ISSN 1725-2415

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

47ό έτος
30 Απριλίου 2004


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

II   Προπαρασκευαστικές πράξεις

 

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

 

404η σύνοδος ολομέλειας της 10ης και 11ης Δεκεμβρίου 2003

2004/C 112/1

Ψήφισμα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η στρατηγική της Λισαβόνας

1

 

407η σύνοδος ολομέλειας της 31ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου 2004

2004/C 112/2

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: Ενημέρωση και απλούστευση του κοινοτικού κεκτημένου [COM(2003) 71 τελικό]

4

2004/C 112/3

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Λευκή Βίβλο Το διάστημα: νέοι ευρωπαϊκοί ορίζοντες για μια διευρυνόμενη Ένωση. Σχέδιο δράσης για εφαρμογή της ευρωπαϊκής διαστημικής πολιτικής [COM(2003) 673 τελικό]

9

2004/C 112/4

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών —Ένα συνεκτικό πλαίσιο για την αεροδιαστημική βιομηχανία— απάντηση στην έκθεση STAR 21 [COM(2003) 600 τελικό]

14

2004/C 112/5

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη χρήση συστημάτων μετωπικής προστασίας στα μηχανοκίνητα οχήματα και για την τροποποίηση της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ [COM(2003) 586 τελικό — 2003/0226 (COD)]

18

2004/C 112/6

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ, 85/611/ΕΟΚ, 91/675/ΕΟΚ, 93/6/ΕΟΚ και 94/19/ΕΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 2000/12/ΕΚ, 2002/83/ΕΚ, 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, με σκοπό τη θέσπιση νέας οργανωτικής διάρθρωσης των επιτροπών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών [COM(2003) 659 τελικό — 2003/0263 (COD)]

21

2004/C 112/7

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί θεσπίσεως ενός πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού για τα προϊόντα που καταναλώνουν ενέργεια και περί τροποποιήσεως της οδηγίας 92/42/ΕΟΚ [COM(2003) 453 τελικό — 2003/0126 (COD)]

25

2004/C 112/8

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο — Τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών για ασφαλή και ευφυή οχήματα [COM(2003) 542 τελικό]

30

2004/C 112/9

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την άδεια οδήγησης (αναδιατυπωμένη έκδοση) [COM(2003) 621 τελικό — 2003/0252 (COD)]

34

2004/C 112/0

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου περί υποχρεώσεως διατηρήσεως ενός ελαχίστου επιπέδου αποθεμάτων αργού πετρελαίου ή/και προϊόντων πετρελαίου από τα κράτη μέλη (κωδικοποιημένη έκδοση) [COM(2004) 35 τελικό — 2004/0004 (CNS)]

39

2004/C 112/1

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προστασία των υπογείων υδάτων από τη ρύπανση [COM(2003) 550 τελικό — 2003/0210 (COD)]

40

2004/C 112/2

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προσθήκη βιταμινών και μετάλλων και ορισμένων άλλων ουσιών στα τρόφιμα [COM(2003) 671 τελικό — 2003/0262 (COD)]

44

2004/C 112/3

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί των στερεών αποβλήτων (κωδικοποιημένη έκδοση) [COM(2003) 731 τελικό — 2003/0283 (COD)]

46

2004/C 112/4

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση κοινοτικού προγράμματος για την διατήρηση, τον χαρακτηρισμό, την συλλογή και την χρησιμοποίηση των γενετικών πόρων στη γεωργία [COM(2003) 817 τελικό — 2003/0321 (CNS)]

47

2004/C 112/5

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών για την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ στα κράτη μέλη [COM(2003) 458 τελικό]

49

2004/C 112/6

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (EΟΚ) αριθ. 337/75 περί δημιουργίας Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Καταρτίσεως (CEDEFOP) [COM(2003) 854 τελικό —2003/00334 (CNS)]

53

2004/C 112/7

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Κοινωνική διάσταση του πολιτισμού

57

2004/C 112/8

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή — Απολογισμός και αναθεώρηση των προτεραιοτήτων της στρατηγικής για το ΦΠΑ [COM (2003) 614 τελικό]

60

2004/C 112/9

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα των ειδικών φόρων κατανάλωσης και την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί της αμοιβαίας συνδρομής των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών στον τομέα των άμεσων φόρων, ορισμένων ειδικών φόρων κατανάλωσης και των φόρων επί των ασφαλίστρων και της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης [COM(2003) 797 τελικό — 2003/0309 (COD), 2003/0310 (COD)]

64

2004/C 112/0

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα η υποψηφιότητα της Κροατίας για προσχώρηση στην ΕΕ

68

2004/C 112/1

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για την ίδρυση του δικαστηρίου του κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας και για τα ένδικα μέσα ενώπιον του Πρωτοδικείου [COM(2003) 828 τελικό — 2003/0324 (CNS)]

76

2004/C 112/2

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για την ανάθεση δικαιοδοσίας στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων επί διαφορών σχετικών με το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας [COM(2003) 827 τελικό — 2003/0326 (CNS)]

81

2004/C 112/3

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Πραγματικότητες και ευκαιρίες για την εφαρμογή προσαρμοσμένων περιβαλλοντικών τεχνολογιών στα υποψήφια κράτη μέλη

83

2004/C 112/4

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την
[COM(2003) 644 τελικό — 2003/0256 COD — 2003/0257 COD]

92

2004/C 112/5

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την ανάκληση της ισχύος της οδηγίας 72/462/ΕΟΚ [COM(2004) 71 τελικό — 2004/0022 CNS]

100

2004/C 112/6

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την

102

2004/C 112/7

Γνωμόδοτηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την οικονομική διαφοροποίηση στις υπό ένταξη χώρες — Ρόλος των ΜΜΕ και των επιχειρήσεων της κοινωνικής οικονομίας

105

2004/C 112/8

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 2003/49/ΕΚ για την καθιέρωση κοινού συστήματος φορολόγησης των τόκων και των δικαιωμάτων που καταβάλλονται μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών διαφορετικών κρατών μελών [COM(2003) 841 τελικό — 2003/0331 (CNS)]

113

2004/C 112/9

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για ενέργειες στον τομέα της μελισσοκομίας [COM(2004) 30 τελικό — 2004/0003 (CNS)]

114

EL

 


II Προπαρασκευαστικές πράξεις

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή

404η σύνοδος ολομέλειας της 10ης και 11ης Δεκεμβρίου 2003

30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112/1


Ψήφισμα της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Η στρατηγική της Λισαβόνας»

(2004/C 112/01)

Με επιστολή της αντιπροέδρου Loyola de Palacio, της 20ής Φεβρουαρίου 2003, η Επιτροπή ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να καταρτίσει διερευνητική γνωμοδότηση με θέμα: «Ο συνολικός αντίκτυπος της στρατηγικής της Λισαβόνας μέχρι σήμερα σε συνδυασμό με τις μακροπρόθεσμες προοπτικές και ποιοτική αξιολόγηση της προόδου που έχει σημειωθεί με την εφαρμογή των τριών κεντρικών διαστάσεων της στρατηγικής».

Για το σκοπό αυτό, η ΕΟΚΕ διοργάνωσε σημαντικό συνέδριο προκειμένου να συγκεντρώσει τις απόψεις της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών της Ευρώπης σχετικά με την πρόοδο που έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα και όσα εναπομένουν να γίνουν στο μέλλον (παράρτημα II).

Κατά την 404η σύνοδο ολομελείας της, της 10ης και 11ης Δεκεμβρίου 2004 (συνεδρίαση της 10ης Δεκεμβρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε το ακόλουθο ψήφισμα με 116 ψήφους υπέρ, 37 κατά και 7 αποχές.

1.   Ψήφισμα

1.1.

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι η στρατηγική της Λισαβόνας θα συμβάλει στην επίτευξη των στόχων της διεθνούς ανταγωνιστικότητας, της οικονομικής, κοινωνικής, και περιβαλλοντικής προόδου και της βιώσιμης ανάπτυξης, μόνον εάν ανανεωθούν εκ βάθρων η μέθοδος, το θεσμικό πολιτικό σύστημα και τα απαραίτητα μέσα συνεργασίας.

1.1.1.

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ιδιαίτερα ότι η στρατηγική της Λισαβόνας είναι πιο περίπλοκη, πιο πολυδιάστατη, και με εκτενέστερες συνέπειες από οποιαδήποτε προηγούμενη συγκεκριμένη φιλοδοξία από απόψεως επίτευξης αποτελεσμάτων για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

1.2.

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής, η ΕΟΚΕ προτείνει μια δυναμικότερη προσέγγιση η οποία, σε θεσμικό επίπεδο, λαμβάνει τη μορφή μιας ενισχυμένης συνεργασίας η οποία έγκειται στην αναζωογόνηση της ευρωπαϊκής οικονομικής ανάπτυξης και δίδει επαρκή σημασία στην οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική πραγματικότητα στο πλαίσιο της συνεχούς αλληλεπίδρασης των εν λόγω πραγματικοτήτων, με άλλα λόγια στη βιώσιμη ανάπτυξη και στην ανταγωνιστικότητα του ευρωπαϊκού συστήματος.

1.3.

Η ΕΟΚΕ προτείνει:

μια μακροοικονομική πολιτική για την υλοποίηση της στρατηγικής αυτής μέσω της ενισχυμένης συνεργασίας των κρατών μελών και των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων,

αποτελεσματικότερο διάλογο μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, των κρατών μελών, των οικονομικών κύκλων και των κοινωνικών εταίρων,

καλύτερο επιμερισμό των ευθυνών κατά την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, αφενός, μεταξύ των ευρωπαϊκών, εθνικών και περιφερειακών βαθμίδων και, αφετέρου, μεταξύ των δημόσιων, ιδιωτικών και συνεταιριστικών φορέων.

1.4.

Η εν λόγω ενισχυμένη συνεργασία, η οποία δεν απαιτεί τροποποίηση τω συνθηκών, προϋποθέτει τη συνεργασία και την άμιλλα των κρατών μελών όσον αφορά τους στόχους της στρατηγικής της Λισαβόνας, καινοτόμο και υπεύθυνη δέσμευση για τις μακροοικονομικές πολιτικές, καθώς και προσέγγιση συνεργασίας όσον αφορά τις επιμέρους πολιτικές εφαρμογής των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

1.5.

Πέρα από την ανάγκη τήρησης του συμφώνου σταθερότητας, που στηρίζεται στη δέσμευση των κρατών να υπερασπιστούν το ενιαίο νόμισμα, η εφαρμογή μιας ολοκληρωμένης οικονομικής, η οποία στοχεύει στη ανάπτυξη, παραμένει προτεραιότητα. Τούτο απαιτεί για τη ευρωζώνη εφαρμογή του συμφώνου ανάπτυξης και σταθερότητας η οποία προωθεί την βέλτιστη υλοποίηση της στρατηγικής της Λισαβόνας. Εξάλλου, απαιτείται εναρμόνιση των φορολογικών πολιτικών, ούτως ώστε να είναι συμβατές με τις απαιτήσεις ανταγωνιστικότητας μιας ανοικτής οικονομίας, και παράλληλη διασφάλιση της κοινωνικής βιωσιμότητας.

1.6.

Αυτή η ολοκληρωμένη οικονομική πολιτική πρέπει κυρίως να επικεντρωθεί στη δημιουργία των συνθηκών για καλύτερη ανάκαμψη των οικονομικών δραστηριοτήτων στην Ευρώπη. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει το στόχο —αντικείμενο ήδη πολλών πρόσφατων προτάσεων— ανάληψης ευρωπαϊκής αναπτυξιακής πρωτοβουλίας ώστε να ενθαρρυνθούν οι διευρωπαϊκές επενδύσεις, ιδίως στους τομείς των υποδομών (ενέργεια, μεταφορές και τηλεπικοινωνίες), η έρευνα, η κατάρτιση, και η καλύτερη λειτουργία της αγοράς εργασίας, σε ένα πλαίσιο βιώσιμης ανάπτυξης.

1.7.

Η ΕΟΚΕ εμμένει στην ανάγκη να επιταχυνθεί η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς παράλληλα με την διεύρυνσή της. Τούτο ισχύει κυρίως όσον αφορά την ανάθεση των δημόσιων συμβάσεων, τις διάφορες κατηγορίες υπηρεσιών, και τη νομοθετική και διοικητική απλοποίηση. Στόχος είναι να επιτευχθεί μια πραγματικά αυτόνομη ανάπτυξη, πράγμα που η Ευρώπη δεν διαθέτει ακόμη, χάρη στην πλήρη αξιοποίηση του δυναμικού που προσφέρει η ολοκληρωμένη οικονομική ζώνη η οποία είναι μεγάλη και, ταυτόχρονα, τεχνολογικά προηγμένη.

2.   Ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών

2.1.

Η ΕΟΚΕ τονίζει την καθοριστική σημασία του διαλόγου με και μεταξύ των κοινωνικών εταίρων σε ευρωπαϊκό και σε εθνικό επίπεδο, ώστε να ευοδωθούν οι μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν κυρίως στην ενίσχυση της εκπαίδευσης και της κατάρτισης, καθώς και στην καλύτερη λειτουργία της αγοράς εργασίας, όπως και των συστημάτων κοινωνικής προστασίας, μεριμνώντας ώστε να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα και η βελτίωσή τους.

2.2.

Εξ αρχής, η εντολή του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Λισαβόνας τόνισε τον πρωταρχικό ρόλο των πρωτοβουλιών του ιδιωτικού τομέα και της νέας εταιρικής σχέσης κράτους και κοινωνίας των πολιτών για την εφαρμογή αυτής της πολυετούς στρατηγικής. Η ανοικτή μέθοδος συντονισμού που εισάγεται στην στρατηγική αυτή πρέπει να εφαρμοστεί με την πλήρη συμμετοχή της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών.

2.3.

Με την ευκαιρία της προετοιμασίας της νέας συνθήκης για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, που θα αποτελέσει συνέχεια της διεύρυνσης του 2004, η ΕΟΚΕ υποστήριξε σθεναρά το ρόλο που αποδίδει η Ευρωπαϊκή Συνέλευση στη συμμετοχική δημοκρατία, με την συμμετοχή των φορέων της κοινωνίας των πολιτών, η οποία συμπληρώνει —και δεν αντικαθιστά— την αντιπροσωπευτική δημοκρατία.

2.4.

Ενδείκνυται, επίσης, στην κάθετη διάσταση της επικουρικότητας (διαχωρισμός των αρμοδιοτήτων σε ευρωπαϊκό, εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο) να προστεθεί μία οριζόντια ή λειτουργική διάσταση (διαχωρισμός, αφενός, των θεμάτων που είναι αρμοδιότητα των δημόσιων αρχών και, αφετέρου, των θεμάτων που αφορούν την άμεση συμμετοχή, και ενδεχομένως αυτόνομη, της κοινωνίας των πολιτών — ιδιωτικός τομέας, κοινωνικοί εταίροι, κοινωνικοεπαγγελματικοί και κύκλοι και συνεταιρισμοί).

2.5.

Πέρα από την πραγματική δέσμευση των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών, προκειμένου να επιτύχει, η στρατηγική της Λισαβόνας πρέπει:

να είναι κατανοητή και αποδεκτή από την κοινή γνώμη, πράγμα που απαιτεί κυρίως την ενίσχυση της προβολής της και της αξιοπιστίας της,

να στηρίζεται από τους κοινωνικοεπαγγελματικούς φορείς της συμμετοχικής δημοκρατίας.

3.   Συστάσεις της ΕΟΚΕ

3.1.   σε ευρωπαϊκό επίπεδο:

ενίσχυση της συνεργασίας των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων με τους κοινωνικοεπαγγελματικούς κύκλους και τους κοινωνικούς εταίρους για την εδραίωση ενός μόνιμου ευρωπαϊκού διαλόγου σχετικά με τους διάφορους κοινούς προσανατολισμούς και τα σχέδια δράσης της στρατηγικής της Λισαβόνας και κυρίως για τη διασφάλιση της καλύτερης εκτίμησης και συμφιλίωσης των επιταγών της οικονομικής ανταγωνιστικότητας, της κοινωνικής προόδου και της βιώσιμης ανάπτυξης,

ενεργό συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων κατά την εφαρμογή του πολυετούς προγράμματος του κοινωνικού διαλόγου που έχει συμφωνηθεί, ώστε να συναφθούν ευρωπαϊκές συμφωνίες σε τομείς που αφορούν την εφαρμογή της στρατηγικής της Λισαβόνας,

προβολή του εν λόγω κοινωνικοεπαγγελματικού διαλόγου και της συμβολής των ευρωπαίων κοινωνικών εταίρων στην ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την εαρινή σύνοδο.

3.2.   σε εθνικό, περιφερειακό, και τοπικό επίπεδο:

παράλληλη ανάπτυξη της διαβούλευσης και του κοινωνικοεπαγγελματικού διαλόγου στηριζόμενης από μια εκστρατεία ενημέρωσης της κοινής γνώμης τη συζήτηση για το αντικείμενο και τους όρους των μεταρρυθμίσεων που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο της στρατηγικής της Λισαβόνας,

διάλογο και συμβατική συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στους τομείς της αρμοδιότητάς τους, προσαρμοσμένων στην πολυμορφία των πολιτισμών και των οικονομικών και κοινωνικών πλαισίων, για την υλοποίηση των εθνικών σχεδίων δράσης,

προβολή της συμβολής της κοινωνίας των πολιτών, κυρίως των κοινωνικών εταίρων, στις ετήσιες εθνικές εκθέσεις των κρατών μελών για την εαρινή σύνοδο, πράγμα που θα καταστήσει δυνατή την ευρύτερη διάδοση των βέλτιστων πρακτικών στους τομείς αυτούς,

καθιέρωση ενός γνήσιου διαλόγου σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Το επίπεδο αυτό αντιπροσωπεύει τον καλύτερο τρόπο διασφάλισης της αποτελεσματικής συμμετοχής των κοινωνικών και οικονομικών φορέων για να αξιοποιηθούν οι τοπικοί πόροι από άποψη ανθρώπινων πόρων, επιχειρηματικού πνεύματος, πολιτιστικής κληρονομιάς και φυσικών πόρων.

3.2.1.

Οι κυβερνήσεις και άλλες επίσημες υπηρεσίες μπορούν να συμβάλλουν στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας επιταχύνοντας τις πολιτικές και τις υπηρεσίες εκείνες που βελτιώνουν την αποδοτικότητα των επιχειρήσεων και άλλων οργανισμών.

3.2.2.

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ότι οι προσπάθειες πρέπει να είναι καλύτερα εστιασμένες με σκοπό:

την ενίσχυση της παροχής στους νέους προσόντων της «βιομηχανίας της γνώσης»,

την προαγωγή των ευκαιριών επανακατάρτισης στις νέες δεξιότητες για όλους τους ενήλικες,

την επέκταση της ικανότητας Ε&Α των ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης και των ερευνητικών μονάδων των επιχειρήσεων,

την παροχή κινήτρων για την μείωση των κινδύνων που απορρέουν από την καινοτομία και την αύξηση των οφελών που μπορούν να προκύψουν από καινοτομίες που συνεπάγονται την ανάληψη κινδύνων,

την παροχή κινήτρων για τον περιορισμό των αποβλήτων και την ενθάρρυνση της ανακύκλωσης,

την παροχή κινήτρων για την μείωση των εκπομπών αερίων ή άλλων ρύπων.

3.3.   Ο ρόλος της ΕΟΚΕ

Από την πλευρά της, η ΕΟΚΕ προτίθεται να ενεργήσει ως μόνιμο παρατηρητήριο της πορείας της εφαρμογής της στρατηγικής της Λισαβόνας και ιδίως:

να συμβάλει στην ανάπτυξη του δημόσιου διαλόγου, συνδέοντας άμεσα τους εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών στην αξιολόγηση αυτή,

να αναπτύξει στενή συνεργασία με τα εθνικά Οικονομικά και Κοινωνικά Συμβούλια και συναφείς οργανώσεις σχετικά με την εν εφαρμογή της στρατηγικής αυτής. Κατά τη συνεδρίαση της Μαδρίτης, της 28ης Νοεμβρίου 2003, οι Πρόεδροι των Οικονομικών και Κοινωνικών Συμβουλίων των κρατών μελών της Ένωσης και της ΕΟΚΕ αποφάσισαν την έναρξη κοινού συλλογισμού με σκοπό την επεξεργασία κοινής συμβολής στο Εαρινό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που θα πραγματοποιηθεί το 2005 υπό την προεδρία του Λουξεμβούργου,

να προωθήσει τη διάδοση των εθνικών και ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών των κοινωνικοεπαγγελματικών κύκλων και των κοινωνικών εταίρων που συμβάλλουν στην επιτυχία της στρατηγικής της Λισαβόνας,

να συνεχίσει, με βάση τα ανωτέρω, την υποβολή κάθε χρόνο έκθεσης αξιολόγησης για την πορεία της εφαρμογής της στρατηγικής της Λισαβόνας ενόψει της Εαρινής Συνόδου.

Βρυξέλλες, 10 Δεκεμβρίου 2003.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


407η σύνοδος ολομέλειας της 31ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου 2004

30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112/4


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών: Ενημέρωση και απλούστευση του κοινοτικού κεκτημένου

[COM(2003) 71 τελικό]

(2004/C 112/02)

Στις 11 Φεβρουαρίου 2003, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε, σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή να γνωμοδοτήσει για την ανωτέρω ανακοίνωση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΟΚΕ κατήρτισε τη γνωμοδότησή τους στις 10 Μαρτίου 2004 (εισηγητής ο κ. RETUREAU).

Κατά τη διάρκεια της 407ης συνόδου ολομέλειας της 31ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου 2004 (συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου 2004) η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 88 ψήφους υπέρ, μία ψήφο κατά και μια αποχή την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Η ανακοίνωση της Επιτροπής, η πρώτη εξαμηνιαία έκθεση και η έκθεση του Κοινοβουλίου

1.1.

Το ΠΕΑ άκουσε τον εισηγητή του Κοινοβουλίου κ. Medina Ortega (1), όπως επίσης και τους εκπροσώπους της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της συνεδρίασής του στις 13 Νοεμβρίου 2003 σε ό,τι αφορά την ανακοίνωση του πλαισίου δράσης «ενημέρωση και απλούστευση του κοινοτικού κεκτημένου» (2) για τα οποία η Επιτροπή υπέβαλε την πρώτη ενδιάμεση εξαμηνιαία έκθεσή της [COM(2003) 623 (τελικό].

1.2.

Σύμφωνα με την έκθεση αυτή «οι κύριες ενέργειες ώστε να μειωθεί ο όγκος της νομοθεσίας, να απλουστευθεί, να γίνει πιο προσιτή και να εξυπηρετεί το σκοπό της βρίσκονται σε εξέλιξη». Οι δράσεις που έχουν αναληφθεί ή προβλέπονται αφορούν το 4 % του σημερινού όγκου του κεκτημένου.

1.3.

Η ανακοίνωση και το πλαίσιο δράσης αντιμετωπίζουν την απλούστευση και την ενημέρωση του κεκτημένου από διαφορετικές σκοπιές και με διαφορετικά μέσα:

την παγίωση, που έγκειται στην ενσωμάτωση σε ένα αρχικό κείμενο όλων των τροποποιήσεων που έχουν πραγματοποιηθεί προκειμένου να είναι ευανάγνωστο και ενημερωμένο· στη συνέχεια, η παγίωση θα πραγματοποιείται συστηματικά κατά την προσαρμογή των νέων κανονιστικών ή νομοθετικών κειμένων· η παγίωση δεν δημιουργεί νέους νομικούς κανόνες και αποτελεί τεχνική αποστολή που έχει ανατεθεί στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων (OPOCE),

την επανεγγραφή των νομικών κειμένων προκειμένου να ενισχυθεί η συνοχή και η κατανόηση, χωρίς να αλλοιωθεί η νομική κατάσταση,

την κωδικοποίηση, που έγκειται στη συνένωση σε ενιαίο κείμενο των διασκορπισμένων κειμένων καθώς και στην ενημέρωσή τους· η κωδικοποίηση αποτελεί καινούργιο κανόνα που αντικαθιστά τα παλαιότερα κείμενα και θα πρέπει να ακολουθήσει νομοθετική διαδικασία παράλληλη με την αντίστοιχη των κειμένων που συνενώθηκαν,

την αφαίρεση της παρωχημένης νομοθεσίας,

μία αξιόπιστη και φιλική οργάνωση και παρουσίαση της κοινοτικής νομοθεσίας,

μακροπρόθεσμα, την απλοποίηση της νομοθεσίας και των πολιτικών προκειμένου να αντικατασταθούν από πιο προσαρμοσμένα και αναλογικά μέσα,

την ενδεχόμενη προσφυγή σε «εναλλακτικούς τύπους ρύθμισης».

1.4.

Οι εργασίες για κάθε μία από τις μορφές απλοποίησης εξελίσσονται με διαφορετικούς ρυθμούς· όλες οι Διευθύνσεις της Επιτροπής δεν έχουν ακόμη ενεργοποιηθεί. Ουσιαστικά προβλήματα μεθοδολογίας, προσωπικού και προϋπολογισμού επιβράδυναν την εφαρμογή της Φάσης Ι (από τον Φεβρουάριο έως τον Σεπτέμβριο 2003). Η Επιτροπή ελπίζει ότι η Φάση ΙΙ (Οκτώβριος 2003 έως Μάρτιος 2004) θα επιτρέψει την πιο γρήγορη πρόοδο και την κάλυψη ορισμένων καθυστερήσεων προκειμένου να γίνει σεβαστό το σύνολο του προγράμματος στα τέλη της Φάσης ΙΙΙ (Απρίλιος 2004 έως Δεκέμβριος 2004).

2.   Παρατηρήσεις: Η απλούστευση; Όχι και τόσο απλή …

2.1.

Θα πρέπει να διαχωριστούν:

η νομοθετική και κανονιστική απλούστευση· η ενημέρωσή τους,

η απλούστευση των διαδικασιών και των διοικητικών εγγράφων και η ενοποίησή τους στα πλαίσια της ενιαίας αγοράς.

Το προαναφερθέν πλαίσιο δράσης αφορά μόνο την απλούστευση του κοινοτικού κεκτημένου. Η απλούστευση των διαδικασιών και των εγγράφων είναι ωστόσο επίσης ουσιαστική για τους οικονομικούς παράγοντες.

Η ΕΟΚΕ αναφέρεται στις προηγούμενες σχετικές γνωμοδοτήσεις της (3).

3.   Νομοθετική και κανονιστική απλούστευση, ενημέρωση των νομικών κειμένων

3.1.

Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει τη διοργανική συμφωνία (4) που επιτεύχθηκε μεταξύ του Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής σε ότι αφορά τις διαδικασίες εφαρμογής της απλούστευσης με σεβασμό των αρμοδιοτήτων και των ευθυνών του κάθε οργάνου· η πιθανή προώθηση της συναπόφασης σε μελλοντική συνθήκη θα πρέπει κανονικά να διευρύνει το ρόλο του Κοινοβουλίου κατά την κατάρτιση του κοινοτικού δικαίου και του ελέγχου της εφαρμογής του.

3.1.1.

Η διοργανική συμφωνία προβλέπει τη βελτίωση του συντονισμού της νομοθετικής διαδικασίας μεταξύ του Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, βάσει ενδεικτικού χρονοδιαγράμματος των διαφορετικών φάσεων που οδηγούν στην τελική υιοθέτηση κάθε νομοθετικής πρότασης· η Επιτροπή και το Συμβούλιο θα πρέπει να συμμετέχουν τακτικά, στο υψηλότερο επίπεδο, στις συζητήσεις των αρμόδιων για το κάθε σχέδιο κοινοβουλευτικών επιτροπών.

3.1.2.

Κατά τη συζήτηση μιας ουσιαστικής τροποποίησης, η συμφωνία αντιμετωπίζει τη δυνατότητα μελέτης του αντικτύπου πριν από την ενδεχόμενη υιοθέτηση της τροποποίησης (αυτό μπορεί ωστόσο να επιφέρει επιπλοκές στη διαδικασία και στις προθεσμίες).

3.1.3.

Σε ό,τι αφορά τους «εναλλακτικούς τύπους ρύθμισης», δηλαδή την από κοινού ρύθμιση μεταξύ ιδιωτικών εταίρων ή την ιδιωτική αυτορύθμιση, η συμφωνία προβλέπει ότι οι μηχανισμοί αυτοί δεν μπορούν να ενεργοποιηθούν αν «διακυβεύονται τα θεμελιώδη δικαιώματα ή σημαντικές πολιτικές επιλογές ή τέλος σε καταστάσεις όπου οι κανόνες θα πρέπει να εφαρμόζονται ενιαίως σε όλα τα κράτη μέλη». Επιπλέον οι μηχανισμοί αυτοί θα πρέπει «να διασφαλίζουν ταχεία και ευέλικτη ρύθμιση που δεν πλήττει τις αρχές του ανταγωνισμού ούτε τον ενιαίο χαρακτήρα της εσωτερικής αγοράς». Η «εναλλακτική» ρύθμιση έτσι αποκτά περιοριστικό πλαίσιο.

3.1.4.

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι κανόνες που συμφωνούνται μεταξύ ευρωπαϊκών κοινωνικών εταίρων (άρθρα 138-139 ΣΕΚ) δεν θα έπρεπε να κατατάσσονται στην γενική κατηγορία της «από κοινού ρύθμισης» η οποία αφορά «εκούσιες πρωτοβουλίες» μεταξύ ιδιωτικών εταίρων, οι οποίες δεν συνεπάγονται τοποθέτηση εκ μέρους των Οργάνων. Οι ευρωπαϊκές συλλογικές διαπραγματεύσεις αποτελούν έναν ιδιαίτερο τρόπο ρύθμισης που διέπεται από το πρωτογενές δίκαιο.

3.1.4.1.

Η Επιτροπή θα επαληθεύει τις εκούσιες πρωτοβουλίες ρύθμισης από τη σκοπιά της συμμόρφωσής τους με την Συνθήκη και θα ενημερώνει σχετικά το Κοινοβούλιο, όπως επίσης για την αντιπροσωπευτικότητα των δεσμευόμενων πλευρών. Αυτό φαίνεται κάπως αντιφατικό και δεν προκύπτει με σαφήνεια ποιές συνέπειες ενδέχεται να υπάρξουν σήμερα για πληροφόρηση που δεν κρίνεται ικανοποιητική από το Κοινοβούλιο, το οποίο όμως δεν μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να αναλάβει νομοθετική πρωτοβουλία που θα αντικαταστήσει την αυτορύθμιση· στο μέλλον το Κοινοβούλιο εκφράζει την επιθυμία για επίσημη διαδικασία «call back», που θα εγγραφεί στη νέα συνταγματική Συνθήκη, προκειμένου να αντικατασταθούν οι πρωτοβουλίες αυτορύθμισης με κοινοτική νομοθεσία.

3.1.5.

Τέλος, η διοργανική συμφωνία εξετάζει το σοβαρό πρόβλημα της μεταφοράς των κοινοτικών οδηγιών στο εθνικό δίκαιο· τα Όργανα δεσμεύονται να προβλέπουν την πιο σύντομη δυνατή προθεσμία μεταφοράς που δεν θα ξεπερνά τα δύο έτη (η Συνθήκη δεν αναφέρει τίποτα για προθεσμίες μεταφοράς). Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ευχαρίστησή της για τη δέσμευση αυτή, διερωτάται όμως για την εφαρμογή της στην πράξη, εφαρμογή που προβλέπεται να ανατεθεί στο Συμβούλιο, στο βαθμό που η Συνθήκη δεν προβλέπει ότι οι προθεσμίες μεταφοράς που προσδιορίζονται στην οδηγία είναι δεσμευτικές και ότι ο μη σεβασμός τους οδηγεί ipso facto σε διαδικασία παράβασης από τη στιγμή που λήγει η σχετική προθεσμία.

3.1.6.

Η ΕΟΚΕ θα προτιμούσε να είχε εκφράσει την άποψη της στο στάδιο του σχεδίου διοργανικής συμφωνίας στο μέτρο που αυτή την αφορούσε και είχε ήδη καταρτίσει στο παρελθόν γνωμοδοτήσεις για τα ζητήματα που εξετάστηκαν· θα μπορούσε έτσι να συμβάλει με τις υποδείξεις της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών, η οποία αποτελεί τον κυριότερο αποδέκτη του κεκτημένου, και ενδιαφέρεται άμεσα για τα θέματα της απλούστευσης, της μεταφοράς και των «εναλλακτικών τύπων» ρύθμισης.

3.2.

Όσον αφορά τον αριθμό και τη φύση των εν λόγω κειμένων που έχουν εγγραφεί στον πίνακα της Επιτροπής θα πρέπει να υπογραμμιστούν οι συσσωρευμένες καθυστερήσεις στην πρώτη φάση, που θα επιβαρύνουν τη δεύτερη και καθιστούν ενδεχομένως αισιόδοξες τις προσδοκίες για την επίτευξη του στόχου κατά το 2005. Επιπλέον, η πλειοψηφία των κειμένων προέρχονταν από την Επιτροπή και την άσκηση της επιτροπολογίας (5) στα πλαίσια των εκχωρημένων κανονιστικών αρμοδιοτήτων (μολονότι η έννοια αυτή δεν περιλαμβάνεται στο σημερινό κείμενο της ΣΕΚ, το οποίο αναφέρεται σε εκτελεστική αρμοδιότητα που εκχωρείται από το Συμβούλιο).

3.3.

Το ρητό «nemo censitur…» (κανείς δεν θεωρείται ότι αγνοεί το νόμο) σήμερα αποτελεί πραγματικό νομικό παραμύθι αν ληφθεί υπόψη η αφθονία και η πολυπλοκότητα των οδηγιών και των κανονισμών, παρά τις πρωτοβουλίες που έχουν επιχειρηθεί για κωδικοποίηση που θα επιτρέψει μία πιο συνεκτική προσέγγιση ορισμένων πεδίων του ευρωπαϊκού δικαίου. Ωστόσο, η πολυμορφία σε θέματα μεταφοράς των οδηγιών σε εθνικό επίπεδο μπορεί να καταλήξει σε ενοχλητικές αποκλίσεις και σε διαφορετικές διαδικασίες. Τα κράτη μέλη και οι εθνικοί νομοθέτες έχουν επίσης σημαντική ευθύνη για την μεταφορά με λογικό, προσβάσιμο και σαφή τρόπο των κοινοτικών οδηγιών, σεβόμενοι επίσης το γράμμα τους αλλά και το στόχο σύγκλισης και εναρμόνισης στα εθνικά δίκαια.

3.4.

Ο διακανονισμός που προκύπτει από την επιτροπολογία είναι συχνά λεπτολόγος και η κατάρτισή του πολύ λίγο διαφανής. Το Κοινοβούλιο επιθυμεί στο μέλλον η επιτροπολογία να προσανατολιστεί περισσότερο προς την εφαρμογή και την προσαρμογή της νομοθεσίας (αυστηρές εκτελεστικές αρμοδιότητες) και όχι τόσο στους υφιστάμενους νόμους καθαυτούς: οι ουσιαστικές τροποποιήσεις του κανονισμού πρέπει κατά την άποψή του να ακολουθούν τη φυσιολογική νομοθετική διαδικασία. Αν υιοθετηθεί αυτός ο προσανατολισμός, η ΕΟΚΕ θα πρέπει να γνωμοδοτεί για παρόμοιες τροποποιήσεις.

3.5.

Η ΕΟΚΕ υποστήριξε συνεχώς τις a posteriori πρωτοβουλίες απλοποίησης του κοινοτικού κεκτημένου. Όμως η προοπτική της απλούστευσης και η σαφήνεια της νομοθεσίας θα πρέπει να προβλεφθεί από τη φάση της κατάρτισης, ειδικότερα με τη συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων πλευρών με τη μορφή ερωτηματολογίων ή διαβουλεύσεων, συνεδριάσεων ή άλλων μεθόδων ad hoc, συμπεριλαμβανόμενης της διαβούλευσης της ΕΟΚΕ στο στάδιο αυτό, πριν η Επιτροπή καταρτίσει νομοθετική ή κανονιστική πρόταση, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι όλα τα προβλήματα λαμβάνονται ex ante δεόντως υπόψη.

3.5.1.

Οι διαβουλεύσεις αυτές μπορούν επιπλέον να βοηθήσουν να υπάρξουν επίσης όσο το δυνατόν πιο ρεαλιστικές αξιολογήσεις του αντίκτυπου και των δημοσιονομικών και άλλων συνεπειών ενός σχεδίου. Πρόκειται, όχι όμως αποκλειστικά, για διαβουλεύσεις επί πράσινων βιβλίων ή άλλων προπαρασκευαστικών εγγράφων εργασίας της Επιτροπής με επισυναπτόμενο ερωτηματολόγιο. Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη διαθεσιμότητά της στο να συμβάλει στις συμβουλευτικές διαδικασίες ως εκπρόσωπος των κοινωνικοοικονομικών συμφερόντων του συνόλου της κοινωνίας των πολιτών, και να οργανώσει ακροάσεις με τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις του συνόλου των συμφερόντων αυτών προκειμένου να προσφέρει την ειδική της συμβολή στη συνεχή βελτίωση και στην απλούστευση της νομοθεσίας.

3.5.2.

Υποστηρίζει την ανάλυση κόστους — πλεονεκτημάτων όπως επίσης την αξιολόγηση των νομοθετικών σχεδίων από την άποψη της αναλογικότητας και της επικουρικότητας τους.

3.5.3.

Ωστόσο, στα θέματα υγείας —ασφάλειας ή περιβάλλοντος, η ανάλυση των επιπτώσεων κόστους— πλεονεκτημάτων από καθαρά νομισματική σκοπιά αποτελεί σχετικώς πολυσύνθετη και δύσκολη άσκηση, η οποία σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να αποδειχθεί ατελής, όταν ο στόχος της νομοθεσίας είναι η πρόβλεψη των ασθενειών ή η προστασία της ανθρώπινης ζωής.

3.5.4.

Θα πρέπει επίσης να αξιολογηθεί ο αντίκτυπος από τη σκοπιά του κόστους της νομοθεσίας για τους τελικούς αποδέκτες, κυρίως τις επιχειρήσεις. Είναι βέβαιο ότι η κοινοτική νομοθεσία ή η μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, μπορεί να έχουν υψηλό κόστος για τις επιχειρήσεις ή τους ιδιώτες, κυρίως εάν δεν διαθέτουν νομική ακρίβεια, ή όταν η παρουσίαση του σχεδίου δεν αντιστοιχεί επακριβώς σε μια σαφή και συγκεκριμένη επεξήγηση του κειμένου, όσον αφορά την ακριβή εμβέλεια και τους στόχους του σχεδίου (6). Αν θα χρειαστεί προσφυγή σε δικαστή για την ερμηνεία της νομοθεσίας ή της ρύθμισης, προκύπτει δυσανάλογο κόστος για τους αποδέκτες του δικαίου.

3.5.5.

Έτσι η φάση των προκαταρκτικών διαβουλεύσεων θα πρέπει να αποβλέπει κατά κύριο λόγο στους πραγματικά αντιπροσωπευτικούς οργανισμούς των συμφερόντων των κυριότερων αποδεκτών της νομοθεσίας, στους οποίους περιλαμβάνονται οι ειδικευμένοι επαγγελματίες και εμπειρογνώμονες, αλλά να απευθύνεται και στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών.

3.6.

Η ΕΟΚΕ εκφράζει συνεπώς την επιθυμία να συνδεθεί σε τακτή βάση με την ex post ανάλυση του αντίκτυπου της κοινοτικής νομοθεσίας και με την εξέταση των περιοδικών εκθέσεων που προβλέπονται από την νομοθεσία, προκειμένου να διατυπώνει την άποψη των χρηστών και των επαγγελματιών του δικαίου όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των κανόνων· πράγματι, το δίκαιο εξασθενίζει εάν δεν είναι χρήσιμο, αποτελεσματικό ή δεν εφαρμόζεται ορθά, ή αν απαιτεί προκαταρκτική ερμηνεία από το δικαστήριο προκειμένου να εφαρμοστεί.

3.7.

Η παρακολούθηση, που μπορεί να είναι δύσκολη, έγκειται στην αξιολόγηση του αντίκτυπου που έχει στην πραγματική ζωή η άμεση νομοθεσία (κανονισμός) ή η έμμεση νομοθεσία (μεταφορά των οδηγιών) στο εθνικό επίπεδο αλλά και στην πρακτική των διοικητικών αρχών σε διάφορα επίπεδα.

3.8.

Η ΕΟΚΕ υπέδειξε τη σύσταση ανεξάρτητου ευρωπαϊκού οργάνου που θα παρακολουθεί και θα προωθεί την κανονιστική και διοικητική απλούστευση, και διάταξη αυτής της φύσεως πρέπει να αντιμετωπιστεί στο πιο άμεσο δυνατό μέλλον. Οπωσδήποτε όμως, χρειάζεται να διευρυνθεί όσο γίνεται η απλούστευση σε όλα τα πεδία του κεκτημένου, πράγμα που με κανέναν τρόπο δεν έχει γίνει ακόμη. Το επείγον του ζητήματος είναι ακόμη πιο έντονο για το λόγο ότι η απλούστευση αυτή θα διευκολύνει και θα επιταχύνει την πραγματική εφαρμογή του κεκτημένου στις νέες χώρες μέλη και θα ενθαρρύνει τις χώρες που «καθυστερούν» να εκκαθαρίσουν το παθητικό των «μεταφορών» που παρουσιάζουν.

3.8.1.

Η περιβαλλοντική νομοθεσία και η νομοθεσία για την ασφάλεια σχετικά με τις δραστηριότητες των επιχειρήσεων μπορούν να αποτελέσουν ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό πεδίο για τις δράσεις της απλούστευσης. Μακροπρόθεσμα ένας «ευρωπαϊκός κώδικας περιβάλλοντος» μπορεί να αναδιαρθρώσει επωφελώς το ζήτημα με συνεκτικό και πιο προσβάσιμο τρόπο. Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι ορισμένοι εκδότες του ιδιωτικού τομέα εκδίδουν σε τακτά διαστήματα μη επίσημους ευρωπαϊκούς κώδικες που συγκεντρώνουν και σχολιάζουν ορισμένα θέματα όπως για παράδειγμα ο «ευρωπαϊκός κοινωνικός κώδικας» ή ο «κώδικας επιχειρήσεων», με απεικονίσεις και εξηγήσεις από τη νομολογία και τη θεωρία· οι πρωτοβουλίες αυτές αποδεικνύουν τη σκοπιμότητα της κωδικοποίησης ή της αναδιατύπωσης του κεκτημένου για τους χρήστες και τους επαγγελματίες του κοινοτικού δικαίου.

3.9.

Η απλούστευση συνδέεται στενά με την αρχή της ορθής διακυβέρνησης (7), καθιστά προφανή τα προδικαστικά ζητήματα αναλογικότητας και επικουρικότητας· ανάλογα με τα εξεταζόμενα νομικά κείμενα, θα πρέπει να τεθεί σε εφαρμογή η διαδικασία αξιολόγησης που θα προσαρμόζεται στα διάφορα στάδια (σύλληψη, κατάρτιση, υιοθέτηση και δημοσίευση) καθώς και η παρακολούθηση της εφαρμογής. Μια τέτοια διαδικασία δεν μπορεί παρά να ενισχύσει τις νομικές βεβαιότητες των αποδεκτών και τον σεβασμό του δικαίου εκ μέρους τους.

3.10.

Είναι πράγματι προφανές ότι οι χρήστες του κοινοτικού δικαίου που σήμερα αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό τμήμα αν όχι την πλειοψηφία των νομικών κειμένων που εφαρμόζονται στο επίπεδο των κρατών μελών ζητούν λιγότερο πολυσύνθετες διατυπώσεις, χωρίς ασάφειες, εύκολα μεταφερόμενες ή εφαρμόσιμες. Ο νομοθετικός και κανονιστικός πληθωρισμός έχει κόστος για τις επιχειρήσεις και δημιουργεί τα περισσότερα προβλήματα για τις επιχειρήσεις μικρότερων διαστάσεων, που δε διαθέτουν ίδιες νομικές υπηρεσίες όπως επίσης και για τους καταναλωτές που επιθυμούν να έχουν βεβαιότητα για τα δικαιώματά τους αλλά και για τους ενδεχόμενους τρόπους προσφυγής.

3.11.

Η ενιαία αγορά απαιτεί μία ρύθμιση, που είναι φυσικώς εξελικτική, αλλά που θα πρέπει ωστόσο να παρέχει βεβαιότητα και νομική ασφάλεια που θα είναι επαρκής στους οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες· η ρύθμιση αυτή θα πρέπει να είναι σκόπιμη, κατάλληλη, να μη δημιουργεί εμπόδια ή ανωφελείς δυσκολίες, ωστόσο η διαδικασία απλούστευσης δεν θα πρέπει να παρεξηγηθεί και να θεωρηθεί ως οποιαδήποτε απορύθμιση (8). Η κωδικοποίηση είναι απλούστευση σε ότι αφορά τη συνάφεια και την κατανόηση του εφαρμόσιμου δικαίου, αλλά θα πρέπει καταρχήν να αποτελεί ισότιμο δίκαιο. Η εφαρμογή της απλούστευσης και της ποιοτικής αξιολόγησης του εφικτού του κεκτημένου θα μπορούσαν έτσι, αν χρειαστεί, να οδηγήσουν σε αναδιατύπωση του δικαίου, με τροπολογίες ή σχέδιο αντικατάστασης εάν αυτό είναι αναγκαίο.

3.12.

Η κοινοτική εναρμόνιση και τα κοινοτικά κείμενα επιφέρουν ήδη απλούστευση στην ενιαία αγορά, αποφεύγοντας την πολυμέρεια των εθνικών κειμένων και διευκολύνοντας έτσι τη γνώση του δικαίου από τους ενδιαφερόμενους ευρωπαίους παράγοντες.

3.13.

Η ενημέρωση και οι σχετικές διαδικασίες έχουν σημασία για τη γνώση του εφαρμόσιμου δικαίου και της εξέλιξής του, ωστόσο θα πρέπει να είναι στοχοθετημένες (να περιοριστούν στην απλή δημοσίευση στην ΕΕ, στη σημασία τους ως ενδεχόμενων ενδιάμεσων ή εναλλακτικών μέσων. Οι ιστοσελίδες των κοινοτικών οργάνων συμμετέχουν στην ενημέρωση του κοινού από την προκαταρκτική φάση· επιπλέον τα νομοθετικά δελτία της ιστοσελίδας του Κοινοβουλίου ενημερώνουν σαφώς για την εξέλιξη των θεμάτων. Τέλος, τα φυλλάδια για το ευρύ κοινό διαδραματίζουν χρήσιμο ρόλο, όπως και οι Ανακοινώσεις Τύπου, οι οποίες σε γενικές γραμμές είναι καλοδιατυπωμένες αλλά συχνά δεν εξηγούνται καλά στους αναγνώστες τους από τους δημοσιογράφους.

3.13.1.

Πολλές επαγγελματικές οργανώσεις (κυρίως οι επαγγελματικοί σύλλογοι ή οι εθνικοί δικηγορικοί σύλλογοι) και ενώσεις δημοσιεύουν για τα μέλη τους τα κείμενα που τα αφορούν, όπως επίσης εξηγήσεις και συμβουλές.

3.13.2.

Η πληροφόρηση συχνά παρέχεται επίσης από τα κράτη αλλά και την εκπαίδευση. Τα πανεπιστημιακά εγχειρίδια, η θεωρία, συμβάλλουν στην κατάρτιση των νομικών και των μελλοντικών Ευρωπαίων νομοθετών, και σ' αυτό συμβάλλουν επίσης και οι ανταλλαγές των σπουδαστών.

3.13.3.

Η ΕΟΚΕ υποδεικνύει στην Επιτροπή να εξετάσει με ποιο τρόπο οι αποδέκτες και οι επαγγελματίες του κοινοτικού δικαίου θα ενημερώνονται καλύτερα στην πράξη, προκειμένου να προσδιορισθεί αν τα σημερινά μέσα ενημέρωσης χρησιμοποιούνται ορθά, εάν είναι η επαρκή ή όχι, με στόχο την ενδεχόμενη προώθηση καλύτερης στρατηγικής για την επικοινωνία και την επιμόρφωση σχετικά με το κοινοτικό δίκαιο.

4.   Διαδικασίες και διοικητικά έγγραφα

4.1.

Χρειάζεται να υπογραμμιστεί ότι πολλοί κανονισμοί προβλέπουν τις διαδικασίες που θα ακολουθηθούν και δίνουν τα πρότυπα των εγγράφων προς χρήση. Η ΕΟΚΕ ενθαρρύνει τη μέθοδο αυτή, που λόγω φύσεως μπορεί να απλοποιήσει τις διοικητικές διατυπώσεις στα πλαίσια της ενιαίας αγοράς και να μειώσει το κόστος της συναλλαγής.

4.2.

Όσον αφορά τις διαδικασίες και τα διοικητικά έγγραφα που χρησιμοποιούνται, η εναρμόνιση καθίσταται οξύ πρόβλημα για τους φορείς, όταν η κάθε χώρα έχει διαφορετικές απαιτήσεις. Υφίσταται στο πεδίο αυτό σημαντικός χώρος εναρμόνισης που θα αποτελέσει πραγματική απλούστευση για τις αλλαγές και τον οποίο χρειάζεται να εκμεταλλευτούμε πλήρως.

4.3.

Αν ο ρόλος της επιτροπολογίας είναι επίσης ρόλος εφαρμογής της νομοθεσίας, χρειάζεται να συμβάλλει ουσιαστικά στην απλούστευση και στην εναρμόνιση των διαδικασιών και των διοικητικών εγγράφων, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη των επαγγελματιών του δικαίου αλλά και των χρηστών.

4.4.

Η χρήση τεχνολογιών, πληροφορίας και επικοινωνίας (TIC) στην ηλεκτρονική δημόσια διοίκηση αποτελεί επίσης μέσο ορθής διακυβέρνησης που θα πρέπει ταχύτατα να προωθηθεί. Η εφαρμογή της στο πεδίο των τελωνείων που εξετάζεται από την Επιτροπή είναι απόδειξη μίας επιθυμητής οδού απλούστευσης των διαδικασιών και των εγγράφων (ενιαία σελίδα, τυποποιημένα έγγραφα προκειμένου να αποφεύγεται κάθε φραγμός σε κοινοτικά σύνορα). Αυτό συνεπάγεται προφανώς διαβουλεύσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη, τις βιομηχανίες, το τελωνειακό προσωπικό, τους μεταφορείς, προκειμένου να αποφευχθούν ανώφελες διατυπώσεις, να διασφαλιστεί η νομική ασφάλεια των ενεργειών και να ασκηθεί αποτελεσματικός έλεγχος που δεν παρεμποδίζει ωστόσο την ελεύθερη διακίνηση και σέβεται την εμπιστευτικότητα των υποθέσεων, εάν δεν υπάρχουν αποδείξεις νοθείας ή ισχυρές υποψίες νοθείας

4.5.

Υποστηρίζοντας σθεναρά την ανάπτυξη της ηλεκτρονικής δημόσιας διοίκησης εάν συνοδεύεται από απλουστεύσεις διαδικασιών και διοικήσεων, η ΕΟΚΕ επιθυμεί να υπενθυμίσει σχετικά τις θεμελιώδεις αρχές λειτουργίας. Αυστηροί κανόνες εμπιστευτικότητας, διάρκεια της διατήρησης ορισμένων εγγράφων εκ μέρους των αρχών, σεβασμός της ανωνυμίας των πληροφοριών που συλλέγονται για λόγους επικοινωνίας ή για στατιστικούς λόγους.

5.   Συν-ρύθμιση και αυτορύθμιση (9)

5.1.

Έως σήμερα δεν έχουν επαρκώς διερευνηθεί οι δυνατότητες ενός διακανονισμού λιγότερο λεπτομερούς, λιγότερο σχολαστικού και με περισσότερο χώρο για συν-ρύθμιση και αυτορύθμιση. Ο ίδιος ο ρόλος των αποδεκτών της ρύθμισης θα πρέπει επίσης να προωθηθεί, πράγμα που δεν μπορεί παρά να συμβάλλει στη γενίκευση και τη διευκόλυνση της εφαρμογής του. Η βάση δεδομένων PRISM της ΕΟΚΕ (Progress Report on Initiatives in the Single Market) δίνει συγκεκριμένα παραδείγματα αυτών που μπορούν να χαρακτηρισθούν αντιστοίχως «συμβασιακή ρύθμιση» και «μονομερής ρύθμιση», οι οποίες απαιτούν επίσης κατάλληλους μηχανισμούς ελέγχου και αξιολόγησης (χαρακτηρισμοί, πιστοποιήσεις, ιδιωτικοί ή δημόσιοι ανεξάρτητοι έλεγχοι). Η αμοιβαία αναγνώριση, η σχέση με τους καταναλωτές κ.λπ. ανοίγουν δυνατότητες αποτελεσματικής ή ιδιωτικής ρύθμισης.

5.2.

Σε ό,τι αφορά το κοινωνικό κοινοτικό δίκαιο καθώς και το δίκαιο εργασίας, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις των συνθηκών εργασίας και απασχόλησης καθώς και ο κοινωνικός διάλογος προσφέρουν δυνατότητα συμμετοχής στις αντιπροσωπευτικές ευρωπαϊκές οργανώσεις των εργοδοτών και των εργαζομένων σε ό,τι αφορά τις εργασιακές σχέσεις και τους κοινοτικούς κοινωνικούς κανόνες.

5.2.1.

Τα υπό διαπραγμάτευση κείμενα θα πρέπει ωστόσο να αποτελέσουν αντικείμενο πρωτοβουλίας της Επιτροπής και αποφάσεως του Συμβουλίου προκειμένου να μετατραπούν σε νομοθεσία. Στη διαδικασία αυτή, δεν ζητήθηκε πραγματικά η γνώμη του Κοινοβουλίου, δεδομένου ότι αυτές οι ενδεχόμενες τροποποιήσεις δεν ελήφθησαν υπόψη.

5.2.2.

Ωστόσο, η αν οι μέθοδοι αυτορύθμισης δεν αποδίδουν αποδεκτά ή επαρκή αποτελέσματα ή σε περίπτωση που χρειαστεί, ο νομοθέτης μπορεί πάντοτε, στα πλαίσια των σημερινών διαδικασιών ή των νέων διαδικασιών της νέας συνθήκης, όπως η «call bac»k, να μετατρέψει την αυτορύθμιση ή την από κοινού ρύθμιση σε νομοθεσία. Θα χρειαστεί ωστόσο, σύμφωνα με την ΕΟΚΕ, να είναι κανείς επιφυλακτικός στο ζήτημα αυτό, ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις συλλογικές συμβάσεις μεταξύ των ευρωπαίων κοινωνικών εταίρων, των οποίων η βούληση κι οι διατάξεις θα πρέπει καταρχήν να γίνονται σεβαστές.

5.3.

Έτσι, αν η δημόσια ρύθμιση (νομοθετική πρωτοβουλία) μπορεί ενδεχομένως να αντικατασταθεί από ιδιωτική ρύθμιση (συμβασιακή και μονομερή ρύθμιση, μη κυβερνητικά όργανα ελέγχου, εξωδικαστική επίλυση διαφορών), οι νομοθετικές παρεμβάσεις θα πρέπει να ανταποκρίνονται σε κατοχυρωμένους πολιτικούς λόγους ή σε προφανείς επιταγές δημόσιας τάξης. Σε ένα δημοκρατικό πολιτικό πλαίσιο η ιδιωτική ρύθμιση θα πρέπει γενικώς να αντιπροσωπεύει την ανάπτυξη ή την εφαρμογή της δημόσιας ρύθμισης και ενδεχομένως να την αναπληρώνει σε ορισμένους τομείς ακόμη και όταν πρόκειται για μη γραπτούς κανόνες εθιμικής προέλευσης ή για εσωτερικούς κανονισμούς που ο νομοθέτης και οι δημόσιες αρχές επιθυμούν ρητά ή άρρητα, να καταστήσουν σεβαστούς: οι κώδικες δεοντολογίας ορισμένων επαγγελμάτων για παράδειγμα.

5.4.

Όταν οι σχεδόν δικαστικές διατάξεις εγγράφονται σε ιδιωτικούς κανόνες, η προσφυγή κατά της αποφάσεως —υποχρεωτικώς δικαιολογημένη— του ιδιωτικού οργάνου (πειθαρχικό συμβούλιο, όργανο αποδοχής επαγγελματικής τάξεως) θα πρέπει πάντοτε να γίνεται δεκτή από τη δημόσια δικαστική αρχή ή ενδεχομένως από τη διαιτησία που είναι αποδεκτή από τα ενδιαφερόμενα μέλη.

6.   Τελικές θεωρήσεις

6.1.

Η ΕΟΚΕ θα παρακολουθήσει με προσοχή τις εξαμηνιαίες ενδιάμεσες εκθέσεις της Επιτροπής. Υποστηρίζει την πρωτοβουλία και το πλαίσιο δράσης που αποβλέπουν στην απλούστευση του κοινοτικού κεκτημένου, και εκφράζει την επιθυμία να διευρυνθεί ταχύτατα η απλούστευση αυτή στα διάφορα πεδία του κεκτημένου και να προωθηθεί η πραγματική εφαρμογή της, τόσο στα κράτη μέλη όσο και στις χώρες της διεύρυνσης.

6.2.

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να συμμετάσχει πιο αποτελεσματικά στην κατάρτιση του κοινοτικού δικαίου μέσω των συμβουλευτικών γνωμοδοτήσεων της, πράγμα που προϋποθέτει την ενεργοποίησή της σε αρκετά πιο προκαταρκτικό στάδιο απ' ό,τι συμβαίνει σήμερα· εκφράζει επίσης την επιθυμία να συμμετάσχει στις αναλύσεις αντικτύπου και παρακολούθησης όπως επίσης στις προσπάθειες απλούστευσης, με ενεργό τρόπο προκειμένου να συμβάλει στην καλύτερη γνώση και στην αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου σε μία διευρυμένη Ευρώπη. Τα αιτήματα αυτά εγγράφονται στην αρχή της δημοκρατίας και της ορθής διακυβέρνησης, καθώς και στην αρχή της προσέγγισης των πολιτών με τα κοινοτικά όργανα και την κοινοτική νομοθεσία.

6.3.

Τέλος, η ΕΟΚΕ επικροτεί τη διοργανική συμφωνία «βελτίωση της νομοθεσίας», που υιοθετήθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 2003 από το Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή, η οποία θέτει τις συνθήκες για την καλύτερη απλοποίηση της κοινοτικής νομοθεσίας και, ιδιαίτερα, ορίζει και πλαισιώνει, και ταυτόχρονα ενθαρρύνει, την προσφυγή των κοινωνικοεπαγγελματικών φορέων στην αυτορύθμιση και στην από κοινού ρύθμιση. Η συμφωνία αυτή αντιστοιχεί στις επιθυμίες που είχε εκφράσει η ΕΟΚΕ το Σεπτέμβριο του 2000 σχετικά, όταν είχε υιοθετήσει το δικό της κώδικα συμπεριφοράς, καλώντας ταυτόχρονα τα θεσμικά όργανα να υιοθετήσουν το δικό τους. Μέριμνα της ΕΟΚΕ θα είναι να συμβάλει η ιδία στην καλή λειτουργία της συμφωνίας και θα συνεχίσει να ενθαρρύνει την προσφυγή στην αυτορύθμιση και στην από κοινού ρύθμιση, που αποτελούν αντικείμενο ενημερωτικής έκθεσης της ΕΟΚΕ η οποία βρίσκεται στο στάδιο της προετοιμασίας.

Βρυξέλλες, 31 Μαρτίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Victor Hugo SEQUEIRA


(1)  Έκθεση FINAL A5-0443/2002 της 6.12.2002 και δεύτερη έκθεση FINAL Α5-0235/2003 της 17.6.2003 της νομικής επιτροπής και εσωτερικής αγοράς του ΕΚ για τις ανακοινώσεις της Επιτροπής σχετικά με την απλοποίηση και τη βελτίωση της κοινοτικής ρύθμισης. Οι εκθέσεις αναφέρονται ειδικότερα στα αιτήματα συνταγματικών εξελίξεων του Κοινοβουλίου όσον αφορά τις νομοθετικές και εκτελεστικές αρμοδιότητες καθώς και την αρμοδιότητα ελέγχου.

(2)  SEC(2003) 165 και έγγραφο εργασίας που επισυνάπτεται: μεθοδολογία, διαδικασίες και προτεραιότητες καθώς και λεπτομερείς πληροφορίες για τους ορισμούς και τις προβλεπόμενες εργασίες.

(3)  EE C 14 της 16.1.2001. Απλούστευση Ι, εισηγητής ο κ. VEVER,

EE C 48 της 21.2.2002. Απλούστευση ΙI, εισηγητής ο κ. WALKER,

EE C 125 της 27.5.2002. Απλούστευση ΙII, εισηγητής ο κ. WALKER,

EE C 133 της 6.6.2003. Απλούστευση ΙV, εισηγητής ο κ. SIMPSON.

(4)  Διοργανική συμφωνία «Για μια καλύτερη νομοθεσία» μεταξύ το Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, ΕΕ C 321 της 31.12.2003· το ζήτημα της βελτίωσης της συντακτικής ποιότητας της νομοθεσίας είχε από την πλευρά του αποτελέσει το αντικείμενο διοργανικής συμφωνίας στις 22.12.1998.

(5)  Το σύστημα της επιτροπολογίας βασίζεται στο άρθρο 202 της ΣΕΚ· το Κοινοβούλιο ζητεί τη νέα βαθύτατη μεταρρύθμισή του «προκειμένου να αποφευχθεί η υπερβολική εκτελεστική του τάση»

(6)  Για παράδειγμα, η παρουσίαση του σχεδίου οδηγίας σχετικά με τις «εφευρέσεις που εφαρμόζονται μέσω υπολογιστή» οδήγησε σε πλήρη σύγχυση όσον αφορά την ακριβή φύση, την εμβέλεια και τους στόχους του σχεδίου που υποβλήθηκε από την Επιτροπή.

(7)  Βλέπε το Λευκό βιβλίο για τη διακυβέρνηση του 2001 και το πρόγραμμα δράσης «Για μια καλύτερη νομοθεσία» που καταρτίστηκε από ομάδα εργασίας του Συμβουλίου (ομάδα Mandelken για την καλύτερη νομοθεσία).

(8)  Το ζήτημα αυτό αναπτύχθηκε με σαφήνεια στις προαναφερθείσες γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ.

(9)  Το κεφάλαιο αυτό εκουσίως δεν αναπτύχθηκε ιδιαίτερα, δεδομένου ότι προετοιμάζεται σχετικά ειδική γνωμοδότηση από τον κ. VEVER.


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112/9


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Λευκή Βίβλο «Το διάστημα: νέοι ευρωπαϊκοί ορίζοντες για μια διευρυνόμενη Ένωση. Σχέδιο δράσης για εφαρμογή της ευρωπαϊκής διαστημικής πολιτικής»

[COM(2003) 673 τελικό]

(2004/C 112/03)

Στις 12 Νοεμβρίου 2003, και σύμφωνα με το άρθρο 262 περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Λευκή Βίβλο — Το διάστημα: νέοι ευρωπαϊκοί ορίζοντες για μια διευρυνόμενη Ένωση. Σχέδιο δράσης για εφαρμογή της ευρωπαϊκής διαστημικής πολιτικής».

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 10 Μαρτίου 2004 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. BUFFETAUT.

Κατά την 407η σύνοδο ολομέλειας της 31ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου 2004 (συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου 2004) η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 97 ψήφους υπέρ, και 2 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Εισαγωγή

1.1.

Το Λευκό Βιβλίο που υποβλήθηκε στην ΕΟΚΕ αποτελεί τη λογική συνέχεια του Πράσινου Βιβλίου «Ευρωπαϊκή διαστημική πολιτική«, θέμα για το οποίο η ΕΟΚΕ υιοθέτησε γνωμοδότηση τον περασμένο Ιούνιο.

1.2.

Είχαμε θέσει τότε στην ουσία το ακόλουθο ερώτημα: υπάρχει στην Ευρώπη ισχυρή και σταθερή πολιτική βούληση στο πεδίο του διαστήματος, που να διαθέτει τα αναγκαία δημοσιονομικά μέσα καθώς και την κατάλληλη θεσμική αρχιτεκτονική;

1.3.

Η Συνέλευσή μας είχε συμπεράνει: «Η θέση της Ευρώπης στο πεδίο του διαστήματος θα πρέπει να είναι καρπός μιας επιβεβαιωμένης πολιτικής βούλησης και σαφών διευθετήσεων. Η εισαγωγή στην μελλοντική ευρωπαϊκή συνταγματική συνθήκη μιας κοινής ή και παράλληλης αρμοδιότητας στο πεδίο του διαστήματος θα προσφέρει στην Ευρωπαϊκή Ένωση τα πολιτικά, νομοθετικά και δημοσιονομικά μέτρα προκειμένου να καταρτίσει και να εφαρμόσει μια ισχυρή διαστημική πολιτική που θα πρέπει κυρίως:

να διασφαλίσει την αυτόνομη πρόσβαση της Ευρώπης στο διάστημα,

να συμβάλει στη στρατηγική αυτονομία της,

να αναπτύξει ένα πρόγραμμα επιστημονικής αριστείας,

να προωθήσει τις εφαρμογές που εξυπηρετούν τον πολίτη και τις τομεακές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

να συντονίσει ένα διπλό ερευνητικό πρόγραμμα διαστημικών τεχνολογιών προκειμένου να διασφαλιστεί η ανεξαρτησία μας στη διαδικασία υλοποίησης των μη στρατιωτικών και εμπορικών δραστηριοτήτων αλλά και των δραστηριοτήτων ασφάλειας και άμυνας».

1.4.

Έχοντας υπόψη αυτή τη σαφή τοποθέτηση θα πρέπει σήμερα να αξιολογήσουμε το Λευκό Βιβλίο που μας διαβιβάστηκε για γνωμοδότηση.

2.   Κύρια σημεία του εγγράφου

2.1.

Η Επιτροπή υπενθυμίζει τις απειλές που βαραίνουν την Ευρώπη στο διαστημικό πεδίο:

συρρίκνωση της ισχύος της ως «διαστημικής δύναμης», εάν η οικονομική της ανάπτυξη δεν συμβαδίζει με την παγκόσμια εξέλιξη στο διαστημικό τομέα,

παρακμή των μεγάλων διαστημικών εταιριών της λόγω αδύναμων αγορών και έλλειψης δημόσιων επενδύσεων σε νέα προγράμματα.

2.2.

Ξεκινώντας από τη διαπίστωση αυτή και επισημαίνοντας ότι δεν μπορούμε «να σταθούμε στα σημερινά», προτείνει μια σειρά πρωτοβουλιών προκειμένου να αποφευχθεί η εξασθένηση της Ευρώπης στο διαστημικό πεδίο.

2.3.

Το έγγραφο είναι διαρθρωμένο σε τμήματα:

οι πολιτικές προκλήσεις,

οι διαστημικές δράσεις προκειμένου να υποστηριχθούν οι σημαντικές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

οι προκλήσεις που πρέπει να απαντηθούν προκειμένου να διατηρηθούν και να αναπτυχθούν οι επιστημονικές και τεχνολογικές ικανότητες της Ευρώπης στο διαστημικό πεδίο,

τα ζητήματα διακυβέρνησης και πόρων.

2.4.

Για κάθε περίπτωση, επισημαίνονται οι προκλήσεις που πρέπει να απαντηθούν και διατυπώνονται προτάσεις προκειμένου να υπάρξουν απαντήσεις.

α)   Πολιτικές προκλήσεις

Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι ως οριζόντια πολιτική, το διάστημα προσφέρεται ιδιαίτερα για στήριξη των οικονομικών προοπτικών της Ευρώπης, και κυρίως των στόχων της Λισαβόνας, των στόχων γεωργικής πολιτικής, των επιπέδων απασχόλησης, της διαχείρισης του περιβάλλοντος και της εξωτερικής πολιτικής και της πολιτικής για την ασφάλεια.

β)   Υποστήριξη στις βασικές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Αναφέρεται ένας ορισμένος αριθμός ουσιαστικών πρωτοβουλιών και σχετικά μ' αυτές υποδεικνύονται δράσεις. Πρόκειται για την εφαρμογή του προγράμματος GALILEO και της πρωτοβουλίας «παγκόσμια εποπτεία για το περιβάλλον και την ασφάλεια (GMES)», για τη μείωση του ψηφιακού χάσματος, για τη συμβολή του διαστήματος στις ευρωπαϊκές πολιτικές ασφάλειας και άμυνας, για την ανάπτυξη διεθνών κοινοπραξιών.

γ)   Η διατήρηση των επιστημονικών και τεχνολογικών ικανοτήτων

Πρόκειται για ουσιαστικά στοιχεία προκειμένου να διατηρηθεί η Ευρώπη ως διαστημική δύναμη. Επιδιώκεται η εγγύηση της ανεξάρτητης πρόσβασης στο διάστημα, η βελτιστοποίηση και ο συντονισμός των πόρων έρευνας και ανάπτυξης, η αποστολή ανθρώπων στο διάστημα και η εξερεύνηση του διαστήματος, η αναγκαιότητα διάθεσης επαρκούς και ανανεωμένου επιστημονικού προσωπικού, η ενίσχυση της θέσης που κατέχει η Ευρώπη στις διαστημικές επιστήμες, η ενίσχυση μιας καινοτόμου και ανταγωνιστικής ευρωπαϊκής διαστημικής βιομηχανία.

δ)   Διακυβέρνηση και πόροι

Ο στόχος που επιδιώκεται είναι να προσδιοριστούν καλύτερα και να κατανεμηθούν οι αποστολές και οι ευθύνες μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της ΕΥΔ, των κρατών μελών, των υπηρεσιών και των επιχειρήσεων προκειμένου να υπάρξει η μεγαλύτερη δυνατή αποτελεσματικότητα και να αντληθούν κέρδη από τη διαστημική δραστηριότητα, τόσο για την Ευρώπη όσο και για τους κατοίκους της. Αυτό όμως δεν μπορεί να συμβεί παρά μόνο εάν αυξηθούν οι πόροι που διατίθενται για το διάστημα.

2.5.

Το συμπέρασμα του Λευκού Βιβλίου είναι ότι η Ευρώπη θα πρέπει προοδευτικά να αυξήσει τον διαστημικό προϋπολογισμό της κι αυτό σε μια μακροπρόθεσμη οπτική, προκειμένου να επιτύχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών πολιτικών και να υπάρξουν ενισχυμένες δυνατότητες για μια ανανεωμένη διαστημική βιομηχανία, για την αύξηση του μεριδίου που κατέχει η Ευρώπη στην αγορά των διαστημικών υπηρεσιών.

2.6.

Τέλος, το παράρτημα 2 που περιέχει την αξιολόγηση των πόρων προτείνει τρία σενάρια αύξησης των δαπανών που προορίζονται για την διαστημική δραστηριότητα και τα οποία αντιστοιχούν σε τρεις βαθμούς πολιτικής βούλησης.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1.

Το Λευκό Βιβλίο είναι πάνω απ' όλα ένα έγγραφο πολιτικής τάξεως του οποίου ο κύριος στόχος είναι ο προσδιορισμός μιας διαστημικής πολιτικής για την Ευρώπη. Ως προς αυτό, αντιπροσωπεύει κεφαλαιώδη πρόοδο σε ένα πεδίο όπου η Ευρώπη υπήρξε άκρως δραστήρια και όπου σημείωσε σημαντικές επιτυχίες, χωρίς όμως έως σήμερα να έχει εκφράσει πραγματικά με συνθετικό τρόπο μια πολιτική βούληση. Επιπλέον, το Λευκό Βιβλίο χαράζει συγκεκριμένες κατευθύνσεις δράσης στους κυριότερους τομείς όπου τα στρατηγικά, οικονομικά και βιομηχανικά διακυβεύματα συνδέονται με τον έλεγχο των διαστημικών μέσων. Η διάρθρωση του εγγράφου σε προκλήσεις που πρέπει να απαντηθούν είναι ενδιαφέρουσα γιατί υπογραμμίζει την ευρύτητα και την επιτακτικότητα των δεσμεύσεων που θα πρέπει να αναληφθούν εάν επιθυμούμε να διατηρήσει η Ευρώπη ταυτόχρονα την θέση της ως μεγάλη διαστημική δύναμη, την επιστημονική και τεχνολογική της δύναμη, την κοινότητα των ερευνητών και των μηχανικών της, τη βιομηχανία της και την ανταγωνιστική της παρουσία στις αγορές.

3.2.

Οι πρωτοβουλίες, οι δράσεις, οι προτάσεις που διατυπώνονται μοιάζουν να είναι συνεκτικές με τους προβληματισμούς που είχαν διατυπωθεί κατά τις διαβουλεύσεις για το Πράσινο Βιβλίο. Όπως είναι σήμερα το Λευκό Βιβλίο αντιπροσωπεύει ένα σταθερό σημείο αφετηρίας για την εφαρμογή μιας φιλόδοξης ευρωπαϊκής διαστημικής πολιτικής, που θα είναι ενσωματωμένη σε μια γενικότερη πολιτική για το μέλλον. Είναι προφανές, ωστόσο, ότι ουσιαστικό στοιχείο εξακολουθεί να είναι η πραγματική πολιτική και δημοσιονομική βούληση των κρατών μελών και της Ένωσης να υποστηρίξουν και να αναπτύξουν έναν ανεξάρτητο ευρωπαϊκό διαστημικό τομέα.

3.3.

Τέλος, μετά την αποτυχία της Διακυβερνητικής διάσκεψης, τίθεται ένα πρόβλημα σταθερής νομικής θεμελίωσης για την Ευρωπαϊκή Ένωση στο πεδίο του διαστήματος. Πράγματι, όσο δεν επικυρώνεται το σχέδιο συνθήκης που θεσπίζει ένα Σύνταγμα για την Ευρώπη, το άρθρο 13-3 παραμένει αμετάβλητο. Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υποστηρίζει συνεπώς ότι η συμφωνία — πλαίσιο που έχει υπογραφεί μεταξύ της ΕΔΥ και της Επιτροπής πρέπει να χρησιμοποιηθεί πλήρως και με αρκετά βολονταριστικό τρόπο, διότι η δράση στο διαστημικό πεδίο δεν μπορεί να αναμένει την επικύρωση της μελλοντικής Συνθήκης, επικύρωση που ολοένα απομακρύνεται χρονικά. Η ζημιά που θα προκύψει για την στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, για την διαστημική βιομηχανία, και τους συνεργάτες της, για τις ερευνητικές ομάδες και τις ικανότητές μας θα έχουν ως αποτέλεσμα την αγεφύρωτη καθυστέρησή μας στον διαστημικό ανταγωνισμό.

3.3.1.

Στο μεταξύ, τα κράτη μέλη είχαν καταλήξει σε ομόφωνη συμφωνία προκειμένου να αποκτήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση κοινή αρμοδιότητα στα θέματα της διαστημικής πολιτικής, συμφωνία την οποία κανείς δεν αμφισβήτησε.

3.3.2.

Για το λόγο αυτό η ΕΟΚΕ επιμένει στην αναγκαιότητα να υπάρξει προβληματισμός σχετικά με τους τρόπους και τα μέσα που θα προωθήσουν σαφώς αυτή την πολιτική βούληση, εν αναμονή μιας πάγιας νομικής θεμελίωσης.

Κατά πρώτο λόγο, θα πρέπει να συγκροτηθεί χωρίς καθυστέρηση το Συμβούλιο του Διαστήματος ΕΔΥ/ΕΕ που προβλέπεται από τη συμφωνία — πλαίσιο ΕΔΥ/Επιτροπής. Κατά δεύτερο λόγο πρέπει να αντιμετωπιστεί η σύσταση θεσμού όπως ο «Κύριος ή η Κυρία Διάστημα» (κατά το πρότυπο του Κυρίου ΚΕΠΠΑ) ή ακόμη να ενσωματωθεί η διαστημική πολιτική στα θέματα αρμοδιότητας του Προέδρου της Επιτροπής, χωρίς να αποκλεισθεί στο μέλλον η ανάδειξη Επιτρόπου διαστήματος. Στα πλαίσια και των τριών αυτών των θέσεων τονίζεται ιδιαίτερα η σημασία της διαστημικής πολιτικής.

4.   Επιμέρους παρατηρήσεις

4.1.   Η συμβολή του διαστήματος στην αντιμετώπιση πολιτικών προκλήσεων

4.1.1.

Η διαστημική τεχνική είναι εργαλείο για τη θεμελιώδη έρευνα, τόσο λόγω της πολυπλοκότητας των τεχνικών που εφαρμόζονται όσο και για τα πεδία που εξερευνώνται, κυρίως στην αστροφυσική και την πλανητολογία αλλά επίσης στην σεισμολογία, στην ωκεανογραφία, στη μετεωρολογία, στην επιδημιολογία. Η ΕΟΚΕ εκφράζει τη λύπη της που το Λευκό Βιβλίο δεν αναφέρει ρητά αυτόν τον ουσιαστικό ρόλο και εκφράζει την επιθυμία της να νομιμοποιηθεί, κατά κάποιο τρόπο, αυτή η πτυχή από την ευρωπαϊκή διαστημική πολιτική, έστω και αν το υποχρεωτικό πρόγραμμα της ΕΔΥ ανταποκρίνεται σ' αυτή την ανάγκη, κυρίως σε ό,τι αφορά τις επιστήμες του σύμπαντος.

4.1.2.

Στο μεταξύ, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι στο πεδίο της παρατήρησης και της γνώσης του πλανήτη, υφίσταται σχέση αμοιβαίας εξάρτησης μεταξύ των επιχειρησιακών δραστηριοτήτων (όπως αυτές που πραγματοποιούνται από το Eumetsat) και τις δραστηριότητες της καθαρής έρευνας.

4.1.3.

Τέλος, θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι στο στάδιο της έρευνας και της ανάπτυξης η διαστημική τεχνική είναι διπλής φύσεως: η διαφοροποίηση μεταξύ της μη στρατιωτικής και της στρατιωτικής χρήσης γίνεται κυρίως στο στάδιο της επιχειρησιακής εκμετάλλευσης των δεδομένων. Οι προβληματισμοί και οι έρευνες που προωθούνται σε αρχικό στάδιο θα πρέπει συνεπώς να συγκεντρώνουν το σύνολο των μη στρατιωτικών και των στρατιωτικών παραγόντων σε μια συντονισμένη οπτική προκειμένου να βελτιστοποιηθεί η χρήση των συστημάτων και να μειωθεί το κόστος.

4.2.   Διαστημικές δράσεις για στήριξη της διευρυμένης Ένωσης

4.2.1.   Πλοήγηση

Η ΕΟΚΕ εγκρίνει πλήρως την ιδέα ότι το πρόγραμμα GALILEO είναι το σύμβολο της επίγνωσης εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης των πολιτικών στρατηγικών και οικονομικών διακυβευμάτων του διαστήματος. Θεωρεί ότι θα πρέπει να καταβληθεί κάθε προσπάθεια προκειμένου να έχει αίσιο τέλος αυτό το τόσο ουσιαστικό για την αυτονομία και την ανεξαρτησία της Ευρώπης σχέδιο.

4.2.2.   Παγκόσμια παρακολούθηση του περιβάλλοντος και της ασφάλειας (GMES)

4.2.2.1.

Η διαλειτουργικότητα των διαστημικών συστημάτων θα πρέπει να είναι πρωταρχική, η προέλευσή τους μπορεί να είναι διαφορετική.

4.2.2.2.

Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι δεν έχουν αρκετά υπογραμμιστεί δύο ειδικές πτυχές και ότι έχουν ανεπαρκώς κατανοηθεί:

αφενός, ότι η συνέχεια της δορυφορικής παρατήρησης δεν έχει διασφαλιστεί σε ορισμένα πεδία και ειδικότερα στο πεδίο της παρατήρησης μέσω ραντάρ·

αφετέρου, και κυρίως, ότι έχει περίπου αγνοηθεί η ύπαρξη μιας ευρωπαϊκής επιχειρησιακής δραστηριότητας στο πεδίο της μετεωρολογίας, της κλιματολογίας και της ωκεανογραφίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι το Eumetsat δεν αναφέρεται μεταξύ των «συμβαλλομένων μερών» ενώ η διάρθρωση σε καθορισμένες διαστημικές δραστηριότητες στην κλίμακα της Ευρώπης φαίνεται να έχει ξεχασθεί ή αγνοηθεί.

4.2.2.3.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι πρόκειται για έλλειψη του εγγράφου δεδομένου ότι η διαστημική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να οικοδομηθεί επί της υπάρχουσας κατάστασης, χωρίς επικάλυψη με ό,τι πραγματοποιείται από τις διαστημικές επιχειρήσεις αλλά μέσω προσθήκης σε αυτά και διάρθρωσης της ζήτησης.

4.2.2.4.

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει συνεπώς ότι η Επιτροπή, θα πρέπει να υιοθετήσει έναντι του Eumetsat που είναι ένας σημαντικός ευρωπαϊκός εταίρος, ανάλογη εποικοδομητική στάση με αυτή που έχει υιοθετήσει έναντι της ΕΔΥ. Στο ίδιο πνεύμα, κρίνει ότι θα πρέπει να αντληθεί το καλύτερο δυνατό όφελος από το εδραζόμενο στη Μαδρίτη κέντρο Torrejon όσον αφορά τη διάρθρωση των δορυφορικών δεδομένων, με τη δημιουργία πραγματικής Τράπεζας διαστημικών δεδομένων κατά τα πρότυπα αυτού που υπάρχει στις Ηνωμένες Πολιτείες.

4.3.   Γεφύρωση του «Ψηφιακού χάσματος»

4.3.1.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι το τμήμα αυτό, τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενο, χαρακτηρίζεται από αξιολύπητη αδυναμία. Με παράδοξο τρόπο αντιφάσκει σε σχέση με το υπόλοιπο κείμενο. Είναι τουλάχιστον εκπληκτικό να διαπιστώνεται, ότι σε ό,τι τιτλοφορείται «μελλοντικοί προσανατολισμοί» δεν αναφέρονται καθόλου οι δορυφορικές επικοινωνίες ή αναφέρονται παρεμπιπτόντως και μεταξύ παρενθέσεων όταν δηλαδή δηλώνεται ότι θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν πλήρως όλες ότι τεχνολογίες ευρείας ζώνης που είναι διαθέσιμες, προκειμένου να μειωθεί το ψηφιακό χάσμα.

4.3.2.

Η ΕΟΚΕ εκφράζει το φόβο, ότι στο ζήτημα αυτό, το κείμενο βασίζεται σε ορισμένες παρεξηγήσεις ή λανθασμένες εκτιμήσεις.

4.3.3.

Κατά πρώτο λόγο η έννοια της τεχνολογικής ουδετερότητας δεν μπορεί να σημαίνει ότι για την επίλυση ενός δεδομένου προβλήματος είναι ισοδύναμες όλες οι τεχνολογίες. Είναι σαφές ότι οι επιλογές θα πρέπει να βασίζονται σε ανάλυση κόστους/οφέλους, όπως είχαν ήδη επισημάνει οι υπηρεσίες της Επιτροπής [έγγραφο εργασίας SEC (2003) 895]. Σχετικά με αυτό, είναι σημαντικό η χρήση των διαρθρωτικών ταμείων να μην αντιφάσκει με τις αρχές αυτές και οι τοπικές κυβερνήσεις να έχουν σαφή οπτική του συμπληρωματικού χαρακτήρα χερσαίων και διαστημικών συστημάτων, σε συνάρτηση με τα γεωγραφικά δεδομένα και την πυκνότητα του πληθυσμού.

4.3.4.

Κι αν δεν τίθεται ζήτημα προώθησης των διαστημικών λύσεων εις βάρος των πιο αποτελεσματικών χερσαίων λύσεων πρέπει ωστόσο να αναγνωριστεί ότι οι διαστημικές λύσεις είναι ιδιαίτερα κατάλληλες για τις αραιοκατοικημένες ή γεωγραφικά απομακρυσμένες ζώνες ή τις δυσπρόσιτες ζώνες. Έτσι οι διαστημικές και οι χερσαίες λύσεις είναι συμπληρωματικές και έχουν διαφορετικά πεδία αριστείας.

4.3.5.

Αυτό που παραγνωρίζει το κείμενο είναι ότι ο ρόλος των διαστημικών λύσεων στην επίλυση του προβλήματος του ψηφιακού χάσματος θα πρέπει να προέλθει από την ενδογενή συμπληρωματικότητα των χερσαίων και των διαστημικών λύσεων.

4.3.6.

Αυτό που διακυβεύεται στην ανάπτυξη των διαστημικών λύσεων, είναι η ισότητα πρόσβασης στα οφέλη των τηλεπικοινωνιών ευρείας ζώνης, όποιος κι αν είναι ο τόπος εγκατάστασης μιας δραστηριότητας.

4.3.7.

Για να είμαστε συγκεκριμένοι, σήμερα, σε πολλές χώρες, το 80 % του πληθυσμού καλύπτεται ή πρόκειται να καλυφθεί από χερσαίες λύσεις, αυτό όμως αφορά μόνο το 20 % του εδάφους, κι αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να εξελιχθεί ευνοϊκά χωρίς προσφυγή στην συμπληρωματικότητα διαστημικών και χερσαίων τεχνολογιών.

4.3.8.

Η ευρύτητα της αστικής αγοράς ευνοεί τις χερσαίες λύσεις και η σπουδαιότητα των αντίστοιχων φορέων δεν μπορεί παρά να επιτείνει τις ανισότητες μεταξύ αστικών και αγροτικών ζωνών Αυτό μας υποχρεώνει να θέσουμε το ακόλουθο ερώτημα: Είναι αποδεκτό η πρόοδος της κοινωνίας των πληροφοριών να διευκολύνει την αστική συγκέντρωση και την εγκατάλειψη της υπαίθρου; Σίγουρα δεν πρόκειται για κοινωνικοπολιτική επιλογή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών.

4.3.9.

Όταν το κείμενο του Λευκού Βιβλίου αναφέρει «έναν εντατικό ανταγωνισμό μεταξύ των φορέων και των τεχνολογιών» συγχέει δύο πολύ διαφορετικής φύσεως στοιχεία: τον εμπορικό ανταγωνισμό μεταξύ των φορέων και την ισορροπία μεταξύ των τεχνολογιών η οποία σε τελική ανάλυση βασίζεται στις αντίστοιχες ποιότητές τους.

4.3.10.

Η ΕΟΚΕ κρίνει συνεπώς ότι τα ευρωπαϊκά όργανα θα πρέπει να εκτιμήσουν πιο σωστά τον ειδικό ρόλο των διαστημικών λύσεων προκειμένου να μη χαθεί η πρωτοβουλία σε αυτόν το σημαντικό τομέα της διαστημικής πολιτικής. Είναι συνεπώς χρήσιμο να προωθηθούν πειραματικές ενέργειες που θα βασίζονται σε συντονισμένες πρωτοβουλίες μεταξύ της ΕΥΔ και της Επιτροπής, προκειμένου να αποδειχθούν τα πλεονεκτήματα από την άποψη κόστους/οφέλους του δορυφόρου σε σχέση με τις επενδύσεις που θα απαιτούνταν για την υιοθέτηση αντίστοιχων καλωδιακών λύσεων σε μη καλυπτόμενες περιοχές. Παρομοίως, θα πρέπει να ευνοηθούν οι ομαδοποιημένες δημόσιες προσφορές ώστε ο δορυφόρος που έχει ευρωπαϊκή κάλυψη να μπορεί να επωφελείται από οικονομίες κλίμακος που οδηγούν σε μείωση του κόστους τόσο σε ό,τι αφορά τα τερματικά όσον και την προσφορά υπηρεσιών. Με τον τρόπο αυτό θα αναδεικνυόταν επίσης ένα ευρωπαϊκό πρότυπο που θα είχε σαν αποτέλεσμα να επιτρέψει στις διάφορες ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις να λάβουν θέση σε παγκόσμιο επίπεδο.

4.3.11.

Ο ρόλος της διαστημικής πολιτικής δεν είναι να προωθήσει με κάθε τρόπο μια διαστημική πολιτική αλλά να επιδιώξει ότι δεν παραγνωρίζεται η ανάπτυξη των διαστημικών λύσεων κι αυτό εις βάρος του συμφέροντος ορισμένων χρηστών, ορισμένων περιφερειών και του πληθυσμού τους.

4.4.   Το Διάστημα ως συμβολή στην ΚΕΠΠΑ και την ΕΠΑΑ, η ανάπτυξη των διεθνών κοινοπραξιών, η στρατηγική ανεξαρτησία και τα κοινά πλεονεκτήματα εν όψει κοινών δράσεων

4.4.1.

Τα κεφάλαια αυτά, δεν χρήζουν σημαντικών παρατηρήσεων, η ΕΟΚΕ όμως υπογραμμίζει ιδιαίτερα ότι, στο μέτρο που το διάστημα θεωρείται από τους κυριότερους εταίρους μας ως διακύβευμα σημαντικής εξουσίας (το 2004 ο υπεύθυνος της NASA, Sean O'Keefe πρόκειται να υποβάλει νέο πρόγραμμα δράσης με τον χαρακτηριστικό τίτλο «η ανανεωμένη διαστημική κυριαρχία των Ηνωμένων Πολιτειών») η διεθνής συνεργασία θα πρέπει να προκύπτει από ρεαλιστική προσέγγιση των ευρωπαϊκών συμφερόντων.

4.4.2.

Η ΕΟΚΕ συνεπώς τονίζει ει εκ νέου ότι, στο μέτρο που η δυνατότητα να διαθέτει ελεύθερη πρόσβαση στο διάστημα είναι απαραίτητη για την αυτονομία της Ευρώπης και δεδομένου ότι αυτή δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω εμπορικής προσέγγισης, θα πρέπει να διατεθούν δημόσιες πιστώσεις για να διατηρηθεί αυτή η τόσο μεγάλης στρατηγικής σημασίας ελευθερία της πρόσβασης.

4.4.3.

Σε ό,τι αφορά την ΕΠΑΑ, υπενθυμίζει ότι η έκθεση της Προεδρίας για την ευρωπαϊκή πολιτική ασφάλειας και άμυνας, που εγκρίθηκε στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Θεσσαλονίκης στις 19 και 20 Ιουνίου 2003, αναγνώρισε τη σημασία των διαστημικών εφαρμογών και λειτουργιών στο πεδίο αυτό. Σχετικά η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι οι διαστημικές επιστήμες και τεχνολογίες έχουν διπλό χαρακτήρα που δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο επαρκούς εκμετάλλευσης στην Ευρώπη.

4.4.4.

Σχετικά με τις διαστημικές πτήσεις, θα πρέπει να εξεταστεί με προσοχή η ενδεχόμενη αναπροσαρμογή της αμερικανικής διαστημικής πολιτικής στο πεδίο αυτό.

4.4.5.

Η ΕΟΚΕ κρίνει επιθυμητό να διατηρηθεί αυτός ο τύπος δράσης για λόγους που σχετίζονται αφενός με τη δίψα της περιπέτειας και της ανακάλυψης, που είναι σύμφυτες με τον άνθρωπο και αφετέρου λόγω της ανάγκης να υπάρχουν τα ξεχωριστά εκείνα σύμβολα που προκαλούν το ενδιαφέρον και την προσχώρηση της κοινής γνώμης. Συνεπώς είναι σκόπιμο να καταρτιστούν ρεαλιστικά προγράμματα που ενώ υπηρετούν με ευφυΐα τα ευρωπαϊκά συμφέροντα παράλληλα βασίζονται στην παγκόσμια συνεργασία.

4.4.6.

Ως προς αυτό, η ιδέα σταθμού στη Σελήνη αξίζει χωρίς αμφιβολία να εξεταστεί με σοβαρότητα λαμβάνοντας όσο το δυνατόν περισσότερο υπόψη τα ίδια συμφέροντα της Ευρώπης.

4.5.   Ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής αριστείας στη διαστημική επιστήμη

4.5.1.

Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι η ΕΥΔ, οι εθνικές υπηρεσίες, τα επιστημονικά ιδρύματα και οι επιχειρήσεις κατόρθωσαν να υψώσουν την Ευρώπη σε ένα παγκόσμια αναγνωρισμένο επίπεδο επιστημονικής αριστείας και αυτό, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, στα πλαίσια αυστηρών δημοσιονομικών περιορισμών που επέβαλαν την αποτελεσματικότητα και ανταγωνιστικότητα, πράγμα που πρέπει να επαινεθεί.

4.5.2.

Υποστηρίζει συνεπώς ακόμη περισσότερο την πρόταση του Λευκού βιβλίου να αυξηθούν προοδευτικά οι πιστώσεις που χορηγούνται από την ΕΥΔ και τα κράτη μέλη για τη διαστημική έρευνα προκειμένου να αναπτυχθεί περαιτέρω, αλλά και για να αποφευχθεί ο τεμαχισμός των ερευνητικών ικανοτήτων μας και να προσφερθούν στους νέους επιστήμονες ελκυστικές δυνατότητες σταδιοδρομίας. Διαφορετικά υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να ενισχυθεί περισσότερο η φυγή εγκεφάλων κυρίως προς τις Ηνωμένες Πολιτείες.

4.5.3.

Θεωρεί ότι θα ήταν επιθυμητό να προσανατολιστεί η διαστημική έρευνα τόσο προς τις επιστήμες της γης όσο και προς τις επιστήμες του σύμπαντος και μάλιστα στον αυτό βαθμό. Οι επιστήμες της γης έχουν ως ιδιαίτερο χαρακτηριστικό, σε σχέση με τις επιστήμες του σύμπαντος, το γεγονός ότι δεν μπορούν να διαχωριστούν από τις συγκεκριμένες εφαρμογές (μετεωρολογία, παρακολούθηση, οικολογική διαχείριση κ.λπ.). Συνεπώς, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των δύο αυτών κλάδων της επιστήμης, χωρίς να δίδεται έμφαση στον έναν σε βάρος του άλλου.

4.6.   Καθιέρωση νέας προσέγγισης στη διακυβέρνηση των διαστημικών δραστηριοτήτων

4.6.1.

Σε αυτό το στάδιο η προσέγγιση του Λευκού Βιβλίου δεν μπορεί παρά να αποτελεί την αρχή του προβληματισμού, κυρίως σε ό,τι αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα οργανωθούν οι διαστημικές ευθύνες στα πλαίσια της Επιτροπής.

4.6.2.

Η συμφωνία για την ανάθεση στην Ευρωπαϊκή Ένωση κοινής διαστημικής αρμοδιότητας δεν έχει αμφισβητηθεί από κανέναν παρά την αποτυχία της Διακυβερνητικής Διάσκεψης. Ωστόσο, η απουσία σαφώς θεσπισμένης νομικής βάσης για την Ευρωπαϊκή Ένωση στο διαστημικό πεδίο μας υποχρεώνει να είμαστε επιφυλακτικοί.

4.6.3.

Ωστόσο η ΕΟΚΕ επιθυμεί να αναφέρει ότι, όσον αφορά την εσωτερική οργάνωση της Επιτροπής, θεωρεί αναγκαίο να αποφευχθούν δύο σκόπελοι:

αφενός, ο υπέρμετρος διασκορπισμός των διαστημικών ευθυνών, που θα παρεμποδίσει την Επιτροπή να ασκεί συνθετική εργασία και δράση,

αφετέρου, ο υπερβολικός συγκεντρωτισμός που θα αποκόψει την πολιτική αυτή από τις διάφορες σχετικές Διευθύνσεις και θα είναι αντίθετος προς μια πολιτική που θα βασίζεται στη ζήτηση.

4.6.4.

Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι ένα όργανο σύνθεσης περιορισμένων διαστάσεων, που θα συνδεθεί σε υψηλό επίπεδο με την Επιτροπή, π.χ. στο επίπεδο της προεδρίας, μπορεί να αποτελέσει την κατάλληλη απάντηση.

4.6.5.

Βεβαίως, η Επιτροπή θα πρέπει να διαθέτει ιδίους πόρους που θα προστίθενται σε αυτούς που αφιερώνουν τα κράτη μέλη στην ΕΥΔ και στις εθνικές υπηρεσίες. Αν πραγματικά επιθυμούμε να αναπτύξουμε τη διαστημική δραστηριότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορεί να μην διαθέσουμε ποσά για το «παιχνίδι».

4.7.   Παράρτημα 2: αξιολόγηση των πόρων

4.7.1.

Το Λευκό Βιβλίο περιλαμβάνει τρία σενάρια χρηματοδότησης:

το σενάριο Α είναι «φιλόδοξο» και απαιτεί επιβεβαιωμένη πολιτική βούληση και ισχυρή οικονομική ανάπτυξη που θα επιτρέψει μια σταθερή δημοσιονομική προσπάθεια,

το σενάριο Β είναι «πολιτική πράξη» και επισημαίνει την θέληση στην Ευρωπαϊκή Ένωση για νέο ξεκίνημα στο διάστημα,

το σενάριο Γ δεν εγγυάται πλήρως την ανεξαρτησία της Ευρώπης στο θέμα της τεχνολογίας και της πρόσβασης στο διάστημα.

4.7.2.

Η διαστημική δραστηριότητα είναι μια δραστηριότητα που η στρατηγική της σημασία έχει μεγάλη σπουδαιότητα για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι επιστημονικές, τεχνολογικές, οικονομικές και ανθρώπινες επιπτώσεις της είναι σημαντικές. Συνεπώς, εμπίπτει πλήρως στην στρατηγική της Λισαβόνας και πρέπει να εξασφαλισθούν τα μέσα για την εκπλήρωση των φιλοδοξιών που εκφράσθηκαν στα πλαίσια αυτά. Στις συνθήκες αυτές, είναι σαφές ότι η ΕΟΚΕ δεν μπορεί παρά να απορρίψει με αποφασιστικότητα το ενδεχόμενο του σεναρίου Γ και να θεωρήσει το σενάριο Β ως ελάχιστη υπόθεση εργασίας, εκφράζοντας παράλληλα την επιθυμία να προσεγγίσει όσο το δυνατόν πλησιέστερα το σενάριο Α.

4.7.2.1.

Εν τούτοις, ορισμένοι διερωτώνται για τη δυνατότητα να μη λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά τις απαιτήσεις του συμφώνου σταθερότητας, οι δαπάνες στρατηγικών επενδύσεων, όπως είναι αυτές που προορίζονται για την διαστημική πολιτική, προκειμένου να μην χρεωθεί το μέλλον με τις δημοσιονομικές περικοπές, που αφορούν υπέρμετρα τις δαπάνες επενδύσεων σε σχέση με τις δαπάνες λειτουργίας.

4.7.3.

Είναι σαφές ότι τίποτα δε θα πρέπει να παρεμποδίζει την εφαρμογή της ενισχυμένης συνεργασίας στο διαστημικό πεδίο. Ωστόσο θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι το πλαίσιο της συνθήκης της Νίκαιας δεν είναι στο θέμα αυτό ιδιαίτερα ευνοϊκό.

5.   Συμπεράσματα

5.1.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι το Λευκό Βιβλίο αποτελεί έγγραφο ποιότητας που διαθέτει την μεγάλη αξία να εκφράζει με ισχυρό και συνθετικό τρόπο μία πολιτική βούληση.

5.2.

Οφείλει ωστόσο να εκφράσει τη λύπη της για τη μεγάλη αδυναμία του κεφαλαίου που αφιερώνεται στο ψηφιακό χάσμα και στις τεχνολογίες ευρείας ζώνης. Ζητεί συνεπώς να επανεξεταστεί και εμπλουτιστεί το κεφάλαιο αυτό λαμβάνοντας υπόψη την υφιστάμενη συμπληρωματικότητα μεταξύ των διαστημικών και χερσαίων λύσεων.

5.3.

Υπογραμμίζει εκ νέου τη μεγάλη στρατηγική σπουδαιότητα των διαστημικών δραστηριοτήτων για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ζητεί συνεπώς η πολιτική προσέγγιση της Ένωσης, κυρίως στα θέματα της διεθνούς συνεργασίας, να διέπεται από μια ρεαλιστική οπτική, χωρίς απλοϊκότητα, και αυτό για τον πρόσθετο λόγο ότι οι δραστηριότητες στις οποίες στρέφονται οι διαστημικές δραστηριότητες έχουν διπλό χαρακτήρα (πολιτικό/στρατιωτικό).

5.4.

Επιμένει στο γεγονός ότι αυτός ο τομέας δραστηριότητας, που αναδιαρθρώθηκε και κατέβαλε τις αναγκαίες προσπάθειες ανταγωνιστικότητας προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο διεθνής ανταγωνισμός, απασχολεί άμεσα 30 000 άτομα συνήθως υψηλού επιπέδου αλλά και στο ότι είναι επιτακτικό να διατηρηθεί και να εμπλουτιστεί αυτό το εκπληκτικό ανθρώπινο δυναμικό που οικοδόμησε την ευρωπαϊκή αριστεία στο πεδίο αυτό. Υπογραμμίζει ειδικότερα ότι χρειάζεται να καταβληθεί η πιο μεγάλη προσοχή στην αρχική αλλά και στην μόνιμη επιμόρφωση σε έναν τομέα υψηλών τεχνολογιών που εξελίσσονται με την πρόοδο της επιστημονικής έρευνας.

5.5.

Υποδεικνύει ότι, παρά την αποτυχία της Διακυβερνητικής Διάσκεψης, η Ευρωπαϊκή Ένωση, στηριζόμενη στη συμφωνία — πλαίσιο Επιτροπής/ΕΥΔ, πρέπει να συνεχίσει με αποφασιστικότητα τη δράση της για την αναδιάρθρωση και την προώθηση της ζήτησης και των διαστημικών πρωτοβουλιών, χωρίς επικάλυψη με τα προγράμματα των κρατών μελών, των υπηρεσιών τους και της ΕΥΔ και χωρίς να παρεμποδίζει τις ενισχυμένες συνεργασίες ή τις ισχυρές κοινοπραξίες μεταξύ ορισμένων κρατών μελών. Υποστηρίζει την σύνδεση του πεδίου της ευρωπαϊκής διαστημικής πολιτικής με ένα υψηλό θεσμικό επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5.6.

Ζητεί επιτακτικά η δημοσιονομική προσπάθεια που καταβάλλεται για τη διαστημική πολιτική να αντιστοιχεί τουλάχιστον με το σενάριο Β του παραρτήματος 2 και να αποφευχθεί κάθε φαινόμενο «συγκοινωνούντων δοχείων» που θα μειώνει την προσπάθεια των κρατών μελών ανάλογα με το επίπεδο των επενδύσεων που χορηγούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

5.7.

Η διαστημική πολιτική, λόγω των ανθρώπινων, επιστημονικών και στρατηγικών διακυβευμάτων της, είναι ό,τι πιο ισχυρό υπάρχει στην περιπέτεια της ανθρωπότητας. Μέσω αυτής, σε ένα γεωπολιτικό πλαίσιο όπου ενισχύονται ολοένα άλλες σημαντικές ηπειρωτικές δυνάμεις, η Ευρώπη προσέρχεται πάλι στη συνάντηση με την Ιστορία. Δεν έχουμε το δικαίωμα να χάσουμε αυτή την συνάντηση.

Βρυξέλλες, 31 Μαρτίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112/14


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών —Ένα συνεκτικό πλαίσιο για την αεροδιαστημική βιομηχανία— απάντηση στην έκθεση STAR 21

[COM(2003) 600 τελικό]

(2004/C 112/04)

Στις 13 Οκτωβρίου 2003, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω ανακοίνωση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 10 Μαρτίου 2004, με βάση εισηγητική έκθεση του κ. BUFFETAUT.

Κατά την 407η σύνοδο ολομέλειας της 31ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου 2004 (συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε ομόφωνα την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Εισαγωγή

1.1.

Το έγγραφο αυτό της Επιτροπής αποτελεί κυρίως απάντηση, και στην ουσία υιοθέτηση των πορισμάτων της έκθεσης της συμβουλευτικής ομάδας για την αεροδιαστημική βιομηχανία «STAR 21: αεροδιαστημική βιομηχανία — στρατηγική ανασκόπηση για τον 21ο αιώνα».

1.2.

Η Επιτροπή συνδέει τον προβληματισμό αυτόν με τα συμπεράσματα των Ευρωπαϊκών Συμβουλίων της Κολωνίας, της Λισαβόνας, της Βαρκελώνης και της Θεσσαλονίκης.

1.3.

Υπενθυμίζει ότι η αεροδιαστημική βιομηχανία αποτελεί καθοριστικό κλάδο για την επίτευξη των στρατηγικών και οικονομικών στόχων που έθεσε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Πράγματι, ο εν λόγω κλάδος άκρως υψηλής τεχνολογίας και δεξιοτήτων αιχμής λειτουργεί ταυτόχρονα και στο πολιτικό και στο στρατιωτικό πεδίο.

1.4.

Ποια είναι, όμως, η κατάσταση του κλάδου στην Ευρωπαϊκή Ένωση;

1.4.1.

Η δραστηριότητα της αεροδιαστημικής βιομηχανίας έχει κυκλικό χαρακτήρα και παρουσιάζει διακυμάνσεις. Πράγματι, στο πολιτικό πεδίο, η αγορά εξαρτάται από τα προγράμματα αγορών των αεροπορικών εταιριών, τα οποία επηρεάζονται από εξωγενείς παράγοντες, όπως οι τρομοκρατικές ενέργειες, που διαταράσσουν σοβαρά τη δραστηριότητα αυτήν.

1.4.1.1.

Στο στρατιωτικό πεδίο, εξαρτάται από τις δημοσιονομικές επιλογές και τις πολιτικές προμηθειών των κρατών, οι οποίες, με τη σειρά τους, καθορίζονται από τα γεωστρατηγικά δεδομένα.

1.4.1.2.

Σήμερα, η κατασκευή μεγάλων πολιτικών αεροσκαφών, που υποστηρίζεται χάρη στην ανταγωνιστικότητα της Airbus, αποτελεί και θα εξακολουθήσει να αποτελεί, το κυριότερο στοιχείο της ανάπτυξης της αεροδιαστημικής βιομηχανίας.

1.4.1.3.

Ο τομέας της άμυνας παρουσιάζει μεγαλύτερη αβεβαιότητα. Ο αριθμός των νέων προγραμμάτων είναι περιορισμένος. Η ευρωπαϊκή αεροδιαστημική βιομηχανία παραμένει, εντούτοις, ισχυρή, με δυναμική παρουσία στην αγορά των ελικοπτέρων.

1.4.1.4.

Η αβεβαιότητα της ευρωπαϊκής αγοράς, η δυσκινησία και ο περίπλοκος χαρακτήρας της διαδικασίας λήψεως αποφάσεων στο στρατιωτικό τομέα επηρεάζουν τον κλάδο και ωθούν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να στρέφονται προς την ευρύτερη και πιο σταθερή αμερικανική στρατιωτική αγορά, παρά τους προστατευτικούς κανόνες των Ηνωμένων Πολιτειών και χωρίς επαρκείς εγγυήσεις όσον αφορά τα τεχνολογικά οφέλη.

1.4.1.5.

Όσο για τον κλάδο του διαστήματος, βρίσκεται σε δύσκολη φάση. Πολιτικός κατά κύριο λόγο, εθίγη πολύ από την πτώση της ζήτησης των τηλεπικοινωνιών και υφίσταται πλέον ισχυρό ανταγωνισμό στον τομέα των εκτοξευτών, μια αγορά που στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι προστατευόμενη και στην οποία έχουν εισχωρήσει νέοι φορείς σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα πρόσφατα σχέδια των ΗΠΑ και της ΝΑΣΑ θα αποτελέσουν ώθηση και για την Ευρώπη.

1.4.1.6.

Ο αεροδιαστημικός κλάδος είναι ένας κλάδος διττός, του οποίου οι ικανότητες και οι τεχνικές έχουν και πολιτικές και στρατιωτικές εφαρμογές. Μία από τις αδυναμίες του έγκειται στην ανεπάρκεια και τον κατακερματισμό της αμυντικής αγοράς.

1.4.2.   Οι διαπιστώσεις της έκθεσης STAR 21

1.4.2.1.

Στην έκθεση τονίζεται η ιδιαίτερη σημασία που έχουν τα εξής:

η βελτίωση της πρόσβασης στις αγορές των τρίτων χωρών και η έντιμη και ορθή εφαρμογή των εμπορικών συμφωνιών,

η αύξηση της κινητικότητας των εργαζομένων του κλάδου,

η βελτίωση του συντονισμού των προσπαθειών έρευνας και ανάπτυξης,

ο καθοριστικός ρόλος που οφείλει να διαδραματίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση στον τομέα της ρύθμισης της πολιτικής αεροπορίας,

η βελτίωση της συνεργασίας μεταξύ του ΕΟΔ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η έναρξη του προγράμματος GALILEO.

1.4.2.2.

Τέλος, η έκθεση τονίζει την ανάγκη αναθεώρησης των όρων της αμυντικής αγοράς.

1.4.3.   Οι ενέργειες και οι προτάσεις της Επιτροπής

1.4.3.1.

Η Επιτροπή εντοπίζει τα ζητήματα που θεωρεί καθοριστικά ανά τομέα.

1.4.4.   Άμυνα

1.4.4.1.

Η Επιτροπή εκφράζει τη λύπη της για τον κατακερματισμό της αγοράς, ο οποίος οφείλεται στο ότι η άμυνα σχετίζεται άμεσα με ζητήματα κυριαρχίας των κρατών, καθώς και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κλάδου (εμπιστευτικότητα, ασφάλεια του ανεφοδιασμού, πολιτικά κριτήρια για τις αποφάσεις αγοράς …). Τονίζει ότι, η Ευρώπη ξοδεύει λιγότερα σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες για την εξασφάλιση της άμυνάς της και ότι, επιπλέον, ο κατακερματισμός της αγοράς εμποδίζει τη βέλτιστη αξιοποίηση των επενδύσεων που εγκρίνονται.

1.4.4.2.

Για το μέλλον, συνιστά να καταπολεμηθεί ο κατακερματισμός αυτός της ζήτησης, καθώς τα προγράμματα ενός και μόνο κράτους δεν επιτρέπουν την επίτευξη ενός αποδοτικού επιπέδου παραγωγής.

Προτείνει να εναρμονιστούν οι απαιτήσεις στο στρατιωτικό τομέα και φρονεί ότι η σύσταση ενός «ευρωπαϊκού οργανισμού εξοπλισμού, έρευνας και στρατιωτικών δυνατοτήτων», στα πλαίσια μιας ευρωπαϊκής πολιτικής για την ασφάλεια και την άμυνα, θα μπορούσε να αποτελέσει χρήσιμο μέσον για τη δημιουργία μιας επαρκώς ευρείας και συνεκτικής αγοράς για τη διατήρηση και την ανάπτυξη της αεροδιαστημικής μας βιομηχανίας. Επιπροσθέτως, αποτελεί προϋπόθεση για τη διατήρηση της αξιοπιστίας μας στο διάλογο με τις ΗΠΑ.

1.4.4.3.

Η Επιτροπή φρονεί, ακόμη, ότι θα ήταν χρήσιμο να διευρυνθούν στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι πρωτοβουλίες που έλαβαν οι υπουργοί άμυνας της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ιταλίας, της Σουηδίας, της Ισπανίας και του Ηνωμένου Βασιλείου.

1.4.5.   Διάστημα

1.4.5.1.

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι δεν υφίσταται καμία ευρωπαϊκή ή πολυεθνική δομή επιφορτισμένη με τα διαστημικά προγράμματα που συνδέονται με την ασφάλεια και την άμυνα. Η έλλειψη αυτή καθίσταται ιδιαίτερα σοβαρή όταν η πολιτική εμπορική αγορά επιβραδύνεται απότομα και μακροχρόνια. Η κατάσταση αυτή αποτελεί κυρίως συνέπεια των όρων της συνθήκης για τον ΕΟΔ, όπου εφαρμόζεται αυστηρά η σύμβαση για το Διάστημα που απαγορεύει τη στρατιωτική του χρήση. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Ευρώπη, σε αντίθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν ενισχύει την πολιτική και εμπορική διαστημική της δραστηριότητα μέσω μιας αμυντικής διαστημικής δραστηριότητας, η οποία να υποστηρίζεται θεσμικά και, ως εκ τούτου, να μην εξαρτάται από τις εμπορικές διακυμάνσεις. Το γεγονός αυτό είναι ακόμη περισσότερο λυπηρό, επειδή οι τεχνολογίες του διαστήματος είναι διττές και έχουν τόσο πολιτικές όσο και στρατιωτικές εφαρμογές.

1.4.5.2.

Για το μέλλον, προσδοκεί την καθιέρωση μιας σφαιρικής ευρωπαϊκής πολιτικής και ενός αποτελεσματικότερου συντονισμού, ούτως ώστε ο ευρωπαϊκός διαστημικός κλάδος να μην απολέσει τις σημερινές του δυνατότητες και την τεχνολογική του αριστεία.

1.4.6.   Έρευνα

1.4.6.1.

Η αναγκαιότητα του καλύτερου συντονισμού της αεροδιαστημικής έρευνας είναι σαφής. Στον πολιτικό τομέα μεν έχουν αναληφθεί ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες (συμβουλευτική επιτροπή για την έρευνα στο χώρο της αεροναυπηγικής στην Ευρώπη), στον τομέα της άμυνας, όμως, η κατάσταση δεν είναι ικανοποιητική.

1.4.6.2.

Για το μέλλον, η Επιτροπή κρίνει απαραίτητο να εξασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη σταθερότητα των δομών χρηματοδότησης της έρευνας. Επιθυμεί, επίσης, την κατάρτιση ενός σφαιρικού σχεδίου έρευνας και ανάπτυξης, καθώς και το συντονισμένο σχεδιασμό των ερευνητικών προγραμμάτων.

1.4.7.   Ευρωπαϊκή κανονιστική ρύθμιση της πολιτικής αεροπορίας

1.4.7.1.

Η Επιτροπή ζητά να τεθεί το ταχύτερο σε λειτουργία ο Ευρωπαϊκός οργανισμός για την ασφάλεια της αεροπορίας (EASA) και να διεξαχθούν διατλαντικές διαπραγματεύσεις, κυρίως όσον αφορά τις πιστοποιήσεις.

1.4.7.2.

Επιθυμεί να διευθετούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο τα ζητήματα ασφάλειας της αεροπορίας και να συμμετέχει ενεργά η Ευρωπαϊκή Ένωση στους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς.

1.4.7.3.

Ζητά, επίσης, τη δημιουργία ενός διασυνδέσμου μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής αεροπορίας για την καλύτερη χρήση του εναέριου χώρου.

1.4.8.   Η πρόσβαση στην αγορά

1.4.8.1.

Η Επιτροπή εξετάζει κατά κύριο λόγο τα ζητήματα που συνδέονται με τις εμπορικές δυσχέρειες με τις Ηνωμένες Πολιτείες σε θέματα αμυντικών εξοπλισμών, κυρίως λόγω των αμερικανικών προστατευτικών κανόνων και των κανόνων ελέγχου των εξαγωγών.

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1.

Η έκθεση STAR 21, καθώς και η Επιτροπή, προβαίνουν σε ορισμένες αντικειμενικές διαπιστώσεις, τις οποίες προσυπογράφουμε. Είναι σαφές ότι οι αεροδιαστημικές βιομηχανίες ανήκουν σε έναν κλάδο αιχμής που συγκεντρώνει σημαντικές ικανότητες και αναπτύσσει υψηλές τεχνολογίες, η επίδραση των οποίων μπορεί να είναι πολύτιμη για άλλους κλάδους. Ως προς τούτο, καλούνται να διαδραματίσουν μείζονα ρόλο προκειμένου να παράσχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση τη δυνατότητα να επιτύχει το στόχο της Λισαβόνας: «να γίνει η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία στη βάση της γνώσης ανά την υφήλιο, ικανή για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη με περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας και με μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή».

2.2.

Όσον αφορά την αμυντική αεροδιαστημική βιομηχανία, ο κατακερματισμός της αγοράς οφείλεται στην ιδιαίτερη φύση του κλάδου, ο οποίος σχετίζεται με την άμυνα ως δραστηριότητα που συνδέεται με την κυριαρχία, δηλαδή ενδεχομένως τον πόλεμο. Ως εκ τούτου, είναι εύλογο το γεγονός ότι τα κράτη επεδίωξαν να εξασφαλίσουν την ασφάλεια του ανεφοδιασμού και του απόρρητου χαρακτήρα των τεχνολογιών, προσφεύγοντας σε εθνικές εταιρίες, συχνά συνδεόμενες στενά με το κράτος. Σήμερα, τη μυστικότητα των τεχνολογιών διασφαλίζουν διάφορες διμερείς και πολυμερείς συμφωνίες.

2.3.

Η θεώρηση αυτή έρχεται σε αντίθεση με τη λογική της συμμαχίας και με το γεγονός ότι οι τεράστιες επενδύσεις των αμυντικών βιομηχανιών δεν μπορούν πλέον να είναι αποδοτικές, ή πάντως πολύ δύσκολα, στο εσωτερικό των εθνικών αγορών που συνιστούν το κύριο στήριγμά τους, πόσο μάλλον σε περιόδους δημοσιονομικών περιορισμών. Επιπλέον, ο διεθνής ανταγωνισμός είναι ιδιαίτερα δύσκολος έναντι των αμερικανικών επιχειρήσεων που επωφελούνται από την υποστήριξη μιας ευρείας και σταθερής εθνικής αγοράς.

2.4.

Οι προτάσεις που διατυπώνει η Επιτροπή για να αντιμετωπιστεί ο κατακερματισμός της αγοράς είναι ενδιαφέρουσες, φαίνεται όμως ότι δείχνει υπερβολική εμπιστοσύνη σε δομές, όπως ο ευρωπαϊκός οργανισμός εξοπλισμού. Στον τομέα της άμυνας, εκ φύσεως τομέα κυριαρχικού χαρακτήρα, τίποτε δεν είναι δυνατόν χωρίς δεδηλωμένη πολιτική βούληση. Και η βούληση αυτή μπορεί να επιβεβαιωθεί μόνο μέσα στα πλαίσια μιας σαφούς και αποδεκτής από όλους παγκόσμιας πολιτικής της Ευρώπης, πράγμα που δεν ισχύει. Επιπλέον, στα πλαίσια μιας δραστηριότητας αιχμής, που απαιτεί πολύ υψηλού επιπέδου ικανότητες και τεχνογνωσία, πρέπει να εξασφαλίζεται ότι οι υπό μελέτη συνεργασίες δημιουργούν πράγματι τεχνολογική υπεραξία και όχι διάχυση των ικανοτήτων.

2.5.

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι η πρόσφατη συμφωνία που υπέγραψαν η Γερμανία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο για θέματα άμυνας, θα οδηγήσει σε λειτουργικές πτυχές εντός του 2005. Σε βιομηχανικό επίπεδο, εν λόγω συμφωνία θα μπορούσε να έχει ενδιαφέρουσες προοπτικές δεδομένου ότι οι τρεις αγορές (η γερμανική, η γαλλική και η βρετανική) από κοινού θα φθάσουν στο κρίσιμο μέγεθος που απαιτείται για τη στρατιωτική αεροπορική μας βιομηχανία.

2.6.

Όσον αφορά το διάστημα, οι πρόσφατες εξελίξεις (συμφωνία πλαίσιο με τον ΕΟΔ, διατάξεις του σχεδίου συνθήκης για ένα σύνταγμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν σχετίζονται με την αποτυχία της ΔΚΔ) οδηγούν προς την κατεύθυνση της Επιτροπής και εκείνων που ευχόταν η ΕΟΚΕ. Το κυρίως ζήτημα είναι να επαρκούν οι δημοσιονομικοί πόροι προκειμένου η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη να διαθέτουν τα μέσα για τις διαστημικές τους προσδοκίες. Αυτός είναι ο προβληματισμός της Λευκής Βίβλου, η οποία συνιστά ένα έγγραφο ποιότητας, παρά την χαρακτηριστική της αδυναμία ως προς τις τηλεπικοινωνίες ευρείας ζώνης.

2.7.

Οι προτάσεις της Επιτροπής σχετικά με τις κανονιστικές ρυθμίσεις για την ευρωπαϊκή πολιτική αεροπορία φαίνονται δικαιολογημένες και σε πρακτικό επίπεδο και σε επίπεδο ασφάλειας και συνοχής. Επιπλέον, αυτό θα ενισχύσει ασφαλώς τη θέση μας στις διατλαντικές διαπραγματεύσεις.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

3.1.   Αμυντική αεροδιαστημική βιομηχανία

3.1.1.

Η ΕΟΚΕ σημειώνει την απόσταση που υφίσταται μεταξύ αυτού που κατόρθωσε να επιτύχει η πολιτική αεροναυπηγική βιομηχανία με την Airbus και της σχετικής αδυναμίας της στρατιωτικής αεροναυπηγικής βιομηχανίας, που οφείλεται στον κατακερματισμό της αγοράς. Φρονεί ότι τα αίτια της κατάστασης αυτής έγκεινται στην απουσία συνολικής πολιτικής αντίληψης για την ευρωπαϊκή άμυνα. Διαπιστώνει ότι η κατάσταση αυτή, το μόνο που επιτυγχάνει είναι να ενισχύει την υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίες αξιοποίησαν για τις δικές τους βιομηχανίες τις αμυντικές τους συμφωνίες με διάφορες χώρες της υφηλίου, καθιστώντας έτσι την παγκόσμια αγορά σχεδόν δέσμιά τους. Η αεροδιαστημική βιομηχανία συγκεντρώνει τις πλέον στρατηγικές τεχνολογίες από τις οποίες εξαρτάται η μελλοντική οικονομική μεγέθυνση. Συνεπώς, εντάσσεται πλήρως στη στρατηγική της Λισσαβόνας η οποία σκοπεύει να καταστεί η Ένωση «η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία στη βάση της γνώσης ανά την υφήλιο, ικανή για βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη με περισσότερες και καλύτερες θέσεις εργασίας και με μεγαλύτερη κοινωνική συνοχή». Εξάλλου, η τεχνολογική ανεξαρτησία των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων του αμυντικού τομέα αποτελούν μια εκ των προϋποθέσεων της ανεξαρτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.1.2.

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι, σε ζητήματα στρατιωτικής αεροναυπηγικής (όπως και σε ζητήματα διαστημικών δραστηριοτήτων), οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούν διάφορα νομικά μέσα ή έννοιες, που στην πραγματικότητα αποτελούν προστατευτικές πρακτικές. Ζητά, λοιπόν, από την Επιτροπή, που είναι αρμόδια για την εμπορική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να ενεργήσει για την καταπολέμηση των πρακτικών αυτών, κυρίως στα πλαίσια του ΠΟΕ, προκειμένου να επανεξισορροπήσει το εμπορικό μας ισοζύγιο στον τομέα αυτόν.

3.1.3.

Σημειώνει τη συμφωνία που συνήψαν η Γερμανία, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο στον τομέα της άμυνας, η οποία σηματοδοτεί μια εξέλιξη της προσέγγισης όσον αφορά την ευρωπαϊκή άμυνα. Έστω και εάν μια ανομοιογενής Ευρώπη δεν είναι επιθυμητή, ωστόσο δεν θα πρέπει να τίθενται εμπόδια σε πρωτοβουλίες οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν κινητήρια δύναμη.

3.2.   Διάστημα

3.2.1.

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι οι προτάσεις της Λευκής Βίβλου ανταποκρίνονται, και μάλιστα υπερβαίνουν, τις συστάσεις της έκθεσης STAR 21. Τονίζει εκ νέου τη μείζονα στρατηγική σημασία της διαστημικής δραστηριότητας για την Ευρωπαϊκή Ένωση και ζητά, επομένως, η πολιτική προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε θέματα συνεργασίας και διεθνών σχέσεων να θεμελιώνεται σε μια πραγματιστική θεώρηση των συμφερόντων της.

3.2.2.

Υπενθυμίζει ότι ο κλάδος αυτός απασχολεί 30 000 εργαζομένους υψηλής εξειδίκευσης και ότι έχει επιτακτική σημασία να διατηρηθεί και να εμπλουτιστεί το αξιόλογο αυτό ανθρώπινο δυναμικό.

3.2.3.

Συνιστά, λόγω της αποτυχίας της ΔΚΔ, και εν αναμονή μιας ευρωπαϊκής συνθήκης βάσει της οποίας η Ένωση θα αποκτήσει αρμοδιότητες για το διάστημα, να αναπτύξει η Επιτροπή στο μέγιστο τις δυνατότητες που προσφέρει η συμφωνία-πλαίσιο που έχει συναφθεί με τον ΕΟΔ.

3.2.4.

Τέλος, ζητά η δημοσιονομική προσπάθεια που θα εγκριθεί για τη διαστημική πολιτική να αντιστοιχεί τουλάχιστον στο σενάριο Β «πολιτική πράξη» του παραρτήματος της Λευκής Βίβλου.

3.3.   Ευρωπαϊκή κανονιστική ρύθμιση της πολιτικής αεροπορίας

3.3.1.

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει πλήρως το αίτημα για ταχεία σύσταση του Ευρωπαϊκού οργανισμού για την ασφάλεια της αεροπορίας, καθώς και τη βούληση να επιτευχθεί το ταχύτερο η αμοιβαία αποδοχή των πιστοποιήσεων που χορηγούνται από τις ρυθμιστικές αρχές των δύο πλευρών του Ατλαντικού.

3.3.2.

Επιθυμεί, επίσης, την αποτελεσματική προώθηση των ευρωπαϊκών προτύπων σε θέματα ασφάλειας της αεροπορίας, ως στοιχείου της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής αεροδιαστημικής βιομηχανίας, και, προς τούτο, την ενεργό συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στους αρμόδιους για τα θέματα αυτά διεθνείς οργανισμούς.

4.   Συμπεράσματα

4.1.

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή φρονεί ότι η Ανακοίνωση της Επιτροπής για την έκθεση STAR 21 δικαίως επισύρει την προσοχή στις αδυναμίες της στρατιωτικής αεροδιαστημικής δραστηριότητας στην Ευρώπη. Πιστεύει, παρά ταύτα, ότι η Επιτροπή μάλλον αποδίδει υπερβολική σημασία στη θεσμική πτυχή των πραγμάτων και ότι εκείνο που έχει σημασία είναι να αναπτυχθεί στην Ευρώπη μια πραγματική πολιτική βούληση για αυτόνομη κοινοτική άμυνα. Μόνον αυτή θα μπορέσει να προσφέρει μια στέρεα βάση στις βιομηχανίες μας.

4.2.

Στον τομέα του Διαστήματος, η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η Λευκή Βίβλος που κατήρτισε η Επιτροπή ανταποκρίνεται πλήρως στα αιτήματα που διατυπώνονται στην έκθεση STAR 21. Πιστεύει ότι η συμφωνία-πλαίσιο Επιτροπής/ΕΟΔ και οι πολιτικές κατευθύνσεις που τίθενται στη Λευκή Βίβλο αναμένεται να δώσουν νέα ώθηση στις διαστημικές φιλοδοξίες της Ευρώπης.

4.3.

Υπενθυμίζει ότι η ευρωπαϊκή αεροδιαστημική βιομηχανία παρέχει τα προς το ζην σε εκατομμύρια Ευρωπαίων και ότι απασχολεί προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης, που κατέχει τις πλέον υψηλές τεχνολογίες της εποχής. Ως εκ τούτου, είναι σαφές ότι, εάν ο στόχος του να καταστεί η Ευρώπη «η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης ανά την υφήλιο» δεν αποτελεί κενό γράμμα, τα κράτη μέλη οφείλουν να αναλάβουν τις ευθύνες που αυτός συνεπάγεται καθορίζοντας πραγματικές και φιλόδοξες ευρωπαϊκές πολιτικές για θέματα εξοπλισμού και διαστημικών δραστηριοτήτων, οι οποίες θα συντονίζονται και θα συναρμόζονται σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτως ώστε η ήπειρός μας να μπορέσει να καταλάβει τη θέση που της ανήκει στη νέα παγκόσμια οργάνωση.

Βρυξέλλες, 31 Μαρτίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112/18


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη χρήση συστημάτων μετωπικής προστασίας στα μηχανοκίνητα οχήματα και για την τροποποίηση της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ

[COM(2003) 586 τελικό — 2003/0226 (COD)]

(2004/C 112/05)

Στις 22 Οκτωβρίου 2003, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε, να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε την γνωμοδότησή του στις 10 Μαρτίου 2004 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. RANOCCHIARI.

Κατά την 407η σύνοδο ολομέλείας της, της 31ης Μαρτίου 2004 η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε ομόφωνα την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Εισαγωγή

1.1.

Ο πρωταρχικός στόχος των κοινοτικών οργάνων και των εθνικών αρχών να αυξηθεί η ασφάλεια της οδικής κυκλοφορίας απαιτεί, μεταξύ άλλων, σταδιακές παρεμβάσεις σε όλες τις φάσεις κατασκευής των αυτοκινήτων προκειμένου να μειωθεί ο αριθμός των ατυχημάτων.

1.2.

Στο πλαίσιο αυτό δικαιολογείται η ιδιαίτερη προσοχή που πρέπει να δοθεί στην προστασία των πεζών και άλλων ανεπαρκώς προστατευόμενων χρηστών των οδών στην περίπτωση σύγκρουσης με μηχανοκίνητο όχημα. Όπως αναφέρεται στο Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Δράσης για την Οδική Ασφάλεια που υπέβαλλε πρόσφατα η Επιτροπή «η κατασκευή προσθίων δομών των αυτοκινήτων λιγότερο επικίνδυνων για τους πεζούς και τους ποδηλάτες αποτελεί προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

1.3.

Πράγματι, από τα στατιστικά στοιχεία των τροχαίων ατυχημάτων προκύπτει ότι σημαντικό ποσοστό τραυματισμών αφορά πεζούς και ποδηλάτες οι οποίοι τραυματίζονται ως αποτέλεσμα της επαφής τους με κινούμενο όχημα, ειδικά δε με τις πρόσθιες δομές των επιβατικών αυτοκινήτων. Οι πιο πρόσφατες αναλύσεις της CARE (1) δίνουν τα ακόλουθα στοιχεία για θανάτους που αφορούν τις πλέον ευάλωτες κατηγορίες: πεζοί 4 571· ποδηλάτες 1 444. Δυστυχώς τα στοιχεία αυτά δεν δίνουν πληροφορίες για τη δυναμική των συγκρούσεων.

1.3.1.

Είναι πράγματι σκόπιμο να υπενθυμιστεί ότι σε αυτού του είδους τις συγκρούσεις οι τραυματισμοί οφείλονται σε δύο αιτίες: οι τραυματισμοί από την «πρώτη» σύγκρουση του πεζού ή του ποδηλάτη στο πρόσθιο τμήμα του οχήματος και οι τραυματισμοί από τη «δεύτερη» σύγκρουση του πεζού με το οδόστρωμα. Σε κάθε περίπτωση επισημαίνεται ότι δεν υπάρχουν ελπίδες προστασίας του πεζού εάν η πρώτη σύγκρουση γίνεται με ταχύτητα άνω των 40 km/h. Αντιθέτως είναι δυνατή η μείωση των συνεπειών της πρώτης σύγκρουσης σε μικρότερη ταχύτητα, και κατά συνέπεια στην έντονη κυκλοφορία των πόλεων όπου συμβαίνουν περίπου τα μισά από τα ατυχήματα.

1.3.2.

Η παρούσα πρόταση τροποποίησης της οδηγίας 70/156/ΕΟΚ (2), δηλαδή η πράξη που αποτελεί τη βάση της έγκρισης τύπου των οχημάτων και των ρυμουλκούμενών τους εφόσον διέπει και εναρμονίζει τις διαδικασίες, οφείλεται στη δέσμευση που ανέλαβαν το 2001 οι ενώσεις κατασκευαστών αυτοκινήτων της Ευρώπης, της Ιαπωνίας και της Κορέας (αντιστοίχως ACEA, JAMA και KAMA) να μην εγκαθιστούν από την 1η Ιανουαρίου 2002 άκαμπτους σωληνοειδείς προφυλακτήρες (που αποκαλούνται επίσης «rigid bull bars», συνήθως από ατσάλι) ως αρχικό εξοπλισμό στα νέα οχήματα ούτε να τους πωλούν ως αξεσουάρ στο εμπορικό τους δίκτυο. Υπενθυμίζεται ωστόσο ότι τα εξαρτήματα αυτά σχεδιάστηκαν αρχικά για παρέχουν μεγαλύτερη ασφάλεια σε αυτοκίνητα που χρησιμοποιούν επαγγελματίες (γεωργοί, δασικοί υπάλληλοι, κ.λπ.) σε ζώνες «εχθρικές» ή/και όπου υπάρχουν ζώα.

1.4.

Εξάλλου η πρόταση κατέστη απαραίτητη για τρεις λόγους:

για να υπάρχει εναρμόνιση των τεχνικών απαιτήσεων, και κατά συνέπεια της έγκρισης τύπου, είτε των οχημάτων που διαθέτουν το σύστημα της μετωπικής προστασίας (προφυλακτήρες) είτε του συστήματος που θεωρείται ως ξεχωριστή «τεχνική μονάδα»,

για να δοθεί συνέχεια στο αίτημα του Συμβουλίου της 26ης Νοεμβρίου του 2001, να απαγορευθεί για όλα τα οχήματα των τύπων M1 και N1 η χρήση άκαμπτων σωληνοειδών προφυλακτήρων,

για να δοθεί συνέχεια στην πρόσκληση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, προς την Επιτροπή να προτείνει νομοθεσία για την απαγόρευση των άκαμπτων σωληνοειδών προφυλακτήρων από την αγορά αξεσουάρ αυτοκινήτων.

1.5.

Η πρόταση αποσκοπεί στη θέσπιση των τεχνικών απαιτήσεων κατασκευής των συστημάτων μετωπικής προστασίας (προφυλακτήρες) για τα οχήματα του τύπου M1 και N1, δηλαδή για τα αυτοκίνητα και τα μέσα μεταφοράς εμπορευμάτων συνολικής επιτρεπόμενης μάζας έως 3,5 τόνους: αποτελεί συνεπώς μία από τις ειδικές οδηγίες που προβλέπονται στο πλαίσιο της διαδικασίας έγκρισης τύπου που καθιερώθηκε με την οδηγία 70/156.

1.6.

Η πρόταση συνάδει επίσης με την οδηγία 2003/102/ΕΚ της 17ης Νοεμβρίου 2003 (3) σχετικά με την προστασία των πεζών και άλλων ανεπαρκώς προστατευόμενων χρηστών των οδών σε περίπτωση σύγκρουσης με μηχανοκίνητο όχημα. Η υποβολή της κατέστη απαραίτητη κυρίως λόγω του γεγονότος ότι στην τελευταία αυτή οδηγία δεν προβλέπονται ειδικές διατάξεις για τα συστήματα μετωπικής προστασίας (σωληνοειδείς προφυλακτήρες, ή «bull bars»).

1.7.

Για την προαναφερθείσα οδηγία 2003/102/ΕΚ η ΕΟΚΕ έχει ήδη εκφράσει τη θέση της με τη γνωμοδότηση της 16ης Ιουλίου 2003 (4). Στη γνωμοδότηση αυτή η ΕΟΚΕ υποστηρίζει και εγκρίνει τη δράση της Επιτροπής για την προστασία των πεζών, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η δράση αυτή πρέπει να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο δράσεων που έχουν αναληφθεί σε κοινοτικό επίπεδο όσον αφορά την οδική ασφάλεια, τονίζοντας την ανάγκη μιας σφαιρικής πολιτικής πρόληψης.

1.8.

Ακόμη και για άλλες νομοθετικές προτάσεις που αφορούν την οδική ασφάλεια (όπως για παράδειγμα η πρόταση που αφορά τις αγκυρώσεις των καθισμάτων και τις αγκυρώσεις των ζωνών ασφαλείας ή η πρόταση που αφορά την επέκταση της υποχρεωτικής εγκατάστασης σε όλα τα οχήματα των συσκευών περιορισμού της ταχύτητας) (5), η ΕΟΚΕ έχει πρόσφατα εκφράσει τη θέση της καθώς και για το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Δράσης για την Οδική Ασφάλεια, επαναλαμβάνοντας πάντα τη σημασία ανάπτυξης από κοινού των τριών παραγόντων που είναι καθοριστικοί για την ασφάλεια: οχήματα, υποδομές και συμπεριφορά των χρηστών.

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1.

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την περαιτέρω αυτή πρωτοβουλία της Επιτροπής που συμβάλλει στο να καταστεί πληρέστερο το πλαίσιο των κανόνων που αποσκοπούν στη βελτίωση της ασφάλειας της κυκλοφορίας συμπληρώνοντας ένα νομοθετικό κενό.

2.2.

Αν και αναγνωρίζει την καταλληλότητα της πρωτοβουλίας, η ΕΟΚΕ είναι ωστόσο υποχρεωμένη να εκφράσει κάποιες ανησυχίες για τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή προετοίμασε την υπό εξέταση πρόταση οδηγίας.

2.2.1.

Στην γνωστή επικινδυνότητα των άκαμπτων συστημάτων μετωπικής προστασίας και στην επακόλουθη δέσμευση των αυτοκινητοβιομηχανιών να μην παράγουν ούτε να διαθέτουν στο εμπόριο παρόμοια συστήματα, η Επιτροπή δίνει μία τεχνική λύση με την έγκριση τύπου. Δεν προσδιορίζει τί είναι άκαμπτο και τί μη άκαμπτο, αλλά υπαγορεύει τεχνικά χαρακτηριστικά και χαρακτηριστικά για την έγκριση τύπου η τήρηση των οποίων καθιστά αφ' εαυτού ασφαλές το σύστημα μετωπικής προστασίας, δηλαδή το μη άκαμπτο.

2.2.2.

Η πρόταση, με τη σημερινή της διατύπωση δημιουργεί απρόσμενες περιπλοκές και πιθανόν άλυτες για τις αυτοκινητοβιομηχανίες, προβλέποντας για τους προφυλακτήρες (bull bars) την επιτυχία δοκιμών διαφορετικών των δοκιμών που προβλέπονται για το όχημα βάσης κατά την πρώτη φάση εφαρμογής της οδηγίας 2003/102/ΕΚ.

2.3.

Δεν πρέπει επίσης να λησμονηθεί το έργο που έχει γίνει έως τώρα για την προστασία των πεζών. Το έργο αυτό επέτρεψε, πρώτα με τη συμφωνία με τις ενώσεις κατασκευαστών αυτοκινήτων και κατόπιν με την προαναφερθείσα οδηγία 2003/102/ΕΚ, να εδραιωθούν ορισμένα σταθερά σημεία που αποτελούν την «τελευταία λέξη» της τεχνικής εξέλιξης για το θέμα αυτό και στα οποία η υπό εξέταση πρόταση θα έπρεπε λογικά να βασιστεί.

2.3.1.

Η οδηγία 2003/102/ΕΚ (παράρτημα I σ. 1) είχε ορίσει τις δοκιμές (δοκιμές σύγκρουσης) για τις «πρόσθιες επιφάνειες» (που περιλαμβάνουν τα συστήματα μετωπικής προστασίας) που πρέπει να πετύχουν τα οχήματα για να λάβουν την έγκριση τύπου. Αντιθέτως στην υπό εξέταση πρόταση, η Επιτροπή προτείνει (άρθρο 4) ειδικές τεχνικές απαιτήσεις για τις δοκιμές πρόσκρουσης στους προφυλακτήρες (bull bars), που δεν συμφωνούν με τα όσα προβλέπονται στην πρώτη φάση της προηγούμενης αλλά πρόσφατης οδηγίας. Η ΕΟΚΕ δεν κατανοεί την αναγκαιότητα αυτής της αναθεώρησης εφόσον:

οι σωληνοειδείς προφυλακτήρες (bull bars) πρέπει να θεωρούνται, για την ασφάλεια του πεζού, όπως και τα άλλα εξαρτήματα του πρόσθιου τμήματος του οχήματος (προφυλακτήρες, καπό, φώτα, κ.λπ.),

οι δοκιμές πρέπει να γίνονται συνδέοντας τους bull bars στο όχημα ή με ομοίωμά του ώστε να είναι βέβαιο ότι κάθε bull bar θα τοποθετηθεί κατόπιν στο όχημα για το οποίο έγινε η δοκιμή (ή θα ενσωματωθεί σε αυτό ή θα προστεθεί εκ των υστέρων σύμφωνα με τις απαιτήσεις συναρμολόγησης). Πράγματι, η ασφάλεια ενός συστήματος μετωπικής προστασίας εξαρτάται από τον τρόπο συναρμολόγησής του στο όχημα και από την απόσταση που υπάρχει μεταξύ του συστήματος αυτού και του αμαξώματος,

για το λόγο αυτό είναι ανάγκη να υιοθετηθούν οι δοκιμές που ήδη ισχύουν και που αφορούν ολόκληρο το πρόσθιο τμήμα του οχήματος: διαφορετικά θα θεωρηθεί ότι η Επιτροπή δεν δίνει συνέχεια σε μία οδηγία που μόλις εγκρίθηκε.

2.4.

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ωστόσο την ανάγκη ευθυγράμμισης των διατάξεων της υπό εξέταση πρότασης με τις διατάξεις της οδηγίας 2003/102/ΕΚ που διευκρινίζονται κατωτέρω.

2.5.

Στην αντίθετη περίπτωση θα επιβεβαιωθεί ο φόβος ότι οι σημερινοί κατασκευαστές των bull bars θα υποχρεωθούν να σταματήσουν τη δραστηριότητά τους επειδή δεν θα είναι σε θέση να αναπτύσσουν άμεσα τις τεχνικές μονάδες για να στεφθούν με επιτυχία οι δοκιμές που προβλέπει η παρούσα οδηγία.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να:

3.1.

Eποπτεύει τα κράτη μέλη προκειμένου να ελέγχεται πάντα η ένωση του συστήματος μετωπικής προστασίας με το όχημα για το οποίο έχει λάβει έγκριση τύπου. Και τούτο για να αποφευχθεί οποιαδήποτε πηγή επικινδυνότητας.

3.2.

Aναθεωρήσει το άρθρο 3.3 της πρότασης — Η ΕΟΚΕ προτείνει η ημερομηνία της 1ης Ιουλίου 2005 να αντικατασταθεί από την ημερομηνία 1η Οκτωβρίου 2005. Είναι πράγματι σκόπιμη, όπως έχει αναφερθεί, η ευθυγράμμιση και η συστοιχία με την οδηγία 2003/102/ΕΚ.

3.3.

Aναθεωρήσει το άρθρο 4.1 και το παράρτημα 1, μέρος 3 της πρότασης (Διατάξεις για τις δοκιμές) — Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι δεν είναι αναγκαίο ούτε σκόπιμο να οριστούν λεπτομερείς τεχνικές και χρονομετρικές διατάξεις διαφορετικές από τις διατάξεις που προβλέπονται για την πρώτη φάση εφαρμογής της οδηγίας 2003/102/ΕΚ. Από τη στιγμή που δεν τίθεται υπό δοκιμή αυτό καθ' εαυτό το σύστημα μετωπικής προστασίας αλλά το πρόσθιο τμήμα του οχήματος (με ενσωματωμένο το εν λόγω σύστημα ή οποιοδήποτε άλλο εξάρτημα) δεν είναι σωστό να προβλέπεται διαφορετική μορφή δοκιμών. Για παράδειγμα, η πρόταση καθιστά δεσμευτική, για την έγκριση τύπου, την επιτυχία της δοκιμής «ομοιώματος άνω μέρους ποδιού προς προφυλακτήρα» που, στην οδηγία 2003/102/ΕΚ, πραγματοποιείται μόνο για τον έλεγχο και συνεπώς για τη συλλογή δεδομένων.

4.   Συμπεράσματα

4.1.

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να υιοθετηθεί τάχιστα η οδηγία αυτή, και να ληφθούν υπόψη οι συστάσεις της που αποσκοπούν στην μέγιστη δυνατή βελτίωση της μετωπικής προστασίας των οχημάτων, που ήδη προβλέπεται και έχει εγκριθεί στην πρόσφατη οδηγία για την προστασία των πεζών.

4.2.

Στην περίπτωση που οι συστάσεις της δεν ληφθούν υπόψη, η ΕΟΚΕ φοβάται την κατάληξη σε μια «απαγορευτικού τύπου» νομοθεσία που θα αναστείλει την παραγωγή των προφυλακτήρων και θα σηματοδοτήσει ενδεχομένως την έναρξη μιας ανεξέλεγκτης αγοράς.

4.3.

Γενικά η ΕΟΚΕ επιθυμεί από την Επιτροπή μία στρατηγική που να καθορίζει με σαφήνεια τις προτεραιότητες των κανονιστικών παρεμβάσεων και να αποφεύγει αντιφάσεις όσον αφορά τους στόχους που πρέπει να επιτευχθούν. Εν προκειμένω υπενθυμίζει ότι για να προσδιοριστούν οι διάφορες επιλογές θα πρέπει πάντα να βασιζόμαστε στις «εκτιμήσεις των συνολικών συνεπειών» των νέων κανόνων, ούτως ώστε να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων παραγόντων, και οι δαπάνες που επιβαρύνουν τους κατασκευαστές και κατά συνέπεια η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

4.4.

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει εξάλλου την ανάγκη αναδιάρθρωσης του συνολικού νομοθετικού πλαισίου για τα μηχανοκίνητα οχήματα, που περιλαμβάνει, για μόνο το σύστημα έγκρισης τύπου των αυτοκινήτων, 170 οδηγίες που καλύπτουν 3 500 σελίδες της Επίσημης Εφημερίδας.

4.5.

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει επίσης την ανάγκη όλες οι λύσεις που αφορούν την ασφάλεια να εξεταστούν προσεκτικά από τεχνική άποψη, μέσω ευρείας διαβούλευσης με την βιομηχανία και όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, με στόχο την εξεύρεση λύσεων περισσότερο προωθημένων και αξιόπιστων αλλά και αποτελεσματικότερων και αποδοτικότερων από οικονομική άποψη.

4.6.

Η ΕΟΚΕ τέλος, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει στο σημείο 1.8, ζητά να δοθεί μεγαλύτερη προσοχή, για την αύξηση της οδικής ασφάλειας, και στην εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση των πεζών και των ποδηλατών.

Βρυξέλλες, 31 Μαρτίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  Τράπεζα κοινοτικών δεδομένων για τα τροχαία ατυχήματα: συλλέγει και επεξεργάζεται τα στοιχεία που παρέχουν τα κράτη μέλη για τα τροχαία ατυχήματα.

(2)  ΕΕ L 42 της 23.2.1970.

(3)  ΕΕ L 321 της 16.12.2003.

(4)  Εισηγητής LEVAUX, ΕΕ C 234 της 30.9.2003.

(5)  ΕΕ C 80 της 30.3.2004.


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112/21


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση των οδηγιών 73/239/ΕΟΚ, 85/611/ΕΟΚ, 91/675/ΕΟΚ, 93/6/ΕΟΚ και 94/19/ΕΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών 2000/12/ΕΚ, 2002/83/ΕΚ, 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, με σκοπό τη θέσπιση νέας οργανωτικής διάρθρωσης των επιτροπών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών

[COM(2003) 659 τελικό — 2003/0263 (COD)]

(2004/C 112/06)

Στις 18 Νοεμβρίου 2003 και σύμφωνα με το άρθρο 95 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 10 Μαρτίου 2004 με βάση εισηγητική έκθεση της κας FUSCO.

Κατά την 407η σύνοδο ολομέλειάς της, της 31ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου 2004 (συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 95 ψήφους υπέρ (2 αποχές) την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1   Κύρια σημεία της πρότασης της Επιτροπής

1.1.   Πλαίσιο και στόχοι

1.1.1.

To 1999 η Επιτροπή υιοθέτησε ένα πρόγραμμα δράσης για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (1) το οποίο προσδιόριζε μια σειρά μέτρων που είναι αναγκαία για την οικοδόμηση μιας ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβόνας τον Μάρτιο του 2000 ζήτησε να υλοποιηθεί πλήρως αυτό το πρόγραμμα δράσης έως το 2005.

1.1.2.

Στις 17 Ιουλίου 2000, το Συμβούλιο συνέστησε μια Επιτροπή Σοφών για τη ρύθμιση των ευρωπαϊκών αγορών κινητών αξιών, η οποία, στην τελική της έκθεση που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2001, συνέστησε τη δημιουργία ενός ρυθμιστικού πλαισίου τεσσάρων επιπέδων για αυτές τις αγορές, προκειμένου να αυξηθεί η ευελιξία, η αποτελεσματικότητα και η διαφάνεια της κοινοτικής νομοθεσίας.

1.1.3.

Ως αποτέλεσμα αυτού, η Επιτροπή υιοθέτησε τις αποφάσεις 2001/527/ΕΚ (2) και 2001/528/ΕΚ (3), με τις οποίες συστάθηκαν, αντίστοιχα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ρυθμιστικών Αρχών Αγορών Κινητών Αξιών (ΕΕΡΑΑΚΑ) και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κινητών Αξιών (ΕΕΚΑ).

1.1.4.

Στις 3 Δεκεμβρίου 2002, το Συμβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να λάβει μέτρα και για τους άλλους τομείς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών με βάση την τελική έκθεση της Επιτροπής Σοφών.

1.1.5.

Έτσι, η παρούσα πρόταση προσαρμόζει τις διαδικασίες επιτροπολογίας των προαναφερόμενων αποφάσεων στους τομείς των τραπεζών, των ασφαλίσεων και επαγγελματικών συντάξεων και των επιχειρήσεων επενδύσεων.

1.2.   Κύρια στοιχεία

1.2.1.

Θεσπίζεται ένα νέο σύστημα επιτροπολογίας, το οποίο περιλαμβάνει τόσο τη δημιουργία νέων επιτροπών όσο και την κατάργηση άλλων υφιστάμενων, διαμορφώνοντας έτσι μια νέα αρχιτεκτονική ρύθμισης των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

1.2.2.

Έτσι, σε σχέση με το πεδίο λειτουργίας των πιστωτικών ιδρυμάτων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών, που συστάθηκε με ανασταλτική απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της 5ης Νοεμβρίου 2003 (4), θα αναλάβει τα περισσότερα από τα καθήκοντα της Συμβουλευτικής Επιτροπής Τραπεζών, η οποία θα πάψει να υπάρχει (5). Δηλαδή, θα επιτελεί κατά βάση συμβουλευτικά καθήκοντα, κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, για τις νομοθετικές πράξεις που υιοθετούνται με συναπόφαση του Συμβουλίου και του Κοινοβουλίου, αλλά και καθαρά ρυθμιστικά καθήκοντα επιτροπολογίας.

1.2.3.

Η Επιτροπή Ευρωπαϊκών Αρχών Τραπεζικής Εποπτείας, εξάλλου, που συστάθηκε με απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 5ης Νοεμβρίου 2003 (6), θα ενισχύσει τη συνεργασία σε θέματα εποπτείας και θα προωθήσει τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών των κρατών μελών και τη συνεκτική εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας. Θα συμβουλεύει επίσης την Επιτροπή, κατόπιν αιτήσεώς της, σε θέματα νομοθετικής πολιτικής στον τραπεζικό τομέα.

1.2.4.

Στο πεδίο των ασφαλίσεων και των επαγγελματικών συντάξεων, η Επιτροπή Ασφαλιστικών Θεμάτων, που είχε συσταθεί με την οδηγία 91/675/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1991 (7), μετατρέπεται σε Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (8), η οποία επιτελεί κυρίως καθήκοντα νομοθετικής διαβούλευσης κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής και ρυθμιστικά καθήκοντα επιτροπολογίας.

1.2.5.

Θεσπίζεται επίσης Επιτροπή Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (9), η οποία προάγει τη σύγκλιση των εποπτικών πρακτικών των αρμόδιων εθνικών αρχών, προωθεί την ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών επί συγκεκριμένων εποπτευόμενων ιδρυμάτων και παρέχει τεχνικές συμβουλές στην Επιτροπή, ιδίως σε σχέση με τα σχέδια εκτελεστικών μέτρων που προτίθεται να προτείνει.

1.2.6.

Τέλος, στο πεδίο των αγορών κινητών αξιών και προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομοιομορφία με τις διατάξεις άλλης σχετικής νομοθεσίας, στην οδηγία 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2003 (10), οι αρμοδιότητες της Επιτροπής Επικοινωνίας για τους ΟΣΕΚΑ (11) μεταβιβάζονται στη μεν Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κινητών Αξιών (12) όσον αφορά τα καθήκοντα επιτροπολογίας και τα συμβουλευτικά καθήκοντα που ζητά η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά την επεξεργασία νομοθετικών πράξεων, στη δε Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ρυθμιστικών Αρχών Αγορών Κινητών Αξιών (13) όσον αφορά τα συμβουλευτικά καθήκοντα που σχετίζονται με την κατάρτιση σχεδίων εκτελεστικών μέτρων της Επιτροπής στον συγκεκριμένο τομέα και την προαγωγή της στενής συνεργασίας και της σύνδεσης μεταξύ των ρυθμιστικών αρχών των αγορών κινητών αξιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1.

Η επιτακτική ανάγκη ταχείας και αποτελεσματικής αντίδρασης στις τεχνολογικές αλλαγές και στην εξέλιξη των αγορών χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, επιβάλλει τη μεταρρύθμιση των νομοθετικών διατάξεων και των διαδικασιών «επιτροπολογίας» της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διέπουν σήμερα αυτόν τον τομέα.

2.2.

Κατά συνέπεια, η ΕΟΚΕ δέχεται πολύ ευνοϊκά την πρόταση οδηγίας, στόχος της οποίας είναι να εξασφαλίσει τη συνοχή του ευρωπαϊκού νομοθετικού πλαισίου για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, προσαρμόζοντας το σύστημα λήψης αποφάσεων σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας, της αναλογικότητας και της επάρκειας των μέσων.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

3.1.

Η πρόταση οδηγίας διευρύνει τη διάρθρωση και τα καθήκοντα των συμβουλευτικών και ρυθμιστικών επιτροπών που υπάρχουν ήδη στους τομείς των αγορών κινητών αξιών, των τραπεζικών δραστηριοτήτων, των ασφαλίσεων και των επαγγελματικών συντάξεων και των δραστηριοτήτων των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες.

3.2.

Από τους στόχους και το περιεχόμενο της πρότασης, όπως εκτέθηκαν ανωτέρω, μπορούν να συναχθούν τέσσερα κύρια στοιχεία: πρώτον, η σύσταση και η σύνθεση νέων επιτροπών· δεύτερον, η διαφορετική συμβουλευτική λειτουργία που τους ανατίθεται· τρίτον, οι ρυθμιστικές λειτουργίες ή λειτουργίες «επιτροπολογίας» που ανατίθενται σε ορισμένες από τις νέες επιτροπές· και τέταρτον, οι λειτουργίες εποπτείας και ελέγχου της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας για αυτόν τον τομέα.

3.3.

Η σύσταση τεσσάρων νέων επιτροπών (της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Τραπεζών, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Εποπτικών Αρχών Τραπεζών, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), οι οποίες θα αντικαταστήσουν τις τρεις επιτροπές που υπάρχουν σήμερα (τη Συμβουλευτική Επιτροπή Τραπεζών, την Επιτροπή Ασφαλιστικών Θεμάτων και την Επιτροπή Επικοινωνίας για τους ΟΣΕΚΑ), αποτρέπει, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, τον κίνδυνο πολυπλοκότητας και επικάλυψης αρμοδιοτήτων που θα υπήρχε σε περίπτωση συνύπαρξης των νέων επιτροπών με τις ήδη υφιστάμενες.

3.4.

Παρόλα αυτά, από ποσοτική και μόνο άποψη, υπάρχει διπλασιασμός του αριθμού των επιτροπών σε σχέση με τις υφιστάμενες, ο οποίος οδηγεί στη δημιουργία ενός καταλόγου επιτροπών, που αυξάνεται ακόμη περισσότερο με την προσθήκη της Επιτροπής Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών, η οποία συστάθηκε λίγους μήνες πριν από τις προαναφερόμενες επιτροπές και της οποίας τα καθήκοντα μοιάζουν να επικαλύπτονται εκ προοιμίου με τα δικά τους (14). Όσο και αν αυτό δικαιολογείται για τους τεχνικούς νομοθετικούς λόγους που έχουν ήδη επισημανθεί, κατ' αρχήν δεν συμβιβάζεται πολύ καλά με τις απαιτήσεις διαφάνειας και απλοποίησης που επιβάλλουν τη δραστική μείωση του γαλαξία των επιτροπών που υπάρχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση (15).

3.5.

Από την άλλη πλευρά, όσον αφορά τη σύνθεση των τεσσάρων νέων επιτροπών, πρέπει να καταγραφεί θετικά η σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Τραπεζών με ένα μόνο υψηλόβαθμο εκπρόσωπο από κάθε κράτος μέλος αντί των τριών το πολύ μελών που μπορούν να έχουν σήμερα οι εθνικές αντιπροσωπείες στη Συμβουλευτική Επιτροπή Τραπεζών, όπως και το γεγονός ότι η νέα επιτροπή προεδρεύεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ενώ η σημερινή προεδρεύεται από τον εκπρόσωπο ενός κράτους μέλους. Αν και σε καμία διάταξη της πρότασης οδηγίας δεν γίνεται αναφορά στην πτυχή αυτή, τούτο συνάγεται από την ανάγνωση της αιτιολογικής της έκθεσης.

3.6.

Ωστόσο, δεν προβλέπεται συμμετοχή εκπροσώπων των αγορών κινητών αξιών στις επιτροπές που ασχολούνται με τη ρύθμισή τους. Δεδομένου ότι όλα τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια είναι ιδιωτικοί φορείς που λειτουργούν υπό την εποπτεία δημόσιων ρυθμιστικών αρχών, θα έπρεπε να προβλεφθεί η συμμετοχή κάποιου εθνικού εκπροσώπου των αγορών κινητών αξιών ως παρατηρητή.

3.7.

Σε σχέση με τα συμβουλευτικά καθήκοντα των νέων επιτροπών, η πρόταση προβλέπει ανακατανομή και ταυτόχρονα επιμερισμό αυτών των καθηκόντων, όπως επιτελούνται σήμερα από τις υφιστάμενες επιτροπές στους τομείς των τραπεζών, των ασφαλίσεων και των συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες.

3.8.

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα (σημείο 1.2), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κινητών Αξιών συγκεντρώνουν τα πιο σημαντικά συμβουλευτικά καθήκοντα για την επεξεργασία και την εφαρμογή της νομοθεσίας σε αυτό το πεδίο.

3.9.

Δηλαδή, από τα τέσσερα επίπεδα που συναρθρώνουν το σημερινό κοινοτικό σύστημα λήψης αποφάσεων στον τομέα των κινητών αξιών, οι επιτροπές αυτές επιτελούν τα συμβουλευτικά καθήκοντα του επιπέδου 1.

3.10.

Όσο για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Εποπτικών Αρχών Τραπεζών, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Εποπτικών Αρχών Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ρυθμιστικών Αρχών των Αγορών Κινητών Αξιών, αυτές αναλαμβάνουν τα συμβουλευτικά καθήκοντα που επιδιώκουν τη συνεκτική και ακριβή εφαρμογή όλης της σχετικής νομοθεσίας — συμπεριλαμβανομένων των τεχνικών εκτελεστικών μέτρων — και την τελειοποίηση του συστήματος συνεργασίας των εποπτικών αρχών των κρατών μελών. Δηλαδή, επιτελούν τα συμβουλευτικά καθήκοντα του επιπέδου 3 του προαναφερθέντος συστήματος λήψης αποφάσεων.

3.11.

Δεν δημιουργούνται, συνεπώς, νέα συμβουλευτικά καθήκοντα σε σχέση με τα υφιστάμενα. Ανεξάρτητα από τα μελλοντικά αποτελέσματα της θέσης σε ισχύ του νέου συμβουλευτικού συστήματος, η εκ των προτέρων αξιολόγησή του μπορεί να είναι θετική, εφόσον εξασφαλίζει καλύτερη τεχνική ποιότητα της εν λόγω νομοθεσίας και στο μέτρο που ο διπλασιασμός των επιτροπών δεν υπονομεύει την ευελιξία και τη διαφάνεια των συμβουλευτικών διαδικασιών που ορθώς ζητά η Επιτροπή.

3.12.

Κατά τρίτον, οι ρυθμιστικές λειτουργίες ή λειτουργίες «επιτροπολογίας» θα επιτελούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κινητών Αξιών κατ' αποκλειστικότητα και από την καθεμία στον τομέα αρμοδιότητάς της. Ούτε εδώ δημιουργούνται νέες διαδικασίες επιτροπολογίας, ούτε ανατίθενται νέα καθήκοντα σε σχέση με αυτά που επιτελούν οι υφιστάμενες επιτροπές.

3.13.

Αξίζει, ωστόσο, να διατυπωθούν ορισμένες ειδικές παρατηρήσεις, δεδομένου ότι μέχρι σήμερα η «επιτροπολογία» στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών είναι σχεδόν άγνωστη (16). Από τη μία πλευρά, όσον αφορά τη διαδικασία που ακολουθείται για τη λήψη αποφάσεων, η «επιτροπολογία» στον χρηματοπιστωτικό τομέα διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 5 της απόφασης 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 (17), δηλαδή από τη διαδικασία της κανονιστικής επιτροπής. Ως γνωστόν, η διαδικασία αυτή θεσπίζει δικαίωμα αναθεώρησης αποκλειστικά από το Συμβούλιο (18) και δικαίωμα ελέγχου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (19), το οποίο προσεγγίζει, αλλά δεν εξισώνει το ειδικό βάρος των δύο οργάνων σε περίπτωση υπονόμευσης των προνομίων τους σε μια κανονιστική διαδικασία με βάση κοινοτική νομοθετική πράξη εκδιδόμενη με συναπόφαση (20).

3.14.

Αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί με κάποιες επιφυλάξεις σε σχέση με την πρόταση που εξετάζουμε, αφού στην πράξη το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του της 5ης Φεβρουαρίου 2002 σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας στο πλαίσιο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών (21), δέχτηκε την προσέγγιση του ρυθμιστικού πλαισίου των τεσσάρων επιπέδων που συνέστησε η Επιτροπή Σοφών στην προαναφερθείσα έκθεσή της, υπό τον όρο ότι θα έχει ισοδύναμη μεταχείριση στο επίπεδο 2 (διαδικασίες επιτροπολογίας) με εκείνη που εξασφαλίζεται στο Συμβούλιο σύμφωνα με το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της Στοκχόλμης (22). Η ΕΟΚΕ καλεί τα αρμόδια όργανα να επιλύσουν επειγόντως αυτή τη σύγκρουση με τον έλεγχο των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων.

3.15.

Αφετέρου, και προεκτείνοντας τη συλλογιστική της προηγούμενης παρατήρησης, η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή σε κάποια αντίφαση της εξεταζόμενης πρότασης με το σημερινό ιστορικό πλαίσιο, με την έννοια ότι συμβιβάζεται δύσκολα με ορισμένες διατάξεις που προβλέπονται στην πρόταση τροποποίησης των συνθηκών περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία τελεί επί του παρόντος υπό διαπραγμάτευση. Συγκεκριμένα, το άρθρο Ι-35 του σχεδίου συνθήκης για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης (23) συνεπάγεται αναθεώρηση της διαδικασίας της κανονιστικής επιτροπής, δεδομένου ότι παρέχει επί ίσοις όροις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο των Υπουργών το δικαίωμα να μην χορηγήσουν κανονιστική νομοθετική εξουσιοδότηση στην Επιτροπή.

3.16.

Το παράρτημα 8 του εγγράφου της Υπουργικής Διάσκεψης της Νάπολης για τη Διακυβερνητική Διάσκεψη 2003 (24), εξάλλου, προτείνει μια τροποποίηση της παραγράφου 6 του άρθρου III-77 του προαναφερθέντος σχεδίου συνθήκης, η οποία έρχεται σε διπλή σύγκρουση με την πρόταση που εξετάζουμε. Πρώτον, επειδή, προβλέποντας τη δυνατότητα να ανατίθεται στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, με ευρωπαϊκό νόμο του Συμβουλίου, η αρμοδιότητα της προληπτικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλων χρηματοπιστωτικών οργανισμών, πλην των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, περιορίζει τις συμβουλευτικές αρμοδιότητες και τις αρμοδιότητες επιτροπολογίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Τραπεζών και τις συμβουλευτικές αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Εποπτικών Αρχών Τραπεζών (25).

3.17.

Δεύτερον, επειδή θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια νέα σύγκρουση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καθώς προβλέπεται ότι το Συμβούλιο θα αποφασίζει για αυτή την εκχώρηση αρμοδιοτήτων ομόφωνα μετά από διαβούλευση με το Κοινοβούλιο, ενώ το ισχύον άρθρο 105 παράγραφος 6 της συνθήκης ΕΚ προβλέπει αυτή τη δυνατότητα με τη σύμφωνη γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Αν και στις προτάσεις της Επιτροπής δεν πρέπει να γίνεται αναφορά σε κανονιστικά σχέδια που δεν έχουν δεσμευτική ισχύ, οι παραπάνω παρατηρήσεις προκύπτουν από το υποχρεωτικό διερευνητικό έργο που πρέπει να επιτελέσει η ΕΟΚΕ κατά την άσκηση των συμβουλευτικών της αρμοδιοτήτων.

3.18.

Τέλος, οι αρμοδιότητες εποπτείας και ελέγχου της εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας σ' αυτόν τον τομέα θα επιτρέψουν στις επιτροπές να ενισχύσουν τον υφιστάμενο μηχανισμό με τον οποίο η Επιτροπή εντοπίζει τα εμπόδια και αναπτύσσει τα κατάλληλα μέσα για την εξάλειψή τους από τις έννομες τάξεις των κρατών μελών (26).

Βρυξέλλες, 31 Μαρτίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  COM(1999) 232 τελικό.

(2)  ΕΕ L 191 της 13.7.2001.

(3)  ΕΕ L 191 της 13.7.2001.

(4)  Απόφαση 2004/10/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Νοεμβρίου 2003, ΕΕ L 3 της 7.1.2004. Όσον αφορά τη σύνθεσή της, προεδρεύεται από αντιπρόσωπο της Επιτροπής και κάθε κράτος μέλος μετέχει με έναν αντιπρόσωπο υψηλού επιπέδου. Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Εποπτικών Αρχών Τραπεζών και ένας εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας συμμετέχουν ως παρατηρητές.

(5)  Άρθρα 57-59 της οδηγίας 2000/12/EΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, ΕΕ L 126 της 26.5.2000.

(6)  Απόφαση 2004/5/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Νοεμβρίου 2003, ΕΕ L 3 της 7.1.2004. Η επιτροπή αυτή απαρτίζεται από υψηλόβαθμους εκπροσώπους των εθνικών δημόσιων αρχών που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, εκπροσώπους των εθνικών κεντρικών τραπεζών, έναν εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και έναν εκπρόσωπο της Επιτροπής. Εκλέγει τον πρόεδρό της μεταξύ των εκπροσώπων των εθνικών εποπτικών αρχών.

(7)  ΕΕ L 374 της 31.12.1991.

(8)  Απόφαση 2004/9/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Νοεμβρίου 2003, ΕΕ L 3 της 7.1.2004. Η επιτροπή αυτή απαρτίζεται από υψηλόβαθμους αντιπροσώπους των κρατών μελών και προεδρεύεται από αντιπρόσωπο της Επιτροπής.

(9)  Απόφαση 2004/6/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Νοεμβρίου 2003, ΕΕ L 3 της 7.1.2004. Η επιτροπή αυτή απαρτίζεται από υψηλόβαθμους εκπροσώπους των εθνικών δημόσιων αρχών που είναι αρμόδιες για την εποπτεία στους τομείς της ασφάλισης, της αντασφάλισης και των επαγγελματικών συντάξεων. Η Επιτροπή συμμετέχει με υψηλόβαθμο εκπρόσωπό της, αλλά η προεδρία ασκείται από εκπρόσωπο των κρατών μελών.

(10)  ΕΕ L 96 της 12.4.2003.

(11)  Που συστάθηκε με την οδηγία 85/611/EΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, ΕΕ L 375 της 31.12.1985. Η επιτροπή αυτή επιτελούσε αρχικά συμβουλευτικό ρόλο για να επικουρεί την Επιτροπή στην εφαρμογή της οδηγίας, να ενθαρρύνει τις διαβουλεύσεις μεταξύ των κρατών μελών και να συμβουλεύει την Επιτροπή σχετικά με τις τροποποιήσεις που θα έπρεπε να γίνουν στην οδηγία, ενώ σε περίπτωση τεχνικών προσαρμογών λειτουργούσε ως επιτροπή «επιτροπολογίας». Η οδηγία 2001/108/ΕΚ (ΕΕ L 41 της 13.2.2002) ενίσχυσε τις λειτουργίες επιτροπολογίας της όσον αφορά την τεχνική ρύθμιση των επενδύσεων των Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ).

(12)  Που συστάθηκε με την οδηγία 2001/528/EΚ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΕ L 191 της 13.7.2001), όπως τροποποιήθηκε με την ανασταλτική απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 5ης Νοεμβρίου 2003 (ΕΕ L 3 της 7.1.2004

(13)  Που συστάθηκε με την οδηγία 2001/527/EΚ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (ΕΕ L 191 της 13.7.2001), όπως τροποποιήθηκε με την ανασταλτική απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 5ης Νοεμβρίου 2003 (ΕΕ L 3 της 7.1.2004).

(14)  Βλέπε το σημείο 2 της απόφασης του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 2003, ΕΕ L 67 της 12.3.2003.

(15)  Βλέπε την απάντηση της Επιτρόπου κ. SCHREYER εξ ονόματος της Επιτροπής στη γραπτή ερώτηση E-1070/01 του κ. FERBER (ΕΕ L 318 E της 13.11.2001)· επίσης, την έκθεση Poos για τη μεταρρύθμιση του Συμβουλίου, A5-0308/2001 τελικό, που εγκρίθηκε με ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2001 και, ιδιαίτερα, την αιτιολογική σκέψη M και το σημείo 13 του εν λόγω ψηφίσματος.

(16)  Έτσι, από τότε που της ανατέθηκαν καθήκοντα «επιτροπολογίας», το 1989 (με το άρθρο 9 της οδηγίας 89/647/EΟΚ του Συμβουλίου, σχετικά με τον συντελεστή φερεγγυότητας), η Συμβουλευτική Επιτροπή Τραπεζών ενήργησε με την ιδιότητα αυτή μόνο σε 4 περιπτώσεις, ενώ η Επιτροπή Ασφαλιστικών Θεμάτων και η Επιτροπή Επικοινωνίας για τους ΟΣΕΚΑ δεν έχουν ακόμη ασκήσει αυτές τις αρμοδιότητες.

(17)  ΕΕ L 184 της 17.7.1999.

(18)  Μέχρι σήμερα, λιγότερο από το 0,25 % του συνολικού αριθμού των πράξεων που ακολούθησαν αυτή τη διαδικασία παραπέμφθηκαν από την Επιτροπή στο Συμβούλιο (βλέπε σημείο 1.4 της έκθεσης COM(2003) 530 τελικό, ΕΕ C 223 E της 19.9.2003).

(19)  Μέχρι σήμερα, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν έχει ασκήσει ποτέ αυτό το προνόμιο (βλέπε έκθεση COM(2003) 530 τελικό, όπ. προηγ.)

(20)  Αναχρονισμός που προβλέπεται να διευθετηθεί μέσω μιας διαδικασίας κοινού ελέγχου από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, όπως θεσπίζει η πρόταση COM(2002) 719 τελικό της 11ης Δεκεμβρίου 2002. Σχετικά με το πεδίο εφαρμογής αυτής της πρότασης, βλέπε MOREIRO GONZÁLEZ, C.J.: «Änderungen des normativen Rahmens der Komitologie», ZEuS, 4, 2003, σσ. 561-588, στη σ. 584 κ.ε.

(21)  Ψήφισμα A5-0011/2002.

(22)  Επίσης, στο ψήφισμά του B5-0578/2002, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αμφισβήτησε την ανάγκη επείγουσας αναδιάρθρωσης της αρχιτεκτονικής των επιτροπών στον χρηματοπιστωτικό τομέα, διευκρινίζοντας ότι, για να δώσει τη συγκατάθεσή του για την πρόταση, πρέπει να υπάρξει σαφής δέσμευση του Συμβουλίου ότι θα αναθεωρήσει τον νομοθετικό αναχρονισμό σε σχέση με τον έλεγχο της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων της Επιτροπής.

(23)  Βρυξέλλες, 18 Ιουλίου 2003, CONV 850/03.

(24)  Βρυξέλλες, 25 Νοεμβρίου 2003, CIG 52/03 ADD1, σ. 12.

(25)  Παρότι υπάρχει σχετικά ως επί το πλείστον ευνοϊκή διοικητική και θεωρητική τοποθέτηση στα κράτη μέλη (βλ. DASSESSE, M. G ISAAC, D.: «Financial services in the Era of the Euro and E-Commerce: Does home country control work?» — General Report, στο F.I.D.E., XX Congress, BIICL, Λονδίνο, 2003, σσ. 433-446, ιδίως σημεία 38-56), το Συμβούλιο ECOFIN στη συνεδρίασή του στο Οβιέδο στις 12-13.4.2002 εξέφρασε τις επιφυλάξεις του έναντι αυτού του ενδεχομένου, ιδίως εξαιτίας της έκδηλης αντίθεσης της γερμανικής και της βρετανικής αντιπροσωπείας.

(26)  Βλέπε τη 18η και τη 19η έκθεση για τον έλεγχο της εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου, COM(2001) 309 τελικό και COM(2002) 324 τελικό, αντιστοίχως.


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112/25


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί θεσπίσεως ενός πλαισίου για τον καθορισμό απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού για τα προϊόντα που καταναλώνουν ενέργεια και περί τροποποιήσεως της οδηγίας 92/42/ΕΟΚ

[COM(2003) 453 τελικό — 2003/0126 (COD)]

(2004/C 112/07)

Στις 5 Σεπτεμβρίου 2003, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε, να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, κατήρτισε τη γνωμοδότησή του στις 2 Μαρτίου 2004 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. PEZZINI.

Κατά την 407η σύνοδο ολομέλειάς της, της συνεδρίασής της 31ης Μαρτίου 2004, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε ομόφωνα την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Εισαγωγή

1.1.

Με τον όρο «οικολογικός σχεδιασμός» νοείται η συστηματική ενσωμάτωση περιβαλλοντικών πτυχών κατά την παραγωγή των προϊόντων με σκοπό τη μείωση των ενδεχόμενων αρνητικών συνεπειών στο περιβάλλον καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Στόχος είναι η ανάπτυξη ενός συνεκτικού πλαισίου που να επιτρέπει αυτού του είδους το σχεδιασμό των προϊόντων, διατηρώντας παράλληλα ανταγωνιστικά πρότυπα τιμής, απόδοσης και ποιότητας ούτως ώστε να βελτιωθεί η βιωσιμότητά τους και η ανταγωνιστικότητά τους στην ευρωπαϊκή εσωτερική αγορά αλλά και στην παγκόσμια αγορά.

1.2.

Η ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών πτυχών στα χαρακτηριστικά των προϊόντων από το σχεδιασμό τους ευθυγραμμίζεται, αφενός, με την ανάπτυξη της κοινοτικής ολοκληρωμένης πολιτικής προϊόντων (ΟΠΠ) —ιδιαίτερα για την ενσωμάτωση της έννοιας «κύκλος ζωής»— για την οποία η ΕΟΚΕ εξέφρασε τη γνώμη της (1) σε σχέση επίσης με το 6ο πρόγραμμα δράσης (2) για το περιβάλλον και, αφετέρου, με τις τρεις διαστάσεις —οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική— της αειφορίας των προϊόντων που καταναλώνουν ενέργεια οι οποίες προβλήθηκαν στα Ευρωπαϊκά Συμβούλια του Καρντίφ και του Ελσίνκι.

1.3.

Στο νέο πλαίσιο θα πρέπει να εξεταστούν, με στόχο την τεχνική κανονιστική εναρμόνιση (3), τη νέα προσέγγιση και την προληπτική ενημέρωση (4), οι υφιστάμενες οδηγίες σχετικά με τις ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης για τους διάφορους τύπους προϊόντων.

1.4.   Μεταξύ των οδηγιών αυτών —την ύπαρξη των οποίων άλλωστε υπογραμμίζει η Επιτροπή— συγκαταλέγονται οι κοινοτικές διατάξεις για λέβητες ζεστού ύδατος που τροφοδοτούνται με υγρά καύσιμα ή αέρια (5)· οι διατάξεις για ψυγεία και καταψύκτες οικιακής χρήσεως (6)· οι διατάξεις για την ηχορύπανση και τη σήμανση της κατανάλωσης ενέργειας των οικιακών συσκευών (7)· οι διατάξεις για τον εξοπλισμό γραφείου (8)· οι διατάξεις για τις συσκευές τροφοδότησης λαμπτήρων φθορισμού (9) και συσκευών αερίου (10). Δεν αγνοείται επίσης η οδηγία σχετικά με την ενεργειακή απόδοση στον οικοδομικό τομέα (11).

1.4.1.

Η πιθανότητα οι οδηγίες αυτές «να θεωρηθούν ως μέτρα εφαρμογής της παρούσας οδηγίας-πλαισίου όσον αφορά την κατανάλωση ενέργειας κατά τη χρήση των προϊόντων» εξετάζεται σαφώς από την Επιτροπή όταν διατείνεται ότι «με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται, επομένως, ενοποίηση και απλούστευση της κοινοτικής νομοθεσίας».

1.5.

Στα πλαίσια της «θεώρησης ολόκληρης της διάρκειας ζωής των προϊόντων που καταναλώνουν ενέργεια», πέραν του ότι διέπονται από τους κανόνες διαχείρισης των αποβλήτων (RAEE) (12) και τους κανόνες για τη χρήση επικίνδυνων ουσιών (13), θα υπόκεινται σε περαιτέρω ελέγχους και απαιτήσεις, εφόσον η πρόταση της Επιτροπής «θα προωθήσει ακόμη περισσότερο το σχεδιασμό των προϊόντων προκειμένου να διευκολυνθεί η επαναχρησιμοποίηση και η ανακύκλωσή τους, με τη συστηματική ένταξη αυτών των πτυχών στα πρώιμα στάδια της διαδικασίας σχεδιασμού». Εξάλλου, από τη στιγμή που οι μερικές ή πλήρεις περιβαλλοντικές επιδόσεις του σχεδιασμού ενός προϊόντος θα υπαχθούν στις ελάχιστες υποχρεωτικές απαιτήσεις «θα υπάρχει η δυνατότητα να παρακολουθείται η κατανάλωση ενέργειας καθ' όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής του προϊόντος και όχι μόνο κατά τη φάση της χρήσης του, όπως συμβαίνει σήμερα».

1.6.

Μπορεί, επίσης, να σημειωθεί κατόπιν αλληλεπίδραση των κανόνων που αφορούν τα προϊόντα που καταναλώνουν ενέργεια με συμπληρωματικά μέτρα όπως η εθελοντική σήμανση που προβλέπει το κοινοτικό σύστημα οικολογικής σήμανσης (14), η πρόληψη και η μείωση της ρύπανσης (IPPC) (15) και οι κανόνες για την εθελοντική προσχώρηση στο κοινοτικό σύστημα οικολογικής διαχείρισης και οικολογικού ελέγχου (EMAS) (16), όπως και οι κανόνες για την σήμανση κατανάλωσης ενέργειας των ηλεκτρικών συσκευών που επιβραβεύουν τον καταναλωτή, μέσω της ευαισθητοποίησής του για ασφαλέστερη και πιο περιορισμένη κατανάλωση.

1.7.

Εξάλλου, κατά τη γνώμη της ΕΟΚΕ, η πρόταση ενός «πλαισίου» απλοποίησης και ενοποίησης της κοινοτικής νομοθεσίας, θα πρέπει να διασφαλίζει αφενός, την ανάπτυξη μιας βιώσιμης και ανταγωνιστικής σε παγκόσμιο επίπεδο Ευρώπης και, αφετέρου, τις αρχές της κοινωνικής ευθύνης της επιχείρησης και της ελεύθερης και συνειδητής επιλογής του πολίτη-καταναλωτή.

2.   Η πρόταση της Επιτροπής

2.1.

Στόχος της πρότασης της Επιτροπής είναι ο καθορισμός ενός συνεκτικού πλαισίου για την ενσωμάτωση των οικολογικών χαρακτηριστικών κατά το σχεδιασμό και την ανάπτυξη προϊόντων που καταναλώνουν ενέργεια στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς (17). Η πρόταση επιδιώκει την εφαρμογής μιας οδηγίας πλαισίου που —παρέχοντας το σωστό πλαίσιο για την ταχεία αντιμετώπιση των αναδυομένων περιβαλλοντικών ζητημάτων— να καθιστά δυνατή την συνεκτική και πλήρη εξέταση των απαιτήσεων οικολογικού σχεδιασμού με σκοπό:

να διασφαλιστεί η ελεύθερη κυκλοφορία των προϊόντων που καταναλώνουν ενέργεια μέσα στην ΕΕ,

να βελτιωθούν οι εν γένει περιβαλλοντικές επιδόσεις των εν λόγω προϊόντων,

να υποστηριχθεί η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού,

να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της ΕΕ,

να διαφυλαχθούν τα συμφέροντα τόσο της βιομηχανίας όσο και των καταναλωτών.

2.2.

Εξάλλου αυτό το νέο πλαίσιο, κατά την άποψη της Επιτροπής, δεν πρέπει να περιοριστεί στις πτυχές της ενεργειακής απόδοσης αλλά να επεκταθεί σε όλες τις περιβαλλοντικές συνέπειες, ιδίως όσον αφορά τις εκπομπές (στερεών, αερίων, ηχητικών, ηλεκτρομαγνητικών, κλπ.) και να βασίζεται στο άρθρο 95 της ΣΕΚ το οποίο, προβλέπει καλύτερα από άλλα, την εξάλειψη των φραγμών στις συναλλαγές και των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά.

2.3.

Η προτεινόμενη οδηγία-πλαίσιο έχει ευρύτατο πεδίο εφαρμογής εφόσον, κατ' αρχήν, καλύπτει κάθε προϊόν που χρησιμοποιεί ενέργεια για να εκτελέσει τη λειτουργία για την οποία σχεδιάστηκε. Από το πεδίο εφαρμογής της πρότασης αποκλείονται τα μηχανοκίνητα οχήματα, δεδομένου ότι αποτελούν ήδη αντικείμενο πολλών μέτρων τόσο κανονιστικών (για το σχεδιασμό) όσο και εθελοντικών (εθελοντικές συμφωνίες για τις εκπομπές). Ωστόσο, η Επιτροπή, στην οδηγία-πλαίσιο καθορίζει τα κριτήρια επιλογής των προϊόντων που μπορούν να καλυφθούν από μέτρα εφαρμογής.

2.4.

Το πεδίο εφαρμογής καλύπτει επίσης και τα εξαρτήματα των προϊόντων που καταναλώνουν ενέργεια και τα εξαρτήματα που προορίζονται να ενσωματωθούν σε αυτά τα οποία διατίθενται στην αγορά ως μεμονωμένα εξαρτήματα για τελικούς χρήστες, των οποίων οι περιβαλλοντικές επιδόσεις μπορούν να αξιολογηθούν με ανεξάρτητο τρόπο.

2.5.

Η πρόταση συμπληρώνεται από διατάξεις που αφορούν τη δήλωση συμμόρφωσης, τη σήμανση πιστότητας ΕΚ, την αξιολόγηση και τα κριτήρια συμμόρφωσης των προϊόντων, τις διαδικασίες έγκρισης και δημοσίευσης των εναρμονισμένων τεχνικών προτύπων, τους περιορισμούς διάθεσης στην αγορά, την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών καθώς τις ποινές που επιβάλλουν τα τελευταία.

2.6.

Σύμφωνα με την Επιτροπή, η πρόταση οδηγίας πλαισίου, αν και δεν δημιουργεί άμεσα —δηλαδή ελλείψει μέτρων εφαρμογής— καμία νομική υποχρέωση για τους κατασκευαστές, τους εισαγωγείς και τους αντιπροσώπους, θα συμβάλει στην ένταξη της προβληματικής του κύκλου ζωής στο σχεδιασμό των προϊόντων, που είναι μία από τις βασικές αρχές της ολοκληρωμένης πολιτικής προϊόντων (ΟΠΠ) της ΕΕ.

2.7.

Τέλος, η πρόταση ενθαρρύνει τις πρωτοβουλίες και τις εθελοντικές συμφωνίες που είχαν μεγάλη και ευρεία επιτυχία σε διάφορους τομείς που εν δυνάμει αφορά η πρόταση οδηγίας. Πράγματι, σύμφωνα με την πρόταση, όπου λειτουργούν θετικά ήδη οι μηχανισμοί της αγοράς ή οι υφιστάμενες νομοθεσίες δεν θα πρέπει να επιβληθούν και άλλα μέτρα εφαρμογής.

3.   Η κατάσταση σε ευρωπαϊκό και σε διεθνές επίπεδο

3.1.

Υπάρχουν διάφορα εμπόδια στην εφαρμογή του οικολογικού σχεδιασμού, τα οποία αποκαλύφθηκαν σε διεθνές επίπεδο χάρη στις έρευνες που πραγματοποίησαν οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις του κόσμου του καταλόγου «Fortune 500» (18). Από αυτές προκύπτει ότι «το κόστος εκτιμήθηκε σε σημαντικά υψηλότερο επίπεδο από άλλους παράγοντες», πράγμαπου αφήνει να εννοηθεί ότι η μεγαλύτερη ενημέρωση για το περιβάλλον και την προστασία του αποτελεί στοιχείο καθοριστικής σημασίας.

3.2.

Εξάλλου, η ύπαρξη (ή η απουσία) πηγών ενημέρωσης θεωρήθηκε —ακόμη και από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της Αμερικής, της Ιαπωνίας και της Ευρώπης— ως μεγάλης σημασίας παράγοντας, όπως επίσης σημαντικές θεωρήθηκαν επίσης από την πλειοψηφία των ερωτώμενων (79 %) η εκπαίδευση και η κατάρτιση στον τομέα του οικολογικού σχεδιασμού τόσο εντός όσο και εκτός της επιχείρησης με την προώθηση μιας πραγματικής και συγκεκριμένης πολιτιστικής στάσης στον τομέα αυτό.

3.3.

Δεν υπήρξε ωστόσο σαφής αντίληψη των προτύπων του οικολογικού σχεδιασμού: τα λίγα που είναι γνωστά συνέβαλαν να συνδεθεί με το σύστημα περιβαλλοντικής διαχείρισης (Environmental Management System). Εάν από τη μια πλευρά αναφέρθηκε η έλλειψη ειδικευμένου προσωπικού («environmentally literate product designers») και των κατάλληλων δεξιοτήτων, από την άλλη δεν προέκυψαν σημαντικές διαφορές όσον αφορά τις αναλύσεις της προηγούμενης πενταετίας ούτε σημαντικές αλλαγές των δράσεων οικολογικού σχεδιασμού.

3.4.

Στο επίπεδο της διεθνούς τυποποίησης, η σειρά ISO 14000 ορίστηκε ως το πρώτο αποτέλεσμα του Γύρου της Ουρουγουάης και της Διάσκεψης του Ρίο του 1992 για τον περιβαλλοντικό σχεδιασμό σε παγκόσμιο επίπεδο. Εξάλλου, στο επίπεδο της σειράς ISO, οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται ότι προσανατολίζονται περισσότερο, όσον αφορά τον οικολογικό σχεδιασμό, προς την υιοθέτηση κατευθυντήριων γραμμών παρά προς την έγκριση δεσμευτικών κανόνων, στους οποίους εξάλλου έχουν πρόσφατα εναντιωθεί.

3.5.

Όσον αφορά την Ευρώπη, οι κοινοτικές μελέτες (19) που έχουν πραγματοποιηθεί δείχνουν μία ιδιαίτερα διαφοροποιημένη κατάσταση:

από τη μια πλευρά υπάρχει μία ομάδα από τα κράτη μέλη του Βορρά που έχουν ήδη σημαντική εμπειρία σ' ένα ευρύ φάσμα κλάδων,

από την άλλη, μία άλλη ομάδα κυρίως από τα μεσογειακά κράτη μέλη έχουν πολύ πρόσφατα αναπτύξει περιορισμένες δομές υποστήριξης του οικολογικού σχεδιασμού,

έπειτα δε υπάρχει μία τρίτη ομάδα χωρών που έχουν αναπτύξει προγράμματα οικονομικής ενίσχυσης και ενημέρωσης γενικά της βιομηχανίας με την υποστήριξη των κλαδικών οργανώσεων και των ενώσεων περιφερειακής ανάπτυξης,

τέλος, υπάρχουν οι υπό ένταξη χώρες που ήδη χρειάζονται ενισχύσεις για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες που συνεπάγεται η πλήρης τήρηση του κοινοτικού κεκτημένου στο κεφάλαιο «Περιβάλλον» όπως είναι σήμερα.

3.6.

Όσον αφορά τις μικρές και μεσαίες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις (20), προκύπτουν τα ακόλουθα:

ακόμη και στις χώρες που έχουν μεγαλύτερη εμπειρία και καλύτερες πρακτικές, η αναλογία των ΜΜΕ που σχεδιάζουν οικολογικά προϊόντα είναι πολύ μικρή,

οι ΜΜΕ προτίθενται να διακόψουν τη δραστηριότητά τους οικολογικού σχεδιασμού εάν σταματήσουν οι εξωτερικές ενισχύσεις,

οι ΜΜΕ αντιμετωπίζουν υψηλό αριθμό μεμονωμένων πρωτοβουλιών που αποσκοπούν στην ολοκληρωμένη περιβαλλοντική προστασία. Όλα αυτά όμως, που απορροφούν πολύ τον μικρό επιχειρηματία, εμποδίζουν την απαραίτητη συγκέντρωση των προσπαθειών. Η αποτελεσματικότερη μέθοδος για την περαιτέρω αξιοποίηση των υφιστάμενων βέλτιστων πρακτικών που εφαρμόζονται όσον αφορά την υποστήριξη του οικολογικού σχεδιασμού συνίσταται στην ανάπτυξη ειδικών μεθοδολογιών και προσεγγίσεων ανά τομέα.

4.   Παρατηρήσεις

4.1.

Η ΕΟΚΕ επικροτούσε πάντα τη δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής διάστασης για την εξοικονόμηση ενέργειας και την ενεργειακή απόδοση στις πολιτικές για τις επιχειρήσεις και την παραγωγή τους, ως αναπόσπαστο τμήμα της στρατηγικής για την ανταγωνιστικότητα που αποτελεί εξάλλου το επίκεντρο των αποφάσεων της Λισαβόνας του 2000. Η προώθηση ευφυέστερης χρήσης της ενέργειας μέσα από τον αρχικό σχεδιασμό των προϊόντων αποτελεί για την ΕΟΚΕ έναν στόχο με τον οποίο συμφωνεί πλήρως.

4.2.

Εξάλλου, η ΕΟΚΕ έχει υπογραμμίσει, σε γνωμοδότησή της που υιοθετήθηκε με μεγάλη πλειοψηφία (21), τις ανησυχίες που είχε επανειλημμένα εκφράσει προηγουμένως (22), ότι δηλαδή «… η υποτίμηση του γεγονότος ότι η υιοθέτηση μέσων καθοριστικής σημασίας όπως οι αναλύσεις του κύκλου ζωής ενός προϊόντος (LCA) και ο οικολογικός σχεδιασμός προϊόντων (eco-design) απαιτεί να καταβληθούν μεγάλες προσπάθειες σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση, τη θέσπιση και τη διαχείρισή τους» καθώς και «την ανάγκη ανάληψης δράσεων ώστε να προωθηθούν μέτρα στήριξης της έρευνας και της καινοτομίας για τις ΜΜΕ, με ιδιαίτερη αναφορά στην διάδοση πληροφοριών και τη χάραξη καινοτόμων διαδικασιών προκειμένου να αναπτυχθούν πιο οικολογικά προϊόντα».

4.3.

Η ΕΟΚΕ συνεπώς, επικροτεί το γενικό στόχο της Επιτροπής να διασφθαλισθεί συνοχή και διαφάνεια στη σχετική κοινοτική νομοθεσία και να αποφευχθεί ο κατακερματισμός της εσωτερικής αγοράς, όπως ορίζεται στο άρθρο 95 της ΣΕΚ, αλλά διατηρεί κάποιες επιφυλάξεις για την σημερινή πρόταση της Επιτροπής, τόσο σχετικά με το πλαίσιο εντός του οποίου θα λειτουργήσει, όσο και για το νομικό μέσο που έχει προεπιλεχθεί ( νομοθετική διάταξη), ή τέλος για τη διάρθρωση της ίδιας της πρότασης.

4.4.

Σύμφωνα με την ΕΟΚΕ, το ευρύ πλαίσιο των κοινοτικών διατάξεων στο οποίο εντάσσεται η πρόταση με το φιλόδοξο στόχο να δοθεί μια οργανική συνοχή στις πολυάριθμες οδηγίες, κάθετες και μη, που αφορά η πρωτοβουλία, θα άξιζε ίσως να ενοποιηθεί προληπτικά. Υπάρχουν ήδη οδηγίες για τις ελάχιστες απαιτήσεις απόδοσης: μία πιο ολοκληρωμένη περιβαλλοντική αξιολόγηση θα μπορούσε συνεπώς να συμβάλει στον καλύτερο προσανατολισμό των επιχειρήσεων ώστε να αποφευχθεί η υπαγωγή τους σε ένα σύστημα δεσμεύσεων και προσανατολισμών, με τον κίνδυνο των επικαλύψεων.

4.5.

Η ΕΟΚΕ κρίνει σκόπιμη την προώθηση μιας ενοποιημένης και απλοποιημένης έκδοσης των κοινοτικών ρυθμίσεων που ήδη δεσμεύουν τους κατασκευαστές προϊόντων όπου να αναφέρονται ακόμη και συστήματα υποστήριξης της ανάπτυξης μιας αγωγής τόσο από πλευράς ζήτησης και χρήσης όσο και από πλευράς προσφοράς και σχεδιασμού, με παρεμβάσεις βάσει τραπεζών δεδομένων των ορθών πρακτικών, διάδοσης της πληροφορίας και κατάλληλων δράσεων κατάρτισης στις διάφορες ακροάσεις και στα διάφορα τεχνικά επίπεδα αναφοράς.

4.6.

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, ενδείκνυται η προώθηση είτε των κατευθυντήριων γραμμών για τον οικολογικό σχεδιασμό είτε η θέσπιση μόνιμων βάσεων διαλόγου και υποχρεωτικής διαβούλευσης Επιτροπής/επιχειρήσεων/καταναλωτών/κατασκευαστών/κοινωνίας των πολιτών. Για το σκοπό αυτό θα μπορούσαν για παράδειγμα να ενταχθούν τα κατάλληλα μέσα προώθησης στο υφιστάμενο κοινοτικό πολυετές πρόγραμμα «Ευφυής ενέργεια» και στην μεσοπρόθεσμη αναθεώρηση του 6ου προγράμματος πλαισίου ΕΤΑ της Ένωσης καθώς και στην αναθεώρηση των προβλεπόμενων παρεμβάσεων στις διαρθρωτικές πολιτικές και στην πολιτική συνοχής.

4.7.

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, στη σημερινή κατάσταση της «τελευταίας λέξης της τεχνικής» ενδείκνυται η διάδοση των εθελοντικών συμφωνιών του τομέα και η προώθηση άλλων μέσων που να αξιοποιούν τους οικονομικούς και κοινωνικούς φορείς ώστε να ευνοηθεί η αλλαγή. Είναι σημαντικό, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, να προωθηθεί η κοινωνική ευθύνη της επιχείρησης και η μια πολιτική ευαισθητοποίησης του καταναλωτή.

4.8.

Πρέπει επίσης να αξιολογηθεί περισσότερο η πλήρης ανταπόκριση των προτάσεων της Επιτροπής στις απαιτήσεις της αναλογικότητας, της επικουρικότητας και της διοικητικής και γραφειοκρατικής απλοποίησης, καθώς και οι συνέπειες που ενδέχεται να έχουν σχετικά με τη μείωση/αύξηση του κόστους και τη βελτίωση/επιδείνωση των τεχνικών και οικονομικών επιδόσεων των προϊόντων, ούτως ώστε να είναι δυνατή η παρέμβαση συνεκτικών πολιτικών οικονομικής και φορολογικής υποστήριξης.

4.9.

Η ΕΟΚΕ, έχει κάποιες επιφυλάξεις όσον αφορά το περιεχόμενο της πρότασης που όπως επισημαίνει η ίδια η Επιτροπή, «έχει ένα πεδίο εφαρμογής πολύ πιο ευρύ σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη υφιστάμενη κοινοτική νομοθεσία σχετικά με τα προϊόντα αυτά». Για να λειτουργήσει το προτεινόμενο πλαίσιο ενδείκνυται η λήψη μέτρων εφαρμογής που να βασίζονται σε σαφή κριτήρια περιβαλλοντικού αντίκτυπου, καθώς και μία συγκεκριμένη σειρά δεικτών περιβαλλοντικής επίδοσης για την επεξεργασία του οικολογικού προφίλ μεγάλου αριθμού προϊόντων. Τούτο εξάλλου θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί, στο πλαίσιο εκχώρησης αρμοδιοτήτων στην ίδια την Επιτροπή, με την παρέμβαση μόνο των διαδικασιών επιτροπολογίας.

4.10.

Για την ΕΟΚΕ ακόμη και η προσφυγή σε τεχνητά πρότυπα αναφοράς ανά τομέα προϊόντων προκαλεί ανησυχίες. Για το σκοπό αυτό θα χρησιμοποιηθεί η έννοια «τελευταία λέξη της τεχνικής» όχι ως τα πλέον πρόσφατα επιτευχθέντα επιστημονικά αποτελέσματα αλλά ως «ένα καλό μέσο επίπεδο τεχνικών επιδόσεων» που θα σέβεται μια «λογική ισορροπία» μεταξύ βιομηχανικής σκοπιμότητας και υφιστάμενων κανόνων και πρακτικών. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι ενδείκνυται ανάλογη ισορροπία και στο επίπεδο κόστους και οφέλους για να εξασφαλιστεί σε όλες τις φάσεις κατανάλωσης η σχέση ποιότητας /τιμής σε σύγκριση με τις επιλογές και τις δυνατότητες.

4.11.

Κατά τον καθορισμό των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών σχετικά με τον οικολογικό σχεδιασμό γίνεται προσφυγή —σύμφωνα με την πρόταση— στον προσδιορισμό συγκεκριμένων μεθόδων υπολογισμού που βασίζονται στην τυποποιημένη χρήση του προϊόντος, στις επιδόσεις του και στα χαρακτηριστικά του για μεγαλύτερο όφελος ή ευκολία του χρήστη. Σε τούτο θα πρέπει ωστόσο να προστεθεί, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, μία τεχνικοοικονομική ανάλυση σκοπιμότητας των προτεινόμενων λύσεων. Δεδομένου ότι οι απαραίτητοι δείκτες θα έπρεπε να έχουν οριστεί και προσδιοριστεί, υπάρχει ο κίνδυνος να λιμνάσει η πρόοδος και η τεχνική και εμπορική καινοτομία και να σταματήσει η άμιλλα των τεχνολογικών επιδόσεων σε ότι αφορά τα νέα προϊόντα.

4.12.

Πέρα από τις συνέπειες των προαναφερθέντων λειτουργικών μέτρων στις επιχειρήσεις των ενδιαφερόμενων παραγωγικών τομέων, χρειάζεται να εξεταστεί η δυνατότητα πλήρους εφαρμογής τους σε όλα τα προϊόντα που κατασκευάζονται στην ΕΕ ή σε τρίτες χώρες, και να επεκταθεί και στα συστατικά ή στα εξαρτήματά τους. Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, οι έλεγχοι στις εξωτερικές συναλλαγές που πραγματοποιούνται από τα τελωνεία της ΕΕ όπως και οι έλεγχοι που πραγματοποιούνται στην εσωτερική αγορά ενδέχεται να αποδειχτούν δαπανηροί, αργοί και αναποτελεσματικοί έναντι των επιταχυνόμενων παγκόσμιων δυναμικών.

4.13.

Πράγματι, η ΕΟΚΕ θεωρεί απαραίτητο, αφενός, την εξασφάλιση ίσης μεταχείρισης των προϊόντων που κατασκευάζονται στην Ένωση και των εισαγόμενων προϊόντων και, αφετέρου, την ύπαρξη κατάλληλων μηχανισμών ελέγχου προκειμένου να αποφευχθεί η ίδια νομοθεσία να έχει διαφορετικές επιπτώσεις σε διαφορετικούς παραγωγούς.

4.14.

Επίσης, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η πρόοδος που έχει σημειωθεί σε διεθνές επίπεδο των προτύπων/κατευθυντήριων γραμμών ISO για την ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών πτυχών στο σχεδιασμό των προϊόντων που καταναλώνουν ενέργεια.

4.15.

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει την σημερινή κατάσταση των ΜΜΕ, κατάσταση που έχει επιδεινωθεί από τις μεγάλες ανισότητες μεταξύ κρατών μελών και από το γεγονός ότι οι τομείς υψηλής συγκέντρωσης ΜΜΕ είναι οι τομείς όπου θα καθυστερήσει περισσότερο η επίτευξη συναίνεσης για την υιοθέτηση εθελοντικών μέτρων.

4.16.

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι πρέπει να υπερισχύσει γενικά, αλλά ιδιαίτερα για τις ΜΜΕ, η αρχή της αναλογικότητας και της πραγματικής συνάφειας, καθώς και η προληπτική πιστοποίηση της εφαρμογής των μέτρων συνοδευόμενη από την κατάλληλη οικονομική υποστήριξη και/ ή παροχή φορολογικών κινήτρων. Όλα αυτά τα στοιχεία είναι πράγματι σημαντικά για την ενθάρρυνση και την υποστήριξη της ανταγωνιστικής εφαρμογής του οικολογικού σχεδιασμού, της ενημέρωσης και της εύκολης και έγκαιρης πρόσβασης στις τράπεζες δεδομένων, της κατάρτισης των νέων τεχνικών και των επιχειρήσεων, της διάδοσης της καινοτομίας και της τεχνολογικής εμπορίας των καινοτόμων προϊόντων.

4.17.

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει τέλος την αδιαμφισβήτητη απαίτηση να διασφαλισθεί η ισορροπία μεταξύ της αναγκαιότητας των ελάχιστων απαιτήσεων για την προστασία του περιβάλλοντος, της εγγύησης της ανάπτυξης των επιχειρήσεων και της αύξησης των θέσεων εργασίας και της ελεύθερης συνειδητής επιλογής του καταναλωτή.

5.   Συμπεράσματα

5.1.

Η ΕΟΚΕ επικροτούσε πάντα και επικροτεί την ενσωμάτωση της περιβαλλοντικής διάστασης για την εξοικονόμηση ενέργειας και την ενεργειακή απόδοση στις πολιτικές για τις επιχειρήσεις και τα προϊόντα τους, ως αναπόσπαστο τμήμα της στρατηγικής για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης. Υπογραμμίζει τη σημασία της ανάπτυξης ενός πραγματικού πνεύματος οικολογικής συμβατότητας που να παροτρύνει την κοινωνική και περιβαλλοντική ευθύνη της επιχείρησης και του καταναλωτή, και να προάγει την ενεργό και υπεύθυνη συμπεριφορά.

5.2.

Η ΕΟΚΕ εξάλλου, υποστηρίζει την ύπαρξη ενός συνεκτικού πλαισίου με τη σχετική νομοθεσία, ώστε να αποφευχθεί ο κατακερματισμός της αγοράς και να διασφαλιστεί η διαφάνεια στην αντιμετώπιση όλων των φορέων και όλων των χρηστών.

5.3.

Η ΕΟΚΕ συνιστά, συνεπώς, την παροχή κατά πρώτο λόγο αυτού του ενιαίου πλαισίου για τον καλύτερο προσανατολισμό των επιχειρήσεων και ιδίως των ΜΜΕ.

5.4.

Οι απαιτήσεις οικολογικού σχεδιασμού των νέων προϊόντων θα πρέπει να είναι λογικές και αποδεκτές, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ανάπτυξη των νέων ιδεών και η ελεύθερη επιλογή του καταναλωτή μεταξύ των διαφόρων προσφορών ή των τεχνικών λύσεων.

5.5.

Σύμφωνα με την ΕΟΚΕ, το ιδιαίτερα ευρύ πλαίσιο των κοινοτικών διατάξεων, που αναφέρονται στην πρωτοβουλία θα πρέπει να συνάδει με την απλοποίηση των ρυθμίσεων και με την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της εσωτερικής αγοράς της διευρυμένης Ευρώπης.

5.6.

Η ΕΟΚΕ συνιστά θερμά την ενοποιημένη έκδοση και την προληπτική απλοποίηση των υφιστάμενων ρυθμίσεων (23) που καλύπτουν αφενός, της πτυχές απόδοσης και εξοικονόμησης ενέργειας και, αφετέρου, τις διάφορες πτυχές του περιβαλλοντικού αντίκτυπου των προϊόντων. Προέχει η επίτευξη μιας απλοποιημένης και φιλικής προς τον χρήστη έκδοσης των κοινοτικών διατάξεων που διέπουν σήμερα τον σχεδιασμό προϊόντων που καταναλώνουν ενέργεια.

5.7.

Η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ της υιοθέτησης κατά πρώτο λόγο των κατευθυντήριων γραμμών για τον οικολογικό σχεδιασμό και της θέσπισης μόνιμων βάσεων διαλόγου και υποχρεωτικής διαβούλευσης Επιτροπής/επιχειρήσεων/καταναλωτών/κατασκευαστών/κοινωνίας των πολιτών ανά τομέα και ανά προϊόν, ούτως ώστε να αξιοποιηθεί η ανάπτυξη και να προωθηθούν πρωτοβουλίες για τη συνεχή και συνεκτική υποστήριξη των προγραμμάτων και των κοινοτικών και εθνικών μέσων με στόχο τον οικολογικό σχεδιασμό, που θα συμβάλλουν στην μεγαλύτερη συνειδητοποίηση και ωρίμανση μιας πραγματικής κουλτούρας της αγοράς τόσο από πλευράς προσφοράς όσο και από πλευράς ζήτησης.

Βρυξέλλες, 31 Μαρτίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  Γνωμοδότηση ΕΕ C 260 της 17.9.2001 σχετικά με την Πράσινη Βίβλο για την ολοκληρωμένη πολιτική προϊόντων.

(2)  Απόφαση 1600/2002/ΕΚ — ΕΕ C 242 της 10.9.2002.

(3)  Απόφαση 93/465/ΕΟΚ — ΕΕ L 220 της 30.8.1993.

(4)  Οδηγίες 98/34/ΕΚ και 98/48/ΕΚ — ΕΕ L 217 της 5.8.1998.

(5)  Οδηγία 92/42/ΕΟΚ — ΕΕ L 167 της 22.6.1992.

(6)  Οδηγία 96/57/ΕΚ — ΕΕ L 236 της 18.9.1996.

(7)  Οδηγία 92/75/ΕΟΚ.

(8)  Κανονισμός ΕΚ 2422/2001 — ΕΕ L 332 της 12.12.2001.

(9)  Οδηγία 200/55/ΕΚ — ΕΕ L 279 της 1.11.2000.

(10)  Οδηγία 90/396/ΕΟΚ — ΕΕ L 196 της 26.7.1990 (τροποποιήθηκε από την οδηγία 93/68/ΕΟΚ).

(11)  Οδηγία 2002/91/ΕΚ — ΕΕ L 1 της 4.1.2003.

(12)  Οδηγία 2002/96/ΕΚ — ΕΕ L 37 της 13.2.2002.

(13)  Οδηγία 2002/95/ΕΚ — ΕΕ L 37 της 13.2.2002.

(14)  Κανονισμός ΕΚ 1890/2000 — ΕΕ L 237 της 21.9.2000.

(15)  Οδηγία 96/61/ΕΚ — ΕΕ L 257 της 10.10.1996.

(16)  Κανονισμός ΕΚ 761/2001 — ΕΕ L 327 της 4.12.2002.

(17)  Αξιέπαινη η νομική αναφορά του άρθρου 95, για την ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών.

(18)  Έκθεση ESTO 2000 — Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.

(19)  Έκθεση IPTS 2000 «Οικολογικός σχεδιασμός»: Στρατηγικές για τη διάδοση μελετών στις ΜΜΕ/ των 15 χωρών (μέρος 2).

(20)  Πρβλ. έκθεση IPTS 2000 (μέρος 1).

(21)  Γνωμοδότηση ΕΟΚΕ 1598/2003 της 10ης Σεπτεμβρίου 2003 για την ολοκληρωμένη πολιτική προϊόντων.

(22)  Γνωμοδότηση ΟΚΕ 925/2001 ΕΕ C 260 της 17.9.2001 και γνωμοδότηση ΟΚΕ 776/97 — ΕΕ C 296 της 29.9.1997.

(23)  COM 2003/71 και SEC 2003/165 της 11ης Φεβρουαρίου 2003.


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112/30


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο — Τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών για ασφαλή και ευφυή οχήματα

[COM(2003) 542 τελικό]

(2004/C 112/08)

Στις 14 Οκτωβρίου 2003, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω ανακοίνωση.

Το τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 2 Μαρτίου 2004 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. RANOCCHIARI.

Κατά την 407η σύνοδο ολομέλειας της 31ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου 2004 (συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε ομόφωνα την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Ιστορικό

1.1.

Όπως είναι γνωστό, η ζήτηση μεταφορών στην Ευρώπη είναι σε συνεχή αύξηση τα τελευταία χρόνια, ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις οδικές μεταφορές επιβατών και εμπορευμάτων.

1.2.

Αυτή η αύξηση επιφέρει και μπορεί να επιφέρει ακόμη περισσότερο στο άμεσο μέλλον προβλήματα κυκλοφοριακής συμφόρησης, έχει επιζήμιες επιπτώσεις στο περιβάλλον και κυρίως προκαλεί ατυχήματα με θανάτους, τραυματισμούς και υλικές ζημιές.

1.3.

Είναι όμως επίσης γνωστό ότι η αυτοκινητοβιομηχανία καταβάλλει συνεχώς προσπάθειες για την βελτίωση της ενεργητικής και παθητικής ασφάλειας των προϊόντων της. Αρκεί να θυμηθούμε ότι σήμερα τα οχήματα είναι τέσσερις φορές πιο ασφαλή από το 1970 και, συνεπώς, οι θάνατοι από τότε έως σήμερα έχουν μειωθεί κατά 50 % στην Ευρώπη των 15, ενώ ο όγκος της κυκλοφορίας, την ίδια περίοδο, έχει υπερτριπλασιαστεί.

1.4.

Παρά το γεγονός αυτό όμως, το κοινωνικό κόστος των οδικών μεταφορών είναι ακόμη ιδιαίτερα υψηλό: περίπου 1 300 000 οδικά ατυχήματα το χρόνο στην Ευρώπη προκαλούν 40 000 θανάτους και 1 700 000 τραυματίες, με κόστος που εκτιμάται σε 160 δισεκατομμύρια ευρώ, δηλαδή ίσο με το 2 % του ευρωπαϊκού ΑΕγχΠ. Σε προσωπικό επίπεδο βεβαίως έστω και ένας μόνο νεκρός είναι πάντοτε ένα υπερβολικά υψηλό τίμημα.

1.5.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, έχοντας επίγνωση της σοβαρότητας του προβλήματος, προώθησε μια σειρά σημαντικών πρωτοβουλιών στα θέματα της οδικής ασφάλειας, μεταξύ των οποίων η υιοθέτηση του προγράμματος ευρωπαϊκής δράσης για την οδική ασφάλεια.

1.6.

Πριν ακόμη από την κατάρτιση του προγράμματος, οι τεχνολογίες της πληροφορίας και των επικοινωνιών (ΤΠΕ), που χρησιμοποιούνται ήδη ευρύτατα στα οχήματα, θεωρήθηκαν ως σημαντικά μέσα για την αντιμετώπιση της πρόκλησης που συνιστά η οδική ασφάλεια. Η ανάπτυξη πιο ισχυρών επεξεργαστών, επικοινωνιών, αισθητών και ενεργοποιητών μπορεί να επιτρέψει την κατάρτιση ολοκληρωμένων και πιο επεξεργασμένων συστημάτων ενεργητικής ασφάλειας, που είναι σε θέση αν όχι να αποτρέψουν πλήρως, τουλάχιστον να μειώσουν τον αριθμό των ατυχημάτων και να περιορίσουν τις συνέπειές τους.

1.7.

Στην οπτική αυτή η Επιτροπή συγκρότησε το 2002 την ομάδα εργασίας eSafety από περίπου 40 εμπειρογνώμονες του αυτοκινητικού τομέα και των άλλων ενδιαφερόμενων παραγόντων. Αποστολή της ομάδας αυτής ήταν η πρόταση μιας στρατηγικής για την επιτάχυνση της έρευνας, της ανάπτυξης, της υλοποίησης και της χρήσης ευφυών συστημάτων ασφαλείας, που βασίζονται στις τεχνολογίες της πληροφορίας και των επικοινωνιών κι αυτό προκειμένου να βελτιωθεί η οδική ασφάλεια.

1.8.

Το Νοέμβριο του 2002 η ομάδα εργασίας δημοσίευσε την τελική έκθεση που περιέχει 28 συστάσεις προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα κράτη μέλη, τις αρμόδιες αρχές για την κυκλοφορία και την οδική ασφάλεια, τον αυτοκινητιστικό τομέα, τους φορείς παροχής υπηρεσιών, τις ενώσεις των καταναλωτών, τις ασφαλιστικές εταιρείες και όλες τις άλλες ενδιαφερόμενες πλευρές. Οι συστάσεις αυτές αποβλέπουν στη βελτίωση της ασφάλειας μέσω ολοκληρωμένων συστημάτων που χρησιμοποιούν προωθημένες ΤΠΕ, ικανές να παρέχουν νέες και ευφυείς πληροφορίες, που λαμβάνουν υπόψη την ενεργοποίηση και τις αμοιβαίες αλληλεπιδράσεις μεταξύ οδηγών, οχημάτων και οδικού περίγυρου.

1.9.

Η έκθεση της ομάδας εργασίας eSafety στη συνέχεια συζητήθηκε και εγκρίθηκε στη δεύτερη συνεδρίαση της Ομάδας υψηλού επιπέδου για την eSafety, που εκτός του ότι φρόντισε για τη σύσταση του Φόρουμ eSafety  (1) ζήτησε επίσης την υποβολή εκ μέρους της Επιτροπής προγραμματικών προτάσεων για το θέμα αυτό.

1.10.

Η ανακοίνωση την οποία καλείται να εξετάσει η ΕΟΚΕ αποτελεί την απάντηση της Επιτροπής στις προσδοκίες της ομάδας υψηλού επιπέδου αλλά και στις προσδοκίες για την οδική ασφάλεια, προσδοκίες τις οποίες συμμερίζονται επίσης τα κράτη μέλη.

2.   Κύρια σημεία των προτάσεων που περιέχονται στην ανακοίνωση

2.1.

Η ανακοίνωση επαναλαμβάνει και υιοθετεί την τελική έκθεση της ομάδας εργασίας eSafety και προτείνει 11 δράσεις που χωρίζονται σε τρεις βασικές κατηγορίες:

2.1.1.

Δράσεις για την ανάπτυξη ευφυών συστημάτων ασφάλειας των οχημάτων,

2.1.2.

Δράσεις για την προσαρμογή της νομοθεσίας και της τυποποίησης,

2.1.3.

Δράσεις για την άρση των κοινωνικών και επιχειρηματικών εμποδίων.

2.2.   Προώθηση ευφυών συστημάτων ασφάλειας οχημάτων

Η Επιτροπή θα συνεχίσει να υποστηρίζει το Φόρουμ eSafety, κοινή πλατφόρμα για όλους τους φορείς που ενδιαφέρονται για την οδική ασφάλεια,

Η Επιτροπή θα καταβάλει προσπάθειες ώστε να υπάρξει μεγαλύτερη έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη, συμμετέχοντας επίσης στη χρηματοδότηση ορισμένων προωθημένων σχεδίων,

Η Επιτροπή, στο θέμα της διάδρασης ανθρώπου-μηχανής, θα αξιολογήσει τα αποτελέσματα της καθιέρωσης των «νομαδικών» (2) διατάξεων στα οχήματα και, στη συνέχεια, τον φόρτο εργασίας που επιφέρει για τον οδηγό η εισαγωγή νέων συστημάτων ελέγχου και πληροφορίας,

Η Επιτροπή θα προτείνει μια ολοκληρωμένη στρατηγική για τις πανευρωπαϊκές υπηρεσίες κλήσης έκτακτης ανάγκης (e–Call), υποστηρίζοντας τις διατάξεις της αποκαλούμενης νομοθεσίας Ε-112 (3),

Η Επιτροπή θα αναλύσει τις προόδους που έχουν επιτευχθεί στην πληροφόρηση σε πραγματικό χρόνο για την κυκλοφορία και τις μετακινήσεις (RTTI) στην Ευρώπη.

2.3.   Προσαρμογή της νομοθεσίας και της τυποποίησης για τη χρήση ευφυών συστημάτων ασφάλειας οχημάτων

Η Επιτροπή θα προτείνει την παραχώρηση και τη νέα ρύθμιση της χρήσης του φάσματος συχνότητας σε 24 GHz για τα ραντάρ μικρής εμβέλειας στα οχήματα και για την υπερευρεία ζώνη (SRP — UWB),

Η Επιτροπή θα επανεξετάσει τη νομοθεσία για την κοινοτική έγκριση των οχημάτων και θα προσδιορίσει τις βάσεις για να επιτραπεί και ρυθμιστεί η χρήση των νέων συστημάτων,

Η Επιτροπή θα προσκαλέσει τις οργανώσεις τυποποίησης (ISO, CEN, ETSI) να προβλέψουν κανονιστικό πρόγραμμα για τα νέα συστήματα: πρωτόκολλα επικοινωνίας, αρχιτεκτονικές υλισμικού και λογισμικού, πρωτόκολλα επικοινωνίας και τυποποιημένες διαδράσεις ανθρώπου-μηχανής.

2.4.   Εξάλειψη κοινωνικών και εμπορικών εμποδίων

Η Επιτροπή θα αξιολογήσει τα κοινωνικοοικονομικά οφέλη που επιτυγχάνονται με την καθιέρωση των ευφυών συστημάτων ασφαλείας,

Η Επιτροπή θα προωθήσει και χρηματοδοτήσει τη μελέτη μιας μεθοδολογίας αξιολόγησης των κινδύνων και των κερδών από τα νέα συστήματα,

Η Επιτροπή θα προωθήσει την κατάρτιση πινάκων πορείας (roadmaps) είτε από την βιομηχανία είτε από τον δημόσιο τομέα, με στόχο την ανάπτυξη και την υιοθέτηση των νέων συστημάτων.

2.5.   Άλλες δράσεις

Η Επιτροπή θα προωθήσει και χρηματοδοτήσει τη μελέτη μεθοδολογίας για την αξιολόγηση του ενδεχόμενου αντίκτυπου από την καθιέρωση ευφυών συστημάτων ασφαλείας συνδυασμένου τύπου και με «sensor fusion» (4),

Η Επιτροπή θα προωθήσει και χρηματοδοτήσει τη μελέτη διαδικασιών αξιολόγησης οχημάτων που διαθέτουν τα νέα συστήματα,

Η βιομηχανία θα προσδιορίσει, παράγει, διατηρήσει και πιστοποιήσει μία ευρωπαϊκή χαρτογραφική βάση δεδομένων με χαρακτηριστικά οδικής ασφάλειας.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1.

Το έγγραφο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκφράζει μία σαφή και υποδειγματική βούληση έναντι της ανάπτυξης και της υιοθέτησης των ευφυών συστημάτων οδικής ασφάλειας, σε μια εποχή που τα παραδοσιακά συστήματα παθητικής ασφάλειας ενδέχεται να φτάνουν στα όρια τους.

3.2.

Οι γενικές κατευθύνσεις που εκφράζονται στο έγγραφο είναι σαφείς και ορθά διατυπωμένες. Ωστόσο λιγότερο σαφείς είναι οι προτεραιότητες (με εξαίρεση την e-Call, που η σημασία της είναι γενικώς αποδεκτή) και κυρίως φαίνεται να λείπουν τα χρονοδιαγράμματα σχετικά με το πρόγραμμα δράσης· προς το παρόν προβλέπεται μόνο το χρονοδιάγραμμα εργασιών για το 2004. Εκφράζεται η ελπίδα ότι η διάρθρωση του roadmap (φύλλου πορείας) —ένα από τα αποτελέσματα που αναμένονται από το Φόρουμ e Safety— μπορεί να είναι καθοριστικό στοιχείο για τον προσδιορισμό των προτεραιοτήτων και των χρονοδιαγραμμάτων του Προγράμματος.

3.3.

Είναι σημαντικό η αυτοκινητοβιομηχανία, που δραστηριοποιείται ήδη στην ομάδα εργασίας και στο Φόρουμ e Safety, να συνεχίσει να κατευθύνει από τεχνική σκοπιά την ανάπτυξη αυτών των πρωτοβουλιών, συμβάλλοντας ειδικότερα στην κατάρτιση του roadmap.

3.4.

Είναι σίγουρα αναγκαίες, για την αυτοκινητοβιομηχανία, οι γενικές κατευθύνσεις για την εισαγωγή στην αγορά των ευφυών συστημάτων ασφαλείας. Οι επιμέρους επιχειρήσεις θα πρέπει ωστόσο να έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν καινοτόμες λύσεις με ξεχωριστό τρόπο και σε κατάλληλες προθεσμίες, χωρίς να παραγνωρισθεί η απαραίτητη απαίτηση διαλειτουργικότητας και σταθερότητας ως προς τη λειτουργία των νέων συστημάτων.

3.5.

Χρειάζεται να προβληθεί μια φάση «εκπαίδευσης» των χρηστών για την εποικοδομητική χρήση των νέων αυτών συστημάτων ασφαλείας. Προς το σκοπό αυτό θα ήταν σκόπιμο στο Φόρουμ e Safety να συμμετάσχουν και εκπρόσωποι των σχολών οδήγησης. Θα πρέπει να καταβληθεί ειδική προσοχή στην κατηγορία των οδικών μεταφορέων που μπορούν να θεωρηθούν «πιλοτικοί» στη φάση της εισαγωγής των νέων συστημάτων και οπωσδήποτε να αποτελέσουν ένα σημαντικό δυναμικό χρήσης.

3.6.

Ορισμένα συστήματα ασφαλείας, όπως για παράδειγμα το ESP (ηλεκτρονικό σύστημα για τη σταθερότητά του οχήματος σε κρίσιμες συνθήκες) από μία καθαρά τεχνική σκοπιά μπορεί ήδη να υιοθετηθούν σε ευρεία κλίμακα και σύντομο χρονικό διάστημα. Άλλα συστήματα, πιο σύνθετα στην φύση και στη χρήση τους, απαιτούν ακριβή ανάλυση για τη βελτιστοποίηση του φόρτου εργασίας του οδηγού, αποβλέποντας με τον τρόπο αυτό στον καλύτερο συμβιβασμό μεταξύ κόπωσης και κινδύνου περισπασμού του οδηγού.

3.7.

Το έγγραφο εξετάζει αποτελεσματικά το ζήτημα της ευθύνης που έχουν από κοινού όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κράτη μέλη, αρμόδιες αρχές για την οδική κυκλοφορία και την ασφάλεια, αυτοκινητοβιομηχανία, τροφοδότες συστημάτων και υπηρεσιών). Ωστόσο είναι απαραίτητη η λεπτομερής εξέταση και η ρύθμιση των ευθυνών σε περίπτωση ανεπαρκούς λειτουργίας των εγκαταστάσεων ασφαλείας. Πολλή εργασία θα πρέπει να γίνει όσον αφορά τα τελείως νέα συστήματα και λειτουργίες. Πρέπει να αναγνωρισθεί επίσης ότι στο θέμα της ευθύνης, η Επιτροπή έχει ήδη χρηματοδοτήσει τρία ερευνητικά προγράμματα: Response, Response 2 και Prevent.

3.8.

Παρατηρείται επιπλέον ότι στο έγγραφο η Επιτροπή δίδει αισθητώς έμφαση στην ανάγκη ασφαλέστερων οχημάτων. Δεν πρέπει επίσης να παραγνωρισθεί η απαίτηση των επιπτώσεων στην οδική υποδομή (νέες και ασφαλέστερες αρτηρίες, εξάλειψη των κυκλοφοριακών συμφορήσεων). Επιπλέον ένα μεγάλο τμήμα των νέων συστημάτων ασφαλείας των οχημάτων απαιτούν ειδικές «ευφυείς» υποδομές, (για παράδειγμα δίκτυα τηλεπικοινωνίας ικανά να δέχονται, να αποκωδικοποιούν, και να χειρίζονται τις αυτόματες κλήσεις έκτακτης ανάγκης κ.λπ.). Αυτές οι πτυχές του ζητήματος και ο αντίκτυπός τους πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ιδιαίτερης προσοχής εκ μέρους της Επιτροπής.

3.9.

Σίγουρα έχει αποφασιστική σημασία, στο βαθμό που ευθυγραμμίζεται με την υλοποίηση ευφυών υποδομών, η εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος «Galileo» που θα προσφέρει μια σειρά υπηρεσιών πλοήγησης και εντοπισμού θέσης και θα διευκολύνει την ανάπτυξη ενός ευρύτατου φάσματος καινοτόμων εφαρμογών από την άποψη της e Safety.

3.10.

Προβλέπεται σημαντική αύξηση του κόστους αγοράς και χρήσης των οχημάτων ως συνέπεια της υιοθέτησης ευφυών συστημάτων ασφαλείας. Πρόσθετα συστήματα ασφαλείας είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν όταν ο καταναλωτής είναι διατεθειμένος να τα πληρώσει. Θα είναι θεμελιώδες να αποδειχθεί στον καταναλωτή ότι το πρόσθετο κόστος μεταφράζεται σε μείωση του κινδύνου ατυχημάτων και των συνεπειών τους. Για το λόγο αυτό επίσης η επισήμανση και η σαφής ανάλυση των αιτιών των οδικών ατυχημάτων, που προβλέπεται από την ανακοίνωση και έχει ανατεθεί στο Φόρουμ e Safety είναι θεμελιώδεις. Ειδικότερα είναι αναγκαίο να οργανωθεί το σύστημα CARE (5) ενσωματώνοντας σε αυτό τις αιτίες ατυχημάτων και τη σχετική ανάλυσή τους, ολοκληρωμένη, ει δυνατόν, με τα στοιχεία που έχουν περισυλλεγεί από ορισμένους κατασκευαστές αυτοκινήτων.

3.11.

Ένα συγκεκριμένο παράδειγμα του προβλήματος της αύξησης του κόστους έχει ήδη προκύψει με την υπηρεσία e-Call: πολλές αυτοκινητοβιομηχανίες έχουν προσφέρει το σύστημα ως optionals των αυτοκινήτων τους (δηλαδή στις επιλογές) όμως η ζήτηση έως τώρα είναι περιορισμένη γιατί λίγοι χρήστες προτίθενται να πληρώσουν για μια υπηρεσία που ελπίζουν ότι δεν θα χρειαστεί να χρησιμοποιήσουν ποτέ. Η e-Call, που θεωρείται πρωταρχική δράση της ανακοίνωσης, μπορεί να αποτελέσει δοκιμή για όλο το πρόγραμμα. Μόνον η ευρεία αποδοχή του μέσου αυτού θα επιτρέψει τη μείωση του κόστους διαχείρισης του συστήματος και συνεπώς των τιμών που καταβάλλει ο καταναλωτής, καθιστώντας δυνατές τις οικονομίες κλίμακας και τον ανταγωνισμό μεταξύ των διαφόρων προμηθευτών, ενώ παράλληλα αποφεύγονται οι μονοπωλιακές θέσεις.

3.12.

Μια περαιτέρω αιτία αύξησης του κόστους μπορεί να αποτελέσει η αναγκαιότητα, εκ μέρους των υπηρεσιών παροχής βοήθειας, εξοπλισμού με ειδικές συσκευές διάγνωσης, επισκευής και δοκιμής. Από την άλλη πλευρά το γεγονός αυτό μπορεί να έχει και θετικά αποτελέσματα από τη στιγμή που θα αυξηθεί η επαγγελματικότητα των επισκευαστών και ενδέχεται να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας.

3.13.

Ένα μέσο που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για να ελαφρύνει το πρόβλημα είναι σίγουρα η παροχή κινήτρων, με τη μορφή μείωσης της φορολογίας η/και των ασφαλιστικών τελών. Πάντως είναι απαραίτητη μια διαδικασία συνεννόησης μεταξύ των διαφόρων πλευρών.

3.14.

Ωστόσο είναι αρκετά δύσκολο, εάν όχι απατηλό, να θεωρηθεί ότι η γενικευμένη υιοθέτηση των ευφυών συστημάτων ασφαλείας μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την ευαισθησία ή/και τα συμφέροντα των ιδιωτών, είτε πρόκειται για επιχειρήσεις κατασκευής ή για χρήστες. Θα πρέπει να αξιολογηθεί, εναλλακτικώς ή σε συνδυασμό με την υιοθέτηση σε εκούσια βάση, η νομική υποχρέωση εφαρμογής μέσω υποχρεωτικών κανόνων. Οι κανόνες αυτοί θα πρέπει να προβλέπουν την υποχρέωση υιοθέτησης ευφυών συστημάτων ασφαλείας με βαθμιαίο και χρονικώς ευέλικτο τρόπο σύμφωνα με το κατάλληλο πρόγραμμα.

3.15.

Δεδομένου ότι το κόστος της λειτουργίας της ασφάλειας θα επιβαρύνει εν πάση περιπτώσει τον πελάτη και τον φορολογούμενο, έχει ιδιαίτερη σημασία να είναι αξιόπιστος και αντικειμενικός ο υπολογισμός του κόστους–οφέλους.

4.   Σύνοψη και συμπεράσματα

4.1.

Μολονότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας προγραμματικής ανακοίνωσης και συνεπώς δεν πρόκειται ακόμη για συγκεκριμένες και υποχρεωτικές δράσεις, τις οποίες η Επιτροπή θα μπορεί να καταρτίσει και να προτείνει στη συνέχεια, θεωρούμε ωστόσο σκόπιμο να επισημάνουμε ορισμένα σημεία τα οποία κατά την άποψη της ΕΟΚΕ θα πρέπει να είναι πάντοτε παρόντα κατά την ανάπτυξη του προγράμματος.

4.2.

Το έγγραφο της Επιτροπής εκφράζει μία σαφή και πραγματική βούληση για την ανάπτυξη και την υιοθέτηση ευφυών συστημάτων οδικής ασφάλειας. Πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ευνοϊκά από τα ενδιαφερόμενα μέρη, κι αυτό γιατί δεν παύει να υπογραμμίζει ότι η οδική ασφάλεια είναι κοινή ευθύνη όλων των ενδιαφερομένων παραγόντων.

4.3.

Ωστόσο, οι δηλώσεις που περιέχονται σε αυτό πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή βάσει ενός προγράμματος δράσης που θα πρέπει να προσδιοριστεί το συντομότερο δυνατό· πρέπει επιπλέον να τονισθεί περισσότερο η ανάγκη παρέμβασης στις οδικές υποδομές (νέες και πιο ασφαλείς αρτηρίες, εξάλειψη της κυκλοφοριακής συμφόρησης) καθώς και στις νέες ευφυείς υποδομές.

4.4.

Είναι απαραίτητος ο σαφής προσδιορισμός και η ρύθμιση των ευθυνών σε περίπτωση ανεπαρκούς λειτουργίας των διατάξεων ασφαλείας.

4.5.

Οι διαφορετικές αυτοκινητοβιομηχανίες πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προσφέρουν λύσεις με ξεχωριστό τρόπο και σύμφωνα με τα κατάλληλα χρονοδιαγράμματα.

4.6.

Αναμένεται σημαντική αύξηση του κόστους αγοράς και χρήσης των οχημάτων ως αποτέλεσμα της υιοθέτησης ευφυών συστημάτων ασφαλείας. Αυτή η αύξηση του κόστους μπορεί να έχει επιπτώσεις στους πιο χαμηλούς τύπους αυτοκινήτων και να επιδεινώσει την αγοραστική ικανότητα των πιο ασθενών κοινωνικών στρωμάτων. Είναι αποφασιστική στην περίπτωση αυτή η έγκαιρη υιοθέτηση μέτρων ευαισθητοποίησης και παροχής κινήτρων ενώ, μεσοπρόθεσμα, πρέπει να αντιμετωπιστεί η νομική υποχρέωση όσον αφορά ορισμένα συστήματα ασφαλείας.

4.7.

Τέλος είναι ζωτικής σημασίας για την επιτυχία του προγράμματος ο ρόλος των κρατών μελών. Ο διάλογος που έχει ήδη ανοίξει με την Επιτροπή, την βιομηχανία και τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει να συνεχισθεί με την συμμετοχή των επιμέρους κρατών στην συνολική διαδικασία, από τις αρχικές φάσεις, βάσει σαφούς πολιτικής κατευθύνσεως. Χωρίς την τεχνική και οικονομική συμμετοχή των κρατών μελών το πρόγραμμα δεν θα έχει δυνατότητες επιτυχίας.

Βρυξέλλες, 2 Μαρτίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  Υπό την προεδρία της Γ.Δ. IFSO της Επιτροπής. Συμμετέχουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι, με περίπου 150 μέλη. Διαρθρώνεται σήμερα σε εφτά ομάδες εργασίας, υπό την καθοδήγηση της αυτοκινητοβιομηχανίας.

(2)  Συσκευές που ο χρήστης έχει μαζί του και που μπορούν να αλληλεπιδράσουν με το όχημα: κινητό τηλέφωνο ή PDA (φορητή ατζέντα) που χρησιμοποιούνται ως τηλεχειριστήρια για ορισμένες λειτουργίες του οχήματος.

(3)  Οδηγία 2002/21/ΕΚ στην ΕΕ L 108 της 24.4.2002 που θεσπίζει κοινό κανονιστικό πλαίσιο για τα δίκτυα και τις υπηρεσίες ηλεκτρονικής επικοινωνίας.

(4)  Τεχνική για την ενσωμάτωση των στοιχείων που παρέχονται από αισθητές διαφορετικής τεχνολογίας, με σκοπό να ξεπεραστούν τα όρια των ίδιων των τεχνολογιών. Για παράδειγμα ο αισθητής κατά της κλοπής με διπλή τεχνολογία (ραντάρ + υπέρυθρος) που δραστηριοποιείται μόνο εάν και τα δύο στοιχεία του επισημαίνουν την κλοπή, εξαλείφοντας έτσι τις λαθεμένες προειδοποιήσεις που οφείλονται στα ίδια τα όρια μιας από τις δύο τεχνολογίες.

(5)  Κοινοτική βάση δεδομένων για αυτοκινητικά δυστυχήματα: συλλέγει και καταρτίζει τα στοιχεία για τα οδικά ατυχήματα που τώρα παρέχονται από τα κράτη μέλη.


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112/34


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την άδεια οδήγησης (αναδιατυπωμένη έκδοση)

[COM(2003) 621 τελικό — 2003/0252 (COD)]

(2004/C 112/09)

Στις 13 Ιανουαρίου 2004 και σύμφωνα με το άρθρο 71 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ υιοθέτησε τη γνωμοδότηση του στις 2 Μαρτίου 2004 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. Simons.

Κατά την 407η σύνοδο ολομέλειας της 31ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου 2004 (συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου 2004) η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε, με 99 ψήφους υπέρ και 1 αποχή, την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Εισαγωγή

1.1.

Η κινητικότητα είναι ένα πολύ σημαντικό θέμα για μεγάλο μέρος των Ευρωπαίων και αφορά όλες τις ηλικίες. Το μεγαλύτερο μέρος των Ευρωπαίων άνω των 18 διαθέτει άδεια οδήγησης. Για τους ανθρώπους αυτούς, η άδεια οδήγησης προσφέρει ένα είδος ελεύθερης πρόσβασης σε μια μηχανοκίνητη μορφή κινητικότητας. Ιδιαίτερα σε μια Ευρώπη ο πληθυσμός της οποίας γηράσκει ολοένα και περισσότερο, η κατοχή άδειας οδήγησης έχει συχνά καθοριστική σημασία για τις επαφές με τον έξω κόσμο, ακόμα και για την κάλυψη βασικών αναγκών. Έτσι, κάθε πρόταση για την θέσπιση ευρωπαϊκής οδηγίας για την άδεια οδήγησης αφορά στο σύνολο του ευρωπαϊκού πληθυσμού. Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να υποτιμάται η σημασία της.

1.2.

Με τη θέσπιση νομοθεσίας για τις άδειες οδήγησης στον ΕΟΧ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να ενισχύσει την ελεύθερη διακίνηση των πολιτών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να περιορίσει τις δυνατότητες απάτης και να συμβάλει στη βελτίωση της οδικής ασφάλειας. Όπως συνέβη και στο παρελθόν, οι στόχοι αυτοί θα εξακολουθήσουν να αποτελούν βασική επιδίωξη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στη νομοθεσία που θα θεσπιστεί μελλοντικά στον τομέα αυτό.

1.3.

Παρά τα μέτρα που θεσπίστηκαν τα τελευταία χρόνια, η νομική αβεβαιότητα των πολιτών της Κοινότητας μάλλον αυξήθηκε παρά μειώθηκε (1). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό να πάψει να υφίσταται η κατάσταση αυτή, η οποία εμποδίζει την ελεύθερη διακίνηση των πολιτών. Η επιδίωξη εμπίπτει στο πλαίσιο των πολύ ευρύτερων στόχων που ορίστηκαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στην «ατζέντα της Λισσαβόνας», που είναι συγκεκριμένα η δημιουργία μιας 100 % λειτουργικής εσωτερικής αγοράς, στόχος στον οποίο συμπεριλαμβάνεται και ο ανταγωνισμός. Η Επιτροπή θεωρεί ότι με την άρση των τελευταίων εμποδίων για την άδεια οδήγησης, που είναι το αποτέλεσμα της προτεινόμενης οδηγίας, ολοκληρώνεται μια διαδικασία σταδιακής εναρμόνισης.

1.4.

Παράλληλα με τις προσπάθειες που καταβάλλει για την καθολική, αμοιβαία αναγνώριση της άδειας οδήγησης με την οποία διευκολύνεται η ελεύθερη διακίνηση των πολιτών της Κοινότητας, η Επιτροπή προτείνει στην οδηγία συγκεκριμένες νομοθετικές τροποποιήσεις οι οποίες αναμένεται ότι θα έχουν θετική επίδραση στην οδική ασφάλεια. Τα μέτρα αυτά αφορούν στην καθιέρωση νέων κατηγοριών οχημάτων για την άδεια οδήγησης, τη σταδιακή πρόσβαση στις κατηγορίες αυτές, έτσι ώστε οι οδηγοί να έχουν τη δυνατότητα να αποκτήσουν πρώτα εμπειρία με μικρότερες κατηγορίες οχημάτων, την εναρμόνιση της περιοδικότητας των ιατρικών ελέγχων για την ικανότητα οδήγησης, ενώ δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην πρόσβαση οδηγών με ειδικές ανάγκες στα μηχανοκίνητα μέσα μεταφοράς και θεσπίζονται βασικές προϋποθέσεις εκπαίδευσης για την άσκηση του επαγγέλματος του εξεταστή.

1.5.

Ένα τρίτο, σημαντικό σημείο που περιλαμβάνεται στην παρούσα πρόταση είναι ο περιορισμός των δυνατοτήτων πλαστογράφησης της άδειας οδήγησης. Με την κατάργηση του υποδείγματος σε χαρτί και την αντικατάστασή του από άδεια οδήγησης πλαστικού τύπου, αφενός, και τον περιορισμό της διοικητικής ισχύος του, αφετέρου, επιδιώκεται η καθιέρωση εγγράφου το οποίο δεν θα μπορεί εύκολα να πλαστογραφηθεί.

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1.

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει τους στόχους που επιδιώκει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την παρούσα πρόταση (βελτίωση της οδικής ασφάλειας, περιορισμός της δυνατότητας πλαστογράφησης και προαγωγή της ελεύθερης διακίνησης των πολιτών της Κοινότητας). Η πρόταση αυτή εναρμονίζεται με την γραμμή που καθόρισε η Επιτροπή όταν υιοθέτησε το ευρωπαϊκό πρόγραμμα δράσης για την οδική ασφάλεια «Μείωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση του αριθμού των θυμάτων σε τροχαία ατυχήματα κατά το ήμισυ από σήμερα έως το 2010: ένα ζήτημα που μας αφορά όλους» (2) και στη Λευκή Βίβλο που είχε εκδώσει προηγουμένως με τίτλο «Η ευρωπαϊκή πολιτική μεταφορών για το έτος 2010: η ώρα των επιλογών» (3).

2.2.

Η ΕΟΚΕ επικροτεί ιδιαιτέρως το γεγονός ότι, στην παρούσα πρόταση, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στον ανθρώπινο παράγοντα στις μεταφορές και προτείνονται μέτρα που αφορούν στην προβληματική της οδικής ασφάλειας με επίκεντρο τον άνθρωπο. Στη γνωμοδότηση που εξέδωσε σε σχέση με το ευρωπαϊκό πρόγραμμα δράσης «Μείωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση του αριθμού των θυμάτων σε τροχαία ατυχήματα κατά το ήμισυ από σήμερα έως το 2010: ένα ζήτημα που μας αφορά όλους» (4), η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή στη σημασία που έχει ο ανθρώπινος παράγων για την οδική ασφάλεια και αισθάνεται, συνεπώς, ιδιαίτερη ικανοποίηση που στην πρόταση της Επιτροπής δίνεται έμφαση σε αυτό το στοιχείο.

2.3.

Η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι ορισμένα από τα μέτρα που προτείνονται έχουν σοβαρές συνέπειες για τους πολίτες των κρατών μελών (περιορισμένη διοικητική ισχύς της άδειας οδήγησης), για τους υποψήφιους οδηγούς και τους κατόχους αδείας οδήγησης για ορισμένες κατηγορίες οχημάτων (ιατρικοί έλεγχοι, σταδιακή πρόσβαση σε ορισμένες κατηγορίες, αύξηση του κατώτατου ορίου ηλικίας) και για τις σχολές οδηγών (νέες κατηγορίες, τροποποίηση των απαιτήσεων για τα οχήματα κατηγορίας Γ1 και Δ1). Οι αλλαγές αυτές δεν αναμένεται να κριθούν θετικά από όλους τους ενδιαφερόμενους και σε ορισμένες περιπτώσεις συνεπάγονται επιπλέον διοικητικό φόρτο και αύξηση του κόστους. Η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή στις συνέπειες της οδηγίας και συνιστά στην Επιτροπή να προβλέψει μια επαρκή μεταβατική περίοδο μέχρι να τεθούν σε ισχύ τα μέτρα που περιλαμβάνονται στην παρούσα οδηγία. Η άποψή της απορρέει, εκτός άλλων, από το γεγονός ότι υπάρχουν ορισμένα κράτη μέλη στα οποία οι αλλαγές που επιβάλλονται με την οδηγία 91/439/ΕΟΚ (5) έγιναν πολύ πρόσφατα. Αυτό δεν εμποδίζει την ΕΟΚΕ να εκφέρει μια εν γένει θετική γνώμη για τα μέτρα που προτείνονται με την παρούσα οδηγία, κάνοντας ορισμένες κριτικές παρατηρήσεις.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

3.1.

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τον περιορισμό της διοικητικής ισχύος της αδείας οδήγησης. Συμφωνεί επίσης με την άποψη ότι έτσι προάγεται η ελεύθερη διακίνηση των πολιτών της Κοινότητας και περιορίζεται η δυνατότητα πλαστογράφησης του εγγράφου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι της γνώμης ότι, όσον αφορά στις άδειες οδήγησης που κυκλοφορούν ήδη, δεν είναι απαραίτητο να επιβληθεί περιορισμός της διοικητικής ισχύος. Το επιχείρημα που χρησιμοποιεί είναι ότι, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να ανακαλέσουν τις παλαιές άδειες οδήγησης οι οποίες δεν είναι πλέον ασφαλείς όσον αφορά στην πλαστογράφηση. Η ΕΟΚΕ θέτει ορισμένα ερωτηματικά σε σχέση με αυτή την μερική απαλλαγή, επειδή κατ' αυτό τον τρόπο η διάρκεια της πραγματικής μεταβατικής περιόδου για ορισμένα κράτη μέλη θα είναι περισσότερο από 50 χρόνια. Συνεπώς, η ΕΟΚΕ προτείνει να τροποποιηθεί το άρθρο 3.2, ώστε να υπάρχει περισσότερη νομική ασφάλεια όσον αφορά στην ανταλλαγή των παλαιών υποδειγμάτων άδειας οδήγησης που δεν πληρούν πλέον τις προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό της πλαστογράφησης. Αυτό θα μπορούσε να γίνει με την αντικατάσταση στο άρθρο αυτό της φράσης «Ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά» από τη φράση «Απαιτείται η έγκριση της Επιτροπής». Η άποψη αυτή προκύπτει, εκτός άλλων, από το γεγονός ότι, σε ορισμένες χώρες, η άδεια οδήγησης χρησιμοποιείται και ως ταυτότητα. Αυτό σημαίνει ότι ο αποκλεισμός της πλαστογράφησης έχει καθοριστική σημασία.

3.2.

Η ΕΟΚΕ κρίνει θετικά την πρόταση της Επιτροπής να αντικατασταθούν τα χάρτινα υποδείγματα άδειας οδήγησης από πλαστική κάρτα στην οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να ενσωματωθεί μικροκύκλωμα. Κατά τη γνώμη της, αυτό προωθεί την καθιέρωση ενιαίου υποδείγματος στα κράτη μέλη και περιορίζει σημαντικά τη δυνατότητα πλαστογράφησης. Ταυτόχρονα, συνιστά να γίνουν ακόμη περισσότερα για να αποκλειστεί η δυνατότητα πλαστογράφησης και προτείνει να οριστούν για το έγγραφο αυτό τα καλύτερα δυνατά πρότυπα ασφαλείας, ανάλογα με αυτά που ισχύουν, παραδείγματος χάριν, για τα διαβατήρια.

3.3.

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί επίσης με την επιδίωξη να εναρμονιστούν οι ιατρικοί έλεγχοι για τους κατόχους αδειών οδήγησης της ομάδας 2. Πρέπει να εναρμονιστούν σε κοινοτική κλίμακα τόσο η περιοδικότητα όσο και το περιεχόμενο των εν λόγω ιατρικών ελέγχων, έτσι ώστε να αποφευχθεί η στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ΕΟΚΕ προβληματίζεται, ωστόσο, με την εξίσωση της υποχρεωτικής υποβολής σε ιατρικό έλεγχο των «μεγάλων» κατηγοριών Γ και Δ (φορτηγά οχήματα και λεωφορεία) και των «μικρών» Γ1 και Δ1. Κατά τη γνώμη της, η συχνότητα των ιατρικών ελέγχων για τις κατηγορίες Γ1 και Δ1 θα πρέπει να είναι χαμηλότερη. Επίσης, πιστεύει ότι θα ήταν καλό να υπαχθούν στην υποχρέωση αυτή επαγγελματίες οδηγοί οι οποίοι, με τον ορισμό του οχήματός τους, συμπεριλαμβάνονται στην ομάδα 1. Αυτό θα μπορούσε, για παράδειγμα, να ισχύει για τους οδηγούς ταξί.

3.4.

Σύμφωνα με την παρούσα πρόταση της Επιτροπής, σε αντίθεση με το παρελθόν, τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να εκδίδουν άδειες οδήγησης περιορισμένης ισχύος με βάση ιατρική γνωμάτευση. Η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι η αρμοδιότητα αυτή πρέπει να διατηρηθεί.

3.5.

H ΕΟΚΕ συμφωνεί απόλυτα με την προτεινόμενη, νέα κατηγοριοποίηση των οχημάτων για την έκδοση άδειας οδήγησης. Η καθιέρωση κατηγορίας άδειας οδήγησης AM, καθώς και η υποχρεωτική καθιέρωση του ελαφρού μοτοποδηλάτου (Α1) σε ηλικία 16 ετών θα λύσουν μεγάλο μέρος των προβλημάτων που σχετίζονται με αυτά τα ελαφρού τύπου δίκυκλα. Κυρίως λόγω του ότι προσφέρεται πλέον στα κράτη μέλη μια εναλλακτική λύση στους δεκαεξάχρονους για την περίπτωση των ευάλωτων στα τροχαία μοτοποδηλάτων, με την εντατικοποίηση της εκπαίδευσης και την υποχρεωτική υποβολή σε θεωρητικές και πρακτικές εξετάσεις, η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι θα υπάρξει θετικός αντίκτυπος όσον αφορά στην οδική ασφάλεια. Επίσης, η περαιτέρω διάκριση που γίνεται μεταξύ των κατηγοριών A2 και A, συνοδευόμενη από την υποχρέωση υποβολής σε νέα εξέταση για την απόδειξη της ικανότητας οδήγησης, και η αύξηση των ορίων ηλικίας, είναι μέτρα που υπόσχονται πολλές βελτιώσεις στην περίπτωση μιας κατηγορίας οχημάτων που έχει ένα δυσανάλογα υψηλό μερίδιο στις στατιστικές ατυχημάτων.

3.6.

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί απόλυτα με το νέο ορισμό των κατηγοριών οχημάτων Γ1 και Δ1, με μέγιστο επιτρεπόμενο όριο βάρους 6 000 kg αντί του αρχικού 7 500 kg. Αξίζει να τονιστεί ιδιαιτέρως το γεγονός ότι, με το μέτρο αυτό, αξιοποιούνται καλύτερα τα τεχνικά χαρακτηριστικά του οχήματος. Θετικά κρίνεται και η ισοδυναμία των οχημάτων Γ1 και Δ1. Αυτό δεν υπονομεύει την οδική ασφάλεια, επειδή τα οχήματα αυτών των δύο κατηγοριών έχουν τις ίδιες τεχνικές προδιαγραφές και διαθέτουν, για παράδειγμα, το ίδιο σύστημα πέδησης. Το ανώτατο όριο των 6 000 kg αντιστοιχεί στη μετάβαση σε άλλες τεχνικές προδιαγραφές, για τις οποίες ισχύει, για παράδειγμα, άλλο σύστημα πέδησης. Συνεπώς, ένας οδηγός οχήματος κατηγορίας Γ1 είναι ικανός να οδηγήσει και όχημα κατηγορίας Δ1. Ταυτόχρονα, η προαναφερθείσα ισοδυναμία αυξάνει την ελευθερία και τις δυνατότητες των οδηγών αυτών των οχημάτων.

3.7.

Η υποχρεωτική καθιέρωση των «μικρών« κατηγοριών Γ1 και Δ1, η οποία είχε προαιρετικό χαρακτήρα στην προηγούμενη οδηγία για την άδεια οδήγησης (91/439/ΕΟΚ), επιδρά κατά την άποψη της ΕΟΚΕ εξίσου θετικά στην οδική ασφάλεια, κυρίως στις πόλεις. Η ΕΟΚΕ αναμένει ότι θα σημειωθεί διαρκής αύξηση της χρήσης αυτών των κατηγοριών οχημάτων για την παράδοση εμπορευμάτων και την μεταφορά προσώπων εντός των ορίων μιας πόλης. Αυτό σημαίνει ότι τα «μεγάλα« οχήματα δεν θα χρειάζεται πλέον να διασχίζουν τα κέντρα των πόλεων αυτών, γεγονός το οποίο θα έχει θετικό αντίκτυπο για τον τοπικό πληθυσμό, τόσο από την άποψη της οδικής ασφάλειας όσο και από την άποψη της εκπομπής ρύπων. Η ΕΟΚΕ πιστεύει όμως ότι, για να επιτευχθεί αυτό, οι εν λόγω κατηγορίες οχημάτων θα πρέπει να καταστούν ελκυστικότερες, για παράδειγμα, με την μείωση της συχνότητας των ιατρικών ελέγχων για τις κατηγορίες Γ και Δ.

3.8.

Η ΕΟΚΕ αισθάνεται ικανοποίηση για τη διασαφήνιση του ορισμού της κατηγορίας οχημάτων Β+Ε. Ο νέος ορισμός διασαφηνίζει εν μέρει την κατάσταση στην κατηγορία αυτή υπάγοντας στην κατηγορία άδειας οδήγησης Β+Ε κάθε ρυμουλκούμενο με μέγιστη μάζα 750 kg. Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει όλως ιδιαιτέρως τη διευκρίνιση αυτή, τόσο από την άποψη των πολιτών όσο και από την άποψη της εφαρμογής του νόμου.

3.9.

Αντιθέτως, ο ορισμός των οχημάτων κατηγορίας Β+Ε και Γ1+Ε πρέπει να διασαφηνιστεί περισσότερο. Η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι ιδιαίτερα προβληματικός είναι ο ορισμός της κατηγορίας Γ1+Ε, επειδή η μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα του ρυμουλκούμενου εξαρτάται από τη μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα του έλκοντος οχήματος. Αυτό σημαίνει ότι, στην περίπτωση αυτής της κατηγορίας άδειας οδήγησης, επιτρέπεται η κυκλοφορία μόνο με πάρα πολύ ελαφρά ρυμουλκούμενα, ενώ στην περίπτωση της κατηγορίας αδείας οδήγησης Β+Ε μπορούν να χρησιμοποιούνται πολύ βαρύτερα ρυμουλκούμενα. Για παράδειγμα, ο σημερινός και ο προτεινόμενος, νέος ορισμός, λόγω της κατανομής του βάρους, δεν επιτρέπουν στην πράξη το συνδυασμό έλκοντος οχήματος και ρυμουλκούμενου στην κατηγόρια Γ1+Ε, ενώ αυτό είναι δυνατόν για την κατηγορία Β+Ε. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ανεπιθύμητο ακριβώς αυτό το συνδυασμό έλκοντος οχήματος και ρυμουλκούμενου για την κατηγορία άδειας οδήγησης Β+Ε. Κατά τη γνώμη της, ο συνδυασμός αυτός θα πρέπει να επιτρέπεται μόνο για τις επαγγελματικές μεταφορές και θα ήταν προτιμότερο να υπαχθεί στην κατηγορία Γ1+Ε, πράγμα το οποίο δεν είναι δυνατόν με τον ορισμό που προτείνεται σήμερα.

3.10.

Με βάση τα προαναφερθέντα, η ΕΟΚΕ προτείνει να επανεξεταστούν οι ορισμοί των κατηγοριών ρυμουλκούμενων. Μια πιθανή επιλογή, η οποία διασαφηνίζει περισσότερο την κατάσταση από την άποψη των πολιτών και των αρμοδίων για την τήρηση του νόμου και βελτιώνει την οδική ασφάλεια, θα ήταν να οριστούν οι κατηγορίες ρυμουλκούμενων ανεξάρτητα από το βάρος του έλκοντος οχήματος, με τον παράλληλο προσδιορισμό όχι μόνο του κατώτατου, αλλά και του ανώτατου ορίου βάρους.

3.11.

Παράλληλα, η ΕΟΚΕ διαπιστώνει ότι, με τον ορισμό που προτείνει η Επιτροπή για την κατηγορία οχημάτων Β+Ε, καθιερώνονται ενδεχομένως πολύ υψηλές απαιτήσεις για τους κατόχους τροχόσπιτων. Με βάση τον τρέχοντα ορισμό για την κατηγορία οχημάτων Β, τα περισσότερα τροχόσπιτα μπορούν να μεταφέρονται με άδεια οδήγησης κατηγορίας Β. Με την πρόταση της Επιτροπής, το δικαίωμα αυτό καταργείται εντελώς για τους νέους οδηγούς και όλα τα τροχόσπιτα υπάγονται στην κατηγορία άδειας οδήγησης Β+Ε, με την υποχρέωση υποβολής σε εξετάσεις. Η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή στις πιθανές συνέπειες της πρότασης αυτής για τη βιομηχανία και προτείνει, για λόγους που σχετίζονται με την οδική ασφάλεια, να καθιερωθεί υποχρεωτική μονοήμερη εκπαίδευση για ορισμένα είδη ρυμουλκούμενων, στα οποία θα συμπεριλαμβάνεται μεγάλο μέρος των τροχόσπιτων. Το γεγονός ότι κάποιος παρακολούθησε την εκπαίδευση αυτή θα μπορούσε να επισημαίνεται στην άδεια οδήγησης με έναν κωδικό. Η ΕΟΚΕ προτείνει να χρησιμοποιείται για το σκοπό αυτό ο κωδικός 96.

3.12.

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι στην κατηγορία άδειας οδήγησης Β (μικρά λεωφορεία) υπάρχουν πολλοί οδηγοί που πραγματοποιούν επαγγελματικές μεταφορές και ότι στην προτεινόμενη οδηγία δεν συμπεριλαμβάνονται πρόσθετα μέτρα για να περιοριστεί η υψηλή συχνότητα συμμετοχής αυτής της κατηγορίας σε τροχαία (6). Αυτό σημαίνει ότι, προς το παρόν, αυτή η κατηγορία οδηγών δεν υπάγεται στους κανόνες που ισχύουν για το χρόνο οδήγησης και ανάπαυσης, ούτε για την επαγγελματική ικανότητα και ότι τα οχήματα αυτά δεν διαθέτουν υποχρεωτικά συσκευές για τον περιορισμό της ταχύτητας («κόφτες»). Η ΕΟΚΕ ανησυχεί ιδιαίτερα για τα μικρά λεωφορεία (white vans) με μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα κατώτερη των 3 500 kg και την ανασφάλεια που προξενεί ο κλάδος αυτός στους δρόμους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα επιθυμούσε δε να θεσπιστούν εκ μέρους της Επιτροπής μέτρα για την αντιμετώπιση της κατάστασης που επικρατεί σ' αυτό τον κλάδο. Υπάρχουν πολλές επιλογές. Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η καλύτερη απ' όλες θα ήταν να υποχρεωθούν οι οδηγοί όλων των οχημάτων με μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα κάτω των 3 500 kg και ωφέλιμο φορτίο κάτω των 1 000 kg να αποκτήσουν άδεια οδήγησης Γ1. Έτσι, θα χαρακτηρίζονται αυτομάτως ως επαγγελματίες οδηγοί και θα χαίρουν της ανάλογης μεταχείρισης. Με τον ορισμό αυτό, οι οδηγοί των εν λόγω οχημάτων θα είναι υποχρεωμένοι να συμμορφώνονται με τις διατάξεις της οδηγίας 2003/59/ΕΟΚ και να μεριμνούν για την αρχική επαγγελματική κατάρτιση και την περιοδική τους μετεκπαίδευση. Παρομοίως, η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι θα σημειωνόταν πρόοδος αν οι επαγγελματίες οδηγοί της ομάδας 1, όπως οι οδηγοί μικρών λεωφορείων, ταξί και ασθενοφόρων, υπάγονταν στο ίδιο καθεστώς ιατρικών ελέγχων όπως οι επαγγελματίες οδηγοί της ομάδας 2 (φορτηγά οχήματα, λεωφορεία).

3.13.

Με βάση τα προαναφερθέντα, η ΕΟΚΕ προτείνει να υιοθετηθούν για τις κατηγορίες άδειας οδήγησης Β, Β+Ε, Γ1 και Γ1+Ε οι ακόλουθοι ορισμοί:

Κατηγορία άδειας οδήγησης

Μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα έλκοντος οχήματος

Μέγιστο ωφέλιμο φορτίο έλκοντος οχήματος

Μέγιστη επιτρεπόμενη μάζα ρυμουλκούμενου

B

< 3 500 kg

< 1 000 kg

< 750 kg

B+ εκπαίδευση + κωδικός στην άδεια οδήγησης

< 3 500 kg

< 1 000 kg

> 750 kg· < 1 400 kg· μέγιστο μήκος ρυμουλκούμενου 7 m

B+E

< 3 500 kg

< 1 000 kg

> 750 kg· < 3 500 kg· συνδυασμός < 7 000 kg· μέγιστο μήκος ρυμουλκούμενου 7 m

Γ1

< 3 500 kg

> 1 000 kg

< 750 kg

Γ1

> 3 500 kg· < 6 000 kg

Δεν ισχύει

< 750 kg

Γ1+E

> 3 500 kg· < 6 000 kg

Δεν ισχύει

> 750 kg· συνδυασμός < 12 000 kg

3.14.

H ΕΟΚΕ τρέφει ορισμένες επιφυλάξεις για τη δυνατότητα που προσφέρεται στα κράτη μέλη να μειώσουν το κατώτατο όριο ηλικίας για την απόκτηση άδειας οδήγησης, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 2. Ούτε στην αιτιολογική έκθεση, ούτε στο ίδιο το άρθρο γίνεται μια διάκριση με βάση την πρακτική που εφαρμόζει το κάθε κράτος μέλος στον τομέα αυτό. Υπάρχουν τρεις μέθοδοι διάκρισης κατά τη μείωση του ορίου ηλικίας:

α)

αυτές που αφορούν την ίδια την έκδοση της άδειας οδήγησης, όπως συμβαίνει, π.χ., στην Ιρλανδία και το ΗΒ·

β)

αυτές που αφορούν μόνο την εκπαιδευτική κατάσταση, όπως συμβαίνει, π.χ., στη Γαλλία και τη Σουηδία·

γ)

αυτές που αφορούν την εκπαίδευση, με την έκδοση άδειας οδήγησης που στην αρχή ισχύει μόνο στη χώρα που την εκδίδει, όπως συμβαίνει, π.χ., στην Αυστρία και σε ορισμένα κρατίδια της ΟΔΓ.

3.15.

Η ΕΟΚΕ δεν συμφωνεί με την ισοδυναμία των κατηγοριών οχημάτων Β και Α1, όπως συμβαίνει στην οδηγία 91/439/ΕΟΚ, την οποία η Επιτροπή δεν έχει την πρόθεση να τροποποιήσει. Πιστεύει δε ότι το μέτρο αυτό μπορεί μεν να αυξάνει την ελευθερία και τις δυνατότητες των οδηγών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως, δεν εξυπηρετεί όμως ταυτόχρονα την οδική ασφάλεια. Από έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί σε χώρες στις οποίες ισχύει μια παρόμοια ισοδυναμία, προκύπτει ότι ο αριθμός των ατυχημάτων για αυτή την κατηγορία δικύκλων επηρεάζεται αρνητικά. Συνεπώς, η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι χρειάζεται ξεχωριστή εκπαίδευση και εξέταση για κάθε είδος οχήματος. Από την άλλη πλευρά, θα μπορούσε να αποδεχθεί την ισοδυναμία της άδειας οδήγησης Β και της κατηγορίας μοτοποδηλάτου ΑΜ. Οι εξετάσεις για την κατηγορία οχήματος ΑΜ αποτελούνται μόνο από ένα θεωρητικό σκέλος, στο οποίο εξετάζονται κατά μεγάλο μέρος οι ίδιες γνώσεις με αυτές που απαιτούνται για την απόκτηση άδειας οδήγησης Β.

3.16.

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την εναρμόνιση των βασικών προσόντων των εξεταστών που είναι υπεύθυνοι για την εξέταση των υποψηφίων οδηγών, όπως προτείνεται από την Επιτροπή. Για να μπορεί πραγματικά να γίνει λόγος για εναρμόνιση σε επίπεδο Κοινότητας, πρέπει να ισχύουν παντού οι ίδιες προϋποθέσεις για τους υποψηφίους οδηγούς. Στην περίπτωση αυτή, είναι ευνόητο ότι εκείνοι που κρίνουν εάν και κατά πόσο ένας υποψήφιος πληροί τις προϋποθέσεις αυτές πρέπει να εφαρμόζουν επίσης εναρμονισμένους κανόνες.

4.   Περίληψη και συμπεράσματα

4.1.

Η ΕΟΚΕ επικροτεί όλως ιδιαιτέρως την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Ταυτόχρονα, κάνει μερικές κριτικές παρατηρήσεις όσον αφορά το περιεχόμενο ορισμένων μέτρων.

4.2.

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ιδιαιτέρως την έμφαση που δίνεται στην πρόταση οδηγίας στη βελτίωση της οδικής ασφάλειας από την άποψη του ανθρώπινου παράγοντα, με ορισμένες αλλαγές που επιφέρονται στο καθεστώς, χωρίς να υποτιμά τους άλλους στόχους της οδηγίας (ελεύθερη διακίνηση των πολιτών και περιορισμός της δυνατότητας πλαστογράφησης).

4.3.

Η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή στην αντίσταση που αναμένεται να προσκρούσουν τα προτεινόμενα μέτρα σε ορισμένα κράτη μέλη και ορισμένες ομάδες στις οποίες απευθύνονται. Ένα μεγάλο μέρος των αντιρρήσεων αυτών μπορεί να αρθεί με την παροχή επαρκούς προθεσμίας για την εισαγωγή των μέτρων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτή πρέπει να αναβληθεί επ' αόριστον. Εάν ληφθούν υπόψη τα νέα μέτρα που προτείνονται για τις κατηγορίες οχημάτων Γ, Γ1, Δ και Δ1 και για τις κατηγορίες των ρυμουλκούμενων τους, καθώς και η οδηγία 2003/59/ΕΟΚ σχετικά με την ικανότητα των επαγγελματιών οδηγών που υιοθετήθηκε πρόσφατα από την Επιτροπή και το Συμβούλιο, θεωρείται ότι η ταυτόχρονη εφαρμογή τμημάτων της οδηγίας αυτής θα ωφελούσε πολλά κράτη.

4.4.

Η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή στο πρόβλημα του υψηλού ποσοστού συμμετοχής σε ατυχήματα που έχουν οι επαγγελματίες οδηγοί με άδεια οδήγησης κατηγορίας Β. Για το λόγο αυτό, θα επικρατούσε με θέρμη οποιαδήποτε πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την θέσπιση μέτρων γι αυτή την κατηγορία οδηγών.

4.5.

Η ΕΟΚΕ συνιστά να επανεξεταστεί ο ορισμός των κατηγοριών ρυμουλκούμενων Β+Ε και Γ1+Ε. Η ασάφεια που προκαλεί ο ορισμός που προτείνεται, η προβληματική ως προς την κατανομή του βάρους για την άδεια οδήγησης κατηγορίας Γ1+Ε, καθώς και η ανισότητα που υπάρχει μεταξύ των αδειών οδήγησης κατηγορίας Β+Ε και Γ1+Ε αποτελούν κατά την γνώμη της ΕΟΚΕ αφορμή για να γίνει μια κριτική παρατήρηση για την παρούσα πρόταση.

4.6.

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την ισοδυναμία των αδειών οδήγησης κατηγορίας Γ1 και Δ1. Αντιθέτως, η γνώμη της δεν είναι θετική όσον αφορά τις αναμενόμενες συνέπειες της ισοδυναμίας των αδειών οδήγησης κατηγορίας Β και Α1. Παρ όλο που γνωρίζει ότι σε ορισμένα κράτη μέλη η ισοδυναμία αυτή είναι ήδη γεγονός, εκφράζει την ανησυχία της για τις συνέπειες του μέτρου.

4.7.

Η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι τα κράτη μέλη πρέπει να διατηρήσουν την αρμοδιότητα να εκδίδουν άδειες οδήγησης περιορισμένης ισχύος με βάση ιατρική γνωμάτευση.

Βρυξέλλες, 31 Μαρτίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  Ερμηνεία της ανακοίνωσης σχετικά με την άδεια οδήγησης στην ΕΕ, ΕΕ C 77 της 28.3.2002, σ. 5.

(2)  COM(2003) 311 τελικό.

(3)  COM(2001) 370 τελικό — Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ, ΕΕ C 241 της 7.10.2002, σ. 168.

(4)  ΕΟΚΕ 1608/2003, 10.12.2003.

(5)  ΕΕ L 237 της 24.8.1991.

(6)  Για την κατάσταση στις Κάτω Χώρες, βλέπε, εκτός άλλων, Ing. C. Schoon, Ontwikkelingen in parkomvang en onveiligheid bestelauto's. Een verkenning binnen het thema Voertuigveiligheid van het SWOV-jaarprogramma 2000-2001. Έκθεση αριθ. R-2001-33; Ing. A.A. Kampen, Onveiligheid van Bestel- en Vrachtauto's binnen de bebouwde kom. Έκθεση αριθ. R 97-53 SWOV. Στη μελέτη αυτή προκύπτει ότι τα μικρά λεωφορεία είναι η μόνη κατηγορία οχημάτων που ακολουθεί σταθερά ανιούσα πορεία όσον αφορά στην εμπλοκή της σε τροχαία. Με βάση το 100, το 1984, αυξήθηκε σε 138, το 2002, ενώ όλες οι άλλες κατηγορίες ευρίσκονταν την ίδια χρονιά κάτω του 85.


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112/39


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου περί υποχρεώσεως διατηρήσεως ενός ελαχίστου επιπέδου αποθεμάτων αργού πετρελαίου ή/και προϊόντων πετρελαίου από τα κράτη μέλη (κωδικοποιημένη έκδοση)

[COM(2004) 35 τελικό — 2004/0004 (CNS)]

(2004/C 112/10)

Στις 10 Μαρτίου 2004, και σύμφωνα με το άρθρο 100 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση.

Το τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών» στο οποίο ανατέθηκαν οι προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 2 Μαρτίου 2004 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. Wilkinson.

Κατά την 407η σύνοδο ολομελείας της, της 31ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου 2004 (συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 98 ψήφους υπέρ, 1 κατά και 2 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.

Δεδομένης της σημασίας της σαφήνειας και διαφάνειας του κοινοτικού δικαίου, το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, και η Επιτροπή έχουν τονίσει την ανάγκη συχνής κωδικοποίησης των τροποποιημένων πράξεων βάσει συμπεφωνημένης και ταχείας διαδικασίας. Κατά τη διαδικασία αυτή, δεν επιτρέπονται αλλαγές επί της ουσίας (1).

2.

Η ΕΟΚΕ επικροτεί και ενθαρρύνει τις προσπάθειες απλοποίησης του κοινοτικού κεκτημένου και κυρίως τις διαδικασίες ενοποίησης και κωδικοποίησης του ισχύοντος δικαίου. Οι προσπάθειες αυτές συμβάλλουν στην ορθή δημοκρατική διακυβέρνηση εφόσον διευκολύνουν την κατανόηση του κοινοτικού κεκτημένου και την ορθή εφαρμογή του.

Βρυξέλλες, 31 Μαρτίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  Σχετικά με την ουσία του θέματος, βλέπε ΕΕ C 133 της 6.6.2003.


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112/40


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προστασία των υπογείων υδάτων από τη ρύπανση

[COM(2003) 550 τελικό — 2003/0210 (COD)]

(2004/C 112/11)

Στις 3 Οκτωβρίου 2003, και σύμφωνα με το άρθρο 175 παράγραφος 1 της συνθήκης, περί ιδρύσεως των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει γνωμοδότηση της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση.

Το τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου, περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 4 Μαρτίου 2004 με βάση εισηγητική έκθεση της κας SANCHEZ MIGUEL.

Κατά την 407η σύνοδο ολομέλειας της 31ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου 2004 (συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε, με 97 ψήφους υπέρ και 1 αποχή, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Εισαγωγή

1.1.

Η έναρξη της ισχύος της οδηγίας πλαίσιο για τα ύδατα (1) καθιστά αναγκαίο να υιοθετηθούν οι κανόνες ανάπτυξης του κανονιστικού περιεχομένου της προκειμένου να επιτευχθεί ολοκληρωτικά ο κύριος στόχος, που αφορά στην προστασία του ευρωπαϊκού υδάτινου περιβάλλοντος. Έχουν υποβληθεί διάφορες προτάσεις (2) που πραγματεύονται συγκεκριμένες πτυχές της προστασίας των υδάτων και ειδικότερα η οδηγία που θεσπίζει κατάλογο των πρωταρχικών ουσιών, στα πλαίσια της πολιτικής των υδάτων (3), πράγμα που έχει μεγάλη σημασία για την αντιμετώπιση της ρύπανσης των υπογείων υδάτων.

1.2.

Σήμερα η προστασία των υπογείων υδάτων διέπεται σε γενικές γραμμές από την οδηγία 80/68/ΕΟΚ (4) που καθορίζει τις επικίνδυνες ουσίες που ρυπαίνουν τα εν λόγω ύδατα, και το άρθρο 17 οδηγίας πλαίσιο για τα ύδατα, που αποτελεί την βασικό κανόνα για την πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης αυτού του στοιχείου του περιβάλλοντος.

1.3.

Η σημασία των υπογείων υδάτων έχει αποδειχθεί εξ όσων αναφέρθηκαν, όχι μόνο ως ζωτική πηγή για τον εφοδιασμού των νοικοκυριών και διάφορες ανθρώπινες δραστηριότητες, αλλά και ως διορθωτικός παράγοντας των επιφανειακών υδάτων. Για το λόγο αυτό, το ζήτημα της προστασίας τους πρέπει να θεωρηθεί εκ νέου, δεδομένου ότι, εκτός από την άμεση ρύπανση που πλήττει τα υπόγεια ύδατα, υπάρχει και η διάχυτη ρύπανση η οποία είναι συνέπεια διαφόρων διαδικασιών (έκπλυση, στράγγισμα διαφόρων ρύπων κ.λπ.) επί σειρά ετών που έχουν αυξανόμενη και καθοριστική επίπτωση στην απώλεια ποιότητας και στην φθορά των υδάτινων πόρων.

1.4.

Η προστασία των υπογείων υδάτων πρέπει να αποτελέσει έναν από τους κυριότερους στόχους της ευρωπαϊκής νομοθεσίας προκειμένου να διορθωθεί η κατάσταση της σημερινής ρύπανσης και να προληφθούν οι μελλοντικές ρυπάνσεις. Η ρύπανση των υδάτων αποτελεί πρόβλημα η επίλυση του οποίου είναι δύσκολη και δαπανηρή. Οι συνέπειες στην άντληση πόσιμου ύδατος είναι σημαντικές και, για το λόγο αυτό, η αύξηση της προστασίας των υπόγειων υδάτων είναι βασικός στόχος οποιουδήποτε κανόνα προστασίας όχι μόνο των υδάτων αλλά και της ανθρώπινης υγείας και της ποιότητας ζωής των πολιτών.

1.5.

Από τη στιγμή της έναρξης της ισχύος της οδηγίας πλαίσιο για τα ύδατα, το άρθρο 17 είναι ο βασικός κανόνας που θεσπίζει την προστασία αυτού του τύπου υδάτων από τη ρύπανση, εντός του γενικού πλαισίου ρύθμισης όλων των κοινοτικών υδάτων. Ωστόσο, πρέπει να επισημανθεί ότι, επειδή πρόκειται για μέσο που επηρεάζεται και από άλλες κοινοτικές πολιτικές, όπως η ΚΓΠ, η βιομηχανική πολιτική, η πολιτική σχετικά με την υγεία, κ.λπ. ισχύουν ως προς αυτό και οι κανόνες σχετικά με συγκεκριμένες πτυχές της προστασίας, όπως, π.χ., οι κανόνες για τα πόσιμα ύδατα (5), τα αζωτούχα λιπάσματα (6), τα φυτοφάρμακα (7), τα βιοκτόνα (8), κ.λπ..

2.   Κύρια σημεία της πρότασης

2.1.

Η υπό εξέταση πρόταση υποβάλλεται λόγω της απαίτησης του άρθρου 17 για την υιοθέτηση ειδικών μέτρων για την πρόληψη και τον έλεγχο της ρύπανσης των υπογείων υδάτων με στόχο να επιτευχθεί η καλή χημική κατάστασή τους. Τα εν λόγω μέτρα πρέπει να έχουν υιοθετηθεί το αργότερο δύο χρόνια πριν από την έναρξη ισχύος της οδηγίας πλαίσιο για τα ύδατα (2006). Ωστόσο, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι οι κανόνες της υπό εξέταση πρότασης οδηγίας εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας πλαίσιο για τα ύδατα έτσι ώστε δεν είναι απαραίτητη η επανάληψη ορισμένων διατάξεων της οδηγίας πλαίσιο και, ειδικότερα, σε ό,τι αναφέρεται στους περιβαλλοντικούς στόχους, στη συντονισμό της διοίκησης των αρχών των λεκανών απορροής, οι οποίες πρέπει να διαθέτουν την απογραφή των αποθεμάτων υπογείων υδάτων, και τον προσδιορισμό των ζωνών άντλησης ύδατος για ανθρώπινη χρήση καθώς και τις περιμέτρους προστασίας, στις διατάξεις για την ενημέρωση και τη δημόσια διαβούλευση με τους ενδιαφερομένους κ.λπ..

2.2.

Ο γενικός στόχος της πρότασης είναι η θέσπιση ειδικών μέτρων πρόληψης και ελέγχου της ρύπανσης των υπογείων υδάτων μέσω των ακολούθων κριτηρίων:

Εκτίμηση της καλής χημικής κατάστασης των υπογείων υδάτων

Προσδιορισμός των τάσεων σημαντικής και σταθερής αύξησης της συγκέντρωσης ρύπων και προσδιορισμός των σημείων αφετηρίας για την αναστροφή της τάσεως.

2.3.

Προσδιορίζονται οι συνθήκες στις οποίες τα κράτη μέλη θα πρέπει να καθορίζουν τις τιμές κατωφλίου για κάθε έναν από τους ρύπους που περιέχονται στο παράρτημα ΙΙΙ, με τρόπο ώστε να αποτελέσουν αναφορά για ενδεχόμενη αναθεώρηση της κατάστασης των υπογείων υδάτων, σύμφωνα με ό,τι θεσπίζεται από την οδηγία πλαίσιο για τα ύδατα.

2.4.

Προστίθεται η απαίτηση να προσδιορίσουν τα κράτη μέλη νέα μέτρα πρόληψης και περιορισμού (εκτός από όσα περιέχονται στην οδηγία πλαίσιο για τα ύδατα) των έμμεσων ρίψεων στα υπόγεια ύδατα οι οποίες έχουν επιπτώσεις στην καλή χημική κατάστασή τους.

2.5.

Στα παραρτήματα προσδιορίζονται οι κανόνες ποιότητας, η διαδικασία εκτίμησης της γενικής κατάστασης και των τιμών κατωφλίου των ρύπων των υπόγειων υδάτων. Πρέπει να επισημανθεί το περιεχόμενο του παραρτήματος IV, στο οποίο θεσπίζεται ο προσδιορισμός και η αναστροφή των τάσεων σημαντικής και σταθερής αύξησης της ρύπανσης των υδάτων αυτών, που πρέπει να καθοριστούν από τα κράτη μέλη.

3.   Γενικές Παρατηρήσεις

3.1.

Η παρούσα πρόταση οδηγίας κρίνεται θετική δεδομένου ότι η κατάρτισή της έγινε μετά από διαβουλεύσεις και συζητήσεις με τα ενδιαφερόμενα μέρη. Η ΕΟΚΕ ειδικότερα θεωρεί θετικό το περιεχόμενό της διότι προϋποθέτει την θέσπιση μιας νέας μεθοδολογίας για την ανάλυση της κατάστασης των υπογείων υδάτων σε σύγκριση με την οδηγία 80/60-8/ΕΟΚ. Έτσι, το κριτήριο της ενσωμάτωσης του συνόλου της πολιτικής για τα ύδατα στα σχέδια διαχείρισης των ποταμών, που απαιτεί την καταγραφή των μαζών των υπογείων υδάτων, μπορεί να προσαρμόζεται στα γεωγραφικά χαρακτηριστικά των μέτρων που υιοθετούνται.

3.2.

Ωστόσο, μπορεί να θεωρηθεί περιοριστική η αναφορά των ρύπων που έχουν επιπτώσεις στην ποιότητα των υδάτων αυτών, δεδομένου ότι μπορεί μεν να περιέχεται μία μεγάλη αναλογία αζωτούχων και φυτοφαρμάκων, ωστόσο πρέπει να εξετασθούν και οι επιπτώσεις άλλων διαδικασιών, όπως για παράδειγμα οι διηθήσεις των αποθεμάτων βενζίνης, οι εκπλύσεις σε βιομηχανικά εδάφη και, προπάντων οι συνέπειες της υπερεκμετάλλευσης των υδάτινων πόρων στις θαλάσσιες ζώνες και ειδικότερα στη λεκάνη της Μεσογείου, που έχουν προκαλέσει την προοδευτική αλάτωση των υδάτων αυτών.

3.3.

Είναι επίσης θετική η ολοκλήρωση όλων των κοινοτικών κανόνων που επηρεάζουν τα υπόγεια ύδατα, εντομοκτόνα, βιοκτόνα κ.λπ.. Πρόκειται για εφαρμογή με οριζόντια μορφή όλων εκείνων των πολιτικών που έχουν συνέπειες για την ποιότητα των υδάτων. Οπωσδήποτε, όμως, θα πρέπει να συμπεριληφθούν στην οριζόντια αυτή εφαρμογή και τα άλλα νομοθετικά μέτρα διευρύνοντας έτσι τα κριτήρια ποιότητας.

3.4.

Με την έννοια αυτή, μπορεί να θεωρηθεί ότι η εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων περί καταλόγων ρυπαντών που έχουν ήδη θεσπιστεί (9) (έστω και εάν αναφέρονται στα επιφανειακά ύδατα) και των τιμών κατωφλίου πρέπει να αποτελέσει τμήμα του περιεχομένου του παραρτήματος Ι της πρότασης οδηγίας. Τούτο θα είναι επωφελές για την ποιότητα των υπογείων υδάτων δεδομένου ότι λαμβάνεται έτσι υπόψη μεγαλύτερος αριθμός ουσιών που μπορούν να προκαλέσουν διάχυτη ρύπανση.

3.5.

Η κατάρτιση στατιστικών σχετικά με τις τάσεις σημαντικής ή σταθερής αύξησης στις συγκεντρώσεις ρυπαντών, όπως προβλέπεται από το παράρτημα IV, θεωρείται κατά την ΕΟΚΕ θετική δεδομένου ότι ανταποκρίνεται στην εντολή του παραρτήματος V της οδηγίας πλαίσιο για τα ύδατα, που επιτρέπει στα κράτη μέλη τον προσδιορισμό των τάσεων, σε εναρμονισμένες περιόδους έτσι ώστε να λαμβάνονται υπόψη, εκτός από το σχέδιο λεκάνης, οι κλιματικές συνθήκες και το έδαφος κάθε ευρωπαϊκής περιφέρειας.

3.6.

Ωστόσο, προκειμένου να διευκρινιστούν περισσότερο και να αποτραπούν οι αποκλίσεις όσον αφορά την ερμηνεία των τάσεων, θα ήταν σκόπιμο να καθιερώσει η Επιτροπή πιο συγκεκριμένα κριτήρια σε σχέση με τις παραμέτρους, τους δείκτες, τις λειτουργίες μετατροπής κ.λπ. που θα επιτρέπουν έτσι τη σύγκριση των αποτελεσμάτων της οδηγίας.

3.7.

Η διαδικασία κοινοποίησης του καταλόγου ρυπαντών για τους οποίους έχουν θεσπιστεί τιμές κατωφλίου από τα κράτη μέλη πριν από τις 22 Ιουνίου 2006 έχει μεγάλη σημασία για τις πληροφορίες που θα πρέπει να περιέχει το σχέδιο διαχείρισης της λεκάνης απορροής των μαζών των υπογείων υδάτων.

3.8.

Το σύστημα ενημέρωσης και διαβουλεύσεων με τα ενδιαφερόμενα μέρη, τους γεωργούς, τις μη κυβερνητικές οργανώσεις, και τα συνδικάτα (10) είναι πολύ σημαντικό στο πλαίσιο αυτό όπως, επίσης, είναι σημαντική και η δυνατότητα παρέμβασης στον έλεγχο της ορθής χρησιμοποίησης του και γι' αυτό το λόγο το σύστημα έγκρισης των σχεδίων διαχείρισης των ποτάμιων λεκανών πρέπει να ενισχυθεί μέσω ενός δημόσιου συστήματος πληροφόρησης και συμμετοχής όλων των ενδιαφερομένων. Θα ήταν σκόπιμο να καταρτίζει η Επιτροπή ενημερωτικές εκθέσεις που θα επιτρέπουν να επαληθεύεται ότι οι διαβουλεύσεις αυτές υλοποιούνται ικανοποιητικά.

3.9.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί αναγκαία την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με το άρθρο 5 και το παράρτημα ΙΙ.2 της οδηγίας πλαίσιο για τα ύδατα, που διέπουν τα χαρακτηριστικά της γεωγραφικής οριοθέτησης, τον περιβαλλοντικό αντίκτυπο κ.λπ.. Πρέπει να εκτιμάται, επίσης, και ο αντίκτυπος της ανθρώπινης δραστηριότητας έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνονται στα σχέδια διαχείρισης των ποτάμιων λεκανών όλες οι πηγές που επιδρούν στις μάζες των υπόγειων υδάτων. Παρόμοια, πρέπει να διασφαλιστεί η συμμόρφωση με το υπόλοιπο κείμενο των παραρτημάτων της οδηγίας πλαίσιο για τα ύδατα διότι, σε αντίθετη περίπτωση, θα εφαρμόζονται οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 17, που επιτρέπουν στα κράτη μέλη να προσδιορίζουν τα κριτήρια που πρέπει να διέπουν την αναστροφή της τάσης σχετικά με την ποιότητα των υπογείων υδάτων.

3.10.

Πρέπει να προσδιοριστούν οι συνθήκες υπό τις οποίες μπορούν να εγκριθούν οι έμμεσες ρίψεις, για παράδειγμα η διάχυτη ρύπανση, μέσω του προγράμματος περί βασικών μέτρων που θεσπίζει το άρθρο11.3 της οδηγία πλαίσιο για τα ύδατα. Το κυριότερο πρόβλημα στην περίπτωση των έμμεσων ρίψεων είναι η ανυπαρξία ή η περιορισμένη χρησιμότητα των εγκρίσεων τους. Επιπλέον, οι ρίψεις ευθύνονται και για ένα σημαντικό τμήμα της διάχυτης ρύπανσης.

3.11.

Η περιβαλλοντική πολιτική σχετικά με την έρευνα η οποία είναι απαραίτητη για την εφαρμογή των νέων τεχνολογιών σχετικά με τα ύδατα (11) πρέπει να συνδεθεί με το 6ο πρόγραμμα έρευνας έτσι ώστε να ενεργοποιηθούν οι ερευνητικοί τομείς των πανεπιστημίων και των επιχειρήσεων για την ενίσχυση των συστημάτων βελτίωσης και αποκατάστασης των ευρωπαϊκών υδάτινων πόρων.

3.12.

Τέλος, σε σχέση με την ανάλυση κόστους — οφέλους η οποία συνοδεύει τις νέες διατάξεις, πρέπει να επισημανθεί ότι έχει πραγματοποιηθεί παρόμοια ανάλυση για το σύνολο των υδάτων μέσω της εκτίμησης της παρακολούθησης των υδροφόρων λεκανών και του κόστους καθαρισμού. Ωστόσο, η πρόταση περιλαμβάνει ειδικά και σαφέστερα μέτρα που θα προσδώσουν μεγαλύτερη ομοιογένεια όσον αφορά τον προσδιορισμό της κατάστασης των υπογείων υδάτων. Αυτό θα επιτρέψει να αποτραπεί η διάθεση πόρων για τη σύγκριση των μαζών των υπογείων υδάτων μέσω διαφορετικών παραμέτρων. Χάρη στην εναρμόνιση των κριτηρίων θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρόμοιες περιττές δαπάνες (12).

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί πολύ σημαντική την πρόταση οδηγίας για τα υπόγεια ύδατα, δεδομένου ότι έως σήμερα λείπουν ομοιογενή στοιχεία σχετικά με την ποιότητα των μαζών των υπόγειων υδάτων της ΕΕ. Μολονότι είναι βέβαιο ότι σύμφωνα με την οδηγία πλαίσιο για τα ύδατα, που ισχύει ήδη, είναι υποχρεωτικό όλα τα σχέδια λεκανών απορροής να περιέχουν κατάλογο των υδάτινων μαζών, που να περιλαμβάνουν και τα υπόγεια ύδατα, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι υπάρχουν ακόμη κράτη μέλη που δεν έχουν μεταφέρει στη νομοθεσία τους την οδηγία πλαίσιο για τα ύδατα. Το σύστημα πειραματικών σχεδίων λεκανών απορροής της Γ.Δ. Περιβάλλον (σήμερα εκτελούνται περίπου 50) θα μπορούσε να επεκταθεί και στα υπόγεια ύδατα έτσι ώστε να ενθαρρυνθούν τα κράτη μέλη να εργαστούν αποτελεσματικότερα και ταχύτερα ώστε να διεξαγάγουν έρευνες και να εκτιμήσουν τα εν λόγω ύδατα και να αναλάβουν τα απαιτούμενα μέτρα.

4.2.

Για τον γενικό χαρακτηρισμό των μαζών των υπογείων υδάτων, όπως το απαιτεί η οδηγία πλαίσιο για τα ύδατα, προκειμένου να εκτιμηθεί η ποιότητα του περιβάλλοντος, θα πρέπει να αναφερθούν, μεταξύ άλλων, οι πηγές διάχυτης ρύπανσης. Η πρόταση οδηγίας θεωρεί ότι αυτές οι πηγές είναι οι «έμμεσες ρίψεις», αποτέλεσμα της διήθησης μέσω του εδάφους και του υπεδάφους, και αποκλείει άλλες πηγές ρύπανσης που μπορούν να αλλοιώσουν την καλή χημική κατάσταση αυτών των υδάτων.

4.2.1.

Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να επισημανθεί, είναι ότι θα πρέπει να αναφερθεί, στο μέτρο του δυνατού, η ύπαρξη και άλλων ισχυόντων κοινοτικών κανόνων, των οποίων οι ποιοτικές αξίες διαφέρουν από αυτές που περιέχονται στην πρόταση, όπως για παράδειγμα η οδηγία για το πόσιμο ύδωρ και οι οδηγίες για τα αζωτούχα (13) και τα φυτοφάρμακα (14).

4.2.1.1.

Είναι δυνατό, σε συνάρτηση με τις παραμέτρους ποιότητας που υπάρχουν σε άλλες οδηγίες σχετικά με την ποιότητα των υδάτων και σε συσχέτιση με την κύρια χρήση του (οικιακή, γεωργική), να προσδιοριστούν, μέσω επιστημονικών και τεχνικών πληροφοριών που προκύπτουν από τον προγραμματισμό που επιβάλλεται από την οδηγία πλαίσιο για τα ύδατα (χρήσεις των υδάτων λεκάνης, προσδιορισμός τιμών καθορισμού της καλής χημικής κατάστασης), τιμές κατωφλίου για ορισμένες από τις ουσίες, υψηλότερες από την χαμηλή αριθμητική τιμή που περιέχει γι αυτές η πρόταση.

4.2.1.2.

Οι αρμόδιες διοικήσεις διαθέτουν επιπλέον άλλες, αυστηρές και δοκιμασμένες, πηγές πληροφοριών, που προκύπτουν από την εφαρμογή άλλων μέσων, όπως η οδηγία 96/61/ΕΟΚ IPPC, (15) που θεσπίζει τιμές κατωφλίου για 26 περίπου ρύπους υδάτων.

4.2.2.

Κατά δεύτερο λόγο, θα ήταν σκόπιμο ο κατάλογος των ρύπων του παραρτήματος Ι και οι ουσίες του παραρτήματος ΙΙΙ της πρότασης οδηγίας, μολονότι θεωρούνται ελάχιστες τιμές, να διευρυνθούν ώστε καλύπτουν το περιεχόμενο του παραρτήματος VIII της οδηγίας πλαίσιο για τα ύδατα, δεδομένου ότι αυτό αναφέρεται στο άρθρο 6 της πρότασης.

4.2.3.

Από την προηγούμενη αυτή σκοπιά, η Επιτροπή θα πρέπει να εναρμονίσει όλες τις παραμέτρους ποιότητας των υπόγειων υδάτων κι αυτό από το 2007.

4.3.

Τέλος, η έγκριση των έμμεσων ρίψεων, που επιτρέπονται από το άρθρο 6 της πρότασης, θα πρέπει να ακολουθήσει ως παράδειγμα τις διατάξεις του άρθρου 11, στοιχείο στ) της οδηγίας πλαίσιο για τα ύδατα, που θεσπίζει την απαγόρευση των έμμεσων ρίψεων ρυπαντών στα υπόγεια ύδατα, χωρίς καμία αρχή να μπορεί να διαφοροποιήσει τις τιμές αυτές στις εγκρίσεις που παρέχει, όπως ακριβώς θεσπίζεται στο άρθρο 6.

4.4.

Η ΕΟΚΕ τονίζει εκ νέου τη σημασία που έχει η ενημέρωση και η συμμετοχή των ενδιαφερομένων πλευρών στην εφαρμογή των διατάξεων για τα ύδατα, και με την έννοια αυτή, θεωρεί ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι νέες διατάξεις (16) εφαρμογής της σύμβασης του Aarhus, που διευκολύνει την ενημέρωση, τη συμμετοχή, και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη σχετικά με την περιβαλλοντική πολιτική όχι μόνο στα κράτη μέλη, αλλά και στα κοινοτικά όργανα.

4.5.

Τέλος πρέπει να υπενθυμιστεί στην Επιτροπή ότι μια θεμελιώδης απαίτηση για την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων που προτείνονται στο 6ο πρόγραμμα είναι η συνεργασία και ο συντονισμός όλων των κοινοτικών οργάνων, ειδικότερα των Γενικών Διευθύνσεων, που θα πρέπει να αποφεύγουν τις επαναλήψεις, τις διαφορές, και ειδικότερα την επικάλυψη κατά τη χρήση των δημοσίων πιστώσεων.

4.5.1

Από την άποψη αυτή η ΕΟΚΕ θεωρεί πρωταρχική την συλλογή και επεξεργασία όλων των υφιστάμενων τεχνικών, επιστημονικών και κοινωνικών πληροφοριών που σήμερα είναι διασκορπισμένες σε διάφορους ακαδημαϊκούς και διοικητικούς φορείς, ιδρύματα κ.λπ., πράγμα που θα διευκολύνει σημαντικά την Επιτροπή κατά την κατάρτιση των διαφόρων οδηγιών της σχετικά με τη διαχείριση των υδάτινων πόρων της ΕΕ.

Βρυξέλλες, 31 Μαρτίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  ΕΕ L 327 της 22.12.2000, σ. 72.

(2)  Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση καταλόγου πρωταρχικών ουσιών στα πλαίσια της πολιτικής των υδάτων. COM(2000)47 τελ. Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή με θέμα: Πολιτική τιμολόγησης και πολιτική για την αειφορία των υδάτινων πόρων COM(2000) 477 τελικό.

(3)  COM(2003) 847 τελικό. Κωδικοποιήθηκε στις 7.1.2004 και αναφέρεται στους υδάτινους πόρους της Κοινότητας. Δεν περιλαμβάνει, όμως, τα υπόγεια ύδατα.

(4)  ΕΕ L 20 της 26.1.1980, σ. 43.

(5)  Τροποποιημένη οδηγία 98/83 ΕΚ (ΕΕ L 330 της 5.12.1998, σ. 32).

(6)  Οδηγία 91/76 ΕΟΚ (ΕΕ L 375 της 31.12.1991, σ. 1).

(7)  Τροποποιημένη οδηγία 98/47/ΕΚ (ΕΕ L 191 της 7.7.1998, σ. 50).

(8)  Οδηγία 98/8/ ΕΚ (ΕΕ L 123 της 24.4.1998 σ. 1).

(9)  Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την θέσπιση καταλόγου πρωταρχικών ουσιών στα πλαίσια της πολιτικής των υδάτων, 13 Μαρτίου 2000. Γνωμοδότηση της ΟΚΕ, ΕΕ C 268 της 19.9.2000.

(10)  Το άρθρο 10 της οδηγίας πλαίσιο για τα ύδατα θεσπίζει ευρύ σύστημα ενημέρωσης και δημόσιων διαβουλεύσεων για την κατάρτιση των σχεδίων λεκάνης, που μπορούν να ενισχυθούν από την σύμβαση του Aarhus, στην πρόταση κανονισμού και κοινοτικής οδηγίας. Εισηγήτρια ΕΟΚΕ κα Sanchez Miguel.

(11)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ σχετικά με το «Πρόγραμμα δράσης στα θέματα της περιβαλλοντικής τεχνολογίας», ΕΕ C 32 της 5.2.2004.

(12)  Στο παράρτημα ΙΙΙ της πρότασης θεσπίζονται οι τιμές κατωφλίου που διευκολύνουν την εναρμόνιση των ουσιών σε ελάχιστη μόνο βάση. Επιπλέον, οι παρεχόμενες από τα κράτη μέλη σχετικά με τις υπόγειες υδάτινες μάζες πληροφορίες που απειλούνται από ρύπανση και θα διευκολύνει τη σχετική δράση μειώνοντας τις δαπάνες για την αποκατάστασή τους.

(13)  Οδηγία 91/676/ΕΟΚ (ΕΕ L 375 της 31.12.1991).

(14)  Οδηγία 91/414/ΕΟΚ (ΕΕ L 230 της 19.8.1991).

(15)  Πρόταση τροποποίησης της οδηγίας σχετικά με την ολοκληρωμένη πρόληψη και έλεγχο της ρύπανσης, COM (2003) COM 354 τελικό. ΕΕ C 80 της 30.3.2004.

(16)  Βλέπε πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την εφαρμογή των διατάξεων της Σύμβασης του Århus σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα, [COM(2003) 622 τελικό] και πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα [COM(2003) 624 τελικό].


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112/44


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την προσθήκη βιταμινών και μετάλλων και ορισμένων άλλων ουσιών στα τρόφιμα

[COM(2003) 671 τελικό — 2003/0262 (COD)]

(2004/C 112/12)

Στις 24 Νοεμβρίου 2003, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο ζήτησε την γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου, περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 4 Mαρτίου 2004, με βάση εισηγητική έκθεση της κας HEINISCH.

Κατά τη 407η σύνοδο ολομελείας της 31ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου 2004 (συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου 2004) η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε, με 95 ψήφους υπέρ και 3 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Eισαγωγή

1.1.

Λόγω των διαφορετικών εθνικών κανόνων που ισχύουν στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αγορά των τροφίμων που έχουν εμπλουτιστεί με βιταμίνες, μέταλλα και άλλες ουσίες διαφοροποιείται σημαντικά και το γεγονός αυτό συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη διακίνηση των προϊόντων. Ως εκ τούτου, η ενοποίηση της ευρωπαϊκής νομοθεσίας είναι απολύτως δεκτή και για την προστασία του καταναλωτή.

1.2.

Αν και θεωρητικά μία ισορροπημένη διατροφή εφοδιάζει τον οργανισμό με όλες τις απαραίτητες βιταμίνες, μέταλλα και άλλες θρεπτικές ουσίες, δεν ακολουθεί το σύνολο των πληθυσμιακών ομάδων στην Ευρωπαϊκή Ένωση (1) μια ισορροπημένη διατροφή, για διάφορους λόγους.

1.3.

Στο πλαίσιο αυτό, η προσθήκη βιταμινών, μετάλλων ή άλλων ουσιών με σκοπό τον εμπλουτισμό των τροφίμων θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα από τα πολυάριθμα βελτιωτικά μέτρα όσον αφορά τον εφοδιασμό του πληθυσμού με τις απαραίτητες θρεπτικές ουσίες, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί υποκατάστατο της ισορροπημένης και ποικιλόμορφης διατροφής.

1.4.   Προκειμένου να βελτιωθεί η διατροφή του πληθυσμού, η λήψη περαιτέρω μέτρων, όπως επί παραδείγματι εκστρατείες ενημέρωσης ή υγειονομική εκπαίδευση στα σχολεία, καθίσταται αναγκαία. Ιδιαίτερη έμφαση θα πρέπει κυρίως να δοθεί σε συγκεκριμένες, πιο ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, όπως είναι τα άτομα της τρίτης ηλικίας, τα οποία εμφανίζουν συχνότερα ανεπαρκή πρόσληψη θρεπτικών ουσιών σε σχέση με άλλες ομάδες ατόμων. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η σπουδαιότητα των διατροφικών συμπληρωμάτων.

1.4.1.

Για το σκοπό αυτό η ΕΟΚΕ συνιστά την ανάπτυξη κατάλληλων στρατηγικών ώστε να διασφαλιστεί ο εφοδιασμός του πληθυσμού σε ικανοποιητικές ποσότητες φολικού οξέως. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί είτε μέσω του υποχρεωτικού, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, εμπλουτισμού ορισμένων τροφίμων με φολικό οξύ, είτε μέσω κατάλληλων ενημερωτικών εκστρατειών σε εθνικό επίπεδο.

1.5.

Εντούτοις, η προσθήκη βιταμινών και μετάλλων ή άλλων ουσιών στα τρόφιμα με σκοπό τον εμπλουτισμό τους,, δεν θα πρέπει να αποτελέσει πανάκεια. Δεν θα πρέπει να γίνονται δυσμενείς διακρίσεις έναντι των μη εμπλουτισμένων τροφίμων, είτε να μη δοθεί η εντύπωση στο καταναλωτικό κοινό ότι οι τροφές στις οποίες έχουν προστεθεί βιταμίνες, μέταλλα ή άλλες ουσίες, υπερέχουν ποιοτικά των μη εμπλουτισμένων τροφών.

2.   Κύρια σημεία της πρότασης της Επιτροπής

2.1.

Η πρόταση κανονισμού σχετικά με την προσθήκη βιταμινών και μετάλλων ή άλλων ουσιών στα τρόφιμα στοχεύει στην εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων που ισχύουν στα κράτη μέλη της ΕΕ, όσον αφορά την κυκλοφορία τροφίμων στα οποία έχουν προστεθεί προαιρετικά βιταμίνες, μέταλλα ή άλλες ουσίες για σκοπούς εμπλουτισμού.

2.2.

H πρόταση δεν σκοπεύει να εναρμονίσει τις νομοθετικές διατάξεις που διέπουν την υποχρεωτική προσθήκη βιταμινών και μετάλλων στα τρόφιμα. Σε ορισμένα κράτη μέλη υφίσταται ήδη νομοθεσία για τον υποχρεωτικό εμπλουτισμό ορισμένων ομάδων τροφίμων, ώστε να καλυφθεί η έλλειψη σε ορισμένες θρεπτικές ουσίες που έχει διαπιστωθεί στον πληθυσμό ορισμένων περιφερειών. Εφόσον η έλλειψη αυτή εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από περιφερειακούς παράγοντες, η εναρμόνισή τους κρίνεται ως ακατάλληλη.

2.3.

Επιτρέπεται να προστεθούν στα τρόφιμα μόνο οι βιταμίνες και τα μέταλλα ή οι σχετικοί συνδυασμοί που απαριθμούνται στα Παραρτήματα I και II του κανονισμού. Η προσθήκη τους θα πρέπει να εξυπηρετεί αποκλειστικά τους σκοπούς του εμπλουτισμού των τροφίμων, της αποκατάστασης της διατροφικής ισοδυναμίας των υποκατάστατων τροφίμων, ή της αποκατάστασης των ουσιών που απόλλυνται είτε κατά την κανονική διαδικασία παρασκευής τροφίμων είτε κατά τη διάρκεια της συνήθους αποθήκευσής τους ή διαχείρισής τους.

2.4.

Τα νωπά μη επεξεργασμένα προϊόντα (όπως φρούτα, λαχανικά, κρέας) και τα αλκοολούχα ποτά με περιεκτικότητα σε βαθμούς αλκοόλης μεγαλύτερη από 1,2 %, γενικά δεν επιτρέπεται να εμπλουτίζονται με βιταμίνες ή μέταλλα και η απαγόρευση αυτή ενδέχεται να επεκταθεί και σε άλλα τρόφιμα ή ομάδες τροφίμων στο μέλλον.

2.5.

Προβλέπεται η κατάρτιση ειδικών διατάξεων όσον αφορά τη επισήμανση τροφίμων, στα οποία έχει γίνει προσθήκη βιταμινών και μετάλλων.

2.6.

Η προσθήκη ουσιών, πέραν των βιταμινών και μετάλλων, εμπίπτει επίσης στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας πρότασης κανονισμού.

2.7.

Η προσθήκη ουσιών στα τρόφιμα μπορεί να απαγορευτεί ή να περιοριστεί με την καταχώριση τους στο παράρτημα ΙΙΙ του κανονισμού. Ορισμένες ουσίες μπορούν επίσης τεθούν υπό παρακολούθηση, εφόσον υπάρξουν αμφιβολίες για την ασφάλειά τους.

2.9.

Για τη διευκόλυνση της παρακολούθησης, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να θεσπίσουν διαδικασία κοινοποίησης για τα εμπλουτισμένα τρόφιμα, υποβάλλοντας στην αρμόδια αρχή ένα υπόδειγμα της επισήμανσης που χρησιμοποιείται για το προϊόν.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1.

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για εναρμόνιση των νομοθεσιών σχετικά με την προσθήκη βιταμινών και μετάλλων ή άλλων ουσιών στα τρόφιμα. Η πρόταση αυτή είναι εξαιρετικά ισοσταθμισμένη, όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών, αλλά και την προστασία των καταναλωτών.

3.2.

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι η αρχή του καθορισμού θρεπτικών χαρακτηριστικών που περιέχεται στην προκαταρκτική πρόταση της Επιτροπής, δεν συμπεριλαμβάνεται στην παρούσα πρόταση. Εντούτοις,, εφόσον θεωρείται ότι οι θρεπτικές ουσίες προστίθενται στα τρόφιμα μόνο όταν κρίνεται απαραίτητο, η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τη θέση της Επιτροπής στην αιτιολογική έκθεση, ότι η εν λόγω πρόταση δεν απαιτεί ρητή πρόβλεψη για τη θέσπιση διατροφικών χαρακτηριστικών, εφόσον αυτά ορίζονται στην πρόταση της Επιτροπής σχετικά με τη διατροφή και τις υγειονομικές απαιτήσεις.

3.3.

Εντούτοις, η ΕΟΚΕ επιθυμεί να υπογραμμίσει ότι θα πρέπει να διασφαλιστεί η συνοχή ανάμεσα στην πρόταση και τις προτεινόμενες διατάξεις στην οδηγία κανονισμού σχετικά με τη διατροφή και τις υγειονομικές απαιτήσεις.

3.4.

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει σαφώς την απαγόρευση της προσθήκης βιταμινών και μετάλλων σε αλκοολούχα ποτά με περιεκτικότητα μεγαλύτερη από 1,2 % σε βαθμούς αλκοόλης, καθώς και την απαγόρευση της προσθήκης βιταμινών και μετάλλων σε νωπά και μη επεξεργασμένα προϊόντα. Το ενδεχόμενο εθισμού στο αλκοόλ είναι αναμφισβήτητο και, ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να προωθείται η κατανάλωσή του με την προσθήκη βιταμινών και μετάλλων.

3.5.

Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι εν τη απουσία εναρμονισμένων κανόνων εφαρμογής, θα πρέπει να ισχύει η εφαρμογή των εθνικών κανόνων. Αυτό συμπεριλαμβάνει τη θέσπιση ανώτατων ποσοτήτων βιταμινών και μετάλλων που επιτρέπεται να προστίθενται στα τρόφιμα. Εντούτοις, η ΕΟΚΕ συνιστά μια σαφέστερη διατύπωση της διάταξης αυτής, παρόμοια με τη διατύπωση του άρθρου 11 της οδηγίας 2002/46/EΚ για τα συμπληρώματα διατροφής (2).

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1.   Άρθρο 8: H EOKE παρατηρεί ότι, αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει με τα συμπληρώματα τροφίμων, δεν είναι εύκολο να καθοριστεί η συνιστώμενη για ημερήσια κατανάλωση δόση για τα τρόφιμα, δεδομένου ότι σε κάθε κράτος μέλος της ΕΕ υπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις σχετικά με τις μέγιστες δόσεις. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να ληφθεί μέριμνα ώστε να καταστεί εντελώς αδύνατη η υπερβολική δόση βιταμινών και μετάλλων. Η ΕΟΚΕ συνιστά να ληφθούν κατάλληλα μέτρα για το σκοπόαυτό.

4.1.1.

Ο καταναλωτής θα πρέπει να ενημερωθεί επίσης σχετικά με την σημασία της ισορροπημένης διατροφής, και συγκεκριμένα ότι η κατανάλωση τροφίμων που έχουν εμπλουτιστεί με βιταμίνες, μέταλλα ή άλλες ουσίες πρέπει να αποτελούν μόνο μέρος μιας ισορροπημένης διατροφής και ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να αντικαταστήσουν μια ισορροπημένη διατροφή. Ως εκ τούτου, η επισήμανση πρέπει να περιλαμβάνει μια σχετική αναφορά.

4.1.2.

Η οδηγία 2002/46/EΚ (3) για τα συμπληρώματα διατροφής ήδη περιλαμβάνει παρόμοιες διατάξεις (4).

4.2.

Άρθρο 8 παράγραφος 3: Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι στην επισήμανση τροφίμων, στα οποία έχουν προστεθεί βιταμίνες και μέταλλα, θα πρέπει να αναφέρεται οπωσδήποτε η προσθήκη αυτή. Συνιστά συνεπώς την αντικατάσταση της προαιρετικής επισήμανσης με την υποχρεωτική επισήμανση. Καθένας καταναλωτής θα πρέπει να είναι εις θέση να διακρίνει μεταξύ εμπλουτισμένων και μη τροφίμων ευθέως και δια γυμνού οφθαλμού.

4.3.

Κεφάλαιο 3: Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, οι ειδικές διατάξεις για την επισήμανση, παρουσίαση και διαφήμιση (Άρθρο 8) θα πρέπει να ισχύουν και για άλλες ουσίες πέραν των βιταμινών και μετάλλων, και συγκεκριμένα να επιβάλλεται υποχρεωτική σήμανση αναφορικά με το είδος και την ποσότητα των ουσιών που προστίθενται και σε κάθε τρόφιμο.

5.   Σύνοψη των παρατηρήσεων

5.1.

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι γενικά η πρόταση είναι ισοσταθμισμένη και εναρμονισμένη.

5.2.

Η θέσπιση υποχρεωτικής επισήμανσης στα τρόφιμα που έχουν υποστεί προσθήκη ουσιών θα ανταποκρινόταν στο δικαίωμα ενημέρωσης του καταναλωτή.

5.3.

Περαιτέρω, θα πρέπει να ληφθούν κατάλληλα μέτρα ώστε να αποφευχθεί η πρόσληψη υπερβολικών δόσεων βιταμινών, μετάλλων ή άλλων ουσιών. Με αυτή την έννοια είναι σημαντικό να τονίζεται η σημασία μιας ισορροπημένης διατροφής

5.4.

Οι ειδικοί όροι επισήμανσης, που ισχύουν στην παρούσα οδηγία αποκλειστικά για εμπλουτισμένα με βιταμίνες και μέταλλα τρόφιμα, θα πρέπει να ισχύουν και για τρόφιμα με προσθήκη άλλων ουσιών περάν των βιταμινών και μετάλλων.

Βρυξέλλες, 31 Μαρτίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  Βλέπε επίσης «Έκθεση για την κατάσταση των εργασιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στον τομέα της διατροφής στην Ευρώπη», Oκτώβριος 2002 http://europa.eu.int/comm/health/ph_determinants/life_style/nutrition/documents/nutrition_report_de.pdf

και «Eυρωπαική Δίαιτα – Διατροφή & Δίαιτα για υγιεινούς τρόπους ζωής στην Ευρώπη», 1998

http://europa.eu.int/comm/health/ph_determinants/life_style/nutrition/report01_en.pdf

(2)  ΕΕ L 183 της 12.7.2002 σ. 51.

(3)  ΕΕ L 183 της 12.7.2002 σ. 51.

(4)  ΕΕ C 14 της 16.1.2001.


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112/46


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί των στερεών αποβλήτων (κωδικοποιημένη έκδοση)

[COM(2003) 731 τελικό — 2003/0283 (COD)]

(2004/C 112/13)

Στις 9 Σεπτεμβρίου 2003, και σύμφωνα με τα άρθρα 175 και 251 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου και περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 4 Μαρτίου 2004. Εισηγητής: ο κ. Donnelly.

Κατά την 407η σύνοδο ολομέλειάς της, της 31ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου 2004 (συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 101 ψήφους υπέρ και 1 αποχή την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Εισαγωγή

1.1.

Σκοπός της παρούσας πρότασης είναι η κωδικοποίηση της οδηγίας 75/422/EOK του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 1975 περί των στερεών αποβλήτων. Η νέα οδηγία θα αντικαταστήσει τις διάφορες οδηγίες που αποτελούν αντικείμενο της κωδικοποίησης· η παρούσα πρόταση σέβεται πλήρως την ουσία των κωδικοποιούμενων κειμένων και αρκείται απλώς στη συγκέντρωσή τους, επιφέροντας μόνο τις τυπικές τροποποιήσεις που απαιτούνται από την ίδια τη διαδικασία κωδικοποίησης.

1.2.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι είναι πολύ χρήσιμη η ένταξη όλων των κειμένων σε μία οδηγία. Στα πλαίσια της «Ευρώπης των πολιτών» η ΕΟΚΕ, όπως και η Επιτροπή, αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην απλούστευση και τη σαφήνεια του κοινοτικού δικαίου, ώστε τούτο να καταστεί περισσότερο προσιτό και κατανοητό στον πολίτη, προσφέροντάς του, με τον τρόπο αυτό, νέες δυνατότητες και αναγνωρίζοντας τα συγκεκριμένα δικαιώματα που κάθε πολίτης είναι δυνατόν να απολαύει.

Επιβεβαιώθηκε ότι το κωδικοποιούμενο κείμενο δεν περιλαμβάνει τροποποιήσεις όσον αφορά την ουσία και αποσκοπεί αποκλειστικά στη σαφήνεια και διαφάνεια του κοινοτικού δικαίου. Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει πλήρως τον εν λόγω στόχο και, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εχεγγύων, επιδοκιμάζει την πρόταση.

Βρυξέλλες, 31 Μαρτίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112/47


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση κοινοτικού προγράμματος για την διατήρηση, τον χαρακτηρισμό, την συλλογή και την χρησιμοποίηση των γενετικών πόρων στη γεωργία

[COM(2003) 817 τελικό — 2003/0321 (CNS)]

(2004/C 112/14)

Στις 13 Ιανουαρίου 2004, το Συμβούλιο αποφάσισε σύμφωνα με το άρθρο 37 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να ζητήσει από την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή να γνωμοδοτήσει για την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου και περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 4 Μαρτίου 2004. Εισηγητής: ο κ. VOSS.

Κατά την 407η σύνοδο ολομέλειας της 31ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου 2004 (συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου 2004) η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 92 ψήφους υπέρ, 3 κατά και 3 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Εισαγωγή

1.1.

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1467/94 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1994, για τη διατήρηση, τον χαρακτηρισμό, τη συλλογή και τη χρησιμοποίηση των γενετικών πόρων στη γεωργία δρομολόγησε ένα πενταετές κοινοτικό πρόγραμμα που ολοκληρώθηκε στις 31 Δεκεμβρίου 1999. Με το πρόγραμμα δράσης ουσιαστικά η Επιτροπή επανέλαβε πρωτοβουλίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το οποίο ήδη κατά τη δεκαετία του 1980 είχε επισημάνει σε πολυάριθμα ψηφίσματά του το πρόβλημα της διείσδυσης γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών και είχε προτείνει κοινοτικές πρωτοβουλίες προκειμένου να αντιμετωπισθεί η εξέλιξη αυτή.

1.2.

Χάρη στο πρόγραμμα δράσης χρηματοδοτήθηκαν 21 σχέδια. Τα περισσότερα από τα σχέδια αυτά αφορούσαν το χαρακτηρισμό γενετικών πόρων, διαθέσιμων εκτός του φυσικού τους περιβάλλοντος (ex situ). Οι συμμετέχοντες ήταν ιδίως τράπεζες γονιδίων, ερευνητικά ιδρύματα και άλλοι χρήστες. Υπό την αιγίδα των ερευνητικών ιδρυμάτων, συμμετείχαν και μη κυβερνητικοί οργανισμοί (ΜΚΟ).

1.3.

Όπως προβλεπόταν στον κανονισμό, το πρόγραμμα δράσης αξιολογήθηκε από ομάδα ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων. Η σχετική έκθεση αξιολογεί το πρόγραμμα δράσης σε γενικές γραμμές θετικά αλλά συγχρόνως ζητεί τη συνέχιση και ενίσχυση των δράσεων και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τις ακόλουθες προτάσεις:

καλύτερη εξισορρόπηση των σχεδίων που αφορούν τα φυτά και των έργων που αφορούν τα ζώα,

ενσωμάτωση της έννοιας της διατήρησης στο φυσικό περιβάλλον (in situ) και στην εκμετάλλευση,

συνεκτίμηση των ιδιαιτεροτήτων των οικοπεριοχών (βιογεωγραφικών περιοχών),

εντονότερη συμμετοχή των ΜΚΟ,

ενίσχυση του συντονισμού μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις και ενέργειες σε επίπεδο FAO,

εντονότερος προσανατολισμός των μέτρων προς μια ευρύτερη κάλυψη της συμμετοχής των κρατών μελών σε ορισμένη κατηγορία σχεδίων.

1.4.

Το Μάρτιο 2001, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση για ένα νέο κοινοτικό πρόγραμμα την οποία όμως απέσυρε διότι τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και το Συμβούλιο είχαν αντιταχθεί στην χρηματοδότηση εθνικών μέτρων από το ΕΓΤΠΕ-Εγγυήσεις. Όμως, είχαν εκφραστεί υπέρ ενός εντονότερου ρόλου της Επιτροπής στο συντονισμό και την εφαρμογή των νέων προγραμμάτων.

1.5.

Η υπό εξέταση πρόταση κανονισμού προβλέπει ένα κοινοτικό πρόγραμμα δράσης τριετούς διάρκειας. Προτεραιότητα δίνεται στα σχέδια όπου η χρησιμοποίηση γενετικών πόρων εξυπηρετεί τους ακόλουθους σκοπούς:

διαφοροποίηση της παραγωγής στη γεωργία,

βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων,

αειφόρος διαχείριση και χρησιμοποίηση των φυσικών και γεωργικών πόρων,

βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος και του τοπίου,

προσδιορισμός των προϊόντων που επιτρέπουν νέες χρήσεις και δημιουργούν νέες αγορές.

1.6.

Η εκτέλεση του προγράμματος πρέπει απαραίτητα να περιλαμβάνει στοχοθετημένες και συντονισμένες δράσεις καθώς και συνοδευτικά μέτρα.

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1.

Η ΕΟΚΕ στη γνωμοδότηση (1) της 24ης Απριλίου 2002 για την πρόταση της Επιτροπής [COM(2001) 617 τελικό] που αποσύρθηκε στη συνέχεια, εξέφραζε την ικανοποίησή της και τόνιζε «… ότι η απώλεια γενετικών πόρων στη γεωργία συνεχίζεται ανεμπόδιστα και ότι συνεπώς επιβάλλεται να καταβληθούν προσπάθειες αφενός για τον χαρακτηρισμό, την καταγραφή και τη διατήρηση των γενετικών πόρων και αφετέρου για τη διασφάλιση της αξιοποίησης της γενετικής πολυμορφίας στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις».

2.2.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η διαφύλαξη των γενετικών πόρων αποκτά πρόσθετη σημασία λόγω της προσεχούς διεύρυνσης της ΕΕ σε δέκα νέα κράτη μέλη. Συγκεκριμένα, η μεταβολή στη διαχείριση του τεχνητού τοπίου στις εν λόγω χώρες μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ιδιαίτερη ποικιλομορφία των γενετικών πόρων κατά την γεωργική χρήση στις περιοχές αυτές.

2.3.

Δεν διατίθεται ολοκληρωμένη γνώση για το ποιο γενετικό δυναμικό περιλαμβάνεται στα γνωστά είδη που απειλούνται σε μεγάλο βαθμό από εξαφάνιση. Η δυνατή χρήση ποικίλων και εν μέρει άγνωστων μέχρι σήμερα χαρακτηριστικών αποτελεί τη βάση για την ποικιλόμορφη και προσαρμοσμένη στις τοπικές συνθήκες γεωργική παραγωγή.

2.4.

Υφίσταται έλλειμμα όσον αφορά τη συλλογή του γενετικού δυναμικού στις βάσεις δεδομένων και στην μεταξύ τους δικτύωση. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι απαιτούνται σαφέστεροι κανονισμοί όσον αφορά τη χρήση και την οικονομική αξιοποίηση των δεδομένων που συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο του λόγω προγράμματος.

2.5.

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της διότι στην υπό εξέταση πρόταση κανονισμού δίνεται βαρύτητα στην διατήρηση των γενετικών πόρων τόσο στο φυσικό περιβάλλον (in situ) όσο και στην εκμετάλλευση. Ειδικότερα, ο κανονισμός συνάδει με το συνολικό σχέδιο δράσης του Οργανισμού Επισιτισμού και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) (2) του 1996. Η ΕΟΚΕ ζητεί επίσης να υπογραμμισθούν εντονότερα τέτοιου είδους μέτρα.

2.6.

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της διότι οι εργασίες των ΜΚΟ συνεκτιμούνται περισσότερο στο πρόγραμμα.

2.7.

Η ΕΟΚΕ στη γνωμοδότηση της 25ης Απριλίου 2002 ανέφερε τα εξής:«Παράλληλα με αυτή την επιστημονική προσέγγιση κρίνεται τουλάχιστο εξίσου αναγκαίο να διασφαλισθεί η χρήση της πολυμορφίας των γενετικών πόρων στη γεωργία με την προώθηση, στο πλαίσιο του δεύτερου πυλώνα της ΚΓΠ, μεθόδων που να σέβονται το περιβάλλον, όπως η εναλλαγή ποικιλόμορφων καλλιεργειών». Παρόμοια μέτρα θα πρέπει να ληφθούν προκειμένου να συνεχισθεί η εκτροφή φυλών κατοικίδιων ζώων που αρχίζουν να σπανίζουν. Η «διαφύλαξη μέσω της διατροφής» μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό τμήμα μιας νέας συνειδητοποιημένης ποικιλομορφίας στην ευρωπαϊκή διατροφική νοοτροπία.

2.8.

Κατά συνέπεια, η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει ότι οι δυνατότητες που παρέχει ο δεύτερος πυλώνας της ΚΓΠ κατά τη στοχοθέτηση της διατήρησης και της χρήσης των γενετικών πόρων, θα πρέπει να γίνουν ακόμη πιο σαφείς και πιο χρήσιμες.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

3.1.

Το προτεινόμενο τριετές πρόγραμμα 2004-2006 αναμένεται να χρηματοδοτηθεί με 10 εκατομμύρια ευρώ που προέρχονται από τη θέση 3 του προϋπολογισμού για τον τομέα των εσωτερικών πολιτικών. Η ΕΟΚΕ εύχεται να αναλάβει η Επιτροπή αρκούντως ενεργό ρόλο κατά την εφαρμογή του προγράμματος. Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η χρηματοδότηση σε σχέση με την πρόταση της 22ας Νοεμβρίου 2001 (10 εκατομμύρια ευρώ ετησίως για πέντε έτη) είναι περιορισμένη και ελπίζει ότι θα αυξηθούν οι πιστώσεις το 2005.

3.2.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η Επιτροπή μακροπρόθεσμα οφείλει να στηρίξει και να συντονίσει τις απαραίτητες δραστηριότητες στα σημερινά και στα νέα κράτη μέλη. Σε αυτές δεν περιλαμβάνονται μόνο προγράμματα και σχέδια που χρηματοδοτούνται από το κράτος αλλά και πολυάριθμα δίκτυα ΜΚΟ που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην διατήρηση και την βελτιωμένη χρήση της γενετικής πολυμορφίας στο πλαίσιο της βιώσιμης γεωργίας.

3.3.

Με τον εν λόγω κανονισμό, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα θα συμμορφωθεί εν μέρει με τις υποχρεώσεις της οι οποίες απορρέουν από τις σχετικές διεθνείς συνθήκες των Ηνωμένων Εθνών (Συνολικό σχέδιο δράσης του FAO/GPA και Σύμβαση για τη βιοποικιλότητα/Ρίο 1992). Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η Επιτροπή θα πρέπει πριν από τη λήξη του εν λόγω προγράμματος να υποβάλει εγκαίρως πρόταση για τη συνέχισή του. Επίσης, η Επιτροπή θα πρέπει να προβλέψει τους κατάλληλους ανθρώπινους πόρους για την εφαρμογή του εν λόγω προγράμματος.

3.4.

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι το εν λόγω πρόγραμμα κατέχει ιδιαίτερη σημασία λαμβανομένων υπόψη των διαπραγματεύσεων της Κοινότητας στο ΠΟΕ σχετικά με την προστασία των περιφερειακών ονομασιών προέλευσης και των κρατικών ενισχύσεων που δεν στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό. Αποτελεί συμβολή στην υλοποίηση της πολυλειτουργικότητας της ευρωπαϊκής γεωργίας.

3.5.

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει την ιδιαίτερη σημασία του ανακοινωθέντος από την Επιτροπή κανονισμού εφαρμογής των τροποποιημένων οδηγιών 2002/53-57 και 66/401-401 σχετικά με την εισαγωγή την αγορά των σπόρων προς σπορά. Οι κανονισμοί αυτοί έχουν επιπτώσεις στην πρόσβαση στα λεγόμενα «είδη προς διατήρηση» και «μη εμπορικά είδη». Κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εισήχθηκαν ειδικές ρυθμίσεις για την επισήμανση και την εμπορία σπόρων που δεν πληρούσαν τα σχετικά κριτήρια των πιστοποιημένων ειδών. Κατά συνέπεια, δεν μπορούν πλέον να διατίθενται στο εμπόριο. Ο κανονισμός εφαρμογής για τις προαναφερθείσες οδηγίες βρίσκεται σε προπαρασκευαστική φάση από τον Νοέμβριο 2002.

3.6.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι θα πρέπει να ελεγχθούν οι ρυθμίσεις των εμπορικών κατηγοριών προκειμένου να διασφαλισθεί ότι δεν εμποδίζουν την πρόσβαση στην αγορά των σπάνιων φυτικών και ζωικών προϊόντων.

3.7.

Πρέπει επίσης να διασφαλισθεί ότι όπως προβλέπει το άρθρο 15 της πρότασης κανονισμού, οι ΜΚΟ συμμετέχουν ικανοποιητικά στην επιτροπή για τη διατήρηση, τον χαρακτηρισμό, τη συλλογή και την χρησιμοποίηση των γενετικών πόρων στη γεωργία.

3.8.

Θα πρέπει στο άρθρο 9 παράγραφος 2 της πρότασης κανονισμού, να υπάρξει σαφής αναφορά στους γεωργούς.

3.9.

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να καταρτίσει δύο εκθέσεις για την λειτουργία της ΚΓΠ που να επιδιώκουν απαντήσεις στα ακόλουθα ερωτήματα:

α)

Πώς μπορεί να διαμορφωθεί η χρηματοδότηση για την ανάπτυξη της υπαίθρου έτσι ώστε να διασφαλίζεται η καλύτερη ενσωμάτωση της καλλιέργειας σπάνιων φυτικών και της εκτροφής ζωικών ειδών στην πολυλειτουργική γεωργία και στο σφαιρικό πρόγραμμα διατήρησης και χρήσης των γενετικών πόρων;

β)

Ποιες είναι οι συνέπειες των μέτρων της ΚΓΠ στην γενετική ποικιλομορφία και ποιες αναμένεται να είναι οι επιπτώσεις από την αποσύνδεση των ενισχύσεων και την πολλαπλή συμμόρφωση;

3.10.

Αν και δεν έχει ανακοινωθεί πρόγραμμα εργασίας για τον κανονισμό, η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για τους λεπτομερείς στόχους που προδιαγράφονται στην πρόταση.

4.   Συμπέρασμα

4.1.

Η πρόταση κανονισμού της Επιτροπής λαμβάνει υπόψη σε μεγάλο βαθμό τις προτάσεις των κρατών μελών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής όσον αφορά την πρόταση της 22ας Νοεμβρίου 2001. Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την νέα πρόταση κανονισμού και αναμένει ότι το πρόγραμμα θα υιοθετηθεί σύντομα, θα εφαρμοστεί, θα αξιολογηθεί και θα συνεχισθεί.

Βρυξέλλες, 31 Μαρτίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  ΕΕ C 149 της 21.6.2002, σ. 11-13.

(2)  Συνολικό σχέδιο δράσης για τη διατήρηση και την βιώσιμη χρήση των φυτικών γενετικών πόρων για την διατροφή και την γεωργία (GPA).


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112/49


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών για την εφαρμογή της οδηγίας 96/71/ΕΚ στα κράτη μέλη

[COM(2003) 458 τελικό]

(2004/C 112/15)

Στις 25 Ιουλίου 2003, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για ανωτέρω ανακοίνωση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκαν οι προπαρασκευαστικές εργασίες, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 3 Μαρτίου 2004 με βάση εισηγητική έκθεση της κας LE NOUAIL MARLIERE.

Κατά την 407η σύνοδο ολομέλείας της, της 31ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου 2004 (συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 93 ψήφους υπέρ, 1 κατά και 5 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Εισαγωγή

Το πλαίσιο

1.1.   Η οδηγία

1.1.1.

Η οδηγία σχετικά με την απόσπαση των εργαζομένων (1) υιοθετήθηκε το 1996 από το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

1.1.2.

Η οδηγία αναφέρεται στην επιδίωξη ισορροπίας μεταξύ της διεύρυνσης των δυνατοτήτων, για τις επιχειρήσεις, να παρέχουν υπηρεσίες σε άλλα κράτη μέλη και την κοινωνική προστασία των εργαζομένων. Για το λόγο, αυτό προσδιορίζει μια σειρά συνθηκών απασχόλησης που θα πρέπει να διασφαλίζονται στους αποσπασμένους εργαζόμενους στην επικράτεια του κράτους υποδοχής, όποια και εάν είναι η νομοθεσία που διέπει τη σύμβαση απασχόλησης του αποσπασμένου εργαζόμενου. Η οδηγία προσδιορίζει ως αποσπασμένο εργαζόμενο τον εργαζόμενο ο οποίος, κατά τη διάρκεια περιορισμένης περιόδου, εκτελεί την εργασία του στην επικράτεια κράτους μέλους άλλου από αυτό στο οποίο εργάζεται συνήθως (άρθρο 2 παράγραφος 1).

1.1.3.

Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 σχετικά με το συντονισμό της κοινωνικής ασφάλειας στο εσωτερικό της ΕΕ στα πλαίσια της ελεύθερης διακίνησης των εργαζομένων και των υπηρεσιών είχε καθιερώσει την απόσπαση ως μια από τις δυνατότητες συνέχισης της κάλυψης από την κοινωνική ασφάλεια στο κράτος διαμονής, σε περίπτωση κατά την οποία ένας εργαζόμενος απασχολείται σε άλλο κράτος μέλος για μέγιστη περίοδο 12 μηνών (2) ή 18 υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

1.1.4.

Η οδηγία 96/71/ΕΚ πραγματεύεται τον πρακτικό συντονισμό των συνθηκών εργασίας των αποσπασμένων εργαζομένων. Το άρθρο 3 αποτελεί τον κύριο πυρήνα του κειμένου και θεσπίζει τις συνθήκες που εφαρμόζονται στους αποσπασμένους και μη εργαζόμενους:

μέσω των συνθηκών απασχόλησης που θεσπίζονται από νομοθετικές, κανονιστικές η διοικητικές διατάξεις,

με την πλήρωση των όρων που αναφέρονται στην οδηγία 96/71/ΕΚ,

μέσω ειδικών συνθηκών εργασίας όπως είναι αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 και προβλέπονται από τις συλλογικές συμβάσεις που έχουν θεωρηθεί γενικής εφαρμογής στο μέτρο που αναφέρονται στις δραστηριότητες που περιέχονται στο παράρτημα της οδηγίας. Πρόκειται για δραστηριότητες στον τομέα των κατασκευών,

μέσω ειδικών διατάξεων που επιτρέπουν στα κράτη μέλη την ελευθερία εφαρμογής της οδηγίας όπως την εννοούν, για παράδειγμα, σε ό,τι αφορά τις βραχυπρόθεσμες αποσπάσεις, με εξαίρεση ένα μήνα σχετικά με τον ελάχιστο μισθό και την καθιέρωση, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, άλλων συλλογικών συμβάσεων από αυτές του τομέα των κατασκευών,

μέσω διατάξεως της οδηγίας που θεσπίζει ότι αυτή έχει ελάχιστο χαρακτήρα, δηλαδή ότι οι εργαζόμενοι έχουν το δικαίωμα να επωφελούνται από πιο ευνοϊκές συνθήκες εργασίας (άρθρο 3 παράγραφος 7).

1.1.5.

Εκτός από την μεταφορά της στη νομοθεσία, η διοικητική συνεργασία (άρθρο 4) θεωρείται ως ένα άλλο σημαντικό μέσο για την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας, όχι μόνο όσον αφορά την ανταλλαγή των πληροφοριών, αλλά επίσης για τα μέτρα που είναι αναγκαία προκειμένου να αποτραπεί η παραβίαση των κανόνων που εκτίθενται στην οδηγία. Η άμεση πρόληψη των παραβάσεων συμβάλλει στην κοινωνική προστασία και στην ελεύθερη διακίνηση των υπηρεσιών.

1.2.   Η γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ

1.2.1.

Ήδη το 1991, Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή είχε καταρτίσει γνωμοδότηση για την «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου όσον αφορά την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών» (COM/91/230 τελικό — 1 — SYN 346 και γνωμοδότηση της ΟΚΕ 1512/91).

1.3.   Για ποιο λόγο μια ανακοίνωση της Επιτροπής;

1.3.1.

Η εν λόγω οδηγία αυτή έπρεπε να είχε μεταφερθεί στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών έως τα τέλη του 1999.

1.3.2.

Το άρθρο 8 της οδηγίας προβλέπει ότι η Επιτροπή θα προβεί σε επανεξέταση του κειμένου προκειμένου να διαπιστωθεί εάν πρέπει να προταθούν τροποποιήσεις στο Συμβούλιο. Με την λήξη της προθεσμίας, η Επιτροπή άρχισε να εξετάζει την εφαρμογή της οδηγίας στη νομοθεσία των κρατών μελών. Τα συμπεράσματα της έκθεσης ενσωματώθηκαν στην ανακοίνωση της Επιτροπής για την εφαρμογή της οδηγίας. Η παρούσα ανακοίνωση αποτελεί αξιολόγηση στο νομοθετικό πεδίο της μεταφοράς της στα εθνικά δίκαια. Εισάγει το περιεχόμενο και τους στόχους της αξιολογούμενης οδηγίας, περιγράφει τα νομοθετικά μέτρα που έχουν ληφθεί από τα κράτη μέλη διακρίνοντας τρεις ομάδες κρατών, εκείνα που έχουν ενσωματώσει τους όρους της οδηγίας χωρίς να αναφέρουν σε ποιες διατάξεις του εθνικού δικαίου αντιστοιχούν τα μέτρα που επιδιώκονται από την οδηγία· εκείνα που επιδίωξαν να προσδιορίσουν τις εθνικές διατάξεις που εφαρμόζονται και προέβησαν στις παραπομπές στις εν λόγω εθνικές διατάξεις· και, τέλος, τα κράτη μέλη που δεν υιοθέτησαν ειδική νομοθεσία μεταφοράς σχετικά με τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου που εφαρμόζονται στους αποσπασμένους εργαζόμενους.

1.3.3.

Η νομική μελέτη αναφέρει τις συμβατικές διατάξεις, την εφαρμογή της συνεργασίας στα θέματα της πληροφορίας (άρθρο 4), τα μέτρα ελέγχου και τις κυρώσεις που αποβλέπουν στη διασφάλιση του σεβασμού της οδηγίας (άρθρα 5 και 6).

1.3.4.

Στο κεφάλαιο 4 της ανακοίνωσής της, η Επιτροπή εκτιμά την κατάσταση σε σχέση με την μεταφορά της οδηγίας στη νομοθεσία των κρατών μελών, τη μέθοδο μεταφοράς της οδηγίας, τη φύση των κανόνων που εφαρμόστηκαν, καθώς και τις εφαρμοστέες συλλογικές συμβάσεις.

1.3.5.

Στο κεφάλαιο 4 επίσης, αναφέρονται οι πρακτικές και διοικητικές δυσκολίες εφαρμογής που συνάντησαν οι αρχές των κρατών μελών και αφιερώνει τρεις σύντομες παραγράφους στις δυσκολίες που συνάντησαν οι επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών καθώς και οι αποσπασμένοι εργαζόμενοι.

1.3.6.

Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κανένα κράτος δεν συνάντησε ιδιαίτερες δυσκολίες κατά την μεταφορά και ότι η εφαρμογή της ενδέχεται να προκαλέσει δυσκολίες που, ωστόσο, θα επιλυθούν με την πάροδο του χρόνου.

1.3.7.

Η Επιτροπή καταλήγει ότι θα ήταν, συνεπώς, πρόωρο να προβλεφθούν τροποποιήσεις της οδηγίας. Η τελική της πρόταση είναι να ανατεθούν σε ομάδα κυβερνητικών εμπειρογνωμόνων ποικίλης σύνθεσης οι δυνατότητες διευκόλυνσης της πρόσβασης στις πληροφορίες, όσον αφορά τις διατάξεις που εφαρμόζονται στους αποσπασμένους εργαζόμενους και ο έλεγχος της τήρησης των διατάξεων εν όψει της επίλυσης των δυσκολιών που εντοπίστηκαν (κράτη που δεν μετέφεραν ειδικές διατάξεις, κανόνες δημόσιας τάξης, έρευνα πληροφοριών, τήρηση των εθνικών διατάξεων μεταφοράς, και εφαρμογή κυρώσεων).

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1.   Σχετικά με τους άξονες της ανάλυσης της ανακοίνωσης

2.1.1.

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η ανακοίνωση είναι χρήσιμη αλλά ανεπαρκής. Καλεί την Επιτροπή να εμβαθύνει την ανάλυση της, κυρίως σε ό,τι αφορά τον αθέμιτο ανταγωνισμό και το κοινωνικό ντάμπινγκ που μπορεί να προκύψουν από τις καταχρηστικές αποσπάσεις. Η ΕΟΚΕ ζητεί από την Επιτροπή να διασφαλίσει τις τομεακές διαβουλεύσεις με τους πραγματικούς συνομιλητές, αποδέκτες των μεταγραφών, κυρίως στον τομέα των κατασκευών, όπου οι κοινωνικοί εταίροι δεν έχουν γνωμοδοτήσει και που έχουν θίξει τα προβλήματα που αφορούν τον προσδιορισμό των αποσπασμένων εργαζομένων και τη φαιά ζώνη σχετικά με τους «ανεξάρτητους» εργαζόμενους. Αυτή η εμπεριστατωμένη ανάλυση μπορεί να επικεντρωθεί περισσότερο στην εφαρμογή στην πράξη του άρθρου 3 της οδηγίας σχετικά με την πραγματική τήρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των εργαζομένων που θεσπίζονται σε αυτό. Στα πλαίσια αυτά, η ΕΟΚΕ διερωτάται εάν, πράγματι, οι εθνικές διαβουλεύσεις που έγιναν στην πρώτη άσκηση επέτρεψαν να εκτιμηθούν οι δυσκολίες εφαρμογής στην πράξη και η πραγματικότητα της μεταφοράς και των διατάξεων εφαρμογής. Πάντως, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι θα πρέπει να αναληφθεί μια εμπεριστατωμένη εργασία σχετικά με τις πιο ευνοϊκές διατάξεις προκειμένου να συγκριθούν καλύτερα οι ορθές πρακτικές και να υπάρξει καλύτερη ενημέρωση του συνόλου των εργαζομένων και των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων.

2.1.2.

Σε ό,τι αφορά τις αρχές της οδηγίας, οι όροι που χρησιμοποιούνται στις εθνικές νομοθεσίες σχετικά με τους αποσπασμένους εργαζόμενους έχουν την σημασία τους. Πρέπει να τεθούν συγκεκριμένα ζητήματα, που είναι σημαντικά προκειμένου να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση. Με ποιο τρόπο τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν έναν αποσπασμένο εργαζόμενο και εφαρμόζουν συνεπώς την οδηγία; Ποιοι είναι οι τύποι των μέτρων που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη και τους κοινωνικούς εταίρους για να διασφαλιστεί ο σεβασμός της οδηγίας; Ορισμένες πτυχές αποκτούν ως προς αυτό μεγάλη σημασία:

η διασαφήνιση της σχέσης μεταξύ της νομοθεσίας και των εφαρμοστέων συλλογικών συμβάσεων σε όλους τους σχετικούς τομείς,

η θέση των αποσπασμένων εργαζομένων στα πλαίσια της εθνικής νομοθεσίας και ο ορισμός που εφαρμόζεται ως προς αυτήν,

η αρχή της εφαρμογής των ελάχιστων κοινοτικών κανόνων,

η αρχή της ισότητας της μεταχείρισης, δυνάμει του νέου άρθρου 13 της συνθήκης και των οδηγιών που απορρέουν απ' αυτό,

η τήρηση των διατάξεων σχετικά με τον ελάχιστο μισθό,

οι διατάξεις που αφορούν την κοινωνική ασφάλιση και οι διατάξεις που αφορούν τις συνθήκες εργασίας,

η κατάσταση των αποσπασμένων εργαζομένων που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών,

η εκτέλεση πολλών αποφάσεων των δικαστηρίων όπως οι υποθέσεις ARBLADE LELOUP για τους ελάχιστους μισθούς (3), GUIOT (4) και ULAK (5), και ιδιαίτερα πριν την μεταφορά της οδηγίας στο εθνικό δίκαιο των κρατών μελών με εξαίρεση την Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

2.2.

Λαμβάνοντας υπόψη τις ανεπάρκειες της ανακοίνωσης, η ΕΟΚΕ ζητά από την Επιτροπή να υποβάλει νέα έκθεση που θα επιτρέψει να επαληθευθούν:

εάν υπάρχει πραγματική διαφάνεια των δικαιωμάτων,

εάν τα θετικά δικαιώματα των εργαζομένων έχουν διασφαλιστεί,

εάν η κινητικότητα των εργαζομένων εμποδίζεται ή διευκολύνεται από την εφαρμογή των διατάξεων ως συνέπεια της μεταφοράς της οδηγίας στην νομοθεσία των κρατών μελών εν όψει του κινδύνου να προκληθεί κλείσιμο των αγορών εργασίας λόγω προστατευτισμού,

εάν απετράπησαν οι νοθεύσεις του ανταγωνισμού εν όψει της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών,

εάν οι μικρές επιχειρήσεις έχουν κατάλληλη και επαρκή πρόσβαση στις πληροφορίες που απαιτούνται για την συμμόρφωση προς την οδηγία που έχει μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών.

2.2.1.

Πολλά κράτη μέλη έχουν συλλογικές συμβάσεις γενικής εφαρμογής στον τομέα των κατασκευών. Το κυριότερο ζήτημα είναι να γνωρίζουμε πώς χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή της οδηγίας οι διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων. Σημαντική είναι κυρίως η ερμηνεία των συνθηκών εργασίας που ταξινομούνται στο άρθρο 3. Από την άποψη των συλλογικών συμβάσεων, ποιος είναι ο ελάχιστος μισθός, οι ελάχιστες διακοπές μετ' αποδοχών, ο χρόνος ανάπαυσης; Οι συλλογικές συμβάσεις μπορεί να ποικίλλουν σημαντικά από το ένα κράτος μέλος στο άλλο ως προς τα σημεία αυτά. Μπορεί να αναφερθεί, για παράδειγμα, η προσφυγή σε «κοινωνικά ταμεία» για τις διακοπές μετ' αποδοχών σε ορισμένα κράτη μέλη. Η συμμετοχή στα εν λόγω κοινωνικά ταμεία μπορεί να διασφαλίσει ευνοϊκές συνθήκες στους αποσπασμένους εργαζόμενους. Το ζήτημα είναι να γνωρίζουμε πως μπορούν να σταθμιστούν και να ληφθούν υπόψη αυτές οι ευνοϊκές συνθήκες.

2.2.2.

Άλλωστε, δεν επέκτειναν όλα τα κράτη μέλη την εφαρμογή των συμβατικών συνθηκών εργασίας στους αποσπασμένους εργαζομένους σε άλλους τομείς που περιλαμβάνονται στο παράρτημα της οδηγίας, ενώ το άρθρο 3 παράγραφος 10 εδάφιο 2 προβλέπει ρητά τη δυνατότητα αυτή.

2.2.2.1.

Η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να συλλέξει από τα κράτη μέλη και τις υπό ένταξη χώρες τις διαθέσιμες πληροφορίες που αφορούν τον αριθμό των αποσπασμένων εργαζόμενων, και τους διάφορους τομείς στους οποίους παρατηρείται περισσότερο το φαινόμενο αυτό, λαμβάνοντας υπόψη τα διάφορα συστήματα εργασιακών σχέσεων.

2.2.3.

Ορισμένες φορές τα τελευταία έτη, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει ότι οι προσδοκίες που εκφράστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα όσον αφορά την κινητικότητα δεν υλοποιήθηκαν, ή μόνο σε μικρή έκταση. Λιγότερο από το 2 % του ενεργού πληθυσμού της Ευρώπης εργάζεται σε άλλη χώρα από αυτή της προέλευσής του. Οι τιμές της ετήσιας κινητικότητας είναι ακόμη πιο χαμηλές. Οι εκτιμήσεις της ΕΕ αναφέρουν 600 000 εργαζόμενους που εργάζονται εκτός της χώρας τους που δεν έχουν όλοι το καθεστώς του αποσπασμένου εργαζόμενου και δεν καλύπτονται από την οδηγία. Αυτή η κινητικότητα φαίνεται ότι περιορίζεται στα στελέχη και τους εργαζόμενους με υψηλή εξειδίκευση, αφενός, και στους εργαζόμενους του τομέα των κατασκευών, αφετέρου. Η ύπαρξη μισθολογικού και κοινωνικού ντάμπινγκ σε ορισμένες χώρες της ΕΕ και σε ορισμένους επαγγελματικούς τομείς συνδέεται με το γεγονός ότι σε αυτούς τούς τομείς υψηλού κινδύνου, ακόμη και εάν ένας σχετικά χαμηλός αριθμός εργαζομένων προσφέρει τις υπηρεσίες του στην αγορά εργασίας σε μισθούς αισθητά κατώτερους, αυτό μπορεί να διαταράξει την υφιστάμενη μισθολογική διάρθρωση και να οδηγήσει σε μειωτική εξέλιξη των μισθών και των τιμών.

2.3.   Σχετικά με την άμεση πρόληψη της εξασθένησης της κοινωνικής προστασίας και την ελεύθερη διακίνηση των υπηρεσιών

Η ανακοίνωση δεν επιτρέπει προς το παρόν εξαχθούν συμπεράσματα για τις δυσκολίες που συναντήθηκαν στη πράξη, ώστε να εξεταστεί το ενδεχόμενο απλούστευσης ή αναθεώρησης της οδηγίας. Σχετικά με αυτό, οι εθνικές εμπειρίες (κοινωνικοί εταίροι του τομέα των κατασκευών, διοικητικά στελέχη, επιθεωρητές εργασίας …) για τους αποσπασμένους εργαζόμενους, αντιπροσωπεύουν πολύτιμη πηγή πληροφοριών και για το λόγο αυτό έχουν μεγάλη σημασία.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις και προτάσεις

3.1.

Η Επιτροπή, στη νέα ανάλυσή της, θα πρέπει κατά πρώτο λόγο να εξετάσει τον αντίκτυπο της διεύρυνσης στην εφαρμογή της οδηγίας, τόσο στις σημερινές χώρες της ΕΕ, όσο και στις υπό ένταξη χώρες λαμβάνοντας υπόψη τις μεταβατικές περιόδους. Η ανάλυση αυτή πρέπει επιπλέον να αξιολογήσει τις περιφερειακές και διαμεθοριακές ή τομεακές διαστάσεις κυρίως στον τομέα των κατασκευών.

επιπλέον πρέπει να διασφαλίσει την ενεργό σύνδεση των οικονομικών και κοινωνικών εταίρων κυρίως στο εθνικό αλλά και στο ευρωπαϊκό επίπεδο. Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι πρέπει να εκτιμηθεί κατά πόσον η οδηγία επιτρέπει να προσδιοριστούν καλύτερα τα δικαιώματα (κοινωνική προστασία, συντάξεις …) των αποσπασμένων εργαζομένων και να αποφευχθούν οι νοθεύσεις του ανταγωνισμού για τις τοπικές επιχειρήσεις.

3.2.

Επιπλέον, η ΕΟΚΕ προτείνει:

πιο εμπεριστατωμένη ανάλυση προς την κατεύθυνση των κοινωνικών και οικονομικών συντελεστών,

αξιολόγηση, προκειμένου να βελτιωθούν οι μηχανισμοί ενημέρωσης των εργαζομένων και των επιχειρήσεων,

προώθηση τοπικών, περιφερειακών, ή διαμεθοριακών δικτύων ενημέρωσης,

καταγραφή των βέλτιστων πρακτικών όσον αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ τόσο των εργαζομένων όσο και μεταξύ των εργοδοτών όπως, π.χ., μεταξύ Φινλανδίας και Εσθονίας, στο Ταλίν, σχετικά με τα δικαιώματα των αποσπασμένων εργαζομένων στη Φινλανδία,

νομική μελέτη προκειμένου να επαληθευθεί κατά πόσον το νομοθετικό και συμβατικό πλαίσιο των κρατών μελών καθώς και οι πληροφορίες σχετικά με τις εφαρμοστέες συλλογικές συμβάσεις είναι επαρκώς σαφείς, προσιτές, και ενημερωμένες στα πλαίσια της διεύρυνσης.

Βρυξέλλες, 31 Μαρτίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  Οδηγία αριθ. 96/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, όσον αφορά την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών, ΕΕ L 18 της 21.1.1997.

(2)  Κανονισμός αριθ. 1408/71.

(3)  Υποθέσεις 369/96 και 376/96, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, 23 Νοεμβρίου 1999.

(4)  Υπόθεση 272/94, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, 28 Μαρτίου 1996.

(5)  Υποθέσεις C49/98, C50/98, C51/98, C53/98.


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112/53


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (EΟΚ) αριθ. 337/75 περί δημιουργίας Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Καταρτίσεως (CEDEFOP)

[COM(2003) 854 τελικό —2003/00334 (CNS)]

(2004/C 112/16)

Στις 16 Φεβρουαρίου 2004, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση.

Το τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 3 Μαρτίου 2004, με βάση εισηγητική έκθεση του κ. Greif.

Κατά την 407η σύνοδο ολομέλειας της (συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με ψήφους 99 υπέρ, 1 κατά και 6 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Κύρια σημεία του εγγράφου της Επιτροπής

1.1.

Στις 8 Ιανουαρίου 2004, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (EΟΚ) αριθ. 337/75 περί δημιουργίας Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Καταρτίσεως (CEDEFOP). Εκτός από την πρόταση για την τροποποίηση του καταστατικού του Κέντρου αυτού, στο έγγραφο (1) περιλαμβάνεται αιτιολογική έκθεση σχετικά με τα δεδομένα που οδήγησαν στην πρόταση αυτή.

1.2.

Το έναυσμα για την προτεινόμενη αναθεώρηση του κανονισμού αποτέλεσε η επικείμενη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε διασύνδεση με το στόχο να προσαρμοστεί ο τρόπος εργασίας και λειτουργίας του Κέντρου και ιδιαιτέρως ο ρόλος των βασικών του οργάνων — του διοικητικού συμβουλίου, του προεδρείου και της διευθύνσεως — στις μελλοντικές συνθήκες.

1.3.

Στην αιτιολογική έκθεση της πρότασης αναθεώρησης, η Επιτροπή αναφέρεται στα ακόλουθα:

στη δράση του Κέντρου τα τελευταία χρόνια,

στα πορίσματα εξωτερικής αξιολόγησης ως προς την αποτελεσματικότητα της εσωτερικής λειτουργίας του Κέντρου και την αποδοτικότητά του έναντι τρίτων, καθώς και ως προς τις μεθόδους εργασίας των οργάνων του, κυρίως υπό το φως της διεύρυνσης (2),

στο πρόγραμμα δράσης που καταρτίστηκε από το διοικητικό Συμβούλιο του Κέντρου στη συνέχεια της εν λόγω αξιολόγησης, το οποίο σχετίζεται ιδιαιτέρως με το μελλοντικό τρόπο εργασίας αυτού (κυρίως όσον αφορά το μέγεθος, τη σύνθεση, τις μεθόδους εργασίας, και την αποδοτικότητά του κόστους),

σε κοινή γνωμοδότηση των διοικητικών συμβουλίων των τριών κοινοτικών οργανισμών (CEDEFOP, Eurofound και EU-OSHA) (3), που διαθέτουν τριμερή διοικητική διάρθρωση (κυβέρνηση, εργοδότες, εργαζόμενοι), όπου εξετάζονται ο τρόπος εργασίας και η διοικητική διάρθρωση αυτών, ως ανταπόκριση στις αξιολογήσεις που έγιναν,

σε πρόσκληση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς την Επιτροπή να υποβάλει, ενόψει της διεύρυνσης, προτάσεις για τον εξορθολογισμό των διοικητικών συμβουλίων των οργανισμών της Κοινότητας (4).

1.4.

Με το παρόν έγγραφο, η Επιτροπή ανταποκρίνεται στο αίτημα του Κοινοβουλίου και προτείνει για το CEDEFOP τα ακόλουθα:

τον εξορθολογισμό των μεθόδων εργασίας του διοικητικού συμβουλίου με την εντονότερη μετατροπή των διοικητικών καθηκόντων σε στρατηγικά (εκτός άλλων, με τη λήψη αποφάσεων σχετικά με μεσοπρόθεσμες προτεραιότητες, τον καθορισμό του ετήσιου προγράμματος εργασίας και τις αποφάσεις επί του προϋπολογισμού),

τον περιορισμό της αύξησης του κόστους που — εφόσον το καταστατικό παραμείνει κατά τα αναμενόμενα ως έχει — θα επέλθει, εκτός άλλων, με την αύξηση του αριθμού των μελών του διοικητικού Συμβουλίου από 48 σε 78 (παραδείγματος χάριν, με την πρόταση για την μείωση του αριθμού των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου σε μια ετησίως),

διατήρηση της τριμερούς εκπροσώπησης όλων των κρατών μελών στο διοικητικό Συμβούλιο (κυβερνήσεις, εργοδότες, εργαζόμενοι), η οποία θεωρείται ότι έχει ουσιαστική σημασία για τις επιδόσεις του Κέντρου (όπως διαπιστώθηκε και στην εξωτερική αξιολόγηση) με ταυτόχρονη ενσωμάτωση στο καταστατικό του ρόλου και των δραστηριοτήτων των ομάδων που εκπροσωπούνται στο διοικητικό συμβούλιο (κυβερνήσεις, εργοδότες και εργαζόμενοι).

1.5.

Επιπλέον, οι τροποποιήσεις που προτείνονται εκ μέρους της Επιτροπής αφορούν και στις ακόλουθες αλλαγές στο καταστατικό του Κέντρου:

καθορισμό της διαδικασίας για την υιοθέτηση μεσοπρόθεσμων προτεραιοτήτων,

διασαφήνιση της κατάστασης σε σχέση με την ηγεσία και τη διοίκηση του Κέντρου, ιδιαιτέρως όσον αφορά στο ρόλο και στα καθήκοντα του διευθυντή,

τροποποιήσεις στα εκτελεστικά καθήκοντα του διοικητικού συμβουλίου και του προεδρείου του, την τριμερή σύνθεση του οργάνου αυτού και τη σχέση του με το διευθυντή του Κέντρου,

τυποποίηση της δομής των ομάδων και διευκρίνηση των δραστηριοτήτων τους, εκτός άλλων, με τον ορισμό συντονιστή για κάθε μια από τις τρεις ομάδες του διοικητικού συμβουλίου (εκπρόσωποι των κυβερνήσεων, των εργοδοτών και των εργαζομένων,

διατύπωση του στόχου της ισόρροπης εκπροσώπησης ανδρών και γυναικών στα όργανα του Κέντρου,

κοινοποίηση της απόφασης για συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Επαγγελματικής Κατάρτισης (ETF) στο Τορίνο.

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1.

Ένα κοινό χαρακτηριστικό του CEDEFOP με το Ίδρυμα του Δουβλίνου για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας και το Γραφείο για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας στον τόπο εργασίας, που βρίσκεται στο Μπιλμπάο, είναι η δέουσα συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στη διοίκηση τους, όπου καταλαμβάνουν σχεδόν τα δύο τρίτα των θέσεων των μελών του διοικητικού συμβουλίου. Το γεγονός αυτό αντανακλά τη σημασία που δίνεται στα περισσότερα κράτη μέλη στη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων όσον αφορά στον κοινωνικό τομέα, στην προστασία των εργαζομένων και στην πολιτική επαγγελματικής κατάρτισης, γεγονός το οποίο καθιστά απαραίτητο και αυτονόητο να υπάρξει μια καλά θεμελιωμένη και υπεύθυνη διαμόρφωση της πολιτικής στους τομείς αυτούς σε ευρωπαϊκή κλίμακα.

2.2.

Το CEDEFOP είναι ο πρώτος από τους εν λόγω τρεις κοινοτικούς οργανισμούς, με τριμερή διοικητική διάρθρωση, όπου θα εφαρμοστούν οι μεταρρυθμίσεις που ζητήθηκαν από το Κοινοβούλιο. Σύντομα θα ακολουθήσει και η μεταρρύθμιση των άλλων δύο οργανισμών (Eurofound και EU-OSHA). Συνεπώς, οι τροποποιήσεις που προτείνονται όσον αφορά στον τρόπο εργασίας και στη διοικητική διάρθρωση του Κέντρου στη Θεσσαλονίκη θα χρησιμεύσουν ως πλαίσιο αναφοράς για τους δύο άλλους κοινοτικούς οργανισμούς.

2.3.

Η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι αυτό αποτελεί πρόσθετο λόγο για την εμπεριστατωμένη εξέταση των προτάσεων που έχουν υποβληθεί, ιδιαιτέρως σε σχέση με τη διατήρηση των δοκιμασμένων δυνατοτήτων συμμετοχής και άσκησης επιρροής εκ μέρους των κοινωνικών εταίρων επί των εργασιών, της διοίκησης και της διαχείρισης του Κέντρου. Αυτό γιατί οποιαδήποτε αλλαγή του ρόλου και της σύνθεσης των βασικών οργάνων αυτών των κοινοτικών κέντρων μπορεί να επηρεάσει την ενεργητική και παθητική συμμετοχή των ομάδων που εκπροσωπούνται στο διοικητικό συμβούλιο.

2.4.

Σε σχέση με αυτό, η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως αφορμή για την αποδυνάμωση του ρόλου που διαδραματίζουν οι κοινωνικοί εταίροι στους εν λόγω οργανισμούς, με επιχείρημα την αποδοτικότητα του κόστους και την επιβολή περισσότερο αυστηρών μεθόδων εργασίας. Αυτό που είναι πολύ πιο σημαντικό είναι να διαμορφωθεί ένα καταστατικό το οποίο θα επιτρέπει τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων — η οποία πρέπει να διατηρηθεί — σύμφωνα με τις μεταλλασσόμενες μελλοντικές συνθήκες.

2.5.

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την Επιτροπή και πιστεύει ότι σε όλες τις προτάσεις για την τροποποίηση της σύνθεσης και τις κατευθυντήριες γραμμές για την ηγεσία και τη διοίκηση του Κέντρου αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι να παραμείνει ανέπαφη η τριμερής διάρθρωση του διοικητικού συμβουλίου, δηλαδή η ισότιμη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων από όλα τα κράτη μέλη. Πρόκειται για ένα στοιχείο το οποίο έχει καθοριστική σημασία για την επιτυχία των εργασιών του Κέντρου. Μόνο έτσι μπορεί να διασφαλιστεί η συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων πλευρών και η συνεκτίμηση, στις εργασίες του Κέντρου, της πληθώρας συστημάτων και αντιλήψεων που ισχύουν στον τομέα της επαγγελματικής κατάρτισης.

2.6.

Όσο σημαντική κι αν είναι η διατήρηση της λειτουργικότητας των διοικητικών οργάνων του Κέντρου στο μέλλον και όσοι εύλογα κι αν είναι τα επιχειρήματα σε σχέση με τις δαπάνες που προβλέπεται να επιφέρει η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά τη σύνθεση του διοικητικού συμβουλίου, τόσο σημαντικό είναι, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, να υπάρξει μέριμνα στα πλαίσια της μεταρρύθμισης ώστε να μην περιοριστούν ο αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας των ομάδων που εκπροσωπούνται στα διοικητικά όργανα του Κέντρου, ούτε ο βαθμός στον οποίο μπορούν να ασκήσουν επιρροή, αλλά ούτε και το εύρος και το βάθος της διαδικασίας για τη διαμόρφωση βούλησης και τη συνέχεια της συνεργασίας.

2.7.

Με βάση αυτές τις αρχές, η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει τις περισσότερες τροποποιήσεις που προτείνει η Επιτροπή, θεωρεί όμως επιβεβλημένο, όσον αφορά ορισμένα σημεία, να κάνει μερικές γενικές παρατηρήσεις και προτάσεις — όπως θα δειχθεί στη συνέχεια — που θεωρεί ότι πρέπει να συνεκτιμηθούν στις περαιτέρω εργασίες για την αναθεώρηση του κανονισμού του CEDEFOP.

3.   Ειδικές παρατηρήσεις

3.1.

Τυποποίηση δοκιμασμένων πρακτικών: σε πολλές από τις τροποποιήσεις που προτείνονται από την Επιτροπή συνιστάται να τυποποιηθούν οι δραστηριότητες που αποτελούν σήμερα συνήθη πρακτική του Κέντρου και έχει αποδειχτεί ότι είναι αποδοτικές. Αυτό έχει κυρίως σχέση με το έργο του προεδρείου του διοικητικού συμβουλίου, θέματα που αφορούν στη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων σε εθνική και ευρωπαϊκή κλίμακα, τη συνεργασία με άλλους κοινοτικούς οργανισμούς καθώς και το συντονισμό των δραστηριοτήτων των ομάδων που εκπροσωπούνται στα ηγετικά όργανα του Κέντρου. Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει την εν λόγω τυποποίηση δοκιμασμένων πρακτικών, η οποία μέχρι σήμερα ήταν σε μεγάλο βαθμό ανύπαρκτη, και εκφράζει την προσδοκία ότι αυτό θα οδηγήσει σε αύξηση της διαφάνειας, της αποτελεσματικότητας αλλά και των αρμοδιοτήτων, σε συνδυασμό με την διατήρηση και την ενίσχυση του τριμερούς χαρακτήρα του Κέντρου.

3.2.

Ο ρόλος των ευρωπαϊκών οργανώσεων των κοινωνικών εταίρων: Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει το ότι στη νέα πρόταση κανονισμού ανατίθεται στις ευρωπαϊκές οργανώσεις των κοινωνικών εταίρων σημαντικός ρόλος (5) στη διαχείριση του Κέντρου, με την επίσημη πλέον καθιέρωση των συντονιστών ομάδων και το δικαίωμα συμμετοχής που διαθέτουν στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου και του προεδρείου αυτού. Στα πλαίσια αυτά, η Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων (ΕΣΣ) και η Ένωση των Συνομοσπονδιών της Βιομηχανίας και των Εργοδοτών της Ευρώπης (UNICE) αναλαμβάνουν να πρωτοστατήσουν. Για να υπογραμμιστεί ο σημαντικός ρόλος αυτών, η ΕΟΚΕ προτείνει να τροποποιηθεί δεόντως το άρθρο 4 παράγραφος 5 της πρότασης κανονισμού, για να εκχωρηθεί στους συντονιστές δικαίωμα ψήφου στο διοικητικό συμβούλιο και το προεδρείο αυτού και, κατά συνέπεια, να προσδιοριστεί με συγκεκριμένο τρόπο ο εν λόγω ρόλος των ευρωπαϊκών οργανώσεων των κοινωνικών εταίρων με τη συμμετοχή αυτών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων για την κατάληψη ηγετικών θέσεων στο κέντρο (διευθυντής, αναπληρωτής διευθυντής).

3.3.

Συνεργασία με ιδρύματα και το Δημόσιο: Πέραν αυτού, με βάση τη στρατηγική της Λισαβόνας και τη σημασία που αποδίδεται στα πλαίσια αυτής στην εκπαίδευση και την περαιτέρω επαγγελματική κατάρτιση καθώς και στην έννοια της δια βίου εκπαίδευσης, η ΕΟΚΕ επικροτεί την εντολή συνεργασίας του Κέντρου με το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα Επαγγελματικής Κατάρτισης, στο Τορίνο (6). Τρέφει δε παράλληλα την ελπίδα ότι τα πράγματα δεν θα περιοριστούν στη σύσφιξη της συνεργασίας των δύο κέντρων επαγγελματικής κατάρτισης, στο καθένα από τα οποία έχει ανατεθεί ιδιαίτερη εντολή, αλλά ότι η κατάσταση θα δώσει περαιτέρω ώθηση στη συνεργασία και τον καλύτερο συντονισμό με άλλα ευρωπαϊκά ιδρύματα και δημόσιες υπηρεσίες που κινούνται στο χώρο της εκπαίδευσης και περαιτέρω επαγγελματικής κατάρτισης, όπως συμβαίνει και με την υπηρεσία της Επιτροπής EURYDICE στον χώρο της γενικής και της ανώτατης εκπαίδευσης.

3.4.

Μείωση του αριθμού των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου: Προκειμένου η αναμενόμενη αύξηση του αριθμού των θέσεων στο διοικητικό συμβούλιο να μην υπονομεύσει την επιταγή της δημοσιονομικής ουδετερότητας, ένα από τα βασικά μέτρα που προτείνονται από την Επιτροπή είναι η μείωση του αριθμού των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου, κατά κανόνα, από δύο σε μια ετησίως (7). Η πρόταση αυτή αιτιολογείται με το νέο και περισσότερο στρατηγικό προσανατολισμό του διοικητικού συμβουλίου, ο οποίος συνοδεύεται από την απαλλαγή αυτού από τις διαχειριστικές αρμοδιότητες και την ανάθεσή τους στο προεδρείο και τη διεύθυνση.

Σε σχέση με αυτό, η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι, με τη μείωση του αριθμού των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου σε μια ετησίως, υπάρχει περίπτωση να υπονομευθεί το βάθος της ανταλλαγής απόψεων μεταξύ των μελών του. Πέραν αυτού, είναι προφανές ότι, με τον περιορισμό των συνεδριάσεων, τα περισσότερα από τα μέλη του διοικητικού Συμβουλίου τα οποία δεν θα εκπροσωπούνται στο —μελλοντικά οκταμελές— προεδρείο, θα δυσκολευτούν στο διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ των ετήσιων συνεδριάσεων να διασφαλίσουν μια συνεχή ροή πληροφοριών και την επαφή μεταξύ τους.

Για να λυθεί το πρόβλημα αυτό και να εξασφαλισθεί το απαραίτητο εύρος και βάθος της ανταλλαγής απόψεων, η ΕΟΚΕ προτείνει τα ακόλουθα:

να τροποποιηθεί η διατύπωση της πρώτης πρότασης του άρθρου 4 παράγραφος 6 του σχεδίου τροποποίησης του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 337/75 με την προσθήκη της λέξης «τουλάχιστον» κατά τον ακόλουθο τρόπο: «Ο πρόεδρος συγκαλεί το διοικητικό συμβούλιο τουλάχιστον μια φορά ετησίως»,

αφετέρου, να συμπεριληφθεί στο άρθρο 4 παράγραφος 10 πρόταση η οποία θα επιτρέπει, ανάλογα με τις ανάγκες, τη σύγκληση του διευρυμένου προεδρείου του διοικητικού συμβουλίου.

3.5.

Εξασφάλιση της συνέχειας της συμμετοχής: Για να εξασφαλιστεί η συνέχεια των δυνατοτήτων συνεργασίας όλων των μελών του διοικητικού συμβουλίου στις εργασίες του Κέντρου, η ΕΟΚΕ κρίνει ότι πρέπει να ληφθούν περαιτέρω συνοδευτικά μέτρα, ούτως ώστε να αντισταθμιστούν η αποδυνάμωση και ο περιορισμός της ροής πληροφοριών που αναμένονται με τη μείωση της συχνότητας των συνεδριάσεων και να εξασφαλιστεί ταυτόχρονα το απαραίτητο εύρος και βάθος της ανταλλαγής απόψεων. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι να διασφαλιστεί ο εσωτερικός συντονισμός των ομάδων (κυβερνήσεις, εργοδότες, εργαζόμενοι) και των συντονιστών ομάδων, που αναλαμβάνουν σημαντικό ρόλο στα πλαίσια αυτά, με την πρόβλεψη επαρκών δυνατοτήτων (για παράδειγμα, για τη σύγκληση έκτακτων συνεδριάσεων των ομάδων, το δικαίωμα αιτήσεως για τη σύγκληση του διευρυμένου προεδρείου κ.ο.κ) και τη διάθεση των αντίστοιχων πόρων.

3.6.

Η σύνθεση του προεδρείου: Όσον αφορά τη σύνθεση του μελλοντικά οκταμελούς προεδρείου του διοικητικού συμβουλίου (δύο μέλη από κάθε ομάδα που εκπροσωπείται στο κέντρο και δύο εκπρόσωποι της Επιτροπής) (8), η ΕΟΚΕ θεωρεί αξιοσημείωτη την ενίσχυση του ρόλου της Επιτροπής στο ηγετικό αυτό όργανο και αναμένει την δέουσα αιτιολόγηση εκ μέρους της τελευταίας για αυτή την αλλαγή της στάθμισης συμφερόντων. Για τον τρόπο λειτουργίας του Κέντρου, θεωρεί απαραίτητο να διασφαλιστεί μια ουσιαστική τριμερής εκπροσώπηση και στη σύνθεση του προεδρείου. Συνεπώς, η ΕΟΚΕ διασυνδέει με την ενισχυμένη παρουσία της Επιτροπής στο εκτελεστικό όργανο του Κέντρου την ελπίδα ότι το αποτέλεσμα θα είναι η ενίσχυση της εμπειρογνωμοσύνης και αναμένει αυτό δεν θα οδηγήσει σε αλλαγή της ισορροπίας δυνάμεων.

Σε σχέση με αυτό, η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει την πρόταση που περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα δράσης του διοικητικού συμβουλίου του Κέντρου από το 2001 για τη σύσταση διευρυμένου προεδρείου το οποίο θα αποτελείται από λιγότερα μόνιμα μέλη και περισσότερα εναλλασσόμενα, ώστε να επιτευχθεί μια ισορροπία μεταξύ της αποτελεσματικότητας και του αναγκαίου εύρους της ανταλλαγής απόψεων μεταξύ των μελών του διοικητικού Συμβουλίου. Η ΕΟΚΕ συνιστά να επανέλθει στο προσκήνιο η πρόταση αυτή και να συμπεριληφθεί στο άρθρο 4 παράγραφος 10 της πρότασης κανονισμού, μαζί με τη νέα ρύθμιση που προτείνεται για τη δυνατότητα σύγκλησης πρόσθετων συνεδριάσεων, ρητή διάταξη η οποία θα επιτρέπει, κατόπιν αιτήσεως των μελών του προεδρείου, τη σύγκλιση του διευρυμένου προεδρείου από τον ίδιο τον πρόεδρο.

3.7.

Ο ρόλος του διευθυντή και η θέση αναπληρωτή διευθυντή: Στην πρόταση κανονισμού ανατίθενται στην ουσία στο διευθυντή η νομική εκπροσώπηση του Κέντρου και η διαχείριση του, καθώς και η υλοποίηση των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου και του προεδρείου (9). Η ΕΟΚΕ διερωτάται αν με αυτό τον πολύ στενό ορισμό του ρόλου και των ευθυνών του διευθυντή σε σχέση με την αύξηση της εσωτερικής αποτελεσματικότητας Επιτυγχάνεται η απαραίτητη για τις μελλοντικές εργασίες του Κέντρου, ακριβής κατανομή καθηκόντων μεταξύ διευθυντού, διοικητικού συμβουλίου και προεδρείου.

Επιπλέον, σε σχέση με το ρόλο του προεδρείου, η ΕΟΚΕ θεωρεί σκόπιμο, στα πλαίσια της πρότασης για την τροποποίηση του κανονισμού του CEDEFOP, να μελετηθεί σοβαρά η σύσταση θέσης αναπληρωτή διευθυντή. Έτσι θα αποκατασταθεί ένα σχήμα που χρησίμευσε αποδεδειγμένα στην πράξη επί είκοσι χρόνια, μέχρι τη μεταφορά της έδρας του Κέντρου από το Βερολίνο στη Θεσσαλονίκη, το 1995, και συνέβαλε στην απρόσκοπτη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων στις σημαντικότερες αποφάσεις για το προσωπικό. Επιπλέον, κατ' αυτό τον τρόπο θα επιτευχθεί η συμμόρφωση του καταστατικού του Eurofound, στο Δουβλίνο, με την προτεινόμενη ρύθμιση και την δοκιμασμένη πρακτική, κατάσταση που υποστηρίζει ανεπιφύλακτα η ΕΟΚΕ. Για το λόγο αυτό, προτείνει ανάλογη τροποποίηση του άρθρου 6 του κανονισμού, με τρόπο που να εναρμονίζεται με τις αντίστοιχες διατάξεις του κανονισμού του Eurofound (10).

Πέραν αυτού, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι είναι απαραίτητο να αναφέρεται ρητώς στον κανονισμό ότι η σύμβαση για τον διορισμό διευθυντού πρέπει οπωσδήποτε να υπογράφεται από τον πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου. Αυτό θα πρέπει απαραιτήτως να ισχύει και για τη θέση του αναπληρωτή διευθυντή, η οποία θα πρέπει να αποκατασταθεί, γιατί διαφορετικά για απόφαση για το διορισμό αυτού θα εξαρτάται αποκλειστικά από τον διευθυντή, πράγμα το οποίο δεν συνάδει καθόλου με τη συνήθη πρακτική της συνεκτίμησης του συνολικού φάσματος συμφερόντων στο διοικητικό συμβούλιο.

3.8.

Προσδιορισμός μεσοπρόθεσμων προτεραιοτήτων: στο άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού, η Επιτροπή προτείνει να οριστούν στο καταστατικό οι αρμοδιότητες για τις αποφάσεις σχετικά με το στρατηγικό προσανατολισμό του Κέντρου. Αυτό θα γίνεται με τον καθορισμό μεσοπρόθεσμων προτεραιοτήτων και του ετήσιου προγράμματος εργασίας εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου, με βάση πρόταση του διευθυντού. Και σ' αυτή την περίπτωση, πρόκειται για την καθιέρωση μιας πρακτικής η οποία υφίσταται de facto από τα μέσα της δεκαετίας του '90. Η ΕΟΚΕ επικροτεί το γεγονός ότι επιτυγχάνεται ο αναπροσανατολισμός του διοικητικού συμβουλίου σε ένα περισσότερο στρατηγικό ρόλο. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο αριθμός των συνεδριάσεων περιορίζεται σε μια κάθε χρόνο, επαναλαμβάνει τις αμφιβολίες που έχει για το αν εξασφαλίζονται στο διοικητικό συμβούλιο η ευρεία διαβούλευση για τη διαμόρφωση γνώμης, που είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση αυτού του ρόλου, και η λήψη αποφάσεων με επαρκές έρεισμα. Η συμπερίληψη, στα σημεία 3.4 και 3.6, της προτεινόμενης διάταξης για την καθιέρωση της δυνατότητας να συγκαλείται το διευρυμένο προεδρείο θα μπορούσε να βοηθήσει την κατάσταση.

Παρ' ό,τι κατανοεί ότι, κατά τον καθορισμό προτεραιοτήτων, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες που υποδεικνύονται εκ μέρους των κοινοτικών οργάνων (11), η ΕΟΚΕ θεωρεί ενδεδειγμένο να επισημάνει ότι θα πρέπει να διασφαλιστεί και στο μέλλον ότι το έργο του Κέντρου δεν θα χρησιμεύει μόνο για τις πολιτικές διαβουλεύσεις των κοινοτικών οργάνων και των κυβερνήσεων των κρατών μελών, αλλά ότι κατά πρώτο και κύριο λόγο θα πρέπει να εξυπηρετεί τους παράγοντες που δρουν στο χώρο της επαγγελματικής κατάρτισης και κυρίως τους κοινωνικούς εταίρους στα κράτη μέλη.

3.9.

Ισότητα ευκαιριών: Τέλος, η ΕΟΚΕ επικροτεί το γεγονός ότι, με τη ρητή συμπερίληψη στο καταστατικό του στόχου της ίσης εκπροσώπησης ανδρών και γυναικών στα όργανα του Κέντρου, γίνεται ένα συγκεκριμένο βήμα για την εφαρμογή του άρθρου 3 της συνθήκης για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (12) και θεωρεί ότι είναι καθήκον των κρατών μελών και των οργανώσεων των κοινωνικών εταίρων να συνεκτιμήσουν δεόντως το στοιχείο του φύλου, πριν αποστείλουν τα άτομα που θα τους εκπροσωπήσουν. Η ΕΟΚΕ αναμένει ότι η άποψη αυτή θα αποτελέσει γνώμονα της πολιτικής προσωπικού που ασκείται από το Κέντρο και ιδιαιτέρως σε σχέση με τις αποφάσεις για τη στελέχωση ηγετικών θέσεων.

Βρυξέλλες, 31 Μαρτίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  COM(2003) 854 τελικό — 2003/00344 (CNS).

(2)  Για το πλήρες κείμενο της εξωτερικής αξιολόγησης του CEDEFOP, την απάντηση της Επιτροπής καθώς και το σχέδιο δράσης που εγκρίθηκε από το διοικητικό συμβούλιο του Κέντρου με αφορμή την αξιολόγηση αυτή βλέπε: http://europa.eu.int/comm/education/programmes/evaluation/evaluation_en.html.

(3)  Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP, Θεσσαλονίκη), Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (Eurofound, Δουβλίνο), Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (Eu-OSHA, Μπιλμπάο).

(4)  Βλέπε σχετικά τη διαδικασία απαλλαγής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, έγγραφο αριθ. A5-0079/2003, παράγραφος 28.

(5)  Άρθρο 4 παράγραφος 5 της πρότασης για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 337/75.

(6)  Άρθρο 3 παράγραφος 2 της πρότασης για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 337/75.

(7)  Άρθρο 4 παράγραφος 6 της πρότασης για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 337/75.

(8)  Άρθρο 4 παράγραφος 8 της πρότασης για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 337/75.

(9)  Άρθρο 7 παράγραφος 1 της πρότασης για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 337/75.

(10)  Άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1365/75 του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 1975, περί της δημιουργίας Ευρωπαϊκού Ιδρύματος για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας: «1. Ο διευθυντής και ο αναπληρωτής διευθυντής του ιδρύματος διορίζονται από την Επιτροπή βάσει ενός καταλόγου υποψηφίων που υποβάλλεται από το διοικητικό συμβούλιο. 2. Ο διευθυντής και ο αναπληρωτής διευθυντής είναι προσωπικότητες, οι οποίες επιλέγονται λόγω των προσόντων τους και οι οποίες παρέχουν εχέγγυα ανεξαρτησίας. 3. Ο διευθυντής και ο αναπληρωτής διευθυντής διορίζονται για περίοδο πέντε ετών, κατ' ανώτατο όριο. Η θητεία τους δύναται να ανανεώνεται».

(11)  Άρθρο 8 παράγραφος 1 της πρότασης για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 337/75.

(12)  Άρθρο 4 παράγραφος 2 της πρότασης για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 337/75.


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112/57


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Κοινωνική διάσταση του πολιτισμού»

(2004/C 112/17)

Στις 20 Νοεμβρίου 2003, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την: «Κοινωνική διάσταση του πολιτισμού».

Το τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 3 Μαρτίου 2004, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. LE SCORNET.

Κατά την 407η σύνοδο ολομελείας της 31ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου 2004 (συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 98 ψήφους υπέρ και 4 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Εισαγωγή

1.1.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή αποφάσισαν να καταστήσουν το θέμα της «κοινωνικής διάστασης του πολιτισμού» ζήτημα κοινού ενδιαφέροντος, επειδή είναι της άποψης ότι ο πολιτισμός και η κοινωνική ανάπτυξη αλληλοσυνδέονται στενά και ότι αυτό το πεδίο συνεύρεσης θα αποκτήσει αυξάνουσα σημασία στο πλαίσιο της πολιτικής για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

1.2.

Η ΕΟΚΕ, ήδη από το 1999, σε μια γνωμοδότηση (1) διαπίστωνε ότι «εάν θεωρήσουμε την ευρύτερη έννοια του πολιτισμού ως ένα σύστημα αξιών που σέβονται τα μέλη μιας κοινωνίας, τότε ο πολιτισμός διαμορφώνει και το πεδίο δράσης της κοινωνίας των πολιτών». Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ ο πολιτισμός, ως διαδικασία και κοινή έκφραση της σκέψης και της δράσης, διαμορφώνει την εκπαίδευση και τις κοινωνικές συμμετοχικές βασικές λειτουργίες. Το σχέδιο ευρωπαϊκού Συντάγματος βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στα θεμέλια των κοινών ηθικών αξιών, στόχων, θεμελιωδών δικαιωμάτων και σε μία νέα αντίληψη της δημοκρατικής συμπεριφοράς. Αυτά τα στοιχεία συνιστούν στο σύνολό τους τις βάσεις μίας ευρωπαϊκής αντίληψης του πολιτισμού. Τα κοινωνικά στοιχεία όπως είναι η αλληλεγγύη, η ανοχή, η κοινωνική συνοχή, μέτρα εναντίον της περιθωριοποίησης και των διακρίσεων, καθώς και η κοινωνική ένταξη αποτελούν τις βασικές συνιστώσες. Βάσει αυτής της αφετηρίας, η ΕΟΚΕ, στο πλαίσιο της συνταγματικής συνέλευσης, ζήτησε στο μέλλον να γνωμοδοτεί και σε θέματα «πολιτισμού». Εξ αυτών συνεπάγεται η ιδιαίτερη ευθύνη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ως οργάνου δημοκρατικής εκπροσώπησης των πολιτών της Ευρώπης, και της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής, ως θεσμικού εκπροσώπου της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών, για τα εν λόγω σύνθετα θέματα.

1.3.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ορθά τόνισε την «υποχρέωση» δημιουργίας μιας «κοινής πολιτιστικής βάσης» και ενός «ευρωπαϊκού αστικού χώρου» (2). Αυτό αποκτά ιδιαίτερα επιτακτικό χαρακτήρα επειδή η κυριαρχία της εθνικής διάστασης του πολιτισμού τίθεται σε ενέργεια κάθε φορά που αυξάνεται η πολυπλοκότητα. Με την διεύρυνση, οξύνεται ακριβώς αυτή η πολυπλοκότητα και εισέρχονται στην Ένωση έθνη με πολύ διαφορετικές ιστορίες, παραδόσεις και πολιτισμούς.

1.4.

Δεδομένου αυτού του περιορισμένου χρονικού πλαισίου, η ΕΟΚΕ με αυτή τη γνωμοδότηση, επικεντρώνει το ενδιαφέρον της με αυτή τη γνωμοδότηση, στους επόμενους τρεις κεντρικούς τομείς.

2.   Ποιό είναι το πρότυπο της Ευρωπαϊκής κοινωνίας; Προς μια νέα «πολιτιστική πραγματικότητα» που συνδυάζει οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές πρακτικές.

2.1.

Στο πλαίσιο αυτό η «κοινωνική διάσταση του πολιτισμού» δεν είναι μόνο αποφασιστικής σημασίας για το εσωτερικό, αλλά και προς το εξωτερικό για την οικοδόμηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας, καθώς και για τη διαμόρφωση ενός σχεδίου και μιας διαδικασίας για τη «συμβίωση» των Ευρωπαίων. Εκείνο που καθιστά την Ευρώπη ελκυστική, δεν είναι μόνον οι διαστάσεις της και η ισχύ της, εφόσον είναι η πρώτη εσωτερική αγορά στον κόσμο, όπως και το ύψος του ΑΕΠ της και η δύναμη του ευρώ. Είναι εξίσου η πρωτοτυπία της, το κοινωνικό και πολιτισμικό πρότυπό της το οποίο, καθώς αποτελεί απόρροια μίας κοινής κληρονομιάς αξιών, έχει διδαχθεί και εξακολουθεί να διδάσκεται πώς να διαχειρίζεται κατά τρόπο ειρηνικό, τόσο την πολιτιστική ποικιλία της, όσο και τις κοινωνικές και πολιτικές της αντιφάσεις, καθώς και πώς να τις συνδυάζει εποικοδομητικά.

2.2.

Οι αλλαγές που σημειώνονται στην κοινωνία, όπως οι επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης, οι κοινωνικοδημογραφικές μετατροπές (επαναστάσεις), η μετανάστευση, οι αυξανόμενες επιπτώσεις των τεχνολογιών της πληροφόρησης και της επικοινωνίας, η επιβεβαίωση και η εφαρμογή της αρχής της ισότητας των ευκαιριών μεταξύ ανδρών και γυναικών, καθώς και άλλες σημαντικές κοινωνικοοικονομικές αλλαγές θέτουν τεράστιες προκλήσεις στην κοινωνική, πολιτιστική και συμβολική πολιτική. Οι κοινωνίες μας δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της αναγνώρισης και της συμμετοχής όλων των φορέων τους και όλων των περιβαλλόντων. Όπως αποδείχθηκε με το «ευρωπαϊκό έτος για τα άτομα με ειδικές ανάγκες» και τις σχετικές γνωμοδοτήσεις και πρωτοβουλίες της ΕΟΚΕ, οι κοινωνίες μας θα κριθούν με γνώμονα την θέση και το ρόλο που θα αποδώσουν στους πλέον άπορους και στους πλέον περιθωριακούς.

2.3.

Στα τόσο κλασσικά αυτά παραδείγματα της ιεραρχικής αλυσίδας λήψεως αποφάσεων και της «επικουρούμενης εξάρτησης» (βλέπε τους διάφορους τύπους του κράτους προνοίας), δεν θα ήταν σκόπιμο να αντιτάξουμε σήμερα ένα πρότυπο που να προβλέπει την ενεργό συμμετοχή όλων, την ανάθεση ευθυνών σε όλους τους οικονομικούς, κοινωνικούς, οικογενειακούς και πολιτισμικούς παράγοντες;

2.4.

Η ενεργός αυτή συμμετοχή δεν αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για την διασφάλιση μίας ανθούσας και δημιουργικής οικονομικής και κοινωνικής ζωής; Και, κατ'επέκταση, δεν αποτελεί, ταυτόχρονα, και μία ηθική και οικονομική επιταγή; Ο σεβασμός και η ολοκλήρωση, τόσο του εαυτού μας όσο και του άλλου, και η υπεροχή της αρχής της συνεργασίας αποτελούν άλλωστε τα κοινά χαρακτηριστικά του σύγχρονου ευρωπαϊκού ανθρωπισμού και της συνολικής ανταγωνιστικότητας του ολοκληρωμένου αυτού χώρου.

2.5.

Οι οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές πρακτικές είναι συστηματικοί παραγωγοί πολιτισμού. Η επισήμανση και η αξιοποίηση των αλλαγών που έχουν υποστεί τα κύρια πολιτισμικά πρότυπα στο πλαίσιο των πρακτικών αυτών θα μπορούσαν να επιτρέψουν στην έννοια της «κοινωνικής διάστασης του πολιτισμού» να αποκτήσει μία λειτουργική αξία.

2.6.

Τέλος, τα πεδία σχέσεων και αρμοδιοτήτων μεταξύ του κράτους, της αγοράς και της κοινωνίας των πολιτών πρέπει να μελετηθούν και να καθορισθούν από κοινού.

3.   Οι συνέπειες των αλλαγών στον κόσμο της εργασίας επί της κοινωνικής διάρθρωσης και των πολιτισμικών αξιών

3.1.

Η παρούσα γνωμοδότηση δεν είναι δυνατό, πράγματι, να διερευνήσει τις σημαντικές μεταλλαγές που επιτελούνται στους τομείς αυτούς. Έχει απλώς την πρόθεση να επισημάνει ότι μία τέτοια διερεύνηση θα επέτρεπε, δίχως άλλο, τη βαθύτερη διερεύνηση της έννοιας «κοινωνία της γνώσης» που αποτελεί βασικό και δυναμικό στοιχείο της ευρωπαϊκής οικοδόμησης, όπως ορίζεται από τη διαδικασία της Λισαβόνας.

3.2.

Η γενική τάση της νοητικής, εγκεφαλικής θεώρησης όλων των επιμέρους χώρων εργασίας, συμπεριλαμβανομένης και της «εργασίας» που λέγεται κατανάλωση, και ο αυξημένος ρόλος που διαδραματίζουν σε αυτούς τους χώρους τα κριτήρια που βασίζονται στις σχέσεις στο ύψος και στη δημιουργία αποκρυσταλλώνονται στην Ευρώπη κατά τρόπο μοναδικό. Η αποκρυστάλλωσή τους αυτή αποτελεί το κέντρο γύρω από το οποίο συγκεντρώνονται οι ποικίλες εκφάνσεις της ανταγωνιστικότητας, της ελκυστικότητας, της κοινωνικής αγωγής και της επιχειρηματικότητας που χαρακτηρίζουν την Ευρώπη και τα οποία η Ευρώπη μπορεί να αναπτύξει έναντι των άλλων γεωπολιτιστικών ζωνών του πλανήτη.

3.3.

Επιπλέον, σε μία κοινωνία η οποία διανύει μία περίοδο τόσο βαθειάς αλλαγής, τα επαγγέλματα που συνδέονται με την ολοκλήρωση και την διαμεσολάβηση βρίσκονται, για μια ακόμη φορά, στην πρώτη γραμμή. Οι τεράστιες εντάσεις που χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν όσοι ασκούν τα επαγγέλματα αυτά υπερβαίνουν τις υλικές και αντικειμενικές δυσκολίες που απαντά αυτός ο τύπος απασχόλησης. Θέτουν υπό αμφισβήτηση όλα τα στοιχεία μιας δράσης που βασίζεται στον διπλό ρόλο της έκφρασης αλληλεγγύης και της άσκησης κοινωνικού ελέγχου στις κοινωνίες μας. Το γεγονός ότι ο συμβολικός χώρος που έδινε νόημα βρίσκεται σε φάση μεταμόρφωσης και μεταλλαγής καθιστά απαραίτητη την αποκρυπτογράφηση της ταυτότητας αυτών των επαγγελμάτων.

3.4.

Σε μία κοινωνία η οποία διανύει μία περίοδο τόσο βαθειάς αλλαγής δεν είναι πλέον δυνατό, επίσης, να απομονωθούν ή να ιεραρχηθούν, η κοινωνική διάσταση του πολιτισμού και η πολιτισμική θεώρηση των κοινωνικών θεμάτων. Για το λόγο αυτό, η οικονομική, η κοινωνική και η πολιτική διάσταση δεν είναι πλέον δυνατό να διαχωριστούν από την καλλιτεχνική και επιστημονική εργασία και πράξη. Δίχως να έχει προηγηθεί οιαδήποτε διεργασία, αυτή καθεαυτή η καλλιτεχνική και επιστημονική δημιουργία εμφανίζεται σημαντικά ενισχυμένη. Αυτό απαιτεί, κυρίως, έναν προβληματισμό γύρω από τις νέες μορφές πολιτιστικής οικονομίας (αλληλέγγυα οικονομία, αλληλασφάλιση των πόρων χρηματοδότησης).

4.   Μια νέα πολιτισμική δημοκρατία

4.1.

Οι κοινωνικές και οι πολιτιστικές πολιτικές δεν είναι απλώς τομεακές πολιτικές, αλλά μία «νοοτροπία» που κυριαρχεί στο σύνολο του πολιτικού παιχνιδιού. Η πολιτιστική δημοκρατία νοούμενη ως «πολιτιστική ασφάλεια», «πολιτιστική αξιοπιστία», «κοινωνική και πολιτιστική διακυβέρνηση» απαιτούν να αναδειχθούν. Φαίνεται ότι ήρθε πλέον η ώρα να ανοίξει ένας σαφής προβληματισμός για την ανάπτυξη νέων δικαιωμάτων, ελευθεριών και ευθυνών.

4.2.

Τα κύρια πρότυπα πολιτιστικής και κοινωνικής δημοκρατίας πρέπει αναμφίβολα να επανεξεταστούν και να αναπτυχθούν:

το εκπαιδευτικό πρότυπο (να αναπτυχθεί η προσφορά στον τομέα της εκπαίδευσης και της συνεχούς κατάρτισης σε όλη τη διάρκεια του βίου),

το πρότυπο της αξιοποίησης των πόρων (να δοθεί έμφαση στις δημιουργικές ερμηνείες του πολιτισμού και των κοινωνικών θεμάτων και στις ερμηνείες τους που ευνοούν την επικοινωνία),

το πρότυπο της διαμεσολάβησης (να δημιουργηθούν νέα πολιτισμικά πρότυπα που να αναζητούν κυρίως στις καταστάσεις κοινωνικού αποκλεισμού επιπλέον νόημα και ανθρωπιά).

4.3.

Η πληθώρα των προκλήσεων που τίθενται και απαιτούν την σύλληψη μιας πραγματικής κοινωνικής και πολιτιστικής δημοκρατίας αξίζει να εμβαθυνθεί σε συνεργασία, όχι μόνον με τα κοινοτικά όργανα, αλλά και με τα κοινωνικά κινήματα, τα πολιτιστικά δίκτυα και τους κοινωνικούς εταίρους. Η καθιέρωση μιας δεοντολογίας που να διέπει τη συνεργασία μεταξύ των εταίρων αποτελεί, αναμφίβολα, μία από τις μείζονες προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν για να επιτευχθεί αυτό.

5.   Συστάσεις

Η πρώτη αυτή εξέταση της «κοινωνικής διάστασης του πολιτισμού», η οποία είναι εξ ορισμού ελλιπής, οδηγεί την ΕΟΚΕ να διατυπώσει ορισμένες προτάσεις:

5.1.   Η πολιτιστική αποστολή της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

5.1.1.

Όπως ήδη διαπίστωσαν ορισμένα εθνικά Οικονομικά και Κοινωνικά Συμβούλια ή συναφείς οργανισμοί, η ΕΟΚΕ επιθυμεί να επιβεβαιώσει σαφέστερα από ποτέ την πολιτιστική της αποστολή. Πόσο μάλλον που, όπως υποστήριξε σε προηγούμενη γνωμοδότησή της, «η ανάπτυξη της κοινωνίας των πολιτών αποτελεί πολιτισμική διεργασία» (3). Αυτό την οδήγησε να αποφασίσει να ανοίξει έναν ενεργό διάλογο για το θέμα αυτό με τα εθνικά ΟΚΣ και το σύνολο των θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Κοινοβούλιο, Συμβούλιο, Επιτροπή, Επιτροπή των Περιφερειών) και να αποτελέσει τον φορέα στους κόλπους του οποίου θα διεξαχθούν οι συζητήσεις με την οργανωμένη κοινωνία των πολιτών με θέμα την πολιτιστική ανάπτυξη μέσα σε πλουραλιστικό, δυναμικό και καινοτόμο πνεύμα, να αποτελέσει ένα πραγματικό φόρουμ στην υπηρεσία της βιώσιμης ανάπτυξης και των πολιτιστικών βιομηχανιών (4).

5.2.   Η σταδιακή σύσταση ενός ευρωπαϊκού παρατηρητηρίου της πολιτιστικής συνεργασίας

5.2.1.

Η ΕΟΚΕ προτείνει να συνεχιστεί, σε συνεργασία με την Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, η εξέταση της πρότασης, που διατύπωσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να συσταθεί ένα ευρωπαϊκό παρατηρητήριο της πολιτιστικής συνεργασίας (5).

5.2.2.

Ακόμη δε περισσότερο που η ΕΟΚΕ δεν παραγνωρίζει τα —άτονα— συμπεράσματα της μελέτης σκοπιμότητας που παρήγγειλε η Επιτροπή με θέμα την κοινοβουλευτική αυτή πρόταση. Εάν η ΕΟΚΕ κρίνει τις αντίστοιχες συστάσεις εξαιρετικά απαραίτητες, ταυτόχρονα εκτιμά ότι οι συστάσεις εκείνες που αποβλέπουν αποκλειστικά στην υποστήριξη των εν ενεργεία δικτύων και οργανισμών και στην αναθεώρηση της χρηματοδότησής τους, στη δημιουργία μίας διαδικτυακής πύλης και στην ανάπτυξη της συλλογής στατιστικών που αφορούν τον τομέα του πολιτισμού δεν επαρκούν (6).

5.2.3.

Αυτός είναι ο λόγος που η ΕΟΚΕ προτείνει να προσδιοριστούν με ακρίβεια, σε μία γνωμοδότηση πρωτοβουλίας, οι στόχοι τους οποίους θα πρέπει να επιδιώκει ένα ευρωπαϊκό παρατηρητήριο της πολιτιστικής συνεργασίας, υπέρ της σύστασης του οποίου μάχεται, από κοινού με το ΕΚ. Προτείνει να επιβεβαιωθεί επίσης ότι θα αποτελεί ένα διοργανικό και διασυνοριακό «δίκτυο», με περιφερειακούς και εθνικούς συνδέσμους, το οποίο θα μετατρέπει σε κεφάλαιο και θα ωθεί σε συνεργίες όλους τους σημερινούς παράγοντες, είτε αυτοί είναι δημόσιοι, είτε κοινωνικής οικονομίας, είτε ιδιωτικοί, και όλες τις εμπειρίες (συμπεριλαμβανομένων και των παρελθουσών και ημιλησμονημένων). Που υποστηρίζει ότι δεν θα πρέπει συνεπώς να πρόκειται απλώς για έναν επιπλέον οργανισμό. Η δυναμική αυτή συνεργασία θα μπορούσε να ευνοήσει μία μη αμυντική εξέλιξη της έννοιας της επικουρικότητας στον τομέα της ευρωπαϊκής πολιτικής πολιτισμού. Θα προέτρεπε τους Ευρωπαίους να συμμετέχουν άμεσα στην δημιουργία του κοινού αυτού πολιτισμικού χώρου και, κατά συνέπεια, να ταυτίζονται με αυτόν. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΟΚΕ θα μπορούσε να υποβάλει υποψηφιότητα για να αναλάβει το ρόλο του γραμματέως και να αποτελέσει το κέντρο συλλογής και διαχείρισης μίας πραγματικής βάσης δεδομένων και γνώσεων, όπως θα μπορούσε, επίσης, και να διαδραματίσει έναν κινητήριο ρόλο προτείνοντας συγκεκριμένα σχέδια δράσης.

5.2.4.

Από την άποψη αυτή, πρέπει να ληφθεί υπόψη το σημαντικό έργο που έχει επιτελέσει ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός του Μπιλμπάο και το Ίδρυμα του Δουβλίνου. Οι οργανισμοί αυτοί εντοπίζουν και αναπτύσσουν τις «ορθές πρακτικές», τις πολιτιστικές αλλαγές στον τομέα των συνθηκών εργασίας, της απασχόλησης, της πρόληψης και της κοινωνικής συνοχής. Αποκαλύπτουν τα πλεονεκτήματα που είναι «ήδη εδώ», που θα μπορούσαν να βοηθήσουν αυτό το ευρωπαϊκό παρατηρητήριο της πολιτιστικής συνεργασίας, στο πλαίσιο μιας ευρείας θεώρησης του πολιτισμού.

5.2.5.

Επίσης, υπάρχουν διαθέσιμα πολλά δίκτυα (η μελέτη που παρήγγειλε η Επιτροπή έχει ήδη εντοπίσει 65), τα οποία έχουν συσταθεί γύρω από την προβληματική του πολιτισμού ως κοινωνικού συνδέσμου, κυρίως στο εσωτερικό των περιθωριοποιημένων πληθυσμών ή των πληθυσμών που βαίνουν προς περιθωριοποίηση (λαϊκές συνοικίες, βιομηχανικές περιφέρειες σε παρακμή, ερημωμένες αγροτικές περιοχές). Η ΕΟΚΕ, η οποία πραγματοποίησε ακροάσεις με ορισμένους από αυτούς, υποστηρίζει, συμμεριζόμενη τις απόψεις τους, ότι είναι αναγκαίο να εξέλθουν από την κατάσταση απομόνωσης στην οποία βρίσκονται, ότι θα πρέπει να τους παρασχεθούν τα μέσα που θα τους επιτρέψουν να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν, τα οποία συνήθως απουσιάζουν. Για το λόγο αυτό, εκτός από τον ρόλο ενός εργαστηρίου που θα επιτρέπει την διάδοση και την μεταφορά, από πεδίο σε πεδίο, των γνώσεων και της τεχνογνωσίας που έχουν ήδη δοκιμαστεί, το ευρωπαϊκό παρατηρητήριο της πολιτιστικής συνεργασίας θα πρέπει επίσης να διαδραματίσει και ένα ρόλο αξιολογητή.

5.2.6.

Ο ρόλος αυτός συνεπάγεται κυρίως ότι εξακριβώνει κατά πόσον η πολιτισμική διάσταση λαμβάνεται κατάλληλα υπόψη στις διάφορες κοινοτικές πολιτικές και ιδιαίτερα ότι μετατρέπεται σε μέσο που θα προσδώσει μεγαλύτερο βάρος στα προγράμματα «πολιτισμός 2000» και «MEDIA Plus» με την ευκαιρία της ανανέωσής τους, κατά τρόπο που να λάβουν υπόψη την σαφώς νέα κατάσταση των πραγμάτων ως επακόλουθο της διεύρυνσης και να συμπεριλάβουν νέους τομείς δραστηριότητας. Τέλος, ένα παρατηρητήριο αυτού του είδους θα μπορούσε ενδεχομένως να εκδίδει δική του ετήσια έκθεση.

5.3.   Εδραίωση συνεχών σχέσεων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και από κοινού παραγωγή ωφέλιμου έργου

5.3.1.

Σε πολιτιστικά θέματα, θα πρέπει να είναι δυνατό να επιβεβαιώνεται και να προβάλλεται το παράλληλο έργο, το καθένα με τα δικά του χαρακτηριστικά, που παράγουν τα δύο όργανα εκπροσώπησης των ευρωπαίων πολιτών, καθώς και να ακολουθούνται κοινές διαδικασίες και να πραγματοποιούνται κοινές εκδηλώσεις.

5.3.2.

Η διεξαγωγή ετήσιας κοινής συνεδρίασης με σκοπό την επιβεβαίωση μιας «Ευρώπης του πολιτισμού» θα μπορούσε να συμβάλλει στην εκτίμηση των εξελίξεων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν την Ένωση να μεταβληθεί από κοινότητα δικαίου σε κοινότητα αξιών. Είναι σκόπιμο να τεθεί ένας στόχος προαγωγής, ανά έτος, μίας τουλάχιστον κοινής πολιτιστικής αξίας.

5.3.3.

Καθώς προεκτείνει την ήδη πλούσια εμπειρία του θεσμού των ετήσιων ευρωπαϊκών πολιτιστικών πρωτευουσών, η πρώτη συνεδρίαση των δύο οργάνων θα μπορούσε να θέσει ως στόχο να τίθενται σε ανοικτή αντιπαράθεση προτάσεις που θα οδηγούσαν, ανά δύο, τρία ή τέσσερα έτη (γιατί όχι με βάση την περιοδικότητα των Ολυμπιακών αγώνων;), στην ανάληψη πρωτοβουλίας που θα προβλέπει τη συμμετοχή κάθε ευρωπαϊκής χώρας. Κάθε μια από τις χώρες αυτές θα εισάγει η ίδια τον ευρωπαϊκό πολιτισμό στον κόσμο, εντάσσοντας στην ευρωπαϊκή πρωτοβουλία τουλάχιστον έναν εταίρο ενός άλλου πολιτισμικού χώρου.

5.3.4.

Επίσης, τα δύο όργανα θα μπορούσαν να προβούν στη σύσταση μιας ευρωπαϊκής ειδικής ομάδας που να ευνοεί τις πολιτιστικές και καλλιτεχνικές ανταλλαγές στις εμπόλεμες ζώνες. Η ειδική ομάδα αυτή θα μπορούσε να συμβάλλει στην πρόληψη αυτών των συγκρούσεων και στην ανασυγκρότηση που ακολουθεί την σύγκρουση.

Βρυξέλλες, 31 Μαρτίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 23.9.1999 με θέμα «Ο ρόλος και η συμβολή της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση» — EE C 329 της 17.11.1999.

(2)  Έκθεση RUFFOLO — EK Α5 — 0281/2001.

(3)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 23.9.1999 με θέμα «Ο ρόλος και η συμβολή της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών στην ευρωπαϊκή οικοδόμηση» (εισηγήτρια η κα Anne-Marie SIGMUND) — EE C 329 της 17.11.1999.

(4)  Γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ της 28.1.2004 για τις πολιτιστικές βιομηχανίες στην Ευρώπη (CESE 102/2004, εισηγητής: ο κ. Rodriguez Garcia-Cara).

(5)  Έκθεση Ruffolo, ΕΚ Α5 — 0281/2001.

(6)  Μελέτη σκοπιμότητας για τη σύσταση Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου της Πολιτιστικής Συνεργασίας (πρβλ. τελική έκθεση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 18 Αυγούστου 2003), http://europe.eu.int/comm/culture/eac/sources_info/pdf-word/final_report_aout_2003.pdf.


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112/60


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή — Απολογισμός και αναθεώρηση των προτεραιοτήτων της στρατηγικής για το ΦΠΑ

[COM (2003) 614 τελικό]

(2004/C 112/18)

Στις 20 Οκτωβρίου 2003, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω ανακοίνωση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Οικονομική και Νομισματική Ένωση, Οικονομική και Κοινωνική Συνοχή», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, κατήρτισε τη γνωμοδότησή του στις 11 Μαρτίου 2004, με βάση εισηγητική έκθεση του κ. PEZZINI.

Κατά την 407η σύνοδο ολομέλειας της 31ης Μαρτίου και 1ης Απριλίου 2004 (συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 101 ψήφους υπέρ και μία αποχή την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Εισαγωγή

1.1.

Κατά την υιοθέτηση της πρώτης και της δεύτερης κοινοτικής οδηγίας για τον φόρο προστιθεμένης αξίας (ΦΠΑ), η Κοινότητα δεσμεύθηκε μεταξύ άλλων να αναλάβει τις δέουσες πρωτοβουλίες για την καθιέρωση ενός κοινού συστήματος το οποίο θα προέβλεπε, μεσοπρόθεσμα και στο πλαίσιο των ενδοκοινοτικών συναλλαγών, την κατάργηση της φορολόγησης των εισαγωγών και την απαλλαγή από τη φορολόγηση των εξαγωγών. Η δέσμευση αυτή προήλθε από τη δεδηλωμένη πρόθεση να τεθεί σε εφαρμογή ένα καθεστώς ΦΠΑ δυνάμενο να λειτουργεί τόσο εντός της ενιαίας αγοράς όσο και σε κάθε μεμονωμένο κράτος μέλος.

1.2.

Το 1987, η Επιτροπή υπέβαλε προτάσεις με στόχο τη θεσμοθέτηση ενός συστήματος αυτού του είδους, στο πλαίσιο των προγραμματισμένων πρωτοβουλιών για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς κατά το 1993.

1.2.1.

Το εν λόγω καθεστώς προέβλεπε ειδικότερα τη δημιουργία μίας εναρμονισμένης δομής βασισμένης σε δύο κατηγορίες συντελεστών, την εναρμόνιση — στο εσωτερικό μίας δεδομένης ψαλίδας — των συντελεστών που εφαρμόζονται στα μεμονωμένα κράτη μέλη και την καθιέρωση ενός μηχανισμού αποζημιώσεων για την ανακατανομή των εισοδημάτων ΦΠΑ μεταξύ των διαφόρων φορολογικών αρχών.

1.3.

Αναγνωρίζοντας ότι θα ήταν αδύνατο να εγκριθούν οι προτάσεις της Επιτροπής πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993, το Συμβούλιο αποφάσισε, ήδη από το 1989, να εφαρμόσει ένα μεταβατικό καθεστώς το οποίο θα επέτρεπε, αφενός, την κατάργηση παντός είδους ελέγχου στα εσωτερικά σύνορα της Κοινότητας και, αφετέρου, την είσπραξη του φόρου στο κράτος μέλος προορισμού του εμπορεύματος ή/και της υπηρεσίας.

1.3.1.

Συγχρόνως, το Συμβούλιο επαναδιατύπωσε τη βούλησή του να θεσμοθετήσει ένα «οριστικό» καθεστώς βασισμένο στην αρχή της φορολόγησης των αγαθών και υπηρεσιών στο κράτος μέλος καταγωγής και έθεσε ως προθεσμία για την επίτευξη του στόχου αυτού την 31η Δεκεμβρίου 1996.

1.4.

Σύμφωνα λοιπόν με τη βούληση που εξέφρασε το Συμβούλιο, η Επιτροπή υπέβαλε ένα λεπτομερές πρόγραμμα δράσης για τη διαμόρφωση ενός καθεστώτος βασισμένου στον εκσυγχρονισμό και στην ενιαία εφαρμογή του ισχύοντος συστήματος, καθώς και στην εισαγωγή σταδιακών τροποποιήσεων με στόχο να διευκολυνθεί η διαδικασία της μετάβασης προς την καθιέρωση ενός κοινού οριστικού καθεστώτος για τον φόρο προστιθεμένης αξίας.

1.5.

Εντούτοις, εξαιτίας των αποκλινουσών κατευθυντηρίων γραμμών που υφίστανται στα μεμονωμένα κράτη μέλη σχετικά με το εάν και κατά πόσον είναι σκόπιμο να αναληφθεί μία πραγματική διαδικασία μεταρρύθμισης του καθεστώτος για τον ΦΠΑ, τα επιτευχθέντα αποτελέσματα ήταν εξαιρετικά μέτρια. Πράγματι, για να διασφαλισθεί η ουδετερότητα του φόρου υπό τις φυσιολογικές συνθήκες ανταγωνισμού που επικρατούν μεταξύ των επιχειρήσεων, θα έπρεπε να επιτευχθεί ένα ορισμένο επίπεδο εναρμόνισης τόσο των συντελεστών όσο και των μηχανισμών φορολόγησης, όπως έχει επανειλημμένως προταθεί από την Επιτροπή.

1.6.

Τον Ιούνιο του 2000 η Επιτροπή υπέβαλε ανακοίνωση προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην οποία εξέθετε τις προς ανάληψη πρωτοβουλίες ενόψει της διαμόρφωσης μίας βιώσιμης στρατηγικής για την τελειοποίηση του κοινού καθεστώτος για τον ΦΠΑ. Οι κατευθυντήριες γραμμές του προβλεπόμενου προγράμματος επικεντρώνονταν στην απλούστευση και στον εκσυγχρονισμό των υφισταμένων κανόνων, καθώς και στην υιοθέτηση των αναγκαίων μέτρων με στόχο να εξασφαλισθεί μία πιο ομοιόμορφη εφαρμογή των ισχυουσών διατάξεων και μία ευρύτερη διοικητική συνεργασία μεταξύ των φορολογικών αρχών των κρατών μελών.

1.7.

Το μεταβατικό καθεστώς, παρότι έχει τροποποιηθεί ποικιλοτρόπως, παραμένει ακόμη σε ισχύ και προς το παρόν τίποτε δεν προμηνύει την επικείμενη αντικατάστασή του αν και, κατά γενική ομολογία, το εν λόγω καθεστώς παρουσιάζει ατέλειες διόλου αμελητέες οι οποίες ενδέχεται να παρεμποδίσουν την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Τρία έτη μετά από την έναρξη του προγράμματος του 2000, η Επιτροπή προτείνει επί του παρόντος, με ανακοίνωσή της προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, έναν απολογισμό και μία αναθεώρηση των προτεραιοτήτων της στρατηγικής για τον ΦΠΑ, υπό το πρίσμα των πρωτοβουλιών που έχουν αναληφθεί έκτοτε.

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1.

Η ΕΟΚΕ είχε επί σειρά ετών την ευκαιρία να εκφράσει την αμέριστη υποστήριξή της για τη θέσπιση ενός κοινού οριστικού καθεστώτος για τον ΦΠΑ, καλώντας επανειλημμένως τα κράτη μέλη να προβούν στην υιοθέτηση πιο ενδεδειγμένων στρατηγικών προς το σκοπό αυτό. Ομοίως, είχε εκδηλώσει σε πολλές περιπτώσεις τη δυσαρέσκειά της έναντι των πολυάριθμων ατελειών του υφισταμένου προσωρινού συστήματος, προσβλέποντας στην υιοθέτηση των αναγκαίων μέτρων εκσυγχρονισμού.

2.2.

Η ΕΟΚΕ είχε επισημάνει, ήδη από το 1988, την αναχρονιστική μορφή ενός συστήματος στο πλαίσιο του οποίου οι δοσοληψίες μεταξύ φορέων που δρουν εντός της ίδιας αγοράς — παρότι είναι εγκατεστημένοι σε διαφορετικά κράτη μέλη — ορίζονται ως εισαγωγές και εξαγωγές, εκφράσεις οι οποίες ενδείκνυνται περισσότερο για τον προσδιορισμό συναλλαγών που πραγματοποιούνται από εμπορικούς φορείς εκτός αυτής της συγκεκριμένης αγοράς.

2.3.

Εξάλλου, αναγνωρίζεται ευρέως ότι το υφιστάμενο καθεστώς είναι εν γένει ακατάλληλο και ότι τελικώς αποβαίνει ακόμη και εις βάρος της λειτουργίας της ενιαίας αγοράς.

2.3.1.

Η ΕΟΚΕ προσβλέπει ασφαλώς σε μία ταχεία μετάβαση προς ένα οριστικό καθεστώς, έχοντας ωστόσο πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι υπό τις παρούσες συνθήκες, όπου το Συμβούλιο εκπροσωπεί τις εθνικές κυβερνητικές αρχές περισσότερο από ό,τι προασπίζει τα συμφέροντα της Κοινότητας, ο μοναδικός στόχος που θα μπορούσε ρεαλιστικά να επιδιωχθεί έγκειται σε ένα πρόγραμμα δράσης επικεντρωμένο στον εκσυγχρονισμό του ισχύοντος συστήματος και στην υιοθέτηση των ενδεδειγμένων μέτρων για την προαγωγή της μετάβασης προς το προαναφερθέν οριστικό καθεστώς.

2.4.

Η ΕΟΚΕ εκτιμά το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την ιδέα περί οριστικού καθεστώτος και επικροτεί τη σύνεση που επιδεικνύει, αρκούμενη προς το παρόν στην επιδίωξη μιας στρατηγικής προοδευτικού εκσυγχρονισμού του ισχύοντος συστήματος. Υπό αυτό το πρίσμα, η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της όσον αφορά τα προσφάτως επιτευχθέντα αποτελέσματα από την άποψη της απλοποίησης και της περισσότερο ομοιόμορφης εφαρμογής του συστήματος.

2.5.

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει πλήρως την υιοθέτηση των πρωτοβουλιών που ανελήφθησαν από την Επιτροπή κατ' εφαρμογήν του προγράμματος δράσης που ξεκίνησε το 2000.

2.5.1.

Η ΕΟΚΕ εκφράζει ειδικότερα την ικανοποίησή της για την υιοθέτηση της οδηγίας 2000/65/EK που προέβλεπε την κατάργηση, από 1ης Ιανουαρίου 2003, του συστήματος του φορολογικού αντιπροσώπου (1), της οδηγίας 2002/38 για τις υπηρεσίες που παρέχονται με ηλεκτρονικά μέσα (2), της οδηγίας 2003/92/EK σχετικά με τους κανόνες που διέπουν τον τόπο παροχής του φυσικού αερίου και της ηλεκτρικής ενέργειας (3), και της οδηγίας 2001/44/EK όσον αφορά τη βελτίωση της αμοιβαίας συνδρομής για την είσπραξη των απαιτήσεων (4), καθώς και για την υιοθέτηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1798/2003 σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα του ΦΠΑ (5). Επίσης, η ΕΟΚΕ επιθυμεί να υπενθυμίσει ότι στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών που αποσκοπούν στην ενθάρρυνση της στενότερης συνεργασίας μεταξύ των φορολογικών αρχών των κρατών μελών για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, η υιοθέτηση του προγράμματος Fiscalis χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.

2.6.

Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει ότι θεωρεί αξιόλογη τη δράση της Επιτροπής, επισημαίνοντας εντούτοις ότι η δράση αυτή φάνηκε ορισμένες φορές να χαρακτηρίζεται από ελλιπή οργάνωση και από συγκεχυμένη θεώρηση των προτεραιοτήτων, εξαιτίας της έμμονης τάσης που παρατηρείται στο Συμβούλιο να θέτει προσανατολισμούς για την προάσπιση των συμφερόντων των κρατών μελών.

2.7.

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι, στο πλαίσιο της προτεινόμενης στρατηγικής, απαιτείται να δοθεί η μέγιστη δυνατή βαρύτητα στην υιοθέτηση μέτρων τα οποία να διασφαλίζουν την ενιαία εφαρμογή του κοινού καθεστώτος για τον φόρο προστιθεμένης αξίας σε κοινοτικό επίπεδο. Επί τούτου, η ΕΟΚΕ έχει ήδη τονίσει σε άλλες περιπτώσεις τη σκοπιμότητα μετατροπής της Επιτροπής ΦΠΑ σε κανονιστική επιτροπή επιφορτισμένη να επικουρεί την Επιτροπή για την υιοθέτηση των κανόνων εφαρμογής των ισχυουσών διατάξεων, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που εκτίθενται στην πρόταση οδηγίας του 1997 και στην ανακοίνωση της Επιτροπής, τον Ιούνιο του 2000, σχετικά με μία στρατηγική που αποβλέπει στη βελτίωση της λειτουργίας του συστήματος ΦΠΑ στην εσωτερική αγορά (6).

3.   Οι πρωτοβουλίες που βρίσκονται στο στάδιο της υιοθέτησης

3.1.   Η απλούστευση του συστήματος

3.1.1.

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται την άποψη σύμφωνα με την οποία η απλούστευση των φορολογικών υποχρεώσεων που επιβάλλονται στους επιχειρηματίες βάσει του ισχύοντος φορολογικού συστήματος πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα της στρατηγικής της Επιτροπής, γεγονός το οποίο συνάδει και με τα αιτήματα που προβάλλουν οι καταναλωτές.

3.1.2.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΟΚΕ προσβλέπει στη συντομότερη δυνατή επανέναρξη των εργασιών σχετικά με την πρόταση οδηγίας για τη διασυνοριακή έκπτωση του καταβληθέντος φόρου προς αντικατάσταση του καθεστώτος που ορίζεται στην 8η οδηγία για τον ΦΠΑ. Επιπλέον, η ΕΟΚΕ επικροτεί πλήρως την πρόταση που διατύπωσε προς το σκοπό αυτό η Προεδρία του Συμβουλίου για την εφαρμογή ενός συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών και ανακατανομής του φόρου μεταξύ των κρατών μελών, παρεμφερούς προς εκείνο που προβλέπεται από την οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο.

3.1.3.

Ομοίως, η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την πρωτοβουλία της Επιτροπής για την πραγματοποίηση ανοιχτής δημόσιας διαβούλευσης ενόψει της απλοποίησης και της εναρμόνισης των φορολογικών υποχρεώσεων που σχετίζονται με τον φόρο προστιθέμενης αξίας και ευελπιστεί ότι θα υιοθετηθούν ενδεδειγμένα μέτρα για τη διαφοροποίηση του συστήματος των υποχρεώσεων κατ' αναλογία προς τις διαστάσεις των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων. Η Επιτροπή έχει συγκεντρώσει, αρχής γενομένης από τη δεκαετία του '90, ένα σύνολο ορθών πρακτικών που υιοθετήθηκαν από τα κράτη μέλη με σκοπό να προσδοθεί μεγαλύτερη ευελιξία στις πολύ μικρές και στις μικρές επιχειρήσεις έναντι των υποχρεώσεων που επιβάλλονται σύμφωνα με το καθεστώς του ΦΠΑ (7).

3.1.4.

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει και υποστηρίζει το έργο που επιτελεί η Επιτροπή για την καθιέρωση ενός συστήματος «μίας και μόνης θυρίδας» προκειμένου οι εταιρείες οι οποίες είναι εγγεγραμμένες σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη να δύνανται, στο επίπεδο της ΕΕ, να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά τον ΦΠΑ στη χώρα στην οποία είναι εγκατεστημένες (8).

3.2.   Εναρμόνιση και εκσυγχρονισμός του συστήματος

3.2.1.

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται την άποψη σύμφωνα με την οποία θα ήταν σκόπιμο να ληφθούν ενδεδειγμένα μέτρα για την εξάλειψη της διπλής φορολόγησης και συμφωνεί με την προσέγγιση της Επιτροπής επί του θέματος όσον αφορά το σχεδιασμό των μέσων που απαιτούνται για την επίλυση μεμονωμένων περιπτώσεων διπλής φορολόγησης, κατά το πρότυπο εκείνων που καθορίζονται από τις ισχύουσες διεθνείς συμβάσεις στον τομέα της άμεσης φορολογίας.

3.2.2.

Μεταξύ των προς ανάληψη πρωτοβουλιών με στόχο την περαιτέρω εναρμόνιση του κοινού συστήματος, σημαντική θέση κατέχει η επαναδιατύπωση της 6ης οδηγίας ΦΠΑ: πράγματι, η εν λόγω οδηγία — η οποία απετέλεσε αντικείμενο πολυάριθμων παρεμβάσεων — μετεξελίχθηκε με το πέρασμα του χρόνου σε πολύπλοκο νομικό κείμενο το οποίο δύσκολα μπορεί κανείς να συμβουλευθεί. Επιπλέον, οι τεχνολογικές εξελίξεις, οι αλλαγές στις εμπορικές πρακτικές, καθώς και οι τάσεις ιδιωτικοποίησης και απελευθέρωσης που έγιναν αισθητές σε σημαντικά τμήματα της οικονομίας της Ένωσης, επιβάλλουν την αναθεώρηση ορισμένων συγκεκριμένων διατάξεων της προαναφερθείσας οδηγίας, οι οποίες δεν είναι ανταποκρίνονται πλέον στην πραγματική κατάσταση που επικρατεί όσον αφορά τις οικονομικές συναλλαγές.

3.2.3.

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί επίσης με την Επιτροπή όσον αφορά την ανάγκη εξορθολογισμού του συστήματος των ισχυουσών παρεκκλίσεων, το συντομότερο δυνατόν, με την εξάλειψη των παρεκκλίσεων που προκαλούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και με τη γενίκευση εκείνων που απεδείχθησαν αποτελεσματικότερες.

4.   Οι κατευθυντήριες γραμμές για το μέλλον

4.1.   Αναθεώρηση των κανόνων σχετικά με τον τόπο φορολόγησης της παροχής υπηρεσιών

4.1.1.

Η Επιτροπή έχει ήδη ξεκινήσει μία ανοικτή δημόσια διαβούλευση προκειμένου να αξιολογηθεί εάν και κατά πόσον είναι αναγκαία η τροποποίηση των κανόνων ΦΠΑ σχετικά με τον τόπο φορολόγησης της παροχής υπηρεσιών. Η εν λόγω διαβούλευση βασίζεται σε ένα έγγραφο που εκπονήθηκε από τη Γενική Διεύθυνση «Φορολογία και Τελωνειακή Ένωση» της Επιτροπής στο οποίο εξετάζεται η σκοπιμότητα της μετάβασης από την αρχή της φορολογίας στη χώρα προέλευσης προς την αρχή της φορολογίας στη χώρα προορισμού· τούτο σημαίνει ότι ως τόπος φορολόγησης της παροχής υπηρεσιών δεν εκλαμβάνεται πλέον ο τόπος στον οποίο διαμένει ο φορέας παροχής της υπηρεσίας, αλλά ο τόπος στον οποίο είναι εγκατεστημένος ο παραλήπτης της εν λόγω υπηρεσίας (9).

4.1.2.

Ο κανόνας της φορολόγησης στον τόπο εγκατάστασης του φορέα παροχής της υπηρεσίας απεδείχθη έως τώρα αποτελεσματικός: εντούτοις, ο πολλαπλασιασμός της παροχής διασυνοριακών υπηρεσιών είναι πιθανό να ευνοήσει πολυσύνθετες διοικητικές διαδικασίες και να προκαλέσει στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα την επιβολή διπλής φορολογίας ή τη μη φορολόγηση της παροχής διεθνών υπηρεσιών. Το πρόβλημα αυτό κατέστη ιδιαίτερα προφανές στην περίπτωση των υπηρεσιών που σχετίζονται με το ηλεκτρονικό εμπόριο (e-commerce).

4.1.3.

Η τροποποίηση προβλέπει κατά συνέπεια ότι στην περίπτωση της παροχής υπηρεσιών — όπως συμβαίνει και για τις παραδόσεις αγαθών — υπόχρεος του ΦΠΑ είναι ο παραλήπτης (όταν ο φορολογούμενος υπόκειται σε ΦΠΑ) και όχι ο φορέας παροχής της υπηρεσίας. Η τροποποίηση αυτή θα συνέβαλε, μεταξύ άλλων, στον περιορισμό των επαχθών διοικητικών διαδικασιών που βαρύνουν τους επιχειρηματίες, δεδομένου ότι ο φορέας παροχής των υπηρεσιών δεν θα υποχρεούται πλέον — όπως συνέβαινε έως τώρα — να εγγράφεται λόγω ΦΠΑ όταν πραγματοποιεί φορολογήσιμες συναλλαγές σε ένα κράτος διαφορετικό από εκείνο στο οποίο είναι εγκατεστημένος. Επιπλέον, οι προτεινόμενες τροποποιήσεις — εφόσον θα ήταν σύμφωνες προς τους κανόνες που ισχύουν στις τρίτες χώρες οι οποίες εφαρμόζουν τους δικούς τους φόρους κατανάλωσης — θα είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση των κινδύνων της διπλής φορολόγησης ή της μη φορολόγησης της παροχής διεθνών υπηρεσιών.

4.1.4.

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί ότι η τροποποίηση των κανόνων σχετικά με τον τόπο φορολόγησης της παροχής υπηρεσιών απαιτείται να πραγματοποιηθεί σύμφωνα με τις προαναφερθείσες κατευθυντήριες γραμμές, αλλά θεωρεί σκόπιμο να επεκταθεί ο προβληματισμός αυτός σε όλες τις υπηρεσίες που προορίζονται για τους τελικούς καταναλωτές. Επίσης, υπό αυτό το πρίσμα, η ΕΟΚΕ αποδέχεται τη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με τη σκοπιμότητα επέκτασης του συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών που χρησιμοποιείται από τις φορολογικές αρχές των κρατών μελών (σύστημα «VIES») και στην περίπτωση της παροχής υπηρεσιών.

4.2.   Η καταπολέμηση της φορολογικής απάτης

4.2.1.

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται την άποψη σύμφωνα με την οποία η καταπολέμηση της απάτης που σχετίζεται με το φόρο προστιθέμενης αξίας πρέπει να αποτελέσει μία από τις προτεραιότητες της Επιτροπής για την ανάληψη δράσης. Πράγματι, η φορολογική απάτη — πέραν του σημαντικού δημοσιονομικού αντικτύπου της — προκαλεί στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που αποβαίνουν προς όφελος των λιγότερο έντιμων επιχειρηματιών.

4.2.2.

Η ΕΟΚΕ έχει απόλυτη επίγνωση του γεγονότος ότι το υφιστάμενο καθεστώς αφήνει εκτεταμένα περιθώρια για τη διάπραξη φορολογικής απάτης, η οποία ενθαρρύνεται στην πράξη λόγω της δυνατότητας συνδυασμού των συναλλαγών που προϋποθέτουν την εφαρμογή του ΦΠΑ με συναλλαγές για τις οποίες δεν προβλέπεται η πραγματική καταβολή του φόρου προστιθέμενης αξίας. Τούτου λεχθέντος, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι το φαινόμενο της απάτης απαιτείται να καταπολεμηθεί όχι τόσο με την εισαγωγή τροποποιήσεων επί του υφισταμένου καθεστώτος όσο στο πλαίσιο του ισχύοντος συστήματος. Είναι γεγονός ότι τα αποτελέσματα μίας στρατηγικής βασισμένης στην εισαγωγή ουσιαστικών τροποποιήσεων επί του υφισταμένου συστήματος θα ήταν αβέβαια, ενώ οι συνεπαγόμενες διοικητικές δαπάνες — τόσο οι άμεσες όσο και οι έμμεσες — θα ήταν υπέρογκες.

4.2.3.

Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ προτείνει την αξιοποίηση των υφισταμένων μέσων διοικητικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών, καθώς και το σχεδιασμό ορισμένων επιπρόσθετων. Εξάλλου, έχει ήδη σημειωθεί αξιοσημείωτη πρόοδος προς αυτή την κατεύθυνση: ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1798/2003 προβλέπει πράγματι εξαιρετικά αποτελεσματικές διατάξεις σε αυτόν τον τομέα οι οποίες διευκολύνουν την πραγματοποίηση επαφών μεταξύ των εθνικών αρχών, ενώ η υιοθέτηση του προγράμματος Fiscalis θα συντελέσει και αυτή από την πλευρά της — χάρη στη χρήση βελτιωμένων ηλεκτρονικών συστημάτων για την ανταλλαγή πληροφοριών — στην καθιέρωση στενότερης συνεργασίας μεταξύ των κρατών για την καταπολέμηση της φορολογικής απάτης. Εν κατακλείδι, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι η χάραξη στοχοθετημένων στρατηγικών σε εθνικό επίπεδο θα μπορούσε να συμβάλει τα μάλα στην καταπολέμηση των πιο ακραίων μορφών φοροδιαφυγής. Υπό αυτό το πρίσμα, η ΕΟΚΕ επικροτεί πλήρως την πρωτοβουλία που ανέλαβε η Μόνιμη Επιτροπή Διοικητικής Συνεργασίας (Επιτροπή SCAC) για την κατάρτιση ενημερωτικού οδηγού στον οποίο περιλαμβάνονται ορισμένες πρακτικές που υιοθετήθηκαν από τις μεμονωμένες εθνικές υπηρεσίες στην προσπάθειά τους να καταστείλουν τη φορολογική απάτη.

5.   Συμπεράσματα

5.1.

Η ΕΟΚΕ επιβεβαιώνει την άποψη σύμφωνα με την οποία οι πολυάριθμες και σοβαρές ατέλειες του υφισταμένου συστήματος θα μπορούσαν να εξαλειφθούν μόνο με την εισαγωγή ενός νέου οριστικού καθεστώτος. Έχει ωστόσο επίγνωση του γεγονότος ότι, υπό τις παρούσες συνθήκες, ο στόχος αυτός δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί βραχυπρόθεσμα και κατά συνέπεια εκτιμά ιδιαίτερα το ρεαλισμό που επιδεικνύει η Επιτροπή προωθώντας μία στρατηγική για την προοδευτική βελτίωση του ισχύοντος συστήματος.

5.1.1.

Η ΕΟΚΕ προτρέπει τα κράτη μέλη και το Συμβούλιο να απαρνηθούν τις τωρινές θέσεις τους και να τεθούν υπέρ κατευθυντηρίων γραμμών πραγματικά ευνοϊκών για την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς προς όφελος των επιχειρήσεων και, κυρίως, των καταναλωτών. Επισημαίνει ότι μία Ευρώπη η οποία διαθέτει ενιαίο νόμισμα δεν είναι δυνατόν να εξακολουθήσει να ανέχεται τις ελλείψεις του τρέχοντος μεταβατικού συστήματος για το φόρο προστιθεμένης αξίας. Η ΕΟΚΕ ευελπιστεί ειδικότερα ότι, κατά τη θεσμική αναδιοργάνωση που επιχειρείται επί του παρόντος στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης, οι αρμοδιότητες για την εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας θα ανατεθούν στην Επιτροπή, ενώ η ομόφωνη ψηφοφορία πρέπει να εγκαταλειφθεί όσον αφορά τα είδη φόρων που επηρεάζουν την κατάσταση του ανταγωνισμού στην ενιαία αγορά. Στο πλαίσιο της εν λόγω αναθεώρησης των κανόνων που διέπουν τη λήψη των αποφάσεων επί φορολογικών θεμάτων στην ΕΕ απαιτείται να συζητηθούν και τα θέματα ΦΠΑ.

5.2.

Εντούτοις, λαμβάνοντας υπόψη αφενός το αρνητικό κλίμα που επικρατεί αυτή την περίοδο έναντι της υιοθέτησης ενός κοινού οριστικού καθεστώτος ΦΠΑ και αφετέρου την ανάγκη εκσυγχρονισμού του μεταβατικού καθεστώτος, η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι οι βασικές συνιστώσες της βελτίωσης πρέπει να αφορούν την απλοποίηση και τον εκσυγχρονισμό των υφισταμένων κανόνων, την εναρμόνιση της εφαρμογής των εν λόγω κανόνων και την περαιτέρω προαγωγή της διοικητικής συνεργασίας μεταξύ των φορολογικών αρχών των κρατών μελών.

5.2.1.

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται επίσης τη γνώμη της Επιτροπής κατά την οποία «εκσυγχρονισμός και απλοποίηση» και «συνεργασία και καταπολέμηση της απάτης» αποτελούν τμήματα ενός ενιαίου συνόλου και χρήζουν, επομένως, κοινής αντιμετώπισης.

Κατά συνέπεια, η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει τις πρωτοβουλίες που έχει ήδη αναλάβει η Επιτροπή, καθώς και εκείνες που εξετάζονται επί του παρόντος κατ'εφαρμογήν της στρατηγικής του 2000. Η ΕΟΚΕ τάσσεται ειδικότερα υπέρ της αναθεώρησης των κανόνων σχετικά με τον τόπο φορολόγησης της παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με τις προτάσεις που διατυπώνονται στην ανακοίνωση υπό εξέταση, και εκτιμά ότι το φαινόμενο χρήζει αντιμετώπισης εντός του ισχύοντος νομικού πλαισίου. Τέλος, προσβλέπει στην ταχύτερη δυνατή επανέναρξη των εργασιών σχετικά με την πρόταση οδηγίας για την τροποποίηση του κανονισμού λειτουργίας της Επιτροπής ΦΠΑ.

Βρυξέλλες, 31 Μαρτίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  Γνωμοδότηση ΕΟΚΕ: ΕΕ C 409 της 30.12.1998, σ. 10.

(2)  Γνωμοδότηση ΕΟΚΕ: ΕΕ C 116 της 20.4.2001, σ. 59.

(3)  Γνωμοδότηση ΕΟΚΕ: ΕΕ C 133 της 6.6.2003, σ. 58.

(4)  Γνωμοδότηση ΕΟΚΕ: ΕΕ C 101 της 12.4.1999, σ. 26.

(5)  Γνωμοδότηση ΕΟΚΕ: ΕΕ C 80 της 3.4.2002, σ. 76.

(6)  Γνωμοδοτήσεις ΕΟΚΕ: ΕΕ C 19 της 21.1.1998, σ. 56 και ΕΕ C 32 της 5.2.2004, σ. 120.

(7)  Πρβλ. τη γνωμοδότηση πρωτοβουλίας της ΕΟΚΕ με θέμα «Ευρωπαϊκός Χάρτης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων» (ΕΕ C 204 της 18.7.2000, σ. 57, σημείο 1.6-12), τη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ σχετικά με την «Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με ένα πολυετές πρόγραμμα για τις επιχειρήσεις και το επιχειρηματικό πνεύμα (2001-2005)» (ΕΕ C 116 της 20.4.2001), καθώς και τη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Ο ρόλος των μικροεπιχειρήσεων και των μικρών επιχειρήσεων στην οικονομική ζωή και στον ευρωπαϊκό παραγωγικό ιστό» (ΕΕ C 220 της 16.9.2003, σ. 50, σημείο 3.5).

(8)  Πρβλ. σημείο 3.1.2 του εγγράφου COM(2003) 614 της 20.10.2003.

(9)  Σύμφωνα με την έκθεση στην οποία συνοψίζονται τα αποτελέσματα της διαβούλευσης που πραγματοποιήθηκε από τη ΓΔ TAXUD με θέμα: ΦΠΑ — Τόπος φορολόγησης της παροχής υπηρεσιών (TAXUD/C3/2357), στην οποία βασίστηκε το έγγραφο COM(2003) 822 τελικό, η συντριπτική πλειονότητα των 57 οργανώσεων που ερωτήθηκαν επικροτεί τον προτεινόμενο προσανατολισμό.


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 112/64


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διοικητική συνεργασία στον τομέα των ειδικών φόρων κατανάλωσης και την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί της αμοιβαίας συνδρομής των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών στον τομέα των άμεσων φόρων, ορισμένων ειδικών φόρων κατανάλωσης και των φόρων επί των ασφαλίστρων και της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης

[COM(2003) 797 τελικό — 2003/0309 (COD), 2003/0310 (COD)]

(2004/C 112/19)

Στις 13 Ιανουαρίου 2004 και σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Οικονομική και Νομισματική Ένωση, Οικονομική και Κοινωνική Συνοχή», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 11 Μαρτίου 2004 με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. PEZZINI.

Κατά την 407η σύνοδο ολομέλειάς της (συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 105 ψήφους υπέρ, 1 ψήφο κατά και 1 αποχή, την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Εισαγωγή

1.1.

Κατά το 1992 (1) επεκτάθηκε το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/799/ΕΟΚ, και στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης προκειμένου να εξασφαλιστεί η εφαρμογή των εθνικών νομοθεσιών και η αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της απάτης. Αποτέλεσμα της επέκτασης αυτής ήταν να σημειωθεί και πάλι υπερβολική αύξηση της απάτης με σημαντικές απώλειες εσόδων για τα κράτη μέλη. Εθίγετο κατά συνέπεια η αρχή της ίσης μεταχείρισης των οικονομικών φορέων και η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

1.2.   Το ισχύον νομικό σύστημα δεν είναι κατάλληλο για την εξέλιξη των συναλλαγών

1.2.1.

Το ισχύον νομοθετικό σύστημα αποδείχθηκε συνεπώς ακατάλληλο και υπερβολικά άκαμπτο ως προς τις ανάγκες της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των ειδικών φόρων κατανάλωσης, κυρίως στα πλαίσια της έντονης διεθνοποίησης των συναλλαγών και της αυξημένης εξοεθνικής κινητικότητας προσώπων και αγαθών.

1.2.2.

Ήδη κατά το 1997, λόγω της συνεχούς αύξησης της απάτης στον τομέα της κυκλοφορίας των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης, συστάθηκε μια ομάδα ad hoc στην οποίαν ανατέθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η ανάλυση της κατάστασης στον τομέα των προϊόντων καπνού και οινοπνευματωδών και η υποβολή σχετικών προτάσεων. Στην τελική έκθεση (2) της εν λόγω ομάδας επισημαινόταν ο ανεπαρκής συντονισμόςμεταξύ των διαφόρων διοικήσεων καθώς και μεταξύ αυτών και της Επιτροπής.

1.2.3.

Ως προς την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη ανταλλαγή πληροφοριών, η βασική σύσταση της ομάδας ad hoc αφορούσε την εφαρμογή συστήματος πληροφορικής για την παρακολούθηση της κυκλοφορίας (3) και τον έλεγχο των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης (όχι μόνον των προϊόντων του καπνού και του οινοπνεύματος) ως βάση για την ενίσχυση των μηχανισμών αμοιβαίας συνδρομής και διοικητικής συνεργασίας στον εν λόγω τομέα.

1.2.4.

Ο υπερβολικός συγκεντρωτισμός και η στατικότητα της συνεργασίας είχαν ως αποτέλεσμα να μην γίνονται επαρκείς επαφές μεταξύ των τοπικών υπηρεσιών ή μεταξύ των εθνικών υπηρεσιών καταπολέμησης της απάτης και τελικώς επέδρασαν αρνητικά ως προς την ανάληψη ταχέων και συγκεκριμένων παρεμβάσεων καθώς και ως προς την μεγαλύτερη ελαστικότητα των ελέγχων.

1.2.5.

Οι έλεγχοι απέβησαν έτσι λιγότερο αποτελεσματικοί λόγω ελλείψεως σαφών κανόνων για ορισμένες πτυχές της συνεργασίας, όπως η προσφυγή σε αυτόματες συναλλαγές η παρουσία αλλοδαπών υπαλλήλων κατά τη διενέργεια των ελέγχων, η δυνατότητα διοργάνωσης πολυμερών ελέγχων ή η χρησιμοποίηση πληροφοριών που ανακοινώνονται από ένα κράτος μέλος.

1.3.   Αναγκαιότητα ενημέρωσης

1.3.1.

Το κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο έχει ριζικώς μεταβληθεί σε σχέση με την πραγματικότητα που είχε υπαγορεύσει την επεξεργασία, την υιοθέτηση και την επέκταση της οδηγίας στο τομέα των ειδικών φόρων κατανάλωσης. Το ίδιο ισχύει για τις διαστάσεις της εσωτερικής αγοράς και τον όγκο των συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών. Η εκθετική αύξηση των ενδοκοινοτικών συναλλαγών και η μεγαλύτερη γνώση των διαφόρων εθνικών φορολογικών συστημάτων έχει προκαλέσει την επέκταση του φαινομένου της απάτης, που επωφελείται από τις αδυναμίες της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, τις σημαντικές φορολογικές διαφορές που υφίστανται μεταξύ των κρατών μελών και γενικότερα από τις ανεπάρκειες που παρουσιάζουν τα ισχύοντα συστήματα ελέγχου (4). Στο πλαίσιο αυτό είναι προφανές ότι χρειάζεται να εκσυγχρονισθεί, να ενισχυθεί, να απλοποιηθεί και να καταστεί αποτελεσματικότερο το μέσο της διοικητικής συνεργασίας και των ανταλλαγών πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών όσων αφορά τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης.