβουλίου, των συμβάσεων που αυτός συνήψε, ως εκπρόσωπος ορισμένων κρατών μελών, σχετικά με την εγκατάσταση και τη λειτουργία του εξυπηρετητή παροχής βοήθειας («Help Desk Server») της ομάδας διαχείρισης και του δικτύου «Sirene φάση II» («συμβάσεις Σένγκεν») για την περίοδο από 3 Μαΐου έως 31 Δεκεμβρίου 1999

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Ειδική ετήσια έκθεση για τις δημοσιονομικές καταστάσεις που αφορούν τη διαχείριση, από το Γενικό Γραμματέα/Ύπατο Εκπρόσωπο του Συμβουλίου, των συμβάσεων που έχει συνάψει, ως εκπρόσωπος ορισμένων κρατών μελών, σχετικά με την εγκατάσταση και τη λειτουργία του εξυπηρετητή παροχής βοήθειας («Help Desk Server») της μονάδας διαχείρισης και του δικτύου «Sirene φάση II» («συμβάσεις Σένγκεν») για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Ειδική ετήσια έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις που αφορούν τη διαχείριση, από το Γενικό Γραμματέα/Ύπατο Εκπρόσωπο του Συμβουλίου, των συμβάσεων που έχει συνάψει, ως εκπρόσωπος ορισμένων κρατών μελών, σχετικά με την εγκατάσταση και τη λειτουργία του εξυπηρετητή παροχής βοήθειας («Help Desk Server») της μονάδας διαχείρισης και του δικτύου «Sirene φάση II» («συμβάσεις Σένγκεν») για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2001

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Ειδική ετήσια έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις σχετικά με τις «συμβάσεις Σένγκεν» για το οικονομικό έτος 2002

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Διαχείριση των συμβάσεων «Sisnet»

Ειδική ετήσια έκθεση για τις δημοσιονομικές καταστάσεις που αφορούν τη διαχείριση, από το Γενικό Γραμματέα/Ύπατο Εκπρόσωπο του Συμβουλίου, των συμβάσεων που έχει συνάψει, ως εκπρόσωπος ορισμένων κρατών μελών, σχετικά με την εγκατάσταση και τη λειτουργία της υποδομής επικοινωνίας για το περιβάλλον Σένγκεν, ονομαζόμενης Sisnet, για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Ειδική ετήσια έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις που αφορούν τη διαχείριση, από τον Αναπληρωτή Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου, των συμβάσεων που έχει συνάψει, ως εκπρόσωπος ορισμένων κρατών μελών, σχετικά με την εγκατάσταση και τη λειτουργία της υποδομής επικοινωνίας για το περιβάλλον Σένγκεν, ονομαζόμενης «Sisnet», για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2001

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Ειδική ετήσια έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις σχετικά με το «Sisnet», για το οικονομικό έτος 2002

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Ειδική ετήσια έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις σχετικά με το «Sisnet», για το οικονομικό έτος 2003

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Ειδική ετήσια έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις σχετικά με το «Sisnet», για το οικονομικό έτος 2004

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Κοινοτικό Γραφείο Φυτικών Ποικιλιών (ΚΓΦΠ, Angers)

Έκθεση σχετικά με τις δημοσιονομικές καταστάσεις του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών (ΚΓΦΠ — Angers) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 1999

ΕΕ C 373 της 27.12.2000

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών (ΚΓΦΠ Angers) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Γραφείο Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά (OHMI, Αλικάντε)

Έκθεση για τις δημοσιονομικές καταστάσεις του Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά (Αλικάντε) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 1999

ΕΕ C 373 της 27.12.2000

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά (Αλικάντε) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (Μπιλμπάο)

Έκθεση σχετικά με τις δημοσιονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (Μπιλμπάο) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 1999

ΕΕ C 373 της 27.12.2000

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (ΕΟΑΥΕ — Μπιλμπάο) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

EE C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος (Κοπεγχάγη)

Έκθεση σχετικά με τις δημοσιονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (ΕΟΠ — Κοπεγχάγη) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 1999

ΕΕ C 373 της 27.12.2000

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (ΕΟΠ — Κοπεγχάγη) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας (ΕΚΠΝΤ, Λισαβόνα)

Έκθεση σχετικά με τις δημοσιονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας (Λισαβόνα) για το οικονομικό έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 1999

ΕΕ C 373 της 27.12.2000

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας (ΕΚΠΝΤ — Λισαβόνα) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας για το οικονομικό έτος 2003

EE C 324 της 30.12.2004

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων (ΕΜΕΑ-Λονδίνο)

Έκθεση σχετική με τις δημοσιονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Αξιολόγηση των Φαρμακευτικών Προϊόντων (ΕΜΕΑ—Λονδίνο) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 1999

ΕΕ C 373 της 27.12.2000

Έκθεση σχετική με τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Αξιολόγηση των Φαρμακευτικών Προϊόντων (ΕΜΕΑ—Λονδίνο) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση σχετική με τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Αξιολόγηση των Φαρμακευτικών Προϊόντων για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση σχετική με τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Αξιολόγηση των Φαρμακευτικών Προϊόντων για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Αξιολόγηση των Φαρμακευτικών Προϊόντων για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Μεταφραστικό Κέντρο των Οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΜΚΟΕΕ-Λουξεμβούργο)

Έκθεση σχετικά με τις δημοσιονομικές καταστάσεις του Μεταφραστικού Κέντρου των Οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Λουξεμβούργο) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 1999

ΕΕ C 373 της 27.12.2000

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Μεταφραστικού Κέντρου των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΜΚΟΕΕ—Λουξεμβούργο) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Μεταφραστικού Κέντρου των Οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Μεταφραστικού Κέντρου των Οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Μεταφραστικού Κέντρου των Οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (Τορίνο)

Έκθεση σχετικά με τις δημοσιονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (Τoρίνo) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 1999

ΕΕ C 373 της 27.12.2000

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (Τoρίνo) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαίδευσης για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαίδευσης για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Ιδρύματος Επαγγελματικής Εκπαίδευσης για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο των φαινομένων ρατσισμού και ξενοφοβίας (Βιέννη)

Έκθεση σχετικά με τις δημοσιονομικές καταστάσεις του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των φαινομένων ρατσισμού και ξενοφοβίας (Βιέννη) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 1999

ΕΕ C 373 της 27.12.2000

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των φαινομένων ρατσισμού και ξενοφοβίας (Βιέννη) για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2000

ΕΕ C 372 της 28.12.2001

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των φαινομένων ρατσισμού και ξενοφοβίας για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις του του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των φαινομένων ρατσισμού και ξενοφοβίας για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των φαινομένων ρατσισμού και ξενοφοβίας για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ανασυγκρότησης (Θεσσαλονίκη)

Έκθεση σχετικά με τους δημοσιονομικούς λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ανασυγκρότησης και την εκτέλεση της ενίσχυσης στο Κοσσυφοπέδιο για το οικονομικό έτος 2000

ΕΕ C 355 της 13.12.2001

Έκθεση σχετικά με τις οικονομικές καταστάσεις της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ανασυγκρότησης για το οικονομικό έτος 2001

ΕΕ C 326 της 27.12.2002

Έκθεση σχετικά με τις οικονομικές καταστάσεις της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ανασυγκρότησης για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση σχετικά με τις οικονομικές καταστάσεις της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ανασυγκρότησης για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 41 της 17.2.2005

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Ασφάλεια στη Θάλασσα για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Ευρωπαϊκός Οργανισμός Ασφάλειας της Αεροπορίας

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Ασφάλειας της Αεροπορίας για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Ευρωπαϊκή Αρχή για την Aσφάλεια των Τροφίμων

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Aσφάλεια των Τροφίμων για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Εurojust

Έκθεση για τις οικονομικές καταστάσεις της Eurojust για το οικονομικό έτος 2002

ΕΕ C 319 της 30.12.2003

Έκθεση για τους ετήσιους λογαριασμούς της Eurojust για το οικονομικό έτος 2003

ΕΕ C 324 της 30.12.2004

Συνέλευση

Έκθεση σχετικά με τους λογαριασμούς που καταρτίστηκαν από τον Γενικό Γραμματέα της Συνέλευσης για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2002

ΕΕ C 122 της 22.5.2003

Έκθεση σχετικά με τους λογαριασμούς που καταρτίστηκαν από τον Γενικό Γραμματέα της Συνέλευσης για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2003

ΕΕ C 157 της 14.6.2004

Κοινή επιχείρηση Galileo

Έκθεση για τους λογαριασμούς της κοινής επιχείρησης Galileo για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2003

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Έκθεση για τους λογαριασμούς της κοινής επιχείρησης Galileo για το οικονομικό έτος που έκλεισε στις 31 Δεκεμβρίου 2004

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδοτήσεις

Γνωμοδότηση αριθ. 1/2000 σχετικά με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου που τροποποιεί το δημοσιονομικό κανονισμό της 21ης Δεκεμβρίου 1977 για το διαχωρισμό των καθηκόντων εσωτερικού ελέγχου από τα καθήκοντα του εκ των προτέρων δημοσιονομικού ελέγχου

ΕΕ C 327 της 17.11.2000

Γνωμοδότηση αριθ. 2/2000 σχετικά με πρόταση τροποποίησης του δημοσιονομικού κανονισμού του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών (ΚΓΦΠ-Angers)

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 1/2001 για πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1258/1999 του Συμβουλίου περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής καθώς και άλλων διαφόρων κανονισμών για την κοινή γεωργική πολιτική

ΕΕ C 55 της 21.2.2001

Γνωμοδότηση αριθ. 2/2001 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου περί δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ΕΕ C 162 της 5.6.2001

Γνωμοδότηση αριθ. 3/2001 για πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση ειδικών μέτρων για την οριστική έξοδο από την υπηρεσία υπαλλήλων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης της Επιτροπής

ΕΕ C 162 της 5.6.2001

Γνωμοδότηση αριθ. 4/2001 σχετικά με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 549/69 περί καθορισμού των κατηγοριών των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους οποίους εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 12, του άρθρου 13 δεύτερο εδάφιο και 14 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Κοινοτήτων (θέμα: φορολόγηση των δικαιούχων της αποζημίωσης οριστικής εξόδου από την υπηρεσία)

ΕΕ C 162 της 5.6.2001

Γνωμοδότηση αριθ. 5/2001 για πρόταση τροποποίησης του δημοσιονομικού κανονισμού του Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά (Αλικάντε)

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 6/2001 για σχέδιο κανονισμού της Επιτροπής που τροποποιεί τον κανονισμό αριθ. 3418/93 της Επιτροπής της 9ης Δεκεμβρίου 1993 περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων του δημοσιονομικού κανονισμού της 21ης Δεκεμβρίου 1977

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 7/2001 για πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 8/2001 σχετικά με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του καταστατικού των εκτελεστικών οργανισμών που είναι επιφορτισμένοι με ορισμένα καθήκοντα σχετικά με τη διαχείριση των κοινοτικών προγραμμάτων

ΕΕ C 345 της 6.12.2001

Γνωμοδότηση αριθ. 9/2001 για μια πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ποινική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας [2001/0115 (COD — COM(2001) 272 τελικό]

ΕΕ C 14 της 17.1.2002

Γνωμοδότηση αριθ. 1/2002 σχετικά με πρόταση τροποποίησης του δημοσιονομικού κανονισμού του Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά (ΓΕΕΑ-Αλικάντε)

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 2/2002 σχετικά με τροποποιημένη πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου περί δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ΕΕ C 92 της 17.4.2002

Γνωμοδότηση αριθ. 3/2002 σχετικά με πρόταση για το δημοσιονομικό κανονισμό που εφαρμόζεται στον προϋπολογισμό της Eurojust

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 4/2002 σχετικά με τροποποιημένη πρόταση που αφορά κανονισμό του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ) αριθ. 549/69 περί καθορισμού των κατηγοριών των υπαλλήλων και του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στους οποίους εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 12, του άρθρου 13 δεύτερη παράγραφος και 14 του πρωτοκόλλου περί των προνομίων και ασυλιών των Κοινοτήτων

ΕΕ C 225 της 20.9.2002

Γνωμοδότηση αριθ. 5/2002 σχετικά με τροποποιημένη πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου, παράλληλα με τη μεταρρύθμιση της Επιτροπής, για τη θέσπιση των ιδιαίτερων μέτρων που αφορούν την οριστική λήξη των καθηκόντων υπαλλήλων της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ΕΕ C 236 της 1.10.2002

Γνωμοδότηση αριθ. 6/2002 σχετικά με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη θέσπιση των ιδιαίτερων μέτρων που αφορούν την οριστική λήξη των καθηκόντων υπαλλήλων της Γενικής Γραμματείας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ΕΕ C 236 της 1.10.2002

Γνωμοδότηση αριθ. 7/2002 σχετικά με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη θέσπιση των ιδιαίτερων μέτρων που αφορούν την οριστική λήξη των καθηκόντων μόνιμων υπαλλήλων καθώς και έκτακτων υπαλλήλων των πολιτικών ομάδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου

ΕΕ C 236 της 1.10.2002

Γνωμοδότηση αριθ. 8/2002 σχετικά με πρόταση τροποποίησης του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Ανασυγκρότησης

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 9/2002 σχετικά με τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής

ΕΕ C 285 της 21.11.2002

Γνωμοδότηση αριθ. 10/2002 σχετικά με πρόταση τροποποίησης των συστατικών πράξεων των κοινοτικών οργανισμών μετά από την έκδοση του νέου δημοσιονομικού κανονισμού (υποβληθείσα από την Επιτροπή)

ΕΕ C 285 της 21.11.2002

Γνωμοδότηση αριθ. 11/2002 σχετικά με πρόταση κανονισμού της Επιτροπής για τη θέσπιση δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου για τους κοινοτικούς οργανισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 185 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ΕΕ C 12 της 17.1.2003

Γνωμοδότηση αριθ. 12/2002 σχετικά με το σχέδιο κανονισμού του Συμβουλίου για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο ένατο Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάπτυξης δυνάμει της συμφωνίας εταιρικής σχέσης ΑΚΕ-ΕΚ που υπογράφηκε στην Κοτονού στις 23 Ιουνίου 2000

ΕΕ C 12 της 17.1.2003

Γνωμοδότηση αριθ. 13/2002 σχετικά με σχέδιο κανονισμού της Επιτροπής για τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου της 25ης Ιουνίου 2002 για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ΕΕ C 12 της 17.1.2003

Γνωμοδότηση αριθ. 14/2002 για πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου που τροποποιεί τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ΕΕ C 21 της 28.1.2003

Γνωμοδότηση αριθ. 1/2003 σχετικά με πρόταση κανονισμού της επιτροπής προϋπολογισμού του Γραφείου Εναρμόνισης στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) για τη θέσπιση των δημοσιονομικών διατάξεων που εφαρμόζονται στο Γραφείο («δημοσιονομικός κανονισμός»)

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 2/2003 σχετικά με πρόταση κανονισμού του διοικητικού συμβουλίου του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών για τη θέσπιση των δημοσιονομικών διατάξεων που εφαρμόζονται στο Γραφείο («δημοσιονομικός κανονισμός»)

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 3/2003 σχετικά με σχέδιο δημοσιονομικού κανονισμού της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 4/2003 σχετικά με σχέδιο δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο Μεταφραστικό Κέντρο των Οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 5/2003 σχετικά με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη θέσπιση ειδικών και προσωρινών μέτρων για την πρόσληψη υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με την ευκαιρία της προσχώρησης της Κύπρου, της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Ουγγαρίας, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβακίας και της Σλοβενίας

EE C 224 της 19.9.2003

Γνωμοδότηση αριθ. 6/2003 σχετικά με το σχέδιο δημοσιονομικού κανονισμού του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για την Αξιολόγηση των Φαρμακευτικών Προϊόντων

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 7/2003 σχετικά με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1150/2000 σχετικά με την εφαρμογή της απόφασης 2000/597/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων

EE C 318 της 30.12.2003

Γνωμοδότηση αριθ. 8/2003 σχετικά με πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση προγράμματος κοινοτικής δράσης για την προώθηση ενεργειών στον τομέα της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας

EE C 318 της 30.12.2003

Γνωμοδότηση αριθ. 9/2003 σχετικά με σχέδιο κανονισμού της Επιτροπής για τη θέσπιση δημοσιονομικού κανονισμού-προτύπου των εκτελεστικών οργανισμών, κατ' εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 58/2003 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του καταστατικού των εκτελεστικών οργανισμών που είναι επιφορτισμένοι με ορισμένα καθήκοντα σχετικά με τη διαχείριση κοινοτικών προγραμμάτων

EE C 19 της 23.1.2004

Γνωμοδότηση αριθ. 10/2003 σχετική με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2728/94 που αφορά την ίδρυση Ταμείου Εγγύησης για τις εξωτερικές δράσεις

EE C 19 της 23.1.2004

Γνωμοδότηση αριθ. 1/2004 σχετικά με τροποποιημένη πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό των Κοινοτήτων αυτών

EE C 75 της 24.3.2004

Γνωμοδότηση αριθ. 2/2004 σχετικά με το πρότυπο του «ενιαίου ελέγχου» (single audit) (και με πρόταση για πλαίσιο εσωτερικού κοινοτικού ελέγχου)

EE C 107 της 30.4.2004

Γνωμοδότηση αριθ. 1/2005 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για τη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής

ΕΕ C 121 της 20.5.2005 και ΕΕ C 167 της 7.7.2005

Γνωμοδότηση αριθ. 2/2005 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και το Ταμείο Συνοχής

ΕΕ C 121 της 20.5.2005

Γνωμοδότηση αριθ. 3/2005 σχετικά με το σχέδιο κανονισμού της Επιτροπής για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 2342/2002, της 23ης Δεκεμβρίου 2002, για τη θέσπιση των κανόνων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1605/2002 του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού που εφαρμόζεται στο γενικό προϋπολογισμό των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ΕΕ C 124 της 23.5.2005

Γνωμοδότηση αριθ. 4/2005 σχετικά με πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και με πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με τα μέτρα εφαρμογής της διόρθωσης των ανισορροπιών του προϋπολογισμού, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5 της απόφασης του Συμβουλίου της (…) για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων

ΕΕ C 167 της 7.7.2005

Γνωμοδότηση αριθ. 5/2005 σχετικά με το σχέδιο τροποποίησης του δημοσιονομικού κανονισμού του Κοινοτικού Γραφείου Φυτικών Ποικιλιών που εγκρίθηκε από το διοικητικό συμβούλιο του Γραφείου στις 16 Σεπτεμβρίου 2004

Δεν δημοσιεύθηκε στην ΕΕ

Γνωμοδότηση αριθ. 6/2005 σχετικά με την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 και (Ευρατόμ) αριθ. 1074/1999 σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF)

ΕΕ C 202 της 18.8.2005

Γνωμοδότηση αριθ. 7/2005 για το σχέδιο κανονισμού της Επιτροπής που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1653/2004 όσον αφορά τη θέση υπολόγων των εκτελεστικών οργανισμών

ΕΕ C 249 της 7.10.2005