|
ISSN 1725-2415 |
||
|
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281 |
|
|
||
|
Έκδοση στην ελληνική γλώσσα |
Ανακοινώσεις και Πληροφορίες |
48ό έτος |
|
|
III Πληροφορίες |
|
|
2005/C 281/3 |
||
|
EL |
|
I Ανακοινώσεις
Δικαστήριο
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/1 |
Εκλογή των προέδρων των τμημάτων
(2005/C 281/01)
Κατά τη συνεδρίαση της 6ης Οκτωβρίου 2005, οι δικαστές του Δικαστηρίου εξέλεξαν, δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, τον K. Schiemann ως πρόεδρο του τετάρτου τμήματος, τον J. Makarczyk ως πρόεδρο του πέμπτου τμήματος και τον J. Malenovský ως πρόεδρο του έκτου τμήματος, για διάστημα ενός έτους μέχρι τις 6 Οκτωβρίου 2005.
Η σύνθεση των τμημάτων του Δικαστηρίου είναι η ακόλουθη:
Πρώτο τμήμα
P. Jann, πρόεδρος,
K. Schiemann, N. Colneric, J. N. Cunha Rodrigues, K. Lenaerts, E. Juhász, M. Ilešič και E. Levits, δικαστές.
Δεύτερο τμήμα
C. W. A. Timmermans, πρόεδρος,
M. Makarczyk, C. Gulmann, R. Schintgen, R. Silva de Lapuerta, P. Kūris, Γ. Αρέστης και J. Klučka, δικαστές.
Τρίτο τμήμα
A. Rosas, πρόεδρος,
J. Malenovský, A.-M. La Pergola, J.-P. Puissochet, S. von Bahr, A. Borg Barthet, U. Lõhmus και A. Ó Caoimh, δικαστές.
Τέταρτο τμήμα
K. Schiemann, πρόεδρος,
N. Colneric, J. N. Cunha Rodrigues, K. Lenaerts, E. Juhász, M. Ilešič και E. Levits, δικαστές.
Πέμπτο τμήμα
J. Makarczyk, πρόεδρος,
C. Gulmann, R. Schintgen, R. Silva de Lapuerta, P. Kūris, Γ. Αρέστης και J. Klučka, δικαστές.
Έκτο τμήμα
J. Malenovský, πρόεδρος,
A. La Pergola, J.-P. Puissochet, S. von Bahr, A. Borg Barthet, U. Lõhmus και A. Ó Caoimh, δικαστές.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/1 |
Πίνακες χρησιμεύοντες για τον προσδιορισμό της συνθέσεως των δικαστικών σχηματισμών του τετάρτου, του πέμπτου και του έκτου τμήματος από τις 11 Οκτωβρίου 2005
(2005/C 281/02)
Κατά τη συνεδρίασή του της 11ης Οκτωβρίου το Δικαστήριο κατάρτισε τους πίνακες περί των οποίων γίνεται λόγος στο άρθρο 11γ, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας για τον προσδιορισμό της συνθέσεως των τριμελών τμημάτων ως ακολούθως:
Τέταρτο τμήμα
N. Colneric
J. N. Cunha Rodrigues
K. Lenaerts
E. Juhász
M. Ilešič
E. Levits
Πέμπτο τμήμα
C. Gulmann
R. Schintgen
R. Silva de Lapuerta
P. Kūris
Γ. Αρέστης
J. Klučka
Έκτο τμήμα
A. La Pergola
J.-P. Puissochet
S. von Bahr
A. Borg Barthet
U. Lõhmus
A. Ó Caoimh
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/2 |
Διορισμός του πρώτου γενικού εισαγγελέα
(2005/C 281/03)
Το Δικαστήριο διόρισε, δυνάμει του άρθρου 10, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, για διάστημα ενός έτους από τις 7 Οκτωβρίου 2005, την C. Stix-Hackl ως πρώτη γενική εισαγγελέα.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/2 |
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
(δεύτερο τμήμα)
της 2ας Ιουνίου 2005
στην υπόθεση C-282/02: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιρλανδίας (1)
(Παράβαση κράτους μέλους - Ρύπανση των υδάτων - Οδηγία 76/464/ΕΟΚ)
(2005/C 281/04)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Στην υπόθεση C-282/02, με αντικείμενο προσφυγή του άρθρου 226 ΕΚ λόγω παραβάσεως, ασκηθείσα στις 31 Ιουλίου 2002, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εκπρόσωπος: M. Shotter) κατά Ιρλανδίας (εκπρόσωπος: D. J. O'Hagan, επικουρούμενος από τον A. M. Collins, BL), το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα), συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, R. Silva de Lapuerta (εισηγήτρια), C. Gulmann, J. Makarczyk και P. Kūris, δικαστές, γενικός εισαγγελέας: M. Poiares Maduro, γραμματέας: R. Grass, εξέδωσε στις 2 Ιουνίου 2005 απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
|
1) |
Η Ιρλανδία, παραλείποντας να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ορθή μεταφορά στο εσωτερικό της δίκαιο και την ορθή εφαρμογή της οδηγίας 76/464/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 4ης Μαΐου 1976, περί ρυπάνσεως που προκαλείται από ορισμένες επικίνδυνες ουσίες που εκχέονται στο υδάτινο περιβάλλον της Κοινότητας, παρέβη τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει από το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής. |
|
2) |
Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά. |
|
3) |
Καταδικάζει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα. |
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/2 |
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
(δεύτερο τμήμα)
της 8ης Σεπτεμβρίου 2005
στην υπόθεση C-191/03 (αίτηση του Labour Court για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως): North Western Health Board κατά Margaret McKenna (1)
(Ισότητα αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών - Ασθένεια επελθούσα πριν από την άδεια μητρότητας - Aσθένεια σχετική με κατάσταση εγκυμοσύνης - Yπαγωγή στο γενικό καθεστώς αναρρωτικών αδειών - Eπίπτωση στην αμοιβή - Συνυπολογισμός της απουσίας στον συνολικό αριθμό αμειβομένων ημερών αναρρωτικής αδείας κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου)
(2005/C 281/05)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Στην υπόθεση C-191/03, που έχει ως αντικείμενο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, την οποίαν υπέβαλε το Labour Court (Ιρλανδία), με απόφαση της 14ης Απριλίου 2003, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Μαΐου 2003, στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας North Western Health Board κατά Margaret McKenna, το Δικαστήριο (δεύτερο τμήμα), συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann (εισηγητή) και R. Schintgen, δικαστές, γενικός εισαγγελέας: P. Léger, γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως, εξέδωσε στις 8 Σεπτεμβρίου 2005 απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
|
1. |
Εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 141 ΕΚ και της οδηγίας 75/117/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Φεβρουαρίου 1975, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή της αρχής της ισότητας των αμοιβών μεταξύ εργαζομένων ανδρών και γυναικών, ένα σύστημα αναρρωτικών αδειών το οποίο επιφυλάσσει την ίδια μεταχείριση στις εργαζόμενες γυναίκες που πάσχουν από ασθένεια σχετική με τη μητρότητα με αυτήν που ισχύει για τους λοιπούς εργαζομένους που έχουν προσβληθεί από ασθένεια άσχετη με την εγκυμοσύνη. |
|
2. |
Το άρθρο 141 ΕΚ και η οδηγία 75/117 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν συνιστούν δυσμενείς διακρίσεις λόγω φύλου:
|
(1) 1 ΕΕ C 158 της 05.07.2003.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/3 |
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
(πρώτο τμήμα)
της 8ης Σεπτεμβρίου 2005
στην υπόθεση C-512/03 (αίτηση του Gerechtshof te's-Hertogenbosch για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως): J. E. J. Blanckaert κατά Inspecteur van de Belastingdienst/Particulieren/Ondernemingen buitenland te Heerlen (1)
(Άμεση φορολογία - Φόρος επί εισοδημάτων από καταθέσεις και επενδύσεις - Φορολογική Σύμβαση - Μειώσεις φόρου που χορηγούνται μόνο στους ασφαλισμένους σε εθνικό σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως)
(2005/C 281/06)
Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική
Στην υπόθεση C-512/03, με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, την οποία υπέβαλε το Gerechtshof te's-Hertogenbosch (Κάτω Χώρες), με απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 2003 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 8 Δεκεμβρίου 2003, στο πλαίσιο της διαδικασίας J. E. J. Blanckaert κατά Inspecteur van de Belastingdienst/Particulieren/ Ondernemingen buitenland te Heerlen, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα), συγκείμενο από τους K. Lenaerts (εισηγητή), πρόεδρο τετάρτου τμήματος, προεδρεύοντα πρώτου τμήματος, N. Colneric, K. Schiemann, E. Juhász και M. Ilešič, δικαστές, γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl, γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως, εξέδωσε στις 8 Σεπτεμβρίου 2005 απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
Τα άρθρα 56 ΕΚ και 58 ΕΚ πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν κανονιστική ρύθμιση κράτους μέλους σύμφωνα με την οποία δεν χορηγούνται μειώσεις φόρου βάσει του συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως σε φορολογούμενους κατοίκους αλλοδαπής οι οποίοι πραγματοποιούν σ' αυτό το κράτος μέλος εισοδήματα αποκλειστικώς από καταθέσεις και επενδύσεις και οι οποίοι δεν είναι ασφαλισμένοι στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως του εν λόγω κράτους μέλους, ενώ οι φορολογούμενοι κάτοικοι ημεδαπής που είναι ασφαλισμένοι στο εν λόγω σύστημα απολαύουν, κατά τον υπολογισμό του φορολογητέου εισοδήματός τους, των μειώσεων αυτών, ακόμη και αν πραγματοποιούν αποκλειστικώς εισοδήματα της αυτής φύσεως και δεν καταβάλλουν εισφορές κοινωνικής ασφαλίσεως.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/3 |
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
(πρώτο τμήμα)
της 15ης Σεπτεμβρίου 2005
στην υπόθεση C-140/04 (αίτηση του hof van beroep te Antwerpen για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως): United Antwerp Maritime Agencies NV κατά Belgische Staat, και Seaport Terminals NV κατά Belgische Staat, United Antwerp Maritime Agencies NV (1)
(Τελωνειακή ένωση - Γένεση τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή - Εμπόρευμα σε προσωρινή εναπόθεση - Υπεξαίρεση του εμπορεύματος από την τελωνειακή επιτήρηση - Οφειλέτης)
(2005/C 281/07)
Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική
Στην υπόθεση C-140/04, με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, που υπέβαλε το hof van beroep te Antwerpen (Βέλγιο) με απόφαση της 11ης Μαρτίου 2004, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Μαρτίου 2004, στο πλαίσιο της δίκης United Antwerp Maritime Agencies NV κατά Belgische Staat, και Seaport Terminals NV κατά Belgische Staat, United Antwerp Maritime Agencies NV, το Δικαστήριο (πρώτο τμήμα), συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, K. Lenaerts, J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή), E. Juhász και Ilešič, δικαστές, γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer, γραμματέας: M. Ferreira, υπάλληλος διοικήσεως, εξέδωσε στις 15 Σεπτεμβρίου 2005 απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
Το άρθρο 203, παράγραφος 3, τέταρτη περίπτωση, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το «πρόσωπο το οποίο είναι υπεύθυνο για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την παραμονή του εμπορεύματος σε προσωρινή εναπόθεση» προσδιορίζει το πρόσωπο το οποίο, μετά την εκφόρτωση του εν λόγω εμπορεύματος, κατέχει τούτο προκειμένου να διασφαλίσει τη μεταφορά ή την αποθήκευση.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/4 |
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ
(πέμπτο τμήμα)
της 8ης Σεπτεμβρίου 2005
στην υπόθεση C-303/04 (αίτηση του Tribunale di Voghera για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως): Lidl Italia Srl κατά Comune di Stradella (1)
(Τεχνικά πρότυπα και κανονισμοί - Οδηγία 98/34/ΕΚ - Έννοια του «τεχνικού κανόνα» - Μη αποικοδομήσιμοι ωτοκαθαριστές βάμβακος)
(2005/C 281/08)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Στην υπόθεση C-303/04, με αντικείμενο αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, την οποία υπέβαλε το Tribunale di Voghera (Ιταλία), με απόφαση της 1ης Ιουλίου 2004 που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 16 Ιουλίου 2004, στο πλαίσιο της δίκης Lidl Italia Srl κατά Comune di Stradella, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα), συγκείμενο από τους R. Silva de Lapuerta, πρόεδρο τμήματος, C. Gulmann (εισηγητή) και J. Klučka, δικαστές, γενική εισαγγελέας: J. Kokott, γραμματέας: R. Grass, εξέδωσε στις 8 Σεπτεμβρίου 2005 απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
|
1. |
Το άρθρο 1, σημείο 11, της οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουλίου 1998, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια εθνική νομοθετική διάταξη, όπως το άρθρο 19 του νόμου 93, της 23ης Μαρτίου 2001, περί του περιβάλλοντος, εφόσον απαγορεύει την εμπορία ωτοκαθαριστών βάμβακος που δεν έχουν κατασκευαστεί από αποικοδομήσιμα υλικά σύμφωνα με εθνικό πρότυπο, αποτελεί τεχνικό κανόνα. |
|
2. |
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 98/34, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/48, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μια εθνική διάταξη που αποτελεί τεχνικό κανόνα, όπως το άρθρο 19 του νόμου 93 της 23ης Μαρτίου 2001, πρέπει, πριν από τη θέσπισή της, να κοινοποιείται στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. |
|
3. |
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 98/34, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/48, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να μην εφαρμόσει εσωτερικού δικαίου διάταξη που αποτελεί τεχνικό κανόνα, όπως το άρθρο 19 του νόμου 93, της 23ης Μαρτίου 2001, εφόσον αυτή δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή πριν από τη θέσπισή της. |
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/4 |
Αίτηση αναιρέσεως του Hans-Peter Wilfer κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τέταρτο τμήμα) της 8ης Ιουνίου 2005, στην υπόθεση T-315/03, Hans-Peter Wilfer κατά Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), η οποία ασκήθηκε στις 28 Ιουλίου 2005 (τηλεομοιοτυπία της 27ης Ιουλίου 2005)
(Υπόθεση C-301/05 P)
(2005/C 281/09)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Ο Hans-Peter Wilfer, εκπροσωπούμενος από τον A. Kockläuner, Rechtsanwalt, δικηγορικό γραφείο Meissner, Bolte & Partner, Widenmayerstraße 48, D-80538, Μόναχο, Γερμανία, άσκησε στις 28 Ιουλίου 2005 (τηλεομοιοτυπία της 27ης Ιουλίου 2005) ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τέταρτο τμήμα) της 8ης Ιουνίου 2005, στην υπόθεση T-315/03, Hans-Peter Wilfer κατά Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (σήματα, σχέδια και υποδείγματα).
Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:
|
1. |
να εξαφανίσει το σημείο 1 του διατακτικού της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 8ης Ιουνίου 2005, στην υπόθεση T-315/03 (1), και να μεταρρυθμίσει τα σημεία 2 και 3 του διατακτικού της αποφάσεως αυτής, καταδικάζοντας το ΓΕΕΑ στο σύνολο των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε, καθώς και στο σύνολο των εξόδων του αναιρεσείοντος· |
|
2. |
να καταδικάσει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας. |
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα:
Προς στήριξη της αναιρέσεώς του κατά της εν λόγω αποφάσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει, αφενός, διαδικαστικές πλημμέλειες και, αφετέρου, παραβίαση του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους του Πρωτοδικείου.
|
1. |
Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο προέβη σε πεπλανημένη ερμηνεία του άρθρου 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα αν και κατά πόσον ο αναιρεσείων μπορεί να εκπροσωπηθεί και από επικουρούντα Patentanwalt (σύμβουλο επί θεμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας). Κατά τη διάταξη αυτή, στην έννοια «δικηγόρος» (Anwalt) υπάγεται και ο σύμβουλος επί θεμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας (Patentanwalt), στον βαθμό που η εθνική έννομη τάξη τού παρέχει τη δυνατότητα να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου ως εκπρόσωπος διαδίκου και του αναγνωρίζει στο πλαίσιο του νομικού συστήματος θέση ανάλογη, βάσει των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών του, αυτής του δικηγόρου. |
|
2. |
Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο, κρίνοντας επί του ζητήματος αν και σε ποιο βαθμό έπρεπε να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της υπό κρίση διαδικασίας, αφενός, η βεβαίωση καταχωρίσεως του αμερικανικού σήματος 76/302,601 «ROCKBASS» και, αφετέρου, το υπόμνημα του αναιρεσείοντος που περιείχε νέους ισχυρισμούς και αποδεικτικά στοιχεία, παραβίασε την κατ' άρθρο 74 του κανονισμού 40/94 (2) αρχή της αυτεπάγγελτης εξετάσεως και προέβη σε πεπλανημένη εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχεία β' και γ', του ίδιου κανονισμού. |
|
3. |
Όσον αφορά τη σημασία και τη γραμματική δομή της ονομασίας «ROCKBASS», ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη τους πραγματικούς ισχυρισμούς όπως προτάθηκαν και αλλοίωσε την ουσία τους. Το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη ότι η ονομασία «ROCKBASS» είναι εξαιρετικά πολύπλοκη, καθώς και ότι η επίμαχη ονομασία είναι δυνατό να προκύψει από πολλούς διαφορετικούς γραμματικούς συνδυασμούς. Δεδομένου ότι το Πρωτοδικείο δεν αιτιολόγησε την αλλοίωση αυτή των πραγματικών ισχυρισμών, συντρέχει επίσης παράβαση της υποχρεώσεώς του αιτιολογήσεως. |
|
4. |
Κατά τον αναιρεσείοντα, το Πρωτοδικείο, κρίνοντας επί της αυτόνομης χρήσεως των προϊόντων των κλάσεων 9 και 18 σε σχέση με τα προϊόντα της κλάσεως 15, δεν έλαβε υπόψη τους πραγματικούς ισχυρισμούς όπως προτάθηκαν και αλλοίωσε την ουσία τους, ενώ, μη παρέχοντας κατανοητή αιτιολογία, παρέβη τη σχετική υποχρέωσή του. |
|
5. |
Τέλος, το Πρωτοδικείο προέβη σε πεπλανημένη εφαρμογή του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του κανονισμού 40/94 κατά την εξέταση του ζητήματος αν το σήμα «ROCKBASS» του οποίου ζητείται η καταχώριση είναι αμιγώς περιγραφικό για το σύνολο των περιλαμβανόμενων στην αίτηση καταχωρίσεως προϊόντων. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο κακώς στηρίχθηκε στην έννοια του προκατειλημμένου μέσου παρατηρητή — αντί να λάβει ως βάση έναν αμερόληπτο μέσο παρατηρητή — και προσθέτει ότι, κατά την εξέταση του ζητήματος αυτού, το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη επουσιώδη και, από την άποψη του οικείου κοινού, μη ασκούντα επιρροή στοιχεία. |
(1) ΕΕ C 193, σ. 26.
(2) Κανονισμός (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1).
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/5 |
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Wojewódzki Sąd Administracyjny w Warszawie [διοικητικό δικαστήριο της βοϊβοδίας της Βαρσοβίας] με διάταξη της 22ας Ιουνίου 2005 στην υπόθεση Maciej Brzeziński κατά Direktor Izby Celnej w Warszawie [διευθυντή της τελωνειακής επιτροπής Βαρσοβίας]
(Υπόθεση C-313/05)
(2005/C 281/10)
Γλώσσα διαδικασίας: η πολωνική
Με διάταξη της 22ας Ιουνίου 2005, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 9 Αυγούστου 2005, το Wojewódzki Sąd Administracyjny w Warszawie [διοικητικό δικαστήριο της βοϊβοδίας της Βαρσοβίας], στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ Maciej Brzeziński και Dyrector Izby Celnej w Warszawie [διευθυντή της τελωνειακής επιτροπής Βαρσοβίας] που εκκρεμεί ενώπιόν του,
ζητεί από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των εξής ερωτημάτων:
|
1) |
Αποκλείει το άρθρο 25 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, κατά το οποίο οι εισαγωγικοί και εξαγωγικοί δασμοί ή φορολογικές επιβαρύνσεις ισοδυνάμου αποτελέσματος απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών, την εφαρμογή του άρθρου 80 του νόμου της 23ης Ιανουαρίου 2004 περί των ειδικών φόρων καταναλώσεως (Dz. U. 29, αύξων αριθ. 257, όπως έχει τροποποιηθεί) που ορίζει ότι υπόκεινται στον ειδικό φόρο καταναλώσεως τα ιδιωτικής χρήσεως αυτοκίνητα που δεν έχουν ταξινομηθεί στην ημεδαπή σύμφωνα με τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, δεδομένου ότι επιβάλλεται ειδικός φόρος καταναλώσεως σε κάθε αγορά αυτοκινήτου, ανεξαρτήτως του τόπου προελεύσεως του οχήματος πριν από την πρώτη ταξινόμησή του στην ημεδαπή; |
|
2) |
Επιτρέπει το άρθρο 90, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, κατά το οποίο κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει άμεσα ή έμμεσα στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους οποιασδήποτε φύσεως, ανωτέρους από εκείνους που επιβαρύνουν άμεσα ή έμμεσα τα ομοειδή εθνικά προϊόντα, σε κράτος μέλος να θεσπίσει ειδικό φόρο καταναλώσεως επιβαλλόμενο επί των μεταχειρισμένων αυτοκινήτων που έχουν εισαχθεί από άλλα κράτη μέλη, μολονότι απαλλάσσει του εν λόγω φόρου την πώληση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων που έχουν ήδη ταξινομηθεί στην Πολωνία, δεδομένου ότι ο ειδικός φόρος καταναλώσεως βαρύνει όλα τα οχήματα που δεν έχουν ταξινομηθεί στην ημεδαπή, κατά το άρθρο 80, παράγραφος 1, του πολωνικού νόμου περί ειδικών φόρων καταναλώσεως; |
|
3) |
Επιτρέπει το άρθρο 90, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, κατά το οποίο κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει στα προϊόντα των άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους η φύση των οποίων οδηγεί έμμεσα στην προστασία άλλων προϊόντων, σε κράτος μέλος να θεσπίσει ειδικό φόρο καταναλώσεως του οποίου ο συντελεστής εξαρτάται από την παλαιότητα του οχήματος και τον κυλινδρισμό του κινητήρα, όπως ο μνημονευόμενος στην πολωνική εκτελεστική κανονιστική πράξη (το άρθρο 7 της αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών της 22ας Απριλίου 2004 περί μειώσεως του συντελεστή του ειδικού φόρου καταναλώσεως — Dz. U. 87, αύξων αριθ. 825, όπως έχει τροποποιηθεί) στα μεταχειρισμένα αυτοκίνητα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη, δεδομένου ότι υπολογίζεται βάσει του αυτού τύπου ο φόρος επί της πωλήσεως μεταχειρισμένων αυτοκινήτων εντός της χώρας πριν από την πρώτη ταξινόμησή τους στην ημεδαπή, ακολούθως δε ο εν λόγω φόρος επιβαρύνει την τιμή του οχήματος κατά την μεταπώλησή του; |
|
4) |
Απαγορεύει το άρθρο 28 ΕΚ, δυνάμει του οποίου οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών, σε συνδυασμό με το άρθρο 3, παράγραφος 3, της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους καταναλώσεως, που ορίζει ότι τα κράτη μέλη διατηρούν τη δυνατότητα να θεσπίσουν ή να διατηρήσουν φορολογικές επιβαρύνσεις σε προϊόντα άλλα από εκείνα που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 1, υπό τον όρο όμως ότι αυτές οι επιβαρύνσεις δεν συνεπάγονται, κατά τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών, διατυπώσεις που σχετίζονται με τη διάβαση συνόρου, σε κράτος μέλος να θεσπίσει τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στο άρθρο 81 του πολωνικού νόμου περί ειδικών φόρων καταναλώσεως, δυνάμει του οποίου όσοι αγοράζουν εντός της Κοινότητας αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσεως, τα οποία δεν έχουν ταξινομηθεί στην ημεδαπή, βάσει των διατάξεων περί οδικής κυκλοφορίας, υποχρεούνται να καταθέσουν απλοποιημένη δήλωση στον διευθυντή του αρμόδιου τελωνείου κατά την εισαγωγή στο εθνικό έδαφος και το αργότερο εντός προθεσμίας πέντε ημερών από την αγορά εντός της Κοινότητας; |
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/6 |
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε ο Giudice di pace di Monselice με διάταξη της 12ης Ιουλίου 2005 στην υπόθεση Lidl Italia Srl κατά Comune di Arcole (VR)
(Υπόθεση C-315/05)
(2005/C 281/11)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Με διάταξη της 12ης Ιουλίου 2005, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 12 Αυγούστου 2005, ο Giudice di pace di Monselice (Ιταλία), στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ Lidl Italia Srl και Comune di Arcole (VR), που εκκρεμεί ενώπιόν του, ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί επί των εξής προδικαστικών ερωτημάτων:
|
1 |
«Πρέπει η οδηγία 2000/13/ΕΚ (1) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την επισήμανση, την παρουσίαση και τη διαφήμιση των τροφίμων, να ερμηνευθεί με την έννοια ότι, όσον αφορά τα προσυσκευασμένα τρόφιμα κατά το άρθρο 1 της εν λόγω οδηγίας, οι κανονιστικές υποχρεώσεις που επιβάλλει, ιδίως δε οι υποχρεώσεις κατά τα άρθρα 2, 3 και 12, πρέπει να θεωρηθούν επιβαλλόμενες αποκλειστικά και μόνο στον παραγωγό του προσυσκευασμένου τροφίμου;» |
|
2 |
Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα: Πρέπει τα άρθρα 2, 3 και 12 «της οδηγίας 2000/13/ΕΚ να ερμηνευθούν με την έννοια ότι δεν επιτρέπουν να θεωρείται ο επιχειρηματίας που είναι εγκατεστημένος εντός κράτους μέλους και απλώς διανέμει ένα προϊόν που έχει προσυσκευαστεί (σύμφωνα με τον ορισμό του προσυσκευασμένου προϊόντος στο άρθρο 1 της οδηγίας 2000/13/ΕΚ) από επιχειρηματία εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος ως υπεύθυνος της παράβασης που έχει διαπιστώσει μια δημόσια αρχή και που συνίσταται στην ύπαρξη διαφοράς μεταξύ της τιμής (εν προκειμένω του αλκοολικού τίτλου) που έχει αναγραφεί από τον παραγωγό στην ετικέτα του προσυσκευασμένου τροφίμου και να του επιβάλλεται η ανάλογη κύρωση ακόμη και στην περίπτωση που ο επιχειρηματίας αυτός (δηλαδή αυτός που απλώς και μόνο διανέμει το προϊόν) εμπορεύεται απλώς το τρόφιμο όπως του παραδίδεται από τον παραγωγό του;» |
(1) ΕΕ L 109 της 6.5.2000, σ. 29.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/6 |
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Sozialgericht Köln με απόφαση της 8ης Αυγούστου 2005 στην υπόθεση G. Pohl-Boskamp GmbH & Co. KG κατά Gemeinsamer Bundesausschuss, προσεπικαλούμενοι: 1) AOK-Bundesverband KdöR, 2) IKK-Bundesverband, 3) Bundesverband der Betriebskrankenkassen, 4) Bundesverband der landwirtschaftlichen Krankenkassen, 5) Verband der Angestellten-Krankenkassen eV, 6) AEV–Arbeiter-Ersatzkassen-Verband eV, 7) Bundesknappschaft, 8) Seekrankenkasse, 9) Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από το ομοσπονδιακό Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Ασφαλίσεως
(Υπόθεση C-317/05)
(2005/C 281/12)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Με απόφαση της 8ης Αυγούστου 2005, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 17 Αυγούστου 2005, το Sozialgericht Köln, στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ G. Pohl-Boskamp GmbH & Co. KG και Gemeinsamer Bundesausschuss, προσεπικαλούμενοι: 1) AOK-Bundesverband KdöR, 2) IKK-Bundesverband, 3) Bundesverband der Betriebskrankenkassen, 4) Bundesverband der landwirtschaftlichen Krankenkassen, 5) Verband der Angestellten-Krankenkassen eV, 6) AEV–Arbeiter-Ersatzkassen-Verband eV, 7) Bundesknappschaft, 8) Seekrankenkasse, 9) Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από το ομοσπονδιακό Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Ασφαλίσεως, που εκκρεμεί ενώπιόν του, ζητεί από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των εξής ερωτημάτων:
|
1) |
Έχει την έννοια η οδηγία 89/105/ΕΟΚ (1) του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με τη διαφάνεια των μέτρων που ρυθμίζουν τον καθορισμό των τιμών των φαρμάκων για ανθρώπινη χρήση και την κάλυψη του κόστους των στα πλαίσια των εθνικών ασφαλιστικών συστημάτων υγείας (οδηγία περί διαφάνειας), ότι απαγορεύει ρύθμιση κράτους μέλους η οποία, μετά τον αποκλεισμό φαρμάκων που δεν χρήζουν συνταγής ιατρού από το εθνικό ασφαλιστικό σύστημα υγείας, εξουσιοδοτεί έναν νομικό φορέα του συστήματος αυτού να θεσπίζει εξαιρέσεις φαρμακευτικών ουσιών από τον εν λόγω αποκλεισμό χωρίς να προβλέπει διαδικασία του άρθρου 6, αριθ. 1, δεύτερη πρόταση, και αριθ. 2 της οδηγίας περί διαφάνειας; |
|
2) |
Έχει την έννοια η οδηγία 89/105/ΕΟΚ, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, ότι παρέχει στους παρασκευαστές των φαρμάκων που αναφέρονται πιο πάνω, υπό σημείο 1, υποκειμενικό δικαίωμα έναντι των δημοσίων αρχών, ειδικότερα, δικαίωμα για τη λήψη αιτιολογημένης αποφάσεως κατά της οποίας είναι δυνατή η άσκηση ενδίκων μέσων, για να περιληφθεί ένα από τα φάρμακά τους σε κατάλογο του είδους που αναφέρεται πιο πάνω, ακόμη και αν η ρύθμιση του κράτους μέλους δεν προβλέπει ούτε ανάλογη διαδικασία λήψεως αποφάσεως ούτε συναφή διαδικασία ενδίκου βοηθήματος; |
(1) EE L 40, σ. 8.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/7 |
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Darmstadt (Γερμανία), με απόφαση της 17ης Αυγούστου 2005, στην υπόθεση Ismail Derin κατά Landkreis Darmstadt-Dieburg
(Υπόθεση C-325/05)
(2005/C 281/13)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Με απόφαση της 17ης Αυγούστου 2005, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 26 Αυγούστου 2005, το Verwaltungsgericht Darmstadt στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ του Ismail Derin και του Landkreis Darmstadt-Dieburg, που εκκρεμεί ενώπιόν του, υπέβαλε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων τα ακόλουθα ερωτήματα:
|
1) |
Χάνει ο Τούρκος υπήκοος, ο οποίος, στο πλαίσιο της οικογενειακής επανένωσης, ήλθε στην παιδική του ηλικία στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας για να κατοικήσει με τους γονείς του, οι οποίοι εργάζονταν εκεί ως μισθωτοί, το δικαίωμα διαμονής, το οποίο απορρέει από το βάσει του άρθρου 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της απόφασης 1/80 του Συμβουλίου Συνδέσεως ΕΟΚ-Τουρκίας (απόφασης 1/80) δικαίωμά του να αποδέχεται οποιαδήποτε προσφορά εργασίας –πλην των περιπτώσεων που μνημονεύει το άρθρο 14 της αποφάσεως 1/80 και της περιπτώσεως εξόδου από το κράτος μέλος υποδοχής για σημαντικό χρονικό διάστημα χωρίς βάσιμο λόγο– ακόμη και στην περίπτωση που μετά τη συμπλήρωση του 21ου έτους της ηλικίας του δεν συγκατοικεί πλέον με τους γονείς του και δεν συντηρείται από αυτούς; Σε περίπτωση καταφατικής απάντησης στο πρώτο ερώτημα: |
|
2) |
Ισχύει υπέρ του Τούρκου αυτού υπηκόου, παρά την απώλεια του δικαιώματος που απορρέει από το άρθρο 7, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, της απόφασης 1/80, η κατά το άρθρο 14 της απόφασης 1/80 ιδιαίτερη προστασία από απελάσεις, εφόσον ο Τούρκος αυτός υπήκοος, μετά τη διακοπή της οικογενειακής συμβίωσης με τους γονείς του, αφενός απασχολήθηκε κατά ακανόνιστα χρονικά διαστήματα ως μισθωτός, χωρίς να αποκτήσει αυτοτελή δικαιώματα βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 1, της απόφασης 1/80, και αφετέρου εργάστηκε επί χρονικό διάστημα πολλών ετών αποκλειστικά και μόνον ως ελεύθερος επαγγελματίας; |
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/7 |
Αίτηση αναιρέσεως που υπέβαλε η εταιρία SGL Carbon AG στις 30 Αυγούστου 2005 κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (δεύτερο τμήμα) της 15ης Ιουνίου 2005, συνεκδ. υποθ. T-71/03, T-74/03, T-87/03 και T-91/03, Tokai κ.λπ. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όσον αφορά την υπόθεση T-91/03
(Υπόθεση C-328/05 P)
(2005/C 281/14)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Η SGL Carbon AG, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Martin Klusmann και Frederik Wiemer, του δικηγορικού γραφείου Freshfields Bruckhaus Deringer, Feldmühleplatz 1, D-40008 Düsseldorf, άσκησε στις 30 Αυγούστου 2005 ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (δεύτερο τμήμα) της 15ης Ιουνίου 2005, συνεκδ. υποθ. T-71/03, T-74/03, T-87/03 και T-91/03, Tokai κ.λπ. κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όσον αφορά την υπόθεση T-91/03.
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
|
— |
δεχόμενο τα αιτήματα που υπέβαλε η SGL πρωτοδίκως, να αναιρέσει εν μέρει την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 15ης Ιουνίου 2005, συνεκδ. υποθ. T-71/03, T-74/03, T-87/03 και T-91/03 (1), καθόσον απέρριψε την προσφυγή στην υπόθεση Τ-91/03 κατά της αποφάσεως C(2002) 5083 τελ. της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ, |
|
— |
επικουρικά, να μειώσει εύλογα ακόμη περισσότερο το πρόστιμο που επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα με το άρθρο 3 της αποφάσεως της 17ης Δεκεμβρίου 2002 και τους προσδιορισθέντες τόκους εκκρεμοδικίας και υπερημερίας, όπως τα ποσά αυτά προκύπτουν από το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, |
|
— |
να καταδικάσει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα. |
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα:
Η αναιρεσείουσα προβάλλει ως λόγους αναιρέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως του Πρωτοδικείου την εσφαλμένη εφαρμογή των διαδικαστικών κανόνων και την παραβίαση του κοινοτικού δικαίου:
|
1. |
Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με την αρχή ne bis in idem, η οποία ισχύει γενικά στο δίκαιο των κρατών μελών και της Κοινότητας και έχει επίσης εφαρμογή έναντι των τρίτων κρατών, έπρεπε εν προκειμένω να ληφθεί υπόψη η ποινή που είχε επιβληθεί στην αναιρεσείουσα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο μη συνυπολογισμός της προγενέστερης αλλοδαπής ποινής αποτελεί –ως παραβίαση της αρχής αυτής και, επομένως, της επιταγής για ουσιαστική δικαιοσύνη– νομικό σφάλμα και δεν εμπίπτει στο πεδίο της διακριτικής ευχέρειας των αποφασιζουσών αρχών και του Πρωτοδικείου. |
|
2. |
Η αύξηση του προστίμου κατά 35 % με το αιτιολογικό ότι η αναιρεσείουσα ήταν η μόνη επικεφαλής της συμπράξεως είναι αβάσιμη, διότι δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στα μη αμφισβητούμενα πραγματικά περιστατικά ούτε στις ίδιες τις αντιφατικές διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου. Δεδομένου ότι από τις αιτιάσεις της Επιτροπής δεν προέκυπτε ότι η Επιτροπή θεωρούσε την αναιρεσείουσα ως τη μόνη επικεφαλής της συμπράξεως, παραβιάστηκε επίσης η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. |
|
3. |
Το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε τα πραγματικά στοιχεία στα οποία η αναιρεσείουσα στήριξε τον ισχυρισμό της ότι οι ανεπαρκείς γλωσσικές γνώσεις της Case Team της Επιτροπής είχαν ως αποτέλεσμα να προσβληθούν ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα άμυνας της εταιρίας αυτής, παρά τους θεμελιωμένους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία της αναιρεσείουσας. |
|
4. |
Δεν εκτιμήθηκε ορθά το πνεύμα συνεργασίας που επέδειξε η αναιρεσείουσα. Δεδομένου ότι το πνεύμα συνεργασίας που επέδειξε η αναιρεσείουσα αξίζει όσο και το πνεύμα συνεργασίας των λοιπών εμπλεκομένων επιχειρήσεων, η αναιρεσείουσα υπέστη δυσμενή διάκριση, αφού το πρόστιμό της μειώθηκε σημαντικά λιγότερο σε σύγκριση με τα πρόστιμα των λοιπών. |
|
5. |
Τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν ήταν δυσανάλογα υψηλά, διότι δεν ελήφθη υπόψη η αναμφισβήτητα μειωμένη χρηματοδοτική ικανότητα της αναιρεσείουσας κατά τον χρόνο της αποφάσεως της Επιτροπής. Η Επιτροπή και το Πρωτοδικείο κακώς θεώρησαν ότι η χρηματοδοτική ικανότητα δεν λαμβάνεται γενικώς υπόψη κατά τον καθορισμό της κυρώσεως: πρέπει να εξετάζουν κατά πόσον η συγκεκριμένη εταιρία μπορεί να αντεπεξέλθει οικονομικά στη συγκεκριμένη κύρωση. |
|
6. |
Τέλος, ακόμη και ο καθορισμός των τόκων είναι εσφαλμένος: οι ιδιαίτερα υψηλοί τόκοι εκκρεμοδικίας συνιστούν ειδική πρόσθετη ποινή, για την οποία δεν υπάρχει καμία νομική εξουσιοδοτική βάση. |
(1) ΕΕ C 205 της 20ής Αυγούστου 2005
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/8 |
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Bundessozialgericht με απόφαση της 5ης Ιουλίου 2005 στην υπόθεση Aldo Celozzi κατά Innungskrankenkasse Baden-Württemberg
(Υπόθεση C-332/05)
(2005/C 281/15)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Με απόφαση της 5ης Ιουλίου 2005, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 12 Σεπτεμβρίου 2005, το Bundessozialgericht, στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ Aldo Celozzi και Innungskrankenkasse Baden-Württemberg, που εκκρεμεί ενώπιόν του, ζητεί από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί του εξής ερωτήματος:
Συμβιβάζεται με τις διατάξεις του πρωτογενούς και/ή του παράγωγου δικαίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [και ειδικότερα με το άρθρο 39 ΕΚ (πρώην άρθρο 48 της Συνθήκης ΕΚ), το άρθρο 3, παράγραφος 1, και το άρθρο 23, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 και το άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1612/68 (1)] το γεγονός ότι ο έγγαμος διακινούμενος εργαζόμενος που απασχολείται στη Γερμανία και του οποίου ο σύζυγος κατοικεί σε άλλο κράτος μέλος λαμβάνει επίδομα ασθένειας που συναρτάται πάντοτε προς τις καθαρές αποδοχές του, οι οποίες προκύπτουν από τη φορολογική κατηγορία που αναγράφεται στη φορολογική κάρτα του εργαζόμενου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η μεταγενέστερη, αναδρομική και ευνοϊκή γι' αυτόν μεταβολή των φορολογικών στοιχείων που εξαρτώνται από την οικογενειακή του κατάσταση;
(1) ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 33.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/9 |
Προσφυγή της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας που ασκήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 2005
(Υπόθεση C-337/05)
(2005/C 281/16)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους D. Recchia και X. Lewis,, άσκησε στις 15 Σεπτεμβρίου 2005 ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσφυγή κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο:
|
— |
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις οδηγίες 93/36/ΕΟΚ (1), 77/62/ΕΟΚ (2), 80/767/ΕΟΚ (3) και 88/295/ΕΟΚ (4), καθόσον η Ιταλική Κυβέρνηση, και ειδικότερα τα Υπουργεία Εσωτερικών, Άμυνας, Οικονομίας και Οικονομικών, Γεωργικών και Δασικών Πολιτικών, 'Εργων Υποδομής και Μεταφορών και η Υπηρεσία Πολιτικής Άμυνας της Προεδρίας της Κυβέρνησης, έχουν καθιερώσει από παλιά και εξακολουθούν να εφαρμόζουν την πρακτική της απευθείας σύναψης με την εταιρία Agusta των συμβάσεων προμήθειας των ελικοπτέρων Agusta και Agusta Bell για την κάλυψη των αναγκών των στρατιωτικών σωμάτων των Πυροσβεστών, της Χωροφυλακής, της Κρατικής Δασονομίας, του Λιμενικού Σώματος, της Δημοσιονομικής Αστυνομίας και της Αστυνομίας Πόλεων καθώς και της Πολιτικής Άμυνας, χωρίς να εφαρμόζουν καμία διαδικασία διαγωνισμού, και ιδίως χωρίς να τηρούν τις διαδικασίες που προβλέπουν οι παραπάνω οδηγίες, |
|
— |
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Η Κυβέρνηση της Ιταλικής Δημοκρατίας, και ειδικότερα τα Υπουργεία Εσωτερικών, Άμυνας, Οικονομίας και Οικονομικών, Γεωργικών και Δασικών Πολιτικών, 'Εργων Υποδομής και Μεταφορών και η Υπηρεσία Πολιτικής Άμυνας της Προεδρίας της Κυβέρνησης, έχουν καθιερώσει από παλιά και εξακολουθούν να εφαρμόζουν την πρακτική της απευθείας σύναψης με την εταιρία Agusta των συμβάσεων προμήθειας των ελικοπτέρων Agusta και Agusta Bell για την κάλυψη των αναγκών των Πυροσβεστών, της Χωροφυλακής, της Κρατικής Δασονομίας, του Λιμενικού Σώματος, της Δημοσιονομικής Αστυνομίας και της Αστυνομίας Πόλεων καθώς και της Υπηρεσίας Πολιτικής Άμυνας της Προεδρίας της Κυβέρνησης, χωρίς να εφαρμόζουν καμία διαδικασία διαγωνισμού, και ιδίως χωρίς να τηρούν τις διαδικασίες που προβλέπει η οδηγία 93/36/ΕΟΚ και προέβλεπαν προηγουμένως οι οδηγίες 77/62/ΕΟΚ, 80/767/ΕΟΚ και 88/295/ΕΟΚ, πράγμα που συνιστά παραβίαση των υποχρεώσεων που υπέχει η Ιταλική Δημοκρατία από τις παραπάνω οδηγίες.
Η Επιτροπή, κατόπιν καταγγελίας που της υποβλήθηκε, συνέλεξε στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι η Ιταλική Κυβέρνηση έχει καθιερώσει από παλιά την πρακτική αυτή.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η πρακτική αυτή είναι αντίθετη με τις αναφερθείσες παραπάνω οδηγίες που διέπουν τις συμβάσεις δημόσιων προμηθειών, διότι δεν συντρέχει καμία από τις προϋποθέσεις εφαρμογής της διαδικασίας με διαπραγμάτευση για τη σύναψη σύμβασης χωρίς προκήρυξη διαγωνισμού.
Η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι η Ιταλία δεν απέδειξε ότι η επίμαχη πρακτική δικαιολογείται με βάση το άρθρο 2 της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ, κατά το οποίο η οδηγία δεν έχει εφαρμογή στις συμβάσεις προμηθειών που έχουν χαρακτηρισθεί απόρρητες ή των οποίων η εκτέλεση πρέπει να συνοδεύεται από ιδιαίτερα μέτρα ασφάλειας, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν στο οικείο κράτος μέλος ή όταν το απαιτεί η προστασία των ουσιωδών συμφερόντων της ασφάλειας του κράτους μέλους.
(1) ΕΕ L 199 της 09/08/1993, σ. 1.
(2) ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 24.
(3) ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 54.
(4) ΕΕ L 127 της 20/05/1988, σ. 1.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/9 |
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Landesgericht Innsbruck με διάταξη της 22ας Ιουνίου 2005 στην υπόθεση Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols κατά Land Tirol
(Υπόθεση C-339/05)
(2005/C 281/17)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Με διάταξη της 22ας Ιουνίου 2005, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 19 Σεπτεμβρίου 2005, το Landesgericht Innsbruck, στο πλαίσιο της διαφοράς Zentralbetriebsrat der Landeskrankenhäuser Tirols και Land Tirol που εκκρεμεί ενώπιόν του, ζητεί από το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί του εξής ερωτήματος:
Πρέπει τα κράτη μέλη ή οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοικήσεως των κρατών μελών να λαμβάνουν υπόψη, για τον υπολογισμό των αποδοχών των επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων, τις περιόδους απασχολήσεως που συμπλήρωσαν σε ορισμένους οργανισμούς ή ιδρύματα στην Ελβετία, που είναι παρεμφερείς προς τους αναφερόμενους στο άρθρο 41, παράγραφος 2, του Landesvertragsbedienstetengesetz του Τυρόλου (νόμου του ομόσπονδου κράτους του Τυρόλου για τους επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους) [ή στο άρθρο 26, παράγραφος 2, του Vertragsbedienstetengesetz 1948 (νόμου για τους επί συμβάσει ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του 1948]) οργανισμούς ή ιδρύματα, χωρίς χρονικούς περιορισμούς, ή πρέπει η Συμφωνία για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των κρατών μελών της, αφενός, και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας, αφετέρου (ΕΕ 2002, L 114, σ. 6), και ιδίως το άρθρο 9, παράγραφος 1, του παραρτήματος I, της Συμφωνίας, να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιτρέπεται ο συνυπολογισμός αυτός να περιορίζεται στις περιόδους απασχολήσεως που συμπλήρωσαν οι υπάλληλοι μετά τη θέση της Συμφωνίας αυτής σε ισχύ στην Ελβετία, την 1η Ιουνίου 2002;
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/10 |
Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως που υπέβαλε το Arbetsdomstolen με απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2005 στην υπόθεση Laval un Partneri Ltd κατά Svenska Byggnadsarbetareförbundet
(Υπόθεση C-341/05)
(2005/C 281/18)
Γλώσσα διαδικασίας: η σουηδική
Με απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 2005, η οποία περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 19 Σεπτεμβρίου 2005, το Arbetsdomstolen, στο πλαίσιο της διαφοράς μεταξύ της Laval un Partneri Ltd και της Svenska Byggnadsarbetareförbundet, ζητεί από το Δικαστήριο την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των εξής ερωτημάτων:
|
1) |
Συνάδει με τους κανόνες της Συνθήκης ΕΚ περί ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών και περί απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, καθώς και με την οδηγία 96/71, το γεγονός ότι συνδικαλιστικές οργανώσεις λαμβάνοντας μέτρα συλλογικής δράσης υπό τη μορφή αποκλεισμού επιδιώκουν να αναγκάσουν μια αλλοδαπή επιχείρηση παροχής υπηρεσιών να υπογράψει συλλογική σύμβαση στο κράτος υποδοχής όσον αφορά τους όρους εργασίας και απασχόλησης, όπως είναι αυτή που διαλαμβάνεται στην προαναφερθείσα απόφαση του Arbetsdomstolen, αν η κατάσταση στο κράτος υποδοχής είναι τέτοια ώστε στη νομοθεσία περί μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 96/71 δεν υπάρχουν ρητές διατάξεις περί της εφαρμογής των όρων εργασίας και απασχόλησης στις συλλογικές συμβάσεις; |
|
2) |
Σύμφωνα με το σουηδικό νόμο «medbestämmandelagen», απαγορεύονται τα μέτρα συλλογικής δράσης που αποσκοπούν στον αποκλεισμό μιας συλλογικής συμβάσεως η οποία έχει συναφθεί μεταξύ άλλων μερών. Αυτή η απαγόρευση ισχύει όμως, σύμφωνα με μια ειδική διάταξη που αποτελεί τμήμα του νόμου που αποκαλείται «lex Britannia», μόνον όταν μια οργάνωση λαμβάνει μέτρα συλλογικής δράσης στο πλαίσιο σχέσης εργασίας στην οποία ο medbestämmandelagen έχει άμεση εφαρμογή, πράγμα το οποίο στην πράξη σημαίνει ότι η απαγόρευση δεν ισχύει για τα μέτρα συλλογικής δράσης κατά αλλοδαπής επιχείρησης που δραστηριοποιείται προσωρινά στη Σουηδία και έχει φέρει μαζί της τους δικούς της εργαζομένους. Εμποδίζουν οι κανόνες της Συνθήκης ΕΚ περί ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών και περί απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, καθώς και η οδηγία 96/71, την εφαρμογή του τελευταίου αυτού κανόνα –ο οποίος μαζί με διάφορες διατάξεις του lex Britannia σημαίνει επίσης στην πράξη ότι οι σουηδικές συμβάσεις καθίστανται εφαρμοστέες και υπερισχύουν των ήδη συναφθεισών αλλοδαπών συλλογικών συμβάσεων– στα μέτρα συλλογικής δράσης υπό μορφή αποκλεισμού που λαμβάνουν σουηδικές συνδικαλιστικές οργανώσεις κατά αλλοδαπού εργοδότη; |
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/10 |
Προσφυγή της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Φινλανδικής Δημοκρατίας, που ασκήθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 2005
(Υπόθεση C-342/05)
(2005/C 281/19)
Γλώσσα διαδικασίας: η φινλανδική
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους M. van Beek και I. Koskinen, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο, άσκησε προσφυγή στις 19 Σεπτεμβρίου 2005 ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Φινλανδικής Δημοκρατίας.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο:
|
1) |
να αναγνωρίσει ότι η Φινλανδική Δημοκρατία, επιτρέποντας κατά κανόνα το κυνήγι του λύκου κατά παράβαση της θεσπίζουσας παρέκκλιση αρχής που περιλαμβάνεται στο άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ (1) του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 12, παράγραφος 1, και 16, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής. |
|
2) |
να καταδικάσει τη Φινλανδική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα:
Το άρθρο 16 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ προβλέπει παρέκκλιση από το σύστημα αυστηρής προστασίας ζωικών ειδών του άρθρου 12 αυτής, οπότε πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Το άρθρο 12, παράγραφος 1, θέτει δύο προϋποθέσεις για την εισαγωγή παρεκκλίσεων βάσει των περιπτώσεων α' έως ε'. Πρώτον, η παρέκκλιση δεν πρέπει να παραβλάπτει τη διατήρηση σε ικανοποιητική κατάσταση των πληθυσμών των συγκεκριμένων ειδών στην περιοχή της φυσικής τους κατανομής. Δεύτερον, η παρέκκλιση επιτρέπεται υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει άλλη αποτελεσματική λύση.
Επειδή το επίπεδο προστασίας του λύκου στη Φινλανδία δεν είναι ικανοποιητικό και επειδή υπάρχουν άλλοι εναλλακτικοί τρόποι, καθώς και επειδή οι άδειες θήρας λύκου χορηγούνται κατά κανόνα χωρίς να διαπιστώνεται δεόντως ότι αυτές έχουν κάποια σχέση με ζώα τα οποία προκαλούν σοβαρή ζημία, το κυνήγι του λύκου επιτρέπεται στη Φινλανδία σε βαθμό που υπερβαίνει τα όρια των προϋποθέσεων του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.
(1) ΕΕ L 206, σ. 7.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/11 |
Προσφυγή της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Φινλανδικής Δημοκρατίας, που ασκήθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 2005
(Υπόθεση C-343/05)
(2005/C 281/20)
Γλώσσα διαδικασίας: η φινλανδική
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους L. Pignataro Nolin και M. Huttunen, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο, άσκησε προσφυγή στις 19 Σεπτεμβρίου 2005 ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Φινλανδικής Δημοκρατίας.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο:
|
1) |
να αναγνωρίσει ότι η Φινλανδική Δημοκρατία, παραλείποντας να εξασφαλίσει την ενσωμάτωση στην εσωτερική έννομη τάξη της περιφέρειας των νήσων Åland του άρθρου 8α της οδηγίας 89/622/ΕΟΚ, που προστέθηκε με την οδηγία 92/41/ΕΟΚ και περιλαμβάνεται τώρα στο άρθρο 8 της οδηγίας 2001/37/ΕΚ, και παραλείποντας να εξασφαλίσει την τήρηση της απαγορεύσεως πωλήσεως καπνού προς μάσηση επί των καταχωρημένων στη Φινλανδία σκαφών, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες κοινοτικές διατάξεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 2001/37/ΕΚ (1) και από τη Συνθήκη· |
|
2) |
να καταδικάσει τη Φινλανδική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα:
Στον πίνακα του παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 2001/37/ΕΚ περιλαμβάνεται η οδηγία 92/41/ΕΟΚ, οπότε η προθεσμία για την μεταφορά του στην εθνική νομοθεσία ήταν η 1η Ιουλίου 1992. Στην περίπτωση της Φινλανδίας, η προθεσμία για την μεταφορά αυτή ήταν η ημερομηνία προσχωρήσεως της χώρας στην ΕΕ, ήτοι η 1η Ιανουαρίου 1995, μολονότι διαπιστώνεται ότι, λόγω της εντάξεως στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η Φινλανδία όφειλε να συμμορφωθεί προς την οδηγία ήδη από την 1η Ιανουαρίου 1994.
(1) Οδηγία 2001/37/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουνίου 2001, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παραγωγή, την παρουσίαση και την πώληση των προϊόντων καπνού (EE L 194 της 18/07/2001, σ. 26).
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/11 |
Αίτηση αναιρέσεως της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (μονομελές τμήμα), της 12ης Ιουλίου 2005, στην υπόθεση T-157/04, Joël De Bry κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, που υποβλήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2005
(Υπόθεση C-344/05 P)
(2005/C 281/21)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τη Lidia Lozano Palacios και τον Hannes Kraemer, άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 21 Σεπτεμβρίου 2005 αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (μονομελές τμήμα), της 12ης Ιουλίου 2005, στην υπόθεση T-157/04, Joël De Bry κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
|
— |
να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση· |
|
— |
αποφαινόμενο το ίδιο επί της διαφοράς, να κάνει δεκτά τα αιτήματα που υπέβαλε η καθής πρωτοδίκως και, ως εκ τούτου, να απορρίψει την προσφυγή στην υπόθεση T-157/04· |
|
— |
επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο· |
|
— |
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα πρωτοδίκως στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή κατά τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου. |
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα:
Η Επιτροπή προβάλλει έναν και μοναδικό λόγο αναιρέσεως κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, που αντλείται από παράβαση του κοινοτικού δικαίου στις σκέψεις 79 έως 91 της εν λόγω αποφάσεως. Συγκεκριμένα, κατά την Επιτροπή, το Πρωτοδικείο εσφαλμένως θεώρησε, κατ' ουσίαν, ότι η διαδικασία που καταλήγει στην κατάρτιση εκθέσεως βαθμολογίας περιέχουσας δυσμενείς αξιολογικές κρίσεις έναντι του κρινόμενου υπαλλήλου πάσχει λόγω προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας του ως άνω υπαλλήλου, όταν οι βαθμολογητές έχουν παραλείψει να καταχωρίσουν, σε ένα «έγγραφο», κατά την έννοια του άρθρου 26, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), υπό τη μορφή έγγραφης προειδοποιήσεως, τα πραγματικά στοιχεία επί των οποίων στηρίζονται οι εν λόγω αξιολογικές κρίσεις και όταν, επίσης, τα ως άνω έγγραφα δεν έχουν κατατεθεί, εντός εύλογης προθεσμίας από της επελεύσεως του προσαπτόμενου περιστατικού, στον ατομικό φάκελο του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου ή, τουλάχιστον, δεν έχουν περιέλθει σε γνώση του εν λόγω υπαλλήλου.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/12 |
Προσφυγή της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Πορτογαλικής Δημοκρατίας, που ασκήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 2005
(Υπόθεση C-345/05)
(2005/C 281/22)
Γλώσσα διαδικασίας: η πορτογαλική
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους R. Lyal και M. Afonso, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο, άσκησε στις 21 Σεπτεμβρίου 2005, ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, προσφυγή κατά της Πορτογαλικής Δημοκρατίας.
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
|
1) |
να κρίνει ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ φορολογικές διατάξεις που εξαρτούν το πλεονέκτημα της φοροαπαλλαγής των υπεραξιών που προκύπτουν από την πώληση ακινήτων που χρησιμοποιούνται για ίδια και μόνιμη κατοικία ενός φορολογουμένου ή προσώπου της οικογενείας του, όπως προβλέπει το άρθρο 10, παράγραφος 5, του Código do Imposto sobre o Rendimento das Pessoas Singulares (φορολογικού κώδικα περί του εισοδήματος των φυσικών προσώπων), από την προϋπόθεση που θέτει το πρώτο εδάφιο της ίδιας παραγράφου, τα αποκτώμενα κέρδη να επανεπενδυθούν για την απόκτηση ακινήτων ευρισκομένων στην πορτογαλική επικράτεια, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 18 ΕΚ, 39 ΕΚ, 43 ΕΚ και 56, παράγραφος 1, ΕΚ, καθώς και από τα άρθρα 28, 31 και 40 της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο· |
|
2) |
να καταδικάσει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Η προϋπόθεση που απαιτεί την επανεπένδυση των κερδών που προέρχονται από την πώληση ακινήτου που χρησιμοποιείται για ίδια και μόνιμη κατοικία ενός φορολογουμένου ή προσώπου της οικογενείας του για την απόκτηση άλλου ακινήτου ευρισκομένου στην πορτογαλική επικράτεια συνιστά σαφώς εμπόδιο για την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που εγγυάται η Συνθήκη ΕΚ και η Συμφωνία ΕΟΧ.
Τα στοιχεία που προέβαλε η Πορτογαλική Δημοκρατία για να εξηγήσει και να δικαιολογήσει την προϋπόθεση αυτή δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/12 |
Προσφυγή της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Δημοκρατίας της Εσθονίας που ασκήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 2005
(Υπόθεση C-351/05)
(2005/C 281/23)
Γλώσσα διαδικασίας: η εσθονική
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους B. Schima και E. Randvere, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο, άσκησε στις 22 Σεπτεμβρίου 2005 προσφυγή κατά της Δημοκρατίας της Εσθονίας ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο
|
— |
να αναγνωρίσει ότι η Δημοκρατία της Εσθονίας, κοινοποιώντας στην Επιτροπή μέρος μόνον των αναγκαίων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων για την πλήρη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 2003/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 98/30/ΕΚ (1), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία· |
|
— |
να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Εσθονίας στα δικαστικά έξοδα. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Η προθεσμία που τάχθηκε για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη έληξε την 1η Ιουλίου 2004.
(1) ΕΕ L 176 της 15.7.2003, σ. 57.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/13 |
Προσφυγή της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας που ασκήθηκε στις 22/09/2005
(Υπόθεση C-352/05)
(2005/C 281/24)
Γλώσσα διαδικασίας ελληνική
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένη από την κα Μ. Πατακιά, νομικό σύμβουλο της Νομικής Υπηρεσίας και τον κο. Β. Schima, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας, εκπρόσωποι με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο, άσκησε στις 22/09/2005 ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσφυγή κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι:
|
— |
η Ελληνική Δημοκρατία μη θεσπίζοντας τις απαραίτητες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, προς συμμόρφωση με την οδηγία 2003/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2003 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την κατάργηση της οδηγίας 96/92/ΕΚ (1) — Δηλώσεις σχετικά με τις δραστηριότητες παροπλισμού και διαχείρισης των αποβλήτων, ή εν πάσει περιπτώσει μη ανακοινώνοντας τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή, παρέβει τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας αυτής. |
|
— |
να καταδικάσει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα:
Η προθεσμία μεταφοράς της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη έληξε την 1η Ιουλίου 2004
(1) EE L 176 της 15.7.2003, σ. 37-56.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/13 |
Προσφυγή της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου που ασκήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 2005
(Υπόθεση C-353/05)
(2005/C 281/25)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Bernhard Schima και Florence Simonetti, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο, άσκησε στις 22 Σεπτεμβρίου 2005 ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσφυγή κατά του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο:
|
1) |
να αναγνωρίσει ότι Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, παραλείποντας να θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 2003/54/ΕΚ (1) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και την κατάργηση της οδηγίας 96/92/ΕΚ, και, εν πάση περιπτώσει, παραλείποντας να τις κοινοποιήσει στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας αυτής· |
|
2) |
να καταδικάσει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα:
Η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη έληξε την 1η Ιουλίου 2004.
(1) ΕΕ L 176 της 15. 7.2003, σ. 37
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/13 |
Προσφυγή της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου που ασκήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 2005
(Υπόθεση C-354/05)
(2005/C 281/26)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους Muriel Heller και Bernhard Schima, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο, άσκησε στις 22 Σεπτεμβρίου 2005 ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσφυγή κατά του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου.
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί από το Δικαστήριο:
|
1) |
να αναγνωρίσει ότι Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, παραλείποντας να θεσπίσει τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 2003/55/ΕΚ (1) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 98/30/ΕΚ, και, εν πάση περιπτώσει, παραλείποντας να τις κοινοποιήσει στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει της οδηγίας αυτής· |
|
2) |
να καταδικάσει το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου στα δικαστικά έξοδα. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα:
Η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας στην εσωτερική έννομη τάξη έληξε την 1η Ιουλίου 2004.
(1) ΕΕ L 176 της 15. 7.2003, σ. 57
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/14 |
Προσφυγή της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά του Βασιλείου της Ισπανίας, που ασκήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 2005
(Υπόθεση C-357/05)
(2005/C 281/27)
Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους B. Schima και S. Pardo Quintillán, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο, άσκησε στις 23 Σεπτεμβρίου 2005 προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά του Βασιλείου της Ισπανίας.
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
|
1. |
να αναγνωρίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να θεσπίσει όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές ρυθμίσεις προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 2003/55/ΕΚ (1) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2003, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου και την κατάργηση της οδηγίας 98/30/ΕΚ ή, εν πάση περιπτώσει, παραλείποντας να ενημερώσει σχετικώς την Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 33 της οδηγίας αυτής, |
|
2. |
να καταδικάσει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Η προθεσμία για την προσαρμογή του εσωτερικού δικαίου στην οδηγία έληξε την 1η Ιουλίου 2004.
(1) ΕΕ L 176 της 15.7.2003, σ. 57
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/14 |
Προσφυγή της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας που ασκήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 2005
(Υπόθεση C-360/05)
(2005/C 281/28)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον K. Gross και την M. Velardo, άσκησε στις 23 Σεπτεμβρίου 2005 ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσφυγή κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας.
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
|
— |
να αναγνωρίσει ότι η Ιταλική Δημοκρατία, μη θεσπίζοντας και μη ανακοινώνοντας τα νομοθετικά, κανονιστικά και διοικητικά μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 2003/96/ΕΚ (1) του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 28 της οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, |
|
— |
να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Η οδηγία 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου έχει ως αντικείμενο την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου για τη φορολογία των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας, το δε άρθρο 28, παράγραφος 1 ορίζει ότι:
«Τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις ώστε να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2003. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.»
Η Ιταλική Δημοκρατία δεν έχει θεσπίσει τα εκτελεστικά μέτρα που προβλέπει η παράγραφος 1 του προαναφερθέντος άρθρου και, επομένως, δεν πληροφόρησε την Επιτροπή ούτε παρέσχε άλλα στοιχεία που συνηγορούν στο ότι οι αναγκαίες διατάξεις έχουν θεσπιστεί. Οι περιστάσεις αυτές οδηγούν στο να γίνει δεκτό ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη διάταξη αυτή.
(1) ΕΕ L 283 της 31.10.2003, σ. 51.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/15 |
Άσκηση αναιρέσεως που υποβλήθηκε στις 23 Σεπτεμβρίου 2005 από τον Jacques Wunenburger κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πρώτο τμήμα) της 5ης Ιουλίου 2005 στο πλαίσιο της υποθέσεως T-370/03 Jacques Wunenburger κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
(Υπόθεση C-362/05 P)
(2005/C 281/29)
γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Ο Jacques Wunenburger, εκπροσωπούμενος από τον δικηγόρο Eric Boigelot άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στις 23 Σεπτεμβρίου 2005, αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πρώτο τμήμα) της 5ης Ιουλίου 2005 στην υπόθεσηT-370/03 Jacques Wunenburger κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:
|
— |
να κηρύξει την αίτηση του αναιρέσεως παραδεκτή και βάσιμη· |
|
— |
να εξαφανίσει την απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 5ης Ιουλίου 2005, στην υπόθεση T-370/03, Wunenburger κατά Επιτροπής. |
Ο αναιρεσείων ζητεί επίσης από το Δικαστήριο να εκδικάσει το ίδιο τη διαφορά και, κάνοντας δεκτή την αρχική του προσφυγή στην υπόθεση T-370/03:
|
— |
να ακυρώσει την απόφαση της ΑΔΑ, της 11ης Μαρτίου 2003, με την οποία απορρίφθηκε η υποψηφιότητά του για τη θέση διευθυντή στη Διεύθυνση «Αφρική, Καραϊβική, Ειρηνικός» (AIDCO.C) και, στη συνέχεια, την απόφαση της ΑΔΑ, της 8ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με τον διορισμό του Amir NAQVI στην εν λόγω θέση· |
|
— |
να ακυρώσει τη ρητή απόφαση περί απορρίψεως της ενστάσεώς του η οποία υποβλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ στις 2 Απριλίου 2003 και απορρίφθηκε με ρητή απόφαση της 14ης Ιουλίου 2003, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 11 Αυγούστου 2003· |
|
— |
να ακυρώσει τον διορισμό του Amir NAQVI στη θέση του διευθυντή στη Διεύθυνση «Αφρική, Καραϊβική, Ειρηνικός» (AIDCO.C), που είχε ιδίως ως συνέπεια την απόρριψη της υποψηφιότητάς του για την κενή θέση· |
|
— |
να καταδικάσει, εν πάση περιπτώσει, την καθής στα δικαστικά έξοδα. |
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα:
Οι λόγοι αναιρέσεως αντλούνται, σύμφωνα με το άρθρο 58 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, από παράβαση του κοινοτικού δικαίου και διαδικαστικές παρατυπίες ενώπιον του Πρωτοδικείου, πράγμα που ζημίωσε τον αναιρεσείοντα.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/15 |
Αίτηση αναιρέσεως που υποβλήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2005 από την Dorte Schmidt-Brown κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πρώτο τμήμα), της 5ης Ιουλίου 2005, στην υπόθεση T-387/02 Dorte Schmidt-Brown κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
(Υπόθεση C-365/05 P)
(2005/C 281/30)
γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Η Dorte Schmidt-Brown, εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους Sébastien Orlandi, Albert Coolen, Jean-Noël Louis και Etienne Marchal, άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στις 28 Σεπτεμβρίου 2005, αναίρεση κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πρώτο τμήμα), της 5ης Ιουλίου 2005, στην υπόθεση T-387/02, Dorte Schmidt-Brown κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο:
|
|
Να εξαφανίσει την απόφαση του Πρωτοδικείου (πρώτο τμήμα) της 5ης Ιουλίου 2005 στην υπόθεση T-387/02 (Dorte Schmidt-Brown κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων), όσον αφορά όλα τα σημεία της· |
|
|
και αποφαινόμενο εκ νέου, |
|
|
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 26ης Απριλίου 2002, στο μέτρο που με αυτήν το εν λόγω κοινοτικό όργανο αρνήθηκε στην αναιρεσείουσα την οικονομική αρωγή που είχε ζητήσει προκειμένου να καλύψει το σύνολο των σχετικών με την άμυνά της εξόδων στα οποία αναγκάστηκε να υποβληθεί προκειμένου να πετύχει αναγνώριση και αποζημίωση για την ηθική και επαγγελματική βλάβη καθώς και τις υλικές ζημίες που υπέστη εξαιτίας έγγραφης και προφορικής εκ μέρους της Eurogramme Ltd δυσφήμησης. |
|
|
Να καταδικάσει την καθής στα έξοδα τα σχετικά με την πρωτοβάθμια δίκη και την αναίρεση. |
Λόγοι αναιρέσεως και κύρια επιχειρήματα:
Η αναιρεσείουσα διαπιστώνει ότι παρανόμως το Πρωτοδικείο εξέτασε το ζήτημα εάν, υπό τις προκείμενες περιστάσεις, είχε υπάρξει παράβαση των διατάξεων του άρθρου 24 του ΚΥΚ σε βάρος της χωρίς να λάβει υπόψη την από 15 Ιανουαρίου 2002 απόφαση που είχε λάβει ο αντιπρόεδρος της Επιτροπής Neil Kinnock, ύστερα από επανεξέταση της αιτήσεως, για βοήθεια και αρωγή να κάνει, ιδίως, δεκτή την αίτηση αυτή.
Η απόφαση αυτή της κοινοποιήθηκε με έγγραφα της 16ης και 22ας Μαΐου 2003.
Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη όλες τις περιστάσεις της περιπτώσεως και, ειδικότερα, τις αποφάσεις που είχε λάβει η Επιτροπή, ύστερα από την αγωγή της ενδιαφερομένης ενώπιον του High Court of Justice (England & Wales) καθώς και τα μέτρα που είχαν ληφθεί από τον αντιπρόεδρο της Επιτροπής Neil Kinnock, ύστερα από εκ μέρους του επανεξέταση του βασίμου της αιτήσεως για αρωγή της αναιρεσείουσας, στις 15 Ιανουαρίου 2002, και τα μέτρα που είχαν ληφθεί από τον Πρόεδρο προς αποκατάσταση της τιμής και της αξιοπρέπειάς της τόσο ενώπιον των συναδέλφων της της Στατιστικής Υπηρεσίας όσο και της επιτροπής ελέγχου των προϋπολογισμών (Cocobu) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Επιπλέον, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη περιορίζοντας την εξέτασή του στη δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 24, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ ενώ όφειλε εν προκειμένω να εξετάσει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως από πλευράς των διατάξεων του άρθρου 24, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕIΟ
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/17 |
Απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Σεπτεμβρίου 2005 — Yusuf και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου και Επιτροπής
(Υπόθεση T-306/01) (1)
(«Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας - Περιοριστικά μέτρα εις βάρος προσώπων και οντοτήτων συνδεομένων με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν - Αρμοδιότητα της Κοινότητας - Δέσμευση κεφαλαίων - Θεμελιώδη δικαιώματα - Jus cogens - Δικαστικός έλεγχος - Προσφυγή ακυρώσεως»)
(2005/C 281/31)
Γλώσσα διαδικασίας: η σουηδική
Διάδικοι
Προσφεύγοντες: Ahmed Ali Yusuf κάτοικος Spånga (Σουηδία), και Al Barakaat International Foundation, με έδρα τη Spånga, (εκπροσωπούμενοι από τους L. Silbersky και T. Olsson, δικηγόρους),
Καθών: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τον Μ. Βιτσεντζάτο, τις I. Rådestad και E. Karlsson, καθώς και τον M. Bishop, και Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, (εκπροσωπούμενη από τους A. Van Solinge, J. Enegren και C. Brown),
Υποστηριζόμενοι από το: Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, (εκπροσωπούμενο, αρχικώς, από τον J. Collins, κατόπιν δε από την R. Caudwell, επικουρούμενη από την S. Moore, barrister),
Με αντικείμενο
αρχικώς, αίτημα ακυρώσεως, αφενός, του κανονισμού (ΕΚ) 467/2001 του Συμβουλίου, της 6ης Μαρτίου 2001, για την απαγόρευση της εξαγωγής ορισμένων αγαθών και υπηρεσιών στο Αφγανιστάν, την ενίσχυση της απαγόρευσης πτήσεων και την παράταση της δέσμευσης κεφαλαίων και άλλων οικονομικών πόρων όσον αφορά την Ταλιμπάν του Αφγανιστάν, και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 337/2000 (ΕΕ L 67, σ. 1), αφετέρου δε, του κανονισμού (ΕΚ) 2199/2001 της Επιτροπής, της 12ης Νοεμβρίου 2001, για την τροποποίηση, για τέταρτη φορά, του κανονισμού 467/2001 (ΕΕ L 295, σ. 16), ακολούθως δε, αίτημα ακυρώσεως του κανονισμού (ΕΚ) 881/2002 του Συμβουλίου, της 27ης Μαΐου 2002, για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν, και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 467/2001 του Συμβουλίου (ΕΕ L 139, σ. 9),
Διατακτικό
|
1) |
Παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί των αιτημάτων ακυρώσεως του κανονισμού (ΕΚ) 467/2001 του Συμβουλίου, της 6ης Μαρτίου 2001, για την απαγόρευση της εξαγωγής ορισμένων αγαθών και υπηρεσιών προς το Αφγανιστάν, την ενίσχυση της απαγόρευσης πτήσεων και την παράταση της δέσμευσης κεφαλαίων και άλλων οικονομικών πόρων όσον αφορά την Ταλιμπάν του Αφγανιστάν, και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 337/2000 και του κανονισμού (ΕΚ) 2199/2001 της Επιτροπής, της 12ης Νοεμβρίου 2001, για την τροποποίηση, για τέταρτη φορά, του κανονισμού 467/2001. |
|
2) |
Απορρίπτει την προσφυγή καθόσον αυτή στρέφεται κατά του κανονισμού (ΕΚ) 881/2002 του Συμβουλίου, της 27ης Μαΐου 2002, για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 467/2001. |
|
3) |
Καταδικάζει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά τους έξοδα, στα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου, καθώς και στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή μέχρι τις 10 Ιουλίου 2002, περιλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων. |
|
4) |
Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και η Επιτροπή, η δεύτερη για την μετά τη 10η Ιουλίου 2002 περίοδο, φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. |
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/17 |
Απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Σεπτεμβρίου 2005 — Kadi κατά Συμβουλίου και Επιτροπής
(Υπόθεση T-315/01) (1)
(«Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας - Περιοριστικά μέτρα εις βάρος προσώπων και οντοτήτων συνδεομένων με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν - Αρμοδιότητα της Κοινότητας - Δέσμευση κεφαλαίων - Θεμελιώδη δικαιώματα - Jus cogens - Δικαστικός έλεγχος - Προσφυγή ακυρώσεως»)
(2005/C 281/32)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγοντες: Yassin Abdullah Kadi, κάτοικος Τζέντα (Σαουδική Αραβία), (εκπροσωπούμενος από τους D. Pannick, QC, P. Saini, barrister, G. Martin και A. Tudor, solicitors),
Καθών: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, (εκπροσωπούμενο από τον Μ. Βιτσεντζάτο και M. Bishop), και Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, (εκπροσωπούμενη από τους A. Van Solinge και C. Brown),
Υποστηριζόμενοι από το: Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, (εκπροσωπούμενο, αρχικώς, από τον J. Collins, κατόπιν δε από την R. Caudwell, επικουρούμενη από την S. Moore, barrister),
Με αντικείμενο
αρχικώς, αίτημα ακυρώσεως, αφενός, του κανονισμού (ΕΚ) 467/2001 του Συμβουλίου, της 6ης Μαρτίου 2001, για την απαγόρευση της εξαγωγής ορισμένων αγαθών και υπηρεσιών στο Αφγανιστάν, την ενίσχυση της απαγόρευσης πτήσεων και την παράταση της δέσμευσης κεφαλαίων και άλλων οικονομικών πόρων όσον αφορά την Ταλιμπάν του Αφγανιστάν, και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 337/2000 (ΕΕ L 67, σ. 1), αφετέρου δε, του κανονισμού (ΕΚ) 2062/2001 της Επιτροπής, της 19ης Οκτωβρίου 2001, για την τροποποίηση, για τρίτη φορά, του κανονισμού 467/2001 (ΕΕ L 277, σ. 25), ακολούθως δε, αίτημα ακυρώσεως του κανονισμού (ΕΚ) 881/2002 του Συμβουλίου, της 27ης Μαΐου 2002, για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν, και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 467/2001 του Συμβουλίου (ΕΕ L 139, σ. 9), καθόσον οι ως άνω κανονισμοί αφορούν τον προσφεύγοντα,
Διατακτικό
|
1) |
Παρέλκει η έκδοση αποφάσεως επί του αιτήματος μερικής ακυρώσεως του κανονισμού (ΕΚ) 467/2001 του Συμβουλίου, της 6ης Μαρτίου 2001, για την απαγόρευση της εξαγωγής ορισμένων αγαθών και υπηρεσιών προς το Αφγανιστάν, την ενίσχυση της απαγόρευσης πτήσεων και την παράταση της δέσμευσης κεφαλαίων και άλλων οικονομικών πόρων όσον αφορά την Ταλιμπάν του Αφγανιστάν, και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 337/2000 και του κανονισμού (ΕΚ) 2062/2001 της Επιτροπής, της 19ης Οκτωβρίου 2001, για την τροποποίηση, για τρίτη φορά, του κανονισμού (ΕΚ) 467/2001. |
|
2) |
Απορρίπτει την προσφυγή καθόσον αυτή στρέφεται κατά του κανονισμού 881/2002 του Συμβουλίου, της 27ης Μαΐου 2002, για την επιβολή συγκεκριμένων περιοριστικών μέτρων κατά ορισμένων προσώπων και οντοτήτων που συνδέονται με τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, το δίκτυο της Αλ Κάιντα και τους Ταλιμπάν, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) 467/2001. |
|
3) |
Καταδικάζει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά του έξοδα, στα δικαστικά έξοδα του Συμβουλίου, καθώς και στα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή μέχρι την 1η Ιουλίου 2002. |
|
4) |
Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας και η Επιτροπή, η δεύτερη για την μετά την 1η Ιουλίου 2002 περίοδο, φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. |
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/18 |
Απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Σεπτεμβρίου 2005 — Napoli Buzzanca κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-218/02) (1)
(«Υπάλληλοι - Θέση διευθυντή - Διαδικασία πληρώσεως κενών θέσεων - Απόφαση περί απορρίψεως υποψηφιότητας - Αιτιολογία»)
(2005/C 281/33)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα-ενάγουσα: Daniela Napoli Buzzanca (Βρυξέλλες, Βέλγιο) [εκπρόσωποι: G. Vandersanden και L. Levi, δικηγόροι]
Καθής-εναγομένη: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [εκπρόσωποι: J. Currall και V. Joris]
Αντικείμενο της υποθέσεως
Κατ' αρχάς, αίτημα περί ακυρώσεως των αποφάσεων της Επιτροπής, της 30ής Ιανουαρίου 2002, σχετικά με το διορισμό της S. ως διευθύντριας, με τον βαθμό A 2, στη Διεύθυνση «Πολυμερείς σχέσεις και δικαιώματα του Ανθρώπου» της Γενικής Διευθύνσεως «Εξωτερικών σχέσεων» και τη μη επιλογή της υποψηφιότητας της προσφεύγουσας για την πλήρωση αυτής της θέσεως, καθώς και περί ακυρώσεως, εφόσον παρίσταται ανάγκη, της σιωπηρής αποφάσεως της Επιτροπής η οποία απέρριψε τη διοικητική της ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ακολούθως δε αγωγή, με την οποία ζητείται να υποχρεωθεί η καθής-εναγομένη να καταβάλει αποζημίωση υπολογιζομένη, κατά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής-αγωγής, στο ποσό των 23 213,96 ευρώ, υπό την επιφύλαξη συμπληρωματικού προσδιορισμού, και, τέλος, αίτημα να διατάξει το Πρωτοδικείο την Επιτροπή να προσκομίσει τον υπηρεσιακό της φάκελο.
Διατακτικό της αποφάσεως
|
1) |
Ακυρώνει τις αποφάσεις της Επιτροπής, της 30ής Ιανουαρίου 2002, σχετικά με τον διορισμό της S. στη θέση που αφορούσε η ανακοίνωση κενής θέσεως COM/156/01 και με την απόρριψη της υποψηφιότητας της προσφεύγουσας-ενάγουσας στη θέση αυτή. |
|
2) |
Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή κατά τα λοιπά. |
|
3) |
Καταδικάζει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. |
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/19 |
Απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2005 — GeoLogistics κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-26/03) (1)
(Τελωνειακή ένωση - Πράξεις εξωτερικής κοινοτικής διαμετακόμισης - Κρέας με προορισμό το Μαρόκο - Απάτη - Αίτηση διαγραφής εισαγωγικών δασμών - Άρθρο 239 του κανονισμού (EΟΚ) 2913/92 - Άρθρο 905 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 - Ρήτρα επιείκειας - Συνδρομή ειδικής περίπτωσης - Απουσία δόλου και προφανούς αμελείας)
(2005/C 281/34)
Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: GeoLogistics BV (Schiphol Rijk, Κάτω Χώρες) (Εκπρόσωποι: αρχικά H. de Bie και K. Schellaars, στη συνέχεια H. de Bie και A. Huizing, δικηγόροι)
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Εκπρόσωποι: X. Lewis, επικουρούμενος από τον F. Tuytschaever, δικηγόρο,)
Παρεμβαίνον υπέρ της καθής: Βασίλειο της Ισπανίας (Εκπρόσωποι: L. Fraguas Gadea και J. M Rodríguez Cárcamo, abogados del Estado)
Αντικείμενο της υποθέσεως
Αίτηση περί ακυρώσεως της αποφάσεως REM 08/00 της Επιτροπής, της 7ης Οκτωβρίου 2002, η οποία αποφάνθηκε ότι η διαγραφή εισαγωγικών δασμών υπέρ της προσφεύγουσας, για την οποία υποβλήθηκε αίτημα από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, δεν είναι δικαιολογημένη
Διατακτικό της αποφάσεως
|
1) |
Ακυρώνει την απόφαση REM 08/00 της Επιτροπής, της 7ης Οκτωβρίου 2002, στο μέτρο που αρνείται τη διαγραφή των εισαγωγικών δασμών που επιβλήθηκαν στην προσφεύγουσα για τις τελωνειακές πράξεις που πραγματοποίησε από τις 12 Ιουνίου 1995. |
|
2) |
Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα καθώς και τα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας. |
|
3) |
Το Βασίλειο της Ισπανίας φέρει τα δικαστικά του έξοδα. |
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/19 |
Απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Σεπτεμβρίου 2005 — Suproco κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-101/03) (1)
(Καθεστώς συνδέσεως των ΥΧΕ - Ζάχαρη μη υπαγόμενη στο καθεστώς προϊόντος ΥΧΕ - Αίτηση εγκρίσεως παρεκκλίσεως από τους κανόνες καταγωγής - Απόρριψη της αιτήσεως εγκρίσεως παρεκκλίσεως - Υποχρέωση αιτιολογήσεως)
(2005/C 281/35)
Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Suproco NV (Curaçao, Ολλανδικές Αντίλλες) (εκπρόσωποι: M. Slotboom και N. J. Helder, avocats)
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εκπρόσωποι: T. van Rijn και X. Lewis)
Παρεμβαίνον υπέρ της προσφεύγουσας: Βασίλειο των Κάτω Χωρών (εκπρόσωπος: H. Sevenster)
Παρεμβαίνοντες υπέρ της προσφεύγουσας: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (εκπρόσωποι: αρχικώς G. Houttuin και M. Bishop και, στη συνέχεια, G. Houttuin και D. Canga Fano) και Βασίλειο της Ισπανίας (εκπρόσωπος: N. Díaz Abad, abogado del Estado)
Αντικείμενο της υποθέσεως
Προσφυγή ακυρώσεως της αποφάσεως 2003/34/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Ιανουαρίου 2003, για την άρνηση χορήγησης παρέκκλισης από την απόφαση 2001/822/ΕΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τους κανόνες καταγωγής για τη ζάχαρη από τις Ολλανδικές Αντίλλες (ΕΕ L 11, σ. 50)
Διατακτικό της αποφάσεως
|
1) |
Ακυρώνει την απόφαση 2003/34/ΕΚ της Επιτροπής, της 10ης Ιανουαρίου 2003, για την άρνηση χορήγησης παρέκκλισης από την απόφαση 2001/822/ΕΚ του Συμβουλίου όσον αφορά τους κανόνες καταγωγής για τη ζάχαρη από τις Ολλανδικές Αντίλλες. |
|
2) |
Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά της έξοδα, καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Suproco. |
|
3) |
Το Συμβούλιο, το Βασίλειο της Ισπανίας και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών φέρουν έκαστο τα δικαστικά του έξοδα. |
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/20 |
Απόφαση του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 22ας Σεπτεμβρίου 2005 — Alcon κατά ΓΕΕΑ
(Υπόθεση T-130/03) (1)
(«Κοινοτικό σήμα - Διαδικασία ανακοπής - Προγενέστερο εθνικό λεκτικό σήμα TRIVASTAN - Αίτηση για την καταχώριση λεκτικού κοινοτικού σήματος TRAVATAN - Σχετικός λόγος απαραδέκτου - Κίνδυνος συγχύσεως - Άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΚ) 40/94»)
(2005/C 281/36)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Alcon Inc., με έδρα το Hünenberg (Ελβετία), εκπροσωπούμενη από τους G. Breen, solicitor, και J. Gleeson, barrister
καθού: Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενο από τις S. Palmero Cabezas και S. Laitinen,
αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ και παρεμβαίνουσα ενώπιον του Πρωτοδικείου: Biofarma SA, με έδρα το Neuilly-sur-Seine (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τους V. Gil Vega, A. Ruiz Lopez, και D. González Maroto, δικηγόρο,
Αντικείμενο της υποθέσεως
προσφυγή κατά της αποφάσεως του τρίτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ της 30ής Ιανουαρίου 2003 (υπόθεση R 968/2001-3), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ της Alcon Inc. και της Biofarma SA,
Διατακτικό της αποφάσεως
|
1) |
Απορρίπτει την προσφυγή. |
|
2) |
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα. |
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/20 |
Απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 2005 — Casini κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-132/03) (1)
(«Υπάλληλοι της Επιτροπής - Προαγωγή - Περίοδος προαγωγών 2002 - Μη εγγραφή στον πίνακα των υπαλλήλων που προάγονται στον βαθμό A6 - Υποχρέωση αιτιολογήσεως - Συγκριτική αξιολόγηση των προσόντων - Πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως - Αποδεικτική αξία των εκ των υστέρων δηλώσεων των μελών της υπηρεσίας προσωπικού - Προσφυγή ακυρώσεως - Αγωγή αποζημιώσεως»)
(2005/C 281/37)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Paola Casini (Βρυξέλλες, Βέλγιο) [εκπρόσωπος: G. Vandersanden, δικηγόρος]
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [εκπρόσωποι: V. Joris, επικουρούμενος από τον D. Waelbroeck, δικηγόρο]
Αντικείμενο της υποθέσεως
Αφενός, αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής περί μη προαγωγής της προσφεύγουσας στο βαθμό A6 κατά την περίοδο προαγωγών 2002 και, αφετέρου, αίτημα αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως για ηθική βλάβη
Διατακτικό της αποφάσεως
|
1) |
Ακυρώνει την από 14 Αυγούστου 2002 απόφαση της Επιτροπής περί μη προαγωγής της προσφεύγουσας στον βαθμό A6 κατά την περίοδο προαγωγών 2002. |
|
2) |
Καταδικάζει την καθής να καταβάλει στην προσφεύγουσα το ποσό των 2 000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. |
|
3) |
Απορρίπτει την προσφυγή-αγωγή κατά τα λοιπά. |
|
4) |
Καταδικάζει την καθής στα δικαστικά έξοδα. |
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/21 |
Απόφαση του Πρωτοδικείου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2005 — Thommes κατά Επιτροπής
(Υπόθεση Τ-195/03) (1)
(«Έκτακτοι υπάλληλοι - Αποζημίωση εγκαταστάσεως - Αλλαγή του τόπου διορισμού - Άρνηση αναγνωρίσεως της εγκαταστάσεως της οικογένειας - Επιστροφή αχρεωστήτως καταβληθέντων»)
(2005/C 281/38)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Προσφεύγων: Gustav Thommes (Wezembeek-Oppem, Βέλγιο) (εκπρόσωποι: M. Tejes και V. Wiot, avocats)
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εκπρόσωπος: J. Curall, επικουρούμενος από τον B. Wägenbaur, avocat)
Αντικείμενο της υποθέσεως
Προσφυγή για την ακύρωση των αποφάσεων της Επιτροπής περί αναζητήσεως μέρους της αποζημιώσεως εγκαταστάσεως που καταβλήθηκε στον προσφεύγοντα στο πλαίσιο αλλαγής του τόπου διορισμού του και περί αρνήσεως να του χορηγηθεί αποζημίωση εγκαταστάσεως στο πλαίσιο νέας αλλαγής του τόπου διορισμού.
Διατακτικό της αποφάσεως
|
1) |
Απορρίπτει την προσφυγή. |
|
2) |
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα. |
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/21 |
Απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 2005 — Citicorp κατά ΓΕΕΑ
(Υπόθεση T-320/03) (1)
(«Κοινοτικό σήμα - Λεκτικό σήμα LIVE RICHLY - Απόλυτοι λόγοι αρνήσεως καταχωρίσεως - Διακριτικός χαρακτήρας - Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 - Δικαίωμα ακροάσεως - Άρθρο 73 του κανονισμού 40/94»)
(2005/C 281/39)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Citicorp (Νέα Υόρκη, Ηνωμένες Πολιτείες) (εκπρόσωποι: V. von Bomhard, A. Renck και A. Pohlmann, δικηγόροι)
Καθού: Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ) (εκπρόσωποι: S. Laitinen, P. Bullock και A. von Mühlendahl)
Αντικείμενο της υποθέσεως
Αίτηση ακυρώσεως της αποφάσεως του τρίτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ της 25ης Ιουνίου 2003 (υπόθεση R 85/2002-3), η οποία αφορά αίτηση καταχωρίσεως του λεκτικού σήματος LIVE RICHLY ως κοινοτικού σήματος
Διατακτικό της αποφάσεως
|
1) |
Απορρίπτει την προσφυγή. |
|
2) |
Η προσφεύγουσα φέρει, πλην των δικών της δικαστικών εξόδων, το ήμισυ των δικαστικών εξόδων του καθού. |
|
3) |
Το καθού φέρει το ήμισυ των δικαστικών του εξόδων. |
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/21 |
Απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Σεπτεμβρίου 2005 — Cargo Partner κατά ΓΕΕΑ
(Υπόθεση T-123/04) (1)
(«Κοινοτικό σήμα - Λεκτικό σήμα CARGO PARTNER - Απόλυτος λόγος απαραδέκτου - Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 - Έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα»)
(2005/C 281/40)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Cargo Partner AG (Fischamend, Autriche) [εκπρόσωπος: M. Wolner, δικηγόρος]
Καθού: Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) [εκπρόσωπος: G. Schneider]
Αντικείμενο της υπόθεσης
Προσφυγή κατά της αποφάσεως του πρώτου τμήματος του ΓΕΕΑ της 26ης Ιανουαρίου 2004 (υπόθεση R 346/2003-1), σχετικά με την αίτηση καταχωρίσεως του λεκτικού σήματος CARGO PARTNER ως κοινοτικού σήματος
Διατακτικό της υπόθεσης
|
1) |
Απορρίπτει την προσφυγή. |
|
2) |
Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα. |
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/22 |
Απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 2005 — Luxem κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-306/04) (1)
(«Υπάλληλοι - Πρόσληψη - Άρνηση διορισμού προβληθείσα προς επιτυχόντα διαγωνισμού ο οποίος δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις συμμετοχής σε αυτόν»)
(2005/C 281/41)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Monika Luxem (Βρυξέλλες, Βέλγιο) [εκπρόσωποι: S. Orlandi, A. Coolen, J.-N. Louis και E. Marchal, δικηγόροι]
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων [εκπρόσωποι: J. Currall και L. Lozano Palacios]
Αντικείμενο της υποθέσεως
Αίτημα ακυρώσεως της από 30 Ιουλίου 2003 αποφάσεως της Επιτροπής περί μη προσλήψεως της προσφεύγουσας ως μόνιμης υπαλλήλου
Διατακτικό της αποφάσεως
|
1) |
Απορρίπτει την προσφυγή. |
|
2) |
Κάθε διάδικος θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα. |
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/22 |
Απόφαση του Πρωτοδικείου της 21ης Σεπτεμβρίου 2005 — EDP κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-87/05) (1)
(«Ανταγωνισμός - Συγκέντρωση επιχειρήσεων - Κανονισμός (ΕΟΚ) 4064/89 - Απόφαση με την οποία μία συγκέντρωση κηρύσσεται ασύμβατη προς την κοινή αγορά - Πορτογαλική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και αερίου - Εξαγορά της GDP από τις EDP και Eni - Οδηγία 2003/55/ΕΚ - Ελευθέρωση των αγορών αερίου - Δεσμεύσεις»)
(2005/C 281/42)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: EDP — Energias de Πορτογαλία, SA, με έδρα τη Λισσαβόνα (Πορτογαλία), εκπρόσωποι: C. Botelho Moniz, R. García-Gallardo, A. Weitbrecht και J. Ruiz Calzado, avocats
Καθής: Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (εκπρόσωποι: A. Bouquet και M. Schneider)
Παρεμβαίνουσα υπέρ της καθής: Gas Natural SDG, SA, με έδρα τη Βαρκελώνη (Ισπανία), εκπρόσωποι: J. Perez-Bustamante Köster και P. Suárez Fernández, avocats
Αντικείμενο της υποθέσεως
Αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως C (2004) 4715 τελικό της Επιτροπής της 9ης Δεκεμβρίου 2004, με την οποία κηρύσσεται ασύμβατη με την κοινή αγορά το σχέδιο συγκεντρώσεως στο πλαίσιο του οποίου η EDP — Energias de Portugal, SA και Eni Portugal Investment SpA προτίθενται να αποκτήσουν από κοινού τον έλεγχο της Gás de Portugal SGPS, SA (υπόθεση COMP/M.3440 — EDP/ENI/GDP
Διατακτικό της αποφάσεως
|
1) |
Η προσφυγή απορρίπτεται. |
|
2) |
Η προσφεύγουσα καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα |
|
3) |
Ο κάθε διάδικος φέρει τα σχετικά με την παρέμβαση δικαστικά έξοδα. |
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/23 |
Προσφυγή της 2ας Αυγούστου 2005 — Torijano Montero κατά Συμβουλίου
(Υπόθεση T-302/05)
(2005/C 281/43)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγων: Javier Torijano Montero (Βρυξέλλες, Βέλγιο) [Εκπρόσωποι: S. Rodrigues, δικηγόρος, A. Jaume, δικηγόρος]
Καθού: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
Αιτήματα του προσφεύγοντος
Ο προσφεύγων ζητεί από το Πρωτοδικείο:
|
— |
Να ακυρωθεί η απόφαση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (ΑΔΑ) με την οποία απορρίπτεται η ένσταση του προσφεύγοντος, καθώς και η απόφαση της ΑΔΑ της 20ής Οκτωβρίου 2004, καθόσον καθορίζει τον βαθμό του κατ' εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 3, του παραρτήματος ΧΙΙΙ του ΚΥΚ· |
|
— |
να επισημάνει στην ΑΔΑ τα αποτελέσματα που συνεπάγεται η ακύρωση των προσβαλλόμενων αποφάσεων και συγκεκριμένα την ανακατάταξη του προσφεύγοντος στον βαθμό A*8, αναδρομικά από 16 Οκτωβρίου 2004, που είναι η ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της αποφάσεως περί διορισμού της |
Επικουρικώς:
|
— |
να υποχρεώσει την Επιτροπή να αποζημιώσει τον προσφεύγοντα για τη ζημία που υπέστη λόγω του ότι δεν κατατάχθηκε στον βαθμό A*8, από 16 Οκτωβρίου 2004, δηλαδή από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της περί διορισμού αποφάσεως της 20ής Οκτωβρίου 2004· |
Εν πάση περιπτώσει:
|
— |
να καταδικάσει την καθής στο σύνολο των δικαστικών εξόδων. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Οι ισχυρισμοί και τα κύρια επιχειρήματα που προβάλλονται από τον προσφεύγοντα είναι, κατά το πλείστον, ταυτόσημα με εκείνα που προβλήθηκαν στο πλαίσιο της υποθέσεως T-207/05, Schulze κατά Επιτροπής. (1) Ο προσφεύγων προβάλλει επίσης παράβαση των κανόνων που αφορούν την αντιστοιχία μεταξύ, αφενός, των θέσεων-τύπων και αφετέρου των κατηγοριών και των βαθμών.
(1) ΕΕ C 193 της 6.8.2005, σ. 36.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/23 |
Προσφυγή της 10ης Αυγούστου 2005 — Arko κ.λπ. κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-314/05)
(2005/C 281/44)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγοντες: Eva Arko (Βρυξέλλες, Βέλγιο) και 28 άλλοι προσφεύγοντες (εκπρόσωποι: S. Rodrigues, δικηγόρος, και A. Jaume, δικηγόρος)
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα των προσφευγόντων
Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Πρωτοδικείο:
Κυρίως:
|
— |
να ακυρώσει τις αποφάσεις διορισμού που εξέδωσε η καθής, καθόσον ορίζουν τον μεν βαθμό των προσφευγόντων κατ' εφαρμογή του άρθρου 12, παράγραφος 3, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ, το δε κλιμάκιό τους κατ' εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν από 1ης Μαΐου 2004· |
|
— |
να επισημάνει στην καθής τις συνέπειες που θα επιφέρει η ακύρωση των προσβαλλομένων αποφάσεων και, ιδίως, την υποχρέωση εκ νέου τοποθετήσεως των προσφευγόντων σε βαθμό, κατ' εφαρμογή του πίνακα ισοδυναμιών του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ, με αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των αποφάσεων περί διορισμού τους. |
Επικουρικώς:
|
— |
να υποχρεώσει την Επιτροπή να αποκαταστήσει τη ζημία που υπέστησαν οι προσφεύγοντες λόγω του ότι δεν τοποθετήθηκαν σε βαθμό κατ' εφαρμογή του άρθρου 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των αποφάσεων περί διορισμού τους. |
Εν πάση περιπτώσει:
|
— |
να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Οι προσφεύγοντες, υπάλληλοι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, είναι επιτυχόντες διαγωνισμού που πραγματοποιήθηκε πριν από τη θέση σε ισχύ, την 1η Μαΐου 2004, των τροποποιήσεων του ΚΥΚ. Δεδομένου ότι προσελήφθησαν μετά την ημερομηνία αυτή, διορίστηκαν στον βαθμό και το κλιμάκιο που προβλέπει ο νέος ΚΥΚ, υπό όρους, κατά την άποψή τους, λιγότερο ευνοϊκούς. Με την παρούσα προσφυγή στρέφονται κατά των πράξεων διορισμού τους.
Ισχυρίζονται ότι δεν τυγχάνει, εν προκειμένω, εφαρμογής το άρθρο 12 του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ και, επικουρικώς, ότι η διάταξη αυτή είναι παράνομη, καθότι παραβιάζει πολλές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Συναφώς, αναφέρονται πρώτον στις αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων, της ίσης μεταχειρίσεως και της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Οι προσφεύγοντες εκτιμούν ότι οι αρχές αυτές παραβιάστηκαν, λόγω του ότι οι περισσότεροι από τους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους είναι υπήκοοι των νέων κρατών μελών. Θεωρούν, επίσης, ότι υπέστησαν διάκριση σε σχέση με τους υπαλλήλους που, ενώ περιλαμβάνονταν στον ίδιο κατάλογο επιτυχόντων, διορίστηκαν πριν από την 1η Μαΐου 2004.
Στο ίδιο πλαίσιο, οι προσφεύγοντες προβάλλουν παράβαση του άρθρου 31 του ΚΥΚ, το οποίο προβλέπει τον διορισμό των νέων υπαλλήλων στον βαθμό και για τη φύση των καθηκόντων που προβλέπει η προκήρυξη του διαγωνισμού, καθώς και παραβίαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ασφάλειας δικαίου, της χρηστής διοικήσεως, της αναλογικότητας, του καθήκοντος αρωγής της διοικήσεως, καθώς και κατάχρηση εξουσίας.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/24 |
Προσφυγή της 11ης Αυγούστου 2005 — ADOMEX International B.V. κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-315/05)
(2005/C 281/45)
Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: ADOMEX International B.V. (εκπροσωπούμενη από τους δικηγόρους G. Van der Wal και T. Boesmans)
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της προσφεύγουσας
|
— |
Ακύρωση της αποφάσεως C(2005) 592 τελικό της Επιτροπής, της 16ης Μαρτίου 2005, στην υπόθεση N 372/2003· |
|
— |
καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα. |
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Η προσφεύγουσα είναι εισαγωγέας και χονδρέμπορος ειδών ανθοκομίας και ασχολείται ως επί το πλείστον με την εισαγωγή στις Κάτω Χώρες και την περαιτέρω επεξεργασία διαφόρων ειδών διακοσμητικών φυλλωμάτων, προερχομένων κυρίως από τρίτες χώρες.
Η προσφεύγουσα βάλλει κατά της αποφάσεως της Επιτροπής να μην εναντιωθεί στην τροποποίηση μιας ενισχύσεως υπέρ της ανθοκομίας που είχε εγκριθεί στις υποθέσεις N 766/95 και NN 84/00. Η ενίσχυση αυτή αφορά έναν κανονισμό με τον οποίο καθιερώθηκε μια επαγγελματική εισφορά για είδη ανθοκομίας την οποία επέβαλε το Productschap Tuinbouw, ένα τμήμα της σχετικής ολλανδικής επαγγελματικής οργανώσεως η οποία αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή κακώς δεν εξέτασε αν η επίμαχη ενίσχυση είναι συμβατή με την κοινή αγορά και αν αντίκειται στα άρθρα 23 ΕΚ και 25 EΚ. Η προσφεύγουσα θεωρεί ότι επομένως πρόκειται για παράβαση της κατά το άρθρο 253 EΚ υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
Η προσφεύγουσα διατείνεται περαιτέρω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντίκειται στα άρθρα 23 ΕΚ και 25 EΚ. Κατά την προσφεύγουσα, η εγκεκριμένη από την Επιτροπή ενίσχυση δεν αποτελεί εσωτερικό φόρο υπό την έννοια του άρθρου 90 EΚ, αλλά επιβάρυνση ισοδυνάμου αποτελέσματος με τελωνειακό δασμό υπό την έννοια των άρθρων 23 ΕΚ και 25 EΚ. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται τόσο από το γεγονός ότι η επιβάρυνση δεν πλήττει εξίσου τα εγχώρια και τα εισαγόμενα προϊόντα, στο ίδιο στάδιο επεξεργασίας και για την ίδια αιτία, όσο και από το γεγονός ότι δεν υπάρχει ανάλογη ή ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή των πληττομένων προϊόντων εισαγωγής, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για σύστημα εσωτερικών φόρων.
Επίσης, κατά την προσφεύγουσα, η απόφαση της Επιτροπής είναι ακατανόητη, ή τουλάχιστον ανεπαρκώς αιτιολογημένη, οπότε αντίκειται στο άρθρο 253 EΚ. Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, στην προσβαλλομένη απόφαση, η Επιτροπή παραπέμπει σε παλαιότερες αποφάσεις οι οποίες είναι αναιτιολόγητες ή με τις οποίες η Επιτροπή ενέκρινε εντελώς άλλες επιβαρύνσεις από εκείνη η οποία αξιολογήθηκε στην προσβαλλομένη απόφαση. Επιπλέον, η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη περί τα πράγματα, μεταξύ άλλων, με το να διαπιστώσει στην προσβαλλομένη απόφαση ότι η επίμαχη επιβάρυνση δεν επιβάλλεται σε εισαγόμενα προϊόντα.
Τέλος, η προσφεύγουσα προβάλλει ότι, αν και ήταν ενδιαφερόμενη, δεν της δόθηκε η δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, οπότε δεν μπόρεσε να ασκήσει τα διαδικαστικά δικαιώματα που της παρέχει το άρθρο 88, παράγραφος 2 ΕΚ.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/25 |
Προσφυγή της 17ης Αυγούστου 2005 — De Geest κατά Συμβουλίου
(Υπόθεση Τ-318/05)
(2005/C 281/46)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγων: Johan De Geest (Rhode-St-Genèse, Βέλγιο) [εκπρόσωποι: S. Orlandi, X. Martin M., A. Coolen, J.-N. Louis, E. Marchal, avocats]
Kαθού: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Αιτήματα του προσφεύγοντος
|
— |
να ακυρωθεί η απόφαση του Συμβουλίου της 3ης Ιανουαρίου 2005 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση του προσφεύγοντος περί της προσλήψεώς του με βαθμό Α6 ή Α7, ήτοι με βαθμό Α*10 ή Α*8, όπως μετονομάστηκαν από 1ης Μαΐου 2004· |
|
— |
να καταδικαστεί το καθού στα δικαστικά έξοδα. |
Λόγοι προσφυγής και κύρια επιχειρήματα
Οι λόγοι προσφυγής και τα κύρια επιχειρήματα που προβάλλει ο προσφεύγων συμπίπτουν πλήρως με τα προβληθέντα στο πλαίσιο της υποθέσεως Τ-164/05, De Geest κατά Συμβουλίου (1).
(1) ΕΕ C 171 της 9.7.2005, σ. 28.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/25 |
Προσφυγή της 23ης Αυγούστου 2005 — Maccanti κατά Ευρωπαϊκής οικονομικής και κοινωνικής επιτροπής
(Υπόθεση Τ-320/05)
(2005/C 281/47)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Sandra Maccanti (Woluwé-St-Pierre, Βέλγιο) [εκπρόσωπος: L. Vogel, avocat]
Kαθής: Ευρωπαϊκή οικονομική και κοινωνική επιτροπή
Αιτήματα της προσφεύγουσας
|
— |
να ακυρωθεί η απόφαση της Αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (ΑΔΑ), της 11ης Μαΐου 2005 (που κοινοποιήθηκε στις 13 Μαΐου 2005), με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική ένσταση που υπέβαλε η προσφεύγουσα στις 22 Μαρτίου 2005 βάλλοντας κατά της κατατάξεώς της σε βαθμό, στο πλαίσιο της ανανεώσεως, στις 23 Δεκεμβρίου 2004, της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου που είχε συνάψει στις 7 Ιουλίου 2004· |
|
— |
εφόσον παραστεί ανάγκη, να ακυρωθεί επίσης η απόφαση με την οποία καθορίστηκε η κατάταξη που προέβλεπε η σύμβαση παρατάσεως της ισχύος της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου, η οποία υπογράφηκε στις 23 Δεκεμβρίου 2004· |
|
— |
να καταδικαστεί η καθής στο σύνολο των δικαστικών εξόδων. |
Λόγοι προσφυγής και κύρια επιχειρήματα
Η προσφεύγουσα προσελήφθη ως έκτακτη υπάλληλος στην Ευρωπαϊκή οικονομική και κοινωνική επιτροπή αρχικώς για περίοδο έξι μηνών από 1ης Ιανουαρίου 2004. Η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε στη συνέχεια για την περίοδο από 7 Ιουλίου 2004 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2004. Στο πλαίσιο της ανανεώσεως αυτής, η προσφεύγουσα κατατάχθηκε στον βαθμό Β*4, κλιμάκιο 2, μεταβαίνοντας στη συνέχεια, κατόπιν της αλλαγής κλιμακίου τον Δεκέμβριο του 2004, στον βαθμό Β*4, κλιμάκιο 3.
Στις 23 Δεκεμβρίου 2004, η προσφεύγουσα κλήθηκε να υπογράψει νέα σύμβαση ανανεώσεως της συμβάσεώς της μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2006. Με τη νέα σύμβαση, κατατάχθηκε σε βαθμό Β*3, κλιμάκιο 1.
Με την παρούσα προσφυγή, η προσφεύγουσα βάλλει κατά της λιγότερο ευνοϊκής αυτής κατατάξεως. Επικαλείται παράβαση των άρθρων 8 και 15 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στους λοιπούς υπαλλήλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Όπως υποστηρίζει, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ανανέωση της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου απλώς παρατείνει τη διάρκεια των αποτελεσμάτων της και ότι, ως εκ τούτου, η κατάταξη του υπαλλήλου δεν μπορεί να μεταβληθεί στο πλαίσιο ανανεώσεως.
Η προσφεύγουσα επικαλείται επίσης παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων, υποστηρίζοντας ότι ορισμένοι έκτακτοι υπάλληλοι που απασχολούνται στην καθής ανανέωσαν τη σύμβασή τους διατηρώντας την αρχική κατάταξή τους, καθώς και παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/26 |
Πρoσφυγή ασκηθείσα στις 18 Αυγούστου 2005 — Carsten Brinkmann κατά ΓΕΕΑ
(Υπόθεση Τ-322/05)
(2005/C 281/48)
Γλώσσα στην οποία έχει συνταχθεί η προσφυγή: η γερμανική
Διάδικοι
Προσφεύγων: Carsten Brinkmann (Κολωνία, Γερμανία) (εκπρόσωπος: K. van Bebber, Rechtsanwältin)
Καθού: Γραφείo Εναρμoνίσεως στo πλαίσιo της Εσωτερικής Αγoράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
Αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ: Terra Networks S.A. (Μαδρίτη, Ισπανία)
Ο προσφεύγων ζητεί από το Πρωτοδικείο:
|
— |
να ακυρώσει την απόφαση 646/2004 του ΓΓΕΑ, της 29ης Οκτωβρίου 2004, υπό τη μορφή της από 10 Ιουνίου 2005 αποφάσεως του τμήματος προσφυγών (υπόθεση R 1145/2004-I), καταδικάζοντας παράλληλα το καθού στα δικαστικά έξοδα· |
|
— |
να απορρίψει την ασκηθείσα στις 12 Απριλίου 2004 ανακοπή της Terra Networks S.A. (διαδικασία ανακοπής Β 502 676), καταδικάζοντας παράλληλα την ανακόπτουσα στα δικαστικά έξοδα· |
|
— |
να προβεί στην καταχώριση του λεκτικού σήματος «TERRANUS» (αίτηση καταχωρίσεως υπ' αριθμ. 2 061 968 της 29ης Ιανουαρίου 2001), για προϊόντα και υπηρεσίες της κλάσεως 36 «Ασφάλειες, χρηματοπιστωτικές υποθέσεις, νομισματικές υποθέσεις, κτηματομεσιτικές υποθέσεις, ανάπτυξη και μεσιτεία παραγωγικών σχεδίων για ακίνητα». |
Λόγoι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Αιτών την καταχώριση τoυ κoινoτικoύ σήματoς: ο προσφεύγων
Κoινoτικό σήμα τoυ oπoίoυ ζητείται η καταχώριση: το λεκτικό σήμα «TERRANUS» για προϊόντα και υπηρεσίες της κλάσεως 36 (αίτηση καταχωρίσεως υπ' αριθμ. 2 061 968)
Δικαιoύχoς τoυ κατά τη διαδικασία ανακoπής αντιταχθέντoς σήματoς ή σημείoυ: Terra Networks S.A
Αντιταχθέν σήμα ή σημείo: το εικονιστικό σήμα «TERRA» για προϊόντα και υπηρεσίες της κλάσεως 36 (κοινοτικό σήμα υπ' αριθμ. 1 332 691 και ισπανικό σήμα υπ' αριθμ. 2 261 483)
Απόφαση τoυ τμήματoς ανακoπών: απόρριψη της αιτήσεως καταχωρίσεως
Απόφαση τoυ τμήματoς πρoσφυγών: απόρριψη της προσφυγής
Πρoβαλλόμενoι λόγoι ακυρώσεως: δεν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των αντιπαρατιθέμενων σημάτων
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/26 |
Πρoσφυγή που ασκήθηκε στις 24 Αυγούστου 2005 — Coffee Store κατά ΓΕΕΑ
(Υπόθεση Τ-323/05)
(2005/C 281/49)
Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: The Coffee Store GmbH (Μάνχαιμ, Γερμανία) (εκπρόσωπος: M. Buddeberg, Rechtsanwalt)
Καθού: Γραφείo Εναρμoνίσεως στo πλαίσιo της Εσωτερικής Αγoράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ)
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
|
— |
να ακυρώσει την απόφαση του δευτέρου τμήματος προσφυγών του ΓΓΕΑ της 15ης Ιουνίου 2005, στην υπόθεση R 855/2004-2)· |
|
— |
να δεχθεί την αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος υπ' αριθμ. 3 346 228 (THE COFFEE STORE) |
|
— |
να καταδικάσει το καθού στα δικαστικά έξοδα. |
Λόγoι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Κoινoτικό σήμα τoυ oπoίoυ ζητείται η καταχώριση: το λεκτικό σήμα «THE COFFEE STORE» για προϊόντα και υπηρεσίες των κλάσεων 30, 32, 41 και 43.
Απόφαση του εξεταστή: απόρριψη της αιτήσεως καταχωρίσεως για προϊόντα και υπηρεσίες των κλάσεων 30, 32 και 43.
Απόφαση τoυ τμήματoς πρoσφυγών: απόρριψη της προσφυγής
Πρoβαλλόμενoι λόγoι ακυρώσεως: το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως σημείο με αποκλειστικώς περιγραφικό χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του κανονισμού (ΕΚ) 40/94. Εξάλλου, το εν λόγω σήμα δεν στερείται διακριτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΚ) 40/94.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/27 |
Προσφυγή της 29ης Αυγούστου 2005 — Rath κατά ΓΕΕΑ
(Υπόθεση T-326/05)
(2005/C 281/50)
Γλώσσα της προσφυγής: η γερμανική
Διάδικοι
Προσφεύγων: Matthias Rath (Κέιπ Τάουν, Νότια Αφρική) [Εκπρόσωποι: οι δικηγόροι S. Ziegler, C. Kleiner και F. Dehn]
Καθού: Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα)
Αντίδικος ενώπιον του τμήματος προσφυγών: AstraZeneca AB (Södertälje, Σουηδία)
Αιτήματα του προσφεύγοντος
Ο προσφεύγων ζητεί από το Πρωτοδικείο:
|
— |
να ακυρώσει την απόφαση του τέταρτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ της 18ης Μαΐου 2005, |
|
— |
να καταδικάσει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Αιτών την καταχώριση κοινοτικού σήματος: AstraZeneca AB
Σήμα προς καταχώριση: Το λεκτικό σήμα VIXACOR για προϊόντα της κλάσης 5 (αριθ. αίτησης καταχώρισης: 1 739 697).
Δικαιούχος των κατά τη διαδικασία της ανακοπής αντιταχθέντων σημάτων ή σημείων: Ο προσφεύγων.
Αντιταχθέν δικαίωμα επί σήματος ή σημείου: Το κοινοτικό σήμα Vitacor για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες των κλάσεων 5, 16 και 41 (αριθ. 689 018), το κοινοτικό σήμα Vitacor Plus για τα προϊόντα των κλάσεων 5, 16 και 32 (αριθ. 1 668 565) και το γερμανικό σήμα Vitacor για τα προϊόντα των κλάσεων 5, 16 και 31 (αριθ. 399 65 690).
Απόφαση του τμήματος ανακοπών: Απόρριψη της ανακοπής.
Απόφαση του τμήματος προσφυγών: Απόρριψη της προσφυγής.
Λόγοι ακυρώσεως: Παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', του κανονισμού (ΕΚ) 40/94, διότι υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης μεταξύ του σήματος που αφορά η αίτηση καταχώρισης και των σημάτων του ανακόπτοντος.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/27 |
Προσφυγή της 11ης Αυγούστου 2005 — Thierry κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-327/05)
(2005/C 281/51)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγων: Michel Thierry (Howald, Λουξεμβούργο) [Εκπρόσωποι: G. Bounéou και F. Frabetti, δικηγόροι]
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα του προσφεύγοντος
Ο προσφεύγων ζητεί από το Πρωτοδικείο:
|
— |
να ακυρώσει τον πίνακα των υπαλλήλων που προήχθησαν κατά την περίοδο προαγωγών 2004, καθόσον στον πίνακα αυτόν δεν περιελήφθη το όνομα του προσφεύγοντος, καθώς και, επικουρικώς, τις προπαρασκευαστικές της αποφάσεως αυτής πράξεις· |
|
— |
να καταδικάσει την καθής στα δικαστικά έξοδα. |
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Με την προσφυγή του, ο προσφεύγων βάλλει κατά της αποφάσεως της Επιτροπής να μην τον προαγάγει στον βαθμό Α5 κατά την περίοδο προαγωγών 2004. Υποστηρίζει ότι το νέο σύστημα προαγωγών βάσει της χορηγήσεως μορίων προτεραιότητας στους υπαλλήλους, το οποίο εφάρμοσε εν προκειμένω η Επιτροπή, αποδίδει υπερβολική σημασία στην αρχαιότητα ως κριτήριο προαγωγής. Ως εκ τούτου, ο προσφεύγων θεωρεί ότι, στην περίπτωσή του, δεν έγινε συγκριτική εξέταση των προσόντων, κατά παράβαση του άρθρου 45 του ΚΥΚ, των γενικών εκτελεστικών του άρθρου αυτού διατάξεων, του Διοικητικού Οδηγού αξιολογήσεως και προαγωγής, καθώς και κατά παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Βάσει των ιδίων στοιχείων, επικαλείται επίσης παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των αυθαιρέτων διαδικασιών, παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, παράβαση του κανόνα «patere legem quam ipse fecisti», καθώς και κατάχρηση εξουσίας.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/28 |
Προσφυγή της Apple Computer, Inc. κατά ΓΕΕΑ
(Υπόθεση T-328/05)
(2005/C 281/52)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Apple Computer, Inc. (Cupertino, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής) [Εκπρόσωποι): P. Rawlinson, Stephen Jones, Jennifer Rutter, solicitors]
Καθού: Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα)
Έτερος διάδικος στη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών: TKS-Teknosoft S.A. (Treplex, Ελβετία)
Αιτήματα της προσφεύγουσας
H προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
|
— |
να ακυρώσει την απόφαση του τέταρτου τμήματος προσφυγών με αριθμό R 416/2004-4 |
|
— |
να ακυρώσει την απόφαση του τμήματος ανακοπών με αριθμό 851/2004 και |
|
— |
να καταδικάσει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα της παρούσας προσφυγής καθώς και στα δικαστικά έξοδα της προσφυγής ενώπιον του τμήματος προσφυγών και της ανακοπής ενώπιον του τμήματος ανακοπών. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Αιτούσα την καταχώριση κοινοτικού σήματος: Η προσφεύγουσα
Σήμα προς καταχώριση: το εικονιστικό σήμα QUARTZ για προϊόντα της κλάσεως 9 (αίτηση υπ' αριθ. 1 421 130)
Δικαιούχος του κατά τη διαδικασία ανακοπής αντιταχθέντος σήματος ή σημείου: TKS-Teknosoft S.A.
Αντιταχθέν δικαίωμα επί σήματος ή σημείου: το εικονιστικό κοινοτικό σήμα QUARTZ για προϊόντα των κλάσεων 9 και 42
Απόφαση του τμήματος ανακοπών: Δέχεται την ανακοπή για όλα τα βαλλόμενα προϊόντα
Απόφαση του τμήματος προσφυγών: απόρριψη της προσφυγής που άσκησε η προσφεύγουσα
Λόγοι ακυρώσεως: Παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχείο β', 8, του κανονισμού 40/94 του Συμβουλίου όσον αφορά το ότι δεν υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως μεταξύ των δύο σημάτων. Το τμήμα ανακοπών και το τμήμα προσφυγών έσφαλαν κατά την εκτίμησή τους ότι υπήρχαν ομοιότητες μεταξύ των σχετικών προϊόντων και δεν εκτίμησαν ορθά τον κίνδυνο συγχύσεως που θα μπορούσε να προκύψει μεταξύ των οικείων καταναλωτών επιτρέποντας έτσι στον έτερο διάδικο να έχει το μονοπώλιο του σήματος.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/28 |
Προσφυγή της 1ης Σεπτεμβρίου 2005 — IKEA κατά ΓΕΕΑ
(Υπόθεση T-331/05)
(2005/C 281/53)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Inter IKEA Systems B.V. (Delft, Κάτω Χώρες) [Εκπρόσωποι: J. Gulliksson, J. Olsson, δικηγόροι]
Καθού: Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα)
Αιτήματα της προσφεύγουσας
H προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
|
— |
να ακυρώσει την απόφαση του πρώτου τμήματος προσφυγών, της 1ης Ιουλίου 2005, στην υπόθεση R 799/2004-1 και |
|
— |
να καταδικάσει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Σήμα προς καταχώριση: Εικονιστικό σήμα, συνιστάμενο στον συνδυασμό των χρωμάτων μπλε και κίτρινο, για προϊόντα και υπηρεσίες των κλάσεων 20 και 35 (έπιπλα, διαφήμιση κ.λπ.) — αίτηση αριθ. 3 160 363
Απόφαση του εξεταστή: Απόρριψη της αιτήσεως για όλα τα προϊόντα και για όλες τις υπηρεσίες
Απόφαση του τμήματος προσφυγών: Απόρριψη της προσφυγής
Λόγοι ακυρώσεως: Παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο β', και του άρθρου 7, παράγραφος 3, του κανονισμού 40/94 του Συμβουλίου, δεδομένου ότι το σήμα έχει αφ' εαυτού αρκούντως διακριτικό χαρακτήρα ώστε να μπορεί να καταχωρισθεί και απέκτησε περαιτέρω διακριτικό χαρακτήρα μέσω της χρήσεώς του στη Γερμανία, στις Κάτω Χώρες και στη Σουηδία.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/29 |
Προσφυγή της 29ης Αυγούστου 2005 — Ezerniece Liljeberg κ.λπ. κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-333/05)
(2005/C 281/54)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγοντες: Kristine Ezerniece Liljeberg (Βρυξέλλες, Βέλγιο) και λοιποί [εκπρόσωποι: G. Vandersanden, L. Levi, C. Ronzi, δικηγόροι]
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα των προσφευγόντων
|
— |
Να ακυρωθεί η απόφαση περί διορισμού των προσφευγόντων στο μέτρο που αυτή καθορίζει την κατάταξη στον βαθμό Α*6· |
|
— |
κατά συνέπεια, να ανασυσταθεί πλήρως η σταδιοδρομία των προσφευγόντων (περιλαμβανομένης και της αναβαθμίσεως της πείρας τους στην κατ' αυτόν τον τρόπο διορθωθείσα κατάταξη σε βαθμό, τα δικαιώματά τους για προαγωγή και τα συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα), τηρώντας απόλυτη ισότητα σε σχέση με τους άλλους υπαλλήλους που πέτυχαν στον ίδιο διαγωνισμό και εργάζονται εντός των θεσμικών οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πλην της Επιτροπής· |
|
— |
να επιδικαστούν στους προσφεύγοντες τόκοι υπερημερίας με βάση το επιτόκιο που καθορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα για το σύνολο των ποσών που αντιστοιχούν στη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αντιστοιχούν στην κατάταξή τους που περιλαμβάνεται στην απόφαση προσλήψεως και της κατατάξεως στην οποία είχαν δικαίωμα έως την ημέρα που θα εκδοθεί η απόφαση ως προς την κανονική τους κατάταξη σε βαθμό· |
|
— |
να καταδικαστεί η καθής στο σύνολο των εξόδων. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Οι προσφεύγοντες είναι υπάλληλοι της Επιτροπής επιφορτισμένοι με καθήκοντα γλωσσομαθών νομικών, προσληφθέντες με βάση πίνακες επιτυχόντων που καταρτίστηκαν μετά τους διαγωνισμούς επιπέδου LA 7/LA 6, πριν την 1η Μαΐου 2004. Το άρθρο 13, παράγραφος 2, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ προβλέπει ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, τα κοινοτικά όργανα μπορούν να προσλάβουν τους γλωσσομαθείς νομικούς στον βαθμό Α*7 αντί του βαθμού Α*6. Πάντως, η Επιτροπή δεν χρησιμοποίησε αυτή την εξουσία και προσέλαβε τους προσφεύγοντες στον βαθμό Α*6.
Με την προσφυγή τους, οι προσφεύγοντες βάλλουν κατά της αποφάσεως αυτής, προβάλλοντας ότι άλλα κοινοτικά όργανα διόρισαν τους επιτυχόντες στον ίδιο διαγωνισμό στον βαθμό Α*7, και η ίδια η Επιτροπή απασχολεί γλωσσομαθείς νομικούς ως έκτακτους υπαλλήλους στον βαθμό Α*7. Επί της βάσεως αυτής, οι προσφεύγοντες επικαλούνται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων, παράβαση του άρθρου 1, δ, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, παραβίαση της αρχής της ισοτιμίας της θέσεως και του βαθμού, παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 3, της Συνθήκης του Άμστερνταμ, και τέλος του άρθρου 13, παράγραφος 2, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ.
Εξάλλου, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι έλαβαν εκ μέρους της Επιτροπής διαβεβαιώσεις προσλήψεως στον βαθμό Α*7 και επί της βάσεως αυτής, επικαλούνται την παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της αρχής της ασφαλείας δικαίου, της αρχής της χρηστής διοικήσεως, της αρχής της καλής πίστεως, της αρχής της διαφάνειας καθώς και παράβαση του καθήκοντος αρωγής.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/29 |
Προσφυγή της 29ης Αυγούστου 2005 — Neirinck κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-334/05)
(2005/C 281/55)
Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Wineke Neirinck (Βρυξέλλες, Βέλγιο) [Εκπρόσωποι: G. Vandersanden, L. Levi και C. Ronzi, δικηγόροι]
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
|
— |
να ακυρώσει τη σιωπηρή απόφαση με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα αποζημιώσεως και, εφόσον παρίσταται ανάγκη, τη ρητή απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεώς της· |
|
— |
να της επιδικάσει αποζημίωση προς αποκατάσταση της υλικής ζημίας και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω της εκ μέρους της Επιτροπής αθετήσεως της υποσχέσεως να την προσλάβει στην Υπηρεσία Ερευνών και Πειθαρχίας, το αργότερο από 1ης Μαΐου 2004, αποζημίωση την οποία ορίζει, ex aequo et bono, στο ποσό των 576 593,20 ευρώ· να καταδικάσει την καθής στο σύνολο των δικαστικών εξόδων. |
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Η προσφεύγουσα εργάστηκε, καταρχάς, στην Επιτροπή ως αποσπασμένη εθνική εμπειρογνώμονας, από την 1η Μαΐου 1998 έως τις 30 Απριλίου 2001, και, στη συνέχεια, ως έκτακτη υπάλληλος βάσει συμβάσεως που έληγε στις 30 Απριλίου 2004.
Από τον Οκτώβριο του 2003, η προσφεύγουσα έκανε ενέργειες ώστε να της δοθεί νέα σύμβαση έκτακτης υπαλλήλου από 1ης Μαΐου 2004. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι της προτάθηκε θέση στην Υπηρεσία Ερευνών και Πειθαρχίας, αλλά ότι η πρόσληψή της τελικά δεν πραγματοποιήθηκε εξ αιτίας των υπηρεσιών της Επιτροπής. Ισχυρίζεται ότι η DG ADMIN αρνήθηκε την πρόσληψή της, θεωρώντας ότι είχε συμπληρώσει το ανώτατο όριο των έξι ετών υπηρεσίας. Κατά την προσφεύγουσα, η ερμηνεία αυτή είναι εσφαλμένη, καθόσον τα τρία πρώτα έτη που εργάστηκε στην υπηρεσία της Επιτροπής, ως εθνική εμπειρογνώμονας, δεν μπορούν να συνυπολογιστούν. Κατά την προσφεύγουσα, η διοίκηση παραδέχθηκε τελικά το λάθος της, όμως, εν τω μεταξύ, η θέση που της είχε προταθεί είχε ήδη καταργηθεί κατόπιν αναδιαρθρώσεως της υπηρεσίας.
Με την προσφυγή της, η προσφεύγουσα ζητεί την αποκατάσταση της ζημίας και την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που ισχυρίζεται ότι υπέστη. Επικαλείται παραβίαση των γενικών αρχών της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ασφάλειας δικαίου και της καλής πίστεως, παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, παραβίαση της αρχής της διαφάνειας, της αρχής «patere legem quam ipse fecisti», της αρχής της χρηστής διοικήσεως, προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως, παράβαση της υποχρεώσεως αρωγής και του συμφέροντος της υπηρεσίας.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/30 |
Προσφυγή της 13ης Σεπτεμβρίου 2005 — Ελληνική Δημοκρατία κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-344/05)
(2005/C 281/56)
Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Ελληνική Δημοκρατία [Εκπρόσωποι: Ιωάννης Χαλκιάς, Ελένη Σβολοπούλου]
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της προσφεύγουσας
|
— |
Να ακυρωθεί ή τροποποιηθεί η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής, της 15ης Ιουλίου 2005, για την απόρριψη του αιτήματος κοινοτικής χρηματοδότησης ορισμένων δαπανών, τις οποίες πραγματοποίησαν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), Τμήμα Εγγυήσεων (1). |
|
— |
Να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη σε βάρος της Επιτροπής. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Με την πρoσβαλλoμέvη απόφαση η Επιτρoπή, διεvεργoύσα εκκαθάριση τωv λoγαριασμώv κατά τoν καvovισμό (ΕΟΚ) 729/70 (2), απέκλεισε από την κoινoτική χρηματoδότηση διάφoρες δαπάνες της Ελληνικής Δημοκρατίας στους τομείς των κτηνοτροφικών πριμοδοτήσεων — εκτατικοποίησης, των οπωροκηπευτικών και των αροτραίων καλλιεργειών.
Η προσφεύγουσα επιδιώκει την ακύρωση της αποφάσεως αυτής προτείνοντας κατ' αρχήν ότι η όλη διαδικασία εκκαθάρισης λογαριασμών είναι άκυρη λόγω παραβίασης του άρθρου 7, του Κανονισμού 1258/1999 (3), σε συνδυασμό με το άρθρο 8, του Κανονισμού 1663/1995 (4), λόγω του ότι οι διαβουλεύσεις και διμερείς επαφές μεταξύ της προσφεύγουσας και της Επιτροπής δεν είχαν ως θέμα και τη συγκεκριμένη εκτίμηση της προς απόρριψη δαπάνης, ενώ εξάλλου οι δαπάνες που εξαιρέθηκαν είναι προγενέστερες του τελευταίου 24μηνου πριν τη γραπτή ανακοίνωση της Επιτροπής. Σύμφωνα με την προσφεύγουσα, το 24μηνο αρχίζει πολύ αργότερα απ' ό,τι θεωρεί η Επιτροπή.
Σε ό,τι αφορά τη διόρθωση, σε ποσοστό 100 %, στην πριμοδότηση εκτατικοποίησης η προσφεύγουσα αμφισβητεί την εκτίμηση της Επιτροπής ως προς τα πραγματικά περιστατικά και της αποδίδει πλάνη περί τα πράγματα και πλημμελή αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης. Η προσφεύγουσα θεωρεί εξάλλου ότι η επιβολή διόρθωσης σε ποσοστό 100 % παραβιάζει τις κατευθυντήριες γραμμές του εγγράφου VI/5330/97/23.12.97 της Επιτροπής, είναι αναιτιολόγητη και προδήλως δυσανάλογη, ευρισκόμενη εκτός οιασδήποτε καλής χρήσης της διακριτικής ευχέρειας της Επιτροπής.
Σε ότι αφορά τη διόρθωση στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών η προσφεύγουσα αμφισβητεί την κρίση της Επιτροπής ότι υπήρξε παράβαση του κανονισμού 3508/1992 (5) σε ότι αφορά την αναγνώριση αγροτεμαχίων. Θεωρεί ακόμη ότι τήρησε απολύτως τις προϋποθέσεις του άρθρου 15, του κανονισμού 2419/2001 (6), σε ό,τι αφορά τους διοικητικούς και επιτόπιους ελέγχους. Επικαλείται εξάλλου έλλειψη αιτιολογίας και παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Τέλος, σχετικά με τη διόρθωση στον τομέα των οπωροκηπευτικών η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η Επιτροπή παρερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 20, παράγραφοι 5 και 7, του κανονισμού 1169/1997 (7). Σε κάθε περίπτωση, η προσφεύγουσα αμφισβητεί τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς αυτό το κεφάλαιο και προβάλλει παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
(1) Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 188 της 20.7.2005, σ. 36
(2) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 729/70, του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 94, της 28/04/1970, σ. 13, Ελληνική ειδική έκδοση : Κεφάλαιο 03, τόμος 5, σ. 93
(3) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 160, της 26/06/1999, σ. 103
(4) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1663/95 της Επιτροπής, της 7ης Ιουλίου 1995, για τη θέσπιση λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 729/70 του Συμβουλίου όσον αφορά στη διαδικασία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων, Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 158, της 08/07/1995, σ. 6
(5) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3508/92 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για τη θέσπιση ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων, Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 355, της 05/12/1992, σ. 1
(6) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2419/2001 της Επιτροπής, της 11ης Δεκεμβρίου 2001, τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχείρισης και ελέγχου για ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων που θεσπίστηκαν με τον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 3508/92, Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 327, της 12/12/2001, σ. 11
(7) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1169/97 της Επιτροπής, της 26ης Ιουνίου 1997, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2202/96 του Συμβουλίου περί καθεστώτος ενίσχυσης των παραγωγών ορισμένων εσπεριδοειδών, Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 169, της 27/06/1997, σ. 15
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/31 |
Προσφυγή της 14ης Σεπτεμβρίου 2005 — JSC Kirovo-Chepetsky Khimichesky Kombinat κατά Συμβουλίου
(Υπόθεση T-348/05)
(2005/C 281/57)
Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: JSC Kirovo-Chepetsky Khimichesky Kombinat (Kirovo Cheptesk, Ρωσία) [εκπροσωπούμενη από τους: B. Servais, Y. Melin, δικηγόρους]
Καθού: Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
|
— |
να ακυρώσει τον κανονισμό (ΕΚ) 945/2005 (1) του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 2005, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 658/2002 για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές νιτρικού αμμωνίου καταγωγής Ρωσίας και του κανονισμού (ΕΚ) 132/2001 για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές νιτρικού αμμωνίου καταγωγής, μεταξύ άλλων, Ουκρανίας, καθόσον ο εν λόγω κανονισμός:
|
|
— |
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα. |
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Η προσφεύγουσα είναι μια Ρωσική εταιρία που ειδικεύεται στην παραγωγή φθοριούχου ρητίνης, χημικών ουσιών, ιατρικών προϊόντων και λιπασμάτων, συμπεριλαμβανομένου του νιτρικού αμμωνίου. Η προσφεύγουσα εξάγει νιτρικό αμμώνιο και άλλα λιπάσματα στην Κοινότητα.
Η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση του προσβαλλομένου κανονισμού για τον λόγο ότι ο κανονισμός αυτός παραβαίνει το άρθρο 1, παράγραφος 1, το άρθρο 1, παράγραφος 2, το άρθρο 3, παράγραφος 2, το άρθρο 4, παράγραφος 1, και το άρθρο 5, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 (2) του Συμβουλίου, καθόσον επεκτείνει τα υφιστάμενα μέτρα αντιντάμπινγκ σε προϊόντα που δεν είναι το σχετικό προϊόν.
Περαιτέρω, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός εκδόθηκε κατά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας και των διαδικαστικών δικαιωμάτων της, καθόσον (i) η προσφεύγουσα δεν έγινε δεκτή σε ακρόαση σύμφωνα με το σχετικό αίτημα που υπέβαλε δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου και (ii) η Επιτροπή δεν αποκάλυψε επαρκώς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και το σκεπτικό βάσει του οποίου είχε την πρόθεση να εισηγηθεί την τροποποίηση του πεδίου εφαρμογής των μέτρων, όπως απαιτείται από το άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου.
(1) ΕΕ L 160, της 23/06/2005, σ.1
(2) Κανονισμός (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 56, της 06/03/1996, σ.1)
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/32 |
Προσφυγή της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Δημοκρατίας της Φινλανδίας που ασκήθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 2005
(Υπόθεση Τ-350/05)
(2005/C 281/58)
Γλώσσα διαδικασίας: η φινλανδική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα: Φινλανδική Δημοκρατία (εκπρόσωπος: Tuula Pynnä)
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
|
— |
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής που εκδόθηκε και δημοσιεύθηκε στις 8 Ιουλίου 2005, με την οποία η Επιτροπή, κατά παράβαση της σύμφωνα με το άρθρο 10 ΕΚ αρχής της αγαστής συνεργασίας, αλλά και της νομολογίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων περί της υπό επιφύλαξη καταβολής οφειλομένων ποσών, αρνήθηκε να αρχίσει διαπραγματεύσεις με τη Δημοκρατία της Φινλανδίας στο πλαίσιο της εκκρεμούς διαδικασίας 2003/2180 λόγω παραβάσεως κράτους μέλους βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, που αφορά την υπό επιφύλαξη καταβολή των αναδρομικώς επιβλητέων δασμών και των σχετικών τόκων από τη στιγμή που οι δασμοί κατέστησαν απαιτητοί μέχρι την ημέρα της πληρωμής |
|
— |
να καταδικάσει τη Δημοκρατία της Φινλανδίας στα δικαστικά έξοδα. |
Ισχυρισμοί και κύρια επιχειρήματα
Με την βαλλόμενη απόφασή της η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν υπείχε καμία υποχρέωση στην ως άνω υπόθεση κατά το άρθρο 232 ΕΚ. Η Φινλανδία είχε ζητήσει εγγράφως από την Επιτροπή, στηριζόμενη στο άρθρο 232 ΕΚ, σύμφωνα με την κατά το άρθρο 10 ΕΚ αρχή της αγαστής συνεργασίας, αλλά και τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων περί της υπό επιφύλαξη καταβολής οφειλομένων ποσών, να αρχίσει διαπραγματεύσεις μέχρις ότου το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκδώσει απόφαση στην υπόθεση αυτή σχετικά με την υπό επιφυλαξη καταβολή του ποσού των επίμαχων δασμών και των αντιστοίχων τόκων.
Η Φινλανδία υποστηρίζει ότι, με την βαλλόμενη απόφασή της, η Επιτροπή παρέβη τη Συνθήκη ΕΚ ή τις διατάξεις εφαρμογής της, υπό την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, δεύτερο εδάφιο, διότι, σε αντίθεση με τη σύμφωνα με το άρθρο 10 ΕΚ αρχή της αγαστής συνεργασίας, αλλά και με τη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων περί της υπό επιφύλαξη καταβολής οφειλομένων ποσών, αρνήθηκε να αρχίσει διαπραγματεύσεις όσον αφορά τη διαδικασία λόγω παραβάσεως κράτους μέλους αριθ. 2003/2180 που κίνησε η ίδια η Επιτροπή σχετικά με την υπό επιφύλαξη καταβολή των αναδρομικώς επιβλητέων δασμών που οφείλονται σύμφωνα με τον κανονισμό 1150/2000/ΕΚ Ευρατόμ (1)από τη στιγμή που οι δασμοί κατέστησαν απαιτητοί μέχρι την ημέρα της πληρωμής, χωρίς να αιτιολογήσει την αρνητική απόφασή της, κατά παράβαση του άρθρου 253 ΕΚ.
(1) Κανονισμός (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (EE L 130 της 31/05/2000, σ. 1).
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/32 |
Προσφυγή — αγωγή της 20ής Σεπτεμβρίου 2005 — Kubanski κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-353/05)
(2005/C 281/59)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Διάδικοι
Προσφεύγουσα-ενάγουσα [στο εξής: προσφεύγουσα]: Gabrielle Giancarla Sharon Kubanski (Leggiuno, Ιταλία) [εκπρόσωποι: Massimo Condinanzi και Devis Bono, δικηγόροι]
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της προσφεύγουσας
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
|
— |
να ακυρώσει την απόφαση της Επιτροπής της 14ης Ιουνίου 2005, με την οποία απορρίφθηκε η υπ' αριθ. R/170/05 ένσταση που υπέβαλε στις 16 Φεβρουαρίου 2005, και, συνακόλουθα, να ακυρώσει την απόφαση D(2002)34440 της 16ης Δεκεμβρίου 2004· |
|
— |
να υποχρεώσει την Επιτροπή στην καταβολή της μισθολογικής διαφοράς, αναδρομικά από 16 Ιανουαρίου 2005 και έως την πραγματική αναπρόσληψη της προσφεύγουσας στην κατηγορία B IV, κλιμάκιο 2, και, ειδικότερα, στην καταβολή του ποσού που θα προσδιοριστεί κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, ενδεχομένως με διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης· |
|
— |
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. |
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Στην παρούσα υπόθεση η προσφεύγουσα βάλλει κατά της αποφάσεως με την οποία η καθής κατήγγειλε τη συναφθείσα στις 4 Οκτωβρίου 2004 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, με την οποία η προσφεύγουσα προσελήφθη σε θέση εκτάκτου υπαλλήλου. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά την Επιτροπή, ο λόγος της καταγγελίας ήταν η μη συνδρομή στο πρόσωπο της προσφεύγουσας των απαιτούμενων από το άρθρο 5 του ΚΥΚ όρων. Ειδικότερα, κατά την καθής, ο τίτλος σπουδών της προσφεύγουσας (diploma di Addetto agli Uffici Turistici) δεν επέτρεπε την κατάταξή της στην κατηγορία B*4, κλιμάκιο 2, στην οποία κατετάγη με τη συναφθείσα σύμβαση.
Προς στήριξη των αιτημάτων της, η προσφεύγουσα προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς και επιχειρήματα και προσάπτει στην Επιτροπή τις ακόλουθες παραβάσεις:
|
— |
το γεγονός ότι μεταξύ των όρων της προκηρύξεως του διαγωνισμού COM/2004/5352/R, ο οποίος αποτέλεσε τη βάση τόσο της διαδικασίας προσλήψεως της προσφεύγουσας όσο και της παρούσας διαδικασίας, δεν περιλαμβανόταν η υποχρεωτική κατοχή συγκεκριμένου τίτλου σπουδών· |
|
— |
παράβαση και εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 3, στοιχείο α', περιπτώσεις ii και iii, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Συναφώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, αφενός, ότι το επίμαχο δίπλωμα αποτελεί τίτλο ο οποίος πιστοποιεί την ολοκλήρωση τριετούς κύκλου σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαιδεύσεως που οδηγεί σε δίπλωμα επαγγελματικής καταρτίσεως παρέχοντος πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση και, αφετέρου, ότι η ίδια, κατά το διάστημα από 1ης Μαΐου 2001 έως 30 Απριλίου 2004, άσκησε στο Centro Comune di Ricerca di Ispra [κοινό κέντρο έρευνας της Ispra] καθήκοντα απολύτως όμοια με αυτά της θέσεως που αφορά ο εν λόγω διαγωνισμός· |
|
— |
παράβαση των άρθρων 14 και 47 έως 50α του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων· |
|
— |
παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης· |
|
— |
παράνομη συμπεριφορά της Διοικήσεως που συνίσταται σε παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου και της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως. |
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/33 |
Προσφυγή που ασκήθηκε στις 19 Σεπτεμβρίου 2005 — Generalitat Valenciana κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
(Υπόθεση Τ-357/05)
(2005/C 281/60)
Γλώσσα διαδικασίας: η ισπανική
Διάδικοι:
Προσφεύγουσα: Generalitat Valenciana (Βαλένθια, Ισπανία) (εκπρόσωπος: José Vicente Sánchez-Tarazaga Marcelino, abogado)
Καθής: Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αιτήματα της προσφεύγουσας
|
— |
Να ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής C(2005) 1867 τελικό της 27ης Ιουνίου 2005, για τη μείωση του ποσού της ενισχύσεως που χορηγήθηκε από το Ταμείο Συνοχής προς την ομάδα προγραμμάτων 97/11/61/028. |
Λόγοι ακυρώσεως και κύρια επιχειρήματα
Η παρούσα προσφυγή βασίζεται στην απόφαση της Επιτροπής C(97) 3882, της 5ης Δεκεμβρίου 1997, δυνάμει της οποίας το πρόγραμμα 97/11/61/028, το οποίο εξελίσσεται στην Ισπανία και έχει τίτλο «Πρόγραμμα συγκεντρώσεως και επεξεργασίας λυμάτων στη μεσογειακή ακτή της Αυτόνομης Περιοχής της Βαλένθια» (γενικό πρόγραμμα που περιλαμβάνει δώδεκα επιμέρους προγράμματα), έλαβε ενίσχυση ύψους 75 011 715 ευρώ από το Ταμείο Συνοχής. Το αρχικό αυτό ποσό ανήλθε στη συνέχεια σε 92 742 913 ευρώ.
Κατόπιν ελέγχου που διενήργησε, η Επιτροπή διαπίστωσε σειρά παρατυπιών στην ακολουθηθείσα διαδικασία αναθέσεως, και κυρίως τη χρησιμοποίηση της προηγούμενης πείρας ως κριτηρίου αναθέσεως και της μεθόδου της μέσης τιμής ως διαδικασίας εκτιμήσεως της τιμής προσφοράς. Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία μειώνει τη συνολική χορηγούμενη ενίσχυση στο ποσό των 2 217 537 ευρώ, παρέβη τα άρθρα 18 και 30 της οδηγίας 93/37/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων έργων (1), και το άρθρο 2 του δημοσιονομικού κανονισμού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, της 21ης Δεκεμβρίου 1977.
Προς στήριξη των ισχυρισμών της, η προσφεύγουσα προβάλλει τα εξής:
|
— |
Ότι η κοινοτική νομοθεσία αναφέρει ρητώς την προηγούμενη πείρα ως κριτήριο επιλογής, ενώ, παρότι δεν την περιλαμβάνει ρητώς στην απαρίθμηση των πιθανών κριτηρίων εφαρμογής, συνάγεται ευχερώς ότι η απαρίθμηση αυτή είναι απλώς ενδεικτική και όχι εξαντλητική και ότι δεν αποκλείει την ενδεχόμενη χρησιμοποίηση της προηγούμενης πείρας ως ενός επιπλέον κριτηρίου για την ανάθεση της συμβάσεως. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από την ίδια την κοινοτική νομολογία. |
|
— |
Ότι, εν πάση περιπτώσει, είναι προφανώς αδύνατο να θεωρηθεί ότι η συνεκτίμηση της προηγούμενης πείρας στα κριτήρια αναθέσεως της οικείας συμβάσεως συνιστά σοβαρή και πρόδηλη παράβαση, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία και νομολογία για την αναζήτηση ευθυνών. |
|
— |
Ότι η εφαρμογή της μεθόδου της «μέσης τιμής» ως μηχανισμού εκτιμήσεως του κριτηρίου της τιμής δεν απαγορεύεται ρητώς από τις κοινοτικές διατάξεις και ότι η νομολογία έχει εκφράσει την αντίθεσή της σχετικώς μόνο στις περιπτώσεις που η μέθοδος αυτή χρησιμοποιήθηκε ως μοναδικό κριτήριο και όχι σε αυτές κατά τις οποίες χρησιμοποιήθηκε σε συνδυασμό με άλλα κριτήρια. |
Η προσφεύγουσα προβάλλει επίσης παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της μη αναδρομικότητας και της αναλογικότητας.
(1) ΕΕ L 199 της 9.8.1993, σ. 54.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/34 |
Διάταξη του Πρωτοδικείου της 12ης Σεπτεμβρίου 2005 — Comitato «Venazia vuole vevere» κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-274/00) (1)
(2005/C 281/61)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Ο πρόεδρος του δευτέρου πενταμελούς τμήματος διέταξε τη διαγραφή της υποθέσεως.
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/34 |
Διάταξη του Πρωτοδικείου της 13ης Σεπτεμβρίου 2005 — Scotto κατά Επιτροπής
(Υπόθεση T-76/05) (1)
(2005/C 281/62)
Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική
Ο πρόεδρος του πρώτου τμήματος διέταξε τη διαγραφή της υποθέσεως.
III Πληροφορίες
|
12.11.2005 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
C 281/35 |
(2005/C 281/63)
Τελευταία δημοσίευση του Δικαστηρίου στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Ιστορικό των προηγούμενων δημοσιεύσεων
Τα κείμενα αυτά είναι διαθέσιμα σε:
|
|
EUR-Lex: http://europa.eu.int/eur-lex |
|
|
CELEX: http://europa.eu.int/celex |