European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά L


2026/808

20.4.2026

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2026/808 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 30ής Μαρτίου 2026

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 όσον αφορά τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης, τις προϋποθέσεις εξυγίανσης και τη χρηματοδότηση για δράση εξυγίανσης

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το ενωσιακό πλαίσιο εξυγίανσης για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων («ιδρύματα») θεσπίστηκε στον απόηχο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009 και μετά την πρώτη δημοσίευση από το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας των βασικών χαρακτηριστικών αποτελεσματικών καθεστώτων εξυγίανσης χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (Key Attributes of Effective Resolution Regimes for Financial Institutions) τον Οκτώβριο του 2011. Το ενωσιακό πλαίσιο εξυγίανσης αποτελείται από την οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5). Αμφότερες οι νομοθετικές πράξεις εφαρμόζονται σε ιδρύματα και σε άλλες οντότητες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας ή του εν λόγω κανονισμού (συλλογικά: «οντότητες»). Το ενωσιακό πλαίσιο εξυγίανσης αποσκοπεί στη συντεταγμένη αντιμετώπιση των περιπτώσεων πτώχευσης οντοτήτων μέσω της διατήρησης των κρίσιμων λειτουργιών τους, της αποφυγής των απειλών κατά της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και, ταυτόχρονα, της προστασίας των καταθετών και των δημόσιων πόρων. Επιπλέον, το ενωσιακό πλαίσιο εξυγίανσης επιδιώκει να προωθήσει την ανάπτυξη της τραπεζικής εσωτερικής αγοράς με τη δημιουργία εναρμονισμένου καθεστώτος για την αντιμετώπιση διασυνοριακών κρίσεων με συντονισμένο τρόπο και με την αποφυγή ζητημάτων στρέβλωσης του ανταγωνισμού και κινδύνους άνισης μεταχείρισης.

(2)

Εφαρμοζόμενο εδώ και αρκετά χρόνια, το ενωσιακό πλαίσιο εξυγίανσης δεν επιτυγχάνει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα όσον αφορά ορισμένους από τους στόχους αυτούς. Ειδικότερα, παρότι οι οντότητες έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο ως προς τη δυνατότητα εξυγίανσης και έχουν διαθέσει σημαντικούς πόρους για τον σκοπό αυτόν, ιδίως μέσω της αύξησης της ικανότητας απορρόφησης ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης και της πλήρωσης των χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης, το ενωσιακό πλαίσιο εξυγίανσης χρησιμοποιείται σπανίως. Αντιθέτως, οι πτωχεύσεις ορισμένων μικρότερων και μεσαίων οντοτήτων αντιμετωπίζονται κατά κανόνα μέσω μη εναρμονισμένων εθνικών μέτρων. Εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται χρήματα των φορολογουμένων αντί για δίχτυα ασφαλείας χρηματοδοτούμενα από τον κλάδο, όπως χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης. Η κατάσταση αυτή φαίνεται να οφείλεται σε ανεπαρκή κίνητρα. Τα εν λόγω ανεπαρκή κίνητρα είναι αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης του ενωσιακού πλαισίου εξυγίανσης με τους εθνικούς κανόνες, καθώς η ευρεία διακριτική ευχέρεια των αρχών εξυγίανσης, όταν προβαίνουν σε εκτίμηση του δημόσιου συμφέροντος, δεν ασκείται πάντοτε κατά τρόπο που να αντικατοπτρίζει την επιδιωκόμενη εφαρμογή του ενωσιακού πλαισίου εξυγίανσης. Ταυτόχρονα, το ενωσιακό πλαίσιο εξυγίανσης έχει αξιοποιηθεί σε μικρό βαθμό λόγω του κινδύνου να πρέπει οι καταθέτες χρηματοδοτούμενων από καταθέσεις οντοτήτων να επωμιστούν ζημίες προκειμένου να διασφαλιστεί η δυνατότητα πρόσβασης των εν λόγω οντοτήτων σε εξωτερική χρηματοδότηση κατά την εξυγίανση, ιδίως ελλείψει άλλων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεων. Τέλος, το ότι υπάρχουν λιγότερο αυστηροί κανόνες για την πρόσβαση σε χρηματοδότηση εκτός της εξυγίανσης από ό,τι κατά την εξυγίανση λειτουργεί αποτρεπτικά για την εφαρμογή του πλαισίου εξυγίανσης της Ένωσης και ευνοούνται άλλες λύσεις, οι οποίες συχνά συνεπάγονται τη χρήση χρημάτων των φορολογουμένων αντί της χρήσης ιδίων πόρων των οντοτήτων ή των διχτυών ασφαλείας που χρηματοδοτούνται από τον κλάδο. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί με τη σειρά της κινδύνους κατακερματισμού, κινδύνους μη βέλτιστων αποτελεσμάτων όσον αφορά τη διαχείριση πτωχεύσεων οντοτήτων, και ειδικότερα στην περίπτωση μικρότερων και μεσαίων ιδρυμάτων και οντοτήτων, καθώς και κόστος ευκαιρίας λόγω αχρησιμοποίητων χρηματοδοτικών πόρων. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί ότι το ενωσιακό πλαίσιο εξυγίανσης εφαρμόζεται πιο αποτελεσματικά και πιο συνεκτικά, και ότι μπορεί να εφαρμόζεται όποτε η εφαρμογή του είναι προς το δημόσιο συμφέρον, μεταξύ άλλων για ορισμένες μικρότερες και μεσαίες οντότητες που χρηματοδοτούνται πρωτίστως από καταθέσεις και δεν διαθέτουν επαρκείς άλλες υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεις.

(3)

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014, τα κράτη μέλη που έχουν καθιερώσει στενή συνεργασία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και των αντίστοιχων εθνικών αρμόδιων αρχών πρέπει να θεωρούνται συμμετέχοντα κράτη μέλη για τους σκοπούς του εν λόγω κανονισμού. Ωστόσο, ο εν λόγω κανονισμός δεν περιέχει λεπτομέρειες σχετικά με τη διαδικασία προετοιμασίας της έναρξης της στενής συνεργασίας όσον αφορά τα καθήκοντα που σχετίζονται με την εξυγίανση. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να καθοριστούν οι λεπτομέρειες αυτές.

(4)

Η ένταση και το επίπεδο λεπτομέρειας των εργασιών κατάρτισης σχεδίου εξυγίανσης που απαιτούνται όσον αφορά θυγατρικές που δεν έχουν προσδιοριστεί ως οντότητες εξυγίανσης ποικίλλουν ανάλογα με το μέγεθος των σχετικών οντοτήτων, το προφίλ κινδύνου τους, τον ρόλο τους στην παροχή κρίσιμων λειτουργιών, τους βασικούς επιχειρηματικούς τομείς τους, τη σημασία τους για την επιχειρησιακή συνέχεια του ομίλου μετά την εξυγίανση και τη στρατηγική εξυγίανσης του ομίλου, καθώς και τη σημασία της θυγατρικής στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη, συμπεριλαμβανομένων της δυνητικής συστημικής σημασίας της και του δυνητικού αντικτύπου της στα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων (ΣΕΚ) στην περίπτωση εκκαθάρισης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Ως εκ τούτου, το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης («Συμβούλιο Εξυγίανσης») θα πρέπει να μπορεί να λαμβάνει υπόψη τους παράγοντες αυτούς κατά τον προσδιορισμό των μέτρων που πρέπει να ληφθούν σε σχέση με τις εν λόγω θυγατρικές και να ακολουθεί σύμμετρη προσέγγιση, κατά περίπτωση.

(5)

Μια οντότητα που τελεί υπό εκκαθάριση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, μετά από διαπίστωση ότι η οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης και το συμπέρασμα του Συμβουλίου Εξυγίανσης ότι η εξυγίανσή της δεν είναι προς το δημόσιο συμφέρον, κινείται τελικά προς την έξοδο από την αγορά. Στις περιπτώσεις αυτές, δεν απαιτείται πλέον σχέδιο εξυγίανσης της εν λόγω οντότητας, ανεξάρτητα από το αν η αρμόδια αρχή έχει ήδη ανακαλέσει την άδεια της οντότητας αυτής. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά εναπομένον ίδρυμα υπό εξυγίανση μετά τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων στο πλαίσιο στρατηγικής για μεταβίβαση. Ως εκ τούτου, ενδείκνυται να διευκρινιστεί ότι σε τέτοιες περιπτώσεις δεν απαιτείται η έγκριση σχεδίων εξυγίανσης.

(6)

Το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί επί του παρόντος να αποφασίζει να απαγορεύει ορισμένες διανομές σε περίπτωση που μια οντότητα, είτε πρόκειται για οντότητα εξυγίανσης είτε όχι, δεν πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας όταν εξετάζεται επιπλέον της ελάχιστης απαίτησης για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις («ΕΑΙΚΕΥ»). Ωστόσο, για να διασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου και η ευθυγράμμιση με τις υφιστάμενες διαδικασίες για την εφαρμογή των αποφάσεων που λαμβάνει το Συμβούλιο Εξυγίανσης, είναι αναγκαίο να προσδιοριστούν σαφέστερα οι ρόλοι των αρχών που συμμετέχουν στη διαδικασία απαγόρευσης των εν λόγω διανομών. Ως εκ τούτου, ενδείκνυται να προβλεφθεί ότι το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να δίνει εντολή απαγόρευσης των εν λόγω διανομών στην εθνική αρχή εξυγίανσης, η οποία θα πρέπει να εφαρμόζει την εντολή του Συμβουλίου Εξυγίανσης. Επιπλέον, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια οντότητα μπορεί να υποχρεούται να συμμορφώνεται με την ΕΑΙΚΕΥ σε διαφορετική βάση από τη βάση στην οποία η εν λόγω οντότητα υποχρεούται να συμμορφώνεται με τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τις προϋποθέσεις για την άσκηση των εξουσιών του Συμβουλίου Εξυγίανσης να απαγορεύει διανομές και για τον υπολογισμό του μέγιστου διανεμητέου ποσού που σχετίζεται με την ΕΑΙΚΕΥ. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι, στις περιπτώσεις αυτές, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να αναθέτει στις εθνικές αρχές εξυγίανσης την απαγόρευση ορισμένων διανομών με βάση την εκτιμώμενη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας που προκύπτει από τη μεθοδολογία που ορίζεται στην εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 45γ παράγραφος 4 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ κατ’ εξουσιοδότηση πράξη. Για να διασφαλίζεται η διαφάνεια και η ασφάλεια δικαίου, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να κοινοποιεί την εκτιμώμενη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας στην οντότητα, η οποία στη συνέχεια θα πρέπει να δημοσιοποιεί την εν λόγω εκτιμώμενη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας.

(7)

Η οδηγία 2014/59/ΕΕ και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) καθορίζουν εξουσίες που πρέπει να ασκούν οι αρχές εξυγίανσης, ορισμένες από τις οποίες δεν περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014. Στο πλαίσιο του Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης (ΕΜΕ), αυτό μπορεί να δημιουργήσει αβεβαιότητα ως προς το υποκείμενο άσκησης των εν λόγω εξουσιών και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες πρέπει να ασκούνται. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ο τρόπος με τον οποίο οι εθνικές αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να ασκούν ορισμένες εξουσίες που ορίζονται μόνο στην οδηγία 2014/59/ΕΕ σε σχέση με οντότητες και ομίλους που εμπίπτουν στην άμεση αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εξυγίανσης. Επομένως, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να μπορεί, όταν το κρίνει αναγκαίο, να αναθέτει στις εθνικές αρχές εξυγίανσης να ασκούν τις εν λόγω εξουσίες. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να μπορεί να αναθέτει στις εθνικές αρχές εξυγίανσης να απαιτούν από μια οντότητα να τηρεί λεπτομερή αρχεία των χρηματοπιστωτικών συμβάσεων στις οποίες αυτή είναι συμβαλλόμενο μέρος, να ασκεί την εξουσία αναστολής ορισμένων χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων δυνάμει του άρθρου 33α της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και να διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα των προνομιακών πληροφοριών δυνάμει του άρθρου 84β της εν λόγω οδηγίας. Ωστόσο, δεδομένου ότι οι άδειες για τη μείωση των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων που χορηγούνται με βάση τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ο οποίος ισχύει επίσης για οντότητες και για υποχρεώσεις που υπόκεινται στην ΕΑΙΚΕΥ, δεν απαιτούν την εφαρμογή της εθνικής νομοθεσίας, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να μπορεί να χορηγεί τις εν λόγω άδειες απευθείας σε οντότητες, χωρίς να χρειάζεται να αναθέσει στις εθνικές αρχές εξυγίανσης να ασκήσουν την εν λόγω εξουσία.

(8)

Οι καταθέσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστούν επιλέξιμες υποχρεώσεις μπορούν να χρησιμοποιούνται με στόχο τη συμμόρφωση με την ΕΑΙΚΕΥ. Ωστόσο, δεδομένου του ειδικού χαρακτήρα των καταθέσεων, καθώς και του ρόλου που διαδραματίζουν στην πραγματική οικονομία και στη διατήρηση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα, η συμπερίληψή τους στο φάσμα των υποχρεώσεων που χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση της ΕΑΙΚΕΥ θα πρέπει να υπόκειται σε αυστηρότερες απαιτήσεις, δεδομένου ότι οι πόροι που είναι επιλέξιμοι για την κάλυψη της ΕΑΙΚΕΥ θα πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούνται στο σύνολό τους για την ανάληψη των ζημιών και τη συμβολή στην ανακεφαλαιοποίηση ενός πιστωτικού ιδρύματος στην περίπτωση πτώχευσής του. Πρώτον, όπως ισχύει και με τους υφιστάμενους κανόνες, δεν θα πρέπει να είναι δυνατό να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη της ΕΑΙΚΕΥ καταθέσεις φυσικών προσώπων ή πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων. Δεύτερον, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι καταθέσεις που παρέχουν στον κάτοχό τους δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης δεν μπορούν να είναι επιλέξιμες για την κάλυψη της ΕΑΙΚΕΥ, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων εκείνων στις οποίες οι συμβατικές διατάξεις προβλέπουν ότι η πρόωρη εξόφληση υπόκειται στην καταβολή χρηματικής ποινής. Τρίτον, για να διασφαλίζεται η διαφάνεια και να ελαχιστοποιούνται οι κίνδυνοι που απορρέουν από την ακατάλληλη τοποθέτηση τέτοιων καταθέσεων, οι σχετικές συμβατικές διατάξεις θα πρέπει να αναφέρονται ρητά στην πρόθεση του πιστωτικού ιδρύματος να χρησιμοποιήσει τις εν λόγω καταθέσεις για τη συμμόρφωση με την ΕΑΙΚΕΥ, καθώς και στο γεγονός ότι δεν θεωρούνται επιλέξιμες καταθέσεις και ότι, ως εκ τούτου, κανένα μέρος της εν λόγω κατάθεσης δεν θα επιστραφεί από το ΣΕΚ σε περίπτωση μη διαθεσιμότητας. Τέταρτον, η χρήση καταθέσεων στην ΕΑΙΚΕΥ δεν θα πρέπει, κατά κανόνα, να επιτρέπεται, εκτός εάν το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει προηγουμένως επιτρέψει τη συμπερίληψή τους στους επιλέξιμους για την ΕΑΙΚΕΥ πόρους βασιζόμενο στην εκτίμηση ότι οι εν λόγω καταθέσεις δεν θα χρειαστεί να προστατευτούν από την ανάληψη ζημιών σε περίπτωση εξυγίανσης και δεν θα δημιουργήσουν ουσιαστικό εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να είναι σε θέση να επιτρέπει τη χρήση καταθέσεων για την κάλυψη της ΕΑΙΚΕΥ σε γενική βάση για κάθε οντότητα εξυγίανσης, χωρίς χωριστή αξιολόγηση κάθε κατάθεσης, καθώς και να περιορίζει σε καθορισμένα ποσά τη συμπερίληψη καταθέσεων για την κάλυψη της ΕΑΙΚΕΥ. Οι δομημένες καταθέσεις, παρότι αποτελούν υποχρεώσεις με ενσωματωμένα παράγωγα, μπορούν επίσης να θεωρηθούν επιλέξιμες υποχρεώσεις πιστωτικού ιδρύματος, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι άλλες προϋποθέσεις.

(9)

Προκειμένου να αποφεύγονται φαινόμενα κατακρήμνισης, είναι αναγκαίο να εξαιρούνται οι υφιστάμενες καταθέσεις που θεωρούνται επιλέξιμες υποχρεώσεις. Για τις καταθέσεις που έχουν ληφθεί πριν από τις 12 Μαΐου 2028, θα πρέπει να αρθούν τα νέα κριτήρια επιλεξιμότητας. Η εξαίρεση θα πρέπει να λήγει στις 11 Μαΐου 2029.

(10)

Με τους κανονισμούς (ΕΕ) 2019/876 (7) και (ΕΕ) 2019/877 (8) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την οδηγία (ΕΕ) 2019/879 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) ενσωματώθηκαν στο δίκαιο της Ένωσης οι διεθνείς όροι λειτουργίας της συνολικής ικανότητας απορρόφησης ζημιών (TLAC), που δημοσιεύθηκαν από το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας στις 9 Νοεμβρίου 2015 («πρότυπο TLAC»), για τις παγκόσμιες συστημικώς σημαντικές τράπεζες, οι οποίες αναφέρονται στο δίκαιο της Ένωσης ως παγκόσμια συστημικώς σημαντικά ιδρύματα (G-SII). Με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/877 και την οδηγία (ΕΕ) 2019/879 τροποποιήθηκε επίσης η ΕΑΙΚΕΥ που ορίζεται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014. Είναι αναγκαίο οι προβλεπόμενες στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 διατάξεις σχετικά με την ΕΑΙΚΕΥ να ευθυγραμμίζονται με την εφαρμογή του προτύπου TLAC για τα G-SII όσον αφορά ορισμένες υποχρεώσεις οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη του μέρους της ΕΑΙΚΕΥ που θα πρέπει να καλύπτεται με ίδια κεφάλαια και άλλες υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης. Ειδικότερα, οι υποχρεώσεις που έχουν την ίδια κατάταξη με ορισμένες εξαιρούμενες υποχρεώσεις θα πρέπει να περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια και στα επιλέξιμα μέσα μειωμένης εξασφάλισης των οντοτήτων εξυγίανσης, όταν το ποσό των εν λόγω εξαιρούμενων υποχρεώσεων στον ισολογισμό της οντότητας εξυγίανσης δεν υπερβαίνει το 5 % του ποσού των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων της οντότητας εξυγίανσης και όταν από τη συμπερίληψη αυτή δεν προκύπτουν κίνδυνοι που σχετίζονται με την αρχή περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών.

(11)

Για ορισμένες οντότητες εξυγίανσης, η προτιμώμενη στρατηγική εξυγίανσης που προβλέπεται στο σχέδιο εξυγίανσης ή στο σχέδιο εξυγίανσης ομίλου βασίζεται πρωτίστως στη μεταβίβαση των δραστηριοτήτων του υπό εξυγίανση ιδρύματος σε ιδιώτη αγοραστή ή σε μεταβατικό ίδρυμα. Στις περιπτώσεις αυτές, είναι πιθανό να ζητηθεί από το ΣΕΚ να συνεισφέρει στη δράση εξυγίανσης, ενδεχομένως για να διασφαλιστεί η προστασία ορισμένων καταθέσεων που δεν καλύπτονται από το ΣΕΚ. Ως εκ τούτου, για να ελαχιστοποιηθεί ο ηθικός κίνδυνος, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι όταν το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει την εφαρμογή του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή του εργαλείου μεταβατικού ιδρύματος και την έξοδο της οντότητας εξυγίανσης από την αγορά, η ΕΑΙΚΕΥ για την οικεία οντότητα εξυγίανσης δεν θα πρέπει να καθορίζεται σε επίπεδο χαμηλότερο από ορισμένα όρια. Όταν η εφαρμογή των κανόνων για τη βαθμονόμηση της ΕΑΙΚΕΥ συνεπάγεται ποσό υψηλότερο από τα εν λόγω όρια, θα πρέπει να υπερισχύει το εν λόγω υψηλότερο ποσό. Τα όρια αυτά δεν θα πρέπει να εφαρμόζονται στην ΕΑΙΚΕΥ που καθορίζεται για οντότητες εξυγίανσης των οποίων η προτιμώμενη στρατηγική εξυγίανσης συνίσταται στην εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα για την ανακεφαλαιοποίησή τους σε βαθμό που αρκεί για την αποκατάσταση της ικανότητάς τους να συνεχίσουν να ασκούν τις δραστηριότητες για τις οποίες έχουν λάβει άδεια, ακόμη και όταν η προτιμώμενη στρατηγική εξυγίανσης προβλέπει την εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα σε συνδυασμό με άλλα εργαλεία εξυγίανσης, τα οποία χρησιμοποιούνται επικουρικά.

(12)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 δεν περιλαμβάνει ειδικούς κανόνες σχετικά με μεταβατικές ρυθμίσεις και ενδιάμεσα επίπεδα-στόχους για την κάλυψη της ΕΑΙΚΕΥ μετά το 2024. Ωστόσο, υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες οι οντότητες δεν θα πρέπει να υποχρεώνονται σε άμεση συμμόρφωση με υψηλότερη ΕΑΙΚΕΥ που καθορίζει το Συμβούλιο Εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες η αύξηση της ΕΑΙΚΕΥ προκύπτει από ουσιώδεις αλλαγές στην οντότητα λόγω, για παράδειγμα, συγχωνεύσεων ή εξαγορών, ή από αλλαγές στην προτιμώμενη στρατηγική εξυγίανσης. Ειδικότερα, όταν αλλάζει η προτιμώμενη στρατηγική εξυγίανσης και, από εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, εφαρμόζεται δράση εξυγίανσης, η οντότητα ενδέχεται να μην είναι σε θέση αμέσως να καλύψει πλήρως την ΕΑΙΚΕΥ, όπως έχει οριστεί από το Συμβούλιο Εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να ανατεθεί στο Συμβούλιο Εξυγίανσης η εξουσία να καθορίζει κατάλληλες μεταβατικές περιόδους για τη συμμόρφωση με την ΕΑΙΚΕΥ. Επιπλέον, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να έχει την εξουσία να καθορίζει δεσμευτικά ενδιάμεσα επίπεδα-στόχους για τις εν λόγω οντότητες, ώστε να διασφαλίζεται ότι συγκεντρώνουν τους επιλέξιμους για την ΕΑΙΚΕΥ πόρους τους με ενδεδειγμένο τρόπο. Για την προστασία των εύλογων προσδοκιών, οι μεταβατικές περίοδοι που είχαν καθοριστεί προηγουμένως από το Συμβούλιο Εξυγίανσης βάσει των κανόνων που ίσχυαν κατά τη σχετική ημερομηνία δεν θα πρέπει να επηρεαστούν από τους νέους κανόνες.

(13)

Σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου (10), η ΕΚΤ είναι αρμόδια για την εκτέλεση εποπτικών καθηκόντων σε σχέση με την έγκαιρη παρέμβαση. Είναι αναγκαίο να μειωθούν οι κίνδυνοι που απορρέουν από τις αποκλίσεις στη μεταφορά των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης που καθορίζονται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ στις εθνικές έννομες τάξεις και να διευκολυνθεί η αποτελεσματική και συνεπής εφαρμογή από την ΕΚΤ των εξουσιών της να λαμβάνει μέτρα έγκαιρης παρέμβασης. Τα εν λόγω μέτρα έγκαιρης παρέμβασης θεσπίστηκαν για να δώσουν στις αρμόδιες αρχές τη δυνατότητα να διορθώνουν την επιδείνωση της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κατάστασης μιας οντότητας και να μειώνουν, στο μέτρο του δυνατού, τον κίνδυνο και τις επιπτώσεις μιας πιθανής εξυγίανσης. Ωστόσο, λόγω έλλειψης βεβαιότητας όσον αφορά τους παράγοντες που ενεργοποιούν την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων έγκαιρης παρέμβασης και λόγω μερικών επικαλύψεων με εποπτικά μέτρα, σπανίως έχουν χρησιμοποιηθεί μέτρα έγκαιρης παρέμβασης. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις της οδηγίας 2014/59/ΕΕ σχετικά με τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης θα πρέπει να αντικατοπτρίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014, ώστε να εξασφαλιστεί ένα ενιαίο και άμεσα εφαρμόσιμο νομικό εργαλείο για την ΕΚΤ, και θα πρέπει να απλουστευτούν και να προσδιοριστούν περαιτέρω οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων έγκαιρης παρέμβασης. Για να διασκεδαστούν οι αβεβαιότητες σχετικά με τις προϋποθέσεις και τον χρόνο απομάκρυνσης του διοικητικού οργάνου μιας οντότητας και τον διορισμό προσωρινών διαχειριστών, τα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να προσδιορίζονται ρητά ως μέτρα έγκαιρης παρέμβασης και η εφαρμογή τους θα πρέπει να υπόκειται στους ίδιους παράγοντες ενεργοποίησης. Υπό συγκεκριμένες συνθήκες, η σταδιακή παύση των δραστηριοτήτων μπορεί να αποτελέσει οικονομικά αποδοτική λύση που θα διευκολύνει μια οντότητα με αδύναμο επιχειρηματικό μοντέλο να εξέλθει από την αγορά, αποφεύγοντας έτσι μια παρατεταμένη κάμψη που θα καταλήξει στην πτώχευση της οντότητας. Η ΕΚΤ θα πρέπει να έχει την εξουσία να παρεμβαίνει έγκαιρα για να ζητεί την υποβολή σχεδίου προς εφαρμογή στην περίπτωση εθελούσιας σταδιακής παύσης των δραστηριοτήτων μιας οντότητας, επαφίοντας παράλληλα την απόφαση σχετικά με την εφαρμογή του εν λόγω σχεδίου στην οικεία οντότητα. Κατά την εφαρμογή εξουσιών έγκαιρης παρέμβασης, η ΕΚΤ θα πρέπει να υποχρεούται να επιλέγει τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση μιας συγκεκριμένης κατάστασης σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Για να μπορεί η ΕΚΤ να λαμβάνει υπόψη τους κινδύνους που σχετίζονται με τη φήμη ή τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή την τεχνολογία πληροφοριών και επικοινωνιών, θα πρέπει να αξιολογεί τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης όχι μόνο βάσει ποσοτικών δεικτών, όπως οι κεφαλαιακές απαιτήσεις ή οι απαιτήσεις ρευστότητας, το επίπεδο μόχλευσης, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια ή η συγκέντρωση ανοιγμάτων, αλλά και βάσει ποιοτικών παραγόντων ενεργοποίησης. Η διαδικασία λήψης αποφάσεων σχετικά με μέτρα έγκαιρης παρέμβασης θα πρέπει να επιτρέπει την ταχεία εξέτασή τους και, αν αρμόζει, την εφαρμογή τους, προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε περαιτέρω επιδείνωση της κατάστασης της οντότητας.

(14)

Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι το Συμβούλιο Εξυγίανσης είναι σε θέση να προετοιμαστεί για την πιθανή εξυγίανση μιας οντότητας. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ ή η σχετική εθνική αρμόδια αρχή θα πρέπει να ενημερώνει εγκαίρως το Συμβούλιο Εξυγίανσης σχετικά με την επιδείνωση της κατάστασης μιας οντότητας και το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να διαθέτει τις αναγκαίες εξουσίες για την εφαρμογή προπαρασκευαστικών μέτρων. Κυρίως, για να μπορεί το Συμβούλιο Εξυγίανσης να αντιδράσει όσο το δυνατόν ταχύτερα σε τυχόν επιδείνωση της κατάστασης μιας οντότητας, η εκ των προτέρων εφαρμογή μέτρων έγκαιρης παρέμβασης δεν θα πρέπει να αποτελεί προϋπόθεση προκειμένου το Συμβούλιο Εξυγίανσης να προβεί σε ρυθμίσεις για τη θέση σε πώληση της οντότητας ή να ζητήσει πληροφορίες για την επικαιροποίηση του σχεδίου εξυγίανσης και την προετοιμασία της αποτίμησης. Κατά τη θέση σε πώληση οντότητας που είναι μέλος θεσμικού συστήματος προστασίας (ΘΣΠ), το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να εξετάζει μέτρα που θα μπορούσε να λάβει το ΘΣΠ πριν από την εξυγίανση για την αποτροπή του σημαντικού κινδύνου πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης της οντότητας. Για να εξασφαλιστεί συνεπής, συντονισμένη, αποτελεσματική και έγκαιρη αντίδραση στην επιδείνωση της κατάστασης μιας οντότητας και για να προετοιμαστεί κατάλληλα μια πιθανή εξυγίανση, είναι αναγκαίο να ενισχυθούν η αλληλεπίδραση και ο συντονισμός μεταξύ της ΕΚΤ, των εθνικών αρμόδιων αρχών και του Συμβουλίου Εξυγίανσης. Μόλις μια οντότητα εκπληρώσει τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή μέτρων έγκαιρης παρέμβασης, η ΕΚΤ, οι εθνικές αρμόδιες αρχές και το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να ενισχύσουν τη μεταξύ τους ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων προσωρινών πληροφοριών, και να παρακολουθούν από κοινού την κατάσταση της οντότητας.

(15)

Είναι αναγκαίο να διασφαλίζονται η έγκαιρη δράση και ο έγκαιρος συντονισμός μεταξύ του Συμβουλίου Εξυγίανσης και της ΕΚΤ, ή της σχετικής εθνικής αρμόδιας αρχής, όσον αφορά λιγότερο σημαντικούς διασυνοριακούς ομίλους, ενόσω μια οντότητα εξακολουθεί μεν να διατηρείται σε λειτουργία, υπάρχει όμως σημαντικός κίνδυνος πτώχευσής της. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ ή η σχετική εθνική αρμόδια αρχή θα πρέπει να ενημερώνει το Συμβούλιο Εξυγίανσης το συντομότερο δυνατό για έναν τέτοιον κίνδυνο. Η εν λόγω ενημέρωση θα πρέπει να περιλαμβάνει τους λόγους για την αξιολόγηση της ΕΚΤ ή της σχετικής εθνικής αρμόδιας αρχής και μη εξαντλητική επισκόπηση των εναλλακτικών μέτρων του ιδιωτικού τομέα, των εποπτικών ενεργειών ή των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης που είναι διαθέσιμα για την πρόληψη της πτώχευσης της οντότητας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Η εν λόγω έγκαιρη ενημέρωση δεν επηρεάζει τυχόν εναλλακτικά μέτρα του ιδιωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων μέτρων του ΘΣΠ, με τα οποία θα μπορούσε να αποτραπεί η πτώχευση ή η πιθανή πτώχευση της οντότητας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ούτε θίγει τις διαδικασίες βάσει των οποίων προσδιορίζεται αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης. Η εκ των προτέρων ενημέρωση από την ΕΚΤ ή από τη σχετική εθνική αρμόδια αρχή προς το Συμβούλιο Εξυγίανσης ότι υπάρχει σημαντικός κίνδυνος να βρεθεί μια οντότητα σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης ή η λήξη του προσδιοριζόμενου χρονοδιαγράμματος για την εφαρμογή των μέτρων προς αντιμετώπιση ενός τέτοιου σημαντικού κινδύνου δεν θα πρέπει να αποτελούν προϋπόθεση για, ή να συνεπάγονται κατ’ ανάγκη άλλως, μεταγενέστερη διαπίστωση ότι μια οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης. Επιπλέον, εάν σε μεταγενέστερο στάδιο εκτιμηθεί ότι η οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης και δεν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις για την πρόληψη της εν λόγω πτώχευσης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το Συμβούλιο Εξυγίανσης πρέπει να αποφασίσει αν θα αναλάβει δράση εξυγίανσης. Στην περίπτωση αυτή, ο έγκαιρος χαρακτήρας της απόφασης να εφαρμοστεί δράση εξυγίανσης στην οντότητα μπορεί να έχει θεμελιώδη σημασία για την επιτυχή εφαρμογή της στρατηγικής εξυγίανσης, ιδίως επειδή η έγκαιρη παρέμβαση στην οντότητα μπορεί να συμβάλει στη διασφάλιση επαρκών επιπέδων ικανότητας απορρόφησης ζημιών και ρευστότητας για την εκτέλεση της εν λόγω στρατηγικής. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να δοθεί στο Συμβούλιο Εξυγίανσης η δυνατότητα να αξιολογεί, σε στενή συνεργασία με την ΕΚΤ ή τη σχετική εθνική αρμόδια αρχή, τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα για την εφαρμογή εναλλακτικών μέτρων ώστε να αποφευχθεί η πτώχευση της οντότητας. Για να διασφαλιστεί η έγκαιρη έκβαση και να μπορέσει το Συμβούλιο Εξυγίανσης να προετοιμαστεί δεόντως για την πιθανή εξυγίανση μιας οντότητας, το Συμβούλιο Εξυγίανσης και η ΕΚΤ ή η σχετική εθνική αρμόδια αρχή θα πρέπει να συνεδριάζουν τακτικά, και το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να αποφασίζει σχετικά με τη συχνότητα των εν λόγω συνεδριάσεων λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της περίπτωσης.

(16)

Για να καλυφθούν οι σοβαρές παραβάσεις των απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας, είναι αναγκαίο να προσδιοριστούν περαιτέρω οι προϋποθέσεις βάσει των οποίων προσδιορίζεται ότι μητρικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των εταιρειών συμμετοχών, βρίσκονται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης. Η παράβαση των εν λόγω απαιτήσεων από μητρική επιχείρηση θα πρέπει να θεωρείται σοβαρή όταν το είδος και η έκταση της εν λόγω παράβασης είναι συγκρίσιμη με παράβαση η οποία, εάν είχε διαπραχθεί από πιστωτικό ίδρυμα, θα δικαιολογούσε την ανάκληση της άδειας λειτουργίας από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 18 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11).

(17)

Το πλαίσιο εξυγίανσης θα πρέπει να μπορεί να εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε οντότητα, ανεξάρτητα από το μέγεθος και το επιχειρηματικό μοντέλο της, εάν τα εργαλεία που διατίθενται βάσει του εθνικού δικαίου δεν επαρκούν για τη διαχείριση της πτώχευσής της. Ωστόσο, ορισμένοι στόχοι του πλαισίου πρέπει να προσδιοριστούν περαιτέρω για να αυξηθεί η εναρμόνιση και να προαχθεί η σύγκλιση. Ο στόχος εξυγίανσης που συνίσταται στη διασφάλιση της συνέχειας των κρίσιμων λειτουργιών αποσκοπεί στη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και στην προστασία της πραγματικής οικονομίας. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να διασφαλίζεται η αδιάλειπτη παροχή των κρίσιμων λειτουργιών. Ειδικότερα, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι, ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις, το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να συμπεράνει ότι ορισμένες λειτουργίες μιας οντότητας θεωρούνται κρίσιμες, ακόμη και αν η διακοπή τους θα επέφερε διαταραχή της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας ή υπηρεσιών απαραίτητων για την πραγματική οικονομία μόνο σε περιφερειακό επίπεδο. Όσον αφορά την αποδοχή καταθέσεων, το Συμβούλιο Εξυγίανσης οφείλει να αποδίδει τη δέουσα προσοχή στον κίνδυνο απώλειας της εμπιστοσύνης των καταθετών που έχουν καταθέσεις οι οποίες δεν καλύπτονται από την οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12). Οι δημόσιοι πόροι θα πρέπει να προστατεύονται με την ελαχιστοποίηση της εξάρτησης από έκτακτη δημόσια χρηματοδοτική στήριξη, ιδίως όταν παρέχεται από τον προϋπολογισμό κράτους μέλους. Πρέπει επίσης να προστατεύονται οι καταθέτες που καλύπτονται από την οδηγία 2014/49/ΕΕ, οι επενδυτές που καλύπτονται από την οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13), τα κεφάλαια πελατών και τα περιουσιακά στοιχεία πελατών.

(18)

Κατά το στάδιο κατάρτισης του σχεδίου εξυγίανσης, όταν αποφασίζεται αν μια οντότητα θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο εξυγίανσης, το γεγονός ότι η οντότητα υπόκειται σε απλουστευμένες υποχρεώσεις θα πρέπει, γενικά, να αποτελεί για το Συμβούλιο Εξυγίανσης ένδειξη ότι η εξυγίανσή της σε περίπτωση πτώχευσης δεν θα ήταν προς το δημόσιο συμφέρον. Αντίθετα, το γεγονός ότι μια οντότητα δεν υπόκειται σε απλουστευμένες υποχρεώσεις θα μπορούσε να υποδεικνύει ότι η εξυγίανσή της σε περίπτωση πτώχευσης θα ήταν προς το δημόσιο συμφέρον.

(19)

Η εκκαθάριση μιας οντότητας υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας ενδέχεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, να θέσει σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και να διακόψει την παροχή κρίσιμων λειτουργιών. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί, για παράδειγμα, αν η αφερεγγυότητα είναι πιθανό να οδηγήσει σε ζημίες επί σημαντικού μεριδίου των καταθέσεων ή σε σημαντικές δυσκολίες όσον αφορά τη συνέχιση της πρόσβασης στις καταθέσεις, και αν το Συμβούλιο Εξυγίανσης θεωρήσει ότι οι εν λόγω ζημίες ή δυσκολίες θα μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά την παροχή κρίσιμων λειτουργιών, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα λόγω μετάδοσης ή την πραγματική οικονομία. Στις περιπτώσεις αυτές, είναι εξαιρετικά πιθανό το δημόσιο συμφέρον να εξυπηρετείται με τη θέση της οντότητας σε εξυγίανση αντί για την εκκαθάρισή της υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Η εκτίμηση του αν η εξυγίανση μιας οντότητας εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον θα πρέπει επίσης να αντικατοπτρίζει, στο μέτρο του δυνατού, τη διαφορά μεταξύ, αφενός, της χρηματοδότησης που παρέχεται μέσω διχτυών ασφαλείας που χρηματοδοτούνται από τον κλάδο, και συγκεκριμένα των χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης ή των ΣΕΚ, και, αφετέρου, της χρηματοδότησης που τα κράτη μέλη παρέχουν με χρήματα των φορολογουμένων. Τέτοια παρεχόμενη από τα κράτη μέλη χρηματοδότηση ενέχει μεγαλύτερο ηθικό κίνδυνο και μικρότερο κίνητρο για πειθαρχία της αγοράς. Ως εκ τούτου, κατά την αξιολόγηση του στόχου της ελαχιστοποίησης της εξάρτησης από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να προκρίνει τη χρηματοδότηση μέσω του Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης («Ταμείο») ή του ΣΕΚ έναντι της χρηματοδότησης μέσω ισόποσων πόρων από τον προϋπολογισμό των κρατών μελών.

(20)

Όταν διενεργεί εκτίμηση του δημόσιου συμφέροντος, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να εξετάζει αν θα διακυβευόταν κάποιος από τους στόχους εξυγίανσης στην περίπτωση που η οντότητα που βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης εκκαθαριζόταν υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Η δράση εξυγίανσης δεν θα πρέπει να θεωρείται απαραίτητη για το δημόσιο συμφέρον αν, στην περίπτωση που η οντότητα εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, δεν διακυβεύεται κανένας από τους στόχους εξυγίανσης. Εάν το Συμβούλιο Εξυγίανσης εκτιμά ότι διακυβεύεται τουλάχιστον ένας στόχος εξυγίανσης σε περίπτωση εκκαθάρισης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, το αποτέλεσμα της εκτίμησης του δημόσιου συμφέροντος θα πρέπει να είναι αρνητικό μόνον όταν η εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας της οντότητας που βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης θα επιτύγχανε τους στόχους της εξυγίανσης όχι μόνο στον ίδιο βαθμό με την εξυγίανση, αλλά αποτελεσματικότερα.

(21)

Με βάση την πείρα που αποκτήθηκε από την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και των οδηγιών 2014/49/ΕΕ και 2014/59/ΕΕ, είναι αναγκαίο να προσδιοριστούν περαιτέρω οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να χορηγούνται κατ’ εξαίρεση μέτρα προληπτικού χαρακτήρα που χαρακτηρίζονται ως έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη. Θα πρέπει να διασφαλιστεί η έγκαιρη λήψη προληπτικών μέτρων. Επιπλέον, μέτρα αρωγής για απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των φορέων διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων ή των συστημάτων εγγύησης περιουσιακών στοιχείων, μπορεί να αποδειχθούν αποτελεσματικά και αποδοτικά όσον αφορά την αντιμετώπιση των αιτιών πιθανών οικονομικών δυσχερειών που αντιμετωπίζουν οντότητες και την πρόληψη της πτώχευσής τους και, ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να συνιστούν σχετικά προληπτικά μέτρα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα προληπτικά μέτρα μπορούν να λάβουν τη μορφή μέτρων για απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία.

(22)

Για τη διατήρηση της πειθαρχίας της αγοράς, την προστασία των δημόσιων πόρων και την αποφυγή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού, τα προληπτικά μέτρα θα πρέπει να συνεχίσουν να αποτελούν εξαίρεση και να εφαρμόζονται μόνο για την αντιμετώπιση περιπτώσεων σοβαρών διαταραχών στην αγορά και για τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, ιδίως σε περίπτωση συστημικής κρίσης. Επιπλέον, τα προληπτικά μέτρα δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση ζημιών που έχουν επέλθει ή είναι πιθανό να επέλθουν. Το πιο αξιόπιστο μέσο για τον ποσοτικό προσδιορισμό των ζημιών που έχουν επέλθει ή είναι πιθανό να επέλθουν είναι ο έλεγχος της ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων από την ΕΚΤ, την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών – ΕΑΤ), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14), ή από τις εθνικές αρμόδιες αρχές. Η ΕΚΤ και οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να χρησιμοποιούν τον εν λόγω έλεγχο ή, κατά περίπτωση, επιτόπιες επιθεωρήσεις για να προσδιορίσουν ποσοτικά τις ζημίες που έχουν επέλθει ή είναι πιθανό να επέλθουν, όταν ο εν λόγω έλεγχος ή οι εν λόγω επιθεωρήσεις μπορούν να διενεργηθούν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Όταν αυτό δεν είναι εφικτό, η ΕΚΤ και οι εθνικές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να προσδιορίζουν ποσοτικά τις ζημίες που έχουν επέλθει ή είναι πιθανό να επέλθουν με τον πλέον αξιόπιστο τρόπο υπό τις επικρατούσες συνθήκες, με βάση, κατά περίπτωση, τον ισολογισμό της οντότητας, εφόσον αυτός συνάδει με τους εφαρμοστέους λογιστικούς κανόνες και τα εφαρμοστέα λογιστικά πρότυπα, κατ’ επιβεβαίωση ανεξάρτητου εξωτερικού ελεγκτή. Η εκτίμηση ότι μια οντότητα είναι φερέγγυα, για τους σκοπούς των μέτρων στήριξης με τη μορφή προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης και κρατικών εγγυήσεων νεοεκδοθεισών υποχρεώσεων, θα πρέπει να βασίζεται σε μελλοντοστραφή αξιολόγηση του εάν η οντότητα μπορεί να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15) και με την πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που ορίζεται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ ή στην οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16).

(23)

Σκοπός της προληπτικής ανακεφαλαιοποίησης είναι η στήριξη βιώσιμων οντοτήτων για τις οποίες διαπιστώνεται ότι είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν προσωρινές δυσχέρειες στο εγγύς μέλλον και η αποτροπή περαιτέρω επιδείνωσης της κατάστασής τους. Για να αποφευχθεί η χορήγηση δημόσιων επιδοτήσεων σε επιχειρήσεις που είναι ήδη μη κερδοφόρες, δεν θα πρέπει να χορηγούνται προληπτικά μέτρα με τη μορφή απόκτησης μέσων ιδίων κεφαλαίων ή άλλων κεφαλαιακών μέσων ή μέσω μέτρων για απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία σε ποσό πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την κάλυψη της έλλειψης κεφαλαίων που διαπιστώνεται στο δυσμενές σενάριο προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων ή ισοδύναμου ελέγχου. Για να διασφαλιστεί ότι θα υπάρξει εντέλει διακοπή της δημόσιας χρηματοδότησης, τα εν λόγω προληπτικά μέτρα θα πρέπει επίσης να είναι χρονικά περιορισμένα και να περιλαμβάνουν σαφές χρονοδιάγραμμα όσον αφορά τον τερματισμό τους («στρατηγική εξόδου από το μέτρο στήριξης»). Τα μέσα αόριστης διάρκειας, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και να υπόκεινται σε ορισμένα ποσοτικά όρια, δεδομένου ότι από τη φύση τους δεν είναι κατάλληλα για τη συμμόρφωση με τον όρο της προσωρινής ισχύος. Η ΕΚΤ ή η σχετική εθνική αρμόδια αρχή θα πρέπει να ζητεί εφάπαξ σχέδιο αποκατάστασης από τις οντότητες που δεν συμμορφώνονται με τους όρους της στρατηγικής εξόδου από το μέτρο στήριξης. Για να διασφαλιστεί η έξοδος από την αγορά οντοτήτων που αποδεικνύεται ότι δεν είναι βιώσιμες, η σχετική αρχή θα πρέπει να προσδιορίζει αν η οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης, όταν η ΕΚΤ ή η σχετική εθνική αρμόδια αρχή δεν είναι ικανοποιημένη με το σχέδιο αποκατάστασης ή όταν η οντότητα δεν συμμορφώνεται με το σχέδιο αποκατάστασης.

(24)

Τα προληπτικά μέτρα θα πρέπει να περιορίζονται στο ποσό που θα χρειαζόταν η οντότητα για να διατηρήσει τη φερεγγυότητά της στην περίπτωση δυσμενούς σεναρίου προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων ή σε ισοδύναμου ελέγχου. Στην περίπτωση προληπτικών μέτρων με τη μορφή μέτρων για απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία, η οντότητα που τα λαμβάνει θα πρέπει να είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει το χορηγούμενο ποσό για την κάλυψη ζημιών από τα μεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία ή σε συνδυασμό με απόκτηση κεφαλαιακών μέσων, υπό την προϋπόθεση ότι δεν σημειώνεται υπέρβαση του συνολικού ποσού του διαπιστωθέντος ελλείμματος. Είναι επίσης αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι τα προληπτικά μέτρα με τη μορφή μέτρων για απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία συμμορφώνονται με τους ισχύοντες κανόνες και τις βέλτιστες πρακτικές για τις κρατικές ενισχύσεις, ότι αποκαθιστούν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της οντότητας, ότι η κρατική ενίσχυση περιορίζεται στο ελάχιστο αναγκαίο και ότι αποφεύγονται οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού. Για τους λόγους αυτούς, οι οικείες αρχές θα πρέπει, στην περίπτωση προληπτικών μέτρων με τη μορφή μέτρων για απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία, να λαμβάνουν υπόψη τις ειδικές κατευθύνσεις, συμπεριλαμβανομένων του σχεδίου στρατηγικής της Επιτροπής για τη σύσταση εθνικών εταιρειών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και της ανακοίνωσης της Επιτροπής, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων μετά την πανδημία της COVID-19. Τα προληπτικά μέτρα με τη μορφή μέτρων για απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία θα πρέπει επίσης να υπόκεινται πάντοτε στον επιτακτικό όρο ότι είναι προσωρινά. Οι δημόσιες εγγυήσεις που χορηγούνται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα σε σχέση με τα απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία της οικείας οντότητας αναμένεται ότι θα εξασφαλίζουν καλύτερη συμμόρφωση με τον εν λόγω όρο από ό,τι οι μεταβιβάσεις των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων σε οντότητα υποστηριζόμενη από το δημόσιο.

(25)

Είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η ταχεία και έγκαιρη δράση εξυγίανσης από το Συμβούλιο Εξυγίανσης όταν η δράση αυτή περιλαμβάνει τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης ή ενίσχυσης από το Ταμείο. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να δοθεί στο Συμβούλιο Εξυγίανσης η δυνατότητα να εγκρίνει το σχετικό καθεστώς εξυγίανσης προτού η Επιτροπή αξιολογήσει αν η εν λόγω ενίσχυση συνάδει με την εσωτερική αγορά. Ωστόσο, για να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς σε ένα τέτοιο σενάριο, τα καθεστώτα εξυγίανσης που περιλαμβάνουν τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης ή ενίσχυσης από το Ταμείο θα πρέπει τελικά να συνεχίσουν να υπόκεινται σε έγκριση της Επιτροπής. Για να μπορεί η Επιτροπή να αξιολογεί το συντομότερο δυνατόν αν η ενίσχυση του Ταμείου συνάδει με την εσωτερική αγορά και για να διασφαλιστεί η ομαλή ροή των πληροφοριών, το Συμβούλιο Εξυγίανσης και η Επιτροπή θα πρέπει να ανταλλάσσουν αμέσως όλες τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με την πιθανή χρήση ενίσχυσης από το Ταμείο. Θα πρέπει να θεσπιστούν συγκεκριμένοι κανόνες σχετικά με τις πληροφορίες που θα πρέπει να παρέχει το Συμβούλιο Εξυγίανσης στην Επιτροπή, και τον χρόνο κατά τον οποίο θα τις παρέχει, έτσι ώστε να αξιοποιούνται από την Επιτροπή κατά την αξιολόγηση της συμβατότητας των ενισχύσεων από το Ταμείο.

(26)

Η διαδικασία που διέπει την έναρξη της εξυγίανσης και η διαδικασία που διέπει την απόφαση για την άσκηση των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής είναι παρόμοιες. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να ευθυγραμμιστούν τα αντίστοιχα καθήκοντα του Συμβουλίου Εξυγίανσης και αυτά της ΕΚΤ ή της εθνικής αρμόδιας αρχής, κατά περίπτωση, όταν αξιολογούν, αφενός, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής και, αφετέρου, όταν αξιολογούν τις προϋποθέσεις για την έγκριση καθεστώτος εξυγίανσης.

(27)

Είναι πιθανό να πρέπει να εφαρμοστεί δράση εξυγίανσης σε οντότητα εξυγίανσης που είναι μέρος ομίλου εξυγίανσης, ενώ σε άλλη οντότητα του ίδιου ομίλου να πρέπει να εφαρμοστούν εξουσίες απομείωσης και μετατροπής. Οι αλληλεξαρτήσεις μεταξύ των εν λόγω οντοτήτων, συμπεριλαμβανομένων της ύπαρξης ενοποιημένων κεφαλαιακών απαιτήσεων που πρέπει να αποκατασταθούν και της ανάγκης ενεργοποίησης του μηχανισμού ανάντη ροής των ζημιών και του μηχανισμού κατάντη ροής κεφαλαίου, μπορεί να καταστήσουν δύσκολη την εκτίμηση των αναγκών απορρόφησης ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης για κάθε οντότητα χωριστά και, ως εκ τούτου, τον προσδιορισμό των αναγκαίων ποσών που πρέπει να απομειωθούν και να μετατραπούν για κάθε οντότητα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να καθοριστεί διαδικασία σύμφωνα με την οποία το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις εν λόγω αλληλεξαρτήσεις κατά την άσκηση της εξουσίας απομείωσης και μετατροπής κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σε τέτοιες καταστάσεις. Για τον σκοπό αυτόν, όταν μια οντότητα πληροί τις προϋποθέσεις για την άσκηση της εξουσίας απομείωσης και μετατροπής και μια άλλη οντότητα εντός του ίδιου ομίλου πληροί ταυτόχρονα τις προϋποθέσεις εξυγίανσης, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να εγκρίνει ενιαίο καθεστώς εξυγίανσης που να καλύπτει και τις δύο οντότητες.

(28)

Για να αυξηθεί η ασφάλεια δικαίου, και δεδομένης της δυνητικής σημασίας υποχρεώσεων που θα προκύψουν από αβέβαια γεγονότα στο μέλλον, συμπεριλαμβανομένης της έκβασης δικαστικών διαφορών που εκκρεμούν κατά τον χρόνο της εξυγίανσης, είναι αναγκαίο να καθοριστεί η μεταχείριση των εν λόγω υποχρεώσεων για τους σκοπούς της εφαρμογής του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να κάνει διάκριση μεταξύ υποχρεώσεων, αβέβαιου μεν χρόνου και ποσού, οι οποίες όμως βασίζονται σε παρούσες οφειλές που προκύπτουν από παρελθόντα γεγονότα και θα οδηγήσουν σε ζημία, και υποχρεώσεων που ενδέχεται να προκύψουν στο μέλλον αλλά δεν θα οδηγήσουν σε ζημία ή που ενδέχεται να προκύψουν στο μέλλον μόνον εάν επέλθει αβέβαιο γεγονός.

(29)

Θα πρέπει επίσης να διευκρινιστεί ότι οι υποχρεώσεις αβέβαιου χρόνου και ποσού, όταν οι εν λόγω υποχρεώσεις βασίζονται σε παρούσες οφειλές που προκύπτουν από παρελθόντα γεγονότα και θα οδηγήσουν σε ζημία, πρέπει να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζονται άλλες υποχρεώσεις. Οι εν λόγω υποχρεώσεις θα πρέπει να μπορούν να υπόκεινται σε αναδιάρθρωση παθητικού, εκτός εάν πληρούν ένα από τα ειδικά κριτήρια για την εξαίρεσή τους από το πεδίο εφαρμογής του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα. Δεδομένης της ενδεχόμενης σημασίας των εν λόγω υποχρεώσεων για την εξυγίανση, και για να εξασφαλιστεί βεβαιότητα κατά την εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι αποτελούν μέρος των υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεων και ότι, ως εκ τούτου, θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε αυτές το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα. Για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα σε υποχρεώσεις αβέβαιου χρόνου ή ποσού, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να έχει την εξουσία να μειώνει, μεταξύ άλλων και να μηδενίζει, το οφειλόμενο κεφάλαιο σε σχέση με τέτοιες υποχρεώσεις και να μετατρέπει τις εν λόγω υποχρεώσεις σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας. Ωστόσο, η μείωση ή η μετατροπή μπορεί να παράγει αποτελέσματα μόνον εάν και όταν προσδιοριστεί οριστικά από άποψη χρόνου και ποσού η υποχρέωση αβέβαιου χρόνου ή ποσού.

(30)

Είναι αναγκαίο να διασφαλίζεται ότι υποχρέωση που θα μπορούσε να προκύψει από αβέβαιο γεγονός στο μέλλον ή υποχρέωση αβέβαιου χρόνου και ποσού η οποία βασίζεται σε παρούσα οφειλή κατά τον χρόνο της εξυγίανσης δεν θίγει την αποτελεσματικότητα της στρατηγικής εξυγίανσης και ιδίως του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, ο εκτιμητής θα πρέπει, στο πλαίσιο της αποτίμησης για τους σκοπούς της εξυγίανσης, να εκτιμά τις εν λόγω υποχρεώσεις και να προσδιορίζει ποσοτικά, όσο μπορεί καλύτερα, τη δυνητική αξία τους. Για να διασφαλιστεί ότι, μετά τη διαδικασία εξυγίανσης, η οντότητα μπορεί να διατηρήσει επαρκή επίπεδα εμπιστοσύνης της αγοράς για κατάλληλο χρονικό διάστημα, ο εκτιμητής θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη την εν λόγω δυνητική αξία κατά τον καθορισμό του ποσού κατά το οποίο πρέπει να απομειωθούν ή να μετατραπούν οι υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεις ώστε να αποκατασταθούν οι δείκτες κεφαλαίου του υπό εξυγίανση ιδρύματος. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να εφαρμόζει τις οικείες εξουσίες μετατροπής στις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεις στον βαθμό που απαιτείται για να διασφαλιστεί ότι η ανακεφαλαιοποίηση του υπό εξυγίανση ιδρύματος επαρκεί για την κάλυψη δυνητικών ζημιών που ενδέχεται να προκληθούν από υποχρέωση που μπορεί να προκύψει στο μέλλον λόγω αβέβαιου γεγονότος ή που βασίζεται σε παρούσα οφειλή αλλά διέπεται από αβεβαιότητα από άποψη χρόνου ή ποσού. Κατά την εκτίμηση του ποσού που πρέπει να απομειωθεί ή να μετατραπεί, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να εξετάζει προσεκτικά τον αντίκτυπο της δυνητικής ζημίας στο υπό εξυγίανση ίδρυμα με βάση διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας εκδήλωσης του γεγονότος, του χρονικού πλαισίου για την εκδήλωσή του και του ποσού της υποχρέωσης.

(31)

Σε ορισμένες περιπτώσεις, μετά την παροχή συνεισφοράς από το Ταμείο έως το 5 % των συνολικών υποχρεώσεων της οντότητας, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων, το Συμβούλιο Εξυγίανσης είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει πρόσθετες πηγές χρηματοδότησης για να στηρίξει περαιτέρω την οικεία δράση εξυγίανσης. Θα πρέπει να διευκρινιστεί σαφέστερα σε ποιες περιπτώσεις το Ταμείο θα μπορούσε να παρέχει περαιτέρω στήριξη όταν όλες οι υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεις που δεν είναι επιλέξιμες καταθέσεις, με σειρά κατάταξης χαμηλότερη από εκείνη των μη καλυπτόμενων καταθέσεων φυσικών προσώπων και πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, και που δεν εξαιρούνται κατά διακριτική ευχέρεια από τη διάσωση με ίδια μέσα, έχουν απομειωθεί ή μετατραπεί πλήρως.

(32)

Η επιτυχία της εξυγίανσης εξαρτάται από την έγκαιρη πρόσβαση του Συμβουλίου Εξυγίανσης σε σχετικές πληροφορίες από τις οντότητες που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εξυγίανσης και από δημόσιους οργανισμούς και αρχές. Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να μπορεί να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες στατιστικού χαρακτήρα τις οποίες συλλέγει η ΕΚΤ στο πλαίσιο της λειτουργίας της ως κεντρικής τράπεζας, πλέον των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή της η ΕΚΤ ως εποπτική αρχή στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013. Δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2533/98 του Συμβουλίου (17), το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να διασφαλίζει τη φυσική και λογική προστασία των εμπιστευτικών στατιστικών πληροφοριών και να ζητεί από την ΕΚΤ άδεια για την περαιτέρω διαβίβαση που ενδέχεται να είναι αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων του Συμβουλίου Εξυγίανσης. Δεδομένου ότι η παροχή πληροφοριών σχετικά με τον συγκεντρωτικό αριθμό των πελατών για τους οποίους μια οντότητα είναι ο μόνος ή ο κυριότερος τραπεζικός εταίρος, οι οποίες τηρούνται από τους κεντρικούς αυτοματοποιημένους μηχανισμούς που έχουν συσταθεί σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (18), μπορεί να είναι αναγκαία και αναλογική για τη διενέργεια της εκτίμησης του δημόσιου συμφέροντος, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να μπορεί να λαμβάνει τις εν λόγω πληροφορίες κατά περίπτωση. Θα πρέπει επίσης να προσδιοριστεί το ακριβές χρονοδιάγραμμα της έμμεσης πρόσβασης του Συμβουλίου Εξυγίανσης σε πληροφορίες. Επιπλέον, όταν οι πληροφορίες που χρειάζεται το Συμβούλιο Εξυγίανσης για την εκτέλεση των καθηκόντων του είναι διαθέσιμες σε δημόσιο οργανισμό ή αρχή που υποχρεούται να συνεργάζεται με το Συμβούλιο Εξυγίανσης, το εν λόγω ίδρυμα ή η εν λόγω αρχή θα πρέπει να παρέχει τις πληροφορίες αυτές στο Συμβούλιο Εξυγίανσης κατόπιν αιτήματός του. Εάν ωστόσο, κατά τον χρόνο εκείνο, οι πληροφορίες δεν είναι διαθέσιμες, ανεξάρτητα από τον λόγο, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να μπορεί να λάβει τις εν λόγω πληροφορίες από το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που τις κατέχει μέσω των εθνικών αρχών εξυγίανσης ή απευθείας, αφού ενημερώσει σχετικά τις εν λόγω εθνικές αρχές εξυγίανσης. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει επίσης να έχει τη δυνατότητα να προσδιορίζει τη διαδικασία και τη μορφή σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να λαμβάνει πληροφορίες από τις οντότητες, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι εν λόγω πληροφορίες είναι οι πλέον κατάλληλες για τις ανάγκες του, μεταξύ άλλων και σε σχέση με τις εικονικές αίθουσες δεδομένων. Επιπλέον, για να διασφαλιστεί η ευρύτερη δυνατή συνεργασία με όλους τους δημόσιους οργανισμούς που ενδεχομένως κατέχουν δεδομένα σημαντικά για το Συμβούλιο Εξυγίανσης και τα οποία είναι αναγκαία για την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί, και για να αποφεύγεται η επανάληψη αιτημάτων, οι δημόσιοι οργανισμοί και αρχές με τις οποίες το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να μπορεί να συνεργάζεται, να ελέγχει τη διαθεσιμότητα των πληροφοριών και να ανταλλάσσει πληροφορίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν τα μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, τα σχετικά ΣΕΚ, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου, τις Ευρωπαϊκές Εποπτικές Αρχές και τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας. Τέλος, προκειμένου να διασφαλιστεί η έγκαιρη παρέμβαση των χρηματοδοτικών ρυθμίσεων που συνάπτονται για το Ταμείο σε περίπτωση ανάγκης, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να ενημερώνει την Επιτροπή και την ΕΚΤ μόλις κρίνει ότι ενδέχεται να είναι αναγκαία η ενεργοποίηση των εν λόγω χρηματοδοτικών ρυθμίσεων και να παρέχει στην Επιτροπή και στην ΕΚΤ όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους όσον αφορά τις εν λόγω χρηματοδοτικές ρυθμίσεις.

(33)

Το άρθρο 86 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ προβλέπει ότι οι κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας έναντι οντοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας δεν κινούνται παρά μόνο με πρωτοβουλία της αρχής εξυγίανσης και ότι η απόφαση για να τεθεί μια οντότητα σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας λαμβάνεται μόνο με τη συγκατάθεση της αρχής εξυγίανσης. Η εν λόγω διάταξη δεν αποτυπώνεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014. Σύμφωνα με τον καταμερισμό των καθηκόντων που ορίζεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014, οι εθνικές αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διαβουλεύονται με το Συμβούλιο Εξυγίανσης πριν ενεργήσουν σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ όσον αφορά οντότητες που εμπίπτουν στην άμεση αρμοδιότητα του Συμβουλίου Εξυγίανσης.

(34)

Τα κριτήρια επιλογής για τη θέση του αντιπροέδρου του Συμβουλίου Εξυγίανσης είναι τα ίδια με εκείνα για την επιλογή του προέδρου και των λοιπών τακτικών μελών του Συμβουλίου Εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να παρασχεθούν στον αντιπρόεδρο του Συμβουλίου Εξυγίανσης τα ίδια δικαιώματα ψήφου με αυτά που διαθέτει ο πρόεδρος και τα τακτικά μέλη του Συμβουλίου Εξυγίανσης.

(35)

Για να καταστεί δυνατή η προκαταρκτική αξιολόγηση του προσχεδίου προϋπολογισμού από το Συμβούλιο Εξυγίανσης στη σύνοδο ολομέλειάς του πριν ο πρόεδρος υποβάλει το τελικό σχέδιο, θα πρέπει να παραταθεί η προθεσμία για την υποβολή αρχικής πρότασης από τον πρόεδρο για τον ετήσιο προϋπολογισμό του Συμβουλίου Εξυγίανσης.

(36)

Προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η συνεργασία στο πλαίσιο του ΕΜΕ μεταξύ του Συμβουλίου Εξυγίανσης και των εθνικών αρχών εξυγίανσης, το Συμβούλιο Εξυγίανσης στην εκτελεστική σύνοδό του θα πρέπει να διαβουλεύεται με το Συμβούλιο Εξυγίανσης στη σύνοδο ολομέλειάς του όσον αφορά κατευθυντήριες γραμμές, γενικές οδηγίες και τυχόν άλλα μέσα γενικής εφαρμογής στο πλαίσιο του ΕΜΕ που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο το Συμβούλιο Εξυγίανσης αναμένει να εφαρμόσει τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014.

(37)

Η διαδικασία για τη διενέργεια διαβουλεύσεων σχετικά με κατευθυντήριες γραμμές, γενικές οδηγίες και τυχόν άλλα μέσα γενικής εφαρμογής στο πλαίσιο του ΕΜΕ θα πρέπει να νοείται λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων διαδικασιών για τη διεξαγωγή διαβουλεύσεων σύμφωνα με το πλαίσιο που αναφέρεται στο άρθρο 31 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014. Όταν το εν λόγω πλαίσιο προβλέπει ήδη ειδικές ρυθμίσεις όσον αφορά τις κατευθυντήριες γραμμές και τις γενικές οδηγίες, οι εν λόγω υφιστάμενες διαδικασίες θα πρέπει να εφαρμόζονται επιπλέον της νέας διαδικασίας διαβούλευσης, κατά περίπτωση.

(38)

Μετά την αρχική περίοδο συγκέντρωσης πόρων για το Ταμείο κατά τα προβλεπόμενα στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014, τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα του ενδέχεται να υποστούν ελαφρά μείωση κάτω από το επίπεδο-στόχο του, ιδίως λόγω αύξησης των καλυπτόμενων καταθέσεων. Επομένως, το ποσό των εκ των προτέρων εισφορών που ενδέχεται να εισπραχθούν υπό τις συνθήκες αυτές είναι πιθανό να είναι μικρό. Ως εκ τούτου είναι δυνατό, σε μερικά έτη, το ποσό των εν λόγω εκ των προτέρων εισφορών να μην είναι πλέον σύμμετρο προς το κόστος της είσπραξης των εν λόγω εισφορών. Συνεπώς, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να μπορεί να αναβάλει την είσπραξη των εκ των προτέρων εισφορών για έως τρία έτη, έως ότου το προς είσπραξη ποσό ανέλθει σε ποσό ανάλογο προς το κόστος της διαδικασίας είσπραξης, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω αναβολή δεν επηρεάζει ουσιωδώς την ικανότητα του Συμβουλίου Εξυγίανσης να χρησιμοποιεί το Ταμείο.

(39)

Οι αμετάκλητες δεσμεύσεις πληρωμής αποτελούν μία από τις συνιστώσες των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων του Ταμείου. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να προσδιοριστούν οι περιστάσεις υπό τις οποίες μπορούν να εισπραχθούν οι εν λόγω δεσμεύσεις πληρωμής. Σε περίπτωση που μια οντότητα παύσει να υπόκειται στην υποχρέωση καταβολής εισφορών στο Ταμείο μετά από απόφαση παραίτησης από την άδεια λειτουργίας της, η αμετάκλητη δέσμευση πληρωμής θα πρέπει να ακυρώνεται. Για να διασφαλιστεί ότι η ακύρωση της αμετάκλητης δέσμευσης πληρωμής δεν οδηγεί σε κατάσταση κατά την οποία τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα στο Ταμείο μειώνονται κάτω από το επίπεδο που το Συμβούλιο Εξυγίανσης κρίνει επαρκές, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να έχει την εξουσία να καθορίζει εισφορά την οποία θα πρέπει να υποχρεούται να καταβάλει η σχετική οντότητα. Στην απόφασή του το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη την ανάγκη διατήρησης ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ όλων των συμμετεχουσών οντοτήτων, συμπεριλαμβανομένης της οντότητας που παύει να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης οφείλει να παρέχει αναλυτική αιτιολόγηση της απόφασής του και να κοινοποιεί την εν λόγω απόφαση, συμπεριλαμβανομένης της αιτιολόγησής της, στην ετήσια έκθεσή του. Επιπλέον, για να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη διαφάνεια και βεβαιότητα όσον αφορά το μερίδιο των αμετάκλητων δεσμεύσεων πληρωμών στο συνολικό ποσό των εκ των προτέρων εισφορών που θα συγκεντρωθούν, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να καθορίζει το εν λόγω μερίδιο σε ετήσια βάση, με την επιφύλαξη των εφαρμοστέων ορίων. Η ΕΚΤ, ή η σχετική εθνική αρμόδια αρχή, θα πρέπει να επιδιώκει να διασφαλίσει ότι μετριάζεται κάθε επίδραση των αμετάκλητων δεσμεύσεων πληρωμής που ενισχύει τις κυκλικές τάσεις ανάλογα με τη λογιστική αντιμετώπισή τους.

(40)

Το μέγιστο ετήσιο ποσό των έκτακτων εκ των υστέρων εισφορών στο Ταμείο που επιτρέπεται να εισπραχθεί περιορίζεται επί του παρόντος στο τριπλάσιο του ποσού των εκ των προτέρων εισφορών. Μετά την αρχική περίοδο συγκέντρωσης πόρων που προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014, οι εν λόγω εκ των προτέρων εισφορές θα εξαρτώνται, σε περιστάσεις πλην των περιστάσεων χρήσης του Ταμείου, μόνον από διακυμάνσεις του επιπέδου των καλυπτόμενων καταθέσεων και, ως εκ τούτου, είναι πιθανό να μειωθούν. Ο καθορισμός του μέγιστου ποσού των έκτακτων εκ των υστέρων εισφορών με βάση τις εκ των προτέρων εισφορές θα μπορούσε επομένως να έχει ως αποτέλεσμα τον δραστικό περιορισμό της δυνατότητας του Ταμείου να εισπράττει εκ των υστέρων εισφορές, μειώνοντας έτσι την ικανότητά του για ανάληψη δράσης. Για να αποφευχθεί αυτό το αποτέλεσμα, θα πρέπει να προβλεφθεί διαφορετικό όριο, και το μέγιστο ποσό έκτακτων εκ των υστέρων εισφορών που επιτρέπεται να εισπραχθεί θα πρέπει να οριστεί στο τριπλάσιο του ενός όγδοου του επιπέδου-στόχου του Ταμείου.

(41)

Θα πρέπει επίσης να διατηρηθεί επαρκής σύνδεση μεταξύ καταβολών και επιδόσεων σε περίπτωση εξυγίανσης, ιδίως όταν οι ζημίες είναι πιθανό να μετακυλιστούν στο Ταμείο. Στις περιπτώσεις αυτές, τυχόν μεταβλητές αποδοχές των μελών του διοικητικού οργάνου και των ανώτατων διοικητικών στελεχών τού υπό εξυγίανση ιδρύματος που δεν έχουν καταβληθεί ή δεν έχουν εκχωρηθεί θα πρέπει να ακυρώνονται. Εκτός εάν ένα μέλος του διοικητικού οργάνου ή ένα ανώτατο διοικητικό στέλεχος αποδείξει ότι δεν συμμετείχε ή δεν ήταν υπεύθυνο για τη συμπεριφορά που οδήγησε ή συνέβαλε στην πτώχευση του υπό εξυγίανση ιδρύματος, οι μεταβλητές αποδοχές που εκχωρήθηκαν ή καταβλήθηκαν κατά τους 24 μήνες που προηγήθηκαν της απόφασης για ανάληψη δράσης εξυγίανσης θα πρέπει να επιστρέφονται ή να αποζημιώνονται.

(42)

Το Ταμείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να στηριχθεί η εφαρμογή του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή του εργαλείου μεταβατικού ιδρύματος, με τα οποία ένα σύνολο περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του υπό εξυγίανση ιδρύματος μεταβιβάζεται σε αποδέκτη. Σε τέτοια περίπτωση, το Συμβούλιο Εξυγίανσης ενδέχεται να έχει απαίτηση έναντι της εναπομένουσας οντότητας κατά την επακόλουθη εκκαθάρισή της υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν το Ταμείο χρησιμοποιείται σε σχέση με ζημίες που θα είχαν υποστεί σε διαφορετική περίπτωση οι πιστωτές, μεταξύ άλλων με τη μορφή εγγυήσεων για περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις ή κάλυψης της διαφοράς μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων που μεταβιβάζονται. Για να διασφαλιστεί ότι οι μέτοχοι και οι πιστωτές που παραμένουν στην εναπομένουσα οντότητα απορροφούν αποτελεσματικά τις ζημίες του υπό εξυγίανση ιδρύματος και βελτιώνουν τη δυνατότητα αποπληρωμής σε περίπτωση αφερεγγυότητας προς το Συμβούλιο Εξυγίανσης, οι εν λόγω απαιτήσεις του Συμβουλίου Εξυγίανσης έναντι της εναπομένουσας οντότητας, καθώς και τυχόν απαιτήσεις που προκύπτουν από εύλογες δαπάνες που πραγματοποιεί δεόντως το Συμβούλιο Εξυγίανσης, θα πρέπει να επωφελούνται από την ίδια σειρά κατάταξης στο πλαίσιο διαδικασίας αφερεγγυότητας με την κατάταξη των απαιτήσεων των εθνικών χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης σε κάθε συμμετέχον κράτος μέλος, η οποία θα πρέπει να είναι υψηλότερη από τη σειρά κατάταξης των καταθέσεων και των ΣΕΚ. Δεδομένου ότι η αποζημίωση που καταβάλλεται στους μετόχους και τους πιστωτές από το Ταμείο λόγω παραβιάσεων της αρχής περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών αποσκοπεί στην αντιστάθμιση των αποτελεσμάτων της δράσης εξυγίανσης, η εν λόγω αποζημίωση δεν θα πρέπει να θεμελιώνει απαιτήσεις από το Συμβούλιο Εξυγίανσης.

(43)

Για να διασφαλιστεί επαρκής ευελιξία και να διευκολυνθεί η παρέμβαση των ΣΕΚ για τη στήριξη της χρήσης των εργαλείων εξυγίανσης, όταν αυτά οδηγούν στην έξοδο του υπό εξυγίανση ιδρύματος από την αγορά, θα πρέπει να προσδιοριστούν ορισμένες πτυχές της χρήσης των ΣΕΚ κατά τη διαδικασία εξυγίανσης. Ειδικότερα, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι τα κεφάλαια των ΣΕΚ μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη στήριξη συναλλαγών μεταβίβασης που περιλαμβάνουν καταθέσεις, μεταξύ των οποίων επιλέξιμες καταθέσεις που υπερβαίνουν το επίπεδο κάλυψης που παρέχεται από το οικείο ΣΕΚ, καθώς και τις μη επιλέξιμες καταθέσεις που περιλαμβάνονται στη γενική προτίμηση των καταθετών, σε ορισμένες περιπτώσεις και υπό σαφείς προϋποθέσεις. Η συνεισφορά ενός ΣΕΚ θα πρέπει να στοχεύει στην κάλυψη του ελλείμματος της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάζονται σε αγοραστή ή μεταβατικό ίδρυμα σε σύγκριση με την αξία των μεταβιβαζόμενων καταθέσεων. Όταν, στο πλαίσιο της συναλλαγής, απαιτείται συνεισφορά εκ μέρους του αγοραστή, προκειμένου να διασφαλίζεται η κεφαλαιακή ουδετερότητα και να διατηρείται η συμμόρφωση με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις του αγοραστή, το ΣΕΚ θα πρέπει επίσης να συνεισφέρει για τον σκοπό αυτόν. Η στήριξη που παρέχεται από ένα ΣΕΚ σε δράση εξυγίανσης θα πρέπει να έχει τη μορφή μετρητών ή άλλες μορφές, όπως εγγυήσεις ή συμφωνίες επιμερισμού των ζημιών που μπορούν να ελαχιστοποιήσουν τον αντίκτυπο της στήριξης στα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα του εν λόγω ΣΕΚ, καθιστώντας παράλληλα δυνατή την επίτευξη των σκοπών της συνεισφοράς του ΣΕΚ.

(44)

Η συνεισφορά του ΣΕΚ στην εξυγίανση θα πρέπει να υπόκειται σε ορισμένα όρια. Πρώτον, το συνολικό ποσό της συνεισφοράς του ΣΕΚ σε κάθε περίπτωση εξυγίανσης δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ύψος των καλυπτόμενων καταθέσεων στο οικείο πιστωτικό ίδρυμα. Δεύτερον, θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι κάθε παρέμβαση του ΣΕΚ στο πλαίσιο δράσης εξυγίανσης η οποία βασίζεται πρωτίστως στο εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα, με σκοπό την ανακεφαλαιοποίηση του υπό εξυγίανση ιδρύματος και τη συνέχιση των δραστηριοτήτων του, δεν υπερβαίνει τη ζημία που θα υφίστατο το ΣΕΚ σε περίπτωση αφερεγγυότητας, εάν αποζημίωνε τους καλυπτόμενους καταθέτες και υποκαθίστατο στις απαιτήσεις τους επί των περιουσιακών στοιχείων του ιδρύματος. Τρίτον, όταν το ΣΕΚ χρησιμοποιείται για τη στήριξη δράσης εξυγίανσης που συνίσταται κυρίως στη μεταβίβαση της δραστηριότητας σε αγοραστή ή σε μεταβατικό ίδρυμα, το ποσό της συνεισφοράς του ΣΕΚ δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 62,5 % του επιπέδου-στόχου του, εκτός εάν η ορισθείσα αρχή βάσει της οδηγίας 2014/49/ΕΕ επιλέξει να μην εφαρμόσει το εν λόγω όριο, προκειμένου να αποφευχθούν δυσμενείς επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή να διασφαλιστεί η πρόσβαση των καταθετών στις καταθέσεις τους. Τέταρτον, το ποσό της συνεισφοράς του ΣΕΚ δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τη διαφορά μεταξύ των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων και των μεταβιβαζόμενων καταθέσεων και υποχρεώσεων με την ίδια ή υψηλότερη σειρά κατάταξης σε διαδικασία αφερεγγυότητας από τις εν λόγω καταθέσεις. Έτσι διασφαλίζεται ότι η συνεισφορά του ΣΕΚ χρησιμοποιείται μόνον με σκοπό την αποφυγή της επιβολής ζημιών στους καταθέτες, όπου συντρέχει περίπτωση, και όχι για την προστασία πιστωτών που κατατάσσονται χαμηλότερα από τις καταθέσεις σε διαδικασία αφερεγγυότητας. Ωστόσο, κατά περίπτωση, η συνεισφορά μπορεί επίσης να περιλαμβάνει ποσό που είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της κεφαλαιακής ουδετερότητας της αποδέκτριας οντότητας.

(45)

Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το ΣΕΚ θα πρέπει να είναι σε θέση να συνεισφέρει στη μεταβίβαση υποχρεώσεων πλην των καλυπτόμενων καταθέσεων στο πλαίσιο εξυγίανσης μόνο εάν το Συμβούλιο Εξυγίανσης καταλήξει στο συμπέρασμα, κατά περίπτωση, ότι οι καταθέσεις που περιλαμβάνονται στη γενική προτίμηση των καταθετών πλην των καλυπτόμενων καταθέσεων δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για διάσωση με ίδια μέσα ούτε να παραμείνουν στο εναπομένον υπό εξυγίανση ίδρυμα, το οποίο θα εκκαθαριστεί, και εφόσον οι προϋποθέσεις για τη χρήση του Ταμείου δεν πληρούνται μέσω συνεισφορών από μετόχους και πιστωτές. Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να μπορεί να αποφεύγει την κατανομή ζημιών στις εν λόγω καταθέσεις όταν η εξαίρεση είναι απολύτως αναγκαία και αναλογική προκειμένου να διαφυλαχθεί η συνέχεια των κρίσιμων λειτουργιών και των βασικών επιχειρηματικών τομέων ή όταν είναι αναγκαία για την αποφυγή ευρείας μετάδοσης και χρηματοπιστωτικής αστάθειας, οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν σοβαρή διαταραχή στην οικονομία της Ένωσης ή κράτους μέλους. Οι ίδιοι λόγοι θα πρέπει να ισχύουν για τη συμπερίληψη στη μεταβίβαση σε αγοραστή ή σε μεταβατικό ίδρυμα άλλων υποχρεώσεων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού με κατάταξη χαμηλότερη από εκείνη των καλυπτόμενων καταθέσεων. Στην περίπτωση αυτή, η μεταβίβαση των εν λόγω υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεων δεν θα πρέπει να υποστηρίζεται από τη συνεισφορά του ΣΕΚ. Εάν απαιτείται εξωτερική χρηματοδοτική στήριξη για τη μεταβίβαση των εν λόγω υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεων, η στήριξη αυτή θα πρέπει να παρέχεται από το Ταμείο.

(46)

Δεδομένης της δυνατότητας χρήσης του ΣΕΚ σε διαδικασία εξυγίανσης, είναι αναγκαίο να προσδιοριστούν περαιτέρω οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η συνεισφορά του ΣΕΚ μπορεί να συνυπολογίζεται για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις πρόσβασης στο Ταμείο. Η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να είναι διαθέσιμη μόνο για πιστωτικά ιδρύματα με συνολική αξία περιουσιακών στοιχείων ίση ή μικρότερη από 80 δισεκατομμύρια EUR και στο πλαίσιο δράσης εξυγίανσης που βασίζεται πρωτίστως στην εφαρμογή του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή του εργαλείου μεταβατικού ιδρύματος. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η εξυγίανση εξακολουθεί να χρηματοδοτείται πρωτίστως από εσωτερικούς πόρους του πιστωτικού ιδρύματος, και να ελαχιστοποιηθούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, η χρήση της συνεισφοράς του ΣΕΚ για τη διασφάλιση πρόσβασης στο Ταμείο θα πρέπει να είναι δυνατή μόνο για πιστωτικά ιδρύματα για τα οποία, κατά τους 24 μήνες που προηγούνται της ανάληψης δράσης εξυγίανσης, το σχέδιο εξυγίανσης ή το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου δεν προβλέπει την εκκαθάρισή τους με συντεταγμένο τρόπο σε περίπτωση πτώχευσης, δεδομένου ότι η ΕΑΙΚΕΥ που καθορίζεται από το Συμβούλιο Εξυγίανσης για τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα ορίζεται σε επίπεδο που περιλαμβάνει τόσο τα ποσά απορρόφησης ζημιών όσο και τα ποσά ανακεφαλαιοποίησης. Η ΕΑΙΚΕΥ που καθορίζεται από το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να συμμορφώνεται με τα ελάχιστα επίπεδα της ΕΑΙΚΕΥ για οντότητες με προτιμώμενες στρατηγικές εξυγίανσης που προβλέπουν πρωτίστως τη χρήση εργαλείων μεταβίβασης σε διαδικασία εξυγίανσης, ακόμη και αν το αντίστοιχο σχέδιο εξυγίανσης ή σχέδιο εξυγίανσης ομίλου είχε προβλέψει διαφορετικές δράσεις και, ως εκ τούτου, η ΕΑΙΚΕΥ των εν λόγω πιστωτικών ιδρυμάτων δεν υπόκειτο στα εν λόγω ελάχιστα επίπεδα. Επιπλέον, πριν από τη συνεισφορά του ΣΕΚ θα πρέπει να έχει προηγηθεί η συνεισφορά ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων για την απορρόφηση ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση στον μέγιστο δυνατό βαθμό. Τέλος, το υπό εξυγίανση ίδρυμα δεν πρέπει να έχει παραβιάσει την οικεία ΕΑΙΚΕΥ, συμπεριλαμβανομένων των δεσμευτικών ενδιάμεσων στόχων, εντός ορισμένης περιόδου πριν από την ανάληψη δράσης εξυγίανσης, με την επιφύλαξη βραχυπρόθεσμων τεχνικών παραβιάσεων της ΕΑΙΚΕΥ.

(47)

Εάν η συνεισφορά των μετόχων και των πιστωτών του υπό εξυγίανση ιδρύματος μέσω μειώσεων, απομείωσης ή μετατροπής των υποχρεώσεών τους ή μέσω των ζημιών που αναμένεται να υποστούν κατά την εκκαθάριση της εναπομένουσας οντότητας, η οποία προστίθεται στη συνεισφορά του ΣΕΚ, ανέρχεται τουλάχιστον στο 8 % των συνολικών υποχρεώσεων του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να μπορεί να χρησιμοποιεί το Ταμείο για την παροχή περαιτέρω χρηματοδότησης, όταν αυτό είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση αποτελεσματικής εξυγίανσης σύμφωνα με τους στόχους της εξυγίανσης. Στις περιπτώσεις αυτές, η συνεισφορά του ΣΕΚ θα πρέπει να περιορίζεται στο ποσό που είναι αναγκαίο για να καταστεί δυνατή η πρόσβαση στο Ταμείο. Επιπλέον, για ένα πιστωτικό ίδρυμα με συνολική αξία περιουσιακών στοιχείων σε μεμονωμένη βάση μεταξύ 30 δισεκατομμυρίων EUR και 80 δισεκατομμυρίων EUR, η συνεισφορά του ΣΕΚ δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το 2,5 % των συνολικών υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος σε μεμονωμένη βάση.

(48)

Σε εξαιρετικές περιστάσεις, ενδέχεται η συνεισφορά του Ταμείου ύψους 5 % του συνόλου των υποχρεώσεων συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων να μην επαρκεί για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών μιας δεδομένης δράσης εξυγίανσης. Στις περιπτώσεις αυτές, και όταν η εν λόγω συνεισφορά έχει καταστεί δυνατή με την παρέμβαση του ΣΕΚ, το ΣΕΚ θα πρέπει να καταβάλλει πρόσθετη συνεισφορά, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, ίση με το ποσό των ζημιών που θα είχαν υποστεί οι καλυπτόμενες καταθέσεις εάν δεν προστατεύονταν. Το κόστος της εν λόγω πρόσθετης συνεισφοράς δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τις ζημίες που θα είχε υποστεί το ΣΕΚ στο υποθετικό σενάριο εκκαθάρισης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας και επιστροφής των καλυπτόμενων καταθέσεων. Επιπλέον, το άθροισμα της αρχικής συνεισφοράς και της πρόσθετης συνεισφοράς του ΣΕΚ δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των καλυπτόμενων καταθέσεων στην οικεία οντότητα. Μαζί με την πρόσθετη συνεισφορά του ΣΕΚ, το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα πρέπει να είναι σε θέση να αναζητήσει περαιτέρω χρηματοδότηση από εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εν λόγω χρηματοδότηση.

(49)

Δεδομένου του αμοιβαιοποιημένου χαρακτήρα του Ταμείου, είναι σκόπιμο να θεσπιστεί ειδική διαδικασία που θα ακολουθείται μόλις η καθαρή σωρευτική χρήση του, όταν καθίσταται δυνατή από προηγούμενη συνεισφορά του ΣΕΚ, φθάσει ορισμένα όρια. Η διαδικασία αυτή δεν θα πρέπει να οδηγεί σε αδυναμία χρήσης των μέσων του Ταμείου σε ακόλουθη δράση εξυγίανσης. Όταν η καθαρή χρήση του Ταμείου σε διάστημα τριών ετών φθάνει σε όριο ίσο με το 10 % του επιπέδου-στόχου του, η σύνοδος ολομέλειας πρέπει να παρέχει κατευθύνσεις για τις μελλοντικές χρήσεις του Ταμείου που διευκολύνονται από τη συνεισφορά του ΣΕΚ, έως ότου ολοκληρωθεί η ανασύσταση των πόρων του. Εάν η καθαρή χρήση του Ταμείου σε διάστημα τριών ετών φθάσει το 20 % του επιπέδου-στόχου του, το Συμβούλιο Εξυγίανσης πρέπει να ενημερώσει το Συμβούλιο και την Επιτροπή. Στο σημείο αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τους κανόνες σχετικά με τις συνεισφορές των ΣΕΚ σε διαδικασία εξυγίανσης που επιτρέπουν ακολούθως τη χρήση του Ταμείου, καθώς και να αξιολογήσει εάν οι εφαρμοστέες ρυθμίσεις για την είσπραξη εισφορών προς ανασύσταση των πόρων του Ταμείου στις περιπτώσεις αυτές είναι κατάλληλες. Επιπλέον, το χρονοδιάγραμμα για την εκ νέου επίτευξη του επιπέδου-στόχου θα πρέπει να επεκταθεί σε 10 έτη.

(50)

Όταν τα κεφάλαια του ΣΕΚ χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή του εργαλείου μεταβατικού ιδρύματος, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με συνεισφορές από το Ταμείο, η εναπομένουσα οντότητα μετά τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων θα πρέπει να εκκαθαρίζεται με συντεταγμένο τρόπο σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, δυνάμει του άρθρου 22 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014. Επιπλέον, όταν τα κεφάλαια του ΣΕΚ χρησιμοποιούνται για τη στήριξη του εργαλείου μεταβατικού ιδρύματος, οι δραστηριότητες του μεταβατικού ιδρύματος θα πρέπει να παύουν σύμφωνα με το άρθρο 41 παράγραφοι 3, 5 και 6 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

(51)

Η διαφάνεια έχει καίρια σημασία για τη διασφάλιση της ακεραιότητας της αγοράς, της πειθαρχίας της αγοράς και της προστασίας των επενδυτών. Για να διασφαλιστεί ότι το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να προωθεί και να συμμετέχει στις προσπάθειες για βελτίωση της διαφάνειας, θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να γνωστοποιεί πληροφορίες που προκύπτουν από τις δικές του αναλύσεις, εκτιμήσεις και διαπιστώσεις, συμπεριλαμβανομένων των εκτιμήσεών του περί δυνατότητας εξυγίανσης, όταν η γνωστοποίηση αυτή δεν θίγει την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη χρηματοοικονομική, νομισματική ή οικονομική πολιτική και όταν εξυπηρετεί υπέρτερο δημόσιο συμφέρον.

(52)

Για λόγους συνέπειας, οι τροποποιήσεις που εισάγονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 με τον παρόντα κανονισμό και είναι παρόμοιες με τις τροποποιήσεις που εισάγονται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ με την οδηγία (ΕΕ) 2026/806 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (19) θα πρέπει να εφαρμόζονται από την ίδια ημερομηνία με την ημερομηνία μεταφοράς της οδηγίας (ΕΕ) 2026/806 στο εθνικό δίκαιο, η οποία είναι η 11η Μαΐου 2028. Ωστόσο, δεν υπάρχει λόγος να καθυστερήσει η εφαρμογή των τροποποιήσεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 που εισάγονται με τον παρόντα κανονισμό και αφορούν αποκλειστικά τη λειτουργία του ΕΜΕ. Ως εκ τούτου, οι τροποποιήσεις αυτές εφαρμόζονται από τις 11 Ιουνίου 2026.

(53)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η βελτίωση της αποτελεσματικότητας και της αποδοτικότητας του πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης οντοτήτων, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη λόγω των κινδύνων που ενδέχεται να συνεπάγονται οι αποκλίνουσες εθνικές προσεγγίσεις για την ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς, μπορεί όμως να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης με την τροποποίηση κανόνων που έχουν ήδη θεσπιστεί σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(54)

Συνεπώς, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 3 παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

το σημείο 21) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«21)

“θυγατρική”: θυγατρική όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 16) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και για τον σκοπό της εφαρμογής του άρθρου 8, του άρθρου 10 παράγραφος 10 και των άρθρων 12 έως 12ια, 21 και 53 του παρόντος κανονισμού στους ομίλους εξυγίανσης που αναφέρονται στο σημείο 24β) στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου περιλαμβάνει, όπου και όπως αρμόζει, πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό, τον ίδιο τον κεντρικό οργανισμό και τις αντίστοιχες θυγατρικές τους, λαμβανομένου υπόψη του τρόπου με τον οποίο οι εν λόγω όμιλοι εξυγίανσης συμμορφώνονται με το άρθρο 12στ παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού·»

·

β)

το σημείο 24α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«24α)

“οντότητα εξυγίανσης”: νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο σε συμμετέχον κράτος μέλος, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 8 του παρόντος κανονισμού, προσδιορίζεται από το Συμβούλιο Εξυγίανσης ή την εθνική αρχή εξυγίανσης ως οντότητα σε σχέση με την οποία το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει δράση εξυγίανσης·»

·

γ)

στο σημείο 24β) το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό, και ο ίδιος ο κεντρικός οργανισμός όταν τουλάχιστον ένα από αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα ή ο κεντρικός οργανισμός είναι οντότητα εξυγίανσης, καθώς και οι αντίστοιχες θυγατρικές τους·»

·

δ)

προστίθενται τα ακόλουθα σημεία:

«24δ)

“παγκόσμιο συστημικώς σημαντικό ίδρυμα εκτός ΕΕ”: ίδρυμα G-SII εκτός ΕΕ όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 134 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

24ε)

“οντότητα G-SII”: οντότητα G-SII όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 136) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·»

·

ε)

το σημείο 49) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«49)

“υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού”: οι υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων αβέβαιου χρόνου ή ποσού, και τα κεφαλαιακά μέσα που δεν χαρακτηρίζονται ως μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ή πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2 οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 2 και οι οποίες δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα δυνάμει του άρθρου 27 παράγραφος 3·»

·

στ)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:

«49αα)

“υποχρεώσεις αβέβαιου χρόνου ή ποσού”: οι υποχρεώσεις με βάση παρούσες οφειλές που προκύπτουν από παρελθόντα γεγονότα οι οποίες θα οδηγήσουν σε ζημία και των οποίων ο χρόνος ή το ποσό είναι αβέβαια·»

·

ζ)

το σημείο 49β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«49β)

“επιλέξιμα μέσα μειωμένης εξασφάλισης”: μέσα που πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 72α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 πλην των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 72β του εν λόγω κανονισμού, και, κατά περίπτωση, στο άρθρο 12γ παράγραφος 1α του παρόντος κανονισμού·»

·

η)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:

«50α)

“ορισθείσα αρχή”: ορισθείσα αρχή όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 18) της οδηγίας 2014/49/ΕΕ·».

2)

Στο άρθρο 4 παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν το Συμβούλιο Εξυγίανσης το συντομότερο δυνατόν όταν αιτούνται τη σύναψη στενής συνεργασίας με την ΕΚΤ δυνάμει του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013.

Μετά την κοινοποίηση δυνάμει του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 και πριν από την καθιέρωση στενής συνεργασίας, τα κράτη μέλη παρέχουν όλες τις πληροφορίες σχετικά με τις οντότητες και τους ομίλους που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους, τις οποίες είναι δυνατόν να ζητήσει το Συμβούλιο Εξυγίανσης για να προετοιμαστεί για την εκτέλεση των καθηκόντων που του ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό και τη συμφωνία.».

3)

Στο άρθρο 5 παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Κάθε αναφορά στις αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ στο άρθρο 7 παράγραφος 6 στοιχείο ε), στο άρθρο 10 παράγραφος 3, στο άρθρο 63 παράγραφος 3 στοιχείο ι), στο άρθρο 65 παράγραφος 2 στοιχείο ια) και στο άρθρο 70 παράγραφος 4 της οδηγίας (ΕΕ) 2025/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1) νοείται ως αναφορά στο Συμβούλιο Εξυγίανσης όσον αφορά τις οντότητες και τους ομίλους που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, καθώς και τις οντότητες και τους ομίλους που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 4 στοιχείο β) και στο άρθρο 7 παράγραφος 5 του παρόντος κανονισμού, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.

(*1)  Οδηγία (ΕΕ) 2025/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2024, για τη θέσπιση πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ και (ΕΕ) 2017/1132 και των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και (ΕΕ) 2017/1129 (ΕΕ L, 2025/1, 8.1.2025, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2025/1/oj).»."

4)

Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 3 το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

«Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, οι εθνικές αρχές εξυγίανσης εφαρμόζουν τις σχετικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού. Νοούνται ως αναφορές στις εθνικές αρχές εξυγίανσης, σε σχέση με τους ομίλους και τις οντότητες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου οποιεσδήποτε αναφορές στο Συμβούλιο Εξυγίανσης στο άρθρο 5 παράγραφος 2, στο άρθρο 6 παράγραφος 5, στο άρθρο 8 παράγραφοι 6, 8, παράγραφος 10 τρίτο εδάφιο, παράγραφοι 11α, 12 και 13, στο άρθρο 10 παράγραφοι 1 έως 10, στο άρθρο 10α, στα άρθρα 11 έως 14, στο άρθρο 15 παράγραφοι 1, 2 και 3, στο άρθρο 16, στο άρθρο 18 παράγραφοι 1, 1α, 2, 5 και 6, στο άρθρο 20, στο άρθρο 21 παράγραφοι 1 έως 7, στο άρθρο 21 παράγραφος 8 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 21 παράγραφοι 9 και 10, στο άρθρο 22 παράγραφοι 1, 3, 5 και 6, στα άρθρα 23 και 24, στο άρθρο 25 παράγραφος 3, στο άρθρο 27 παράγραφοι 1 έως 15, στο άρθρο 27 παράγραφος 16 δεύτερο εδάφιο δεύτερη περίοδος, τρίτο εδάφιο, και τέταρτο εδάφιο πρώτη, τρίτη και τέταρτη περίοδος, στο άρθρο 30 παράγραφοι 2β και 2γ, στο άρθρο 30α παράγραφοι 1 και 2, στο άρθρο 32 και στο άρθρο 79 παράγραφοι 1, 2, 7 και 8. Για τον σκοπό αυτό, οι εθνικές αρχές εξυγίανσης ασκούν τις εξουσίες που τους ανατίθενται δυνάμει της εθνικής νομοθετικής πράξης για τη μεταφορά της οδηγίας 2014/59/ΕΕ στο εθνικό δίκαιο και σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο εθνικό δίκαιο.»

·

β)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, τα συμμετέχοντα κράτη μέλη είναι δυνατόν να αποφασίσουν ότι το Συμβούλιο Εξυγίανσης θα ασκεί όλες τις σχετικές εξουσίες και αρμοδιότητες που του ανατίθενται με τον παρόντα κανονισμό όσον αφορά οντότητες και ομίλους πλην των αναφερόμενων στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, που είναι εγκατεστημένοι στο έδαφός τους. Στην περίπτωση αυτή δεν εφαρμόζονται οι παράγραφοι 3 και 4 του παρόντος άρθρου, το άρθρο 9, το άρθρο 12 παράγραφος 3 και το άρθρο 31 παράγραφος 1. Τα κράτη μέλη που προτίθενται να χρησιμοποιήσουν αυτή τη δυνατότητα ειδοποιούν σχετικά το Συμβούλιο Εξυγίανσης και την Επιτροπή. Η ειδοποίηση παράγει αποτελέσματα από την ημέρα δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αφού η ειδοποίηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου έχει παραγάγει αποτελέσματα, τα συμμετέχοντα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι η ευθύνη για την εκτέλεση των καθηκόντων που σχετίζονται με οντότητες και ομίλους εγκατεστημένους στο έδαφός τους, πλην εκείνων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, επιστρέφεται στις εθνικές αρχές εξυγίανσης, οπότε το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζεται πλέον. Τα κράτη μέλη που προτίθενται να χρησιμοποιήσουν αυτή τη δυνατότητα ειδοποιούν σχετικά το Συμβούλιο Εξυγίανσης και την Επιτροπή. Η εν λόγω ειδοποίηση παράγει αποτελέσματα από την ημέρα δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.».

5)

Το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να αναθέσει στις εθνικές αρχές εξυγίανσης να ασκήσουν τις εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 8 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ. Οι εθνικές αρχές εξυγίανσης εφαρμόζουν τις οδηγίες του Συμβουλίου Εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 29 του παρόντος κανονισμού.»

·

β)

η παράγραφος 10 τροποποιείται ως εξής:

i)

το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Σύμφωνα με τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, το σχέδιο εξυγίανσης προσδιορίζει για κάθε όμιλο τις οντότητες εξυγίανσης και τους ομίλους εξυγίανσης και, κατά περίπτωση, τις οντότητες εκκαθάρισης.»

·

ii)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Κατά τον προσδιορισμό των μέτρων που πρέπει να ληφθούν σε σχέση με τις θυγατρικές που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) και δεν είναι οντότητες εξυγίανσης, το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να ακολουθήσει μια σύμμετρη προσέγγιση, εάν η προσέγγιση αυτή δεν επηρεάζει αρνητικά τη δυνατότητα εξυγίανσης του ομίλου, λαμβανομένων υπόψη του μεγέθους της θυγατρικής, του προφίλ κινδύνου της, του ρόλου της στην παροχή κρίσιμων λειτουργιών και βασικών επιχειρηματικών τομέων, της σημασίας της για την επιχειρησιακή συνέχεια του ομίλου μετά την εξυγίανση και της στρατηγικής εξυγίανσης του ομίλου. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης λαμβάνει δεόντως υπόψη τη σημασία της θυγατρικής στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη, συμπεριλαμβανομένης της δυνητικής συστημικής σημασίας της, και τον δυνητικό αντίκτυπό της στα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων σε περίπτωση εκκαθάρισης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.»

γ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«11α.   Όταν έχουν κινηθεί διαδικασίες για την εκκαθάριση οντότητας σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο δυνάμει του άρθρου 32β της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, ή όταν εφαρμόζεται το άρθρο 22 παράγραφος 5 του παρόντος κανονισμού, το Συμβούλιο Εξυγίανσης δεν εγκρίνει σχέδιο εξυγίανσης για την εν λόγω οντότητα ή δεν περιλαμβάνει πλέον την εν λόγω οντότητα στο σχέδιο εξυγίανσης ομίλου.».

6)

Το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 4 το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

«Η αξιολόγηση που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο διενεργείται επιπλέον της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης ολόκληρου του ομίλου.»

·

β)

η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.   Εάν, βάσει αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης μιας οντότητας ή ενός ομίλου σύμφωνα με την παράγραφο 3 ή 4, το Συμβούλιο Εξυγίανσης, κατόπιν διαβουλεύσεων με τις αρμόδιες αρχές, περιλαμβανομένης της ΕΚΤ, διαπιστώσει ουσιαστικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης της εν λόγω οντότητας ή ομίλου, το Συμβούλιο Εξυγίανσης συντάσσει, σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, έκθεση προς την οντότητα ή τη μητρική επιχείρηση, όπου αναλύονται τα ουσιαστικά εμπόδια στην αποτελεσματική εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και στην άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης. Η έκθεση εξετάζει τον αντίκτυπο στο επιχειρησιακό μοντέλο της οντότητας ή του ομίλου και προτείνει αναλογικά και στοχευμένα μέτρα τα οποία, κατά την άποψη του Συμβουλίου Εξυγίανσης, είναι αναγκαία ή ενδεδειγμένα για την εξάλειψη των εμποδίων, σύμφωνα με την παράγραφο 10.»

·

γ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«9α.   Εάν το Συμβούλιο Εξυγίανσης διαπιστώσει ότι τα μέτρα που προτείνονται από την οικεία οντότητα ή μητρική επιχείρηση μειώνουν αποτελεσματικά ή εξαλείφουν τα ουσιαστικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης, το Συμβούλιο Εξυγίανσης λαμβάνει απόφαση, αφού ζητήσει τη γνώμη της ΕΚΤ ή της σχετικής εθνικής αρμόδιας αρχής και, κατά περίπτωση, της ορισθείσας αρχής μακροπροληπτικής εποπτείας. Η εν λόγω απόφαση αναφέρει ότι το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει αξιολογήσει τα προτεινόμενα μέτρα ως επαρκή για την αποτελεσματική μείωση ή την εξάλειψη των ουσιαστικών εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης και αναθέτει στις εθνικές αρχές εξυγίανσης να απαιτήσουν από την οντότητα, τη μητρική επιχείρηση ή οποιαδήποτε θυγατρική του οικείου ομίλου να εφαρμόσει τα προτεινόμενα μέτρα.»

·

δ)

η παράγραφος 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«10.   Εάν το Συμβούλιο Εξυγίανσης διαπιστώσει ότι τα μέτρα που προτείνονται από την οικεία οντότητα ή τη μητρική επιχείρηση δεν μειώνουν αποτελεσματικά ή δεν εξαλείφουν τα ουσιαστικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης, το Συμβούλιο Εξυγίανσης, κατόπιν διαβουλεύσεων με τις αρμόδιες αρχές και, αναλόγως με την περίπτωση, με την ορισθείσα αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας, λαμβάνει απόφαση. Η εν λόγω απόφαση αναφέρει ότι το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει αξιολογήσει ότι τα προτεινόμενα μέτρα δεν μειώνουν ή δεν εξαλείφουν αποτελεσματικά τα ουσιαστικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης και αναθέτει στις εθνικές αρχές εξυγίανσης να απαιτήσουν από την οντότητα, τη μητρική επιχείρηση ή οποιαδήποτε θυγατρική του οικείου ομίλου να λάβουν οποιοδήποτε των μέτρων της παραγράφου 11.

Κατά τον προσδιορισμό εναλλακτικών μέτρων, το Συμβούλιο Εξυγίανσης τεκμηριώνει ότι τα μέτρα που πρότεινε η οικεία οντότητα ή μητρική επιχείρηση δεν θα μπορούσαν να εξαλείψουν τα ουσιαστικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης και ότι τα προταθέντα εναλλακτικά μέτρα είναι αναλογικά όσον αφορά την εξάλειψη των εμποδίων αυτών. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη την απειλή για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα που συνιστούν τα εν λόγω εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης, τον αντίκτυπο των μέτρων στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικείας οντότητας ή μητρικής επιχείρησης, στη σταθερότητά της και στην ικανότητά της να συμβάλλει στην οικονομία, καθώς και τον αντίκτυπο των μέτρων στην εσωτερική αγορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε άλλα κράτη μέλη καθώς και στην Ένωση συνολικά.

Το Συμβούλιο Εξυγίανσης λαμβάνει επίσης υπόψη την ανάγκη να αποφευχθούν επιπτώσεις στην οικεία οντότητα ή στον οικείο όμιλο που θα υπερέβαιναν τα αναγκαία όρια για την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης ή θα ήταν δυσανάλογες.».

7)

Το άρθρο 10α τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Όταν μια οντότητα είναι σε κατάσταση κατά την οποία πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας, όταν αυτή εξετάζεται επιπλέον της κάθε μίας από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 141α παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, αλλά δεν πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας όταν εξετάζεται επιπλέον των προϋποθέσεων που αναφέρονται στα άρθρα 12δ και 12ε του παρόντος κανονισμού, κατά τον υπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 12α παράγραφος 2 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού, το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει την εξουσία, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου, να αναθέσει στην εθνική αρχή εξυγίανσης να απαγορεύσει σε μια οντότητα να διανέμει μεγαλύτερο ποσό από το μέγιστο διανεμητέο ποσό που σχετίζεται με την ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις (“M-MDA”), το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου μέσω οποιασδήποτε από τις ακόλουθες ενέργειες:»

·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«7.   Όταν μια οντότητα εξυγίανσης ή μια οντότητα που δεν είναι οντότητα εξυγίανσης δεν υπόκειται στη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας στην ίδια βάση με τη βάση επί της οποίας υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 12δ και 12ε του παρόντος κανονισμού, το Συμβούλιο Εξυγίανσης εφαρμόζει τις παραγράφους 1 έως 6 του παρόντος άρθρου βάσει της εκτιμώμενης συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που προκύπτει από τη μεθοδολογία που ορίζεται στην εκδοθείσα δυνάμει του άρθρου 45γ παράγραφος 4 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ κατ’ εξουσιοδότηση πράξη. Εφαρμόζεται το άρθρο 128 τέταρτο εδάφιο της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Το Συμβούλιο Εξυγίανσης περιλαμβάνει την εκτιμώμενη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου στην απόφαση για τον καθορισμό των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 12δ και 12ε του παρόντος κανονισμού. Η οντότητα δημοσιοποιεί την εκτιμώμενη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας μαζί με τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 45θ παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.».

8)

Στο άρθρο 12 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«8.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης είναι υπεύθυνο για τη χορήγηση των αδειών που αναφέρονται στο άρθρο 77 παράγραφος 2 και στο άρθρο 78α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 στις οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης απευθύνει απόφαση στην οικεία οντότητα.».

9)

Στο άρθρο 12α η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης και οι εθνικές αρχές εξυγίανσης διασφαλίζουν ότι οι οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφοι 1 και 3 πληρούν ανά πάσα στιγμή τις απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις, όποτε απαιτείται και όπως καθορίζεται από το Συμβούλιο Εξυγίανσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο και με τα άρθρα 12β έως 12θ.».

10)

Το άρθρο 12γ τροποποιείται ως εξής:

α)

παρεμβάλλονται οι εξής παράγραφοι:

«1α.   Οι οντότητες εξυγίανσης συμπεριλαμβάνουν καταθέσεις στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων μόνον εφόσον για τη συμπερίληψη αυτή έχει δοθεί άδεια από το Συμβούλιο Εξυγίανσης σύμφωνα με την παράγραφο 1β και εφόσον οι εν λόγω καταθέσεις πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι καταθέσεις πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο·

β)

οι καταθέσεις δεν κατέχονται από φυσικά πρόσωπα και πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις·

γ)

οι καταθέσεις είναι προθεσμιακές καταθέσεις με αρχική διάρκεια τουλάχιστον ενός έτους και δεν παρέχουν στον κάτοχο δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης ακόμη και όταν η πρόωρη εξόφληση υπόκειται στην καταβολή χρηματικής ποινής·

δ)

τα σχετικά συμβατικά έγγραφα αναφέρονται ρητά:

i)

στην πρόθεση της οντότητας εξυγίανσης να συμπεριλάβει τις καταθέσεις στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων·

ii)

στην εξαίρεση των καταθέσεων από οποιαδήποτε καταβολή αποζημιώσεων από σύστημα εγγύησης των καταθέσεων δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) της οδηγίας 2014/49/ΕΕ.

1β.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να δώσει άδεια στην οντότητα εξυγίανσης να συμπεριλαμβάνει εν όλω ή εν μέρει καταθέσεις στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, εάν έχει πεισθεί ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το Συμβούλιο Εξυγίανσης αναμένει ότι οι εν λόγω καταθέσεις δεν θα εξαιρεθούν εν όλω ή εν μέρει από τη διάσωση με ίδια μέσα δυνάμει του άρθρου 27 παράγραφος 5 ή δεν θα μεταβιβαστούν πλήρως σε αποδέκτη στο πλαίσιο μερικής μεταβίβασης·

β)

το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η συμπερίληψη δεν αποτελεί, ή δεν είναι πιθανό να αποτελέσει, ουσιαστικό εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης, ιδίως λόγω του αντικτύπου στη σκοπιμότητα της χρήσης εργαλείων εξυγίανσης κατά τρόπο που να επιτυγχάνει τους στόχους εξυγίανσης.

Το Συμβούλιο Εξυγίανσης ανακαλεί την άδεια εάν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν πληρούται πλέον οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο. Στην περίπτωση αυτή, η οντότητα εξυγίανσης παύει να συμπεριλαμβάνει καταθέσεις στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων.»

·

β)

στις παραγράφους 4 και 5 ο όρος «G-SII» αντικαθίσταται από τον όρο «οντότητες G-SII»·

γ)

στην παράγραφο 7 η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να αποφασίσει ότι η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 12στ του παρόντος κανονισμού ικανοποιείται από οντότητες εξυγίανσης που είναι οντότητες G-SII ή οντότητες εξυγίανσης που υπόκεινται στο άρθρο 12δ παράγραφοι 4 ή 5 του παρόντος κανονισμού με ίδια κεφάλαια, επιλέξιμα μέσα μειωμένης εξασφάλισης ή τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, στον βαθμό που λόγω της υποχρέωσης της οντότητας εξυγίανσης να συμμορφώνεται με τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας και τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 92α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, στο άρθρο 12δ παράγραφος 4 και στο άρθρο 12στ του παρόντος κανονισμού, το άθροισμα των εν λόγω ιδίων κεφαλαίων, μέσων και υποχρεώσεων δεν υπερβαίνει το μεγαλύτερο από τα ακόλουθα:»

·

δ)

η παράγραφος 8 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο πρώτο εδάφιο ο όρος «G-SII» αντικαθίσταται από τον όρο «οντότητες G-SII»·

ii)

στο δεύτερο εδάφιο στοιχείο γ) ο όρος «G-SII» αντικαθίσταται από τον όρο «οντότητα G-SII»·

ε)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«10.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να επιτρέπει στην οντότητα εξυγίανσης να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4, 5 και 7 χρησιμοποιώντας ίδια κεφάλαια ή υποχρεώσεις, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 3, όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

όσον αφορά οντότητες που είναι οντότητες G-SII ή οντότητες εξυγίανσης που υπόκεινται στο άρθρο 12δ παράγραφοι 4 ή 5, το Συμβούλιο Εξυγίανσης δεν έχει μειώσει την απαίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, δυνάμει του πρώτου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου·

β)

οι υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και δεν πληρούν την προϋπόθεση που αναφέρεται στο άρθρο 72β παράγραφος 2 στοιχείο δ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 συμμορφώνονται με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 72β παράγραφος 4 στοιχεία β) έως ε) του εν λόγω κανονισμού.».

11)

Το άρθρο 12δ τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2α δεύτερο εδάφιο το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

υποχρεώσεις που πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας που αναφέρονται στο άρθρο 72α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με εξαίρεση το άρθρο 72β παράγραφος 2 στοιχεία β) και δ) του εν λόγω κανονισμού, και, κατά περίπτωση, στο άρθρο 12γ παράγραφος 1α του παρόντος κανονισμού.»

·

β)

στην παράγραφο 3 όγδοο εδάφιο, οι λέξεις «κρίσιμων οικονομικών λειτουργιών» αντικαθίστανται από τον όρο «κρίσιμων λειτουργιών»·

γ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5α.   Για τις οντότητες εξυγίανσης των οποίων η προτιμώμενη στρατηγική εξυγίανσης προβλέπει πρωτίστως την εφαρμογή του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή του εργαλείου μεταβατικού ιδρύματος και την έξοδό τους από την αγορά, το επίπεδο της απαίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου ισούται τουλάχιστον με:

α)

16 % όταν υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 12α παράγραφος 2 στοιχείο α)· και

β)

4,75 % όταν υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 12α παράγραφος 2 στοιχείο β).

Το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζεται σε οντότητες εξυγίανσης των οποίων η προτιμώμενη στρατηγική εξυγίανσης προβλέπει την εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα για τον σκοπό του άρθρου 27 παράγραφος 1 στοιχείο α), μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλα εργαλεία εξυγίανσης.»

·

δ)

στην παράγραφο 6 όγδοο εδάφιο, οι λέξεις «κρίσιμων οικονομικών λειτουργιών» αντικαθίστανται από τον όρο «κρίσιμων λειτουργιών».

12)

Στο άρθρο 12ε παράγραφος 1 η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 12α παράγραφος 1 για οντότητα εξυγίανσης που είναι οντότητα G-SII συνίσταται στα ακόλουθα:».

13)

Το άρθρο 12ζ τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το Συμβούλιο Εξυγίανσης δύναται, κατόπιν διαβούλευσης με τις αρμόδιες αρχές συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ, να αποφασίσει να εφαρμόσει την απαίτηση που ορίζεται στο παρόν άρθρο σε οντότητα όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 στοιχείο β) ή σε χρηματοοικονομικό ίδρυμα όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 στοιχείο γ) που είναι θυγατρική μιας οντότητας εξυγίανσης, αλλά δεν αποτελεί η ίδια οντότητα εξυγίανσης.»

·

ii)

το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, οι μητρικές επιχειρήσεις της Ένωσης που δεν είναι οι ίδιες οντότητες εξυγίανσης, αλλά είναι θυγατρικές οντοτήτων τρίτων χωρών, συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 12δ και 12ε σε ενοποιημένη βάση.»

·

iii)

το πέμπτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τους ομίλους εξυγίανσης που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 24β) στοιχείο β), τα πιστωτικά ιδρύματα ή τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό αλλά δεν είναι τα ίδια οντότητες εξυγίανσης, ο κεντρικός οργανισμός που δεν είναι οντότητα εξυγίανσης, και τυχόν οντότητες εξυγίανσης που δεν υπόκεινται σε απαιτήσεις του άρθρου 12στ παράγραφος 3 συμμορφώνονται με το άρθρο 12δ παράγραφος 6 σε μεμονωμένη βάση.»

·

β)

στην παράγραφο 2 στοιχείο α) το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)

πληρούν τα κριτήρια επιλεξιμότητας που αναφέρονται στο άρθρο 72α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με εξαίρεση το άρθρο 72β παράγραφος 2 στοιχεία β), γ), ια), ιβ) και ιγ) και παράγραφοι 3, 4 και 5 του εν λόγω κανονισμού, και, κατά περίπτωση, στο άρθρο 12γ παράγραφος 1α του παρόντος κανονισμού·»

·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4.   Στις περιπτώσεις όπου, σύμφωνα με την παγκόσμια στρατηγική εξυγίανσης, θυγατρικές εγκατεστημένες στην Ένωση ή μητρική επιχείρηση της Ένωσης και τα θυγατρικά της ιδρύματα δεν είναι οντότητες εξυγίανσης, και τα μέλη του ευρωπαϊκού σώματος εξυγίανσης, εφόσον έχει συγκροτηθεί δυνάμει του άρθρου 89 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, συμφωνούν με αυτήν τη στρατηγική, οι θυγατρικές που είναι εγκατεστημένες στην Ένωση ή, σε ενοποιημένη βάση η μητρική επιχείρηση της Ένωσης συμμορφώνονται με την απαίτηση του άρθρου 12α παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού εκδίδοντας τα μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α) και β) του παρόντος άρθρου σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α)

την τελική μητρική επιχείρησή τους που είναι εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα·

β)

τις θυγατρικές της εν λόγω τελικής μητρικής επιχείρησης που είναι εγκατεστημένες στην ίδια τρίτη χώρα·

γ)

άλλες οντότητες βάσει των προϋποθέσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) σημείο i) και στοιχείο β) σημείο ii) του παρόντος άρθρου.».

14)

Το άρθρο 12θ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 12θ

Απαλλαγή για κεντρικό οργανισμό ή για πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα τα οποία συνδέονται κατά τρόπο μόνιμο με κεντρικό οργανισμό

Το Συμβούλιο Εξυγίανσης δύναται να παραιτηθεί εν μέρει ή πλήρως από την εφαρμογή του άρθρου 12ζ σε κεντρικό οργανισμό, ή σε πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που συνδέεται μόνιμα με κεντρικό οργανισμό, όταν πληρούνται όλοι οι παρακάτω όροι:

α)

το πιστωτικό ίδρυμα ή το χρηματοδοτικό ίδρυμα και ο κεντρικός οργανισμός υπόκεινται στην εποπτεία της ίδιας αρμόδιας αρχής, είναι εγκατεστημένα στο ίδιο συμμετέχον κράτος μέλος και ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης·

β)

οι υποχρεώσεις του κεντρικού οργανισμού και των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που συνδέονται μόνιμα με αυτόν αποτελούν αλληλέγγυες και εις ολόκληρον υποχρεώσεις, ή οι υποχρεώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων ή χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που συνδέονται μόνιμα με αυτόν τον κεντρικό οργανισμό καλύπτονται πλήρως από εγγυήσεις του κεντρικού οργανισμού·

γ)

η ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις, και η φερεγγυότητα και η ρευστότητα του κεντρικού οργανισμού και όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που συνδέονται μόνιμα με αυτόν παρακολουθούνται στο σύνολό τους βάσει ενοποιημένων λογαριασμών των εν λόγω ιδρυμάτων·

δ)

σε περίπτωση απαλλαγής για πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα μόνιμα συνδεδεμένο με κεντρικό οργανισμό, η διοίκηση του κεντρικού οργανισμού εξουσιοδοτείται να εκδώσει οδηγίες προς τη διοίκηση των μόνιμα συνδεδεμένων ιδρυμάτων·

ε)

ο σχετικός όμιλος εξυγίανσης συμμορφώνεται με την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 12στ παράγραφος 3· και

στ)

δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόμενο ουσιώδες πρακτικό ή νομικό κώλυμα για την άμεση μεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων μεταξύ του κεντρικού οργανισμού και των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που συνδέονται μόνιμα με αυτόν σε περίπτωση εξυγίανσης.».

15)

Το άρθρο 12ια τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να ορίσει κατάλληλες μεταβατικές περιόδους, όχι μεγαλύτερες των τριών ετών, για τη συμμόρφωση οντοτήτων με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 12στ ή 12ζ ή με τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 12γ παράγραφοι 4, 5 ή 7, ανάλογα με την περίπτωση, όταν η συμμόρφωση με τις εν λόγω απαιτήσεις χωρίς μεταβατική περίοδο δεν θα ήταν αναλογική. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να ορίσει ενδιάμεσα επίπεδα-στόχους για τις απαιτήσεις του άρθρου 12στ ή 12ζ, ή για τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 12γ παράγραφος 4, 5 ή 7, ανάλογα με την περίπτωση, τα οποία πρέπει να έχουν επιτύχει οι οντότητες μέχρι την ημερομηνία που θα ορίσει το Συμβούλιο Εξυγίανσης. Τα ενδιάμεσα επίπεδα-στόχοι διασφαλίζουν, κατά κανόνα, τη γραμμική αύξηση των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων έως την ικανοποίηση της απαίτησης.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, η μεταβατική περίοδος που ορίζεται από το Συμβούλιο Εξυγίανσης για οντότητες των οποίων η προτιμώμενη στρατηγική εξυγίανσης αλλάζει από εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας στην εφαρμογή δράσης εξυγίανσης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα τέσσερα έτη.

Όταν δικαιολογείται δεόντως και κρίνεται σκόπιμο βάσει των κριτηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 7, το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να ορίσει μεγαλύτερη μεταβατική περίοδο διάρκειας έως έξι ετών.

Το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να ορίσει ενδιάμεσα επίπεδα-στόχους για την απαίτηση του άρθρου 12δ ή για απαιτήσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 12γ παράγραφος 4, 5 ή 7, ανάλογα με την περίπτωση, τα οποία πρέπει να έχουν επιτύχει οι οντότητες μέχρι την ημερομηνία που θα ορίσει το Συμβούλιο Εξυγίανσης. Τα ενδιάμεσα επίπεδα-στόχοι διασφαλίζουν, κατά κανόνα, τη γραμμική αύξηση των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων έως την ικανοποίηση της απαίτησης.»

·

β)

στην παράγραφο 3 το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει εφαρμόσει το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα· ή»

·

γ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Οι απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 12γ παράγραφοι 4 και 7 και στο άρθρο 12δ παράγραφοι 4 και 5, ανάλογα με την περίπτωση, δεν εφαρμόζονται κατά την περίοδο των τριών ετών που έπονται της ημερομηνίας κατά την οποία η οντότητα εξυγίανσης ή ο όμιλος του οποίου η οντότητα εξυγίανσης είναι μέλος προσδιορίστηκε ως G-SII ή ως G-SII εκτός ΕΕ, ή η οντότητα εξυγίανσης περιέρχεται στην κατάσταση που αναφέρεται στο άρθρο 12δ παράγραφος 4 ή 5.»

·

δ)

οι παράγραφοι 5 και 6 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 12α παράγραφος 1, το Συμβούλιο Εξυγίανσης ορίζει κατάλληλη μεταβατική περίοδο συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του άρθρου 12στ ή 12ζ, ή με απαίτηση που προκύπτει από την εφαρμογή του άρθρου 12γ παράγραφος 4, 5 ή 7, ανάλογα με την περίπτωση, για οντότητα στην οποία έχουν εφαρμοστεί εργαλεία εξυγίανσης ή η άσκηση της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής που αναφέρεται στο άρθρο 21.

6.   Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 έως 5 του παρόντος άρθρου, το Συμβούλιο Εξυγίανσης κοινοποιεί στην οντότητα την προγραμματισμένη ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις για κάθε δωδεκάμηνη περίοδο κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, προκειμένου να διευκολύνεται η βαθμιαία αύξηση της ικανότητας απορρόφησης ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης της οντότητας. Στο τέλος της μεταβατικής περιόδου, η ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις ισούται με το ποσό που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 12γ παράγραφος 4, 5 ή 7, το άρθρο 12δ παράγραφος 4 ή 5, το άρθρο 12στ ή το άρθρο 12ζ, ανάλογα με την περίπτωση.».

16)

Το άρθρο 13 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 13

Μέτρα έγκαιρης παρέμβασης

1.   Η ΕΚΤ εξετάζει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και, κατά περίπτωση, εφαρμόζει μέτρα έγκαιρης παρέμβασης όταν μια οντότητα του άρθρου 7 παράγραφος 2 στοιχείο α):

α)

πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 102 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή στο άρθρο 16 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 και ισχύει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

i)

η οντότητα δεν έχει λάβει τα διορθωτικά μέτρα που ζήτησε η ΕΚΤ, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή στο άρθρο 16 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013·

ii)

η ΕΚΤ θεωρεί ότι τα διορθωτικά μέτρα πλην των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της εν λόγω οντότητας·

β)

παραβαίνει τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 12στ ή 12ζ· ή

γ)

παραβαίνει ή ενδέχεται να παραβεί, εντός 12 μηνών από την αξιολόγηση της ΕΚΤ, οποιαδήποτε από τις απαιτήσεις του τίτλου II της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή των άρθρων 3 έως 7, 14 έως 17 ή 24, 25 και 26 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*2).

Η ΕΚΤ μπορεί να διαπιστώσει ότι πληρούται η προϋπόθεση του πρώτου εδαφίου στοιχείο α) σημείο ii) της παρούσας παραγράφου, χωρίς να έχουν ληφθεί προηγουμένως άλλα διορθωτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένης της άσκησης των εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή στο άρθρο 16 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχεία β) και γ) της παρούσας παραγράφου, το Συμβούλιο Εξυγίανσης ή η αρμόδια αρχή όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 26) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την ΕΚΤ για την παράβαση ή την πιθανή παράβαση.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α)

την απαίτηση να προβεί το διοικητικό όργανο της οντότητας σε μία από τις ακόλουθες ενέργειες:

i)

να εφαρμόσει μία ή περισσότερες από τις ρυθμίσεις ή τα μέτρα που προβλέπονται στο σχέδιο ανάκαμψης· ή

ii)

να επικαιροποιήσει το σχέδιο ανάκαμψης σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ όταν οι περιστάσεις που οδήγησαν στην έγκαιρη παρέμβαση διαφέρουν από τις παραδοχές που ορίζονται στο αρχικό σχέδιο ανάκαμψης και να εφαρμόσει μία ή περισσότερες από τις ρυθμίσεις ή τα μέτρα που ορίζονται στο επικαιροποιημένο σχέδιο ανάκαμψης εντός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου·

β)

την απαίτηση το διοικητικό όργανο της οντότητας να συγκαλέσει συνέλευση των μετόχων της οντότητας ή, εάν το διοικητικό όργανο δεν συμμορφωθεί με αυτήν την απαίτηση, την άμεση σύγκλησή της από την ΕΚΤ, και, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, να οριστεί η ημερήσια διάταξη, καθώς και να ζητηθεί η εξέταση ορισμένων αποφάσεων προς έγκριση από τους μετόχους·

γ)

την απαίτηση το διοικητικό όργανο της οντότητας να καταρτίσει σχέδιο, σύμφωνα με το σχέδιο ανάκαμψης, κατά περίπτωση, για τη διαπραγμάτευση της αναδιάρθρωσης χρέους με ορισμένους ή όλους τους πιστωτές της·

δ)

την απαίτηση μεταβολής της νομικής διάρθρωσης της οντότητας·

ε)

την απαίτηση να απομακρυνθούν ή να αντικατασταθούν σύμφωνα με το άρθρο 13α τα ανώτατα διοικητικά στελέχη ή το διοικητικό όργανο της οντότητας στο σύνολό τους ή όσον αφορά τα φυσικά πρόσωπα·

στ)

τον διορισμό ενός ή περισσότερων προσωρινών διαχειριστών στην οντότητα σύμφωνα με το άρθρο 13β·

ζ)

την απαίτηση το διοικητικό όργανο της οντότητας να καταρτίσει σχέδιο το οποίο να μπορεί να εφαρμόσει η οντότητα σε περίπτωση που αποφασίσει να ξεκινήσει εκούσια παύση των δραστηριοτήτων της.

3.   Η ΕΚΤ επιλέγει τα κατάλληλα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης που αναφέρονται στην παράγραφο 2 με βάση τι είναι αναλογικό ως προς τους επιδιωκόμενους στόχους, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων σχετικών πληροφοριών, τη σοβαρότητα της παράβασης ή της πιθανής παράβασης και την ταχύτητα επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης της οντότητας.

4.   Για καθένα από τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης που αναφέρονται στην παράγραφο 2, η ΕΚΤ ορίζει προθεσμία εφαρμογής, η οποία περιορίζεται αυστηρά στον χρόνο που είναι αναγκαίος για την εφαρμογή του σχετικού μέτρου υπό εύλογες προϋποθέσεις. Η ΕΚΤ διενεργεί αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας του μέτρου αμέσως μετά τη λήξη της προθεσμίας και κοινοποιεί την εν λόγω αξιολόγηση στο Συμβούλιο Εξυγίανσης.

Εάν η αξιολόγηση καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης δεν έχουν εφαρμοστεί πλήρως ή δεν είναι αποτελεσματικά, η ΕΚΤ μπορεί να διενεργήσει εκτίμηση του αν πληρούται η προϋπόθεση του άρθρου 18 παράγραφος 1 στοιχείο α).

5.   Όταν ένας όμιλος εκ των αναφερόμενων στο άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού περιλαμβάνει οντότητες εγκατεστημένες σε συμμετέχοντα κράτη μέλη, καθώς και σε μη συμμετέχοντα κράτη μέλη, η ΕΚΤ εκπροσωπεί τις εθνικές αρμόδιες αρχές των συμμετεχόντων κρατών μελών για τους σκοπούς της διαβούλευσης και της συνεργασίας με τα μη συμμετέχοντα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 30 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

Όταν ένας όμιλος εκ των αναφερόμενων στο άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο α) περιλαμβάνει οντότητες εγκατεστημένες σε συμμετέχοντα κράτη μέλη και θυγατρικές που έχουν ιδρυθεί σε μη συμμετέχοντα κράτη μέλη ή σημαντικά υποκαταστήματα που είναι εγκατεστημένα σε μη συμμετέχοντα κράτη μέλη, η ΕΚΤ κοινοποιεί, εγκαίρως, κάθε απόφαση ή μέτρο που αναφέρεται στα άρθρα 13 έως 13γ και αφορά τον όμιλο στις αρμόδιες αρχές ή στις αρχές εξυγίανσης των μη συμμετεχόντων κρατών μελών, κατά περίπτωση.

(*2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 84, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2014/600/oj).»."

17)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα στο κεφάλαιο 2:

«Άρθρο 13α

Αντικατάσταση των ανώτατων διοικητικών στελεχών ή του διοικητικού οργάνου

Για τους σκοπούς του άρθρου 13 παράγραφος 2 στοιχείο ε), τα νέα ανώτατα διοικητικά στελέχη ή το διοικητικό όργανο, ή μεμονωμένα μέλη αυτών, διορίζονται σύμφωνα με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο και οι εν λόγω διορισμοί υπόκεινται στην έγκριση της ΕΚΤ.

Άρθρο 13β

Προσωρινός διαχειριστής

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 13 παράγραφος 2 στοιχείο στ), η ΕΚΤ μπορεί, με βάση τι είναι αναλογικό δεδομένων των περιστάσεων, να διορίζει έναν ή περισσότερους προσωρινούς διαχειριστές οι οποίοι είτε:

α)

αντικαθιστούν προσωρινά το διοικητικό όργανο της οντότητας· είτε

β)

συνεργάζονται προσωρινά με το διοικητικό όργανο της οντότητας.

Κατά τον χρόνο που πραγματοποιείται ο διορισμός του προσωρινού διαχειριστή, η ΕΚΤ διευκρινίζει αν ο διορισμός αυτός γίνεται για τους σκοπούς του στοιχείου α) ή β) του πρώτου εδαφίου.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο β), η ΕΚΤ διευκρινίζει περαιτέρω, κατά τον χρόνο που πραγματοποιείται ο διορισμός, τον ρόλο, τα καθήκοντα και τις εξουσίες του προσωρινού διαχειριστή, καθώς και κάθε απαίτηση έναντι του διοικητικού οργάνου της οντότητας να ζητεί τη γνώμη ή να εξασφαλίζει τη συναίνεση του προσωρινού διαχειριστή πριν από τη λήψη συγκεκριμένων αποφάσεων ή την ανάληψη συγκεκριμένων δράσεων.

Η ΕΚΤ δημοσιοποιεί τον διορισμό κάθε προσωρινού διαχειριστή, εκτός εάν ο προσωρινός διαχειριστής δεν έχει αρμοδιότητα εκπροσώπησης της οντότητας.

Κάθε προσωρινός διαχειριστής διαθέτει επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και πείρα για την εκτέλεση των καθηκόντων του και πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 91 παράγραφοι 2 και 2α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. Η αξιολόγηση από την ΕΚΤ του αν ο προσωρινός διαχειριστής διαθέτει τέτοιες γνώσεις, δεξιότητες και πείρα και αν συμμορφώνεται με τις εν λόγω απαιτήσεις αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης διορισμού του εν λόγω προσωρινού διαχειριστή.

2.   Η ΕΚΤ προσδιορίζει τις εξουσίες του προσωρινού διαχειριστή κατά τη στιγμή του διορισμού του, με βάση τι είναι αναλογικό υπό τις περιστάσεις. Οι εν λόγω εξουσίες μπορούν να περιλαμβάνουν ορισμένες ή όλες τις εξουσίες του διοικητικού οργάνου της οντότητας, βάσει του καταστατικού της οντότητας και του εθνικού δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας άσκησης ορισμένων ή όλων των διοικητικών καθηκόντων του διοικητικού οργάνου της οντότητας. Οι εξουσίες του προσωρινού διαχειριστή όσον αφορά την οντότητα συμμορφώνονται προς το εφαρμοστέο εταιρικό δίκαιο. Η ΕΚΤ μπορεί να προσαρμόσει τις εξουσίες αυτές αν μεταβληθούν οι περιστάσεις.

3.   H ΕΚΤ διευκρινίζει τον ρόλο και τα καθήκοντα του προσωρινού διαχειριστή κατά τον χρόνο που πραγματοποιείται ο διορισμός. Ο εν λόγω ρόλος και τα εν λόγω καθήκοντα μπορούν να περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

εξακρίβωση της οικονομικής θέσης της οντότητας·

β)

διαχείριση των δραστηριοτήτων ή μέρους των δραστηριοτήτων της οντότητας για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της οικονομικής της θέσης·

γ)

λήψη μέτρων για την αποκατάσταση της χρηστής και συνετής διαχείρισης των δραστηριοτήτων της οντότητας·

δ)

διασφάλιση της συμμόρφωσης της οντότητας με τυχόν απαιτήσεις δυνάμει του άρθρου 13γ παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο ή παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο ή παράγραφος 5.

H ΕΚΤ διευκρινίζει τα όρια του ρόλου και των καθηκόντων του προσωρινού διαχειριστή κατά τη στιγμή του διορισμού του.

4.   H ΕΚΤ είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για τον διορισμό και την απομάκρυνση κάθε προσωρινού διαχειριστή. H ΕΚΤ μπορεί να απομακρύνει έναν προσωρινό διαχειριστή ανά πάσα στιγμή και για οποιονδήποτε λόγο. H ΕΚΤ μπορεί να τροποποιήσει τους όρους διορισμού ενός προσωρινού διαχειριστή ανά πάσα στιγμή, με την επιφύλαξη του παρόντος άρθρου.

5.   H ΕΚΤ μπορεί να απαιτήσει να υπόκεινται στην πρότερη συγκατάθεσή της ορισμένες ενέργειες του προσωρινού διαχειριστή. H ΕΚΤ διευκρινίζει κάθε τέτοια απαίτηση κατά τη στιγμή του διορισμού του προσωρινού διαχειριστή ή κατά τη στιγμή οιασδήποτε τροποποίησης των όρων διορισμού του προσωρινού διαχειριστή.

Σε κάθε περίπτωση, ο προσωρινός διαχειριστής δύναται να συγκαλεί γενική συνέλευση των μετόχων της οντότητας και να διαμορφώνει την ημερήσια διάταξη μόνο με την πρότερη συγκατάθεση της ΕΚΤ.

6.   Κατόπιν αιτήματος της ΕΚΤ, ο προσωρινός διαχειριστής συντάσσει εκθέσεις με θέμα την οικονομική θέση της οντότητας και τις ενέργειες που τελούνται κατά τη διάρκεια της θητείας του, ανά χρονικά διαστήματα που ορίζονται από την ΕΚΤ. Ο προσωρινός διαχειριστής συντάσσει, σε κάθε περίπτωση, τέτοια έκθεση στη λήξη της θητείας του.

7.   Ο προσωρινός διαχειριστής διορίζεται για ένα έτος κατ’ ανώτατο όριο. Η ΕΚΤ μπορεί κατ’ εξαίρεση να παρατείνει την εν λόγω περίοδο άπαξ για διάρκεια αναλογική προς τις περιστάσεις, εάν εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις για τον διορισμό του προσωρινού διαχειριστή. Η ΕΚΤ είναι υπεύθυνη να καθορίζει αν πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις και να αιτιολογεί στους μετόχους κάθε παράταση της θητείας του προσωρινού διαχειριστή.

8.   Με την επιφύλαξη του παρόντος άρθρου, ο διορισμός προσωρινού διαχειριστή δεν θίγει τα δικαιώματα των μετόχων τα οποία προβλέπονται από το ενωσιακό ή το εθνικό εταιρικό δίκαιο.

9.   Ο προσωρινός διαχειριστής που διορίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 8 δεν θεωρείται σκιώδης διευθυντής ή de facto διευθυντής της οικείας οντότητας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Άρθρο 13γ

Προετοιμασία για εξυγίανση

1.   Όσον αφορά τις οντότητες και τους ομίλους που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2, καθώς και τις οντότητες και τους ομίλους που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 4 στοιχείο β) και στο άρθρο 7 παράγραφος 5, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, η ΕΚΤ ή οι εθνικές αρμόδιες αρχές ειδοποιούν χωρίς καθυστέρηση το Συμβούλιο Εξυγίανσης για τα ακόλουθα:

α)

οποιοδήποτε από τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 16 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, στο άρθρο 104 παράγραφος 1 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή στο άρθρο 39 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 που λαμβάνουν ή που ζητούν να λάβει η οντότητα ή ο όμιλος·

β)

ότι, όπως προκύπτει από την εποπτική δραστηριότητα, πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 13 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού ή στο άρθρο 27 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ σε σχέση με μια οντότητα ή έναν όμιλο, ανεξάρτητα από την εφαρμογή οποιουδήποτε μέτρου έγκαιρης παρέμβασης·

γ)

την εφαρμογή οποιουδήποτε από τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης που αναφέρονται στο άρθρο 13 του παρόντος κανονισμού ή στο άρθρο 27 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

Το Συμβούλιο Εξυγίανσης ενημερώνει την Επιτροπή για οιαδήποτε ειδοποίηση λαμβάνει δυνάμει του πρώτου εδαφίου.

Η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς, σε στενή συνεργασία με το Συμβούλιο Εξυγίανσης, την κατάσταση των οντοτήτων και των ομίλων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και τη συμμόρφωσή τους με τα μέτρα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α), τα οποία αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της επιδείνωσης της κατάστασης των εν λόγω οντοτήτων και ομίλων, καθώς και με τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ).

2.   Η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή ειδοποιεί το Συμβούλιο Εξυγίανσης το συντομότερο δυνατόν όταν θεωρεί ότι υπάρχει σημαντικός κίνδυνος να συντρέχει μία ή περισσότερες από τις περιστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 18 παράγραφος 4 σε σχέση με οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 4 στοιχείο β) και στο άρθρο 7 παράγραφος 5, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων. Η εν λόγω ειδοποίηση περιλαμβάνει:

α)

τους λόγους για την ειδοποίηση·

β)

επισκόπηση των υπό εξέταση μέτρων που θα αποτρέψουν την πτώχευση της οικείας οντότητας εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, τον αναμενόμενο αντίκτυπό τους στην οντότητα όσον αφορά τις περιστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 18 παράγραφος 4 και το αναμενόμενο χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων.

Μετά τη λήψη της ειδοποίησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, το Συμβούλιο Εξυγίανσης αξιολογεί, σε στενή συνεργασία με την ΕΚΤ ή τη σχετική εθνική αρμόδια αρχή, το εύλογο χρονικό διάστημα για τους σκοπούς της αξιολόγησης της προϋπόθεσης που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο β), λαμβάνοντας υπόψη την ταχύτητα της επιδείνωσης της κατάστασης της οντότητας, την ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής της στρατηγικής εξυγίανσης, και τυχόν άλλα συναφή ζητήματα. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να επαναξιολογήσει το χρονοδιάγραμμα και να το προσαρμόσει στις περιστάσεις της περίπτωσης. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης κοινοποιεί την εν λόγω αξιολόγηση ή επαναξιολόγηση στην ΕΚΤ ή στην οικεία εθνική αρμόδια αρχή το συντομότερο δυνατόν.

Μετά την παραλαβή της ειδοποίησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή και το Συμβούλιο Εξυγίανσης παρακολουθούν, σε στενή συνεργασία, την κατάσταση της οντότητας, την εφαρμογή των σχετικών μέτρων εντός του αναμενόμενου χρονοδιαγράμματος και τυχόν άλλες σχετικές εξελίξεις. Για τον σκοπό αυτόν, η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή και το Συμβούλιο Εξυγίανσης συνεδριάζουν τακτικά, με συχνότητα που ορίζει το Συμβούλιο Εξυγίανσης, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις της περίπτωσης. Η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή και το Συμβούλιο Εξυγίανσης ανταλλάσσουν μεταξύ τους κάθε σχετική πληροφορία χωρίς καθυστέρηση.

Το Συμβούλιο Εξυγίανσης κοινοποιεί στην Επιτροπή οιαδήποτε πληροφορία λαμβάνει δυνάμει του πρώτου εδαφίου.

3.   Η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή παρέχει στο Συμβούλιο Εξυγίανσης όλες τις πληροφορίες που ζητεί το Συμβούλιο Εξυγίανσης οι οποίες είναι αναγκαίες για οποιεσδήποτε από τις ακόλουθες ενέργειες:

α)

επικαιροποίηση του σχεδίου εξυγίανσης και προετοιμασία για την πιθανή εξυγίανση οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 4 στοιχείο β) και στο άρθρο 7 παράγραφος 5, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων·

β)

διενέργεια της αποτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 20 παράγραφοι 1 έως 15.

Όταν οι πληροφορίες αυτές δεν είναι ήδη διαθέσιμες στην ΕΚΤ ή στις εθνικές αρμόδιες αρχές, το Συμβούλιο Εξυγίανσης και η ΕΚΤ και οι εν λόγω εθνικές αρμόδιες αρχές συνεργάζονται και συντονίζονται για την απόκτηση των εν λόγω πληροφοριών. Για τον σκοπό αυτόν, η ΕΚΤ, το Συμβούλιο Εξυγίανσης, είτε μέσω των εθνικών αρχών εξυγίανσης είτε απευθείας κατόπιν ενημέρωσής τους, και οι εθνικές αρμόδιες αρχές έχουν την εξουσία να απαιτήσουν από την οντότητα να παράσχει τις εν λόγω πληροφορίες, μεταξύ άλλων μέσω επιτόπιων επιθεωρήσεων, και να ανταλλάσσουν μεταξύ τους τις εν λόγω πληροφορίες.

4.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει την εξουσία, είτε μέσω των εθνικών αρχών εξυγίανσης είτε απευθείας κατόπιν ενημέρωσής τους, να θέσει προς πώληση σε δυνητικούς αγοραστές την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 ή την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 4 στοιχείο β) και στο άρθρο 7 παράγραφος 5, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, να προβεί σε ρυθμίσεις για την εν λόγω θέση προς πώληση, ή να ζητήσει από την οντότητα να το πράξει, για τους ακόλουθους σκοπούς:

α)

να προετοιμαστεί για την εξυγίανση της εν λόγω οντότητας, με την επιφύλαξη των κριτηρίων που ορίζονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και των απαιτήσεων επαγγελματικού απορρήτου που ορίζονται στο άρθρο 88 του παρόντος κανονισμού·

β)

να διενεργήσει την εκτίμηση του Συμβουλίου Εξυγίανσης σχετικά με την προϋπόθεση που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού.

Όταν, κατά την άσκηση της εξουσίας που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, το Συμβούλιο Εξυγίανσης αποφασίζει να θέσει απευθείας την οντότητα προς πώληση σε δυνητικούς αγοραστές, λαμβάνει δεόντως υπόψη τις περιστάσεις της περίπτωσης, ιδίως τυχόν προληπτικά μέτρα που ενδέχεται δυνητικά να ληφθούν από σύστημα εγγύησης των καταθέσεων ή τυχόν μέτρα που ενδέχεται δυνητικά να ληφθούν από ΘΣΠ, καθώς και τον δυνητικό αντίκτυπο της άσκησης της εν λόγω εξουσίας στη συνολική θέση της οντότητας.

5.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει την εξουσία να απαιτήσει από τη σχετική εθνική αρχή εξυγίανσης:

α)

να απαιτήσει από την οικεία οντότητα να μεριμνήσει για τις αναγκαίες ρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένης ψηφιακής πλατφόρμας, για την ανταλλαγή των πληροφοριών με δυνητικούς αγοραστές ή με συμβούλους και εκτιμητές που έχει προσλάβει το Συμβούλιο Εξυγίανσης·

β)

να καταρτίσει προκαταρκτικό καθεστώς εξυγίανσης για την οικεία οντότητα.

Όταν το Συμβούλιο Εξυγίανσης ασκεί την εξουσία του σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζεται το άρθρο 88.

6.   Η εκ των προτέρων ειδοποίηση από την ΕΚΤ ή τη σχετική εθνική αρμόδια αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο δεν αποτελεί αναγκαία συνθήκη προκειμένου το Συμβούλιο Εξυγίανσης να προβεί σε προπαρασκευαστικές ενέργειες για την εξυγίανση της οντότητας ή να ασκήσει τις εξουσίες που αναφέρονται στις παραγράφους 3, 4 και 5.

7.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την Επιτροπή, την ΕΚΤ, τις οικείες εθνικές αρμόδιες αρχές και τις οικείες εθνικές αρχές εξυγίανσης για κάθε ενέργειά του κατά τις παραγράφους 3, 4 και 5.

8.   Η ΕΚΤ, οι σχετικές εθνικές αρμόδιες αρχές, το Συμβούλιο Εξυγίανσης και οι οικείες εθνικές αρχές εξυγίανσης συνεργάζονται στενά στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

κατά την εξέταση του ενδεχόμενου λήψης των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α), τα οποία αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της επιδείνωσης της κατάστασης μιας οντότητας ή ενός ομίλου, και των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ)·

β)

κατά την εξέταση του ενδεχομένου ανάληψης οποιασδήποτε από τις δράσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 3, 4 και 5·

γ)

κατά την υλοποίηση των δράσεων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) του παρόντος εδαφίου.

Η ΕΚΤ, οι σχετικές εθνικές αρμόδιες αρχές, το Συμβούλιο Εξυγίανσης και οι οικείες εθνικές αρχές εξυγίανσης διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω μέτρα και δράσεις είναι συνεπή, συντονισμένα και αποτελεσματικά.

9.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να αναθέσει στις εθνικές αρχές εξυγίανσης να ασκήσουν τις εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 84β παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ. Οι εθνικές αρχές εξυγίανσης υλοποιούν τις οδηγίες του Συμβουλίου Εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 29 του παρόντος κανονισμού.».

18)

Στο άρθρο 14 παράγραφος 2 το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

να προστατευθούν οι δημόσιοι πόροι με την ελαχιστοποίηση της εξάρτησης από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, ιδίως όταν παρέχεται από τον προϋπολογισμό κράτους μέλους·».

19)

Στο άρθρο 16 η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης αποφασίζει δράση εξυγίανσης για μητρική επιχείρηση που αναφέρεται στο άρθρο 2 στοιχείο β), λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής της στρατηγικής εξυγίανσης, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 18 παράγραφος 1.

Για τον σκοπό της ανάληψης δράσης εξυγίανσης, μια μητρική επιχείρηση που αναφέρεται στο άρθρο 2 στοιχείο β) θεωρείται ότι βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

η μητρική επιχείρηση πληροί μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 18 παράγραφος 4 στοιχείο β), γ) ή δ)·

β)

η μητρική επιχείρηση τελεί σοβαρή παράβαση ή υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η μητρική επιχείρηση θα τελέσει σοβαρή παράβαση, στο εγγύς μέλλον, των εφαρμοστέων απαιτήσεων που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή στις εθνικές διατάξεις με τις οποίες μεταφέρεται η οδηγία 2013/36/ΕΕ στο εθνικό δίκαιο.».

20)

Το άρθρο 18 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1, 1α, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης εγκρίνει καθεστώς εξυγίανσης σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου όσον αφορά τις οντότητες του άρθρου 7 παράγραφος 2, καθώς και τις οντότητες του άρθρου 7 παράγραφος 4 στοιχείο β) και του άρθρου 7 παράγραφος 5, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, μόνον εάν διαπιστώσει στην εκτελεστική του σύνοδο, κατόπιν λήψης κοινοποίησης δυνάμει του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου ή με ιδία πρωτοβουλία, και λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής της στρατηγικής εξυγίανσης, ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης·

β)

έχοντας υπόψη το χρονοδιάγραμμα και άλλες σχετικές περιστάσεις, δεν υπάρχει καμία εύλογη προοπτική ότι θα αποφευχθεί η πτώχευση της οντότητας εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος με οιοδήποτε εναλλακτικό μέτρο του ιδιωτικού τομέα που αναλαμβάνεται έναντι της οντότητας, συμπεριλαμβανομένων μέτρων από ΘΣΠ, αποτρεπτικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ, δράσης των αρχών εποπτείας, μέτρων έγκαιρης παρέμβασης, ή της απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων όπως αναφέρονται στο άρθρο 21 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού·

γ)

η δράση εξυγίανσης είναι αναγκαία για το δημόσιο συμφέρον σύμφωνα με την παράγραφο 5.

Η ΕΚΤ εκτιμά ότι πληρούται η προϋπόθεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου για τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο α) ή από τη σχετική εθνική αρμόδια αρχή για τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο β), στο άρθρο 7 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 7 παράγραφος 4 στοιχείο β) και στο άρθρο 7 παράγραφος 5, αφού ληφθεί η γνώμη του Συμβουλίου Εξυγίανσης. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης, στην εκτελεστική του σύνοδο, μπορεί να προβεί στην εκτίμηση αυτή μόνον αφού ενημερώσει την ΕΚΤ ή την οικεία εθνική αρμόδια αρχή σχετικά με την πρόθεσή του να προβεί στην εν λόγω εκτίμηση και μόνον εφόσον η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή, εντός τριών ημερολογιακών ημερών από την παραλαβή της πληροφορίας, δεν προβούν στην εν λόγω εκτίμηση. Η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή παρέχει, χωρίς καθυστέρηση, στο Συμβούλιο Εξυγίανσης κάθε σχετική πληροφορία που ζητεί το Συμβούλιο Εξυγίανσης για να διενεργήσει την εκτίμησή του, πριν ή αφού ενημερωθεί από το Συμβούλιο Εξυγίανσης για την πρόθεσή του να προβεί στην εκτίμηση της προϋπόθεσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου.

Εάν η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή εκτιμά ότι πληρούται η προϋπόθεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) όσον αφορά οντότητα που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, ανακοινώνει χωρίς καθυστέρηση την εκτίμηση αυτή στην Επιτροπή και στο Συμβούλιο Εξυγίανσης.

Η εκτίμηση της προϋπόθεσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) πραγματοποιείται από το Συμβούλιο Εξυγίανσης, κατά την εκτελεστική σύνοδό του και σε στενή συνεργασία με την ΕΚΤ ή την οικεία εθνική αρμόδια αρχή. Η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή παρέχει χωρίς καθυστέρηση στο Συμβούλιο Εξυγίανσης κάθε σχετική πληροφορία την οποία ζητεί το Συμβούλιο Εξυγίανσης για να διενεργήσει την εκτίμησή του. Η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή μπορεί επίσης να ενημερώσει το Συμβούλιο Εξυγίανσης ότι θεωρεί ότι πληρούται η προϋπόθεση που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β).

Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β), η ΕΚΤ, η οικεία εθνική αρμόδια αρχή ή το Συμβούλιο Εξυγίανσης ζητεί τις πλέον πρόσφατες διαθέσιμες πληροφορίες από το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων ή, κατά περίπτωση, από το ΘΣΠ του οποίου η οντότητα είναι μέλος, οι οποίες θα ήταν συναφείς για την εν λόγω αξιολόγηση, συμπεριλαμβανομένου του εάν το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων ή το ΘΣΠ μπορεί να αποτρέψει την πτώχευση.

1α.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να εγκρίνει καθεστώς εξυγίανσης σύμφωνα με την παράγραφο 1 σε σχέση με κεντρικό οργανισμό και όλα τα πιστωτικά ή τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που συνδέονται μόνιμα με αυτόν και ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης, όταν ο κεντρικός οργανισμός και όλα τα πιστωτικά και τα χρηματοδοτικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με αυτόν, ή ο όμιλος εξυγίανσης στον οποίο ανήκουν, πληρούν ως σύνολο τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο.

2.   Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων στις οποίες η ΕΚΤ έχει αποφασίσει να ασκήσει άμεσα εποπτικά καθήκοντα σχετικά με πιστωτικά ιδρύματα δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 5 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, στην περίπτωση λήψης κοινοποίησης δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου σε σχέση με οντότητα ή όμιλο που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, το Συμβούλιο Εξυγίανσης κοινοποιεί στην ΕΚΤ ή στην οικεία εθνική αρμόδια αρχή την εκτίμησή του χωρίς καθυστέρηση, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 τέταρτο εδάφιο του παρόντος άρθρου.

3.   Η προηγούμενη έγκριση μέτρου, κατά το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, το άρθρο 27 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, το άρθρο 13 του παρόντος κανονισμού ή το άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ανάληψη δράσης εξυγίανσης.»

·

β)

η παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο πρώτο εδάφιο το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

απαιτείται έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, εκτός εάν η εν λόγω στήριξη λαμβάνει μία από τις μορφές που αναφέρονται στο άρθρο 18α παράγραφος 1.»

·

ii)

το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο απαλείφονται·

γ)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), μια δράση εξυγίανσης δεν είναι αναγκαία για το δημόσιο συμφέρον εάν το Συμβούλιο Εξυγίανσης καταλήξει στο συμπέρασμα ότι κανένας από τους στόχους εξυγίανσης δεν θα διακυβευόταν σε περίπτωση εκκαθάρισης της οντότητας υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Εάν το Συμβούλιο Εξυγίανσης καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ένας ή περισσότεροι από τους στόχους εξυγίανσης θα διακυβεύονταν σε περίπτωση εκκαθάρισης της οντότητας υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, το Συμβούλιο Εξυγίανσης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μια δράση εξυγίανσης είναι αναγκαία για το δημόσιο συμφέρον όταν είναι αναγκαία για την επίτευξη ενός ή περισσότερων από τους στόχους εξυγίανσης, και αναλογική προς αυτόν ή προς αυτούς, και όταν η εκκαθάριση της οντότητας υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας δεν θα επιτύγχανε αποτελεσματικότερα τους στόχους εξυγίανσης που διακυβεύονται.

Κατά τη διενέργεια της εκτίμησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, το Συμβούλιο Εξυγίανσης, με βάση τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του κατά τον χρόνο της εν λόγω εκτίμησης, εξετάζει και συγκρίνει κάθε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη που μπορεί εύλογα να αναμένεται ότι θα χορηγηθεί στην οντότητα, τόσο σε περίπτωση εξυγίανσης όσο και σε περίπτωση εκκαθάρισης σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.

Κατά τη διενέργεια της εκτίμησης που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, το Συμβούλιο Εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη το κόστος της εξυγίανσης και των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας και επιδιώκει να ελαχιστοποιήσει και να αποφύγει την καταστροφή αξίας, εκτός εάν είναι αναπόφευκτη προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης.»

·

δ)

στην παράγραφο 7 το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εντός 24 ωρών από τη διαβίβαση του καθεστώτος εξυγίανσης εκ μέρους του Συμβουλίου Εξυγίανσης, η Επιτροπή αποδέχεται το καθεστώς εξυγίανσης ή διατυπώνει αντιρρήσεις είτε όσον αφορά τις πτυχές του καθεστώτος εξυγίανσης οι οποίες υπόκεινται σε διακριτική ευχέρεια, στις περιπτώσεις που δεν καλύπτονται από το τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, είτε όσον αφορά την προτεινόμενη χρήση κρατικής ενίσχυσης ή ενίσχυσης από το Ταμείο που δεν θεωρείται συμβατή με την εσωτερική αγορά.»

·

ε)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«11.   Όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β) του παρόντος άρθρου, το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να αναθέσει στις εθνικές αρχές εξυγίανσης να ασκήσουν τις εξουσίες δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας για τη μεταφορά του άρθρου 33α της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο εθνικό δίκαιο. Οι εθνικές αρχές εξυγίανσης εφαρμόζουν τις οδηγίες του Συμβουλίου Εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 29 του παρόντος κανονισμού.

12.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να αναθέσει στις εθνικές αρχές εξυγίανσης να ασκήσουν τις εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 84β παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ. Οι εθνικές αρχές εξυγίανσης υλοποιούν τις οδηγίες του Συμβουλίου Εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 29 του παρόντος κανονισμού.».

21)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 18α

Έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη

1.   Έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη εκτός δράσης εξυγίανσης μπορεί να χορηγηθεί σε οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 2, κατ’ εξαίρεση, υπό την προϋπόθεση ότι η έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη πληροί τις προϋποθέσεις και τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο πλαίσιο της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν, για να αντιμετωπιστεί σοβαρή διαταραχή έκτακτου ή συστημικού χαρακτήρα στην οικονομία ενός κράτους μέλους και για να διατηρηθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη λαμβάνει μία από τις ακόλουθες μορφές:

i)

κρατικής εγγύησης για την κάλυψη ταμειακών διευκολύνσεων που παρέχονται από τις κεντρικές τράπεζες, σύμφωνα με τους όρους των κεντρικών τραπεζών·

ii)

κρατικής εγγύησης για νεοεκδοθείσες υποχρεώσεις·

iii)

απόκτησης μέσων ιδίων κεφαλαίων πλην των μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ή άλλων κεφαλαιακών μέσων, ή χρήσης μέτρων για απομειωμένα περιουσιακά στοιχεία σε τιμές, διάρκεια και άλλους όρους που δεν παρέχουν αδικαιολόγητο πλεονέκτημα στην οικεία οντότητα, εφόσον δεν συντρέχει καμία από τις περιστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 18 παράγραφος 4 στοιχεία α), β) ή γ) ή στο άρθρο 21 παράγραφος 1 κατά τον χρόνο χορήγησης της δημόσιας στήριξης·

β)

όταν η έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη λαμβάνει τη μορφή παρέμβασης με σύστημα εγγύησης των καταθέσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ·

γ)

όταν η έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη λαμβάνει τη μορφή παρέμβασης με σύστημα εγγύησης των καταθέσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 5 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ·

δ)

όταν η έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη λαμβάνει τη μορφή κρατικής ενίσχυσης χορηγούμενης σε οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 32β της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, εκτός από τη στήριξη που χορηγείται από σύστημα εγγύησης των καταθέσεων κατά το άρθρο 11 παράγραφος 5 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ.

2.   Τα μέτρα στήριξης που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α):

α)

περιορίζονται σε φερέγγυες οντότητες, όπως επιβεβαιώνεται από την ΕΚΤ ή από την οικεία εθνική αρμόδια αρχή·

β)

είναι προληπτικού και προσωρινού χαρακτήρα και βασίζονται σε προκαθορισμένη στρατηγική για έξοδο από τα μέτρα στήριξης, εγκεκριμένη από την ΕΚΤ ή την οικεία εθνική αρμόδια αρχή, η οποία συμπεριλαμβάνει σαφώς καθορισμένη ημερομηνία λήξης, ημερομηνία πώλησης ή χρονοδιάγραμμα αποπληρωμής για καθένα από τα εν λόγω μέτρα·

γ)

είναι αναλογικού χαρακτήρα για την αντιμετώπιση των συνεπειών της σοβαρής διαταραχής έκτακτου ή συστημικού χαρακτήρα στην οικονομία κράτους μέλους και για τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας· και

δ)

δεν χρησιμοποιείται για την αντιστάθμιση ζημιών που έχει υποστεί ή είναι πιθανό να υποστεί η οντότητα εντός των επόμενων 12 μηνών τουλάχιστον.

Η προκαθορισμένη στρατηγική που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου δεν δημοσιοποιείται παρά μόνο μετά την έξοδο της οντότητας από τα σχετικά μέτρα στήριξης ή αφότου ολοκληρωθεί η αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 6 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου, με την επιφύλαξη υποχρεώσεων δημοσιοποίησης που δεν επιδέχονται αναβολή, όπως αναφέρεται στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, όταν μια έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη λαμβάνει τη μορφή μέτρων στήριξης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) σημεία ii) και iii) του παρόντος άρθρου, μια οντότητα θεωρείται φερέγγυα όταν η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν έχει σημειωθεί ούτε είναι πιθανό να σημειωθεί κατά τους επόμενους 12 μήνες, με βάση τις τρέχουσες προσδοκίες, παραβίαση οποιασδήποτε από τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, στο άρθρο 11 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, στο άρθρο 40 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 ή στις σχετικές εφαρμοστέες απαιτήσεις βάσει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου.

Κατά την αξιολόγηση του εάν έχει σημειωθεί παραβίαση των απαιτήσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή αγνοεί τυχόν παραβιάσεις που έχουν αποκατασταθεί αποτελεσματικά κατά τον χρόνο της αξιολόγησης. Σε περίπτωση που η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι πιθανό να σημειωθεί μελλοντική παραβίαση των απαιτήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 104α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή στο άρθρο 40 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 κατά τους επόμενους 12 μήνες, μπορεί κατ’ εξαίρεση να θεωρήσει μια οντότητα φερέγγυα, εάν κρίνει ότι η παραβίαση θα έχει βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα και ότι η οντότητα έχει προβλέψει αποτελεσματικά μέτρα αποκατάστασης για την αντιμετώπισή της, τα οποία χαρακτηρίζονται αξιόπιστα από την ΕΚΤ ή την οικεία εθνική αρμόδια αρχή κατά τον χρόνο της αξιολόγησης.

4.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ), η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή προσδιορίζει ποσοτικά τις ζημίες που έχει υποστεί ή είναι πιθανό να υποστεί η οντότητα. Ο εν λόγω ποσοτικός προσδιορισμός βασίζεται σε ελέγχους ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων που διενεργούνται από την ΕΚΤ, την ΕΑΤ ή τις εθνικές αρχές, ή, κατά περίπτωση, σε επιτόπιες επιθεωρήσεις που διενεργούνται από την ΕΚΤ ή την οικεία εθνική αρμόδια αρχή. Όταν δεν είναι δυνατή η διενέργεια των εν λόγω ελέγχων ή επιθεωρήσεων εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή μπορεί να βασίσει τον ποσοτικό προσδιορισμό στον ισολογισμό της οντότητας, υπό την προϋπόθεση ότι ο ισολογισμός συμμορφώνεται με τους ισχύοντες λογιστικούς κανόνες και τα ισχύοντα λογιστικά πρότυπα, όπως επιβεβαιώνεται από ανεξάρτητο εξωτερικό ελεγκτή. Ο ποσοτικός προσδιορισμός πραγματοποιείται όσο το δυνατόν πλησιέστερα στην ημερομηνία χορήγησης των μέτρων στήριξης και με τη χρήση των πλέον πρόσφατων πληροφοριών που έχει στη διάθεσή της η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή.

5.   Τα μέτρα στήριξης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) σημείο iii) περιορίζονται σε μέτρα που έχουν αξιολογηθεί από την ΕΚΤ ή την εθνική αρμόδια αρχή ως αναγκαία για τη διατήρηση της φερεγγυότητας της οντότητας μέσω της αντιμετώπισης του κεφαλαιακού ελλείμματος όπως αυτό καθορίζεται στο δυσμενές σενάριο των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων σε εθνικό ή ενωσιακό επίπεδο ή σε επίπεδο ΕΕΜ ή ισοδύναμων ελέγχων που διενεργούνται από την ΕΚΤ, την ΕΑΤ ή τις εθνικές αρχές, κατά περίπτωση, και επιβεβαιώνεται από την ΕΚΤ ή την οικεία αρμόδια αρχή.

Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχείο α) σημείο iii) του παρόντος άρθρου, η απόκτηση μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση όταν η φύση του διαπιστωθέντος ελλείμματος είναι τέτοια που η απόκτηση οποιωνδήποτε άλλων μέσων ιδίων κεφαλαίων ή άλλων κεφαλαιακών μέσων δεν θα επέτρεπε στην οικεία οντότητα να αντιμετωπίσει το κεφαλαιακό έλλειμμα όπως αυτό καθορίζεται στο δυσμενές σενάριο στη σχετική προσομοίωση ακραίων καταστάσεων ή σε ισοδύναμο έλεγχο. Το ποσό των αποκτηθέντων μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 δεν υπερβαίνει το 2 % του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο της οικείας οντότητας που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει την υπέρβαση του ορίου του 2 %, εφόσον έχει αποδείξει ότι αυτό είναι αναγκαίο και σκόπιμο για την εφαρμογή των μέτρων στήριξης, λαμβανομένων υπόψη των συγκεκριμένων περιστάσεων της περίπτωσης. Η υπέρβαση του ορίου θα αντιστοιχεί σε ποσό που να μην δημιουργεί κανέναν κίνδυνο για την έγκαιρη και αξιόπιστη εκτέλεση της προκαθορισμένης στρατηγικής εξόδου από τα μέτρα στήριξης. Η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή παρέχει στην Επιτροπή την ανάλυση στην οποία βασίζεται η άδειά της για υπέρβαση του ορίου του 2 % για τους σκοπούς ενδεχόμενης αξιολόγησης κρατικής ενίσχυσης.

6.   Εάν οποιοδήποτε από τα μέτρα στήριξης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) δεν εξοφληθεί, αποπληρωθεί ή τερματιστεί με άλλον τρόπο σύμφωνα με τους όρους της στρατηγικής εξόδου από το μέτρο στήριξης που καθορίστηκε κατά τον χρόνο χορήγησης του εν λόγω μέτρου, η ΕΚΤ ή η σχετική εθνική αρμόδια αρχή ζητεί από την οντότητα να υποβάλει εφάπαξ σχέδιο αποκατάστασης. Το σχέδιο αποκατάστασης περιγράφει τις ενέργειες που πρέπει να διεκπεραιωθούν για την έξοδο από το μέτρο στήριξης εντός δύο ετών και για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας της οντότητας. Το σχέδιο αποκατάστασης δεν περιορίζει την εξουσία των σχετικών αρχών να αξιολογούν ή να διαπιστώνουν αν η οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης, ανά πάσα στιγμή.

Εάν η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή δεν πεισθεί ότι το σχέδιο αποκατάστασης είναι αξιόπιστο ή εφικτό, ή εάν η οντότητα δεν συμμορφώνεται με το σχέδιο αποκατάστασης, οι οικείες αρχές αξιολογούν αν η οντότητα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης.

7.   Η ΕΚΤ ή η οικεία εθνική αρμόδια αρχή ενημερώνει το Συμβούλιο Εξυγίανσης για τα αποτελέσματα της εκτίμησής της σχετικά με το αν πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και δ) του παρόντος άρθρου, όσον αφορά τις οντότητες και τους ομίλους που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2, καθώς και τις οντότητες και τους ομίλους που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 4 στοιχείο β) και στο άρθρο 7 παράγραφος 5 όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.».

22)

Το άρθρο 19 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Αν η δράση εξυγίανσης συνεπάγεται τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης δυνάμει του άρθρου 107 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ, ή ενίσχυσης από το Ταμείο σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, το καθεστώς εξυγίανσης που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 6 του παρόντος κανονισμού δεν εφαρμόζεται έως ότου η Επιτροπή εγκρίνει θετική ή υπό όρους απόφαση ή απόφαση για τη μη διατύπωση αντιρρήσεων όσον αφορά τη συμβατότητα μιας τέτοιας ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά. Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη έγκαιρης εκτέλεσης του καθεστώτος εξυγίανσης από το Συμβούλιο Εξυγίανσης, λαμβάνει την απόφαση σχετικά με τη συμβατότητα της χρήσης κρατικής ενίσχυσης ή ενίσχυσης από το Ταμείο με την εσωτερική αγορά το αργότερο κατά τον χρόνο που εγκρίνει ή διατυπώνει αντιρρήσεις για το καθεστώς εξυγίανσης κατά το άρθρο 18 παράγραφος 7 δεύτερο εδάφιο του παρόντος κανονισμού ή πριν από τη λήξη της περιόδου των 24 ωρών που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 7 πέμπτο εδάφιο του παρόντος κανονισμού, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη.

Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους ανατίθενται με το άρθρο 18, τα θεσμικά όργανα της Ένωσης θεσπίζουν διαρθρωτικές ρυθμίσεις που διασφαλίζουν την επιχειρησιακή ανεξαρτησία και αποτρέπουν τις συγκρούσεις συμφερόντων που θα μπορούσαν να ανακύψουν μεταξύ των ρόλων που είναι επιφορτισμένοι με την εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων και άλλων ρόλων και δημοσιοποιούν δεόντως όλες τις σχετικές πληροφορίες για την εσωτερική τους οργάνωση στο πλαίσιο αυτό.»

·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Μόλις το Συμβούλιο Εξυγίανσης κρίνει ότι ενδέχεται να είναι αναγκαία η χρήση του Ταμείου, επικοινωνεί με την Επιτροπή ανεπίσημα, αμέσως και με εμπιστευτικό τρόπο για να συζητήσει την πιθανή χρήση του Ταμείου, συμπεριλαμβανομένων των νομικών και οικονομικών πτυχών της χρήσης του. Μόλις το Συμβούλιο Εξυγίανσης είναι επαρκώς βέβαιο ότι το προβλεπόμενο καθεστώς εξυγίανσης συνεπάγεται τη χρήση ενίσχυσης από το Ταμείο, το Συμβούλιο Εξυγίανσης γνωστοποιεί επισήμως στην Επιτροπή την προτεινόμενη χρήση του Ταμείου. Η εν λόγω κοινοποίηση περιέχει όλες τις πληροφορίες που χρειάζεται η Επιτροπή για να προβεί στις εκτιμήσεις της σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, και τις οποίες κατέχει το Συμβούλιο Εξυγίανσης ή τις οποίες το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει την εξουσία να λάβει δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

Μόλις λάβει την κοινοποίηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή εκτιμά αν η χρήση του Ταμείου θα στρέβλωνε ή θα υπήρχε κίνδυνος να στρεβλώσει τον ανταγωνισμό ευνοώντας τον δικαιούχο ή οποιαδήποτε άλλη επιχείρηση κατά τρόπο ώστε, στον βαθμό που θα επηρέαζε το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, να καθίσταται ασύμβατη με την εσωτερική αγορά. Η Επιτροπή εφαρμόζει στη χρήση του Ταμείου τα κριτήρια που έχουν τεθεί για την εφαρμογή των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 107 ΣΛΕΕ. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης παρέχει στην Επιτροπή τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του ή τις οποίες έχει την εξουσία να λάβει σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και τις οποίες η Επιτροπή κρίνει αναγκαίες για τη διενέργεια της εν λόγω εκτίμησης.

Κατά τη διενέργεια της εκτίμησής της, η Επιτροπή ακολουθεί όλους τους σχετικούς κανονισμούς που έχουν εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 109 ΣΛΕΕ, όλες τις συναφείς και σχετικές ανακοινώσεις και κατευθυντήριες γραμμές, καθώς και όλα τα μέτρα που έχει εγκρίνει η Επιτροπή κατ’ εφαρμογή των κανόνων των Συνθηκών περί κρατικών ενισχύσεων, όπως ισχύουν όταν η Επιτροπή πρόκειται να προβεί στην εκτίμησή της. Τα μέτρα αυτά εφαρμόζονται ως εάν οι αναφορές στο κράτος μέλος που υποχρεούται να κοινοποιήσει την ενίσχυση ήταν αναφορές στο Συμβούλιο Εξυγίανσης, καθώς και με οιεσδήποτε άλλες αναγκαίες προσαρμογές.

Η Επιτροπή εγκρίνει απόφαση σχετικά με τη συμβατότητα της χρήσης του Ταμείου με την εσωτερική αγορά και απευθύνει την απόφαση αυτή στο Συμβούλιο Εξυγίανσης και στις εθνικές αρχές εξυγίανσης του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ή των ενδιαφερόμενων κρατών μελών. Η απόφαση αυτή μπορεί να εξαρτάται από όρους, δεσμεύσεις ή αναλήψεις υποχρεώσεων έναντι του δικαιούχου και λαμβάνει υπόψη την ανάγκη έγκαιρης εκτέλεσης της δράσης εξυγίανσης από το Συμβούλιο Εξυγίανσης.

Η απόφαση μπορεί επίσης να καθορίζει υποχρεώσεις του Συμβουλίου Εξυγίανσης, των εθνικών αρχών εξυγίανσης στο συμμετέχον ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ή στα συμμετέχοντα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, ή του δικαιούχου, με τις οποίες καθίσταται δυνατή η παρακολούθηση της συμμόρφωσης προς την απόφαση. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει τον ορισμό θεματοφύλακα ή άλλου ανεξάρτητου προσώπου για να συνδράμει στην παρακολούθηση. Ο θεματοφύλακας ή το άλλο ανεξάρτητο πρόσωπο μπορεί να εκτελεί καθήκοντα τα οποία προσδιορίζονται στην απόφαση της Επιτροπής.

Κάθε απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει της παρούσας παραγράφου δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει αρνητική απόφαση, απευθυνόμενη στο Συμβούλιο Εξυγίανσης, εάν κρίνει ότι η προτεινόμενη χρήση του Ταμείου θα ήταν ασύμβατη με την εσωτερική αγορά και δεν είναι δυνατόν να υλοποιηθεί με τη μορφή που προτάθηκε από το Συμβούλιο Εξυγίανσης. Μόλις παραλάβει τέτοια απόφαση, το Συμβούλιο Εξυγίανσης επανεξετάζει το καθεστώς εξυγίανσης που είχε προτείνει και καταρτίζει αναθεωρημένο καθεστώς εξυγίανσης.»

·

γ)

η παράγραφος 10 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«10.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί, κατόπιν αίτησης κράτους μέλους ή του Συμβουλίου Εξυγίανσης, εντός επτά ημερών από την υποβολή της αίτησης αυτής, να αποφασίσει ομόφωνα ότι η χρήση του Ταμείου πρέπει να θεωρηθεί συμβατή με την εσωτερική αγορά, εφόσον η απόφαση αυτή δικαιολογείται από εξαιρετικές περιπτώσεις. Η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση επί της υπόθεσης, όταν το Συμβούλιο δεν έχει αποφασίσει εντός των εν λόγω επτά ημερών.».

23)

Το άρθρο 20 τροποποιείται ως εξής:

α)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«8α.   Όταν είναι αναγκαίο για την τεκμηρίωση των αποφάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 στοιχεία γ) και δ), ο εκτιμητής συμπληρώνει τις πληροφορίες της παραγράφου 7 στοιχείο γ) με εκτίμηση της αξίας των εκτός ισολογισμού στοιχείων ενεργητικού και της αξίας των υποχρεώσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν στο μέλλον από αβέβαιο γεγονός και των υποχρεώσεων αβέβαιου χρόνου ή ποσού.»

·

β)

στην παράγραφο 17 το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

τη μεταχείριση της οποίας θα είχαν τύχει οι μέτοχοι, οι πιστωτές ή τα οικεία συστήματα εγγύησης των καταθέσεων στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 79 παράγραφος 1 στοιχείο α) και στο άρθρο 79 παράγραφος 6 εάν το υπό εξυγίανση ίδρυμα, σε σχέση με το οποίο έχει πραγματοποιηθεί η δράση ή οι δράσεις εξυγίανσης, είχε τεθεί υπό κανονική διαδικασία αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση για τη δράση εξυγίανσης·».

24)

Το άρθρο 21 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το Συμβούλιο Εξυγίανσης, ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 18, ασκεί την εξουσία απομείωσης ή μετατροπής σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων όπως αναφέρεται στην παράγραφο 7α του παρόντος άρθρου, όσον αφορά τις οντότητες και τους ομίλους του άρθρου 7 παράγραφος 2, καθώς και τις οντότητες και τους ομίλους του άρθρου 7 παράγραφος 4 στοιχείο β) και του άρθρου 7 παράγραφος 5, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, μόνον εάν διαπιστώσει στην εκτελεστική σύνοδό του, και αφού λάβει κοινοποίηση δυνάμει του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου ή με ιδία πρωτοβουλία και λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη αποτελεσματικής εφαρμογής της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής ή, κατά περίπτωση, της στρατηγικής εξυγίανσης για τον όμιλο εξυγίανσης, ότι πληρούνται μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:»

·

το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

απαιτείται έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη από την οντότητα ή τον όμιλο, εκτός εάν η εν λόγω στήριξη λαμβάνει μία από τις μορφές που αναφέρονται στο άρθρο 18α.»

·

ii)

το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η εκτίμηση των προϋποθέσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α) έως δ) της παρούσας παραγράφου πραγματοποιείται από την ΕΚΤ για τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο α), ή από τη σχετική εθνική αρμόδια αρχή για τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 στοιχείο β), το άρθρο 7 παράγραφος 4 στοιχείο β) και το άρθρο 7 παράγραφος 5, και από το Συμβούλιο Εξυγίανσης, κατά την εκτελεστική σύνοδό του, κατά τον καταμερισμό των καθηκόντων σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 18 παράγραφοι 1 και 2.»

·

β)

η παράγραφος 2 διαγράφεται·

γ)

στην παράγραφο 3 το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

έχοντας υπόψη το χρονοδιάγραμμα και τις άλλες σχετικές περιστάσεις, δεν υπάρχει καμία εύλογη προοπτική ότι με οιαδήποτε ενέργεια, συμπεριλαμβανομένων εναλλακτικών μέτρων του ιδιωτικού τομέα, εποπτικής δράσης ή μέτρων έγκαιρης παρέμβασης, πλην της απομείωσης ή μετατροπής σχετικών κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 7α, θα αποφευχθεί η πτώχευση της εν λόγω οντότητας ή του εν λόγω ομίλου εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.»

·

δ)

η παράγραφος 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«9.   Όταν συντρέχουν μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου σε σχέση με οντότητα που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο, και πληρούνται επίσης οι προϋποθέσεις του άρθρου 18 παράγραφος 1 σε σχέση με την εν λόγω οντότητα ή με οντότητα που ανήκει στον ίδιο όμιλο, εφαρμόζεται η διαδικασία του άρθρου 18 παράγραφοι 6, 7 και 8. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης εγκρίνει ενιαίο καθεστώς εξυγίανσης που καλύπτει την οντότητα για την οποία πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 18 παράγραφος 1, καθώς και κάθε οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.».

25)

Στο άρθρο 22 η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Σε περίπτωση που τα εργαλεία εξυγίανσης που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) ή β) χρησιμοποιούνται, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλα εργαλεία εξυγίανσης, για τη μεταβίβαση μέρους μόνο των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του ιδρύματος υπό εξυγίανση, τυχόν εναπομένουσα οντότητα ως έχει μετά τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων και την εφαρμογή άλλων εργαλείων εξυγίανσης, κατά περίπτωση, εκκαθαρίζεται με συντεταγμένο τρόπο σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο.

Το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζεται όταν το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα εφαρμόζεται σε ίδρυμα υπό εξυγίανση για τους σκοπούς του άρθρου 27 παράγραφος 1 στοιχείο α), σε συνδυασμό με άλλα εργαλεία εξυγίανσης.

Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, όταν η δράση εξυγίανσης θα έχει ως αποτέλεσμα την επιβάρυνση των πιστωτών με ζημίες ή τη μετατροπή των απαιτήσεών τους, το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να αποφασίσει να μην ασκήσει την εξουσία απομείωσης και μετατροπής κεφαλαιακών μέσων σύμφωνα με το άρθρο 21, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, εάν τα εν λόγω μέσα πρόκειται να παραμείνουν στην εναπομένουσα οντότητα και η εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) ή β) του παρόντος άρθρου, σε συνδυασμό με την εκκαθάριση της εναπομένουσας οντότητας, θα διασφαλίσει, βάσει της αποτίμησης που αναφέρεται στο άρθρο 20, ότι θα επωμιστούν ζημίες πριν από οποιουσδήποτε άλλους πιστωτές του υπό εξυγίανση ιδρύματος.».

26)

Το άρθρο 27 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.   Το Ταμείο μπορεί να προβεί σε εισφορά σύμφωνα με την παράγραφο 6, μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι μέτοχοι και οι κάτοχοι σχετικών κεφαλαιακών μέσων και άλλων υποχρεώσεων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού μέσω μείωσης, απομείωσης ή μετατροπής δυνάμει του άρθρου 48 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και το άρθρο 21 παράγραφος 10 του παρόντος κανονισμού, και το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων δυνάμει του άρθρου 79 του παρόντος κανονισμού, κατά περίπτωση, έχουν συνεισφέρει στην απορρόφηση ζημιών και στην ανακεφαλαιοποίηση με ποσό ίσο τουλάχιστον με το 8 % των συνολικών υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, επιμετρούμενων σύμφωνα με την αποτίμηση που προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφοι 1 έως 15 του παρόντος κανονισμού·

β)

η εισφορά του Ταμείου δεν υπερβαίνει το 5 % των συνολικών υποχρεώσεων συμπεριλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, επιμετρούμενων σύμφωνα με την αποτίμηση που προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφοι 1 έως 15.»

·

β)

η παράγραφος 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«9.   Σε έκτακτες περιστάσεις, το Συμβούλιο Εξυγίανσης μπορεί να αναζητήσει περαιτέρω χρηματοδότηση από εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης αφού προηγουμένως:

α)

το Ταμείο έχει καταβάλει εισφορά δυνάμει της παραγράφου 6 και έχει καλυφθεί το όριο του 5 % που αναφέρεται στην παράγραφο 7 στοιχείο β)· και

β)

έχουν απομειωθεί ή μετατραπεί πλήρως όλες οι υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεις που δεν είναι επιλέξιμες καταθέσεις, που κατατάσσονται χαμηλότερα από τις καταθέσεις του άρθρου 108 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και που δεν έχουν εξαιρεθεί από τη διάσωση με ίδια μέσα δυνάμει της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου.»

·

γ)

η παράγραφος 13 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«13.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης εκτιμά, βάσει αποτίμησης η οποία συνάδει με τις απαιτήσεις του άρθρου 20 παράγραφοι 1 έως 15, το σύνολο:

α)

κατά περίπτωση, του ποσού κατά το οποίο πρέπει να απομειωθούν οι υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεις προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι η καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση ιδρύματος είναι μηδενική, και

β)

κατά περίπτωση, του ποσού κατά το οποίο οι υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεις πρέπει να μετατραπούν σε μετοχές ή άλλου είδους κεφαλαιακά μέσα προκειμένου να αποκατασταθεί ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1:

i)

του υπό εξυγίανση ιδρύματος, ή

ii)

του μεταβατικού ιδρύματος.

13α.   Η εκτίμηση που αναφέρεται στην παράγραφο 13 καθορίζει το ποσό κατά το οποίο πρέπει να απομειωθούν ή να μετατραπούν οι υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεις για τους ακόλουθους σκοπούς:

α)

για να αποκατασταθεί ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του υπό εξυγίανση ιδρύματος ή, κατά περίπτωση, για να καθοριστεί ο δείκτης του μεταβατικού ιδρύματος, λαμβανομένης υπόψη τυχόν συνεισφοράς κεφαλαίου από το Ταμείο δυνάμει του άρθρου 76 παράγραφος 1 στοιχείο δ)·

β)

να διατηρηθεί επαρκής εμπιστοσύνη της αγοράς στο υπό εξυγίανση ίδρυμα ή στο μεταβατικό ίδρυμα, λαμβανομένων υπόψη τυχόν υποχρεώσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν στο μέλλον από αβέβαιο γεγονός ή υποχρεώσεων αβέβαιου χρόνου ή ποσού που δεν έχουν απομειωθεί ούτε έχουν μετατραπεί, και να δοθεί στο εν λόγω ίδρυμα η δυνατότητα να συνεχίσει να πληροί, για τουλάχιστον ένα έτος, τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας και να συνεχίσει να ασκεί τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει λάβει άδεια βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή 2014/65/ΕΕ.

Εάν το Συμβούλιο Εξυγίανσης προτίθεται να χρησιμοποιήσει το εργαλείο διαχωρισμού περιουσιακών στοιχείων του άρθρου 26, για τον υπολογισμό του ποσού κατά το οποίο χρειάζεται να μειωθούν οι υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεις λαμβάνεται δεόντως υπόψη μια συνετή εκτίμηση των κεφαλαιακών αναγκών του φορέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.».

27)

Το άρθρο 30 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Υποχρέωση συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών»

·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Κατά την άσκηση των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού, το Συμβούλιο Εξυγίανσης, το Συμβούλιο, η Επιτροπή, η ΕΚΤ και οι εθνικές αρχές εξυγίανσης καθώς και οι εθνικές αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά, ιδίως στις φάσεις του σχεδιασμού της εξυγίανσης, της έγκαιρης παρέμβασης και της εξυγίανσης δυνάμει των άρθρων 8 έως 29. Ανταλλάσσουν όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των αντίστοιχων καθηκόντων τους, περιλαμβανομένων των πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 2α, 2β και 2γ του παρόντος άρθρου.»

·

γ)

παρεμβάλλονται οι εξής παράγραφοι:

«2α.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης, το ΕΣΣΚ, η ΕΑΤ, η ΕΑΚΑΑ και η ΕΑΑΕΣ συνεργάζονται στενά και ανταλλάσσουν όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των αντίστοιχων καθηκόντων τους.

2β.   Η ΕΚΤ και άλλα μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) συνεργάζονται στενά με το Συμβούλιο Εξυγίανσης και του παρέχουν όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων του, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που συλλέγουν δυνάμει του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Το άρθρο 88 παράγραφος 6 εφαρμόζεται σε όλες αυτές τις ανταλλαγές πληροφοριών.

2γ.   Οι ορισθείσες αρχές και τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων συνεργάζονται στενά με το Συμβούλιο Εξυγίανσης. Οι εν λόγω ορισθείσες αρχές, τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων και το Συμβούλιο Εξυγίανσης ανταλλάσσουν όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των αντίστοιχων καθηκόντων τους. Οι ορισθείσες αρχές και τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων υπόκεινται στις απαιτήσεις επαγγελματικού απορρήτου που ορίζονται στο άρθρο 88.»

·

δ)

οι παράγραφοι 6 και 7 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης επιδιώκει να συνεργάζεται στενά με κάθε μηχανισμό δημόσιας χρηματοδοτικής συνδρομής, συμπεριλαμβανομένων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ) και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ), ιδίως σε όλες τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

στις έκτακτες περιστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 27 παράγραφος 9 και όταν ένας τέτοιος μηχανισμός έχει χορηγήσει ή είναι πιθανό να χορηγήσει άμεση ή έμμεση χρηματοδοτική συνδρομή σε οντότητες εγκατεστημένες σε συμμετέχον κράτος μέλος·

β)

όταν το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει συνάψει για το Ταμείο χρηματοδοτική ρύθμιση δυνάμει του άρθρου 74.

7.   Όταν είναι απαραίτητο, το Συμβούλιο Εξυγίανσης συνάπτει μνημόνιο συνεννόησης με την ΕΚΤ και άλλα μέλη του ΕΣΚΤ, τις εθνικές αρχές εξυγίανσης και τις εθνικές αρμόδιες αρχές, καθώς και τις ορισθείσες αρχές και τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων, στο οποίο περιγράφεται με γενικούς όρους η μεταξύ τους συνεργασία δυνάμει των παραγράφων 2 έως 2γ και 4 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 74 δεύτερο εδάφιο κατά την εκτέλεση των αντίστοιχων καθηκόντων τους βάσει της ενωσιακής νομοθεσίας. Το μνημόνιο επανεξετάζεται σε τακτική βάση και δημοσιεύεται με την επιφύλαξη των απαιτήσεων επαγγελματικού απορρήτου.».

28)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 30α

Πληροφορίες που τηρούνται από κεντρικούς αυτοματοποιημένους μηχανισμούς

1.   Οι αρχές που διαχειρίζονται τους κεντρικούς αυτοματοποιημένους μηχανισμούς οι οποίοι θεσπίστηκαν δυνάμει του άρθρου 32α της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*3) παρέχουν στο Συμβούλιο Εξυγίανσης, κατόπιν αιτήματός του, πληροφορίες σχετικά με τον συγκεντρωτικό αριθμό των πελατών για τους οποίους μόνος ή κυριότερος τραπεζικός εταίρος είναι οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 2 του παρόντος κανονισμού.

2.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης ζητεί τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μόνο κατά περίπτωση και εφόσον είναι αναγκαίο και αναλογικό για τον σκοπό της εκτέλεσης των καθηκόντων του δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

3.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης κοινοποιεί τις πληροφορίες που λαμβάνει δυνάμει της παραγράφου 1 στις ενδιαφερόμενες εθνικές αρχές εξυγίανσης στο πλαίσιο της εκτέλεσης των καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

(*3)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2015/849/oj).»."

29)

Στο άρθρο 31 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Όσον αφορά τις οντότητες και τους ομίλους που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, καθώς και τις οντότητες και τους ομίλους που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 4 στοιχείο β) και παράγραφος 5 του παρόντος κανονισμού, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, οι εθνικές αρχές εξυγίανσης διαβουλεύονται με το Συμβούλιο Εξυγίανσης προτού ενεργήσουν δυνάμει του άρθρου 86 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

Οι εθνικές αρχές εξυγίανσης ορίζουν κατάλληλη προθεσμία εντός της οποίας το Συμβούλιο Εξυγίανσης πρέπει να απαντήσει στο αίτημα διαβούλευσης, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από δύο εργάσιμες ημέρες μετά την υποβολή του αιτήματος από την εθνική αρχή εξυγίανσης. Εάν το Συμβούλιο Εξυγίανσης δεν διατυπώσει τις απόψεις του εντός της εν λόγω προθεσμίας ή δεν ζητήσει την παράτασή της, θεωρείται ότι δεν έχει παρατηρήσεις.».

30)

Στο άρθρο 32 παράγραφος 1 το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Όταν όμιλος περιλαμβάνει οντότητες εγκατεστημένες σε συμμετέχοντα κράτη μέλη, καθώς και σε μη συμμετέχοντα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες, το Συμβούλιο Εξυγίανσης εκπροσωπεί τις εθνικές αρχές εξυγίανσης των συμμετεχόντων κρατών μελών για τους σκοπούς της διαβούλευσης και της συνεργασίας με μη συμμετέχοντα κράτη μέλη ή με τρίτες χώρες σύμφωνα με τα άρθρα 7, 8, 12, 13, 16, 18, 45η, 55 και 88 έως 92 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, με την επιφύλαξη τυχόν απαιτούμενης βάσει του παρόντος κανονισμού έγκρισης του Συμβουλίου ή της Επιτροπής.».

31)

Το άρθρο 34 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το Συμβούλιο Εξυγίανσης δύναται, αξιοποιώντας πλήρως όλες τις πληροφορίες που είναι ήδη διαθέσιμες στην ΕΚΤ, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που συλλέγονται από τα μέλη του ΕΣΚΤ δυνάμει του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή όλων των πληροφοριών που έχουν στη διάθεσή τους οι εθνικές αρμόδιες αρχές, το ΕΣΣΚ, η ΕΑΤ, η ΕΑΚΑΑ ή η ΕΑΑΕΣ, να απαιτήσει, μέσω των εθνικών αρχών εξυγίανσης ή απευθείας, αφού ενημερώσει τις εθνικές αρχές εξυγίανσης, από τα ακόλουθα νομικά ή φυσικά πρόσωπα να του παρέχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, σύμφωνα με τη διαδικασία και με τη μορφή που ζητεί το Συμβούλιο Εξυγίανσης, για την εκτέλεση των καθηκόντων του:»

·

β)

οι παράγραφοι 5 και 6 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης, η ΕΚΤ, τα μέλη του ΕΣΚΤ, οι εθνικές αρμόδιες αρχές, το ΕΣΣΚ, η ΕΑΤ, η ΕΑΚΑΑ, η ΕΑΑΕΣ και οι εθνικές αρχές εξυγίανσης δύνανται να συντάσσουν μνημόνια συνεννόησης στα οποία θα καθορίζεται η διαδικασία που διέπει την ανταλλαγή πληροφοριών. Η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Συμβουλίου Εξυγίανσης, της ΕΚΤ, και άλλων μελών του ΕΣΚΤ, των εθνικών αρμόδιων αρχών, του ΕΣΣΚ, της ΕΑΤ, της ΕΑΚΑΑ, της ΕΑΑΕΣ και των εθνικών αρχών εξυγίανσης δεν θεωρείται ότι συνιστά παραβίαση των απαιτήσεων επαγγελματικού απορρήτου.

6.   Οι εθνικές αρμόδιες αρχές, η ΕΚΤ, τα μέλη του ΕΣΚΤ, το ΕΣΣΚ, η ΕΑΤ, η ΕΑΚΑΑ, η ΕΑΑΕΣ και οι εθνικές αρχές εξυγίανσης συνεργάζονται με το Συμβούλιο Εξυγίανσης για να εξακριβώσουν αν ορισμένες ή όλες οι ζητούμενες πληροφορίες είναι ήδη διαθέσιμες κατά τον χρόνο υποβολής του αιτήματος. Σε περίπτωση που οι πληροφορίες αυτές είναι διαθέσιμες, οι εθνικές αρμόδιες αρχές, η ΕΚΤ και άλλα μέλη του ΕΣΚΤ, το ΕΣΣΚ, η ΕΑΤ, η ΕΑΚΑΑ, η ΕΑΑΕΣ, ή οι εθνικές αρχές εξυγίανσης παρέχουν τις πληροφορίες αυτές στο Συμβούλιο Εξυγίανσης.».

32)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 41α

Έλεγχος από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει πλήρη δικαιοδοσία για τον έλεγχο των αποφάσεων με τις οποίες το Συμβούλιο Εξυγίανσης επιβάλλει πρόστιμο ή περιοδική χρηματική ποινή. Δύναται να ακυρώσει το πρόστιμο ή την περιοδική χρηματική ποινή που έχει επιβληθεί, ή να μειώσει ή να αυξήσει το αντίστοιχο ποσό.».

33)

Το άρθρο 43 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«α-α)

τον αντιπρόεδρο που διορίζεται κατά το άρθρο 56·»

·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Κάθε μέλος, περιλαμβανομένων του προέδρου και του αντιπροέδρου, διαθέτει μία ψήφο.».

34)

Το άρθρο 45 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Διαφάνεια και υποχρέωση λογοδοσίας»

·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3α.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης δημοσιεύει τις πολιτικές, τις κατευθυντήριες γραμμές, τις γενικές οδηγίες και τα υπηρεσιακά έγγραφα εργασίας σχετικά με την εξυγίανση εν γένει και τις πρακτικές και τις μεθοδολογίες εξυγίανσης που πρέπει να εφαρμόζονται στο πλαίσιο του ΕΜΕ, εφόσον η δημοσίευση αυτή δεν συνεπάγεται την αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών. Η εν λόγω απαίτηση δημοσίευσης δεν ισχύει για έγγραφα που περιέχουν κατευθύνσεις ή οδηγίες προς εσωτερικά κλιμάκια εξυγίανσης ή για άλλα έγγραφα που συντάσσονται αποκλειστικά με σκοπό την εσωτερική ανταλλαγή πληροφοριών εντός του ΕΜΕ.».

35)

Στο άρθρο 50 παράγραφος 1 το στοιχείο ιδ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ιδ)

διορίζει υπόλογο και εσωτερικό ελεγκτή, δυνάμει του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο προσωπικό, οι οποίοι λειτουργούν υπό καθεστώς ανεξαρτησίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους·».

36)

Το άρθρο 53 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το Συμβούλιο Εξυγίανσης στην εκτελεστική σύνοδό του αποτελείται από τον πρόεδρο, τον αντιπρόεδρο και τα τέσσερα μέλη που αναφέρονται στο άρθρο 43 παράγραφος 1 στοιχείο β). Το Συμβούλιο Εξυγίανσης στην εκτελεστική σύνοδό του συνέρχεται όσο συχνά είναι αναγκαίο.»

·

β)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Τα μέλη του Συμβουλίου Εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 43 παράγραφος 1 στοιχεία α), α-α) και β) εξασφαλίζουν τη συνέπεια, την καταλληλότητα και την αναλογικότητα των αποφάσεων και δράσεων εξυγίανσης, ιδίως όσον αφορά τη χρήση του Ταμείου, που συμφωνούνται στο πλαίσιο εκτελεστικών συνόδων του Συμβουλίου που πραγματοποιούνται με διαφορετική σύνθεση.».

37)

Το άρθρο 54 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Στα καθήκοντα που εκτελεί το Συμβούλιο Εξυγίανσης στην εκτελεστική σύνοδό του δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου περιλαμβάνονται:»

·

ii)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«στ)

η διεξαγωγή διαβουλεύσεων σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 2α σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές, τις γενικές οδηγίες και τυχόν άλλες πράξεις γενικής εφαρμογής στο πλαίσιο του ΕΜΕ που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο το Συμβούλιο Εξυγίανσης αναμένει να εφαρμόσει τον παρόντα κανονισμό.»

·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο στ) εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία:

α)

το Συμβούλιο Εξυγίανσης στην εκτελεστική σύνοδό του υποβάλλει σχέδιο πράξης στο Συμβούλιο Εξυγίανσης στη σύνοδο ολομέλειάς του·

β)

το Συμβούλιο Εξυγίανσης στη σύνοδο ολομέλειάς του διασφαλίζει ότι πραγματοποιείται διαβούλευση με τα μέλη του Συμβουλίου Εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 43 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σχετικά με το σχέδιο πράξης·

γ)

το Συμβούλιο Εξυγίανσης στην εκτελεστική σύνοδό του εξετάζει τυχόν παρατηρήσεις που υποβάλλονται στο πλαίσιο της διαβούλευσης που αναφέρεται στο στοιχείο β)·

δ)

μετά την εξέταση των παρατηρήσεων, το Συμβούλιο Εξυγίανσης στην εκτελεστική σύνοδό του διαβιβάζει προς συζήτηση στο Συμβούλιο Εξυγίανσης στη σύνοδο ολομέλειάς του την αξιολόγησή του σχετικά με τις εν λόγω παρατηρήσεις·

ε)

το Συμβούλιο Εξυγίανσης στην εκτελεστική σύνοδό του αποφασίζει σχετικά με το τελικό κείμενο της πράξης μετά τη συζήτηση που αναφέρεται στο στοιχείο δ) και αφού λάβει δεόντως υπόψη όλες τις παρατηρήσεις που θα έχουν ληφθεί.

Το Συμβούλιο Εξυγίανσης στην εκτελεστική σύνοδό του παρέχει κατάλληλη αιτιολόγηση στο Συμβούλιο Εξυγίανσης στη σύνοδο ολομέλειάς του για τις επιλογές που έγιναν όσον αφορά την πράξη που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Σύνοψη της εν λόγω αιτιολόγησης δημοσιεύεται στην ετήσια έκθεση του Συμβουλίου Εξυγίανσης που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 2.».

38)

Στο άρθρο 55 οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Όταν συσκέπτονται για μεμονωμένη οντότητα ή για όμιλο εγκατεστημένο σε ένα μόνο συμμετέχον κράτος μέλος, εάν το σύνολο των μελών που αναφέρονται στο άρθρο 53 παράγραφοι 1 και 3 δεν είναι σε θέση να λάβει κοινή απόφαση με συναίνεση εντός ορισθείσας από τον πρόεδρο προθεσμίας, ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και τα μέλη που αναφέρονται στο άρθρο 43 παράγραφος 1 στοιχείο β) λαμβάνουν απόφαση με απλή πλειοψηφία.

2.   Όταν συσκέπτονται για διασυνοριακό όμιλο, εάν το σύνολο των μελών που αναφέρονται στο άρθρο 53 παράγραφοι 1 και 4 δεν είναι σε θέση να λάβει κοινή απόφαση με συναίνεση εντός ορισθείσας από τον πρόεδρο προθεσμίας, ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και τα μέλη που αναφέρονται στο άρθρο 43 παράγραφος 1 στοιχείο β) λαμβάνουν απόφαση με απλή πλειοψηφία.».

39)

Το άρθρο 56 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2 το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

κατάρτιση προσχεδίου προϋπολογισμού και σχεδίου προϋπολογισμού του Συμβουλίου Εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 61 και εκτέλεση του προϋπολογισμού του Συμβουλίου Εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 63·»

·

β)

στην παράγραφο 5, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η θητεία του προέδρου, του αντιπροέδρου και των μελών που αναφέρονται στο άρθρο 43 παράγραφος 1 στοιχείο β) διαρκεί πέντε έτη. Η θητεία αυτή δεν μπορεί να ανανεωθεί.»

·

γ)

η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.   Ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και τα μέλη που αναφέρονται στο άρθρο 43 παράγραφος 1 στοιχείο β) εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους έως ότου διοριστούν και αναλάβουν καθήκοντα οι διάδοχοί τους, σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου που αναφέρεται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου.»

·

δ)

η παράγραφος 8 διαγράφεται.

40)

Το άρθρο 61 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 61

Κατάρτιση του προϋπολογισμού

1.   Έως τις 31 Μαρτίου κάθε έτους, ο πρόεδρος καταρτίζει προσχέδιο προϋπολογισμού του Συμβουλίου Εξυγίανσης, στο οποίο περιλαμβάνονται κατάσταση προβλέψεων των εσόδων και των δαπανών του Συμβουλίου Εξυγίανσης για το επόμενο έτος και σχέδιο του πίνακα προσωπικού για το επόμενο έτος, και το υποβάλλει στο Συμβούλιο Εξυγίανσης στη σύνοδο ολομέλειάς του.

Το Συμβούλιο Εξυγίανσης στη σύνοδο ολομέλειάς του προσαρμόζει, κατά περίπτωση, το προσχέδιο προϋπολογισμού του Συμβουλίου Εξυγίανσης μαζί με το σχέδιο του πίνακα προσωπικού.

2.   Με βάση το προσχέδιο προϋπολογισμού, όπως εγκρίνεται από το Συμβούλιο Εξυγίανσης στη σύνοδο της ολομέλειάς του, ο πρόεδρος καταρτίζει σχέδιο προϋπολογισμού του Συμβουλίου Εξυγίανσης και το υποβάλλει προς έγκριση στο Συμβούλιο Εξυγίανσης στη σύνοδο ολομέλειάς του.

Έως τις 30 Νοεμβρίου κάθε έτους, το Συμβούλιο Εξυγίανσης στη σύνοδο ολομέλειάς του προσαρμόζει το σχέδιο προϋπολογισμού που έχει υποβάλει ο πρόεδρος, εάν είναι αναγκαίο, και εγκρίνει τον τελικό προϋπολογισμό του Συμβουλίου Εξυγίανσης μαζί με τον πίνακα προσωπικού.».

41)

Στο άρθρο 62 η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η ευθύνη για την έγκριση προτύπων εσωτερικού ελέγχου και την εφαρμογή συστημάτων και διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου που είναι κατάλληλα για την εκτέλεση των καθηκόντων του εσωτερικού ελεγκτή βαρύνει το Συμβούλιο Εξυγίανσης στη σύνοδο ολομέλειάς του.».

42)

Στο άρθρο 69 η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Εάν τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα δεν επαρκούν για την επίτευξη του επιπέδου-στόχου που ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι εκ των προτέρων εισφορές που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 70 αυξάνονται έως ότου επιτευχθεί το επίπεδο-στόχος. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης δύναται να αναβάλει την είσπραξη των εκ των προτέρων εισφορών που συγκεντρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 70 για έως και τρία έτη, προκειμένου να διασφαλίσει ότι το προς είσπραξη ποσό ανέρχεται σε ποσό αναλογικό προς το κόστος της διαδικασίας είσπραξης, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω αναβολή δεν επηρεάζει ουσιωδώς την ικανότητα του Συμβουλίου Εξυγίανσης να χρησιμοποιεί το Ταμείο δυνάμει του τμήματος 3. Εάν τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα αντιπροσωπεύουν λιγότερο από τα δύο τρίτα του επιπέδου-στόχου, οι εισφορές καθορίζονται σε ύψος που επιτρέπει την επίτευξη του επιπέδου-στόχου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος το οποίο δεν υπερβαίνει τα έξι έτη.

Ωστόσο, εάν η καθαρή σωρευτική χρήση του Ταμείου κατά τα τελευταία τρία έτη η οποία κατέστη δυνατή χάρη στη συνεισφορά των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 4 έχει φτάσει το όριο του 20 % του επιπέδου-στόχου του Ταμείου και τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα έχουν μειωθεί σε λιγότερο από τα δύο τρίτα του επιπέδου-στόχου, οι εκ των προτέρων εισφορές που καθίστανται αναγκαίες με την εν λόγω χρήση καθορίζονται σε επίπεδο που επιτρέπει την επίτευξη του επιπέδου-στόχου εντός 10 ετών.

Η εκ των προτέρων εισφορά λαμβάνει δεόντως υπόψη τη φάση του οικονομικού κύκλου και τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των προκυκλικών εισφορών κατά τον καθορισμό των ετήσιων εισφορών στο πλαίσιο της παρούσας παραγράφου.».

43)

Το άρθρο 70 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να επιτευχθεί το επίπεδο-στόχος που καθορίζεται στο άρθρο 69 μπορεί να περιλαμβάνουν αμετάκλητες δεσμεύσεις πληρωμής οι οποίες καλύπτονται πλήρως από εξασφαλίσεις με περιουσιακά στοιχεία χαμηλού κινδύνου που δεν βαρύνονται από τυχόν δικαιώματα τρίτων μερών, στην απόλυτη διάθεση του Συμβουλίου Εξυγίανσης και προοριζόμενα για αποκλειστική χρήση από αυτό, για τους σκοπούς που καθορίζονται στο άρθρο 76 παράγραφος 1. Το μερίδιο των αμετάκλητων δεσμεύσεων πληρωμής δεν υπερβαίνει το 30 % του συνολικού ποσού των εισφορών που εισπράττονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο. Εντός του ορίου αυτού, το Συμβούλιο Εξυγίανσης καθορίζει ετησίως το μερίδιο των αμετάκλητων δεσμεύσεων πληρωμής στο συνολικό ποσό των εισφορών που πρέπει να εισπραχθούν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.»

·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3α.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης αξιώνει την εκτέλεση των αμετάκλητων δεσμεύσεων πληρωμής που έχουν αναληφθεί δυνάμει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου όταν καθίσταται αναγκαία η χρήση του Ταμείου δυνάμει του άρθρου 76.

Όταν μια οντότητα παύει να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2, το Συμβούλιο Εξυγίανσης ακυρώνει τις αμετάκλητες δεσμεύσεις πληρωμής που έχουν αναληφθεί δυνάμει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, και επιστρέφονται οι εξασφαλίσεις που καλύπτουν τις εν λόγω δεσμεύσεις.

Έχοντας υπόψη την ανάγκη διατήρησης ή αποκατάστασης επαρκούς επιπέδου διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων στο Ταμείο, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει την εξουσία, κατόπιν ακύρωσης των αμετάκλητων δεσμεύσεων πληρωμής, να καθορίσει για την οντότητα που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο ποσό εισφοράς στο Ταμείο με τη μορφή, τους όρους και το χρονοδιάγραμμα που καθορίζονται στην απόφαση του Συμβουλίου Εξυγίανσης.

Η εισφορά που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο δεν υπερβαίνει το ποσό των αμετάκλητων δεσμεύσεων πληρωμής που ακυρώνονται δυνάμει του δεύτερου εδαφίου.».

44)

Στο άρθρο 71 παράγραφος 1 το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το συνολικό ποσό των έκτακτων εκ των υστέρων εισφορών κατ’ έτος δεν υπερβαίνει το τριπλάσιο του 12,5 % του επιπέδου-στόχου που ορίζεται στο άρθρο 69.».

45)

Στο άρθρο 74 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«Το Συμβούλιο Εξυγίανσης ενημερώνει την Επιτροπή και την ΕΚΤ μόλις κρίνει ότι ενδέχεται να είναι αναγκαίο να ενεργοποιηθούν οι χρηματοδοτικές ρυθμίσεις που έχουν συναφθεί για το Ταμείο σύμφωνα με το παρόν άρθρο, και παρέχει στην Επιτροπή και στην ΕΚΤ όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους όσον αφορά τις εν λόγω χρηματοδοτικές ρυθμίσεις.».

46)

Το άρθρο 76 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

να καταβάλλει αποζημίωση στους μετόχους και τους πιστωτές, ή στο σύστημα εγγύησης των καταθέσεων στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 79 παράγραφος 1 στοιχείο α) και στο άρθρο 79 παράγραφος 6, εάν, κατόπιν αποτίμησης δυνάμει του άρθρου 20 παράγραφος 5, έχουν υποστεί μεγαλύτερες ζημίες από όσες θα υφίσταντο, κατόπιν αποτίμησης δυνάμει του άρθρου 20 παράγραφος 16, σε εκκαθάριση με κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας·»

·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3α.   Όταν εφαρμόζεται η παράγραφος 3, ακυρώνονται τυχόν μεταβλητές αποδοχές, περιλαμβανομένων των προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών, των εν ενεργεία και των πρώην μελών του διοικητικού οργάνου και των ανώτατων διοικητικών στελεχών τού υπό εξυγίανση ιδρύματος για περιόδους πριν από την πτώχευση του ιδρύματος, οι οποίες δεν έχουν καταβληθεί ή δεν έχουν εκχωρηθεί πριν από την απόφαση για ανάληψη δράσης εξυγίανσης. Τα εν ενεργεία και πρώην μέλη του διοικητικού οργάνου και τα ανώτατα διοικητικά στελέχη επιστρέφουν τις μεταβλητές αποδοχές, περιλαμβανομένων των προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών που εκχωρήθηκαν ή καταβλήθηκαν κατά τους 24 μήνες που προηγήθηκαν της απόφασης για ανάληψη δράσης εξυγίανσης, εκτός εάν αποδείξουν ότι δεν συμμετείχαν ή δεν ευθύνονταν για τη συμπεριφορά που οδήγησε ή συνέβαλε στην πτώχευση του υπό εξυγίανση ιδρύματος.

Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις μεταβλητές αποδοχές, περιλαμβανομένων των προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών, που ρυθμίζονται από συλλογική σύμβαση.»

·

γ)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«5.   Όταν τα εργαλεία εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 22 παράγραφος 2 στοιχείο α) ή β) χρησιμοποιηθούν για τη μεταβίβαση μέρους μόνο των περιουσιακών στοιχείων, των δικαιωμάτων ή των υποχρεώσεων του υπό εξυγίανση ιδρύματος, το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει απαίτηση έναντι της εναπομένουσας οντότητας για τυχόν έξοδα και ζημίες που υπέστη το Ταμείο ως αποτέλεσμα τυχόν συνεισφορών για την εξυγίανση δυνάμει των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου σε σχέση με ζημίες που σε διαφορετική περίπτωση θα είχαν υποστεί οι πιστωτές.

6.   Οι απαιτήσεις του Συμβουλίου Εξυγίανσης που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 22 παράγραφος 6 του παρόντος κανονισμού έχουν, σε κάθε συμμετέχον κράτος μέλος, την ίδια σειρά κατάταξης με τις απαιτήσεις των εθνικών χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης στο εθνικό δίκαιο του εν λόγω κράτους μέλους που διέπει τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας δυνάμει του άρθρου 108 παράγραφος 9 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.».

47)

Το άρθρο 79 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 79

Χρήση συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων στο πλαίσιο της εξυγίανσης

1.   Τα συμμετέχοντα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν το Συμβούλιο Εξυγίανσης προβαίνει σε δράση εξυγίανσης έναντι πιστωτικού ιδρύματος, και υπό την προϋπόθεση ότι η δράση αυτή διασφαλίζει ότι οι καταθέτες εξακολουθούν να έχουν πρόσβαση στις καταθέσεις τους, το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων στο οποίο συμμετέχει το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα συνεισφέρει τα ακόλουθα ποσά:

α)

όταν το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα εφαρμόζεται για τον σκοπό του άρθρου 27 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α), ανεξάρτητα ή σε συνδυασμό με άλλα εργαλεία εξυγίανσης, το ποσό κατά το οποίο οι καλυπτόμενες καταθέσεις θα είχαν απομειωθεί ή μετατραπεί προκειμένου να απορροφηθούν οι ζημίες και να ανακεφαλαιοποιηθεί το υπό εξυγίανση ίδρυμα δυνάμει του άρθρου 27 παράγραφος 13, εάν οι καλυπτόμενες καταθέσεις είχαν συμπεριληφθεί στο πεδίο εφαρμογής της διάσωσης με ίδια μέσα·

β)

όταν εφαρμόζεται το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων ή το εργαλείο μεταβατικού ιδρύματος, ανεξάρτητα ή σε συνδυασμό με άλλα εργαλεία εξυγίανσης, με αποτέλεσμα την έξοδο του υπό εξυγίανση ιδρύματος από την αγορά:

i)

το ποσό που είναι αναγκαίο για την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ, αφενός, της αξίας των καλυπτόμενων καταθέσεων και των υποχρεώσεων με κατάταξη ίδια ή υψηλότερη από εκείνη των καλυπτόμενων καταθέσεων και, αφετέρου, της αξίας των περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση ιδρύματος που πρόκειται να μεταβιβαστούν σε αποδέκτη· και

ii)

κατά περίπτωση, ποσό που είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της κεφαλαιακής ουδετερότητας του αποδέκτη μετά τη μεταβίβαση.

2.   Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, όταν η μεταβίβαση στον αποδέκτη περιλαμβάνει καταθέσεις που δεν είναι καλυπτόμενες καταθέσεις ή άλλες υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού, και το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι συντρέχουν, για τις εν λόγω καταθέσεις ή υποχρεώσεις, οι περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 27 παράγραφος 5, και όταν το κατώτατο όριο που προβλέπεται στο άρθρο 27 παράγραφος 7 στοιχείο α) για τη χρήση των χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης δεν καλύπτεται από τη συνεισφορά των μετόχων και των κατόχων σχετικών κεφαλαιακών μέσων και άλλων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού υποχρεώσεων στην απορρόφηση ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση, το ποσό που συνεισφέρει το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων είναι το ακόλουθο:

α)

το ποσό που είναι αναγκαίο για την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ, αφενός, της αξίας των καταθέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 108 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και των υποχρεώσεων με κατάταξη ίδια ή υψηλότερη από εκείνη των καλυπτόμενων καταθέσεων και, αφετέρου, της αξίας των περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση ιδρύματος που πρόκειται να μεταβιβαστούν σε αποδέκτη· και

β)

κατά περίπτωση, ποσό που είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της κεφαλαιακής ουδετερότητας της μεταβίβασης για τον αποδέκτη.

Όταν το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων έχει συνεισφέρει στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, το υπό εξυγίανση ίδρυμα απέχει από την απόκτηση συμμετοχών σε άλλες επιχειρήσεις, δεν προβαίνει σε διανομές σε σχέση με κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 ούτε σε πληρωμές σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και δεν ασκεί άλλες δραστηριότητες που μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα εκροή κεφαλαίων.

3.   Όταν τα κεφάλαια του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων χρησιμοποιούνται κατά την εφαρμογή του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α) για τη συνεισφορά στην ανακεφαλαιοποίηση του υπό εξυγίανση ιδρύματος, το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων μεταβιβάζει στον ιδιωτικό τομέα τις μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας που κατέχει στο υπό εξυγίανση ίδρυμα μόλις το επιτρέψουν οι εμπορικές και χρηματοοικονομικές συνθήκες.

Το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων θέτει προς πώληση τις μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο με ανοικτό και διαφανή τρόπο. Σε περίπτωση τέτοιας πώλησης, δεν παρουσιάζονται με παραπλανητικό τρόπο οι εν λόγω μετοχές ή τα εν λόγω μέσα, δεν εισάγονται διακρίσεις μεταξύ δυνητικών αγοραστών, και η πώληση πραγματοποιείται με εμπορικούς όρους.

4.   Η συνεισφορά του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων σε μεταβίβαση που περιλαμβάνει καταθέσεις οι οποίες δεν είναι καλυπτόμενες καταθέσεις ή άλλες υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου συνυπολογίζεται στο όριο που καθορίζεται στο άρθρο 27 παράγραφος 7 στοιχείο α), εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η συνολική αξία των περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση ιδρύματος σε μεμονωμένη βάση δεν υπερβαίνει τα 80 δισεκατομμύρια EUR·

β)

το υπό εξυγίανση ίδρυμα δεν έχει οριστεί, κατά τους 24 μήνες που προηγούνται της απόφασης για ανάληψη δράσης εξυγίανσης, ως οντότητα εκκαθάρισης στο σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου ή στο σχέδιο εξυγίανσης·

γ)

τα μέσα ιδίων κεφαλαίων και οι επιλέξιμες υποχρεώσεις του υπό εξυγίανση ιδρύματος, καθώς και τυχόν υποχρεώσεις που δεν χαρακτηρίζονται πλέον ως επιλέξιμες υποχρεώσεις διότι δεν πληρούν την προϋπόθεση που ορίζεται στο άρθρο 72γ παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, έχουν χρησιμοποιηθεί πλήρως για την απορρόφηση ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση, εκτός από τις επιλέξιμες υποχρεώσεις για τις οποίες το Συμβούλιο Εξυγίανσης θεωρεί ότι συντρέχουν οι περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 27 παράγραφος 5 του παρόντος κανονισμού·

δ)

το επίπεδο της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 για το υπό εξυγίανση ίδρυμα είναι τουλάχιστον ίσο με το επίπεδο που αναφέρεται στο άρθρο 12δ παράγραφος 5α·

ε)

το υπό εξυγίανση ίδρυμα δεν έχει παραβεί την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 12α παράγραφος 2 στοιχείο α), περιλαμβανομένων των αντίστοιχων ενδιάμεσων επιπέδων-στόχων που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 12ια παράγραφοι 1 και 2, για δύο διαδοχικά τρίμηνα κατά την τετραετή περίοδο που λήγει την ημερομηνία πριν από την πρώτη ημέρα των τριών πλήρων τριμήνων που προηγούνται της απόφασης για ανάληψη δράσης εξυγίανσης.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο ε) της παρούσας παραγράφου, εάν η ΕΚΤ ή η σχετική εθνική αρμόδια αρχή ή το Συμβούλιο Εξυγίανσης έχει εφαρμόσει τουλάχιστον ένα από τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 12ι παράγραφος 1 για την αντιμετώπιση παράβασης της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 12α παράγραφος 2 στοιχείο α), το Συμβούλιο Εξυγίανσης δεν λαμβάνει υπόψη παραβάσεις της εν λόγω απαίτησης κατά τη διάρκεια των τεσσάρων πλήρων τριμήνων που προηγούνται της απόφασης για ανάληψη δράσης εξυγίανσης.

Το στοιχείο ε) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζεται στις απαιτήσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 12γ παράγραφος 4, 5 ή 7.

5.   Εάν η συνεισφορά του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων σε μεταβίβαση η οποία περιλαμβάνει καταθέσεις που δεν είναι καλυπτόμενες καταθέσεις ή άλλες υποχρεώσεις υποκείμενες σε αναδιάρθρωση παθητικού, δυνάμει των παραγράφων 2 και 4 του παρόντος άρθρου, μαζί με τη συνεισφορά των μετόχων και των κατόχων σχετικών κεφαλαιακών μέσων και άλλων υποχρεώσεων υποκείμενων σε αναδιάρθρωση παθητικού στην απορρόφηση των ζημιών και την ανακεφαλαιοποίηση, καθιστά δυνατή τη χρήση του Ταμείου, η συνεισφορά του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων περιορίζεται στο ποσό που είναι αναγκαίο για να καλυφθεί το όριο που προβλέπεται στο άρθρο 27 παράγραφος 7 στοιχείο α). Μετά τη συνεισφορά του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων, το Ταμείο χρησιμοποιείται σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τη χρήση του Ταμείου, όπως ορίζονται στα άρθρα 27 και 76.

Εάν ένα υπό εξυγίανση ίδρυμα έχει συνολική αξία περιουσιακών στοιχείων σε μεμονωμένη βάση μεταξύ 30 δισεκατομμυρίων EUR και 80 δισεκατομμυρίων EUR, η συνεισφορά του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων δυνάμει της παρούσας παραγράφου δεν υπερβαίνει το 2,5 % των συνολικών υποχρεώσεων, περιλαμβανομένων των ιδίων κεφαλαίων τού υπό εξυγίανση ιδρύματος.

6.   Όταν εφαρμόζεται η παράγραφος 4 του παρόντος άρθρου και πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 27 παράγραφος 9, το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων καταβάλλει πρόσθετη συνεισφορά ίση με το ποσό των ζημιών που θα είχαν υποστεί οι καλυπτόμενες καταθέσεις, εάν οι καλυπτόμενες καταθέσεις υφίσταντο ζημίες κατ’ αναλογία προς τις ζημίες των πιστωτών με την ίδια κατάταξη στις εθνικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Το κόστος της πρόσθετης συνεισφοράς του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν υπερβαίνει τις ζημίες που θα είχε υποστεί εάν το ίδρυμα είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, όπως εκτιμώνται δυνάμει του άρθρου 20 παράγραφος 9.

7.   Σε κάθε περίπτωση, το συνολικό ποσό της συνεισφοράς του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων σε δράση εξυγίανσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο δεν υπερβαίνει το ποσό που αναφέρεται στο άρθρο 11ε στοιχείο α) της οδηγίας 2014/49/ΕΕ.

Όταν εφαρμόζεται το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων ή το εργαλείο μεταβατικού ιδρύματος, σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β) ή στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, το ποσό της συνεισφοράς του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων που αναφέρεται στις εν λόγω διατάξεις δεν υπερβαίνει το 62,5 % του επιπέδου-στόχου του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ.

Η ορισθείσα αρχή μπορεί να αποφασίσει ότι το όριο που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που το Συμβούλιο Εξυγίανσης αιτιολογήσει στην εν λόγω ορισθείσα αρχή τη συνεισφορά από το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων ποσού υψηλότερου από το 62,5 % του επιπέδου-στόχου του ως αναγκαία προκειμένου να αποφευχθούν δυσμενείς επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή να διατηρηθεί η πρόσβαση των καταθετών στις καταθέσεις τους.

Όταν εφαρμόζεται το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, το ποσό της συνεισφοράς του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων δεν υπερβαίνει τις ζημίες που θα είχε υποστεί το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων εάν το ίδρυμα είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, όπως εκτιμώνται δυνάμει του άρθρου 20 παράγραφος 9.

Κατόπιν αιτήματος, το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων ενημερώνει αμέσως το Συμβούλιο Εξυγίανσης σχετικά με τα ποσά που αναφέρονται στο πρώτο και το δεύτερο εδάφιο.

8.   Το Συμβούλιο Εξυγίανσης καθορίζει το ποσό της συνεισφοράς του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων σύμφωνα με το παρόν άρθρο και κοινοποιεί την απόφασή του στην ορισθείσα αρχή και στο σύστημα εγγύησης των καταθέσεων. Το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων εφαρμόζει την εν λόγω απόφαση χωρίς καθυστέρηση.

9.   Όταν οι επιλέξιμες καταθέσεις σε ένα υπό εξυγίανση ίδρυμα μεταβιβάζονται σε άλλη οντότητα μέσω του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή του εργαλείου μεταβατικού ιδρύματος, οι καταθέτες δεν έχουν καμία απαίτηση δυνάμει της οδηγίας 2014/49/ΕΕ έναντι του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων όσον αφορά οποιοδήποτε μέρος των οικείων καταθέσεων στο υπό εξυγίανση ίδρυμα που δεν μεταβιβάζονται, εφόσον το ύψος των οικείων καταθέσεων που μεταβιβάζονται είναι ίσο ή μεγαλύτερο από το συνολικό επίπεδο κάλυψης που προβλέπεται στο άρθρο 6 της εν λόγω οδηγίας.

10.   Όταν το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων συνεισφέρει στη δράση εξυγίανσης, εφαρμόζεται το άρθρο 76 παράγραφος 3α.

11.   Εάν η χρήση του Ταμείου για υπό εξυγίανση ίδρυμα με συνολική αξία περιουσιακών στοιχείων σε μεμονωμένη βάση μεταξύ 30 δισεκατομμυρίων EUR και 80 δισεκατομμυρίων EUR κατέστη δυνατή χάρη στη συνεισφορά συστήματος εγγύησης των καταθέσεων σύμφωνα με την παράγραφο 4, το Συμβούλιο Εξυγίανσης υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή σχετικά με το καθεστώς εξυγίανσης που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο Εξυγίανσης, εξηγώντας ιδίως τους λόγους για τους οποίους ήταν αναγκαίες η συνεισφορά του συστήματος εγγύησης των καταθέσεων και η χρήση του Ταμείου. Η εν λόγω έκθεση υποβάλλεται εντός τριών μηνών από την έγκριση του καθεστώτος εξυγίανσης.».

48)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 79α

Σωρευτική χρήση του Ταμείου και των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων

1.   Μόλις η καθαρή σωρευτική χρήση του Ταμείου κατά τα τελευταία τρία έτη η οποία κατέστη δυνατή χάρη στη συνεισφορά συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 4 φτάσει στο όριο του 10 % του επιπέδου-στόχου του Ταμείου, το Συμβούλιο Εξυγίανσης στη σύνοδο ολομέλειάς του παρέχει κατευθύνσεις σχετικά με τη χρήση του Ταμείου που καθίσταται δυνατή με τη συνεισφορά συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων. Το Συμβούλιο Εξυγίανσης στην εκτελεστική σύνοδό του ακολουθεί τις εν λόγω κατευθύνσεις σε μεταγενέστερες αποφάσεις εξυγίανσης έως ότου ανασυσταθούν πλήρως οι πόροι του Ταμείου.

Οι κατευθύνσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου εγκρίνονται από το Συμβούλιο Εξυγίανσης στη σύνοδο ολομέλειάς του σύμφωνα με το άρθρο 52 παράγραφος 2.

2.   Μόλις η καθαρή σωρευτική χρήση του Ταμείου κατά τα τελευταία τρία έτη η οποία κατέστη δυνατή χάρη στη συνεισφορά συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 4 φτάσει στο όριο του 20 % του επιπέδου-στόχου του Ταμείου, το Συμβούλιο Εξυγίανσης ενημερώνει το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

Αφού λάβει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή εξετάζει τα εξής:

α)

τη λειτουργία των διατάξεων για τις συνεισφορές των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων στην εξυγίανση οι οποίες καθιστούν δυνατή τη χρήση του Ταμείου σύμφωνα με το άρθρο 79 παράγραφος 4·

β)

την καταλληλότητα των ρυθμίσεων που προβλέπονται στα άρθρα 69, 70 και 71 για την είσπραξη εισφορών αφού καταστεί δυνατή η χρήση του Ταμείου χάρη στη συνεισφορά συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων.

Η Επιτροπή υποβάλλει σχετική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. Εφόσον κρίνεται σκόπιμο, η έκθεση συνοδεύεται από νομοθετική πρόταση.

Άρθρο 79β

Υποβολή έκθεσης για τη ρευστότητα κατά την εξυγίανση

Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026 η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με το ζήτημα της ρευστότητας κατά την εξυγίανση.

Στην έκθεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο γίνεται απολογισμός των υφιστάμενων ρυθμίσεων για την παροχή ρευστότητας κατά την εξυγίανση, περιλαμβανομένων τόσο ιδιωτικών όσο και δημόσιων μηχανισμών, και εξετάζονται οι πλέον αποδοτικοί τρόποι αντιμετώπισης προσωρινών ελλείψεων ρευστότητας, λαμβανομένων υπόψη τυχόν σχετικών εξελίξεων σε διεθνές επίπεδο. Στην έκθεση παρουσιάζονται συγκεκριμένες επιλογές πολιτικής.».

49)

Στο άρθρο 85 παράγραφος 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, περιλαμβανομένων των αρχών εξυγίανσης, μπορεί να προσφύγει κατά απόφασης του Συμβουλίου Εξυγίανσης ληφθείσας δυνάμει του άρθρου 10 παράγραφος 10, του άρθρου 11, του άρθρου 12 παράγραφος 1, των άρθρων 38 έως 41, του άρθρου 65 παράγραφος 3, του άρθρου 71 και του άρθρου 90 παράγραφος 3 η οποία απευθύνεται στο εν λόγω πρόσωπο ή αφορά άμεσα και ατομικά το εν λόγω πρόσωπο.».

50)

Το άρθρο 88 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει το Συμβούλιο Εξυγίανσης, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, την ΕΚΤ, τις εθνικές αρχές εξυγίανσης ή τις εθνικές αρμόδιες αρχές, περιλαμβανομένων των υπαλλήλων και των εμπειρογνωμόνων τους, να ανταλλάσσουν πληροφορίες μεταξύ τους και με τα αρμόδια υπουργεία, τις κεντρικές τράπεζες, τις ορισθείσες αρχές, τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων, τα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών, τις αρχές που είναι υπεύθυνες για τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, τις αρχές εξυγίανσης ασφαλιστικών επιχειρήσεων, τις αρχές εποπτείας ασφαλιστικών επιχειρήσεων, τις αρχές εξυγίανσης και τις αρμόδιες αρχές από μη συμμετέχοντα κράτη μέλη, την ΕΑΤ ή, με την επιφύλαξη του άρθρου 33, αρχές τρίτων χωρών που εκτελούν καθήκοντα ισοδύναμα με εκείνα αρχής εξυγίανσης ή, με την επιφύλαξη αυστηρών απαιτήσεων εμπιστευτικότητας, με δυνητικό αγοραστή για τους σκοπούς του σχεδιασμού ή της εκτέλεσης δράσης εξυγίανσης.»

·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«8.   Το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει το Συμβούλιο Εξυγίανσης να γνωστοποιεί τις αναλύσεις ή τις εκτιμήσεις του, μεταξύ άλλων όταν βασίζονται σε πληροφορίες που παρέχονται από τις αναφερόμενες στο άρθρο 2 οντότητες ή από άλλες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου, όταν το Συμβούλιο Εξυγίανσης εκτιμά ότι η γνωστοποίηση δεν θίγει την προστασία του δημόσιου συμφέροντος όσον αφορά τη χρηματοοικονομική, νομισματική ή οικονομική πολιτική και ότι η γνωστοποίηση είναι προς το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπερισχύει τυχόν άλλων συμφερόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου. Η εν λόγω γνωστοποίηση θεωρείται ότι πραγματοποιείται από το Συμβούλιο Εξυγίανσης κατά την άσκηση των καθηκόντων του δυνάμει του παρόντος κανονισμού για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.».

51)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 93α

Μεταβατικές διατάξεις

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 12γ παράγραφος 1α, οι καταθέσεις που λαμβάνονται πριν από τις 12 Μαΐου 2028 και πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 12γ παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, στο άρθρο 12δ παράγραφος 2α δεύτερο εδάφιο ή στο άρθρο 12ζ παράγραφος 2 στοιχείο α) μπορούν να περιλαμβάνονται στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων έως τις 11 Μαΐου 2029.

2.   Όσον αφορά τις μεταβατικές περιόδους για τη συμμόρφωση των οντοτήτων με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 12στ ή στο άρθρο 12ζ του παρόντος κανονισμού ή με τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 12γ παράγραφος 4, 5 ή 7 του παρόντος κανονισμού, κατά περίπτωση, οι οποίες καθορίζονται από το Συμβούλιο Εξυγίανσης πριν από τις 12 Μαΐου 2028, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 1 σημείο 15) στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) 2026/808 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*4).

(*4)  Κανονισμός (ΕΕ) 2026/808 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαρτίου 2026, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 όσον αφορά τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης, τις προϋποθέσεις εξυγίανσης και τη χρηματοδότηση για δράση εξυγίανσης (ΕΕ L, 2026/808, 20.4.2026, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2026/808/oj).»."

Άρθρο 2

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις 11 Μαΐου 2028.

Ωστόσο, το άρθρο 1 σημείο 1) στοιχείο β), σημεία 2), 3) και 4), σημείο 5) στοιχείο α), σημείο 6) στοιχεία α) και β) και στοιχείο δ) σημείο ii), σημείο 7) στοιχείο α), σημείο 8), σημείο 13) στοιχείο α) σημείο i) και στοιχείο γ), σημείο 15) στοιχεία β) και δ), σημείο 20) στοιχείο δ), σημείο 20) στοιχείο ε) σχετικά με το άρθρο 18 παράγραφος 11 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014, σημείο 22), σημείο 24) στοιχείο α) σημείο ii) και στοιχεία β) και δ), σημείο 27), σημεία 29) έως 41), σημείο 45), σημείο 48) όσον αφορά το άρθρο 79β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014, και σημεία 49) και 50) του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται από τις 11 Ιουνίου 2026.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 30 Μαρτίου 2026.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Η Πρόεδρος

R. METSOLA

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

M. PANAYIOTOU


(1)   ΕΕ C 307 της 31.8.2023, σ. 19.

(2)   ΕΕ C 349 της 29.9.2023, σ. 161.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Απριλίου 2024 (ΕΕ C, C/2025/3752, 17.9.2025, ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2025/3752/oj) και θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση της 5ης Μαρτίου 2026 (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα). Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Μαρτίου 2026 (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(4)  Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, και των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2014/59/oj).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ L 225 της 30.7.2014, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2014/806/oj).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2013/575/oj).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/876 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τον δείκτη μόχλευσης, τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, τον κίνδυνο αγοράς, τα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα ανοίγματα έναντι οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης, καθώς και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 150 της 7.6.2019, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2019/876/oj).

(8)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/877 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 όσον αφορά την ικανότητα απορρόφησης ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων (ΕΕ L 150 της 7.6.2019, σ. 226, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2019/877/oj).

(9)  Οδηγία (ΕΕ) 2019/879 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ σχετικά με την ικανότητα απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και της οδηγίας 98/26/ΕΚ (ΕΕ L 150 της 7.6.2019, σ. 296, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2019/879/oj).

(10)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2013/1024/oj).

(11)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2013/36/oj).

(12)  Οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 149, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2014/49/oj).

(13)  Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 1997, σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών (ΕΕ L 84 της 26.3.1997, σ. 22, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/1997/9/oj).

(14)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2010/1093/oj).

(15)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και το Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 806/2014 (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2019/2033/oj).

(16)  Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 64, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2019/2034/oj).

(17)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2533/98 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1998, σχετικά με τη συλλογή στατιστικών πληροφοριών από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΕ L 318 της 27.11.1998, σ. 8, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/1998/2533/oj).

(18)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2015/849/oj).

(19)  Οδηγία (ΕΕ) 2026/806 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαρτίου 2026, για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ όσον αφορά τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης, τις προϋποθέσεις εξυγίανσης και τη χρηματοδότηση για δράση εξυγίανσης και της οδηγίας 2014/24/ΕΕ όσον αφορά τις υπηρεσίες αποτίμησης κατά την εξυγίανση (ΕΕ L, 2026/806, 20.4.2026, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2026/806/oj).


ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2026/808/oj

ISSN 1977-0669 (electronic edition)