European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά L


2026/804

20.4.2026

ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2026/804 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 30ής Μαρτίου 2026

για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/49/ΕΕ όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της προστασίας των καταθέσεων, τη χρήση των κεφαλαίων των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων, τη διασυνοριακή συνεργασία και τη διαφάνεια

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 53 παράγραφος 1,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Αφού ζήτησαν τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής,

Αφού ζήτησαν τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφοι 5 και 6 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), η Επιτροπή επανεξέτασε την εφαρμογή και το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο στόχος της προστασίας των καταθετών στην Ένωση μέσω της σύστασης συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (ΣΕΚ) έχει ως επί το πλείστον επιτευχθεί. Ωστόσο, η Επιτροπή κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι είναι αναγκαίο να αντιμετωπιστούν τα εναπομένοντα κενά στην προστασία των καταθετών και να βελτιωθεί η λειτουργία των ΣΕΚ, με παράλληλη εναρμόνιση των κανόνων για άλλες παρεμβάσεις των ΣΕΚ πλην των διαδικασιών εκταμίευσης των αποζημιώσεων.

(2)

Η επανεξέταση του πλαισίου της Ένωσης για τη διαχείριση κρίσεων και την ασφάλιση των καταθέσεων έχει ως στόχο να προετοιμάσει το έδαφος για την επίτευξη προόδου όσον αφορά την εμβάθυνση της τραπεζικής ένωσης. Κατά συνέπεια, η λειτουργία των ΣΕΚ θα πρέπει να εναρμονιστεί περαιτέρω.

(3)

Το πλαίσιο της Ένωσης για τη διαχείριση κρίσεων και την ασφάλιση των καταθέσεων θα πρέπει να τηρεί με συνέπεια την αρχή ότι οι ζημίες βαρύνουν τους μετόχους και τους πιστωτές, καθώς και την αρχή ότι οι πόροι των φορολογουμένων δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για την ενίσχυση ή τη διάσωση προβληματικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

(4)

Η μη συμμόρφωση των πιστωτικών ιδρυμάτων με τις υποχρεώσεις τους για καταβολή εισφορών στα ΣΕΚ ή παροχή πληροφοριών στους καταθέτες και στα ΣΕΚ θα μπορούσε να υπονομεύσει τον στόχο της προστασίας των καταθετών. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής εισφορών, τα ΣΕΚ ή, κατά περίπτωση, οι ορισθείσες αρχές θα πρέπει να χρεώνουν το νόμιμο επιτόκιο επί του ποσού των οφειλόμενων εισφορών. Είναι σημαντικό να βελτιωθεί ο συντονισμός μεταξύ των ΣΕΚ και των ορισθεισών και των αρμόδιων αρχών για τη λήψη μέτρων επιβολής κατά πιστωτικών ιδρυμάτων που δεν συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που υπέχουν. Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι τα ΣΕΚ ή, κατά περίπτωση, οι ορισθείσες αρχές ενημερώνουν εγκαίρως τις αρμόδιες αρχές σχετικά με τυχόν παραβάσεις των υποχρεώσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων βάσει των κανόνων προστασίας των καταθέσεων, ώστε οι αρμόδιες αρχές να μπορούν να χρησιμοποιούν τις εποπτικές εξουσίες τους βάσει της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4). Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση των πιστωτικών ιδρυμάτων με τους κανόνες που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν κατάλληλες κυρώσεις σε περιπτώσεις παράβασης των εν λόγω κανόνων.

(5)

Για την υποστήριξη της περαιτέρω σύγκλισης των πρακτικών των ΣΕΚ και την παροχή συνδρομής στα ΣΕΚ κατά τον έλεγχο της ανθεκτικότητάς τους, η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) («ΕΑΤ»), που συγκροτήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), θα πρέπει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την εκτέλεση των ελέγχων αντοχής των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων.

(6)

Σύμφωνα με την οδηγία 2014/49/ΕΕ, οι καταθέσεις ορισμένων χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων επενδύσεων, εξαιρούνται από την κάλυψη των ΣΕΚ. Ωστόσο, τα κεφάλαια που λαμβάνουν τα εν λόγω χρηματοδοτικά ιδρύματα από τους πελάτες τους και τα οποία καταθέτουν σε πιστωτικό ίδρυμα εξ ονόματος των πελατών τους κατά την άσκηση των υπηρεσιών που προσφέρουν θα πρέπει να προστατεύονται υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

(7)

Οι κατηγορίες των καταθετών που προστατεύονται από ΣΕΚ υπαγορεύονται από τον στόχο προστασίας των μη επαγγελματιών επενδυτών, ενώ οι επαγγελματίες επενδυτές θεωρείται ότι δεν χρειάζονται τέτοιου είδους προστασία. Για τον λόγο αυτόν, οι δημόσιες αρχές έχουν εξαιρεθεί μέχρι στιγμής από την κάλυψη. Ωστόσο, οι περισσότερες δημόσιες αρχές, οι οποίες σε ορισμένα κράτη μέλη περιλαμβάνουν σχολεία και νοσοκομεία, δεν μπορούν να θεωρηθούν επαγγελματίες επενδυτές. Επομένως, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι καταθέσεις των μη επαγγελματιών επενδυτών, όπως των τοπικών αρχών, των μικρών δημόσιων φορέων και των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που ελέγχονται από κεντρικές κυβερνήσεις ή κυβερνήσεις ομόσπονδων κρατών, μπορούν να επωφελούνται από την προστασία που παρέχει ένα ΣΕΚ.

(8)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι καταθέσεις που λαμβάνονται με σκοπό τη συμμόρφωση με τις ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων βάσει της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) χρησιμοποιούνται στο σύνολό τους για την κάλυψη ζημιών και τη συμβολή στην ανακεφαλαιοποίηση ενός πιστωτικού ιδρύματος σε περίπτωση πτώχευσής του, θα πρέπει να εξαιρούνται από την κάλυψη από ΣΕΚ. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση μεταχείριση των εν λόγω καταθέσεων βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, θα πρέπει να εξαιρούνται από την κάλυψη από ΣΕΚ ανεξάρτητα από το αν η αρχή εξυγίανσης έχει επιτρέψει τη συμπερίληψή τους στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων.

(9)

Οι καταθέσεις που προκύπτουν από ορισμένα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγών ενός φυσικού προσώπου επί ακινήτων που αφορούν ιδιωτικές κατοικίες ή της καταβολής ορισμένων ασφαλιστικών παροχών, μπορούν να οδηγήσουν πρόσκαιρα σε μεγάλες καταθέσεις. Για τον λόγο αυτόν, η οδηγία 2014/49/ΕΕ υποχρεώνει τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι οι καταθέσεις που προκύπτουν από τα εν λόγω γεγονότα προστατεύονται άνω των 100 000 EUR για τρεις μήνες τουλάχιστον, αλλά όχι πέραν των 12 μηνών από το χρονικό σημείο κατά το οποίο το ποσό πιστώθηκε ή από τη στιγμή κατά την οποία οι καταθέσεις αυτές καθίσταται δυνατόν να μεταβιβασθούν νομίμως. Για την εναρμόνιση της προστασίας των καταθετών στην Ένωση και τη μείωση της διοικητικής πολυπλοκότητας και της ανασφάλειας δικαίου που σχετίζεται με το πεδίο προστασίας των εν λόγω καταθέσεων, είναι αναγκαίο να ευθυγραμμιστεί η προστασία τους σε ελάχιστο ποσό 500 000 EUR για όλα τα πρόσκαιρα υψηλά υπόλοιπα και για τις καταθέσεις που αφορούν συναλλαγές επί ακινήτων έως μέγιστο ποσό 2 500 000 EUR, για εναρμονισμένη διάρκεια έξι μηνών, επιπλέον του επιπέδου κάλυψης των 100 000 EUR. Μετά τη μεταφορά τους στο εθνικό δίκαιο από τα κράτη μέλη, τα ποσά αυτά θα πρέπει να επανεξετάζονται περιοδικά και τουλάχιστον μία φορά ανά πενταετία. Εάν κριθεί σκόπιμο, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο πρόταση οδηγίας για την προσαρμογή των εν λόγω ποσών, λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη των τιμών των ακινήτων στα διάφορα κράτη μέλη και την ανάγκη να διασφαλιστούν αναλογικότητα και ισότιμοι όροι ανταγωνισμού ανά την Ένωση.

(10)

Κατά τη διάρκεια μιας συναλλαγής επί ακινήτων, τα κεφάλαια μπορούν να διέρχονται από διαφορετικούς λογαριασμούς πριν από τον πραγματικό διακανονισμό της συναλλαγής. Συνεπώς, προκειμένου να προστατεύονται με ομοιογενή τρόπο οι καταθέτες που πραγματοποιούν συναλλαγές επί ακινήτων, η προστασία των πρόσκαιρων υψηλών υπολοίπων θα πρέπει να εφαρμόζεται τόσο στα έσοδα μιας πώλησης όσο και στα κεφάλαια που κατατίθενται για την αγορά ιδιωτικής κατοικίας εντός προκαθορισμένης βραχυπρόθεσμης περιόδου.

(11)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια δικαίου, όταν ένα κράτος μέλος επιτρέπει την αφαίρεση των υποχρεώσεων ενός καταθέτη στο πιστωτικό ίδρυμα κατά τον υπολογισμό του ποσού προς αποζημίωση, είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται ότι μόνο οι υποχρεώσεις που έχουν καταστεί απαιτητές πριν οι καταθέσεις καταστούν μη διαθέσιμες μπορούν να αφαιρούνται από τις επιλέξιμες καταθέσεις του καταθέτη και μόνο στον βαθμό που τέτοιος συμψηφισμός επιτρέπεται βάσει των εφαρμοστέων νομικών και συμβατικών διατάξεων.

(12)

Είναι αναγκαίο να βελτιστοποιηθούν οι επιχειρησιακές ικανότητες των ΣΕΚ και να μειωθεί η διοικητική τους επιβάρυνση. Για τον λόγο αυτόν, θα πρέπει να οριστεί ότι, όσον αφορά τη διαπίστωση της ταυτότητας των καταθετών που έχουν δικαίωμα επί των καταθέσεων σε λογαριασμούς δικαιούχων ή την αξιολόγηση σχετικά με το αν οι καταθέτες είναι επιλέξιμοι για διασφαλίσεις πρόσκαιρων υψηλών υπολοίπων, οι καταθέτες ή οι κάτοχοι των λογαριασμών εξακολουθούν να έχουν την ευθύνη της απόδειξης, με δικά τους μέσα, του δικαιώματός τους σε αυτές τις καταθέσεις.

(13)

Παρότι το ποσό προς αποζημίωση θα πρέπει, κατά κανόνα, να είναι διαθέσιμο εντός επτά εργάσιμων ημερών, ορισμένες καταθέσεις ενδέχεται να υπόκεινται σε μεγαλύτερη περίοδο καταβολής αποζημιώσεων, επειδή τα ΣΕΚ υποχρεούνται να ελέγξουν την απαίτηση καταβολής αποζημίωσης. Για την εναρμόνιση των κανόνων σε ολόκληρη την Ένωση, η μεγαλύτερη αυτή προθεσμία καταβολής αποζημιώσεων θα πρέπει να περιορίζεται σε 20 εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία παραλαβής των σχετικών πληροφοριών ή εγγράφων τεκμηρίωσης από το σχετικό ΣΕΚ. Οι περιπτώσεις στις οποίες ισχύει αυτή η μεγαλύτερη προθεσμία καταβολής αποζημιώσεων θα πρέπει να διακρίνονται από τις περιπτώσεις στις οποίες η είσπραξη των ποσών που διατίθενται από το ΣΕΚ εντός των προθεσμιών που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία απαιτεί περισσότερο χρόνο λόγω τυχόν λειτουργικών ενεργειών στις οποίες χρειάζεται να προβεί ο καταθέτης.

(14)

Για να διασφαλιστούν η συνέπεια με τα περιοριστικά μέτρα της Ένωσης, καθώς και η εφαρμογή τους, τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να δεσμεύουν τις καταθέσεις που υπόκεινται σε τέτοια μέτρα και τα ΣΕΚ θα πρέπει να αναστέλλουν τις αποζημιώσεις αυτών των καταθέσεων για όσο διάστημα ισχύουν τα εν λόγω μέτρα.

(15)

Το διοικητικό κόστος που συνδέεται με την αποζημίωση μικρών ποσών σε αδρανείς λογαριασμούς μπορεί να υπερβαίνει τα οφέλη για τον καταθέτη. Επομένως, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι τα ΣΕΚ δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να λαμβάνουν ενεργά μέτρα για την αποζημίωση καταθέσεων που τηρούνται σε τέτοιους λογαριασμούς κάτω από ορισμένα όρια, τα οποία θα πρέπει να καθορίζονται σε εθνικό επίπεδο. Ωστόσο, θα πρέπει να διατηρηθεί το δικαίωμα των καταθετών να απαιτούν το εν λόγω ποσό. Επιπλέον, σε περίπτωση που ο ίδιος καταθέτης διαθέτει και άλλους ενεργούς λογαριασμούς, τα ΣΕΚ θα πρέπει να συμπεριλαμβάνουν τα ποσά αυτών των λογαριασμών στον υπολογισμό του προς αποζημίωση ποσού.

(16)

Τα ΣΕΚ διαθέτουν διάφορες μεθόδους αποζημίωσης των καταθετών, οι οποίες εκτείνονται από την εκταμίευση αποζημιώσεων σε μετρητά μέχρι τις ηλεκτρονικές μεταφορές. Ωστόσο, για τη διασφάλιση της ιχνηλασιμότητας της διαδικασίας αποζημιώσεων από τα ΣΕΚ και τη διατήρηση της συμμόρφωσης με τους στόχους του πλαισίου της Ένωσης για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοοικονομικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, οι αποζημιώσεις των καταθετών μέσω μεταφορών πιστώσεων θα πρέπει να αποτελούν την προκαθορισμένη μέθοδο εκταμίευσης, όταν το ύψος της αποζημίωσης υπερβαίνει το ποσό των 10 000 EUR.

(17)

Τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα εξαιρούνται από την προστασία των καταθέσεων. Ωστόσο, ορισμένα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, μεταξύ των οποίων τα ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, τα ιδρύματα πληρωμών και οι επιχειρήσεις επενδύσεων, καταθέτουν επίσης τα κεφάλαια που λαμβάνουν από τους πελάτες τους σε τραπεζικούς λογαριασμούς, συχνά δε σε μεταβατική βάση, προκειμένου να συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις διασφάλισης σε ευθυγράμμιση με την τομεακή νομοθεσία, συμπεριλαμβανομένων των οδηγιών 2009/110/ΕΚ (7), 2014/65/EΕ (8) και (EΕ) 2015/2366 (9) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου. Λαμβανομένου υπόψη του ολοένα και μεγαλύτερου ρόλου που διαδραματίζουν τα εν λόγω χρηματοοικονομικά ιδρύματα, τα ΣΕΚ θα πρέπει να προστατεύουν τις καταθέσεις αυτές υπό την προϋπόθεση ότι έχει διαπιστωθεί ή μπορεί να διαπιστωθεί η ταυτότητα των εν λόγω καταθετών.

(18)

Οι πελάτες των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων δεν γνωρίζουν πάντοτε σε ποιο πιστωτικό ίδρυμα έχει επιλέξει το χρηματοοικονομικό τους ίδρυμα να καταθέσει τα κεφάλαιά τους. Ως εκ τούτου, τα ΣΕΚ δεν θα πρέπει να αθροίζουν τέτοιες καταθέσεις σε κατάθεση που ενδέχεται να διατηρούν οι ίδιοι πελάτες στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο το χρηματοοικονομικό ίδρυμα έχει τοποθετήσει τις καταθέσεις τους. Τα πιστωτικά ιδρύματα ενδέχεται να μη γνωρίζουν τους πελάτες που δικαιούνται τα ποσά που τηρούνται στους λογαριασμούς των πελατών ή να μην έχουν τη δυνατότητα να ελέγχουν και να καταγράφουν τα ατομικά στοιχεία των εν λόγω πελατών. Ανάλογα με τον τύπο και το επιχειρηματικό μοντέλο του χρηματοοικονομικού ιδρύματος, ενδέχεται να υπάρχουν περιστάσεις υπό τις οποίες η καταβολή αποζημίωσης απευθείας στον πελάτη θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τον κάτοχο του λογαριασμού. Κατά συνέπεια, τα ΣΕΚ θα πρέπει να μπορούν να επιστρέφουν, ως αποζημίωση, ποσά σε λογαριασμό πελάτη, τον οποίο ανοίγει ο κάτοχος του λογαριασμού σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα προς όφελος κάθε πελάτη, όταν πληρούνται ορισμένα κριτήρια. Για την αποφυγή του κινδύνου διπλής πληρωμής στις περιπτώσεις αυτές, τυχόν απαιτήσεις που προβάλλουν οι πελάτες σε σχέση με ποσά τα οποία τηρούνται για λογαριασμό τους από τον κάτοχο του λογαριασμού θα πρέπει να μειώνονται κατά το ποσό της αποζημίωσης που επιστρέφεται από το ΣΕΚ απευθείας στους εν λόγω πελάτες. Συνεπώς, η ΕΑΤ θα πρέπει να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των τεχνικών λεπτομερειών που αφορούν τη διαπίστωση της ταυτότητας των πελατών για τους σκοπούς της καταβολής αποζημιώσεων, των κριτηρίων για την καταβολή αποζημίωσης στον κάτοχο του λογαριασμού προς όφελος κάθε πελάτη ή απευθείας στον πελάτη, καθώς και των κανόνων για την αποφυγή πολλαπλών απαιτήσεων καταβολής αποζημίωσης στον ίδιο δικαιούχο.

(19)

Κατά την καταβολή αποζημιώσεων στους καταθέτες, τα ΣΕΚ ενδέχεται να αντιμετωπίζουν καταστάσεις οι οποίες προκαλούν ανησυχίες σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Για τον λόγο αυτόν, τα ΣΕΚ θα πρέπει να παρακρατούν την εκταμίευση αποζημίωσης σε καταθέτη όταν ενημερώνονται ότι μια μονάδα χρηματοοικονομικών πληροφοριών έχει αναστείλει τραπεζικό λογαριασμό ή λογαριασμό πληρωμών σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

(20)

Η οδηγία 2014/49/ΕΕ προβλέπει ότι, όταν ένα ΣΕΚ προχωρά σε πληρωμές στο πλαίσιο διαδικασίας εξυγίανσης, το ΣΕΚ θα πρέπει να έχει απαίτηση έναντι του σχετικού πιστωτικού ιδρύματος για ποσό ίσο με τις πληρωμές του και ότι η εν λόγω απαίτηση θα πρέπει να κατατάσσεται στην ίδια σειρά όπως και οι καλυπτόμενες καταθέσεις. Η εν λόγω διάταξη δεν κάνει διάκριση μεταξύ, αφενός, της εισφοράς ενός ΣΕΚ όταν χρησιμοποιείται εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα ανοικτής τράπεζας και, αφετέρου, της εισφοράς ενός ΣΕΚ στη χρηματοδότηση στρατηγικής μεταβίβασης η οποία ακολουθείται από εκκαθάριση της εναπομένουσας οντότητας. Για την εξασφάλιση της σαφήνειας και της ασφάλειας δικαίου όσον αφορά την ύπαρξη και το ποσό της απαίτησης ενός ΣΕΚ σε διάφορα σενάρια, είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί ότι όταν το ΣΕΚ συνεισφέρει στη χρηματοδότηση στρατηγικής μεταβίβασης, όπως η εφαρμογή του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή του εργαλείου μεταβατικού ιδρύματος, ή στη χρηματοδότηση εναλλακτικών μέτρων, στο πλαίσιο των οποίων ένα σύνολο στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων, του πιστωτικού ιδρύματος μεταβιβάζονται σε αποδέκτη, το εν λόγω ΣΕΚ θα πρέπει να έχει απαίτηση έναντι της εναπομένουσας οντότητας στο πλαίσιο της επακόλουθης διαδικασίας εκκαθάρισης βάσει του εθνικού δικαίου. Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι μέτοχοι και οι πιστωτές του πιστωτικού ιδρύματος που παραμένουν στην εναπομένουσα οντότητα απορροφούν αποτελεσματικά τις ζημίες του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος και να βελτιώνεται η δυνατότητα καταβολής αποζημιώσεων σε περίπτωση αφερεγγυότητας στο ΣΕΚ, η απαίτηση του ΣΕΚ θα πρέπει να έχει την ίδια κατάταξη με τις καλυπτόμενες καταθέσεις. Σε περίπτωση που εφαρμόζεται το εργαλείο διάσωσης με ίδια μέσα ανοικτής τράπεζας, δηλαδή το πιστωτικό ίδρυμα συνεχίζει τις δραστηριότητές του, το ΣΕΚ οφείλει να συνεισφέρει το ποσό κατά το οποίο οι καλυπτόμενες καταθέσεις θα είχαν απομειωθεί ή μετατραπεί για να απορροφήσουν τις ζημίες στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα, εάν οι καλυπτόμενες καταθέσεις συμπεριλαμβάνονταν στο πεδίο εφαρμογής της διάσωσης με ίδια μέσα. Επομένως, η συνεισφορά του ΣΕΚ στην εξυγίανση δεν θα πρέπει να συνεπάγεται απαίτηση έναντι του υπό εξυγίανση ιδρύματος, δεδομένου ότι η απαίτηση αυτή θα αναιρούσε τον σκοπό της συνεισφοράς του ΣΕΚ.

(21)

Για τη διασφάλιση της σύγκλισης των πρακτικών των ΣΕΚ και της ασφάλειας δικαίου για καταθέτες που απαιτούν την αποζημίωση των καταθέσεών τους, καθώς και για την αποφυγή λειτουργικών εμποδίων για τα ΣΕΚ, είναι σημαντικό να καθοριστεί επαρκώς μακρά προθεσμία εντός της οποίας οι καταθέτες μπορούν να απαιτούν την αποζημίωση των καταθέσεών τους, όταν το ΣΕΚ δεν έχει αποζημιώσει τους καταθέτες εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στην οδηγία 2014/49/ΕΕ σε περίπτωση εκταμίευσης. Κάθε τέτοια απαίτηση θα πρέπει να εξετάζεται από το ΣΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες ο υποβάλλων την απαίτηση δεν έχει ακόμη αναγνωριστεί ως καταθέτης μέσω δικαστικής απόφασης.

(22)

Σύμφωνα με την οδηγία 2014/49/ΕΕ, τα κράτη μέλη έπρεπε να διασφαλίσουν ότι, έως τις 3 Ιουλίου 2024, τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα ενός ΣΕΚ αντιστοιχούν στο επίπεδο-στόχο του 0,8 % επί του ύψους των καλυπτόμενων καταθέσεων των μελών του. Για την αντικειμενική αξιολόγηση της εκπλήρωσης ή μη της εν λόγω απαίτησης από τα ΣΕΚ, θα πρέπει να καθιερωθεί σαφής περίοδος αναφοράς για τον προσδιορισμό του ποσού των καλυπτόμενων καταθέσεων και των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων των ΣΕΚ.

(23)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ανθεκτικότητα των ΣΕΚ, τα κεφάλαιά τους θα πρέπει να προέρχονται από σταθερές και αμετάκλητες εισφορές. Ορισμένες πηγές χρηματοδότησης των ΣΕΚ, όπως οι αναμενόμενες ανακτήσεις έναντι απαιτήσεων του ΣΕΚ που απορρέουν από τις παρεμβάσεις του, έχουν υπερβολικά απρόοπτο χαρακτήρα ώστε να λαμβάνονται υπόψη ως διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα που πληρούν τις προϋποθέσεις για το επίπεδο-στόχο του ΣΕΚ. Για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων των ΣΕΚ όσον αφορά την εκπλήρωση του επιπέδου-στόχου τους και για την εξασφάλιση της χρηματοδότησης των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων των ΣΕΚ από εισφορές του κλάδου, θα πρέπει να γίνεται διάκριση των κεφαλαίων που πληρούν τις προϋποθέσεις για την επίτευξη του επιπέδου-στόχου από τα κεφάλαια που θεωρούνται συμπληρωματικές πηγές χρηματοδότησης, όπως τα δανειακά κεφάλαια που οδηγούν σε δανειακές υποχρεώσεις του ΣΕΚ. Ωστόσο, οι προβλέψιμες αποπληρωμές δανείων μπορούν να προγραμματίζονται και να συνυπολογίζονται στις τακτικές εισφορές των μελών του ΣΕΚ και, ως εκ τούτου, οι δανειακές υποχρεώσεις του ΣΕΚ δεν θα πρέπει να αφαιρούνται πλήρως από τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα που πληρούν τις προϋποθέσεις για το επίπεδο-στόχο. Για να προωθηθεί η ενιαία αγορά τραπεζικών υπηρεσιών μέσω της παροχής κινήτρων για τη στήριξη ρευστότητας μεταξύ των ΣΕΚ και για να διευκολυνθεί η χρήση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων ενός θεσμικού συστήματος προστασίας (ΘΣΠ) που αναγνωρίζεται ως ΣΕΚ βάσει της οδηγίας 2014/49/ΕΕ ώστε τα μέτρα του ΘΣΠ να προλαμβάνουν την πτώχευση των ιδρυμάτων-μελών του, αποφεύγοντας παράλληλα τους διπλούς υπολογισμούς, μια ανεξόφλητη απαίτηση επί δανείου που χορηγείται σε άλλο ΣΕΚ ή επί χρηματοδοτικών μέσων που διατίθενται με άλλον τρόπο στον λογαριασμό ΘΣΠ του εν λόγω ΘΣΠ που αναγνωρίζεται ως ΣΕΚ θα πρέπει να συνυπολογίζεται αποκλειστικά για το επίπεδο-στόχο του δανειοδοτικού ΣΕΚ ή του λογαριασμού ΣΕΚ του ΘΣΠ που αναγνωρίζεται ως ΣΕΚ.

(24)

Για να διασφαλιστούν η προβλεψιμότητα και η ασφάλεια δικαίου αναφορικά με τον χρόνο επίτευξης του επιπέδου-στόχου του ΣΕΚ μετά από χρήση κεφαλαίων του ΣΕΚ ή αύξηση του ποσού των καλυπτόμενων καταθέσεων, είναι απαραίτητο να καθοριστεί η περίοδος αναπλήρωσης, όχι μόνο σε περίπτωση σημαντικής μείωσης των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων που έχει ως αποτέλεσμα τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα να υπολείπονται των δύο τρίτων του επιπέδου-στόχου, αλλά και σε περίπτωση μικρότερης μείωσης που έχει ως αποτέλεσμα τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα να υπολείπονται του επιπέδου-στόχου αλλά να εξακολουθούν να υπερβαίνουν τα δύο τρίτα του επιπέδου-στόχου. Για να αποφευχθούν οι φιλοκυκλικές επιπτώσεις της επιβολής υψηλής οικονομικής επιβάρυνσης στις τράπεζες, η εξαετής περίοδος αναπλήρωσης σε περίπτωση μεγαλύτερων μειώσεων θα πρέπει να διατηρηθεί ανεξάρτητα από το αν οι εν λόγω μειώσεις οφείλονται σε παρέμβαση των ΣΕΚ ή σε σημαντική αύξηση του ποσού των καλυπτόμενων καταθέσεων. Σε περίπτωση μικρότερων μειώσεων, η περίοδος αναπλήρωσης θα πρέπει να είναι δύο έτη. Ωστόσο, εάν η μείωση του επιπέδου-στόχου είναι πολύ μικρή κατ’ αναλογία προς το κόστος είσπραξης των σχετικών εισφορών, το ΣΕΚ θα πρέπει να μπορεί να παρατείνει την εν λόγω διετή περίοδο κατά ένα έτος.

(25)

Για τη διασφάλιση της συνεπούς εφαρμογής, η ΕΑΤ θα πρέπει να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στα οποία θα προσδιορίζονται η μεθοδολογία υπολογισμού των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων που πληρούν τις προϋποθέσεις για την επίτευξη του επιπέδου-στόχου του ΣΕΚ και οι λεπτομέρειες της διαδικασίας που πρέπει να ακολουθείται για την επίτευξη του επιπέδου-στόχου από τα ΣΕΚ μετά τη μείωση.

(26)

Τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα ενός ΣΕΚ θα πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιηθούν άμεσα για την αντιμετώπιση αιφνίδιων γεγονότων εκταμίευσης αποζημιώσεων ή άλλων παρεμβάσεων. Λαμβανομένων υπόψη των διάφορων πρακτικών σε ολόκληρη την Ένωση, είναι σκόπιμο να καθοριστούν απαιτήσεις για τις επενδυτικές στρατηγικές κεφαλαίων των ΣΕΚ, με σκοπό τον μετριασμό οποιωνδήποτε αρνητικών επιπτώσεων στην ικανότητα κάθε ΣΕΚ να εκπληρώσει την εντολή του. Σε περίπτωση που ένα ΣΕΚ δεν είναι αρμόδιο να καθορίζει την επενδυτική στρατηγική, η αρχή, ο φορέας ή η οντότητα του κράτους μέλους που έχει την ευθύνη για τον καθορισμό της επενδυτικής στρατηγικής θα πρέπει, κατά τον καθορισμό της εν λόγω επενδυτικής στρατηγικής, να τηρεί επίσης τις αρχές της διαφοροποίησης και της επένδυσης σε στοιχεία ενεργητικού χαμηλού κινδύνου. Για τη διατήρηση της πλήρους επιχειρησιακής ανεξαρτησίας και ευελιξίας του ΣΕΚ όσον αφορά την πρόσβαση στα κεφάλαιά του, όταν τα κράτη μέλη επιτρέπουν τα κεφάλαια του ΣΕΚ να κατατίθενται στην εθνική τους κεντρική τράπεζα ή στο δημόσιο ταμείο τους, τα εν λόγω κεφάλαια θα πρέπει να δεσμεύονται σαφώς, να διαχωρίζονται για λογιστικούς σκοπούς και να είναι άμεσα διαθέσιμα προς χρήση από το ΣΕΚ.

(27)

Για την εξασφάλιση επαρκώς διαφοροποιημένων επενδύσεων των κεφαλαίων των ΣΕΚ, καθώς και συγκλινουσών πρακτικών, η ΕΑΤ θα πρέπει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές για τα ΣΕΚ σχετικά με το θέμα αυτό.

(28)

Η δυνατότητα που προβλέπεται στην οδηγία 2014/49/ΕΕ για την άντληση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων ενός ΣΕΚ μέσω υποχρεωτικών εισφορών που καταβάλλονται από τα ιδρύματα-μέλη σε υφιστάμενα συστήματα υποχρεωτικών εισφορών τα οποία έχουν συσταθεί από κράτος μέλος για την κάλυψη του κόστους που συνδέεται με τον συστημικό κίνδυνο δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να καταργηθεί.

(29)

Είναι αναγκαίο να ενισχυθεί η προστασία των καταθετών, με την αποφυγή ταυτόχρονα της ανάγκης εκποίησης των στοιχείων ενεργητικού ενός ΣΕΚ σε εξαιρετικά χαμηλές τιμές και τον περιορισμό των πιθανών αρνητικών φιλοκυκλικών επιπτώσεων σε ολόκληρο τον τραπεζικό κλάδο που προκαλούνται από την είσπραξη έκτακτων εισφορών. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν την επιλογή να επιτρέπουν στα ΣΕΚ τους να χρησιμοποιούν ρυθμίσεις εναλλακτικής χρηματοδότησης από ιδιωτικές πηγές οι οποίες τους επιτρέπουν να λαμβάνουν ανά πάσα στιγμή βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση από άλλες πηγές πλην των εισφορών, μεταξύ άλλων πριν από τη χρήση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων τους και των κεφαλαίων που συγκεντρώνονται μέσω έκτακτων εισφορών. Δεδομένου ότι τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει πρωτίστως να αναλαμβάνουν το κόστος και την ευθύνη για τη χρηματοδότηση των ΣΕΚ, οι ρυθμίσεις εναλλακτικής χρηματοδότησης από κρατικούς πόρους θα πρέπει να επιτρέπονται μόνο με τη μορφή εγγυήσεων ή δανείων με ληκτότητες που δεν υπερβαίνουν τα έξι έτη, ως έσχατη λύση και μόνο σε περίπτωση εκταμίευσης ή συνεισφοράς του ΣΕΚ στην εξυγίανση. Τούτο δεν θα πρέπει να εμποδίζει τη χρήση βραχυπρόθεσμων δανείων από δημόσιες πηγές πριν από άλλες ρυθμίσεις εναλλακτικής χρηματοδότησης σε εξαιρετικές περιστάσεις, ώστε να διασφαλίζεται έγκαιρη αποζημίωση των καταθετών ή συνεισφορά στην εξυγίανση.

(30)

Μολονότι ο πρωταρχικός ρόλος των ΣΕΚ είναι η αποζημίωση των καλυπτόμενων καταθετών, οι παρεμβάσεις εκτός της εκταμίευσης αποζημίωσης μπορούν να αποδειχθούν οικονομικά αποδοτικότερες για τα ΣΕΚ και να εξασφαλίσουν την αδιάλειπτη πρόσβαση στις καταθέσεις διευκολύνοντας τις στρατηγικές μεταβίβασης. Είναι πιθανό να ζητηθεί από τα ΣΕΚ να συνεισφέρουν στην εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων. Επιπλέον, σε ορισμένα κράτη μέλη, τα ΣΕΚ δύνανται να χρηματοδοτούν προληπτικά μέτρα για την αποκατάσταση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας πιστωτικών ιδρυμάτων ή εναλλακτικά μέτρα σε περίπτωση αφερεγγυότητας. Τέτοια προληπτικά και εναλλακτικά μέτρα μπορούν να διαδραματίσουν αποτελεσματικό ρόλο στη συνέχεια των εργαλείων διαχείρισης κρίσεων, προκειμένου να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των καταθετών και η χρηματοοικονομική σταθερότητα. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη που δεν έχουν προβλέψει προληπτικά και εναλλακτικά μέτρα στο εθνικό τους δίκαιο πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας θα πρέπει να εξετάσουν το ενδεχόμενο ανάπτυξης της αναγκαίας ικανότητας των ΣΕΚ τους και άλλων σχετικών αρχών, προκειμένου να εφαρμόσουν τέτοια μέτρα στο μέλλον. Κατόπιν αξιολόγησης της ετοιμότητας των κρατών μελών και της εμπειρίας από την εφαρμογή προληπτικών και εναλλακτικών μέτρων, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει την αξιολόγησή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, συνοδευόμενη, εφόσον αρμόζει, από νομοθετική πρόταση. Παρότι τα εν λόγω προληπτικά και εναλλακτικά μέτρα μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά την προστασία των καταθέσεων, είναι αναγκαίο τα εν λόγω μέτρα να υπόκεινται σε επαρκείς διασφαλίσεις, μεταξύ άλλων με τη μορφή εναρμονισμένης δοκιμής του ελάχιστου κόστους, προκειμένου να εξασφαλίζονται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού, καθώς και η αποτελεσματικότητα και η οικονομική αποδοτικότητα των εν λόγω μέτρων. Οι εν λόγω διασφαλίσεις θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο σε παρεμβάσεις οι οποίες χρηματοδοτούνται με τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα του ΣΕΚ και ρυθμίζονται βάσει της παρούσας οδηγίας.

(31)

Για να διασφαλιστεί συνεκτική προσέγγιση όσον αφορά την εφαρμογή προληπτικών μέτρων από τα ΣΕΚ σε ολόκληρη την Ένωση, η ΕΑΤ θα πρέπει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές που θα προσδιορίζουν τις προϋποθέσεις που πρέπει να επιβάλλονται στα πιστωτικά ιδρύματα που επωφελούνται από προληπτικά μέτρα, τα συστήματα που πρέπει να διαθέτουν τα ΣΕΚ για την επαρκή επιλογή και εφαρμογή προληπτικών μέτρων και την παρακολούθηση των κινδύνων τους και τις αναλυτικές ρυθμίσεις της συνεργασίας μεταξύ των αρχών εξυγίανσης, των ορισθεισών αρχών και των αρμόδιων αρχών.

(32)

Τα μέτρα για την πρόληψη της πτώχευσης ενός πιστωτικού ιδρύματος μέσω έγκαιρων παρεμβάσεων μπορούν να διαδραματίσουν αποτελεσματικό ρόλο στη συνέχεια των εργαλείων διαχείρισης κρίσεων που χρησιμοποιούνται για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των καταθετών και της χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Τα εν λόγω μέτρα μπορούν να λαμβάνουν διάφορες μορφές, όπως μέτρα κεφαλαιακής στήριξης με τη χρήση μέσων ιδίων κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων των μέσων κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, ή άλλα κεφαλαιακά μέσα, εγγυήσεις ή δάνεια. Η προσφυγή των ΣΕΚ στα μέτρα αυτά ήταν ετερογενής. Για τη διασφάλιση της συνέχειας των εργαλείων διαχείρισης κρίσεων και της προσφυγής σε προληπτικά μέτρα κατά τρόπο συνεπή με το πλαίσιο εξυγίανσης και τους κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις, είναι αναγκαίο να προσδιοριστούν το χρονοδιάγραμμα και οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Τα προληπτικά μέτρα θα πρέπει να χρησιμοποιούνται εγκαίρως, ώστε να προλαμβάνεται η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης ενός πιστωτικού ιδρύματος. Δεν ενδείκνυνται όταν η αρχή εξυγίανσης έχει λάβει απόφαση με την οποία διαπιστώνεται ότι το πιστωτικό ίδρυμα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης και ότι δεν υπάρχουν μέτρα που θα μπορούσαν να αποτρέψουν την πτώχευσή του, ανεξάρτητα από την εκτίμηση του κατά πόσον η εξυγίανση είναι προς το δημόσιο συμφέρον ή όχι. Οι ορισθείσες αρχές θα πρέπει να επιβεβαιώνουν αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για μια τέτοια παρέμβαση του ΣΕΚ.

(33)

Για να διασφαλίζεται ότι τα προληπτικά μέτρα επιτυγχάνουν τον στόχο τους, τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να υποχρεούνται να υποβάλλουν στην αρμόδια αρχή σημείωμα στο οποίο θα περιγράφονται συνοπτικά τα μέτρα που δεσμεύονται να λάβουν. Το εν λόγω σημείωμα θα πρέπει να περιέχει όλα τα στοιχεία που αποσκοπούν στην πρόληψη της εκροής κεφαλαίων και στην ενίσχυση της κεφαλαιακής θέσης και της θέσης ρευστότητας του πιστωτικού ιδρύματος, ώστε να παρέχεται στο πιστωτικό ίδρυμα η δυνατότητα συμμόρφωσης με όλες τις σχετικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας και άλλες κανονιστικές απαιτήσεις σε μελλοντοστρεφή βάση. Συνεπώς, το σημείωμα θα πρέπει να περιλαμβάνει μέτρα άντλησης κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων κανόνων για την έκδοση δικαιωμάτων, την εκούσια μετατροπή χρεωστικών μέσων μειωμένης εξασφάλισης, τις πράξεις διαχείρισης παθητικού, τις πωλήσεις στοιχείων ενεργητικού οι οποίες συμβάλλουν στη δημιουργία κεφαλαίων, την τιτλοποίηση χαρτοφυλακίων και τη μη διανομή κερδών, συμπεριλαμβανομένων περιορισμών στη διανομή μερισμάτων και περιορισμών στην απόκτηση εταιρικών μεριδίων. Επιπλέον, θα πρέπει να περιγράφει λεπτομερώς το αρχικό κεφαλαιακό έλλειμμα του πιστωτικού ιδρύματος. Κατά την εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται στο σημείωμα, τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει επίσης να ενισχύουν τις θέσεις ρευστότητάς τους και να απέχουν από επιθετικές εμπορικές πρακτικές, από τη διανομή μερισμάτων ή την καταβολή μεταβλητών αποδοχών, από την επαναγορά ιδίων μετοχών και από την άσκηση δικαιώματος προαίρεσης επί υβριδικών κεφαλαιακών μέσων. Το σημείωμα θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει στρατηγική για την έξοδο από τα ληφθέντα μέτρα στήριξης. Εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει να υποβάλλει στην αρμόδια αρχή σχέδιο αναδιοργάνωσης της επιχείρησης με σκοπό τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας. Οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές εξυγίανσης είναι οι πλέον κατάλληλες για να αξιολογήσουν τη συνάφεια και την αξιοπιστία των μέτρων που προβλέπονται σε σχέδιο αναδιοργάνωσης της επιχείρησης. Η αρμόδια αρχή θα πρέπει να συνεργάζεται με την ορισθείσα αρχή, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η ορισθείσα αρχή του ΣΕΚ, από το οποίο το πιστωτικό ίδρυμα ζητεί να χρηματοδοτήσει τη λήψη προληπτικού μέτρου, μπορεί να διαπιστώσει εάν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για τη λήψη προληπτικών μέτρων. Η περαιτέρω παροχή κεφαλαίων σε πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει να αναστέλλεται, αν η αρμόδια αρχή δεν έχει πεισθεί ότι το σχέδιο αναδιοργάνωσης της επιχείρησης είναι αξιόπιστο και εφικτό. Για την εξασφάλιση συνεκτικής προσέγγισης όσον αφορά την εφαρμογή προληπτικών μέτρων σε ολόκληρη την Ένωση, η ΕΑΤ θα πρέπει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές, προκειμένου να συνδράμει τα πιστωτικά ιδρύματα κατά την εκπόνηση σχεδίων αναδιοργάνωσης των επιχειρήσεων.

(34)

Για να διασφαλίζεται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα που λαμβάνουν στήριξη από τα ΣΕΚ με τη μορφή προληπτικών μέτρων τηρούν τις δεσμεύσεις τους, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να ζητούν σχέδιο αποκατάστασης από τα πιστωτικά ιδρύματα που δεν έχουν τηρήσει τις δεσμεύσεις που καθορίζονται στο σημείωμα ή στο σχέδιο αναδιοργάνωσης της επιχείρησής τους, δεν έχουν επιστρέψει το ποσό που καταβλήθηκε στο πλαίσιο των προληπτικών μέτρων ή δεν έχουν συμμορφωθεί με τη στρατηγική εξόδου. Όταν μια αρμόδια αρχή θεωρεί ότι τα μέτρα του σχεδίου αποκατάστασης δεν είναι ικανά να επιτύχουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του πιστωτικού ιδρύματος ή όταν το πιστωτικό ίδρυμα δεν συμμορφώνεται με το σχέδιο αποκατάστασης, το ΣΕΚ δεν θα πρέπει να παρέχει περαιτέρω προληπτική στήριξη στο πιστωτικό ίδρυμα και οι σχετικές αρχές θα πρέπει να διενεργούν αξιολόγηση δυνάμει της οδηγίας 2014/59/ΕΕ σχετικά με το αν το ίδρυμα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης. Για την εξασφάλιση συνεκτικής προσέγγισης όσον αφορά την εφαρμογή προληπτικών μέτρων σε ολόκληρη την Ένωση, η ΕΑΤ θα πρέπει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές, προκειμένου να συνδράμει τα πιστωτικά ιδρύματα κατά την εκπόνηση σχεδίων αποκατάστασης.

(35)

Είναι αναγκαίο η συνεισφορά του ΣΕΚ σε εναλλακτικά μέτρα να υπόκειται σε επαρκείς διασφαλίσεις, προκειμένου να διασφαλίζονται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού, καθώς και η αποτελεσματικότητα και η οικονομική αποδοτικότητα των εν λόγω μέτρων. Το ΣΕΚ μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση της μεταφοράς μη καλυπτόμενων καταθέσεων και άλλων μη εξασφαλισμένων υποχρεώσεων σε αποδέκτη μόνο εάν η μεταφορά είναι απολύτως αναγκαία και αναλογική για την αποφυγή μετάδοσης, εάν η μεταφορά θα μεγιστοποιούσε την αξία των περιουσιακών στοιχείων κατά την πώληση ή εάν η διαφύλαξη των σχέσεων με τους πελάτες θα διατηρούσε την εμπιστοσύνη. Το ΣΕΚ δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για τη μεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή υποχρεώσεων που κατατάσσονται κάτω από τις κοινές μη εξασφαλισμένες υποχρεώσεις στην εθνική νομοθεσία που διέπει τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

(36)

Για την αποφυγή επιζήμιων επιπτώσεων στον ανταγωνισμό και στην εσωτερική αγορά, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ότι, όταν πρόκειται για εναλλακτικά μέτρα σε περίπτωση αφερεγγυότητας, τα αρμόδια όργανα που εκπροσωπούν ένα πιστωτικό ίδρυμα, όπως εκκαθαριστής, διαχειριστής πτωχεύσεων, διαχειριστής ή άλλο όργανο, ή η οικεία εθνική αρχή θα πρέπει να προβαίνουν σε ρυθμίσεις για την εμπορική προώθηση της δραστηριότητας του πιστωτικού ιδρύματος, ή μέρους αυτής, στο πλαίσιο ανοικτής, διαφανούς και αμερόληπτης διαδικασίας, στοχεύοντας παράλληλα στη μεγιστοποίηση, στο μέτρο του δυνατού, της τιμής πώλησης. Το πιστωτικό ίδρυμα ή η οικεία εθνική αρχή, ή οποιοσδήποτε μεσάζων ενεργεί εξ ονόματος του συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος ή της οικείας εθνικής αρχής, θα πρέπει να εφαρμόζει κανόνες οι οποίοι είναι επαρκείς για την εμπορική προώθηση των στοιχείων ενεργητικού, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που πρέπει να μεταβιβαστούν σε δυνητικούς αγοραστές. Σε κάθε περίπτωση, η χρήση πόρων κράτους μέλους θα πρέπει να εξακολουθήσει να υπόκειται στους σχετικούς κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις βάσει της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), ανάλογα με την περίπτωση.

(37)

Δεδομένου ότι ο κύριος στόχος των ΣΕΚ είναι η προστασία των καλυπτόμενων καταθέσεων, θα πρέπει να επιτρέπεται στα ΣΕΚ να χρηματοδοτούν άλλες παρεμβάσεις πλην των εκταμιεύσεων αποζημιώσεων μόνο όταν το συνολικό ποσό των εν λόγω παρεμβάσεων είναι μικρότερο από το ποσό των καλυπτόμενων καταθέσεων στο συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα.

(38)

Για να ληφθούν καλύτερα υπόψη οι ιδιαιτερότητες των ΘΣΠ που αναγνωρίζονται ως ΣΕΚ και να ενισχυθεί η αποτελεσματικότητά τους, η οδηγία 2014/49/ΕΕ θα πρέπει να προβλέπει τη δυνατότητα ενός ΣΕΚ να χορηγεί δάνειο ή να μεταφέρει με άλλον τρόπο προσωρινά τα κεφάλαια που ρυθμίζονται από την εν λόγω οδηγία στον λογαριασμό του ΘΣΠ, ο οποίος είναι χωριστός από τον λογαριασμό του ΣΕΚ για λογιστικούς σκοπούς, με σκοπό τη χορήγηση χρηματοδοτικής στήριξης σε ένα μέλος και ιδίως τη διασφάλιση της ρευστότητας και της φερεγγυότητάς του για την αποφυγή πτώχευσης, όπου απαιτείται, στο πλαίσιο της εκπλήρωσης των στόχων του άρθρου 113 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10). Κάτι τέτοιο θα πρέπει να είναι δυνατό σε περιπτώσεις όπου τα παρεχόμενα μέσα είναι αναγκαία για τη συμπλήρωση των άλλων μέσων που προορίζονται για τη διασφάλιση της ρευστότητας και της φερεγγυότητας ενός συμμετέχοντος ιδρύματος προκειμένου να αποφευχθεί η πτώχευσή του και θα πρέπει να υπόκειται στην προϋπόθεση ότι η επιστροφή στο ΣΕΚ εντός επτά εργάσιμων ημερών, εάν χρειαστεί, αποτελεί αξιόπιστη προοπτική.

(39)

Προκειμένου να ενισχυθεί η εναρμονισμένη προστασία των καταθετών και να διευκρινιστούν οι αρμοδιότητες σε διασυνοριακές περιπτώσεις σε ολόκληρη την Ένωση, το ΣΕΚ του κράτους μέλους προέλευσης θα πρέπει να εξασφαλίζει την εκταμίευση αποζημίωσης στους καταθέτες που βρίσκονται σε κράτη μέλη στα οποία τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι μέλη του λαμβάνουν καταθέσεις και δέχονται άλλα επιστρεπτέα κεφάλαια, προσφέροντας υπηρεσίες καταθέσεων σε διασυνοριακή βάση, χωρίς να είναι εγκατεστημένα στο κράτος μέλος υποδοχής. Για τη διευκόλυνση των πράξεων εκταμίευσης αποζημιώσεων με την παροχή πληροφοριών στους καταθέτες και τη συλλογή και διαβίβαση σχετικών εγγράφων, το ΣΕΚ του κράτους μέλους υποδοχής θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να λειτουργεί ως σημείο επαφής για τους καταθέτες πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία ασκούν την ελευθερία παροχής υπηρεσιών.

(40)

Η συνεργασία μεταξύ των ΣΕΚ σε ολόκληρη την Ένωση έχει ζωτική σημασία για την εξασφάλιση της ταχείας και οικονομικά αποδοτικής αποζημίωσης των καταθετών, σε περίπτωση που τα πιστωτικά ιδρύματα παρέχουν τραπεζικές υπηρεσίες μέσω υποκαταστημάτων σε άλλα κράτη μέλη. Ενόψει των τεχνολογικών εξελίξεων που προάγουν τη χρήση των μεταβιβάσεων σε διασυνοριακό επίπεδο και την εξ αποστάσεως διαπίστωση της ταυτότητας, το ΣΕΚ του κράτους μέλους προέλευσης θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να καταβάλλει τις αποζημιώσεις απευθείας στους καταθέτες υποκαταστημάτων που βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι η διοικητική επιβάρυνση και το κόστος είναι μικρότερα απ’ ό,τι εάν η αποζημίωση καταβαλλόταν από το ΣΕΚ του κράτους μέλους υποδοχής. Η ευελιξία αυτή θα πρέπει να συμπληρώνει τον υφιστάμενο μηχανισμό συνεργασίας, με την επιβολή της υποχρέωσης στο ΣΕΚ του κράτους μέλους υποδοχής να αποζημιώνει τους καταθέτες σε υποκαταστήματα εξ ονόματος του ΣΕΚ του κράτους μέλους προέλευσης. Προκειμένου να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη των καταθετών στα ΣΕΚ τόσο των κρατών μελών υποδοχής όσο και των κρατών μελών προέλευσης, η ΕΑΤ θα πρέπει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές για να συνδράμει τα ΣΕΚ ώστε να συμμετέχουν στην εν λόγω συνεργασία, μεταξύ άλλων συμπεριλαμβάνοντας κατάλογο περιστάσεων και προϋποθέσεων υπό τις οποίες το ΣΕΚ του κράτους μέλους προέλευσης θα μπορούσε να αποφασίσει να αποζημιώσει τους καταθέτες σε υποκαταστήματα που βρίσκονται στο κράτος μέλος υποδοχής.

(41)

Τα πιστωτικά ιδρύματα μπορούν να αλλάξουν ΣΕΚ και να συμμετέχουν σε άλλο ή ορισμένες από τις δραστηριότητές τους μπορούν να μεταφερθούν και, ως εκ τούτου, να υπαχθούν σε άλλο ΣΕΚ. Η οδηγία 2014/49/ΕΕ επιβάλλει οι εισφορές που έχουν καταβληθεί από πιστωτικό ίδρυμα κατά το δωδεκάμηνο που προηγείται αλλαγής συμμετοχής σε ΣΕΚ ή μεταφοράς δραστηριοτήτων να μεταφέρονται από το ΣΕΚ προέλευσης στο άλλο ΣΕΚ κατ’ αναλογία του ύψους των καλυπτόμενων καταθέσεων που μεταφέρθηκαν. Για να διασφαλίζεται ότι η μεταφορά των εισφορών στο παραλαμβάνον ΣΕΚ δεν εξαρτάται από αποκλίνοντες εθνικούς κανόνες όσον αφορά την τιμολόγηση ή από την πραγματική ημερομηνία καταβολής των εισφορών, το ΣΕΚ προέλευσης θα πρέπει να υπολογίζει το προς μεταφορά ποσό με βάση τις οφειλόμενες εισφορές και όχι με βάση τις εισφορές που καταβλήθηκαν.

(42)

Είναι αναγκαίο να εξασφαλίζεται ίση προστασία των καταθετών σε ολόκληρη την Ένωση, την οποία δεν μπορεί να εγγυηθεί πλήρως ένα καθεστώς αξιολόγησης της ισοδυναμίας της προστασίας των καταθετών σε τρίτες χώρες. Για τον λόγο αυτόν, τα υποκαταστήματα που διατηρεί στην Ένωση ένα πιστωτικό ίδρυμα με έδρα σε τρίτη χώρα θα πρέπει να προσχωρήσουν σε ΣΕΚ στο κράτος μέλος στο οποίο ασκούν τη δραστηριότητά τους όσον αφορά την αποδοχή καταθέσεων. Με την εν λόγω απαίτηση θα διασφαλίζεται επίσης η συνέπεια με τις οδηγίες 2013/36/ΕΕ και 2014/59/ΕΕ, σκοπός των οποίων είναι η θέσπιση ισχυρότερου πλαισίου προληπτικής εποπτείας και εξυγίανσης για ομίλους τρίτων χωρών που παρέχουν τραπεζικές υπηρεσίες στην Ένωση. Αντιστρόφως, θα πρέπει να αποφεύγεται η έκθεση των ΣΕΚ στους οικονομικούς και χρηματοοικονομικούς κινδύνους τρίτων χωρών. Ως εκ τούτου, οι καταθέσεις πιστωτικών ιδρυμάτων της Ένωσης σε υποκαταστήματα που είναι εγκατεστημένα σε τρίτες χώρες δεν θα πρέπει να προστατεύονται, εκτός εάν τα κράτη μέλη αποφασίσουν ότι οι καταθέσεις στα εν λόγω υποκαταστήματα πρέπει να καλύπτονται.

(43)

Η τυποποιημένη και τακτική γνωστοποίηση πληροφοριών ενισχύει την ευαισθητοποίηση μεταξύ καταθετών σχετικά με την προστασία των καταθέσεων. Για την ευθυγράμμιση των απαιτήσεων γνωστοποίησης με τις τεχνολογικές εξελίξεις, οι εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους νέους ψηφιακούς διαύλους επικοινωνίας, μέσω των οποίων τα πιστωτικά ιδρύματα έρχονται σε επαφή με τους καταθέτες. Οι καταθέτες θα πρέπει να λαμβάνουν σαφείς και ομοιογενείς πληροφορίες οι οποίες εξηγούν την προστασία των καταθέσεων, ενώ παράλληλα θα περιορίζεται η σχετική διοικητική επιβάρυνση για τα πιστωτικά ιδρύματα ή τα ΣΕΚ. Η ΕΑΤ θα πρέπει να καταρτίσει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό του περιεχομένου και του μορφότυπου του ενημερωτικού δελτίου για τους καταθέτες που πρέπει να κοινοποιείται στους καταθέτες και του υποδείγματος των πληροφοριών που τα ΣΕΚ, οι ορισθείσες αρχές ή τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να κοινοποιούν στους καταθέτες σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων των συγχωνεύσεων πιστωτικών ιδρυμάτων, των διαπιστώσεων ότι οι καταθέσεις δεν είναι διαθέσιμες ή της αποζημίωσης των καταθέσεων κεφαλαίων πελατών.

(44)

Η συγχώνευση πιστωτικών ιδρυμάτων ή η μετατροπή θυγατρικής σε υποκατάστημα, ή αντιστρόφως, μπορεί να επηρεάσει τα βασικά χαρακτηριστικά της προστασίας των καταθετών. Για την αποφυγή των αρνητικών επιπτώσεων στους καταθέτες με καταθέσεις σε αμφότερα τα συγχωνευόμενα πιστωτικά ιδρύματα, και των οποίων οι απαιτήσεις κάλυψης των καταθέσεων θα μειώνονταν λόγω αλλαγών ως προς το ΣΕΚ σύνδεσης, όλοι οι καταθέτες θα πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με αλλαγές αυτού του είδους και θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να αποσύρουν τα κεφάλαιά τους ή να τα μεταφέρουν σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα μέχρι ποσού ίσου προς την απώλεια κάλυψης των καταθέσεών τους χωρίς την επιβολή κύρωσης.

(45)

Για τη διατήρηση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας, την αποφυγή της μετάδοσης και την εξασφάλιση της δυνατότητας των καταθετών να ασκούν τα δικαιώματά τους να απαιτούν τις καταθέσεις τους κατά περίπτωση, οι ορισθείσες αρχές, τα ΣΕΚ και τα πιστωτικά ιδρύματα θα πρέπει να ενημερώνουν τους καταθέτες ότι οι καταθέσεις καθίστανται μη διαθέσιμες.

(46)

Για την αύξηση της διαφάνειας για τους καταθέτες και την προώθηση της χρηματοοικονομικής ευρωστίας και της εμπιστοσύνης μεταξύ των ΣΕΚ κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους, θα πρέπει να βελτιωθούν οι ισχύουσες απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων. Αξιοποιώντας τις ισχύουσες απαιτήσεις που παρέχουν στα ΣΕΚ τη δυνατότητα να ζητούν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες από τα ιδρύματα-μέλη τους για την προετοιμασία της εκταμίευσης αποζημιώσεων, τα ΣΕΚ θα πρέπει επίσης να έχουν τη δυνατότητα να ζητούν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την προετοιμασία της καταβολής αποζημιώσεων στο πλαίσιο της διασυνοριακής συνεργασίας. Κατ’ αίτηση ενός ΣΕΚ, τα ιδρύματα-μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να παρέχουν γενικές πληροφορίες σχετικά με οποιαδήποτε σημαντική δραστηριότητα διασυνοριακού χαρακτήρα σε άλλα κράτη μέλη ή, κατά περίπτωση, επίσης σε τρίτες χώρες. Ομοίως, για να παρέχεται στην ΕΑΤ το κατάλληλο φάσμα πληροφοριών σχετικά τόσο με την εξέλιξη των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων των ΣΕΚ όσο και με τη χρήση των εν λόγω μέσων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα ΣΕΚ τηρούν ενήμερη την ΕΑΤ σε ετήσια βάση για το ποσό των καλυπτόμενων καταθέσεων και των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων και ότι γνωστοποιούν στην ΕΑΤ τις περιστάσεις που οδήγησαν στη χρήση των κεφαλαίων των ΣΕΚ είτε για την καταβολή αποζημιώσεων είτε για άλλα μέτρα. Τέλος, προκειμένου να αντικατοπτρίζεται η ενίσχυση του ρόλου των ΣΕΚ στη διαχείριση κρίσεων του τραπεζικού τομέα με σκοπό τη διευκόλυνση της χρήσης των κεφαλαίων των ΣΕΚ κατά την εξυγίανση, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να παρέχουν στα ΣΕΚ σύνοψη των σχεδίων εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων, με σκοπό την αύξηση της γενικής ετοιμότητας των εν λόγω ΣΕΚ να καθιστούν τα κεφάλαια διαθέσιμα, στον βαθμό που αυτό είναι απαραίτητο.

(47)

Τα τεχνικά πρότυπα στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες θα πρέπει να διευκολύνουν τη συνεπή εναρμόνιση και την επαρκή προστασία των καταθετών σε ολόκληρη την Ένωση. Δεδομένου ότι η ΕΑΤ αποτελεί όργανο με υψηλό βαθμό εξειδικευμένης εμπειρογνωσίας, είναι αποτελεσματικό και σκόπιμο να της ανατίθεται η κατάρτιση σχεδίων ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που δεν συνεπάγονται επιλογές πολιτικής, τα οποία θα υποβάλλονται για έγκριση στην Επιτροπή.

(48)

Όπου προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που καταρτίζει η ΕΑΤ μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων δυνάμει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Σε αυτά τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων θα πρέπει να προσδιορίζονται οι τεχνικές λεπτομέρειες που αφορούν τη διαπίστωση της ταυτότητας των πελατών των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων για την αποζημίωση των καταθέσεων κεφαλαίων πελατών, τα κριτήρια και οι περιστάσεις για την εκταμίευσης αποζημίωσης στον κάτοχο του λογαριασμού προς όφελος κάθε πελάτη ή απευθείας στον πελάτη, καθώς και οι κανόνες για την αποφυγή πολλαπλών απαιτήσεων καταβολής αποζημίωσης στον ίδιο δικαιούχο. Τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων θα πρέπει επίσης να προσδιορίζουν τη μεθοδολογία για τον υπολογισμό των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων που πληρούν τις προϋποθέσεις για το επίπεδο-στόχο και τη διαδικασία αναπλήρωσης των ΣΕΚ.

(49)

Όπου προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που καταρτίζει η ΕΑΤ μέσω εκτελεστικών πράξεων δυνάμει του άρθρου 291 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων θα πρέπει να προσδιορίζουν το περιεχόμενο και τη μορφή του ενημερωτικού δελτίου για τους καταθέτες, καθώς και τη διαδικασία και το περιεχόμενο των πληροφοριών που θα πρέπει να κοινοποιούνται στους καταθέτες. Τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων θα πρέπει επίσης να προσδιορίζουν τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται, όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα παρέχει πληροφορίες στο ΣΕΚ του και όταν ένα ΣΕΚ ή μια ορισθείσα αρχή παρέχει πληροφορίες στην ΕΑΤ, καθώς και τα υποδείγματα για την παροχή των εν λόγω πληροφοριών.

(50)

Για να εξασφαλίζεται η δυνατότητα υποκαταστημάτων στα κράτη μέλη των πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα εκτός της Ένωσης τα οποία δεν είναι μέλη ΣΕΚ εγκατεστημένου στην Ένωση να ικανοποιήσουν την απαίτηση για προσχώρηση σε ΣΕΚ της Ένωσης, θα πρέπει να παρέχεται στα εν λόγω υποκαταστήματα επαρκής χρόνος, ώστε να προβαίνουν στις αναγκαίες ενέργειες για τη συμμόρφωσή τους με την εν λόγω απαίτηση.

(51)

Η οδηγία 2014/49/ΕΕ επιτρέπει στα κράτη μέλη να αναγνωρίζουν ένα ΘΣΠ ως ΣΕΚ, εφόσον πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 113 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και συμμορφώνεται με την οδηγία 2014/49/ΕΕ. Προκειμένου να λαμβάνεται υπόψη το συγκεκριμένο επιχειρηματικό μοντέλο των εν λόγω ΘΣΠ, ιδίως η συνάφεια των προληπτικών μέτρων στο επίκεντρο της εντολής τους, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί η δυνατότητα των κρατών μελών να προβλέπουν μεγαλύτερη προθεσμία για την προσαρμογή των ΘΣΠ στους νέους κανόνες. Η δυνατότητα αυτή για μεγαλύτερη προθεσμία συμμόρφωσης λαμβάνει υπόψη τον χρόνο που χρειάζονται τα ΘΣΠ που αναγνωρίζονται ως ΣΕΚ για να δημιουργήσουν χρηματοδοτικά μέσα σε χωριστό λογαριασμό για λογιστικούς σκοπούς που προορίζονται για τη χορήγηση χρηματοδοτικής στήριξης σε ένα μέλος και ιδίως για να διασφαλίσουν τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητά του, ώστε να αποφευχθεί η πτώχευση, όπου είναι αναγκαίο.

(52)

Για να έχουν τα ΣΕΚ και οι ορισθείσες αρχές τη δυνατότητα να αναπτύξουν την αναγκαία επιχειρησιακή ικανότητα για την εφαρμογή των νέων κανόνων που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία σχετικά με τη χρήση προληπτικών μέτρων, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί αναβολή της εφαρμογής των εν λόγω κανόνων.

(53)

Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, και συγκεκριμένα η διασφάλιση της ενιαίας προστασίας των καταθετών στην Ένωση, δεν μπορεί να επιτευχθεί ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη λόγω των κινδύνων που ενδέχεται να συνεπάγεται για την ακεραιότητα της ενιαίας αγοράς η εφαρμογή αποκλινουσών εθνικών προσεγγίσεων, μπορεί όμως να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, με τροποποίηση των κανόνων που έχουν ήδη θεσπιστεί σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(54)

Ζητήθηκε η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 42 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11), ο οποίος γνωμοδότησε στις 12 Ιουνίου 2023 (12).

(55)

Επομένως, η οδηγία 2014/49/ΕΕ θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις της οδηγίας 2014/49/ΕΕ

Η οδηγία 2014/49/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες και διαδικασίες που αφορούν τη σύσταση και τη λειτουργία των συστημάτων εγγύησης καταθέσεων (ΣΕΚ), την κάλυψη και την αποζημίωση των καταθέσεων, καθώς και τις διασφαλίσεις για τη χρήση των κεφαλαίων των ΣΕΚ για μέτρα πέραν της αποζημίωσης των καταθέσεων, προκειμένου να διασφαλίζεται η πρόσβαση των καταθετών στις καταθέσεις τους.»

·

β)

στην παράγραφο 2, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα εκτός της Ένωσης, που συμμετέχουν στα συστήματα τα οποία αναφέρονται στο στοιχείο α), β) ή γ) της παρούσας παραγράφου.».

2)

Το άρθρο 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο σημείο 3), η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3)

“κατάθεση”: το πιστωτικό υπόλοιπο που προκύπτει από κεφάλαια κατατεθειμένα σε λογαριασμό ή από μεταβατικές καταστάσεις απορρέουσες από συνήθεις τραπεζικές συναλλαγές που πραγματοποιούνται συνήθως από τα πιστωτικά ιδρύματα κατά τη διάρκεια της δραστηριότητάς τους, και το οποίο το πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να επιστρέψει βάσει των ισχυόντων νόμιμων και συμβατικών όρων, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων προθεσμίας και των καταθέσεων ταμιευτηρίου, αλλά εξαιρουμένου του πιστωτικού υπολοίπου όταν:»

·

ii)

στο σημείο 13), η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«13)

“δέσμευση πληρωμής”: αμετάκλητη, πλήρως εξασφαλισμένη υποχρέωση πιστωτικού ιδρύματος να καταβάλει σε ΣΕΚ ένα χρηματικό ποσό όταν το εν λόγω ΣΕΚ το ζητήσει, και σε περίπτωση που η εξασφάλιση:»

·

iii)

προστίθενται τα ακόλουθα σημεία:

«19)

“αρχή εξυγίανσης”: αρχή εξυγίανσης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 18) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ·

20)

“καταθέσεις κεφαλαίων πελατών”: κεφάλαια τα οποία οι κάτοχοι λογαριασμών που είναι χρηματοδοτικά ιδρύματα, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 26) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καταθέτουν κατά τη διάρκεια της δραστηριότητάς τους σε πιστωτικό ίδρυμα για λογαριασμό των πελατών τους·

21)

“πλαίσιο της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις”: το πλαίσιο που έχει καθοριστεί σύμφωνα με τα άρθρα 107, 108 και 109 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και με τους κανονισμούς και όλες τις πράξεις της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων κατευθυντήριων γραμμών, κοινοποιήσεων και ανακοινώσεων, που έχουν διατυπωθεί ή εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 108 παράγραφος 4 ή του άρθρου 109 ΣΛΕΕ·

22)

“νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες”: νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1624 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1)·

23)

“χρηματοδότηση της τρομοκρατίας”: χρηματοδότηση της τρομοκρατίας όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1624.

(*1)  Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1624 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2024, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L, 2024/1624, 19.6.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1624/oj).»·"

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα μερίδια οικοδομικών συνεταιρισμών της Ιρλανδίας, εκτός από εκείνα που έχουν χαρακτήρα κεφαλαίου και καλύπτονται από το άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο β), θεωρούνται καταθέσεις.».

3)

Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα δεν τηρεί τις υποχρεώσεις που υπέχει ως μέλος ενός ΣΕΚ, το εν λόγω ΣΕΚ ενημερώνει αμέσως σχετικά την ορισθείσα αρχή και την αρμόδια αρχή του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η εν λόγω αρμόδια αρχή, σε συνεργασία με την εν λόγω ορισθείσα αρχή και, κατά περίπτωση, με το εν λόγω ΣΕΚ, να λαμβάνουν αμελλητί όλα τα κατάλληλα μέτρα, περιλαμβανομένης, εάν είναι αναγκαίο, της επιβολής κυρώσεων, για να διασφαλίζεται ότι το πιστωτικό ίδρυμα τηρεί τις υποχρεώσεις που υπέχει ως μέλος ΣΕΚ.

Για τους σκοπούς των μέτρων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν, κατά περίπτωση, ότι οι αρμόδιες αρχές είναι σε θέση να χρησιμοποιούν τις εποπτικές εξουσίες που καθορίζονται στον τίτλο VII κεφάλαιο 1 τμήμα IV της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση που πιστωτικά ιδρύματα παραβιάζουν τις υποχρεώσεις που υπέχουν ως μέλη ΣΕΚ. Οι κυρώσεις αυτές είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.»

·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4α.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα δεν καταβάλλει τις εισφορές που αναφέρονται στο άρθρο 10 και στο άρθρο 11 παράγραφος 4 εντός του χρονοδιαγράμματος που ορίζει το ΣΕΚ, το εν λόγω ΣΕΚ ή, κατά περίπτωση, η οικεία ορισθείσα αρχή επιβάλλει, για την περίοδο της υπερημερίας, το νόμιμο επιτόκιο επί του οφειλόμενου ποσού.»

·

γ)

οι παράγραφοι 5 και 6 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το ΣΕΚ ενημερώνει την οικεία ορισθείσα αρχή και την οικεία αρμόδια αρχή όταν τα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 4α δεν αποκαθιστούν τη συμμόρφωση του πιστωτικού ιδρύματος με τις υποχρεώσεις που υπέχει ως μέλος ΣΕΚ. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το ΣΕΚ ή, κατά περίπτωση, η οικεία ορισθείσα αρχή αξιολογεί αν το πιστωτικό ίδρυμα εξακολουθεί να πληροί τις προϋποθέσεις για τη συνέχιση της συμμετοχής του στο εν λόγω ΣΕΚ και ενημερώνει την οικεία αρμόδια αρχή για το αποτέλεσμα της εν λόγω αξιολόγησης.

6.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν αρμόδια αρχή αποφασίζει να ανακαλέσει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 18 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, το οικείο πιστωτικό ίδρυμα παύει να είναι μέλος του ΣΕΚ του. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι καταθέσεις που τηρούνται στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα την ημερομηνία κατά την οποία έπαυσε να είναι μέλος του ΣΕΚ κατόπιν ανάκλησης της άδειας να εξακολουθούν να καλύπτονται από το εν λόγω ΣΕΚ.»

·

δ)

στην παράγραφο 7, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όταν η λειτουργία του ΣΕΚ τελεί υπό τη διαχείριση ιδιωτικής οντότητας, οι ορισθείσες αρχές διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες επιβολής για την αποκατάσταση παραβάσεων της παρούσας οδηγίας από το εν λόγω ΣΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των εξουσιών επιβολής κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων.»

·

ε)

η παράγραφος 8 διαγράφεται·

στ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«13.   Έως τις 11 Μαΐου 2029, η ΕΑΤ καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με το πεδίο εφαρμογής, το περιεχόμενο και τις διαδικασίες των ελέγχων αντοχής που αναφέρονται στην παράγραφο 10.».

4)

Το άρθρο 5 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

οι καταθέσεις που απορρέουν από συναλλαγές σε σχέση με τις οποίες υπήρξε ποινική καταδίκη για νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για χρηματοδότηση της τρομοκρατίας·»

·

ii)

το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

οι καταθέσεις που γίνονται από χρηματοδοτικά ιδρύματα, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 26) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, στο όνομά τους και για ίδιο λογαριασμό·»

·

iii)

το στοιχείο ε) διαγράφεται·

iv)

το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«στ)

οι καταθέσεις των οποίων η ταυτότητα κατόχου δεν έχει διαπιστωθεί ποτέ, σύμφωνα με το άρθρο 20 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1624, όταν οι εν λόγω καταθέσεις καθίστανται μη διαθέσιμες, εκτός εάν ο κάτοχος ζητήσει την εκταμίευση αποζημίωσης και ούτε το πιστωτικό ίδρυμα ούτε το ΣΕΚ μπορούν να αποδείξουν ότι η μη διαπίστωση της ταυτότητας οφείλεται σε ενέργειες ή παράλειψη του κατόχου του λογαριασμού και υπό την προϋπόθεση ότι η ταυτότητα του καταθέτη έχει επαληθευτεί πριν από την εκταμίευση αποζημίωσης·»

·

v)

το στοιχείο ι) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ι)

οι καταθέσεις από κεντρικές κυβερνήσεις ή κυβερνήσεις ομόσπονδων κρατών, όπως ορίζονται στα σημεία 2.114 και 2.115 του παραρτήματος Α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 549/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*2), με εξαίρεση τις καταθέσεις από μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που ελέγχονται από την κεντρική κυβέρνηση ή κυβερνήσεις ομόσπονδων κρατών·

(*2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 549/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 2013, για το ευρωπαϊκό σύστημα εθνικών και περιφερειακών λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 174 της 26.6.2013, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2013/549/oj).»·"

vi)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«ιβ)

οι καταθέσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 45β παράγραφος 1α στοιχεία α) έως δ) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων με εναπομένουσα διάρκεια μικρότερη του ενός έτους.»

·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν να περιλαμβάνονται στο επίπεδο κάλυψης που ορίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 καταθέσεις από ατομικά συνταξιοδοτικά προγράμματα και επαγγελματικά συνταξιοδοτικά συστήματα μικρομεσαίων επιχειρήσεων.».

5)

Το άρθρο 6 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Επιπλέον από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ακόλουθες καταθέσεις προστατεύονται έως ποσό ύψους τουλάχιστον 500 000 EUR για έξι μήνες από το χρονικό σημείο κατά το οποίο το εν λόγω ποσό πιστώθηκε ή από τη στιγμή κατά την οποία οι καταθέσεις αυτές καθίσταται δυνατόν να μεταβιβασθούν νομίμως:»

·

ii)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

καταθέσεις από συναλλαγές επί ακινήτων από φυσικό πρόσωπο οι οποίες αφορούν ιδιωτικές κατοικίες και καταθέσεις που προορίζονται για συναλλαγές αυτού του είδους, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω συναλλαγές έχουν εκτελεστεί ή πρόκειται να εκτελεστούν βραχυπρόθεσμα, και υπό τον όρο ότι το εν λόγω φυσικό πρόσωπο μπορεί να προσκομίσει έγγραφα που αποδεικνύουν ότι, πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η σχετική διοικητική αρχή προβαίνει στη διαπίστωση όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 8) στοιχείο α) ή μια δικαστική αρχή λαμβάνει απόφαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 8) στοιχείο β), η εν λόγω συναλλαγή είχε εκτελεστεί ή επρόκειτο να εκτελεστεί βραχυπρόθεσμα·»

·

iii)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι καταθέσεις να προστατεύονται έως το ανώτατο ποσό των 2 500 000 EUR.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), τα κράτη μέλη ορίζουν τον όρο “βραχυπρόθεσμα” στο εθνικό δίκαιο.»

·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το επίπεδο κάλυψης που ορίζεται στην παράγραφο 2 να είναι συμπληρωματικό στο επίπεδο κάλυψης που ορίζεται στην παράγραφο 1.»

·

γ)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Τα ποσά που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 επανεξετάζονται περιοδικά, και τουλάχιστον ανά πενταετία, από την Επιτροπή. Εάν κρίνεται σκόπιμο, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο πρόταση νομοθετικής πράξης για την προσαρμογή του ποσού που αναφέρεται στην παράγραφο 1, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις εξελίξεις στον τραπεζικό τομέα και την οικονομική και νομισματική κατάσταση στην Ένωση, καθώς και για την προσαρμογή των ποσών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, λαμβάνοντας υπόψη την εξέλιξη των τιμών των ακινήτων στα διάφορα κράτη μέλη και την ανάγκη να διασφαλίζονται η αναλογικότητα και ισότιμοι όροι ανταγωνισμού σε ολόκληρη την Ένωση.».

6)

Το άρθρο 7 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Όταν ο κάτοχος του λογαριασμού δεν δικαιούται απόλυτα τα ποσά που τηρούνται σε έναν λογαριασμό, από την εγγύηση καλύπτεται το άτομο που τα δικαιούται απόλυτα, εφόσον η ταυτότητά του διαπιστώνεται ή μπορεί να διαπιστωθεί πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η σχετική διοικητική αρχή προβαίνει στη διαπίστωση όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 8) στοιχείο α) ή μια δικαστική αρχή λαμβάνει απόφαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 8) στοιχείο β).

Με την επιφύλαξη του άρθρου 8γ, στην περίπτωση κεφαλαίων που διατηρεί κάτοχος λογαριασμού σε χωριστό λογαριασμό για επαγγελματικούς σκοπούς εξ ονόματος ατόμου που δικαιούται απόλυτα τα ποσά, όπως ορίζεται από το εθνικό δίκαιο, και όταν τα κεφάλαια αυτά προστατεύονται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο προς το συμφέρον του εν λόγω ατόμου έναντι των απαιτήσεων άλλων πιστωτών του κατόχου του λογαριασμού, το ΣΕΚ δεν λαμβάνει υπόψη, κατά τον καθορισμό του καλυπτόμενου ποσού που οφείλεται στο άτομο που δικαιούται απόλυτα τα ποσά, άλλες καταθέσεις που έχει πραγματοποιήσει το εν λόγω άτομο στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα, εφόσον η ταυτότητα του εν λόγω ατόμου διαπιστώνεται από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα ΣΕΚ να μπορούν να αποζημιώνουν τις καλυπτόμενες καταθέσεις είτε στον κάτοχο του λογαριασμού προς όφελος κάθε ατόμου που δικαιούται απόλυτα τα ποσά είτε απευθείας στο άτομο που δικαιούται απόλυτα τα ποσά.»

·

β)

στην παράγραφο 5, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι οι υποχρεώσεις του καταθέτη έναντι του πιστωτικού ιδρύματος οι οποίες έχουν καταστεί απαιτητές πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η σχετική διοικητική αρχή προβαίνει στη διαπίστωση όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 8) στοιχείο α) ή μια δικαστική αρχή λαμβάνει απόφαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 8) στοιχείο β) αφαιρούνται από το συνολικό ποσό των επιλέξιμων καταθέσεων του εν λόγω καταθέτη στον βαθμό που επιτρέπεται ο συμψηφισμός σύμφωνα με τις νομικές και συμβατικές διατάξεις που διέπουν τη σύμβαση μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και του καταθέτη.»

·

γ)

η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το ΣΕΚ επιστρέφει το κεφάλαιο στο άρτιο και τους τόκους επί των καταθέσεων οι οποίοι είναι δεδουλευμένοι έως την ημερομηνία κατά την οποία η σχετική διοικητική αρχή προβαίνει στη διαπίστωση όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 8) στοιχείο α) ή μια δικαστική αρχή λαμβάνει απόφαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 8) στοιχείο β). Δεν σημειώνεται υπέρβαση του επιπέδου κάλυψης που ορίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 ή, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2, του επιπέδου κάλυψης που ορίζεται στην εν λόγω παράγραφο.»

·

δ)

στην παράγραφο 9, η τελευταία περίοδος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνονται στις πληροφορίες για τους καταθέτες που αναφέρονται στο άρθρο 16 της παρούσας οδηγίας.».

7)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 7α

Βάρος της απόδειξης όσον αφορά την επιλεξιμότητα και το δικαίωμα επί των καταθέσεων

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 και στο άρθρο 7 παράγραφος 3, ο καταθέτης ή, κατά περίπτωση, ο κάτοχος του λογαριασμού αποδεικνύει ότι οι οικείες καταθέσεις πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 6 παράγραφος 2 ή, εναλλακτικά, αποδεικνύει δικαίωμα επί των καταθέσεων στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 3.».

8)

Το άρθρο 8 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα ΣΕΚ διασφαλίζουν ότι το ποσό προς αποζημίωση είναι διαθέσιμο το συντομότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση εντός επτά εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία η σχετική διοικητική αρχή προβαίνει στη διαπίστωση όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 8) στοιχείο α) ή μια δικαστική αρχή λαμβάνει απόφαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 8) στοιχείο β).»

·

β)

η παράγραφος 2 διαγράφεται·

γ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη επιτρέπουν στα ΣΕΚ να εφαρμόζουν μεγαλύτερη προθεσμία καταβολής αποζημιώσεων για:

α)

τις καταθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 2 οι οποίες υπερβαίνουν το ποσό που ορίζεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1· και

β)

τις καταθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 και στο άρθρο 8β, σε περίπτωση που η ταυτότητα του ατόμου που δικαιούται απόλυτα τις εν λόγω καταθέσεις δεν έχει διαπιστωθεί όταν οι καταθέσεις αυτές καθίστανται μη διαθέσιμες.

Η εν λόγω μεγαλύτερη προθεσμία δεν υπερβαίνει τις 20 εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία κατά την οποία τα εν λόγω ΣΕΚ λαμβάνουν όλες τις πληροφορίες ή τα έγγραφα τεκμηρίωσης που έχουν ζητήσει προκειμένου να εξετάσουν τις απαιτήσεις και να επαληθεύσουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την καταβολή αποζημίωσης.»

·

δ)

η παράγραφος 4 διαγράφεται·

ε)

η παράγραφος 5 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο β) διαγράφεται·

ii)

το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 9, τους τελευταίους 24 μήνες δεν έχει πραγματοποιηθεί συναλλαγή σχετική με την κατάθεση και ο λογαριασμός είναι συνεπώς αδρανής, εκτός από την περίπτωση στην οποία ο καταθέτης διαθέτει επίσης καταθέσεις σε άλλον λογαριασμό στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα ο οποίος δεν είναι αδρανής· ή»

·

iii)

το στοιχείο δ) διαγράφεται·

στ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5α.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 9 παράγραφος 3, όταν κατάθεση υπόκειται σε περιοριστικά μέτρα που έχουν θεσπιστεί από την Ένωση βάσει του άρθρου 29 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) ή του άρθρου 215 ΣΛΕΕ (“περιοριστικά μέτρα της Ένωσης”), τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα ΣΕΚ να αναστέλλουν την καταβολή του ποσού προς αποζημίωση για το διάστημα ισχύος των εν λόγω μέτρων.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα δεσμεύουν τις καταθέσεις που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα της Ένωσης κατά τρόπο που να επιτρέπει την άμεση ταυτοποίηση για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.»

·

ζ)

η παράγραφος 8 διαγράφεται·

η)

η παράγραφος 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«9.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν τους τελευταίους 24 μήνες δεν έχει πραγματοποιηθεί συναλλαγή σχετική με την κατάθεση, ένα ΣΕΚ δύναται να ορίσει κατώτατο όριο σχετικά με το διοικητικό κόστος που θα προκαλούσε στο εν λόγω ΣΕΚ η καταβολή της αποζημίωσης αυτής. Το ΣΕΚ δεν υποχρεούται να λαμβάνει ενεργά μέτρα για την αποζημίωση των καταθετών κάτω από το εν λόγω όριο. Ωστόσο, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το ΣΕΚ αποζημιώνει τους καταθέτες κάτω από το εν λόγω όριο σε περίπτωση που το ζητήσουν οι εν λόγω καταθέτες.».

9)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 8α

Αποζημίωση καταθέσεων άνω των 10 000 EUR

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν τα προς αποζημίωση ποσά υπερβαίνουν τα 10 000 EUR, τα ΣΕΚ αποζημιώνουν, όταν είναι δυνατόν, τους καταθέτες μέσω μεταφορών πιστώσεων όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 24) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*3) ή, όταν οι εν λόγω μεταφορές πιστώσεων δεν είναι δυνατές, μέσω πληρωμής που διασφαλίζει την ιχνηλασιμότητα των κεφαλαίων, εκτός από την πληρωμή σε μετρητά.

Άρθρο 8β

Κάλυψη των καταθέσεων κεφαλαίων πελατών

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι καταθέσεις κεφαλαίων πελατών καλύπτονται από τα ΣΕΚ όταν ισχύουν όλα τα ακόλουθα:

α)

οι καταθέσεις αυτές πραγματοποιούνται εξ ονόματος και για λογαριασμό πελατών που είναι επιλέξιμοι για προστασία σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1·

β)

οι καταθέσεις αυτές πραγματοποιούνται σε διαχωρισμένους λογαριασμούς σύμφωνα με τις απαιτήσεις διασφάλισης που ορίζονται στο δίκαιο της Ένωσης για τη ρύθμιση των δραστηριοτήτων των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο δ)·

γ)

έχει διαπιστωθεί ή μπορεί να διαπιστωθεί η ταυτότητα των πελατών που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου από το χρηματοοικονομικό ίδρυμα στο οποίο τηρείται ο λογαριασμός στο όνομα των εν λόγω πελατών πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η σχετική διοικητική αρχή προβαίνει στη διαπίστωση όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 8) στοιχείο α) ή μια δικαστική αρχή λαμβάνει απόφαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 8) στοιχείο β).

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το επίπεδο κάλυψης που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 ισχύει για καθέναν από τους πελάτες που πληρούν την προϋπόθεση του στοιχείου γ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7 παράγραφος 1, όταν προσδιορίζεται το ποσό προς αποζημίωση για μεμονωμένο πελάτη, το ΣΕΚ δεν λαμβάνει υπόψη το συνολικό ποσό των καταθέσεων που έχει πραγματοποιήσει ο εν λόγω πελάτης στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα.

3.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα ΣΕΚ να αποζημιώνουν τις καλυπτόμενες καταθέσεις κεφαλαίων πελατών είτε στον κάτοχο του λογαριασμού προς όφελος κάθε πελάτη είτε απευθείας στον πελάτη.

4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει:

α)

τις τεχνικές λεπτομέρειες που αφορούν τη διαπίστωση της ταυτότητας των πελατών για την καταβολή αποζημίωσης σύμφωνα με το άρθρο 8·

β)

τα κριτήρια βάσει των οποίων, και τις περιστάσεις υπό τις οποίες, πρέπει να καταβάλλεται η αποζημίωση στον κάτοχο του λογαριασμού προς όφελος κάθε πελάτη ή απευθείας στον πελάτη·

γ)

τους κανόνες για την αποφυγή πολλαπλών απαιτήσεων για εκταμίευση αποζημίωσης στον ίδιο δικαιούχο.

Κατά την κατάρτιση των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η ΕΑΤ λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:

α)

τις ιδιαιτερότητες του επιχειρηματικού μοντέλου των διαφόρων τύπων χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο δ)·

β)

τις ειδικές απαιτήσεις του εφαρμοστέου δικαίου της Ένωσης το οποίο ρυθμίζει τις δραστηριότητες των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο δ), με σκοπό τον χειρισμό των κεφαλαίων των πελατών.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στην Επιτροπή έως τις 11 Μαΐου 2027.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώνει την παρούσα οδηγία εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 8γ

Αναστολή της καταβολής αποζημιώσεων σε περίπτωση ανησυχιών σχετικά με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η ορισθείσα αρχή ενημερώνει το ΣΕΚ εντός 24 ωρών από τη στιγμή που η ορισθείσα αρχή λαμβάνει από αρχή χρηματοπιστωτικής εποπτείας όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1640 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*4) τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 64 παράγραφος 4 της εν λόγω οδηγίας. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ της ορισθείσας αρχής και του ΣΕΚ περιορίζονται στις πληροφορίες που είναι απολύτως αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων και των αρμοδιοτήτων του ΣΕΚ βάσει της παρούσας οδηγίας και ότι η εν λόγω ανταλλαγή πληροφοριών τηρεί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στην οδηγία 96/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*5).

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το ΣΕΚ αναστέλλει την καταβολή του ποσού προς αποζημίωση, σε περίπτωση που καταθέτης ή άλλο άτομο που δικαιούται ποσά τα οποία τηρούνται σε λογαριασμό βαρύνεται με κατηγορία σχετική με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή με χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, εν αναμονή της απόφασης του δικαστηρίου. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν διαδικασία που διασφαλίζει ότι οι πληροφορίες αυτές κοινοποιούνται εγκαίρως στο ΣΕΚ.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το ΣΕΚ αναστέλλει την καταβολή του ποσού προς αποζημίωση για την ίδια περίοδο με εκείνη που ορίζεται στο άρθρο 24 της οδηγίας (ΕΕ) 2024/1640, όταν ενημερώνεται από το πιστωτικό ίδρυμα ή την ορισθείσα αρχή ότι η μονάδα χρηματοοικονομικών πληροφοριών που αναφέρεται στο εν λόγω άρθρο έχει αναστείλει συναλλαγή, λογαριασμό ή επιχειρηματική σχέση που σχετίζεται με τον συγκεκριμένο καταθέτη.

4.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το ΣΕΚ δεν υπέχει ευθύνη για τυχόν αναστολή σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3.

(*3)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ L 337 της 23.12.2015, σ. 35, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2015/2366/oj)."

(*4)  Οδηγία (EΕ) 2024/1640 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2024, σχετικά με τους μηχανισμούς που πρέπει να συγκροτήσουν τα κράτη μέλη για την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τους σκοπούς της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, για την τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937 και για την τροποποίηση και την κατάργηση της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 (ΕΕ L, 2024/1640, 19.6.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2024/1640/oj)."

(*5)  Οδηγία 96/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 1996, σχετική με τη νομική προστασία των βάσεων δεδομένων (ΕΕ L 77 της 27.3.1996, σ. 20, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/1996/9/oj).»."

10)

Στο άρθρο 9, οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Με την επιφύλαξη δικαιωμάτων που ενδεχομένως έχουν δυνάμει του εθνικού δικαίου, τα ΣΕΚ που προβαίνουν σε πληρωμές καλυπτόμενες από την εγγύηση σε εθνικό πλαίσιο έχουν το δικαίωμα υποκατάστασης στα δικαιώματα των καταθετών σε διαδικασίες εκκαθάρισης ή αναδιοργάνωσης και για ποσό ίσο προς τις πληρωμές που καταβάλλουν τα εν λόγω ΣΕΚ στους εν λόγω καταθέτες. Τα ΣΕΚ που προβαίνουν σε εισφορά στο πλαίσιο των εργαλείων εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 3 στοιχείο α) ή β) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ ή στο πλαίσιο των μέτρων που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 5 της παρούσας οδηγίας έχουν απαίτηση σε διαδικασίες εκκαθάρισης έναντι του εναπομένοντος πιστωτικού ιδρύματος για ποσό ίσο με την εισφορά τους. Η εν λόγω απαίτηση κατατάσσεται στην ίδια σειρά όπως και οι καλυπτόμενες καταθέσεις βάσει του εθνικού δικαίου που διέπει τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι καταθέτες των οποίων οι καταθέσεις δεν αποζημιώθηκαν ούτε αναγνωρίστηκαν από το ΣΕΚ εντός των προθεσμιών του άρθρου 8 παράγραφοι 1 και 3 μπορούν να εγείρουν απαίτηση έναντι του ΣΕΚ για την αποζημίωση των καταθέσεών τους εντός πέντε ετών από την ημερομηνία κατά την οποία η σχετική διοικητική αρχή προβαίνει στη όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 8) στοιχείο α) ή μια δικαστική αρχή λαμβάνει απόφαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 8) στοιχείο β).».

11)

Το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, έως τις 3 Ιουλίου 2024, τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα ενός ΣΕΚ θα αντιστοιχούν τουλάχιστον στο επίπεδο-στόχο του 0,8 % επί του ύψους των καλυπτόμενων καταθέσεων των μελών του.

Για τον υπολογισμό του επιπέδου-στόχου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η περίοδος αναφοράς είναι μεταξύ της 31ης Δεκεμβρίου που προηγείται της ημερομηνίας κατά την οποία πρέπει να επιτευχθεί το επίπεδο-στόχος και της εν λόγω ημερομηνίας.

Όταν προσδιορίζουν αν το ΣΕΚ έχει επιτύχει το επίπεδο-στόχο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη λαμβάνουν υπόψη μόνο τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα που συνεισφέρουν άμεσα τα μέλη στο ΣΕΚ ή ανακτώνται από αυτά, αφαιρουμένων των διοικητικών τελών και επιβαρύνσεων. Τα εν λόγω διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα περιλαμβάνουν τα έσοδα από επενδύσεις που προέρχονται από κεφάλαια τα οποία συνεισφέρουν τα μέλη στο ΣΕΚ και κεφάλαια που ανακτώνται από το ΣΕΚ έναντι των απαιτήσεών του που απορρέουν από τις παρεμβάσεις του, αλλά δεν περιλαμβάνουν τις αποζημιώσεις τις οποίες δεν απαίτησαν επιλέξιμοι καταθέτες κατά τη διάρκεια των διαδικασιών εκταμίευσης αποζημιώσεων και τυχόν δανειακές υποχρεώσεις που οφείλονται από το ΣΕΚ. Ανεξόφλητες δανειακές απαιτήσεις έναντι άλλου ΣΕΚ βάσει του άρθρου 12 ή ανεξόφλητες δανειακές απαιτήσεις ή μέσα που διατίθενται με άλλο τρόπο βάσει του άρθρου 12α περιλαμβάνονται και συνυπολογίζονται αποκλειστικά για την επίτευξη του επιπέδου-στόχου.

Σε περίπτωση που η ικανότητα χρηματοδότησης υστερεί έναντι του επιπέδου-στόχου, η καταβολή των εισφορών συνεχίζεται τουλάχιστον μέχρις ότου επιτευχθεί εκ νέου το επίπεδο-στόχος.

Όταν επιτυγχάνεται για πρώτη φορά το επίπεδο-στόχος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου και τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα, κατόπιν είτε αύξησης του ποσού των καλυπτόμενων καταθέσεων είτε εκταμίευσης των κεφαλαίων του ΣΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 8 ή το άρθρο 11 παράγραφος 2, 3 ή 5, μειώνονται σε λιγότερο από τα δύο τρίτα του επιπέδου-στόχου, το ΣΕΚ ορίζει την τακτική εισφορά σε επίπεδο που επιτρέπει να επιτευχθεί το επίπεδο-στόχος εντός περιόδου που δεν υπερβαίνει τα έξι έτη.

Όταν επιτυγχάνεται για πρώτη φορά το επίπεδο-στόχος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο και τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα μειώνονται κατά λιγότερο από το ένα τρίτο του επιπέδου-στόχου, το ΣΕΚ ορίζει την τακτική εισφορά σε επίπεδο που επιτρέπει να επιτευχθεί το επίπεδο-στόχος μέσα σε δύο έτη. Ένα ΣΕΚ μπορεί να παρατείνει την εν λόγω περίοδο κατά ένα ακόμη έτος, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το προς είσπραξη ποσό ανέρχεται σε ποσό ανάλογο προς το κόστος είσπραξης των εισφορών.

Η τακτική εισφορά λαμβάνει δεόντως υπόψη τη φάση του οικονομικού κύκλου και τον αντίκτυπο που μπορεί να έχουν οι φιλοκυκλικές εισφορές κατά τον καθορισμό των ετήσιων εισφορών στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου.

Τα κράτη μέλη μπορούν να παρατείνουν την αρχική χρονική περίοδο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο κατά τέσσερα έτη κατά μέγιστο, εφόσον το ΣΕΚ έχει εκταμιεύσει σωρευτικά ποσά που υπερβαίνουν το 0,8 % των καλυπτόμενων καταθέσεων.»

·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα τα οποία λαμβάνει υπόψη το ΣΕΚ για την επίτευξη του επιπέδου-στόχου που αναφέρεται στην παράγραφο 2 μπορούν να περιλαμβάνουν δεσμεύσεις πληρωμής, πληρωτέες εντός δύο εργάσιμων ημερών κατόπιν αιτήματος του ΣΕΚ. Το συνολικό μερίδιο των εν λόγω δεσμεύσεων πληρωμής ανέρχεται, κατ’ ανώτερο, σε 30 % επί του συνολικού ύψους των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων που συγκεντρώνονται δυνάμει της παραγράφου 2.

Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις δεσμεύσεις πληρωμής, στις οποίες καθορίζονται κριτήρια για το παραδεκτό των εν λόγω δεσμεύσεων.»

·

γ)

η παράγραφος 4 διαγράφεται·

δ)

η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ΣΕΚ, οι ορισθείσες αρχές ή οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν την επενδυτική στρατηγική για τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα των ΣΕΚ και ότι η εν λόγω επενδυτική στρατηγική συμμορφώνεται με τις αρχές της διαφοροποίησης και της επένδυσης σε στοιχεία ενεργητικού χαμηλού κινδύνου. Τα ΣΕΚ χρησιμοποιούν παράγωγα μόνο για σκοπούς διαχείρισης κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης του κινδύνου αγοράς και του κινδύνου ρευστότητας.»

·

ε)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«7α.   Όταν στα ΣΕΚ επιτρέπεται να τοποθετούν το σύνολο ή μέρος των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων τους στην εθνική τους κεντρική τράπεζα ή στο δημόσιο ταμείο τους, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα εν λόγω διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα να διαχωρίζονται από άλλα κεφάλαια για λογιστικούς σκοπούς και να είναι άμεσα διαθέσιμα προς χρήση από τα εν λόγω ΣΕΚ σύμφωνα με τα άρθρα 11 και 12 και το άρθρο 14 παράγραφος 3.»

·

στ)

η παράγραφος 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«9.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ΣΕΚ έχουν καθιερώσει κατάλληλες ρυθμίσεις εναλλακτικής χρηματοδότησης, ώστε να είναι σε θέση να εξασφαλίσουν βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση προκειμένου να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις έναντι αυτών των ΣΕΚ. Οι ρυθμίσεις εναλλακτικής χρηματοδότησης που χρηματοδοτούνται από δημόσιους πόρους χρησιμοποιούνται μόνο για την καταβολή αποζημιώσεων βάσει του άρθρου 8 παράγραφος 1 και για τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 ως έσχατη λύση και παρέχονται υπό μορφή δανείων ή εγγυήσεων. Ρυθμίσεις εναλλακτικής χρηματοδότησης από δημόσιες πηγές παρέχονται μόνο υπό την προϋπόθεση ότι το ΣΕΚ αναλαμβάνει την έννομη υποχρέωση να επιστρέψει, εντός έξι ετών, τις χρηματοδοτούμενες ή εγγυημένες από δημόσιους πόρους ρυθμίσεις εναλλακτικής χρηματοδότησης, καθώς και τους συμπεφωνημένους τόκους και τέλη.

Σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν, δεδομένων των εκταμιεύσεων και των ανακτήσεων κατά τη διάρκεια της περιόδου καταβολής αποζημιώσεων, η αρμόδια αρχή εκτιμά ότι η καταβολή αποζημιώσεων θα μπορούσε να επιβαρύνει υπερβολικά τις χρηματοδοτικές ικανότητες των υπόλοιπων ιδρυμάτων-μελών, η περίοδος καταβολής αποζημιώσεων μπορεί να παραταθεί άπαξ για έως και τρία έτη.»

·

ζ)

η παράγραφος 10 διαγράφεται·

η)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«11.   Στο πλαίσιο των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφοι 1, 2, 3 και 5, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν σε ΣΕΚ να χρησιμοποιούν τα κεφάλαια τα οποία προέρχονται από τις ρυθμίσεις εναλλακτικής χρηματοδότησης που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 9, και τα οποία δεν χρηματοδοτούνται ούτε καλύπτονται από εγγύηση με δημόσιους πόρους, πριν από τη χρήση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων και πριν από την είσπραξη των έκτακτων εισφορών που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 8.

12.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει:

α)

τη μεθοδολογία υπολογισμού των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων τα οποία πληρούν τις προϋποθέσεις για την επίτευξη του επιπέδου-στόχου που αναφέρεται στην παράγραφο 2, στην οποία περιλαμβάνονται η οριοθέτηση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων των ΣΕΚ και οι κατηγορίες των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων που προέρχονται από εισφερόμενα κεφάλαια·

β)

τις λεπτομέρειες της διαδικασίας για την επίτευξη του επιπέδου-στόχου που αναφέρεται στην παράγραφο 2 μετά τη χρήση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων από το ΣΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 11 ή όταν έχει αυξηθεί το ποσό των καλυπτόμενων καταθέσεων.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στην Επιτροπή έως τις 11 Μαΐου 2028.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώνει την παρούσα οδηγία εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

13.   Έως τις 11 Μαΐου 2028, η ΕΑΤ καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές προκειμένου να συνδράμει τα ΣΕΚ όσον αφορά τη διαφοροποίηση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών τους μέσων και τον τρόπο με τον οποίο τα ΣΕΚ μπορούν να επενδύσουν σε στοιχεία ενεργητικού χαμηλού κινδύνου με δυνατότητα εφαρμογής στα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα των ΣΕΚ.».

12)

Το άρθρο 11 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 11

Χρήση των κεφαλαίων

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ΣΕΚ χρησιμοποιούν τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 10 πρωτίστως για την εξασφάλιση αποζημιώσεων για τους καταθέτες σύμφωνα με το άρθρο 8.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ΣΕΚ χρησιμοποιούν τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα για τη χρηματοδότηση της εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων σύμφωνα με το άρθρο 109 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

3.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στα ΣΕΚ να χρησιμοποιούν τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα για προληπτικά μέτρα, εφόσον ισχύουν σωρευτικά τα ακόλουθα:

α)

η αρχή εξυγίανσης δεν έχει λάβει την απόφαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 82 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ·

β)

πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις των άρθρων 11α και 11β.

4.   Σε περίπτωση που τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα έχουν χρησιμοποιηθεί για προληπτικά μέτρα όπως αναφέρονται στο άρθρο 11α, τα συνδεόμενα πιστωτικά ιδρύματα παρέχουν αμέσως στο ΣΕΚ τα μέσα που χρησιμοποιούνται για τη λήψη των εν λόγω μέτρων, όπου κρίνεται σκόπιμο με τη μορφή έκτακτων εισφορών, εάν ισχύει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α)

προκύψει ανάγκη να αποζημιωθούν οι καταθέτες ή να πραγματοποιηθεί παρέμβαση στην εξυγίανση και τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα του ΣΕΚ ανέρχονται σε λιγότερο από τα δύο τρίτα του επιπέδου-στόχου·

β)

τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα του ΣΕΚ κατέλθουν του 25 % του επιπέδου-στόχου.

5.   Σε περίπτωση εκκαθάρισης πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 32β της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, με σκοπό την έξοδό του από την αγορά ή την παύση της τραπεζικής του δραστηριότητας, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στα ΣΕΚ να χρησιμοποιούν τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα για εναλλακτικά μέτρα με σκοπό τη διατήρηση της πρόσβασης των καταθετών στις καταθέσεις τους, συμπεριλαμβανομένων της μεταφοράς στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού και της λογιστικής μεταφοράς καταθέσεων, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11δ της παρούσας οδηγίας.

6.   Έως τις 11 Μαΐου 2030, η Επιτροπή, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΤ, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στην οποία αξιολογεί την εφαρμογή και τον αντίκτυπο των διατάξεων που σχετίζονται με τα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 5 και στην οποία συμπεριλαμβάνονται τα εξής:

α)

αξιολόγηση της κατάστασης όσον αφορά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο και την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων, καθώς και οποιαδήποτε νομικά ή πρακτικά εμπόδια εμπόδισαν τα κράτη μέλη να επιτρέψουν στα ΣΕΚ τους να τα χρηματοδοτήσουν·

β)

αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των εν λόγω μέτρων και του βαθμού στον οποίο έχουν συμβάλει στην επίτευξη των στόχων της παρούσας οδηγίας·

γ)

ανάλυση της σκοπιμότητας της διάθεσης των εν λόγω μέτρων στα ΣΕΚ σε όλα τα κράτη μέλη.

Η έκθεση συνοδεύεται, εφόσον τούτο είναι σκόπιμο, από νομοθετική πρόταση.».

13)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 11α

Προληπτικά μέτρα

1.   Όταν τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη χρήση κεφαλαίων των ΣΕΚ για προληπτικά μέτρα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 3, μεριμνούν ώστε τα ΣΕΚ να χρησιμοποιούν τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα για τέτοια προληπτικά μέτρα, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το αίτημα πιστωτικού ιδρύματος για τη χρηματοδότηση τέτοιων προληπτικών μέτρων συνοδεύεται από σημείωμα στο οποίο καθορίζονται τα μέτρα όπως αναφέρονται στο άρθρο 11β παράγραφος 1·

β)

το πιστωτικό ίδρυμα έχει ζητήσει τη γνώμη της αρμόδιας αρχής σχετικά με τα μέτρα που καθορίζονται στο σημείωμα που αναφέρεται στο άρθρο 11β παράγραφος 1 και έχει λάβει υπόψη τις παρατηρήσεις της σχετικά με τα εν λόγω μέτρα·

γ)

η χρήση προληπτικών μέτρων από το ΣΕΚ συνδέεται με την επιβολή όρων στο υποστηριζόμενο πιστωτικό ίδρυμα, οι οποίοι αφορούν τουλάχιστον αυστηρότερη παρακολούθηση του κινδύνου του πιστωτικού ιδρύματος, συνοδευόμενη από ρυθμίσεις διακυβέρνησης που διευκολύνουν την εν λόγω παρακολούθηση, ενισχυμένα δικαιώματα ελέγχου για το ΣΕΚ και συχνότερη υποβολή εκθέσεων προς τις αρμόδιες αρχές·

δ)

η χρήση προληπτικών μέτρων από το ΣΕΚ εξαρτάται από την υποχρέωση του πιστωτικού ιδρύματος να διασφαλίσει αποτελεσματική πρόσβαση στις καλυπτόμενες καταθέσεις·

ε)

τα συνδεόμενα πιστωτικά ιδρύματα έχουν τη δυνατότητα να καταβάλλουν τις έκτακτες συνεισφορές σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 4·

στ)

το πιστωτικό ίδρυμα συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει της παρούσας οδηγίας και το χρονοδιάγραμμα καταβολής αποζημιώσεων ή η στρατηγική εξόδου όπως αναφέρονται στο άρθρο 11β παράγραφος 6 της παρούσας οδηγίας ή στο άρθρο 32γ παράγραφος 2 στοιχείο β) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ έχει τηρηθεί, όσον αφορά τυχόν προηγούμενο προληπτικό μέτρο ή έκτακτη δημόσια οικονομική στήριξη.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ΣΕΚ διαθέτουν κατάλληλα συστήματα παρακολούθησης και κατάλληλες διαδικασίες λήψης αποφάσεων για την επιλογή και την εφαρμογή προληπτικών μέτρων και για την παρακολούθηση των συναφών κινδύνων.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ΣΕΚ μπορούν να εφαρμόζουν προληπτικά μέτρα μόνο εφόσον η ορισθείσα αρχή έχει επιβεβαιώσει ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Η ορισθείσα αρχή ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή και την αρχή εξυγίανσης.

4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α)

τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ)·

β)

τα συστήματα παρακολούθησης και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων που πρέπει να διαθέτουν τα ΣΕΚ σύμφωνα με την παράγραφο 2, λαμβανομένων υπόψη των πρακτικών των ΘΣΠ που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο γ)·

γ)

λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων του άρθρου 11β, τις αναλυτικές ρυθμίσεις της συνεργασίας μεταξύ των αρχών εξυγίανσης, των ορισθεισών αρχών και των αρμόδιων αρχών βάσει των παραγράφων 1 και 3 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 11β

Απαιτήσεις για προληπτικά μέτρα

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα που ζητούν από ΣΕΚ να χρηματοδοτήσει προληπτικά μέτρα δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 3 υποβάλλουν στην αρμόδια αρχή σημείωμα στο οποίο καθορίζονται τα μέτρα που δεσμεύονται να λάβουν τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να διασφαλίσουν συμμόρφωση με τις ισχύουσες εποπτικές απαιτήσεις σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ και τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

2.   Στο σημείωμα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καθορίζονται μέτρα για τον μετριασμό του κινδύνου επιδείνωσης της χρηματοπιστωτικής ευρωστίας του πιστωτικού ιδρύματος και για την ενίσχυση της κεφαλαιακής του θέσης και της θέσης ρευστότητάς του.

3.   Όταν τα χρηματοδοτικά μέσα ενός ΣΕΚ χρησιμοποιούνται για προληπτικά μέτρα δυνάμει του άρθρου 11 παράγραφος 3 της παρούσας οδηγίας, η χρήση αυτή θεωρείται μεταβολή της οικονομικής κατάστασης του πιστωτικού ιδρύματος και η επικαιροποίηση του σχεδίου ανάκαμψης καθίσταται απαραίτητη δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 2 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ.

4.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση μέτρων κεφαλαιακής στήριξης, συμπεριλαμβανομένων των ανακεφαλαιοποιήσεων, των μέτρων απομείωσης στοιχείων ενεργητικού και των εγγυήσεων περιουσιακών στοιχείων, τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα ενός ΣΕΚ καλύπτουν μόνο το κεφαλαιακό έλλειμμα όπως εκτιμάται επί του παρόντος με βάση τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

το κεφαλαιακό έλλειμμα που διαπιστώνεται σε ενωσιακό ή εθνικό έλεγχο αντοχής, έλεγχο ποιότητας περιουσιακών στοιχείων ή ισοδύναμο έλεγχο, ή στη διάρκεια διαδικασίας εποπτικής εξέτασης και αξιολόγησης, επιτόπιων επιθεωρήσεων ή προσωρινής διαχείρισης, ή από ανεξάρτητο εκτιμητή·

β)

μέτρα άντλησης κεφαλαίων που πρέπει να εφαρμοστούν εντός έξι μηνών από την υποβολή του σχεδίου αναδιοργάνωσης της επιχείρησης·

γ)

διασφαλίσεις που αποτρέπουν τις εκροές κεφαλαίων, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 7.

Τα στοιχεία που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α) έως γ) περιλαμβάνονται στο σημείωμα που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Κατά τον προσδιορισμό του ποσού της κεφαλαιακής στήριξης που θα παρασχεθεί από το ΣΕΚ, το ΣΕΚ μπορεί επίσης να λαμβάνει υπόψη τυχόν μελλοντοστρεφή αξιολόγηση της κεφαλαιακής επάρκειας, συμπεριλαμβανομένου του σχεδίου διατήρησης κεφαλαίου που αναφέρεται στο άρθρο 142 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

Το ΣΕΚ γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή το ποσό της κεφαλαιακής στήριξης που θα παρασχεθεί.

5.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ΣΕΚ μεταβιβάζουν τις συμμετοχές τους σε μετοχές ή άλλα κεφαλαιακά μέσα στο υποστηριζόμενο πιστωτικό ίδρυμα μόλις το επιτρέψουν οι εμπορικές και χρηματοπιστωτικές συνθήκες.

6.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το σημείωμα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 προβλέπει στρατηγική εξόδου από τα προληπτικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένου σαφώς καθορισμένου χρονοδιαγράμματος για την αποπληρωμή από το πιστωτικό ίδρυμα όσον αφορά τυχόν επιστρεπτέα κεφάλαια που έχει λάβει στο πλαίσιο των προληπτικών μέτρων και την εκποίηση της συμμετοχής του οικείου ΣΕΚ στο κεφάλαιο του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος δυνάμει της παραγράφου 5. Οι εν λόγω πληροφορίες δημοσιοποιούνται μόνο μετά την έξοδο του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος από τα προληπτικά μέτρα ή αφού έχει ολοκληρωθεί η αξιολόγηση που αναφέρεται στο άρθρο 11γ παράγραφος 3, με την επιφύλαξη υποχρεώσεων δημοσιοποίησης που δεν επιδέχονται αναβολή και οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*6).

7.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι δεν καταβάλλονται μερίσματα, επαναγορές μετοχών ή μεταβλητές αποδοχές και ότι το υποστηριζόμενο πιστωτικό ίδρυμα δεν αναλαμβάνει αμετάκλητη δέσμευση καταβολής μερισμάτων, επαναγοράς μετοχών ή μεταβλητών αποδοχών. Η αρμόδια αρχή μπορεί κατ’ εξαίρεση να επιτρέψει την καταβολή μερισμάτων, όταν το πιστωτικό ίδρυμα αποδεικνύει κατά τρόπο ικανοποιητικό για την αρμόδια αρχή ότι δεσμεύεται νομικά να καταβάλει τα μερίσματα. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι απαγορεύσεις που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο παραμένουν σε ισχύ έως ότου το πιστωτικό ίδρυμα εξέλθει από τα προληπτικά μέτρα.

8.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, εντός έξι μηνών από την παροχή της αρχικής χρηματοδοτικής στήριξης, το υποστηριζόμενο πιστωτικό ίδρυμα υποβάλλει στην αρμόδια αρχή σχέδιο αναδιοργάνωσης της επιχείρησης. Αφού χορηγηθούν τα προληπτικά μέτρα, η αρμόδια αρχή μπορεί να παρατείνει την εν λόγω περίοδο μέχρι τους οκτώ μήνες κατ’ ανώτατο όριο. Εάν η αρμόδια αρχή δεν πεισθεί ότι το σχέδιο αναδιοργάνωσης της επιχείρησης είναι αξιόπιστο ή εφικτό, αναστέλλεται η περαιτέρω παροχή κεφαλαίων από το ΣΕΚ στο συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα.

9.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα μέτρα τα οποία προβλέπονται στο σχέδιο αναδιοργάνωσης της επιχείρησης που αναφέρεται στην παράγραφο 8 είναι συμβατά με το σχέδιο αναδιάρθρωσης του πιστωτικού ιδρύματος που απαιτεί ενδεχομένως η Επιτροπή, κατά το πλαίσιο της Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις.

10.   Η αρμόδια αρχή υποβάλλει το αναφερόμενο στην παράγραφο 8 σχέδιο αναδιοργάνωσης της επιχείρησης στην αρχή εξυγίανσης. Η αρχή εξυγίανσης δύναται να εξετάσει το σχέδιο αναδιοργάνωσης της επιχείρησης, προκειμένου να προσδιορίσει δράσεις οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη δυνατότητα εξυγίανσης του ιδρύματος και να υποβάλει συστάσεις στην αρμόδια αρχή σχετικά με τα θέματα αυτά. Η αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί την αξιολόγηση και τις συστάσεις της εντός του χρονοδιαγράμματος που ορίζει η αρμόδια αρχή.

Άρθρο 11γ

Σχέδιο αποκατάστασης

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα δεν εκπληρώσει τις δεσμεύσεις που περιγράφονται συνοπτικά στο σημείωμα που αναφέρεται στο άρθρο 11β παράγραφος 1 ή στο σχέδιο αναδιοργάνωσης της επιχείρησης που αναφέρεται στο άρθρο 11β παράγραφος 8 ή δεν επιστρέψει το ποσό που συνεισέφερε το ΣΕΚ στο πλαίσιο των προληπτικών μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 3 κατά τη λήξη ή δεν συμμορφωθεί με τη στρατηγική εξόδου βάσει του άρθρου 11β παράγραφος 6, το ΣΕΚ ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή χωρίς καθυστέρηση.

2.   Στις περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αρμόδια αρχή ζητεί από το πιστωτικό ίδρυμα να υποβάλει άπαξ σχέδιο αποκατάστασης στην ορισθείσα αρχή και στο ΣΕΚ, στο οποίο περιγράφονται οι ενέργειες στις οποίες θα προβεί το πιστωτικό ίδρυμα για τη διασφάλιση ή την αποκατάσταση της συμμόρφωσης με τις εποπτικές απαιτήσεις, την εξασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητάς του και την επιστροφή του οφειλόμενου ποσού που συνεισέφερε το ΣΕΚ στα προληπτικά μέτρα, καθώς και το σχετικό χρονοδιάγραμμα. Η ορισθείσα αρχή και το ΣΕΚ διαβουλεύονται με την αρμόδια αρχή όσον αφορά τα μέτρα που προβλέπονται στο σχέδιο αποκατάστασης.

3.   Εάν η αρμόδια αρχή δεν πειστεί ότι το σχέδιο αποκατάστασης είναι αξιόπιστο ή εφικτό ή εάν το πιστωτικό ίδρυμα δεν συμμορφωθεί με το σχέδιο αποκατάστασης, η αρμόδια αρχή ενημερώνει το ΣΕΚ και την αρχή εξυγίανσης για την αξιολόγησή της. Στην περίπτωση αυτή, το ΣΕΚ δεν χορηγεί περαιτέρω προληπτικά μέτρα στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα και οι αρμόδιες αρχές διενεργούν αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 32 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ σχετικά με το αν το ίδρυμα βρίσκεται σε σημείο πτώχευσης ή πιθανής πτώχευσης.

4.   Έως τις 11 Μαΐου 2029, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές στις οποίες καθορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνονται στο σχέδιο αναδιοργάνωσης της επιχείρησης που συνοδεύει τα προληπτικά μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 11β παράγραφοι 4 έως 8 και στο σχέδιο αποκατάστασης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 11δ

Προϋποθέσεις για εναλλακτικά μέτρα

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα ενός ΣΕΚ χρησιμοποιούνται για εναλλακτικά μέτρα όπως αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 5, το ΣΕΚ μπορεί να συνεισφέρει το αναγκαίο ποσό για τη χρηματοδότηση της μεταφοράς μη καλυπτόμενων καταθέσεων και άλλων κοινών μη εξασφαλισμένων υποχρεώσεων σε αποδέκτη και για τη διασφάλιση της κεφαλαιακής ουδετερότητας του αποδέκτη, επιπλέον του αναγκαίου ποσού για τη μεταφορά καλυπτόμενων καταθέσεων και στοιχείων ενεργητικού του οικείου πιστωτικού ιδρύματος, όταν, κατά την εκτίμηση της αρμόδιας εθνικής αρχής:

α)

η μεταφορά μη καλυπτόμενων καταθέσεων ή κοινών μη εξασφαλισμένων υποχρεώσεων είναι απολύτως αναγκαία και αναλογική για την αποφυγή μετάδοσης, ιδίως όσον αφορά τις επιλέξιμες καταθέσεις φυσικών προσώπων και πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων·

β)

η μεταφορά μη καλυπτόμενων καταθέσεων και κοινών μη εξασφαλισμένων υποχρεώσεων θα μεγιστοποιούσε την αξία κατά την πώληση ή τη μεταβίβαση σε νέο αγοραστή, περιορίζοντας έτσι την καταστροφή της οικονομικής αξίας και μειώνοντας τις πιθανές ζημίες για τους πιστωτές· ή

γ)

είναι αναγκαίο να διατηρηθεί η όλη σχέση με τους πελάτες, προκειμένου να διατηρηθεί η εμπιστοσύνη.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ΣΕΚ δεν χρηματοδοτούν τη μεταφορά ιδίων κεφαλαίων και υποχρεώσεων που κατατάσσονται κάτω από τις κοινές μη εξασφαλισμένες υποχρεώσεις στην εθνική τους νομοθεσία που διέπει τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν ένα ΣΕΚ χρηματοδοτεί τη μεταφορά στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, συμπεριλαμβανομένης της λογιστικής μεταφοράς καταθέσεων όπως αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 5, το οικείο πιστωτικό ίδρυμα ή η αρμόδια εθνική αρχή θέτει προς πώληση ή προβαίνει σε ρυθμίσεις για τη θέση προς πώληση των στοιχείων ενεργητικού, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που προτίθεται να μεταβιβάσει το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα. Με την επιφύλαξη του πλαισίου της Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις, η εν λόγω θέση προς πώληση:

α)

είναι ανοικτή και διαφανής και δεν παρουσιάζει ανακριβή εικόνα των στοιχείων ενεργητικού, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων που πρέπει να μεταβιβαστούν·

β)

δεν ευνοεί ούτε εισάγει διακρίσεις μεταξύ των δυνητικών αγοραστών και δεν παρέχει πλεονεκτήματα σε δυνητικό αγοραστή·

γ)

δεν επηρεάζεται από συγκρούσεις συμφερόντων·

δ)

συνεκτιμά την ανάγκη εφαρμογής ταχείας λύσης, λαμβανομένης υπόψη της προθεσμίας που ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, για τον προσδιορισμό που αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 8) στοιχείο α)· και

ε)

αποσκοπεί στη μεγιστοποίηση, στο μέτρο του δυνατού, της τιμής πώλησης των οικείων στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Άρθρο 11ε

Δοκιμή του ελάχιστου κόστους

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν χρησιμοποιούνται κεφάλαια του ΣΕΚ για οποιοδήποτε μέτρο αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2, 3 ή 5 της παρούσας οδηγίας, το ποσό της αντίστοιχης παρέμβασης του ΣΕΚ δεν υπερβαίνει το μικρότερο από τα ακόλουθα ποσά:

α)

το ποσό των καλυπτόμενων καταθέσεων στο πιστωτικό ίδρυμα· ή

β)

το ποσό που προκύπτει από τους όρους εφαρμογής του σχετικού μέτρου που προβλέπονται στο άρθρο 109 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ ή στο άρθρο 11 παράγραφος 3 ή 5 της παρούσας οδηγίας, αντίστοιχα.

(*6)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2014/596/oj).»."

14)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 12α

Χρήση των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων των ΘΣΠ που αναγνωρίζονται ως ΣΕΚ βάσει του άρθρου 113 παράγραφος 7 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

1.   Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν σε ΘΣΠ όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο γ) να δανείζει ή να καθιστά με άλλο τρόπο διαθέσιμα τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά του μέσα όπως αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 σε οποιαδήποτε άλλα κεφάλαια του εν λόγω ΘΣΠ όπως αναφέρονται στο άρθρο 113 παράγραφος 7 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

τα εν λόγω χρηματοδοτικά μέσα που δίνονται ως δάνειο ή καθίστανται με άλλο τρόπο διαθέσιμα είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της ρευστότητας και της φερεγγυότητας, προκειμένου να αποφευχθεί η πτώχευση ενός συνδεδεμένου ιδρύματος·

β)

δεν υπάρχει άμεση ανάγκη να χρησιμοποιήσει το ΣΕΚ τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 για να καταβάλει αποζημιώσεις σε καταθέτες των ιδρυμάτων-μελών του ή για να πραγματοποιήσει παρέμβαση στην εξυγίανση των ιδρυμάτων-μελών του·

γ)

το συνολικό ποσό δεν υπερβαίνει το 75 % του επιπέδου-στόχου του ΣΕΚ·

δ)

τα χρηματοδοτικά μέσα που έχουν δοθεί ως δάνειο ή έχουν διατεθεί με άλλο τρόπο πρέπει να επιστραφούν εντός έξι ετών.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, εάν ένα ΘΣΠ όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο γ) έχει δανείσει ή διαθέσει με άλλο τρόπο διαθέσιμα χρηματοδοτικά μέσα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και προκύπτει ανάγκη αποζημίωσης των καταθετών των ιδρυμάτων-μελών του ή παρέμβασης στην εξυγίανση, τα εν λόγω μέσα επιστρέφονται κατόπιν αιτήματος, εντός περιόδου που δεν υπερβαίνει την προθεσμία που αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 1.».

15)

Το άρθρο 14 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ΣΕΚ καλύπτουν τους εξής:

α)

καταθέτες υποκαταστημάτων τα οποία έχουν ιδρυθεί από τα συνδεόμενα με αυτά πιστωτικά ιδρύματα σε άλλα κράτη μέλη· και

β)

καταθέτες στα συνδεόμενα με αυτά πιστωτικά ιδρύματα που ασκούν την ελευθερία παροχής υπηρεσιών όπως αναφέρεται στον τίτλο V κεφάλαιο 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όταν οι εν λόγω καταθέτες κάνουν χρήση των υπηρεσιών αυτών σε διαφορετικό κράτος μέλος.»

·

β)

στην παράγραφο 2, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ένα ΣΕΚ του κράτους μέλους προέλευσης δύναται να αποφασίσει να αποζημιώσει απευθείας τους καταθέτες των υποκαταστημάτων σε άλλο κράτος μέλος, εάν ισχύουν όλα τα ακόλουθα:

i)

η διοικητική επιβάρυνση και το κόστος της εν λόγω αποζημίωσης είναι μικρότερα από την αποζημίωση που καταβάλλεται από ΣΕΚ του κράτους μέλους υποδοχής·

ii)

το ΣΕΚ του κράτους μέλους προέλευσης διασφαλίζει ότι οι καταθέτες δεν βρίσκονται σε χειρότερη θέση από εκείνη στην οποία θα βρίσκονταν αν η αποζημίωση είχε πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο·

iii)

η αποζημίωση καταβάλλεται στο νόμισμα στο οποίο θα καταβαλλόταν αν είχε πραγματοποιηθεί σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.»

·

γ)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«2α.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ένα ΣΕΚ κράτους μέλους υποδοχής μπορεί, με την επιφύλαξη συμφωνίας με ΣΕΚ κράτους μέλους προέλευσης, να ενεργεί ως σημείο επαφής για τους καταθέτες πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία ασκούν την ελευθερία παροχής υπηρεσιών όπως αναφέρεται στον τίτλο V κεφάλαιο 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και να αποζημιώνεται από το ΣΕΚ του κράτους μέλους προέλευσης για το κόστος με το οποίο επιβαρύνθηκε.

2β.   Όταν εφαρμόζεται η παράγραφος 2, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το ΣΕΚ του κράτους μέλους προέλευσης και το ΣΕΚ του οικείου κράτους μέλους υποδοχής έχουν συνάψει συμφωνία σχετικά με τους όρους και τις προϋποθέσεις εκταμίευσης αποζημίωσης, μεταξύ άλλων όσον αφορά την αποζημίωση τυχόν δαπανών που πραγματοποιήθηκαν, το σημείο επαφής για τους καταθέτες, το χρονοδιάγραμμα και τον τρόπο πληρωμής.

2γ.   Όταν εφαρμόζεται η παράγραφος 2 ή 2α, το ΣΕΚ του κράτους μέλους προέλευσης παρέχει στο ΣΕΚ του κράτους μέλους υποδοχής πληροφορίες σχετικά με:

α)

τον αριθμό των καταθετών στα υποκαταστήματα που έχουν συσταθεί από τα συνδεόμενα με αυτό πιστωτικά ιδρύματα στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής, το ποσό των καλυπτόμενων καταθέσεων στα εν λόγω υποκαταστήματα και τυχόν σχετικές αλλαγές σε αυτά·

β)

τον αριθμό των καταθετών στα συνδεόμενα με αυτό πιστωτικά ιδρύματα που ασκούν την ελευθερία παροχής υπηρεσιών όπως αναφέρεται στον τίτλο V κεφάλαιο 3 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όταν οι εν λόγω καταθέτες κάνουν χρήση των υπηρεσιών αυτών στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής, το συνολικό ποσό των καλυπτόμενων καταθέσεων των εν λόγω καταθετών και τυχόν σχετικές αλλαγές.»

·

δ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που ένα πιστωτικό ίδρυμα παύει να είναι μέλος ενός ΣΕΚ και προσχωρεί σε άλλο ΣΕΚ ή εάν ορισμένες από τις δραστηριότητες του πιστωτικού ιδρύματος μεταφέρονται σε άλλο ΣΕΚ, το ΣΕΚ προέλευσης μεταφέρει στο παραλαμβάνον ΣΕΚ τις οφειλόμενες εισφορές για τους τελευταίους 12 μήνες πριν από την αλλαγή της συμμετοχής σε ΣΕΚ ή τη μεταφορά δραστηριοτήτων, κατ’ αναλογία του ύψους των καλυπτόμενων καταθέσεων που μεταφέρθηκαν, εξαιρουμένων των έκτακτων εισφορών που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 8.»

·

ε)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3α.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 3, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το ΣΕΚ προέλευσης, κατόπιν αιτήματος του παραλαμβάνοντος ΣΕΚ, να μεταφέρει το ποσό που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο εντός ενός μηνός από την υποβολή του εν λόγω αιτήματος.»

·

στ)

στην παράγραφο 4, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ΣΕΚ του κράτους μέλους καταγωγής ανταλλάσσουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφοι 7 και 10 και στο άρθρο 16α παράγραφοι 1 και 2 με εκείνα των κρατών μελών υποδοχής. Ισχύουν οι περιορισμοί που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 11.»

·

ζ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«9.   Έως τις 11 Μαΐου 2028, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τους αντίστοιχους ρόλους του ΣΕΚ του κράτους μέλους προέλευσης και του ΣΕΚ του κράτους μέλους υποδοχής όπως αναφέρονται στην παράγραφο 2, συμπεριλαμβανομένου καταλόγου των περιστάσεων και των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ένα ΣΕΚ του κράτους μέλους προέλευσης έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει να αποζημιώσει τους καταθέτες υποκαταστημάτων που βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 τρίτο εδάφιο.».

16)

Το άρθρο 15 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 15

Υποκαταστήματα στην Ένωση πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα σε τρίτες χώρες

Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα εκτός της Ένωσης να προσχωρήσουν σε ΣΕΚ εντός της επικράτειάς τους, προτού επιτρέψουν στα εν λόγω υποκαταστήματα να δέχονται επιλέξιμες καταθέσεις στα εν λόγω κράτη μέλη.

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα αναφερόμενα στο πρώτο εδάφιο υποκαταστήματα να συνεισφέρουν στο ΣΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 13.».

17)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 15α

Συνδεόμενα πιστωτικά ιδρύματα με υποκαταστήματα σε τρίτες χώρες

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα ΣΕΚ δεν καλύπτουν καταθέτες υποκαταστημάτων τα οποία έχουν ιδρυθεί σε τρίτες χώρες από συνδεόμενα με αυτά πιστωτικά ιδρύματα.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι τα ΣΕΚ καλύπτουν καταθέτες υποκαταστημάτων τα οποία έχουν ιδρυθεί σε τρίτες χώρες από συνδεόμενα με αυτά πιστωτικά ιδρύματα, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω ΣΕΚ εισπράττουν αντίστοιχες εισφορές από τα οικεία πιστωτικά ιδρύματα και με την επιφύλαξη της έγκρισης της ορισθείσας αρχής.».

18)

Το άρθρο 16 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα παρέχουν στους υφιστάμενους και τους μελλοντικούς καταθέτες τις πληροφορίες που χρειάζονται οι εν λόγω καταθέτες για τον προσδιορισμό των ΣΕΚ στα οποία το πιστωτικό ίδρυμα και τα υποκαταστήματά του είναι μέλη εντός της Ένωσης. Τα πιστωτικά ιδρύματα παρέχουν τις πληροφορίες αυτές με τη μορφή ενημερωτικού δελτίου το οποίο καταρτίζεται σε μορφότυπο με δυνατότητα εξαγωγής δεδομένων όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 3) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/2859 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*7).

(*7)  Κανονισμός (ΕΕ) 2023/2859 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2023, για τη θέσπιση ευρωπαϊκού ενιαίου σημείου πρόσβασης το οποίο παρέχει κεντρική πρόσβαση σε πληροφορίες διαθέσιμες στο κοινό σε σχέση με τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, τις κεφαλαιαγορές και τη βιωσιμότητα (ΕΕ L, 2023/2859, 20.12.2023, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2023/2859/oj).»·"

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε το ενημερωτικό δελτίο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 να περιέχει όλα τα ακόλουθα:

α)

βασικές πληροφορίες σχετικά με την προστασία των καταθέσεων·

β)

τα στοιχεία επικοινωνίας του πιστωτικού ιδρύματος ως πρώτου σημείου επαφής για την παροχή πληροφοριών σχετικά με το περιεχόμενο του ενημερωτικού δελτίου·

γ)

το επίπεδο κάλυψης για καταθέσεις όπως αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφοι 1 και 2, εκπεφρασμένο σε EUR ή, κατά περίπτωση, σε άλλο νόμισμα·

δ)

τις ισχύουσες εξαιρέσεις από την προστασία των ΣΕΚ·

ε)

το όριο προστασίας σε σχέση με κοινούς λογαριασμούς·

στ)

την προθεσμία καταβολής αποζημίωσης σε περίπτωση πτώχευσης του πιστωτικού ιδρύματος·

ζ)

το νόμισμα στο οποίο καταβάλλεται η αποζημίωση·

η)

προσδιορισμό του ΣΕΚ το οποίο είναι υπεύθυνο για την προστασία μιας κατάθεσης, με παραπομπή στον δικτυακό του τόπο.»

·

γ)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα παρέχουν το ενημερωτικό δελτίο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πριν συνάψουν σύμβαση αποδοχής καταθέσεων και, στη συνέχεια, οποτεδήποτε υπάρχει αλλαγή στις παρεχόμενες πληροφορίες και τουλάχιστον ανά πενταετία. Τα πιστωτικά ιδρύματα απαιτούν από τους καταθέτες να επιβεβαιώνουν ότι παρέλαβαν το εν λόγω ενημερωτικό δελτίο όταν συνάπτουν την εν λόγω σύμβαση.»

·

δ)

στην παράγραφο 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα επιβεβαιώνουν στα αντίγραφα κίνησης λογαριασμού των καταθετών τους ότι οι οικείες καταθέσεις είναι επιλέξιμες καταθέσεις, με παραπομπή στο ενημερωτικό δελτίο που αναφέρεται στην παράγραφο 1.»

·

ε)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα καθιστούν διαθέσιμες τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο στη γλώσσα που συμφωνήθηκε μεταξύ του καταθέτη και του πιστωτικού ιδρύματος όταν ανοίχτηκε ο λογαριασμός ή στην επίσημη γλώσσα ή γλώσσες του κράτους μέλους στο οποίο ιδρύεται το υποκατάστημα.»

·

στ)

οι παράγραφοι 6 και 7 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση συγχώνευσης πιστωτικών ιδρυμάτων, μετατροπής θυγατρικών πιστωτικού ιδρύματος σε υποκαταστήματα ή παρεμφερών πράξεων, τα πιστωτικά ιδρύματα ενημερώνουν σχετικά το ΣΕΚ και τους καταθέτες τους τουλάχιστον έναν μήνα πριν η εν λόγω πράξη αρχίσει να παράγει έννομα αποτελέσματα, εκτός εάν η αρμόδια αρχή επιτρέψει συντομότερη προθεσμία για λόγους επιχειρηματικού απορρήτου ή χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Στο πλαίσιο της ενημέρωσης αυτής διευκρινίζονται οι επιπτώσεις της πράξης στην προστασία των καταθετών.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που, λόγω πράξεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, οι καταθέτες που τηρούν καταθέσεις στα συγκεκριμένα πιστωτικά ιδρύματα θα επηρεαστούν από τη μειωμένη προστασία των καταθέσεων, τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα ενημερώνουν τους καταθέτες αυτούς ότι μπορούν να αποσύρουν ή να μεταφέρουν σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα τις επιλέξιμες καταθέσεις τους, συμπεριλαμβανομένων όλων των δεδουλευμένων τόκων και οφελών, χωρίς να υφίστανται κυρώσεις μέχρι ποσού ίσου με την απολεσθείσα κάλυψη των καταθέσεών τους, μεταξύ άλλων σε σχέση με τα επίπεδα κάλυψης που προβλέπονται βάσει του άρθρου 6 παράγραφος 2, εντός τριών μηνών από τη γνωστοποίηση στους καταθέτες που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

7.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία παύουν να είναι μέλη ενός ΣΕΚ και προσχωρούν σε άλλο έχουν ενημερώσει σχετικά τους καταθέτες τους τουλάχιστον έναν μήνα πριν από την εν λόγω αλλαγή. Στο πλαίσιο της ενημέρωσης αυτής διευκρινίζονται οι επιπτώσεις της αλλαγής συμμετοχής στην προστασία των καταθετών.»

·

ζ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«7α.   Όταν η σχετική διοικητική αρχή προβαίνει στη διαπίστωση όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 8) στοιχείο α) ή μια δικαστική αρχή λαμβάνει απόφαση όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 8) στοιχείο β), τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ορισθείσες αρχές, τα ΣΕΚ και τα οικεία πιστωτικά ιδρύματα ενημερώνουν σχετικά τους καταθέτες, μεταξύ άλλων με δημοσίευση στους δικτυακούς τους τόπους.»

·

η)

η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που ένας καταθέτης χρησιμοποιεί διαδικτυακή τραπεζική, τα πιστωτικά ιδρύματα γνωστοποιούν με ηλεκτρονικά μέσα τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στους καταθέτες τους βάσει της παρούσας οδηγίας, εκτός εάν ο καταθέτης ζητήσει να λάβει τις πληροφορίες αυτές εγγράφως.»

·

θ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«9.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να προσδιορίσει:

α)

το περιεχόμενο και τον μορφότυπο του ενημερωτικού δελτίου που αναφέρεται στην παράγραφο 1·

β)

τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για την παροχή και το περιεχόμενο των πληροφοριών που πρέπει να περιλαμβάνονται στις γνωστοποιήσεις των ορισθεισών αρχών, των ΣΕΚ ή των πιστωτικών ιδρυμάτων προς τους καταθέτες, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στα άρθρα 8β και 8γ και στις παραγράφους 6, 7 και 7α του παρόντος άρθρου.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στην Επιτροπή έως τις 11 Μαΐου 2027.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

19)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 16α

Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και ΣΕΚ και υποβολή εκθέσεων από τις αρχές

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα διατηρούν ανά πάσα στιγμή και, κατόπιν αιτήματος, παρέχουν στο ΣΕΚ στο οποίο συμμετέχουν κάθε αναγκαία πληροφορία, προκειμένου να διενεργούν τους ελέγχους αντοχής που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 10 και να προετοιμάζουν την καταβολή αποζημιώσεων στους καταθέτες, σύμφωνα με την απαίτηση περί εντοπισμού που ορίζεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών για τους σκοπούς του άρθρου 8 παράγραφος 5 και των άρθρων 8β και 8γ.

2.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα πιστωτικά ιδρύματα, κατόπιν αιτήματος, να παρέχουν στο ΣΕΚ στο οποίο συμμετέχουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σχετικά με:

α)

τους καταθέτες υποκαταστημάτων των εν λόγω πιστωτικών ιδρυμάτων σε άλλα κράτη μέλη ή, όταν οι καταθέσεις αυτές καλύπτονται από το ΣΕΚ, σε τρίτες χώρες·

β)

τους καταθέτες οι οποίοι είναι αποδέκτες υπηρεσιών που παρέχονται από συμμετέχοντα ιδρύματα βάσει της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

Στις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β) επισημαίνονται τα κράτη μέλη ή οι τρίτες χώρες όπου βρίσκονται τα εν λόγω υποκαταστήματα ή οι εν λόγω καταθέτες.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, έως τις 31 Μαρτίου κάθε έτους, τα ΣΕΚ ενημερώνουν την ΕΑΤ σχετικά με:

α)

το ποσό των καλυπτόμενων καταθέσεων στην επικράτειά τους από τις 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους·

β)

το ποσό των διαθέσιμων χρηματοδοτικών μέσων τους στις 31 Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους, συμπεριλαμβανομένων του μεριδίου των πόρων που ελήφθησαν ή χορηγήθηκαν ως δάνειο και των δεσμεύσεων πληρωμής· και

γ)

σε περίπτωση οποιασδήποτε εκταμίευσης κεφαλαίων του ΣΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 1 ή το άρθρο 11 παράγραφος 2, 3 ή 5, το χρονοδιάγραμμα για την επίτευξη του επιπέδου-στόχου.

4.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι ορισθείσες αρχές να ενημερώνουν την ΕΑΤ, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, για οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α)

τον προσδιορισμό των μη διαθέσιμων καταθέσεων δυνάμει των περιστάσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 8)·

β)

την αποζημίωση καταθέσεων σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την εφαρμογή οποιουδήποτε από τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφοι 2, 3 και 5, το ποσό των κεφαλαίων που χρησιμοποιήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 8 και το άρθρο 11 παράγραφοι 2, 3 και 5 και, κατά περίπτωση και μόλις καταστεί διαθέσιμο, το ποσό των κεφαλαίων που ανακτήθηκαν, το κόστος που προέκυψε για το ΣΕΚ και τη διάρκεια της διαδικασίας ανάκτησης·

γ)

τις διαθέσιμες ρυθμίσεις εναλλακτικής χρηματοδότησης και την πραγματική χρήση τους όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 9·

δ)

οποιαδήποτε ΣΕΚ τα οποία έχουν παύσει τη δραστηριότητά τους ή τη σύσταση οποιουδήποτε νέου ΣΕΚ, μεταξύ άλλων ως αποτέλεσμα συγχώνευσης ή του γεγονότος ότι ένα ΣΕΚ ξεκίνησε να δραστηριοποιείται σε διασυνοριακή βάση.

Η ενημέρωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) περιλαμβάνει σύνοψη στην οποία περιγράφονται όλα τα ακόλουθα:

α)

η αρχική κατάσταση του πιστωτικού ιδρύματος·

β)

η αποζημίωση των καταθέσεων σύμφωνα με το άρθρο 8 ή τα μέτρα για τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί τα κεφάλαια του ΣΕΚ, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 2, 3 ή 5·

γ)

το αναμενόμενο ποσό χρησιμοποιηθέντων κεφαλαίων.

5.   Η ΕΑΤ δημοσιεύει τις πληροφορίες που λαμβάνει σύμφωνα με την παράγραφο 3, καθώς και τη σύνοψη που αναφέρεται στην παράγραφο 4, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Ωστόσο, δεν δημοσιεύει πληροφορίες που παρέχονται από ΣΕΚ και θεωρούνται εμπιστευτικές από το εν λόγω ΣΕΚ.

6.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης των πιστωτικών ιδρυμάτων που είναι μέλη ενός ΣΕΚ παρέχουν στο εν λόγω ΣΕΚ τη σύνοψη των βασικών στοιχείων των σχεδίων εξυγίανσης όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 7 στοιχείο α) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ. Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να αφαιρέσουν από την εν λόγω σύνοψη πληροφορίες που δεν είναι αναγκαίες για το ΣΕΚ και τις ορισθείσες αρχές προκειμένου να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 8, στο άρθρο 11 παράγραφοι 2, 3 και 5 και στο άρθρο 11ε της παρούσας οδηγίας.

7.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να προσδιορίσει τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται και το ελάχιστο περιεχόμενο των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, λαμβάνοντας υπόψη τους τύπους των καταθετών, καθώς και τις διαδικασίες, τα υποδείγματα και το περιεχόμενο των πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 11 Μαΐου 2027.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

20)

Το παράρτημα I διαγράφεται.

Άρθρο 2

Μεταβατικές διατάξεις

1.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων με έδρα εκτός της Ένωσης τα οποία δέχονται επιλέξιμες καταθέσεις σε κράτος μέλος στις 11 Μαΐου 2028 και τα οποία δεν είναι μέλη ενός ΣΕΚ κατά την εν λόγω ημερομηνία προσχωρούν σε ΣΕΚ που λειτουργεί στην επικράτειά τους έως τις 11 Αυγούστου 2028. Το άρθρο 1 σημείο 16) δεν ισχύει για τα εν λόγω υποκαταστήματα έως τις 11 Αυγούστου 2028.

2.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 11 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ, όπως τροποποιείται με την παρούσα οδηγία, και από τα άρθρα 11α, 11β και 11γ και, στον βαθμό που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 3, από το άρθρο 11ε της εν λόγω οδηγίας όσον αφορά τα προληπτικά μέτρα, τα κράτη μέλη μπορούν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2032, να επιτρέπουν στα ΘΣΠ που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 στοιχείο γ) της οδηγίας 2014/49/ΕΕ να συμμορφώνονται προς τις εθνικές διατάξεις εφαρμογής του άρθρου 11 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας όπως ισχύουν στις 10 Μαΐου 2026.

Άρθρο 3

Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο

1.   Έως τις 11 Μαΐου 2028, τα κράτη μέλη θεσπίζουν και δημοσιεύουν τις αναγκαίες διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την παρούσα οδηγία. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.

Εφαρμόζουν τις διατάξεις αυτές από τις 11 Μαΐου 2028. Ωστόσο, εφαρμόζουν τις αναγκαίες διατάξεις για τη συμμόρφωση με το άρθρο 11 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/49/ΕΕ, όπως τροποποιείται με την παρούσα οδηγία, και με τα άρθρα 11α, 11β, 11γ και, στον βαθμό που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 3, με το άρθρο 11ε της οδηγίας 2014/49/ΕΕ από τις 11 Μαΐου 2029.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιέχουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την παραπομπή αυτήν κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος αναφοράς της παραπομπής αυτής καθορίζεται από τα κράτη μέλη.

2.   Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 4

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 5

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 30 Μαρτίου 2026.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Η Πρόεδρος

R. METSOLA

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

M. PANAYIOTOU


(1)   ΕΕ C 307 της 31.8.2023, σ. 19.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Απριλίου 2024 (ΕΕ C, C/2025/3754, 17.9.2025, ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2025/3754/oj) και θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση της 5ης Μαρτίου 2026 (δεν έχει δημοσιευτεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα). Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 26ης Μαρτίου 2026 (δεν έχει δημοσιευτεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3)  Οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 149, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2014/49/oj).

(4)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2013/36/oj).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2010/1093/oj).

(6)  Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2014/59/oj).

(7)  Οδηγία 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, την τροποποίηση των οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 2000/46/ΕΚ (ΕΕ L 267 της 10.10.2009, σ. 7, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2009/110/oj).

(8)  Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2014/65/oj).

(9)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ L 337 της 23.12.2015, σ. 35, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2015/2366/oj).

(10)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2013/575/oj).

(11)  Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 39, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2018/1725/oj).

(12)   ΕΕ C 255 της 20.7.2023, σ. 4.


ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2026/804/oj

ISSN 1977-0669 (electronic edition)