European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά L


2025/1047

28.5.2025

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2025/1047 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 27ης Μαΐου 2025

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1803 όσον αφορά το Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9 και το Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 7

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων (1), και ιδίως το άρθρο 3 παράγραφος 1,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1803 της Επιτροπής (2) υιοθετήθηκαν ορισμένα διεθνή λογιστικά πρότυπα και διερμηνείες που υφίσταντο στις 8 Σεπτεμβρίου 2022.

(2)

Στις 30 Μαΐου 2024 το Συμβούλιο Διεθνών Λογιστικών Προτύπων εξέδωσε ορισμένες τροποποιήσεις στο Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 9 Χρηματοοικονομικά Μέσα (ΔΠΧΑ 9) και στο Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Αναφοράς 7 Χρηματοοικονομικά Μέσα: Γνωστοποιήσεις (ΔΠΧΑ 7). Στόχος των εν λόγω τροποποιήσεων ήταν να αντιμετωπιστούν ορισμένα από τα πορίσματα της επανεξέτασης των απαιτήσεων κατάταξης και επιμέτρησης του ΔΠΧΑ 9, η οποία πραγματοποιήθηκε το 2022 μετά την εφαρμογή του προτύπου, και να ικανοποιηθεί αίτημα των ενδιαφερόμενων μερών προς την επιτροπή διερμηνειών ΔΠΧΑ.

(3)

Οι εν λόγω τροποποιήσεις αποσαφηνίζουν την κατάταξη των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων με περιβαλλοντικά, κοινωνικά και σχετικά με τη διακυβέρνηση ή παρόμοια χαρακτηριστικά, καθώς και τον διακανονισμό υποχρεώσεων μέσω ηλεκτρονικών συστημάτων πληρωμών. Οι εν λόγω τροποποιήσεις επιβάλλουν επίσης απαιτήσεις γνωστοποίησης οι οποίες αποσκοπούν στην αύξηση της διαφάνειας για τους επενδυτές σε σχέση με επενδύσεις σε συμμετοχικούς τίτλους που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων και σε χρηματοοικονομικά μέσα με ενδεχόμενα χαρακτηριστικά, όπως χαρακτηριστικά που συνδέονται με στόχους ΠΚΔ.

(4)

Οι εν λόγω τροποποιήσεις αναμένεται να προωθήσουν δάνεια με χαρακτηριστικά ΠΚΔ, καθώς θα πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόζουν είτε το αποσβεσμένο κόστος είτε την εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων, ανάλογα με το επιχειρηματικό μοντέλο, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούν το κριτήριο των πληρωμών αποκλειστικά κεφαλαίου και τόκων (SPPI). Με τον τρόπο αυτό, η υποβολή χρηματοοικονομικών εκθέσεων αναμένεται να στηρίξει μέτρα οικονομικής μετάβασης που προωθούν την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία.

(5)

Κατόπιν διαβούλευσης με την Ευρωπαϊκή Συμβουλευτική Ομάδα για Θέματα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (EFRAG), η Επιτροπή συμπεραίνει ότι οι τροποποιήσεις του ΔΠΧΑ 9 και του ΔΠΧΑ 7 πληρούν τις προϋποθέσεις έγκρισης που ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002. Η EFRAG κατέληξε επίσης στο συμπέρασμα ότι τα οφέλη των εν λόγω τροποποιήσεων υπερτερούν του σχετικού κόστους.

(6)

Συνεπώς, ο κανονισμός (ΕΕ) 2023/1803 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως.

(7)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της κανονιστικής επιτροπής λογιστικών θεμάτων,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Το παράρτημα του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1803 τροποποιείται ως εξής:

1)

το Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) 9 Χρηματοοικονομικά Μέσα τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα του παρόντος κανονισμού·

2)

το ΔΠΧΑ 7 Χρηματοοικονομικά μέσα: Γνωστοποιήσεις τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Οι εταιρείες εφαρμόζουν τις τροποποιήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1, το αργότερο, από την ημερομηνία έναρξης του πρώτου οικονομικού τους έτους που αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2026 ή μεταγενέστερα.

Άρθρο 3

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 27 Μαΐου 2025.

Για την Επιτροπή

Η Πρόεδρος

Ursula VON DER LEYEN


(1)   ΕΕ L 243 της 11.9.2002, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2002/1606/oj.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1803 της Επιτροπής, της 13ης Σεπτεμβρίου 2023, για την υιοθέτηση ορισμένων διεθνών λογιστικών προτύπων σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 237 της 26.9.2023, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2023/1803/oj).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΤΡΟΠΟΠΟΙΉΣΕΙς ΣΤΗΝ ΚΑΤΆΤΑΞΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΠΙΜΈΤΡΗΣΗ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΏΝ ΜΈΣΩΝ

Τροποποιήσεις του ΔΠΧΑ 9 και του ΔΠΧΑ 7

Τροποποιήσεις του ΔΠΧΑ 9 Χρηματοοικονομικά Μέσα

Προστίθενται οι παράγραφοι 7.1.12–7.1.13 και 7.2.47-7.2.49 και η επικεφαλίδα πριν από την παράγραφο 7.2.47.

7.1   ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΥΟΣ

...

7.1.12.

Με τις Τροποποιήσεις στην κατάταξη και την επιμέτρηση των χρηματοοικονομικών μέσων, με τις οποίες τροποποιήθηκε το ΔΠΧΑ 9 και το ΔΠΧΑ 7 και οι οποίες εκδόθηκαν τον Μάιο του 2024, προστέθηκαν οι παράγραφοι 7.2.47–7.2.49, B3.1.2A, B3.3.8–B3.3.10, B4.1.8A, B4.1.10A, B4.1.16A και B4.1.20A. Επίσης, τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι B4.1.10, B4.1.13, B4.1.14, B4.1.16, B4.1.17, B4.1.20, B4.1.21 και B4.1.23. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις αυτές για ετήσιες περιόδους αναφοράς που αρχίζουν την 1η Ιανουαρίου 2026 ή αργότερα. Η εφαρμογή για προγενέστερες περιόδους επιτρέπεται.

7.1.13.

Εάν η οικονομική οντότητα διαλέξει να εφαρμόσει τις εν λόγω τροποποιήσεις για προγενέστερη περίοδο:

α)

εφαρμόζει όλες τις τροποποιήσεις ταυτόχρονα και γνωστοποιεί το γεγονός αυτό· ή

β)

εφαρμόζει μόνο τις τροποποιήσεις στις οδηγίες εφαρμογής της ενότητας 4.1 του παρόντος προτύπου (Κατάταξη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων) για την εν λόγω προγενέστερη περίοδο και γνωστοποιεί το γεγονός αυτό.

7.2   ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

...

Μεταβατικές διατάξεις για τις Τροποποιήσεις στην κατάταξη και την επιμέτρηση των χρηματοοικονομικών μέσων

7.2.47.

Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις Τροποποιήσεις στην κατάταξη και την επιμέτρηση των χρηματοοικονομικών μέσων αναδρομικά σύμφωνα με το ΔΛΠ 8, με εξαίρεση τα οριζόμενα στις παραγράφους 7.2.48–7.2.49. Για τους σκοπούς των απαιτήσεων των εν λόγω παραγράφων, ημερομηνία αρχικής εφαρμογής είναι η έναρξη της ετήσιας περιόδου αναφοράς κατά την οποία η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις τροποποιήσεις για πρώτη φορά.

7.2.48.

Η οικονομική οντότητα δεν απαιτείται να αναδιατυπώσει προηγούμενες περιόδους ώστε να αντικατοπτρίζουν την εφαρμογή των εν λόγω τροποποιήσεων. Η οικονομική οντότητα μπορεί να αναδιατυπώσει προηγούμενες περιόδους μόνο όταν αυτό είναι εφικτό χωρίς να χρησιμοποιείται εκ των υστέρων αποκτηθείσα γνώση. Εάν η οικονομική οντότητα δεν αναδιατυπώσει προηγούμενες περιόδους, αναγνωρίζει το αποτέλεσμα της αρχικής εφαρμογής των τροποποιήσεων αυτών ως προσαρμογή στο υπόλοιπο ανοίγματος των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων και το σωρευτικό αποτέλεσμα, εάν υπάρχει, ως προσαρμογή στο υπόλοιπο ανοίγματος των κερδών εις νέον (ή άλλου στοιχείου των ιδίων κεφαλαίων, κατά περίπτωση) κατά τον χρόνο της αρχικής εφαρμογής.

7.2.49.

Κατά τον χρόνο της αρχικής εφαρμογής των τροποποιήσεων των οδηγιών εφαρμογής της ενότητας 4.1 του παρόντος προτύπου (Κατάταξη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων), η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί για κάθε κατηγορία χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που άλλαξαν κατηγορία επιμέτρησης λόγω της εφαρμογής των τροποποιήσεων:

α)

την κατηγορία επιμέτρησης και τη λογιστική αξία που καθορίστηκε αμέσως πριν από την εφαρμογή των τροποποιήσεων· και

β)

την κατηγορία επιμέτρησης και τη λογιστική αξία που καθορίστηκε αμέσως μετά την εφαρμογή των τροποποιήσεων.

Προσάρτημα Β

Οδηγίες εφαρμογής

Προστίθενται οι παράγραφοι B3.1.2A, B3.3.8–B3.3.10, B4.1.8A, B4.1.10A, B4.1.16A και B4.1.20A και η επικεφαλίδα πριν από την παράγραφο Β3.1.2Α. Τροποποιούνται οι παράγραφοι B4.1.10, B4.1.13, B4.1.14, B4.1.16, B4.1.17, B4.1.20, B4.1.21 και B4.1.23 Οι παράγραφοι Β4.1.7Α, Β4.1.15 και Β4.1.22 δεν τροποποιούνται αλλά παρατίθενται για ευχερέστερη αναφορά.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΙ ΠΑΥΣΗ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3)

Αρχική αναγνώριση (ενότητα 3.1)

...

Ημερομηνία αρχικής αναγνώρισης ή παύσης αναγνώρισης

B3.1.2A

Εκτός εάν εφαρμόζεται η παράγραφος 3.1.2, η οικονομική οντότητα αναγνωρίζει χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο ή χρηματοοικονομική υποχρέωση την ημερομηνία κατά την οποία η οικονομική οντότητα καθίσταται συμβαλλόμενο μέρος των συμβατικών διατάξεων του μέσου (βλέπε παράγραφο 3.1.1). Ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο παύει να αναγνωρίζεται την ημερομηνία κατά την οποία λήγουν τα συμβατικά δικαιώματα επί των ταμειακών ροών ή μεταβιβάζεται το περιουσιακό στοιχείο (βλέπε παράγραφο 3.2.3). Εάν η οικονομική οντότητα δεν επιλέξει να εφαρμόσει την παράγραφο Β3.3.8, μια χρηματοοικονομική υποχρέωση παύει να αναγνωρίζεται κατά την ημερομηνία διακανονισμού, η οποία είναι η ημερομηνία κατά την οποία η υποχρέωση εξοφλείται επειδή η δέσμευση που προσδιορίζεται στη σύμβαση εκπληρώνεται ή ακυρώνεται ή εκπνέει (βλέπε παράγραφο 3.3.1) ή η υποχρέωση πληροί τις προϋποθέσεις για παύση αναγνώρισης (βλέπε παράγραφο 3.3.2).

...

Παύση αναγνώρισης χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων (ενότητα 3.3)

...

B3.3.8

Παρά την απαίτηση της παραγράφου Β3.1.2Α για παύση αναγνώρισης μιας χρηματοοικονομικής υποχρέωσης κατά την ημερομηνία διακανονισμού, κατά τον διακανονισμό χρηματοοικονομικής υποχρέωσης (ή μέρους χρηματοοικονομικής υποχρέωσης) σε μετρητά με τη χρήση ηλεκτρονικού συστήματος πληρωμών, η οικονομική οντότητα επιτρέπεται να θεωρήσει ότι η χρηματοοικονομική υποχρέωση (ή μέρος της χρηματοοικονομικής υποχρέωσης) εξοφλείται πριν από την ημερομηνία διακανονισμού μόνο εάν η οικονομική οντότητα έχει κινήσει οδηγία πληρωμής που είχε ως αποτέλεσμα:

α)

η οικονομική οντότητα να μην έχει πρακτικά την ικανότητα να αποσύρει, να διακόψει ή να ακυρώσει την οδηγία πληρωμής·

β)

η οντότητα να μην έχει πρακτικά ικανότητα πρόσβασης στα μετρητά που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν για τον διακανονισμό ως αποτέλεσμα της οδηγίας πληρωμής· και

γ)

ο κίνδυνος διακανονισμού που συνδέεται με το σύστημα ηλεκτρονικών πληρωμών να είναι αμελητέος.

B3.3.9

Για τους σκοπούς της εφαρμογής της παραγράφου Β3.3.8 στοιχείο γ), ο κίνδυνος διακανονισμού που συνδέεται με ηλεκτρονικό σύστημα πληρωμών είναι αμελητέος εάν τα χαρακτηριστικά του συστήματος είναι τέτοια ώστε η ολοκλήρωση της οδηγίας πληρωμής να ακολουθεί τυποποιημένη διοικητική διαδικασία και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ της εκπλήρωσης των κριτηρίων της παραγράφου Β3.3.8 στοιχεία α) και β) και της παράδοσης των μετρητών στον αντισυμβαλλόμενο να είναι σύντομος. Ωστόσο, ο κίνδυνος διακανονισμού δεν είναι αμελητέος εάν η ολοκλήρωση της εντολής πληρωμής εξαρτάται από την ικανότητα της οικονομικής οντότητας να παραδώσει τα μετρητά κατά την ημερομηνία διακανονισμού.

B3.3.10

Η οικονομική οντότητα που επιλέγει να εφαρμόσει την παράγραφο Β3.3.8 για τον διακανονισμό χρηματοοικονομικής υποχρέωσης (ή μέρους χρηματοοικονομικής υποχρέωσης) με χρήση ηλεκτρονικού συστήματος πληρωμών εφαρμόζει την εν λόγω παράγραφο σε όλους τους διακανονισμούς που πραγματοποιούνται μέσω του ίδιου ηλεκτρονικού συστήματος πληρωμών.

ΚΑΤΑΤΑΞΗ (ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4)

Κατάταξη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων (ενότητα 4.1)

...

Συμβατικές ταμειακές ροές που αποτελούν αποκλειστικά πληρωμές κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου

...

B4.1.7A

Οι συμβατικές ταμειακές ροές που αποτελούν αποκλειστικά πληρωμές κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου συνάδουν με μια βασική συμφωνία δανεισμού. Σε μια βασική συμφωνία δανεισμού, το αντάλλαγμα για τη διαχρονική αξία του χρήματος (βλέπε παραγράφους Β4.1.9Α–Β4.1.9Ε) και τον πιστωτικό κίνδυνο είναι κατά κανόνα τα σημαντικότερα στοιχεία του τόκου. Ωστόσο, σε μια τέτοια συμφωνία ο τόκος μπορεί επίσης να περιλαμβάνει αντάλλαγμα και για άλλους βασικούς κινδύνους δανεισμού (για παράδειγμα, τον κίνδυνο ρευστότητας) και για άλλα βασικά έξοδα δανεισμού (για παράδειγμα, διοικητικά έξοδα) που σχετίζονται με τη διακράτηση του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Επίσης, ο τόκος μπορεί να περιλαμβάνει ένα περιθώριο κέρδους το οποίο συνάδει με μια βασική συμφωνία δανεισμού. Σε ακραίες οικονομικές συνθήκες, ο τόκος μπορεί να είναι αρνητικός εάν, για παράδειγμα, ο κάτοχος ενός χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου καταβάλλει ρητά ή σιωπηρά αντίτιμο για την κατάθεση των χρημάτων του για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (και η εν λόγω προμήθεια υπερβαίνει το αντάλλαγμα που καταβάλλεται στον κάτοχο για τη διαχρονική αξία του χρήματος, τον πιστωτικό κίνδυνο και άλλους βασικούς κινδύνους και έξοδα δανεισμού). Ωστόσο, οι συμβατικοί όροι οι οποίοι θεσπίζουν την έκθεση σε κινδύνους ή τη μεταβλητότητα των συμβατικών ταμειακών ροών που δεν σχετίζεται με βασική συμφωνία δανεισμού, όπως η έκθεση στις μεταβολές των τιμών μετοχών ή των τιμών βασικών εμπορευμάτων, δεν έχουν ως αποτέλεσμα συμβατικές ταμειακές ροές που αποτελούν αποκλειστικά πληρωμές κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου. Ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο που δημιουργείται ή αγοράζεται μπορεί να αποτελεί βασική συμφωνία δανεισμού ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για δάνειο με τη νομική μορφή του.

...

B4.1.8A

Κατά την εκτίμηση του κατά πόσον οι συμβατικές ταμειακές ροές ενός χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου συνάδουν με μια βασική συμφωνία δανεισμού, η οικονομική οντότητα μπορεί να χρειαστεί να εξετάσει τα διάφορα στοιχεία των τόκων χωριστά. Η αξιολόγηση των τόκων εστιάζει στο για τι αποζημιώνεται η οικονομική οντότητα και όχι στο ύψος της αποζημίωσης που λαμβάνει. Ωστόσο, το ποσό της αποζημίωσης που λαμβάνει η οικονομική οντότητα μπορεί να υποδηλώνει ότι η οικονομική οντότητα αποζημιώνεται για κάτι άλλο από τους βασικούς κινδύνους και τα βασικά έξοδα δανεισμού. Οι συμβατικές ταμειακές ροές δεν συνάδουν με μια βασική συμφωνία δανεισμού, εάν συνδέονται με μεταβλητή που δεν αποτελεί βασικό κίνδυνο ή έξοδο δανεισμού (για παράδειγμα, με την αξία συμμετοχικών τίτλων ή την τιμή ενός εμπορεύματος) ή εάν αντιστοιχούν σε μερίδιο των εσόδων ή των κερδών του οφειλέτη, ακόμη και αν οι εν λόγω συμβατικοί όροι είναι συνήθεις στην αγορά στην οποία δραστηριοποιείται η οικονομική οντότητα.

...

Συμβατικοί όροι που μεταβάλλουν τον χρόνο ή το ποσό των συμβατικών ταμειακών ροών

B4.1.10

Εάν ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο περιλαμβάνει συμβατικό όρο ο οποίος θα μπορούσε να μεταβάλει τον χρόνο ή το ποσό των συμβατικών ταμειακών ροών (για παράδειγμα, εάν το περιουσιακό στοιχείο μπορεί να προεξοφληθεί πριν από τη λήξη του ή εάν μπορεί να επεκταθεί η διάρκειά του), η οικονομική οντότητα πρέπει να καθορίσει αν οι συμβατικές ταμειακές ροές που μπορεί να προκύψουν κατά τη διάρκεια ζωής του μέσου λόγω του συγκεκριμένου συμβατικού όρου αποτελούν αποκλειστικά πληρωμές κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου. Για αυτή την απόφαση, η οικονομική οντότητα πρέπει να εκτιμήσει τις συμβατικές ταμειακές ροές οι οποίες μπορεί να προκύψουν τόσο πριν όσο και μετά τη μεταβολή των συμβατικών ταμειακών ροών, ανεξάρτητα από την πιθανότητα επέλευσης της εν λόγω μεταβολής. Επίσης, η οικονομική οντότητα χρειάζεται ενδεχομένως να εκτιμήσει τη φύση τυχόν ενδεχόμενου γεγονότος (δηλαδή του παράγοντα ενεργοποίησης) που θα μετέβαλε τον χρόνο ή το ποσό των συμβατικών ταμειακών ροών. Παρότι η ίδια η φύση του ενδεχόμενου γεγονότος δεν συνιστά καθοριστικό παράγοντα για την εκτίμηση του κατά πόσον οι συμβατικές ταμειακές ροές αποτελούν αποκλειστικά πληρωμές κεφαλαίου και τόκων, μπορεί να αποτελεί ένδειξη. Για παράδειγμα, ας συγκρίνουμε ένα χρηματοοικονομικό μέσο με επιτόκιο το οποίο αναπροσαρμόζεται προς τα επάνω όταν ο οφειλέτης δεν καταβάλλει έναν συγκεκριμένο αριθμό πληρωμών έναντι ενός χρηματοοικονομικού μέσου με επιτόκιο το οποίο αναπροσαρμόζεται προς τα πάνω όταν ένας καθορισμένος δείκτης μετοχών ανέλθει σε συγκεκριμένο επίπεδο. Στην πρώτη περίπτωση είναι πιθανότερο ότι οι συμβατικές ταμειακές ροές κατά τη διάρκεια ζωής του μέσου θα αποτελούν αποκλειστικά πληρωμές κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου λόγω της σχέσης μεταξύ των μη καταβληθεισών πληρωμών και της αύξησης του πιστωτικού κινδύνου. Στην πρώτη περίπτωση, η φύση του ενδεχόμενου γεγονότος σχετίζεται άμεσα με τις μεταβολές των βασικών κινδύνων και εξόδων δανεισμού και οι συμβατικές ταμειακές ροές μεταβάλλονται προς την ίδια κατεύθυνση με τις εν λόγω μεταβολές. (Βλέπε επίσης παράγραφο Β4.1.18.)

B4.1.10A

Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα ενδεχόμενο χαρακτηριστικό δημιουργεί συμβατικές ταμειακές ροές που συνάδουν με μια βασική συμφωνία δανεισμού τόσο πριν όσο και μετά τη μεταβολή στις συμβατικές ταμειακές ροές, αλλά η φύση του ίδιου του ενδεχόμενου γεγονότος δεν σχετίζεται άμεσα με μεταβολές των βασικών κινδύνων και εξόδων δανεισμού. Για παράδειγμα, το επιτόκιο ενός δανείου προσαρμόζεται κατά ένα καθορισμένο ποσό εάν ο οφειλέτης επιτύχει μια συμβατικά καθορισμένη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Σε μια τέτοια περίπτωση, κατά την εφαρμογή της παραγράφου Β4.1.10, το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο έχει συμβατικές ταμειακές ροές που αποτελούν αποκλειστικά πληρωμές κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου μόνο εάν, σε όλα τα συμβατικά πιθανά σενάρια, οι συμβατικές ταμειακές ροές δεν θα διέφεραν σημαντικά από τις συμβατικές ταμειακές ροές χρηματοοικονομικού μέσου με ταυτόσημους συμβατικούς όρους, που όμως δεν διαθέτει ένα τέτοιο ενδεχόμενο χαρακτηριστικό. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η οικονομική οντότητα μπορεί να είναι σε θέση να προβεί στον εν λόγω προσδιορισμό διενεργώντας ποιοτική αξιολόγηση· ωστόσο, σε άλλες περιπτώσεις, μπορεί να είναι αναγκαία η διενέργεια ποσοτικής αξιολόγησης. Αν είναι προφανές, με σύντομη ή καθόλου ανάλυση, ότι οι συμβατικές ταμειακές ροές δεν διαφέρουν σημαντικά, η οικονομική οντότητα δεν χρειάζεται να διενεργήσει λεπτομερή αξιολόγηση.

...

B4.1.13

Τα ακόλουθα παραδείγματα παρουσιάζουν συμβατικές ταμειακές ροές που αποτελούν αποκλειστικά πληρωμές κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου. Ο κάτωθι κατάλογος παραδειγμάτων δεν είναι εξαντλητικός.

Μέσο

Ανάλυση

...

Μέσο ΕΑ

Το μέσο EA είναι δάνειο με επιτόκιο που προσαρμόζεται ανά περίοδο αναφοράς κατά καθορισμένο αριθμό μονάδων βάσης, εάν ο οφειλέτης επιτύχει συμβατικά καθορισμένη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά την προηγούμενη περίοδο αναφοράς.

Οι μέγιστες δυνατές σωρευτικές προσαρμογές δεν θα μπορούσαν να μεταβάλουν σημαντικά το επιτόκιο του δανείου.

...

Οι συμβατικές ταμειακές ροές αποτελούν αποκλειστικά πληρωμές κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου.

Η οικονομική οντότητα εξετάζει αν οι συμβατικές ταμειακές ροές που θα μπορούσαν να προκύψουν τόσο πριν όσο και μετά από κάθε μεταβολή στις συμβατικές ταμειακές ροές αποτελούν αποκλειστικά πληρωμές κεφαλαίου και τόκων (βλέπε παράγραφο Β4.1.10).

Εάν επέλθει το ενδεχόμενο γεγονός της επίτευξης του στόχου για τις εκπομπές άνθρακα, το επιτόκιο προσαρμόζεται κατά καθορισμένο αριθμό μονάδων βάσης, με αποτέλεσμα συμβατικές ταμειακές ροές που συνάδουν με μια βασική συμφωνία δανεισμού. Ο μόνος λόγος για τον οποίο η οικονομική οντότητα δεν μπορεί να συμπεράνει, χωρίς περαιτέρω αξιολόγηση, αν οι ταμειακές ροές του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου είναι αποκλειστικά πληρωμές κεφαλαίου και τόκων είναι ότι η ίδια η φύση του ενδεχόμενου γεγονότος δεν σχετίζεται άμεσα με μεταβολές των βασικών κινδύνων και εξόδων δανεισμού.

Ως εκ τούτου, η οικονομική οντότητα αξιολογεί κατά πόσον, σε όλα τα συμβατικά πιθανά σενάρια, οι συμβατικές ταμειακές ροές δεν θα ήταν σημαντικά διαφορετικές από τις συμβατικές ταμειακές ροές χρηματοοικονομικού μέσου με ταυτόσημους συμβατικούς όρους, που όμως δεν διαθέτει το ενδεχόμενο χαρακτηριστικό που συνδέεται με τις εκπομπές άνθρακα (βλέπε παράγραφο Β4.1.10Α).

Επειδή τυχόν προσαρμογές κατά τη διάρκεια ζωής του μέσου δεν θα είχαν ως αποτέλεσμα σημαντικά διαφορετικές συμβατικές ταμειακές ροές, η οντότητα συνάγει το συμπέρασμα ότι το δάνειο έχει συμβατικές ταμειακές ροές που αποτελούν αποκλειστικά πληρωμές κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου.

B4.1.14

Τα ακόλουθα παραδείγματα παρουσιάζουν συμβατικές ταμειακές ροές που δεν αποτελούν αποκλειστικά πληρωμές κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου. Ο κάτωθι κατάλογος παραδειγμάτων δεν είναι εξαντλητικός.

Μέσο

Ανάλυση

...

Μέσο Ι

Το μέσο I είναι δάνειο με επιτόκιο που προσαρμόζεται ανά περίοδο αναφοράς και παρακολουθεί τις μεταβολές ενός δείκτη τιμών ανθρακούχων εκπομπών που καθορίζεται από την αγορά κατά την προηγούμενη περίοδο αναφοράς.

...

Οι συμβατικές ταμειακές ροές δεν αποτελούν αποκλειστικά πληρωμές κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου.

Οι συμβατικές ταμειακές ροές συνδέονται με μεταβλητή (τον δείκτη τιμών ανθρακούχων εκπομπών), η οποία δεν αποτελεί βασικό κίνδυνο ή έξοδο δανεισμού. Ως εκ τούτου, οι συμβατικές ταμειακές ροές δεν συνάδουν με βασική συμφωνία δανεισμού (βλέπε παράγραφο Β4.1.8Α).

B4.1.15

Σε ορισμένες περιπτώσεις ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο μπορεί να έχει συμβατικές ταμειακές ροές οι οποίες περιγράφονται ως κεφάλαιο και τόκοι αλλά οι εν λόγω ταμειακές ροές δεν αποτελούν πληρωμή κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου, όπως ορίζεται στις παραγράφους 4.1.2 στοιχείο β), 4.1.2Α στοιχείο β) και 4.1.3 του παρόντος προτύπου.

B4.1.16

Τούτο μπορεί να συμβαίνει εάν το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο αντιπροσωπεύει επένδυση σε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία ή ταμειακές ροές και, συνεπώς, οι συμβατικές ταμειακές ροές δεν αποτελούν αποκλειστικά πληρωμές κεφαλαίου ή τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου. Για παράδειγμα, εάν οι συμβατικοί όροι ορίζουν ότι οι ταμειακές ροές του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου αυξάνονται όσο αυξάνονται τα οχήματα που χρησιμοποιούν μια συγκεκριμένη οδό με διόδια, οι εν λόγω συμβατικές ταμειακές ροές δεν συνάδουν με βασική συμφωνία δανεισμού. Κατά συνέπεια, το μέσο δεν πληροί τον όρο των παραγράφων 4.1.2 στοιχείο β) και 4.1.2Α στοιχείο β).

B4.1.16A

Η κατάσταση που περιγράφεται στην παράγραφο Β4.1.15 μπορεί επίσης να προκύψει εάν ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο έχει χαρακτηριστικά «χωρίς δικαίωμα αναγωγής». Ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο έχει χαρακτηριστικά «χωρίς δικαίωμα αναγωγής» όταν το τελικό δικαίωμα της οικονομικής οντότητας να λαμβάνει ταμειακές ροές περιορίζεται συμβατικά στις ταμειακές ροές που δημιουργούνται από συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία. Με άλλα λόγια, η οικονομική οντότητα είναι κατά κύριο λόγο εκτεθειμένη στον κίνδυνο απόδοσης των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων και όχι στον πιστωτικό κίνδυνο του οφειλέτη. Για παράδειγμα, το τελικό δικαίωμα ενός πιστωτή να λαμβάνει ταμειακές ροές μπορεί να περιορίζεται συμβατικά στις ταμειακές ροές που δημιουργούνται από συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία μιας δομημένης οικονομικής οντότητας.

B4.1.17

Ωστόσο, καθαυτό το γεγονός ότι ένα χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο έχει χαρακτηριστικά «χωρίς δικαίωμα αναγωγής» δεν συνεπάγεται αναγκαστικά ότι το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο δεν πληροί τον όρο των παραγράφων 4.1.2 στοιχείο β) και 4.1.2Α στοιχείο β). Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο πιστωτής υποχρεούται να αξιολογήσει (να εξετάσει) τη σύνδεση ανάμεσα στα συγκεκριμένα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία ή τις συγκεκριμένες ταμειακές ροές και τις συμβατικές ταμειακές ροές του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου που κατατάσσεται, ώστε να κρίνει αν οι εν λόγω συμβατικές ταμειακές ροές αποτελούν πληρωμές κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου. Η οικονομική οντότητα εξετάζει επίσης τον τρόπο με τον οποίο η σύνδεση αυτή επηρεάζεται από άλλες συμβατικές ρυθμίσεις, όπως οι χρεωστικοί τίτλοι μειωμένης εξασφάλισης ή οι συμμετοχικοί τίτλοι που εκδίδει ο οφειλέτης. Εάν οι όροι του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου προκαλούν τυχόν άλλες ταμειακές ροές ή περιορίζουν τις ταμειακές ροές κατά τρόπο που δεν συμβαδίζει με τις πληρωμές που αντιπροσωπεύουν κεφάλαιο και τόκους, το χρηματοοικονομικό περιουσιακό στοιχείο δεν πληροί τον όρο των παραγράφων 4.1.2 στοιχείο β) και 4.1.2Α στοιχείο β). Η εν λόγω αξιολόγηση δεν επηρεάζεται από το αν τα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία είναι χρηματοοικονομικά ή μη χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία.

...

Συμβατικά συνδεδεμένα μέσα

B4.1.20

Σε ορισμένα είδη συναλλαγών με χαρακτηριστικά «χωρίς δικαίωμα αναγωγής», ο εκδότης ενδέχεται να δίνει προτεραιότητα στις πληρωμές προς τους κατόχους των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, χρησιμοποιώντας πολλαπλά συμβατικά συνδεδεμένα μέσα (τμήματα). Σε κάθε τμήμα αντιστοιχεί μια κατάταξη ως προς την εξοφλητική προτεραιότητα που καθορίζει τη σειρά με την οποία διανέμονται στο τμήμα τυχόν ταμειακές ροές που δημιουργούνται υπέρ τον εκδότη από την υποκείμενη ομάδα χρηματοοικονομικών μέσων. Η σειρά προτεραιότητας των πληρωμών προς τους κατόχους των εν λόγω τμημάτων καθορίζεται μέσω μιας αλυσιδωτής δομής πληρωμών, η οποία δημιουργεί συγκεντρώσεις πιστωτικού κινδύνου και οδηγεί σε δυσανάλογη κατανομή μεταξύ των τμημάτων όσον αφορά τις υστερήσεις ταμειακών ροών από την υποκείμενη ομάδα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι κάτοχοι ενός τμήματος έχουν δικαίωμα αποπληρωμής κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου μόνον εάν ο εκδότης δημιουργεί επαρκείς ταμειακές ροές για την ικανοποίηση των τμημάτων με υψηλότερη κατάταξη. Σε αυτά τα είδη συναλλαγών, οι κάτοχοι του τμήματος εφαρμόζουν τις παραγράφους Β4.1.21–Β4.1.26 αντί της παραγράφου Β4.1.17.

B4.1.20A

Ορισμένες συναλλαγές που μπορεί να περιέχουν πολλαπλούς χρεωστικούς τίτλους και φαίνεται να έχουν τα χαρακτηριστικά που περιγράφονται στην παράγραφο Β4.1.20 συνιστούν, στην πραγματικότητα, συμφωνίες δανεισμού που είναι διαρθρωμένες έτσι ώστε να παρέχουν ενισχυμένη πιστωτική προστασία σε έναν πιστωτή (ή σε ομάδα πιστωτών). Για παράδειγμα, μπορεί να συσταθεί μια δομημένη οικονομική οντότητα για να κατέχει τα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία που θα δημιουργήσουν τις ταμειακές ροές για την εξόφληση του πιστωτή. Η δομημένη οικονομική οντότητα εκδίδει χρεωστικούς τίτλους με ή χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα. Ο πιστωτής κατέχει τον χρεωστικό τίτλο με εξοφλητική προτεραιότητα, οπότε η οικονομική οντότητα η οποία χρηματοδοτεί τη δομημένη οικονομική οντότητα που κατέχει τον χρεωστικό τίτλο χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα δεν έχει πρακτικά τη δυνατότητα να πωλήσει τον τίτλο χωρίς εξοφλητική προτεραιότητα χωρίς να καταστεί πληρωτέος ο χρεωστικός τίτλος με εξοφλητική προτεραιότητα. Οι κάτοχοι τέτοιων χρεωστικών μέσων εφαρμόζουν τις παραγράφους B4.1.7–B4.1.19 αντί των παραγράφων B4.1.21–B4.1.26.

B4.1.21

Στις συναλλαγές που περιλαμβάνουν συμβατικά συνδεδεμένα μέσα, όπως περιγράφεται στην παράγραφο Β4.1.20, ένα τμήμα διαθέτει χαρακτηριστικά ταμειακών ροών που αποτελούν πληρωμές κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου μόνον εάν:

α)

...

B4.1.22

Μια οικονομική οντότητα πρέπει να συνεχίζει την εξέταση μέχρι να είναι σε θέση να προσδιορίσει την υποκείμενη ομάδα μέσων που δημιουργούν (αντί να διαβιβάζουν) τις ταμειακές ροές. Αυτή είναι η υποκείμενη ομάδα χρηματοοικονομικών μέσων.

B4.1.23

Η υποκείμενη ομάδα πρέπει να περιέχει ένα ή περισσότερα μέσα τα οποία διαθέτουν συμβατικές ταμειακές ροές που αποτελούν αποκλειστικά πληρωμές κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου. Για τους σκοπούς της αξιολόγησης αυτής, η υποκείμενη ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει χρηματοοικονομικά μέσα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των απαιτήσεων κατάταξης (βλέπε ενότητα 4.1), αλλά έχουν συμβατικές ταμειακές ροές που ισοδυναμούν αποκλειστικά με πληρωμές κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου — π.χ. ορισμένες απαιτήσεις από μισθώματα. Ωστόσο, οι απαιτήσεις από μισθώματα που υπέχουν κίνδυνο υπολειμματικής αξίας ή περιλαμβάνουν κυμαινόμενα μισθώματα τα οποία συνδέονται με μεταβλητή που δεν είναι βασικός κίνδυνος ή βασικό έξοδο δανεισμού (π.χ. αγοραίο επιτόκιο μίσθωσης), δεν έχουν συμβατικές ταμειακές ροές που ισοδυναμούν αποκλειστικά με πληρωμές κεφαλαίου και τόκων επί του ανεξόφλητου υπολοίπου κεφαλαίου.

Τροποποιήσεις του ΔΠΧΑ 7 Χρηματοοικονομικά μέσα: Γνωστοποιήσεις

Προστίθενται οι παράγραφοι 20B, 20Γ, 20Δ, 44IBIB και 44ΙΓΙΓ. Τροποποιούνται οι παράγραφοι 11Α και 11Β.

ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΣΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΠΙΔΟΣΕΙΣ

...

Κατάσταση οικονομικής θέσης

...

Επενδύσεις σε συμμετοχικούς τίτλους που προσδιορίζονται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων

11A

Εάν η οικονομική οντότητα έχει προσδιορίσει ότι οι επενδύσεις σε συμμετοχικούς τίτλους θα επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων, όπως επιτρέπεται σύμφωνα με την παράγραφο 5.7.5 του ΔΠΧΑ 9, γνωστοποιεί, για κάθε κατηγορία επενδύσεων:

α)

...

β)

...

γ)

την εύλογη αξία κατά τη λήξη της περιόδου αναφοράς·

δ)

...

ε)

...

στ)

την εύλογη αξία του κέρδους ή της ζημίας που παρουσιάζεται στα λοιπά συνολικά έσοδα κατά τη διάρκεια της περιόδου, αποτυπώνοντας χωριστά την εύλογη αξία του κέρδους ή της ζημίας που σχετίζεται με επενδύσεις που έπαυσαν να αναγνωρίζονται κατά την περίοδο αναφοράς και την εύλογη αξία του κέρδους ή της ζημίας που σχετίζεται με επενδύσεις που διακρατούνται στο τέλος της περιόδου αναφοράς.

11B

Εάν η οικονομική οντότητα έπαυσε να αναγνωρίζει επενδύσεις σε συμμετοχικούς τίτλους που επιμετρούνταν στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων κατά την περίοδο αναφοράς, γνωστοποιεί:

α)

...

β)

...

γ)

...

δ)

τυχόν μεταφορές των σωρευτικών κερδών ή ζημιών στα ίδια κεφάλαια κατά την περίοδο αναφοράς που σχετίζονται με τις επενδύσεις που έπαυσαν να αναγνωρίζονται κατά την εν λόγω περίοδο αναφοράς.

...

Κατάσταση συνολικών εσόδων

Έσοδα, έξοδα, κέρδη ή ζημίες

...

20B

Η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει της παραγράφου 20Γ ανά κατηγορία χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων που επιμετρώνται στο αποσβεσμένο κόστος ή στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων, και ανά κατηγορία χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων που επιμετρώνται στο αποσβεσμένο κόστος. Η οικονομική οντότητα εξετάζει πόσες λεπτομέρειες πρέπει να γνωστοποιεί, το κατάλληλο επίπεδο συγκέντρωσης ή διαχωρισμού, καθώς και αν οι χρήστες των οικονομικών καταστάσεων χρειάζονται πρόσθετες εξηγήσεις για να αξιολογήσουν τυχόν ποσοτικές πληροφορίες που γνωστοποιούνται.

20Γ

Προκειμένου οι χρήστες των οικονομικών καταστάσεων να μπορούν να κατανοούν την επίδραση των συμβατικών όρων που θα μπορούσαν να μεταβάλουν το ποσό των συμβατικών ταμειακών ροών με βάση την επέλευση (ή μη) ενός ενδεχόμενου γεγονότος που δεν σχετίζεται άμεσα με μεταβολές στους βασικούς κινδύνους και τα έξοδα δανεισμού (όπως η διαχρονική αξία του χρήματος ή ο πιστωτικός κίνδυνος), η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί:

α)

μια ποιοτική περιγραφή της φύσης του ενδεχόμενου γεγονότος·

β)

ποσοτικές πληροφορίες σχετικά με τις πιθανές μεταβολές στις συμβατικές ταμειακές ροές που θα μπορούσαν να προκύψουν από τους εν λόγω συμβατικούς όρους (π.χ. το εύρος των πιθανών αλλαγών)· και

γ)

την ακαθάριστη λογιστική αξία των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων και το αποσβεσμένο κόστος των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων που διέπονται από αυτούς τους συμβατικούς όρους.

20Δ

Για παράδειγμα, η οικονομική οντότητα γνωστοποιεί τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει της παραγράφου 20Γ για μια κατηγορία χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων που επιμετρώνται στο αποσβεσμένο κόστος, της οποίας οι συμβατικές ταμειακές ροές μεταβάλλονται εάν η οικονομική οντότητα επιτύχει μείωση των ανθρακούχων εκπομπών της.

...

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΝΑΡΞΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

...

44ΙΒΙΒ

Με τις Τροποποιήσεις στην κατάταξη και την επιμέτρηση των χρηματοοικονομικών μέσων, που εκδόθηκαν τον Μάιο του 2024, προστέθηκαν οι παράγραφοι 20Β, 20Γ και 20Δ και τροποποιήθηκαν οι παράγραφοι 11Α και 11Β. Η οικονομική οντότητα εφαρμόζει τις εν λόγω τροποποιήσεις κατά την εφαρμογή των τροποποιήσεων στο ΔΠΧΑ 9, σύμφωνα με τις παραγράφους 7.1.12–7.1.13 του ΔΠΧΑ 9. Εάν η οικονομική οντότητα επιλέξει να εφαρμόσει μόνο τις τροποποιήσεις των οδηγιών εφαρμογής της ενότητας 4.1 του ΔΠΧΑ 9 (Κατάταξη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων) για προγενέστερη περίοδο σύμφωνα με την παράγραφο 7.1.13 στοιχείο β) του ΔΠΧΑ 9, η οικονομική οντότητα εφαρμόζει ταυτόχρονα και τις παραγράφους 20Β, 20Γ και 20Δ του παρόντος προτύπου. Σε κάθε περίπτωση, η οικονομική οντότητα δεν υποχρεούται να παρέχει τις γνωστοποιήσεις που απαιτούνται από τις εν λόγω τροποποιήσεις για καμία παρουσιαζόμενη περίοδο που αρχίζει πριν από την ημερομηνία της αρχικής εφαρμογής των τροποποιήσεων.

44ΙΓΙΓ

Την περίοδο αναφοράς κατά την οποία η οικονομική οντότητα εφαρμόζει για πρώτη φορά τις Τροποποιήσεις στην κατάταξη και την επιμέτρηση των χρηματοοικονομικών μέσων, η οικονομική οντότητα δεν απαιτείται να γνωστοποιεί τις πληροφορίες που ειδάλλως θα απαιτούνταν δυνάμει της παραγράφου 28 στοιχείο στ) του ΔΛΠ 8.

ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2025/1047/oj

ISSN 1977-0669 (electronic edition)