ISSN 1725-2415

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 110

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Ανακοινώσεις και Πληροφορίες

47ό έτος
30 Απριλίου 2004


Ανακοίνωση αριθ

Περιεχόμενα

Σελίδα

 

II   Προπαρασκευαστικές πράξεις

 

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή
406η σύνοδος ολομέλειας της 25ης και 26ης Φεβρουαρίου 2004

2004/C 110/1

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα όσον αφορά την πρόσβαση των υπηρεσιών των κρατών μελών που είναι υπεύθυνες για την έκδοση αδειών κυκλοφορίας οχημάτων στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν [COM(2003) 510 τελικό — 2003/0198 (COD)]

1

2004/C 110/2

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο — Οι ερευνητές στον ευρωπαϊκό χώρο έρευνας: ένα επάγγελμα, πληθώρα σταδιοδρομιών [COM(2003) 436 τελικό]

3

2004/C 110/3

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση απόφασης του Ευωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί των δραστηριοτήτων ορισμένων τρίτων χωρών στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών (Κωδικοποιημένη έκδοση) [COM(2003) 732 τελικό– 2003/0285 (COD)]

14

2004/C 110/4

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το αρσενικό, το κάδμιο, τον υδράργυρο, το νικέλιο και τους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες στον ατμοσφαιρικό αέρα [COM(2003) 423 τελικό -2003/0164 COD]

16

2004/C 110/5

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους ισχυρισμούς για τις θρεπτικές και υγιεινές ιδιότητες που διατυπώνονται για τρόφιμα [COM(2003) 424 τελικό -2003/0165 (COD)]

18

2004/C 110/6

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τον καθορισμό των υγειονομικών κανόνων για την εισαγωγή στην Κοινότητα ορισμένων ζώντων οπληφόρων ζώων και την τροποποίηση των οδηγιών 90/426/EΚ και 92/65/EΚ[COM(2003) 570 τελικό – 2003/0224 CNS]

22

2004/C 110/7

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με την κοινή οργάνωση της αγοράς ελαιολάδου και επιτραπέζιων ελιών και την τροποποίηση τουκανονισμού (EΟΚ) αριθ. 827/68 [COM(2003) 698 τελικό — 2003/0279 CN]

24

2004/C 110/8

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών Ίσες ευκαιρίες για τα άτομα με αναπηρίες: ένα ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης [COM(2003) 650 τελικό]

26

2004/C 110/9

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου που τροποποιεί την οδηγία 90/434/ΕΟΚ της 23ης Ιουλίου 1990 σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών που αφορούν εταιρείες διαφορετικών κρατών μελών [COM(2003) 613 τελικό — 2003/0239 COD]

30

2004/C 110/0

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για το Σύστημα γενικευμένων προτιμήσεων (ΣΓΠ)

34

2004/C 110/1

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με τον Αντίκτυπο της αμερικανικής συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών στις σχέσεις ΕΕ/Λατινικής Αμερικής/Καραϊβικής

40

2004/C 110/2

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Η κοινωνική συνοχή στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική

55

2004/C 110/3

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (EΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα [COM(2003) 452 τελικό - 2003/0067 (COD)]

72

2004/C 110/4

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Οι προκλήσεις του πυρηνικού τομέα για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας

77

2004/C 110/5

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1257/1999, για τη στήριξη της αγροτικής ανάπτυξης από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) [COM(2003) 806 τελικό — 2003/0312 CNS]

96

2004/C 110/6

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Ανακοίνωση της Επιτροπής η Ευρώπη και η βασική έρευνα [COM (2004) 9 τελικό]

98

2004/C 110/7

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με μέτρα διαχείρισης για τη βιώσιμη εκμετάλλευση των αλιευτικών πόρων στη Μεσόγειο Θάλασσα και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 2847/93 και (ΕΚ) αριθ. 973/2001 [COM(2003) 589 τελικό — 003/0229 (CNS)]

104

2004/C 110/8

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για την ίδρυση Περιφερειακών Γνωμοδοτικών Συμβουλίων βάσει της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής [COM(2003) 607 τελικό — 2003/0238 (CNS)]

108

2004/C 110/9

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Δημοσιονομική πολιτική και τύπος επενδύσεων

111

2004/C 110/0

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1782/2003 για τη θέσπιση κοινών κανόνων για τα καθεστώτα άμεσης στήριξης στα πλαίσια της κοινής γεωργικής πολιτικής και για τη θέσπιση ορισμένων καθεστώτων στήριξης για τους γεωργούς [COM(2003) 698 τελικό — 2003/0278(CNS)]

116

2004/C 110/1

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με τη μετάβαση από τις αναλογικές στις ψηφιακές ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές (από την ψηφιακή μετάβαση στην κατάργηση της αναλογικής μετάδοσης) [COM(2003) 541 τελικό]

125

2004/C 110/2

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα Μέτρα για την ενίσχυση της απασχόλησης

127

2004/C 110/3

Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά και συναφείς δραστηριότητες και για την τροποποίηση των οδηγιών 64/432/ΕΟΚ και 93/119/ΕΚ [COM(2003) 425 τελικό — 2003/0171 (CNS)]

135

EL

 


II Προπαρασκευαστικές πράξεις

Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή 406η σύνοδος ολομέλειας της 25ης και 26ης Φεβρουαρίου 2004

30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 110/1


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση της σύμβασης εφαρμογής της συμφωνίας του Σένγκεν της 14ης Ιουνίου 1985 σχετικά με τη σταδιακή κατάργηση των ελέγχων στα κοινά σύνορα όσον αφορά την πρόσβαση των υπηρεσιών των κρατών μελών που είναι υπεύθυνες για την έκδοση αδειών κυκλοφορίας οχημάτων στο σύστημα πληροφοριών Σένγκεν»

[COM(2003) 510 τελικό — 2003/0198 (COD)]

(2004/C 110/01)

Στις 16 Σεπτεμβρίου 2003, και σύμφωνα με το άρθρο 95 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Ενιαία αγορά, παραγωγή και κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 2 Φεβρουαρίου 2004, με βάση εισηγητική έκθεση του κ. P. BARROS VALE.

Κατά την 406η Σύνοδο Ολομέλειας της 25ης και 26ης Φεβρουαρίου 2004 (συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε ομόφωνα την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Εισαγωγή

1.1.

Η Σύμβαση του Σένγκεν, η οποία, σε γενικές γραμμές, προβλέπει την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων και αγαθών, υπογράφτηκε το 1995, αρχικά με συμμετοχή της Γερμανίας, Γαλλίας, Βελγίου, Λουξεμβούργου και Κάτω Χωρών, στις οποίες προστέθηκαν στη συνέχεια και άλλες χώρες της ΕΕ, με την εξαίρεση της Ιρλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, ενώ προσχώρησαν ακόμη η Νορβηγία και η Ισλανδία.

1.2.

Παρότι δεν είναι μέρη της Σύμβασης του Σένγκεν όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο συμμετέχουν επίσης στις προσπάθειες συνεργασίας της ΕΕ όσον αφορά την ασφάλεια, ακόμη και μέσω του υπαινιγμού ότι η ασφάλεια μειώνεται, ως αποτέλεσμα της ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων και αγαθών.

1.3.

Η Σύμβαση του Σένγκεν προσδιορίζει ποιες είναι οι αρχές που διαθέτουν πρόσβαση στο Σύστημα Πληροφοριών της, καθώς και τους σκοπούς για τους οποίους η πρόσβαση αυτή μπορεί να χορηγηθεί. Το κείμενο της ισχύουσας Σύμβασης δεν επιτρέπει την πρόσβαση στο σύστημα αυτό στις αρχές έκδοσης των αδειών κυκλοφορίας οχημάτων.

1.4.

Η Επιτροπή επιχειρεί την εισαγωγή τροποποιήσεων στη Σύμβαση Εφαρμογής της Συμφωνίας του Σένγκεν, προκειμένου να περιληφθούν στη νομοθεσία μηχανισμοί που θα παρέχουν δικαίωμα πρόσβασης στα στοιχεία του SIS (Σύστημα πληροφοριών Σένγκεν) που αφορούν οχήματα και ρυμούλκες που έχουν κλαπεί, καθώς και ασυμπλήρωτα επίσημα έγγραφα και εκδοθέντα έγγραφα ταυτότητας (διαβατήρια, δελτία ταυτότητας, άδειες οδήγησης) που έχουν κλαπεί, προκειμένου να μπορεί να ελεγχθεί εάν τα οχήματα που παρουσιάζονται για έκδοση δεύτερης άδειας κυκλοφορίας προέρχονται από κλοπή, υπεξαίρεση ή απώλεια, καθώς και εάν τα πρόσωπα που υποβάλλουν αίτημα χορήγησης άδειας κυκλοφορίας χρησιμοποιούν για το σκοπό αυτόν έγγραφα ταυτότητας ή άδειας κυκλοφορίας οχήματος που έχουν κλαπεί.

1.5.

Το ζήτημα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, δεδομένου ότι ο αριθμός των κλεμμένων οχημάτων ανέρχεται σε περίπου εννέα χιλιάδες την ημέρα (περίπου ένα κάθε δέκα λεπτά) και, όσον αφορά την καταχώρηση οχημάτων, υποβάλλονται ετησίως γύρω στα δεκαπέντε εκατομμύρια αιτήσεις, εκ των οποίων έξι έως επτά εκατομμύρια αντιστοιχούν σε δεύτερη καταχώρηση (1).

1.6.

Για να εκτιμηθεί η πρόταση της Επιτροπής, πρέπει να θεωρηθεί από διάφορες οπτικές γωνίες, μεταξύ των οποίων επισημαίνονται οι πτυχές της Δικαιοσύνης, της καταπολέμησης της απάτης, της ενίσχυσης της Εσωτερικής Αγοράς και της πολιτικής των Μεταφορών.

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1.

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τη θέση της Επιτροπής σχετικά με την επέκταση της πρόσβασης στα στοιχεία του SIS ώστε να περιληφθούν και οι εθνικές αρχές οι αρμόδιες για την έκδοση και τον έλεγχο των επίσημων εγγράφων που αναφέρονται, και τούτο λόγω της διάστασης που λαμβάνουν οι απάτες και το οργανωμένο έγκλημα που αφορούν τα εν λόγω αγαθά και εξοπλισμούς, καθώς και τα έγγραφα που συνδέονται με αυτά.

2.2.

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, η επίκαιρη πρόθεση της Επιτροπής για τροποποίηση της Σύμβασης του Σένγκεν προσφέρει πλεονεκτήματα από άποψη ασφάλειας και ταχύτητας της δικαιοσύνης, υπό τον όρο ότι το Σύστημα θα εξασφαλίζει την προστασία των δεδομένων.

2.3.

Η ΕΟΚΕ προειδοποιεί ότι θα πρέπει να εξασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρχουν ασυμβατότητες μεταξύ της πρότασης της Επιτροπής που παρουσιάζεται τώρα και των νομοθετικών και εσωτερικών διατάξεων των κρατών μελών.

2.4.

Το SIS διαθέτει, σαφώς, κοινοτικό πνεύμα, δεδομένου ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά εντός του ΕΟΧ, όπως θεσπίζεται από την ίδια τη Συνθήκη του Σένγκεν, και η ΕΟΚΕ φρονεί ότι πρέπει να διατηρηθεί ο όρος αυτός. Η ανεπάρκεια των συστημάτων συνεργασίας με τις τρίτες χώρες σχετικά με τα θέματα αυτά γεννά ανησυχίες στην ΕΟΚΕ, δεδομένου ότι μεγάλο μέρος της διακίνησης οχημάτων που έχουν κλαπεί ή υπεξαιρεθεί εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διενεργείται εκτός των συνόρων της.

2.5.

Μια από τις πιθανές λύσεις, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, είναι η συνεργασία με την INTERPOL (181 χώρες) μέσω του συστήματος ASF (Automated Search Facility) και με την EUROPOL, και προς τούτο αρκεί οι πληροφορίες που καταχωρούνται στο SIS να καταχωρούνται ταυτόχρονα και στα δύο άλλα συστήματα. Η ταχύτητα καταχώρησης των δεδομένων έχει καθοριστική σημασία, ιδιαίτερα στην περίπτωση του SIS, δεδομένου ότι τα οχήματα εξέρχονται πολύ γρήγορα από την περιοχή της δικαιοδοσίας της ΕΕ.

2.6.

Η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι η πρόσβαση στα δεδομένα του SIS για το σκοπό αυτόν θα πρέπει να παρέχεται και στα κράτη μέλη που δεν έχουν προσυπογράψει τη Σύμβαση του Σένγκεν, δεδομένου ότι πρόκειται για θέματα ασφάλειας.

2.7.

Τα νέα κράτη μέλη, σύμφωνα με πληροφορίες της Επιτροπής, δεν πρόκειται να έχουν πρόσβαση στα δεδομένα του SIS II (νέα γενεά του εν λόγω Συστήματος Πληροφοριών) πριν από τα τέλη του 2006. Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, ο χρόνος μέχρι την πλήρη χρήση του SIS από τις χώρες αυτές θα έπρεπε να είναι ο συντομότερος δυνατός, πράγμα που θα παρείχε προφανή οφέλη για τους στόχους που επιδιώκει η εφαρμογή του συστήματος.

2.8.

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για το γεγονός ότι, στο υπό εξέταση έγγραφο, λαμβάνεται υπόψη η ύπαρξη, σε ορισμένα κράτη μέλη, ιδιωτικών υπηρεσιών αρμόδιων για την έκδοση αδειών κυκλοφορίας οχημάτων, οι οποίες θα μπορούν να λαμβάνουν εμμέσως τις απαραίτητες πληροφορίες για την πραγματοποίηση της εργασίας τους, προσφεύγοντας σε μια από τις δημόσιες αρχές που διαθέτουν πρόσβαση στο SIS και διασφαλίζοντας την προστασία των δεδομένων.

2.9.

Η ΕΟΚΕ αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη διασφάλιση της ύπαρξης μηχανισμών που θα περιορίζουν, για τις διοικητικές αρχές που διαθέτουν πρόσβαση στο SIS, την πρόσβαση σε άλλες πληροφορίες του συστήματος, η πρόσβαση στις οποίες θα πρέπει να παρέχεται αποκλειστικά στις αρχές που προβλέπονται στο άρθρο 1 της Σύμβασης του Σένγκεν, για λόγους προστασίας των γενικών δικαιωμάτων των πολιτών.

2.10.

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την εγγύηση που παρέχει η Επιτροπή, σύμφωνα με την οποία η λύση που βρέθηκε δεν θα έχει δημοσιονομική επίπτωση στον προϋπολογισμό της ΕΕ, δεδομένου ότι τις δαπάνες θα καλύπτουν τα κράτη μέλη.

2.11.

Η ΕΟΚΕ φρονεί, ακόμη, ότι πρέπει να συλλεχθούν, να υποστούν επεξεργασία και να διαδοθούν στατιστικά στοιχεία σχετικά με τη μορφή αυτή εγκληματικότητας, ούτως ώστε να οργανωθεί καλύτερα η καταπολέμησή της.

3.   Λοιπές παρατηρήσεις

3.1.

Η ύπαρξη του συστήματος αυτού και η εύκολη πρόσβαση σε αυτό των αρχών των διαφόρων κρατών μελών αποτελεί, κατά την άποψη της ΕΟΚΕ, κίνητρο για την ίδια την αύξηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των οχημάτων εντός της Ένωσης και θα αυξήσει την υπευθυνότητα των εθνικών αρχών προς την κατεύθυνση της κατάργησης ορισμένου είδους εσωτερικών διατάξεων που δυσχεραίνουν για τους υπηκόους τους τη χρήση οχημάτων με άδεια κυκλοφορίας άλλου κράτους μέλους.

3.2.

Η Επιτροπή, τώρα που θα ενισχυθεί η ικανότητα ελέγχου και καταπολέμησης της απάτης και της κλοπής οχημάτων, πρέπει να ωθήσει τα κράτη μέλη να μην διατηρούν διατάξεις που δυσχεραίνουν τη χρήση και κυκλοφορία οχημάτων με άδεια κυκλοφορίας άλλου κράτους μέλους, πράγμα το οποίο πολλές φορές συμβαίνει για καθαρά φορολογικούς λόγους, που έρχονται σε αντίθεση με τις διατάξεις της Εσωτερικής Αγοράς.

Βρυξέλλες, 25 Φεβρουαρίου 2004

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  Οι στατιστικές βρίσκονται στη διεύθυνση http://europa.eu.int/comm/energy_transport/etif/transport_means_road/…


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 110/3


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο — Οι ερευνητές στον ευρωπαϊκό χώρο έρευνας: ένα επάγγελμα, πληθώρα σταδιοδρομιών»

[COM(2003) 436 τελικό]

(2004/C 110/02)

Στις 18 Ιουλίου 2003 και σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζήτησε τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω ανακοίνωση.

Τo ειδικευμένο τμήμα «Eνιαία Αγορά, Παραγωγή και Κατανάλωση», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 2 Φεβρουαρίου 2004, με βάση την εισηγητική έκθεση του κ. WOLF.

Κατά την 406η σύνοδο ολομελείας της 25 και 26ης Φεβρουαρίου 2004 (συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 103 ψήφους υπέρ και 1 αποχή την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Σύνοψη

1.1

Η ΕΟΚΕ έχει τονίσει και παλαιότερα ότι το ανθρώπινο δυναμικό αποτελεί την πιο ευαίσθητη και πολύτιμη πηγή έρευνας και ανάπτυξης καθώς και ότι υποστηρίζει κάθε προσπάθεια της Επιτροπής για την ανάπτυξη και τη διατήρηση του ανθρώπινου δυναμικού.

1.2

Συνεπώς, επιδοκιμάζει την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τα επαγγελματικά προβλήματα των ερευνητών καθώς και τις προτάσεις και πρωτοβουλίες που περιέχει. Στηρίζει πλήρως τις προσπάθειες της Επιτροπής και καλεί συγχρόνως τα κράτη μέλη να μεριμνήσουν για την ουσιαστική βελτίωση της υφιστάμενης κατάστασης. Υπάρχει άμεση ανάγκη για ανάληψη δράσης.

1.3

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την Επιτροπή, ότι οι αναγκαίες βελτιώσεις, αφορούν τόσο τις ατομικές συμβάσεις των ερευνητών όσο και την προσαρμογή/μεταφορά όλων των πτυχών της κοινωνικής ασφάλισης και των συνταξιοδοτικών ρυθμίσεων, ζητήματα εξαιρετικά σημαντικά για κάθε είδους κινητικότητα.

1.4

Όσο δεν πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις, είτε ως αποτέλεσμα της ελλιπούς ολοκλήρωσης της ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς, είτε λόγω της ανεπαρκούς νομοθεσίας των κρατών μελών, η Επιτροπή θα πρέπει, επί παραδείγματι, στο πλαίσιο του προγράμματος κινητικότητας, να μεριμνήσει για την όσο το δυνατό καλύτερη κάλυψη των υφιστάμενων ελλείψεων αλλά και να δημιουργήσει πρόσθετα κίνητρα. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι πολύ σημαντικά τα ζητήματα που συνδέονται την επανένωση των οικογενειών.

1.5

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει επίσης, ότι ως κίνητρο για την επιλογή σταδιοδρομίας στο χώρο της έρευνας πρέπει να πληρούνται δύο όροι: συμφέρουσες συμβάσεις για τους ερευνητές, οι οποίες να ανταποκρίνονται στη σπουδαιότητα της έρευνας και της ανάπτυξης, και μακροχρόνια εξασφάλιση και προγραμματισμός της χρηματοδότησης των ερευνητικών ιδρυμάτων και των βιομηχανικών ερευνητικών εργαστηρίων ερευνών. Η έρευνα δεν θα πρέπει να γίνει έρμαιο βραχυπρόθεσμων δημοσιονομικών σχεδιασμών αλλά ούτε και αντικείμενο πειραματικών προσανατολισμών.

1.6.

Οι πλειονότητα των μεγάλων πρωτοποριακών ανακαλύψεων, δεν ήταν αποτέλεσμα στοχοθετημένων προσπαθειών αλλά αποτέλεσμα της διερεύνησης των νόμων της φύσης. Το γεγονός ότι η έρευνα αυτή πραγματοποιήθηκε χάρις στη διάθεση των απαραίτητων οικονομικών πόρων και χωρίς πολιτικούς περιορισμούς, όχι μόνο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ελευθερίας της έρευνας, ως θεμελιώδες δικαίωμα, αλλά και ουσιαστική προϋπόθεση για την μελλοντική πρόοδο και την ευμάρεια όλων, εφόσον συνδυαστεί με μια ισορροπημένη και στοχοθετημένη έρευνα και ανάπτυξη.

1.7

Η ΕΟΚΕ ανησυχεί για το γεγονός ότι σε πολλά κράτη μέλη δεν πληρούνται ακόμη ή δεν πληρούνται επαρκώς οι προϋποθέσεις αυτές. Πέραν των γνωστών δραματικών συνεπειών που έχει για την οικονομία γενικά, η έλλειψη αυτή ωθεί πολλούς και ιδιαίτερα τους καλύτερους νέους ερευνητές να εγκατασταθούν σε άλλες χώρες και κυρίως στις ΗΠΑ.

1.8.

Η ΕΟΚΕ απευθύνει γι αυτό έκκληση προς το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο και την Επιτροπή, αλλά κυρίως προς τα κράτη μέλη, να ανταποκριθούν στις επανειλημμένα επιβεβαιωμένες δεσμεύσεις τους και να αυξήσουν έως το 2010 τις δαπάνες για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη στο 3 % του ΑΕγχΠ. Οι πραγματοποίηση επενδύσεων που να αντέχουν τη σύγκριση με τους κυριότερους ανταγωνιστές μας, αποτελούν βασική προϋπόθεση για την επίτευξη των στόχων της Λισσαβώνας.

1.9

Η ΕΟΚΕ στηρίζει επίσης τα μεμονωμένα μέτρα που προτείνει η Επιτροπή, όπως είναι ο «Χάρτης των Ευρωπαίων Ερευνητών» και ο «Κώδικας συμπεριφοράς για την πρόσληψη ερευνητών» και τα δύο κείμενα ενδεχομένως φανούν πολύ χρήσιμα. Η ΕΟΚΕ διατηρεί, εντούτοις, την επιφύλαξη η εφαρμογή του περιεχόμενου των εν λόγω κειμένων (όπως προτάθηκαν από την Επιτροπή), να είναι προαιρετική, ούτως ώστε να μην οδηγήσει σε υπέρμετρες ρυθμίσεις (υπερβολική γραφειοκρατία) σε έναν τομέα για τον οποίο ήδη ισχύει υπερβολικά μεγάλος αριθμός διατάξεων.

1.10

Κατευθυντήρια αρχή για τη χάραξη πολιτικής στο χώρο της έρευνας πρέπει να παραμένουν οι στόχοι της Λισσαβώνας. Επομένως, θα πρέπει να επικουρηθεί και να στηριχθεί ο συναγωνισμός των ερευνητικών συστημάτων και ιδρυμάτων, για την καλύτερη διάρθρωση, τις βέλτιστες εγκαταστάσεις και τη βέλτιστη πολιτική προσλήψεων και σε καμία περίπτωση να μην περιοριστεί μέσω υπέρμετρης νομοθετικών ρυθμίσεων. Η συνολική πρόοδος θα έχει ως σημείο αναφοράς τα επιτυχή παραδείγματα. Η επιτυχία πρέπει να αναγνωρίζεται, να στηρίζεται και να αφήνεται ελεύθερη να εξελιχθεί.

1.11

Τα κίνητρα και οι διαδικασίες επιλογής στην σταδιοδρομία του ερευνητή, οι οποίες ξεκινούν από τα μαθητικά χρόνια, πρέπει να διαρθρωθούν κατά τέτοιον τρόπο, και οι σχετικές επιδόσεις να ανταμείβονται κατάλληλα ώστε ένας επαρκής αριθμός αριστούχων να επιλέγει την επιστημονική (ακαδημαϊκή) εκπαίδευση, ενώ οι πιο άξιοι επιστήμονες να αναλαμβάνουν διευθυντικά καθήκοντα.

1.12

Πέραν των στόχων των ίδιων των ερευνητών, η κοινωνία επίσης επενδύει στην απόκτηση της αναγκαίας ευρείας, απαιτούμενης βασικής και προηγμένης εξειδικευμένης γνώσης μέσω του ερευνητικού έργου. Οι πολιτικοί ιθύνοντες που εκπροσωπούν την κοινωνία αναλαμβάνουν την ευθύνη να διασφαλίσουν την αξιοποίηση της εν λόγω επένδυσης στο μέγιστο βαθμό. Η ανάληψη της ευθύνης αυτής πρέπει να αντικατοπτρίζεται στην φροντίδα για κατάλληλες δυνατότητες σταδιοδρομίας για τους ερευνητές με ελκυστικές δυνατότητες ειδίκευσης προς αποφυγή των τυχόν αδιεξόδων. Η ΕΟΚΕ στηρίζει την Επιτροπή στις προσπάθειές της για την επίτευξη των στόχων αυτών.

1.13

Ένας πολύ σημαντικός στόχος, που έχει τονίσει και η Επιτροπή, είναι η βελτίωση των δυνατοτήτων επαγγελματικής ανέλιξης μεταξύ του ακαδημαϊκού και του βιομηχανικού τομέα αλλά και των δυνατοτήτων ανταλλαγής προσωπικού. Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί, πολλά απομένουν να γίνουν ακόμη σε αυτόν τον τομέα. Σε αυτό θα μπορούσε να συμβάλει και μια αισθητά εντατικότερη συμμετοχή της βιομηχανίας στην έρευνα και ανάπτυξη, όπως έχει ζητηθεί.

1.14

Προκειμένου να προστατευθεί ο ερευνητής από υπερβολικά διοικητικά καθήκοντα και προβλήματα, συμπεριλαμβανομένων των αναλόγων ενεργητικών ή μη διαδικασιών αξιολόγησης, θα πρέπει να αποφευχθεί η εμφάνιση πολλών καθέτων (ή οριζόντιων/παραλλήλων) ιεραρχιών και οργάνων διευθυντικού ή συμβουλευτικού χαρακτήρα, καθώς όχι μόνο θα δημιουργήσουν ενδεχομένως εσωτερικές προστριβές που θα μπορούσαν να αποφευχθούν, ή άσκοπη και αποπροσανατολισμένη εργασία του ερευνητή αλλά και θα οδηγήσουν σε ασαφείς ή και αντιφατικές απαιτήσεις και αποφάσεις.

1.15

Οι κοινωνία και οι πολιτικοί ιθύνοντες οφείλουν να διασφαλίζουν ή να δημιουργούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη και διατήρηση της αριστείας και αποτελεσμάτων υψηλού επιπέδου.

1.16

Η ΕΟΚΕ παραπέμπει, επίσης, στα πολυάριθμα ειδικά σχόλια και λεπτομερείς συστάσεις που διατυπώνει στα κεφάλαια 3 και 4 της παρούσας γνωμοδότησης.

2.   Εισαγωγή

2.1

Τον Ιανουάριο του 2000, η Επιτροπή εξέδωσε ανακοίνωση με την οποία πρότεινε τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας (EΟΧ) (1). Επί τούτου, η ΕΟΚΕ υιοθέτησε λεπτομερή γνωμοδότηση (2), στην οποία στηρίζει το έγγραφο της Επιτροπής και εξετάζει τα προβλήματα που αφορούν στην κινητικότητα αλλά και τις πτυχές που σχετίζονται με το επάγγελμα του ερευνητή προτείνοντας ανάλογα μέτρα για την άρση αυτών. Σε περαιτέρω ενδιάμεσες γνωμοδοτήσεις (3) της Επιτροπής εξετάσθηκε το ανωτέρω ζήτημα και προτάθηκαν τα ανάλογα μέτρα.

2.2

Η Επιτροπή θίγει στην εν λόγω ανακοίνωση, στο πλαίσιο των στόχων της Λισσαβώνας, και του ουσιαστικού ρόλου που πρέπει να διαδραματίσουν για την επίτευξη των στόχων αυτών η έρευνα και η ανάπτυξη, το καίριο ζήτημα των επαγγελματικών δυνατοτήτων και δυνατοτήτων σταδιοδρομίας των ερευνητών στον Ευρωπαϊκό Χώρο Έρευνας.

2.3

H Eπιτροπή αναφέρει σχετικά: «Στην παρούσα ανακοίνωση αποκαλύπτονται οι διαρθρωτικές αδυναμίες καθώς και οι χαρακτηριστικές διαφορές που αφορούν καθένα από αυτά τα στοιχεία, ανάλογα με τους τομείς που δραστηριοποιούνται οι ερευνητές ή ανάλογα μ ε τις γεωγραφικέ, νομικές, διοικητικές και πολιτισμικές συνθήκες όπου επιτελούν το έργο τους. Οι διαφορές αυτές και η έλλειψη ανοικτής πρόσβασης στις δυνατότητες σταδιοδρομίας στην έρευνα στην Ευρώπη εμποδίζουν την ανάπτυξη των ενδεδειγμένων προοπτικών σταδιοδρομίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο και την ανάδειξη πραγματικής αγοράς απασχόλησης των ερευνητών στην Ευρώπη, ανεξαρτήτως εάν τα κριτήρια θεώρησης είναι γεωγραφικά, κλαδικά, ή η ισότητα των δύο φύλων. Οι διαφορές αυτές έχουν εξάλλου σημαντικό αντίκτυπο στην προσέλκυση νέων να σταδιοδρομήσουν στην έρευνα και ανάπτυξη, καθώς και στη συνολική δημόσια αναγνώριση των ερευνητών.»

3.   Περιεχόμενο της ανακοίνωσης της Επιτροπής

3.1

Η ανακοίνωση της Επιτροπής εμπεριέχει ανάλυση των διαφορετικών συνισταμένων που χαρακτηρίζουν το επάγγελμα του ερευνητή και ορισμό των διαφορετικών παραγόντων που υπέχουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο ένα ιδιαίτερο ρόλο για την εξέλιξη της ερευνητικής σταδιοδρομίας: Σημασία και είδος εκπαίδευσης, διαφορές των διαδικασιών πρόσληψης, συμβατικές και οικονομικές πτυχές και εν κατακλείδι τις διαδικασίες αξιολόγησης, και τις προοπτικές για περαιτέρω επαγγελματική εξέλιξη. Η ανακοίνωση είναι θεματικά τόσο εκτενής και εμπεριστατωμένη ώστε μια περιληπτική, σύντομη αναφορά των κύριων σημείων στο βαθμό που δεν αναφέρονται ρητώς στα κεφάλαια που ακολουθούν, καθίσταται αδύνατη σε αυτό το πλαίσιο.

3.2

Η ανακοίνωση της Επιτροπής προσεγγίζει συνοπτικά μεταξύ άλλων τις ακόλουθες παραμέτρους:

Πλαίσιο άσκησης πολιτικής· ορισμός του ερευνητή· προοπτικές σταδιοδρομίας· ανάγκες εργατικού δυναμικού· αναγνώριση της σταδιοδρομίας· διάδρομοι επικοινωνίας μεταξύ πανεπιστημίων και βιομηχανία· ευρωπαϊκή διάσταση των σταδιοδρομιών· διαφορές στις σταδιοδρομίες λόγω φύλου· παράγοντες που διαμορφώνουν τις σταδιοδρομίες· κατάρτιση στον τομέα της έρευνας· ερευνητικό πεδίο· διδακτορικά προγράμματα· μέθοδοι πρόσληψης· απασχόληση και συνθήκες εργασίας· άρση των κανονιστικών ρυθμίσεων περί σταδιοδρομίας· αποδοχές ως κίνητρο σταδιοδρομίας· ανάγκη εναλλακτικών ευκαιριών διδακτικού έργου· συστήματα αξιολόγησης· προτεινόμενες δράσεις και πρωτοβουλίες.

3.3

Στο πλαίσιο των προτεινόμενων μέτρων και πρωτοβουλιών εκ μέρους της Επιτροπής αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

σύσταση ομάδας υψηλού επιπέδου προκειμένου να εντοπιστούν περισσότερα παραδείγματα ορθών πρακτικών σε σχέση με τις διάφορες ευκαιρίες απασχόλησης όπως είναι η διατομεακή κινητικότητα ή τα νέα μοντέλα θέσεων εργασίας διδακτικού έργου, τα οποία και θα διαδώσει ευρύτερα στην ερευνητική κοινότητα·

κατάρτιση του «Χάρτη των Ευρωπαίων Ερευνητών», ενός πλαισίου για τη διαχείριση των σταδιοδρομιών στην Ε&Α με βάση τις εκούσιες ρυθμίσεις·

κατάρτιση του «Κώδικα συμπεριφοράς για την πρόσληψη των ερευνητών» βάσει των βέλτιστων πρακτικών, ούτως ώστε να βελτιωθούν οι μέθοδοι πρόσληψης.

4.   Γενικές παρατηρήσεις

4.1

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει θερμά την ανακοίνωση της Επιτροπής, στην οποία θίγεται το σημαντικό και κατά το παρελθόν θεωρούμενο ως ήσσονος σημασίας ζήτημα της σταδιοδρομίας των ερευνητών. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί πλήρως με τη θέση της Επιτροπής ότι «οι ανθρώπινοι πόροι είναι σε μεγάλο βαθμό το κλειδί των προσπαθειών, της αριστείας και των επιδόσεων στον τομέα της έρευνας», και υποστηρίζει την πρόθεση της Επιτροπής να εξετάσει το πρόβλημα αυτό και στο πλαίσιο της Κοινότητας. ΕΟΚΕ υπογράμμισε και σε προηγούμενη γνωμοδότηση της (4), ότι το ανθρώπινο δυναμικό αποτελεί την πλέον ευαίσθητη και πολύτιμη πηγή της έρευνας και ανάπτυξης και υποστηρίζει τις προσπάθειες της Επιτροπής για την ανάπτυξη και προστασία των ανθρωπίνων πόρων. Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει σε αυτό το σημείο την ανάγκη επίτευξης σημαντικών βελτιώσεων και δηλώνει ευχαριστημένη με την ανάληψη δράσης εκ μέρους της Επιτροπής.

4.2

Τόσο η κοινωνία όσο και μεμονωμένοι ερευνητές επενδύουν στην απόκτηση της αναγκαίας ευρείας, βασικής και προηγμένης εξειδικευμένης γνώσης υψηλού επιπέδου. Κατ'αυτόν τον τρόπο η κοινωνία, εκπροσωπούμενη από τους πολιτικούς ιθύνοντες, αναλαμβάνει την ευθύνη για την βέλτιστη δυνατή αξιοποίηση των επενδύσεων αυτών. Η ευθύνη αυτή πρέπει να αντικατοπτρίζεται και στη μέριμνα για μια κατάλληλη επαγγελματική ανέλιξη των εκπαιδευμένων ερευνητών, μέσω ελκυστικών δυνατοτήτων εξειδίκευσης, χωρίς τον κίνδυνο να βρεθούν σε αδιέξοδο. Η ΕΟΚΕ στηρίζει την Επιτροπή στις προσπάθειές υλοποίησης των εν λόγω δράσεων.

4.3

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η αποτελεσματική έρευνα και ανάπτυξη απαιτούν κατάλληλο, ανταγωνιστικό και δυστυχώς συνήθως δαπανηρό εξοπλισμό (μεγάλες εγκαταστάσεις) και υποδομή, σε συνδυασμό με μια απαιτητική φάση σύστασης και προσαρμογής των ενδιαφερόμενων ομάδων, καθώς και τον αναγκαίο προϋπολογισμό για την επιστημονική εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων.

4.4

Επιπλέον, απαιτείται η λήψη πολιτικών και επιχειρηματικών αποφάσεων οι οποίες να καθιστούν δυνατή αφενός την εκπόνηση ερευνών σε ευρεία και μακροπρόθεσμη βάση, και αφετέρου την εξασφάλιση ικανοποιητικών πόρων ώστε να υπάρξει ασφαλής σχεδιασμός. Το τελευταίο αποτελεί καθοριστικό κίνητρο για την ενθάρρυνση των νέων να αναζητούν σταδιοδρομία στον τομέα της έρευνας και συνεπώς για την διασφάλιση και βέλτιστη αξιοποίηση των ανθρωπίνων πόρων.

4.5

Η ΕΟΚΕ ανησυχεί για το γεγονός ότι σε πολλά κράτη μέλη δεν πληρούνται ακόμη ή δεν πληρούνται επαρκώς οι προϋποθέσεις αυτές. Πέραν των γνωστών δραματικών συνεπειών που έχει για την οικονομία γενικά, η έλλειψη αυτή ωθεί πολλούς και ιδιαίτερα τους καλύτερους νέους ερευνητές να εκπατριστούν (5) σε άλλες χώρες, και κυρίως στις ΗΠΑ.

4.6

Η ΕΟΚΕ απευθύνει γι αυτό έκκληση προς το Συμβούλιο, το Κοινοβούλιο και την Επιτροπή, αλλά κυρίως προς τα κράτη μέλη, να ανταποκριθούν στις δεσμεύσεις που ανέλαβαν στη συνάντηση κορυφής στη Βαρκελώνη να αυξήσουν έως το 2010 τις δαπάνες για την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη (Ε&Α) στο 3 % του ΑΕγχΠ και συγχρόνως να εγγυηθούν την ασφάλεια του προγραμματισμού και την ελευθερία της έρευνας αλλά και μια ικανοποιητική ερευνητική δραστηριότητα στον τομέα της βασικής έρευνας (6). Οι πραγματοποίηση επενδύσεων που να αντέχουν τη σύγκριση με τους κυριότερους ανταγωνιστές μας (7), αποτελούν βασική προϋπόθεση για την επίτευξη των στόχων της Λισσαβώνας, δηλαδή να καταστεί η Ευρώπη έως το 2010 «η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης ανά την υφήλιο».

4.7

Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει σχετικά μια παλαιότερη σύστασή της (8) να αυξηθούν κατά 50 % οι επενδύσεις της ΕΕ στην Ε&Α, ως μεσοπρόθεσμο στόχο μετά το 6ο πρόγραμμα πλαίσιο Ε&Α.

4.8

Είναι προφανές ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα θα πρέπει να συνοδεύονται από αποτελεσματικά μέτρα σχεδιασμένα ώστε (i) να εξοικειωθούν οι νέοι με την επιστήμη και την έρευνα, και (ii) να δοθεί στο πλαίσιο των σχολικών προγραμμάτων μεγαλύτερη έμφαση στη διδασκαλία της επιστήμης, της τεχνολογίας και των μαθηματικών, μέσω μιας πιο ελκυστικής για τους μαθητές παρουσίαση. Η έρευνα και η ανάπτυξη αποτελούν θεμέλιους λίθους για το σημερινό τρόπο ζωής και βάση για την μελλοντική καινοτομία, την ευημερία και την ειρήνη (9).

4.9

Ωστόσο, η σημασία, οι προϋποθέσεις, και η έκταση του φαινομένου αυτού δεν έχουν συνειδητοποιηθεί πλήρως από τους πολίτες. Επίσης, δεν έχουν ικανοποιητικό αντίκτυπο στο περιεχόμενο των σχολικών προγραμμάτων αλλά ούτε και στη συμπεριφορά του διδακτικού προσωπικού.

4.10

Όπως ορθά υπογραμμίζει η Επιτροπή, τα κίνητρα για τους νέους να ακολουθήσουν ακαδημαϊκή εκπαίδευση που θα τους οδηγήσει σε ερευνητική σταδιοδρομία, και οι επακόλουθες επαγγελματικές αποφάσεις των ειδικών επιστημόνων όσον αφορά τον οργανισμό ή την χώρα στην οποία θα ασκήσουν το έργο τους, εξαρτώνται από τα κοινωνικά πρότυπα και τη σημασία που η εκάστοτε κοινωνία προσδίδει σε τέτοιου είδους δραστηριότητες.

4.11

Η αξία που αποδίδεται στην έρευνα δεν πρέπει αντικατοπτρίζεται μόνο στην κοινή γνώμη, σε όλες της μορφές έκφρασής της, αλλά και στη συνέχεια, την αξιοπιστία και σταθερότητα των πολιτικών και επιχειρησιακών αποφάσεων. Αυτό ισχύει τόσο σε κοινοτικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο κρατών μελών. Οι ανθρώπινοι πόροι, τα υλικά αγαθά, οι ευκαιρίες απασχόλησης που να προσφέρουν κατάλληλες δυνατότητες ανέλιξης, και η χρηματοδότηση τους είναι αλληλένδετοι παράγοντες (10).

4.12

Εφόσον υπάρξει η βούληση αφενός για τη διασφάλιση των αναγκαίων υλικών προϋποθέσεων και τη λήψη απόφασης για την κατάλληλη προώθηση της έρευνας και την ανάπτυξή της σε κοινοτικό και εθνικό επίπεδο (11), καθώς και την κατάλληλη ανταμοιβή των ερευνητών και αφετέρου για την πραγματοποίηση ιδιαίτερων προσπαθειών για την κάλυψη των καθυστερήσεων σε ορισμένα κράτη μέλη όπου κρίνεται αναγκαίο, θα καταστεί ευκολότερη η επίλυση των υπολοίπων προβλημάτων τα οποία υπογραμμίζει η ανακοίνωση της Επιτροπής, όπως η διαπίστωση ότι «… οι διαφορές αυτές και η έλλειψη ανοικτής πρόσβασης στις δυνατότητες σταδιοδρομίας στην έρευνα στην Ευρώπη εμποδίζουν την ανάπτυξη των ενδεδειγμένων προοπτικών σταδιοδρομίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο και την ανάδειξη πραγματικής αγοράς απασχόλησης των ερευνητών στην Ευρώπη, ανεξαρτήτως εάν τα κριτήρια θεώρησης είναι γεωγραφικά, κλαδικά ή η ισότητα των φύλων».

4.13

Η σταδιοδρομία του ερευνητή στον Ευρωπαϊκό Χώρο Έρευνας απαιτεί δικαιολογημένα κινητικότητα και ευελιξία. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν θα πρέπει να αποβαίνει εις βάρος των προσωπικών και οικογενειακών συνθηκών ζωής και της κοινωνικής ασφάλειας. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ στηρίζει την Επιτροπή στο στόχο που έθεσε για την επίλυση των σχετικών προβλημάτων και την θέσπιση και διασφάλιση κατάλληλου και διεθνώς ανταγωνιστικού συμβατικού πλαισίου για τους ερευνητές.

4.14

Η ΕΟΚΕ στηρίζει ουσιαστικά τα μέτρα και τις πρωτοβουλίες που προτάθηκαν και σχεδιάστηκαν εκ μέρους της Επιτροπής. Ωστόσο, αμφισβητεί την επάρκεια των εν λόγω μέτρων και πρωτοβουλιών προκειμένου για τη επίτευξη των στόχων που ορίζονται στην ανακοίνωση. Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι η ανάπτυξη των αναλυτικών μελετών, οι οποίες επανειλημμένως αναφέρονται στην ανακοίνωση ενδεχομένως φανούν χρήσιμες σε μεμονωμένες περιπτώσεις, όμως σε καμία περίπτωση δεν θεωρούνται επαρκείς.

4.15

Προς τούτο, είναι περισσότερο αναγκαίο να σημειωθούν ορθά πολιτικά βήματα, ιδιαίτερα εκ μέρους των κρατών μελών. Ωστόσο, η ανακοίνωση δεν περιέχει καμία συγκεκριμένη πρόταση ή εξέταση της σχετικής νομικής βάσης.

4.16

Η θέσπιση συγκεκριμένων μέτρων, εντούτοις, δεν συνεπάγεται υπέρμετρες ρυθμίσεις και επακόλουθους περιορισμούς στην ελευθερία επιλογής των συγκεκριμένων προσεγγίσεων και δεν περιορίζει τον ανταγωνισμό για την επίτευξη των βέλτιστων προσεγγίσεων μέσω ενός υπερβολικού αριθμού διατάξεων και ρυθμίσεων.

4.17

Η ΕΟΚΕ προτείνει επίσης την πλήρη αξιοποίηση της πείρας που αποκτήθηκε από την εφαρμογή των θεματικών δράσεων υπό τα προγράμματα πλαίσιο Ε&Α και EURATOM, τα προγράμματα ΣΩΚΡΑΤΗΣ και Μαρία Κιουρί καθώς και το πρόγραμμα για την Κινητικότητα των Ερευνητών (12), και ιδιαιτέρως συνιστά να ληφθούν υπόψη η πείρα και οι προβληματισμοί των επιστημόνων με «ευρωπαϊκή» σταδιοδρομία στο ενεργητικό τους. Ενδεχόμενα τροχοπέδη νομικής φύσεως (13) θα πρέπει επίσης να αντιμετωπιστούν εξαρχής και να εξευρεθούν ικανοποιητικές λύσεις για τη διευθέτησή τους.

5.   Ειδικές παρατηρήσεις

5.1   Σχετικά με το κεφάλαιο 2: Ο ορισμός του ερευνητή

5.1.1

ΕΟΚΕ είναι σύμφωνη ως προς την πλειονότητα των προτάσεων που περιέχονται στο κεφάλαιο 2 της ανακοίνωσης της Επιτροπής και εγκρίνει το περιεχόμενο τους.

5.1.1.1

Η ΕΟΚΕ κατανοεί τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή επέλεξε, όσον αφορά τον ορισμό της έρευνας, τον ορισμό που χρησιμοποιεί και ο ΟΟΣΑ στο εγχειρίδιο Frascati 2002, σύμφωνα με το οποίο: Έρευνα και πειραματική ανάπτυξη (Ε&Α) συνιστά η δημιουργική εργασία που επιτελείται σε συστηματική βάση ούτως ώστε να αυξηθεί το επίπεδο της γνώσης, όπου συμπεριλαμβάνεται η γνώση του ανθρώπου, του πολιτισμού και της κοινωνίας και η χρήση αυτού του αποθέματος γνώσης για την εκπόνηση νέων εφαρμογών.

5.1.1.2

Ωστόσο, η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να αναθεωρήσει τον ορισμό αυτό κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συμπεριλαμβάνει τη βασική έννοια της Φυσικής επιστήμης και της τεχνολογίας, ιδιαίτερα ενόψει των στόχων της Λισσαβώνας.

5.1.1.3

Σε αυτό το πλαίσιο αξίζει να υπογραμμισθεί η καθοριστική σημασία που έχει η πρωτογενής βασική έρευνα (14) που δεν επιδιώκει συγκεκριμένη χρήση. Οι πλειονότητα των μεγάλων ανακαλύψεων που άνοιξαν νέους δρόμους, δεν ήταν αποτέλεσμα στοχοθετημένων προσπαθειών αλλά αποτέλεσμα της διερεύνησης των νόμων της φύσης. Το γεγονός ότι η έρευνα αυτή πραγματοποιήθηκε χάρις στη διάθεση των απαραίτητων οικονομικών πόρων και χωρίς πολιτικούς περιορισμούς, όχι μόνο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ελευθερίας της έρευνας, ως θεμελιώδες δικαίωμα, αλλά και ουσιαστική προϋπόθεση για την μελλοντική πρόοδο και την ευμάρεια όλων, εφόσον συνδυαστεί με μια ισορροπημένη και στοχοθετημένη έρευνα και ανάπτυξη.

5.1.1.4

Η ΕΟΚΕ κάνει εν προκειμένω αναφορά σε προηγούμενη σύστασή της (15), η οποία στηρίζει όλα τα μέτρα που επικουρούν την εξάλειψη της πόλωσης μεταξύ των θεωρητικών και θετικών επιστημών με σκοπό την στενότερη σύνδεση των θεωρητικών και οικονομικών επιστημών με την τεχνολογία Κάτι τέτοιο, συμπεριλαμβάνει αμφίδρομη διαλογική διαδικασία σε ζητήματα μεθοδολογίας, εννοιολογικά θέματα και ζητήματα εκτίμησης και επαλήθευσης των πορισμάτων.

5.1.1.5

Επιπροσθέτως, η γνώση θα πρέπει να διευρύνεται και να βαθύνεται. Η ΕΟΚΕ συνιστά να ληφθούν υπόψη τα σχόλια αυτά, κατά την αναθεώρηση του ορισμού.

5.1.1.6

Σχετικά με τον ορισμό του «ερευνητή» που προτείνει η Επιτροπή, η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι ο ορισμός δεν κάνει αναφορά στο αποδεδειγμένα υψηλό γνωστικό επίπεδο, στις ικανότητες και την ανεξαρτησία ως προαπαιτούμενα για την αναγνώριση της ιδιότητας του ερευνητή με την έννοια του ορισμού.

5.1.1.7

Η ΕΟΚΕ προτείνει τον ακόλουθο, εν μέρει τροποποιημένο ορισμό: «Ειδικοί που καταγίνονται με τη σύλληψη ή τη δημιουργία νέας γνώσης προϊόντων, διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων και τη διαχείριση των αντίστοιχων έργων,οι οποίοι έχουν εξειδικευτεί για το σκοπό αυτό μέσω της εκπαίδευσης και της αποκτηθείσας πείρας.»

5.1.1.8

Σε οποιοδήποτε σημείο δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αναφορές στους ερευνητές αφορούν τους επιστήμονες ή μηχανολόγους, οι οποίοι διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα.

5.1.2

Η ΕΟΚΕ παραπέμπει στην περιγραφή της έρευνας και της ανάπτυξης, την οποία διατύπωσε σε προηγούμενη γνώμη (16). Σύμφωνα με την περιγραφή αυτή, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την πρόθεση της Επιτροπής να μην περιορίσει σε μεγάλο βαθμό τις πιθανές εναλλακτικές κατευθύνσεις μιας επαγγελματικής σταδιοδρομίας στον τομέα της Ε&Α.

5.1.3

Ωστόσο, η ΕΟΚΕ δε συμφωνεί σε γενικές γραμμές με την πρόταση ότι « οποιαδήποτε από αυτές τις επαγγελματικές σταδιοδρομίες πρέπει να αντιμετωπίζεται και να αξιολογείται σε ισότιμη βάση». Πολύ σημαντικότερο είναι η ανακάλυψη και προσέλκυση εφευρετικών και δημιουργικών ερευνητών, προκειμένου να παραμείνουν, ώστε να επιτευχθεί το προσδοκώμενο όφελος και η πρόσθετη οικονομική αξία για την Ευρώπη. Για να καταστεί κάτι τέτοιο δυνατό, θα πρέπει να δημιουργηθούν ιδιάζουσες ευκαιρίες απασχόλησης και κίνητρα.

5.1.4

Όμως, κυρίως εξαίρετες ικανότητες και καινοτόμα επιτεύγματα είναι ανέφικτο να εφαρμοστούν με συμβατικά μοντέλα αξιολόγησης, τα οποία υπόκεινται ενδεχομένως σε κατάχρηση.

5.1.4.1

Προβληματική είναι και η συμπεριφορά συγγραφέων οι οποίοι κάνουν κατά προτίμηση αμοιβαία χρήση των δημοσιεύσεών τους και παραθέτουν χωρία, με αποτέλεσμα να δημιουργούν «κλειστά καρτέλ» και να εκμεταλλεύονται το πλεονέκτημα αυτό για την τυπική τους αξιολόγηση.

5.1.4.2

Επιπλέον υπάρχουν περιπτώσεις, αν και μεμονωμένες, στις οποίες, ειδικά οι πρωτοποριακές καινοτόμες ανακαλύψεις, δημοσιεύτηκαν, αναγνωρίστηκαν και αναφέρθηκαν στη σχετική βιβλιογραφία με κάποια καθυστέρηση.

5.1.4.3

Η προσωπικότητα δεν είναι δυνατόν να αξιολογηθεί με ακρίβεια κατά τυπικό ή σχηματικό τρόπο. Θα πρέπει να επικαλεστούμε την πείρα και τη γνώση των κορυφαίων εκπροσώπων της «επιστημονικής κοινότητας», με τους οποίους έχουν σημειωθεί ή αναμένονται επιτεύγματα (αν και ακόμη και σε αυτή την περίπτωση συνάγονται λανθασμένες εκτιμήσεις — όπως η ιστορία καταδεικνύει).

5.1.5

Στο πλαίσιο αυτό, όσον αφορά τον «Κώδικα συμπεριφοράς για την πρόσληψη ερευνητών» που προτείνει η ανακοίνωση της Επιτροπής (βλέπε σημείο 4.2.5), η ΕΟΚΕ συνιστά να εξασφαλιστεί ότι η — ομολογουμένως προαιρετική— εφαρμογή του δεν θα οδηγήσει σε υπέρμετρες ρυθμίσεις και περαιτέρω δυσκαμψία.

5.1.5.1

Η ΕΟΚΕ δεν αγνοεί, αλλά υπογραμμίζει, ότι η διαφάνεια και η ισότητα ευκαιριών πρέπει να εξασφαλιστούν για όλους τους αιτούντες στα πλαίσια της ΕΕ- και ότι στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει κυρίως να αυξηθεί η συμμετοχή των γυναικών. Σχετικά με αυτό, αναγνωρίζει τα πιθανά οφέλη που προκύπτουν από την κατάρτιση κώδικα συμπεριφοράς για την επίτευξη του σημαντικού αυτού στόχου.

5.1.5.2

Εντούτοις, δεδομένων των πολυποίκιλων απαιτήσεων όσον αφορά την φύση των διαφόρων εργασιών και την «παράδοση» των πλέον αναγνωρισμένων ερευνητικών κέντρων (17), η ΕΟΚΕ προτείνει να αξιοποιηθεί η πείρα και η γνώση της εν λόγω επιστημονικής κοινότητας και να μην χρησιμοποιούνται αποκλειστικά τυπικές και γενικευμένες μέθοδοι αξιολόγησης κατά τη διαδικασία πρόσληψης. Τέλος, θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι τα ευρωπαϊκά ερευνητικά ιδρύματα διαθέτουν δέλεαρ, βούληση και κατάλληλες ευκαιρίες, καθώς και τα διοικητικά μέσα ώστε να είναι σε θέση να συμμετάσχουν επάξια στο διεθνή στίβο του ανταγωνισμού για την κατάκτηση των κορυφαίων «κεφαλών».

5.1.5.3

Η ΕΟΚΕ ως εκ τούτου, συνιστά να υπάρξει περιπτωσιολογική αντιμετώπιση των περιπτώσεων λανθασμένης συμπεριφοράς ή λανθασμένων εξελίξεων, ενώ προτείνει να εφαρμοστεί ως ύστατη λύση η θέσπιση (υπέρμετρων) ρυθμίσεων.

5.1.6

Ή έννοια «της ισότιμης βάσης ευκαιριών» είναι δύσκολο να ερμηνευθεί λόγω των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των κρατών μελών και των ερευνητικών πεδίων και ερευνητικών στόχων και συνεπώς, είναι αναγκαία μια διαφοροποιημένη μέθοδος προσέγγισης.

5.1.7

Όσον αφορά τους εν λόγω ερευνητικούς τομείς όπως είναι η «θεμελιώδης έρευνα», η «στρατηγική έρευνα» κλπ. και τους ορισμούς τους, η ΕΟΚΕ παραπέμπει σε σύσταση που κατήρτισε σε προηγούμενη γνωμοδότηση (18), ιδιαίτερα σχετικά με την παγκοσμίως παραδεκτή έννοια της «εφαρμοσμένης έρευνας» (19), και συνιστά, την επανεξέταση του ζητήματος σε κατάλληλη χρονική στιγμή από ομάδα εμπειρογνωμόνων.

5.1.8   Περαιτέρω πτυχές της σταδιοδρομίας του ερευνητή

5.1.8.1

Η πραγματική ερευνητική δραστηριότητα, δηλ. η άμεση απασχόληση σε επιστημονικά και τεχνολογικά προβλήματα, συμπεριλαμβάνει καθήκοντα που συνδέονται με τον ερευνητικό σχεδιασμό, τα επιχειρησιακά και διοικητικά καθήκοντα, καθώς και τα καθήκοντα αξιολόγησης που σε μεγάλο βαθμό μπορούν να διεκπεραιωθούν μόνο από επιστήμονες.

5.1.8.2

Σε αυτά περιλαμβάνονται προτάσεις προγραμμάτων, διαδικασίες υποβολής αιτήσεων, κατάρτιση εκθέσεων, δημοσιεύσεις, αποφάσεις προσωπικού και σχετικές (ενεργητικές ή μη) διαδικασίες αξιολόγησης.

5.1.8.3

Εάν, ωστόσο, τα εν λόγω καθήκοντα ανατεθούν κατά μη συντονισμένο τρόπο, με τη συμμετοχή υπερβολικά μεγάλου αριθμού ερευνητικών ιδρυμάτων και χορηγών, μέσω διαφορετικού σχεδιασμού σε διαφορετικό βαθμό και διαφορετικό χρονοδιάγραμμα, θα παρακωλύσουν το πραγματικό έργο των ερευνητών και θα παρατείνουν το χρόνο ολοκλήρωσής του.

5.1.8.4

Λόγω της πληθώρας αιτήσεων, διαδικασιών αξιολόγησης και παρακολούθησης, η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να επιληφθεί του θέματος αυτού και να επιδιώξει την επίτευξη συντονισμένων διαδικασιών που να εγγυώνται λογική ισορροπία, και να εμποδίζουν κάθε αντιπαραγωγική δραστηριότητα που απλώς αναπαράγει διαρκώς τα ίδια έγγραφα (20). Η υπερβολική γραφειοκρατία στον ερευνητικό τομέα θα πρέπει οπωσδήποτε να εξαλειφθεί.

5.1.8.5

Σε αυτή την περίπτωση, η ΕΟΚΕ προτείνει στην Επιτροπή να επανεξετάσει τις οικείες διαδικασίες υποβολής αιτήσεων και ανάθεσης συμβάσεων καθώς και τα κριτήρια που σχετίζονται με αυτές. Η επιστημονική κοινότητα συχνά επικρίνει τις εν λόγω μεθόδους και συχνά ερωτάται κατά πόσον είναι σκόπιμη η υποβολή σχετικών προσφορών λαμβανομένου υπόψη του αναγκαίου μεγάλου εργασιακού φόρτου και του χαμηλού ποσοστού επιτυχίας. Επίσης, οι μέθοδοι και τα κριτήρια (π.χ. για την χορήγηση υποτροφιών) δεν θα πρέπει να υποβάλλονται σε συνεχείς μεταβολές.

5.1.8.6

Είναι εξίσου σημαντικό, να αποφευχθεί η εμφάνιση υπερβολικά μεγάλου αριθμού καθέτων (ή οριζόντιων/παραλλήλων) οργάνων (και διαδικασιών) έγκρισης και προσανατολισμού που δρουν ο ένας ανεξάρτητα από τον άλλον, διότι αυτό όχι μόνο δημιουργεί εσωτερικές προστριβές που είναι πηγή αναποτελεσματικότητας, αλλά συχνά υπερβολικά ρυθμισμένες και σε ορισμένες περιπτώσεις ασαφείς, και ενδεχομένως αντικρουόμενες απαιτήσεις και αποφάσεις.

5.2   Σχετικά με το κεφάλαιο 3: Προοπτικές σταδιοδρομίας

5.2.1

Προοπτικές απασχόλησης στην Ε&Α: Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται την ανησυχία της Επιτροπής, όσον αφορά αφενός τη προφανή και ανησυχητική ασυμφωνία μεταξύ των μακροοικονομικών αναλύσεων και των προγνωστικών («ευκαιρίες απασχόλησης για χιλιάδες ερευνητές») και αφετέρου τις λιγότερο ευοίωνες διαπιστώσεις σχετικά με τις πραγματικές ή ανύπαρκτες ευκαιρίες στην αγορά εργασίας. Η πλειονότητα των πανεπιστημίων και ερευνητικών οργανισμών σημειώνουν επί του παρόντος μείωση των προϋπολογισμών που διατίθενται από τον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, και ως εκ τούτου δηλώνουν απροθυμία πρόσληψης νέου προσωπικού, και ακόμα απροθυμία να συνάψουν μακροπρόθεσμες συμβάσεις εργασίας.

5.2.1.1

Ακόμη και η βιομηχανία, όπως π.χ. η φαρμακοβιομηχανία που εξαρτάται έντονα από την έρευνα, αντιμετωπίζει δυσκολίες να κρατήσει στην Ευρώπη νέους ερευνητές (21).

5.2.1.2

Τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ιδρύματα που χρηματοδοτούνται από τον δημόσιο τομέα δεσμεύονται εκ μέρους των χορηγών τους να προβαίνουν στην πρόσληψη σημαντικού αριθμού επιστημόνων με διαδοχικές βραχυπρόθεσμες συμβάσεις, ώστε να είναι σε θέση να προσαρμόζονται ταχύτερα σε περικοπές του προϋπολογισμού ή αλλαγές των προγραμμάτων που επιβάλλονται από εξωτερικούς παράγοντες.

5.2.2

Εν προκειμένω, η ΕΟΚΕ θα τονίσει μια περαιτέρω σημαντική πτυχή: οι επιστήμονες που απασχολούνται στον ακαδημαϊκό χώρο ή σε ερευνητικούς οργανισμούς που λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση λαμβάνουν κατά κανόνα αποδοχές ανάλογες της μισθολογικής κλίμακας του δημοσίου τομέα.

5.2.2.1

Οι εν λόγω αποδοχές, σε γενικές γραμμές, υστερούν σημαντικά σε σχέση με τις αποδοχές των επιστημόνων που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα. Η ΕΟΚΕ είναι σύμφωνη με τη θέση της Επιτροπής ότι: «Οι αποδοχές αποτελούν ένα από τα πλέον ορατά στοιχεία αναγνώρισης της σταδιοδρομίας. Οι αποδοχές των ερευνητών δείχνουν να υστερούν, λόγου χάριν σε σύγκριση με τις αποδοχές των στελεχών με διοικητικές ευθύνες.»

5.2.2.2

Το μειονέκτημα αυτό, που οφείλεται στις χαμηλότερες μισθολογικές κλίμακες του δημοσίου τομέα, δικαιολογείται συνήθως με την καλύτερη κοινωνική ασφάλεια και τα υψηλότερα εχέγγυα των σταδιοδρομιών στο δημόσιο τομέα (δημόσιοι υπάλληλοι, δάσκαλοι, δικαστές, …).

5.2.3

Ωστόσο, συνήθως συνειδητά δεν προσφέρεται σε πληθώρα επιστημόνων υψηλότερη κοινωνική ασφάλεια, με το επιχείρημα της επιδίωξης μεγαλύτερης ευελιξίας στον προγραμματισμό της έρευνας, στην κατάρτιση του προϋπολογισμού και στη διαμόρφωση της πολιτικής προσωπικού.

5.2.3.1

Το μειονέκτημα αυτό, εντούτοις, δεν αντισταθμίζεται με άλλα πλεονεκτήματα ή εγγυήσεις. Ένα περαιτέρω πρόβλημα αφορά στις μισθολογικές κλίμακες, οι οποίες δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τα στοιχεία της απόδοσης και της αφοσίωσης του εργαζομένου.

5.2.3.2

Θα ήταν όμως άτοπο να επιβληθούν βραχυπρόθεσμα συμβόλαια και ταυτόχρονα χαμηλές αμοιβές, με όλες τις επακόλουθες συνέπειες, προκειμένου να επιτευχθούν ευελιξία και κινητικότητα, οι οποίες σαφέστατα απαιτούνται στο χώρο της έρευνας.

5.2.3.3

Εκείνο που είναι πραγματικά αναγκαίο, είναι αρτιότερες κλίμακες αποδοχών, προσαρμοσμένες στο επάγγελμα του ερευνητή, οι οποίες αφενός θα κυμαίνονται σε υψηλότερο (και μόνο υψηλότερο) επίπεδο, σε σχέση με τις ισχύουσες κλίμακες και αφετέρου θα επιτρέπουν μια πολύ ελαστικότερη προσαρμογή σε ειδικές περιπτώσεις. Χάρη σε παρόμοιες μισθολογικές κλίμακες θα επιτευχθούν οι προαναφερθέντες στόχοι μέσω αποτελεσματικών κινήτρων. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να δημιουργηθούν στα πανεπιστήμια και στα ερευνητικά κέντρα περισσότερες «μεταδιδακτορικές» θέσεις εργασίας οι οποίες θα συνοδεύονται από αξιόπιστες συμβάσεις θέσεως εργασίας διδακτικού έργου. Η σημερινή έλλειψη ανάλογων μισθολογικών δυνατοτήτων και δυνατοτήτων ανέλιξης, αλλά και οι παγίδες που ενέχει η σταδιοδρομία του ερευνητή, είναι οι κυριότεροι λόγοι για τους οποίους οι κορυφαίοι ερευνητές αναζητούν το επαγγελματικό τους μέλλον στις ΗΠΑ (22) και είναι σχεδόν αδύνατο να πεισθούν να επιστρέψουν.

5.2.3.4

Η σημερινή μειονεκτική θέση των επιστημονικών ερευνητών επιδεινώνεται από το γεγονός ότι έχουν υποβληθεί, σε μακροχρόνια εκπαίδευση και ειδίκευση (διδακτορικός τίτλος, ακαδημαϊκή διδακτική εμπειρία). Είναι συνεπώς επειγόντως αναγκαίο να διορθωθεί η κατάσταση αυτή προκειμένου η ερευνητική σταδιοδρομία να καταστεί ελκυστική.

5.2.3.5

Τυπικό αποθαρρυντικό χαρακτηριστικό (23) για την «σταδιοδρομία» των νέων επιστημόνων αποτελεί το γεγονός ότι αρχικώς, και σε κάθε μετέπειτα εργασιακή μεταβολή, συνάπτουν διαδοχικά βραχυπρόθεσμα συμβόλαια εργασίας (24) (π.χ. συνολικά για μια έως και 12ετή περίοδο).

5.2.3.6

Με τη λήξη των συμβολαίων αυτών, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις δεν σχετίζεται με μη ικανοποιητική επίδοση αλλά επιβάλλεται από διοικητικούς κανόνες και κανόνες αναλογικότητας αλλά κυρίως από τις περικοπές του προϋπολογισμού για την έρευνα, οι ερευνητές διακυβεύουν την ερευνητική σταδιοδρομία τους ή σε πολλές περιπτώσεις καταλήγουν άνεργοι.

5.2.3.7

Αυτή η μορφή σταδιοδρομίας των ερευνητών κινδυνεύει επομένως να καταλήξει σε αδιέξοδο ιδιαίτερα σε μια ηλικία (συνήθως σε ηλικία 40 ετών) στην οποία η αλλαγή της επαγγελματικής κατεύθυνσης και η αναζήτηση απασχόλησης στην αγορά εργασίας καθίσταται ιδιαιτέρως δύσκολη, εν μέρει λόγω των πολιτικών πρόσληψης που εφαρμόζουν οι βιομηχανίες να προτιμούν πτυχιούχους πρόσφατης αποφοίτησης.

5.2.3.8

Θα πρέπει να τονιστεί ότι συνήθως πρόκειται για επιστήμονες οι οποίοι έχουν υποβληθεί με επιτυχία στα πολυάριθμα στάδια δύσκολων διαγωνισμών, καθώς μόνο στους εξέχοντες αποφοίτους προσφέρεται η δυνατότητα ανάληψης διδακτορικής έρευνας μετά την αποφοίτηση και μόνο σε όσους εξ αυτών σημειώσουν βέλτιστες επιδόσεις προσφέρεται ερευνητική θέση ή τίτλος λέκτορα.

5.2.3.9

Προκειμένου να αποκτήσουν εξειδικευμένες ικανότητες και επιδόσεις, σε συγκεκριμένο επιστημονικό τομέα, πόσο μάλλον όταν επιθυμούν να προσληφθούν σε εξέχουσα θέση, οι ενδιαφερόμενοι ερευνητές και επιστημονικές ομάδες εργασίας πρέπει να υποβληθούν σε περαιτέρω εξαιρετικά απαιτητική επιμόρφωση και να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία, διαδικασία που διαρκεί συνήθως πολλά έτη.

5.2.3.10

Επιπροσθέτως, αυτό προϋποθέτει την ανάπτυξη και εγκατάσταση δαπανηρού εξοπλισμού, τη δημιουργία εποικοδομητικού ερευνητικού κλίματος και τη θέσπιση ανάλογων διαρθρωτικών δομών. Η πολύτιμη και δαπανηρή αυτή επένδυση σε ανθρώπινο δυναμικό και στην απαραίτητη ερευνητική υποδομή, είναι επίσης αποτέλεσμα ερευνητικής δραστηριότητας, και θα μπορεί, προστιθέμενη στα ερευνητικά πορίσματα που προέκυψαν, να αξιοποιηθεί περαιτέρω.

5.2.4

Η ανεργία των άρτια καταρτισμένων επιστημόνων, όχι μόνο αποτελεί κοινωνικό πρόβλημα, αλλά και συνιστά σπατάλη οικονομικών και ανθρώπινων πόρων.

5.2.4.1

Δεν είναι απλώς αποθαρρυντικό για τους επιστήμονες που πλήττονται ή ενδεχομένως απειλούνται από την ανεργία, αλλά αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα και για τους φοιτητές οι οποίοι όταν θα κληθούν να επιλέξουν το μελλοντικό τους επαγγελματικό προσανατολισμό θα διστάζουν να ακολουθήσουν μία δύσκολη και απαιτητική επιστήμη. Περαιτέρω ανασταλτικά λειτουργεί και η αντίφαση μεταξύ των αισιόδοξων και ελκυστικών υποσχέσεων του δημόσιου τομέα και της αποθαρρυντικής και σε ορισμένα κράτη μέλη καταστροφικής πραγματικότητας όσον αφορά την αγορά εργασίας και τις επαγγελματικές προοπτικές.

5.2.4.2

Υπό την οπτική αυτή, το γεγονός ότι πολλοί επιστήμονες, ιδιαίτερα νέοι επιστήμονες, αναζητούν επί του παρόντος εργασία εκτός της ΕΕ, π.χ. στις ΗΠΑ, είναι σε τελική ανάλυση επιθυμητό, τουλάχιστον όσο τα ευρωπαϊκά ιδρύματα αδυνατούν να προσφέρουν το κατάλληλο άνοιγμα στην απασχόληση. Τόσο οι πολιτικοί ιθύνοντες όσο και η κοινή γνώμη θα πρέπει να κατανοήσουν σαφώς το γεγονός ότι η αποχώρηση των επιστημόνων προκαλεί τεράστιο πλήγμα στην ευρωπαϊκή οικονομία και είναι εξαιρετικά επικερδής για την χώρα υποδοχής.

5.2.4.3

Η έλλειψη οικονομικού δέλεαρ και οι σημαντικοί κοινωνικοί κίνδυνοι που ταλανίζουν τη σταδιοδρομία του «ερευνητή», αποτελούν πιθανώς λόγο, για τον οποίο πολλοί μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης εκδηλώνουν ελάχιστο ενδιαφέρον για τις θετικές επιστήμες και τα μαθηματικά.

5.2.4.4

Συνεπώς, δεν είναι δύσκολο να αναλογιστεί κανείς, γιατί σε περιόδους όπου η ζήτηση σε ερευνητές είναι αυξημένη, διαπιστώνεται ξαφνικά ότι το «ανθρώπινο δυναμικό» είναι ανεπαρκές (βλέπε εισαγωγικό μέρος της ανακοίνωσης της Επιτροπής).

5.2.5

Όπως διατύπωσε η Επιτροπή, κρίνεται αναγκαίο για τη βελτίωση των προοπτικών σταδιοδρομίας των ερευνητών και την επίτευξη ποσοστού «3 % επί του στόχου» (25), να αμβλυνθούν οι προφανείς αποκλίσεις μεταξύ αφενός των αναγκών της οικονομίας στην ΕΕ και αφετέρου της μικροοικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής (π.χ. κυβερνητικής) και των «πολιτικών πρόσληψης προσωπικού» ως απόρροια της εν λόγω πολιτικής.

5.2.5.1

Η έρευνα δεν θα πρέπει να νοείται ως κεφαλαιουχικό αγαθό. Δεν θα πρέπει να έρμαιο πειραματικών προσανατολισμών ή των αναγκών περιορισμού του προϋπολογισμού. Η γόνιμη και τελεσφόρος έρευνα πρέπει να έχει μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και δεν θα πρέπει να αρχίζει, να διακόπτεται και να αναπροσανατολίζεται ανάλογα με την κυκλική εξέλιξη της οικονομικής συγκυρίας των δημοσιονομικών κρίσεων ή την εξέλιξη τρεχουσών πολιτικών τάσεων και προγραμματισμών απαιτεί συνέχεια ελευθερία και αξιοπιστία. Τότε μόνο, είναι δυνατή η αποφυγή των ως άνω προβλημάτων.

5.2.5.2

Όπως αναφέρει επίσης η Επιτροπή, είναι έντονη η ανάγκη κατάρτισης κατάλληλων προγραμμάτων σπουδών και μαθημάτων ειδίκευσης προκειμένου να αποφευχθούν τέτοιου είδους αδιέξοδα στη σταδιοδρομία και να προσφερθούν ελκυστικές και σταθερές επαγγελματικές προοπτικές στους νέους που επιλέγουν τον επαγγελματικό τους προσανατολισμό.

5.2.5.3

Θα ήταν επίσης χρήσιμη η βελτίωση και η προώθηση της κινητικότητας των ερευνητών προς τις βιομηχανίες (βλέπε 4.4) και τον ακαδημαϊκό τομέα (π.χ. προκειμένου να καταστεί εφικτή η πρόσληψη ερευνητών για τους οποίους δεν προβλέπεται σταθερή απασχόληση στα πανεπιστήμια ή στους χρηματοδοτούμενους με κρατικά κονδύλια ερευνητικούς οργανισμούς ως διδακτικό προσωπικό με ερευνητική εμπειρία σε ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα, ιδιαιτέρως λόγω της έλλειψης κατάλληλα εκπαιδευμένου διδακτικού προσωπικού με ερευνητική πείρα).

5.2.6

Η ΕΟΚΕ είναι ικανοποιημένη με τα μέτρα που προτίθεται να λάβει η Επιτροπή σύμφωνα με την ανακοίνωσή της, δηλαδή να:

συστήσει Ομάδα Υψηλού Επιπέδου προκειμένου να εντοπιστούν περισσότερα παραδείγματα ορθών πρακτικών σε σχέση με τις διάφορες ευκαιρίες απασχόλησης, όπως είναι η διατομεακή κινητικότητα ή τα νέα μοντέλα θέσεων εργασίας διδακτικού έργου, τα οποία και θα διαδώσει ευρύτερα στην ερευνητική κοινότητα.

δρομολογήσει την ανάπτυξη του «Χάρτη των Ευρωπαίων Ερευνητών», ενός πλαισίου για τη διαχείριση των σταδιοδρομιών στην Ε&Α, με βάση τις εκούσιες ρυθμίσεις.

δρομολογήσει μελέτες επιπτώσεων για την αξιολόγηση και τη συγκριτική αξιολόγηση των επιδόσεων των διαφόρων σταδιοδρομιών των ερευνητών.

καταρτίσει «Κώδικα συμπεριφοράς για την πρόσληψη ερευνητών» βάσει των βέλτιστων πρακτικών, ούτως ώστε να βελτιωθούν οι μέθοδοι πρόσληψης.

Η ΕΟΚΕ συνιστά να ληφθούν υπόψη τα σχόλια που διατύπωσε σχετικά με τα θέματα αυτά.

5.2.6.1

Η ΕΟΚΕ συνιστά, επίσης, οι πρωτοβουλίες που θεσπίστηκαν σε ορισμένα κράτη μέλη (26) για την τριτοβάθμια εκπαίδευση να συμπεριλάβουν και τους μη πανεπιστημιακούς ερευνητικούς οργανισμούς, και συγχρόνως να ελέγχεται αν τα ληφθέντα μέτρα επέφεραν πράγματι την προσδοκώμενη βελτίωση (27).

5.3   Σχετικά με το κεφάλαιο 3.2: Η δημόσια αναγνώριση της σταδιοδρομίας στην Ε&Α

5.3.1

Η δημόσια αναγνώριση του επαγγέλματος του ερευνητή αποτελεί σημαντικό παράγοντα. Η ΕΟΚΕ εγκρίνει πλήρως τη δήλωση της Επιτροπής ότι «Το θέμα της υποστήριξης από το δημόσιο στους ερευνητές συνδέεται σαφώς με τον τρόπο θεώρησης της επιστήμης ως μέσο που συμβάλλει στην ανάπτυξη της κοινωνίας».

5.3.2

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται επίσης τις θέσεις που διατυπώνονται στο κεφάλαιο 3.2 της ανακοίνωσης. Ωστόσο, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, τα προβλήματα και οι δυσκολίες που προκύπτουν για την «σταδιοδρομία του ερευνητή στην Ευρώπη», την εξάλειψη των οποίων επιδιώκει η ανακοίνωση της Επιτροπής, οφείλονται στο γεγονός ότι δεν έχει επιτευχθεί ακόμη η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς καθώς και στο γεγονός τα προβλήματα αυτά δεν είναι πλήρως κατανοητά από τους πολίτες, και συχνά ούτε και από τους ίδιους τους πολιτικούς. Χρειάζεται συνεπώς να ληφθεί μέριμνα για την τεκμηριωμένη ενημέρωση των πολιτικών.

5.3.3

Εντούτοις, θα αποτελούσε υπεραπλούστευση η αναζήτηση των γενεσιουργών αιτιών των προβλημάτων στην ελλιπή εκτίμηση και αναγνώριση της σημασίας της έρευνας και ανάπτυξης από τους πολίτες.

5.3.4

Παρότι αληθεύει πως οι πολίτες δεν είναι επαρκώς ενήμεροι για το γεγονός ότι η υπάρχουσα ευημερία βασίζεται εν πολλοίς στην έρευνα που έγινε στο παρελθόν και τα επιτεύγματα που σημειώθηκαν, η πλειονότητα του κοινού διατίθεται με σεβασμό απέναντι στους ερευνητές και τις ικανότητές τους.

5.3.5

Το πραγματικό πρόβλημα είναι να εξασφαλιστεί ότι οι πολιτικοί ιθύνοντες θα καταβάλλουν σταθερή προσπάθεια για τη βελτίωση των συνθηκών απασχόλησης των ερευνητών σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο, ώστε να περιοριστούν τα ανωτέρω αναφερόμενα μειονεκτήματα της σταδιοδρομίας τους. Τα εν λόγω προβλήματα μπορεί να συμβάλλουν στην μείωση της εκτίμησης έναντι των ερευνητών.

5.3.6

Τη διασφάλιση της πολιτικής βούλησης, δυστυχώς δυσχεραίνει το γεγονός ότι η προώθηση της έρευνας και της ανάπτυξης, και επιπλέον της σταδιοδρομίας του ερευνητή, δεν αποτελεί προσφιλές θέμα των μέσων μαζικής ενημέρωσης και επομένως όσον αφορά το πολιτικό πλαίσιο, υπάρχει ελλιπής ενημέρωση του πολίτη· ένα περαιτέρω μειονέκτημα, είναι ότι ο αριθμός των ερευνητών είναι ελάχιστος και δεν επαρκεί για να προασπίζει τα επαγγελματικά και κοινωνικά τους συμφέροντα κατά τρόπο δυναμικό και οργανωμένο.

5.3.7

Επιπρόσθετο σχετικό πρόβλημα αποτελεί το γεγονός ότι, μεσολαβεί μεγάλο διάστημα ανάμεσα στην επένδυση στην έρευνα και την ανάπτυξη του σχετικού οικονομικού και κοινωνικού οφέλους, διάστημα το οποίο υπερβαίνει συνήθως τη διάρκεια της «πολιτικής μνήμης» της κοινωνίας καθώς επίσης και το γεγονός ότι, η σπουδαιότητα και το δυναμικό των επιτευγμάτων δεν συνειδητοποιείται άμεσα από τον πολίτη αλλά αργά και σταδιακά. Επίσης θα πρέπει η κοινωνία να ενημερώνεται καλύτερα για τις απαραίτητες λειτουργικές προϋποθέσεις που επιτρέπουν την επίτευξη έρευνας υψηλού επιπέδου.

5.3.8

Η ΕΟΚΕ, στηρίζει πλήρως την ακόλουθη δήλωση της Επιτροπής: «Για να αναβαθμιστεί σε πολιτικό επίπεδο η σπουδαιότητα της έρευνας ως νευραλγικού ζητήματος για την ανάπτυξη της κοινωνίας, πρέπει να επισημανθεί σαφώς η συσχέτιση μεταξύ του περιεχομένου της έρευνας και του πραγματικού οφέλους για την κοινωνία. Εξάλλου πρέπει να αναβαθμιστεί η ικανότητα της κοινωνίας να αναγνωρίζει το ρόλο της έρευνας, τη σπουδαιότητα της διενέργειας έρευνας και την αξία της σταδιοδρομίας στην Ε&Α».

5.4   Σχετικά με το κεφάλαιο 3.3 «Διάδρομοι επικοινωνίας μεταξύ πανεπιστημίων — βιομηχανίας»

5.4.1

Η Επιτροπή διαπιστώνει σχετικά με το θέμα αυτό: «Οι συμπράξεις μεταξύ πανεπιστημίων και βιομηχανίας ή δημοσίων και ιδιωτικών οργανισμών χρηματοδότησης έρευνας έχει αναδειχθεί ως κρίσιμης σημασίας επιταγή για να εξασφαλιστεί η μεταφορά γνώσης και η καινοτομία, αλλά είναι ακόμα ασαφές το πώς πρέπει να διαρθρωθούν οι σχέσεις αυτές, χωρίς να είναι δυνατόν να γίνει καν λόγος για την ανταλλαγή προσωπικού ή την προώθηση κοινών προγραμμάτων κατάρτισης». Η ΕΟΚΕ στηρίζει περαιτέρω την πρόταση αυτή, δεν κρίνει εντούτοις, ότι η κατάσταση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη.

5.4.2

Ωστόσο, και η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι εξακολουθεί να υπάρχει η ανάγκη για περαιτέρω βελτιώσεις και καλύτερη κατανόηση των μεθόδων εργασίας και των κριτηρίων σταδιοδρομίας.

5.4.2.1

Ένα ιδιαίτερα σημαντικό ερώτημα σχετικά με το πρόγραμμα σπουδών αφορά τους λόγους για τους οποίους η βιομηχανία, κατά την πρόσληψη επιστημόνων και μηχανολόγων, γενικά προτιμά πρόσφατους αποφοίτους παρά ειδικούς με πολυετή εργασιακή εμπειρία στον χώρο της έρευνας, αν και χάρη στις ευρύτερες γνώσεις τους θα μπορούσε να επιταχυνθεί η μεταφορά τεχνογνωσίας σχετικά με τις πλέον σύγχρονες μεθόδους και διαδικασίες.

5.4.2.2

Η ΕΟΚΕ παραπέμπει σχετικά με το θέμα αυτό σε παλαιότερη σύστασή της (28) να ενισχυθεί και να τροποποιηθεί το υφιστάμενο πρόγραμμα κινητικότητας («διατριβές στο χώρο της βιομηχανίας») κατά τρόπο ώστε να δημιουργηθούν σαφή κίνητρα για την απαραίτητη κινητικότητα των ενδιαφερομένων και να καταστεί δυνατή η καθιέρωση ορισμένων περιόδων ανταλλαγής ερευνητών ικανοποιητικής διάρκειας η οποίες στη συνέχεια θα μπορούσαν να κινήσουν το ενδιαφέρον και των δύο πλευρών για μόνιμη ανταλλαγή. Η ως άνω σύσταση ενδεχομένως αποτελέσει κίνητρο για τη βιομηχανία να προσλάβει μεγαλύτερους σε ηλικία και πεπειραμένους επιστήμονες.

5.4.3

Σε μεμονωμένες περιπτώσεις σημειώθηκε πρόοδος. Τα σημεία ανάσχεσης που περιγράφονται στην ανακοίνωση έχουν περιοριστεί όσον αφορά για παράδειγμα τις σχέσεις μεταξύ της βιομηχανίας και των ανώτερων τεχνολογικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και ερευνητικών οργανισμών.

5.4.4

Όμως, και σε αυτή την περίπτωση ισχύει ότι πρέπει απαραιτήτως να ληφθεί μέριμνα για τη συμβατότητα αλλά και τη δυνατότητα μεταφοράς και αναγνώρισης των διαφόρων συνισταμένων της κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας (όπως υγειονομική περίθαλψη, ασφάλιση κατά της επαγγελματικής αναπηρίας, προσδοκία συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, σύνταξη γήρατος, συντάξιμα έτη κ.λπ.), τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

5.4.5

Τέλος, δεν πρέπει να αγνοηθεί το γεγονός ότι υπάρχουν διαφορετικές ικανότητες και προεξέχουσες δεξιότητες, εκ των οποίων ορισμένες είναι περισσότερο χρήσιμες στη βιομηχανία, όπου ενδεχομένως μπορούν να αναπτυχθούν καλύτερα, ενώ άλλες αρμόζουν περισσότερο σε μια καθαρά ερευνητική και ακαδημαϊκή δραστηριότητα.

5.5   Η ευρωπαϊκή διάσταση των σταδιοδρομιών Ε&Α (κεφάλαιο 3.4)

Το κεφάλαιο αυτό περιέχει εκτενή ανάλυση των δυνατοτήτων απασχόλησης, των καθηκόντων και προβλημάτων που παρουσιάζονται στην σταδιοδρομία του ερευνητή.

5.5.1

Η εξαιρετικά διευρυμένη αγορά εργασίας προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες και δυνατότητες απασχόλησης, ιδιαίτερα για ειδικούς επιστήμονες υψηλής κατάρτισης, τόσο σε προσωπικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο. Ιδιαίτερα πρέπει να τονισθεί η σημασία του «εξευρωπαϊσμού» της ερευνητικής σταδιοδρομίας, ως προϋπόθεση για την επίτευξη του στόχου της Επιτροπής, και τον οποίο υποστηρίζει η ΕΟΚΕ (29) σχετικά με τη «διασύνδεση των ειδικών πόρων και υποδομών σε ευρωπαϊκή κλίμακα».

5.5.2

Ο ενεχόμενος κίνδυνος αφορά αφενός στο ερώτημα κατά πόσον η επαγγελματική εμπειρία που αποκτήθηκε σε άλλο κράτος μέλος (και όχι αυτό της ιθαγένειας), θα αναγνωριστεί και θα εκτιμηθεί στην «εγχώρια αγορά», με επακόλουθα πλεονεκτήματα για τη σταδιοδρομία, και αφετέρου στην έλλειψη συμβατότητας/μεταφοράς/αναγνώρισης των διαφόρων πτυχών κοινωνικής ασφάλισης (όπως: υγειονομική περίθαλψη, ασφάλιση κατά της επαγγελματικής αναπηρίας, σύνταξη γήρατος και προσδοκίες συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, συντάξιμα έτη κ.λπ.).

5.5.3

Απαιτείται σειρά κατάλληλων μέτρων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η αλλαγή εργοδότη ή τόπου εργασίας και διαμονής, και ενδεχομένως κράτους μέλους διαμονής, αλλαγές που θεωρούνται τυπικό και θεμιτό χαρακτηριστικό της σταδιοδρομίας του «ευρωπαίου» ερευνητή, καθώς και οι μετακινήσεις μεταξύ δημόσια χρηματοδοτούμενων ερευνητικών ιδρυμάτων στα διάφορα κράτη μέλη, τη βιομηχανία κ.λπ., δεν θα επηρεάζουν αρνητικά τις προαναφερθείσες απαιτήσεις, όπως συμβαίνει έως σήμερα.

5.5.4

Θα πρέπει να δοθούν και να εφαρμοστούν σαφείς λύσεις, προκειμένου για την επίτευξη του στόχου που ετέθη στην ανακοίνωση της Επιτροπής.

5.5.5

Για το σκοπό αυτό είναι απαραίτητο, πέραν της εφαρμογής των σχετικών ερευνητικών προγραμμάτων, να προσαρμόζονται αναλόγως οι μισθοί, αλλά και οι ρυθμίσεις σχετικά με την ασφάλεια συνταξιοδότησης και ασθενείας (!), καθώς και σχετικά με τα έξοδα μετακόμισης, εύρεσης, ανακαίνισης ή αγοράς κατοικίας, την εκπαίδευση των τέκνων, την οικογενειακή επανένωση (!), οι ρυθμίσεις σχετικά με την ανεργία και την επαγγελματική αναπηρία, τη σύνταξη γήρατος κ.λπ., καθώς και τα φορολογικά θέματα (30) ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση μιας πραγματικά ευρωπαϊκής σταδιοδρομίας ερευνητή. Μεγάλο μέρος της ισχύουσας νομοθεσίας, (όπως π.χ. η φορολογία για την αγορά ακινήτων) δεν ευνοεί την κινητικότητα.

5.5.5.1

Συγκεκριμένα, θα πρέπει να θεσπιστεί ή, σε περίπτωση που έχει ήδη θεσπισθεί, να εφαρμοστεί στην πράξη, πανευρωπαϊκό σύστημα συνταξιοδότησης ώστε ακόμα και σε περίπτωση αλλαγής εργοδότη ή κράτους μέλους διαμονής, να διατηρούνται πλήρως τα κεκτημένα δικαιώματα και να μπορούν να μεταφερθούν, χωρίς αυτό να συνεπάγεται μειονεκτήματα για τον εργαζόμενο.

5.5.5.2

Ιδιαίτερο πρόβλημα για τον ερευνητή συνιστά συχνά η επαγγελματική δραστηριότητα του/της συζύγου ή συντρόφου. Προκειμένου να μη διακυβευτεί η οικογενειακή ενότητα, θα πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες με σκοπό την δημιουργία κατάλληλων δυνατοτήτων απασχόλησης ή επαγγελματικής δραστηριότητας για τους συζύγους ή συντρόφους. Προς τούτο, θα πρέπει να θεσπιστεί επίσημη στρατηγική (31).

5.5.6

Την άποψη αυτή συμμερίζεται και η Επιτροπή αναφέροντας στην ανακοίνωση: Τέλος, η προώθηση της ευρωπαϊκής διάστασης στις σταδιοδρομίες Ε&Α πρέπει να ενταχθεί σε διαρθρωμένο και συντονισμένο νομικό πλαίσιο σε ευρωπαϊκό επίπεδο, το οποίο θα εγγυάται στους επιστήμονες και τις οικογένειές τους υψηλό επίπεδο κοινωνικής ασφάλισης, ελαχιστοποιώντας έτσι τον κίνδυνο να απολέσουν δικαιώματα κοινωνικής ασφάλισης που έχουν ήδη αποκτήσει (Σχόλιο της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής: θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι δεν θα υπάρξει κανένας κίνδυνος!) Εν προκειμένω, οι ερευνητές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επωφελούνται από τις εν εξελίξει εργασίες σε επίπεδο ΕΕ που αποσκοπούν στον εκσυγχρονισμό και την απλούστευση του συντονισμού των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης … Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθούν πλήρως υπόψη οι ειδικές ανάγκες των ερευνητών και των οικογενειών τους.

5.5.7

Η ΕΟΚΕ συνιστά, μέχρις ότου επιτευχθούν οι στόχοι και τεθούν σε ισχύ οι προτεινόμενες ρυθμίσεις, να διαμορφωθούν τα ανάλογα προγράμματα κινητικότητας και οι διατάξεις τους κατά τέτοιο τρόπο, ώστε όχι μόνο να αποκαταστήσουν τα υφιστάμενα τρωτά σημεία, αλλά να δημιουργήσουν πρόσθετα και ευρύτερα κίνητρα. Κίνητρα τέτοιου είδους είναι αναγκαία όχι μόνο για να βελτιώσουν την εικόνα της σταδιοδρομίας του «ευρωπαίου» ερευνητή ακόμα και για τους ερευνητές υψηλού επιπέδου, αλλά ενδεχομένως και για να προσελκύσουν πάλι επιστήμονες, π.χ. από τις ΗΠΑ.

5.5.8

Προκειμένου να διευρυνθεί αποτελεσματικά η περιορισμένη αγορά εργασίας (για επιστήμονες/ερευνητές που ζητούν εργασία), όπως απορρέει από την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Χώρου Έρευνας, η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή τη συστηματική ανάπτυξη και τελειοποίηση της διαδικτυακής της θύρας (32), ώστε να εξασφαλιστεί ότι όλες οι σχετικές προσφορές εργασίας και προκηρύξεις διαγωνισμών των ερευνητικών ιδρυμάτων ή προγραμμάτων στην ΕΕ, πανεπιστημίων ή επιχειρήσεων θα καταχωρούνται στον κατάλογο με άρτια οργάνωση και εκτενή αναφορά (Αυτό θα πρέπει να θεμελιωθεί επίσης «στον κώδικα».) Η ΕΟΚΕ προτείνει στην Επιτροπή να έλθει σε επαφή με ιδρύματα των κρατών μελών τα οποία ήδη εργάζονται προς αυτή την κατεύθυνση.

5.6   Υποψήφιοι διδάκτορες, εκπόνηση διδακτορικής διατριβής απονομή διδακτορικού τίτλου

Η Επιτροπή εξετάζει και το ζήτημα των υποψήφιων διδακτόρων. Η ΕΟΚΕ κρίνει ότι το θέμα αυτό ενέχει διαφορετικές πτυχές όπως, λόγου χάριν i) ο ρόλος και η θέση των υποψήφιων διδακτόρων και ii) η ζήτηση επιστημόνων/μηχανολόγων/ερευνητών κατόχων διδακτορικού τίτλου.

5.6.1

Προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να εκπονήσει διδακτορική διατριβή, ο υποψήφιος οφείλει κατά κανόνα να έχει ολοκληρώσει τον επιστημονικό κύκλο σπουδών με πολύ καλές επιδόσεις.

5.6.2

Αντιστοίχως, η εκπόνηση διδακτορικής διατριβής θεωρείται αφενός περαιτέρω συμπληρωματικό στάδιο εμβάθυνσης της ακαδημαϊκής εκπαίδευσης και αφετέρου, κυρίως πιστοποιητικό υψηλού επιπέδου για την ανεξάρτητη σταδιοδρομία του ερευνητή.

5.6.3

Η διδακτορική διατριβή συμπεριλαμβάνει την απόκτηση περαιτέρω σημαντικών γενικής φύσεως προσόντων, όπως είναι η ικανότητα εκπόνησης ερευνών εις βάθος, η ικανότητα παρουσίασης ιδιαίτερα σύνθετων θεμάτων προφορικώς και γραπτώς με κατανοητό τρόπο, καθώς και η χρήση της αγγλικής γλώσσας στον τομέα της έρευνας και της τεχνολογίας, και συγκεκριμένα στο διεθνές περιβάλλον.

5.6.4

Οι υποψήφιοι διδάκτορες, μολονότι αποτελούν το απλό «πεζικό» (33) της ακαδημαϊκής έρευνας, προσφέρουν αδιαμφισβήτητα καίρια και σημαντική συμβολή στην ερευνητική δραστηριότητα και στον δεδηλωμένο στόχο των πανεπιστημίων και των παρεμφερών ερευνητικών οργανισμών.

5.6.5

Από αυτό προκύπτει ότι οι υποψήφιοι διδάκτορες εκφράζουν την νόμιμη αλλά συχνά ανεκπλήρωτη αξίωση να αναγνωρίζεται το έργο τους (34) ως επαγγελματική δραστηριότητα (Αποδοχές, κοινωνική ασφάλιση).

5.6.6

Μια άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διδακτορική δραστηριότητα έννοια, είναι ο βαθμός εξάρτησης από τον επόπτη, ο οποίος είναι σε μεγάλο βαθμό αρμόδιος για την αξιολόγηση της διατριβής.

5.6.6.1

Οι ερευνητικές μέθοδοι και προσεγγίσεις του επόπτη δεν θα πρέπει, ωστόσο, να επιδρούν αρνητικά ως προς τα κίνητρα, και ακόμη την ανάγκη εκπόνησης ανεξάρτητης έρευνας εκ μέρους του ερευνητή.

5.6.6.2

Παρότι στις περισσότερες περιπτώσεις η λειτουργία και τα καθήκοντα του επόπτη είναι εξαιρετικά χρήσιμα ερευνητικά εργαλεία, σε μεμονωμένες περιπτώσεις γίνεται κατάχρησή τους. Κάτι τέτοιο, ενδεχομένως, να είναι αποτέλεσμα ανεπαρκούς αμοιβής των υποψηφίων διδακτόρων, που οδηγεί σε υπερβολικές αξιώσεις, οι οποίες εξυπηρετούν αποκλειστικά τα επιστημονικά ενδιαφέροντα του επόπτη και οδηγούν σε εκτεταμένη παράταση της έρευνας.

5.6.7

Η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να εξετάσει τον κώδικα συμπεριφοράς ως προς το ρόλο και τη μεταχείριση των υποψηφίων διδακτόρων και να ενσωματώσει τα σχετικά πορίσματα στον «Κώδικα».

5.6.8

Στην ανακοίνωσή της η Επιτροπή αναφέρει επίσης, ότι, η βιομηχανία δείχνει να επείγεται να απασχολήσει ερευνητές χωρίς διδακτορικούς τίτλους, θεωρώντας ότι οι κάτοχοι διδακτορικού τίτλου (35)«είναι υπέρ το δέον εξειδικευμένοι».

5.6.9

Μολονότι φαίνεται να αληθεύει ότι η βιομηχανία δείχνει προτίμηση στους νέους πτυχιούχους, και αποτελεί πράγματι εμπόδιο για τη μετακίνηση από το ακαδημαϊκό στο βιομηχανικό επίπεδο, ΟΚΕ δεν συναινεί με την ως άνω διατύπωση. Στη χημική βιομηχανία ορισμένων κρατών μελών καθώς και σε άλλους βιομηχανικούς κλάδους επιστημονικού και τεχνικού προσανατολισμού, ο διδακτορικός τίτλος που αποκτήθηκε με καλή βαθμολογία, αν δεν αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσληψη του ερευνητή, είναι τουλάχιστον σημαντικό εφόδιο για την επιτυχημένη σταδιοδρομία του (κάτι τέτοιο δεν ισχύει γενικά για τους μηχανολόγους).

5.6.10

Ο διδακτορικός τίτλος αποτελεί εν πάσει περιπτώσει προϋπόθεση για την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία, περιλαμβανομένης αυτής σε δημόσια χρηματοδοτούμενους ερευνητικούς οργανισμούς (Κάτι τέτοιο δεν ισχύει γενικά για τους μηχανολόγους).

5.7   Η ελκυστικότητα του ερευνητικού τομέα και η αριστεία

5.7.1

Όταν νέοι άνθρωποι επιλέγουν την ερευνητική σταδιοδρομία και αποφασίζουν σε ποια χώρα επιθυμούν να εργαστούν, καθοριστικό κριτήριο για την επιλογή τους είναι αν η χώρα αυτή διαθέτει ενδιαφέροντα ιδρύματα αριστείας, στα οποία εργάζονται κορυφαίοι επιστήμονες οι οποίοι αποτελούν παράδειγμα και καθορίζουν τα πρότυπα.

5.7.2

Συνεπώς, η κοινωνία και οι πολιτικοί ιθύνοντες οφείλουν να φροντίσουν για τη διασφάλιση προϋποθέσεων που ευνοούν τη δημιουργία ή διατήρηση της αριστείας και των επιδόσεων υψηλού επιπέδου.

5.7.3

Η αριστεία και η ύπαρξη κορυφαίων επιστημόνων είναι ωστόσο το αποτέλεσμα πολύπλοκης, επίπονης και μακροχρόνιας διεργασίας επιλογής, η οποία ακολουθεί ίδιους κανόνες και εξαρτάται από τη σύμπτωση πολλών σημαντικών παραγόντων.

5.7.4

Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το εξέχον παράδειγμα των ιδιαίτερα επιτυχημένων ερευνητών, η ελκυστικότητα των εγκαταστάσεων και των ευκολιών που παρέχει το ερευνητικό κέντρο, μια διαχείριση που να ενθαρρύνει τη δημιουργικότητα και την ανάπτυξη ιδεών, η αίσθηση της συμμετοχής σε μία νέα ανακάλυψη ή ανάπτυξη καθώς και η δικαιολογημένη προσδοκία όλων των παραγόντων να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους, να συμβάλουν με τις δικές τους ιδέες και να επιτύχουν την αναγνώριση του έργου τους.

5.7.5

Όλα αυτά όμως μπορούν να αναπτυχθούν και να καρποφορήσουν μόνον αν στηρίζονται σε μια θεμελιωμένη, ευρεία και υψηλού επιπέδου πανεπιστημιακή κατάρτιση καθώς και σε ένα πολύπλευρο ερευνητικό περιβάλλον το οποίο να συμπεριλαμβάνει ένα ικανοποιητικό ποσοστό βασικής έρευνας.

5.8   Το Ευρωπαϊκό Έτος του Ερευνητή

5.8.1

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει και υποστηρίζει την πρόθεση της Επιτροπής να διοργανώσει στο άμεσο μέλλον το «Ευρωπαϊκό Έτος του Ερευνητή».

5.8.2

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι η εκδήλωση αυτή θα αποτελέσει καλή ευκαιρία για την προβολή του επαγγέλματος του ερευνητή και της σημασίας του για την κοινωνία αλλά και για την επίτευξη των στόχων της Λισσαβώνας. Θα είναι επίσης καλή ευκαιρία για την επιδίωξη μεγαλύτερης αμοιβαίας κατανόησης μεταξύ των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών και της επιστημονικής κοινότητας.

5.8.3

Η ΕΟΚΕ συνιστά να συμμετάσχουν στην αποστολή αυτή και οι αρμόδιες οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών αλλά και οι ενδιαφερόμενες επιστημονικές οργανώσεις που δρουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο και δηλώνει ότι είναι πρόθυμη να συμβάλει και η ίδια σε αυτό.

Βρυξέλλες 25 Φεβρουαρίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  COM(2000) 6 τελικό της 18.1.2000.

(2)  ΕΕ C 204 της 18.7.2000.

(3)  ΕΕ C 221 της 7.8.2001 καθώς ΕΕ C95 της 23.4.2003.

(4)  EE C 204 της 18.7.2000.

(5)  Η αμφίδρομη μετακίνηση των επιστημόνων ανάμεσα στην Ευρώπη και, επί παραδείγματι, τις ΗΠΑ, είναι φυσικά εξαιρετικά χρήσιμη και λογική για την ανταλλαγή της πείρας, γνώσης και ερευνητικών μεθόδων. Δεν θα πρέπει, εντούτοις, οι νέοι ταλαντούχοι επιστήμονες να εγκαταλείπουν την Ευρώπη γι αυτό, όπως συμβαίνει λόγω της σημερινής κατάστασης στην αγορά εργασίας της ΕΕ. Κατ' αυτόν τον τρόπο η αναμενόμενη πρόσθετη οικονομική αξία δεν παράγεται στην ΕΕ, όπου και έγιναν και οι εξαιρετικά δαπανηρές επενδύσεις για την εκπαίδευση, αλλά αντίθετα, ευνοεί μια εν μέρει ανταγωνιστική οικονομία.

(6)  Βλέπε επίσης σημείο 4.1.1.3.

(7)  Μια πολύ σημαντική πτυχή αυτής της σύγκρισης είναι οι επενδύσεις που πραγματοποιούνται στον τομέα της Ε&Α,και κυρίως στην γενική οικονομική και τεχνολογική έρευνα («dual-purpose») (π.χ. στις ΗΠΑ), με πόρους που προέρχονται από τον αμυντικό προϋπολογισμό.

(8)  ΕΕ C 260 της 17.9.2001.

(9)  Βλέπε EE C 221 της 7.8.2001, σημεία 3.2.3 και 3.2.4.

(10)  Βλέπε σχετικά και : Jürgen Enders (ed.): Academic Staff in Europe. Changing Contexts and Conditions (2001). Westport, CT: Greenwood Press, 2001.

(11)  Βλέπε επίσης τη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ ΕΕ C 95 της 23.4.2003, προς ανακοίνωση της Επιτροπής : Περισσότερη έρευνα στην Ευρώπη — Πέραν του 3 % επί του ΑΕΠ.

(12)  Η πείρα των εγκατεστημένων οργανισμών στα κράτη μέλη, όπως είναι το ίδρυμα Humboldt, θα πρέπει επίσης να αξιοποιηθεί.

(13)  Εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου του έτους 1996, σελίδες II-02041· IA-00553· II-01471.

(14)  Και σε αυτή την περίπτωση χρειάζονται συχνά εξαιρετικά πολυδάπανες μεγάλες εγκαταστάσεις, οι οποίες απαιτούν πρωτοποριακές επιδόσεις.

(15)  ΕE C 221 της 7.8.2001, σημείο 3.9.1.

(16)  Βλέπε ΕE C 221 της 7.8.2001 εδάφιο 4.7: «Η έρευνα είναι ένα βήμα προς το άγνωστο και επομένως η προσέγγιση που θα επιλέξει το μεμονωμένο άτομο ή η ομάδα διαφέρει και συμπληρώνεται ανάλογα με τις ανάγκες, τις ικανότητες και τη διάθεση του κάθε ερευνητή. Ο ερευνητής είναι μια πολυδιάστατη προσωπικότητα: είναι διαχειριστής, μηχανικός, συλλέκτης, λεπτολόγος, μάγος ή καλλιτέχνης. Η ερευνητική δραστηριότητα συνεπάγεται ψηλάφηση του αγνώστου, προαίσθηση λύσεων, αξιολόγηση άγνωστου τοπίου, συλλογή και κατάταξη στοιχείων, ανεύρεση νέων σημάτων, ανίχνευση γενικότερων συσχετισμών και προτύπων, την αναγνώριση νέων συσχετισμών, την ανάπτυξη μαθηματικών προτύπων, την ανάπτυξη των απαραίτητων όρων και συμβόλων, την ανάπτυξη και την κατασκευή νέων συσκευών, την αναζήτηση απλών λύσεων και αρμονίας. Η ερευνητική δραστηριότητα συνεπάγεται όμως επίσης επιβεβαίωση, διασφάλιση, διεύρυνση, γενίκευση και αναπαραγωγή.»

(17)  Στο ίδρυμα Max-Planck της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας π.χ. δεν προσλαμβάνονται τα επιστημονικά στελέχη μέσω της διοργάνωσης διαγωνισμών, αλλά επιδιώκεται η προσέλκυση επιστημόνων που έχουν διακριθεί στον κύκλο των γνωστότερων παγκοσμίως επιστημόνων χάρη στις επιδόσεις τους στον τομέα τους και οι οποίοι είναι επομένως οι καταλληλότεροι υποψήφιοι για το συγκεκριμένο έργο.

(18)  INT CESE 1588/2003 της 10.12.2003, εδάφια 4.5.3 και 4.5.5.

(19)  ΕΕ C 204 της 18.7.2000. Βλέπε εδάφια 7.1: « Η έρευνα και η τεχνολογική ανάπτυξη αποτελούν κατά βάση μια ενότητα η οποία περιλαμβάνει διάφορους τομείς ερευνών (και, συνεπώς, στάδια ωρίμανσης της γνώσης που έχει σχέση με νέες τεχνολογίες) όπως η βασική έρευνα, η εφαρμοσμένη έρευνα, η “εγκυκλοπαιδική” έρευνα (π.χ. για την ολοκλήρωση της γνώσης βάσει όσον αφορά τις ιδιότητες της ύλης, νέα υλικά, ουσίες κ.λπ.), η τεχνολογική ανάπτυξη και η ανάπτυξη προϊόντων και μεθόδων. Η καινοτομία είναι το αποτέλεσμα της συνεργασίας και της αλληλεπίδρασης μεταξύ αυτών των —εν μέρει μόνο τεχνητά— διακριτών ερευνητικών τομέων.»

(20)  Βλέπε επίσης EE C 95 της 23.4.2003, παράρτημα, σημεία 8 εφεξής.

(21)  Συνέντευξη που έδωσε ο κ. D. Veisella, πρόεδρος της εταιρείας Novartis, στην εφημερίδα Standard (της Αυστρίας) στις 26 Ιανουαρίου 2004, σ. 3.

(22)  Ακόμη και μεταξύ επιστημόνων από τη Ρωσία, την Ινδία ή την Κίνα, που εργάζονται σε ερευνητικά κέντρα στην ΕΕ, παρατηρείται ότι οι πλέον επιτυχημένοι, μετά από μερικά χρόνια επαγγελματικής πείρας, τείνουν να αποδέχονται προσφορές εργασίας στις ΗΠΑ.

(23)  Οι συνθήκες και οι λεπτομέρειες της σταδιοδρομίας που περιγράφεται δεν ισχύουν για όλα τα κράτη μέλη στον ίδιο βαθμό.

(24)  Γεγονός που επιδεινώνεται ακόμη περισσότερο λόγω της νομοθεσίας που προστατεύει από απολύσεις.

(25)  ΕΕ C 95 της 23.4.2003.

(26)  π.χ. Πρόγραμμα Lichtenberg του Ιδρύματος Volkswagen.

(27)  π.χ. νέοι καθηγητές σε ανώτερες σχολές στη Γερμανία.

(28)  ΕE C 204 της 18.7.2000, σημείο 8.2.2.

(29)  ΕE C 204 της 18.7.2000, σημείο 9.6.

(30)  Σε ορισμένα κράτη μέλη φορολογούνται ακόμη και τα επιδόματα που χορηγούνται για την κάλυψη των εξόδων λόγω αυξημένης κινητικότητας.

(31)  Αναγνωρίζοντας το πρόβλημα. η Γερμανική Κοινότητα Ερευνητών (Deutsche Forschungsgemeinschaft) και το Ίδρυμα Επιστημών στη Γερμανία ( Stifterverband für die Deutsche Wissenschaft) διοργάνωσαν κοινή εκδήλωση με θέμα το δυϊσμό των σταδιοδρομιών. Βλέπε επίσης σχετικά τον ιστότοπο www.kowi.de καθώς και www.dfg.de/wissenschaftliche_karriere/focus/doppelkarriere_paare/index.html

(32)  http://europa.eu.int/eracareers/index_en.cf

(33)  Ο όρος αυτός είναι μάλλον γραφικός, παρά ακριβής. Οι διδακτορικές διατριβές ενδεχομένως να έχουν εξαίρετο καινοτόμο περιεχόμενο. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις στο παρελθόν το περιεχόμενό τους απέφερε βραβείο Νόμπελ εφευρέσεων (π.χ. R. Mössbauer, Βραβείο Νόμπελ 1961 R.A. Hulse, Βραβείο Νόμπελ 1993).

(34)  Στο βαθμό που αποτελεί κύρια επαγγελματική δραστηριότητα και δεν πραγματοποιείται παράλληλα με την επαγγελματική δραστηριότητα.

(35)  Η διατύπωση αυτή συνδέεται με το ζήτημα των πρακτικών πρόσληψης στη βιομηχανία, που εξετάζεται ανωτέρω. Οι αναφερθείσες πρακτικές οφείλουν να υποβληθούν σε εις βάθος εξέταση και ήτοι δυνατόν βελτίωση.


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 110/14


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση απόφασης του Ευωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί των δραστηριοτήτων ορισμένων τρίτων χωρών στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών (Κωδικοποιημένη έκδοση)»

[COM(2003) 732 τελικό– 2003/0285 (COD)]

(2004/C 110/03)

Στις 9 Δεκεμβρίου 2003, και σύμφωνα με το άρθρο 71, της Συνθήκης ΕΚ, το Συμβούλιο αποφάσισε, να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Μεταφορές, ενέργεια, υποδομές, κοινωνία των πληροφοριών», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, επεξεργάστηκε τη γνωμοδότησή του στις 3 Φεβρουαρίου 2004 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. RETUREAU.

Κατά την 406η σύνοδο ολομέλειάς της, της 25ης και 26ης Φεβρουαρίου 2004 (συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 102 ψήφους υπέρ, 1 ψήφο κατά και 4 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Πρόταση της Επιτροπής, νομική βάση

1.1

Η πρόταση απόφασης που έχει υποβληθεί στο Συμβούλιο των Υπουργών και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνίσταται στην κωδικοποίηση της απόφασης 78/774/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Σεπτεμβρίου 1978 (1) περί των δραστηριοτήτων ορισμένων τρίτων χωρών στον τομέα των θαλασσίων μεταφορών. Η προαναφερθείσα απόφαση τροποποιήθηκε σημαντικά από την απόφαση 89/242/ΕΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1989 (2) για το ίδιο θέμα.

1.2

Η νομική βάση της κωδικοποιημένης έκδοσης συνίσταται σε εσωτερική απόφαση της Επιτροπής της 1ης Απριλίου 1987 (3), που επιβεβαιώθηκε από τα συμπεράσματα της προεδρίας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Εδιμβούργου, τον Δεκέμβριο του 1992 (μέρος Α, παράρτημα 3)· η κωδικοποίηση πραγματοποιείται σύμφωνα με την Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο για την Κωδικοποίηση του Κοινοτικού Κεκτημένου (4), δηλαδή με βάση την ισονομία, ενώ θα υπάγεται στην νομοθετική διαδικασία έγκρισης που ισχύει κατά τη στιγμή της κωδικοποίησης.

1.3

Η διαδικασία έγκρισης της συγκεκριμένης κωδικοποιημένης νομοθεσίας (θαλάσσιες μεταφορές) διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 80 και 251 της ΣΕΚ.

2.   Παρατηρήσεις και συμπεράσματα της ΕΟΚΕ

2.1

Η ΕΟΚΕ είχε ήδη την ευκαιρία στο παρελθόν να εκφράσει τη γνώμη της σε διάφορες γνωμοδοτήσεις (5) για την ουσία του προβλήματος της κωδικοποιημένης έκδοσης, περιλαμβάνοντας χωρίς ουσιαστική τροποποίηση προηγούμενα κείμενα, με στόχο τον εντοπισμό ενδεχόμενων πρακτικών ντάμπιγκ από ορισμένες τρίτες χώρες όσον αφορά τις θαλάσσιες μεταφορές οι οποίες θίγουν τα συμφέροντα των κοινοτικών μεταφορέων, προκειμένου να ληφθούν, κατά περίπτωση, τα κατάλληλα αντίμετρα. Δεν είναι συνεπώς σκόπιμο να επανέλθουμε σε αυτά.

2.2

Η κωδικοποίηση αποσκοπεί στην επίτευξη μεγαλύτερης σαφήνειας και διαφάνειας του κοινοτικού δικαίου, εφόσον πρόκειται κυρίως για διατάξεις που έχουν τροποποιηθεί και βρίσκονται διασκορπισμένες, τόσο στην αρχική όσο και στις μεταγενέστερες τροποποιητικές πράξεις· παρέχει συνεπώς μια αυξημένη νομική ασφάλεια κατά τη στιγμή της κωδικοποίησης στους αποδέκτες και στους χρήστες του κοινοτικού δικαίου.

2.3

Η ΕΟΚΕ επικροτεί και ενθαρρύνει τις προσπάθειες απλοποίησης του κοινοτικού κεκτημένου και κυρίως τις διαδικασίες ενοποίησης και κωδικοποίησης του ισχύοντος δικαίου. Οι προσπάθειες αυτές συμβάλλουν στην ορθή δημοκρατική διακυβέρνηση εφόσον διευκολύνουν την κατανόηση του κοινοτικού κεκτημένου και την ορθή εφαρμογή του.

2.4

Στην περίπτωση που εξετάζεται τώρα, η πρόταση κωδικοποίησης βασίζεται σε προηγούμενη ενοποίηση που έχει πραγματοποιηθεί από την Υπηρεσία Επίσημων Εκδόσεων των ΕΚ. Ο συνημμένος πίνακας δείχνει την αντιστοιχία μεταξύ της παλαιάς και της νέας αρίθμησης των άρθρων της Απόφασης.

2.5

Η νομική βάση και η νομοθετική διαδικασία που προτείνονται συμφωνούν πλήρως με το ισχύον κοινοτικό δίκαιο.

2.6

Η ΕΟΚΕ επικροτεί και υποστηρίζει συνεπώς την πρόταση κωδικοποίησης που της υποβλήθηκε προς γνωμοδότηση και προτείνει στον νομοθέτη την έγκρισή της.

Βρυξέλλες, 25 Φεβρουαρίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  ΕΕ αριθ. L 258 της 21ης Σεπτεμβρίου 1978, σ. 35-36

(2)  ΕΕ αριθ. L 097 της 11ης Απριλίου 1989 σ. 47.

(3)  COM(1987) 868 PV.

(4)  COM(2001) 645 τελικό.

(5)  Γνωμοδότηση πρωτοβουλίας για τα προβλήματα μεταφορών σε σχέση με τις ανατολικές χώρες (ΕΕ C 59 της 8ης Μαρτίου 1978 σ. 10-13), γνωμοδότηση για το σχέδιο απόφασης 78/774 (ΕΕ C 269 σ. 56 της 13ης Νοεμβρίου 1978, γνωμοδότηση για το σχέδιο τροποποίησης της απόφασης 78/774 (ΕΕ C 105 σ. 20-21 της 16ης Απριλίου 1979, γνωμοδότηση για το σχέδιο τροποποίησης της απόφασης 78/774/1978 (ΕΕ C 71 σ. 25 της 20 Μαρτίου 1989).


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 110/16


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα την «Πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το αρσενικό, το κάδμιο, τον υδράργυρο, το νικέλιο και τους πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες στον ατμοσφαιρικό αέρα»

[COM(2003) 423 τελικό -2003/0164 COD]

(2004/C 110/04)

Στις 29 Αυγούστου 2003, και σύμφωνα με τα άρθρα 95 και 251 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου και περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 5 Φεβρουαρίου 2004. Εισηγητής: ο κ. McDonogh.

Κατά την 406η σύνοδο ολομέλειας της 25ης και 26ης Φεβρουαρίου 2004 (συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 101 ψήφους υπέρ και 2 αποχές.

1.   Εισαγωγή

1.1

Η οδηγία 96/62/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Σεπτεμβρίου 1996 για την εκτίμηση και τη διαχείριση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα (οδηγία πλαίσιο για την ποιότητα του αέρα) απετέλεσε το πλαίσιο για τη μελλοντική κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα.

1.2

Το Παράρτημα 1 της Οδηγίας 96/62/EΚ περιλαμβάνει διατάξεις όσον αφορά την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα και την περιεκτικότητα σε αρσενικό, κάδμιο, υδράργυρο, νικέλιο και πολυκυκλικούς αρωματικούς υδρογονάνθρακες (ΠΑΥ) με τη θέσπιση κριτηρίων και τεχνικών για την εκτίμηση της ποιότητας του ατμοσφαιρικού αέρα και για τη θέσπιση διατάξεων όσον αφορά την πληροφόρηση της Επιτροπής και του κοινού.

1.3

Η πρόταση της Επιτροπής αποτελεί συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που προβλέπει η οδηγία 96/62/ΕΚ για την εισαγωγή νομοθεσίας για τα βαρέα μέταλλα που αναφέρονται στο Παράρτημα και τα οποία αναγνωρίζονται ως γνωστές ή εικαζόμενες καρκινογόνες ουσίες για τον άνθρωπο για τις οποίες δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί ανώτατο όριο που να αποκλείει αρνητικές επιδράσεις στην ανθρώπινη υγεία.

2.   Κύρια σημεία της πρότασης

2.1

Η πρόταση της Επιτροπής αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχουν αποτελεσματικά ως προς το κόστος μέτρα προκειμένου να επιτευχθούν παντού τα επίπεδα συγκέντρωσης που δεν θα προκαλούσαν ζημιογόνες επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία. Κατά συνέπεια, δεν ακολουθεί αυστηρά την οδηγία 96/62/EΚ που προβλέπει τη θέσπιση δεσμευτικών οριακών τιμών.

2.2

Η πρόταση προβλέπει υποχρεωτική παρακολούθηση στις περιπτώσεις όπου η συγκέντρωση υπερβαίνει τα ακόλουθα όρια εκτίμησης:

6 ng αρσενικού /m3,

5 ng κάδμιου /m3,

20 ng νικέλιου /m3,

1 ng βενζο(α) πυρένιου (BaP) /m3.

Οι συγκεντρώσεις που είναι χαμηλότερες από τα επίπεδα αυτά περιορίζουν τις βλαβερές συνέπειες στην υγεία του ανθρώπου. Συνεπώς, απαιτείται μόνον ενδεικτική παρακολούθηση της συγκέντρωσης αυτών των βαρέων μετάλλων σε περιορισμένο αριθμό τοποθεσιών όταν δεν σημειώνεται υπέρβαση των ανωτέρω ορίων εκτίμησης.

2.3

Όσον αφορά τον υδράργυρο, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα στοιχεία για πλήρη έκθεση πρέπει να αναθεωρηθούν σε εύλογο χρόνο και ότι η αναθεώρηση αυτή θα πρέπει να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στη σχέση πηγής-δέκτη και στον μετασχηματισμό του υδράργυρου στο περιβάλλον.

2.4

Τα κράτη μέλη οφείλουν να ενημερώνουν την Επιτροπή και το κοινό σχετικά με κάθε υπέρβαση της τιμής στόχου, τους λόγους της υπέρβασης και τα μέτρα που ενδεχομένως ελήφθησαν.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η ΕΟΚΕ κατανοεί ότι εφόσον δεν είναι γνωστό το ανώτατο όριο για την εκτίμηση των αρνητικών επιδράσεων στην ανθρώπινη υγεία, ο καθορισμός στόχων είναι ιδιαιτέρως δυσχερής. Οι επιδράσεις στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον από αυτούς τους ρύπους οφείλονται στις συγκεντρώσεις στον ατμοσφαιρικό αέρα, στην κατάπτωση στο έδαφος και στο υδάτινο περιβάλλον· η κατάπτωση στο έδαφος μπορεί τόσο να επηρεάσει την ποιότητα και τη γονιμότητά του όσο και να μολύνει τη βλάστηση. Συνεπώς η ΕΟΚΕ εκφράζει την ικανοποίησή της για την πρόταση της Επιτροπής.

3.2

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την Επιτροπή ότι πρόκειται για «φιλόδοξη και πρακτική» πρόταση. Κατά συνέπεια, θεωρεί ουσιαστικό ότι οι στόχοι πρέπει να αναθεωρηθούν σε εύλογο χρονικό διάστημα δεδομένου ότι υφίστανται πολλά ερωτήματα σχετικά με τη διάρκεια ζωής και τη συμπεριφορά των βαρέων μετάλλων και ενώσεων έμμονων οργανικών ρύπων (ΡΟΡ) που δεν είναι ακόμη επαρκώς κατανοητά, ιδίως όσον αφορά τον υδράργυρο.

4.   Ειδικές παρατηρήσεις

4.1

Η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει την ανάγκη να αναγνωρισθεί ότι οι συγκεντρώσεις στον ατμοσφαιρικό αέρα που αναφέρονται στην πρόταση είναι ελάχιστες οριακές τιμές στην ΕΕ των 15 και διαφέρουν τόσο γεωγραφικά όσο και εποχιακά για ορισμένους ρύπους. Για παράδειγμα, το βενζο(α) πυρένιο, η βαρύτερη ένωση PAH παρουσιάζει σημαντικά υψηλότερη συγκέντρωση το χειμώνα λόγω της αυξημένης κατανάλωσης καυσίμων θέρμανσης. Έτσι μπορεί να σημειώνεται υπέρβαση της τιμής στόχου για μεγάλο μέρος του έτους ενώ η μέση ετήσια τιμή να βρίσκεται εντός των ορίων.

4.1.1

Είναι επίσης πιθανόν ότι οι προτεινόμενες οριακές τιμές εκτίμησης για τα μέταλλα [και η τιμή στόχος για το βενζο(α) πυρένιο] δεν θα τηρούνται στο περίγυρο ορισμένων βιομηχανικών εγκαταστάσεων και σε αγροτικές τοποθεσίες κατά τους χειμερινούς μήνες όταν η ζήτηση για θέρμανση εσωτερικών χώρων είναι πολύ υψηλή. Κατά συνέπεια, θα υπάρχουν ομάδες πληθυσμού στην ΕΕ που θα είναι συνεχώς εκτεθειμένες στην ατμοσφαιρική ρύπανση σε επίπεδα υψηλότερα των επιδιωκόμενων ορίων. Κατά συνέπεια, οι προτάσεις αυτές δεν παρέχουν κατάλληλη προστασία (ιδίως βραχυπρόθεσμα) για ορισμένες μερίδες του πληθυσμού.

4.2

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι εφόσον τα στοιχεία για τις εκπομπές που παρουσιάζονται στην πρόταση οδηγίας έχουν ως έτος αναφοράς το 1990, η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει την ανάγκη ενσωμάτωσης πιο πρόσφατων στοιχείων τα οποία θα παρουσιάζουν τις τάσεις της τελευταίας δεκαετίας. Με τον τρόπο αυτό θα εντοπισθούν και ενδεχόμενες μειώσεις σε σημαντικές ομάδες ρύπων.

4.3

Το βενζο(α) πυρένιο έχει επιλεγεί ως δείκτης για τον κίνδυνο καρκινογένεσης αν και είναι μία μόνον από τις 16 ενώσεις πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων (ΠΑΥ) που μετρώνται κατά προτεραιότητα. Ο κατάλογος UN/ECE (Oικονομική Eπιτροπή για την Eυρώπη του ΟΗΕ) περιλαμβάνει για παράδειγμα τρεις ακόμη δείκτες. Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι για να διασφαλισθεί ότι η 4η θυγατρική οδηγία είναι συμβατή (και συγκρίσιμη) με άλλες διεθνείς συμφωνίες (όπως το Πρωτόκολλο UN/ECE για τους έμμονους οργανικούς ρύπους –ΡΟΡ) θα πρέπει τούτη να συμπεριλάβει και άλλες ενώσεις πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων (ΠΑΥ).

4.4

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι πηγές διάχυσης όπως η οικιακή θέρμανση (κυρίως για τις ενώσεις ΠΑΥ), είναι δυσχερέστερο να ελεγχθούν και συνεπάγονται μεγαλύτερο κόστος. Άλλα μέτρα που επιδιώκουν τον έλεγχο των κινητών εκπομπών (π.χ. βελτίωση της ποιότητας των καυσίμων για τη μείωση των εκπομπών σωματιδίων) θα συμβάλλουν επίσης και στη μείωση της συγκέντρωσης στον ατμοσφαιρικό αέρα. Φαίνεται ότι η βελτίωση των οικιακών θερμαστρών και καυστήρων για τον έλεγχο των εκπομπών βενζο(α) πυρένιου θα μειώσει την έκθεση, ιδίως στις αγροτικές περιοχές. Εκ των υστέρων αναβάθμιση σε ήδη υπάρχουσες θερμάστρες ενδέχεται να είναι εξαιρετικά ακριβή αλλά θα πρέπει να θεσπιστούν προδιαγραφές για νέες θερμάστρες, καυστήρες και συσκευές θέρμανσης, προκειμένου στο μέλλον να μειωθούν οι εκπομπές.

4.5

Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι σαφώς απαιτείται περαιτέρω αξιολόγηση των δυνατών πηγών ρύπανσης στις δέκα υπό ένταξη χώρες και ότι οι εκπομπές από τις χώρες αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα σε όλη την Ευρώπη. Κατά συνέπεια, θα πρέπει οι υπό ένταξη χώρες να ενθαρρυνθούν και όπου χρειάζεται να βοηθηθούν, προκειμένου να συμμορφωθούν εγκαίρως με την οδηγία ώστε να ελαχιστοποιηθεί η διασυνοριακή ρύπανση.

4.6

Η ΕΟΚΕ κατανοεί ότι οι υπολογισμοί κόστους-οφέλους δείχνουν ότι η αναβάθμιση καίριων εξοπλισμών απαιτεί σημαντικές επενδύσεις. Οι επενδύσεις αυτές θα έχουν ενδεχομένως σημαντικές συνέπειες στην απώλεια ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή οφείλει να διασφαλίσει ότι κατά την εφαρμογή της οδηγίας, θα πρέπει να εξευρεθεί η κατάλληλη ισορροπία μεταξύ των οικονομικών επιπτώσεων και του θετικού οφέλους για την υγεία, ακόμη και εάν χρειαστεί να ληφθούν επίπονα μέτρα για τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα, τη μείωση της έκθεσης και την βελτίωση της ανθρώπινης υγείας.

4.7

Η ΕΟΚΕ επίσης πιστεύει ότι σημαντικό στοιχείο της προτεινόμενης 4ης θυγατρικής οδηγίας είναι η ρύθμιση σχετικά με την ενημέρωση του κοινού για τα τοπικά ζητήματα ποιότητας του αέρα όσον αφορά την περιεκτικότητά του στους εν λόγω ρύπους. Ωστόσο είναι επιτακτικό να δοθούν στο κοινό τα κατάλληλα μέσα κατανόησης και ερμηνείας των στοιχείων αυτών.

Βρυξέλλες, 25 Φεβρουαρίου 2004

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 110/18


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τους ισχυρισμούς για τις θρεπτικές και υγιεινές ιδιότητες που διατυπώνονται για τρόφιμα

[COM(2003) 424 τελικό -2003/0165 (COD)]

(2004/C 110/05)

Στις 29 Ιουλίου 2003, και σύμφωνα με τα άρθρα 95 και 251 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου και περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 5 Φεβρουαρίου 2004 με βάση την εισηγητική έκθεση της κας Davison.

Κατά την 406η σύνοδο ολομελείας της 25ης και 26ης Φεβρουαρίου 2004 (συνεδρίαση της 26ης Φεβρουαρίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε ομόφωνα την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Εισαγωγή

1.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί καταρχήν τον κανονισμό της Επιτροπής που δίδει νέα έμφαση στις θρεπτικές και υγιεινές ιδιότητες των τροφίμων. Η έκδοση του κανονισμού συμπίπτει με την επισήμανση του ΠΟΥ (Περιοχή της Ευρώπης) ότι δηλαδή έως και 20 % με 30 % ενηλίκων είναι υπέρβαροι και ότι η κακή διατροφή και η έλλειψη αθλητικών δραστηριοτήτων συνδέονται επίσης με τις καρδιοαγγειακές παθήσεις. Αλλά και οι κυβερνήσεις επίσης αναγνωρίζουν πλέον ολοένα και περισσότερο ότι υπάρχει σχέση μεταξύ του τρόπου διατροφής των ατόμων και της υγείας και της ευημερίας τους, καθώς και τις επιπτώσεις της κακής υγείας για τις εθνικές οικονομίες.

1.2

Η πρόταση κανονισμού σχετικά με τους ισχυρισμούς για τις θρεπτικές και υγιεινές ιδιότητες των τροφίμων εκδίδεται σε μια χρονική στιγμή όπου η συνειδητοποίηση των διαιτολογικών προβλημάτων και της υγείας καλύπτονται με έμφαση από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ενώ οι καταναλωτές έχουν ανάγκη επακριβούς και ουσιαστικής πληροφόρησης πολύ περισσότερο από ότι κατά το παρελθόν για να προβούν σε ενημερωμένες επιλογές και αποφάσεις. Η ΕΟΚΕ δίδει ύψιστη σημασία στην ενημέρωση και προστασία του καταναλωτή.

1.3

Με βάση τα στοιχεία αυτά, η Επιτροπή πρότεινε καταρχάς, ως συμπλήρωμα της υφιστάμενης Οδηγίας 2000/13/ΕΚ σχετικά με την επισήμανση, παρουσίαση και διαφήμιση των τροφίμων, τον εν λόγω κανονισμό στον οποίο ορίζονται κριτήρια για τους παραγωγούς οι οποίοι επιθυμούν εκουσίως να προβούν σε παρόμοιους ισχυρισμούς. Στόχος της Επιτροπής είναι να καθορίσει το πεδίο ενός τομέα όπου οι ερμηνείες ποικίλλουν και αφετέρου να παράσχει αμερόληπτη πληροφόρηση προς τους καταναλωτές, και έτσι να καλυφθεί μέρος της ασάφειας που έχει προκληθεί σχετικά από την οδηγία για τη διαφήμιση.

2.   Κύρια σημεία του εγγράφου της Επιτροπής

2.1

Η οδηγία 2000/13/EΚ απαγορεύει γενικά τη χρήση πληροφοριών που θα μπορούσαν να παραπλανήσουν τον αγοραστή ή να αποδώσουν φαρμακευτικές ιδιότητες στα τρόφιμα. Ο νέος κανονισμός προβλέπει ειδικότερη καθοδήγηση σχετικά με τους ισχυρισμούς για τις θρεπτικές και υγιεινές ιδιότητες. Πράγμα που αποδείχθηκε αναγκαίο λόγω του αυξανόμενου αριθμού παρόμοιων ισχυρισμών, ορισμένοι εκ των οποίων είναι αμφίβολοι ένεκα μη σαφούς επιστημονικής αιτιολόγησης. Επιπλέον, οι καταναλωτές αντιμετωπίζουν προβλήματα κατανόησης από την ισχύουσα επισήμανση (1).

2.2.

Οι κύριοι στόχοι της παρούσας πρότασης είναι οι εξής:

επίτευξη υψηλού επιπέδου προστασίας του καταναλωτή με την παροχή επιπλέον προαιρετικών πληροφοριών εκτός από τις υποχρεωτικές πληροφορίες που προβλέπονται από τη νομοθεσία της ΕΕ·

βελτίωση της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών εντός της εσωτερικής αγοράς·

αύξηση της νομικής ασφάλειας για τους επιχειρηματίες και

εξασφάλιση του θεμιτού ανταγωνισμού στον τομέα των τροφίμων·

προώθηση και προστασία της καινοτομίας στον τομέα των τροφίμων.

2.3

Το άρθρο 3 του προτεινόμενου κανονισμού προβλέπει ότι η χρήση των ισχυρισμών για τις θρεπτικές και υγιεινές ιδιότητες δεν πρέπει:

α)

να είναι εσφαλμένη ή παραπλανητική·

β)

να προκαλεί αμφιβολίες σχετικά με την ασφάλεια και/ή τη θρεπτική επάρκεια άλλων τροφίμων·

γ)

να περιέχει δηλώσεις ή υπαινιγμούς σχετικά με το ότι μια ισορροπημένη και ποικίλη διατροφή δεν μπορεί να παράσχει επαρκείς ποσότητες θρεπτικών ουσιών γενικά·

δ)

να αναφέρεται σε αλλαγές των λειτουργιών του σώματος με ανάρμοστο ή απειλητικό τρόπο είτε με λέξεις ή με εικόνες, γραφικές ή συμβολικές παραστάσεις.

2.4

Το άρθρο 4 ορίζει τα ελάχιστα χαρακτηριστικά θρεπτικών συστατικών που πρέπει να περιέχουν τα τρόφιμα για να μπορούν να φέρουν ισχυρισμούς θρεπτικών και υγιεινών ιδιοτήτων – π.χ. τα αλκοολούχα ποτά δεν πρέπει να φέρουν ισχυρισμούς θρεπτικών και υγιεινών ιδιοτήτων με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου έχει μειωθεί η περιεκτικότητα οινοπνεύματος ή ενέργειας.

2.5

Ισχυρισμοί θρεπτικών και υγιεινών ιδιοτήτων μπορούν να διατυπωθούν μόνον εφόσον μπορεί να αποδειχθεί επιστημονικώς ένα θετικό αποτέλεσμα θρεπτικού ή φυσιολογικού χαρακτήρα, επί τη βάσει γενικώς αποδεκτών επιστημονικών δεδομένων (που έχουν προσαρμοσθεί στις τεχνολογικές εξελίξεις) και όταν η επίπτωση είναι σημαντική και ο ισχυρισμός κατανοητός από τον καταναλωτή.

2.6

Οι υγιεινοί ισχυρισμοί πρέπει να συνοδεύονται από περαιτέρω πληροφορίες, π.χ. όταν αναφέρονται στη δίαιτα και στον τρόπο ζωής.

2.7

Απαγορεύονται οι ισχυρισμοί για τις ψυχολογικές λειτουργίες και τη συμπεριφορά, για την απώλεια ή τον έλεγχο βάρους, καθώς και οι ισχυρισμοί που αναφέρονται σε επαγγελματίες της υγείας ή σε ιδρύματα και δεν πρέπει να δημιουργείται η εντύπωση ότι μπορεί να επηρεαστεί η υγεία από τη μη κατανάλωση του τροφίμου. Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (ΕΑΑΤ), είναι αρμόδια για την αδειοδότηση των ισχυρισμών για τη μείωση των κινδύνων ασθένειας εφόσον βεβαίως επισημαίνεται ότι οι ασθένειες έχουν πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου.

2.8

Στο παράρτημα περιλαμβάνονται οι ισχυρισμοί για τις θρεπτικές ιδιότητες και οι προϋποθέσεις που ισχύουν γι' αυτούς.

3.   Γενικές παρατηρήσεις

3.1

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόταση για τη θέσπιση ευρωπαϊκού ρυθμιστικού πλαισίου τόσο προς συμφέρον της προστασίας του καταναλωτή όσο και για την εναρμόνιση της εσωτερικής αγοράς. Αναγνωρίζει ότι είναι απαραίτητο να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα των διαφορετικών εθνικών κανόνων που ισχύουν σήμερα μέσω των αυτορυθμιστικών εθνικών κωδίκων πρακτικής. Ο νέος κανονισμός θα παράσχει το απαραίτητο νομοθετικό μέσο προκειμένου να εξασφαλισθεί σε όλα τα κράτη μέλη η άμεση επίδραση των επιθυμητών αποτελεσμάτων.

3.2

Ωστόσο τα εισαγόμενα προϊόντα είναι δυνατό να παραβιάζουν τον κανονισμό τόσο από την άποψη των ισχυρισμών όσον και από την άποψη της επισήμανσης, όταν είναι διατυπωμένα αποκλειστικά σε μη ευρωπαϊκές γλώσσες. Ανησυχίες εκφράζονται επίσης και για τα προϊόντα που διατίθενται μέσω του διαδικτύου από μη ευρωπαϊκές πηγές.

3.3

Η ΕΟΚΕ τονίζει ότι η νομοθεσία πρέπει να είναι αναλογική, να εφαρμόζεται κανονικώς και κυρίως να είναι πρακτική, και εκφράζει την ανησυχία μήπως ορισμένες από τις διατάξεις που αναφέρονται στην τεκμηρίωση των ισχυρισμών είναι ανώφελα πολύπλοκες και μάλιστα επαχθείς. Χρειάζεται να προβλεφθούν λειτουργικές διαδικασίες με σαφή χρονοδιαγράμματα για να μπορούν να αποφευχθούν οι ανώφελες καθυστερήσεις κατά τις διαδικασίες έγκρισης. Η ΕΟΚΕ ανησυχεί επίσης μήπως το λειτουργικό βάρος της ΕΑΑΤ είναι υπερβολικό.

3.4

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι η νομοθεσία πρέπει να συμβαδίζει με τη δια βίου εκπαίδευση του καταναλωτή που συμπεριλαμβάνει την αποδοχή της ατομικής ευθύνης. Τη στιγμή που η παχυσαρκία ειδικότερα αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς ακόμη και μεταξύ των παιδιών, πρέπει να τονιστεί με έμφαση η σημασία της ισορροπημένης δίαιτας – χωρίς ωστόσο να καταργείται η ευχαρίστηση της τροφής και του ποτού. Πρέπει επίσης να συμβαδίζει με τη σωματική άσκηση. Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι αποτελεί πρόκληση να μεταβιβασθεί στον καταναλωτή το ουσιώδες μήνυμα της ισορροπίας, του μέτρου και της αποφυγής των υπερβολών.

3.5

Μολαταύτα, δέχεται ότι είναι απαραίτητο για όλους τους ενδιαφερομένους να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να συντονιστούν όπου αυτό είναι δυνατόν: παραγωγοί, διανομείς και επιχειρήσεις γενικού εμπορίου, σώματα εφαρμογής μέτρων όπως οι φορείς εμπορικής τυποποίησης, οι κυβερνητικές υπηρεσίες, οι συναφείς επαγγελματικές κοινωνικές οργανώσεις και οι οργανώσεις καταναλωτών. Ουσιαστικό ρόλο για την «λαϊκή» ενημέρωση έχουν να διαδραματίσουν τα μαζικά μέσα ενημέρωσης.

3.6

Η ΕΟΚΕ τονίζει επίσης ότι πρέπει να ενθαρρυνθούν τα μεμονωμένα κράτη μέλη για να αναπτύξουν προγράμματα εκπαίδευσης του καταναλωτή στα σχολεία, και να συμπεριληφθούν στη διδακτέα ύλη από κοινού με μαθήματα όπως η γλώσσα, η οικονομία ή τα δικαιώματα του πολίτη ήδη από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Άλλες ομάδες όπως οι ομάδες τρίτης ηλικίας, τα άτομα με ειδικές ανάγκες και οι εθνικές μειονότητες χρειάζονται επίσης ιδιαίτερη βοήθεια μέσω της υποστήριξης των τοπικών κοινωνικών οργανώσεων. Τα παραδείγματα ορθής πρακτικής μπορούν να συλλέγονται όπου υπάρχουν και να ταξινομούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

3.6.1

Η ΕΟΚΕ ενθαρρύνει την Επιτροπή να προβεί στην προώθηση ενημερωτικών εκστρατειών για την υγεία και τη διατροφή στα κράτη μέλη, μέσω του προγράμματός της για τη δημόσια υγεία.

3.7

Η ΕΟΚΕ τονίζει την αξία μιας καλά ισορροπημένης και μετριοπαθούς δίαιτας αντί για τη διάκριση των τροφίμων ως καλών και κακών. Η Επιτροπή πρέπει συνεπώς να είναι πιο συγκεκριμένη στις προτάσεις της στο άρθρο 4 για τα θρεπτικά συστατικά ώστε οι παραγωγοί να ξέρουν ακριβώς τι αναμένεται από αυτούς.

4.   Ειδικές Παρατηρήσεις

4.1

Άρθρο 1, Σημείο 2. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τη συμπερίληψη των ισχυρισμών για τρόφιμα μαζικού επισιτισμού των εστιατορίων, νοσοκομείων και σχολείων, λόγω ακριβώς του μεγάλου αριθμού καταναλωτών, πολλοί εκ των οποίων είναι εύτρωτοι. Ερωτά όμως κατά πόσο είναι εφικτή η εφαρμογή της πρότασης.

4.1.1

Σημείο 4. Η ΕΟΚΕ επισημαίνει την ιδιαίτερη σημασία των τροφίμων για ορισμένες ειδικές επισιτιστικές ανάγκες εύτρωτων κατηγοριών καταναλωτών.

4.2

Άρθρο 2, Ορισμοί, Σημείο 1. Η ΕΟΚΕ ερωτά κατά πόσο οι ονομασίες μάρκας προϊόντων μπορούν να αναπτυχθούν με ειδικά θρεπτικά ή ιατρικά χαρακτηριστικά προκειμένου να αποφευχθεί η αιτιολόγηση υπονοούμενων ισχυρισμών.

4.2.1

Σημείο 2. Το νάτριο περιλαμβάνεται μεταξύ των θρεπτικών ουσιών. Θα πρέπει να διευκρινιστούν οι αναφορές στα άλατα και το νάτριο που προκαλούν σύγχυση.

4.2.2

Σημείο 3. Ο ορισμός που παρέχεται είναι ασαφής και δυσνόητος. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να γίνεται ειδική αναφορά σε κάθε ουσία που έχει θρεπτικές ή φυσιολογικές συνέπειες, συμπεριλαμβανομένων των προβιοτικών παραγόντων και των ενζύμων που περιέχονται σε πολλά τρόφιμα όπως το γιαούρτι, το μέλι, κλπ..

4.2.3

Σημείο 8. Η ΕΟΚΕ σημειώνει ότι η Επιτροπή δανείζεται τον ορισμό «μέσος καταναλωτής» από τον συναφή ορισμό του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Επιμένει να θεωρεί ότι θα υπάρξουν πολλοί ημιαναλφάβητοι καταναλωτές με περιορισμένες σχετικές γνώσεις αλλά και γνώσεις όσον αφορά τη διατροφή που δεν θα είναι σε θέση να κατανοήσουν ούτε τις επιπτώσεις ορισμένων ισχυρισμών, ειδικότερα εκείνων που περιλαμβάνουν ποσοστιαίες μετρήσεις, ούτε την επισήμανση υποστήριξης.

4.3

Άρθρο 4. Σημείο 1. Η ΕΟΚΕ εκτιμά το γεγονός ότι το άρθρο αυτό για τα χαρακτηριστικά θρεπτικών συστατικών δεν υπήρχε στο αρχικό σχέδιο της πρότασης. Αν και έχει γίνει δεκτό από τον ΠΟΥ και διάφορα κράτη μέλη, ωστόσο η βιομηχανία τροφίμων θεωρεί ότι δεν είναι εφαρμόσιμο και επιβάλλει μη απαραίτητους περιορισμούς, διότι κατά τη γνώμη της οι καταναλωτές θα πρέπει να φέρουν αφεαυτών την ευθύνη των επιλογών τους όσον αφορά τη γενική δίαιτα. Παρά ταύτα, η ΕΟΚΕ δέχεται ότι οι καταναλωτές επηρεάζονται σε τόσο υψηλό βαθμό από τους ισχυρισμούς για ειδικές και τεκμηριωμένες ευεργετικές θρεπτικές επιδράσεις των τροφίμων, τα οποία π.χ. έχουν χαμηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά, ζάχαρη ή άλας ώστε μπορεί να αγνοούν ότι παρόμοια τρόφιμα μπορεί επίσης να έχουν και υψηλή περιεκτικότητα σε μη επιθυμητά συστατικά (π.χ. το παγωτό που αγοράζεται λόγω της κατά 98 % μη περιεκτικότητας λιπαρών και εντούτοις περιέχει υψηλότατες ποσότητες ζαχάρεως που δεν γίνονται αντιληπτές από τους καταναλωτές). Η πρόταση της Επιτροπής που επισημαίνει ότι πρέπει να δίδεται έμφαση σε μια τεκμηριωμένη «ιδιότητα» ενός προϊόντος παραλείποντας τις άλλες βλαπτικές του ουσίες, μπορεί βεβαίως να είναι αληθής και επακριβής παραπλανεί ωστόσο τον καταναλωτή.

4.3.1

Συνεπώς η ΕΟΚΕ καλεί την Επιτροπή να είναι σαφέστερη στις προτάσεις της για τους ισχυρισμούς ως προς τις θρεπτικές ιδιότητες και ως ενδιάμεση λύση να θέσει όρια όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί υγιεινών ιδιοτήτων των τροφίμων όταν είναι γνωστό ότι γίνεται υπερκατανάλωση και υπάρχουν αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία.

4.3.2

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι θα υπάρξουν γκρίζες περιοχές στις οποίες εμπίπτουν ορισμένα προϊόντα (όπως οι χυμοί φρούτων και το πλήρες γάλα) για τα οποία θα απαιτείται ιδιαίτερη αξιολόγηση της ΕΑΑΤ.

4.4

Άρθρο 6 Σημείο 3. Ο ρόλος των «αρμόδιων αρχών», που αναφέρονται στο άρθρο 24, θα πρέπει να διευρυνθεί και να προσδιοριστεί η σχέση τους με την ΕΑΑΤ.

4.5

Κεφάλαιο 3. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί ότι πρέπει να γίνονται συγκρίσεις, επισημαίνει όμως ότι πρέπει να προσδιοριστεί το μέγεθος στοιχείων σε μια σύγκριση ώστε να είναι ευανάγνωστα (π.χ. η επισήμανση «30 % μειωμένη περιεκτικότητα λιπαρών» και με πολύ μικρά στοιχεία «σε σύγκριση με την τυποποιημένη μάρκα»). Επιπλέον, η πρόταση θα πρέπει να διευκρινίζει ότι οι παραγωγοί δεν είναι υποχρεωμένοι να αναφέρουν πράγματα που δεν υπάρχουν (π.χ. «Το προϊόν αυτό δεν περιέχει βιταμίνη A ή C»).

4.6

Κεφάλαιο 4, Άρθρο 10. Η ΕΟΚΕ επικροτεί τις ειδικές απαιτήσεις προς τις οποίες θα πρέπει να συμμορφώνονται οι ισχυρισμοί για τις υγιεινές ιδιότητες με το σκεπτικό ότι χρειάζεται μεγαλύτερη φροντίδα για προϊόντα όπου υπάρχει η δυνατότητα υψηλότερου συγκινησιακού βαθμού κατά την επιλογή και μεγαλύτερη άγνοια των ιατρικών όρων. Καλεί την Επιτροπή να μεριμνήσει ώστε οι ισχυρισμοί να αφορούν την προώθηση του συγκεκριμένου προϊόντος και όχι άλλου προϊόντος που χρησιμοποιείται με αυτό – π.χ. ορισμένοι ισχυρισμοί για τα σιτηρά προγεύματος ότι συμβάλουν στη διατήρηση «υγιών οστών», ενώ το ασβέστιο παρέχεται από το γάλα που χρησιμοποιείται.

4.7

Άρθρο 11, Σημείο 1 δ). Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει το ρόλο που διαδραματίζουν ορισμένες επαγγελματικές ενώσεις ή ιδρύματα για την προώθηση μιας πιο υγιεινής δίαιτας ως τρόπου αντιμετώπισης ειδικών ασθενειών. Η συμβολή τους για την παροχή εξειδικευμένης γνώσης είναι θετική. Παρά ταύτα, θα πρέπει να ελέγχεται κατά πόσο εξαρτώνται από οικονομική υποστήριξη ή χορηγίες δεδομένου ότι μπορεί να προτείνουν τρόφιμα απλώς λόγω διαφημιστικών συμφωνιών που δεν βασίζονται σε συγκεκριμένες προδιαγραφές ή υπόκεινται στον ανταγωνισμό με άλλες μάρκες. Επιπλέον, πρέπει να οριστούν σαφή κριτήρια σχετικά με την αποδοχή χορηγίας.

4.8

Η ΕΟΚΕ ερωτά κατά πόσο είναι αποδεκτό ορισμένοι ισχυρισμοί για καλή υγεία ή ευεξία (π.χ. δεν περιέχονται χρωστικές ουσίες) και ορισμένοι ισχυρισμοί περί αδυνατίσματος εφόσον συμμορφώνονται προς τους προκαθορισμένους όρους.

4.9

Άρθρο 14, Σημείο 1.γ). Εδώ όπως και αλλού γίνονται αναφορές στη δημοσιοποίηση της σχετικής τεκμηρίωσης. Η ΕΟΚΕ εγκρίνει την δημοσιότητα αυτή και ελπίζει ότι θα καταβληθούν προσπάθειες προκειμένου η τεκμηρίωση να είναι διαθέσιμη και προσιτή στο ευρύ κοινό. (Βλ. επίσης Άρθρο 15 σημείο 6, και Άρθρο17 σημείο 2).

4.9.1

Σημείο 2. Η ΕΟΚΕ διερωτάται μήπως οι διαδικασίες ευθυγράμμισης που ορίζονται από την Επιτροπή είναι άσκοπα περίπλοκες. Οι συμφωνίες για την εκ των προτέρων έγκριση πρέπει να τροποποιηθούν και να επιδειχθεί μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο μητρώο της ΕΑΑΤ. Ερωτά επίσης κατά πόσον δε θα επιβραδυνθεί ο ρυθμός λειτουργίας της ΕΑΑΤ ένεκα των νέων αυτών διαδικασιών. Η διατύπωση του σημείου 2 πρέπει να γίνει σαφέστερη. Η ΕΟΚΕ προτείνει να μεταφράζονται στις επίσημες γλώσσες της ΕΕ μόνον οι ισχυρισμοί. Πιστεύει επίσης ότι απαιτείται ευελιξία στη μετάφραση για λόγους προώθησης των πωλήσεων. Παρομοίως σε ότι αφορά το Άρθρο 15 διερωτάται εάν τα χρονοδιαγράμματα είναι λογικά ή αντιθέτως υπερβολικά χρονοβόρα με άσκοπες καθυστερήσεις κατά τη διαδικασία εγκρίσεως, επειδή σύμφωνα με τα σημεία 1 και 2 την ευθύνη για την τήρηση των χρονικών ορίων φέρει η ΕΑΑΤ.

4.10

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ. Η ΕΟΚΕ επικροτεί αρχικώς τη συμπερίληψη του παραρτήματος σκοπός του οποίου είναι να παράσχει σαφείς ορισμούς και πρακτική καθοδήγηση για τις προβλεπόμενες διαδικασίες. Αναγνωρίζει ότι είναι απαραίτητο στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης, στο παράρτημα να λαμβάνονται πλήρως υπόψη οι συστάσεις του Κώδικα Διατροφής και της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (ΠΟΥ). Ζητεί επίσης από την Επιτροπή να προβεί σε άμεση και εμπεριστατωμένη αναθεώρηση κάθε ρήτρας (π.χ. για τη χρήση του όρου «φυσικός») πριν από την οριστική υιοθέτηση του κανονισμού. Διαφωνεί επίσης με την ερμηνεία των όρων «light/lite» δεδομένου ότι οι καταναλωτές είναι πιθανόν να τον κατανοούν ως «χαμηλής περιεκτικότητας» και όχι ως «μειωμένης», όπως προτείνει η Επιτροπή.

5.   Συμπέρασμα

5.1

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι με την παρούσα πρόταση πραγματοποιείται ένα σημαντικό βήμα τόσο για την προστασία του καταναλωτή όσο και για την εναρμόνιση των κανόνων της εσωτερικής αγοράς. Αναμένει να βελτιωθεί η θρεπτική επισήμανση, μολονότι αναγνωρίζει ότι αυτό και μόνο δεν επιλύει το πρόβλημα της επικοινωνίας με τους καταναλωτές.

5.2

Υποστηρίζει τους γενικούς στόχους της παρούσας πρότασης, υποδεικνύει όμως ότι χρειάζεται απλοποίηση των διαδικασιών καθώς και προσεκτική εξέταση των χρονοδιαγραμμάτων. Επιπλέον, η ΕΟΚΕ συνιστά να επιτευχθούν ορισμένοι συμβιβασμοί για να εξισορροπηθούν οι απαιτήσεις των καταναλωτών για πιο εμπεριστατωμένη ενημέρωση ως προς τις ανάγκες της εν λόγω βιομηχανίας η οποία πρέπει να λειτουργεί σε μια αγορά με λιγότερους περιορισμούς. Τονίζει επίσης ότι σημαντικό ρόλο εδώ διαδραματίζει η εκπαίδευση του καταναλωτή καθώς και ο ρόλος όλων των ενδιαφερομένων για την εξασφάλισή της.

Βρυξέλλες, 26 Φεβρουαρίου 2004

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  Βλέπε την Έρευνα της Ένωσης Καταναλωτών (ΗΒ) Απρίλιος 2000.


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 110/22


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τον καθορισμό των υγειονομικών κανόνων για την εισαγωγή στην Κοινότητα ορισμένων ζώντων οπληφόρων ζώων και την τροποποίηση των οδηγιών 90/426/EΚ και 92/65/EΚ»

[COM(2003) 570 τελικό – 2003/0224 CNS]

(2004/C 110/06)

Την 16η Οκτωβρίου 2003 και σύμφωνα με το άρθρο 37 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση:

Το αρμόδιο για την προετοιμασία των σχετικών εργασιών ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου, περιβάλλον», υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του την 5η Φεβρουαρίου 2004. Εισηγητής ήταν ο κ. Donnelly.

Κατά την 406η σύνοδο ολομελείας της της 25ης και 26ης Φεβρουαρίου 2004 (συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 2004) η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 106 ψήφους υπέρ και δύο αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Εισαγωγή

1.1

Οι εστίες ασθενειών στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ιδίως του αφθώδους πυρετού (ΑΠ) και της κλασσικής πανώλης των χοίρων (ΚΠΧ), έχουν αποτελέσει τα τελευταία έτη το έναυσμα για ολοκληρωμένη αναθεώρηση των κοινοτικών μέτρων για την πρόληψη και την καταπολέμηση των εν λόγω ζωονόσων. Απαντώντας στην απειλή ενδεχόμενων μελλοντικών εστιών, η Επιτροπή προτείνει —μεταξύ άλλων— την ορθολογική οργάνωση, την ενίσχυση και την ενημέρωση της νομοθεσίας που διέπει την εισαγωγή στην Κοινότητα ειδών άγριων και κατοικίδιων ζώων με πιθανή ευπάθεια είτε στην ΑΠ είτε στην ΚΠΧ είτε και στις δύο ασθένειες.

1.2

Η οδηγία 72/462/EOK (1) του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1972, περί των υγειονομικών προβλημάτων και των υγειονομικών μέτρων κατά τις εισαγωγές ζώων του βοείου και χοιρείου είδους καθώς και αιγοπροβάτων και νωπών κρεάτων ή προϊόντων με βάση το κρέας προέλευσης τρίτων χωρών, εξασφαλίζει υψηλό επίπεδο προστασίας της υγείας των ζώων με τον καθορισμό των γενικών υγειονομικών απαιτήσεων για ορισμένες εισαγωγές από τρίτες χώρες. Εντούτοις, η οδηγία 2002/99/EK (2) του Συμβουλίου για τους κανόνες υγειονομικού ελέγχου που διέπουν την παραγωγή, μεταποίηση, διανομή και εισαγωγή προϊόντων ζωικής προέλευσης που προορίζονται για ανθρώπινη κατανάλωση, ως τμήμα της νομοθεσίας περί υγείας, αντικαθιστά τις απαιτήσεις που προβλέπονται για το κρέας και τα προϊόντα κρέατος στην οδηγία 72/462/ΕΟΚ. Η εν λόγω πρόταση για τα ζώντα οπληφόρα ζώα και οι τροποποιήσεις των οδηγιών 90/426/EΚ (3) και 92/65/EΚ (4), θα οδηγήσουν τελικώς στην κατάργηση της οδηγίας 72/462/ΕΟΚ του Συμβουλίου.

1.3

Σύμφωνα με την οδηγία 90/426/EΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τους όρους υγειονομικού ελέγχου που διέπουν τη διακίνηση των ιπποειδών και τις εισαγωγές ιπποειδών προέλευσης τρίτων χωρών, οι εισαγωγές ιπποειδών στην Κοινότητα επιτρέπονται μόνο από τρίτες χώρες που περιλαμβάνονται σε κατάλογο που έχει εκπονηθεί σύμφωνα με την οδηγία 72/462/ΕΟΚ. Προκειμένου για την επίτευξη των νέων όρων απαιτούνται τροποποιήσεις, οι οποίες απορρέουν από τις διαδικασίες ενημέρωσης και τα ενισχυτικά μέτρα.

1.4

Η οδηγία 92/65/EOK του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 1992, η οποία καθορίζει τους όρους υγειονομικού ελέγχου που διέπουν το εμπόριο και τις εισαγωγές στην Κοινότητα ζώων, σπέρματος, ωαρίων και εμβρύων που δεν υπόκεινται, όσον αφορά τους όρους υγειονομικού ελέγχου, στις ειδικές κοινοτικές ρυθμίσεις που αναφέρονται στο τμήμα Ι του παραρτήματος Α της οδηγίας 90/426/EOK, καθορίζει τους όρους για την εισαγωγή στην Κοινότητα οπληφόρων ζώων εκτός των κατοικίδιων βοοειδών, προβατοειδών, αιγοειδών, χοιροειδών και ιπποειδών ζώων. Η εν λόγω οδηγία πρέπει επίσης να τροποποιηθεί, καθώς η νέα πρόταση καθορίζει υγειονομικές απαιτήσεις για άγρια καθώς και κατοικίδια οπληφόρα ζώα. Απαιτείται επίσης τροποποίηση της οδηγίας 92/65, ώστε να ανταποκρίνεται στα νέα κριτήρια που προβλέπει η οδηγία με την κατάρτιση καταλόγου εγκεκριμένων τρίτων χωρών.

2.   Περιεχόμενο της πρότασης της Επιτροπής

2.1

Η παρούσα πρόταση καθορίζει τις υγειονομικές απαιτήσεις για την εισαγωγή στην Κοινότητα ζώντων οπληφόρων ζώων των ειδών που απαριθμούνται στο Παράρτημα Ι.

2.2

Η πρόταση ορίζει να ενοποιηθούν σε μία ενιαία νομική πράξη οι υγειονομικές απαιτήσεις σε σχέση με τις εισαγωγές όλων των δίχηλων ζωικών ειδών, περιλαμβανομένων των διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας περί ορθής μεταχείρισης των ζώων.

2.3

Η πρόταση διευκρινίζει τους όρους χορήγησης έγκρισης σε τρίτη χώρα για εξαγωγές ιπποειδών (π.χ. αλόγων) στην ΕΕ και τροποποιεί τις οδηγίες 90/426/EΟΚ και 92/65/EΟΚ ανάλογα.

2.4

Το άρθρο 4 καθορίζει ειδικούς όρους λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία από προηγούμενες εισαγωγές ζώντων ζώων από τρίτη χώρα και τους οικονομικούς ελέγχους που διενεργήθησαν στην χώρα αυτή, οι οποίοι πρέπει να συνυπολογισθούν στην κατάρτιση του καταλόγου εγκεκριμένων τρίτων χωρών.

2.5

Στα άρθρα 8 και 9 προτείνονται παρεκκλίσεις, προκειμένου να εφαρμοστεί ευνοϊκή νομοθεσία, επί παραδείγματι, κατά τη μεταφορά ζώων από και προς επιδείξεις και αθλητικές εκδηλώσεις.

2.6

Ενθαρρύνεται η διενέργεια επιθεωρήσεων και οικονομικών ελέγχων σε τρίτες χώρες από την Επιτροπή, ώστε να εξακριβωθεί η συμμόρφωση ή η αντιστοιχία με τις κοινοτικές ρυθμίσεις περί υγείας των ζώων.

2.7

Προτείνεται να εφαρμοστεί η εν λόγω πρόταση και στις νέες διαδικασίες επιτροπολογίας που καθιερώνει ο κανονισμός 178/2002 (5) (ΕΚ) για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων.

3.   Γενικά σχόλια

3.1

Η ΕΟΚΕ εγκρίνει την εν λόγω πρόταση ως τμήμα της εν εξελίξει αναθεώρησης των κοινοτικών μέτρων για την πρόληψη ή και καταπολέμηση των ζωονόσων του αφρώδους πυρετού και της κλασσικής πανώλης των χοίρων.

3.2

Η ΕΟΚΕ στηρίζει την ιδέα της ενοποίησης των κανονισμών που διέπουν τις εισαγωγές αγρίων και κατοικίδιων οπληφόρων ζώων σε μία οδηγία.

3.3

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει ιδιαιτέρως την ενσωμάτωση των γενικών όρων ορθής μεταχείρισης των ζώων που θεσπίζει η οδηγία 91/628/EΟΚ (6) του Συμβουλίου για την προστασία των ζώων κατά τη μεταφορά, ιδίως σε ό,τι αφορά το πότισμα και την τροφοδοσία στην εν λόγω πρόταση.

3.4

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την εφαρμογή των νέων διαδικασιών επιτροπολογίας, οι οποίες καθιστούν δυνατή, βάσει της εμπειρογνωμοσύνης, την έγκαιρη αντιμετώπιση των ζωονόσων.

4.   Ειδικά σχόλια

4.1

Η ΕΟΚΕ θεωρεί θεμιτή την ευελιξία στη μορφή των παρεκκλίσεων, υπογραμμίζει ωστόσο ότι οι παρεκκλίσεις θα πρέπει να επιτρέπονται κατά περίπτωση, ώστε να μην αυξηθεί ο κίνδυνος των ασθενειών κατά τις εισαγωγές ζώων από τρίτες χώρες στην ΕΕ.

4.2

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει την ύπαρξη νέων ενδεχόμενων κινδύνων, ως συνέπεια της επέκτασης των συνόρων της ΕΕ μετά την ολοκλήρωση της διεύρυνσης. Ως εκ τούτου, η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να εξασφαλίσει τη διάθεση πόρων, προκειμένου για τη διενέργεια επιθεωρήσεων και οικονομικών ελέγχων σε τρίτες χώρες.

5.   Συμπεράσματα

5.1

Η ΕΟΚΕ στηρίζει την πρόταση της Επιτροπής, με γνώμονα την ορθή μεταχείριση των ζώων και τη συνοχή της κοινοτικής νομοθεσίας.

Βρυξέλλες, 25 Φεβρουαρίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  ΕΕ L 302 της 31.12.1972, σ. 28-54.

(2)  ΕΕ L 018 της 23.1.2003, σ. 11-20.

(3)  ΕΕ L 224 της 18.8.1990, σ. 42-54.

(4)  ΕΕ L 268 της 14.9.1992, σ. 54-72.

(5)  ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1-24.

(6)   ΕΕ L 340 της 11.12.1991, σ. 17-27.


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 110/24


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την «Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου σχετικά με την κοινή οργάνωση της αγοράς ελαιολάδου και επιτραπέζιων ελιών και την τροποποίηση τουκανονισμού (EΟΚ) αριθ. 827/68»

[COM(2003) 698 τελικό — 2003/0279 CN]

(2004/C 110/07)

Την 1η Δεκεμβρίου 2003 και σύμφωνα με το άρθρο 36 και το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 37 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Γεωργία, ανάπτυξη της υπαίθρου, περιβάλλον», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 5 Φεβρουαρίου 2004, με βάση εισηγητική έκθεση της κας Maria Luísa SANTIAGO.

Κατά την 406η σύνοδο ολομέλειας της 25ης και 26ης Φεβρουαρίου 2004 (συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 103 ψήφους υπέρ, 3 ψήφους κατά και 2 αποχές.

1.   Εισαγωγή

1.1

Η Επιτροπή προτείνει την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 136/66/ΕΟΚ για τις λιπαρές ουσίες, ο οποίος δεν θα ισχύει πλέον από 1ης Νοεμβρίου 2004. Ο νέος κανονισμός καλύπτει τους τομείς του ελαιολάδου και των επιτραπέζιων ελιών και περιλαμβάνει μέτρα σχετικά με την εσωτερική αγορά, τις εμπορικές συναλλαγές με τρίτες χώρες και την προώθηση της ποιότητας υπό την ευρύτερη έννοια. Η Επιτροπή προτείνει, από το 2005, η περίοδος εμπορίας για το ελαιόλαδο να αρχίζει την 1η Ιουλίου κάθε έτους, μετά από μία οκτάμηνη μεταβατική περίοδο εμπορίας το 2004. Η Επιτροπή προτείνει ακόμη τη διατήρηση των ισχυόντων μέτρων για την ιδιωτική αποθεματοποίηση, καθώς και την κατάργηση των επιστροφών κατά τις εξαγωγές και για την παρασκευή ειδών διατροφής διατηρημένων εντός ελαιολάδου. Πρέπει, επίσης, να ενισχυθούν τα υφιστάμενα μέτρα τα σχετικά με την ποιότητα και την ανιχνευσιμότητα.

2.   Γενικές παρατηρήσεις

2.1

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει τη νομοθετική απλούστευση της νέας πρότασης, για την οποία εντούτοις διατυπώνει τις παρακάτω παρατηρήσεις:

2.2

Οργανώσεις φορέων, άρθρο 7 — Οι εγκεκριμένες οργανώσεις φορέων θα έπρεπε να περιλαμβάνουν αποκλειστικά και μόνο τις εγκεκριμένες οργανώσεις παραγωγών και διεπαγγελματικές οργανώσεις. Θεωρούμε ότι, κατ' αυτόν τον τρόπο, τα συμφέροντα των παραγωγών και των μεταποιητών θα διαφυλάσσονταν καλύτερα απ' ό,τι τώρα, που παρεμβαίνουν πρόσωπα ξένα προς τον κλάδο.

2.3

Προγράμματα διάδοσης, άρθρο 8 — Τα τριετή προγράμματα που προορίζονται για τη βελτίωση της ποιότητας του ελαιολάδου, του περιβαλλοντικού αντίκτυπου της ελαιοκαλλιέργειας, καθώς και για τη διάδοση πληροφοριών και την προώθηση, θα έπρεπε να είναι δυνατόν να εφαρμόζονται και σε τρίτες χώρες και κράτη μέλη που είναι ήδη παραγωγοί ή αρχίζουν να παράγουν, είτε είναι νέοι καταναλωτές είτε εν δυνάμει καταναλωτές, όπως για παράδειγμα στη Γαλλία, την Αυστραλία, το Περού και άλλες χώρες.

2.3.1

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η προώθηση της στρατηγικής για την ποιότητα του ελαιολάδου είναι εξαιρετικά σημαντική για τον τομέα και υπογραμμίζει την ανάγκη αύξησης της χρηματοδοτικής ενίσχυσης των σχετικών με αυτή μέτρων, τα οποία θα ήταν αποτελεσματικότερα εάν ενσωματώνονταν στην αντίστοιχη ΚΟΑ.

2.3.2

Η ΕΟΚΕ εφιστά την προσοχή της Επιτροπής στο αξιόλογο έργο που έχει πραγματοποιήσει το Διεθνές Συμβούλιο Ελαιολάδου (ΔΣΕ) για σημαντικά θέματα, όπως η προώθηση και η βελτίωση της ποιότητας του ελαιολάδου, και τονίζει ότι οι δραστηριότητες αυτές πρέπει να εξακολουθήσουν να αναπτύσσονται από το ΔΣΕ, με τους κατάλληλους ελέγχους.

2.3.3

Η ΕΟΚΕ φρονεί ότι, στα πλαίσια των προγραμμάτων δραστηριοτήτων των επαγγελματικών οργανώσεων, θα πρέπει να συμπεριληφθούν δράσεις με σκοπό τη συγκέντρωση της προσφοράς και εμπορίας ελαιολάδων συσκευασμένων με ίδιο εμπορικό σήμα από τους παραγωγούς.

2.4

Καθεστώς συναλλαγών με τρίτες χώρες, άρθρο 11 — Η ολική ή μερική αναστολή των τελωνειακών δασμών για το ελαιόλαδο δεν φαίνεται αναγκαία για ένα μη ευαλλοίωτο προϊόν διατροφής και σε μία επεκτεινόμενη αγορά. Η Επιτροπή αιτιολογεί αυτό το μέτρο, στην αιτιολογική σκέψη 14 της πρότασής της, επικαλούμενη την ανάγκη διασφάλισης του κατάλληλου εφοδιασμού της εσωτερικής αγοράς, ενώ παράλληλα υπογραμμίζει το γεγονός ότι οι εξαγωγές ελαιολάδου διπλασιάσθηκαν κατά την τελευταία δεκαετία.

2.5

Επιστροφές κατά τις εξαγωγές — Θα ήταν σκόπιμο να διατηρηθούν για μία καθορισμένη περίοδο, προκειμένου να δοθεί ο χρόνος να αξιολογηθεί ο αντίκτυπος της τρέχουσας μεταρρύθμισης τόσο επί της παραγωγής όσο και επί των τιμών του ελαιολάδου του παραγόμενου στην ΕΕ. Η διατήρηση αυτού του καθεστώτος, το οποίο στην πράξη δεν έχει δημοσιονομική επίπτωση, καθώς οι επιστροφές είναι μηδενικές από το 1998 και μετά, θα επέτρεπε, εντούτοις, την ενεργοποίηση των επιστροφών σε περίπτωση σοβαρών διαταραχών στην αγορά οι οποίες ενδέχεται να προκύψουν από την παρούσα πρόταση, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η ανταγωνιστικότητα του κοινοτικού ελαιολάδου στην παγκόσμια αγορά.

2.6

Ενίσχυση στην ιδιωτική αποθεματοποίηση — Το εν λόγω σύστημα, το οποίο απέδειξε ήδη την αναποτελεσματικότητά του, καθώς δεν προσαρμόζεται στην πραγματικότητα της αγοράς, πρέπει να είναι ευέλικτο και να ενεργοποιείται αυτόματα, ενώ θα πρέπει να προορίζεται μόνο για την αντιμετώπιση σοβαρών κρίσεων στον τομέα. Επίσης, είναι αναγκαία η αναπροσαρμογή των τιμών ελευθέρωσης σε συνάρτηση με τα σύγχρονα επίπεδα αναφοράς τιμών.

2.7

Πρότυπα ποιότητας — Η ΕΟΚΕ τονίζει εκ νέου την ανάγκη πλήρους απαγόρευσης, στο εσωτερικό της ΕΕ, των μειγμάτων ελαιολάδου με άλλα έλαια φυτικής προέλευσης (1).

2.7.1

Η τεχνική δυσχέρεια της ανάλυσης και του ελέγχου των μειγμάτων, του ποσοστού του ενσωματωθέντος ελαιολάδου, καθώς και της ποιότητάς του, εμποδίζει τον έλεγχο της αυστηρής εφαρμογής του κανονισμού 1019/2002, άρθρο 6, γεγονός που καθιστά δυνατή την απάτη που συμβάλλει στην υποβάθμιση της καλής ποιότητας και εικόνας του ελαιολάδου, πέραν του γεγονότος ότι είναι και εις βάρος του καταναλωτή.

2.7.2

Η εισαγωγή εδώδιμων ελαίων στα μείγματα με ελαιόλαδο όχι μόνο βλάπτει αυτό το υψηλής ποιότητας είδος διατροφής, αλλά παρασύρει και τον καταναλωτή στην αγορά ενός προϊόντος που είναι αναγνωρισμένα κατώτερο του ελαιολάδου, από άποψη διατροφικής ποιότητας.

2.8

Ονομασία προέλευσης — Μεριμνώντας για την υπεράσπιση και την προώθηση της ποιότητας, η ΕΟΚΕ υπογραμμίζει, επίσης, ότι η προέλευση του ελαιολάδου πρέπει να καθορίζεται από τον τόπο προέλευσης των ελιών.

2.9

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί να επιστήσει την προσοχή της Επιτροπής και των παραγωγών χωρών στη σοβαρή κατάσταση που αντιμετωπίζει ο υπο-τομέας του πυρηνελαίου, ως συνέπεια της επονομαζόμενης κρίσης του βενζοπυρενίου, η οποία, από την έναρξή της τον Ιούλιο του 2001, προκάλεσε σημαντικές απώλειες στον κλάδο, που αντικατοπτρίζονται σε μια πτώση κατά 70 % των τιμών και κατά 50 % της κατανάλωσης, σε σύγκριση με τα επίπεδα αναφοράς πριν από την κρίση.

2.9.1

Η ΕΟΚΕ ζητά από την Επιτροπή να προσδιορίσει την ανώτατη περιεκτικότητα του πυρηνελαίου σε αρωματικούς πολυκυκλικούς υδρογονάνθρακες (HAP), πράγμα που εκκρεμεί εδώ και περισσότερα από δύο έτη και έχει προκαλέσει σοβαρές ζημίες στον κλάδο.

Βρυξέλλες, 25 Φεβρουαρίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  ΝΑΤ/102, ΕΕ C 221 της 7.8.2001, σ. 68-73.


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 110/26


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών «Ίσες ευκαιρίες για τα άτομα με αναπηρίες: ένα ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης»

[COM(2003) 650 τελικό]

(2004/C 110/08)

Στις 30 Οκτωβρίου 2003, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε την ανωτέρω ανακοίνωση προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών.

Το τμήμα «Απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις, δικαιώματα του πολίτη» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των εργασιών της ΕΟΚΕ για το θέμα αυτό, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 4 Φεβρουαρίου 2004. Εισηγητής ήταν ο κ. Miguel Angel Cabra de Luna.

Κατά την 406η σύνοδο ολομέλειάς της 25ης και 26ης Φεβρουαρίου 2004 (συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 116 ψήφους υπέρ και μία αποχή.

1.   Εισαγωγή

1.1

Η ΕΟΚΕ έλαβε με μεγάλο ενδιαφέρον την Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με θέμα «Ίσες ευκαιρίες για τα άτομα με αναπηρίες: ένα ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης». Σε πολλές από τις εκθέσεις της, η ΕΟΚΕ έχει τονίσει ότι η επιτυχία του Ευρωπαϊκού Έτους των Ατόμων με Αναπηρίες 2003 απαιτείται να αξιολογηθεί σε συνάρτηση με τα συγκεκριμένα αποτελέσματα που θα επιτευχθούν. Η Ανακοίνωση παρέχει ένα καλό πλαίσιο για την παρακολούθηση του ευρωπαϊκού έτους για τα άτομα με αναπηρίες.

1.2

Τα άτομα με αναπηρίες (1) αποτελούν το 10 % του πληθυσμού, ένα ποσοστό που αυξάνεται με τη γήρανση των κοινωνιών μας. Αυτό σημαίνει περίπου 50 εκατομμύρια άτομα στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση. Εάν προσθέσουμε στον αριθμό αυτό τους συγγενείς των ατόμων με αναπηρίες, είναι φανερό ότι δεν ομιλούμε για μία μικρή μειοψηφία του πληθυσμού.

1.3

Κατά τη διάρκεια του έτους αυτού, η ΕΟΚΕ εξακολούθησε να εστιάζει το ενδιαφέρον της στα θέματα αναπηρίας. Η κατάρτιση γνωμοδότησης με θέμα τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες (2), η διοργάνωση δύο σεμιναρίων αφιερωμένων στην απασχόληση των ατόμων με ειδικές ανάγκες και στην αξιολόγηση του σχετικού Ευρωπαϊκού Έτους, η εκπόνηση σημειώματος προσανατολισμού σχετικά με την ένταξη των θεμάτων αναπηρίας στις εργασίες της ΕΟΚΕ, καθώς και η διοργάνωση έκθεσης ζωγραφικής με έργα αναπήρων ζωγράφων στην έδρα της ΕΟΚΕ αποτελούν ενδεικτικά παραδείγματα του επιτελεσθέντος έργου στον εν λόγω τομέα. Η συνεργασία μεταξύ της ΕΟΚΕ και του Ευρωπαϊκού Φόρουμ Αναπηρίας, μαζί και με άλλες Οργανώσεις, συνεχίζει να αποδεικνύεται εξαιρετικά χρήσιμη.

1.4

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι το Ευρωπαϊκό Έτος των Ατόμων με Αναπηρίες συνέβαλε σε μεγιστοποίηση της ενημέρωσης της κοινωνίας σχετικά με τα άτομα αυτά. Η συνειδητοποίηση της ανάγκης να προσεγγίζεται η αναπηρία με βάση τα δικαιώματα του ανθρώπου υπήρξε ένας από τους μείζονες στόχους του εν λόγω Ευρωπαϊκού Έτους. Εντούτοις, απαιτείται να επισημανθεί ότι οι διαφορετικές εθνικές πρωτοβουλίες για την περαιτέρω θέσπιση νομοθεσίας με στόχο την καταπολέμηση των διακρίσεων που υφίστανται τα άτομα με αναπηρίες συμβάλλουν στη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ των κρατών μελών. Η διεύρυνση του χάσματος αυτού δεν είναι μόνον επιζήμια για το ιδεώδες μιας κοινωνικής Ευρώπης, αλλά αναμένεται επίσης να δημιουργήσει πρόσθετους φραγμούς σε μια πραγματικά εσωτερική αγορά.

1.5

Η πρωτοβουλία των Ηνωμένων Εθνών να προωθήσουν μια θεματική Σύμβαση σχετικά με τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες συνέβαλε στην αναγνώριση της αναπηρίας ως θέματος που σχετίζεται με τα ανθρώπινα δικαιώματα.

1.6

Το νέο Ευρωπαϊκό Σύνταγμα θα εμπεριέχει σημαντικότερες αναφορές στα θέματα αναπηρίας, συμπεριλαμβανομένης και ρήτρας δυνάμει της οποίας θα απαιτείται η συνεκτίμηση της καταπολέμησης των διακρίσεων σε όλους τους τομείς πολιτικής. Το περιεχόμενο της νέας αυτής ρήτρας απαιτεί περαιτέρω ανάλυση.

1.7

Η προσεχής ενσωμάτωση του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων στη Συνθήκη της ΕΕ επικροτείται πλήρως, δεδομένου ειδικότερα ότι στο άρθρο 21 — το οποίο απαγορεύει τις διακρίσεις εις βάρος, μεταξύ άλλων, και των ατόμων με αναπηρίες — και στο άρθρο 26, περί ενσωμάτωσης των ατόμων με αναπηρίες, αναγνωρίζεται ότι απαιτείται να ληφθούν μέτρα για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας τους, της κοινωνικής και επαγγελματικής τους ενσωμάτωσης και της συμμετοχής τους στη ζωή της κοινότητας.

1.8

Τα πρόσφατα αριθμητικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (Eurostat) καταδεικνύουν ότι το 78 % των ατόμων με σοβαρές αναπηρίες σε ηλικία εργασίας βρίσκονται εκτός εργατικού δυναμικού έναντι ποσοστού 27 % για τον υγιή πληθυσμό. Μεταξύ εκείνων που συμπεριλαμβάνονται στο εργατικό δυναμικό, το ποσοστό ανεργίας είναι σχεδόν δύο φορές υψηλότερο μεταξύ των ατόμων με σοβαρές αναπηρίες εν συγκρίσει προς τα άτομα χωρίς αναπηρία. Ποσοστό μόλις 16 % των ατόμων που υφίστανται περιορισμούς ως προς την εργασία τυγχάνει βοήθειας προκειμένου να εργασθεί (3). Η ανάλυση των στοιχείων αυτών κατά φύλο δείχνει ότι η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη για τις γυναίκες με αναπηρίες.

2.   Παρατηρήσεις και προτάσεις όσον αφορά την πρόταση της Επιτροπής

2.1

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει το γεγονός ότι το Ευρωπαϊκό Έτος των Ατόμων με Αναπηρίες είχε ως αποτέλεσμα την εκπόνηση συγκεκριμένου προγράμματος δράσης για την περίοδο 2004-2010. Εντούτοις, πρέπει να επισημανθεί ότι το εν λόγω πρόγραμμα δράσης δεν θεωρείται επαρκώς φιλόδοξο και, συνεπώς, η ΕΟΚΕ θα επιθυμούσε να προτείνει ορισμένα πρόσθετα στοιχεία για να ληφθούν υπόψη, εάν είναι δυνατόν, ήδη κατά την πρώτη φάση του σχεδίου δράσης και, εάν δεν είναι δυνατόν, κατά την περίοδο μετά το 2005.

2.2

Σε προγενέστερη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ (4) είχε προταθεί η καθιέρωση ανοικτής μεθόδου συντονισμού των πολιτικών για τη μειονεξία. Κατά συνέπεια, η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόταση που διατυπώνεται στην Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την κατάρτιση διετών εκθέσεων σχετικά με την αναπηρία. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι οι εκθέσεις αυτές θα πρέπει να βασίζονται σε κοινές κατευθυντήριες γραμμές, κατά τρόπο ώστε να καθίσταται δυνατή η συγκριτική αξιολόγηση μεταξύ διαφόρων χωρών. Παρότι η απασχόληση προφανώς αποτελεί προτεραιότητα για τα άτομα με αναπηρίες, οι εν λόγω εκθέσεις θα ήταν σκόπιμο να καλύπτουν και άλλους τομείς πολιτικής, και ως γενικές κατευθυντήριες αρχές και στόχοι πρέπει να τεθούν η κοινωνική ένταξη και η πλήρης συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες στην κοινωνία. Η ΕΟΚΕ πρότεινε την υποβολή των αποτελεσμάτων αυτών των διετών εκθέσεων στο Συμβούλιο Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων. Η συμμετοχή σε αυτήν την διαδικασία των αντιπροσωπευτικών οργανώσεων των ατόμων με αναπηρίες, τόσο σε εθνικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο ΕΕ, θεωρείται ζωτικής σημασίας.

2.3

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει τις αναφορές που περιλαμβάνονται στην Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο σχέδιο για τη δημιουργία ικανότητας που αναλαμβάνεται από το Ευρωπαϊκό Φόρουμ Αναπηρίας στις δέκα προσχωρούσες χώρες. Προκειμένου να εκληφθεί ως βάση το έργο που επιτελείται στο πλαίσιο αυτού του σχεδίου, η ΕΟΚΕ θα επιθυμούσε να επιδειχθεί ιδιαίτερη προσοχή στις οργανώσεις εκπροσώπησης των ατόμων με αναπηρίες στις δέκα προσχωρούσες χώρες, κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου. Η λήψη στοχοθετημένων μέτρων θα παρείχε τη δυνατότητα στις οργανώσεις αυτές να αποκτήσουν περισσότερες γνώσεις και, συνεπώς, να συμμετάσχουν ενεργά στην εφαρμογή των πολιτικών της ΕΕ υπέρ των ατόμων με αναπηρίες. Απαιτείται επίσης να παρασχεθεί μεγαλύτερη στήριξη προς τις οργανώσεις των ατόμων με αναπηρίες στις υποψήφιες προς ένταξη χώρες οι οποίες δεν θα προσχωρήσουν στην ΕΕ τον Μάιο του 2004.

2.4

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόταση που περιλαμβάνεται στην Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά την εκπόνηση εγγράφου εργασίας για την εξεύρεση του τρόπου κατά τον οποίο τα θέματα αναπηρίας θα μπορούσαν να ενσωματωθούν σε όλες τις Κατευθυντήριες Γραμμές για την Απασχόληση. Συμπληρωματικά, η ΕΟΚΕ προτείνει την καθιέρωση κατάλληλου μηχανισμού παρακολούθησης με στόχο τη διατύπωση συγκεκριμένων συστάσεων προς τα κράτη μέλη για τη συνεκτίμηση των θεμάτων αναπηρίας. Ως προς το σημείο αυτό, θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην απασχόληση των ατόμων με αναπηρίες στην ανοιχτή αγορά εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της απασχόλησης των ατόμων με αναπηρίες από τις δημόσιες αρχές και οργανισμούς, καθώς και ειδικών μέτρων σχετικά με την απασχόληση των ατόμων με αναπηρίες στην ύπαιθρο. Ο ρόλος των κοινωνικών εταίρων στη διαδικασία αυτή έχει ζωτική σημασία. Ενόψει της δημογραφικής εξέλιξης των κοινωνιών μας, η αύξηση του ποσοστού απασχόλησης των ατόμων με αναπηρίες μπορεί να έχει τεράστια και θετική επίδραση και από οικονομική άποψη.

2.5

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρόταση που διατυπώνεται στην Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά τη χρησιμοποίηση των Διαρθρωτικών Ταμείων για την προαγωγή της κοινωνικής ένταξης των ατόμων με αναπηρίες. Τούτο πρέπει να γίνει σύμφωνα με μια διττή προσέγγιση. Θα απαιτηθεί, αφενός, η χρηματοδότηση συγκεκριμένων σχεδίων για τα άτομα με αναπηρίες και, αφετέρου, η συμμόρφωση όλων των σχεδίων που χρηματοδοτούνται από τα Διαρθρωτικά Ταμεία με δεσμευτικά κριτήρια όσον αφορά τη δυνατότητα πρόσβασης. Η εν λόγω διττή προσέγγιση πρέπει να συμπεριληφθεί στις νέες κανονιστικές ρυθμίσεις της ΕΕ για τα Διαρθρωτικά Ταμεία, η υποβολή των οποίων έχει προγραμματισθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το Μάιο του 2004. Από την τρέχουσα διαδικασία για την αναθεώρηση των διαρθρωτικών ταμείων πρέπει να προκύψει η αναγνώριση της μειονεξίας και των ατόμων με αναπηρίες ως σημαντικού τομέα και ομάδας στόχου που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε κοινοτικό επίπεδο καθώς και σε επίπεδο κρατών μελών, ανεξάρτητα από τις νέες χρηματοοικονομικές προοπτικές.

2.6

Η ΕΟΚΕ παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τη διαδικασία εκπόνησης των νέων οδηγιών της ΕΕ για τις δημόσιες συμβάσεις (5). Οι δημόσιες συμβάσεις παρέχουν τεράστιες δυνατότητες για την προώθηση της απασχόλησης των ατόμων με αναπηρίες, της προσβασιμότητας των δημόσιων μεταφορών και των κτιρίων, καθώς και για την παραγωγή προσιτών αγαθών και υπηρεσιών. Κατά συνέπεια, η ΕΟΚΕ τάσσεται υπέρ της δέσμευσης που αναλαμβάνεται για την ανάπτυξη ενός συνόλου εργαλείων τα οποία θα διευκολύνουν την ένταξη των απαιτήσεων περί παροχής δυνατότητας πρόσβασης όσον αφορά τις Τεχνολογίες Πληροφόρησης και Επικοινωνίας στις προσκλήσεις για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων και προτείνει να επεκταθεί η προσέγγιση αυτή και σε άλλα προϊόντα και υπηρεσίες.

2.7

Η ΕΟΚΕ επισημαίνει τις αρνητικές επιπτώσεις που είχε η μη μεταφορά της οδηγίας 2000/78/ΕΚ για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία στα περισσότερα από τα κράτη μέλη της ΕΕ. Η ΕΟΚΕ προτρέπει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να χρησιμοποιήσει πλήρως όλα τα διαθέσιμα μέσα κατά των κρατών μελών που δεν έχουν εφαρμόσει την οδηγία ή που δεν την έχουν εφαρμόσει σωστά. Επιπροσθέτως, απαιτείται να ληφθούν μέτρα για την περαιτέρω ενίσχυση των δυνατοτήτων των οργανώσεων των ατόμων με αναπηρίες, των κοινωνικών εταίρων και του δικαστικού συστήματος προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή της οδηγίας.

2.8

Η ΕΟΚΕ έχει ζητήσει σε αρκετές από τις προηγούμενες γνωμοδοτήσεις της (6) τη θέσπιση ειδικής οδηγίας για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, η οποία θα βασίζεται στο άρθρο 13 της Συνθήκης ΕΚ και θα αποσκοπεί στην καταπολέμηση των διακρίσεων σε όλους τους τομείς της ζωής. Η ΕΟΚΕ είναι συνεπώς εξαιρετικά απογοητευμένη διότι στην Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν γίνεται η παραμικρή αναφορά σε αυτή την πρωτοβουλία. Έχοντας επίγνωση των δυσκολιών που παρακωλύουν επί του παρόντος την επιτυχή ανάληψη μίας τέτοιας πρωτοβουλίας, η ΕΟΚΕ προσβλέπει τουλάχιστον στην αναγνώριση της ανάγκης για μια τέτοια πρωτοβουλία, καθώς και στην υλοποίηση ορισμένων προπαρασκευαστικών ενεργειών οι οποίες θα προετοίμαζαν το έδαφος για την προώθηση της εν λόγω πρωτοβουλίας.

2.9

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι μια τέτοια οδηγία θα εξασφάλιζε ένα ελάχιστο επίπεδο προστασίας από τις διακρίσεις σε όλους τους τομείς της ζωής και σε ολόκληρη την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεδομένου, δε, ότι θα κάλυπτε τον τομέα της πρόσβασης στα αγαθά και στις υπηρεσίες, θα συνέβαλε συγχρόνως και σε μια αποδοτικότερη ενιαία αγορά.

2.10

Η ΕΟΚΕ συμμερίζεται την άποψη ότι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μπορούν να συνεισφέρουν σημαντικά για την προβολή μιας καλύτερης εικόνας των ατόμων με αναπηρίες στην κοινωνία. Η ΕΟΚΕ θα επικροτούσε τη δημιουργία ευρωπαϊκού δικτύου σχετικά με τα μέσα ενημέρωσης και την αναπηρία το οποίο θα συντελούσε σε περαιτέρω βελτίωση της εικόνας των ατόμων με αναπηρίες που δίδουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης με την προώθηση, μεταξύ άλλων, της ανταλλαγής καλών πρακτικών μεταξύ των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Το παράδειγμα του βρετανικού δικτύου «Broadcasting and Creative Industries Disability Network» (δίκτυο ραδιοτηλεοπτικής αναμετάδοσης και πολιτιστικής δημιουργίας των ατόμων με αναπηρίες) θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως πρότυπο.

2.11

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί επί της ουσίας με το σχέδιο δράσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την παροχή δυνατότητας πρόσβασης. Εντούτοις, η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι οι προτάσεις που διατυπώνονται δεν θα επιτύχουν πλήρως τον επιδιωκόμενο στόχο. Απαιτείται να διαμορφωθεί ένα ενδεδειγμένο πλαίσιο πολιτικής για την παροχή οικονομικών κινήτρων στις επιχειρήσεις ούτως ώστε να καταστήσουν προσιτές τις εγκαταστάσεις και τις υπηρεσίες τους. Τούτο θα πρέπει να συμπληρωθεί με τη διοργάνωση ενημερωτικών εκστρατειών οι οποίες θα απευθύνονται στις επιχειρήσεις και θα αποσκοπούν στην προβολή της σημασίας των ατόμων με αναπηρίες ως καταναλωτών. Όποτε θεωρείται αναγκαίο, τούτο πρέπει να συνοδεύεται από τη θέσπιση δεσμευτικής νομοθεσίας για την εξασφάλιση της υποχρεωτικής συμμόρφωσης με τα πρότυπα που ισχύουν όσον αφορά τη δυνατότητα πρόσβασης.

2.12

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την έκθεση που συντάχθηκε από την ομάδα εμπειρογνωμόνων σχετικά με την πρόσβαση στα κτίρια και καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να θέσει σε ισχύ όλες τις συστάσεις της, και ειδικότερα εκείνες που σχετίζονται με την οδηγία 89/106/EOK για τα προϊόντα δομικών κατασκευών. Η ΕΟΚΕ συμφωνεί επίσης με την ανάληψη δράσης έπειτα από την εξέταση των εναρμονισμένων κριτηρίων για την παροχή ικανοποιητικής πρόσβασης στους τουριστικούς χώρους (7). Η ΕΟΚΕ υπενθυμίζει ότι η κατάλληλη νομοθεσία και η ενδεδειγμένη χρήση των δημόσιων κεφαλαίων θα αποτελέσουν στοιχεία καθοριστικής σημασίας για την υλοποίηση του στόχου περί παροχής δυνατότητας πρόσβασης στους τουριστικούς χώρους.

2.13

Η ΕΟΚΕ επικροτεί επίσης την έκθεση σχετικά με τις βοηθητικές τεχνολογίες που υπεβλήθη προσφάτως από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ευελπιστεί ότι θα τεθούν σε εφαρμογή οι συστάσεις της, λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπόψη την ενιαία αγορά, καθώς και την ανάγκη να αυξήσουν τα κράτη μέλη τη διαφάνεια σε ό,τι αφορά τα προϊόντα και τα συστήματα επιστροφής των εξόδων.

3.   Πρόσθετες συστάσεις και υποχρεώσεις

3.1

Η ΕΟΚΕ έχει τονίσει, στις προηγούμενες εκθέσεις της, την ανάγκη συνεκτίμησης της αναπηρίας σε όλους τους τομείς πολιτικής. Κατά συνέπεια, συμφωνεί με την επικείμενη διάθεση νέου κονδυλίου του προϋπολογισμού με το οποίο θα χρηματοδοτηθεί ένα πρότυπο σχέδιο για τη συγκριτική αξιολόγηση των δράσεων στον τομέα της αναπηρίας ως επακόλουθη πρωτοβουλία κατόπιν του Ευρωπαϊκού Έτους των Ατόμων με Αναπηρίες. Η ΕΟΚΕ εκλαμβάνει αυτό το πρότυπο σχέδιο ως ένα πρώτο βήμα για την εφαρμογή συγκεκριμένου προγράμματος δράσης το οποίο θα εστιάζεται στη συνεκτίμηση της αναπηρίας σε όλους τους τομείς πολιτικής.

3.2

Η ΕΟΚΕ θα ήθελε να προτείνει ορισμένες ενέργειες οι οποίες θα μπορούσαν να αναληφθούν στο πλαίσιο αυτού του πρότυπου σχεδίου:

την προετοιμασία εγγράφου προσανατολισμού όσον αφορά τον τρόπο συνεκτίμησης της αναπηρίας σε όλους τους τομείς πολιτικής το οποίο θα είναι στη διάθεση των αρμοδίων για τη χάραξη πολιτικής όλων των υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και θα σχετίζεται με τη μέθοδο αξιολόγησης των επιπτώσεων.

τη χρηματοδότηση δράσεων για την περαιτέρω ενίσχυση των δυνατοτήτων των εθνικών οργανώσεων των ατόμων με αναπηρίες, κατά τρόπο ώστε να συμμετάσχουν ενεργά στην προετοιμασία των Εθνικών τους Σχεδίων Δράσης για την Απασχόληση και την Κοινωνική Ένταξη.

την καθιέρωση στατιστικών δεικτών για τον υπολογισμό του πραγματικού αντικτύπου της συνεκτίμησης της αναπηρίας.

τη χρηματοδότηση δράσεων για την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τη βέλτιστη πρακτική συνεκτίμησης της αναπηρίας σε εθνικό επίπεδο.

στο πλαίσιο όλων των μέτρων που θα χρηματοδοτηθούν από το εν λόγω πρότυπο σχέδιο απαιτείται να επιδειχθεί ιδιαίτερη προσοχή στα άτομα με αναπηρίες από τα υπό ένταξη κράτη μέλη.

τη χρηματοδότηση ευρωπαϊκού δικτύου σχετικά με τα μέσα ενημέρωσης και την αναπηρία.

3.3

Η ΕΟΚΕ αναμένει με ενδιαφέρον την επικείμενη Πράσινη Βίβλο για την καταπολέμηση των διακρίσεων και τονίζει ότι απαιτείται να αναληφθεί σαφής δέσμευση όσον αφορά την έκδοση ειδικής οδηγίας για τα άτομα με ειδικές ανάγκες.

3.4

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει τη συμμετοχή των μεγάλων ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στο Ευρωπαϊκό Έτος των Ατόμων με Αναπηρίες. Ο καταλυτικός ρόλος των επιχειρήσεων αυτών έναντι άλλων εταιρειών δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί. Όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη έκθεσή της, η ΕΟΚΕ θα επικροτούσε την καθιέρωση ενός ευρωπαϊκού δικτύου σχετικά με τις επιχειρήσεις και την αναπηρία ως ένα από τα απτά αποτελέσματα του Ευρωπαϊκού Έτους των Ατόμων με Αναπηρίες. Το δίκτυο αυτό θα μπορούσε να συμβάλει στη βελτίωση του νομοθετικού πλαισίου για την προαγωγή της απασχόλησης των ατόμων με αναπηρίες και για την παραγωγή προσιτών αγαθών και υπηρεσιών, αυξάνοντας συνεπώς τα οφέλη για τα άτομα με αναπηρίες. Το εν λόγω δίκτυο θα μπορούσε επίσης να παρέχει χρήσιμες συμβουλές σε νέες επιχειρήσεις οι οποίες ενδιαφέρονται να ασχοληθούν πιο ενεργά με θέματα αναπηρίας, ενώ καλό θα ήταν να καταβληθούν ιδιαίτερες προσπάθειες έναντι των ΜΜΕ.

3.5

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την εκστρατεία που πραγματοποιήθηκε από την Ευρωπαϊκή Συνομοσπονδία Συνδικάτων και τα μέλη της. Η ΕΟΚΕ εξαίρει το σημαντικό ρόλο των συνδικαλιστικών οργανώσεων και τις προτρέπει να εξακολουθήσουν να εστιάζουν ολοένα και περισσότερο τη δράση τους σε θέματα αναπηρίας.

3.6

Η ΕΟΚΕ έχει τονίσει σε όλες τις προηγούμενες εκθέσεις της τη σημασία της συμμετοχής των αντιπροσωπευτικών οργανώσεων των ατόμων με αναπηρίες σε κάθε επίπεδο της διαδικασίας χάραξης πολιτικής. Ο αντιπροσωπευτικός χαρακτήρας του Ευρωπαϊκού Φόρουμ Αναπηρίας είναι αποδεκτός από όλα τα όργανα της ΕΕ και, επομένως, το ειδικό καθεστώς του πρέπει να τύχει αναγνώρισης. Ένα ισχυρό και ανεξάρτητο Ευρωπαϊκό Φόρουμ Αναπηρίας, επιφορτισμένο με εποπτικά καθήκοντα, αποτελεί μια από τις καλύτερες εγγυήσεις ότι τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες θα εξακολουθήσουν να γίνονται σεβαστά σε όλες τις πρωτοβουλίες της ΕΕ.

3.7

Το Ευρωπαϊκό Φόρουμ Αναπηρίας θα ήταν αδύνατο να εκπληρώσει την αποστολή του χωρίς τα μέλη του που προέρχονται από το εθνικό και από το ευρωπαϊκό επίπεδο. Επομένως, η οικονομική στήριξη που παρέχεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σε ευρωπαϊκές οργανώσεις που εστιάζουν τη δράση τους σε θέματα αναπηρίας, μέλη του Ευρωπαϊκού Φόρουμ Αναπηρίας, είναι ζωτικής σημασίας και πρέπει να συνεχισθεί. Η ποικιλομορφία του κινήματος υπέρ των ατόμων με αναπηρίες μπορεί να γίνει σεβαστή μόνον υπό την προϋπόθεση ότι παρέχεται οικονομική στήριξη στις διάφορες ευρωπαϊκές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται προς το σκοπό αυτό.

3.8

Η ΕΟΚΕ προσβλέπει στην καθιέρωση μιας δομής για την παρακολούθηση του προγράμματος δράσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων πλευρών σε αυτή τη δομή παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένου και του Ευρωπαϊκού Φόρουμ Αναπηρίας, θα είναι μείζονος σημασίας για τη διασφάλιση της επιτυχίας του εν λόγω προγράμματος δράσης. Η ΕΟΚΕ θα ήθελε να συνεισφέρει στην προαναφερθείσα δομή παρακολούθησης.

3.9

Η ΕΟΚΕ χαιρετίζει την επίδραση που άσκησε το Ευρωπαϊκό Έτος των Ατόμων με Αναπηρίες για τη συνεκτίμηση των θεμάτων αναπηρίας στα προγράμματα δράσης νέων πολιτικών, όπως οι πολιτικές για τη νεολαία και τον πολιτισμό. Το Ψήφισμα του Συμβουλίου με θέμα «Δυνατότητα πρόσβασης των ατόμων με αναπηρίες στην πολιτιστική υποδομή και τις πολιτιστικές δραστηριότητες» (8) αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα επ'αυτού. Η ΕΟΚΕ θεωρεί σημαντικό να εξασφαλισθεί ότι όλα τα σχέδια που χρηματοδοτούνται στους τομείς του πολιτισμού, της νεολαίας και της εκπαίδευσης με κεφάλαια της ΕΕ πληρούν υποχρεωτικά τα κριτήρια που ισχύουν όσον αφορά τη δυνατότητα πρόσβασης.

3.10

Το νέο πρόγραμμα εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2004 περιλαμβάνει διάφορες πρωτοβουλίες που αφορούν τα άτομα με αναπηρίες ενώ η δέσμευση περί συνεκτίμησης της αναπηρίας θα πρέπει να συντελέσει σε ενδεδειγμένες αναφορές στα άτομα με αναπηρίες στο πλαίσιο αυτών των πρωτοβουλιών. Ορισμένες από αυτές τις πρωτοβουλίες είναι οι εξής:

η ενδιάμεση επανεξέταση της πρωτοβουλίας e-Europe και το αναθεωρημένο Πρόγραμμα Δράσης e-Europe για μια διευρυμένη Ευρώπη

η στρατηγική για τη βιώσιμη ανάπτυξη, η νέα πρόταση της Επιτροπής για τις υπηρεσίες της εσωτερική αγοράς και οι μελλοντικές για τις κοινωφελείς υπηρεσίες

η πρόταση περί νέας γενεάς προγραμμάτων στον τομέα της εκπαίδευσης και του πολιτισμού για το διάστημα μετά το 2006

η Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τα δικαιώματα των επιβατών στον τομέα των μεταφορών

η Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τις Στρατηγικές των Υποψηφίων Χωρών για την Κοινωνική Ένταξη.

η πρόταση της Επιτροπής για την επανεξέταση της Ατζέντας της ευρωπαϊκής κοινωνικής πολιτικής μετά το 2005.

3.11

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με τις αναφορές στην Ομάδα Υψηλού Επιπέδου για την Αναπηρία και θεωρεί ότι ο ρόλος της ομάδας αυτής χρήζει ενίσχυσης. Η συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Φόρουμ Αναπηρίας στις συνεδριάσεις της προαναφερθείσας ομάδας θα πρέπει να είναι μόνιμη, σύμφωνα με τον τρόπο κατά τον οποίο λειτουργεί η Συμβουλευτική Επιτροπή για τις Ίσες Ευκαιρίες Ανδρών και Γυναικών. Οι κοινωνικοί εταίροι σε επίπεδο ΕΕ θα πρέπει επίσης να συμμετέχουν στις εργασίες της εν λόγω Ομάδας Υψηλού Επιπέδου.

3.12

Η ΕΟΚΕ αιτείται την ιδιαίτερη εξέταση των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες στο πλαίσιο κάθε μελλοντικής δράσης που θα αναλαμβάνεται στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η ΕΟΚΕ αναμένει με ενδιαφέρον τα αποτελέσματα της μελέτης η οποία διενεργείται επί του παρόντος για την ανάλυση της κατάστασης των ατόμων με αναπηρίες σε ιδρύματα διαμονής αναπήρων, η οποία δεν θα πρέπει να προβαίνει μόνο σε επισκόπηση της κατάστασης αλλά να προτείνει συγκεκριμένες προτάσεις για εναλλακτικά κοινοτικά μέτρα υπέρ αυτής της μεγάλης ομάδας των ατόμων με ειδικές ανάγκες.

3.13

Η ΕΟΚΕ επικροτεί το έγγραφο προσανατολισμού σχετικά με την αναπτυξιακή συνεργασία και την αναπηρία που υπεβλήθη τον Μάρτιο του 2003 και εκπονήθηκε σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Φόρουμ Αναπηρίας και τη Διεθνή Κοινοπραξία για την Αναπηρία και τη Συνεργασία (International Disability and Cooperation Consortium). Η ΕΟΚΕ καλεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να θέσει σε εφαρμογή το εν λόγω σημείωμα προσανατολισμού προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι τα άτομα με αναπηρίες θα ωφεληθούν από τα κεφάλαια αναπτυξιακής συνεργασίας, ακόμη και σε περιπτώσεις εκτάκτου ανάγκης και παροχής ανθρωπιστικής βοήθειας.

3.14

Η ΕΟΚΕ δεσμεύεται να εξακολουθήσει να εστιάζει το ενδιαφέρον της ολοένα και περισσότερο σε θέματα αναπηρίας. Οι προσπάθειες που καταβάλλει η ΕΟΚΕ για να εξασφαλίσει πλήρη δυνατότητα πρόσβασης στις νέες κτιριακές εγκαταστάσεις της καταδεικνύουν την πραγματική δέσμευση που έχει αναλάβει η ΕΟΚΕ προκειμένου να αποτελέσει φωτεινό παράδειγμα για την προάσπιση και την προαγωγή των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες και των οικογενειών τους.

Βρυξέλλες, 25 Φεβρουαρίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  Σε ό,τι αφορά τη νέα προσέγγιση έναντι της αναπηρίας η οποία προωθήθηκε κατά τη διάρκεια του ευρωπαϊκού έτους για τα άτομα με αναπηρίες, ίσως ήρθε η κατάλληλη ώρα για την αναθεώρηση της ορολογίας που χρησιμοποιείται για τον ορισμό των ατόμων με αναπηρίες και της αναπηρίας, η οποία σε πολλές χώρες δεν έχει εξελιχθεί και αντανακλά ακόμη μία παρωχημένη προσέγγιση.

(2)  ΕΕ αριθ. C 133 της 6.6.2003.

(3)  «Employment of disabled people in Europe in 2002», Population and Social Conditions THEME 3 — 26/2003 («Απασχόληση των ατόμων με ειδικές ανάγκες στην Ευρώπη το 2002», Πληθυσμός και Κοινωνικές Συνθήκες ΘΕΜΑ 3 — 26/2003) Population and Living Conditions (Πληθυσμός και Συνθήκες Διαβίωσης), Eurostat, 25.11.2003.

(4)  Κοινωνική ένταξη των ατόμων με ειδικές ανάγκες, ΕΕ C 241 της 7.10.2002.

(5)  «Γνωμοδότηση σχετικά με την πρόταση οδηγίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων προμηθειών, υπηρεσιών και έργων»ΕΕ C 193 της 10.7.2001.

(6)  «Κοινωνική ένταξη των ατόμων με ειδικές ανάγκες»ΕΕ C 241 της 7.10.2002 και «Πρόταση απόφασης του Συμβουλίου για το Ευρωπαϊκό Έτος των Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες 2003 COM(2001) 271 τελικό - 2001/0116 (CNS)»ΕΕ C 36 της 8.2.2002.

(7)  Βλέπε επίσης τη γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ «Για έναν τουρισμό προσιτό σε όλους και κοινωνικά βιώσιμο» INT/173. CESE 1384/2003 της 29.10.2003.

(8)  Ψήφισμα του Συμβουλίου ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΥΠΟΔΟΜΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ, 5-6.V.2003, 8430/03 (Presse 114) 23.


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 110/30


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με την «Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου που τροποποιεί την οδηγία 90/434/ΕΟΚ της 23ης Ιουλίου 1990 σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών που αφορούν εταιρείες διαφορετικών κρατών μελών»

[COM(2003) 613 τελικό — 2003/0239 COD]

(2004/C 110/09)

Στις 28 Οκτωβρίου 2003, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την ανωτέρω πρόταση.

Το ειδικευμένο τμήμα «Οικονομική και Νομισματική Ένωση, Οικονομική και Κοινωνική Συνοχή» στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, κατήρτισε τη γνωμοδότησή τους στις 9 Φεβρουαρίου 2004, με βάση εισηγητική έκθεση του κ. RAVOET.

Κατά την 406η σύνοδο ολομελείας της, της 25ης και 26ης Φεβρουαρίου 2004 (συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 114 ψήφους υπέρ, 1 κατά και 2 αποχές, την ακόλουθη γνωμοδότηση.

1.   Η στρατηγική της Επιτροπής στον τομέα της φορολογίας των επιχειρήσεων

1.1

Η παρούσα πρόταση αποτελεί μία από τις συνιστώσες της στρατηγικής της Επιτροπής για τη φορολογία των επιχειρήσεων που υπεβλήθη το 2001 (1), στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή εντόπισε έναν ορισμένο αριθμό φορολογικών εμποδίων που παρακωλύουν τη διασυνοριακή οικονομική δραστηριότητα στην εσωτερική αγορά και ανακοίνωσε τα μέτρα που προτίθεται να λάβει, βραχυπρόθεσμα και πιο μακροπρόθεσμα, για την εξάλειψή τους.

1.2

Η εν λόγω στρατηγική προβλέπει ορισμένα εξειδικευμένα μέτρα επί θεμάτων όπως η επέκταση του πεδίου εφαρμογής των οδηγιών περί μερισμάτων, τόκων και πληρωμών δικαιωμάτων εκμετάλλευσης και συγχωνεύσεων, η διασυνοριακή αντιστάθμιση των ζημιών, οι τιμές μεταβίβασης, καθώς και οι συμβάσεις όσον αφορά τη διπλή φορολογία.

1.3

Η Επιτροπή εκτιμά ότι, πιο μακροπρόθεσμα, οι επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να φορολογούνται σύμφωνα με ενοποιημένη φορολογική βάση η οποία να καλύπτει το σύνολο των δραστηριοτήτων τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κατά τρόπο ώστε να αποφευχθεί η επαχθής αναποτελεσματικότητα που προκύπτει επί του παρόντος λόγω της συνύπαρξης 15 (και συντόμως 25) διαφορετικών φορολογικών καθεστώτων.

1.4

Στη γνωμοδότησή της με θέμα «Η άμεση φορολογία των επιχειρήσεων» που υιοθετήθηκε το 2002 (2), η ΕΟΚΕ υποστήριξε τις προτάσεις της Επιτροπής οι οποίες αποσκοπούσαν στη βραχυπρόθεσμη κατάργηση πάσης μορφής διπλής φορολογίας, καθώς και άλλων φορολογικών εμποδίων στα οποία προσκρούουν οι επιχειρήσεις που ασκούν διασυνοριακές δραστηριότητες εντός της εσωτερικής αγοράς.

1.5

Όσον αφορά το απώτερο μέλλον, η ΕΟΚΕ επικροτεί τη φιλοδοξία περί εσωτερικής αγοράς χωρίς φορολογικά εμπόδια. Εκτιμά ότι τούτο δεν μπορεί παρά να αποτελέσει ένα μέσο για την καθιέρωση κοινών αρχών προς όφελος μίας εσωτερικής αγοράς στην οποία θα πρέπει να επικρατούν συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού. Οι προαναφερθείσες κοινές αρχές θα πρέπει, επίσης, να συμβάλουν στην υλοποίηση των στόχων της απλούστευσης, της ανταγωνιστικότητας, και της δημιουργίας θέσεων απασχόλησης.

1.6

Η στρατηγική που υιοθετήθηκε από την Επιτροπή το 2001 αποτέλεσε αντικείμενο μίας πρώτης γενικής αξιολόγησης τον Νοέμβριο του 2003 (3), κατά την οποία η Επιτροπή συμπεραίνει ότι η στρατηγική δύο επιπέδων για τη φορολογία των επιχειρήσεων παραμένει, μετά από δύο έτη εργασιών, η καλύτερη προσέγγιση για την αντιμετώπιση των φορολογικών προβλημάτων που τίθενται σήμερα στην εσωτερική αγορά, καθώς και ότι η Επιτροπή έφερε εις πέρας τις υποσχεθείσες ενέργειες και πρωτοβουλίες. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώθηκε και κατά τη διάρκεια της Ευρωπαϊκής Διάσκεψη για τη Φορολογία των Επιχειρήσεων που διοργανώθηκε στη Ρώμη στις 5 και 6 Δεκεμβρίου 2003 (4).

2.   Εξειδικευμένα μέτρα της στρατηγικής Επιτροπής για το εγγύς μέλλον

2.1

Η υιοθέτηση προτάσεων οι οποίες αποσκοπούν κατά κύριο λόγο στη χρονική αναπροσαρμογή και στην επέκταση του πεδίου εφαρμογής των οδηγιών περί «μητρικών-θυγατρικών εταιρειών» και περί «συγχωνεύσεων» συμπεριλαμβάνεται μεταξύ των βραχυπρόθεσμων στόχων που έθεσε η Επιτροπή για τη στρατηγική της στον τομέα της φορολογίας των επιχειρήσεων, τον Οκτώβριο του 2001.

2.2

Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά την υιοθέτηση και το συνακόλουθο εκσυγχρονισμό της πρότασης οδηγίας περί «τόκων και πληρωμών δικαιωμάτων εκμετάλλευσης» που ενσωματώθηκε στη «δέσμη φορολογικών μέτρων», η οποία περιελάμβανε τον κώδικα δεοντολογίας, την οδηγία περί «αποταμίευσης» και την οδηγία περί «τόκων και πληρωμών δικαιωμάτων εκμετάλλευσης».

2.3

Η πρόταση οδηγίας για τον εκσυγχρονισμό της οδηγίας περί «μητρικών-θυγατρικών εταιρειών» υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο ECOFIN στις 22 Δεκεμβρίου 2003. Το τελικό κείμενο της οδηγίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις 13 Ιανουαρίου 2004 (5).

2.4

Η οδηγία περί «τόκων και πληρωμών δικαιωμάτων εκμετάλλευσης» υιοθετήθηκε στις 3 Ιουνίου 2003 (6) και πρέπει να έχει μεταφερθεί στα εθνικά δίκαια έως την 1η Ιανουαρίου 2004. Η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση οδηγίας για τον εκσυγχρονισμό της εν λόγω οδηγίας στις 30 Δεκεμβρίου 2003 (7) στην οποία αναμένεται να ενσωματωθούν οι σημαντικές βελτιώσεις που επήλθαν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί «μητρικών-θυγατρικών εταιρειών».

2.5

Η πρόταση οδηγίας περί «συγχωνεύσεων» είναι η τελευταία εκ των τριών προτάσεων οδηγίας που απομένει προς υιοθέτηση από το Συμβούλιο. Η εν λόγω πρόταση οδηγίας στηρίζεται σε μία σημαντική και αξιόλογη προσπάθεια για τη διενέργεια διαβουλεύσεων η οποία οδήγησε στον εντοπισμό του συνόλου των φορολογικών προβλημάτων που σχετίζονται με τις διασυνοριακές πράξεις αναδιάρθρωσης.

3.   Πρόταση εκσυγχρονισμού της οδηγίας σχετικά με το «το κοινό φορολογικό καθεστώς για τις συγχωνεύσεις, διασπάσεις, εισφορές ενεργητικού και ανταλλαγές μετοχών»

3.1

Η ισχύουσα οδηγία (90/434/ΕΟΚ) προβλέπει την αναβολή της φορολόγησης της υπεραξίας που απορρέει από διασυνοριακές πράξεις αναδιάρθρωσης εταιρειών, με τη μορφή συγχωνεύσεων, διασπάσεων, εισφορών ενεργητικού και ανταλλαγών μετοχών.

3.2

Το εν λόγω καθεστώς αναβολής της φορολόγησης διασφαλίζει τη φορολογική ουδετερότητα των πράξεων αναδιάρθρωσης με τη χορήγηση προσωρινής απαλλαγής: η φορολόγηση της υπεραξίας αναβάλλεται έως τη μεταγενέστερη εκχώρηση των μεταβιβαζόμενων στοιχείων ενεργητικού. Ως εκ τούτου:

τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού της εισφέρουσας εταιρείας μεταβιβάζονται στη λήπτρια (αποκτώσα) εταιρεία στη φορολογική τους αξία

η διανομή των μετοχών της λήπτριας εταιρείας προς τους εταίρους της εισφέρουσας εταιρείας δεν πρέπει να επιφέρει καμία φορολόγηση των εν λόγω εταίρων (ειδάλλως, θα υπήρχε οικονομική διπλή φορολόγηση).

3.3

Επομένως, η προαναφερθείσα οδηγία της 23ης Ιουλίου 1990 προβλέπει ήδη, σε ορισμένες περιπτώσεις, λύση για τα διασυνοριακά εμπόδια που δημιουργούνται από το υψηλό φορολογικό κόστος που συνδέεται με τις αναδιαρθρώσεις επιχειρήσεων, εξασφαλίζοντας ότι κατά την υλοποίηση μίας διασυνοριακής πράξης δεν θα δημιουργηθούν σημαντικότερες φορολογικές οφειλές από ό,τι εάν η πράξη αυτή είχε αναληφθεί εντός του ίδιου κράτους μέλους.

3.4

Η πρόταση εκσυγχρονισμού της οδηγίας αυτής αντικαθιστά μία πρόταση του 1993, η οποία αποσύρθηκε από την Επιτροπή, και αποσκοπεί στην περαιτέρω βελτίωση τόσο του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας όσο και των μεθόδων που προβλέπονται για την αναβολή της φορολόγησης, με ταυτόχρονη διασφάλιση των δημοσιονομικών συμφερόντων των κρατών μελών. Επιπλέον, η προαναφερθείσα πρόταση συμπληρώνει μια πρόταση δέκατης οδηγίας στον τομέα του εταιρικού δικαίου η οποία αποβλέπει στη διευκόλυνση των συγχωνεύσεων μεταξύ εταιρειών διαφορετικών κρατών μελών.

3.5

Οι βασικές συνιστώσες της νέας πρότασης εκσυγχρονισμού της οδηγίας περί «συγχωνεύσεων» είναι οι ακόλουθες:

3.5.1

Με την πρόταση αυτή επιδιώκεται η προσαρμογή της οδηγίας περί «συγχωνεύσεων» σύμφωνα με τις τροποποιήσεις που εισήχθησαν στην οδηγία περί «μητρικών-θυγατρικών εταιρειών», οι οποίες αφορούν ειδικότερα τα εξής:

μείωση από 25 % σε 10 % του ελάχιστου ορίου συμμετοχής που απαιτείται για να θεωρηθεί μια εταιρεία ως μητρική ή ως θυγατρική ·

αναπροσαρμογή του πίνακα των εταιρειών στις οποίες εφαρμόζεται η οδηγία, προκειμένου να επεκταθεί σε νέες νομικές μορφές οντοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των συνεταιρισμών, των αμοιβαίων εταιρειών, ορισμένων εταιρειών που δεν βασίζονται σε κεφάλαια, των ταμιευτηρίων, των ταμείων και των ενώσεων με εμπορική δραστηριότητα. Ο νέος πίνακας περιλαμβάνει, επίσης, την ευρωπαϊκή εταιρεία (SE) και την ευρωπαϊκή συνεταιριστική εταιρεία (SCE), οι οποίες μπορούν να αρχίσουν να ιδρύονται αντιστοίχως από το 2004 και το 2006.

Η περαιτέρω διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας περί «συγχωνεύσεων» επιτυγχάνεται με την επέκταση του καταλόγου οντοτήτων που επισυνάπτεται στην οδηγία κατά τρόπο ώστε να καλυφθούν νέες νομικές μορφές. Πρόκειται ουσιαστικά για τον ίδιο κατάλογο με εκείνον που υιοθετήθηκε στο πλαίσιο της οδηγίας εκσυγχρονισμού της οδηγίας περί «μητρικών-θυγατρικών εταιρειών», ο οποίος αναμένεται επίσης να υιοθετηθεί και στο πλαίσιο της οδηγίας εκσυγχρονισμού της οδηγίας περί «τόκων και πληρωμών δικαιωμάτων εκμετάλλευσης».

3.5.2

Επιπλέον, η πρόταση επεκτείνει το ευεργέτημα της οδηγίας (καθεστώς αναβολής της φορολόγησης) στις εταιρείες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής και υπόκεινται στο φόρο ως φορολογούμενες εταιρείες στο κράτος μέλος της πραγματικής έδρας τους, αλλά θεωρούνται ως φορολογικά διαφανείς σε διαφορετικό κράτος μέλος.

3.5.2.1

Χωρίς να θέτει υπό αμφισβήτηση το καθεστώς της φορολογικής διαφάνειας, η πρόταση οδηγίας προβλέπει ότι το εν λόγω διαφορετικό κράτος μέλος δεν θα επιτρέπεται να φορολογεί τους κατοικούντες σε αυτό φορολογουμένους του οι οποίοι διατηρούν συμφέροντα στη συγκεκριμένη εταιρεία κατά τις συναλλαγές που καλύπτονται από την οδηγία. Οι φορολογούμενοι αυτοί είναι δυνατό να φορολογούνται επ' ευκαιρία μεταγενέστερης εκχώρησης των μεταβιβαζόμενων στοιχείων ενεργητικού.

3.5.3

Η πρόταση επεκτείνει, επίσης, το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας στις πράξεις απόσχισης, δηλαδή στις πράξεις περιορισμένης ή μερικής διάσπασης που επιτρέπουν τη διατήρηση της εισφέρουσας εταιρείας. Συνεπώς, το καθεστώς της φορολογικής αναβολής θα εφαρμόζεται και στην περίπτωση της απόσχισης.

3.5.3.1

Ως μερική διάσπαση ή «απόσχιση» νοείται η πράξη κατά την οποία η εταιρεία μεταβιβάζει, χωρίς να διαλυθεί, μέρος των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της που εντάσσονται, σε έναν ή περισσότερους κλάδους δραστηριοτήτων, σε λήπτρια εταιρεία. Σε αντάλλαγμα, η τελευταία μεταβιβάζει τίτλους, που αντιπροσωπεύουν το κεφάλαιό της, στους εταίρους της εισφέρουσας εταιρείας.

3.5.4

Η πρόταση εξασφαλίζει φορολογική ουδετερότητα κατά τη μεταφορά της έδρας μίας ευρωπαϊκής εταιρείας (SE) ή μίας ευρωπαϊκής συνεταιριστικής εταιρείας (SCE) από το ένα κράτος μέλος στο άλλο. Κατ' αυτόν τον τρόπο, προβλέπεται ένα καθεστώς αναβολής της φορολόγησης με το οποίο αποφεύγεται, σε ανάλογη περίπτωση, η άμεση φορολόγηση των υπεραξιών που προκύπτουν από τα στοιχεία ενεργητικού τα οποία εξακολουθούν να προσαρτώνται στη μόνιμη εγκατάσταση η οποία βρίσκεται εφεξής στο κράτος μέλος στο οποίο η εν λόγω εταιρεία εφορολογείτο πριν από τη μεταφορά της καταστατικής της έδρας. Αυτό το φορολογικό καθεστώς θα αφορά επίσης τις προβλέψεις ή τα αποθεματικά που διέθετε η εταιρεία πριν από τη μεταφοράς της έδρας της, την πιθανή ανάληψη των απωλειών και την ύπαρξη μόνιμης εγκατάστασης σε ένα τρίτο κράτος μέλος.

3.5.4.1

Η προαναφερθείσα δυνατότητα μεταφοράς της καταστατικής έδρας προβλέπεται ρητώς από το καταστατικό των εταιρειών αυτών με στόχο την προάσπιση της θεμελιώδους ελευθερίας που συνιστά το δικαίωμα εγκατάστασης και είναι, επομένως, επιτακτική ανάγκη να μην παρεμποδισθεί η εν λόγω ελευθερία εξαιτίας φορολογικών διατάξεων.

3.5.5

Στην πρόταση διευκρινίζεται ότι το καθεστώς αναβολής της φορολόγησης μπορεί επίσης να εφαρμοσθεί σε περίπτωση που μία εταιρεία αποφασίζει να μετατρέψει ένα υποκατάστημά της στο εξωτερικό σε θυγατρική εταιρεία.

3.5.5.1

Η αναβολή της φορολόγησης που προβλέπεται από την οδηγία συναρτάται με την προσάρτηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που μεταβιβάζονται στη μόνιμη εγκατάσταση της εισφέρουσας εταιρείας, γεγονός το οποίο δεν συμβαίνει όταν υποκατάστημα ξένης εταιρείας μετατρέπεται σε θυγατρική της ίδιας εταιρείας. Σε αυτή την περίπτωση τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού προσαρτώνται στη λήπτρια εταιρεία (στη νέα θυγατρική εταιρεία). Δεδομένου ότι οι πράξεις για τη μετατροπή υποκαταστήματος σε θυγατρική εταιρεία είναι σύμφωνες προς τους στόχους της οδηγίας και δεν πλήττουν τα φορολογικά δικαιώματα του ενδιαφερομένου κράτους μέλους (τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού εξακολουθούν να υπάγονται στην ίδια φορολογική δικαιοδοσία) κρίνεται σκόπιμο να διευκρινισθεί ότι οι πράξεις αυτές εμπίπτουν πράγματι στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.

3.5.6

Η πρόταση επεκτείνει επίσης το ευεργέτημα της οδηγίας στις πράξεις ανταλλαγής μετοχών, όταν η πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου της αποκτώσας εταιρείας αποκτάται από εταίρους που δεν είναι φορολογούμενοι κάτοικοι κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

3.5.7

Τέλος, με την πρόταση θεσπίζονται ενδεδειγμένοι κανόνες για την αποτροπή της οικονομικής διπλής φορολόγησης η οποία οφείλεται στην εφαρμογή διαφορετικών κανόνων για την εκτίμηση της αξίας των μετοχών και των στοιχείων ενεργητικού στα διάφορα κράτη μέλη στην περίπτωση τόσο της εισφοράς στοιχείων ενεργητικού όσο και της ανταλλαγής μετοχών.

3.5.7.1

Εφόσον η φορολογία της υπεραξίας που προέρχεται από τα στοιχεία ενεργητικού βαρύνει μεταγενέστερα την αποκτώσα εταιρεία, θεωρήθηκε επιβεβλημένη η εναρμόνιση των εθνικών φορολογικών κανόνων που διέπουν την εκτίμηση της αξίας των μετοχών που λαμβάνονται έπειτα από εισφορά στοιχείων ενεργητικού ή από ανταλλαγή μετοχών. Ως εκ τούτου, προβλέπεται ότι στις μετοχές αυτές θα αποδίδεται η «πραγματική» αξία των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού πριν από την εισφορά στοιχείων ενεργητικού ή η «πραγματική» αξία που είχαν οι ληφθείσες μετοχές κατά τη στιγμή της ανταλλαγής των μετοχών (εντούτοις προβλέπεται μία εξαίρεση στην περίπτωση που η αποκτώσα εταιρεία κατέχει δικές της μετοχές).

4.   Γενικές παρατηρήσεις

4.1

Η οδηγία περί «συγχωνεύσεων», της 23ης Ιουλίου 1990, αποσκοπεί στη διασφάλιση της αναγκαίας ουδετερότητας των διασυνοριακών πράξεων αναδιάρθρωσης των εταιρειών, με ταυτόχρονη διασφάλιση των δημοσιονομικών συμφερόντων των κρατών μελών.

4.2

Η ΕΟΚΕ επικροτεί τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον εκσυγχρονισμό της εν λόγω οδηγίας περί «συγχωνεύσεων» διότι επιφέρουν απολύτως αναγκαίες και ενδεδειγμένες τροποποιήσεις στην οδηγία της 23ης Ιουλίου 1990, χωρίς να προκαλούν ουσιαστικά καμία δυσμενή επίπτωση για τις επιχειρήσεις έναντι της υφιστάμενης κατάστασης και χωρίς να επιβάλουν κάποια καινούρια φορολογική υποχρέωση ή διατύπωση στις επιχειρήσεις.

4.3

Ο στόχος της πρότασης εκσυγχρονισμού της οδηγίας έγκειται στη βελτίωση και στην επέκταση του προβλεπόμενου καθεστώτος αναβολής της φορολόγησης των υπεραξιών που προκύπτουν από αναδιαρθρώσεις. Κατ' αυτόν τον τρόπο το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας επεκτείνεται εφεξής ρητά σε περισσότερες μορφές εταιρειών (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ευρωπαϊκή εταιρεία (SE) και η ευρωπαϊκή συνεταιριστική εταιρεία (SCE)), καθώς και οι μορφές εταιρειών που προτιμούνται εν γένει από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις).

4.4

Με την επέκταση του καθεστώτος φορολογικής ουδετερότητας στην ευρωπαϊκή εταιρεία (SE) και στην ευρωπαϊκή συνεταιριστική εταιρεία (SCE) συμπεριλαμβανομένου και του ενδεχόμενου μεταφοράς της καταστατικής έδρας που αποτελεί ίδιον του καθεστώτος αυτών των δύο μορφών εταιρείας η πρόταση οδηγίας θα συμβάλει στη δημιουργία και στη διοίκηση επιχειρήσεων με ευρωπαϊκή διάσταση, αποδεσμευμένων από τα εμπόδια που θέτει επί του παρόντος η περιορισμένη εδαφική εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας και του εταιρικού δικαίου στα διάφορα κράτη μέλη.

4.5

Οι τροποποιήσεις αυτές, στο σύνολό τους, θα δώσουν τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις συμπεριλαμβανομένων και ολοένα και περισσότερων ΜΜΕ να επωφεληθούν πλήρως των πλεονεκτημάτων της ενιαίας αγοράς (με την ισόρροπη φορολόγηση των εθνικών και διασυνοριακών δράσεων η οποία θα διασφαλίσει την ουδετερότητα των αποφάσεων περί επενδύσεων και αναδιαρθρώσεων), γεγονός το οποίο αναμένεται να συμβάλει στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους και να επηρεάσει θετικά τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και την καταπολέμηση της ανεργίας.

5.   Ειδικές παρατηρήσεις

5.1

Κατά την άποψη της ΕΟΚΕ θα ήταν σκόπιμο να γενικευθεί η ρήτρα η οποία προβλέπει ότι κάθε νέα μορφή εταιρείας που θα δημιουργείται σε ένα κράτος μέλος θα συμπεριλαμβάνεται αυτομάτως στο κατάλογο με τις μορφές εταιρειών του εν λόγω κράτους μέλους, ο οποίος επισυνάπτεται στην οδηγία. Κατ' αυτόν τον τρόπο θα καθίστατο δυνατή η επίλυση των προβλημάτων που ανακύπτουν εξαιτίας της μη προσαρμογής του προαναφερθέντος καταλόγου.

5.2

Η ΕΟΚΕ θεωρεί επίσης ότι είναι ουσιώδες να πραγματοποιηθεί ο εκσυγχρονισμός των οδηγιών περί «συγχωνεύσεων», περί «μητρικών-θυγατρικών εταιρειών» και περί «τόκων και πληρωμών δικαιωμάτων εκμετάλλευση» κατά τρόπο συνεκτικό, για τον προσδιορισμό τόσο του πεδίου εφαρμογής (παραδείγματος χάρη όσον αφορά τον κατάλογο των μορφών εταιρειών που επισυνάπτονται στις οδηγίες) όσο και των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται για να ισχύσει το προβλεπόμενο φορολογικό καθεστώς (όπως συμβαίνει, παραδείγματος χάρη, στην περίπτωση της μείωσης σε 10 % του ελάχιστου ορίου συμμετοχής που προβλέπεται εφεξής από την οδηγία εκσυγχρονισμού της οδηγίας περί «μητρικών-θυγατρικών εταιρειών»).

5.3

Η ΕΟΚΕ είναι της γνώμης ότι η επέκταση του πεδίου εφαρμογής (σε άλλες μορφές εταιρειών και σε άλλες πράξεις αναδιάρθρωσης) δεν είναι πλήρης και, άρα, ούτε ικανοποιητική δεδομένου ότι:

δεν περιλαμβάνει όλα τα είδη φόρων που προβλέπονται για τις πράξεις αναδιάρθρωσης (και, ειδικότερα, τα τέλη καταχώρισης ή τους φόρους εισφοράς

το καθεστώς αναβολής της φορολόγησης σε περίπτωση μεταφοράς της καταστατικής έδρας περιορίζεται στην ευρωπαϊκή εταιρεία (SE) και στην ευρωπαϊκή συνεταιριστική εταιρεία (SCE), παρά το γεγονός ότι στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου αναγνωρίζεται —με την απόφαση που ελήφθη για την υπόθεση Centros (8)— η ελευθερία εγκατάστασης και επιλογής του τόπου εγκατάστασης της εταιρικής έδρας για όλες τις μορφές εταιρειών.

5.4

Τέλος, η ΕΟΚΕ εμμένει στην πλήρη διασφάλιση της φορολογικής ουδετερότητας των διασυνοριακών πράξεων αναδιάρθρωσης, κυρίως όσον αφορά την μεταφορά των ζημιών και την προστασία των εξομοιωμένων λογαριασμών και των αποθεματικών.

6.   Συμπεράσματα

6.1

Η ΕΟΚΕ υποστηρίζει πλήρως τις προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την τροποποίηση της οδηγίας περί «συγχωνεύσεων» διότι, αφενός, επιφέρουν απολύτως αναγκαίες και ενδεδειγμένες τροποποιήσεις στην εν λόγω οδηγία και, αφετέρου, θα δώσουν τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις — μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται πλέον η ευρωπαϊκή εταιρεία (SE), η ευρωπαϊκή συνεταιριστική εταιρεία (SCE) και ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός ΜΜΕ — να επωφεληθούν πλήρως των πλεονεκτημάτων της ενιαίας αγοράς, γεγονός το οποίο αναμένεται να συμβάλει στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους και να επηρεάσει θετικά τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης και την καταπολέμηση της ανεργίας.

6.2

Η ΕΟΚΕ καλεί ωστόσο την Επιτροπή να επανεξετάσει ορισμένες βασικές συνιστώσες, οι οποίες παραμένουν σε εκκρεμότητα και επισημαίνονται στις ειδικές παρατηρήσεις που διατυπώνει η ΕΟΚΕ.

Βρυξέλλες, 25 Φεβρουαρίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  Ανακοίνωση της Επιτροπής στο Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, «Προς μια εσωτερική αγορά χωρίς φορολογικά εμπόδια: Στρατηγική για τη φορολογία των επιχειρήσεων σύμφωνα με ενοποιημένη φορολογική βάση που να καλύπτει το σύνολο των δραστηριοτήτων τους στην Ένωση.» COM(2001) 582 τελικό.

(2)  ΕΕ αριθ. 241 της 7.10.2002.

(3)  Ανακοίνωση της 24ης Νοεμβρίου 2003, «Μία εσωτερική αγορά χωρίς φορολογικά εμπόδια των επιχειρήσεων - επιτεύγματα, τρέχουσες πρωτοβουλίες και εναπομένοντα προβλήματα» COM 2003 (726) τελικό.

(4)  Βλέπε : www.europa.eu.int/comm/taxation_customs/taxation/company_tax/conference_rome.htm

(5)  Οδηγία 2003/123/ΕΚ του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2003 για την τροποποίηση της οδηγίας 90/435/EΟΚ σχετικά με το κοινό φορολογικό καθεστώς το οποίο ισχύει για τις μητρικές και τις θυγατρικές εταιρείες διαφορετικών κρατών μελών, ΕΕ αριθ. L 7 της 13.1.2004.

(6)  Οδηγία της 3ης Ιουνίου 2003 (2003/49/ΕΚ) για τη θέσπιση κοινού συστήματος φορολόγησης των τόκων και των δικαιωμάτων που καταβάλλονται μεταξύ των συνδεδεμένων εταιρειών διαφορετικών κρατών μελών, ΕΕ αριθ. L 157 της 26.6.2003, σ. 49.

(7)  COM (2003) 841 τελικό.

(8)  Υπόθεση αριθ. C 212/97 της 9ης Μαρτίου 1999.


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 110/34


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για το «Σύστημα γενικευμένων προτιμήσεων (ΣΓΠ)»

(2004/C 110/10)

Στις 20 Ιανουαρίου 2003, και σύμφωνα με το άρθρο 262 της συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ο επίτροπος ο αρμόδιος για θέματα εμπορίου, κ. Pascal Lamy, ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή να καταρτίσει γνωμοδότηση για το: Γενικευμένο Σύστημα Προτιμήσεων.

Το ειδικευμένο τμήμα «Εξωτερικές σχέσεις», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 6 Φεβρουαρίου 2004 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. PEZZINI.

Κατά την 406η σύνοδο ολομέλειας (συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε την ακόλουθη γνωμοδότηση με 117 ψήφους υπέρ, 1 ψήφο κατά και καμία αποχή.

1.   Εισαγωγή

1.1

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η ΕΕ προέβη σε ουσιαστική αναθεώρηση και ενημέρωση της πολιτικής της στον τομέα των εμπορικών προτιμήσεων έναντι των αναπτυσσόμενων χωρών υπό το φως της εξέλιξης της κατάστασης. Η τελευταία σημαντική αναθεώρηση του συστήματος γενικευμένων προτιμήσεων (ΣΓΠ) τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1995 για περίοδο δέκα ετών από την έναρξη ισχύος της. Κατά συνέπεια, θα παύσει να ισχύει την 31η Δεκεμβρίου 2004 και, για το λόγο αυτόν, είναι αναγκαία μια νέα αναθεώρηση.

1.2

Οι ισχύουσες κατευθυντήριες γραμμές εισήγαγαν πολλές σημαντικές αλλαγές, αντικαθιστώντας την παραδοσιακή προσέγγιση αδασμολόγητης πρόσβασης στις αγορές για περιορισμένες ποσότητες εμπορευμάτων με την έννοια της προσαρμογής, σύμφωνα με την οποία παρέχονται περιορισμένες προτιμήσεις για απεριόριστες ποσότητες. Παράλληλα θεσπίστηκαν νέοι κανόνες περί διαβάθμισης οι οποίοι εξαιρούν ορισμένους τομείς εξαγωγών από καθορισμένες δικαιούχους χώρες.

1.2.1

Στη συνέχεια, προσφέρθηκαν πρόσθετες προτιμήσεις υπό μορφή ειδικών καθεστώτων ενθάρρυνσης με στόχο την προώθηση των ακόλουθων στόχων:

επίτευξη βιώσιμης ανάπτυξης,

συνδρομή προς τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες,

καταπολέμηση της παραγωγής και της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών,

προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων,

προστασία του περιβάλλοντος.

1.2.2

Υπάρχουν διατάξεις που προβλέπουν την προσωρινή αναστολή του συστήματος γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων για τις χώρες οι οποίες παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, έχουν διαπράξει σοβαρές και συστηματικές παραβιάσεις των βασικών κανόνων εργασίας, διενεργούν ανεπαρκείς τελωνειακούς ελέγχους, έχουν δείξει ανοχή στο εμπόριο ναρκωτικών, έχουν εμπλακεί σε απάτες ή αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, έχουν καταστρατηγήσει τις διεθνείς συμβάσεις που αφορούν τη διατήρηση και την προστασία των αλιευτικών πόρων ή έχουν παραβεί μία ή περισσότερες άλλες απαιτήσεις. Ωστόσο, αυτό το είδος κύρωσης έχει χρησιμοποιηθεί τόσο σπάνια που έχει καταλήξει να είναι ως επί το πλείστον αναποτελεσματικό. Η μόνη χώρα που έχει τιμωρηθεί μέχρι σήμερα κατά τον τρόπο αυτόν είναι η Μυανμάρ.

1.3

Το 1998, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προκειμένου να διευκολύνει την εφαρμογή του ΣΓΠ, είχε υποβάλει προτάσεις (COM(1998) 521 τελικό) που συγκέντρωναν σε έναν ενιαίο κανονισμό, με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 1999 έως την 31η Δεκεμβρίου 2001, τις πολύ διαφορετικές μεταξύ τους διατάξεις περί γεωργικών και βιομηχανικών προϊόντων. Η ΕΟΚΕ είχε εγκρίνει τις προτάσεις αυτές (1) οι οποίες στη συνέχεια ενσωματώθηκαν στον κανονισμό του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 2820/98.

1.4

Το 2001, η Επιτροπή υπέβαλε προτάσεις (COM(2001) 293 τελικό) για ένα τροποποιημένο καθεστώς για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2002 έως την 31η Δεκεμβρίου 2004. Η ΕΟΚΕ εξέδωσε θετική γνωμοδότηση επί των προτάσεων (2) οι οποίες στη συνέχεια τέθηκαν σε εφαρμογή με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 2501/2001 του Συμβουλίου.

2.   Οι προτάσεις της Επιτροπής

2.1

Αρχικά, η Επιτροπή σκόπευε να δημοσιεύσει, το Σεπτέμβριο του 2003, ένα έγγραφο που θα περιλάμβανε τις προτάσεις της για το νέο καθεστώς το οποίο έπρεπε να τεθεί σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2005. Στη συνέχεια, αποφάσισε να αναστείλει την εισαγωγή του νέου συστήματος για ένα έτος και να υποβάλει πρόταση προσωρινού καθεστώτος για την εν λόγω περίοδο. Αυτό το προσωρινό καθεστώς θα βασιζόταν στις ισχύουσες κατευθυντήριες γραμμές με ορισμένες τροποποιήσεις, σχετικά ελάχιστης σημασίας και ως επί το πλείστον τεχνικής φύσης.

2.1.1

Η απόφαση να ανασταλεί η θεμελιώδης τροποποίηση του συστήματος ελήφθη, μεταξύ άλλων, ενόψει της αναμονής των αποτελεσμάτων του Γύρου της Ντόχα, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, και προκειμένου να μην διακυβευτεί η έκβαση των συνομιλιών αυτών. Ένα άλλο στοιχείο που συνέβαλε στην αναστολή ήταν η προσφυγή που άσκησε η Ινδία κατά της ΕΕ στον ΠΟΕ. Επιπλέον, θεωρήθηκε ότι θα ήταν πρόσφορο να αναβληθεί η θέσπιση των νέων κατευθυντήριων γραμμών για μετά τη διεύρυνση της Ένωσης προκειμένου να δοθεί στα νέα κράτη μέλη περισσότερος χρόνος προσαρμογής· ένα από αυτά (η Κύπρος) είναι ήδη δικαιούχος του ΣΓΠ.

2.1.2

Η δεκαετής περίοδος για το νέο καθεστώς προβλέπεται να ξεκινήσει την 1η Ιανουαρίου 2007· ακόμη και σε περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ντόχα δεν έχουν ολοκληρωθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή, η Επιτροπή έχει τώρα αποφασίσει ότι δεν θα επιδιώξει την περαιτέρω παράταση του ισχύοντος συστήματος. Η σχετική αποτυχία των συνομιλιών του Κανκούν δεν είναι καλός οιωνός για μια επιτυχή έκβαση του Γύρου της Ντόχα εντός του ισχύοντος χρονοδιαγράμματος.

2.2

Οι προτάσεις της Επιτροπής για την προσωρινή περίοδο δημοσιεύτηκαν το Σεπτέμβριο του 2003 (COM(2003) 634 τελικό) και η ΕΟΚΕ ενέκρινε ασφαλώς τις ρυθμίσεις αυτές (3).

2.3

Εν συνεχεία της αίτησης του κ. Lamy, η ΕΟΚΕ διατυπώνει τώρα τις παρατηρήσεις της και συστάσεις σχετικά με τη μορφή που θα πρέπει να λάβουν οι κατευθυντήριες γραμμές για το νέο οριστικό καθεστώς ΓΔΠ το οποίο θα θεσπιστεί στο τέλος αυτής της προσωρινής περιόδου.

3.   Παρατηρήσεις της ΕΟΚΕ

3.1

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι οι στόχοι του ισχύοντος συστήματος (βλ. ανωτέρω) είναι σημαντικοί και πρέπει να αποτελούν τη βάση οποιουδήποτε νέου συστήματος που προορίζεται να αντικαταστήσει τις ισχύουσες συμφωνίες.

3.2

Πρέπει τώρα να διαμορφωθεί ένα σύστημα που θα διασφαλίζει την αποτελεσματική εφαρμογή των κοινοτικών πολιτικών στον τομέα αυτόν.

3.3

Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΟΚΕ επισημαίνει ότι ως επί το πλείστον τα ειδικά καθεστώτα ενθάρρυνσης δεν είχαν τον επιθυμητό αντίκτυπο. Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις, μόνο μία χώρα (η Δημοκρατία της Μολδαβίας) συμπεριλήφθηκε στα ειδικά καθεστώτα ενθάρρυνσης για την προστασία των δικαιωμάτων εργασίας (μια δεύτερη χώρα, η Σρι Λάνκα, προβλέπεται να συμπεριληφθεί το Φεβρουάριο του 2004) και καμία χώρα στα ειδικά καθεστώτα ενθάρρυνσης για την προστασία του περιβάλλοντος, γεγονός που αποτελεί σαφή ένδειξη για το ότι τα ειδικά καθεστώτα ενθάρρυνσης δεν αποδείχτηκαν ενθαρρυντικά. Κατά συνέπεια, η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η διαδικασία αναθεώρησης πρέπει να προβλέπει επίσης την εις βάθος αναθεώρηση των μηχανισμών αυτών.

3.3.1

Σε προηγούμενη γνωμοδότησή της επί του θέματος αυτού (4), η ΕΟΚΕ επισήμανε ότι οι προτάσεις που υπέβαλε η Επιτροπή για τη βελτίωση των καθεστώτων αυτών πιθανόν να μην κατορθώσουν να καταστήσουν ελκυστικά τα κίνητρα για τις δικαιούχους χώρες. Τίθεται, συνεπώς, το ερώτημα κατά πόσο είναι δυνατό, στο πλαίσιο του προσαρμοσμένου συστήματος και των σχετικών περιορισμένων προτιμήσεων, να ενθαρρυνθούν οι ενδιαφερόμενες χώρες να υιοθετήσουν τους επιθυμητούς τρόπους συμπεριφοράς.

3.3.2

Η συμπληρωματική κατ' αποκοπή μείωση κατά 3,5 ποσοστιαίες μονάδες συνεπάγεται συνολική μείωση 7 % και θα μπορούσε να αποτελέσει ανεπαρκές κίνητρο σε σύγκριση με τα τεράστια χρηματικά ποσά που εμπλέκονται στο εμπόριο ναρκωτικών ή τις τεράστιες δαπάνες που συνεπάγεται για τα εθνικά οικονομικά των δικαιούχων χωρών η εφαρμογή των σχεδίων στον τομέα του περιβάλλοντος.

3.3.3

Επιπλέον, τίθεται το ερώτημα σχετικά με το ποια είναι η καλύτερη τυπολογία κινήτρων που θα πρέπει να υιοθετηθεί: είναι προτιμότερο να χορηγηθούν μειώσεις εκ των υστέρων, μόλις εξακριβωθεί ότι η δικαιούχος χώρα πληροί τις προϋποθέσεις, ή είναι αντίθετα προτιμότερο να χορηγηθούν τα κίνητρα εκ των προτέρων, προκειμένου να ενθαρρυνθούν οι ενδιαφερόμενες χώρες να υιοθετήσουν τις αναγκαίες πολιτικές. Ωστόσο, καμία από τις δύο προσεγγίσεις δεν θα έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα αν οι προτιμήσεις δεν είναι τέτοιου επιπέδου που να συνιστούν επαρκές κίνητρο.

3.4

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι τα ληφθέντα μέτρα, ανεξάρτητα από τη φύση τους, θα πρέπει να είναι διαφανή, συνεπή, αντικειμενικά και να μην προκαλούν διακρίσεις. Επιπλέον, θα πρέπει να βασίζονται σε συμφωνημένα πρότυπα και σε κριτήρια αναγνωρισμένα σε διεθνές επίπεδο, όπου αυτά υπάρχουν, συμπεριλαμβανομένων των οκτώ βασικών κανόνων εργασίας του ΔΟΕ. Πρέπει επίσης να είναι συμβατά με τους κανόνες του ΠΟΕ και τις άλλες υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συνθήκες.

3.5

Στην προηγούμενη γνωμοδότησή της (5), η ΕΟΚΕ επισήμανε ότι η νέα αναθεώρηση του κανονισμού δεν κατόρθωσε να εναρμονίσει πλήρως και να ενοποιήσει όλους τους κανόνες και τις διαδικασίες του ΣΓΠ και ζήτησε επιμόνως να αξιοποιηθεί η εις βάθος αναθεώρηση που προβλέπεται για το 2004 προκειμένου να απλουστευθεί, να εναρμονιστεί, να βελτιωθεί, να κωδικοποιηθεί, να ταξινομηθεί και να ενοποιηθεί ολόκληρο το σύστημα. Η ΕΟΚΕ επαναλαμβάνει τη θέση αυτή και υπογραμμίζει ότι δίνει μεγάλη σημασία στο θέμα αυτό. Η απλούστευση είναι θεμελιώδης για τη βελτίωση της λειτουργίας του ΣΓΠ και για την επίτευξη των στόχων του. Οι ισχύουσες ρυθμίσεις χαρακτηρίζονται από έλλειψη σαφήνειας, περιεκτικότητας, και διάρθρωσης

3.6

Ένας από τους παράγοντες που συμβάλλουν στην πολυπλοκότητα του ισχύοντος καθεστώτος είναι ο μηχανισμός διαβάθμισης. Ο μηχανισμός αυτός καθιστά δυνατό τον αποκλεισμό, από μεμονωμένες δικαιούχους χώρες, συγκεκριμένων τομέων εξαγωγών όταν δεν είναι πλέον αναγκαία η στήριξη αυτών των βιομηχανικών τομέων στις χώρες αυτές και συνεπώς δεν δικαιολογείται η παράταση του ΣΓΠ στο πλαίσιο της συνδρομής προς τις αναπτυσσόμενες χώρες, ακόμη κι αν εξακολουθεί να παρέχεται στήριξη σε άλλα είδη βιομηχανιών των εν λόγω χωρών. Η ΕΟΚΕ εξέφρασε θετική γνώμη (6) όσον αφορά τη διατήρηση του μηχανισμού διαβάθμισης στο πλαίσιο των προσωρινών καθεστώτων για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2002 έως την 31η Δεκεμβρίου 2004, όμως εκτιμά ότι αυτή η διαδικασία θα πρέπει να επανεξεταστεί στο πλαίσιο της εν εξελίξει εις βάθος αναθεώρησης.

3.7

Σε πολλές πρόσφατες γνωμοδοτήσεις (7), η ΕΟΚΕ τόνισε πόσο σημαντικό είναι να συνοδευτούν οι νομοθετικές προτάσεις από λεπτομερείς εκτιμήσεις των επιπτώσεων. Η ΕΟΚΕ ζητεί από την Επιτροπή να καταρτίσει εκτίμηση των επιπτώσεων των προτάσεών της που αφορούν την αναθεώρηση του ΣΓΠ.

4.   Η άποψη της κοινωνίας των πολιτών

4.1

Στις 10 Ιουνίου 2003, η ΕΟΚΕ διοργάνωσε ακρόαση των εκπροσώπων της κοινωνίας των πολιτών στην έδρα της στις Βρυξέλλες. Οι θέσεις που αναπτύσσονται στο παρόν κεφάλαιο αντανακλούν τις γραπτές προτάσεις που παραλήφθηκαν και τις παρεμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν στη διάρκεια της ακρόασης.

4.2

Η γενική αντίληψη είναι ότι το ισχύον σύστημα θα μπορούσε να λειτουργεί καλύτερα. Σε διάφορες απαντήσεις στο ερωτηματολόγιο, οι ερωτηθέντες εξέφραζαν σοβαρές αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητα των δασμολογικών προτιμήσεων μολονότι υποστήριζαν ότι δεν μπορούσαν να συγκεκριμενοποιήσουν τις αμφιβολίες αυτές. Επιπλέον, επισήμαιναν ότι είναι δύσκολο να αξιολογηθεί η επιτυχία του συστήματος λόγω της έλλειψης διαθέσιμων στοιχείων. Άλλες απαντήσεις επισήμαιναν έλλειψη ισορροπίας στον καταμερισμό των οφελών· οι ασιατικές χώρες επωφελούνται από το 75 % του συνολικού όγκου των μειώσεων δασμών και από αυτό το ποσοστό η Κίνα επωφελείται από το 1/3. Εκφράστηκαν ανησυχίες για το γεγονός ότι το μεγαλύτερο μέρος των πλεονεκτημάτων προορίζεται για τις πιο αναπτυγμένες από τις αναπτυσσόμενες χώρες και όχι τις λιγότερο αναπτυγμένες. Συχνά οι μεγαλύτεροι δικαιούχοι καταλήγουν να είναι οι διεθνείς εμπορικοί φορείς αντί των κρατών. Επιπλέον, επικρατεί η εντύπωση ότι ο αντίκτυπος των γενικευμένων προτιμήσεων συχνά υπεραντισταθμίζεται από άλλους παράγοντες, όπως οι μη δασμολογικοί φραγμοί.

4.3

Έχουν εντοπιστεί διάφορα προβλήματα:

η δασμολογική διάβρωση διακυβεύει τον αντίκτυπο των γενικευμένων προτιμήσεων. Λόγω της γενικής μείωσης των δασμών περιορίζονται τα περιθώρια για την παροχή προτιμησιακής μεταχείρισης σημαντικού μεγέθους σε ορισμένες χώρες. Η ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων της Ντόχα αναμένεται να καταλήξει σε πρόσθετες γενικευμένες μειώσεις·

το σύστημα είναι ευάλωτο στις απάτες. Είναι σχετικά εύκολο για τους ασυνείδητους φορείς που έχουν την έδρα τους σε χώρες που μπορούν να είναι δικαιούχοι δασμολογικών προτιμήσεων να εξάγουν τα εμπορεύματά τους σε μια χώρα που μπορεί να επωφελείται από τους δασμούς αυτούς και από εκεί να τα επανεξάγουν στην ΕΕ σαν να είχαν παραχθεί σε αυτή την τελευταία χώρα·

ακόμη και όταν δεν διαπιστώνονται απάτες, ο έλεγχος της χώρας προέλευσης αποτελεί μια περίπλοκη διαδικασία, ιδίως για τα μεταποιημένα προϊόντα που αποτελούνται από σειρές υλικών ή επιμέρους συστατικών· λόγω του γεγονότος αυτού, σε πολλές περιπτώσεις επιβάλλονται στους εισαγωγείς της ΕΕ όροι τόσο επαχθείς που καταλήγουν να είναι απαράδεκτοι·

οι κανόνες, ιδίως αυτοί που αφορούν το μηχανισμό διαβάθμισης, είναι υπερβολικά περίπλοκοι και προκαλούν σύγχυση και αντιθέσεις·

δεν υπάρχει συνοχή του ΣΓΠ και των άλλων μέσων της ΕΕ. Σε κάποιες περιπτώσεις, ορισμένες χώρες μπορούν να απολαύουν ποσοστώσεων στο πλαίσιο:

α)

διμερούς συμφωνίας με την ΕΕ,

β)

αυτόνομων ή ειδικών ποσοστώσεων ανά προϊόν χορηγούμενων ετησίως υπέρ όλων των τρίτων χωρών ανεξαρτήτως της προέλευσης, και

γ)

δασμολογικών προτιμήσεων που παρέχονται στο πλαίσιο του ΣΓΠ.

4.4

Οι απόψεις διίστανται σημαντικά ως προς τους στόχους που θα πρέπει να εκπληρώσει το ΣΓΠ κατά την προσεχή δεκαετή περίοδο. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι πεπεισμένες ότι οι βασικοί κανόνες εργασίας, η προστασία του περιβάλλοντος και η εξάλειψη της παραγωγής και της διακίνησης ναρκωτικών θα πρέπει να παραμείνουν ουσιώδη στοιχεία του συστήματος, μέχρι του σημείου να προβλεφθεί ο αποκλεισμός των χωρών που δεν σέβονται τις απαιτήσεις αυτές, ανεξάρτητα από την οικονομική τους κατάσταση. Αντίθετα, οι εμπορικές ενώσεις, μολονότι αναγνωρίζουν τη μεγάλη σημασία αυτών των θεμάτων, υποστηρίζουν ότι το ΣΓΠ δεν αποτελεί μέσο που μπορεί να αντιμετωπίσει τέτοια προβλήματα και ότι η ενσωμάτωσή τους κατέστησε δυσχερέστερη την εφαρμογή του προτιμησιακού καθεστώτος, προκαλώντας, επιπλέον, ασάφειες όσον αφορά τους σχετικούς κανόνες δικαίου.

4.5

Ορισμένοι από τους ερωτηθέντες επισήμαναν ότι ο παρών κατάλογος δικαιούχων χωρών δεν είναι συνεπής επειδή:

α)

το φάσμα των σταδίων ανάπτυξης που περιλαμβάνονται στον κατάλογο είναι πολύ ευρύ·

β)

περιλαμβάνονται τόσο οι αναπτυσσόμενες οικονομίες όσο και οι οικονομίες σε στάδιο μετάβασης·

γ)

διάφορες δικαιούχοι χώρες απολαύουν επίσης προτιμησιακού καθεστώτος μέσω διμερών ή περιφερειακών διμερών συμφωνιών.

Άλλοι εκτιμούν ότι το κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ δεν θα πρέπει να αποτελεί κριτήριο για τον καθορισμό των δικαιούχων χωρών δεδομένου ότι ορισμένες χώρες με χαμηλό κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ έχουν ισχυρή, ή και δεσπόζουσα ακόμη, θέση σε ορισμένους βιομηχανικούς τομείς στο παγκόσμιο εμπόριο. Οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι υποστηρίζουν ότι μοναδικά κριτήρια πρέπει να είναι ο σεβασμός των βασικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, η προστασία του περιβάλλοντος και η καταπολέμηση του εμπορίου ναρκωτικών. Σε πολλές απαντήσεις επιβεβαιώνεται ότι ο κατάλογος των δικαιούχων θα πρέπει να περιορίζεται στις 49 χώρες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο των λιγότερο αναπτυγμένων χωρών των Ηνωμένων Εθνών.

4.6

Επιτεύχθηκε γενική συναίνεση όσον αφορά το γεγονός ότι οι βασικές προτιμήσεις θα πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με ένα εκ των προτέρων κριτήριο, αλλά ότι οι ειδικές προτιμήσεις, αν πράγματι πρέπει να παρέχονται, θα πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με ένα εκ των υστέρων κριτήριο.

4.7

Μεταξύ των προτάσεων απλούστευσης περιλαμβάνονται:

μείωση του αριθμού των δικαιούχων χωρών

μείωση του αριθμού των βιομηχανικών τομέων και των κατηγοριών προϊόντων

αποκλεισμός των χωρών που έχουν συνάψει διμερή συμφωνία με την ΕΕ

αποκλεισμός των χωρών που επωφελούνται από περιφερειακή εμπορική συμφωνία

κατάργηση των ειδικών προτιμήσεων ή η μείωση του αριθμού τους

απλούστευση των κανόνων που αφορούν τη χώρα προέλευσης

απλούστευση ή εξάλειψη του μηχανισμού διαβάθμισης

εξάλειψη όλων των δασμών κατ' αξία 3 % ή λιγότερο και όλων των ειδικών δασμών ίσης ή χαμηλότερης αξίας των 5 ευρώ.

Οι υποστηρικτές της πρότασης περί περιορισμού των δικαιούχων στις 49 λιγότερο αναπτυγμένες χώρες επισήμαναν ότι το μέτρο αυτό θα οδηγούσε ipso facto σε απλούστευση του συστήματος.

4.8

Η γενική άποψη είναι ότι η λειτουργία του μηχανισμού διαβάθμισης δεν είναι ικανοποιητική και έχει προκαλέσει πολλές αντιθέσεις. Ένας από τους ερωτηθέντες έφτασε στο σημείο να βεβαιώσει ότι το ισχύον σύστημα διαβάθμισης είναι ολοκληρωτικά αδιαφανές. Πρέπει να σημειωθεί ότι η απώλεια του καθεστώτος ΓΔΠ έχει επανειλημμένως οδηγήσει στη μείωση των άμεσων ξένων επενδύσεων στην ενδιαφερόμενη χώρα δεδομένου ότι οι επενδύσεις συνδέονταν με την ύπαρξη των δασμολογικών προτιμήσεων: οι αποκλεισμένες χώρες βρέθηκαν συνεπώς σε διττή μειονεκτική θέση. Ένα άλλο πρόβλημα συνίσταται στο γεγονός ότι η περίοδος αναφοράς που χρησιμοποιείται για την ενημέρωση της διαβάθμισης απέχει σημαντικά από το χρόνο της πραγματικής ενημέρωσης: για παράδειγμα, η περίοδος αναφοράς για το 2003 είναι η περίοδος 1997-1999.

4.9

Σε γενικές γραμμές, υποστηρίζεται ότι δεν υπάρχει μόνο έλλειψη συνοχής των γενικών εμπορικών και των αναπτυξιακών πολιτικών της ΕΕ αλλά και ότι οι πολιτικές αυτές είναι ενίοτε αλληλοσυγκρουόμενες. Για την επανόρθωση της κατάστασης αυτής και την επίτευξη ισορροπίας μεταξύ των διαφόρων παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, θα απαιτηθεί συντονισμένη προσέγγιση από όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ καθώς και η ενεργός συμμετοχή ορισμένων Γενικών Διευθύνσεων της Επιτροπής.

5.   Η θέση των τρίτων χωρών

5.1

Το ίδιο ερωτηματολόγιο απεστάλη στις κυβερνήσεις και τις αντιπροσωπευτικές οργανώσεις μιας σειράς δικαιούχων χωρών. Δυστυχώς, ελάχιστες απαντήσεις παρελήφθησαν και τα αποτελέσματα δεν ελήφθησαν υπόψη στην έρευνα αυτή επειδή κρίθηκε ότι η ανταπόκριση ήταν πολύ μικρή για να μπορέσει να αποτελέσει σημαντικό στατιστικό δείγμα. Ωστόσο, η ΕΟΚΕ συνεχίζει να συνδράμει ενεργώς τις αναπτυσσόμενες χώρες προκειμένου να αναπτύξουν τις ικανότητές τους ώστε να ανταποκριθούν σε απαιτήσεις της φύσης αυτής.

6.   Ειδικές παρατηρήσεις

6.1

Φαίνεται πιθανό, λαμβανομένης υπόψη της δυσοίωνης αρχής τους, ότι οι διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ντόχα του ΠΟΕ θα είναι εξίσου παρατεταμένες με τις διαπραγματεύσεις των προηγούμενων γύρων. Για το λόγο αυτόν, η ΕΟΚΕ υποστηρίζει την απόφαση της Επιτροπής να προβεί στη θέσπιση του νέου συστήματος με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2006 και να μην περιμένει τα αποτελέσματα του Γύρου της Ντόχα κάποια απροσδιόριστη στιγμή στο μέλλον.

6.2

Η πρωτοβουλία που δρομολόγησε η ΕΕ στο πλαίσιο της συμφωνίας «Οτιδήποτε εκτός από όπλα» για τις 49 λιγότερο αναπτυγμένες χώρες συνεπάγεται τον ουσιαστικό αποκλεισμό τους από το σύστημα ΓΔΠ. Εφόσον έχουν το δικαίωμα να εξάγουν αδασμολόγητα όλα τα άλλα προϊόντα (με ορισμένες μεταβατικές εξαιρέσεις στο γεωργικό τομέα) στην ΕΕ σε απεριόριστες ποσότητες, το σύστημα ΓΔΠ δεν ισχύει πλέον για αυτές τις χώρες, δεδομένου ότι δεν μπορεί να μειωθεί μέσω προτιμήσεων ό,τι έχει ήδη καθοριστεί σε μηδενικό επίπεδο.

6.3

Το σύστημα ΓΔΠ είναι ένα στοιχείο της αναπτυξιακής πολιτικής της ΕΕ. Κατά συνέπεια, πρέπει να ευθυγραμμίζεται με τα άλλα στοιχεία της πολιτικής αυτής. Κάθε τροποποίηση του συστήματος ΓΔΠ πρέπει να εξετάζεται υπό το φως της γενικής αναπτυξιακής πολιτικής. Για τον σκοπό αυτόν, θα απαιτηθεί στενός συντονισμός μεταξύ των αρμοδίων Γενικών Διευθύνσεων της Επιτροπής.

6.4

Η ΕΟΚΕ ελπίζει ότι θα αξιοποιηθεί η ευκαιρία που θα δοθεί με τη θέσπιση του νέου συστήματος για να εναρμονιστούν όλοι οι κανόνες και διαδικασίες του καθεστώτος.

6.5

Πρωταρχικός στόχος του συστήματος ΓΔΠ είναι να βοηθήσει τις αναπτυσσόμενες χώρες να αναπτύξουν τις οικονομίες τους. Δεν μπορεί να θεωρείται πανάκεια για όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν αυτές οι χώρες.

6.6

Το ισχύον σύστημα ΓΔΠ έχει δεχτεί πολλές επικρίσεις, και συγκεκριμένα:

ότι καλύπτει υπερβολικά πολλές χώρες·

ότι τα ειδικά καθεστώτα ενθάρρυνσης απέτυχαν·

ότι ο καταμερισμός των οφελών δεν είναι ισόρροπος·

ότι ο μηχανισμός διαβάθμισης είναι υπερβολικά περίπλοκος·

ότι είναι ευάλωτο στις απάτες·

ότι ο αντίκτυπός του έχει αμβλυνθεί λόγω της μείωσης των δασμών.

6.6.1

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι το σύστημα ΓΔΠ καλύπτει υπερβολικά πολλές χώρες. Ο παρών κατάλογος δικαιούχων χωρών περιλαμβάνει 174 χώρες μεταξύ των οποίων υπάρχουν μεγάλες διαφορές από άποψη ανάπτυξης, όγκου εμπορικών συναλλαγών, κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ, επιπέδου εκβιομηχάνισης, επιπέδου φτώχειας και συμμόρφωσης με τα διεθνώς αποδεκτά πρότυπα κοινωνικής ευθύνης.

6.6.1.1

Από τη μία πλευρά, περιλαμβάνει βασικούς εμπορικούς εταίρους, όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ρωσική Ομοσπονδία και η Νότια Αφρική, που αποτελούν τρομακτικούς ανταγωνιστές της ΕΕ σε πολλούς τομείς αγορών. Από την άλλη πλευρά, περιλαμβάνει απόκεντρα νησιωτικά εδάφη με πολύ μικρές οικονομίες, όπως η Νήσος των Χριστουγέννων, η νήσος Χερντ, οι νήσοι ΜακΝτόναλντ, η νήσος Νότια Γεωργία και οι νήσοι Σάντουιτς. Μεταξύ των δύο αυτών άκρων υπάρχουν φορολογικοί παράδεισοι όπως οι νήσοι Κεϊμάν, πετρελαιοπαραγωγικές χώρες όπως το Κουβέιτ, χώρες με καλά αναπτυγμένες οικονομίες όπως η Αίγυπτος και χώρες με απολυταρχικά καθεστώτα όπως η Ζιμπάμπουε.

6.6.1.2

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την πρόταση να μην είναι το κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ το μοναδικό κριτήριο που χρησιμοποιείται για τον καθορισμό της επιλεξιμότητας για συμπερίληψη στο καθεστώς ΓΔΠ. Συμμερίζεται επίσης τις ανησυχίες που εκφράστηκαν σε πολλούς κύκλους ότι υπερβολικό ποσοστό οφελών διοχετεύεται σε εκείνες τις χώρες που το έχουν λιγότερο ανάγκη. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η συνδρομή στο πλαίσιο του συστήματος ΓΔΠ επικεντρώνεται σε εκείνες τις χώρες που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη, η ΕΟΚΕ συνιστά οι νέες κατευθυντήριες γραμμές να αποκλείουν από τη συμμετοχή τις ακόλουθες κατηγορίες:

τις χώρες που δεν έχουν χαρακτηριστεί από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών ως «αναπτυσσόμενες χώρες»·

τις χώρες που έχουν συνάψει διμερείς ή περιφερειακές εμπορικές συμφωνίες με την ΕΕ·

τις χώρες που είναι μέλη του ΟΠΕΚ·

τις χώρες που έχουν πρόγραμμα πυρηνικών όπλων·

τις χώρες που λειτουργούν ως φορολογικοί παράδεισοι.

6.6.1.3

Για να μην θιγούν οι χώρες που έχουν ήδη διμερείς ή περιφερειακές εμπορικές συμφωνίες με την ΕΕ, θα πρέπει να είναι δυνατή η τροποποίηση των υφιστάμενων συμφωνιών κατά τρόπο που να εδραιώνονται στις συμφωνίες όλα τα οφέλη τα οποία ενδέχεται να δικαιούνται σήμερα στο πλαίσιο του καθεστώτος ΓΔΠ.

6.6.2

Η ΕΟΚΕ αποδίδει ύψιστη σημασία στην προώθηση της τήρησης των βασικών κανόνων εργασίας, στην προστασία του περιβάλλοντος και στην καταπολέμηση του εμπορίου ναρκωτικών. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι το παρόν σύστημα γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων υπήρξε πλήρως αναποτελεσματικό και δεν κατόρθωσε να επιτύχει κανέναν από τους στόχους αυτούς. Μόνο μία χώρα συμπεριλήφθηκε στα ειδικά καθεστώτα ενθάρρυνσης για την προστασία των δικαιωμάτων εργασίας και απολύτως καμία στα καθεστώτα για την προστασία του περιβάλλοντος, ενώ τίποτα δεν αποδεικνύει ότι τα ειδικά καθεστώτα ενθάρρυνσης για την καταπολέμηση της παραγωγής και της διακίνησης ναρκωτικών, από τα οποία επωφελήθηκαν δώδεκα χώρες, είχαν οποιονδήποτε αντίκτυπο στο εμπόριο ναρκωτικών.

6.6.2.1

Η ΕΟΚΕ θεωρεί άσκοπη την παράταση ενός συστήματος το οποίο, αν και αξιόλογο από άποψη στόχων, απέτυχε τόσο παταγωδώς στην πράξη. Εκτιμά ότι πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο εξεύρεσης αποτελεσματικότερων τρόπων για την επίτευξη αυτών των σημαντικών στόχων. Εάν εκτιμηθεί ότι το σύστημα ΓΔΠ πρέπει να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό αυτόν, τότε ο καλύτερος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι με τη μεγαλύτερη χρήση του μηχανισμού προσωρινής αναστολής. Μέχρι σήμερα, ο μηχανισμός αυτός έχει χρησιμοποιηθεί για μία μόνο από τις χώρες του καταλόγου των 174, παρά το ότι εύκολα μπορούν να διαπιστωθούν παραβιάσεις των απαιτούμενων κανόνων απανταχού. Σε πολλές περιπτώσεις, αυτό οφείλεται στο ότι δεν θεωρείται σκόπιμο από πολιτική άποψη να θίγονται ή να αντιμετωπίζονται προκλητικά τα καθεστώτα των ενδιαφερομένων χωρών· η ΕΟΚΕ δεν μπορεί να αποδεχτεί την υπαγωγή θεμάτων αρχής σε πολιτικές σκοπιμότητες.

6.6.2.2.

Η ΕΟΚΕ συνιστά στην Επιτροπή να ορίσει, ως μέρος των νέων κατευθυντήριων γραμμών, σαφείς κανόνες για την προστασία των δικαιωμάτων εργασίας, την προστασία του περιβάλλοντος, την καταστολή του εμπορίου ναρκωτικών, το σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, τη βιώσιμη ανάπτυξη και άλλους τομείς ενδιαφέροντος όπως η προστασία του καταναλωτή και καλή μεταχείριση των ζώων. Σε ένα πρώτο στάδιο, θα εφιστάται η προσοχή των χωρών στις οποίες διαπιστώνονται σοβαρές και συστηματικές παραβιάσεις των κανόνων αυτών στις καταχρήσεις τους και θα τους ζητείται να διορθωθούν· στις περιπτώσεις που αγνοούνται, θα πρέπει να εκδίδεται δημόσια προειδοποίηση ότι η μη συμμόρφωση με τους απαιτούμενους κανόνες εντός καθορισμένης προθεσμίας θα οδηγεί σε προσωρινή αναστολή της εφαρμογής όλων των οφελών ΓΔΠ· στις χώρες που δεν λαμβάνουν υπόψη αυτές τις προειδοποιήσεις θα αναστέλλονται προσωρινά όλες οι προτιμήσεις έως ότου συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις. Προκειμένου να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, η αναστολή αυτή πρέπει να θεωρείται ως μέτρο που θα επιβάλλεται συστηματικά, όταν κρίνεται αναγκαίο, και όχι ως έσχατο όπλο που θα χρησιμοποιείται μόνο σε ακραίες περιπτώσεις.

6.6.2.3

Εφόσον υπάρχουν διεθνώς αποδεκτοί κανόνες, όπως στην περίπτωση των βασικών κανόνων εργασίας του ΔΟΕ (8), αυτοί θα πρέπει να αποτελούν τη βάση των εφαρμοστέων κανόνων της ΕΕ. Ωστόσο, η απουσία τέτοιων διεθνών κανόνων δεν θα πρέπει να αποτελεί εμπόδιο στη διατύπωση συναφών κανόνων της ΕΕ και την εφαρμογή τους. Η ΕΕ δικαιούται να επιβάλλει όρους στη διεξαγωγή προτιμησιακών εμπορικών συναλλαγών με απόλυτη διακριτική ευχέρεια. Είναι μεγάλοι οι πειρασμοί ανοχής στη διακίνηση ναρκωτικών, εθελοτυφλίας έναντι των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και καταστροφής του περιβάλλοντος και είναι αναγκαίο να υπάρχει μια αντισταθμιστική δύναμη επαρκούς βαρύτητας. Παράλληλα είναι ουσιώδες να τονιστεί ο παράγοντας της ηθικής επιταγής στους τομείς αυτούς προκειμένου να αντικρουστεί η κατηγορία ότι αυτές οι απαιτήσεις αποτελούν απλώς μία άλλη μορφή συγκεκαλυμμένου μη δασμολογικού φραγμού.

6.6.3

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι δεν είναι ισόρροπος ο ισχύων καταμερισμός των οφελών, δεδομένου ότι οι μεγαλύτεροι δικαιούχοι είναι οι πιο προηγμένες από τις αναπτυσσόμενες χώρες και όχι οι χώρες που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη συνδρομής. Η ΕΟΚΕ είναι της άποψης ότι ο αποκλεισμός των κατηγοριών που αναφέρονται στο σημείο 6.6.1.2 ανωτέρω θα συνέβαλε στην αποκατάσταση της ισορροπίας. Προκειμένου να ενθαρρυνθεί η οικονομική ανάπτυξη των φτωχότερων χωρών, οι προτιμήσεις για τα προϊόντα πρέπει να καθορίζονται κατά κύριο λόγο σε συνάρτηση με τα εξαγωγικά συμφέροντα της δικαιούχου χώρας. Μια ορθολογικότερη οργάνωση των βιομηχανικών τομέων και των κατηγοριών προϊόντων που καλύπτονται από το σύστημα θα απλούστευε σημαντικά τη διαδικασία.

6.6.4

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι το παρόν σύστημα διαβάθμισης είναι υπερβολικά περίπλοκο και ότι το γεγονός αυτό έχει προκαλέσει σημαντικές αντιθέσεις και δυσαρέσκειες, ιδίως στις χώρες στις οποίες εφαρμόστηκε· είναι προφανές ότι θα ήταν ευκταία η βελτίωσή του, ωστόσο η ΕΟΚΕ δεν συμφωνεί με όσους απαιτούν την παύση του μηχανισμού διαβάθμισης. Η διαβάθμιση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως κύρωση αλλά μάλλον ως αναγνώριση του γεγονότος ότι οι προτιμήσεις ήταν αποτελεσματικές και ότι ένας συγκεκριμένος βιομηχανικός τομέας αναπτύχθηκε σε τέτοιο βαθμό που δεν χρειάζεται πλέον προτιμησιακή βοήθεια. Το αληθές του ισχυρισμού αυτού αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οκτώ από τις εννιά βιομηχανίες στις οποίες εφαρμόστηκε ο μηχανισμός διαβάθμισης μέχρι σήμερα συνέχισαν και μετά τη διαβάθμιση να αυξάνουν τον όγκο των εξαγωγών τους στην ΕΕ. Η υπόθεση ότι οι τομείς, και οι χώρες, θα φτάσουν τελικά στο στάδιο αυτό αποτελεί εγγενές στοιχείο του συστήματος γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων.

6.6.4.1

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι το σύστημα διαβάθμισης πρέπει να απλουστευθεί, να καταστεί διαφανέστερο και να συνοδευτεί από στατιστική οικονομική εκτίμηση βασισμένη σε έναν τύπο δεικτών της αγοράς και από σοβαρή αξιολόγηση της αγοράς του σχετικού τομέα. Θα ήταν επωφελές για τη ΓΔ «Επιχειρήσεις» να συμμετάσχει στη διαδικασία αυτή ενώ θα πρέπει να διενεργηθεί δημοσκόπηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Επιπλέον, πρέπει να μειωθεί το διάστημα μεταξύ του σημείου διαβάθμισης και της περιόδου αναφοράς.

6.6.4.2

Η ΕΟΚΕ συνιστά να διατηρηθεί στις κατευθυντήριες γραμμές για το νέο οριστικό σύστημα η διάταξη που ενσωματώθηκε στο προσωρινό καθεστώς σύμφωνα με την οποία η διαδικασία διαβάθμισης δεν πρέπει να εφαρμόζεται σε καμία δικαιούχο χώρα της οποίας οι εξαγωγές προς την ΕΚ αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 1 % των συνολικών κοινοτικών εισαγωγών προϊόντων που καλύπτονται από το κοινοτικό προτιμησιακό σύστημα σε τουλάχιστον ένα από τα έτη αναφοράς. Εκτιμά μάλιστα ότι πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο αύξησης αυτού του κατώτατου ορίου.

6.6.5

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ανησυχία της για τη συχνότητα των περιπτώσεων απάτης και εκτιμά ότι πρέπει να ληφθεί κάθε δυνατό μέτρο για τη μείωσή τους. Οι κανόνες προέλευσης είναι υπερβολικά περίπλοκοι και δυσεφάρμοστοι· εύκολα μπορούν να παρερμηνευτούν και απαιτούν βαθιά γνώση ενός τεράστιου όγκου νομικών κειμένων· κατά συνέπεια, αφενός περιορίζουν τις εμπορικές συναλλαγές και αφετέρου ενθαρρύνουν τις απάτες. Πολύ συχνά οι δικαιούχοι χώρες λειτουργούν απλώς ως σημεία διαμετακόμισης των προϊόντων των μη δικαιούχων χωρών. Η συχνότητα πλημμελούς έκδοσης ή παραποίησης των πιστοποιητικών του ΣΓΠ τύπου Α σε ορισμένες χώρες προέλευσης στη δεκαετία του 1990 αποτελεί τυπικό παράδειγμα. Πρέπει να υπάρχει αποτελεσματικό σύστημα ελέγχου, επαλήθευσης και εκτέλεσης, για το οποίο θα απαιτηθούν η ενίσχυση των τελωνειακών υπηρεσιών στην ΕΕ και η βελτίωση του μεταξύ τους συντονισμού.

6.6.5.1

Πρέπει επίσης να απαιτηθεί από τις δικαιούχους χώρες να ενισχύσουν τους ελέγχους τους· στους δικαιούχους οι οποίοι δείχνουν ανοχή στις απάτες με τη διενέργεια αναποτελεσματικών μηχανισμών ελέγχου πρέπει να επιβάλλεται προσωρινή αναστολή της προτιμησιακής μεταχείρισης. Η ΕΕ επιβαρύνεται με επιπλέον ετήσιες δαπάνες 2,2 δις ευρώ λόγω απολεσθέντων τελωνειακών εσόδων προκειμένου να χρηματοδοτήσει το σύστημα ΓΔΠ. Αντίθετα, οι συμμετέχουσες χώρες λαμβάνουν συλλογικό ετήσιο όφελος του ίδιου ύψους· εφόσον η ΕΕ χορηγεί πλεονεκτήματα τέτοιου μεγέθους, δικαιούται να επιβάλλει τους όρους χορήγησης αυτών των πλεονεκτημάτων.

6.6.5.2

Υπάρχει, επίσης, ανάγκη για στενότερες επαφές και συνεργασία των τελωνιακών υπηρεσιών της ΕΕ και των χωρών προέλευσης. Αυτό ενδεχομένως να απαιτήσει οικονομική δέσμευση από πλευράς Κοινότητας για να διασφαλιστεί ο σύνδεσμος των τελωνιακών της Κοινότητας με του ομόλογούς τους των αναπτυσσομένων χωρών. Εξάλλου, αυτό μπορεί να απαιτήσει παροχή διευκολύνσεων κατάρτισης των τελωνιακών υπηρεσιών των εν λόγω χωρών. Επίσης, υπάρχει και η πτυχή ασφαλείας. Στο παρόν κλίμα, πρέπει να αναγνωριστεί ότι, στην πραγματικότητα, τα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ δεν συμπίπτουν μόνο με τα σύνορα των κρατών μελών, αλλά ολοένα και περισσότερο με την επικράτεια των χωρών από τις οποίες προέρχονται οι εισαγωγές της. Σήμερα, η ΕΟΚΕ καταρτίζει γνωμοδότηση για το θέμα αυτό (9).

6.6.6

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι η αποτελεσματικότητα των γενικευμένων προτιμήσεων διαβρώνεται συνεχώς από τις προοδευτικές γενικές δασμολογικές μειώσεις ως αποτέλεσμα των διαδοχικών διαπραγματευτικών γύρων της ΓΣΔΕ. Θεωρεί αυτή την κατάσταση αναπόφευκτη και όχι αναγκαστικά απευκταία. Έχει αποδειχτεί σαφώς ότι οι γενικές δασμολογικές μειώσεις κατόρθωσαν να τονώσουν το παγκόσμιο εμπόριο και η βελτίωση της παγκόσμιας εμπορικής δραστηριότητας δεν μπορεί παρά να είναι προς όφελος όλων των συναλλασσόμενων χωρών. Πράγματι, η εξέλιξη αυτής της διαδικασίας είναι τέτοια ώστε οι νέες κατευθυντήριες γραμμές, που προβλέπεται να παραμείνουν σε ισχύ για μια δεκαετία, πιθανό να είναι η τελευταία εφαρμογή συμβατικού συστήματος μειωμένων δασμών από την ΕΕ.

6.7

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι οι υφιστάμενοι κανόνες προέλευσης που ισχύουν για τις προτιμησιακές συναλλαγές είναι υπερβολικά περίπλοκοι. Ως αποτέλεσμα, προκαλούν άσκοπες επιβαρύνσεις συμμόρφωσης στους εισαγωγείς της ΕΕ και οδηγούν σε ένα σύστημα που χαρακτηρίζεται από αδιαφάνεια και σύγχυση. Ένα τέτοιο σύστημα μπορεί μόνο να οδηγήσει σε απάτες. Η ΕΟΚΕ θα ήθελε να αντικατασταθούν αυτοί οι κανόνες με νέους κανόνες που θα καταρτιστούν σύμφωνα με εκείνους που ισχύουν σήμερα για τα μη προτιμησιακά προϊόντα.

6.8

Ένα πρόσθετο μέτρο απλούστευσης θα ήταν η εξάλειψη των δασμών στις περιπτώσεις που η προτιμησιακή μεταχείριση οδηγεί σε: κατ' αξία δασμούς ίσους ή μικρότερους του 3 % ειδικούς δασμούς ίσης ή χαμηλότερης αξίας των 5 ευρώ.

6.9

Προκειμένου να δοθεί στις κυβερνήσεις των αναπτυσσόμενων χωρών και στους εισαγωγείς της ΕΕ χρόνος για την αναπροσαρμογή του χρονοδιαγράμματός τους, οποιαδήποτε τροποποίηση της προτιμησιακής μεταχείρισης μιας χώρας πρέπει να δημοσιοποιείται ένα έτος πριν από τη θέση σε ισχύ.

6.10

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι οι νέες κατευθυντήριες γραμμές πρέπει να είναι: απλές προβλέψιμες εύκολα διαχειρίσιμες συνεπείς διαφανείς συναφείς δίκαιες χρονικά σταθερές.

7.   Συμπεράσματα

7.1

Η ΕΟΚΕ επιδοκιμάζει την απόφαση της Επιτροπής ως προς τη θέσπιση του νέου συστήματος ΓΔΠ με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2006.

7.2

Η ΕΟΚΕ συνιστά επιμόνως να αξιοποιηθεί πλήρως η δυνατότητα εναρμόνισης, ενοποίησης και εξορθολογισμού όλων των κανόνων και διαδικασιών του συστήματος ΓΔΠ στις νέες κατευθυντήριες γραμμές.

7.3

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η Επιτροπή θα πρέπει να καταρτίσει αναλυτική εκτίμηση επιπτώσεων μαζί με τις προτάσεις της για τις νέες κατευθυντήριες γραμμές.

7.4

Η ΕΟΚΕ αναγνωρίζει ότι τα υφιστάμενα ειδικά καθεστώτα ενθάρρυνσης αποδείχθηκαν αναποτελεσματικά και κρίνει ότι θα πρέπει να καταργηθούν. Αντίθετα, η Επιτροπή οφείλει να θεσπίσει διεθνώς αποδεκτούς κανόνες οι οποίοι βασίζονται στις θεμελιώδης αρχές της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Η πρόσβαση των χωρών, οι οποίες παραβιάζουν τους απαιτούμενους κανόνες, σε όλους τους προτιμησιακούς δασμούς πρέπει να αναστέλλεται προσωρινά.

7.5

Η ΕΟΚΕ συμφωνεί με την άποψη ότι στο σύστημα γενικευμένων προτιμήσεων συμμετέχει υπερβολικά μεγάλος αριθμός χωρών και κρίνει ότι ο αριθμός αυτός πρέπει να περιοριστεί έτσι όπως αναφέρεται στο κείμενο.

7.6

Η ΕΟΚΕ συνιστά να διατηρηθεί ο μηχανισμός διαβάθμισης. Όμως, πρέπει να απλουστευθεί και να καταστεί διαφανέστερος.

7.7

Η ΕΟΚΕ εκφράζει την ανησυχία της για τη συχνότητα των περιπτώσεων απάτης στο ισχύον σύστημα και ζητεί να προβλεφθούν αυστηρότεροι έλεγχοι.

7.8

Η ΕΟΚΕ θεωρεί ότι οι ισχύοντες προτιμησιακοί κανόνες σχετικά με τη χώρα προέλευσης είναι υπερβολικά πολύπλοκοι και προτείνει την απλούστευσή τους σύμφωνα με τους ισχύοντες μη προτιμησιακούς κανόνες προέλευσης.

7.9

Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι η απλούστευση του συστήματος πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό στόχο των νέων κατευθυντήριων γραμμών. Ελπίζει ότι οι προτάσεις τις οποίες διατύπωσε για τη μείωση, μεταξύ άλλων, του αριθμού των δικαιούχων χωρών, την αντικατάσταση των ειδικών καθεστώτων ενθάρρυνσης με την εφαρμογή του μηχανισμού προσωρινής αναστολής βάσει σαφώς καθορισμένων κανόνων, την αντικατάσταση των ισχυόντων κανόνων προέλευσης με κανόνες που θα βασίζονται στους μη προτιμησιακούς κανόνες προέλευσης, τη μείωση του χρονικού διαστήματος ανάμεσα στο σημείο διαβάθμισης και την περίοδο αναφοράς και τον εξορθολογισμό των βιομηχανικών τομέων και των κατηγοριών προϊόντων που καλύπτονται από το σύστημα θα συμβάλουν στην επίτευξη αυτού του στόχου.

7.10

Η παρούσα γνωμοδότηση, η οποία καταρτίστηκε κατόπιν αιτήσεως του κ. Lamy, αποτελεί ένα σημαντικό πρώτο βήμα στη διαδικασία διαβούλευσης με την κοινωνία των πολιτών επί του θέματος αυτού. Η ΕΟΚΕ εκτιμά ότι, πριν από τη θέσπιση των νέων κατευθυντήριων γραμμών, πρέπει να πραγματοποιηθεί περαιτέρω εκτεταμένη και έγκαιρη διαβούλευση για τις προτάσεις με τους ενδιαφερόμενους φορείς, τόσο στην ΕΕ όσο και στις αναπτυσσόμενες χώρες.

Βρυξέλλες, 25 Φεβρουαρίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  Γνωμοδότηση για την «Πρόταση κανονισμού (ΕΚ) του Συμβουλίου για την εφαρμογή πολυετούς προγράμματος γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1999 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001» - [COM (1998) 521 τελικό - 98/0280 (ACC)], (ΕΕ C 40 της 15.2.1999).

(2)  Γνωμοδότηση σχετικά με την «Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την εφαρμογή συστήματος γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1999 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001» - COM (2001) 293 τελικό - 2001/0131 (ACC), (ΕΕ C 311 της 7.11.2001).

(3)  Γνωμοδότηση για την «Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την παράταση, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2005, της εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2501/2001 για την εφαρμογή συστήματος γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2002 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2004 και την τροποποίηση του εν λόγω κανονισμού» - COM (2003) 634 τελικό – 2003/0259ACC.

(4)  Γνωμοδότηση σχετικά με την «Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την εφαρμογή συστήματος γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1999 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001« - COM (2001) 293 τελικό - 2001/0131 (ACC), (ΕΕ C 311 της 7.11.2001, παρ. 3.6).

(5)  Γνωμοδότηση σχετικά με την «Πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την εφαρμογή συστήματος γενικευμένων δασμολογικών προτιμήσεων για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1999 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001» - COM (2001) 293 τελικό - 2001/0131 (ACC), (ΕΕ C 311 της 7.11.2001).

(6)  αυτ.

(7)  Γνωμοδότηση για την απλοποίηση, εισηγητής: ο κ. Walker (ΕΕ C 48 της 21.02.2002), γνωμοδότηση για την «Ανακοίνωση της Επιτροπής – Απλούστευση και βελτίωση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος» - COM(2001) 726 τελικό (ΕΕ C 125 της 27.05.2002) και γνωμοδότηση για την «Απλούστευση», (ΕΕ C 133 της 6.6.2003).

(8)  Κανόνες του ΔΟΕ, 29, 87, 98, 100, 111, 138 και 182

(9)  Γνωμοδότηση σχετικά με την «Πρόταση κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα» – COM(2003) 452 τελικό – 2003/0167 (COD).


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 110/40


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής σχετικά με τον «Αντίκτυπο της αμερικανικής συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών στις σχέσεις ΕΕ/Λατινικής Αμερικής/Καραϊβικής»

(2004/C 110/11)

Στις 21 Ιανουαρίου 2003, και σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2, του Εσωτερικού της Κανονισμού, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση με θέμα τον: «Αντίκτυπο της αμερικανικής συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών στις σχέσεις ΕΕ/Λατινικής Αμερικής/Καραϊβικής»

Το ειδικευμένο τμήμα «Εξωτερικές σχέσεις» στο οποίο ανατέθηκε η επεξεργασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του, στις 15 Δεκεμβρίου 2003, (εισηγητής: ο κ. SOARES)

Κατά την 406η, σύνοδο ολομέλειάς της, της 25ης και 26ης Φεβρουαρίου 2004 (συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 109 ψήφους υπέρ, 8 ψήφους κατά και 15 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση:

1.   Σύνθεση της γνωμοδότησης

1.1

Η διαδικασία σύναψης της αμερικανικής συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών (ALCA), που προωθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής (ΗΠΑ), αποτελεί μια πρωτοβουλία μεγάλου βεληνεκούς που αποσκοπεί να καταστήσει την περιοχή της αμερικανικής ηπείρου μία από τις μεγαλύτερες εμπορικές ζώνες του κόσμου με πάνω από 800 εκατομμύρια άτομα, με συνολικό ΑΕγχΠ πάνω από 11 000 δις ευρώ και με εμπορικές συναλλαγές ύψους 3 500 δις ευρώ.

1.2

Παρά τις διάφορες αντιξοότητες της διαδικασίας και τις επιφυλάξεις που διατήρησαν ορισμένοι όσον αφορά την τήρηση των προθεσμιών που έχουν καθοριστεί από την ατζέντα, είναι γεγονός ότι μέχρι σήμερα, η προθεσμία του Ιανουαρίου 2005 θεωρείται ως η τελική για την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων προκειμένου η ALCA να τεθεί σε ισχύ τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους. Εξάλλου, η αποτυχία της υπουργικής διάσκεψης του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου που πραγματοποιήθηκε από τις 10 έως τις 14 Σεπτεμβρίου 2003 στο Κανκούν έδωσε νέα ώθηση στο σχέδιο ALCA η έκτακτη διάσκεψη για το οποίο ορίστηκε να πραγματοποιηθεί τον Ιανουάριο του 2004. Πράγματι, η υπουργική διάσκεψη του σχεδίου ACCA που πραγματοποιήθηκε στα μέσα Νοεμβρίου 2003 στο Μαϊάμι, επέτρεψε την απεμπλοκή των διαπραγματεύσεων ώστε να διατηρηθεί η επίσημη ημερομηνία θέσης σε ισχύ (Δεκέμβριος 2005). Ωστόσο, η συμφωνία που επετεύχθη κατά τη συνεδρίαση αυτή προβλέπει ένα ηπιότερο σχέδιο ALCA.

1.3

Ένα από τα χαρακτηριστικά του σχεδίου ALCA, και το οποίο επικρίνεται από πολλούς φορείς της λατινοαμερικανικής κοινωνίας είναι η αποκλειστικά εμπορική του πλευρά που θα επιδεινώσει ακόμη περισσότερο τις υφιστάμενες ασυμμετρίες σε μια περιοχή όπου οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν από μόνες τους το 77 % του ΑΕγχΠ της αμερικανικής ηπείρου και το 62 % του συνόλου των εξαγωγών.

1.4

Οι θέσεις της κοινωνίας των πολιτών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής (ΛΑΚ) για το σχέδιο αυτό είναι πολύ διαφορετικές. Αφενός, ο επιχειρηματικός κόσμος βλέπει στο σχέδιο ALCA τη δυνατότητα πρόσβασης στη μεγάλη αμερικανική αγορά έστω και αν ορισμένες επιχειρήσεις φοβούνται τον αμερικανικό και καναδικό ανταγωνισμό· αφετέρου, ορισμένοι κλάδοι που έχουν συσπειρωθεί γύρω από την Κοινωνική Ηπειρωτική Ένωση (συνδικάτα, ΜΚΟ, πανεπιστημιακά ιδρύματα) αρνούνται το σχέδιο ALCA εφόσον οι κυριότερες ανησυχίες τους - σεβασμός του περιβάλλοντος, δικαιώματα των εργαζομένων, κοινωνικός αποκλεισμός, εξωτερικό χρέος, δημοκρατία και σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εκμετάλλευση των παιδιών και σεβασμός των αυτοχθόνων πληθυσμών – δεν συνεκτιμούνται ή δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη στο σχέδιο.

1.5

Είναι επιτακτική ανάγκη η ΕΕ στις διαπραγματεύσεις της με την ΛΑΚ να δεσμευτεί με μεγαλύτερη πολιτική βούληση εφόσον πρόκειται για τα οικονομικά και εμπορικά συμφέροντά της. Η ΕΕ δεν πρέπει να ξεχνά ότι η θέση σε ισχύ της ALENA (Βορειοαμερικανική συμφωνία ελευθέρων συναλλαγών) είχε αρνητικές συνέπειες στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που έχασαν τη μισή μεξικανική αγορά. Παρά τη συμφωνία σύνδεσης που συνήψε σε σύντομο χρονικό διάστημα η ΕΕ με το Μεξικό, τα χαμένα μερίδια της αγοράς δεν ανακτήθηκαν όλα.

1.6

Το σημερινό πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο της Λατινικής Αμερικής είναι ευνοϊκό ώστε η ΕΕ να ολοκληρώσει με επιτυχία τις διαπραγματεύσεις με τους εταίρους της ΛΑΚ και ιδιαίτερα με την MERCOSUR.

1.6.1

Η εκλογή του Luis Inácio Lula da Silva στη Βραζιλία και του Nestor Kirschner στην Αργεντινή αντικατοπτρίζουν το αίτημα για αλλαγή στην περιοχή. Εκτός από το κοινό ενδιαφέρον που έχουν για την ανάπτυξη της MERCOSUR πριν ακόμη συναφθεί η ALCA, επιθυμούν επίσης να προωθήσουν τις σχέσεις με την ΕΕ.

1.6.2

Σήμερα είναι περισσότερο έκδηλη από κάθε άλλη φορά η ανάγκη για «Ευρώπη» στη μαστιζόμενη από κρίση λατινοαμερικανική ήπειρο και την Καραϊβική. Η ΕΕ εξακολουθεί να θεωρείται ως κοινωνικό και πολιτικό πρότυπο αναφοράς. Η μεγάλη πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι χώρες της ΛΑΚ είναι η εξεύρεση ενός οικονομικού και κοινωνικού προτύπου εναλλακτικού της «συναίνεσης της Ουάσιγκτον» και του υπερβολικά ηγεμονικού σχεδίου ολοκλήρωσης που προωθούν οι ΗΠΑ.

1.7

Αν και αυτή η επιθυμία για περισσότερη Ευρώπη στην κοινωνία της Λατινικής Αμερικής είναι αισθητή κυρίως στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις, η ΕΕ πρέπει να καταβάλει σημαντικές προσπάθειες για να ενσωματώσει καλύτερα στη στρατηγική της την κοινωνία των πολιτών. Μόνο μια αποφασιστική πολιτική δέσμευση, με κατάλληλη και αποτελεσματική ενημέρωση, και συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών θα δείξει ότι πρόκειται για ένα σχέδιο αμοιβαίου οφέλους. Η ΕΕ δεν επιτρέπεται να διαπράξει το ίδιο σφάλμα που έκανε με το σχέδιο ALCA.

1.8

Η ΕΕ πρέπει επίσης να λάβει υπόψη της την αποτυχία των πολυμερών διαπραγματεύσεων στο Κανκούν και να εκτιμήσει ότι οι διεθνείς εταίροι της, όπως και οι ΗΠΑ, είναι αποφασισμένοι να ακολουθήσουν άλλες κατευθύνσεις, όπως είναι οι διμερείς και διπεριφερειακές σχέσεις, για την ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου. Η αποτυχία του Κανκούν αποτελεί για τις ΗΠΑ, νέο κίνητρο για την προώθηση των διαπραγματεύσεων του σχεδίου ALCA. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΟΚΕ κατανοεί ότι η ΕΕ και η MERCOSUR πρέπει να επιδείξουν μεγαλύτερη πολιτική βούληση προκειμένου να συνάψει συμφωνία σύνδεσης ξεπερνώντας τους δισταγμούς και τα εμπόδια που συνεπάγεται κάθε διαπραγμάτευση. Για να επιτύχει τον ίδιο στόχο με την Κοινότητα των Άνδεων (CAN), αφενός, και με την Κοινή Αγορά της Κεντρικής Αμερικής (MCCA), αφετέρου, το Συμβούλιο της EE πρέπει να δώσει εντολή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αρχίσει τις διαπραγματεύσεις. Στην αντίθετη περίπτωση, η Ένωση θα χάσει την ευκαιρία να είναι στρατηγικός εταίρος της Λατινικής Αμερικής και θα αποδυναμωθεί ο ρόλος της στη χάραξη των νέων κανόνων του παγκόσμιου εμπορίου και της διακυβέρνησης. Οι χώρες της ΛΑΚ αποτελούν φυσικούς συμμάχους για πολιτιστικούς, πολιτικούς και οικονομικούς λόγους, και είναι απαραίτητοι για τον εκ νέου προσδιορισμό του ρόλου της Ευρώπης στην παγκόσμια πολιτική σκηνή.

1.9

Κατά συνέπεια, στην πολιτική που εφαρμόζει σε σχέση με τους εταίρους της, της ΛΑΚ η ΕΕ δεν μπορεί μόνο να αντιδρά. Δεν χρειάζεται να σημειωθεί πρόοδος στις διαπραγματεύσεις με την ALCA για να προχωρήσει η στρατηγική εταιρική σχέση ΕE/ΛΑΚ. Η ΕΕ πρέπει να υιοθετήσει μια πραγματικά ηγετική στάση στο θέμα της διεθνούς πολιτικής και εμπορίου.

1.10

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να μείνει αδιάφορη στις προσδοκίες και στις ορθές διεκδικήσεις των πληθυσμών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής (ΛΑΚ) και θα πρέπει να δώσει νέα πολιτική ώθηση στις σχέσεις της με αυτήν την περιοχή του κόσμου και να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για την υλοποίηση των δεσμεύσεων που αναλήφθηκαν στις Διασκέψεις Κορυφής του Ρίο του 1999 και της Μαδρίτης του 2002. Συνεπώς η ΕΕ πρέπει να χαράξει εκ νέου τη στρατηγική της με βάση τα ακόλουθα:

Την ανάπτυξη σχεδίου δράσης και συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος διαπραγμάτευσης με προτάσεις που θα εκφράζουν και τα συμφέροντα των χωρών ΛΑΚ·

Την ελευθέρωση του εμπορίου που ευνοεί τις οικονομίες και των δύο ζωνών·

Την ευρύτερη συμμετοχή της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών σε όλα τα στάδια των διαπραγματεύσεων·

Τη χάραξη πολιτικής που να στηρίζει τους περιφερειακούς συνασπισμούς της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής·

Την προάσπιση ενός συνεκτικού κοινωνικού προτύπου στις σχέσεις της με την ΛΑΚ που να προωθεί την κοινωνική συνοχή·

Τη σημαντική αύξηση των χρηματοδοτικών μέσων σύμφωνα με τη στρατηγική σημασία της περιοχής·

Την αποσύνδεση σύναψης της συμφωνίας σύνδεσης ΕΕ-MERCOSUR από την ολοκλήρωση του κύκλου διαπραγματεύσεων της Ντόχα·

Την ταχεία σύναψη συμφωνιών σύνδεσης με τις άλλες ομάδες χωρών της περιοχής όπως η CAN (Κοινότητα των Άνδεων) και η MCCA (Κοινή Αγορά της Κεντρικής Αμερικής)·

Την αναθέρμανση του διαπεριφερειακού πολιτικού διαλόγου και κατά συνέπεια την ενίσχυση της παρουσίας ευρωπαίων υπουργών στα διυπουργικά φόρουμ όπως γίνεται στις συναντήσεις ΕΕ-Ομάδα του Ρίο.

2.   Το σχέδιο της αμερικανικής συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών

2.1   Το ιστορικό του σχεδίου ALCA

2.1.1

Η ιδέα ενοποίησης του συνόλου των χωρών της αμερικανικής ηπείρου είναι πολύ παλαιά αλλά ποτέ δεν υλοποιήθηκε λόγω έλλειψης συμφωνίας των χωρών. Η αμερικανική συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών (ALCA) που βρίσκεται τώρα στο στάδιο των διαπραγματεύσεων αποτελεί μια σοβαρή προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση. Πράγματι, η διαδικασία βρίσκεται στην τελική της φάση.

2.1.2

Το σχέδιο αυτό βασίζεται σε μια βορειοαμερικανική πρωτοβουλία που εντάσσεται στο ιδιαίτερο πλαίσιο της δεκαετίας του'80. Η κυβέρνηση Reagan, τον Μάιο του 1982 αναλαμβάνει πρωτοβουλία για την Καραϊβική που έχει ως στόχο την εφαρμογή ενός προγράμματος οικονομικής εταιρικής σχέσης με άξονα το άνοιγμα του εμπορίου και την ιδιωτική πρωτοβουλία. Τον Ιανουάριο του 1998 υπογράφει τη συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών με τον Καναδά (ALE). Οι συνομιλίες για την επέκταση της συμφωνίας αυτής στο Μεξικό πραγματοποιούνται με την πρωτοβουλία της κυβέρνησης Bush (πατέρα) και ολοκληρώνονται με την κυβέρνηση Clinton οπότε και υπογράφεται η Βορειοαμερικανική Συμφωνία Ελεύθερων Συναλλαγών (ALENA).

2.1.3

Το 1990, ο πρόεδρος Bush αναγγέλλει το σχέδιό του για την «Πρωτοβουλία υπέρ των αμερικανικών επιχειρήσεων » (IEA) με στόχο τη δημιουργία μιας ζώνης ελεύθερων συναλλαγών σε ηπειρωτική κλίμακα καθώς και τη σύσταση ταμείου επενδύσεων με σκοπό την ενθάρρυνση πραγματοποίησης οικονομικών μεταρρυθμίσεων, την προσέλκυση διεθνών επενδύσεων και την ελάφρυνση των χρεών των χωρών της Λατινικής Αμερικής.

2.1.4

Από την πλευρά τους, οι κυβερνήσεις των χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής (ΛΑΚ) υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό αυτό το σχέδιο της μεγάλης οικονομικής ένωσης.

2.1.5

Αναλαμβάνοντας την εξουσία, η κυβέρνηση Clinton επιχειρεί εκ νέου τη σύνδεση της αμερικανικής ηπείρου με μία συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών. Η πρώτη διάσκεψη κορυφής των χωρών της αμερικανικής ηπείρου πραγματοποιείται τον Δεκέμβριο του 1994 στο Μαϊάμι όπου συναντώνται οι 34 αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων της ηπείρου, εκτός της Κούβας (1).

2.2   Κατευθυντήριες γραμμές και γενικές αρχές του σχεδίου

2.2.1

Κατά τη διάρκεια της διάσκεψης του Μαϊάμι τα μέρη υιοθετούν ένα Σχέδιο δράσης και μία Δήλωση Αρχής όπου υπάρχουν οι κατευθυντήριες γραμμές και οι γενικές αρχές βασικός στόχος των οποίων είναι η δημιουργία ενός χώρου ελεύθερων συναλλαγών με τη σταδιακή εξάλειψη των φραγμών στο εμπόριο και τις επενδύσεις.

2.2.2

Αυτό το σχέδιο δράσης που αποσκοπεί στην προώθηση της ευημερίας μέσω της οικονομικής ολοκλήρωσης και των ελεύθερων συναλλαγών, περιλαμβάνει τρία ακόμη κεφάλαια: τη διατήρηση και την ενίσχυση της δημοκρατίας, την καταπολέμηση της φτώχειας και των διακρίσεων, την αειφόρο ανάπτυξη και την προστασία του περιβάλλοντος.

2.2.3

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης διάσκεψης κορυφής των χωρών της αμερικανικής ηπείρου που πραγματοποιήθηκε στο Σαντιάγκο το 1998, το σχέδιο αυτό εξετάζεται εκ νέου χωρίς ωστόσο να αλλάξουν οι γενικοί προσανατολισμοί. Τα τέσσερα κεφάλαια γίνονται: η εκπαίδευση· η δημοκρατία, η δικαιοσύνη και τα δικαιώματα του ατόμου· η οικονομική ολοκλήρωση και οι ελεύθερες συναλλαγές· η εξάλειψη της φτώχειας και των διακρίσεων. Αν και το οικονομικό μέρος κατέχει πάντα δεσπόζουσα θέση στο σχέδιο, δίδεται ιδιαίτερη προσοχή, κυρίως κατόπιν αιτήσεως της Βραζιλίας, στον κοινωνικό τομέα για την εκπαίδευση και την επίλυση του θέματος της φτώχειας.

2.2.4

Το σχέδιο δράσης υφίσταται νέες αλλαγές. Επειδή σε επίπεδο διαπραγματεύσεων δεν απέφερε τίποτα, το κεφάλαιο για την εκπαίδευση καταργείται. Με την παρότρυνση όμως του Καναδά, ένα νέο εμφανίζεται κατά την τρίτη διάσκεψης κορυφής των χωρών της αμερικανικής ηπείρου που πραγματοποιήθηκε στο Κεμπέκ τον Απρίλιο του 2001. Έτσι, στην ενίσχυση της δημοκρατίας, στην οικονομική ευημερία και στη δημιουργία ανθρώπινου δυναμικού, προστίθεται το θέμα της διασύνδεσης (πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες της πληροφορίας και της επικοινωνίας).

2.3   Η διάρθρωση των διαπραγματεύσεων

2.3.1

Οι διάφορες αυτές διασκέψεις αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων αποτελούν τμήμα της ιδιαίτερα πολύπλοκης διάρθρωσης που πλαισιώνει τη διαδικασία των διαπραγματεύσεων. Συναντώνται κάθε 3 ή 4 χρόνια και το έργο τους συνίσταται στην υποστήριξη των γενικών γραμμών του σχεδίου που έχουν καθοριστεί σε άλλα επίπεδα διαπραγματεύσεων καθώς και στη γνωστοποίηση της πολιτικής βούλησης της χώρας τους. Η πολιτική αρχή όμως που κατέχει την κεντρική θέση στη δομή των διαπραγματεύσεων είναι βέβαια οι υπουργοί εμπορίου που συνεδριάζουν σχεδόν κάθε 18 μήνες για να ορίσουν τους γενικούς προσανατολισμούς της ALCA.

2.3.2

Υπάρχει ένα διοικητικό επίπεδο που εκπροσωπείται από τους υφυπουργούς εμπορίου στην επιτροπή εμπορικών διαπραγματεύσεων (CNC). Η επιτροπή αυτή διαδραματίζει καθοριστικής σημασίας ρόλο με την έννοια ότι κατευθύνει τις εργασίες των 9 ομάδων διαπραγμάτευσης, αποφασίζει για τη γενική δομή της μελλοντικής συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών και για τα θεσμικά θέματα, και διασφαλίζει τη διαφάνεια της διαδικασίας διαπραγματεύσεων.

2.3.3

Απομένει ένας πυλώνας τεχνικής φύσης. Πρόκειται για τους φορείς διαπραγμάτευσης και τους εμπειρογνώμονες που συνεδριάζουν στους κόλπους των εννέα ομάδων διαπραγμάτευσης οι οποίοι καλύπτουν τους εξής τομείς: 1) πρόσβαση στις αγορές· 2) επενδύσεις· 3) υπηρεσίες· 4) δημόσιες συμβάσεις· 5) διευθέτηση διαφορών· 6) γεωργία· 7) δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας· 8) επιχορηγήσεις, δασμοί αντιντάμπινγκ και αντισταθμιστικοί δασμοί· 9) πολιτική ανταγωνισμού.

2.3.4

Οι διάφορες αυτές ομάδες έχουν την τεχνική υποστήριξη και την υποστήριξη ανάλυσης της τριμερούς επιτροπής που απαρτίζεται από την Οργάνωση των Αμερικανικών Κρατών (OEA), την Οικονομική επιτροπή για τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική (CEPAL) και την Διαμερικανική τράπεζα ανάπτυξης (BID).

2.4   Οι φάσεις των διαπραγματεύσεων

2.4.1   Πρώτη φάση των διαπραγματεύσεων

2.4.1.1

Από τη διάσκεψη κορυφής του Μαϊάμι, το σχέδιο ALCA γνώρισε πολλές φάσεις διαπραγματεύσεων. Η πρώτη φάση από το 1994 έως το 1998 αποτελεί το στάδιο προετοιμασίας κατά οποίο καθορίστηκε η δομή της βάσης του σχεδίου. Διοργανώθηκαν τέσσερις υπουργικές σύνοδοι (τον Ιούνιο του 1995 στο Ντένβερ, τον Μάρτιο του 1996 στην Καρθαγένη, τον Μάιο του 1997 στο Bélo Horizonte και τον Μάρτιο του 1998 στο San José).

2.4.1.2

Κατά τη διάρκεια αυτής της πρώτης φάσης υιοθετήθηκαν οι κατευθυντήριες αρχές των διαπραγματεύσεων της ALCA. Έτσι, συμφωνήθηκε ότι οι αποφάσεις θα υιοθετούνται με συναίνεση, ότι η ALCA θα αποτελεί ενιαία δέσμευση και ότι θα είναι σύμφωνη με τους κανόνες και τις οδηγίες του ΠΟΕ. Τέλος, αποφασίστηκε κατόπιν επιμονής της MERCOSUR και κυρίως της Βραζιλίας, αλλά αντίθετα προς την επιθυμία των ΗΠΑ, ότι η ALCA θα είναι συμβατή με άλλες περιφερειακές ή διμερείς συμφωνίες και ότι η ένταξη στη συμφωνία αυτή θα μπορεί να γίνεται είτε ατομικά είτε ομαδικά. Από τη στιγμή αυτή πολλές ομάδες χωρών εκφράζονται με μία φωνή στις αρχές διαπραγμάτευσης της ALCA, όπως η Κοινότητα των Άνδεων (CAN), η MERCOSUR, η Κοινότητα της Καραϊβικής (CARICOM) και στη συνέχεια 4 (2) χώρες της Κοινής Αγοράς της Κεντρικής Αμερικής (MCCA) που αποκαλούνται CA-4.

2.4.1.3

Κατά τη διάρκεια αυτής της πρώτης φάσης των διαπραγματεύσεων, τα μέρη ασχολήθηκαν συγκεκριμένα με τη συλλογή πληροφοριών, τη συγκέντρωση γνώσεων και τον καθορισμό των βάσεων για τις μελλοντικές διαπραγματεύσεις.

2.4.2   Δεύτερη φάση των διαπραγματεύσεων

2.4.2.1

Με την ευκαιρία της διάσκεψης κορυφής του Σαντιάγο, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων εξέφρασαν τη βούληση τους να προωθήσουν το σχέδιο της αμερικανικής συμφωνίας. Κατά τη διάρκεια της δεύτερης φάσης οι υπουργοί που συναντώνται δύο φορές (τον Νοέμβριο του 1999 στο Τορόντο και το Απρίλιο του 2000 στο Μπουένος Άϊρες) αναγγέλλουν την ισχύ των μέτρων διευκόλυνσης του εμπορίου για τον Ιανουάριο του 2001. Επίσης οι ομάδες διαπραγμάτευσης παρουσιάζουν στους υπουργούς ένα προσχέδιο της συμφωνίας ALCA.

2.4.2.2

Υπό την πίεση της κοινωνίας των πολιτών, αποφασίζεται η δημοσιοποίηση του προσχεδίου προκειμένου να αυξηθεί η διαφάνεια της διαδικασίας. Οι υπουργοί επαναβεβαίωσαν τη θέλησή τους να ολοκληρώσουν το σχέδιο έως τον Ιανουάριο του 2005 ώστε να τεθεί σε ισχύ τον Δεκέμβριο του 2005.

2.4.3   Τρίτη φάση των διαπραγματεύσεων

2.4.3.1

Η τρίτη φάση των διαπραγματεύσεων άρχισε με την τρίτη διάσκεψη κορυφής των χωρών της αμερικανικής ηπείρου που πραγματοποιήθηκε τον Απρίλιο του 2001 στο Κεμπέκ. Με την ευκαιρία αυτή, οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων κατέληξαν σε δήλωση που περιλαμβάνει μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές δεσμεύσεις. Υιοθετήθηκε μία δημοκρατική ρήτρα: συμφωνήθηκε να πραγματοποιηθούν διαβουλεύσεις στην περίπτωση που μία συμμετέχουσα χώρα αρνηθεί τους δημοκρατικούς της θεσμούς. Δεν προβλέπονται κυρώσεις.

2.4.3.2

Στόχος αυτής της τρίτης φάσης είναι η προετοιμασία μιας περισσότερο επεξεργασμένης νέας έκδοσης της μελλοντικής συμφωνίας. Έτσι, κατά την 7η υπουργική συνάντηση του Νοεμβρίου 2002 στο Quito, δημοσιεύεται μία νέα μορφή του σχεδίου συμφωνίας και καθορίζονται οι κατευθυντήριες γραμμές των διαπραγματεύσεων για τους επόμενους 18 μήνες. Οι υπουργοί προβαίνουν επίσης στην εκπόνηση ενός προγράμματος συνεργασίας του Ημισφαιρίου με στόχο την προώθηση της αποτελεσματικής συμμετοχής στην ALCA των μικρότερων οικονομιών της ηπείρου. Με τη διάσκεψη του Quito οι διαπραγματεύσεις εισέρχονται στην τελική φάση της διαδικασίας υπό την συμπροεδρία των ΗΠΑ και της Βραζιλίας.

3.   Τα χαρακτηριστικά και τα εμπόδια της υλοποίησης του σχεδίου

3.1

Η ALCA θα αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες ζώνες ελεύθερων συναλλαγών στον κόσμο με μία αγορά άνω των 800 εκατομμυρίων προσώπων, με συνολικό ΑΕγχΠ άνω των 11 000 δις ευρώ και με εμπορικές συναλλαγές ύψους 3 500 δις ευρώ.

3.2

Ωστόσο η διαδικασία ολοκλήρωσης χαρακτηρίζεται από μία ασυμμετρία και από την πόλωση των ΗΠΑ. Πράγματι ελάχιστες είναι οι χώρες της Αμερικής που δεν έχουν ως πρώτο εμπορικό εταίρο τις ΗΠΑ. Μόνον η Αργεντινή, η Παραγουάη και η Ουρουγουάη αποτελούν εξαίρεση εφόσον έχουν ως πρώτο εταίρο για θέματα εξωτερικού εμπορίου την Βραζιλία.

3.3

Το 2000, η οικονομία της Βορείου Αμερικής αντιπροσωπεύει αφ' εαυτής το 77 % του ΑΕγχΠ της ηπείρου και το 62 % του συνόλου των εξαγωγών. Η Βραζιλία, ο Καναδάς και το Μεξικό αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα το 6 %, 5 % και 4 % του ΑΕγχΠ της ηπείρου. Οι υπόλοιπες 30 χώρες αντιπροσωπεύουν το 8 %. Οι μικρές χώρες όπως η Νικαράγουα και η Αϊτή αντιπροσωπεύουν από κοινού το 1/2000 (3) του ίδιου συνόλου. Η ALENA και η MERCOSUR αντιπροσωπεύουν αντίστοιχα το 87 % και 9 % του συνολικού ΑΕγχΠ και αντίστοιχα το 90 % και 6 % του εμπορίου της ηπείρου.

3.4

Όσον αφορά το κατά κεφαλήν ΑΕγχΠ, τα στοιχεία επιβεβαιώνουν την ασυμμετρία αυτή: οι ΗΠΑ έρχονται πρώτες με 34 400 ευρώ κατά κεφαλήν, ακολουθούν ο Καναδάς (21 930 ευρώ), η Αργεντινή (6 950 ευρώ), η Ουρουγουάη (6 000 ευρώ), η Βραζιλία (3 060 ευρώ) και το Μεξικό (5 560 ευρώ). Στην άλλη άκρη η Νικαράγουα και η Αϊτή έχουν 745 ευρώ και 480 ευρώ ανά κάτοικο. Πρόκειται για ένα σχέδιο που ενσωματώνει πολύ άνισες οικονομίες και με πολύ διαφορετικό ρυθμό ανάπτυξης (4).

3.5

Αυτές οι ανισότητες και ασυμμετρίες θέτουν το πρόβλημα των ενδεχόμενων συνεπειών της οικονομικής ολοκλήρωσης στις αποκαλούμενες μικρού μεγέθους οικονομίες για τις οποίες δεν προβλέπεται κανένα ταμείο ανάπτυξης και κανένα δίχτυ ασφαλείας. Η ένταξη των οικονομιών αυτών στη διαδικασία της ALCA αποτελεί μία σημαντική πρόκληση. Οι χώρες αυτές, 25 (5) τον αριθμό, αντιμετωπίζουν δυσκολίες όσον αφορά τη συμμετοχή στις διαπραγματεύσεις. Το θέμα της επάρκειας των οικονομικών και ανθρώπινων πόρων αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για τη συνέχιση αυτών των διαπραγματεύσεων. Για την αντιμετώπιση αυτών των ασυμμετριών το μόνο αντισταθμιστικό μέτρο που ελήφθη αφορά την παράταση της περιόδου ελευθέρωσης του εμπορίου των ασθενέστερων οικονομιών.

3.6

Η έλλειψη κοινωνικής ρήτρας ενδέχεται να είναι ακόμη πιο αισθητή δεδομένου ότι τα τελευταία δέκα χρόνια η ορθόδοξη εφαρμογή πολιτικών διαρθρωτικής προσαρμογής επέφερε αύξηση της ανεργίας και αύξηση της φτώχειας στις χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής (ΛΑΚ) η οποία σύμφωνα με τη CEPAL έπληττε το 2002 πάνω από 220 εκατομμύρια άτομα, δηλαδή το 43,4 % του πληθυσμού (6). Τα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η ήπειρος αυτή δεν διευκόλυναν καθόλου την πρόοδο των διαπραγματεύσεων από τη διάσκεψη του Κεμπέκ.

3.7

Παρά τις μεταρρυθμίσεις που πραγματοποιούνται εδώ και 20 χρόνια, οι οικονομίες των χωρών ΛΑΚ αντιμετωπίζουν πάντα τις ίδιες δυσκολίες στην επίτευξη ρυθμών σταθερής και ανταγωνιστικής οικονομικής ανάπτυξης. Μία μελέτη της Οικονομικής επιτροπής για τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική (CEPAL) δείχνει ότι για δεύτερη συνεχή χρονιά η αύξηση του ΑΕγχΠ ήταν αρνητική, δηλαδή -1,9 % για το 2002 – περίοδος που χαρακτηρίστηκε ως «χαμένη μισή δεκαετία».

3.8

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Αργεντινή η οποία από τον Δεκέμβριο του 2001 αντιμετωπίζει μία κρίση άνευ προηγουμένου. Μετά το ξέσπασμα της κρίσης, η Αργεντινή προτίμησε να πλησιάσει τους εταίρους της, της MERCOSUR, για να ενισχύσει αυτή την περιφερειακή ολοκλήρωση και να αναπτύξει στενότερες σχέσεις με την Ευρώπη καθώς και για να αποστασιοποιηθεί από τη στρατηγική της αυτόματης ευθυγράμμισης με την Ουάσιγκτον. Για τον νέο πρόεδρο της Βραζιλίας, Luiz Inácio Lula da Silva, η ενίσχυση της MERCOSUR καθώς και οι σχέσεις με την ΕΕ αποτελούν επίσης προτεραιότητα.

3.9

Κατόπιν τούτου, η Μπραζίλια δεν προτίθεται να αλλάξει τη θέση της όσον αφορά την ALCA. Η στρατηγική της συνίσταται κυρίως στην ανάπτυξη των συνομιλιών μεταξύ της MERCOSUR, της Κοινότητας των Άνδεων (CAN), της Χιλής, των χωρών της Καραϊβικής, της Γουιάνας και του Σουρινάμ για τη σύναψη νοτιοαμερικανικής συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών (ALΕSA) πράγμα που θα επιτρέψει στις χώρες ΛΑΚ να ενισχύσουν τη θέση τους στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για την ALCA. Τον Δεκέμβριο του 2002, οι συμμετέχοντες στο σχέδιο υιοθέτησαν ένα χρονοδιάγραμμα: εξάλειψη των τελωνειακών φραγμών έως τα τέλη του 2003 και θέση σε ισχύ του σχεδίου το 2005. Με στόχο τη λογική «σύνδεσης ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής στην MERCOSUR» έως τα τέλη του 2003, η κυβέρνηση Lula κατάφερε να υπογράψει το Περού μία συμφωνία σύνδεσης με τη MERCOSUR (Αύγουστος του 2003) παρόμοια με αυτή που συνήψαν η Βολιβία τον Δεκέμβριο του 1995 και η Χιλή τον Ιούνιο του 1996. Η MERCOSUR ευελπιστεί να υπογράψει μία συμφωνία σύνδεσης με τη Βενεζουέλα και άλλη μία με την Κολομβία. Το σχέδιο αυτό ωστόσο από άποψη φιλοδοξιών όσο και επιλογής του χρονοδιαγράμματος συνιστά εναλλακτική λύση στη διαδικασία της ALCA.

3.10

Από την πλευρά τους, οι ΗΠΑ δεν δίστασαν να επιλέξουν τη διμερή οδό – όπως δείχνει η συμφωνία που υπέγραψαν με τη Χιλή τον Δεκέμβριο του 2002 – για να προωθήσουν την ALCA ιδίως μετά την υιοθέτηση του fast track ή της Αρχής για την προώθηση του εμπορίου TPA (7) (ταχεία οδός) τον Ιούλιο του 2002. Μετά την υπουργική διάσκεψη του ΠΟΕ στο Κανκούν, η τάση αυτή προς τις διμερείς σχέσεις ενδέχεται να επιταχυνθεί.

3.11

Ωστόσο το μέτρο αυτό πλήττεται από τα προστατευτικά μέτρα που έχουν λάβει οι ΗΠΑ. Πράγματι, αφού αύξησαν τους δασμούς που προστατεύουν τον αμερικανικό τομέα χάλυβα και κατασκευαστικής ξυλείας, οι ΗΠΑ υιοθέτησαν έναν γεωργικό προϋπολογισμό (Farm bill) που προβλέπει 180 δις δολάρια για επιδοτήσεις στους παραγωγούς για περίοδο δέκα ετών. Αυτά τα προστατευτικά μέτρα ενισχύουν τις εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και ορισμένων χωρών της Λατινικής Αμερικής, με επικεφαλής τη Βραζιλία.

3.12

Οι επιχορηγήσεις κατά τις εξαγωγές αποτελούν το κυριότερο εμπόδιο για την υλοποίηση της ALCA. Πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής ασκούν πιέσεις ώστε οι ΗΠΑ να μειώσουν τις επιδοτήσεις τους στη γεωργία. Η κυβέρνηση Bush όμως ασκεί πίεση ώστε το θέμα των γεωργικών επιδοτήσεων καθώς και η προσφυγή σε δασμούς αντιντάμπινγκ και σε αντισταθμιστικά τέλη να συζητηθούν στο πλαίσιο του ΠΟΕ. Η αποτυχία όμως των πολυμερών διαπραγματεύσεων του Κανκούν δείχνει τη δυσκολία που συναντούν οι πλούσιες χώρες όπως οι ΗΠΑ και η ΕΕ να συζητήσουν ιδίως τα γεωργικά θέματα στο πλαίσιο διεθνών διαπραγματεύσεων.

3.13

Με την αποτυχία των εμπορικών διαπραγματεύσεων, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν, στη συνέντευξη Τύπου για τη λήξη της διάσκεψης του Κανκούν, την πρόθεσή τους να προβούν σε διμερείς και περιφερειακές σχέσεις. Εάν αυτές οι δηλώσεις υλοποιηθούν, είναι πιθανό οι αμερικανοί διαπραγματευτές να προσέλθουν εκ νέου στο τραπέζι των γεωργικών διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο του σχεδίου ALCA. Μία τέτοια κατάσταση θα επιτρέψει στο σχέδιο ολοκλήρωσης της αμερικανικής ηπείρου να παρακάμψει ένα από τα ανυπέρβλητα εμπόδια και να σημειώσει σημαντική πρόοδο.

3.14

Ωστόσο, παρά την TPA, η διαπραγματευτική ισχύς της εκτελεστικής εξουσίας περιορίζεται από το Κογκρέσο. Ο νόμος για το εμπόριο (βάσει του οποίου επιχορηγείται η TPA) προβλέπει εξεταστικές διαδικασίες που ενδεχομένως αποδειχτούν δύσκολες όσον αφορά τις επιδοτήσεις, τους δασμούς αντιντάμπινγκ και τα αντισταθμιστικά τέλη. Προβλέπει επίσης μία διαδικασία διαβούλευσης που δίδει το δικαίωμα στο Κογκρέσο να επιβλέπει τις διαπραγματεύσεις.

4.   Οι φορείς της κοινωνίας των πολιτών και το σχέδιο της αμερικανικής ηπείρου

4.1   Θεσμική συμμετοχή

4.1.1

Η διαδικασία σε κυβερνητικό επίπεδο της ALCA παρακολουθείται από τις οργανώσεις των πολιτών η συμμετοχή των οποίων προβλέπεται στην ALCA. Εκτός από τη συμμετοχή αυτή, οι εν λόγω οργανώσεις συνεδριάζουν κατά τη διάρκεια των υπουργικών και προεδρικών συναντήσεων προκειμένου να επηρεάσουν την πορεία των διαπραγματεύσεων.

4.1.2

Οι μηχανισμοί συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών χωρίζονται στις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουν οι αρχές που συμμετέχουν στις διεργασίες της ALCA και στις πρωτοβουλίες που προέρχονται από τα κοινωνικά κινήματα. Στο πλαίσιο της διαδικασίας της ALCA, η επιτροπή των κυβερνητικών εκπροσώπων θέσπισε μηχανισμό για τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών προκειμένου να προωθούνται οι προτάσεις των εργοδοτών, των εργαζομένων, των περιβαλλοντικών φορέων και των ακαδημαϊκών κύκλων. Η συμμετοχή αυτή πραγματοποιείται με έμμεσο τρόπο. Πράγματι, οι φορείς αυτοί μπορούν να απευθύνονται γραπτώς στην επιτροπή η οποία διαβιβάζει κατόπιν τις συστάσεις τους στην Επιτροπή εμπορικών διαπραγματεύσεων (CNC) ή στην κατάλληλη ομάδα διαπραγμάτευσης.

4.1.3

Προκειμένου να προωθηθεί η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, οι κυβερνητικοί αρμόδιοι για το σχέδιο διοργάνωσαν περιφερειακό συμπόσιο για την ALCA στη Mérida, στο Μεξικό τον Ιούλιο του 2002. Σε αυτό το πρώτο περιφερειακό φόρουμ δημόσιας συζήτησης συμμετείχαν 100 μέλη από το κοινό. Στόχος ήταν επίσης η παροχή πληροφοριών και διευκρινίσεων για τη διαδικασία αυτή καθ' εαυτή.

4.1.4

Μία δεύτερη πρωτοβουλία αναλήφθηκε κατά την υπουργική σύνοδο του Quito τον Νοέμβριο του 2002: οι υπουργοί εμπορίου συνάντησαν ιδιαιτέρως τους εκπροσώπους του ιδιωτικού τομέα καθώς και τους εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών (περιβαλλοντικές ομάδες, συνδικαλιστικές οργανώσεις, βουλευτές και αυτόχθονες λαούς). Πρώτη φορά συμβαίνει οι εκπρόσωποι της κοινωνίας των πολιτών να μπορούν να απευθύνονται άμεσα στους υπουργούς.

4.2   Θέσεις της κοινωνίας των πολιτών για το σχέδιο ALCA

4.2.1

Οι επιχειρηματικοί κύκλοι της ηπείρου ενδιαφέρθηκαν πολύ νωρίς για το σχέδιο ALCA. Πράγματι, από την πρώτη υπουργική σύνοδο στο Ντένβερ το 1995, επεδίωξαν να διοργανώσουν παράλληλες συναντήσεις με την επίσημη διαδικασία προκειμένου να προωθήσουν τα συμφέροντα του ιδιωτικού τομέα. Πάνω από 1 500 επιχειρηματίες συμμετείχαν σε αυτές τις συναντήσεις μέσα από το Επιχειρηματικό Φόρουμ της Αμερικανικής Ηπείρου (Americas Business Forum, ABF) που συγκεντρώνει τους επιχειρηματικούς κύκλους σε κλαδική και εθνική βάση.

4.2.2

Το Επιχειρηματικό Φόρουμ της Αμερικανικής Ηπείρου που είναι υπέρ του σχεδίου ολοκλήρωσης της ηπείρου επιδιώκει να συμβάλει στη συζήτηση προβαίνοντας σε τεχνικές και ενημερωτικές αναλύσεις των στρατηγικών στόχων και των προσδοκιών του ιδιωτικού τομέα. Συμβάλλει επίσης στη διάδοση πληροφοριών σχετικά με τη διαδικασία καθώς και στη σύναψη προσωπικών και θεσμικών σχέσεων μεταξύ των διευθυντικών στελεχών των επιχειρήσεων και των οργανώσεων της αμερικανικής ηπείρου.

4.2.3

Κατά τη διάρκεια των ετήσιων συνεδριάσεων του Φόρουμ διοργανώνονται διασκέψεις και σεμινάρια για καθοριστικής σημασίας θέματα της ολοκλήρωσης του ημισφαιρίου. Αν και οι ετήσιες συναντήσεις του επιχειρηματικού φόρουμ δεν θεωρούνται επίσημες στη διαδικασία των διαπραγματεύσεων, οι εργασίες του όμως επηρεάζουν σημαντικά την υλοποίηση του σχεδίου. Πράγματι, οι συστάσεις του ιδιωτικού τομέα λαμβάνονται υπόψη από κάθε ομάδα διαπραγμάτευσης. Μία από τις συστάσεις αφορά την ταχεία λήψη μέτρων διευκόλυνσης του εμπορίου και τα διευθυντικά στελέχη συμφώνησαν πράγματι ώστε τα μέτρα αυτά να τεθούν σε ισχύ πριν το τέλος των διαπραγματεύσεων.

4.2.4

Όσον αφορά τους άλλους τομείς της κοινωνίας των πολιτών – όπως οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι ΜΚΟ, τα πανεπιστημιακά κέντρα ερευνών – η συνεισφορά των μεταξύ τους ανταλλαγών είναι λιγότερο εμφανής. Οι κοινωνικές οργανώσεις έχουν προβεί σε δικές τους ενέργειες σχετικά με τις αποφάσεις τους για τη διαδικασία ολοκλήρωσης. Μεταξύ των διαφόρων πρωτοβουλιών υπάρχει η Κοινωνική ηπειρωτική ένωση (ASC) που αποτελεί ένα σημαντικό διαμερικανικό δίκτυο οργανώσεων και κοινωνικών κινημάτων. Χαρακτηρίζεται δε από μεγάλη διαφορά θέσεων που ξεκινά από την μεταρρύθμιση και φθάνει έως την απόρριψη του σχεδίου της ALCA. Αν και αυτή η πρωτοβουλία υλοποιήθηκε το 1997, η κοινωνία των πολιτών είχε ήδη αρχίσει να κινητοποιείται πολύ νωρίτερα.

4.2.5

Πράγματι, όπως και ο τομέας της εργοδοσίας, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ενδιαφέρονται πολύ νωρίς για το σχέδιο της αμερικανικής ηπείρου. Κάνουν αισθητή την παρουσία τους με την ευκαιρία της υπουργικής συνεδρίασης του Ντένβερ. Το συνδικαλιστικό κίνημα υποστηριζόμενο από την Περιφερειακή διαμερικανική οργάνωση (ORIT) – αμερικανικός κλάδος της Διεθνούς συνομοσπονδίας των ελεύθερων συνδικαλιστικών οργανώσεων (CISL) –πραγματοποιεί παράλληλη διάσκεψη που καταλήγει σε δήλωση σχετικά με τις διεκδικήσεις και τους προβληματισμούς των συμμετεχόντων.

4.2.6

Κατά τη διάρκεια της υπουργικής συνόδου της Καρθαγένης, το συνδικαλιστικό κίνημα της αμερικανικής ηπείρου δεν αρκείται μόνο στη σύνταξη ενός νέου εγγράφου προβληματισμού: επιδιώκει να ασκήσει πίεση στους κυβερνητικούς εκπροσώπους. Εξάλλου, οι τελευταίοι στα τελικά τους συμπεράσματα υπογραμμίζουν «τη σημασία που έχει η μεγαλύτερη αναγνώριση και η προώθηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων καθώς και την ανάγκη λήψης των κατάλληλων σχετικών με το θέμα αυτό μέτρων από τις αντίστοιχες κυβερνήσεις τους».

4.2.7

Το κίνημα επεκτείνεται και σε άλλες κοινωνικές ομάδες. Έτσι κατά την τρίτη υπουργική σύνοδο του Belo Horizonte, τον Μάιο του 1997, εκπρόσωποι των ενώσεων κατά των ελεύθερων συναλλαγών (ΜΚΟ, ορισμένα ερευνητικά κέντρα, περιβαλλοντικές, φεμινιστικές οργανώσεις και αυτόχθονες) ενώνονται με τους εκπροσώπους του συνδικαλιστικού κινήματος της αμερικανικής ηπείρου και δημιουργείται η Ηπειρωτική Κοινωνική Ένωση (ΑSC) που πραγματοποιεί την επίσημη εμφάνισή της τον επόμενο χρόνο κατά τη δεύτερη διάσκεψη κορυφής των χωρών της αμερικανικής ηπείρου.

4.2.8

Με την ευκαιρία αυτή, η ASC διοργανώνει την πρώτη σύνοδο των λαών της Αμερικής από την οποία προκύπτει το έγγραφο με θέμα «Εναλλακτικές λύσεις για την Αμερική». Μία δεύτερη σύνοδος των λαών διοργανώνεται με την ευκαιρία της τρίτης διάσκεψης κορυφής των χωρών της αμερικανικής ηπείρου τον Απρίλιο του 2001 στο Κεμπέκ, με περισσότερους από 2000 εκπροσώπους κινημάτων και οργανώσεων από όλες τις χώρες της ηπείρου συμπεριλαμβανομένης της Κούβας.

4.2.9

Γνωρίζοντας την αντικειμενική επίδραση των επιχειρηματικών κύκλων στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων της ALCA, η ASC επιδιώκει να προωθήσει ένα άλλου τύπου σχέδιο προτείνοντας την εισαγωγή στη μελλοντική συμφωνία κοινωνικών και περιβαλλοντικών μέτρων. Επιθυμεί με τον τρόπο αυτό να διασφαλίσει την απασχόληση και την ποιότητά της και να αποφύγει το «οικολογικό ντάμπινγκ» με τη συνεκτίμηση των περιβαλλοντικών δαπανών στις εξαγωγές. Στην ΛΑΚ όμως πολλές κυβερνήσεις αντιτίθενται σε αυτού του τύπου τα μέτρα διότι τα θεωρούν ως πρόσχημα για τον προστατευτισμό. Επίσης η αμερικανική θέση που έχει υιοθετηθεί από το 2001 δεν ευνοεί την πρόοδο σε αυτούς τους τομείς. Σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στο πλαίσιο της ALENA, το σχέδιο εισαγωγής ρητρών για την απασχόληση και το περιβάλλον έχασε τη σημασία του στις επίσημες διαπραγματεύσεις της ALCA στις ΗΠΑ που επανειλημμένα αρνήθηκαν να θίξουν τα θέματα αυτά στις συζητήσεις.

4.2.10

Η Κοινωνική Ηπειρωτική Ένωση τάσσεται κατά της συστηματικής ελευθέρωσης των δημόσιων συμβάσεων, των υπηρεσιών υγείας, της εκπαίδευσης και των επενδύσεων.

4.2.11

Η ASC καταγγέλλει επίσης την έλλειψη διαφάνειας της διαδικασίας. Σήμερα ασχολείται με τη διοργάνωση διαβούλευσης σχετικά με το σχέδιο της ALCA που πρέπει να πραγματοποιηθεί το 2003-2004 και σε ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο.

4.2.12

Σε αυτό το κλίμα αντίθεσης για τη σύναψη της ALCA με τη σημερινή της διαπραγματευτική μορφή, ορισμένοι βουλευτές των χωρών της αμερικανικής ηπείρου εκδήλωσαν την αντίθεσή τους προς το σχέδιο. Πράγματι, βουλευτές από 164 και πλέον επαρχιακά κοινοβούλια ή κράτη, αντιπρόσωποι περιφερειακών κοινοβουλίων από 34 χώρες που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις της ALCA καθώς και η Κούβα, συνεδρίασαν επανειλημμένα στο πλαίσιο φόρουμ με την ονομασία «Διάσκεψη των βουλευτών της αμερικανικής ηπείρου» (COPA) προκειμένου να εκφράσουν τις επιφυλάξεις τους σχετικά με το σχέδιο της αμερικανικής ηπείρου.

4.2.13

Στη δήλωση που υιοθετήθηκε κατά τη δεύτερη γενική συνέλευση τον Ιούλιο του 2000, η COPA καλεί τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων να λάβουν υπόψη το επίπεδο ανάπτυξης των χωρών που συμμετέχουν στο σχέδιο της ALCA και να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή των βουλευτών όλων των περιφερειών για την προώθηση της διαφάνειας.

4.2.14

Παράλληλα, στην υπουργική σύνοδο του Quito, πραγματοποιήθηκε μια διηπειρωτική συνάντηση των βουλευτών που κατέληξε σε ψήφισμα στο οποίο οι βουλευτές απορρίπτουν την ALCA και προτείνουν στις κυβερνήσεις να επιλέξουν την ενίσχυση των συμφωνιών ολοκλήρωσης της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, όπως είναι η MERCOSUR, η CAN, η CARICOM, MCCA, κλπ.

4.3   Προβληματισμοί και προσδοκίες της κοινωνίας των πολιτών

4.3.1

Στην κοινωνία πολιτών της ΛΑΚ υπάρχουν διάφορες θέσεις για το σχέδιο ALCA. Οι κλάδοι που αντιτίθενται στο σχέδιο ALCA εκφράζουν τη λύπη τους για το γεγονός ότι δεν υπάρχει αποτελεσματική συμμετοχή σημαντικού τμήματος της κοινωνίας των πολιτών, όπως είναι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις και οι ΜΚΟ, στις διαδικασίες λήψεως αποφάσεων και ότι μόνο τα μέλη του επιχειρηματικού φόρουμ της αμερικανικής ηπείρου που είναι υπέρ του σχεδίου ALCA μπορούν να έχουν άμεση επαφή με τους διαπραγματευτές και να ασκούν επιρροή στα προσωρινά υπό διαπραγμάτευση έγγραφα.

4.3.2

Φόβο προκαλεί το γεγονός ότι η διαδικασία θα εξακολουθεί να προχωρεί χωρίς διαφάνεια ή ότι θα εφαρμοστεί η «πολιτική του τετελεσμένου γεγονότος» και θα παρουσιαστούν στην κοινωνία των πολιτών τα τελικά αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων χωρίς αυτή να μπορεί να τα επηρεάσει.

4.3.3

Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις καθώς και άλλοι κοινωνικοί φορείς που έχουν συσπειρωθεί γύρω από την ASC εκφράζουν τη λύπη τους που οι πολιτικές αρχές και ο κόσμος των μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων συνεχίζουν να καθορίζουν τη μελλοντική συμφωνία ολοκλήρωσης της αμερικανικής ηπείρου χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους κύριους προβληματισμούς τους: περιβάλλον, δικαιώματα των εργαζομένων, μισθολογική αβεβαιότητα, ανεργία, φτώχεια, κοινωνικός αποκλεισμός, αύξηση των διαφορών μεταξύ των οικονομιών της ηπείρου, γεωργικός προστατευτισμός και αμερικανικές επιχορηγήσεις επί των εξαγωγών που πλήττουν τις χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, εξωτερικό χρέος, δημοκρατία (ζητείται από τις κυβερνήσεις η διοργάνωση διαβούλευσης για την ALCA) καθώς και ο σεβασμός των δικαιωμάτων του ανθρώπου, η εκμετάλλευση των παιδιών και ο σεβασμός των αυτοχθόνων πληθυσμών.

4.3.4

Αν και μεγάλο μέρος των κοινωνικών κινημάτων (ΜΚΟ, συνδικαλιστικές οργανώσεις, ερευνητικά ιδρύματα,…) τάσσονται υπέρ των διεργασιών περιφερειακής ενσωμάτωσης, διατυπώνουν σοβαρές επιφυλάξεις για συμφωνίες ολοκλήρωσης όπως η ALCA. Θεωρούν ότι διεργασίες ολοκλήρωσης όπως η MERCOSUR, μπορούν να αποτελέσουν πρότυπο αναφοράς για την ολοκλήρωση της αμερικανικής ηπείρου διότι εμπεριέχουν πολιτικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και στρατηγικές πτυχές ενώ η ALCA, με τη μορφή υπό την οποία αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης, αμβλύνει σημαντικά τις ασυμμετρίες μεταξύ ΗΠΑ και ΛΑΚ, όταν μάλιστα οι ΗΠΑ εφαρμόζουν προστατευτικές πολιτικές που πλήττουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των χωρών ΛΑΚ.

4.3.5

Οι εν λόγω κοινωνικοί φορείς είναι υπέρ μιας ολοκλήρωσης που να μην περιορίζεται στο εμπόριο και αντιτίθενται– σε αντίθεση με την πλειοψηφία των κυβερνήσεων των χωρών της ΛΑΚ– σε μια συμφωνία που δεν παρέχει καμιά εγγύηση σε κοινωνικό και περιβαλλοντικό επίπεδο. Επιθυμούν επίσης να ληφθεί σοβαρά υπόψη ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σύμφωνα με τις δηλώσεις τους κλίνουν περισσότερο στο να στηρίξουν μια συμφωνία μεταξύ ΛΑΚ και ΕΕ παρά μεταξύ ΛΑΚ και ΗΠΑ. Δηλώνουν ότι όχι μόνο εκτιμούν τη θέση της ΕΕ για τον κοινωνικό τομέα, το περιβάλλον και τα ανθρώπινα δικαιώματα τόσο στο εσωτερικό όσο και στο διεθνές επίπεδο, αλλά εκτιμούν και τη συνοχή με την οποία τηρούνται τα σχετικά μέτρα. Εκφράζουν την λύπη τους όμως για την έλλειψη βούλησης και δυναμισμού στη στρατηγική της ΕΕ για την Λατινική Αμερική.

4.3.6

Η ASC επιθυμεί επίσης οι κυβερνήσεις να καταστήσουν διαφανή τη διαδικασία διαπραγμάτευσης και να διοργανώσουν ανοικτό διάλογο για την ALCA με όλους τους φορείς της κοινωνίας των πολιτών προκειμένου να αναλύσουν τη βιωσιμότητα και τις συνέπειες της συμφωνίας αυτής στα έθνη της αμερικανικής ηπείρου.

4.3.7

Όσον αφορά τη θέση των επιχειρηματιών, πολλοί επιχειρηματίες των χωρών ΛΑΚ βλέπουν το σχέδιο ALCA ως μέσο για να εισχωρήσουν στη μεγάλη αμερικανική αγορά την οποία διευθύνουν γεωργικοί επιχειρηματικοί κύκλοι. Θεωρούν ότι το σχέδιο ALCA αποτελεί το μέσο εξόδου από τον φαύλο κύκλο χρέωσης της δεκαετίας του '80, εδραίωσης των φιλελευθέρων μεταρρυθμίσεων και εξόδου από τη διεθνή απομόνωση. Ωστόσο ορισμένοι επιχειρηματίες είναι λιγότερο ενθουσιώδεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πετροχημική βιομηχανία της Λατινικής Αμερικής που δήλωσε εκ νέου την αντίθεσή της στο σχέδιο ALCA κατά την τελευταία συνεδρίασή της (11 Νοεμβρίου 2003) που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της Χημικής και Πετροχημικής Ένωσης της Λατινικής Αμερικής (APLA).

4.3.8

Στη Λατινική Αμερική και ιδίως στη Βραζιλία, ορισμένοι τομείς δραστηριότητας έχουν επιφυλάξεις να προχωρήσουν στις διαπραγματεύσεις για το σχέδιο ALCA. Πρόκειται κυρίως για ορισμένες επιχειρήσεις οι οποίες φοβούνται τον αμερικανικό και καναδικό ανταγωνισμό που ενδεχομένως επιφέρει η υπογραφή της ALCA. Αντιθέτως, πολλές επιχειρήσεις του δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα στις ΗΠΑ και στον Καναδά θεωρούν την ALCA ως ευκαιρία για να εισχωρήσουν στις αγορές της Λατινικής Αμερικής και κυρίως της Βραζιλίας.

4.3.9

Ωστόσο, ο ιδιωτικός τομέας της Βραζιλίας φαίνεται να αλλάζει θέση. Πράγματι, ενώ για καιρό οι επιχειρηματίες της χώρας και η έδρα της διπλωματίας της Βραζιλίας (Palais d'Itamaraty) είχαν τις ίδιες απόψεις για το σχέδιο ALCA, οι πρώτοι έχουν αρχίσει να τάσσονται υπέρ ενός μεγαλύτερου εμπορικού ανοίγματος και δηλώνουν ότι είναι έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τον εξωτερικό ανταγωνισμό. Ο ιδιωτικός τομέας της χώρας έχει αρχίσει να ασκεί πίεση στην κυβέρνηση Lula προκειμένου να είναι πιο ευέλικτη στις διαπραγματεύσεις για την ALCA ούτως ώστε η συμφωνία να υπογραφεί εγκαίρως.

4.4   Θέσεις και προβληματισμοί των υπευθύνων για τη λήψη αποφάσεων

4.4.1

Υπάρχει ένα πραγματικό χάσμα μεταξύ των απόψεων της κοινωνίας των πολιτών και των κυβερνήσεων σχετικά με την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθηθεί για την υλοποίηση της ολοκλήρωσης της αμερικανικής ηπείρου. Οι κυβερνήσεις της ΛΑΚ που ενδιαφέρονται κυρίως για το οικονομικό άνοιγμα και ιδιαιτέρως για την είσοδο στη μεγάλη αγορά των ΗΠΑ, επιδιώκουν, διαπραγματευόμενες μία εμπορική συμφωνία, να ωθήσουν τις ΗΠΑ να θέσουν τέρμα στην προστατευτική γεωργική τους πολιτική.

4.4.2

Εκτιμούν, όπως τα μέλη της MERCOSUR, ότι η ALCA θα μπορούσε να παροτρύνει την ΕΕ να προχωρήσει στις διαπραγματεύσεις της με τις χώρες της ΛΑΚ και να προωθήσει τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο του ΠΟΕ. Η ALCA, οι διαπραγματεύσεις με την ΕΕ και τον ΠΟΕ αποτελούν κατά τη γνώμη τους «τρεις αλληλοσυνδεόμενες διαδικασίες που η μία προϋποθέτει την άλλη». Η σταθερή θέση των αναπτυσσόμενων χωρών μέσω της «Ομάδας των 21» (G21 που αποκαλείται επίσης G20-συν), έναντι των επιφυλάξεων των πλούσιων χωρών «να βάλουν νερό στο κρασί τους» όσον αφορά τον γεωργικό τομέα κατά την υπουργική διάσκεψη στο Κανκούν και η αποτυχία των διαπραγματεύσεων αυτών θα μπορούσαν, ως ένα βαθμό, να ερμηνευτούν ως μείωση της πολυμέρειας. Το πάγωμα των πολυμερών συζητήσεων φαίνεται να ανοίγει το δρόμο σε περιφερειακές, διμερείς και διπεριφερειακές στρατηγικές. Όπως έχει ήδη τονιστεί, οι ΗΠΑ δείχνουν μεγάλη προθυμία να επιταχύνουν τη σύναψη παρόμοιων συμφωνιών. Οι αναδυόμενες δυνάμεις όπως η Κίνα και η Βραζιλία, έχουν επίσης δηλώσει την πρόθεσή τους να ακολουθήσουν την ίδια κατεύθυνση.

4.4.3

Οι χώρες της νοτίου Αμερικής πιστεύουν ότι, σε αντίθεση με την προσφορά των ΗΠΑ για τον γεωργικό τομέα, η προσφορά της ΕΕ κάθε άλλο παρά σαφής είναι. Εκτιμούν ότι δεν αρκούν οι απλές διαπραγματεύσεις για τα γεωργικά προϊόντα· πρέπει επίσης οι επιδοτήσεις κατά τις εξαγωγές να αποτελέσουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Όσον αφορά τα θέματα αυτά, η ALCA φαίνεται περισσότερο ελπιδοφόρος από τις διαπραγματεύσεις με την ΕΕ. Ωστόσο οι διαπραγματεύσεις με την ΕΕ φαίνονται ευκολότερες από τις διαπραγματεύσεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του σχεδίου ALCA: οι συζητήσεις με την Ευρώπη συνεπάγονται διαπραγματεύσεις μεταξύ δύο περιφερειών ενώ στις διαπραγματεύσεις με την ALCA εμπλέκονται πολλοί διαφορετικοί φορείς και προτάσεις. Στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης της συμφωνίας σύνδεσης ΕΕ-MERCOSUR, η Ένωση, την ενιαία θέση της οποίας προασπίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, παρότρυνε πάντα, και με επιτυχία, τις χώρες μέλη της MERCOSUR να καθορίσουν κοινή θέση. Κατά την διάρκεια των διπεριφερειακών διαπραγματεύσεων, οι προτάσεις προσφοράς από διάφορα μέρη μειώνονται σε δύο, πράγμα που διευκολύνει τις διαπραγματεύσεις.

5.   Οι σχέσεις Ευρώπης Λατινικής Αμερικής/Καραϊβικής

5.1   Σύντομο ιστορικό των σχέσεων

5.1.1

Λόγω διαφόρων ιστορικών παραγόντων, ορισμένες χώρες της Ευρώπης όπως η Ισπανία, η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία, η Πορτογαλία και οι Κάτω Χώρες διατηρούσαν πάντα κατά το μάλλον ή ήττον στενές διμερείς σχέσεις με τις χώρες της ΛΑΚ. Παρά την πολιτιστική πολυμορφία και την ανομοιογένεια που χαρακτηρίζει την ΛΑΚ, η πολιτιστική της ταυτότητα διέπεται από τις αξίες που σφυρηλάτησαν τον χαρακτήρα και την ιστορία της Ευρώπης. Η σημαντική διάδοση των ιδανικών των φιλοσοφιών του διαφωτισμού όπως η δημοκρατία, το κράτος δικαίου, η ιδέα της ελευθερίας, τα ανθρώπινα δικαιώματα σε αυτή την περιοχή του κόσμου, διευκολύνει την προσέγγιση ΕΕ και ΛΑΚ.

5.1.2

Ωστόσο η θεσμοθέτηση των σχέσεων Ευρώπης και Λατινικής Αμερικής είναι πρόσφατη διότι από τις αρχές του 20ού αιώνα η Λατινική Αμερική ανέπτυξε άνισες και σχεδόν αποκλειστικές διπλωματικές σχέσεις με τις ΗΠΑ. Η Ευρώπη όμως είχε πάντα θεσμοθετημένες θέσεις με τις χώρες της Καραϊβικής στο πλαίσιο των συμφωνιών ΑΚΕ εκτός της Κούβας.

5.1.3

Αν και η επιστροφή της Ευρώπης στη λατινοαμερικανική σκηνή άρχισε πριν από 30 περίπου χρόνια, η δεκαετία του '90 δίνει στην ΕΚ/ΕΕ (8), χάρη κυρίως στην ώθηση που δόθηκε μετά την ένταξη της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, μία στρατηγική για την θέσπιση σχέσεων με το σύνολο της ΛΑΚ. Κατόπιν της ευρωπαϊκής επιθυμίας να συνάψει προτιμησιακές σχέσεις με τις χώρες της Λατινικής Αμερικής, η ΕΟΚ υπογράφει τη δεκαετία του '60 μία σειρά τομεακών συμφωνιών που αποκαλούνται «πρώτης γενιάς» και μετά στη δεκαετία του '70 υπογράφει συμφωνίες «δεύτερης γενιάς» που περιλαμβάνουν πολλούς τομείς.

5.1.4

Οι ένοπλες συγκρούσεις στην Κεντρική Αμερική κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '80 και ο σχηματισμός της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνεργασίας οδηγούν την ΕΟΚ να διαδραματίσει σημαντικό πολιτικό ρόλο διαμεσολαβητή. Οι συνομιλίες που αρχίζουν τον Σεπτέμβριο του 1984 στο San José (Κόστα Ρίκα) μεταξύ των υπουργών εξωτερικών της ΕΟΚ, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας και των εκπροσώπων των χωρών της Κεντρικής Αμερικής για την αποκατάσταση της ειρήνης και τη συζήτηση για τη λήψη μέτρων εκδημοκρατισμού στην ήπειρο, αναθερμαίνουν τις σχέσεις ΕΟΚ και ΛΑ (συμβάλλοντας στη δημιουργία της «Διαδικασίας του San José»).

5.1.5

Με την ένταξη της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στην Κοινότητα, ο πολιτικός αυτός διάλογος θα επεκταθεί και στην υπόλοιπη περιοχή όπου συνομιλητής γίνεται η Ομάδα του Ρίο. Η Ομάδα αυτή δημιουργήθηκε το 1986 από την Αργεντινή, τη Βολιβία, τη Βραζιλία, τη Χιλή, τη Κολομβία, την Κόστα Ρίκα, τον Ισημερινό, το Μεξικό, την Παραγουάη, το Περού, την Ουρουγουάη και τη Βενεζουέλα, για την εξέταση πολιτικών προβλημάτων και την ανάπτυξη εξωτερικών σχέσεων καθώς και για την εξέταση θεμάτων περιφερειακής ολοκλήρωσης. Αργότερα και άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής προσχωρούν στην Ομάδα η οποία καθίσταται στο πλαίσιο του πολιτικού διαλόγου ο κατ' εξοχήν συνομιλητής ΕΚ/ΕΕ στη Λατινική Αμερική. Αυτός ο διπεριφερειακός διάλογος αρχίζει το 1987 και θεσμοθετείται το 1990.

5.1.6

Το τέλος του διπολισμού, η ευρωπαϊκή βούληση να καταστεί η Κοινότητα διεθνής πρωταγωνιστής καθώς και η πολιτική σταθερότητα, η διαδικασία εκδημοκρατισμού και η υιοθέτηση μιας οικονομίας που στρέφεται προς το εξωτερικό στη Λατινική Αμερική συνεχίζουν να ενδυναμώνουν τις σχέσεις μεταξύ των δύο ηπείρων. Οι ιστορικοί και πολιτιστικοί παράγοντες καθώς και οι κοινές φιλοσοφικές και νομικές αρχές και αξίες συμβάλλουν επίσης στη διευκόλυνση της προσέγγισης των δύο ηπείρων.

5.2   Χαρακτηριστικά των σχέσεων

5.2.1

Όταν οι ΗΠΑ θεσπίζουν την ALENA και εκπονούν το σχέδιο για την ALCA το 1994, η Ευρώπη επιδιώκει να προτείνει μία άλλου τύπου εταιρική σχέση με της χώρες της Λατινικής Αμερικής. Έχοντας συνείδηση της ποικιλομορφίας της ΛΑ, η ΕΕ προσπαθεί να αναπτύξει μία στρατηγική με διαφοροποιημένες και αρθρωτές προσεγγίσεις σε συνάρτηση με της εθνικές και περιφερειακές πραγματικότητες, δηλαδή λαμβάνοντας υπόψη την ανομοιογένεια της ηπείρου, πράγμα που παραλείπει το σχέδιο ALCA. Με τον τρόπο αυτό η ΕΕ προτείνει μία εταιρική σχέση που βασίζεται στο διάλογο με τις διάφορες περιφερειακές υποομάδες χωρών και σε μέσα που προσαρμόζονται στις κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές πραγματικότητες της κάθε υποομάδας.

5.2.2

Η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική του επιτρόπου Manuel Marín της Επιτροπής Santer και την οποία επικύρωσε το Συμβούλιο του Οκτωβρίου 1994 αποσκοπεί στη θέσπιση μιας «σύνδεσης» βασισμένης σε συμφωνίες τρίτης γενιάς και σε νέες συμφωνίες «τέταρτης γενιάς» με την Λατινική Αμερική. Οι πρώτες που χαρακτηρίζονται από το στόχο της περιφερειακής ολοκλήρωσης και συνεργασίας περιλαμβάνουν μία «εξελικτική ρήτρα» που επιτρέπει στα συμβαλλόμενα μέρη να συμπληρώσουν και να ενισχύσουν τη συνεργασία και μία «δημοκρατική ρήτρα» που διασφαλίζει την τήρηση των βασικών αρχών που αντιστοιχούν σε κοινές αξίες. Οι συμφωνίες τέταρτης γενιάς υιοθετούν τα κεκτημένα αυτά και προβλέπουν επίσης την υπογραφή εμπορικών συμφωνιών.

5.2.3

Οι πολιτικές λιτότητας και ιδιωτικοποίησης που εφαρμόζονται στις χώρες της Λατινικής Αμερικής (ΛΑ) την δεκαετία του '90 προσελκύουν ευρωπαϊκές ιδιωτικές επενδύσεις με αποτέλεσμα την περαιτέρω προσέγγιση των δύο περιοχών. Μεταξύ 1996 και 1999, η ΕΕ καθίσταται η σημαντικότερη πηγή επενδύσεων στην ΛΑ η οποία μετατρέπεται σε πρώτο παραλήπτη των ευρωπαϊκών επενδύσεων στις «αναδυόμενες αγορές». Κατά την περίοδο αυτή οι ευρωπαϊκές επενδύσεις αυξήθηκαν από 13 289 σε 42 226 εκατομμύρια δολάρια. Επίσης, το εμπόριο μεταξύ των δύο περιοχών διπλασιάστηκε μεταξύ 1990 και 2000: ενώ οι εξαγωγές αγαθών από την ΕΕ προς την ΛΑ αυξήθηκαν από τα 17 δις ευρώ σε πάνω από 54 δις ευρώ, οι εξαγωγές της ΛΑ προς την ΕΕ από τα 27 δις ευρώ φτάνουν τα 49 δις ευρώ. Έτσι η ΕΕ είναι ο δεύτερος επενδυτής και εμπορικός εταίρος της ΛΑ, αλλά ο πρώτος της MERCOSUR και της Χιλής.

5.2.4

Από αυτό το ευνοϊκό από διπλή άποψη κλίμα, από την πολιτική βούληση και των δύο πλευρών και από την εμφανή οικονομική προσέγγιση, προκύπτει η ιδέα για ποιοτική προώθηση των σχέσεων: έτσι τον Ιούνιο του 1999 διοργανώνεται στο Ρίο ντε Τζανέιρο, διάσκεψη κορυφής με τους 48 αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων της ΕΕ και της ΛΑΚ, συμπεριλαμβανομένης της Κούβας.

5.2.5

Η διάσκεψη αυτή αποτελεί ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός. Δείχνει την αυξανόμενη ωριμότητα της ΕΕ να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια σκηνή και το αυξανόμενο ενδιαφέρον που προκαλεί η ΛΑΚ στις βιομηχανικές χώρες. Η διάσκεψη αυτή, που αποτελεί επίσης απάντηση στον μονοπολισμό της μεταψυχροπολεμικής περιόδου, προβάλλει την περιφερειοποίηση ως νέα δύναμη στις διεθνείς σχέσεις. Ορισμένοι μάλιστα θεώρησαν το γεγονός αυτό ως το θεμέλιο λίθο ενός πολυπολικού κόσμου που θα απαλλαχθεί από την κυριαρχία των ΗΠΑ.

5.2.6

Από τη διάσκεψη προκύπτουν δύο έγγραφα: μία δήλωση και ένα σχέδιο δράσης που θα αποτελέσουν τη βάση μιας «νέας στρατηγικής σχέσης» μεταξύ των δύο ακτών του Ατλαντικού. Η δήλωση που περιλαμβάνει 69 σημεία, ζητεί για την ανάπτυξη των σχέσεων στους τομείς της πολιτικής, της οικονομίας, της επιστήμης, του πολιτισμού, της εκπαίδευσης, της κοινωνίας με στόχο τη Στρατηγική Σύνδεση. Όσον αφορά το σχέδιο δράσης που τη συνοδεύει περιέχει 55 προτεραιότητες.

5.2.7

Λόγω του αριθμού των προτεινόμενων τομέων και προτεραιοτήτων, τα έγγραφα αυτά αδυνατούν να καθορίσουν μία συγκεκριμένη γραμμή δράσης. Κατά συνέπεια η διπεριφερειακή επιτροπή παρακολούθησης, που απαρτίζεται από ανώτατους υπαλλήλους, κατά την πρώτη της συνεδρίαση στην Tuusula (Φινλανδία, Νοέμβριος 1999) καθόρισε τον αριθμό των προτεραιοτήτων σε 11 (9). Έχει σημειωθεί κάποια πρόοδος όσον αφορά τις προτεραιότητες 5,7 και 8. Όσον αφορά την προτεραιότητα 5 έχει συσταθεί ένας «μηχανισμός διπεριφερειακού συντονισμού» για την καταπολέμηση των ναρκωτικών. Η πρόοδος που σημειώθηκε, όσον αφορά την προτεραιότητα 7, οφείλεται στην υπογραφή των συμφωνιών σύνδεσης με το Μεξικό και τη Χιλή αντίστοιχα. Τέλος, όσον αφορά την προτεραιότητα 8 θεσπίστηκε ειδικός διπεριφερειακός διάλογος σχετικά με την επιστήμη και την τεχνολογία που κατέληξε στην υπουργική διάσκεψη της Μπραζίλια (Μάρτιος του 2002). Με την ευκαιρία αυτή υιοθετήθηκαν η «Δήλωση της Μπραζίλια» και ένα σχέδιο δράσης ΕΕ-ΛΑΚ για την επιστήμη και την τεχνολογία που υποβλήθηκαν στη διάσκεψη κορυφής της Μαδρίτης με κύρια θέματα την υγεία και την ποιότητα ζωής, την αειφόρο ανάπτυξη και την αστικοποίηση, την πολιτιστική κληρονομιά και την κοινωνία των πληροφοριών.

5.2.8

Ωστόσο, παρά την επεξεργασία του «καταλόγου της Tuusula» για τον καθορισμό των προτεραιοτήτων και την υλοποίηση ορισμένων στόχων, η έλλειψη σαφούς προσανατολισμού για τις διπεριφερειακές σχέσεις επιβεβαιώνεται κατά τη διάσκεψη κορυφής ΕΕ/ΛΑΚ της Μαδρίτης τον Μάιο του 2002.

5.2.9

Η Επιτροπή προβλέπει κατά μέσο όρο 323 εκατομμύρια ευρώ για την περίοδο 2000-2006 (10) για το σύνολο της ΛΑ, ποσό προφανώς ανεπαρκές αν ληφθεί υπόψη η σημασία του σχεδίου και όλων όσων διακυβεύονται. Κατά συνέπεια, η ΛΑ εξακολουθεί να αποτελεί την περιοχή που επωφελείται λιγότερο από την κοινοτική βοήθεια.

5.2.10

Όσον αφορά τις διαπραγματεύσεις, αυτές καθ' εαυτές, η διάσκεψη της Μαδρίτης, που πραγματοποιείται μετά την 11η Σεπτεμβρίου, δεν καταλήγει σε συγκεκριμένα αποτελέσματα. Έτσι με πρωτοβουλία της Ευρώπης, τα θέματα της ασφάλειας και της τρομοκρατίας κυριαρχούν στην ημερήσια διάταξη των συζητήσεων, ενώ οι χώρες της ΛΑΚ ενδιαφέρονται περισσότερο για τις οικονομικές και εμπορικές πτυχές. Αυτή η διαφορά στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων είχε γίνει ήδη αισθητή στη διάσκεψη του Ρίο κατά την οποία οι Ευρωπαίοι τόνιζαν τα θέματα της διακυβέρνησης και της φτώχειας, ενώ οι χώρες της ΛΑΚ έδειχναν περισσότερο ενδιαφέρον για τις οικονομικές σχέσεις και τις συνέπειές τους στην απασχόληση. Η τρίτη διάσκεψη κορυφής που θα πραγματοποιηθεί στο Μεξικό τον Μάιο του 2004 πρέπει να καθορίσει μία ημερήσια διάταξη που να βασίζεται σε έναν πραγματικά κοινό παρανομαστή.

5.3.   Η κατάσταση των σχέσεων σήμερα

5.3.1

Η μεγάλη επιτυχία του Ρίο σηματοδοτεί αναμφισβήτητα την έναρξη των εμπορικών διαπραγματεύσεων ΕΕ και MERCOSUR. Κατά τη διάρκεια του 2000 τίθεται σε ισχύ η συμφωνία που έχει υπογράψει το Μεξικό με την ΕΕ, ενώ η Χιλή υπογράφει τη συμφωνία με την ΕΕ κατά τη διάσκεψη κορυφής της Μαδρίτης (2002). Οι συμφωνίες αυτές περιλαμβάνουν τους τρεις πυλώνες της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την ΛΑ: πολιτικό διάλογο, συνεργασία και οικονομική και εμπορική ολοκλήρωση. Εκτός από τη συμφωνία που υπεγράφη με τη Χιλή, είναι ασαφής η πρόοδος που σημειώθηκε στη Μαδρίτη σε σχέση με τη νέα αυτή στρατηγική συμμαχία.

5.3.2

Παραδόξως, οι περιφερειακές διαδικασίες της ΛΑ, τόσο επιθυμητές από την ΕΕ, έχουν καθυστερήσει την υπογραφή των συμφωνιών σύνδεσης με την Ευρώπη. Στη διάσκεψη της Μαδρίτης η ΕΕ προτείνει στην Κοινότητα των Άνδεων (CAN) και στην Κοινή Αγορά της Κεντρικής Αμερικής (MCCA) να ξεκινήσουν τις διαπραγματεύσεις από τον πολιτικό διάλογο και τη συνεργασία και οι οποίες ολοκληρώθηκαν τον Οκτώβριο του 2003. Αντιθέτως, όσον αφορά την έναρξη των εμπορικών διαπραγματεύσεων, εξαρτάται από τη λήξη του κύκλου της Ντόχα που προβλέπεται για τα τέλη του 2004, και από την εσωτερική ανάπτυξη της CAN και της MCCA.

5.3.3

Από την πλευρά της, η MERCOSUR, που έχει περισσότερους πολιτικούς και οικονομικούς δεσμούς με την Ευρώπη, δεν έχει ακόμη γνωστοποιήσει τη συνολική προσφορά της για τις διαπραγματεύσεις σχετικά με τη μείωση των τελωνειακών δασμολογίων, ειδικότερα δε όσον αφορά τα αγροτικά προϊόντα. Οι διαπραγματεύσεις προσκρούουν μεν κυρίως στα αγροτικά θέματα, αποτελεί όμως αρμοδιότητα της ΕΕ να βεβαιωθεί ότι η οποιαδήποτε συμφωνία σύνδεσης δεν θα έρχεται σε αντίθεση με πολιτικούς στόχους της ΕΕ όπως η υγειονομική ασφάλεια, η πνευματική ιδιοκτησία και η βιώσιμη ανάπτυξη.

5.3.4

Είναι εκπληκτικό το γεγονός, δεδομένης της ευρωπαϊκής στρατηγικής διαπραγμάτευσης με τους περιφερειακούς συνασπισμούς, ότι η ΕΕ έδωσε προτεραιότητα σε χώρες όπως το Μεξικό και η Χιλή που απέχουν πολύ από το ιδανικό της ολοκλήρωσης και που ανταποκρίνονται περισσότερο στο σχέδιο της Ουάσιγκτον για την ολοκλήρωση του ημισφαιρίου. Έτσι, σε αντίθεση με τις απαιτήσεις της Δήλωσης και του Σχεδίου Δράσης του Ρίο που κατηύθυνε τις σχέσεις ΕΕ-ΛΑΚ προς μια νέα στρατηγική σχέση, η μέχρι τώρα δράση της ΕΕ χαρακτηρίζεται από αντίδραση στο σχέδιο ALCA.

5.3.5

Η πλειοψηφία των περιφερειακών συνασπισμών της ΛΑ επιθυμούν, πέραν των ΗΠΑ, την ανάπτυξη εμπορικών σχέσεων με άλλους φορείς της διεθνούς σκακιέρας κυρίως δε με την ΕΕ. Με τη διαφοροποίηση των εξωτερικών σχέσεων και κυρίως με την ανάπτυξη πολιτικών και οικονομικών δεσμών με την ΕΕ, οι φορείς της ΛΑΚ, όπως και στην περίπτωση της MERCOSUR, ελπίζουν να αποκτήσουν μια λιγότερο περιφερειακή εικόνα στην παγκόσμια σκηνή. Εν προκειμένω μία πιο δυναμική στάση από την ΕΕ θα συμβάλει σημαντικά στη διεύρυνση και στην εδραίωση της ύπαρξης αυτών των περιφερειακών συνασπισμών καθώς και στη μεταβολή του ρόλου των συμμαχιών και στην επιρροή των χωρών ΛΑΚ στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων της ALCA. Επισημαίνεται ότι αυτή η νέα στρατηγική εταιρική σχέση παρέχει στους εταίρους τη δυνατότητα να προβάλλουν, σε πολυμερές επίπεδο, απόψεις που εκφράζουν σύγκλιση θέσεων και συμφερόντων.

5.3.6

Ωστόσο η ΕΟΚΕ κρίνει ότι οι προτιμησιακές συμφωνίες που θα υπογράψει η ΕΕ με την MERCOSUR, την Κοινότητα των Άνδεων (CAN) και την Κοινή Αγορά της Κεντρικής Αμερικής (MCCA) πρέπει να είναι σύμφωνες με τις διατάξεις του άρθρου 24 της ΓΣΔΕ/ΠΟΕ (11).

5.3.7

Σε αυτές τις μελλοντικές συμφωνίες πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη τα συμφέροντα τόσο των μεγάλων όσο και των μικρών γεωργικών εκμεταλλεύσεων τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΛΑΚ, και να τηρηθεί η κοινωνική αρμονία του αγροτικού κόσμου.

5.4   Ο ρόλος της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών στις σχέσεις ΕΕ/ΛΑΚ

5.4.1

Η ΕΟΚΕ έλαβε γνώση της στρατηγικής βούλησης της ΕΕ να ενισχύσει τις σχέσεις της με την ΛΑΚ. Για το λόγο αυτό, παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή την εξέλιξη αυτών των σχέσεων και έχει, επανειλημμένα, τονίσει την αναγκαιότητα της μεγαλύτερης συμμετοχής της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών σε όλες τις φάσεις της διαδικασίας.

5.4.2

Στις διάφορες γνωμοδοτήσεις της ΕΟΚΕ για την ΛΑ (12) τονίζεται το γεγονός ότι, για θέματα πολιτικής και εμπορικής φύσεως, πρέπει να ενισχυθεί η κοινωνική πτυχή των σχέσεων της ΕΕ με τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική όσον αφορά, αφενός, το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων των εργαζομένων και, αφετέρου, την κοινωνική συνοχή.

5.4.3

Με την προοπτική ενίσχυσης της συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών, η ΕΟΚΕ ανέλαβε ενεργά την προετοιμασία των συναντήσεων της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών της ΕΕ –ΛΑΚ που πραγματοποιήθηκαν στο Ρίο ντε Τζανέιρο (1999) και στη Μαδρίτη (2002) με την ευκαιρία των διασκέψεων κορυφής αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων της ΕΕ και της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής.

5.4.4

Ακολουθώντας την ίδια λογική, η ΕΟΚΕ προετοιμάζει την τρίτη συνάντηση της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών που θα πραγματοποιηθεί στο Μεξικό, το 2004, με την ευκαιρία της προσεχούς διασκέψεως κορυφής αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων.

5.4.5

Ένα από τα θετικά δείγματα αυτής της στρατηγικής είναι οι συναντήσεις που είχε η ΕΟΚΕ με το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβουλευτικό Φόρουμ της MERCOSUR (ΟΚΣΦ). Οι συναντήσεις αυτές αποσκοπούσαν στην ενίσχυση της συμμετοχής της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών σε όλους τους τομείς των διμερών διαπραγματεύσεων ενόψει της μελλοντικής συμφωνίας σύνδεσης ΕΕ- MERCOSUR.

5.4.6

Κατά τη διάρκεια της τελευταίας συνάντησης ΕΟΚΕ-ΟΚΣΦ που πραγματοποιήθηκε στις 5 και 6 Μαΐου 2003, τα δύο θεσμικά όργανα κάλεσαν τις διαπραγματευόμενες πλευρές να ενισχύσουν τις πτυχές που συνδέονται με την κοινωνική διάσταση της υπό διαπραγμάτευση συμφωνίας με ρητή αναφορά στην «Declaracion sοcio-laboral» (δήλωση για τα δικαιώματα των εργαζομένων) της MERCOSUR, στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και στη Δήλωση των θεμελιωδών αρχών και δικαιωμάτων της ΔΟΕ του 1998.

5.4.7

Από την άλλη πλευρά, απαίτησαν συγκεκριμένες μορφές συμμετοχής στη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων για τη συμφωνία σύνδεσης, διότι θεωρούν ότι η επιτυχία της διαδικασίας προϋποθέτει την ολοκλήρωση των δράσεων και την παρουσία της αντιπροσωπευτικής οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών και των δύο πλευρών σε όλους τους τομείς συζήτησης.

5.4.8

Στο πλαίσιο αυτών των θεσμικών συναντήσεων εμφανίζονται κλαδικές οργανώσεις που επιδιώκουν να προωθήσουν τον διατλαντικό διάλογο, όπως το Φόρουμ επιχειρηματιών της ΕΕ-MERCOSUR και το πρόσφατο φόρουμ εργασίας ΕΕ- MERCOSUR, και να επηρεάσουν τις πολιτικές αποφάσεις που αφορούν τα συμφέροντά τους.

6.   Η στρατηγική εταιρική σχέση ΕΕ-ΛΑΚ μετά το Κανκούν

6.1   Ο αντίκτυπος της αποτυχίας του Κανκούν

6.1.1

Σήμερα πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες και προσπαθούν να βρουν οικονομικές αγορές με οποιοδήποτε τίμημα. Ορισμένες χώρες που είναι μέλη της Κοινότητας των Άνδεων (CAN) ή της Κοινής Αγοράς της Κεντρικής Αμερικής (MCCA) είναι έτοιμες να μην τηρήσουν τις τοπικές τους υποχρεώσεις και να δεχτούν τις προτάσεις της κυβέρνησης Bush να υπογράψουν διμερείς εμπορικές συμφωνίες. Τούτο ισχύει για παράδειγμα για χώρες όπως η Κολομβία, η Κόστα Ρίκα, η Γουατεμάλα, το Περού, το Ελ Σαλβαδόρ, οι οποίες αντιμετωπίζουν σοβαρά την πιθανότητα αυτή μετά το Κανκούν. Οι χώρες αυτές όπως και η Χιλή και το Μεξικό επιδιώκουν τώρα να αποχωρήσουν την Ομάδα των 21 όπως έκανε το Σαλβαδόρ που εγκατέλειψε την Ομάδα λίγο πριν τελειώσει η διάσκεψη κορυφής του Κανκούν.

6.1.2

Παρά τους πρώτους κλυδωνισμούς που γνωρίζει η Ομάδα των 21, υπογραμμίζεται ότι από την αποτυχία της Υπουργικής Διάσκεψης του Σηάτλ τον Δεκέμβριο του 1999, οι μεγάλες εμπορικές δυνάμεις αυτού του πλανήτη, οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία και η ΕΕ, οφείλουν τώρα να βασίζονται σε πολυμερείς διαπραγματεύσεις με τις αναδυόμενες δυνάμεις όπως η Νότια Αφρική, η Βραζιλία, η Κίνα και η Ινδία που έχουν την ικανότητα να συνασπιστούν για να εμποδίσουν την πρόοδο των διαπραγματεύσεων όπως έγινε με την Ομάδα των 21. Αυτή η Ομάδα των 21 χωρών υποστηρίχθηκε περιστασιακά και για διάφορους λόγους από 90 φτωχές χώρες κυρίως αφρικανικές. Οι τελευταίες δεν συμμετέχουν ωστόσο στην Ομάδα των 21.

6.1.3

Ο κυριότερος λόγος για το σχηματισμό παρόμοιου συνασπισμού οφείλεται στη δυσκολία των αναπτυσσόμενων χωρών (ΑΧ) να διεισδύουν στις γεωργικές αγορές των πλούσιων χωρών. Οι ΑΧ απαιτούν από τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ιαπωνία να καταργήσουν τις γεωργικές επιδοτήσεις τους τις οποίες θεωρούν αποσταθεροποιητικές για τις οικονομίες τους. Αν και η ΕΕ έδειξε την πρόθεσή της να συμβιβαστεί προτείνοντας να απομονώσει τις επιδοτήσεις που έχει αποδειχτεί ότι βλάπτουν πραγματικά τους γεωργούς των αναπτυσσόμενων χωρών, αρνήθηκε όμως να ορίσει ημερομηνία κατάργησης των εν λόγω επιδοτήσεων όπως αναφέρεται στη συμφωνία που υπέγραψαν Ευρωπαίοι και Αμερικανοί στα μέσα Αυγούστου 2003 ενόψει της διάσκεψης του Κανκούν.

6.1.4

Στη διαφωνία για τη γεωργία ήρθε να προστεθεί και η διαφωνία για τα αποκαλούμενα θέματα της «Σιγκαπούρης» τα οποία εξετάσθηκαν για πρώτη φορά στην υπουργική διάσκεψη της Σιγκαπούρης το 1997. Πρόκειται για τα θέματα των επενδύσεων, του ανταγωνισμού, της διαφάνειας των δημοσίων συμβάσεων και της διευκόλυνσης των συναλλαγών. Τα θέματα αυτά παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον για τις πλούσιες χώρες ενώ προβληματίζουν τις αναπτυσσόμενες.

6.1.5

Στο Κανκούν, ορισμένες αναπτυσσόμενες χώρες επανέλαβαν την αντίθεσή τους στην έναρξη διαπραγματεύσεων για τα θέματα της Σιγκαπούρης και για την ελευθέρωση των υπηρεσιών. Απέναντι στην επιμονή των πλούσιων χωρών να διαπραγματευτούν τα θέματα αυτά, οι φτωχότερες χώρες, που μέχρι σήμερα ήταν στο περιθώριο των διαπραγματεύσεων λόγω της ασθενούς τους θέσης στις παγκόσμιες συναλλαγές – λιγότερο από 1 %-, δεν υποχώρησαν.

6.1.6

Η κακή διαχείριση του θέματος του βαμβακιού ενίσχυσε τη συμμαχία αυτή που σχηματίστηκε στη Γενεύη λίγους μήνες πριν τη διάσκεψη κορυφής του Κανκούν. Το τελικό κείμενο δεν προσέφερε τίποτα συγκεκριμένο σε ένα θέμα ζωτικής σημασίας για τις φτωχότερες χώρες του πλανήτη μεταξύ των οποίων και οι χώρες Σαχέλ (Μαλί, Μπουργκίνα Φάσο, Μπενίν, Τσάντ), ενώ οι διαπραγματεύσεις που είχαν αρχίσει στη Ντόχα είχαν χαρακτηριστεί, με πρωτοβουλία της ΕΕ, διαπραγματεύσεις «κύκλου ανάπτυξης». Οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να μειώσουν κατά 4 δις δολάρια τις επιδοτήσεις που χορηγούν κάθε χρόνο στους παραγωγούς τους. Στο πλαίσιο αυτό οι αναπτυσσόμενες χώρες αρνήθηκαν να υποταχθούν.

6.1.7

Απέναντι στην αδιαλλαξία, η αποτυχία των πολυμερών διαπραγματεύσεων του Κανκούν ήταν αναπόφευκτη.

6.1.8

Η αποτυχία του Κανκούν φέρνει στο φως όχι μόνο την αυξανόμενη ικανότητα των χωρών του νότου να οργανωθούν και να διεκδικήσουν τα συμφέροντά τους, αλλά και τη λανθασμένη εκτίμηση, κυρίως, της ΕΕ απέναντι στη συμμαχία της Ομάδας των 21. Η αποτυχία αυτή αποτελεί μία επιπλέον απειλή για την παγκόσμια διακυβέρνηση. Από τη λήξη του β' παγκοσμίου πολέμου, οι διεθνείς σχέσεις διέπονται από διεθνείς κανόνες και συνθήκες. Αυτό το σύνολο των κανόνων, που συχνά θεωρείται σαν τον ιστό της αράχνης που επιτρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να συσφίξει τις σχέσεις των κρατών του πλανήτη, έχει θεσπιστεί στο πλαίσιο του ΟΗΕ. Παρά τις αδυναμίες και τις αποτυχίες που του καταλογίζουν, ο οργανισμός αυτός κατάφερε να επιτύχει μία ελάχιστη διεθνή τάξη. Η ΕΕ από την αρχή έχει θεωρήσει τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις καθοριστικής σημασίας στις εξωτερικές της σχέσεις. Το πολυμερές πλαίσιο παρέχει, στο μέτρο του δυνατού, έναν χώρο που επιτρέπει τη συλλογική διαχείριση του πλανήτη.

6.1.9

Σήμερα, η παγκόσμια νομική δομή τίθεται υπό αμφισβήτηση και η μονομέρεια που αναπτύσσεται τελευταία κυρίως στις ΗΠΑ αποτελεί σοβαρή προσβολή της διεθνούς νομικής τάξεως που έχει οικοδομηθεί με μεγάλη υπομονή εδώ και πενήντα χρόνια.

6.1.10

Η αποτυχία του Κανκούν συμβάλλει σε αυτή την κρίση της παγκόσμιας διακυβέρνησης. Σήμερα οι ΗΠΑ επιδιώκουν να παρακάμψουν τον ΠΟΕ συνάπτοντας διμερείς συμφωνίες με τους γείτονές τους. Οι διμερείς συμφωνίες, αποτελούν μεταξύ άλλων για τις ΗΠΑ ένα μέσο προώθησης του σχεδίου ALCA. Εξάλλου η κυβέρνηση Bush δήλωσε πρόσφατα ότι, αν και ο πόλεμος στο Ιράκ την απομάκρυνε λίγο από την ΛΑΚ, θα καταβάλει εκ νέου σοβαρές προσπάθειες για την προώθηση του σχεδίου της αμερικανικής ηπείρου, δήλωση που επαναλήφθηκε την επομένη της υπουργικής διάσκεψης του Κανκούν. Όπως αναφέρεται στο σημείο 6.1, ορισμένες χώρες της Λατινικής Αμερικής είναι έτοιμες να υπογράψουν διμερείς συμφωνίες με τις ΗΠΑ και να αθετήσουν τις εθνικές τους υποχρεώσεις, πράγμα που θα έχει ως αποτέλεσμα την αποτυχία των προσπαθειών ενσωμάτωσης των ΛΑΚ που τόσο υποστήριξε η ΕΕ.

6.2   Οι περιφερειακές στρατηγικές στην αμερικανική ήπειρο

6.2.1

Οι ΗΠΑ θεωρούν την ALCA ως ένα μέσο για να αυξήσουν την παγκόσμια ηγεμονία τους απέναντι στις μεγάλες παγκόσμιες εμπορικές δυνάμεις όπως είναι η ΕΕ και η Ιαπωνία. Αρκεί να εξεταστεί ο πολυδιάστατος χαρακτήρας του σχεδίου ALCA, για να διαπιστωθεί η εμβέλειά του. Το σχέδιο υποχρεώνει τις χώρες να υπερκεράσουν την απλή υπογραφή μιας συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών στόχος της οποίας θα ήταν η ενίσχυση του εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών με την κατάργηση των τελωνειακών φραγμών. Το σχέδιο αυτό περιλαμβάνει στα προς συζήτηση θέματα την προστασία των επενδύσεων και των επενδυτών, τις χρηματοοικονομικές αγορές, την πνευματική ιδιοκτησία, τις δημόσιες συμβάσεις, την πολιτική ανταγωνισμού κτλ.

6.2.2

Στην πραγματικότητα, αυτό που δημιουργείται είναι ένα θεσμικό πλαίσιο που βασίζεται κυρίως στον κανόνα δικαίου και το οποίο θα προωθήσει ένα πρότυπο οικονομικής ολοκλήρωσης στην αγορά. Τούτο σημαίνει ότι το σχέδιο ολοκλήρωσης της αμερικανικής ηπείρου εμπεριέχει αφενός μία διαδικασία ανοίγματος των αγορών και αφετέρου τη θέσπιση σειράς κανόνων, προτύπων και ρυθμίσεων που θα διέπουν το παγκόσμιο εμπόριο. Λόγω του πολιτικού και οικονομικού βάρους των ΗΠΑ, είναι πολύ πιθανό οι κανόνες αυτοί να αντικατοπτρίζουν την αμερικανική νομοθεσία και πραγματικότητα.

6.2.3

Εάν υλοποιηθεί ένα παρόμοιο σενάριο, τούτο θα έχει ως επακόλουθο την συνεχή απώλεια επιρροής της Ευρώπης και θα καταστήσει δυσκολότερη τη δραστηριότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στις αγορές της ΛΑΚ.

6.2.4

Η θέση σε ισχύ της ALENA είχε ήδη αρνητικό αντίκτυπο στην ΕΕ εφόσον είχε ως αποτέλεσμα την εκτροπή των εμπορικών ροών και προκάλεσε την απώλεια της μισής μεξικανικής αγοράς από τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Ενώ το 1990 η Ευρώπη αντιπροσώπευε το 14,3 % των εισαγωγών στο Μεξικό, το μερίδιο αγοράς της μειώθηκε στο 8,5 % το 1997. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, η Ευρώπη απορροφούσε μόνο το 3,6 % των μεξικανικών εξαγωγών, έναντι 12,6 % στις αρχές της δεκαετίας. Αντιθέτως, οι ΗΠΑ που απορροφούν το 90 % των μεξικανικών εξαγωγών, έγιναν ο κυριότερος εμπορικός εταίρος του Μεξικού. Παρά τη συμφωνία σύνδεσης που διαπραγματεύτηκε η ΕΕ σε σύντομο χρονικό διάστημα με το Μεξικό, δεν έχουν ανακτηθεί όλα τα απολεσθέντα μερίδια αγοράς. Συνηθισμένο να εμπορεύεται με τις ΗΠΑ, το Μεξικό καθυστερεί να στραφεί προς την Ευρώπη. Η συμφωνία ΕΕ-Μεξικό εμπεριέχει σημαντικές δυνατότητες που δεν έχουν αξιοποιηθεί ακόμη πλήρως και από τις δύο πλευρές.

6.2.5

Η εμπειρία της ALENA έδειξε πόσο μπορεί να μεταβληθεί η ροή των συναλλαγών από παρόμοια εγχειρήματα. Η ίδια κατάσταση εκτροπής των εμπορικών ροών και των επενδύσεων ενδέχεται να σημειωθεί και με την ALCA.

6.2.6

Έστω και εάν καθυστερήσει η υλοποίηση της ALCA, υπάρχει ήδη η τάση περιφερειοποίησης/ηπειροποίησης των εμπορικών συναλλαγών στην αμερικανική ήπειρο λόγω των διαφόρων συμφωνιών ελεύθερων συναλλαγών που έχουν αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην ήπειρο. Σήμερα, το 60 % των εξαγωγών και το 50 % των εισαγωγών των 34 χωρών πραγματοποιείται στο εσωτερικό της αμερικανικής ηπείρου έναντι του 48 % και 41 % πριν από 10 χρόνια. Εκτός της MERCOSUR που έχει ως πρώτο εμπορικό εταίρο την ΕΕ, το εμπόριο των υπολοίπων χωρών της ΛΑΚ εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το βόρειο τμήμα της ηπείρου. Το 50 % σχεδόν των εξαγωγών της CAN, το 45 % της MCCA και το 41 % των εξαγωγών της Κοινότητας της Καραϊβικής (CARICOM) κατευθύνονται προς την ALENA. Η ALCA θα ενισχύσει την κατάσταση αυτή.

6.3   Η στρατηγική εταιρική σχέση ΕΕ/ΛΑΚ

6.3.1

Η ΕΕ πρέπει να λάβει υπόψη τη διεθνή στρατηγική των ΗΠΑ προκειμένου να χαράξει τη δική της. Τούτο δεν σημαίνει ότι πρέπει να θεωρηθεί ως διεθνής αντίπαλος των ΗΠΑ, αλλά να ακολουθήσει τον ευρωπαϊκό δρόμο που συνίσταται στην προώθηση του προτύπου της για την περιφερειακή διακυβέρνηση ανά τις ηπείρους, σύμφωνα με τους υφιστάμενους διεθνείς κανόνες, για να οικοδομήσει έναν κόσμο πολυπεριφερειακό και πιο ισορροπημένο. Η υπογραφή των προτιμησιακών συμφωνιών με τους διάφορους περιφερειακούς συνασπισμούς της Λατινικής Αμερικής θα συμβάλει στην εδραίωση των αντίστοιχων εσωτερικών τους δομών καθώς και στην είσοδό τους στη διεθνή σκηνή ως ενιαίων φορέων.

6.3.2

Η ΕΕ δεν μπορεί να αγνοήσει αυτή την περιοχή του κόσμου διότι έχει ανάγκη εταίρων προκειμένου να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της στην παγκόσμια πολιτική σκηνή. Οι χώρες της ΛΑΚ αποτελούν φυσικούς συμμάχους για πολιτιστικούς, πολιτικούς, οικονομικούς λόγους, πόσο μάλλον που το πρότυπο της Ευρώπης έχει σήμερα μεγάλη απήχηση στην περιοχή αυτή. Όπως προτείνεται στην έκθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του Οκτωβρίου 2001, η ΕΕ δεν πρέπει πλέον να θέτει ως όρο την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων του ΠΟΕ για τη σύναψη συμφωνίας ελεύθερων συναλλαγών με την MERCOSUR (13) πόσο μάλλον που η ημερομηνία που έχει οριστεί για την ολοκλήρωση του κύκλου της Ντόχα φαίνεται να τίθεται υπό αμφισβήτηση λόγω της δυσκολίας που έχουν τα μέλη για την επίτευξη συναίνεσης προκειμένου να προχωρήσουν οι πολυμερείς εμπορικές διαπραγματεύσεις, όπως έδειξε η αποτυχία του Κανκούν.

6.3.3

Είναι σημαντικό η ΕΕ να λάβει σοβαρά υπόψη το σχέδιο της αμερικανικής ηπείρου. Εάν η ΕΕ επιθυμεί να διατηρήσει τον ρόλο της στην ήπειρο και να συμμετέχει στη θέσπιση των νέων κανόνων του διεθνούς εμπορίου, επείγει να αποκτήσει πολιτική βούληση και οικονομικά μέσα που να ανταποκρίνονται στις διεθνείς της φιλοδοξίες και να ενεργήσει με μία φωνή στους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς (ΔΝΤ, Παγκόσμια τράπεζα,…) ούτως ώστε να ασκήσει την επιρροή της.

6.3.4

Επίσης, σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, είναι έκδηλη η ανάγκη για «Ευρώπη» στην μαστιζόμενη από κρίση περιοχή της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής. Η ΕΕ εξακολουθεί να θεωρείται ως κοινωνικό και πολιτικό πρότυπο αναφοράς. Η Ευρώπη δεν πρέπει να παραβλέψει ότι η μεγάλη πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι χώρες της ΛΑΚ συνίσταται στην εξεύρεση ενός οικονομικού και κοινωνικού προτύπου εναλλακτικού της «συναίνεσης της Washington» και του σχεδίου ολοκλήρωσης της αμερικανικής ηπείρου των ΗΠΑ.

6.3.5

Είναι γεγονός ότι οι πολυμερείς διαπραγματεύσεις, η διεύρυνση προς ανατολάς, η εξέλιξη του διεθνούς σκηνικού από τις 11 Σεπτεμβρίου και μετά, η κρίση που αντιμετωπίζει η Λατινική Αμερική, αποτελούν παράγοντες που επιβραδύνουν τις σχέσεις μεταξύ των δύο αυτών πλευρών του Ατλαντικού. Η ΕΕ όμως δεν έχει μόνο οικονομικά συμφέροντα στην περιοχή, διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο γενικά. Κατά συνέπεια πρέπει να έχει ολοκληρωμένη και συνεκτική πολιτική για την περιοχή αυτή.

6.3.6

Είναι αισθητό το αίτημα για αλλαγή στη Λατινική Αμερική, όπως φαίνεται από τις πολλές διαδηλώσεις που πραγματοποιούνται τα τελευταία χρόνια στις χώρες των Άνδεων και της Νοτίου Αμερικής καθώς και από την εκλογή του Luis Inácio Lula da Silva στη Βραζιλία, ή του Nestor Kirschner στην Αργεντινή. Ο Lula da Silva και ο Nestor Kirschner εξέφρασαν τη βούλησή τους να ενισχύσουν τον τόπο τους πριν συνάψουν την ALCA και την επιθυμία τους να ευνοήσουν τις σχέσεις με την ΕΕ, όπως δείχνουν οι επισκέψεις των δύο αυτών προέδρων στις διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες τον Ιούλιο του 2003.

6.3.7

Αυτό το αίτημα για «Ευρώπη» αργεί ακόμη να ικανοποιηθεί. Για το λόγο αυτό υψώνονται φωνές στην Ευρώπη που καταγγέλλουν την κατάσταση αυτή. Πράγματι, ορισμένοι ευρωβουλευτές δεν διστάζουν να επισημάνουν ότι η ΕΕ, αν και διαθέτει τα μέσα για να προτείνει στην ΛΑΚ ένα σχέδιο εναλλακτικό του σχεδίου της ALCA, της λείπει η πολιτική βούληση. Λόγια που επαναλήφθηκαν κατά την XVI διακοινοβουλευτική διάσκεψη ΕΕ/Λατινικής Αμερικής που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2003.

6.3.8

Είναι επιτακτική ανάγκη να δοθεί μεγαλύτερη σημασία στις κοινωνικές αλλά και περιβαλλοντικές πτυχές της σχέσης. Η ΕΟΚΕ στηρίζει την πρωτοβουλία του Επιτρόπου Patten που προτείνει η «κοινωνική συνοχή» να τεθεί στο επίκεντρο των συζητήσεων κατά την προσεχή διάσκεψη ΕΕ/ΛΑΚ, που θα πραγματοποιηθεί στο Μεξικό το 2004.

6.3.9

Λόγω της αύξησης της ανεργίας, της εξάπλωσης της φτώχειας στην κοινωνία και της όξυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων στην ΛΑΚ κατά τα τελευταία δέκα χρόνια, ενδείκνυται να εισαχθεί μία κοινωνική ρήτρα στη στρατηγική εταιρική σχέση – καθώς και μία περιβαλλοντική – ούτως ώστε οι εμπορικές συμφωνίες που υπογράφονται με την Ευρώπη να συμβάλλουν στη μείωση της φτώχειας και των ακραίων ανισοτήτων που χαρακτηρίζουν την περιοχή, και να μειώσουν τις πιθανές παράπλευρες απώλειες από την ελευθέρωση του εμπορίου. Στόχος της κοινωνικής αυτής ρήτρας θα είναι να χρησιμοποιούν οι κυβερνήσεις των χωρών ΛΑΚ τα κεφάλαια της ΕΕ για την ανακατανομή των εισοδημάτων. Τούτο θα συμβάλει στην καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων που μαστίζουν τις χώρες αυτές.

6.3.10

Όπως εξάλλου έχει επισημανθεί προηγουμένως, η ΕΕ και η ΛΑΚ δεν έχουν καταφέρει μέχρι σήμερα να ορίσουν μια πραγματικά κοινή ατζέντα. Υπάρχει ο κίνδυνος κατά τη διάσκεψη κορυφής ΕΕ-ΛΑΚ του Μεξικού, η ασυμμετρία αυτή να συνεχιστεί. Ενώ ο Επίτροπος Patten επιθυμεί αυτή η τρίτη διάσκεψη κορυφής να καταστεί η διάσκεψη της κοινωνικής συνοχής ώστε να συμβάλει στην εξάλειψη των κοινωνικών ανισοτήτων και της φτώχειας στις χώρες της Λατινικής Αμερικής, οι τελευταίες θεωρούν ότι μόνο με την καλύτερη πρόσβαση στο διεθνές εμπόριο θα καταφέρουν να ανακάμψουν και να καταπολεμήσουν τη φτώχεια. Όσο οι Ευρωπαίοι και οι Λατινοαμερικάνοι δεν καταφέρνουν να ορίσουν μια πραγματικά κοινή ατζέντα ή τουλάχιστον να μειώσουν τις αποκλίσεις στην ιεράρχηση των προτεραιοτήτων, θα έχουν μεγάλες δυσκολίες να προωθήσουν τη φιλόδοξη πρωτοβουλία της στρατηγικής εταιρικής σχέσης που προτάθηκε στο Ρίο. Αν και η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρωτοβουλία της κοινωνικής συνοχής, η ΕΕ πρέπει να λάβει υπόψη τις προτεραιότητες των εταίρων της ούτως ώστε η διάσκεψη κορυφής του Μεξικού να στεφθεί με επιτυχία. Δεδομένου του πλαισίου μετά το Κανκούν, η ΕΕ οφείλει όχι μόνο να επικεντρωθεί στα κοινωνικά θέματα που θα της επιτρέψουν να διακριθεί στη διεθνή σκηνή αλλά να ανταποκριθεί και στις προσδοκίες των χωρών ΛΑΚ που συνίστανται στην υπογραφή προτιμησιακών συμφωνιών μαζί της. Η διάσκεψη κορυφής του Μεξικό είναι μία ευκαιρία για την Ευρώπη να δώσει στη στρατηγική εταιρική σχέση ΕΕ-ΛΑΚ την ώθηση που χρειάζεται και τούτο λίγους μήνες πριν την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων της ALCA.

7.   Οι προτάσεις της ΕΟΚΕ

7.1

Η συμφωνία Κοτονού, που υπεγράφη τον Ιούνιο του 2000 μεταξύ ΕΕ και των χωρών ΑΚΕ, απαιτεί διάλογο μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των μη κρατικών οργανώσεων ούτως ώστε το κράτος και η κοινωνία των πολιτών να διαδραματίζουν συμπληρωματικό ρόλο στις αναπτυξιακές δράσεις. Για το λόγο αυτό, στη Λευκή Βίβλο για την ευρωπαϊκή διακυβέρνηση, που υποβλήθηκε το 2001, υπογραμμιζόταν η σημασία της κοινωνίας των πολιτών για τον καθορισμό πολιτικών με διεθνή διάσταση.

7.2

Συνεπώς, η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών της ΛΑΚ πρέπει να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο των σχέσεων με την ΕΕ τόσο στα προγράμματα συνεργασίας όσο και στις διαπραγματεύσεις που αφορούν τις υπό προετοιμασία συμφωνίες.

7.3

Μέχρι σήμερα, η συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών στις διαπραγματεύσεις μεταξύ ΕΕ και ΛΑΚ δεν γίνεται σε πραγματική και στρατηγική βάση· είναι περισσότερο συμβολικού χαρακτήρα. Πέρα από τις συναντήσεις με την ΕΟΚΕ και την οργανωμένη κοινωνία των πολιτών της ΛΑΚ, κυρίως με την ευκαιρία της διάσκεψης αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων, ελάχιστα έχουν γίνει προς αυτή την κατεύθυνση.

7.4

Δεδομένου ότι η συμμετοχή των πολιτών αποτελεί καθοριστικής σημασίας στοιχείο για την εδραίωση της δημοκρατίας και μία ουσιαστική βάση για την αειφόρο ανάπτυξη, και ότι είναι απαραίτητη η συμμετοχή της για να αποκτήσει νομιμότητα η στρατηγική εταιρική σχέση ΕΕ/ΛΑΚ και να αποφευχθεί ο σκόπελος του σχεδίου ALCA που τόσο επικρίνεται από μεγάλο τμήμα της κοινωνίας της αμερικανικής ηπείρου, η ΕΟΚΕ διατυπώνει τις ακόλουθες προτάσεις:

7.4.1   Χάραξη σαφούς στρατηγικής

7.4.1.1

Σε έναν κόσμο περίπλοκο και με ολοένα και περισσότερους κινδύνους, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να διαθέτει σφαιρική στρατηγική η οποία να στηρίζεται σε αξίες όπως η ειρήνη, η αειφόρος ανάπτυξη και τα ανθρώπινα δικαιώματα επιδιώκοντας την οικοδόμηση ενός δικαιότερου και πιο ισορροπημένου κόσμου.

7.4.1.2

Οι αξίες αυτές και ο εν λόγω στόχος πρέπει να προβάλλονται στις σχέσεις με την ΛΑΚ ούτως ώστε οι λαοί της περιοχής αυτής να κατανοήσουν ότι οι συμφωνίες με την ΕΕ είναι θεμελιώδες στοιχείο για την ανάπτυξή τους και τη θέση τους στη διεθνή σκακιέρα.

7.4.1.3

Για την υλοποίηση της στρατηγικής αυτής είναι σημαντικό η ΕΕ να αυξήσει αναλόγως τα οικονομικά της μέσα.

7.4.1.4

Συνεπώς, στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις είτε με την MERCOSUR είτε με την CAN ή την MCCA ή την CARICOM, η ΕΕ πρέπει, εκτός από τα εμπορικά και τελωνειακά θέματα, να λάβει υπόψη αυτή τη στρατηγική.

7.4.1.5

Η ΕΕ οφείλει επίσης να ενεργοποιήσει τον πολιτικό διάλογο ΕΕ-ΛΑΚ όχι μόνο γιατί αποτελεί τον έναν από τους τρεις πυλώνες των συμφωνιών σύνδεσης που έχει υπογράψει ή ετοιμάζεται να υπογράψει με τις χώρες ή τις περιοχές ΛΑΚ αλλά κυρίως γιατί αποτελεί το σήμα διαφοροποίησης του σχεδίου σύνδεσης που επεξεργάζεται η ΕΕ με την ΛΑΚ από το σχέδιο ALCA. Για να γίνει αυτό, είναι απαραίτητο η ευρωπαϊκή υπουργική παρουσία στα διυπουργικά φόρουμ ΕΕ-ΛΑΚ, όπως στις συναντήσεις ΕΕ-Ομάδα του Ρίο, να ανταποκρίνεται στον επιδιωκόμενο στόχο που είναι η υλοποίηση μιας στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των δύο περιοχών.

7.4.2   Επεξεργασία σχεδίου δράσης και χρονοδιαγράμματος

7.4.2.1

Λόγω της αποτυχίας των διαπραγματεύσεων του ΠΟΕ στο Κανκούν και της βορειοαμερικανικής απόφασης να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις ώστε να τηρηθεί το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα για την ALCA, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει το συντομότερο δυνατό να αποκτήσει ένα σχέδιο δράσης και να ορίσει ένα χρονοδιάγραμμα που να ανταποκρίνεται καλύτερα στη νέα πραγματικότητα.

7.4.2.2

Η ΕΕ πρέπει κυρίως να μελετήσει την αναγκαιότητα νέων διαπραγματεύσεων που να μην εξαρτώνται από τη λήξη των διαπραγματεύσεων της Ντόχα.

7.4.2.3

Η ΕΟΚΕ επιθυμεί η συμφωνία σύνδεσης με την MERCOSUR να υπογραφεί (ή τουλάχιστον να αναγγελθεί η υπογραφή της) κατά τη διάρκεια της διάσκεψης κορυφής αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων που θα πραγματοποιηθεί στη Γκουανταλαχάρα στο Μεξικό, τον Μάιο του 2004.

7.4.3   Ενίσχυση της διαφάνειας και της ενημέρωσης

7.4.3.1

Η διαφάνεια στις διαπραγματεύσεις και η ενημέρωση για τις επιτυχίες και τα εμπόδια αποτελούν βασικά στοιχεία ώστε η κοινωνία των πολιτών να συμμετέχει σε όλα τα στάδια των διαπραγματεύσεων.

7.4.3.2

Η Ευρώπη πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες σε όλους τους τομείς της κοινωνίας των πολιτών διευκρινίζοντας τις προτάσεις της και τις παραχωρήσεις που προτίθεται να κάνει προκειμένου να καταλήξει σε συμφωνία με τα ενδιαφερόμενα μέρη.

7.4.4   Υποστήριξη της ενίσχυσης της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών

7.4.4.1

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει μεγάλη εμπειρία στον διάλογο με τους πολίτες που αποτελεί τη βάση του ευρωπαϊκού κοινωνικού προτύπου, χαρακτηριστικό παράδειγμα του οποίου αποτελεί η ΕΟΚΕ.

7.4.4.2

Χωρίς να έχει πρόθεση εξαγωγής προτύπων, η ΕΕ πρέπει να στηρίξει τη σύσταση συναφών θεσμικών οργάνων στις περιοχές όπου αυτά δεν υπάρχουν ή στις περιοχές όπου είναι ασθενέστερα.

7.4.4.3

Επίσης, η υποστήριξη των επαφών και των σχέσεων κατά μάλλον ή ήττον σε θεσμικό επίπεδο με τις οργανώσεις των δύο ακτών του Ατλαντικού φαίνεται ότι είναι ένα πολύ θετικό στοιχείο προσέγγισης για την ευρωπαϊκή στρατηγική.

7.4.5   Εκπόνηση μελετών για τον αντίκτυπο και προώθηση των πολιτικών για την καταπολέμηση της φτώχειας και την αύξηση της απασχόλησης

7.4.5.1

Όλες οι διαδικασίες ολοκλήρωσης έχουν συνέπειες που επηρεάζουν την καθημερινή ζωή των ανθρώπων και, κυρίως, των πλέον ευαίσθητων.

7.4.5.2

Υπ' αυτή την έννοια η ΕΕ πρέπει να εκπονήσει μελέτες για τις συνέπειες της ολοκλήρωσης και του ανοίγματος των αγορών και, κατά συνέπεια να υποστηρίξει οικονομικά τις πολιτικές για την καταπολέμηση της φτώχειας και την αύξηση της απασχόλησης.

7.4.6   Προώθηση της πολιτικής για την οικονομική και κοινωνική συνοχή

7.4.6.1

Η ΕΕ πρέπει να θεωρήσει της συμφωνίες με την ΛΑΚ ως ευκαιρία πρόσβασης σε νέες αγορές, αλλά και ως ευκαιρία οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης των λαών των χωρών αυτών.

7.4.6.2

Τα οφέλη από τις συμφωνίες αυτές πρέπει να τα απολαμβάνει το σύνολο του πληθυσμού και όχι μόνον όσοι είναι ήδη δικαιούχοι. Θα ήταν σφάλμα στρατηγικής με ολέθριες συνέπειες εάν η ΕΕ συνδεόταν με μία πολιτική αύξησης των οικονομικών και κοινωνικών ανισοτήτων στη ΛΑΚ.

7.4.6.3

Η απαίτηση μιας πολιτικής κοινωνικής συνοχής που να συνοδεύει τις συμφωνίες που έχουν ήδη αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης ή είναι υπό διαπραγμάτευση πρέπει να αποτελεί το στοιχείο που διαφοροποιεί το σχέδιο σύνδεσης ΕΕ-ΛΑΚ από το σχέδιο ALCA.

7.4.6.4

Η ΕΟΚΕ επικροτεί την πρωτοβουλία της Επιτροπής να προτείνει στη διάσκεψη κορυφής του Μεξικού ως θέμα συζήτησης την κοινωνική συνοχή.

7.4.7   Ενίσχυση του ρόλου της ΕΟΚΕ στον διατλαντικό διάλογο των πολιτών

7.4.7.1

Στο πρωτόκολλο που υπέγραψε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή με την ΕΟΚΕ, το 2001, μετά τη Συνθήκη της Νίκαιας, αναγνωρίζεται ότι η ΕΟΚΕ είναι το κατ' εξοχήν θεσμικό όργανο διαλόγου μεταξύ των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και της κοινωνίας των πολιτών όχι μόνον στην Ευρώπη αλλά και με την οργανωμένη κοινωνία των πολιτών των τρίτων χωρών.

7.4.7.2

Η ΕΟΚΕ εκμεταλλεύτηκε όλες τις ευκαιρίες για να εκπληρώσει τα καθήκοντα αυτά, αλλά αναγνωρίζει ότι μπορεί ( και πρέπει) να προχωρήσει περισσότερο στο διάλογο με συναφή όργανα της ΛΑΚ και να αναζητήσει άλλες μορφές συνεργασίας, στενότερες και αποτελεσματικότερες.

7.4.7.3

Σε μια περίοδο καθοριστικής σημασίας για τις σχέσεις ΕΕ και ΛΑΚ, η ΕΟΚΕ οφείλει:

να ενισχύσει τους δεσμούς της με το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβουλευτικό Φόρουμ της MERCOSUR,

να γνωρίσει καλύτερα την κατάσταση της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών σε άλλες περιοχές της ΛΑΚ,

να συνεργαστεί με την κοινωνία των πολιτών της ΛΑΚ στις γνωμοδοτήσεις της όσον αφορά την προβληματική της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής.

Βρυξέλλες, 25 Φεβρουαρίου 2004.

Ο Πρόεδρος

της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής

Roger BRIESCH


(1)  Οι χώρες που συμμετέχουν στο σχέδιο είναι: Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, Αργεντινή, Μπαχάμες, Μπαρμπάντος, Μπελίζε, Βολιβία, Βραζιλία, Καναδάς, Χιλή, Κολομβία, Κόστα Ρίκα, Ντομίνικα, Ελ Σαλβαδόρ, Ισημερινός, ΗΠΑ, Γρενάδα, Γουατεμάλα, Γουιάνα, Αϊτή, Ονδούρα, Τζαμάικα, Μεξικό, Νικαράγουα, Παναμάς, Παραγουάη, Δομινικανή Δημοκρατία, Αγία Λουκία, St-Kitts-et-Nevis, St-Vincent-et-Grenadines, Σουρινάμ, Trinité-et-Tobago, Ουρουγουάη και Βενεζουέλα.

(2)  Ελ Σαλβαδόρ, Γουατεμάλα, Ονδούρα και Νικαράγουα. Η Κόστα Ρίκα έμεινε εκτός.

(3)  Τα στοιχεία που αναφέρονται προέρχονται από τη ΓΔ Εμπορίου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

(4)  Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, Αργεντινή, Μπαχάμες, Μπαρμπάντος, Μπελίζε, Βολιβία,, Κόστα Ρίκα, Ντομίνικα, Ελ Σαλβαδόρ, Ισημερινός, ΗΠΑ, Γρενάδα, Γουατεμάλα, Γουιάνα, Αϊτή, Ονδούρα, Τζαμάικα, Νικαράγουα, Παναμάς, Παραγουάη, Δομινικανή Δημοκρατία, Αγία Λουκία, St-Kitts-et-Nevis, St-Vincent-et-Grenadines, Σουρινάμ, Trinité-et-Tobago, Ουρουγουάη.

(5)  Ετήσια έκθεση της οικονομικής επιτροπής του ΟΗΕ για τη Λατινική Αμερική με θέμα «Κοινωνικό Πανόραμα» της Λατινικής Αμερικής 2002-2003.

(6)  Η fast track, που πρόσφατα αναβαπτίστηκε Αρχή για την προώθηση του Εμπορίου (Trade Promotion Authority) (TPA), είναι η άδεια που χορηγεί το αμερικανικό Κογκρέσο στην αμερικανική εκτελεστική εξουσία για τη διαπραγμάτευση εμπορικών συμφωνιών χωρίς να το συμβουλεύεται σε κάθε φάση των διαπραγματεύσεων. Το Κογκρέσο επικυρώνει ή απορρίπτει τη συναφθείσα συμφωνία.

(7)  Ενώ η Ενιαία Πράξη μετατρέπει την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα σε Ευρωπαϊκή Κοινότητα, η Συνθήκη του Μάαστριχτ του 1992 την μετατρέπει σε Ευρωπαϊκή Ένωση.

(8)  1: Εμβάθυνση και αναβάθμιση της υφιστάμενης συνεργασίας, διαβουλεύσεις στα διεθνή φόρουμ και επέκταση των αρμοδιοτήτων τους για να καλύπτουν όλα τα θέματα κοινού ενδιαφέροντος. 2: Προώθηση και προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ιδίως αυτών των πλέον ευάλωτων κοινωνικών ομάδων και πρόληψη και καταπολέμηση της ξενοφοβίας, του ρατσισμού και άλλων μορφών μισαλλοδοξίας. 3: Γυναίκες - θέσπιση προγραμμάτων και έργων σε σχέση με τους τομείς προτεραιότητας που αναφέρονται στη δήλωση του Πεκίνου. 4: Αναβάθμιση των προγραμμάτων συνεργασίας στον τομέα του περιβάλλοντος και των φυσικών καταστροφών. 5: Ναρκωτικά - εφαρμογή του Γενικού Σχεδίου Δράσης του Παναμά, περιλαμβανομένων μέτρων κατά του λαθρεμπορίου όπλων. 6: Διατύπωση προτάσεων διπεριφερειακής συνεργασίας για δημιουργία μηχανισμών προώθησης ενός σταθερού και δυναμικού συνολικού χρηματοοικονομικού συστήματος για την ενίσχυση των εθνικών δημοσιονομικών συστημάτων και για την κατάρτιση ειδικών προγραμμάτων στήριξης των λιγότερο ανεπτυγμένων οικονομικά χωρών. 7: Προώθηση του εμπορίου, περιλαμβανομένων των ΜΜΕ και των επιχειρησιακών φόρουμ. 8: Παροχή στήριξης για διπεριφερειακή συνεργασία στους τομείς της εκπαίδευσης και των ανωτάτων σπουδών καθώς και της έρευνας και των νέων τεχνολογιών. 9: Πολιτιστική κληρονομιά, πολιτιστικό φόρουμ ΕΕ-Λατινικής Αμερικής/Καραϊβικής.10: Σχεδιασμός κοινής πρωτοβουλίας για ειδικές πτυχές της κοινωνίας των πληροφοριών. 11: Δραστηριότητες στήριξης της έρευνας, των μεταπτυχιακών σπουδών και της κατάρτισης στον τομέα της διαδικασίας ολοκλήρωσης. Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο «Συνέχεια της πρώτης διάσκεψης κορυφής μεταξύ ΛΑΚ και ΕΕ» Βρυξέλλες, 31.10.2000, COM(2000) 670 τελικό.

(9)  Το προβλεπόμενο σύνολο είναι 2 264 εκατομμύρια ευρώ που διανέμεται ως εξής: 2000 – ευρώ 368,37 εκατομμύρια· 2001 – ευρώ 336,25 εκατομμύρια· 2002 – ευρώ 315 εκατομμύρια· 2003 – ευρώ 310 εκατομμύρια· 2004 – ευρώ 310 εκατομμύρια· 2005 – ευρώ 310 εκατομμύρια· 2006 – ευρώ 315 εκατομμύρια.

(10)  Το άρθρο 24 επιτρέπει σε πολλά συμβαλλόμενα μέρη να θεσπίσουν διακρίσεις έναντι άλλων, όταν πρόκειται για διακανονισμούς που ανταποκρίνονται στα κριτήρια μιας τελωνειακής ένωσης ή μιας ζώνης ελεύθερων συναλλαγών. Οι διακανονισμοί αυτοί πρέπει να υπακούουν στα ακόλουθα κριτήρια: οι τελωνειακοί δασμοί και άλλες ρυθμίσεις πρέπει να καταργηθούν , μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών, για το μεγαλύτερο τμήμα των εμπορικών τους συναλλαγών· οι δασμοί και οι ρυθμίσεις που εφαρμόζονται σε τρίτες χώρες δεν πρέπει να είναι μεγαλύτεροι ή αυστηρότεροι ή με μεγαλύτερες συνέπειες από ό,τι ήταν πριν το σχηματισμό της ζώνης ή της ένωσης· κάθε συμφωνία που προβλέπει τη σταδιακή δημιουργία τελωνειακής ένωσης ή ζώνης ελεύθερων συναλλαγών πρέπει βασίζεται σε συγκεκριμένο σχέδιο και χρονοδιάγραμμα ώστε η υλοποίησή τους να πραγματοποιηθεί σε λογικό χρονικό διάστημα.

(11)  ΕΕ C 169 της 16/06/99 (Εισηγητής Zufiaur); ΕΕ C 260 της 17/09/01(Εισηγητής Zufiaur); ΕΕ C 94 της 18/04/02(Εισηγητής Gafo Fernadez). Στο στάδιο της προετοιμασίας βρίσκεται γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ με θέμα «Η κοινωνική συνοχή στη Λατινική Αμερική και στην Καραϊβική» (Εισηγητής Zufiaur)

(12)  Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, «Έκθεση σχετικά με μία πλήρη εταιρική σχέση και μία κοινή στρατηγική για τις σχέσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Λατινικής Αμερικής - Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων, Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Αμυντικής Πολιτικής », (Εισηγητής: José Ignacio Salafranca Sánchez-Neyra), 11 Οκτωβρίου 2001, A5-0336/2001 τελικό.

(13)  Patten, C., «atin America: what has gone wrong? A EU policy proposal focussed on social cohesion», Ανακοίνωση που παρουσιάστηκε στο διυπουργικό φόρουμ ΕΕ-Ομάδα του Ρίο, Βουλιαγμένη (Ελλάδα), 28 Μαΐου 2003.


30.4.2004   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

C 110/55


Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα «Η κοινωνική συνοχή στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική»

(2004/C 110/12)

Την 1η Ιουλίου 2003, με επιστολή του Επιτρόπου κ. Christopher Patten, η Επιτροπή ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 262 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, να καταρτίσει διερευνητική γνωμοδότηση με θέμα «Η κοινωνική συνοχή στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική».

Το ειδικευμένο τμήμα «Εξωτερικές Σχέσεις», στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή του στις 6 Φεβρουαρίου 2004 με βάση εισηγητική έκθεση του κ. ZUFIAUR.

Κατά την 406η σύνοδο ολομέλειάς της της 25ης και 26ης Φεβρουαρίου 2004 (συνεδρίαση της 25ης Φεβρουαρίου 2004), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε με 94 ψήφους υπέρ, 5 ψήφους κατά και 11 αποχές την ακόλουθη γνωμοδότηση.

Περίληψη

i.

Η παρούσα διερευνητική γνωμοδότηση, που ζητήθηκε από τον Επίτροπο κ. Patten, έχει σκοπό να εκφράσει την άποψη της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών (ΟΚΠ) της Ευρώπης, της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής σχετικά με την κοινωνική συνοχή στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική (ΛΑΚ) και, ειδικότερα, σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι οργανώσεις της ΟΚΠ μπορούν να συμβάλουν σε αυτόν τον στόχο, π.χ. μέσω του κοινωνικού διαλόγου, της ανάπτυξης των συστημάτων κοινωνικής προστασίας ή της προαγωγής της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης από πλευράς των επιχειρήσεων. Γι' αυτό, η παρούσα γνωμοδότηση της ΕΟΚΕ θα πρέπει να συμπληρωθεί με τις συμβολές των οργανώσεων της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής και με τα αποτελέσματα των συζητήσεων της Τρίτης Συνάντησης της Οργανωμένης Κοινωνίας των Πολιτών ΕΕ-ΛΑΚ, που θα πραγματοποιηθεί στην πόλη του Μεξικού τον προσεχή Απρίλιο.

ii.

Απορρίπτοντας οποιαδήποτε αξίωση ορισμού της έννοιας της κοινωνικής συνοχής, η γνωμοδότηση επισημαίνει τις διάφορες διαστάσεις αυτής της έννοιας (πολιτική, οικονομική, κοινωνική και εδαφική), προκειμένου να λάβει υπόψη όχι μόνο τους μακροοικονομικούς παράγοντες που εξετάζονται συνήθως, αλλά και άλλους, όπως τους εκπαιδευτικούς, τους θεσμικούς και την πρόσβαση σε βασικά δημόσια αγαθά, που είναι θεμελιώδεις για την ανάλυση του βαθμού της κοινωνικής συνοχής στη ΛΑΚ.

iii.

Η πιο σημαντική εκδήλωση της έλλειψης κοινωνικής συνοχής στη ΛΑΚ είναι, όπως προκύπτει από τη γνωμοδότηση, η φτώχεια και η ανισότητα. Αν και η πρώτη βελτιώθηκε σχετικά κατά την τελευταία δεκαετία (από το 48 % του πληθυσμού που έπληττε το 1990 έπεσε στο 43 % το 2002), η δεύτερη συνέχισε να αυξάνεται, με αποτέλεσμα να καταστεί χρονία — ώστε η Λατινική Αμερική στο σύνολό της, με μεγάλη εσωτερική ανομοιογένεια, να είναι η περιοχή με τη μεγαλύτερη ανισότητα στον πλανήτη. Στην υλική φτώχεια προστίθενται η άυλη φτώχεια (πρόσβαση στην εκπαίδευση και στον καταμερισμό των ευκαιριών) και η νομική φτώχεια (πρακτική ανισότητα έναντι του νόμου, χαμηλή αίσθηση των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του πολίτη, ανασφάλεια για τη ζωή). Όλα αυτά προκαλούν βία, διάσπαση και κοινωνική ανομία και πλήττουν την αξιοπιστία των θεσμών και του δημοκρατικού συστήματος. Ο κίνδυνος να διαδοθεί μεταξύ των πολιτών της Λατινικής Αμερικής η αντίληψη ότι οι δημοκρατίες τους είναι «αδιάφορες» υπογραμμίστηκε σε μία πρόσφατη έκθεση του UNDP (Έκθεση για τη δημοκρατία στη Λατινική Αμερική 2004).

iv.

Η ανεπαρκής ανάπτυξη διαρθρωτικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν κάθε προηγμένη κοινωνία (υποδομές, εκπαίδευση, σύστημα υγείας ή φορολόγησης, δικαιοσύνη, κοινωνική προστασία, πλαίσιο εργασιακών σχέσεων κ.λπ.) είναι κοινό στοιχείο σε όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής — μέχρι του σημείου που η προαναφερθείσα έκθεση να μιλά για «απόντα κράτη» ως χαρακτηριστικό φαινόμενο πολλών λατινοαμερικανικών χωρών. Τρεις σημαντικές του εκφάνσεις είναι, μεταξύ άλλων: α) η χαμηλή ποιότητα, η άνιση πρόσβαση και η αποσύνδεση του παραγωγικού συστήματος από τα εκπαιδευτικά, β) η ανεπάρκεια και η έλλειψη δικαιοσύνης των φορολογικών συστημάτων που επικρατούν στην περιοχή και γ) η ανυπαρξία, στις περισσότερες χώρες της περιοχής, καθολικών συστημάτων κοινωνικής προστασίας, γεγονός που προξενεί βαθιές ανισότητες και αποκλεισμό της πλειονότητας του πληθυσμού από την κάλυψη που παρέχουν τα υπάρχοντα συστήματα.

v.

Βασική προϋπόθεση για να αυξηθεί ο βαθμός κοινωνικής συνοχής στη ΛΑΚ, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση, είναι να επιτευχθεί μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και εκδημοκρατισμός του παραγωγικού συστήματος, το οποίο επιβαρύνεται από τα εξαιρετικά υψηλά επίπεδα ανεπίσημης απασχόλησης, τις περιορισμένες διαστάσεις των αγορών της ΛΑΚ, την έλλειψη διαφοροποίησης των οικονομιών της, την περιορισμένη ύπαρξη υποδομών, ιδίως στις μεταφορές και τις επικοινωνίες, τις εκκρεμούσες γεωργικές μεταρρυθμίσεις, την έλλειψη χρηματοδοτικών πόρων και τη χρηματοδοτική εξάρτηση από το εξωτερικό, τη χαμηλή ανάπτυξη διάφορων μορφών κοινωνικής οικονομίας, την ελλιπή ποιότητα και προστασία της απασχόλησης και την πρακτική ανυπαρξία συστημάτων εργασιακών σχέσεων βασισμένων στον σεβασμό των βασικών εργασιακών δικαιωμάτων, στην ισορροπία και στην εμπιστοσύνη.

vi.

Η γνωμοδότηση τονίζει, επίσης, κάτι βασικό κατά την άποψη της ΕΟΚΕ: ότι η επίτευξη υψηλότερων επιπέδων δημοκρατίας, ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού και χρηστής διακυβέρνησης στη ΛΑΚ προϋποθέτει την ενίσχυση της ΟΚΠ και την αύξηση της συμμετοχής της στις αποφάσεις. Αυτή είναι ουσιώδης προϋπόθεση για την ενίσχυση της πολιτικής δημοκρατίας, την επίτευξη δικαιότερης κατανομής του υλικού και του άυλου πλούτου και την προαγωγή της συμμετοχής στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική ζωή των ομάδων και των μειονοτήτων, όπως ο ιθαγενής πληθυσμός, που είναι μόνιμα περιθωριοποιημένες.

vii.

Τέλος, η γνωμοδότηση διατυπώνει μια σειρά προτάσεις και συστάσεις σχετικά με τη συμβολή που μπορούν να παράσχουν οι σχέσεις ΕΕ-ΛΑΚ στην κοινωνική συνοχή σ' αυτό το τμήμα της αμερικανικής ηπείρου. Οι συλλογισμοί της ξεκινούν από δύο βασικές αποδοχές: αφενός, τη στρατηγική σημασία που έχουν για την ΕΕ οι σχέσεις με τη ΛΑΚ, τόσο για την ενίσχυση του ρόλου της σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και για την προώθηση μιας νέας διεθνούς τάξης και μιας δίκαιης και αλληλέγγυας διαχείρισης της παγκοσμιοποίησης, αλλά και τη σημασία που έχουν για τη ΛΑΚ οι σχέσεις της με την ΕΕ, τόσο για την επίτευξη μιας ισορροπημένης ολοκλήρωσης της περιοχής όσο και για την ενίσχυση της διαπραγματευτικής της ικανότητας σε διεθνές πλαίσιο· και, αφετέρου, την πεποίθηση ότι, πέρα από τη συμβολή της στην αύξηση της κοινωνικής συνοχής στη ΛΑΚ μέσω της αναπτυξιακής βοήθειας και συνεργασίας, η ΕΕ πρέπει να τοποθετήσει αυτόν τον στόχο στο κέντρο όλων των σχέσεών της με τη ΛΑΚ, σε όλους τους τομείς.

viii.

Από τις συστάσεις της γνωμοδότησης, ορισμένες στοχεύουν στην ενίσχυση της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών (στήριξη σχεδίων για την ανάπτυξη της κοινωνικής διάστασης στις διαδικασίες περιφερειακής ολοκλήρωσης, ενίσχυση των μικτών φόρουμ ΕΕ-ΛΑΚ μεταξύ κοινωνικο-επαγγελματικών οργανώσεων, δημιουργία μιας θέσης του προϋπολογισμού για τη στήριξη των κοινωνικο-επαγγελματικών οργανώσεων, θέσπιση ενός Προγράμματος Προστασίας των Υπερασπιστών των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στη ΛΑΚ κ.ά.)· άλλες προσπαθούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη του παραγωγικού συστήματος και στη θέσπιση δημοκρατικών πλαισίων εργασιακών σχέσεων και κοινωνικού διαλόγου (μεταφορά ευρωπαϊκών εμπειριών κοινωνικού διαλόγου, ενθάρρυνση της δημιουργίας υποδομών για την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων, δημιουργία ενός Ταμείου ΜΜΕ για τη Λατινική Αμερική, κοινά αναπτυξιακά σχέδια με τις χώρες προέλευσης των μεταναστών της ΛΑΚ προς την ΕΕ, θέσπιση ενός Χάρτη με τις αρχές της κοινωνικής ευθύνης των επιχειρήσεων)· προτείνονται πρωτοβουλίες με στόχο τη μείωση του βάρους του εξωτερικού χρέους και τη χρηματοδότηση της ανάπτυξης (μέθοδοι αναδιαπραγμάτευσης, εξόφλησης ή παραγραφής του εξωτερικού χρέους μέσω προγραμμάτων καταπολέμησης της φτώχειας, περιβαλλοντικής ή εκπαιδευτικής συνεργασίας, συστάσεις για προσπάθεια αποφυγής της εξάρτησης από τους οργανισμούς rating)· άλλες προτάσεις προσανατολίζονται προς την ενίσχυση των συστημάτων κοινωνικής προστασίας (μεταφορά ευρωπαϊκών εμπειριών, στήριξη της σύναψης διακρατικών συμφωνιών για τη μετανάστευση, στήριξη της διαχείρισης και της εξειδικευμένης κατάρτισης)· τέλος, διατυπώνεται επίσης ένα σύνολο συστάσεων για την αναπτυξιακή βοήθεια και την αναπτυξιακή συνεργασία: αύξηση του συντονισμού μεταξύ των Ευρωπαίων χρηματοδοτών, βελτίωση της συνοχής των ενισχύσεων με τους επιδιωκόμενους στόχους, εξασφάλιση της λήψης των βασικών αποφάσεων για τις επιδοτήσεις από τις δικαιούχους χώρες, βοήθεια στις χώρες με τη μεγαλύτερη ένδεια για να διευκολυνθεί και να ενισχυθεί η δυνατότητα αυτόνομης συμμετοχής τους στις πολυμερείς διαπραγματεύσεις· και, γενικά, κατά προτεραιότητα, κατάρτιση των ατόμων και ενίσχυση των θεσμών.

1.   Εισαγωγή

1.1

Στις 28 Μαρτίου 2003, επ' ευκαιρία της συνεδρίασης των μελών της Ομάδας του Ρίο στη Βουλιαγμένη, ο Επίτροπος Patten παρουσίασε μία πρωτοβουλία για την προαγωγή της κοινωνικής συνοχής στις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Η πρωτοβουλία αυτή, η οποία πρόκειται να αποτελέσει κεντρικό θέμα συζήτησης στη σύνοδο κορυφής των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων ΕΕ-Λατινικής Αμερικής και Καραϊβικής που θα πραγματοποιηθεί στη Γκουανταλαχάρα, στο Μεξικό, στις 28 και 29 Μαΐου 2004, έχει ως αφετηρία τη διαπίστωση ότι τα οφέλη του εκδημοκρατισμού και της οικονομικής ανάπτυξης που επιτεύχθηκαν αρχικά κατά τη δεκαετία του 1990 δεν έφθασαν σε ευρέα στρώματα του πληθυσμού, τα οποία εξακολουθούν να υπόκεινται σε ανισότητα και αποκλεισμό, πράγμα που θέτει εμπόδια στην οικονομική ανάπτυξη και δημιουργεί αστάθεια στην περιοχή.

1.2

Η ΕΕ είναι διατεθειμένη να προωθήσει μια νέα συναίνεση μεταξύ των κυβερνήσεων της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, η οποία προβλέπεται να επισημοποιηθεί κατά τη σύνοδο κορυφής του Μεξικού μέσω μιας αποφασιστικής δέσμευσης να επιτευχθούν συγκεκριμένοι στόχοι, μεταξύ άλλων σε θέματα κοινωνικής και φορολογικής πολιτικής, οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικών δαπανών. Η ΕΕ έχει προβλέψει να συμβάλει σε αυτόν τον στόχο, ο οποίος αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική πτυχή για τη στρατηγική σύνδεση των δύο περιφερειών, με ένα πρόγραμμα ύψους 30 εκατομμυρίων ευρώ με αντικείμενο τη μεταφορά εμπειριών και γνώσεων σχετικά με τη χάραξη και την εφαρμογή κοινωνικών πολιτικών.

1.3

Για να προωθήσει αυτήν την πρωτοβουλία, η Επιτροπή διοργάνωσε στις 5 και 6 Ιουνίου 2003, από κοινού με τη Διαμερικανική Τράπεζα Ανάπτυξης (BID), σεμινάριο με θέμα την «Οικονομική και κοινωνική συνοχή στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική», στόχος του οποίου ήταν να ανοίξει ευρεία συζήτηση σχετικά με το μέγεθος του προβλήματος, τις αρνητικές του συνέπειες στην ανάπτυξη και τη σταθερότητα, τις δυνατές πολιτικές επιλογές και τις προσπάθειες που πρέπει να στηρίξουν οι λατινοαμερικανικές κυβερνήσεις για να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα που συνδέονται με την έλλειψη κοινωνικής συνοχής, όπως, για παράδειγμα, την ανισότητα και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

1.4

Την 1η Ιουλίου 2003, ο Επίτροπος Patten υπέβαλε στην ΕΟΚΕ αίτηση διερευνητικής γνωμοδότησης σχετικά με την κοινωνική συνοχή στη Λατινική Αμερική, ενόψει της Tρίτης Συνάντησης της Κοινωνίας των Πολιτών ΕΕ-Λατινικής Αμερικής, την οποία θα διοργανώσει η ΕΟΚΕ, σε συνεργασία με τους ομολόγους της οργανισμούς της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, στο Μεξικό στις 13, 14 και 15 Απριλίου 2004.

1.5

Κατά τη γνώμη του Επιτρόπου Patten, η γνωμοδότηση θα πρέπει να παρουσιάζει τις απόψεις της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών της Λατινικής Αμερικής, της Καραϊβικής και της Ευρώπης για την κοινωνική συνοχή στη ΛΑΚ, να συμπληρώνει τα έγγραφα που εκπονήθηκαν επ' ευκαιρία του προαναφερθέντος σεμιναρίου του Ιουνίου 2003, να κάνει τον απολογισμό του ρόλου που διαδραματίζουν σήμερα οι κοινωνικοί εταίροι στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική και να εξετάζει, από κοινού με τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, με ποιον τρόπο μπορούν οι κοινωνικοί εταίροι να συμβάλουν στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής στις χώρες τους. Δυνατά σχετικά παραδείγματα θα μπορούσαν να είναι ο κοινωνικός διάλογος, η συνδιαχείριση των συστημάτων κοινωνικής προστασίας ή η εφαρμογή, από πλευράς των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων που επενδύουν στη Λατινική Αμερική, μιας πολιτικής περί κοινωνικής ευθύνης (1), η οποία αποδεικνύεται επωφελής για την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και, ταυτόχρονα, για την κοινωνική συνοχή όλων των ενεχόμενων μερών.

2.   Η έννοια της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής

2.1

Η έννοια της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής επιδέχεται πολλές ερμηνείες. Για τους σκοπούς της παρούσας γνωμοδότησης, ξεκινάμε από την έννοια που έχει αποκρυσταλλώσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις διαδοχικές εκθέσεις της για την οικονομική και κοινωνική συνοχή στην Ένωση και ενσωματώνουμε στην ανάλυση ορισμένες πτυχές που αντικατοπτρίζουν τις ιδιομορφίες της κατάστασης της Λατινικής Αμερικής, όπως η πείνα, οι ιθαγενείς πληθυσμοί, η ανεπίσημη απασχόληση, καθώς και ένας μεγαλύτερος κοινωνικός ντετερμινισμός όσον αφορά την πρόσβαση στις ίσες ευκαιρίες.

2.2

Για να αυξήσουν την κοινωνική τους συνοχή, τα κράτη, σύμφωνα με τον κ. Enrique Iglesias, Πρόεδρο της BID, χρειάζονται «ένα πλαίσιο το οποίο να προάγει μηχανισμούς και θεσμούς που συμβάλλουν στην άμβλυνση των ανισοτήτων και των διχασμών». Από την οπτική αυτή, η έννοια της κοινωνικής συνοχής δεν περιορίζεται σε ένα σύνολο κοινωνικοοικονομικών δεικτών, αλλά περιλαμβάνει διάφορες διαστάσεις.

2.2   Πολιτική διάσταση

2.2.1

Η κοινωνική συνοχή έχει, κατ' αρχάς, μια θεμελιώδη πολιτική διάσταση, η οποία εκτείνεται από την ποιότητα των δημοκρατικών θεσμών μέχρι τη συμμετοχή των πολιτών στον δημόσιο βίο, περνώντας από την καλλιέργεια των κοινωνικών δεσμών, τη δημιουργία δικαιότερων κοινωνιών, την ανάπτυξη συστημάτων κοινωνικής προστασίας και αλληλεγγύης, τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και των φυσικών πόρων ή την ενεργό συμμετοχή των οικονομικών και κοινωνικών φορέων στην οικονομική και κοινωνική ζωή.

2.2.2

Για να επιτευχθούν υψηλότερα επίπεδα κοινωνικής συνοχής, απαιτείται παρέμβαση του κράτους και των δημόσιων οργανισμών με αποτελεσματικούς κανόνες και ενέργειες: ανάπτυξη υποδομών, ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες, ανεξάρτητη δικαιοσύνη, κανόνες για τις εργασιακές σχέσεις, δίκαια φορολογικά συστήματα κ.λπ. Οι δημόσιοι οργανισμοί έχουν, εν ολίγοις, ουσιώδη ρόλο στην προαγωγή των ατομικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών. Γι' αυτό, η κοινωνική συνοχή είναι, κατά πρώτο λόγο, πολιτικό ζήτημα.

2.3   Οικονομική διάσταση

2.3.1

Η οικονομική διάσταση της κοινωνικής συνοχής σχετίζεται με τον πλούτο και την κατανομή του, με την ανάπτυξη του παραγωγικού ιστού (πρόσβαση σε βασικούς πόρους, αύξηση των παραγόντων που συντελούν στην παραγωγικότητα, ευνοϊκό περιβάλλον για την ανάπτυξη των επενδύσεων και των ΜΜΕ κ.λπ.), με την έρευνα, την ανάπτυξη και την καινοτομία, με το ποσοστό και την ποιότητα της απασχόλησης, με το επίπεδο των μισθών και με τις υπάρχουσες μισθολογικές διαφορές. Οι στόχοι αυτοί, στην περίπτωση των χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής, δυσχεραίνονται, μεταξύ άλλων, λόγω του διχασμού της αγοράς εργασίας μεταξύ επίσημης και ανεπίσημης απασχόλησης, της ανεπάρκειας παραγωγικών επενδύσεων και της χαμηλής επαγγελματικής ειδίκευσης των ανθρώπινων πόρων της περιοχής. Υψηλοί βαθμοί οικονομικής ανισότητας, όπως αυτοί που χαρακτηρίζουν τις λατινοαμερικανικές κοινωνίες, αποτελούν τροχοπέδη για την οικονομική ανάπτυξη και, ως εκ τούτου, συνεπάγονται οικονομική καθυστέρηση και κοινωνική αποδόμηση.

2.3.2

Από την άλλη πλευρά, δεν θα είναι δυνατό να αυξηθεί σημαντικά η κοινωνική συνοχή στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική χωρίς μία σταθερή πορεία οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Για την επίτευξή της, απαιτείται υψηλότερος βαθμός μακροοικονομικής σταθερότητας — χωρίς να υπονομεύεται η βαθιά πρόοδος προς την κοινωνική ισότητα — σε συνδυασμό με μια διαδικασία διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που να ενεργοποιούν τους παραγωγικούς πόρους της περιοχής, ιδίως μέσω της ενθάρρυνσης της σύστασης επιχειρήσεων, της ενίσχυσης των ικανοτήτων των εργαζομένων, της καλύτερης κατανομής του εισοδήματος και της δημιουργίας δημοκρατικών πλαισίων για τις εργασιακές σχέσεις.

2.4   Εδαφική διάσταση

2.4.1

Η κοινωνική συνοχή είναι στενά συνδεδεμένη με την εδαφική συνοχή: ικανότητα δημιουργίας συνεργιών μεταξύ όλων των παραγόντων μιας περιοχής, επαρκής ανάπτυξη παντός είδους υποδομών, συμπεριλαμβανομένων των νέων τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών, καθολική πρόσβαση στις ουσιώδεις για την κοινότητα υπηρεσίες (από την υγεία και την εκπαίδευση μέχρι την ύδρευση, τις συγκοινωνίες, τον ηλεκτρισμό και τη στέγαση). Οι ανισότητες εκδηλώνονται στο έδαφος: μεταξύ κέντρου και περιφέρειας, μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών, μεταξύ παράκτιων περιοχών και ενδοχώρας ή και σε σχέση με κοινωνικές ομάδες όπως ο ιθαγενής πληθυσμός ή οι νέες μεταναστεύσεις.

2.5   Κοινωνική διάσταση

2.5.1

Η ισότητα στην κατανομή των περιουσιακών στοιχείων, των διάφορων πηγών υλικού και άυλου πλούτου και του εισοδήματος είναι εγγενής στην έννοια της κοινωνικής συνοχής. Αυτό που χαρακτήριζε ανέκαθεν το ευρωπαϊκό κοινωνικό πρότυπο (όπως έχει διαμορφωθεί από τα κοινά στοιχεία των διάφορων προτύπων που συνυπάρχουν στην Ευρώπη: υψηλές δαπάνες για κοινωνική προστασία, ρυθμιστικός ρόλος του κράτους, σημαντικός ρόλος των κοινωνικών εταίρων) ήταν η προσπάθεια σύνδεσης της οικονομικής ανάπτυξης με την κοινωνική — δηλαδή, ο καθορισμός των κανόνων κατανομής του πλούτου (εργασιακά και κοινωνικά πρότυπα, συστήματα κοινωνικής προστασίας έναντι του γήρατος, της ασθένειας και της ανεργίας, προστασία της οικογένειας, συλλογικές διαπραγματεύσεις, φορολογικό σύστημα) προς όφελος όλων, κατά προτεραιότητα έναντι των οικονομικών αποτελεσμάτων και της παραγωγής αυτού του πλούτου.

2.5.2

Η κοινωνική διάσταση της έννοιας της κοινωνικής συνοχής συνδέεται, επίσης, με τα (πολύ επίκαιρα) προβλήματα οριζόντιας ανισότητας, που σχετίζονται με τις διακρίσεις λόγω φύλου, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής ή άλλων χαρακτηριστικών των διάφορων κοινωνικών ομάδων. Από την άποψη αυτή, οι βασικές αρχές επί των οποίων θεμελιώνεται η κοινωνική συνοχή είναι η ασφάλεια στη ζωή και η εγγύηση των δικαιωμάτων για όλους.

2.5.3

Μια σφαιρική αντίληψη της έννοιας της κοινωνικής συνοχής, σαν αυτή που προτείνεται εδώ, ανοίγει ένα ευρύ φάσμα δυνατοτήτων για την ενίσχυση αυτού του στόχου, τόσο στο επίπεδο των πολιτικών που πρέπει να αναπτύξουν οι χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής όσο και σε εκείνο των σχέσεων ΕΕ-ΛΑΚ. Θα μπορούσαν, επί παραδείγματι, αφενός, να αναλυθούν — με την υλική υποστήριξη της ΕΕ και με βάση τις δικές της εμπειρίες — οι στρατηγικοί παράγοντες που συμβάλλουν στην αύξηση των επιπέδων κοινωνικής συνοχής στην περιοχή της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής και, αφετέρου, να προαχθεί ένας τύπος σχέσεων ΕΕ-ΛΑΚ, ο οποίος, πέρα από τους πόρους που προορίζονται για την αναπτυξιακή συνεργασία, να ενσωματώνει στις εμπορικές, εκπαιδευτικές, τεχνολογικές, κοινωνικές κ.λπ. ανταλλαγές και πολιτικές και τον στόχο της προαγωγής της κοινωνικής συνοχής στη ΛΑΚ. Υπέρ της θέσης αυτής αποφάνθηκαν οι δύο πρώτες συναντήσεις της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών ΕΕ-ΛΑΚ και εκφράστηκαν πρόσφατα επιφανείς λατινοαμερικανοί ηγέτες, όπως οι Πρόεδροι Lagos της Χιλής, Lula da Silva της Βραζιλίας και Néstor Kirchner της Αργεντινής.

3.   Το κοινωνικό έλλειμμα στη Λατινική Αμερική

3.1

Κάθε ανάλυση της ΛΑΚ πρέπει να ξεκινήσει από την αναγνώριση της μεγάλης ανομοιογένειας των οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών καταστάσεων που επικρατούν στις χώρες της περιοχής. Μπορούμε, εντούτοις, για τους σκοπούς της παρούσας γνωμοδότησης, και πάλι με κίνδυνο απλούστευσης, να προσδιορίσουμε ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, προκειμένου να αναλύσουμε τον βαθμό οικονομικής και κοινωνικής συνοχής της περιοχής στο σύνολό της και να εξαγάγουμε συμπεράσματα σχετικά με τον ενδεδειγμένο τρόπο αντιμετώπισης του ελλείμματος συνοχής, από το οποίο πάσχουν λιγότερο ή περισσότερο όλες αυτές οι χώρες.

3.1.1

Στην παρούσα γνωμοδότηση θα ληφθούν υπόψη, βασικά, τρία επίπεδα ανάλυσης της κατάστασης στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική: το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο, το πολιτικό πλαίσιο και οι δείκτες κοινωνικής δυσφορίας.

3.2   Το κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο

3.2.1

Τα σοβαρότερα προβλήματα που αισθάνεται να αντιμετωπίζει ο λατινοαμερικανικός πληθυσμός είναι η φτώχεια και η ανισότητα. Σύμφωνα με το Λατινοβαρόμετρο, πάνω από το ήμισυ του πληθυσμού πιστεύει ότι τα σημαντικότερα προβλήματα της Λατινικής Αμερικής είναι η ανεργία, οι χαμηλοί μισθοί και η φτώχεια. Το 2003, σχεδόν ένας στους τέσσερις πολίτες της Λατινικής Αμερικής δήλωνε ότι το εισόδημά του δεν επαρκούσε για την κάλυψη των βασικών του αναγκών. Τα προβλήματα αυτά θεωρείται ότι προέχουν έναντι άλλων, όπως η διαφθορά ή η εγκληματικότητα.

3.2.2   Φτώχεια

3.2.2.1

Το 2002, σύμφωνα με τα στοιχεία της CEPAL (Οικονομικής Επιτροπής για τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική) (2), το επίπεδο της φτώχειας στη ΛΑΚ ανερχόταν στο 43,4 % του πληθυσμού και το επίπεδο της απόλυτης ένδειας στο 18,8 %, ποσοστά που σε απόλυτους όρους αναλογούν σε 220 εκατομμύρια και 95 εκατομμύρια κατοίκους, αντιστοίχως. Οι προβλέψεις για το 2003 δείχνουν αύξηση του αριθμού των φτωχών κατά 0,5 %, πράγμα που σημαίνει τρίτη συνεχή χρονιά αύξησης των επιπέδων της φτώχειας στη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική. Μεταξύ του 1997 και του 2002, το ποσοστό των φτωχών έμεινε σταθερό γύρω στο 43,5 % του πληθυσμού· εντούτοις, σε απόλυτους όρους, ο πληθυσμός με ανεπαρκές επίπεδο διαβίωσης αυξήθηκε από 204 εκατομμύρια σε 220 εκατομμύρια κατοίκους. Αυτό οφείλεται στο χαμηλό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης των έξι τελευταίων ετών και, γενικά, σε αυτή τη «μισοχαμένη δεκαετία», στην οποία αναφέρθηκε και η CEPAL.

3.2.2.2

Η φτώχεια είναι πιο έντονη στις περιοχές της υπαίθρου, όπου ανέρχεται σε επίπεδο διπλάσιο του επιπέδου των αστικών περιοχών (59,1 % έναντι 26,1 %). Ωστόσο, σε απόλυτους όρους, λόγω της αυξανόμενης εγκατάλειψης της υπαίθρου, ο φτωχός πληθυσμός κατανέμεται ισότιμα ανάμεσα στους κατοίκους των αστικών περιοχών και των περιοχών της υπαίθρου. Η φτώχεια εμφανίζεται συχνότερα στα νοικοκυριά των οποίων ο επικεφαλής της οικογένειας απασχολείται στη γεωργία και στους τομείς των μη χρηματοπιστωτικών αστικών υπηρεσιών (35,5 % και 29,1 %, αντίστοιχα, του φτωχού πληθυσμού της περιοχής). Πολύ σοβαρές είναι, επίσης, οι εσωτερικές ανισότητες σε πολλές χώρες, όπως επί παραδείγματι στη Βραζιλία και τη Γουατεμάλα ή στην Κολομβία, όπου η έλλειψη εδαφικής συνοχής αποτελεί παράγοντα που ευνοεί την πολιτική βία.

3.2.2.3

Η φτώχεια πλήττει περισσότερο τις γυναίκες παρά τους άνδρες. Το ποσοστό των γυναικών άνευ εισοδήματος είναι υψηλότερο, τόσο στις αστικές περιοχές (45 % έναντι 21 %) όσο και στις περιοχές της υπαίθρου (53 % έναντι 20 %). Στις αστικές περιοχές, το ποσοστό των φτωχών νοικοκυριών με γυναίκα επικεφαλής είναι υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό των νοικοκυριών με επικεφαλής άνδρα (30,4 % έναντι 25 %). Η φτώχεια είναι επίσης πολύ εντονότερη μεταξύ των πολιτών ιθαγενούς καταγωγής ή μεταξύ των απογόνων των Αφρικανών από ό,τι στον υπόλοιπο πληθυσμό. Ορισμένες μελέτες, που διενεργήθηκαν για τη Βολιβία, τη Βραζιλία, τη Γουατεμάλα και το Περού, δείχνουν ότι η φτώχεια στις συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού είναι διπλάσια σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό.

3.2.3   Κατανομή του εισοδήματος

3.2.3.1

Το πλουσιότερο δεκατημόριο του πληθυσμού της ΛΑΚ λαμβάνει το 48 % του συνολικού εισοδήματος, ενώ το φτωχότερο δεκατημόριο λαμβάνει μόνο το 1,6 %. Η ανισότητα, υπολογιζόμενη βάσει του δείκτη Gini, σημείωσε αύξηση τα τρία τελευταία χρόνια στη ΛΑΚ. Σε μελέτη της CEPAL, όπου εξετάζονται ένδεκα χώρες της περιοχής (Αργεντινή, Βενεζουέλα, Βολιβία, Βραζιλία, Ισημερινός, Κολομβία, Κόστα Ρίκα, Μεξικό, Νικαράγουα, Ουρουγουάη και Παναμάς), καταγράφεται αύξηση της συγκέντρωσης του εισοδήματος σε όλες τις χώρες, εκτός από το Μεξικό. Εντούτοις, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές στην κατανομή του εισοδήματος ανάμεσα στις χώρες της περιοχής, οι οποίες δεν σχετίζονται με το επίπεδο της βιομηχανικής τους ανάπτυξης.

3.2.4   Πείνα

3.2.4.1

Σε γενικές γραμμές, η πείνα (υπολογιζόμενη ως ποσοστό του υποσιτιζόμενου πληθυσμού) μειώθηκε στη ΛΑΚ ανάμεσα στις χρονικές περιόδους 1990-1992 και 1998-2000, πλήττοντας κατά μέσο όρο το 11 % του πληθυσμού. Ωστόσο, πρέπει και εδώ να ληφθεί υπόψη ότι υπάρχουν πολλές διαφορές ανάμεσα στις χώρες της περιοχής, αφού τα στοιχεία για τη διετία 1998-2000 περιλάμβαναν χώρες όπου άνω του 20 % του πληθυσμού έπασχε από υποσιτισμό (Αϊτή, Βολιβία, Γουατεμάλα, Δομινικανή Δημοκρατία, Νικαράγουα και Ονδούρα) και χώρες όπου το αντίστοιχο ποσοστό ήταν κάτω του 5 % (Αργεντινή, Ουρουγουάη και Χιλή). Η αιτία του υποσιτισμού, κατά τη CEPAL, είναι, μεταξύ άλλων παραγόντων, η άνιση πρόσβαση στην προσφορά τροφίμων, η ανεπάρκεια της προσφοράς και η άνιση κατανομή του εισοδήματος.

3.2.4.2

Ο υποσιτισμός πλήττει κατά κύριο λόγο τον παιδικό πληθυσμό και έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω των μακροπρόθεσμων επιπτώσεών του. Μολονότι οι δείκτες υποδηλώνουν βελτίωση του δείκτη του παιδικού υποσιτισμού κατά την περίοδο 1995-2001, το φαινόμενο εξακολουθεί να έχει εξαιρετικά μεγάλες διαστάσεις: το 19,5 % του πληθυσμού ηλικίας κάτω των 5 ετών πάσχει από χρόνιες ή οξείες μορφές υποσιτισμού.

3.2.4.3

Η χρόνια μορφή παιδικού υποσιτισμού είναι το κυριότερο μέσο μεταβίβασης της υπανάπτυξης και της φτώχειας από γενιά σε γενιά, καθώς η ελλιπής διατροφή κατά τα κρισιμότερα χρόνια της σωματικής και ψυχοκινητικής ανάπτυξης των παιδιών υπονομεύει καθοριστικά τη διανοητική τους ικανότητα, τη σχολική τους απόδοση, την παραγωγική τους ικανότητα και την κοινωνική τους ένταξη και επιδρά σημαντικά στις δυνατότητες ανάπτυξης της κοινωνίας.

3.2.5   Εκπαίδευση και πρόσβαση στην εκπαίδευση

3.2.5.1

Το επίπεδο του αναλφαβητισμού είναι υψηλό σε σύγκριση με τα πρότυπα των ανεπτυγμένων χωρών, αλλά πολύ ανομοιογενές στην περιοχή. Σε ορισμένες χώρες, όπως στην Αργεντινή, στην Κόστα Ρίκα, στην Κούβα, στην Ουρουγουάη και στη Χιλή, το ποσοστό αναλφαβητισμού είναι χαμηλότερο από το 5 % του πληθυσμού άνω των 15 ετών. Ωστόσο, ο δείκτης αυτός υπερβαίνει το 20 % στην Αϊτή, στη Γουατεμάλα, στη Νικαράγουα, στην Ονδούρα και στο Σαλβαδόρ. Γενικά, ο αναλφαβητισμός είναι συχνότερος μεταξύ των γυναικών.

3.2.5.2.

Το ποσοστό πρόσβασης στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση (μαθητές ηλικίας 7-12 ετών) είναι πολύ υψηλό στις αστικές περιοχές, όπου ξεπερνά το 90 % (το πόσο τακτική είναι η προσέλευση στην τάξη ή στα μαθήματα είναι άλλο θέμα: σύμφωνα με τη CEPAL (3), το 2000 περίπου 15 εκατομμύρια νέοι ηλικίας 15-19 ετών, από σύνολο 49 εκατομμυρίων, εγκατέλειψαν το σχολείο πριν συμπληρώσουν 12 έτη σπουδών). Τα ποσοστά σχολικής φοίτησης είναι πάντα πολύ πιο υψηλά μεταξύ των οικογενειών με μεγαλύτερα εισοδήματα, ιδίως στις χώρες που παρουσιάζουν μεγαλύτερη συγκέντρωση του εισοδήματος και σχετικά χαμηλότερη ανάπτυξη, όπως είναι η Γουατεμάλα, η Δομινικανή Δημοκρατία, ο Ισημερινός, η Κολομβία, η Νικαράγουα, η Ονδούρα και το Σαλβαδόρ. Αυτή η διαφορά των ποσοστών πρόσβασης στην εκπαίδευση σε συνάρτηση με το επίπεδο των εισοδημάτων γίνεται πιο έντονη στις μεγαλύτερες ηλικίες των νέων, ως αποτέλεσμα της ανάγκης να ενταχθούν στην αγορά εργασίας για να συμβάλουν στην ενίσχυση του οικογενειακού εισοδήματος. Στις περισσότερες χώρες της ΛΑΚ, τα ποσοστά σχολικής φοίτησης των γυναικών είναι υψηλότερα από τα ποσοστά των ανδρών (σε όλα τα εισοδηματικά επίπεδα), ιδίως στις ηλικιακές ομάδες 20-24 ετών.

3.2.5.3

Τα εκπαιδευτικά προβλήματα στη ΛΑΚ απορρέουν από τρεις παράγοντες. Πρώτον, η ποιότητα της προσφοράς, ιδίως στους τομείς της πρωτοβάθμιας και της μέσης εκπαίδευσης, είναι πολύ χαμηλή, πράγμα που εκδηλώνεται στους υψηλούς δείκτες αποτυχίας και εγκατάλειψης του σχολείου, στα χαμηλά επίπεδα σχολικών επιδόσεων των μαθητών, στον πενιχρό εξοπλισμό των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ή στον χαμηλό ενθουσιασμό των εκπαιδευτικών. Δεύτερον, τα επίπεδα ισότητας όσον αφορά την πρόσβαση στην παρεχόμενη εκπαίδευση είναι πολύ χαμηλά: είναι καταφανείς οι ανισότητες στους δείκτες εγγραφής και σχολικών επιδόσεων μεταξύ του αστικού περιβάλλοντος και της υπαίθρου, ανάλογα με την εθνοτική καταγωγή του πληθυσμού ή, ακόμη, ανάλογα και με το φύλο των μαθητών. Τέλος, υπάρχει σοβαρή απόκλιση ανάμεσα στο σύστημα κατάρτισης και στις ανάγκες των αγορών εργασίας, όχι μόνο λόγω των ελλείψεων αυτών των αγορών, αλλά και λόγω των αδυναμιών, μεταξύ άλλων, της μέσης και της επαγγελματικής εκπαίδευσης.

3.2.6   Υγεία και υγιεινή

3.2.6.1

Η προσδοκώμενη διάρκεια ζωής κατά τη γέννηση κυμαίνεται από 59 έτη στην Αϊτή έως 77 στην Κόστα Ρίκα ή το Μπαρμπάντος, ενώ το ποσοστό παιδικής θνησιμότητας διαγράφει ένα τόξο με τιμές που εκτείνονται από 7/1000 στην Κούβα έως 59/1000 στην Αϊτή (4).

3.2.6.2

Συγκριτικά, η προσδοκώμενη διάρκεια ζωής του πληθυσμού της ΛΑΚ κατά τη γέννηση είναι κατά 8 έτη μικρότερη από τον αντίστοιχο αριθμό σε μια ευρωπαϊκή χώρα όπως η Ισπανία. Ομοίως, αυτή η υστέρηση σε θέματα υγείας αντικατοπτρίζεται στα σχετικά υψηλά ποσοστά θνησιμότητας που διατηρούνται ακόμη στην περιοχή και τα οποία είναι επταπλάσια των αντίστοιχων ποσοστών της Ισπανίας ή της Γερμανίας.

3.2.7   Κοινωνικές δαπάνες και κοινωνική προστασία

3.2.7.1

Οι κοινωνικές δαπάνες στη ΛΑΚ (μόνο για τις εξής τέσσερις κατηγορίες δαπανών: παιδεία, υγεία, κοινωνική ασφάλιση/πρόνοια και στέγαση) ανήλθαν κατά μέσον όρο το 2000-2001 σε 13,8 % του ΑΕγχΠ, ποσοστό κατά 1,7 % υψηλότερο από ό,τι κατά τη διετία 1996-1997. Οι δαπάνες κατανέμονται ως εξής: 4,2 % για την παιδεία, 3,1 % για την υγεία, 5,1 % για την κοινωνική ασφάλιση και πρόνοια και 1,4 % για τη στέγαση και άλλους τομείς. Ο μέσος όρος των κατά κεφαλήν δημόσιων κοινωνικών δαπανών είναι σχεδόν 30 φορές χαμηλότερος από τον αντίστοιχο μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

3.2.7.2

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 παρατηρήθηκε ότι οι κοινωνικές δαπάνες στη ΛΑΚ ακολουθούν μια κυκλική τάση, με αύξηση κατά τις περιόδους οικονομικής ανάπτυξης και μείωση κατά τις περιόδους οικονομικής κρίσης. Έτσι, μολονότι το ύψος των δημόσιων κοινωνικών δαπανών στην περιοχή δεν μειώθηκε, η αύξησή τους όντως επιβραδύνθηκε από το 1998 και μετά, όταν άρχισε να επιβραδύνεται η αύξηση του περιφερειακού προϊόντος.

3.2.7.3

Τα συστήματα κοινωνικής προστασίας (γήρας, ασθένεια, αναπηρία) έχουν, συγκριτικά, πολύ μικρό επίπεδο κάλυψης. Στη συντριπτική πλειοψηφία των χωρών της ΛΑΚ μόνο το 10-15 % του πληττόμενου πληθυσμού απολαύει επαρκούς συστήματος κοινωνικής προστασίας· ακόμη και στις χώρες με τις καλύτερες παροχές, η κάλυψη δεν υπερβαίνει το 50 % του ενεργού πληθυσμού, με ανησυχητική φθίνουσα τάση ως συνέπεια της αύξησης της ανεπίσημης οικονομίας.

3.2.7.4

Οι μεταρρυθμίσεις των συστημάτων κοινωνικής προστασίας που πραγματοποιήθηκαν κατά τις τελευταίες δεκαετίες — ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης των συστημάτων συνταξιοδότησης και υγείας, μετατροπή των αναδιανεμητικών συστημάτων σε συστήματα χρηματοδότησης με ατομική κεφαλαιοποίηση — δεν επέτυχαν τα εξαγγελθέντα αποτελέσματα: μείωσαν τον έλεγχο του κράτους και τις εισπρακτικές του δυνατότητες, ευνόησαν τις ανεπίσημες μορφές απασχόλησης και αφήνουν εκτός του συστήματος προστασίας την αυξανόμενη πλειονότητα του πληθυσμού. Η αύξηση των μεταναστευτικών ροών στο εσωτερικό της ΛΑΚ, ως συνέπεια των διαδικασιών ολοκλήρωσης που συντελούνται, χωρίς να υπάρχουν αναγνωρισμένοι μηχανισμοί κοινωνικής πρόνοιας, συμβάλλει επίσης στη δημιουργία θυλάκων φτώχειας, περιθωριοποίησης και αποκλεισμού.

3.2.7.5

Το 2004 ανακηρύχθηκε από τους αρχηγούς κρατών και κυβερνήσεων της Λατινικής Αμερικής «Λατινοαμερικανικό Έτος των Ατόμων με Ειδικές Ανάγκες». Υπολογίζεται ότι στη Λατινική Αμερική υπάρχουν 45-65 εκατομμύρια άτομα με ειδικές ανάγκες, που στην πλειοψηφία τους πλήττονται από τις επιπτώσεις του κοινωνικού αποκλεισμού και της φτώχειας. Το ίδιο ισχύει συχνά για τις οικογένειές τους.

3.2.8   Η αγορά εργασίας

3.2.8.1

Η αγορά εργασίας της ΛΑΚ διανύει περίοδο επιδείνωσης των εργασιακών σχέσεων λόγω της επιβράδυνσης των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης κατά τα τελευταία έξι χρόνια. Το ποσοστό ανεργίας στις πόλεις αυξήθηκε σε 9,2 % τα πρώτα τρίμηνα του 2002, το υψηλότερο που έχει καταγραφεί τα τελευταία 22 χρόνια. Πάνω από το 70 % των νοικοκυριών της περιοχής εξαρτώνται αποκλειστικά από τα εισοδήματα από την εργασία· ένας στους δύο εργαζομένους αμείβεται με ποσό που τον τοποθετεί στο κατώφλι της φτώχειας. Η αυξανόμενη πλειονότητα του ενεργού πληθυσμού δεν καλύπτεται από την εργασιακή νομοθεσία και η κάλυψη μειώθηκε κατά τη δεκαετία του 1990.

3.2.8.2

Μεταξύ 1990 και 2002 παρατηρείται (5) έντονη τάση ενίσχυσης της ανεπίσημης απασχόλησης (οι επτά στις δέκα θέσεις απασχόλησης που δημιουργήθηκαν μετά το 1990 ανήκουν στον ανεπίσημο τομέα της οικονομίας, ο οποίος αντιπροσωπεύει το 46,3 % της συνολικής απασχόλησης της Λατινικής Αμερικής) και της επισφαλούς απασχόλησης: μόνον έξι στις δέκα νέες θέσεις εργασίας στον επίσημο τομέα της οικονομίας και δύο στις δέκα στον ανεπίσημο παρέχουν πρόσβαση σε κάποια μορφή κοινωνικής κάλυψης. Υπολογίζεται ότι υπάρχει έλλειμμα «αξιοπρεπούς εργασίας» για 93 εκατομμύρια εργαζομένους της ΛΑΚ, 30 εκατομμύρια περισσότερους από ό,τι το 1990 (πρόκειται για εκείνο το 50,5 % του ενεργού πληθυσμού που δεν έχει απασχόληση, που εργάζεται ανεπίσημα ή που, παρότι εργάζεται επίσημα, το κάνει χωρίς κοινωνικές παροχές ή υπό πολύ επισφαλείς συνθήκες).

3.2.8.3

Οι εργασιακές σχέσεις χαρακτηρίζονται από άνιση και ελλιπή αναγνώριση των θεμελιωδών εργασιακών δικαιωμάτων (τόσο στις χώρες που διαθέτουν πλαίσια εργασιακών σχέσεων ονομαστικώς εφάμιλλα με τα ευρωπαϊκά όσο και σε εκείνες όπου δεκάδες συνδικαλιστές δολοφονούνται κάθε χρόνο κατά την άσκηση των καθηκόντων τους), από χαμηλό βαθμό ανάπτυξης των συστημάτων συλλογικής διαπραγμάτευσης και κοινωνικού διαλόγου, από πολύ χαμηλό ποσοστό συμμετοχής σε συνδικαλιστικές ενώσεις (μόνο το 14 % του εργατικού δυναμικού των πόλεων) ή επιχειρηματικές οργανώσεις και από τη δυσπιστία και τη σύγκρουση ως κανόνα στις σχέσεις μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών.

3.2.9   Αποδημία

3.2.9.1

Η αποδημία αποτελεί παράγοντα με τεράστια επιρροή στην κοινωνική και οικονομική κατάσταση της ΛΑΚ, προσδίδοντάς της τόσο θετικά όσο και αρνητικά στοιχεία. Οι μεγαλύτερες μεταναστευτικές ροές στις χώρες της ΛΑΚ είναι προς τον Βορρά, δηλ. προς τις ΗΠΑ και τον Καναδά, αλλά την τελευταία δεκαετία υπήρξαν επίσης σημαντικές ροές και προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.

3.2.9.2

Η θετική συμβολή της αποδημίας έγκειται στα χρηματικά εμβάσματα που στέλνουν οι μετανάστες στις χώρες καταγωγής τους, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις αποτελούν σημαντική πηγή συναλλάγματος για τη χώρα, εκτός του ότι μετριάζουν την οικονομική ένδεια ευρέων τμημάτων του πληθυσμού.

3.2.9.3

Οι αρνητικές πτυχές της αποδημίας είναι επίσης σημαντικές — και αναφερόμαστε μόνο στις πτυχές μακροοικονομικής φύσεως, χωρίς να εξετάσουμε τι σημαίνει για το άτομο να αναγκάζεται να εγκαταλείψει τη χώρα του και να φύγει μακριά από την οικογένειά του. Το κυριότερο αρνητικό στοιχείο που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι η απώλεια ανθρώπινου κεφαλαίου, αφού οι άνθρωποι που αποδημούν ανήκουν συνήθως σε εκείνους με την περισσότερη κατάρτιση, το μεγαλύτερο επιχειρηματικό πνεύμα και τη μεγαλύτερη πρωτοβουλία. Επίσης, όταν οι μεταναστευτικές ροές διατηρούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα, αναπτύσσεται κάποια «παράδοση αποδημίας», που δημιουργεί την εντύπωση ότι μόνο αποδημώντας μπορεί κανείς να προκόψει, γεγονός που περιορίζει τον οικονομικό δυναμισμό της κοινωνίας και μειώνει την κοινωνική συνοχή.

3.2.10   Πρόοδος, ανάπτυξη και διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις

3.2.10.1

Οι οικονομικές συνθήκες της περιοχής δεν είναι οι ευνοϊκότερες για την εξασφάλιση αειφόρου ανάπτυξης της οικονομίας. Οι σημαντικές βελτιώσεις που επιτεύχθηκαν τα τελευταία χρόνια στο πεδίο της μακροοικονομικής σταθερότητας σε αρκετές χώρες της περιοχής αποτελούν αναγκαίο, αλλά όχι και επαρκές στοιχείο για την επίτευξη υψηλότερων και σταθερότερων ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης στο μέλλον.

3.2.10.2

Ο εξωτερικός τομέας των λατινοαμερικανικών οικονομιών εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για την αειφόρο οικονομική ανάπτυξη. Η έντονη εξάρτηση από τις εισροές 2 κεφαλαίων από το εξωτερικό συνιστά έναν πρώτου μεγέθους ανασταλτικό παράγοντα για την προώθηση της εσωτερικής ανάπτυξης. Η μεταβλητότητα των εισροών αυτών, στο έλεος των κινδύνων διεθνών κρίσεων ή μεταβολών της συγκυρίας στις χορηγούς χώρες, τοποθετεί εκτός των δυνατοτήτων των τοπικών οικονομικών παραγόντων τη συνέχεια και την αύξηση των παραγωγικών επενδύσεων. Ο επιπτώσεις της εξάρτησης αυτής γίνονται ακόμη πιο αισθητές, επειδή υποβάλλουν τις χώρες της Λατινικής Αμερικής — στον δεύτερο εξωγενή ανασταλτικό τους παράγοντα, το χρέος — σε συνεχείς εκπλήξεις όσον αφορά το μεταβλητό κόστος της χρηματοδότησής του. Η τεράστια αυτή ευπάθεια των λατινοαμερικανικών οικονομιών στον εξωτερικό οικονομικό κύκλο είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που περιορίζουν τον δυναμισμό αυτών των οικονομιών.

3.2.10.3

Τα στοιχεία, όμως, που εξηγούν τον υψηλό αυτό βαθμό εξάρτησης και ευπάθειας έναντι των ξένων κεφαλαίων είναι η αδυναμία των ίδιων των τοπικών φορέων, η πενιχρή διαφοροποίηση των τοπικών οικονομιών, το βάρος του εξωτερικού χρέους και η ελάχιστη δημιουργία ίδιων χρηματοδοτικών πόρων (αποταμίευση). Ενώπιον της κατάστασης αυτής, μια αποφασιστική τόνωση της εσωτερικής αγοράς (η οποία δεν πρέπει να ταυτιστεί, απλουστευτικά, με διαδικασίες αντικατάστασης των εισαγωγών) θα μπορούσε να ανοίξει νέες προοπτικές για την οικονομική ανάπτυξη της Λατινικής Αμερικής.

3.2.10.4

Υπό την έννοια αυτή, μια μεγαλύτερη ώθηση των περιφερειακών διαδικασιών οικονομικής ολοκλήρωσης θα συνέβαλλε στη δημιουργία και λειτουργία ευρύτερων αγορών, όπου οι συνεπαγόμενες οικονομίες κλίμακας θα λειτουργούσαν ως κίνητρο για την επέκταση του τοπικού παραγωγικού ιστού και την προσέλκυση ξένων επενδύσεων.

3.2.10.5

Σήμερα, ο παραγωγικός ιστός της περιοχής στηρίζεται σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό στις ατομικές προσπάθειες, χαρακτηρίζεται από ένα ως επί το πλείστον ανεπίσημο θεσμικό πλαίσιο και είναι αναγκασμένος να λειτουργεί στο πλαίσιο τοπικών αγορών, οι οποίες είναι συχνά περιορισμένου μεγέθους και προφυλάσσονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, από τον εξωτερικό ανταγωνισμό. Πριν υποβληθούν, ωστόσο, αυτές οι χώρες στις ανταγωνιστικές συνθήκες που επικρατούν στον περίγυρό τους, θα ήταν σκόπιμο να εντοπισθούν οι παράγοντες που εξηγούν τα χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητάς τους.

3.2.10.6

Η ανάπτυξη των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων προσκρούει σε ανυπέρβλητα εμπόδια, που σχετίζονται με την ανεπάρκεια επιχειρηματικής παιδείας και ανθρώπινου δυναμικού ή με την έλλειψη ασφάλειας δικαίου του θεσμικού περιβάλλοντος στο οποίο εντάσσονται — όλα αυτά δε στο πλαίσιο ενός ελάχιστα εξελιγμένου χρηματοπιστωτικού συστήματος, με ανεπαρκή ανάπτυξη των μέσων διαμεσολάβησης.

3.2.10.7

Ομοίως, η ανισότητα του σημερινού καταμερισμού των συντελεστών παραγωγής (από τη γη έως τα κεφάλαια και το ανθρώπινο δυναμικό) επιδεινώνει τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι επιχειρηματικοί κύκλοι της Λατινικής Αμερικής.

3.2.10.8

Η διεύρυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στις λατινοαμερικανικές οικονομίες είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη αειφόρου ανάπτυξης. Ωστόσο, οι μεταρρυθμίσεις στον τομέα αυτό προσκρούουν στην αδιαφορία ενός μέρους των επιχειρηματικών κύκλων, στην έλλειψη αξιοπιστίας ή συνέχειας των δημόσιων αρχών όσον αφορά τα σχέδια εκβιομηχανισμού ή γεωργικής τους μεταρρύθμισης, στην έλλειψη πολιτικής και κοινωνικής συναίνεσης σχετικά με ένα δημοκρατικό κοινωνικό πρότυπο και συχνά στην αντίσταση ορισμένων τοπικών ελίτ, που ενδιαφέρονται περισσότερο για την κατανομή των ωφελειών από τη διάλυση του ήδη απηρχαιωμένου βιομηχανικού κράτους παρά για τη δημιουργία ενός ανταγωνιστικού βιομηχανικού και παραγωγικού ιστού.

3.2.10.9

Στο πλαίσιο αυτό, η κοινωνική οικονομία μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο ως παράγοντας δημιουργίας κοινωνικού ιστού, οικονομικής ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής. Θα πρέπει να αξιοποιηθεί, επίσης, ως διέξοδος στο πλαίσιο οικονομικών κρίσεων και βιομηχανικών αναδιαρθρώσεων (ανάληψη επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν κρίση από τους ίδιους τους εργαζόμενους) και ως αποτελεσματική εναλλακτική επιλογή για την προώθηση της τοπικής ανάπτυξης (συνεταιρισμοί τοπικής ανάπτυξης κ.λπ.).

3.3   Το πολιτικό πλαίσιο: πολιτικά στοιχεία που προσδιορίζουν την ποιότητα των θεσμών και των οργάνων πολιτικής συμμετοχής

3.3.1

Η πρακτική γενίκευση του δημοκρατικού συστήματος στη Λατινική Αμερική δεν συνοδεύθηκε, εντούτοις, από αύξηση της αίσθησης των κοινωνικών δικαιωμάτων του πολίτη (απασχόληση, προστασία έναντι του γήρατος, των ασθενειών, της ανεργίας ή της αναπηρίας, εκπαίδευση, στέγαση, ισότητα ευκαιριών, ασφάλεια, βελτίωση του οικονομικού επιπέδου, πρόσβαση στα νέα μέσα πληροφόρησης και επικοινωνίας). Πολλοί πολίτες στερούνται βασικά ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα. Η αδυναμία, η ανικανότητα των κρατών της ΛΑΚ να εξασφαλίσουν ουσιώδη θέματα, όπως κάποια φορολογική ισότητα, πρόσβαση στη δικαιοσύνη, προστασία από διάφορες μορφές βίας, καθολικά συστήματα κοινωνικής προστασίας, συμμετοχή των πολιτών στα ζητήματα που τους αφορούν κ.λπ., έκαναν ορισμένους να μιλούν για απόντα κράτη και για χαμηλής εντάσεως αίσθηση των δικαιωμάτων του πολίτη.

3.3.2

Στην περίπτωση της Λατινικής Αμερικής, ο κοινωνικός ιστός είναι υπερβολικά χαλαρός. Η κοινωνία των πολιτών είναι ελάχιστα διαρθρωμένη και οι θεσμοί δεν συντελούν στην ενδυνάμωσή της. Οι πολιτικές ελίτ μοιάζουν να διακατέχονται από σοβαρές επιφυλάξεις έναντι του ανοίγματος των θεσμών στη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών. Το αποτέλεσμα είναι ένας αδύναμος και ευπαθής κοινωνικός ιστός. Ωστόσο, για να γίνουν πιο αποτελεσματικές οι πολιτικές υπέρ της κοινωνικής συνοχής, είναι απαραίτητο να υπάρχουν διαρθρωμένοι και αξιόπιστοι κοινωνικοί εταίροι και αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των δημόσιων και των ιδιωτικών πεδίων δράσης.

3.3.3

Η ισότητα ευκαιριών επιτυγχάνεται με κοινωνικές πολιτικές, δηλαδή με επενδύσεις στην υγεία, την παιδεία, την απασχόληση και τη στέγαση. Ταυτόχρονα, οι πολιτικές αυτές συμβάλλουν στη δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος και στην ενίσχυση των ικανοτήτων των ατόμων, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν πιο ενεργά στη λήψη των πολιτικών αποφάσεων, ενισχύοντας έτσι τη δημοκρατία και τη χρηστή διακυβέρνηση.

3.3.4

Από την άποψη αυτή, παρατηρείται ένα φαινόμενο διχασμού στην πολιτική ευαισθησία των πολιτών της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής. Από τη μία πλευρά, εκδηλώνεται με τη μορφή όλο και περισσότερων απαιτήσεων για δημοκρατία, με την έννοια της ικανοποίησης των υλικών αναγκών. Από την άλλη, παρατηρείται αύξηση των ποσοστών αποχής από τις εκλογές. Στο πεδίο αυτό, η πιο προβληματική κατάσταση παρατηρείται μεταξύ των νεαρότερων στρωμάτων του πληθυσμού, τα οποία εκδηλώνουν υψηλό αίσθημα πολιτικής αδιαφορίας έναντι των κομμάτων και των άλλων μορφών πολιτικών οργανώσεων και θεσμών. Σύμφωνα με μία έκθεση του UNDP, του αναπτυξιακού προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών, το 54,7 % των Λατινοαμερικανών θα ήταν διατεθειμένο να δεχθεί μια αυταρχική κυβέρνηση, εάν με αυτό λύνονταν τα οικονομικά του προβλήματα.

3.4   Δείκτες κοινωνικής δυσφορίας

Σε στενή σχέση με τα προαναφερθέντα, η ανάλυση του κοινωνικού ρήγματος στον χώρο της Λατινικής Αμερικής και της Καραϊβικής προϋποθέτει τη γνώση των επιπέδων δυσφορίας της κοινωνίας έναντι της υφιστάμενης πραγματικότητας. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να εξετασθούν και άλλες κοινωνικές εκφράσεις απόρριψης: βία στις πόλεις, εγκληματικότητα, εμφάνιση παράλληλων κοινωνιών και «νομιμοτήτων της Μαφίας».

3.4.1   Έλλειψη ικανοποίησης με τους θεσμούς

3.4.1.1

Σύμφωνα με στοιχεία του Λατινοβαρόμετρου (6), ο βαθμός εμπιστοσύνης των πολιτών μειώνεται σταδιακά έναντι όλων των θεσμών, αλλά προπαντός έναντι των πολιτικών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το γεγονός αυτό επιδρά στον δυναμισμό των ίδιων των θεσμών και επηρεάζει αρνητικά τη συμμετοχή των πολιτών στη διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων.

3.4.2   Ισότητα έναντι του νόμου

3.4.2.1

Το φαινόμενο που επισημαίνεται ανωτέρω φαίνεται πως έχει στενή σχέση με την εξέλιξη της κατάστασης της κοινωνικής και οικονομικής δικαιοσύνης στην περιοχή, αλλά και με την ανυπαρξία θεμελιωδών ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Έτσι, παρατηρείται ότι άνω του 50 % των Λατινοαμερικανών που απάντησαν στην έρευνα του Λατινοβαρόμετρου υπογραμμίζουν ότι ο σημαντικότερος παράγοντας για να εμπιστευθούν τους θεσμούς είναι η «ίση αντιμετώπιση όλων των πολιτών» (εκτός από τα θέματα που συνδέονται με την κατανομή του πλούτου, σ' αυτό μπορεί να συμβάλλει η — μερικές φορές ακόμη και νομικά αναγνωρισμένη — διάκριση εις βάρος ορισμένων κοινωνικών ή εθνοτικών μειονοτήτων, που εξηγεί την εξάπλωση των κινημάτων υπέρ των ιθαγενών πληθυσμών σε διάφορες χώρες της περιοχής, καθώς και η διατήρηση φαινομένων καταναγκαστικής εργασίας ή δουλείας).

3.4.2.2

Παρότι όλες οι χώρες της περιοχής έχουν κυρώσει τις διεθνείς συμβάσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο αριθμός των παραβιάσεων είναι υψηλός, όχι πλέον ως συνέπεια των ενεργειών δικτατορικών κυβερνήσεων, αλλά ως απόρροια μιας διάχυτης βίας που ασκείται από συμμορίες και ειδικά σώματα (εμπόρους ναρκωτικών, ιδιωτικές πολιτοφυλακές, ενίοτε σε σύνδεση με τους κρατικούς μηχανισμούς καταστολής). Στο πλαίσιο αυτό, είναι απαραίτητο να ενισχυθεί, παράλληλα με άλλες πολιτικές, ένα σεβαστό και αυτόνομο δικαστικό σύστημα, που να καθιστά δυνατή τη στήριξη των δικαιωμάτων των πολιτών στην επικράτηση του νόμου. Κατ' αυτόν τον τρόπο θα μπορέσει να αρθεί μία από τις μεγαλύτερες αντιθέσεις των δημοκρατιών της ΛΑΚ: ο διαχωρισμός ανάμεσα στους νομικούς κανόνες και τη μη εφαρμογή τους στην πράξη.

3.4.3   Διαφθορά

3.4.3.1.

Η εμπιστοσύνη των πολιτών στη δημοκρατία ως μορφή διακυβέρνησης σημείωσε πτωτική πορεία στη ΛΑΚ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 (7). Η παγίωση των θεσμών συμβαδίζει με τον βαθμό αποδοχής τους από τους πολίτες. Όμως, για να γίνει αυτή η ταύτιση, είναι απαραίτητο να υπάρχει διαφάνεια στη διαχείριση των δημόσιων πραγμάτων.

3.4.3.2.

Η πολιτική και οικονομική διαφθορά, φαινόμενο το οποίο υπάρχει πρακτικά σε όλες τις χώρες του κόσμου και το οποίο δεν πρέπει να λησμονούμε ότι έχει πάντα δύο όψεις, τον διαφθειρόμενο και τον διαφθείροντα, θεωρείται ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που μαστίζουν την περιοχή. Αυτό μπορεί να εξηγήσει εν μέρει γιατί παρατηρείται όλο και περισσότερο αρνητική αντίληψη των πολιτών για τις κυβερνήσεις και τα πολιτικά κόμματα που τις στηρίζουν (πράγμα που δεν συμβάλλει στη δημοκρατία), αναζωογόνηση των λαϊκίστικων πολιτικών σχηματισμών και απόρριψη ορισμένων οικονομικών μεταρρυθμίσεων, μεταξύ των οποίων ορισμένων ιδιωτικοποιήσεων, που τέθηκαν σε εφαρμογή κατά την τελευταία δεκαετία.

3.4.3.3

Η διαφθορά και η θεσμοθετημένη παρανομία καταλύουν τους ηθικούς, νομικούς και κοινοτικούς δεσμούς που είναι βασικοί για την κοινωνική συνύπαρξη. Για την αποκατάστασή τους, είναι απαραίτητη η δράση στο πλαίσιο της εκπαίδευσης, της αποκατάστασης της αξιοπιστίας του κράτους δικαίου και της αποτελεσματικότητας του νόμου. Η μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων μέσω πολιτικών προστασίας και κοινωνικής ένταξης, μέριμνας για τους ιθαγενείς πληθυσμούς, τις γυναίκες, τους νέους και, γενικά, επέκτασης και ανάπτυξης των κοινωνικών δικαιωμάτων όλων των πολιτών έχει θεμελιώδη σημασία για την αειφόρο ανάπτυξη και την αύξηση της εμπιστοσύνης των πολιτών της ΛΑΚ στους πολιτικούς θεσμούς και στο δημοκρατικό σύστημα.

3.4.4   Βία, εγκληματικότητα, ανασφάλεια των πολιτών

3.4.4.1

Σχετικά με τον κοινωνικό αποκλεισμό, τη φ