European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά L


2026/465

27.2.2026

ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (EE) 2026/465 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 17ης Νοεμβρίου 2025

για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τον προσδιορισμό των εργαλείων διαχείρισης ρευστότητας

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη την οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (1), και ιδίως το άρθρο 16 παράγραφος 2θ δεύτερο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Για την προστασία των επενδυτών και τον περιορισμό των δευτερογενών επιπτώσεων, η αναστολή θα πρέπει να εφαρμόζεται ταυτόχρονα και για την ίδια περίοδο στις εγγραφές, τις επαναγορές και τις εξαγορές.

(2)

Για την προστασία των υφιστάμενων επενδυτών και τη διαχείριση της ροής νέων επενδύσεων σε έναν οργανισμό εναλλακτικών επενδύσεων (στο εξής: ΟΕΕ), ο διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων (στο εξής: ΔΟΕΕ) θα πρέπει να είναι σε θέση να περιορίζει τις εγγραφές, ενώ παράλληλα επιτρέπει ακόμα τις επαναγορές και τις εξαγορές από υφιστάμενους επενδυτές («ήπιο κλείσιμο»). Ωστόσο, αυτό το ήπιο κλείσιμο ενός ΟΕΕ δεν θα πρέπει να θεωρείται εργαλείο διαχείρισης ρευστότητας που αναφέρεται στο παράρτημα V της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, διότι δεν εξυπηρετεί τον σκοπό της διαχείρισης των κινδύνων ρευστότητας ή της αντιμετώπισης των πιέσεων εξαγοράς σε ακραίες συνθήκες της αγοράς.

(3)

Λαμβανομένων υπόψη των επενδυτικών στόχων και των πολιτικών εξαγοράς ενός ΟΕΕ, το όριο για την ενεργοποίηση ενός ορίου εξαγοράς θα πρέπει να καθορίζεται στο επίπεδο του ΟΕΕ (στο εξής: όριο σε επίπεδο οργανισμού) ή στο επίπεδο των επενδυτών (στο εξής: όριο σε επίπεδο επενδυτή), ή ως συνδυασμός των δύο. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες αρχές του Διεθνούς Οργανισμού Επιτροπών Κεφαλαιαγορών σχετικά με τη διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας των οργανισμών ανοικτού τύπου (2), για τον καθορισμό του ορίου ενεργοποίησης ενός ορίου σε επίπεδο οργανισμού θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι συγκεντρωτικές καθαρές ή ακαθάριστες εντολές εξαγοράς στο επίπεδο του ΟΕΕ για δεδομένη ημερομηνία διαπραγμάτευσης ή κατά τη διάρκεια συγκεκριμένης περιόδου. Επιπλέον, το όριο ενεργοποίησης θα πρέπει να εκφράζεται ως ποσοστό της καθαρής αξίας ενεργητικού του ΟΕΕ, ως χρηματική αξία, ως ποσοστό των ρευστών διαθεσίμων που αναφέρονται στο άρθρο 50 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), ή ως συνδυασμός των ανωτέρω. Για να μετριαστεί το πλεονέκτημα του πρωτοπόρου που μπορεί να εγείρει ανησυχίες για την προστασία των επενδυτών και για να ληφθούν υπόψη οι ΟΕΕ ανοικτού τύπου με περιορισμένο αριθμό επαγγελματιών επενδυτών, το όριο ενεργοποίησης ενός ορίου σε επίπεδο επενδυτή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις επιμέρους εντολές εξαγοράς κάθε επενδυτή στον ΟΕΕ και θα πρέπει να εκφράζεται είτε ως ποσοστό των συμμετοχών ενός επενδυτή στον ΟΕΕ είτε ως ποσοστό της καθαρής αξίας ενεργητικού του ΟΕΕ και σε σύγκριση με την εντολή εξαγοράς του εν λόγω επενδυτή. Σε περίπτωση υπέρβασης του ορίου ενεργοποίησης, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να αποφασίζει την ενεργοποίηση ορίων εξαγοράς ή να εξακολουθεί να εκτελεί εντολές εξαγοράς, λαμβάνοντας υπόψη τη ρευστότητα του ΟΕΕ, τις συνθήκες της αγοράς και τα συμφέροντα των επενδυτών.

(4)

Όποτε ενδείκνυται για τους επενδυτικούς στόχους και την πολιτική εξαγορών του ΟΕΕ, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να ενεργοποιεί ένα συνδυασμένο όριο εξαγοράς που περιλαμβάνει στοιχεία ενός ορίου σε επίπεδο επενδυτή και ενός ορίου σε επίπεδο οργανισμού.

(5)

Για να διασφαλιστεί η δίκαιη μεταχείριση των επενδυτών, ο ΔΟΕΕ που ενεργοποιεί όρια εξαγοράς θα πρέπει να είναι σε θέση να μεταχειρίζεται το μη εκτελεσθέν μέρος των εντολών εξαγοράς βάσει προκαθορισμένων όρων που έχουν γνωστοποιηθεί στους επενδυτές. Οι όροι αυτοί μπορεί να περιλαμβάνουν την αυτόματη μεταφορά του μη εκτελεσθέντος μέρους των εντολών εξαγοράς στην επόμενη ημερομηνία διαπραγμάτευσης, με ή χωρίς προτεραιότητα έναντι των εντολών εξαγοράς που υποβάλλονται σε μεταγενέστερη ημερομηνία διαπραγμάτευσης, ή την ακύρωση των εν λόγω εντολών εξαγοράς που δεν εκτελέσθηκαν.

(6)

Για την προστασία των επενδυτών και τη διατήρηση της σταθερότητας της αγοράς σε περιόδους ακραίων συνθηκών ή ασυνήθιστων δραστηριοτήτων εξαγοράς, ο ΔΟΕΕ μπορεί να ενεργοποιήσει την παράταση των περιόδων προειδοποίησης. Ανάλογα με τον επενδυτικό στόχο και την πολιτική εξαγορών του ΟΕΕ, η παράταση της περιόδου προειδοποίησης μπορεί να είναι συγκεκριμένος αριθμός ημερών, εβδομάδων ή μηνών ή καθορισμένη ημερομηνία πριν από την ημερομηνία εξαγοράς. Όποτε ενδείκνυται για την επενδυτική στρατηγική και την πολιτική εξαγορών του ΟΕΕ, η ελάχιστη περίοδος προειδοποίησης που πρέπει να παρέχουν οι επενδυτές σε έναν ΔΟΕΕ κατά την εξαγορά των μεριδίων ή των μετοχών τους μπορεί να ισούται με μηδέν. Στην περίπτωση αυτή, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να εξακολουθεί να είναι σε θέση να επιλέγει και, κατά περίπτωση, να ενεργοποιεί την παράταση των περιόδων προειδοποίησης παρατείνοντας την περίοδο προειδοποίησης πέραν της περιόδου μηδενικής προειδοποίησης.

(7)

Δεδομένου ότι η διαδικασία διακανονισμού συνήθως δεν ελέγχεται από τον ΔΟΕΕ, η εν λόγω διαδικασία δεν θα πρέπει να περιλαμβάνεται στην παράταση της περιόδου προειδοποίησης.

(8)

Για την προστασία των επενδυτών, η παράταση των περιόδων προειδοποίησης δεν θα πρέπει να έχει αντίκτυπο στη συχνότητα εξαγορών του ΟΕΕ.

(9)

Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του Διεθνούς Οργανισμού Επιτροπών Κεφαλαιαγοράς για τη διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας των οργανισμών ανοικτού τύπου και προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι υφιστάμενοι ή οι εναπομείναντες επενδυτές σε έναν ΟΕΕ δεν επηρεάζονται αρνητικά από το κόστος ρευστότητας που προκαλείται από εγγραφές και εξαγορές, τα εργαλεία διαχείρισης ρευστότητας κατά της απομείωσης της αξίας, δηλαδή τα τέλη εξαγοράς, η προσαρμοζόμενη τιμολόγηση, η διπλή τιμολόγηση και οι εισφορές για την αποτροπή της απομείωσης της αξίας, θα πρέπει να επιβάλλουν στους επενδυτές που προβαίνουν σε εγγραφή και εξαγορά το εκτιμώμενο κόστος ρευστότητας. Το κόστος ρευστότητας αποτελείται από το άμεσο και το έμμεσο κόστος συναλλαγής των εγγραφών ή των εξαγορών, συμπεριλαμβανομένων τυχόν σημαντικών επιπτώσεων στην αγορά. Ο ΔΟΕΕ που ενεργοποιεί ένα εργαλείο διαχείρισης ρευστότητας κατά της απομείωσης αξίας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το εκτιμώμενο άμεσο κόστος συναλλαγής. Όποτε ενδείκνυται για την επενδυτική στρατηγική του ΟΕΕ, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη το έμμεσο κόστος συναλλαγής, συμπεριλαμβανομένων τυχόν σημαντικών επιπτώσεων που έχουν στην αγορά οι αγορές ή πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων για την ικανοποίηση εντολών εξαγοράς. Για να ληφθεί υπόψη η ποικιλομορφία των υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων των ΟΕΕ, όταν δεν υπάρχουν διαθέσιμες ή αξιόπιστες πληροφορίες για τον υπολογισμό του έμμεσου κόστους συναλλαγής, συμπεριλαμβανομένων των σημαντικών επιπτώσεων στην αγορά, το εν λόγω κόστος συναλλαγής θα πρέπει να εκτιμάται με τη μέγιστη δυνατή επιμέλεια.

(10)

Για την κάλυψη του κόστους ρευστότητας που προκύπτει από τις εξαγορές των επενδυτών, τα τέλη εξαγοράς θα πρέπει να καταβάλλονται στον ΟΕΕ από τους μεριδιούχους ή τους μετόχους κατά την εξαγορά των μεριδίων ή των μετοχών τους. Κατά την εφαρμογή των τελών εξαγοράς, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να μπορεί να αφαιρεί τα εν λόγω τέλη εξαγοράς από το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται στους εξαγοράζοντες επενδυτές.

(11)

Ως χαρακτηριστικό της προσαρμοζόμενης τιμολόγησης, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να καθορίζει έναν συντελεστή προσαρμογής που θα χρησιμοποιείται για την προσαρμογή της καθαρής αξίας ενεργητικού των μεριδίων ή μετοχών του ΟΕΕ που διαχειρίζεται. Για να εξασφαλιστεί ότι όλοι οι επενδυτές που προβαίνουν σε εγγραφή ή εξαγορά καταβάλλουν ή εισπράττουν την ίδια τιμή κατά την αγορά ή εξαγορά μεριδίων ή μετοχών ενός ΟΕΕ, η δημοσιευμένη καθαρή αξία ενεργητικού των μεριδίων ή μετοχών του εν λόγω ΟΕΕ θα πρέπει να είναι η καθαρή αξία ενεργητικού μετά την εφαρμογή του συντελεστή προσαρμογής.

(12)

Για να διασφαλιστεί η δίκαιη μεταχείριση των επενδυτών και να μετριαστούν οι επιπτώσεις της απομείωσης αξίας που προκαλούνται από το κόστος συναλλαγής που επιφέρουν οι εγγραφές ή οι εξαγορές των επενδυτών, ο ΔΟΕΕ που χρησιμοποιεί την προσαρμοζόμενη τιμολόγηση θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να προσαρμόζει την καθαρή αξία ενεργητικού των μεριδίων ή των μετοχών του ΟΕΕ τον οποίο διαχειρίζεται σε κάθε ημερομηνία διαπραγμάτευσης (κοινώς αποκαλούμενη: πλήρης προσαρμογή) ή μόνον όταν οι καθαρές εγγραφές ή εξαγορές υπερβαίνουν ένα προκαθορισμένο όριο (κοινώς αποκαλούμενη: μερική προσαρμογή). Σε αμφότερα τα είδη προσαρμοζόμενης τιμολόγησης, η κατεύθυνση της προσαρμογής (δηλαδή αν ο συντελεστής προσαρμογής προστίθεται ή αφαιρείται από την καθαρή αξία ενεργητικού των μεριδίων ή μετοχών του ΟΕΕ) καθορίζεται από την καθαρή κεφαλαιακή δραστηριότητα κατά την ημερομηνία διαπραγμάτευσης. Συνεπώς, για μια δεδομένη ημερομηνία διαπραγμάτευσης με καθαρές εγγραφές, ο συντελεστής προσαρμογής θα πρέπει να προστίθεται στην καθαρή αξία ενεργητικού των μεριδίων ή μετοχών του ΟΕΕ που θα προσαρμόζεται προς τα πάνω. Στο αντίθετο σενάριο, για μια δεδομένη ημερομηνία διαπραγμάτευσης με καθαρές εξαγορές, ο συντελεστής προσαρμογής θα πρέπει να αφαιρείται από την καθαρή αξία ενεργητικού των μεριδίων ή μετοχών του ΟΕΕ που θα προσαρμόζεται προς τα κάτω. Για να εξασφαλιστεί η δίκαιη μεταχείριση των επενδυτών και να διευκολυνθεί η χρήση της προσαρμοζόμενης τιμολόγησης τόσο υπό κανονικές όσο και υπό ακραίες συνθήκες της αγοράς στο πλαίσιο των δύο ειδών προσαρμοζόμενης τιμολόγησης, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να αποφασίζει την ύπαρξη ενιαίου συντελεστή προσαρμογής ή την εφαρμογή συντελεστών προσαρμογής ανάλογα με το μέγεθος της καθαρής κεφαλαιακής δραστηριότητας (κοινώς αποκαλούμενη: κλιμακωτή προσέγγιση) ή την εφαρμογή άλλων επιλογών, συμπεριλαμβανομένων των μεικτών προσεγγίσεων.

(13)

Τα χαρακτηριστικά της διπλής τιμολόγησης θα πρέπει να αναφέρονται στη μεθοδολογία υπολογισμού της. Για να ληφθεί υπόψη η ποικιλομορφία των επενδυτικών στρατηγικών και των πολιτικών εξαγοράς και σύμφωνα με τις διεθνείς συστάσεις, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να εξετάσει δύο εναλλακτικές μεθοδολογίες υπολογισμού για τη διπλή τιμολόγηση υπολογίζοντας είτε δύο διακριτές καθαρές αξίες ενεργητικού που περιλαμβάνουν τιμές αγοράς και πώλησης για το ενεργητικό, αντίστοιχα, είτε καθορίζοντας ένα ρυθμιζόμενο περιθώριο σε σχέση με την καθαρή αξία ενεργητικού των μεριδίων ή των μετοχών του.

(14)

Για την προστασία των εναπομεινάντων επενδυτών στον ΟΕΕ από τον αντίκτυπο της απομείωσης αξίας που έχουν οι δυνητικά μεγάλες εγγραφές ή εξαγορές, ο ΔΟΕΕ που ενεργοποιεί την εισφορά για την αποτροπή της απομείωσης αξίας θα πρέπει να εφαρμόζει την εν λόγω εισφορά στους εξαγοράζοντες επενδυτές σε περίπτωση καθαρών εξαγορών και στους εγγραφόμενους επενδυτές σε περίπτωση καθαρών εγγραφών.

(15)

Ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να ενεργοποιεί την εξαγορά σε είδος για να αποτρέπει την πώληση μεγάλων δεσμών τίτλων κατόπιν εντολών εξαγοράς, όταν η πώληση αυτή είναι πιθανό να οδηγήσει σε σημαντικό κόστος συναλλαγής και σε επιπτώσεις στις τιμές της αγοράς για τους μετόχους ή τους μεριδιούχους του ΟΕΕ που διαχειρίζεται.

(16)

Οι εξουσιοδοτημένοι συμμετέχοντες και οι ειδικοί διαπραγματευτές, όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 7) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), επιτελούν βασικές λειτουργίες για τις καθημερινές δραστηριότητες των διαπραγματεύσιμων ΟΕΕ. Ο ρόλος των εξουσιοδοτημένων συμμετεχόντων και των ειδικών διαπραγματευτών περιλαμβάνει την απόκτηση ή την πώληση μεριδίων ή μετοχών ενός διαπραγματεύσιμου ΟΕΕ στη δευτερογενή αγορά, την παροχή βοήθειας στον ΔΟΕΕ του διαπραγματεύσιμου ΟΕΕ κατά την εκτέλεση εντολών και τη διασφάλιση της συνεχούς ρευστότητας και των διαπραγματεύσεων στη δευτερογενή αγορά. Στο πλαίσιο της τακτικής συναλλακτικής δραστηριότητας ενός διαπραγματεύσιμου ΟΕΕ, η παράδοση, εν όλω ή εν μέρει, υποκείμενων τίτλων που κατέχονται από ή για λογαριασμό ενός διαπραγματεύσιμου ΟΕΕ σε εξουσιοδοτημένους συμμετέχοντες και ειδικούς διαπραγματευτές για την ικανοποίηση εντολών εξαγοράς δεν θα πρέπει να θεωρείται ενεργοποίηση του εργαλείου διαχείρισης ρευστότητας της εξαγοράς σε είδος που αναφέρεται στο σημείο 8 του παραρτήματος V της οδηγίας 2011/61/ΕΕ, δεδομένου ότι η εν λόγω πράξη δεν σχετίζεται με τη διαχείριση ρευστότητας του χαρτοφυλακίου ενός διαπραγματεύσιμου ΟΕΕ.

(17)

Για τον μετριασμό των κινδύνων ρευστότητας σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία του ΟΕΕ των οποίων τα οικονομικά ή νομικά χαρακτηριστικά έχουν μεταβληθεί σημαντικά ή έχουν καταστεί αβέβαια λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να ενεργοποιεί παράπλευρα ανεξάρτητα χαρτοφυλάκια μέσω λογιστικού ή φυσικού διαχωρισμού.

(18)

Όταν είναι προς το συμφέρον του ΟΕΕ και των επενδυτών του να διατηρήσουν το παράπλευρο ανεξάρτητο χαρτοφυλάκιο εντός της υφιστάμενης δομής του οργανισμού, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να δημιουργεί ένα παράπλευρο ανεξάρτητο χαρτοφυλάκιο μέσω λογιστικού διαχωρισμού. Στην περίπτωση αυτή, τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων τα οικονομικά ή νομικά χαρακτηριστικά έχουν μεταβληθεί σημαντικά ή έχουν καταστεί αβέβαια λόγω εξαιρετικών περιστάσεων θα πρέπει να κατανέμονται σε ειδική κατηγορία μετοχών του ΟΕΕ.

(19)

Όταν είναι προς το συμφέρον του ΟΕΕ να γίνει φυσικός διαχωρισμός των περιουσιακών στοιχείων των οποίων τα οικονομικά ή νομικά χαρακτηριστικά έχουν μεταβληθεί σημαντικά ή έχουν καταστεί αβέβαια λόγω εξαιρετικών περιστάσεων, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει να είναι σε θέση να δημιουργεί παράπλευρο ανεξάρτητο χαρτοφυλάκιο μέσω φυσικού διαχωρισμού. Στην περίπτωση αυτή, τα επηρεαζόμενα περιουσιακά στοιχεία θα πρέπει είτε να παραμένουν στον αρχικό ΟΕΕ είτε να μεταβιβάζονται σε νέο ΟΕΕ.

(20)

Για την προστασία των επενδυτών και τον μετριασμό του κινδύνου μετάδοσης στον υπόλοιπο ΟΕΕ, τα παράπλευρα ανεξάρτητα χαρτοφυλάκια θα πρέπει να κλείνουν για εγγραφές, επαναγορές και εξαγορές. Ωστόσο, προς το συμφέρον των επενδυτών, ο ΔΟΕΕ θα πρέπει, ανεξάρτητα από το αν το παράπλευρο ανεξάρτητο χαρτοφυλάκιο δημιουργείται μέσω λογιστικού ή φυσικού διαχωρισμού, να είναι σε θέση να εκποιήσει ή να ρευστοποιήσει το παράπλευρο ανεξάρτητο χαρτοφυλάκιο για λογαριασμό του ΟΕΕ που διαχειρίζεται και να διανείμει τυχόν έσοδα στους επενδυτές κατ’ αναλογία προς τη συμμετοχή τους στο παράπλευρο ανεξάρτητο χαρτοφυλάκιο.

(21)

Για λόγους ασφάλειας δικαίου και συνέπειας με την οδηγία 2011/61/ΕΕ, για τους ΟΕΕ που συστήνονται μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εφαρμόζεται από τις 16 Απριλίου 2026. Η συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό απαιτεί αλλαγές στην τεκμηρίωση του οργανισμού και επικαιροποίηση των υφιστάμενων διαδικασιών και τεχνικών υποδομών των ΔΟΕΕ και των ΟΕΕ για λόγους στήριξης της ενεργοποίησης των επιλεγμένων εργαλείων διαχείρισης ρευστότητας. Συνεπώς, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί μεταβατική περίοδος ενός έτους για τους ΟΕΕ που έχουν συσταθεί πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ώστε οι εν λόγω ΟΕΕ να μπορέσουν να προσαρμοστούν στο νέο καθεστώς. Ωστόσο, θα πρέπει να διατηρηθεί η δυνατότητα των εν λόγω ΟΕΕ να επιλέξουν την υπαγωγή στον παρόντα κανονισμό από την ημερομηνία εφαρμογής του, δηλαδή από τις 16 Απριλίου 2026.

(22)

Ο παρών κανονισμός βασίζεται στα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή από την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών.

(23)

Η Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών διεξήγαγε ανοικτή δημόσια διαβούλευση σχετικά με τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στα οποία βασίζεται ο παρών κανονισμός, προέβη σε ανάλυση του δυνητικού σχετικού κόστους και οφέλους και ζήτησε τις συμβουλές της ομάδας συμφεροντούχων κινητών αξιών και αγορών που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Αναστολή εγγραφών, επαναγορών και εξαγορών

1.   Ο ΔΟΕΕ αναστέλλει τις εγγραφές, επαναγορές και εξαγορές ταυτόχρονα, για την ίδια περίοδο και για όλους τους επενδυτές του ΟΕΕ.

Ο ΔΟΕΕ δεν αναστέλλει τις εξαγορές χωρίς να αναστείλει ταυτόχρονα τις εγγραφές και τις επαναγορές.

2.   Η αναστολή των εγγραφών, των επαναγορών και των εξαγορών είναι προσωρινή, περιορίζεται αυστηρά στο χρονικό διάστημα που είναι απαραίτητο για την αντιμετώπιση των εξαιρετικών περιστάσεων που δικαιολογούν την εν λόγω αναστολή και μπορεί να εφαρμοστεί μόνον όταν δικαιολογείται δεόντως με γνώμονα το συμφέρον των επενδυτών.

3.   Για ΟΕΕ με πολλαπλές κατηγορίες μετοχών, η αναστολή των εγγραφών, των επαναγορών και των εξαγορών ισχύει για όλες τις κατηγορίες μετοχών του εν λόγω ΟΕΕ.

Άρθρο 2

Όρια εξαγοράς

1.   Ο ΔΟΕΕ που αποφασίζει να ενεργοποιήσει όρια εξαγοράς εφαρμόζει τα εν λόγω όρια εξαγοράς ομοιόμορφα σε όλους τους επενδυτές του ΟΕΕ.

2.   Το όριο εξαγοράς έχει όριο ενεργοποίησης κάτω από το οποίο δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί.

Το όριο ενεργοποίησης καθορίζεται σε ένα από τα ακόλουθα επίπεδα:

α)

στο επίπεδο του ΟΕΕ (όριο σε επίπεδο οργανισμού),

β)

στο επίπεδο των επενδυτών (όριο σε επίπεδο επενδυτή),

γ)

ως συνδυασμός των δύο.

3.   Όταν το όριο ενεργοποίησης καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α), βασίζεται στις συνολικές καθαρές ή ακαθάριστες εντολές εξαγοράς του ΟΕΕ που λαμβάνονται για δεδομένη ημερομηνία διαπραγμάτευσης ή κατά τη διάρκεια καθορισμένης περιόδου και εκφράζεται ως ένα από τα ακόλουθα:

α)

ως ποσοστό της καθαρής αξίας ενεργητικού του ΟΕΕ,

β)

ως χρηματική αξία,

γ)

ως ποσοστό των ρευστών διαθεσίμων που αναφέρονται στο άρθρο 50 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ,

δ)

ως συνδυασμός των στοιχείων α), β) ή γ).

4.   Όταν το όριο ενεργοποίησης καθορίζεται σε επίπεδο επενδυτή σύμφωνα με την παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β), βασίζεται στις μεμονωμένες ακαθάριστες εντολές εξαγοράς που υποβάλλονται από κάθε μεριδιούχο ή μέτοχο για δεδομένη ημερομηνία διαπραγμάτευσης ή κατά τη διάρκεια καθορισμένης περιόδου και εκφράζεται ως ένα από τα ακόλουθα:

α)

ως ποσοστό των συμμετοχών ενός μεριδιούχου ή μετόχου στον ΟΕΕ,

β)

ως ποσοστό της καθαρής αξίας ενεργητικού του ΟΕΕ.

5.   Ο ΔΟΕΕ που αποφασίζει να ενεργοποιήσει όριο εξαγοράς εκτελεί σε αναλογική βάση τις εντολές εξαγοράς από όλους τους επενδυτές του ΟΕΕ για δεδομένη ημερομηνία διαπραγμάτευσης, για ποσό που αντιστοιχεί τουλάχιστον στο επίπεδο του ορίου ενεργοποίησης.

Άρθρο 3

Παράταση των περιόδων προειδοποίησης

1.   Η παράταση των περιόδων προειδοποίησης καλύπτει την περίοδο από την παραλαβή της εντολής εξαγοράς από τον ΔΟΕΕ έως την εκτέλεσή της.

Η παράταση των περιόδων προειδοποίησης δεν περιλαμβάνει τον χρόνο που απαιτείται για τη διαδικασία διακανονισμού.

2.   Η παράταση των περιόδων προειδοποίησης δεν έχει καμία επίπτωση στη συχνότητα εξαγορών του ΟΕΕ.

Άρθρο 4

Τέλη εξαγοράς

1.   Στο προκαθορισμένο εύρος των τελών εξαγοράς λαμβάνεται υπόψη το εκτιμώμενο άμεσο κόστος συναλλαγής. Όποτε ενδείκνυται για την επενδυτική στρατηγική του ΟΕΕ, στο προκαθορισμένο εύρος των τελών εξαγοράς λαμβάνεται επίσης υπόψη το έμμεσο κόστος συναλλαγής, συμπεριλαμβανομένων τυχόν σημαντικών επιπτώσεων που έχουν στην αγορά οι πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων για την ικανοποίηση των εν λόγω αιτημάτων. Το εν λόγω έμμεσο κόστος συναλλαγής εκτιμάται με τη μέγιστη δυνατή επιμέλεια.

2.   Τα τέλη εξαγοράς εκφράζονται ως ποσοστό των ακαθάριστων εντολών εξαγοράς ή ως χρηματική αξία, ή ως συνδυασμός των δύο. Το ύψος των τελών εξαγοράς μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το μέγεθος της εντολής εξαγοράς.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και των άρθρων 5, 6 και 7, ως άμεσο κόστος συναλλαγής νοείται το κόστος που βαρύνει άμεσα έναν ΟΕΕ για την απόκτηση ή την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων που είναι σταθερά ως προς το ύψος και ποσοτικοποιήσιμα πριν από τη συναλλαγή. Το κόστος αυτό μπορεί να περιλαμβάνει αμοιβές μεσιτείας, εισφορές διαπραγμάτευσης, φόρους και τέλη διακανονισμού.

Ως έμμεσο κόστος συναλλαγής νοείται το κόστος που βαρύνει έμμεσα τον ΟΕΕ κατά την απόκτηση ή την εκποίηση περιουσιακών στοιχείων και προκύπτει κυρίως από τη διαφορά μεταξύ τιμών πώλησης και αγοράς και τον αντίκτυπο στην αγορά. Το εν λόγω έμμεσο κόστος συναλλαγής μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το είδος των υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων και τις συνθήκες της αγοράς.

Άρθρο 5

Προσαρμοζόμενη τιμολόγηση

1.   Ο συντελεστής προσαρμογής περιλαμβάνει το εκτιμώμενο άμεσο κόστος συναλλαγής που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο. Όποτε ενδείκνυται για την επενδυτική στρατηγική του ΟΕΕ, ο συντελεστής προσαρμογής περιλαμβάνει επίσης το έμμεσο κόστος συναλλαγής που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, συμπεριλαμβανομένων τυχόν σημαντικών επιπτώσεων που έχουν στην αγορά οι αγορές ή πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων για την ικανοποίηση των εν λόγω εγγραφών ή εξαγορών. Το εν λόγω έμμεσο κόστος συναλλαγής εκτιμάται με τη μέγιστη δυνατή επιμέλεια.

2.   Ο συντελεστής προσαρμογής εκφράζεται ως ποσοστό της καθαρής αξίας ενεργητικού των μεριδίων ή μετοχών του ΟΕΕ.

3.   Ο ΔΟΕΕ μπορεί να εφαρμόζει προσαρμοζόμενη τιμολόγηση όταν υπάρχει διαφορά μεταξύ των εντολών εξαγοράς και των εντολών εγγραφής (πλήρης προσαρμογή) ή όταν η διαφορά υπερβαίνει ένα προκαθορισμένο όριο ενεργοποίησης (μερική προσαρμογή). Σε οποιαδήποτε περίπτωση:

α)

όταν η διαφορά μεταξύ των εντολών εξαγοράς και των εντολών εγγραφής για δεδομένη ημερομηνία διαπραγμάτευσης έχει ως αποτέλεσμα καθαρές εξαγορές, ο συντελεστής προσαρμογής αφαιρείται από την καθαρή αξία ενεργητικού των μεριδίων ή μετοχών του ΟΕΕ·

β)

όταν η διαφορά μεταξύ των εντολών εξαγοράς και των εντολών εγγραφής για δεδομένη ημερομηνία διαπραγμάτευσης έχει ως αποτέλεσμα καθαρές εγγραφές, ο συντελεστής προσαρμογής προστίθεται στην καθαρή αξία ενεργητικού των μεριδίων ή μετοχών του ΟΕΕ.

4.   Η προσαρμοζόμενη τιμολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει διαφορετικούς συντελεστές προσαρμογής που αντιστοιχούν σε διαφορετικά όρια ενεργοποίησης.

Άρθρο 6

Διπλή τιμολόγηση

1.   Ο ΔΟΕΕ που ενεργοποιεί τη διπλή τιμολόγηση χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτόν μία από τις ακόλουθες μεθόδους υπολογισμού:

α)

τον υπολογισμό δύο καθαρών αξιών ενεργητικού:

i)

μίας καθαρής αξίας ενεργητικού για τις εγγραφές, η οποία καθορίζεται με βάση τις τιμές αγοράς των περιουσιακών στοιχείων που κατέχει ο ΟΕΕ·

ii)

μίας καθαρής αξίας ενεργητικού για τις εξαγορές, η οποία υπολογίζεται με βάση τις τιμές πώλησης των περιουσιακών στοιχείων που κατέχει ο ΟΕΕ·

β)

τον υπολογισμό μίας μόνο καθαρής αξίας ενεργητικού για τους επενδυτές που προβαίνουν σε εγγραφή και εξαγορά.

2.   Για τις δύο μεθόδους υπολογισμού που αναφέρονται στην παράγραφο 1, το κόστος ρευστότητας κατά το οποίο προσαρμόζεται η καθαρή αξία ενεργητικού ανά μερίδιο ή μετοχή περιλαμβάνει το εκτιμώμενο άμεσο κόστος συναλλαγής που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο. Όποτε ενδείκνυται για την επενδυτική στρατηγική του ΟΕΕ, το εν λόγω κόστος ρευστότητας περιλαμβάνει επίσης το έμμεσο κόστος συναλλαγής που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, συμπεριλαμβανομένων τυχόν σημαντικών επιπτώσεων στην αγορά από τις αγορές ή πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων για την ικανοποίηση των εν λόγω εγγραφών ή εξαγορών. Το εν λόγω έμμεσο κόστος συναλλαγής εκτιμάται με τη μέγιστη δυνατή επιμέλεια.

Άρθρο 7

Εισφορά για την αποτροπή της απομείωσης αξίας

1.   Οι εισφορές για την αποτροπή της απομείωσης αξίας περιλαμβάνουν το εκτιμώμενο άμεσο κόστος συναλλαγής που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο. Όποτε ενδείκνυται για την επενδυτική στρατηγική του ΟΕΕ, οι εισφορές για την αποτροπή της απομείωσης αξίας περιλαμβάνουν επίσης το έμμεσο κόστος συναλλαγής που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, συμπεριλαμβανομένων τυχόν σημαντικών επιπτώσεων στην αγορά από τις αγορές ή πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων για την κάλυψη των εν λόγω εγγραφών ή εξαγορών. Το εν λόγω έμμεσο κόστος συναλλαγής εκτιμάται με τη μέγιστη δυνατή επιμέλεια.

2.   Οι εισφορές για την αποτροπή της απομείωσης αξίας εκφράζονται ως ένα από τα ακόλουθα:

α)

ποσοστό των εντολών εγγραφής ή εξαγοράς,

β)

χρηματική αξία.

3.   Ένας ΔΟΕΕ μπορεί να ενεργοποιεί εισφορές για την αποτροπή της απομείωσης αξίας όταν σε μια δεδομένη ημερομηνία διαπραγμάτευσης:

α)

το συνολικό ποσό των εντολών εξαγοράς υπερβαίνει το ποσό των εντολών εγγραφής, με αποτέλεσμα καθαρές εξαγορές·

β)

το συνολικό ποσό των εντολών εγγραφής υπερβαίνει το ποσό των εντολών εξαγοράς, με αποτέλεσμα καθαρές εγγραφές.

Για τους σκοπούς του στοιχείου α), η εισφορά για την αποτροπή της απομείωσης αξίας αφαιρείται από το ποσό που καταβάλλεται στους εξαγοράζοντες επενδυτές.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β), η εισφορά για την αποτροπή της απομείωσης αξίας επιβάλλεται στους εγγραφόμενους επενδυτές.

Άρθρο 8

Εξαγορές σε είδος

1.   Η εξαγορά σε είδος αντιστοιχεί στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων που κατέχει ο ΟΕΕ για την ικανοποίηση εντολών εξαγοράς εκ μέρους επενδυτών που προχωρούν σε εξαγορά, αντί μετρητών. Η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων σε επενδυτές μπορεί να είναι άμεση ή έμμεση μέσω διαμεσολαβητών.

2.   Η παράδοση, κατά τη διάρκεια τακτικών συναλλακτικών δραστηριοτήτων διαπραγματεύσιμου ΟΕΕ, εν όλω ή εν μέρει, υποκείμενων τίτλων που κατέχονται από ή για λογαριασμό του διαπραγματεύσιμου ΟΕΕ σε εξουσιοδοτημένο συμμετέχοντα ή ειδικό διαπραγματευτή για την ικανοποίηση εντολών εξαγοράς δεν θεωρείται ενεργοποίηση της εξαγοράς σε είδος που αναφέρεται στο σημείο 8 του παραρτήματος V της οδηγίας 2011/61/ΕΕ.

Άρθρο 9

Παράπλευρα ανεξάρτητα χαρτοφυλάκια

1.   Ένα παράπλευρο ανεξάρτητο χαρτοφυλάκιο μπορεί να λάβει μία από τις ακόλουθες μορφές:

α)

ειδική κατηγορία μετοχών του ΟΕΕ που δημιουργήθηκε ειδικά για την υλοποίηση του λογιστικού διαχωρισμού των περιουσιακών στοιχείων των οποίων τα οικονομικά ή νομικά χαρακτηριστικά έχουν μεταβληθεί σημαντικά ή έχουν καταστεί αβέβαια λόγω εξαιρετικών περιστάσεων από τα άλλα περιουσιακά στοιχεία του εν λόγω ΟΕΕ (στο εξής: λογιστικός διαχωρισμός)·

β)

χωριστός ΟΕΕ που δημιουργήθηκε ειδικά για τον διαχωρισμό των περιουσιακών στοιχείων των οποίων τα οικονομικά ή νομικά χαρακτηριστικά έχουν μεταβληθεί σημαντικά ή έχουν καταστεί αβέβαια λόγω εξαιρετικών περιστάσεων από τα άλλα περιουσιακά στοιχεία του εν λόγω ΟΕΕ (στο εξής: φυσικός διαχωρισμός).

2.   Για τους σκοπούς του παράπλευρου ανεξάρτητου χαρτοφυλακίου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), οι νέες εγγραφές, επαναγορές και εξαγορές σε κατηγορίες μετοχών πλην της κατηγορίας μετοχών που αφορά ειδικά το παράπλευρο ανεξάρτητο χαρτοφυλάκιο εκτελούνται με βάση την καθαρή αξία ενεργητικού του ΟΕΕ, η οποία υπολογίζεται αφού εξαιρεθούν τα περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται στον λογιστικό διαχωρισμό.

Η κατηγορία μετοχών του παράπλευρου ανεξάρτητου χαρτοφυλακίου είναι κλειστή για εγγραφές, επαναγορές και εξαγορές.

3.   Όταν ένας ΔΟΕΕ ενεργοποιεί παράπλευρο ανεξάρτητο χαρτοφυλάκιο όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων τα οικονομικά ή νομικά χαρακτηριστικά έχουν μεταβληθεί σημαντικά ή έχουν καταστεί αβέβαια λόγω εξαιρετικών περιστάσεων είτε:

α)

παραμένουν στον αρχικό ΟΕΕ, ενώ τα άλλα περιουσιακά στοιχεία μεταβιβάζονται σε νέο ΟΕΕ ή μεταβιβάζονται μέσω συγχώνευσης σε υφιστάμενο ΟΕΕ· είτε

β)

μεταβιβάζονται στον νέο ΟΕΕ, ενώ τα άλλα περιουσιακά στοιχεία παραμένουν στον αρχικό ΟΕΕ.

Το παράπλευρο ανεξάρτητο χαρτοφυλάκιο είναι κλειστό για εγγραφές, επαναγορές και εξαγορές.

Όταν ένας ΔΟΕΕ ενεργοποιεί παράπλευρο ανεξάρτητο χαρτοφυλάκιο σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο στοιχείο α), διαχειρίζεται τον νέο ΟΕΕ σύμφωνα με την επενδυτική στρατηγική του αρχικού ΟΕΕ.

Όταν ένας ΔΟΕΕ ενεργοποιεί παράπλευρο ανεξάρτητο χαρτοφυλάκιο σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο στοιχείο β), εξακολουθεί να διαχειρίζεται τον αρχικό ΟΕΕ σύμφωνα με την υφιστάμενη επενδυτική στρατηγική του.

4.   Κατά τη δημιουργία ενός παράπλευρου ανεξάρτητου χαρτοφυλακίου, σε κάθε επενδυτή κατανέμονται μερίδια ή μετοχές στο εν λόγω χαρτοφυλάκιο κατ’ αναλογία προς την αντίστοιχη συμμετοχή του στον αρχικό ΟΕΕ.

Άρθρο 10

Μεταβατική διάταξη

Έως τις 16 Απριλίου 2027, οι ΟΕΕ που έχουν συσταθεί πριν από τις 16 Απριλίου 2026 θεωρείται ότι συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό. Ωστόσο, οι εν λόγω ΟΕΕ μπορούν να επιλέξουν να υπαχθούν στον παρόντα κανονισμό από τις 16 Απριλίου 2026, υπό την προϋπόθεση ότι ο ΔΟΕΕ θα ενημερώσει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής του.

Άρθρο 11

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις 16 Απριλίου 2026.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 17 Νοεμβρίου 2025.

Για την Επιτροπή

Η Πρόεδρος

Ursula VON DER LEYEN


(1)   ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2011/61/oj.

(2)  IOSCO, Guidance for Open-ended Funds for Effective Implementation of the Recommendations for Liquidity Risk Management (Κατευθυντήριες αρχές για οργανισμούς ανοικτού τύπου προς αποτελεσματική εφαρμογή των συστάσεων για τη διαχείριση κινδύνου ρευστότητας), Μάιος 2025, https://www.iosco.org/library/pubdocs/pdf/IOSCOPD799.pdf.

(3)  Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2009/65/oj).

(4)  Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2014/65/oj).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2010/1095/oj).


ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2026/465/oj

ISSN 1977-0669 (electronic edition)