ISSN 1725-2415

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

48ό έτος
20 Μαΐου 2005


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

II   Προπαρασκευαστικές πράξεις

 

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

 

412η σύνοδος ολομέλειας της 27ης και 28ης Οκτωβρίου 2004

2005/C 120/1

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις αντασφαλίσεις και την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/EΟΚ, 92/49/EΟΚ του Συμβουλίου, καθώς και των οδηγιών 98/78/EΚ και 2002/83/EΚCOM(2004) 273 τελικό — 2004/0097 (COD)

1

2005/C 120/2

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσης του τολουολίου και τριχλωροβενζολίου (εικοστή όγδοη τροποποίηση της οδηγίας 76/769/EΟΚ του Συμβουλίου)COM(2004) 320 τελικό — 2004/0111 (COD)

6

2005/C 120/3

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η ικανότητα προσαρμογής των ΜΜΕ και των επιχειρήσεων κοινωνικής οικονομίας στις αλλαγές που επιβάλλονται από τη δυναμική της οικονομίας

10

2005/C 120/4

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Οι πανευρωπαϊκοί διάδρομοι μεταφορών

17

2005/C 120/5

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών - Συνδέσεις υψηλών ταχυτήτων στην Ευρώπη: πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιώνCOM(2004) 61 τελικό

22

2005/C 120/6

Γνωμοδότηση Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ενίσχυση της ασφαλείας λιμένωνCOM(2004) 393 τελικό -2004/0031 (COD)

28

2005/C 120/7

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με περιορισμούς στη διάθεση στην αγορά και στη χρήση ορισμένων πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων στα έλαια αραίωσης και στα ελαστικά επίσωτρα (εικοστή έβδομη τροποποίηση της οδηγίας του Συμβουλίου 76/769/EΟΚ) COM(2004) 98 τελικό – 2004/0036 (COD)

30

2005/C 120/8

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2702/1999 σχετικά με τις ενέργειες ενημέρωσης και προώθησης για τα γεωργικά προϊόντα στις τρίτες χώρες και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2826/2000 για ενέργειες ενημέρωσης και προώθησης των γεωργικών προϊόντων στην εσωτερική αγοράCOM(2004) 233 τελικό - 2004/0073 CNS

34

2005/C 120/9

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Βιομηχανικές μεταλλαγές και κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της χαλυβουργίας

37

2005/C 120/0

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Υγειονομική ασφάλεια: μια συλλογική υποχρέωση, ένα νέο δικαίωμα

47

2005/C 120/1

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Ανακοίνωση της Επιτροπής - Συνέχεια της διαδικασίας προβληματισμού υψηλού επιπέδου για την κινητικότητα των ασθενών και τις μελλοντικές εξελίξεις υγειονομικής περίθαλψης στην Ευρωπαϊκή Ένωση(COM(2004) 301 τελικό)

54

2005/C 120/2

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα:

60

2005/C 120/3

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: Κατάρτιση και παραγωγικότητα

64

2005/C 120/4

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 2002/463/ΕΚ σχετικά με τη θέσπιση προγράμματος δράσης για τη διοικητική συνεργασία στους τομείς των εξωτερικών συνόρων, των θεωρήσεων, του ασύλου και της μετανάστευσης (πρόγραμμα ARGO)(COM(2004) 384 τελικό – 2004/0122 (CNS))

76

2005/C 120/5

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση κανονισμός του Συμβουλίου σχετικά με το ευρωπαϊκό κέντρο παρακολούθησης ναρκωτικών και τοξικομανίας (Αναδιατύπωση) [COM(2003) 808 τελικό - 2003/0311 (CNS)]

78

2005/C 120/6

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Βελτίωση της εφαρμογής της στρατηγικής της Λισσαβώνας

79

2005/C 120/7

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η πρόκληση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων

89

2005/C 120/8

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για το Πράσινο Βιβλίο σχετικά με τις συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα και το κοινοτικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων και των συμβάσεων παραχώρησης(COM(2004) 327 τελικό)

103

2005/C 120/9

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου που τροποποιεί την οδηγία 92/12/ΕΟΚ σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης[COM(2004) 227 τελικό]

111

2005/C 120/0

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την προσαρμογή της οδηγίας 77/388/ΕΟΚ, λόγω της προσχώρησης της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Εσθονίας, της Κύπρου, της Λεττονίας, της Λιθουανίας, της Ουγγαρίας, της Μάλτας, της Πολωνίας, της Σλοβενίας και της Σλοβακίας[COM(2004) 295 τελικό]

114

2005/C 120/1

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί της ενεργειακής απόδοσης κατά την τελική χρήση και των ενεργειακών υπηρεσιών[COM(2003) 739 τελικό — 2003/0300 (COD)]

115

2005/C 120/2

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί μέτρων διασφάλισης του εφοδιασμού με ηλεκτρισμό και περί επενδύσεων υποδομής[COM(2003) 740 τελικό- 2003/0301 (COD)]

119

2005/C 120/3

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης

123

2005/C 120/4

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Το περιβάλλον ως οικονομική ευκαιρία

128

2005/C 120/5

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών — Εκσυγχρονισμός της κοινωνικής προστασίας για την ανάπτυξη ποιοτικής, προσιτής και βιώσιμης υγειονομικής περίθαλψης και μακροχρόνιας περίθαλψης: στήριξη των εθνικών στρατηγικών μέσω της ανοικτής μεθόδου συντονισμού[COM(2004) 304 τελικό]

135

EL

 


II Προπαρασκευαστικές πράξεις

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

412η σύνοδος ολομέλειας της 27ης και 28ης Οκτωβρίου 2004

20.5.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/1


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις αντασφαλίσεις και την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/EΟΚ, 92/49/EΟΚ του Συμβουλίου, καθώς και των οδηγιών 98/78/EΚ και 2002/83/EΚ»

COM(2004) 273 τελικό — 2004/0097 (COD)

(2005/C 120/01)

Στις 10 Ιουνίου 2004, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή να καταρτίσει γνωμοδότηση με θέμα την ανωτέρω πρόταση.

Το τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του, στις 6 Οκτωβρίου 2004 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. FRANK von FÜRSTENWERTH.

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή κατά την 412η σύνοδο ολομέλειάς της, της 27ης και 28ης Οκτωβρίου 2004 (συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου), υιοθέτησε με 158 ψήφους υπέρ, 4 ψήφους κατά και 3 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Εισαγωγή

1.1

Μέχρι σήμερα δεν έχει καθιερωθεί στην ΕΕ εναρμονισμένο πλαίσιο όσον αφορά την εποπτεία των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Διαπιστώνονται λοιπόν σημαντικές διαφορές στα ισχύοντα συστήματα εποπτείας των διαφόρων κρατών μελών.

1.2

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υπέβαλε στις 21 Απριλίου 2004, πρόταση οδηγίας για την αντασφάλιση και για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/EΟΚ, 92/49/EΟΚ και των οδηγιών 98/78/EΚ και 2002/83/EΚ. Η πρόταση οδηγίας προβάλλει τα εξής σημαντικά χαρακτηριστικά:

Εποπτεία βασιζόμενη στην εναρμόνιση και στην αμοιβαία αναγνώριση

Ταχεία έγκριση της οδηγίας, βάσει κυρίως των ισχυόντων κανόνων εποπτείας της πρωτασφάλισης

Υποχρεωτικό σύστημα αδειοδότησης

Απαιτήσεις για το περιθώριο φερεγγυότητας ευθυγραμμισμένες με εκείνες για την πρωτασφάλιση, αν και με τη δυνατότητα αύξησης του περιθωρίου μέχρι το 50 %, μέσω επεξεργασίας σε επιτροπές, για την αντασφάλιση εκτός κλάδου ζωής, όπου τούτο είναι αντικειμενικά δικαιολογημένο.

2.   Προτάσεις της Επιτροπής

2.1

Η οδηγία αποσκοπεί στην καθιέρωση εναρμονισμένου πλαισίου εποπτείας για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και τις εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις (1) στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

2.2

Η πρόταση οδηγίας ορίζει τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις για τη χορήγηση αδείας σε αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Οι προϋποθέσεις, μεταξύ άλλων, αφορούν τη νομική μορφή, την παρουσίαση επιχειρησιακού σχεδίου και τη διάθεση ελάχιστου κεφαλαίου εγγυήσεων. Οι επιχειρηματικές δραστηριότητες περιορίζονται στην αντασφάλιση και τις παρεμφερείς δραστηριότητες. Επιπλέον, προβλέπεται ότι θα υπόκεινται σε έλεγχο οι διαπιστευμένοι μέτοχοι και τα διευθυντικά στελέχη της επιχείρησης. Η εκδοθείσα άδεια ισχύει στην επικράτεια της Κοινότητας

2.3

Η οδηγία αποσκοπεί στην απαγόρευση της κατάθεσης εγγυήσεων από τους αντασφαλιστές έναντι των πρωτασφαλιστών, εφόσον κάτι τέτοιο προβλέπεται υποχρεωτικά από την εθνική νομοθεσία των κρατών μελών. Οι συμβατικές καταθέσεις εγγυήσεων δεν επηρεάζονται από τη ρύθμιση αυτή. Παράλληλα με τη δημιουργία μιας λειτουργικής εσωτερικής αγοράς, η Επιτροπή προτίθεται να θεσπίσει διεθνές σύστημα αναφοράς (Benchmark) προκειμένου να μειώσει τις επιβαρύνσεις που απορρέουν από τις καταθέσεις εγγυήσεων για τους ευρωπαίους αντασφαλιστές σε παγκόσμια κλίμακα.

2.4

Στο πλαίσιο των διατάξεων για τη φερεγγυότητα των επιχειρήσεων, οι διατάξεις που εφαρμόζονται για τις πρωτασφαλιστικές επιχειρήσεις εκτός κλάδου ζωής θα πρέπει να εφαρμόζονται και για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εκτός κλάδου ζωής. H πρόταση προβλέπει τη δυνατότητα αύξησης του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας έως και κατά 50 % με απόφαση των αρμόδιων επιτροπών (διαδικασία επιτροπολογίας). Οι διατάξεις για τη φερεγγυότητα των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων του κλάδου ζωής θα πρέπει να βασιστούν σε εκείνες που ισχύουν για τις πρωτασφαλιστικές επιχειρήσεις του ιδίου κλάδου. Σε περίπτωση όπου η επιχείρηση δραστηριοποιείται ταυτόχρονα εντός και εκτός κλάδου ζωής θα πρέπει το συνολικό ποσό των απαιτούμενων περιθωρίων φερεγγυότητας να καλύπτεται εξ ολοκλήρου με ίδιους πόρους. Όπως ισχύει και για τις πρωτασφαλιστικές επιχειρήσεις, καθορίζεται κεφάλαιο εγγυήσεων το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 3 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, όσον αφορά τις εξαρτημένες αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, το κεφάλαιο εγγυήσεων περιορίζεται σε 1 εκατ. ευρώ.

2.5

Η πρόταση οδηγίας διευκρινίζει τα όρια της δικαιοδοσίας της εποπτείας σε περίπτωση που η οικονομική κατάσταση μιας επιχείρησης επιδεινώνεται, δεν διατίθενται επαρκείς τεχνικές προβλέψεις ή το περιθώριο φερεγγυότητας δεν ανέρχεται στο απαιτούμενο ύψος. Στις περιπτώσεις αυτές, οι σχετικές αρμοδιότητες αντιστοιχούν σε αυτές του τομέα των πρωτασφαλίσεων, και συμπεριλαμβάνουν την υποβολή σχεδίου οικονομικής εξυγίανσης για την επαναφορά υγιούς οικονομικής κατάστασης, την υποβολή σχεδίου χρηματοδότησης και σχεδίου οικονομικής εξυγίανσης, καθώς και την ανάκληση της αδείας.

2.6

Οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούσαν αντασφαλιστικές δραστηριότητες ή στις οποίες είχε χορηγηθεί άδεια άσκησης αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων πριν την ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας, μπορούν να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους, δίχως να υποβάλουν αίτηση για χορήγηση αδείας. Οι επιχειρήσεις αυτές εμπίπτουν στις ουσιαστικές διατάξεις της οδηγίας. Ωστόσο, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να ορίσουν συμπληρωματική μεταβατική περίοδο δύο ετών .

2.7

Η πρόταση οδηγίας εκχωρεί στην Επιτροπή εκτελεστικές εξουσίες για την υλοποίηση τεχνικών προσαρμογών που αφορούν την οδηγία (διαδικασία μέσω αρμόδιων επιτροπών).

2.8

Όπως προκύπτει από τους κανόνες για την εποπτεία των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, θα πρέπει να προσαρμοστούν οι διατάξεις των οδηγιών περί των ασφαλίσεων εντός και εκτός κλάδου ζωής, και περί ασφαλιστικών ομίλων. Επομένως,

Η εποπτική αρχή, δεν μπορεί να απορρίψει μια αντασφαλιστική σύμβαση για λόγους συνδεόμενους άμεσα με την οικονομική ευρωστία της ευρωπαϊκής (αντ-)ασφαλιστικής επιχείρησης ·

Δεν θα πρέπει να ισχύει καμία διάταξη σύμφωνα με την οποία, στα συστήματα τεχνικών ακαθάριστων αποθεματικών θα απαιτείται η ενεχυρίαση περιουσιακών στοιχείων για την κάλυψη προβλέψεων για μη εισπραχθέντα ασφάλιστρα και για εκκρεμείς αποζημιώσεις εκ μέρους του αντασφαλιστή (απαγόρευση της κατάθεσης εγγυήσεων)·

Οι πρωτασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν και αντασφαλιστικές δραστηριότητες πρέπει να υπόκεινται στο ίδιο καθεστώς απαιτήσεων φερεγγυότητας με τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ·

Η οδηγία περί ασφαλιστικών ομίλων προσαρμόζεται κατάλληλα ώστε οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι πρωτασφαλιστικές επιχειρήσεις να αντιμετωπίζονται επί ίσοις όροις.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την πρόταση της Επιτροπής που θα συμβάλει στην εδραίωση της Ευρώπης ως χρηματοπιστωτικής αγοράς, με την κεφαλαιουχική ενίσχυση των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων προκειμένου να ανταποκριθούν στις αναληφθείσες δεσμεύσεις. Με τον τρόπο αυτό, ενδυναμώνονται σταθερά οι ευρωπαϊκές αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στις διεθνείς ασφαλιστικές αγορές.

3.2

Η ΕΟΚΕ τονίζει ρητά τη σημασία της αγοράς αντασφαλίσεων για την ευρωπαϊκή χρηματοπιστωτική αγορά. Το 2002, τα συνολικά αντασφάλιστρα των 40 μεγαλύτερων ομίλων ανήλθαν σε 138 601 200 000 δολάρια ΗΠΑ, από τα οποία τα 58 544 000 000 αντιστοιχούσαν σε αντασφαλιστές της ΕΕ .

3.3

Οι αντασφαλιστικές δραστηριότητες αφορούν καταρχήν τη σχέση πρωτασφαλιστή και αντασφαλιστή. Η εξαίρεση ενός ή περισσότερων αντασφαλιστών μπορεί ωστόσο να έχει αρνητικές επιπτώσεις για τους καταναλωτές, εφόσον ο πρωτασφαλιστής, εξαιτίας των εξαιρέσεων αυτών, δεν δύναται να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η πρόταση οδηγίας βελτιώνει έμμεσα το επίπεδο προστασίας του καταναλωτή στην ΕΕ. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει παράλληλα ότι η ενδεδειγμένη προστασία του τομέα των αντασφαλίσεων ωφελεί και τους καταναλωτές. Αυτό προϋποθέτει ότι το δυναμικό των αντασφαλίσεων προσπορίζει ανάλογα ασφάλιστρα στην ευρωπαϊκή αγορά.

3.4.

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την «ταχεία» προσέγγιση της Επιτροπής, ότι δηλαδή οι κανόνες εποπτείας των αντασφαλίσεων πρέπει να θεσπίζονται με βάση τους κανόνες εποπτείας που ισχύουν για τις πρωτασφαλίσεις. Αυτό είναι μία ιδιαίτερα ορθή προσέγγιση, με γνώμονα το εν εξελίξει σχέδιο Φερεγγυότητα ΙΙ.

3.5

Το γεγονός ότι η αγορά των αντασφαλίσεων αποτελεί γνήσια παγκόσμια αγορά έχει ιδιάζουσα σημασία. Η ΕΟΚΕ, στο πλαίσιο των εν εξελίξει διαβουλεύσεων για την οδηγία, καλεί το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή να επικεντρώσουν δεόντως το ενδιαφέρον στη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας στον τομέα των αντασφαλίσεων.

3.6

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η ευρωπαϊκή οικονομία στον τομέα των αντασφαλίσεων, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, έχει επιδείξει οικονομική σταθερότητα. Στο πλαίσιο αυτό, κάθε νέα επιβάρυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας στον τομέα των αντασφαλίσεων, θα πρέπει να υπόκειται σε ανάλυση της σχέσης κόστος/όφελος.

3.7

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι μέχρι στιγμής ισχύουν διαφορετικά συστήματα εποπτείας στην ΕΕ. Τα συστήματα αυτά χαρακτηρίζονται από έναν συνδυασμό ρυθμίσεων σχετικά με το περιθώριο φερεγγυότητας, τις επενδύσεις κεφαλαίων και την ενεχυρίαση περιουσιακών στοιχείων. Με βάση την πρόταση κανονισμού της Επιτροπής θα καταργηθούν κυρίως οι ρυθμίσεις σχετικά με την ενεχυρίαση περιουσιακών στοιχείων. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να διασφαλισθεί ότι οι ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές θα δημιουργήσουν ένα ικανοποιητικό κλίμα εμπιστοσύνης όσον αφορά τα μέσα εποπτείας που θα διατίθενται στο μέλλον και να ληφθεί μέριμνα για την ενιαία εφαρμογή τους στην ΕΕ.

4.   Διατάξεις για τη φερεγγυότητα των αντασφαλίσεων του κλάδου ζωής (Άρθρο 38)

4.1

Σύμφωνα με την πρόταση οδηγίας, οι διατάξεις για τον υπολογισμό του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας των πρωτασφαλιστικών επιχειρήσεων του κλάδου ζωής θα ισχύουν και για τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις του κλάδου ζωής. Στον τομέα των αντασφαλίσεων ζωής, η Επιτροπή προτείνει την αμετάβλητη εφαρμογή των κανόνων για τη φερεγγυότητα, όπως αυτοί ισχύουν στον τομέα της πρωτασφάλισης. Ο υπολογισμός του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας αποτελεί συνάρτηση δύο στοιχείων: ποσοστού 3 ‰ του αθροίσματος σε κίνδυνο και 4 % του μαθηματικού (αριθμητικού) αποθέματος. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι αυτό δημιουργεί δυσανάλογη επιβάρυνση κατά των ευρωπαϊκών αντασφαλίσεων ζωής. Η πρόταση της Επιτροπής:

Δεν λαμβάνει υπόψη τα επιχειρηματικά χαρακτηριστικά και τα χαρακτηριστικά κινδύνου των αντασφαλίσεων ζωής, οδηγώντας τους αντασφαλιστές ζωής σε δυσανάλογη υπερκεφαλαιοποίηση·

Δημιουργεί σημαντικό μειονέκτημα για τους ευρωπαίους αντασφαλιστές ζωής έναντι των παγκόσμιων ανταγωνιστών, δημιουργώντας ανησυχία για περαιτέρω ελλείψεις όσον αφορά τις ικανότητες των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων (βλ. παράρτημα)·

Οδηγεί σε σημαντική αύξηση των δαπανών για την αντασφαλιστική κάλυψη·

Μπορεί να αποτελέσει αποσταθεροποιητικό παράγοντα των κεφαλαιαγορών, εφόσον η αντασφαλιστική κάλυψη, λόγω των αυξημένων δαπανών, δεν αντισταθμίζεται από τις πρωτασφαλιστικές εταιρείες·

Οδηγεί σε πρόσθετη επιβάρυνση των κεφαλαιοποιητικών ιδιωτικών συνταξιοδοτικών συστημάτων με σημαντικές πρόσθετες δαπάνες.

4.2

Στην ΕΕ, οι πρωτασφαλιστικές επιχειρήσεις του κλάδου ζωής διαφέρουν σημαντικά από τους αντασφαλιστές του ίδιου κλάδου ως προς τη διάρθρωση των κινδύνων. Στην αντασφάλιση ζωής, ο κίνδυνος όσον αφορά την επένδυση κεφαλαίων, απειλεί κατά κανόνα τους πρωτασφαλιστές. Αυτή και μόνο η διαφορά δείχνει ότι η διατύπωση όσον αφορά το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας των πρωτασφαλιστικών επιχειρήσεων του κλάδου ζωής, δεν απεικονίζει ορθά τη διάρθρωση των κινδύνων που διατρέχουν οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις του ιδίου κλάδου.

4.3

Η σύγκριση με τις μεθόδους υπολογισμού που εφαρμόζουν οι οργανισμοί βαθμολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας δείχνει ότι η πρόταση οδηγίας θέτει μάλλον υπερβολικά υψηλό πήχη απαιτήσεων. Έτσι, στις ΗΠΑ, οι απαιτήσεις περί φερεγγυότητας αποτελούν μεν συνάρτηση του κεφαλαιουχικού κινδύνου, συμπεριλαμβάνουν δε μια μεταβλητή, ανάλογη του μεγέθους του εκάστοτε χαρτοφυλακίου (0,8 ‰ για επένδυση που υπερβαίνει τα 25 δις. ευρώ). Οι προσεγγίσεις των καναδικών εποπτικών αρχών και οργανισμών βαθμολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας είναι παρόμοιες.

4.4

Οι πρωτασφαλιστικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται μεταξύ ασφαλιστών και πελατών παρουσιάζουν «εθνικά» γνωρίσματα, εντούτοις, η αντασφάλιση αποτελούσε πάντοτε διεθνή επιχειρηματική δραστηριότητα. Αυτό οφείλεται στην απαίτηση διαφοροποίησης των κινδύνων σε διεθνές επίπεδο. Συνεπώς είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί ένα επίπεδο συνθηκών ισοτιμίας μεταξύ των παραγόντων εντός της Ένωσης με τους διεθνείς παράγοντες ανταγωνισμού στις ΗΠΑ, στις Βερμούδες και στην Ελβετία.

4.5

Οι ευρωπαίοι αντασφαλιστές που συμμετέχουν στο διεθνή ανταγωνισμό, ενδεχομένως να βρεθούν σε μειονεκτικότερη θέση έναντι των ανταγωνιστών τους εκτός της Ένωσης όταν εκείνοι υπόκεινται σε χαμηλότερες απαιτήσεις όσον αφορά το ίδιο κεφάλαιο. Οι αντασφαλιστικές δραστηριότητες θα μπορούσαν συνεπώς να μετατοπισθούν προς αντασφαλιστικά κέντρα εκτός ΕΕ, όπως είναι οι Βερμούδες ή οι ΗΠΑ. Η μετατόπιση του αντασφαλιστικού δυναμικού ενδέχεται να οδηγήσει σε σημαντική εξασθένιση της χρηματοπιστωτικής αγοράς της Ευρώπης. Οι αυξημένες απαιτήσεις θα συνεπάγονταν αναγκαστικά ελλείψεις στο δυναμικό του τομέα των αντασφαλίσεων ή /και αύξηση των τιμών για την κάλυψη των αντασφαλίσεων. Η αύξηση των τιμών των αντασφαλίσεων θα έχει αναπόφευκτα αρνητικές επιπτώσεις στο παραγωγικό κόστος των πρωτασφαλίσεων, βαρύνοντας επιπλέον τους καταναλωτές. Οι αυξημένες τιμές δρουν αναγκαστικά ως ανασταλτικός παράγοντας για την καθιέρωση κεφαλαιοποιητικού συνταξιοδοτικού συστήματος στον ιδιωτικό τομέα .

4.6

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι καμία από τις ανωτέρω εξελίξεις δεν συμβάλει θετικά στην προώθηση της ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς. Ιδιαίτερα τα νέα κράτη μέλη της ΕΕ έχουν συμφέρον από μια λειτουργική ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά στον τομέα των αντασφαλίσεων και θίγονται άμεσα από τις αρνητικές μεταβολές στη δομή της προσφοράς των αντασφαλίσεων.

4.7

Η ΕΟΚΕ καταλήγει συνεπώς στο συμπέρασμα, ότι η πρόταση οδηγίας για τον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας των αντασφαλίσεων ζωής μπορεί να ζημιώσει αισθητά την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαίων αντασφαλιστών. Για τους λόγους αυτούς, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η πρόταση της Επιτροπής σχετικά με το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων του κλάδου ζωής πρέπει να τροποποιηθεί σημαντικά.

4.8

Με βάση τις παρατηρήσεις αυτές, η ΕΟΚΕ προτείνει να υπολογίζεται το περιθώριο φερεγγυότητας και στον τομέα των αντασφαλίσεων ζωής, με βάση τη νομοθεσία περί ασφαλίσεων εκτός κλάδου ζωής .

4.8.1

Όσον αφορά τις παραμέτρους κίνδυνο και ανταγωνισμό, οι μέθοδοι υπολογισμού για το περιθώριο φερεγγυότητας που εφαρμόζουν οι ασφαλιστές εκτός κλάδου ζωής, θεωρούνται απόλυτα ικανοποιητικές. Η διατύπωση για το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας αντασφαλίσεων εκτός κλάδου ζωής ανταποκρίνεται σε μεγάλο βαθμό στις απαιτήσεις φερεγγυότητας σε διεθνές επίπεδο προκειμένου να αποκλείονται τα ανταγωνιστικά μειονεκτήματα σε ευρωπαϊκές αντασφαλιστικές δραστηριότητες.

4.8.2

Η ρύθμιση που εφαρμόζεται για τις αντασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής απεικονίζει σωστά την κατάσταση στον τομέα των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων του κλάδου ζωής. Επειδή οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις του κλάδου ζωής αναλαμβάνουν κυρίως την κάλυψη των κινδύνων θνησιμότητας, μοιάζουν περισσότερο με τις πρωτασφαλιστικές δραστηριότητες εκτός κλάδου ζωής και τους αντασφαλιστές εκτός κλάδου ζωής παρά με τις δραστηριότητες των πρωτασφαλιστών του κλάδου ζωής.

4.8.3

Μεμονωμένοι κίνδυνοι, που δεν λαμβάνονται υπόψη στη ρύθμιση για τις αντασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής, μπορούν να συνυπολογισθούν στο πλαίσιο του σχεδίου Φερεγγυότητα II.

4.8.4

Η ρύθμιση για τις αντασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής μπορεί να θεσπισθεί εύκολα από νομοθετική άποψη, δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε συμπεριλάβει στην πρόταση οδηγίας (Τρίτη αναθεώρηση) ένα ολοκληρωμένο κείμενο οδηγίας.

4.8.5

Η ρύθμιση για τις αντασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής διευκολύνει τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις του κλάδου ζωής να οριοθετήσουν χρονικά τις απαιτήσεις φερεγγυότητας, καθώς τα απαιτούμενα στοιχεία διατίθενται στις επιχειρήσεις και δεν συλλέγονται επί τούτου. Ιδιαίτερα συμφέρουσα, δείχνει η ρύθμιση για τις αντασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής, λόγω της ελλιπούς πληροφόρησης όσον αφορά τις διεθνείς δραστηριότητες.

4.8.6

Η ρύθμιση για τη φερεγγυότητα των αντασφαλίσεων εκτός κλάδου ζωής προσεγγίζει ιδιαίτερα τη μέθοδο ταχείας προσέγγισης. Η ρύθμιση μπορεί να εφαρμοσθεί με ευκολία καθώς δεν χρειάζονται συμπληρωματικές προσαρμογές, για περιπτώσεις π.χ. συμβατικής κατάθεσης εγγυήσεων.

5.   Διατάξεις περί φερεγγυότητας των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων εκτός κλάδου ζωής (Άρθρα 37 και 55)

5.1

Η πρόταση οδηγίας προβλέπει ότι οι διατάξεις για τον υπολογισμό του περιθωρίου φερεγγυότητας των πρωτασφαλίσεων εκτός κλάδου ζωής είναι εφαρμόσιμες και στις αντασφαλίσεις εκτός κλάδου ζωής. Με τον τρόπο αυτό, καθίσταται δυνατή, στο πλαίσιο της διαδικασίας «Lamfalussy», η αύξηση έως και 50 % του απαιτούμενου περιθωρίου φερεγγυότητας των αντασφαλίσεων εκτός κλάδου ζωής.

5.2

Η ΕΟΚΕ κρίνει σκόπιμη την αμετάβλητη εφαρμογή των κανόνων φερεγγυότητας σχετικά με τους πρωτασφαλιστές εκτός κλάδου ζωής και στους αντασφαλιστές εκτός του κλάδου ζωής στο πλαίσιο της «ταχείας» προσέγγισης. Η ΕΟΚΕ διατηρεί, ωστόσο, σημαντικές επιφυλάξεις όσον αφορά την επέκταση της διαδικασίας «Lamfalussy» στον τομέα των απαιτήσεων φερεγγυότητας

5.3

Η παρούσα οδηγία νοείται ως σχέδιο «ταχείας» προσέγγισης και όχι ως οδηγία πλαίσιο για τη διαδικασία «Lamfalussy». Οι προσαρμογές των απαιτήσεων σχετικά με τη φερεγγυότητα θα πρέπει να πραγματοποιηθούν μόνο στο πλαίσιο του ευρύτερου σχεδίου Φερεγγυότητα ΙΙ.

5.4

Η εφαρμογή της διαδικασίας «Lamfalussy» δεν δικαιολογείται όμως και αντικειμενικά. Οι κεφαλαιουχικές απαιτήσεις των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση μέτρα εφαρμογής, για την υιοθέτηση των οποίων να προβλέπεται η διαδικασία «Lamfalussy». Όπως άλλωστε αποδεικνύεται και από τις μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις «Basel II» στον τραπεζικό τομέα, οι απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας, αποτελούν τον «πυρήνα» του μελλοντικού συστήματος εποπτείας και σε καμία περίπτωση λεπτομέρεια που μπορεί να ρυθμιστεί μεταγενέστερα.

5.5

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι οι απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας θα πρέπει να αποσαφηνίζονται στην ίδια την οδηγία και όχι σε μια μεταγενέστερη νομοθεσία της Κοινότητας. Η διαφορά αυτή υποστηρίζεται και στο ισχύον σχέδιο της Συνέλευσης, στο οποίο απαιτείται η ενσωμάτωση των σημαντικών διατάξεων στον κορμό της οδηγίας. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν υπογραμμίζει επαρκώς την ανάγκη ευρείας διαβούλευσης με τους ενδιαφερόμενους κύκλους.

6.   Αντασφάλιση και αντεκχώρηση (Άρθρα 37 και 38)

6.1

Σύμφωνα με την πρόταση οδηγίας οι κατά τον υπολογισμό της φερεγγυότητας, οι αντεκχωρήσεις λαμβάνονται υπόψη, μόνο μέχρις ύψους 50 % των ακαθάριστων συνολικών προβλέψεων. Αυτό απηχεί την ισχύουσα ρύθμιση για τους πρωτασφαλιστές στον κλάδο εκτός ζωής και εντός αυτού. Σκοπός της παρούσας οδηγίας για την εποπτεία των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων θα πρέπει να είναι να συμβάλει στην ενίσχυση της οικονομικής σταθερότητας του τομέα των αντασφαλίσεων στην ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΟΚΕ θεωρεί δικαιολογημένη την πλήρη αναγνώριση των πρωτασφαλιστών και την αντεχώρηση των αντασφαλίσεων δεδομένου ότι ο εκχωρούμενος και ο αντεκχωρούμενος υπόκεινται στην εποπτεία της ΕΕ.

6.2

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ η αύξηση της αντασφάλισης και της αντεκχώρησης συνιστάται και λόγω των αυξημένων απαιτήσεων που ορίζονται στον τομέα των ασφαλίσεων για την επίλυση προβλημάτων που αφορούν το κοινωνικό σύνολο. Ιδιαίτερα μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, η αύξηση της ζήτησης της βιομηχανίας και της αεροπλοΐας για ασφαλιστική κάλυψη των τρομοκρατικών κινδύνων, δεν οδήγησε σε οικονομικά πιο συμφέρουσες λύσεις, λόγω του χαμηλού συντελεστή στον τομέα της αντασφάλισης και της αντεκχώρησης. Σε ορισμένα κράτη μέλη, ο περιορισμένος συντελεστής στον τομέα της αντεκχώρησης παρεμποδίζει έως σήμερα την ανάπτυξη ασφαλίσεων για την πρόληψη τρομοκρατικών κινδύνων.

7.   Επενδυτικοί κανόνες (Άρθρο 34)

7.1

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την τεκμηριωμένη ποιοτική προσέγγιση των κανόνων εποπτείας (Αρχή «του καλού διαχειριστή»). Λόγω των ιδιαιτεροτήτων των αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων, και συγκεκριμένα της διεθνοποίησης των αντασφαλίσεων, μια τέτοια προσέγγιση κρίνεται καταλληλότερη από την λιγότερο ευέλικτη ποσοτική μέθοδο. Η ΕΕ εφαρμόζει με τον τρόπο αυτό μια σύγχρονη προσέγγιση που συνιστάται επίσης από το φορέα IAIS (International Association of Insurance Supervisors). Παράλληλα, η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ωστόσο ότι μια ποιοτική προσέγγιση, δεν αποτελεί «άδεια εν λευκώ», αλλά απαιτεί από τις επιχειρήσεις τη διεξαγωγή διαρκούς ελέγχου και τη βελτίωση της επενδυτικής διαδικασίας.

7.2

Δεδομένου ότι με την έναρξη της ισχύος της οδηγίας θα πρέπει να περιοριστούν ή να καταργηθούν ισχύοντες κανόνες σχετικά με την εποπτεία (όπως π.χ. η κατάθεση εγγυήσεων), συνιστάται να παραχωρηθεί από την οδηγία στα κράτη μέλη το δικαίωμα να απαιτούν από τους αντασφαλιστές που αναπτύσσουν δραστηριότητα στην επικράτειά τους, την εφαρμογή συμπληρωματικών επενδυτικών διατάξεων ποσοτικού χαρακτήρα. Ωστόσο, προϋπόθεση πρέπει να είναι ότι οι διατάξεις αυτές θα στηρίζονται στην αρχή «του καλού διαχειριστή» καθώς και τις υποχρεώσεις που έχουν αναληφθεί.

8.   Μεταβατικές περίοδοι (Άρθρο 51)

Οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δεν εντάσσονται, επί του παρόντος, σε εναρμονισμένο κοινοτικό πλαίσιο. Η ΕΟΚΕ συνιστά συνεπώς στην Επιτροπή να εξετάσει προσεκτικά κατά πόσον απαιτούνται συμπληρωματικές ρυθμίσεις σχετικά με τις μεταβατικές περιόδους. Οι ρυθμίσεις ενδεχομένως να αφορούν, για παράδειγμα, τα μέσα κεφαλαιακής επάρκειας που χρησιμοποιούν οι αντασφαλιστές, και τα οποία δεν αναγνωρίζονται με βάση τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας των πρωτασφαλιστών.

9.   Συμπεράσματα

9.1

Με την επιφύλαξη των παρατηρήσεων που διατύπωσε, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την πρόταση της Επιτροπής για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις αντασφαλίσεις και την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/EΟΚ, 92/49/EΟΚ και των οδηγιών 98/78/EΚ και 2002/83/EΚ. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η πρόταση αυτή καλύπτει σχεδόν όλους τους σημαντικούς τομείς της εποπτείας των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Η πλήρης εφαρμογή της οδηγίας θα συμβάλει σημαντικά στην ενίσχυση και τη σταθεροποίηση των αντασφαλιστικών αγορών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κάτι που αποτελεί στόχο της Επιτροπής.

9.2

Μετά από την εξέταση της πρότασης της οδηγίας, η ΕΟΚΕ ανέλυσε ορισμένες επιλεγμένες πτυχές της οδηγίας προκειμένου να υποβάλλει συγκεκριμένες παρατηρήσεις και προτάσεις στην Επιτροπή ενόψει μιας ευρύτερης εξέτασης και ανάλυσης. Η ΕΟΚΕ προτείνει να στηρίζεται και ο τομέας των αντασφαλίσεων ζωής στον υπολογισμό της φερεγγυότητας, όπως ισχύει για τους ασφαλιστές εκτός κλάδου ζωής. Περαιτέρω δεν θα πρέπει οι απαιτήσεις φερεγγυότητας να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διαδικασίας «Lamfalussy». Δεδομένου ότι η ΕΟΚΕ θεωρεί σημαντική την πρόταση οδηγίας, τάσσεται υπέρ μιας ταχείας νομοθετικής διαδικασίας.

Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2004.

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  Εξαρτημένη αντασφαλιστική επιχείρηση λέγεται μια εταιρεία η οποία ανήκει σε επιχείρηση ή σε όμιλο επιχειρήσεων που δεν δραστηριοποιούνται ως ασφαλιστές ή αντασφαλιστές. Η οικονομική δραστηριότητα της εξαρτημένης αντασφαλιστικής επιχείρησης περιορίζεται στην προσφορά αντασφαλιστικής κάλυψης σε αυτή την επιχείρηση ή σε αυτόν τον όμιλο επιχειρήσεων.


20.5.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/6


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους περιορισμούς κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσης του τολουολίου και τριχλωροβενζολίου (εικοστή όγδοη τροποποίηση της οδηγίας 76/769/EΟΚ του Συμβουλίου)»

COM(2004) 320 τελικό — 2004/0111 (COD)

(2005/C 120/02)

Στις 11 Μαΐου 2004, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, με θέμα την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 6 Οκτωβρίου 2004 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Sears.

Κατά την 412η σύνοδο ολομελείας της 27ης και 28ης Οκτωβρίου 2004 (συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 165 ψήφους υπέρ, μία κατά και 5 αποχές:

1.   Εισαγωγή

1.1

Οι «υπάρχουσες» ουσίες, είναι ουσίες που πιστεύεται ότι κυκλοφορούσαν στην αγορά της ΕΕ μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 1971 και 18ης Σεπτεμβρίου 1981. 100.195 τέτοιες ουσίες έχουν εντοπιστεί και καταχωρίζονται στην Ευρωπαϊκή Καταγραφή Υφισταμένων Εμπορικών Χημικών Ουσιών (EINECS) που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα το 1990 (1). Οι ουσίες που κυκλοφορούν στην αγορά μετά την 18η Σεπτεμβρίου 1981 χαρακτηρίζονται ως «νέες» ουσίες και απαιτούν γνωστοποίηση πριν την εισαγωγή τους στην αγορά σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

1.2

Οι κίνδυνοι που ενέχονται για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον λόγω των «υπαρχουσών» ουσιών αξιολογούνται στον κανονισμό 793/93 (2) του Συμβουλίου (ΕΟΚ). Μέχρι σήμερα, έχουν καταρτισθεί τέσσερις κατάλογοι προτεραιότητας για αξιολόγηση προς εφαρμογή από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών· ο τελευταίος εξ αυτών έχει ημερομηνία την 25η Οκτωβρίου 2000 (3). Εκφράζονται ανησυχίες σχετικά με τις 141 ουσίες που εντοπίστηκαν, οι οποίες ενδεχομένως να ενέχουν κίνδυνους λόγω της ιδιαίτερης χημικής σύστασής τους με γνωστές ή αναμενόμενες βιοχημικές αλληλεπιδράσεις, ή λόγω του μεγάλου όγκου παραγωγής τους (HPV).

1.3

Τα κράτη μέλη αξιολογούν την κάθε ουσία σε όλα τα στάδια παραγωγής και χρήσης της ως προς τους κινδύνους και την έκθεση, προκειμένου να καθορισθεί το κατά πόσον ή όχι ενέχουν πραγματικό κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, και εάν ναι, ποια μέτρα κρίνονται σκόπιμα για τη μείωση του κινδύνου. Εάν αποφασισθεί, παρά το γεγονός ότι βρίσκονται σε κατάλογο προτεραιότητας για αξιολόγηση, ότι η τρέχουσα ή μελλοντική χρήση τους δεν ενέχει ή ενέχει πολύ χαμηλό κίνδυνο, δεν απαιτείται η λήψη μέτρων για τον έλεγχο των ουσιών αυτών ή η λήψη μέτρων ενδεχομένως να έχει χαμηλό αντίκτυπο και όφελος.

1.4

Οι εκθέσεις πλήρους αξιολόγησης των κινδύνων (RARs) εκ μέρους των κρατών μελών έχουν αντίστοιχα αξιολογηθεί από την Επιστημονική Επιτροπή για την τοξικότητα, την οικοτοξικότητα και το περιβάλλον (CSTEE). Εφόσον, η CSTEE συμφωνεί με τα συμπεράσματα και στηρίζει τη συνολική διαδικασία αξιολόγησης, τα μέτρα για τη μείωση του κινδύνου, εφόσον κρίνονται σκόπιμα, μπορούν να προταθούν ως τροπολογίες στο παράρτημα Ι της οδηγίας 76/769/EΟΚ του Συμβουλίου περί κυκλοφορίας στην αγορά και χρήσεως ορισμένων επικινδύνων ουσιών και παρασκευασμάτων (4). Η παρούσα πρόταση αποτελεί την εικοστή όγδοη τροποποίηση της οδηγίας αυτής.

1.5

Οι δύο ουσίες (τολουόλιο και τριχλωροβενζόλιο) που αναφέρονται στην πρόταση αξιολογήθηκαν σύμφωνα με την ανωτέρω διαδικασία. Κι οι δύο συμπεριλαμβάνονται στο δεύτερο κατάλογο των ουσιών προτεραιότητας που δημοσιεύθηκε ως κανονισμός 2268/95 (ΕΚ) της Επιτροπής της 27ης Σεπτεμβρίου 1995 (5). Και οι δύο ανατέθηκαν στην Δανία για τη διαδικασία της αξιολόγησης. Η CSTEE ουσιαστικά συμφώνησε και στήριξε τις επακόλουθες εκθέσεις πλήρους αξιολόγησης των κινδύνων με γνωμοδοτήσεις που υιοθέτησε στην 24η και 25η σύνοδο ολομέλειας στις 12 Ιουνίου 2001 και 20 Ιουλίου 2001 αντίστοιχα.

1.6

Η πρόταση αυτή ορίζει ότι τα μέτρα για τη μείωση του κινδύνου των δύο ουσιών θα εφαρμοσθούν από τα κράτη μέλη εντός δεκαοκτώ μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της οδηγίας. Η Επιτροπή δημοσίευσε την πρόταση στις 28 Απριλίου 2004. Αφού εφαρμοσθούν οι ενδεδειγμένες διαδικασίες, και εφόσον μπορεί να επιτευχθεί συμφωνία ως προς τις απαιτούμενες τροποποιήσεις, η οδηγία θα πρέπει να εφαρμοσθεί στα κράτη μέλη το αργότερο έως τον Ιούνιο 2006.

2.   Περίληψη της πρότασης της Επιτροπής

2.1

Η πρόταση αποσκοπεί στην προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος και την καθιέρωση (ή διατήρηση) της εσωτερικής αγοράς για τις δύο αυτές ουσίες. Κάτι τέτοιο μπορεί να επιτευχθεί με μηδαμινό ή μηδενικό κόστος καθώς έχει περιορισθεί η χρήση των ειδικών εφαρμογών ενώ αναμένεται να διατεθούν εναλλακτικά προϊόντα.

2.2

Στην περίπτωση του τολουολίου, που αναγνωρίζεται ως πτητική ουσία μεγάλου όγκου παραγωγής (HPV) που χρησιμοποιείται ως απαραίτητη πρώτη ύλη στη χημική σύνθεση και ως διαλύτης σε πολλές βιομηχανικές και καταναλωτικές εφαρμογές, επιβάλλονται περιορισμοί για όλες τις χρήσεις της ουσίας σε συγκέντρωση μεγαλύτερη του 0.1 % ανά μάζα σε κολλητικές ουσίες και βαφές ψεκασμού που προορίζονται για πώληση στο ευρύ κοινό. Αυτό δεν ισχύει για τις βιομηχανικές εφαρμογές και αποσκοπεί στην προστασία της υγείας του καταναλωτή.

2.3

Στην περίπτωση του τριχλωροβενζολίου, που έχει πιο περιορισμένη χρήση ως ενδιάμεσο προϊόν για την παραγωγή ζιζανιοκτόνων και ως διαλύτης διαδικασίας σε κλειστά συστήματα, οι περιορισμοί επιβάλλονται για όλες τις χρήσεις με περιεκτικότητα μεγαλύτερη του 0.1 % ανά μάζα για όλες τις χρήσεις εκτός της χρήσης ως ενδιάμεσου. Αυτό περιορίζει τις πιθανές πωλήσεις στο ευρύ κοινό και παρέχει πρόσθετη προστασία για την ανθρώπινη υγεία στο χώρο εργασίας.

2.4

Τα δύο προϊόντα για τα οποία εφαρμόζεται η τροποποίηση αυτή ορίζονται με τους αριθμούς CAS 108-88-3 120-82-1 στο Παράρτημα της πρότασης. Οι περιορισμοί στη χρήση θα προστεθούν στο παράρτημα 1 της οδηγίας 76/769/EΟΚ.

2.5

Τα κράτη μέλη έχουν περιθώριο ενός έτους για να δημοσιεύσουν την αναγκαία νομοθεσία που συνάδει με την οδηγία αυτή, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της πρότασης αυτής, κατόπιν διαβουλεύσεων, όπως ορίζει το άρθρο 95 της ιδρυτικής συνθήκης, με την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (EΟΚΕ) και σύμφωνα με τη διαδικασία συναπόφασης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Όπως και με την εικοστή έκτη τροποποίηση της οδηγίας 76/769/EΟΚ του Συμβουλίου (περιορισμοί στην εμπορία και χρήση της εννεϋλοφαινόλης, αιθοξυλιωμένης εννεϋλοφαινόλης και του κονιάματος ) (6), για την οποία η ΕΟΚΕ υιοθέτησε γνωμοδότηση το Μάρτιο του 2003 (7), η πρόταση αυτή ασχολείται με ανεξάρτητες ουσίες, οι οποίες για λόγους σαφήνειας, θα εξετασθούν ξεχωριστά. (Η παρούσα εικοστή έβδομη τροποποίηση για τους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες στα έλαια αραίωσης και τα ελαστικά επίσωτρα έχει δημοσιευθεί αλλά βρίσκεται ακόμα υπό εξέταση.)

4.   Τολουόλιο

4.1

Το τολουόλιο είναι ένα διαφανές, άχρωμο υγρό με χαρακτηριστική οσμή. Γνωστό επίσης ως μεθυλοβενζόλιο, έχει τη δεύτερη μετά το βενζόλιο απλούστερη δομή αρωματικής ένωσης – δακτύλιο έξι ατόμων άνθρακα, εκ των οποίων ένα άτομο (αλκύλιο ) σε διακλάδωση. Το τολουόλιο απαντάται φυσικά στο ακάθαρτο πετρέλαιο, σε ορισμένα φυτά και δέντρα, εκλύεται σε εκρήξεις ηφαιστείων και σε πυρκαγιές δασικών εκτάσεων και μπορεί να παρασκευασθεί σκόπιμα σε πολύ μεγάλες ποσότητες από τον άνθρακα και το ακάθαρτο πετρέλαιο.

4.2

Σύμφωνα με βιομηχανικές πηγές, το παγκόσμιο δυναμικό και τα επίπεδα παραγωγής, όσον αφορά το εργαστηριακά παραγόμενο τολουόλιο, ανήλθαν το 2002 στα 20 εκατομμύρια τόννους και στα 14 εκατομμύρια τόννους αντίστοιχα. Το 75 % του δυναμικού αυτού εντοπίζεται στις ΗΠΑ, στην Ασία και στην Ιαπωνία. Η γνωμοδότηση της CSTEE εκτιμά ότι το 1995 η παραγωγή στην ΕΕ ανήλθε στα 2,6 εκατομμύρια τόννους. Πολύ μεγαλύτερες ποσότητες τολουολίου παρασκευάζονται κατά τη συνήθη παραγωγή της βενζίνης, συμβάλλοντας έτσι στη συνολική έκθεση · οι ποσοστώσεις αυτές, δεν συμπεριλαμβάνονται στα ανωτέρω σύνολα (8).

4.3

Το τολουόλιο χρησιμοποιείται αρχικά ως πρώτη ύλη σε κλειστά συστήματα για την σκόπιμη παρασκευή του βενζολίου, των αερολυμάτων ουραιθάνης και άλλων χημικών προϊόντων, και σε πολύ μικρότερες ποσότητες, ως διαλύτης–φορέας σε χρώματα, μελάνη, κολλητικές ουσίες, φαρμακευτικά προϊόντα και καλλυντικά. Οι επιπτώσεις του τολουολίου για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον μελετώνται ευρέως και είναι γενικά παραδεκτές από όλους τους ενδιαφερόμενους. Υπάρχει ανάγκη να ελαχιστοποιηθεί η άσκοπη πραγματική ή θεωρητική ανεξέλεγκτη έκθεση, εφόσον μάλιστα διατίθενται εναλλακτικά προϊόντα με παρεμφερή διαλυτική δύναμη.

4.4

Οι δύο τελικές χρήσεις που διακρίνονται στην οδηγία αυτή εμπίπτουν στην τελευταία κατηγορία. Η χρήση του τολουολίου ως διαλυτικό για κολλητικές ουσίες και βαφές ψεκασμού στο ευρύ κοινό δεν είναι αναγκαία και δεν υποστηρίζεται από τους παραγωγούς στην Ευρώπη. Επί του παρόντος, οι πραγματικές πωλήσεις είναι χαμηλές ή μηδενικές όσον αφορά τις δύο τελικές χρήσεις. Κατά συνέπεια, πρόκειται για ένα, εν πολλοίς, προληπτικό μέτρο, με χαμηλό αναμενόμενο αντίκτυπο για το κόστος, την επιλογή των καταναλωτών ή την υγεία.

4.5

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ως πρώτη προϋπόθεση, να διασφαλισθεί ότι το τολουόλιο μπορεί να υποστεί ασφαλή επεξεργασία και σε μεγάλες ποσότητες, σε κλειστά συστήματα στο χώρο εργασίας. Η πρόταση αυτή εξασφαλίζει ότι το ευρύ κοινό, εκτός του ελεγχόμενου χώρου εργασίας, προστατεύεται επαρκώς από την άσκοπη έκθεση τόσο σήμερα όσο και στο μέλλον. Η ΕΟΚΕ, ως εκ τούτου, στηρίζει το σχετικό τμήμα της οδηγίας.

5.   Τριχλωροβενζόλιο

5.1

Η κατάσταση όσον αφορά το τριχλωροβενζόλιο διαφέρει σημαντικά από τα ανωτέρω και απαιτούνται ορισμένες τροποποιήσεις και διευκρινίσεις στην οδηγία.

5.2

Το «τριχλωροβενζόλιο» είναι χημική ουσία που παρασκευάζεται σκόπιμα, διότι δεν απαντάται στη φύση, παρά μόνο κατά την αποδόμηση άλλων χλωριωμένων αρωματικών χημικών ενώσεων. Υπάρχουν τρία διαφορετικά ισομερή, που εξαρτώνται από τη θέση που καταλαμβάνουν τα άτομα του χλωρίου στο δακτύλιο των έξι ατόμων άνθρακα. Το καθένα διαθέτει οριακώς διαφορετικά φυσικά χαρακτηριστικά και παρουσιάζει διαφορετικές βιοχημικές αλληλεπιδράσεις, για παράδειγμα στη μέτρηση των αξιών LD50. Το κάθε ισομερές διαθέτει ξεχωριστό αριθμό CAS και EINECS. Επιπλέον, το τριχλωροβενζόλιο καταχωρίζεται στα μητρώα CAS και EINECS γενικότερα. Όλα είναι από εμπορικής απόψεως διαθέσιμα στις ΗΠΑ και σε άλλες περιοχές της υφηλίου. Το 1,3,5- τριχλωροβενζόλιο εκτιμάται ότι δεν κατασκευάζεται πλέον στην Ευρώπη. Οι λεπτομέρειες των καταχωρήσεων είναι οι εξής (9):

 Αριθμός EINECS

201-757-1

204-428-0

203-686-6

234-413-4

Αριθμός CAS

87-61-6

120-82-1

108-70-3

12002-48-1

Ισομερή

1,2,3-

1,2,4-

1,3,5-

-

Μορφή

Λευκές νιφάδες

Διαφανές υγρό

Λευκές νιφάδες

Διαφανές υγρό

Σημείο τήξης °C

52-55

17

63-65

-

Τοξικότητα εκ στόματος, μύες, LD50 mg/kg

1830

756

800

-

Αριθμός OHE

2811

2321

2811

-

5.3

Οι εκθέσεις πλήρους αξιολόγησης των κινδύνων (RARs) και η γνωμοδότηση της Επιστημονικής Επιτροπής για την τοξικότητα, την οικοτοξικότητα και το περιβάλλον (CSTEE) αναφέρονται στο 1,2,4-τριχλωροβενζόλιο με τους ανωτέρω αριθμούς EINECS και CAS. Η παρούσα πρόταση επιβεβαιώνει τον ενιαίο αριθμό CAS ( και κατά συνέπεια το ένα ισομερές που μελετήθηκε) στο Παράρτημα – αλλά δεν περιέχεται στον τίτλο ή στο κείμενο.

5.4

Τα διαφορετικά ισομερή παρασκευάζονται με υψηλό βαθμό καθαρότητας ως ενδιάμεσα προϊόντα σε κλειστά συστήματα για τη σύνθεση ορισμένων ζιζανιοκτόνων, παρασιτοκτόνων, βαφών και άλλων ειδικών χημικών παρασκευασμάτων. Σε περίπτωση όπου η συγκεκριμένη ισομέρεια είναι ήσσονος σημασίας, μπορεί να χρησιμοποιηθεί μίγμα ισομερών σε κλειστά συστήματα ως διαλύτης–φορέας σε βαφές ή ρυθμιστής ή μέσον διάδοσης θερμότητας (θερμαντικό μέσο), σε ψεκασμούς ως αναστολέας διάβρωσης και στη μεταλλουργία.

5.5

Στην ΕΕ (και σε άλλες περιοχές της υφηλίου), γίνονταν αρχικά χρήση του 1,2,4 τριχλωροβενζόλιου (1,2,4-TCB) σε ποικίλους βαθμούς καθαρότητας. Εκτιμάται ότι η παραγωγή της ουσίας έχει μειωθεί σταθερά από τη δεκαετία του 80. Από τα στοιχεία που παρουσιάσθηκαν στην επιτροπή OSPAR για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος προκύπτει ότι το έτος 1994, η παραγωγή του 1,2,4 τριχλωροβενζόλιου κυμαίνονταν μεταξύ 7 και 10 χιλιάδων τόννων· η παραγωγή του 1,2,3 τριχλωροβενζόλιου ήταν χαμηλότερη από 2 χιλιάδες τόννους· και, το 1,3,5 τριχλωροβενζόλιο παρήχθη σε λιγότερο από 200 τόννους (10). Τον Ιούνιο του 2000, η OSPAR προσέθεσε και τα τρία ισόμερη με ξεχωριστές καταχωρήσεις στον κατάλογο των Επικίνδυνων Ουσιών με Προτεραιότητα Δράσης. Στη γνωμοδότηση της CSTEE τον Ιούλιο του 2001 αναφέρεται επίσης ότι η παραγωγή στην Ευρώπη τα έτη 1994/95 ανέρχονταν στις 7 χιλιάδες τόννους. Τα επίπεδα παραγωγής συνεχίζουν να μειώνονται, ενώ σήμερα υπολογίζεται ότι τα επίπεδα παραγωγής έχουν μειωθεί κατά το ήμισυ, με το μεγαλύτερο ποσοστό να προορίζεται για εξαγωγές (11).

5.6

Επί του παρόντος, θεωρείται ότι υπάρχει ένας εναπομένων παραγωγός στην περιοχή της ΕΕ/OSPAR. Οι πωλήσεις έχουν περιοριστεί στα ισομερή 1,2,4-τριχλωροβενζόλιο και 1,2,3- τριχλωροβενζόλιο για χρήση αποκλειστικά ως ενδιάμεσα προϊόντα, και αυτό επιβεβαιώνεται μέσα από γραπτές δηλώσεις κάθε πελάτη πριν την παράδοση.

5.7

Είναι γνωστός και έχει αναγνωρισθεί από την Επιτροπή και την CSTEE περιορισμένος αριθμός χρήσεων άλλων κλειστών συστημάτων, για παράδειγμα διαλυτών που δεν εκλύονται στο εξωτερικό περιβάλλον. Η οδηγία αυτή, επιτρέποντας την αναγκαία παρασκευή των ουσιών αυτών με αυστηρά περιορισμένες εκπομπές στην ευρεία χρήση, θα πρέπει να προσθέσει την ανωτέρω χρήση στις επιτρεπόμενες χρήσεις του παραρτήματος της παρούσης.

5.8

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι, με βάση τα συγκεκριμένα σημεία που θίγονται ανωτέρω, η πρόταση θα πρέπει να παρέχει αυξημένη προστασία στο χώρο εργασίας για να εξαλειφθούν όλοι οι κίνδυνοι που ενέχει η έκθεση εκτός εργασιακού χώρου. Οι παραγωγοί και οι χρήστες του τριχλωροβενζολίου και των ανταγωνιστικών προϊόντων ανέμεναν επί μακρόν την πρόταση αυτή. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να υπάρξουν ελάχιστες επιβαρύνσεις για τους παραγωγούς και τους χρήστες. Προς τούτο, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει το σχετικό τμήμα της πρότασης οδηγίας.

6.   Ειδικές παρατηρήσεις

6.1

Όπως ανωτέρω, η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι η πρόταση βασίζεται στη σχετική RAR και γνωμοδότηση της CSTEE και κατά συνέπεια αναφέρεται αποκλειστικά στο 1,2,4- τριχλωροβενζόλιο. Αυτό θα πρέπει να καταστεί σαφές τόσο στον τίτλο όσο και στο κείμενο της πρότασης. Ο αντίκτυπος που αφορά τους περιορισμούς στη χρήση παραμένει, καθώς το ισομερές αυτό αποτελεί βασικό συστατικό του μίγματος ισομερών τριχλωροβενζολίου που στο παρελθόν πωλείτο για χρήση σε διαλύτες και ψεκασμούς.

6.2

Θα πρέπει, στο συμπέρασμα του σχετικού περιορισμού, να επιτρέπονται περαιτέρω χρήσεις σε κλειστά συστήματα με την προσθήκη των λέξεων «ή σε άλλα κλειστά συστήματα, εφόσον δεν προκαλείται έκλυση στο περιβάλλον».

6.3

Όμοια με προηγούμενες τροποποιήσεις της οδηγίας 76/769/EΟΚ του Συμβουλίου, η ΕΟΚΕ αποδοκιμάζει τη συσσωμάτωση ανεξάρτητων προϊόντων στο ενιαίο κείμενο, το οποίο ενδέχεται να απαιτεί συγκεκριμένες και συνεχείς τροποποιήσεις που να ανταποκρίνονται στην απτή πραγματικότητα. Κάτι τέτοιο δεν εξυπηρετεί τη χρηστή, έγκαιρη και αποτελεσματική διακυβέρνηση. Εάν αυτό προκύπτει από περιορισμό των πόρων στο τελικό και κρίσιμο στάδιο της απόφασης σχετικά με τη λήψη μέτρων για τη μείωση του κινδύνου, το εμπόδιο αυτό θα πρέπει να αρθεί το ταχύτερο δυνατό.

6.4

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι ο τελευταίος κατάλογος με τις ουσίες προτεραιότητας προς αξιολόγηση δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2000. Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη δυσαρέσκειά της για το γεγονός ότι η προσέγγιση αυτή είχε εγκαταλειφθεί πολύ πριν εφαρμοσθούν άλλες διαδικασίες, όπως της REACH. Η ΕΟΚΕ αποδοκιμάζει την απώλεια δυναμικής.

6.5

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει το σημαντικό ρόλο που διαδραμάτισε η επιτροπή CSTEE στο παρελθόν και εκτιμά ότι υπάρχουν κατάλληλες διατάξεις για να εξασφαλίσουν τη συνέχεια του ρόλου της στο μέλλον, παρά τις πρόσφατα ανακοινωθείσες αλλαγές που αφορούν τη διάρθρωση και τις αρμοδιότητες των επιστημονικών επιτροπών.

6.6

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται τις ανησυχίες που εκφράζονται γενικά για τη διάρκεια αξιολόγησης των ουσιών στο ισχύον σύστημα. Όσον αφορά τα δύο αυτά προϊόντα, θα παρέλθει χρονικό διάστημα περίπου 11 ετών μέχρι την εφαρμογή της νομοθεσίας. Πέντε έτη από αυτά, θα είναι μετά τα ικανοποιητικά αποτελέσματα της έκθεσης πλήρους αξιολόγησης των κινδύνων που θα ανακοινωθούν από την CSTEE. Η έναρξη ισχύος της νομοθεσίας δεν συνεπάγεται στην πραγματικότητα δαπάνες για κανένα ενδιαφερόμενο – ή μετρήσιμα οφέλη για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον. Λόγω της ελλιπούς πληροφόρησης, είναι αδύνατο να ειπωθεί κατά πόσον παρουσιάζει οφέλη ( η αγορά προσαρμόσθηκε υπό πίεση στις συνεχείς αξιολογήσεις για τον κίνδυνο) ή είναι ζημιογόνος (η διαδικασία απέφερε μηδαμινά οφέλη έναντι σημαντικού κόστους για όλους τους ενδιαφερομένους κόστος) – ή με ποια μέσα μπορεί να επιτευχθεί η προσδοκώμενη πρόοδος.

6.7

Συνεπώς, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι, ως συμπλήρωμα άλλων προτάσεων όπως είναι η REACH και προκειμένου να εξασφαλισθεί πραγματική βελτίωση και όχι παρέκκλιση από τις υφιστάμενες διαδικασίες, θα πρέπει να υπάρξει αξιολόγηση για τις αιτίες που ευθύνονται για τη βραδεία πρόοδο, χωρίς περαιτέρω καθυστερήσεις. Αυτό θα πρέπει να γίνεται παράλληλα με άλλες εν εξελίξει μελέτες για την μέτρηση του αντίκτυπου, του κόστους και του οφέλους για όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη που συμμετέχουν στις διαδικασίες αυτές προς όφελος της υγείας και του περιβάλλοντος, στο πλαίσιο μιας επιτυχούς και ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής οικονομίας που βασίζεται στη γνώση.

Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2004

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  ΕΕ C 146A της 15.06.1990

(2)  ΕΕ L 84 της 5.04.1993

(3)  ΕΕ L 273 της 26.10.2000

(4)  ΕΕ L 262 της 27.09.1976

(5)  EΕ L 231 της 28.09.1995

(6)  ΕΕ L 178 της 17.07.2003

(7)  ΕΕ C 133 της 06.06.2003

(8)  Τα στοιχεία προέρχονται από την APA (Aromatics Producers Association, «Ένωση Παραγωγών Αρωματικών Ενώσεων»), μέλος της CEFIC (European Chemical Industry Council, «Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Χημικής Βιομηχανίας»)

(9)  Ιστοθέση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Χημικών Ουσιών (European Chemicals Bureau Website) (http://ecb.jrc.it)

(10)  Τα στοιχεία προέρχονται από την Eurochlor, μέλος της CEFIC.

(11)  Οι γνωμοδοτήσεις της CSTEE διατίθενται στην ιστοθέση της ΓΔ SANCO.


20.5.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/10


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Η ικανότητα προσαρμογής των ΜΜΕ και των επιχειρήσεων κοινωνικής οικονομίας στις αλλαγές που επιβάλλονται από τη δυναμική της οικονομίας»

(2005/C 120/03)

Στις 27 Απριλίου 2004, η κα Loyola de PALACIO, Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ζήτησε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή να καταρτίσει διερευνητική γνωμοδότηση με θέμα: «Η ικανότητα προσαρμογής των ΜΜΕ και των επιχειρήσεων κοινωνικής οικονομίας στις αλλαγές που επιβάλλονται από τη δυναμική της οικονομίας».

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκαν οι προπαρασκευαστικές εργασίες της ΕΟΚΕ για το θέμα, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 6 Οκτωβρίου 2004 με εισηγήτρια την κα FUSCO.

Κατά την 412η σύνοδο ολομελείας της 27ης και 28ης Οκτωβρίου 2004 (συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 169 ψήφους υπέρ, 2 ψήφους κατά και 5 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

Προκαταρκτική παρατήρηση

Σύμφωνα με το πνεύμα της αίτησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αντικείμενο της παρούσας γνωμοδότησης είναι η εξέταση του θέματος υπό το πρίσμα της υπάρχουσας και δυνητικής αλληλεπίδρασης των ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένων των μικροεπιχειρήσεων, αφενός, και των επιχειρήσεων της κοινωνικής οικονομίας (στη συνέχεια αναφέρονται ως ΕΚΟ), αφετέρου, και των διαφόρων ειδών εργαλείων και προτύπων που προέρχονται από τις ΕΚΟ και τα οποία επηρεάζουν ή θα μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά αυτή την ικανότητα προσαρμογής τόσο των ΕΚΟ όσο και των ΜΜΕ.

1.   Στόχοι και κανονιστικό πλαίσιο

1.1

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε από την ΕΟΚΕ να καταρτίσει την παρούσα διερευνητική γνωμοδότηση θεωρώντας ότι ο ρόλος των ΜΜΕ και των ΕΚΟ έχει ιδιαίτερη σημασία στα πλαίσια της στρατηγικής της Λισσαβώνας και προτείνοντας να αναπτυχθούν τα στοιχεία εκείνα που επιτρέπουν να προσδιοριστεί το κανονιστικό πλαίσιο και το απαραίτητο πλαίσιο στήριξης των φορέων.

1.2

Η παρούσα αίτηση αποτελεί συνέχεια γνωμοδότησης πρωτοβουλίας της ΕΟΚΕ για το ρόλο των ΜΜΕ και των ΕΚΟ στην οικονομική διαφοροποίηση των χωρών που προσχώρησαν, η οποία εγκρίθηκε ομόφωνα την 1η Απριλίου 2004. Η εν λόγω γνωμοδότηση, πραγματευόταν ήδη τα δύο αυτά είδη φορέων, προσδιορίζοντας και τονίζοντας τη σημασία τους για το σύνολο της ΕΕ όσον αφορά τη συμβολή στην οικονομία, την απασχόληση και την κοινωνική συνοχή καθώς, επίσης, και τις βαθύτατες αλληλεπιδράσεις και συνέργιές τους. Διευκρίνιζε, επίσης, ότι η έννοια της οικονομικής μεταλλαγής είναι σαφώς ευρύτερη και δυναμικότερη από την έννοια της αναδιάρθρωσης. Ανέφερε, επίσης, την έκθεση της ομάδας υψηλού επιπέδου Gyllenhammer της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με τίτλο «Διαχείριση της αλλαγής», που θέτει έμφαση στη δημιουργία θέσεων απασχόλησης, αναγνωρίζοντας την εγκυρότητα μιας στρατηγικής που αποβλέπει στη συγκριτική αξιολόγηση, την καινοτομία και την κοινωνική συνοχή. Πρότεινε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα 10 σημείων για την προαγωγή των ΜΜΕ και των ΕΚΟ στα πλαίσια της οικονομικής διαφοροποίησης των εντασσομένων χωρών, πρόγραμμα που κατά μεγάλο μέρος βασίζεται στις ορθές πρακτικές των ΕΚΟ εντός της ΕΕ.

1.3

Οι ορθές πρακτικές των ΕΚΟ στην ΕΕ θα μπορούσαν πράγματι να αποτελέσουν τη βάση αλληλεπιδράσεων και συνεργιών των ΕΚΟ και των ΜΜΕ, διανοίγοντας καινοτόμους ορίζοντες λόγω του πνεύματος συνεργασίας, καινοτομίας και δυναμισμού των ΕΚΟ, και του σημαντικού δυναμικού χρησιμοποίησής τους από τις ΜΜΕ, παρέχοντας στις τελευταίες πραγματική προτιθέμενη αξία στην επέκτασή τους και προωθώντας, λόγω της ίδιας της δομής τους, τη συνεργασία, την εκπροσώπηση και την απαραίτητη αμοιβαία εμπιστοσύνη.

1.4

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβώνας του Μαρτίου 2000 θέσπισε το στόχο να καταστήσει την Ευρώπη την πιο δυναμική και ανταγωνιστική στον κόσμο οικονομία της γνώσης, υπογραμμίζοντας την αναγκαιότητα «εγκαθίδρυσης ενός ευνοϊκού κλίματος για τη δημιουργία και την ανάπτυξη καινοτόμων επιχειρήσεων, κυρίως ΜΜΕ» προσθέτοντας ότι «η ανταγωνιστικότητα και ο δυναμισμός των επιχειρήσεων εξαρτώνται άμεσα από την ύπαρξη ρυθμιστικού περιβάλλοντος που να συντελεί στις επενδύσεις, την καινοτομία και το επιχειρηματικό πνεύμα»  (1) . Στη βάση αυτή, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Φέιρα στις 19 και 20 Ιουνίου 2000 υιοθέτησε τον Ευρωπαϊκό Χάρτη των μικρών επιχειρήσεων που τονίζει ότι οι μικρές επιχειρήσεις «αποτελούν βασική πηγή θέσεων απασχόλησης, χώρο ανάπτυξης επιχειρηματικών ιδεών και κινητήριο μοχλό της επιχειρηματικότητας»  (2). Εξάλλου, η στρατηγική της Λισσαβώνας υποστηρίζει, επίσης, ότι η οικονομική ανάπτυξη είναι βασικός παράγοντας για τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής στην Ευρώπη. Στη συνέχεια, η Επιτροπή τονίζει ότι οι προκλήσεις για την υιοθέτηση του προγράμματος δράσης της Λισσαβώνας είναι η ανάγκη αύξησης της προσφοράς εργατικού δυναμικού, αύξησης του ποσοστού απασχόλησης, βελτίωσης των τεχνικών γνώσεων, και διασφάλισης μιας ομαλής μετακίνησης εργατικού δυναμικού από τους τομείς της γεωργίας και της βιομηχανίας στον τομέα των υπηρεσιών χωρίς να επιδεινωθούν οι περιφερειακές ανισότητες στις ίδιες τις χώρες (3).

1.5

Οι ΜΜΕ, όρος που περιλαμβάνει επίσης τις πολύ μικρές επιχειρήσεις που έχουν τις ιδιαιτερότητές τους, είναι επιχειρήσεις που ανταποκρίνονται σε ακριβή αριθμητικά κριτήρια που ορίζονται με τον ακόλουθο τρόπο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (4).

Κατηγορία επιχειρήσεων

Αριθμός εργαζομένων

Κόστος εργασιών

ή

Συνολικός Ισολογισμός

Μεσαίες

< 250

≤ 50 εκατ. ευρώ

 

≤ 43 εκατ. ευρώ

Μικρές

< 50

≤ 10 εκατ. ευρώ

≤ 10 εκατ. ευρώ

Πολύ μικρές

< 10

≤ 2 εκατ. ευρώ

≤ 2 εκατ. ευρώ

1.6

Οι επιχειρήσεις ΕΚΟ ανήκουν σε ένα σύνολο τεσσάρων οικογενειών: συνεταιρισμοί, αλληλασφαλιστικές εταιρείες, ενώσεις, και ιδρύματα. Οι επιχειρήσεις αυτές χαρακτηρίζονται, αφενός, από την προτεραιότητα του κοινωνικού τους στόχου έναντι της μεγιστοποίησης του κέρδους, πράγμα που συχνά τις συνδέει με την περιοχή τους και την τοπική ανάπτυξη. Οι βασικές τους αξίες είναι: αλληλεγγύη, κοινωνική συνοχή, κοινωνική ευθύνη, δημοκρατική διαχείριση, συμμετοχή, αυτονομία (5).

1.7

Οι περισσότερες ΕΚΟ περιλαμβάνονται στο συνήθη ορισμό της ΕΕ για τις ΜΜΕ (6). Εκείνες που δεν υπεισέρχονται στον προσδιορισμό αυτό λόγω του μεγέθους τους έχουν σε γενικές γραμμές κοινά στοιχεία με τις ΜΜΕ, όπως χαμηλό ποσοστό εξωτερικών επενδύσεων, δεν έχουν εισαχθεί στο χρηματιστήριο, εγγύτητα ιδιοκτητών και μετόχων και τέλος, στενή σύνδεση με τον τοπικό ιστό.

1.8

Τα ευρωπαϊκά όργανα έχουν θεσπίσει ένα κανονιστικό πλαίσιο όσον αφορά τις πολιτικές για τις ΜΜΕ. Έως το 2005, εφαρμόζεται ένα δεσμευτικό μέτρο για τις ΜΜΕ:η απόφαση του Συμβουλίου 2000/819/EΚ για το πολυετές πρόγραμμα 2001-2005 όσον αφορά την επιχείρηση και την επιχειρηματικότητα και ειδικότερα τις ΜΜΕ. Το πρόγραμμα αυτό, που χρησιμοποιήθηκε επίσης για την πρόοδο της υλοποίησης των στόχων που έχουν τεθεί στα πλαίσια του ευρωπαϊκού χάρτη για τις μικρές επιχειρήσεις, επιδιώκει την επίτευξη των εξής στόχων:

ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων·

προαγωγή του επιχειρησιακού πνεύματος·

απλοποίηση του διοικητικού και κανονιστικού περιβάλλοντος των επιχειρήσεων·

βελτίωση του χρηματοοικονομικού περιβάλλοντος των επιχειρήσεων·

διευκόλυνση της πρόσβασης των επιχειρήσεων στις υπηρεσίες στήριξης, στα προγράμματα, και στα κοινοτικά δίκτυα.

1.9

Στις 21 Ιανουαρίου 2003, η ανακοίνωση της Επιτροπής (COM (2003) 26 τελικό) παρουσίασε πέντε εκθέσεις για τις πολιτικές της ΕΕ όσον αφορά τις ΜΜΕ: δύο εκθέσεις για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού Χάρτη για τις μικρές επιχειρήσεις στην ΕΕ και στις υποψήφιες για προσχώρηση χώρες· μία έκθεση για τις δραστηριότητες της ΕΕ για τις ΜΜΕ· μία έκθεση για τον εκπρόσωπο για τις ΜΜΕ· και το Πράσινο Βιβλίο για το επιχειρησιακό πνεύμα. Μεταξύ άλλων προκλήσεων, η έκθεση για τις δραστηριότητες της ΕΕ καταδεικνύει τη δέσμευση που έχει αναλάβει η ΕΕ μέσω κυρίως των Διαρθρωτικών Ταμείων, το πολυετές πρόγραμμα που ήδη αναφέρθηκε και το έκτο πρόγραμμα πλαίσιο. Τέλος, με βάση την πράσινη βίβλο, καταρτίστηκε κοινοτικό σχέδιο δράσης (2000-2010) για την προώθηση του επιχειρηματικού πνεύματος και της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.

1.10

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέσπισε, επίσης, και κανονιστικό πλαίσιο για τις επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας. Οι σημαντικότερες εξ αυτών, αποτέλεσαν αντικείμενο της Ανακοίνωσης της 23ης Φεβρουαρίου 2004 για τις συνεταιριστικές εταιρείες στην Ευρώπη. Η ανακοίνωση προτείνει τη βελτίωση της ορατότητας και της κατανόησης των συνεταιρισμών και την προώθηση της σύγκλισης του νομικού τους πλαισίου στις χώρες της ΕΕ (7). Εξάλλου, η ανακοίνωση αναφέρει τους βασικούς κανόνες αυτού του είδους επιχειρήσεων όπως προσδιορίζονται στη σύσταση της ΔΟΕ όσον αφορά την προαγωγή των συνεταιρισμών, που εγκρίθηκε τον Ιούνιο 2002 σε παγκόσμιο επίπεδο, και ιδίως από τους εκπροσώπους των κυβερνήσεων 25 κρατών της ΕΕ και από την πλειονότητα των εθνικών οργανώσεων εργοδοτών και εργαζομένων, σύσταση η οποία αναφέρεται, επίσης, στους βασικούς διεθνείς κανόνες εργασίας διευκρινίζοντας ότι εφαρμόζονται εξ ολοκλήρου στους εργαζόμενους των συνεταιρισμών. Πρόσφατα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε έγγραφο εργασίας για τις αλληλασφαλιστικές εταιρείες, όπου επισημαίνονται οι βασικές προδιαγραφές αυτού του είδους ΕΚΟ (8).

2.   Κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο

2.1

Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι οι ΜΜΕ είναι η βάση της ευρωπαϊκής οικονομίας, με 66 % της συνολικής απασχόλησης και 60 % της συνολικής προστιθεμένης αξίας της ΕΕ, εκτός γεωργικού τομέα. Οι περιφέρειες υψηλής συγκέντρωσης ΜΜΕ, όπως οι περιφέρειες Αιμίλια-Ρομάνια, Βάδη-Βυρτεμβέργη, και Γιουτλάνδη συμπεριλαμβάνονται, επίσης μεταξύ, των περιφερειών με το υψηλότερο κατά κεφαλή ΑΕγχΠ και το υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης (9).

2.2

Η ΕΟΚΕ στη γνωμοδότησή της με θέμα «Η κοινωνική οικονομία και η εσωτερική αγορά»  (10) υπογράμμισε τη σημασία των ΕΚΟ αναφέροντας ότι είναι θεμελιώδεις για την επιχειρησιακή πολυμορφία και την διαφοροποίησή της οικονομίας (11). Η ίδια η Επιτροπή αναγνωρίζει το γεγονός αυτό και ιδιαίτερα στην «Ανακοίνωση για τις συνεταιριστικές εταιρείες στην Ευρώπη» και στο έγγραφο διαβούλευσης «Οι αλληλασφαλιστικές εταιρείες στη διευρυμένη Ευρώπη» που αναφέρεται στο σημείο 1.10 παραπάνω. Η κοινωνική και οικονομική σημασία των επιχειρήσεων και οργανώσεων της κοινωνικής οικονομίας συνεχώς αυξάνεται με περίπου 9 εκατομμύρια εργαζόμενων απασχόλησης πλήρους ωραρίου. Οι εν λόγω επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν το 7,9 % της αστικής μισθωτής απασχόλησης (12). Επιπλέον, σ' αυτές συμμετέχει σημαντικό τμήμα της κοινωνίας του πολίτη: σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, οι συνεταιρισμοί αριθμούν στους κόλπους τους 140 εκατ. μέλη και οι αλληλασφαλιστικές εταιρείες 120 εκατ. Έτσι, υπολογίζεται ότι άνω του 25 % των πολιτών της ΕΕ είναι μέλη των ΕΚΟ με συγκεκριμένο κοινωνικοοικονομικό ρόλο: παραγωγοί, καταναλωτές, αποταμιευτές, ενοικιαστές, ασφαλισμένοι, σπουδαστές, εθελοντές, κλπ. Οι ΕΚΟ αναπτύσσονται σε όλους τους τομείς και ιδιαίτερα στις υπηρεσίες κοινωνικής ωφέλειας και δημόσιου συμφέροντος (13), δηλαδή υγεία, περιβάλλον, κοινωνικές υπηρεσίες και εκπαίδευση (14). Επίσης, διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην δημιουργία κοινωνικού κεφαλαίου, στην ικανότητα απασχόλησης ατόμων με ειδικές ανάγκες, στην κοινωνική ευημερία, στην αναζωογόνηση των τοπικών οικονομιών και στον εκσυγχρονισμό των τοπικών προτύπων διαχείρισης. Επίσης, έχουν διαμορφώσει συστήματα κοινωνικού απολογισμού τα οποία αξιολογούν τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Ορισμένες από αυτές έχουν θέσει σε εφαρμογή συστήματα αξιολόγησης του κοινωνικού και περιβαλλοντικού αντίκτυπου.

2.3

Στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων βιομηχανικών μεταλλαγών, οι ΜΜΕ και οι ΕΚΟ διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην απασχόληση και την επαναπασχόληση σε όλους τους τομείς, από τους τομείς που βρίσκονται σε παρακμή και που μειώνουν την απασχόληση, τους παραδοσιακούς τομείς (τεχνικά επαγγέλματα) και άλλους αναπτυσσόμενους τομείς όπως, π.χ., παροχή υπηρεσιών στις επιχειρήσεις, νέες τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνίας, τομείς υψηλής τεχνολογίας, κατασκευές και δημόσια έργα, υπηρεσίες εγγύτητας συμπεριλαμβανομένης της υγείας) και ο τουρισμός.

2.4

Ωστόσο, οι ΜΜΕ και οι ΕΚΟ αντιμετωπίζουν ιδιαίτερες προκλήσεις. Ο ευρωπαϊκός Χάρτης των μικρών επιχειρήσεων αναγνωρίζει ότι οι τελευταίες αυτές είναι πιο ευαίσθητες στις μεταβολές του επιχειρησιακού περιβάλλοντος. Το Πράσινο Βιβλίο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το επιχειρηματικό πνεύμα διαβεβαιώνει ότι οι ΕΚΟ, λόγω του ότι οφείλουν να «εφαρμόζουν τις επιχειρηματικές αρχές και επιδόσεις για την επίτευξη κοινωνικών και εταιρικών στόχων, οι εν λόγω επιχειρήσεις έχουν να αντιμετωπίσουν σημαντικές προκλήσεις όσον αφορά την πρόσβαση στη χρηματοδότηση, στην εκπαίδευση σε θέματα διοίκησης επιχειρήσεων και στην παροχή συμβουλών»  (15).

2.5

Οι ΜΜΕ και οι ΕΚΟ μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στις διάφορες κοινωνικοοικονομικές αλλαγές. Υπάρχουν πολλά παραδείγματα ορθών πρακτικών: απασχόληση ατόμων που εισέρχονται για πρώτη φορά στην αγορά εργασίας, στήριξη της ικανότητας των πολύ μικρών και μικρών επιχειρήσεων για καινοτομία, επαναπασχόληση ανέργων οι οποίοι προέρχονται από επιχειρήσεις που μείωσαν το προσωπικό τους ή σταμάτησαν τη δραστηριότητά τους, σύσταση ιδρυμάτων αμοιβαίας κοινωνικής ασφάλισης, ίδρυση νέων επιχειρήσεων στους αναπτυσσόμενους τομείς, ανάπτυξη υπηρεσιών και υπεργολαβία, μεταβίβαση επιχειρήσεων που βρίσκονται σε κρίση στους εργαζόμενους, στήριξη της ίδρυσης μικροεπιχειρήσεων των απασχολούμενων για ίδιο λογαριασμό και ποιοτική μεταβολή στο εσωτερικό του ιδίου τομέα. Ακόμη, οι ΕΚΟ μπορούν να συμβάλουν στη μεταλλαγή αυτή τόσο με την ιδιαίτερη ικανότητα κατάρτισής τους στο επιχειρηματικό πνεύμα όπως έχει ήδη αποδειχθεί στα κράτη μέλη της ΕΕ, όσο και από τις αξίες που προωθούν, για παράδειγμα το κοινωνικά υπεύθυνο επιχειρηματικό πνεύμα, η δημοκρατία και η συμμετοχή του πολίτη, η ενεργός συμμετοχή, ακόμα και οικονομική, των εργαζομένων στην επιχείρηση, η κοινωνική ένταξη, το ενδιαφέρον για την τοπική και την βιώσιμη ανάπτυξη.

2.6

Στην ΕΕ υπάρχει σημαντική αλληλεπίδραση των συμβατικών ΜΜΕ και των ΕΚΟ, με ακόμη μεγαλύτερο δυναμικό ανάπτυξης. Η αλληλεπίδραση εμφανίζεται τουλάχιστον με τους εξής τρεις τρόπους:

α)

Οι ΜΜΕ χρησιμοποιούν ευρέως τις υπηρεσίες των ΕΚΟ που είναι εξωτερικές. Οι συνεταιριστικές τράπεζες προωθούν συχνά σχέδια για εκκολαπτόμενες επιχειρήσεις (start up) αλλά και για ανάπτυξη συμβατικών ΜΜΕ.

β)

Οι ΜΜΕ και οι ΕΚΟ χρησιμοποιούν κοινούς φορείς: για να σχηματίσουν κοινά επιχειρησιακά συστήματα (δίκτυα, όμιλοι, κοινές δομές στήριξης) ή για να υλοποιήσουν οικονομίες κλίμακας (συνεταιρισμοί ΜΜΕ αγοράς και εμπορίας), καθώς και για τη δημιουργία μηχανισμών αμοιβαίων εγγυήσεων για τραπεζικά δάνεια, κλπ.

γ)

Πρότυπα ΕΚΟ (όπως, π.χ., αμοιβαία κεφάλαια, παροχή υπηρεσιών γενικού ενδιαφέροντος δίκτυα θεμιτού εμπορίου, κλπ:) μπορούν να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης για την ανάπτυξη των ΜΜΕ.

3.   Είδη ορθών πρακτικών που μπορούν να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης για τις δημόσιες πολιτικές για τις οποίες απαιτούνται πιο εμπεριστατωμένες έρευνες

3.1   Γενικές παρατηρήσεις

3.1.1

Η Επιτροπή έχει δημοσιεύσει περιπτώσεις ορθών πρακτικών σε διάφορα έγγραφα σχετικά με τις δράσεις BEST στο πλαίσιο του πολυετούς προγράμματος, «δηλαδή πρακτικές που φαίνεται ότι παρουσιάζουν μία προσέγγιση της τρέχουσας ανάπτυξης όσον αφορά την υποστήριξη των επιχειρήσεων που αξίζει της προσοχής και του ενδιαφέροντος των ενδιαφερομένων» (Ελεύθερη απόδοση)  (16). Δεν πρόκειται αναγκαστικά για βέλτιστες πρακτικές («best practice»). Αντίθετα, σκοπός τους είναι να εμπνεύσουν αλλαγές και καλύτερες πρακτικές («better practice») που επιτρέπουν στη συναγωγή συμπερασμάτων και χάραξη κατευθυντήριων γραμμών για τις πολιτικές της ΕΕ.

3.1.2

Η ΕΟΚΕ αντιλαμβάνεται ότι τα τελευταία έτη έχει ήδη επιτελεσθεί ένα σημαντικό έργο όσον αφορά την προτυποποίηση των ορθών πρακτικών στον τομέα των ΜΜΕ (βλ. τις δράσεις BEST που προαναφέρθηκαν). Τα είδη των ορθών πρακτικών που ακολουθούν αφορούν αποκλειστικά την υπάρχουσα ή πιθανή αλληλεπίδραση ΜΜΕ και ΕΚΟ. Στη συνημμένη τεκμηρίωση παρουσιάζονται συγκεκριμένα παραδείγματα των λόγω πρακτικών τα οποία δείχνουν, επίσης, την ικανότητα προσαρμογής των εν λόγω προτύπων και τον εξελικτικό τους χαρακτήρα ενώπιον του οικονομικού δυναμισμού στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς και της παγκοσμιοποίησης.

3.1.3

Η προβολή ανά είδος είναι χρήσιμη επαγωγικώς για τη διατύπωση προτάσεων δημόσιων πολιτικών που θα μπορούσαν να ενισχύσουν το δυναμισμό των ΜΜΕ και των ΕΚΟ στην προοπτικής της στρατηγικής της Λισσαβώνας. Πρόκειται για περιπτώσεις ορθών πρακτικών των ΕΚΟ που θα μπορούσαν να υιοθετηθούν από τις ΜΜΕ ή για αλληλεπιδράσεις ΜΜΕ και ΕΚΟ, όπου οι ΕΚΟ χρησιμοποιούνται άμεσα από τις ΜΜΕ και θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ακόμη περισσότερο.

3.1.4

Η υπόθεση εργασίας, σε ορισμένες περιπτώσεις που έχουν ήδη επαληθευθεί εν μέρει, είναι ότι κάθε μία από τις λεπτομέρειες αυτές προσφέρει ένα σημαντικό κόστος ευκαιρίας (opportunity cost) (17) και μάλιστα καθαρά κέρδη για το μεσοπρόθεσμο δημόσιο προϋπολογισμό.

3.2   Τυπολογία ορθών πρακτικών

3.2.1

Δημιουργία και διατήρηση θέσεων απασχόλησης χάρη στην εκκίνηση και την αναδιάρθρωση επιχειρήσεων. Από την εμπειρία των ΕΚΟ στις διάφορες χώρες της ΕΕ προκύπτει ότι χάρη σε συστήματα χρηματοδότησης για τους εργαζομένους οι οποίοι απολύονται προκειμένου να βοηθηθούν ώστε να θέσουν σε επαναλειτουργία την κινδυνεύουσα επιχείρησή τους ή για να δημιουργήσουν νέα επιχείρηση, σε συνδυασμό με επαρκή συνοδευτικά μέτρα, είναι δυνατόν όχι μόνο να δημιουργηθούν ή σωθούν θέσεις απασχόλησης και δημιουργηθούν ή να διατηρηθούν οικονομικές δραστηριότητες, αλλά επίσης και να μπορέσει κράτος να ανακτήσει σε σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό χρηματοδότησης ή ακόμη και μεγαλύτερο ποσό (18).

3.2.2

Συστήματα και ομάδες επιχειρήσεων («clusters») για την ανάπτυξη της καινοτομίας. Οι ΕΚΟ έχουν σχηματίσει περιφερειακές ομάδες που ολοκληρώθηκαν τελικά σε οριζόντια ή ισομερή συστήματα και ομίλους, ειδικότερα στη Βόρειο Ιταλία και στη Χώρα των Βάσκων της Ισπανίας, μετασχηματίζοντας τις επιχειρήσεις αυτές (οι περισσότερες εκ των οποίων είναι μικρομεσαίες), σε ένα από τους πρώτους οικονομικούς φορείς των αντίστοιχων περιφερειών τους και δημιουργώντας κέντρα τεχνολογικής καινοτομίας και διεύθυνσης επιχειρήσεων αιχμής.

3.2.3

Ομαδοποίηση πόρων για την επίτευξη οικονομιών κλίμακας. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, σημαντικό τμήμα των συμβατικών ΜΜΕ ορισμένων τομέων συμπεριλαμβανομένων των μικροεπιχειρήσεων και των απασχολούμενων για ίδιο λογαριασμό (όπως οι έμποροι λιανικής πωλήσεως στην Ιταλία, οι κομμωτές και οι κρεοπώλες στη Γαλλία, οι αρτοποιοί στη Γερμανία) οργανώνονται σε ομάδες, κατά γενικό κανόνα υπό μορφή συνεταιρισμών, για την κοινή διαχείριση των αγορών, της εμπορίας ή των υπηρεσιών. Κάθε ΜΜΕ παραμένει πλήρως αυτόνομη ενώ, ταυτόχρονα, μπορεί να αυξήσει την ανταγωνιστικότητά της, να διατηρήσει και να επεκτείνει τις αγορές της, να αποφύγει την υπεργολαβία και τους μεσάζοντες, και να πραγματοποιήσει οικονομίες κλίμακας. Για την τοπική αυτοδιοίκηση, το σύστημα αυτό αποτελεί εγγύηση για τη διατήρηση της απασχόλησης και της τοπικής ανάπτυξης (19).

3.2.4

Πρόσβαση στη χρηματοδότηση και ελάττωση των κινδύνων. Οι αμοιβαίες εγγυήσεις επιτρέπουν στις ΜΜΕ, συμπεριλαμβανομένων των μικροεπιχειρήσεων και των απασχολούμενων για ίδιο λογαριασμό, που δεν διαθέτουν επαρκείς εγγυήσεις, να έχουν πρόσβαση στην πίστωση. Η εταιρεία αμοιβαίων εγγυήσεων (που παίρνει συχνά τη μορφή αλληλασφαλιστικής εταιρείας) φέρεται ως εγγυήτρια αποκλειστικά υπέρ του δανειστού. Σε περίπτωση μη εξόφλησης, η εταιρεία αναλαμβάνει την τελική επιβάρυνση, κάνοντας χρήση των εγγυητικών κεφαλαίων που τροφοδοτούνται από τις μετοχικές ΜΜΕ. Τα κοινά κεφάλαια των ΕΚΟ χρησιμοποιήθηκαν σε σχέδια δημιουργίας, επαναπροσανατολισμού ή ανάπτυξης επιχειρήσεων εν είδει μοχλού για τα τραπεζικά δάνεια, εισάγοντας ένα συντελεστή εμπιστοσύνης στους κόλπους των τραπεζών (20).

3.2.5

Υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο. Οι ΕΚΟ αποδείχθηκαν σημαντικός παράγοντας στον τομέα των κοινωνικών, υγειονομικών, εκπαιδευτικών και πολιτιστικών υπηρεσιών, ειδικότερα στο πλαίσιο των ιδιωτικοποιήσεων, συνδυάζοντας το επιχειρησιακό πνεύμα και τη διατήρηση του γενικού συμφέροντος που αποτελεί τη βάση των εν λόγω υπηρεσιών. Με τον τρόπο αυτό, καταδείχθηκε ότι οι επιχειρήσεις αυτές παρέχουν συχνά υπηρεσίες καλύτερης ποιότητας σε χαμηλότερη τιμή σε σύγκριση με το κράτος. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι υπηρεσίες αυτές αποτελούν αντικείμενο τοπικών συμπράξεων του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα και συμπράξεων ΕΚΟ και τοπικής αυτοδιοίκησης για την παροχή υπηρεσιών κοινή ωφέλειας, όπως τα κέντρα απασχόλησης, τα κέντρα περίθαλψης, οι κατ' οίκον βοήθεια κλπ.

3.2.6

Αλυσίδες παραγωγής και εμπορίας ποιότητας και δεοντολογίας. Οι ΕΚΟ εξειδικεύονται στην εμπορία προϊόντων την ποιότητα των οποίων μπορούν να εγγυηθούν σε μόνιμη βάση και ακολουθώντας μια διεργασία παραγωγής τη συμμόρφωση της οποίας στους δεοντολογικούς κανόνες μπορούν να εγγυηθούν σε μόνιμη βάση.

4.   Συστάσεις που επικεντρώνονται σε ένα πρόγραμμα έρευνας και δράσης με σκοπό τη χάραξη μακροπρόθεσμων πολιτικών για την προαγωγή των ΜΜΕ και των ΕΚΟ μέσω της αμοιβαίας αλληλεπίδρασής τους

4.1   Γενικές παρατηρήσεις

4.1.1

Η συνδυασμένη καίρια σημασία των ΜΜΕ και των ΕΚΟ στην ευρωπαϊκή οικονομία και αναφορικά με την εφαρμογή της στρατηγικής της Λισσαβώνας, και το δυναμικό θετικής αλληλεπίδρασης των δύο αυτών τύπων επιχείρησης μέσω της χρησιμοποίησης προτύπων και δομών των ΕΚΟ, συνηγορούν υπέρ μίας νέας συνδυασμένης προσπάθειας που πρέπει να καταβληθεί στο επίπεδο της ΕΕ για την προαγωγή και τη στήριξή τους.

4.1.2

Η ΕΟΚΕ έλαβε υπόψη τα προγράμματα που υφίστανται ειδικότερα για τη στήριξη των ΜΜΕ. Σημειώνει, όμως, ότι δεν είναι ικανοποιητικές οι δομές που υφίστανται για τη στήριξη των ΕΚΟ καθώς και για την προαγωγή πρωτοβουλιών που θα μπορούσαν να ευνοήσουν την αλληλεπίδραση των ΜΜΕ και των ΕΚΟ.

4.1.3

Σημειώνει, επιπλέον, ότι δεν υφίστανται σοβαρές, εκτενείς, διευρωπαϊκές και πολυκλαδικές μελέτες που να αποδεικνύουν και να υπολογίζουν το κόστος ευκαιρίας των ορθών πρακτικών οι οποίες ευνοούν την ενίσχυση των ΜΜΕ και των ΕΚΟ μέσω της αμοιβαίας αλληλεπίδρασής τους.

4.1.4

Η έλλειψη αυτή περιορίζει σοβαρά την χάραξη δημόσιων πολιτικών για την προαγωγή των ΜΜΕ και των ΕΚΟ. Πράγματι, για να χαραχθούν παρόμοιες πολιτικές, έχει ουσιαστική σημασία η συνεχής παρακολούθηση και η ανάλυση του κόστους-ωφέλειας αυτών.

4.2   Ειδικές συστάσεις

4.2.1   Ίδρυση Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των Επιχειρήσεων Κοινωνικής Οικονομίας και έναρξη μίας πολυετούς έρευνας όσον αφορά την αλληλεπίδραση ΕΚΟ-ΕΚΟ και ΜΜΕ-ΕΚΟ

4.2.1.1

Η ΕΟΚΕ προτείνει την ίδρυση Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των Επιχειρήσεων Κοινωνικής Οικονομίας που θα ερευνά όχι μόνο τις ΕΚΟ αυτές καθαυτές, αλλά και την υπάρχουσα και πιθανή αλληλεπίδραση των ΜΜΕ και των ΕΚΟ και τους τρόπους με τους οποίους η αλληλεπίδραση αυτή θα μπορούσε να καταστεί θεμελιώδης για την οικονομική ανάπτυξη των ΜΜΕ και των ΕΚΟ και για την προώθηση της κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων και την καταπολέμηση του αποκλεισμού.

4.2.1.2

Το παρατηρητήριο θα στηρίζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και τις κυβερνήσεις των 25 κρατών μελών της ΕΕ. Θα περιλαμβάνει οργανώσεις των ΕΚΟ καθώς και κέντρα έρευνας για τις ΕΚΟ πανεπιστημιακού επιπέδου. Θα συνεργάζεται στενά με το παρατηρητήριο των ΜΜΕ.

4.2.1.3

Η ΕΟΚΕ προτείνει, επίσης, να διεξαχθεί από το παρατηρητήριο μια πολυκλαδική και διευρωπαϊκή έρευνα τριετούς διάρκειας για να εντοπιστούν οι ορθές πρακτικές σχετικά με τα συστήματα των ΕΚΟ που αναπτύσσουν άμεσα τις ΜΜΕ ή που τα πρότυπά τους προσφέρουν δυνατότητες ανάπτυξης των ΜΜΕ ειδικότερα στους τομείς που αναφέρονται στο τμήμα 3.

4.2.1.4

Σκοπός της έρευνας αυτής θα είναι να καταδειχθεί το κόστος ευκαιρίας, με βάση ειδικότερα τον υπολογισμό των εξής:

Άμεσο μικροοικονομικό κόστος-ωφέλεια

Κόστος-ωφέλεια σε όλη την οικονομική αλυσίδα

Αξία των άυλων αγαθών

Κοινωνικό κόστος-ωφέλεια μέσω του κοινωνικού ελέγχου

Πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα

Οριακή δαπάνη εφόσον υποτεθεί ότι δεν υφίσταται το σχετικό πρότυπο, π.χ., το «κόστος της μη συνεταιριστικότητας» είναι το επιπλέον κόστος για το κράτος και την τοπική αυτοδιοίκηση σε περίπτωση αιφνίδιας εξαφάνισης των συνεταιρισμών).

4.2.1.5

Τα πορίσματα των ερευνών του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου των ΕΚΟ θα πρέπει να δημοσιοποιούνται με μια σημαντική προσπάθεια επικοινωνίας στα κοινοτικά όργανα, τις κυβερνήσεις των κρατών μελών, και την κοινωνία γενικότερα.

4.2.1.6

Η ΕΟΚΕ θα μεριμνήσει για την καλή εξέλιξη της έρευνας του παρατηρητηρίου των επιχειρήσεων κοινωνικής οικονομίας και θα προβεί σε αξιολόγηση των συμπερασμάτων του μετά την περίοδο των τριών ετών, μελετώντας τον πιθανό αντίκτυπο των συμπερασμάτων αυτών για τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά τις ΜΜΕ και ΕΚΟ.

4.2.2   Πλήρης συμμετοχή των ΜΜΕ και των ΕΚΟ στα ευρωπαϊκά προγράμματα στήριξης των επιχειρήσεων

4.2.2.1

Η ΕΟΚΕ ζητά από την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι οι ΕΚΟ να έχουν τη δυνατότητα να συμμετέχουν ισότιμα στο νέο πολυετές πρόγραμμα για τις επιχειρήσεις 2006-2010 και να ενθαρρύνει τις πρωτοβουλίες για την αλληλεπίδραση των ΜΜΕ και των ΕΚΟ και ειδικότερα τη χρησιμοποίηση των ΕΚΟ στη συνεργασία μεταξύ των ΜΜΕ.

4.2.2.2

Η ΕΟΚΕ ζητά, επίσης, να συμπεριληφθεί μεταξύ των βασικών προτεραιοτήτων των ευρωπαϊκών πολιτικών το ποσοστό συμμετοχής των ΜΜΕ και των ΕΚΟ στα προγράμματα της ΕΕ για την πρόσβαση στην έρευνα, την καινοτομία και τις παγκόσμιες αγορές.

4.2.2.3

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι πρέπει να διατηρηθεί στα Διαρθρωτικά Ταμεία η σημασία που αποδίδεται στα σχέδια υπέρ των ΜΜΕ και ότι θα πρέπει να αυξηθούν τα σχέδια υπέρ των ΕΚΟ και της αλληλεπίδρασης των ΕΚΟ και των ΜΜΕ προπάντων όταν παρόμοια έργα προάγουν τη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης και την ανάπτυξη των αγροτικών περιοχών. Η πρόσβαση στα διαρθρωτικά ταμεία δεν πρέπει να περιορίζεται ανάλογα με τον τομέα δραστηριότητας της επιχείρησης.

4.2.3   Ολοκλήρωση των συμπερασμάτων της Διυπουργικής Διάσκεψης του ΟΟΣΑ της Κωνσταντινούπολης για τις ΜΜΕ και η επέκτασή τους στις ΕΚΟ

4.2.3.1

Η ΕΟΚΕ προτείνει, επίσης, στην Επιτροπή να εφαρμόσει τα πολιτικά συμπεράσματα της Διυπουργικής Διάσκεψης του ΟΟΣΑ της Κωνσταντινούπολης για τις ΜΜΕ και να τα επεκτείνει στις ΕΚΟ. Ζητά, συνεπώς, να υιοθετηθεί μία προσέγγιση πιο προσαρμοσμένη στις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ΜΜΕ και των ΕΚΟ και ειδικότερα:

βελτίωση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση των ΜΜΕ και των ΕΚΟ τη στιγμή που υπάρχει τάση τα κριτήρια της Βασιλείας για τα τραπεζικά δάνεια να καθίστανται πιο αυστηρά για τις επιχειρήσεις με κίνδυνο ή τις επιχειρήσεις με ανεπαρκή κεφάλαια·

προώθηση των συμπράξεων, δικτύων και των ομάδων ΜΜΕ και ΕΚΟ·

προσαρμογή στα νέα δεδομένα και σταθερή ολοκλήρωση των εμπειρικών δεδομένων σχετικά με την κατάσταση των ΜΜΕ και των ΕΚΟ·

εξάλειψη των εμποδίων στις παγκόσμιες αγορές για τις ΜΜΕ και τις ΕΚΟ και ειδικότερα χάρη στη μείωση του διοικητικού και νομικού φόρτου που αντιμετωπίζουν·

πρόληψη και προστασία έναντι των επιχειρησιακών κρίσεων και των πτωχεύσεων·

προώθηση της εκπαίδευσης και της ανάπτυξης των ανθρωπίνων πόρων·

προαγωγή των τεχνολογιών πληροφόρησης και της επικοινωνίας (21).

4.2.4   Βελτίωση του κοινωνικού διαλόγου σε υποεθνικό, εθνικό, και κοινοτικό επίπεδο

4.2.4.1

Σε πολλές χώρες της ΕΕ, ιδιαίτερα σε ορισμένες νέες χώρες, οι ΜΜΕ δεν εκπροσωπούνται επαρκώς στις εθνικές διαρθρώσεις κοινωνικού διαλόγου. Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι πρέπει να εκπροσωπούνται περισσότερο εάν όχι τι άλλο τουλάχιστον για την αύξηση της αποτελεσματικότητας των δημοσίων πολιτικών προώθησης και ρύθμισης των εν λόγω επιχειρήσεων και προκειμένου οι μεγάλες επιχειρήσεις και ο τομέας των ΜΜΕ να μπορούν να εκφράζουν τη γνώμη του επί ίσοις όροις.

4.2.4.2

Στην πλειονότητα των χωρών της ΕΕ, καθώς και σε κοινοτικό επίπεδο, οι ΕΚΟ δεν εκπροσωπούνται διόλου στον κοινωνικό διάλογο. Η ΕΟΚΕ προτείνει οι εκπροσωπευτικές οργανώσεις των ΕΚΟ, τόσο σε κοινοτικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο κρατών μελών της ΕΕ, να διαρθρωθούν και να ενισχυθούν ακόμη περισσότερο και να συμπεριληφθούν στον κοινωνικό διάλογο σε κοινοτικό επίπεδο και σε επίπεδο κρατών μελών. Η άποψη των εν λόγω οργανώσεων πρέπει να λαμβάνεται περισσότερο υπόψη κατά την κατάρτιση των κανόνων που αφορούν τις επιχειρήσεις (22).

4.2.5   Έρευνες σχετικά με τους τρόπους προώθησης της συμμετοχής των εργαζομένων στο σύστημα λήψης αποφάσεων και στο κεφάλαιο της εταιρείας

4.2.5.1

Οι ΕΚΟ έχουν αναπτύξει ιδιαίτερη τεχνογνωσία στον τομέα της συμμετοχής των εργαζομένων στο σύστημα λήψης αποφάσεων και στο κεφάλαιο των ιδίων εταιρειών τους. Ειδικότερα, ένα μέρος των συνεταιρισμών ανέπτυξε τη «συλλογική συνεταιριστική συνεργασία»  (23), με την οποία το σύνολο ή η πλειονότητα των μελών του συνεταιρισμού είναι οι εργαζόμενοι σ' αυτόν και τανάπαλιν και διαθέτουν δικαίωμα ψήφου στη λήψη των αποφάσεων, ανεξάρτητα από το ύψος της οικονομικής τους συμμετοχής στην επιχείρηση. Εξάλλου, η συμμετοχή είναι ονομαστική και μη μεταβιβάσιμη. Αυτή η μορφή συνεταιρισμού είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες που εξηγούν την επιτυχία πολλών παραδειγμάτων ορθής πρακτικής που αναφέρονται στην παρούσα γνωμοδότηση. Ενθαρρύνει την άμεση υπευθυνότητα των εργαζομένων στη διαμόρφωση του μέλλοντος της επιχείρησης και τους επιτρέπει να συμμετέχουν επί ίσοις όροις στην αναπτυξιακή στρατηγική. Τη στιγμή που αναγνωρίζεται ολοένα και περισσότερο, στο πλαίσιο «της οικονομίας της γνώσης» που εξαγγέλλεται από τη στρατηγική της Λισσαβώνας, ότι θεμελιώδης πόρος μιας επιχείρησης είναι το «ανθρώπινο κεφάλαιο», αυτή η μορφή συνεταιρισμού αποκαλύπτει προοδευτικά το σύγχρονο και καινοτόμο χαρακτήρα της.

4.2.5.2

Η ΕΟΚΕ προτείνει στην Επιτροπή, στο Παρατηρητήριο που αναφέρεται παραπάνω και στα θεματικά σεμινάρια που διοργανώνει, να εξεταστεί αυτή η ιδιαίτερη μορφή συνεταιρισμού από τις εξής πλευρές:

του κόστους ευκαιρίας της, προκειμένου να προσδιοριστεί σε ποιο μέτρο και με ποιες πιθανές προσαρμογές μπορεί να φανεί χρήσιμη και εφαρμόσιμη στις συμβατικές ΜΜΕ

του νομικού και ρυθμιστικού της πλαισίου.

5.   Συμπεράσματα

5.1

Οι ΜΜΕ αποτελούν τη βάση της οικονομίας και της απασχόλησης στην Ευρώπη και από την άποψη αυτή είναι ο πρώτος ενδιαφερόμενος φορέας όσον αφορά την υλοποίηση των στόχων της Λισσαβώνας. Οι ΕΚΟ διαδραματίζουν όλο και σημαντικότερο ρόλο στην κοινωνική συνοχή και την τοπική ανάπτυξη. Η ικανότητα αλληλεπίδρασης των ΜΜΕ και των ΕΚΟ, ειδικότερα από την ευρύτερη χρήση των ΕΚΟ από τις ΜΜΕ, προς συμφέρον και των δύο αυτών τύπων επιχειρήσεων, έως σήμερα έχει αναπτυχθεί ικανοποιητικά.

5.2

Κατά συνέπεια, η ΕΟΚΕ προτείνει στην Επιτροπή να επανεξετάσει την υφιστάμενη και δυνητική αλληλεπίδραση μεταξύ ΜΜΕ και ΕΚΟ και να συμβάλει στο να συνειδητοποιηθεί ότι η αλληλεπίδραση ευνοεί την ανάπτυξη των δύο αυτών τύπων επιχειρήσεων στο πλαίσιο των βαθύτατων μεταλλαγών λόγω του οικονομικού δυναμισμού και ειδικότερα των πολιτικών περιφερειακής ανάπτυξης, κοινωνικής συνοχής και καινοτομίας.

Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2004.

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  Συμπεράσματα της Προεδρίας – Λισσαβόνα, 23 και 24 Μαρτίου 2000, σημείο 14

(2)  Ευρωπαϊκός Χάρτης μικρών επιχειρήσεων, Λουξεμβούργο, Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, 2002. Η Επιτροπή τονίζει ότι ο Χάρτης αναγνωρίστηκε στο Μάριμπορ στις 23 Απριλίου 2002 (βλέπε http://europa.eu.int/comm/enterprise/enterprise_policy/sme-package/index.htm). Η Επιτροπή των Περιφερειών και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητούν να ισχύσει νομικά ο Χάρτης καθώς και να συμπεριληφθεί στο κεφάλαιο για την βιομηχανία της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης.

(3)  «Μια στρατηγική για την πλήρη απασχόληση και καλύτερες θέσεις εργασίας για όλους» COM(2003) 006 τελικό

(4)  Σύσταση 2003/361/ΕΚ που αντικαθιστά τη σύσταση 96/280/ΕΚ (ΕΕ αριθ. L 124 της 20.05.2003, σελ. 36) η οποία θα τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2005. Τόσο στην ισχύουσα όσο και στη νέα σύσταση, οι ορισμοί παραμένουν οι ίδιοι. Διαφέρουν μόνον ο κύκλος εργασιών και ο συνολικός ισολογισμός.

(5)  B. Roelants (συντον.): Προπαρασκευαστικός φάκελος της πρώτης διάσκεψης για την κοινωνική οικονομία στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, 2002, σελ. 34: Κοινοί παρανομαστές με βάση ορισμούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Επιτροπής των Περιφερειών, της CEP-CMAF (Συμβουλευτική Επιτροπή των συνεταιρισμών ταμείων αλληλασφάλισης ενώσεων και ιδρυμάτων) και της FONDA (που συνδέεται με τις οργανώσεις που εισήγαγαν την έννοια της κοινωνικής οικονομίας).

(6)  McIntyre et al: Small and medium enterprises in transitional economies, Houndmills: Macmillan, σελ. 10.

(7)  Ιδιαίτερα στο πλαίσιο της εφαρμογής του κανονισμού περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής συνεταιριστικής εταιρείας. Βλέπε κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1435/2003 του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 2003, περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής συνεταιριστικής εταιρείας.

(8)  Ευρωπαϊκή Επιτροπή :Έγγραφο εργασίας – Οι αλληλοβοηθητικές επιχειρήσεις στη διευρυμένη Ευρώπη, 3 Οκτωβρίου 2003, σ. 5

(9)  Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2004) : Μία νέα σύμπραξη για τη συνοχή – Σύγκλιση, ανταγωνιστικότητα, συνεργασία – Τρίτη έκθεση για την οικονομική και κοινωνική συνοχή, σ. 5 και 8.

(10)  Γνωμοδότηση CES 242/2000, ΕΕ αριθ. C117 της 26/04/2000.

(11)  Σε μια πρόσφατη μελέτη, ο ΟΟΣΑ διευκρινίζει ότι η «κοινωνική οικονομία» είναι μια πιο ευρεία έννοια από τον μη κερδοσκοπικό τομέα διότι δεσμεύεται λιγότερο από τις υποχρεώσεις για την απαγόρευση διανομής, σύμφωνα με τις οποίες οι οργανώσεις δεν δύνανται από το νόμο να αναδιανείμουν το πλεόνασμα στους ιδιοκτήτες τους (OECD 2003, «The non-profit sector in a changing economy», Paris, σελ. 299).

(12)  Στις εν λόγω θέσεις απασχόλησης δεν περιλαμβάνονται οι έμμεσες θέσεις απασχόλησης, όπως οι ενεξάρτητοι εργαζόμενοι στη γεωργία ή οι ΜΜΕ που είναι μέτοχοι συνεταιρισμών. CIRIEC 2000: «Οι επιχειρήσεις και οργανώσεις του τρίτου συστήματος: στρατηγική πρόκληση για την απασχόληση» Πανεπιστήμιο της Λιέγης.

(13)  Tang et al, 2002, σελ. 44.

(14)  Βλέπε τον Χάρτη της CEP-CMAF (Συμβουλευτική Επιτροπή των συνεταιρισμών ταμείων αλληλασφάλισης ενώσεων και ιδρυμάτων)

(15)  Ευρωπαϊκή Επιτροπή - Πράσινη Βίβλος για την επιχειρηματικότητα στην Ευρώπη, COM(2003) 27 τελικό, σημείο Γ, 2)

(16)  ΔΓ Επιχειρήσεων (2002): Στήριξη της ανάπτυξης των επιχειρήσεων – «οδηγός ορθών πρακτικών» για τους οργανισμούς στήριξης των επιχειρήσεων, σ. 11 (Ελεύθερη απόδοση).

(17)  Opportunity cost is «the income or benefit foregone as the result of carrying out a particular decision, when resources are limited or when mutually exclusive projects are involved. For example, the opportunity cost of building a factory on a piece of land is the income foregone by not constructing an office block on this particular site. Similarly, the income foregone by not constructing a factory if an office block is constructed represents the opportunity cost of an office block. Opportunity cost is an important factor in decision making, although it represents costs that are not recorded in the accounts of the relevant organization» (Oxford Dictionnary of Finance and Banking ; Oxford : Oxford University Press, 1997, p. 252

(18)  Βλέπε, επίσης, το σύστημα της «εφάπαξ παροχής» (pago único) της Ισπανίας. Αυτό το μέτρο έγκειται στη δυνατότητα καταβολής μιας εφάπαξ παροχής ποσού ίσου προς τα επιδόματα ανεργίας δυο ετών σε εργαζόμενους που αποφασίζουν να ιδρύσουν ένα συνεταιρισμό ή μια εταιρεία εργαζομένων («sociedad laboral»), ή που αποφασίζουν να ενταχθούν ως εργαζόμενα μέλη στις εν λόγω επιχειρήσεις, με τον όρο ότι έχουν εργαστεί στην επιχείρηση τουλάχιστον 12 μήνες.

(19)  Βλ. συγκεκριμένα την ιστοσελίδα της Γαλλικής Ομοσπονδίας Συνεταιρισμών και Ομάδων Βιοτεχνών http://www.ffcga.coop, την ιστοσελίδα της Εθνικής Ένωσης Συνεταιρισμών Εμπόρων Λιανικής Πώλησης http://www.ancd.it/.

(20)  Ειδικότερα το ταμείο SOCODEN των γαλλικών συνεταιρισμών παραγωγής, βλ. http://www.scop-entreprises.com/outils.htm.

(21)  Βλέπε: Cordis Focus No 247, 14 Ιουνίου 2004, σελίδα 14.

(22)  Νομικοί, λογιστικοί κλπ. κανόνες

(23)  «Cooperative worker ownership» στα αγγλικά. Οι βασικοί κανόνες του ιδιαίτερου αυτού συστήματος θεσπίστηκαν με την «World Declaration of Cooperative Worker Ownership» (Φεβρουάριος 2004) της Διεθνούς Οργάνωσης Συνεταιρισμών και Βιομηχανικής και Βιοτεχνικής Παραγωγής και Υπηρεσιών, της Διεθνούς Συνεταιριστικής Ένωσης de l Alliance Coopérative Internationale (CICOPA), και αποτέλεσαν καρπό διεθνών διαβουλεύσεων που διήρκεσαν δεκαοκτώ μήνες. Αυτοί οι ειδικότεροι κανόνες των συνεταιρισμών συλλογικής εργασίας spécifiques («worker cooperatives» στα αγγλικά) είναι συμπληρωματικοί γενικών συνεταιριστικών κανόνων που περιλαμβάνονται στη «Δήλωση συνεταιριστικής ταυτότητας» («Statement on the Cooperative Identity») της Διεθνούς συνεταιριστικής Ένωσης καθώς και στη σύσταση 193/2002 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας («Σύσταση για την προώθηση των συνεταιρισμών»).


20.5.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/17


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Οι πανευρωπαϊκοί διάδρομοι μεταφορών»

(2005/C 120/04)

Στις 23 Ιανουαρίου 2003, και σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2 του Εσωτερικού της Κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα: «Οι πανευρωπαϊκοί διάδρομοι μεταφορών»

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία της πληροφορίας», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 5 Οκτωβρίου 2004, με εισηγήτρια την κυρία ALLEWELDT.

Κατά την 412η σύνοδο ολομέλειας της 27ης και 28ης Οκτωβρίου 2004 (συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 164 ψήφους υπέρ, 2 ψήφους κατά και 9 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Eισαγωγή

1.1.

Η μόνιμη ομάδα μελέτης άρχισε τον νέο κύκλο εργασιών της τον Ιανουάριο του 2003, και διεύρυνε τα προς εξέταση θέματα (1) σε όλες τις πτυχές που συνδέονται με την ανάπτυξη των πανευρωπαϊκών διαδρόμων μεταφορών. Οι δραστηριότητες της προηγούμενης περιόδου εντολής εγκρίθηκαν με ευρεία συναίνεση από τη σύνοδο ολομέλειας το Δεκέμβριο του 2002. Παράλληλα με την συνέχιση και την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων που συνδέονται με τους διαδρόμους μεταφορών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έλαβε νέες σημαντικές αποφάσεις τα έτη 2003 και 2004 ενόψει της ανάπτυξης των διευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών (ΔΕΔ-Μ), που αφορούν και τις εργασίες που προβλέπονται στους δέκα διαδρόμους του Ελσίνκι. Η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης το Μάιο του 2004 καθώς και οι προοπτικές προσχώρησης για τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης μεταβάλλουν ισόβαθμα το γενικό πλαίσιο για την κοινή πολιτική υποδομών και τη συνεργασία σχετικά με τους διαδρόμους.

1.2.

H παρούσα γνωμοδότηση πρωτοβουλίας δεν έχει ως στόχο μόνο να κάνει τον απολογισμό των δραστηριοτήτων και των θέσεων της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με τους «πανευρωπαϊκούς διαδρόμους μεταφορών» κατά τα δύο τελευταία χρόνια, αλλά και να διατυπώσει συστάσεις σχετικά με τα μελλοντικά βήματα των ενδιαφερόμενων παραγόντων και πώς μπορεί να βοηθήσει σ' αυτά η ΕΟΚΕ.

2.   Νέο γενικό πλαίσιο στην πανευρωπαϊκή πολιτική μεταφορικών υποδομών

2.1.

Στα μέσα του 2003, η Επιτροπή ξεκίνησε την αναθεώρηση των διευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών με βάση την έκθεση της ομάδας εμπειρογνωμόνων υπό την προεδρία του κ. Karel van Miert. Ως εκ τούτου, επεκτάθηκε ο κατάλογος του έτους 1996 που περιείχε τα έργα προτεραιότητας, προτάθηκαν νέες δυνατότητες κοινοτικής χρηματοδότησης καθώς και μία νέα μορφή βελτιωμένου συντονισμού (2). Διατυπώθηκαν επίσης σχέδια προκειμένου να εδραιωθεί το σκεπτικό για τους διαδρόμους μεταφορών στην ευρωπαϊκή πολιτική, δηλαδή αντί μιας ευρωπαϊκής πολιτικής υποδομών προσανατολισμένης γενικά προς τα δίκτυα μεταφορών να δοθεί στο μέλλον έμφαση στις προτεραιότητες που αφορούν συγκεκριμένους βασικούς συγκοινωνιακούς άξονες. Η προσέγγιση αυτή της ομάδας van Miert, απορρίφθηκε.

2.2.

Η ΕΟΚΕ συζήτησε διεξοδικά το θέμα «το μέλλον των ΔΕΔ-Μ» στο πλαίσιο της συνεδρίασης εκτός έδρας του τμήματος στη Ρώμη, τον Σεπτέμβριο του 2003, με την πέμπτη επιτροπή του Ιταλικού Εθνικού Συμβουλίου Οικονομίας και Εργασίας (CNEL) «Μεγάλα έργα και δίκτυα υποδομών» κατά την οποία εκδόθηκε κοινό ψήφισμα (3). Το κοινό ψήφισμα προωθεί μία μεγαλύτερη δέσμευση για την υλοποίηση ενός ολοκληρωμένου δικτύου μεταφορών, το οποίο θα ενσωματώνει αποτελεσματικά τα νέα κράτη μέλη και ταυτόχρονα θα εξελίσσεται αδιάκοπα. Η διατροπικότητα και η βιωσιμότητα θα πρέπει να αποτελούν προτεραιότητες, ενώ η χρηματοδότηση θα πρέπει να ενισχυθεί από κοινού και να υποστηρίζεται ενδεχομένως από ένα κοινοτικό ταμείο για το διευρωπαϊκό δίκτυο μεταφορών.

2.3.

Το αίτημα της ιταλικής προεδρίας προς την ΕΟΚΕ οδήγησε στην κατάρτιση γνωμοδότησης με σκοπό την εμβάθυνση της συζήτησης που ξεκίνησε στη Ρώμη. Η ΕΟΚΕ συγκεφαλαίωσε τις τρέχουσες κύριες θέσεις της σχετικά με την ευρωπαϊκή πολιτική μεταφορικών υποδομών στον τίτλο «Οι υποδομές μεταφορών του μέλλοντος: προγραμματισμός και γειτονικές χώρες- βιώσιμη κινητικότητα - χρηματοδότηση» (4). Η ΕΟΚΕ, προσβλέποντας στο μέλλον, πρότεινε να δοκιμαστούν νέες μορφές και μέσα χρηματοδότησης με μεγαλύτερη προτεραιότητα στην περιβαλλοντική προστασία και στην κοινωνική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα, καθώς και στον σχεδιασμό και την υλοποίηση ενός διευρωπαϊκού δικτύου μεταφορών και την εξακολούθηση των αποτελεσματικών εργασιών στα πλαίσια των διαδρόμων του Ελσίνκι, και επίσης να υπάρξει ανταπόκριση απέναντι στις μεταβαλλόμενες προκλήσεις με την εφαρμογή νέων μεθόδων.

2.4.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρεί υψηλή προτεραιότητα την ειρηνική ανοικοδόμηση της περιοχής της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και ακολούθως ασκεί αυξημένες πιέσεις για την ταχεία ανάπτυξη μίας άρτια λειτουργικής υποδομής μεταφορών. Συμπληρωματικά προς τους υφιστάμενους διαδρόμους με αναφορά στις περιφέρειες X, V, VII, IV και VIII, και βάσει της Δήλωσης του Ελσίνκι του 1997 και των εμπειριών που αποκομίσθηκαν από τη διαδικασία TINA (5), αναπτύχθηκε ένα σχέδιο μεταφορών για την Νοτιοανατολική Ευρώπη. Το σχέδιο αυτό συνίσταται σε ένα δίκτυο διατροπικής υποδομής, το επονομαζόμενο Περιφερειακό Δίκτυο Μεταφορών Νοτιανατολικής Ευρώπης, που θα πρέπει να υλοποιηθεί σε από κοινού συντονισμένη δράση. Τα ενδιαφερόμενα κράτη (6) έχουν επεξεργαστεί κοινή δήλωση προθέσεων, η οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ρητά στην συνεργασία με κοινωνικοοικονομικές ομάδες συμφερόντων στην περιοχή και με την μόνιμη ομάδα μελέτης της ΕΟΚΕ.

2.5.

Ο συντονισμός των εργασιών των διευθύνουσων επιτροπών για τους δέκα διάδρομους του Ελσίνκι (7) και τα 4 πεδία μεταφορών (PETRAs) (8) απέκτησε «νέα μορφή». Σχεδόν σε ετήσια βάση η Επιτροπή καλεί τους προέδρους και μία σειρά περαιτέρω εκπροσώπων των ευρωπαϊκών ή κοινοτικών οργάνων να εξετάσουν την πρόοδο των εργασιών και τις προοπτικές. Η προηγούμενη ομάδα εργασίας G-24 «Μεταφορές» θα πρέπει να αντικατασταθεί από μικρότερη και αποδοτικότερη οργάνωση εργασίας. Ταυτόχρονα, καθίσταται σαφές για τους ιθύνοντες στην Επιτροπή, ότι συγκεκριμένες πτυχές του συντονισμού και της τεχνικής-οργανωτικής υποστήριξης μπορούν να παρασχεθούν μόνο από την ίδια την Επιτροπή. Οι πρόσφατες συνεδριάσεις πραγματοποιήθηκαν τον Ιούνιο του 2003 και την 15η Μαρτίου 2004. Οι σημαντικές διαπιστώσεις που απορρέουν εξ αυτών παραθέτονται στα επιχειρήματα στα Κεφάλαια 3 και 4.

2.6.

Η διεύρυνση και η «νέα πολιτική γειτνίασης» της ΕΕ έχουν αντίκτυπο στον σχεδιασμό της πολιτικής μεταφορών για το μέλλον στην Ευρώπη και πέραν αυτής. Τον Ιούνιο πραγματοποιήθηκε συνάντηση για την ανάπτυξη στρατηγικής ανάμεσα στην Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην οποία προσκλήθηκαν και οι εκπρόσωποι του τομέα των ευρωπαϊκών μεταφορών και ιδιαίτερα οι εκπρόσωποι από τις περαιτέρω γειτονικές χώρες της ΕΕ. Κατά τη συνάντηση αυτή λήφθηκε η απόφαση να συσταθεί ομάδα εργασίας υψηλού επιπέδου, στην οποία θα ανατεθεί η επεξεργασία συμφωνιών σχετικά με την ανάπτυξη διευρωπαϊκών κύριων αξόνων μεταφορών, κυρίως προς τις ανατολικές γειτονικές χώρες, τη Ρωσική Ομοσπονδία, την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας και τα Βαλκάνια. Ταυτόχρονα τέθηκαν οι βάσεις για την ανάπτυξη σχεδίου με στόχο τη δημιουργία δικτύου μεταφορών μεταξύ της Ευρώπης και της Λεκάνης της Μεσογείου. Προς το παρόν, εξετάζονται επίσης οι ανάγκες της Τουρκίας σε υποδομές.

3   Ο προσανατολισμός των εργασιών της μόνιμης ομάδας μελέτης

3.1   Νέες εξελίξεις και παλαιός στόχος: ενημέρωση και διαφάνεια

3.1.1.

Παρότι έχουν περάσει επτά έτη από την θέση σε εφαρμογή της Δήλωσης του Ελσίνκι και της εδραίωσης της συνεργασίας μεταξύ των διευθύνουσων επιτροπών και γενικότερα με την ΕΕ, δεν έχει βελτιωθεί η διαφάνεια ή η δικτύωση των επιμέρους διαδικασιών προγραμματισμού. Οι νέες κατευθυντήριες γραμμές ΔΕΔ-Μ, οι διάδρομοι και τα πεδία κυκλοφορίας, το «Βασικό Περιφερειακό Δίκτυο Μεταφορών SEE», οι εργασίες της Ευρωπαϊκής Διάσκεψης των υπουργών μεταφορών (ECMT) και η ΟΟΕ των Ηνωμένων Εθνών, οι διάφορες πρωτοβουλίες της ενισχυμένης συνεργίας είναι προσιτές μόνο για έναν στενό κύκλο ειδικών.

3.1.2.

Η έλλειψη διαφάνειας είναι εμφανέστερη στο επίπεδο της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών. Εξακολουθεί να αποτελεί στόχο της μόνιμης ομάδας μελέτης να λειτουργεί ως σημείο επαφής για την πληροφόρηση των δημόσιων οργάνων αλλά και των ενδιαφερόμενων οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών.

3.1.3.

Η Επιτροπή έχει αρχίσει εργασίες σχετικά με τον σχεδιασμό ενός πληροφοριακού συστήματος (GIS), το οποίο θα πρέπει να είναι διαθέσιμο για το σχεδιασμό και την εκτίμηση των αποτελεσμάτων. Προς το παρόν το πληροφοριακό σύστημα είναι διαθέσιμο μόνο για εσωτερική χρήση, αλλά ενδεχομένως θα μπορούσε να επεκταθεί στο πλαίσιο των κοινωνικοοικονομικών δεδομένων, ώστε να μπορεί να αξιοποιηθεί καλύτερα και για τα ζητήματα που απασχολούν την ΕΟΚΕ. Παρόμοιο αίτημα θα πρέπει να συζητηθεί με την Επιτροπή.

3.2.   Αξιοποίηση της διαδικασίας διαβούλευσης: ένα «ευρωπαϊκό» δίκτυο μεταφορών προϋποθέτει την ύπαρξη «ευρωπαϊκής συναίνεσης»

3.2.1.

Η έκθεση που κατήρτισε η ομάδα Van Miert ανέδειξε ορισμένες δυσκολίες λόγω των οποίων δημιουργείται μια απόσταση ανάμεσα στα φιλόδοξα ευρωπαϊκά σχέδια και την υλοποίησή τους, απόσταση που δύσκολα μπορεί να καλυφθεί. Πολύ ορθά αναγνωρίστηκαν όμως βήματα όπως ο διασυνοριακός προγραμματισμός και μια εντονότερη συμμετοχή των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών ως στοιχεία που μπορεί να συμβάλουν στη βελτίωση της κατάστασης και συμπεριλήφθηκαν στις νέες κατευθυντήριες γραμμές ΤΕΝ.

3.2.2.

Η συμμετοχή των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών αποτελεί κλειδί για την ισόρροπη ανάπτυξη, λαμβάνοντας υπόψη τα τοπικά και περιφερειακά συμφέροντα και δίνει πνοή στη λειτουργία και στη χρήση των μεταφορικών διαδρομών. Τα έργα υποδομής ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος πληρούν τη λειτουργία τους, εφόσον ανταποκρίνονται στα κριτήρια βιωσιμότητας και τα λαμβάνουν υπόψη. Για το λόγο αυτό απαιτείται η συμμετοχή των επαγγελματικών οργανώσεων, των επιχειρήσεων μεταφορών, των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των οργανώσεων προστασίας του περιβάλλοντος και των καταναλωτών, συμμετοχή που πρέπει να λειτουργεί διασυνοριακά. Η ώθηση για την εφαρμογή «πανευρωπαϊκών» συγκοινωνιακών διαδρόμων δίνεται μόνο με την προϋπόθεση μια «ευρωπαϊκής» αντίληψης και συναίνεσης στηριζόμενες στην ευρύτερη συναίνεση της κοινωνίας.

3.2.3.

Η ΕΟΚΕ έχει επανειλημμένως δηλώσει την υποστήριξή της στην επίτευξη της εν λόγω συναίνεσης. Προς τούτο, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί συστηματικά σε ευρωπαϊκό επίπεδο το μέσο των ακροάσεων. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ συνιστά κάτι τέτοιο να μην διεξαχθεί ως υποχρεωτική διαδικασία, αν δεν εξασφαλισθεί ότι θα ληφθούν υπόψη τα αποτελέσματά της. Η ακρόαση για τη διαδικασία ΤΙΝΑ, που διοργάνωσε η ΕΟΚΕ το 1998 από κοινού με την Επιτροπή της ΕΕ, δεν λήφθηκε υπόψη στην τελική έκθεση μολονότι είχε μεγάλη απήχηση και είχε οδηγήσει σε σαφή πορίσματα.

3.3.   Από τη διαβούλευση στην πρακτική συμμετοχή και στο σχεδιασμό

3.3.1.

Στο επίκεντρο της μακροχρόνιας δραστηριότητας της ΕΟΚΕ στον τομέα της πανευρωπαϊκής πολιτικής μεταφορών βρισκόταν για μεγάλο χρονικό διάστημα ένα αίτημα αρχής, το αίτημα για συμμετοχή και διαβούλευση. Το αίτημα αυτό έχει πλέον κατανοηθεί και υιοθετηθεί σε μεγάλο βαθμό από τους παράγοντες που δρουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο και η ΕΟΚΕ έχει αναπτύξει καλές επαφές εργασίας. Το γεγονός αυτό δικαιολογεί απόλυτα το αίτημα για τη συμμετοχή της, τόσο στο σχεδιασμό όσο και στις πρακτικές εργασίες των διευθύνουσων επιτροπών και άλλων οργάνων.

3.3.2.

Τη θεωρητική βάση της συνεργασίας στο σχεδιασμό αποτελεί ιδιαίτερα η πρόσφατη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με τίτλο «Οι υποδομές μεταφορών του μέλλοντο»ς στην οποία διατυπώνονται με σαφήνεια οι αρχές της ευρωπαϊκής πολιτικής μεταφορών από την σκοπιά της ΕΟΚΕ. Η γνωμοδότηση εστιάζεται σε τρία θέματα: στη βιωσιμότητα, στις σκέψεις σχετικά με τις δυνατότητες καλύτερης χρηματοδότησης και στον πανευρωπαϊκό προσανατολισμό των υποδομών των μεταφορών. Όσον αφορά την ανάπτυξη των συγκοινωνιακών διαδρόμων καθορίζονται δράσεις προτεραιότητας προς τις οποίες προσανατολίζει η μόνιμη ομάδα μελέτης τις εργασίες της και οι οποίες συνοψίζονται στο σημείο αυτό ως εξής (9):

Να μελετηθεί η καλύτερη διασύνδεση μεταξύ οικονομικών χώρων.

Να αυξηθεί η διατροπικότητα μέσω εφαρμόσιμων κριτηρίων.

Να βελτιωθεί η διασύνδεση με τις εσωτερικές πλωτές οδούς.

Να ενσωματωθούν οι θαλάσσιες μεταφορές μικρών αποστάσεων.

Να διευρυνθεί σε μεγαλύτερο βαθμό η συνεργασία στον τομέα των σιδηροδρομικών μεταφορών η οποία ήδη δείχνει τις πρώτες της επιτυχίες.

Να εστιαστεί η προσοχή περισσότερο στη διασύνδεση μεταξύ των περιφερειακών και τοπικών δικτύων μεταφορών και των κύριων αξόνων του δικτύου μεταφορών.

Οι εργασίες για τους συγκοινωνιακούς διαδρόμους θα πρέπει να συμπληρώνονται συστηματικά με ποιοτικούς και τεχνικούς στόχους ανάπτυξης (ασφάλεια, προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών, προστασία των κοινωνικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, ιδιαίτερα στις οδικές μεταφορές μεγάλων αποστάσεων, ποιότητα της παροχής υπηρεσιών, ανάλυση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων).

Η προσέγγιση με βάση διαδρόμους θα πρέπει να συνεχιστεί και να διευρυνθεί σε γεωγραφικό επίπεδο.

3.3.3.

Η Επιτροπή συμπεριέλαβε εν μέρει τους στόχους αυτούς στην αναθεωρημένη έκδοση των κατευθυντήριων γραμμών ΤΕΝ. Το ευτύχημα θα ήταν να υλοποιηθούν οι κατευθυντήριες γραμμές στην πράξη με διαφάνεια από κοινού και σε διασυνοριακό επίπεδο. Η ΕΟΚΕ είναι σε θέση να συμβάλει κατάλληλα μέσω ειδικών πρακτικών δράσεων.

3.4.   Η διασύνδεση των διαδρόμων και η διασυνοριακή συνεργασία

3.4.1.

Εν τω μεταξύ, συνεχίζονται οι εργασίες των διευθύνουσων επιτροπών στον ίδιο βαθμό εντατικά για όλους τους διάδρομους. Ταυτόχρονα, διαπιστώνεται γενικά η ύπαρξη περιφερειακών συνδέσεων που συνεπάγεται την ύπαρξη δικτύου διαδρόμων παρά μεμονωμένων μεταφορικών αξόνων. Παράλληλα με τις προσεγγίσεις σχετικά με τις περιοχές μεταφορών, το περιφερειακό στοιχείο της συνεργασίας παρουσιάζεται ενισχυμένο π.χ. στη νοτιοανατολική Ευρώπη στους διαδρόμους IV, V και ΙX ή στη Βαλτική Θάλασσα στους διαδρόμους I και IX. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την περιορισμένη δραστηριότητα που παρατηρείται στις επίσημα αναγνωρισμένες περιοχές μεταφορών (PETRAs).

3.4.2.

Οι δύο αυτές προσεγγίσεις, δηλαδή αφενός η υλοποίηση κύριων αξόνων μεταφορών και η περιφερειακή διασύνδεση σε μεγάλη κλίμακα αλληλοσυμπληρώνονται. Η μόνιμη ομάδα μελέτης θα πρέπει στο μέλλον να συμπληρώνει τις εργασίες της σε μεγαλύτερο βαθμό με περιφερειακά συγκοινωνιακά σχέδια. Η σύνδεση της πολιτικής μεταφορών με την περιφερειακή ανάπτυξη και τις βασικές πτυχές των εξωτερικών σχέσεων της ΕΟΚΕ (γειτονικές χώρες προς ανατολάς, βόρεια διάσταση, Νοτιοανατολική Ευρώπη) αποτελούν σημαντική συμβολή της ΕΟΚΕ, στην οποία συνεισφέρουν όλα τα ειδικευμένα τμήματα.

3.5.   Ένας στόχος για το μέλλον: Η δημιουργία νέων διασυνδέσεων

3.5.1.

Μολονότι η συνάντηση στρατηγικού χαρακτήρα μεταξύ της Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τον Ιούνιο 2004 αποτελεί ασφαλώς θετικό βήμα, η ΕΟΚΕ έχει τονίσει επανειλημμένα ότι η διεύρυνση δεν πρέπει να συντελέσει στην εξασθένιση της πρωτοβουλίας της ΕΕ για την υλοποίηση ευρωπαϊκών συγκοινωνιακών διασυνδέσεων. Η Επιτροπή διαβεβαιώνει την ΕΟΚΕ σε σχετική επιστολή της ότι η συνάντηση αυτή αποτελεί ένα πρώτο βήμα προς μια ευρύτερη και πιο ανοικτή διαδικασία συντονισμού, στην οποία θα μπορούν να συμβάλουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι. Το άνοιγμα αυτό έχει καθοριστική σημασία για την επιτυχία και τη βιωσιμότητα νέων σχεδίων για τις μεταφορές σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

3.5.2.

Οι εμπειρίες που έχουν αποκομισθεί έως σήμερα και ιδιαίτερα η εργασία των διευθύνουσων επιτροπών, αποτελούν σημαντική αλλά και απολύτως απαραίτητη βάση για νέους προγραμματισμούς. Η ειδική συμβολή της ΕΟΚΕ όπως περιγράφεται στην παρούσα γνωμοδότηση και η οποία είναι αποτέλεσμα μακροχρόνιας πρακτικής δράσης, θα μπορούσε να προστεθεί σε ένα πρώιμο στάδιο του σχεδιασμού των υποδομών. Θα πρέπει να αξιοποιηθεί η ευκαιρία αυτή.

4.   Δραστηριότητες της μόνιμης ομάδας μελέτης στους επιμέρους συγκοινωνιακούς διαδρόμους

4.1.

Εν τω μεταξύ, συστάθηκε μια συνδικαλιστική ομάδα εργασίας για το διάδρομο II  (10). Η πρώτη συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε στις 10 και 11 Απριλίου 2003 στη Μόσχα. Η ΕΟΚΕ συμμετείχε επίσης στη επίσημη συνεδρίαση της διευθύνουσας επιτροπής που πραγματοποιήθηκε στις 15 και 16 Μαΐου στο Βερολίνο. Οι δύο συνεδριάσεις αποτελούν μια πολλά υποσχόμενη αφετηρία για τις εργασίες της ΕΟΚΕ. Η προβληματική του διαδρόμου II εναπόκειται στην δυσχερή συνεργασία με τη Λευκορωσία. Εντωμεταξύ επικράτησε η τάση, ένα μεγάλο και άρτια διαμορφωμένο τμήμα του διαδρόμου να παρακάμπτεται βόρεια από τη Λευκορωσία, λόγω των δυσκολιών που απαντώνται στα σύνορα. Επί του παρόντος, πραγματοποιείται μια εντατικοποίηση της συνεργασίας με τις σιδηροδρομικές εταιρίες. Προσφάτως προτάθηκε η επέκταση του διαδρόμου έως την Αγ. Αικατερίνη. Το ενδιαφέρον για την καλύτερη αντιμετώπιση των προβλημάτων στις οδικές μεταφορές και των πρακτικών διαδικασιών στα σημεία διέλευσης των συνόρων μέσω της υποστήριξης της ΕΟΚΕ, είναι έντονο.

4.2.

Παγιώθηκε βαθμιαία η συμμετοχή της ΕΟΚΕ στις εργασίες για το διάδρομο IV  (11). Στο πλαίσιο της συνεδρίασης της ομάδας καθοδήγησης, που πραγματοποιήθηκε στο Σόπρον της Ουγγαρίας στις 20 και 21 Μαΐου 2003, πραγματοποιήθηκε και συνάντηση των εκπροσώπων των σιδηροδρομικών εταιριών και των σιδηροδρομικών συνδικαλιστικών οργανώσεων στο διάδρομο IV, η οποία οδήγησε σε τελεσφόρα συζήτηση για την ενίσχυση των σιδηροδρομικών μεταφορών, η οποία θα πρέπει να συνεχιστεί. Αυτό επιτεύχθηκε με την τελευταία συνεδρίαση στις 10 και 11 Νοεμβρίου 2003 στο Ντόρτμουντ. Θεματικό άξονα για τις περαιτέρω συνομιλίες απετέλεσαν τα τεχνικά και οργανωτικά εμπόδια και οι προτεινόμενες λύσεις σχετικά με τα σημεία διέλευσης των συνόρων. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέχεια των εργασιών, ένας εκπρόσωπος της συνδικαλιστικής συνεργασίας των εργαζομένων στις σιδηροδρομικές μεταφορές θα συμμετάσχει ως παρατηρητής στις διευθύνουσες επιτροπές. Τώρα πλέον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εξέταση θεμάτων όπως η οικονομική και κοινωνική κατάσταση και οι τεχνικές και οργανωτικές πτυχές σχετικά με τις οδικές εμπορευματικές μεταφορές στον διάδρομο IV.

4.3.

Η ΕΟΚΕ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην ενίσχυση του διαδρόμου Χ  (12). Για το σκοπό αυτό, εντατικοποιήθηκαν οι επαφές με την αρμόδια διευθύνουσα επιτροπή. Οι ενδεχόμενες δραστηριότητες της ΕΟΚΕ συγκεκριμενοποιήθηκαν στη συνεδρίαση της διευθύνουσας επιτροπής της 18ης και 19ης Ιουλίου 2003 στη Σλοβενία. Στις 3 Νοεμβρίου 2003, η ΕΟΚΕ διοργάνωσε μία επιτυχή διάσκεψη διαλόγου στο Βελιγράδι όπου και εκδόθηκε κοινό ψήφισμα (13). Ακολούθησαν περαιτέρω δράσεις, ιδιαίτερα όσον αφορά την ενίσχυση των σιδηροδρομικών μεταφορών. Επαφές εργασίας στο Σεράγεβο καθώς και η συνεργασία με τη διευθύνουσα επιτροπή για τα Βασικά Δίκτυα Μεταφορών SEE αποτελούν περαιτέρω συνιστώσες, οι οποίες θα επηρεάσουν τις εργασίες. Σε αυτό το πλαίσιο και υπό το πρίσμα της ισορροπημένης πολιτικής για τους θαλάσσιους λιμένες καθώς και της σύνδεσής τους με το δίκτυο μεταφορών της ενδοχώρας, ο διάδρομος V  (14) αποτελεί σημαντικό άξονα σύνδεσης.

4.3.1.

Αρχές Νοεμβρίου 2004 θα πραγματοποιηθεί κοινή εκδήλωση με την ARGE, ομάδα εργασίας των σιδηροδρόμων, Διάδρομος XLine, με στόχο την προσφορά καλύτερων υπηρεσιών στις σιδηροδρομικές μεταφορές με διάφορες εκδηλώσεις και δράσεις στο Villach (Αυστρία) στο Ζάγκρεμπ (Κροατία) και στο Σαράγιεβο (Βοσνία Ερζεγοβίνη) (15).

4.4.

Το 2003 η ΕΟΚΕ κατήρτισε πολυάριθμες προτάσεις σχετικά με την προώθηση των εσωτερικών πλωτών μεταφορών και του διαδρόμου VII  (16) (Δούναβης). (17) Τον Ιούλιο 2004 πραγματοποιήθηκε η τελευταία συνεδρίαση της διευθύνουσας επιτροπής. Προς το παρόν, η μόνιμη ομάδα μελέτης εξετάζει περαιτέρω δυνατότητες σχετικά με την εξάλειψη των εμποδίων που αντιμετωπίζονται ακόμη σχετικά με την ανάπτυξη των πλωτών μεταφορών στο διάδρομο VII. Ταυτόχρονα μελετά τις δυνατότητες της καλύτερης ενσωμάτωσής τους σε ένα διατροπικό σύστημα μεταφορών καθώς και τις ανάγκες σε επενδύσεις.

4.4.1.

Η ΕΟΚΕ, στη γνωμοδότηση που υιοθέτησε στις 28 Ιανουαρίου 2004 (18) με θέμα «Οι υποδομές μεταφορών του μέλλοντος »υπογραμμίζει την ανάγκη προώθησης της εσωτερικής ναυσιπλοΐας για το διάδρομο VII (Δούναβη), την ενίσχυση των συνδέσεων που πραγματοποιούνται με σιδηροδρομικές διαδρομές και την εφαρμογή των κατάλληλων τεχνικών και κοινωνικών κανονισμών που διέπουν τη διασυνοριακή εσωτερική ναυσιπλοΐα.

4.4.2.

Επιπλέον, η Μεικτή Συμβουλευτική Επιτροπή ΕΕ/ Ρουμανίας (συνεδρίαση στο Βουκουρέστι, 23-24/5/2002) πρότεινε, προκειμένου ο Δούναβης να βελτιστοποιήσει το ρόλο του ως πανευρωπαϊκού διαδρόμου μεταφορών, να αναληφθούν εργασίες και να παρασχεθεί μεγαλύτερη χρηματοδοτική ενίσχυση για την πλοϊμότητά του και τη σύνδεση του με τη Μαύρη Θάλασσα.

4.5.

Από τη διάσκεψη διαλόγου στους διαδρόμους ΙΙΙ  (19) και ΙV  (20), που πραγματοποιήθηκε το 2001 στο Katowice το 2001, και μετά η ΕΟΚΕ δεν ανέπτυξε δράσεις δικής της πρωτοβουλίας σε αυτούς τους διαδρόμους. Η γραμματεία του διαδρόμου ΙΙΙ ζητά όμως σε επιστολή που έστειλε τον Αύγουστο 2004 να υποβάλει η ΕΟΚΕ προτάσεις σχετικά με την περαιτέρω εξέλιξη στο πλαίσιο του προγράμματος εργασίας για την περίοδο 2003/2004.

4.6.

Κατά τα τελευταία 1-2 έτη, η ΕΟΚΕ είχε την υποστήριξη της νέας συνδικαλιστικής συνεργασίας των εργαζομένων στις σιδηροδρομικές μεταφορές στους διαδρόμους αλλά και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, την οποία διοργάνωσε η Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία των Εργαζομένων στις Μεταφορές (ETF). Το σχέδιο αυτό της ETF συνέβαλε στο πλαίσιο όλων των τομέων των μεταφορών, μέσω σημαντικών προτάσεων τόσο όσον αφορά το σχεδιασμό όσο και την πρακτική τους εφαρμογή, σε μεγάλο βαθμό στην επιτυχία των δράσεων της ΕΟΚΕ και θα συμβάλει και στο μέλλον στην ενίσχυση της συνεργασίας.

4.7.

Τέλος, πρέπει να επισημανθεί ότι, για κάθε έναν από τους διαδρόμους, καταρτίστηκε δελτίο περιγραφής των βασικών στοιχείων (σύμφωνα με το υπόδειγμα που επισυνάπτεται ως παράρτημα) από τον πρόεδρο της μόνιμης ομάδας μελέτης, σε συνεργασία με τη γραμματεία του τμήματος TEN και με την υποστήριξη των αρμοδίων υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Eπιτροπής (21).

5.   Συστάσεις για περαιτέρω δράσεις

5.1.

Η μόνιμη ομάδα μελέτης έχει λάβει υπόψη τις νέες συνισταμένες της πανευρωπαϊκής πολιτικής μεταφορών, όπως περιγράφονται ανωτέρω, και τις έχει εντάξει στους σχεδιασμούς της και στους πρακτικούς της προγραμματισμούς. Η δύναμη της ΕΟΚΕ έγκειται περισσότερο από ποτέ στην ικανότητά της να λαμβάνει υπόψη τα διάφορα συμφέροντα και να υποβάλει προτάσεις. Στο μέλλον θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στις δράσεις και στην ενισχυμένη παρουσία της επί τόπου.

5.2.

Με την μόνιμη ομάδα μελέτης, η ΕΟΚΕ απόκτησε ένα είδος μηχανισμού διευθέτησης, ο οποίος συγκεντρώνει και προσφέρει πληροφορίες για κάθε ενδιαφερόμενο τόσο εντός όσο και εκτός της ΕΟΚΕ. Η βασική αποστολή της μόνιμης ομάδας μελέτης, η οποία δημιούργησε τη βάση της ύπαρξής της κατά την 13ετή συμβολή της ΕΟΚΕ στη διαμόρφωση της πανευρωπαϊκής πολιτικής μεταφορών, συνίσταται στην ενημέρωση, διαμεσολάβηση και στον συντονισμό των δραστηριοτήτων της ΕΟΚΕ αλλά και στην υπεύθυνη συμμετοχή της στον γενικότερο συντονισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

5.3.

Κατά τα επόμενα δύο έτη οι δραστηριότητες της ΕΟΚΕ θα πρέπει να επικεντρώνονται στην πρακτική συνεργασία και συμμετοχή των τοπικών οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Πρόκειται για μια συμβολή στην επίτευξη των στόχων της πολιτικής μεταφορών, όπως διατυπώνονται στο σημείο 3.3.2 μέσω της οποίας οι αρμόδιες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών θα μπορούν να εκφράσουν τις εκτιμήσεις τους, κριτική και προτάσεις βελτίωσης σχετικά με επιμέρους διαδρόμους, περιφέρειες ή σχέδια υποδομών.

5.4.

Η συνεργασία της ΕΟΚΕ με τις διευθύνουσες επιτροπές για τους διαδρόμους καθώς και με την Επιτροπή της ΕΕ θα πρέπει να εντατικοποιηθεί ακόμη περισσότερο. Κρίνεται ιδιαίτερα απαραίτητο να συμπληρωθεί ο νέος ρόλος της μόνιμης ομάδας μελέτης στο πλαίσιο της υλοποίησης του «Περιφερειακού Δικτύου Μεταφορών Νοτιανατολικής Ευρώπης» (βλ. σημείο 2.4).

5.5.

Η μόνιμη ομάδα μελέτης θα πρέπει να εξετάσει επίσης πώς θα μπορούσαν να ληφθούν καλύτερα υπόψη οι λειτουργικές πτυχές των μεταφορών στο πλαίσιο της υλοποίησης των πανευρωπαϊκών αξόνων μεταφορών. Ιδιαίτερα θα πρέπει να συγκεκριμενοποιηθούν πτυχές όπως η διατροπικότητα, η προστασία του περιβάλλοντος, η ασφάλεια, οι κοινωνικές συνθήκες εργασίας και η αποτελεσματικότητα στο πλαίσιο της πολιτικής για τους διαδρόμους.

5.6.

Ο σχεδιασμός νέων αξόνων μεταφορών έχει ήδη αρχίσει στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής για τη γειτνίαση. Η Επιτροπή της ΕΕ έδειξε πρόθυμη για συνεργασία σε αυτόν τον τομέα και η μόνιμη ομάδα μελέτης θα πρέπει να προσφέρει τη συμβολή της σε αυτό το πλαίσιο.

5.7.

Οι εργασίες της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να συντονίζονται σε μεγαλύτερο βαθμό με τις εργασίες των διευθύνουσων επιτροπών στους διαδρόμους και στις περιφέρειες των δικτύων μεταφορών. Η Επιτροπή διαδραματίζει από την άποψη αυτή σημαντικό συντονιστικό ρόλο, ο οποίος θα πρέπει να ενισχυθεί και από τεχνική και οργανωτική άποψη. Θα ήταν ευκταίο να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην επίτευξη κοινού προσανατολισμού των επιμέρους δραστηριοτήτων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, με τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων καθώς και στην εντατικότερη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2004

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  Απόφαση του Προεδρείου της 23ης Οκτωβρίου 2002

(2)  Για περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την αξιολόγηση βλέπε γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ στην ΕΕ C 10 της 14.1.2004, σελίδα 70.

(3)  CESE 1043/2003 τελικό – διαθέσιμο στη γραμματεία TEN

(4)  ΕΕ C 108 της 30ής Απριλίου 2004, σελίδα 35

(5)  Έκθεση Εκτίμησης των Αναγκών σε Μεταφορικές Υποδομές (έκθεση ΤΙΝΑ), σχεδιασμός υποδομών με τα υπό ένταξη κράτη κατά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 90

(6)  Αλβανία, Βοσνία- Ερζεγοβίνη, Κροατία, Σερβία-Μαυροβούνιο, Π.Γ.Δ.Μ.

(7)  Αναλυτικός χάρτης των διαδρόμων διατίθεται στη γραμματεία του ειδικευμένου τμήματος ΤΕΝ

(8)  PETRAs: 4 Πεδία μεταφορών σύμφωνα με τη Δήλωση του Ελσίνκι (1997): Θάλασσα Μπάρεντς –Ευρωαρκτική –Λεκάνη Μαύρης Θάλασσας – Λεκάνη Μεσογείου – Αδριατική /Ιόνιο Πέλαγος

(9)  ΕΕ C 108 της 30ής Απριλίου 2004, σελίδα 35, σημεία 1.8.1 έως 1.8.8

(10)  Γερμανία – Πολωνία – Λευκορωσία - Ρωσσία

(11)  Γερμανία – Τσεχία – Αυστρία – Σλοβακία – Ουγγαρία – Ρουμανία – Βουλγαρία – Ελλάδα - Τουρκία

(12)  Αυστρία – Κροατία – Σερβία – ΠΓΔΜ –Σλοβενία – Ουγγαρία - Σερβία - Βουλγαρία

(13)  βλ. Παράρτημα 1

(14)  Ιταλία – Σλοβενία – Ουγγαρία – Ουκρανία – Σλοβακία – Κροατία – Βοσνία Ερζεγοβίνη

(15)  Οι λεπτομέρειες των δράσεων βρίσκονται ακόμη στο στάδιο της επεξεργασίας και δεν μπορούν επομένως να αναφερθούν στη γνωμοδότηση. Σχετικές πληροφορίες διαθέτει όμως η γραμματεία του ειδικευμένου τμήματος ΤΕΝ.

(16)  «Προς ένα πανευρωπαϊκό καθεστώς εσωτερικής ναυσιπλοΐας», ΕΕ C 10 της 14.1.2004, σελ. 49

(17)  Γερμανία – Αυστρία – Σλοβακία – Ουγγαρία – Κροατία – Σερβία – Βουλγαρία – Μολδαβία – Ουκρανία - Ρουμανία

(18)  Βλέπε υποσημείωση 4

(19)  Γερμανία – Πολωνία - Ουκρανία

(20)  Πολωνία - Σλοβακία - Τσεχία

(21)  Βλ. παράρτημα 2 – ανεπίσημα στοιχεία που ενδέχεται να υποστούν τροποποιήσεις


20.5.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/22


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών - Συνδέσεις υψηλών ταχυτήτων στην Ευρώπη: πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών»

COM(2004) 61 τελικό

(2005/C 120/05)

Στις 29 Μαρτίου 2004 και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω ανακοίνωση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές και κοινωνία της πληροφορίας», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 5 Οκτωβρίου 2004 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. McDonogh.

Κατά την 412η σύνοδο ολομέλειάς της, της 27ης και 28ης Οκτωβρίου 2004 (συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 163 ψήφους υπέρ, μία κατά και 3 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Εισαγωγή

1.1

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την ανάλυση και τις συστάσεις που περιέχονται στην Ανακοίνωση της Επιτροπής (COM(2004) 61 τελικό) με θέμα: «Συνδέσεις υψηλών ταχυτήτων στην Ευρώπη: πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών». Πρόκειται για μια διορατική και επίκαιρη έκθεση που συνδυάζει τη στρατηγική οξυδέρκεια με την εκτελεστότητα, προκειμένου να καθοδηγήσει τον τομέα των ευρωπαϊκών ηλεκτρονικών επικοινωνιών στο επόμενο στάδιο ανάπτυξης.

1.2

H παρούσα γνωμοδότηση δίδει επίσης έμφαση σε τομείς ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για την ΕΟΚΕ, ενώ στηρίζει ανεπιφύλακτα την ανάλυση και το σκοπό της ανακοίνωσης.

2.   Ιστορικό

2.1

Στις 3 Φεβρουαρίου 2004, η Επιτροπή υιοθέτησε την ανακοίνωσή της με θέμα: «Συνδέσεις υψηλών ταχυτήτων στην Ευρώπη: πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών». Η ανακοίνωση αυτή ανταποκρίνεται στο αίτημα του εαρινού Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του 2003 για την κατάρτιση έκθεσης σχετικά με τις εξελίξεις στον εν λόγω τομέα ενόψει της εαρινής συνεδρίασης του 2004. Πρόκειται για μια συνοπτική έκθεση στον τομέα τον ηλεκτρονικών επικοινωνιών στην Ευρώπη, όπως αυτός επηρεάζει τη στρατηγική της Λισσαβώνας, συμπεριλαμβάνοντας ανάλυση των καίριων θεμάτων που θα επηρεάσουν την μεγέθυνση μελλοντικώς. Η έκθεση ζητά επίσης, την πολιτική στήριξη των αναγκαίων δράσεων προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η ανάπτυξη του τομέα των ηλεκτρονικών τηλεπικοινωνιών.

2.2

Η στρατηγική της Λισσαβώνας αναγνωρίζει ότι οι τεχνολογίες των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ/ICT) συνιστούν μείζονα κίνητρα για την ανάπτυξη, τις εξελίξεις στον τομέα της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, συμβάλλοντας στη βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων και στην κοινωνική συνοχή. Η ανακοίνωση υπογραμμίζει τη σπουδαιότητα του τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών - συμπεριλαμβάνοντας ένα σκέλος υπηρεσιών και ένα σκέλος εξοπλισμών - για την υγιή ευρωπαϊκή οικονομία και τον κεφαλαιώδη ρόλο του εν λόγω τομέα στην ενίσχυση της παραγωγικότητας. Ο τομέας των ηλεκτρονικών επικοινωνιών διαδραματίζει σημαντικό ρόλο εξαιτίας του μεγέθους, του δυναμισμού και του αντίκτυπου που έχει σε όλες σχεδόν τις λοιπές οικονομικές δραστηριότητες. Από πρόσφατα στοιχεία προκύπτει ότι είχε τη μεγαλύτερη συμβολή στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας στην Ευρώπη.

2.3

Παρά την ταχεία ανάπτυξη που παρουσίασε ο τομέας στις αρχές της δεκαετίας του 90 και τους φιλόδοξους στόχους της στρατηγικής της Λισσαβώνας, η Ευρώπη συγκριτικά με τις ΗΠΑ και ορισμένες ασιατικές χώρες, υστερεί ως προς τους ρυθμούς παραγωγής και τη χρήση των τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ/ICT) ενώ η έλλειψη επενδύσεων ΤΠΕ θίγει την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα. Η πρόοδος που θα σημειωθεί στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών κατά τους επόμενους 18 μήνες θα αποβεί σημαντική για την επιτυχία του σχεδίου δράσης eEurope 2005, καθώς και για τους πιο μακροπρόθεσμους στόχους της στρατηγικής της Λισσαβώνας. Ο τομέας αυτός παρουσίασε ταχεία ανάπτυξη στα τέλη της δεκαετίας του '90, αλλά αντιμετώπισε απότομη πτωτική πορεία τα έτη 2000 και 2001, οδηγώντας το Συμβούλιο και την Επιτροπή σε εκ του σύνεγγυς παρακολούθηση της κατάστασης στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και στην κατάρτιση έκθεσης ενόψει του εαρινού Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του 2003.

2.4

Έπειτα από δύο έτη σταθεροποίησης, φαίνεται ότι τώρα οι συνθήκες είναι ευνοϊκές ώστε ο τομέας να επιστρέψει σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Κατά την Επιτροπή οι εν λόγω συνθήκες συμπεριλαμβάνουν βελτιωμένες οικονομικές συνθήκες των φορέων εκμετάλλευσης, και τη συνεχιζόμενη ανάπτυξη του εισοδήματος που προέρχεται από τις υπηρεσίες. Ωστόσο, η βιώσιμη ανάπτυξη στον τομέα αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω αναβίωσης των κεφαλαιουχικών δαπανών και περαιτέρω εισαγωγής και εγκατάστασης νέων καινοτόμων υπηρεσιών.

2.5

Από τη στιγμή που επήλθε «διάρρηξη της φούσκας του Ίντερνετ», οι φορείς εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιών μειώνουν συνεχώς τις κεφαλαιουχικές δαπάνες, ως συνέπεια των σχεδίων τους για σταθεροποίηση. Η επιστροφή στην εκ νέου ανάπτυξη για το σύνολο του τομέα απαιτεί την αναβίωση των κεφαλαιακών δαπανών. Το ύψος των επενδύσεων θα επηρεαστεί από τις ενέργειες των υπεύθυνων για τη χάραξη πολιτικής: η εφαρμογή του νέου πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων θα παράσχει μεγαλύτερη νομική ασφάλεια στις επενδύσεις· η εφαρμογή εθνικών ευρυζωνικών στρατηγικών θα αυξήσει την πρόσβαση στις υπηρεσίες· η ενθάρρυνση νέων υπηρεσιών και η διαθεσιμότητα καινοτόμου περιεχομένου θα τονώσει τη ζήτηση και η άρση κανονιστικών και εμπορικών φραγμών θα διευκολύνει την έναρξη της εμπορικής εκμετάλλευσης δικτύων τρίτης γενιάς.

Για αυτούς τους λόγους, η ανακοίνωση ορίζει τέσσερις τομείς προτεραιότητας για ανάληψη δράσης:

α)

Αντιμετώπιση των προκλήσεων για τις κανονιστικές ρυθμίσεις. Η καθυστερημένη, ελλιπής ή εσφαλμένη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών, παρεμποδίζει τον ανταγωνισμό και προκαλεί αβεβαιότητα στην αγορά. Έχουν κινηθεί διαδικασίες για παράβαση εναντίον σειράς κρατών μελών λόγω καθυστερημένης μεταφοράς των νέων μέτρων. Η εξασφάλιση της πλήρους και αποτελεσματικής εφαρμογής των κανόνων αυτών από τα υφιστάμενα και τα νέα κράτη μέλη παραμένει ύψιστη προτεραιότητα για το 2004. Επιπλέον, οι νέοι κανόνες θα πρέπει να εφαρμοστούν με συνέπεια από τις εθνικές ρυθμιστικές αρχές. Ιδιαιτέρως σημαντικές θεωρούνται οι ενιαίες κατευθυντήριες γραμμές που αναμένεται να εκπονηθούν φέτος σχετικά με τα διορθωτικά μέτρα που δύνανται να επιβληθούν σε εταιρείες που διαθέτουν σημαντική ισχύ σε συγκεκριμένες αγορές. Θα πρέπει να βοηθήσουν τις ρυθμιστικές αρχές να παράσχουν τα δέοντα επενδυτικά κίνητρα και να διασφαλίσουν ότι για τις αναδυόμενες αγορές δεν θα πρέπει να ισχύσουν μη ενδεδειγμένες υποχρεώσεις.

β)

Αυξανόμενη ευρυζωνική κάλυψη υποεξυπηρετούμενων περιοχών. Σύμφωνα με το σχέδιο δράσης eEurope, τα κράτη μέλη συμφώνησαν την θέσπιση εθνικών ευρυζωνικών στρατηγικών και έτσι τα 15 κράτη μέλη της ΕΕ στο σύνολό τους, καθώς και ορισμένα νέα προσχωρούντα κράτη, χάραξαν εθνικές ευρυζωνικές στρατηγικές. Το ενδιαφέρον θα επικεντρωθεί κυρίως στον καθορισμό των περιοχών που αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο βραδείας αφομοίωσης της κοινωνίας της πληροφορίας, επειδή η ζήτηση, σε σχέση με τα κριτήρια αποδοτικότητας των φορέων εκμετάλλευσης, είναι ανεπαρκής για να δικαιολογηθεί η εγκατάσταση ευρυζωνικών υπηρεσιών. Η κοινοτική χρηματοδότηση ενδεχομένως να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο παράλληλα με τη δράση σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Οι κατευθυντήριες γραμμές προβλέπουν με ποιον τρόπο μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα διαρθρωτικά ταμεία στις εν λόγω περιοχές. Η συγκρότηση Φόρουμ εντός του έτους σχετικά με το ψηφιακό χάσμα, θα συμβάλει στην ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών και καινοτόμων λύσεων. Η Επιτροπή θα καταρτίσει έκθεση σχετικά με τις εθνικές ευρυζωνικές στρατηγικές αυτό το καλοκαίρι.

γ)

Τόνωση της ζήτησης. Μολονότι η πλειοψηφία των νοικοκυριών στην Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να έχει πρόσβαση στις ευρυζωνικές επικοινωνίες, μικρό μόνο τμήμα τους επέλεξε να συνδεθεί. Κύριο θέμα για την ανάπτυξη της ευρυζωνικής αγοράς καθίσταται η αποδοχή της προσφοράς και όχι η εγκατάσταση. Οι εμπειρίες των χωρών που παρουσιάζουν τα υψηλότερα επίπεδα αφομοίωσης ευρυζωνικών υπηρεσιών καταδεικνύουν τη σπουδαιότητα του αποτελεσματικού ανταγωνισμού που βασίζεται στην επιγραμμική τεχνολογία, για τη μείωση των τιμών και την προώθηση καινοτόμων επιγραμμικών υπηρεσιών. Επιπλέον, η δράση των κρατών μελών για την τόνωση της ζήτησης μπορεί να διαδραματίσει επίσης ορισμένο ρόλο. Τα κράτη μέλη προωθούν τη χρήση ΤΠΕ μέσα από ολοένα περισσότερες βασικές υπηρεσίες με τη μετάβαση των δημόσιων υπηρεσιών σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, του τομέα της υγείας και της εκπαίδευσης προς τις επιγραμμικές υπηρεσίες. Κάτι τέτοιο, θα πρέπει να συνοδεύεται από περαιτέρω δράσεις για την αντιμετώπιση της ασφάλειας, της διαχείρισης των ψηφιακών δικαιωμάτων και τη διαλειτουργικότητα των διαφόρων υπηρεσιών και μέσων. Η ενδιάμεση επανεξέταση του σχεδίου δράσης eEurope 2005 που αναμένεται να ολοκληρωθεί έως το καλοκαίρι δίνει την ευκαιρία για πρόσθετες επικουρικές δράσεις.

δ)

Επιτυχής εισαγωγή των κινητών επικοινωνιών τρίτης γενιάς (3G). Στην έκθεση που συνέταξε η Πλατφόρμα για τις Κινητές Επικοινωνίες και Τεχνολογίες (που απαρτίζεται από βασικούς συντελεστές του τομέα των κινητών επικοινωνιών) προβλέπεται στρατηγικό όραμα για το μέλλον των κινητών υπηρεσιών, δίδοντας έμφαση στις εμπορικές προκλήσεις και τις προκλήσεις για τις κανονιστικές ρυθμίσεις. Αυτός ο συγκλίνων, βάσει ηλεκτρονικών δεδομένων κόσμος των επικοινωνιών τρίτης γενιάς (3G) θα είναι πιο σύνθετος από τον ηχοδίαυλο των επικοινωνιών δεύτερης γενιάς (GSM). Εφόσον αφομοιωθεί, θα παρέχει συναρπαστικές νέες υπηρεσίες ενισχύοντας σημαντικά την παραγωγικότητα στην Ένωση. Η Επιτροπή παρουσίασε συνοπτικά την προσέγγισή της για τον τομέα των κινητών επικοινωνιών στην ανακοίνωσή της, της 30ής Ιουνίου (1) και θα συνεχίσει τις εργασίες από κοινού με τα ενδιαφερόμενα μέρη, προκειμένου να καθορίσει τις στρατηγικές προτεραιότητες για την έρευνα στον τομέα των κινητών επικοινωνιών.

2.6

Στη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Τηλεπικοινωνιών που πραγματοποιήθηκε στις 8 και 9 Μαρτίου 2004 στις Βρυξέλλες, το Συμβούλιο υπογράμμισε την πολιτική δέσμευση σύμφωνα με τους στόχους της στρατηγικής της Λισσαβώνας για τη επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης, τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και την κοινωνική συνοχή, επιδοκιμάζοντας την ανάληψη δράσης που περιέχεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής [COM(2004) 61 τελικό], και την ανακοίνωση eEurope 2005 (ηλεκτρονική Ευρώπη 2005): ενδιάμεση επανεξέταση [COM(2004) 108 τελικό].

Παρατηρήσεις

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η ανακοίνωση πραγματεύεται εκτενές και σύνθετο πεδίο μείζονος σημασίας για το όραμα της Λισσαβώνας – τον κλάδο των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Κατά το παρελθόν η ΕΟΚΕ έχει υιοθετήσει πολλές γνωμοδοτήσεις σχετικά με θέματα πολιτικής που αφορούν τον τομέα (2). Έχουμε τώρα την ευκαιρία να σχολιάσουμε την γενική ανάπτυξη του κλάδου των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, την παροχή ευρείας ζώνης, την ανάπτυξη του τομέα των κινητών επικοινωνιών και το νέο πλαίσιο κανονιστικών ρυθμίσεων που αφορούν τον κλάδο.

3.2

Η Επιτροπή έχει επιτελέσει εξαίρετο έργο, όσον αφορά τη στήριξη της ανάπτυξης και την υλοποίηση της πολιτικής για την υποστήριξη της ανάπτυξης του τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Πρόκειται για ένα ραγδαία μεταβαλλόμενο και ταχέα εξελισσόμενο τομέα που διαμορφώνεται από τις σθεναρές προσπάθειες των ομάδων εμπορικών και κοινωνικών συμφερόντων που επιδιώκουν την επίτευξη των στόχων τους, και από την ισχυρή πολιτική στήριξη του Υπουργικού Συμβουλίου, των εθνικών κυβερνήσεων και της περιφερειακής αυτοδιοίκησης .

3.3

Δεδομένου του σύνθετου δυναμικού χαρακτήρα του θέματος και της σημασίας που επέχει για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Ένωσης, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι είναι σημαντικό να εκφράζονται τακτικά οι απόψεις όλων των ενδιαφερομένων προκειμένου να εφαρμόζεται μια πληρέστερη και ολοκληρωμένη πολιτική. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την πρόθεση της Επιτροπής να συνεχίσει να εργάζεται με τους ενδιαφερόμενους για τη διαμόρφωση πολιτικής σε πεδία όπως τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, η διαχείριση ψηφιακών δικαιωμάτων, θέματα ασφάλειας και εμπιστοσύνης, διαλειτουργικότητας και τυποποίησης, η διαχείριση του φάσματος συχνοτήτων και η κάλυψη απομακρυσμένων και αγροτικών περιοχών. Η ΕΟΚΕ θα συνεχίσει να ενδιαφέρεται ενεργά για τον τομέα αυτό και όλα τα σχετικά ζητήματα.

3.4

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί απόλυτα με την Επιτροπή που υπογραμμίζει την ανάγκη για διαλειτουργικότητα και άνοιγμα στα διάφορα επίπεδα της τεχνολογίας και των υπηρεσιών: μέσα προς δίκτυα, μέσα προς μέσα, δίκτυα προς δίκτυα, περιεχόμενα προς εφαρμογές. Χωρίς την ενδεδειγμένη διαλειτουργικότητα και το άνοιγμα της πλατφόρμας η ανάπτυξη μιας μαζικής αγοράς για τις νέες τεχνολογίες θα συναντήσει σοβαρά εμπόδια.

3.5

Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω στην παράγραφο 1.1, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την ανακοίνωση και συγχαίρει την Επιτροπή για το εξαίρετο έργο που επιτελεί στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών. Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι οι εκτεταμένες έρευνες και διαβουλεύσεις οδήγησαν στη γνώση του τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών και στην ανάπτυξη πολιτικής για την ενδυνάμωση της ισχυρής και βιώσιμης ανάπτυξης: η ΕΟΚΕ στηρίζει σαφώς το σχέδιο δράσης eEurope 2005 και υποστηρίζει τις δράσεις που συνιστώνται στην ανακοίνωση COM(2004) 61 τελικό.

3.6

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της για ορισμένους τομείς:

3.6.1   Πλαίσιο κανονιστικών ρυθμίσεων

3.6.1.1

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει το νέο πλαίσιο κανονιστικών ρυθμίσεων για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, το οποίο παρέχει μεγαλύτερη προβλεψιμότητα, συνοχή και περισσότερο εναρμονισμένη προσέγγιση, όσον αφορά τον τρόπο λειτουργίας των αγορών στην Ένωση. Η μεγαλύτερη ασφάλεια και διαφάνεια που παρέχει το πλαίσιο, θα ενισχύσουν τις επενδύσεις στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών επιταχύνοντας τις ενέργειες για τον ανταγωνισμό και την εισαγωγή νέων καινοτόμων υπηρεσιών.

3.6.1.2

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την Επιτροπή ότι μια τεχνολογικώς ουδέτερη, ανοικτών προτύπων, συντονισμένη προσέγγιση για την ανάπτυξη του ανταγωνισμού στον τομέα της προσφοράς ηλεκτρονικών επικοινωνιών, διαδραματίζει μείζονα ρόλο στη δημιουργία μιας πάλλουσας και ανταγωνιστικής αγοράς. Η ΕΟΚΕ δηλώνει ικανοποιημένη, διότι το νέο πλαίσιο ενθαρρύνει το θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ τεχνολογιών διαφορετικής πρόσβασης (ευρυζωνική πρόσβαση, τηλεπικοινωνίες τρίτης γενιάς, ψηφιακοί τηλεοπτικοί δέκτες κλπ.). Μια τέτοιου είδους προσέγγιση θα μειώσει τις δαπάνες των δικτύων και τις τιμές των υπηρεσιών, και θα αυξήσει την ευχρηστία και την κινητικότητα για τους πελάτες. Μια τεχνολογικώς ουδέτερη, προσέγγιση ανοικτής πλατφόρμας στον τομέα, θα τονώσει επίσης σημαντικά τη ζήτηση των υπηρεσιών.

3.6.1.3

Ως εκ τούτου, επικροτείται η τεχνολογικώς ουδέτερη προσέγγιση που επιχειρείται στο νέο πλαίσιο κανονιστικών ρυθμίσεων για να αντικατοπτρίσει τη σύγκλιση μεταξύ σταθερών και κινητών υπηρεσιών, επιγραμμικού και μεταδιδόμενου περιεχομένου και το σύνολο διαφορετικών πλατφορμών διαβίβασης. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει την εφαρμογή πλατφορμών διαλειτουργικότητας στο πλαίσιο της οδηγίας 2002/21/EΚ.

3.6.1.4

Η ουσιαστικά ανταγωνιστική αγορά υπηρεσιών εξαρτάται από την ανταγωνιστική τιμολόγηση σύνδεσης με την εγκατάσταση του πελάτη ή την εγκατάσταση της εταιρείας (τοπικός βρόχος). Επί του παρόντος, στις περισσότερες αγορές η εισαγωγή νέων υπηρεσιών και χαμηλότερων τιμών παρακωλύεται λόγω του ελέγχου του τοπικού βρόχου από φορείς εκμετάλλευσης με δεσπόζουσα θέση. Η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει την καταλληλότητα του πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων, προκειμένου να αποδεσμευτεί ο τοπικός βρόχος από τον έλεγχο των φορέων εκμετάλλευσης με δεσπόζουσα θέση για κάθε αγορά.

3.6.1.5

Η ΕΟΚΕ λυπάται για το γεγονός ότι η Επιτροπή ήταν αναγκασμένη να κινήσει διαδικασίες για παράβαση με προσφυγή στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά κρατών μελών που δεν συμμορφώθηκαν με την εφαρμογή του νέου πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει να επιδιώκει την πλήρη εφαρμογή του πλαισίου σε όλα τα κράτη μέλη, περιλαμβανομένων των νέων κρατών μελών.

3.6.1.6

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόσφατη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ομάδας Ρυθμιστικών Αρχών για κοινή θέση σχετικά με την εφαρμογή των διορθωτικών μέτρων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του ανταγωνισμού στις πρόσφατα απελευθερωμένες αγορές των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (3). Αναγνωρίζοντας ότι ο περιορισμός των ρυθμίσεων και η προώθηση του ανταγωνισμού αποτελούν σκοπό του πλαισίου κανονιστικών ρυθμίσεων, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να εξασφαλίσει την εφαρμογή του πλαισίου κατά τρόπο ώστε να τονώνει τις αναδυόμενες αγορές και υπηρεσίες και να μην παρεμποδίζει την ανάπτυξή τους. Επίσης, καλεί την Επιτροπή να εξετάσει την καταλληλότητα των διορθωτικών μέτρων όσον αφορά διαδικασίες επί παραβάσει και την συνεπή εφαρμογή τους στα κράτη μέλη.

3.6.2   Ευρυζωνική εγκατάσταση

3.6.2.1

Μια ευρέως διαδεδομένη και ασφαλής ευρυζωνική υποδομή είναι αναγκαία για την ανάπτυξη και την διανομή των υπηρεσιών και των εφαρμογών, όπως είναι η ηλεκτρονική υγεία (eHealth), το ηλεκτρονικό επιχειρείν (eBusiness), οι ηλεκτρονικές υπηρεσίες δημόσιας διοίκησης (eGovernment) και η ηλεκτρονική μάθηση (eLearning), καθιστώντας την ευρυζωνική τεχνολογία ζωτική για την ευρωπαϊκή ανάπτυξη και την ποιότητα ζωής μελλοντικώς. Η ευρυζωνική πρόσβαση αποτελεί δημόσιο αγαθό, μια κοινωφελή υπηρεσία που θα πρέπει να είναι δικαιωματικά διαθέσιμη σε όλους τους πολίτες της ΕΕ. Συνιστάται να εξετάσει η Επιτροπή την συμπερίληψη της ευρείας ζώνης στον κατάλογο των Παγκόσμιων Υπηρεσιών.

3.6.2.2

Το σχέδιο δράσης eEurope 2005 προβλέπει εκτεταμένη ευρυζωνική διαθεσιμότητα και τη χρήση της στην Ευρωπαϊκή Ένωση έως το 2005, εντούτοις, η ΕΕ υστερεί των φιλόδοξων στόχων της. Εάν δεν αυξηθούν οι ρυθμοί ευρυζωνικής εγκατάστασης, ιδιαίτερα εκτός των αστικών κέντρων, η Ένωση δεν θα επιτύχει τον στόχο της Βαρκελώνης (4).

3.6.2.3

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την υποβολή εθνικών στρατηγικών για την ευρυζωνική εγκατάσταση από τα 15 κράτη μέλη της ΕΕ και σημειώνει ότι τα νέα κράτη μέλη θα υποβάλουν τις στρατηγικές τους πριν τα τέλη του 2004. Η ΕΟΚΕ σημειώνει την πρώτη θετική αξιολόγηση των σχεδίων της Επιτροπής (5) και δηλώνει αισιόδοξη για την εκτενέστερη έκθεση περί στρατηγικών που θα υποβληθεί τον Ιούνιο.

3.6.2.4

Ωστόσο, η ΕΟΚΕ αποδοκιμάζει την εκτεταμένη χρήση του όρου «ευρυζωνικός» που χρησιμοποιείται σε διάφορες μελέτες και εκθέσεις (για παράδειγμα, η δυνατότητα πρόσβασης της τάξης των 144 kilobytes θεωρείται «ευρυζωνική» σύμφωνα με την έκθεση COCOM04-20 ΤΕΛΙΚΟ που αναφέρεται κατωτέρω, ενώ η ίδια έκθεση συμπεριλαμβάνει συνδέσεις επικοινωνιών τρίτης γενιάς (3G) για το σύνολο των γραμμών ευρυζωνικής πρόσβασης στην Ιταλία, όχι όμως και για άλλα κράτη μέλη). Η απουσία σαφούς ορισμού μειώνει σημαντικά τη διαφάνεια και τη χρησιμότητα του όρου «ευρυζωνικός» σε όλες τις μελέτες. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να καθιερώσει επίσημο, σαφή ορισμό για τον όρο «ευρυζωνικός» και τη χρήση του εντός της Ένωσης

3.6.2.5

Η ΕΟΚΕ εκφράζει επίσης τη δυσαρέσκειά της, για το γεγονός ότι τα στατιστικά στοιχεία που αφορούν την ευρυζωνική κάλυψη δεν παρέχουν ενδείξεις για την ποιότητα της διαθέσιμης πρόσβασης. Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να συμπεριλάβει κατώτατο πρότυπο για την ποιότητα της σύνδεσης στον ακριβή ορισμό του όρου «ευρυζωνικός». Τότε μόνο, θα είναι χρήσιμα τα στατιστικά στοιχεία για την ευρυζωνική κάλυψη.

3.6.2.6

Η ΕΟΚΕ είναι πλήρως ενήμερη για την ανάγκη αποτελεσματικής γεφύρωσης του ψηφιακού χάσματος, το οποίο αμβλύνεται σε όλη την Ευρώπη, θίγοντας τους μειονεκτούντες και το δικαίωμα όλων των πολιτών να έχουν πρόσβαση στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες (e-Inclusiveness). Παρότι, η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι το Υπουργικό Συμβούλιο επιδοκίμασε τη μετατόπιση της πολιτικής έμφασης από την συνδετικότητα προς την ανάπτυξη και την αποδοτική χρήση των καινοτόμων υπηρεσιών, εκφράζει ωστόσο, την ανησυχία της για τη δυναμική και την κάλυψη της ευρυζωνικής εγκατάστασης. Η ΕΟΚΕ εκφράζει ιδιαίτερη ανησυχία για τις ανισότητες που εμφανίζουν ορισμένες χώρες και περιφέρειες, όπως προκύπτει από τα πρόσφατα στατιστικά στοιχεία σχετικά με την ευρυζωνική διείσδυση που παρουσίασε η επιτροπή τηλεπικοινωνιών της Επιτροπής (6). Από τα 15 κράτη μέλη της ΕΕ, το 20 % του πληθυσμού της Ευρώπης στερείται ευρυζωνικής πρόσβασης λόγω ανεπαρκούς δικτυακής κάλυψης. Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει το γεγονός ότι η ανακοίνωση εστιάζει το ενδιαφέρον στην ανάγκη ευρυζωνικής εγκατάστασης σε υποεξυπηρετούμενες περιοχές. Η ΕΟΚΕ ζητά από την Επιτροπή να υπογραμμίσει την ανάγκη της επέκτασης των ευρυζωνικών δικτύων για την έγκαιρη κάλυψη ολόκληρης της Ένωσης στην εκτενή επανεξέταση των εθνικών ευρυζωνικών στρατηγικών, και να επισημάνει τις δικτυακές ελλείψεις σε μελλοντικές εκθέσεις.

3.6.2.7

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τις πρωτοβουλίες ταχείας έναρξης (Quick-Start) και τη διαθεσιμότητα των διαρθρωτικών ταμείων προκειμένου να παρέχεται πρόσβαση στις αγροτικές περιοχές και τις εμπορικά λιγότερο ελκυστικές περιοχές της Ένωσης, ωστόσο, καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει την παρακολούθηση της εφαρμογής των εθνικών ευρυζωνικών στρατηγικών των κρατών μελών εκ του σύνεγγυς και να επικεντρώσει το ενδιαφέρον σε προβλήματα ρυθμού εισαγωγής, κάλυψης και ποιότητας της ευρυζωνικής τεχνολογίας.

3.6.2.8

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την λύπη της που στην ανακοίνωση της Επιτροπής εξετάζεται μόνο το θέμα του γεωγραφικού ψηφιακού χάσματος (υποεξυπηρετούμενες ζώνες) και δεν εξετάζεται η οικονομική πλευρά του ψηφιακού χάσματος (έλλειψη οικονομικών μέσων για την πρόσβαση στο δίκτυο). Το επιχείρημα της Επιτροπής ότι οι υπηρεσίες συνδέσεων υψηλών ταχυτήτων βελτιώνουν τις συνθήκες διαβίωσης μειώνοντας τις αποστάσεις και διευκολύνοντας την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, στην εκπαίδευση και στις δημόσιες υπηρεσίες δεν πρέπει να ισχύει μόνο για τους πολίτες που είναι γεωγραφικά απομονωμένοι αλλά και για τους πλέον φτωχούς.

3.6.2.9

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η υπενθύμιση της Επιτροπής ότι ενδεχόμενη παρέμβαση των δημόσιων αρχών για την κάλυψη του ψηφιακού χάσματος θα πρέπει να πραγματοποιηθεί με την τήρηση των αρχών και του δικαίου του ανταγωνισμού, αποτελεί αφ' εαυτής αντίφαση: υπάρχει ψηφιακό χάσμα διότι η αγορά δεν ενδιαφέρεται για τον πληθυσμό στόχο. Υπάρχει συνεπώς η ανάγκη να ανατεθεί η αποστολή σε δημόσια υπηρεσία μέσω επίσημης πράξης στην οποία να αναφέρεται η ακριβής φύση των υποχρεώσεων της δημόσιας υπηρεσίας.

3.6.3   Εγκατάσταση και ανάπτυξη των επικοινωνιών τρίτης γενιάς (3G)

3.6.3.1

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει τη συγκρότηση Πλατφόρμας για τις Κινητές Επικοινωνίες και Τεχνολογίες από μέρους της Επιτροπής, τον περασμένο Οκτώβριο, προκειμένου να συγκεντρωθούν παράγοντες, όπως φορείς εκμετάλλευσης κινητών επικοινωνιών, κατασκευαστές εξοπλισμών και εξαρτημάτων και πάροχοι περιεχομένου. Επικροτεί επίσης, την πρώτη έκθεση της ομάδας αυτής (7) που προβλέπει 20 συστάσεις για την ανάληψη των αναγκαίων δράσεων με σκοπό τη στήριξη και την βιωσιμότητα της εγκατάστασης των κινητών δικτύων και υπηρεσιών σε ολόκληρη την Ευρώπη –συμπεριλαμβανομένης της δράσης στον τομέα της έρευνας, των προτύπων, του περιεχομένου, της ασφάλειας, του ραδιοφάσματος, της διεθνούς συνεργασίας και των διεθνών ρυθμίσεων.

3.6.3.2

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της, διότι στην έκθεση για την Κινητή Πλατφόρμα, και σε δηλώσεις της Επιτροπής για τις επικοινωνίες τρίτης γενιάς (3G) δίδεται έμφαση στην παροχή ασφαλούς περιβάλλοντος που επικεντρώνεται στον πελάτη για την υποστήριξη, ανεξαρτήτως χρόνου και τόπου, της πρόσβασης σε δεδομένα υψηλής ταχύτητας και στις σχετικές υπηρεσίες ψυχαγωγίας μέσω μιας σειράς ευρυζωνικών συσκευών.

3.6.3.3

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει ανεπιφύλακτα τις απόψεις που εκφράζονται από όλα τα μέρη, ότι δηλαδή αποτελούν στόχο τα ανοιχτά, διασυνδεδεμένα δίκτυα και η διαλειτουργικότητα των εφαρμογών και των υπηρεσιών, ενώ επικροτείται η δέσμευση που έχει αναληφθεί από την Κινητή Πλατφόρμα για την κατάρτιση στρατηγικής ατζέντας για την έρευνα για ένα μελλοντικό Ασύρματο Κόσμο, σύμφωνα με το 7ο Πρόγραμμα Πλαίσιο για την Έρευνα.

3.6.3.4

Η ΕΟΚΕ ζητά από την Επιτροπή να ασκήσει ενεργά πιέσεις προκειμένου να διευκολύνει την εγκατάσταση των νέων δικτύων επικοινωνιών τρίτης γενιάς (3G) και να μειώσει το κόστος. Συγκεκριμένα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να συμβάλουν το ταχύτερο στην επίλυση των προβλημάτων σχεδιασμού και περιβαλλοντικού αντίκτυπου που παρακωλύουν την εγκατάσταση αυτής της σημαντικής νέας πλατφόρμας.

3.6.3.5

Η ΕΟΚΕ εκφράζει ανησυχίες για τα υψηλά επίπεδα πληρωμών που καταβάλλουν οι φορείς εκμετάλλευσης των δικτύων, για να λάβουν άδειες τρίτης γενιάς (3G) σε ορισμένα κράτη μέλη, και τον αρνητικό αντίκτυπο που ενδεχομένως υπάρξει στη μελλοντική στρατηγική. Η ΕΟΚΕ ζητά από την Επιτροπή να εκθέσει διεξοδικώς τις απόψεις της επί του θέματος και να λάβει μέτρα για να περιορίσει τις αρνητικές επιπτώσεις στη στρατηγική της Ένωσης σχετικά με την εγκατάσταση και την χρήση των ΤΠΕ.

3.6.3.6

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να προτείνει νομοθεσία σχετικά με το μερισμό των εγκαταστάσεων των επικοινωνιών τρίτης γενιάς (3G) μεταξύ των φορέων εκμετάλλευσης όπου αυτό κρίνεται πρακτικό προκειμένου να προασπίσει τα συμφέροντα των καταναλωτών και την αποδοτική χρήση των πόρων στην ΕΕ. Μια τέτοια πολιτική αναμένεται να επιταχύνει την πρόσβαση, να περιορίσει τις περιβαλλοντικές ανησυχίες και να μειώσει το κόστος της παροχής υπηρεσιών. Σημειώνεται η σύσταση της Επιτροπής ότι ορισμένοι κύριοι φορείς εκμετάλλευσης εναντιώνονται στο μερισμό των εγκαταστάσεων για λόγους ανταγωνισμού, ωστόσο η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι το βέλτιστο συμφέρον για το σύνολο της Ένωσης θα πρέπει να υπερισχύσει των κοντόφθαλμων εμπορικών κινήτρων ορισμένων φορέων εκμετάλλευσης.

3.6.3.7

Σημειώνεται ότι η Κινητή Πλατφόρμα κρίνει σκόπιμη τη θέσπιση νέου γενικού πλαισίου πολιτικής για τη συνεκτική αντιμετώπιση των ζητημάτων που αφορούν τις επικοινωνίες τρίτης γενιάς (3G). Η ομάδα θα συνεδριάσει εκ νέου τον Ιούνιο, και η ΕΟΚΕ είναι αισιόδοξη για την επικείμενη ανακοίνωση της Επιτροπής ως απάντηση στα συμπεράσματα της συνεδρίασης που θα πραγματοποιηθεί τον Ιούνιο.

3.6.4   Νέες υπηρεσίες και η τόνωση της ζήτησης

3.6.4.1

Η Επιτροπή αναφέρει ότι ακόμα και σε περιοχές με 90 % διαθεσιμότητα ευρυζωνικής πρόσβασης, η αφομοίωση είναι χαμηλή (περίπου 12 %) και επιβραδυνόμενη. Οι αιτίες εντοπίζονται στις υψηλές τιμές, τη χαμηλή ποιότητα και την έλλειψη του σχετικού περιεχομένου – οι καταναλωτές δεν επιδεικνύουν το αναγκαίο ενδιαφέρον για την απόκτηση της ευρυζωνικής υπηρεσίας.

3.6.4.2

Η ανάπτυξη περιεχομένων και υπηρεσιών για τόνωση της αφομοίωσης των ευρυζωνικών συνδέσεων θεωρείται ζωτική για την αφομοίωση των ΤΠΕ, και συνεπώς για την ανταγωνιστικότητα, την ανάπτυξη της παραγωγικότητας και την αύξηση της απασχόλησης στην ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την πρόσφατη πρόταση της Επιτροπής για το πρόγραμμα eContentplus (2005-2008) (8). Το eContentplus αποσκοπεί στη δημιουργία συνθηκών ευρύτερης πρόσβασης και χρήσης ψηφιακού περιεχομένου.

3.6.4.3

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η τόνωση της ζήτησης όσον αφορά τις εγκατεστημένες ευρυζωνικές συνδέσεις και τα δίκτυα επικοινωνιών τρίτης γενιάς 3G, η ανάγκη για νέες καινοτόμες υπηρεσίες, ο ανταγωνισμός και η εγκατάσταση των δικτύων είναι μεταξύ τους αλληλένδετα. Η ανάπτυξη κάθε τομέα ευνοεί τους υπολοίπους. Έχοντας πραγματευθεί τα ζητήματα προσφοράς και ζήτησης που αναφέρονται ανωτέρω, η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει όλες τις πρωτοβουλίες που λαμβάνει η Επιτροπή προκειμένου να ενθαρρύνει την ανάπτυξη νέων και καινοτόμων υπηρεσιών που θα ενισχύσουν την ζήτηση εκ μέρους των καταναλωτών και θα αυξήσουν την χρήση των νέων τεχνολογιών και των νέων δικτύων.

3.6.4.4

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η διαλειτουργικότητα ανάμεσα στα δίκτυα, τις πλατφόρμες και τα μέσα θα αποτελέσει ισχυρό έναυσμα για την χρησιμοποίηση και την ανάπτυξη των υπηρεσιών. Η ΕΟΚΕ ενθαρρύνει την Επιτροπή να επιδιώξει την διαλειτουργικότητα στο πλαίσιο των κανονιστικών ρυθμίσεων, και στις διαπραγματεύσεις της με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών.

3.6.4.5

Η ΕΟΚΕ στηρίζει το αίτημα της Επιτροπής προς τα κράτη μέλη να διατηρήσουν τη δυναμική σχετικά με την εγκατάσταση των ηλεκτρονικών υπηρεσιών δημόσιας διοίκησης (συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρονικής υγείας, της ηλεκτρονικής μάθησης κλπ.) και αναγνωρίζει το δημόσιο τομέα ως τον κύριο ρυθμιστή της ζήτησης στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης των νέων υπηρεσιών πληροφόρησης.

3.6.4.6

Συγκεκριμένα, η ΕΟΚΕ επικροτεί τη δέσμευση που ανέλαβε η Επιτροπή να συνεργαστεί με τη βιομηχανία προκειμένου να αντιμετωπίσει τα συγκεκριμένα ζητήματα που ελλοχεύουν την ανάπτυξη των νέων υπηρεσιών – συστήματα DRM – διαχείριση ψηφιακών δικαιωμάτων, διαλειτουργικότητα, μικροπληρωμές, πληρωμές μέσω κινητών δικτύων κ.λ.π. Στο πλαίσιο αυτό, επιδοκιμάζουμε την πρόσφατη ανακοίνωση (9) και τη διαδικασία διαβουλεύσεων σχετικά με τα Δικαιώματα Διανοητικής Ιδιοκτησίας, ενώ εφιστάται η προσοχή της Επιτροπής στην γνωμοδότηση που εξέδωσε η ΕΟΚΕ περί των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας το έτος 2003 (10).

3.6.4.7

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει τη σημασία των θεμάτων ασφαλείας για τη χρησιμοποίηση των νέων υπηρεσιών από τους καταναλωτές. Η εμπιστοσύνη των καταναλωτών στις νέες τεχνολογίες θα εξαρτηθεί από τις προσφερόμενες εγγυήσεις όσον αφορά την προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών.

3.6.4.8

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να συνεχίσει τις συναντήσεις εργασίας με τους φορείς εκμετάλλευσης, τους πάροχους υπηρεσιών Ίντερνετ, τους πάροχους περιεχομένου, τους ραδιοτηλεοπτικούς φορείς και τη βιομηχανία του θεάματος, με στόχο να προσαρμόσουν τις δραστηριότητές τους μέσα από νέες μορφές εταιρικής συνεργασίας για να δημιουργήσουν νέα επιχειρησιακά πρότυπα και υπηρεσίες στην Ένωση, η οποία θα χαρακτηρίζεται από σύγκλιση και κινητικότητα.

3.6.4.9

Η ΕΟΚΕ στηρίζει επίσης την Ε&Α υπό το 6ο πρόγραμμα πλαίσιο για την έρευνα και την ανάπτυξη. Στον τομέα της τεχνολογίας των ηλεκτρονικών επικοινωνιών, όπως και σε όλους τους άλλους τομείς της τεχνολογικής ανάπτυξης, υπογραμμίζεται η ανάγκη να πραγματοποιηθούν επενδύσεις στους τομείς της Ε&Α και της καινοτομίας στην Ευρώπη, σύμφωνα με τους στόχους που τέθηκαν στην στρατηγική της Λισσαβώνας. Αναγνωρίζοντας ότι ο τομέας αυτός διανύει περίοδο σταθεροποίησης και περιορισμού των επενδύσεων, η ΕΟΚΕ καλεί όλα τα μέρη, την ΕΕ, τα κράτη και τους φορείς του ιδιωτικού τομέα να αναλάβουν εκ νέου δέσμευση ως προς την πραγματοποίηση επενδύσεων στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών μελλοντικώς προκειμένου να αυξηθεί σημαντικά η κλίμακα και ο ρυθμός των δραστηριοτήτων.

3.7   Καταληκτικά σχόλια

Τέλος, η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει τη δημοσίευση του σχεδίου δράσης eEurope:Ενδιάμεση Επανεξέταση [COM(2004) 108 τελικό], και την επιβεβαίωση ότι οι στόχοι eEurope 2005 ισχύουν στο πλαίσιο της διεύρυνσης της ΕΕ σε 25 μέλη. Η ΕΟΚΕ αναμένει με ανυπομονησία να επανεξετάσει το προσαρμοσμένο σχέδιο δράσης eEurope 2005 και τα σχετικά του Συμβουλίου του Ιουνίου.

Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2004

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  Van Ark, B. και Mahony, O. (2003), Παραγωγικότητα και Ανταγωνιστικότητα στην ΕΕ: Προοπτική της βιομηχανίας (EU Productivity and Competitiveness: An Industry Perspective), http://europa.eu.int/comm/enterprise/enterprise_policy/competitiveness/doc/eu_competitiveness_a_sectoral_perspective.pdf

(2)  COM(2004) 447 ΤΕΛΙΚΟ, Κινητές Ευρυζωνικές Υπηρεσίες

(3)  Βλ. ΕΕ C 169 της 16/06/1999, σελ. 30· ΕΕ C 368 της 20/12/1999, σελ. 51· ΕΕ C 14 της 16/01/2001, σελ. 35· ΕΕ C 123 της 25/04/2001, σελ. 61· ΕΕ C 123 της 10.11.1997, σελ. 36· ΕΕ C 139 της 11/05/2001, σελ. 15· ΕΕ C 311 της 07/02/2001, σελ. 19· ΕΕ C 48 της 21/02/2002, σελ. 33· ΕΕ C 48 της 21/02/2002, σελ. 27· ΕΕ C 221 της 17/09/2002, σελ. 22· ΕΕ C 241 της 07/10/2002, σελ. 119· ΕΕ C 61 της 14/03/2003, σελ. 32· ΕΕ C 61 της 14/03/2003, σελ. 184· ΕΕ C 220 της 16/09/2003, σελ. 33· ΕΕ C 220 της 16/09/2003, σελ. 36· ΕΕ C 80 της 30/03/2004, σελ. 66· και άλλες.

(4)  http://erg.eu.int/doc/whatsnew/erg_0330rev1_remedies_common_position.pdf.

(5)  COM(2002) 263 τελικό, eEurope 2005: Κοινωνία της Πληροφορίας για όλους.

(6)  IP/04/626 : Συνδέσεις υψηλών ταχυτήτων στην Ευρώπη: Η Επιτροπή καταγράφει τις εθνικές ευρυζωνικές στρατηγικές.

(7)  COCOM04-20 ΤΕΛΙΚΟ : Έγγραφο εργασίας της επιτροπής επικοινωνιών με θέμα: «Ευρυζωνική πρόσβαση στην ΕΕ: Η κατάσταση την 1η Ιανουαρίου 2004».

(8)  IP/04/23 : 3o κύμα κινητικότητας για την Ευρώπη (3 rd Wave Mobile for Europe).

(9)  COM(2004) 96 τελικό, Πρόταση απόφασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την καθιέρωση πολυετούς κοινοτικού προγράμματος για τη βελτίωση της πρόσβασης, της χρηστικότητας και της αξιοποίησης του ψηφιακού περιεχομένου στην Ευρώπη. Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ: ΕΕ C 117 της 30/04/2004, σελ. 49.

(10)  COM(2004) 261 τελικό, Η διαχείριση του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων στην εσωτερική αγορά.


20.5.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/28


Γνωμοδότηση Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση Οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ενίσχυση της ασφαλείας λιμένων»

COM(2004) 393 τελικό -2004/0031 (COD)

(2005/C 120/06)

Στις 11 Ιουνίου 2004 και σύμφωνα με το άρθρο 80, παράγραφος 2 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές και κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 5 Οκτωβρίου 2004 με βάση εισηγητική έκθεση της Δρος Μπρεδήμα Σαβοπούλου.

Κατά την 412η σύνοδο ολομέλειας της 27ης και 28ης Οκτωβρίου 2004 (συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 169 ψήφους υπέρ και 6 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Εισαγωγή

1.1

Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και της 11ης Μαρτίου 2004, ο κόσμος ανακάλυψε ότι ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας πιθανότατα θα διαρκέσει πολύν καιρό ακόμα. Η Επίτροπος De Palacio προέτρεψε από νωρίς την ΕΟΚΕ να εκδώσει μια διερευνητική γνωμοδότηση σχετικά με την ασφάλεια των μεταφορών. Η ΕΟΚΕ διατύπωσε ένα σύνολο κατευθυντήριων αρχών (1) για μια μελλοντική πολιτική της ΕΕ σχετικά με την ασφάλεια των μεταφορών και σημειώνει με χαρά ότι η Επιτροπή τις υιοθέτησε.

1.2

Ύστερα από μία ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη βελτίωση της ασφάλειας στις θαλάσσιες μεταφορές και μία πρόταση Κανονισμού για τη βελτίωση της ασφάλειας στα πλοία και στις λιμενικές εγκαταστάσεις, η ΕΟΚΕ εξέδωσε μια γνωμοδότηση (2) σχετικά με την ασφάλεια των τερματικών σταθμών των λιμένων.

1.3

Στις 30 Ιουνίου 2004 η ΕΟΚΕ υιοθέτησε άλλη μία γνωμοδότηση (3) για την πρόταση Οδηγίας σχετικά με την ενίσχυση της ασφάλειας των λιμένων. Η πρόταση αυτή συμπληρώνει τα μέτρα ασφαλείας που εισήχθησαν με τον Κανονισμό για τη βελτίωση της ασφαλείας στα πλοία και στις λιμενικές εγκαταστάσεις, εξασφαλίζοντας την κάλυψη ολόκληρου του λιμένα από κάποιο σύστημα ασφαλείας.

2.   Η πρόταση της Επιτροπής

2.1

Κατόπιν συζητήσεων για την πρόταση Οδηγίας σχετικά με την ενίσχυση της ασφάλειας των λιμένων στο Συμβούλιο, η Επιτροπή προτείνει (4) μια τροποποίηση του άρθρου 7, σύμφωνα με την οποία το σχέδιο ασφαλείας λιμένα εξασφαλίζει ότι, με βάση τις εκτιμήσεις επικινδυνότητας, διενεργούνται από τις αρμόδιες εθνικές αρχές επαρκείς έλεγχοι ασφαλείας στα επιβατηγά και τα φορτηγά οχήματα που αναμένουν να επιβιβαστούν σε πλοία τα οποία μεταφέρουν και επιβάτες.

2.2

H πρόταση εφαρμόζεται στα φορτηγά-οχηματαγωγά πλοία (Ro-Ro) που εκτελούν δρομολόγια σε εσωτερικές ή διεθνείς γραμμές. Στην περίπτωση των διεθνών δρομολογίων, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη συνεργάζονται για την εκτίμηση επικινδυνότητας.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η ΕΟΚΕ είναι σθεναρά υπέρ μιας ισορροπημένης προσέγγισης, που εγγυάται την ασφάλεια χωρίς να παρακωλύει την ελεύθερη ροή των εμπορικών εργασιών. Κατανοεί, συνεπώς, την ανησυχία της Επιτροπής, όπως αυτή εκφράζεται στη νέα, όγδοη αιτιολογική σκέψη της προτεινόμενης Οδηγίας.

3.2

Σε συστοιχία με τις προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της, η ΕΟΚΕ συμφωνεί πλήρως με την προτεινόμενη τροποποίηση της πρότασης Οδηγίας σχετικά με την ενίσχυση της ασφάλειας των λιμένων. Μολονότι απόλυτη ασφάλεια δεν μπορεί να επιτευχθεί ποτέ, η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει ότι τα μέτρα ασφαλείας πρέπει να καλύπτουν όλη την αλυσίδα των εφοδιαστικών μεταφορών, διασφαλίζοντας ότι δεν υπάρχει κανένας αδύναμος κρίκος. Προτεραιότητα έχει η μεταφορά επιβατών, όπου οι συνέπειες ενδεχόμενης τρομοκρατικής ενέργειας θα ήταν πολύ πιο βαριές από την άποψη των απειλούμενων ανθρώπινων ζωών.

3.2.1

Τα πλοία Ro-Ro είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στις τρομοκρατικές ενέργειες, ιδίως εάν μεταφέρουν επιβάτες. Πραγματικά, τα οχήματα που μεταφέρονται με αυτά τα πλοία μπορούν να γίνουν σύγχρονοι «δούρειοι ίπποι» από την άποψη της ασφάλειας.

3.2.2

Θα πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα, για να διασφαλιστεί ότι τα επιβατηγά και τα φορτηγά οχήματα που μεταφέρονται με πλοία Ro-Ro δεν θα προκαλέσουν κίνδυνο. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να λαμβάνονται στον λιμένα ή εντός των ορίων του λιμένα πριν από την είσοδο των οχημάτων στο πλοίο και με τρόπο που παρακωλύει όσο το δυνατόν λιγότερο τη ροή των εργασιών.

3.2.3

Οι επιθεωρήσεις ασφαλείας των επιβατηγών και φορτηγών οχημάτων που πρόκειται να μεταφερθούν με επιβατηγά οχηματαγωγά Ro-Ro παρουσιάζουν δυσκολίες, λόγω της φύσης των φορτίων που μεταφέρουν αυτά τα οχήματα. Η μακροχρόνια πείρα δείχνει ότι η καταλληλότερη στιγμή για τον έλεγχο του περιεχομένου αυτών των οχημάτων είναι πριν εισέλθουν στο πλοίο, στον χώρο του λιμένα, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν, εκτός από το κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό, και προηγμένοι μηχανισμοί ασφαλείας.

3.3

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να επιστήσει την προσοχή στα ζητήματα ευθύνης που απορρέουν από τις επιθεωρήσεις. Προφανώς, η ευθύνη για τους ελέγχους ασφαλείας των επιβατηγών και των φορτηγών οχημάτων θα πρέπει να ανήκει στις αρμόδιες εθνικές αρχές και όχι στο πλοίο στο οποίο φορτώνονται κατόπιν αυτά τα οχήματα.

3.4

Όσον αφορά την ταυτοποίηση των ναυτικών και των λιμενικών υπαλλήλων που συμμετέχουν στους ελέγχους ασφαλείας, οι απαιτήσεις θα πρέπει να εφαρμόζονται με πρακτικό τρόπο, ώστε να μην παρακωλύονται αδικαιολόγητα οι εμπορικές εργασίες.

3.5

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι, ως αποτέλεσμα της προτεινόμενης τροποποίησης, η Επιτροπή θα αρχίσει, σε συνεργασία με τις εθνικές αρχές, έξι μήνες μετά την ημερομηνία εφαρμογής της προτεινόμενης Οδηγίας, επιθεωρήσεις για την επαλήθευση των μέσων επιτήρησης της εφαρμογής των εθνικών σχεδίων που έχουν υιοθετηθεί σύμφωνα με την Οδηγία. Η ΕΟΚΕ τονίζει την ανάγκη άμεσης ετοιμότητας των λιμένων τόσο της ΕΕ όσο και των τρίτων χωρών σε σχέση με τα νέα μέτρα ασφαλείας (Κώδικας ISPS) για τους τερματικούς σταθμούς, τα οποία τέθηκαν διεθνώς σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2004.

3.6

Τέλος, η ΕΟΚΕ επωφελείται της ευκαιρίας για να τονίσει ότι η οικονομική διάσταση της ασφάλειας των λιμένων θα πρέπει να εξεταστεί άμεσα σε επίπεδο ΕΕ και ότι θα πρέπει να αναπτυχθεί μια εναρμονισμένη προσέγγιση, για να αποφευχθεί η στρέβλωση του ανταγωνισμού, μεταξύ λιμένων και μεταξύ των τρόπων μεταφοράς, και ιδιαίτερα η επιβάρυνση των επιβατηγών μεταφορών. Ζητείται από την Επιτροπή να καταρτίσει μια σφαιρική μελέτη αντικτύπου σχετικά με τις δημοσιονομικές επιπτώσεις της ασφάλειας των λιμένων και να αναπτύξει ένα σύστημα της ΕΕ για τη χρηματοδότηση των μέτρων εφαρμογής όπου είναι απαραίτητο.

Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2004

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUD


(1)  ΕΕ C 61, 14.3.2003, σ. 174

(2)  COM(2003) 229 τελικό – ΕΕ C 32 της 5.2.2004, σ. 21

(3)  COM(2004) 76 τελικό – ΕΕ C 241 της 28.9.2004

(4)  COM(2004) 393 τελικό


20.5.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/30


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πρόταση για οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με περιορισμούς στη διάθεση στην αγορά και στη χρήση ορισμένων πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων στα έλαια αραίωσης και στα ελαστικά επίσωτρα (εικοστή έβδομη τροποποίηση της οδηγίας του Συμβουλίου 76/769/EΟΚ)

COM(2004) 98 τελικό – 2004/0036 (COD)

(2005/C 120/07)

Στις 22 Μαρτίου 2004, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου, περιβάλλον» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 21 Σεπτεμβρίου 2004 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Sears.

Κατά την 412η σύνοδο ολομέλειας της 27ης και 28ης Οκτωβρίου 2004 (συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 154 ψήφους υπέρ, 3 κατά και 7 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Εισαγωγή

1.1

Οι πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες (PAH) είναι φυσικά απαντώμενες ουσίες που σχηματίζονται κατά την καύση ενώσεων που περιέχουν άνθρακα σε χαμηλές θερμοκρασίες υπό μη κανονικές συνθήκες. Εκλύονται σε πυρκαγιές που εκδηλώνονται στα δάση, στις ηφαιστειακές εκρήξεις, στις ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως το κάπνισμα, στην οικιακή θέρμανση, στην ηλεκτροπαραγωγή, στους κινητήρες που καταναλώνουν υγρά καύσιμα, κατά τη διάρκεια της παρασκευής φαγητού, στην αποτέφρωση των αποβλήτων, καθώς και σε ορισμένο αριθμό βιομηχανικών διαδικασιών. Οι πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες (PAH) απαντώνται στη χημική σύσταση του αργού πετρελαίου και του άνθρακα, σχηματίζοντας με ευκολία σταθερές ενώσεις και συγκεντρώνονται στα αρχικά στάδια των διαδικασιών πυρόλυσης και απόσταξης.

1.2

Στην εν λόγω διαδικασία μερικής οξείδωσης παράγεται μίγμα χημικών ενώσεων με ενωμένους ακόρεστους δακτυλίους άνθρακα των πέντε και έξι ατόμων που στην πραγματικότητα μπορούν να αναδιπλασιαστούν προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Έχουν εντοπιστεί περίπου 600 σχηματισμοί, ενώ ελάχιστοι έχουν χαρακτηρισθεί ή απομονωθεί για χρήση ως ενδιάμεσα οργανικά προϊόντα. Καμία ένωση δεν παράγεται σκόπιμα σε μεγάλη ποσότητα. Η τέλεια οξείδωση καταλήγει στο σχηματισμό αιθάλης (δηλαδή, ακάθαρτων σωματιδίων άνθρακα ) με την οποία οι PAH σχηματίζουν συχνά ενώσεις.

1.3

Όπως συμβαίνει σε όλες τις μη διαφοροποιημένες ομάδες τα ιδιαίτερα χημικά χαρακτηριστικά των PAH δεν μπορούν να εντοπιστούν με ευκολία (και, για τον ίδιο λόγο, δεν παρουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό ομοιότητες μεταξύ τους). Ωστόσο, καθώς ορισμένες ουσίες έχουν αποδειχθεί καρκινογόνες για τα ζώα, είναι λογικό να ταξινομούνται στα μίγματα που ενδεχομένως προκαλούν καρκινογένεση στον άνθρωπο. Κατά συνέπεια, τα έλαια και ορισμένα άλλα παρασκευάσματα, γνωστά για την περιεκτικότητά τους σε PAH, απαιτούν επισήμανση όσον αφορά τους κινδύνους και την ασφάλεια και ενδεδειγμένη αντιμετώπιση, προκειμένου να εξασφαλίζεται ασφάλεια στο χώρο εργασίας. Θα πρέπει, ει δυνατόν, να ελέγχονται ή να αποφεύγονται διαδικασίες που μπορούν να οδηγήσουν στην έκλυση PAH στο περιβάλλον.

1.4

Μια τέτοια διαδικασία είναι η χρήση ελαίων αραίωσης στα ελαστικά επίσωτρα των αυτοκινήτων, των βαρέων οχημάτων, των μοτοσικλετών, των αγωνιστικών αυτοκινήτων και των αεροσκαφών. Τα εν λόγω έλαια, που αποτελούν έως και το 28 % του πέλματος ελαστικού επισώτρου, παρουσιάζουν το ουσιαστικό χαρακτηριστικό της πρόσφυσης που δεν απαιτείται στο σκελετό. Σε περίπτωση που το πέλμα του ελαστικού επισώτρου δεν λειτουργεί όπως πρέπει, ή δεν συμπεριφέρεται σταθερά κατά τη χρήση, η ασφάλεια και η απόδοση μειώνονται, με προφανείς συνέπειες για τους οδηγούς των οχημάτων.

1.5

Από τεχνικής απόψεως, τα έλαια πρέπει να είναι διαλυτά στα φυσικά και συνθετικά επίσωτρα και στα άλλα υλικά που χρησιμοποιούνται στα ελαστικά επίσωτρα, πρέπει να είναι ανθεκτικά στο χρόνο και σταθερά, να κατανέμονται δεόντως και να διατηρούνται στη μήτρα του ελαστικού, να λειτουργούν σε διαφορετικές συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας και να είναι ασφαλή στην κατασκευή και τη χρήση τους. Τα έλαια, θα πρέπει επίσης να διατίθενται σε μεγάλες ποσότητες, να κατασκευάζονται σύμφωνα με τις διεθνείς συμπεφωνημένες προδιαγραφές από αριθμό ανταγωνιστικών προμηθευτών, με χαμηλότερο κόστος από τα ελαστικά και στόχο τη μείωση του συνολικού κόστους των ελαστικών επισώτρων.

1.6

Τα υψηλής περιεκτικότητας αρωματικά έλαια που ανταποκρίνονται στις εν λόγω προδιαγραφές κατασκευάζονται παραδοσιακά από κορυφαίους παραγωγούς ελαίων με την ονομασία αρωματικά εκχυλίσματα αποσταγμάτων (DAE). Η απαιτούμενη διαλυτική ικανότητα εξαρτάται από την συνολική αρωματικότητα των ελαίων η οποία εξαρτάται από την παρουσία σημαντικής ποσότητας πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων. Καθώς το πέλμα του ελαστικού επισώτρου φθείρεται, θα πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι εν λόγω PAH εκλύονται στο περιβάλλον. Αντικείμενο εξέτασης αποτελεί το κατά πόσον οι εκλύσεις αυτές είναι σοβαρότερες από άλλες για το περιβάλλον. Ωστόσο, έχει δρομολογηθεί στην Ευρώπη, διαδικασία μεταλλαγών για τη χρήση άλλων ελαίων, η οποία θα πρέπει να οδηγήσει σε ικανοποιητικό αποτελέσματα.

1.7

Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό διότι περιορίζεται ο παγκόσμιος εφοδιασμός σε αρωματικά εκχυλίσματα αποσταγμάτων (DAE), καθώς τα προηγμένα διυλιστήρια επικεντρώνουν το ενδιαφέρον στην παραγωγή υψηλότερης αξίας πλήρως υδρογονωμένων προϊόντων (δηλαδή, αρωματικά έλαια χαμηλής περιεκτικότητας και χαμηλής διαλυτικής ικανότητας) και στην «καθαρή» (αμόλυβδη) βενζίνη και τα προϊόντα καυσίμων.

1.8

Δεδομένου ότι περίπου 300 εκατομμύρια ελαστικά επίσωτρα παράγονται στην Ευρώπη ετησίως και ότι η παγκόσμια αγορά για τα έλαια αραίωσης και κατεργασίας στη βιομηχανία ελαστικών εγγίζει το 1 εκατομμύριο τόννους, οι προμηθευτές ελαίων, οι κατασκευαστές ελαστικών επίσωτρων και οι ρυθμιστικές αρχές καλούνται να αντιμετωπίσουν τη μεγάλη πρόκληση να αντισταθμίσουν τα προϊόντα με αποτελεσματικό έναντι του κόστους τρόπο, διατηρώντας το κίνητρο της ασφάλειας και της υψηλής απόδοσης σε χαμηλό ή αποδεκτό κόστος.

1.9

Μέχρι σήμερα, έχουν προταθεί δύο τυποποιήσεις που αφορούν τα μη καρκινογόνα έλαια, απαιτώντας ποικίλες επενδύσεις από τους φορείς εκμετάλλευσης και διάφορες μεταρρυθμίσεις από τις βιομηχανίες ελαστικών. Είναι γνωστές ως διαλύτης ήπιας εκχύλισης (MES) και επεξεργασμένο αρωματικό εκχύλισμα αποστάγματος (TDAE) αντίστοιχα. Άλλα έλαια μπορούν να αξιοποιηθούν από διαφορετικούς φορείς εκμετάλλευσης εκτός Ευρώπης.

1.10

Ως ένα βαθμό εφαρμόζεται ήδη η αντικατάσταση (οι λεπτομέρειες δεν διατίθενται δημόσια στην εξαιρετικά ανταγωνιστική αγορά των ελαστικών ), για παράδειγμα στα αντιολισθητικά (χειμερινά) ελαστικά επίσωτρα και εκείνα των φορτηγών, όπου το κράτημα του πέλματος του ελαστικού επισώτρου σε υγρό έδαφος, είναι ήσσονος σημασίας. Ωστόσο, είναι γενικά αποδεκτό ότι η μετατροπή σε υψηλής απόδοσης θερινά ελαστικά επίσωτρα, πόσο μάλλον εκείνα των αγωνιστικών αυτοκινήτων και των αεροσκαφών, θα χρειασθεί μεγαλύτερη περίοδο εφαρμογής. Επίσης, παρουσιάζονται ελλείψεις στο εγκατεστημένο δυναμικό των MES και των TDAE, που προστίθενται στους περιορισμούς σχετικά με τη διαθεσιμότητα των DAE, οι οποίοι αναφέρονται ανωτέρω.

1.11

Προκειμένου για την έγκαιρη και σύμφωνη με την κοινοτική νομοθεσία επίτευξη των επιθυμητών μεταλλαγών στους τομείς του ανταγωνισμού, της υγείας και της ασφάλειας, οι εκπρόσωποι του βιομηχανικού τομέα (CONCAWΕ, IISRP και BLIC) συνεργάζονται με την Επιτροπή και τα άλλα ρυθμιστικά όργανα για να συμφωνήσουν την ενδεδειγμένη μεταποιητική προσέγγιση και το κανονιστικό πλαίσιο. Σημαντικές είναι επίσης οι δοκιμές για να καθοριστούν τα επιτρεπόμενα προς χρήση έλαια στην Ευρώπη, καθώς και οι δοκιμές για όλους τους τύπους ελαστικών επισώτρων της αγοράς, ανεξάρτητα από το αν κατασκευάζονται εντός ή εκτός ΕΕ προκειμένου να επιδειχθεί ότι τα χαμηλής περιεκτικότητας σε PAH έλαια συσσωματώνονται στο τελικό προϊόν.

2.   Περίληψη της πρότασης της Επιτροπής

2.1

Τον Ιούλιο του 2003, η Επιτροπή πρότεινε γενικούς περιορισμούς για τα βαρέα μέταλλα και τους αρωματικούς πολυκυκλικούς υδρογονάνθρακες στον ατμοσφαιρικό αέρα. Η ΕΟΚΕ εξέδωσε τη γνωμοδότησή της το Φεβρουάριο του 2004 σχετικά με την πρώτη πρόταση. Η παρούσα πρόταση, που δημοσιεύθηκε επίσης το Φεβρουάριο του 2004, αποσκοπεί στη δημιουργία εσωτερικής αγοράς στον τομέα αυτό, παρέχοντας υψηλό επίπεδο προστασίας για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον με την προσθήκη ορισμένων PAH στο Παράρτημα 1 της οδηγίας 76/769/EΟΚ. Οι PAH που καταχωρίζονται δεν είναι ουσίες παραγόμενες σε μεγάλη ποσότητα (HPV) και δεν εμφανίζονται σε κανένα από τους τέσσερις καταλόγους προτεραιότητας για την αξιολόγηση των απαντώμενων ουσιών. Ωστόσο, θεωρείται ότι αποτελούν ομάδα έμμονων οργανικών ρύπων (POP) σύμφωνα με το σχετικό Πρωτόκολλο και τη Σύμβαση της ΟΕΕ των Ηνωμένων Εθνών.

2.2

Ένα συγκεκριμένο PAH, το βενζο[a]πυρένιο (BaP, με αριθμό CAS 50-32-8) έχει ταξινομηθεί στις καρκινογόνες, μεταλλαξιογόνες και τοξικές για την αναπαραγωγή των ουσιών της κατηγορίας 2 στο πλαίσιο της οδηγίας 67/548/ΕΟΚ, ενώ προτείνεται στην πρόταση ως ποιοτικός και ποσοτικός δείκτης για την παρουσία άλλων PAH.

2.3

Τα έλαια αραίωσης δεν θα πρέπει να διατίθενται στην αγορά και να χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ελαστικών επισώτρων εάν περιέχουν ποσότητα BaP που υπερβαίνει το 1 μικρογραμμάριο ανά κιλό για το άθροισμα όλων των PAH που απαριθμούνται στο Παράρτημα 1.

2.4

Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ορισμένος αριθμός τεχνικών προβλημάτων, και κατά συνέπεια ως ημερομηνία γενικής εφαρμογής ορίζεται η 1η Ιανουαρίου 2009. Η οδηγία θα εφαρμόζεται για τα ελαστικά των αγωνιστικών αυτοκινήτων από 1ης Ιανουαρίου 2012 και όσον αφορά τα ελαστικά των αεροσκαφών αναμένεται να οριστεί ημερομηνία στο μέλλον. Η απουσία σχετικών εναρμονισμένων δοκιμαστικών μεθόδων για την περιεκτικότητα των ελαίων αραίωσης και των ελαστικών επισώτρων σε PAH, π.χ. από τη CEN και την ISO, δεν θα πρέπει να καθυστερήσει την έναρξη της ισχύος της οδηγίας.

2.5

Η Επιτροπή σημειώνει ότι έχει συμβουλευθεί την επιστημονική επιτροπή για την τοξικότητα, την οικοτοξικότητα και το περιβάλλον (CSTEE) όσον αφορά τα επιστημονικά πορίσματα σχετικά με τις επιπτώσεις των PAH για την υγεία.

2.6

Τα κράτη μέλη έχουν περιθώριο ενός έτους για να δημοσιεύσουν την αναγκαία νομοθεσία που συνάδει με την οδηγία αυτή, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της πρότασης αυτής, κατόπιν διαβουλεύσεων, όπως ορίζει το άρθρο 95 της ιδρυτικής συνθήκης, με την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (EΟΚΕ) και σύμφωνα με τη διαδικασία συναπόφασης με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η πρόταση αυτή που συμπληρώνει τους ελέγχους σχετικά με τους PAH, βασίζεται στους ισχυρισμούς ότι τα υπολείμματα ελαστικών έχουν αρνητικές επιπτώσεις για την υγεία και το περιβάλλον, όπως προκύπτει από τη γερμανική υπηρεσία για το περιβάλλον (UBV) με ημερομηνία 18 Μαρτίου 2003, και την εθνική επιθεώρηση χημικών ουσιών της Σουηδίας (KEMI), με ημερομηνία 27 Mαρτίου 2003. Τα ανωτέρω επανεξετάσθηκαν από την CSTEE, όπως αναφέρεται στη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ που υιοθετήθηκε κατά την 40ή σύνοδο ολομελείας στις 12 και 13 Νοεμβρίου 2003.

3.2

Για τους ανωτέρω λόγους, η CSTEE συμφώνησε ότι οι PAH θα πρέπει να εξετασθούν ως ομάδα, καθώς οι πιθανώς καρκινογόνοι PAH εκλύονται στο περιβάλλον ως αποτελέσματα της φθοράς των ελαστικών επίσωτρων. Εντούτοις, η CSTEE υποστήριξε εν μέρει μόνο τη χρήση των BaP ως ποιοτικό και ποσοτικό δείκτη και για την παρουσία άλλων PAH, ενώ αμφισβήτησε σοβαρά το συνολικό αντίκτυπο της εν λόγω διαδικασίας εκπομπής.

3.3

Περιληπτικά, οι εκπομπές PAH από τη φθορά των ελαστικών συνεισφέρουν λιγότερο από 2 % στην συνολική ανθρώπινη έκθεση, ενώ οι πηγές που αναφέρονται στην παράγραφο 1.1 συνεισφέρουν το υπόλοιπο 98+ %. Η εκτίμηση αυτή συνάδει με τις επανειλημμένες αξιολογήσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ότι πρωταρχικές αιτίες της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και των ασθενειών που προκαλούνται από αυτή, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου, είναι το κάπνισμα και η καύση ξυλείας και άνθρακα για τη θέρμανση και την παρασκευή φαγητού. Η CSTE, συνεπώς, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο περιορισμός των PAH στα ελαστικά δεν θα επηρεάσει σημαντικά τις συγκεντρώσεις των PAH στον ατμοσφαιρικό αέρα και τα ιζήματα.

3.4

Επομένως, η συνήθης δήλωση ότι η οδηγία «θα παραγάγει οφέλη από την άποψη της παροχής υψηλού επιπέδου προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος» δεν ισχύει ρητώς στην περίπτωση αυτή. Τα έλαια αραίωσης ήδη επισημαίνονται και χρησιμοποιούνται με ασφάλεια στο χώρο εργασίας σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία περί Επικίνδυνων Ουσιών. Κατά συνέπεια, η παρούσα πρόταση δεν θα επιφέρει οφέλη στον χώρο εργασίας και θα έχει ελάχιστα οφέλη για το περιβάλλον.

3.5

Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η εν λόγω πρόταση, όπως και η εικοστή έκτη τροποποίηση της οδηγίας 76/769/EΟΚ του Συμβουλίου στην προσπάθειά της να περιορίσει τις συγκεντρώσεις του φυσικά απαντώμενου χρωμίου VI στο κονίαμα, για την οποία η ΕΟΚΕ υιοθέτησε γνωμοδότηση το Μάρτιο του 2003, επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας ως τα επιδιωκόμενα ή πέραν αυτών όρια. Οι PAH δεν παρασκευάζονται σκόπιμα και δεν διατίθενται σκόπιμα στην αγορά. Αυτό αναγνωρίζεται στο Παράρτημα – όπου ορθά, τίθενται περιορισμοί σε προϊόντα που περιέχουν PAH – παραλείπεται όμως στον τίτλο, ο οποίος θα πρέπει συνεπώς να τροποποιηθεί.

3.6

Στον τίτλο και στο κείμενο της πρότασης η αναφορά σε «ορισμένους PAH» ως συγκεκριμένη και ουσιώδη ομάδα ενώσεων προκαλεί σύγχυση. Δεδομένου ότι ελάχιστοι PAH έχουν χαρακτηρισθεί, και εξ αυτών ακόμα λιγότεροι απεδείχθησαν μη καρκινογόνοι, όπως επισημαίνει η επιτροπή CSTEE, θα πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ολόκληρη η κατηγορία των PAH, ενέχει κινδύνους για την υγεία εφόσον διαπιστώνεται ανθρώπινη έκθεση σε αυτούς. Οι περιορισμοί στην εμπορία και τη χρήση θα πρέπει να τίθενται για τα έλαια που είναι πλούσια σε PAH και χρησιμοποιούνται στην κατασκευή ελαστικών, και για τα ελαστικά που περιέχουν τα έλαια αυτά.

3.7

Με βάση τα ανωτέρω, και την αλληλοεπικάλυψη με την προηγούμενη πρόταση της Επιτροπής για τα βαρέα μέταλλα και τους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες στον ατμοσφαιρικό αέρα, έχει υποστηριχθεί ότι η οδηγία αυτή δεν είναι απαραίτητη και θα πρέπει να αποσυρθεί. Η αγορά έχει κατατμηθεί, με δύο τουλάχιστον προϊόντα να αντικαθιστούν το ένα που χρησιμοποιούνταν παλαιοτέρα. Το ανεπαρκές εγκατεστημένο δυναμικό δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις. Συνεχίζουν να εκφράζονται ανησυχίες ως προς την ασφάλεια των σχηματισμών αντικατάστασης. Εάν δεν μειωθούν οι φθορές στα ελαστικά με τη χρήση ελαίων χαμηλής περιεκτικότητας σε PAH, οι πραγματικοί θάνατοι θα αντικαταστήσουν τους υποθετικούς θανάτους που χρησιμοποιούνται παραδειγματικά προκειμένου να τεκμηριώσουν την προληπτική δράση.

3.8

Η ΕΟΚΕ κατανοεί τις ανησυχίες αυτές, ωστόσο, εκτιμά σαφώς ότι η οδηγία πρέπει να δρομολογηθεί, σε εκ του σύνεγγυς διαβούλευση με τις εμπλεκόμενες βιομηχανίες, για την επιτυχή μετάβαση προς τη χρήση ελαίων αραίωσης με χαμηλή περιεκτικότητα σε PAH στην κατασκευή ελαστικών επίσωτρων σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτά τα έλαια αντικατάστασης θα πρέπει σαφώς να ικανοποιούν τα ίδια ελάχιστα πρότυπα απόδοσης σε όλα τα θέματα ασφαλείας. Η καθιέρωση μιας αποτελεσματικής, ανταγωνιστικής και αξιόπιστης εσωτερικής αγοράς στην Ευρώπη όσον αφορά τα νέα αυτά προϊόντα, αποτελεί την άρτια και ενδεδειγμένη κινητήριο δύναμη για την παρούσα πρόταση.

3.9

Κεφαλαιώδους σημασίας, όσον αφορά το χρονικό πλαίσιο, είναι η συμφωνία για τους ελέγχους που θα πραγματοποιούνται για να καθοριστούν τα κατάλληλα προς χρήση έλαια. Το παρόν Παράρτημα προτείνει μεθόδους ανίχνευσης της παρουσίας των μεμονωμένων PAH. Οι συνεχείς και διαδεδομένες διαδικασίες διύλισης αντενδείκνυνται εφόσον ποικίλλουν τα πραγματικά χημικά συστατικά σε ειδικές επεξεργασίες ανάλογα με τα είδη του αργού πετρελαίου. Άλλες δοκιμές όπως είναι το IP-346 του Πετρελαϊκού Ινστιτούτου (που ελέγχει τη συνολική περιεκτικότητα σε PAH μετρώντας την ποσότητα τριών ως επτά δακτυλίων PAH, εκχυλίσιμη από το διαλύτη DMSO) χρησιμοποιούνται ήδη από πετρελαϊκές βιομηχανίες ως αποδεκτό μέτρο καρκινογένεσης σύμφωνα με την οδηγία 67/548/EΟΚ. Μελέτες που εκπόνησε ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός των Εταιρειών Πετρελαιοειδών (CONCAWΕ) για λογαριασμό της πετρελαιοβιομηχανίας, υποστηρίζουν τη γνωμοδότηση της CSTEE, ότι δηλαδή η ενιαία μέτρηση του BaP ελάχιστα συνδέεται με τη συνολική πιθανή καρκινογένεια. Επομένως, συνιστάται η χρήση του IP-346 για τον καθορισμό και τον έλεγχο των διαφόρων ελαίων αραίωσης.

3.10

Προκειμένου να προστατευθεί η ευρωπαϊκή βιομηχανία ελαστικών – και το περιβάλλον εφόσον υπάρχουν τέτοια οφέλη– θα πρέπει να καθιερωθεί ανάλογος έλεγχος για τα έλαια που χρησιμοποιούνται στα εισαγόμενα ελαστικά. Σχέδιο του Διεθνούς Οργανισμού Προτύπων (ISO TC 45/SC 3 N με ημερομηνία 29 Oκτωβρίου 2003) προτείνει, για επανεξέταση και συζήτηση, μια δοκιμαστική μέθοδο για τον εντοπισμό του ελαϊκού τύπου στη χημική σύσταση του ελαστικού. Θα πρέπει να υπάρξουν ικανοποιητικά πορίσματα πριν την εφαρμογή της οδηγίας.

3.11

Δεδομένων των ανωτέρω, θα πρέπει να αναλυθούν οι ισχύοντες περιορισμοί στον εφοδιασμό, και συγκεκριμένα όσον αφορά τις TDAE που απαιτούν μεγαλύτερο ύψος επενδύσεων από τις MES. Όλα αυτά, ωστόσο είναι χρονοβόρα και η τρέχουσα απαίτηση για την αλλαγή που θα ολοκληρωθεί έως την 1η Ιανουαρίου 2009 για τα γενικής χρήσης ελαστικά, δείχνει ανέφικτη. Δεδομένου ότι τα οφέλη που επιφέρει η παρούσα πρόταση είναι μηδαμινά, ενώ οι κίνδυνοι και οι δαπάνες που συνεπάγεται μια ανεπιτυχής μεταρρύθμιση είναι σημαντικοί, η ΕΟΚΕ προτείνει την παράταση της αρχικής προθεσμίας κατά 12 μήνες έως την 1η Ιανουαρίου 2010. Ακόμα και αυτή η ρύθμιση απαιτεί σημαντικές διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαφόρων ανταγωνιστικών παραγόντων. Η Επιτροπή θα συνεχίσει να διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο για τη διευκόλυνση της διαδικασίας αυτής, σύμφωνα με τους περιορισμούς που επιβάλλει η κοινοτική νομοθεσία έως ότου υπάρξουν επιτυχή αποτελέσματα.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1

Με βάση τα ανωτέρω, ο τίτλος της οδηγίας και η επακόλουθη διατύπωσή της, θα πρέπει να συνάδουν με το γενικό σκοπό καθιέρωσης περιορισμών στην εμπορία και στη χρήση των πλούσιων σε PAH ελαίων που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή ελαστικών, και των ελαστικών που περιέχουν τα έλαια αυτά.

4.2

Αυτό θα πρέπει να αντικατοπτρίζεται στο Παράρτημα με περιορισμούς που επιβάλλονται στην εμπορία και τη χρήση των ελαίων που χρησιμοποιούνται στην κατασκευή ελαστικών επίσωτρων με περιεκτικότητα εκχυλίσιμων DMSO που υπερβαίνει το 3 %, σύμφωνα με την IP-346, και για το λόγο αυτό ταξινομούνται ως καρκινογόνα σύμφωνα με την οδηγία 67/548/EΟΚ. Όλες οι αναφορές σχετικά με το βενζο(α)πυρένιο ως δείκτη και τους άλλους μεμονωμένους PAH, πρέπει να διαγραφούν.

4.3

Θα πρέπει να αναπτυχθεί μια διεθνής πρότυπη δοκιμαστική μέθοδος για τον χαρακτηρισμό των ελαίων στη σύσταση των ελαστικών, η οποία να ενσωματωθεί στην παρούσα οδηγία.

4.4

Θα πρέπει να προβλεφθεί κατάλληλο χρονικό περιθώριο για τις βιομηχανίες ελαστικών και ελαστικών επίσωτρων προκειμένου να ολοκληρώσουν τη δρομολογημένη μεταρρύθμιση, καθώς και για την πετρελαϊκή βιομηχανία για την επένδυση και τον εφοδιασμό σε αναγκαίες πρώτες ύλες. Επί του παρόντος, εκτιμάται ότι όλα τα μέρη θα πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις αυτές μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2010 και, κατά συνέπεια, η ημερομηνία αυτή θα πρέπει να τεθεί ως η αρχική προθεσμία της προτάσεως. Οι αποκλίσεις, όσον αφορά τα αγωνιστικά αυτοκίνητα, τα αεροσκάφη και τις άλλες μορφές τελικής χρήσης υψηλής απόδοσης, θα πρέπει να συμφωνηθούν με τα εμπλεκόμενα μέρη. Βάσει των ανωτέρω, δεν διακρίνονται ευκρινώς κανενός είδους υπολογίσιμα οφέλη από τις αλλαγές αυτές σε σύγκριση με τους εμφανείς κινδύνους που διατρέχει το σύνολο εξαιτίας της μη ικανοποιητικής απόδοσης των ελαστικών επίσωτρων.

Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2004

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


20.5.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/34


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την «Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2702/1999 σχετικά με τις ενέργειες ενημέρωσης και προώθησης για τα γεωργικά προϊόντα στις τρίτες χώρες και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2826/2000 για ενέργειες ενημέρωσης και προώθησης των γεωργικών προϊόντων στην εσωτερική αγορά»

COM(2004) 233 τελικό - 2004/0073 CNS

(2005/C 120/08)

Στις 21 Απριλίου 2004, και σύμφωνα με τα άρθρα 36 και 37 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου, περιβάλλον» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 21 Σεπτεμβρίου 2004 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Leif E. Nielsen.

Κατά την 412η σύνοδο ολομέλειας της 27ης και 28ης Οκτωβρίου 2004 (συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 171 ψήφους υπέρ, 1 κατά και 6 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Ιστορικό

1.1

Η συγχρηματοδότηση εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης των ενεργειών ενημέρωσης και προώθησης των γεωργικών προϊόντων εντός και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης πραγματοποιήθηκε μέχρι το 1999 σύμφωνα με τις ρυθμίσεις της κάθε αγοράς. Οι τομεακές διατάξεις αντικαταστάθηκαν εν συνεχεία από μια πιο οριζόντια στρατηγική με τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 2702/1999 και (ΕΚ) αριθ. 2826/2000 οι οποίοι περιέχουν διατάξεις για τις τρίτες χώρες και την εσωτερική αγορά, αντίστοιχα, που στηρίζουν τις ενέργειες των κρατών μελών και των επιχειρήσεων για την προώθηση των προϊόντων τους. Επειδή ο ανωτέρω κανονισμός, αν δεν παραταθεί, λήγει στα τέλη του 2004, η Επιτροπή σύμφωνα με σχετική διάταξη των κανονισμών υπέβαλε, τον Μάρτιο του τρέχοντος έτους, αναλυτική έκθεση χρήσης στην οποία περιέχεται πρόταση για απλουστεύσεις και βελτιώσεις.

1.2

Τα προβλήματα λόγω της σπογγώδους εγκεφαλοπάθειας των βοοειδών, της διοξίνης και της λιστερίασης αύξησαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση την ανάγκη για μεγαλύτερη αξιοπιστία των ευρωπαϊκών προϊόντων διατροφής και για περισσότερη ενημέρωση όσον αφορά τα συστήματα ελέγχου που διασφαλίζουν την ποιότητα και την ιχνηλασιμότητα. Πρόκειται γενικότερα για ενημέρωση σχετικά με την ισχύουσα νομοθεσία ώστε να διασφαλιστεί η ποιότητα, η ασφάλεια, η επισήμανση, η ιχνηλασιμότητα, οι ρυθμίσεις για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων, οι ενδείξεις προελεύσεως, η πιστοποίηση ιδιοτήτων, η βιολογική παραγωγή και η ολοκληρωμένη παραγωγή με στόχο την αύξηση του κύρους των ευρωπαϊκών προϊόντων στους καταναλωτές.

1.3

Ο κανονισμός αποβλέπει στην ενημέρωση των τρίτων χωρών για τις προσπάθειες που καταβάλλει η Ευρωπαϊκή Ένωση προκειμένου να διασφαλίσει την ποιότητα και την ασφάλεια των προϊόντων καθώς και τα χαρακτηριστικά τους που συνδέονται με συγκεκριμένες περιοχές όπως και την απαίτηση ότι πρόκειται για βιολογικά προϊόντα. Τόσο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στις τρίτες χώρες χρησιμοποιούνται εκστρατείες ενημέρωσης, δημόσιες σχέσεις, μέτρα προώθησης και διαφήμισης για την αύξηση των πωλήσεων, όπως επίσης και η συμμετοχή σε εκθέσεις και εμποροπανηγύρεις τα οποία μπορούν να ανοίξουν το δρόμο για εθνικές και ιδιωτικές ενέργειες που στοχεύουν στην αύξηση των μεριδίων των προϊόντων τους στην αγορά.

1.4

Η επιδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανέρχεται στο 50 % για τα προγράμματα προώθησης των πωλήσεων, ενώ οι σχετικές οργανώσεις του κλάδου καταβάλλουν το 30 % και τα κράτη μέλη το 20 %, ενώ τα δύο μέρη καλύπτουν τις επιδοτήσεις αυτές από τους φόρους υπέρ τρίτων. Οι δαπάνες των κρατών μελών θεωρούνται ως παρέμβαση και επιστρέφονται από την Επιτροπή.

1.5

Οι σχετικές ευρωπαϊκές ή εθνικές οργανώσεις πρέπει να αναλάβουν οι ίδιες την πρωτοβουλία για τα προγράμματα, ενώ τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα για τη διαχείριση, τον έλεγχο και τις πληρωμές. Με σκοπό να διασφαλιστεί η ευρωπαϊκή διάσταση δίνεται προτεραιότητα στα προγράμματα τα οποία υποβάλλονται από δύο ή περισσότερα κράτη μέλη και από επαγγελματικές οργανώσεις. Όμως τα προγράμματα αυτά αντιμετωπίζουν στην πράξη ορισμένες δυσχέρειες λόγω διαφορετικών διοικητικών κανόνων και διαδικασιών και ακόμη λόγω έλλειψης βούλησης σε ορισμένα κράτη μέλη. Γενικότερα, απαιτείται συντονισμός, έλεγχος και διοίκηση και δυσανάλογα πολύς χρόνος και πόροι για τους προτείνοντες.

1.6

Οι προτάσεις αποβλέπουν στον περιορισμό των μειονεκτημάτων με τη μορφή επιπλοκών και γραφειοκρατίας, όπως εκτίθεται λεπτομερέστερα στην έκθεση της Επιτροπής. Πέραν των ανωτέρω οι μεταβολές έχουν ως στόχο το να διασφαλισθεί ότι τα προγράμματα θα έχουν ουσιαστικό περιεχόμενο που θα ανταποκρίνεται πραγματικά στα ευρωπαϊκά ενδιαφέροντα.

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1

Η μεταρρύθμιση της κοινής γεωργικής πολιτικής και ο μεγαλύτερος ανταγωνισμός στις αγορές επιβεβαιώνουν ότι χρειάζεται ρύθμιση και ότι δικαιολογείται η συνέχιση της ρύθμισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης τόσο εντός όσο και εκτός αυτής, λόγω της υποστήριξης που παρέχουν οι ανταγωνίστριες χώρες στις ενέργειες ενημέρωσης και προώθησης των προϊόντων στις αγορές εξαγωγών.

2.1.1

Ωστόσο, υπάρχει πραγματική ανάγκη για απλουστεύσεις και βελτιώσεις. Η Επιτροπή μέσω των ακροάσεων των επαγγελματικών οργανώσεων και των λοιπών συμμετεχόντων εκπόνησε αναλυτικό σχέδιο για την επικείμενη επανεξέταση με στόχο την απλούστευση των διοικητικών διαδικασιών ώστε να επιτευχθεί η όσο το δυνατόν πιο εύρυθμη λειτουργία του κανονισμού.

2.2

Όπως αναφέρεται από την Επιτροπή είναι νωρίς για να αξιολογηθούν τα αποτελέσματα του νέου κανονισμού. Η εφαρμογή του άρχισε καταρχάς βαθμιαία το 2001 για τις τρίτες χώρες και το 2002 για την εσωτερική αγορά ενώ το 2003 ήταν το πρώτο έτος κατά το οποίο εφαρμόστηκε πλήρως. Γι' αυτό είναι σημαντικό όπως πρότεινε η Επιτροπή να καταρτισθεί ακόμη μια έκθεση πριν από τα τέλη του 2006 όπου θα αναλύεται ο τρόπος λειτουργίας του κανονισμού μετά τη μεταρρύθμιση πράγμα που θα επιτρέψει, επιπλέον, να αξιολογηθεί η εφαρμογή της στα νέα κράτη μέλη της ΕΕ.

2.3

Πολλές οργανώσεις μόλις τώρα άρχισαν να εξοικειώνονται με τις διατάξεις του κανονισμού και τις διοικητικές απαιτήσεις. Ένα μέρος μόνο των υποβληθεισών προτάσεων για προγράμματα είχε περιορισμένο ενδιαφέρον από ευρωπαϊκή σκοπιά όπως αναφέρει η Επιτροπή. Πρέπει να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στην κατάρτιση προγραμμάτων με ενδιαφέρον σε επίπεδο ΕΕ και στην εξασφάλιση συνεργιών μεταξύ εθνικών και κοινοτικού επιπέδου δραστηριοτήτων·

2.4

Γενικότερα, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει τώρα μετά τη διεύρυνση να καταβάλει προσπάθειες ώστε οι νόμοι να είναι όσο το δυνατόν πιο απλοί για λόγους διαφάνειας. Ανεξάρτητα από τους διαφορετικούς εσωτερικούς και εξωτερικούς στόχους και το περιεχόμενο των προγραμμάτων ο διαχωρισμός σε δύο κανονισμούς έχει ιστορικό υπόβαθρο. Όσον αφορά την περαιτέρω απλούστευση πρέπει να κωδικοποιηθούν, το ταχύτερο δυνατόν, οι κανονισμοί σε ένα νομοθέτημα με σκοπό να είναι πιο βατοί για το χρήστη. Το μεγαλύτερο μέρος των διατάξεων είναι ταυτόσημες και οι διαφορές πολύ συχνά στερούνται βάσης. Οι τροποποιήσεις που έχουν υποβληθεί για τους κανονισμούς είναι επίσης ταυτόσημες όσον αφορά την υποβολή των προτάσεων προγραμμάτων, τη λήψη αποφάσεων και τον έλεγχο.

2.5

Επιπλέον παρέχεται ενίσχυση για ενημέρωση, προώθηση των πωλήσεων και διαφήμιση των γεωργικών προϊόντων και των προϊόντων διατροφής, σύμφωνα με τις διατάξεις για την ανάπτυξη των περιοχών της υπαίθρου, οι οποίες όμως διαφέρουν σε διατύπωση σε σύγκριση με τον ισχύοντα κανονισμό. Μολονότι τελευταία επετεύχθη μεγαλύτερη διαφάνεια όσον αφορά τους διάφορους τομείς χρήσης των κανονισμών, θα έπρεπε η Επιτροπή να έχει ήδη προβεί στην αξιολόγηση των δυνατοτήτων για την κατάργηση αυτής της επικάλυψης. Έτσι δεν υπάρχει λόγος να αναβληθεί για αργότερα η συζήτηση αυτή, όπως προτείνεται από την Επιτροπή.

2.6

Η συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να συνεχιστεί όπως συνέβη μέχρι σήμερα και να αυξηθούν οι πόροι του προϋπολογισμού λόγω της διεύρυνσης και των μελλοντικών αναγκών. Έτσι, η ρύθμιση θα συμβάλει στην ολοκλήρωση και στην καθιέρωση της εσωτερικής αγοράς στους διάφορους τομείς προϊόντων που θα προστατεύουν τις ποικιλίες και τη γαστρονομική πολυμορφία. Κυρίως οι ευρωπαϊκές κλαδικές οργανώσεις πρέπει να πραγματοποιήσουν ενέργειες ενημέρωσης, για την ποιότητα και τις προτιμήσεις των καταναλωτών όσον αφορά τις ποικιλίες των προϊόντων. Όσον αφορά τις αγορές των τρίτων χωρών πρέπει συγχρόνως με τη σταδιακή κατάργηση των επιδοτήσεων των εξαγωγών να τεθούν προτεραιότητες όσον αφορά τις πραγματικές δυνατότητες για την αποτελεσματική υλοποίηση των προγραμμάτων.

2.7

Η περιορισμένη αξιοποίηση των ρυθμίσεων στις αγορές των τρίτων χωρών οφείλεται και στην απαίτηση όπως τα προγράμματα αφορούν μόνο τις κοινές ενέργειες. Αυτό συνεπάγεται ότι οι πιο σημαντικές επαγγελματικές οργανώσεις που είναι μέλη των τομεακών οργανώσεων είναι, σε πολλές περιπτώσεις, επιφυλακτικές και δεν συμβάλουν στη συγχρηματοδότηση των προγραμμάτων. Η χορήγηση ενίσχυσης για τις ετικέτες και σε ορισμένες επιχειρήσεις αποκλείεται, ωστόσο, για να επιτευχθούν με τα μέτρα αισθητά αποτελέσματα στις αγορές εξαγωγών, η Επιτροπή πρέπει να δείξει ορισμένη ευελιξία για τις ενέργειες και τις παρόμοιες δράσεις όσον αφορά την αποδοχή ενός ισορροπημένου συνόλου ετικετών ως αναπόσπαστου μέρους της κοινής ενέργειας, προκειμένου να δημιουργηθεί μια σχέση μεταξύ του μηνύματος της ενέργειας και των προϊόντων στην αγορά. Η Επιτροπή πρέπει να προσπαθήσει να συνδυάσει το γενικό με το μερικό και να δημιουργήσει έτσι κοινές συνεργίες. Η σχέση αυτή δεν θα επηρεάσει το μήνυμα της ενέργειας, αλλά θα συμβάλει στο να μπορούν οι αγοραστές και οι πελάτες να βρίσκουν στην αγορά τα σχετικά προϊόντα που προωθούνται από τη συγκεκριμένη ενέργεια. Αυξάνεται επίσης η προσοχή του σχετικά με την προέλευση των προϊόντων και ζητά εκείνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντίθετα εάν η αγορά κυριαρχείται ήδη από σήματα, τότε η προστιθέμενη αξία από την προώθηση των πωλήσεων της Ε.Ε. θα είναι περιορισμένη διότι τα ιδιωτικά σήματα στην περίπτωση αυτή θα ανταγωνίζονται πολύ συχνά και εντατικά τα κοινοτικά προϊόντα προκειμένου να αυξήσουν το μερίδιο τους στην αγορά, χρησιμοποιώντας μεγάλα ποσά για διαφήμιση.

2.8

Δεν υπάρχει λόγος να μεταβληθούν τα ποσοστά συγχρηματοδότησης μεταξύ των κρατών μελών και των επαγγελματικών οργανώσεων. Για το πρόβλημα αυτό ορισμένα κράτη μέλη δεν έχουν τη βούληση ή δεν φαίνεται να είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις της συγχρηματοδότησης σύμφωνα με την οποία οι σχετικές επαγγελματικές οργανώσεις έχουν αποκοπεί από τη χρήση των ρυθμίσεων εκτός αν η χρηματοδότηση πραγματοποιηθεί με τους φόρους υπέρ τρίτων. Για τα πολυετή προγράμματα τα σημερινά φθίνοντα ποσοστά συγχρηματοδότησης πρέπει να καταργηθούν, για λόγους διοικητικής απλούστευσης, και το ποσοστό συγχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ορισθεί σε 50 %.

2.9

Η αποδοχή των φόρων υπέρ τρίτων ως πηγής χρηματοδότησης ήδη συνεπάγεται ότι ορισμένες προτείνουσες οργανώσεις καλύπτουν de facto το 50 % του μη κοινοτικού τμήματος χρηματοδότησης. Η δυνατότητα αυτή πρέπει να διατηρηθεί, ενώ τα υποχρεωτικά μερίδια μπορούν να καταστούν πιο ευέλικτα, ώστε τα κράτη μέλη να μπορούν να αποφασίσουν κατά περίπτωση για το μερίδιο χρηματοδότησης που χορηγούν σε ένα πρόγραμμα. Ωστόσο, πρέπει να είναι υποχρεωτική μια ελάχιστη συμμετοχή της προτείνουσας οργάνωσης (π.χ. 20 %).

2.10

Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι πρέπει να είναι δυνατή η υποστήριξη μέτρων για την προώθηση των πωλήσεων άνθεων και φυτών σε αγορές τρίτων χωρών όπως ακριβώς γίνεται στην εσωτερική αγορά.

2.11

Η υπαγωγή της χρηματοδοτικής συνεισφοράς των κρατών μελών στη ρύθμιση που προβλέπεται από τις διατάξεις της συνθήκης για τις κρατικές ενισχύσεις δημιουργεί διοικητικό φόρτο εργασίας και δεν υπάρχει αποχρών λόγος. Θα έπρεπε να ισχύει από την αρχή η προτεινόμενη παρέκκλιση από την διαδικασία της ανακοίνωσης, όπως ακριβώς συμβαίνει με τη ρύθμιση για τις αγροτικές περιοχές.

2.12

Η δυνατότητα καθορισμού ενός ελαχίστου και ενός ανώτατου ορίου για τον προϋπολογισμό των επιλεγέντων προγραμμάτων είναι σκόπιμη έχοντας υπόψη το διοικητικό φόρτο και το σημαντικό αριθμό μικρότερων προγραμμάτων που δεν είχαν αποτέλεσμα στις σχετικές αγορές. Είναι απαραίτητο να δοθεί προτεραιότητα στα προγράμματα ορισμένης διάρκειας τα οποία διαθέτουν επαρκή προϋπολογισμό που θα διασφαλίζει ένα καλύτερο αποτέλεσμα.

2.13

Σχετικά με τα βιολογικά προϊόντα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα εθνικά και ιδιωτικά συστήματα πιστοποίησης είναι απαραίτητο να υπάγονται, όσο το δυνατόν περισσότερο, στην κοινή ρύθμιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα βιολογικά προϊόντα. Η εξέλιξη αυτή έχει αρχίσει και πρέπει να υποστηριχθεί όσο το δυνατόν περισσότερο με ενέργειες πληροφόρησης για τη δημιουργία μιας πραγματικά εσωτερικής αγοράς για βιολογικά προϊόντα, ώστε να αντικατασταθούν οι εθνικές και οι ιδιωτικές ρυθμίσεις. Οι ενέργειες ενημέρωσης στις τρίτες χώρες για τα βιολογικά προϊόντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχαν μέχρι σήμερα περιορισμένα αποτελέσματα. Η καθιέρωση της εσωτερικής αγοράς για βιολογικά προϊόντα αποτελεί προϋπόθεση για την προβολή τους στην αγορά των τρίτων χωρών. Επιπλέον προκύπτουν προβλήματα σχετικά με την αμοιβαία αναγνώριση των κανονισμών μεταξύ π.χ. Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

3.1

Πρέπει να εξετασθεί κατά πόσον είναι δυνατόν να σημειωθεί περαιτέρω πρόοδος από ό,τι έχει προταθεί, όσον αφορά την εσωτερική κατανομή εργασιών και ευθυνών μεταξύ κρατών μελών και Επιτροπής. Το ίδιο ισχύει και για την ανάγκη όσον αφορά την απλούστευση και την πιο σαφή κατανομή ευθυνών αναφορικά με τη συμμετοχή πολλών επιτροπών και οργάνων για την εκπόνηση κανόνων, την επιλογή, την υλοποίηση, την παρακολούθηση και τον έλεγχο. Ομάδες εργασίας «ad hoc», απαρτιζόμενες από εκπροσώπους των κρατών μελών ή/και εμπειρογνώμονες με ιδιαίτερη εμπειρία σε θέματα προώθησης και δημοσιότητας μπορούν να παράσχουν χρήσιμες συμβουλές στην Επιτροπή κατά την εκπόνηση της στρατηγικής και των μέτρων εφαρμογής του καθεστώτος.

3.2

Η προτεινόμενη τροποποίηση για την επιλογή των οργανώσεων εφαρμογής αποτελεί σημαντική απλούστευση. Είναι επίσης αναγκαίο να αναλαμβάνουν οι σχετικές οργανώσεις, ανάλογα με το χαρακτήρα της ενέργειας, την εκτέλεση ορισμένου αριθμού δραστηριοτήτων στα πλαίσια ενός προγράμματος καθώς και το όργανο εφαρμογής να επιλέγεται μετά την έγκριση της Επιτροπής.

3.3

Όσον αφορά τα λοιπά σημεία της κριτικής, όπως για τον χρόνο που απαιτείται από την αποστολή των προτάσεων έως τη λήψη της οριστικής απόφασης, την απαίτηση για το είδος των λεπτομερειών κατά την αρχική φάση όπως και για την έλλειψη διαφάνειας των αποφάσεων, οι προτεινόμενες μεταβολές παρουσιάζονται ως βήμα προς την κατεύθυνση της κριτικής. Συγχρόνως είναι απαραίτητο να εξεταστεί η ελάφρυνση των αξιώσεων για την υποβολή εκθέσεων.

3.4

Η προτεινόμενη ευελιξία για την Επιτροπή με σκοπό την ανάληψη πρωτοβουλίας για τις ενέργειες ενημέρωσης και προώθησης των προϊόντων με σκοπό τη διασφάλιση μιας δίκαιης κατανομής στους διάφορους τομείς των προϊόντων πρέπει να θεωρηθεί ως σκόπιμη έχοντας υπόψη ότι η πλειοψηφία των αιτήσεων αφορά τα οπωροκηπευτικά ενώ σε άλλους τομείς δεν απεδόθη καθόλου ή πολύ λίγη προσοχή. Η εφαρμογή στην πράξη δημιουργεί σειρά ερωτημάτων, π.χ. όσον αφορά τον αναλυτικό κατάλογο των παραρτημάτων όπου αναφέρονται οι χώρες και τα προϊόντα που μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο προώθησης των πωλήσεων από την ΕΕ.

3.5

Το λογότυπο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα βιολογικά προϊόντα πρέπει να συνάγεται με σαφήνεια στις δράσεις πληροφόρησης και διάθεσης με σκοπό την ευρύτερη δημοσιοποίηση του συστήματος πιστοποίησης και ελέγχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την προώθηση της εναρμόνισης των εθνικών ρυθμίσεων. Το λογότυπο περιλαμβάνει τα δώδεκα άστρα και συμβολίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση, έτσι πρέπει να περιορισθεί η απαίτηση για την απεικόνιση της σημαίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο υλικό ενημέρωσης βάσει επακριβώς καθορισμένων αρχών. Οι σημερινές απαιτήσεις συνεπάγονται διάφορα σύμβολα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο ίδιο υλικό ενημέρωσης. Σε αυτά προστίθενται τα εθνικά λογότυπα για τα βιολογικά προϊόντα και τα λογότυπα αποστολής πράγμα που καθιστά το μήνυμα ασαφές. Ενέργειες προώθησης του προγράμματος- LIFE φέρουν το λογότυπο του, το οποίο φέρει και αυτό τα δώδεκα άστρα και όχι τη σημαία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.6

Η μέχρι σήμερα απαίτηση, ότι τα εθνικά λογότυπα για τα βιολογικά προϊόντα μπορεί να τοποθετούνται μόνο εφόσον πρόκειται για αυστηρότερους εθνικούς νόμους, αποτελεί δυσμενή μεταχείριση και αντιβαίνει στην εναρμόνιση. Στο σχέδιο του ευρωπαϊκού προγράμματος δράσης για τα βιολογικά προϊόντα (1) προτείνεται να χρησιμοποιούνται, όπως και στο ισχύον πρόγραμμα, τα εθνικά λογότυπα παράλληλα με τα λογότυπα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.7

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να συντάξει οδηγό διαδικασιών για τους ενδιαφερόμενους παράγοντες, που δεν θα βοηθήσει μόνο αυτούς αλλά και τις αρμόδιες αρχές στο έργο του ελέγχου, και συνεπώς θα αποβεί προς όφελος όλης αυτής της νέας κοινοτικής πολιτικής για την προώθηση των πωλήσεων.

3.8

Η εφαρμογή αυτών των κανόνων είναι μεν πρόσφατη, αρχίζουν όμως ήδη να φανερώνονται οι ουσιαστικές ανάγκες, που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στο μέλλον. Η Επιτροπή πρέπει να επιδείξει προσοχή στον συντονισμό των δράσεων στις διάφορες αγορές προκειμένου να αποφευχθούν στο μέλλον οι επικαλύψεις και τα διασταυρούμενα μηνύματα για να παραμείνει αποτελεσματική η προώθηση των πωλήσεων.

4.   Συμπέρασμα

4.1

Η πρόταση της Επιτροπής πρέπει να εγκριθεί λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες παρατηρήσεις όσον αφορά την ανάγκη για περαιτέρω απλουστεύσεις.

Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2004.

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: Ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης για τα βιολογικάτρόφιμα και τη βιολογική γεωργία COM(2004) 415 τελικό


20.5.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/37


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Βιομηχανικές μεταλλαγές και κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της χαλυβουργίας»

(2005/C 120/09)

Στις 29 Ιανουαρίου 2004, και σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2, του Εσωτερικού Κανονισμού της, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα: «Βιομηχανικές μεταλλαγές και κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της χαλυβουργίας».

Η Συμβουλευτική Επιτροπή Βιομηχανικών Μεταλλαγών, στην οποία ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή της στις 9 Σεπτεμβρίου 2004, με εισηγητή τον κ. Lagerholm και συνεισηγητή τον κ. Kormann.

Κατά την 412η σύνοδο ολομέλειας της 27ης και 28ης Οκτωβρίου 2004 (συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε, με 154 ψήφους υπέρ, 3 κατά και 11 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Εισαγωγή, στόχος και εύρος της γνωμοδότησης: ορισμοί

1.1.

Στο επίκεντρο της παρούσας γνωμοδότησης πρωτοβουλίας βρίσκεται η σχέση ανάμεσα στις βιομηχανικές μεταλλαγές και τις κρατικές ενισχύσεις, όπως αύτη εμφανίζεται στον τομέα της χαλυβουργίας.

1.2.

Με τον όρο «βιομηχανικές μεταλλαγές», οι συντάκτες της παρούσας γνωμοδότησης πρωτοβουλίας εννοούν την κανονική και συνεχή διαδικασία προ-ενεργητικής εξέλιξης ενός βιομηχανικού τομέα, ο οποίος αναπτύσσεται δυναμικά στο οικονομικό πεδίο, προκειμένου να παραμείνει ανταγωνιστικός και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για οικονομική μεγέθυνση.

1.3.

Η Ευρώπη δεν μπορεί να αποφύγει τις συνεχείς βιομηχανικές μεταλλαγές. Ενόψει της αυξανόμενης παγκοσμιοποίησης των αγορών, οι οικονομικές διαρθρώσεις θα πρέπει να προσαρμοστούν βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα στις συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς. Βάσει των ανωτέρω, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να προσπαθήσει να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στον καθορισμό των διεθνών συνθηκών.

1.4.

Με αφετηρία:

την εκπνοή ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, το έτος 2002,

την ιδιωτικοποίηση και την αναδιάρθρωση της χαλυβουργίας στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης (ΧΚΑΕ), οι οποίες σχετίζονται με τη διαδικασία προσχώρησης στην ΕΕ,

τις διαπραγματεύσεις στον ΟΟΣΑ για τη σύναψη διεθνούς συμφωνίας για τις ενισχύσεις στον τομέα του χάλυβα,

τα τελευταία στοιχεία του πίνακα αποτελεσμάτων για τις κοινοτικές ενισχύσεις, καθώς και

την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, COM(2004) 274 τελιό του Απριλίου 2004, με θέμα «Υποστήριξη των διαρθρωτικών αλλαγών: Μια βιομηχανική πολιτική για τη διευρυμένη Ευρώπη»,

την έκθεση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο: «Πρώτη έκθεση παρακολούθησης της αναδιάρθρωσης της χαλυβουργίας στην Τσεχική Δημοκρατία και στην Πολωνία» (COM(2004) 443 τελικό) της 7ης Ιουλίου 2004.

H παρούσα γνωμοδότηση πρωτοβουλίας, με βάση το παράδειγμα της χαλυβουργίας, αναλύει τον τρόπο με τον οποίο οι κρατικές ενισχύσεις είναι δυνατόν να επηρεάσουν τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές.

1.5.

Οι επιχειρήσεις, οι οποίες δεν λαμβάνουν κρατική ενίσχυση για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητάς τους, συχνά βρίσκονται σε μειονεκτική θέση έναντι των επιδοτούμενων ανταγωνιστών τους, είναι δυνατόν να αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα όσον αφορά την ανάπτυξή τους και κινδυνεύουν, ενδεχομένως, να βρεθούν στο περιθώριο της αγοράς. Ωστόσο, οι εμπειρίες που αποκομίσθηκαν μετά από πολλές δεκαετίες αναδιαρθρώσεων της ευρωπαϊκής χαλυβουργίας καταδεικνύουν ότι συχνά οι υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής δύσκολα μπορούν να αποφύγουν τη χορήγηση ενισχύσεων σε μεγάλες επιχειρήσεις που απειλούνται με κλείσιμο και απασχολούν μεγάλο αριθμό εργαζομένων. Αυτό σημαίνει ότι διατηρούνται το πλεονάζον δυναμικό και μη αποδοτικές δραστηριότητες, πέραν του καθοριζόμενου από την αγορά χρονικού σημείου παραίτησης. Οι αναγκαίες διαδικασίες προσαρμογής αναλαμβάνονται διστακτικά.

1.6.

Εντούτοις, σήμερα και όσον αφορά το αναπόφευκτο των βιομηχανικών μεταλλαγών, στο χώρο της πολιτικής και της οικονομίας καθώς και στους κόλπους των συνδικαλιστικών οργανώσεων επικρατεί ομοφωνία, όπως συμβαίνει και για την ανάγκη πλαισίωσης αυτών των μεταλλαγών εντός διεθνών γενικών συμφωνιών (π.χ. ΠΟΕ, ΟΟΣΑ, ΔΓΕ). Η διαπίστωση αυτή απορρέει και από τις επί σειρά δεκαετιών βιομηχανικές μεταλλαγές στον τομέα του άνθρακα και του χάλυβα. Η αναδιάρθρωση και παγίωση, καθώς και ο συνοδευτικός κοινωνικός διάλογος είναι σήμερα αναγνωρισμένες προϋποθέσεις αντίστοιχης πλαισίωσης για την εξασφάλιση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στις αυξανόμενα αλληλοεξαρτώμενες αγορές.

1.7.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε ανακοίνωση που εξέδωσε στα τέλη του Απριλίου 2004 (1) για τη βιομηχανική πολιτική, εφιστά την προσοχή στο γεγονός ότι οι βιομηχανικές μεταλλαγές δεν θα πρέπει να ταυτίζονται με την πλήρη αποβιομηχάνιση. Τα φαινόμενο αυτό χαρακτηρίζεται από την ταυτόχρονη υποχώρηση της απασχόλησης και της παραγωγής, καθώς και από την επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας. Η πλήρης αποβιομηχάνιση προκαλεί την απώλεια των θέσεων απασχόλησης χαμηλής παραγωγικότητας προς όφελος των αναπτυσσόμενων ή αναδυόμενων χωρών, όπου το εργατικό κόστος είναι χαμηλό. Αυτό οφείλεται κυρίως στη διαφορετική εξέλιξη των συγκριτικών διαρθρώσεων κόστους μεταξύ της ΕΕ και των τρίτων χωρών, προς όφελος των τελευταίων.

1.8.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην ανάλυση της βιομηχανικής πολιτικής, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι σήμερα πλήττονται από αποβιομηχάνιση, πέραν των εξορυκτικών βιομηχανιών, μόνο ορισμένοι τομείς (η κλωστοϋφαντουργία, ο τομέας της ένδυσης, ο τομέας του δέρματος, η ναυπηγική βιομηχανία, τα διυλιστήρια, ο τομέας της παραγωγής οπτάνθρακα και ο τομέας πυρηνικών καυσίμων). Οι διαρθρωτικές αλλαγές είναι αναμφίβολα επώδυνες για ορισμένες περιοχές, αλλά επωφελείς από ευρύτερης οικονομικής απόψεως, εφόσον οι αλλαγές αυτές προσδιορίζονται, σχεδιάζονται και ενισχύονται με τον κατάλληλο τρόπο.

1.9.

Η ποσοστιαία υποχώρηση του μεριδίου της βιομηχανίας επί της συνολικής οικονομικής δραστηριότητας αποτελεί έκφραση της μακροπρόθεσμης διαρθρωτικής διαδικασίας. Αν και οι περισσότεροι βιομηχανικοί τομείς – όπως για παράδειγμα ο τομέα της χαλυβουργίας - έχουν προβεί, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, σε σημαντική μείωση του εργατικού δυναμικού τους, σημείωσαν παράλληλα ευκρινή αύξηση της προστιθέμενης αξίας τους και της παραγωγικότητας της εργασίας τους.

1.10.

Η αυξανόμενη κοινωνική σημασία του τομέα των υπηρεσιών θεωρείται συχνά από την κοινή γνώμη απόδειξη για τις διαρθρωτικές αλλαγές εις βάρος της βιομηχανίας. Εντούτοις, αυτή η μετατόπιση θα πρέπει να ειδωθεί υπό το πρίσμα μιας αυξανόμενης αλληλεξάρτησης των δύο τομέων. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, στη μεταποιητική βιομηχανία παρατηρείται η ανάθεση σε εξωτερικούς παρόχους υπηρεσιών ποικίλων δραστηριοτήτων (μεταφορές, λογιστική, επεξεργασία δεδομένων, ...). Για το λόγο αυτό, η ερμηνεία των στατιστικών στοιχείων στατιστικά στοιχεία των σχετικών με τις βιομηχανικές μεταλλαγές θα πρέπει να πραγματοποιείται προσεκτικά και με κάθε επιφύλαξη. Τα εσφαλμένα συμπεράσματα που βασίζονται σε επιπόλαιες αναλύσεις ή οι ανακρίβειες με πολιτικά κίνητρα μπορεί να έχουν, σε σύντομο χρονικό διάστημα, ολέθριες συνέπειες για τη βιομηχανική πολιτική.

1.11.

Ακόμη και σε μία γνωσιοκεντρική Ευρωπαϊκή Ένωση, η βιομηχανική προστιθέμενη αξία των προϊόντων παραμένει απαραίτητη. Λαμβανομένων υπόψη όλων των μερών της προστιθέμενης αξίας που παράγεται σε άλλους τομείς και προορίζεται για τη βιομηχανία, προκύπτει ότι η σπουδαιότητα της βιομηχανίας για την Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να βρίσκεται στο ίδιο υψηλό επίπεδο από την αρχή της δεκαετίας του 90. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, με τη συμπερίληψη των συντελεστών παραγωγής, η βιομηχανία καταλαμβάνει ποσοστό τουλάχιστον 40 % της μικτής προστιθέμενης αξίας.

1.12.

Λαμβανομένης υπόψη της σχεδόν τριακονταετούς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδιαίτερα επώδυνης πείρας από τις ιδιωτικοποιήσεις και αναδιαρθρώσεις, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει, επί του παρόντος, τα μελλοντικά διαρθρωτικά μέτρα (στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, αλλά και σε άλλους τομείς) να βασίζονται στις αποκομισθείσες εμπειρίες της ΕΕ στον τομέα της χαλυβουργίας, προσαρμοσμένα κατάλληλα.

1.13.

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, πραγματοποιήθηκαν σημαντικές μεταβολές στο πολιτικό, τεχνικό και οικονομικό πλαίσιο της ευρωπαϊκής χαλυβουργίας. Οι πετρελαϊκές κρίσεις, η ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά, οι διευρύνσεις της ΕΕ και η παγκοσμιοποίηση άφησαν εμφανή σημάδια σε αυτόν τον τομέα παραγωγής πρώτων υλών που είναι ουσιώδους σημασίας για πολλούς άλλους βιομηχανικούς τομείς. Παρά τις συγκυριακές και διαρθρωτικές διακυμάνσεις από την πρώτη κρίση του 1975, τα επίπεδα παραγωγής χάλυβα στην ΕΕ παραμένουν σχετικά σταθερά. Σχεδόν στο σύνολο τους, τα 15 κράτη μέλη συνεχίζουν και σήμερα παράγουν χάλυβα. Ωστόσο, εξαιτίας της τεχνολογικής προόδου, σήμερα απασχολείται περίπου μόνο το ένα τρίτο του εργατικού δυναμικού σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1975. Το ποσοστό των κρατικά ελεγχόμενων χαλυβουργιών έχει μειωθεί από 53 % (1985) σε λιγότερο από 10 % σήμερα. Επιπλέον, σήμερα οι κρατικά ελεγχόμενες επιχειρήσεις υπόκεινται σε παρόμοιες οικονομικές συνθήκες με εκείνες των ιδιωτικών.

1.14.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, για τη Συμβουλευτική Επιτροπή Βιομηχανικών Μεταλλαγών (ΣΕΒΜ) της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, η αρμοδιότητα που διαθέτει να εξετάζει το ρόλο που διαδραματίζουν οι κρατικές ενισχύσεις γενικά στο πλαίσιο των διαρθρωτικών μεταλλαγών, καθώς και το ρόλο που διαδραμάτισαν ειδικότερα στην ευρωπαϊκή χαλυβουργία. Για τους σκοπούς της παρούσας γνωμοδότησης, ως «τομέας χαλυβουργίας» ορίζεται το σύνολο των δραστηριοτήτων που συνδέονται με την παραγωγή και την εμπορία του χάλυβα, καθώς και οι σημαντικές υπηρεσίες που αυτές προσφέρουν στις βιομηχανίες που χρησιμοποιούν χάλυβα.

2.   Οι κρατικές ενισχύσεις και οι γενικές συνέπειές τους

2.1.

Οι κρατικές ενισχύσεις αποτελούν επιλεκτικές φορολογικές διευκολύνσεις, τις οποίες παραχωρούν οι κρατικοί φορείς σε επιλεγμένους παραγωγικούς τομείς και εντέλει σε συγκεκριμένες κατηγορίες ομάδων. Προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον τα μέτρα αυτά συνιστούν κρατικές ενισχύσεις, θα πρέπει να υπάρξει διαχωρισμός μεταξύ των μέτρων που προορίζονται για τη στήριξη συγκεκριμένων επιχειρήσεων ή την παραγωγή συγκεκριμένων αγαθών, σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ και των γενικών μέτρων που είναι δυνατόν να εφαρμόζονται ομοιόμορφα στα κράτη μέλη και που ευνοούν το σύνολο της οικονομίας. Στην τελευταία περίπτωση, δεν πρόκειται για κρατικές ενισχύσεις, υπό την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, αλλά μάλλον για μέτρα γενικής οικονομικής πολιτικής, τα οποία μπορούν να εφαρμόζονται ομοιόμορφα για όλες τις επιχειρήσεις (για παράδειγμα γενικές φοροαπαλλαγές για συμπληρωματικές επενδύσεις ).

2.2.

Θα πρέπει, εντούτοις, να σημειωθεί ότι, σε μία οικονομία της αγοράς, οι οικονομικές δραστηριότητες διέπονται από την κατάσταση όσον αφορά την προσφορά και τη ζήτηση και συντονίζονται από το μηχανισμό των τιμών. Κατά συνέπεια, τα μέτρα που περιορίζουν λειτουργίες, όπως είναι η πληροφόρηση, η ρύθμιση και η ώθηση που ασκούν οι τιμές υπάρχει ο κίνδυνος αποδειχθούν, κατ` αρχήν, επιζήμια.

2.3.

Οι κρατικές ενισχύσεις μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του ελεύθερου ανταγωνισμού, παρακωλύοντας την αποδοτική κατανομή των πόρων και συνιστώντας απειλή για την εσωτερική αγορά της ΕΕ. Για το λόγο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρεί τη διασφάλιση ενός ελεύθερου ανταγωνισμού χωρίς στρεβλώσεις μία εκ των βασικών αρχών της Κοινότητας.

2.4.

Οι κρατικές ενισχύσεις (οικονομικές ενισχύσεις ή φορολογικές διευκολύνσεις), από την άποψη της κατανομής πόρων, δικαιολογούνται μόνο σε περίπτωση όπου η αγορά υπολειτουργεί και υπάρχει εφικτή δυνατότητα οι ενισχύσεις να οδηγήσουν σε βελτιωμένα οικονομικά αποτελέσματα. Σε περίπτωση δυσλειτουργίας της αγοράς, η κρατική παρέμβαση υπό τη μορφή οικονομικών ενισχύσεων μπορεί να εμποδίσει την ακατάλληλη κατανομή των πόρων. Το κράτος όμως διαθέτει σπάνια τις πληροφορίες που απαιτούνται για να επενδύσει τον κατάλληλο όγκο δημόσιων πόρων σε περίπτωση δυσλειτουργίας της αγοράς. Οι επιχειρήσεις που αγωνίζονται να αποσπάσουν κρατικές ενισχύσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστη πηγή πληροφοριών.

2.5.

Μία περαιτέρω δυσχέρεια συνιστά το γεγονός ότι οι συνθήκες της αγοράς μεταβάλλονται συνεχώς. Μια αρχικώς αιτιολογημένη ενίσχυση ενδέχεται, με την πάροδο του χρόνου, να απολέσει την οικονομική σκοπιμότητά της αλλά να συνεχίσει να χορηγείται, εξαιτίας της ακαμψίας της πολιτικής διαδικασίας ή της επιρροής των περιφερειακών και τομεακών ομάδων συμφερόντων.

2.6.

Εξάλλου, οι κρατικές ενισχύσεις συνεπάγονται συχνά μεταβολές στη συμπεριφορά των παραγόντων της αγοράς. Οι ενισχύσεις περιορίζουν την ετοιμότητά τους να προβούν στις αναγκαίες προσαρμογές για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεών τους και, κατ αυτόν τον τρόπο, οι επιχορηγούμενες επιχειρήσεις μπορεί να αναπτύξουν μια «κρατικοδίαιτη νοοτροπία».

2.7.

Οι κρατικές ενισχύσεις είναι δυνατόν – τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα- να προκαλέσουν την αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης. Η περικοπή των κρατικών ενισχύσεων κρίνεται αναγκαία, όχι μόνο για τη βιώσιμη δημοσιονομική εξυγίανση, αλλά και επειδή εξυπηρετεί οικονομικούς και κανονιστικούς σκοπούς. Οι λανθασμένα σχεδιασμένες αποτελούν εμπόδιο για τις διαρθρωτικές αλλαγές.

2.8.

Όσον αφορά την αναγκαία μείωση του συνολικού όγκου των κρατικών ενισχύσεων, το ενδιαφέρον, όπως εκφράστηκε στα συμπεράσματα των διαφόρων Συμβουλίων υπουργών της ΕΕ, μετατοπίστηκε από τη στήριξη συγκεκριμένων επιχειρήσεων ή οικονομικών τομέων προς την επίτευξη των οριζόντιων στόχων κοινού συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων και των στόχων για τη συνοχή. Οι κρατικές ενισχύσεις με οριζόντια στοχοθέτηση επιδιώκουν, κατά κανόνα, την αποκατάσταση των δυσλειτουργιών της αγοράς και προκαλούν κανονικά λιγότερες στρεβλώσεις του ανταγωνισμού σε σύγκριση με τις τομεακές και ad-hoc κρατικές ενισχύσεις. Κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, οι τελευταίες έχουν ως στόχο να διασφαλίσουν τη σωτηρία ή την αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες.

2.9.

Στους πλέον σημαντικούς οριζόντιους στόχους, η επίτευξη των οποίων επιδιώκεται με κρατικούς πόρους, συμπεριλαμβάνονται:

η έρευνα και ανάπτυξη,

η προστασία του περιβάλλοντος,

η εξοικονόμηση ενέργειας,

η υποστήριξη των ΜΜΕ,

η δημιουργία θέσεων εργασίας και

η προώθηση της κατάρτισης.

Η κρατική επίδραση στην ευρωπαϊκή βιομηχανία χάλυβα

2.10.

Η κρατική επίδραση στη χαλυβουργία υπήρξε παραδοσιακά ζωτική, και αυτό κυρίως σχετίζεται με στρατιωτικές αντιλήψεις και θεωρήσεις για την πολιτική ασφάλειας. Προκειμένου να γίνει αντιληπτό το εύρος τη επίδρασης αυτής, αναφέρεται ότι μέχρι και το 1980 περίπου το 60 % του χάλυβα ανά την υφήλιο παραγόταν από χαλυβουργίες που άμεσα ή έμμεσα υπάγονταν σε κρατικό έλεγχο.

211.

Η κρατική ιδιοκτησία των χαλυβουργιών οδηγεί, κατά κανόνα, στην κάλυψη μεγάλου μέρους των απωλειών από το κράτος, γεγονός που αντιστοιχεί στην πράξη στη διασφάλιση της επιβίωσής τους. Από τη σκοπιά της αποτελεσματικότητας του ανταγωνισμού, η περίπτωση αυτή κρίνεται εξίσου ζημιογόνα όσο και οι κρατικές ενισχύσεις για την ενδυνάμωση της ανταγωνιστικής θέσης ή η θέσπιση μέτρων για την αποτροπή της επικείμενης παύσης λειτουργίας επιχειρήσεων που δεν ελέγχονται άμεσα από το κράτος. Για την αποτροπή της παύσης λειτουργίας επιχειρήσεων, πέραν των οικονομικών μέτρων, λαμβάνονται και πολιτικά μέτρα. Ως αποτέλεσμα αυτού, είναι οι ανταγωνιστικότερες που οφείλουν να προσαρμοσθούν ή εμφανίζεται ο κίνδυνος εκδήλωσης αλυσιδωτών παρεμβάσεων.

2.12.

Για το λόγο αυτό, εκτός των ενισχύσεων για την παύση λειτουργίας, σήμερα είναι δυνατόν να χορηγούνται μόνο οριζόντιες ενισχύσεις στην ευρωπαϊκή χαλυβουργία. Παρά το γεγονός ότι έως τα τέλη της δεκαετίας του 90 οι διαρθρωτικές αλλαγές προχωρούσαν με δυσκολία, η βιομηχανία αποδέχθηκε τελικώς την ανάγκη αντικατάστασης των τομεακών και ad hoc ενισχύσεων από οριζόντιες ενισχύσεις,. Σήμερα, οι αντιλήψεις έχουν μεταβληθεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο τομέας να αποκλείει από το καθεστώς των ενισχύσεών του και τις περιφερειακές ενισχύσεις (2).

2.13.

Για την ΕΕ, ιδιάζουσα σημασία αποκτά η παρακολούθηση των κρατικών δαπανών όλων των κρατών μελών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρέπει να μεριμνά ώστε η ευρωπαϊκή πολιτική για τις ενισχύσεις να βασίζεται στη διαφάνεια του ελέγχου και στην αξιοποίηση των κρατικών χρηματοδοτικών μέσων –όπως συμβαίνει, επί του παρόντος, στον τομέα της χαλυβουργίας.

2.14.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνεχίζει, επί του παρόντος, την επανεξέταση των γενικών κατευθυντήριων γραμμών και των βασικών διατάξεων που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις. Αυτές θα πρέπει να καταστούν απλούστερες και σαφέστερες. Οι αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών συστημάτων θα πρέπει να αρθούν. Η Επιτροπή θα αποδώσει προτεραιότητα στην επανεξέταση των καθεστώτων ενισχύσεων για τη σωτηρία και την αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, στην αναθεώρηση των κοινοτικών διατάξεων που διέπουν τις περιφερειακές ενισχύσεις μετά από τη διεύρυνση της ΕΕ, στην επεξεργασία νέων γενικών διατάξεων για την αξιολόγηση των ενισχύσεων χαμηλότερου ύψους, καθώς και στη διασαφήνιση των ρυθμίσεων στον τομέα των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος.

2.15.

Στην αναμενόμενη κατά τα επόμενα έτη αναπροσαρμογή του γενικού ευρωπαϊκού καθεστώτος για τις κρατικές ενισχύσεις, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη το διεθνές πλαίσιο και κυρίως οι πολυμερείς δεσμεύσεις. Οι ενισχύσεις προς όφελος των μη γεωργικών εμπορευμάτων και προϊόντων υπόκεινται στις διατάξεις της συμφωνίας του ΠΟΕ για τις επιδοτήσεις και τα αντισταθμιστικά μέτρα.

3.   Η πολιτική για τις ενισχύσεις της ΕΕ και η σημασία της για τις βιομηχανικές μεταλλαγές στον τομέα της χαλυβουργίας

Η γενική απαγόρευση για τη χορήγηση ενισχύσεων της ΕΚΑΧ παρακάμπτεται

3.1

Η Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα του 1952 περιλάμβανε σαφείς κανόνες για το κατά πόσον επιτρέπονταν στα κράτη μέλη να χορηγούν ενισχύσεις στις επιχειρήσεις του τομέα άνθρακα και τη χαλυβουργική βιομηχανία: «Το παρακάτω θεωρείται ασύμβατο με την κοινή αγορά άνθρακα και χάλυβα και θα πρέπει να απαγορεύεται … στο εσωτερικό της Κοινότητας: … οι επιχορηγήσεις ή ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη μέλη … υπό οποιαδήποτε μορφή». Η εν λόγω απαγόρευση οποιασδήποτε υποστήριξης προς τις επιχειρήσεις εκ μέρους ενός κράτους, η οποία περιλαμβανόταν στο άρθρο 4γ, ήταν η λογική συνέπεια της κατάργησης όλων των εθνικών μέτρων προστασίας στο εσωτερικό της κοινής αγοράς.

3.2

Ωστόσο, αμέσως μετά από την ίδρυση της κοινής αγοράς, κατέστη σαφές ότι χωρίς κρατική υποστήριξη δεν θα ήταν δυνατόν να διασφαλισθεί από τις εσωτερικές πηγές άνθρακα ούτε ο ενεργειακός εφοδιασμός της Ευρώπης ούτε η παραγωγή σιδήρου και χάλυβα. Η αναζήτηση λύσης, χωρίς τροποποίηση της Συνθήκης ΕΚΑΧ, οδήγησε τους φορείς λήψης αποφάσεων να προτείνουν ορισμένες κρατικές ενισχύσεις να είναι δυνατόν να θεωρούνται ως κοινοτικές ενισχύσεις, ενέργεια η οποία ήταν, κατ` αρχήν, επιτρεπτή. Για το σκοπό αυτό, χρησιμοποιήθηκε ως βάση το άρθρο 95, το οποίο αφορούσε τις μη προβλεπόμενες κατά τη σύναψη της Συνθήκης ΕΚΑΧ περιπτώσεις. Αυτό επέτρεπε την παρέμβαση της Κοινότητας, όταν αυτή κρινόταν αναγκαία για την επίτευξη ενός ή περισσοτέρων στόχων της Συνθήκης.

3.3

Η διατήρηση των ανθρακωρυχείων και κυρίως των θέσεων εργασίας που συνδέονταν με αυτά, αποτέλεσε έναν από τους στόχους αυτούς. Έκτοτε, οι ενισχύσεις που χορηγούσαν τα κράτη μέλη στις επιχειρήσεις τους στον τομέα του άνθρακα με αντάλλαγμα τη διασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού, εθεωρούντο ως κοινοτικές ενισχύσεις.

3.4

Κατά τη δεκαετία του 1970, πολλά κράτη μέλη δεν χρειάστηκε καν να καταφύγουν σε αυτό το χειρισμό για να χορηγήσουν ενισχύσεις στις επιχειρήσεις χαλυβουργίας. Χορήγησαν, τις περισσότερες φορές χωρίς να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε αντίρρηση, δισεκατομμύρια αρχικά για την επέκταση και στη συνέχεια για τη διατήρηση των επιχειρήσεων χαλυβουργίας, οι οποίες στην πλειοψηφία τους ήταν κρατικής ιδιοκτησίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο τότε Γενικός Διευθυντής για τον Ανταγωνισμό στην Επιτροπή ανέφερε ανοιχτά ότι η απαγόρευση των ενισχύσεων από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ ήταν ξεπερασμένη.

3.5

Από το 1978, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες είχαν υποφέρει σημαντικά από τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού τις οφειλόμενες στον «αγώνα δρόμου για ενισχύσεις», άρχισαν με αυξανόμενη επιτυχία να επαναφέρουν σε ισχύ την απαγόρευση των ενισχύσεων.

3.6

Οι κώδικες για τις ενισχύσεις στη χαλυβουργία, βασιζόμενοι στο άρθρο 95, προέβλεπαν από το 1980 ότι οι ενισχύσεις στις επιχειρήσεις χαλυβουργίας μπορούσαν να χορηγηθούν μόνο σε αυστηρά καθορισμένες περιπτώσεις. Εντούτοις, οι επιτρεπόμενοι τύποι ενίσχυσης αρχικά περιελάμβαναν σχεδόν όλες τις ενισχύσεις που τα κράτη μέλη χορηγούσαν ήδη στις επιχειρήσεις τους. Ούτως, ο πρώτος κώδικας για τις ενισχύσεις στη χαλυβουργία εξυπηρετούσε κυρίως τη νομιμοποίηση των υφιστάμενων πρακτικών. Μόνο με την πάροδο του χρόνου απαγορεύθηκαν εντελώς οι περισσότερο επιζήμιες για τον ανταγωνισμό ενισχύσεις, όπως οι ενισχύσεις για τη διάσωση, τη λειτουργία και την πραγματοποίηση επενδύσεων.

3.7

Από το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1980, ο κώδικας για τις ενισχύσεις στη χαλυβουργία δεν επέτρεπε πλέον παρά μόνο τις ενισχύσεις για την έρευνα, την ανάπτυξη, την προστασία του περιβάλλοντος και την παύση λειτουργίας. Παρά ταύτα και μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990, ορισμένες επιχειρήσεις χαλυβουργίας κρατικής ιδιοκτησίας εξακολουθούσαν να εισπράττουν κρατικά κονδύλια για την αποπληρωμή των χρεών τους και την αναδιάρθρωση, βάσει νέων παρεκκλίσεων από το άρθρο 95.

3.8

Η χορήγηση αυτών των νέων «κοινοτικών ενισχύσεων» κατέστη δυνατή υπό την προϋπόθεση της θεμελιώδους μείωσης του παραγωγικού δυναμικού. Ούτως, τα κράτη μέλη κατόρθωσαν τελικά να επιτύχουν συναίνεση, σύμφωνα με την οποία δεν θα επιτρέπονταν περαιτέρω εξαιρέσεις από την απαγόρευση των ενισχύσεων, πέραν εκείνων που προβλέπονταν από τον κώδικα για τις ενισχύσεις.

3.9

Η εν λόγω αυστηρή νομοθεσία όσον αφορά τις ενισχύσεις στη χαλυβουργία, η οποία είχε ήδη προβλεφθεί από τους δημιουργούς της Συνθήκης ΕΚΑΧ και την τήρηση της οποίας ανέλαβε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μετά από τη λήξη ισχύος της Συνθήκης το 2002, επιτεύχθηκε, κατά κύριο λόγο, χάρη σε συνεχείς πολιτικές προσπάθειες και προσφυγές εκ μέρους της βιομηχανίας χάλυβα. Αν και οι υποθέσεις που καταγγέλθηκαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν οδήγησαν πάντα στην άρση της διαφιλονικούμενης άδειας για τη χορήγηση ενίσχυσης, συνέβαλαν εντούτοις στη διασφάλιση του ακριβούς προσδιορισμού και της περαιτέρω ενίσχυσης των νομικών ορίων των εξαιρέσεων από την απαγόρευση χορήγησης ενισχύσεων στη χαλυβουργία.

3.10

Το σύνολο των πόρων που διοχετεύθηκαν στις επιχειρήσεις χαλυβουργίας της ΕΚΑΧ ήταν πολύ υψηλό: περισσότερα από 70 δισεκατομμύρια ευρώ από το 1975 και έπειτα ! Το ποσόν αυτό κατανέμεται ως εξής:

από το 1975 μέχρι την έναρξη ισχύος του κώδικα για τις ενισχύσεις το 1980, καταβλήθηκαν περί τα 12 δισεκατομμύρια ευρώ σε κρατικές ενισχύσεις στην ΕΕ,

από το 1980 μέχρι το 1985 – δηλαδή κατά την περίοδο που οι ενισχύσεις μπορούσαν να χορηγούνται χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς με αντάλλαγμα τη μείωση του παραγωγικού δυναμικού, η Επιτροπή επέτρεψε τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων ύψους 41 δισεκατομμυρίων ευρώ περίπου,

από το 1986 μέχρι το 1995, χορηγήθηκαν ακόμη 17 δισεκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων 7 δισεκατομμύρια μόνο το 1994 βάσει μίας «για πρώτη και τελευταία φορά» απόφασης βάσει του άρθρου 95.

3.11

Σύμφωνα με τον τελευταίο πίνακα βαθμολογίας της Επιτροπής όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις, το μερίδιο της χαλυβουργίας σήμερα ανέρχεται σε ποσοστό μικρότερο των δύο τοις χιλίοις επί του συνολικού ύψους των ενισχύσεων της ΕΕ. Οι χορηγούμενες ενισχύσεις αφορούν σχεδόν αποκλειστικά μέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος. Επί του παρόντος, η νομοθεσία και οι πρακτικές για τις ενισχύσεις στον τομέα της χαλυβουργίας είναι σαφώς αυστηρότερες σε σύγκριση με το κοινοτικό καθεστώς για τις ενισχύσεις σε άλλους βιομηχανικούς τομείς.

Πως αναπτύχθηκε μία κρατικοδίαιτη νοοτροπία στον τομέα της χαλυβουργίας στη δεκαετία του 1970;

3.12

Κατά τη δεκαετία του 1960 και το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1970, η παγκόσμια κατανάλωση χάλυβα παρουσίαζε σημαντική και σταθερή αύξηση ανερχόμενη σε ποσοστό υψηλότερο του 5 % ετησίως. Το 1974, η παραγωγή ακατέργαστου χάλυβα της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας των εννέα ανήλθε στο επίπεδο ρεκόρ των 156 εκατομμυρίων τόνων περίπου, με ποσοστό χρησιμοποίησης του δυναμικού ανερχόμενο στο 87 %.

3.13

Ωστόσο, ένα χρόνο μετά, το 1975, η πετρελαϊκή κρίση προκάλεσε την οξεία κάμψη της παραγωγής χάλυβα και τη μείωση εντός ενός έτους της παραγωγής στην Κοινότητα κατά περισσότερο από 30 εκατομμύρια τόνους (19 %). Η αντίστοιχη πτώση των τιμών του χάλυβα υπερέβη και εκείνη της παραγωγής του. Ταυτόχρονα, οι επιχειρήσεις χαλυβουργίας της ΕΚΑΧ αντιμετώπισαν τη σημαντική αύξηση στην αγορά των εισαγωγών, η οποία συνοδεύθηκε από μία εξίσου σημαντική μείωση των εξαγωγών τους. Η μείωση των αποθεμάτων χάλυβα στην εσωτερική αγορά ενίσχυσε την υποχώρηση της χρησιμοποίησής του.

3.14

Αρχικά, θεωρήθηκε ότι επρόκειτο για μία ιδιαίτερα έντονη συγκυριακή ύφεση. Ως εκ τούτου, όλοι οι εμπειρογνώμονες πίστευαν ότι η επίκειται ανάκαμψη. Τα οικονομικά ινστιτούτα, των οποίων ζητήθηκε η γνώμη από την Επιτροπή, επιβεβαίωναν ότι η ανάκαμψη θα ήταν ιδιαίτερα ισχυρή και μακρόπνοη. Οι μακροχρόνιες προβλέψεις της Επιτροπής, οι Γενικοί Στόχοι 1985, οι οποίοι συντάχθηκαν με τη συνεργασία των παραγωγών, των χρηστών και των εμπόρων, προέβλεπαν για το 1985 ότι η παραγωγή χάλυβα θα φθάσει άνετα τους 188 εκατομμύρια τόνους στις εννέα χώρες της ΕΚ. Στην πραγματικότητα, η παραγωγή δεν υπερέβη τους 120 εκατομμύρια τόνους. Ούτως, ο μεσοπρόθεσμος και μακροπρόθεσμος επενδυτικός προγραμματισμός των επιχειρήσεων βασίσθηκε σε απολύτως λανθασμένα στοιχεία, δημιουργώντας υπερβάλλον δυναμικό, τη στιγμή που η προσφορά και η ζήτηση δεν σταμάτησαν να αποκλίνουν.

3.15

Η επενδυτική δραστηριότητα των χρηστών χάλυβα, η οποία επιβραδύνθηκε δραστικά εξαιτίας της παγκόσμιας κάμψης της οικονομικής ανάπτυξης, επηρέασε ιδιαίτερα αρνητικά τη χρησιμοποίηση χάλυβα, δεδομένου ότι στις ιδιαίτερα ανεπτυγμένες βιομηχανικά χώρες η χρησιμοποίηση χάλυβα συμβάλλει στις επενδύσεις κατά περίπου τα δύο τρίτα.

3.16

Ένας ακόμη βασικός λόγος για τη στασιμότητα της παγκόσμιας ζήτησης χάλυβα από το 1975 σχετίζεται με το γεγονός ότι χρησιμοποιείται λιγότερος χάλυβας για ειδικές περιπτώσεις, επειδή χρησιμοποιείται πλέον κατά περισσότερο αποτελεσματικό τρόπο. Η διαρκής εξέλιξη από την ποσοτική προς την ποιοτική ανάπτυξη, καθώς και η επέκταση του τριτογενούς τομέα προκάλεσαν στην Ευρώπη την κατάρρευση της ζήτησης χάλυβα.

3.17

Παρά τη στασιμότητα στη χρησιμοποίηση χάλυβα από το 1975, το δυναμικό της παραγωγής άνθρακα αυξήθηκε και πάλι σημαντικά. Το παγκόσμιο ονομαστικό δυναμικό της παραγωγής ακατέργαστου χάλυβα αυξήθηκε κατά 150 εκατομμύρια τόνους μεταξύ του 1974 και του 1983, ενώ κατά την ίδια περίοδο η παγκόσμια ζήτηση χάλυβα μειώθηκε κατά 44 εκατομμύρια τόνους. Παράλληλα, η ανάπτυξη του δυναμικού στις «νέες» χώρες παραγωγής χάλυβα και στις χώρες του ανατολικού μπλοκ μειώθηκε σε μεγάλο βαθμό. Συγκρινόμενο με την πραγματική χρησιμοποίηση χάλυβα, το ονομαστικό υπερβάλλον παραγωγικό δυναμικό κατά το 1974 ανερχόταν σε 130 εκατομμύρια τόνους παγκοσμίως και σχεδόν τριπλασιάστηκε εντός μίας δεκαετίας (343 εκατομμύρια τόνοι).

3.18

Δεδομένου ότι η κατάρρευση της ζήτησης εθεωρείτο τότε ότι αποτελούσε καθαρά συγκυριακό φαινόμενο, διατηρήθηκε το δυναμικό παρά τη λήψη μέτρων για την αντιμετώπιση της κρίσης. Αυτά τα μέτρα δεν κατάφεραν να αντιμετωπίσουν την πίεση της προσφοράς, να εμποδίσουν τον πόλεμο των τιμών στην ευρωπαϊκή αγορά χάλυβα και να συγκρατήσουν την πτώση των τιμών. Οι επιχειρήσεις με υψηλό κόστος παραγωγής και με περιορισμένα αποθέματα αντιμετώπιζαν όλο και περισσότερες δυσχέρειες. Ζήτησαν την υποστήριξη του κράτους, την οποία συνήθως είχαν από τις εθνικές κυβερνήσεις τους. Ούτως, τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν ορισμένες επιχειρήσεις κατέστησαν προβλήματα όλου του τομέα. Το σύστημα εθελοντικών αυτοπεριορισμών, το οποίο υιοθετήθηκε από τα μέλη της πρόσφατα ιδρυθείσας ευρωπαϊκής συνομοσπονδίας για τη βιομηχανία χάλυβα «Eurofer», τελικά κατέρρευσε εξαιτίας του γεγονότος ότι καμία από τις μεγάλες επιχειρήσεις δεν συμμετείχε πλέον.

Η επιβληθείσα ρύθμιση της αγοράς (1980-1985)

3.19

Μετά από την κατάρρευση του εθελοντικού συστήματος, η Επιτροπή αναγκάσθηκε το Φθινόπωρο του 1980, να δηλώσει ότι επρόκειτο για έκδηλη κρίση και να θεσπίσει ένα υποχρεωτικό σύστημα ποσοστώσεων παραγωγής (σύστημα υποχρεωτικών ποσοστώσεων) για όλες τις χαλυβουργίες της ΕΚ. Έκτοτε, η Επιτροπή όριζε σε τριμηνιαία βάση τις ποσοστώσεις παραγωγής. Το σύστημα προέβλεπε τη δυνατότητα επιβολής κυρώσεων σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Επιπλέον, ορίζονταν ειδικές ελάχιστες τιμές για συγκεκριμένα προϊόντα. Η σταθεροποίηση των τιμών και η μείωση του δυναμικού, λαμβανομένων υπόψη των κοινωνικών και περιφερειακών πτυχών, αποτελούσαν τα κεντρικά σημεία της υιοθετηθείσας προσέγγισης. Για κάθε επιχείρηση παραγωγής χάλυβα της ΕΚ, ορίσθηκαν ποσοστώσεις παραγωγής, καθώς και ποσοστώσεις εφοδιασμού της κοινής αγοράς. Συνάφθηκαν, επίσης, συμφωνίες αυτοπεριορισμού με 15 χώρες εισαγωγής. Ενόψει των χαμηλών παγκόσμιων τιμών για τα προϊόντα του χάλυβα, ήταν σημαντικό να αποφευχθούν απώλειες όσον αφορά τις εξαγωγές, οι οποίες θα απαιτούσαν πρόσθετες επιδοτήσεις εκ μέρους της ΕΚ, λαμβανομένων υπόψη των όρων του συστήματος κρίσης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, περίπου ποσοστό 70 % της ευρωπαϊκής παραγωγής χάλυβα υπαγόταν στο σύστημα των ποσοστώσεων.

3.20

Ωστόσο, ο πολιτικός στόχος για τη σταδιακή μείωση του δυναμικού αρχικά δεν επετεύχθη. Οι ελπίδες των ενδιαφερόμενων επιχειρήσεων για την αναθέρμανση της ζήτησης και την εξάλειψη των ανταγωνιστών, καθώς και κρατικές ενισχύσεις και ο έλεγχος της προσφοράς εμπόδισαν τη μείωση του δυναμικού των λιγότερο ανταγωνιστικών επιχειρήσεων. Η μείωση του δυναμικού επιτεύχθηκε μόνο σταδιακά χάρη στο δεύτερο κώδικα για τις κρατικές ενισχύσεις, ο οποίος όριζε ως προϋπόθεση για τη χορήγηση ενίσχυσης την εφαρμογή ενός προγράμματος αναδιάρθρωσης. Η ισχύς του υποχρεωτικού συστήματος ποσοστώσεων, η οποίο αρχικά προοριζόταν να διαρκέσει μέχρι το 1981, χρειάσθηκε να ανανεωθεί επανειλημμένα εξαιτίας του ανταγωνισμού.

3.21

Προκειμένου να υλοποιηθεί η αναπόφευκτη μείωση του δυναμικού, η Επιτροπή επέλεξε ως μέσον πίεσης τις κρατικές ενισχύσεις, οι οποίες απαγορεύονταν από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ, και θεσπίζοντας ένα νέο κώδικα για τις ενισχύσεις, νομιμοποίησε αυτή τη μέχρι τότε παράνομη πρακτική, ενώ παράλληλα απαίτησε ένα δικαίωμα έγκρισης, το οποίο συνέδεσε με τη μείωση του δυναμικού. Αυτή η φάση της πολιτικής για τη χαλυβουργία διήρκεσε μέχρι τα τέλη του 1985. Σε αντάλλαγμα της έγκρισης των κρατικών ενισχύσεων και με τη διατήρηση του συστήματος των ποσοστώσεων, το δυναμικό μειώθηκε περίπου κατά 44 εκατομμύρια τόνους ακατέργαστου χάλυβα και κατά 32 εκατομμύρια τόνους χάλυβα θερμής έλασης.

Η σταδιακή ελευθέρωση της αγοράς (από το 1985)

3.22

Μόνο κατά την περίοδο 1983-1985, χορηγήθηκαν περί τα 15 δισεκατομμύρια ευρώ κρατικών ενισχύσεων στις επιχειρήσεις χαλυβουργίας. Αντί να εναρμονίσουν τους κανόνες του ανταγωνισμού, οι πολιτικοί φορείς λήψης αποφάσεων έκαναν ελάχιστη χρήση της δυνατότητας να επιβάλουν στις οικονομικά ενισχυόμενες επιχειρήσεις την εξάλειψη του απαιτούμενου δυναμικού. Κατ αυτόν τον τρόπο, καθυστέρησαν την εξάλειψη του υπερβάλλοντος δυναμικού, το απαιτούσε από καιρό η αγορά.

3.23

Το 1985, δηλώνοντας ότι η έκδηλη κρίση είχε παρέλθει, η Επιτροπή ζήτησε τελικά το ριζικό αναπροσανατολισμό της κοινοτικής πολιτικής για την αγορά χάλυβα. Σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά από τη χορήγηση 15 δισεκατομμυρίων ευρώ κρατικών ενισχύσεων, οι δυνάμεις της αγοράς όφειλαν, αρχικά στο πλαίσιο της απόδοσης μεγαλύτερης ευελιξίας στο σύστημα των ποσοστώσεων και, στη συνέχεια, της πλήρους ελευθέρωσης, να εξαλείψουν το υπερβάλλον δυναμικό, σύμφωνα με τις επιταγές της αγοράς, ενέργεια η οποία προφανώς δεν ήταν δυνατόν να αποδώσει μέσω των παρεμβατικών μέτρων των Βρυξελλών. Ωστόσο, κατά την εν λόγω αιφνίδια αλλαγή κατεύθυνσης, η Επιτροπή αγνόησε το γεγονός ότι τα δισεκατομμύρια ευρώ κρατικών ενισχύσεων που χορηγούσε μέχρι τα τέλη του 1985 θα επιδρούσαν επί του ανταγωνισμού μόνο κατά τα επόμενα έτη. Μέχρι τα τέλη του 1986, η Επιτροπή περιόρισε δραστικά το μερίδιο των προϊόντων που υπόκειντο σε ρύθμιση.

3.24

Παρά την εξάλειψη δυναμικού 40 εκατομμυρίων τόνων περίπου και την απώλεια δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας, ένα υπερβάλλον δυναμικό παραγωγής 25 εκατομμυρίων τόνων εξακολουθούσε να ασκεί πίεση στην αγορά κατά την εν λόγω περίοδο.

3.25

Από το 1987, μία βραχυπρόθεσμη αύξηση της ζήτησης επέτρεψε, τελικά, στην Επιτροπή να υποστηρίξει ότι η βιομηχανία χάλυβα δεν θα πρέπει να θεωρείται πλέον ότι διέρχεται κρίση. Καταργήθηκαν ρυθμιστικά μέτρα, όπως τα πιστοποιητικά παραγωγής και η υποχρεωτική καταγραφή των παραδόσεων. Η πίεση επί των εθνικών κυβερνήσεων και επί της Επιτροπής αυξήθηκε, έτσι ώστε το 1985 υιοθετήθηκε ο τρίτος, το 1989 ο τέταρτος και το 1992 ο πέμπτος κώδικας για τις ενισχύσεις στη χαλυβουργία, προκειμένου να σταματήσει οριστικά η ροή των ενισχύσεων. Στο εξής θα επιτρέπονταν μόνο οι ενισχύσεις για την έρευνα και ανάπτυξη και για την προστασία του περιβάλλοντος, καθώς και ορισμένες ειδικές ενισχύσεις για τη διακοπή λειτουργίας (3) οι οποίες θα χρηματοδοτούνταν σχεδόν αποκλειστικά από τα αχρησιμοποίητα αποθεματικά του ταμείου της ΕΚΑΧ.

3.26

Μετά από μία σύντομη άνοδο το 1990, η ζήτηση χάλυβα μειώθηκε εκ νέου, ενώ έπεσαν και οι τιμές του χάλυβα κατά περίπου 20 %. Ούτως, το 1992 ακούσθηκαν και πάλι όλο και περισσότερες εκκλήσεις για νέα παρέμβαση της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, ζητούσαν τριμηνιαίες προβλέψεις για την παραγωγή και την παράδοση ανά προϊόν, την απλούστευση των συγχωνεύσεων, προστασία από τις εισαγωγές από την Ανατολική Ευρώπη, καθώς και ενισχύσεις για αναδιάρθρωση. Προκειμένου να μειωθεί το υπερβάλλον δυναμικό, πρότειναν τη σύμπραξη για την αντιμετώπιση της διαρθρωτικής κρίσης, ένα σύστημα για την κατανομή των βαρών μεταξύ των επιχειρήσεων και την οριστική μείωση του δυναμικού κατά 20 % μέχρι τα τέλη του 1996, συνοδευόμενη από την απόλυση 50 000 εργαζομένων.

3.27

Ωστόσο, η Επιτροπή απέρριψε τη σύμπραξη για την αντιμετώπιση της διαρθρωτικής κρίσης, καθώς και ένα νέο σύστημα παραγωγικών ποσοστώσεων. Το 1993, υπέβαλε δική της πρόταση, η οποία περιλάμβανε μόνο έμμεσα μέτρα. Τα μέτρα αφορούσαν την προ-χρηματοδότηση της εξάλειψης του δυναμικού από την Επιτροπή, την υποστήριξη των συγχωνεύσεων και των παραγωγικών συνεργασιών, την προσωρινή προστασία της αγοράς χάλυβα από τις εισαγωγές από την Ανατολική Ευρώπη, την αυξημένη διαφάνεια της αγοράς μέσω της ενημέρωσης για την παραγωγή και την παράδοση στην ΕΕ, καθώς και την κοινωνική συνοδευτική πτυχή, με σκοπό την ενθάρρυνση της μείωσης του δυναμικού. Εισήχθηκε μία διαδικασία αναδιάρθρωσης, βάσει της οποίας μειώθηκε το παραγωγικό δυναμικό κατά ακόμη 19 εκατομμύρια τόνους, ενώ απολύθηκαν και 100 000περίπου εργαζόμενοι από την κοινοτική βιομηχανία χάλυβα. Το πρότυπο της προ-χρηματοδότησης, το οποίο είχε ήδη εγκριθεί από το Συμβούλιο Υπουργών, τελικά δεν χρησιμοποιήθηκε.

3.28

Το Δεκέμβριο του 1993 και παρά τον πέμπτο κώδικα για τις ενισχύσεις, το Συμβούλιο Υπουργών της ΕΕ ενέκρινε ομόφωνα, μετά από πρόταση της Επιτροπής, νέες κρατικές ενισχύσεις ύψους περί τα 7 δισεκατομμύρια ευρώ για τις επιχειρήσεις ILVA (Ιταλία), CSI και Sidenor (Ισπανία), Siderurgia Nacional (Πορτογαλία), καθώς και EKO και Sachsische Edelstahlwerke (Γερμανία), με αντάλλαγμα τη μείωση του δυναμικού.

Εν συντομία

3.29

Η Συνθήκη ΕΚΑΧ προέβλεπε την αυστηρή απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων στο άρθρο της 4γ. Εντούτοις, η εν λόγω απαγόρευση εμπόδισε μόνο σε περιορισμένο βαθμό τα κράτη μέλη να υποστηρίξουν μαζικά τις χαλυβουργικές βιομηχανίες τους με την πλήρη έγκριση του ανώτατου ευρωπαϊκού επιπέδου. Τα περισσότερα από 70 δισεκατομμύρια ευρώ κρατικών πόρων που καταβλήθηκαν μέχρι τη λήξη της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ καθυστέρησαν τις απαραίτητες προσαρμογές στις βιομηχανικές μεταλλαγές, αν και δεν κατόρθωσαν τελικά να τις αποτρέψουν. Κατά τη δεκαετία του 1990, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ακολούθησε τη δοκιμασμένη βασική προσέγγιση της χορήγησης κρατικών ενισχύσεων με αντάλλαγμα τη μείωση του δυναμικού και κατά την αναδιάρθρωση των βιομηχανιών χάλυβα των ΧΚΑΕ, στο πλαίσιο της προετοιμασίας τους για ένταξη στην ΕΕ.

3.30

Το 1982, τα κράτη μέλη της ΕΚ παρέκαμψαν τις αρχές της αγοράς βάσει πολιτικής συμφωνίας, με τη οποία κατανέμονταν ισότιμα στις χώρες της ΕΚ οι απαιτούμενες θυσίες δυναμικού, παρά το γεγονός ότι η εν λόγω συμφωνία ερχόταν σε αντίφαση με τη Συνθήκη ΕΚΑΧ, η οποία, στο άρθρο της 2, προέβλεπε ότι θα πρέπει να παράγεται χάλυβας εκεί όπου το κόστος παραγωγής είναι το χαμηλότερο. Αντί να ενθαρρυνθεί η εξάλειψη από την αγορά των μη αποδοτικών οικονομικά επιχειρήσεων, συνοδευόμενη από κοινωνικά μέτρα, και, κατ` αυτόν τον τρόπο, η ταχεία εξεύρεση ισορροπίας μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης, τα κράτη μέλη της ΕΕ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χρησιμοποίησαν τα μέσα που προέβλεπε η Συνθήκη ΕΚΑΧ σε περίπτωση κρίσης – και αυτό όχι πάντα προς όφελος όλων των χαλυβουργικών επιχειρήσεων. Για κοινωνικούς, περιφερειακούς και λόγους κατανομής, διατηρήθηκε μη αποδοτικό δυναμικό, ενώ εξαφανίσθηκαν αποδοτικές – κυρίως ιδιωτικές – επιχειρήσεις μαζί με θέσεις εργασίας, οι οποίες θα έπρεπε να θεωρούνται βέβαιες βάσει της συγκριτικής ανάλυσης των επιδόσεων.

3.31

Ωστόσο θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι τα έτη της κρίσης της χαλυβουργίας της ΕΕ ξεπεράσθηκαν σχετικά ανώδυνα. Σε τελική ανάλυση, η χαλυβουργία της ΕΕ απέκτησε τις απαιτούμενες σε διεθνές επίπεδο ανταγωνιστικές διαρθρώσεις. Το τίμημα που χρειάστηκε να καταβάλει για το σκοπό αυτό ανέρχεται σε περισσότερες από 550 000 θέσεις εργασίας, οι περισσότερες στο πλαίσιο κοινωνικών συμφωνιών, ένα ιδιαίτερα υψηλό τίμημα. Η εν λόγω διαδικασία κατάφερε να ολοκληρωθεί μόνο χάρη στον εντατικό διάλογο των κοινωνικών εταίρων.

Οι ενισχύσεις για την έρευνα και ανάπτυξη βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα

3.32

Πολλές από τις τεχνικές καινοτομίες που συνέβαλαν στη μεταλλαγή της ευρωπαϊκής βιομηχανίας χάλυβα εισήχθηκαν ή αναπτύχθηκαν σε μεγάλο βαθμό στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος της ΕΚΑΧ. Η Συνθήκη ΕΚΑΧ προέβλεπε τη διάθεση μέσων για την κοινοτική έρευνα, με σκοπό την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας γενικά και τη βελτίωση της ασφάλειας στην εργασία.

3.33

Το πρώτο ερευνητικό πρόγραμμα της ΕΚΑΧ εγκαινιάσθηκε ήδη το 1955. Έκτοτε, ερευνητές και μηχανικοί στην πρωτοπορία των τεχνολογικών καινοτομιών κατεύθυναν τις εργασίες τους όλο και περισσότερο προς μία ευρωπαϊκή προσέγγιση βάσει της συνεργασίας. Η χαλυβουργία και μαζί της η ευρωπαϊκή κοινωνία επωφελήθηκαν από αυτό τον τύπο συνεργατικής έρευνας, ο οποίος πρόσφερε τη δυνατότητα συντονισμού, συνδυασμού των προσπαθειών και διάθεσης των αποτελεσμάτων σε όλους τους ενδιαφερόμενους. Ούτως, χάρη στις συνεχείς βελτιώσεις, η βιομηχανική καινοτομία προόδευσε ταχέως.

3.34

Η έρευνα ΕΚΑΧ κατόρθωσε να επιτύχει σημαντικά αποτελέσματα και στον τομέα του περιβάλλοντος, ο οποίος είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την κοινωνία. Οι εκπομπές διοξειδίου του θείου μειώθηκαν κατά 70 % και οι εκπομπές αιθάλης περιορίσθηκαν κατά 60 %. Οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα μειώθηκαν κατά το ήμισυ σε σύγκριση με εκείνες των αρχών της δεκαετίας του 1980. Οι ευρωπαίοι παραγωγοί χάλυβα χρησιμοποιούν σήμερα 40 % λιγότερη ενέργεια απ ό,τι πριν από 20 χρόνια για την παραγωγή ενός τόνου χάλυβα.

3.35

Το 1955, ο προϋπολογισμός ΕΚΑΧ διέθετε, αρχικά, μόνο 7 εκατομμύρια ευρώ ετησίως για την κοινοτική έρευνα. Στην Ευρώπη των 15 της δεκαετίας του 1990, το ποσόν αυτό ανερχόταν σε περίπου 50 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Το ερευνητικό πρόγραμμα ΕΚΑΧ χρηματοδοτούσε γενικά μέχρι ποσοστού 60 % τις κοινοτικές ερευνητικές δραστηριότητες που αποσκοπούσαν στη βελτίωση των διαδικασιών, των υλικών και του περιβάλλοντος. Από το 1983, χορηγούνταν επιπλέον ερευνητική ενίσχυση ποσοστού 40 % σε πρότυπα και ερευνητικά σχέδια.

3.36

Κατ αυτόν τον τρόπο, κάθε ευρώ που επενδύθηκε στην έρευνα ΕΚΑΧ απέδωσε κατά μέσο όρο 13 ευρώ. Εντός αυτού του πλαισίου, δεν είναι παράδοξο το γεγονός ότι, κατά τη λήξη της ισχύος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, τα κράτη μέλη της ΕΕ αποφάσισαν ομόφωνα να χρησιμοποιήσουν τους εναπομείναντες πόρους, οι οποίοι προήλθαν από τις συνεισφορές των επιχειρήσεων άνθρακα και χάλυβα, αποκλειστικά για τη συνέχιση της τομεακής έρευνας στον τομέα άνθρακα και χάλυβα. Οι κατευθυντήριες γραμμές που υιοθετήθηκαν στοχεύουν στη χρησιμοποίηση των ετήσιων τόκων της μετά-ΕΚΑΧ εποχής, οι οποίοι ανέρχονται σε περίπου 60 εκατομμύρια ευρώ, αποκλειστικά για την έρευνα στον τομέα της χαλυβουργίας, και ειδικότερα για:

τη νέα και περαιτέρω ανάπτυξη της παραγωγής και των παραγωγικών μεθόδων,

την ανάπτυξη και τη χρήση των υλικών,

τη βελτίωση της χρήσης των πόρων,

την προστασία του περιβάλλοντος, και

την προστασία της υγείας και την ασφάλεια στους χώρους εργασίας.

Μία ανταγωνιστική βιομηχανία χάλυβα στις αρχές του 21ου αιώνα

3.37

Η βιομηχανία χάλυβα της ΕΕ, είναι καλά προετοιμασμένη για την αντιμετώπιση της διεύρυνσης αλλά και προκείμενου να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παγκόσμιου ανταγωνισμού. Κατά τα τελευταία έτη, ενισχύθηκε τεχνολογικά, οικονομικά αλλά και από οικολογικής απόψεως. Ορισμένες πρώην κρατικές επιχειρήσεις χρησιμοποίησαν τις χρηματοδοτικές ενισχύσεις που εισέπραξαν για στοχευόμενες επενδύσεις, κατορθώνοντας, κατ` αυτόν τον τρόπο και μέσω του τεχνολογικού εκσυγχρονισμού και της εκλογίκευσης των διαρθρώσεών τους να κατέχουν σήμερα ηγετική θέση στην παγκόσμια αγορά.

3.38

Η βιομηχανία χάλυβα κατάφερε να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της παγκοσμιοποίησης και της βιώσιμης ανάπτυξης. Προφανώς, η ευρωπαϊκή χαλυβουργία κατάφερε να άντλησε διδάγματα από την κρίση στον τομέα του χάλυβα στις δεκαετίες 70, 80 και 90. Ο τομέας αυτός είναι, επί του παρόντος, τόσο ανταγωνιστικός, ώστε ακόμα και σε χαλεπούς από οικονομικής απόψεως καιρούς να μπορεί να σημειώνει συνολικά εξαιρετικές επιδόσεις.

3.39

Η μεγάλη ζήτηση χάλυβα στην εσωτερική αγορά της ΕΕ επιβεβαιώνει τις μεγάλες προσπάθειες που καταβλήθηκαν επιτυχώς από τις ευρωπαϊκές χαλυβουργικές επιχειρήσεις για την ενίσχυση της αποδοτικότητάς τους, με την παράλληλη βελτίωση της ποιότητας και την προσέγγιση των πελατών τους. Οι ευρωπαίοι παραγωγοί χάλυβα, με συγχωνεύσεις και εξαγορές, καθώς και με την αύξηση της αποδοτικότητας και την περικοπή των δαπανών, έθεσαν τα θεμέλια για την ανταγωνιστικότητα του τομέα κατά τον 21ο αιώνα. Οι όροι «κρατικές ενισχύσεις για τη σωτηρία και την αναδιάρθρωση» έχουν εξαφανιστεί από το λεξιλόγιο των επιχειρήσεων. Με τη σαφή υποστήριξή της για τη διατήρηση αυστηρών κανόνων όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις ακόμα και μετά τη λήξη της συνθήκης ΕΚΑΧ, η ευρωπαϊκή χαλυβουργία θέλησε να επισημάνει ότι οι καιροί της «νοοτροπίας των κρατικών ενισχύσεων» και των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού έχουν παρέλθει οριστικά.

3.40

Ωστόσο, η περίοδος της εξυγίανσης και των βιομηχανικών μεταλλαγών συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ορισμένες επιχειρήσεις ήδη διαπραγματεύονται διηπειρωτικές συμφωνίες. Σημαντικό αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων έχει, επί του παρόντος, η βιομηχανική ανάπτυξη της Κίνας. Η ραγδαία αυξανόμενη ζήτηση χάλυβα εκ μέρους της Κίνας οξύνει την κατάσταση όσον αφορά τη ζήτηση στην παγκόσμια αγορά πρώτων υλών. Οι κινεζικές εισαγωγές, για παράδειγμα σε σιδηρομετάλλευμα και απορρίμματα χυτοσιδήρου, προκαλούν συμφόρηση στις παγκόσμιες αγορές, εκτοξεύοντας στα ύψη τις τιμές των πρώτων υλών και των ναύλων.

3.41

Επί του παρόντος, πραγματοποιούνται με επιταχυνόμενο ρυθμό διαρθρωτικές αλλαγές στις χαλυβουργικές βιομηχανίες των νέων κρατών μελών. Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης όσον αφορά την αναδιάρθρωση της χαλυβουργίας, συγκρίνονται, κατά το μάλλον ή ήττον, με την προ 25ετίας κατάσταση που βίωσε η Δυτική Ευρώπη, παρόλο που η παγκοσμιοποίηση των αγορών έχει έκτοτε προοδεύσει σημαντικά. Στο πλαίσιο αυτό, κρίνεται σκόπιμο για τους εταίρους στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη να επωφεληθούν και αυτοί από τις αποκομισθείσες εμπειρίες των αναδιαρθρώσεων που πραγματοποιήθηκαν στην Δυτική Ευρώπη καθώς και από τον κοινωνικό διάλογο.

3.42

Ως αντιστάθμισμα για τη χορήγηση ειδικών κρατικών ενισχύσεων (περίοδος χάριτος), οι χώρες ΧΚΑΕ υποχρεώθηκαν, ήδη από τη σύναψη των ευρωπαϊκών συμφωνιών των αρχών της δεκαετίας του 90, να θεσπίσουν αποτελεσματικά μέτρα αναδιάρθρωσης, να περιορίσουν σε μεγάλο βαθμό το πλεονάζον δυναμικό και να αποδείξουν ότι οι χρηματοδοτούμενες επιχειρήσεις παρουσιάζουν μεγαλύτερη εμπορική βιωσιμότητα. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ελεύθερος και θεμιτός ανταγωνισμός στην αγορά χάλυβα της ΕΕ και μετά τη διεύρυνσή της, τα νέα κράτη μέλη υποχρεούνται, σύμφωνα με τις συνθήκες προσχώρησης, να συμμορφωθούν με το κεκτημένο της ΕΕ (π.χ. τις οδηγίες και αποφάσεις-πλαίσιο στον τομέα του ανταγωνισμού και των κρατικών ενισχύσεων, της φορολογίας, του περιβάλλοντος και της κοινωνικής πολιτικής, ...). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα πρέπει να παρακολουθεί στενά τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων, προκειμένου να διασφαλισθεί ότι οι εθνικές κυβερνήσεις των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης τηρούν αυστηρά τις συμφωνηθείσες κοινοτικές ρυθμίσεις τις σχετικές με τις ενισχύσεις και ότι το μη αποδοτικό δυναμικό περιορίζεται πραγματικά, σύμφωνα με τον προγραμματισμό και λαμβανομένης υπόψη της πραγματικής ζήτησης.

4.   Το ισχύον καθεστώς της ΕΕ για τις ενισχύσεις στον τομέα του χάλυβα μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για τις διεθνείς συμφωνίες περί ενισχύσεων;

4.1

Οι συνέπειες στις ΗΠΑ των δυσχερειών της παγκόσμιας αγοράς χάλυβα ανάγκασαν την αμερικανική κυβέρνηση, το Μάρτιο του 2002, να προστατεύσει την εγχώρια αγορά χάλυβα με την προσωρινή επιβολή τελωνειακών δασμών, σύμφωνα με το άρθρο 201 του αμερικανικού εμπορικού κώδικα, αλλά κατά παράβαση των κανόνων του ΠΟΕ. Λαμβανομένης υπόψη της υψηλής ρευστότητας του εμπορίου χάλυβα, η οποία οφείλεται στην ύπαρξη παγκοσμίως πλεονάζοντος και μη αποδοτικού δυναμικού παραγωγής, η κυβέρνηση Bush δήλωσε, παράλληλα, πρόθυμη να υποστηρίξει την ανάληψη διεθνών διαπραγματεύσεων για τη μείωση του μη αποδοτικού δυναμικού και τον περιορισμό, σε παγκόσμιο επίπεδο, των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της χαλυβουργίας.

4.2

Τα κράτη μέλη της ΕΕ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζουν κάθε προσπάθεια για την αυστηρότερη ρύθμιση των κρατικών ενισχύσεων στον τομέα της χαλυβουργίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Η ανάληψη πολυμερών διαπραγματεύσεων στους κόλπους του ΟΟΣΑ στο Παρίσι, το Δεκέμβριο του 2002, πρόσφερε τη δυνατότητα στη, ΕΕ να προτείνει το δικό της δοκιμασμένο καθεστώς ενισχύσεων στη χαλυβουργία ως βάση μίας διεθνούς συμφωνίας για τις ενισχύσεις στον τομέα του χάλυβα (SSA).

4.3

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή συμμερίζεται το διάβημα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αν και η κοινοτική βιομηχανία χάλυβα φαίνεται να διατηρεί επιφυλάξεις ως προς την αποφασιστικότητα άλλων χωρών και περιοχών να περικόψουν τις ενισχύσεις στη χαλυβουργία και, κατά συνέπεια, να συνάψουν μία αποτελεσματική διεθνή συμφωνία για τις ενισχύσεις στον τομέα του χάλυβα (SSA), η οποία να περιλαμβάνει υποχρεώσεις κοινοποίησης και κυρώσεις. Η ΕΟΚΕ εκφράζει, επίσης, την ανησυχία της για το γεγονός ότι το πρόβλημα των κρατικών ενισχύσεων και του δυναμικού δεν εξετάζεται και δεν διευθετείται ταυτόχρονα με το ζήτημα των αμυντικών εμπορικών μέσων που χρησιμοποιούνται παράνομα και προκαλούν στρεβλώσεις στην αγορά.

4.4

Οι ευρωπαίοι παραγωγοί χάλυβα προχωρούν περισσότερο από τους περισσότερους εθνικούς εκπροσώπους στον ΟΟΣΑ και όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής μιας ενδεχόμενης διεθνούς συμφωνίας για τις ενισχύσεις στον τομέα του χάλυβα (SSA). Οι παραγωγοί χάλυβα της ΕΕ τάσσονται ομόφωνα, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων του ΟΟΣΑ, υπέρ της απαγόρευσης όλων των κρατικών ενισχύσεων που συμβάλλουν στην αύξηση του δυναμικού ή στη διατήρηση του μη αποδοτικού δυναμικού. Η απαίτηση αυτή, δεν αφορά, επομένως, μόνο τις ειδικές ενισχύσεις που χορηγούνται σε επιλεγμένες χαλυβουργίες, αλλά και τις μη ειδικές ή τις αποκαλούμενες κρατικές ενισχύσεις γενικού χαρακτήρα.

4.5

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη των ευρωπαϊκών χαλυβουργιών ότι δηλαδή θα πρέπει να χορηγούνται κρατικές ενισχύσεις μόνο σε περίπτωση που δεν επιδρούν αρνητικά στην ανάπτυξη του δυναμικού στον τομέα του χάλυβα, στο θεμιτό ανταγωνισμό ή στις εμπορικές ροές. Βάσει αυτού, η ΕΟΚΕ προτείνει τις ακόλουθες παρεκκλίσεις στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων του ΟΟΣΑ:

Ενισχύσεις για οριστική παύση λειτουργίας. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι ενισχύσεις για την αποσυναρμολόγηση και την αποκατάσταση του τοπίου, καθώς και για την εξομάλυνση των κοινωνικών επιπτώσεων της παύσης λειτουργίας.

Περιορισμένες και αυστηρά καθορισμένες ενισχύσεις για την έρευνα και την ανάπτυξη, καθώς και για την περιβαλλοντική προστασία, συμπεριλαμβανομένων των μειώσεων φόρων για την ενέργεια /οικολογική διαχείριση. Όσον αφορά τις ενισχύσεις για την περιβαλλοντική προστασία, θα πρέπει να καταστεί σαφές ότι δεν θα επιτρέπεται η κρατική χρηματοδοτική στήριξη για τη συμμόρφωση με τους υποχρεωτικούς περιβαλλοντικούς κανόνες. Κάτι τέτοιο, εξάλλου, δεν ζητείται ούτε για την ευρωπαϊκή χαλυβουργία. Είναι δυνατόν, ωστόσο, να χορηγούνται περιορισμένες ενισχύσεις για εθελοντικές επενδύσεις, προκείμενου να δοθεί έναυσμα στις επιχειρήσεις να εφαρμόζουν, στο πλαίσιο των οικονομικών δραστηριοτήτων τους, περισσότερο αυστηρούς περιβαλλοντικούς κανόνες από τις ελάχιστους οικολογικές προδιαγραφές που ισχύουν στην ΕΕ.

4.6

Στο πλαίσιο της συμφωνίας για τις κρατικές ενισχύσεις θα πρέπει να ληφθεί εξίσου υπόψη, ότι τουλάχιστον ορισμένες αναπτυσσόμενες οικονομίες διαθέτουν ήδη μια πλήρως ανταγωνιστική χαλυβουργία. Η χαλυβουργία σε ορισμένες χώρες με αναδυόμενη ή αναπτυσσόμενη οικονομία μπορούν να επωφελούνται από ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, όπως είναι το χαμηλό κόστος εργασίας, η πρόσβαση σε πρώτες ύλες, οι λιγότερο αυστηροί περιβαλλοντικοί κανόνες και η προστασία από τους υψηλούς δασμούς επί των εισαγωγών. Για το λόγο αυτό, είναι δυνατόν να χορηγούνται κρατικές ενισχύσεις για τη χαλυβουργία στις εν λόγω οικονομίες, υπό την προϋπόθεση:

ότι οι σχετικές κρατικές ενισχύσεις χορηγούνται κατά περίπτωση και ανάλογα με την κατάσταση της επιχείρησης και της χώρας, ελέγχοντας παράλληλα κατά πόσον η χρησιμοποίηση των χρηματοδοτικών μέσων συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων,

ότι υπόκεινται σε αυστηρές καταληκτικές ημερομηνίες,

ότι εντάσσονται στο πλαίσιο εγκεκριμένου σχεδίου αναδιάρθρωσης που διασφαλίζει την μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των σχετικών επιχειρήσεων,

και ότι, υπό κανονικές συνθήκες, οδηγούν στη μείωση του δυναμικού και σε καμία περίπτωση στην αύξησή του.

5.   Συμπεράσματα

5.1

Οι αποκτηθείσες εμπειρίες από την αναδιάρθρωση της ευρωπαϊκής χαλυβουργίας βιομηχανίας καταδεικνύουν ότι οι κρατικές ενισχύσεις αποτελούν «αμφίρροπο» μέσο. Ευνοούν αποκλειστικά ορισμένες επιχειρήσεις, παρεμποδίζουν τον ανταγωνισμό και οδηγούν σε εμφανώς ακατάλληλη κατανομή των πόρων. Οι ειδικές ενισχύσεις είναι σε θέση να προωθήσουν και να ελέγξουν τις βιομηχανικές μεταλλαγές μόνο σε περιορισμένο βαθμό. Αυτές, αν και μπορούν να ανακουφίσουν τις κοινωνικές συνέπειες, δεν είναι, σε τελική ανάλυση, σε θέση να διασφαλίσουν μεσοπρόθεσμα και ακόμη λιγότερο μακροπρόθεσμα τη διατήρηση του μη αποδοτικού δυναμικού.

5.2

Προκύπτει, επίσης, το ερώτημα κατά πόσον θα ήταν δυνατόν να αξιοποιηθούν με καλύτερο τρόπο, όπως για παράδειγμα στους τομείς της κατάρτισης και της έρευνας, τα εν προκειμένω χρησιμοποιούμενα υπέρογκα ποσά που προέρχονται από τη φορολογία.

5.3

Ένα άλλο πρόβλημα συνιστά το γεγονός ότι, κατά την περίοδο της κρίσης της χαλυβουργίας, αν και η κατάσταση από νομικής απόψεως (άρθρο 4, εδάφιο γ, της Συνθήκης ΕΚΑΧ) ήταν σαφής (απαγόρευση όλων των ενισχύσεων), εντούτοις υπονομεύθηκε μέσω των ποικίλων κωδίκων για τις ενισχύσεις, των αποφάσεων του Συμβουλίου των Υπουργών και των δικαστικών αποφάσεων και, ως εκ τούτου, ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Οι χαλυβουργικές επιχειρήσεις δεν διέθεταν ασφαλή χρονοδιαγράμματα ή πλαίσια προγραμματισμού.

5.4

Είναι, επομένως, εξαιρετικό σημαντικό να μεριμνήσουμε για την αυστηρή εφαρμογή, στο πλαίσιο της προσχώρησης των δέκα ή δώδεκα νέων κρατών μελών, των ρυθμίσεων που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα του χάλυβα, οι οποίες είναι αρκετά σαφείς, και να πατάξουμε κάθε παράβαση, όπως στην περίπτωση της εταιρείας USS Kosice.

5.5

Τα λάθη που έγιναν στην ΕΕ των 15 δεν θα πρέπει να επαναληφθούν.

5.6

Η επανάληψη των διαπραγματεύσεων στους κόλπους του ΟΟΣΑ που έχουν εντωμεταξύ διακοπεί, κρίνονται σκόπιμες, μόνο εφόσον οδηγούν στη βιώσιμη βελτίωση της υφισταμένης κατάστασης, δηλαδή:

Χωρίς υπέρμετρες παραχωρήσεις σε χώρες με αναπτυσσόμενη, αναδυόμενη ή μεταβατική οικονομία, όπως για παράδειγμα η Κίνα,

Χωρίς την κατάργηση των αναγκαίων ρυθμίσεων στην ΕΕ στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης, περιβαλλοντικών μέτρων (όπως, για παράδειγμα, μειώσεις των φόρων για επιχειρήσεις που λαμβάνουν οικολογικά μέτρα, προκειμένου να προληφθούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού) ή ρυθμίσεων για την παύση ασύμφορων παραγωγικών μονάδων, και

Χωρίς αντισταθμιστικούς δασμούς κατά την εξαγωγή χαλυβουργικών προϊόντων, εξαιτίας ανάλογων φοροαπαλλαγών.

Βρυξέλλες 27 Οκτωβρίου 2004

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  COM(2004) 274 τελικό. Επί του παρόντος, η εν λόγω ανακοίνωση αποτελεί αντικείμενο εξέτασης στο πλαίσιο της γνωμοδότησης CCMI 017 ( Εισηγητής: κ. Van Iersel), καθώς και της γνωμοδότησης πρωτοβουλίας CCMI 014 με θέμα «Μετεγκαταστάσεις επιχειρήσεων», εισηγητής: ο κ. Rodriguez Garcia Caro.

(2)  Η τελευταία παρέκκλιση, η ισχύς της οποίας έληξε το 2000, από τη γενική κατάργηση των κρατικών ενισχύσεων αφορούσε τις περιφερειακές επενδυτικές ενισχύσεις για τις ελληνικές βιομηχανίες χάλυβα.

(3)  Παράλληλα χρησιμοποιήθηκαν και άλλες μορφές ενίσχυσης όπως οι περιφερειακές επενδυτικές ενισχύσεις, οι οποίες όμως περιορίζονταν στην Πορτογαλία, την Ελλάδα και τις περιοχές της πρώην Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας.


20.5.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/47


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Υγειονομική ασφάλεια: μια συλλογική υποχρέωση, ένα νέο δικαίωμα»

(2005/C 120/10)

Διαδικασία

Στις 28 Ιανουαρίου 2004, και σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2, του Εσωτερικού της Κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση με θέμα «Υγειονομική ασφάλεια: μια συλλογική υποχρέωση, ένα νέο δικαίωμα».

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 22 Σεπτεμβρίου 2004, με βάση εισηγητική έκθεση του κ. BEDοSSA.

Κατά την 412η Σύνοδο Ολομέλειας της 27ης και 28ης Οκτωβρίου 2004 (συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 164 ψήφους υπέρ, 3 κατά και 7 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Εισαγωγή

1.1

Η υγειονομική ασφάλεια των ευρωπαίων πολιτών, που αποτελεί μια από τις βασικότερες πτυχές της δημόσιας υγείας, συνεπάγεται ενίσχυση της συλλογικής υποχρέωσης των αρμοδίων αρχών (ακόμη και στις περιπτώσεις βιοτρομοκρατίας) και, κατά συνέπεια, άσκηση εκ μέρους των πολιτών του νέου δικαιώματος που τους έχει παραχωρηθεί, να τηρούνται δηλαδή ενήμεροι για τις αποφάσεις που αφορούν τον έλεγχο της υγειονομικής ασφάλειας με τρόπο διαφανή.

1.2

Ασφάλεια και σύστημα υγειονομικής περίθαλψης: δύο όροι που συνήθως συνδέονται, έστω και υποσυνείδητα, παρόλο που η έννοια της δημόσιας υγείας συνεχίζει να εκτίθεται σε κοινωνιολογικές πιέσεις και σε ιατρικές συνήθειες εμποτισμένες από διαγνωστικές επιδόσεις και ατομικές θεραπευτικές αγωγές.

1.3

Σε μια εποχή που οι αναταράξεις τις οποίες γνωρίζει η Ευρώπη δείχνουν καθαρά ότι οι υγειονομικοί κίνδυνοι δεν αποτελούν πλέον αποκλειστικά ιατρικό θέμα αλλά έχουν εισβάλει δυναμικά στην κοινωνική και πολιτική αρένα, η χάραξη στρατηγικής για την υγειονομική ασφάλεια είναι πλέον ευθύνη όλων, και ιδίως των πολιτικών ιθυνόντων: οι πολίτες πρέπει στο εξής να έχουν τη βεβαιότητα ότι διαθέτουν τις εγγυήσεις αυτές.

1.4

Η υγειονομική ασφάλεια δεν είναι αυθυπόστατη· εμπλουτίζει και συμπληρώνει τους παραδοσιακούς τομείς της δημόσιας υγείας, και ιδίως την επιδημιολογία, στηρίζεται στους προβληματισμούς και στα συστήματα που αναπτύσσονται για τον έλεγχο των φαρμάκων και επιβάλλεται καθώς ανακαλύπτονται οι ιατρογενείς συνέπειες όλων των ιατρικών πρακτικών.

1.5

Η προσέγγιση της υγειονομικής ασφάλειας δεν διαφέρει από την ιατρική προσέγγιση. Είναι σταδιακή, αποτελεί μια διαδοχή πιθανολογικών επιλογών σε μια δεδομένη στιγμή, οι οποίες υπαγορεύονται από την εκτίμηση της σχέσης κόστους/οφέλους και των ενεχόμενων κινδύνων. Η ποιότητα της υγειονομικής ασφάλειας αντανακλά την ποιότητα του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης.

1.6

Η υγειονομική ασφάλεια βασίζεται σε μια προσέγγιση ιατρικού τύπου και στην άμεση ανάγκη μιας μεθοδολογίας υγειονομικής ασφάλειας, πραγματικής δέσμευσης της δημόσιας δράσης. Το πεδίο της υγειονομικής ασφάλειας είναι βέβαια ευρύτερο δεδομένου ότι συνοδεύεται από συνεχείς ιατρικές καινοτομίες.

1.7

Η έννοια της υγειονομικής ασφάλειας είναι κατ' ανάγκη εξελικτική, ιδίως όταν υπάρχει φόβος πράξεων βιοτρομοκρατίας για παράδειγμα, και δεν μπορεί να περιορίζεται σε άκαμπτους τύπους: πρέπει να βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην επιδίωξη μιας ανέφικτης απόλυτης ασφάλειας και στην αμέλεια ή τη θετική έλλειψη δράσης. Η αυξανόμενη αποτελεσματικότητα του συστήματος υγείας απαιτεί υγειονομική ασφάλεια, αν και δεν πρέπει να παραλειφθεί η σύγκριση με τις φτωχότερες χώρες, των οποίων μοναδικό πρόβλημα σήμερα είναι η απόκτηση των βασικών στοιχείων ενός συστήματος δημόσιας υγείας.

1.8

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία είναι πλουσιότερη και προσκολλημένη στις τεχνικές συνένωσης των κινδύνων, το επόμενο βήμα πρέπει να είναι η συνεκτίμηση της υγειονομικής ασφάλειας σε θεσμική βάση. Για τη συζήτηση και ιδίως τη δημοσιοποίηση των αποφάσεων που αφορούν την υγειονομική ασφάλεια, πρέπει να χρησιμοποιηθούν όλα τα διαθέσιμα μέσα προκειμένου να προσφερθούν στους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης άλλες εναλλακτικές λύσεις πέραν από τον πανικό και την απόκρυψη: έτσι μόνο θα γίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση μια ώριμη δημοκρατία στον τομέα της δημόσιας υγείας.

2.   Ιστορικό της προσέγγισης της Ευρωπαϊκής Ένωσης

2.1

Πριν από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ της 7ης Φεβρουαρίου 1992 για την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι αναφορές των κοινοτικών κειμένων στις υγειονομικές πολιτικές ήταν μόνο περιθωριακές. Η συνθήκη της 25ης Μαρτίου 1957 περί ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (Euratοm) περιλάμβανε ειδικές διατάξεις για την υγειονομική προστασία του πληθυσμού από τους κινδύνους της ιοντίζουσας ραδιενέργειας.

2.2

Ωστόσο, στη Συνθήκη της Ρώμης της 25ης Μαρτίου 1957, η «προστασία της υγείας» αναφερόταν μόνο στο άρθρο 36 της συνθήκης το οποίο προέβλεπε:

2.2.1

«Οι διατάξεις των άρθρων 30 έως και 34 δεν αντιτίθενται στις απαγορεύσεις ή στους περιορισμούς εισαγωγών, εξαγωγών ή διαμετακομίσεων που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφυλάξεως των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία, ή προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας. Οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν δύνανται πάντως να αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.»

2.3

Η εισαγωγή του άρθρου 118A στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη το 1986 διεύρυνε τις αρμοδιότητες των κοινοτικών οργάνων δίνοντας τη δυνατότητα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υποβάλει προτάσεις σε θέματα υγείας, βάσει της ανάγκης «υψηλού επιπέδου προστασίας».

2.4

Μια άλλη έμμεση αναφορά στην προστασία της υγείας υπάρχει στο άρθρο 130Ρ της Συνθήκης της Ρώμης, που προστέθηκε από την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, το οποίο όριζε ότι η δράση της Κοινότητας στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει κυρίως «στην προστασία της υγείας του ανθρώπου».

2.5

Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση τροποποίησε ριζικά τις προοπτικές της ευρωπαϊκές οικοδόμησης στον τομέα της υγείας, δεδομένου ότι εισήγαγε τίτλο X «Δημόσια υγεία», δυνάμει του οποίου «Η Κοινότητα συμβάλλει στην εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της υγείας του ανθρώπου». Σύμφωνα με την παράγραφο 4 αυτού του άρθρου 129, το Συμβούλιο μπορεί να θεσπίσει, για την υλοποίηση των στόχων του, είτε δράσεις ενθάρρυνσης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 189B, είτε να διατυπώσει συστάσεις.

2.6

Η έννοια της προστασίας της υγείας εμφανίζεται επίσης σε άλλα άρθρα της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, δεδομένου ότι το άρθρο 129A για την προστασία των καταναλωτών αναφέρεται κυρίως σε μέτρα προστασίας της υγείας και ασφάλειας των καταναλωτών.

2.7

Ένα ακριβές νομικό πλαίσιο επιτρέπει στα ευρωπαϊκά όργανα να αναπτύξουν τις δραστηριότητές τους στον τομέα της δημόσιας υγείας, πλαίσιο το οποίο θα βελτιωθεί στο άρθρο 179 του σχεδίου Συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης:

1.

«Κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή όλων των πολιτικών και δράσεων της Ένωσης, εξασφαλίζεται υψηλού επιπέδου προστασία της υγείας του ανθρώπου».

2.

«Η δράση της Ένωσης, η οποία συμπληρώνει τις εθνικές πολιτικές, αποβλέπει στη βελτίωση της δημόσιας υγείας καθώς και στην πρόληψη της ανθρώπινης ασθενείας σε όλες τις μορφές της και στην αποτροπή των πηγών κινδύνου για τη σωματική και ψυχική υγεία. Η δράση αυτή καλύπτει την καταπολέμηση των μεγάλων πληγών της ανθρωπότητας στον τομέα της υγείας, ευνοώντας τη διερεύνηση των αιτίων τους, της μετάδοσης και της πρόληψής τους, καθώς και την ενημέρωση και την διαπαιδαγώγηση στον τομέα της υγείας».

2.8

Οι νέες διαρθρώσεις που δημιουργήθηκαν (Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Αξιολόγηση των Φαρμάκων …) μπορούν να έχουν ακόμη μεγαλύτερο αντίκτυπο αν τα ευρωπαϊκά όργανα επενδύσουν σε μια πολιτική αυξημένης συνεργασίας με τις τρίτες χώρες και τους μεγάλους διεθνείς οργανισμούς – ιδίως με την Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, το Συμβούλιο της Ευρώπης, τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας για τη ραδιοπροστασία, την Υπηρεσία των Ηνωμένων Εθνών για τον έλεγχο των ναρκωτικών και την πρόληψη του εγκλήματος για την τοξικομανία – συνεργασία η οποία πρέπει να συνεχιστεί και να ενισχυθεί.

3.   Οι αρχές της υγειονομικής ασφάλειας

3.1   Η υγειονομική απόφαση

3.1.1

Οι ιατρικές αποφάσεις λαμβάνονται υπό συνθήκες αβεβαιότητας: αβεβαιότητα για τις παθολογίες, τις επενέργειες των θεραπευτικών αγωγών και τους αντίστοιχους κινδύνους τους· ανεπάρκεια όσον αφορά τις ιατρικές πληροφορίες για τον ασθενή, την επιλογή των συμπληρωματικών εξετάσεων, τον υγειονομικό εξοπλισμό· αόριστες ιατρικές ερωτήσεις κυριαρχούμενες από το συναίσθημα ή την ανησυχία και φύσει ανακριβείς κλινικές εξετάσεις.

3.1.2

Η ιατρική πράξη είναι συχνά το αποτέλεσμα μιας σειράς πιθανολογικών αποφάσεων οι οποίες λαμβάνονται υπό συνθήκες αβεβαιότητας: όσο περισσότερες επιλογές και αποφάσεις απαιτούνται για τη διάγνωση ή τη θεραπεία, τόσο περισσότερο αυξάνει ο κίνδυνος ή ακόμη και η πιθανότητα λάθους χωρίς ωστόσο αυτό το λάθος να είναι υποχρεωτικά πλημμελές.

3.1.3

Σε κάθε ιατρική απόφαση ή πράξη υπάρχει ο αστάθμητος παράγοντας, αυτός ο κίνδυνος που δεν μπορεί να ελεγχθεί βάσει των διαθέσιμων επιστημονικών γνώσεων, αυτός ο αναπόφευκτος στατιστικός κίνδυνος που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ιατρικής επιστήμης.

3.1.4

Η υγειονομική αβεβαιότητα οφείλεται σε ανθρώπινους παράγοντες: σφάλμα ή μη πλημμελές λάθος του ιατρού και αίτια που σχετίζονται με γεγονότα: γνωστοί αλλά στατιστικά αναπόφευκτοι κίνδυνοι δεδομένων των διαθέσιμων επιστημονικών γνώσεων και άγνωστοι κίνδυνοι πάντα πιθανοί.

3.1.5

Δεν είναι δυνατό να γίνεται λόγος για υγειονομική ασφάλεια χωρίς να υπενθυμίζονται αυτά τα βασικά χαρακτηριστικά της ιατρικής απόφασης. Όταν διακυβεύεται η υγεία ή η ζωή, είναι συχνά δύσκολο να αρκεστεί κανείς μόνο σε αυτό που είναι δυνατό. Ωστόσο, δεν υπάρχει ιατρική δραστηριότητα χωρίς κινδύνους, γιατί δεν υπάρχει ζωή χωρίς κινδύνους.

3.2.   Η σχέση οφελών/κινδύνων

3.2.1

Το ίδιο ισχύει και για όλες τις υγειονομικές αποφάσεις όπως και για τις ιατρικές αποφάσεις και η έλλειψη δράσης αποτελεί απόφαση κατά τον ίδιο τρόπο με τη δράση· η έλλειψη δράσης μπορεί να είναι αξιόμεμπτη.

3.2.2

Πρέπει να σταθμιστεί ο θεραπευτικός κίνδυνος έναντι των κινδύνων αυτόματης εξέλιξης. Η παράλογη άρνηση του κινδύνου σε θέματα υγείας είναι εξίσου ανεύθυνη με την αμέλεια.

3.2.3

Αυτή η πρακτική των οφελών/κινδύνων είναι πολύ απομακρυσμένη από τις ανησυχίες μιας ευρωπαϊκής κοινωνίας που έχει κατορθώσει να μειώσει σημαντικά τους φυσικούς κινδύνους.

3.2.4

Για την αξιολόγηση της υγειονομικής ασφάλειας μιας πράξης ή ενός προϊόντος, θα ήταν σκόπιμο να χρησιμοποιηθεί μια κλίμακα κινδύνου που να επιτρέπει τον προσδιορισμό του ελάχιστου και όχι του μηδενικού κινδύνου. Σε αυτή τη σχέση οφελών/κινδύνων θα πρέπει να ληφθούν υπόψη πέντε κριτήρια:

ο βαθμός

η πραγματικότητα

η συχνότητα

η διάρκεια

η ανάγκη.

3.2.5

Εναπόκειται συνεπώς στις δημόσιες αρχές οι οποίες εκτίθενται στις συγκλίνουσες ή αποκλίνουσες πιέσεις της κοινής γνώμης και των παρόχων υγειονομικής περίθαλψης να επιλέξουν, υπό συνθήκες αβεβαιότητας, την πιο απαισιόδοξη – και κατά συνέπεια την πιο συντηρητική –υπόθεση και να υιοθετήσουν την πιο πιθανή εκτίμηση.

3.2.6

Επιπλέον, η υγειονομική απόφαση χρειάζεται ενίοτε να λαμβάνεται σε κατάσταση κρίσης. Στις περιπτώσεις αυτές, οι αρχές πρέπει να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα έναν καταιγισμό προβλημάτων, τις δυσλειτουργίες ορισμένων συστημάτων και τις ριζικά διιστάμενες απόψεις για τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν.

3.2.7

Προκειμένου να αποφευχθεί ο αυτοσχεδιασμός σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, πρέπει να υπάρχουν προκαθορισμένες και δοκιμασμένες διαδικασίες αξιολόγησης, ελέγχου και παρέμβασης και, για τον σκοπό αυτόν, είναι αναγκαία η ανάλυση των προηγούμενων κρίσεων και μια μεθοδολογία υγειονομικής ασφάλειας.

3.2.8

Ανεξάρτητα από τις επιστημονικές και τις ιατρικές εγγυήσεις, η αξιολόγηση της σχέσης οφελών/κινδύνων συχνά περιλαμβάνει «in fine» ένα στοιχείο ενδόμυχης πεποίθησης.

4.   Οι ιατρικές πτυχές της υγειονομικής ασφάλειας

Πέντε παράγοντες είναι αναγκαίοι για τον καθορισμό της.

4.1   Υγειονομική παρακολούθηση

4.1.1

Δεδομένου ότι η επιδημιολογική παρακολούθηση αποτελεί ουσιώδη συνιστώσα της προστασίας της δημόσιας υγείας, πρέπει να καθιερωθεί ειδική υγειονομική παρακολούθηση προκειμένου να διασφαλιστεί η υγειονομική ασφάλεια μέσω ενός Ευρωπαϊκού Κέντρου. (βλ. σημείο 6.3)

4.1.2

Στόχος αυτής της παρακολούθησης είναι ο εντοπισμός των ιατρικών ατυχημάτων και των ιατρογενών παθολογιών, ο προσδιορισμός των απρόβλεπτων ή ανεπιθύμητων ενεργειών που συνδέονται με τη χρήση θεραπευτικών πρωτοκόλλων, η διενέργεια ελέγχων και η ανάλυση των συμπερασμάτων, καθώς και η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των συστημάτων υγειονομικής παρέμβασης, όλες αυτές οι σημαντικές δραστηριότητες για την υγειονομική ασφάλεια.

4.1.3

Στο πλαίσιο αυτής της παρακολούθησης έχουν σημειωθεί πρόοδοι σε διεθνές επίπεδο με την καθιέρωση μηχανισμών ανταλλαγής πληροφοριών και αμοιβαίας προειδοποίησης υπό την αιγίδα της ΠΟΥ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.1.4

Πολυμερή κείμενα ρυθμίζουν τη συνεργασία σε όλα τα επίπεδα, σε όλες τις ειδικότητες και σε όλες τις ηπείρους και καθιστούν, συνεπώς, δυνατή την άμεση λήψη των υγειονομικών μέτρων που μπορούν να διασφαλίσουν το μέγιστο επίπεδο υγειονομικής ασφάλειας.

4.2.   Η επιλογή των θεραπευτικών στρατηγικών

4.2.1

Η ποιότητα και η ασφάλεια της επιλογής της θεραπευτικής στρατηγικής εξαρτώνται κυρίως από τις επιστημονικές προόδους και συνεπώς από τις σχετικές γνώσεις του γιατρού.

Ο πρώτος παράγοντας για τη βελτίωση αυτών των γνώσεων είναι προφανώς η ιατρική και η φαρμακευτική έρευνα και οι επακόλουθες θεραπευτικές ή διαγνωστικές πρόοδοι.

Η αρχική ιατρική εκπαίδευση είναι ο δεύτερος παράγοντας-κλειδί της υγειονομικής ασφάλειας όσον αφορά την επιλογή των στρατηγικών, αρχική εκπαίδευση προσαρμοσμένη τόσο στις επιστημονικές εξελίξεις όσο και στις εξελίξεις της οργάνωσης του συστήματος υγείας.

Τρίτη πτυχή, η συνεχής ιατρική κατάρτιση: η αφομοίωση των πλέον πρόσφατων στοιχείων αποτελεί, σε όλους τους τομείς κινδύνου και υψηλής τεχνολογίας, έναν από τους καθοριστικούς παράγοντες της ασφάλειας.

Τελευταίο στοιχείο που συμβάλλει στην ασφάλεια των θεραπευτικών επιλογών είναι η ιατρική αξιολόγηση, η οποία έχει γίνει ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στην καθημερινή έρευνα, κατάρτιση και εργασία των επαγγελματιών στον τομέα της υγείας.

Η ιατρική αξιολόγηση μπορεί να οριστεί ως το σύνολο των διαδικασιών ελέγχου της ποιότητας του συστήματος περίθαλψης.

Η αξιολόγηση των διαγνωστικών και θεραπευτικών τεχνικών και στρατηγικών συνίσταται στη διασφάλιση της αξιολόγησης των μέσων που τίθενται στη διάθεση των επαγγελματιών στον τομέα της υγείας: ιατρικές τεχνολογίες, διαγνωστικές μέθοδοι, φάρμακα, σύνολο διαδικασιών και υπηρεσιών.

Αυτή η αξιολόγηση της ποιότητας και, κατά συνέπεια, της ποιότητας της υγειονομικής περίθαλψης καθορίζεται από την ΠΟΥ ως εξής:

«Μια διαδικασία που επιτρέπει να διασφαλιστεί σε κάθε ασθενή ο συνδυασμός διαγνωστικών και θεραπευτικών πράξεων που θα του εξασφαλίσει το καλύτερο αποτέλεσμα από άποψη υγείας, σύμφωνα με τις διαθέσιμες επιστημονικές γνώσεις, με το καλύτερο κόστος για ισοδύναμο αποτέλεσμα, με τον μικρότερο ιατρογενή κίνδυνο και με στόχο τη μεγαλύτερη ικανοποίησή του από άποψη διαδικασιών, αποτελεσμάτων και ανθρώπινων επαφών στο πλαίσιο του συστήματος υγείας.»

Στο πλαίσιο της αξιολόγησης πρέπει τέλος να καθοριστούν σημεία αναφοράς, δηλαδή να διατυπωθούν συστάσεις βασισμένες σε λίγο ως πολύ ευρεία συναίνεση στο πλαίσιο ενός ιατρικού σώματος ή εταιρειών/ενώσεων επιστημόνων, αποκαλούμενων «διασκέψεων συναίνεσης», προκειμένου να καταρτιστούν κατευθυντήριες γραμμές.

4.3   Η διενέργεια της υγειονομικής περίθαλψης και των ιατρικών πράξεων

4.3.1

Η τήρηση των υποχρεώσεων ελέγχεται από όλες τις αρχές, ενώ μια πλούσια και ενιαία νομολογία προσδιορίζει την υποχρέωση μέσων των επαγγελματιών στον τομέα της υγείας και καθορίζει την έννοια της ευσυνείδητης, προσεκτικής υγειονομικής περίθαλψης σύμφωνης με τις τρέχουσες επιστημονικές γνώσεις.

4.3.2

Η διενέργεια των ιατρικών πράξεων εξαρτάται ασφαλώς από τα συστήματα υγειονομικής ασφάλειας, τα οποία διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τη φύση των πράξεων και την ύπαρξη των «φυσικών» κινδύνων.

4.3.3

Μόνο η σύγκριση των δυσκολιών των συνυφασμένων με τη διενέργεια των πράξεων, μη λαμβανομένων δηλαδή υπόψη των κινδύνων που μπορούν στατιστικά να αποφευχθούν, ακόμη κι αν είναι περιθωριακοί, καθιστά δυνατό τον καθορισμό των όρων υγειονομικής ασφάλειας που πρέπει να τηρούνται. Πρόκειται για ένα είδος σχέσης οφελών/κινδύνων που καθιστά δυνατό τον καθορισμό του συνήθους επιπέδου υγειονομικής ασφάλειας το οποίο είναι αποδεκτό και αναμενόμενο.

4.4   Η οργάνωση και η λειτουργία των διαρθρώσεων υγειονομικής περίθαλψης

Η υγειονομική ασφάλεια καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την ποιότητα της οργάνωσης και της λειτουργίας του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης.

Η υγειονομική ασφάλεια επιβάλλει σε όλα τα δημόσια ή ιδιωτικά ιδρύματα υποχρέωση μέσων τα οποία προβλέπονται από κανονισμούς και υπόκεινται σε ειδικές άδειες. Το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης πρέπει να είναι σε θέση να ικανοποιεί τις ανάγκες των πληθυσμών και να παρέχει υπηρεσίες υγείας υπό τις καλύτερες συνθήκες ασφαλείας.

4.5   Η χρήση των υγειονομικών αγαθών

4.5.1

Τα υγειονομικά προϊόντα και αγαθά που χρησιμοποιούνται για λόγους πρόληψης, διάγνωσης και θεραπείας υπόκεινται σε αυστηρές «νομοθετικές διατάξεις»:

φάρμακα

ιατρικές συσκευές

προϊόντα ανθρώπινης προέλευσης

αντιδραστήρια εργαστηρίων

νομική βάση των προϊόντων και των στοιχείων ανθρώπινων σωμάτων που χρησιμοποιούνται για θεραπευτικούς σκοπούς.

4.5.2

Οι κανόνες υγειονομικής ασφάλειας που εφαρμόζονται σε αυτά τα προϊόντα και αγαθά αποτελούν μια πραγματική αλυσίδα ασφαλείας.

5.   Προτάσεις – συστάσεις της ΕΟΚΕ

5.1   Οι διοικητικές πτυχές της υγειονομικής ασφάλειας

5.1.1

Η δημόσια υγεία στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει ακόμη λάβει υπόψη τις αρχές της υγειονομικής ασφάλειας.

5.1.2

Η υγειονομική ασφάλεια δεν είναι το αποτέλεσμα εξίσωσης ούτε εφαρμογής τύπων αλλά βασίζεται στο πνεύμα της προφύλαξης και της αντιπαράθεσης.

5.1.3

Η υγειονομική ασφάλεια απαιτεί διασυνοριακή ευαισθητοποίηση και διάρθρωση. Πρέπει να αποφευχθεί η αυταπάτη μιας Γραμμής Μαζινό που θα παρέκαμπτε με ευκολία την επόμενη επιδημία. Οι υγειονομικοί κίνδυνοι είναι απείρως ποικιλόμορφοι και γενικά απρόβλεπτοι. Οι στάσεις απέναντι στην ασθένεια εξελίσσονται, οι ιοί μεταλλάσσονται, οι λοιμώδεις παράγοντες ανανεώνονται ή κρύβονται.

5.2   Σαφώς αναγνωρισμένες αρμοδιότητες

5.2.1

Ελλείψει ειδικών νομικών μέσων για την προστασία της δημόσιας υγείας, ορισμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης τείνουν μερικές φορές να ακολουθούν πλάγιους ή αμφίβολους δρόμους, κυρίως την καταχρηστική προσφυγή στη νομοθεσία για την κοινωνική ασφάλεια, αφού πλέον συνδυάζονται στην ίδια συζήτηση οι υγειονομικές και οι οικονομικές προκλήσεις: παρόλο που είναι θεμιτή η αξιολόγηση του κόστους της υγείας και η επίτευξη της ορθολογικότερης δυνατής χρήσης των περιορισμένων πόρων που διατίθενται για αυτήν, είναι ωστόσο επικίνδυνο να αναμειγνύονται οι δύο προβληματικές.

5.2.2

Άλλο είναι η αναγνώριση της αποτελεσματικότητας, της ποιότητας και της ασφάλειας ενός προϊόντος ή μιας θεραπευτικής αγωγής και άλλο να αποφασίζεται η κάλυψή τους από την κοινωνική ασφάλιση. Οι δυσκολίες λήψης απόφασης στον τομέα της δημόσιας υγείας επιτείνονται από τον ανταγωνισμό μεταξύ διαφόρων αρχών.

5.2.3

Καθορισμός των αρμοδιοτήτων σημαίνει καθορισμός των ευθυνών και, συνεπώς, προσδιορισμός της υγειονομικής αρχής που θα επωμιστεί την ηθική, διοικητική ή/και νομική ευθύνη. Η ευθύνη δεν μπορεί να αναληφθεί πλήρως αν τα κείμενα ενθαρρύνουν, λόγω των κενών τους ή των ασαφειών τους, αντιθέσεις ή παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να στρεβλώσουν τις επιλογές που πρέπει να γίνουν.

5.3   Μια αναγνωρισμένη υγειονομική διοίκηση

5.3.1

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η διοίκηση δημόσιας υγείας είναι ανεπαρκής και τυγχάνει ασθενέστατης νομικής υποστήριξης. Στερείται επίσης ιατρικής νομιμότητας λόγω ανεπάρκειας μέσων. Όλα αυτά πρέπει να βελτιωθούν.

5.3.2

Η δημόσια δράση είναι αποτελεσματική μόνο αν διαθέτει πραγματική νομιμότητα και η υγειονομική διοίκηση μπορεί να ασκήσει πλήρως ρόλο ελέγχου της υγειονομικής ασφάλειας μόνο αν περιβάλλεται από αυτή τη διπλή νομιμότητα: να αναγνωρίζεται από τις αρμόδιες αρχές κάθε χώρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ασφαλώς από την κοινή γνώμη, δηλαδή τους καταναλωτές.

5.3.3

Η επιστημονική και ιατρο-τεχνική αξιοπιστία προϋποθέτει ενίσχυση των μέσων, πρόσληψη τεχνικού προσωπικού υψηλού επιπέδου αλλά επίσης συνεργασία όλων των ευρωπαϊκών και εθνικών οργάνων.

5.3.4

Έχουν καθοριστεί πέντε βασικά καθήκοντα: διατύπωση συστάσεων, εποπτεία, έλεγχος, εκπόνηση γνωματεύσεων και αξιολόγηση.

5.3.5

Η δημιουργία ευρωπαϊκού δικτύου δημόσιας υγείας καταδεικνύει τη βούληση όλων των ευρωπαϊκών δημοσίων αρχών να συνενώσουν τους παράγοντες της δημόσιας υγείας και να καταστήσουν τα υφιστάμενα μέσα υγειονομικής επαγρύπνησης συνεκτικότερα και αποτελεσματικότερα.

5.4   Η ανάγκη εμπειρογνωμόνων εκτός της διοίκησης

5.4.1

Ανεξάρτητα από την τεχνική και επιστημονική αριστεία των υπηρεσιών υγειονομικής ασφάλειας, η παραδοσιακή και σεβαστή αρχή της αντιμωλίας πρέπει κατ' ανάγκη να εφαρμοστεί στην άσκηση των καθηκόντων υγειονομικής ασφάλειας.

5.4.2

Η χρήση ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων ανταποκρίνεται στον στόχο της διάθεσης στις ευρωπαϊκές αρχές των πιο διαπρεπών ειδικών, γεγονός που επιτρέπει, μέσω του διαλόγου, τη βελτίωση και τη συμπλήρωση των πληροφοριών πριν από τη λήψη απόφασης.

5.4.3

Στους πιο ευαίσθητους ή τεχνικούς τομείς, θα ήταν μάλιστα απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν επίσης ξένες προσωπικότητες διεθνούς φήμης. Αυτό το διεθνές άνοιγμα μπορεί να επιτρέψει την επίτευξη συναίνεσης σε όλες τις ενδιαφερόμενες χώρες και την αποφυγή χρονικών υστερήσεων επιζήμιων για όλους (ασθενείς και παράγοντες κάθε είδους).

5.4.4

Με τον τρόπο αυτόν, μπορούν να παρακαμφθούν οι ιδιαιτερότητες που οφείλονται στις μεθοδολογικές συνήθειες της υγειονομικής περίθαλψης και στις διαδικασίες κατάρτισης των ιατρών των διαφόρων χωρών.

5.5   Ο διαχωρισμός των ρόλων του εμπειρογνώμονα, του φορέα λήψης αποφάσεων και του διαχειριστή.

5.5.1

Η εξουσία υγειονομικού ελέγχου, η οποία εμπίπτει στην ουσία στις αρμοδιότητες των φορέων λήψης αποφάσεων (χορήγηση ή μη άδειας, απαγόρευση), μπορεί να ασκηθεί θεμιτά μόνο αν ληφθεί υπόψη το σύνολο των πληροφοριών που αφορούν το συγκεκριμένο πρόβλημα δημόσιας υγείας.

5.5.2

Και στην περίπτωση αυτή απαιτείται η αξιολόγηση της σχέσης οφελών/κινδύνων. Αυτή η αξιολόγηση δεν μπορεί να είναι αποκλειστικά επιστημονική και δεν πρέπει να επιβάλλεται από τον διαχειριστή ή έναν παράγοντα ο οποίος έχει υλικό ή άυλο συμφέρον από τη διάδοσή της.

5.5.3

Το αποτέλεσμα αυτής της αποσαφήνισης των ρόλων του εμπειρογνώμονα και του φορέα λήψης αποφάσεων είναι η διασφάλιση της διαφάνειας των σχέσεων μεταξύ εμπειρογνωμόνων και διαχειριστών. Πρέπει να καθιερωθεί αυστηρός κώδικας δεοντολογίας για τους εμπειρογνώμονες και να διασφαλιστεί η τήρησή του. Αυτό το προφανές γεγονός δεν είναι πάντα αυτονόητο, ιδίως όταν το πρόβλημα είναι πολύ τεχνικό· σε τέτοιες περιπτώσεις, οι εμπειρογνώμονες είναι ελάχιστοι και συχνά έχουν αναπτύξει σχέσεις με τους ενδιαφερόμενους οργανισμούς και επιχειρήσεις.

5.5.4

Η διαφάνεια η οποία πρέπει να χαρακτηρίζει κάθε λήψη απόφασης σε θέματα υγειονομικής ασφάλειας επιβάλλει σε κάθε εμπειρογνώμονα να δηλώνει στις υγειονομικές αρχές τις σχέσεις που μπορεί να έχει με τους οργανισμούς, τις επιχειρήσεις ή τα άτομα τα οποία αφορούν οι γνωματεύσεις του.

5.5.5

Η Ευρωπαϊκή Κοινότητα έχει αρχίσει να καθορίζει τέτοιες διαδικασίες: η γενίκευση των διαδικασιών διαφάνειας, όπως απαιτείται από τους ίδιους τους εμπειρογνώμονες, καθιστά δυνατή τη μεγαλύτερη δυνατή διασφάλιση της αντικειμενικότητας των γνωματεύσεων.

5.6   Η διαφάνεια των διαδικασιών λήψης αποφάσεων

5.6.1

Όπως συμβαίνει εν γένει με την καινοτομία, εμφανίζονται νέοι υγειονομικοί κίνδυνοι οι οποίοι ανατρέπουν και θέτουν υπό αμφισβήτηση πεποιθήσεις ή συνήθειες.

5.6.2

Η διανοητική προσέγγιση πρέπει να είναι η ίδια, δηλαδή η «ακρόαση της σιωπής».

5.6.3

Ανεξάρτητα από την ποιότητα του καθιερωμένου συστήματος επαγρύπνησης, το ενδεχόμενο συλλογικού πανικού δεν μπορεί να αγνοηθεί.

5.6.4

Η δημόσια συζήτηση είναι αναγκαία. Οι ασθενείς και οι ιατροί εκτός του κύκλου εμπειρογνωμόνων πρέπει να μπορούν να εκφράζουν τις απόψεις τους, να θέτουν τις ερωτήσεις που τους ανησυχούν και να κρούουν τον κώδωνα κινδύνου.

5.6.5

Αυτή η συζήτηση πρέπει να οργανωθεί δεόντως για να μην προκαλείται ασκόπως ανησυχία.

5.6.6

Αυτός ο «υγειονομικός πλουραλισμός» που είναι απαραίτητος για την ενίσχυση των πιθανοτήτων αποφυγής νέων τραγωδιών προϋποθέτει τη βελτίωση της διαφάνειας των διαδικασιών λήψης αποφάσεων. Υπό την επιφύλαξη της προστασίας του ιατρικού ή του βιομηχανικού απορρήτου, τα αποτελέσματα της εμπειρογνωμοσύνης καθώς και οι αιτιολογήσεις των υγειονομικών αποφάσεων πρέπει να δημοσιοποιούνται.

5.7   Μια δεοντολογία για την επικοινωνία σε θέματα υγειονομικής ασφάλειας

5.7.1

Παρά την εκλαΐκευσή της, η επικοινωνία σε θέματα δημόσιας υγείας παρουσιάζει βασικές ιδιαιτερότητες οι οποίες είναι ακόμη πιο αισθητές στον τομέα της υγειονομικής ασφάλειας.

5.7.2

Η επικοινωνία στα θέματα αυτά συχνά σημαίνει κοινοποίηση πληροφοριών για την ασθένεια ή τον θάνατο. Διαφάνεια και μετριοπάθεια πρέπει να κυριαρχούν στην οργάνωση αυτής της ευαίσθητης λειτουργίας του συστήματος υγείας.

5.7.3

Η διαφάνεια είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της εμπιστοσύνης και την αποφυγή της ανησυχίας που προκαλεί η αποκάλυψη μιας πληροφορίας που δημιουργεί θόρυβο λόγω της μυστικότητας που την περιέβαλε.

5.7.4

Η διαφάνεια επιβάλλεται στις υγειονομικές αρχές και ιδρύματα, ακριβώς όπως επιβάλλεται στον ιατρό η υποχρέωση ενημέρωσης του ασθενή. Όταν πρόκειται για τους κινδύνους που απειλούν την υγεία κάθε ανθρώπου, το «καθήκον της αλήθειας» είναι επιβεβλημένο.

5.7.5

Αυτή όμως η ηθική υποχρέωση συνοδεύεται από καθήκον μετριοπάθειας. Δεδομένου ότι οι πληροφορίες πρέπει να είναι κατανοητές και επιστημονικές και συχνά να παρέχονται εσπευσμένα, πρέπει να αποφευχθεί ο κίνδυνος της κακοφωνίας και της πρόκλησης υπερβολικού θορύβου ή ανησυχίας. Για τον σκοπό αυτόν απαιτούνται κοινοί κανόνες εργασίας για τα μέσα ενημέρωσης, τους επαγγελματίες στον τομέα της υγείας, τις ενώσεις ασθενών και τις δημόσιες αρχές. Η πρόκληση πανικού ή η απόκρυψη δεν είναι εναλλακτικές λύσεις.

5.8   Συστηματική επικοινωνία

5.8.1

Σε θέματα υγείας, οι ασθενείς τείνουν πάντα να αναλύουν τις πληροφορίες με ιδιαίτερη οξύνοια.

5.8.2

Υπάρχει μια φυσική διάκριση ανάμεσα στις πληροφορίες που προορίζονται για τους ιατρούς και στις πληροφορίες που προορίζονται για το ευρύ κοινό.

5.8.3

Οι πρώτες βασίζονται στο επιστημονικό υπόβαθρο του πληθυσμού στον οποίο απευθύνονται, ο οποίος έχει τους δικούς του διαύλους: μαθήματα, διασκέψεις, συνέδρια, επαγγελματικά και βιομηχανικά όργανα.

5.8.4

Όσον αφορά, όμως, τις πληροφορίες που προορίζονται για το ευρύ κοινό, δεν μπορούν να θεωρούνται δεδομένες, χωρίς κίνδυνο λανθασμένης εκτίμησης ή πρόκλησης πανικού, οι ιατρικές γνώσεις που είναι αναγκαίες για την εκτίμηση της σημασίας των παρεχόμενων πληροφοριών. Πρέπει να βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη πληροφόρησης σχετικά με τις νέες ή τις παραδοσιακές θεραπευτικές μεθόδους, αφενός, και στους κινδύνους που συνδέονται με την παρερμηνεία αυτών των πληροφοριών, αφετέρου.

5.8.5

Οι παρεχόμενες πληροφορίες μπορούν να προκαλέσουν ανώφελο ή υπερβολικό πανικό στον πληθυσμό ή αντίθετα να οδηγήσουν σε αβάσιμες ελπίδες θεραπείας. Αποτελούν μέρος της υγειονομικής εκπαίδευσης του πληθυσμού η οποία συμβάλλει άμεσα στην αποτελεσματικότητα των πολιτικών υγείας, πρόληψης των κινδύνων και προορατικής υγειονομικής κάλυψης.

5.9   Επικοινωνία σε κατάσταση κρίσης

5.9.1

Σε περίπτωση υγειονομικής έκτακτης ανάγκης ή σοβαρών κινδύνων για τη δημόσια υγεία, η επικοινωνία πρέπει να καλύπτει τρεις ανάγκες:

Καταρχάς, οι πληροφορίες πρέπει να είναι αυστηρά ανάλογες με τον υγειονομικό κίνδυνο.

Δεύτερον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι στόχος της πληροφορίας δεν είναι μόνο η αύξηση της ευαισθητοποίησης του κοινού αλλά και η αλλαγή της συμπεριφοράς. Η πληροφορία πρέπει λοιπόν να εκπληρώσει τον σκοπό της, δηλαδή να προλάβει ή να περιορίσει το ατύχημα χωρίς να προκαλέσει ανώφελη ανησυχία, αφενός, και να διασφαλίσει το δικαίωμα των πολιτών να γνωρίζουν τι συμβαίνει και την ηθική υποχρέωση του Τύπου να αποφεύγει το είδος εκείνο της πληροφόρησης που προκαλεί θόρυβο και ανησυχία, αφετέρου.

Και τρίτον, η κρίσιμη πληροφορία πρέπει να παρέχεται με βάση το κοινό στο οποίο απευθύνεται και τη σειρά με την οποία πρέπει να ενημερωθεί.

5.9.2

Ο ρόλος του Τύπου παραμένει σε όλες τις περιπτώσεις καθοριστικός για την επιτυχία της επικοινωνίας σε κατάσταση κρίσης. Τα μέσα ενημέρωσης πρέπει ενίοτε να δέχονται να μην διαδίδουν τις πληροφορίες στο ευρύ κοινό έως ότου ενημερωθούν πλήρως οι επαγγελματίες στον τομέα της υγείας. Και εδώ υπάρχει λοιπόν ανάγκη κατάρτισης ειδικευμένων δημοσιογράφων ικανών να κατανοήσουν και να παράσχουν ορθές πληροφορίες σχετικά με την υγειονομική ασφάλεια.

5.9.3

Το εγχείρημα δεν είναι εύκολο δεδομένου ότι λ.χ. η ποσοτικοποίηση των ανεπιθύμητων ενεργειών, ο καταλογισμός τους, η επίδραση των μέσων ενημέρωσης στο επίπεδο επικοινωνίας και η γενική αξιολόγηση του κινδύνου αποτελούν επαχθείς και περίπλοκες αναλύσεις, ενώ η κοινή γνώμη περιμένει άμεσες πληροφορίες σε απλή και συγκινησιακή γλώσσα.

6.   Συμπέρασμα

6.1.

Έχοντας επίγνωση των διαδοχικών κρίσεων που συγκλόνισαν τον κόσμο εδώ και δύο δεκαετίες (έκρηξη του AIDS, καταστροφές του μολυσμένου αίματος, κρίση δημόσιας υγείας λόγω του σοβαρού οξέος αναπνευστικού συνδρόμου (SRAS) και της νόσου των λεγεωνάριων, βιοτρομοκρατία από την απειλή του άνθρακα), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή προτείνει την τακτική διεξαγωγή συνεδρίων υψηλού επιπέδου για τη δημόσια υγεία.

6.2.

Στόχος των διασκέψεων αυτών είναι να συζητηθούν τα συλλογικά μέτρα που θα πρέπει να ληφθούν, να παρασχεθούν ακριβείς πληροφορίες σχετικά με τις κρίσεις αυτές, να δοθούν συντονισμένες απαντήσεις, να αξιολογηθούν οι απειλές εξωτερικών κινδύνων, να ενθαρρυνθούν οι γρήγορες διαγνώσεις και να δοθούν οι σχετικές κατάλληλες απαντήσεις.

6.3.

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή συνιστά να δοθεί πάραυτα στο μελλοντικό Ευρωπαϊκό Κέντρο Υγειονομικής Παρακολούθησης της Στοκχόλμης διευρυμένη και ενισχυμένη εντολή για την κατάρτιση τακτικών εκθέσεων σε θέματα δημόσιας υγείας και για την παρακολούθηση της λήψης των αναγκαίων μέτρων από τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας.

6.4.

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εκτιμά ότι αποτελεί προνομιούχο φορέα για την ευαισθητοποίηση και την προειδοποίηση της ευρωπαϊκής κοινωνίας των πολιτών.

6.5.

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ζητεί από όλους τους φορείς να υιοθετήσουν ενεργό στάση στον τομέα της δημόσιας υγείας: η σφαιρική θεώρηση των κρίσεων δημόσιας υγείας θα καταστήσει δυνατή την ανταλλαγή όλων των εμπειριών εν καιρώ παγκοσμιοποίησης των υγειονομικών κρίσεων.

6.6.

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εκτιμά ότι πρέπει να προωθηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο ευρεία πολιτική ενημέρωσης η οποία θα οδηγήσει στην ειδική κατάρτιση όλων των φορέων και των οργάνων του Τύπου που φέρουν ιδιαίτερη ευθύνη στον τομέα αυτόν.

6.7.

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υπενθυμίζει ότι οι συστάσεις της είναι αλληλένδετες και ότι απαιτείται ισχυρή βούληση εκ μέρους των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την υλοποίησή τους, και συγκεκριμένα:

ενίσχυση των διοικητικών ικανοτήτων, με διασυνοριακές διαρθρώσεις, και καθολικά αναγνωρισμένη και αποδεκτή διοίκηση·

αρμοδιότητες και νομικά μέσα για την στήριξή τους·

διαφανείς διαδικασίες λήψης αποφάσεων και ενισχυμένη, κοινή για όλους, δεοντολογία για την επικοινωνία σε θέματα υγειονομικής ασφάλειας·

ενισχυμένη συνεργασία και παγκόσμια δικτύωση όλων των οργάνων παρακολούθησης και ελέγχου (Ευρωπαϊκή Ένωση, Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας, Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, Συμβούλιο της Ευρώπης και μεγάλοι εθνικοί οργανισμοί όπως αυτός των ΗΠΑ στην Ατλάντα - Center οf diseases - .…).

Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2004.

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


20.5.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/54


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την «Ανακοίνωση της Επιτροπής - Συνέχεια της διαδικασίας προβληματισμού υψηλού επιπέδου για την κινητικότητα των ασθενών και τις μελλοντικές εξελίξεις υγειονομικής περίθαλψης στην Ευρωπαϊκή Ένωση»

(COM(2004) 301 τελικό)

(2005/C 120/11)

Διαδικασία

Στις 20 Απριλίου 2004 και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω ανακοίνωση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, Κοινωνικές Υποθέσεις, Δικαιώματα του Πολίτη», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 22 Σεπτεμβρίου 2004 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. BEDOSSA.

Κατά την 412η σύνοδο της ολομέλειάς της, στις 27 και 28 Οκτωβρίου 2004 (συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 170 ψήφους υπέρ, 3 κατά και 6 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Εισαγωγή

Τα συστήματα και οι πολιτικές που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προστασία της υγείας καθίστανται ολοένα και περισσότερο αλληλένδετα ενώ, αφετέρου, οι αρμόδιες εθνικές αρχές, πριν λάβουν αποφάσεις, καθιερώνουν με ακατάλληλο τρόπο και μάλιστα χωρίς να το δηλώνουν προδιαγραφές επιδόσεων για τα συστήματα αυτά, ευρωπαϊκά και μη.

1.1

Οι λόγοι στους οποίους οφείλονται οι εξελίξεις αυτές είναι πολλοί και αλληλένδετοι.

Ο πρώτος από αυτούς είναι οι διαρκώς αυξανόμενες προσδοκίες του ευρύτερου κοινού σε όλη την Ευρώπη, ακόμη και πέραν αυτής.

Με την πρόσφατη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα νέα κράτη μέλη θα υποχρεωθούν να προσφέρουν στους πολίτες τους ένα ολοένα και πιο σύγχρονο σύστημα υγείας.

Οι σημαντικές τεχνολογικές καινοτομίες οδηγούν στην εφαρμογή νέων πρακτικών και θεραπευτικών μεθόδων που επιτρέπουν να προσφέρεται στους πολίτες ολοένα και καλύτερης ποιότητας περίθαλψη.

Οι νέες τεχνικές πληροφόρησης που βρίσκονται στη διάθεση των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τους επιτρέπουν να προβαίνουν, σχεδόν αυθωρεί, σε άμεση σύγκριση των διαγνώσεων και των θεραπευτικών μεθόδων στα διάφορα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα μπορούσαν να δημιουργήσουν - για λόγους που είναι και θεμιτοί και κατανοητοί - ιδιαίτερες απαιτήσεις όσον αφορά τα μέσα για την επίτευξη των καλύτερων δυνατών αποτελεσμάτων.

1.2

Αυτό θα οδηγήσει οπωσδήποτε στη δημιουργία προβλημάτων όσον αφορά την πολιτική για την προστασία της υγείας, είτε πρόκειται για την ποιότητα των διασυνοριακών υπηρεσιών περίθαλψης ή την πρόσβαση σε αυτές, τις απαιτήσεις που σχετίζονται με την πληροφόρηση των ασθενών, των επαγγελματιών του κλάδου και των πολιτικώς ιθυνόντων.

1.3

Τα δεδομένα που παρουσιάστηκαν επιβάλλουν στο εξής την αξιολόγηση των εθνικών πολιτικών, οι οποίες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη όλες αυτές τις απαιτήσεις σε σχέση με τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις που σταδιακά συσσωρεύονται και δίνουν στον Ευρωπαίο πολίτη νέα δικαιώματα.

1.4

Αυτή η νέα κατάσταση θα επισκιάζει στο εξής τη συζήτηση που διεξάγεται μεταξύ εκείνων που υποστηρίζουν την άποψη ότι αυτή η νέα ελευθερία θα επιφέρει μια καταστροφική αποσταθεροποίηση των σημερινών συστημάτων υγείας, επειδή θεωρούν ότι ο περιορισμός της κινητικότητας των ασθενών διευκολύνει τον έλεγχο των συστημάτων από άποψη κόστους ή προτεραιοτήτων, και άλλων οι οποίοι υποστηρίζουν την κινητικότητα των ασθενών, επειδή επιτρέπει τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων, τη χρήση των ίδιων δεικτών, την ανταλλαγή καλύτερων πρακτικών και την κοινή χρήση - και μάλιστα με πιο έξυπνο τρόπο - των διαθέσιμων πόρων. Είναι αναμφισβήτητο ότι ο επιβεβλημένος στόχος θα είναι η υιοθέτηση της δεύτερης άποψης, εξάγοντας ταυτόχρονα τα δέοντα συμπεράσματα σε ό,τι αφορά την εναρμόνιση των εθνικών συστημάτων.

2.   Τα δεδομένα

2.1

Στη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας που εξέδωσε στη 16 Ιουλίου 2003 (1), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή ορίζει την υγεία ως «υπέρτατο αγαθό στις κοινωνίες μας. Η διαπίστωση αυτή ισχύει τόσο στο επίπεδο κάθε πολίτη και της οικογένειάς του όσο και στο επίπεδο κάθε κράτους…» και καταλήγει δηλώνοντας ότι «επιθυμεί να καταστούν οι προκλήσεις της υγείας τομέας παρέμβασης σύμφωνα με το υφιστάμενο πολιτικό και νομικό πλαίσιο της ΕΕ».

2.2

Σε αυτή τη γνωμοδότηση, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αναπτύσσει επιχειρήματα και προτείνει μεθόδους εργασίας και ανάλυσης οι οποίες επανέρχονται στις δύο πρόσφατες ανακοινώσεις που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 20 Απριλίου 2004 απευθυνόμενη στο Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών.

2.3

Η ανακοίνωση αυτή κατέστη απαραίτητη μετά την πρόσφατη έκδοση, στις 9 Φεβρουαρίου, της πρότασης οδηγίας για τις υπηρεσίες. Δυστυχώς, οι πτυχές που αφορούσαν τις κοινωνικές υπηρεσίες και τις υπηρεσίες υγείας διατυπώθηκαν κατά τρόπο που δέχεται διάφορες ερμηνείες, με συνέπεια η οδηγία να προκαλεί πολλές αρνητικές αντιδράσεις. Για το λόγο αυτό, τα τμήματα αυτά της οδηγίας απαιτούν σαφέστερη διατύπωση που να λαμβάνει υπόψη την ειδική φύση των εν λόγω υπηρεσιών διότι άπτονται της ασφάλειας και της ίσης μεταχείρισης των πολιτών.

2.4

Επίσης, η Επιτροπή εξέδωσε ταυτόχρονα αυτές τις δύο ανακοινώσεις επειδή από την απόφαση Kroll, που εκδόθηκε στις 28 Απριλίου 1998, έως την απόφαση Leichte, που εκδόθηκε στις 18 Μαρτίου 2004, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εξέδωσε σειρά αποφάσεων που επιτρέπουν στο εξής στους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αναζητήσουν περίθαλψη σε άλλα κράτη μέλη της και διευκρίνισε τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να απαιτηθεί επιστροφή των εξόδων περίθαλψης που καταβλήθηκαν.

2.5

Από την 1η Ιουνίου 2004, οι ευρωπαίοι πολίτες μπορούν να πιστοποιούν τα δικαιώματά τους χρησιμοποιώντας την μελλοντική ευρωπαϊκή κάρτα ασφάλισης υγείας (2) η οποία αντικαθιστά το έντυπο E111.

2.6

Η ασυμμετρία που υφίσταται όσον αφορά την κατάσταση και το περιβάλλον της υγείας στα διάφορα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να προκαλέσει την αναζήτηση των πιο αποδοτικών συστημάτων υγειονομικής προστασίας και να επιφέρει ασφυξία ή παράλυση στα κέντρα υγείας ευρωπαϊκών προδιαγραφών και σημαντική υποβάθμιση των μέσων κοινωνικής προστασίας, που δεν είναι δυνατόν να ανταποκριθούν σε εσφαλμένες κινήσεις πελατών που έρχονται από αλλού. Από αυτή την άποψη, ο νέος κανονισμός 1408/71 μπορεί να συμβάλει στη δημιουργία νέων και δύσκολων καταστάσεων.

2.7

Συνεπώς, το ζητούμενο είναι να αναπτυχθεί μια ευρωπαϊκή πολιτική η οποία επιτρέπει την επιδίωξη των πιο θετικών στόχων, έστω και αν μεταβάλλει παράλληλα, όταν κρίνεται απολύτως αναγκαίο, τα προνόμια των εθνικών συστημάτων.

2.8

Η εμπεριστατωμένη ανάλυση της γνωμοδοτήσεως πρωτοβουλίας που εξέδωσε η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή στις 16 Ιουλίου 2003 καλύπτει σε πολύ μεγάλο βαθμό τις συζητήσεις υψηλού επιπέδου που διοργανώθηκαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, επειδή το περιεχόμενο των θεμάτων και των συστάσεων περιλαμβάνεται και αναλύεται στο εν λόγω σχέδιο γνωμοδοτήσεως: ευρωπαϊκή συνεργασία, πληροφόρηση των ασθενών, των επαγγελματιών και των πολιτικώς ιθυνόντων, πρόσβαση σε ποιοτική περίθαλψη, συνδυασμός των εθνικών πολιτικών για την υγεία με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές υποχρεώσεις κτλ.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η ανακοίνωση για την «κινητικότητα των ασθενών» παρουσιάζει ένα σύνολο από συγκεκριμένες προτάσεις οι οποίες καλύπτουν πολυάριθμους τομείς και επιτρέπουν την ενσωμάτωση του στόχου της υψηλής προστασίας της δημόσιας υγείας στις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στόχου ο οποίος περιλαμβάνεται στη Συνθήκη.

3.2

Η κοινοτική νομοθεσία παρέχει στους πολίτες το δικαίωμα να αναζητούν περίθαλψη σε άλλα κράτη μέλη και να διεκδικούν επιστροφή των σχετικών δαπανών. Η νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καθώς και η πρόταση οδηγίας για τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά διασαφηνίζουν στην ουσία τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να επιστρέφονται οι δαπάνες για υπηρεσίες που παρέχονται σε ένα κράτος μέλος άλλο από αυτό στο οποίο είναι ασφαλισμένος ένας ασθενής. Όμως, στην πράξη δεν είναι πάντοτε εύκολο να ασκήσει κανείς τα δικαιώματα αυτά.

3.3

Επίσης, φαίνεται ότι είναι απαραίτητο να καθιερωθεί μια ευρωπαϊκή στρατηγική για τα ακόλουθα:

3.3.1

συνεργασία σε ευρωπαϊκή κλίμακα, ώστε να καταστεί δυνατή η καλύτερη χρήση των διαθέσιμων πόρων.

Δικαιώματα και υποχρεώσεις των ασθενών: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα λάβει μέτρα προκειμένου να διερευνήσει νωρίτερα αν είναι δυνατόν να δοθεί σε ευρωπαϊκή κλίμακα μια κοινή ερμηνεία των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των ασθενών, τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.

Κατανομή του διαθέσιμου δυναμικού και διασυνοριακή περίθαλψη: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα προσφέρει βοήθεια για την αξιολόγηση σχεδίων που αφορούν την προστασία της υγείας σε διεθνές επίπεδο, πράγμα το οποίο αφορά ιδιαιτέρως τα σχέδια Euregio, και θα εξετάσει με ποιο τρόπο μπορεί να προωθηθεί η δημιουργία δικτύου για τα σχέδια αυτά, με απώτερο στόχο την ανταλλαγή καλύτερων πρακτικών.

3.3.2

Προκειμένου να θεσπιστεί για τις δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης ένα σαφές και διαφανές πλαίσιο, το οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από τα αρμόδια όργανα των κρατών μελών για τη σύναψη κοινών συμβάσεων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα καλέσει τα κράτη μέλη να της διαβιβάσουν πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στο χώρο αυτό και θα υποβάλει τις δέουσες προτάσεις.

Η Επιτροπή καλεί τα κράτη μέλη να παράσχουν ενημερωμένες και πλήρεις στατιστικές σχετικά με την κινητικότητα των επαγγελματιών του τομέα της υγείας μέσω των δομών που διέπουν την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων. Επιπλέον, η Επιτροπή θα εξακολουθήσει να εργάζεται για να διασφαλίσει σαφείς, απλές και διαφανείς διαδικασίες αναγνώρισης από κοινού με το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο.

Η Επιτροπή θα συνεχίσει, επίσης, το προπαρασκευαστικό έργο με τα κράτη μέλη, ώστε να εξασφαλίσει την απαραίτητη, εμπιστευτική ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των επαγγελματιών του τομέα της υγείας και άλλων τομέων.

Η Επιτροπή καλεί τα κράτη μέλη να εξετάσουν ζητήματα σχετικά με τις υφιστάμενες και τις μελλοντικές ελλείψεις ειδικευμένου προσωπικού στον τομέα της υγείας στην Ένωση.

Ευρωπαϊκά κέντρα αναφοράς: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα δημοσιεύσει πρόσκληση για την υποβολή προσφορών με βάση το πρόγραμμα για την προστασία της δημόσιας υγείας, προκειμένου για να κάνει έναν απολογισμό των κέντρων αναφοράς, πριν προχωρήσει στην κατάρτιση προτάσεων.

Αξιολόγηση των τεχνολογιών για την προστασία της υγείας: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα καθιερώσει συντονιστικό μηχανισμό για την αξιολόγηση των τεχνολογιών για την προστασία της υγείας. Για το σκοπό αυτό, θα υποβάλει συγκεκριμένες προτάσεις.

3.3.3

Ανταπόκριση στις ανάγκες πληροφόρησης των ασθενών, των επαγγελματιών και των υπεύθυνων για τη διαμόρφωση των πολιτικών.

Στρατηγική πληροφόρησης για τα συστήματα υγείας: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα δημιουργήσει ένα μέσο πληροφόρησης για να τον τομέα της υγείας σε κλίμακα Ευρωπαϊκής Ένωσης βασιζόμενη στα αποτελέσματα του προγράμματος για τη δημόσια υγεία, προσδιορίζοντας τις διάφορες ανάγκες πληροφόρησης των αρμοδίων για την χάραξη πολιτικής, των ασθενών και των επαγγελματιών του κλάδου, καθώς και τα μέτρα που επιτρέπουν την παροχή αυτών των πληροφοριών, και όλα αυτά συνεκτιμώντας το έργο που έχουν επιτελέσει στον ίδιο χώρο η Παγκόσμιος Οργάνωση Υγείας και η Οργάνωση για την Οικονομική Συνεργασία και την Ανάπτυξη.

Διασυνοριακή περίθαλψη: κίνητρα των ασθενών και εμβέλεια: προκειμένου να προσδιοριστούν τα κίνητρα που ωθούν τους ασθενείς να διασχίσουν τα σύνορα, καθώς και οι εμπλεκόμενες ειδικότητες, το είδος των διμερών συμβάσεων κτλ., η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει να διεξαχθεί ειδική μελέτη στα πλαίσια του προγράμματος για την προστασία της δημόσιας υγείας. Το ζήτημα αυτό θα εξεταστεί επίσης στο πλαίσιο του σχεδίου έρευνας με τίτλο «Ευρώπη για τους ασθενείς».

Προστασία δεδομένων: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα συνεργαστεί με τα κράτη μέλη και με τις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, προκειμένου να γνωστοποιηθούν καλύτερα οι κανόνες που ισχύουν όσον αφορά την προστασία δεδομένων που σχετίζονται με την υγειονομική περίθαλψη.

Τηλεϊατρική: αφού κλήθηκε να προβλέψει την θέσπιση ευρωπαϊκών αρχών όσον αφορά τις αρμοδιότητες και τις ευθύνες όλων των πλευρών που εμπλέκονται στην παροχή υπηρεσιών τηλεϊατρικής, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα εξετάσει το θέμα στα πλαίσια του γενικού σχεδίου δράσης της για τον τομέα αυτό, όπως επισημαίνεται στην ανακοίνωση που φέρει τον τίτλο «τηλεϊατρική - βελτίωση της υγειονομικής περίθαλψης των Ευρωπαίων πολιτών: σχέδιο δράσης για έναν ευρωπαϊκό χώρο τηλεϊατρικής».

3.3.4

Ενίσχυση του ρόλου που διαδραματίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση στην προσπάθεια για την υλοποίηση των στόχων στον τομέα της υγείας.

Καλύτερη ενσωμάτωση των στόχων στο χώρο της υγείας σε όλες τις πολιτικές και τις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης: η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα συνεργαστεί με τα κράτη μέλη για να συλλέξει πληροφορίες σχετικά με τις απόψεις τους όσον αφορά στη λειτουργία των διαύλων που προσφέρουν πρόσβαση στην υγειονομική προστασία σε αυτά και τις επιπτώσεις που έχουν, ιδιαιτέρως όσον αφορά τους διαύλους πρόσβασης που απορρέουν από ευρωπαϊκούς κανόνες.

Η Επιτροπή θα βασιστεί σε υφιστάμενα σχέδια σχετικά με την αξιολόγηση του αντίκτυπου στην υγεία, ώστε να διασφαλίσει ότι οι συνέπειες των μελλοντικών προτάσεων της Επιτροπής για την υγεία και την υγειονομική περίθαλψη θα συνυπολογίζονται στη συνολική αξιολόγηση.

Καθιέρωση μηχανισμού για την ενίσχυση της συνεργασίας όσον αφορά στις υγειονομικές υπηρεσίες και την ιατρική περίθαλψη: αφού κλήθηκε να προβλέψει στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης την καθιέρωση μόνιμου μηχανισμού με στόχο την προαγωγή της πανευρωπαϊκής συνεργασίας στο χώρο της υγειονομικής περίθαλψης και να παρακολουθήσει τον αντίκτυπο που έχουν οι δράσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί των συστημάτων υγείας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβη στη σύσταση ομάδας υψηλού επιπέδου για τις υγειονομικές υπηρεσίες και την ιατρική περίθαλψη.

3.3.5

Ανταπόκριση στη διεύρυνση, με επενδύσεις στην υγεία και στις υγειονομικές υποδομές.

3.3.5.1

Ο προβληματισμός ώθησε την Επιτροπή, τα παλαιά και τα υποψήφια κράτη μέλη να εξετάσουν με ποιο τρόπο θα διευκολύνουν την ένταξη των επενδύσεων για την υγεία, την ανάπτυξη υγειονομικών υποδομών και δεξιοτήτων στους τομείς προτεραιότητας για χρηματοδότηση στο πλαίσιο των υφιστάμενων χρηματοδοτικών μέσων της Κοινότητας, ιδίως στις περιοχές του Στόχου 1. Στην πραγματικότητα, η Ένωση υποστηρίζει ήδη τις επενδύσεις στην υγεία στα σημερινά κράτη μέλη, εφόσον ο τομέας αυτός αυτή έχει χαρακτηριστεί προτεραιότητα από τις ενδιαφερόμενες χώρες και περιφέρειες. Η υλοποίηση της σύστασης αυτής εξαρτάται επομένως από την απόφαση, εκ μέρους των ενδιαφερόμενων περιφερειών και χωρών, να κατατάξουν τις επενδύσεις στην υγεία και στις αντίστοιχες υποδομές στους τομείς προτεραιότητας για ευρωπαϊκή ενίσχυση. Η Επιτροπή θα συνεργαστεί με τα κράτη μέλη μέσω της ομάδας υψηλού επιπέδου για τις υπηρεσίες υγείας και την ιατρική περίθαλψη, και μέσω των κατάλληλων δομών για τα οικεία χρηματοδοτικά μέσα, ώστε να διασφαλιστεί ότι παρέχεται η αναγκαία βαρύτητα στην υγεία κατά την ανάπτυξη των γενικών σχεδίων. Η ανάγκη ευρωπαϊκών επενδύσεων στις υγειονομικές υποδομές πρέπει επίσης να εξεταστεί στο πλαίσιο της κατάρτισης των νέων δημοσιονομικών προοπτικών για την Ένωση από το 2006.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1

Η ελεύθερη κυκλοφορία ασθενών στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης καλύπτει διάφορες προβληματικές, οι συνέπειες των οποίων πρέπει να υπολογιστούν, να αξιολογηθούν, να αναλυθούν και να ληφθούν υπόψη. Εάν η πρώτη από αυτές είναι η εμπεριστατωμένη γνώση των διαφόρων συστημάτων κοινωνικής προστασίας που εφαρμόζονται σήμερα, στην ιδανική περίπτωση πρέπει να καταρτιστεί ο κατάλογος των κριτηρίων που πρυτάνευσαν της καθιέρωσης των συστημάτων αυτών και μάλιστα με τρόπο δυναμικό, με την περιγραφή των σημερινών και των αναμενόμενων εξελίξεων.

4.2

Χωρίς αμφιβολία, η πρόληψη είναι στόχος προτεραιότητας, επειδή η πολιτική αυτή μπορεί και πρέπει να επιτρέπει την επίτευξη σημαντικών οικονομιών, και αποτελεί τον καλύτερο τρόπο για την προσέγγιση της προστασίας της υγείας: είναι απλό, για παράδειγμα, να τονιστούν τα αποτελέσματα μιας καλής πολιτικής για την πρόληψη των τροχαίων ατυχημάτων, της εξάπλωσης του Έιτζ ή του καπνίσματος. Ο συσχετισμός των προληπτικών δράσεων στους χώρους αυτούς αποφέρει εντυπωσιακά αποτελέσματα.

4.3

Σε αυτό τον αποσπασματικό κατάλογο, μπορούν να προστεθούν οι προληπτικές πολιτικές οι οποίες προσελκύουν σήμερα το ενδιαφέρον όλων των παραγόντων, των επαγγελματιών στον τομέα της υγείας, των μέσων ενημέρωσης και των πολιτικών ιθυνόντων, για θέματα όπως η κατάχρηση ουσιών (οινοπνευματώδη, ναρκωτικά, φάρμακα), η προώθηση υγιεινών τρόπων ζωής (άσκηση, διατροφή, ξεκούραση), τα εργατικά ατυχήματα και οι επαγγελματικές ασθένειες.

4.4

Η αξιολόγηση αυτών των ατομικών, κοινωνικών και οικογενειακών παραγόντων κινδύνου επιτρέπει τον υπολογισμό του ποσοστού πρόωρης θνησιμότητας, που μπορεί να αποφευχθεί, καθώς και του κόστους που συνεπάγεται αυτό.

4.5

Η πρόοδος που έχει σημειωθεί στο φαρμακευτικό τομέα ή στις τεχνικές εξετάσεων πρέπει να οδηγήσει στην αποτελεσματική και πραγματική αντικατάσταση παλαιών τεχνικών από νέες.

4.6

Το ζητούμενο είναι κυρίως η επίτευξη μεγαλύτερης αποδοτικότητας, που να είναι σαφώς πιο οικονομική για το κοινωνικό σύνολο, ακόμη κι αν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις προσκρούουν σε κοινωνικά, πολιτιστικά και/ή συντεχνιακά εμπόδια.

4.6.1

Εδώ χρειάζονται περισσότερο συγκεκριμένες και αποτελεσματικές δράσεις οι οποίες να ενθαρρύνουν τις πρωτοβουλίες των κοινωνικοεπαγγελματικών κύκλων για τη βελτίωση των κοινών πολιτικών για την υγεία.

4.7

Εάν η εκτίμηση των κινήσεων των ασθενών είναι ορθή, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να είναι σε θέση να εγγυάται στους διακινούμενους ασθενείς περίθαλψη σε σύγχρονα και άριστα εξοπλισμένα κέντρα υγείας και κλινικές, που δεν θα είναι αποκλειστικά συγκεντρωμένα στις πιο πλούσιες χώρες οι οποίες έχουν πραγματοποιήσει τεράστιες επενδύσεις στα συστήματα περίθαλψης που διαθέτουν. Για το λόγο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να βοηθήσει στην ανάπτυξη μέσων αξιολόγησης, πιστοποίησης και αδειοδότησης νέων τεχνολογιών και μεθόδων θεραπείας, προκειμένου να επιτρέψει την ουσιαστική εφαρμογή τους. Η αποτελεσματικότητα των νοσοκομειακών συστημάτων και κάθε άλλου είδους θεραπευτικών ιδρυμάτων πρέπει να στηρίζεται σε αυτές τις διαδικασίες αδειοδότησης ή πιστοποίησης.

4.8

Αυτή η ποιοτική προσπάθεια μπορεί να επιτρέψει στην Ευρωπαϊκή Ένωση να προσδιορίσει στην επικράτειά της το δίκτυο ιδρυμάτων στο οποίο ευρίσκονται και οι υψηλού επιπέδου επιστήμονες και επαγγελματίες που είναι τόσο σημαντικοί για την ύπαρξη αυτών των κέντρων αναφοράς. Και δεν θεωρείται αφύσικη η προσδοκία ότι αυτά τα κέντρα θα εμφανιστούν σύντομα σε ορισμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 25, κυρίως αν η Ευρωπαϊκή Ένωση αναλάβει την αποστολή να αναπτύξει τα κατάλληλα μέσα για την παρακολούθηση, την ανάλυση και την ανταλλαγή πληροφοριών για τις πολιτικές που εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη, σεβόμενη τις βασικές αρχές των συνθηκών και ιδιαιτέρως την αρχή της επικουρικότητας και τις εθνικές αρμοδιότητες.

4.9

Κατ' αυτή την έννοια, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να λησμονηθεί και το θέμα της εναρμόνισης των δεικτών για τη δημόσια υγεία. Αυτό θα διευκολύνει την επίγνωση των στόχων που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Ένωση στον αντίστοιχο τομέα: δείκτες θνησιμότητας, αριθμός θανάτων που θα μπορούσαν να αποφευχθούν, ποσοστό ασθενειών, ασθένειες που θα μπορούσαν να αποφευχθούν, που δεν ερμηνεύονται απαραίτητα κατά τον ίδιο τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.10

Από τις διαφορές που υφίστανται, προκύπτει ότι τα αποτελέσματα μπορούν να βελτιωθούν με την αναβάθμιση της περίθαλψης της υγείας στο ποιοτικό επίπεδο που υφίσταται στο κράτος μέλος με τις καλύτερες επιδόσεις. Το πενταετές όριο επιβίωσης στην περίπτωση του καρκίνου του πνεύμονος δεν είναι το ίδιο στη Γαλλία και στην Πολωνία σήμερα. Σύμφωνα με τα σχετικά πρωτόκολλα, οι θεραπείες αιματολογικών ασθενειών (λευχαιμία) δεν αποφέρουν τα ίδια αποτελέσματα στην Αγγλία και στη Γαλλία.

4.11

Η πληροφόρηση των ασθενών, των επαγγελματιών και των πολιτικώς ιθυνόντων αποτελεί βασικό στόχο των κατευθυντηρίων γραμμών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

4.12

Όσον αφορά στους ασθενείς, η εκπαίδευση στον τομέα της υγείας τους επιτρέπει να αποκτήσουν μια εικόνα των αντιλήψεων που τρέφουν οι ευρωπαίοι πολίτες για την υγεία και ιδιαιτέρως των προσδοκιών και των συμπεριφορών τους. Σήμερα, η υγεία θεωρείται ύψιστο αγαθό, δικαίωμα το οποίο πρέπει να προστατεύεται σε κάθε περίπτωση από τις αρμόδιες αρχές. Όμως, η ικανοποίηση αυτής της προσδοκίας συνεπάγεται αύξηση των πόρων που διατίθενται για την υγεία, την περίθαλψη, αλλά συχνά και για την πρόληψη και την προστασία του περιβάλλοντος, προκειμένου να μην αποσταθεροποιηθούν τα συστήματα κοινωνικής προστασίας.

4.13

Η προστασία της υγείας έχει καταστεί δικαίωμα και νέα εξουσία που απόκτησαν οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (3).

4.14

Η εφαρμογή τεχνολογικών λύσεων, η προστασία της προσωπικής ζωής, η κοινή διαχείριση του ιατρικού φακέλου, η ελευθερία πληροφόρησης και η προστασία δεδομένων είναι μερικά από τα πολλά θέματα που πρέπει να συζητηθούν με τρόπο όσο γίνεται περισσότερο διαφανή, έτσι ώστε να προαχθεί η συνειδητοποίηση όλων των παραγόντων. Η συζήτηση πρέπει να είναι διαρκής, γιατί οι εξελίξεις συντελούνται ταχέως και οι αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν επείγουν και/ή είναι δύσκολες. Καθεμιά από τις πτυχές αυτές αποτελεί καυτό θέμα για τους τρεις βασικούς παράγοντες του συστήματος υγείας.

4.15

Ο συνδυασμός των εθνικών στόχων με τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις: η συγκριτική ανάλυση των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης συνεπάγεται δυσχερείς στρατηγικές αποφάσεις οι οποίες πρέπει να μπορούν να χρησιμεύσουν για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής συνεργασίας στον τομέα της υγείας και για να αξιολογηθεί ο αντίκτυπος που έχουν τα μέτρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί των αντίστοιχων συστημάτων. Για παράδειγμα, πρέπει να εξεταστούν περισσότερο εμπεριστατωμένα διάφορα θέματα εγκάρσιου χαρακτήρα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές συνέπειες: καλές πρακτικές και αποτελεσματικότητα στον τομέα της υγείας, γήρανση και υγεία, η κατάσταση της υγείας στα νέα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αξιολόγηση του αντίκτυπου που έχουν οι διάφοροι συντελεστές επί της υγείας.

4.16

Επιπλέον, πρέπει να θεσπιστούν επειγόντως μέτρα για την κατοχύρωση της νομικής ασφάλειας, έτσι ώστε οι ασθενείς να μπορούν να τυγχάνουν περίθαλψης υψηλής ποιότητας σε όλα τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία πρέπει επί του σημείου αυτού να υποβάλει κατάλληλες προτάσεις (διασαφήνιση της ισχύος της νομολογίας, απλούστευση των κανόνων για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης, διευκόλυνση της ενδοευρωπαϊκής συνεργασίας).

4.17

Ο περισσότερο απρόσμενος αλλά και πιο χρήσιμος νεωτερισμός που περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής είναι η αξιοποίηση πόρων του Ταμείου Συνοχής και των διαρθρωτικών ταμείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διευκόλυνση των επενδύσεων στον τομέα της υγείας, την ανάπτυξη υγειονομικών υποδομών και την προαγωγή της ιατρικής τεχνογνωσίας, στόχων οι οποίοι έχουν αποκτήσει προτεραιότητα στα πλαίσια των παρεμβάσεων των χρηματοδοτικών μέσων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

4.18

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή συμφωνεί απόλυτα με αυτή την απόφαση: έτσι ανοίγει μια νέα προοπτική για την ανάπτυξη και την επιτυχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κυρίως στα πλαίσια της στρατηγικής της Λισσαβόνας.

4.19

Τέλος, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή συμφωνεί κατ αρχήν με τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει η Επιτροπή τα ιατρικά επαγγέλματα. Η εξέλιξη των συστημάτων υγείας περνά από τη δυναμική της εξέλιξης των σχετικών επαγγελμάτων και προσόντων. Τα συστήματα υγείας χρειάζονται καταρτισμένα πρόσωπα με υψηλά προσόντα και την καθιέρωση της δια βίου εκπαίδευσης.

4.20

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έχει καθήκον να προαγάγει την επίγνωση αυτών των καθοριστικής σημασίας στόχων που αποτελούν τα προβλήματα της υγείας για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για τη συνοχή της, για την ικανότητά της να εξελιχθεί σε μια οικονομία της γνώσης.

4.21

Πρέπει να γίνει μια ανάλυση και πρόβλεψη των προβλημάτων, για να διευκολυνθεί η κινητικότητα των επαγγελματιών του κλάδου της υγείας, χωρίς να θιγούν παράλληλα τα συστήματα που ισχύουν στα κράτη μέλη. Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή τονίζει σε σχέση με αυτό ότι, με την οδηγία για τα προσόντα και τις αρμοδιότητες που έχει υποβληθεί προς έγκριση, γίνεται ένα σημαντικό και ορθό βήμα προς την κατεύθυνση της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς.

4.22

Οι ρυθμίσεις που προτείνονται είναι χρήσιμες και εύστοχες. Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή είναι της γνώμης ότι θα είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να εναρμονιστούν οι κώδικες δεοντολογίας σε όλα τα επαγγέλματα που σχετίζονται με την υγεία και ότι αυτό θα γίνει δεκτό με ενθουσιασμό.

4.23

Όλα αυτά γίνονται εν όψει της έλλειψης επαγγελματικού δυναμικού που έχει προβλεφθεί ότι θα προκύψει τα επόμενα χρόνια. Οι επενδύσεις στα επαγγέλματα του τομέα της υγείας είναι αποδοτικές, κερδοφόρες και χρήσιμες, εφόσον τουλάχιστον θέλουμε να προσφέρουμε στους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης μια ποιοτική υγειονομική περίθαλψη.

4.23.1

Βελτίωση της υγείας και της υγειονομικής περίθαλψης με την εφαρμογή τεχνολογιών των πληροφοριών και επικοινωνιών.

4.24

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή θεωρεί ότι αυτή είναι η πλευρά από την οποία προέρχονται τα καλύτερα επιχειρήματα για τη μεταρρύθμιση των συστημάτων υγείας και τη βελτίωση της ποιότητας που προσφέρεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήδη έχουν τεθεί διάφορα θέματα, όπως τα ακόλουθα:

ο ηλεκτρονικός ιατρικός φάκελος στον οποίο οι ασθενείς έχουν ελεύθερη πρόσβαση και επιτρέπει να δοθεί σε κάθε πολίτη ένα κοινωνικό δικαίωμα, ένα δικαίωμα στην υγεία και στην καλύτερη επίγνωση της υγείας του. Επιπλέον, το σύστημα αυτό συμβάλλει στην αποφυγή καταχρήσεων, φουσκωμένων λογαριασμών, της χρήσης φαρμάκων τα οποία δεν είναι συμβατά μεταξύ τους και των πολλαπλών θεραπειών, χωρίς να λησμονείται το γεγονός ότι διευκολύνει όλες τις διαδικασίες υποδοχής, καταχώρησης και πληροφόρησης του ασθενούς·

η πολλά υποσχόμενη τηλεϊατρική, η οποία επιτρέπει να προσφέρεται εξ αποστάσεως στους ασθενείς η αρωγή εμπειρογνωμόνων και όλων των άλλων παραγόντων του τομέα της υγείας, καθώς και οι πληροφορίες τις οποίες δικαιούται·

η χρήση καρτών υγείας, που επιτρέπουν να πιστοποιούνται σε πραγματικό χρόνο τα δικαιώματα και η κατάσταση των ασθενών σε σχέση με την κάλυψή τους από το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης·

όλες οι άλλες υφιστάμενες αλλά και αναμενόμενες εφαρμογές, που χρησιμεύουν στην καλύτερη διαχείριση των συστημάτων, στη χάραξη στρατηγικών για την ατομική αλλά και τη δημόσια υγεία, στη δημιουργία αποδοτικών τραπεζών δεδομένων, στην αξιολόγηση της παραγωγικότητας των ιδρυμάτων και στην επίγνωση της κατανάλωσης σε όλες της τις πτυχές.

4.25

Ήδη έχουν δημιουργηθεί δίκτυα πληροφόρησης και οργανώσεις ασθενών διαπιστώνουν ότι τα αιτήματά τους έχουν ικανοποιηθεί. Ωστόσο, πρέπει να δοθεί η δέουσα προσοχή στην προστασία του επαγγελματικού απορρήτου όσον αφορά στη σχέση που υφίσταται μεταξύ ασθενούς και ιατρού.

5.   Οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

5.1

Στη γνωμοδότηση που εξέδωσε στις 16 Ιουλίου 2003, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, έχοντας επίγνωση της ιδιαίτερης σημασίας των μέτρων αυτών, υπέβαλε προτάσεις οι οποίες προφανώς υιοθετήθηκαν από την Επιτροπή, δεδομένου ότι χρησιμεύουν ως κατευθυντήριες γραμμές στην επιχειρηματολογία που προβάλλεται.

5.2

Η συνεργασία των κρατών μελών πρέπει να οδηγήσει στην υιοθέτηση κοινών στόχων που θα υλοποιηθούν στα πλαίσια εθνικών σχεδίων δράσης, ενώ η επιλογή των κατάλληλων δεικτών θα επιτρέψει την ενεργό παρακολούθηση της εξέλιξης που ακολουθεί η πολιτική για την υγεία σε κάθε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5.3

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή τονίζει ότι υπάρχει ένα μέσο το οποίο καθίσταται απολύτως απαραίτητο: ένα παρατηρητήριο ή ένας οργανισμός που να παρακολουθεί τις εξελίξεις, να διενεργεί αναλύσεις και να προβαίνει σε ανταλλαγή απόψεων με αντικείμενο τις εθνικές πολιτικές στον τομέα της υγείας, τηρώντας τις ισχύουσες συνθήκες, δηλαδή την αρχή της επικουρικότητας και σεβόμενη τις εθνικές αρμοδιότητες. Επίκεντρο θα πρέπει να είναι τα μέτρα για τη βελτίωση της ποιότητας της περίθαλψης, οι προσπάθειες των δημοσίων αρχών και των αρμόδιων διαχειριστών με στόχο τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των ιδρυμάτων υγείας, δημοσίων και ιδιωτικών, η δημιουργία κέντρων αριστείας και η δικτύωσή τους σε όλα τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πλούσια και φτωχά.

5.4

Χρειάζεται μια προληπτική, αποφασιστική και διαρκής πολιτική για την αντιμετώπιση των αναμενόμενων ελλείψεων.

5.5

Πέραν αυτών, πρέπει να προωθηθεί μια πολιτική πληροφόρησης για θέματα που έχουν σχέση με την υγεία με βάση τα αποτελέσματα των αντίστοιχων προγραμμάτων και να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες πληροφόρησης των παραγόντων του τομέα της υγείας - των ασθενών, των επαγγελματιών και του δημόσιου τομέα - καθώς και οι πληροφορίες από πηγές όπως η ΠΟΕ ή ο ΟΟΣΑ.

5.6

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή δεν μπορεί παρά να επιδοκιμάσει την επιλογή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να προσφύγει στην ανοικτή μέθοδο συντονισμού (γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ του Ιουλίου 2003), προσδιορίζοντας εκ των προτέρων και λεπτομερώς το είδος των μέτρων και τον τρόπο εφαρμογής τους. Πρόκειται για πολύ σημαντικά θέματα όπως, για παράδειγμα, τα ακόλουθα:

ανταλλαγή καλών πρακτικών (πιστοποιήσεων), ποιοτικά πρότυπα, ισοδυναμία γνώσεων και προσόντων, αμοιβαία αναγνώριση πρακτικών στα πλαίσια των οποίων πρέπει να γνωστοποιείται η μείωση του κόστους, δεδομένου ότι υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των διαφόρων εθνικών συστημάτων·

δείκτες που να αντιστοιχούν στις δομές και τις διαδικασίες·

βελτιωμένη πρόσβαση σε φάρμακα με παράλληλη συνεκτίμηση της ανάγκης για την εισαγωγή καινοτομιών, την καταπολέμηση επιδημιών, όπως για παράδειγμα του Έιτζ, της φυματίωσης ή της ελονοσίας στις φτωχότερες χώρες, καθώς και η καταπολέμηση της σπατάλης·

συντονισμός των εθνικών συστημάτων, έτσι ώστε να αποφευχθούν διάφορα φαινόμενα διασυνοριακού ντάμπινγκ και η μετανάστευση υψηλά καταρτισμένου εργατικού δυναμικού·

η ανάγκη να ολοκληρωθεί η εσωτερική αγορά για τα φάρμακα.

6.   Συμπέρασμα

6.1

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έχει επίγνωση του ότι οι τελευταίες τρεις ανακοινώσεις είναι το αποτέλεσμα της κοινής προσπάθειας που κατέβαλαν οι πέντε εμπλεκόμενες Γενικές Διευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

6.2

Αυτό αποδεικνύει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει κατανοήσει την ιδιαίτερη σημασία που έχουν οι πολιτικές που ασκούνται στον τομέα της υγείας για την επιτυχή ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς και της διεύρυνσης.

6.3

Πρόκειται για μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που οι γενικές διευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συνδυάζουν την πολιτική τους βούληση, τις αρμοδιότητες και τα μέσα που διαθέτουν ενώπιον ενός κοινού στόχου: να δοθούν στα διάφορα κράτη μέλη τα μέτρα που είναι απαραίτητα για να προαχθεί η συνοχή των πολιτικών που ασκούν στον τομέα της υγείας και της κοινωνικής προστασίας, προς όφελος όλων των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

6.4

Σε σχέση με αυτό, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή επιθυμεί να δημιουργήσει μία Ειδική Ομάδα, με χαλαρή διάρθρωση αλλά μόνιμο χαρακτήρα, η οποία θα αναλάβει να παρακολουθεί τις αντίστοιχες πολιτικές και θα της επιτρέψει να συνεισφέρει τις απόψεις της, την εμπειρογνωμοσύνη και την εμπειρία που διαθέτει για ένα θέμα το οποίο είναι πολύ λεπτό και ιδιαίτερα σημαντικό για όλους τους πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2004.

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  Βλέπε γνωμοδότηση πρωτοβουλίας «Υγειονομική περίθαλψη» - Eισηγητής : ο κ. BEDOSSA – ΕΕ C 234, 30.09.2003.

(2)  Βλέπε γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ «Ευρωπαϊκή κάρτα ασφάλισης υγείας» - Eισηγητής : ο κ. Gérard DANTIN – ΕΕ C 220 της16.09.2003.

(3)  Καταρτίζεται γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με τίτλο «Υγειονομική ασφάλεια : μια συλλογική υποχρέωση, ένα νέο δικαίωμα» - Eισηγητής : ο κ. BEDOSSA (SOC/171).


20.5.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/60


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα:

«Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με ειδική διαδικασία εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών για σκοπούς επιστημονικής έρευνας»

«Πρόταση σύστασης του Συμβουλίου για τη διευκόλυνση της εισδοχής υπηκόων τρίτων χωρών για σκοπούς επιστημονικής έρευνας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα»

«Πρόταση σύστασης του Συμβουλίου για τη διευκόλυνση της χορήγησης από τα κράτη μέλη ενιαίων θεωρήσεων σύντομης διάρκειας για τους ερευνητές υπηκόους τρίτων χωρών που μετακινούνται για σκοπούς επιστημονικής έρευνας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα»

(COM(2004) 178 τελικό – 2004/0061 (CNS))

(2005/C 120/12)

Στις 7 Απριλίου 2004, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις και δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 22 Σεπτεμβρίου 2004, με βάση εισηγητική έκθεση της κας King.

Κατά την 412η σύνοδο ολομέλειας της 27ης και 28ης Οκτωβρίου (συνεδρίαση της 27ης Οκτωβρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 181 ψήφους υπέρ, 1 κατά και 3 αποχές.

1.   Κύρια σημεία του εγγράφου της Επιτροπής

1.1

Αντικείμενο της ανακοίνωσης αυτής είναι μία πρόταση οδηγίας και δύο προτάσεις συστάσεων για την εισδοχή υπηκόων τρίτων χωρών για σκοπούς επιστημονικής έρευνας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

1.2

Οι προτάσεις αυτές αποτελούν μέρος του στρατηγικού στόχου της Λισσαβώνας, ο οποίος συνίσταται στο να αναπτύξει η Ευρωπαϊκή Ένωση την έρευνα προκειμένου να καταστεί η πλέον ανταγωνιστική και δυναμική οικονομία της γνώσης ανά την υφήλιο μέχρι το 2010. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, έχει υπολογιστεί ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα χρειαστεί 700 000 συμπληρωματικούς ερευνητές. Στο πλαίσιο αυτό, προσδιορίστηκαν τα ακόλουθα συγκλίνοντα μέτρα:

προσέλκυση μεγαλύτερου αριθμού νέων στους επιστημονικούς κλάδους της εκπαίδευσης·

βελτίωση των προοπτικών σταδιοδρομίας των ερευνητών στην Ευρωπαϊκή Ένωση· και

αύξηση των ευκαιριών στον τομέα της κατάρτισης και της κινητικότητας.

1.3

Παρότι ο στόχος των 700 000 συμπληρωματικών ερευνητών θα αφορά κυρίως πολίτες της ΕΕ, αναγνωρίζεται ότι, για την επίτευξη του στόχου αυτού, θα χρειαστούν και ερευνητές τρίτων χωρών. Κατά συνέπεια, η εν λόγω ανακοίνωση της Επιτροπής εστιάζεται συγκεκριμένα στην εισδοχή στην Ευρώπη ερευνητών τρίτων χωρών υψηλής ποιότητας μέσω:

της διευκόλυνσης της εισόδου και της διαμονής ερευνητών τρίτων χωρών· και

της άρσης των εμποδίων στην κινητικότητά τους στην Ευρώπη.

1.4

Η Επιτροπή αναγνωρίζει επίσης την ανάγκη ενίσχυσης της κινητικότητας των ευρωπαίων ερευνητών σε άλλα μέρη του κόσμου, δεδομένου ότι η κινητικότητά τους αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για την απόκτηση και τη μεταφορά γνώσεων.

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την εν λόγω ανακοίνωση σχετικά με την εισδοχή υπηκόων τρίτων χωρών για σκοπούς επιστημονικής έρευνας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.

2.2

Δεδομένου ότι ο στόχος της Επιτροπής για 700 000 συμπληρωματικούς ερευνητές μέχρι το 2010 θα αφορά κυρίως υπηκόους της ΕΕ, η ΕΟΚΕ επιθυμεί να υπενθυμίσει στην Επιτροπή την προηγούμενη γνωμοδότησή της (1) με θέμα την ανακοίνωση της Επιτροπής για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ερευνητές σταδιοδρομίας στον Ευρωπαϊκό Χώρο Έρευνας και τις προτάσεις και πρωτοβουλίες για την αντιμετώπισή τους (2).

2.3

Όσον αφορά τα συγκλίνοντα μέτρα για «προσέλκυση μεγαλύτερου αριθμού νέων στους επιστημονικούς κλάδους της εκπαίδευσης», η γνωμοδότηση αυτή τονίζει ότι η σημασία της επιστήμης δεν αντανακλάται επαρκώς στα σχολικά προγράμματα, συνιστά να δοθεί μεγαλύτερη έμφαση στη διδασκαλία της επιστήμης, της τεχνολογίας και των μαθηματικών στα σχολεία και τονίζει τη σημασία της ελκυστικής παρουσίασης αυτών των θεμάτων στους μαθητές. Είναι επίσης σημαντικό να δοθεί έμφαση στα κορίτσια δεδομένου ότι τείνουν να υπο-εκπροσωπούνται σε αυτούς τους θεματικούς τομείς. Υπάρχουν σημαντικά στοιχεία που δείχνουν ότι τα άτομα που επιδιώκουν να πραγματοποιήσουν ανώτατες σπουδές επιλέγουν σήμερα μη επιστημονικούς τομείς με αποτέλεσμα η ικανότητα της Κοινότητας να αποκτήσει υψηλό αριθμό ερευνητών να κινδυνεύει να υπονομευτεί αν το πρόβλημα δεν αντιμετωπιστεί επειγόντως και διεξοδικά.

2.4

Όσον αφορά το δεύτερο συγκλίνον μέτρο για «βελτίωση των προοπτικών σταδιοδρομίας των ερευνητών στην Ευρωπαϊκή Ένωση», αυτή η προγενέστερη γνωμοδότηση εξετάζει το δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι ερευνητές οι οποίοι απασχολούνται στον ακαδημαϊκό χώρο ή σε ερευνητικούς οργανισμούς που λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση, έχουν κατά κανόνα αποδοχές ανάλογες της μισθολογικής κλίμακας του δημοσίου τομέα αλλά εργάζονται χωρίς καμία επαγγελματική ασφάλεια ή άλλες παροχές που δίνονται σε άλλες σταδιοδρομίες του δημόσιου τομέα, όπως των δημοσίων υπαλλήλων ή δασκάλων. Στην πραγματικότητα, οι ερευνητές έχουν ελάχιστη ή μηδενική επαγγελματική ασφάλεια αφού συχνά απασχολούνται βάσει μιας σειράς βραχυπρόθεσμων συμβάσεων εργασίας, που υπογράφονται για κάθε νέα εργασία ή αλλαγή σταδιοδρομίας.

2.5

Η ΕΟΚΕ θα ήθελε επίσης να επισημάνει ένα τελευταίο στοιχείο σε σχέση με την προηγούμενη γνωμοδότησή της και συγκεκριμένα την κινητικότητα των ευρωπαίων ερευνητών. Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι μια σταδιοδρομία στην έρευνα στον ευρωπαϊκό χώρο απαιτεί κινητικότητα και ευελιξία στο εσωτερικό της ΕΕ. Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να αποβαίνει εις βάρος των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών ζωής και της κοινωνικής ασφάλισης. Επιπλέον, η Επιτροπή πρέπει να λάβει μέτρα κατά μιας ενδεχόμενης μονομερούς διαρροής εγκεφάλων, ώστε να μην εγκαταλείπουν την ΕΕ οι καλύτεροι νέοι ερευνητές για να εγκατασταθούν σε άλλες χώρες και κυρίως στις ΗΠΑ. Τα τρέχοντα προβλήματα που συνδέονται με τη χορήγηση θεώρησης για τη μετάβαση στις ΗΠΑ θα είναι μάλλον βραχυπρόθεσμα, δεδομένου ότι οι κύκλοι της ανώτατης εκπαίδευσης στις ΗΠΑ ασκούν ήδη όλο και μεγαλύτερη πίεση στην κυβέρνηση των ΗΠΑ για την επίσπευση των διαδικασιών εισόδου ούτως ώστε να μπορούν να προσλαμβάνουν περισσότερους αλλοδαπούς υπηκόους.

2.6

Επανερχόμενη στην παρούσα ανακοίνωση της Επιτροπής για την εισδοχή υπηκόων τρίτων χωρών για σκοπούς επιστημονικής έρευνας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα, η ΕΟΚΕ συμφωνεί ότι η άρση των εμποδίων στην κινητικότητα των ερευνητών τρίτων χωρών έχει ζωτική σημασία για να μπορέσει η Ευρωπαϊκή Ένωση να καταστεί ελκυστικότερη στους ερευνητές ανά την υφήλιο, και ιδίως για να μπορέσει να αντιμετωπίσει επιτυχώς τον παγκόσμιο ανταγωνισμό για τους ερευνητές του πλέον υψηλού επιπέδου.

2.7

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τη θέση της Επιτροπής ότι η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, η οποία στηρίζεται ολοένα και περισσότερο στη γνώση, αυξάνει συνεχώς τη διεθνή διάσταση της επιστήμης. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η παγκοσμιοποίηση θα έπρεπε να είχε καταστεί σαφέστερη στην ανακοίνωση, με την ενσωμάτωση συγκριτικών δεδομένων σχετικά με το επίπεδο των πόρων που διαθέτουν χώρες όπως η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ για τη στήριξη της κατάρτισης, της κινητικότητας και της εξέλιξης της σταδιοδρομίας των ερευνητών.

2.8

Η ΕΟΚΕ εκφράζει επίσης τη βαθιά ανησυχία της για την ηλικιακή πυραμίδα των υφιστάμενων ερευνητών στην ΕΕ. Πολλά άτομα αυτής της κατηγορίας πλησιάζουν τώρα την πιθανή ηλικία συνταξιοδότησης, ενώ παρατηρείται ανεπαρκής προσέλκυση ή ενθάρρυνση νεοεισερχόμενων ερευνητών για την αντικατάστασή τους. Αν δεν αναγνωριστεί το γεγονός αυτό και αν δεν ληφθούν επειγόντως μέτρα, ο στόχος της ΕΕ δεν θα επιτευχθεί. Αυτό είναι επίσης αποτέλεσμα της παρούσας κατάστασης στην Ευρώπη όπου ο πληθυσμός γηράσκει και το ποσοστό γεννητικότητας μειώνεται. Επίσης, σε μια σειρά κρατών της ΕΕ, ο πληθυσμός προβλέπεται να αρχίσει να φθίνει μετά το 2010. Το γεγονός αυτό καθιστά τον στόχο των 700.000 συμπληρωματικών ερευνητών εξαιρετικά φιλόδοξο ακόμη και με την εισδοχή ερευνητών τρίτων χωρών.

2.9

Η ΕΟΚΕ αντιλαμβάνεται ότι η εν λόγω ανακοίνωση εστιάζεται αποκλειστικά στις εισδοχές και συνεπώς οι ερευνητές τρίτων χωρών που βρίσκονται ήδη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ορισμένοι εκ των οποίων είναι πρωτοπόροι στον τομέα τους, δεν καλύπτονται από το πεδίο εφαρμογής της προτεινόμενης οδηγίας και των προτεινόμενων συστάσεων. Ωστόσο, θεωρεί ότι απαιτείται μια μελλοντική οδηγία που θα καλύπτει το ειδικό πρόβλημα πρόσβασης αυτής της ομάδας σε θέσεις εργασίας υψηλής ειδίκευσης, δεδομένου ότι θα βοηθούσε στην επίτευξη του στόχου των 700 000 συμπληρωματικών ερευνητών. Ορισμένοι από αυτούς τους ερευνητές έχουν καθεστώς πρόσφυγα στην ΕΕ και είναι λυπηρό το γεγονός ότι οι ικανότητές τους και η συμβολή τους ελάχιστα αξιοποιούνται επί του παρόντος. Δεν υπάρχει κανένα μέτρο που να προβλέπει με συστηματικό τρόπο τη στήριξη αυτών των ερευνητών στην ΕΕ, με την εξαίρεση επιχορηγήσεων που χορηγούνται από εθελοντικούς ή φιλανθρωπικούς οργανισμούς. Εάν χορηγηθεί έστω και μετρίου επιπέδου χρηματοδότηση για τη στήριξη αυτών των ατόμων, είναι πιθανό ο αριθμός των ερευνητών στην ΕΕ να αυξηθεί κατά τουλάχιστον 40 000 (3). Κατά συνέπεια, η ΕΟΚΕ συνιστά σθεναρά στην Επιτροπή να καθιερώσει μια διαδικασία μέσω της οποίας να μπορούν να εντοπίζονται αυτοί οι ερευνητές, και να έχουν ευκολότερη πρόσβαση σε θέσεις εργασίας στον τομέα της έρευνας.

2.10

Η ΕΟΚΕ λαμβάνει υπόψη τον ορισμό του ερευνητή που δίνει η Επιτροπή. Για ακόμη μία φορά, θα ήθελε να υπενθυμίσει τον ορισμό που συνέστησε στην προηγούμενη γνωμοδότησή της 305/2004, σημείο 5.1.1.7: «Ειδικοί που καταγίνονται με τη σύλληψη ή τη δημιουργία νέας γνώσης, προϊόντων, διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων και τη διαχείριση των αντίστοιχων έργων, οι οποίοι έχουν εξειδικευτεί για το σκοπό αυτό μέσω της εκπαίδευσης και της αποκτηθείσας πείρας». Ο ορισμός αυτός παρουσιάζει το πλεονέκτημα ότι αναγνωρίζει όλες τις διαχειριστικές δεξιότητες που διαθέτει ο ερευνητής.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

3.1   Προτάσεις σύμφωνα με την ευρωπαϊκή πολιτική έρευνας

3.1.1

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η δημιουργία ειδικού τίτλου διαμονής για τους υπηκόους τρίτων χωρών δεν είναι το μόνο θέμα που πρέπει να εξεταστεί. Άλλα θέματα περιλαμβάνουν το μεταναστευτικό καθεστώς του ερευνητή καθώς και το καθεστώς των ερευνητών στην ΕΕ, όπως εξετάζεται στη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ 305/2004. Η ΕΟΚΕ είναι επίσης της άποψης ότι μείζον θέμα θα είναι η κυκλοφορία των ερευνητών μέσα στην Κοινότητα. Οι ερευνητές θα πρέπει να μπορούν να αναζητούν απασχόληση ανεξάρτητα από το μεταναστευτικό καθεστώς τους.

3.1.2

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι οι τίτλοι διαμονής των ερευνητών αίρουν την ανάγκη άδειας εργασίας και εκφράζει την ικανοποίησή της για αυτή την προσπάθεια εξορθολογισμού της διαδικασίας αυτής.

3.2   Προτάσεις που συμπληρώνουν τα νομικά μέσα της ευρωπαϊκής πολιτικής μετανάστευσης

3.2.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τη σύσταση της Επιτροπής σχετικά με το ελεγχόμενο εκ νέου άνοιγμα των διαύλων νόμιμης μετανάστευσης σε συνάρτηση με διάφορες παραμέτρους και σύμφωνα με τις κατηγορίες των συγκεκριμένων μεταναστών. Ωστόσο η ΕΟΚΕ ζητεί να είναι σαφείς και συγκεκριμένες αυτές οι παράμετροι. Ορισμένα από τα άτομα που γίνονται δεκτά μπορεί να χρειάζονται καταφύγιο και προστασία δυνάμει της σύμβασης της Γενεύης του 1951. Πέρα από τη δυνατότητα να γίνουν μετανάστες, μπορεί συγχρόνως να θέλουν να υποβάλουν αίτηση χορήγησης καθεστώτος πρόσφυγα μόλις φτάσουν στην ΕΕ. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι επί του παρόντος δεν είναι δυνατό να εκφράσει η Επιτροπή σαφή άποψη επί των θεμάτων αυτών, τάσσεται όμως υπέρ της διευθέτησής τους στο εγγύς μέλλον.

3.2.2

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τις συστάσεις για τη θεώρηση σύντομης διαμονής η οποία θα επιτρέπει την ελεύθερη κυκλοφορία των ερευνητών τρίτων χωρών στο χώρο του Σένγκεν. Συμφωνεί επίσης ότι οι μακροχρόνιοι κάτοικοι από τρίτες χώρες οι οποίοι διαμένουν νόμιμα σε κράτος μέλος της ΕΕ επί πέντε έτη, πρέπει να έχουν το δικαίωμα διαμονής σε όλη την ΕΕ.

3.2.3

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η δυνατότητα που προσφέρεται στους ερευνητές τρίτων χωρών να επανενωθούν με τα μέλη της οικογενείας τους αποτελεί ουσιαστική πτυχή του ζητήματος της κινητικότητας.

3.2.4

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι το ζήτημα αυτό εξετάζεται σε ξεχωριστή οδηγία, την οδηγία 2003/86 της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, σχετικά με το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης και ότι αυτή η ανακοίνωση συμπληρώνει την πρόταση COM(2002) 548 για τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό τις σπουδές, την επαγγελματική κατάρτιση ή τον εθελοντισμό.

3.3   Ο κεντρικός ρόλος των ερευνητικών οργανισμών

3.3.1

Η ΕΟΚΕ αντιλαμβάνεται ότι για τη σύμβαση υποδοχής έχει ληφθεί ως πρότυπο το πρωτόκολλο υποδοχής της Γαλλίας. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η κατανομή των ρόλων μεταξύ των ερευνητικών οργανισμών και των αρχών μετανάστευσης των κρατών μελών αφενός θα διευκόλυνε την είσοδο στην ΕΕ υπηκόων τρίτων χωρών υψηλής ειδίκευσης και αφετέρου θα ανταποκρινόταν στα μέτρα ασφαλείας των κρατών μελών της ΕΕ.

3.3.2

Επιπλέον, και δεδομένου ότι τα κράτη μέλη έχουν την εξουσία να ελέγχουν κατά πόσο μια σύμβαση υποδοχής ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 5(2), η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την ενέργεια αυτή, που θα συμβάλει πιθανότατα στην πρόληψη των καταχρήσεων.

3.4   Η υπευθυνοποίηση των ερευνητικών οργανισμών

3.4.1

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι ο ορισμός που δίνει η Επιτροπή στον «ερευνητικό οργανισμό» είναι ελλιπής. Θα πρέπει να διευρυνθεί ώστε να περιλαμβάνει τους δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς που δίνουν επιχορηγήσεις για την έρευνα καθώς και τους οργανισμούς που πραγματοποιούν έρευνες.

3.4.2

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την επαναβεβαίωση της δέσμευσης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Βαρκελώνης ως προς την αύξηση των επενδύσεων για έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη σε 3 % του ΑΕγχΠ έως το 2010, με τα δύο τρίτα των επενδύσεων αυτών να προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα.

3.4.3

Η ΕΟΚΕ συνιστά θερμά να ξεκινήσει η Επιτροπή διαβουλεύσεις με τον ιδιωτικό τομέα για την πρόταση αυτή εν γένει και ειδικότερα για τη σύστασή της να ανατεθεί στον ερευνητικό οργανισμό η σύνταξη της σύμβασης υποδοχής που ενεργοποιεί την εισδοχή ερευνητή σε κράτος μέλος.

3.5   Ευρύτερο περιεχόμενο της έννοιας του ερευνητή με βάση τις ανάγκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης

3.5.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τη σύσταση της Επιτροπής να μην περιοριστεί η διαδικασία στα άτομα που έχουν ήδη την ιδιότητα του ερευνητή στη χώρα καταγωγής τους.

3.5.2

Ωστόσο, η ΕΟΚΕ δεν συμφωνεί με τον περιορισμό σε σχέση με το αντικείμενο της εισδοχής, επειδή υπάρχουν περιπτώσεις ατόμων που πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις για να έχουν την ιδιότητα του ερευνητή, όπως ορίζεται στην οδηγία, αλλά ο αρχικός σκοπός της εισδοχής τους σε κράτος μέλος δεν είναι η πραγματοποίηση ερευνητικού σχεδίου. Οι ερευνητές αυτοί μπορεί να έχουν αποκτήσει τίτλο σπουδών στην ΕΕ και να θέλουν να αναζητήσουν ανάλογη θέση.

3.5.3

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για το ότι οι απαιτήσεις όσον αφορά τα προσόντα των ατόμων των οποίων ζητείται η εισδοχή και η επιστημονική αξία των προβλεπόμενων ερευνών είναι σαφείς και ξεκάθαρες. Αν και τούτο δεν περιλαμβάνεται στο πεδίο εφαρμογής της ανακοίνωσης αυτής, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι είναι αναγκαίο να προβλεφθούν κάποια περιθώρια ελιγμού κατά την αξιολόγηση των δεξιοτήτων των ερευνητών, ώστε η ΕΕ να μπορεί να λαμβάνει υπόψη τις αλλαγές στις ερευνητικές απαιτήσεις κατά την ανάπτυξή τους, δεδομένου ότι εμφανίζονται συνεχώς νέες τεχνολογίες και η ΕΕ πρέπει να έχει ως στόχο την πρόσληψη ερευνητών που να μπορούν να αναπτύξουν και να επεκτείνουν αυτές τις τεχνικές.

3.5.4

Η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή της Επιτροπής σε προηγούμενη γνωμοδότηση (4) η οποία επισημαίνει ακόμη ένα εμπόδιο στην κινητικότητα, και συγκεκριμένα την αδιαφάνεια των προσόντων και των δεξιοτήτων, με αποτέλεσμα να μην έχουν γίνει δεκτά σε πολλές περιπτώσεις προσόντα, και ιδίως προσόντα από τις αναπτυσσόμενες χώρες. Οι ερευνητές υποχρεώνονται να αποκτήσουν νέα ή μεταδιδακτορικά προσόντα για να γίνουν ερευνητές στην ΕΕ. Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, το σχέδιο δράσης της Επιτροπής (5) για τη διευκόλυνση της κινητικότητας στην ΕΕ, και συγκεκριμένα η εφαρμογή και η ανάπτυξη μέσων υπέρ της διαφάνειας και της μεταβιβασιμότητας των προσόντων και η δημιουργία ενιαίου ιστοχώρου ενημέρωσης για την κινητικότητα, πρέπει να χρησιμοποιηθεί για την αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος.

3.6   Τίτλος διαμονής ανεξάρτητος από το καθεστώς του ερευνητή

3.6.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την πρόταση να χορηγηθεί στους ερευνητές τρίτων χωρών ενιαίο καθεστώς σε όλη την ΕΕ.

3.6.2

Εκφράζει επίσης την ικανοποίησή της για τη σύσταση σύμφωνα με την οποία οι ερευνητές που θα γίνονται δεκτοί βάσει σύμβασης εργασίας δεν θα χρειάζεται πλέον να λαμβάνουν άδεια εργασίας στα κράτη μέλη.

3.7   Η κινητικότητα των ερευνητών στην Ευρωπαϊκή Ένωση

3.7.1

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την σύσταση της Επιτροπής να απλουστευθεί η διαδικασία εισδοχής προκειμένου να προωθηθεί η κινητικότητα ούτως ώστε οι υπήκοοι τρίτων χωρών να μπορούν να πραγματοποιήσουν ένα ερευνητικό σχέδιο σε διαφορετικά κράτη μέλη χωρίς να αντιμετωπίσουν δυσκολίες εισδοχής.

3.7.2

Σημειώνει επίσης ότι αυτό θα ισχύει για τους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι είναι μακροχρόνιοι κάτοικοι.

3.8   Επιλογή της νομικής βάσης της πρότασης οδηγίας

3.8.1

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την επιλεγείσα νομική βάση, εκφράζει όμως της λύπη της για το ότι η οδηγία δεν είναι δεσμευτική για τη Δανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Επισημαίνει την απόφαση που έλαβε η Ιρλανδία να εφαρμόσει την οδηγία αυτή και ελπίζει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο θα αποφασίσει να ακολουθήσει το παράδειγμά της. Είναι πεπεισμένη ότι το θέμα αυτό πρέπει να επανεξεταστεί δεδομένου ότι η ερευνητική βάση, και ιδίως στο Ηνωμένο Βασίλειο, είναι τέτοια που οι προσπάθειες της ΕΕ για την προσέλκυση επαρκούς αριθμού ερευνητών θα παρεμποδιστεί σοβαρά χωρίς τη συμμετοχή τους.

3.9   Άλλα θέματα

3.9.1

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι πρέπει να αναγνωριστεί η σημασία της προσέλκυσης δυνητικών ερευνητών στην ΕΕ και ότι το θέμα της «διαρροής εγκεφάλων» από ορισμένες τρίτες χώρες πρέπει να εξεταστεί διεξοδικά. Τα δύο αυτά θέματα δεν είναι ασύνδετα. Το ζήτημα της κατάρτισης των ερευνητών στο Ηνωμένο Βασίλειο απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Ορισμένοι δυνητικοί ερευνητές μπορεί να χρειαστούν περαιτέρω κατάρτιση ή συμπληρωματική περίοδο σπουδών. Σε πολλές περιπτώσεις, θα μπορούσαν να υποβάλουν γρήγορα αίτηση για μια θέση ερευνητή στην ΕΕ μετά το τέλος αυτής της περιόδου. Η οδηγία πρέπει να εξεταστεί με συνεκτίμηση του στοιχείου αυτού.

3.9.2

Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη βαθιά ανησυχία της για τις επιπτώσεις της «διαρροής εγκεφάλων» από τις αναπτυσσόμενες χώρες και εκτιμά ότι πρέπει να πραγματοποιηθεί διεξοδική συζήτηση για το πώς θα μπορούσε να αυξηθεί το ποσοστό των ερευνητών σε όλο τον κόσμο. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ορισμένες κυβερνήσεις ενθαρρύνουν τους ερευνητές να μεταβαίνουν στο εξωτερικό και να αποκτούν πείρα που θα αποβεί επωφελής για τη χώρα καταγωγής τους. Επισημαίνεται ότι η ολλανδική Προεδρία φιλοξενεί στη Χάγη διάσκεψη με θέμα «Brain Gain The Instruments». Το θέμα του αντίκτυπου που έχει για τις αναπτυσσόμενες χώρες η διαρροή εγκεφάλων ή το κέρδος εγκεφάλων θα εξεταστεί στη διάσκεψη και η Επιτροπή θα εκπονήσει έως τα τέλη του έτους έκθεση επί του θέματος. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η ενέργεια αυτή αποτελεί μια αρχή για την αντιμετώπιση ενός πολύ σοβαρού ζητήματος.

3.9.3

Ένα από τα θέματα της προηγούμενης ανακοίνωσης της Επιτροπής για τους ερευνητές – COM(2003) 436 τελικό – που θα ήθελε να τονίσει η ΕΟΚΕ είναι το φύλο. Πρέπει να δοθεί έμφαση στην υπο-εκπροσώπηση των γυναικών ερευνητριών σε διευθυντικές και ηγετικές θέσεις, γεγονός που είναι ιδιαίτερα αισθητό μεταξύ των ερευνητών τρίτων χωρών. Η ΕΟΚΕ θα ήθελε να επαναλάβει την σύσταση της Επιτροπής για έναν κώδικα δεοντολογίας για την πρόσληψη ερευνητών βάσει βέλτιστων πρακτικών, ιδίως στον τομέα των ίσων ευκαιριών. Η ΕΟΚΕ είναι πεπεισμένη ότι υπάρχει κατάφωρη ανισότητα στη μεταχείριση των γυναικών ερευνητριών από την άποψη ότι ελάχιστες ερευνήτριες υποβάλλουν αίτηση διορισμού και, όταν υποβάλλουν, τους ζητείται να καλύψουν θέσεις κατώτερες σε σχέση με τα προσόντα τους. Είναι ανάγκη να ενισχυθεί η διαφάνεια της διαδικασίας προσλήψεων και να αυξηθεί η αναλογία των γυναικών που υποβάλλουν αίτηση πρόσληψης.

Βρυξέλλες, 27 Οκτωβρίου 2004

Η Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Anne-Marie SIGMUND


(1)  ΕΕ C 110 της 30ής Απριλίου 2004, σελ. 3, εισηγητής: ο κ. Wolf.

(2)  COM(2003) 436 τελικό.

(3)  Το ποσόν αυτό βασίζεται σε εκτίμηση των διαθέσιμων επί του παρόντος στατιστικών στοιχείων.

(4)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ 658/2004 της 28ης Απριλίου 2004, εισηγητής: ο κ. Dantin

(5)  COM(2002) 72 τελικό


20.5.2005   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 120/64


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα: «Κατάρτιση και παραγωγικότητα»

(2005/C 120/13)

Με επιστολή του Υπουργού Ευρωπαϊκών Υποθέσεων των Κάτω Χωρών κ. Atzo Nicolaï, της 22ας Απριλίου 2004, η Ολλανδική Προεδρία ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, την κατάρτιση γνωμοδότησης για το θέμα «Kατάρτιση και παραγωγικότητα».

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις και δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάσθηκε τη γνωμοδότησή του στις 22 Σεπτεμβρίου 2004, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. Κορυφίδη.

Κατά τη 412η σύνοδο ολομέλειάς της, συνεδρίαση της 28 Οκτωβρίου 2004, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 81 ψήφους υπέρ 1 κατά και 1 αποχή, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Η ταυτότητα της γνωμοδότησης

1.1

Με βάση το σχετικό, προς την ΕΟΚΕ, αίτημα της Ολλανδικής Προεδρίας, το περιεχόμενο της παρούσας διερευνητικής γνωμοδότησης προσδιορίζεται από:

το πρόγραμμα της Ολλανδικής Προεδρίας και ειδικότερα το τμήμα του, που έχει ως τίτλο: «Μια κοινωνική Ευρώπη, δεκτική σε αλλαγή»  (1)·

την απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου των Βρυξελλών (25/26 Μαρτίου 2004), για την αντιμετώπιση της πρόκλησης της Λισσαβώνας και ιδιαίτερα την επ (2)ίκλησή του προς την ΕΟΚΕ: «να εξετάσει τρόπους και μέσα για την αποτελεσματικότερη εφαρμογή της» (3)·

την αναζήτηση, κατά το Β εξάμηνο τους 2004, συμφωνίας μεταξύ των 25 κρατών μελών για τη νέα Ατζέντα Κοινωνικής Πολιτικής (2006-2010) (4)·

τη συνεξέταση και συμπερίληψη στα πλαίσια της ως άνω συμφωνίας των στόχων της Λισσαβώνας και του Γκέτεμποργκ (5)·

την αναζήτηση, ανάδειξη και παρουσίαση των λόγων, που οδηγούν στις δυσκολίες εφαρμογής των πολιτικών δια βίου μάθησης και στην αύξηση της αποτελεσματικότητας των πολιτικών συνεχιζόμενης κατάρτισης.

1.1.1

Σημειώνεται ότι το συνολικό πλαίσιο των θεμάτων κοινωνικής πολιτικής και απασχόλησης, που προωθεί η Ολλανδική Προεδρία, θα εξεταστεί σε μια υψηλού επιπέδου διάσκεψη, που θα έχει ως θέμα «More People to Work: policies to activate Europe's labour potential» και θα πραγματοποιηθεί στο Άμστερνταμ, στις 25 και 26 Οκτωβρίου 2004.

1.1.2

Σημειώνεται, επίσης, ότι στόχος αυτής της διάσκεψης είναι να εξετάσει τις δομικές αλλαγές που είναι αναγκαίες στα τέσσερα πεδία πολιτικής (6), σε συνδυασμό με την ενίσχυση της συμμετοχής και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.

1.1.3

Σημειώνεται, τέλος, ότι η Ολλανδική Προεδρία ζητεί από την ΕΟΚΕ να επικεντρωθεί στα ακόλουθα σημεία:

Ποια είναι τα μεγαλύτερα εμπόδια για την εφαρμογή των εθνικών και κοινοτικών πολιτικών σε σχέση με τη συνεχιζόμενη κατάρτιση σε κάθε κράτος μέλος και στην ΕΕ συνολικά και πως μπορούν τα εμπόδια αυτά να αντιμετωπιστούν;

Ποια μέσα είναι πιο αποτελεσματικά για την ενίσχυση της συνεχιζόμενης κατάρτισης;

Πώς ο επιμερισμός των ευθυνών μεταξύ των διαφόρων μερών που εμπλέκονται στη διαδικασία κατάρτισης (π.χ. κυβέρνηση, κοινωνικοί εταίροι, αλλά και εργαζόμενοι και εργοδότες) επηρεάζουν την οργάνωση και επιτυχία της συνεχιζόμενης κατάρτισης; Ποιος είναι ο πιο αποτελεσματικός επιμερισμός ρόλων και ευθυνών και πώς μπορεί αυτό να επιτευχθεί;

2.   Εισαγωγή

2.1

Η ΕΟΚΕ θεωρεί άκρως σημαντικό το αίτημα της Ολλανδικής Προεδρίας για την επεξεργασία της παρούσας γνωμοδότησης. Ακόμη πιο σημαντικό θεωρεί το περιεχόμενο του αιτήματος και τις διαστάσεις του, όπως αυτές διασυνδέονται με τους ευρύτερους στόχους και τα μεγάλα προβλήματα της Ένωσης στον τομέα της βιώσιμης ανάπτυξης και ειδικότερα σε σχέση με την απασχόληση, την παραγωγικότητα και την οικονομική μεγέθυνση.

2.2

Η ΕΟΚΕ, χωρίς να αφίσταται της υποχρέωσής της για επικέντρωσή της στα ερωτήματα που θέτει για το συγκεκριμένο θέμα η Ολλανδική Προεδρία, θεωρεί σημαντικό να εντάξει αυτήν την επικέντρωση σ' ένα γενικότερο πλαίσιο (7). Ένα πλαίσιο που περιλαμβάνει το όλον της οπτικής της, για τη συνολική πορεία της Ένωσης στους εν λόγω τομείς, στη συγκεκριμένη συγκυρία.

3.   Προσδιορισμός εννοιών (8)

3.1

Με τον όρο κατάρτιση (επαγγελματική) νοείται, «η (από το άτομο) απόκτηση, ανανέωση και ο εκσυγχρονισμός τεχνικών, κυρίως, γνώσεων και δεξιοτήτων».

3.2

Η αρχική κατάρτιση συνίσταται στη φάση απόκτησης των πρώτων βασικών γνώσεων και δεξιοτήτων που σχετίζονται με την εκάστοτε επαγγελματική σταδιοδρομία. Σε πολλά κράτη μέλη, η αρχική κατάρτιση ενισχύεται μέσω της μαθητείας, η οποία συνδυάζει τους διάφορους τύπους μαθητείας με την πρακτική εξάσκηση στις επιχειρήσεις.

3.3

Η συνεχής επαγγελματική κατάρτιση ή μετεκπαίδευση συνίσταται στη σχετική με την αγορά εργασίας και τις επιχειρήσεις μαθητεία, η οποία στηρίζεται σε ήδη υπάρχουσες δεξιότητες και εμπειρίες, με σκοπό την ενημέρωση και την διεύρυνση των γνώσεων και ικανοτήτων, καθώς και την εξειδίκευση σε άλλα ή νέα επαγγελματικά πεδία και επιχειρησιακά καθήκοντα. Η συνεχής επαγγελματική κατάρτιση στοχεύει, σε πρώτο επίπεδο, τους πολίτες οι οποίοι βρίσκονται σε επαγγελματικά ενεργή ηλικία, όπως αυτοί που διαθέτουν αρχική εκπαίδευση και κατάρτιση, ακόμη και ειδικευμένους εργαζόμενους που δεν έχουν ολοκληρώσει επίσημη κατάρτιση, είτε έχουν συνάψει σύμβαση εργασίας, είτε είναι δηλωμένοι άνεργοι, και στο πλαίσιο αυτό συμμετέχουν σε μέτρα προώθησης της συνεχιζόμενης επαγγελματικής κατάρτισης ή σε μαθήματα αλλαγής επαγγελματικής ειδίκευσης. Επιπλέον, αυτή είναι ανοιχτή σε όλους εκείνους που επιθυμούν να λάβουν μέρος στα πολλά είδη προγραμμάτων γενικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης που διατίθενται σε δημόσιο ή ιδιωτικό επίπεδο και σε ποικίλους τύπους διδασκαλίας.

3.4