European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά L


2026/338

16.2.2026

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2026/338 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 13ης Φεβρουαρίου 2026

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1803 όσον αφορά το Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 18

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων (1), και ιδίως το άρθρο 3 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1803 της Επιτροπής (2) υιοθετήθηκαν ορισμένα διεθνή λογιστικά πρότυπα και διερμηνείες που υφίσταντο στις 8 Σεπτεμβρίου 2022.

(2)

Στις 9 Απριλίου 2024 το Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων εξέδωσε το Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 18 «Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις» (στο εξής: ΔΠΧΑ 18) με στόχο τη βελτίωση των πληροφοριών που γνωστοποιούνται στις οικονομικές καταστάσεις, με έμφαση στις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων.

(3)

Το ΔΠΧΑ 18 προωθεί την αναφορά των χρηματοοικονομικών επιδόσεων διασφαλίζοντας ότι οι εταιρείες γνωστοποιούν τις σχετικές πληροφορίες που απεικονίζουν πιστά τα περιουσιακά στοιχεία, τις υποχρεώσεις, τα ίδια κεφάλαια, τα έσοδα και τα έξοδά τους. Επιτρέπει στους επενδυτές να λαμβάνουν πιο τεκμηριωμένες αποφάσεις που οδηγούν σε καλύτερη κατανομή κεφαλαίων και συμβάλλουν στη μακροπρόθεσμη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

(4)

Το ΔΠΧΑ 18 ενισχύει την ποιότητα της υποβολής χρηματοοικονομικών εκθέσεων, ιδίως με την απαίτηση τα υποσύνολα που ορίζονται από τις εταιρείες να περιλαμβάνονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων· τη γνωστοποίηση σχετικά με μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση· και την προσθήκη νέων αρχών για τη συγκέντρωση και τον διαχωρισμό των πληροφοριών.

(5)

Η έγκριση του ΔΠΧΑ 18 συνεπάγεται συνακόλουθες τροποποιήσεις στα ακόλουθα πρότυπα ή διερμηνείες προτύπων: ΔΠΧΑ 1 Πρώτη εφαρμογή των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς, ΔΠΧΑ 2 Παροχές που εξαρτώνται από την αξία των μετοχών, ΔΠΧΑ 3 Συνενώσεις Επιχειρήσεων, ΔΠΧΑ 5 Μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται προς πώληση και διακοπείσες δραστηριότητες, ΔΠΧΑ 6 Έρευνα και αξιολόγηση ορυκτών πόρων, ΔΠΧΑ 7 Χρηματοοικονομικά μέσα: Γνωστοποιήσεις, ΔΠΧΑ 8 Λειτουργικοί τομείς, ΔΠΧΑ 9 Χρηματοοικονομικά μέσα, ΔΠΧΑ 10 Ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, ΔΠΧΑ 11 Σχήματα υπό κοινό έλεγχο, ΔΠΧΑ 12 Γνωστοποίηση συμμετοχών σε άλλες οντότητες, ΔΠΧΑ 13 Επιμέτρηση εύλογης αξίας, ΔΠΧΑ 15 Έσοδα από συμβάσεις με πελάτες, ΔΠΧΑ 16 Μισθώσεις, ΔΠΧΑ 17 Ασφαλιστήρια συμβόλαια, Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα — ΔΛΠ 2 Αποθέματα, ΔΛΠ 7 Κατάσταση των ταμειακών ροών, ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη, ΔΛΠ 10 Γεγονότα μετά την περίοδο αναφοράς, ΔΛΠ 12 Φόροι εισοδήματος, ΔΛΠ 16 Ενσώματα πάγια, ΔΛΠ 19 Παροχές σε εργαζομένους, ΔΛΠ 20 Λογιστική των κρατικών επιχορηγήσεων και γνωστοποίηση της κρατικής υποστήριξης, ΔΛΠ 21 Οι επιδράσεις μεταβολών των τιμών συναλλάγματος, ΔΛΠ 24 Γνωστοποιήσεις συνδεδεμένων μερών, ΔΛΠ 26 Λογιστικός χειρισμός και παρουσίαση των προγραμμάτων παροχών εξόδου από την υπηρεσία, ΔΛΠ 27 Ατομικές οικονομικές καταστάσεις, ΔΛΠ 28 Επενδύσεις σε συγγενείς επιχειρήσεις και κοινοπραξίες, ΔΛΠ 29 Παρουσίαση οικονομικών στοιχείων σε υπερπληθωριστικές οικονομίες, ΔΛΠ 32 Χρηματοοικονομικά μέσα: Παρουσίαση, ΔΛΠ 33 Κέρδη ανά μετοχή, ΔΛΠ 34 Ενδιάμεση χρηματοοικονομική αναφορά, ΔΛΠ 36 Απομείωση αξίας περιουσιακών στοιχείων, ΔΛΠ 37 Προβλέψεις, Ενδεχόμενες Υποχρεώσεις και Ενδεχόμενα Περιουσιακά Στοιχεία, ΔΛΠ 38 Άυλα περιουσιακά στοιχεία, ΔΛΠ 40 Επενδύσεις σε ακίνητα, ΔΛΠ 41 Γεωργία, Διερμηνείες της Επιτροπής Διερμηνειών Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς — ΕΔΔΠΧΑ 1 Μεταβολές σε υφιστάμενες υποχρεώσεις παροπλισμού, αποκατάστασης και συναφείς υποχρεώσεις, ΕΔΔΠΧΑ 2 Μετοχές μελών σε συνεταιριστικές οικονομικές οντότητες και παρόμοια μέσα, ΕΔΔΠΧΑ 5 Δικαιώματα συμμετοχών σε ταμεία παροπλισμού, αποκατάστασης και περιβαλλοντικής εξυγίανσης, ΕΔΔΠΧΑ 6 Υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή σε συγκεκριμένη αγορά — Απόβλητα ηλεκτρολογικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού, ΕΔΔΠΧΑ 12 Συμφωνίες παραχώρησης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών, ΕΔΔΠΧΑ 14 ΔΛΠ 19 — Το όριο σε ένα περιουσιακό στοιχείο καθορισμένων παροχών, οι ελάχιστες κεφαλαιακές υποχρεώσεις και οι αλληλεπιδράσεις τους, ΕΔΔΠΧΑ 16 Αντισταθμίσεις μιας καθαρής επένδυσης σε εκμετάλλευση εξωτερικού, ΕΔΔΠΧΑ 17 Διανομές μη ταμειακών περιουσιακών στοιχείων σε ιδιοκτήτες, ΕΔΔΠΧΑ 19 Εξόφληση χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων με συμμετοχικούς τίτλους, ΕΔΔΠΧΑ 20 Κόστος αποκάλυψης στη φάση της παραγωγής ορυχείου επιφανείας, ΕΔΔΠΧΑ 21 Εισφορές, ΕΔΔΠΧΑ 22 Συναλλαγές σε ξένο νόμισμα και προκαταβολές, ΕΔΔΠΧΑ 23 Αβεβαιότητα σχετικά με χειρισμούς του φόρου εισοδήματος, και Διερμηνείες της Επιτροπής Διερμηνειών των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (Μόνιμη Επιτροπή Διερμηνειών) — ΜΕΔ-7 Εισαγωγή του ευρώ, ΜΕΔ-10 Κρατική υποστήριξη — Καμία ειδική σχέση με επιχειρηματικές δραστηριότητες, ΜΕΔ-25 Φόροι Εισοδήματος — Μεταβολές στο φορολογικό καθεστώς μιας οικονομικής οντότητας ή των μετόχων της, ΜΕΔ-29 Συμφωνίες παραχώρησης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών: Γνωστοποιήσεις και ΜΕΔ-32 Άυλα περιουσιακά στοιχεία — Κόστος δικτυακού τόπου.

(6)

Επιπλέον, συνεπάγεται τη συνακόλουθη απόσυρση του ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων.

(7)

Κατόπιν διαβούλευσης με την Ευρωπαϊκή Συμβουλευτική Ομάδα για Θέματα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (EFRAG), η Επιτροπή συμπεραίνει ότι το ΔΠΧΑ 18 πληροί τις προϋποθέσεις έγκρισης που ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002.

(8)

Συνεπώς, ο κανονισμός (ΕΕ) 2023/1803 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(9)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της κανονιστικής επιτροπής λογιστικών θεμάτων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Το παράρτημα του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1803 τροποποιείται ως εξής:

1)

Προστίθεται το Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) 18 «Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις» (στο εξής: ΔΠΧΑ 18), σύμφωνα με το παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

2)

Τα ΔΠΧΑ 1 Πρώτη εφαρμογή των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς, ΔΠΧΑ 2 Παροχές που εξαρτώνται από την αξία των μετοχών, ΔΠΧΑ 3 Συνενώσεις Επιχειρήσεων, ΔΠΧΑ 5 Μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται προς πώληση και διακοπείσες δραστηριότητες, ΔΠΧΑ 6 Έρευνα και αξιολόγηση ορυκτών πόρων, ΔΠΧΑ 7 Χρηματοοικονομικά μέσα: Γνωστοποιήσεις, ΔΠΧΑ 8 Λειτουργικοί τομείς, ΔΠΧΑ 9 Χρηματοοικονομικά μέσα, ΔΠΧΑ 10 Ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, ΔΠΧΑ 11 Σχήματα υπό κοινό έλεγχο, ΔΠΧΑ 12 Γνωστοποίηση συμμετοχών σε άλλες οντότητες, ΔΠΧΑ 13 Επιμέτρηση εύλογης αξίας, ΔΠΧΑ 15 Έσοδα από συμβάσεις με πελάτες, ΔΠΧΑ 16 Μισθώσεις, ΔΠΧΑ 17 Ασφαλιστήρια συμβόλαια, τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα — ΔΛΠ 2 Αποθέματα, ΔΛΠ 7 Κατάσταση των ταμειακών ροών, ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη, ΔΛΠ 10 Γεγονότα μετά την περίοδο αναφοράς, ΔΛΠ 12 Φόροι εισοδήματος, ΔΛΠ 16 Ενσώματα πάγια, ΔΛΠ 19 Παροχές σε εργαζομένους, ΔΛΠ 20 Λογιστική των κρατικών επιχορηγήσεων και γνωστοποίηση της κρατικής υποστήριξης, ΔΛΠ 21 Οι επιδράσεις μεταβολών των τιμών συναλλάγματος, ΔΛΠ 24 Γνωστοποιήσεις συνδεδεμένων μερών, ΔΛΠ 26 Λογιστικός χειρισμός και παρουσίαση των προγραμμάτων παροχών εξόδου από την υπηρεσία, ΔΛΠ 27 Ατομικές οικονομικές καταστάσεις, ΔΛΠ 28 Επενδύσεις σε συγγενείς επιχειρήσεις και κοινοπραξίες, ΔΛΠ 29 Παρουσίαση οικονομικών στοιχείων σε υπερπληθωριστικές οικονομίες, ΔΛΠ 32 Χρηματοοικονομικά μέσα: Παρουσίαση, ΔΛΠ 33 Κέρδη ανά μετοχή, ΔΛΠ 34 Ενδιάμεση χρηματοοικονομική αναφορά, ΔΛΠ 36 Απομείωση αξίας περιουσιακών στοιχείων, ΔΛΠ 37 Προβλέψεις, Ενδεχόμενες Υποχρεώσεις και Ενδεχόμενα Περιουσιακά Στοιχεία, ΔΛΠ 38 Άυλα περιουσιακά στοιχεία, ΔΛΠ 40 Επενδύσεις σε ακίνητα, ΔΛΠ 41 Γεωργία, οι Διερμηνείες της Επιτροπής Διερμηνειών Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς — ΕΔΔΠΧΑ 1 Μεταβολές σε υφιστάμενες υποχρεώσεις παροπλισμού, αποκατάστασης και συναφείς υποχρεώσεις, ΕΔΔΠΧΑ 2 Μετοχές μελών σε συνεταιριστικές οικονομικές οντότητες και παρόμοια μέσα, ΕΔΔΠΧΑ 5 Δικαιώματα συμμετοχών σε ταμεία παροπλισμού, αποκατάστασης και περιβαλλοντικής εξυγίανσης, ΕΔΔΠΧΑ 6 Υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή σε συγκεκριμένη αγορά — Απόβλητα ηλεκτρολογικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού, ΕΔΔΠΧΑ 12 Συμφωνίες παραχώρησης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών, ΕΔΔΠΧΑ 14 ΔΛΠ 19 — Το όριο σε ένα περιουσιακό στοιχείο καθορισμένων παροχών, οι ελάχιστες κεφαλαιακές υποχρεώσεις και οι αλληλεπιδράσεις τους, ΕΔΔΠΧΑ 16 Αντισταθμίσεις μιας καθαρής επένδυσης σε εκμετάλλευση εξωτερικού, ΕΔΔΠΧΑ 17 Διανομές μη ταμειακών περιουσιακών στοιχείων σε ιδιοκτήτες, ΕΔΔΠΧΑ 19 Εξόφληση χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων με συμμετοχικούς τίτλους, ΕΔΔΠΧΑ 20 Κόστος αποκάλυψης στη φάση της παραγωγής ορυχείου επιφανείας, ΕΔΔΠΧΑ 21 Εισφορές, ΕΔΔΠΧΑ 22 Συναλλαγές σε ξένο νόμισμα και προκαταβολές, ΕΔΔΠΧΑ 23 Αβεβαιότητα σχετικά με χειρισμούς του φόρου εισοδήματος, και οι Διερμηνείες της Επιτροπής Διερμηνειών των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (Μόνιμη Επιτροπή Διερμηνειών) — ΜΕΔ-7 Εισαγωγή του ευρώ, ΜΕΔ-10 Κρατική υποστήριξη — Καμία ειδική σχέση με επιχειρηματικές δραστηριότητες, ΜΕΔ-25 Φόροι Εισοδήματος — Μεταβολές στο φορολογικό καθεστώς μιας οικονομικής οντότητας ή των μετόχων της, ΜΕΔ-29 Συμφωνίες παραχώρησης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών: Γνωστοποιήσεις και ΜΕΔ-32 Άυλα περιουσιακά στοιχεία — Κόστος δικτυακού τόπου τροποποιούνται σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 18, όπως ορίζεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

3)

Το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων διαγράφεται.

Άρθρο 2

Οι επιχειρήσεις εφαρμόζουν την τροποποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 1 το αργότερο από την ημερομηνία έναρξης του πρώτου οικονομικού τους έτους που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2027 ή μεταγενέστερα.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 13 Φεβρουαρίου 2026.

Για την Επιτροπή

Η Πρόεδρος

Ursula VON DER LEYEN


(1)   ΕΕ L 243 της 11.9.2002, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2002/1606/oj.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1803 της Επιτροπής, της 13ης Σεπτεμβρίου 2023, για την υιοθέτηση ορισμένων διεθνών λογιστικών προτύπων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 237 της 26.9.2023, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2023/1803/oj).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΔΠΧΑ 18

Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις

Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 18

Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις

ΣΚΟΠΌΣ

1.

Το παρόν πρότυπο καθορίζει απαιτήσεις για την παρουσίαση και τη γνωστοποίηση πληροφοριών σε οικονομικές καταστάσεις γενικής χρήσης (στο εξής: οικονομικές καταστάσεις), ώστε να διασφαλίζεται ότι παρέχουν σχετικές πληροφορίες που απεικονίζουν πιστά τα περιουσιακά στοιχεία, τις υποχρεώσεις, τα ίδια κεφάλαια, τα έσοδα και τα έξοδα της οικονομικής οντότητας.

ΠΕΔΊΟ ΕΦΑΡΜΟΓΉΣ

2.

Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει το παρόν πρότυπο κατά την παρουσίαση και τη γνωστοποίηση πληροφοριών σε οικονομικές καταστάσεις οι οποίες καταρτίζονται σύμφωνα με τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ.

3.

Το παρόν πρότυπο καθορίζει τις γενικές και ειδικές απαιτήσεις για την παρουσίαση των πληροφοριών στην κατάσταση (ή στις καταστάσεις) χρηματοοικονομικής επίδοσης, στην κατάσταση οικονομικής θέσης και στην κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων. Το παρόν πρότυπο καθορίζει επίσης απαιτήσεις για τη γνωστοποίηση πληροφοριών στις σημειώσεις. Το ΔΛΠ 7 Κατάσταση των ταμειακών ροών θέτει τις απαιτήσεις για την παρουσίαση της κατάστασης ταμειακών ροών και των σχετικών γνωστοποιήσεων. Ωστόσο, οι γενικές απαιτήσεις για τις οικονομικές καταστάσεις των παραγράφων 9–43 και 113–114 εφαρμόζονται στην κατάσταση των ταμειακών ροών.

4.

Άλλα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ θέτουν τις απαιτήσεις αναγνώρισης, επιμέτρησης, παρουσίασης και γνωστοποίησης συγκεκριμένων συναλλαγών και άλλων γεγονότων.

5.

Το παρόν πρότυπο δεν εφαρμόζεται στην παρουσίαση και στη γνωστοποίηση πληροφοριών σε συνοπτικές ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις οι οποίες καταρτίζονται κατ’ εφαρμογή του ΔΛΠ 34 Ενδιάμεση χρηματοοικονομική αναφορά. Ωστόσο, οι παράγραφοι 41–45 και 117–125 εφαρμόζονται σε τέτοιες οικονομικές καταστάσεις.

6.

Το παρόν πρότυπο χρησιμοποιεί ορολογία που είναι κατάλληλη για οικονομικές οντότητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων του δημόσιου τομέα. Εάν οικονομικές οντότητες με μη κερδοσκοπικές δραστηριότητες του ιδιωτικού ή του δημόσιου τομέα εφαρμόζουν αυτό το πρότυπο, μπορεί να χρειάζεται να τροποποιήσουν τις περιγραφές που χρησιμοποιούνται για ορισμένα συγκεκριμένα κονδύλια, κατηγορίες, υποσύνολα ή σύνολα των οικονομικών καταστάσεων, αλλά και για τις ίδιες τις οικονομικές καταστάσεις.

7.

Ομοίως, οικονομικές οντότητες που δεν διαθέτουν ίδια κεφάλαια όπως ορίζονται στο ΔΛΠ 32 Χρηματοοικονομικά μέσα: Παρουσίαση (π.χ. κάποια αμοιβαία κεφάλαια) και οικονομικές οντότητες των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο δεν αποτελείται από ίδια κεφάλαια (π.χ. κάποιες συνεταιριστικές οικονομικές οντότητες) μπορεί να χρειαστεί να προσαρμόσουν την παρουσίαση στις οικονομικές καταστάσεις των συμμετοχών των μελών ή των μεριδιούχων.

8.

Σε πολλές οικονομικές οντότητες, η διοίκηση παρέχει οικονομική επισκόπηση η οποία είναι χωριστή από τις οικονομικές καταστάσεις (βλ. παράγραφο 10) και στην οποία περιγράφονται και εξηγούνται τα κύρια χαρακτηριστικά της χρηματοοικονομικής επίδοσης και της οικονομικής θέσης της οικονομικής οντότητας, καθώς και οι κύριες αβεβαιότητες που αντιμετωπίζει. Αυτού του είδους οι επισκοπήσεις δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ.

ΓΕΝΙΚΈΣ ΑΠΑΙΤΉΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΈΣ ΚΑΤΑΣΤΆΣΕΙΣ

Σκοπός των οικονομικών καταστάσεων

9.

Σκοπός των οικονομικών καταστάσεων είναι η παροχή χρηματοοικονομικών πληροφοριών σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία, τις υποχρεώσεις, τα ίδια κεφάλαια, τα έσοδα και τα έξοδα της αναφέρουσας οικονομικής οντότητας, οι οποίες είναι χρήσιμες για τους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων κατά την αξιολόγηση των προοπτικών για μελλοντικές καθαρές ταμειακές εισροές στην οικονομική οντότητα και κατά την αξιολόγηση της διαχείρισης των οικονομικών πόρων της οικονομικής οντότητας από τη διοίκηση.

Πλήρης σειρά οικονομικών καταστάσεων

10.

Μια πλήρης σειρά οικονομικών καταστάσεων περιλαμβάνει τα εξής:

α)

κατάσταση (ή καταστάσεις) χρηματοοικονομικής επίδοσης για την περίοδο αναφοράς (βλ. παράγραφο 12)·

β)

κατάσταση οικονομικής θέσης στο τέλος της περιόδου αναφοράς·

γ)

κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων για την περίοδο αναφοράς·

δ)

κατάσταση των ταμειακών ροών για την περίοδο αναφοράς·

ε)

σημειώσεις για την περίοδο αναφοράς·

στ)

συγκριτική πληροφόρηση σχετικά με την προηγούμενη περίοδο, όπως ορίζεται στις παραγράφους 31–32· και

ζ)

κατάσταση οικονομικής θέσης στην έναρξη της προηγούμενης περιόδου, εφόσον απαιτείται βάσει της παραγράφου 37.

11.

Οι καταστάσεις που απαριθμούνται στην παράγραφο 10 στοιχεία α) έως δ) (και η συγκριτική τους πληροφόρηση) αναφέρονται ως κύριες οικονομικές καταστάσεις. Οι οικονομικές οντότητες επιτρέπεται να χρησιμοποιούν ονομασίες για τις καταστάσεις διαφορετικές από εκείνες που εμφανίζονται στο παρόν πρότυπο. Για παράδειγμα, μια οικονομική οντότητα μπορεί να χρησιμοποιεί τον τίτλο «ισολογισμός» αντί για «κατάσταση οικονομικής θέσης». Επιπλέον, παρόλο που το παρόν πρότυπο χρησιμοποιεί όρους όπως «λοιπά συνολικά έσοδα», «αποτελέσματα» και «συγκεντρωτικά συνολικά έσοδα», μια οικονομική οντότητα μπορεί να χρησιμοποιεί άλλους όρους για την επισήμανση των συνόλων, των υποσυνόλων και των συγκεκριμένων κονδυλίων που απαιτούνται βάσει του παρόντος προτύπου, αρκεί να επισημαίνονται κατά τρόπο που απεικονίζει πιστά τα χαρακτηριστικά των στοιχείων αυτών, όπως απαιτείται βάσει της παραγράφου 43. Για παράδειγμα, μια οικονομική οντότητα μπορεί να επισημαίνει τα αποτελέσματα με τον όρο «καθαρά έσοδα».

12.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει την κατάσταση ή τις καταστάσεις χρηματοοικονομικής επίδοσης της είτε:

α)

ως ενιαία κατάσταση αποτελεσμάτων και λοιπών συνολικών εσόδων, όπου τα αποτελέσματα και τα λοιπά συνολικά έσοδα παρουσιάζονται σε δύο τμήματα —εάν επιλεγεί αυτή η δυνατότητα, η οικονομική οντότητα παρουσιάζει το τμήμα που αφορά τα αποτελέσματα πρώτα, ακολουθούμενο αμέσως μετά από το τμήμα που αφορά τα λοιπά συνολικά έσοδα· ή

β)

ως κατάσταση αποτελεσμάτων και χωριστή κατάσταση που παρουσιάζει τα συνολικά έσοδα, ξεκινώντας με τα αποτελέσματα —εάν επιλεγεί αυτή η δυνατότητα, η κατάσταση αποτελεσμάτων βρίσκεται ακριβώς πριν από την κατάσταση που παρουσιάζει τα συνολικά έσοδα.

13.

Σε αυτό το πρότυπο:

α)

το τμήμα που αφορά τα αποτελέσματα το οποίο περιγράφεται στην παράγραφο 12 στοιχείο α) και η κατάσταση αποτελεσμάτων που περιγράφεται στην παράγραφο 12 στοιχείο β) αναφέρονται ως κατάσταση αποτελεσμάτων· και

β)

το τμήμα που αφορά τα λοιπά συνολικά έσοδα το οποίο περιγράφεται στην παράγραφο 12 στοιχείο α) και η κατάσταση που παρουσιάζει τα συνολικά έσοδα που περιγράφεται στην παράγραφο 12 στοιχείο β) αναφέρονται ως κατάσταση που παρουσιάζει τα συνολικά έσοδα.

14.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει καθεμία από τις κύριες οικονομικές καταστάσεις με όμοιο τρόπο εμφάνισης σε μια πλήρη σειρά οικονομικών καταστάσεων.

Οι ρόλοι των κύριων οικονομικών καταστάσεων και των σημειώσεων

15.

Για την επίτευξη του σκοπού των οικονομικών καταστάσεων (βλ. παράγραφο 9), η οικονομική οντότητα παρουσιάζει πληροφορίες στις κύριες οικονομικές καταστάσεις και γνωστοποιεί πληροφορίες στις σημειώσεις. Η οικονομική οντότητα χρειάζεται να παρουσιάζει ή να γνωστοποιεί μόνο σημαντικές πληροφορίες (βλ. παραγράφους 19 και Β1–Β5).

16.

Ο ρόλος των κύριων οικονομικών καταστάσεων είναι να παρέχουν δομημένες συνόψεις των αναγνωρισμένων περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων, ιδίων κεφαλαίων, εσόδων, εξόδων και ταμειακών ροών της αναφέρουσας οικονομικής οντότητας, οι οποίες είναι χρήσιμες για τους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων ώστε να:

α)

αποκτούν μια κατανοητή συνολική εικόνα των αναγνωρισμένων περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων, ιδίων κεφαλαίων, εσόδων, εξόδων και ταμειακών ροών της οικονομικής οντότητας·

β)

πραγματοποιούν συγκρίσεις μεταξύ οικονομικών οντοτήτων και μεταξύ περιόδων αναφοράς για την ίδια οικονομική οντότητα· και

γ)

προσδιορίζουν στοιχεία ή τομείς για τους οποίους οι χρήστες των οικονομικών καταστάσεων ενδέχεται να επιθυμούν να αναζητήσουν πρόσθετες πληροφορίες στις σημειώσεις.

17.

Ο ρόλος των σημειώσεων είναι να παρέχουν σημαντικές πληροφορίες οι οποίες είναι απαραίτητες ώστε:

α)

να δίνουν στους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων τη δυνατότητα να κατανοήσουν τα συγκεκριμένα κονδύλια που παρουσιάζονται στις κύριες οικονομικές καταστάσεις (βλ. παράγραφο Β6)· και

β)

να συμπληρώνουν τις κύριες οικονομικές καταστάσεις με πρόσθετες πληροφορίες για την επίτευξη του σκοπού των οικονομικών καταστάσεων (βλ. παράγραφο Β7).

18.

Η οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί τους ρόλους των κύριων οικονομικών καταστάσεων και των σημειώσεων, που περιγράφονται στις παραγράφους 16–17, για να προσδιορίσει αν θα συμπεριλάβει πληροφορίες στις κύριες οικονομικές καταστάσεις ή στις σημειώσεις. Οι διαφορετικοί ρόλοι των κύριων οικονομικών καταστάσεων και των σημειώσεων σημαίνουν ότι η έκταση των πληροφοριών που απαιτείται στις σημειώσεις διαφέρει από εκείνη των κύριων οικονομικών καταστάσεων. Οι διαφορές σημαίνουν ότι:

α)

για την παροχή των δομημένων συνόψεων που περιγράφονται στην παράγραφο 16, οι πληροφορίες που παρέχονται στις κύριες οικονομικές καταστάσεις είναι πιο ομαδοποιημένες από τις πληροφορίες που παρέχονται στις σημειώσεις· και

β)

για την παροχή των πληροφοριών που περιγράφονται στην παράγραφο 17, οι σημειώσεις παρέχουν λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία, τις υποχρεώσεις, τα ίδια κεφάλαια, τα έσοδα, τα έξοδα και τις ταμειακές ροές της οικονομικής οντότητας, συμπεριλαμβανομένου του διαχωρισμού των πληροφοριών που παρουσιάζονται στις κύριες οικονομικές καταστάσεις.

Πληροφορίες που παρουσιάζονται στις κύριες οικονομικές καταστάσεις ή γνωστοποιούνται στις σημειώσεις

19.

Ορισμένα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ προσδιορίζουν πληροφορίες οι οποίες απαιτείται να παρουσιάζονται στις κύριες οικονομικές καταστάσεις ή να γνωστοποιούνται στις σημειώσεις. Μια οικονομική οντότητα δεν υποχρεούται να παρέχει συγκεκριμένη παρουσίαση ή γνωστοποίηση που απαιτείται βάσει λογιστικού προτύπου ΔΠΧΑ εφόσον οι πληροφορίες που προκύπτουν από την εν λόγω παρουσίαση ή γνωστοποίηση δεν είναι σημαντικές. Αυτό ισχύει ακόμη και αν τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ περιέχουν κατάλογο ειδικών απαιτήσεων ή τις χαρακτηρίζουν ως ελάχιστες απαιτήσεις.

20.

Μια οντότητα εξετάζει αν θα παράσχει επιπρόσθετες γνωστοποιήσεις, όταν η συμμόρφωση με τις ειδικές απαιτήσεις των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ είναι ανεπαρκής για να καταστήσει τους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων ικανούς να κατανοήσουν την επίδραση συναλλαγών και άλλων γεγονότων και συνθηκών στην οικονομική θέση και χρηματοοικονομική επίδοση της οικονομικής οντότητας.

Πληροφορίες που παρουσιάζονται στις κύριες οικονομικές καταστάσεις

21.

Η παράγραφος 16 ορίζει ότι ο ρόλος των κύριων οικονομικών καταστάσεων είναι να παρέχουν δομημένες συνόψεις οι οποίες είναι χρήσιμες για τους σκοπούς που προσδιορίζονται στην εν λόγω παράγραφο (στο εξής: χρήσιμη δομημένη σύνοψη). Η οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί τον ρόλο των κύριων οικονομικών καταστάσεων για να προσδιορίσει ποιες σημαντικές πληροφορίες πρέπει να παρουσιάσει σε αυτές τις οικονομικές καταστάσεις, όπως ορίζεται στις παραγράφους 22–24.

22.

Για την παροχή χρήσιμης δομημένης σύνοψης σε κύρια οικονομική κατάσταση, η οικονομική οντότητα συμμορφώνεται με ειδικές απαιτήσεις που καθορίζουν τη δομή της οικονομικής κατάστασης. Οι ειδικές απαιτήσεις είναι οι εξής:

α)

για την κατάσταση αποτελεσμάτων —οι απαιτήσεις των παραγράφων 47, 69, 76 και 78·

β)

για την κατάσταση που παρουσιάζει τα συνολικά έσοδα —οι απαιτήσεις των παραγράφων 86–88·

γ)

για την κατάσταση οικονομικής θέσης —οι απαιτήσεις των παραγράφων 96 και 104·

δ)

για την κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων —οι απαιτήσεις της παραγράφου 107· και

ε)

για την κατάσταση των ταμειακών ροών —οι απαιτήσεις της παραγράφου 10 του ΔΛΠ 7.

23.

Ορισμένα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ απαιτούν την παρουσίαση συγκεκριμένων κονδυλίων χωριστά στις κύριες οικονομικές καταστάσεις (για παράδειγμα, παράγραφοι 75 και 103 του παρόντος προτύπου). Η οικονομική οντότητα δεν χρειάζεται να παρουσιάζει χωριστά ένα συγκεκριμένο κονδύλιο σε κύρια οικονομική κατάσταση εάν αυτό δεν είναι απαραίτητο προκειμένου η οικονομική κατάσταση να παρέχει χρήσιμη δομημένη σύνοψη. Αυτό ισχύει ακόμη και αν τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ περιέχουν ειδικό κατάλογο συγκεκριμένων απαιτούμενων κονδυλίων ή περιγράφουν τα συγκεκριμένα κονδύλια ως ελάχιστες απαιτήσεις (βλ. παράγραφο Β8).

24.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει πρόσθετα συγκεκριμένα κονδύλια και υποσύνολα εφόσον η παρουσίασή τους είναι απαραίτητη προκειμένου μια κύρια οικονομική κατάσταση να παρέχει χρήσιμη δομημένη σύνοψη. Όταν μια οικονομική οντότητα παρουσιάζει πρόσθετα συγκεκριμένα κονδύλια ή υποσύνολα, τα εν λόγω συγκεκριμένα κονδύλια ή υποσύνολα (βλ. παράγραφο Β9):

α)

περιλαμβάνουν ποσά που αναγνωρίζονται και επιμετρώνται σύμφωνα με τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ·

β)

είναι συμβατά με τη δομή των καταστάσεων που προκύπτει βάσει των απαιτήσεων που απαριθμούνται στην παράγραφο 22·

γ)

είναι συνεπή από περίοδο σε περίοδο, σύμφωνα με την παράγραφο 30· και

δ)

παρουσιάζονται με όμοιο τρόπο εμφάνισης όπως τα σύνολα και τα υποσύνολα που απαιτούνται βάσει των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ.

Εξατομίκευση των οικονομικών καταστάσεων

25.

Η οικονομική οντότητα εξατομικεύει σαφώς τις οικονομικές καταστάσεις και τις διακρίνει από άλλες πληροφορίες στο ίδιο δημοσιευόμενο έντυπο (βλ. παράγραφο Β10).

26.

Τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ εφαρμόζονται μόνο στις οικονομικές καταστάσεις και όχι αναγκαστικά σε άλλες πληροφορίες που παρέχονται στην ετήσια αναφορά, σε έγγραφα που υποβάλλονται σε ρυθμιστική αρχή ή σε άλλο έγγραφο. Συνεπώς, είναι σημαντικό οι χρήστες των οικονομικών καταστάσεων να είναι σε θέση να διακρίνουν τις πληροφορίες που καταρτίστηκαν με βάση τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ από άλλες πληροφορίες που μπορεί να τους είναι χρήσιμες αλλά δεν αποτελούν αντικείμενο των απαιτήσεων αυτών.

27.

Η οικονομική οντότητα εξατομικεύει σαφώς κάθε κύρια οικονομική κατάσταση και τις σημειώσεις. Επιπρόσθετα, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί με εμφανή τρόπο τα ακόλουθα, και τα επαναλαμβάνει όταν αυτό είναι αναγκαίο για την κατανόηση των παρεχόμενων πληροφοριών:

α)

την επωνυμία ή άλλο προσδιορισμό της ταυτότητας της αναφέρουσας οικονομικής οντότητας και κάθε αλλαγή των πληροφοριών αυτών από το τέλος της προηγούμενης περιόδου αναφοράς,

β)

αν οι οικονομικές καταστάσεις αφορούν μεμονωμένη οικονομική οντότητα ή όμιλο οικονομικών οντοτήτων,

γ)

την ημερομηνία λήξης της περιόδου αναφοράς ή της περιόδου που καλύπτουν οι οικονομικές καταστάσεις,

δ)

το νόμισμα παρουσίασης, όπως προσδιορίζεται στο ΔΛΠ 21 Οι επιδράσεις μεταβολών των τιμών συναλλάγματος, και

ε)

τον βαθμό της στρογγυλοποίησης που χρησιμοποιήθηκε για τα ποσά των οικονομικών καταστάσεων (βλ. παράγραφο Β11).

Συχνότητα αναφορών

28.

Η οικονομική οντότητα παρέχει πλήρη σειρά οικονομικών καταστάσεων τουλάχιστον ετησίως. Όταν μια οικονομική οντότητα αλλάζει το τέλος της περιόδου αναφοράς της και παρέχει οικονομικές καταστάσεις περιόδου μεγαλύτερης ή μικρότερης του ενός έτους, θα γνωστοποιεί, επιπροσθέτως της περιόδου που καλύπτεται από τις οικονομικές καταστάσεις:

α)

τον λόγο για τον οποίο χρησιμοποιείται μεγαλύτερη ή μικρότερη περίοδος· και

β)

το γεγονός ότι τα ποσά που περιλαμβάνονται στις οικονομικές καταστάσεις δεν είναι πλήρως συγκρίσιμα.

29.

Συνήθως, μια οικονομική οντότητα καταρτίζει με συνέπεια οικονομικές καταστάσεις για περίοδο ενός έτους. Όμως, μερικές οικονομικές οντότητες προτιμούν για πρακτικούς λόγους να παρέχουν πληροφόρηση, παραδείγματος χάρη, για περίοδο 52 εβδομάδων. Το πρότυπο αυτό δεν αποκλείει την πρακτική αυτή.

Συνοχή ως προς την παρουσίαση, τη γνωστοποίηση και την κατάταξη

30.

Η οικονομική οντότητα διατηρεί την παρουσίαση, τη γνωστοποίηση και την κατάταξη των στοιχείων στις οικονομικές καταστάσεις από περίοδο αναφοράς σε περίοδο αναφοράς, εκτός αν:

α)

είναι φανερό, μετά από σημαντική αλλαγή στη φύση των δραστηριοτήτων της οικονομικής οντότητας ή επανεξέταση των οικονομικών καταστάσεών της, ότι άλλη παρουσίαση, γνωστοποίηση ή κατάταξη θα ήταν καταλληλότερη βάσει των κριτηρίων για την επιλογή και την εφαρμογή των λογιστικών πολιτικών του ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων (Βλ. παράγραφο Β12)· ή

β)

κάποιο λογιστικό πρότυπο ΔΠΧΑ απαιτεί αλλαγή ως προς την παρουσίαση, τη γνωστοποίηση ή την κατάταξη.

Συγκριτική πληροφόρηση

31.

Εκτός από την περίπτωση κατά την οποία τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ επιτρέπουν ή απαιτούν κάτι άλλο, η οικονομική οντότητα παρέχει συγκριτική πληροφόρηση (δηλ. πληροφορίες για την προηγούμενη περίοδο αναφοράς) για όλα τα ποσά που απεικονίζονται στις οικονομικές καταστάσεις της τρέχουσας περιόδου. Η οικονομική οντότητα περιλαμβάνει συγκριτική πληροφόρηση όσον αφορά τις αφηγηματικές και περιγραφικές πληροφορίες, εάν αυτό είναι απαραίτητο για την κατανόηση των οικονομικών καταστάσεων της τρέχουσας περιόδου (βλ. παράγραφο Β13).

32.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει την τρέχουσα περίοδο αναφοράς και την προηγούμενη περίοδο σε καθεμία από τις κύριες οικονομικές καταστάσεις της και στις σημειώσεις. Οι παράγραφοι Β14–Β15 θέτουν απαιτήσεις σχετικά με την πρόσθετη συγκριτική πληροφόρηση.

Αλλαγή λογιστικής πολιτικής, αναδρομική επαναδιατύπωση ή ανακατάταξη

33.

Αν μια οντότητα μεταβάλει την παρουσίαση, τη γνωστοποίηση ή την κατάταξη των στοιχείων των οικονομικών καταστάσεών της, ανακατατάσσει τα συγκριτικά ποσά, εκτός αν η εν λόγω ανακατάταξη είναι ανέφικτη. Όταν μια οντότητα ανακατατάσσει τα συγκριτικά ποσά, γνωστοποιεί τα εξής (συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που ίσχυαν κατά την έναρξη της προηγούμενης περιόδου):

α)

τη φύση της ανακατάταξης,

β)

το ποσό του κάθε στοιχείου ή της κάθε κατηγορίας στοιχείων που ανακατατάσσεται· και

γ)

τον λόγο της ανακατάταξης.

34.

Όταν είναι ανέφικτο να ανακαταταχθούν τα συγκριτικά ποσά, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί:

α)

τους λόγους για τους οποίους δεν έγινε η ανακατάταξη· και

β)

το είδος των προσαρμογών που θα είχαν γίνει εάν είχαν ανακαταταχθεί τα ποσά.

35.

Η αναβάθμιση της συγκρισιμότητας των πληροφοριών μεταξύ των περιόδων βοηθάει τους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων στις οικονομικές τους αποφάσεις, ιδίως επειδή τους επιτρέπει να εκτιμούν τάσεις στις πληροφορίες για προγνωστικούς σκοπούς. Σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν είναι εφικτό να γίνει ανακατάταξη των συγκριτικών πληροφοριών για συγκεκριμένη προηγούμενη περίοδο αναφοράς ώστε να επιτευχθεί συνοχή με την τρέχουσα περίοδο. Για παράδειγμα, μπορεί σε προηγούμενη περίοδο (ή περιόδους) μια οικονομική οντότητα να μην έχει συγκεντρώσει στοιχεία κατά τρόπο που να επιτρέπει την ανακατάταξη και μπορεί να μην είναι εφικτό να αναπαραχθούν οι πληροφορίες.

36.

Το ΔΛΠ 8 παραθέτει τις προσαρμογές που απαιτούνται για τη συγκριτική πληροφόρηση, όταν η οικονομική οντότητα αλλάζει μια λογιστική πολιτική ή διορθώνει ένα λάθος.

37.

Μια οικονομική οντότητα παρουσιάζει τρίτη κατάσταση οικονομικής θέσης κατά την έναρξη της προηγούμενης περιόδου, πέραν των συγκριτικών πληροφοριών που απαιτούνται βάσει των παραγράφων 31-32, αν:

α)

εφαρμόζει αναδρομικά μια λογιστική πολιτική, επαναδιατυπώνει αναδρομικά στοιχεία των οικονομικών της καταστάσεων ή ανακατατάσσει στοιχεία των οικονομικών της καταστάσεων· και

β)

η αναδρομική εφαρμογή, η αναδρομική επαναδιατύπωση ή ανακατάταξη έχει ουσιώδη επίδραση στις πληροφορίες της κατάστασης οικονομικής θέσης κατά την έναρξη της προηγούμενης περιόδου.

38.

Υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στην παράγραφο 37, μια οικονομική οντότητα παρουσιάζει τρεις καταστάσεις οικονομικής θέσης —από μία κατάσταση οικονομικής θέσης κατά:

α)

το τέλος της τρέχουσας περιόδου αναφοράς·

β)

το τέλος της προηγούμενης περιόδου· και

γ)

την έναρξη της προηγούμενης περιόδου.

39.

Όταν ζητείται από μια οικονομική οντότητα να παρουσιάσει τρίτη κατάσταση οικονομικής θέσης κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 37, γνωστοποιεί τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των παραγράφων 33–36 και του ΔΛΠ 8. Ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο να παράσχει τις σχετικές σημειώσεις της κατάστασης οικονομικής θέσης κατά την έναρξη της προηγούμενης περιόδου.

40.

Η ημερομηνία της εν λόγω τρίτης κατάστασης οικονομικής θέσης θα πρέπει να είναι η αυτή όπως και κατά την έναρξη της προηγούμενης περιόδου, ανεξαρτήτως του αν οι οικονομικές καταστάσεις της οντότητας παρέχουν συγκριτική πληροφόρηση για προγενέστερες περιόδους (πράγμα που επιτρέπεται βάσει των παραγράφων Β14-Β15).

ΟΜΑΔΟΠΟΊΗΣΗ (ΣΥΓΚΈΝΤΡΩΣΗ) ΚΑΙ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΌΣ

Αρχές ομαδοποίησης και διαχωρισμού

41.

Για τους σκοπούς του παρόντος προτύπου, «στοιχείο» είναι περιουσιακό στοιχείο, υποχρέωση, συμμετοχικός τίτλος ή αποθεματικό, έσοδο, έξοδο ή ταμειακή ροή ή οποιαδήποτε ομαδοποίηση (συγκέντρωση) ή διαχωρισμός τέτοιων περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων, ιδίων κεφαλαίων, εσόδων, εξόδων ή ταμειακών ροών. «Συγκεκριμένο κονδύλιο» είναι ένα στοιχείο που παρουσιάζεται χωριστά στις κύριες οικονομικές καταστάσεις. Άλλες σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία γνωστοποιούνται στις σημειώσεις. Εκτός εάν κάτι τέτοιο θα παρέκαμπτε τις ειδικές απαιτήσεις ομαδοποίησης (συγκέντρωσης) ή διαχωρισμού που παρέχονται στα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ, η οικονομική οντότητα (βλ. παραγράφους Β16–Β23):

α)

κατατάσσει και ομαδοποιεί περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις, ίδια κεφάλαια, έσοδα, έξοδα ή ταμειακές ροές σε στοιχεία βάσει των κοινών τους χαρακτηριστικών·

β)

διαχωρίζει στοιχεία που δεν έχουν κοινά χαρακτηριστικά·

γ)

ομαδοποιεί ή διαχωρίζει στοιχεία για την παρουσίαση συγκεκριμένων κονδυλίων στις κύριες οικονομικές καταστάσεις, που εκπληρώνουν τον ρόλο των κύριων οικονομικών καταστάσεων όσον αφορά την παροχή χρήσιμων δομημένων συνόψεων (βλ. παράγραφο 16)·

δ)

ομαδοποιεί ή διαχωρίζει στοιχεία για τη γνωστοποίηση πληροφοριών στις σημειώσεις, που εκπληρώνουν τον ρόλο των σημειώσεων όσον αφορά την παροχή σημαντικών πληροφοριών (βλ. παράγραφο 17)· και

ε)

διασφαλίζει ότι η ομαδοποίηση και ο διαχωρισμός στις οικονομικές καταστάσεις δεν συγκαλύπτουν σημαντικές πληροφορίες (βλ. παράγραφο Β3).

42.

Κατ’ εφαρμογή των αρχών της παραγράφου 41, η οικονομική οντότητα διαχωρίζει τα στοιχεία όποτε οι πληροφορίες που προκύπτουν είναι σημαντικές. Εάν, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 41 στοιχείο γ), η οικονομική οντότητα δεν παρουσιάζει σημαντικές πληροφορίες στις κύριες οικονομικές καταστάσεις, γνωστοποιεί τις πληροφορίες αυτές στις σημειώσεις. Οι παράγραφοι Β79 και Β111 παραθέτουν παραδείγματα εσόδων, εξόδων, περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων και στοιχείων ιδίων κεφαλαίων που ενδέχεται να έχουν επαρκώς ανόμοια χαρακτηριστικά ώστε η παρουσίασή τους στην κατάσταση αποτελεσμάτων ή στην κατάσταση οικονομικής θέσης ή η γνωστοποίησή τους στις σημειώσεις να είναι αναγκαία για την παροχή σημαντικών πληροφοριών.

43.

Η οικονομική οντότητα επισημαίνει και περιγράφει στοιχεία που παρουσιάζονται στις κύριες οικονομικές καταστάσεις (δηλ. σύνολα, υποσύνολα και συγκεκριμένα κονδύλια) ή στοιχεία που γνωστοποιούνται στις σημειώσεις κατά τρόπο που απεικονίζει πιστά τα χαρακτηριστικά του στοιχείου (βλ. παραγράφους Β24–Β26). Για την πιστή απεικόνιση ενός στοιχείου, η οικονομική οντότητα παρέχει κάθε περιγραφή και επεξήγηση που απαιτείται ώστε ο χρήστης των οικονομικών καταστάσεων να κατανοήσει το στοιχείο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μια οικονομική οντότητα μπορεί να χρειαστεί να συμπεριλάβει στις περιγραφές και στις επεξηγήσεις τη σημασία των όρων που χρησιμοποιεί και πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο έχει ομαδοποιήσει ή διαχωρίσει περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις, ίδια κεφάλαια, έσοδα, έξοδα και ταμειακές ροές.

Συμψηφισμός

44.

Η οικονομική οντότητα δεν συμψηφίζει περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις ή έσοδα και έξοδα, εκτός αν αυτό απαιτείται ή επιτρέπεται από λογιστικό πρότυπο ΔΠΧΑ (βλ. παραγράφους Β27–Β28).

45.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει ξεχωριστά περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις καθώς και έσοδα και έξοδα. Ο συμψηφισμός στην κατάσταση ή στις καταστάσεις χρηματοοικονομικής επίδοσης ή στην κατάσταση οικονομικής θέσης, εκτός αν αντικατοπτρίζει την ουσία της συναλλαγής ή άλλου γεγονότος, μειώνει τη δυνατότητα των χρηστών να κατανοούν τις συναλλαγές, τα άλλα γεγονότα και τις περιστάσεις που έχουν λάβει χώρα και να εκτιμούν τις μελλοντικές ταμειακές ροές της οικονομικής οντότητας. Η επιμέτρηση περιουσιακών στοιχείων μετά την αφαίρεση υποτιμήσεων —για παράδειγμα λόγω απαξίωσης αποθεμάτων και αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών επί χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων— δεν είναι συμψηφισμός.

ΚΑΤΆΣΤΑΣΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΆΤΩΝ

46.

Η οικονομική οντότητα περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία εσόδων και εξόδων σε μια περίοδο αναφοράς στην κατάσταση αποτελεσμάτων, εκτός εάν ένα λογιστικό πρότυπο ΔΠΧΑ απαιτεί ή επιτρέπει κάτι άλλο (βλ. παραγράφους 88–95 και Β86).

Κατηγορίες στην κατάσταση αποτελεσμάτων

47.

Η οικονομική οντότητα κατατάσσει τα έσοδα και τα έξοδα που περιλαμβάνονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων σε μία από τις ακόλουθες πέντε κατηγορίες (βλ. παράγραφο Β29):

α)

κατηγορία λειτουργίας (βλ. παράγραφο 52)·

β)

κατηγορία επενδύσεων (βλ. παραγράφους 53–58)·

γ)

κατηγορία χρηματοδότησης (βλ. παραγράφους 59–66)·

δ)

κατηγορία φόρων εισοδήματος (βλ. παράγραφο 67)· και

ε)

κατηγορία διακοπεισών δραστηριοτήτων (βλ. παράγραφο 68).

48.

Οι παράγραφοι 52–68 καθορίζουν τις απαιτήσεις για την κατάταξη των εσόδων και των εξόδων στις κατηγορίες λειτουργίας, επενδύσεων, χρηματοδότησης, φόρων εισοδήματος και διακοπεισών δραστηριοτήτων. Επιπλέον, οι παράγραφοι Β65–Β76 θέτουν απαιτήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο κατατάσσονται στις κατηγορίες οι συναλλαγματικές διαφορές, το κέρδος ή η ζημία επί της καθαρής χρηματικής θέσης και τα κέρδη και οι ζημίες από παράγωγα και προσδιορισμένα μέσα αντιστάθμισης.

Οικονομικές οντότητες με καθορισμένες κύριες επιχειρηματικές δραστηριότητες

49.

Για την κατάταξη των εσόδων και των εξόδων στις κατηγορίες λειτουργίας, επενδύσεων και χρηματοδότησης, η οικονομική οντότητα εκτιμά κατά πόσον ασκεί καθορισμένη κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα —δηλ. μία από τις ακόλουθες κύριες επιχειρηματικές δραστηριότητες (βλ. παραγράφους Β30–Β41):

α)

επενδύσεις σε συγκεκριμένα είδη περιουσιακών στοιχείων, στο εξής αναφερόμενες ως επενδύσεις σε περιουσιακά στοιχεία (βλ. παράγραφο 53)· ή

β)

παροχή χρηματοδότησης σε πελάτες.

50.

Κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 55–58 και 65–66, μια οικονομική οντότητα με καθορισμένη κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα κατατάσσει στην κατηγορία λειτουργίας ορισμένα έσοδα και έξοδα που θα είχαν καταταχθεί στην κατηγορία επενδύσεων ή χρηματοδότησης εάν η δραστηριότητα δεν αποτελούσε κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα.

51.

Εάν η οικονομική οντότητα:

α)

επενδύει σε περιουσιακά στοιχεία ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα, γνωστοποιεί το γεγονός αυτό.

β)

παρέχει χρηματοδότηση σε πελάτες ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα, γνωστοποιεί το γεγονός αυτό.

γ)

καταλήγει σε διαφορετικό αποτέλεσμα από την εκτίμησή της του κατά πόσον η επένδυση σε περιουσιακά στοιχεία ή η παροχή χρηματοδότησης σε πελάτες συνιστούν κύρια επιχειρηματική δραστηριότητά της (βλ. παράγραφο Β41), τότε γνωστοποιεί:

i)

το γεγονός ότι το αποτέλεσμα της εκτίμησής της έχει αλλάξει και την ημερομηνία της αλλαγής.

ii)

το ποσό και την κατάταξη των στοιχείων εσόδων και εξόδων πριν και μετά την ημερομηνία της αλλαγής του αποτελέσματος της εκτίμησης στην τρέχουσα περίοδο και το ποσό και την κατάταξη στην προηγούμενη περίοδο για τα στοιχεία των οποίων η κατάταξη έχει μεταβληθεί λόγω της αλλαγής του αποτελέσματος της εκτίμησης, εκτός εάν αυτό είναι πρακτικά ανέφικτο. Εάν η οικονομική οντότητα δεν γνωστοποιήσει τις πληροφορίες επειδή είναι πρακτικά ανέφικτο να το πράξει, γνωστοποιεί το γεγονός αυτό.

Η κατηγορία λειτουργίας

52.

Η οικονομική οντότητα κατατάσσει στην κατηγορία λειτουργίας όλα τα έσοδα και τα έξοδα που περιλαμβάνονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων και τα οποία δεν κατατάσσονται (βλ. παράγραφο Β42):

α)

στην κατηγορία επενδύσεων·

β)

στην κατηγορία χρηματοδότησης·

γ)

στην κατηγορία φόρων εισοδήματος· ή

δ)

στην κατηγορία διακοπεισών δραστηριοτήτων.

Η κατηγορία επενδύσεων

53.

Εκτός από τα όσα απαιτούνται βάσει των παραγράφων 55–58 για οικονομική οντότητα που ασκεί καθορισμένη κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα, η οικονομική οντότητα κατατάσσει στην κατηγορία επενδύσεων τα έσοδα και τα έξοδα που προσδιορίζονται στην παράγραφο 54 από:

α)

επενδύσεις σε συγγενείς επιχειρήσεις, κοινοπραξίες και μη ενοποιημένες θυγατρικές (βλ. παραγράφους Β43–Β44)·

β)

ταμειακά διαθέσιμα και ταμειακά ισοδύναμα· και

γ)

άλλα περιουσιακά στοιχεία, εάν αποφέρουν απόδοση μεμονωμένα και σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από τους άλλους πόρους της οικονομικής οντότητας (βλ. παραγράφους Β45–Β49).

54.

Τα έσοδα και τα έξοδα από τα περιουσιακά στοιχεία που προσδιορίζονται στην παράγραφο 53 τα οποία η οικονομική οντότητα κατατάσσει στην κατηγορία επενδύσεων συνίστανται στα ποσά που περιλαμβάνονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων για (βλ. παράγραφο Β47):

α)

τα έσοδα που παράγονται από τα περιουσιακά στοιχεία·

β)

τα έσοδα και τα έξοδα που προκύπτουν από την αρχική και από μεταγενέστερη επιμέτρηση των περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της παύσης αναγνώρισης των περιουσιακών στοιχείων· και

γ)

τα επαυξητικά έξοδα που αποδίδονται άμεσα στην απόκτηση και στη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων —για παράδειγμα, το κόστος συναλλαγής και το κόστος πώλησης των περιουσιακών στοιχείων.

Οικονομικές οντότητες με καθορισμένες κύριες επιχειρηματικές δραστηριότητες

55.

Για τα περιουσιακά στοιχεία που προσδιορίζονται στην παράγραφο 53 στοιχείο α) (δηλ. επενδύσεις σε συγγενείς επιχειρήσεις, κοινοπραξίες και μη ενοποιημένες θυγατρικές) στα οποία επενδύει η οικονομική οντότητα ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα (βλ. παράγραφο Β38), η οικονομική οντότητα κατατάσσει τα έσοδα και τα έξοδα που προσδιορίζονται στην παράγραφο 54:

α)

στην κατηγορία επενδύσεων, εάν τα περιουσιακά στοιχεία λογιστικοποιούνται με τη μέθοδο της καθαρής θέσης [βλ. παράγραφο Β43 στοιχείο α) και παράγραφο Β44 στοιχείο α)]· ή

β)

στην κατηγορία λειτουργίας εάν τα περιουσιακά στοιχεία δεν λογιστικοποιούνται με τη μέθοδο της καθαρής θέσης [βλ. παράγραφο Β43 στοιχεία β) έως γ) και παράγραφο Β44 στοιχεία β) έως γ)].

56.

Για τα περιουσιακά στοιχεία που προσδιορίζονται στην παράγραφο 53 στοιχείο β) (δηλ. ταμειακά διαθέσιμα και ταμειακά ισοδύναμα), η οικονομική οντότητα κατατάσσει τα έσοδα και τα έξοδα που προσδιορίζονται στην παράγραφο 54 στην κατηγορία επενδύσεων, εκτός εάν:

α)

επενδύει ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 53 στοιχείο γ) —οπότε κατατάσσει τα έσοδα και τα έξοδα στην κατηγορία λειτουργίας.

β)

δεν πληροί τις απαιτήσεις του στοιχείου α) αλλά παρέχει χρηματοδότηση σε πελάτες ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα —οπότε κατατάσσει:

i)

τα έσοδα και τα έξοδα από ταμειακά διαθέσιμα και ταμειακά ισοδύναμα που σχετίζονται με την παροχή χρηματοδότησης σε πελάτες, για παράδειγμα ταμειακά διαθέσιμα και ταμειακά ισοδύναμα που διακρατούνται βάσει σχετικών κανονιστικών απαιτήσεων —στην κατηγορία λειτουργίας.

ii)

τα έσοδα και τα έξοδα από ταμειακά διαθέσιμα και ταμειακά ισοδύναμα που δεν σχετίζονται με την παροχή χρηματοδότησης σε πελάτες —με την εφαρμογή επιλογής λογιστικής πολιτικής για την κατάταξη των εσόδων και των εξόδων που προσδιορίζονται στην παράγραφο 54 στην κατηγορία λειτουργίας ή στην κατηγορία επενδύσεων. Η επιλογή λογιστικής πολιτικής είναι συνεπής με την επιλογή της οικονομικής οντότητας για τους σκοπούς της σχετικής λογιστικής πολιτικής για έσοδα και έξοδα από υποχρεώσεις της παραγράφου 65 στοιχείο α) σημείο ii).

57.

Εάν μια οικονομική οντότητα που εφαρμόζει την παράγραφο 56 στοιχείο β) δεν μπορεί να κάνει διάκριση μεταξύ των ταμειακών διαθεσίμων και ταμειακών ισοδυνάμων που περιγράφονται στην παράγραφο 56 στοιχείο β) σημείο i) και στην παράγραφο 56 στοιχείο β) σημείο ii), εφαρμόζει την επιλογή λογιστικής πολιτικής της παραγράφου 56 στοιχείο β) σημείο ii) για την κατάταξη των εσόδων και εξόδων από όλα τα ταμειακά διαθέσιμα και τα ταμειακά ισοδύναμα στην κατηγορία λειτουργίας.

58.

Για τα περιουσιακά στοιχεία που προσδιορίζονται στην παράγραφο 53 στοιχείο γ) (δηλ. άλλα περιουσιακά στοιχεία, εάν αποφέρουν απόδοση μεμονωμένα και σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από τους άλλους πόρους της οικονομικής οντότητας) στα οποία επενδύει η οικονομική οντότητα ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα (βλ. παράγραφο Β40), η οικονομική οντότητα κατατάσσει τα έσοδα και τα έξοδα που προσδιορίζονται στην παράγραφο 54 στην κατηγορία λειτουργίας.

Η κατηγορία χρηματοδότησης

59.

Για να προσδιορίσει τα έσοδα και τα έξοδα που πρέπει να καταταχθούν στην κατηγορία χρηματοδότησης, η οικονομική οντότητα κάνει διάκριση μεταξύ:

α)

υποχρεώσεων που προκύπτουν από συναλλαγές οι οποίες αφορούν μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης (βλ. παραγράφους Β50–Β51)· και

β)

υποχρεώσεων πέραν εκείνων που περιγράφονται στο στοιχείο α) —δηλ. υποχρεώσεων που προκύπτουν από συναλλαγές οι οποίες δεν αφορούν μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης (βλ. παράγραφο Β53).

60.

Για τις υποχρεώσεις που προσδιορίζονται στην παράγραφο 59 στοιχείο α) (δηλ. υποχρεώσεις που προκύπτουν από συναλλαγές οι οποίες αφορούν μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης), με εξαίρεση τα οριζόμενα στις παραγράφους 63–66, η οικονομική οντότητα κατατάσσει στην κατηγορία χρηματοδότησης τα ποσά που περιλαμβάνονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων για:

α)

έσοδα και έξοδα που προκύπτουν από την αρχική και από μεταγενέστερη επιμέτρηση των υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένης της παύσης αναγνώρισης των υποχρεώσεων (βλ. παράγραφο Β52)· και

β)

τα επαυξητικά έξοδα που αποδίδονται άμεσα στην έκδοση και στην εξόφληση των υποχρεώσεων —για παράδειγμα, το κόστος συναλλαγής.

61.

Για τις υποχρεώσεις που προσδιορίζονται στην παράγραφο 59 στοιχείο β) (δηλ. υποχρεώσεις που προκύπτουν από συναλλαγές οι οποίες δεν αφορούν μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης), με εξαίρεση τα οριζόμενα στις παραγράφους 63–64, η οικονομική οντότητα κατατάσσει στην κατηγορία χρηματοδότησης:

α)

έσοδα και έξοδα από τόκους, αλλά μόνο εάν η οικονομική οντότητα προσδιορίζει τα εν λόγω έσοδα και έξοδα για τους σκοπούς της εφαρμογής άλλων απαιτήσεων των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ· και

β)

έσοδα και έξοδα που προκύπτουν από μεταβολές των επιτοκίων, αλλά μόνο εάν η οικονομική οντότητα προσδιορίζει τα εν λόγω έσοδα και έξοδα για τους σκοπούς της εφαρμογής άλλων απαιτήσεων των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ.

62.

Οι παράγραφοι Β56–Β57 καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις απαιτήσεις των παραγράφων 59–61 σε υβριδικά συμβόλαια που περιέχουν κύριο συμβόλαιο το οποίο αποτελεί υποχρέωση.

63.

Οι απαιτήσεις των παραγράφων 60–61 δεν εφαρμόζονται στα κέρδη και στις ζημίες από παράγωγα και προσδιορισμένα μέσα αντιστάθμισης. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις παραγράφους Β70–Β76 για την κατάταξη των εν λόγω κερδών και ζημιών.

64.

Η οικονομική οντότητα αποκλείει από τη κατηγορία χρηματοδότησης και κατατάσσει στην κατηγορία λειτουργίας:

α)

έσοδα και έξοδα από εκδοθέντα συμβόλαια επένδυσης με χαρακτηριστικά συμμετοχής που αναγνωρίζονται κατ’ εφαρμογή του ΔΠΧΑ 9 Χρηματοοικονομικά μέσα (βλ. παράγραφο Β58)· και

β)

χρηματοοικονομικά έσοδα και έξοδα ασφάλισης που περιλαμβάνονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων κατ’ εφαρμογή του ΔΠΧΑ 17 Ασφαλιστήρια συμβόλαια.

Οικονομικές οντότητες με καθορισμένες κύριες επιχειρηματικές δραστηριότητες

65.

Εάν η οικονομική οντότητα παρέχει χρηματοδότηση σε πελάτες ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα, κατατάσσει τα έσοδα και τα έξοδα (βλ. παράγραφο Β59):

α)

από τις υποχρεώσεις που προσδιορίζονται στην παράγραφο 59 στοιχείο α) (δηλ. υποχρεώσεις που προκύπτουν από συναλλαγές οι οποίες αφορούν μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης):

i)

εάν οι υποχρεώσεις σχετίζονται με την παροχή χρηματοδότησης σε πελάτες —στην κατηγορία λειτουργίας.

ii)

εάν οι υποχρεώσεις δεν σχετίζονται με την παροχή χρηματοδότησης σε πελάτες —με την εφαρμογή επιλογής λογιστικής πολιτικής για την κατάταξη των εσόδων και των εξόδων που προσδιορίζονται στην παράγραφο 60 στην κατηγορία λειτουργίας ή στην κατηγορία χρηματοδότησης. Η επιλογή λογιστικής πολιτικής είναι συνεπής με την επιλογή της οικονομικής οντότητας για τους σκοπούς της σχετικής λογιστικής πολιτικής για έσοδα και έξοδα από ταμειακά διαθέσιμα και ταμειακά ισοδύναμα της παραγράφου 56 στοιχείο β) σημείο ii).

β)

από τις υποχρεώσεις που προσδιορίζονται στην παράγραφο 59 στοιχείο β) (δηλ. υποχρεώσεις που προκύπτουν από συναλλαγές οι οποίες δεν αφορούν μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης):

i)

εάν τα έσοδα και τα έξοδα προσδιορίζονται στην παράγραφο 61 —στην κατηγορία χρηματοδότησης· ή

ii)

εάν τα έσοδα και τα έξοδα δεν προσδιορίζονται στην παράγραφο 61 —στην κατηγορία λειτουργίας.

66.

Εάν μια οικονομική οντότητα που εφαρμόζει την παράγραφο 65 στοιχείο α) δεν μπορεί να κάνει διάκριση μεταξύ των υποχρεώσεων που περιγράφονται στην παράγραφο 65 στοιχείο α) σημείο i) και στην παράγραφο 65 στοιχείο α) σημείο ii), εφαρμόζει την επιλογή λογιστικής πολιτικής της παραγράφου 65 στοιχείο α) σημείο ii) για την κατάταξη των εσόδων και των εξόδων από όλες τις εν λόγω υποχρεώσεις στην κατηγορία λειτουργίας.

Η κατηγορία φόρων εισοδήματος

67.

Η οικονομική οντότητα κατατάσσει στην κατηγορία φόρων εισοδήματος φορολογικά έξοδα ή έσοδα που περιλαμβάνονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων κατ’ εφαρμογή του ΔΛΠ 12 Φόροι εισοδήματος, καθώς και κάθε σχετική συναλλαγματική διαφορά (βλ. παραγράφους Β65–Β68).

Η κατηγορία διακοπεισών δραστηριοτήτων

68.

Η οικονομική οντότητα κατατάσσει στην κατηγορία διακοπεισών δραστηριοτήτων έσοδα και έξοδα από διακοπείσες δραστηριότητες, όπως απαιτείται βάσει του ΔΠΧΑ 5 Μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται προς πώληση και διακοπείσες δραστηριότητες.

Σύνολα και υποσύνολα που πρέπει να παρουσιάζονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων

69.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει στην κατάσταση αποτελεσμάτων σύνολα και υποσύνολα για:

α)

το λειτουργικό κέρδος ή ζημία (βλ. παράγραφο 70)·

β)

το κέρδος ή τη ζημία προ χρηματοδότησης και φόρων εισοδήματος (βλ. παράγραφο 71), με την επιφύλαξη της παραγράφου 73· και

γ)

το κέρδος ή τη ζημία (βλ. παράγραφο 72).

70.

Το λειτουργικό κέρδος ή ζημία περιλαμβάνει όλα τα έσοδα και έξοδα που κατατάσσονται στην κατηγορία λειτουργίας.

71.

Το κέρδος ή η ζημία προ χρηματοδότησης και φόρων εισοδήματος περιλαμβάνει:

α)

το λειτουργικό κέρδος ή ζημία· και

β)

όλα τα έσοδα και έξοδα που κατατάσσονται στην κατηγορία επενδύσεων.

72.

Το κέρδος ή η ζημία είναι το σύνολο των εσόδων μείον τα έξοδα που περιλαμβάνονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων. Κατά συνέπεια, περιλαμβάνει όλα τα έσοδα και τα έξοδα που κατατάσσονται σε όλες τις κατηγορίες της κατάστασης αποτελεσμάτων (βλ. παράγραφο 47).

73.

Η οικονομική οντότητα δεν εφαρμόζει την παράγραφο 69 στοιχείο β) εάν εφαρμόζει τη λογιστική πολιτική που ορίζεται στην παράγραφο 65 στοιχείο α) σημείο ii) σχετικά με την κατάταξη των εσόδων και των εξόδων από υποχρεώσεις που δεν σχετίζονται με την παροχή χρηματοδότησης σε πελάτες στην κατηγορία λειτουργίας. Ωστόσο, η εν λόγω οικονομική οντότητα εφαρμόζει την παράγραφο 24 για να κρίνει κατά πόσον πρέπει να παρουσιάσει πρόσθετο υποσύνολο μετά το λειτουργικό κέρδος και πριν από την κατηγορία χρηματοδότησης. Για παράδειγμα, η οικονομική οντότητα θα παρουσιάσει ένα υποσύνολο για το λειτουργικό κέρδος ή ζημία και τα έσοδα και έξοδα από επενδύσεις που λογιστικοποιούνται με τη μέθοδο της καθαρής θέσης εάν κρίνει ότι αυτό είναι απαραίτητο για την παροχή χρήσιμης δομημένης σύνοψης των εσόδων και των εξόδων της.

74.

Εάν η οικονομική οντότητα που περιγράφεται στην παράγραφο 73 παρουσιάσει ένα πρόσθετο υποσύνολο που περιλαμβάνει λειτουργικό κέρδος ή ζημία και όλα τα έσοδα και έξοδα που κατατάσσονται στην κατηγορία επενδύσεων, δεν επισημαίνει το υποσύνολο κατά τρόπο που θα υποδήλωνε ότι το υποσύνολο δεν περιλαμβάνει ποσά χρηματοδότησης, όπως «κέρδος προ χρηματοδότησης». Κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 43, η οικονομική οντότητα επισημαίνει το υποσύνολο κατά τρόπο ώστε να αντιπροσωπεύει πιστά τα ποσά που περιλαμβάνονται σε αυτό.

Στοιχεία που παρουσιάζονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων ή γνωστοποιούνται στις σημειώσεις

75.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει στην κατάσταση αποτελεσμάτων συγκεκριμένα κονδύλια για (βλ. παράγραφο Β77):

α)

ποσά που απαιτούνται βάσει του παρόντος προτύπου, και συγκεκριμένα:

i)

έσοδα, με χωριστή παρουσίαση των συγκεκριμένων κονδυλίων που περιγράφονται στο στοιχείο β) σημείο i) και στο στοιχείο γ) σημείο i)·

ii)

λειτουργικά έξοδα, με χωριστή παρουσίαση συγκεκριμένων κονδυλίων, όπως απαιτείται βάσει της παραγράφου 78 και της παραγράφου 82 στοιχείο α)·

iii)

μερίδιο των κερδών ή των ζημιών από συγγενείς επιχειρήσεις και κοινοπραξίες που λογιστικοποιούνται με βάση τη μέθοδο της καθαρής θέσης·

iv)

έξοδα ή έσοδα φόρων εισοδήματος· και

v)

ένα ενιαίο ποσό για το σύνολο των διακοπεισών δραστηριοτήτων (βλ. ΔΠΧΑ 5)·

β)

ποσά που απαιτούνται βάσει του ΔΠΧΑ 9, και συγκεκριμένα:

i)

έσοδα από τόκους που υπολογίζονται με τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου·

ii)

ζημίες απομείωσης (συμπεριλαμβανομένων αναστροφών ζημιών απομείωσης ή κερδών απομείωσης) που καθορίζονται σύμφωνα με την ενότητα 5.5 του ΔΠΧΑ 9·

iii)

κέρδη και ζημίες που προκύπτουν από την παύση αναγνώρισης χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που επιμετρώνται στο αποσβεσμένο κόστος·

iv)

κάθε κέρδος ή ζημία που προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ της εύλογης αξίας ενός χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου και του προηγούμενου αποσβεσμένου κόστους του κατά την ημερομηνία ανακατάταξης από την επιμέτρηση στο αποσβεσμένο κόστος στην επιμέτρηση στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων· και

v)

κάθε σωρευτικό κέρδος ή ζημία που είχε προηγουμένως αναγνωριστεί στα λοιπά συνολικά έσοδα και το οποίο ανακατατάσσεται στα αποτελέσματα κατά την ημερομηνία ανακατάταξης ενός χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου από την επιμέτρηση στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων στην επιμέτρηση στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων· και

γ)

ποσά που απαιτούνται βάσει του ΔΠΧΑ 17, και συγκεκριμένα:

i)

έσοδα ασφάλισης·

ii)

έξοδα υπηρεσιών ασφάλισης από συμβόλαια που εκδίδονται εντός του πεδίου εφαρμογής του ΔΠΧΑ 17·

iii)

έσοδα ή έξοδα από διακρατούμενα συμβόλαια αντασφάλισης·

iv)

χρηματοοικονομικά έσοδα ή έξοδα ασφάλισης από συμβόλαια που εκδίδονται εντός του πεδίου εφαρμογής του ΔΠΧΑ 17· και

v)

χρηματοοικονομικά έσοδα ή έξοδα από διακρατούμενα συμβόλαια αντασφάλισης.

76.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει στην κατάσταση αποτελεσμάτων (χωριστά από όλες τις κατηγορίες που περιγράφονται στην παράγραφο 47) κατανομή των αποτελεσμάτων για την περίοδο αναφοράς που αποδίδονται σε:

α)

μη ελέγχουσες συμμετοχές· και

β)

ιδιοκτήτες της μητρικής εταιρίας.

77.

Οι παράγραφοι Β78–Β79 θέτουν απαιτήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί την κρίση της για να προσδιορίσει αν πρέπει να παρουσιάσει πρόσθετα συγκεκριμένα κονδύλια στην κατάσταση αποτελεσμάτων ή να γνωστοποιήσει στοιχεία στις σημειώσεις.

Παρουσίαση και γνωστοποίηση εξόδων που κατατάσσονται στην κατηγορία λειτουργίας

78.

Στην κατηγορία λειτουργίας της κατάστασης αποτελεσμάτων, η οικονομική οντότητα κατατάσσει και παρουσιάζει τα έξοδα σε συγκεκριμένα κονδύλια, κατά τρόπο που παρέχει την πλέον χρήσιμη δομημένη σύνοψη των εξόδων της, χρησιμοποιώντας ένα ή και τα δύο από τα ακόλουθα χαρακτηριστικά (βλ. παραγράφους Β80–Β85):

α)

το είδος των εξόδων· ή

β)

τη λειτουργία των εξόδων εντός της οικονομικής οντότητας.

79.

Κάθε μεμονωμένο συγκεκριμένο κονδύλιο περιλαμβάνει λειτουργικά έξοδα ομαδοποιημένα με βάση ένα μόνο από αυτά τα χαρακτηριστικά, αλλά το ίδιο χαρακτηριστικό δεν χρειάζεται να χρησιμοποιείται ως βάση ομαδοποίησης για όλα τα συγκεκριμένα κονδύλια (βλ. παράγραφο Β81).

80.

Κατά την κατάταξη εξόδων με βάση το είδος τους (στο εξής: έξοδα ανά είδος), η οικονομική οντότητα παρέχει πληροφορίες για τα λειτουργικά έξοδα που σχετίζονται με το είδος των οικονομικών πόρων που αναλώθηκαν για την εκτέλεση των δραστηριοτήτων της οικονομικής οντότητας, χωρίς αναφορά στις δραστηριότητες σε σχέση με τις οποίες αναλώθηκαν οι εν λόγω οικονομικοί πόροι. Τέτοιου είδους πληροφορίες είναι οι πληροφορίες σχετικά με έξοδα πρώτων υλών, έξοδα παροχών σε εργαζομένους και αποσβέσεις.

81.

Κατά την κατάταξη των εξόδων ανά λειτουργία εντός της οικονομικής οντότητας, η οικονομική οντότητα κατανέμει και ομαδοποιεί τα λειτουργικά έξοδα σύμφωνα με τη δραστηριότητα με την οποία σχετίζεται ο αναλωθείς πόρος. Για παράδειγμα, το κόστος πωλήσεων είναι ένα συγκεκριμένο κονδύλιο με βάση τη λειτουργία το οποίο συνδυάζει έξοδα που σχετίζονται με την παραγωγή της οικονομικής οντότητας ή με άλλες δραστηριότητες που παράγουν έσοδα, όπως: έξοδα πρώτων υλών, έξοδα παροχών σε εργαζομένους και αποσβέσεις. Συνεπώς, κατά την κατάταξη των εξόδων ανά λειτουργία, η οικονομική οντότητα μπορεί:

α)

να κατανείμει σε διάφορα συγκεκριμένα κονδύλια με βάση τη λειτουργία (όπως το κόστος πωλήσεων και το κόστος έρευνας και ανάπτυξης) έξοδα που σχετίζονται με οικονομικούς πόρους του ίδιου είδους (όπως έξοδα παροχών σε εργαζομένους)· και

β)

να συμπεριλάβει σε ενιαίο συγκεκριμένο κονδύλιο με βάση τη λειτουργία μια κατανομή εξόδων που σχετίζονται με οικονομικούς πόρους διαφόρων ειδών (όπως έξοδα πρώτων υλών, έξοδα παροχών σε εργαζομένους και αποσβέσεις).

82.

Εάν μια οικονομική οντότητα παρουσιάσει ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα κονδύλια που περιλαμβάνουν έξοδα τα οποία κατατάσσονται ανά λειτουργία στην κατηγορία λειτουργίας της κατάστασης αποτελεσμάτων, τότε:

α)

παρουσιάζει χωριστό συγκεκριμένο κονδύλιο για το κόστος των πωλήσεών της, εάν η οικονομική οντότητα κατατάσσει τα λειτουργικά έξοδα σε λειτουργίες που περιλαμβάνουν και το κόστος πωλήσεων. Αυτό το συγκεκριμένο κονδύλιο περιλαμβάνει το σύνολο των αποθεμάτων που αναγνωρίζεται ως έξοδο όπως περιγράφεται στην παράγραφο 38 του ΔΛΠ 2 Αποθέματα.

β)

γνωστοποιεί ποιοτική περιγραφή του είδους των εξόδων που περιλαμβάνονται σε κάθε συγκεκριμένο κονδύλιο με βάση τη λειτουργία.

83.

Μια οικονομική οντότητα που παρουσιάζει ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα κονδύλια που περιλαμβάνουν έξοδα τα οποία κατατάσσονται ανά λειτουργία στην κατηγορία λειτουργίας της κατάστασης αποτελεσμάτων γνωστοποιεί επίσης σε μία μόνο σημείωση:

α)

το σύνολο για καθένα από τα ακόλουθα:

i)

αποσβέσεις, που περιλαμβάνουν τα ποσά που πρέπει να γνωστοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 73 στοιχείο ε) σημείο vii) του ΔΛΠ 16 Ενσώματα πάγια, την παράγραφο 79 στοιχείο δ) σημείο iv) του ΔΛΠ 40 Επενδύσεις σε ακίνητα και την παράγραφο 53 στοιχείο α) του ΔΠΧΑ 16 Μισθώσεις·

ii)

αποσβέσεις, που περιλαμβάνουν το ποσό που πρέπει να γνωστοποιείται σύμφωνα με την παράγραφο 118 στοιχείο ε) σημείο vi) του ΔΛΠ 38 Άυλα περιουσιακά στοιχεία·

iii)

παροχές σε εργαζομένους, που περιλαμβάνουν το ποσό για παροχές σε εργαζομένους το οποίο αναγνωρίζεται από την οικονομική οντότητα σύμφωνα με το ΔΛΠ 19 Παροχές σε εργαζομένους και το ποσό για υπηρεσίες που ελήφθησαν από εργαζομένους το οποίο αναγνωρίζεται από την οικονομική οντότητα σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 2 Παροχές που εξαρτώνται από την αξία των μετοχών·

iv)

ζημίες απομείωσης και αναστροφές ζημιών απομείωσης, που περιλαμβάνουν τα ποσά που πρέπει να γνωστοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 126 στοιχεία α) και β) του ΔΛΠ 36 Απομείωση αξίας περιουσιακών στοιχείων· και

v)

υποτιμήσεις και αναστροφές υποτιμήσεων αποθεμάτων, που περιλαμβάνουν τα ποσά που πρέπει να γνωστοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 36 στοιχεία ε) και στ) του ΔΛΠ 2· και

β)

για κάθε σύνολο που αναφέρεται στο στοιχείο α) σημεία i) έως v):

i)

το ποσό που σχετίζεται με κάθε συγκεκριμένο κονδύλιο της κατηγορίας λειτουργίας (βλ. παράγραφο Β84)· και

ii)

κατάλογο τυχόν συγκεκριμένων κονδυλίων εκτός της κατηγορίας λειτουργίας που περιλαμβάνουν και αυτά ποσά που σχετίζονται με το σύνολο.

84.

Η παράγραφος 41 απαιτεί από την οικονομική οντότητα να διαχωρίζει στοιχεία για την παροχή σημαντικών πληροφοριών. Ωστόσο, μια οικονομική οντότητα που εφαρμόζει την παράγραφο 83 απαλλάσσεται από τη γνωστοποίηση:

α)

σε σχέση με συγκεκριμένα κονδύλια με βάση τη λειτουργία τα οποία παρουσιάζονται στην κατηγορία λειτουργίας της κατάστασης αποτελεσμάτων, διαχωρισμένων πληροφοριών σχετικά με τα ποσά των εξόδων ανά είδος που περιλαμβάνονται σε κάθε συγκεκριμένο κονδύλιο, πέραν των ποσών που προσδιορίζονται στην παράγραφο 83· και

β)

σε σχέση με τα έξοδα ανά είδος τα οποία απαιτείται ειδικά βάσει κάποιου λογιστικού προτύπου ΔΠΧΑ να γνωστοποιούνται στις σημειώσεις, διαχωρισμένων πληροφοριών σχετικά με τα ποσά των εξόδων που περιλαμβάνονται σε κάθε συγκεκριμένο κονδύλιο με βάση τη λειτουργία το οποίο παρουσιάζεται στην κατηγορία λειτουργίας της κατάστασης αποτελεσμάτων, πέραν των ποσών που προσδιορίζονται στην παράγραφο 83.

85.

Η απαλλαγή της παραγράφου 84 αφορά τον διαχωρισμό των λειτουργικών εξόδων. Ωστόσο, δεν απαλλάσσει μια οικονομική οντότητα από την εφαρμογή ειδικών απαιτήσεων γνωστοποίησης σχετικά με τα εν λόγω έξοδα βάσει των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ.

ΚΑΤΆΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΆΖΕΙ ΤΑ ΣΥΝΟΛΙΚΆ ΈΣΟΔΑ

86.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει στην κατάσταση που παρουσιάζει τα συνολικά έσοδα τα ακόλουθα σύνολα:

α)

τα αποτελέσματα,

β)

τα λοιπά συνολικά έσοδα (βλ. παραγράφους Β86–Β87), και

γ)

τα συνολικά έσοδα, τα οποία συνίστανται στο σύνολο των αποτελεσμάτων και των λοιπών συνολικών εσόδων.

87.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει κατανομή των συνολικών εσόδων για την περίοδο αναφοράς που αποδίδονται σε:

α)

μη ελέγχουσες συμμετοχές· και

β)

ιδιοκτήτες της μητρικής εταιρίας.

Λοιπά συνολικά έσοδα

88.

Η οικονομική οντότητα κατατάσσει τα έσοδα και τα έξοδα που περιλαμβάνονται στην κατάσταση που παρουσιάζει τα συνολικά έσοδα σε μία από τις ακόλουθες δύο κατηγορίες:

α)

έσοδα και έξοδα που θα ανακαταταχθούν στα αποτελέσματα όταν ικανοποιηθούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις· και

β)

έσοδα και έξοδα που δεν θα ανακαταταχθούν στα αποτελέσματα.

89.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει, σε καθεμία από τις κατηγορίες της κατάστασης που παρουσιάζει τα συνολικά έσοδα, συγκεκριμένα κονδύλια για τα εξής:

α)

το μερίδιο των λοιπών συνολικών εσόδων από συγγενείς επιχειρήσεις και κοινοπραξίες που λογιστικοποιούνται με τη μέθοδο της καθαρής θέσης· και

β)

άλλα στοιχεία των λοιπών συνολικών εσόδων.

90.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει στην κατάσταση που παρουσιάζει τα συνολικά έσοδα ή γνωστοποιεί στις σημειώσεις προσαρμογές από ανακατάταξη οι οποίες σχετίζονται με συστατικά στοιχεία των λοιπών συνολικών εσόδων (βλ. παραγράφους Β88–Β89).

91.

Άλλα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ ορίζουν αν και πότε ποσά που είχαν προηγουμένως συμπεριληφθεί στα λοιπά συνολικά έσοδα ανακατατάσσονται στα αποτελέσματα. Οι ανακατατάξεις αυτές αναφέρονται ως προσαρμογές από ανακατάταξη στο παρόν πρότυπο. Η οικονομική οντότητα συμπεριλαμβάνει μια προσαρμογή από ανακατάταξη με το σχετικό συστατικό στοιχείο των λοιπών συνολικών εσόδων στην περίοδο αναφοράς κατά την οποία η προσαρμογή ανακατατάσσεται στα αποτελέσματα. Η οικονομική οντότητα μπορεί να έχει συμπεριλάβει τα ποσά αυτά στα λοιπά συνολικά έσοδα ως μη πραγματοποιηθέντα κέρδη στην τρέχουσα ή σε προηγούμενες περιόδους. Η οικονομική οντότητα τα αφαιρεί από τα λοιπά συνολικά έσοδα στην περίοδο κατά την οποία τα μη πραγματοποιηθέντα κέρδη ανακατατάσσονται στα αποτελέσματα, προκειμένου να μην συμπεριληφθούν δύο φορές στα συγκεντρωτικά συνολικά έσοδα.

92.

Η οικονομική οντότητα που γνωστοποιεί προσαρμογές από ανακατάταξη στις σημειώσεις παρουσιάζει στην κατάσταση που παρουσιάζει τα συνολικά έσοδα τα στοιχεία των λοιπών συνολικών εσόδων μετά από οποιεσδήποτε σχετικές προσαρμογές από ανακατάταξη.

93.

Η οικονομική οντότητα είτε παρουσιάζει στην κατάσταση που παρουσιάζει τα συνολικά έσοδα είτε γνωστοποιεί στις σημειώσεις το ποσό των φόρων εισοδήματος που αφορά κάθε στοιχείο των λοιπών συνολικών εσόδων, συμπεριλαμβανομένων των προσαρμογών από ανακατάταξη (βλ. παραγράφους 61Α και 63 του ΔΛΠ 12).

94.

Η οικονομική οντότητα μπορεί να παρουσιάζει στοιχεία των λοιπών συνολικών εσόδων είτε:

α)

καθαρά από τις σχετικές φορολογικές επιδράσεις· ή

β)

προ των σχετικών φορολογικών επιδράσεων με ένα ποσό για το συγκεντρωτικό ποσό του φόρου εισοδήματος που αφορά τα εν λόγω στοιχεία.

95.

Εάν η οικονομική οντότητα επιλέξει την εναλλακτική λύση της παραγράφου 94 στοιχείο β), κατανέμει τον φόρο μεταξύ των κατηγοριών που προβλέπονται στην παράγραφο 88.

ΚΑΤΆΣΤΑΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΉΣ ΘΈΣΗΣ

Κατάταξη περιουσιακών στοιχείων ως κυκλοφορούντων ή μη κυκλοφορούντων και υποχρεώσεων ως βραχυπρόθεσμων ή μακροπρόθεσμων

96.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει τα κυκλοφορούντα και τα μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία, καθώς και τις βραχυπρόθεσμες και τις μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις, ως ξεχωριστές κατατάξεις στην κατάσταση οικονομικής θέσης της σύμφωνα με τις παραγράφους 99–102, εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες η παρουσίαση βάσει ρευστότητας παρέχει πιο χρήσιμη δομημένη σύνοψη. Όταν εφαρμόζεται η εξαίρεση αυτή, η οικονομική οντότητα παρουσιάζει όλα τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις κατά σειρά ρευστότητας (βλ. παραγράφους Β90–Β93).

97.

Ανεξάρτητα από τη μέθοδο παρουσίασης που υιοθετείται, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί το ποσό που αναμένεται να εισπραχθεί ή να διακανονιστεί σε περισσότερους από δώδεκα μήνες για κάθε συγκεκριμένο κονδύλιο των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που συνδυάζει ποσά που αναμένεται να εισπραχθούν ή να διακανονιστούν:

α)

σε διάστημα μικρότερο από 12 μήνες μετά την περίοδο αναφοράς· και

β)

σε διάστημα μεγαλύτερο από 12 μήνες μετά την περίοδο αναφοράς.

98.

Όταν η οικονομική οντότητα παρουσιάζει κυκλοφορούντα και μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία και βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις ως ξεχωριστές κατατάξεις στην κατάσταση της οικονομικής θέσης της, δεν εντάσσει αναβαλλόμενα φορολογικά περιουσιακά στοιχεία (αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις) στην κατηγορία των κυκλοφορούντων περιουσιακών στοιχείων (βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων).

Κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία

99.

Η οικονομική οντότητα κατατάσσει ένα περιουσιακό στοιχείο ως κυκλοφορούν όταν (βλ. παραγράφους Β94–Β95):

α)

αναμένει να ρευστοποιήσει το περιουσιακό στοιχείο ή σκοπεύει να το πωλήσει ή να το αναλώσει κατά την κανονική πορεία του κύκλου εκμετάλλευσής της·

β)

διακρατεί το περιουσιακό στοιχείο κυρίως για διαπραγμάτευση·

γ)

αναμένει να ρευστοποιήσει το περιουσιακό στοιχείο εντός δώδεκα μηνών από την περίοδο αναφοράς· ή

δ)

το περιουσιακό στοιχείο αποτελείται από μετρητά ή ταμειακά ισοδύναμα (όπως προσδιορίζονται στο ΔΛΠ 7) εκτός εάν υπάρχει περιορισμός στην ανταλλαγή ή χρήση του για τον διακανονισμό υποχρέωσης για τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την περίοδο αναφοράς.

100.

Η οικονομική οντότητα κατατάσσει όλα τα περιουσιακά στοιχεία, εκτός εκείνων που προσδιορίζονται στην παράγραφο 99, ως μη κυκλοφορούντα.

Βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις

101.

Η οικονομική οντότητα κατατάσσει μια υποχρέωση ως βραχυπρόθεσμη όταν:

α)

αναμένει να διακανονίσει την υποχρέωση κατά την κανονική πορεία του κύκλου εκμετάλλευσής της (βλ. παραγράφους Β96 και Β107-Β108),

β)

διακρατεί την υποχρέωση κυρίως για διαπραγμάτευση (βλ. παράγραφο Β97),

γ)

η υποχρέωση αναμένεται να διακανονιστεί εντός δώδεκα μηνών μετά την περίοδο αναφοράς (βλ. παραγράφους Β97-Β98 και Β107-Β108), ή

δ)

η οικονομική οντότητα δεν έχει το δικαίωμα, κατά το τέλος της περιόδου αναφοράς, να αναβάλει τον διακανονισμό της υποχρέωσης για τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την περίοδο αναφοράς (βλ. παραγράφους Β99-Β108).

102.

Η οικονομική οντότητα κατατάσσει όλες τις υποχρεώσεις, εκτός εκείνων που προσδιορίζονται στην παράγραφο 101, ως μακροπρόθεσμες.

Στοιχεία που παρουσιάζονται στην κατάσταση οικονομικής θέσης ή γνωστοποιούνται στις σημειώσεις

103.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει στην κατάσταση οικονομικής θέσης συγκεκριμένα κονδύλια για τα εξής:

α)

ενσώματα πάγια,

β)

επενδύσεις σε ακίνητα,

γ)

άυλα περιουσιακά στοιχεία,

δ)

υπεραξία·

ε)

χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία [εξαιρουμένων των ποσών που παρατίθενται στα στοιχεία ζ), ι) και ια)],

στ)

χαρτοφυλάκια συμβολαίων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΔΠΧΑ 17 και τα οποία είναι περιουσιακά στοιχεία, διαχωρισμένα όπως απαιτείται βάσει της παραγράφου 78 του ΔΠΧΑ 17,

ζ)

επενδύσεις που λογιστικοποιούνται με τη χρήση της μεθόδου της καθαρής θέσης,

η)

βιολογικά περιουσιακά στοιχεία που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΔΛΠ 41 Γεωργία·

θ)

αποθέματα,

ι)

εμπορικές και λοιπές απαιτήσεις,

ια)

ταμειακά διαθέσιμα και ταμειακά ισοδύναμα·

ιβ)

τα συνολικά περιουσιακά στοιχεία που κατατάσσονται ως κατεχόμενα προς πώληση και τα περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται σε ομάδες διάθεσης που κατατάσσονται ως κατεχόμενες προς πώληση σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 5,

ιγ)

εμπορικοί και λοιποί πληρωτέοι λογαριασμοί,

ιδ)

προβλέψεις,

ιε)

χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις [εξαιρουμένων των ποσών που παρατίθενται βάσει των στοιχείων ιγ) και ιδ)],

ιστ)

χαρτοφυλάκια συμβολαίων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΔΠΧΑ 17 και τα οποία είναι υποχρεώσεις, διαχωρισμένα όπως απαιτείται βάσει της παραγράφου 78 του ΔΠΧΑ 17,

ιζ)

υποχρεώσεις και περιουσιακά στοιχεία για τρέχοντα φόρο, όπως ορίζεται στο ΔΛΠ 12,

ιη)

αναβαλλόμενες φορολογικές υποχρεώσεις και αναβαλλόμενα φορολογικά περιουσιακά στοιχεία, όπως ορίζεται στο ΔΛΠ 12, και

ιθ)

υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται σε ομάδες διάθεσης που κατατάσσονται ως κατεχόμενες προς πώληση σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 5.

104.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει στην κατάσταση οικονομικής θέσης:

α)

μη ελέγχουσες συμμετοχές· και

β)

εκδοθέν κεφάλαιο και αποθεματικά που αποδίδονται σε ιδιοκτήτες της μητρικής εταιρίας.

105.

Οι παράγραφοι Β109–Β111 θέτουν απαιτήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί την κρίση της για να προσδιορίσει αν θα παρουσιάσει πρόσθετα συγκεκριμένα κονδύλια στην κατάσταση οικονομικής θέσης ή θα γνωστοποιήσει στοιχεία στις σημειώσεις.

106.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 96, το παρόν πρότυπο δεν περιγράφει τη διάταξη ή τη μορφή με την οποία η οικονομική οντότητα πρέπει να παρουσιάζει τα στοιχεία στην κατάσταση οικονομικής θέσης. Επιπλέον, οι περιγραφές που χρησιμοποιούνται και η διάταξη των στοιχείων ή η ομαδοποίηση παρόμοιων στοιχείων μπορούν να τροποποιούνται ανάλογα με το είδος της οικονομικής οντότητας και των συναλλαγών της, ώστε να παρέχεται χρήσιμη δομημένη σύνοψη των περιουσιακών στοιχείων, των υποχρεώσεων και των ιδίων κεφαλαίων της οικονομικής οντότητας. Για παράδειγμα, ένα χρηματοπιστωτικό ίδρυμα μπορεί να τροποποιήσει τις περιγραφές της παραγράφου 103 προκειμένου να παράσχει μια χρήσιμη δομημένη σύνοψη των περιουσιακών στοιχείων, των υποχρεώσεων και των ιδίων κεφαλαίων ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος.

ΚΑΤΆΣΤΑΣΗ ΜΕΤΑΒΟΛΏΝ ΤΩΝ ΙΔΊΩΝ ΚΕΦΑΛΑΊΩΝ

Πληροφορίες που παρουσιάζονται στην κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων

107.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων όπως απαιτείται σύμφωνα με την παράγραφο 10. Η κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων περιλαμβάνει:

α)

τα συγκεντρωτικά συνολικά έσοδα της περιόδου αναφοράς, με ξεχωριστή παρουσίαση των συνολικών ποσών που αποδίδονται σε ιδιοκτήτες της μητρικής εταιρείας και σε μη ελέγχουσες συμμετοχές,

β)

για κάθε συστατικό στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων, τις επιδράσεις της αναδρομικής εφαρμογής ή της αναδρομικής επαναδιατύπωσης που αναγνωρίστηκε σύμφωνα με το ΔΛΠ 8· και

γ)

για κάθε συστατικό στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων, συμφωνία μεταξύ της λογιστικής αξίας στην έναρξη και στη λήξη της περιόδου αναφοράς, παρουσιάζοντας χωριστά (κατ’ ελάχιστον) τις μεταβολές που απορρέουν από:

i)

τα αποτελέσματα,

ii)

τα λοιπά συνολικά έσοδα, και

iii)

τα ποσά των συναλλαγών με τους ιδιοκτήτες υπό την ιδιότητα τους αυτή, με χωριστή παρουσίαση των εισφορών από αυτούς ή των διανομών προς αυτούς και των μεταβολών σε δικαιώματα ιδιοκτησίας σε θυγατρικές, που δεν έχουν ως αποτέλεσμα την απώλεια ελέγχου.

108.

Το ΔΛΠ 8 απαιτεί αναδρομικές προσαρμογές για μεταβολές στις λογιστικές πολιτικές, στον βαθμό που αυτό είναι εφικτό, εκτός αν οι μεταβατικές απαιτήσεις άλλου λογιστικού προτύπου ΔΠΧΑ απαιτούν κάτι διαφορετικό. Το ΔΛΠ 8 επίσης απαιτεί οι επαναδιατυπώσεις για τη διόρθωση λαθών να γίνονται αναδρομικά, στην έκταση που αυτό είναι εφικτό. Οι αναδρομικές προσαρμογές και επαναδιατυπώσεις δεν αποτελούν μεταβολές των ιδίων κεφαλαίων αλλά εφαρμόζονται στο υπόλοιπο έναρξης των κερδών εις νέον, εκτός εάν τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ απαιτούν την αναδρομική προσαρμογή άλλου συστατικού στοιχείου των ιδίων κεφαλαίων. Η παράγραφος 107 στοιχείο β) απαιτεί από την οικονομική οντότητα να παρουσιάζει στην κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων τη συνολική προσαρμογή κάθε συστατικού στοιχείου των ιδίων κεφαλαίων που προκύπτει από μεταβολές στις λογιστικές πολιτικές και, ξεχωριστά, από διορθώσεις λαθών. Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει τις προσαρμογές αυτές για κάθε προηγούμενη περίοδο αναφοράς και για την αρχή της περιόδου.

Πληροφορίες που παρουσιάζονται στην κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων ή γνωστοποιούνται στις σημειώσεις

109.

Για κάθε συστατικό στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων η οικονομική οντότητα είτε παρουσιάζει στην κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων είτε γνωστοποιεί στις σημειώσεις ανάλυση των λοιπών συνολικών εσόδων κατά στοιχείο [βλ. παράγραφο 107 στοιχείο γ) σημείο ii)].

110.

Η οικονομική οντότητα είτε παρουσιάζει στην κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων είτε γνωστοποιεί στις σημειώσεις το ποσό των μερισμάτων που αναγνωρίστηκε ως διανομή σε ιδιοκτήτες μετοχών κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς και το αναλογούν ποσό μερισμάτων ανά μετοχή.

111.

Στην παράγραφο 107, τα συστατικά στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, κάθε κατηγορία εισφερομένων κεφαλαίων, το σωρευόμενο υπόλοιπο κάθε κατηγορίας λοιπών συνολικών εσόδων και τα κέρδη εις νέον.

112.

Οι μεταβολές στα ίδια κεφάλαια της οικονομικής οντότητας μεταξύ της αρχής και του τέλους της περιόδου αναφοράς αντικατοπτρίζουν την αύξηση ή μείωση των καθαρών περιουσιακών στοιχείων της κατά τη διάρκεια της περιόδου. Εκτός των μεταβολών που προκύπτουν από συναλλαγές με ιδιοκτήτες που δρουν υπό την ιδιότητά τους αυτή (όπως εισφορές κεφαλαίου, επαναγορές των ιδίων συμμετοχικών τίτλων της οικονομικής οντότητας και μερισμάτων) και το κόστος των συναλλαγών που σχετίζεται άμεσα με τις συναλλαγές αυτές, η συνολική μεταβολή των ιδίων κεφαλαίων σε μία περίοδο αντιπροσωπεύει τα συνολικά έσοδα και έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των κερδών και των ζημιών, που δημιουργούνται από τις δραστηριότητες της οικονομικής οντότητας κατά την περίοδο εκείνη.

ΣΗΜΕΙΏΣΕΙΣ

Δομή

113.

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί στις σημειώσεις τα ακόλουθα:

α)

πληροφορίες σχετικά με τη βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων (βλ. παραγράφους 6Α–6ΙΔ του ΔΛΠ 8) και τις συγκεκριμένες λογιστικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν (βλ. παραγράφους 27Α–27Θ του ΔΛΠ 8)·

β)

πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ και δεν παρουσιάζονται στις κύριες οικονομικές καταστάσεις· και

γ)

άλλες πληροφορίες που δεν παρουσιάζονται στις κύριες οικονομικές καταστάσεις αλλά είναι απαραίτητες για την κατανόηση οποιωνδήποτε εξ αυτών (βλ. παράγραφο 20).

114.

Στο μέτρο του εφικτού, η οικονομική οντότητα παρουσιάζει τις σημειώσεις με συστηματικό τρόπο (βλ. παράγραφο Β112). Για τον προσδιορισμό του συστηματικού τρόπου, η οικονομική οντότητα λαμβάνει υπόψη την επίπτωση στην κατανόηση και τη συγκρισιμότητα των οικονομικών της καταστάσεων. Η οικονομική οντότητα παραπέμπει από κάθε στοιχείο των κύριων οικονομικών καταστάσεων σε οποιαδήποτε σχετική πληροφορία στις σημειώσεις. Εάν ποσά που γνωστοποιούνται στις σημειώσεις περιλαμβάνονται σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα κονδύλια στις κύριες οικονομικές καταστάσεις, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί στη σημείωση το συγκεκριμένο κονδύλιο ή τα συγκεκριμένα κονδύλια που περιλαμβάνουν τα ποσά.

115.

Η οικονομική οντότητα μπορεί να γνωστοποιεί σε ξεχωριστό τμήμα των οικονομικών καταστάσεων σημειώσεις που παρέχουν πληροφορίες για τη βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων και τις συγκεκριμένες λογιστικές πολιτικές που εφαρμόστηκαν.

116.

Εάν οι ακόλουθες πληροφορίες δεν γνωστοποιούνται αλλού στην πληροφόρηση που δημοσιεύεται μαζί με τις οικονομικές καταστάσεις, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί στις σημειώσεις:

α)

την έδρα και τη νομική μορφή της οικονομικής οντότητας, τη χώρα σύστασής της και τη διεύθυνση της καταστατικής της έδρας (ή την κύρια εγκατάστασή της, αν διαφέρει από την καταστατική έδρα),

β)

περιγραφή του είδους των εργασιών της οικονομικής οντότητας και των κυριότερων δραστηριοτήτων της,

γ)

την επωνυμία της μητρικής εταιρίας, καθώς και της τελικής μητρικής εταιρίας του ομίλου· και

δ)

εάν είναι οικονομική οντότητα περιορισμένης χρονικής ισχύος, πληροφορίες σχετικά με τη διάρκεια ισχύος της.

Μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση

Προσδιορισμός μετρήσεων επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση

117.

Μια μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση είναι ένα υποσύνολο εσόδων και εξόδων το οποίο (βλ. παραγράφους Β113–Β122):

α)

χρησιμοποιεί η οικονομική οντότητα σε δημόσιες ανακοινώσεις εκτός των οικονομικών καταστάσεων·

β)

χρησιμοποιεί η οικονομική οντότητα για να κοινοποιεί στους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων την άποψη της διοίκησης σχετικά με κάποια πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της· και

γ)

δεν αναφέρεται στην παράγραφο 118, ούτε απαιτείται ειδικά η παρουσίαση ή η γνωστοποίησή του βάσει των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ.

118.

Τα υποσύνολα εσόδων και εξόδων που δεν συνιστούν μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση είναι τα εξής:

α)

ακαθάριστο κέρδος ή ζημία (έσοδα μείον το κόστος πωλήσεων) και παρόμοια υποσύνολα (βλ. παράγραφο Β123)·

β)

λειτουργικό κέρδος ή ζημία προ αποσβέσεων και απομειώσεων εντός του πεδίου εφαρμογής του ΔΛΠ 36·

γ)

λειτουργικό κέρδος ή ζημία και έσοδα και έξοδα από όλες τις επενδύσεις που λογιστικοποιούνται με τη μέθοδο της καθαρής θέσης·

δ)

για μια οικονομική οντότητα που εφαρμόζει την παράγραφο 73, ένα υποσύνολο που περιλαμβάνει το λειτουργικό κέρδος ή ζημία και όλα τα έσοδα και έξοδα που κατατάσσονται στην κατηγορία επενδύσεων·

ε)

αποτελέσματα προ φόρου εισοδήματος· και

στ)

αποτελέσματα από συνεχιζόμενες δραστηριότητες.

119.

Τεκμαίρεται από την οικονομική οντότητα ότι ένα υποσύνολο εσόδων και εξόδων που χρησιμοποιεί η οντότητα σε δημόσιες ανακοινώσεις της εκτός των οικονομικών καταστάσεων κοινοποιεί στους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων την άποψη της διοίκησης σχετικά με κάποια πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της, εκτός εάν, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 120, η οικονομική οντότητα ανατρέψει αυτό το τεκμήριο.

120.

Η οικονομική οντότητα επιτρέπεται να ανατρέψει το τεκμήριο που περιγράφεται στην παράγραφο 119 και να ισχυριστεί ότι ένα υποσύνολο δεν κοινοποιεί την άποψη της διοίκησης σχετικά με κάποια πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της, αλλά μόνο εάν διαθέτει λογικές και βάσιμες πληροφορίες που αποδεικνύουν τη βάση αυτού του ισχυρισμού (βλ. παραγράφους Β124–Β131).

Γνωστοποίηση μετρήσεων επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση

121.

Σκοπός των γνωστοποιήσεων για μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση είναι η παροχή, από την οικονομική οντότητα, πληροφοριών που βοηθούν τον χρήστη των οικονομικών καταστάσεων να κατανοήσει:

α)

την πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων που, κατά την άποψη της διοίκησης, κοινοποιείται μέσω μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση· και

β)

το αποτέλεσμα της σύγκρισης της μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση με τις μετρήσεις που ορίζουν τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ.

122.

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί πληροφορίες σχετικά με όλες τις μετρήσεις που πληρούν τον ορισμό των μετρήσεων επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση της παραγράφου 117 σε μία μόνο σημείωση (βλ. παραγράφους Β132–Β133). Η σημείωση αυτή περιλαμβάνει δήλωση ότι οι μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση παρέχουν την άποψη της διοίκησης για κάποια πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της και δεν είναι κατ’ ανάγκη συγκρίσιμες με μετρήσεις οι οποίες παρέχονται από άλλες οικονομικές οντότητες και επισημαίνονται ή περιγράφονται με παρόμοιο τρόπο.

123.

Η οικονομική οντότητα επισημαίνει και περιγράφει κάθε μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση με σαφή και κατανοητό τρόπο που δεν παραπλανά τους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων (βλ. παραγράφους Β134–Β135). Για κάθε μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί:

α)

περιγραφή της πτυχής των χρηματοοικονομικών επιδόσεων που, κατά την άποψη της διοίκησης, κοινοποιείται μέσω της μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση. Η περιγραφή αυτή περιλαμβάνει επεξήγηση των λόγων για τους οποίους, κατά την άποψη της διοίκησης, η μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση παρέχει χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τις χρηματοοικονομικές επιδόσεις της οικονομικής οντότητας.

β)

τον τρόπο υπολογισμού της μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση.

γ)

λογιστική συμφωνία μεταξύ της μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση και του πλέον άμεσα συγκρίσιμου υποσυνόλου που αναφέρεται στην παράγραφο 118 ή του συνόλου ή υποσυνόλου που απαιτείται ειδικά να παρουσιάζεται ή να γνωστοποιείται βάσει των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ (βλ. παραγράφους Β136–Β140).

δ)

την επίδραση φόρου εισοδήματος (που προσδιορίζεται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου Β141) και την επίδραση στις μη ελέγχουσες συμμετοχές για κάθε στοιχείο που γνωστοποιείται στη λογιστική συμφωνία που απαιτείται βάσει του στοιχείου γ).

ε)

περιγραφή του τρόπου με τον οποίο η οικονομική οντότητα εφαρμόζει την παράγραφο Β141 για να προσδιορίσει την επίδραση φόρου εισοδήματος που απαιτείται βάσει του στοιχείου δ).

124.

Εάν η οικονομική οντότητα αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζει μια μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση, προσθέσει νέα μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση, παύσει να χρησιμοποιεί μια προηγουμένως γνωστοποιημένη μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση ή μεταβάλει τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζει την επίδραση φόρου εισοδήματος των στοιχείων της λογιστικής συμφωνίας που απαιτούνται βάσει της παραγράφου 123 στοιχείο δ), τότε γνωστοποιεί:

α)

επεξήγηση που επιτρέπει στους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων να κατανοήσουν την αλλαγή, την προσθήκη ή την παύση και τις επιδράσεις της.

β)

τους λόγους της αλλαγής, της προσθήκης ή της παύσης.

γ)

επαναδιατυπωμένη συγκριτική πληροφόρηση, ώστε να αντικατοπτρίζεται η αλλαγή, η προσθήκη ή η παύση, εκτός εάν αυτό είναι πρακτικά ανέφικτο. Η επιλογή από την οικονομική οντότητα μιας μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση δεν αποτελεί επιλογή λογιστικής πολιτικής. Ωστόσο, κατά την εκτίμηση του κατά πόσον η επαναδιατύπωση της συγκριτικής πληροφόρησης είναι ανέφικτη, η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις απαιτήσεις των παραγράφων 50–53 του ΔΛΠ 8.

125.

Εάν η οικονομική οντότητα δεν γνωστοποιήσει την επαναδιατυπωμένη συγκριτική πληροφόρηση που απαιτείται βάσει της παραγράφου 124 στοιχείο γ) επειδή είναι πρακτικά ανέφικτο να το πράξει, γνωστοποιεί το γεγονός αυτό.

Κεφάλαιο

126.

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί στις σημειώσεις πληροφορίες που επιτρέπουν στους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων να αξιολογήσουν τους στόχους, τις πολιτικές και τις διαδικασίες που εφαρμόζει για τη διαχείριση κεφαλαίου.

127.

Προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με την παράγραφο 126, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί στις σημειώσεις:

α)

ποιοτικές πληροφορίες σχετικά με τους στόχους, τις πολιτικές και τις διαδικασίες που εφαρμόζει για τη διαχείριση κεφαλαίου, που περιλαμβάνουν:

i)

περιγραφή των στοιχείων που διαχειρίζεται ως κεφάλαιο·

ii)

όταν η οικονομική οντότητα υπόκειται σε έξωθεν επιβεβλημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις, τον χαρακτήρα των απαιτήσεων αυτών και τον τρόπο με τον οποίο ενσωματώνονται στη διαχείριση κεφαλαίου· και

iii)

τον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνει τους στόχους της όσον αφορά τη διαχείριση κεφαλαίου·

β)

συνοπτικά ποσοτικά δεδομένα σχετικά με τα στοιχεία τα οποία διαχειρίζεται ως κεφάλαιο. Ορισμένες οικονομικές οντότητες θεωρούν ορισμένες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις (για παράδειγμα, κάποιες μορφές χρέους μειωμένης εξασφάλισης) ως μέρος του κεφαλαίου. Άλλες οντότητες θεωρούν ότι το κεφάλαιο δεν περιλαμβάνει κάποια στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων (για παράδειγμα, στοιχεία προερχόμενα από αντισταθμίσεις χρηματορροών)·

γ)

τυχόν αλλαγές στα στοιχεία α) και β) από την προηγούμενη περίοδο αναφοράς·

δ)

εάν, κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, συμμορφώθηκε με τυχόν έξωθεν επιβεβλημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις στις οποίες υπόκειται·

ε)

σε περίπτωση που δεν συμμορφώθηκε με τέτοιες έξωθεν επιβεβλημένες κεφαλαιακές απαιτήσεις, τις συνέπειες της μη συμμόρφωσής της.

128.

Η οικονομική οντότητα στηρίζει τις γνωστοποιήσεις στις σημειώσεις της παραγράφου 127 σε πληροφορίες που παρέχονται εσωτερικά σε βασικά διοικητικά στελέχη.

129.

Η οικονομική οντότητα μπορεί να διαχειρίζεται το κεφάλαιο με διάφορους τρόπους και να υπάγεται σε περισσότερες διαφορετικές κεφαλαιακές απαιτήσεις. Για παράδειγμα, ένας όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων μπορεί να περιλαμβάνει οικονομικές οντότητες που διεξάγουν τόσο ασφαλιστικές όσο και τραπεζικές δραστηριότητες, ενώ οι οικονομικές οντότητες αυτές ενδέχεται να δραστηριοποιούνται σε περιοχές που υπόκεινται σε διαφορετικές δικαιοδοσίες. Εάν υπάρχει πιθανότητα η συγκεντρωτική γνωστοποίηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων και του τρόπου διαχείρισης του κεφαλαίου να μην παρέχει χρήσιμες πληροφορίες ή να αλλοιώσει τις εντυπώσεις ενός χρήστη οικονομικών καταστάσεων όσον αφορά τους κεφαλαιακούς πόρους μιας οντότητας, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί χωριστές πληροφορίες για κάθε κεφαλαιακή απαίτηση στην οποία υπόκειται.

Άλλες γνωστοποιήσεις

130.

Η οικονομική οντότητα είτε παρουσιάζει στην κατάσταση οικονομικής θέσης ή στην κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων είτε γνωστοποιεί στις σημειώσεις:

α)

για κάθε κατηγορία μετοχικού κεφαλαίου:

i)

τον αριθμό των εγκεκριμένων μετοχών·

ii)

τον αριθμό των μετοχών που εκδόθηκαν και έχουν ολοσχερώς εξοφληθεί και των μετοχών που εκδόθηκαν αλλά δεν έχουν εξοφληθεί·

iii)

την αξία στο άρτιο ανά μετοχή ή δήλωση ότι οι μετοχές δεν έχουν αξία στο άρτιο·

iv)

συμφωνία του αριθμού των μετοχών που κυκλοφορούν στην αρχή και το τέλος της περιόδου αναφοράς·

v)

τα δικαιώματα, τα προνόμια και τους περιορισμούς που αφορούν εκείνη την κατηγορία μετοχών, συμπεριλαμβανομένων των περιορισμών στη διανομή των μερισμάτων και την αποπληρωμή του κεφαλαίου·

vi)

τις μετοχές της οικονομικής οντότητας που κατέχονται από την ίδια ή από θυγατρικές ή συγγενείς επιχειρήσεις· και

vii)

τις μετοχές που διατηρούνται προς έκδοση, σύμφωνα με δικαιώματα προαίρεσης και συμβάσεις για την πώληση μετοχών, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών όρων και των ποσών· και

β)

περιγραφή του είδους και του σκοπού κάθε αποθεματικού που περιλαμβάνεται στα ίδια κεφάλαια.

131.

Οικονομική οντότητα χωρίς μετοχικό κεφάλαιο, όπως συνεταιρισμός ή καταπίστευμα, γνωστοποιεί πληροφορίες ισοδύναμες προς εκείνες που απαιτούνται από την παράγραφο 130 στοιχείο α), που αποτυπώνουν τις μεταβολές κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς σε κάθε κατηγορία συμμετοχικών δικαιωμάτων καθώς και τα δικαιώματα, τα προνόμια και τους περιορισμούς που αφορούν κάθε κατηγορία συμμετοχικών δικαιωμάτων.

132.

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί στις σημειώσεις τα ακόλουθα:

α)

το ποσό των μερισμάτων που προτείνεται ή δηλώνεται πριν από την έγκριση της έκδοσης των οικονομικών καταστάσεων αλλά δεν αναγνωρίζεται ως διάθεση στους κατόχους μετοχών κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, καθώς και το αναλογούν ποσό ανά μετοχή· και

β)

το ποσό τυχόν σωρευμένων μερισμάτων προνομιούχων μετοχών που δεν έχουν αναγνωριστεί.

Προσάρτημα A

Ορισμοί

Το παρόν προσάρτημα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του λογιστικού προτύπου ΔΠΧΑ.

ομαδοποίηση

Η συνάθροιση περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων, ιδίων κεφαλαίων, εσόδων, εξόδων ή ταμειακών ροών που έχουν κοινά χαρακτηριστικά και περιλαμβάνονται στην ίδια κατάταξη.

κατάταξη

Η ταξινόμηση περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων, ιδίων κεφαλαίων, εσόδων, εξόδων και ταμειακών ροών βάσει κοινών χαρακτηριστικών.

διαχωρισμός

Ο διαχωρισμός ενός στοιχείου σε επιμέρους συστατικά στοιχεία τα οποία δεν έχουν κοινά χαρακτηριστικά.

οικονομικές εκθέσεις γενικής χρήσης

Εκθέσεις που παρέχουν χρηματοοικονομικές πληροφορίες σχετικά με μια αναφέρουσα οικονομική οντότητα, οι οποίες είναι χρήσιμες για τους κύριους χρήστες κατά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την παροχή πόρων στην οικονομική οντότητα. Σε αυτές τις αποφάσεις περιλαμβάνονται αποφάσεις που αφορούν τα εξής:

α)

αγορά, πώληση ή κατοχή συμμετοχικών και χρεωστικών τίτλων·

β)

παροχή ή πώληση δανείων και άλλων μορφών πίστωσης· ή

γ)

άσκηση δικαιωμάτων ψήφου ή άλλης επιρροής επί των ενεργειών της διοίκησης της οικονομικής οντότητας που επηρεάζει τη χρήση των οικονομικών πόρων της οικονομικής οντότητας.

Οι οικονομικές εκθέσεις γενικής χρήσης περιλαμβάνουν τις οικονομικές καταστάσεις γενικής χρήσης μιας οικονομικής οντότητας και τις χρηματοοικονομικές γνωστοποιήσεις που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα, αλλά δεν περιορίζονται σε αυτές.

οικονομικές καταστάσεις γενικής χρήσης

Μια συγκεκριμένη μορφή οικονομικών εκθέσεων γενικής χρήσης που παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τα περιουσιακά στοιχεία, τις υποχρεώσεις, τα ίδια κεφάλαια, τα έσοδα και τα έξοδα της αναφέρουσας οικονομικής οντότητας.

Λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ

Λογιστικά πρότυπα που έχουν εκδοθεί από το Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων. Περιλαμβάνουν:

α)

Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς·

β)

Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα·

γ)

Διερμηνείες της Επιτροπής Διερμηνειών Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΕΔΔΠΧΑ)· και

δ)

Διερμηνείες της Μόνιμης Επιτροπής Διερμηνειών (ΜΕΔ).

Τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ ήταν προηγουμένως γνωστά ως Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς, ΔΠΧΑ και πρότυπα ΔΠΧΑ.

μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση

Ένα υποσύνολο εσόδων και εξόδων που:

α)

χρησιμοποιεί η οικονομική οντότητα σε δημόσιες ανακοινώσεις εκτός των οικονομικών καταστάσεων·

β)

χρησιμοποιεί η οικονομική οντότητα για να κοινοποιεί στους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων την άποψη της διοίκησης σχετικά με κάποια πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της· και

γ)

δεν αναφέρεται στην παράγραφο 118 του ΔΠΧΑ 18, ούτε απαιτείται ειδικά η παρουσίαση ή η γνωστοποίησή του βάσει των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ.

σημαντικές πληροφορίες

Οι πληροφορίες είναι σημαντικές όταν η παράλειψη, η ανακριβής αναφορά ή η συγκάλυψή τους θα μπορούσε ευλόγως να επηρεάσει τις αποφάσεις που λαμβάνουν οι κύριοι χρήστες των οικονομικών καταστάσεων γενικής χρήσης βάσει των εν λόγω οικονομικών καταστάσεων, οι οποίες παρέχουν χρηματοοικονομικές πληροφορίες για συγκεκριμένη αναφέρουσα οικονομική οντότητα.

σημειώσεις

Πληροφορίες στις οικονομικές καταστάσεις οι οποίες παρέχονται επιπλέον εκείνων που παρουσιάζονται στις κύριες οικονομικές καταστάσεις.

λειτουργικό κέρδος ή ζημία

Το σύνολο όλων των εσόδων και εξόδων που κατατάσσονται στην κατηγορία λειτουργίας.

λοιπά συνολικά έσοδα

Στοιχεία εσόδων και εξόδων (συμπεριλαμβανομένων προσαρμογών από ανακατάταξη) που αναγνωρίζονται εκτός των αποτελεσμάτων όπως απαιτείται ή επιτρέπεται από άλλα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ.

ιδιοκτήτες

Κάτοχοι απαιτήσεων που κατατάσσονται ως ίδια κεφάλαια.

κύριες οικονομικές καταστάσεις

Η κατάσταση ή οι καταστάσεις χρηματοοικονομικής επίδοσης, η κατάσταση οικονομικής θέσης, η κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων και η κατάσταση των ταμειακών ροών.

αποτελέσματα

Το σύνολο των εσόδων μείον τα έξοδα που περιλαμβάνονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων.

αποτελέσματα προ χρηματοδότησης και φόρων εισοδήματος

Το συνολικό λειτουργικό κέρδος ή ζημία και όλα τα έσοδα και έξοδα που κατατάσσονται στην κατηγορία επενδύσεων.

προσαρμογές από ανακατάταξη

Ποσά που ανακατατάχθηκαν στα αποτελέσματα κατά την τρέχουσα περίοδο αναφοράς τα οποία περιλαμβάνονταν στα λοιπά συνολικά έσοδα στην τρέχουσα ή σε προηγούμενες περιόδους.

συγκεντρωτικά συνολικά έσοδα

Η μεταβολή των ιδίων κεφαλαίων σε μια περίοδο αναφοράς, που οφείλεται σε συναλλαγές και άλλα γεγονότα, εκτός των μεταβολών που οφείλονται σε συναλλαγές με ιδιοκτήτες που ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως ιδιοκτήτες.

χρήσιμη δομημένη σύνοψη

Δομημένη σύνοψη των αναγνωρισμένων περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων, ιδίων κεφαλαίων, εσόδων, εξόδων και ταμειακών ροών της αναφέρουσας οικονομικής οντότητας η οποία παρέχεται σε κύρια οικονομική κατάσταση και είναι χρήσιμη για:

α)

την απόκτηση κατανοητής συνολικής εικόνας των αναγνωρισμένων περιουσιακών στοιχείων, υποχρεώσεων, ιδίων κεφαλαίων, εσόδων, εξόδων και ταμειακών ροών της οικονομικής οντότητας·

β)

την πραγματοποίηση συγκρίσεων μεταξύ οικονομικών οντοτήτων και μεταξύ περιόδων αναφοράς για την ίδια οικονομική οντότητα· και

γ)

τον προσδιορισμό στοιχείων ή τομέων για τους οποίους οι χρήστες των οικονομικών καταστάσεων ενδέχεται να επιθυμούν να αναζητήσουν πρόσθετες πληροφορίες στις σημειώσεις.

Προσάρτημα Β

Οδηγίες εφαρμογής

Το παρόν προσάρτημα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του λογιστικού προτύπου ΔΠΧΑ. Περιγράφει την εφαρμογή των παραγράφων 1-132 και έχει την ίδια ισχύ με τα άλλα μέρη του λογιστικού προτύπου ΔΠΧΑ.

ΓΕΝΙΚΈΣ ΑΠΑΙΤΉΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΈΣ ΚΑΤΑΣΤΆΣΕΙΣ

Σημαντικότητα

B1

Οι πληροφορίες είναι σημαντικές όταν η παράλειψη, η ανακριβής αναφορά ή η συγκάλυψή τους θα μπορούσε ευλόγως να επηρεάσει τις αποφάσεις που λαμβάνουν οι κύριοι χρήστες των οικονομικών καταστάσεων γενικής χρήσης βάσει των εν λόγω οικονομικών καταστάσεων, οι οποίες παρέχουν χρηματοοικονομικές πληροφορίες για συγκεκριμένη αναφέρουσα οικονομική οντότητα.

B2

Η σημαντικότητα εξαρτάται από τη φύση ή το μέγεθος των πληροφοριών ή και από τα δύο. Η οικονομική οντότητα αξιολογεί αν οι πληροφορίες, είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με άλλες πληροφορίες, είναι σημαντικές στο πλαίσιο των οικονομικών της καταστάσεων συνολικά.

B3

Οι πληροφορίες συγκαλύπτονται όταν γνωστοποιούνται κατά τρόπο που θα μπορούσε να έχει για τους κύριους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων αποτέλεσμα παρόμοιο με την παράλειψη ή την ανακριβή αναφορά των εν λόγω πληροφοριών. Ακολουθούν παραδείγματα περιστάσεων που ενδέχεται να έχουν ως αποτέλεσμα τη συγκάλυψη σημαντικών πληροφοριών:

α)

σημαντικές πληροφορίες σχετικά με ένα στοιχείο, μια συναλλαγή ή άλλο γεγονός γνωστοποιούνται στις οικονομικές καταστάσεις, αλλά η γλώσσα που χρησιμοποιείται είναι αόριστη ή ασαφής·

β)

σημαντικές πληροφορίες σχετικά με ένα στοιχείο, μια συναλλαγή ή άλλο γεγονός είναι διάσπαρτες στις οικονομικές καταστάσεις·

γ)

ανόμοια στοιχεία, ανόμοιες συναλλαγές ή άλλα ανόμοια γεγονότα έχουν συναθροιστεί ως μη όφειλαν·

δ)

παρόμοια στοιχεία, παρόμοιες συναλλαγές ή άλλα παρόμοια γεγονότα έχουν διαχωριστεί ως μη όφειλαν· και

ε)

η ευκολία κατανόησης των οικονομικών καταστάσεων μειώνεται λόγω της απόκρυψης σημαντικών πληροφοριών από μη σημαντικές πληροφορίες, σε βαθμό που ένας κύριος χρήστης δεν είναι σε θέση να προσδιορίσει ποιες πληροφορίες είναι σημαντικές.

B4

Για να αξιολογείται αν θα μπορούσε εύλογα να αναμένεται ότι οι πληροφορίες θα επηρεάσουν τις αποφάσεις που λαμβάνονται από τους κύριους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων γενικής χρήσης μιας συγκεκριμένης αναφέρουσας οικονομικής οντότητας, η οικονομική οντότητα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά των εν λόγω χρηστών, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη και τις περιστάσεις της ίδιας της οικονομικής οντότητας.

B5

Πολλοί υφιστάμενοι και δυνητικοί επενδυτές, δανειοδότες και άλλοι πιστωτές δεν μπορούν να απαιτούν από τις αναφέρουσες οικονομικές οντότητες να παρέχουν πληροφορίες απευθείας σε αυτούς και είναι υποχρεωμένοι να βασίζονται στις οικονομικές καταστάσεις γενικής χρήσης για πολλές από τις χρηματοοικονομικές πληροφορίες που χρειάζονται. Κατά συνέπεια, αυτοί είναι οι κύριοι χρήστες στους οποίους απευθύνονται οι οικονομικές καταστάσεις γενικής χρήσης. Οι οικονομικές καταστάσεις καταρτίζονται για τους χρήστες που διαθέτουν τις απαραίτητες γνώσεις των επιχειρηματικών και οικονομικών δραστηριοτήτων και οι οποίοι εξετάζουν και αναλύουν τις πληροφορίες επιμελώς. Μερικές φορές, ακόμη και οι καλά ενημερωμένοι και επιμελείς χρήστες ενδέχεται να χρειαστεί να ζητήσουν τη βοήθεια συμβούλου για να κατανοήσουν πληροφορίες που αφορούν πολύπλοκα οικονομικά φαινόμενα.

Οι ρόλοι των κύριων οικονομικών καταστάσεων και των σημειώσεων

B6

Κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 17 στοιχείο α), η οικονομική οντότητα παρέχει στις σημειώσεις τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες ώστε οι χρήστες των οικονομικών καταστάσεων να κατανοήσουν τα συγκεκριμένα κονδύλια που παρουσιάζονται στις κύριες οικονομικές καταστάσεις. Παραδείγματα τέτοιων πληροφοριών περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

διαχωρισμός των συγκεκριμένων κονδυλίων που παρουσιάζονται στις κύριες οικονομικές καταστάσεις·

β)

περιγραφή των χαρακτηριστικών των συγκεκριμένων κονδυλίων που παρουσιάζονται στις κύριες οικονομικές καταστάσεις· και

γ)

πληροφορίες σχετικά με τις μεθόδους, τις παραδοχές και τις κρίσεις που χρησιμοποιούνται για την αναγνώριση, την επιμέτρηση και την παρουσίαση των στοιχείων που περιλαμβάνονται στις κύριες οικονομικές καταστάσεις.

B7

Κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 17 στοιχείο β), η οικονομική οντότητα συμπληρώνει τις κύριες οικονομικές καταστάσεις με πρόσθετες πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την επίτευξη του σκοπού των οικονομικών καταστάσεων —δηλαδή:

α)

πληροφορίες που απαιτούνται ειδικά βάσει των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ (βλ. παράγραφο 19) —για παράδειγμα:

i)

τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του ΔΛΠ 37 Προβλέψεις, ενδεχόμενες υποχρεώσεις και ενδεχόμενα περιουσιακά στοιχεία σχετικά με μη αναγνωρισμένα ενδεχόμενα περιουσιακά στοιχεία και ενδεχόμενες υποχρεώσεις της οικονομικής οντότητας· και

ii)

τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του ΔΠΧΑ 7 Χρηματοοικονομικά μέσα: Γνωστοποιήσεις σχετικά με την έκθεση μιας οικονομικής οντότητας σε διάφορα είδη κινδύνων, όπως ο πιστωτικός κίνδυνος, ο κίνδυνος ρευστότητας και ο κίνδυνος της αγοράς· και

β)

πληροφορίες πέραν εκείνων που απαιτούνται ειδικά βάσει των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ (βλ. παράγραφο 20).

Πληροφορίες που παρουσιάζονται στις κύριες οικονομικές καταστάσεις

B8

Στην παράγραφο 23 εξηγείται ότι η οικονομική οντότητα δεν χρειάζεται να παρουσιάζει χωριστά ένα συγκεκριμένο κονδύλιο σε κύρια οικονομική κατάσταση εάν αυτό δεν είναι απαραίτητο προκειμένου η οικονομική κατάσταση να παρέχει χρήσιμη δομημένη σύνοψη, ακόμη και αν η παρουσίαση του συγκεκριμένου κονδυλίου απαιτείται βάσει των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ. Για παράδειγμα, μια οικονομική οντότητα δεν χρειάζεται να παρουσιάσει ένα συγκεκριμένο κονδύλιο που απαριθμείται στην παράγραφο 75 εάν αυτό δεν είναι απαραίτητο προκειμένου η κατάσταση αποτελεσμάτων να παρέχει χρήσιμη δομημένη σύνοψη των εσόδων και των εξόδων ή ένα συγκεκριμένο κονδύλιο που απαριθμείται στην παράγραφο 103 εάν αυτό δεν είναι απαραίτητο προκειμένου η κατάσταση οικονομικής θέσης να παρέχει χρήσιμη δομημένη σύνοψη των περιουσιακών στοιχείων, των υποχρεώσεων και των ιδίων κεφαλαίων. Εάν η οικονομική οντότητα δεν παρουσιάσει τα συγκεκριμένα κονδύλια που απαριθμούνται στις παραγράφους 75 και 103, γνωστοποιεί τα στοιχεία στις σημειώσεις εάν οι πληροφορίες που προκύπτουν είναι σημαντικές (βλ. παράγραφο 42).

B9

Αντιστρόφως, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 24, η οικονομική οντότητα παρουσιάζει πρόσθετα συγκεκριμένα κονδύλια πέραν εκείνων που απαριθμούνται στις παραγράφους 75 και 103, εάν η παρουσίασή τους είναι απαραίτητη προκειμένου η κατάσταση αποτελεσμάτων να παρέχει χρήσιμη δομημένη σύνοψη των εσόδων και των εξόδων ή η κατάσταση οικονομικής θέσης να παρέχει χρήσιμη δομημένη σύνοψη των περιουσιακών στοιχείων, των υποχρεώσεων και των ιδίων κεφαλαίων (βλ. παραγράφους Β78–Β79 και Β109–Β111).

Εξατομίκευση των οικονομικών καταστάσεων

B10

Σύμφωνα με την παράγραφο 25 απαιτείται από την οικονομική οντότητα να εξατομικεύει σαφώς τις οικονομικές καταστάσεις και να τις διακρίνει από άλλες πληροφορίες στο ίδιο δημοσιευόμενο έντυπο. Η οικονομική οντότητα πληροί τις εν λόγω απαιτήσεις εφόσον παρέχει κατάλληλους τίτλους σελίδων, καταστάσεων, σημειώσεων, στηλών κλπ. Απαιτείται κρίση για να προσδιοριστεί ο καλύτερος τρόπος παροχής τέτοιων πληροφοριών. Για παράδειγμα, εάν η οικονομική οντότητα παρέχει τις οικονομικές καταστάσεις ηλεκτρονικά, εξετάζει άλλους τρόπους εκπλήρωσης των απαιτήσεων —για παράδειγμα, με κατάλληλη ψηφιακή σήμανση των πληροφοριών που παρέχονται στις οικονομικές καταστάσεις.

B11

Συχνά, η οικονομική οντότητα καθιστά τις οικονομικές καταστάσεις περισσότερο κατανοητές με την παροχή πληροφοριών σε χιλιάδες ή εκατομμύρια μονάδων του νομίσματος παρουσίασης. Αυτή η πρακτική είναι αποδεκτή εφόσον η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί τον βαθμό της στρογγυλοποίησης και δεν παραλείπει σημαντικές πληροφορίες.

Συνοχή ως προς την παρουσίαση, τη γνωστοποίηση και την κατάταξη

B12

Η παράγραφος 30 στοιχείο α) απαιτεί από την οικονομική οντότητα να αλλάζει την παρουσίαση, τη γνωστοποίηση ή την κατάταξη στοιχείων στις οικονομικές καταστάσεις εάν είναι προφανές ότι άλλη παρουσίαση, γνωστοποίηση ή κατάταξη θα ήταν καταλληλότερη. Για παράδειγμα, σε περίπτωση σημαντικής αγοράς ή διάθεσης ή σε περίπτωση επανεξέτασης των οικονομικών καταστάσεων ενδέχεται να συνιστάται η αλλαγή των οικονομικών καταστάσεων. Η οικονομική οντότητα επιτρέπεται να αλλάζει την παρουσίαση, τη γνωστοποίηση ή την κατάταξη στοιχείων στις οικονομικές καταστάσεις της μόνον εάν η αλλαγή παρέχει πληροφορίες που είναι πιο χρήσιμες για τους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων και εάν η οικονομική οντότητα είναι πιθανό να συνεχίσει να χρησιμοποιεί την αναθεωρημένη παρουσίαση, γνωστοποίηση ή κατάταξη, έτσι ώστε να μην παρακωλύεται η συγκρισιμότητα μεταξύ περιόδων. Όταν γίνονται τέτοιες αλλαγές, η οικονομική οντότητα ανακατατάσσει τη συγκριτική πληροφόρησή της σύμφωνα με τις παραγράφους 33-34.

Συγκριτική πληροφόρηση

Απαιτούμενη συγκριτική πληροφόρηση

B13

Σε μερικές περιπτώσεις, η αφηγηματική πληροφόρηση που παρέχεται στις οικονομικές καταστάσεις της προηγούμενης περιόδου (ή των προηγούμενων περιόδων) αναφοράς συνεχίζει να αφορά και την τρέχουσα περίοδο. Για παράδειγμα, μια οικονομική οντότητα γνωστοποιεί στην τρέχουσα περίοδο τις λεπτομέρειες για μια δικαστική διένεξη, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν αβέβαιο κατά το τέλος της προηγούμενης περιόδου και η οποία εξακολουθεί να εκκρεμεί. Οι χρήστες των οικονομικών καταστάσεων ενδέχεται να ωφεληθούν από την πληροφορία ότι η αβεβαιότητα υπήρχε κατά το τέλος της προηγούμενης περιόδου και από την πληροφορία σχετικά με τα μέτρα που έχουν ληφθεί κατά τη διάρκεια της περιόδου για την άρση της αβεβαιότητας.

Πρόσθετη συγκριτική πληροφόρηση

B14

Η οικονομική οντότητα μπορεί να παρέχει πρόσθετη συγκριτική πληροφόρηση πέραν της συγκριτικής πληροφόρησης που απαιτείται βάσει των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ, εφόσον η εν λόγω πληροφόρηση καταρτίζεται σύμφωνα με τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ. Η εν λόγω πρόσθετη συγκριτική πληροφόρηση μπορεί να περιλαμβάνει μία ή περισσότερες από τις κύριες οικονομικές καταστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 10, αλλά δεν είναι απαραίτητο να περιλαμβάνει πλήρη σειρά οικονομικών καταστάσεων. Σε αυτή την περίπτωση, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί στις σημειώσεις πληροφορίες για τις εν λόγω πρόσθετες κύριες οικονομικές καταστάσεις.

B15

Για παράδειγμα, η οικονομική οντότητα μπορεί να παρουσιάσει και τρίτη κατάσταση (ή καταστάσεις) χρηματοοικονομικής επίδοσης (παρουσιάζοντας έτσι πληροφορίες για την τρέχουσα περίοδο αναφοράς, την προηγούμενη περίοδο και μία πρόσθετη συγκριτική περίοδο). Ωστόσο, η οντότητα δεν υποχρεούται να παρουσιάσει και τρίτη κατάσταση οικονομικής θέσης, τρίτη κατάσταση των ταμειακών ροών ή τρίτη κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων (δηλ. πρόσθετη συγκριτική κύρια οικονομική κατάσταση). Η οικονομική οντότητα υποχρεούται να γνωστοποιεί στις σημειώσεις τη συγκριτική πληροφόρηση που σχετίζεται με την εν λόγω πρόσθετη κατάσταση ή καταστάσεις χρηματοοικονομικής επίδοσης.

ΟΜΑΔΟΠΟΊΗΣΗ (ΣΥΓΚΈΝΤΡΩΣΗ) ΚΑΙ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΌΣ

Αρχές ομαδοποίησης και διαχωρισμού

Διαδικασία ομαδοποίησης και διαχωρισμού

B16

Οι οικονομικές καταστάσεις προκύπτουν από την επεξεργασία μεγάλου αριθμού συναλλαγών και άλλων γεγονότων εκ μέρους των οικονομικών οντοτήτων. Από αυτές τις συναλλαγές και τα άλλα γεγονότα προκύπτουν περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις, ίδια κεφάλαια, έσοδα, έξοδα και ταμειακές ροές.

B17

Για την εφαρμογή των απαιτήσεων της παραγράφου 41, η οικονομική οντότητα ομαδοποιεί στοιχεία με βάση κοινά χαρακτηριστικά (δηλ. ομαδοποιεί στοιχεία που έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά) και διαχωρίζει στοιχεία με βάση χαρακτηριστικά που δεν είναι κοινά (δηλ. διαχωρίζει στοιχεία που έχουν ανόμοια χαρακτηριστικά). Κατά τη διαδικασία αυτή, η οικονομική οντότητα:

α)

προσδιορίζει τα περιουσιακά στοιχεία, τις υποχρεώσεις, τα ίδια κεφάλαια, τα έσοδα, τα έξοδα και τις ταμειακές ροές που προκύπτουν από μεμονωμένες συναλλαγές ή άλλα γεγονότα·

β)

κατατάσσει και ομαδοποιεί τα περιουσιακά στοιχεία, τις υποχρεώσεις, τα ίδια κεφάλαια, τα έσοδα, τα έξοδα και τις ταμειακές ροές σε στοιχεία με βάση τα χαρακτηριστικά τους (για παράδειγμα το είδος τους, τη λειτουργία τους, τη βάση επιμέτρησής τους ή άλλο χαρακτηριστικό), με σκοπό τα συγκεκριμένα κονδύλια που παρουσιάζονται στις κύριες οικονομικές καταστάσεις και τα στοιχεία που γνωστοποιούνται στις σημειώσεις να έχουν τουλάχιστον ένα παρόμοιο χαρακτηριστικό· και

γ)

διαχωρίζει στοιχεία βάσει ανόμοιων χαρακτηριστικών:

i)

στις κύριες οικονομικές καταστάσεις, εφόσον απαιτείται για την παροχή χρήσιμων δομημένων συνόψεων (όπως περιγράφεται στην παράγραφο 16)· και

ii)

στις σημειώσεις, εφόσον απαιτείται για την παροχή σημαντικών πληροφοριών (όπως περιγράφεται στην παράγραφο 17).

B18

Η οικονομική οντότητα μπορεί να εφαρμόσει τα βήματα της παραγράφου Β17 στοιχεία α) έως γ) με οποιαδήποτε σειρά προκειμένου να εφαρμόσει τις αρχές της ομαδοποίησης και του διαχωρισμού της παραγράφου 41.

Βάση ομαδοποίησης και διαχωρισμού

B19

Στις παραγράφους Β16–Β18 εξηγείται ότι η οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί την κρίση της για να ομαδοποιεί και να διαχωρίζει περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις, ίδια κεφάλαια, έσοδα, έξοδα και ταμειακές ροές από μεμονωμένες συναλλαγές και άλλα γεγονότα με βάση τα παρόμοια και ανόμοια χαρακτηριστικά τους. Στις παραγράφους Β78 και Β110 παρατίθενται παραδείγματα χαρακτηριστικών που εξετάζει η οικονομική οντότητα κατά την άσκηση της κρίσης της.

B20

Όσο πιο παρόμοια είναι τα χαρακτηριστικά των περιουσιακών στοιχείων, των υποχρεώσεων, των ιδίων κεφαλαίων, των εσόδων, των εξόδων και των ταμειακών ροών τόσο πιθανότερο είναι η ομαδοποίησή τους να εκπληρώνει τον ρόλο των κύριων οικονομικών καταστάσεων (δηλ. να παρέχει χρήσιμες δομημένες συνόψεις όπως περιγράφεται στην παράγραφο 16) ή των σημειώσεων (δηλ. να παρέχει σημαντικές πληροφορίες όπως περιγράφεται στην παράγραφο 17). Όσο πιο ανόμοια είναι τα χαρακτηριστικά των περιουσιακών στοιχείων, των υποχρεώσεων, των ιδίων κεφαλαίων, των εσόδων, των εξόδων και των ταμειακών ροών τόσο πιθανότερο είναι ο διαχωρισμός των στοιχείων να εκπληρώνει τον ρόλο των κύριων οικονομικών καταστάσεων ή των σημειώσεων.

B21

Τα στοιχεία που ομαδοποιούνται και παρουσιάζονται ως συγκεκριμένα κονδύλια στις κύριες οικονομικές καταστάσεις έχουν τουλάχιστον ένα παρόμοιο χαρακτηριστικό πέραν του ότι πληρούν τον ορισμό των περιουσιακών στοιχείων, των υποχρεώσεων, των ιδίων κεφαλαίων, των εσόδων, των εξόδων ή των ταμειακών ροών. Ωστόσο, επειδή ο ρόλος των κύριων οικονομικών καταστάσεων είναι να παρέχουν χρήσιμες δομημένες συνόψεις, στα συγκεκριμένα κονδύλια των κύριων οικονομικών καταστάσεων είναι επίσης πιθανό να ομαδοποιούνται στοιχεία που έχουν επαρκώς ανόμοια χαρακτηριστικά ώστε η πληροφόρηση για τα διαχωρισμένα στοιχεία να καθίσταται σημαντική.

B22

Κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 41, η οικονομική οντότητα διαχωρίζει τα στοιχεία που έχουν ανόμοια χαρακτηριστικά όταν οι πληροφορίες που προκύπτουν είναι σημαντικές. Ένα και μόνο ανόμοιο χαρακτηριστικό θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα οι πληροφορίες σχετικά με τα διαχωρισμένα στοιχεία να είναι σημαντικές.

B23

Για παράδειγμα, μια οικονομική οντότητα μπορεί να παρουσιάζει στην κατάσταση οικονομικής θέσης χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνουν επενδύσεις σε συμμετοχικούς και σε χρεωστικούς τίτλους χωριστά από τα μη χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία. Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία έχουν ανόμοια χαρακτηριστικά επειδή έχουν διαφορετικές βάσεις επιμέτρησης —ορισμένα επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων και άλλα στο αποσβεσμένο κόστος. Συνεπώς, η οικονομική οντότητα μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, για να παράσχει χρήσιμη δομημένη σύνοψη, είναι απαραίτητη η παρουσίαση συγκεκριμένων κονδυλίων στα οποία τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία διαχωρίζονται με βάση τις εν λόγω βάσεις επιμέτρησης. Ο εν λόγω διαχωρισμός οδηγεί σε ένα συγκεκριμένο κονδύλιο που περιλαμβάνει επενδύσεις σε συμμετοχικούς και σε χρεωστικούς τίτλους επιμετρούμενες στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων και άλλο συγκεκριμένο κονδύλιο που περιλαμβάνει επενδύσεις σε χρεωστικούς τίτλους επιμετρούμενες στο αποσβεσμένο κόστος. Επειδή οι επενδύσεις σε συμμετοχικούς τίτλους είναι ανόμοιες με τις επενδύσεις σε χρεωστικούς τίτλους, υπό την έννοια ότι καθεμία εξ αυτών εκθέτει την οικονομική οντότητα σε διαφορετικούς κινδύνους, η οικονομική οντότητα θα εκτιμούσε κατά πόσον απαιτείται, για την παροχή χρήσιμης δομημένης σύνοψης, περαιτέρω διαχωρισμός, στην κατάσταση οικονομικής θέσης, των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων σε επενδύσεις σε συμμετοχικούς τίτλους και σε επενδύσεις σε χρεωστικούς τίτλους. Αν δεν απαιτείται, και εάν οι πληροφορίες που προκύπτουν είναι σημαντικές, η οικονομική οντότητα θα έπρεπε να γνωστοποιήσει στις σημειώσεις τις επενδύσεις σε συμμετοχικούς τίτλους χωριστά από τις επενδύσεις σε χρεωστικούς τίτλους. Επιπλέον, εάν, για παράδειγμα, οι επενδύσεις σε συμμετοχικούς τίτλους είχαν άλλα ανόμοια χαρακτηριστικά, η οικονομική οντότητα θα έπρεπε να διαχωρίσει περαιτέρω αυτές τις επενδύσεις σε συμμετοχικούς τίτλους στις σημειώσεις, εφόσον οι πληροφορίες που προέκυπταν ήταν σημαντικές.

Περιγραφή των στοιχείων

B24

Σύμφωνα με την παράγραφο 43 απαιτείται από την οικονομική οντότητα να επισημαίνει και να περιγράφει στοιχεία που παρουσιάζονται ή γνωστοποιούνται κατά τρόπο που να απεικονίζει πιστά τα χαρακτηριστικά του στοιχείου. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν συχνά ομαδοποιήσεις στοιχείων που προκύπτουν από μεμονωμένες συναλλαγές ή άλλα γεγονότα και μπορεί να διαφέρουν ως προς το αν πρόκειται για ομαδοποιήσεις στοιχείων για τα οποία οι πληροφορίες είναι σημαντικές και στοιχείων για τα οποία οι πληροφορίες δεν είναι σημαντικές. Συγκεκριμένα, είτε στις κύριες οικονομικές καταστάσεις είτε στις σημειώσεις:

α)

ένα στοιχείο για το οποίο οι πληροφορίες είναι σημαντικές θα μπορούσε να ομαδοποιηθεί με άλλα στοιχεία για τα οποία οι πληροφορίες είναι επίσης σημαντικές —η οικονομική οντότητα μπορεί να χρησιμοποιεί μια τέτοια ομαδοποίηση για να συνοψίζει πληροφορίες, αλλά θα υποχρεούνταν επίσης να γνωστοποιεί πληροφορίες για κάθε στοιχείο·

β)

ένα στοιχείο για το οποίο οι πληροφορίες είναι σημαντικές θα μπορούσε να ομαδοποιηθεί με στοιχεία για τα οποία οι πληροφορίες δεν είναι σημαντικές —η οικονομική οντότητα θα υποχρεούνταν να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τα διαχωρισμένα στοιχεία μόνο εάν οι μη σημαντικές πληροφορίες έχουν συγκαλύψει τις σημαντικές πληροφορίες· ή

γ)

ένα στοιχείο για το οποίο οι πληροφορίες δεν είναι σημαντικές θα μπορούσε να ομαδοποιηθεί με άλλα στοιχεία για τα οποία οι πληροφορίες δεν είναι σημαντικές —η οικονομική οντότητα μπορεί να χρησιμοποιεί μια τέτοια ομαδοποίηση για τη συμπλήρωση ενός καταλόγου στοιχείων και δεν θα υποχρεούνταν να γνωστοποιεί πληροφορίες σχετικά με τα διαχωρισμένα στοιχεία, με την επιφύλαξη της παραγράφου Β26 στοιχείο β).

B25

Η οικονομική οντότητα επισημαίνει τα στοιχεία που παρουσιάζονται ή γνωστοποιούνται ως «άλλα» μόνο εάν δεν μπορεί να βρει άλλη επισήμανση η οποία παρέχει περισσότερες πληροφορίες. Παραδείγματα του πώς μπορεί η οικονομική οντότητα να βρει επισήμανση η οποία παρέχει περισσότερες πληροφορίες είναι τα εξής:

α)

εάν ένα στοιχείο για το οποίο οι πληροφορίες είναι σημαντικές ομαδοποιείται με στοιχεία για τα οποία οι πληροφορίες δεν είναι σημαντικές, με την εξεύρεση επισήμανσης που περιγράφει το στοιχείο για το οποίο οι πληροφορίες είναι σημαντικές· και

β)

εάν ομαδοποιούνται στοιχεία για τα οποία οι πληροφορίες δεν είναι σημαντικές:

i)

με την ομαδοποίηση στοιχείων που έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά και με την περιγραφή τους κατά τρόπο που να απεικονίζει πιστά τα εν λόγω παρόμοια χαρακτηριστικά· ή

ii)

με την ομαδοποίηση στοιχείων με άλλα στοιχεία που δεν έχουν παρόμοια χαρακτηριστικά και με την περιγραφή τους κατά τρόπο που να απεικονίζει πιστά τα ανόμοια χαρακτηριστικά των στοιχείων.

B26

Εάν η οικονομική οντότητα δεν μπορεί να βρει άλλη επισήμανση η οποία παρέχει περισσότερες πληροφορίες από την επισήμανση «άλλο»:

α)

για οποιαδήποτε ομαδοποίηση: η οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί επισήμανση που περιγράφει το ομαδοποιημένο στοιχείο με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, για παράδειγμα, «άλλα λειτουργικά έξοδα» ή «άλλα χρηματοοικονομικά έξοδα».

β)

για ομαδοποίηση που περιλαμβάνει μόνο στοιχεία για τα οποία οι πληροφορίες δεν είναι σημαντικές: η οικονομική οντότητα εξετάζει κατά πόσον το ομαδοποιημένο ποσό είναι αρκετά μεγάλο ώστε οι χρήστες των οικονομικών καταστάσεων να ενδέχεται ευλόγως να αναρωτηθούν αν περιλαμβάνει στοιχεία για τα οποία οι πληροφορίες θα μπορούσαν να είναι σημαντικές. Εάν ναι, οι πληροφορίες για την απάντηση σε αυτό το ερώτημα αποτελούν σημαντικές πληροφορίες. Κατά συνέπεια, σε τέτοιες περιπτώσεις, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με το ποσό —για παράδειγμα:

i)

επεξήγηση ότι στο ποσό δεν περιλαμβάνονται στοιχεία για τα οποία οι πληροφορίες θα ήταν σημαντικές· ή

ii)

επεξήγηση ότι στο ποσό περιλαμβάνονται διάφορα στοιχεία για τα οποία οι πληροφορίες δεν θα ήταν σημαντικές, με προσδιορισμό του είδους και του ποσού του μεγαλύτερου στοιχείου.

Συμψηφισμός

B27

Βάσει της παραγράφου 44, η οικονομική οντότητα απαγορεύεται να συμψηφίζει περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις ή έσοδα και έξοδα εκτός αν αυτό απαιτείται ή επιτρέπεται από λογιστικό πρότυπο ΔΠΧΑ. Για παράδειγμα, το ΔΠΧΑ 15 Έσοδα από συμβάσεις με πελάτες απαιτεί από την οικονομική οντότητα να επιμετρά τα έσοδα από συμβάσεις με πελάτες στο ποσό του ανταλλάγματος που η οικονομική οντότητα εκτιμά ότι δικαιούται έναντι της μεταβίβασης των υπεσχημένων αγαθών ή υπηρεσιών. Το ποσό των εσόδων που αναγνωρίζεται αντικατοπτρίζει τυχόν εμπορικές εκπτώσεις ή εκπτώσεις τζίρου που παραχωρεί η οικονομική οντότητα. Αντιθέτως, η οικονομική οντότητα ενδέχεται να αναλάβει, κατά την πορεία των συνηθισμένων δραστηριοτήτων της, άλλες συναλλαγές που δεν δημιουργούν έσοδα, αλλά οι οποίες συνδέονται περιστασιακά με τις κύριες δραστηριότητες που δημιουργούν έσοδα. Η οικονομική οντότητα θα παρουσίαζε στις κύριες οικονομικές καταστάσεις ή θα γνωστοποιούσε στις σημειώσεις τα αποτελέσματα τέτοιων συναλλαγών, σε περίπτωση που η εν λόγω παρουσίαση ή γνωστοποίηση θα αντανακλούσε την ουσία της συναλλαγής ή άλλου γεγονότος, με συμψηφισμό κάθε εσόδου με τα σχετικά έξοδα που προκύπτουν από την ίδια συναλλαγή. Για παράδειγμα:

α)

η οικονομική οντότητα παρουσιάζει στις κύριες οικονομικές καταστάσεις ή γνωστοποιεί στις σημειώσεις τα κέρδη και τις ζημίες από τη διάθεση μη κυκλοφορούντων περιουσιακών στοιχείων αφαιρώντας από το ποσό του ανταλλάγματος για τη διάθεση τη λογιστική αξία του περιουσιακού στοιχείου και τα σχετικά έξοδα πώλησης· και

β)

η οικονομική οντότητα μπορεί να συμψηφίσει μια δαπάνη που σχετίζεται με πρόβλεψη που αναγνωρίζεται σύμφωνα με το ΔΛΠ 37 και επιστρέφεται με συμβατική ρύθμιση με τρίτο μέρος (για παράδειγμα μια εγγύηση προμηθευτή) με τη σχετική επιστροφή.

B28

Επιπροσθέτως, η οικονομική οντότητα παρουσιάζει κέρδη και ζημίες που προκύπτουν από ομάδα παρόμοιων συναλλαγών σε καθαρή βάση —για παράδειγμα συναλλαγματικά κέρδη και ζημίες ή κέρδη και ζημίες που προκύπτουν από χρηματοοικονομικά μέσα που διακρατούνται για διαπραγμάτευση τα οποία περιλαμβάνονται στην ίδια κατηγορία της κατάστασης ή των καταστάσεων χρηματοοικονομικής επίδοσης κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 47–68. Ωστόσο, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί τα εν λόγω κέρδη και τις ζημίες χωριστά στις σημειώσεις, εάν κατ’ αυτόν τον τρόπο παρέχει σημαντικές πληροφορίες.

ΚΑΤΆΣΤΑΣΗ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΆΤΩΝ

Κατηγορίες στην κατάσταση αποτελεσμάτων

B29

Σύμφωνα με την παράγραφο 47 απαιτείται από την οικονομική οντότητα να κατατάσσει τα έσοδα και τα έξοδα που περιλαμβάνονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων σε πέντε κατηγορίες. Η κατηγορία λειτουργίας περιλαμβάνει όλα τα έσοδα και τα έξοδα που περιλαμβάνονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων και δεν κατατάσσονται στις άλλες κατηγορίες (βλ. παράγραφο 52). Τα έσοδα και τα έξοδα που κατατάσσονται στην κατηγορία διακοπεισών δραστηριοτήτων κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 68 δεν υπόκεινται στις απαιτήσεις για την κατάταξη στοιχείων εσόδων και εξόδων στις κατηγορίες που απαριθμούνται στην παράγραφο 47 στοιχεία α) έως δ). Τα έσοδα και τα έξοδα που κατατάσσονται στην κατηγορία φόρων εισοδήματος κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 67 δεν υπόκεινται στις απαιτήσεις για την κατάταξη στοιχείων εσόδων και εξόδων στις κατηγορίες που απαριθμούνται στην παράγραφο 47 στοιχεία α) έως γ).

Εκτίμηση καθορισμένων κύριων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων

B30

Η παράγραφος 49 απαιτεί από την οικονομική οντότητα να εκτιμά κατά πόσον επενδύει σε περιουσιακά στοιχεία ή παρέχει χρηματοδότηση σε πελάτες ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα. Η οικονομική οντότητα μπορεί να έχει περισσότερες από μία κύριες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Για παράδειγμα, μια οικονομική οντότητα που κατασκευάζει ένα προϊόν και παρέχει επίσης χρηματοδότηση σε πελάτες μπορεί να προσδιορίσει ότι τόσο η κατασκευαστική της δραστηριότητα όσο και η δραστηριότητα χρηματοδότησης πελατών συνιστούν κύριες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Για την κατάταξη των εσόδων και των εξόδων στις κατηγορίες λειτουργίας, επενδύσεων και χρηματοδότησης όπως απαιτείται βάσει του παρόντος προτύπου, η οικονομική οντότητα χρειάζεται απλώς να προσδιορίσει αν είτε η επένδυση σε περιουσιακά στοιχεία είτε η παροχή χρηματοδότησης σε πελάτες ή και οι δύο δραστηριότητες συνιστούν κύριες επιχειρηματικές δραστηριότητες.

B31

Παραδείγματα οικονομικών οντοτήτων που ενδέχεται να επενδύουν σε περιουσιακά στοιχεία ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα είναι τα εξής:

α)

εταιρείες επενδύσεων όπως ορίζονται στο ΔΠΧΑ 10 Ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις·

β)

εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητα· και

γ)

ασφαλιστές.

B32

Παραδείγματα οικονομικών οντοτήτων που ενδέχεται να παρέχουν χρηματοδότησης σε πελάτες ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα είναι τα εξής:

α)

τράπεζες και άλλα δανειοδοτικά ιδρύματα·

β)

οικονομικές οντότητες που παρέχουν χρηματοδότηση σε πελάτες ώστε να μπορούν οι εν λόγω πελάτες να αγοράζουν τα προϊόντα της οικονομικής οντότητας· και

γ)

εκμισθωτές που παρέχουν χρηματοδότηση σε πελάτες στο πλαίσιο χρηματοδοτικών μισθώσεων.

B33

Το αν η επένδυση σε περιουσιακά στοιχεία ή η παροχή χρηματοδότησης σε πελάτες συνιστά κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα της οικονομικής οντότητας αποτελεί γεγονός και όχι απλώς ισχυρισμό. Η οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί την κρίση της για να εκτιμήσει κατά πόσον η επένδυση σε περιουσιακά στοιχεία ή η παροχή χρηματοδότησης σε πελάτες αποτελεί κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα και η εκτίμηση αυτή βασίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία.

B34

Γενικά, η επένδυση σε περιουσιακά στοιχεία ή η παροχή χρηματοδότησης σε πελάτες είναι πιθανό να αποτελεί κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα μιας οικονομικής οντότητας εάν η οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί συγκεκριμένο είδος υποσυνόλου ως σημαντικό δείκτη λειτουργικών επιδόσεων. Το συγκεκριμένο είδος υποσυνόλου είναι ένα υποσύνολο παρόμοιο με το ακαθάριστο κέρδος (βλ. παράγραφο Β123) που περιλαμβάνει έσοδα και έξοδα τα οποία θα κατατάσσονταν στις κατηγορίες επενδύσεων ή χρηματοδότησης εάν η επένδυση σε περιουσιακά στοιχεία ή η παροχή χρηματοδότησης σε πελάτες δεν ήταν κύριες επιχειρηματικές δραστηριότητες.

B35

Ένα από τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι υποσύνολα παρόμοια με το ακαθάριστο κέρδος που περιγράφονται στην παράγραφο Β123 αποτελούν σημαντικούς δείκτες λειτουργικών επιδόσεων είναι η χρήση τέτοιων υποσυνόλων για:

α)

την επεξήγηση των λειτουργικών επιδόσεων σε εξωτερικά μέρη· ή

β)

την εκτίμηση ή την παρακολούθηση των λειτουργικών επιδόσεων εσωτερικά.

B36

Εάν μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει το ΔΠΧΑ 8 Λειτουργικοί τομείς , οι πληροφορίες σχετικά με τους τομείς ενδέχεται να παρέχουν στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η επένδυση σε περιουσιακά στοιχεία ή η παροχή χρηματοδότησης σε πελάτες αποτελεί κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα. Συγκεκριμένα:

α)

εάν ένας προς αναφορά τομέας περιλαμβάνει μία μόνο επιχειρηματική δραστηριότητα, αυτό υποδεικνύει ότι οι επιδόσεις του προς αναφορά τομέα αποτελούν σημαντικό δείκτη των λειτουργικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας και ότι η επιχειρηματική δραστηριότητα του προς αναφορά τομέα αποτελεί κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα της οικονομικής οντότητας· και

β)

εάν ένας λειτουργικός τομέας περιλαμβάνει μία μόνο επιχειρηματική δραστηριότητα, αυτό υποδεικνύει ότι η επιχειρηματική δραστηριότητα ενδέχεται να είναι κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα της οικονομικής οντότητας, εφόσον οι επιδόσεις του λειτουργικού τομέα αποτελούν σημαντικό δείκτη των λειτουργικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας, όπως περιγράφεται στην παράγραφο Β34.

B37

Η οικονομική οντότητα εκτιμά κατά πόσον η επένδυση σε περιουσιακά στοιχεία ή η παροχή χρηματοδότησης σε πελάτες αποτελεί κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα για την αναφέρουσα οικονομική οντότητα στο σύνολό της. Αντίστοιχα, η εκτίμηση του κατά πόσον η επένδυση σε περιουσιακά στοιχεία ή η παροχή χρηματοδότησης σε πελάτες αποτελεί κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα από αναφέρουσα οικονομική οντότητα που είναι ενοποιημένος όμιλος και από αναφέρουσα οικονομική οντότητα που είναι μία από τις θυγατρικές του ενοποιημένου ομίλου θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετικά αποτελέσματα.

B38

Η οικονομική οντότητα εκτιμά κατά πόσον επενδύει ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα σε συγγενείς επιχειρήσεις, κοινοπραξίες και μη ενοποιημένες θυγατρικές που δεν λογιστικοποιούνται με τη μέθοδο της καθαρής θέσης [βλ. παράγραφο Β43 στοιχεία β) έως γ) και παράγραφο Β44 στοιχεία β) έως γ)] ανά μεμονωμένο περιουσιακό στοιχείο ή χρησιμοποιώντας ομάδες περιουσιακών στοιχείων με κοινά χαρακτηριστικά. Εάν η οικονομική οντότητα καταρτίζει ατομικές οικονομικές καταστάσεις όπως ορίζεται στο ΔΛΠ 27 Ατομικές οικονομικές καταστάσεις και διενεργεί την εκτίμηση για ομάδες περιουσιακών στοιχείων, χρησιμοποιεί ομάδες περιουσιακών στοιχείων που συνάδουν με τις κατηγορίες που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό της βάσης επιμέτρησής τους κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 10 του ΔΛΠ 27. Η οικονομική οντότητα δεν χρειάζεται να εκτιμά κατά πόσον επενδύει ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα σε συγγενείς επιχειρήσεις, κοινοπραξίες και μη ενοποιημένες θυγατρικές που λογιστικοποιούνται με τη μέθοδο της καθαρής θέσης [βλ. παράγραφο Β43 στοιχείο α) και παράγραφο Β44 στοιχείο α)] επειδή υποχρεούται να κατατάσσει τα έσοδα και τα έξοδα από τις εν λόγω επενδύσεις στην κατηγορία επενδύσεων [βλ. παράγραφο 55 στοιχείο α)].

B39

Η οικονομική οντότητα δεν χρειάζεται να εκτιμά κατά πόσον επενδύει ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα σε ταμειακά διαθέσιμα και ταμειακά ισοδύναμα [βλ. παράγραφο 53 στοιχείο β)]. Η οικονομική οντότητα υποχρεούται να κατατάσσει τα έσοδα και τα έξοδα από ταμειακά διαθέσιμα και ταμειακά ισοδύναμα στην κατηγορία επενδύσεων, εκτός εάν εφαρμόζεται η παράγραφος 56 στοιχείο α) ή β).

B40

Η οικονομική οντότητα εκτιμά κατά πόσον επενδύει ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα σε άλλα περιουσιακά στοιχεία που παράγουν απόδοση μεμονωμένα και σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από τους άλλους πόρους της οικονομικής οντότητας [βλ. παράγραφο 53 στοιχείο γ)] ανά μεμονωμένο περιουσιακό στοιχείο ή κατά ομάδες περιουσιακών στοιχείων με κοινά χαρακτηριστικά. Όταν διενεργεί την εκτίμηση για ομάδες χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, η οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί ομάδες χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που συνάδουν με τις κατηγορίες χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που προσδιορίζονται από την οικονομική οντότητα κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 6 του ΔΠΧΑ 7.

B41

Η οικονομική οντότητα εκτιμά κατά πόσον η επένδυση σε περιουσιακά στοιχεία ή η παροχή χρηματοδότησης σε πελάτες αποτελεί κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα βάσει των περιστάσεων της δεδομένης περιόδου, οπότε τυχόν αλλαγές στο αποτέλεσμα της εκτίμησης δεν μεταβάλλουν το αποτέλεσμα των προηγούμενων εκτιμήσεων. Συνεπώς, η οικονομική οντότητα κατατάσσει και παρουσιάζει τα έσοδα και τα έξοδα εφαρμόζοντας την αλλαγή στο αποτέλεσμα της εκτίμησης από την ημερομηνία της αλλαγής και μετά και δεν ανακατατάσσει ποσά που παρουσιάστηκαν πριν από την ημερομηνία της αλλαγής. Εκτός εάν αυτό είναι ανέφικτο, σύμφωνα με την παράγραφο 51 στοιχείο γ) σημείο ii) απαιτείται από την οικονομική οντότητα να γνωστοποιεί το ποσό και την κατάταξη των στοιχείων εσόδων και εξόδων πριν και μετά την ημερομηνία της αλλαγής του αποτελέσματος της εκτίμησης στην τρέχουσα περίοδο και το ποσό και την κατάταξη στην προηγούμενη περίοδο για στοιχεία για τα οποία η κατάταξη έχει μεταβληθεί λόγω της αλλαγής στο αποτέλεσμα της εκτίμησης.

Λειτουργία

B42

Οι απαιτήσεις των παραγράφων 47–66 έχουν ως αποτέλεσμα η οικονομική οντότητα να κατατάσσει τα έσοδα και τα έξοδα από τις κύριες επιχειρηματικές της δραστηριότητες στην κατηγορία λειτουργίας της κατάστασης αποτελεσμάτων, εκτός από τυχόν τέτοια έσοδα και έξοδα από επενδύσεις που λογιστικοποιούνται με τη μέθοδο της καθαρής θέσης. Επιπλέον, η κατηγορία λειτουργίας δεν περιλαμβάνει μόνο τα έσοδα και τα έξοδα από τις κύριες επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικονομικής οντότητας. Περιλαμβάνει όλα τα έσοδα και τα έξοδα που δεν κατατάσσονται από μια οικονομική οντότητα στις άλλες κατηγορίες κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 53–68, συμπεριλαμβανομένων των εσόδων ή εξόδων που είναι μεταβλητά ή μη επαναλαμβανόμενα.

Επενδύσεις

Επενδύσεις σε συγγενείς επιχειρήσεις, κοινοπραξίες και μη ενοποιημένες θυγατρικές

B43

Οι παράγραφοι 53 και 55 θέτουν απαιτήσεις για την κατάταξη των εσόδων και των εξόδων από επενδύσεις σε συγγενείς επιχειρήσεις και κοινοπραξίες. Οι επενδύσεις αυτές περιλαμβάνουν:

α)

επενδύσεις σε συγγενείς επιχειρήσεις και κοινοπραξίες που λογιστικοποιούνται με τη μέθοδο της καθαρής θέσης σύμφωνα με την παράγραφο 16 του ΔΛΠ 28 Επενδύσεις σε συγγενείς επιχειρήσεις και κοινοπραξίες και την παράγραφο 10 στοιχείο γ) του ΔΛΠ 27·

β)

επενδύσεις σε συγγενείς επιχειρήσεις και κοινοπραξίες (ή τμήμα αυτών) που μια οικονομική οντότητα επιλέγει να επιμετρήσει στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9 και κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 18–19 του ΔΛΠ 28 και της παραγράφου 11 του ΔΛΠ 27· και

γ)

επενδύσεις σε συγγενείς επιχειρήσεις και κοινοπραξίες σε ατομικές οικονομικές καταστάσεις που λογιστικοποιούνται στο κόστος κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 10 στοιχείο α) του ΔΛΠ 27 ή σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9 και κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 10 στοιχείο β) του ΔΛΠ 27.

B44

Οι παράγραφοι 53 και 55 θέτουν επίσης απαιτήσεις για την κατάταξη των εσόδων και των εξόδων από μη ενοποιημένες θυγατρικές. Οι επενδύσεις σε μη ενοποιημένες θυγατρικές περιλαμβάνουν:

α)

επενδύσεις σε θυγατρικές σε ατομικές οικονομικές καταστάσεις που λογιστικοποιούνται με τη μέθοδο της καθαρής θέσης σύμφωνα με την παράγραφο 10 στοιχείο γ) του ΔΛΠ 27·

β)

επενδύσεις σε θυγατρικές που κατέχονται από εταιρεία επενδύσεων, οι οποίες επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 31 του ΔΠΧΑ 10 και την παράγραφο 11Α του ΔΛΠ 27· και

γ)

επενδύσεις σε θυγατρικές σε ατομικές οικονομικές καταστάσεις που λογιστικοποιούνται στο κόστος κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 10 στοιχείο α) του ΔΛΠ 27 ή σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9 και κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 10 στοιχείο β) του ΔΛΠ 27.

Περιουσιακά στοιχεία που παράγουν απόδοση μεμονωμένα και σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από τους άλλους πόρους της οικονομικής οντότητας

B45

Η παράγραφος 53 στοιχείο γ) απαιτεί από την οικονομική οντότητα να προσδιορίζει περιουσιακά στοιχεία που παράγουν απόδοση μεμονωμένα και σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από τους άλλους πόρους της οικονομικής οντότητας. Η απόδοση θα μπορούσε να είναι θετική ή αρνητική.

B46

Τα περιουσιακά στοιχεία που παράγουν απόδοση μεμονωμένα και σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από τους άλλους πόρους της οικονομικής οντότητας της παραγράφου 53 στοιχείο γ) περιλαμβάνουν:

α)

επενδύσεις σε χρεωστικούς ή συμμετοχικούς τίτλους· και

β)

επενδυτικά ακίνητα και απαιτήσεις για μισθώματα που δημιουργούνται από τα εν λόγω ακίνητα.

B47

Τα έσοδα και τα έξοδα που προσδιορίζονται στην παράγραφο 54 από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία συνήθως περιλαμβάνουν:

α)

τόκους·

β)

μερίσματα·

γ)

έσοδα μισθωμάτων·

δ)

αποσβέσεις·

ε)

ζημίες απομείωσης και αναστροφές ζημιών απομείωσης·

στ)

κέρδη και ζημίες εύλογης αξίας· και

ζ)

έσοδα και έξοδα από την παύση αναγνώρισης του περιουσιακού στοιχείου ή την κατάταξη και επανεπιμέτρησή του ως κατεχόμενου προς πώληση (βλ. παραγράφους Β60–Β64).

Περιουσιακά στοιχεία που δεν παράγουν απόδοση μεμονωμένα και σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από τους άλλους πόρους της οικονομικής οντότητας

B48

Περιουσιακά στοιχεία τα οποία η οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί συνδυαστικά για την παραγωγή ή την παροχή αγαθών ή υπηρεσιών δεν παράγουν απόδοση μεμονωμένα και σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από τους άλλους πόρους της οικονομικής οντότητας. Τέτοιου είδους περιουσιακά στοιχεία συνήθως περιλαμβάνουν:

α)

ενσώματα πάγια,

β)

περιουσιακά στοιχεία που προκύπτουν από την παραγωγή ή την παροχή αγαθών και υπηρεσιών για τα οποία τα έσοδα και τα έξοδα κατατάσσονται στην κατηγορία λειτουργίας (για παράδειγμα, απαιτήσεις για τέτοια αγαθά και υπηρεσίες), και

γ)

εάν η οικονομική οντότητα παρέχει χρηματοδότηση σε πελάτες ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα, τυχόν δάνεια σε πελάτη.

B49

Τα έσοδα και τα έξοδα από τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στην παράγραφο Β48 κατατάσσονται στην κατηγορία λειτουργίας —για παράδειγμα:

α)

έσοδα για αγαθά ή υπηρεσίες που παράγονται ή παρέχονται από την οικονομική οντότητα με τη χρήση συνδυασμού περιουσιακών στοιχείων·

β)

έσοδα από τόκους·

γ)

αποσβέσεις·

δ)

ζημίες απομείωσης και αναστροφές ζημιών απομείωσης·

ε)

έσοδα και έξοδα από την παύση αναγνώρισης του περιουσιακού στοιχείου ή την κατάταξη και επανεπιμέτρησή του ως κατεχόμενου προς πώληση (βλ. παραγράφους Β60–Β64)· και

στ)

έσοδα και έξοδα που προκύπτουν από συνένωση επιχειρήσεων που περιλαμβάνει περιουσιακά στοιχεία που θα δημιουργήσουν έσοδα και έξοδα τα οποία θα καταταχθούν στην κατηγορία λειτουργίας, όπως είναι το κέρδος από αγορά ευκαιρίας και οι επανεπιμετρήσεις ενδεχόμενων ανταλλαγμάτων.

Χρηματοδότηση

Υποχρεώσεις που προκύπτουν από συναλλαγές οι οποίες αφορούν μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης

B50

Σύμφωνα με την παράγραφο 59 στοιχείο α) απαιτείται από την οικονομική οντότητα να προσδιορίζει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από συναλλαγές οι οποίες αφορούν μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης. Στις συναλλαγές αυτές, η οικονομική οντότητα:

α)

λαμβάνει χρηματοδότηση υπό τη μορφή μετρητών ή εξόφλησης χρηματοοικονομικής υποχρέωσης ή είσπραξης ιδίων συμμετοχικών τίτλων της οικονομικής οντότητας· και

β)

σε μεταγενέστερη ημερομηνία, θα επιστρέψει σε αντάλλαγμα μετρητά ή τους ίδιους συμμετοχικούς τίτλους της.

B51

Οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από συναλλαγές οι οποίες αφορούν μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης περιλαμβάνουν:

α)

χρεωστικούς τίτλους που θα διακανονιστούν σε μετρητά, όπως χρεωστικά ομόλογα, δάνεια, γραμμάτια, ομόλογα και ενυπόθηκα δάνεια —η οικονομική οντότητα λαμβάνει μετρητά και θα επιστρέψει μετρητά σε αντάλλαγμα·

β)

υποχρεώσεις βάσει χρηματοδοτικών ρυθμίσεων προμηθευτών όταν ο πληρωτέος λογαριασμός για αγαθά ή υπηρεσίες παύει να αναγνωρίζεται —η οικονομική οντότητα απαλλάσσεται από τη χρηματοοικονομική υποχρέωση για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες και θα επιστρέψει μετρητά σε αντάλλαγμα·

γ)

ομόλογα που θα διακανονιστούν μέσω της παράδοσης μετοχών της οικονομικής οντότητας —η οικονομική οντότητα λαμβάνει μετρητά και θα επιστρέψει τους ίδιους συμμετοχικούς τίτλους της σε αντάλλαγμα· και

δ)

υποχρεώσεις μιας οικονομικής οντότητας να αγοράσει τους ίδιους συμμετοχικούς τίτλους της —η οικονομική οντότητα λαμβάνει τους ίδιους συμμετοχικούς τίτλους της και θα επιστρέψει μετρητά σε αντάλλαγμα.

B52

Παραδείγματα εσόδων και εξόδων από υποχρεώσεις τις οποίες η οικονομική οντότητα υποχρεούται να κατατάσσει στην κατηγορία χρηματοδότησης σύμφωνα με την παράγραφο 60 περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

έξοδα τόκων (π.χ. για εκδοθέντες χρεωστικούς τίτλους)·

β)

κέρδη και ζημίες εύλογης αξίας (για παράδειγμα, επί υποχρέωσης που αναγνωρίζεται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων)·

γ)

μερίσματα επί εκδοθεισών μετοχών που κατατάσσονται ως υποχρεώσεις· και

δ)

έσοδα και έξοδα από την παύση αναγνώρισης της υποχρέωσης (βλ. παράγραφο Β61).

Υποχρεώσεις που προκύπτουν από συναλλαγές οι οποίες δεν αφορούν μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης

B53

Σύμφωνα με την παράγραφος 59 στοιχείο β) απαιτείται από την οικονομική οντότητα να προσδιορίζει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από συναλλαγές οι οποίες δεν αφορούν μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης. Στις εν λόγω υποχρεώσεις περιλαμβάνονται:

α)

πληρωτέοι λογαριασμοί για αγαθά ή υπηρεσίες που θα διακανονιστούν σε μετρητά —η οικονομική οντότητα λαμβάνει αγαθά ή υπηρεσίες, όχι χρηματοδότηση με τη μορφή που περιγράφεται στην παράγραφο Β50 στοιχείο α)·

β)

συμβατικές υποχρεώσεις —η οικονομική οντότητα θα επιστρέψει αγαθά και υπηρεσίες, όχι μετρητά ή τους ίδιους συμμετοχικούς τίτλους της όπως περιγράφεται στην παράγραφο Β50 στοιχείο β)·

γ)

υποχρεώσεις από μισθώσεις —η οικονομική οντότητα λαμβάνει περιουσιακό στοιχείο με δικαίωμα χρήσης, όχι χρηματοδότηση με τη μορφή που περιγράφεται στην παράγραφο Β50 στοιχείο α)·

δ)

συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις καθορισμένων παροχών —η οικονομική οντότητα λαμβάνει υπηρεσίες από εργαζόμενους και όχι χρηματοδότηση με τη μορφή που περιγράφεται στην παράγραφο Β50 στοιχείο α)·

ε)

προβλέψεις παροπλισμού ή αποκατάστασης περιουσιακών στοιχείων —η οικονομική οντότητα λαμβάνει περιουσιακό στοιχείο που δεν συνιστά χρηματοδότηση με τη μορφή που περιγράφεται στην παράγραφο Β50 στοιχείο α)· και

στ)

προβλέψεις για δικαστικές υποθέσεις —η οικονομική οντότητα δεν λαμβάνει χρηματοδότηση όπως περιγράφεται στην παράγραφο Β50 στοιχείο α).

B54

Παραδείγματα εσόδων και εξόδων από υποχρεώσεις τις οποίες η οικονομική οντότητα υποχρεούται να κατατάσσει στην κατηγορία χρηματοδότησης σύμφωνα με την παράγραφο 61 περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

έξοδα τόκων επί πληρωτέων λογαριασμών που προκύπτουν από την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών, κατ’ εφαρμογή του ΔΠΧΑ 9·

β)

έξοδα τόκων επί συμβατικής υποχρέωσης με σημαντικό χρηματοδοτικό σκέλος, όπως ορίζεται στο ΔΠΧΑ 15·

γ)

έξοδα τόκων επί υποχρέωσης από μίσθωση, κατ’ εφαρμογή του ΔΠΧΑ 16·

δ)

καθαρά έξοδα (ή έσοδα) τόκων επί καθαρής υποχρέωσης (ή περιουσιακού στοιχείου) καθορισμένων παροχών, κατ’ εφαρμογή του ΔΛΠ 19· και

ε)

την αύξηση στο προεξοφλημένο ποσό μιας πρόβλεψης που προκύπτει από την πάροδο του χρόνου και την επίδραση κάθε μεταβολής του προεξοφλητικού επιτοκίου στις προβλέψεις, κατ’ εφαρμογή του ΔΛΠ 37.

B55

Παραδείγματα εσόδων και εξόδων που προκύπτουν από συναλλαγές οι οποίες δεν αφορούν μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης αλλά δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 61 και, ως εκ τούτου, κατατάσσονται στην κατηγορία λειτουργίας, είναι, μεταξύ άλλων, τα εξής:

α)

έξοδα που αναγνωρίζονται για ανάλωση των αγορασθέντων αγαθών ή υπηρεσιών που περιγράφονται στην παράγραφο Β54 στοιχείο α)·

β)

το κόστος τρέχουσας υπηρεσίας και προϋπηρεσίας που προκύπτει από πρόγραμμα καθορισμένων παροχών, κατ’ εφαρμογή του ΔΛΠ 19· και

γ)

επανεπιμετρήσεις της εύλογης αξίας μιας υποχρέωσης για ενδεχόμενο αντάλλαγμα σε συνένωση επιχειρήσεων που αναγνωρίζεται κατ’ εφαρμογή του ΔΠΧΑ 3 Συνενώσεις επιχειρήσεων.

Κατάταξη εσόδων και εξόδων από υβριδικά συμβόλαια που περιέχουν κύριο συμβόλαιο το οποίο αποτελεί υποχρέωση

B56

Ο τρόπος με τον οποίο η οικονομική οντότητα κατατάσσει τα έσοδα και τα έξοδα από υβριδικό συμβόλαιο με κύριο συμβόλαιο το οποίο αποτελεί υποχρέωση εξαρτάται από το αν το ενσωματωμένο παράγωγο διαχωρίζεται από το κύριο συμβόλαιο. Εάν το ενσωματωμένο παράγωγο:

α)

διαχωρίζεται από το κύριο συμβόλαιο το οποίο αποτελεί υποχρέωση:

i)

για το διαχωρισμένο κύριο συμβόλαιο το οποίο αποτελεί υποχρέωση: η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις απαιτήσεις για τα έσοδα και τα έξοδα από υποχρεώσεις, όπως ορίζονται στην παράγραφο 52, στις παραγράφους 59–61, στην παράγραφο 64 στοιχείο β) και στις παραγράφους 65–66· και

ii)

για το διαχωρισμένο ενσωματωμένο παράγωγο: η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις απαιτήσεις για τα έσοδα και τα έξοδα από παράγωγα, όπως ορίζονται στις παραγράφους Β70–Β76·

β)

δεν διαχωρίζεται από το κύριο συμβόλαιο το οποίο αποτελεί υποχρέωση και εάν το υβριδικό συμβόλαιο προκύπτει από συναλλαγή που αφορά μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης: η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις απαιτήσεις για υποχρεώσεις που προκύπτουν από τέτοιες συναλλαγές, όπως ορίζεται στις παραγράφους 52, 60 και 65–66·

γ)

δεν διαχωρίζεται από το κύριο συμβόλαιο το οποίο αποτελεί υποχρέωση και εάν το υβριδικό συμβόλαιο δεν προκύπτει από συναλλαγή που αφορά μόνο τη συγκέντρωση κεφαλαίων:

i)

εάν το κύριο συμβόλαιο το οποίο αποτελεί υποχρέωση είναι χρηματοοικονομική υποχρέωση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΔΠΧΑ 9 και επιμετράται στο αποσβεσμένο κόστος: η οικονομική οντότητα κατατάσσει στην κατηγορία χρηματοδότησης τα έσοδα και τα έξοδα που προσδιορίζονται στην παράγραφο 60 από το συμβόλαιο μετά την αρχική αναγνώριση (αντί των εσόδων και εξόδων που προσδιορίζονται στην παράγραφο 61) (βλ. παράγραφο Β59)·

ii)

εάν το υβριδικό συμβόλαιο είναι ασφαλιστήριο συμβόλαιο που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ΔΠΧΑ 17: η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις απαιτήσεις της παραγράφου 52 και της παραγράφου 64 στοιχείο β)· και

iii)

σε άλλη περίπτωση: η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις απαιτήσεις για έσοδα και έξοδα από υποχρεώσεις που προκύπτουν από τέτοιες συναλλαγές, όπως ορίζεται στις παραγράφους 52 και 61.

B57

Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει την παράγραφο Β56 στοιχεία β) και γ) σε όλα τα υβριδικά συμβόλαια που περιέχουν κύριο συμβόλαιο το οποίο αποτελεί υποχρέωση και των οποίων το ενσωματωμένο παράγωγο δεν είναι διαχωρισμένο, ανεξάρτητα από το αν το ενσωματωμένο παράγωγο δεν διαχωρίζεται από την οικονομική οντότητα κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 4.3.3 του ΔΠΧΑ 9 ή κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 4.3.5 του ΔΠΧΑ 9.

Υποχρεώσεις που προκύπτουν από εκδοθέντα συμβόλαια επένδυσης με χαρακτηριστικά συμμετοχής

B58

Η παράγραφος 64 στοιχείο α) καθορίζει τις απαιτήσεις για έσοδα και έξοδα από υποχρεώσεις που προκύπτουν από εκδοθέντα συμβόλαια επένδυσης με χαρακτηριστικά συμμετοχής τα οποία αναγνωρίζονται κατ’ εφαρμογή του ΔΠΧΑ 9. Παραδείγματα τέτοιων συμβολαίων επένδυσης είναι τα εξής:

α)

συμβόλαια επένδυσης με χαρακτηριστικά συμμετοχής που εκδίδονται από ασφαλιστή και δεν πληρούν τον ορισμό του ΔΠΧΑ 17 περί συμβολαίων επένδυσης με χαρακτηριστικά προαιρετικής συμμετοχής· και

β)

συμβόλαια επένδυσης με χαρακτηριστικά συμμετοχής που εκδίδονται από εταιρεία επενδύσεων.

Έσοδα και έξοδα που κατατάσσονται στην κατηγορία λειτουργίας από οικονομική οντότητα που παρέχει χρηματοδότηση σε πελάτες ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα

B59

Η παράγραφος 65 απαιτεί από μια οικονομική οντότητα που παρέχει χρηματοδότηση σε πελάτες ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα να κατατάσσει στην κατηγορία λειτουργίας τα έσοδα και τα έξοδα από ορισμένες ή όλες τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από συναλλαγές που αφορούν μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει επίσης τις απαιτήσεις της εν λόγω παραγράφου στα έσοδα και τα έξοδα από παράγωγο το οποίο σχετίζεται με συναλλαγή η οποία αφορά μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης όπως προσδιορίζεται στην παράγραφο Β73 στοιχείο α), αλλά όχι στα έσοδα και τα έξοδα από υβριδικό συμβόλαιο όπως προσδιορίζεται στην παράγραφο Β56 στοιχείο γ) σημείο i).

Παύση αναγνώρισης και αλλαγές ως προς την κατάταξη

Παύση αναγνώρισης περιουσιακού στοιχείου ή υποχρέωσης ή κατάταξη και επανεπιμέτρηση περιουσιακού στοιχείου ως κατεχόμενου προς πώληση

B60

Η παράγραφος Β47 στοιχείο ζ) και η παράγραφος Β49 στοιχείο ε) αναφέρονται σε έσοδα και έξοδα από την παύση αναγνώρισης ενός περιουσιακού στοιχείου ή την κατάταξή του ως κατεχόμενου προς πώληση. Η οικονομική οντότητα κατατάσσει τα έσοδα και τα έξοδα από την παύση αναγνώρισης ενός περιουσιακού στοιχείου ή από την κατάταξή του ως κατεχόμενου προς πώληση και κάθε μεταγενέστερη επιμέτρηση όσο κατέχεται προς πώληση στην ίδια κατηγορία με εκείνη στην οποία κατέτασσε τα έσοδα και τα έξοδα από το περιουσιακό στοιχείο ακριβώς πριν από την παύση αναγνώρισής του. Για παράδειγμα, η οικονομική οντότητα κατατάσσει τα κέρδη και τις ζημίες:

α)

για τη διάθεση ενσώματων παγίων: στην κατηγορία λειτουργίας·

β)

για τη διάθεση επενδυτικού ακινήτου στο οποίο η οικονομική οντότητα δεν επενδύει ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα: στην κατηγορία επενδύσεων· και

γ)

από την επανεπιμέτρηση επένδυσης σε συγγενή επιχείρηση που προηγουμένως λογιστικοποιούνταν με τη μέθοδο της καθαρής θέσης κατά τη σταδιακή απόκτηση θυγατρικής: στην κατηγορία επενδύσεων.

B61

Η οικονομική οντότητα κατατάσσει τα έσοδα και τα έξοδα από την παύση αναγνώρισης μιας υποχρέωσης εφαρμόζοντας τις απαιτήσεις των παραγράφων 52 και 59–60. Για παράδειγμα, η οικονομική οντότητα κατατάσσει τα έσοδα και τα έξοδα από την παύση αναγνώρισης μιας υποχρέωσης:

α)

στην κατηγορία χρηματοδότησης, εάν η υποχρέωση προκύπτει από συναλλαγή που αφορά μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης από οικονομική οντότητα που δεν παρέχει χρηματοδότηση σε πελάτες ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα· και

β)

στην κατηγορία λειτουργίας, εάν ως μέρος χρηματοδοτικής ρύθμισης προμηθευτή μια οικονομική οντότητα παύει να αναγνωρίζει έναν πληρωτέο σε προμηθευτή λογαριασμό και αναγνωρίζει μια υποχρέωση βάσει της εν λόγω ρύθμισης.

Αλλαγές ως προς τη χρήση ενός περιουσιακού στοιχείου

B62

Μια συναλλαγή ή άλλο γεγονός μπορεί να αλλάξει την κατηγορία της κατάστασης αποτελεσμάτων στην οποία κατατάσσει η οικονομική οντότητα τα έσοδα και τα έξοδα από περιουσιακό στοιχείο, χωρίς το περιουσιακό στοιχείο να έχει παύσει να αναγνωρίζεται. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η οικονομική οντότητα κατατάσσει τα έσοδα και τα έξοδα από τη συναλλαγή ή άλλο γεγονός στην κατηγορία στην οποία κατέτασσε έσοδα και έξοδα από το περιουσιακό στοιχείο ακριβώς πριν από τη συναλλαγή ή το γεγονός. Για παράδειγμα, η οικονομική οντότητα κατατάσσει στην κατηγορία λειτουργίας τυχόν έσοδα ή έξοδα που αναγνωρίζονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων κατά τη μεταβίβαση ακινήτου από το πεδίο εφαρμογής του ΔΛΠ 16 στα επενδυτικά ακίνητα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΔΛΠ 40.

Ομάδες περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων

B63

Οι παράγραφοι Β60–Β62 θέτουν απαιτήσεις για έσοδα και έξοδα από περιουσιακό στοιχείο ή υποχρέωση από την παύση αναγνώρισης, την κατάταξη και τη μεταγενέστερη επιμέτρησή του όσο κατέχεται προς πώληση, ή από την αλλαγή ως προς τη χρήση του. Μια συναλλαγή ή άλλο γεγονός μπορεί να οδηγήσει σε αυτά τα αποτελέσματα για ομάδα περιουσιακών στοιχείων (ή ομάδα περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων) που παρήγαγε έσοδα και έξοδα τα οποία η οικονομική οντότητα κατέτασσε σε διαφορετικές κατηγορίες ακριβώς πριν από τη συναλλαγή ή άλλο γεγονός. Η οικονομική οντότητα κατατάσσει τα έσοδα ή τα έξοδα από μια τέτοια συναλλαγή ή άλλο γεγονός:

α)

στην κατηγορία επενδύσεων εάν, εκτός από τυχόν περιουσιακά στοιχεία φόρου εισοδήματος, όλα τα περιουσιακά στοιχεία της ομάδας παρήγαγαν έσοδα και έξοδα που η οικονομική οντότητα κατέτασσε στην κατηγορία επενδύσεων ακριβώς πριν από τη συναλλαγή ή άλλο γεγονός· και

β)

στην κατηγορία λειτουργίας σε διαφορετική περίπτωση.

B64

Για παράδειγμα, η οικονομική οντότητα κατατάσσει:

α)

στην κατηγορία λειτουργίας: κέρδη και ζημίες από τη διάθεση ενοποιημένης θυγατρικής, εάν η θυγατρική περιλάμβανε περιουσιακά στοιχεία που παρήγαγαν έσοδα και έξοδα τα οποία η οικονομική οντότητα κατέτασσε στην κατηγορία λειτουργίας ακριβώς πριν από τη διάθεση. Τα κέρδη και οι ζημίες περιλαμβάνουν την ανακατάταξη συναλλαγματικών διαφορών από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα όπως απαιτείται βάσει της παραγράφου 48 του ΔΛΠ 21.

β)

στην κατηγορία λειτουργίας: ζημία απομείωσης που προκύπτει από την κατάταξη ομάδας διάθεσης ως κατεχόμενης προς πώληση από την οικονομική οντότητα κατ’ εφαρμογή του ΔΠΧΑ 5, εάν η ομάδα διάθεσης περιλάμβανε περιουσιακά στοιχεία που παρήγαγαν έσοδα και έξοδα τα οποία η οικονομική οντότητα κατέτασσε στην κατηγορία λειτουργίας ακριβώς πριν από την κατάταξή της ως κατεχόμενη προς πώληση.

γ)

στην κατηγορία επενδύσεων: κέρδη και ζημίες από τη διάθεση ενοποιημένης θυγατρικής, εάν τα μόνα περιουσιακά στοιχεία της θυγατρικής ήταν επενδυτικά ακίνητα στα οποία η ενοποιημένη αναφέρουσα οικονομική οντότητα δεν επένδυε ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα, και συναφή περιουσιακά στοιχεία φόρου εισοδήματος. Τα κέρδη και οι ζημίες περιλαμβάνουν την ανακατάταξη συναλλαγματικών διαφορών από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα όπως απαιτείται βάσει της παραγράφου 48 του ΔΛΠ 21.

Κατάταξη των συναλλαγματικών διαφορών και του κέρδους ή της ζημίας επί της καθαρής χρηματικής θέσης

B65

Για να εφαρμόσει την παράγραφο 47, η οικονομική οντότητα κατατάσσει τις συναλλαγματικές διαφορές που περιλαμβάνονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων κατ’ εφαρμογή του ΔΛΠ 21 στην ίδια κατηγορία με τα έσοδα και τα έξοδα από τα στοιχεία που παρήγαγαν τις συναλλαγματικές διαφορές, εκτός εάν κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν αδικαιολόγητο κόστος ή προσπάθεια (βλ. παράγραφο Β68).

B66

Για παράδειγμα, η οικονομική οντότητα κατατάσσει τις συναλλαγματικές διαφορές επί:

α)

απαίτησης που περιγράφεται στην παράγραφο Β48 στοιχείο β) εκφρασμένης σε ξένο νόμισμα στην ίδια κατηγορία με τα έσοδα και τα έξοδα από το εν λόγω περιουσιακό στοιχείο, δηλ. στην κατηγορία λειτουργίας· και

β)

χρεωστικού τίτλου που αποτελεί υποχρέωση που περιγράφεται στην παράγραφο Β51 στοιχείο α) εκφρασμένου σε ξένο νόμισμα στην ίδια κατηγορία με τα έσοδα και τα έξοδα επί της εν λόγω υποχρέωσης, δηλ. στην κατηγορία χρηματοδότησης (εκτός εάν η οικονομική οντότητα παρέχει χρηματοδότηση σε πελάτες ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα και κατατάσσει τα έσοδα και τα έξοδα από την υποχρέωση στην κατηγορία λειτουργίας κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 65).

B67

Η οικονομική οντότητα μπορεί να κατατάσσει σε περισσότερες από μία κατηγορίες τα έσοδα και τα έξοδα από συναλλαγή που δεν αφορά μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης. Για παράδειγμα, η αγορά υπηρεσιών σε συναλλαγή εκφρασμένη σε ξένο νόμισμα και διαπραγματευθείσα με παραταθέντες πιστωτικούς όρους θα μπορούσε να συνεπάγεται έξοδα για την αγορά των υπηρεσιών τα οποία κατατάσσονται στην κατηγορία λειτουργίας [βλ. παράγραφο Β55 στοιχείο α)] και έξοδα τόκων τα οποία κατατάσσονται στην κατηγορία χρηματοδότησης [βλ. παράγραφο Β54 στοιχείο α)]. Στις περιπτώσεις αυτές, με την επιφύλαξη της παραγράφου Β68, η οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί την κρίση της για να προσδιορίσει αν η συναλλαγματική διαφορά σχετίζεται με το ποσό που κατατάσσεται στην κατηγορία χρηματοδότησης —και το κατατάσσει στην εν λόγω κατηγορία— ή αν σχετίζεται με το ποσό που κατατάσσεται σε άλλη κατηγορία —και το κατατάσσει στην εν λόγω άλλη κατηγορία. Η οικονομική οντότητα δεν κατανέμει μεταξύ κατηγοριών συναλλαγματική διαφορά που προκύπτει από υποχρέωση από συναλλαγή η οποία δεν αφορά μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης. Κατά την άσκηση της κρίσης της σχετικά με τον τρόπο κατάταξης των συναλλαγματικών διαφορών, η οικονομική οντότητα δεν χρειάζεται να κατατάσσει στην ίδια κατηγορία τις συναλλαγματικές διαφορές από όλες αυτές τις υποχρεώσεις. Ωστόσο, η οικονομική οντότητα κατατάσσει στην ίδια κατηγορία συναλλαγματικές διαφορές από παρόμοιες υποχρεώσεις.

B68

Εάν η εφαρμογή των απαιτήσεων των παραγράφων Β65 και Β67 θα συνεπαγόταν αδικαιολόγητο κόστος ή προσπάθεια, η οικονομική οντότητα κατατάσσει αντ’ αυτού τις επηρεαζόμενες συναλλαγματικές διαφορές στην κατηγορία λειτουργίας. Η οικονομική οντότητα εκτιμά κατά πόσον η κατάταξη των συναλλαγματικών διαφορών, όπως περιγράφεται στις παραγράφους Β65 και Β67, συνεπάγεται αδικαιολόγητο κόστος ή προσπάθεια για κάθε στοιχείο από το οποίο προκύπτουν συναλλαγματικές διαφορές. Η εκτίμηση αφορά συγκεκριμένα τα γεγονότα και τις περιστάσεις που σχετίζονται με κάθε στοιχείο. Εάν τα ίδια γεγονότα και οι ίδιες περιστάσεις σχετίζονται με σειρά στοιχείων, η οικονομική οντότητα θα μπορούσε να εφαρμόσει την ίδια εκτίμηση σε καθένα από τα στοιχεία.

B69

Κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 28 του ΔΛΠ 29 Παρουσίαση οικονομικών στοιχείων σε υπερπληθωριστικές οικονομίες, η οικονομική οντότητα μπορεί να παρουσιάζει το κέρδος ή τη ζημία επί της καθαρής χρηματικής θέσης με άλλα στοιχεία εσόδων και εξόδων που συνδέονται με την καθαρή χρηματική θέση, όπως έσοδα και έξοδα από τόκους και συναλλαγματικές διαφορές. Εάν η οικονομική οντότητα δεν παρουσιάσει το κέρδος ή τη ζημία επί της καθαρής χρηματικής θέσης με τα συνδεόμενα με αυτήν έσοδα και έξοδα, κατατάσσει το κέρδος ή τη ζημία στην κατηγορία λειτουργίας.

Κατάταξη κερδών και ζημιών από παράγωγα και προσδιορισμένα μέσα αντιστάθμισης

B70

Η παράγραφος 47 απαιτεί από την οικονομική οντότητα να κατατάσσει τα έσοδα και τα έξοδα σε κατηγορίες στην κατάσταση αποτελεσμάτων. Για να εφαρμόσει την παράγραφο 47, η οικονομική οντότητα κατατάσσει τα κέρδη και τις ζημίες που περιλαμβάνονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων επί χρηματοοικονομικού μέσου που προσδιορίζεται ως μέσο αντιστάθμισης κατ’ εφαρμογή του ΔΠΧΑ 9 στην ίδια κατηγορία με τα έσοδα και τα έξοδα που επηρεάζονται από τους κινδύνους για τη διαχείριση των οποίων χρησιμοποιείται το χρηματοοικονομικό μέσο. Ωστόσο, εάν κάτι τέτοιο θα απαιτούσε την παρουσίαση κερδών και ζημιών στα ακαθάριστα ποσά τους (grossing up), η οικονομική οντότητα κατατάσσει όλα τα εν λόγω κέρδη και τις ζημίες στην κατηγορία λειτουργίας (βλ. παραγράφους Β74–Β75).

B71

Η οικονομική οντότητα κατατάσσει τα κέρδη και τις ζημίες από ένα μη προσδιορισμένο συστατικό στοιχείο ενός προσδιορισμένου μέσου αντιστάθμισης στην ίδια κατηγορία με τα κέρδη και τις ζημίες επί του προσδιορισμένου συστατικού στοιχείου. Η οικονομική οντότητα κατατάσσει τα αναποτελεσματικά σκέλη ενός κέρδους ή μίας ζημίας στην ίδια κατηγορία με τα αποτελεσματικά μέρη.

B72

Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει επίσης τις απαιτήσεις της παραγράφου Β70 στα κέρδη και τις ζημίες επί παραγώγου που δεν προσδιορίζεται ως μέσο αντιστάθμισης κατ’ εφαρμογή του ΔΠΧΑ 9, αλλά χρησιμοποιείται για τη διαχείριση διαπιστωθέντων κινδύνων. Ωστόσο, εάν κάτι τέτοιο θα απαιτούσε την παρουσίαση κερδών ή ζημιών στα ακαθάριστα ποσά τους (grossing-up) (βλ. παραγράφους Β74–Β75) ή θα συνεπαγόταν αδικαιολόγητο κόστος ή προσπάθεια, η οικονομική οντότητα κατατάσσει αντ’ αυτού όλα τα κέρδη και τις ζημίες επί του παραγώγου στην κατηγορία λειτουργίας.

B73

Η οικονομική οντότητα κατατάσσει τα κέρδη και τις ζημίες επί παραγώγου που δεν χρησιμοποιείται για τη διαχείριση διαπιστωθέντων κινδύνων:

α)

στην κατηγορία χρηματοδότησης, εάν το παράγωγο σχετίζεται με συναλλαγή που αφορά μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης (για παράδειγμα, αποκτηθέν δικαίωμα αγοράς που επιτρέπει στην εκδίδουσα οικονομική οντότητα να ανταλλάξει καθορισμένο ποσό συναλλάγματος με καθορισμένο αριθμό συμμετοχικών τίτλων της οικονομικής οντότητας), εκτός εάν η οικονομική οντότητα που παρέχει χρηματοδότηση σε πελάτες ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα κατατάσσει τα κέρδη και τις ζημίες στην κατηγορία λειτουργίας κατ’ εφαρμογή της παραγράφου Β59· και

β)

στην κατηγορία λειτουργίας, εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του στοιχείου α).

B74

Οι παράγραφοι Β70 και Β72 απαγορεύουν την παρουσίαση κερδών και ζημιών από χρηματοοικονομικά μέσα που προσδιορίζονται ως μέσα αντιστάθμισης και παράγωγα που δεν προσδιορίζονται ως μέσα αντιστάθμισης στα ακαθάριστα ποσά τους (grossing up). Η παρουσίαση κερδών και ζημιών στα ακαθάριστα ποσά τους (grossing up) μπορεί να προκύψει από καταστάσεις στις οποίες:

α)

μια οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί τέτοια χρηματοοικονομικά μέσα για τη διαχείριση των κινδύνων μιας ομάδας στοιχείων με αλληλοκαλυπτόμενες θέσεις κινδύνου (βλ. παράγραφο 6.6.1 του ΔΠΧΑ 9 για τα κριτήρια προκειμένου μια ομάδα στοιχείων να συνιστά επιλέξιμο αντισταθμισμένο στοιχείο)· και

β)

οι διαχειριζόμενοι κίνδυνοι επηρεάζουν συγκεκριμένα κονδύλια σε περισσότερες από μία κατηγορίες της κατάστασης αποτελεσμάτων.

B75

Για παράδειγμα, η οικονομική οντότητα μπορεί να χρησιμοποιεί ένα παράγωγο για τη διαχείριση του καθαρού συναλλαγματικού κινδύνου τόσο επί των εσόδων (που κατατάσσονται στην κατηγορία λειτουργίας) όσο επί και των εξόδων τόκων (που κατατάσσονται στην κατηγορία χρηματοδότησης). Στις περιπτώσεις αυτές, οι συναλλαγματικές διαφορές επί των εσόδων αντισταθμίζονται από τις συναλλαγματικές διαφορές επί των εξόδων τόκων και τα κέρδη ή τις ζημίες επί του παραγώγου. Ωστόσο, η οικονομική οντότητα κατατάσσει τις συναλλαγματικές διαφορές επί των εσόδων σε διαφορετική κατηγορία από τις συναλλαγματικές διαφορές επί των εξόδων τόκων. Για να παρουσιάσει το κέρδος ή τη ζημία επί του παραγώγου σε κάθε κατηγορία, η οικονομική οντότητα θα πρέπει να παρουσιάσει σε κάθε κατηγορία μεγαλύτερο κέρδος ή ζημία από εκείνο που προέκυψε από το παράγωγο. Κατ’ εφαρμογή των απαιτήσεων των παραγράφων Β70–Β73, η οικονομική οντότητα δεν προβαίνει σε παρουσίαση των κερδών ή των ζημιών στα ακαθάριστα ποσά τους κατ’ αυτόν τον τρόπο και αντ’ αυτού κατατάσσει τυχόν κέρδη ή ζημίες επί του παραγώγου στην κατηγορία λειτουργίας.

B76

Οι απαιτήσεις των παραγράφων Β70–Β75 προσδιορίζουν μόνο τον τρόπο κατάταξης των εσόδων και των εξόδων σε κατηγορίες της κατάστασης αποτελεσμάτων. Δεν ορίζουν το συγκεκριμένο κονδύλιο (ή κονδύλια) στο οποίο περιλαμβάνονται τα εν λόγω έσοδα και έξοδα, ούτε υπερισχύουν των απαιτήσεων άλλων λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ.

Στοιχεία που παρουσιάζονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων ή γνωστοποιούνται στις σημειώσεις

B77

Μια οικονομική οντότητα μπορεί να υποχρεούται να παρουσιάσει συγκεκριμένο κονδύλιο που αναφέρεται στην παράγραφο 75 ή προσδιορίζεται σε άλλο λογιστικό πρότυπο ΔΠΧΑ σε περισσότερες από μία από τις κατηγορίες που απαριθμούνται στην παράγραφο 47. Για παράδειγμα, μια οικονομική οντότητα που δεν επενδύει σε περιουσιακά στοιχεία ή δεν παρέχει χρηματοδότηση σε πελάτες ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα μπορεί να υποχρεούται να παρουσιάσει το συγκεκριμένο κονδύλιο που προσδιορίζεται στην παράγραφο 75 στοιχείο β) σημείο ii) για τις ζημίες απομείωσης που καθορίζονται σύμφωνα με την ενότητα 5.5 του ΔΠΧΑ 9 στις εξής κατηγορίες:

α)

στην κατηγορία λειτουργίας, εάν σχετίζεται με απαιτήσεις για αγαθά και υπηρεσίες, όπως περιγράφεται στην παράγραφο Β48 στοιχείο β)· και

β)

στην κατηγορία επενδύσεων, εάν σχετίζεται με χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που παράγουν απόδοση μεμονωμένα και σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από τους άλλους πόρους της οικονομικής οντότητας, όπως περιγράφεται στην παράγραφο Β46.

B78

Η παράγραφος 24 και η παράγραφος 41 στοιχείο γ) απαιτούν από την οικονομική οντότητα να παρουσιάζει πρόσθετα συγκεκριμένα κονδύλια στην κατάσταση αποτελεσμάτων εάν αυτό είναι αναγκαίο για την παροχή χρήσιμης δομημένης σύνοψης των εσόδων και των εξόδων της οικονομικής οντότητας. Η οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί την κρίση της για να καθορίσει κατά πόσον αυτό είναι αναγκαίο (συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον είναι αναγκαίο να διαχωριστούν τα συγκεκριμένα κονδύλια που απαριθμούνται στην παράγραφο 75). Σύμφωνα με την παράγραφο 20 και την παράγραφο 41 στοιχείο δ) απαιτείται από την οικονομική οντότητα να διαχωρίζει στοιχεία για τη γνωστοποίηση σημαντικών πληροφοριών στις σημειώσεις. Η οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί και σε αυτή την περίπτωση την κρίση της για να καθορίσει κατά πόσον αυτό είναι αναγκαίο. Η παράγραφος 41 απαιτεί από την οικονομική οντότητα να στηρίζει την κρίση της σε εκτίμηση του κατά πόσον τα στοιχεία έχουν κοινά χαρακτηριστικά (παρόμοια χαρακτηριστικά) ή χαρακτηριστικά που δεν είναι κοινά (ανόμοια χαρακτηριστικά). Τα χαρακτηριστικά αυτά περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

είδος (βλ. παράγραφο 80)·

β)

λειτουργία (ρόλος) στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της οικονομικής οντότητας (βλ. παράγραφο 81)·

γ)

διατήρηση (συμπεριλαμβανομένης της συχνότητας του στοιχείου εσόδων ή εξόδων ή του αν το στοιχείο είναι επαναλαμβανόμενο ή μη επαναλαμβανόμενο)·

δ)

βάση επιμέτρησης·

ε)

αβεβαιότητα σε σχέση με την επιμέτρηση ή το αποτέλεσμα (ή άλλοι κίνδυνοι που συνδέονται με κάποιο στοιχείο)·

στ)

μέγεθος·

ζ)

γεωγραφική τοποθεσία ή ρυθμιστικό περιβάλλον·

η)

φορολογικές επιδράσεις (για παράδειγμα εάν εφαρμόζονται διαφορετικοί φορολογικοί συντελεστές σε στοιχεία εσόδων ή εξόδων)· και

θ)

κατά πόσον τα έσοδα ή τα έξοδα προκύπτουν κατά την αρχική αναγνώριση μιας συναλλαγής ή ενός γεγονότος ή από μεταγενέστερη αλλαγή στην εκτίμηση που σχετίζεται με τη συναλλαγή ή το γεγονός.

B79

Τα έσοδα και τα έξοδα που ενδέχεται να έχουν επαρκώς ανόμοια χαρακτηριστικά ώστε η παρουσίασή τους στην κατάσταση αποτελεσμάτων να είναι αναγκαία για την παροχή χρήσιμης δομημένης σύνοψης ή η γνωστοποίησή τους στις σημειώσεις να είναι αναγκαία για την παροχή σημαντικών πληροφοριών περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

υποτιμήσεις αποθεμάτων, καθώς και αναστροφές τέτοιων υποτιμήσεων·

β)

ζημίες απομείωσης για ενσώματα πάγια, καθώς και αναστροφές τέτοιων ζημιών απομείωσης·

γ)

έσοδα και έξοδα από την αναδιάρθρωση των δραστηριοτήτων της οικονομικής οντότητας και αναστροφές τυχόν προβλέψεων για αναδιάρθρωση·

δ)

έσοδα και έξοδα από τη διάθεση ενσώματων παγίων·

ε)

έσοδα και έξοδα από τη διάθεση επενδύσεων·

στ)

έσοδα και έξοδα από δικαστικούς συμβιβασμούς·

ζ)

αναστροφές προβλέψεων· και

η)

μη επαναλαμβανόμενα έσοδα και έξοδα που δεν περιλαμβάνονται στα στοιχεία α) έως ζ).

Παρουσίαση και γνωστοποίηση εξόδων που κατατάσσονται στην κατηγορία λειτουργίας

Χρήση των χαρακτηριστικών που αφορούν το είδος και τη λειτουργία

B80

Κατά τον προσδιορισμό του τρόπου χρήσης των χαρακτηριστικών που αφορούν το είδος και τη λειτουργία για την παροχή της πλέον χρήσιμης δομημένης σύνοψης, όπως απαιτείται βάσει της παραγράφου 78, η οικονομική οντότητα εξετάζει:

α)

ποια συγκεκριμένα κονδύλια παρέχουν τις πλέον χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τα κύρια συστατικά στοιχεία ή τους βασικούς παράγοντες κερδοφορίας της οικονομικής οντότητας. Για παράδειγμα, για μια οικονομική οντότητα λιανικών πωλήσεων, ένα κύριο συστατικό στοιχείο ή ένας βασικός παράγοντας κερδοφορίας μπορεί να είναι το κόστος πωλήσεων. Η παρουσίαση συγκεκριμένου κονδυλίου για το κόστος πωλήσεων μπορεί να παρέχει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με το κατά πόσον τα έσοδα που προκύπτουν από την πώληση αγαθών καλύπτουν αυτό που, για τους λιανοπωλητές, συνιστά κυρίως άμεσο κόστος, καθώς και με τι περιθώριο. Ωστόσο, το κόστος πωλήσεων είναι απίθανο να παράσχει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τα σημαντικά συστατικά στοιχεία ή τους βασικούς παράγοντες κερδοφορίας εάν η σχέση μεταξύ εσόδων και κόστους είναι λιγότερο άμεση. Για παράδειγμα, για ορισμένες οικονομικές οντότητες που παρέχουν υπηρεσίες, οι πληροφορίες σχετικά με τα λειτουργικά έξοδα καταταγμένες ανά είδος, όπως οι παροχές σε εργαζομένους, μπορεί να είναι πιο σημαντικές για τους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων, διότι τα έξοδα αυτά αποτελούν τους κύριους παράγοντες κερδοφορίας.

β)

ποια συγκεκριμένα κονδύλια αντιπροσωπεύουν πιο πιστά τον τρόπο διαχείρισης της επιχείρησης και τον τρόπο με τον οποίο η διοίκηση υποβάλλει εσωτερικές αναφορές. Για παράδειγμα, μια κατασκευαστική οικονομική οντότητα της οποίας η διαχείριση ασκείται βάσει των βασικών λειτουργιών της μπορεί να κατατάσσει τα έξοδα ανά λειτουργία για σκοπούς υποβολής εσωτερικών αναφορών. Αντιθέτως, μια οικονομική οντότητα που επιτελεί μία και μόνο κυρίαρχη λειτουργία, όπως η παροχή χρηματοδότησης σε πελάτες, μπορεί να κρίνει ότι συγκεκριμένα κονδύλια τα οποία περιλαμβάνουν έξοδα που κατατάσσονται ανά είδος παρέχουν τις πλέον χρήσιμες πληροφορίες για σκοπούς υποβολής εσωτερικών αναφορών.

γ)

ποια είναι η συνήθης πρακτική του κλάδου. Εάν τα έξοδα κατατάσσονται με τον ίδιο τρόπο από τις οικονομικές οντότητες ενός κλάδου, οι χρήστες των οικονομικών καταστάσεων μπορούν να συγκρίνουν ευκολότερα τα έξοδα μεταξύ οικονομικών οντοτήτων του ίδιου κλάδου.

δ)

αν η κατανομή συγκεκριμένων εξόδων σε λειτουργίες θα ήταν αυθαίρετη, σε βαθμό που τα συγκεκριμένα κονδύλια που θα παρουσιάζονταν δεν θα παρείχαν πιστή απεικόνιση των λειτουργιών. Στις περιπτώσεις αυτές, η οικονομική οντότητα κατατάσσει τα εν λόγω έξοδα ανά είδος.

B81

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η οικονομική οντότητα, λαμβάνοντας υπόψη τους παράγοντες που ορίζονται στην παράγραφο Β80, θα μπορούσε να κρίνει ότι η κατάταξη και η παρουσίαση ορισμένων εξόδων ανά είδος και άλλων εξόδων ανά λειτουργία παρέχει την πιο χρήσιμη δομημένη σύνοψη. Για παράδειγμα:

α)

οι παράγοντες της παραγράφου Β80 στοιχεία α) έως β) ενδέχεται να υποδεικνύουν ότι η κατάταξη και η παρουσίαση εξόδων ανά λειτουργία παρέχουν την πιο χρήσιμη δομημένη σύνοψη, εκτός από συγκεκριμένα έξοδα για τα οποία η κατανομή σε λειτουργίες θα ήταν αυθαίρετη [βλ. παράγραφο Β80 στοιχείο δ)]· και

β)

μια οικονομική οντότητα που ασκεί δύο διαφορετικά είδη κύριων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μπορεί να κατατάσσει και να παρουσιάζει ορισμένα έξοδα ανά λειτουργία και άλλα έξοδα ανά είδος για να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τους κύριους παράγοντες κερδοφορίας της.

B82

Εάν η οικονομική οντότητα κατατάσσει και παρουσιάζει ορισμένα έξοδα ανά είδος και άλλα έξοδα ανά λειτουργία στην κατάσταση αποτελεσμάτων, επισημαίνει τα προκύπτοντα συγκεκριμένα κονδύλια κατά τρόπο που προσδιορίζει σαφώς ποια έξοδα περιλαμβάνονται σε κάθε κονδύλιο. Για παράδειγμα, αν η οικονομική οντότητα περιλαμβάνει ορισμένες παροχές σε εργαζομένους σε συγκεκριμένο κονδύλιο με βάση τη λειτουργία και άλλες παροχές σε εργαζομένους σε συγκεκριμένο κονδύλιο με βάση το είδος, η επισήμανση για το συγκεκριμένο κονδύλιο με βάση το είδος θα προσδιορίζει σαφώς ότι το κονδύλιο δεν περιλαμβάνει όλες τις παροχές σε εργαζομένους (για παράδειγμα «παροχές σε εργαζομένους άλλες από εκείνες που περιλαμβάνονται στο κόστος πωλήσεων»).

B83

Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 30, η οικονομική οντότητα κατατάσσει και παρουσιάζει τα έξοδα με συνέπεια από μια περίοδο αναφοράς στην επόμενη, εκτός εάν εφαρμόζεται η παράγραφος 30 στοιχείο α) ή β). Για παράδειγμα, εάν η οικονομική οντότητα παρουσιάσει την απομείωση της υπεραξίας ως συγκεκριμένο κονδύλιο με βάση το είδος σε μια περίοδο αναφοράς, θα παρουσιάσει επίσης κάθε παρόμοια απομείωση της υπεραξίας ως συγκεκριμένο κονδύλιο με βάση το είδος στις μεταγενέστερες περιόδους αναφοράς, εκτός εάν εφαρμόζεται η παράγραφος 30 στοιχείο α) ή β). Αν δεν υπάρχει παρόμοια απομείωση της υπεραξίας σε μεταγενέστερη περίοδο, το γεγονός ότι υπάρχει μηδενικό έξοδο στην εν λόγω μεταγενέστερη περίοδο δεν συνιστά αλλαγή ως προς την κατάταξη και την παρουσίαση.

B84

Η οικονομική οντότητα είτε παρουσιάζει τα έξοδα ανά είδος είτε, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 83, γνωστοποιεί ορισμένα έξοδα ανά είδος. Τα ποσά που παρουσιάζονται ή γνωστοποιούνται δεν χρειάζεται να είναι τα ποσά που αναγνωρίζονται ως έξοδα για την περίοδο. Θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν ποσά που έχουν αναγνωριστεί ως μέρος της λογιστικής αξίας περιουσιακού στοιχείου. Εάν η οικονομική οντότητα:

α)

παρουσιάζει ποσά που δεν είναι τα ποσά που αναγνωρίστηκαν ως έξοδο για την περίοδο, θα παρουσιάσει επίσης πρόσθετο συγκεκριμένο κονδύλιο για τη μεταβολή της λογιστικής αξίας των επηρεαζόμενων περιουσιακών στοιχείων. Για παράδειγμα, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 39 του ΔΛΠ 2, η οικονομική οντότητα μπορεί να παρουσιάσει συγκεκριμένο κονδύλιο για τις μεταβολές στα αποθέματα έτοιμων προϊόντων και στην παραγωγή σε εξέλιξη.

β)

γνωστοποιεί, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 83 στοιχείο β), ποσά που δεν είναι τα ποσά που αναγνωρίστηκαν ως έξοδο για την περίοδο, παρέχει ποιοτική επεξήγηση του γεγονότος αυτού και προσδιορίζει τα σχετικά περιουσιακά στοιχεία.

Ομαδοποίηση των λειτουργικών εξόδων

B85

Για να εφαρμόσει την παράγραφο 78, η οικονομική οντότητα εξετάζει ποιο επίπεδο ομαδοποίησης των λειτουργικών εξόδων παρέχει την πιο χρήσιμη δομημένη σύνοψη. Για παράδειγμα, μια οικονομική οντότητα μπορεί να έχει διάφορες διοικητικές δραστηριότητες (όπως ανθρώπινοι πόροι, τεχνολογία πληροφοριών, νομικές υποθέσεις και λογιστική). Για να παράσχει χρήσιμη δομημένη σύνοψη, η οικονομική οντότητα μπορεί να ομαδοποιήσει τα λειτουργικά έξοδα που σχετίζονται με τις εν λόγω δραστηριότητες με βάση το κοινό χαρακτηριστικό τους —είναι όλα έξοδα για πόρους που αναλώνονται σε διοικητικές δραστηριότητες. Αντίστοιχα, η οικονομική οντότητα μπορεί να τα παρουσιάσει σε συγκεκριμένο κονδύλιο με την επισήμανση «διοικητικά έξοδα». Η οικονομική οντότητα μπορεί επίσης να έχει έξοδα για πόρους που αναλώνονται σε δραστηριότητες πώλησης. Τα έξοδα αυτά και τα διοικητικά έξοδα έχουν ένα ανόμοιο χαρακτηριστικό —τα έξοδα πώλησης προκύπτουν από πόρους που αναλώνονται σε δραστηριότητες πώλησης και τα διοικητικά έξοδα προκύπτουν από πόρους που αναλώνονται σε διοικητικές δραστηριότητες. Τα χαρακτηριστικά αυτά είναι επαρκώς ανόμοια ώστε ο διαχωρισμός —η παρουσίασή τους σε χωριστά συγκεκριμένα κονδύλια για έξοδα πώλησης και για διοικητικά έξοδα— ενδέχεται να είναι αναγκαία για την παροχή χρήσιμης δομημένης σύνοψης των εξόδων της οικονομικής οντότητας.

ΚΑΤΆΣΤΑΣΗ ΠΟΥ ΠΑΡΟΥΣΙΆΖΕΙ ΤΑ ΣΥΝΟΛΙΚΆ ΈΣΟΔΑ

Λοιπά συνολικά έσοδα

B86

Ορισμένα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ προσδιορίζουν περιπτώσεις στις οποίες η οικονομική οντότητα περιλαμβάνει συγκεκριμένα στοιχεία εκτός της κατάστασης αποτελεσμάτων στην τρέχουσα περίοδο αναφοράς. Το ΔΛΠ 8 ορίζει δύο τέτοιες περιπτώσεις: τη διόρθωση λαθών και την επίδραση των μεταβολών στις λογιστικές πολιτικές. Άλλα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ απαιτούν από την οικονομική οντότητα ή της επιτρέπουν να εξαιρεί από τα αποτελέσματα συστατικά στοιχεία των λοιπών συνολικών εσόδων τα οποία πληρούν τον ορισμό του Εννοιολογικού πλαισίου για τη χρηματοοικονομική αναφορά για τα έσοδα ή τα έξοδα (βλ. παράγραφο Β87).

B87

Στο προσάρτημα Α ορίζονται τα «λοιπά συνολικά έσοδα». Τα συστατικά στοιχεία των λοιπών συνολικών εσόδων περιλαμβάνουν:

α)

μεταβολές στο πλεόνασμα αναπροσαρμογής (βλ. ΔΛΠ 16 και ΔΛΠ 38)·

β)

επανεπιμετρήσεις προγραμμάτων καθορισμένων παροχών (βλ. ΔΛΠ 19)·

γ)

κέρδη και ζημίες που προκύπτουν από τη μετατροπή των οικονομικών καταστάσεων μιας εκμετάλλευσης στο εξωτερικό (βλ. ΔΛΠ 21)·

δ)

κέρδη και ζημίες από επενδύσεις σε συμμετοχικούς τίτλους που προσδιορίζονται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων σύμφωνα με την παράγραφο 5.7.5 του ΔΠΧΑ 9·

ε)

κέρδη και ζημίες από χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων σύμφωνα με την παράγραφο 4.1.2Α του ΔΠΧΑ 9·

στ)

κέρδη και ζημίες επί του αποτελεσματικού σκέλους των μέσων αντιστάθμισης ταμειακών ροών και κέρδη και ζημίες επί μέσων αντιστάθμισης επενδύσεων σε συμμετοχικούς τίτλους που προσδιορίζονται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων σύμφωνα με την παράγραφο 5.7.5 του ΔΠΧΑ 9 (βλ. κεφάλαιο 6 του ΔΠΧΑ 9)·

ζ)

για ειδικές υποχρεώσεις που έχουν προσδιοριστεί ως επιμετρούμενες στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, το ποσό της μεταβολής στην εύλογη αξία που αποδίδεται στις μεταβολές του πιστωτικού κινδύνου της υποχρέωσης (βλ. παράγραφο 5.7.7 του ΔΠΧΑ 9)·

η)

τις μεταβολές στην αξία της διαχρονικής αξίας των δικαιωμάτων προαίρεσης κατά τον διαχωρισμό της εσωτερικής αξίας και της διαχρονικής αξίας ενός συμβολαίου δικαιώματος προαίρεσης και τον προσδιορισμό ως μέσου αντιστάθμισης μόνο των μεταβολών της εσωτερικής αξίας (βλ. κεφάλαιο 6 του ΔΠΧΑ 9)·

θ)

τις μεταβολές στην αξία των προθεσμιακών στοιχείων των προθεσμιακών συμβολαίων κατά τον διαχωρισμό του προθεσμιακού στοιχείου και του τρέχοντος στοιχείου του προθεσμιακού συμβολαίου και τον προσδιορισμό ως μέσου αντιστάθμισης μόνο των μεταβολών στο τρέχον στοιχείο, και τις μεταβολές στην αξία του περιθωρίου βάσης συναλλαγματικής ισοτιμίας ενός χρηματοοικονομικού μέσου κατά την εξαίρεσή του από τον προσδιορισμό του εν λόγω χρηματοοικονομικού μέσου ως μέσου αντιστάθμισης (βλ. κεφάλαιο 6 του ΔΠΧΑ 9)·

ι)

χρηματοοικονομικά έσοδα και έξοδα ασφάλισης από συμβόλαια που εκδίδονται και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ΔΠΧΑ 17 και τα οποία δεν περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα, όταν τα συνολικά χρηματοοικονομικά έσοδα και έξοδα ασφάλισης διαχωρίζονται, προκειμένου να ενσωματωθεί στα αποτελέσματα ποσό που προσδιορίζεται βάσει συστηματικής κατανομής, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 88 στοιχείο β) του ΔΠΧΑ 17, ή βάσει ποσού που εξαλείφει τις λογιστικές αναντιστοιχίες με τα χρηματοοικονομικά έσοδα ή έξοδα που προκύπτουν από τα υποκείμενα στοιχεία, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 89 στοιχείο β) του ΔΠΧΑ 17· και

ια)

χρηματοοικονομικά έσοδα και έξοδα από κατεχόμενα συμβόλαια αντασφάλισης, τα οποία δεν περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα, όταν τα συνολικά χρηματοοικονομικά έσοδα ή έξοδα αντασφάλισης διαχωρίζονται, προκειμένου να ενσωματωθεί στα αποτελέσματα ποσό που προσδιορίζεται βάσει συστηματικής κατανομής, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 88 στοιχείο β) του ΔΠΧΑ 17.

B88

Οι προσαρμογές από ανακατάταξη προκύπτουν, για παράδειγμα, κατά τη διάθεση εκμετάλλευσης στο εξωτερικό (βλ. ΔΛΠ 21) και όταν κάποιες αντισταθμισμένες προβλεπόμενες ταμειακές ροές επηρεάζουν τα αποτελέσματα (βλ. παράγραφο 6.5.11 στοιχείο δ) του ΔΠΧΑ 9, σχετικά με τις αντισταθμίσεις ταμειακών ροών).

B89

Η παράγραφος 90 απαιτεί από την οικονομική οντότητα να παρουσιάζει στην κατάσταση που παρουσιάζει τα συνολικά έσοδα ή να γνωστοποιεί στις σημειώσεις προσαρμογές από ανακατάταξη οι οποίες σχετίζονται με συστατικά στοιχεία των λοιπών συνολικών εσόδων. Οι προσαρμογές από ανακατάταξη δεν προκύπτουν από μεταβολές στο πλεόνασμα αναπροσαρμογής που αναγνωρίζονται σύμφωνα με το ΔΛΠ 16 ή το ΔΛΠ 38 ή από επανεπιμετρήσεις των προγραμμάτων καθορισμένων παροχών που αναγνωρίζονται σύμφωνα με το ΔΛΠ 19. Η οικονομική οντότητα αναγνωρίζει αυτά τα συστατικά στοιχεία στα λοιπά συνολικά έσοδα και δεν τα ανακατατάσσει στα αποτελέσματα σε μεταγενέστερες περιόδους αναφοράς. Η οικονομική οντότητα μπορεί να μεταφέρει μεταβολές στο πλεόνασμα αναπροσαρμογής στα κέρδη εις νέον σε μεταγενέστερες περιόδους, καθώς το περιουσιακό στοιχείο αναλώνεται ή όταν παύει να αναγνωρίζεται (βλ. ΔΛΠ 16 και ΔΛΠ 38). Σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9, δεν προκύπτουν προσαρμογές από ανακατάταξη εάν από την αντιστάθμιση ταμειακών ροών ή τη λογιστική αντιμετώπιση της διαχρονικής αξίας ενός δικαιώματος προαίρεσης (ή του προθεσμιακού στοιχείου ενός προθεσμιακού συμβολαίου ή του περιθωρίου βάσης συναλλαγματικής ισοτιμίας ενός χρηματοοικονομικού μέσου) απορρέουν ποσά τα οποία η οικονομική οντότητα αφαιρεί από το αποθεματικό αντιστάθμισης ταμειακών ροών ή ένα χωριστό συστατικό στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων, αντίστοιχα, και τα περιλαμβάνει απευθείας στο αρχικό κόστος ή σε άλλη λογιστική αξία περιουσιακού στοιχείου ή υποχρέωσης. Η οικονομική οντότητα μεταφέρει τα ποσά αυτά απευθείας στα περιουσιακά στοιχεία ή στις υποχρεώσεις.

ΚΑΤΆΣΤΑΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΉΣ ΘΈΣΗΣ

Κατάταξη περιουσιακών στοιχείων ως κυκλοφορούντων ή μη κυκλοφορούντων και υποχρεώσεων ως βραχυπρόθεσμων ή μακροπρόθεσμων

B90

Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 96, όταν η οικονομική οντότητα παρέχει αγαθά ή υπηρεσίες εντός σαφώς προσδιορισμένου κύκλου εκμετάλλευσης, η χωριστή κατάταξη κυκλοφορούντων και μη κυκλοφορούντων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων στην κατάσταση οικονομικής θέσης παρέχει χρήσιμες πληροφορίες με τον διαχωρισμό των καθαρών περιουσιακών στοιχείων που κυκλοφορούν διαρκώς ως κεφάλαιο κίνησης από εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία χρησιμοποιούνται στις μακροπρόθεσμες δραστηριότητες της οικονομικής οντότητας. Αυτή η χωριστή κατάταξη επισημαίνει επίσης τα περιουσιακά στοιχεία που η οικονομική οντότητα αναμένει να ρευστοποιήσει μέσα στον τρέχοντα κύκλο εκμετάλλευσης και τις υποχρεώσεις που πρέπει να διακανονιστούν μέσα στην ίδια περίοδο.

B91

Για κάποιες οικονομικές οντότητες, όπως είναι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, η παρουσίαση περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων κατά αύξουσα ή φθίνουσα σειρά ρευστότητας παρέχει μια πιο χρήσιμη δομημένη σύνοψη από την παρουσίαση κυκλοφορούντων / μη κυκλοφορούντων και βραχυπρόθεσμων/μακροπρόθεσμων διότι η οικονομική οντότητα δεν παρέχει αγαθά ή υπηρεσίες στο πλαίσιο ενός σαφώς προσδιοριζόμενου κύκλου εκμετάλλευσης.

B92

Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 96, η οικονομική οντότητα επιτρέπεται να παρουσιάζει ορισμένα από τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις της χρησιμοποιώντας κατάταξη κυκλοφορούντων / μη κυκλοφορούντων στοιχείων ή βραχυπρόθεσμων/μακροπρόθεσμων υποχρεώσεων και ορισμένα άλλα κατά σειρά ρευστότητας, όταν αυτό παρέχει πιο χρήσιμη δομημένη σύνοψη. Η ανάγκη μεικτής βάσης για τους σκοπούς της παρουσίασης μπορεί να προκύψει όταν η οικονομική οντότητα έχει διαφοροποιημένες δραστηριότητες.

B93

Πληροφορίες για τις αναμενόμενες ημερομηνίες ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων είναι χρήσιμες για την εκτίμηση της ρευστότητας και της φερεγγυότητας της οικονομικής οντότητας. Το ΔΠΧΑ 7 απαιτεί γνωστοποίηση ανάλυσης ληκτότητας των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων. Τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνουν τις εμπορικές και άλλες απαιτήσεις και οι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις περιλαμβάνουν τους εμπορικούς και άλλους πληρωτέους λογαριασμούς. Η παροχή πληροφοριών για την αναμενόμενη ημερομηνία ανάκτησης μη χρηματικών περιουσιακών στοιχείων, όπως τα αποθέματα, και την αναμενόμενη ημερομηνία διακανονισμού των υποχρεώσεων, όπως οι προβλέψεις, είναι επίσης χρήσιμη, ανεξαρτήτως αν τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις κατατάσσονται ως κυκλοφορούντα ή μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία και ως βραχυπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις. Για παράδειγμα, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί στις σημειώσεις το ποσό των αποθεμάτων που αναμένει να ανακτήσει σε περισσότερους από 12 μήνες μετά την περίοδο αναφοράς.

Κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία

B94

Σύμφωνα με την παράγραφο 100 απαιτείται από την οικονομική οντότητα να κατατάσσει ως μη κυκλοφορούντα όλα τα περιουσιακά στοιχεία που δεν κατατάσσονται ως κυκλοφορούντα. Στο παρόν πρότυπο ο όρος «μη κυκλοφορούντα» συμπεριλαμβάνει ενσώματα, άυλα και μακροπρόθεσμα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία. Δεν απαγορεύεται η χρήση εναλλακτικών περιγραφών, εφόσον η έννοια είναι σαφής.

B95

Ο κύκλος εκμετάλλευσης της οικονομικής οντότητας ορίζεται ως ο χρόνος μεταξύ της απόκτησης των περιουσιακών στοιχείων για επεξεργασία και της ρευστοποίησής τους σε μετρητά ή ταμειακά ισοδύναμα. Όταν ο κανονικός κύκλος εκμετάλλευσης της οικονομικής οντότητας δεν είναι σαφώς προσδιορισμένος, η διάρκειά του θεωρείται ότι ισούται με δώδεκα μήνες. Τα κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνουν περιουσιακά στοιχεία (όπως αποθέματα και εμπορικές απαιτήσεις) που πωλούνται, αναλώνονται ή ρευστοποιούνται στο πλαίσιο του κανονικού κύκλου εκμετάλλευσης, ακόμη και όταν δεν αναμένεται η ρευστοποίησή τους εντός δώδεκα μηνών μετά την περίοδο αναφοράς. Στα κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονται επίσης περιουσιακά στοιχεία που διακρατούνται κυρίως για διαπραγμάτευση (παράδειγμα αυτού είναι κάποια χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που εμπίπτουν στον ορισμό των διακρατούμενων για διαπραγμάτευση σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9) και το κυκλοφορούν τμήμα των μη κυκλοφορούντων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων.

Βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις

Κανονική πορεία του κύκλου εκμετάλλευσης [βλ. παράγραφο 101 στοιχείο α)]

B96

Μερικές βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις, όπως οι εμπορικοί πληρωτέοι λογαριασμοί, κάποια δεδουλευμένα κόστη μισθοδοσίας και λοιπά κόστη εκμετάλλευσης, συνιστούν τμήμα του κεφαλαίου κίνησης που χρησιμοποιείται στον κανονικό κύκλο εκμετάλλευσης της οικονομικής οντότητας. Η οικονομική οντότητα κατατάσσει τέτοια στοιχεία της εκμετάλλευσης ως βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις, ακόμα και όταν πρέπει να διακανονιστούν σε περισσότερους από δώδεκα μήνες μετά την περίοδο αναφοράς. Ο ίδιος κανονικός κύκλος εκμετάλλευσης ισχύει για την κατάταξη των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της οικονομικής οντότητας. Όταν ο κανονικός κύκλος εκμετάλλευσης της οικονομικής οντότητας δεν είναι σαφώς προσδιορισμένος, η διάρκειά του θεωρείται ότι ισούται με δώδεκα μήνες.

Διακράτηση κυρίως για διαπραγμάτευση [βλ. παράγραφο 101 στοιχείο β)] ή αναμονή διακανονισμού εντός δώδεκα μηνών [βλ. παράγραφο 101 στοιχείο γ)]

B97

Άλλες βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις δεν διακανονίζονται ως μέρος του κανονικού κύκλου εκμετάλλευσης, αλλά πρέπει να διακανονιστούν εντός δώδεκα μηνών μετά την περίοδο αναφοράς ή διακρατούνται κυρίως για διαπραγμάτευση. Παράδειγμα αυτού είναι κάποιες χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που εμπίπτουν στον ορισμό των διακρατούμενων για διαπραγμάτευση σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9, οι τραπεζικές υπεραναλήψεις και το βραχυπρόθεσμο τμήμα των μακροπροθέσμων χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων, τα πληρωτέα μερίσματα, οι φόροι εισοδήματος και άλλοι μη εμπορικοί πληρωτέοι λογαριασμοί. Οι χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις που παρέχουν χρηματοδότηση σε μακροπρόθεσμη βάση (π.χ. δεν αποτελούν μέρος του κεφαλαίου κίνησης που χρησιμοποιείται στον κανονικό κύκλο εκμετάλλευσης της οικονομικής οντότητας) και δεν πρέπει να διακανονιστούν εντός δώδεκα μηνών από την περίοδο αναφοράς είναι μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις, σύμφωνα με τις παραγράφους Β99–Β103.

B98

H οικονομική οντότητα κατατάσσει τις χρηματοοικονομικές της υποχρεώσεις ως βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις όταν πρέπει να διακανονιστούν εντός δώδεκα μηνών μετά την περίοδο αναφοράς, ακόμη και στην περίπτωση που:

α)

η αρχική διάρκεια ήταν για περίοδο μεγαλύτερη των 12 μηνών· και

β)

συνάπτεται συμφωνία αναχρηματοδότησης ή επαναδιαπραγμάτευσης των όρων της εξόφλησης σε μακροπρόθεσμη βάση, μετά την περίοδο αναφοράς και πριν εγκριθούν για έκδοση οι οικονομικές καταστάσεις.

Δικαίωμα αναβολής του διακανονισμού για τουλάχιστον δώδεκα μήνες [παράγραφος 101 στοιχείο δ)]

B99

Το δικαίωμα της οικονομικής οντότητας να αναβάλει τον διακανονισμό μιας υποχρέωσης για τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την περίοδο αναφοράς πρέπει να έχει ουσία και, όπως επεξηγείται στις παραγράφους Β100–Β103, πρέπει να υφίσταται κατά το τέλος της περιόδου αναφοράς.

B100

Το δικαίωμα της οικονομικής οντότητας να αναβάλει τον διακανονισμό μιας υποχρέωσης που προκύπτει από συμφωνία δανεισμού για τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την περίοδο αναφοράς μπορεί να υπόκειται στη συμμόρφωση της οικονομικής οντότητας με τους όρους που καθορίζονται στην εν λόγω συμφωνία δανεισμού (εφεξής «ρήτρες»). Για την εφαρμογή της παραγράφου 101 στοιχείο δ), οι εν λόγω ρήτρες:

α)

επηρεάζουν το κατά πόσο το δικαίωμα αυτό υφίσταται στο τέλος της περιόδου αναφοράς —όπως επεξηγείται στις παραγράφους Β102–Β103— εάν η οικονομική οντότητα υποχρεούται να συμμορφωθεί με τη ρήτρα στο τέλος ή πριν από το τέλος της περιόδου αναφοράς. Μια τέτοια ρήτρα επηρεάζει το κατά πόσον το δικαίωμα υφίσταται στο τέλος της περιόδου αναφοράς, ακόμη και αν η συμμόρφωση με τη ρήτρα αξιολογείται μόνο μετά την περίοδο αναφοράς (για παράδειγμα, μια ρήτρα που βασίζεται στην οικονομική θέση της οντότητας στο τέλος της περιόδου αναφοράς, αλλά αξιολογείται ως προς τη συμμόρφωση μόνο μετά την περίοδο αναφοράς).

β)

δεν επηρεάζουν το κατά πόσο το δικαίωμα αυτό υφίσταται στο τέλος της περιόδου αναφοράς εάν η οικονομική οντότητα υποχρεούται να συμμορφωθεί με τη ρήτρα μόνο μετά την περίοδο αναφοράς (για παράδειγμα, μια ρήτρα που βασίζεται στην οικονομική θέση της οντότητας έξι μήνες μετά το τέλος της περιόδου αναφοράς).

B101

Εάν η οικονομική οντότητα έχει το δικαίωμα, κατά το τέλος της περιόδου αναφοράς, να μετακυλίσει υποχρέωση για τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την περίοδο αναφοράς σύμφωνα με υφιστάμενη δανειακή διευκόλυνση, κατατάσσει την υποχρέωση ως μακροπρόθεσμη, ακόμη και αν θα έληγε σε μικρότερο χρονικό διάστημα διαφορετικά. Εάν η οικονομική οντότητα δεν έχει το δικαίωμα αυτό, δεν λαμβάνει υπόψη τη δυνατότητα αναχρηματοδότησης της υποχρέωσης και η υποχρέωση κατατάσσεται ως βραχυπρόθεσμη.

B102

Όταν η οικονομική οντότητα αθετεί ρήτρα μακροπρόθεσμης συμφωνίας δανεισμού στο τέλος ή πριν από το τέλος της περιόδου αναφοράς ώστε η υποχρέωση να καθίσταται πληρωτέα σε πρώτη ζήτηση, η υποχρέωση κατατάσσεται ως βραχυπρόθεσμη, έστω και αν ο δανειστής είχε συμφωνήσει, μετά την περίοδο αναφοράς και πριν από την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων για έκδοση, να μην απαιτήσει την πληρωμή εξαιτίας της αθέτησης. Η οικονομική οντότητα κατατάσσει την υποχρέωση ως βραχυπρόθεσμη επειδή, κατά το τέλος της περιόδου αναφοράς, δεν κατείχε το δικαίωμα αναβολής του διακανονισμού για τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την ημερομηνία αυτή.

B103

Ωστόσο, η υποχρέωση κατατάσσεται ως μακροπρόθεσμη αν ο δανειστής συμφώνησε στο τέλος της περιόδου αναφοράς να παράσχει περίοδο χάριτος που λήγει τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την περίοδο αναφοράς, στη διάρκεια της οποίας η οικονομική οντότητα μπορεί να αποκαταστήσει την αθέτηση και κατά τη διάρκεια της οποίας ο δανειστής δεν δύναται να απαιτήσει άμεση εξόφληση.

B104

Η κατάταξη μιας υποχρέωσης δεν επηρεάζεται από το ενδεχόμενο να ασκήσει η οικονομική οντότητα το δικαίωμά της να αναβάλει τον διακανονισμό της υποχρέωσης για τουλάχιστον δώδεκα μήνες μετά την περίοδο αναφοράς. Εάν μια υποχρέωση πληροί τα κριτήρια των παραγράφων 101–102 για να καταταχθεί ως μακροπρόθεσμη, κατατάσσεται ως μακροπρόθεσμη, ακόμη και αν η διοίκηση σκοπεύει ή αναμένει από την οικονομική οντότητα να διακανονίσει την υποχρέωση εντός δώδεκα μηνών μετά την περίοδο αναφοράς, ή ακόμη και αν η οντότητα διακανονίσει την υποχρέωση μεταξύ του τέλους της περιόδου αναφοράς και της ημερομηνίας έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων για έκδοση. Ωστόσο, και στη μία και στην άλλη περίπτωση, η οικονομική οντότητα μπορεί να χρειαστεί να γνωστοποιήσει πληροφορίες σχετικά με το χρονοδιάγραμμα του διακανονισμού, ώστε οι χρήστες των οικονομικών καταστάσεων να είναι σε θέση να κατανοήσουν τις επιπτώσεις της υποχρέωσης στην οικονομική θέση της οντότητας [βλ. παράγραφο 6Γ στοιχείο γ) του ΔΛΠ 8 και παράγραφο Β105 στοιχείο δ)].

B105

Εάν τα ακόλουθα γεγονότα συμβούν μεταξύ του τέλους της περιόδου αναφοράς και της ημερομηνίας έγκρισης των οικονομικών καταστάσεων για έκδοση, γνωστοποιούνται ως μη διορθωτικά γεγονότα σύμφωνα με το ΔΛΠ 10 Γεγονότα μετά την περίοδο αναφοράς:

α)

αναχρηματοδότηση σε μακροπρόθεσμη βάση μιας υποχρέωσης που κατατάσσεται ως βραχυπρόθεσμη (βλ. παράγραφο Β98)·

β)

αποκατάσταση αθέτησης μακροπρόθεσμης συμφωνίας δανεισμού που κατατάσσεται ως βραχυπρόθεσμη (βλ. παράγραφο Β102)·

γ)

παροχή περιόδου χάριτος από δανειστή προκειμένου να διορθωθεί αθέτηση μακροπρόθεσμης συμφωνίας δανεισμού που κατατάσσεται ως βραχυπρόθεσμη (βλ. παράγραφο Β103)· και

δ)

διακανονισμός υποχρέωσης που κατατάσσεται ως μακροπρόθεσμη (βλ. παράγραφο Β104).

B106

Κατά την εφαρμογή των παραγράφων 101–102 και Β96–Β103, η οικονομική οντότητα μπορεί να κατατάσσει τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από συμφωνίες δανεισμού ως μακροπρόθεσμες όταν το δικαίωμα της οικονομικής οντότητας να αναβάλει τον διακανονισμό αυτών των υποχρεώσεων εξαρτάται από τη συμμόρφωσή της με τις ρήτρες εντός δώδεκα μηνών μετά την περίοδο αναφοράς [βλ. παράγραφο Β100 στοιχείο β)]. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί στις σημειώσεις πληροφορίες που επιτρέπουν στους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων να κατανοήσουν τον κίνδυνο να καταστούν οι υποχρεώσεις εξοφλητέες εντός δώδεκα μηνών μετά την περίοδο αναφοράς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται:

α)

πληροφορίες σχετικά με τις ρήτρες (συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για τη φύση των ρητρών και τον χρόνο κατά τον οποίο η οικονομική οντότητα υποχρεούται να συμμορφωθεί με αυτές) και τη λογιστική αξία των σχετικών υποχρεώσεων.

β)

γεγονότα και περιστάσεις, εάν υπάρχουν, που υποδεικνύουν ότι η οικονομική οντότητα μπορεί να αντιμετωπίζει δυσκολίες συμμόρφωσης με τις ρήτρες —για παράδειγμα, αν η οικονομική οντότητα ενήργησε κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς ή μετά από αυτήν για να αποφύγει ή για να μετριάσει ενδεχόμενη αθέτηση. Τέτοια γεγονότα και περιστάσεις θα μπορούσαν επίσης να περιλαμβάνουν το γεγονός ότι η οικονομική οντότητα δεν θα συμμορφωνόταν με τις ρήτρες εάν αξιολογούνταν ως προς τη συμμόρφωση με βάση τις περιστάσεις της οντότητας στο τέλος της περιόδου αναφοράς.

Διακανονισμός [παράγραφος 101 στοιχεία α), γ) και δ)]

B107

Για τον σκοπό της κατάταξης μιας υποχρέωσης ως βραχυπρόθεσμης ή μακροπρόθεσμης, ο διακανονισμός αναφέρεται σε μεταβίβαση στον αντισυμβαλλόμενο, που έχει ως αποτέλεσμα την εξόφληση της υποχρέωσης. Η μεταβίβαση θα μπορούσε να είναι:

α)

μετρητά ή άλλοι οικονομικοί πόροι —για παράδειγμα, αγαθά ή υπηρεσίες· ή

β)

ίδιοι συμμετοχικοί τίτλοι της οικονομικής οντότητας, εκτός εάν εφαρμόζεται η παράγραφος Β108.

B108

Όροι μιας υποχρέωσης που θα μπορούσαν, κατά τη διακριτική ευχέρεια του αντισυμβαλλομένου, να έχουν ως αποτέλεσμα τον διακανονισμό της με τη μεταβίβαση ιδίων συμμετοχικών τίτλων της οικονομικής οντότητας δεν επηρεάζουν την κατάταξή της ως βραχυπρόθεσμης ή μακροπρόθεσμης, εάν, εφαρμόζοντας το ΔΛΠ 32, η οικονομική οντότητα κατατάσσει τη διακριτική ευχέρεια ως συμμετοχικό τίτλο, αναγνωρίζοντάς τη χωριστά από την υποχρέωση ως στοιχείο ιδίων κεφαλαίων ενός σύνθετου χρηματοοικονομικού μέσου.

Στοιχεία που παρουσιάζονται στην κατάσταση οικονομικής θέσης ή γνωστοποιούνται στις σημειώσεις

B109

Σύμφωνα με την παράγραφο 24 και την παράγραφο 41 στοιχείο γ) απαιτείται από την οικονομική οντότητα να παρουσιάζει πρόσθετα συγκεκριμένα κονδύλια στην κατάσταση οικονομικής θέσης εάν αυτό είναι αναγκαίο για την παροχή χρήσιμης δομημένης σύνοψης των περιουσιακών στοιχείων, των υποχρεώσεων και των ιδίων κεφαλαίων της οικονομικής οντότητας. Η οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί την κρίση της για να καθορίσει κατά πόσον αυτό είναι αναγκαίο (συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον είναι αναγκαίο να διαχωριστούν τα συγκεκριμένα κονδύλια που απαριθμούνται στην παράγραφο 103). Η παράγραφος 41 απαιτεί από την οικονομική οντότητα να στηρίζει την κρίση της σε εκτίμηση του κατά πόσον τα στοιχεία έχουν κοινά χαρακτηριστικά (παρόμοια χαρακτηριστικά) ή χαρακτηριστικά που δεν είναι κοινά (ανόμοια χαρακτηριστικά). Για πρόσθετα συγκεκριμένα κονδύλια για περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις, η οικονομική οντότητα στηρίζει την κρίση της σε εκτίμηση του είδους ή της λειτουργίας των περιουσιακών στοιχείων ή των υποχρεώσεων. Τα χαρακτηριστικά που απαριθμούνται στην παράγραφο Β110 στοιχεία γ) έως ια) ενδέχεται να βοηθήσουν την οικονομική οντότητα στον προσδιορισμό του είδους ή της λειτουργίας των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων.

B110

Σύμφωνα με την παράγραφο 20 και την παράγραφο 41 στοιχείο δ) απαιτείται από την οικονομική οντότητα να διαχωρίζει στοιχεία για τη γνωστοποίηση σημαντικών πληροφοριών στις σημειώσεις. Για να το πράξει αυτό, η οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί την κρίση της, την οποία στηρίζει σε εκτίμηση του κατά πόσον τα στοιχεία έχουν κοινά χαρακτηριστικά (παρόμοια χαρακτηριστικά) ή χαρακτηριστικά που δεν είναι κοινά (ανόμοια χαρακτηριστικά). Τα χαρακτηριστικά αυτά περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

είδος·

β)

λειτουργία (ρόλος) στο πλαίσιο των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της οικονομικής οντότητας·

γ)

διάρκεια και χρονοδιάγραμμα ανάκτησης ή διακανονισμού (συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον ένα περιουσιακό στοιχείο κατατάσσεται ως κυκλοφορούν ή μη κυκλοφορούν ή μια υποχρέωση ως βραχυπρόθεσμη ή μακροπρόθεσμη ή του κατά πόσον η ανάκτηση ή ο διακανονισμός τους αποτελεί μέρος του κύκλου εκμετάλλευσης της οικονομικής οντότητας)·

δ)

ρευστότητα·

ε)

βάση επιμέτρησης·

στ)

αβεβαιότητα σε σχέση με την επιμέτρηση ή το αποτέλεσμα (ή άλλοι κίνδυνοι που συνδέονται με κάποιο στοιχείο)·

ζ)

μέγεθος·

η)

γεωγραφική τοποθεσία ή ρυθμιστικό περιβάλλον·

θ)

τύπος, για παράδειγμα, τύπος προϊόντος, υπηρεσίας ή πελάτη·

ι)

φορολογικές επιδράσεις —για παράδειγμα, εάν τα περιουσιακά στοιχεία ή οι υποχρεώσεις έχουν διαφορετικές φορολογικές βάσεις· και

ια)

περιορισμοί στη χρήση ενός περιουσιακού στοιχείου ή στη δυνατότητα μεταβίβασης μιας υποχρέωσης.

B111

Τα περιουσιακά στοιχεία, οι υποχρεώσεις και τα ίδια κεφάλαια που ενδέχεται να έχουν επαρκώς ανόμοια χαρακτηριστικά ώστε η παρουσίασή τους στην κατάσταση οικονομικής θέσης να είναι αναγκαία για την παροχή χρήσιμης δομημένης σύνοψης ή η γνωστοποίησή τους στις σημειώσεις να είναι αναγκαία για την παροχή σημαντικών πληροφοριών περιλαμβάνουν τα εξής:

α)

ενσώματα πάγια διαχωρισμένα σε κατηγορίες σύμφωνα με το ΔΛΠ 16·

β)

απαιτήσεις διαχωρισμένες σε ποσά εισπρακτέα από εμπορικούς πελάτες, ποσά εισπρακτέα από συνδεδεμένα μέρη, προπληρωμές και άλλα ποσά·

γ)

αποθέματα διαχωρισμένα, κατ’ εφαρμογή του ΔΛΠ 2, σε στοιχεία όπως εμπορεύματα, προμήθειες παραγωγής, υλικά, παραγωγή σε εξέλιξη και έτοιμα προϊόντα·

δ)

διαχωρισμένοι εμπορικοί πληρωτέοι λογαριασμοί, κατ’ εφαρμογή του ΔΛΠ 7, για την παροχή χωριστά των ποσών των πληρωτέων λογαριασμών που αποτελούν μέρος χρηματοδοτικών ρυθμίσεων προμηθευτών·

ε)

προβλέψεις διαχωρισμένες ανάλογα με το είδος τους, όπως προβλέψεις για παροχές σε εργαζομένους, υποχρεώσεις παροπλισμού ή άλλα στοιχεία· και

στ)

το μετοχικό κεφάλαιο και τα αποθεματικά διαχωρισμένα σε διάφορες κατηγορίες όπως εκείνες του καταβεβλημένου κεφαλαίου, της διαφοράς υπέρ το άρτιο και των αποθεματικών.

ΣΗΜΕΙΏΣΕΙΣ

Δομή

B112

Η παράγραφος 114 απαιτεί από την οικονομική οντότητα να παρουσιάζει τις σημειώσεις με συστηματικό τρόπο, στο μέτρο που αυτό είναι εφικτό. Παραδείγματα συστηματικής διάταξης ή ομαδοποίησης των σημειώσεων είναι:

α)

η ανάδειξη των τομέων δραστηριοτήτων της τους οποίους η οικονομική οντότητα θεωρεί πλέον σημαντικούς για την κατανόηση της χρηματοοικονομικής επίδοσης και της οικονομικής της θέσης, όπως η ομαδοποίηση πληροφοριών σχετικά με συγκεκριμένες επιχειρηματικές δραστηριότητες·

β)

η ομαδοποίηση πληροφοριών για στοιχεία που επιμετρώνται με παρεμφερή τρόπο, όπως τα περιουσιακά στοιχεία που επιμετρώνται στην εύλογη αξία· ή

γ)

η τήρηση της διάταξης των συγκεκριμένων κονδυλίων στην κατάσταση ή στις καταστάσεις χρηματοοικονομικής επίδοσης και στην κατάσταση οικονομικής θέσης, όπως:

i)

δήλωση συμμόρφωσης με τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ (βλ. παράγραφο 6Β του ΔΛΠ 8)·

ii)

σημαντικές πληροφορίες λογιστικής πολιτικής (βλ. παράγραφο 27Α του ΔΛΠ 8)·

iii)

επεξηγηματικές πληροφορίες για στοιχεία που παρουσιάζονται στην κατάσταση οικονομικής θέσης, στην κατάσταση ή στις καταστάσεις χρηματοοικονομικής επίδοσης, στην κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων και στην κατάσταση των ταμειακών ροών, με τη σειρά με την οποία παρέχεται κάθε κατάσταση και παρουσιάζεται κάθε συγκεκριμένο κονδύλιο· και

iv)

άλλες γνωστοποιήσεις, που περιλαμβάνουν:

1)

ενδεχόμενες υποχρεώσεις (βλ. ΔΛΠ 37) και μη αναγνωρισμένες συμβατικές δεσμεύσεις· και

2)

μη χρηματοοικονομικές γνωστοποιήσεις —για παράδειγμα τους στόχους και τις πολιτικές της οικονομικής οντότητας για τη διαχείριση του χρηματοοικονομικού κινδύνου (βλ. ΔΠΧΑ 7).

Μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση

Προσδιορισμός μετρήσεων επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση

B113

Η παράγραφος 117 ορίζει τις μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση. Μια οικονομική οντότητα μπορεί να μην έχει καμία ή να έχει μία ή περισσότερες από μία μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση. Για παράδειγμα, μια οικονομική οντότητα που κοινοποιεί δημοσίως τις χρηματοοικονομικές επιδόσεις της στους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων χρησιμοποιώντας μόνο σύνολα και υποσύνολα τα οποία απαιτείται να παρουσιάζονται ή να γνωστοποιούνται βάσει των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ δεν διαθέτει μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση.

B114

Για να πληροί τον ορισμό της μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση, η μέτρηση πρέπει να κοινοποιεί στους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων την άποψη της διοίκησης σχετικά με κάποια πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της. Για παράδειγμα, εάν ένα υποσύνολο εσόδων και εξόδων που σχετίζεται με έναν προς αναφορά τομέα το οποίο γνωστοποιείται σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 8 δεν παρέχει πληροφορίες σχετικά με κάποια πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της, το εν λόγω υποσύνολο δεν είναι δυνατόν να πληροί τον ορισμό της μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση.

B115

Ωστόσο, κάποιες φορές ένα υποσύνολο εσόδων και εξόδων που σχετίζεται με έναν προς αναφορά τομέα θα μπορούσε να παρέχει πληροφορίες σχετικά με κάποια πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της. Για παράδειγμα, εάν ένας προς αναφορά τομέας περιλαμβάνει μία μόνο κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα της οικονομικής οντότητας και εάν ένα υποσύνολο εσόδων και εξόδων που σχετίζεται με αυτόν τον τομέα παρουσιάζεται στην κατάσταση αποτελεσμάτων, αυτό θα υποδείκνυε ότι το υποσύνολο παρέχει πληροφορίες σχετικά με κάποια πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της. Στις περιπτώσεις αυτές, ένα υποσύνολο εσόδων και εξόδων που σχετίζεται με τον εν λόγω προς αναφορά τομέα θα πληρούσε τον ορισμό της μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση, εφόσον πληρούσε τα υπόλοιπα μέρη του ορισμού της μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση.

Υποσύνολα εσόδων και εξόδων

B116

Μια μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση είναι ένα υποσύνολο εσόδων και εξόδων. Κάποια παραδείγματα μετρήσεων που δεν αποτελούν μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση, διότι δεν αποτελούν υποσύνολα εσόδων και εξόδων, είναι τα εξής:

α)

υποσύνολα μόνο εσόδων ή μόνο εξόδων (για παράδειγμα, μεμονωμένη μέτρηση των προσαρμοσμένων εσόδων που δεν αποτελεί μέρος υποσυνόλου που περιλαμβάνει επίσης και έξοδα)·

β)

περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις, ίδια κεφάλαια ή συνδυασμοί αυτών·

γ)

χρηματοοικονομικοί δείκτες (για παράδειγμα, απόδοση περιουσιακών στοιχείων) (βλ. παράγραφο Β117)·

δ)

μετρήσεις ρευστότητας ή ταμειακών ροών (για παράδειγμα, ελεύθερες ταμειακές ροές)· ή

ε)

μετρήσεις μη χρηματοοικονομικών επιδόσεων.

B117

Ένας χρηματοοικονομικός δείκτης δεν αποτελεί μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση καθώς δεν είναι ένα υποσύνολο εσόδων και εξόδων. Ωστόσο, ένα υποσύνολο που είναι ο αριθμητής ή ο παρονομαστής χρηματοοικονομικού δείκτη αποτελεί μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση, εφόσον το υποσύνολο θα πληρούσε τον ορισμό της μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση εάν δεν αποτελούσε τμήμα του δείκτη. Κατά συνέπεια, η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις απαιτήσεις γνωστοποίησης των παραγράφων 121–125 σε έναν τέτοιο αριθμητή ή παρονομαστή.

B118

Ένα υποσύνολο εσόδων και εξόδων που πληροί τον ορισμό της παραγράφου 117 για τη μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση αποτελεί μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση ανεξάρτητα από το αν παρουσιάζεται στην κατάσταση αποτελεσμάτων ή όχι.

Δημόσιες ανακοινώσεις

B119

Ένα υποσύνολο πληροί τον ορισμό της μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση μόνο εάν η οικονομική οντότητα το χρησιμοποιεί σε δημόσιες ανακοινώσεις εκτός των οικονομικών της καταστάσεων. Οι δημόσιες ανακοινώσεις περιλαμβάνουν σχόλια της διοίκησης, δελτία Τύπου και παρουσιάσεις σε επενδυτές. Για τους σκοπούς των μετρήσεων επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση, οι δημόσιες ανακοινώσεις δεν περιλαμβάνουν προφορικές ανακοινώσεις, γραπτά πρακτικά προφορικών ανακοινώσεων και αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

B120

Οι μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διαχείριση αφορούν την ίδια περίοδο αναφοράς με τις οικονομικές καταστάσεις. Συγκεκριμένα, ένα υποσύνολο:

α)

το οποίο αφορά τις ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις αλλά όχι τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις μπορεί να αποτελεί μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση μόνο στις ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις· και

β)

το οποίο αφορά τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις αλλά όχι τις ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις μπορεί να αποτελεί μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση μόνο στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις.

B121

Η οικονομική οντότητα εξετάζει μόνο τις δημόσιες ανακοινώσεις που σχετίζονται με την περίοδο αναφοράς για να προσδιορίσει τις μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση για την περίοδο αναφοράς, εκτός εάν, στο πλαίσιο της διαδικασίας χρηματοοικονομικής αναφοράς της, εκδίδει συστηματικά τέτοιες δημόσιες ανακοινώσεις μετά την ημερομηνία έκδοσης των οικονομικών της καταστάσεων. Στην περίπτωση αυτή, η οικονομική οντότητα εξετάζει τις δημόσιες ανακοινώσεις που σχετίζονται με την προηγούμενη περίοδο αναφοράς για να προσδιορίσει τις μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση για την τρέχουσα περίοδο αναφοράς.

B122

Ωστόσο, μια μέτρηση που χρησιμοποιείται στις δημόσιες ανακοινώσεις που σχετίζονται με την προηγούμενη περίοδο αναφοράς δεν είναι υποχρεωτικό να προσδιορίζεται ως μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση για την τρέχουσα περίοδο αναφοράς εάν υπάρχουν στοιχεία που υποδεικνύουν ότι δεν θα συμπεριληφθεί στις δημόσιες ανακοινώσεις που πρόκειται να εκδοθούν σχετικά με την τρέχουσα περίοδο αναφοράς. Εάν μια τέτοια μέτρηση είχε γνωστοποιηθεί ως μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση κατά την προηγούμενη περίοδο αναφοράς και δεν προσδιοριστεί ως τέτοια για την τρέχουσα περίοδο αναφοράς, αυτό συνιστά παύση ή αλλαγή μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση, για την οποία ισχύουν οι απαιτήσεις γνωστοποίησης της παραγράφου 124.

Υποσύνολα παρόμοια με το ακαθάριστο κέρδος

B123

Σύμφωνα με την παράγραφο 118 στοιχείο α), υποσύνολα παρόμοια με το ακαθάριστο κέρδος δεν αποτελούν μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση. Ένα υποσύνολο είναι παρόμοιο με το ακαθάριστο κέρδος όταν αποτυπώνει τη διαφορά μεταξύ ενός είδους εσόδων και των άμεσα συνδεόμενων εξόδων που προέκυψαν κατά την παραγωγή των εν λόγω εσόδων. Ορισμένα παραδείγματα είναι, μεταξύ άλλων:

α)

τα καθαρά έσοδα από τόκους·

β)

τα καθαρά έσοδα από αμοιβές και προμήθειες·

γ)

το αποτέλεσμα υπηρεσιών ασφάλισης·

δ)

το καθαρό χρηματοοικονομικό αποτέλεσμα (έσοδα από επενδύσεις μείον χρηματοοικονομικά έσοδα και έξοδα ασφάλισης)· και

ε)

καθαρά έσοδα μισθωμάτων.

Τεκμήριο σχετικά με την κοινοποίηση της άποψης της διοίκησης

B124

Η παράγραφος 119 ορίζει ότι τεκμαίρεται από την οικονομική οντότητα πως ένα υποσύνολο εσόδων και εξόδων που χρησιμοποιείται σε δημόσιες ανακοινώσεις της εκτός των οικονομικών καταστάσεων κοινοποιεί στους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων την άποψη της διοίκησης σχετικά με κάποια πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της. Κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 120, η οικονομική οντότητα επιτρέπεται να ανατρέψει το εν λόγω τεκμήριο εάν διαθέτει λογικές και βάσιμες πληροφορίες που καταδεικνύουν ότι:

α)

το υποσύνολο δεν κοινοποιεί στους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων την άποψη της διοίκησης σχετικά με κάποια πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της (βλ. παραγράφους Β125–Β128)· και

β)

η οικονομική οντότητα έχει λόγο να χρησιμοποιεί το υποσύνολο στις δημόσιες ανακοινώσεις της ο οποίος είναι άλλος από την κοινοποίηση της άποψης της διοίκησης σχετικά με κάποια πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της (βλ. παράγραφο Β129).

B125

Παραδείγματα λογικών και βάσιμων πληροφοριών που καταδεικνύουν ότι ένα υποσύνολο δεν κοινοποιεί στους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων την άποψη της διοίκησης σχετικά με κάποια πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της είναι τα εξής:

α)

η οικονομική οντότητα κοινοποιεί το υποσύνολο χωρίς ιδιαίτερη προβολή (βλ. παράγραφο Β126)· και

β)

η διοίκηση δεν χρησιμοποιεί το υποσύνολο εσωτερικά για την αξιολόγηση ή την παρακολούθηση των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας (βλ. παραγράφους Β127–Β128).

B126

Το κατά πόσον μια οικονομική οντότητα κοινοποιεί ένα υποσύνολο χωρίς ιδιαίτερη προβολή αποτελεί ζήτημα κρίσης που βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, όπως για παράδειγμα:

α)

η έκταση των αναφορών στο υποσύνολο —χαμηλός αριθμός αναφορών υποδηλώνει κοινοποίηση χωρίς ιδιαίτερη προβολή, ενώ υψηλός αριθμός αναφορών υποδηλώνει το αντίθετο· και

β)

το περιεχόμενο σχολίων ή ανάλυσης σχετικά με το υποσύνολο ή με βάση το υποσύνολο, για παράδειγμα:

i)

η περιγραφή του υποσυνόλου ως πληροφοριών που δεν κοινοποιούν την άποψη της διοίκησης και οι οποίες παρέχονται μόνο κατόπιν συχνών αιτημάτων ορισμένων χρηστών των οικονομικών καταστάσεων υποδηλώνει κοινοποίηση χωρίς ιδιαίτερη προβολή·

ii)

η χρήση του υποσυνόλου για την τεκμηρίωση της ανάλυσης και των σχολίων της διοίκησης σχετικά με τις χρηματοοικονομικές επιδόσεις της οικονομικής οντότητας και για την παροχή εξηγήσεων σχετικά με τους λόγους τυχόν μεταβολών στο υποσύνολο από περίοδο σε περίοδο υποδηλώνει κοινοποίηση με ιδιαίτερη προβολή· και

iii)

η σύγκριση του υποσυνόλου με υποσύνολα ανταγωνιστών ή δείκτες αναφοράς του κλάδου υποδηλώνει κοινοποίηση με ιδιαίτερη προβολή.

B127

Η χρήση ενός υποσυνόλου από τη διοίκηση για την αξιολόγηση ή την παρακολούθηση κάποιας πτυχής των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της υποδεικνύει ότι το υποσύνολο κοινοποιεί την άποψη της διοίκησης για κάποια πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της. Ωστόσο, εάν η διοίκηση χρησιμοποιεί ένα υποσύνολο εσωτερικά αλλά όχι στις δημόσιες ανακοινώσεις της οικονομικής οντότητας, το υποσύνολο δεν πληροί τον ορισμό της μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση.

B128

Η οικονομική οντότητα μπορεί να προσαρμόσει ένα υποσύνολο που κοινοποιείται στις δημόσιες ανακοινώσεις της για εσωτερική χρήση από τη διοίκηση με σκοπό την αξιολόγηση ή την παρακολούθηση των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας. Στις περιπτώσεις αυτές, η οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί την κρίση της για να εκτιμήσει κατά πόσον το υποσύνολο που χρησιμοποιεί εσωτερικά είναι επαρκώς παρόμοιο με το υποσύνολο που χρησιμοποιεί στις δημόσιες ανακοινώσεις της ώστε να εφαρμόζεται η παράγραφος Β127. Όσο πιο παρόμοια είναι τα υποσύνολα, τόσο πιθανότερο είναι το υποσύνολο που χρησιμοποιείται στις δημόσιες ανακοινώσεις της οικονομικής οντότητας να κοινοποιεί στους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων την άποψη της διοίκησης σχετικά με κάποια πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της.

B129

Παραδείγματα λογικών και βάσιμων πληροφοριών που καταδεικνύουν ότι η οικονομική οντότητα έχει λόγο να χρησιμοποιεί ένα υποσύνολο στις δημόσιες ανακοινώσεις της ο οποίος είναι άλλος από την κοινοποίηση, στους χρήστες των οικονομικών της καταστάσεων, της άποψης της διοίκησης για κάποια πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της είναι ότι το υποσύνολο:

α)

απαιτείται να περιλαμβάνεται σε δημόσια ανακοίνωση βάσει νόμου ή κανονισμού·

β)

κοινοποιεί επιδόσεις που σχετίζονται με οικονομικές καταστάσεις οι οποίες καταρτίζονται σύμφωνα με λογιστικό πλαίσιο διαφορετικό από τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ·

γ)

χρησιμοποιείται σε δημόσια ανακοίνωση για την ικανοποίηση αιτήματος εξωτερικού μέρους· ή

δ)

χρησιμοποιείται σε δημόσια ανακοίνωση με σκοπό την κοινοποίηση πληροφοριών που δεν αφορούν τις χρηματοοικονομικές επιδόσεις.

B130

Η παράγραφος 120 εφαρμόζεται σε ένα υποσύνολο και όχι σε επιμέρους στοιχεία εσόδων και εξόδων τα οποία συνθέτουν το υποσύνολο. Συνεπώς, η οικονομική οντότητα δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ένα υποσύνολο δεν κοινοποιεί την άποψη της διοίκησης σχετικά με κάποια πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της βάσει πληροφοριών που καταδεικνύουν ότι ένα επιμέρους στοιχείο (ή στοιχεία) εσόδων ή εξόδων εντός του υποσυνόλου δεν αντιπροσωπεύει μια τέτοια άποψη.

B131

Η οικονομική οντότητα μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιεί ένα υποσύνολο για να κοινοποιήσει στους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων την άποψη της διοίκησης σχετικά με κάποια πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της. Ως εκ τούτου, ένα υποσύνολο μπορεί να καταστεί, ή να πάψει να αποτελεί, μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση. Απαιτείται η άσκηση κρίσης για να προσδιοριστεί κατά πόσον μια μέτρηση που δεν είχε αρχικά προσδιοριστεί ως μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση έχει καταστεί τέτοια ή αν μια μέτρηση που είχε προσδιοριστεί προηγουμένως ως μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση έχει παύσει να αποτελεί τέτοια μέτρηση. Για παράδειγμα, μια ρυθμιστική αρχή μπορεί να απαιτεί από την οικονομική οντότητα να αναφέρει συγκεκριμένο υποσύνολο το οποίο, όταν χρησιμοποιείται για πρώτη φορά, δεν κοινοποιεί την άποψη της διοίκησης για κάποια πτυχή των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας στο σύνολό της. Με την πάροδο του χρόνου, η διαδικασία κατάρτισης του υποσυνόλου μπορεί να οδηγήσει τη διοίκηση στη χρήση της μέτρησης εσωτερικά για την αξιολόγηση και την παρακολούθηση των χρηματοοικονομικών επιδόσεων της οικονομικής οντότητας ή στην επέκταση των σχολίων και των επεξηγήσεων στις δημόσιες ανακοινώσεις πέραν των κανονιστικών απαιτήσεων, με αποτέλεσμα το μέτρο να πληροί τον ορισμό της μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση.

Γνωστοποίηση μετρήσεων επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση

Μία μόνο σημείωση για πληροφορίες σχετικά με τις μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση

B132

Σύμφωνα με την παράγραφο 122 απαιτείται από την οικονομική οντότητα να περιλαμβάνει σε μία μόνο σημείωση όλες τις πληροφορίες σχετικά με τις μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση και απαιτούνται βάσει των παραγράφων 121–125. Εάν η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί και άλλες πληροφορίες στην εν λόγω σημείωση, οι πληροφορίες της σημείωσης επισημαίνονται κατά τρόπο που διαχωρίζει σαφώς τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των παραγράφων 121–125 από τις άλλες πληροφορίες.

B133

Για παράδειγμα, εάν μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει το ΔΠΧΑ 8 και οι πληροφορίες του προς αναφορά τομέα περιλαμβάνουν μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση, η οικονομική οντότητα μπορεί να γνωστοποιεί τις απαιτούμενες πληροφορίες σχετικά με τη μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση στην ίδια σημείωση με άλλες πληροφορίες του προς αναφορά τομέα, υπό την προϋπόθεση ότι η οικονομική οντότητα είτε:

α)

περιλαμβάνει στην εν λόγω σημείωση τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των παραγράφων 121–125 για όλες τις μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση και, προκειμένου να πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου Β132, επισημαίνει τις πληροφορίες στη σημείωση κατά τέτοιο τρόπο ώστε οι πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των παραγράφων 121–125 να διακρίνονται σαφώς από τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του ΔΠΧΑ 8· ή

β)

παρέχει χωριστή σημείωση η οποία περιλαμβάνει τις πληροφορίες που απαιτούνται για όλες τις μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση, συμπεριλαμβανομένων εκείνων για τις οποίες η οικονομική οντότητα περιλαμβάνει στοιχεία στις πληροφορίες του προς αναφορά τομέα.

Σαφής και κατανοητός τρόπος

B134

Σύμφωνα με την παράγραφο 123, απαιτείται από την οικονομική οντότητα να επισημαίνει και να περιγράφει τις μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση με σαφή και κατανοητό τρόπο που δεν παραπλανά τους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων. Για να παράσχει μια τέτοια περιγραφή, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί πληροφορίες που επιτρέπουν στους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων να κατανοούν τα στοιχεία εσόδων ή εξόδων που περιλαμβάνονται ή εξαιρούνται από το υποσύνολο. Ως εκ τούτου, η οικονομική οντότητα:

α)

επισημαίνει και περιγράφει τη μέτρηση κατά τρόπο που απεικονίζει πιστά τα χαρακτηριστικά της σύμφωνα με την παράγραφο 43 (βλ. παράγραφο Β135)· και

β)

παρέχει πληροφορίες ειδικά για τις μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση —δηλαδή:

i)

εάν η οικονομική οντότητα έχει υπολογίσει τη μέτρηση χωρίς να χρησιμοποιήσει τις λογιστικές πολιτικές που χρησιμοποίησε για τα στοιχεία της κατάστασης ή των καταστάσεων οικονομικών αποτελεσμάτων, η οικονομική οντότητα δηλώνει το γεγονός αυτό, καθώς και τους υπολογισμούς που χρησιμοποίησε για τη μέτρηση· και

ii)

εάν, επιπλέον, ο υπολογισμός της μέτρησης διαφέρει από τις λογιστικές πολιτικές που απαιτούνται ή επιτρέπονται βάσει των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ, η οικονομική οντότητα δηλώνει αυτό το πρόσθετο γεγονός και, εάν είναι αναγκαίο, παρέχει επεξήγηση της σημασίας των όρων που χρησιμοποιεί [βλ. παράγραφο Β135 στοιχείο β)].

B135

Προκειμένου να επισημάνει και να περιγράψει τη μέτρηση κατά τρόπο που να απεικονίζει πιστά τα χαρακτηριστικά της, η οικονομική οντότητα:

α)

επισημαίνει τη μέτρηση κατά τρόπο που αντιπροσωπεύει τα χαρακτηριστικά του υποσυνόλου (για παράδειγμα, με τη χρήση της επισήμανσης «λειτουργικό κέρδος προ μη επαναλαμβανόμενων εξόδων» μόνο για υποσύνολο το οποίο εξαιρεί από το λειτουργικό κέρδος όλα τα έξοδα που προσδιορίζονται από την οικονομική οντότητα ως μη επαναλαμβανόμενα)· και

β)

επεξηγεί τη σημασία των όρων που χρησιμοποιεί στις περιγραφές της και οι οποίοι είναι απαραίτητοι για την κατανόηση της πτυχής των χρηματοοικονομικών επιδόσεων η οποία κοινοποιείται (για παράδειγμα, επεξηγώντας τον ορισμό που χρησιμοποιεί η οικονομική οντότητα για τα «μη επαναλαμβανόμενα έξοδα»).

Λογιστική συμφωνία με το πλέον άμεσα συγκρίσιμο σύνολο ή υποσύνολο

B136

Η παράγραφος 123 στοιχείο γ) απαιτεί από την οικονομική οντότητα να προχωρεί σε συμφωνία μεταξύ κάθε μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση και του πλέον άμεσα συγκρίσιμου υποσυνόλου που αναφέρεται στην παράγραφο 118 ή του συνόλου ή υποσυνόλου που απαιτείται ειδικά να παρουσιάζεται ή να γνωστοποιείται βάσει των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ. Για παράδειγμα, μια οικονομική οντότητα που γνωστοποιεί στις σημειώσεις μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση σχετικά με το προσαρμοσμένο λειτουργικό κέρδος ή την προσαρμοσμένη λειτουργική ζημία προχωρεί σε συμφωνία της εν λόγω μέτρησης με το λειτουργικό κέρδος ή τη λειτουργική ζημία. Κατά την ομαδοποίηση ή τον διαχωρισμό των γνωστοποιούμενων στοιχείων συμφωνίας, η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις απαιτήσεις των παραγράφων 41–43.

B137

Για κάθε στοιχείο συμφωνίας, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί:

α)

το ποσό ή τα ποσά που σχετίζονται με κάθε συγκεκριμένο κονδύλιο στην κατάσταση ή στις καταστάσεις οικονομικών αποτελεσμάτων· και

β)

περιγραφή του τρόπου με τον οποίο το στοιχείο υπολογίζεται και συμβάλλει στην παροχή χρήσιμων πληροφοριών μέσω της μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση (βλ. παραγράφους Β138–Β140), εάν αυτό είναι αναγκαίο για την παροχή των πληροφοριών που απαιτούνται βάσει της παραγράφου 123 στοιχεία α) και β).

B138

Η περιγραφή που απαιτείται βάσει της παραγράφου Β137 στοιχείο β) απαιτείται εάν υπάρχουν περισσότερα του ενός στοιχεία συμφωνίας και κάθε στοιχείο υπολογίζεται με διαφορετική μέθοδο ή συμβάλλει στην παροχή χρήσιμων πληροφοριών με διαφορετικό τρόπο. Για παράδειγμα, μια οικονομική οντότητα μπορεί να εξαιρέσει από μια μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση διάφορα στοιχεία εξόδων, ορισμένα επειδή προσδιορίστηκαν ως στοιχεία εκτός του ελέγχου της διοίκησης και άλλα επειδή προσδιορίστηκαν ως μη επαναλαμβανόμενα. Στις περιπτώσεις αυτές, θα ήταν απαραίτητο να γνωστοποιηθεί ποια στοιχεία συνέβαλαν σε ποιο είδος προσαρμογής ώστε να επεξηγηθεί ο τρόπος με τον οποίο η μέτρηση επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση παρέχει χρήσιμες πληροφορίες.

B139

Μία μόνο επεξήγηση μπορεί να καλύπτει περισσότερα του ενός στοιχεία ή μπορεί να καλύπτει όλα τα στοιχεία συμφωνίας συνολικά. Για παράδειγμα, μια οικονομική οντότητα μπορεί να εξαιρέσει διάφορα στοιχεία εσόδων ή εξόδων κατά τον υπολογισμό μιας μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση βασιζόμενη σε μια ειδική για την οικονομική οντότητα εφαρμογή του όρου «μη επαναλαμβανόμενα». Σε τέτοια περίπτωση, μία μόνο επεξήγηση, η οποία περιλαμβάνει τον ορισμό της οικονομικής οντότητας για τα «μη επαναλαμβανόμενα» στοιχεία, ο οποίος ισχύει για όλα τα στοιχεία συμφωνίας, μπορεί να πληροί την απαίτηση της παραγράφου Β137 στοιχείο β).

B140

Κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 123 στοιχείο γ), επιτρέπεται στην οικονομική οντότητα να προχωρεί σε συμφωνία μιας μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση με ένα σύνολο ή υποσύνολο που δεν παρουσιάζεται στην κατάσταση ή στις καταστάσεις οικονομικών αποτελεσμάτων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η οικονομική οντότητα:

α)

προχωρεί σε συμφωνία του εν λόγω συνόλου ή υποσυνόλου με το πλέον άμεσα συγκρίσιμο σύνολο ή υποσύνολο που παρουσιάζεται στην κατάσταση ή στις καταστάσεις οικονομικών αποτελεσμάτων· και

β)

δεν υποχρεούται να γνωστοποιεί τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει της παραγράφου 123 στοιχεία δ) και ε) για τη συμφωνία του στοιχείου α).

Επίδραση φόρου εισοδήματος για κάθε στοιχείο που γνωστοποιείται στη συμφωνία

B141

Η οικονομική οντότητα υποχρεούται, βάσει της παραγράφου 123 στοιχείο δ), να γνωστοποιεί την επίδραση φόρου εισοδήματος για κάθε στοιχείο που γνωστοποιείται στη συμφωνία μεταξύ μιας μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση και του πλέον άμεσα συγκρίσιμου υποσυνόλου που αναφέρεται στην παράγραφο 118 ή του συνόλου ή υποσυνόλου η παρουσίαση ή η γνωστοποίηση του οποίου απαιτείται ειδικά βάσει των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ. Η οικονομική οντότητα προσδιορίζει την επίδραση φόρου εισοδήματος που απαιτείται βάσει της παραγράφου 123 στοιχείο δ) υπολογίζοντας τις επιδράσεις φόρου εισοδήματος της υποκείμενης ή των υποκείμενων συναλλαγών:

α)

με τον θεσμοθετημένο ή τους θεσμοθετημένους φορολογικούς συντελεστές που εφαρμόζονται στη συναλλαγή ή στις συναλλαγές στην οικεία ή στις οικείς φορολογικές δικαιοδοσίες·

β)

βάσει εύλογης αναλογικής κατανομής του τρέχοντος και του αναβαλλόμενου φόρου της οικονομικής οντότητας στη σχετική ή στις σχετικές φορολογικές δικαιοδοσίες· ή

γ)

με τη χρήση άλλης μεθόδου που επιτυγχάνει καταλληλότερη κατανομή υπό τις δεδομένες περιστάσεις.

B142

Εάν, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου Β141, η οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί περισσότερες από μία μεθόδους για τον υπολογισμό των επιδράσεων φόρου εισοδήματος των στοιχείων συμφωνίας, γνωστοποιεί τον τρόπο με τον οποίο προσδιόρισε τις φορολογικές επιδράσεις για κάθε στοιχείο συμφωνίας.

Προσάρτημα Γ

Ημερομηνία έναρξης ισχύος και μεταβατική περίοδος

Το παρόν προσάρτημα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του λογιστικού προτύπου ΔΠΧΑ.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

Γ1

Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει το παρόν πρότυπο για ετήσιες περιόδους αναφοράς που αρχίζουν την 1η Ιανουαρίου 2027 ή αργότερα. Επιτρέπεται η εφαρμογή πριν από την ημερομηνία αυτή. Αν η οικονομική οντότητα εφαρμόσει το παρόν πρότυπο για προγενέστερη περίοδο, το γεγονός αυτό γνωστοποιείται στις σημειώσεις.

ΜΕΤΆΒΑΣΗ

Γ2

Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει το παρόν πρότυπο αναδρομικά κατ’ εφαρμογή του ΔΛΠ 8. Ωστόσο, η οικονομική οντότητα δεν υποχρεούται να παρουσιάζει τις ποσοτικές πληροφορίες που προσδιορίζονται στην παράγραφο 28 στοιχείο στ) του ΔΛΠ 8.

Γ3

Στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί, για τη συγκριτική περίοδο ακριβώς πριν από την περίοδο κατά την οποία εφαρμόζεται για πρώτη φορά το παρόν πρότυπο, συμφωνία για κάθε συγκεκριμένο κονδύλιο της κατάστασης αποτελεσμάτων μεταξύ:

α)

των επαναδιατυπωμένων ποσών που παρουσιάζονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος προτύπου· και

β)

των ποσών που παρουσιάζονταν προηγουμένως κατ’ εφαρμογή του ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων.

Γ4

Εάν η οικονομική οντότητα εφαρμόζει το ΔΛΠ 34 κατά την κατάρτιση συνοπτικών ενδιάμεσων οικονομικών καταστάσεων κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του παρόντος προτύπου, παρουσιάζει στις συνοπτικές ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις κάθε τίτλο που αναμένει να χρησιμοποιήσει κατά την εφαρμογή του προτύπου, καθώς και τα υποσύνολα που απαιτούνται βάσει των παραγράφων 69–74 του παρόντος προτύπου, παρά τις απαιτήσεις της παραγράφου 10 του ΔΛΠ 34. Η οικονομική οντότητα δεν εφαρμόζει τις απαιτήσεις της παραγράφου 10 του ΔΛΠ 34 για τίτλους και υποσύνολα στις συνοπτικές ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις έως ότου εκδώσει το πρώτο σύνολο ετήσιων οικονομικών καταστάσεων τις οποίες έχει καταρτίσει σύμφωνα με το παρόν πρότυπο.

Γ5

Εάν η οικονομική οντότητα εφαρμόζει το ΔΛΠ 34 κατά την κατάρτιση ενδιάμεσων οικονομικών καταστάσεων κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του παρόντος προτύπου, γνωστοποιεί, ως μέρος των πληροφοριών που απαιτούνται βάσει της παραγράφου 16Α στοιχείο α) του ΔΛΠ 34, συμφωνίες για κάθε συγκεκριμένο κονδύλιο που παρουσιάζεται στην κατάσταση αποτελεσμάτων για τις συγκριτικές περιόδους ακριβώς πριν από την τρέχουσα και τη σωρευτική τρέχουσα περίοδο. Απαιτούνται συμφωνίες μεταξύ:

α)

των επαναδιατυπωμένων ποσών που παρουσιάζονται κατ’ εφαρμογή των λογιστικών πολιτικών για τη συγκριτική περίοδο και τη σωρευτική συγκριτική περίοδο κατά τις οποίες η οικονομική οντότητα εφαρμόζει το παρόν πρότυπο· και

β)

των ποσών που είχαν παρουσιαστεί προηγουμένως κατ’ εφαρμογή των λογιστικών πολιτικών για τη συγκριτική περίοδο και τη σωρευτική συγκριτική περίοδο κατά τις οποίες η οικονομική οντότητα εφάρμοζε το ΔΛΠ 1.

Γ6

Η οικονομική οντότητα επιτρέπεται, αλλά δεν απαιτείται, να γνωστοποιεί τις συμφωνίες που περιγράφονται στις παραγράφους Γ3 και Γ5 για την τρέχουσα περίοδο ή για προηγούμενες συγκριτικές περιόδους.

Γ7

Κατά την ημερομηνία αρχικής εφαρμογής του παρόντος προτύπου, μια οικονομική οντότητα που πληροί τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παραγράφου 18 του ΔΛΠ 28 επιτρέπεται να αλλάξει την επιλογή της σχετικά με την επιμέτρηση μιας επένδυσης σε συγγενή επιχείρηση ή κοινοπραξία από τη μέθοδο της καθαρής θέσης στη μέθοδο επιμέτρησης στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 9. Εάν η οικονομική οντότητα προβεί σε τέτοια αλλαγή, εφαρμόζει την αλλαγή αναδρομικά κατ’ εφαρμογή του ΔΛΠ 8. Μια οικονομική οντότητα που εφαρμόζει την παράγραφο 11 του ΔΛΠ 27 προβαίνει στην ίδια αλλαγή στις ατομικές οικονομικές καταστάσεις της.

ΑΝΆΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΔΛΠ 1

Γ8

Το παρόν πρότυπο αντικαθιστά το ΔΛΠ 1.

Προσάρτημα Δ

Τροποποιήσεις σε άλλα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ

Το παρόν προσάρτημα παρουσιάζει τις τροποποιήσεις σε άλλα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ.

ΔΠΧΑ 1    Πρώτη εφαρμογή των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς

Τροποποιούνται οι παράγραφοι 1, 3, 4, 4Α, 5, 22, 32, Δ30 και Ε2 και το προσάρτημα Α. Τροποποιούνται η παράγραφος 32 στοιχείο κζ) και η παράγραφος 39ΑΙ.

ΣΚΟΠΌΣ

1.

Ο σκοπός του παρόντος ΔΠΧΑ είναι να εξασφαλίσει ότι οι πρώτες οικονομικές καταστάσεις που καταρτίζονται σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ και οι ενδιάμεσες οικονομικές αναφορές μιας οικονομικής οντότητας για τμήμα της περιόδου που καλύπτεται από τις προαναφερόμενες οικονομικές καταστάσεις περιέχουν υψηλής ποιότητας πληροφόρηση που:

α)

παρέχει διαφάνεια στους χρήστες και είναι συγκρίσιμη για όλες τις περιόδους που παρουσιάζονται·

β)

παρέχει ένα κατάλληλο σημείο εκκίνησης για τη λογιστική σύμφωνα με τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ· και

γ)

μπορεί να παραχθεί με κόστος το οποίο δεν υπερβαίνει τα οφέλη.

ΠΕΔΊΟ ΕΦΑΡΜΟΓΉΣ

...

3.

Οι πρώτες οικονομικές καταστάσεις μιας οικονομικής οντότητας που καταρτίζονται σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ είναι οι πρώτες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις στις οποίες η οικονομική οντότητα υιοθετεί τα ΔΠΧΑ, με ρητή και ανεπιφύλακτη δήλωσή της στις εν λόγω οικονομικές καταστάσεις ότι συμμορφώνεται με τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ. Οικονομικές καταστάσεις που έχουν καταρτιστεί σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ αποτελούν τις πρώτες οικονομικές καταστάσεις μιας οικονομικής οντότητας που έχουν καταρτιστεί σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ εάν, για παράδειγμα, η οικονομική οντότητα:

α)

παρουσίασε τις πιο πρόσφατες προηγούμενες οικονομικές καταστάσεις της:

...

ii)

σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ από κάθε άποψη, με μόνη εξαίρεση ότι οι οικονομικές καταστάσεις δεν περιείχαν ρητή και ανεπιφύλακτη δήλωση συμμόρφωσης με τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ,

iii)

περιλαμβάνοντας σε αυτές ρητή δήλωση συμμόρφωσης με κάποια αλλά όχι με όλα τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ,

...

γ)

κατάρτισε πακέτο αναφοράς σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ για σκοπούς ενοποίησης, χωρίς να καταρτίσει πλήρη σειρά οικονομικών καταστάσεων όπως ορίζεται στο ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις ή

...

4.

Το παρόν ΔΠΧΑ εφαρμόζεται όταν η οικονομική οντότητα υιοθετεί τα ΔΠΧΑ για πρώτη φορά. Δεν εφαρμόζεται όταν, για παράδειγμα, μια οικονομική οντότητα:

α)

παύει να παρουσιάζει οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τις εθνικές απαιτήσεις, έχοντας προηγουμένως παρουσιάσει αυτές καθώς και άλλη σειρά οικονομικών καταστάσεων που περιείχαν ρητή και ανεπιφύλακτη δήλωση συμμόρφωσης προς τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ·

β)

παρουσίασε οικονομικές καταστάσεις το προηγούμενο έτος σύμφωνα με τις εθνικές απαιτήσεις και οι εν λόγω οικονομικές καταστάσεις περιείχαν ρητή και ανεπιφύλακτη δήλωση συμμόρφωσης προς τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ· ή

γ)

παρουσίασε κατά το προηγούμενο έτος οικονομικές καταστάσεις που περιείχαν ρητή και ανεπιφύλακτη δήλωση συμμόρφωσης προς τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ, έστω και αν οι ελεγκτές διατύπωσαν επιφύλαξη στην έκθεση ελέγχου τους για τις εν λόγω οικονομικές καταστάσεις.

4A

Παρά τις απαιτήσεις των παραγράφων 2 και 3, μια οικονομική οντότητα που εφάρμοσε τα ΔΠΧΑ σε προγενέστερη περίοδο αναφοράς, της οποίας ωστόσο οι τελευταίες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις δεν περιλάμβαναν ρητή και ανεπιφύλακτη δήλωση συμμόρφωσης με τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ, πρέπει είτε να εφαρμόσει το παρόν ΔΠΧΑ είτε να εφαρμόσει τα ΔΠΧΑ αναδρομικά σύμφωνα με το ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων, ως εάν η οικονομική οντότητα να μην είχε σταματήσει ποτέ να εφαρμόζει τα ΔΠΧΑ.

...

5.

Το παρόν ΔΠΧΑ δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις μεταβολής λογιστικών πολιτικών από οικονομική οντότητα που ήδη εφαρμόζει τα ΔΠΧΑ. Τέτοιου είδους μεταβολές υπόκεινται:

α)

στις απαιτήσεις του ΔΛΠ 8 σχετικά με μεταβολές στις λογιστικές πολιτικές· και

...

ΠΑΡΟΥΣΊΑΣΗ ΚΑΙ ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΉΣΕΙΣ

...

Συγκριτική πληροφόρηση

...

Συγκριτική πληροφόρηση που δεν είναι σύμμορφη με τα ΔΠΧΑ και ιστορικές περιλήψεις

22.

Μερικές οικονομικές οντότητες παρουσιάζουν ιστορικές περιλήψεις επιλεγμένων δεδομένων για περιόδους πριν από την πρώτη περίοδο για την οποία παρουσιάζουν πλήρη συγκριτική πληροφόρηση σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ. Στο παρόν ΔΠΧΑ δεν απαιτείται οι εν λόγω περιλήψεις να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις αναγνώρισης και επιμέτρησης των ΔΠΧΑ. Επιπροσθέτως, ορισμένες οντότητες παρουσιάζουν συγκριτική πληροφόρηση σύμφωνα με τις προηγούμενες ΓΑΛΑ καθώς και τη συγκριτική πληροφόρηση που απαιτείται από το ΔΠΧΑ 18. Σε οποιεσδήποτε οικονομικές καταστάσεις που περιλαμβάνουν ιστορικές περιλήψεις ή συγκριτική πληροφόρηση σύμφωνα με τις προηγούμενες ΓΑΛΑ, η οικονομική οντότητα:

...

Επεξήγηση της μετάβασης στα ΔΠΧΑ

...

Ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις

32.

Εφόσον μια οικονομική οντότητα παρουσιάσει ενδιάμεση οικονομική έκθεση σύμφωνα με το ΔΛΠ 34 για μέρος της περιόδου που καλύπτεται από τις πρώτες οικονομικές καταστάσεις της που καταρτίστηκαν σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ, προκειμένου να συμμορφωθεί με τα οριζόμενα στην παράγραφο 23, η οικονομική οντότητα συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του ΔΛΠ 34, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, καθώς και με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

κζ)

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει κάθε τίτλο που αναμένει να χρησιμοποιήσει κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18, καθώς και τα υποσύνολα που απαιτούνται βάσει των παραγράφων 69–74 του εν λόγω προτύπου, παρά τις απαιτήσεις της παραγράφου 10 του ΔΛΠ 34. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις απαιτήσεις της παραγράφου 10 του ΔΛΠ 34 για τίτλους και υποσύνολα στις συνοπτικές οικονομικές καταστάσεις αφότου εκδώσει τις πρώτες οικονομικές καταστάσεις της βάσει των ΔΠΧΑ, που καταρτίστηκαν σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 18.

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

39ΑΙ

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 1, 3, 4, 4Α, 5, 22, 32, Δ30 και Ε2, τροποποιήθηκε το προσάρτημα Α και προστέθηκε η παράγραφος 32 στοιχείο κζ). Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

...

Προσάρτημα A

Ορισμοί

...

 

πρώτες οικονομικές καταστάσεις που καταρτίζονται σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ

Οι πρώτες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις στις οποίες η οικονομική οντότητα υιοθετεί τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ, με ρητή και ανεπιφύλακτη δήλωση συμμόρφωσης με τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ.

...

 

Λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ

Τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ είναι λογιστικά πρότυπα που έχουν εκδοθεί από το Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων. Περιλαμβάνουν:

α)

Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς·

β)

Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα·

γ)

Διερμηνείες της Επιτροπής Διερμηνειών Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΕΔΔΠΧΑ)· και

δ)

Διερμηνείες της Μόνιμης Επιτροπής Διερμηνειών (ΜΕΔ).

Τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ ήταν προηγουμένως γνωστά ως Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς, ΔΠΧΑ και πρότυπα ΔΠΧΑ.

...

Προσάρτημα Δ

Εξαιρέσεις από άλλα ΔΠΧΑ

...

Σοβαρός υπερπληθωρισμός

...

Δ30

Όταν η ημερομηνία κανονικοποίησης του νομίσματος λειτουργίας βρίσκεται εντός δωδεκάμηνης συγκριτικής περιόδου, η συγκριτική περίοδος μπορεί να είναι μικρότερη των 12 μηνών, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει διαθέσιμο πλήρες σύνολο οικονομικών καταστάσεων (όπως προβλέπεται στην παράγραφο 10 του ΔΠΧΑ 18) για την εν λόγω βραχύτερη περίοδο.

...

Προσάρτημα E

Βραχυπρόθεσμες εξαιρέσεις από τα ΔΠΧΑ

Απαλλαγή από την απαίτηση επαναδιατύπωσης συγκριτικών πληροφοριών για το ΔΠΧΑ 9

...

E2

Μια οικονομική οντότητα που επιλέγει να παρουσιάσει συγκριτική πληροφόρηση η οποία δεν συμμορφώνεται με το ΔΛΠ 7 και με την ολοκληρωμένη έκδοση του ΔΠΧΑ 9 (που εκδόθηκε το 2014) κατά το πρώτο έτος της μετάβασής της:

...

δ)

εφαρμόζει την παράγραφο 6Γ στοιχείο γ) του ΔΛΠ 8 για την παροχή επιπρόσθετων γνωστοποιήσεων όταν η συμμόρφωση με τις ειδικές απαιτήσεις των ΔΠΧΑ δεν είναι επαρκής ώστε οι χρήστες να κατανοήσουν την επίδραση συγκεκριμένων συναλλαγών, άλλων γεγονότων και συνθηκών στη χρηματοοικονομική θέση και επίδοση της οικονομικής οντότητας.

Στο τέλος της παραγράφου 39ΙΑ προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

Στην παράγραφο 39ΙΣΤ, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

Στις παραγράφους 39ΙΖ και 39ΙΗ, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8.

Η υποσημείωση στον ορισμό των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ στο προσάρτημα Α διαγράφεται.

ΔΠΧΑ 2    Παροχές που εξαρτώνται από την αξία των μετοχών

Στην παράγραφο 59Β, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις τον Απρίλιο του 2024, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

Στην παράγραφο 63Ε, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8.

ΔΠΧΑ 3    Συνενώσεις επιχειρήσεων

Τροποποιούνται οι παράγραφοι 50 και Β64. Προστίθεται η παράγραφος 64ΙΗ.

Η ΜΈΘΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΠΌΚΤΗΣΗΣ

...

Περίοδος επιμέτρησης

...

50.

Αφού τελειώσει η περίοδος της επιμέτρησης, ο αποκτών αναθεωρεί τη λογιστικοποίηση μιας συνένωσης επιχειρήσεων μόνο για διόρθωση λάθους σύμφωνα με το ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΉ ΠΕΡΊΟΔΟΣ

Ημερομηνία έναρξης ισχύος

...

64ΙΗ

Με το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 50 και Β64. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

...

Προσάρτημα Β

Οδηγίες εφαρμογής

...

ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΉΣΕΙΣ (ΕΦΑΡΜΟΓΉ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΡΆΦΩΝ 59 ΚΑΙ 61)

B64

Για την εκπλήρωση του στόχου της παραγράφου 59, ο αποκτών γνωστοποιεί τις ακόλουθες πληροφορίες για κάθε συνένωση επιχειρήσεων που πραγματοποιείται κατά την περίοδο αναφοράς:

...

ιζ)

τα παρακάτω στοιχεία:

...

Εάν η γνωστοποίηση των στοιχείων που απαιτείται από την παρούσα υπο-παράγραφο είναι ανέφικτη, ο αποκτών γνωστοποιεί το γεγονός αυτό και εξηγεί για ποιο λόγο η γνωστοποίηση είναι ανέφικτη. Το παρόν ΔΠΧΑ χρησιμοποιεί τον όρο «ανέφικτο» με την ίδια σημασία όπως στο ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ΔΠΧΑ 5    Μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται προς πώληση και διακοπείσες δραστηριότητες

Τροποποιούνται οι παράγραφοι 2, 3, 5Α, 5Β, 13, 17, 26Α, 28, 33–36Α, 38, 39 και 41, καθώς και οι τίτλοι πριν από τις παραγράφους 31 και 38. Η παράγραφος 31 δεν τροποποιείται, αλλά συμπεριλαμβάνεται για λόγους ευκολίας. Προστίθεται η παράγραφος 44ΙΔ.

ΠΕΔΊΟ ΕΦΑΡΜΟΓΉΣ

2.

Οι απαιτήσεις κατάταξης, παρουσίασης και γνωστοποίησης του παρόντος ΔΠΧΑ εφαρμόζονται σε όλα τα αναγνωρισμένα μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία και σε όλες τις ομάδες διάθεσης της οικονομικής οντότητας. Οι απαιτήσεις επιμέτρησης του παρόντος ΔΠΧΑ εφαρμόζονται σε όλα τα αναγνωρισμένα μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία και στις ομάδες διάθεσης (όπως παρατίθενται στην παράγραφο 4), εκτός από τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 5, τα οποία συνεχίζουν να επιμετρώνται σύμφωνα με το πρότυπο που σημειώνεται.

3.

Τα περιουσιακά στοιχεία που κατατάσσονται ως μη κυκλοφορούντα σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποιήσεις στις οικονομικές καταστάσεις δεν ανακατατάσσονται ως κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία μέχρι να ικανοποιήσουν τα κριτήρια για κατάταξη ως κατεχόμενα προς πώληση σύμφωνα με το παρόν ΔΠΧΑ. Περιουσιακά στοιχεία μιας κατηγορίας που η οντότητα κανονικά θα θεωρούσε ότι είναι μη κυκλοφορούντα στοιχεία που αποκτώνται αποκλειστικά με την προοπτική να επαναπωληθούν δεν κατατάσσονται ως κυκλοφορούντα εκτός αν πληρούν τα κριτήρια για κατάταξη ως κατεχόμενα προς πώληση σύμφωνα με το παρόν ΔΠΧΑ.

...

5A

Οι απαιτήσεις του παρόντος ΔΠΧΑ όσον αφορά την κατάταξη, την παρουσίαση, την επιμέτρηση και τις γνωστοποιήσεις που εφαρμόζονται σε μη κυκλοφορούν περιουσιακό στοιχείο (ή ομάδα διάθεσης) που κατατάσσεται ως κατεχόμενο προς πώληση εφαρμόζονται και σε μη κυκλοφορούν περιουσιακό στοιχείο (ή ομάδα διάθεσης) που κατατάσσεται ως κατεχόμενο για διανομή σε ιδιοκτήτες που δρουν υπό την ιδιότητα αυτή (κατεχόμενο για διανομή σε ιδιοκτήτες).

5B

Το παρόν ΔΠΧΑ καθορίζει τις απαιτούμενες γνωστοποιήσεις ως προς τα μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία (ή ομάδες διάθεσης) που κατατάσσονται ως κατεχόμενα προς πώληση ή διακοπείσες δραστηριότητες. Γνωστοποιήσεις σε άλλα ΔΠΧΑ δεν εφαρμόζονται σε τέτοια περιουσιακά στοιχεία (ή ομάδες διάθεσης), εκτός εάν στα εν λόγω ΔΠΧΑ απαιτούνται:

α)

ειδικές γνωστοποιήσεις ως προς τα μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία (ή ομάδες διάθεσης) που πληρούν τα κριτήρια για κατάταξη ως κατεχόμενα προς πώληση ή διακοπείσες δραστηριότητες· ή

β)

γνωστοποιήσεις για την επιμέτρηση των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων σε ομάδα διάθεσης που δεν εμπίπτουν στις απαιτήσεις επιμέτρησης του ΔΠΧΑ 5 και αυτές οι γνωστοποιήσεις δεν παρέχονται ήδη σε άλλες σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων.

Ενδέχεται να χρειάζονται πρόσθετες γνωστοποιήσεις για μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία (ή ομάδες διάθεσης) που κατατάσσονται ως κατεχόμενα προς πώληση ή διακοπείσες δραστηριότητες προκειμένου να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις γνωστοποίησης του ΔΠΧΑ 18 και τις απαιτήσεις του ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων, και ειδικότερα με τις παραγράφους 6Α και 31Α του ΔΛΠ 8.

ΚΑΤΆΤΑΞΗ ΜΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΎΝΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΏΝ ΣΤΟΙΧΕΊΩΝ (Η ΟΜΆΔΩΝ ΔΙΆΘΕΣΗΣ) ΩΣ ΚΑΤΕΧΌΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣ ΠΏΛΗΣΗ Η ΩΣ ΚΑΤΕΧΌΜΕΝΩΝ ΓΙΑ ΔΙΑΝΟΜΉ ΣΕ ΙΔΙΟΚΤΉΤΕΣ

...

Μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία που πρόκειται να εγκαταλειφθούν

13.

Η οικονομική οντότητα δεν κατατάσσει ως κατεχόμενο προς πώληση ένα μη κυκλοφορούν περιουσιακό στοιχείο (ή ομάδα διάθεσης) που πρόκειται να εγκαταλειφθεί. Αυτό γιατί η λογιστική του αξία θα ανακτηθεί κυρίως μέσω της συνεχιζόμενης χρήσης του. Όμως, αν η ομάδα διάθεσης που πρόκειται να εγκαταλειφθεί πληροί τα κριτήρια της παραγράφου 32 στοιχεία α)–γ), η οντότητα παρουσιάζει ή γνωστοποιεί τα αποτελέσματα και τις ταμειακές ροές της ομάδας διάθεσης ως διακοπείσες δραστηριότητες σύμφωνα με τις παραγράφους 33 και 34 κατά την ημερομηνία που παύει να χρησιμοποιείται. Στα μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία (ή ομάδες διάθεσης) που πρόκειται να εγκαταλειφθούν περιλαμβάνονται τα μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία (ή ομάδες διάθεσης) που θα χρησιμοποιηθούν μέχρι το τέλος της οικονομικής τους ζωής και τα μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία (ή ομάδες διάθεσης) που πρόκειται να παύσουν να χρησιμοποιούνται αντί να πωληθούν.

...

ΕΠΙΜΈΤΡΗΣΗ ΜΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΎΝΤΩΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΏΝ ΣΤΟΙΧΕΊΩΝ (Ή ΟΜΆΔΩΝ ΔΙΆΘΕΣΗΣ) ΩΣ ΚΑΤΕΧΌΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣ ΠΏΛΗΣΗ

Επιμέτρηση ενός μη κυκλοφορούντος περιουσιακού στοιχείου (ή ομάδας διάθεσης)

...

17.

Όταν η πώληση αναμένεται να συμβεί μετά το πέρας ενός έτους, η οικονομική οντότητα επιμετρά το κόστος πώλησης στην παρούσα αξία. Κάθε αύξηση στην παρούσα αξία του κόστους πώλησης που προκύπτει με την πάροδο του χρόνου κατατάσσεται στα αποτελέσματα κατ’ εφαρμογή των απαιτήσεων του ΔΠΧΑ 18 σχετικά με έσοδα και έξοδα που προκύπτουν από την επανεπιμέτρηση μη κυκλοφορούντος περιουσιακού στοιχείου (ή ομάδας διάθεσης) που κατατάσσεται ως κατεχόμενο προς πώληση.

...

Μεταβολές σε πρόγραμμα πώλησης ή σε πρόγραμμα διανομής σε ιδιοκτήτες

...

26A

Εάν η οικονομική οντότητα ανακατατάξει ένα περιουσιακό στοιχείο (ή ομάδα διάθεσης) απευθείας από κατεχόμενο προς πώληση σε κατεχόμενο για διανομή σε ιδιοκτήτες, ή απευθείας από κατεχόμενο για διανομή σε ιδιοκτήτες σε κατεχόμενο προς πώληση, τότε η μεταβολή της κατάταξης θεωρείται συνέχιση του αρχικού προγράμματος διάθεσης. Η οικονομική οντότητα:

α)

δεν ακολουθεί τις οδηγίες των παραγράφων 27-29 για να λογιστικοποιήσει αυτή τη μεταβολή. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις απαιτήσεις κατάταξης, παρουσίασης, επιμέτρησης και γνωστοποιήσεων του παρόντος ΔΠΧΑ οι οποίες ισχύουν για τη νέα μέθοδο διάθεσης·

...

28.

Η οικονομική οντότητα περιλαμβάνει κάθε απαιτούμενη προσαρμογή της λογιστικής αξίας ενός μη κυκλοφορούντος περιουσιακού στοιχείου, που παύει να κατατάσσεται ως κατεχόμενο προς πώληση ή ως κατεχόμενο για διανομή σε ιδιοκτήτες, στα αποτελέσματα από συνεχιζόμενες δραστηριότητες κατά την περίοδο που τα κριτήρια των παραγράφων 7–9 ή 12A, αντιστοίχως, παύουν να πληρούνται. Οι οικονομικές καταστάσεις για τις περιόδους από την κατάταξη ως κατεχόμενων προς πώληση ή ως κατεχόμενων για διανομή σε ιδιοκτήτες τροποποιούνται αναλόγως αν η ομάδα διάθεσης ή το μη κυκλοφορούν περιουσιακό στοιχείο που παύει να κατατάσσεται ως κατεχόμενο προς πώληση ή ως κατεχόμενο για διανομή σε ιδιοκτήτες είναι μια θυγατρική, κοινή επιχείρηση, κοινοπραξία ή συγγενής επιχείρηση, ή ένα τμήμα συμμετοχής σε κοινοπραξία ή συγγενή επιχείρηση. Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει την προσαρμογή εκείνη στο ίδιο κονδύλιο της κατάστασης συνολικών εσόδων που χρησιμοποιήθηκε για την παρουσίαση του κέρδους ή της ζημίας, αν υπάρχουν, και τα οποία αναγνωρίστηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 37.

...

ΠΑΡΟΥΣΊΑΣΗ ΚΑΙ ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΉΣΕΙΣ

...

Διακοπείσες δραστηριότητες

31.

Ένα συστατικό μέρος μιας οικονομικής οντότητας περιλαμβάνει λειτουργίες και ταμειακές ροές που διακρίνονται σαφώς, από λειτουργικής άποψης και για σκοπούς χρηματοοικονομικής πληροφόρησης, από τα υπόλοιπα μέρη που συνθέτουν την οικονομική οντότητα. Με άλλα λόγια, ένα συστατικό μέρος μιας οντότητας θα ήταν μονάδα δημιουργίας ταμειακών ροών ή ομάδα μονάδων δημιουργίας ταμειακών ροών για όσο διάστημα κρατείτο για χρήση από την οντότητα.

...

33.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει ή γνωστοποιεί:

...

β)

μια ανάλυση του ενιαίου ποσού του στοιχείου α):

i)

στα έσοδα, έξοδα και προ φόρων κέρδος ή ζημία των διακοπεισών δραστηριοτήτων,

ii)

στο σχετικό έξοδο φόρου εισοδήματος όπως απαιτείται από την παράγραφο 81 στοιχείο η) του ΔΛΠ 12.

iii)

στο κέρδος ή ζημία που αναγνωρίστηκε κατά την επιμέτρηση της εύλογης αξίας μείον το κόστος πώλησης ή κατά τη διάθεση των περιουσιακών στοιχείων ή της ομάδας/των ομάδων διάθεσης που συνιστούσαν τη διακοπείσα δραστηριότητα, και

iv)

στο σχετικό έξοδο φόρου εισοδήματος όπως απαιτείται από την παράγραφο 81 στοιχείο η) του ΔΛΠ 12.

Η ανάλυση μπορεί να παρουσιάζεται στην κατάσταση συνολικών εσόδων ή να γνωστοποιείται στις σημειώσεις. Εάν παρουσιάζεται στην κατάσταση συνολικών εσόδων, κατατάσσεται στην κατηγορία των διακοπεισών δραστηριοτήτων, δηλ. χωριστά από τις συνεχιζόμενες δραστηριότητες. Η ανάλυση δεν απαιτείται για ομάδες διάθεσης που είναι θυγατρικές οι οποίες αποκτήθηκαν πρόσφατα και που πληρούν τα κριτήρια για κατάταξη ως κατεχόμενες προς πώληση κατά την απόκτηση (βλ. παράγραφο 11).

γ)

τις καθαρές ταμειακές ροές που αποδίδονται σε λειτουργικές, επενδυτικές και χρηματοδοτικές δραστηριότητες των διακοπεισών δραστηριοτήτων. Οι πληροφορίες μπορούν είτε να παρουσιάζονται στην κατάσταση των ταμειακών ροών είτε να γνωστοποιούνται στις σημειώσεις. Οι εν λόγω γνωστοποιήσεις δεν απαιτούνται για ομάδες διάθεσης που είναι θυγατρικές οι οποίες αποκτήθηκαν πρόσφατα και πληρούν τα κριτήρια για κατάταξη ως κατεχόμενες προς πώληση κατά την απόκτηση (βλ. παράγραφο 11)·

δ)

το ποσό του εισοδήματος από τις συνεχιζόμενες δραστηριότητες και από διακοπείσες δραστηριότητες που αποδίδονται σε ιδιοκτήτες της μητρικής. Οι πληροφορίες μπορούν είτε να παρουσιάζονται στην κατάσταση συνολικών εσόδων είτε να γνωστοποιούνται στις σημειώσεις.

33A

Εάν η οικονομική οντότητα παρουσιάσει τα στοιχεία των αποτελεσμάτων σε κατάσταση αποτελεσμάτων χωριστή από την κατάσταση που παρουσιάζει τα συνολικά έσοδα όπως περιγράφεται στην παράγραφο 12 στοιχείο β) του ΔΠΧΑ 18, παρουσιάζει στην κατάσταση αποτελεσμάτων μια κατηγορία που προσδιορίζεται ως σχετική με διακοπείσες δραστηριότητες.

34.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει εκ νέου τις παρουσιάσεις και γνωστοποιήσεις της παραγράφου 33 για προγενέστερες περιόδους που παρουσιάζονται στις οικονομικές καταστάσεις ώστε οι παρουσιάσεις και γνωστοποιήσεις να σχετίζονται με όλες τις δραστηριότητες που έχουν διακοπεί μέχρι την ημερομηνία του ισολογισμού της τελευταίας περιόδου που παρουσιάζεται.

35.

Οι προσαρμογές της τρέχουσας περιόδου σε ποσά που κατατάσσονταν προηγουμένως στην κατηγορία διακοπεισών δραστηριοτήτων οι οποίες σχετίζονται άμεσα με τη διάθεση διακοπείσας δραστηριότητας σε προηγούμενη περίοδο κατατάσσονται επίσης χωριστά στην κατηγορία διακοπεισών δραστηριοτήτων. Η φύση και το ποσό των προσαρμογών αυτών γνωστοποιούνται. Παραδείγματα περιστάσεων στις οποίες δύνανται να ανακύψουν οι προσαρμογές αυτές περιλαμβάνουν:

...

36.

Εάν η οικονομική οντότητα παύει να κατατάσσει ένα συστατικό μέρος της οικονομικής οντότητας ως κατεχόμενο προς πώληση, τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων του συστατικού μέρους που είχαν προηγουμένως καταταχθεί στην κατηγορία των διακοπεισών δραστηριοτήτων σύμφωνα με τις παραγράφους 33-35 ανακατατάσσονται και συμπεριλαμβάνονται στα έσοδα από συνεχιζόμενες δραστηριότητες για όλες τις παρουσιαζόμενες περιόδους. Τα ποσά που αναφέρονται σε προηγούμενες περιόδους θα αναφέρεται ότι έχουν επαναπαρουσιαστεί.

36A

Οικονομική οντότητα που έχει δεσμευτεί στο πλαίσιο σχεδίου πώλησης που συνεπάγεται απώλεια ελέγχου θυγατρικής παρουσιάζει ή γνωστοποιεί τις πληροφορίες που απαιτούνται στις παραγράφους 33-36 όταν η θυγατρική είναι ομάδα διάθεσης που πληροί τον ορισμό της διακοπείσας δραστηριότητας σύμφωνα με την παράγραφο 32.

...

Μη κυκλοφορούν περιουσιακό στοιχείο ή ομάδα διάθεσης που κατατάσσεται ως κατεχόμενο/-η προς πώληση

38.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει ένα μη κυκλοφορούν περιουσιακό στοιχείο που κατατάσσεται ως κατεχόμενο προς πώληση, καθώς και τα περιουσιακά στοιχεία ομάδας διάθεσης που κατατάσσονται ως κατεχόμενα προς πώληση, χωριστά από άλλα περιουσιακά στοιχεία στην κατάσταση οικονομικής θέσης. Οι υποχρεώσεις μιας ομάδας διάθεσης που κατατάσσεται ως κατεχόμενη προς πώληση παρουσιάζονται χωριστά από άλλες υποχρεώσεις στην κατάσταση οικονομικής θέσης. Τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις δεν συμψηφίζονται ώστε να παρουσιάζονται ως ένα ενιαίο ποσό. Οι κύριες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που κατατάσσονται ως κατεχόμενα/-ες προς πώληση είτε παρουσιάζονται χωριστά στην κατάσταση οικονομικής θέσης είτε γνωστοποιούνται στις σημειώσεις, με εξαίρεση την περίπτωση που επιτρέπει η παράγραφος 39. Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει χωριστά κάθε σωρευμένο έσοδο ή έξοδο το οποίο αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα και σχετίζεται με μη κυκλοφορούν περιουσιακό στοιχείο (ή ομάδα διάθεσης) που κατατάσσεται ως κατεχόμενο προς πώληση.

39.

Εάν η ομάδα διάθεσης είναι θυγατρική που αποκτήθηκε πρόσφατα και πληροί τα κριτήρια για κατάταξη ως κατεχόμενη προς πώληση κατά την απόκτηση (βλ. παράγραφο 11), δεν απαιτείται η παρουσίαση ή γνωστοποίηση των κύριων κατηγοριών των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων.

...

Επιπρόσθετες γνωστοποιήσεις

41.

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί τις ακόλουθες πληροφορίες στις σημειώσεις κατά την περίοδο που ένα μη κυκλοφορούν περιουσιακό στοιχείο (ή ομάδα διάθεσης) έχει καταταχθεί ως κατεχόμενο προς πώληση ή έχει διατεθεί:

...

γ)

το κέρδος ή τη ζημία που αναγνωρίστηκε σύμφωνα με τις παραγράφους 20-22 και, εάν δεν παρουσιάζεται χωριστά στην κατάσταση συνολικών εσόδων, το κονδύλιο της κατάστασης συνολικών εσόδων που περιλαμβάνει το εν λόγω κέρδος ή τη ζημία·

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

44ΙΔ

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 2, 3, 5Α, 5Β, 13, 17, 26Α, 28, 33–36Α, 38, 39 και 41, καθώς και οι τίτλοι πριν από τις παραγράφους 31 και 38. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος της παραγράφου 44Α προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος της παραγράφου 44Θ προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 στο ΔΠΧΑ 18.

Στην παράγραφο 44ΙΒ, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ΔΠΧΑ 6    Έρευνα και αξιολόγηση ορυκτών πόρων

Τροποποιείται η παράγραφος 6. Προστίθεται η παράγραφος 26Β.

ΑΝΑΓΝΏΡΙΣΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΏΝ ΣΤΟΙΧΕΊΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΈΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΌ ΈΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΌΓΗΣΗ

Προσωρινή εξαίρεση από το ΔΛΠ 8 παράγραφοι 11 και 12

6.

Κατά την ανάπτυξη των λογιστικών της πολιτικών, μια οικονομική οντότητα που αναγνωρίζει περιουσιακά στοιχεία που προέρχονται από έρευνα και αξιολόγηση εφαρμόζει την παράγραφο 10 του ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

26B

Με το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκε η παράγραφος 6. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στην παράγραφο 26Α, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις τον Απρίλιο του 2024, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ΔΠΧΑ 7    Χρηματοοικονομικά μέσα: Γνωστοποιήσεις

Τροποποιούνται οι παράγραφοι 3, 8, 20, 21, 24Γ, 24Ε, 24ΣΤ, 24Ζ, Β5, Β7 και Β46. Προστίθενται οι παράγραφοι 19Α–19Β και ο αντίστοιχος υπότιτλός τους, καθώς και η παράγραφος 44ΛΗ.

ΠΕΔΊΟ ΕΦΑΡΜΟΓΉΣ

3.

Το παρόν ΔΠΧΑ εφαρμόζεται από όλες τις οικονομικές οντότητες για όλα τα χρηματοοικονομικά μέσα, εκτός από:

...

στ)

μέσα που απαιτείται να κατατάσσονται ως συμμετοχικοί τίτλοι σύμφωνα με τις παραγράφους 16A και 16B ή τις παραγράφους 16Γ και 16Δ του ΔΛΠ 32. Ωστόσο, για τα μέσα αυτά πρέπει να γίνονται οι γνωστοποιήσεις που απαιτούνται βάσει των παραγράφων 19Α–19Β.

...

ΣΗΜΑΣΊΑ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΏΝ ΜΈΣΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΉ ΘΈΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΊΔΟΣΗ

...

Κατάσταση οικονομικής θέσης

Κατηγορίες χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων

8.

Η λογιστική αξία καθεμίας από τις ακόλουθες κατηγορίες, όπως ορίζονται στο ΔΠΧΑ 9, είτε παρουσιάζονται στην κατάσταση οικονομικής θέσης είτε γνωστοποιούνται στις σημειώσεις:

...

Χρηματοοικονομικά μέσα που κατατάσσονται ως ίδια κεφάλαια σύμφωνα με τις παραγράφους 16Α–16Β ή τις παραγράφους 16Γ–16Δ του ΔΛΠ 32

19A

Για χρηματοοικονομικά μέσα με δικαίωμα αποπληρωμής που κατατάσσονται ως ίδια κεφάλαια σύμφωνα με τις παραγράφους 16Α–16Β του ΔΛΠ 32, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί (στο μέτρο που δεν έχουν γνωστοποιηθεί αλλού):

α)

συνοπτικά ποσοτικά δεδομένα για το ποσό που κατατάσσεται ως καθαρή θέση·

β)

τους στόχους, τις πολιτικές και τις διαδικασίες της για τη διαχείριση της δέσμευσής της να επαναγοράσει ή να εξοφλήσει τα μέσα όταν της ζητηθεί να το πράξει από τους κατόχους των μέσων, συμπεριλαμβανομένων τυχόν μεταβολών από την προηγούμενη περίοδο·

γ)

τις αναμενόμενες ταμειακές εκροές κατά την εξόφληση ή επαναγορά των χρηματοοικονομικών μέσων της οικείας κατηγορίας· και

δ)

πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίστηκαν οι αναμενόμενες ταμειακές εκροές κατά την εξόφληση ή επαναγορά.

19B

Εάν η οικονομική οντότητα έχει ανακατατάξει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα χρηματοοικονομικά μέσα μεταξύ χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων και ιδίων κεφαλαίων, γνωστοποιεί το ποσό που έχει ανακαταταχθεί από τη μια κατηγορία στην άλλη (χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις ή ίδια κεφάλαια), καθώς και τη χρονική στιγμή και τους λόγους για την εν λόγω ανακατάταξη:

α)

χρηματοοικονομικό μέσο με δικαίωμα αποπληρωμής που κατατάσσεται στα ίδια κεφάλαια κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 16Α–16Β του ΔΛΠ 32· ή

β)

μέσο που επιβάλλει στην οικονομική οντότητα δέσμευση να παραδώσει σε τρίτους αναλογικό μερίδιο των καθαρών περιουσιακών της στοιχείων μόνο κατά την εκκαθάριση και κατατάσσεται ως συμμετοχικός τίτλος κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 16Γ–16Δ του ΔΛΠ 32.

Κατάσταση συνολικών εσόδων

Έσοδα, έξοδα, κέρδη ή ζημίες

20.

Η οικονομική οντότητα είτε παρουσιάζει, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων παρουσίασης του ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις, τα ακόλουθα στοιχεία εσόδων, εξόδων, κερδών ή ζημιών στην κατάσταση συνολικών εσόδων είτε τα γνωστοποιεί στις σημειώσεις:

...

Άλλες γνωστοποιήσεις

Λογιστικές πολιτικές

21.

Σύμφωνα με την παράγραφο 27Α του ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί σημαντικές πληροφορίες λογιστικής πολιτικής. Οι πληροφορίες σχετικά με τη βάση (ή τις βάσεις) επιμέτρησης των χρηματοοικονομικών μέσων που χρησιμοποιήθηκε (-αν) για την κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων αναμένεται να είναι σημαντικές πληροφορίες λογιστικής πολιτικής.

Λογιστική αντιστάθμισης

...

Οι επιπτώσεις της λογιστικής αντιστάθμισης στην οικονομική θέση και απόδοση

...

24Γ

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί, σε μορφή πίνακα, τα ακόλουθα ποσά χωριστά ανά κατηγορία κινδύνου για τους τύπους αντιστάθμισης ως εξής:

...

β)

για αντισταθμίσεις ταμειακών ροών και αντισταθμίσεις καθαρής επένδυσης σε εκμετάλλευση στο εξωτερικό:

...

iv)

το ποσό που έχει ανακαταταχθεί από το αποθεματικό αντιστάθμισης ταμειακών ροών ή το αποθεματικό μετατροπής συναλλάγματος στα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη (βλ. ΔΠΧΑ 18) (διαφοροποιώντας τα ποσά για τα οποία είχε προηγουμένως χρησιμοποιηθεί λογιστική αντιστάθμισης, αλλά για τα οποία δεν αναμένεται να προκύψουν πλέον αντισταθμισμένες μελλοντικές ταμειακές ροές, από τα ποσά που έχουν μεταφερθεί επειδή το αντισταθμισμένο στοιχείο έχει επηρεάσει τα αποτελέσματα),

v)

το συγκεκριμένο κονδύλιο στην κατάσταση συνολικών εσόδων που περιλαμβάνει την προσαρμογή από ανακατάταξη (βλ. ΔΠΧΑ 18)· και

...

24E

Η οικονομική οντότητα παρέχει συμφωνία κάθε συστατικού στοιχείου των ιδίων κεφαλαίων και ανάλυση των λοιπών συνολικών εσόδων σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 18, συνυπολογίζοντας:

...

24ΣΤ

Η οικονομική οντότητα παρέχει τις πληροφορίες που απαιτούνται στην παράγραφο 24Ε χωριστά ανά κατηγορία κινδύνου. Αυτός ο διαχωρισμός κατά κίνδυνο δύναται να γνωστοποιηθεί στις σημειώσεις των οικονομικών καταστάσεων.

Δυνατότητα προσδιορισμού έκθεσης σε πιστωτικό κίνδυνο όπως επιμετράται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων

24Ζ

Εάν η οικονομική οντότητα έχει προσδιορίσει ένα χρηματοοικονομικό μέσο, ή τμήμα αυτού, ως επιμετρούμενο στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων επειδή χρησιμοποιεί ένα πιστωτικό παράγωγο προκειμένου να διαχειριστεί τον πιστωτικό κίνδυνο του εν λόγω χρηματοοικονομικού μέσου, γνωστοποιεί:

...

γ)

κατά τη διακοπή της επιμέτρησης ενός χρηματοοικονομικού μέσου, ή τμήματος αυτού, στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, την εύλογη αξία του εν λόγω χρηματοοικονομικού μέσου που αποτελεί πλέον τη νέα λογιστική αξία σύμφωνα με την παράγραφο 6.7.4 του ΔΠΧΑ 9 και το αντίστοιχο ονομαστικό ποσό ή ποσό κεφαλαίου (εάν δεν παρέχεται συγκριτική πληροφόρηση σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 18, η οικονομική οντότητα δεν χρειάζεται να συνεχίζει την εν λόγω γνωστοποίηση σε μεταγενέστερες περιόδους αναφοράς).

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΉ ΠΕΡΊΟΔΟΣ

...

44 ΛΗ

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 3, 8, 20, 21, 24Γ, 24Ε, 24ΣΤ, 24Ζ, Β5, Β7 και Β46 και προστέθηκαν οι παράγραφοι 19Α–19Β και ένας σχετικός υπότιτλος. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

...

Προσάρτημα Β

Οδηγίες εφαρμογής

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΠΕΔΟ ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗΣ (ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ 6)

...

Λοιπές γνωστοποιήσεις — λογιστικές πολιτικές (παράγραφος 21)

B5

Βάσει της παραγράφου 21, απαιτείται η γνωστοποίηση σημαντικών πληροφοριών λογιστικής πολιτικής, οι οποίες αναμένεται να περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τη βάση (ή τις βάσεις) επιμέτρησης των χρηματοοικονομικών μέσων που χρησιμοποιήθηκε(-αν) για την κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων. Για τα χρηματοοικονομικά μέσα, η εν λόγω γνωστοποίηση δύναται να περιλαμβάνει:

...

Βάσει της παραγράφου 27Ζ του ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων, απαιτείται επίσης από τις οικονομικές οντότητες να γνωστοποιούν, μαζί με τις σημαντικές πληροφορίες λογιστικής πολιτικής ή άλλες σημειώσεις, τις κρίσεις της διοίκησης κατά τη διαδικασία της εφαρμογής των λογιστικών πολιτικών της οικονομικής οντότητας που έχουν τη σημαντικότερη επίδραση στα ποσά που αναγνωρίζονται στις οικονομικές καταστάσεις, εκτός εκείνων που αφορούν εκτιμήσεις.

ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΈΚΤΑΣΗ ΤΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΠΟΥ ΑΠΟΡΡΕΟΥΝ ΑΠΟ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΜΕΣΑ (ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΙ 31–42)

...

Ποσοτικές γνωστοποιήσεις (παράγραφος 34)

B7

Σύμφωνα με την παράγραφο 34 στοιχείο α) απαιτείται η γνωστοποίηση συνοπτικών ποσοτικών δεδομένων σχετικά με την έκθεση της οικονομικής οντότητας σε κινδύνους βάσει των πληροφοριών που παρέχονται εσωτερικά στα κύρια διοικητικά στελέχη της. Όταν η οικονομική οντότητα χρησιμοποιεί διάφορες μεθόδους για τη διαχείριση μιας έκθεσης σε κίνδυνο, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί πληροφορίες χρησιμοποιώντας τη μέθοδο ή τις μεθόδους που παρέχουν τις πλέον σχετικές και τις πλέον αξιόπιστες πληροφορίες. Το ΔΛΠ 8 εξετάζει τις έννοιες της σχετικότητας και της αξιοπιστίας.

...

ΠΑΥΣΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ (ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΙ 42Γ-42Η)

...

Συμψηφισμός χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων (παράγραφοι 13Α-13ΣΤ)

...

Γνωστοποίηση των καθαρών ποσών που παρουσιάζονται στην κατάσταση οικονομικής θέσης·[παράγραφος 13Γ στοιχείο γ)]

...

B46

Τα ποσά που απαιτείται να γνωστοποιηθούν σύμφωνα με την παράγραφο 13Γ στοιχείο γ) πρέπει να συμφωνούν με τα ποσά κάθε επιμέρους συγκεκριμένου κονδυλίου που εμφανίζεται στην κατάσταση οικονομικής θέσης. Για παράδειγμα, εάν μια οικονομική οντότητα που εφαρμόζει τις απαιτήσεις του ΔΠΧΑ 18 ομαδοποιεί ή διαχωρίζει ποσά που παρουσιάζονται σε επιμέρους συγκεκριμένα κονδύλια των οικονομικών καταστάσεων όταν η οικονομική οντότητα παρέχει τα ποσά που απαιτούνται βάσει της παραγράφου 13Γ στοιχείο γ), πρέπει να προβαίνει σε συμφωνία των εν λόγω ομαδοποιημένων ή διαχωρισμένων ποσών με τα ποσά των επιμέρους συγκεκριμένων κονδυλίων που παρουσιάζονται στην κατάσταση οικονομικής θέσης.

Στο τέλος της παραγράφου 44Α προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος της παραγράφου 44Γ προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 στο ΔΠΧΑ 7 Χρηματοοικονομικά μέσα: Γνωστοποιήσεις.

Στο τέλος της παραγράφου 44ΙΖ προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 στο ΔΠΧΑ 18.

Στην παράγραφο 44ΚΗ, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

Στην παράγραφο 44ΛΓ, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8.

Στο τέλος της παραγράφου 44ΛΣ προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB μετέφερε τις απαιτήσεις γνωστοποίησης σημαντικών πληροφοριών λογιστικής πολιτικής από το ΔΛΠ 1 στο ΔΛΠ 8.

ΔΠΧΑ 8    Λειτουργικοί τομείς

Τροποποιείται η παράγραφος 23 και προστίθεται η παράγραφος 36Δ.

ΓΝΩΣΤΟΠΟΊΗΣΗ

...

Πληροφόρηση για το κέρδος ή τη ζημία, τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις

23.

Οι οικονομικές οντότητες παρουσιάζουν επιμέτρηση του κέρδους ή της ζημίας για κάθε προς αναφορά τομέα. Οι οικονομικές οντότητες παρουσιάζουν επιμέτρηση των συνολικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων για κάθε προς αναφορά τομέα εάν τέτοια μεγέθη παρέχονται τακτικά στον επικεφαλής λήψης επιχειρηματικών αποφάσεων. Οι οικονομικές οντότητες γνωστοποιούν επίσης τα ακόλουθα στοιχεία για κάθε προς αναφορά τομέα εάν τα ποσά που ορίζονται περιλαμβάνονται στην επιμέτρηση του κέρδους ή της ζημίας του τομέα που εξέτασε ο επικεφαλής λήψης επιχειρηματικών αποφάσεων, ή εάν παρέχονται τακτικά με άλλο τρόπο στον επικεφαλής λήψης επιχειρηματικών αποφάσεων, ακόμη και εάν δεν περιλαμβάνονται στην εν λόγω επιμέτρηση του κέρδους ή της ζημίας του τομέα:

...

στ)

σημαντικά στοιχεία εσόδων και εξόδων που γνωστοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 42 του ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις·

...

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΈΣ ΔΙΑΤΆΞΕΙΣ ΚΑΙ ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

36Δ

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκε η παράγραφος 23. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος της παραγράφου 36Α προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

ΔΠΧΑ 9    Χρηματοοικονομικά μέσα

Τροποποιούνται οι παράγραφοι 5.6.5, 5.6.7, 5.7.10, 6.5.11, 6.5.12, 6.5.14, 6.5.15, 6.7.2 και Β4.1.2Α και προστίθεται η παράγραφος 7.1.11.

Κεφάλαιο 5   Επιμέτρηση

...

5.6   ΑΝΑΚΑΤΆΤΑΞΗ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΏΝ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΏΝ ΣΤΟΙΧΕΊΩΝ

...

5.6.5

Εάν μια οικονομική οντότητα προβεί σε ανακατάταξη χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου από την κατηγορία επιμέτρησης εύλογης αξίας μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων στην κατηγορία επιμέτρησης στο αποσβεσμένο κόστος, το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο ανακατατάσσεται στην εύλογη αξία του κατά την ημερομηνία ανακατάταξης. Ωστόσο, το σωρευτικό κέρδος ή ζημία που προηγουμένως αναγνωρίζονταν στα λοιπά συνολικά έσοδα αφαιρούνται από την καθαρή θέση και αναπροσαρμόζονται έναντι της εύλογης αξίας του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου κατά την ημερομηνία της ανακατάταξης. Ως αποτέλεσμα, το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο επιμετράται κατά την ημερομηνία ανακατάταξης σαν η επιμέτρησή του να γινόταν πάντοτε στο αποσβεσμένο κόστος. Αυτή η αναπροσαρμογή επηρεάζει τα λοιπά συνολικά έσοδα αλλά όχι τα αποτελέσματα και, επομένως, δεν συνιστά προσαρμογή από ανακατάταξη (βλ. ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποιήσεις στις οικονομικές καταστάσεις). Το πραγματικό επιτόκιο και η επιμέτρηση των αναμενόμενων πιστωτικών ζημιών δεν αναπροσαρμόζονται ως αποτέλεσμα της ανακατάταξης. (βλ. παράγραφο Β5.6.1.)

...

5.6.7

Εάν μια οικονομική οντότητα προβεί σε ανακατάταξη χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου από την κατηγορία επιμέτρησης εύλογης αξίας μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων στην κατηγορία επιμέτρησης εύλογης αξίας μέσω των αποτελεσμάτων, το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο συνεχίζει να επιμετράται στην εύλογη αξία. Το σωρευτικό κέρδος ή ζημία που είχε προηγουμένως αναγνωριστεί στα λοιπά συνολικά έσοδα ανακατατάσσεται από την καθαρή θέση στα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη (βλ. ΔΠΧΑ 18) κατά την ημερομηνία ανακατάταξης.

5.7   ΚΈΡΔΗ ΚΑΙ ΖΗΜΊΕΣ

...

Περιουσιακά στοιχεία που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων

5.7.10

Κέρδος ή ζημία από χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο που επιμετράται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων σύμφωνα με την παράγραφο 4.1.2Α αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα, εκτός από τα κέρδη ή τις ζημίες απομείωσης (βλ. ενότητα 5.5) και τα συναλλαγματικά κέρδη και ζημίες (βλ. παραγράφους Β5.7.2-Β5.7.2Α), μέχρι την παύση αναγνώρισης του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου ή την ανακατάταξή του. Όταν γίνει παύση αναγνώρισης του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου, το σωρευτικό κέρδος ή ζημία που είχε προηγουμένως αναγνωριστεί στα λοιπά συνολικά έσοδα ανακατατάσσεται από την καθαρή θέση στα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη (βλ. ΔΠΧΑ 18). Εάν γίνει ανακατάταξη του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου από την κατηγορία επιμέτρησης εύλογης αξίας μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων, η οικονομική οντότητα λογιστικοποιεί το σωρευτικό κέρδος ή ζημία που είχε προηγουμένως αναγνωριστεί στα λοιπά συνολικά έσοδα σύμφωνα με τις παραγράφους 5.6.5 και 5.6.7. Οι τόκοι που υπολογίζονται με τη μέθοδο του πραγματικού επιτοκίου αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα.

...

Κεφάλαιο 6   Λογιστική αντιστάθμισης

...

6.5   ΛΟΓΙΣΤΙΚΉ ΑΝΤΙΜΕΤΏΠΙΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΛΈΞΙΜΩΝ ΣΧΈΣΕΩΝ ΑΝΤΙΣΤΆΘΜΙΣΗΣ

...

Αντισταθμίσεις ταμειακών ροών

6.5.11

Εφόσον μια αντιστάθμιση ταμειακής ροής καλύπτει τα κριτήρια επιλεξιμότητας της παραγράφου 6.4.1, η σχέση αντιστάθμισης λογιστικοποιείται ως ακολούθως:

...

δ)

το ποσό που έχει συσσωρευτεί στο αποθεματικό αντιστάθμισης ταμειακών ροών σύμφωνα με το στοιχείο α) λογιστικοποιείται ως εξής:

i)

εάν μια αντισταθμισμένη προσδοκώμενη συναλλαγή καταλήξει μεταγενέστερα στην αναγνώριση ενός μη χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου ή μιας μη χρηματοοικονομικής υποχρέωσης ή εάν μια αντισταθμισμένη προσδοκώμενη συναλλαγή που αφορά ένα μη χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο ή μια μη χρηματοοικονομική υποχρέωση εξελιχθεί σε βέβαιη δέσμευση στην οποία εφαρμόζεται λογιστική αντιστάθμισης εύλογης αξίας, τότε η οικονομική οντότητα αφαιρεί το εν λόγω ποσό από το αποθεματικό αντιστάθμισης ταμειακών ροών και το συμπεριλαμβάνει απευθείας στο αρχικό κόστος ή σε άλλη λογιστική αξία του περιουσιακού στοιχείου ή της υποχρέωσης. Αυτό δεν αποτελεί προσαρμογή από ανακατάταξη (βλ. ΔΠΧΑ 18) και, επομένως, δεν επηρεάζει τα λοιπά συνολικά έσοδα·

ii)

για αντισταθμίσεις ταμειακών ροών εκτός αυτών που καλύπτονται από το σημείο i), το εν λόγω ποσό ανακατατάσσεται από το αποθεματικό αντιστάθμισης ταμειακών ροών στα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη (βλ. ΔΠΧΑ 18) κατά την ίδια περίοδο ή περιόδους κατά τις οποίες οι αντισταθμισμένες αναμενόμενες μελλοντικές ταμειακές ροές έχουν επίδραση στα αποτελέσματα (για παράδειγμα, στις περιόδους στις οποίες αναγνωρίζονται έσοδα από τόκους ή έξοδα τόκων ή όταν πραγματοποιείται μια προσδοκώμενη πώληση)·

iii)

ωστόσο, εάν το εν λόγω ποσό αποτελεί ζημία και μια οικονομική οντότητα προσδοκά ότι το σύνολο ή μέρος της ζημίας δεν θα ανακτηθεί σε μία ή περισσότερες μελλοντικές περιόδους, η οικονομική οντότητα ανακατατάσσει άμεσα το ποσό που δεν αναμένεται να ανακτηθεί στα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη (βλ. ΔΠΧΑ 18).

6.5.12

Όταν μια οικονομική οντότητα διακόπτει τη λογιστική αντιστάθμισης για αντιστάθμιση ταμειακών ροών [βλ. παράγραφο 6.5.6 και παράγραφο 6.5.7 στοιχείο β)], λογιστικοποιεί το ποσό που έχει συσσωρευτεί στο αποθεματικό αντιστάθμισης ταμειακών ροών σύμφωνα με την παράγραφο 6.5.11 στοιχείο α) ως εξής:

...

β)

εάν δεν αναμένεται πλέον ότι θα προκύψουν οι αντισταθμισμένες μελλοντικές ταμειακές ροές, το εν λόγω ποσό ανακατατάσσεται άμεσα από το αποθεματικό αντιστάθμισης ταμειακών ροών στα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη (βλ. ΔΠΧΑ 18). Μια αντισταθμισμένη μελλοντική ταμειακή ροή που δεν θεωρείται πλέον πολύ πιθανό να προκύψει μπορεί να συνεχίσει να αναμένεται ότι θα προκύψει.

Αντισταθμίσεις μιας καθαρής επένδυσης σε εκμετάλλευση εξωτερικού

...

6.5.14

Το σωρευτικό κέρδος ή η ζημία επί του μέσου αντιστάθμισης που αφορά το αποτελεσματικό σκέλος της αντιστάθμισης που έχει συσσωρευτεί στο αποθεματικό μετατροπής συναλλάγματος ανακατατάσσεται από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη (βλ. ΔΠΧΑ 18) σύμφωνα με τις παραγράφους 48-49 του ΔΛΠ 21 κατά τη διάθεση ή την τμηματική διάθεση της εκμετάλλευσης εξωτερικού.

Λογιστική αντιμετώπιση της διαχρονικής αξίας των δικαιωμάτων προαίρεσης

6.5.15

Όταν μια οικονομική οντότητα διαχωρίζει την εσωτερική αξία και τη διαχρονική αξία μιας σύμβασης δικαιώματος προαίρεσης και προσδιορίζει ως μέσο αντιστάθμισης μόνο τη μεταβολή της εσωτερικής αξίας του δικαιώματος [βλ. παράγραφο 6.2.4 στοιχείο α)], λογιστικοποιεί τη διαχρονική αξία του δικαιώματος προαίρεσης ως εξής (βλ. παραγράφους Β6.5.29–Β6.5.33):

...

β)

η μεταβολή στην εύλογη αξία της διαχρονικής αξίας ενός δικαιώματος προαίρεσης που αντισταθμίζει ένα αντισταθμισμένο στοιχείο που αφορά συναλλαγή αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα στον βαθμό που σχετίζεται με το αντισταθμισμένο στοιχείο και συσσωρεύεται σε χωριστό συστατικό στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων. Η σωρευμένη μεταβολή της εύλογης αξίας που προκύπτει από τη διαχρονική αξία του δικαιώματος προαίρεσης που έχει συσσωρευτεί σε χωριστό συστατικό στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων (στο εξής: ποσό) λογιστικοποιείται ως εξής:

i)

εάν το αντισταθμισμένο στοιχείο οδηγήσει μεταγενέστερα στην αναγνώριση ενός μη χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου ή μιας μη χρηματοοικονομικής υποχρέωσης, ή σε βέβαιη δέσμευση για ένα μη χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο ή μια μη χρηματοοικονομική υποχρέωση στο οποίο στοιχείο ή στην οποία υποχρέωση εφαρμόζεται λογιστική αντιστάθμισης εύλογης αξίας, η οικονομική οντότητα αφαιρεί το ποσό από το χωριστό συστατικό στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων και το συμπεριλαμβάνει απευθείας στο αρχικό κόστος ή σε άλλη λογιστική αξία του περιουσιακού στοιχείου ή της υποχρέωσης. Αυτό δεν αποτελεί προσαρμογή από ανακατάταξη (βλ. ΔΠΧΑ 18) και, επομένως, δεν επηρεάζει τα λοιπά συνολικά έσοδα·

ii)

για τις σχέσεις αντιστάθμισης πλην των όσων καλύπτονται από το σημείο i), το ποσό ανακατατάσσεται από το χωριστό συστατικό στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων στα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη (βλ. ΔΠΧΑ 18) κατά την ίδια περίοδο ή περιόδους κατά τις οποίες οι αντισταθμισμένες αναμενόμενες μελλοντικές ταμειακές ροές επηρεάζουν τα αποτελέσματα (για παράδειγμα, όταν πραγματοποιείται μια προσδοκώμενη πώληση)·

iii)

ωστόσο, εάν το σύνολο ή μέρος του εν λόγω ποσού δεν αναμένεται να ανακτηθεί σε μία ή περισσότερες μελλοντικές περιόδους, το ποσό που δεν αναμένεται να ανακτηθεί ανακατατάσσεται άμεσα στα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη (βλ. ΔΠΧΑ 18)·

γ)

η μεταβολή στην εύλογη αξία της διαχρονικής αξίας δικαιώματος προαίρεσης που αντισταθμίζει ένα αντισταθμισμένο στοιχείο που αφορά χρονική περίοδο αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα στον βαθμό που σχετίζεται με το αντισταθμισμένο στοιχείο και συσσωρεύεται σε χωριστό συστατικό στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων. Η διαχρονική αξία κατά την ημερομηνία του καθορισμού του δικαιώματος ως μέσου αντιστάθμισης, στον βαθμό στον οποίο σχετίζεται με το αντισταθμισμένο στοιχείο, αποσβένεται σε συστηματική και εύλογη βάση για την περίοδο κατά την οποία η προσαρμογή αντιστάθμισης για την εσωτερική αξία του δικαιώματος θα μπορούσε να επηρεάσει τα αποτελέσματα (ή τα λοιπά συνολικά έσοδα, εάν το αντισταθμισμένο στοιχείο αποτελεί συμμετοχικό τίτλο για τον οποίο μια οικονομική οντότητα έχει επιλέξει να απεικονίζει τις μεταβολές στην εύλογη αξία στα λοιπά συνολικά έσοδα σύμφωνα με την παράγραφο 5.7.5). Επομένως, σε κάθε περίοδο αναφοράς, το ποσό απόσβεσης ανακατατάσσεται από το χωριστό συστατικό στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων στα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη (βλ. ΔΠΧΑ 18). Ωστόσο, εάν η λογιστική αντιστάθμισης διακοπεί για τη σχέση αντιστάθμισης που περιλαμβάνει τη μεταβολή στην εσωτερική αξία του δικαιώματος προαίρεσης ως μέσου αντιστάθμισης, το καθαρό ποσό (το οποίο περιλαμβάνει τη σωρευμένη απόσβεση) που έχει συσσωρευτεί στο χωριστό συστατικό στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων ανακατατάσσεται άμεσα στα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη (βλ. ΔΠΧΑ 18).

...

6.7   ΔΥΝΑΤΌΤΗΤΑ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΎ ΈΚΘΕΣΗΣ ΣΕ ΠΙΣΤΩΤΙΚΌ ΚΊΝΔΥΝΟ ΌΠΩΣ ΕΠΙΜΕΤΡΆΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΎΛΟΓΗ ΑΞΊΑ ΜΈΣΩ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΆΤΩΝ

...

Λογιστική αντιμετώπιση εκθέσεων σε πιστωτικό κίνδυνο που προσδιορίζονται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων

6.7.2

Εάν ένα χρηματοοικονομικό μέσο προσδιοριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 6.7.1 ως επιμετρούμενο στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων μετά την αρχική αναγνώρισή του, ή προγενέστερα δεν αναγνωριζόταν, η διαφορά κατά τη στιγμή του προσδιορισμού ανάμεσα στη λογιστική αξία, εάν υπάρχει, και την εύλογη αξία αναγνωρίζεται άμεσα στα αποτελέσματα. Για χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων σύμφωνα με την παράγραφο 4.1.2Α, το σωρευτικό κέρδος ή ζημία που είχε προηγουμένως αναγνωριστεί στα λοιπά συνολικά έσοδα ανακατατάσσεται άμεσα από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη (βλ. ΔΠΧΑ 18).

...

Κεφάλαιο 7   Ημερομηνία έναρξης ισχύος και μεταβατική περίοδος

7.1   ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

7.1.11

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 5.6.5, 5.6.7, 5.7.10, 6.5.11, 6.5.12, 6.5.14, 6.5.15, 6.7.2 και Β4.1.2Α. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

...

Προσάρτημα Β

Οδηγίες εφαρμογής

...

ΚΑΤΆΤΑΞΗ (ΚΕΦΆΛΑΙΟ 4)

Κατάταξη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων (ενότητα 4.1)

Το επιχειρηματικό μοντέλο της οικονομικής οντότητας για τη διαχείριση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων

...

B4.1.2A

Το επιχειρηματικό μοντέλο μιας οικονομικής οντότητας αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο η οικονομική οντότητα διαχειρίζεται τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία της για να δημιουργεί ταμειακές ροές. Τούτο σημαίνει ότι το επιχειρηματικό μοντέλο της οικονομικής οντότητας καθορίζει αν οι ταμειακές ροές θα απορρέουν από την είσπραξη συμβατικών ταμειακών ροών, την πώληση χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων ή και από τα δύο. Κατά συνέπεια, η εν λόγω αξιολόγηση δεν εκτελείται βάσει σεναρίων τα οποία η οικονομική οντότητα εύλογα δεν αναμένει να συμβούν, όπως τα επονομαζόμενα σενάρια «χειρότερης περίπτωσης» ή «κρίσης». Για παράδειγμα, εάν μια οικονομική οντότητα αναμένει ότι θα πωλήσει ένα συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων μόνο σε ένα σενάριο κρίσης, το εν λόγω σενάριο δεν θα πρέπει να επηρεάζει την αξιολόγηση του επιχειρηματικού μοντέλου της οικονομικής οντότητας για τα οικεία περιουσιακά στοιχεία εφόσον η οικονομική οντότητα εκτιμά εύλογα ότι δεν θα προκύψει το εν λόγω σενάριο. Όταν οι ταμειακές ροές πραγματοποιούνται με τρόπο που διαφοροποιείται από τις προσδοκίες της οικονομικής οντότητας στην ημερομηνία κατά την οποία η οικονομική οντότητα αξιολόγησε το επιχειρηματικό μοντέλο (για παράδειγμα, όταν η οικονομική οντότητα πωλεί περισσότερα ή λιγότερα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία από όσα ανέμενε κατά την κατάταξη των περιουσιακών στοιχείων), δεν προκύπτει λάθος προγενέστερης περιόδου στις οικονομικές καταστάσεις της οικονομικής οντότητας (βλ. ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων) ούτε διαφοροποιείται η κατάταξη των υπολοίπων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που διακρατούνται στο πλαίσιο του εν λόγω επιχειρηματικού μοντέλου (δηλαδή των περιουσιακών στοιχείων που η οικονομική οντότητα αναγνώρισε σε προγενέστερες περιόδους και εξακολουθεί να διακρατεί) εφόσον η οικονομική οντότητα έλαβε υπόψη όλες τις σχετικές πληροφορίες που ήταν διαθέσιμες όταν πραγματοποίησε την αξιολόγηση του επιχειρηματικού μοντέλου. Ωστόσο, όταν η οικονομική οντότητα αξιολογεί το επιχειρηματικό μοντέλο για χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που δημιουργήθηκαν ή αποκτήθηκαν προσφάτως, πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιήθηκαν οι ταμειακές ροές στο παρελθόν, μαζί με όλες τις λοιπές σχετικές πληροφορίες.

Στην παράγραφο 7.2.1, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις τον Απρίλιο του 2024, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ΔΠΧΑ 10    Ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις

Στην παράγραφο Γ2, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις τον Απρίλιο του 2024, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ΔΠΧΑ 11    Σχήματα υπό κοινό έλεγχο

Στην παράγραφο Γ1Β, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις τον Απρίλιο του 2024, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ΔΠΧΑ 12    Γνωστοποίηση συμμετοχών σε άλλες οντότητες

Τροποποιείται η παράγραφος Β14 και προστίθεται η παράγραφος Γ1Ε.

Προσάρτημα Β

Οδηγίες εφαρμογής

...

ΣΥΝΟΠΤΙΚΈΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΈΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΊΕΣ ΣΧΕΤΙΚΆ ΜΕ ΘΥΓΑΤΡΙΚΈΣ, ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΊΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΓΕΝΕΊΣ ΕΠΙΧΕΙΡΉΣΕΙΣ (ΠΑΡΆΓΡΑΦΟΙ 12 ΚΑΙ 21)

...

B14

Οι συνοπτικές οικονομικές πληροφορίες που γνωστοποιούνται σύμφωνα με τις παραγράφους Β12 και Β13 είναι τα ποσά που περιλαμβάνονται στις οικονομικές καταστάσεις της κοινοπραξίας ή της συγγενούς επιχείρησης που καταρτίζονται σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ (και όχι το μερίδιο της οικονομικής οντότητας στα εν λόγω ποσά). Αν η οικονομική οντότητα λογιστικοποιεί τη συμμετοχή της στην κοινοπραξία ή τη συγγενή επιχείρηση χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της καθαρής θέσης:

α)

τα ποσά που περιλαμβάνονται στις οικονομικές καταστάσεις ΔΠΧΑ της κοινοπραξίας ή της συγγενούς επιχείρησης προσαρμόζονται για να απεικονίζουν τις προσαρμογές που πραγματοποιούνται από την οικονομική οντότητα όταν χρησιμοποιεί τη μέθοδο της καθαρής θέσης, όπως οι προσαρμογές της εύλογης αξίας που πραγματοποιούνται τη στιγμή της απόκτησης και οι προσαρμογές για τις διαφορές στις λογιστικές πολιτικές·

β)

η οικονομική οντότητα παρέχει συμφωνία των συνοπτικών οικονομικών πληροφοριών που γνωστοποιούνται με τη λογιστική αξία της συμμετοχής της στην κοινοπραξία ή τη συγγενή επιχείρηση.

...

Προσάρτημα Γ

Ημερομηνία έναρξης ισχύος και μεταβατική περίοδος

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΉ ΠΕΡΊΟΔΟΣ

...

Γ1Ε

Με το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκε η παράγραφος Β14. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στην παράγραφο Γ1Δ, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις τον Απρίλιο του 2024, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ΔΠΧΑ 13    Επιμέτρηση εύλογης αξίας

Τροποποιείται η παράγραφος 51 και προστίθεται η παράγραφος Γ7.

ΕΠΙΜΈΤΡΗΣΗ

...

Εφαρμογή σε χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία και χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις με θέσεις συμψηφισμού σε κινδύνους αγοράς ή πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου

...

51.

Μια οικονομική οντότητα λαμβάνει απόφαση για τη λογιστική της πολιτική σύμφωνα με το ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων προκειμένου να χρησιμοποιήσει την εξαίρεση της παραγράφου 48. Η οντότητα που χρησιμοποιεί την εξαίρεση οφείλει να εφαρμόζει τη συγκεκριμένη λογιστική πολιτική, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής για την κατανομή των προσαρμογών ζήτησης-προσφοράς (βλ. παραγράφους 53-55) και των πιστωτικών προσαρμογών (βλ. παράγραφο 56), κατά περίπτωση, με συνέπεια μεταξύ των περιόδων για ένα συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο.

...

Προσάρτημα Γ

Ημερομηνία έναρξης ισχύος και μεταβατική περίοδος

...

Γ7   

Με το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκε η παράγραφος 51. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

ΔΠΧΑ 15    Έσοδα από συμβάσεις με πελάτες

Τροποποιείται η παράγραφος 43 και προστίθεται η παράγραφος Γ1Δ.

ΑΝΑΓΝΏΡΙΣΗ

...

Εκπλήρωση των υποχρεώσεων εκτέλεσης

...

Επιμέτρηση της προόδου προς την πλήρη εκπλήρωση μιας υποχρέωσης εκτέλεσης

...

Μέθοδοι επιμέτρησης προόδου

...

43.

Καθώς οι συνθήκες αλλάζουν σε βάθος χρόνου, η οικονομική οντότητα επικαιροποιεί την επιμέτρηση της προόδου της προκειμένου αυτή να αντανακλά τυχόν μεταβολές στην έκβαση της υποχρέωσης εκτέλεσης. Οι εν λόγω μεταβολές στην επιμέτρηση της προόδου μιας οικονομικής οντότητας λογιστικοποιούνται ως μεταβολή λογιστικής εκτίμησης σύμφωνα με το ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

...

Προσάρτημα Γ

Ημερομηνία έναρξης ισχύος και μεταβατική περίοδος

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

Γ1Δ

Με το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκε η παράγραφος 43. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στην παράγραφο Γ3 στοιχείο α), μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις τον Απρίλιο του 2024, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ΔΠΧΑ 16    Μισθώσεις

Τροποποιείται η παράγραφος 49 και προστίθεται η παράγραφος Γ1Ε.

ΜΙΣΘΩΤΉΣ

...

Παρουσίαση

...

49.

Στην κατάσταση αποτελεσμάτων και λοιπών συνολικών εσόδων, ο μισθωτής παρουσιάζει το έξοδο τόκων επί της υποχρέωσης από τη μίσθωση χωριστά από την επιβάρυνση της απόσβεσης για το περιουσιακό στοιχείο με δικαίωμα χρήσης. Σύμφωνα με την παράγραφο 61 του ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις απαιτείται από την οικονομική οντότητα να κατατάσσει στην κατηγορία χρηματοδότησης της κατάστασης αποτελεσμάτων έξοδα τόκων επί της υποχρέωσης από μίσθωση, τα οποία προσδιορίζονται από την οικονομική οντότητα κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 36 στοιχείο α).

...

Προσάρτημα Γ

Ημερομηνία έναρξης ισχύος και μεταβατική περίοδος

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

Γ1Ε

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκε η παράγραφος 49. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στην παράγραφο Γ5 στοιχείο α), μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις τον Απρίλιο του 2024, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ΔΠΧΑ 17    Ασφαλιστήρια συμβόλαια

Τροποποιούνται οι παράγραφοι 91, 96, 103 και Β129 και προστίθεται η παράγραφος Γ2Β.

ΑΝΑΓΝΏΡΙΣΗ ΚΑΙ ΠΑΡΟΥΣΊΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΆΣΤΑΣΗ Ή ΣΤΙΣ ΚΑΤΑΣΤΆΣΕΙΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΉΣ ΕΠΊΔΟΣΗΣ (ΠΑΡΆΓΡΑΦΟΙ Β120–Β136)

...

Χρηματοοικονομικά έσοδα ή έξοδα ασφάλισης (βλ. παραγράφους B128–B136)

...

91.

Σε περίπτωση που η οικονομική οντότητα μεταφέρει μια ομάδα ασφαλιστηρίων συμβολαίων ή παύει να αναγνωρίζει ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 77:

α)

ανακατατάσσει στα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη (βλ. ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποιήσεις στις οικονομικές καταστάσεις) τυχόν εναπομένοντα ποσά για την ομάδα (ή το συμβόλαιο) τα οποία είχαν αναγνωριστεί προγενέστερα στα λοιπά συνολικά έσοδα λόγω του ότι η οικονομική οντότητα επέλεξε τη λογιστική πολιτική που ορίζεται στην παράγραφο 88 στοιχείο β).

β)

δεν ανακατατάσσει στα αποτελέσματα ως προσαρμογή από ανακατάταξη (βλ. ΔΠΧΑ 18) τυχόν εναπομένοντα ποσά για την ομάδα (ή το συμβόλαιο) τα οποία είχαν αναγνωριστεί προγενέστερα στα λοιπά συνολικά έσοδα λόγω του ότι η οικονομική οντότητα επέλεξε τη λογιστική πολιτική που ορίζεται στην παράγραφο 89 στοιχείο β).

...

ΓΝΩΣΤΟΠΟΊΗΣΗ

...

96.

Στις παραγράφους 41–43 του ΔΠΧΑ 18 καθορίζονται οι απαιτήσεις που αφορούν την ομαδοποίηση και τον διαχωρισμό των πληροφοριών. Παραδείγματα χαρακτηριστικών τα οποία μπορεί να χρησιμεύουν ως κατάλληλη βάση για τον διαχωρισμό πληροφοριών που γνωστοποιούνται σχετικά με τα ασφαλιστήρια συμβόλαια είναι τα εξής:

α)

ο τύπος συμβολαίου (για παράδειγμα, σημαντικές σειρές προϊόντων)·

β)

ο γεωγραφικός τομέας (για παράδειγμα, χώρα ή περιοχή)· ή

γ)

ο προς αναφορά τομέας, όπως ορίζεται στο ΔΠΧΑ 8 Λειτουργικοί τομείς.

Επεξήγηση των αναγνωρισμένων ποσών

...

103.

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί χωριστά, στις λογιστικές συμφωνίες που απαιτούνται στην παράγραφο 100, καθένα από τα ακόλουθα ποσά που σχετίζονται με τις υπηρεσίες, εφόσον συντρέχει περίπτωση:

...

γ)

τα επενδυτικά στοιχεία που εξαιρούνται από τα έσοδα ασφάλισης και τα έξοδα υπηρεσιών ασφάλισης [σε συνδυασμό με επιστροφές ασφαλίστρων εκτός εάν οι επιστροφές ασφαλίστρων γνωστοποιούνται ως μέρος των ταμειακών ροών κατά την περίοδο που περιγράφεται στην παράγραφο 105 στοιχείο α) σημείο i)].

...

Προσάρτημα Β

Οδηγίες εφαρμογής

...

ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΆ ΈΣΟΔΑ Ή ΈΞΟΔΑ ΑΣΦΆΛΙΣΗΣ (ΠΑΡΆΓΡΑΦΟΙ 87-92).

...

B129

Βάσει των παραγράφων 88–89 απαιτείται από την οικονομική οντότητα να προβεί σε επιλογή λογιστικής πολιτικής σχετικά με το εάν θα διαχωρίσει τα χρηματοοικονομικά έσοδα ή έξοδα ασφάλισης της περιόδου μεταξύ των αποτελεσμάτων και των λοιπών συνολικών εσόδων. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει την επιλογή λογιστικής πολιτικής σε χαρτοφυλάκια ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Κατά την εκτίμηση της κατάλληλης λογιστικής πολιτικής για ένα χαρτοφυλάκιο ασφαλιστηρίων συμβολαίων, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 13 του ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων, η οικονομική οντότητα εξετάζει σε σχέση με κάθε χαρτοφυλάκιο τα περιουσιακά στοιχεία που κατέχει και τον τρόπο με τον οποίο τα λογιστικοποιεί.

...

Προσάρτημα Γ

Ημερομηνία έναρξης ισχύος και μεταβατική περίοδος

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

Γ2Β

Με το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 91, 96, 103 και Β129. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στην παράγραφο Γ3 στοιχείο α), μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις τον Απρίλιο του 2024, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ΔΛΠ 2    Αποθέματα

Τροποποιείται η παράγραφος 39 και προστίθεται η παράγραφος 40Η.

ΓΝΩΣΤΟΠΟΊΗΣΗ

...

39.

Ορισμένες οικονομικές οντότητες κατατάσσουν τα έξοδα ανά είδος στην κατηγορία λειτουργίας της κατάστασης αποτελεσμάτων, κατά τρόπο που έχει ως αποτέλεσμα την παρουσίαση ποσών εκτός του κόστους αποθεμάτων που αναγνωρίστηκαν ως έξοδο κατά τη διάρκεια της περιόδου. Σε αυτήν την περίπτωση, η οικονομική οντότητα παρουσιάζει τα κόστη που αναγνωρίστηκαν ως έξοδα για πρώτες ύλες και αναλώσιμα υλικά, παροχές σε εργαζομένους και άλλα κόστη, μαζί με το ποσό της καθαρής μεταβολής στα αποθέματα για την περίοδο.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

40Η

Με το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκε η παράγραφος 39. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

ΔΛΠ 7    Κατάσταση των ταμειακών ροών

Τροποποιούνται οι παράγραφοι 6, 10, 12, 14, 16–18, 20, 31, 32, 35, 46 και 47. Προστίθενται οι παράγραφοι 33Α, 34Α–34Δ και 64. Οι παράγραφοι 33 και 34 διαγράφονται.

ΟΡΙΣΜΟΊ

6.

Οι ακόλουθοι όροι χρησιμοποιούνται στο παρόν πρότυπο με τις έννοιες που καθορίζονται:

...

Επενδυτικές δραστηριότητες είναι η απόκτηση και η διάθεση μακροπρόθεσμων περιουσιακών στοιχείων και άλλων επενδύσεων που δεν περιλαμβάνονται στα ταμειακά ισοδύναμα και η είσπραξη τόκων και μερισμάτων όπως περιγράφεται στις παραγράφους 34Α–34Δ.

...

ΠΑΡΟΥΣΊΑΣΗ ΜΙΑΣ ΚΑΤΆΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΤΑΜΕΙΑΚΏΝ ΡΟΏΝ

10.

Η κατάσταση των ταμειακών ροών απεικονίζει τις ταμειακές ροές στη διάρκεια της περιόδου, ταξινομημένες κατά λειτουργικές, επενδυτικές και χρηματοδοτικές δραστηριότητες. Κατά την κατάρτιση της κατάστασης των ταμειακών ροών, η οικονομική οντότητα εφαρμόζει το παρόν πρότυπο και εφαρμόζει επίσης τις γενικές απαιτήσεις για τις οικονομικές καταστάσεις των παραγράφων 9–43 και 113–114 του ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις.

...

12.

Μια συναλλαγή μπορεί να περιλαμβάνει ταμειακές ροές που διαφέρουν στον τρόπο κατάταξης.

Λειτουργικές δραστηριότητες

...

14.

Οι ταμειακές ροές από λειτουργικές δραστηριότητες προέρχονται βασικά από τις κύριες δραστηριότητες δημιουργίας εσόδων της οικονομικής οντότητας. Συνεπώς, προέρχονται γενικά από συναλλαγές και άλλα γεγονότα που υπεισέρχονται στον προσδιορισμό των αποτελεσμάτων. Παραδείγματα ταμειακών ροών από λειτουργικές δραστηριότητες είναι:

α)

εισπράξεις από την πώληση αγαθών και την παροχή υπηρεσιών·

β)

εισπράξεις από δικαιώματα εκμετάλλευσης, αμοιβές, προμήθειες και άλλα έσοδα·

γ)

καταβολές μετρητών σε προμηθευτές αγαθών και υπηρεσιών·

δ)

καταβολές μετρητών σε εργαζομένους και για λογαριασμό τους·

ε)

[απαλείφθηκε]

στ)

καταβολές μετρητών ή επιστροφές φόρων εισοδήματος, εκτός εάν μπορούν ειδικά να προσδιοριστούν ως χρηματοδοτικές και επενδυτικές δραστηριότητες·

ζ)

εισπράξεις και καταβολές μετρητών από συμβάσεις που κατέχονται για συναλλακτικούς σκοπούς ή για εμπορική εκμετάλλευση· και

η)

εισπράξεις μερισμάτων σε μετρητά και εισπράξεις και καταβολές τόκων σε μετρητά όπως περιγράφεται στις παραγράφους 34Β–34Δ.

Ορισμένες συναλλαγές, όπως η πώληση ενός ενσώματου παγίου, μπορεί να δημιουργήσουν κέρδος ή ζημία που συμπεριλαμβάνεται στα αναγνωρισμένα αποτελέσματα. Οι ταμειακές ροές που σχετίζονται με τέτοιες συναλλαγές συνιστούν ταμειακές ροές από επενδυτικές δραστηριότητες. Ωστόσο, καταβολές μετρητών για την κατασκευή ή απόκτηση περιουσιακών στοιχείων κατεχόμενων προς εκμίσθωση σε άλλους και μεταγενέστερα προοριζόμενων προς πώληση όπως περιγράφεται στην παράγραφο 68A του ΔΛΠ 16 Ενσώματα πάγια είναι ταμειακές ροές από λειτουργικές δραστηριότητες. Οι ταμειακές εισπράξεις από μισθώματα και μεταγενέστερες πωλήσεις τέτοιων περιουσιακών στοιχείων είναι επίσης ταμειακές ροές από λειτουργικές δραστηριότητες.

...

Επενδυτικές δραστηριότητες

16.

Η χωριστή παρουσίαση των ταμειακών ροών που προέρχονται από επενδυτικές δραστηριότητες είναι σημαντική γιατί οι ταμειακές ροές αντιπροσωπεύουν την έκταση κατά την οποία έχουν πραγματοποιηθεί δαπάνες για πόρους που προορίζονται να δημιουργήσουν μελλοντικά εισόδημα και ταμειακές ροές. Μόνο δαπάνες που καταλήγουν σε αναγνωρισμένο περιουσιακό στοιχείο στην κατάσταση οικονομικής θέσης μπορούν να καταταχθούν ως επενδυτικές δραστηριότητες. Παραδείγματα ταμειακών ροών που προέρχονται από επενδυτικές δραστηριότητες είναι:

α)

καταβολές μετρητών για την απόκτηση ενσωμάτων παγίων, άυλων περιουσιακών στοιχείων και λοιπών μακροπρόθεσμων περιουσιακών στοιχείων. Αυτές οι πληρωμές συμπεριλαμβάνουν και εκείνες που σχετίζονται με κεφαλαιοποίηση κόστους ανάπτυξης και ιδιοκατασκευαζόμενα ενσώματα πάγια·

β)

εισπράξεις από πωλήσεις ενσωμάτων παγίων, άυλων περιουσιακών στοιχείων και λοιπών μακροπρόθεσμων περιουσιακών στοιχείων·

γ)

καταβολές μετρητών για την απόκτηση συμμετοχικών ή χρεωστικών τίτλων άλλων οικονομικών οντοτήτων συμπεριλαμβανομένων συμμετοχών σε συγγενείς επιχειρήσεις και κοινοπραξίες (εκτός από πληρωμές για τίτλους που θεωρούνται ως ταμειακά ισοδύναμα ή για τίτλους που κατέχονται για συναλλακτικούς σκοπούς ή για εμπορική εκμετάλλευση)·

δ)

εισπράξεις από πωλήσεις συμμετοχικών ή χρεωστικών τίτλων άλλων οικονομικών οντοτήτων συμπεριλαμβανομένων δικαιωμάτων σε συγγενείς επιχειρήσεις και κοινοπραξίες (εκτός από εισπράξεις για τίτλους που θεωρούνται ως ταμειακά ισοδύναμα ή για τίτλους που κατέχονται για συναλλακτικούς σκοπούς ή για εμπορική εκμετάλλευση)·

ε)

ταμειακές προκαταβολές και δάνεια που δίδονται σε τρίτους (εκτός από προκαταβολές και δάνεια που δίδονται από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα)·

στ)

εισπράξεις από την εξόφληση προκαταβολών και δανείων που είχαν δοθεί σε τρίτους (εκτός από προκαταβολές και δάνεια χρηματοπιστωτικού ιδρύματος)·

ζ)

καταβολές μετρητών για συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, προθεσμιακά συμβόλαια, συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης και συμβόλαια ανταλλαγής, εκτός εάν τα συμβόλαια κατέχονται για συναλλακτικούς σκοπούς ή για εμπορική εκμετάλλευση ή οι πληρωμές κατατάσσονται στις χρηματοδοτικές δραστηριότητες·

η)

εισπράξεις μετρητών από συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, προθεσμιακά συμβόλαια, συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης και συμβόλαια ανταλλαγής, εκτός εάν τα συμβόλαια κατέχονται για συναλλακτικούς σκοπούς ή για εμπορική εκμετάλλευση ή οι εισπράξεις κατατάσσονται στις χρηματοδοτικές δραστηριότητες·

θ)

εισπράξεις τόκων και μερισμάτων σε μετρητά όπως περιγράφεται στις παραγράφους 34Α–34Δ.

Όταν μια σύμβαση λογιστικοποιείται για αντιστάθμιση μιας συγκεκριμένης θέσης, τότε οι ταμειακές ροές της σύμβασης κατατάσσονται κατά τον ίδιο τρόπο, όπως οι ταμειακές ροές της αντισταθμιζόμενης θέσης.

Χρηματοδοτικές δραστηριότητες

17.

Η χωριστή παρουσίαση των ταμειακών ροών που προέρχονται από χρηματοδοτικές δραστηριότητες είναι σημαντική διότι είναι χρήσιμη για τους χρηματοδότες της οικονομικής οντότητας κατά την πρόβλεψη των απαιτήσεων επί μελλοντικών ταμειακών ροών. Παραδείγματα ταμειακών ροών που προέρχονται από χρηματοδοτικές δραστηριότητες είναι:

α)

εισπράξεις μετρητών από την έκδοση μετοχών ή άλλων συμμετοχικών τίτλων·

β)

καταβολές μετρητών στους μετόχους ή εταίρους για να εξαγοραστούν ή να επιστραφούν οι μετοχές της οικονομικής οντότητας·

γ)

εισπράξεις μετρητών από την έκδοση χρεωστικών ομολόγων, δανείων, γραμματίων, ομολόγων, ενυπόθηκων δανείων και άλλων βραχυπρόθεσμων ή μακροπρόθεσμων δανείων·

δ)

αποπληρωμές δανείων σε μετρητά·

ε)

καταβολές μετρητών από μισθωτή για τη μείωση του οφειλόμενου υπολοίπου της υποχρέωσης από μίσθωση·

στ)

καταβολές μερισμάτων σε μετρητά όπως περιγράφεται στην παράγραφο 33Α· και

ζ)

καταβολές τόκων σε μετρητά όπως περιγράφεται στις παραγράφους 34Α–34Δ.

ΕΜΦΆΝΙΣΗ ΤΑΜΕΙΑΚΏΝ ΡΟΏΝ ΑΠΌ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΈΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΌΤΗΤΕΣ

18.

Η οικονομική οντότητα εμφανίζει τις ταμειακές ροές από λειτουργικές δραστηριότητες χρησιμοποιώντας:

α)

την άμεση μέθοδο, κατά την οποία γνωστοποιούνται οι κύριες κατηγορίες ακαθάριστων εισπράξεων και ακαθάριστων καταβολών μετρητών· ή

β)

την έμμεση μέθοδο, κατά την οποία το λειτουργικό κέρδος ή ζημία προσαρμόζεται με βάση:

i)

τις επιδράσεις συναλλαγών μη ταμειακής φύσης·

ii)

τυχόν αναβολή ή συσσώρευση προηγούμενων ή μελλοντικών λειτουργικών εισπράξεων ή πληρωμών σε μετρητά·

iii)

έσοδα ή έξοδα που κατατάσσονται στην κατηγορία λειτουργίας στην κατάσταση αποτελεσμάτων για τα οποία οι σχετικές ταμειακές ροές κατατάσσονται ως ταμειακές ροές είτε από επενδυτικές είτε από χρηματοδοτικές δραστηριότητες· και

iv)

ταμειακές ροές από λειτουργικές δραστηριότητες για τις οποίες τα σχετικά έσοδα ή έξοδα δεν κατατάσσονται στην κατηγορία λειτουργίας της κατάστασης αποτελεσμάτων.

...

20.

Σύμφωνα με την έμμεση μέθοδο, οι καθαρές ταμειακές ροές από λειτουργικές δραστηριότητες προσδιορίζονται με την προσαρμογή του λειτουργικού κέρδους ή ζημίας με βάση τις επιδράσεις από:

α)

τις μεταβολές κατά τη διάρκεια της περιόδου στα αποθέματα και στις λειτουργικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις·

β)

μη ταμειακά στοιχεία, όπως οι αποσβέσεις, οι προβλέψεις και τα μη πραγματοποιημένα κέρδη και ζημίες από ξένα νομίσματα που κατατάσσονται στην κατηγορία λειτουργίας·

γ)

έσοδα ή έξοδα που κατατάσσονται στην κατηγορία λειτουργίας στην κατάσταση αποτελεσμάτων για τα οποία οι ταμειακές συνέπειες συνίστανται σε επενδυτικές ή χρηματοδοτικές ταμειακές ροές· και

δ)

λειτουργικές ταμειακές ροές, όπως ο φόρος εισοδήματος (σύμφωνα με την παράγραφο 35), για τις οποίες τα σχετικά έσοδα ή έξοδα δεν κατατάσσονται στην κατηγορία λειτουργίας στην κατάσταση αποτελεσμάτων.

Εναλλακτικά, οι καθαρές ταμειακές ροές από λειτουργικές δραστηριότητες μπορούν να παρουσιάζονται με την έμμεση μέθοδο, καταδεικνύοντας τα έσοδα και τα έξοδα που κατατάσσονται στην κατηγορία λειτουργίας στην κατάσταση αποτελεσμάτων, τις μεταβολές κατά τη διάρκεια της περιόδου στα αποθέματα και τις λειτουργικές απαιτήσεις και υποχρεώσεις, καθώς και οποιεσδήποτε άλλες λειτουργικές ταμειακές ροές για τις οποίες τα αντίστοιχα έσοδα ή έξοδα δεν κατατάσσονται στην κατηγορία λειτουργίας.

...

ΤΌΚΟΙ ΚΑΙ ΜΕΡΊΣΜΑΤΑ

31.

Ταμειακές ροές από τόκους και μερίσματα που έχουν εισπραχθεί παρουσιάζονται χωριστά από τόκους και μερίσματα που έχουν καταβληθεί. Οι αντίστοιχες ταμειακές ροές κατατάσσονται με συνεκτικό τρόπο από περίοδο σε περίοδο, κατ’ εφαρμογή των παραγράφων 32, 33Α και 34Α–34Δ.

32.

Το συνολικό ποσό των τόκων που καταβλήθηκαν κατά τη διάρκεια μιας περιόδου περιλαμβάνεται στην κατάσταση των ταμειακών ροών είτε έχει αναγνωριστεί ως έξοδο στα αποτελέσματα είτε έχει κεφαλαιοποιηθεί σύμφωνα με το ΔΛΠ 23 Κόστος δανεισμού.

33.

[Απαλείφθηκε]

33Α

Η οικονομική οντότητα κατατάσσει τα μερίσματα που καταβλήθηκαν ως ταμειακές ροές από χρηματοδοτικές δραστηριότητες.

34.

[Απαλείφθηκε]

34A

Οι οικονομικές οντότητες, πέραν εκείνων που περιγράφονται στην παράγραφο 34Β, κατατάσσουν:

α)

τόκους που καταβλήθηκαν (όπως περιγράφονται στην παράγραφο 32) ως ταμειακές ροές από χρηματοδοτικές δραστηριότητες·

β)

τόκους και μερίσματα που εισπράχθηκαν ως ταμειακές ροές από επενδυτικές δραστηριότητες.

34B

Μια οικονομική οντότητα που επενδύει σε περιουσιακά στοιχεία ή παρέχει χρηματοδότηση σε πελάτες ως κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα (όπως προσδιορίζεται κατ’ εφαρμογή των παραγράφων Β30–Β41 του ΔΠΧΑ 18) προσδιορίζει τον τρόπο κατάταξης των εισπραχθέντων μερισμάτων, των εισπραχθέντων τόκων και των καταβληθέντων τόκων στην κατάσταση των ταμειακών ροών ανατρέχοντας στον τρόπο με τον οποίο —κατ’ εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18— κατατάσσει τα έσοδα από μερίσματα, τα έσοδα από τόκους και τα έξοδα τόκων στην κατάσταση αποτελεσμάτων. Η οικονομική οντότητα κατατάσσει το σύνολο καθεμιάς από αυτές τις ταμειακές ροές σε μία μόνο κατηγορία στην κατάσταση των ταμειακών ροών (δηλ. ως λειτουργικές, ως επενδυτικές ή ως χρηματοδοτικές δραστηριότητες).

34Γ

Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 34Β, εάν η οικονομική οντότητα κατατάξει το σύνολο καθενός από τα έσοδα από μερίσματα, τα έσοδα από τόκους και τα έξοδα τόκων σε μία μόνο κατηγορία της κατάστασης αποτελεσμάτων, η οικονομική οντότητα κατατάσσει το σύνολο καθενός από τα εισπραχθέντα μερίσματα, τους εισπραχθέντες τόκους και τους καταβληθέντες τόκους ως ταμειακές ροές που προκύπτουν από τη σχετική δραστηριότητα στην κατάσταση των ταμειακών ροών. Για παράδειγμα, αν η οικονομική οντότητα κατατάξει όλα τα έξοδα τόκων στην κατηγορία χρηματοδότησης της κατάστασης αποτελεσμάτων, η οικονομική οντότητα κατατάσσει όλους τους καταβληθέντες τόκους ως ταμειακές ροές από χρηματοδοτικές δραστηριότητες.

34Δ

Κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18, μπορεί να απαιτείται από την οικονομική οντότητα να κατατάσσει καθένα από τα έσοδα από μερίσματα, τα έσοδα από τόκους και τα έξοδα τόκων σε περισσότερες από μία κατηγορίες της κατάστασης αποτελεσμάτων. Στην περίπτωση αυτή, κατά την εφαρμογή της παραγράφου 34Β, η οικονομική οντότητα προχωρεί σε επιλογή λογιστικής πολιτικής για την κατάταξη των σχετικών ταμειακών ροών σε μία από τις σχετικές δραστηριότητες στην κατάσταση των ταμειακών ροών. Για παράδειγμα, αν η οικονομική οντότητα κατατάξει τα έξοδα τόκων στην κατηγορία λειτουργίας και στην κατηγορία χρηματοδότησης της κατάστασης αποτελεσμάτων, η οικονομική οντότητα κατατάσσει όλους τους καταβληθέντες τόκους σύμφωνα με τη λογιστική πολιτική της είτε ως ταμειακές ροές από λειτουργικές δραστηριότητες είτε ως ταμειακές ροές από χρηματοδοτικές δραστηριότητες.

ΦΌΡΟΙ ΕΙΣΟΔΉΜΑΤΟΣ

35.

Ταμειακές ροές που προκύπτουν από φόρους εισοδήματος παρουσιάζονται χωριστά και κατατάσσονται ως ταμειακές ροές από λειτουργικές δραστηριότητες, εκτός εάν είναι δυνατόν να συσχετιστούν συγκεκριμένα με χρηματοδοτικές και επενδυτικές δραστηριότητες.

...

ΣΥΣΤΑΤΙΚΆ ΣΤΟΙΧΕΊΑ ΤΩΝ ΤΑΜΕΙΑΚΏΝ ΔΙΑΘΕΣΊΜΩΝ ΚΑΙ ΤΑΜΕΙΑΚΏΝ ΙΣΟΔΥΝΆΜΩΝ

...

46.

Ενόψει της ποικιλίας των πρακτικών της ταμειακής διαχείρισης και των τραπεζικών διακανονισμών σε όλο τον κόσμο και για να συμμορφώνεται με το ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί την ακολουθούμενη πολιτική προσδιορισμού της σύνθεσης των ταμειακών διαθεσίμων και των ταμειακών ισοδυνάμων.

47.

Το αποτέλεσμα κάθε μεταβολής στην πολιτική προσδιορισμού των στοιχείων που συνθέτουν τα ταμειακά διαθέσιμα και τα ταμειακά ισοδύναμα, όπως π.χ. μια μεταβολή στην κατάταξη χρηματοοικονομικών μέσων τα οποία προηγουμένως θεωρούνταν ως μέρος του χαρτοφυλακίου επενδύσεων της οικονομικής οντότητας, αναφέρεται σύμφωνα με το ΔΛΠ 8.

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

64.

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 6, 10, 12, 14, 16–18, 20, 31, 32, 35, 46 και 47, προστέθηκαν οι παράγραφοι 33Α και 34Α–34Δ και διαγράφηκαν οι παράγραφοι 33 και 34. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Τροποποιείται η υποσημείωση στον τίτλο του ΔΛΠ 7.

*

Τον Σεπτέμβριο του 2007 το Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (IASB) τροποποίησε τον τίτλο του ΔΛΠ 7 από Καταστάσεις ταμειακών ροών σε Κατάσταση των ταμειακών ροών ως συνέπεια της αναθεώρησης του ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων το 2007. Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 στο ΔΠΧΑ 18.

ΔΛΠ 8    Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη

Τροποποιείται ο τίτλος του ΔΛΠ 8.

ΔΛΠ 8    Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων

Τροποποιούνται οι παράγραφοι 1, 3, 5, 11 και 32 και διαγράφεται η παράγραφος 2. Προστίθεται η παράγραφος 3Α, οι παράγραφοι 6Α–6Ι, 6ΙΑ–6ΙΒ, 6ΙΓ–6ΙΔ, 27Α–27Θ και 31Α–31Θ, καθεμία με σχετικό τίτλο ή υπότιτλο, και η παράγραφος 54Ι. Προστίθεται επίσης υπότιτλος πριν από την παράγραφο 28. Η παράγραφος 28 δεν έχει τροποποιηθεί αλλά συμπεριλήφθηκε για λόγους ευκολίας.

ΣΚΟΠΌΣ

1.

Σκοπός του παρόντος προτύπου είναι να ενισχύσει τη σχετικότητα και την αξιοπιστία των οικονομικών καταστάσεων της οικονομικής οντότητας, καθώς και τη συγκρισιμότητα των εν λόγω οικονομικών καταστάσεων σε βάθος χρόνου και έναντι των οικονομικών καταστάσεων άλλων οικονομικών οντοτήτων, με τον καθορισμό της βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων, η οποία περιλαμβάνει:

α)

γενικά ζητήματα·

β)

τα κριτήρια για την επιλογή, την αλλαγή και τη γνωστοποίηση των λογιστικών πολιτικών· και

γ)

τον λογιστικό χειρισμό και τη γνωστοποίηση των μεταβολών στις λογιστικές πολιτικές, των μεταβολών στις λογιστικές εκτιμήσεις και των διορθώσεων λαθών.

2.

[Απαλείφθηκε]

ΠΕΔΊΟ ΕΦΑΡΜΟΓΉΣ

3.

Το παρόν πρότυπο εφαρμόζεται κατά τον καθορισμό της βάσης κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων, συμπεριλαμβανομένης της επιλογής και της εφαρμογής λογιστικών πολιτικών, και της λογιστικής αντιμετώπισης μεταβολών στις λογιστικές πολιτικές, μεταβολών στις λογιστικές εκτιμήσεις και διορθώσεων λαθών προγενέστερων περιόδων.

3A

Το ΔΛΠ 34 Ενδιάμεση χρηματοοικονομική αναφορά καθορίζει τις απαιτήσεις για την παρουσίαση και τη γνωστοποίηση συνοπτικών ενδιάμεσων οικονομικών καταστάσεων. Οι παράγραφοι 6Α–6ΙΔ του παρόντος προτύπου εφαρμόζονται επίσης σε τέτοιες ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις.

...

ΟΡΙΣΜΟΊ

5.

Οι ακόλουθοι όροι χρησιμοποιούνται στο παρόν πρότυπο με τις έννοιες που καθορίζονται:

...

Τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ είναι λογιστικά πρότυπα που έχουν εκδοθεί από το Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων. Περιλαμβάνουν:

α)

Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς·

β)

Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα·

γ)

Διερμηνείες της Επιτροπής Διερμηνειών Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΕΔΔΠΧΑ)· και

δ)

Διερμηνείες της Μόνιμης Επιτροπής Διερμηνειών (ΜΕΔ).

Τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ ήταν προηγουμένως γνωστά ως Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς, ΔΠΧΑ και πρότυπα ΔΠΧΑ.

Ορισμός των « σημαντικών πληροφοριών » παρέχεται στο προσάρτημα Α του ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις. Ο όρος «σημαντικός» χρησιμοποιείται στο παρόν πρότυπο με την ίδια έννοια.

...

ΒΆΣΗ ΚΑΤΆΡΤΙΣΗΣ — ΓΕΝΙΚΆ ΖΗΤΉΜΑΤΑ

Ακριβοδίκαιη παρουσίαση και συμμόρφωση με τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ

6A

Οι οικονομικές καταστάσεις παρουσιάζουν ακριβοδίκαια την οικονομική θέση, τη χρηματοοικονομική επίδοση και τις ταμειακές ροές μιας επιχείρησης. Η ακριβοδίκαιη παρουσίαση απαιτεί την πιστή απεικόνιση των επιδράσεων των συναλλαγών, άλλων γεγονότων και συνθηκών σύμφωνα με τους ορισμούς και τα κριτήρια αναγνώρισης για περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις, έσοδα και έξοδα που παρατίθενται στο Εννοιολογικό Πλαίσιο για τη Χρηματοοικονομική Αναφορά (στο εξής: Εννοιολογικό Πλαίσιο). Θεωρείται ότι από την εφαρμογή των ΔΠΧΑ, με επιπρόσθετες γνωστοποιήσεις όταν είναι αναγκαίες, προκύπτουν οικονομικές καταστάσεις που επιτυγχάνουν μια ακριβοδίκαιη παρουσίαση.

6B

Μια οικονομική οντότητα της οποίας οι οικονομικές καταστάσεις έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ προβαίνει σε ρητή και ανεπιφύλακτη δήλωση συμμόρφωσης εντός των σημειώσεων. Οι οικονομικές καταστάσεις δεν περιγράφονται από μια οικονομική οντότητα ως σύμμορφες με τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ παρά μόνο αν πληρούν όλες τις απαιτήσεις των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ.

Σε σχεδόν όλες τις περιστάσεις, μια οικονομική οντότητα εξασφαλίζει την ακριβοδίκαιη παρουσίαση με τη συμμόρφωση προς τα εφαρμοστέα ΔΠΧΑ. Η ακριβοδίκαιη παρουσίαση επίσης προϋποθέτει ότι μια οικονομική οντότητα:

α)

επιλέγει και εφαρμόζει λογιστικές πολιτικές σύμφωνα με το παρόν πρότυπο. Το παρόν πρότυπο διατυπώνει μια ιεραρχία έγκυρης καθοδήγησης την οποία λαμβάνει υπόψη η διοίκηση εάν δεν υπάρχει ΔΠΧΑ που εφαρμόζεται ειδικώς σε ένα στοιχείο·

β)

παρουσιάζει στοιχεία που περιλαμβάνουν και τις λογιστικές πολιτικές, κατά τρόπο που παρέχει συναφή, αξιόπιστη, συγκρίσιμη και κατανοητή πληροφόρηση·

γ)

παρέχει επιπρόσθετες γνωστοποιήσεις, όταν η συμμόρφωση με τις ειδικές απαιτήσεις των ΔΠΧΑ είναι ανεπαρκής για να καταστήσει τους χρήστες ικανούς να αντιληφθούν την επίδραση των συναλλαγών ή άλλων γεγονότων και συνθηκών στη χρηματοοικονομική θέση και επίδοση της οικονομικής οντότητας.

Μια οικονομική οντότητα δεν δύναται να αποκαταστήσει ακατάλληλες λογιστικές πολιτικές με τη γνωστοποίηση των λογιστικών πολιτικών που χρησιμοποιήθηκαν, με σημειώσεις ή με επεξηγηματικό υλικό.

6E

Στην εξαιρετικά σπάνια περίπτωση κατά την οποία η διοίκηση διαπιστώνει ότι η συμμόρφωση με απαίτηση σε ΔΠΧΑ θα ήταν τόσο παραπλανητική ώστε να είναι αντίθετη με το σκοπό των οικονομικών καταστάσεων που παρατίθεται στο Εννοιολογικό Πλαίσιο, η οικονομική οντότητα παρεκκλίνει από την απαίτηση εκείνη με τον τρόπο που καθορίζεται στην παράγραφο 6ΣΤ αν έτσι απαιτεί, ή άλλως δεν απαγορεύει, το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο.

6ΣΤ

Όταν μια οικονομική οντότητα παρεκκλίνει από απαίτηση ενός ΔΠΧΑ σύμφωνα με την παράγραφο 6Ε, γνωστοποιεί:

α)

ότι η διοίκηση έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι οικονομικές καταστάσεις παρουσιάζουν ακριβοδίκαια την οικονομική θέση, τη χρηματοοικονομική επίδοση και τις ταμειακές ροές της οικονομικής οντότητας·

β)

ότι έχει συμμορφωθεί με τα εφαρμοστέα ΔΠΧΑ, με εξαίρεση την παρέκκλιση από συγκεκριμένη απαίτηση προκειμένου να επιτύχει την ακριβοδίκαιη παρουσίαση·

γ)

τον τίτλο του ΔΠΧΑ από το οποίο έχει παρεκκλίνει η οικονομική οντότητα, το είδος της παρέκκλισης, συμπεριλαμβανόμενου του χειρισμού που το ΔΠΧΑ θα απαιτούσε, τον λόγο για τον οποίο αυτός ο χειρισμός θα ήταν τόσο παραπλανητικός υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες ώστε να είναι αντίθετη με τον σκοπό των οικονομικών καταστάσεων όπως παρατίθεται στο Εννοιολογικό Πλαίσιο και τον χειρισμό που υιοθετήθηκε· και

δ)

για κάθε παρουσιαζόμενη περίοδο, την οικονομική επίδραση της παρέκκλισης από κάθε στοιχείο των οικονομικών καταστάσεων που θα είχε παρουσιαστεί σύμφωνα με την απαίτηση.

Όταν μια οικονομική οντότητα έχει παρεκκλίνει από απαίτηση ΔΠΧΑ σε προγενέστερη περίοδο, και η παρέκκλιση αυτή επιδρά στα ποσά που αναγνωρίστηκαν στις οικονομικές καταστάσεις για την τρέχουσα περίοδο, θα προβαίνει στις γνωστοποιήσεις που παρατίθενται στην παράγραφο 6ΣΤ στοιχεία γ) έως δ).

6H

Η παράγραφος 6Ζ εφαρμόζεται, για παράδειγμα, όταν μια οικονομική οντότητα παρέκκλινε σε προγενέστερη περίοδο από απαίτηση ΔΠΧΑ περί επιμέτρησης περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων και η παρέκκλιση αυτή επηρεάζει την επιμέτρηση των μεταβολών των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που αναγνωρίστηκαν στις οικονομικές καταστάσεις της τρέχουσας περιόδου.

Στην εξαιρετικά σπάνια περίπτωση κατά την οποία η διοίκηση διαπιστώνει ότι η συμμόρφωση με απαίτηση σε ΔΠΧΑ θα ήταν τόσο παραπλανητική ώστε να είναι αντίθετη με τον σκοπό των οικονομικών καταστάσεων που παρατίθεται στο Εννοιολογικό Πλαίσιο, αλλά το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο απαγορεύει την παρέκκλιση από την απαίτηση, η οικονομική οντότητα μειώνει τις πτυχές της συμμόρφωσης που αντιλαμβάνεται ως παραπλανητικές στον μέγιστο δυνατό βαθμό, γνωστοποιώντας:

α)

τον τίτλο του εν λόγω ΔΠΧΑ, το είδος της απαίτησης και τον λόγο για τον οποίο η διοίκηση έχει συμπεράνει ότι η συμμόρφωση με την απαίτηση αυτή είναι τόσο παραπλανητική υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες ώστε να είναι αντίθετη με τον σκοπό των οικονομικών καταστάσεων όπως αυτός παρατίθεται στο Εννοιολογικό Πλαίσιο· και

β)

για κάθε παρουσιαζόμενη περίοδο, τις προσαρμογές σε κάθε στοιχείο των οικονομικών καταστάσεων που η διοίκηση έχει συμπεράνει ότι θα ήταν απαραίτητες προκειμένου να επιτευχθεί ακριβοδίκαιη παρουσίαση.

Για τον σκοπό των παραγράφων 6Ε–6Θ, ένα στοιχείο πληροφόρησης είναι αντίθετο με τον σκοπό των οικονομικών καταστάσεων όταν δεν παρουσιάζει ακριβοδίκαια τις συναλλαγές, άλλα γεγονότα ή συνθήκες που είτε δηλώνει ότι παρουσιάζει ή που θα μπορούσε εύλογα να αναμένεται ότι παρουσιάζει και, συνεπώς, θα ήταν πιθανό να επηρεάσει τις οικονομικές αποφάσεις των χρηστών των οικονομικών καταστάσεων. Κατά την αξιολόγηση αν η συμμόρφωση με συγκεκριμένη απαίτηση ΔΠΧΑ θα ήταν τόσο παραπλανητική ώστε να είναι αντίθετη με τον σκοπό των οικονομικών καταστάσεων όπως παρατίθεται στο Εννοιολογικό Πλαίσιο, η διοίκηση λαμβάνει υπόψη:

α)

τον λόγο για τον οποίο ο σκοπός των οικονομικών καταστάσεων δεν επιτυγχάνεται υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες· και

β)

με ποιον τρόπο οι περιστάσεις της οικονομικής οντότητας διαφέρουν από εκείνες άλλων οικονομικών οντοτήτων, οι οποίες συμμορφώνονται με την απαίτηση. Αν άλλες οικονομικές οντότητες σε παρόμοιες περιστάσεις συμμορφώνονται με την απαίτηση, υπάρχει μαχητό τεκμήριο ότι η συμμόρφωση της οικονομικής οντότητας με την απαίτηση δεν θα ήταν τόσο παραπλανητική ώστε να είναι αντίθετη με τον σκοπό των οικονομικών καταστάσεων όπως παρατίθεται στο Εννοιολογικό Πλαίσιο.

Συνεχιζόμενη δραστηριότητα

6ΙΑ

Κατά την κατάρτιση των οικονομικών καταστάσεων, η διοίκηση θα προβαίνει σε εκτίμηση της δυνατότητας της οικονομικής οντότητας να διατηρηθεί ως συνεχιζόμενη δραστηριότητα. Η οικονομική οντότητα θα καταρτίζει τις οικονομικές καταστάσεις βάσει της αρχής της συνεχιζόμενης δραστηριότητας, εκτός εάν η διοίκηση προτίθεται να εκκαθαρίσει την οικονομική οντότητα ή να παύσει κάθε συναλλαγή ή εάν δεν έχει εναλλακτική λύση παρά να ενεργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο. Όταν, κατά την εκτίμησή της, η διοίκηση γνωρίζει την ύπαρξη σημαντικών αβεβαιοτήτων, οι οποίες σχετίζονται με γεγονότα ή συνθήκες που μπορεί να δημιουργήσουν σοβαρές αμφιβολίες όσον αφορά τη δυνατότητα της οικονομικής οντότητας να διατηρηθεί ως συνεχιζόμενη δραστηριότητα, αυτές οι αβεβαιότητες πρέπει να γνωστοποιούνται. Όταν οι οικονομικές καταστάσεις δεν καταρτίζονται στη βάση της συνεχιζόμενης δραστηριότητας, το γεγονός αυτό γνωστοποιείται από την οικονομική οντότητα, μαζί με τη βάση επί της οποίας καταρτίζονται οι οικονομικές καταστάσεις και τον λόγο για τον οποίο η οικονομική οντότητα δεν θεωρείται συνεχιζόμενη δραστηριότητα.

6ΙΒ

Κατά την εκτίμηση για το αν συντρέχει η παραδοχή της συνεχιζόμενης δραστηριότητας, η διοίκηση λαμβάνει υπόψη όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες για το μέλλον, το οποίο πρέπει να εκτείνεται σε χρονικό διάστημα τουλάχιστον δώδεκα μηνών από το τέλος της περιόδου αναφοράς, χωρίς να περιορίζεται στο διάστημα αυτό. Το βάθος της σχετικής έρευνας εξαρτάται από τα δεδομένα σε κάθε περίπτωση. Όταν μια οικονομική οντότητα έχει ένα παρελθόν κερδοφόρων δραστηριοτήτων και άμεση πρόσβαση σε οικονομικούς πόρους, δεν χρειάζεται λεπτομερή ανάλυση για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η λογιστική βάση της συνεχιζόμενης δραστηριότητας είναι ορθή. Σε άλλες περιπτώσεις η διοίκηση μπορεί να χρειάζεται να λάβει υπόψη έναν ευρύ κύκλο παραγόντων, που σχετίζονται με την τρέχουσα και την αναμενόμενη κερδοφορία, τα προγράμματα εξόφλησης χρεών και τις πιθανές εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης, πριν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η βάση της συνεχιζόμενης δραστηριότητας είναι η ορθή.

Λογιστικός χειρισμός με βάση την αρχή του δεδουλευμένου

6ΙΓ

Η οικονομική οντότητα καταρτίζει τις οικονομικές καταστάσεις της με βάση την αρχή του δεδουλευμένου, με εξαίρεση τις πληροφορίες των ταμειακών ροών.

6ΙΔ

Όταν γίνεται χρήση του λογιστικού χειρισμού με βάση την αρχή του δεδουλευμένου, μια οικονομική οντότητα αναγνωρίζει στοιχεία ως περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις, ίδια κεφάλαια, έσοδα και έξοδα (τα στοιχεία των οικονομικών καταστάσεων) όταν ανταποκρίνονται στους ορισμούς και τα κριτήρια αναγνώρισης που έχουν τεθεί για τα στοιχεία εκείνα στο Εννοιολογικό Πλαίσιο.

ΛΟΓΙΣΤΙΚΈΣ ΠΟΛΙΤΙΚΈΣ

Επιλογή και εφαρμογή των λογιστικών πολιτικών

...

11.

Για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που περιγράφεται στην παράγραφο 10, η διοίκηση ανατρέχει στις ακόλουθες πηγές, και εξετάζει τη δυνατότητα εφαρμογής τους, με την ακόλουθη σειρά:

...

β)

στους ορισμούς, στα κριτήρια αναγνώρισης και στις έννοιες επιμέτρησης για τα περιουσιακά στοιχεία, τις υποχρεώσεις, τα έσοδα και τα έξοδα που παρατίθενται στο εννοιολογικό πλαίσιο.

...

Γνωστοποίηση

Γνωστοποίηση της επιλογής και της εφαρμογής λογιστικών πολιτικών

27A

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί σημαντικές πληροφορίες λογιστικής πολιτικής (βλ. παράγραφο 5). Οι πληροφορίες λογιστικής πολιτικής είναι σημαντικές εάν, όταν εξετάζονται μαζί με άλλες πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις οικονομικές καταστάσεις της οικονομικής οντότητας, μπορεί να αναμένεται ευλόγως ότι θα επηρεάσουν τις αποφάσεις που λαμβάνουν οι κύριοι χρήστες των οικονομικών καταστάσεων γενικής χρήσης βάσει των εν λόγω οικονομικών καταστάσεων.

27B

Πληροφορίες λογιστικής πολιτικής οι οποίες αφορούν επουσιώδεις συναλλαγές, λοιπά γεγονότα ή συνθήκες είναι επουσιώδεις και δεν χρειάζεται να γνωστοποιούνται. Ωστόσο, οι πληροφορίες λογιστικής πολιτικής μπορεί να είναι σημαντικές λόγω της φύσης των σχετικών συναλλαγών, λοιπών γεγονότων ή συνθηκών, ακόμη και αν τα ποσά είναι επουσιώδη. Παρά ταύτα, δεν είναι από μόνες τους σημαντικές όλες οι πληροφορίες λογιστικής πολιτικής που αφορούν σημαντικές συναλλαγές, λοιπά γεγονότα ή συνθήκες.

27Γ

Οι πληροφορίες λογιστικής πολιτικής αναμένεται να είναι σημαντικές εάν οι χρήστες των οικονομικών καταστάσεων της οντότητας τις χρειάζονται για να κατανοήσουν άλλες σημαντικές πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις οικονομικές καταστάσεις. Για παράδειγμα, η οικονομική οντότητα είναι πιθανό να θεωρεί πληροφορίες λογιστικής πολιτικής σημαντικές για τις οικονομικές καταστάσεις της, εάν οι εν λόγω πληροφορίες αφορούν σημαντικές συναλλαγές, λοιπά γεγονότα ή συνθήκες και:

α)

η οικονομική οντότητα άλλαξε τη λογιστική πολιτική της κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς και η αλλαγή αυτή είχε ως αποτέλεσμα σημαντική μεταβολή στις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις οικονομικές καταστάσεις·

β)

η οικονομική οντότητα επέλεξε τη λογιστική πολιτική από μία ή περισσότερες επιλογές που επιτρέπονται σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ —μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να προκύψει εάν η οικονομική οντότητα επέλεξε να επιμετρήσει τις επενδύσεις σε ακίνητα στο ιστορικό κόστος και όχι στην εύλογη αξία·

γ)

η λογιστική πολιτική αναπτύχθηκε σύμφωνα με το παρόν πρότυπο εν απουσία ειδικώς εφαρμοζόμενου ΔΠΧΑ·

δ)

η λογιστική πολιτική αφορά ένα πεδίο για το οποίο η οικονομική οντότητα υποχρεούται να προβεί σε σημαντικές κρίσεις ή παραδοχές κατά την εφαρμογή μιας λογιστικής πολιτικής, και η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί τις εν λόγω κρίσεις ή παραδοχές σύμφωνα με τις παραγράφους 27Z και 31A· ή

ε)

η λογιστική που απαιτείται εν προκειμένω είναι πολύπλοκη και οι χρήστες των οικονομικών καταστάσεων της οικονομικής οντότητας δεν θα μπορούσαν διαφορετικά να κατανοήσουν αυτές τις σημαντικές συναλλαγές, λοιπά γεγονότα ή συνθήκες —μια τέτοια κατάσταση θα μπορούσε να προκύψει εάν η οικονομική οντότητα εφαρμόζει περισσότερα από ένα ΔΠΧΑ σε μια κατηγορία σημαντικών συναλλαγών.

27Δ

Οι πληροφορίες λογιστικής πολιτικής που επικεντρώνονται στον τρόπο με τον οποίο η οικονομική οντότητα έχει εφαρμόσει τις απαιτήσεις των ΔΠΧΑ στις δικές της περιστάσεις παρέχουν πληροφορίες ειδικά για κάθε οντότητα, οι οποίες είναι πιο χρήσιμες για τους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων από ό,τι οι τυποποιημένες πληροφορίες ή οι πληροφορίες που απλώς επαναλαμβάνουν ή συνοψίζουν τις απαιτήσεις των ΔΠΧΑ.

27E

Εάν η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί επουσιώδεις πληροφορίες λογιστικής πολιτικής, οι πληροφορίες αυτές δεν συγκαλύπτουν σημαντικές πληροφορίες λογιστικής πολιτικής.

27ΣΤ

Το συμπέρασμα της οικονομικής οντότητας ότι οι πληροφορίες λογιστικής πολιτικής είναι επουσιώδεις δεν επηρεάζει τις σχετικές απαιτήσεις γνωστοποίησης που καθορίζονται σε άλλα ΔΠΧΑ.

27Ζ

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί, μαζί με τις σημαντικές πληροφορίες λογιστικής πολιτικής ή άλλες σημειώσεις, τις κρίσεις της διοίκησης κατά τη διαδικασία της εφαρμογής των λογιστικών πολιτικών της οικονομικής οντότητας που έχουν τη σημαντικότερη επίδραση στα ποσά που αναγνωρίζονται στις οικονομικές καταστάσεις, εκτός εκείνων που αφορούν εκτιμήσεις (βλ. παράγραφο 31A).

27H

Κατά τη διαδικασία της εφαρμογής των λογιστικών πολιτικών της οικονομικής οντότητας, η διοίκηση προβαίνει σε διάφορες κρίσεις, εκτός εκείνων που αφορούν εκτιμήσεις, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό τα ποσά που αναγνωρίζονται στις οικονομικές καταστάσεις. Για παράδειγμα, η διοίκηση προβαίνει σε κρίσεις για τον προσδιορισμό:

α)

των περιπτώσεων στις οποίες ουσιωδώς όλοι οι σημαντικοί κίνδυνοι και οι ωφέλειες της κυριότητας χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και, για τους εκμισθωτές, περιουσιακών στοιχείων που τελούν υπό μίσθωση μεταβιβάζονται σε άλλες οικονομικές οντότητες,

β)

του κατά πόσον συγκεκριμένες πωλήσεις αγαθών συνιστούν, στην ουσία, χρηματοδοτικές ρυθμίσεις και ως εκ τούτου δεν απορρέουν από αυτές έσοδα· και

γ)

του κατά πόσον από τους συμβατικούς όρους ενός χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου απορρέουν σε συγκεκριμένες ημερομηνίες ταμειακές ροές που συνίστανται αποκλειστικά σε αποπληρωμή κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου.

27Θ

Κάποιες γνωστοποιήσεις σύμφωνα με την παράγραφο 27Z απαιτούνται από άλλα ΔΠΧΑ. Για παράδειγμα στο ΔΠΧΑ 12 Γνωστοποίηση συμμετοχών σε άλλες οντότητες απαιτείται η οικονομική οντότητα να γνωστοποιεί τις κρίσεις στις οποίες έχει προβεί για να προσδιορίσει αν ελέγχει άλλη οικονομική οντότητα. Στο ΔΛΠ 40 Επενδύσεις σε ακίνητα απαιτείται η γνωστοποίηση των κριτηρίων που αναπτύσσονται από την οικονομική οντότητα για να διαχωρίσει την επένδυση σε ακίνητα από τα ιδιοχρησιμοποιούμενα ακίνητα και από τα ακίνητα που κατέχονται προς πώληση στο πλαίσιο των συνήθων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, όταν η κατάταξη των ακινήτων είναι δύσκολη.

Γνωστοποίηση μεταβολών στις λογιστικές πολιτικές

28.

Όταν η αρχική εφαρμογή ενός ΔΠΧΑ έχει επίδραση στην τρέχουσα ή σε οποιαδήποτε προγενέστερη περίοδο, ή θα είχε την επίδραση αυτή αλλά είναι ανέφικτο να προσδιοριστεί το ποσό της προσαρμογής, ή θα μπορούσε να έχει επίδραση σε μελλοντικές περιόδους, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί:

...

Γνωστοποίηση πηγών αβεβαιότητας των εκτιμήσεων

31A

Κατά το τέλος της περιόδου αναφοράς, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί πληροφορίες για τις παραδοχές για το μέλλον και άλλες κύριες πηγές αβεβαιότητας των εκτιμήσεων, που παρουσιάζουν σημαντικό κίνδυνο να προκαλέσουν σημαντικές προσαρμογές στις λογιστικές αξίες των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων εντός του επόμενου οικονομικού έτους. Αναφορικά με τα προαναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις, οι σημειώσεις περιλαμβάνουν λεπτομέρειες σχετικά με:

α)

το είδος τους· και

β)

τη λογιστική αξία τους στο τέλος της περιόδου αναφοράς.

31B

Ο προσδιορισμός των λογιστικών αξιών ορισμένων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων απαιτεί εκτίμηση των επιδράσεων των αβέβαιων μελλοντικών γεγονότων σε εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις κατά το τέλος της περιόδου αναφοράς. Για παράδειγμα, ελλείψει προσφάτως παρατηρούμενων αγοραίων τιμών, απαιτούνται μελλοντικοστρεφείς εκτιμήσεις για την επιμέτρηση των ανακτήσιμων ποσών κατηγοριών των ενσώματων παγίων, της επίδρασης της τεχνολογικής απαξίωσης στα αποθέματα, προβλέψεις που εξαρτώνται από τη μελλοντική έκβαση εκκρεμοδικιών και υποχρεώσεις που απορρέουν από μακροπρόθεσμες παροχές σε εργαζόμενους όπως είναι οι συντάξεις. Οι εκτιμήσεις αυτές αφορούν παραδοχές για στοιχεία όπως είναι η προσαρμογή κινδύνου στις ταμειακές ροές ή τα προεξοφλητικά επιτόκια και οι μελλοντικές μεταβολές των μισθών και των τιμών που επηρεάζουν άλλα κόστη.

31Γ

Οι παραδοχές και άλλες πηγές αβεβαιότητας των εκτιμήσεων που γνωστοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 31A σχετίζονται με τις εκτιμήσεις που απαιτούνται για τις πιο δύσκολες, υποκειμενικές ή σύνθετες κρίσεις της διοίκησης. Καθώς ο αριθμός των μεταβλητών και των παραδοχών που άπτονται της πιθανής μελλοντικής επίλυσης των αβεβαιοτήτων αυξάνεται, οι κρίσεις γίνονται περισσότερο υποκειμενικές και σύνθετες και η πιθανότητα μιας συνεπακόλουθης σημαντικής προσαρμογής των λογιστικών αξιών των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων κατά κανόνα αυξάνεται αναλόγως.

31Δ

Οι γνωστοποιήσεις της παραγράφου 31A δεν απαιτούνται για περιουσιακά στοιχεία και υποχρεώσεις με σημαντικό κίνδυνο, των οποίων η λογιστική αξία ενδέχεται να αλλάξει ουσιαστικά εντός του επόμενου οικονομικού έτους εάν, στο τέλος της περιόδου αναφοράς, επιμετρώνται στην εύλογη αξία βάσει επίσημης χρηματιστηριακής τιμής σε ενεργό αγορά για πανομοιότυπο περιουσιακό στοιχείο ή υποχρέωση. Οι εν λόγω εύλογες αξίες ενδέχεται να αλλάξουν σημαντικά εντός του επόμενου οικονομικού έτους αλλά οι μεταβολές αυτές δεν προκύπτουν από παραδοχές ή άλλες πηγές αβεβαιότητας των εκτιμήσεων στο τέλος της περιόδου αναφοράς.

31E

Η οικονομική οντότητα παρέχει τις γνωστοποιήσεις της παραγράφου 31Α με τέτοιο τρόπο ώστε να βοηθούν τους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων να κατανοήσουν τις κρίσεις της διοίκησης αναφορικά με το μέλλον και άλλες πηγές αβεβαιότητας των εκτιμήσεων. Το είδος και η έκταση των παρεχόμενων πληροφοριών ποικίλλουν ανάλογα με το είδος της παραδοχής και άλλες συνθήκες. Παραδείγματα των ειδών των γνωστοποιήσεων μιας οικονομικής οντότητας είναι:

α)

το είδος της παραδοχής ή άλλη αβεβαιότητα των εκτιμήσεων·

β)

η ευαισθησία των λογιστικών αξιών στις μεθόδους, τις παραδοχές και τις εκτιμήσεις που διέπουν τον υπολογισμό τους, συμπεριλαμβανομένων των αιτιών της ευαισθησίας·

γ)

η αναμενόμενη επίλυση μιας αβεβαιότητας και το φάσμα των λογικά πιθανών εκβάσεων εντός του επόμενου οικονομικού έτους όσον αφορά τις λογιστικές αξίες των επηρεαζόμενων περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων· και

δ)

μια επεξήγηση των μεταβολών σε προηγούμενες παραδοχές σχετικά με εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις, αν η αβεβαιότητα παραμένει.

31ΣΤ

Το παρόν πρότυπο δεν απαιτεί από την οικονομική οντότητα να γνωστοποιεί πληροφορίες που αφορούν τον προϋπολογισμό ή τις προβλέψεις για τις γνωστοποιήσεις της παραγράφου 31Α.

31Ζ

Ενίοτε είναι ανέφικτη η γνωστοποίηση της έκτασης των πιθανών επιδράσεων μιας παραδοχής ή άλλης πηγής αβεβαιότητας των εκτιμήσεων, κατά το τέλος της περιόδου αναφοράς. Στις περιπτώσεις αυτές, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί ότι είναι εύλογα πιθανό, βάσει της υπάρχουσας γνώσης, να απαιτηθεί σημαντική προσαρμογή στη λογιστική αξία των περιουσιακών στοιχείων ή των υποχρεώσεων που επηρεάζονται από εκβάσεις των γεγονότων εντός του επόμενου οικονομικού έτους που διαφέρουν από τις παραδοχές. Σε κάθε περίπτωση, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί το είδος και τη λογιστική αξία του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου ή υποχρέωσης (ή κατηγορίας περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων) που επηρεάστηκε από την παραδοχή.

31H

Οι γνωστοποιήσεις της παραγράφου 27Ζ συγκεκριμένων κρίσεων της διοίκησης που έγιναν κατά την εφαρμογή των λογιστικών πολιτικών της οικονομικής οντότητας δεν σχετίζονται με τις γνωστοποιήσεις των πηγών αβεβαιότητας των εκτιμήσεων της παραγράφου 31Α.

31Θ

Άλλα ΔΠΧΑ απαιτούν τη γνωστοποίηση ορισμένων από τις παραδοχές που θα απαιτούνταν διαφορετικά σύμφωνα με την παράγραφο 31Α. Για παράδειγμα, στο ΔΛΠ 37 Προβλέψεις, ενδεχόμενες υποχρεώσεις και ενδεχόμενα περιουσιακά στοιχεία απαιτείται η γνωστοποίηση, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, των βασικότερων παραδοχών σχετικά με μελλοντικά γεγονότα που επηρεάζουν κατηγορίες προβλέψεων. Στο ΔΠΧΑ 13 Επιμέτρηση εύλογης αξίας απαιτείται η γνωστοποίηση σημαντικών παραδοχών [συμπεριλαμβανομένων της τεχνικής (ή των τεχνικών) αποτίμησης και των εισροών] που χρησιμοποιεί η οντότητα κατά την επιμέτρηση της εύλογης αξίας περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που παρουσιάζονται στην εύλογη αξία.

ΛΟΓΙΣΤΙΚΈΣ ΕΚΤΙΜΉΣΕΙΣ

32.

Στο πλαίσιο μιας λογιστικής πολιτικής μπορεί να απαιτείται η επιμέτρηση των στοιχείων των οικονομικών καταστάσεων κατά τρόπο που να συνεπάγεται αβεβαιότητες στην επιμέτρηση. Αυτό σημαίνει ότι στο πλαίσιο της λογιστικής πολιτικής ενδέχεται να απαιτείται η επιμέτρηση των εν λόγω στοιχείων με χρηματικά ποσά τα οποία δεν είναι δυνατόν να παρατηρηθούν άμεσα και πρέπει, αντ’ αυτού, να εκτιμηθούν. Στην περίπτωση αυτή, η οικονομική οντότητα καταρτίζει λογιστική εκτίμηση για την επίτευξη του στόχου που καθορίζεται στο πλαίσιο της λογιστικής πολιτικής. Η κατάρτιση λογιστικών εκτιμήσεων περιλαμβάνει τη χρήση κρίσεων ή παραδοχών με βάση τις τελευταίες διαθέσιμες, αξιόπιστες πληροφορίες. Παραδείγματα λογιστικών εκτιμήσεων περιλαμβάνουν:

...

γ)

την εύλογη αξία ενός περιουσιακού στοιχείου ή μιας υποχρέωσης, σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 13·

...

ε)

πρόβλεψη για δεσμεύσεις εγγύησης, κατ’ εφαρμογή του ΔΛΠ 37.

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΉ ΠΕΡΊΟΔΟΣ

...

54Ι

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 1, 3, 5, 11 και 32, προστέθηκαν οι παράγραφοι 3Α, 6Α–6ΙΔ, 27Α–27Θ και 31Α–31Θ και οι σχετικοί τίτλοι και υπότιτλοι, προστέθηκε ένας υπότιτλος πάνω από την παράγραφο 28 και διαγράφηκε η παράγραφος 2. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Η υποσημείωση στον ορισμό των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ στην παράγραφο 5 διαγράφεται.

Στο τέλος της παραγράφου 54Η προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τον ορισμό της «σημαντικότητας» από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

ΔΛΠ 10    Γεγονότα μετά την περίοδο αναφοράς

Τροποποιούνται οι παράγραφοι 13 και 16 και προστίθεται η παράγραφος 23Δ.

ΑΝΑΓΝΏΡΙΣΗ ΚΑΙ ΕΠΙΜΈΤΡΗΣΗ

...

Μερίσματα

...

13.

Εάν η καταβολή μερισμάτων ανακοινωθεί μετά την περίοδο αναφοράς αλλά πριν εγκριθεί η έκδοση των οικονομικών καταστάσεων, τα μερίσματα δεν αναγνωρίζονται ως υποχρέωση κατά το τέλος της περιόδου αναφοράς, επειδή δεν υφίσταται δέσμευση εκείνη τη στιγμή. Τέτοια μερίσματα γνωστοποιούνται στις σημειώσεις σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις.

ΣΥΝΕΧΙΖΌΜΕΝΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΌΤΗΤΑ

...

16.

Το ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων προσδιορίζει απαιτήσεις γνωστοποίησης εάν:

α)

οι οικονομικές καταστάσεις δεν έχουν καταρτιστεί στη βάση της συνεχιζόμενης δραστηριότητας (going concern)· ή

β)

η διοίκηση είναι ενήμερη για σημαντικές αβεβαιότητες οι οποίες αφορούν γεγονότα ή συνθήκες που μπορεί να δημιουργήσουν ουσιώδη αμφιβολία για την ικανότητα της οικονομικής οντότητας να εξακολουθήσει ως συνεχιζόμενη δραστηριότητα. Τα γεγονότα ή οι συνθήκες που απαιτούν γνωστοποίηση μπορεί να ανακύψουν μετά την περίοδο αναφοράς.

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

23Δ

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 13 και 16. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στην παράγραφο 23Γ, μετά τη φράση «στον ορισμό της σημαντικότητας στην παράγραφο 7 του ΔΛΠ 1» προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τον ορισμό της «σημαντικότητας» από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

ΔΛΠ 12    Φόροι εισοδήματος

Τροποποιούνται οι παράγραφοι 62Α, 77 (και ο σχετικός υπότιτλός της) και 78 (και ο σχετικός υπότιτλός της) και η παράγραφος 81. Προστίθεται η παράγραφος 98ΙΔ.

ΑΝΑΓΝΏΡΙΣΗ ΤΡΈΧΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΒΑΛΛΌΜΕΝΟΥ ΦΌΡΟΥ

...

Στοιχεία που αναγνωρίζονται εκτός των αποτελεσμάτων

...

62A

Τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς απαιτούν ή επιτρέπουν ορισμένα στοιχεία να πιστώνονται ή να χρεώνονται απευθείας στα ίδια κεφάλαια. Παραδείγματα τέτοιων στοιχείων είναι:

α)

η προσαρμογή στο υπόλοιπο έναρξης των κερδών εις νέον που προκύπτει είτε από μεταβολή λογιστικής πολιτικής που εφαρμόζεται αναδρομικά είτε από διόρθωση λάθους (βλ. ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων)· και

β)

τα ποσά που προκύπτουν κατά την αρχική αναγνώριση του στοιχείου των ιδίων κεφαλαίων ενός σύνθετου χρηματοοικονομικού μέσου (βλ. παράγραφο 23).

...

ΠΑΡΟΥΣΊΑΣΗ

...

Έξοδα φόρου

Έξοδα (ή έσοδα) φόρου που αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα

77.

Τα έξοδα (ή έσοδα) φόρου που σχετίζονται με στοιχεία τα οποία αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα από συνεχιζόμενες δραστηριότητες παρουσιάζονται στην κατηγορία φόρου εισοδήματος στην κατάσταση αποτελεσμάτων.

...

Συναλλαγματικές διαφορές επί περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων εκφρασμένων σε ξένο νόμισμα που προκύπτουν από φόρους εισοδήματος

78.

Εάν οι συναλλαγματικές διαφορές επί περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων εκφρασμένων σε ξένο νόμισμα που προκύπτουν από φόρους εισοδήματος αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα σύμφωνα με το ΔΛΠ 21, οι διαφορές αυτές κατατάσσονται κατ’ εφαρμογή των απαιτήσεων της παραγράφου 67 του ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις.

ΓΝΩΣΤΟΠΟΊΗΣΗ

...

81.

Επίσης, γνωστοποιούνται ξεχωριστά τα εξής:

...

αβ)

το ποσό του φόρου εισοδήματος που σχετίζεται με κάθε συστατικό στοιχείο των λοιπών συνολικών εσόδων (βλ. παραγράφους 62 και 93 του ΔΠΧΑ 18)·

...

η)

σε σχέση με διακοπείσες δραστηριότητες, τα έξοδα φόρου που αφορούν:

θ)

το κέρδος ή τη ζημία από τη διακοπή· και

ii)

το κέρδος ή τη ζημία από διακοπείσα δραστηριότητα για την περίοδο, μαζί με τα αντίστοιχα ποσά για κάθε προηγούμενη περίοδο που παρουσιάζεται·

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

98ΙΔ

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 62Α, 77 (και ο σχετικός υπότιτλός της) και 78 (και ο σχετικός υπότιτλός της) και η παράγραφος 81. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος της παραγράφου 92 προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος της παραγράφου 98Β προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 στο ΔΠΧΑ 18.

Στην παράγραφο 98Η, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ΔΛΠ 16    Ενσώματα πάγια

Τροποποιείται η παράγραφος 51. Προστίθεται η παράγραφος 81O.

ΕΠΙΜΈΤΡΗΣΗ ΜΕΤΆ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΏΡΙΣΗ

...

Απόσβεση

...

Αποσβέσιμο ποσό και περίοδος απόσβεσης

...

51.

Η υπολειμματική αξία και η ωφέλιμη ζωή του περιουσιακού στοιχείου αναθεωρούνται τουλάχιστον στη λήξη κάθε οικονομικού έτους και, αν οι προσδοκίες διαφέρουν από τις προηγούμενες εκτιμήσεις, η μεταβολή (ή οι μεταβολές) λογιστικοποιείται (-ούνται) ως μεταβολή σε λογιστική εκτίμηση σύμφωνα με το ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

81ΙΕ

Με το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκε η παράγραφος 51. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος της παραγράφου 81Β προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

Στην παράγραφο 81Ζ, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ΔΛΠ 19    Παροχές σε εργαζομένους

Τροποποιούνται οι παράγραφοι 25, 134, 158 και 171. Προστίθεται η παράγραφος 180.

ΒΡΑΧΥΠΡΌΘΕΣΜΕΣ ΠΑΡΟΧΈΣ ΣΕ ΕΡΓΑΖΟΜΈΝΟΥΣ

...

Γνωστοποίηση

25.

Μολονότι στο παρόν πρότυπο δεν απαιτούνται ειδικές γνωστοποιήσεις για βραχυπρόθεσμες παροχές σε εργαζομένους, μπορεί να απαιτούνται γνωστοποιήσεις βάσει άλλων ΔΠΧΑ. Για παράδειγμα, στο ΔΛΠ 24 απαιτείται να γνωστοποιούνται οι παροχές σε εργαζομένους για τα κύρια διοικητικά στελέχη. Βάσει του ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις απαιτείται να γνωστοποιούνται τα έξοδα παροχών σε εργαζομένους.

...

ΠΑΡΟΧΈΣ ΜΕΤΆ ΤΗΝ ΈΞΟΔΟ ΑΠΌ ΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΊΑ: ΠΡΟΓΡΆΜΜΑΤΑ ΚΑΘΟΡΙΣΜΈΝΩΝ ΠΑΡΟΧΏΝ

Παρουσίαση

...

...

Συνιστώσες του κόστους καθορισμένων παροχών

134.

Σύμφωνα με την παράγραφος 120, απαιτείται από την οικονομική οντότητα να αναγνωρίζει στα αποτελέσματα το κόστος απασχόλησης και τον καθαρό τόκο επί της καθαρής υποχρέωσης (του καθαρού περιουσιακού στοιχείου) καθορισμένων παροχών. Το παρόν πρότυπο δεν διευκρινίζει πως πρέπει να παρουσιάζει η οντότητα το κόστος απασχόλησης και τον καθαρό τόκο επί της καθαρής υποχρέωσης (του καθαρού περιουσιακού στοιχείου) καθορισμένων παροχών. Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει τις συνιστώσες αυτές σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 18.

...

ΆΛΛΕΣ ΜΑΚΡΟΠΡΌΘΕΣΜΕΣ ΠΑΡΟΧΈΣ ΣΕ ΕΡΓΑΖΟΜΈΝΟΥΣ

...

Γνωστοποίηση

158.

Μολονότι στο παρόν πρότυπο δεν απαιτούνται ειδικές γνωστοποιήσεις για τις άλλες μακροπρόθεσμες παροχές σε εργαζομένους, μπορεί να απαιτούνται γνωστοποιήσεις βάσει άλλων ΔΠΧΑ. Για παράδειγμα, στο ΔΛΠ 24 απαιτείται να γνωστοποιούνται οι παροχές σε εργαζομένους για τα κύρια διοικητικά στελέχη. Στο ΔΠΧΑ 18 απαιτείται η γνωστοποίηση των εξόδων παροχών σε εργαζομένους.

ΠΑΡΟΧΈΣ ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΎ ΤΗΣ ΑΠΑΣΧΌΛΗΣΗΣ

...

Γνωστοποίηση

171.

Μολονότι στο παρόν πρότυπο δεν απαιτούνται ειδικές γνωστοποιήσεις για τις παροχές τερματισμού της απασχόλησης, μπορεί να απαιτούνται γνωστοποιήσεις βάσει άλλων ΔΠΧΑ. Για παράδειγμα, στο ΔΛΠ 24 απαιτείται να γνωστοποιούνται οι παροχές σε εργαζομένους για τα κύρια διοικητικά στελέχη. Στο ΔΠΧΑ 18 απαιτείται η γνωστοποίηση των εξόδων παροχών σε εργαζομένους.

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΈΣ ΔΙΑΤΆΞΕΙΣ ΚΑΙ ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

180.

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 25, 134, 158 και 171. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στην παράγραφο 173, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις τον Απρίλιο του 2024, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

Στην παράγραφο 175, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8.

ΔΛΠ 20    Λογιστική των κρατικών επιχορηγήσεων και γνωστοποίηση της κρατικής υποστήριξης

Τροποποιούνται οι παράγραφοι 16, 29 και 32 και προστίθεται η παράγραφος 49.

ΚΡΑΤΙΚΈΣ ΕΠΙΧΟΡΗΓΉΣΕΙΣ

...

16.

Αποτελεί θεμελιώδη αρχή της προσέγγισης μέσω των εσόδων ότι οι κρατικές επιχορηγήσεις θα πρέπει να αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα σε συστηματική βάση κατά τις περιόδους στις οποίες η οικονομική οντότητα αναγνωρίζει ως έξοδα τα σχετικά κόστη για την αντιστάθμιση των οποίων προορίζονται οι επιχορηγήσεις. Η αναγνώριση κρατικών επιχορηγήσεων στα αποτελέσματα με βάση τις εισπράξεις δεν είναι σύμφωνη με την παραδοχή της λογιστικής αρχής του δεδουλευμένου (βλ. ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων) και θα ήταν αποδεκτή μόνο αν δεν υπήρχε βάση για την κατανομή της επιχορήγησης σε περιόδους άλλες από αυτή κατά την οποία ελήφθη.

...

Παρουσίαση των επιχορηγήσεων που αφορούν έσοδα

29.

Οι επιχορηγήσεις που αφορούν έσοδα κατατάσσονται και παρουσιάζονται στην κατάσταση αποτελεσμάτων σύμφωνα με τις απαιτήσεις του ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις. Περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα, είτε ως έσοδα είτε ως ποσά που αφαιρούνται κατά την παρουσίαση των σχετικών εξόδων.

...

Αποπληρωμή κρατικών επιχορηγήσεων

32.

Μια κρατική επιχορήγηση για την οποία δημιουργείται υποχρέωση αποπληρωμής λογιστικοποιείται ως μεταβολή λογιστικής εκτίμησης (βλ. ΔΛΠ 8). Η αποπληρωμή επιχορήγησης που αφορά έσοδα συμψηφίζεται πρώτα με το αναπόσβεστο αναβαλλόμενο πιστωτικό υπόλοιπο που έχει αναγνωρισθεί σχετικά με την επιχορήγηση. Στο μέτρο που η αποπληρωμή υπερβαίνει αυτό το υπόλοιπο ή σε περίπτωση που δεν υπάρχει υπόλοιπο, η αποπληρωμή αναγνωρίζεται άμεσα στα αποτελέσματα. Η αποπληρωμή επιχορήγησης που αφορά περιουσιακό στοιχείο αναγνωρίζεται με αύξηση της λογιστικής αξίας του στοιχείου αυτού ή με μείωση του υπολοίπου των αναβαλλόμενων εσόδων κατά το ποσό που αποπληρώνεται. Το σωρευμένο ποσό των πρόσθετων αποσβέσεων, που μέχρι το χρόνο της ως άνω αποπληρωμής θα είχε αναγνωριστεί στα αποτελέσματα αν δεν υπήρχε η επιχορήγηση, αναγνωρίζεται άμεσα στα αποτελέσματα.

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

49.

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 16, 29 και 32. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος της παραγράφου 42 προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος της παραγράφου 46 προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 στο ΔΠΧΑ 18.

ΔΛΠ 21    Οι επιδράσεις μεταβολών των τιμών συναλλάγματος

Τροποποιείται η παράγραφος 48 και προστίθεται η παράγραφος 60ΙΔ.

ΧΡΉΣΗ ΝΟΜΊΣΜΑΤΟΣ ΠΑΡΟΥΣΊΑΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΎ ΑΠΌ ΤΟ ΝΌΜΙΣΜΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΊΑΣ

...

Διάθεση ή μερική διάθεση εκμετάλλευσης εξωτερικού

48.

Κατά τη διάθεση εκμετάλλευσης στο εξωτερικό, το σωρευμένο ποσό των συναλλαγματικών διαφορών που σχετίζονται με την εν λόγω εκμετάλλευση, έχουν αναγνωριστεί στα λοιπά συνολικά έσοδα και έχουν σωρευτεί στο χωριστό συστατικό στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων, ανακατατάσσεται από τα ίδια κεφάλαια στα αποτελέσματα (ως προσαρμογή από ανακατάταξη) όταν αναγνωριστεί το κέρδος ή η ζημία από αυτή τη διάθεση (βλ. ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποιήσεις στις οικονομικές καταστάσεις).

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΉ ΠΕΡΊΟΔΟΣ

...

60ΙΔ

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκε η παράγραφος 48. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στην παράγραφο 60, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις τον Απρίλιο του 2024, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

Στο τέλος της παραγράφου 60Α προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος της παραγράφου 60Η προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 στο ΔΠΧΑ 18.

ΔΛΠ 24    Γνωστοποιήσεις συνδεδεμένων μερών

Τροποποιείται η παράγραφος 20 και προστίθεται η παράγραφος 28Δ.

ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΉΣΕΙΣ

Όλες οι οντότητες

...

20.

Η κατάταξη των πληρωτέων ή εισπρακτέων από συνδεδεμένα μέρη ποσών σε διαφορετικές κατηγορίες όπως απαιτείται από την παράγραφο 19 αποτελεί διεύρυνση της απαίτησης γνωστοποίησης του ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποιήσεις στις οικονομικές καταστάσεις που ορίζει ότι οι πληροφορίες πρέπει είτε να παρουσιάζονται στην κατάσταση οικονομικής θέσης είτε να γνωστοποιούνται στις σημειώσεις. Οι κατηγορίες έχουν επεκταθεί ώστε να παρέχουν διεξοδικότερη ανάλυση των υπολοίπων μεταξύ συνδεδεμένων μερών και να εφαρμόζονται στις μεταξύ τους συναλλαγές.

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΉ ΠΕΡΊΟΔΟΣ

...

28Δ

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκε η παράγραφος 20. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

ΔΛΠ 26    Λογιστικός χειρισμός και παρουσίαση των προγραμμάτων παροχών εξόδου από την υπηρεσία

Στο τέλος της παραγράφου 38 προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις γνωστοποίησης σημαντικών πληροφοριών λογιστικής πολιτικής από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ΔΛΠ 27    Ατομικές οικονομικές καταστάσεις

Στην παράγραφο 18Ζ, μετά τη φράση «όπως ορίζεται στο ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις τον Απρίλιο του 2024, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

Στην παράγραφο 18Ι, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8.

ΔΛΠ 28    Επενδύσεις σε συγγενείς επιχειρήσεις και κοινοπραξίες

Τροποποιείται η παράγραφος 10 και προστίθεται η παράγραφος 45ΙΒ.

ΜΈΘΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΉΣ ΘΈΣΗΣ

10.

Σύμφωνα με τη μέθοδο της καθαρής θέσης, κατά την αρχική αναγνώριση η επένδυση σε συγγενή επιχείρηση ή κοινοπραξία αναγνωρίζεται αρχικά στο κόστος, και η λογιστική αξία αυξάνεται ή μειώνεται για να αναγνωριστεί το μερίδιο του επενδυτή στα κέρδη ή τις ζημίες της εκδότριας μετά την ημερομηνία της απόκτησης. Το μερίδιο του επενδυτή στα κέρδη ή τις ζημίες της εκδότριας αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα του επενδυτή. Τα διανεμόμενα μερίσματα που ο επενδυτής λαμβάνει από εκδότρια μειώνουν τη λογιστική αξία της επένδυσης. Επίσης, ενδέχεται να απαιτούνται προσαρμογές της λογιστικής αξίας για μεταβολές της αναλογικής συμμετοχής του επενδυτή στην εκδότρια που προκύπτουν από μεταβολές στα λοιπά συνολικά έσοδα της εκδότριας. Σε αυτές περιλαμβάνονται οι μεταβολές που προκύπτουν από αναπροσαρμογές ενσωμάτων πάγιων και από συναλλαγματικές διαφορές λόγω μετατροπής. Το μερίδιο του επενδυτή στις εν λόγω μεταβολές αναγνωρίζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα του επενδυτή (βλ. ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις).

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΉ ΠΕΡΊΟΔΟΣ

...

45ΙΒ

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκε η παράγραφος 10. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στην παράγραφο 45Β, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις τον Απρίλιο του 2024, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ΔΛΠ 29    Παρουσίαση οικονομικών στοιχείων σε υπερπληθωριστικές οικονομίες

Τροποποιούνται οι παράγραφοι 8 και 25 και προστίθεται η παράγραφος 42.

Η ΕΠΑΝΑΔΙΑΤΎΠΩΣΗ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΏΝ ΚΑΤΑΣΤΆΣΕΩΝ

...

8.

Οι οικονομικές καταστάσεις μιας οικονομικής οντότητας της οποίας το λειτουργικό νόμισμα είναι το νόμισμα μιας υπερπληθωριστικής οικονομίας, είτε βασίζονται σε προσέγγιση του ιστορικού κόστους είτε σε προσέγγιση του τρέχοντος κόστους, διατυπώνονται αναφορικά με την τρέχουσα στο τέλος της περιόδου αναφοράς μονάδα μέτρησης. Τα αντίστοιχα ποσά για την προηγούμενη περίοδο που απαιτούνται βάσει του ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις, καθώς και τυχόν πληροφορίες αναφορικά με προγενέστερες περιόδους, διατυπώνονται επίσης αναφορικά με την τρέχουσα στο τέλος της περιόδου αναφοράς μονάδα μέτρησης. Για τον σκοπό της παρουσίασης συγκρίσιμων κονδυλίων σε διαφορετικό νόμισμα παρουσίασης, εφαρμόζεται η παράγραφος 42 στοιχείο β) και η παράγραφος 43 του ΔΛΠ 21 Οι επιδράσεις μεταβολών των τιμών συναλλάγματος.

...

Οικονομικές καταστάσεις ιστορικού κόστους

Κατάσταση οικονομικής θέσης

...

25.

Στο τέλος της πρώτης περιόδου και στις επόμενες περιόδους, όλα τα επιμέρους στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων επαναδιατυπώνονται με βάση έναν γενικό δείκτη τιμών από την αρχή της περιόδου ή από την ημερομηνία εισφοράς, εάν είναι μεταγενέστερη. Οι μεταβολές της περιόδου στα ίδια κεφάλαια γνωστοποιούνται σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 18.

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

42.

Το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποίησε τις παραγράφους 8 και 25. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

ΔΛΠ 32    Χρηματοοικονομικά μέσα: Παρουσίαση

Τροποποιούνται οι παράγραφοι 34, 39–41 και ΟΕ29 και προστίθεται η παράγραφος 97ΚΑ.

ΠΑΡΟΥΣΊΑΣΗ

...

Ίδιες μετοχές (βλ. επίσης την παράγραφο ΟΕ36)

...

34.

Η ποσότητα των κατεχόμενων ιδίων μετοχών είτε παρουσιάζεται χωριστά στην κατάσταση οικονομικής θέσης ή στην κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων είτε γνωστοποιείται στις σημειώσεις, σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις. Εάν επαναποκτά τους ίδιους συμμετοχικούς της τίτλους από συνδεδεμένα μέρη, η οικονομική οντότητα παρέχει γνωστοποίηση σύμφωνα με το ΔΛΠ 24 Γνωστοποιήσεις συνδεδεμένων μερών.

Τόκοι, μερίσματα, ζημίες και κέρδη (βλ. επίσης την παράγραφο ΟΕ37)

...

39.

Το ύψος του κόστους συναλλαγής που λογιστικοποιείται ως αφαίρεση από την καθαρή θέση στην περίοδο παρουσιάζεται στην κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων ή γνωστοποιείται στις σημειώσεις σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 18.

40.

Τα μερίσματα που κατατάσσονται στα έξοδα παρουσιάζονται στην κατάσταση ή τις καταστάσεις αποτελεσμάτων και λοιπών συνολικών εσόδων ή γνωστοποιούνται στις σημειώσεις είτε μαζί με τους τόκους επί άλλων υποχρεώσεων είτε ως χωριστό στοιχείο. Επιπροσθέτως των απαιτήσεων του παρόντος προτύπου, η παρουσίαση και η γνωστοποίηση των τόκων και των μερισμάτων υπόκειται στις απαιτήσεις των ΔΠΧΑ 18 και ΔΠΧΑ 7. Σε ορισμένες περιπτώσεις, λόγω των διαφορών μεταξύ τόκων και μερισμάτων σε ό,τι αφορά θέματα όπως η δυνατότητα φορολογικής έκπτωσης, η οικονομική οντότητα μπορεί να αποφασίσει να παρουσιάσει τα έξοδα τόκων χωριστά από τα έξοδα από μερίσματα στην κατάσταση ή στις καταστάσεις αποτελεσμάτων και λοιπών συνολικών εσόδων. Οι γνωστοποιήσεις των φορολογικών επιδράσεων γίνονται σύμφωνα με το ΔΛΠ 12.

41.

Κέρδη και ζημίες που σχετίζονται με μεταβολές της λογιστικής αξίας χρηματοοικονομικής υποχρέωσης αναγνωρίζονται ως έσοδο ή έξοδο στα αποτελέσματα ακόμη και όταν σχετίζονται με μέσο που περιλαμβάνει υπολειμματικό δικαίωμα επί των περιουσιακών στοιχείων της οικονομικής οντότητας έναντι μετρητών ή άλλου χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου [βλ. παράγραφο 18 στοιχείο β)]. Σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 18, η οικονομική οντότητα παρουσιάζει κάθε κέρδος ή ζημία που απορρέει από την επανεπιμέτρηση τέτοιου μέσου χωριστά στην κατάσταση συνολικών εσόδων εάν η εν λόγω παρουσίαση είναι απαραίτητη για την παροχή χρήσιμης δομημένης σύνοψης των εσόδων και των εξόδων της οικονομικής οντότητας.

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΉ ΠΕΡΊΟΔΟΣ

...

97ΚΑ

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 34, 39–41 και ΟΕ29. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

...

Προσάρτημα

Οδηγίες εφαρμογής

ΔΛΠ 32    Χρηματοοικονομικά μέσα: Παρουσίαση

...

ΠΑΡΟΥΣΊΑΣΗ

Υποχρεώσεις και ίδια κεφάλαια (παράγραφοι 15-27)

...

Χειρισμός σε ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις

ΟΕ29

Στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, η οικονομική οντότητα παρουσιάζει τις μη ελέγχουσες συμμετοχές —ήτοι τα δικαιώματα άλλων μερών στα ίδια κεφάλαια και στα έσοδα των θυγατρικών της— σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 18 και το ΔΠΧΑ 10. Κατά την κατάταξη ενός χρηματοοικονομικού μέσου (ή κάποιου συστατικού στοιχείου του) στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, η οικονομική οντότητα εξετάζει όλους τους όρους και τις προϋποθέσεις που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των μελών του ομίλου και των κατόχων του μέσου, ώστε να προσδιορίσει αν ο όμιλος ως σύνολο έχει υποχρέωση να παραδώσει μετρητά ή άλλο χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο σε σχέση με το μέσο ή να το διακανονίσει κατά τρόπο που θα συνεπάγεται την κατάταξή του ως υποχρέωσης. Όταν μια θυγατρική ενός ομίλου εκδίδει χρηματοοικονομικό μέσο και η μητρική εταιρεία ή άλλη οικονομική οντότητα του ομίλου συμφωνεί επιπρόσθετους όρους απευθείας με τους κατόχους του μέσου (π.χ. μια εγγύηση), οι διανομές ή η εξόφληση μπορεί να μην είναι στη διακριτική ευχέρεια του ομίλου. Μολονότι η θυγατρική μπορεί να κατατάξει το μέσο όπως αρμόζει, χωρίς να συμπεριλάβει τους επιπρόσθετους όρους στις ατομικές της οικονομικές καταστάσεις, η επίδραση των άλλων συμφωνιών μεταξύ των μελών του ομίλου και των κατόχων του μέσου λαμβάνεται υπόψη ώστε οι ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις να αποτυπώνουν τα συμβόλαια και τις συναλλαγές που έχει συνάψει ο όμιλος ως σύνολο. Στο μέτρο που υπάρχει τέτοια υποχρέωση ή πρόβλεψη διακανονισμού, το μέσο (ή το συστατικό στοιχείο του που αποτελεί το αντικείμενο της υποχρέωσης) κατατάσσεται ως χρηματοοικονομική υποχρέωση στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις.

Στο τέλος της παραγράφου 96Α προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 7 Χρηματοοικονομικά μέσα: Γνωστοποιήσεις.

Στο τέλος της παραγράφου 96Γ προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 στο ΔΠΧΑ 7.

Στο τέλος των παραγράφων 97Α και 97ΙΑ προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 στο ΔΠΧΑ 18.

Στην παράγραφο 97ΙΔ, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

Στην παράγραφο 98 τροποποιείται η υποσημείωση στο τέλος της πρότασης.

*

Τον Αύγουστο του 2005 το IASB μετέφερε όλες τις γνωστοποιήσεις που σχετίζονται με τα χρηματοοικονομικά μέσα στο ΔΠΧΑ 7.

ΔΛΠ 33    Κέρδη ανά μετοχή

Τροποποιούνται οι παράγραφοι 4Α, 13 και 67Α–68Α, διαγράφονται οι παράγραφοι 73–73Α και προστίθενται οι παράγραφοι 73Β–73Γ και 74ΣΤ.

ΠΕΔΊΟ ΕΦΑΡΜΟΓΉΣ

...

4A

Εάν η οικονομική οντότητα παρουσιάσει στοιχεία των αποτελεσμάτων σε κατάσταση αποτελεσμάτων χωριστή από την κατάσταση που παρουσιάζει τα συνολικά έσοδα όπως περιγράφεται στην παράγραφο 12 στοιχείο β) του ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις, παρουσιάζει τα κέρδη ανά μετοχή μόνο στην κατάσταση αποτελεσμάτων.

...

ΕΠΙΜΈΤΡΗΣΗ

Βασικά κέρδη ανά μετοχή

...

Κέρδη

...

13.

Κάθε στοιχείο των εσόδων και των εξόδων που αποδίδεται στους κατόχους κοινών μετοχών της μητρικής οικονομικής οντότητας και που αναγνωρίζεται σε μια περίοδο, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων φόρων και των μερισμάτων επί των προνομιούχων μετοχών που κατατάσσονται στις υποχρεώσεις, συμπεριλαμβάνεται στον προσδιορισμό των κερδών ή των ζημιών της περιόδου που αποδίδεται στους κατόχους κοινών μετοχών της μητρικής εταιρείας (βλ. ΔΠΧΑ 18).

...

ΠΑΡΟΥΣΊΑΣΗ

...

67A

Εάν η οικονομική οντότητα παρουσιάσει στοιχεία των αποτελεσμάτων σε κατάσταση αποτελεσμάτων χωριστή από την κατάσταση που παρουσιάζει τα συνολικά έσοδα όπως περιγράφεται στην παράγραφο 12 στοιχείο β) του ΔΠΧΑ 18, παρουσιάζει τα βασικά και τα απομειωμένα κέρδη ανά μετοχή, όπως απαιτείται βάσει των παραγράφων 66 και 67, στην κατάσταση αποτελεσμάτων.

68.

Η οικονομική οντότητα που αναφέρει διακοπείσα δραστηριότητα είτε παρουσιάζει τα βασικά και απομειωμένα ποσά ανά μετοχή για τη διακοπείσα δραστηριότητα στην κατάσταση συνολικών εσόδων είτε τα γνωστοποιεί στις σημειώσεις.

68A

Εάν η οικονομική οντότητα παρουσιάσει στοιχεία των αποτελεσμάτων σε κατάσταση αποτελεσμάτων χωριστή από την κατάσταση που παρουσιάζει τα συνολικά έσοδα όπως περιγράφεται στην παράγραφο 12 στοιχείο β) του ΔΠΧΑ 18, παρουσιάζει τα βασικά και τα απομειωμένα κέρδη ανά μετοχή για τη διακοπείσα δραστηριότητα, όπως απαιτείται βάσει της παραγράφου 68, στην κατάσταση αποτελεσμάτων ή τα γνωστοποιεί στις σημειώσεις.

...

ΓΝΩΣΤΟΠΟΊΗΣΗ

...

73.

[Απαλείφθηκε]

73A

[Απαλείφθηκε]

73B

Εκτός από την παρουσίαση των βασικών και των απομειωμένων κερδών ανά μετοχή που απαιτείται βάσει του παρόντος προτύπου, η οικονομική οντότητα επιτρέπεται να γνωστοποιεί στις σημειώσεις πρόσθετα ποσά ανά μετοχή, χρησιμοποιώντας ως αριθμητή μέτρηση επιδόσεων διαφορετική από εκείνη που απαιτείται βάσει των παραγράφων 12–18 και 33–35. Ωστόσο, ο εν λόγω αριθμητής (ή οι αριθμητές) είναι το ποσό (ή τα ποσά) που αποδίδεται (-ονται) στους κατόχους κοινών μετοχών της μητρικής οικονομικής οντότητας:

α)

ενός συνόλου ή υποσυνόλου των παραγράφων 69, 86 και 118 του ΔΠΧΑ 18· ή

β)

μιας μέτρησης επιδόσεων που καθορίζεται από τη διοίκηση όπως ορίζεται στην παράγραφο 117 του ΔΠΧΑ 18.

73Γ

Εάν, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 73Β, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί πρόσθετο ποσό ανά μετοχή, η οικονομική οντότητα:

α)

γνωστοποιεί τα πρόσθετα βασικά και απομειωμένα ποσά ανά μετοχή με όμοιο τρόπο εμφάνισης·

β)

υπολογίζει το πρόσθετο ποσό ανά μετοχή χρησιμοποιώντας τον μέσο σταθμισμένο αριθμό κοινών μετοχών που προσδιορίζεται σύμφωνα με το παρόν πρότυπο·

γ)

γνωστοποιεί το πρόσθετο ποσό ανά μετοχή στις σημειώσεις. Οι εν λόγω πληροφορίες δεν μπορούν να παρουσιάζονται στις κύριες οικονομικές καταστάσεις·

δ)

γνωστοποιεί τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των παραγράφων 121–125 του ΔΠΧΑ 18 για τους αριθμητές που είναι μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

74ΣΤ

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 4Α, 13 και 67Α–68Α, προστέθηκαν οι παράγραφοι 73Β–73Γ και διαγράφηκαν οι παράγραφοι 73–73Α. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος της παραγράφου 74Α προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος της παραγράφου 74Δ προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 στο ΔΠΧΑ 18.

ΔΛΠ 34    Ενδιάμεση χρηματοοικονομική αναφορά

Τροποποιούνται οι παράγραφοι 1–5, 7–10, 11Α–12, 19 (και ο σχετικός τίτλος), 20 και 24 και προστίθενται η παράγραφος 16Α στοιχείο ιγ) και η παράγραφος 61.

ΠΕΔΊΟ ΕΦΑΡΜΟΓΉΣ

1.

Το παρόν πρότυπο δεν καθορίζει ποιες οικονομικές οντότητες θα πρέπει να υποχρεούνται να δημοσιεύουν ενδιάμεσες οικονομικές αναφορές, πόσο συχνά ή πόσο γρήγορα μετά το τέλος μιας ενδιάμεσης περιόδου. Όμως, κυβερνήσεις, ρυθμιστικές αρχές κινητών αξιών, χρηματιστήρια και λογιστικά σώματα συχνά απαιτούν οι οικονομικές οντότητες των οποίων οι χρεωστικοί ή συμμετοχικοί τίτλοι αποτελούν αντικείμενο δημόσιας διαπραγμάτευσης να δημοσιεύουν ενδιάμεσες οικονομικές αναφορές. Το παρόν πρότυπο εφαρμόζεται αν μια οικονομική οντότητα απαιτείται ή αν επιλέξει να δημοσιεύσει ενδιάμεση οικονομική αναφορά σύμφωνα με τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ. Η Επιτροπή Διεθνών Λογιστικών Προτύπων ενθαρρύνει τις οικονομικές οντότητες των οποίων οι τίτλοι αποτελούν αντικείμενο δημόσιας διαπραγμάτευσης να παρέχουν ενδιάμεσες οικονομικές αναφορές οι οποίες συμμορφώνονται προς τις αρχές αναγνώρισης, επιμέτρησης και γνωστοποίησης που τίθενται στο παρόν πρότυπο. Ειδικότερα, οι εισηγμένες οικονομικές οντότητες ενθαρρύνονται:

α)

να παρέχουν ενδιάμεσες οικονομικές αναφορές τουλάχιστον κατά το τέλος του πρώτου εξαμήνου του οικονομικού έτους τους· και

β)

να καθιστούν τις ενδιάμεσες οικονομικές αναφορές τους διαθέσιμες το αργότερο 60 ημέρες μετά τη λήξη της ενδιάμεσης περιόδου.

2.

Κάθε οικονομική έκθεση, ετήσια ή ενδιάμεση, εκτιμάται μεμονωμένα ως προς τη συμμόρφωσή της προς τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ. Το γεγονός ότι μια οικονομική οντότητα μπορεί να μην έχει παράσχει ενδιάμεσες οικονομικές αναφορές κατά τη διάρκεια ενός συγκεκριμένου οικονομικού έτους ή μπορεί να έχει παράσχει ενδιάμεσες οικονομικές αναφορές που να μη συμμορφώνονται με το παρόν πρότυπο δεν εμποδίζει τη συμμόρφωση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων της οικονομικής οντότητας με τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ εάν οι καταστάσεις αυτές συμμορφώνονται κατά τα λοιπά.

3.

Αν μια ενδιάμεση οικονομική αναφορά μιας οικονομικής οντότητας περιγράφεται ως συμμορφούμενη με τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ, πρέπει να συμμορφώνεται με όλες τις απαιτήσεις αυτού του προτύπου. Στην παράγραφο 19 απαιτούνται ορισμένες γνωστοποιήσεις ως προς αυτό το θέμα.

ΟΡΙΣΜΟΊ

4.

Οι ακόλουθοι όροι χρησιμοποιούνται στο παρόν πρότυπο με τις έννοιες που καθορίζονται:

Ενδιάμεση οικονομική αναφορά είναι μια οικονομική αναφορά που περιέχει είτε πλήρη σειρά οικονομικών καταστάσεων (όπως περιγράφονται στο ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις) είτε σειρά συνοπτικών οικονομικών καταστάσεων (όπως περιγράφονται στο παρόν πρότυπο) για ενδιάμεση περίοδο.

ΠΕΡΙΕΧΌΜΕΝΟ ΜΙΑΣ ΕΝΔΙΆΜΕΣΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΉΣ ΑΝΑΦΟΡΆΣ

5.

Το ΔΠΧΑ 18 ορίζει ότι μια πλήρης σειρά οικονομικών καταστάσεων περιλαμβάνει τα εξής στοιχεία:

α)

κατάσταση (ή καταστάσεις) χρηματοοικονομικής επίδοσης για την περίοδο αναφοράς·

β)

κατάσταση οικονομικής θέσης στο τέλος της περιόδου αναφοράς·

γ)

κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων για την περίοδο αναφοράς·

δ)

κατάσταση των ταμειακών ροών για την περίοδο αναφοράς·

ε)

σημειώσεις για την περίοδο αναφοράς·

εα)

συγκριτική πληροφόρηση σχετικά με την προηγούμενη περίοδο, όπως ορίζεται στις παραγράφους 31–32 του ΔΠΧΑ 18· και

στ)

κατάσταση οικονομικής θέσης στην έναρξη της προηγούμενης περιόδου, εφόσον απαιτείται βάσει της παραγράφου 37 του ΔΠΧΑ 18.

Οι οικονομικές οντότητες επιτρέπεται να χρησιμοποιούν ονομασίες για τις καταστάσεις διαφορετικές από εκείνες που εμφανίζονται στο παρόν πρότυπο. Για παράδειγμα, μια οικονομική οντότητα μπορεί να χρησιμοποιεί τον τίτλο «ισολογισμός» αντί για «κατάσταση οικονομικής θέσης».

...

7.

Καμία διάταξη του παρόντος προτύπου δεν έχει σκοπό να απαγορεύει τη δημοσίευση πλήρους σειράς οικονομικών καταστάσεων (όπως αυτές περιγράφονται στο ΔΠΧΑ 18) ή να αποθαρρύνει μια οικονομική οντότητα από τη δημοσίευσή της στην ενδιάμεση οικονομική αναφορά της αντί συνοπτικών οικονομικών καταστάσεων και επιλεγμένων επεξηγηματικών σημειώσεων. Το παρόν πρότυπο ούτε απαγορεύει ούτε αποθαρρύνει μια οικονομική οντότητα από το να συμπεριλαμβάνει στις συνοπτικές ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις περισσότερα από τα ελάχιστα συγκεκριμένα κονδύλια ή τις επιλεγμένες επεξηγηματικές σημειώσεις που καθορίζονται στο παρόν πρότυπο. Οι οδηγίες αναγνώρισης και επιμέτρησης στο παρόν πρότυπο εφαρμόζονται επίσης στις πλήρεις οικονομικές καταστάσεις για μια ενδιάμεση περίοδο, και τέτοιες καταστάσεις θα περιλάμβαναν όλες τις γνωστοποιήσεις που απαιτούνται από το παρόν πρότυπο (ειδικά τις επιλεγμένες σημειώσεις γνωστοποιήσεων της παραγράφου 16A), όπως επίσης και εκείνες που απαιτούνται από άλλα ΔΠΧΑ.

Ελάχιστες συνιστώσες μιας ενδιάμεσης οικονομικής αναφοράς

8.

Μια ενδιάμεση οικονομική αναφορά περιλαμβάνει, τουλάχιστον, τις ακόλουθες συνιστώσες:

α)

συνοπτική κατάσταση (ή συνοπτικές καταστάσεις) χρηματοοικονομικής επίδοσης·

β)

συνοπτική κατάσταση οικονομικής θέσης·

γ)

συνοπτική κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων·

δ)

συνοπτική κατάσταση ταμειακών ροών· και

ε)

επιλεγμένες επεξηγηματικές σημειώσεις.

8A

Εάν η οικονομική οντότητα παρουσιάσει στοιχεία των αποτελεσμάτων σε κατάσταση αποτελεσμάτων χωριστή από την κατάσταση που παρουσιάζει τα συνολικά έσοδα όπως περιγράφεται στην παράγραφο 12 στοιχείο β) του ΔΠΧΑ 18, παρουσιάζει ενδιάμεσες συνοπτικές πληροφορίες από την κατάσταση αποτελεσμάτων.

Τύπος και περιεχόμενο των ενδιάμεσων οικονομικών καταστάσεων

9.

Εάν μια οικονομική οντότητα δημοσιεύει μια πλήρη σειρά οικονομικών καταστάσεων στην ενδιάμεση οικονομική αναφορά της, ο τύπος και το περιεχόμενο αυτών των καταστάσεων ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του ΔΠΧΑ 18 για μια πλήρη σειρά οικονομικών καταστάσεων.

10.

Εάν μια οικονομική οντότητα δημοσιεύει μια σειρά συνοπτικών οικονομικών καταστάσεων στην ενδιάμεση οικονομική αναφορά της, αυτές οι συνοπτικές καταστάσεις περιλαμβάνουν, κατ’ ελάχιστο, όλους τους τίτλους και τα υποσύνολα που περιλαμβάνονταν στις πιο πρόσφατες ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της και τις επιλεγμένες επεξηγηματικές σημειώσεις, όπως απαιτείται από το παρόν πρότυπο. Κατά την κατάρτιση συνοπτικών οικονομικών καταστάσεων, η οικονομική οντότητα εφαρμόζει το παρόν πρότυπο, καθώς και τις απαιτήσεις των παραγράφων 41–45 του ΔΠΧΑ 18 και των παραγράφων 6Α–6ΙΔ του ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων. Πρόσθετα συγκεκριμένα κονδύλια ή σημειώσεις περιλαμβάνονται εάν η παράλειψή τους θα καθιστούσε τις συνοπτικές ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις παραπλανητικές.

...

11A

Εάν η οικονομική οντότητα παρουσιάσει στοιχεία των αποτελεσμάτων σε κατάσταση αποτελεσμάτων χωριστή από την κατάσταση που παρουσιάζει τα συνολικά έσοδα όπως περιγράφεται στην παράγραφο 12 στοιχείο β) του ΔΠΧΑ 18, παρουσιάζει τα βασικά και τα απομειωμένα κέρδη ανά μετοχή στην κατάσταση αποτελεσμάτων.

12.

Το ΔΠΧΑ 18 παρέχει καθοδήγηση σχετικά με τη δομή των οικονομικών καταστάσεων. Στα επεξηγηματικά παραδείγματα που συνοδεύουν το ΔΠΧΑ 18 παρουσιάζονται τρόποι με τους οποίους μπορεί να παρουσιαστεί η κατάσταση οικονομικής θέσης, η κατάσταση ή οι καταστάσεις χρηματοοικονομικής επίδοσης και η κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων.

...

Άλλες γνωστοποιήσεις

16A

Πέραν της γνωστοποίησης ουσιωδών γεγονότων και συναλλαγών σύμφωνα με τις παραγράφους 15-15Γ, η οικονομική οντότητα περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες στις σημειώσεις των ενδιάμεσων οικονομικών της καταστάσεων ή αλλού στην ενδιάμεση οικονομική αναφορά. Οι ακόλουθες γνωστοποιήσεις παρέχονται είτε στις ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις είτε ενσωματώνονται με παραπομπές από τις ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις σε κάποιο άλλο έγγραφο (όπως ένας σχολιασμός της διοίκησης ή μια έκθεση επί των κινδύνων) που διατίθεται στους χρήστες των οικονομικών καταστάσεων υπό τους ιδίους όρους με τις ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις και κατά τον ίδιο χρόνο. Εάν οι χρήστες των οικονομικών καταστάσεων δεν έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που ενσωματώνονται με παραπομπές υπό τους ίδιους όρους και κατά τον ίδιο χρόνο, η ενδιάμεση οικονομική αναφορά δεν είναι πλήρης. Οι πληροφορίες πρέπει κανονικά να απεικονίζονται με βάση το χρονικό διάστημα από την αρχή του οικονομικού έτους έως το τέλος της περιόδου αναφοράς.

ιγ)

τις γνωστοποιήσεις σχετικά με τις μετρήσεις επιδόσεων που καθορίζονται από τη διοίκηση οι οποίες απαιτούνται βάσει των παραγράφων 121–125 του ΔΠΧΑ 18.

...

Γνωστοποίηση της συμμόρφωσης με τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ

19.

Εάν η ενδιάμεση οικονομική αναφορά μιας οικονομικής οντότητας είναι σύμφωνη με το παρόν πρότυπο, αυτό το γεγονός γνωστοποιείται. Μια ενδιάμεση οικονομική αναφορά δεν περιγράφεται ως συμμορφούμενη με τα λογιστικά πρότυπα ΔΠΧΑ παρά μόνο εάν συμμορφώνεται με όλες τις απαιτήσεις των λογιστικών προτύπων ΔΠΧΑ.

Περίοδοι για τις οποίες απαιτείται η παρουσίαση ενδιάμεσων οικονομικών καταστάσεων

20.

Οι ενδιάμεσες αναφορές περιλαμβάνουν ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις (συνοπτικές ή πλήρεις) για τις ακόλουθες περιόδους:

β)

κατάσταση ή καταστάσεις χρηματοοικονομικής επίδοσης για την τρέχουσα ενδιάμεση περίοδο και σωρευτικά για το τρέχον οικονομικό έτος μέχρι το τέλος της περιόδου, με συγκριτική κατάσταση ή καταστάσεις χρηματοοικονομικής επίδοσης για τις συγκρίσιμες ενδιάμεσες περιόδους (τρέχουσα περίοδος και σωρευτικά μέχρι το τέλος της περιόδου) του αμέσως προηγούμενου οικονομικού έτους. Όπως επιτρέπεται βάσει του ΔΠΧΑ 18, μια ενδιάμεση αναφορά μπορεί να παρουσιάζει για κάθε περίοδο κατάσταση (ή καταστάσεις) χρηματοοικονομικής επίδοσης.

...

Σημαντικότητα

...

24.

Το ΔΠΧΑ 18 ορίζει τις σημαντικές πληροφορίες και απαιτεί χωριστή γνωστοποίηση των σημαντικών στοιχείων, στα οποία περιλαμβάνονται (για παράδειγμα) οι διακοπείσες δραστηριότητες, και το ΔΛΠ 8 απαιτεί τη γνωστοποίηση μεταβολών στις λογιστικές εκτιμήσεις, λαθών και μεταβολών στις λογιστικές πολιτικές. Τα δύο πρότυπα δεν περιέχουν ποσοτικοποιημένες οδηγίες για τη σημαντικότητα.

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

61.

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 1–5, 7–10, 11Α–12, 19 (και ο σχετικός τίτλος της), 20 και 24 και προστέθηκε η παράγραφος 16Α στοιχείο ιγ). Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18. Στις ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του ΔΠΧΑ 18, η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις παραγράφους Γ4–Γ6 του προσαρτήματος Γ του ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος της παραγράφου 47 προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος των παραγράφων 51 και 52 προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 στο ΔΠΧΑ 18.

Στην παράγραφο 52, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

Στις παραγράφους 53, 56 και 58, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8.

Στο τέλος της παραγράφου 59 προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB μετέφερε τον ορισμό της «σημαντικότητας» από το ΔΛΠ 1 στο ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος της παραγράφου 60 προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB μετέφερε τις απαιτήσεις γνωστοποίησης σημαντικών πληροφοριών λογιστικής πολιτικής από το ΔΛΠ 1 στο ΔΛΠ 8.

ΔΛΠ 36    Απομείωση αξίας περιουσιακών στοιχείων

Στο τέλος της παραγράφου 140Α προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

ΔΛΠ 37    Προβλέψεις, ενδεχόμενες υποχρεώσεις και ενδεχόμενα περιουσιακά στοιχεία

Στο τέλος της παραγράφου 104 προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τον ορισμό της «σημαντικότητας» από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

ΔΛΠ 38    Άυλα περιουσιακά στοιχεία

Τροποποιείται η παράγραφος 102 και προστίθεται η παράγραφος 130ΙΔ.

ΆΥΛΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΆ ΣΤΟΙΧΕΊΑ ΜΕ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΈΝΗ ΩΦΈΛΙΜΗ ΖΩΉ

...

Υπολειμματική αξία

...

102.

Η εκτίμηση της υπολειμματικής αξίας ενός περιουσιακού στοιχείου βασίζεται στο ποσό που είναι ανακτήσιμο από τη διάθεση με τη χρήση τιμών που επικρατούν κατά την ημερομηνία της εκτίμησης για την πώληση παρόμοιου περιουσιακού στοιχείου που έχει φτάσει στο τέλος της ωφέλιμης ζωής του και που έχει χρησιμοποιηθεί υπό συνθήκες παρόμοιες με εκείνες υπό τις οποίες θα χρησιμοποιηθεί το περιουσιακό στοιχείο. Η υπολειμματική αξία επανεξετάζεται τουλάχιστον στο τέλος κάθε οικονομικού έτους. Οι μεταβολές της υπολειμματικής αξίας του περιουσιακού στοιχείου λογιστικοποιούνται ως μεταβολές λογιστικής εκτίμησης σύμφωνα με το ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

...

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΈΣ ΔΙΑΤΆΞΕΙΣ ΚΑΙ ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

130ΙΔ

Με το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκε η παράγραφος 102. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος της παραγράφου 130Β προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

ΔΛΠ 40    Επενδύσεις σε ακίνητα

Τροποποιείται η παράγραφος 31 και προστίθεται η παράγραφος 85Θ.

ΕΠΙΜΈΤΡΗΣΗ ΜΕΤΆ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΏΡΙΣΗ

Λογιστική πολιτική

...

31.

Το ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων ορίζει ότι εκούσιες μεταβολές σε λογιστική πολιτική πραγματοποιούνται μόνο αν, ως αποτέλεσμα των εν λόγω μεταβολών, οι οικονομικές καταστάσεις παρέχουν αξιόπιστη και περισσότερο σχετική πληροφόρηση αναφορικά με τις επιδράσεις των συναλλαγών, άλλων γεγονότων ή συνθηκών στην οικονομική θέση, στη χρηματοοικονομική επίδοση ή στις ταμειακές ροές της οικονομικής οντότητας. Είναι μάλλον απίθανο η αλλαγή από τη μέθοδο της εύλογης αξίας στη μέθοδο του κόστους να έχει ως αποτέλεσμα περισσότερο σχετική παρουσίαση.

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

85Θ

Με το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκε η παράγραφος 31. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος της παραγράφου 85Α προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

ΔΛΠ 41    Γεωργία

Τροποποιούνται οι παράγραφοι 50 και 53 και προστίθεται η παράγραφος 66.

ΓΝΩΣΤΟΠΟΊΗΣΗ

Γενικά

...

50.

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί συμφωνία των μεταβολών στη λογιστική αξία των βιολογικών περιουσιακών στοιχείων μεταξύ της αρχής και της λήξης της τρέχουσας περιόδου. Η συμφωνία περιλαμβάνει:

...

53.

Η αγροτική δραστηριότητα εκτίθεται συχνά σε κλιματικούς κινδύνους, κινδύνους ασθενειών και άλλους φυσικούς κινδύνους. Εάν συμβεί γεγονός που δημιουργεί σημαντικό στοιχείο εσόδου ή εξόδου, το είδος και το ποσό του εν λόγω στοιχείου γνωστοποιούνται σύμφωνα με το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποιήσεις στις οικονομικές καταστάσεις. Παραδείγματα τέτοιου γεγονότος αποτελούν μια επιδημία επιθετικής μολυσματικής ασθενείας, μια πλημμύρα, σοβαρές ξηρασίες ή παγετός και η επιδρομή εντόμων.

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΉ ΠΕΡΊΟΔΟΣ

...

66.

Το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποίησε τις παραγράφους 50 και 53. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στην παράγραφο 59, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις τον Απρίλιο του 2024, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ΕΔΔΠΧΑ 1    Μεταβολές σε υφιστάμενες υποχρεώσεις θέσης εκτός λειτουργίας, αποκατάστασης και συναφείς υποχρεώσεις

Υπό τον τίτλο «Παραπομπές», τροποποιούνται οι παραπομπές στο ΔΛΠ 1 και στο ΔΛΠ 8. Τροποποιούνται οι παράγραφοι 6 και 8 και προστίθεται η παράγραφος 9Γ.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ

ΔΠΧΑ 16 Μισθώσεις

ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις

ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων

ΔΛΠ 16 Ενσώματα πάγια (όπως αναθεωρήθηκε το 2003)

ΔΛΠ 23 Κόστος δανεισμού

ΔΛΠ 36 Απομείωση αξίας περιουσιακών στοιχείων (όπως αναθεωρήθηκε το 2004)

ΔΛΠ 37 Προβλέψεις, ενδεχόμενες υποχρεώσεις και ενδεχόμενα περιουσιακά στοιχεία

...

ΟΜΌΦΩΝΗ ΑΠΟΔΟΧΉ

...

6.

Εάν το σχετικό περιουσιακό στοιχείο επιμετράται με τη μέθοδο της αναπροσαρμογής:

δ)

Το ΔΠΧΑ 18 απαιτεί τα στοιχεία λοιπών συνολικών εσόδων να παρουσιάζονται ως συγκεκριμένα κονδύλια στην κατάσταση που παρουσιάζει τα συνολικά έσοδα. Κατά τη συμμόρφωση με την απαίτηση αυτή, η μεταβολή του πλεονάσματος αναπροσαρμογής που ανακύπτει από τη μεταβολή της υποχρέωσης προσδιορίζεται και παρουσιάζεται αναλόγως.

...

8.

Η περιοδική αναστροφή της προεξόφλησης αναγνωρίζεται στα αποτελέσματα ως έξοδο τόκων από υποχρεώσεις άλλες από εκείνες που προκύπτουν από συναλλαγές οι οποίες αφορούν μόνο τη συγκέντρωση χρηματοδότησης, και κατατάσσεται —κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 61 του ΔΠΧΑ 18— στην κατηγορία χρηματοδότησης της κατάστασης αποτελεσμάτων. Η κεφαλαιοποίηση σύμφωνα με το ΔΛΠ 23 δεν επιτρέπεται.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

Το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποίησε τις παραγράφους 6 και 8. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος της παραγράφου 9Α προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

Τροποποιείται η υποσημείωση στο τέλος της παραγράφου 10.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ΕΔΔΠΧΑ 2    Μερίδες μελών σε συνεταιριστικές εταιρείες και παρεμφερή μέσα

Στην παράγραφο 17, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις τον Απρίλιο του 2024, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ΕΔΔΠΧΑ 5    Δικαιώματα συμμετοχών σε ταμεία παροπλισμού, αποκατάστασης και περιβαλλοντικής εξυγίανσης

Υπό τον τίτλο «Παραπομπές», τροποποιείται η παραπομπή στο ΔΛΠ 8.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ

ΔΠΧΑ 9 Χρηματοοικονομικά μέσα

ΔΠΧΑ 10 Ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις

ΔΠΧΑ 11 Σχήματα υπό κοινό έλεγχο

ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων

ΔΛΠ 28 Επενδύσεις σε συγγενείς επιχειρήσεις και κοινοπραξίες

ΔΛΠ 37 Προβλέψεις, ενδεχόμενες υποχρεώσεις και ενδεχόμενα περιουσιακά στοιχεία

ΕΔΔΠΧΑ 6    Υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή σε συγκεκριμένη αγορά — Απόβλητα ηλεκτρολογικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού

Υπό τον τίτλο «Παραπομπές», τροποποιείται η παραπομπή στο ΔΛΠ 8.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ

ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων

ΔΛΠ 37 Προβλέψεις, ενδεχόμενες υποχρεώσεις και ενδεχόμενα περιουσιακά στοιχεία

ΕΔΔΠΧΑ 12    Συμφωνίες παραχώρησης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών

Υπό τον τίτλο «Παραπομπές», τροποποιείται η παραπομπή στο ΔΛΠ 8.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ

Πλαίσιο για την κατάρτιση και παρουσίαση οικονομικών καταστάσεων

ΔΠΧΑ 1 Πρώτη εφαρμογή των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς

ΔΠΧΑ 7 Χρηματοοικονομικά μέσα: Γνωστοποιήσεις

ΔΠΧΑ 9 Χρηματοοικονομικά μέσα

ΔΠΧΑ 15 Έσοδα από συμβάσεις με πελάτες

ΔΠΧΑ 16 Μισθώσεις

ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων

ΔΛΠ 16 Ενσώματα πάγια

ΔΛΠ 20 Λογιστική των κρατικών επιχορηγήσεων και γνωστοποίηση της κρατικής υποστήριξης

ΔΛΠ 23 Κόστος δανεισμού

ΔΛΠ 32 Χρηματοοικονομικά μέσα: Παρουσίαση

ΔΛΠ 36 Απομείωση αξίας περιουσιακών στοιχείων

ΔΛΠ 37 Προβλέψεις, ενδεχόμενες υποχρεώσεις και ενδεχόμενα περιουσιακά στοιχεία

ΔΛΠ 38 Άυλα περιουσιακά στοιχεία

ΜΕΔ-29 Συμφωνίες παραχώρησης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών: Γνωστοποιήσεις

ΕΔΔΠΧΑ 14    ΔΛΠ 19 — Το όριο σε ένα περιουσιακό στοιχείο καθορισμένων παροχών, οι ελάχιστες κεφαλαιακές υποχρεώσεις και οι αλληλεπιδράσεις τους

Υπό τον τίτλο «Παραπομπές», τροποποιούνται οι παραπομπές στο ΔΛΠ 1 και στο ΔΛΠ 8. Τροποποιείται η παράγραφος 10 και προστίθεται η παράγραφος 27Δ.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ

ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις

ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων

ΔΛΠ 19 Παροχές σε εργαζομένους (όπως τροποποιήθηκε το 2011)

ΔΛΠ 37 Προβλέψεις, ενδεχόμενες υποχρεώσεις και ενδεχόμενα περιουσιακά στοιχεία

...

ΟΜΌΦΩΝΗ ΑΠΟΔΟΧΉ

Διαθεσιμότητα επιστροφής χρημάτων ή μείωσης μελλοντικών εισφορών

...

10.

Σύμφωνα με το ΔΛΠ 8, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί πληροφορίες σχετικά με τις κύριες πηγές αβεβαιότητας των εκτιμήσεων στο τέλος της περιόδου αναφοράς, που παρουσιάζουν σοβαρό κίνδυνο να προκαλέσουν σημαντικές προσαρμογές στη λογιστική αξία του καθαρού περιουσιακού στοιχείου ή της υποχρέωσης που αναγνωρίζεται στην κατάσταση οικονομικής θέσης. Αυτό ενδέχεται να περιλαμβάνει τη γνωστοποίηση τυχόν περιορισμών που έχουν τεθεί επί της ρευστοποίησης του πλεονάσματος επί του παρόντος ή γνωστοποίηση της βάσης που έχει χρησιμοποιηθεί για τον προσδιορισμό του ύψους του διαθέσιμου οικονομικού οφέλους.

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

27Δ

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκε η παράγραφος 10. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος της παραγράφου 27Α προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

ΕΔΔΠΧΑ 16    Αντισταθμίσεις μιας καθαρής επένδυσης σε εκμετάλλευση εξωτερικού

Υπό τον τίτλο «Παραπομπές», τροποποιείται η παραπομπή στο ΔΛΠ 8.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ

ΔΠΧΑ 9 Χρηματοοικονομικά μέσα

ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων

ΔΛΠ 21 Οι επιδράσεις μεταβολών των τιμών συναλλάγματος

ΕΔΔΠΧΑ 17    Διανομές μη-ταμειακών περιουσιακών στοιχείων σε ιδιοκτήτες

Υπό τον τίτλο «Παραπομπές», τροποποιείται η παραπομπή στο ΔΛΠ 1. Τροποποιείται η παράγραφος 2 και προστίθεται η παράγραφος 21.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ

ΔΠΧΑ 3 Συνενώσεις επιχειρήσεων (όπως αναθεωρήθηκε το 2008)

ΔΠΧΑ 5 Μη κυκλοφορούντα περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται προς πώληση και διακοπείσες δραστηριότητες

ΔΠΧΑ 7 Χρηματοοικονομικά μέσα: Γνωστοποιήσεις

ΔΠΧΑ 10 Ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις

ΔΠΧΑ 13 Επιμέτρηση εύλογης αξίας

ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις

ΔΛΠ 10 Γεγονότα μετά την περίοδο αναφοράς

...

ΠΛΑΊΣΙΟ

...

2.

Τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) δεν παρέχουν καθοδήγηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η οικονομική οντότητα πρέπει να επιμετρά τις διανομές προς τους ιδιοκτήτες της (κοινώς γνωστές ως μερίσματα). Στο ΔΠΧΑ 18 απαιτείται από την οικονομική οντότητα να παρουσιάζει λεπτομέρειες σχετικά με τα μερίσματα που αναγνωρίζονται ως διανομές προς τους ιδιοκτήτες στην κατάσταση μεταβολών των ιδίων κεφαλαίων ή να τις γνωστοποιεί στις σημειώσεις.

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

21.

Με το ΔΠΧΑ 18, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκε η παράγραφος 2. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Η υποσημείωση σχετικά με τους «ιδιοκτήτες της» στην παράγραφο 1 διαγράφεται.

ΕΔΔΠΧΑ 19    Εξόφληση χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων με συμμετοχικούς τίτλους

Υπό τον τίτλο «Παραπομπές», τροποποιούνται οι παραπομπές στο ΔΛΠ 1 και στο ΔΛΠ 8. Τροποποιείται η παράγραφος 11 και προστίθεται η παράγραφος 18.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ

Πλαίσιο για την κατάρτιση και παρουσίαση οικονομικών καταστάσεων

ΔΠΧΑ 2 Παροχές που εξαρτώνται από την αξία των μετοχών

ΔΠΧΑ 3 Συνενώσεις επιχειρήσεων

ΔΠΧΑ 9 Χρηματοοικονομικά μέσα

ΔΠΧΑ 13 Επιμέτρηση εύλογης αξίας

ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις

ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων

ΔΛΠ 32 Χρηματοοικονομικά μέσα: Παρουσίαση

...

ΟΜΌΦΩΝΗ ΑΠΟΔΟΧΉ

...

11.

Η οικονομική οντότητα παρουσιάζει κέρδος ή ζημία που έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με τις παραγράφους 9 και 10 ως χωριστό συγκεκριμένο κονδύλιο στην κατάσταση αποτελεσμάτων ή το γνωστοποιεί στις σημειώσεις.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΉ ΠΕΡΊΟΔΟΣ

...

18.

Με το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκε η παράγραφος 11. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

ΕΔΔΠΧΑ 20    Κόστος αποκάλυψης στη φάση της παραγωγής ορυχείου επιφανείας

Υπό τον τίτλο «Παραπομπές», τροποποιείται η παραπομπή στο ΔΛΠ 1.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ

Εννοιολογικό πλαίσιο για τη χρηματοοικονομική αναφορά

ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις

ΔΛΠ 2 Αποθέματα

ΔΛΠ 16 Ενσώματα πάγια

ΔΛΠ 38 Άυλα περιουσιακά στοιχεία

ΕΔΔΠΧΑ 21    Εισφορές

Υπό τον τίτλο «Παραπομπές», τροποποιούνται οι παραπομπές στο ΔΛΠ 1 και στο ΔΛΠ 8.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ

ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις

ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων

ΔΛΠ 12 Φόροι εισοδήματος

ΔΛΠ 20 Λογιστική των κρατικών επιχορηγήσεων και γνωστοποίηση της κρατικής υποστήριξης

ΔΛΠ 24 Γνωστοποιήσεις συνδεδεμένων μερών

ΔΛΠ 34 Ενδιάμεση οικονομική αναφορά

ΔΛΠ 37 Προβλέψεις, ενδεχόμενες υποχρεώσεις και ενδεχόμενα περιουσιακά στοιχεία

ΕΔΔΠΧΑ 6 Υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή σε συγκεκριμένη αγορά — Απόβλητα ηλεκτρολογικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού

Στην παράγραφο Α2, μετά τη φράση«ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις τον Απρίλιο του 2024, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ΕΔΔΠΧΑ 22    Συναλλαγές σε ξένο νόμισμα και προκαταβολές

Υπό τον τίτλο «Παραπομπές», τροποποιείται η παραπομπή στο ΔΛΠ 8.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ

Εννοιολογικό πλαίσιο για τη χρηματοοικονομική αναφορά

ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων

ΔΛΠ 21 Οι επιδράσεις μεταβολών των τιμών συναλλάγματος

Στην παράγραφο Α2, μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις τον Απρίλιο του 2024, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ΕΔΔΠΧΑ 23    Αβεβαιότητα σχετικά με χειρισμούς του φόρου εισοδήματος

Υπό τον τίτλο «Παραπομπές», τροποποιούνται οι παραπομπές στο ΔΛΠ 1 και στο ΔΛΠ 8. Τροποποιούνται οι παράγραφοι 14 και Α4 και προστίθεται η παράγραφος Β1Α.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ

ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων

ΔΛΠ 10 Γεγονότα μετά την περίοδο αναφοράς

ΔΛΠ 12 Φόροι εισοδήματος

...

ΟΜΌΦΩΝΗ ΑΠΟΔΟΧΉ

...

Αλλαγές σε γεγονότα και περιστάσεις

...

14.

Η οικονομική οντότητα αποτυπώνει την επίδραση μιας μεταβολής σε γεγονότα και περιστάσεις ή την επίδραση νέων πληροφοριών ως μεταβολή λογιστικής εκτίμησης σύμφωνα με το ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει το ΔΛΠ 10 Γεγονότα μετά την περίοδο αναφοράς για να διαπιστώσει αν μια αλλαγή που επέρχεται μετά την περίοδο αναφοράς είναι διορθωτικό ή μη διορθωτικό γεγονός.

...

Προσάρτημα A

Οδηγίες εφαρμογής

ΓΝΩΣΤΟΠΟΊΗΣΗ

A4

Όταν υπάρχει αβεβαιότητα ως προς τον φορολογικό χειρισμό του φόρου εισοδήματος, η οικονομική οντότητα προσδιορίζει αν θα γνωστοποιήσει:

α)

την κρίση που άσκησε κατά τον προσδιορισμό φορολογητέου κέρδους (φορολογικής ζημίας), φορολογικών βάσεων, αχρησιμοποίητων φορολογικών ζημιών, αχρησιμοποίητων πιστώσεων φόρων και φορολογικών συντελεστών κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 27Ζ του ΔΛΠ 8· και

β)

στοιχεία σχετικά με τις παραδοχές και εκτιμήσεις κατά τον προσδιορισμό του φορολογητέου κέρδους (της φορολογικής ζημίας), των φορολογικών βάσεων, των αχρησιμοποίητων φορολογικών ζημιών, των αχρησιμοποίητων πιστώσεων φόρων και των φορολογικών συντελεστών σε εφαρμογή των παραγράφων 31Α–31Ε του ΔΛΠ 8.

...

Προσάρτημα Β

Ημερομηνία έναρξης ισχύος και μεταβατική περίοδος

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

B1A

Με το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 14 και Α4. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

ΜΕΔ-7    Εισαγωγή του ευρώ

Υπό τον τίτλο «Παραπομπές», τροποποιούνται οι παραπομπές στο ΔΛΠ 1 και στο ΔΛΠ 8.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ

ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις

ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων

ΔΛΠ 10 Γεγονότα μετά την περίοδο αναφοράς

ΔΛΠ 21 Οι επιδράσεις μεταβολών των τιμών συναλλάγματος (όπως αναθεωρήθηκε το 2003)

ΔΛΠ 27 Ενοποιημένες και ατομικές οικονομικές καταστάσεις (όπως τροποποιήθηκε το 2008)

Στο τέλος της δεύτερης παραγράφου του τίτλου «Ημερομηνία έναρξης ισχύος» προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

ΜΕΔ-10    Κρατική υποστήριξη — Καμία ειδική σχέση με επιχειρηματικές δραστηριότητες

Υπό τον τίτλο «Παραπομπές», τροποποιείται η παραπομπή στο ΔΛΠ 8.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ

ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων

ΔΛΠ 20 Λογιστική των κρατικών επιχορηγήσεων και γνωστοποίηση της κρατικής υποστήριξης

ΜΕΔ-25    Φόροι Εισοδήματος — Μεταβολές στο φορολογικό καθεστώς μιας οικονομικής οντότητας ή των μετόχων της

Υπό τον τίτλο «Παραπομπές», τροποποιούνται οι παραπομπές στο ΔΛΠ 1 και στο ΔΛΠ 8.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ

ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις

ΔΛΠ 8 Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων

ΔΛΠ 12 Φόροι εισοδήματος

Στο τέλος της δεύτερης παραγράφου του τίτλου «Ημερομηνία έναρξης ισχύος» προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

ΜΕΔ-29    Συμφωνίες παραχώρησης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών: Γνωστοποιήσεις

Υπό τον τίτλο «Παραπομπές», τροποποιείται η παραπομπή στο ΔΛΠ 1.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ

ΔΠΧΑ 16 Μισθώσεις

ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις

ΔΛΠ 16 Ενσώματα πάγια (όπως αναθεωρήθηκε το 2003)

ΔΛΠ 37 Προβλέψεις, ενδεχόμενες υποχρεώσεις και ενδεχόμενα περιουσιακά στοιχεία

ΔΛΠ 38 Άυλα περιουσιακά στοιχεία (όπως αναθεωρήθηκε το 2004)

ΕΔΔΠΧΑ 12 Συμφωνίες παραχώρησης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών

ΜΕΔ-32    Άυλα περιουσιακά στοιχεία — Κόστος δικτυακού τόπου

Υπό τον τίτλο «Παραπομπές», τροποποιείται η παραπομπή στο ΔΛΠ 1. Τροποποιείται η παράγραφος 5. Προστίθεται μη αριθμημένη παράγραφος μετά την τελευταία παράγραφο υπό τον τίτλο «Ημερομηνία έναρξης ισχύος».

ΠΑΡΑΠΟΜΠΈΣ

ΔΠΧΑ 3 Συνενώσεις επιχειρήσεων

ΔΠΧΑ 15 Έσοδα από συμβάσεις με πελάτες

ΔΠΧΑ 16 Μισθώσεις

ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις

ΔΛΠ 2 Αποθέματα (όπως αναθεωρήθηκε το 2003)

ΔΛΠ 16 Ενσώματα πάγια (όπως αναθεωρήθηκε το 2003)

ΔΛΠ 36 Απομείωση αξίας περιουσιακών στοιχείων (όπως αναθεωρήθηκε το 2004)

ΔΛΠ 38 Άυλα περιουσιακά στοιχεία (όπως αναθεωρήθηκε το 2004)

...

ΘΈΜΑ

...

5.

Η παρούσα διερμηνεία δεν εφαρμόζεται σε δαπάνες για την αγορά, την ανάπτυξη και τη λειτουργία υλισμικού (π.χ. διακομιστές διαδικτύου, διακομιστές «staging», διακομιστές παραγωγής και συνδέσεις διαδικτύου) για έναν δικτυακό τόπο. Οι δαπάνες αυτές λογιστικοποιούνται σύμφωνα με το ΔΛΠ 16. Επιπροσθέτως, όταν μια οικονομική οντότητα προβαίνει σε δαπάνες που αφορούν πάροχο υπηρεσιών διαδικτύου που φιλοξενεί το δικτυακό τόπο της οικονομικής οντότητας, η δαπάνη αναγνωρίζεται ως έξοδο σύμφωνα με την παράγραφο 46 του ΔΠΧΑ 18 και το Εννοιολογικό πλαίσιο για τη χρηματοοικονομική αναφορά όταν παρέχονται οι υπηρεσίες.

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΊΑ ΈΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΎΟΣ

...

Με το έγγραφο Τροποποιήσεις των παραπομπών στο εννοιολογικό πλαίσιο εντός των ΔΠΧΑ, που εκδόθηκε το 2018, τροποποιήθηκε η παράγραφος 5. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει την εν λόγω τροποποίηση για τις ετήσιες περιόδους που αρχίζουν την 1η Ιανουαρίου 2020 ή αργότερα. Επιτρέπεται η εφαρμογή σε προγενέστερες περιόδους εάν, ταυτόχρονα, μια οικονομική οντότητα εφαρμόζει και όλες τις άλλες τροποποιήσεις που έγιναν με τις Τροποποιήσεις των παραπομπών στο εννοιολογικό πλαίσιο εντός των ΔΠΧΑ. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει την εν λόγω τροποποίηση στη ΜΕΔ-32 αναδρομικά σύμφωνα με το ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη. Ωστόσο, εάν μια οικονομική οντότητα προσδιορίσει ότι η αναδρομική εφαρμογή θα ήταν ανέφικτη ή θα συνεπαγόταν αδικαιολόγητο κόστος ή προσπάθεια, εφαρμόζει την τροποποίηση της ΜΕΔ-32 με παραπομπή στις παραγράφους 23–28, 50–53 και 54ΣΤ του ΔΛΠ 8.

Με το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις, το οποίο εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2024, τροποποιήθηκε η παράγραφος 5. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή του ΔΠΧΑ 18.

Στο τέλος της δεύτερης παραγράφου υπό τον τίτλο «Ημερομηνία έναρξης ισχύος» προστίθεται υποσημείωση.

*

Τον Απρίλιο του 2024 το IASB εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18 Παρουσίαση και γνωστοποίηση στις οικονομικές καταστάσεις και μετέφερε τις απαιτήσεις αυτές από το ΔΛΠ 1 Παρουσίαση των οικονομικών καταστάσεων στο ΔΠΧΑ 18.

Στην πέμπτη παράγραφο υπό τον τίτλο «Ημερομηνία έναρξης ισχύος», μετά τη φράση «ΔΛΠ 8 Λογιστικές πολιτικές, μεταβολές των λογιστικών εκτιμήσεων και λάθη » προστίθεται υποσημείωση.

*

Όταν εξέδωσε το ΔΠΧΑ 18, το IASB άλλαξε τον τίτλο του ΔΛΠ 8 σε Βάση κατάρτισης των οικονομικών καταστάσεων.

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2026/338/oj

ISSN 1977-0669 (electronic edition)