European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά L


2025/2188

26.11.2025

ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2025/2188 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 19ης Σεπτεμβρίου 2025

για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1991 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου με τη θέσπιση επιστημονικά τεκμηριωμένης μεθόδου για την παρακολούθηση της ποικιλότητας των επικονιαστών και των πληθυσμών επικονιαστών

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1991 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 2024, για την αποκατάσταση της φύσης και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2022/869 (1), και ιδίως το άρθρο 10 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1991 επιβάλλει στα κράτη να βελτιώσουν την ποικιλότητα των επικονιαστών και να αναστρέψουν τη μείωση των πληθυσμών των επικονιαστών το αργότερο έως το 2030, και να επιτύχουν στη συνέχεια αυξητική τάση των πληθυσμών τους, που θα μετράται τουλάχιστον κάθε έξι έτη από το 2030, έως ότου επιτευχθούν ικανοποιητικά επίπεδα.

(2)

Η Επιτροπή οφείλει να θεσπίσει μια επιστημονικά τεκμηριωμένη μέθοδο για την παρακολούθηση της ποικιλότητας των επικονιαστών και των πληθυσμών επικονιαστών (στο εξής: μέθοδος παρακολούθησης), η οποία να παρέχει μια τυποποιημένη προσέγγιση για τη συλλογή ετήσιων δεδομένων σχετικά με την αφθονία και την ποικιλότητα των ειδών επικονιαστών σε όλα τα οικοσυστήματα, καθώς και για την αξιολόγηση των τάσεων μεταβολής των πληθυσμών επικονιαστών και της αποτελεσματικότητας των μέτρων αποκατάστασης.

(3)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1991 απαιτεί από τα κράτη μέλη να παρακολουθούν ετησίως την αφθονία και την ποικιλότητα των ειδών επικονιαστών χρησιμοποιώντας τη μέθοδο παρακολούθησης και να υποβάλουν έκθεση σχετικά με τα αποτελέσματα της παρακολούθησης στην Επιτροπή.

(4)

Για να διασφαλιστεί η συλλογή δεδομένων υψηλής ποιότητας και, ως εκ τούτου, η επιστημονικά ορθή αξιολόγηση της προόδου προς την επίτευξη του στόχου για την αποκατάσταση των πληθυσμών επικονιαστών, η μέθοδος παρακολούθησης θα πρέπει να βασίζεται σε έγκυρες επιστημονικές αρχές και μεθόδους. Η μέθοδος παρακολούθησης θα πρέπει να είναι τυποποιημένη σε όλα τα κράτη μέλη αλλά παράλληλα να παρέχει επαρκή ευελιξία για την αντιμετώπιση των τοπικών περιβαλλοντικών συνθηκών.

(5)

Το πεδίο εφαρμογής της μεθόδου παρακολούθησης θα πρέπει να στοχεύει στις ταξινομικές ομάδες επικονιαστών για τις οποίες υπάρχει επαρκής τεχνική ικανότητα παρακολούθησης ή όπου η εν λόγω ικανότητα μπορεί να αναπτυχθεί βραχυπρόθεσμα με οικονομικά αποδοτικό τρόπο. Το πεδίο εφαρμογής θα πρέπει να επανεξεταστεί και να διευρυνθεί σε πρόσθετες ταξινομικές ομάδες επικονιαστών όταν η τεχνική ικανότητα αυξηθεί στο μέλλον.

(6)

Προκειμένου να διασφαλιστεί καλή σχέση κόστους–απόδοσης της μεθόδου παρακολούθησης, θα πρέπει να χρησιμοποιείται ποικιλία προσεγγίσεων για την παρακολούθηση των κοινών ειδών επικονιαστών και των σπάνιων ειδών επικονιαστών. Τα κοινά είδη θα πρέπει να παρακολουθούνται σε θέσεις που επιλέγονται με εφαρμογή προσέγγισης στρωματοποιημένης τυχαίας δειγματοληψίας. Τα σπάνια είδη επικονιαστών θα πρέπει να παρακολουθούνται με στοχευμένες επιτόπιες επισκέψεις, καθώς οι πληθυσμιακές τάσεις για τα εν λόγω είδη δεν μπορούν να διακριθούν με στρωματοποιημένη τυχαία δειγματοληψία σε περιορισμένο αριθμό θέσεων παρακολούθησης.

(7)

Λαμβανομένης υπόψη της περιορισμένης ικανότητας παρακολούθησης σπάνιων ειδών επικονιαστών μέσω στοχευμένων επιτόπιων επισκέψεων, οι προσπάθειες θα πρέπει να επικεντρωθούν στα πλέον απειλούμενα είδη σε ενωσιακό ή εθνικό επίπεδο, και τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να περιορίζουν την παρακολούθηση σε 15 σπάνια είδη επικονιαστών. Ο αριθμός των σπάνιων ειδών επικονιαστών προς παρακολούθηση θα πρέπει να επανεξεταστεί και να διευρυνθεί όταν στο μέλλον αυξηθεί η ικανότητα στοχευμένης παρακολούθησης.

(8)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1991 απαιτεί από τα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι τα δεδομένα παρακολούθησης προέρχονται από επαρκή αριθμό θέσεων παρακολούθησης, ώστε να διασφαλίζεται η αντιπροσωπευτικότητα σε ολόκληρη την επικράτειά τους. Για τον σκοπό αυτόν, και για να διασφαλιστεί ότι η τάση μεταβολής όσον αφορά την αφθονία και την ποικιλότητα των επικονιαστών μπορεί να προσδιοριστεί με υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης, είναι αναγκαίο να καθοριστεί σε κάθε κράτος μέλος ένας ελάχιστος αριθμός θέσεων παρακολούθησης όπου θα συλλέγονται δεδομένα. Ο καθορισμός αυτού του ελάχιστου αριθμού θα δώσει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να παρακολουθούν μεγαλύτερο αριθμό θέσεων παρακολούθησης, ώστε να μπορούν να εντοπίζουν καλύτερα τις μεταβολές στην αφθονία και την ποικιλότητα των επικονιαστών.

(9)

Η δραστηριότητα των επικονιαστών επηρεάζεται από διάφορες περιβαλλοντικές συνθήκες, οι οποίες εξαρτώνται από τις τοπικές ιδιαιτερότητες. Ως εκ τούτου, η παρακολούθηση θα πρέπει να περιορίζεται σε περιόδους κατά τις οποίες οι επικονιαστές είναι ενεργοί στο ενήλικο στάδιο του κύκλου ζωής τους. Περιβαλλοντικές συνθήκες κατάλληλες για την παρακολούθηση θα πρέπει να καθοριστούν σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, ανάλογα με την περίπτωση.

(10)

Η ποικιλότητα των κοινών ειδών επικονιαστών θα πρέπει να περιγράφεται με τη χρήση του δείκτη ποικιλότητας Shannon-Wiener (2), ενός ευρέως αποδεκτού δείκτη μέτρησης για τον ποσοτικό προσδιορισμό της βιοποικιλότητας. Η αφθονία των ειδών κοινών επικονιαστών θα πρέπει να ποσοτικοποιείται συνδυάζοντας την αφθονία των μεμονωμένων ειδών επικονιαστών για τα οποία υπάρχουν επαρκή δεδομένα παρακολούθησης.

(11)

Είναι σκόπιμο να συνδυαστεί η αφθονία και η ποικιλότητα όλων των κοινών ειδών υπό παρακολούθηση σε έναν ενιαίο δείκτη κοινών επικονιαστών, ο οποίος παρέχει μία τιμή ανά κράτος μέλος ανά έτος.

(12)

Τα ξένα είδη, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1143/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση της αφθονίας και της ποικιλότητας των ειδών επικονιαστών, δεδομένου ότι η παρουσία τέτοιων ειδών δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβάλλει στις αυτόχθονες κοινότητες επικονιαστών, αλλά ότι συνιστά απειλή για τη βιοποικιλότητα.

(13)

Δεδομένου ότι ο δείκτης ποικιλότητας Shannon-Wiener δεν αποτελεί κατάλληλο δείκτη μέτρησης για την ποικιλότητα σπάνιων ειδών, προκειμένου να περιγραφεί η συνολική ποικιλότητα των ειδών επικονιαστών, τόσο των κοινών όσο και των σπάνιων, είναι σκόπιμο να ενσωματωθούν τα σπάνια είδη επικονιαστών στην αξιολόγηση της ποικιλότητας των επικονιαστών μέσω ενός δείκτη πλούτου των ειδών επικονιαστών, δηλαδή ενός δείκτη που συνδυάζει τον αριθμό των σπάνιων και των κοινών ειδών επικονιαστών που καταγράφονται σε ένα κράτος μέλος. Η παρακολούθηση σπάνιων ειδών θα πρέπει να αποκλείει τους σκόρους, διότι ο φόρτος παρακολούθησης δεν μπορεί να εκτιμηθεί λόγω της απουσίας αξιολογήσεων κόκκινου καταλόγου για τους σκόρους.

(14)

Για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων αποκατάστασης που εφαρμόζονται σε ένα κράτος μέλος, θα πρέπει να εκτιμώνται χωριστά οι τάσεις μεταβολής όσον αφορά την αφθονία και την ποικιλότητα των ειδών επικονιαστών στα γεωργικά οικοσυστήματα, στα δασικά οικοσυστήματα και σε άλλα οικοσυστήματα, δεδομένου ότι τα μέτρα αποκατάστασης διαφέρουν σημαντικά σε καθέναν από τους εν λόγω τύπους οικοσυστημάτων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«μέλισσες»: τα είδη Anthophila (Apoidea), εξαιρουμένης της μελιτοφόρου μέλισσας (Apis mellifera

2)

«συρφίδες»: τα είδη Syrphidae·

3)

«πεταλούδες»: τα είδη Papilionoidea·

4)

«σκόροι»: τα είδη των ακόλουθων οικογενειών Heterocera: Brachodidae, Castniidae, Cimeliidae, Drepanidae, Erebidae (συμπεριλαμβανομένης της υποοικογένειας Lymantriinae), Euteliidae, Geometridae, Heterogynidae, Limacodidae, Noctuidae, Nolidae, Notodontidae, Sesiidae, Sphingidae, Uraniidae και Zygaenidae, υπό τον όρο ότι έχουν εκπέτασμα φτερών 20 mm ή μεγαλύτερο, αξιολογούμενο με βάση τη βιβλιογραφία·

5)

«ημερόβιοι σκόροι»: είδη σκόρων που είναι ενεργά κατά τη διάρκεια της ημέρας στο ενήλικο στάδιο του κύκλου ζωής τους·

6)

«νυκτόβιοι σκόροι»: είδη σκόρων που είναι ενεργά κατά τη διάρκεια της νύχτας στο ενήλικο στάδιο του κύκλου ζωής τους·

7)

«κύριο πλέγμα LUCAS»: παραλλαγή του πλέγματος 1 km της αζιμουθιακής ισεμβαδικής προβολής Lambert INSPIRE (Grid_ETRS89-LAEA_1km) που βασίζεται στο σύστημα αναφοράς συντεταγμένων ETRS89 της αζιμουθιακής ισεμβαδικής προβολής Lambert (ETRS89-LAEA), με σταθερό κέντρο προβολής στις 52°N, 10°E (4)·

8)

«στρωματοποιημένη τυχαία δειγματοληψία των θέσεων παρακολούθησης»: τυποποιημένη στατιστική δειγματοληψία, κατά την οποία οι θέσεις παρακολούθησης έχουν ίση πιθανότητα να επιλεγούν από πληθυσμό που κατανέμεται σε υποπληθυσμούς (στρώματα)·

9)

«βιογεωγραφικές περιοχές»: οι βιογεωγραφικές περιοχές που απαριθμούνται στο άρθρο 1 στοιχείο γ) σημείο iii) της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου (5)·

10)

«άλλα οικοσυστήματα»: οικοσυστήματα εκτός από τα γεωργικά και τα δασικά οικοσυστήματα που συγκεντρώνονται σε ένα στρώμα·

11)

«δειγματοληπτική διαδρομή»: μέθοδος συλλογής δεδομένων κατά την οποία ο ερευνητής περπατά κατά μήκος μιας προκαθορισμένης διαδρομής (στο εξής: δειγματοληπτική λωρίδα) με σκοπό τη συλλογή δεδομένων πεδίου σχετικά με τα είδη επικονιαστών·

12)

«περίοδος παρατήρησης»: η περίοδος του έτους που αντιστοιχεί στην πτητική περίοδο της μεγάλης πλειονότητας των ειδών επικονιαστών·

13)

«φωτοπαγίδα»: συσκευή που προσελκύει είδη επικονιαστών κατά τη διάρκεια της νύχτας με τη χρήση φωτός και τα παγιδεύει εντός δοχείου·

14)

«περίοδος αξιολόγησης»: η χρονική περίοδος κατά την οποία αξιολογείται η πρόοδος ως προς τον στόχο που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1991·

15)

«ξένα είδη»: τα ξένα είδη όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1143/2014.

Άρθρο 2

Στοχευόμενα είδη

Τα κράτη μέλη συλλέγουν δεδομένα σχετικά με την αφθονία και την ποικιλότητα των ειδών επικονιαστών στις ακόλουθες ταξινομικές ομάδες:

α)

μέλισσες·

β)

συρφίδες·

γ)

πεταλούδες·

δ)

σκόροι.

Άρθρο 3

Θέσεις παρακολούθησης

1.   Μια θέση για τη συλλογή δεδομένων (στο εξής: θέση παρακολούθησης) είναι ένα τετράγωνο 2 km επί 2 km με κέντρο ένα σημείο του κύριου πλέγματος LUCAS.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν προκαθορισμένες θέσεις παρακολούθησης, εφόσον οι εν λόγω θέσεις έχουν επιλεγεί σύμφωνα με τις απαιτήσεις των παραγράφων 4, 5 και 6.

3.   Τα κράτη μέλη συλλέγουν δεδομένα σχετικά με την αφθονία και την ποικιλότητα των ειδών επικονιαστών στον ελάχιστο αριθμό θέσεων παρακολούθησης που ορίζεται στο παράρτημα I.

4.   Τα κράτη μέλη επιλέγουν τις θέσεις παρακολούθησης εφαρμόζοντας στρωματοποιημένη τυχαία δειγματοληψία. Η διαστρωμάτωση πραγματοποιείται ανά βιογεωγραφική περιοχή και ανά τους ακόλουθους τύπους οικοσυστημάτων:

α)

γεωργικά οικοσυστήματα·

β)

δασικά οικοσυστήματα·

γ)

άλλα οικοσυστήματα.

Εκτός από τη στρωματοποίηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν στρωματοποίηση ανά περιφέρεια NUTS, ανά κατηγορία υψομέτρου, καθεστώς προστασίας ή πιο εξειδικευμένες κατηγορίες χρήσης γης ή κάλυψης γης.

Ο αριθμός των θέσεων σε κάθε στρώμα είναι ανάλογος προς το γεωγραφικό μερίδιο του εν λόγω στρώματος στη χερσαία επικράτεια ενός δεδομένου κράτους μέλους.

5.   Η διαδικασία στρωματοποιημένης τυχαίας δειγματοληψίας των θέσεων διασφαλίζει την αντιπροσωπευτικότητα σε ολόκληρη την εθνική επικράτεια.

Οι αποστάσεις μεταξύ των θέσεων παρακολούθησης είναι τουλάχιστον:

α)

10 km για τα κράτη μέλη με χερσαία επικράτεια άνω των 75 000 km2·

β)

5 km για τα κράτη μέλη με χερσαία επικράτεια μεταξύ 20 000 km2 και 75 000 km2·

γ)

1 km για τα κράτη μέλη με χερσαία επικράτεια μεταξύ 1 000 km2 και 20 000 km2.

Δεν υπάρχει ελάχιστη απόσταση μεταξύ των θέσεων παρακολούθησης για τα κράτη μέλη με χερσαία επικράτεια κάτω των 1 000 km2.

6.   Κατά την εφαρμογή της στρωματοποιημένης τυχαίας δειγματοληψίας των θέσεων παρακολούθησης, τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν μια θέση παρακολούθησης εάν αυτή πληροί τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα κριτήρια αποκλεισμού:

α)

πάνω από το 30 % της θέσης παρακολούθησης δεν διαθέτει χερσαία βλάστηση·

β)

η θέση παρακολούθησης βρίσκεται εν μέρει ή εν όλω σε αστικά κέντρα, αστικά συμπλέγματα ή περιαστικές περιοχές·

γ)

τουλάχιστον το 30 % της θέσης παρακολούθησης είναι απρόσιτο λόγω της παρουσίας δημόσιων υποδομών ή επειδή η θέση παρακολούθησης βρίσκεται σε δημόσιο χώρο με περιορισμένη πρόσβαση, όπως στρατιωτική περιοχή, παραμεθόρια ζώνη ή περιοχή κυνηγετικών δραστηριοτήτων·

δ)

τουλάχιστον το 30 % της θέσης παρακολούθησης είναι απρόσιτο επειδή η θέση παρακολούθησης βρίσκεται σε ιδιωτική περιοχή που είναι παραμεθόρια ζώνη ή περιοχή κυνηγετικών δραστηριοτήτων·

ε)

η θέση παρακολούθησης βρίσκεται σε γεωγραφικό πλάτος άνω των 65°Ν·

στ)

η συλλογή δεδομένων στη θέση παρακολούθησης παρεμποδίζεται για τουλάχιστον έναν από τους ακόλουθους λόγους:

i)

η θέση παρακολούθησης απέχει πολύ (άνω των 2 km) από την πλησιέστερη οδό που είναι προσβάσιμη με μηχανοκίνητα οχήματα ή χωρίζεται από τον δρόμο με σημαντικά υλικά ή φυσικά εμπόδια που δυσχεραίνουν την τακτική πρόσβαση·

ii)

η θέση παρακολούθησης βρίσκεται σε νησί με επιφάνεια μικρότερη από 50 km2 ή μπορεί να προσεγγιστεί μόνο με ταξίδι με πλοίο διάρκειας άνω των δύο ωρών από λιμένα με τακτική πορθμειακή σύνδεση·

iii)

τουλάχιστον το 30 % της θέσης παρακολούθησης έχει κλίση μεγαλύτερη από 20 μοίρες·

ζ)

η θέση παρακολούθησης δεν μπορεί να αποδοθεί σε κανένα από τα στρώματα που αναφέρονται στην παράγραφο 4.

7.   Τα κράτη μέλη καταρτίζουν κατάλογο των θέσεων παρακολούθησης που επιλέγονται εντός της επικράτειάς τους σύμφωνα με τις παραγράφους 4, 5 και 6 (στο εξής: κατάλογος θέσεων παρακολούθησης).

Ο κατάλογος των θέσεων παρακολούθησης δεν τροποποιείται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αξιολόγησης.

8.   Κατά παρέκκλιση από το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 7, μια θέση που περιλαμβάνεται στον κατάλογο των θέσεων παρακολούθησης μπορεί να αντικατασταθεί ανά πάσα στιγμή, εάν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι πληροί τουλάχιστον ένα από τα κριτήρια αποκλεισμού που ορίζονται στην παράγραφο 6. Οι θέσεις παρακολούθησης που εξαιρούνται από τον κατάλογο αντικαθίστανται με εφαρμογή στρωματοποιημένης τυχαίας δειγματοληψίας, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 4, 5 και 6.

9.   Τα κράτη μέλη ενημερώνουν αμελλητί την Επιτροπή και τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος σχετικά με τον κατάλογο των θέσεων παρακολούθησης και κάθε τροποποίησή του. Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος δημοσιοποιεί τον κατάλογο.

Άρθρο 4

Περίοδος παρατήρησης

Τα κράτη μέλη καθορίζουν, για κάθε θέση, την περίοδο παρατήρησης κατά τη διάρκεια της οποίας πραγματοποιείται ετήσια συλλογή δεδομένων σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6. Η περίοδος παρατήρησης δεν τροποποιείται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αξιολόγησης.

Άρθρο 5

Πρωτόκολλο συλλογής δεδομένων για τις μέλισσες, τις συρφίδες, τις πεταλούδες και τους ημερόβιους σκόρους

1.   Κατά τη διάρκεια της περιόδου παρατήρησης που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4, τα κράτη μέλη συλλέγουν δεδομένα σχετικά με τις μέλισσες, τις συρφίδες, τις πεταλούδες και τους ημερόβιους σκόρους σε κάθε θέση παρακολούθησης, πραγματοποιώντας δειγματοληπτικές διαδρομές.

2.   Διεξάγονται χωριστές δειγματοληπτικές διαδρομές για:

α)

τις μέλισσες·

β)

τις συρφίδες·

γ)

τις πεταλούδες και τους ημερόβιους σκόρους.

3.   Οι δειγματοληπτικές διαδρομές διεξάγονται στην ίδια θέση παρακολούθησης μία φορά τον μήνα κατά τη διάρκεια της περιόδου παρατήρησης, με ελάχιστο χρονικό διάστημα τριών εβδομάδων.

4.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, όταν οι περιβαλλοντικές συνθήκες που αναφέρονται στην παράγραφο 7 δεν πληρούνται για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, γεγονός που εμποδίζει τη διεξαγωγή των δειγματοληπτικών διαδρομών μία φορά τον μήνα, οι δειγματοληπτικές διαδρομές μπορούν να διεξάγονται λιγότερο συχνά από μία φορά τον μήνα.

5.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, τα κράτη μέλη μπορούν να πραγματοποιούν δειγματοληπτικές διαδρομές με μεγαλύτερη συχνότητα σε θέσεις παρακολούθησης όπου η περίοδος παρατήρησης είναι μικρότερη από έξι μήνες. Στην περίπτωση αυτή, το ελάχιστο χρονικό διάστημα είναι μικρότερο των τριών εβδομάδων.

6.   Για κάθε δειγματοληπτική διαδρομή, καταγράφονται οι ακόλουθες περιβαλλοντικές παράμετροι:

α)

θερμοκρασία (σε °C)·

β)

νεφοκάλυψη (σε όγδοα)·

γ)

ταχύτητα ανέμου (σε m/s)·

δ)

ομίχλη (παρουσία/απουσία)·

ε)

υετός (παρουσία/απουσία)·

στ)

χρόνος έναρξης (ωω:λλ)·

ζ)

κάθε άλλη σχετική παράμετρος που ενδέχεται να επηρεάσει τη συλλογή δεδομένων.

7.   Οι δειγματοληπτικές διαδρομές πραγματοποιούνται υπό περιβαλλοντικές συνθήκες κατά τις οποίες τα είδη που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι ενεργά στο ενήλικο στάδιο του κύκλου ζωής τους. Για τον σκοπό αυτόν, για τις περιβαλλοντικές παραμέτρους που απαριθμούνται στην παράγραφο 6 στοιχεία α) έως στ), τα κράτη μέλη καθορίζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες πρέπει να πραγματοποιούνται οι δειγματοληπτικές διαδρομές. Οι συνθήκες αυτές μπορούν να προσαρμόζονται στις τοπικές περιστάσεις και δεν μεταβάλλονται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αξιολόγησης.

8.   Το μήκος κάθε δειγματοληπτικής διαδρομής είναι 1 km.

9.   Η ίδια δειγματοληπτική πορεία χρησιμοποιείται για τις μέλισσες, τις συρφίδες, τις πεταλούδες και τους ημερόβιους σκόρους σε κάθε θέση παρακολούθησης. Η δειγματοληπτική πορεία βρίσκεται ολόκληρη εντός των ορίων της θέσης παρακολούθησης. Η δειγματοληπτική πορεία μπορεί να είναι συνεχής ή να χωρίζεται σε μέρη. Συνοδεύεται από γεωαναφορά και χαρτογραφείται πριν ξεκινήσει η συλλογή των δεδομένων. Κάθε μέρος της δειγματοληπτικής πορείας αποδίδεται σε έναν από τους τύπους οικοσυστημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο. Η δειγματοληπτική πορεία σε κάθε θέση παρακολούθησης δεν μεταβάλλεται, εκτός εάν καταστεί εν μέρει ή πλήρως απρόσιτη λόγω ανωτέρας βίας.

10.   Η δειγματοληπτική πορεία διανύεται με κατεύθυνση προς τα εμπρός με σταθερή ταχύτητα για συνολικό πραγματικό χρόνο παρατήρησης 60 λεπτών. Ο χρόνος παρατήρησης δεν περιλαμβάνει τον χρόνο που απαιτείται για την αιχμαλώτιση, τον χειρισμό, την ταυτοποίηση ή την καταγραφή των δειγμάτων.

11.   Συλλέγονται δεδομένα εντός του ακόλουθου οριοθετημένου τρισδιάστατου χώρου παρατήρησης γύρω από το άτομο που διανύει τη δειγματοληπτική διαδρομή (στο εξής: ερευνητής):

α)

για τις μέλισσες και τις συρφίδες: 1,5 m εκατέρωθεν του ερευνητή, 1,5 m μπροστά από τον ερευνητή και 1,5 m πάνω από τον ερευνητή·

β)

για πεταλούδες και ημερόβιους σκόρους: 2,5 m εκατέρωθεν του ερευνητή, 5 m μπροστά από τον ερευνητή και 5 m πάνω από τον ερευνητή.

12.   Κάθε καταγραφή ενός δείγματος αποδίδεται σε έναν από τους τύπους οικοσυστημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο.

Άρθρο 6

Πρωτόκολλο συλλογής δεδομένων για νυκτόβιους σκόρους

1.   Κατά τη διάρκεια της περιόδου παρατήρησης που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 4, τα κράτη μέλη συλλέγουν δεδομένα σχετικά με τους νυκτόβιους σκόρους σε κάθε θέση παρακολούθησης με τη χρήση φωτοπαγίδων.

2.   Οι φωτοπαγίδες είναι ενεργές για μία νύχτα κάθε μήνα κατά τη διάρκεια της περιόδου παρατήρησης, με ελάχιστο χρονικό μεσοδιάστημα τριών εβδομάδων μεταξύ των ενεργών περιόδων μιας φωτοπαγίδας στην ίδια θέση παρακολούθησης.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, όταν οι περιβαλλοντικές συνθήκες που αναφέρονται στην παράγραφο 6 δεν πληρούνται για παρατεταμένο χρονικό διάστημα που εμποδίζει τη μηνιαία τοποθέτηση φωτοπαγίδων, οι φωτοπαγίδες μπορούν να τοποθετούνται με συχνότητα μικρότερη από μία φορά ανά μήνα.

4.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, οι φωτοπαγίδες μπορούν να τοποθετούνται με συχνότητα μεγαλύτερη από μία φορά ανά μήνα σε θέσεις παρακολούθησης όπου η περίοδος παρατήρησης είναι μικρότερη από έξι μήνες. Στην περίπτωση αυτή, το ελάχιστο χρονικό μεσοδιάστημα είναι μικρότερο των τριών εβδομάδων.

5.   Κατά τη διάρκεια της ενεργού περιόδου κάθε φωτοπαγίδας, καταγράφονται οι ακόλουθες περιβαλλοντικές παράμετροι:

α)

θερμοκρασία (σε °C)·

β)

νεφοκάλυψη (σε όγδοα)·

γ)

ταχύτητα ανέμου (σε m/s)·

δ)

ομίχλη (παρουσία/απουσία)·

ε)

υετός (παρουσία/απουσία)·

στ)

κύρια φάση σελήνης (νέα σελήνη, πρώτο τέταρτο, πανσέληνος, τελευταίο τέταρτο)·

ζ)

κάθε άλλη σχετική παράμετρος που ενδέχεται να επηρεάσει τη συλλογή δεδομένων.

6.   Οι φωτοπαγίδες τοποθετούνται υπό περιβαλλοντικές συνθήκες κατά τις οποίες τα είδη που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι ενεργά στο ενήλικο στάδιο του κύκλου ζωής τους. Για τον σκοπό αυτόν, για τις περιβαλλοντικές παραμέτρους που απαριθμούνται στην παράγραφο 5 στοιχεία α) έως στ), τα κράτη μέλη καθορίζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες πρέπει να τοποθετούνται οι φωτοπαγίδες. Οι συνθήκες αυτές μπορούν να προσαρμόζονται στις περιστάσεις που χαρακτηρίζουν κάθε θέση και δεν μεταβάλλονται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αξιολόγησης.

7.   Σε κάθε θέση παρακολούθησης τοποθετούνται δύο φωτοπαγίδες, σε απόσταση τουλάχιστον 50 m μεταξύ τους. Οι φωτοπαγίδες τοποθετούνται σε απόσταση τουλάχιστον 10 m από υδατικά συστήματα και τουλάχιστον 50 m από τεχνητές φωτεινές πηγές. Τοποθετούνται κατά τρόπον ώστε η κορυφή της φωτεινής πηγής να απέχει μεταξύ 30 cm και 1 m από την επιφάνεια του εδάφους. Καμία παγίδα δεν τοποθετείται σε απόσταση μικρότερη του 1 m από εμπόδια που θα μπορούσαν να εμποδίσουν το φως της.

8.   Η θέση των φωτοπαγίδων φέρει γεωαναφορά και χαρτογραφείται για κάθε θέση παρακολούθησης πριν από την έναρξη της συλλογής δεδομένων. Κάθε φωτοπαγίδα αποδίδεται σε έναν από τους τύπους οικοσυστημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο. Η θέση κάθε φωτοπαγίδας δεν αλλάζει κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αξιολόγησης, εκτός εάν καταστεί απρόσιτη λόγω ανωτέρας βίας.

9.   Τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν πανομοιότυπο σχεδιασμό φωτοπαγίδας και πανομοιότυπο τύπο φωτεινής πηγής σε όλες τις θέσεις παρακολούθησης. Ο σχεδιασμός της φωτοπαγίδας και ο τύπος της φωτεινής πηγής δεν μεταβάλλονται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αξιολόγησης.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, επιτρέπεται η χρήση διαφορετικού σχεδιασμού φωτοπαγίδας και διαφορετικού τύπου φωτεινής πηγής σε γεωγραφικά πλάτη άνω των 60° Β.

Η φωτεινή πηγή κάθε φωτοπαγίδας έχει υψηλή απόδοση στην περιοχή υπεριώδους και κυανού φωτός (350-550 nm). Οι φωτεινές πηγές συντηρούνται κατάλληλα, χωρίς ουσιαστική μεταβολή της έντασης ή της φασματικής σύνθεσης του φωτός με την πάροδο του χρόνου.

Άρθρο 7

Πρωτόκολλο συλλογής δεδομένων για σπάνια είδη επικονιαστών

1.   Τα κράτη μέλη διενεργούν στοχευμένη παρακολούθηση όλων των ειδών μελισσών, συρφίδων και πεταλούδων που θεωρούνται απειλούμενα με εξαφάνιση. Για τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν τον κόκκινο κατάλογο της ΕΕ για τα απειλούμενα είδη (6) ή τον εθνικό κόκκινο κατάλογο ειδών, ή και τα δύο.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, εάν ο αριθμός των ειδών που προσδιορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι μεγαλύτερος από 15, τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν τον αριθμό των προς παρακολούθηση ειδών σε 15.

3.   Τα κράτη μέλη καταρτίζουν κατάλογο των προς παρακολούθηση ειδών σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 και τον κοινοποιούν στην Επιτροπή. Ο εν λόγω κατάλογος δεν τροποποιείται κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αξιολόγησης.

4.   Τα είδη του καταλόγου που αναφέρονται στην παράγραφο 3 παρακολουθούνται με στοχευμένες επιτόπιες επισκέψεις τουλάχιστον μία φορά ετησίως σε γνωστές τοποθεσίες των ειδών, προκειμένου να διαπιστωθεί η παρουσία ή η απουσία τους. Τα κράτη μέλη μπορούν να διακόψουν την παρακολούθηση ενός είδους σε ένα δεδομένο έτος αφού διαπιστωθεί η παρουσία του σε τουλάχιστον μία τοποθεσία.

5.   Όλες οι καταγραφές των ειδών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 φέρουν γεωαναφορά.

Άρθρο 8

Ταυτοποίηση των ειδών

Τα κράτη μέλη ταυτοποιούν σε επίπεδο είδους τα δείγματα των ειδών-στόχων που παρατηρούνται ή αιχμαλωτίζονται, χρησιμοποιώντας διαγνωστικές μεθόδους που βασίζονται σε εμπειρογνώμονες, μεθόδους με βάση το DNA, τεχνητή νοημοσύνη ή άλλες επιστημονικά δοκιμασμένες μεθόδους.

Άρθρο 9

Αξιολόγηση των τάσεων μεταβολής των πληθυσμών επικονιαστών

1.   Οι τάσεις μεταβολής όσον αφορά την αφθονία και την ποικιλότητα των επικονιαστών αξιολογούνται με βάση τα δεδομένα που συλλέγονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

2.   Για τη διενέργεια της αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, υπολογίζεται δείκτης κοινών επικονιαστών για κάθε κράτος μέλος με χρήση της μεθόδου που ορίζεται στο παράρτημα II, και υπολογίζεται δείκτης πλούτου ειδών επικονιαστών για κάθε κράτος μέλος με χρήση της μεθόδου που ορίζεται στο παράρτημα III.

3.   Τα ξένα είδη εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της αξιολόγησης.

4.   Η πρώτη περίοδος αξιολόγησης αρχίζει 16 Δεκεμβρίου 2026 και ολοκληρώνεται το 2030. Στη συνέχεια, κάθε επόμενη περίοδος αξιολόγησης διαρκεί έξι έτη.

Άρθρο 10

Αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των μέτρων αποκατάστασης

Για τους σκοπούς της αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των μέτρων αποκατάστασης σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1991, ο δείκτης κοινών επικονιαστών υπολογίζεται χωριστά για καθέναν από τους τύπους οικοσυστημάτων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο.

Άρθρο 11

Έναρξη ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 19 Σεπτεμβρίου 2025.

Για την Επιτροπή

Η Πρόεδρος

Ursula VON DER LEYEN


(1)   ΕΕ L, 2024/1991, 29.7.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1991/oj.

(2)  Allaby M. (2020), A Dictionary of Zoology [Λεξικό ζωολογίας] (5η έκδ.), Oxford University Press, Οξφόρδη. doi:10.1093/acref/9780198845089.001.0001.

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1143/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2014, για την πρόληψη και διαχείριση της εισαγωγής και εξάπλωσης χωροκατακτητικών ξένων ειδών (ΕΕ L 317 της 4.11.2014, σ. 35, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2014/1143/oj).

(4)   https://ec.europa.eu/eurostat/web/lucas/database/primary-data.

(5)  Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαΐου 1992, για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (ΕΕ L 206 της 22.7.1992, σ. 7, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/1992/43/oj).

(6)   https://environment.ec.europa.eu/topics/nature-and-biodiversity/european-red-list-threatened-species_el.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΕΛΑΧΙΣΤΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ ΘΕΣΕΩΝ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ

Κράτος μέλος

Ελάχιστος αριθμός θέσεων παρακολούθησης

Βέλγιο

60

Βουλγαρία

80

Τσεχία

70

Δανία

50

Γερμανία

90

Εσθονία

50

Ιρλανδία

40

Ελλάδα

80

Ισπανία

100

Γαλλία

120

Κροατία

70

Ιταλία

100

Κύπρος

40

Λετονία

50

Λιθουανία

50

Λουξεμβούργο

40

Ουγγαρία

70

Μάλτα

30

Κάτω Χώρες

50

Αυστρία

80

Πολωνία

70

Πορτογαλία

70

Ρουμανία

80

Σλοβενία

70

Σλοβακία

70

Φινλανδία

70

Σουηδία

70


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΔΕΙΚΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝ ΕΠΙΚΟΝΙΑΣΤΩΝ

1.   Γενικοί κανόνες

1)

Ο δείκτης κοινών επικονιαστών που υπολογίζεται για κάθε κράτος μέλος βασίζεται στα δεδομένα που συλλέγονται σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6. Λαμβάνει υπόψη μόνο τις καταγραφές δειγμάτων που ταυτοποιούνται σε επίπεδο είδους σύμφωνα με το άρθρο 8. Δεν λαμβάνει υπόψη ξένα είδη.

2)

Ο δείκτης κοινών επικονιαστών συνδυάζει τις μετρήσεις των τάσεων μεταβολής όσον αφορά την αφθονία και την ποικιλότητα των κοινών ειδών-στόχων. Οι τάσεις αυτές υπολογίζονται για κάθε περίοδο αξιολόγησης και για κάθε ταξινομική ομάδα που αναφέρεται στο άρθρο 2 με βάση τους ετήσιους δείκτες αφθονίας ειδών και τους ετήσιους δείκτες ποικιλότητας ειδών που καθορίζονται σύμφωνα με τα τμήματα 2 και 3.

2.   Ετήσιοι δείκτες αφθονίας ειδών

1)

Υπολογίζεται ετησίως ειδικός ανά είδος δείκτης αφθονίας για κάθε είδος που παρατηρείται σε ένα κράτος μέλος με βάση τη μεθοδολογία για τον γενικευμένο δείκτη αφθονίας που περιγράφεται από τους Dennis et al. (2016) (1).

2)

Ο ειδικός ανά είδος δείκτης αφθονίας που αναφέρεται στο σημείο 1) λαμβάνει υπόψη μόνο τα είδη που έχουν παρατηρηθεί σε ένα κράτος μέλος τουλάχιστον 25 φορές ετησίως κατά μέσο όρο κατά την περίοδο αξιολόγησης.

3)

Η μεθοδολογία για τον γενικευμένο δείκτη αφθονίας μπορεί να ενισχυθεί λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες που καταγράφονται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 6 στοιχεία α) έως στ) για τα είδη που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 και σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 5 στοιχεία α) έως στ) για τους νυκτόβιους σκόρους.

4)

Υπολογίζεται ετησίως δείκτης αφθονίας πολλαπλών ειδών για κάθε ταξινομική ομάδα με τη χρήση των ετήσιων ειδικών ανά είδος δεικτών που αναφέρονται στο σημείο 1), με βάση τη μεθοδολογία που περιγράφεται από τους Freeman et al. (2021) (2).

3.   Ετήσιοι δείκτες ποικιλότητας ειδών

1)

Υπολογίζεται ετησίως ειδικός ανά θέση δείκτης ποικιλότητας ειδών για κάθε θέση παρακολούθησης και για κάθε ταξινομική ομάδα με χρήση της μεθοδολογίας του δείκτη ποικιλότητας Shannon-Wiener (3).

2)

Υπολογίζεται ετησίως δείκτης ποικιλότητας των ειδών για κάθε ταξινομική ομάδα με τη χρήση όλων των ετήσιων ειδικών ανά θέση δεικτών ποικιλότητας που αναφέρονται στο σημείο 1), με βάση τη μεθοδολογία που περιγράφεται από τους Freeman et al. (2021).

4.   Τάσεις μεταβολής όσον αφορά την αφθονία και την ποικιλότητα των ειδών

1)

Η μεθοδολογία που περιγράφεται από τους Freeman et al. (2021) παρέχει τις τάσεις μεταβολής στην αφθονία των ειδών με βάση τους δείκτες αφθονίας πολλαπλών ειδών που αναφέρονται στο τμήμα 2 σημείο 4) και παρέχει τις τάσεις μεταβολής στην ποικιλότητα των ειδών με βάση τους δείκτες ποικιλότητας των ειδών που αναφέρονται στο τμήμα 3 σημείο 2) για κάθε περίοδο αξιολόγησης.

2)

Για την πρώτη περίοδο αξιολόγησης, η μέθοδος που αναφέρεται στο σημείο 1) εξαναγκάζεται να εφαρμόσει σε ευθεία γραμμή μεταξύ των ετήσιων τιμών των δεικτών αφθονίας πολλαπλών ειδών και των δεικτών ποικιλότητας των ειδών.

3)

Για τις περιόδους αξιολόγησης μετά το 2030, υπολογίζονται εξομαλυνθείσες τάσεις, ενώ η ομαλότητα των τάσεων προσδιορίζεται με τη χρήση της προσέγγισης που περιγράφεται από τους Massimino et al. (2025) (4).

5.   Υπολογισμός του δείκτη κοινών επικονιαστών

1)

Για κάθε περίοδο αξιολόγησης, η πιθανότητα θετικής τάσης μεταβολής προσδιορίζεται χωριστά για τις τάσεις στην αφθονία των ειδών και τις τάσεις στην ποικιλότητα των ειδών για κάθε ταξινομική ομάδα. Οι πιθανότητες αυτές μετατρέπονται σε λόγο πιθανοτήτων.

2)

Υπολογίζεται το γινόμενο όλων των λόγων πιθανοτήτων που αναφέρονται στο σημείο 1).

3)

Το γινόμενο όλων των λόγων πιθανοτήτων που αναφέρονται στο σημείο 2) μετατρέπεται εκ νέου σε συνδυασμένη πιθανότητα αύξησης τόσο της αφθονίας όσο και της ποικιλότητας των ειδών σε όλες τις ταξινομικές ομάδες. Η εν λόγω συνδυασμένη πιθανότητα αποτελεί τον δείκτη κοινών επικονιαστών, ο οποίος παρέχεται με διάστημα εμπιστοσύνης 90 %.

(1)  Dennis E.B., Morgan B.J.T., Freeman S.N., Brereton T.M. και Roy D.B. (2016), «A Generalized Abundance Index for Seasonal Invertebrates» [Γενικευμένος δείκτης αφθονίας για εποχιακά ασπόνδυλα], Biometrics 72: 1305-1314 (https://doi.org/10.1111/biom.12506).

(2)  Freeman S.N., Isaac N.J.B., Besbeas P., Dennis E.B. και Morgan B.J.T. (2021), «A Generic Method for Estimating and Smoothing Multispecies Biodiversity Indicators Using Intermittent Data» [Γενική μέθοδος για τον υπολογισμό και την εξομάλυνση δεικτών βιοποικιλότητας πολλαπλών ειδών με τη χρήση διακοπτόμενων δεδομένων], JABES 26: 71-89 (https://doi.org/10.1007/s13253-020-00410-6).

(3)  Allaby M. (2020), A Dictionary of Zoology [Λεξικό ζωολογίας] (5η έκδ.), Oxford University Press, Οξφόρδη (doi: 10.1093/acref/9780198845089.001.0001).

(4)  Massimino D., Baillie S.R., Balmer D.E., Bashford R.I., Gregory R.D., Harris S.J., Heywood J.J.N., Kelly L.A., Noble D.G., Pearce-Higgins J.W., Raven M.J., Risely K., Woodcock P., Wotton S.R. και Gillings S. (2025), «The Breeding Bird Survey of the United Kingdom» [Έρευνα για τα φωλεάζοντα είδη του Ηνωμένου Βασιλείου], Global Ecology and Biogeography 34: e13943 (https://doi.org/10.1111/geb.13943).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΔΕΙΚΤΗΣ ΠΛΟΥΤΟΥ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ ΕΠΙΚΟΝΙΑΣΤΩΝ

1.   

Υπολογίζεται ετησίως δείκτης πλούτου των ειδών επικονιαστών για κάθε κράτος μέλος με βάση τα δεδομένα που συλλέγονται σύμφωνα με τα άρθρα 5, 6 και 7. Λαμβάνει υπόψη μόνο τις καταγραφές δειγμάτων που ταυτοποιούνται σε επίπεδο είδους σύμφωνα με το άρθρο 8. Δεν λαμβάνει υπόψη ξένα είδη.

2.   

Για κάθε περίοδο αξιολόγησης, η αξιολόγηση βασίζεται σε γραμμική ανάλυση παλινδρόμησης των ετήσιων δεικτών πλούτου των ειδών που αναφέρονται στο σημείο 1).

3.   

Ο δείκτης πλούτου των ειδών επικονιαστών υπολογίζεται ως η κλίση της γραμμής παλινδρόμησης.


ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2025/2188/oj

ISSN 1977-0669 (electronic edition)