European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά L


2026/1050

12.5.2026

ΣΥΜΦΩΝΙΑ-ΠΛΑΙΣΙΟ

για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

[2026/1050]

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ (αποκαλούμενα εφεξής «τα δύο θεσμικά όργανα»),

έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), και ιδίως το άρθρο 295 αυτής, και τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (οι «Συνθήκες»),

έχοντας υπόψη τις διοργανικές συμφωνίες και τα κείμενα που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των δύο θεσμικών οργάνων,

έχοντας υπόψη τον Κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

έχοντας υπόψη τις πολιτικές κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε και τις σχετικές δηλώσεις στις οποίες προέβη η εκλεγείσα πρόεδρος της Επιτροπής στις 18 Ιουλίου 2024 και την κοινή δήλωση σχετικά με τις πολιτικές αρχές που θα αποτελέσουν τη βάση για την αναθεώρηση της συμφωνίας-πλαισίου του 2010 για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, την οποία εξέδωσαν η εκλεγείσα πρόεδρος της Επιτροπής και η πρόεδρος του Κοινοβουλίου στις 21 Οκτωβρίου 2024,

ΣΥΜΦΩΝΟΥΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

I.   ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

1.

Προκειμένου να αντανακλάται καλύτερα η ειδική εταιρική σχέση μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής, τα δύο θεσμικά όργανα συμφωνούν στα ακόλουθα μέτρα για να ενισχυθεί η πολιτική ευθύνη και η νομιμοποίηση της Επιτροπής, να επεκταθεί ο εποικοδομητικός διάλογος και να βελτιωθεί η ροή των πληροφοριών μεταξύ των δύο θεσμικών οργάνων και η συνεργασία επί των διαδικασιών και του σχεδιασμού.

Εγκρίνουν επίσης ειδικές διατάξεις:

σχετικά με συναντήσεις της Επιτροπής με εθνικούς εμπειρογνώμονες, όπως περιγράφονται στο παράρτημα I,

σχετικά με τη διαβίβαση των εμπιστευτικών πληροφοριών στο Κοινοβούλιο, όπως περιγράφεται στο παράρτημα II,

σχετικά με τη διαπραγμάτευση και σύναψη διεθνών συμφωνιών, όπως περιγράφεται στο παράρτημα III, και

σχετικά με το χρονοδιάγραμμα του προγράμματος εργασίας της Επιτροπής, όπως περιγράφεται στο παράρτημα IV.

II.   ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ

2.

Αφού οριστεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, ο προτεινόμενος πρόεδρος της Επιτροπής υποβάλλει στο Κοινοβούλιο τους πολιτικούς προσανατολισμούς της θητείας του προέδρου προκειμένου η ενημερωμένη ανταλλαγή απόψεων με το Κοινοβούλιο να γίνει πριν από την ψηφοφορία για την έγκρισή του.

3.

Ο εκλεγείς πρόεδρος της Επιτροπής ενημερώνει το Κοινοβούλιο σχετικά με τη σχεδιαζόμενη διάρθρωση και την ισοκατανομή των φύλων στο νέο Σώμα των Επιτρόπων εγκαίρως πριν από την έναρξη των διαδικασιών του Κοινοβουλίου οι οποίες αποσκοπούν στο να δώσει την έγκρισή του στη νέα Επιτροπή. Σύμφωνα με τον Κανονισμό του, το Κοινοβούλιο επικοινωνεί με τον εκλεγέντα πρόεδρο της Επιτροπής εγκαίρως πριν από την έναρξη των διαδικασιών οι οποίες αποσκοπούν στο να δώσει την έγκρισή του στη νέα Επιτροπή. Το Κοινοβούλιο λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις που διατυπώνει ο εκλεγείς πρόεδρος της Επιτροπής.

Τα ορισθέντα μέλη της Επιτροπής εξασφαλίζουν την πλήρη κοινοποίηση όλων των συναφών πληροφοριών, σύμφωνα με την υποχρέωση ανεξαρτησίας που ορίζει το άρθρο 245 ΣΛΕΕ.

Οι διαδικασίες καταρτίζονται κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται ότι το σύνολο της ορισθείσας Επιτροπής αξιολογείται με διαφάνεια, δικαιοσύνη και συνέπεια.

4.

Με την επιφύλαξη της αρχής της συλλογικότητας της Επιτροπής, κάθε μέλος της Επιτροπής φέρει την πολιτική ευθύνη της δράσης του στον τομέα με τον οποίο είναι επιφορτισμένο.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής είναι πλήρως υπεύθυνος για τον εντοπισμό οιασδήποτε σύγκρουσης συμφερόντων που παρακωλύει ένα μέλος της Επιτροπής από το να ασκήσει τα καθήκοντά του.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής είναι επίσης υπεύθυνος για κάθε ανάληψη δράσης την οποία συνεπάγεται μια τέτοια περίπτωση και ενημερώνει πάραυτα και εγγράφως τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου.

Η συμμετοχή των μελών της Επιτροπής σε προεκλογικές εκστρατείες διέπεται από τον κώδικα δεοντολογίας για τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (3).

Τα μέλη της Επιτροπής μπορούν να συμμετέχουν σε προεκλογικές εκστρατείες στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, μεταξύ άλλων και ως υποψήφιοι. Μπορούν επίσης να επιλέγονται από τα ευρωπαϊκά πολιτικά κόμματα ως κορυφαίοι υποψήφιοι («Spitzenkandidat») για τη θέση του προέδρου της Επιτροπής.

Ο πρόεδρος της Επιτροπής ενημερώνει το Κοινοβούλιο εγκαίρως σχετικά με το κατά πόσον ένα ή περισσότερα μέλη της Επιτροπής θα θέσουν υποψηφιότητα στις προεκλογικές εκστρατείες για τις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και για τα μέτρα που έχουν ληφθεί για να διασφαλιστεί η τήρηση των αρχών της ανεξαρτησίας, της εντιμότητας και της διακριτικότητας που προβλέπονται στο άρθρο 245 ΣΛΕΕ και στον κώδικα δεοντολογίας για τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Κάθε μέλος της Επιτροπής που θέτει υποψηφιότητα ή συμμετέχει σε προεκλογική εκστρατεία για τις εκλογές του Κοινοβουλίου δεσμεύεται ότι, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας, θα απέχει από την έκφραση θέσης που θα ερχόταν σε αντίθεση με την υποχρέωση τήρησης του απορρήτου εκ μέρους του υποψηφίου ή θα παραβίαζε την αρχή της συλλογικότητας.

Τα μέλη της Επιτροπής που θέτουν υποψηφιότητα ή συμμετέχουν σε προεκλογικές εκστρατείες για τις εκλογές του Κοινοβουλίου δεν μπορούν να κάνουν χρήση ανθρώπινων ή υλικών πόρων της Επιτροπής για δραστηριότητες που σχετίζονται με την προεκλογική εκστρατεία.

5.

Αν το Κοινοβούλιο ζητήσει από τον πρόεδρο της Επιτροπής να αποσύρει την εμπιστοσύνη του σε ένα μέλος της Επιτροπής, ο πρόεδρος εξετάζει το ενδεχόμενο να ζητήσει την παραίτηση του εν λόγω μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 6 ΣΕΕ. Ο πρόεδρος πρέπει είτε να ζητήσει την παραίτηση του εν λόγω μέλους της Επιτροπής είτε να εξηγήσει την άρνησή του ενώπιον του Κοινοβουλίου στην επόμενη περίοδο συνόδου της ολομέλειας.

6.

Εφόσον παρίσταται ανάγκη να προβλεφθεί η αντικατάσταση ενός μέλους της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της θητείας του εν λόγω μέλους σύμφωνα με το άρθρο 246 δεύτερο εδάφιο ΣΛΕΕ, ο πρόεδρος της Επιτροπής εξετάζει με προσοχή το αποτέλεσμα των διαβουλεύσεων του Κοινοβουλίου πριν δώσει τη συγκατάθεσή του στην απόφαση του Συμβουλίου.

Το Κοινοβούλιο διασφαλίζει τη διεκπεραίωση των διαδικασιών του με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα, ούτως ώστε να δοθεί στον πρόεδρο της Επιτροπής η δυνατότητα να εξετάσει με προσοχή τη γνώμη του Κοινοβουλίου, πριν από τον διορισμό του νέου μέλους της Επιτροπής.

Ομοίως, σύμφωνα με το άρθρο 246 τρίτο εδάφιο ΣΛΕΕ, όταν είναι σύντομο το εναπομένον διάστημα της θητείας της Επιτροπής, ο πρόεδρος της Επιτροπής εξετάζει με προσοχή τη θέση του Κοινοβουλίου.

7.

Εάν ο πρόεδρος της Επιτροπής προτίθεται να προβεί σε ανακατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των μελών της Επιτροπής κατά τη διάρκεια της θητείας της σύμφωνα με το άρθρο 248 ΣΛΕΕ, ο πρόεδρος ενημερώνει το Κοινοβούλιο εγκαίρως για τη διαβούλευση σε σχέση με τις αλλαγές αυτές. Η απόφαση του προέδρου να ανακατανείμει τα χαρτοφυλάκια μπορεί να έχει άμεση εφαρμογή.

8.

Όταν η Επιτροπή προτείνει αναθεώρηση του κώδικα δεοντολογίας για τα μέλη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία σχετίζεται με συγκρούσεις συμφερόντων ή ζητήματα δεοντολογίας, ζητεί τη γνώμη του Κοινοβουλίου.

III.   ΕΠΟΙΚΟΔΟΜΗΤΙΚΟΣ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΚΑΙ ΡΟΗ ΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ

i)   Γενικές διατάξεις

9.

Η Επιτροπή εγγυάται ότι θα εφαρμόσει τη βασική αρχή της ίσης μεταχείρισης Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, ιδιαίτερα όσον αφορά την πρόσβαση στις συνεδριάσεις και την παροχή ενημερωτικών σημειωμάτων ή άλλων πληροφοριών, κυρίως για νομοθετικά και δημοσιονομικά ζητήματα.

10.

Η Επιτροπή συνεργάζεται επί ίσοις όροις με το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, με πλήρη σεβασμό της ισορροπίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των θεσμικών προνομίων που τους απονέμουν οι Συνθήκες. Κατά περίπτωση, η Επιτροπή αναλαμβάνει όλες τις αναγκαίες πρωτοβουλίες με σκοπό την προσέγγιση των θέσεων των συννομοθετών, ενεργώντας ως έντιμος διαμεσολαβητής.

11.

Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, η Επιτροπή λαμβάνει μέτρα για τη βελτίωση της συμμετοχής του Κοινοβουλίου, κατά τρόπον ώστε να μπορεί να λαμβάνει υπόψη τις απόψεις του Κοινοβουλίου στο μέτρο του δυνατού στους τομείς της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και της Πολιτικής Ασφαλείας.

12.

Θεσπίζονται ορισμένες ρυθμίσεις για την εφαρμογή της ειδικής εταιρικής σχέσης μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής:

ο πρόεδρος της Επιτροπής συναντά, κατόπιν αιτήματος του Κοινοβουλίου, τη Διάσκεψη των Προέδρων τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο προκειμένου να συζητήσουν θέματα κοινού ενδιαφέροντος,

ο πρόεδρος της Επιτροπής διεξάγει συστηματικό διάλογο με τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου για τα βασικά οριζόντια ζητήματα και τις μείζονες νομοθετικές προτάσεις. Ο διάλογος αυτός θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει προσκλήσεις προς τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου να παραστεί σε συνεδριάσεις του Σώματος των Επιτρόπων,

ο πρόεδρος της Επιτροπής ή το μέλος της Επιτροπής που είναι υπεύθυνο για τις διοργανικές σχέσεις καλείται να παραστεί σε συνεδριάσεις της Διάσκεψης των Προέδρων και της Διάσκεψης των Προέδρων των Επιτροπών όταν συζητούνται ειδικά θέματα σχετικά με την ημερήσια διάταξη της ολομέλειας, τις διοργανικές σχέσεις μεταξύ Κοινοβουλίου και Επιτροπής καθώς και νομοθετικά και δημοσιονομικά θέματα,

διεξάγονται συνεδριάσεις σε ετήσια βάση μεταξύ της Διάσκεψης των Προέδρων και της Διάσκεψης των Προέδρων των Επιτροπών, αφενός, και του Σώματος των Επιτρόπων, αφετέρου, για την εξέταση σημαντικών ζητημάτων συμπεριλαμβανόμενων της προετοιμασίας και της εφαρμογής του προγράμματος εργασίας της Επιτροπής,

η Διάσκεψη των Προέδρων και η Διάσκεψη των Προέδρων των Επιτροπών ενημερώνουν την Επιτροπή εγκαίρως σχετικά με τα αποτελέσματα των συζητήσεών τους που έχουν διοργανική διάσταση. Το Κοινοβούλιο ενημερώνει πλήρως και τακτικά την Επιτροπή για την έκβαση των συνεδριάσεών του που αφορούν την προετοιμασία των περιόδων συνόδων ολομέλειας, λαμβάνοντας υπόψη τις απόψεις της Επιτροπής. Η διάταξη αυτή τελεί υπό την επιφύλαξη του σημείου 57,

προκειμένου να εξασφαλισθεί η τακτική ροή των συναφών πληροφοριών μεταξύ των δύο οργάνων, οι γενικοί γραμματείς του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής συναντώνται τακτικά.

13.

Κάθε μέλος της Επιτροπής διασφαλίζει την τακτική και άμεση ροή πληροφοριών μεταξύ του μέλους της Επιτροπής και του προέδρου της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής.

14.

Η Επιτροπή δεν δημοσιοποιεί καμία νομοθετική πρόταση ή άλλη σημαντική πρωτοβουλία ή απόφαση πριν ενημερώσει σχετικώς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εγγράφως.

Βάσει του προγράμματος εργασίας της Επιτροπής, τα δύο θεσμικά όργανα προσδιορίζουν εκ των προτέρων, με κοινή συμφωνία, τις πρωτοβουλίες καίριας σημασίας που θα παρουσιαστούν στην ολομέλεια. Το Κοινοβούλιο μπορεί να αποφασίσει ότι αυτές οι βασικές πρωτοβουλίες θα παρουσιαστούν υπό μορφή συζήτησης που προγραμματίζεται αμέσως μετά την έγκρισή τους από το Σώμα των Επιτρόπων. Κατ’ αρχήν, η Επιτροπή παρουσιάζει αυτές τις πρωτοβουλίες πρώτα στην ολομέλεια και μόνο στη συνέχεια στο κοινό.

Ομοίως, τα δύο θεσμικά όργανα προσδιορίζουν τις προτάσεις και πρωτοβουλίες για τις οποίες θα παρασχεθούν πληροφορίες ενώπιον της Διάσκεψης των Προέδρων ή για τις οποίες θα ενημερωθούν δεόντως η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή και ο πρόεδρός της.

Οι αποφάσεις αυτές λαμβάνονται στο πλαίσιο του τακτικού διαλόγου μεταξύ των δύο θεσμικών οργάνων, όπως προβλέπεται στο σημείο 12, και επικαιροποιούνται τακτικά, λαμβανομένων δεόντως υπόψη τυχόν πολιτικών εξελίξεων.

Επιπλέον, η Επιτροπή ενημερώνει το Κοινοβούλιο, συμπεριλαμβανομένων των κοινοβουλευτικών επιτροπών του, με ολοκληρωμένο και έγκαιρο τρόπο, σχετικά με άλλες επικείμενες πρωτοβουλίες πολιτικής και νομοθετικές προτάσεις που δεν περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής, και οι οποίες εμπίπτουν στα πεδίο εφαρμογής των νομοθετικών και δημοσιονομικών προνομίων του Κοινοβουλίου.

Η Επιτροπή διαβιβάζει επίσης με δομημένο τρόπο και εγκαίρως ολοκληρωμένες και λεπτομερείς πληροφορίες στο Κοινοβούλιο, συμπεριλαμβανομένων των κοινοβουλευτικών επιτροπών του, προκειμένου το Κοινοβούλιο να είναι σε θέση να ασκεί τα οικεία καθήκοντα πολιτικού ελέγχου και διαβούλευσης, όπως ορίζονται στις Συνθήκες.

15.

Εάν ένα εσωτερικό έγγραφο της Επιτροπής —του οποίου δεν έχει λάβει γνώση το Κοινοβούλιο σύμφωνα με την παρούσα συμφωνία-πλαίσιο— κυκλοφορήσει εκτός των θεσμικών οργάνων, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου μπορεί να ζητήσει να διαβιβασθεί χωρίς καθυστέρηση το έγγραφο αυτό στο Κοινοβούλιο, προκειμένου να το κοινοποιήσει στους βουλευτές που θα προέβαιναν σε σχετικό αίτημα.

16.

Η Επιτροπή παρέχει πλήρεις πληροφορίες και τεκμηρίωση σχετικά με τις συνεδριάσεις της με τους εθνικούς εμπειρογνώμονες στο πλαίσιο των εργασιών της για την προετοιμασία και εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των μη δεσμευτικών νομοθετικών πράξεων και των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. Εφόσον το ζητήσει το Κοινοβούλιο, η Επιτροπή μπορεί επίσης να καλέσει εμπειρογνώμονες του Κοινοβουλίου στις συνεδριάσεις αυτές.

Οι σχετικές διατάξεις ορίζονται στο παράρτημα Ι.

17.

Εντός τριών μηνών από την έγκριση ψηφίσματος του Κοινοβουλίου, η Επιτροπή παρέχει εγγράφως ενημέρωση στο Κοινοβούλιο όσον αφορά τα μέτρα που ελήφθησαν κατόπιν ειδικών αιτημάτων που διατυπώθηκαν προς αυτήν σε ψηφίσματα του Κοινοβουλίου, συμπεριλαμβανομένης της ενημέρωσης του Κοινοβουλίου σε περιπτώσεις στις οποίες δεν κατέστη δυνατή η υιοθέτηση των απόψεών του.

Η περίοδος αυτή μπορεί να συντομευθεί όταν το αίτημα είναι επείγον. Μπορεί να παραταθεί κατά έναν μήνα όταν βάσει του αιτήματος απαιτείται περισσότερο ενδελεχής και δεόντως τεκμηριωμένη εργασία. Το Κοινοβούλιο μεριμνά ώστε αυτή η πληροφορία να διαδοθεί ευρέως εντός του οργάνου.

Το Κοινοβούλιο καταβάλλει προσπάθειες για την αποφυγή προφορικών ή γραπτών ερωτήσεων σχετικά με θέματα για τα οποία η Επιτροπή έχει ήδη κοινοποιήσει τη θέση της στο Κοινοβούλιο μέσω γραπτής συμπληρωματικής ανακοίνωσης.

18.

Σύμφωνα με το σημείο 12 περίπτωση 5, το Κοινοβούλιο ενημερώνει δεόντως την Επιτροπή όταν προτίθεται να συντάξει έκθεση νομοθετικής πρωτοβουλίας με την οποία ζητεί πρόταση για πράξη της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 225 ΣΛΕΕ.

Στη συνέχεια, η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή καλεί την Επιτροπή για ανταλλαγή απόψεων σχετικά με το σχέδιο έκθεσης. Οι ανταλλαγές απόψεων με την Επιτροπή και οι επίσημες ανακοινώσεις του προέδρου της κοινοβουλευτικής επιτροπής προς τα αρμόδια μέλη της Επιτροπής συνεχίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, κατά περίπτωση.

Κάθε αίτημα για πρόταση πράξης της Ένωσης που υποβάλλεται από το Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 225 ΣΛΕΕ συνοδεύεται από έκθεση στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι για τους οποίους το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι απαιτείται πράξη της Ένωσης για την εφαρμογή των Συνθηκών, και στην οποία λαμβάνονται επίσης υπόψη η αναμενόμενη επιβάρυνση και οι δημοσιονομικές επιπτώσεις που συνεπάγεται η εν λόγω πράξη. Για τον σκοπό αυτό, η αρμόδια επί της ουσίας κοινοβουλευτική επιτροπή μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να παράσχει τεχνικές συμβουλές.

Η Επιτροπή εξετάζει ταχέως και λεπτομερώς τα αιτήματα για προτάσεις πράξεων της Ένωσης που υποβάλλει το Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 225 ΣΛΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των προτάσεων για την τροποποίηση ή την κατάργηση ισχύουσας νομοθεσίας.

Η Επιτροπή απαντά στα αιτήματα αυτά εντός τριών μηνών, αναφέροντας τη συνέχεια που προτίθεται να τους δώσει με την έκδοση συγκεκριμένης ανακοίνωσης. Στη συνέχεια, η Επιτροπή μπορεί να κληθεί να προβεί σε δήλωση στην ολομέλεια για να ενημερώσει το Κοινοβούλιο σχετικά με τις επακόλουθες ενέργειες στις οποίες προτίθεται να προβεί, ή να προσκληθεί από την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή σε μία από τις προσεχείς συνεδριάσεις της για να παράσχει τις εν λόγω πληροφορίες και να ανταλλάξει απόψεις με την κοινοβουλευτική επιτροπή.

Με πλήρη σεβασμό προς τις αρχές της αναλογικότητας και της επικουρικότητας και σε συμμόρφωση με τη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (4), η Επιτροπή υποβάλλει νομοθετική πρόταση το αργότερο μετά από ένα έτος ή περιλαμβάνει την πρόταση στο πρόγραμμα εργασίας του επόμενου έτους. Η Επιτροπή ενημερώνει, κατόπιν αιτήματος, το Κοινοβούλιο σχετικά με τις προπαρασκευαστικές εργασίες. Εάν η Επιτροπή δεν υποβάλει πρόταση, παρέχει στο Κοινοβούλιο λεπτομερή αιτιολόγηση, μεταξύ άλλων όσον αφορά τυχόν ζητήματα που εγείρουν οι συννομοθέτες σε σχέση με τις αναλύσεις για την «ευρωπαϊκή προστιθέμενη αξία» και το «κόστος της μη Ευρώπης», και παρέχει, κατά περίπτωση, ανάλυση πιθανών εναλλακτικών λύσεων.

Όταν το Κοινοβούλιο αποφασίζει, στο πλαίσιο της διαδικασίας του προϋπολογισμού, να προτείνει δοκιμαστικό σχέδιο ή προπαρασκευαστική ενέργεια σε σχέση με αίτημα για πρόταση πράξης της Ένωσης το οποίο καταρτίζεται ή έχει εγκριθεί από το Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 225 ΣΛΕΕ, το Κοινοβούλιο διαβιβάζει την πρότασή του για δοκιμαστικό σχέδιο ή προπαρασκευαστική ενέργεια στην Επιτροπή προσδιορίζοντας συγκεκριμένα τη σύνδεση με το αίτημα που καταρτίζεται ή έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 225 ΣΛΕΕ.

Κατόπιν αιτήματος του Κοινοβουλίου, η Επιτροπή παρέχει τεχνική εμπειρογνωσία και υποστήριξη κατά τον σχεδιασμό των εν λόγω δοκιμαστικών σχεδίων ή προπαρασκευαστικών ενεργειών. Τα δοκιμαστικά σχέδια και οι προπαρασκευαστικές ενέργειες μπορούν να εκτελούνται στο πλαίσιο του προϋπολογισμού μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 58 του δημοσιονομικού κανονισμού (5).

19.

Η Επιτροπή αναλαμβάνει επίσης τη δέσμευση για στενή και έγκαιρη συνεργασία μεταξύ Κοινοβουλίου και Επιτροπής για οποιοδήποτε αίτημα νομοθετικής πρωτοβουλίας που απορρέει από ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες πολιτών.

20.

Σε περίπτωση ανάληψης πρωτοβουλιών ή διατύπωσης συστάσεων ή αιτημάτων για νομοθετικές πρωτοβουλίες σύμφωνα με το άρθρο 289 παράγραφος 4 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή ενημερώνει το Κοινοβούλιο, αν ζητηθεί, σχετικά με τη θέση της επί των προτάσεων αυτών, ενώπιον της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής.

21.

Όσον αφορά τη διαδικασία χορήγησης απαλλαγής, εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις του σημείου 40.

22.

Τα δύο θεσμικά όργανα συμφωνούν να συνεργαστούν στον τομέα των σχέσεων με τα εθνικά κοινοβούλια.

Το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή συνεργάζονται για την εκτέλεση του πρωτοκόλλου αριθ. 2 της ΣΛΕΕ σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Η συνεργασία αυτή περιλαμβάνει ρυθμίσεις σχετικά με οιαδήποτε απαραίτητη μετάφραση αιτιολογημένων γνωμών που υποβάλλονται από τα εθνικά κοινοβούλια.

Όταν καλύπτονται τα όρια που αναφέρονται στο άρθρο 7 του πρωτοκόλλου αριθ. 2 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή παρέχει τις μεταφράσεις όλων των αιτιολογημένων γνωμών που εκδίδονται από τα εθνικά κοινοβούλια καθώς και τη θέση της επ’ αυτών.

23.

Η Επιτροπή ενημερώνει το Κοινοβούλιο σχετικά με τον κατάλογο των ομάδων εμπειρογνωμόνων που έχει συστήσει προκειμένου να επικουρούν την Επιτροπή στην άσκηση του δικαιώματος πρωτοβουλίας που διαθέτει. Ο κατάλογος αυτός επικαιροποιείται τακτικά και δημοσιοποιείται.

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή ενημερώνει με τον προσήκοντα τρόπο την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, κατόπιν ειδικής και αιτιολογημένης αίτησης του προέδρου της, σχετικά με τις δραστηριότητες και τη σύνθεση των ομάδων αυτών.

24.

Τα δύο θεσμικά όργανα, μέσω των κατάλληλων μηχανισμών, διεξάγουν εποικοδομητικό διάλογο όσον αφορά σημαντικά διοικητικά θέματα και κυρίως ζητήματα που έχουν άμεσο αντίκτυπο στη διοικητική λειτουργία του Κοινοβουλίου. Όταν η Επιτροπή κοινοποιεί πληροφορίες στο Συμβούλιο σχετικά με τα θέματα αυτά και τις πιθανές δημοσιονομικές επιπτώσεις τους, οι πληροφορίες αυτές κοινοποιούνται ταυτόχρονα στο Κοινοβούλιο.

25.

Όταν το Κοινοβούλιο προετοιμάζει τροποποιήσεις του Κανονισμού του που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις σχέσεις του με την Επιτροπή, τις διαβιβάζει εγκαίρως στην Επιτροπή προτού ζητήσει τη γνώμη της. Εάν η Επιτροπή προτίθεται να γνωμοδοτήσει, το πράττει εγκαίρως πριν από την ψηφοφορία επί των τροπολογιών αυτών στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή. Η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή εξετάζει την εν λόγω γνωμοδότηση και συνεργάζεται με την Επιτροπή με ουσιαστικό τρόπο πριν από την ψηφοφορία στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή.

Το αρμόδιο για τις διοργανικές σχέσεις μέλος της Επιτροπής έχει τη δυνατότητα να ανταλλάξει απόψεις με το Κοινοβούλιο σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου και να προβεί σε δήλωση στην ολομέλεια πριν από την ψηφοφορία.

26.

Όταν εγείρεται θέμα εμπιστευτικότητας όσον αφορά τις πληροφορίες που διαβιβάζονται σύμφωνα με την παρούσα συμφωνία-πλαίσιο, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παραρτήματος ΙΙ.

ii)   Διεθνείς συμφωνίες και διεύρυνση

27.

Προκειμένου το Κοινοβούλιο να είναι σε θέση να ασκεί τα οικεία καθήκοντα πολιτικού ελέγχου, ενημερώνεται αμέσως και πλήρως σε όλα τα στάδια της διαπραγμάτευσης και της σύναψης διεθνών συμφωνιών, συμπεριλαμβανομένου του ορισμού των διαπραγματευτικών οδηγιών. Η Επιτροπή ενεργεί κατά τρόπον ώστε να εφαρμόζονται πλήρως οι υποχρεώσεις της δυνάμει του άρθρου 218 ΣΛΕΕ, σεβόμενη παράλληλα τον ρόλο κάθε οργάνου σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 2 ΣΕΕ.

Η Επιτροπή εφαρμόζει τις ρυθμίσεις που ορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ.

28.

Όταν η Επιτροπή αρχίζει διαπραγματεύσεις με τρίτες χώρες όσον αφορά τις λεπτομέρειες της διακοινοβουλευτικής συνεργασίας στο πλαίσιο διεθνούς συμφωνίας, ζητεί τις απόψεις του Κοινοβουλίου και τις λαμβάνει υπόψη.

29.

Όταν η Επιτροπή προτίθεται να προτείνει στο Συμβούλιο την προσωρινή εφαρμογή διεθνούς συμφωνίας, ενημερώνει το Κοινοβούλιο το συντομότερο δυνατόν και παρέχει σχετική αιτιολόγηση, λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 218 παράγραφος 5 ΣΛΕΕ επιτρέπει την προσωρινή εφαρμογή μόνο όταν αυτή είναι αναγκαία.

Με την επιφύλαξη του δικαιώματος πρωτοβουλίας της και με πλήρη σεβασμό προς τη θεσμική ισορροπία, και εκτός εάν υφίστανται άλλες περιστάσεις που δικαιολογούν δεόντως διαφορετική προσέγγιση, όταν η Επιτροπή υποβάλλει πρόταση για απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με την υπογραφή και την προσωρινή εφαρμογή, προτείνει, στην εν λόγω απόφαση, να εξουσιοδοτήσει το Συμβούλιο την Επιτροπή να προβεί σε κοινοποίηση σε τρίτα μέρη όσον αφορά την προσωρινή εφαρμογή, κατά τρόπο ώστε το Κοινοβούλιο να είναι σε θέση να δώσει την έγκρισή του σύμφωνα με το άρθρο 218 παράγραφος 6 ΣΛΕΕ εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Στην περίπτωση αυτή, το Κοινοβούλιο θα προσπαθήσει να οργανώσει τη διαδικασία έγκρισης κατά τρόπο που να διασφαλίζει ότι η εν λόγω κοινοποίηση μπορεί να διαβιβαστεί στο τρίτο μέρος ή στα τρίτα μέρη της διεθνούς συμφωνίας το συντομότερο δυνατόν μετά την έκδοση της απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με την υπογραφή και την προσωρινή εφαρμογή.

30.

Η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως και πλήρως το Κοινοβούλιο για κάθε πρόταση που υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 218 παράγραφος 9 ΣΛΕΕ, καθώς και για κάθε περίπτωση στην οποία η Επιτροπή κάνει χρήση της εξουσιοδότησης που της έχει ανατεθεί σύμφωνα με το άρθρο 218 παράγραφος 7 ΣΛΕΕ.

31.

Υπό το πρίσμα του άρθρου 13 παράγραφος 2 ΣΕΕ και προκειμένου να διασφαλιστεί η ισότιμη ροή πληροφοριών, όταν η Επιτροπή διαπραγματεύεται και συνάπτει μη δεσμευτικές διεθνείς συμφωνίες, ενημερώνει το Κοινοβούλιο με την επιφύλαξη της εφαρμογής των κανόνων σχετικά με τη διαβίβαση εμπιστευτικών πληροφοριών που ορίζονται στο παράρτημα II.

32.

Όταν τρίτη χώρα υποβάλλει αίτηση προσχώρησης σε διεθνή συμφωνία στην οποία η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος και η οποία προβλέπει τη δυνατότητα των συμβαλλoμένων μερών να αντιταχθούν στην προσχώρηση τρίτης χώρας, το Κοινοβούλιο ενημερώνεται για την αίτηση αυτή ταυτόχρονα με το Συμβούλιο.

33.

Η ενημέρωση που αναφέρεται στο σημείο 27 διαβιβάζεται στο Κοινοβούλιο εγκαίρως, ώστε να έχει τη δυνατότητα να εκφράσει, ενδεχομένως, τις απόψεις του, η δε Επιτροπή να είναι σε θέση να τις λάβει υπόψη στο μέτρο του δυνατού. Οι πληροφορίες διαβιβάζονται, κατά γενικό κανόνα, στο Κοινοβούλιο μέσω της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής και, όπου κρίνεται σκόπιμο, σε συνεδρίαση της ολομέλειας.

Το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή αναλαμβάνουν να θεσπίσουν τις κατάλληλες διαδικασίες και τα μέτρα που απαιτούνται για τη διαβίβαση εμπιστευτικών πληροφοριών από την Επιτροπή στο Κοινοβούλιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος ΙΙ.

34.

Τα δύο θεσμικά όργανα συμφωνούν ότι λόγω των διαφορετικών τους θεσμικών ρόλων, η Επιτροπή θα εκπροσωπεί την Ευρωπαϊκή Ένωση σε διεθνείς διαπραγματεύσεις με εξαίρεση εκείνες που αφορούν την Κοινή Εξωτερική Πολιτική και την Πολιτική Ασφάλειας και άλλες περιπτώσεις που προβλέπονται από τις Συνθήκες.

Η Επιτροπή, όταν εκπροσωπεί την Ευρωπαϊκή Ένωση σε διεθνείς διασκέψεις, διευκολύνει, με αίτημα του Κοινοβουλίου, τη συμμετοχή αντιπροσωπείας των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως παρατηρητών στις αντιπροσωπείες της Ένωσης, ούτως ώστε να μπορεί να ενημερώνεται αμέσως και πλήρως για τις εργασίες της διάσκεψης. Η Επιτροπή αναλαμβάνει, στο μέτρο του δυνατού, να τηρεί συστηματικά ενήμερη την αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου σχετικά με το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων.

Οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου δεν μπορούν να συμμετέχουν άμεσα στις διαπραγματεύσεις αυτές. Στα πλαίσια των νομικών, τεχνικών και διπλωματικών δυνατοτήτων, η Επιτροπή μπορεί να τους κάνει δεκτούς ως παρατηρητές. Σε περίπτωση άρνησης, η Επιτροπή ενημερώνει το Κοινοβούλιο για τους λόγους της άρνησης.

Επιπλέον, η Επιτροπή διευκολύνει τη συμμετοχή των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως παρατηρητών σε όλες τις σχετικές συνεδριάσεις υπό την ευθύνη της πριν και μετά τις διαπραγματευτικές συνεδριάσεις.

35.

Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, η Επιτροπή ενημερώνει συστηματικά το Κοινοβούλιο και διασφαλίζει, στο μέτρο του δυνατού, την πρόσβαση των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που μετέχουν σε αντιπροσωπείες της Ένωσης, όσον αφορά συνεδριάσεις οργάνων που συστάθηκαν με πολυμερείς διεθνείς συμφωνίες στις οποίες συμμετέχει η Ένωση, συμπεριλαμβανομένων, στο μέτρο του δυνατού, των προπαρασκευαστικών ή συντονιστικών συνεδριάσεων, οποτεδήποτε τα όργανα αυτά καλούνται να λάβουν αποφάσεις για τις οποίες απαιτείται η συναίνεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή για την εφαρμογή των οποίων μπορεί να απαιτείται η έγκριση νομικών πράξεων σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, ή αποφάσεις που συνεπάγονται σημαντικές χρηματοδοτικές υποχρεώσεις εκ μέρους της Ένωσης έναντι τρίτων χωρών.

36.

Η Επιτροπή επιτρέπει επίσης στην αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου που συμμετέχει στις αντιπροσωπείες της Ένωσης σε διεθνείς διασκέψεις την πρόσβαση στη χρήση όλων των εγκαταστάσεων των αντιπροσωπειών που διαθέτει η Ένωση για τις περιπτώσεις αυτές, σύμφωνα με τη γενική αρχή της καλής συνεργασίας μεταξύ των θεσμικών οργάνων και λαμβάνοντας υπόψη τη διαθέσιμη διοικητική υποστήριξη.

Ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου αποστέλλει στον πρόεδρο της Επιτροπής πρόταση σχετικά με τη συμμετοχή αντιπροσωπείας του Κοινοβουλίου στην αντιπροσωπεία της Ένωσης τέσσερις εβδομάδες το αργότερο πριν από την έναρξη της διάσκεψης, διευκρινίζοντας ποιος θα είναι ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας του Κοινοβουλίου και ο αριθμός των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που θα συμπεριληφθούν σε αυτήν. Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, η προθεσμία αυτή μπορεί, κατ’ εξαίρεση, να συντομευθεί.

Ο αριθμός των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που συμμετέχει στην αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου και του προσωπικού στήριξης είναι ανάλογος του συνολικού μεγέθους της αντιπροσωπείας της Ένωσης.

37.

Η Επιτροπή ενημερώνει πλήρως το Κοινοβούλιο για την πρόοδο των διαπραγματεύσεων προσχώρησης, ιδίως όσον αφορά τις μείζονες πτυχές και εξελίξεις, παρέχοντάς του έτσι τη δυνατότητα να διατυπώνει εγκαίρως τις απόψεις του στο πλαίσιο των ενδεδειγμένων κοινοβουλευτικών διαδικασιών.

38.

Όταν το Κοινοβούλιο εγκρίνει σύσταση επί των αναφερομένων στο σημείο 37 ζητημάτων, σύμφωνα με τον Κανονισμό του, και η Επιτροπή αποφασίζει, για σημαντικούς λόγους, να μην υποστηρίξει τη σύσταση αυτή, η Επιτροπή εκθέτει ενώπιον του Κοινοβουλίου τους λόγους που την οδήγησαν στην απόφασή της, είτε στην ολομέλεια είτε κατά την επόμενη συνεδρίαση της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής.

iii)   Εκτέλεση του προϋπολογισμού

39.

Πριν παρασχεθούν οικονομικές δεσμεύσεις σε διασκέψεις δωρητών, οι οποίες συνεπάγονται νέες δημοσιονομικές δεσμεύσεις και προϋποθέτουν τη σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής, η Επιτροπή ενημερώνει την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή και εξετάζει τις παρατηρήσεις της. Για όλες τις οικονομικές δεσμεύσεις, η Επιτροπή καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να ενημερώσει την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή σχετικά με τις πηγές χρηματοδότησης για τις χρηματοδοτικές υποχρεώσεις.

40.

Στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας απαλλαγής, η οποία διέπεται από το άρθρο 319 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή διαβιβάζει κάθε πληροφορία που είναι αναγκαία για τον έλεγχο της εκτέλεσης του προϋπολογισμού του συγκεκριμένου έτους, η οποία της ζητείται προς τον σκοπό αυτό από τον πρόεδρο της κοινοβουλευτικής επιτροπής που είναι αρμόδια για τη διαδικασία απαλλαγής, σύμφωνα με τον Κανονισμό του Κοινοβουλίου.

Εάν προκύψουν νέα στοιχεία σχετικά με προηγούμενα έτη, για τα οποία έχει ήδη χορηγηθεί απαλλαγή, η Επιτροπή διαβιβάζει όλες τις σχετικές πληροφορίες που είναι απαραίτητες, προκειμένου να εξευρεθεί λύση αποδεκτή και για τα δύο μέρη.

iv)   Σχέση με τους αποκεντρωμένους οργανισμούς

41.

Οι υποψήφιοι για τη θέση του εκτελεστικού διευθυντή ρυθμιστικών οργανισμών θα πρέπει να προσέρχονται στις ακροάσεις ενώπιον κοινοβουλευτικής επιτροπής.

Επιπλέον, στο πλαίσιο των συζητήσεων της διοργανικής ομάδας εργασίας για τους οργανισμούς που συστάθηκε τον Μάρτιο του 2009, η Επιτροπή, το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενέκριναν μια κοινή προσέγγιση σχετικά με τον ρόλο και τη θέση των αποκεντρωμένων οργανισμών στο θεσμικό περιβάλλον της Ένωσης, καθορίζοντας κοινές κατευθυντήριες αρχές για τη δημιουργία, διάρθρωση και λειτουργία αυτών των οργανισμών, καθώς και όσον αφορά θέματα χρηματοδότησης, δημοσιονομικά θέματα και θέματα εποπτείας και διαχείρισης.

IV.   ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΙΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟ

i)   Πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής και προγραμματισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης

42.

Η Επιτροπή αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για τον ετήσιο και πολυετή προγραμματισμό της Ένωσης με στόχο την επίτευξη διοργανικών συμφωνιών.

43.

Κάθε χρόνο η Επιτροπή παρουσιάζει το πρόγραμμα εργασίας της.

44.

Τα δύο θεσμικά όργανα συνεργάζονται σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που ορίζεται στο παράρτημα IV.

Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις προτεραιότητες που διατυπώνει το Κοινοβούλιο.

Με την επιφύλαξη του δικαιώματος πρωτοβουλίας της, η Επιτροπή παρέχει όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με το τι προβλέπεται σε κάθε σημείο του προγράμματος εργασίας της, συμπεριλαμβανομένων των προτεινόμενων νομοθετικών και μη νομοθετικών πρωτοβουλιών, και των αναμενόμενων χρονοδιαγραμμάτων.

45.

Η Επιτροπή παρέχει εξηγήσεις όταν δεν είναι σε θέση να καταθέσει επιμέρους προτάσεις στο πρόγραμμα εργασίας της για το τρέχον έτος ή όταν αποκλίνει από το εν λόγω πρόγραμμα εργασίας. Το μέλος της Επιτροπής που είναι αρμόδιο για τις διοργανικές σχέσεις αναλαμβάνει να αξιολογεί σε τακτά χρονικά διαστήματα, ενώπιον της Διάσκεψης των Προέδρων των Επιτροπών, τις βασικές γραμμές της πολιτικής εφαρμογής του προγράμματος εργασίας της Επιτροπής για το τρέχον έτος.

ii)   Διαδικασίες για την έγκριση πράξεων

46.

Η Επιτροπή δεσμεύεται να εξετάζει μετά προσοχής τις τροπολογίες που εγκρίνει το Κοινοβούλιο επί των νομοθετικών προτάσεών της, με σκοπό να τις λάβει υπόψη σε κάθε τροποποιημένη πρόταση.

Όταν γνωμοδοτεί επί τροπολογιών του Κοινοβουλίου, δυνάμει του άρθρου 294 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή δεσμεύεται να λαμβάνει στον μέγιστο βαθμό υπόψη τις τροπολογίες που εγκρίνονται κατά τη δεύτερη ανάγνωση· εάν, για σημαντικούς λόγους και ύστερα από εξέταση του θέματος από το Σώμα των Επιτρόπων, αποφασίσει να μην υιοθετήσει ή να μην υποστηρίξει τις τροπολογίες αυτές, αιτιολογεί την απόφασή της ενώπιον του Κοινοβουλίου και, σε κάθε περίπτωση, στο πλαίσιο της γνωμοδότησής της επί των τροπολογιών του Κοινοβουλίου δυνάμει του άρθρου 294 παράγραφος 7 στοιχείο γ) ΣΛΕΕ.

47.

Το Κοινοβούλιο δεσμεύεται, κατά την εξέταση πρότασης που κατατίθεται κατόπιν πρωτοβουλίας του ενός τετάρτου τουλάχιστον των κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 76 ΣΛΕΕ, να μην εγκρίνει καμία έκθεση σε επίπεδο αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής πριν λάβει τη γνώμη της Επιτροπής επί της πρωτοβουλίας.

Η Επιτροπή δεσμεύεται να εκδίδει τη γνώμη της επί παρόμοιας πρωτοβουλίας το αργότερο 10 εβδομάδες μετά την υποβολή της πρωτοβουλίας.

48.

Η Επιτροπή δεσμεύεται να παρέχει εγκαίρως λεπτομερείς επεξηγήσεις πριν αποσύρει τις όποιες προτάσεις της επί των οποίων το Κοινοβούλιο έχει ήδη λάβει θέση σε πρώτη ανάγνωση. Εάν ζητηθεί από τις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές, το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής παρίσταται στις συνεδριάσεις των επιτροπών για να συζητήσει την πρόθεση του Σώματος των Επιτρόπων να αποσύρει μια πρόταση, κατά προτίμηση στο πλαίσιο ανταλλαγών διαρθρωμένου διαλόγου.

Η νέα Επιτροπή προβαίνει σε επιθεώρηση όλων των εκκρεμών προτάσεων με την έναρξη της θητείας της ώστε να τις επιβεβαιώσει πολιτικώς ή να τις αποσύρει, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τις απόψεις που εξέφρασε το Κοινοβούλιο.

49.

Για τις ειδικές νομοθετικές διαδικασίες για τις οποίες καλείται να γνωμοδοτήσει το Κοινοβούλιο, συμπεριλαμβανομένων λοιπών διαδικασιών όπως εκείνη που ορίζεται στο άρθρο 148 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή:

i)

λαμβάνει μέτρα για τη βελτίωση της συμμετοχής του Κοινοβουλίου κατά τρόπον ώστε να μπορεί να λαμβάνει υπόψη τις απόψεις του Κοινοβουλίου στο μέτρο του δυνατού, ιδίως προκειμένου να διασφαλίσει ότι το Κοινοβούλιο έχει τον αναγκαίο χρόνο στη διάθεσή του για να εξετάσει την πρόταση της Επιτροπής,

ii)

μεριμνά ώστε να υπενθυμίζει σε εύλογο χρόνο στα όργανα του Συμβουλίου να μην προχωρούν σε πολιτική συμφωνία επί των προτάσεών της ενόσω το Κοινοβούλιο δεν έχει διατυπώσει τη γνώμη του. Ζητεί να ολοκληρώνεται η συζήτηση σε επίπεδο υπουργών, αφού προηγουμένως έχει δοθεί εύλογη προθεσμία στα μέλη του Συμβουλίου να εξετάσουν τη θέση του Κοινοβουλίου,

iii)

διασφαλίζει ότι το Συμβούλιο συντάσσεται με τους κανόνες που έχει τάξει το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσον αφορά την επαναδιαβούλευση με το Κοινοβούλιο σε περίπτωση ουσιώδους τροποποίησης της πρότασης της Επιτροπής από το Συμβούλιο. Η Επιτροπή ενημερώνει το Κοινοβούλιο για την ενδεχόμενη υπενθύμιση προς το Συμβούλιο της ανάγκης να διεξαχθεί επαναδιαβούλευση,

iv)

δεσμεύεται, εάν χρειασθεί, να αποσύρει νομοθετική πρόταση που έχει απορριφθεί από το Κοινοβούλιο. Σε περίπτωση που, για σοβαρούς λόγους και μετά από εξέταση του ζητήματος από το Σώμα των Επιτρόπων, η Επιτροπή αποφασίσει να διατηρήσει την πρότασή της, εκθέτει τους λόγους με δήλωση ενώπιον του Κοινοβουλίου.

50.

Η Επιτροπή δίνει τη δέουσα συνέχεια στα αιτήματα του προέδρου του Κοινοβουλίου για τη σύγκληση διοργανικής συνεδρίασης σύμφωνα με το άρθρο 324 ΣΛΕΕ.

51.

Από την πλευρά του, προκειμένου να βελτιωθεί ο νομοθετικός προγραμματισμός, το Κοινοβούλιο δεσμεύεται:

i)

να προβαίνει στον προγραμματισμό των νομοθετικών μερών των ημερήσιων διατάξεών του, προσαρμόζοντάς τα στο ισχύον πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής και στα ψηφίσματα που έχει εγκρίνει επ’ αυτού, ιδίως ενόψει του βελτιωμένου προγραμματισμού των συζητήσεων προτεραιότητας,

ii)

να τηρεί εύλογες προθεσμίες, εφόσον τούτο κρίνεται χρήσιμο για τη διαδικασία, όταν διατυπώνει τη θέση του σε πρώτη ανάγνωση κατά τη συνήθη νομοθετική διαδικασία ή τη γνώμη του στο πλαίσιο της διαδικασίας διαβούλευσης,

iii)

να ορίζει, στο μέτρο του δυνατού, εισηγητές επί των μελλοντικών προτάσεων ήδη κατά την έγκριση του προγράμματος εργασίας της Επιτροπής,

iv)

να εξετάζει κατ’ απόλυτη προτεραιότητα τα αιτήματα επαναδιαβούλευσης, υπό την προϋπόθεση ότι του έχουν διαβιβασθεί όλες οι χρήσιμες πληροφορίες.

52.

Το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή υπενθυμίζουν ότι, με την επιφύλαξη τυχόν άλλων διαδικασιών που προβλέπονται στις Συνθήκες, η προσφυγή στο άρθρο 122 ΣΛΕΕ είναι δυνατή μόνο κατ’ εξαίρεση και υπό τις αυστηρές προϋποθέσεις που ορίζονται στην εν λόγω διάταξη.

Η Επιτροπή δεσμεύεται να παρέχει χωρίς καθυστέρηση ολοκληρωμένη αιτιολόγηση και πληροφορίες σχετικά με τις εξαιρετικές και επείγουσες περιπτώσεις στις οποίες οι προτάσεις της Επιτροπής βασίζονται στο άρθρο 122 ΣΛΕΕ.

Όταν η προτεινόμενη νομική πράξη ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της Ένωσης, εφαρμόζεται η διαδικασία που ορίζεται στην κοινή δήλωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με τον δημοσιονομικό έλεγχο των νέων προτάσεων βάσει του άρθρου 122 της ΣΛΕΕ που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό της Ένωσης (6), η οποία υπεγράφη στις 16 Δεκεμβρίου 2020.

Το νωρίτερο τρεις μήνες μετά την έναρξη ισχύος της νομικής πράξης βάσει του άρθρου 122 ΣΛΕΕ, και στη συνέχεια σε κατάλληλα χρονικά διαστήματα, το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής υποβάλλει, κατόπιν αιτήματος του προέδρου του Κοινοβουλίου, έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της οικείας νομικής πράξης, συμπεριλαμβανομένης αξιολόγησης της νομικής πράξης.

53.

Όταν δικαιολογείται από απρόβλεπτες εξελίξεις, η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από το Κοινοβούλιο να αποφασίσει επειγόντως σχετικά με μια πρόταση.

Το εν λόγω αίτημα υποβάλλεται γραπτώς και περιλαμβάνει αιτιολόγηση και αναφορά στα νομικώς απαιτούμενα χρονοδιαγράμματα, κατά περίπτωση.

Πριν από την ψηφοφορία επί του αιτήματος για διαδικασία κατεπείγοντος, δίνεται στην Επιτροπή, κατόπιν αιτήματός της, η δυνατότητα να προβεί σε δήλωση στην ολομέλεια για να εξηγήσει το αίτημά της.

54.

Η Επιτροπή μεριμνά ούτως ώστε οι εκτιμήσεις επιπτώσεων να διενεργούνται υπ’ ευθύνη της και σύμφωνα με διαφανή διαδικασία που θα διασφαλίζει τον ανεξάρτητο χαρακτήρα της αξιολόγησης. Οι εκτιμήσεις επιπτώσεων δημοσιεύονται σε εύθετο χρόνο, λαμβάνουν υπόψη σειρά διαφορετικών υποθέσεων, συμπεριλαμβανομένης της επιλογής «απραξίας», και υποβάλλονται, κατ’ αρχήν, στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή κατά τη φάση της ενημέρωσης των εθνικών κοινοβουλίων, σύμφωνα τα πρωτόκολλα αριθ. 1 και αριθ. 2 της ΣΛΕΕ.

55.

Σε τομείς όπου το Κοινοβούλιο συμμετέχει συνήθως στη νομοθετική διαδικασία, η Επιτροπή χρησιμοποιεί μη δεσμευτικές νομοθετικές πράξεις, εφόσον τούτο προσφέρεται και δικαιολογείται πλήρως, αφού δώσει στο Κοινοβούλιο την ευκαιρία να εκφράσει τις απόψεις του. Η Επιτροπή παρέχει λεπτομερείς επεξηγήσεις στο Κοινοβούλιο σχετικά με το πώς ελήφθησαν υπόψη οι απόψεις του κατά την έγκριση της πρότασής της.

56.

Προκειμένου να διασφαλίζεται καλύτερη εποπτεία της μεταφοράς και της εφαρμογής της νομοθεσίας της Ένωσης, η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο καταβάλλουν προσπάθειες ώστε να συμπεριλαμβάνονται υποχρεωτικά πίνακες αντιστοιχίας και δεσμευτική προθεσμία για τη μεταφορά, η οποία για τις οδηγίες δεν θα πρέπει κανονικά να υπερβαίνει τη διετία.

Πέραν των ειδικών εκθέσεων και της ετήσιας έκθεσης για την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, η Επιτροπή θέτει στη διάθεση του Κοινοβουλίου συνοπτικές πληροφορίες σχετικά με όλες τις διαδικασίες επί παραβάσει ήδη από το στάδιο της προειδοποιητικής επιστολής αλλά και, εφόσον ζητηθεί από το Κοινοβούλιο, κατά περίπτωση και με τήρηση των κανόνων περί εμπιστευτικότητας, ιδίως όσων αφορούν, σύμφωνα με το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα ζητήματα στα οποία αναφέρεται η διαδικασία επί παραβάσει.

V.   ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΤΙΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ

57.

Η Επιτροπή παρίσταται, εφόσον της ζητηθεί, στις συνεδριάσεις της ολομέλειας ή σε άλλες συνεδριάσεις του Κοινοβουλίου.

Η Επιτροπή μεριμνά ώστε τα μέλη της Επιτροπής να είναι παρόντα στις συνεδριάσεις της ολομέλειας είτε για να καλύψουν θέματα της ημερήσιας διάταξης που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους είτε κατόπιν συγκεκριμένου αιτήματος του Κοινοβουλίου στο πλαίσιο των καθηκόντων πολιτικής εποπτείας του, εκτός εάν υπάρχουν δεόντως αιτιολογημένοι λόγοι για τη μη συμμετοχή τους. Όταν αυτό δικαιολογείται από τις ειδικές περιστάσεις ενός σημείου της ημερήσιας διάταξης, το Κοινοβούλιο μπορεί να ζητεί την παρουσία συγκεκριμένου μέλους της Επιτροπής στην ολομέλεια.

Όταν γίνονται αλλαγές στις ημερήσιες διατάξεις της ολομέλειας, η Επιτροπή καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να διασφαλίσει την κατάλληλη εκπροσώπηση που αντιστοιχεί στα σημεία της ημερήσιας διάταξης.

Το Κοινοβούλιο επιδιώκει, κατά γενικό κανόνα, τα θέματα που έχουν εγγραφεί στην ημερήσια διάταξη περιόδου συνόδου και τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο αρμοδιοτήτων ενός μέλους της Επιτροπής να συγκεντρώνονται για να συζητηθούν από κοινού. Όταν η Επιτροπή προτείνει να συζητηθεί σε συγκεκριμένο χρόνο ένα σημείο της ημερήσιας διάταξης προκειμένου να διευκολυνθεί η παρουσία του αρμόδιου μέλους της Επιτροπής, το Κοινοβούλιο επιδιώκει να ικανοποιήσει το αίτημα αυτό.

58.

Για κάθε περίοδο συνόδου, το Κοινοβούλιο μπορεί να καλεί την Επιτροπή για ώρα των ερωτήσεων, διάρκειας έως 90 λεπτών, σχετικά με ένα ή περισσότερα θέματα τα οποία καθορίζονται με απόφαση της Διάσκεψης των Προέδρων το αργότερο την Πέμπτη πριν την αντίστοιχη περίοδο συνόδου. Τα μέλη της Επιτροπής που συμμετέχουν στην ώρα των ερωτήσεων διαθέτουν χαρτοφυλάκιο σχετικό με το θέμα για το οποίο τους υποβάλλονται ερωτήσεις.

Η ώρα των ερωτήσεων μπορεί επίσης να διεξάγεται με τον πρόεδρο της Επιτροπής κατόπιν πρόσκλησης του προέδρου του Κοινοβουλίου.

59.

Τα μέλη της Επιτροπής λαμβάνουν τον λόγο κατόπιν αιτήσεώς τους.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 230 ΣΛΕΕ, τα δύο θεσμικά όργανα συμφωνούν επί των γενικών κανόνων που διέπουν την κατανομή χρόνου αγόρευσης μεταξύ των θεσμικών οργάνων.

Τα δύο θεσμικά όργανα συμφωνούν ότι οι ενδεικτικοί χρόνοι αγόρευσης που τους αναλογούν οφείλουν να γίνονται σεβαστοί.

60.

Προκειμένου να διασφαλίζεται η παρουσία των μελών της Επιτροπής, το Κοινοβούλιο δεσμεύεται να καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να μην τροποποιούνται τα τελικά σχέδια ημερήσιας διάταξης.

Όταν το Κοινοβούλιο τροποποιεί το τελικό σχέδιο ημερήσιας διάταξής του ή όταν τροποποιεί τη σειρά των θεμάτων εντός της ημερήσιας διάταξης μιας περιόδου συνόδου, ενημερώνει πάραυτα την Επιτροπή. Η Επιτροπή καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να διασφαλίσει την παρουσία του αρμόδιου μέλους της Επιτροπής.

61.

Η Επιτροπή μπορεί να προτείνει την εγγραφή θεμάτων στην ημερήσια διάταξη, όχι όμως μετά τη συνεδρίαση κατά την οποία η Διάσκεψη των Προέδρων εγκρίνει το τελικό σχέδιο ημερήσιας διάταξης μιας περιόδου συνόδου. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο λαμβάνει στον μέγιστο βαθμό υπόψη τις προτάσεις αυτές.

62.

Οι κοινοβουλευτικές επιτροπές προσπαθούν να διατηρούν αμετάβλητα τα σχέδια ημερήσιας διάταξης και τις ημερήσιες διατάξεις των εργασιών τους.

Όταν κοινοβουλευτική επιτροπή τροποποιεί το σχέδιο ημερήσιας διάταξης ή την ημερήσια διάταξη των εργασιών της, ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή. Οι κοινοβουλευτικές επιτροπές ιδίως καταβάλλουν προσπάθειες ώστε να τηρούν εύλογες προθεσμίες ούτως ώστε να καθίσταται δυνατή η παρουσία μελών της Επιτροπής στις συνεδριάσεις τους.

63.

Τα μέλη της Επιτροπής και οι πρόεδροι των αντίστοιχων κοινοβουλευτικών επιτροπών καταρτίζουν από κοινού ετήσιο χρονοδιάγραμμα για την εμφάνισή τους ενώπιον των επιτροπών που αντιστοιχούν στο χαρτοφυλάκιό τους για διαρθρωμένους διαλόγους και άλλες ανταλλαγές.

64.

Όταν προσκαλούνται, τα μέλη της Επιτροπής παρίστανται σε συνεδριάσεις κοινοβουλευτικών επιτροπών για να συζητήσουν θέματα που σχετίζονται με συγκεκριμένους φακέλους ή την εφαρμογή πράξεων και προγραμμάτων της Ένωσης, ή για να παράσχουν πληροφορίες σχετικά με θέματα που απασχολούν την επιτροπή, εκτός εάν υπάρχουν δεόντως αιτιολογημένοι λόγοι για τη μη συμμετοχή τους.

Όταν δεν έχει ζητηθεί ρητώς η παρουσία μέλους της Επιτροπής σε συνεδρίαση κοινοβουλευτικής επιτροπής, η Επιτροπή λαμβάνει μέριμνα ώστε να εκπροσωπείται από υψηλόβαθμο υπάλληλο που είναι σε θέση να δώσει ουσιαστικές απαντήσεις σε ερωτήσεις των μελών της κοινοβουλευτικής επιτροπής.

65.

Όταν η κοινοβουλευτική επιτροπή ζητεί πληροφορίες γραπτώς και εγκαίρως, η Επιτροπή απαντά εγκαίρως ώστε οι πληροφορίες να ληφθούν υπόψη κατά την προετοιμασία της θέσης του Κοινοβουλίου. Η κοινοβουλευτική επιτροπή προσπαθεί να διασφαλίσει ότι οι γραπτές αιτήσεις δεν αφορούν θέματα που έχουν ήδη εξεταστεί στο πλαίσιο διαρθρωμένου διαλόγου ή ανταλλαγής απόψεων με μέλη της Επιτροπής.

66.

Οι κοινοβουλευτικές επιτροπές μεριμνούν για τον συντονισμό των εργασιών τους, αποφεύγοντας μεταξύ άλλων παράλληλες συνεδριάσεις επί του ίδιου θέματος, και μεριμνούν επίσης για την τήρηση του σχεδίου ημερήσιας διάταξης ώστε η Επιτροπή να μπορεί να εξασφαλίζει το κατάλληλο επίπεδο εκπροσώπησης.

Εάν έχει ζητηθεί η παρουσία ανώτερου υπαλλήλου (γενικού διευθυντή ή διευθυντή) σε συνεδρίαση κοινοβουλευτικής επιτροπής με αντικείμενο πρόταση της Επιτροπής, τότε ο εκπρόσωπος της Επιτροπής έχει τη δυνατότητα να παρέμβει.

VI.   ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

67.

Η Επιτροπή επιβεβαιώνει τη δέσμευση που ανέλαβε να εξετάσει το συντομότερο δυνατό τις νομοθετικές πράξεις που δεν προσαρμόστηκαν στην κανονιστική διαδικασία με έλεγχο πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσον οι εν λόγω πράξεις πρέπει να προσαρμοστούν στο καθεστώς των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που καθιερώνονται με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ.

Απώτερος σκοπός είναι η καθιέρωση συνεκτικού συστήματος κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων και εκτελεστικών πράξεων, σε απόλυτη συμφωνία με τη Συνθήκη, το οποίο πρέπει να επιτευχθεί μέσω της σταδιακής αξιολόγησης του χαρακτήρα και του περιεχομένου των μέτρων που προς το παρόν υπάγονται στην κανονιστική διαδικασία με έλεγχο, προκειμένου να προσαρμοστούν αυτά, σε εύθετο χρόνο, στο καθεστώς του άρθρου 290 ΣΛΕΕ.

68.

Οι διατάξεις της παρούσας συμφωνίας-πλαισίου συμπληρώνουν τη διοργανική συμφωνία για τη βελτίωση της νομοθεσίας χωρίς να τη θίγουν και χωρίς να προκαταλαμβάνουν οποιαδήποτε περαιτέρω αναθεώρηση αυτής.

Το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή συμφωνούν επίσης επί της ανάγκης να ενισχυθεί ο υφιστάμενος μηχανισμός διοργανικών επαφών, τόσο σε πολιτικό όσο και σε τεχνικό επίπεδο, και σε σχέση με τη βελτίωση της νομοθεσίας, ούτως ώστε να διασφαλιστεί αποτελεσματική διοργανική συνεργασία μεταξύ Κοινοβουλίου, Επιτροπής και Συμβουλίου.

69.

Η Επιτροπή δεσμεύεται να αναλάβει πρωτοβουλίες για τον ετήσιο και πολυετή προγραμματισμό της Ένωσης με στόχο την επίτευξη διοργανικών συμφωνιών, σύμφωνα με το άρθρο 17 ΣΕΕ.

70.

Κατά τη διάρκεια κάθε κοινοβουλευτικής περιόδου, τα δύο θεσμικά όργανα συμφωνούν από κοινού εάν θα πρέπει να επανεξεταστεί η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας-πλαισίου και των παραρτημάτων της.

Στρασβούργο, 28 Απριλίου 2026.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Η Πρόεδρος

Roberta METSOLA

Για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Η Πρόεδρος

Ursula VON DER LEYEN


(1)   ΕΕ L 304 της 20.11.2010, σ. 47, ELI: http://data.europa.eu/eli/agree_interinstit/2010/1120/oj.

(2)   ΕΕ L 45 της 17.2.2018, σ. 46, ELI: http://data.europa.eu/eli/agree_interinstit/2018/217/oj.

(3)   ΕΕ C 65 της 21.2.2018, σ. 7.

(4)   ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/agree_interinstit/2016/512/oj.

(5)   ΕΕ L, 2024/2509, 26.9.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/2509/oj.

(6)   ΕΕ C 444 I της 22.12.2020, σ. 5.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Συνεδριάσεις της Επιτροπής με εθνικούς εμπειρογνώμονες

Το παρόν παράρτημα καθορίζει τους όρους εφαρμογής του σημείου 16 της συμφωνίας-πλαισίου.

1.   Πεδίο εφαρμογής

Οι διατάξεις του σημείου 16 της συμφωνίας-πλαισίου αφορούν τις ακόλουθες συνεδριάσεις:

1)

συνεδριάσεις της Επιτροπής που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο των ομάδων εμπειρογνωμόνων στη σύσταση των οποίων προβαίνει η Επιτροπή και στις οποίες προσκαλούνται εθνικές αρχές από όλα τα κράτη μέλη, υπό την προϋπόθεση ότι αφορούν την προετοιμασία και την εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των μη δεσμευτικών νομοθετικών πράξεων και των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων·

2)

ad hoc συνεδριάσεις της Επιτροπής στις οποίες προσκαλούνται εθνικοί εμπειρογνώμονες από όλα τα κράτη μέλη, υπό την προϋπόθεση ότι αφορούν την προετοιμασία και την εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των μη δεσμευτικών νομοθετικών πράξεων και των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

Αποκλείονται οι συνεδριάσεις των επιτροπών επιτροπολογίας, με την επιφύλαξη των υφιστάμενων και μελλοντικών ειδικών ρυθμίσεων σχετικά με την παροχή στο Κοινοβούλιο πληροφοριών που αφορούν την άσκηση των εκτελεστικών εξουσιών της Επιτροπής (1).

2.   Πληροφορίες που πρέπει να διαβιβάζονται στο Κοινοβούλιο

Η Επιτροπή δεσμεύεται να αποστέλλει στο Κοινοβούλιο την ίδια τεκμηρίωση που στέλνει στις εθνικές αρχές σε σχέση με τις προαναφερθείσες συνεδριάσεις. Η Επιτροπή αποστέλλει τα έγγραφα αυτά, συμπεριλαμβανομένων των ημερήσιων διατάξεων, σε ειδική διεύθυνση του Κοινοβουλίου ταυτόχρονα με την αποστολή τους στους εθνικούς εμπειρογνώμονες.

3.   Πρόσκληση των εμπειρογνωμόνων του Κοινοβουλίου

Κατόπιν αιτήματος του Κοινοβουλίου, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει να καλέσει το Κοινοβούλιο να στείλει τους εμπειρογνώμονές του να παραστούν στις συνεδριάσεις της Επιτροπής με τους εθνικούς εμπειρογνώμονες όπως ορίζεται στο σημείο 1).


(1)  Οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στο Κοινοβούλιο σχετικά με το έργο των επιτροπών επιτροπολογίας και τα προνόμια του Κοινοβουλίου στη λειτουργία των διαδικασιών επιτροπών ορίζονται με σαφή τρόπο σε άλλα μέσα: 1) στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2011/182/oj)· 2) στη διοργανική συμφωνία της 3ης Ιουνίου 2008 μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής σχετικά με τις διαδικασίες επιτροπολογίας (ΕΕ C 143 της 10.6.2008, σ. 1)· και 3) στις πράξεις που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή του άρθρου 291 ΣΛΕΕ.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Διαβίβαση εμπιστευτικών πληροφοριών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

1.   Πεδίο εφαρμογής

1.1.

Το παρόν παράρτημα διέπει τη διαβίβαση στο Κοινοβούλιο και την επεξεργασία από αυτό των εμπιστευτικών πληροφοριών, όπως ορίζονται στο σημείο 1.2, που προέρχονται από την Επιτροπή, στο πλαίσιο της άσκησης των προνομίων και αρμοδιοτήτων του Κοινοβουλίου. Τα δύο θεσμικά όργανα ενεργούν σύμφωνα με την αμοιβαία υποχρέωσή τους για έντιμη συνεργασία, σε πνεύμα πλήρους αμοιβαίας εμπιστοσύνης και σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές διατάξεις της Συνθήκης.

1.2.

Ως «πληροφορία» νοείται κάθε προφορική ή γραπτή πληροφόρηση, ανεξάρτητα από τη μορφή στην οποία διατίθεται ή την πηγή της προέλευσής της.

1.2.1.

Ως «εμπιστευτική πληροφορία» νοείται η «διαβαθμισμένη πληροφορία της ΕΕ» (ΔΠΕΕ) και η ευαίσθητη μη διαβαθμισμένη (ΕΜΔ) πληροφορία, όπως ορίζονται στα σημεία 1.2.2 και 1.2.3.

1.2.2.

Ως «διαβαθμισμένη πληροφορία της ΕΕ» (ΔΠΕΕ) νοείται κάθε πληροφορία και υλικό που έχει διαβαθμιστεί ως «TRÈS SECRET UE/EU TOP SECRET», «SECRET UE/EU SECRET», «CONFIDENTIEL UE/EU CONFIDENTIAL» ή «RESTREINT UE/EU RESTRICTED» ή φέρει ισοδύναμες εθνικές ή διεθνείς σημάνσεις διαβάθμισης, των οποίων η άνευ αδείας κοινολόγηση μπορεί να βλάψει σε ποικίλο βαθμό τα συμφέροντα της Ένωσης, ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών της, είτε η πληροφορία αυτή προέρχεται από την Ένωση είτε έχει ληφθεί από κράτος μέλος, τρίτη χώρα ή διεθνή οργανισμό.

α)

TRÈS SECRET UE/EU TOP SECRET: η διαβάθμιση αυτή εφαρμόζεται μόνο σε πληροφορίες και υλικό η άνευ αδείας κοινολόγηση των οποίων θα μπορούσε να βλάψει σοβαρότατα τα ζωτικά συμφέροντα της Ένωσης ή ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών·

β)

SECRET UE/EU SECRET: η διαβάθμιση αυτή εφαρμόζεται μόνο σε πληροφορίες και υλικό η άνευ αδείας κοινολόγηση των οποίων θα μπορούσε να βλάψει σοβαρά τα ζωτικά συμφέροντα της Ένωσης ή ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών.

γ)

CONFIDENTIEL UE/EU CONFIDENTIAL: η διαβάθμιση αυτή εφαρμόζεται σε πληροφορίες και υλικό η άνευ αδείας κοινολόγηση των οποίων θα μπορούσε να βλάψει τα ζωτικά συμφέροντα της Ένωσης ή ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών.

δ)

RESTREINT UE/EU RESTRICTED: η διαβάθμιση αυτή εφαρμόζεται σε πληροφορίες και υλικό, η άνευ αδείας κοινολόγηση των οποίων θα μπορούσε να είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της Ένωσης ή ενός ή περισσοτέρων κρατών μελών.

1.2.3.

Ως «ευαίσθητη μη διαβαθμισμένη (ΕΜΔ) πληροφορία» νοείται κάθε πληροφορία ή υλικό εκτός των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ που πρέπει να προστατεύεται λόγω νομικών υποχρεώσεων που προβλέπονται στις Συνθήκες ή σε πράξεις που έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογήν αυτών ή λόγω του ευαίσθητου χαρακτήρα της πληροφορίας ή του υλικού, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που καλύπτονται από την υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου.

1.3.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος παραρτήματος, η Επιτροπή διαβιβάζει εγκαίρως στο Κοινοβούλιο τις διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ και τις ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες, ώστε να μπορεί το Κοινοβούλιο να ασκεί τις αρμοδιότητες που του έχουν ανατεθεί από τις Συνθήκες. Το πράττει με δική του πρωτοβουλία ή κατόπιν έγκαιρου αιτήματος ενός από τα κοινοβουλευτικά όργανα ή τους αξιωματούχους που αναφέρονται στο σημείο 1.4.

1.4.

Βάσει του παρόντος παραρτήματος, μπορούν να ζητούν διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ και ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες από την Επιτροπή:

ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου,

οι πρόεδροι των οικείων κοινοβουλευτικών επιτροπών,

το προεδρείο και η Διάσκεψη των Προέδρων, και

ο επικεφαλής της αντιπροσωπείας του Κοινοβουλίου, η οποία περιλαμβάνεται στην αντιπροσωπεία της ΕΕ σε διεθνή διάσκεψη.

1.5.

Εξαιρούνται του πεδίου εφαρμογής του παρόντος παραρτήματος οι πληροφορίες που αφορούν τις διαδικασίες επί παραβάσει και τις διαδικασίες για θέματα ανταγωνισμού εφόσον, κατά τη στιγμή της υποβολής του σχετικού αιτήματος από ένα από τα κοινοβουλευτικά όργανα ή από έναν από τους αξιωματούχους που ορίζονται στο σημείο 1.4, δεν καλύπτονται ακόμη από οριστική απόφαση της Επιτροπής ή από απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και οι πληροφορίες σχετικά με την προστασία των οικονομικών συμφερόντων στην Ένωση. Τούτο ισχύει με την επιφύλαξη του σημείου 56 της συμφωνίας-πλαισίου και των δικαιωμάτων δημοσιονομικού ελέγχου του Κοινοβουλίου.

1.6.

Οι παρούσες διατάξεις εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της απόφασης 95/167/ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 19ης Απριλίου 1995, περί των λεπτομερών διατάξεων άσκησης του δικαιώματος εξέτασης των πραγμάτων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (1), καθώς και των σχετικών διατάξεων της απόφασης 1999/352/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 1999, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) (2).

2.   Γενικοί κανόνες

2.1.

Σύμφωνα με το σημείο 1.3, η Επιτροπή διαβιβάζει στο Κοινοβούλιο, το ταχύτερο δυνατόν, όλες τις διαβαθμισμένες πληροφορίες της EE και τις ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες που απαιτούνται για την άσκηση των προνομίων και των αρμοδιοτήτων του Κοινοβουλίου. Στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων και καθηκόντων τους, τα δύο θεσμικά όργανα σέβονται:

τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής ζωής,

τις διατάξεις που διέπουν τις πειθαρχικές και δικαστικές διαδικασίες,

την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου και των εμπορικών σχέσεων,

την προστασία των συμφερόντων της Ένωσης, ιδίως δε όσων αφορούν τη δημόσια ασφάλεια, την άμυνα, τις διεθνείς σχέσεις, τη νομισματική σταθερότητα και τα οικονομικά συμφέροντα.

Σε περίπτωση διαφωνίας, το ζήτημα παραπέμπεται στους προέδρους των δύο θεσμικών οργάνων προκειμένου να επιλυθεί η διαφορά.

Οι διαβαθμισμένες πληροφορίες της EE και οι ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες που προέρχονται από κράτος μέλος, άλλο θεσμικό όργανο, διεθνή οργανισμό ή τρίτη χώρα διαβιβάζονται, υποχαρακτηρίζονται ή αποχαρακτηρίζονται μόνο κατόπιν συναίνεσής τους.

2.2.

Οι διαβαθμισμένες πληροφορίες της EE και οι ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες διαβιβάζονται στο Κοινοβούλιο και τυγχάνουν επεξεργασίας και προστασίας από το Κοινοβούλιο σύμφωνα με τις κοινές ελάχιστες προδιαγραφές ασφαλείας που εφαρμόζουν τα δύο θεσμικά όργανα.

Η Επιτροπή, κατά τη διαβάθμιση πληροφοριών που έχουν προέλευση την ίδια, διασφαλίζει την εφαρμογή των κατάλληλων επιπέδων διαβάθμισης που αντιστοιχούν στα διεθνή πρότυπα και ορισμούς και στους εσωτερικούς της κανόνες, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ανάγκη να μπορεί το Κοινοβούλιο να έχει πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες με στόχο την αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων και προνομίων του.

2.3.

Εάν υφίστανται αμφιβολίες ως προς τον εμπιστευτικό χαρακτήρα μιας πληροφορίας ή το κατάλληλο επίπεδο διαβάθμισής της, ή εάν είναι απαραίτητο να καθορισθούν οι κατάλληλοι λεπτομερείς όροι της διαβίβασής της βάσει των επιλογών που προβλέπονται στο σημείο 3.2, τα δύο θεσμικά όργανα προβαίνουν σε αμοιβαίες διαβουλεύσεις αμελλητί και πριν από τη διαβίβαση του εγγράφου. Κατά τις διαβουλεύσεις αυτές, το Κοινοβούλιο εκπροσωπεί ο πρόεδρος του οικείου κοινοβουλευτικού οργάνου, συνοδευόμενος ενδεχομένως από τον εισηγητή ή τον αξιωματούχο που υπέβαλε το αίτημα. Την Επιτροπή εκπροσωπεί το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής, ύστερα από διαβούλευση με το μέλος της Επιτροπής που είναι αρμόδιο για τα θέματα ασφαλείας. Σε περίπτωση διαφωνίας, το ζήτημα παραπέμπεται στους προέδρους των δύο θεσμικών οργάνων προκειμένου να επιλυθεί η διαφορά.

2.4.

Εάν, μετά το πέρας της διαδικασίας που αναφέρεται στο σημείο 2.3, δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος του κοινοβουλευτικού οργάνου ή του αξιωματούχου που υπέβαλε το σχετικό αίτημα, καλεί την Επιτροπή να διαβιβάσει, εντός κατάλληλης και δεόντως αναφερόμενης προθεσμίας, τις διαβαθμισμένες πληροφορίες της EE και τις ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες, επιλέγοντας μεταξύ των εναλλακτικών λύσεων που προβλέπονται στο σημείο 3.2 του παρόντος παραρτήματος. Η Επιτροπή ενημερώνει γραπτώς το Κοινοβούλιο, πριν από την εκπνοή της προθεσμίας αυτής, για την τελική της θέση, κατά της οποίας το Κοινοβούλιο επιφυλάσσεται να ασκήσει, ενδεχομένως, προσφυγή.

2.5.

Η πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ παρέχεται σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες για τη διαπίστευση ασφαλείας του προσωπικού.

2.5.1.

Πρόσβαση σε πληροφορίες διαβαθμισμένες ως «TRÈS SECRET UE /EU TOP SECRET», «SECRET UE/EU SECRET» και «CONFIDENTIEL UE/EU CONFIDENTIAL» μπορεί να παρασχεθεί μόνο στους μόνιμους, έκτακτους και συμβασιούχους υπαλλήλους που εργάζονται στη Γενική Γραμματεία ή σε πολιτική ομάδα του Κοινοβουλίου και σε αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες για τους οποίους οι πληροφορίες αυτές είναι απολύτως αναγκαίες, οι οποίοι έχουν οριστεί εκ των προτέρων ως έχοντες ανάγκη γνώσης και έχουν λάβει κατάλληλη διαπίστευση ασφαλείας.

2.5.2.

Λαμβανομένων υπόψη των προνομίων και αρμοδιοτήτων του Κοινοβουλίου, ο πρόεδρος του Κοινοβουλίου μπορεί να χορηγήσει πρόσβαση σε πληροφορίες με διαβάθμιση «CONFIDENTIEL UE/EU CONFIDENTIAL» σε βουλευτή στον οποίο δεν παρέχεται πρόσβαση ως εκ των καθηκόντων του σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο εξελέγη και ο οποίος δεν μπορεί να λάβει κατάλληλη διαπίστευση ασφαλείας λόγω έλλειψης τέτοιας διαδικασίας στο κράτος μέλος στο οποίο εξελέγη, αφού ο εν λόγω βουλευτής υπογράψει επίσημη δήλωση μη κοινοποίησης των εν λόγω πληροφοριών σε τρίτους, και υπό την προϋπόθεση ότι το Κοινοβούλιο δεν έχει λάβει πληροφορίες από αρμόδια εθνική αρχή ασφαλείας που να συνιστούν να μην χορηγηθεί η εν λόγω πρόσβαση.

Η πρόσβαση σε πληροφορίες με διαβάθμιση «SECRET UE/EU SECRET» χορηγείται σε βουλευτές που έχουν λάβει κατάλληλη διαπίστευση ασφαλείας ή στους οποίους έχει παρασχεθεί πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ ως εκ των καθηκόντων τους σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

2.5.3.

Λεπτομέρειες σχετικά με την κατηγορία ή τις κατηγορίες προσώπων για τα οποία ζητείται πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες της EE και ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες κοινοποιούνται ταυτοχρόνως με το αίτημα.

Προτού λάβει πρόσβαση σε τέτοιου είδους πληροφορίες, κάθε πρόσωπο ενημερώνεται για το επίπεδο εμπιστευτικότητάς τους και τις απορρέουσες από αυτό υποχρεώσεις ασφαλείας.

3.   Όροι σχετικά με την πρόσβαση στις διαβαθμισμένες πληροφορίες της EE και στις ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες και σχετικά με την επεξεργασία αυτών

3.1.

Οι διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ που διαβιβάζονται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στα σημεία 2.2, 2.3 και, ενδεχομένως, στο σημείο 2.4, διατίθενται, με ευθύνη του προέδρου ή ενός μέλους της Επιτροπής, στο κοινοβουλευτικό όργανο ή στον αξιωματούχο που υπέβαλε το σχετικό αίτημα σύμφωνα με τους ακόλουθους όρους:

Το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή διασφαλίζουν την καταγραφή ή την καταχώριση των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ, ώστε να διασφαλίζεται η ιχνηλασιμότητά τους.

Πιο συγκεκριμένα, οι διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ των επιπέδων «CONFIDENTIEL UE/EU CONFIDENTIAL» και «SECRET UE/EU SECRET» διαβιβάζονται από το αρμόδιο μητρώο της Επιτροπής για τις διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ στο μητρώο του Κοινοβουλίου για τις διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ, το οποίο θα είναι υπεύθυνο να τις καταστήσει διαθέσιμες στο κοινοβουλευτικό όργανο ή τον αξιωματούχο που υπέβαλε το αίτημα.

Η διαβίβαση διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ του επιπέδου «TRÈS SECRET UE/EU TOP SECRET» υπόκειται σε περαιτέρω ρυθμίσεις που συμφωνούνται μεταξύ της Επιτροπής και του κοινοβουλευτικού οργάνου ή του αξιωματούχου που υπέβαλε το αίτημα, με στόχο να διασφαλιστεί επίπεδο προστασίας ανάλογο με αυτό το επίπεδο διαβάθμισης.

3.2.

Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των σημείων 2.2, 2.3 και 2.4, η πρόσβαση και οι όροι τήρησης του εμπιστευτικού χαρακτήρα των πληροφοριών καθορίζονται κατόπιν κοινής συμφωνίας πριν από τη διαβίβαση των πληροφοριών. Η συμφωνία αυτή μεταξύ του μέλους της Επιτροπής που είναι αρμόδιο για τον οικείο τομέα πολιτικής και του κοινοβουλευτικού οργάνου (εκπροσωπουμένου από τον πρόεδρό του) ή του αξιωματούχου που υπέβαλε το αίτημα, προβλέπει ιδίως την επιλογή μίας εκ των προβλεπόμενων στα σημεία 3.2.1 και 3.2.2 επιλογών, προκειμένου να διασφαλιστεί ο κατάλληλος βαθμός εμπιστευτικότητας.

3.2.1.

Όσον αφορά τους αποδέκτες των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ, θα πρέπει να προβλεφθεί μία από τις ακόλουθες επιλογές:

πληροφορίες που προορίζονται αποκλειστικά για τον πρόεδρο του Κοινοβουλίου, σε περιπτώσεις που δικαιολογούνται για εντελώς εξαιρετικούς λόγους,

το προεδρείο και/ή η Διάσκεψη των Προέδρων,

ο πρόεδρος και ο εισηγητής της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής,

όλα τα μέλη (τακτικά και αναπληρωματικά) της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής,

όλοι οι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Πληροφορίες με διαβάθμιση «CONFIDENTIEL UE/EU CONFIDENTIAL» ή υψηλότερη δεν επιτρέπεται να δημοσιεύονται ή να διαβιβάζονται σε οιονδήποτε άλλον αποδέκτη χωρίς τη συγκατάθεση της Επιτροπής.

Πληροφορίες με διαβάθμιση «RESTREINT UE/EU RESTRICTED» δεν επιτρέπεται να δημοσιεύονται χωρίς τη συγκατάθεση της Επιτροπής.

Με την επιφύλαξη της τελευταίας πρότασης του σημείου 2.1, πληροφορίες με διαβάθμιση «RESTREINT UE/EU RESTRICTED» μπορούν να διαβιβάζονται εντός του Κοινοβουλίου σε βουλευτές, μόνιμους, έκτακτους και συμβασιούχους υπαλλήλους που εργάζονται στη Γενική Γραμματεία ή σε πολιτική ομάδα του Κοινοβουλίου και σε αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες που έχουν ενημερωθεί δεόντως και χρειάζονται να λάβουν γνώση.

Το Κοινοβούλιο ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τις κατηγορίες προσώπων που έχουν λάβει πρόσβαση σε πληροφορίες με διαβάθμιση «RESTREINT UE/EU RESTRICTED». Το Κοινοβούλιο θα τηρεί αρχείο των προσώπων στα οποία δόθηκε πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες της ΕΕ.

3.2.2.

Όσον αφορά τις ρυθμίσεις για την επεξεργασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ, θα πρέπει να προβλεφθούν οι ακόλουθες επιλογές:

α)

εξέταση των πληροφοριών σε χώρο ασφαλείας, αν οι πληροφορίες είναι διαβαθμισμένες ως «CONFIDENTIEL UE/EU CONFIDENTIAL» και άνω·

β)

διεξαγωγή της συνεδρίασης κεκλεισμένων των θυρών, με την παρουσία μόνο των μελών του προεδρείου, των μελών της Διάσκεψης των Προέδρων ή των τακτικών και αναπληρωματικών μελών της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής, καθώς και μόνιμων, έκτακτων και συμβασιούχων υπαλλήλων που εργάζονται στη Γενική Γραμματεία ή σε πολιτική ομάδα του Κοινοβουλίου και αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων οι οποίοι έχουν οριστεί εκ των προτέρων από τον πρόεδρο ως έχοντες ανάγκη γνώσης και των οποίων η παρουσία είναι απολύτως αναγκαία, υπό τον όρο ότι έχουν λάβει κατάλληλη διαπίστευση ασφαλείας, λαμβάνοντας υπόψη τους ακόλουθους όρους:

όλα τα έγγραφα αριθμούνται, διανέμονται στην αρχή της συνεδρίασης και συλλέγονται και πάλι μετά το πέρας της. Δεν επιτρέπεται η λήψη σημειώσεων σχετικά με αυτά τα έγγραφα ή η λήψη φωτοαντιγράφων τους,

τα πρακτικά της συνεδρίασης δεν κάνουν καμία αναφορά στη συζήτηση του σημείου που εξετάστηκε βάσει της εμπιστευτικής διαδικασίας.

Πριν από τη διαβίβαση, όλα τα προσωπικά δεδομένα μπορούν να αφαιρεθούν από τα έγγραφα.

Οι διαβαθμισμένες πληροφορίες της EE και οι ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες που παρέχονται προφορικά σε αποδέκτες στο Κοινοβούλιο υπόκεινται σε ισοδύναμο επίπεδο προστασίας με τις αντίστοιχες πληροφορίες που παρέχονται γραπτώς. Τούτο μπορεί να περιλαμβάνει και υπεύθυνη δήλωση των αποδεκτών των πληροφοριών αυτών ότι δεν θα αποκαλύψουν το περιεχόμενό τους σε κανένα τρίτο πρόσωπο.

3.2.3.

Όταν γραπτές πληροφορίες πρόκειται να εξεταστούν σε χώρο ασφαλείας, το Κοινοβούλιο διασφαλίζει ότι εφαρμόζονται στην πράξη οι ακόλουθες ρυθμίσεις:

ασφαλές σύστημα αποθήκευσης για διαβαθμισμένες πληροφορίες της EE και ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες,

ασφαλής χώρος χωρίς φωτοαντιγραφικά μηχανήματα, τηλέφωνα, τηλεομοιοτυπικά μηχανήματα (fax), σαρωτές (scanner) ή άλλα τεχνικά μέσα αναπαραγωγής ή διαβίβασης εγγράφων κ.λπ.,

μέτρα ασφαλείας διέποντα την πρόσβαση στον χώρο ασφαλείας, συμπεριλαμβανομένης της υπογραφής σε μητρώο πρόσβασης και υπεύθυνης δήλωσης για τη μη διάδοση των εξετασθεισών διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ.

3.2.4.

Οι ανωτέρω ρυθμίσεις δεν αποκλείουν άλλες ανάλογες ρυθμίσεις οι οποίες συμφωνούνται μεταξύ των θεσμικών οργάνων.

3.3.

Οι ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες που διαβιβάζονται σύμφωνα με τις διαδικασίες που ορίζονται στα σημεία 2.2 και 2.3 τίθενται, στην περίπτωση πληροφοριών που παρέχονται με πρωτοβουλία της Επιτροπής, στη διάθεση του κοινοβουλευτικού οργάνου ή του αξιωματούχου που έχει αρμοδιότητα για το εν λόγω θέμα σύμφωνα με τον Κανονισμό του Κοινοβουλίου και, στην περίπτωση που παρέχονται κατόπιν αιτήματος, στη διάθεση του κοινοβουλευτικού οργάνου ή του αξιωματούχου που υπέβαλε το αίτημα. Οι πληροφορίες διαβιβάζονται κρυπτογραφημένες, με τη χρήση αρχιτεκτονικής κρυπτογράφησης και κλειδιού υπό τον έλεγχο του Κοινοβουλίου, με βάση την αρχή της «ανάγκης για γνώση» και σύμφωνα με τις σχετικές οδηγίες χειρισμού.

Οι ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες δεν επιτρέπεται να δημοσιεύονται χωρίς τη συγκατάθεση της Επιτροπής. Με την επιφύλαξη της τελευταίας πρότασης του σημείου 2.1, οι ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες μπορούν να διαβιβάζονται εντός του Κοινοβουλίου σε βουλευτές, μόνιμους, έκτακτους και συμβασιούχους υπαλλήλους που εργάζονται στη Γενική Γραμματεία ή σε πολιτική ομάδα του Κοινοβουλίου, καθώς και σε αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες, που έχουν ενημερωθεί δεόντως και χρειάζονται να λάβουν γνώση.

Το Κοινοβούλιο ενημερώνει την Επιτροπή σχετικά με τις κατηγορίες προσώπων που έχουν λάβει πρόσβαση σε τέτοιες πληροφορίες. Το Κοινοβούλιο θα τηρεί αρχείο των προσώπων που έχουν λάβει πρόσβαση σε ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες.

3.4.

Σε περίπτωση αποδεδειγμένης ή εικαζόμενης απώλειας ή διαρροής διαβαθμισμένων πληροφοριών της EE ή ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών που έχουν παρασχεθεί από την Επιτροπή, η αρχή ασφαλείας του Κοινοβουλίου ενημερώνει αμέσως την αρχή ασφαλείας της Επιτροπής. Η αρχή ασφαλείας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κινεί έρευνα και ενημερώνει την αρχή ασφαλείας της Επιτροπής για τα ευρήματά της και τα μέτρα που έλαβε για την αποτροπή επανάληψης παρόμοιου περιστατικού.

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με το παρόν παράρτημα ή με τους εσωτερικούς κανόνες ασφαλείας του Κοινοβουλίου, εφαρμόζονται οι διατάξεις που αφορούν τις κυρώσεις που επιβάλλονται στους βουλευτές οι οποίες ορίζονται στον Κανονισμό του Κοινοβουλίου, ενώ όσον αφορά τους υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό του Κοινοβουλίου, οι ισχύουσες διατάξεις του άρθρου 86 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων ή του άρθρου 49 του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (3), και τυχόν άλλοι εφαρμοστέοι κανόνες.

4.   Τελικές διατάξεις

4.1.

Η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα, ώστε να διασφαλίσουν την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος παραρτήματος.

Για τον σκοπό αυτό, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου συντονίζουν στενά την εφαρμογή του παρόντος παραρτήματος. Τούτο περιλαμβάνει τον αμοιβαίο έλεγχο της ανιχνευσιμότητας των διαβαθμισμένων πληροφοριών της EE και των ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών και την περιοδική κοινή παρακολούθηση των εφαρμοζόμενων μέτρων και προτύπων ασφαλείας από τα δύο θεσμικά όργανα.

4.2.

Το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή θα επανεξετάσουν το παρόν παράρτημα και, εφόσον απαιτείται, θα το προσαρμόσουν, σύμφωνα με το σημείο 70 της συμφωνίας-πλαισίου, με βάση τις εξελίξεις που αφορούν:

μελλοντικές ρυθμίσεις ασφαλείας με τη συμμετοχή του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής,

άλλες συμφωνίες ή νομικές πράξεις που αφορούν τη διαβίβαση πληροφοριών μεταξύ των θεσμικών οργάνων.


(1)   ΕΕ L 113 της 19.5.1995, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/1995/167/oj.

(2)   ΕΕ L 136 της 31.5.1999, σ. 20, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/1999/352/oj.

(3)  Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ένωσης, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/68 του Συμβουλίου, της 29ης Φεβρουαρίου 1968, περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής (ΕΕ L 56 της 4.3.1968, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/1968/259(1)/oj).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Διαπραγμάτευση και σύναψη διεθνών συμφωνιών

Το παρόν παράρτημα θεσπίζει ενδελεχείς ρυθμίσεις για την πρόβλεψη ενημέρωσης του Κοινοβουλίου σχετικά με τις διαπραγματεύσεις και τη σύναψη διεθνών συμφωνιών που αναφέρονται στα σημεία 27, 33 και 34 της συμφωνίας-πλαισίου:

1.   

Η Επιτροπή ενημερώνει το Κοινοβούλιο για την πρόθεσή της να προτείνει την έναρξη διαπραγματεύσεων την ίδια χρονική στιγμή που ενημερώνει και το Συμβούλιο.

2.   

Σύμφωνα με τις διατάξεις του σημείου 33 της συμφωνίας-πλαισίου, όταν η Επιτροπή προτείνει σχέδια οδηγιών διαπραγμάτευσης με σκοπό την έγκρισή τους από το Συμβούλιο, η Επιτροπή τα υποβάλλει ταυτόχρονα και στο Κοινοβούλιο.

3.   

Η Επιτροπή λαμβάνει δεόντως υπόψη τις παρατηρήσεις του Κοινοβουλίου καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.

4.   

Σύμφωνα με τις διατάξεις του σημείου 27 της συμφωνίας-πλαισίου, η Επιτροπή ενημερώνει το Κοινοβούλιο τακτικά και πάραυτα για τη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων έως ότου μονογραφεί η συμφωνία και εξηγεί κατά πόσο και πώς ενσωματώθηκαν οι παρατηρήσεις του Κοινοβουλίου στα υπό διαπραγμάτευση κείμενα και στην αντίθετη περίπτωση για ποιον λόγο αυτό δεν έγινε.

5.   

Σε περίπτωση διεθνών συμφωνιών για τη σύναψη των οποίων απαιτείται η συναίνεση του Κοινοβουλίου, η Επιτροπή παρέχει στο Κοινοβούλιο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων όλες τις σχετικές πληροφορίες που παρέχει και στο Συμβούλιο (ή στην ειδική επιτροπή που ορίζεται από το Συμβούλιο). Σε αυτές περιλαμβάνονται σχέδια τροπολογιών σε εγκριθείσες οδηγίες διαπραγμάτευσης, σχέδια κειμένων διαπραγμάτευσης, συμφωνηθέντα άρθρα, η συμφωνηθείσα ημερομηνία για τη μονογραφή της συμφωνίας και το κείμενο της προς μονογραφή συμφωνίας. Η Επιτροπή διαβιβάζει επίσης στο Κοινοβούλιο, όπως στο Συμβούλιο (ή την ειδική επιτροπή που ορίζεται από το Συμβούλιο), οποιαδήποτε σχετικά έγγραφα έχουν παραληφθεί από τρίτους, υπό την επιφύλαξη της συγκατάθεσης της πηγής των εν λόγω εγγράφων. Η Επιτροπή τηρεί ενήμερη την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή σχετικά με εξελίξεις στις διαπραγματεύσεις και συγκεκριμένα εξηγεί πώς ελήφθησαν υπόψη οι απόψεις του Κοινοβουλίου.

6.   

Σε περίπτωση διεθνών συμφωνιών για τη σύναψη των οποίων δεν απαιτείται η συναίνεση του Κοινοβουλίου, η Επιτροπή διασφαλίζει ότι το Κοινοβούλιο ενημερώνεται αμέσως και πλήρως μέσω πληροφοριών που καλύπτουν τουλάχιστον τα σχέδια οδηγιών διαπραγμάτευσης, τις εγκριθείσες οδηγίες διαπραγμάτευσης, την επόμενη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων και την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων.

7.   

Σύμφωνα με τις διατάξεις του σημείου 33 της συμφωνίας-πλαισίου, η Επιτροπή παρέχει έγκαιρα στο Κοινοβούλιο πλήρη στοιχεία όταν μονογραφείται μια διεθνής συμφωνία και ενημερώνει το Κοινοβούλιο το συντομότερο δυνατόν όταν προτίθεται να προτείνει στο Συμβούλιο την προσωρινή εφαρμογή της και για ποιους λόγους, εκτός εάν επιτακτικοί λόγοι το αποκλείουν.

8.   

Η Επιτροπή ενημερώνει το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο ταυτόχρονα και έγκαιρα για την πρόθεσή της να προτείνει στο Συμβούλιο την αναστολή της διεθνούς συμφωνίας καθώς επίσης και τους σχετικούς λόγους.

9.   

Για διεθνείς συμφωνίες που υπόκεινται στη διαδικασία έγκρισης σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ, η Επιτροπή τηρεί επίσης πλήρως ενήμερο το Κοινοβούλιο πριν εγκριθούν τροποποιήσεις της συμφωνίας, για τις οποίες το Συμβούλιο έχει παράσχει σχετική εξουσιοδότηση σύμφωνα με την παρέκκλιση που προβλέπει στο άρθρο 218 παράγραφος 7 ΣΛΕΕ.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Χρονοδιάγραμμα του προγράμματος εργασίας της Επιτροπής

Το πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής συνοδεύεται από κατάλογο νομοθετικών και μη νομοθετικών προτάσεων για τα επόμενα έτη. Το πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής καλύπτει το υπό συζήτηση επόμενο έτος και αναφέρει με λεπτομερή τρόπο τις προτεραιότητες της Επιτροπής για τα επακόλουθα έτη. Το πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής μπορεί τοιουτοτρόπως να αποτελέσει τη βάση για διαρθρωμένο διάλογο με το Κοινοβούλιο σε αναζήτηση αμοιβαίας κατανόησης.

Το πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής περιλαμβάνει επίσης προγραμματιζόμενες πρωτοβουλίες σχετικά με μη δεσμευτικές νομοθετικές πράξεις, ανακλήσεις και απλούστευση.

1.   

Το πρώτο εξάμηνο ενός δεδομένου έτους, τα μέλη της Επιτροπής ξεκινούν συνεχή τακτικό διάλογο με τις αντίστοιχες κοινοβουλευτικές επιτροπές σχετικά με την εκτέλεση του προγράμματος εργασίας της Επιτροπής για το εν λόγω έτος και την προετοιμασία του μελλοντικού προγράμματος εργασίας της Επιτροπής. Με βάση τον διάλογο, κάθε κοινοβουλευτική επιτροπή προβαίνει σε απολογισμό των αποτελεσμάτων αυτού του τακτικού διαλόγου προς τη Διάσκεψη των Προέδρων των Επιτροπών.

2.   

Παράλληλα, η Διάσκεψη των Προέδρων των Επιτροπών προβαίνει σε τακτική ανταλλαγή απόψεων με τον αρμόδιο για τις διοργανικές σχέσεις αντιπρόεδρο της Επιτροπής, προκειμένου να αξιολογηθεί η υλοποίηση του τρέχοντος προγράμματος εργασίας της Επιτροπής, να συζητηθεί η προετοιμασία του μελλοντικού προγράμματος εργασίας της Επιτροπής και να καταγραφούν τα αποτελέσματα του συνεχούς διμερούς διαλόγου μεταξύ των αρμόδιων κοινοβουλευτικών επιτροπών και των οικείων μελών της Επιτροπής.

3.   

Τον Ιούνιο, η Διάσκεψη των Προέδρων των Επιτροπών υποβάλλει συνοπτική έκθεση στη Διάσκεψη των Προέδρων, η οποία πρέπει να περιέχει τα αποτελέσματα του ελέγχου της εκτέλεσης του προγράμματος εργασίας της Επιτροπής καθώς και τις προτεραιότητες του Κοινοβουλίου για το επερχόμενο πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής, και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.

4.   

Με βάση αυτή τη συνοπτική έκθεση, το Κοινοβούλιο εγκρίνει ψήφισμα κατά την περίοδο συνόδου του Ιουλίου, εκθέτοντας τη θέση του που περιλαμβάνει ιδίως αιτήματα βασισμένα σε νομοθετικές εκθέσεις πρωτοβουλίας.

5.   

Κάθε χρόνο κατά την πρώτη σύνοδο της ολομέλειας του Σεπτεμβρίου, διεξάγεται συζήτηση σχετικά με την κατάσταση της Ένωσης, κατά την οποία ο πρόεδρος της Επιτροπής εκφωνεί ομιλία στην οποία προβαίνει σε αποτίμηση του τρέχοντος έτους και σκιαγραφεί τις προτεραιότητες για τα επόμενα έτη. Προς τούτο, ο πρόεδρος της Επιτροπής παρουσιάζει παράλληλα εγγράφως στο Κοινοβούλιο τα κύρια στοιχεία που διαπνέουν την προετοιμασία του προγράμματος εργασίας της Επιτροπής για το επόμενο έτος.

6.   

Από την αρχή του Σεπτεμβρίου, οι αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές και τα αρμόδια μέλη της Επιτροπής μπορούν να συναντηθούν για ενδελεχέστερη ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τις μελλοντικές προτεραιότητες σε κάθε τομέα πολιτικής. Οι συναντήσεις αυτές ολοκληρώνονται, κατά περίπτωση, με συνάντηση ανάμεσα στη Διάσκεψη των Προέδρων των Επιτροπών και στο Σώμα των Επιτρόπων και με συνάντηση ανάμεσα στη Διάσκεψη των Προέδρων και στον πρόεδρο της Επιτροπής.

7.   

Τον Οκτώβριο, η Επιτροπή εγκρίνει το πρόγραμμα εργασίας της για το επόμενο έτος. Στη συνέχεια, ο πρόεδρος της Επιτροπής παρουσιάζει αυτό το πρόγραμμα εργασίας στο Κοινοβούλιο στο κατάλληλο επίπεδο.

8.   

Το Κοινοβούλιο μπορεί να διεξαγάγει συζήτηση και να εγκρίνει ψήφισμα κατά τη σύνοδο της ολομέλειας του Δεκεμβρίου.

9.   

Το χρονοδιάγραμμα υποβάλλεται σε κάθε τακτικό κύκλο προγραμματισμού, εκτός από τα έτη διενέργειας εκλογών για την ανάδειξη του Κοινοβουλίου που συμπίπτουν με τη λήξη της θητείας της Επιτροπής.

10.   

Το χρονοδιάγραμμα δεν επηρεάζει οιαδήποτε μελλοντική συμφωνία σχετικά με τον διοργανικό προγραμματισμό.


ELI: http://data.europa.eu/eli/agree_interinstit/2026/1050/oj

ISSN 1977-0669 (electronic edition)