|
Επίσημη Εφημερίδα |
EL Σειρά L |
|
2025/1 |
8.1.2025 |
ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2025/1 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 27ης Νοεμβρίου 2024
για τη θέσπιση πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ και (ΕΕ) 2017/1132 και των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και (ΕΕ) 2017/1129
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Η δυσχέρεια των ασφαλιστικών επιχειρήσεων μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομία και την κοινωνική ευημερία των κρατών μελών σε περίπτωση που η εν λόγω δυσχέρεια οδηγήσει σε διαταραχή της προστασίας που παρέχεται στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους ή τους ζημιωθέντες. Ο ρόλος των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στην οικονομία, η διασύνδεσή τους με τις κύριες ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τις χρηματοπιστωτικές αγορές γενικότερα, καθώς και η σχετικά συγκεντρωμένη αγορά αντασφαλίσεων απαιτούν κατάλληλο πλαίσιο για την αντιμετώπιση της δυσχέρειας ή της πτώχευσής τους με ομαλό τρόπο. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να εξεταστεί η ανάκαμψη και η εξυγίανση των κύριων ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, λαμβανομένων υπόψη των αντίστοιχων ιδιαιτεροτήτων τους. |
|
(2) |
Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 ανέδειξε τα τρωτά σημεία του χρηματοπιστωτικού τομέα και τη διασύνδεσή του. Τα αίτια των δυσχερειών και της πτώχευσης φαίνεται ότι συνδέονται, μεταξύ άλλων, με την εξέλιξη των χρηματοπιστωτικών αγορών και την εγγενή φύση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, οι ασφαλιστικοί κίνδυνοι, δηλαδή οι ανεπαρκώς προβλεπόμενες απαιτήσεις, η εσφαλμένη τιμολόγηση, δηλαδή τα υποτιμημένα ασφάλιστρα, η κακή διαχείριση στοιχείων ενεργητικού και παθητικού και οι επενδυτικές ζημίες αναφέρονται συχνά ως κύριες πηγές ανησυχίας για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, τα χρήματα των φορολογουμένων χρησιμοποιήθηκαν για την αποκατάσταση των επιδεινούμενων οικονομικών συνθηκών πολλών ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Παρότι η οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) είχε ως στόχο την ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ένωσης και της ανθεκτικότητας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, δεν εξάλειψε πλήρως το ενδεχόμενο πτώχευσης των εν λόγω ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Η υψηλή μεταβλητότητα της αγοράς και τα παρατεταμένα χαμηλά επίπεδα επιτοκίων θα μπορούσαν να είναι ιδιαιτέρως επιζήμια για την κερδοφορία και την κατάσταση φερεγγυότητας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, η ευαισθησία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στις εξελίξεις της αγοράς και της οικονομίας απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και κατάλληλο πλαίσιο διαχείρισης, μεταξύ άλλων και με προληπτικό τρόπο, της πιθανής επιδείνωσης της χρηματοοικονομικής θέσης των εν λόγω επιχειρήσεων. Ορισμένες πρόσφατες πτωχεύσεις και παρ’ ολίγον πτωχεύσεις, ιδίως διασυνοριακού χαρακτήρα, κατέδειξαν αδυναμίες του ισχύοντος πλαισίου οι οποίες θα πρέπει να αντιμετωπιστούν για την κατάλληλη οργάνωση της ομαλής εξόδου των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων από την αγορά. |
|
(3) |
Οι δραστηριότητες, οι υπηρεσίες ή οι εργασίες που εκτελούνται από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες δεν μπορούν να υποκατασταθούν εύκολα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ή με εύλογο κόστος για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους ή τους ζημιωθέντες, θα πρέπει να θεωρούνται κρίσιμες λειτουργίες οι οποίες θα πρέπει να συνεχίζονται. Οι εν λόγω δραστηριότητες, υπηρεσίες ή εργασίες μπορεί να είναι κρίσιμης σημασίας σε ενωσιακό, εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο. Η συνέχεια της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής προστασίας είναι συχνά προτιμότερη από την εκκαθάριση μιας επιχείρησης υπό πτώχευση, καθώς η εν λόγω συνέχεια παράγει το ευνοϊκότερο αποτέλεσμα για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους ή τους ζημιωθέντες. Ως εκ τούτου, είναι εξαιρετικά σημαντικό να υπάρχουν κατάλληλα εργαλεία για την πρόληψη πτωχεύσεων και, σε περίπτωση πτωχεύσεων, για την ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιπτώσεων με τη διατήρηση της συνέχειας των εν λόγω κρίσιμων λειτουργιών. |
|
(4) |
Η διασφάλιση της αποτελεσματικής εξυγίανσης των υπό πτώχευση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων εντός της Ένωσης αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της ολοκλήρωσης της εσωτερικής αγοράς. Η πτώχευση των εν λόγω επιχειρήσεων έχει αντίκτυπο όχι μόνο στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου και ενδεχομένως στην πραγματική οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των αγορών στις οποίες δραστηριοποιούνται άμεσα οι εν λόγω ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, αλλά και στην εμπιστοσύνη στην εσωτερική αγορά ασφαλίσεων. Η ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών έχει ενισχύσει την αλληλεπίδραση μεταξύ των διαφόρων εθνικών χρηματοπιστωτικών συστημάτων. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται σε χρηματοπιστωτικές αγορές για τη διαχείριση του επενδυτικού τους χαρτοφυλακίου και των κινδύνων που συνδέονται με τις δραστηριότητές τους. Στο πλαίσιο αυτό, η αδυναμία των κρατών μελών να αντιμετωπίσουν την πτώχευση μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και να την επιλύσουν με τρόπο που να είναι προβλέψιμος και εναρμονισμένος και να αποτρέπει αποτελεσματικά τις ευρύτερες συστημικές ζημίες, μπορεί να υπονομεύσει τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών και, κατά συνέπεια, της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. |
|
(5) |
Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 ανέδειξε την ανάγκη να αναπτυχθεί κατάλληλο πλαίσιο ανάκαμψης και εξυγίανσης για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. Σε διεθνές επίπεδο, το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας δημοσίευσε τον Οκτώβριο του 2011 και επικαιροποίησε τον Οκτώβριο του 2014 το έγγραφο «Βασικά χαρακτηριστικά αποτελεσματικών καθεστώτων εξυγίανσης για χρηματοπιστωτικά ιδρύματα», το οποίο περιλαμβάνει εκτιμήσεις σχετικά με την εξυγίανση οποιασδήποτε ασφαλιστικής επιχείρησης που θα μπορούσε να είναι συστημικά σημαντική ή κρίσιμης σημασίας σε περίπτωση πτώχευσής της. Τον Ιούνιο του 2016 το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας εξέδωσε συμπληρωματικές κατευθυντήριες γραμμές για την ανάπτυξη αποτελεσματικών στρατηγικών και σχεδίων εξυγίανσης για συστημικά σημαντικούς ασφαλιστές. Παράλληλα, τον Νοέμβριο του 2019 η Διεθνής Ένωση Ασφαλιστικών Εποπτών ενέκρινε βασικές ασφαλιστικές αρχές για όλες τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, κοινό πλαίσιο για ασφαλιστικούς ομίλους που δραστηριοποιούνται σε διεθνές επίπεδο, στο οποίο περιγράφονται λεπτομερώς τα πρότυπα για τον σχεδιασμό προληπτικής ανάκαμψης, και δράσεις στις οποίες αναμένεται να προβούν οι αρχές έναντι μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που εξέρχεται από την αγορά και τίθεται σε διαδικασία εξυγίανσης. Οι εξελίξεις αυτές θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων υπό πτώχευση. |
|
(6) |
Πολλές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται πέραν των εθνικών συνόρων. Η έλλειψη συντονισμού και συνεργασίας μεταξύ των δημόσιων αρχών για την προετοιμασία και τη διαχείριση της δυσχέρειας ή της πτώχευσης μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που δραστηριοποιείται διασυνοριακά θα υπονόμευε την αμοιβαία εμπιστοσύνη των κρατών μελών, θα οδηγούσε σε αποτέλεσμα που δεν είναι το βέλτιστο για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους και τους ζημιωθέντες, και θα επηρέαζε την αξιοπιστία της εσωτερικής αγοράς ασφαλίσεων. |
|
(7) |
Επί του παρόντος οι διαδικασίες για την εξυγίανση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν εναρμονίζονται σε επίπεδο Ένωσης με συντονισμένο τρόπο. Αντιθέτως, σε όλα τα κράτη μέλη παρατηρούνται σημαντικές ουσιαστικές και διαδικαστικές διαφορές μεταξύ των εθνικών νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που διέπουν την πτώχευση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Επιπλέον, οι διαδικασίες αφερεγγυότητας των επιχειρήσεων ενδέχεται να μην είναι πάντοτε κατάλληλες για τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, καθώς οι εν λόγω διαδικασίες ενδέχεται να μη διασφαλίζουν πάντοτε την επαρκή συνέχεια των κρίσιμων λειτουργιών προς όφελος των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους και τους ζημιωθέντες, την πραγματική οικονομία ή χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο σύνολό της. |
|
(8) |
Είναι αναγκαίο να διασφαλίζεται η συνέχεια των κρίσιμων λειτουργιών των υπό πτώχευση ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ενδέχεται να πτωχεύσουν, με την παράλληλη ελαχιστοποίηση του αντικτύπου της πτώχευσης μιας τέτοιας επιχείρησης στην οικονομία ή το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί ένα πλαίσιο που θα παρέχει στις αρχές ένα αξιόπιστο σύνολο εργαλείων για να παρεμβαίνουν αρκετά νωρίς και γρήγορα σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που τελούν υπό πτώχευση ή που ενδέχεται να πτωχεύσουν. Το πλαίσιο αυτό θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι ζημίες βαρύνουν πρώτα τους μετόχους και μετά τους πιστωτές, υπό την προϋπόθεση ότι κανένας πιστωτής δεν βαρύνεται με ζημίες μεγαλύτερες από αυτές που θα αναλάμβανε εάν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, σύμφωνα με την αρχή περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών σε σχέση με τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας («η αρχή περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών»). Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι αντικατοπτρίζεται με ακρίβεια η μεταχείριση που θα είχαν οι θιγόμενοι μέτοχοι, κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, δικαιούχοι, αιτούντες και άλλοι πιστωτές εάν η επιχείρηση υπό εξυγίανση είχε υπαχθεί σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι σχετικές καταστάσεις που θα ανέκυπταν είτε με την έναρξη κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας είτε πριν από αυτήν, καθώς και όλα τα σημαντικά γεγονότα που σχετίζονται με την έναρξη των εν λόγω διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συνδέονται με την προστασία των ζημιωθέντων δυνάμει της οδηγίας 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) όσον αφορά ζημίες που προκύπτουν από ατυχήματα σε περίπτωση αφερεγγυότητας ασφαλιστικής επιχείρησης. |
|
(9) |
Με βάση την οδηγία 2009/138/ΕΚ, το πλαίσιο που θα θεσπιστεί θα πρέπει να παρέχει στις αρχές τη δυνατότητα να διασφαλίζουν τη συνέχεια της ασφαλιστικής προστασίας για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους και τους ζημιωθέντες, να μεταβιβάζουν βιώσιμες δραστηριότητες και χαρτοφυλάκια της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, κατά περίπτωση, και να επιμερίζουν τις ζημίες κατά τρόπο δίκαιο και προβλέψιμο. Οι στόχοι αυτοί θα πρέπει να συμβάλλουν στην αποτροπή περιττών απωλειών ή κοινωνικών δυσχερειών για κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, δικαιούχους και ζημιωθέντες, στον μετριασμό των αρνητικών επιπτώσεων για την πραγματική οικονομία, στην ελαχιστοποίηση των αρνητικών επιπτώσεων για τις χρηματοπιστωτικές αγορές, και στην ελαχιστοποίηση του κόστους για τους φορολογούμενους. |
|
(10) |
Η επανεξέταση της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και ειδικότερα η θέσπιση πιο ευαίσθητων σε θέματα κινδύνων κεφαλαιακών απαιτήσεων, ενισχυμένης εποπτείας, ενισχυμένης παρακολούθησης της ρευστότητας και καλύτερων εργαλείων για μακροπροληπτικές πολιτικές, θα πρέπει να μειώσει περαιτέρω την πιθανότητα πτωχεύσεων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και να ενισχύσει την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων αυτών έναντι οικονομικών πιέσεων, είτε αυτές οφείλονται σε συστημικές διαταραχές είτε σε γεγονότα που αφορούν ειδικά τη συγκεκριμένη επιχείρηση. Ωστόσο, παρά το υγιές και άρτιο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας, δεν μπορούν να αποκλειστούν πλήρως καταστάσεις χρηματοοικονομικών δυσχερειών. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι προετοιμασμένα και να εφαρμόζουν τα κατάλληλα εργαλεία ανάκαμψης και εξυγίανσης προς αντιμετώπιση καταστάσεων που σχετίζονται τόσο με συστημικές κρίσεις όσο και με πτωχεύσεις επιμέρους επιχειρήσεων. Τα εργαλεία αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνουν μηχανισμούς που να παρέχουν στις αρχές τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά τις επιχειρήσεις που τελούν υπό πτώχευση ή που ενδέχεται να πτωχεύσουν. Στο πλαίσιο της χρήσης των εν λόγω εργαλείων και της άσκησης των εξουσιών αυτών, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι συνθήκες της πτώχευσης. |
|
(11) |
Ορισμένα κράτη μέλη έχουν ήδη θεσπίσει απαιτήσεις σχεδιασμού προληπτικής ανάκαμψης και μηχανισμούς για την εξυγίανση υπό πτώχευση ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ωστόσο, η απουσία κοινών όρων, εξουσιών και διαδικασιών ανάκαμψης και εξυγίανσης για τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ένωση ενδέχεται να συνιστά εμπόδιο για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να παρακωλύει τη συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών κατά την αντιμετώπιση διασυνοριακών ομίλων επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες ή τελούν υπό πτώχευση. Αυτό ισχύει ειδικότερα όταν, εξαιτίας των διαφορετικών προσεγγίσεων, οι εθνικές αρχές δεν διαθέτουν το ίδιο επίπεδο ελέγχου ή την ίδια ικανότητα εξυγίανσης ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Οι εν λόγω διαφορές μεταξύ των καθεστώτων ανάκαμψης και εξυγίανσης ενδέχεται να επηρεάζουν τους ισότιμους όρους ανταγωνισμού και ενδεχομένως να δημιουργούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων. Ο εν λόγω φραγμός θα πρέπει να εξαλειφθεί και θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες, ώστε να διασφαλιστεί ότι η εσωτερική αγορά δεν υπονομεύεται. Για τον σκοπό αυτόν, οι κανόνες που διέπουν την προληπτική ανάκαμψη και την εξυγίανση των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων θα πρέπει να υπόκεινται σε κοινούς κανόνες ελάχιστης εναρμόνισης. Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέπεια με την ισχύουσα νομοθεσία της Ένωσης στον τομέα των ασφαλιστικών υπηρεσιών, το καθεστώς προληπτικής ανάκαμψης και εξυγίανσης θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες υπόκεινται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που ορίζονται στην οδηγία 2009/138/ΕΚ. |
|
(12) |
Η πτώχευση μιας οντότητας συνδεδεμένης με όμιλο μπορεί να επηρεάσει ταχέως τη φερεγγυότητα και τις δραστηριότητες ολόκληρου του ομίλου. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να εφαρμόζονται απαιτήσεις σχεδιασμού προληπτικής ανάκαμψης και εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου. Επιπλέον, οι αρχές θα πρέπει να διαθέτουν αποτελεσματικά μέσα δράσης όσον αφορά τις εν λόγω οντότητες για την επιβολή διορθωτικών μέτρων που λαμβάνουν υπόψη την οικονομική ευρωστία όλων των οντοτήτων του ομίλου, την αντιμετώπιση των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σε πλαίσιο ομίλου, και τη δημιουργία ενός συνεκτικού μηχανισμού εξυγίανσης για τον όμιλο συνολικά, και ειδικότερα σε διασυνοριακό πλαίσιο. Οι απαιτήσεις σχεδιασμού προληπτικής ανάκαμψης και εξυγίανσης, οι απαιτήσεις δυνατότητας εξυγίανσης και το καθεστώς εξυγίανσης θα πρέπει, συνεπώς, να εφαρμόζονται και στις μητρικές επιχειρήσεις, τις εταιρείες χαρτοφυλακίου και άλλες οντότητες του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένα εκτός της Ένωσης. |
|
(13) |
Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο σχεδιασμός ανάκαμψης και εξυγίανσης και η πραγματική εξυγίανση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων ή ασφαλιστικούς ομίλους που είναι οι ίδιοι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι ετερογενών δραστηριοτήτων ή ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων μπορούν να πραγματοποιηθούν ομαλά, και με στόχο τη μείωση του διοικητικού φόρτου, θα πρέπει να θεσπιστούν υποχρεώσεις ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρχών εξυγίανσης και των αρχών εποπτείας ασφαλιστικών επιχειρήσεων και τραπεζών και να παραχωρηθεί στην αρχή εξυγίανσης τραπεζών το καθεστώς του παρατηρητή στο σώμα εξυγίανσης ασφαλιστικών επιχειρήσεων ενός ασφαλιστικού ομίλου που είναι ή ανήκει σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων σύμφωνα με την οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), και αντιστρόφως. |
|
(14) |
Με τους νέους κανόνες που θεσπίζονται με την παρούσα οδηγία, οι αρχές εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και οι αρχές εξυγίανσης τραπεζών διαθέτουν η καθεμιά το δικό τους πλαίσιο εξυγίανσης, το οποίο είναι προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες του ασφαλιστικού και αντασφαλιστικού τομέα, καθώς και του τραπεζικού τομέα. Το χρονοδιάγραμμα της εξυγίανσης σε ασφαλιστικό και αντασφαλιστικό πλαίσιο διαφέρει από την εξυγίανση σε τραπεζικό πλαίσιο. Για να αποτραπεί η μαζική απόσυρση καταθέσεων (bank run), το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης και οι εθνικές αρχές εξυγίανσης τραπεζών πρέπει κατά κανόνα να ενεργούν ταχέως. Από την άλλη πλευρά, οι αρχές εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων έχουν συχνά το πλεονέκτημα ότι διαθέτουν περισσότερο χρόνο για την εξεύρεση κατάλληλων λύσεων που είναι πιο επωφελείς για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου. Ένα συμβάν ανάλογο με αυτό της μαζικής απόσυρσης καταθέσεων είναι λιγότερο πιθανό να παρατηρηθεί στον ασφαλιστικό και αντασφαλιστικό τομέα, οι συνέπειες δε ενός τέτοιου συμβάντος θα ήταν διαφορετικές από ό, τι στον τραπεζικό τομέα. |
|
(15) |
Αμφότερα τα τομεακά νομοθετικά πλαίσια έχουν δημιουργήσει ανεξάρτητες εξουσίες λήψης αποφάσεων για τις αντίστοιχες αρχές. Κατά συνέπεια, οι αρχές εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και οι αρχές εξυγίανσης τραπεζών θα πρέπει να ενεργούν επί ίσοις όροις. Για την εκτέλεση των καθηκόντων εξυγίανσης, είναι υψίστης σημασίας οι αρχές εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και οι αρχές εξυγίανσης τραπεζών να αλληλοενημερώνονται και να συνεργάζονται καλόπιστα. Οι απαιτήσεις ανταλλαγής πληροφοριών που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να διευκολύνουν την εν λόγω συνεργασία. Ως εκ τούτου, οι αρχές εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και οι αρχές εξυγίανσης τραπεζών, καθώς και οι οικείες αρχές εποπτείας ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και αρχές τραπεζικής εποπτείας, θα πρέπει να ανταλλάσσουν χωρίς καθυστέρηση τις πληροφορίες που θεωρούνται απαραίτητες για την εκτέλεση των αντίστοιχων καθηκόντων τους. |
|
(16) |
Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι αρχές εξυγίανσης ενημερώνονται και ζητείται η γνώμη τους αρκετά νωρίς κατά τη διαδικασία και με δομημένο τρόπο που να τους επιτρέπει να ασκούν την εντολή τους με ενημερωμένο και συνεπή τρόπο, οι αρχές εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και οι αρχές εξυγίανσης τραπεζών θα πρέπει να προσκαλούνται ως παρατηρητές στα σώματα εξυγίανσης της άλλης πλευράς. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό στο πλαίσιο του σχεδιασμού προληπτικής ανάκαμψης και του σχεδιασμού εξυγίανσης, καθώς και για την αξιολόγηση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης και, τέλος, κατά την ανάληψη δράσεων εξυγίανσης σε σχέση με μία ή περισσότερες οντότητες που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων. Προκειμένου να αξιοποιήσει την πείρα που αποκτήθηκε, η Επιτροπή θα πρέπει να επανεξετάσει τις σχετικές διατάξεις της παρούσας οδηγίας έως πέντε έτη μετά την έναρξη ισχύος της. |
|
(17) |
Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί η καταλληλότητα και η αποτελεσματικότητα του πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης, με την παράλληλη αποφυγή της περιττής διοικητικής επιβάρυνσης και του κόστους για τις επιχειρήσεις και τις αρχές. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή του εν λόγω πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης θα πρέπει να είναι αναλογική προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα της οικείας επιχείρησης, καθώς και των δραστηριοτήτων και υπηρεσιών της. Επιπλέον, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι διαφορές μεταξύ της ανάκαμψης, αφενός, και της εξυγίανσης, αφετέρου. Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής των απαιτήσεων σχεδιασμού ανάκαμψης και εξυγίανσης, οι αρχές θα πρέπει να καθορίζουν, με βάση σύνολα κριτηρίων βάσει κινδύνου, ποιες επιχειρήσεις υπόκεινται στις πλήρεις ή απλουστευμένες απαιτήσεις σχεδιασμού. Για να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη στην ενιαία αγορά ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων και να προωθηθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού, θα πρέπει να επιτευχθεί ελάχιστος βαθμός ετοιμότητας με τη θέσπιση ελάχιστου επιπέδου κάλυψης της αγοράς για την αγορά ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων ζωής και για την αγορά ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων ζημιών.. Όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής των απαιτήσεων του σχεδιασμού εξυγίανσης, οι αρχές θα πρέπει να προσδιορίζουν τις επιχειρήσεις για τις οποίες είναι πιθανότερο σε σχέση με άλλες επιχειρήσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους η εν λόγω δράση εξυγίανσης να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον σε περίπτωση πτώχευσης, ή ποιες επιχειρήσεις ασκούν κρίσιμες λειτουργίες. |
|
(18) |
Για τον ίδιο λόγο, οι αρχές θα πρέπει, κατά περίπτωση, να εφαρμόζουν διαφορετικές ή μειωμένες απαιτήσεις σχεδιασμού προληπτικής ανάκαμψης και εξυγίανσης και πληροφόρησης με βάση κάθε συγκεκριμένη επιχείρηση, και να απαιτούν επικαιροποιήσεις με μικρότερη συχνότητα. Κατά την εφαρμογή των εν λόγω απλουστευμένων υποχρεώσεων, οι αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη φύση, το μέγεθος, την πολυπλοκότητα και τη δυνατότητα υποκατάστασης των δραστηριοτήτων μιας επιχείρησης, τη μετοχική σύνθεση και τη νομική μορφή της, το προφίλ κινδύνου της και τον βαθμό διασύνδεσής της με άλλες ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις ή με το χρηματοπιστωτικό σύστημα εν γένει. Οι αρχές θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη αν η πτώχευση και η επακόλουθη εκκαθάριση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας θα ήταν πιθανό να έχει σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τις χρηματοπιστωτικές αγορές, άλλες επιχειρήσεις ή την ευρύτερη οικονομία. Οι αρχές θα πρέπει να υποβάλλουν, σε ετήσια βάση, έκθεση στην Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) (ΕΑΑΕΣ), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6), σχετικά με την εφαρμογή των εν λόγω απλουστευμένων υποχρεώσεων. |
|
(19) |
Για μια ομαλή διαδικασία εξυγίανσης και για την αποτροπή συγκρούσεων συμφερόντων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίσουν δημόσιες διοικητικές αρχές ή αρχές που διαθέτουν τις δημόσιες διοικητικές εξουσίες να εκτελούν τις λειτουργίες και τα καθήκοντα όσον αφορά το πλαίσιο ανάκαμψης και εξυγίανσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι διατίθενται επαρκείς πόροι στις εν λόγω αρχές εξυγίανσης. Όταν ένα κράτος μέλος ορίζει αρχή εξυγίανσης που έχει άλλα καθήκοντα, θα πρέπει να εφαρμόζονται κατάλληλες διαρθρωτικές ρυθμίσεις για τον διαχωρισμό των εν λόγω καθηκόντων από τις λειτουργίες που αφορούν την εξυγίανση και για τη διασφάλιση της επιχειρησιακής ανεξαρτησίας. Ο διαχωρισμός αυτός δεν θα πρέπει να εμποδίζει την πρόσβαση της λειτουργίας εξυγίανσης σε οποιεσδήποτε πληροφορίες απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων της βάσει του πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης ή για τη συνεργασία μεταξύ των διαφόρων αρχών που συμμετέχουν στην εφαρμογή του πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης. |
|
(20) |
Υπό το πρίσμα των συνεπειών που ενδέχεται να έχει η πτώχευση μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στην οικονομία ενός κράτους μέλους, και υπό το πρίσμα της πιθανής ανάγκης να χρησιμοποιηθούν δημόσιοι πόροι για την αντιμετώπιση μιας τέτοιου είδους πτώχευσης, τα υπουργεία Οικονομικών ή άλλα σχετικά υπουργεία των κρατών μελών θα πρέπει να συμμετέχουν ενεργά, σε πρώιμο στάδιο, στη διαδικασία διαχείρισης και επίλυσης της κρίσης. |
|
(21) |
Είναι σημαντικό οι όμιλοι ή, κατά περίπτωση, οι μεμονωμένες επιχειρήσεις, να καταρτίζουν και να επικαιροποιούν σε τακτική βάση σχέδια προληπτικής ανάκαμψης, στα οποία καθορίζονται οι δράσεις που θα πρέπει να αναλάβουν οι εν λόγω όμιλοι ή επιχειρήσεις για την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής τους θέσης έπειτα από σημαντική επιδείνωση της θέσης τους, η οποία θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητά τους. Ως εκ τούτου, οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να προσδιορίζουν μια δέσμη ποσοτικών και ποιοτικών δεικτών που θα προκαλούσαν την ενεργοποίηση των διορθωτικών μέτρων που προβλέπονται στα εν λόγω σχέδια προληπτικής ανάκαμψης. Οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να βοηθούν τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να λαμβάνουν διορθωτικά μέτρα προς το συμφέρον των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου σύμφωνα με τα συστήματα διαχείρισης κρίσεων των επιχειρήσεων και δεν θα πρέπει να θεσπίζουν νέες ρυθμιστικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας. Ως εκ τούτου, η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να εμποδίζει τις επιχειρήσεις ούτε να απαιτεί από αυτές να συμπεριλαμβάνουν στα σχέδια προληπτικής ανάκαμψής τους σημεία επιδείνωσης της κεφαλαιακής θέσης που θα προηγούνται της μη συμμόρφωσης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που ορίζονται στον τίτλο I κεφάλαιο VI τμήμα 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης που καλύπτουν όλες τις σημαντικές νομικές οντότητες εντός του ομίλου θα πρέπει να περιγράφονται λεπτομερώς και να βασίζονται σε ρεαλιστικές παραδοχές που μπορούν να εφαρμοστούν σε μια σειρά άρτιων και σοβαρών σεναρίων. Τα εν λόγω σχέδια προληπτικής ανάκαμψης θα πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του συστήματος διακυβέρνησης μιας επιχείρησης. Τα υφιστάμενα εργαλεία μπορούν να ληφθούν υπόψη ως πηγή στοιχείων κατά την κατάρτιση τέτοιου είδους σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας αξιολόγησης κινδύνου και φερεγγυότητας, των σχεδίων έκτακτης ανάγκης ή των σχεδίων διαχείρισης κινδύνου ρευστότητας. Η απαίτηση κατάρτισης σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης θα πρέπει, ωστόσο, να εφαρμόζεται αναλογικά και να μη θίγει την κατάρτιση και υποβολή ρεαλιστικού σχεδίου ανάκαμψης, όπως απαιτείται από το άρθρο 138 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Κατά περίπτωση, τα στοιχεία του σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης θα μπορούσαν να παρέχουν πληροφορίες ή να χρησιμεύουν ως βάση για την κατάρτιση του σχεδίου ανάκαμψης που απαιτείται από το άρθρο 138 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. |
|
(22) |
Είναι αναγκαίο να διασφαλίζεται επαρκής βαθμός ετοιμότητας για καταστάσεις κρίσης. Ως εκ τούτου, οι τελικές μητρικές επιχειρήσεις ή οι μεμονωμένες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα πρέπει να υποβάλλουν τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψής τους για πλήρη αξιολόγηση από τις εποπτικές αρχές, οι οποίες θα αξιολογούν, μεταξύ άλλων, τον βαθμό πληρότητας των εν λόγω σχεδίων και τη δυνατότητά τους να αποκαταστήσουν τη βιωσιμότητα μιας επιχείρησης ή ομίλου εγκαίρως, ακόμη και σε περιόδους ακραίων οικονομικών πιέσεων. Εάν μια επιχείρηση υποβάλει σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης που δεν είναι κατάλληλο, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να είναι εξουσιοδοτημένες να απαιτούν από την εν λόγω επιχείρηση να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την αποκατάσταση των ουσιαστικών ελλείψεων του σχεδίου. |
|
(23) |
Ο σχεδιασμός εξυγίανσης αποτελεί ουσιώδες στοιχείο μιας αποτελεσματικής διαδικασίας εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διαθέτουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τον προσδιορισμό των κρίσιμων λειτουργιών και τη διασφάλιση της συνέχειάς τους. Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν ιδιαίτερες γνώσεις όσον αφορά την ίδια τους τη λειτουργία και τα ενδεχόμενα προβλήματα που προκύπτουν από αυτήν και, συνεπώς, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να καταρτίζουν σχέδια εξυγίανσης βάσει, μεταξύ άλλων, των πληροφοριών που τους παρέχουν οι οικείες επιχειρήσεις. Προκειμένου να αποφευχθεί η περιττή διοικητική επιβάρυνση, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει πρωτίστως να ανακτούν τις απαραίτητες πληροφορίες από τις εποπτικές αρχές. |
|
(24) |
Οι μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να καταρτίζουν χωριστά σχέδια προληπτικής ανάκαμψης, ούτε θα πρέπει να υπόκεινται σε σχεδιασμό εξυγίανσης, εκτός εάν μια τέτοια επιχείρηση παρουσιάζει ιδιαίτερο κίνδυνο σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο. |
|
(25) |
Προκειμένου να προβλέπεται η πιθανή αλληλεπίδραση των διορθωτικών μέτρων και των μέτρων εξυγίανσης και να ενισχύονται η ετοιμότητα για την αντιμετώπιση κρίσεων και η δυνατότητα εξυγίανσης ομίλων, κάθε μεταχείριση ομίλου για σχεδιασμό προληπτικής ανάκαμψης και εξυγίανσης θα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλες τις οντότητες του ομίλου που υπόκεινται σε εποπτεία ομίλου. Τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης και τα σχέδια εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τη χρηματοοικονομική, τεχνική και επιχειρηματική διάρθρωση του οικείου ομίλου, καθώς και τον βαθμό εσωτερικής διασύνδεσής του. |
|
(26) |
Τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης και τα σχέδια εξυγίανσης του ομίλου θα πρέπει να καταρτίζονται για τον όμιλο στο σύνολό του και θα πρέπει να προσδιορίζουν μέτρα σε σχέση τόσο με την τελική μητρική επιχείρηση και όσο και με μεμονωμένες θυγατρικές επιχειρήσεις που ανήκουν στον εν λόγω όμιλο. Ωστόσο, ο βαθμός στον οποίο λαμβάνονται υπόψη οι θυγατρικές επιχειρήσεις στα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης και εξυγίανσης του ομίλου θα πρέπει να είναι αναλογικός προς τη σημασία τους για τον όμιλο και τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα στα κράτη μέλη στα οποία δραστηριοποιούνται οι εν λόγω θυγατρικές επιχειρήσεις. Οι αρχές εξυγίανσης των κρατών μελών στα οποία διαθέτει θυγατρικές επιχειρήσεις ένας όμιλος θα πρέπει να συμμετέχουν στην κατάρτιση κάθε σχεδίου ανάκαμψης. Οι οικείες αρχές, ενεργώντας εντός του σώματος εποπτικών αρχών ή του σώματος εξυγίανσης, θα πρέπει να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σχετικά με την αξιολόγηση και την έγκριση των εν λόγω σχεδίων. Ωστόσο, η επαρκής ετοιμότητα για την αντιμετώπιση κρίσεων δεν θα πρέπει να επηρεάζεται από την απουσία κοινής απόφασης στο πλαίσιο του σώματος εποπτικών αρχών ή του σώματος εξυγίανσης. Στις περιπτώσεις αυτές, κάθε εποπτική αρχή που είναι αρμόδια για μια θυγατρική επιχείρηση θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητεί σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης για τις θυγατρικές επιχειρήσεις που υπάγονται στη δικαιοδοσία της και να προβαίνει στη δική της αξιολόγηση του σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης. Για τους ίδιους λόγους, κάθε αρχή εξυγίανσης που είναι αρμόδια για μια θυγατρική επιχείρηση θα πρέπει να καταρτίζει σχέδιο εξυγίανσης για τις θυγατρικές επιχειρήσεις που υπάγονται στη δικαιοδοσία της και να το επικαιροποιεί. Η κατάρτιση μεμονωμένων σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης και σχεδίων εξυγίανσης για επιχειρήσεις που ανήκουν σε όμιλο θα πρέπει να πραγματοποιείται κατ' εξαίρεση, να είναι δεόντως αιτιολογημένη και να εφαρμόζει τα ίδια πρότυπα που εφαρμόζονται σε συγκρίσιμες επιχειρήσεις στο οικείο κράτος μέλος. Όταν καταρτίζονται μεμονωμένα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης και σχέδια εξυγίανσης για επιχειρήσεις που ανήκουν σε όμιλο, οι οικείες αρχές θα πρέπει να επιδιώκουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συνέπεια με τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης και εξυγίανσης του υπόλοιπου ομίλου. |
|
(27) |
Οι αρχές εξυγίανσης που δεν διαφωνούν με κοινή απόφαση μπορούν να καταλήξουν σε κοινή απόφαση μεταξύ τους, σχετικά με σχέδιο εξυγίανσης ομίλου, καθώς και σχετικά με τον προσδιορισμό των ουσιωδών εμποδίων και, όπου απαιτείται, σχετικά με την αξιολόγηση των μέτρων που προτείνονται από την τελική μητρική επιχείρηση και των μέτρων που απαιτούνται από τις αρχές για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων. |
|
(28) |
Προκειμένου να τηρούνται πλήρως και μόνιμα ενήμερες όλες οι οικείες αρχές, οι εποπτικές αρχές θα πρέπει να διαβιβάζουν στις οικείες αρχές εξυγίανσης ενδεχόμενα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης και ενδεχόμενες αλλαγές σε αυτά, και οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διαβιβάζουν στις οικείες εποπτικές αρχές ενδεχόμενα σχέδια εξυγίανσης και ενδεχόμενες αλλαγές σε αυτά. |
|
(29) |
Βάσει εκτίμησης της δυνατότητας εξυγίανσης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να έχουν την εξουσία να ζητούν, άμεσα ή έμμεσα μέσω της εποπτικής αρχής, αλλαγή της δομής και της οργάνωσης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να λαμβάνουν τα αναγκαία αλλά αναλογικά μέτρα για τη μείωση ή την εξάλειψη τυχόν ουσιωδών εμποδίων στην εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και να διασφαλίζουν τη δυνατότητα εξυγίανσης των οικείων οντοτήτων. Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να εκτιμούν τη δυνατότητα εξυγίανσης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στο επίπεδο των επιχειρήσεων εκείνων στις οποίες αναμένεται ότι, σύμφωνα με το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου, θα αναληφθούν δράσεις εξυγίανσης. Η δυνατότητα των αρχών εξυγίανσης να ζητούν αλλαγές στη δομή και την οργάνωση μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή να λαμβάνουν μέτρα για τη μείωση ή την εξάλειψη τυχόν σημαντικών εμποδίων στην εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και να διασφαλίζουν τη δυνατότητα εξυγίανσης των οικείων επιχειρήσεων, δεν θα πρέπει να υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την απλούστευση της δομής και των δραστηριοτήτων της οικείας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, προκειμένου να βελτιωθεί η δυνατότητα εξυγίανσης της εν λόγω επιχείρησης. |
|
(30) |
Η υλοποίηση των δράσεων που περιγράφονται σε σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης ή σχέδιο εξυγίανσης ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στο προσωπικό των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω σχέδια θα πρέπει να περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση, διαδικασίες για την ενημέρωση και τη διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων κατά τη διάρκεια των διαδικασιών ανάκαμψης και εξυγίανσης. Οι εν λόγω διαδικασίες θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη συλλογικές συμβάσεις ή άλλες συμφωνίες μεταξύ των κοινωνικών εταίρων, καθώς και το εθνικό και το ενωσιακό δίκαιο σχετικά με τη συμμετοχή των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των εκπροσώπων των εργαζομένων στις διαδικασίες εταιρικής αναδιάρθρωσης. |
|
(31) |
Για την αποτελεσματική ανάκαμψη και εξυγίανση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή οντοτήτων ομίλων που λειτουργούν σε ολόκληρη την Ένωση απαιτείται συνεργασία μεταξύ των εποπτικών αρχών και των αρχών εξυγίανσης στο πλαίσιο των σωμάτων εποπτικών αρχών και των αρχών εξυγίανσης σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, από την κατάρτιση των σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης και σχεδίων εξυγίανσης μέχρι την πραγματοποίηση της εξυγίανσης της επιχείρησης. Όταν οι αρχές διαφωνούν με αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν όσον αφορά ομίλους και επιχειρήσεις, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει, ως ύστατη λύση, να αναλαμβάνει ρόλο διαμεσολάβησης. |
|
(32) |
Κατά τη διάρκεια των σταδίων ανάκαμψης και πρόληψης, οι μέτοχοι θα πρέπει να διατηρούν την πλήρη ευθύνη και τον έλεγχο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Δεν θα πρέπει να διατηρούν την ευθύνη αυτήν από τη στιγμή που η επιχείρηση τεθεί υπό εξυγίανση. Το πλαίσιο εξυγίανσης θα πρέπει, επομένως, να προβλέπει έγκαιρη έναρξη της διαδικασίας εξυγίανσης, δηλαδή προτού μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση καταστεί αφερέγγυα ως προς τον ισολογισμό ή τις ταμειακές ροές, προτού εξαντληθεί πλήρως το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων ή προτού η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις πληρωμής της όταν καθίστανται απαιτητές. Η εξυγίανση θα πρέπει να ενεργοποιείται όταν μια εποπτική αρχή, αφού ζητήσει τη γνώμη της αρχής εξυγίανσης, ή μια αρχή εξυγίανσης, αφού ζητήσει τη γνώμη της εποπτικής αρχής, διαπιστώσει ότι μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει, και εναλλακτικά μέτρα δεν θα απέτρεπαν την εν λόγω πτώχευση εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θα πρέπει να θεωρείται ότι τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις: i) όταν η επιχείρηση παραβιάζει ή ενδέχεται να παραβιάσει τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις που ορίζονται στον τίτλο Ι κεφάλαιο VI τμήμα 5 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και δεν υπάρχει εύλογη προοπτική αποκατάστασης της συμμόρφωσης· ii) όταν η επιχείρηση δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας ή όταν η επιχείρηση αθετεί σοβαρά τις νομικές υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων στις οποίες υπόκειται, ή είναι πιθανό να αθετήσει σοβαρά τις νομικές υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων στις οποίες υπόκειται στο εγγύς μέλλον κατά τρόπο που θα δικαιολογούσε την ανάκληση της άδειας λειτουργίας· iii) όταν τα στοιχεία ενεργητικού της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης υπολείπονται, ή όταν μπορεί να συναχθεί βάσει υπαρκτών αντικειμενικών στοιχείων ότι, στο εγγύς μέλλον, τα στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης θα υπολείπονται των υποχρεώσεών της· iv) όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αδυνατεί ή ενδέχεται να μην είναι σε θέση να εξοφλήσει τις οφειλές ή άλλες υποχρεώσεις της στο εγγύς μέλλον, συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών σε κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου ή δικαιούχους όταν καθίστανται απαιτητές· ή v) όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση χρειάζεται έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη. |
|
(33) |
Προκειμένου να προβλεφθεί σαφής οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εποπτικών αρχών και των αρχών εξυγίανσης, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, μόλις αναληφθεί δράση εξυγίανσης από την αρχή εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης καθίσταται τελικώς υπεύθυνη για την αποτελεσματική εφαρμογή της εν λόγω δράσης εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, από τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, η εποπτική αρχή θα πρέπει να απέχει από τη λήψη μέτρων έναντι της επιχείρησης υπό εξυγίανση χωρίς την προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της αρχής εξυγίανσης. Ομοίως, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να έχει την εξουσία να τερματίσει, στο πλαίσιο της δράσης εξυγίανσης, κάθε μέτρο που λαμβάνεται από την εποπτική αρχή όταν η συνέχιση του εν λόγω μέτρου θα εμπόδιζε την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης. |
|
(34) |
Η χρήση εργαλείων και εξουσιών εξυγίανσης ενδέχεται να διαταράξει τα δικαιώματα των μετόχων και των πιστωτών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, η εξουσία των αρχών εξυγίανσης να μεταβιβάζουν τις μετοχές ή το σύνολο ή μέρος των στοιχείων ενεργητικού μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε ιδιώτες αγοραστές χωρίς τη συγκατάθεση των μετόχων, επηρεάζει τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των μετόχων. Επιπλέον, η εξουσία να αποφασίζουν ποιες υποχρεώσεις θα μεταβιβαστούν από μια επιχείρηση υπό πτώχευση με σκοπό να διασφαλίσουν τη συνέχεια των υπηρεσιών και να αποφευχθούν οι δυσμενείς επιπτώσεις για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους και τους ζημιωθέντες, την πραγματική οικονομία ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο σύνολό της, ενδέχεται να επηρεάσει την ίση μεταχείριση των πιστωτών. Επομένως, κάθε εργαλείο εξυγίανσης θα πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που τελούν υπό πτώχευση ή που ενδέχεται να πτωχεύσουν, και μόνον όταν αυτό είναι αναγκαίο και αναλογικό για την επιδίωξη των στόχων εξυγίανσης προς όφελος του γενικού συμφέροντος, λαμβανομένου δεόντως υπόψη του στόχου της προστασίας του συλλογικού συμφέροντος των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων. Το ατομικό συμφέρον συγκεκριμένου προσώπου ή ομίλου δεν θα πρέπει να υπερισχύει της συνολικής ισορροπίας μεταξύ των συλλογικών συμφερόντων των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων της οικείας επιχείρησης. |
|
(35) |
Ειδικότερα, τα εργαλεία εξυγίανσης θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνον όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν μπορεί να εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας χωρίς να επηρεάζεται αδικαιολόγητα η προστασία των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων ή να αποσταθεροποιείται το χρηματοπιστωτικό σύστημα ή να εμποδίζεται η ταχεία μεταβίβαση και συνέχεια κρίσιμων λειτουργιών και όταν δεν υπάρχουν εύλογες προοπτικές για οποιαδήποτε εναλλακτική ιδιωτική λύση, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε αύξησης κεφαλαίου από τους υφιστάμενους μετόχους ή από οποιονδήποτε τρίτο, η οποία να επαρκεί για την αποκατάσταση της πλήρους βιωσιμότητας της οντότητας χωρίς επιπτώσεις στις απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως ή εξ αντασφαλίσεως. Τα συστήματα εγγύησης ασφάλισης που εφαρμόζονται σε επιχείρηση η οποία πληροί τις προϋποθέσεις για διαδικασίες αφερεγγυότητας ή για εξυγίανση θα πρέπει να ληφθούν υπόψη κατά τον προσδιορισμό του κατά πόσον η εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης είναι αναγκαία για λόγους δημόσιου συμφέροντος. Κάθε παρέμβαση στα δικαιώματα των μετόχων και των πιστωτών που προκύπτει από δράση εξυγίανσης θα πρέπει να συνάδει με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ο «Χάρτης»). Ειδικότερα, όταν οι πιστωτές της ίδιας κατηγορίας αντιμετωπίζονται διαφορετικά στο πλαίσιο της δράσης εξυγίανσης, τέτοιου είδους διακρίσεις θα πρέπει να δικαιολογούνται από λόγους δημόσιος συμφέροντος, να είναι αναλογικές προς τους κινδύνους που αντιμετωπίζονται και να μην να εισάγουν άμεσα ή έμμεσα διακρίσεις λόγω εθνικότητας. |
|
(36) |
Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διαθέτουν ορισμένο βαθμό ευελιξίας για την εξισορρόπηση των στόχων εξυγίανσης, λαμβανομένων υπόψη, όπου αρμόζει, της φύσης και των περιστάσεων κάθε περίπτωσης. |
|
(37) |
Κατά την επιδίωξη των στόχων εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να προβούν σε εκτίμηση σχετικά με τον καταλληλότερο τρόπο ελαχιστοποίησης του κόστους της εξυγίανσης. Η ελαχιστοποίηση της εξάρτησης από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη αποτελεί στόχο εξυγίανσης, αλλά η χρήση της εν λόγω στήριξης συνιστά επίσης κόστος της εξυγίανσης. Ωστόσο, η ελαχιστοποίηση του κόστους δεν θα πρέπει να θεωρείται χωριστός στόχος εξυγίανσης, αλλά μάλλον κατευθυντήρια αρχή την οποία θα πρέπει να ακολουθούν οι αρχές εξυγίανσης όταν αποφασίζουν ως προς τον καλύτερο τρόπο επίτευξης των στόχων εξυγίανσης. |
|
(38) |
Κατά την εφαρμογή εργαλείων εξυγίανσης και την άσκηση εξουσιών εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλίζουν ότι η δράση εξυγίανσης αναλαμβάνεται σύμφωνα με την αρχή ότι οι απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως και εξ αντασφαλίσεως θίγονται αφού μέτοχοι και άλλοι πιστωτές έχουν επιβαρυνθεί με το μερίδιο των ζημιών που τους αναλογεί. Επιπλέον, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι το κόστος της εξυγίανσης των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ελαχιστοποιείται και ότι οι πιστωτές της ίδιας κατηγορίας τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης. |
|
(39) |
Η απομείωση ή η μετατροπή κεφαλαιακών μέσων, χρεωστικών μέσων και άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων θα πρέπει να προβλέπει εσωτερικό μηχανισμό απορρόφησης των ζημιών. Ο εν λόγω μηχανισμός, σε συνδυασμό με εργαλεία μεταβίβασης που αποσκοπούν στη διατήρηση της συνέχειας της ασφαλιστικής κάλυψης προς όφελος των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των ζημιωθέντων, θα πρέπει να επιτρέπει την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης και να περιορίζει σε μεγάλο βαθμό τον αντίκτυπο της πτώχευσης μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου. Ωστόσο, ενδέχεται να υπάρχουν ακραίες περιπτώσεις στις οποίες η εξυγίανση μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης απαιτεί την παρέμβαση ειδικών εθνικών συστημάτων, και ειδικότερα ενός συστήματος εγγύησης ασφάλισης ή ενός ταμείου εξυγίανσης, για την παροχή συμπληρωματικών πόρων απορρόφησης των ζημιών και αναδιάρθρωσης ή, ως ύστατη λύση, έκτακτης δημόσιας χρηματοδότησης. Οι αναγκαίες διασφαλίσεις που αποσκοπούν στην προστασία των πιστωτών θα πρέπει επίσης να αντικατοπτρίζουν την ύπαρξη τέτοιων ειδικών εθνικών συστημάτων, τα οποία με τη σειρά τους πρέπει να συμμορφώνονται με το πλαίσιο της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις. Το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής θα πρέπει να εφαρμόζεται πριν από τη χρήση οποιασδήποτε έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης. |
|
(40) |
Η παρεμβολή στα δικαιώματα ιδιοκτησίας δεν θα πρέπει να είναι δυσανάλογη. Ως εκ τούτου, οι θιγόμενοι μέτοχοι, κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, δικαιούχοι, αιτούντες, και άλλοι πιστωτές ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν θα πρέπει να υφίστανται μεγαλύτερες ζημίες από εκείνες που θα είχαν υποστεί εάν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είχε εκκαθαριστεί κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης εξυγίανσης. Η αρχή περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών αντικατοπτρίζει το θεμελιώδες δικαίωμα της ιδιοκτησίας, το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 17 του Χάρτη. Το δικαίωμα αυτό θα πρέπει να προστατεύεται στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας εξυγίανσης, με το να διασφαλίζεται ότι η θέση κάθε θιγόμενου μετόχου, κατόχου ασφαλιστήριου συμβολαίου, δικαιούχου, αιτούντος ή άλλου πιστωτή δεν επιδεινώνεται σε σχέση με τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Η αποτίμηση της μεταχείρισης που θα είχαν λάβει οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, οι δικαιούχοι και οι ζημιωθέντες σε μια τέτοια περίπτωση θα πρέπει να περιλαμβάνει κάθε πληρωμή που θα είχαν λάβει οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, οι δικαιούχοι και οι ζημιωθέντες από συστήματα εγγύησης ασφάλισης, κατά περίπτωση, και από οργανισμούς αποζημίωσης δυνάμει της οδηγίας 2009/103/ΕΚ. Σε περίπτωση μερικής μεταβίβασης των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης υπό εξυγίανση σε ιδιώτη αγοραστή ή σε μεταβατική επιχείρηση, το εναπομένον μέρος της επιχείρησης υπό εξυγίανση θα πρέπει να εκκαθαρίζεται σύμφωνα με κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Οι μέτοχοι και οι πιστωτές που απομένουν στη διαδικασία εκκαθάρισης μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, θα πρέπει να δικαιούνται να λάβουν κατά την εξόφληση ή κατά την αποζημίωση των απαιτήσεών τους στο πλαίσιο της διαδικασίας εκκαθάρισης όχι λιγότερα από όσα θα είχαν ανακτήσει εάν ολόκληρη η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. |
|
(41) |
Για την προστασία των δικαιωμάτων των μετόχων και των πιστωτών, συμπεριλαμβανομένων των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν σαφείς υποχρεώσεις όσον αφορά την αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της επιχείρησης υπό εξυγίανση και όσον αφορά την αποτίμηση της μεταχείρισης της οποίας θα τύγχαναν οι μέτοχοι και οι πιστωτές,, συμπεριλαμβανομένων των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων, εάν η επιχείρηση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ότι, πριν αναληφθεί οποιαδήποτε δράση εξυγίανσης, θα πρέπει να διενεργείται αντικειμενική και ρεαλιστική αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Η εν λόγω αποτίμηση θα πρέπει να υπόκειται στην άσκηση προσφυγής. Ωστόσο, λόγω της φύσης της δράσης εξυγίανσης και της στενής σχέσης της με την αποτίμηση, η προσφυγή αυτή θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον όταν στρέφεται ταυτόχρονα κατά της απόφασης εξυγίανσης. Επιπλέον, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ότι, μετά την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης, γίνεται σύγκριση μεταξύ της μεταχείρισης που έχουν λάβει πραγματικά οι μέτοχοι και οι πιστωτές, συμπεριλαμβανομένων των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων, και της μεταχείρισης που θα είχαν λάβει υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Η εν λόγω εκ των υστέρων σύγκριση θα πρέπει να είναι δεκτική προσφυγής, εκτός από την απόφαση εξυγίανσης. Οι μέτοχοι και οι πιστωτές που έχουν λάβει μικρότερο ποσό από αυτό που θα είχαν λάβει υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας θα πρέπει να δικαιούνται την καταβολή της διαφοράς. |
|
(42) |
Όταν αναλαμβάνονται δράσεις εξυγίανσης, οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου θα μπορούσαν να διατηρούν ορισμένες ή όλες τις παροχές που προβλέπονται στις συμβάσεις τους, και δεν θα υποχρεούνταν απαραίτητα να συνάψουν νέα ασφαλιστική σύμβαση. Σε περιπτώσεις όπου η εκκαθάριση μιας επιχείρησης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, η αλλαγή σύμβασης θα μπορούσε να συνεπάγεται κόστος αντικατάστασης για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου. Ειδικά για τις μακροπρόθεσμες ασφαλιστικές συμβάσεις, οι συνθήκες της αγοράς και τα χαρακτηριστικά των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, καθώς και οι πρόσθετες δαπάνες, όπως τα έξοδα μεσιτείας και κλεισίματος, θα μπορούσαν να συνεπάγονται σημαντικό κόστος για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου που πρέπει να αντικαταστήσουν τις συμβάσεις τους. Κατά την εκτίμηση του εν λόγω κόστους αντικατάστασης στο πλαίσιο της αρχής περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών, πρέπει να υποτεθεί ότι η σύναψη νέας ασφαλιστικής σύμβασης με συγκρίσιμη κάλυψη διαθέσιμη στην αγορά έναντι των τιμών που επικρατούν στην αγορά πραγματοποιείται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την ημερομηνία ανάληψης της δράσης εξυγίανσης. |
|
(43) |
Είναι σημαντικό να αναγνωρίζονται οι ζημίες κατά την πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Η αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των υπό πτώχευση ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων θα πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικές, συνετές και εύλογες παραδοχές κατά τη στιγμή που εφαρμόζονται τα εργαλεία εξυγίανσης. Η αξία των στοιχείων παθητικού δεν θα πρέπει, ωστόσο, να επηρεάζεται από την αποτίμηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Οι αποτιμήσεις με σκοπό την τεκμηρίωση της επιλογής και του σχεδιασμού των δράσεων εξυγίανσης θα πρέπει να συνάδουν με το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο προληπτικής εποπτείας, αλλά στο πλαίσιο της εξυγίανσης θα μπορούσαν να γίνουν στοχευμένες τροποποιήσεις στις αρχές που διέπουν το εν λόγω πλαίσιο, ιδίως όταν δεν πληρούται η υπόθεση ότι η επιχείρηση θα συνεχίσει τις δραστηριότητές της ως λειτουργούσα επιχείρηση. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να είναι σε θέση να προβαίνουν σε ταχεία αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού μιας υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Η αποτίμηση αυτή θα πρέπει να είναι προσωρινή και να ισχύει έως ότου διενεργηθεί ανεξάρτητη αποτίμηση. Η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να ορίζει ένα πλαίσιο αρχών προς εφαρμογή κατά τη διενέργεια αυτών των αποτιμήσεων, καθώς και να αφήνει περιθώριο για την εφαρμογή, κατά περίπτωση, διαφορετικών μεθοδολογιών εκ μέρους των αρχών εξυγίανσης και των ανεξάρτητων αποτιμητών. |
|
(44) |
Κατά την ανάληψη δράσεων εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη και να ακολουθούν τα μέτρα που προβλέπονται στα σχέδια εξυγίανσης, εκτός εάν οι αρχές εξυγίανσης εκτιμήσουν, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ότι οι στόχοι εξυγίανσης θα επιτευχθούν αποτελεσματικότερα με την ανάληψη δράσεων που δεν έχουν προβλεφθεί στα σχέδια εξυγίανσης. |
|
(45) |
Τα εργαλεία εξυγίανσης θα πρέπει να σχεδιάζονται και να είναι κατάλληλα για την αντιμετώπιση ευρέος φάσματος απρόβλεπτων σεναρίων, δεδομένου ότι μπορεί να υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην κρίση μιας μεμονωμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και σε μια ευρύτερη συστημική κρίση. Ως εκ τούτου, τα εργαλεία εξυγίανσης θα πρέπει να καλύπτουν καθένα από τα σενάρια αυτά, συμπεριλαμβανομένων της διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης υπό εξυγίανση έως τη λύση της, της πώλησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας ή των μετοχών της επιχείρησης υπό εξυγίανση, της σύστασης μεταβατικής επιχείρησης, του διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού από τα απομειωμένα ή μη αποδοτικά χαρτοφυλάκια της υπό πτώχευση επιχείρησης και της απομείωσης ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων και άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων της υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. |
|
(46) |
Σε ειδικές περιπτώσεις, όταν ορισμένες οντότητες του ομίλου παρέχουν υπηρεσίες σε επιχείρηση υπό εξυγίανση, οι οποίες είναι απαραίτητες για τη διασφάλιση της συνέχειας της ασφαλιστικής κάλυψης, η αρχή εξυγίανσης θα πρέπει να έχει την εξουσία να διασφαλίζει ότι τα αγαθά και οι υπηρεσίες που παρέχονται από τον εν λόγω πάροχο βασικών υπηρεσιών εξακολουθούν να παρέχονται σε περιπτώσεις επιδείνωσης της οικονομικής του θέσης ως αποτέλεσμα της πτώχευσης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης εντός του ίδιου ομίλου. H δε χρήση της εξουσίας αυτής είναι αναγκαία για τη διατήρηση της συνέχειας της ασφαλιστικής κάλυψης που παρέχεται από άλλες οντότητες του ομίλου. Οι εν λόγω εξουσίες μπορούν να περιλαμβάνουν άσκηση εξουσιών εξυγίανσης και εφαρμογή εργαλείων εξυγίανσης στον πάροχο βασικών υπηρεσιών. |
|
(47) |
Όταν έχουν χρησιμοποιηθεί εργαλεία εξυγίανσης για τη μεταβίβαση ασφαλιστικών χαρτοφυλακίων σε υγιή οντότητα, η οποία θα μπορούσε να είναι αγοραστής του ιδιωτικού τομέα ή μεταβατική επιχείρηση, το εναπομένον μέρος της επιχείρησης θα πρέπει να ρευστοποιείται εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου. Η διάρκεια του εν λόγω χρονικού πλαισίου θα πρέπει να βασίζεται στην ανάγκη της υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης να παρέχει υπηρεσίες ή στήριξη, ώστε ο αγοραστής του ιδιωτικού τομέα ή η μεταβατική επιχείρηση να είναι σε θέση να διεκπεραιώσει τις δραστηριότητες ή τις υπηρεσίες τις οποίες απέκτησε δυνάμει αυτής της μεταβίβασης. |
|
(48) |
Θα πρέπει να θεσπιστούν ρυθμίσεις χρηματοδότησης σε κάθε κράτος μέλος για την αποζημίωση των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στο εν λόγω κράτος μέλος. Οι ρυθμίσεις χρηματοδότησης θα πρέπει να είναι διαθέσιμες για την ικανοποίηση των απαιτήσεων μετόχων και άλλων πιστωτών σύμφωνα με την αρχή περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών, εάν αυτό είναι αναγκαίο για να αποφευχθεί η εξάρτηση από δημόσιους πόρους. Οι εν λόγω απαιτήσεις θα πρέπει να υπολογίζονται σύμφωνα με την ιεράρχηση των πιστωτών σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, ώστε να εμποδίσει την αποζημίωση μετόχων ή άλλων πιστωτών πριν από την πλήρη αποζημίωση των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων ή των αιτούντων. Ενώ θα πρέπει να αποφεύγεται η άμεση απορρόφηση των ζημιών μιας ασφαλιστικής εταιρείας, θα πρέπει να είναι δυνατή η χρήση των εν λόγω ρυθμίσεων χρηματοδότησης για τη χρηματοδότηση άλλων δαπανών που συνδέονται με τη χρήση εργαλείων εξυγίανσης ως έσχατης λύσης, στον βαθμό που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης και εφόσον τηρούνται πλήρως οι αρχές της εξυγίανσης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να αποφασίζουν ότι οι ρυθμίσεις χρηματοδότησης θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την απορρόφηση των ζημιών των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων. Στην περίπτωση αυτή, η προβληματική επιχείρηση θα εξέλθει από την αγορά και το σύνολο ή μέρος των χαρτοφυλακίων των ασφαλιστικών συμβάσεων θα μεταβιβαστεί ως μέρος του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή σε μια μεταβατική επιχείρηση, ή θα διατηρηθούν στην επιχείρηση υπό εξυγίανση, εφόσον έχει τεθεί σε διαδικασία διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης. Σε κάθε περίπτωση, οι αξιώσεις των μετόχων σε σχέση με κεφαλαιακά μέσα θα πρέπει να έχουν απομειωθεί πριν χρησιμοποιηθούν οι ρυθμίσεις χρηματοδότησης της εξυγίανσης για την απορρόφηση ζημιών. Αναγνωρίζοντας την ποικιλομορφία των αγορών ασφαλίσεων, θα πρέπει να δοθεί στα κράτη μέλη κάποια ευελιξία όσον αφορά τις ακριβείς ρυθμίσεις της εξωτερικής χρηματοδότησης, εφόσον διασφαλίζεται η διαθεσιμότητα επαρκούς ρευστότητας για την εξασφάλιση αποζημίωσης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Ένα κράτος μέλος θα πρέπει να επιβάλλει υποχρέωση καταβολής εισφορών μόνο στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στο εν λόγω κράτος μέλος, και στα υποκαταστήματα επιχείρησης τρίτης χώρας στην Ένωση που είναι εγκατεστημένα στο έδαφός του. |
|
(49) |
Το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων θα πρέπει να δίνει τη δυνατότητα στις αρχές εξυγίανσης να πραγματοποιούν πώληση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή μερών των δραστηριοτήτων της σε έναν ή περισσότερους αγοραστές χωρίς τη συγκατάθεση των μετόχων. Οι αρχές, όταν εφαρμόζουν το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων, θα πρέπει να προβαίνουν σε ρυθμίσεις για τη διάθεση προς πώληση της εν λόγω ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή μέρους των δραστηριοτήτων της με ανοικτή, διαφανή διαδικασία που δεν εισάγει διακρίσεις, ενώ παράλληλα θα μεγιστοποιούν, όσο είναι δυνατόν, την τιμή πώλησης. Όταν, λόγω επείγουσας ανάγκης, είναι αδύνατον να εφαρμοστεί μια τέτοιου είδους διαδικασία, οι αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν μέτρα για την αντιμετώπιση των δυσμενών επιπτώσεων στον ανταγωνισμό και στην εσωτερική αγορά. |
|
(50) |
Τυχόν καθαρά έσοδα από τη μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού της επιχείρησης υπό εξυγίανση, όταν εφαρμόζεται το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων, θα πρέπει να αποδίδονται στην επιχείρηση που απομένει στη διαδικασία εκκαθάρισης. Τυχόν καθαρά έσοδα από τη μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που είχε εκδώσει η επιχείρηση υπό εξυγίανση, όταν εφαρμόζεται το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων, θα πρέπει να αποδίδονται στους ιδιοκτήτες των εν λόγω μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας, υπό την προϋπόθεση ότι οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου και οι άλλοι πιστωτές αποζημιώνονται πρώτα, στον βαθμό που οι απαιτήσεις τους έχουν απομειωθεί χωρίς πλήρη αποζημίωση. Τα έσοδα θα πρέπει να υπολογίζονται μετά την αφαίρεση των εξόδων που προκύπτουν από την πτώχευση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και από τη διαδικασία εξυγίανσης. |
|
(51) |
Οι πληροφορίες σχετικά με τη διάθεση προς πώληση μιας υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και οι διαπραγματεύσεις με δυνητικούς αγοραστές πριν από την εφαρμογή του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων είναι πιθανό να είναι ευαίσθητες και ενδέχεται να ενέχουν κινδύνους για την εμπιστοσύνη στην αγορά ασφαλίσεων. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι η δημοσιοποίηση των εν λόγω στοιχείων, που απαιτείται βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), μπορεί να καθυστερήσει για όσο διάστημα είναι αναγκαίο για τον προγραμματισμό και την οργάνωση της εξυγίανσης της οικείας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. |
|
(52) |
Μια μεταβατική επιχείρηση είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που ανήκει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε μία ή περισσότερες δημόσιες αρχές ή ελέγχεται από την αρχή εξυγίανσης. Ο βασικός σκοπός της μεταβατικής επιχείρησης είναι να διασφαλίσει ότι συνεχίζουν να παρέχονται κρίσιμες λειτουργίες στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου της υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Ως εκ τούτου, μια μεταβατική επιχείρηση θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως βιώσιμη συνεχώς λειτουργούσα επιχείρηση και να επανεντάσσεται στην αγορά αμέσως μόλις οι συνθήκες είναι κατάλληλες ή αν δεν είναι βιώσιμη. |
|
(53) |
Το εργαλείο διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού θα πρέπει να επιτρέπει στις αρχές να μεταβιβάζουν στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση σε χωριστό φορέα με σκοπό την απομάκρυνση, τη διαχείριση και την εκκαθάριση των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων. Για να αποφεύγεται αδικαιολόγητο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα υπέρ της υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, το εργαλείο διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, κύριος σκοπός του οποίου είναι η διευκόλυνση της μεταβίβασης χαρτοφυλακίου, θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο σε συνδυασμό με άλλα εργαλεία. |
|
(54) |
Ένα αποτελεσματικό καθεστώς εξυγίανσης θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορούν να εξυγιανθούν κατά τρόπο που να ελαχιστοποιεί τον αρνητικό αντίκτυπο μιας πτώχευσης στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους φορολογούμενους, την πραγματική οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η απομείωση ή η μετατροπή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι, πριν θιγούν οι απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως και εξ αντασφαλίσεως, οι μέτοχοι και οι πιστωτές μιας υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης υφίστανται πρώτα ζημίες και επωμίζονται κατάλληλο μέρος των εξόδων που προκύπτουν από την πτώχευση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αμέσως μόλις χρησιμοποιηθεί η εξουσία εξυγίανσης. Το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής θα πρέπει, συνεπώς, να παρέχει στους μετόχους και τους πιστωτές των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και, σε ορισμένο βαθμό, στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, ισχυρότερο κίνητρο για την παρακολούθηση της υγείας μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης υπό κανονικές συνθήκες. |
|
(55) |
Είναι σημαντικό να διασφαλίζεται ότι οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν την αναγκαία ευελιξία, σε διάφορες περιπτώσεις, ώστε να θέτουν την επιχείρηση υπό εξυγίανση σε διαδικασία διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης, να μεταβιβάζουν τα στοιχεία ενεργητικού, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της υπό τους καλύτερους όρους για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου ή να επιμερίζουν τις εναπομένουσες ζημίες. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να προβλεφθεί ότι οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόζουν το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής, όταν ο στόχος είναι η εξυγίανση της υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ως επιχείρησης σε διαδικασία διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης και όταν μεταβιβάζονται κρίσιμες ασφαλιστικές υπηρεσίες, ενώ το εναπομένον μέρος της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης παύει να λειτουργεί και εκκαθαρίζεται. Στο πλαίσιο αυτό, ενδεχομένως απαιτείται η αναδιάρθρωση των ασφαλιστικών υποχρεώσεων προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέχεια σημαντικού μέρους της ασφαλιστικής κάλυψης και σε περίπτωση που αυτό κρίνεται ότι είναι προς το βέλτιστο συμφέρον των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου. |
|
(56) |
Όταν υπάρχει ρεαλιστική προοπτική να αποκατασταθεί η βιωσιμότητα μιας επιχείρησης και οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου δεν υφίστανται ζημίες κατά τη διαδικασία εξυγίανσης, το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την αποκατάσταση της επιχείρησης υπό εξυγίανση σε λειτουργούσα επιχείρηση. Στην περίπτωση αυτήν, η εξυγίανση μέσω απομείωσης ή μετατροπής θα πρέπει να συνοδεύεται από την αντικατάσταση της διοίκησης, εκτός εάν η διατήρηση της διοίκησης είναι κατάλληλη και αναγκαία για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης. |
|
(57) |
Δεν είναι σκόπιμο να εφαρμόζεται το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής σε απαιτήσεις στο μέτρο που είναι εξασφαλισμένες ή με άλλον τρόπο εγγυημένες, καθώς η εν λόγω απομείωση ή μετατροπή θα μπορούσε να είναι αναποτελεσματική ή να οφείλεται στον δυνητικό αρνητικό αντίκτυπο της εν λόγω απομείωσης ή μετατροπής στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ωστόσο, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής είναι αποτελεσματικό και επιτυγχάνει τους στόχους του, είναι επιθυμητό να μπορεί να εφαρμόζεται σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο φάσμα των μη εξασφαλισμένων υποχρεώσεων μιας υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Ωστόσο, κρίνεται σκόπιμη η εξαίρεση ορισμένων ειδών μη εξασφαλισμένων υποχρεώσεων από το πεδίο εφαρμογής του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής. Συνεπώς, για να διασφαλίσει τη συνέχεια των κρίσιμων λειτουργιών, το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε ορισμένες υποχρεώσεις προς υπαλλήλους της υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή σε εμπορικές απαιτήσεις που αφορούν αγαθά και υπηρεσίες με κρίσιμη σημασία για την καθημερινή λειτουργία της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Για να καλυφθούν τα συνταξιοδοτικά δικαιώματα και οι παρελθούσες ή τρέχουσες οφειλές σε συνταξιοδοτικούς φορείς, το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται στις υποχρεώσεις υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης έναντι συνταξιοδοτικών συστημάτων. Για να μειωθεί ο κίνδυνος αλυσιδωτών επιπτώσεων στο σύστημα, το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις που προκύπτουν από συμμετοχή σε συστήματα πληρωμών και έχουν απομένουσα διάρκεια μικρότερη των επτά ημερών ή σε υποχρεώσεις προς ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων, εξαιρουμένων των οντοτήτων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, με αρχική διάρκεια μικρότερη των επτά ημερών. |
|
(58) |
Η προστασία του συλλογικού συμφέροντος των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους της εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, οι απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως και εξ αντασφαλίσεως θα πρέπει να υπόκεινται μόνο στην εφαρμογή του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής ως μέτρου ύστατης ανάγκης και οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να εξετάζουν προσεκτικά τις συνέπειες ενδεχόμενης απομείωσης των απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως που απορρέουν από ασφαλιστικές συμβάσεις τις οποίες κατέχουν φυσικά πρόσωπα και πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. |
|
(59) |
Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εξαιρούν ή να εξαιρούν εν μέρει υποχρεώσεις σε ορισμένες περιπτώσεις, όταν δεν είναι δυνατόν οι εν λόγω υποχρεώσεις να απομειωθούν ή να μετατραπούν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, όταν η εξαίρεση είναι απολύτως απαραίτητη και αναλογική προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης ή όταν η εφαρμογή του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής θα προκαλούσε καταστροφή αξίας τέτοιας ώστε οι ζημίες που επιβαρύνουν τους λοιπούς πιστωτές να είναι μεγαλύτερες από ό,τι εάν οι εν λόγω υποχρεώσεις δεν είχαν εξαιρεθεί. Όταν εφαρμόζονται οι εν λόγω εξαιρέσεις, το επίπεδο απομείωσης ή μετατροπής άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων μπορεί να αυξηθεί ώστε να ληφθούν υπόψη οι εξαιρέσεις αυτές, υπό τον όρο ότι τηρείται η αρχή περί μη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών. Ταυτόχρονα, τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να χρηματοδοτούν την εξυγίανση από τον γενικό προϋπολογισμό τους. |
|
(60) |
Κατά την εφαρμογή του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής σε ασφαλιστικές συμβάσεις, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ότι τα υποχρεωτικά ελάχιστα επίπεδα κάλυψης βάσει του εφαρμοστέου δικαίου πληρούνται μετά την αναδιάρθρωση της σύμβασης. Αυτό δεν θα πρέπει να εμποδίζει την αρχή εξυγίανσης να εφαρμόζει το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής σε απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως που προέκυψαν πριν από την ημερομηνία ανάληψης της δράσης εξυγίανσης. |
|
(61) |
Κατά κανόνα, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να εφαρμόζουν το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η ίση μεταχείριση των πιστωτών και η εκ του νόμου σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεων σύμφωνα με το ισχύον πτωχευτικό δίκαιο. Ως εκ τούτου, οι ζημίες θα πρέπει να απορροφώνται κατά πρώτον από μέσα ρυθμιστικών κεφαλαίων και να επιμερίζονται στους μετόχους είτε με ακύρωση ή μεταβίβαση μετοχών είτε με σημαντική αραίωση. Όταν κάτι τέτοιο δεν επαρκεί, θα πρέπει να μετατρέπεται ή να απομειώνεται το χρέος μειωμένης εξασφάλισης. Οι υποχρεώσεις υψηλής εξασφάλισης θα πρέπει να μετατρέπονται ή να απομειώνονται μόνον όταν έχει μετατραπεί ή απομειωθεί εξ ολοκλήρου το χρέος μειωμένης εξασφάλισης. Η αμφισβήτηση της μείωσης της αξίας του μέσου ή της υποχρέωσης, ή της μετατροπής τους, που προκύπτει από την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής θα πρέπει να είναι δυνατή μόνο βάσει του δικαίου του κράτους μέλους της αρχής εξυγίανσης που άσκησε τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής. |
|
(62) |
Εξαιρέσεις υποχρεώσεων, μεταξύ άλλων, έναντι συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού, εργαζομένων ή εμπορικών πιστωτών, ή όταν υπάρχει προνομιακή μεταχείριση ως προς τη σειρά εξοφλητικής προτεραιότητας, θα πρέπει να εφαρμόζονται εξίσου σε τρίτες χώρες και στην Ένωση. Για να εξασφαλιστεί ότι οι υποχρεώσεις μπορούν να απομειωθούν ή να μετατραπούν σε τρίτες χώρες, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ότι οι συμβατικές διατάξεις που διέπονται από το δίκαιο τρίτων χωρών αναγνωρίζουν τη δυνατότητα αυτή. Δεν θα πρέπει, ωστόσο, να απαιτείται τέτοιου είδους συμβατική ρήτρα για τις υποχρεώσεις που εξαιρούνται από την εφαρμογή του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής ή σε περίπτωση που η νομοθεσία της τρίτης χώρας ή μια δεσμευτική συμφωνία που έχει συναφθεί με την εν λόγω τρίτη χώρα επιτρέπουν στην αρχή εξυγίανσης του οικείου κράτους μέλους να εφαρμόσει το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής. |
|
(63) |
Οι μέτοχοι και οι πιστωτές θα πρέπει να συμβάλλουν, στον βαθμό που είναι αναγκαίο, στον μηχανισμό κατανομής των ζημιών μιας υπό πτώχευση επιχείρησης. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα κεφαλαιακά μέσα της κατηγορίας 1, της κατηγορίας 2 και της κατηγορίας 3 απορροφούν πλήρως τις ζημίες στο σημείο μη βιωσιμότητας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που πραγματοποιεί την έκδοση. Συνεπώς, θα πρέπει να απαιτείται από τις αρχές εξυγίανσης να απομειώνουν πλήρως τα εν λόγω μέσα ή να τα μετατρέπουν, κατά περίπτωση, σε μέσα της κατηγορίας 1, στο σημείο μη βιωσιμότητας και πριν από την ανάληψη άλλων δράσεων εξυγίανσης. Για τον σκοπό αυτόν, ως σημείο μη βιωσιμότητας θα πρέπει να νοείται είτε η στιγμή κατά την οποία η οικεία αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει ότι η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης είτε η στιγμή κατά την οποία η οικεία αρχή εξυγίανσης αποφασίζει ότι η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση παύει να είναι βιώσιμη εάν τα εν λόγω κεφαλαιακά μέσα δεν απομειωθούν ή μετατραπούν. Οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να αναγνωρίζονται στις ρήτρες που διέπουν το μέσο και σε κάθε ενημερωτικό δελτίο ή έγγραφο προσφοράς που δημοσιεύεται ή παρέχεται σε σχέση με τα μέσα. |
|
(64) |
Προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική εκτέλεση της εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διαθέτουν όλες τις αναγκαίες νόμιμες εξουσίες οι οποίες, σε διάφορους συνδυασμούς, δύναται να ασκούνται κατά την εφαρμογή εργαλείων εξυγίανσης. Οι εν λόγω νομικές εξουσίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν την εξουσία μεταβίβασης μετοχών, στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων μιας υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε άλλη οντότητα, συμπεριλαμβανομένης άλλης επιχείρησης ή μεταβατικής επιχείρησης, την εξουσία απομείωσης ή ακύρωσης μετοχών, ή απομείωσης ή μετατροπής των υποχρεώσεων μιας υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, την εξουσία αντικατάστασης της διοίκησης και την εξουσία επιβολής προσωρινής αναστολής των πληρωμών απαιτήσεων. Χρειάζονται επικουρικές εξουσίες, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας να απαιτούν συνέχιση των βασικών υπηρεσιών από άλλα μέλη του ομίλου. |
|
(65) |
Δεν είναι αναγκαίο να καθοριστούν τα ακριβή μέσα με τα οποία οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να παρεμβαίνουν στην υπό πτώχευση ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν μεταξύ της ανάληψης του ελέγχου μέσω άμεσης παρέμβασης στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή μέσω εκτελεστικής διάταξης. Θα πρέπει να αποφασίζουν ανάλογα με τις περιστάσεις της περίπτωσης. |
|
(66) |
Είναι αναγκαίο να θεσπιστούν διαδικαστικές απαιτήσεις προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι δράσεις εξυγίανσης κοινοποιούνται δεόντως και δημοσιοποιούνται. Ωστόσο, οι πληροφορίες που λαμβάνουν οι αρχές εξυγίανσης και οι επαγγελματίες σύμβουλοί τους κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξυγίανσης είναι πιθανό να είναι ευαίσθητες και, συνεπώς, θα πρέπει να υπόκεινται σε αποτελεσματικό καθεστώς εμπιστευτικότητας πριν από τη δημοσιοποίηση της απόφασης εξυγίανσης. Κάθε πληροφορία που παρέχεται σχετικά με μια απόφαση πριν από τη λήψη της απόφασης αυτής, είτε πρόκειται για το αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης είτε πρόκειται για τη χρησιμοποίηση ενός συγκεκριμένου εργαλείου ή την ανάληψη οποιασδήποτε δράσης στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής, πρέπει να θεωρείται ότι έχει αντίκτυπο στα δημόσια και ιδιωτικά συμφέροντα που αφορά η δράση. Επομένως, είναι αναγκαίο να εξασφαλιστεί η ύπαρξη κατάλληλων μηχανισμών για τη διατήρηση της εμπιστευτικότητας τέτοιου είδους πληροφοριών, μεταξύ άλλων, όσον αφορά το περιεχόμενο και τις λεπτομέρειες των σχεδίων ανάκαμψης και εξυγίανσης ή το αποτέλεσμα κάθε αξιολόγησης που διενεργείται στο εν λόγω πλαίσιο. |
|
(67) |
Οι ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των αρχών εξυγίανσης και των φορολογικών αρχών δεν θα πρέπει να εμποδίζονται. Οι ανταλλαγές αυτές θα πρέπει να συνάδουν με το εθνικό δίκαιο και, σε περίπτωση που οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, θα πρέπει να ανταλλάσσονται μόνο με τη ρητή συγκατάθεση της οικείας αρχής από την οποία προέρχονται. |
|
(68) |
Οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διαθέτουν επικουρικές εξουσίες, ώστε να διασφαλίζεται η αποτελεσματικότητα της μεταβίβασης μετοχών ή χρεωστικών μέσων και στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε τρίτο αγοραστή ή σε μεταβατική επιχείρηση. Ειδικότερα, για να διευκολύνεται η μεταβίβαση των απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως ή εξ αντασφαλίσεως χωρίς να επηρεάζεται το συνολικό προφίλ κινδύνου του σχετικού χαρτοφυλακίου και των σχετικών τεχνικών προβλέψεων και κεφαλαιακών απαιτήσεων, θα πρέπει να διατηρούνται τα οικονομικά οφέλη που προβλέπονται από τις συμφωνίες αντασφάλισης. Ως εκ τούτου, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να μεταβιβάζουν τις απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως ή εξ αντασφαλίσεως μαζί με τα αντίστοιχα δικαιώματα αντασφάλισης. Η εν λόγω δυνατότητα θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει την εξουσία άρσης των δικαιωμάτων τρίτων μερών από τα μεταβιβασθέντα μέσα ή στοιχεία ενεργητικού, την εξουσία αναγκαστικής εκτέλεσης συμβάσεων και την εξουσία πρόβλεψης της συνέχισης των ρυθμίσεων όσον αφορά τον αποδέκτη των στοιχείων ενεργητικού και μετοχών που μεταβιβάστηκαν. Επίσης δεν θα πρέπει να θίγεται το δικαίωμα ενός μέρους να καταγγείλει μια σύμβαση με επιχείρηση υπό εξυγίανση ή με οντότητα ομίλου της, για λόγους πέραν της εξυγίανσης της υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Επιπλέον, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να διαθέτουν την επικουρική εξουσία να ζητούν από την εναπομένουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που εκκαθαρίζεται υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, να παρέχει υπηρεσίες οι οποίες είναι αναγκαίες ώστε να είναι σε θέση να ασκεί τις δραστηριότητές της η επιχείρηση στην οποία έχουν μεταβιβαστεί τα στοιχεία ενεργητικού ή οι μετοχές, δυνάμει της εφαρμογής του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή του εργαλείου μεταβατικής επιχείρησης. |
|
(69) |
Σύμφωνα με το άρθρο 47 του Χάρτη, κάθε πρόσωπο του οποίου παραβιάστηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που διασφαλίζονται από το δίκαιο της Ένωσης έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από αρχές εξυγίανσης θα πρέπει επομένως να υπόκεινται στην άσκηση προσφυγής. |
|
(70) |
Τα μέτρα διαχείρισης κρίσεων που λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης ενδέχεται να απαιτούν σύνθετες οικονομικές εκτιμήσεις και μεγάλη διακριτική ευχέρεια. Οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν την απαιτούμενη ειδική εμπειρογνωσία που χρειάζεται για τη διενέργεια τέτοιων εκτιμήσεων και τον προσδιορισμό της ενδεικνυόμενης χρήσης του περιθωρίου διακριτικής ευχέρειας. Είναι επομένως σημαντικό να διασφαλιστεί ότι οι σύνθετες οικονομικές εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνουν εν προκειμένω οι αρχές εξυγίανσης θα χρησιμοποιούνται ως βάση από τα εθνικά δικαστήρια όταν εξετάζουν τα σχετικά μέτρα διαχείρισης κρίσεων. Ωστόσο, ο σύνθετος χαρακτήρας των εν λόγω εκτιμήσεων δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα εθνικά δικαστήρια να εξετάζουν αν τα στοιχεία στα οποία βασίστηκε η αρχή εξυγίανσης είναι αντικειμενικά ακριβή, αξιόπιστα και συνεκτικά, αν τα στοιχεία αυτά περιέχουν όλες τις σχετικές πληροφορίες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για να εκτιμηθεί μια πολύπλοκη κατάσταση και αν η αρχή εξυγίανσης είναι σε θέση να τεκμηριώσει τα συμπεράσματά της. |
|
(71) |
Για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ότι η άσκηση προσφυγής δεν έχει ως αποτέλεσμα την αυτόματη αναστολή των αποτελεσμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης και ότι η απόφαση της αρχής εξυγίανσης είναι άμεσα εκτελεστή, τεκμαιρομένου ότι η αναστολή της θα ήταν αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον. |
|
(72) |
Είναι αναγκαίο να προστατεύονται τρίτα μέρη που έχουν αποκτήσει στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα και υποχρεώσεις της επιχείρησης υπό εξυγίανση καλή τη πίστει λόγω της άσκησης των εξουσιών εξυγίανσης από τις αρχές. Είναι εξίσου αναγκαίο να διασφαλίζεται η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών. Συνεπώς, το δικαίωμα προσφυγής κατά απόφασης εξυγίανσης δεν θα πρέπει να επηρεάζει τυχόν μεταγενέστερες διοικητικές πράξεις ή συναλλαγές πραγματοποιηθείσες με βάση ακυρούμενη απόφαση. Στις περιπτώσεις αυτές, τα ένδικα βοηθήματα που μπορούν να ασκηθούν κατά καταχρηστικής απόφασης θα πρέπει να περιορίζονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για τις ζημίες που υπέστησαν τα θιγόμενα πρόσωπα. |
|
(73) |
Μπορεί να χρειαστεί να αναληφθούν επειγόντως μέτρα διαχείρισης κρίσεων λόγω σοβαρών κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο οικείο κράτος μέλος και στην Ένωση. Κάθε διαδικασία βάσει του εθνικού δικαίου σχετικά με την αίτηση για εκ των προτέρων δικαστική έγκριση ενός μέτρου διαχείρισης κρίσεων και η εξέταση της εν λόγω αίτησης από το δικαστήριο θα πρέπει, συνεπώς, να είναι ταχείες. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η οικεία αρχή μπορεί να λάβει την απόφασή της αμέσως μετά την έγκριση του δικαστηρίου. Η δυνατότητα αυτή δεν θα πρέπει να θίγει το δικαίωμα των ενδιαφερομένων να υποβάλουν στο δικαστήριο αίτημα ακύρωσης της απόφασης. Ωστόσο, η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να παρέχεται μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα μετά τη λήψη του μέτρου διαχείρισης κρίσεων από την αρχή εξυγίανσης, προκειμένου να μη καθυστερήσει αδικαιολόγητα η εφαρμογή της απόφασης εξυγίανσης. |
|
(74) |
Η αποτελεσματική εξυγίανση και η ανάγκη να αποφεύγονται συγκρούσεις δικαιοδοσίας προϋποθέτουν να μην κινούνται ούτε να συνεχίζονται κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας έναντι μιας υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ενόσω μια αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες εξυγίανσης ή εφαρμόζει εργαλεία εξυγίανσης, παρά μόνο με πρωτοβουλία ή με τη συγκατάθεση της αρχής εξυγίανσης. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ότι ορισμένες συμβατικές υποχρεώσεις μπορούν να ανασταλούν για περιορισμένο χρονικό διάστημα ώστε οι αρχές εξυγίανσης να μπορούν να εφαρμόσουν τα εργαλεία εξυγίανσης. Ωστόσο, η δυνατότητα αυτή δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις σχετιζόμενες με τα συστήματα που ορίζει ένα κράτος μέλος, όπως αναφέρεται στην οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8), συμπεριλαμβανομένων των κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Η οδηγία 98/26/ΕΚ μειώνει τον κίνδυνο που συνδέεται με τη συμμετοχή σε συστήματα πληρωμών και συστήματα διακανονισμού αξιογράφων, ιδίως μέσω της μείωσης της διαταραχής σε περίπτωση αφερεγγυότητας ενός συμμετέχοντος σε τέτοιο σύστημα. Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι τα εν λόγω μέτρα προστασίας συνεχίζουν να εφαρμόζονται σε καταστάσεις κρίσης και ότι διατηρείται η κατάλληλη βεβαιότητα για τους διαχειριστές συστημάτων πληρωμών και αξιογράφων και άλλους συμμετέχοντες στην αγορά. Ως εκ τούτου, ένα μέτρο πρόληψης κρίσεων ή ένα μέτρο διαχείρισης κρίσεων δεν θα πρέπει να θεωρείται αφ’ εαυτού ότι συνιστά διαδικασία αφερεγγυότητας κατά την έννοια της οδηγίας 98/26/ΕΚ, υπό την προϋπόθεση ότι εξακολουθούν να εκπληρώνονται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τις σχετικές συμβάσεις. |
|
(75) |
Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι αρχές εξυγίανσης, όταν μεταβιβάζουν στοιχεία ενεργητικού και παθητικού σε αγοραστή του ιδιωτικού τομέα ή σε μεταβατική επιχείρηση, διαθέτουν επαρκή χρόνο για τον προσδιορισμό των συμβάσεων που θα πρέπει να μεταβιβαστούν. Ως εκ τούτου, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να περιορίζουν τα δικαιώματα των αντισυμβαλλομένων να καταγγέλλουν, να επιταχύνουν ή να λύουν με άλλον τρόπο τις χρηματοπιστωτικές συμβάσεις πριν από την πραγματοποίηση της μεταβίβασης. Οι εν λόγω περιορισμοί θα πρέπει να επιτρέπουν στις αρχές εξυγίανσης να αποκτούν πραγματική εικόνα του ισολογισμού της υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης χωρίς τις αλλαγές στην αξία και το πεδίο εφαρμογής που θα επέφερε η εκτεταμένη άσκηση των δικαιωμάτων καταγγελίας, και θα πρέπει να συμβάλλουν στην αποφυγή της δημιουργίας αστάθειας στην αγορά. Ωστόσο, η παρέμβαση στα συμβατικά δικαιώματα των αντισυμβαλλομένων θα πρέπει να περιορίζεται στον ελάχιστο αναγκαίο βαθμό. Οι περιορισμοί στα δικαιώματα καταγγελίας που επιβάλλονται από τις αρχές εξυγίανσης θα πρέπει, συνεπώς, να εφαρμόζονται μόνο σε σχέση με μέτρα διαχείρισης κρίσεων ή γεγονότα που συνδέονται άμεσα με την εφαρμογή τέτοιων μέτρων. Συνεπώς, τα δικαιώματα καταγγελίας που απορρέουν από κάθε άλλη αθέτηση υποχρέωσης, συμπεριλαμβανομένης της παύσης πληρωμών ή της απόδοσης περιθωρίου, θα πρέπει να διατηρούνται. |
|
(76) |
Είναι αναγκαίο να διατηρηθούν οι νόμιμες ρυθμίσεις της κεφαλαιαγοράς σε περίπτωση μεταβίβασης ορισμένων, αλλά όχι όλων, των στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μιας υπό πτώχευση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να θεσπιστούν διασφαλίσεις για την πρόληψη της κατάτμησης συνδεδεμένων υποχρεώσεων ή δικαιωμάτων και συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων με τον ίδιο αντισυμβαλλόμενο που καλύπτονται από συμφωνίες εγγυοδοσίας, συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλων, συμφωνίες αλληλοσυμψηφισμού, συμφωνίες εκκαθαριστικού συμψηφισμού και συμφωνίες δομημένης χρηματοδότησης. Στις περιπτώσεις όπου εφαρμόζονται τέτοιου είδους διασφαλίσεις, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να δεσμεύονται να μεταβιβάζουν όλες τις συνδεδεμένες συμβάσεις στο πλαίσιο μιας προστατευμένης ρύθμισης ή να τις αφήνουν όλες στην εναπομένουσα υπό πτώχευση ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Με αυτά τα μέτρα θα πρέπει να διασφαλίζεται ότι δεν θίγεται η μεταχείριση ως προς τα υποχρεωτικά κεφάλαια των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων που υπόκεινται σε συμφωνία συμψηφισμού για τους σκοπούς της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. |
|
(77) |
Προκειμένου να εξασφαλιστεί χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική επιχείρηση, θα πρέπει να θεσπιστεί καθεστώς αναστολής για τα δικαιώματα εξαγοράς των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου. Το εν λόγω καθεστώς αναστολής και η επακόλουθη χρηματοπιστωτική σταθερότητα για την οικεία επιχείρηση θα πρέπει να παρέχουν στις αρχές εξυγίανσης επαρκή χρόνο για την αποτίμηση των εν λόγω επιχειρήσεων και την αξιολόγηση των εργαλείων εξυγίανσης που θα πρέπει να εφαρμοστούν. Ένα τέτοιου είδους καθεστώς αναστολής θα πρέπει επίσης να διασφαλίζει την ίση μεταχείριση των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου και, ως εκ τούτου, να αποτρέπει δυνητικές δυσμενείς οικονομικές επιπτώσεις στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου που δεν θα ήταν μεταξύ των πρώτων που θα εξαγοράσουν το ασφαλιστήριο συμβόλαιό τους. Επειδή ένας από τους στόχους της εξυγίανσης είναι η συνέχεια της ασφαλιστικής κάλυψης, οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου θα πρέπει να συνεχίσουν να καταβάλλουν υποχρεωτικές πληρωμές στο πλαίσιο των σχετικών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών συμβάσεων, μεταξύ άλλων, και στην περίπτωση των ετήσιων προσόδων. |
|
(78) |
Η διασφάλιση ότι οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν τα ίδια εργαλεία και τις ίδιες εξουσίες εξυγίανσης θα διευκολύνει τη συντονισμένη δράση σε περίπτωση πτώχευσης ενός διασυνοριακού ομίλου. Ωστόσο, κρίνεται αναγκαία η ανάληψη περαιτέρω δράσεων για την προώθηση της συνεργασίας και την αποτροπή κατακερματισμένων εθνικών αποκρίσεων. Για να συμφωνήσουν σε έναν μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου κατά την εξυγίανση οντοτήτων του ομίλου, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει, επομένως, να υποχρεούνται να διαβουλεύονται μεταξύ τους και να συνεργάζονται στο πλαίσιο σωμάτων εξυγίανσης. Προκειμένου να προβλεφθεί ένα φόρουμ συζήτησης και επίτευξης τέτοιας συμφωνίας, θα πρέπει να συγκροτούνται σώματα εξυγίανσης γύρω από τον πυρήνα των υφιστάμενων σωμάτων εποπτικών αρχών, στα οποία να περιλαμβάνονται οι αρχές εξυγίανσης και να συμμετέχουν αρμόδια υπουργεία, η ΕΑΑΕΣ και, κατά περίπτωση, αρχές αρμόδιες για τα συστήματα εγγύησης ασφάλισης. Τα σώματα εξυγίανσης δεν θα πρέπει να είναι φορείς λήψης αποφάσεων, αλλά πλατφόρμες που θα διευκολύνουν τη λήψη αποφάσεων από τις εθνικές αρχές, ενώ θα πρέπει να εναπόκειται στις οικείες εθνικές αρχές να λαμβάνουν τις κοινές αποφάσεις. |
|
(79) |
Μετά τις κανονιστικές εξελίξεις για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, την πείρα που αποκτήθηκε από την κρίση αυτή και την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΑΕΣ, θα πρέπει να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στην οποία θα αξιολογείται η καταλληλότητα των ελάχιστων κοινών προτύπων για τα συστήματα εγγύησης ασφάλισης εντός της Ένωσης. Η εν λόγω έκθεση θα πρέπει τουλάχιστον: να αξιολογεί την κατάσταση των συστημάτων εγγύησης ασφάλισης στα κράτη μέλη (επίπεδο κάλυψης, είδη καλυπτόμενης ασφάλισης, παράγοντες ενεργοποίησης)· να συζητά τις επιλογές πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων των διαφόρων επιλογών πολιτικής, όπως η χρήση συστημάτων εγγύησης ασφάλισης για τη συνέχεια ή την εκκαθάριση ασφαλιστηρίων συμβολαίων, λαμβάνοντας έτσι δεόντως υπόψη τις διαφορές μεταξύ των ασφαλιστικών προϊόντων στα διάφορα κράτη μέλη· να αξιολογεί την αναγκαιότητα θέσπισης και, κατά περίπτωση, να περιγράφει τα αναγκαία μέτρα για τη θέσπιση ελάχιστης βάσης αναφοράς για τα συστήματα εγγύησης ασφάλισης σε ολόκληρη την Ένωση. Η έκθεση συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από νομοθετική πρόταση. |
|
(80) |
Για την εξυγίανση των διασυνοριακών ομίλων θα πρέπει να επιτυγχάνεται εξισορρόπηση μεταξύ, αφενός, της ανάγκης για διαδικασίες που λαμβάνουν υπόψη την κρισιμότητα της κατάστασης και προσφέρουν αποτελεσματικές, δίκαιες και έγκαιρες λύσεις για ολόκληρο τον όμιλο και, αφετέρου, της αναγκαιότητας να προστατευθούν οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, η πραγματική οικονομία και η χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε όλα τα κράτη μέλη όπου λειτουργεί ο όμιλος. Ως εκ τούτου, οι διάφορες αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να ανταλλάσσουν τις απόψεις τους στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης, και κάθε δράση εξυγίανσης που προτείνεται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου θα πρέπει να προετοιμάζεται και να συζητείται μεταξύ των διαφόρων αρχών εξυγίανσης στο πλαίσιο των σχεδίων εξυγίανσης του ομίλου. Προκειμένου να καθίστανται εφικτές οι ταχείες και κοινές αποφάσεις, όπου είναι δυνατόν, τα σώματα εξυγίανσης θα πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη τις απόψεις των αρχών εξυγίανσης όλων των κρατών μελών στα οποία δραστηριοποιείται ο όμιλος. |
|
(81) |
Στις δράσεις εξυγίανσης από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου θα πρέπει πάντοτε να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις τους στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στα κράτη μέλη όπου λειτουργεί ο όμιλος. Ως εκ τούτου, οι αρχές εξυγίανσης του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη μια θυγατρική επιχείρηση θα πρέπει να δύνανται να αντιτάσσονται, ως ύστατη λύση και σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, στις αποφάσεις της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, όταν οι εν λόγω αρχές εξυγίανσης έχουν την άποψη ότι οι δράσεις και τα μέτρα εξυγίανσης δεν είναι κατάλληλα είτε λόγω της ανάγκης προστασίας των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, της πραγματικής οικονομίας και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στο εν λόγω κράτος μέλος είτε λόγω υποχρεώσεων στις οποίες υπόκεινται συγκρίσιμες επιχειρήσεις στα εν λόγω κράτη μέλη. |
|
(82) |
Οι μηχανισμοί εξυγίανσης ομίλου θα πρέπει να διευκολύνουν τη συντονισμένη εξυγίανση, η οποία είναι πιθανότερο να αποφέρει τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα για όλες τις επιχειρήσεις του ομίλου. Ως εκ τούτου, οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου θα πρέπει να προτείνουν μηχανισμούς εξυγίανσης του ομίλου και να υποβάλουν τους μηχανισμούς αυτούς στο σώμα εξυγίανσης. Οι αρχές εξυγίανσης που διαφωνούν με μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου ή αποφασίζουν να αναλάβουν ανεξάρτητη δράση εξυγίανσης θα πρέπει να επεξηγούν στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και σε άλλες αρχές εξυγίανσης που καλύπτονται από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου τους λόγους της διαφωνίας τους και να κοινοποιούν τους λόγους αυτούς μαζί με λεπτομέρειες για κάθε ανεξάρτητη δράση εξυγίανσης που προτίθενται να αναλάβουν. Αρχή εξυγίανσης που αποφασίζει να αποχωρήσει από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη τον πιθανό αντίκτυπο της εν λόγω αποχώρησης στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των κρατών μελών στα οποία βρίσκονται οι άλλες αρχές εξυγίανσης, και τις πιθανές επιπτώσεις της εν λόγω αποχώρησης σε άλλα μέρη του ομίλου. |
|
(83) |
Προκειμένου να διασφαλιστεί η συντονισμένη δράση σε επίπεδο ομίλου, οι αρχές εξυγίανσης θα πρέπει να καλούνται να εφαρμόζουν, στο πλαίσιο ενός μηχανισμού εξυγίανσης ομίλου, το ίδιο εργαλείο σε οντότητες που ανήκουν στον όμιλο και πληρούν τις προϋποθέσεις εξυγίανσης. Οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου θα πρέπει, επομένως, να έχουν την εξουσία να εφαρμόζουν το εργαλείο μεταβατικής επιχείρησης σε επίπεδο ομίλου με σκοπό τη σταθεροποίηση ενός ομίλου στο σύνολό του και τη μεταβίβαση της κυριότητας των θυγατρικών επιχειρήσεων στη μεταβατική επιχείρηση με σκοπό την περαιτέρω πώληση των εν λόγω θυγατρικών επιχειρήσεων είτε ως σύνολο είτε μεμονωμένα, όταν οι συνθήκες της αγοράς είναι κατάλληλες. Επιπλέον, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου θα πρέπει να διαθέτει την εξουσία να εφαρμόζει το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής σε επίπεδο μητρικής επιχείρησης. |
|
(84) |
Για την αποτελεσματική εξυγίανση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και ομίλων με διεθνείς δραστηριότητες απαιτείται συνεργασία μεταξύ των αρχών εξυγίανσης των κρατών μελών και τρίτων χωρών. Για τον σκοπό αυτόν, όταν δικαιολογείται από τη συγκεκριμένη κατάσταση, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να εξουσιοδοτείται να καταρτίζει και να προσχωρεί σε μη δεσμευτικές ρυθμίσεις-πλαίσια συνεργασίας με τις αρχές τρίτων χωρών σύμφωνα με το άρθρο 33 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010. Για τον ίδιο λόγο, θα πρέπει να επιτρέπεται στις εθνικές αρχές να συνάπτουν διμερείς συμφωνίες με αρχές τρίτων χωρών σύμφωνα με τις συμφωνίες-πλαίσιο συνεργασίας της ΕΑΑΕΣ. Η κατάρτιση τέτοιου είδους διμερών συμφωνιών θα πρέπει να εξασφαλίζει αποτελεσματικό σχεδιασμό, λήψη αποφάσεων και συντονισμό όσον αφορά τις εν λόγω ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις με διεθνείς δραστηριότητες. Προκειμένου να εξασφαλιστούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού, οι εν λόγω διμερείς συμφωνίες θα πρέπει να είναι αμοιβαίες, με τις αρχές εξυγίανσης να αναγνωρίζουν και να επιβάλλουν αμοιβαία τις διαδικασίες, εκτός εάν ισχύει οποιαδήποτε εξαίρεση που επιτρέπει την απόρριψη της αναγνώρισης των διαδικασιών εξυγίανσης τρίτης χώρας. |
|
(85) |
Η συνεργασία μεταξύ των αρχών εξυγίανσης θα πρέπει να λαμβάνει χώρα όσον αφορά τις θυγατρικές επιχειρήσεις ομίλων της Ένωσης ή τρίτων χωρών και όσον αφορά υποκαταστήματα ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων της Ένωσης ή τρίτων χωρών. Οι θυγατρικές επιχειρήσεις ομίλων τρίτων χωρών είναι επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην Ένωση και, συνεπώς, υπόκεινται πλήρως στο ενωσιακό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής κάθε εργαλείου εξυγίανσης. Είναι, ωστόσο, αναγκαίο τα κράτη μέλη να διατηρούν το δικαίωμα να δρουν σε σχέση με υποκαταστήματα ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους σε τρίτες χώρες, όταν η αναγνώριση και η εφαρμογή διαδικασιών εξυγίανσης τρίτης χώρας όσον αφορά το υποκατάστημα θα έθετε σε κίνδυνο την πραγματική οικονομία ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ένωση ή όταν οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου στην Ένωση δεν θα τύγχαναν ίσης μεταχείρισης με τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου της τρίτης χώρας. Υπό αυτές τις συνθήκες, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα, αφού ζητήσουν τη γνώμη της οικείας αρχής εξυγίανσης, να αρνηθούν την αναγνώριση των διαδικασιών εξυγίανσης τρίτης χώρας. |
|
(86) |
Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να εμποδίζει τη συνύπαρξη των εθνικών συστημάτων εγγύησης ασφάλισης με το πλαίσιο ανάκαμψης και εξυγίανσης, ανεξάρτητα από την πηγή χρηματοδότησης των εθνικών συστημάτων εγγύησης ασφάλισης. Η χρήση εργαλείων και εξουσιών εξυγίανσης σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν θα πρέπει να εμποδίζει τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους και άλλους αιτούντες να αποζημιώνονται μέσω των εν λόγω εθνικών συστημάτων εγγύησης ασφάλισης. |
|
(87) |
Η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να προωθεί τη σύγκλιση των πρακτικών των αρχών εξυγίανσης μέσω κατευθυντήριων γραμμών που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010. Ειδικότερα, η ΕΑΑΕΣ θα πρέπει να προσδιορίζει όλα τα ακόλουθα: α) περαιτέρω λεπτομέρειες σχετικά με τα κριτήρια που αφορούν την εφαρμογή απλουστευμένων υποχρεώσεων για ορισμένες επιχειρήσεις· β) ένα φάσμα σεναρίων για σχέδια προληπτικής ανάκαμψης και έναν ελάχιστο κατάλογο ποιοτικών και ποσοτικών δεικτών· γ) τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των κρίσιμων λειτουργιών· δ) περαιτέρω ζητήματα και κριτήρια για την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης· ε) τις λεπτομέρειες σχετικά με τα μέτρα για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης, και τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί κάθε μέτρο· και στ) τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να παρέχονται οι πληροφορίες σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή για τους σκοπούς των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας. |
|
(88) |
Τα τεχνικά πρότυπα για τις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες θα πρέπει να διευκολύνουν τη συνεπή εναρμόνιση και την επαρκή προστασία των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των επενδυτών και των καταναλωτών σε ολόκληρη την Ένωση. Καθώς αποτελεί όργανο με υψηλό βαθμό εξειδικευμένης τεχνογνωσίας, θα ήταν αποτελεσματικό και σκόπιμο να ανατίθεται στην ΕΑΑΕΣ η κατάρτιση σχεδίων κανονιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που δεν συνεπάγονται πολιτικές επιλογές, τα οποία να υποβάλλονται στην Επιτροπή. |
|
(89) |
Η Επιτροπή θα πρέπει, όπου αυτό προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, να εγκρίνει με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις δυνάμει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που καταρτίζει η ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 ώστε να καθοριστούν: α) τα κριτήρια για την υπαγωγή μιας επιχείρησης σε σχεδιασμό προληπτικής ανάκαμψης, οι μέθοδοι που πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των μεριδίων αγοράς για τους σκοπούς του σχεδιασμού ανάκαμψης, και οι πληροφορίες που θα πρέπει να περιλαμβάνονται στα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης· β) το περιεχόμενο των σχεδίων εξυγίανσης και το περιεχόμενο των σχεδίων εξυγίανσης ομίλου· γ) διάφορα στοιχεία σχετικά με την αποτίμηση, όπως, μεταξύ άλλων, οι περιστάσεις υπό τις οποίες ένα πρόσωπο θεωρείται ανεξάρτητο για τους σκοπούς της αποτίμησης, μεθοδολογίες για την εκτίμηση της αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού στο πλαίσιο της εξυγίανσης, ο διαχωρισμός των διαφόρων αποτιμήσεων, η μεθοδολογία για τον υπολογισμό του αποθέματος ασφαλείας για πρόσθετες ζημίες που θα πρέπει να περιλαμβάνονται στις προσωρινές αποτιμήσεις, μεθοδολογίες και αρχές για την αποτίμηση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από παράγωγα και η μεθοδολογία για τη διενέργεια της αποτίμησης της διαφορετικής μεταχείρισης· δ) το περιεχόμενο των συμβατικών ρητρών που θα πρέπει να περιλαμβάνονται σε χρηματοπιστωτικές συμβάσεις που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας· ε) η επιχειρησιακή λειτουργία των σωμάτων εξυγίανσης. Η Επιτροπή θα πρέπει, όπου αυτό προβλέπεται στην παρούσα οδηγία, να εγκρίνει με εκτελεστικές πράξεις δυνάμει του άρθρου 291 ΣΛΕΕ τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που καταρτίζει η ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, ώστε να καθοριστούν οι διαδικασίες, το περιεχόμενο και η ελάχιστη δέσμη τυποποιημένων εντύπων και υποδειγμάτων για την παροχή πληροφοριών για τους σκοπούς των σχεδίων εξυγίανσης και της συνεργασίας από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. |
|
(90) |
Η οδηγία 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9), η οδηγία 2007/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10) και η οδηγία (ΕΕ) 2017/1132 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11) περιέχουν κανόνες για την προστασία των μετόχων και των πιστωτών των επιχειρήσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των εν λόγω οδηγιών. Σε μια κατάσταση όπου οι αρχές εξυγίανσης πρέπει να δράσουν ταχέως, οι εν λόγω κανόνες ενδέχεται να παρεμποδίζουν την αποτελεσματική δράση εξυγίανσης και την εφαρμογή των εργαλείων και εξουσιών εξυγίανσης από τις αρχές εξυγίανσης. Οι παρεκκλίσεις βάσει της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12) και του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13) θα πρέπει, συνεπώς, να επεκταθούν σε δράσεις που αναλαμβάνονται στο πλαίσιο της εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Για να διασφαλίζεται η μέγιστη ασφάλεια δικαίου υπέρ των ενδιαφερομένων, οι εν λόγω παρεκκλίσεις θα πρέπει να ορίζονται με σαφήνεια, να είναι περιορισμένες και να χρησιμοποιούνται μόνο προς το δημόσιο συμφέρον και όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης της εξυγίανσης. |
|
(91) |
Για την παροχή επαρκούς ανταλλαγής πληροφοριών και πρόσβασης σε όλες τις ενδιαφερόμενες αρχές, είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι αρχές εξυγίανσης εκπροσωπούνται σε όλα τα σχετικά φόρουμ και ότι η ΕΑΑΕΣ επωφελείται από την εμπειρογνωσία που απαιτείται για την εκτέλεση των καθηκόντων που σχετίζονται με την ανάκαμψη και την εξυγίανση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε οι αρχές εξυγίανσης να ορίζονται ως αρμόδιες αρχές, όπως αναφέρεται στον εν λόγω κανονισμό. Η εξομοίωση αυτή μεταξύ των αρχών εξυγίανσης και των αρμόδιων αρχών συνάδει με τα καθήκοντα που ανατίθενται στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το άρθρο 25 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 με σκοπό να συμβάλλει και να συμμετέχει ενεργά στην κατάρτιση και τον συντονισμό των σχεδίων ανάκαμψης και εξυγίανσης. |
|
(92) |
Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, τα πρόσωπα που ασκούν ουσιαστικό έλεγχο επί των δραστηριοτήτων τους και το διοικητικό, το διαχειριστικό ή το εποπτικό τους όργανο συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις τους όσον αφορά την εξυγίανση των εν λόγω επιχειρήσεων. Είναι επίσης αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις, τα πρόσωπα που ασκούν ουσιαστικό έλεγχο επί των δραστηριοτήτων τους και το διοικητικό, το διαχειριστικό ή το εποπτικό τους όργανο υπόκεινται σε παρόμοια μεταχείριση σε ολόκληρη την Ένωση. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να προβλέπουν διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα αποτελεσματικού, αναλογικού και αποτρεπτικού χαρακτήρα. Διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα τέτοιου είδους θα πρέπει να πληρούν ορισμένες ουσιώδεις απαιτήσεις ως προς τους αποδέκτες, τα κριτήρια που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιβολή διοικητικής κύρωσης ή άλλου διοικητικού μέτρου, τη δημοσίευση των διοικητικών κυρώσεων ή λοιπών διοικητικών μέτρων, τις βασικές εξουσίες επιβολής κυρώσεων και τα επίπεδα των διοικητικών προστίμων. Η ΕΑΑΕΣ, τηρώντας αυστηρά το επαγγελματικό απόρρητο, θα πρέπει να διατηρεί κεντρική βάση δεδομένων για την αποθήκευση όλων των διοικητικών κυρώσεων ή λοιπών διοικητικών μέτρων και των πληροφοριών περί προσφυγών που της κοινοποιούν εποπτικές αρχές και αρχές εξυγίανσης. |
|
(93) |
Τα κράτη μέλη δεν απαιτείται να θεσπίζουν κανόνες για διοικητικές κυρώσεις ή λοιπά διοικητικά μέτρα όσον αφορά παραβιάσεις της παρούσας οδηγίας που υπόκεινται στο εθνικό ποινικό δίκαιο. Ωστόσο, η διατήρηση ποινικών κυρώσεων αντί διοικητικών κυρώσεων ή λοιπών διοικητικών μέτρων για παραβάσεις δεν θα πρέπει να μειώνει ούτε να επηρεάζει με άλλον τρόπο την ικανότητα των αρχών εξυγίανσης και των εποπτικών αρχών για συνεργασία, πρόσβαση και έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών με τις αρχές εξυγίανσης και τις εποπτικές αρχές άλλων κρατών μελών, ακόμη και μετά από τυχόν παραπομπή των σχετικών παραβάσεων στις αρμόδιες δικαστικές αρχές προκειμένου να ασκηθεί δίωξη. |
|
(94) |
Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η εναρμόνιση των κανόνων και των διαδικασιών εξυγίανσης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως λόγω των επιπτώσεων που θα είχε η πτώχευση μιας επιχείρησης σε ολόκληρη την Ένωση να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, που διατυπώνεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού. |
|
(95) |
Οι εποπτικές αρχές και οι αρχές εξυγίανσης, όταν λαμβάνουν αποφάσεις ή αναλαμβάνουν δράσεις στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας, θα πρέπει να λαμβάνουν πάντα δεόντως υπόψη τον αντίκτυπο των αποφάσεών και των ενεργειών τους στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα άλλων κρατών μελών, και θα πρέπει να εξετάζουν τη σημασία της κάθε θυγατρικής επιχείρησης ή των διασυνοριακών δραστηριοτήτων για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τον χρηματοπιστωτικό τομέα και την οικονομία του κράτους μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η εν λόγω θυγατρική επιχείρηση ή ασκούνται οι δραστηριότητες, ακόμη και σε περιπτώσεις που η θυγατρική επιχείρηση ή οι σχετικές διασυνοριακές δραστηριότητες είναι ήσσονος σημασίας για τον όμιλο. |
|
(96) |
Το αργότερο πέντε έτη από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της παρούσας οδηγίας η Επιτροπή θα πρέπει, με βάση την πείρα που αποκτήθηκε και μετά από διαβούλευση με την ΕΑΑΕΣ, να διενεργήσει αξιολόγηση και να υποβάλει λεπτομερέστερη έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εστιάζοντας σε επιλεγμένες πτυχές της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
ΤΙΤΛΟΣ I
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ
Άρθρο 1
Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής
1. Η παρούσα οδηγία θεσπίζει κανόνες και διαδικασίες σχετικά με την ανάκαμψη και την εξυγίανση των εξής οντοτήτων:
|
α) |
ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στην Ένωση και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
β) |
μητρικές ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες στην Ένωση· |
|
γ) |
ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου και μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση· |
|
δ) |
μητρικές ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου σε κράτος μέλος και μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών σε κράτος μέλος· |
|
ε) |
μητρικές ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου εγκατεστημένες στην Ένωση και μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην Ένωση· |
|
στ) |
υποκαταστήματα ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένα σε τρίτη χώρα και πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα άρθρα 75 έως 80. |
Η παρούσα οδηγία θεσπίζει επίσης κανόνες και διαδικασίες που αφορούν τους παρόχους βασικών υπηρεσιών όταν η σχετική ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τίθεται σε διαδικασία εξυγίανσης.
Οι αρχές εξυγίανσης και οι εποπτικές αρχές, κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των απαιτήσεων που ορίζονται στην παρούσα οδηγία και κατά την εφαρμογή διαφόρων εργαλείων που έχουν στη διάθεσή τους σε σχέση με οντότητα που αναφέρεται στο πρώτο ή δεύτερο εδάφιο, λαμβάνουν υπόψη τη φύση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της εν λόγω οντότητας, τη μετοχική της σύνθεση, τη νομική μορφή, το προφίλ κινδύνου, το μέγεθος, το νομικό καθεστώς και τη διασύνδεση με άλλα ιδρύματα ή με το χρηματοπιστωτικό σύστημα εν γένει, και το πεδίο εφαρμογής και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της οντότητας.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν αυστηρότερους ή πρόσθετους κανόνες πέραν αυτών που θεσπίζονται στην παρούσα οδηγία και στις κατ’ εξουσιοδότηση ή εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται βάσει της παρούσας οδηγίας, υπό τον όρο ότι οι κανόνες αυτοί έχουν γενική ισχύ και δεν αντίκεινται στην παρούσα οδηγία και στις κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται βάσει της παρούσας οδηγίας.
Άρθρο 2
Ορισμοί
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
|
1) |
«εξυγίανση»: η εφαρμογή ενός εργαλείου εξυγίανσης ή ενός εργαλείου που αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 7, με σκοπό να επιτευχθούν ένας ή περισσότεροι στόχοι της εξυγίανσης, όπως ορίζονται στο άρθρο 18 παράγραφος 2· |
|
2) |
«ασφαλιστική επιχείρηση»: ασφαλιστική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 1) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
3) |
«αντασφαλιστική επιχείρηση»: αντασφαλιστική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 4) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
4) |
«ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου»: ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου όπως ορίζεται στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχείο στ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
5) |
«μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών»: εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 15) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ· |
|
6) |
«μητρική ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου εγκατεστημένη σε κράτος μέλος»: ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου η οποία είναι εγκατεστημένη σε κράτος μέλος και δεν αποτελεί θυγατρική επιχείρηση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή έχει συσταθεί στο ίδιο κράτος μέλος· |
|
7) |
«μητρική ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου εγκατεστημένη στην Ένωση»: μητρική ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, η οποία δεν αποτελεί θυγατρική επιχείρηση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, άλλης ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή έχει συσταθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος· |
|
8) |
«μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος»: εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών η οποία είναι εγκατεστημένη σε κράτος μέλος και δεν αποτελεί η ίδια θυγατρική επιχείρηση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή έχει συσταθεί στο ίδιο κράτος μέλος· |
|
9) |
«μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ένωση»: μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, η οποία δεν αποτελεί θυγατρική επιχείρηση άλλης επιχείρησης με άδεια λειτουργίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή άλλης ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει συσταθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος· |
|
10) |
«όμιλος»: όμιλος όπως ορίζεται στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχείο γ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
11) |
«στόχοι εξυγίανσης»: οι στόχοι εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 18 παράγραφος 2· |
|
12) |
«αρχή εξυγίανσης»: αρχή που ορίζεται από κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 3· |
|
13) |
«εποπτική αρχή»: εποπτική αρχή όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 10) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
14) |
«εργαλείο εξυγίανσης»: εργαλείο εξυγίανσης που αναφέρεται στο άρθρο 26 παράγραφος 3· |
|
15) |
«εξουσία εξυγίανσης»: η εξουσία που αναφέρεται στα άρθρα 42 έως 54· |
|
16) |
«αρμόδια υπουργεία»: τα υπουργεία Οικονομικών ή άλλα υπουργεία των κρατών μελών, τα οποία είναι αρμόδια για οικονομικές, χρηματοπιστωτικές και δημοσιονομικές αποφάσεις σε εθνικό επίπεδο σύμφωνα με τις εθνικές αρμοδιότητες και τα οποία έχουν ορισθεί σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 7· |
|
17) |
«ανώτατα διοικητικά στελέχη»: το φυσικό ή τα φυσικά πρόσωπα που διοικούν ουσιαστικά την επιχείρηση και τα οποία είναι υπεύθυνα και λογοδοτούν στο διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο για την καθημερινή διοίκηση της επιχείρησης· |
|
18) |
«διασυνοριακός όμιλος»: όμιλος με οντότητες ομίλου εγκατεστημένες σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη· |
|
19) |
«έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη»: κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 ΣΛΕΕ ή κάθε άλλη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη σε υπερεθνικό επίπεδο που, αν προβλεπόταν σε εθνικό επίπεδο, θα συνιστούσε κρατική ενίσχυση, η οποία παρέχεται με σκοπό να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η βιωσιμότητα, η ρευστότητα ή η φερεγγυότητα μιας οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) ή ενός ομίλου του οποίου η εν λόγω οντότητα αποτελεί μέρος· |
|
20) |
«οντότητα του ομίλου»: νομικό πρόσωπο το οποίο αποτελεί μέρος ομίλου· |
|
21) |
«αρχή εποπτείας του ομίλου»: αρχή εποπτείας του ομίλου όπως ορίζεται στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
22) |
«σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης»: σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης που καταρτίζεται και διατηρείται σύμφωνα με το άρθρο 5· |
|
23) |
«σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης ομίλου»: σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης ομίλου που καταρτίζεται και διατηρείται σύμφωνα με το άρθρο 7· |
|
24) |
«σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες»: σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες όπως ορίζονται στο άρθρο 152αα σημείο 1) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
25) |
«κρίσιμες λειτουργίες»: δραστηριότητες, υπηρεσίες ή εργασίες που εκτελούνται από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση για τρίτους, οι οποίες δεν μπορούν να υποκατασταθούν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος ή με εύλογο κόστος, και όταν η αδυναμία της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης να ασκήσει τις δραστηριότητες, τις υπηρεσίες ή τις εργασίες θα μπορούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο στο χρηματοπιστωτικό σύστημα ή την πραγματική οικονομία ενός ή περισσότερων κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένου, ιδίως, του αντίκτυπου που προκύπτει από επιπτώσεις στην κοινωνική πρόνοια μεγάλου αριθμού κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, δικαιούχων ή ζημιωθέντων, ή από συστημική διαταραχή ή απώλεια γενικής εμπιστοσύνης στην παροχή ασφαλιστικών υπηρεσιών· |
|
26) |
«βασικοί επιχειρηματικοί τομείς»: οι επιχειρηματικοί τομείς και οι συναφείς υπηρεσίες που αντιπροσωπεύουν ουσιώδεις πηγές εισοδήματος, κέρδους ή αξίας δικαιόχρησης για μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή για όμιλο του οποίου ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αποτελεί μέρος· |
|
27) |
«ρύθμιση χρηματοδότησης»: ρύθμιση θεσπισμένη από κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 81, προκειμένου να διασφαλιστούν η αποτελεσματική εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης από την αρχή εξυγίανσης και η αποτελεσματική άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης· |
|
28) |
«ίδια κεφάλαια»: τα ίδια κεφάλαια κατά την έννοια του άρθρου 87 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
29) |
«δράση εξυγίανσης»: η απόφαση να τεθεί υπό εξυγίανση μια οντότητα όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), σύμφωνα με το άρθρο 19 ή 20, η εφαρμογή ενός εργαλείου εξυγίανσης ή η άσκηση μίας ή περισσότερων εξουσιών εξυγίανσης· |
|
30) |
«σχέδιο εξυγίανσης»: το σχέδιο εξυγίανσης που καταρτίζεται για μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 9· |
|
31) |
«εξυγίανση ομίλου»: οποιοδήποτε από τα εξής:
|
|
32) |
«σχέδιο εξυγίανσης ομίλου»: το σχέδιο εξυγίανσης ενός ομίλου που καταρτίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11· |
|
33) |
«αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου»: η αρχή εξυγίανσης στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη η αρχή εποπτείας του ομίλου· |
|
34) |
«μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου»: σχέδιο που καταρτίζεται για τους σκοπούς της εξυγίανσης ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 73· |
|
35) |
«σώμα εξυγίανσης»: σώμα που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 70· |
|
36) |
«ευρωπαϊκό σώμα εξυγίανσης»: σώμα που έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 71· |
|
37) |
«ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας»: ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας κατά την έννοια του άρθρου 212 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
38) |
«κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας»: η συλλογική πτωχευτική διαδικασία λόγω αφερεγγυότητας του οφειλέτη, η οποία συνεπάγεται τη μερική ή ολική εκποίηση περιουσιακών του στοιχείων και τον διορισμό εκκαθαριστή ή διαχειριστή, και η οποία συνήθως εφαρμόζεται σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις βάσει του εθνικού δικαίου και είτε είναι εξειδικευμένη για τις εν λόγω επιχειρήσεις είτε εφαρμόζεται γενικά σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο· |
|
39) |
«χρεωστικά μέσα»: ομόλογα και άλλες μορφές μεταβιβάσιμων οφειλών, μέσα με τα οποία δημιουργείται ή αναγνωρίζεται μια οφειλή, καθώς και μέσα που παρέχουν δικαιώματα απόκτησης χρεωστικών μέσων· |
|
40) |
«απαίτηση εξ ασφαλίσεως»: απαίτηση από ασφάλιση όπως ορίζεται στο άρθρο 268 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
41) |
«μητρική επιχείρηση»: μητρική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 15) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
42) |
«πλαίσιο της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις»: το πλαίσιο που έχει καθοριστεί σύμφωνα με τα άρθρα 107, 108 και 109 ΣΛΕΕ και με τους κανονισμούς και όλες τις νομοθετικές πράξεις της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων κατευθυντήριων γραμμών, κοινοποιήσεων και ανακοινώσεων, που έχουν διατυπωθεί ή εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 108 παράγραφος 4 ή του άρθρου 109 ΣΛΕΕ· |
|
43) |
«εκκαθάριση»: η ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε)· |
|
44) |
«εργαλείο διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού»: ο μηχανισμός για την πραγματοποίηση μεταβίβασης από μια αρχή εξυγίανσης στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή στοιχείων παθητικού μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση σε φορέα διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού σύμφωνα με το άρθρο 30· |
|
45) |
«φορέας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού»: νομικό πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 30 παράγραφος 2· |
|
46) |
«εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής»: ο μηχανισμός για την άσκηση από την αρχή εξυγίανσης των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής όσον αφορά τις υποχρεώσεις μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση σύμφωνα με το άρθρο 35· |
|
47) |
«εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων»: ο μηχανισμός για την πραγματοποίηση μεταβίβασης από μια αρχή εξυγίανσης μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από επιχείρηση υπό εξυγίανση, ή στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή στοιχείων παθητικού επιχείρησης υπό εξυγίανση, σε αγοραστή που δεν είναι μεταβατική επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 31· |
|
48) |
«μεταβατική επιχείρηση»: νομικό πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 32 παράγραφος 2· |
|
49) |
«εργαλείο μεταβατικής επιχείρησης»: ο μηχανισμός για τη μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από επιχείρηση υπό εξυγίανση, ή στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή στοιχείων παθητικού επιχείρησης υπό εξυγίανση σε μεταβατική επιχείρηση, σύμφωνα με το άρθρο 32· |
|
50) |
«εργαλείο διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης»: ο μηχανισμός για την απαγόρευση σε επιχείρηση υπό εξυγίανση να συνάπτει νέες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές συμβάσεις και για τον περιορισμό των δραστηριοτήτων της στην αποκλειστική διαχείριση του υφιστάμενου χαρτοφυλακίου της έως την παύση των δραστηριοτήτων της και την εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας σύμφωνα με το άρθρο 27· |
|
51) |
«μέσα ιδιοκτησίας»: μετοχές, άλλα μέσα που συνεπάγονται την κτήση κυριότητας, μέσα που είναι μετατρέψιμα σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή παρέχουν το δικαίωμα απόκτησής τους, και μέσα που ενσωματώνουν δικαιώματα επί μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας· |
|
52) |
«μέτοχος»: κάτοχος μέσων ιδιοκτησίας· |
|
53) |
«εξουσίες μεταβίβασης»: οι εξουσίες που ορίζονται στο άρθρο 42 παράγραφος 1 στοιχείο ε) ή στ) για τη μεταβίβαση μετοχών, άλλων μέσων ιδιοκτησίας, χρεωστικών μέσων, στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων και στοιχείων παθητικού ή οποιουδήποτε συνδυασμού των εν λόγω στοιχείων από επιχείρηση υπό εξυγίανση προς αποδέκτη· |
|
54) |
«κεντρικός αντισυμβαλλόμενος»: ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14)· |
|
55) |
«παράγωγο»: παράγωγο όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 5) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012· |
|
56) |
«εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής»: οι εξουσίες που προβλέπονται στο άρθρο 35 παράγραφος 2 και στο άρθρο 42 παράγραφος 1 στοιχεία ζ) έως ια)· |
|
57) |
«εξασφαλισμένη υποχρέωση»: υποχρέωση όπου το δικαίωμα του πιστωτή για πληρωμή ή άλλης μορφής αντιστάθμισμα εξασφαλίζεται με βάρος επί περιουσιακών στοιχείων, ενέχυρο ή εμπράγματο δικαίωμα, ή συμφωνίες παροχής ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων που προκύπτουν από πράξεις επαναγοράς και άλλες συμφωνίες παροχής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου· |
|
58) |
«μέσα της κατηγορίας 1»: τα στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων που πληρούν τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 94 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
59) |
«μέσα της κατηγορίας 2»: τα στοιχεία των βασικών και συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων που πληρούν τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 94 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
60) |
«μέσα της κατηγορίας 3»: τα στοιχεία των βασικών και συμπληρωματικών ιδίων κεφαλαίων που πληρούν τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 94 παράγραφος 3 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
61) |
«επιλέξιμες υποχρεώσεις»: οι υποχρεώσεις και τα κεφαλαιακά μέσα που δεν χαρακτηρίζονται ως μέσα της κατηγορίας 1, της κατηγορίας 2 ή της κατηγορίας 3 οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), και οι οποίες δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής δυνάμει του άρθρου 35 παράγραφος 5 έως 8· |
|
62) |
«σύστημα εγγύησης ασφάλισης»: σύστημα επίσημα αναγνωρισμένο από κράτος μέλος και χρηματοδοτούμενο μέσω εισφορών από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, το οποίο εγγυάται την πληρωμή, εν όλω ή εν μέρει, επιλέξιμων απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως σε επιλέξιμους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, ασφαλισμένους και δικαιούχους, ή εξασφαλίζει τη συνέχεια των ασφαλιστήριων συμβολαίων όταν μια ασφαλιστική επιχείρηση δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει ή ενδέχεται να μην εκπληρώσει τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις της που απορρέουν από τις ασφαλιστικές συμβάσεις της· |
|
63) |
«σχετικά κεφαλαιακά μέσα»: μέσα της κατηγορίας 1, της κατηγορίας 2 ή της κατηγορίας 3· |
|
64) |
«συντελεστής μετατροπής»: ο συντελεστής που καθορίζει τον αριθμό των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας στον οποίο μετατρέπεται μια υποχρέωση συγκεκριμένης κατηγορίας, με αναφορά είτε σε ένα μόνο μέσο της εν λόγω κατηγορίας είτε σε μια συγκεκριμένη μονάδα αξίας μιας χρεωστικής απαίτησης· |
|
65) |
«θιγόμενος πιστωτής»: πιστωτής του οποίου η απαίτηση αφορά υποχρέωση που μειώνεται ή μετατρέπεται σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας μέσω της άσκησης της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής με χρήση του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής· |
|
66) |
«αποδέκτης»: οντότητα στην οποία μεταβιβάζονται οι μετοχές, άλλα μέσα ιδιοκτησίας, χρεωστικά μέσα, στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή στοιχεία παθητικού ή οποιοσδήποτε συνδυασμός των εν λόγω στοιχείων από επιχείρηση υπό εξυγίανση· |
|
67) |
«εργάσιμη ημέρα»: κάθε ημέρα εκτός Σαββάτου, Κυριακής ή αργίας στο οικείο κράτος μέλος· |
|
68) |
«δικαίωμα καταγγελίας»: το δικαίωμα καταγγελίας μιας σύμβασης, το δικαίωμα επίσπευσης, εκκαθάρισης (close out), αλληλοσυμψηφισμού (set-off) ή συμψηφισμού των υποχρεώσεων ή κάθε παρόμοια διάταξη που αναστέλλει, τροποποιεί ή εξαλείφει υποχρέωση ενός συμβαλλόμενου μέρους της σύμβασης ή διάταξη η οποία εμποδίζει τη γένεση, στο πλαίσιο της σύμβασης, υποχρέωσης η οποία διαφορετικά θα είχε προκύψει· |
|
69) |
«επιχείρηση υπό εξυγίανση»: οποιαδήποτε από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) σε σχέση με την οποία έχει αναληφθεί δράση εξυγίανσης· |
|
70) |
«τελική μητρική επιχείρηση»: μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ομίλου που υπόκειται σε εποπτεία ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 213 παράγραφος 2 στοιχείο α) ή β) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η οποία δεν είναι θυγατρική επιχείρηση άλλης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και έχει συσταθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος· |
|
71) |
«ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας»: ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
72) |
«διαδικασία εξυγίανσης τρίτης χώρας»: δράση βάσει της νομοθεσίας τρίτης χώρας για τη διαχείριση της πτώχευσης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας ή μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας, η οποία είναι συγκρίσιμη ως προς τους στόχους και τα αναμενόμενα αποτελέσματα με τις δράσεις εξυγίανσης βάσει της παρούσας οδηγίας· |
|
73) |
«υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας στην Ένωση»: υποκατάστημα ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας που βρίσκεται σε κράτος μέλος· |
|
74) |
«σχετική αρχή τρίτης χώρας»: αρχή τρίτης χώρας η οποία είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση παρόμοιων καθηκόντων με εκείνα των αρχών εξυγίανσης ή των εποπτικών αρχών, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία· |
|
75) |
«συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου»: η συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας 2002/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15)· |
|
76) |
«συμφωνία συμψηφισμού»: συμφωνία βάσει της οποίας ένας αριθμός απαιτήσεων ή υποχρεώσεων μπορεί να μετατραπεί σε μία ενιαία καθαρή απαίτηση, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών εκκαθαριστικού συμψηφισμού (close-out netting), βάσει των οποίων, σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση (όπως ή όπου ορίζεται), οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων επιταχύνονται ώστε να καθίστανται άμεσα απαιτητές ή να λήγουν και σε κάθε περίπτωση να μετατρέπονται σε ενιαία καθαρή απαίτηση ή να αντικαθίστανται από αυτήν και στις δύο περιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων των «ρητρών συμψηφισμού» κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 στοιχείο ιδ) σημείο i) της οδηγίας 2002/47/ΕΚ και του «συμψηφισμού» κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο ια) της οδηγίας 98/26/ΕΚ· |
|
77) |
«συμφωνία αλληλοσυμψηφισμού (set-off)»: συμφωνία βάσει της οποίας δύο ή περισσότερες απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που οφείλονται μεταξύ της επιχείρησης υπό εξυγίανση και ενός αντισυμβαλλομένου συμψηφίζονται εκατέρωθεν η μία με την άλλη· |
|
78) |
«χρηματοπιστωτικές συμβάσεις»: οι χρηματοπιστωτικές συμβάσεις όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 100) της οδηγίας 2014/59/ΕΕ· |
|
79) |
«μέτρο πρόληψης κρίσεων»: η άσκηση εξουσιών για να κατευθυνθεί η αντιμετώπιση των ελλείψεων ή των εμποδίων μιας επιχείρησης προς τη δυνατότητα ανάκαμψης σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 5 της παρούσας οδηγίας, η άσκηση εξουσιών για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων προς τη δυνατότητα εξυγίανσης σύμφωνα με τα άρθρα 15 ή 16 της παρούσας οδηγίας, η εφαρμογή οποιουδήποτε μέτρου σύμφωνα με το άρθρο 137, το άρθρο 138 παράγραφοι 3 και 5, το άρθρο 139 παράγραφος 3 και το άρθρο 140 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, και η εφαρμογή προληπτικού μέτρου δυνάμει του άρθρου 141 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
80) |
«μέτρο διαχείρισης κρίσεων»: δράση εξυγίανσης, ο διορισμός ειδικού διαχειριστή δυνάμει του άρθρου 44 ή ο διορισμός προσώπου δυνάμει του άρθρου 54 παράγραφος 1· |
|
81) |
«ορισθείσα εθνική αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας»: η αρχή στην οποία έχει ανατεθεί η μακροπροληπτική πολιτική που αναφέρεται στη Σύσταση Β1 της Σύστασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου, της 22ας Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τη μακροπροληπτική εντολή των εθνικών αρχών (ΕΣΣΚ/2011/3)· |
|
82) |
«ρυθμιζόμενη αγορά»: ρυθμιζόμενη αγορά όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 21) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16)· |
|
83) |
«πιστωτικό ίδρυμα»: το πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17)· |
|
84) |
«επιχείρηση επενδύσεων»: η επιχείρηση επενδύσεων όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· |
|
85) |
«μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση»: μικρή και μη πολύπλοκη επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 10α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
86) |
«πάροχος βασικών υπηρεσιών»: οντότητα που παρέχει αγαθά ή υπηρεσίες, όπως υπηρεσίες ΤΠ, υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, και υπηρεσίες ενοικίασης, συντήρησης και συντήρησης εγκαταστάσεων, που απαιτούνται για τη διατήρηση της συνεχούς λειτουργίας μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ή απαιτούνται για τη διασφάλιση της συνέχειας της ασφαλιστικής κάλυψης, και η οποία ανήκει στον ίδιο όμιλο με την εν λόγω επιχείρηση· |
|
87) |
«θυγατρική επιχείρηση»: η θυγατρική επιχείρηση όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 16) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
88) |
«θυγατρική επιχείρηση της Ένωσης»: ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει την έδρα της σε κράτος μέλος και η οποία είναι θυγατρική επιχείρηση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας ή μητρική επιχείρηση τρίτης χώρας· |
|
89) |
«υποκατάστημα»: το υποκατάστημα όπως ορίζεται στο άρθρο 13 σημείο 11) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
90) |
«διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο»: το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο 43) του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/35 της Επιτροπής (18)· |
|
91) |
«χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων»: χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 14) της οδηγίας 2002/87/ΕΚ. |
Άρθρο 3
Ορισμός των αρχών εξυγίανσης και των αρμόδιων υπουργείων
1. Κάθε κράτος μέλος ορίζει μία ή, κατ’ εξαίρεση, περισσότερες αρχές εξυγίανσης οι οποίες είναι εξουσιοδοτημένες να εφαρμόζουν τα εργαλεία εξυγίανσης και να ασκούν τις εξουσίες εξυγίανσης.
2. Οι αρχές εξυγίανσης είναι εθνικές κεντρικές τράπεζες, αρμόδια υπουργεία, δημόσιες διοικητικές αρχές ή αρχές στις οποίες έχουν ανατεθεί δημόσιες διοικητικές εξουσίες.
3. Όταν η αρχή εξυγίανσης είναι επιφορτισμένη με άλλα καθήκοντα, συμπεριλαμβανομένων των εποπτικών, προβλέπονται κατάλληλες διαρθρωτικές ρυθμίσεις για την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ των καθηκόντων που ανατίθενται στην αρχή εξυγίανσης δυνάμει της παρούσας οδηγίας και των εποπτικών ή άλλων καθηκόντων της, με την επιφύλαξη της ανταλλαγής πληροφοριών και των υποχρεώσεων συνεργασίας που απαιτούνται βάσει της παραγράφου 6.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω ρυθμίσεις διασφαλίζουν την αποτελεσματική λειτουργική ανεξαρτησία, συμπεριλαμβανομένων του χωριστού προσωπικού, των γραμμών αναφοράς και των διαδικασιών λήψης αποφάσεων της αρχής εξυγίανσης από κάθε εποπτική ή άλλη λειτουργία της εν λόγω αρχής εξυγίανσης.
4. Οι απαιτήσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 3 δεν αποκλείουν ότι:
|
α) |
οι γραμμές αναφοράς συγκλίνουν στο υψηλότερο επίπεδο ή σε επίπεδο ανώτατων διοικητικών στελεχών ενός οργανισμού που περιλαμβάνει διαφορετικά καθήκοντα ή αρχές· |
|
β) |
το προσωπικό, υπό προκαθορισμένες συνθήκες, είναι κοινό μεταξύ της λειτουργίας εξυγίανσης και άλλων καθηκόντων, συμπεριλαμβανομένων των εποπτικών καθηκόντων, για την προσωρινή αντιμετώπιση του υψηλού φόρτου εργασίας, ή προκειμένου η αρχή εξυγίανσης να μπορεί να επωφεληθεί από την εμπειρογνωσία του κοινού προσωπικού. |
5. Οι αρχές εξυγίανσης εκδίδουν και δημοσιοποιούν τον εσωτερικό κανονισμό προκειμένου να προλαμβάνονται οι συγκρούσεις συμφερόντων σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις παραγράφους 3 και 4, συμπεριλαμβανομένων των κανόνων σχετικά με το επαγγελματικό απόρρητο και τις ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ των διαφόρων λειτουργικών τομέων.
6. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις αρχές που ασκούν την εποπτεία και τις λειτουργίες εξυγίανσης και από τα πρόσωπα που ασκούν αυτά τα καθήκοντα εξ ονόματός τους να συνεργάζονται στενά κατά την προετοιμασία, τον σχεδιασμό και την εφαρμογή των αποφάσεων εξυγίανσης, τόσο όταν η αρχή εξυγίανσης και η εποπτική αρχή είναι χωριστές οντότητες όσο και όταν τα καθήκοντα ασκούνται από την ίδια οντότητα.
7. Κάθε κράτος μέλος ορίζει ένα μόνον υπουργείο ως αρμόδιο υπουργείο σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Κατά περίπτωση, τα κράτη μέλη μεριμνούν για τη θέσπιση κατάλληλου μηχανισμού συντονισμού με άλλα εμπλεκόμενα υπουργεία.
8. Όταν η αρχή εξυγίανσης σε ένα κράτος μέλος δεν είναι το αρμόδιο υπουργείο, η αρχή εξυγίανσης ενημερώνει το αρμόδιο υπουργείο σχετικά με τις αποφάσεις που έλαβε δυνάμει της παρούσας οδηγίας, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά από το εθνικό δίκαιο, δεν εφαρμόζει αποφάσεις που έχουν άμεσο δημοσιονομικό αντίκτυπο χωρίς να έχει λάβει την έγκριση του εν λόγω αρμόδιου υπουργείου.
9. Σε περίπτωση που κράτος μέλος ορίσει περισσότερες από μία αρχές εξυγίανσης, προβαίνει σε κοινοποίηση προς την Επιτροπή και την ΕΑΑΕΣ, με την οποία αιτιολογεί δεόντως την ενέργεια αυτή και επιμερίζει με σαφήνεια τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες μεταξύ των εν λόγω αρχών, διασφαλίζει επαρκή συντονισμό μεταξύ τους και ορίζει μία και μόνη αρχή ως αρχή επικοινωνίας για τους σκοπούς της συνεργασίας και του συντονισμού με τις αντίστοιχες αρχές άλλων κρατών μελών.
10. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την ΕΑΑΕΣ σχετικά με την εθνική αρχή ή αρχές που έχουν οριστεί ως αρχές εξυγίανσης και, κατά περίπτωση, την αρχή επικοινωνίας, και σχετικά με τις ειδικές λειτουργίες και αρμοδιότητές τους. Η ΕΑΑΕΣ δημοσιεύει τον κατάλογο των εν λόγω αρχών εξυγίανσης και των αρχών επικοινωνίας.
11. Με την επιφύλαξη του άρθρου 67, τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίζουν την ευθύνη της αρχής εξυγίανσης, της εποπτικής αρχής και του προσωπικού τους σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία για τις πράξεις και παραλείψεις τους κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους που απορρέουν από την παρούσα οδηγία.
ΤΙΤΛΟΣ II
ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
Σχεδιασμός προληπτικής ανάκαμψης και σχεδιασμός εξυγίανσης
Άρθρο 4
Απλουστευμένες υποχρεώσεις για ορισμένες επιχειρήσεις
1. Λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η πτώχευση μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, λόγω της φύσης των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων, της μετοχικής της σύνθεσης, της νομικής μορφής, του προφίλ κινδύνου, του μεγέθους και του νομικού καθεστώτος της, της διασύνδεσής της με άλλες ρυθμιζόμενες επιχειρήσεις ή με το χρηματοπιστωτικό σύστημα εν γένει, του εύρους και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων της, καθώς και αν η πτώχευσή της και η επακόλουθη εκκαθάρισή της υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας ενδέχεται να έχουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, σε άλλες επιχειρήσεις, στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, στους όρους χρηματοδότησης ή στην ευρύτερη οικονομία, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές και οι αρχές εξυγίανσης προσδιορίζουν αν μπορούν να εφαρμοστούν απλουστευμένες υποχρεώσεις για ορισμένες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και ομίλους όσον αφορά:
|
α) |
το περιεχόμενο και τις λεπτομέρειες των σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης που προβλέπονται στα άρθρα 5 έως 8 και σχεδίων εξυγίανσης που προβλέπονται στα άρθρα 9 έως 12· |
|
β) |
την καταληκτική ημερομηνία για την κατάρτιση των πρώτων σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης και εξυγίανσης και τη συχνότητα επικαιροποίησης των σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης και εξυγίανσης, η οποία μπορεί να είναι μικρότερη από τη συχνότητα που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 4, στο άρθρο 7 παράγραφος 3, στο άρθρο 9 παράγραφος 5 και στο άρθρο 11 παράγραφος 3· |
|
γ) |
το περιεχόμενο και το εύρος των λεπτομερειών των πληροφοριών που απαιτούνται από τις επιχειρήσεις δυνάμει του άρθρου 5 παράγραφος 6, του άρθρου 7 παράγραφος 3, του άρθρου 10 παράγραφος 2 και του άρθρου 12 παράγραφος 1· |
|
δ) |
το εύρος των λεπτομερειών για την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης που προβλέπεται στα άρθρα 13 και 14. |
2. Έως τις 29 Ιουλίου 2027, η ΕΑΑΕΣ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 για να προσδιορίσει περαιτέρω λεπτομέρειες όσον αφορά τα κριτήρια επιλεξιμότητας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εισαγωγικό μέρος του παρόντος άρθρου.
3. Τα κράτη μέλη επιβάλλουν στις εποπτικές αρχές ή τις αρχές εξυγίανσης, κατά περίπτωση, να παρέχουν στην ΕΑΑΕΣ, σε ετήσια βάση και για κάθε κράτος μέλος χωριστά, όλες τις ακόλουθες πληροφορίες:
|
α) |
τον αριθμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και ομίλων που υπόκεινται σε σχεδιασμό προληπτικής ανάκαμψης και σχεδιασμό εξυγίανσης σύμφωνα με τα άρθρα 5, 7, 9 και 10· |
|
β) |
τον αριθμό των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και ομίλων που υπόκεινται στις απλουστευμένες υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1· |
|
γ) |
ποσοτικές πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή των κριτηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εισαγωγικό μέρος· |
|
δ) |
περιγραφή των απλουστευμένων υποχρεώσεων που εφαρμόζονται βάσει των κριτηρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εισαγωγικό μέρος σε σύγκριση με το σύνολο των υποχρεώσεων, μαζί με τον όγκο των κεφαλαιακών απαιτήσεων, των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού, που υπολογίζονται ως ποσοστά επί του συνολικού όγκου, αντίστοιχα, των κεφαλαιακών απαιτήσεων, των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των στοιχείων ενεργητικού των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων των κρατών μελών ή όλων των ομίλων, κατά περίπτωση. |
4. Η ΕΑΑΕΣ δημοσιοποιεί, σε ετήσια βάση και για κάθε κράτος μέλος χωριστά, τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχεία α) έως δ), μαζί με αξιολόγηση τυχόν αποκλίσεων όσον αφορά την εφαρμογή της παραγράφου 1 σε εθνικό επίπεδο.
Άρθρο 5
Σχέδια προληπτικής ανάκαμψης
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που δεν ανήκουν σε όμιλο που υπόκειται σε σχεδιασμό προληπτικής ανάκαμψης σύμφωνα με το άρθρο 7 και πληρούν τα κριτήρια που ορίζονται στην παράγραφο 2 ή 3 του παρόντος άρθρου, καταρτίζουν και επικαιροποιούν σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης. Το εν λόγω σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης περιλαμβάνει τα μέτρα που θα πρέπει να λάβει η οικεία επιχείρηση για την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής της θέσης σε περίπτωση σημαντικής επιδείνωσης της θέσης της.
Η κατάρτιση, η επικαιροποίηση και η εφαρμογή σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης θεωρούνται μέρος του συστήματος διακυβέρνησης κατά την έννοια του άρθρου 41 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η εποπτική αρχή υποβάλλει τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις σε απαιτήσεις σχεδιασμού προληπτικής ανάκαμψης με βάση το μέγεθός τους, το επιχειρηματικό μοντέλο, το προφίλ κινδύνου, τη διασύνδεση και τη δυνατότητα υποκατάστασης, τη σημασία τους για την οικονομία των κρατών μελών στα οποία δραστηριοποιούνται και τις διασυνοριακές δραστηριότητές τους, ιδίως τις σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες.
Οι εποπτικές αρχές διασφαλίζουν ότι τουλάχιστον το 60 % της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων ζωής και τουλάχιστον το 60 % της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων ζημιών του κράτους μέλους —όταν το μερίδιο αγοράς του κλάδου ζωής βασίζεται σε μεικτές τεχνικές προβλέψεις και το μερίδιο αγοράς του κλάδου ζημιών βασίζεται σε ακαθάριστα εγγεγραμμένα ασφάλιστρα — υπόκεινται σε απαιτήσεις σχεδιασμού προληπτικής ανάκαμψης δυνάμει του παρόντος άρθρου.
Κατά τον υπολογισμό του επιπέδου κάλυψης της αγοράς που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, οι θυγατρικές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ενός ομίλου μπορούν να λαμβάνονται υπόψη όταν οι εν λόγω θυγατρικές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις αποτελούν μέρος ομίλου για τον οποίο η τελική μητρική επιχείρηση καταρτίζει και διατηρεί σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης ομίλου.
3. Κάθε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που υπόκειται σε σχέδιο εξυγίανσης υπόκειται σε απαιτήσεις σχεδιασμού προληπτικής ανάκαμψης.
Οι μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις δεν υπόκεινται σε απαιτήσεις σχεδιασμού προληπτικής ανάκαμψης, εκτός εάν μια εποπτική αρχή θεωρεί ότι μια τέτοια επιχείρηση παρουσιάζει ιδιαίτερο κίνδυνο σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο.
4. Οι εποπτικές αρχές διασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις επικαιροποιούν τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψής τους τουλάχιστον ανά διετία και, σε κάθε περίπτωση:
|
α) |
έπειτα από μεταβολή στη νομική ή οργανωτική δομή της επιχείρησης, στις δραστηριότητές της ή στη χρηματοοικονομική της θέση, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιωδώς το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης ή να απαιτήσει ουσιαστική αλλαγή σε αυτό· |
|
β) |
όταν καθίσταται προβλέψιμη ουσιώδης μεταβολή της χρηματοοικονομικής θέσης της επιχείρησης, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιωδώς την αποτελεσματικότητα του σχεδίου ή άλλως να απαιτήσει αναθεώρηση του σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης. |
5. Τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης δεν προβλέπουν πρόσβαση σε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη ή λήψη έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης.
6. Τα κράτη μέλη απαιτούν τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης να περιλαμβάνουν όλα τα ακόλουθα στοιχεία:
|
α) |
σύνοψη των βασικών στοιχείων του σχεδίου, συμπεριλαμβανομένων των ουσιαστικών αλλαγών στο πλέον πρόσφατο υποβληθέν σχέδιο· |
|
β) |
περιγραφή της επιχείρησης ή του ομίλου, συμπεριλαμβανομένης σύνοψης τυχόν ουσιαστικών αλλαγών σε σχέση με το πλέον πρόσφατο υποβληθέν σχέδιο· |
|
γ) |
πλαίσιο δεικτών όπως αναφέρονται στην παράγραφο 8· |
|
δ) |
περιγραφή του τρόπου κατάρτισης του σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης, του τρόπου επικαιροποίησής του και του τρόπου εφαρμογής του· |
|
ε) |
δέσμη διορθωτικών μέτρων· |
|
στ) |
στρατηγική επικοινωνίας. |
|
ζ) |
εάν η επιχείρηση έχει παραβιάσει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας που ορίζονται στον τίτλο I κεφάλαιο VI τμήμα 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και έχει υποβάλει σχέδιο ανάκαμψης σύμφωνα με το άρθρο 138 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ κάποια στιγμή κατά τα τελευταία 10 έτη, το εν λόγω σχέδιο ανάκαμψης, καθώς και αξιολόγηση των μέτρων που ελήφθησαν για την αποκατάσταση της συμμόρφωσης της επιχείρησης με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας. |
7. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να αξιολογούν την αξιοπιστία και τη σκοπιμότητα των σχεδίων προληπτικής ανάκαμψής τους, και ειδικότερα του πλαισίου δεικτών που αναφέρονται στην παράγραφο 8 και των διορθωτικών μέτρων, έναντι ενός φάσματος σεναρίων ακραίων μακροοικονομικών και χρηματοοικονομικών πιέσεων που σχετίζονται με τις ειδικές συνθήκες της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων γεγονότων που αφορούν ολόκληρο το σύστημα, ιδιοσυγκρατικών ακραίων καταστάσεων που ενδέχεται να επηρεάσουν ουσιωδώς το προφίλ ενεργητικού και παθητικού τους, καθώς και συνδυασμών των εν λόγω ακραίων καταστάσεων.
8. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να διασφαλίζουν ότι τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψής τους περιλαμβάνουν ένα πλαίσιο ποιοτικών και ποσοτικών δεικτών που προσδιορίζουν τα σημεία στα οποία θα πρέπει να εξεταστούν ή να ληφθούν διορθωτικά μέτρα. Οι δείκτες αυτοί μπορούν να περιλαμβάνουν κριτήρια που αφορούν, μεταξύ άλλων, το κεφάλαιο, τη ρευστότητα, την ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού, την κερδοφορία, τις συνθήκες της αγοράς, τις μακροοικονομικές συνθήκες και λειτουργικά γεγονότα. Οι δείκτες που αφορούν την κεφαλαιακή θέση περιλαμβάνουν τουλάχιστον κάθε παραβίαση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας που ορίζονται στον τίτλο Ι κεφάλαιο VI τμήμα 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.
Τα κράτη μέλη απαιτούν οποιαδήποτε παραβίαση των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας να έχει ως αποτέλεσμα τη λήψη κατάλληλων διορθωτικών μέτρων από την οικεία επιχείρηση σύμφωνα με το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης.
Τα κράτη μέλη επιβάλλουν στις εποπτικές αρχές να διασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις εφαρμόζουν κατάλληλες ρυθμίσεις για την τακτική παρακολούθηση των δεικτών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.
9. Μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία αποφασίζει να λάβει διορθωτικά μέτρα που περιλαμβάνονται στο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψής της ή αποφασίζει να απέχει από τη λήψη τέτοιων διορθωτικών μέτρων ακόμα και αν πληρούται ο δείκτης που αναφέρεται στην παράγραφο 8 πρώτο εδάφιο, κοινοποιεί την εν λόγω απόφαση στην εποπτική αρχή χωρίς καθυστέρηση.
10. Το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αξιολογεί και εγκρίνει το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης προτού το υποβάλει προς εξέταση στην εποπτική αρχή.
11. Έως τις 29 Ιανουαρίου 2027, η ΕΑΑΕΣ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 προκειμένου να προσδιορίσει περαιτέρω τα εξής:
|
α) |
σε συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου, το φάσμα των σεναρίων που αναφέρονται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου· |
|
β) |
τους ποιοτικούς και ποσοτικούς δείκτες που αναφέρονται στην παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου. |
12. Η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει περαιτέρω τα εξής:
|
α) |
τα κριτήρια, ιδίως όσον αφορά τη διασυνοριακή δραστηριότητα, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο· |
|
β) |
τις μεθόδους που πρέπει να χρησιμοποιούνται κατά τον προσδιορισμό των μεριδίων αγοράς που αναφέρονται στην παράγραφο 2 δεύτερο και τρίτο εδάφιο· |
|
γ) |
τις πληροφορίες που πρέπει να συμπεριλαμβάνει μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης, συμπεριλαμβανομένων των διορθωτικών μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 στοιχείο ε), και την εφαρμογή τους. |
Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 29 Ιουλίου 2026.
Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμπληρώνει την παρούσα οδηγία εκδίδοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
Άρθρο 6
Εξέταση και αξιολόγηση των σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης από τις εποπτικές αρχές
1. Εντός εννέα μηνών από την υποβολή κάθε σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης, οι εποπτικές αρχές εξετάζουν το εν λόγω σχέδιο και αξιολογούν τον βαθμό στον οποίο πληροί τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 και όλα τα ακόλουθα:
|
α) |
αν η εφαρμογή των ρυθμίσεων που προτείνονται στο σχέδιο είναι ευλόγως πιθανό να διατηρήσει ή να αποκαταστήσει εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου τη βιωσιμότητα και τη χρηματοοικονομική θέση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης· |
|
β) |
αν το σχέδιο και οι συγκεκριμένες επιλογές στο πλαίσιο του σχεδίου είναι ευλόγως πιθανό να εφαρμοστούν ταχέως και αποτελεσματικά σε καταστάσεις οικονομικών πιέσεων· |
|
γ) |
αν το σχέδιο και οι συγκεκριμένες επιλογές στο πλαίσιο του σχεδίου είναι ευλόγως πιθανό να αποτρέψουν στον μέγιστο δυνατόν βαθμό τυχόν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένων και σεναρίων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν και άλλες ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να εφαρμόσουν σχέδια προληπτικής ανάκαμψης εντός της ιδίας χρονικής περιόδου. |
2. Οι εποπτικές αρχές παρέχουν στις αρχές εξυγίανσης όλα τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης που έχουν λάβει. Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εξετάσουν το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης προκειμένου να προσδιορίσουν δράσεις περιλαμβανόμενες στο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη δυνατότητα εξυγίανσης των οικείων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και υποβάλλουν συστάσεις στην εποπτική αρχή σχετικά με τα θέματα αυτά εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1.
3. Όταν μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ασκεί σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες, η εποπτική αρχή καταγωγής παρέχει, κατόπιν αιτήματος εποπτικής αρχής υποδοχής, το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης στην εν λόγω εποπτική αρχή υποδοχής. Οι εποπτικές αρχές υποδοχής μπορούν να εξετάσουν το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης προκειμένου να προσδιορίσουν δράσεις περιλαμβανόμενες στο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο κράτος μέλος της και υποβάλλουν συστάσεις στην εποπτική αρχή καταγωγής σχετικά με τα θέματα αυτά. Η εποπτική αρχή καταγωγής παρέχει αιτιολογημένη απάντηση σχετικά με την απόφασή της να ακολουθήσει ή να μην ακολουθήσει τις συστάσεις. Εάν η εποπτική αρχή καταγωγής δεν λάβει δεόντως υπόψη τις συστάσεις της εποπτικής αρχής υποδοχής, η εποπτική αρχή υποδοχής μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
4. Οι εποπτικές αρχές οι οποίες, αφού αξιολογήσουν το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης, καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν ουσιώδεις ελλείψεις στο εν λόγω σχέδιο ή ουσιαστικά εμπόδια στην εφαρμογή του κοινοποιούν στην οικεία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση το περιεχόμενο της αξιολόγησής τους και ζητούν από την οικεία επιχείρηση να υποβάλει εντός δύο μηνών αναθεωρημένο σχέδιο στο οποίο να καταδεικνύεται ο τρόπος αντιμετώπισης των εν λόγω ελλείψεων ή εμποδίων. Η εν λόγω περίοδος των δύο μηνών μπορεί να παραταθεί κατά έναν μήνα, κατόπιν αιτήματος της οικείας επιχείρησης, εφόσον η εποπτική αρχή συμφωνεί.
Η εποπτική αρχή, πριν ζητήσει από μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να υποβάλει εκ νέου σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης, παρέχει την ευκαιρία στην επιχείρηση να διατυπώσει τη γνώμη της σχετικά με την εν λόγω απαίτηση.
Όταν η εποπτική αρχή κρίνει ότι οι ελλείψεις και τα εμπόδια δεν έχουν αντιμετωπιστεί επαρκώς στο αναθεωρημένο σχέδιο, μπορεί να δώσει στην επιχείρηση εντολή να πραγματοποιήσει συγκεκριμένες αλλαγές στο σχέδιο.
5. Όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν υποβάλει αναθεωρημένο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης ή όταν η εποπτική αρχή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το αναθεωρημένο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης δεν διορθώνει επαρκώς τις ελλείψεις ήτα εμπόδια που εντοπίστηκαν κατά την αρχική της αξιολόγηση, και όταν δεν είναι δυνατόν να διορθωθούν επαρκώς οι ελλείψεις ή τα εμπόδια μέσω εντολής για συγκεκριμένες αλλαγές στο σχέδιο, η εποπτική αρχή απαιτεί από την επιχείρηση να προσδιορίσει, εντός εύλογης προθεσμίας, αλλαγές τις οποίες μπορεί να επιφέρει στις επιχειρηματικές της δραστηριότητες προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις στο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης ή τα εμπόδια στην εφαρμογή του εν λόγω σχεδίου.
Όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν προσδιορίσει τις αλλαγές αυτές εντός της ορισθείσας από την εποπτική αρχή προθεσμίας ή όταν η εποπτική αρχή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι προτεινόμενες από την επιχείρηση δράσεις δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς τις ελλείψεις ή τα εμπόδια, η εποπτική αρχή μπορεί να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση να δώσει στην επιχείρηση εντολή να λάβει κάθε μέτρο που η εποπτική αρχή κρίνει απαραίτητο και αναλογικό, λαμβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των ελλείψεων και των εμποδίων και την επίπτωση των μέτρων στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της επιχείρησης.
Αυτή η απόφαση κοινοποιείται γραπτώς στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και υπόκειται σε δικαίωμα προσφυγής.
Άρθρο 7
Σχέδια προληπτικής ανάκαμψης ομίλου
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αρχή εποπτείας του ομίλου έχει την εξουσία να απαιτεί από την τελική μητρική επιχείρηση ενός ομίλου να καταρτίσει και να υποβάλει στην αρχή εποπτείας του ομίλου σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου.
Τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης ομίλου συνίστανται σε σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης για τον όμιλο επικεφαλής του οποίου είναι η τελική μητρική επιχείρηση. Το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου προσδιορίζει διορθωτικά μέτρα που ενδέχεται να απαιτηθεί να εφαρμοστούν στο επίπεδο της εν λόγω τελικής μητρικής επιχείρησης και στο επίπεδο των μεμονωμένων θυγατρικών της επιχειρήσεων για την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής τους θέσης όταν η εν λόγω θέση έχει επιδεινωθεί σημαντικά.
Η αρχή εποπτείας του ομίλου επιβάλλει την υποχρέωση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 ή 3, κατά περίπτωση.
2. Το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου περιέχει διορθωτικά μέτρα με στόχο να επιτευχθεί η σταθεροποίηση του ομίλου ή κάθε ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης του ομίλου, όταν ο όμιλος ή οποιαδήποτε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση του ομίλου βρίσκεται σε κατάσταση πίεσης, ώστε να αντιμετωπιστούν ή να εξαλειφθούν τα αίτια των δυσχερειών και να αποκατασταθεί η χρηματοοικονομική θέση του ομίλου ή της επιχείρησης που είναι μέρος του συγκεκριμένου ομίλου, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τη χρηματοοικονομική θέση άλλων οντοτήτων του ομίλου.
Το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τη διασφάλιση του συντονισμού και της συνέπειας των αναλογικών μέτρων που θα πρέπει να ληφθούν στο επίπεδο του ομίλου και των οντοτήτων του ομίλου.
3. Το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου και κάθε σχέδιο που καταρτίζεται για μεμονωμένη θυγατρική ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση καταρτίζονται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφοι 5 έως 8 και επικαιροποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 4.
Σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 8 τρίτο εδάφιο, εφαρμόζονται κατάλληλες ρυθμίσεις για την τακτική παρακολούθηση των δεικτών.
Το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου προσδιορίζει αν υπάρχουν εμπόδια στην εφαρμογή διορθωτικών μέτρων εντός του ομίλου, καθώς και σε επίπεδο επιμέρους οντοτήτων που καλύπτει το σχέδιο, και αν υπάρχουν σημαντικά πρακτικά ή νομικά κωλύματα ως προς την άμεση μεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων ή στοιχείων ενεργητικού εντός του ομίλου.
4. Οι εποπτικές αρχές μπορούν να ζητούν από τις θυγατρικές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ) να καταρτίζουν και να υποβάλλουν σχέδια προληπτικής ανάκαμψης όταν δεν υφίσταται σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης ομίλου.
5. Όταν η οικεία εποπτική αρχή εκτιμά ότι μια οντότητα δεν λαμβάνεται επαρκώς υπόψη στο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου λαμβανομένης υπόψη της σημασίας της εν λόγω οντότητας στο οικείο κράτος μέλος και λαμβανομένων υπόψη των υποχρεώσεων που υπέχουν συγκρίσιμες επιχειρήσεις στο εν λόγω κράτος μέλος, μπορεί να ζητήσει από την αρχή εποπτείας του ομίλου, βάσει αιτιολογημένης γνώμης, να απαιτήσει από την τελική μητρική επιχείρηση ή την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου που είναι επικεφαλής του ομίλου να υποβάλει αναθεωρημένο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου λαμβάνοντας υπόψη τις ανησυχίες που εξέφρασε η οικεία εποπτική αρχή. Όταν υποβάλλεται ένα αναθεωρημένο σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου και η οικεία εποπτική αρχή εκτιμά ότι το εν λόγω αναθεωρημένο σχέδιο δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στις ανησυχίες της, μπορεί να απαιτήσει από τις οικείες θυγατρικές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τις οικείες οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ), να καταρτίσουν και να υποβάλουν σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης. Στην περίπτωση αυτή, η εποπτική αρχή παρέχει στην αρχή εποπτείας του ομίλου αιτιολογημένη γνώμη για την εν λόγω εκτίμηση. Στη συνέχεια, παρέχει στην αρχή εποπτείας του ομίλου το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης.
6. Υπό τον όρο ότι τηρούνται οι απαιτήσεις εμπιστευτικότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 66, η αρχή εποπτείας του ομίλου διαβιβάζει τα σχέδια προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου:
|
α) |
στην ΕΑΑΕΣ· |
|
β) |
στις σχετικές εποπτικές αρχές που είναι μέλη του σώματος εποπτικών αρχών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 248 παράγραφος 3 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, ή συμμετέχουν σε αυτό· |
|
γ) |
στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδου ομίλου· |
|
δ) |
στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών επιχειρήσεων· |
|
ε) |
σε περίπτωση που ο όμιλος είναι χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων ή αποτελεί μέρος χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, στη σχετική αρχή εξυγίανσης που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και στην αρμόδια αρχή όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 40) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. |
7. Το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο της οντότητας που καταρτίζει το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου δυνάμει της παραγράφου 1 ή το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης δυνάμει της παραγράφου 4 ή 5 αξιολογεί και εγκρίνει το οικείο σχέδιο προτού το υποβάλει στην αρχή εποπτείας του ομίλου ή στην εποπτική αρχή, κατά περίπτωση, προς επανεξέταση.
8. Κατά την κατάρτιση σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης, μια θυγατρική επιχείρηση της Ένωσης μπορεί να λαμβάνει υπόψη τυχόν σχέδια προληπτικής ανάκαμψης ομίλου που καταρτίζονται από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας ή τις μητρικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας των οποίων είναι θυγατρική επιχείρηση, κατά περίπτωση.
Άρθρο 8
Εξέταση και αξιολόγηση των σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης ομίλου από την αρχή εποπτείας του ομίλου
1. Η αρχή εποπτείας του ομίλου, αφού ζητήσει τη γνώμη των αρμόδιων εποπτικών αρχών που είναι μέλη του σώματος εποπτικών αρχών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 248 παράγραφος 3 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, ή συμμετέχουν σε αυτό εξετάζει το σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου και αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο πληροί τις απαιτήσεις και τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 7. Η αξιολόγηση αυτή πραγματοποιείται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 6 και στο παρόν άρθρο εντός της περιόδου που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 και λαμβάνει υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των διορθωτικών μέτρων στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε όλα τα κράτη μέλη όπου δραστηριοποιείται ο όμιλος.
2. Η αρχή εποπτείας του ομίλου καταβάλλει προσπάθειες να καταλήξει σε κοινή απόφαση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 17 της παρούσας οδηγίας, στο πλαίσιο του σώματος εποπτικών αρχών που συγκροτήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 248 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όσον αφορά:
|
α) |
την εξέταση και αξιολόγηση του σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου· |
|
β) |
το αν θα πρέπει να καταρτιστεί σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης σε μεμονωμένη βάση για ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αποτελούν μέρος του ομίλου, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 4 ή 5 της παρούσας οδηγίας· |
|
γ) |
την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφοι 3 και 4 της παρούσας οδηγίας. |
Άρθρο 9
Σχέδια εξυγίανσης
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης, αφού ζητήσουν τη γνώμη της εποπτικής αρχής, καταρτίζουν σχέδιο εξυγίανσης για κάθε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία δεν αποτελεί μέρος ομίλου που υπόκειται σε σχεδιασμό εξυγίανσης δυνάμει των άρθρων 10 και 11, και η οποία πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει τις δράσεις εξυγίανσης τις οποίες μπορεί να αναλαμβάνει η αρχή εξυγίανσης, εάν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 20 παράγραφος 3.
2. Οι αρχές εξυγίανσης καταρτίζουν σχέδια εξυγίανσης για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις για τις οποίες εκτιμούν ότι είναι πιθανότερο, σε σύγκριση με άλλες επιχειρήσεις υπό την αρμοδιότητά τους, η δράση εξυγίανσης να είναι προς το δημόσιο συμφέρον, όπως αναφέρεται στο άρθρο 19 παράγραφος 5, σε περίπτωση πτώχευσης της οικείας επιχείρησης, ή για τις οποίες οι αρχές εκτιμούν ότι επιτελούν κρίσιμη λειτουργία. Οι εν λόγω αξιολογήσεις λαμβάνουν υπόψη, τουλάχιστον, την ανάγκη επίτευξης των στόχων εξυγίανσης και το μέγεθος, το επιχειρηματικό μοντέλο, το προφίλ κινδύνου, τη διασύνδεση, τη δυνατότητα υποκατάστασης και, ιδίως, τη διασυνοριακή δραστηριότητα της επιχείρησης.
Βάσει των αξιολογήσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, οι αρχές εξυγίανσης διασφαλίζουν ότι τουλάχιστον το 40 % της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων ζωής και το 40 % της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων ζημιών του κράτους μέλους —όταν το μερίδιο αγοράς του κλάδου ζωής βασίζεται σε μεικτές τεχνικές προβλέψεις και το μερίδιο αγοράς του κλάδου ζημιών βασίζεται σε ακαθάριστα εγγεγραμμένα ασφάλιστρα— υπόκεινται σε σχεδιασμό εξυγίανσης. Κατά τον υπολογισμό του επιπέδου κάλυψης της αγοράς, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη οι θυγατρικές επιχειρήσεις ενός ομίλου όταν οι εν λόγω θυγατρικές επιχειρήσεις καλύπτονται από το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου.
Οι μικρές και μη πολύπλοκες επιχειρήσεις δεν υπόκεινται σε απαιτήσεις σχεδιασμού εξυγίανσης, εκτός εάν η αρχή εξυγίανσης θεωρεί ότι μια τέτοια επιχείρηση παρουσιάζει ιδιαίτερο κίνδυνο σε εθνικό ή περιφερειακό επίπεδο.
3. Όταν η οικεία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ασκεί σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες, οι αρχές εξυγίανσης καταγωγής παρέχουν το προσχέδιο του σχεδίου εξυγίανσης στις εποπτικές αρχές υποδοχής ή τις αρχές εξυγίανσης υποδοχής. Οι εποπτικές αρχές υποδοχής ή οι αρχές εξυγίανσης υποδοχής μπορούν να εξετάσουν το προσχέδιο του σχεδίου εξυγίανσης προκειμένου να προσδιορίσουν δράσεις περιλαμβανόμενες στο προσχέδιο του σχεδίου εξυγίανσης οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία ή τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο κράτος μέλος τους και υποβάλλουν συστάσεις στην αρχή εξυγίανσης καταγωγής σχετικά με τα θέματα αυτά. Η αρχή εξυγίανσης καταγωγής παρέχει αιτιολογημένη απάντηση σχετικά με την απόφασή της να ακολουθήσει ή να μην ακολουθήσει τις συστάσεις. Εάν η αρχή εξυγίανσης καταγωγής δεν λάβει δεόντως υπόψη τις συστάσεις της εποπτικής αρχής υποδοχής ή της αρχής εξυγίανσης υποδοχής, η εποπτική αρχή υποδοχής ή η αρχή εξυγίανσης υποδοχής μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
4. Κατά τον προσδιορισμό των επιλογών για την εφαρμογή εργαλείων και εξουσιών εξυγίανσης, τα σχέδια εξυγίανσης λαμβάνουν υπόψη τα σχετικά σενάρια εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένων του σεναρίου κατά το οποίο η πτώχευση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης είναι ιδιοσυγκρατική και του σεναρίου κατά το οποίο συμβαίνει σε περίοδο ευρύτερης χρηματοπιστωτικής αστάθειας ή γεγονότων που αφορούν το σύνολο του συστήματος.
Τα σχέδια εξυγίανσης δεν προβλέπουν έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη πέραν, κατά περίπτωση, της χρήσης συστημάτων εγγύησης ασφάλισης ή τυχόν ρυθμίσεων χρηματοδότησης.
5. Οι αρχές εξυγίανσης εξετάζουν και, εφόσον απαιτείται, επικαιροποιούν τα σχέδια εξυγίανσης τουλάχιστον ανά διετία και, σε κάθε περίπτωση:
|
α) |
έπειτα από κάθε ουσιώδη μεταβολή στη νομική ή οργανωτική δομή της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, στις επιχειρηματικές δραστηριότητές της ή στη χρηματοοικονομική της θέση, η οποία είναι δυνατό να επηρεάσει ουσιωδώς την αποτελεσματικότητα του σχεδίου ή άλλως να απαιτήσει αναθεώρηση του σχεδίου εξυγίανσης· |
|
β) |
όταν καθίσταται προβλέψιμη ουσιώδης μεταβολή της χρηματοοικονομικής θέσης της επιχείρησης, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιωδώς την αποτελεσματικότητα του σχεδίου ή άλλως να απαιτήσει αναθεώρηση του σχεδίου εξυγίανσης. |
Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι εποπτικές αρχές κοινοποιούν αμέσως στις αρχές εξυγίανσης κάθε γεγονός που καθιστά αναγκαία την αναθεώρηση ή την επικαιροποίηση του σχεδίου εξυγίανσης.
6. Με την επιφύλαξη του άρθρου 4, στα σχέδια εξυγίανσης παρουσιάζονται επιλογές για την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης όσον αφορά την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. Τα σχέδια εξυγίανσης περιλαμβάνουν, όποτε κρίνεται σκόπιμο και εφικτό, ποσοτικά προσδιορισμένα όλα τα ακόλουθα:
|
α) |
σύνοψη των βασικών στοιχείων του σχεδίου· |
|
β) |
σύνοψη των ουσιωδών μεταβολών που έχουν επέλθει στην επιχείρηση από την υποβολή των πλέον πρόσφατων πληροφοριών σχετικά με την εξυγίανση· |
|
γ) |
παρουσίαση του τρόπου με τον οποίο θα μπορούσαν να διαχωριστούν νομικά και οικονομικά οι κρίσιμες λειτουργίες και οι βασικοί επιχειρηματικοί τομείς, στον αναγκαίο βαθμό, από άλλες λειτουργίες, ώστε να διασφαλιστεί η συνέχεια σε περίπτωση πτώχευσης της επιχείρησης· |
|
δ) |
προσδιορισμό των στοιχείων ενεργητικού που αναμένεται να μπορούν να χαρακτηριστούν ως εξασφαλίσεις· |
|
ε) |
εκτίμηση του χρονοδιαγράμματος για την εκτέλεση κάθε ουσιώδους πτυχής του σχεδίου· |
|
στ) |
λεπτομερή περιγραφή της εκτίμησης της δυνατότητας εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένης της εκτίμησης της σκοπιμότητας και της αξιοπιστίας της εκκαθάρισης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 13· |
|
ζ) |
περιγραφή των μέτρων που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 15 για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης, τα οποία εντοπίζονται κατόπιν της εκτίμησης που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 13· |
|
η) |
επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν οι επιλογές εξυγίανσης χωρίς την παραδοχή έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης, πέραν, κατά περίπτωση, της χρήσης συστημάτων εγγύησης ασφάλισης ή τυχόν ρυθμίσεων χρηματοδότησης· |
|
θ) |
λεπτομερή περιγραφή των διαφόρων στρατηγικών εξυγίανσης που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν βάσει των διαφόρων πιθανών σεναρίων και των εφαρμοστέων χρονοδιαγραμμάτων· |
|
ι) |
περιγραφή των κρίσιμων αλληλεξαρτήσεων· |
|
ια) |
ανάλυση του αντικτύπου που θα έχει το σχέδιο εξυγίανσης στους υπαλλήλους της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένης εκτίμησης των συναφών δαπανών, και περιγραφή των προβλεπόμενων διαδικασιών διαβούλευσης με το προσωπικό κατά τη διαδικασία εξυγίανσης, λαμβανομένων υπόψη, κατά περίπτωση, των εθνικών συστημάτων διαλόγου με τους κοινωνικούς εταίρους· |
|
ιβ) |
σχέδιο επικοινωνίας με τα μέσα ενημέρωσης και το κοινό· |
|
ιγ) |
περιγραφή των βασικών λειτουργιών και συστημάτων για τη διατήρηση της συνεχούς λειτουργίας των επιχειρησιακών διαδικασιών της επιχείρησης· |
|
ιδ) |
κατά περίπτωση, οποιαδήποτε γνώμη διατυπώνεται από την επιχείρηση σε σχέση με το σχέδιο εξυγίανσης. |
Η σύνοψη των βασικών στοιχείων του σχεδίου γνωστοποιείται στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση.
7. Η αρχή εξυγίανσης διαβιβάζει τα σχέδια εξυγίανσης και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις τους στις οικείες εποπτικές αρχές.
8. Η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει περαιτέρω το περιεχόμενο του σχεδίου εξυγίανσης.
Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 29 Ιουλίου 2026.
Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμπληρώνει την παρούσα οδηγία εκδίδοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
9. Έως τις 29 Ιανουαρίου 2027, η ΕΑΑΕΣ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 για να καθορίσει περαιτέρω τα κριτήρια βάσει των οποίων προσδιορίζονται οι κρίσιμες λειτουργίες.
Άρθρο 10
Σχέδια εξυγίανσης ομίλου
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου έχουν την εξουσία να καταρτίζουν σχέδια εξυγίανσης ομίλου για ομίλους που υπόκεινται σε σχεδιασμό εξυγίανσης βάσει των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 9 παράγραφος 2.
2. Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου:
|
α) |
καθορίζει τις δράσεις εξυγίανσης που θα πρέπει να αναληφθούν σε σχέση με κάθε οντότητα, όταν θα απαιτηθούν μέτρα για τη διασφάλιση της συνέχειας των κρίσιμων λειτουργιών· |
|
β) |
εξετάζει σε ποιον βαθμό θα μπορούσαν να εφαρμοστούν τα εργαλεία εξυγίανσης και να ασκηθούν οι εξουσίες εξυγίανσης με συντονισμένο τρόπο, και προσδιορίζει τυχόν εμπόδια σε μια συντονισμένη εξυγίανση· |
|
γ) |
όταν ένας όμιλος περιλαμβάνει οντότητες που έχουν συσταθεί σε τρίτες χώρες, προσδιορίζει τις κατάλληλες ρυθμίσεις συνεργασίας και συντονισμού με τις οικείες αρχές των εν λόγω τρίτων χωρών, καθώς και τις συνέπειες εξυγίανσης εντός της Ένωσης· |
|
δ) |
προσδιορίζει μέτρα, συμπεριλαμβανομένων του νομικού και οικονομικού διαχωρισμού συγκεκριμένων λειτουργιών ή επιχειρηματικών τομέων, τα οποία είναι αναγκαία για τη διευκόλυνση της εξυγίανσης του ομίλου, λαμβάνοντας υπόψη τις ενδοομιλικές αλληλεξαρτήσεις· |
|
ε) |
προσδιορίζει τις διαθέσιμες πηγές χρηματοδότησης των δράσεων εξυγίανσης του ομίλου και, όταν απαιτείται η χρήση συστημάτων εγγύησης ασφάλισης ή οποιασδήποτε ρύθμισης χρηματοδότησης, θέτει τις αρχές επιμερισμού της ευθύνης για την εν λόγω χρηματοδότηση μεταξύ των πηγών χρηματοδότησης στα διάφορα κράτη μέλη, χωρίς να προβλέπει έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη· |
|
στ) |
περιέχει τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 9 παράγραφος 6. |
3. Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου διαβιβάζει τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις τους στις οικείες εποπτικές αρχές και, όταν ο όμιλος είναι χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων, ή αποτελεί μέρος χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, στην οικεία αρχή εξυγίανσης που έχει οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και στην αρμόδια αρχή όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 40) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
4. Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να καταρτίζουν σχέδια εξυγίανσης για τις θυγατρικές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ), όταν δεν υπάρχει σχέδιο εξυγίανσης ομίλου.
5. Κατά την κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών επιχειρήσεων της Ένωσης μπορούν να λαμβάνουν υπόψη τη στρατηγική εξυγίανσης που εφαρμόζουν οι οικείες αρχές τρίτης χώρας για τους ομίλους για τους οποίους είναι υπεύθυνες οι εν λόγω αρχές εξυγίανσης.
Εάν η αρχή εξυγίανσης θεωρεί ότι η εν λόγω στρατηγική εξυγίανσης είναι αξιόπιστη και εφικτή, μπορεί να αποτυπώσει δεόντως την εν λόγω στρατηγική εξυγίανσης και τις πιθανές συνέπειές της για την οικεία θυγατρική επιχείρηση της Ένωσης στο οικείο σχέδιο εξυγίανσης. Τούτο δεν θέτει σε κίνδυνο την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 18.
6. Η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων με τα οποία καθορίζεται το περιεχόμενο των σχεδίων εξυγίανσης ομίλου, λαμβάνοντας υπόψη τα διάφορα επιχειρηματικά μοντέλα των ομίλων στην εσωτερική αγορά.
Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 29 Ιουλίου 2026.
Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμπληρώνει την παρούσα οδηγία εκδίδοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
Άρθρο 11
Απαιτήσεις και διαδικασία για τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι τελικές μητρικές επιχειρήσεις υποβάλλουν στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου τις πληροφορίες που ενδέχεται να απαιτούνται βάσει του άρθρου 12. Οι εν λόγω πληροφορίες αφορούν την τελική μητρική επιχείρηση και, στον απαιτούμενο βαθμό, καθεμία από τις οντότητες του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως ε).
Υπό τον όρο ότι τηρούνται οι απαιτήσεις εμπιστευτικότητας που ορίζονται στην παρούσα οδηγία, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου διαβιβάζει τις σχετικές πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο:
|
α) |
στην ΕΑΑΕΣ· |
|
β) |
στις αρχές εξυγίανσης που είναι μέλη του σώματος εξυγίανσης· |
|
γ) |
στις σχετικές εποπτικές αρχές που είναι μέλη του σώματος εποπτικών αρχών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 248 παράγραφος 3 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, ή συμμετέχουν σε αυτό. |
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, στα σώματα εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, ενεργώντας από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β), και αφού ζητήσουν τη γνώμη των οικείων εποπτικών αρχών που είναι μέλη του σώματος εποπτικών αρχών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 248 παράγραφος 3 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, ή συμμετέχουν σε αυτό, καταρτίζουν και διατηρούν σχέδια εξυγίανσης ομίλου. Οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου δύνανται, κατά τη διακριτική τους ευχέρεια και με την επιφύλαξη της συμμόρφωσής τους με τις απαιτήσεις εμπιστευτικότητας που ορίζονται στο άρθρο 80 της παρούσας οδηγίας, να ζητήσουν να συμμετάσχουν στην κατάρτιση και τη διατήρηση σχεδίων εξυγίανσης ομίλου αρχές εξυγίανσης τρίτων χωρών από δικαιοδοσίες όπου ο όμιλος έχει εγκατεστημένες θυγατρικές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή ασφαλιστικές εταιρείες χαρτοφυλακίου ή σημαντικά υποκαταστήματα όπως ορίζεται δυνάμει του άρθρου 248 παράγραφος 8 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.
3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου εξετάζονται και, κατά περίπτωση, επικαιροποιούνται τουλάχιστον ανά διετία και, σε κάθε περίπτωση:
|
α) |
μετά από κάθε μεταβολή στη νομική ή την οργανωτική δομή, την επιχειρηματική δραστηριότητα ή τη χρηματοοικονομική θέση του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων του ομίλου, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιωδώς το σχέδιο ή να απαιτήσει τροποποίησή του· |
|
β) |
όταν καθίσταται προβλέψιμη ουσιώδης μεταβολή της χρηματοοικονομικής θέσης του, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιωδώς την αποτελεσματικότητα του σχεδίου ή άλλως να καταστήσει αναγκαία μια αναθεώρηση του σχεδίου εξυγίανσης. |
4. Η έγκριση του σχεδίου εξυγίανσης ομίλου λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 17, της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και των αρχών εξυγίανσης των θυγατρικών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως ε).
Άρθρο 12
Πληροφορίες για τους σκοπούς των σχεδίων εξυγίανσης και συνεργασία της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης έχουν την εξουσία να ζητούν από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή από την τελική μητρική επιχείρηση, κατά περίπτωση:
|
α) |
να συνεργάζονται όσο χρειάζεται για την κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης ή σχεδίων εξυγίανσης ομίλου· |
|
β) |
να τους παρέχουν, είτε άμεσα είτε μέσω της εποπτικής αρχής, όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την κατάρτιση και την εφαρμογή σχεδίων εξυγίανσης ή σχεδίων εξυγίανσης ομίλου. |
2. Οι εποπτικές αρχές στα οικεία κράτη μέλη συνεργάζονται με τις αρχές εξυγίανσης για να επαληθεύουν αν είναι ήδη διαθέσιμες ορισμένες ή όλες οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και παρέχουν τις πληροφορίες αυτές στις εν λόγω αρχές εξυγίανσης. Οι αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν από τις εποπτικές αρχές το σύνολο των εν λόγω πληροφοριών πριν ζητήσουν πληροφορίες από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις.
3. Η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για να καθορίσει τις διαδικασίες και ένα ελάχιστο σύνολο τυποποιημένων μορφοτύπων και υποδειγμάτων για την παροχή πληροφοριών βάσει του παρόντος άρθρου, καθώς και για τον προσδιορισμό του περιεχομένου των εν λόγω πληροφοριών.
Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως της 29 Ιουλίου 2026.
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
Δυνατότητα εξυγίανσης
Άρθρο 13
Εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης, αφού ζητήσουν τη γνώμη της εποπτικής αρχής, εκτιμούν σε ποιον βαθμό οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που δεν ανήκουν σε όμιλο είναι δυνατόν να εξυγιανθούν χωρίς την παραδοχή έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης, πέραν, κατά περίπτωση και εφόσον διατίθενται, της χρήσης συστημάτων εγγύησης ασφάλισης ή τυχόν ρυθμίσεων χρηματοδότησης.
Μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θεωρείται ότι είναι δυνατόν να εξυγιανθεί όταν είναι εφικτό και αξιόπιστο για την εν λόγω επιχείρηση να εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας ή για την αρχή εξυγίανσης να εξυγιάνει την εν λόγω επιχείρηση εφαρμόζοντας εργαλεία εξυγίανσης και ασκώντας εξουσίες εξυγίανσης.
2. Όταν μια αρχή εξυγίανσης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η δράση εξυγίανσης ενδέχεται να είναι αναγκαία για το δημόσιο συμφέρον, επειδή η εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας δεν θα ικανοποιούσε τους στόχους της εξυγίανσης στον ίδιο βαθμό, προβαίνει στα ακόλουθα διαδοχικά στάδια:
|
α) |
επιλέγει προτιμώμενη δράση εξυγίανσης κατάλληλη για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης, δεδομένων της δομής και του επιχειρηματικού μοντέλου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης· |
|
β) |
εκτιμά κατά πόσο είναι εφικτή η αποτελεσματική εφαρμογή της επιλεγμένης δράσης εξυγίανσης εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου και εντοπίζει πιθανά εμπόδια στην εφαρμογή της· |
|
γ) |
εκτιμά την αξιοπιστία της επιλεγείσας δράσης εξυγίανσης, λαμβάνοντας υπόψη τον πιθανό αντίκτυπο της εξυγίανσης στα χρηματοπιστωτικά συστήματα ή τις πραγματικές οικονομίες των κρατών μελών ή της Ένωσης και την προστασία των συλλογικών συμφερόντων των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων, επιδιώκοντας να διασφαλίσει τη συνέχεια των κρίσιμων λειτουργιών που εκτελεί η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση. |
3. Οι αρχές εξυγίανσης προβαίνουν στην εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ταυτόχρονα με —και με σκοπό— την κατάρτιση και επικαιροποίηση του σχεδίου εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 9. Κατά τη διενέργεια της εκτίμησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, οι αρχές εξυγίανσης εξετάζουν, τουλάχιστον, τις διαστάσεις της δυνατότητας εξυγίανσης που καθορίζονται στο παράρτημα.
4. Για τους σκοπούς της εκτίμησης της δυνατότητας εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να ζητούν από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να παρέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.
5. Έως τις 29 Ιανουαρίου 2027, η ΕΑΑΕΣ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 για να εξειδικεύσει περαιτέρω τα θέματα και τα κριτήρια για την εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ομίλων που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 14 της παρούσας οδηγίας.
Άρθρο 14
Εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης ομίλων
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών επιχειρήσεων, αφού ζητήσουν τη γνώμη της αρχής εποπτείας του ομίλου και των εποπτικών αρχών των εν λόγω θυγατρικών επιχειρήσεων, εκτιμούν σε ποιον βαθμό οι όμιλοι είναι δυνατόν να εξυγιανθούν χωρίς την παραδοχή έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης, πέραν, κατά περίπτωση και εφόσον διατίθενται, της χρήσης συστημάτων εγγύησης ασφάλισης ή τυχόν ρυθμίσεων χρηματοδότησης.
2. Ένας όμιλος θεωρείται ότι είναι δυνατόν να εξυγιανθεί όταν είναι εφικτό και αξιόπιστο για τις αρχές εξυγίανσης είτε να εκκαθαρίσουν οντότητες του ομίλου υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας είτε να εξυγιάνουν τον εν λόγω όμιλο εφαρμόζοντας εργαλεία εξυγίανσης και ασκώντας εξουσίες εξυγίανσης σε οντότητες του ομίλου, όταν μπορούν εύκολα να διαχωριστούν εγκαίρως, ή χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε άλλο μέσο προβλέπει το εθνικό δίκαιο.
Τα σώματα εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 70 λαμβάνουν υπόψη την εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
3. Όταν μια αρχή εξυγίανσης καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η δράση εξυγίανσης ενδέχεται να είναι αναγκαία για το δημόσιο συμφέρον, επειδή η εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας δεν θα ικανοποιούσε τους στόχους της εξυγίανσης στον ίδιο βαθμό, προβαίνει στα ακόλουθα διαδοχικά στάδια:
|
α) |
επιλέγει προτιμώμενες δράσεις εξυγίανσης κατάλληλες για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης, δεδομένων της δομής και του επιχειρηματικού μοντέλου του ομίλου· |
|
β) |
εκτιμά αν είναι εφικτή η αποτελεσματική εφαρμογή της επιλεγμένης δράσης εξυγίανσης εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου και εντοπίζει πιθανά εμπόδια στην εφαρμογή της· |
|
γ) |
εκτιμά την αξιοπιστία της επιλεγείσας δράσης εξυγίανσης, λαμβάνοντας υπόψη τον πιθανό αντίκτυπο της εξυγίανσης στα χρηματοπιστωτικά συστήματα ή τις πραγματικές οικονομίες των κρατών μελών ή της Ένωσης και την προστασία του συλλογικού συμφέροντος των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων, επιδιώκοντας να διασφαλίσει τη συνέχεια των κρίσιμων λειτουργιών που εκτελεί ο όμιλος. |
4. Οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου προβαίνουν στην εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου ταυτόχρονα με —και με σκοπό— την κατάρτιση και επικαιροποίηση των σχεδίων εξυγίανσης ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 10. Η εκτίμηση πραγματοποιείται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων που προβλέπεται στο άρθρο 11. Κατά τη διενέργεια της εκτίμησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου εξετάζουν, τουλάχιστον, τις διαστάσεις της δυνατότητας εξυγίανσης που καθορίζονται στο παράρτημα.
5. Για τους σκοπούς της εκτίμησης της δυνατότητας εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου μπορούν να ζητούν από τις οντότητες του ομίλου να παρέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες.
Άρθρο 15
Εξουσία αντιμετώπισης ή εξάλειψης εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν η εκτίμηση που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 13 ή 14 καταδεικνύει ότι υπάρχουν ουσιαστικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε σχετική έγγραφη κοινοποίηση στην εν λόγω ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και στην οικεία εποπτική αρχή.
2. Η απαίτηση για τις αρχές εξυγίανσης να καταρτίσουν σχέδια εξυγίανσης και για τις σχετικές αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 17 σχετικά με τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 και στο άρθρο 11 παράγραφος 4 αντιστοίχως αναστέλλεται έπειτα από την κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, έως ότου η αρχή εξυγίανσης αποδεχθεί τα μέτρα για την εξάλειψη των ουσιαστικών εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης δυνάμει της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου ή αποφασίσει περί αυτών δυνάμει της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.
3. Εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία λήψης της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση προτείνει στην αρχή εξυγίανσης πιθανά μέτρα για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των ουσιαστικών εμποδίων που προσδιορίζονται στην κοινοποίηση.
Στο χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων που προτείνει η επιχείρηση λαμβάνονται υπόψη οι λόγοι στους οποίους οφείλεται το ουσιαστικό εμπόδιο.
Η αρχή εξυγίανσης, αφού ζητήσει τη γνώμη της εποπτικής αρχής, εκτιμά αν με τα μέτρα αυτά αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά ή εξαλείφεται το ουσιαστικό εμπόδιο.
4. Οι αρχές εξυγίανσης που διαπιστώνουν ότι τα μέτρα που προτείνονται από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση σύμφωνα με την παράγραφο 3 δεν μειώνουν ή δεν εξαλείφουν αποτελεσματικά το σχετικό εμπόδιο, ζητούν, είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσω της εποπτικής αρχής, από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να λάβει οποιοδήποτε από τα εναλλακτικά μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 5, και κοινοποιούν τα μέτρα αυτά εγγράφως στην εν λόγω επιχείρηση, η οποία προτείνει σχέδιο συμμόρφωσης με τις εν λόγω απαιτήσεις εντός ενός μήνα από τη λήψη της κοινοποίησης αυτής.
Κατά τον προσδιορισμό εναλλακτικών μέτρων, οι αρχές εξυγίανσης καταδεικνύουν γιατί τα μέτρα που πρότεινε η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν θα μπορούσαν να εξαλείψουν τα εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης και πώς τα προτεινόμενα εναλλακτικά μέτρα είναι αναλογικά για την εξάλειψη των εμποδίων αυτών. Οι αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν υπόψη τον αντίκτυπο των μέτρων στις δραστηριότητες της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, τη σταθερότητά της και την ικανότητά της να συνεισφέρει στην οικονομία.
5. Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν την εξουσία να λαμβάνουν τουλάχιστον οποιοδήποτε από τα ακόλουθα εναλλακτικά μέτρα:
|
α) |
να απαιτούν από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να αναθεωρήσει οποιεσδήποτε ενδοομιλικές ρυθμίσεις χρηματοδότησης ή να εξετάσει την απουσία τους ή να καταρτίσει συμφωνίες παροχής υπηρεσιών, είτε ενδοομιλικές είτε με τρίτα μέρη· |
|
β) |
να απαιτούν από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να περιορίσει τα μέγιστα ατομικά και συνολικά ανοίγματά της· |
|
γ) |
να επιβάλλουν απαιτήσεις παροχής συγκεκριμένων ή τακτικών πρόσθετων πληροφοριών για τους σκοπούς της εξυγίανσης· |
|
δ) |
να απαιτούν από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να εκποιήσει συγκεκριμένα στοιχεία ενεργητικού ή να αναδιαρθρώσει υποχρεώσεις· |
|
ε) |
να απαιτούν από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να περιορίσει ή να παύσει συγκεκριμένες υφιστάμενες ή προτεινόμενες δραστηριότητες· |
|
στ) |
να περιορίζουν ή να αποτρέπουν την ανάπτυξη νέων ή υφιστάμενων επιχειρηματικών τομέων ή την πώληση νέων ή υφιστάμενων προϊόντων· |
|
ζ) |
να απαιτούν από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να αλλάξει τη στρατηγική αντασφάλισης· |
|
η) |
να απαιτούν αλλαγές στη νομική ή λειτουργική δομή της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή οποιασδήποτε οντότητας του ομίλου, η οποία βρίσκεται είτε άμεσα είτε έμμεσα υπό τον έλεγχό του, προκειμένου να μειωθεί η πολυπλοκότητα και να διασφαλιστεί ότι οι κρίσιμες λειτουργίες είναι δυνατόν να διαχωριστούν νομικά και λειτουργικά από άλλες λειτουργίες μέσω της εφαρμογής των εργαλείων εξυγίανσης· |
|
θ) |
να απαιτούν από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή μια μητρική επιχείρηση να συστήσει μητρική ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή μητρική ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου εγκατεστημένη στην Ένωση· |
|
ι) |
στην περίπτωση που μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι η θυγατρική επιχείρηση μιας ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, να απαιτούν από την ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας να συστήσει χωριστή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου για τον έλεγχο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, όταν είναι αναγκαίο προκειμένου να διευκολυνθεί η εξυγίανση της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και να αποφευχθεί το ενδεχόμενο η εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και η άσκηση εξουσιών εξυγίανσης να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο μη χρηματοπιστωτικό τμήμα του ομίλου. |
6. Πριν από τον προσδιορισμό οποιουδήποτε εναλλακτικού μέτρου που αναφέρεται στην παράγραφο 5, η αρχή εξυγίανσης, αφού ζητήσει τη γνώμη της εποπτικής αρχής, εξετάζει δεόντως τις δυνητικές επιπτώσεις του εν λόγω μέτρου στην ευρωστία και τη σταθερότητα των τρεχουσών δραστηριοτήτων της συγκεκριμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και στην εσωτερική αγορά.
7. Κοινοποίηση ή απόφαση που λαμβάνεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 4:
|
α) |
περιέχει τους λόγους της σχετικής εκτίμησης ή διαπίστωσης· |
|
γ) |
υπόκειται σε δικαίωμα προσφυγής. |
Επιπλέον, απόφαση που λαμβάνεται δυνάμει της παραγράφου 4 υποδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο συμμορφώνεται με την απαίτηση για αναλογική εφαρμογή που προβλέπεται στην παράγραφο 4 δεύτερο εδάφιο.
8. Έως τις 29 Ιουλίου 2027, η ΕΑΑΕΣ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 για να εξειδικεύσει περαιτέρω λεπτομέρειες όσον αφορά τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου και τις περιστάσεις στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί κάθε μέτρο.
Άρθρο 16
Εξουσία αντιμετώπισης ή εξάλειψης εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης: Μεταχείριση ομίλου
1. Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών επιχειρήσεων, αφού ζητήσει τη γνώμη του σώματος εποπτικών αρχών που συστάθηκε σύμφωνα με το άρθρο 248 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, εξετάζει την εκτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 14 στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης και λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα για να καταλήξει σε κοινή απόφαση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 17, σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 4 σε σχέση με όλες τις σχετικές οντότητες του ομίλου.
2. Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, σε συνεργασία με την εποπτική αρχή ομίλου και την ΕΑΑΕΣ, σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, συντάσσει έκθεση και την υποβάλλει στην τελική μητρική επιχείρηση και στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών, οι οποίες διαβιβάζουν την εν λόγω έκθεση στις θυγατρικές επιχειρήσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά τους. Η έκθεση συντάσσεται αφού ζητηθεί η γνώμη των εποπτικών αρχών και αναλύει τα ουσιαστικά εμπόδια στην αποτελεσματική εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και στην αποτελεσματική άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης όσον αφορά τον όμιλο. Η έκθεση συνιστά οποιαδήποτε αναλογικά και στοχευμένα μέτρα τα οποία, κατά την άποψη της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, είναι αναγκαία ή κατάλληλα για την εξάλειψη των εν λόγω εμποδίων, λαμβανομένου υπόψη του αντικτύπου των εν λόγω μέτρων στο επιχειρηματικό μοντέλο του ομίλου.
3. Εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της έκθεσης, η τελική μητρική επιχείρηση μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις και να προτείνει στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου εναλλακτικά μέτρα για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων που προσδιορίζονται στην έκθεση.
Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, αφού ζητήσει τη γνώμη της αρχής εποπτείας του ομίλου, εκτιμά αν με τα μέτρα αυτά αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά ή εξαλείφονται τα ουσιαστικά εμπόδια.
4. Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου κοινοποιεί στις αρχές που είναι μέλη του σώματος εξυγίανσης ή συμμετέχουν σε αυτό κάθε μέτρο που προτείνει η τελική μητρική επιχείρηση. Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και οι αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών επιχειρήσεων, αφού ζητήσουν τη γνώμη των εποπτικών αρχών, καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να καταλήξουν σε κοινή απόφαση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 17, στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης σχετικά με τον εντοπισμό ουσιαστικών εμποδίων και, όπου απαιτείται, σχετικά με την αξιολόγηση των μέτρων που προτείνει η τελική μητρική επιχείρηση και των μέτρων που απαιτούν οι αρχές για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων. Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνουν υπόψη τον πιθανό αντίκτυπο των μέτρων σε όλα τα κράτη μέλη στα οποία δραστηριοποιείται ο όμιλος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
Κοινές αποφάσεις
Άρθρο 17
Κοινές αποφάσεις
1. Οι αρχές εποπτείας ομίλου, οι εποπτικές αρχές, οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και οι αρχές εξυγίανσης καταβάλλουν προσπάθειες για να καταλήξουν στις κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 2, στο άρθρο 11 παράγραφος 4 και στο άρθρο 16 παράγραφος 4, κατά περίπτωση, εντός 4 μηνών από την ημερομηνία:
|
α) |
της διαβίβασης από την αρχή εποπτείας του ομίλου του σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 6· |
|
β) |
της διαβίβασης από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο· |
|
γ) |
της διαβίβασης τυχόν παρατηρήσεων ή της πρότασης για τυχόν εναλλακτικά μέτρα από την τελική μητρική επιχείρηση, ή από την παρέλευση της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 16 παράγραφος 3, εάν η ημερομηνία αυτή προηγείται. |
Η ΕΑΑΕΣ μπορεί, κατόπιν αιτήματος εποπτικής αρχής ή αρχής εξυγίανσης, να βοηθήσει τις αρχές εποπτείας του ομίλου, τις εποπτικές αρχές, τις αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και τις αρχές εξυγίανσης στη λήψη κοινής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
2. Ελλείψει κοινής απόφασης εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο εισαγωγικό μέρος, για οποιοδήποτε από τα ακόλουθα θέματα, η αρχή εποπτείας του ομίλου ή η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, κατά περίπτωση, λαμβάνει η ίδια σχετική απόφαση::
|
α) |
την εξέταση και την αξιολόγηση του σχεδίου προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου· |
|
β) |
τυχόν μέτρα που πρέπει να λάβει η τελική μητρική επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφοι 4 και 5· |
|
γ) |
το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου· |
|
δ) |
τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 16. |
Η απόφαση που λαμβάνεται από την αρχή εποπτείας του ομίλου ή την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, κατά περίπτωση, είναι πλήρως αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις άλλων εποπτικών αρχών ή αρχών εξυγίανσης, κατά περίπτωση, που εκφράστηκαν κατά τη διάρκεια της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο εισαγωγικό μέρος. Η απόφαση διαβιβάζεται στην τελική μητρική επιχείρηση και στις άλλες ενδιαφερόμενες αρχές.
3. Ελλείψει κοινής απόφασης εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο εισαγωγικό μέρος, μεταξύ των εποπτικών αρχών ή των αρχών εξυγίανσης για οποιοδήποτε από τα ακόλουθα θέματα, κάθε εποπτική αρχή ή αρχή εξυγίανσης θυγατρικής επιχείρησης, κατά περίπτωση, λαμβάνει η ίδια σχετική απόφαση:
|
α) |
αν πρόκειται να καταρτιστεί σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης σε μεμονωμένη βάση για τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπάγονται στη δικαιοδοσία της, όπως αναφέρεται στο άρθρο 8 παράγραφος 2· |
|
β) |
την εφαρμογή, σε επίπεδο θυγατρικών, των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφοι 4 και 5· |
|
γ) |
τον προσδιορισμό των ουσιαστικών εμποδίων και, κατά περίπτωση, την αξιολόγηση των μέτρων που προτείνονται από την τελική μητρική επιχείρηση και των μέτρων που απαιτούνται από τις αρχές για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εν λόγω εμποδίων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 16 παράγραφος 1. |
4. Ελλείψει κοινής απόφασης μεταξύ των αρχών εξυγίανσης σχετικά με την έγκριση του σχεδίου εξυγίανσης του ομίλου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 4, εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο εισαγωγικό μέρος του παρόντος άρθρου, κάθε αρχή εξυγίανσης που είναι υπεύθυνη για μια θυγατρική επιχείρηση λαμβάνει η ίδια απόφαση και καταρτίζει και επικαιροποιεί σχέδιο εξυγίανσης για τις οντότητες υπό τη δικαιοδοσία της. Κάθε αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί την απόφασή της στα λοιπά μέλη του σώματος εξυγίανσης.
5. Κάθε απόφαση των εποπτικών αρχών ή των αρχών εξυγίανσης σύμφωνα με την παράγραφο 3 ή 4 είναι πλήρως αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων εποπτικών αρχών, των αρχών εξυγίανσης, των εποπτικών αρχών του ομίλου ή των αρχών εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, κατά περίπτωση.
6. Οι εποπτικές αρχές ή οι αρχές εξυγίανσης που δεν διαφωνούν με απόφαση, όπως αναφέρεται στις παραγράφους 3 και 4, μπορούν να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σχετικά με σχέδιο προληπτικής ανάκαμψης του ομίλου ή σχέδιο εξυγίανσης ομίλου που καλύπτει οντότητες του ομίλου υπό τη δικαιοδοσία τους.
7. Εάν, έως το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο εισαγωγικό μέρος, οποιαδήποτε από τις οικείες εποπτικές αρχές ή αρχές εξυγίανσης έχει παραπέμψει θέμα στην ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, η οικεία αρχή εποπτείας του ομίλου, αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, εποπτική αρχή ή αρχή εξυγίανσης, κατά περίπτωση, αναβάλλει την απόφασή της κατά τις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου, αναμένει οποιαδήποτε απόφαση μπορεί να λάβει η ΕΑΑΕΣ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΑΕΣ. Η περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο εισαγωγικό μέρος του παρόντος άρθρου θεωρείται ως φάση συμβιβασμού, υπό την έννοια που αποδίδεται στο άρθρο 19 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού. Η ΕΑΑΕΣ λαμβάνει την απόφασή της εντός ενός μήνα. Το θέμα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΑΕΣ μετά τη λήξη της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο εισαγωγικό μέρος, ή μετά τη λήψη κοινής απόφασης. Ελλείψει απόφασης της ΕΑΑΕΣ εντός ενός μήνα έπειτα από την παραπομπή στην ΕΑΑΕΣ, εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εποπτείας του ομίλου, της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, της εποπτικής αρχής ή της αρχής εξυγίανσης για τον όμιλο ή τη θυγατρική επιχείρηση σε μεμονωμένο επίπεδο, ανάλογα με την περίπτωση.
8. Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 2, στο άρθρο 11 παράγραφος 4, στο άρθρο 16 παράγραφος 4 και στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου και οι αποφάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται από τις εποπτικές αρχές ή τις αρχές εξυγίανσης στα οικεία κράτη μέλη.
9. Όταν λαμβάνονται κοινές αποφάσεις σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 4 και, όσον αφορά τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου, την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου, και όταν μια αρχή εξυγίανσης εκτιμά ότι το αντικείμενο διαφωνίας σχετικά με τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου προσκρούει στις δημοσιονομικές αρμοδιότητες του κράτους μέλους της, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου δρομολογεί επανεκτίμηση του σχεδίου εξυγίανσης του ομίλου.
ΤΙΤΛΟΣ III
ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι
Στόχοι εξυγίανσης, προϋποθέσεις εξυγίανσης και γενικές αρχές
Άρθρο 18
Στόχοι της εξυγίανσης
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης, κατά την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και κατά την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, λαμβάνουν υπόψη τους στόχους της εξυγίανσης που παρατίθενται στην παράγραφο 2 και επιλέγουν τα εργαλεία και τις εξουσίες που επιτυγχάνουν καλύτερα τους στόχους που αντιστοιχούν στις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης.
2. Οι στόχοι εξυγίανσης είναι οι εξής:
|
α) |
προστασία του συλλογικού συμφέροντος των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων και των αιτούντων· |
|
β) |
διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, ιδίως με την πρόληψη της μετάδοσης και τη διατήρηση της πειθαρχίας στην αγορά· |
|
γ) |
διασφάλιση της συνέχειας των κρίσιμων λειτουργιών· |
|
δ) |
προστασία των δημόσιων πόρων, με την ελαχιστοποίηση της εξάρτησης από έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη. |
Κατά την επιδίωξη του στόχου εξυγίανσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), οι αρχές εξυγίανσης επιλέγουν τις προσεγγίσεις αυτές σε σχέση με κρίσιμες λειτουργίες που διαφυλάσσουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τη συνέχεια της ασφαλιστικής κάλυψης για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου.
Κατά την επιδίωξη του στόχου εξυγίανσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο δ), οι αρχές εξυγίανσης δίνουν προτεραιότητα, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, στη χρήση πηγών χρηματοδότησης πέραν του προϋπολογισμού των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των ρυθμίσεων χρηματοδότησης που αναφέρονται στο άρθρο 81 και των συστημάτων εγγύησης ασφάλισης, εφόσον αυτά είναι διαθέσιμα για τον σκοπό αυτόν δυνάμει του εφαρμοστέου δικαίου.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης, κατά την επιδίωξη των στόχων της εξυγίανσης, επιδιώκουν να ελαχιστοποιήσουν το κόστος της εξυγίανσης και να αποφύγουν την καταστροφή αξίας εκτός αν αυτό είναι αναγκαίο για την επίτευξη των εν λόγω στόχων.
3. Οι στόχοι εξυγίανσης είναι ίσης σημασίας και τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης τους σταθμίζουν δεόντως ανάλογα με τη φύση και τις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης.
Άρθρο 19
Προϋποθέσεις εξυγίανσης
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές εξυγίανσης να αναλαμβάνουν δράση εξυγίανσης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης μόνο εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
|
α) |
η εποπτική αρχή, αφού ζήτησε τη γνώμη της αρχής εξυγίανσης, ή η αρχή εξυγίανσης, αφού ζήτησε τη γνώμη της εποπτικής αρχής, έχει διαπιστώσει ότι η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει· |
|
β) |
κανένα εναλλακτικό μέτρο του ιδιωτικού τομέα ή εποπτική δράση, συμπεριλαμβανομένων προληπτικών και διορθωτικών μέτρων, δεν αναμένεται ευλόγως να αποτρέψει την πτώχευση της επιχείρησης εντός εύλογου χρονικού διαστήματος· |
|
γ) |
η δράση εξυγίανσης είναι αναγκαία για λόγους δημόσιου συμφέροντος. |
2. Όταν αρχή εξυγίανσης αναλαμβάνει δράση εξυγίανσης και έως ότου τερματιστεί η εν λόγω δράση εξυγίανσης, η εποπτική αρχή δεν θεσπίζει μέτρα σε σχέση με την επιχείρηση υπό εξυγίανση, εκτός εάν η αρχή εξυγίανσης συμφωνήσει με τα μέτρα αυτά.
3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν τα αναγκαία εργαλεία, ιδίως επαρκή πρόσβαση σε κάθε σχετική πληροφορία, για να προβούν στη διαπίστωση της παραγράφου 1 στοιχείο α), αφού ζητήσουν τη γνώμη της εποπτικής αρχής. Η εποπτική αρχή παρέχει χωρίς καθυστέρηση στην αρχή εξυγίανσης κάθε σχετική πληροφορία την οποία ζητά η αρχή εξυγίανσης για να διενεργήσει την αξιολόγησή της.
4. Μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση θεωρείται ότι τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
|
α) |
η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση παραβιάζει ή ενδέχεται να παραβιάσει τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις που αναφέρονται στον τίτλο Ι κεφάλαιο VI τμήμα 5 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και δεν υπάρχει εύλογη προοπτική αποκατάστασης της συμμόρφωσης· |
|
β) |
η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας ή αθετεί σοβαρά τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων στις οποίες υπόκειται ή υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που καταδεικνύουν ότι η επιχείρηση θα αθετήσει σοβαρά τις υποχρεώσεις της στο εγγύς μέλλον κατά τρόπο που θα δικαιολογούσε την ανάκληση της άδειας λειτουργίας· |
|
γ) |
τα στοιχεία ενεργητικού της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης υπολείπονται, ή μπορεί να συναχθεί βάσει υπαρκτών αντικειμενικών στοιχείων ότι θα υπολείπονται, στο εγγύς μέλλον, των υποχρεώσεών της επιχείρησης· |
|
δ) |
η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δεν είναι σε θέση να εξοφλήσει τις οφειλές ή άλλες υποχρεώσεις της, συμπεριλαμβανομένων των πληρωμών προς κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου ή δικαιούχους, όταν μπορεί να συναχθεί βάσει υπαρκτών αντικειμενικών στοιχείων ότι η επιχείρηση θα βρεθεί, στο εγγύς μέλλον, σε τέτοια κατάσταση· |
|
ε) |
απαιτείται έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη. |
5. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο γ), μια δράση εξυγίανσης αναλαμβάνεται προς το δημόσιο συμφέρον εάν η δράση αυτή είναι αναγκαία για την επίτευξη ενός ή περισσότερων στόχων εξυγίανσης, και αναλογική προς αυτούς, και εάν η εκκαθάριση της επιχείρησης υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, μεταξύ άλλων με τη χρήση συστημάτων εγγύησης ασφάλισης που μπορούν να εφαρμοστούν στην εν λόγω επιχείρηση εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, δεν θα επιτύγχανε τους εν λόγω στόχους στον ίδιο βαθμό.
Άρθρο 20
Προϋποθέσεις εξυγίανσης όσον αφορά μητρικές επιχειρήσεις και εταιρείες συμμετοχών
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να αναλαμβάνουν δράση εξυγίανσης έναντι οποιασδήποτε από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως ε), εφόσον η εν λόγω οντότητα πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1, τηρουμένων των αναλογιών.
2. Σε περίπτωση που οι θυγατρικές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις μιας ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας ανήκουν άμεσα ή έμμεσα σε ενδιάμεση ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι δράσεις εξυγίανσης για τους σκοπούς της εξυγίανσης του ομίλου να αναλαμβάνονται έναντι της ενδιάμεσης ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου, και δεν αναλαμβάνουν δράσεις εξυγίανσης για τους σκοπούς της εξυγίανσης του ομίλου έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας.
3. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να αναλαμβάνουν δράση εξυγίανσης έναντι οποιασδήποτε από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία γ) έως ε), ακόμη και αν οι εν λόγω οντότητες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον ισχύουν όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
|
α) |
μία ή περισσότερες από τις θυγατρικές ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1· |
|
β) |
τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού των θυγατρικών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων είναι τέτοιου είδους ώστε η πτώχευσή τους να απειλεί άλλη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση του ομίλου ή τον όμιλο στο σύνολό του, ή το πτωχευτικό δίκαιο του κράτους μέλους απαιτεί να αντιμετωπίζονται οι όμιλοι ως σύνολο· |
|
γ) |
η δράση εξυγίανσης έναντι των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία γ) έως ε) είναι απαραίτητη για την εξυγίανση των θυγατρικών ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή για την εξυγίανση του ομίλου στο σύνολό του. |
Άρθρο 21
Διαδικασίες αφερεγγυότητας για τις επιχειρήσεις που δεν υπόκεινται σε δράση εξυγίανσης
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 19 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β), αλλά όχι την προϋπόθεση του άρθρου 19 παράγραφος 1 στοιχείο γ), υποβάλλονται σε διαδικασίες εκκαθάρισης όπως ορίζονται στο άρθρο 268 παράγραφος 1 στοιχείο δ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ή σε άλλες διαδικασίες βάσει του εθνικού δικαίου που κινούνται και παρακολουθούνται από τις αρμόδιες αρχές όπως ορίζονται στο άρθρο 268 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, με μέριμνα για την ομαλή έξοδο από την αγορά.
Άρθρο 22
Γενικές αρχές που διέπουν την εξυγίανση
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης, κατά την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και κατά την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, λαμβάνουν κάθε ενδεδειγμένο μέτρο προκειμένου να διασφαλίσουν ότι η δράση εξυγίανσης αναλαμβάνεται σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές:
|
α) |
οι μέτοχοι της επιχείρησης υπό εξυγίανση αναλαμβάνουν πρώτοι τις ζημίες· |
|
β) |
οι πιστωτές της επιχείρησης υπό εξυγίανση αναλαμβάνουν ζημίες μετά τους μετόχους, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεών τους στο πλαίσιο των κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας, εκτός αν άλλως ρητώς ορίζει η παρούσα οδηγία· |
|
γ) |
το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο και τα ανώτατα διοικητικά στελέχη της επιχείρησης υπό εξυγίανση αντικαθίστανται, εκτός εάν η παραμονή, εν όλω ή εν μέρει, του συγκεκριμένου οργάνου ή των ανώτερων διοικητικών στελεχών θεωρείται αναγκαία για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης· |
|
δ) |
το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο και τα ανώτατα διοικητικά στελέχη της επιχείρησης υπό εξυγίανση παρέχουν κάθε απαραίτητη βοήθεια για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης· |
|
ε) |
τα φυσικά και νομικά πρόσωπα καθίστανται υπόλογα βάσει του αστικού ή ποινικού δικαίου για την ευθύνη που φέρουν για την πτώχευση της επιχείρησης υπό εξυγίανση· |
|
στ) |
εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στην παρούσα οδηγία, οι πιστωτές της ίδιας τάξης τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης· |
|
ζ) |
κανένας μέτοχος ή πιστωτής δεν υφίσταται μεγαλύτερες ζημίες από εκείνες που θα είχε υποστεί εάν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, σύμφωνα με τις διασφαλίσεις των άρθρων 55 έως 57· |
|
η) |
η δράση εξυγίανσης αναλαμβάνεται σύμφωνα με τις διασφαλίσεις της παρούσας οδηγίας. |
2. Όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου, οι αρχές εξυγίανσης εφαρμόζουν εργαλεία εξυγίανσης και ασκούν εξουσίες εξυγίανσης κατά τρόπο που ελαχιστοποιεί, ιδίως στις χώρες όπου δραστηριοποιείται ο όμιλος:
|
α) |
τις επιπτώσεις σε άλλες οντότητες του ομίλου και στο σύνολο του ομίλου· |
|
β) |
τις δυσμενείς επιπτώσεις στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, στην πραγματική οικονομία και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ένωση και στα κράτη μέλη. |
3. Όταν πρόκειται να εφαρμόσουν εργαλεία εξυγίανσης και να ασκήσουν εξουσίες εξυγίανσης, τα κράτη μέλη μεριμνούν για τη συμμόρφωσή τους με το πλαίσιο της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.
4. Όταν εφαρμόζονται εργαλεία εξυγίανσης, η οντότητα στην οποία εφαρμόζονται τα εργαλεία αυτά θεωρείται ότι υπόκειται σε διαδικασία πτώχευσης ή ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας για τους σκοπούς του άρθρου 5 παράγραφος 1 της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου (19).
5. Κατά την εφαρμογή εργαλείων εξυγίανσης και κατά την άσκηση εξουσιών εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης ενημερώνουν και ζητούν τη γνώμη των εκπροσώπων των εργαζομένων της οικείας επιχείρησης, κατά περίπτωση.
6. Οι αρχές εξυγίανσης εφαρμόζουν εργαλεία εξυγίανσης και ασκούν εξουσίες εξυγίανσης υπό την επιφύλαξη των διατάξεων σχετικά με την εκπροσώπηση των εργαζομένων στα διοικητικά όργανα της εταιρείας, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή πρακτική.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
Αποτίμηση
Άρθρο 23
Αποτίμηση για τους σκοπούς της εξυγίανσης
1. Οι αρχές εξυγίανσης εξασφαλίζουν ότι κάθε δράση εξυγίανσης αναλαμβάνεται βάσει αποτίμησης που διασφαλίζει δίκαιη, συνετή και ρεαλιστική εκτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε).
2. Προτού η αρχή εξυγίανσης θέσει οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) υπό εξυγίανση, εξασφαλίζει τη διενέργεια μιας πρώτης αποτίμησης για να προσδιοριστεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για εξυγίανση κατά το άρθρο 19 παράγραφος 1 ή το άρθρο 20 παράγραφος 3.
3. Αφού η αρχή εξυγίανσης αποφασίσει να θέσει οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) υπό εξυγίανση, εξασφαλίζει τη διενέργεια δεύτερης αποτίμησης:
|
α) |
για να τεκμηριωθεί η απόφαση σχετικά με την κατάλληλη δράση εξυγίανσης που πρέπει να αναληφθεί· |
|
β) |
για να διασφαλιστεί η πλήρης αναγνώριση τυχόν ζημιών της εν λόγω οντότητας κατά τη στιγμή που εφαρμόζονται τα εργαλεία εξυγίανσης· |
|
γ) |
για να τεκμηριωθεί η απόφαση σχετικά με την έκταση της ακύρωσης ή της αραίωσης των μέσων ιδιοκτησίας· |
|
δ) |
για να τεκμηριωθεί η απόφαση σχετικά με την έκταση της απομείωσης ή της μετατροπής των μη εξασφαλισμένων υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των χρεωστικών μέσων· |
|
ε) |
όταν εφαρμόζεται το εργαλείο μεταβατικής επιχείρησης, για να τεκμηριωθεί η απόφαση σχετικά με τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ή τα μέσα ιδιοκτησίας που μπορούν να μεταβιβαστούν στη μεταβατική επιχείρηση και για να τεκμηριωθεί η απόφαση σχετικά με την αξία κάθε αντιτίμου που μπορεί να καταβληθεί στην επιχείρηση υπό εξυγίανση ή, κατά περίπτωση, στους κατόχους των μέσων ιδιοκτησίας· |
|
στ) |
όταν εφαρμόζεται το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων, για να τεκμηριωθεί η απόφαση σχετικά με τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ή τα μέσα ιδιοκτησίας που μπορούν να μεταβιβαστούν στον τρίτο αγοραστή, και για να διαμορφωθεί εμπεριστατωμένη αντίληψη της αρχής εξυγίανσης ως προς το τι συνιστά εμπορικούς όρους για τους σκοπούς του άρθρου 31. |
4. Η αποτίμηση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 συνάδει με το άρθρο 75 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Ωστόσο, η εν λόγω αποτίμηση μπορεί, κατά περίπτωση, να προσαρμόζεται ώστε να αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι δεν πληρούται η παραδοχή ότι η επιχείρηση συνεχίζει τις δραστηριότητές της ως λειτουργούσα επιχείρηση και να αντικατοπτρίζει τις ειδικές περιστάσεις που σχετίζονται με τη χρήση των εργαλείων εξυγίανσης.
5. Οι αποτιμήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 ενδέχεται να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής κατά το άρθρο 67 μόνον μαζί με την απόφαση να χρησιμοποιηθεί εργαλείο εξυγίανσης ή να ασκηθεί εξουσία εξυγίανσης.
Άρθρο 24
Απαιτήσεις για την αποτίμηση
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αποτιμήσεις του άρθρου 23 πραγματοποιούνται από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
|
α) |
πρόσωπο ανεξάρτητο από κάθε δημόσια αρχή και από την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε)· |
|
β) |
την αρχή εξυγίανσης, όταν οι εν λόγω αποτιμήσεις δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθούν από ένα πρόσωπο, όπως αναφέρεται στο στοιχείο α). |
2. Οι αποτιμήσεις του άρθρου 23 θεωρούνται οριστικές εφόσον έχουν διενεργηθεί από το πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, και πληρούνται όλες οι απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 3 έως 5 του παρόντος άρθρου.
3. Με την επιφύλαξη του πλαισίου της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, η οριστική αποτίμηση βασίζεται σε συνετές παραδοχές και δεν τεκμαίρεται οποιαδήποτε δυνητική χορήγηση έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης από τη χρονική στιγμή κατά την οποία αναλαμβάνεται δράση εξυγίανσης.
4. Η οριστική αποτίμηση συμπληρώνεται με τις ακόλουθες πληροφορίες τις οποίες κατέχει η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε):
|
α) |
επικαιροποιημένη οικονομική κατάσταση και επικαιροποιημένη οικονομική αποτίμηση της οντότητας, σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ· |
|
β) |
έκθεση σχετικά με την οικονομική θέση της οντότητας, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, εκτίμησης, από ανεξάρτητη αναλογιστική λειτουργία, των τεχνικών προβλέψεων της οντότητας που αναφέρονται στον τίτλο Ι κεφάλαιο VI τμήμα 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
γ) |
τυχόν πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τις αγοραίες και λογιστικές αξίες των στοιχείων ενεργητικού, των τεχνικών προβλέψεων, που αναφέρονται στον τίτλο Ι κεφάλαιο VI τμήμα 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, και άλλων υποχρεώσεων της οντότητας. |
5. Κάθε οριστική αποτίμηση αναφέρει την κατάταξη των πιστωτών σε κατηγορίες σύμφωνα με τα επίπεδα προτεραιότητας βάσει του ισχύοντος πτωχευτικού δικαίου. Η οριστική αποτίμηση περιλαμβάνει επίσης εκτίμηση της μεταχείρισης την οποία θα αναμενόταν να λάβει κάθε κατηγορία μετόχων και πιστωτών εάν η οικεία οντότητα εκκαθαριζόταν υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.
Η εκτίμηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν προδικάζει την αποτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 56.
6. Η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τα εξής:
|
α) |
τις συνθήκες υπό τις οποίες ένα πρόσωπο θεωρείται ότι είναι ανεξάρτητο τόσο από την αρχή εξυγίανσης όσο και από την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου· |
|
β) |
τις μεθοδολογίες για την εκτίμηση της αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στο πλαίσιο της εξυγίανσης· |
|
γ) |
τον διαχωρισμό των αποτιμήσεων βάσει των άρθρων 23 και 56 της παρούσας οδηγίας. |
Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 29 Ιουλίου 2027.
Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμπληρώνει την παρούσα οδηγία εκδίδοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
Άρθρο 25
Προσωρινές και οριστικές αποτιμήσεις
1. Αποτιμήσεις του άρθρου 23 οι οποίες δεν πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 24 παράγραφος 2 θεωρούνται προσωρινές αποτιμήσεις.
Οι προσωρινές αποτιμήσεις περιλαμβάνουν απόθεμα ασφαλείας για πρόσθετες ζημίες και κατάλληλη αιτιολόγηση για το εν λόγω απόθεμα.
2. Οι αρχές εξυγίανσης που αναλαμβάνουν δράση εξυγίανσης με βάση προσωρινή αποτίμηση εξασφαλίζουν ότι η οριστική αποτίμηση διενεργείται το συντομότερο δυνατόν.
Οι εν λόγω αρχές εξυγίανσης εξασφαλίζουν ότι η οριστική αποτίμηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο:
|
α) |
επιτρέπει την πλήρη αναγνώριση ενδεχόμενων ζημιών της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) στα βιβλία της· |
|
β) |
τεκμηριώνει απόφαση να αντιλογιστούν οι λογιστικές εγγραφές αξιώσεων των πιστωτών ή να αυξηθεί η αξία του καταβληθέντος αντιτίμου, κατά την παράγραφο 3. |
3. Εάν η εκτίμηση της οριστικής αποτίμησης της καθαρής αξίας ενεργητικού της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) είναι υψηλότερη από την εκτίμηση της προσωρινής αποτίμησης της καθαρής αξίας των στοιχείων ενεργητικού της εν λόγω οντότητας, η αρχή εξυγίανσης μπορεί:
|
α) |
να αυξήσει την αξία των αξιώσεων των θιγόμενων πιστωτών που έχουν απομειωθεί ή αναδιαρθρωθεί· |
|
β) |
να απαιτήσει από μια μεταβατική επιχείρηση να καταβάλει επιπλέον αντίτιμο για τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις στην επιχείρηση υπό εξυγίανση ή, κατά περίπτωση, στους κατόχους των μέσων ιδιοκτησίας. |
4. Η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει, για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, τη μεθοδολογία υπολογισμού του αποθέματος ασφαλείας για πρόσθετες ζημίες που πρέπει να περιλαμβάνεται στις προσωρινές αποτιμήσεις.
Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 29 Ιουλίου 2027.
Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμπληρώνει την παρούσα οδηγία εκδίδοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
Εργαλεία εξυγίανσης
Άρθρο 26
Γενικές αρχές για τα εργαλεία εξυγίανσης
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές εξυγίανσης να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες για να εφαρμόζουν τα εργαλεία εξυγίανσης σε οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), η οποία πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 20 παράγραφος 3.
2. Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης αποφασίσει να εφαρμόσει ένα εργαλείο εξυγίανσης σε οντότητα του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) και αυτή η δράση εξυγίανσης αναμένεται να προκαλέσει ζημίες που επιβαρύνουν τους πιστωτές, ιδίως τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, ή να οδηγήσει σε αναδιάρθρωση ή μετατροπή των απαιτήσεών τους, η αρχή εξυγίανσης ασκεί την εξουσία απομείωσης ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με το άρθρο 35 αμέσως πριν ή παράλληλα με την εφαρμογή του εργαλείου εξυγίανσης.
Τυχόν έσοδα, τα οποία προκύπτουν μετά την ανάκτηση οποιωνδήποτε εύλογων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν δεόντως σε σχέση με τη χρήση των εργαλείων εξυγίανσης ή την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης ως αποτέλεσμα της εφαρμογής οποιουδήποτε εργαλείου εξυγίανσης σύμφωνα με την παράγραφο 5 αποζημιώνουν πρώτα τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου και τους λοιπούς πιστωτές της οντότητας στον βαθμό που οι απαιτήσεις τους έχουν απομειωθεί χωρίς να αποζημιωθούν πλήρως.
Η μετατροπή επιλέξιμων υποχρεώσεων σε κεφαλαιακά μέσα μπορεί να εφαρμόζεται σε απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως μόνο σε περιπτώσεις που η αρχή εξυγίανσης αιτιολογεί ότι οι στόχοι εξυγίανσης δεν μπορούν να επιτευχθούν μέσω άλλων εργαλείων εξυγίανσης ή όταν η μετατροπή των απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως θα οδηγήσει σε καλύτερη προστασία των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου σε σύγκριση με τη χρήση οποιουδήποτε άλλου εργαλείου εξυγίανσης και την απομείωση των απαιτήσεών τους.
3. Τα εργαλεία εξυγίανσης είναι τα εξής:
|
α) |
το εργαλείο διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης· |
|
β) |
το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων· |
|
γ) |
το εργαλείο μεταβατικής επιχείρησης· |
|
δ) |
το εργαλείο διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού· |
|
ε) |
το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής. |
Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εφαρμόζουν τα εργαλεία εξυγίανσης μεμονωμένα ή σε οποιονδήποτε συνδυασμό, με εξαίρεση το εργαλείο διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, το οποίο εφαρμόζεται μόνο σε συνδυασμό με άλλο εργαλείο εξυγίανσης.
4. Σε περίπτωση που χρησιμοποιείται μόνο το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων και το εργαλείο μεταβατικής επιχείρησης και εφόσον τα εργαλεία αυτά χρησιμοποιούνται για τη μεταβίβαση μόνο μέρους των στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων της επιχείρησης υπό εξυγίανση, η εναπομένουσα ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή η εναπομένουσα οντότητα του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως ε) από την οποία έχουν μεταβιβαστεί τα στοιχεία ενεργητικού, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις εκκαθαρίζεται σύμφωνα με τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας. Η εκκαθάριση αυτή πραγματοποιείται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, λαμβανομένης υπόψη της ενδεχόμενης ανάγκης της εν λόγω εναπομένουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή εναπομένουσας οντότητας του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως ε) να παρέχει υπηρεσίες ή στήριξη σύμφωνα με το άρθρο 45, προκειμένου ο αποδέκτης να είναι σε θέση να διεκπεραιώσει τις δραστηριότητες ή τις υπηρεσίες τις οποίες απέκτησε δυνάμει αυτής της μεταβίβασης, και λαμβανομένου επίσης υπόψη κάθε άλλου λόγου ο οποίος επιτάσσει τη συνέχιση της λειτουργίας της εναπομένουσας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή εναπομένουσας οντότητας όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως ε), προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης ή να τηρούνται οι αρχές που ορίζονται στο άρθρο 22.
5. Η αρχή εξυγίανσης και οποιαδήποτε ρύθμιση χρηματοδότησης που ενεργεί δυνάμει του άρθρου 81 ή η αρχή εξυγίανσης εκ μέρους οποιασδήποτε ρύθμισης χρηματοδότησης μπορεί να ανακτά κάθε εύλογη δαπάνη που δεόντως προέκυψε από την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης ή την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, με έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους τρόπους:
|
α) |
υπό μορφή παρακράτησης από οποιοδήποτε αντίτιμο καταβάλλεται από αποδέκτη προς την επιχείρηση υπό εξυγίανση ή, ανάλογα με την περίπτωση, προς τους κατόχους των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας· |
|
β) |
από την επιχείρηση υπό εξυγίανση, ως προνομιακός πιστωτής· |
|
γ) |
από τυχόν έσοδα που προκύπτουν από την περάτωση των δραστηριοτήτων της μεταβατικής επιχείρησης, του φορέα διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού ή της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που τελεί σε διαδικασία διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης, ως προνομιακός πιστωτής. |
6. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι κανόνες του εθνικού πτωχευτικού δικαίου σχετικά με την ακυρωσία και την κήρυξη του ανενεργού των επιβλαβών για τους πιστωτές δικαιοπραξιών δεν εφαρμόζονται στις μεταβιβάσεις στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων από μια επιχείρηση υπό εξυγίανση προς άλλη οντότητα δυνάμει της εφαρμογής εργαλείου εξυγίανσης ή της άσκησης εξουσίας εξυγίανσης.
7. Τα κράτη μέλη μπορούν να αναθέτουν στις αρχές εξυγίανσης πρόσθετα εργαλεία και εξουσίες που μπορούν να ασκούνται όταν μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 20 παράγραφος 3, εφόσον:
|
α) |
όταν εφαρμόζονται σε διασυνοριακό όμιλο, τα εν λόγω πρόσθετα εργαλεία και οι πρόσθετες εξουσίες δεν θέτουν εμπόδια στην αποτελεσματική εξυγίανση του ομίλου· και |
|
β) |
αυτά τα εργαλεία και οι εξουσίες συνάδουν με τους στόχους εξυγίανσης και με τις γενικές αρχές που διέπουν την εξυγίανση, οι οποίες ορίζονται στο άρθρο 22. |
8. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, στον βαθμό που οποιοδήποτε από τα εργαλεία εξυγίανσης δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε οντότητα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 1 παράγραφος 1 λόγω της ειδικής νομικής μορφής της αλληλασφαλιστικής επιχείρησης ή συνεταιριστικής εταιρείας, οι αρχές εξυγίανσης έχουν τις απαραίτητες εξουσίες να εφαρμόζουν εργαλεία παρόμοια όσο είναι δυνατόν με εκείνα που απαριθμούνται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, μεταξύ άλλων και όσον αφορά τα αποτελέσματά τους.
Άρθρο 27
Το εργαλείο διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης έχουν την εξουσία να θέτουν την επιχείρηση υπό εξυγίανση σε διαδικασία διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης προκειμένου να τερματιστούν οι δραστηριότητες της εν λόγω επιχείρησης και να απαγορεύουν στην επιχείρηση υπό εξυγίανση να συνάπτει νέες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές πράξεις.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας από την εποπτική αρχή, η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στην οποία έχει εφαρμοστεί το εργαλείο διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης πληροί τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις που ορίζονται στον τίτλο Ι κεφάλαιο VI τμήμα 5 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ αμέσως μετά την εφαρμογή του εν λόγω εργαλείου.
3. Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας από την εποπτική αρχή, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που τελεί υπό το εργαλείο διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης εξακολουθεί να υπόκειται στους γενικούς κανόνες και στόχους της εποπτείας των ασφαλίσεων που ορίζονται στον τίτλο Ι κεφάλαιο ΙΙΙ της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, μέχρι τον τερματισμό των δραστηριοτήτων της σύμφωνα της παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου.
4. Οι αρχές εξυγίανσης διασφαλίζουν ότι μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση υπό εξυγίανση η οποία τελεί σε διαδικασία διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης είναι σε θέση να διατηρήσει κατάλληλα εκπαιδευμένο και ικανό προσωπικό ώστε να διασφαλιστεί η ομαλή συνέχιση των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων της ενώ τελεί σε διαδικασία διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων έως την εκκαθάρισή της.
5. Οι αρχές εξυγίανσης παρακολουθούν, σε στενή συνεργασία με τις εποπτικές αρχές, τις ταμειακές ροές, καθώς και το κόστος και τις δαπάνες μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης υπό εξυγίανση, ώστε να διαφυλάσσεται η αξία και η εμπορευσιμότητά της.
6. Οι αρχές εξυγίανσης, σε στενή συνεργασία με τις εποπτικές αρχές, αξιολογούν τις σκοπούμενες αλλαγές στη σύνθεση των στοιχείων ενεργητικού, παρακολουθούν στενά τις ρυθμίσεις αντασφάλισης και απαιτούν, τουλάχιστον σε τριμηνιαία βάση, ανεξάρτητες αναλογιστικές επανεξετάσεις των τεχνικών προβλέψεων και των αποθεματικών.
7. Κατά την εφαρμογή του εργαλείου διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να περιορίζουν ή να απαγορεύουν οποιαδήποτε αμοιβή για μετοχικό κεφάλαιο και για μέσα που αντιμετωπίζονται ως ίδια κεφάλαια, συμπεριλαμβανομένης της καταβολής μερισμάτων, και μπορούν να περιορίζουν ή να απαγορεύουν κάθε καταβολή μεταβλητών αποδοχών και προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών.
8. Οι αρχές εξυγίανσης αποφασίζουν ότι μια επιχείρηση υπό εξυγίανση που τελεί σε διαδικασία διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης πρέπει να εκκαθαριστεί σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις προκύψει πρώτη:
|
α) |
όλα ή σχεδόν όλα τα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις της επιχείρησης υπό εξυγίανση που τελεί σε διαδικασία διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης πωλούνται σε τρίτο αγοραστή· |
|
β) |
τα στοιχεία ενεργητικού της επιχείρησης υπό εξυγίανση που τελεί σε διαδικασία διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης έχουν εξαντληθεί και οι υποχρεώσεις της έχουν εκπληρωθεί στο σύνολό τους. |
9. Όταν χρησιμοποιείται το εργαλείο διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης και η καθαρή αξία ενεργητικού της επιχείρησης υπό εξυγίανση που τελεί σε διαδικασία διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης έχει καταστεί αρνητική, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί αν θα εκκαθαρίσει την επιχείρηση σύμφωνα με τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας ή αν θα εφαρμόσει άλλο εργαλείο εξυγίανσης.
Σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις που ορίζονται στον τίτλο Ι κεφάλαιο VI τμήμα 5 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί, σε στενή συνεργασία με την εποπτική αρχή, αν η επιχείρηση θα πρέπει να εκκαθαριστεί σύμφωνα με κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας ή αν θα πρέπει να εφαρμοστεί άλλο εργαλείο εξυγίανσης.
Άρθρο 28
Αρχές για την εφαρμογή του εργαλείου διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων και του εργαλείου μεταβατικής επιχείρησης
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, με την επιφύλαξη του άρθρου 31 παράγραφοι 5 και 6 και του άρθρου 67, οι αρχές εξυγίανσης έχουν την εξουσία να χρησιμοποιούν το εργαλείο διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων και το εργαλείο μεταβατικής επιχείρησης χωρίς να λαμβάνουν τη συγκατάθεση των μετόχων της επιχείρησης υπό εξυγίανση ή οποιουδήποτε τρίτου μέρους, εκτός από τον αγοραστή ή τη μεταβατική επιχείρηση, και χωρίς να τηρούνται τυχόν διαδικαστικές απαιτήσεις βάσει του δικαίου περί εταιρειών ή αξιογράφων πέραν αυτών που προβλέπονται στο άρθρο 29.
2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 26 παράγραφοι 2 και 5, κάθε αντίτιμο που καταβάλλεται από τον αγοραστή ή τη μεταβατική επιχείρηση αποβαίνει προς όφελος:
|
α) |
των κατόχων των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας, όταν οι εν λόγω μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από την επιχείρηση υπό εξυγίανση έχουν μεταβιβαστεί από τους κατόχους των εν λόγω μετοχών ή μέσων στον αγοραστή ή στη μεταβατική επιχείρηση· |
|
β) |
την επιχείρηση υπό εξυγίανση, όταν ορισμένα ή όλα τα στοιχεία ενεργητικού ή παθητικού της επιχείρησης υπό εξυγίανση έχουν μεταβιβαστεί στον αγοραστή ή στη μεταβατική επιχείρηση. |
3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 26 παράγραφοι 2 και 5, η επιχείρηση υπό εξυγίανση καρπώνεται κάθε αντίτιμο που καταβάλλεται από φορέα διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού που αναφέρεται στο άρθρο 30 παράγραφος 2 σε σχέση με τα στοιχεία ενεργητικού, τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις που αποκτώνται απευθείας από την επιχείρηση υπό εξυγίανση. Το αντίτιμο μπορεί να καταβάλλεται υπό μορφή χρεωστικών τίτλων που εκδίδονται από τον φορέα διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού.
4. Οι μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται με τη χρήση του εργαλείου διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή του εργαλείου μεταβατικής επιχείρησης υπόκεινται στις διασφαλίσεις που αναφέρονται στον τίτλο III κεφάλαιο V.
5. Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να χρησιμοποιούν το εργαλείο διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων και το εργαλείο μεταβατικής επιχείρησης περισσότερες από μία φορές για να πραγματοποιούν συμπληρωματικές μεταβιβάσεις, όπου αυτό είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης.
6. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι αγοραστής ή μεταβατική επιχείρηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να συνεχίσει να ασκεί τα δικαιώματα συμμετοχής και πρόσβασης σε συστήματα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού, σε χρηματιστήρια και σε συστήματα εγγύησης ασφάλισης, κατά περίπτωση, της επιχείρησης υπό εξυγίανση, εφόσον ο εν λόγω αγοραστής ή η εν λόγω μεταβατική επιχείρηση πληροί τα κριτήρια ιδιότητας μέλους και συμμετοχής για τη συμμετοχή στα συστήματα αυτά.
Στις περιπτώσεις που δεν πληρούνται όλα τα κριτήρια του πρώτου εδαφίου, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, κατά περίπτωση, ότι:
|
α) |
η ιδιότητα του μέλους ή η συμμετοχή σε συστήματα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού, χρηματιστήρια και συστήματα εγγύησης ασφάλισης δεν απορρίπτεται επειδή ο αγοραστής ή η μεταβατική επιχείρηση δεν διαθέτει διαβάθμιση από οργανισμό αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ή επειδή αυτή η διαβάθμιση δεν αντιστοιχεί στα επίπεδα διαβάθμισης που απαιτούνται για τη χορήγηση πρόσβασης στα εν λόγω συστήματα· |
|
β) |
σε περίπτωση που ο αγοραστής ή η μεταβατική επιχείρηση δεν πληροί τα κριτήρια ιδιότητας μέλους ή συμμετοχής σε σχετικό σύστημα πληρωμών, εκκαθάρισης ή διακανονισμού, χρηματιστήριο ή σύστημα εγγύησης ασφάλισης, τα δικαιώματα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο ασκούνται για περίοδο που ορίζουν οι αρχές εξυγίανσης, η οποία δεν υπερβαίνει τους 24 μήνες και μπορεί να ανανεωθεί κατόπιν αιτήματος του αγοραστή ή της μεταβατικής επιχείρησης προς την αρχή εξυγίανσης. |
7. Με την επιφύλαξη του τίτλου III κεφάλαιο V, οι μέτοχοι ή οι πιστωτές της επιχείρησης υπό εξυγίανση και άλλα τρίτα μέρη των οποίων τα στοιχεία ενεργητικού, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις δεν μεταβιβάζονται με τη χρήση του εργαλείου διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή του εργαλείου μεταβατικής επιχείρησης δεν έχουν δικαιώματα ή απαιτήσεις επί ή σε σχέση με τα μεταβιβασθέντα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις ή επί ή σε σχέση με το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο ή τα ανώτατα διοικητικά στελέχη της μεταβατικής επιχείρησης ή τον φορέα διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού.
Άρθρο 29
Διαδικαστικές απαιτήσεις σχετικά με τις πωλήσεις δραστηριοτήτων, στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων κατά την εξυγίανση
1. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όταν οι αρχές εξυγίανσης επιδιώκουν να εφαρμόσουν το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων ή να πωλήσουν μια μεταβατική επιχείρηση, ή τα στοιχεία ενεργητικού, τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις της, η επιχείρηση υπό εξυγίανση, η μεταβατική επιχείρηση ή τα στοιχεία ενεργητικού, τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις, οι μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας τίθενται σε πώληση σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παραγράφου 2. Ομάδες δικαιωμάτων και στοιχείων ενεργητικού και παθητικού δύνανται να τεθούν σε πώληση χωριστά.
2. Υπό την επιφύλαξη του πλαισίου της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, η θέση σε πώληση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:
|
α) |
είναι όσο το δυνατόν πιο διαφανής και δεν αλλοιώνει ουσιωδώς την εικόνα των στοιχείων ενεργητικού, των δικαιωμάτων, των υποχρεώσεων, των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας της επιχείρησης ή της μεταβατικής επιχείρησης την οποία προτίθεται να μεταβιβάσει μια αρχή εξυγίανσης· |
|
β) |
δεν ευνοεί αδικαιολόγητα κάποιους δυνητικούς αγοραστές ούτε δημιουργεί διακρίσεις μεταξύ τους· |
|
γ) |
δεν επηρεάζεται από συγκρούσεις συμφερόντων· |
|
δ) |
δεν προσφέρει τυχόν αθέμιτο πλεονέκτημα σε δυνητικό αγοραστή· |
|
ε) |
λαμβάνει υπόψη την ανάγκη να πραγματοποιηθεί ταχέως η δράση εξυγίανσης· |
|
στ) |
στοχεύει στη μεγιστοποίηση, κατά το δυνατόν, της τιμής πώλησης των σχετικών μετοχών ή των άλλων μέσων ιδιοκτησίας, των στοιχείων ενεργητικού, των δικαιωμάτων ή των υποχρεώσεων. |
Οι εν λόγω απαιτήσεις δεν εμποδίζουν τις αρχές εξυγίανσης να προσκαλέσουν συγκεκριμένους δυνητικούς αγοραστές.
Κάθε γνωστοποίηση στο κοινό της θέσης σε πώληση οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) ή της μεταβατικής επιχείρησης που κανονικά θα απαιτείτο σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 μπορεί να καθυστερήσει σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 4 ή 5 του εν λόγω κανονισμού.
3. Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να λάβουν τεκμηριωμένη απόφαση να μην συμμορφωθούν με την απαίτηση για τη θέση σε πώληση, όταν διαπιστώνουν ότι η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 ενδέχεται να υπονομεύσει έναν ή περισσότερους από τους στόχους εξυγίανσης.
Άρθρο 30
Το εργαλείο διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν την εξουσία να μεταβιβάζουν στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση ή μιας μεταβατικής επιχείρησης σε έναν ή περισσότερους φορείς διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού.
2. Για τους σκοπούς του εργαλείου διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, φορέας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού είναι το νομικό πρόσωπο που:
|
α) |
ανήκει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε μία ή περισσότερες δημόσιες αρχές, στις οποίες μπορεί να περιλαμβάνεται η αρχή εξυγίανσης, και ελέγχεται από την αρχή εξυγίανσης· και |
|
β) |
έχει δημιουργηθεί με σκοπό να λάβει ορισμένα ή όλα τα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα και υποχρεώσεις ενός ή περισσοτέρων επιχειρήσεων υπό εξυγίανση ή μιας μεταβατικής επιχείρησης. |
3. Ο φορέας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού διαχειρίζεται τα χαρτοφυλάκια που μεταβιβάζονται σε αυτόν με σκοπό να μεγιστοποιήσει την αξία τους μέσω της πώλησης αυτών των χαρτοφυλακίων ή συντεταγμένης εκκαθάρισης.
4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η λειτουργία του φορέα διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:
|
α) |
η σχετική αρχή εξυγίανσης έχει εγκρίνει τα καταστατικά έγγραφα του φορέα διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού· |
|
β) |
με την επιφύλαξη της ιδιοκτησιακής δομής του φορέα διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, η σχετική αρχή εξυγίανσης διορίζει ή εγκρίνει το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο του φορέα· |
|
γ) |
η σχετική αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τις αποδοχές των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου και καθορίζει τις αρμοδιότητές τους· |
|
δ) |
η σχετική αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τη στρατηγική και το προφίλ κινδύνου του φορέα διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού. |
5. Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να ασκούν την εξουσία που ορίζεται στην παράγραφο 1 όσον αφορά τη μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων μόνο σε συνδυασμό με άλλα εργαλεία εξυγίανσης και εφόσον συντρέχει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
|
α) |
η κατάσταση της συγκεκριμένης αγοράς για αυτά τα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις είναι τέτοια που η εκκαθάριση των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων στο πλαίσιο κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας είναι πιθανό να επιφέρει δυσμενείς συνέπειες σε μία ή περισσότερες χρηματοπιστωτικές αγορές· |
|
β) |
η μεταβίβαση είναι απαραίτητη προκειμένου να διευκολυνθεί η χρήση του εργαλείου διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης ή προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή λειτουργία της επιχείρησης υπό εξυγίανση ή μιας μεταβατικής επιχείρησης· |
|
γ) |
η μεταβίβαση είναι απαραίτητη προκειμένου να μεγιστοποιηθούν τα έσοδα από την εκκαθάριση. |
6. Κατά την εφαρμογή του εργαλείου διαχωρισμού στοιχείων ενεργητικού και παθητικού, οι αρχές εξυγίανσης, σύμφωνα με το άρθρο 23 και σύμφωνα με το πλαίσιο της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, προσδιορίζουν το αντίτιμο έναντι του οποίου τα στοιχεία ενεργητικού, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις μεταβιβάζονται στον φορέα διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού. Το αντίτιμο μπορεί να έχει ονομαστική ή αρνητική αξία.
7. Σε περίπτωση που οι αρχές εξυγίανσης έχουν εφαρμόσει το εργαλείο μεταβατικής επιχείρησης, ο φορέας διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μπορεί, μετά την εφαρμογή του εργαλείου μεταβατικής επιχείρησης, να αποκτήσει στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις από τη μεταβατική επιχείρηση.
8. Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να μεταβιβάζουν στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις από την επιχείρηση υπό εξυγίανση σε έναν ή περισσότερους φορείς διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού σε περισσότερες από μία περιπτώσεις, καθώς επίσης και να αναμεταβιβάζουν στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις από έναν ή περισσότερους φορείς διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού προς την επιχείρηση υπό εξυγίανση σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
|
α) |
όταν η δυνατότητα αναμεταβίβασης των στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων δηλώνεται ρητώς στην πράξη με την οποία πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση· |
|
β) |
όταν τα στοιχεία ενεργητικού, τα δικαιώματα ή οι υποχρεώσεις δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων που προσδιορίζονται στην πράξη με την οποία πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση ή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων. |
Σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις του πρώτου εδαφίου στοιχεία α) και β), η αναμεταβίβαση μπορεί να πραγματοποιείται εντός οποιουδήποτε χρονικού διαστήματος και συνάδει με κάθε προϋπόθεση που ρητώς ορίζεται στη σχετική προς αυτόν τον σκοπό πράξη.
Η επιχείρηση υπό εξυγίανση υποχρεούται να δεχθεί εκ νέου τυχόν στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β).
9. Οι στόχοι ενός φορέα διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού δεν συνεπάγονται καμία υποχρέωση ή ευθύνη για τους μετόχους ή τους πιστωτές της επιχείρησης υπό εξυγίανση. Τα μέλη του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου ή τα ανώτατα διοικητικά στελέχη του φορέα διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού δεν υπέχουν καμία ευθύνη έναντι των εν λόγω μετόχων ή πιστωτών για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτός εάν οι εν λόγω πράξεις ή παραλείψεις είναι, κατά την εθνική νομοθεσία, προϊόν βαρείας αμέλειας ή σοβαρού παραπτώματος που έθιξε άμεσα τα δικαιώματα αυτών των μετόχων ή πιστωτών.
Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν την ευθύνη ενός φορέα διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού και των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου του ή των ανώτατων διοικητικών στελεχών του για πράξεις και παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Άρθρο 31
Το εργαλείο πώλησης δραστηριοτήτων
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν την εξουσία να μεταβιβάζουν σε έναν αγοραστή που δεν είναι μεταβατική επιχείρηση:
|
α) |
μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από επιχείρηση που τελεί υπό εξυγίανση· |
|
β) |
όλα ή οποιαδήποτε στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση. |
2. Μια μεταβίβαση κατά την παράγραφο 1 πραγματοποιείται με εμπορικούς όρους, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων, και σύμφωνα με το πλαίσιο της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.
Οι αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο ώστε να εξασφαλίσουν εμπορικούς όρους για τη μεταβίβαση οι οποίοι συνάδουν με την αποτίμηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 23, έχοντας υπόψη τις εκάστοτε περιστάσεις.
3. Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν, με τη συγκατάθεση του αγοραστή, να αντιστρέψουν τις εκτελεσθείσες μεταβιβάσεις, εφόσον αυτό δικαιολογείται από τις εκάστοτε περιστάσεις. Η επιχείρηση υπό εξυγίανση ή οι αρχικοί ιδιοκτήτες υποχρεούνται να δεχθούν εκ νέου τις μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που είχαν μεταβιβασθεί.
4. Οι αγοραστές υποχρεούνται να διαθέτουν τη δέουσα άδεια λειτουργίας προκειμένου να διεκπεραιώνουν τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που αναλαμβάνουν όταν πραγματοποιείται η μεταβίβαση που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Οι εποπτικές αρχές εξασφαλίζουν την έγκαιρη εξέταση τυχόν αίτησης χορήγησης της εν λόγω άδειας, σε συνδυασμό με τη μεταβίβαση.
5. Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 57 έως 62 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, σε περίπτωση που η μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας δυνάμει της εφαρμογής του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων θα κατέληγε σε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 57 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, η εποπτική αρχή της εν λόγω ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης διενεργεί εγκαίρως την εκτίμηση που απαιτείται βάσει των εν λόγω άρθρων, κατά τρόπο που δεν καθυστερεί την εφαρμογή του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων ή δεν εμποδίζει τη δράση εξυγίανσης να επιτύχει τους στόχους εξυγίανσης.
6. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που η εποπτική αρχή δεν έχει ολοκληρώσει την εκτίμηση που αναφέρεται στην παράγραφο 5 από την ημερομηνία της μεταβίβασης, ισχύουν τα ακόλουθα:
|
α) |
η εν λόγω μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προς τον αγοραστή παράγει αμέσως έννομες συνέπειες· |
|
β) |
κατά τη διάρκεια της περιόδου εκτίμησης και κάθε περιόδου εκποίησης που προβλέπεται στο στοιχείο στ), τα δικαιώματα ψήφου του αγοραστή βάσει των εν λόγω μετοχών ή μέσων ιδιοκτησίας αναστέλλονται και εκχωρούνται αποκλειστικά στην αρχή εξυγίανσης, η οποία δεν υποχρεούται να ασκεί τα σχετικά δικαιώματα ψήφου και δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για την άσκηση ή την παράλειψη άσκησης αυτών των δικαιωμάτων ψήφου· |
|
γ) |
κατά τη διάρκεια της περιόδου εκτίμησης και κάθε περιόδου εκποίησης που προβλέπεται στο στοιχείο στ), οι κυρώσεις και τα λοιπά μέτρα λόγω παράβασης των απαιτήσεων περί απόκτησης ή εκχώρησης ειδικών συμμετοχών που προβλέπονται στο άρθρο 62 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ δεν ισχύουν για την εν λόγω μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας· |
|
δ) |
αμέσως μετά την ολοκλήρωση της εκτίμησής της, η εποπτική αρχή ειδοποιεί εγγράφως την αρχή εξυγίανσης και τον αγοραστή σχετικά με την εκ μέρους της έγκριση ή, σύμφωνα με το άρθρο 58 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, αντίθεση στη μεταβίβαση των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προς τον αγοραστή· |
|
ε) |
εάν η εποπτική αρχή εγκρίνει τη μεταβίβαση των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προς τον αγοραστή, τα δικαιώματα ψήφου βάσει αυτών των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας θεωρούνται πλήρως εκχωρηθέντα στον αγοραστή από το χρονικό σημείο κατά το οποίο η αρχή εξυγίανσης και ο αγοραστής λαμβάνουν την εν λόγω ειδοποίηση περί έγκρισης από την εποπτική αρχή· |
|
στ) |
εάν η εποπτική αρχή αντιταχθεί στη μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προς τον αγοραστή:
|
7. Για τον σκοπό της άσκησης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών ή του δικαιώματος εγκατάστασής του σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ, ο αγοραστής θεωρείται ότι αποτελεί συνέχεια της επιχείρησης υπό εξυγίανση και μπορεί να συνεχίσει να ασκεί κάθε τέτοιο δικαίωμα το οποίο ασκούσε η επιχείρηση υπό εξυγίανση όσον αφορά τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις.
Άρθρο 32
Εργαλείο μεταβατικής επιχείρησης
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν την εξουσία να μεταβιβάζουν σε μεταβατική επιχείρηση:
|
α) |
μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις υπό εξυγίανση· |
|
β) |
όλα ή ορισμένα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις μίας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων υπό εξυγίανση. |
2. Η μεταβατική επιχείρηση είναι νομικό πρόσωπο που πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες απαιτήσεις:
|
α) |
ανήκει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει σε μία ή περισσότερες δημόσιες αρχές, στις οποίες μπορεί να περιλαμβάνεται η αρχή εξυγίανσης ή, κατά περίπτωση, σύστημα εγγύησης ασφάλισης, και ελέγχεται από την αρχή εξυγίανσης· |
|
β) |
δημιουργείται με σκοπό την απόκτηση και την κατοχή ορισμένων ή όλων των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από επιχείρηση υπό εξυγίανση ή ορισμένων ή όλων των στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων μίας ή περισσότερων επιχειρήσεων υπό εξυγίανση με σκοπό την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης και την πώληση της επιχείρησης ή της οντότητας υπό εξυγίανση. |
3. Κατά την εφαρμογή του εργαλείου μεταβατικής επιχείρησης, οι αρχές εξυγίανσης μεριμνούν ώστε η συνολική αξία των υποχρεώσεων που μεταβιβάζονται στη μεταβατική επιχείρηση να μην υπερβαίνει τη συνολική αξία των δικαιωμάτων και των στοιχείων ενεργητικού που μεταβιβάζονται από την επιχείρηση υπό εξυγίανση.
4. Μετά την εφαρμογή του εργαλείου μεταβατικής επιχείρησης, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν, εφόσον δικαιολογείται από τις περιστάσεις, να αντιστρέψουν τις εκτελεσθείσες μεταβιβάσεις, και η επιχείρηση υπό εξυγίανση ή οι αρχικοί ιδιοκτήτες υποχρεούνται να δεχθούν εκ νέου τυχόν μεταβιβασθέντα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις, ή μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, όταν αυτό δικαιολογείται από τις εκάστοτε περιστάσεις, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
|
α) |
η δυνατότητα να μπορούν να αναμεταβιβάζονται οι συγκεκριμένες μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις δηλώνεται ρητώς στην πράξη με την οποία πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση· |
|
β) |
οι συγκεκριμένες μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων που προσδιορίζονται στην πράξη με την οποία πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση ή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων. |
Η αναμεταβίβαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο μπορεί να πραγματοποιείται εντός οποιουδήποτε χρονικού διαστήματος και πληροί οποιεσδήποτε άλλες προϋποθέσεις που ορίζονται στην πράξη με την οποία πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση.
5. Μετά την εφαρμογή του εργαλείου μεταβατικής επιχείρησης, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να μεταβιβάζουν μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, ή στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις από τη μεταβατική επιχείρηση σε τρίτο αγοραστή.
6. Η μεταβατική επιχείρηση θεωρείται ότι αποτελεί συνέχεια της επιχείρησης υπό εξυγίανση και ότι έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει να ασκεί κάθε δικαίωμα που ασκούσε η επιχείρηση υπό εξυγίανση όσον αφορά τα μεταβιβασθέντα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις.
7. Οι στόχοι της μεταβατικής επιχείρησης δεν συνεπάγονται καμία υποχρέωση ή ευθύνη για τους μετόχους ή τους πιστωτές της επιχείρησης υπό εξυγίανση. Τα μέλη του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου ή τα ανώτατα διοικητικά στελέχη της μεταβατικής επιχείρησης δεν υπέχουν καμία ευθύνη έναντι αυτών των μετόχων ή πιστωτών για πράξεις ή παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, εκτός εάν οι εν λόγω πράξεις ή παραλείψεις είναι, κατά την εθνική νομοθεσία, προϊόν βαρείας αμέλειας ή σοβαρού παραπτώματος που έθιξαν άμεσα τα δικαιώματα αυτών των μετόχων και πιστωτών.
Τα κράτη μέλη μπορούν να περιορίσουν περαιτέρω την ευθύνη μιας μεταβατικής επιχείρησης και των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού της οργάνου ή των ανώτατων διοικητικών στελεχών της, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, για πράξεις και παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους.
Άρθρο 33
Λειτουργία της μεταβατικής επιχείρησης
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η μεταβατική επιχείρηση λειτουργεί τηρουμένων των ακόλουθων απαιτήσεων:
|
α) |
η αρχή εξυγίανσης έχει εγκρίνει τα καταστατικά έγγραφα της μεταβατικής επιχείρησης· |
|
β) |
με την επιφύλαξη της ιδιοκτησιακής δομής της μεταβατικής επιχείρησης, η αρχή εξυγίανσης διορίζει ή εγκρίνει το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο της μεταβατικής επιχείρησης· |
|
γ) |
η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τις αποδοχές των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου και καθορίζει τις σχετικές αρμοδιότητές τους· |
|
δ) |
η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τη στρατηγική και το προφίλ κινδύνου της μεταβατικής επιχείρησης· |
|
ε) |
η μεταβατική επιχείρηση λαμβάνει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ και διαθέτει την αναγκαία άδεια, βάσει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, να διεκπεραιώσει τις δραστηριότητες ή τις υπηρεσίες που αποκτά δυνάμει της μεταβίβασης που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 42 της παρούσας οδηγίας· |
|
στ) |
η μεταβατική επιχείρηση πληροί τις εποπτικές απαιτήσεις και υπόκειται σε εποπτεία σύμφωνα με την οδηγία 2009/138/ΕΚ· |
|
ζ) |
η λειτουργία της μεταβατικής επιχείρησης συνάδει με το πλαίσιο της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις και η αρχή εξυγίανσης μπορεί να θέσει σχετικούς περιορισμούς στις δραστηριότητές του. |
Παρά τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου στοιχεία ε) και στ), και εφόσον αυτό απαιτείται προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης, μια μεταβατική επιχείρηση μπορεί να συσταθεί και να λάβει άδεια λειτουργίας χωρίς να συμμορφώνεται με την οδηγία 2009/138/ΕΚ για σύντομο διάστημα κατά την έναρξη της λειτουργίας της. Προς τον σκοπό αυτό, η αρχή εξυγίανσης υποβάλλει σχετικό αίτημα στην εποπτική αρχή. Σε περίπτωση που η εποπτική αρχή αποφασίσει να χορηγήσει την εν λόγω άδεια, υποδεικνύει την περίοδο για την οποία η μεταβατική επιχείρηση απαλλάσσεται από τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. Η χρονική αυτή περίοδος δεν υπερβαίνει τους 24 μήνες.
2. Με την επιφύλαξη τυχόν περιορισμών που επιβάλλονται σύμφωνα με τους ενωσιακούς ή τους εθνικούς κανόνες περί ανταγωνισμού, η διοίκηση της μεταβατικής επιχείρησης διευθύνει τη μεταβατική επιχείρηση με σκοπό την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης και την πώληση της υπό εξυγίανση επιχείρησης ή των μεταβιβαζόμενων στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεών της σε έναν ή περισσότερους αγοραστές του ιδιωτικού τομέα μόλις κριθούν κατάλληλες οι συνθήκες της αγοράς.
3. Οι αρχές εξυγίανσης αποφασίζουν ότι μια οντότητα δεν αποτελεί πλέον μεταβατική επιχείρηση σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις προκύψει πρώτη:
|
α) |
η μεταβατική επιχείρηση συγχωνεύεται με άλλη οντότητα· |
|
β) |
η μεταβατική επιχείρηση παύει να πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 32 παράγραφος 2· |
|
γ) |
όλα ή σχεδόν όλα τα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις της μεταβατικής επιχείρησης πωλούνται σε τρίτο αγοραστή· |
|
δ) |
τα στοιχεία ενεργητικού της μεταβατικής επιχείρησης έχουν εξαντληθεί και οι υποχρεώσεις της έχουν εκπληρωθεί στο σύνολό τους. |
4. Με την επιφύλαξη του άρθρου 26 παράγραφοι 2 και 5, οι μέτοχοι της μεταβατικής επιχείρησης καρπώνονται τυχόν έσοδα από την παύση της λειτουργίας της μεταβατικής επιχείρησης.
Άρθρο 34
Μεταβίβαση σε συστήματα εγγύησης ασφάλισης
1. Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 32 και 33, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ανάθεση σε κατάλληλο σύστημα εγγύησης ασφάλισης των καθηκόντων και δικαιωμάτων μιας μεταβατικής επιχείρησης. Παράλληλα με τη διασφάλιση των συμφερόντων των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, της συνέχειας των ασφαλιστικών σχέσεων και του διακανονισμού των απαιτήσεων, και με τη διασφάλιση ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας εξακολουθούν να επιτυγχάνονται επαρκώς, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν τη μεταβίβαση, στο εν λόγω σύστημα εγγύησης ασφάλισης:
|
α) |
μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις υπό εξυγίανση, ή |
|
β) |
όλων ή ορισμένων στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων μίας ή περισσοτέρων επιχειρήσεων υπό εξυγίανση. |
Οι αρχές εξυγίανσης μεριμνούν ώστε η συνολική αξία των υποχρεώσεων που μεταβιβάζονται στο σύστημα εγγύησης ασφάλισης να μην υπερβαίνει τη συνολική αξία των δικαιωμάτων και των στοιχείων ενεργητικού που μεταβιβάζονται από την επιχείρηση υπό εξυγίανση.
2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε ένα σύστημα εγγύησης ασφάλισης στο οποίο ανατίθενται τα καθήκοντα και τα δικαιώματα μιας μεταβατικής επιχείρησης να τηρεί τις ακόλουθες απαιτήσεις:
|
α) |
η αρχή εξυγίανσης έχει εγκρίνει τα καταστατικά έγγραφα της μεταβατικής επιχείρησης· |
|
β) |
η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τις αποδοχές των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου και καθορίζει τις σχετικές αρμοδιότητές τους· |
|
γ) |
η μεταβατική επιχείρηση δεν συνάπτει νέες ασφαλιστικές συμβάσεις ούτε μεταβάλλει υφιστάμενες ασφαλιστικές συμβάσεις κατά τρόπο που θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως της μεταβατικής επιχείρησης· |
|
δ) |
το σύστημα εγγύησης ασφάλισης υπόκειται σε γενικούς κανόνες και στόχους της εποπτείας των ασφαλίσεων, ώστε να διασφαλίζεται επαρκές επίπεδο προστασίας των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου. |
Το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου δεν εφαρμόζεται σε σύστημα εγγύησης ασφάλισης στο οποίο ανατίθενται τα καθήκοντα και τα δικαιώματα μιας μεταβατικής επιχείρησης, εάν τυχόν μεταβιβαζόμενα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα, υποχρεώσεις ή δικαιώματα ιδιοκτησίας διαχωρίζονται από τα άλλα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα και υποχρεώσεις του συστήματος εγγύησης ασφάλισης και δεν καταβάλλεται αμοιβή από τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία ενεργητικού.
3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η χρηματοδότηση ενός συστήματος εγγύησης ασφάλισης στο οποίο ανατίθενται τα καθήκοντα και τα δικαιώματα μιας μεταβατικής επιχείρησης να είναι επαρκής για τη συνέχιση των ασφαλιστικών σχέσεων και για τη διασφάλιση του διακανονισμού των απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως.
Άρθρο 35
Στόχος και πεδίο εφαρμογής του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εφαρμόζουν το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης για οποιονδήποτε από τους ακόλουθους σκοπούς:
|
α) |
για την ανακεφαλαιοποίηση οντότητας όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), η οποία πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 και στο άρθρο 20 παράγραφος 3 σε βαθμό που επαρκεί για την εφαρμογή του εργαλείου διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης και για τη διατήρηση της άδειας λειτουργίας της βάσει της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
β) |
για τη μετατροπή σε μετοχικό κεφάλαιο ή τη μείωση του κεφαλαίου των απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως, ή των χρεωστικών μέσων που μεταβιβάζονται:
|
Κατά την εφαρμογή του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής σε απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν επίσης να αναδιαρθρώσουν τους όρους των σχετικών ασφαλιστικών συμβάσεων για την αποτελεσματικότερη επίτευξη των στόχων εξυγίανσης. Στο πλαίσιο αυτό, οι αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν υπόψη τον αντίκτυπο στα συλλογικά συμφέροντα των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης καθορίζουν το ποσό κατά το οποίο τα κεφαλαιακά μέσα, τα χρεωστικά μέσα και άλλες επιλέξιμες υποχρεώσεις πρέπει να απομειωθούν ή να μετατραπούν για τους σκοπούς της παραγράφου 1 βάσει της αποτίμησης που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 23.
3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εφαρμόζουν το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής σε όλες τις υποχρεώσεις των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), διατηρώντας την τρέχουσα νομική μορφή τους ή εξετάζοντας το ενδεχόμενο αλλαγής της νομικής μορφής τους εφόσον απαιτείται.
4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής μπορεί να εφαρμοστεί σε όλα τα κεφαλαιακά μέσα και σε όλες τις υποχρεώσεις οντότητας του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχεία a) έως ε) που δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω εργαλείου σύμφωνα με τις παραγράφους 5 έως 8 του παρόντος άρθρου.
5. Οι αρχές εξυγίανσης δεν εφαρμόζουν το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής όσον αφορά τις ακόλουθες υποχρεώσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές διέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους ή τρίτης χώρας:
|
α) |
εξασφαλισμένες υποχρεώσεις· |
|
β) |
υποχρεώσεις προς πιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις επενδύσεων και ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, εξαιρουμένων των οντοτήτων που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, με αρχική διάρκεια μικρότερη των επτά ημερών· |
|
γ) |
υποχρεώσεις που έχουν εναπομένουσα διάρκεια μικρότερη των επτά ημερών, έναντι συστημάτων ή φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων που ορίζονται σύμφωνα με την οδηγία 98/26/ΕΚ ή των συμμετεχόντων σε αυτά και που προκύπτουν από συμμετοχή στα εν λόγω συστήματα, ή κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας εντός της Ένωσης βάσει του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτης χώρας που έχουν αναγνωριστεί από την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (EAKAA), η οποία συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (20), βάσει του άρθρου 25 του κανονισμού (EE) αριθ. 648/2012· |
|
δ) |
υποχρέωση σε οποιονδήποτε από τους εξής:
|
|
ε) |
υποχρεώσεις που προκύπτουν από την υποχρεωτική ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων σύμφωνα με την οδηγία 2009/103/ΕΚ. |
6. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι οι αρχές εξυγίανσης δεν εφαρμόζουν το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής σε σχέση με:
|
α) |
υποχρεώσεις που προκύπτουν από τρέχουσες και μελλοντικές απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως που καλύπτονται από στοιχεία ενεργητικού σύμφωνα με το άρθρο 275 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
β) |
υποχρεώσεις που προκύπτουν από ιδιωτικές συμβάσεις ασφάλισης ασθενείας ή ιδιωτικές συμβάσεις ασφάλισης μακροχρόνιας φροντίδας· που αντικαθιστούν την υποχρεωτική κάλυψη ασθενείας ή μακροχρόνιας φροντίδας που παρέχει το εκ του νόμου σύστημα κοινωνικής ασφάλισης· η εξαίρεση ισχύει μόνο για το μέρος της σχετικής ευθύνης που αντικαθιστά την υποχρεωτική συνιστώσα του εκ του νόμου συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. |
7. Η παράγραφος 5 στοιχείο α) και η παράγραφος 6 στοιχείο α) δεν εμποδίζουν τις αρχές εξυγίανσης, κατά περίπτωση, να εφαρμόζουν το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής σε οποιοδήποτε μέρος μιας εξασφαλισμένης υποχρέωσης ή υποχρέωσης για την οποία έχει ενεχυριαστεί εξασφάλιση που υπερβαίνει την αξία των περιουσιακών στοιχείων, του ενεχύρου, του εμπράγματου δικαιώματος ή της εξασφάλισης που παρέχονται ως ασφάλεια, ή οποιουδήποτε μέρους των υποχρεώσεων της παραγράφου 6 στοιχείο α) που υπερβαίνουν την αξία των περιουσιακών στοιχείων που έχουν καταχωριστεί στο ειδικό μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 276 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ.
8. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν εφαρμόζεται το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να εξαιρούν ή να εξαιρούν εν μέρει ορισμένες υποχρεώσεις από την εφαρμογή του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
|
α) |
η απομείωση ή μετατροπή της συγκεκριμένης υποχρέωσης δεν είναι δυνατή εντός εύλογου χρόνου, παρά τις καλόπιστες προσπάθειες της αρχής εξυγίανσης· |
|
β) |
η εξαίρεση είναι απολύτως αναγκαία και αναλογική προκειμένου να επιτευχθεί η συνέχεια των κρίσιμων λειτουργιών και των βασικών επιχειρηματικών τομέων κατά τρόπο που διατηρεί την ικανότητα της επιχείρησης υπό εξυγίανση να συνεχίζει τις κεντρικές λειτουργίες, υπηρεσίες και συναλλαγές της· |
|
γ) |
η εξαίρεση είναι απολύτως αναγκαία και αναλογική για την αποφυγή εκτεταμένης μετάδοσης, κατά τρόπο που θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή διαταραχή στην οικονομία κράτους μέλους ή της Ένωσης· |
|
δ) |
η εφαρμογή του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής σε αυτές τις υποχρεώσεις θα προκαλούσε καταστροφή αξίας τέτοια ώστε οι ζημίες που επιβαρύνουν τους λοιπούς πιστωτές να είναι μεγαλύτερες απ’ ό,τι εάν οι εν λόγω υποχρεώσεις εξαιρούνταν από την εφαρμογή του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής· ή |
|
ε) |
η εξαίρεση είναι απολύτως αναγκαία και αναλογική για να διασφαλιστεί ότι οι τρίτοι αποζημιώνονται για τις σωματικές βλάβες και τις ζημίες που καλύπτονται από ασφαλιστικές συμβάσεις σχετιζόμενες με υποχρεώσεις τρίτων, όταν οι εν λόγω συμβάσεις είναι υποχρεωτικές σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο. |
9. Οι αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν υπόψη ότι, όταν εφαρμόζεται το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής, οι ασφαλιστικές συμβάσεις των οποίων οι όροι αναδιαρθρώθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο πληρούν, μετά την αναδιάρθρωση της σύμβασης, τα επίπεδα της υποχρεωτικής ελάχιστης κάλυψης σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο.
Άρθρο 36
Μεταχείριση των μετόχων κατά την εφαρμογή του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, όταν εφαρμόζουν το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής, οι αρχές εξυγίανσης να προβαίνουν έναντι των μετόχων σε μία ή και στις δύο από τις ακόλουθες ενέργειες:
|
α) |
να ακυρώνουν τις υφιστάμενες μετοχές ή τα άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή να τα μεταβιβάζουν σε πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις έχουν μετατραπεί· |
|
β) |
υπό την προϋπόθεση ότι η αποτίμηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 23 δείχνει ότι η επιχείρηση υπό εξυγίανση έχει θετική καθαρή αξία, να αποδυναμώνουν τους υφιστάμενους μετόχους ή κατόχους άλλων μέσων ιδιοκτησίας μετατρέποντας τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα ή χρεωστικά μέσα που έχουν εκδοθεί από την επιχείρηση υπό εξυγίανση ή άλλες επιλέξιμες υποχρεώσεις της επιχείρησης υπό εξυγίανση σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας σύμφωνα με την εφαρμογή του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής. |
Όσον αφορά το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου, η μετατροπή γίνεται με συντελεστή μετατροπής που απομειώνει σημαντικά την αξία των υφιστάμενων μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας.
2. Όταν εξετάζουν ποια δράση θα αναληφθεί από τις δράσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν υπόψη τα εξής:
|
α) |
την αποτίμηση που διενεργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 23· |
|
β) |
τα ποσά με βάση τα οποία η αρχή εξυγίανσης εκτίμησε ότι τα μέσα της κατηγορίας 1 πρέπει να μειωθούν και τα οικεία κεφαλαιακά μέσα πρέπει να απομειωθούν ή να μετατραπούν σύμφωνα με το άρθρο 38 παράγραφος 1. |
3. Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 57 έως 62 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, σε περίπτωση που η μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων, των χρεωστικών μέσων που έχουν εκδοθεί από την επιχείρηση υπό εξυγίανση, ή άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων της επιχείρησης υπό εξυγίανση, θα κατέληγε σε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που αναφέρεται στο άρθρο 57 παράγραφος 1 της εν λόγω οδηγίας, οι εποπτικές αρχές διενεργούν εγκαίρως την εκτίμηση που απαιτείται βάσει των εν λόγω άρθρων, κατά τρόπο που δεν καθυστερεί τη μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων ή δεν εμποδίζει τη δράση εξυγίανσης να επιτύχει τους σχετικούς στόχους εξυγίανσης.
4. Εάν η εποπτική αρχή της επιχείρησης δεν έχει ολοκληρώσει την εκτίμηση που απαιτείται βάσει της παραγράφου 3 κατά την ημερομηνία μετατροπής των κεφαλαιακών μέσων, το άρθρο 31 παράγραφος 6 εφαρμόζεται σε κάθε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής από τον αποκτώντα που προκύπτει από τη μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων.
Άρθρο 37
Συντελεστής μετατροπής του χρέους σε μετοχικό κεφάλαιο
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν οι αρχές εξυγίανσης εφαρμόζουν το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής και ασκούν την εξουσία που ορίζεται στο άρθρο 42 παράγραφος 1 στοιχείο η), μπορούν να εφαρμόζουν διαφορετικό συντελεστή μετατροπής στις διάφορες κατηγορίες κεφαλαιακών μέσων και υποχρεώσεων σύμφωνα με μία ή και αμφότερες τις ακόλουθες αρχές:
|
α) |
ο συντελεστής μετατροπής αντιπροσωπεύει κατάλληλη αποζημίωση του θιγόμενου πιστωτή για οποιαδήποτε ζημία που υφίσταται λόγω της άσκησης της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής· |
|
β) |
ο συντελεστής μετατροπής που εφαρμόζεται στις υποχρεώσεις που θεωρούνται υποχρεώσεις υψηλής εξασφάλισης βάσει του ισχύοντος πτωχευτικού δικαίου είναι υψηλότερος από τον συντελεστή μετατροπής που εφαρμόζεται στις υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης. |
Άρθρο 38
Πρόσθετες διατάξεις που διέπουν το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής
1. Οι αρχές εξυγίανσης χρησιμοποιούν το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής κατά τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεων που εφαρμόζεται υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, κατά τρόπο ώστε να παράγονται τα ακόλουθα αποτελέσματα:
|
α) |
τα μέσα της κατηγορίας 1 υφίστανται μείωση πρώτα κατ’ αναλογία προς τις ζημίες και στο μέτρο των δυνατοτήτων τους, και η αρχή εξυγίανσης αναλαμβάνει μία ή αμφότερες τις δράσεις που ορίζονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 έναντι των κατόχων μέσων της κατηγορίας 1· |
|
β) |
η αξία των μέσων της κατηγορίας 2 απομειώνεται ή μετατρέπεται σε μέσα της κατηγορίας 1 ή αμφότερα, στον βαθμό που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης ή στα όρια των δυνατοτήτων των σχετικών κεφαλαιακών μέσων, όποιο είναι χαμηλότερο· |
|
γ) |
η αξία των μέσων της κατηγορίας 3 απομειώνεται ή μετατρέπεται σε μέσα της κατηγορίας 1 ή αμφότερα, στον βαθμό που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης ή στα όρια των δυνατοτήτων των σχετικών κεφαλαιακών μέσων, όποιο είναι χαμηλότερο· |
|
δ) |
η αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο των υπόλοιπων επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με την ιεράρχηση των απαιτήσεων σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένης της κατάταξης των απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 275 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, απομειώνεται ή μετατρέπεται σε μέσα της κατηγορίας 1 ή αμφότερα, στον βαθμό που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης. |
Όταν διαπιστώνεται ότι το επίπεδο της απομείωσης με βάση την προσωρινή αποτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 25 υπερβαίνει τις απαιτήσεις όταν αξιολογείται με βάση την οριστική αποτίμηση που αναφέρεται στο άρθρο 24 παράγραφος 2, μπορεί να εφαρμοστεί μηχανισμός ανατίμησης για την αποζημίωση των πιστωτών και, στη συνέχεια, των μετόχων στον βαθμό που απαιτείται.
Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το κατά πόσον οι υποχρεώσεις πρόκειται να απομειωθούν ή να μετατραπούν σε μετοχές, οι αρχές εξυγίανσης δεν μετατρέπουν μία κατηγορία υποχρεώσεων εάν άλλη κατηγορία υποχρεώσεων χαμηλότερης εξοφλητικής προτεραιότητας εξακολουθεί να μην έχει μετατραπεί σε μετοχές ή να μην έχει απομειωθεί.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλες οι απαιτήσεις που προκύπτουν από στοιχεία ιδίων κεφαλαίων έχουν, στην εθνική νομοθεσία που διέπει τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, χαμηλότερη κατάταξη από οποιαδήποτε απαίτηση δεν προκύπτει από στοιχείο ιδίων κεφαλαίων. Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, στον βαθμό που ένα μέσο έχει μόνο εν μέρει αναγνωριστεί ως στοιχείο ιδίων κεφαλαίων, το σύνολο του μέσου αντιμετωπίζεται ως απαίτηση που προκύπτει από στοιχεία ιδίων κεφαλαίων και κατατάσσεται χαμηλότερα από οποιαδήποτε απαίτηση δεν προκύπτει από στοιχείο ιδίων κεφαλαίων.
2. Σε περίπτωση που η αξία του σχετικού κεφαλαιακού μέσου ή η αξία ενός χρεωστικού μέσου ή άλλης επιλέξιμης υποχρέωσης απομειώνεται, ισχύουν τα ακόλουθα:
|
α) |
η μείωση που προκύπτει από την εφαρμογή του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής είναι μόνιμη, με την επιφύλαξη τυχόν ανατίμησης σύμφωνα με τον μηχανισμό επιστροφής που αναφέρεται στην παράγραφο 1· |
|
β) |
δεν υφίσταται πλέον καμία υποχρέωση έναντι του κατόχου του σχετικού κεφαλαιακού μέσου, χρεωστικού μέσου ή άλλης επιλέξιμης υποχρέωσης στο πλαίσιο ή σε σχέση με την αξία του μέσου που απομειώθηκε, εκτός των ήδη δεδουλευμένων υποχρεώσεων και τυχόν υποχρέωσης αποζημίωσης που μπορεί να προκύψει κατόπιν προσφυγής κατά της νομιμότητας της άσκησης της εξουσίας απομείωσης· |
|
γ) |
καμία αποζημίωση δεν καταβάλλεται σε κανέναν κάτοχο του σχετικού κεφαλαιακού μέσου, του χρεωστικού μέσου ή άλλης επιλέξιμης υποχρέωσης, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 3. |
3. Προκειμένου να πραγματοποιηθεί η μετατροπή των σχετικών κεφαλαιακών μέσων, χρεωστικών μέσων ή άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχεία β) και γ), οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να απαιτούν από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) να εκδίδουν μέσα της κατηγορίας 1 στους κατόχους των σχετικών κεφαλαιακών μέσων, χρεωστικών μέσων ή άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων.
Η μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων, χρεωστικών μέσων ή άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων είναι δυνατή εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
|
α) |
τα μέσα της κατηγορίας 1 εκδίδονται από την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, από την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία β) έως ε), ή από τη μητρική επιχείρηση με τη σύμφωνη γνώμη της σχετικής αρχής εξυγίανσης· |
|
β) |
τα μέσα της κατηγορίας 1 εκδίδονται πριν από κάθε έκδοση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας από την εν λόγω οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), με σκοπό την παροχή ιδίων κεφαλαίων από το κράτος ή από κρατικό φορέα· |
|
γ) |
τα μέσα της κατηγορίας 1 αποδίδονται και μεταβιβάζονται χωρίς καθυστέρηση μετά την άσκηση της εξουσίας μετατροπής· |
|
δ) |
ο συντελεστής μετατροπής που καθορίζει τον αριθμό των μέσων της κατηγορίας 1 που παρέχονται για κάθε σχετικό κεφαλαιακό μέσο, χρεωστικό μέσο ή άλλη επιλέξιμη υποχρέωση συνάδει με το άρθρο 37. |
4. Για τη διάθεση των μέσων της κατηγορίας 1 σύμφωνα με την παράγραφο 3, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να απαιτούν από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) να κατέχουν, ανά πάσα στιγμή, την απαιτούμενη εκ των προτέρων άδεια για την έκδοση του σχετικού αριθμού μέσων της κατηγορίας 1.
Άρθρο 39
Αποτέλεσμα της απομείωσης ή μετατροπής
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν μια αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής και ασκεί τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα το άρθρο 35 παράγραφος 1 και το άρθρο 42 παράγραφος 1 στοιχεία ζ) έως ια), η μείωση της αξίας ή του οφειλόμενου ανεξόφλητου υπόλοιπου, η μετατροπή ή η ακύρωση παράγουν αποτελέσματα και είναι αμέσως δεσμευτικές για την επιχείρηση υπό εξυγίανση και τους θιγόμενους πιστωτές και μετόχους.
2. Η αρχή εξυγίανσης ολοκληρώνει ή ζητεί να ολοκληρωθούν όλα τα διοικητικά και διαδικαστικά καθήκοντα που είναι αναγκαία για την αποτελεσματική χρήση του εργαλείου απομείωσης και μετατροπής, συμπεριλαμβανομένων των εξής:
|
α) |
της τροποποίησης όλων των σχετικών μητρώων· |
|
β) |
της διαγραφής ή απόσυρσης από τη διαπραγμάτευση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας ή χρεωστικών μέσων· |
|
γ) |
της εισαγωγής σε χρηματιστήριο αξιών ή της εισαγωγής προς διαπραγμάτευση νέων μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας· |
|
δ) |
της εκ νέου εισαγωγής σε χρηματιστήριο αξιών ή εκ νέου εισαγωγής προς διαπραγμάτευση χρεωστικών μέσων που έχουν απομειωθεί, χωρίς να απαιτείται η έκδοση ενημερωτικού δελτίου σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1129 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (21). |
3. Όταν μια αρχή εξυγίανσης μηδενίζει την αξία, ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο, μιας υποχρέωσης, μέσω της εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 42 παράγραφος 1 στοιχείο ζ), η εν λόγω υποχρέωση και οι όποιες υποχρεώσεις ή απαιτήσεις προκύπτουν από αυτήν, που δεν είναι δεδουλευμένες κατά τη στιγμή που ασκείται η εξουσία, θεωρείται ότι έχουν εξοφληθεί για κάθε σκοπό, και δεν είναι αποδείξιμες σε τυχόν μεταγενέστερες διαδικασίες που αφορούν την επιχείρηση υπό εξυγίανση ή κάθε διάδοχη οντότητα σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη εκκαθάριση.
4. Όταν μια αρχή εξυγίανσης μειώνει εν μέρει, αλλά όχι εξ ολοκλήρου, την αξία, ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο, μιας υποχρέωσης, μέσω της εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 42 παράγραφος 1 στοιχείο ζ):
|
α) |
η υποχρέωση εξοφλείται κατ’ αναλογία του ποσού της μείωσης· |
|
β) |
το σχετικό μέσο ή η συμφωνία που δημιούργησε την αρχική υποχρέωση εξακολουθεί να ισχύει ως προς την εναπομένουσα αξία, ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο, μιας υποχρέωσης, υπό την επιφύλαξη ενδεχόμενης τροποποίησης του ύψους των πληρωτέων τόκων, προκειμένου να αντικατοπτρίζεται η μείωση της αξίας, και οποιασδήποτε περαιτέρω τροποποίησης των όρων, την οποία δύναται να αποφασίσει η αρχή εξυγίανσης μέσω της εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 42 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ). |
Άρθρο 40
Απομείωση ή μετατροπή υποχρεώσεων που προκύπτουν από παράγωγα
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης ασκούν τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής όσον αφορά υποχρέωση που προκύπτει από παράγωγο μόνο ταυτόχρονα ή μετά από την εκκαθάριση των παραγώγων. Με το που τίθεται υπό εξυγίανση μια οντότητα, οι αρχές εξυγίανσης εξουσιοδοτούνται να καταγγέλλουν και να εκκαθαρίζουν κάθε σύμβαση παραγώγων για τον σκοπό αυτό. Όταν υποχρέωση από παράγωγα εξαιρείται από την εφαρμογή του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής δυνάμει του άρθρου 35 παράγραφος 8, οι αρχές εξυγίανσης δεν υποχρεούνται να καταγγείλουν ή να εκκαθαρίσουν τη σύμβαση παραγώγων.
2. Όταν συναλλαγές παραγώγων υπόκεινται σε συμφωνία συμψηφισμού, η αρχή εξυγίανσης ή ανεξάρτητος εκτιμητής προσδιορίζουν στο πλαίσιο της αποτίμησης δυνάμει του άρθρου 23 την υποχρέωση που προκύπτει από τις εν λόγω συναλλαγές σε καθαρή βάση, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας συμψηφισμού.
3. Οι αρχές εξυγίανσης προσδιορίζουν την αξία των υποχρεώσεων που προκύπτουν από παράγωγα σύμφωνα με όλα τα ακόλουθα:
|
α) |
κατάλληλες μεθοδολογίες για τον προσδιορισμό της αξίας των κατηγοριών παραγώγων, συμπεριλαμβανομένων των συναλλαγών που αποτελούν αντικείμενο συμφωνιών συμψηφισμού· |
|
β) |
αρχές για τον προσδιορισμό της χρονικής στιγμής κατά την οποία θα πρέπει να καθοριστεί η αξία μιας θέσης παραγώγων· |
|
γ) |
κατάλληλες μεθοδολογίες για σύγκριση της καταστροφής αξίας που θα προέκυπτε από την εκκαθάριση και την απομείωση ή τη μετατροπή παραγώγων με το ύψος των ζημιών που θα υφίσταντο τα παράγωγα σε περίπτωση απομείωσης ή μετατροπής. |
4. Η ΕΑΑΕΣ, κατόπιν διαβούλευσης με την EAKAA, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των μεθοδολογιών και των αρχών που ορίζονται στην παράγραφο 3 σχετικά με την αποτίμηση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από παράγωγα. Σε σχέση με τις συναλλαγές παραγώγων που υπόκεινται σε συμφωνία συμψηφισμού, η ΕΑΑΕΣ λαμβάνει υπόψη τη μεθοδολογία εκκαθάρισης που προσδιορίζεται στη συμφωνία συμψηφισμού.
Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 29 Ιουλίου 2027.
Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμπληρώνει την παρούσα οδηγία εκδίδοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
Άρθρο 41
Άρση των διαδικαστικών εμποδίων για απομείωση ή μετατροπή
1. Όταν εφαρμόζεται το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής, τα κράτη μέλη, κατά περίπτωση, απαιτούν από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) να διατηρούν ανά πάσα στιγμή επαρκές ποσό εγκεκριμένου μετοχικού κεφαλαίου ή άλλων μέσων της κατηγορίας 1, προκειμένου να εξασφαλίζεται ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις και οντότητες δεν εμποδίζονται να εκδώσουν επαρκή αριθμό νέων μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας ώστε να διασφαλίζεται ότι η μετατροπή των υποχρεώσεων σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας μπορεί να πραγματοποιηθεί αποτελεσματικά.
Οι αρχές εξυγίανσης αξιολογούν τη συμμόρφωση με την απαίτηση που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο στο πλαίσιο της κατάρτισης και της διατήρησης των σχεδίων εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 9 και το άρθρο 10.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι δεν υπάρχουν διαδικαστικά εμπόδια στη μετατροπή των υποχρεώσεων σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, βάσει της συστατικής πράξης της εταιρείας ή του καταστατικού του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων προτίμησης των μετόχων ή των απαιτήσεων συγκατάθεσης των μετόχων σε αύξηση του κεφαλαίου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV
Εξουσίες εξυγίανσης
Άρθρο 42
Γενικές εξουσίες
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές εξυγίανσης να διαθέτουν όλες τις αναγκαίες εξουσίες για να εφαρμόζουν εργαλεία εξυγίανσης στις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), οι οποίες πληρούν τις προϋποθέσεις εξυγίανσης που ορίζονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 20 παράγραφος 3, κατά περίπτωση. Ειδικότερα, οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν τις ακόλουθες εξουσίες εξυγίανσης, τις οποίες μπορούν να ασκούν μεμονωμένα ή σε συνδυασμό:
|
α) |
την εξουσία να απαιτούν από κάθε πρόσωπο να παρέχει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την αρχή εξυγίανσης προκειμένου να αποφασίζει και να προετοιμάζει μια δράση εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένης της επικαιροποίησής τους και των συμπληρωματικών πληροφοριών που παρέχονται στα σχέδια εξυγίανσης, καθώς και να απαιτούν την παροχή πληροφοριών μέσω της διεξαγωγής επιτόπιων ελέγχων· |
|
β) |
την εξουσία να αποκτούν τον έλεγχο μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση και να ασκούν όλα τα δικαιώματα και τις εξουσίες που παρέχονται στους μετόχους, στους λοιπούς ιδιοκτήτες και στο διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο της επιχείρησης υπό εξυγίανση· |
|
γ) |
την εξουσία να απαγορεύουν την ανάληψη νέων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων και να θέτουν μια επιχείρηση υπό εξυγίανση σε διαδικασία εύτακτης διακοπής ανάληψης κάλυψης κινδύνων φερέγγυας επιχείρησης, καθώς και να τερματίζουν τις δραστηριότητές της· |
|
δ) |
την εξουσία να επιτρέπουν σε μεταβατική επιχείρηση που έχει συσταθεί και έχει λάβει άδεια λειτουργίας χωρίς να συμμορφώνεται με την οδηγία 2009/138/ΕΚ κατά τη διάρκεια του σύντομου διαστήματος που αναφέρεται στο άρθρο 33 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της παρούσας οδηγίας, να αναλαμβάνει νέες ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές δραστηριότητες ή να ανανεώνει υφιστάμενες δραστηριότητες· |
|
ε) |
την εξουσία να μεταβιβάζουν μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας που εκδίδονται από μια επιχείρηση υπό εξυγίανση· |
|
στ) |
την εξουσία να μεταβιβάζουν σε άλλη οντότητα, με τη συγκατάθεση της εν λόγω οντότητας, δικαιώματα, στοιχεία ενεργητικού ή παθητικού μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση· |
|
ζ) |
την εξουσία να αναδιαρθρώνουν απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως ή να μειώνουν, μεταξύ άλλων μηδενίζοντας, την αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο χρεωστικών μέσων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων απαιτήσεων εξ ασφαλίσεως, μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση· |
|
η) |
την εξουσία να μετατρέπουν χρεωστικά μέσα και επιλέξιμες υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών απαιτήσεων, μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση σε κοινές μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), μιας σχετικής μητρικής επιχείρησης ή μιας μεταβατικής επιχείρησης στην οποία μεταβιβάζονται στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε)· |
|
θ) |
την εξουσία να ακυρώνουν χρεωστικά μέσα που εκδίδονται από μια επιχείρηση υπό εξυγίανση, με εξαίρεση τις εξασφαλισμένες υποχρεώσεις που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 35 παράγραφος 5· |
|
ι) |
την εξουσία να μειώνουν, ή και να μηδενίζουν, την ονομαστική αξία μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση καθώς και να ακυρώνουν τέτοιες μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας· |
|
ια) |
την εξουσία να απαιτούν από μια επιχείρηση υπό εξυγίανση ή από σχετική μητρική επιχείρηση να εκδώσει νέες μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή άλλα κεφαλαιακά μέσα, συμπεριλαμβανομένων των προνομιούχων μετοχών και των υπό αίρεση μετατρέψιμων μέσων· |
|
ιβ) |
την εξουσία να τροποποιούν ή να μεταβάλλουν τη διάρκεια των χρεωστικών μέσων και άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων που εκδίδονται από μια επιχείρηση υπό εξυγίανση ή να τροποποιούν το ύψος των πληρωτέων τόκων βάσει των εν λόγω μέσων και άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων ή την ημερομηνία κατά την οποία οι τόκοι καθίστανται πληρωτέοι, μεταξύ άλλων αναστέλλοντας την πληρωμή για προσωρινό χρονικό διάστημα· |
|
ιγ) |
την εξουσία να καταγγέλλουν και να λύουν χρηματοπιστωτικές συμβάσεις, ή συμβάσεις παραγώγων· |
|
ιδ) |
την εξουσία να απομακρύνουν ή να αντικαθιστούν το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο και τα ανώτατα διοικητικά στελέχη μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση· |
|
ιε) |
την εξουσία να απαιτούν από την εποπτική αρχή να αξιολογήσει εγκαίρως έναν αγοραστή ειδικής συμμετοχής, κατά παρέκκλιση από τα χρονικά όρια που προβλέπονται στο άρθρο 58 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. |
2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να τερματίζονται τα μέτρα που λαμβάνονται από την εποπτική αρχή εάν η συνέχισή τους θα εμπόδιζε τη χρήση εργαλείων εξυγίανσης.
3. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο προκειμένου να διασφαλίζουν ότι, όταν πρόκειται να εφαρμόσουν εργαλεία εξυγίανσης και να ασκήσουν εξουσίες εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης δεν υπόκεινται σε καμία από τις ακόλουθες απαιτήσεις, οι οποίες διαφορετικά θα εφαρμόζονταν δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας ή σύμβασης ή άλλων διατάξεων:
|
α) |
με την επιφύλαξη του άρθρου 3 παράγραφος 8 και του άρθρου 67 παράγραφος 1, απαιτήσεις να λάβουν την έγκριση ή τη συγκατάθεση οποιουδήποτε άλλου προσώπου, δημόσιου ή ιδιωτικού, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων, των πιστωτών ή των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου της επιχείρησης υπό εξυγίανση· |
|
β) |
πριν από την άσκηση της εξουσίας εξυγίανσης, διαδικαστικές απαιτήσεις κοινοποίησης προς οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένης κάθε απαίτησης δημοσίευσης οποιασδήποτε κοινοποίησης ή ενημερωτικών δελτίων ή αρχειοθέτησης ή καταχώρισης οποιουδήποτε εγγράφου σε οποιαδήποτε άλλη αρχή. |
Το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των απαιτήσεων των άρθρων 63 και 65 και των απαιτήσεων κοινοποίησης βάσει του πλαισίου της Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις.
4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση που κάποια από τις εξουσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε οντότητα του άρθρου 1 παράγραφος 1 λόγω της ειδικής νομικής μορφής της αλληλασφαλιστικής επιχείρησης ή συνεταιριστικής εταιρείας, οι αρχές εξυγίανσης έχουν όσο είναι δυνατόν παρόμοιες εξουσίες με εκείνες που απαριθμούνται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, μεταξύ άλλων και όσον αφορά τα αποτελέσματά τους.
5. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν οι αρχές εξυγίανσης ασκούν τις εξουσίες που ορίζονται στην παράγραφο 4, εφαρμόζονται στα επηρεαζόμενα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων, των πιστωτών, των κατόχων ασφαλιστηρίου συμβολαίου και των αντισυμβαλλομένων, οι διασφαλίσεις του κεφαλαίου V της παρούσας οδηγίας ή διασφαλίσεις που παράγουν ταυτόσημο αποτέλεσμα.
Άρθρο 43
Επικουρικές εξουσίες
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης, κατά την άσκηση μιας εξουσίας εξυγίανσης, έχουν την εξουσία να προβαίνουν σε όλες τις ακόλουθες ενέργειες:
|
α) |
με την επιφύλαξη του άρθρου 60, να μεριμνούν ώστε η μεταβίβαση να πραγματοποιείται απαλλαγμένη από κάθε υποχρέωση ή επιβάρυνση επί των μεταβιβαζόμενων χρηματοπιστωτικών μέσων, δικαιωμάτων, στοιχείων ενεργητικού ή παθητικού· |
|
β) |
να αίρουν τα δικαιώματα απόκτησης πρόσθετων μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας· |
|
γ) |
να απαιτούν από τη σχετική αρχή να διακόπτει ή να αναστέλλει την αποδοχή προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, ή την εισαγωγή χρηματοπιστωτικών μέσων σε χρηματιστήριο αξιών, σύμφωνα με την οδηγία 2001/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (22)· |
|
δ) |
να προβλέπουν τη μεταχείριση του αποδέκτη σαν να τελούσε η επιχείρηση υπό εξυγίανση για τους σκοπούς οποιωνδήποτε δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, ή ενεργειών στις οποίες έχει προβεί η επιχείρηση υπό εξυγίανση, συμπεριλαμβανομένων, με την επιφύλαξη της εφαρμογής του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων και του εργαλείου μεταβατικής επιχείρησης που αναφέρονται στα άρθρα 31 και 32, των δικαιωμάτων ή των υποχρεώσεων που αφορούν τη συμμετοχή σε υποδομές αγοράς· |
|
ε) |
να απαιτούν από την επιχείρηση υπό εξυγίανση ή τον αποδέκτη να παρέχουν αμοιβαία πληροφορίες και συνδρομή· |
|
στ) |
να ακυρώνουν ή να τροποποιούν τις ρήτρες μιας σύμβασης στην οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος η επιχείρηση υπό εξυγίανση ή να την υποκαθιστούν με έναν αποδέκτη ως συμβαλλόμενο μέρος· |
|
ζ) |
να μεταβιβάζουν τυχόν δικαιώματα αντασφάλισης που καλύπτουν μεταβιβασθείσες απαιτήσεις εξ ασφαλίσεως ή εξ αντασφαλίσεως χωρίς τη συγκατάθεση της αντασφαλιστικής επιχείρησης, όταν η αρχή εξυγίανσης μεταβιβάζει, εν όλω ή εν μέρει, στοιχεία ενεργητικού και παθητικού σχετικά με τα εν λόγω δικαιώματα αντασφάλισης της υπό εξυγίανση επιχείρησης σε άλλη οντότητα. |
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), κάθε δικαίωμα αποζημίωσης που παρέχεται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία δεν θεωρείται υποχρέωση ή επιβάρυνση.
2. Οι αρχές εξυγίανσης ασκούν τις εξουσίες που καθορίζονται στην παράγραφο 1, όταν κρίνουν ότι η άσκηση αυτή ενδείκνυνται για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα μιας δράσης εξυγίανσης ή να επιτευχθεί ένας ή περισσότεροι στόχοι εξυγίανσης.
3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης που ασκούν μια εξουσία εξυγίανσης διαθέτουν την εξουσία να προβλέπουν τη συνέχιση των ρυθμίσεων που είναι αναγκαίες προκειμένου η δράση εξυγίανσης να είναι αποτελεσματική και, κατά περίπτωση, να διασφαλίζεται ότι ο αποδέκτης είναι σε θέση να ασκήσει τις δραστηριότητες που του μεταβιβάστηκαν. Αυτή η συνέχιση των ρυθμίσεων περιλαμβάνει συγκεκριμένα:
|
α) |
τη συνέχεια των συμβάσεων που έχει συνάψει η επιχείρηση υπό εξυγίανση, προκειμένου ο αποδέκτης να αναλάβει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της επιχείρησης υπό εξυγίανση που αφορούν κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο, δικαίωμα, στοιχείο ενεργητικού ή υποχρέωση που έχει μεταβιβαστεί, και να υποκαταστήσει την επιχείρηση υπό εξυγίανση, ρητά ή σιωπηρά, σε όλα τα σχετικά συμβατικά έγγραφα· |
|
β) |
την υποκατάσταση της επιχείρησης υπό εξυγίανση από τον αποδέκτη σε κάθε δικαστική διαδικασία που αφορά κάθε χρηματοπιστωτικό μέσο, δικαίωμα, στοιχείο ενεργητικού ή παθητικού που έχει μεταβιβαστεί. |
4. Οι εξουσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ) και στην παράγραφο 3 στοιχείο β) δεν θίγουν τα ακόλουθα:
|
α) |
το δικαίωμα ενός υπαλλήλου της επιχείρησης υπό εξυγίανση να καταγγείλει μια σύμβαση εργασίας· |
|
β) |
με την επιφύλαξη των άρθρων 49, 50 και 51, κάθε δικαίωμα ενός μέρους μιας σύμβασης να ασκήσει δικαιώματα βάσει της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να την καταγγείλει, εφόσον το δικαιούται, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, λόγω πράξης ή παράλειψης της επιχείρησης υπό εξυγίανση, πριν από τη σχετική μεταβίβαση, ή του αποδέκτη, μετά την ολοκλήρωση της σχετικής μεταβίβασης. |
Άρθρο 44
Ειδική διαχείριση
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές εξυγίανσης να μπορούν να διορίσουν ειδικό διαχειριστή προς αντικατάσταση του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου της επιχείρησης υπό εξυγίανση. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν περαιτέρω ότι ο ειδικός διαχειριστής διαθέτει τα προσόντα, τις ικανότητες και τις γνώσεις που απαιτούνται για να ασκήσει τα καθήκοντά του. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι μια αρχή εξυγίανσης μπορεί να διορίζει περισσότερους του ενός ειδικούς διαχειριστές.
2. Ο ειδικός διαχειριστής διαθέτει όλες τις εξουσίες των μετόχων και του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου της επιχείρησης υπό εξυγίανση. Ο ειδικός διαχειριστής ασκεί τις εξουσίες αυτές υπό τον έλεγχο της αρχής εξυγίανσης. Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να περιορίζει τις ενέργειες του ειδικού διαχειριστή ή να απαιτεί προηγούμενη συγκατάθεση για ορισμένες πράξεις.
Οι αρχές εξυγίανσης γνωστοποιούν στο κοινό τον διορισμό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και τους όρους και τις προϋποθέσεις που συνοδεύουν τον εν λόγω διορισμό.
3. Ο ειδικός διαχειριστής έχει το νόμιμο καθήκον να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο για την προώθηση των στόχων εξυγίανσης και την εφαρμογή δράσεων εξυγίανσης που αναλαμβάνονται από την αρχή εξυγίανσης. Σε περίπτωση ασυμφωνίας ή σύγκρουσης με οποιοδήποτε άλλο καθήκον διαχείρισης που προβλέπεται στο καταστατικό της επιχείρησης ή στο εθνικό δίκαιο, το εν λόγω νόμιμο καθήκον υπερισχύει άλλου τέτοιου καθήκοντος.
4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο ειδικός διαχειριστής καταρτίζει εκθέσεις για την αρχή εξυγίανσης που τον διόρισε ανά τακτά διαστήματα τα οποία ορίζονται από την αρχή εξυγίανσης, καθώς και κατά την έναρξη και τη λήξη της θητείας του. Οι εν λόγω εκθέσεις περιγράφουν λεπτομερώς τη χρηματοοικονομική θέση της επιχείρησης υπό εξυγίανση και αναφέρουν τους λόγους για τα ληφθέντα μέτρα.
5. Ο ειδικός διαχειριστής δεν διορίζεται για διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους. Η εν λόγω θητεία μπορεί να ανανεωθεί, εφόσον η αρχή εξυγίανσης αποφανθεί ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι προϋποθέσεις για τον διορισμό ειδικού διαχειριστή.
6. Η αρχή εξυγίανσης δύναται να απομακρύνει τον ειδικό διαχειριστή ανά πάσα στιγμή.
Άρθρο 45
Εξουσίες σχετικά με την παροχή επιχειρησιακών υπηρεσιών και εγκαταστάσεων
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν την εξουσία να απαιτούν από μια επιχείρηση υπό εξυγίανση, ή από οποιαδήποτε οντότητα του ομίλου της, να παρέχει τις επιχειρησιακές υπηρεσίες ή τις εγκαταστάσεις που είναι αναγκαίες προκειμένου ο αποδέκτης να είναι σε θέση να ασκεί αποτελεσματικά τις δραστηριότητες που του μεταβιβάστηκαν, μεταξύ άλλων όταν η επιχείρηση υπό εξυγίανση ή σχετική οντότητα του ομίλου έχει τεθεί σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας.
2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές εξυγίανσης να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες για να διασφαλίζουν ότι τα αγαθά και οι υπηρεσίες που παρέχονται, άμεσα ή έμμεσα, από πάροχο βασικών υπηρεσιών σε επιχείρηση υπό εξυγίανση μπορούν να συνεχίσουν να παρέχονται από αυτόν μετά την ανάληψη δράσης εξυγίανσης, όταν:
|
α) |
τα περιουσιακά στοιχεία του παρόχου βασικών υπηρεσιών υπολείπονται, ή υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία βάσει των οποίων κρίνεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία του παρόχου βασικών υπηρεσιών θα υπολείπονται, στο εγγύς μέλλον, των υποχρεώσεών του· ή |
|
β) |
ο πάροχος βασικών υπηρεσιών δεν είναι σε θέση να εξοφλήσει τις οφειλές ή άλλες υποχρεώσεις του όταν καθίστανται απαιτητές, ή υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία βάσει των οποίων κρίνεται ότι ο πάροχος βασικών υπηρεσιών θα βρεθεί, στο εγγύς μέλλον, σε τέτοια κατάσταση. |
3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσής τους έχουν εξουσίες ώστε να επιβάλλουν την τήρηση υποχρεώσεων που έχουν επιβληθεί, σύμφωνα με την παράγραφο 1, από αρχές εξυγίανσης άλλων κρατών μελών, σε οντότητες ομίλου εγκατεστημένες στην επικράτειά τους.
4. Οι παρεχόμενες σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3 επιχειρησιακές υπηρεσίες και εγκαταστάσεις παρέχονται υπό τους ακόλουθους όρους:
|
α) |
σε περίπτωση που οι επιχειρησιακές υπηρεσίες και εγκαταστάσεις παρασχέθηκαν στην επιχείρηση υπό εξυγίανση στο πλαίσιο συμφωνίας πριν από την ανάληψη της δράσης εξυγίανσης, υπό τους ιδίους όρους καθ’ όλη τη διάρκεια της συμφωνίας· |
|
β) |
σε περίπτωση που δεν υφίσταται συμφωνία ή η συμφωνία έχει λήξει, υπό εύλογους όρους. |
Άρθρο 46
Εξουσία επιβολής της εφαρμογής μέτρων διαχείρισης κρίσεων από άλλα κράτη μέλη
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν μια μεταβίβαση μετοχών, άλλων μέσων ιδιοκτησίας ή στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων περιλαμβάνει στοιχεία ενεργητικού που βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο της αρχής εξυγίανσης ή περιλαμβάνει δικαιώματα ή υποχρεώσεις που υπόκεινται στο δίκαιο άλλου κράτους μέλους από εκείνο της αρχής εξυγίανσης, η μεταβίβαση παράγει έννομα αποτελέσματα στο πλαίσιο ή βάσει του δικαίου του εν λόγω άλλου κράτους μέλους.
2. Τα κράτη μέλη παρέχουν στην αρχή εξυγίανσης, που έχει πραγματοποιήσει ή σκοπεύει να πραγματοποιήσει τη μεταβίβαση, κάθε εύλογη βοήθεια, προκειμένου να διασφαλιστεί η μεταβίβαση στον αποδέκτη των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας ή στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σύμφωνα με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις του εθνικού δικαίου.
3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι μέτοχοι, οι πιστωτές και τα τρίτα μέρη που θίγονται από τη μεταβίβαση μετοχών, άλλων μέσων ιδιοκτησίας, στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν δικαιούνται να εμποδίζουν, να αμφισβητούν ή να ακυρώνουν με ένδικα βοηθήματα τη μεταβίβαση βάσει διάταξης του δικαίου του κράτους μέλους όπου βρίσκονται τα στοιχεία ενεργητικού ή βάσει του δικαίου που διέπει τις μετοχές, τα άλλα μέσα ιδιοκτησίας, τα δικαιώματα ή τις υποχρεώσεις.
4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η αξία των κεφαλαιακών μέσων, των χρεωστικών μέσων ή άλλων επιλέξιμων υποχρεώσεων μειώνεται, ή ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις ή μέσα μετατρέπονται, σύμφωνα με την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής από αρχή εξυγίανσης άλλου κράτους μέλους σε επιχείρηση υπό εξυγίανση, όταν οι σχετικές υποχρεώσεις ή μέσα:
|
α) |
διέπονται από το δίκαιο άλλου κράτους μέλους από εκείνο της αρχής εξυγίανσης που άσκησε τις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής· |
|
β) |
οφείλονται σε πιστωτές που βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος από εκείνο της αρχής εξυγίανσης που άσκησε τις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής. |
5. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι μέτοχοι και οι πιστωτές που θίγονται από την άσκηση των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής που αναφέρονται στην παράγραφο 4 δεν δικαιούνται να αμφισβητούν, με ένδικα βοηθήματα, τη μείωση της αξίας του μέσου ή της υποχρέωσης, ή τη μετατροπή τους, ανάλογα με την περίπτωση, βάσει οποιασδήποτε διάταξης του δικαίου άλλου κράτους μέλους από εκείνο της αρχής εξυγίανσης που άσκησε τις εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής.
6. Κάθε κράτος μέλος διασφαλίζει τον προσδιορισμό όλων των κατωτέρω στοιχείων σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους της αρχής εξυγίανσης:
|
α) |
το δικαίωμα των μετόχων, των πιστωτών και των τρίτων μερών να αμφισβητούν με άσκηση προσφυγής, σύμφωνα με το άρθρο 67, μια μεταβίβαση μετοχών, άλλων μέσων ιδιοκτησίας, στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου· |
|
β) |
το δικαίωμα των πιστωτών να αμφισβητούν με άσκηση προσφυγής, σύμφωνα με το άρθρο 67, τη μείωση της αξίας, ή τη μετατροπή, ενός μέσου ή μιας υποχρέωσης που καλύπτεται από την παράγραφο 4 στοιχείο α) ή β) του παρόντος άρθρου· |
|
γ) |
τις διασφαλίσεις για τις μερικές μεταβιβάσεις, όπως αναφέρονται στο κεφάλαιο V, όσον αφορά τα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις, που αναφέρονται στην παράγραφο 1. |
Άρθρο 47
Εξουσία όσον αφορά τα στοιχεία ενεργητικού, τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις, τις μετοχές και άλλα μέσα ιδιοκτησίας που βρίσκονται σε τρίτες χώρες ή διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας
1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, σε περιπτώσεις όπου η δράση εξυγίανσης συνεπάγεται ενέργειες όσον αφορά στοιχεία ενεργητικού που βρίσκονται σε τρίτη χώρα ή μετοχές, άλλα μέσα ιδιοκτησίας, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας, οι αρχές εξυγίανσης δύνανται να απαιτούν:
|
α) |
από το πρόσωπο που ασκεί έλεγχο επί της επιχείρησης υπό εξυγίανση και τον αποδέκτη να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν ότι η δράση εξυγίανσης παράγει αποτελέσματα· |
|
β) |
από το πρόσωπο που ασκεί έλεγχο επί της επιχείρησης υπό εξυγίανση να διακρατεί τις μετοχές, άλλα μέσα ιδιοκτησίας, τα στοιχεία ενεργητικού ή τα δικαιώματα ή να εξοφλεί τις υποχρεώσεις εξ ονόματος του αποδέκτη έως ότου η δράση εξυγίανσης παραγάγει αποτελέσματα· |
|
γ) |
τα εύλογα έξοδα του αποδέκτη, τα οποία προκύπτουν κανονικά κατά την εκτέλεση οποιασδήποτε απαιτούμενης ενέργειας βάσει των στοιχείων α) και β), να καλύπτονται με κάποιον από τους τρόπους που αναφέρονται στο άρθρο 26 παράγραφος 5. |
2. Προκειμένου να διευκολυνθεί η ενδεχόμενη δράση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη απαιτούν από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) να συμπεριλαμβάνουν στις σχετικές συμφωνίες συμβατικούς όρους με τους οποίους οι μέτοχοι, οι πιστωτές ή τα μέρη της συμφωνίας που δημιουργεί την υποχρέωση αναγνωρίζουν ότι η υποχρέωση ενδέχεται να αποτελέσει αντικείμενο άσκησης των εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής και συμφωνούν να δεσμεύονται από κάθε μείωση της αξίας ή του οφειλόμενου ανεξόφλητου υπόλοιπου, μετατροπή ή ακύρωση, που πραγματοποιείται από μια αρχή εξυγίανσης κατά την άσκηση των εν λόγω εξουσιών.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να απαιτούν από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) να παρέχουν στις εν λόγω αρχές εξυγίανσης αιτιολογημένη νομική γνώμη ανεξάρτητου νομικού εμπειρογνώμονα που επιβεβαιώνει τη νόμιμη εκτελεστότητα και την αποτελεσματικότητα αυτών των συμβατικών όρων.
3. Όταν η αρχή εξυγίανσης εκτιμά ότι, παρόλο που ελήφθησαν όλα τα αναγκαία μέτρα από το πρόσωπο που ασκεί έλεγχο επί της επιχείρησης υπό εξυγίανση σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α), η δράση εξυγίανσης είναι άκρως απίθανο να παραγάγει αποτελέσματα σε σχέση με στοιχεία ενεργητικού που βρίσκονται σε τρίτη χώρα ή σε σχέση με μετοχές, άλλα μέσα ιδιοκτησίας, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας, η αρχή εξυγίανσης δεν προβαίνει στη δράση εξυγίανσης. Εάν η αρχή εξυγίανσης έχει ήδη δώσει εντολή για τη δράση εξυγίανσης, η εντολή αυτή είναι άκυρη όσον αφορά τα συγκεκριμένα στοιχεία ενεργητικού, μετοχές, μέσα ιδιοκτησίας, δικαιώματα ή υποχρεώσεις.
Άρθρο 48
Εξαίρεση ορισμένων συμβατικών όρων
1. Οποιοδήποτε μέτρο πρόληψης κρίσεων ή μέτρο διαχείρισης κρίσεων λαμβάνεται σχετικά με μια οντότητα, συμπεριλαμβανομένης της επέλευσης οποιουδήποτε γεγονότος άμεσα συνδεόμενου με την εφαρμογή αυτού του μέτρου, δεν θεωρείται αφ’ εαυτού, σε πλαίσιο σύμβασης που έχει συνάψει η οικεία οντότητα, ότι συνιστά γεγονός που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση κατά την έννοια της οδηγίας 2002/47/ΕΚ ή διαδικασία αφερεγγυότητας κατά την έννοια της οδηγίας 98/26/ΕΚ, υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης, μεταξύ των οποίων οι υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης, καθώς και η παροχή εξασφάλισης.
Επιπροσθέτως, ένα μέτρο πρόληψης κρίσεων ή μέτρο διαχείρισης κρίσεων δεν θεωρείται αφ’ εαυτού ότι συνιστά γεγονός που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση κατά την έννοια της οδηγίας 2002/47/ΕΚ ή ως διαδικασία αφερεγγυότητας κατά την έννοια της οδηγίας 98/26/ΕΚ στο πλαίσιο σύμβασης που συνάφθηκε από:
|
α) |
θυγατρική επιχείρηση, όταν η μητρική επιχείρηση ή οποιαδήποτε οντότητα του ομίλου εγγυάται ή υποστηρίζει με άλλο τρόπο τις υποχρεώσεις βάσει της εν λόγω σύμβασης· ή |
|
β) |
οποιαδήποτε οντότητα ομίλου, όταν η σύμβαση περιλαμβάνει ρήτρες διασταυρούμενης αθέτησης υποχρέωσης. |
2. Εάν οι διαδικασίες εξυγίανσης τρίτης χώρας αναγνωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 76 ή, ελλείψει τέτοιας αναγνώρισης, εάν η αρχή εξυγίανσης λάβει τέτοια απόφαση, οι διαδικασίες εξυγίανσης σε τρίτη χώρα αποτελούν, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, μέτρο διαχείρισης κρίσεων.
3. Υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης, μεταξύ των οποίων οι υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης και η παροχή ασφάλειας, κάθε μέτρο πρόληψης κρίσεων ή μέτρο διαχείρισης κρίσεων, συμπεριλαμβανομένης της επέλευσης οποιουδήποτε γεγονότος άμεσα συνδεόμενου με την εφαρμογή τέτοιου μέτρου, δεν παρέχει αφ’ εαυτού σε κανέναν τη δυνατότητα:
|
α) |
να ασκεί οποιοδήποτε δικαίωμα καταγγελίας, αναστολής, τροποποίησης, συμψηφισμού ή αλληλοσυμψηφισμού, μεταξύ άλλων και σχετικά με σύμβαση η οποία έχει συναφθεί από:
|
|
β) |
να αποκτά κατοχή, να ασκεί έλεγχο ή να επιβάλλει οποιαδήποτε εγγύηση επί περιουσιακού στοιχείου οποιασδήποτε από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) ή οποιασδήποτε οντότητας του ομίλου σε σχέση με σύμβαση που περιλαμβάνει ρήτρες διασταυρούμενης αθέτησης υποχρέωσης· |
|
γ) |
να θίγει οποιαδήποτε συμβατικά δικαιώματα οποιασδήποτε από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) ή οποιασδήποτε οντότητας του ομίλου σε σχέση με σύμβαση που περιλαμβάνει ρήτρες διασταυρούμενης αθέτησης υποχρέωσης. |
4. Οι παράγραφοι 1, 2 και 3 δεν θίγουν το δικαίωμα προσώπου να αναλάβει δράση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο α), β) ή γ), σε περίπτωση που το δικαίωμα αυτό απορρέει από γεγονός διάφορο από το μέτρο πρόληψης κρίσεων, το μέτρο διαχείρισης κρίσεων ή οποιοδήποτε γεγονός άμεσα συνδεόμενο με την εφαρμογή τέτοιου μέτρου.
5. Αναστολή ή περιορισμός δυνάμει του άρθρου 49 ή 50 δεν συνιστά αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 3 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 51 παράγραφος 1.
6. Οι διατάξεις που περιλαμβάνονται στο παρόν άρθρο θεωρούνται υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (23).
Άρθρο 49
Εξουσία αναστολής ορισμένων υποχρεώσεων
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν την εξουσία να αναστέλλουν οποιεσδήποτε υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης απορρέουν από σύμβαση στην οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος επιχείρηση υπό εξυγίανση από τη δημοσίευση της κοινοποίησης αναστολής, σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 3, έως τα μεσάνυχτα της εργάσιμης ημέρας που έπεται της δημοσίευσης στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της η αρχή εξυγίανσης της επιχείρησης υπό εξυγίανση.
2. Υποχρέωση πληρωμής ή παράδοσης που θα καθίστατο απαιτητή εντός της περιόδου αναστολής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 καθίσταται απαιτητή αμέσως μετά τη λήξη της περιόδου αναστολής.
3. Εάν οι συμβατικές υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης επιχείρησης υπό εξυγίανση αναστέλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, οι υποχρεώσεις πληρωμής ή παράδοσης των αντισυμβαλλομένων της εν λόγω επιχείρησης στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής αναστέλλονται για το ίδιο διάστημα.
4. Καμία αναστολή βάσει της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης έναντι των ακόλουθων:
|
α) |
συστημάτων και φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων που ορίζονται σύμφωνα με την οδηγία 98/26/ΕΚ· |
|
β) |
κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους τρίτης χώρας αναγνωρισμένων από την EAKAA σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού. |
5. Κατά την άσκηση εξουσίας δυνάμει του παρόντος άρθρου, οι αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν υπόψη τον αντίκτυπο που ενδέχεται να έχει η άσκηση της εξουσίας αυτής.
Οι αρχές εξυγίανσης καθορίζουν το πεδίο εφαρμογής αυτής της εξουσίας, λαμβάνοντας υπόψη τις περιστάσεις κάθε περίπτωσης.
Άρθρο 50
Εξουσία περιορισμού της αναγκαστικής εκτέλεσης συμφωνιών παροχής ασφάλειας
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν την εξουσία να περιορίζουν το δικαίωμα των εξασφαλισμένων πιστωτών μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση να προβαίνουν σε αναγκαστική εκτέλεση συμφωνιών παροχής ασφάλειας όσον αφορά οποιαδήποτε στοιχεία ενεργητικού της εν λόγω επιχείρησης υπό εξυγίανση από τη στιγμή της δημοσίευσης της κοινοποίησης περιορισμού, σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 3, έως τα μεσάνυχτα της εργάσιμης ημέρας που έπεται της δημοσίευσης στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της η αρχή εξυγίανσης της επιχείρησης υπό εξυγίανση.
2. Κανένας περιορισμός βάσει της παραγράφου 1 δεν εφαρμόζεται σε:
|
α) |
παροχή ασφάλειας έναντι συστημάτων ή φορέων εκμετάλλευσης συστημάτων που ορίζονται για τους σκοπούς της οδηγίας 98/26/ΕΚ· |
|
β) |
κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους τρίτης χώρας αναγνωρισμένων από την EAKAA σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού. |
3. Στις περιπτώσεις που εφαρμόζεται το άρθρο 62, οι αρχές εξυγίανσης μεριμνούν ώστε οι τυχόν περιορισμοί που επιβάλλονται δυνάμει της εξουσίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου να εφαρμόζονται με συνέπεια για όλες τις οντότητες ομίλου έναντι των οποίων αναλαμβάνεται δράση εξυγίανσης.
Άρθρο 51
Εξουσία προσωρινής αναστολής των δικαιωμάτων καταγγελίας
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν την εξουσία να αναστέλλουν τα δικαιώματα καταγγελίας οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους σύμβασης με επιχείρηση υπό εξυγίανση, από τη στιγμή της δημοσίευσης της κοινοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 3, έως τα μεσάνυχτα της εργάσιμης ημέρας που έπεται της δημοσίευσης στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της η αρχή εξυγίανσης της επιχείρησης υπό εξυγίανση, υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης, μεταξύ των οποίων οι υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης και η παροχή εξασφάλισης.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης διαθέτουν την εξουσία να αναστέλλουν τα δικαιώματα καταγγελίας οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους σύμβασης με θυγατρική επιχείρηση επιχείρησης υπό εξυγίανση εφόσον ισχύει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
|
α) |
οι υποχρεώσεις βάσει της εν λόγω σύμβασης είναι εγγυημένες ή με άλλον τρόπο υποστηριζόμενες από την επιχείρηση υπό εξυγίανση· |
|
β) |
τα δικαιώματα καταγγελίας βάσει της εν λόγω σύμβασης στηρίζονται μόνο στην αφερεγγυότητα ή τη χρηματοοικονομική κατάσταση της επιχείρησης υπό εξυγίανση· |
|
γ) |
σε περίπτωση που έχει ασκηθεί ή ενδέχεται να ασκηθεί εξουσία μεταβίβασης σε σχέση με την επιχείρηση υπό εξυγίανση, είτε:
|
Η αναστολή των δικαιωμάτων καταγγελίας ισχύει από τη δημοσίευση της κοινοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 3, έως τα μεσάνυχτα της εργάσιμης ημέρας που έπεται της δημοσίευσης στο κράτος μέλος όπου έχει την έδρα της η θυγατρική επιχείρηση της επιχείρησης υπό εξυγίανση.
3. Καμία αναστολή βάσει της παραγράφου 1 ή 2 δεν εφαρμόζεται σε:
|
α) |
συστήματα ή φορείς εκμετάλλευσης συστημάτων που ορίζονται για τους σκοπούς της οδηγίας 98/26/ΕΚ· ή |
|
β) |
κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους τρίτης χώρας αναγνωρισμένων από την EAKAA σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού. |
4. Ένα πρόσωπο μπορεί να ασκήσει δικαίωμα καταγγελίας στο πλαίσιο σύμβασης πριν από το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στις παραγράφους 1 ή 2, εάν το πρόσωπο αυτό λάβει κοινοποίηση από την αρχή εξυγίανσης ότι τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που καλύπτονται από τη σύμβαση:
|
α) |
δεν μεταβιβάζονται σε άλλη οντότητα· ή |
|
β) |
δεν υπόκεινται σε απομείωση ή μετατροπή σύμφωνα με το άρθρο 35 παράγραφος 1 στοιχείο α). |
5. Σε περίπτωση που αρχή εξυγίανσης ασκεί την εξουσία που προβλέπεται στις παραγράφους 1 ή 2 του παρόντος άρθρου για να αναστείλει δικαιώματα καταγγελίας, και σε περίπτωση που δεν έχει επιδοθεί κοινοποίηση σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, αυτά τα δικαιώματα καταγγελίας μπορούν να ασκηθούν από τη λήξη της περιόδου αναστολής, με την επιφύλαξη του άρθρου 48, ως εξής:
|
α) |
εάν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που καλύπτονται από τη σύμβαση έχουν μεταβιβασθεί σε άλλη οντότητα, ένας αντισυμβαλλόμενος μπορεί να ασκήσει δικαιώματα καταγγελίας, σύμφωνα με τους όρους της σχετικής σύμβασης, μόνο σε περίπτωση επέλευσης οποιουδήποτε συνεχιζόμενου ή μεταγενέστερου γεγονότος που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση εκ μέρους του αποδέκτη· |
|
β) |
εάν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που καλύπτονται από τη σύμβαση παραμένουν στην επιχείρηση υπό εξυγίανση, και η αρχή εξυγίανσης δεν έχει εφαρμόσει στη σύμβαση αυτή το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής για τον σκοπό που προβλέπεται στο άρθρο 35 παράγραφος 1 στοιχείο α), ένας αντισυμβαλλόμενος μπορεί να ασκήσει δικαιώματα καταγγελίας σύμφωνα με τους όρους της εν λόγω σύμβασης κατά τη λήξη της περιόδου αναστολής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου. |
Άρθρο 52
Συμβατική αναγνώριση εξουσιών αναστολής της εξυγίανσης
1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) να συμπεριλάβουν σε κάθε χρηματοπιστωτική σύμβαση την οποία συνάπτουν και η οποία διέπεται από το δίκαιο τρίτης χώρας, όρους με τους οποίους τα μέρη αναγνωρίζουν ότι η χρηματοπιστωτική σύμβαση μπορεί να υπόκειται στην άσκηση εξουσιών από την αρχή εξυγίανσης για την αναστολή ή τον περιορισμό των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δυνάμει των άρθρων 49, 50 και 51, και αναγνωρίζουν ότι δεσμεύονται από τις απαιτήσεις του άρθρου 48.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να απαιτούν από τις τελικές μητρικές επιχειρήσεις να διασφαλίζουν ότι οι οικείες θυγατρικές επιχειρήσεις τρίτης χώρας, οι οποίες είναι οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), περιλαμβάνουν, στις χρηματοπιστωτικές συμβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, όρους ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η άσκηση της εξουσίας της αρχής εξυγίανσης να αναστέλλει ή να περιορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της τελικής μητρικής επιχείρησης, σύμφωνα με την παράγραφο 1, να αποτελεί έγκυρο λόγο για την άσκηση δικαιώματος πρόωρης καταγγελίας, αναστολής, τροποποίησης, συμψηφισμού ή αλληλοσυμψηφισμού, ή για την αναγκαστική εκτέλεση συμφωνιών παροχής ασφάλειας για τις εν λόγω συμβάσεις.
3. Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται σε κάθε χρηματοπιστωτική σύμβαση, η οποία:
|
α) |
δημιουργεί νέα υποχρέωση, ή τροποποιεί ουσιωδώς υπάρχουσα υποχρέωση, μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων που εκδίδονται σε εθνικό επίπεδο για τη μεταφορά του παρόντος άρθρου στο εσωτερικό δίκαιο· |
|
β) |
προβλέπει την άσκηση ενός ή περισσοτέρων δικαιωμάτων καταγγελίας ή δικαιωμάτων αναγκαστικής εκτέλεσης συμφωνιών παροχής ασφάλειας, στα οποία θα εφαρμόζονταν τα άρθρα 48, 49, 50 ή 51, αν η χρηματοπιστωτική σύμβαση διεπόταν από το δίκαιο κράτους μέλους. |
4. Το γεγονός ότι μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) δεν περιλαμβάνει στις χρηματοπιστωτικές συμβάσεις της τους συμβατικούς όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζει την αρχή εξυγίανσης να ασκεί τις εξουσίες που αναφέρονται στα άρθρα 48, 49, 50 και 51 σε σχέση με τις εν λόγω χρηματοπιστωτικές συμβάσεις.
5. Η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει το περιεχόμενο των συμβατικών όρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, λαμβάνοντας υπόψη τα διαφορετικά επιχειρηματικά μοντέλα των οντοτήτων που αναφέρονται σε αυτήν.
Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 29 Ιουλίου 2027.
Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμπληρώνει την παρούσα οδηγία εκδίδοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
Άρθρο 53
Εξουσία προσωρινής αναστολής των δικαιωμάτων εξαγοράς
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης έχουν την εξουσία να περιορίζουν ή να αναστέλλουν προσωρινά τα δικαιώματα εξαγοράς των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου σε σχέση με συμβάσεις ασφάλισης ζωής που έχουν συναφθεί από την υπό εξυγίανση επιχείρηση, υπό την προϋπόθεση ότι εξακολουθούν να εκπληρώνονται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις που απορρέουν από τις συμβάσεις, και ιδίως οι υποχρεώσεις πληρωμής προς όφελος των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων ή των ζημιωθέντων.
2. Η εξουσία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 χρησιμοποιείται μόνο για όσο διάστημα είναι αναγκαίο προκειμένου να διευκολυνθεί η εφαρμογή ενός ή περισσότερων εργαλείων εξυγίανσης. Η εξουσία αυτή ισχύει για το διάστημα που καθορίζεται στην ανακοίνωση αναστολής που δημοσιεύεται σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφος 3.
Άρθρο 54
Άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης είναι σε θέση να ασκούν τον έλεγχο της επιχείρησης υπό εξυγίανση, ώστε:
|
α) |
να διευθύνουν και να ασκούν τις δραστηριότητες και τις υπηρεσίες της επιχείρησης υπό εξυγίανση με όλες τις εξουσίες των μετόχων της και του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου της· |
|
β) |
να διαχειρίζονται και να διαθέτουν τα στοιχεία ενεργητικού και την περιουσία της επιχείρησης υπό εξυγίανση. |
Ο έλεγχος που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο μπορεί να ασκείται άμεσα από την αρχή εξυγίανσης ή έμμεσα μέσω προσώπου ή προσώπων που διορίζονται από την αρχή εξυγίανσης. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα δικαιώματα ψήφου που αντιστοιχούν σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας της επιχείρησης υπό εξυγίανση να μην μπορούν να ασκηθούν κατά τη διάρκεια της περιόδου εξυγίανσης.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης, με την επιφύλαξη του δικαιώματος προσφυγής που αναφέρεται στο άρθρο 67, είναι σε θέση να αναλαμβάνουν δράση εξυγίανσης με εκτελεστική διάταξη σύμφωνα με τις εθνικές διοικητικές αρμοδιότητες και διαδικασίες, χωρίς να ασκούν έλεγχο στην επιχείρηση υπό εξυγίανση.
3. Οι αρχές εξυγίανσης αποφασίζουν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση κατά πόσον είναι σκόπιμο να εκτελέσουν τη δράση εξυγίανσης με τα μέσα που καθορίζονται στην παράγραφο 1 ή στην παράγραφο 2, έχοντας υπόψη τους στόχους της εξυγίανσης και τις γενικές αρχές που διέπουν την εξυγίανση και ορίζονται στο άρθρο 22, τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης επιχείρησης υπό εξυγίανση και την ανάγκη να διευκολύνεται η αποτελεσματική εξυγίανση διασυνοριακών ομίλων.
4. Οι αρχές εξυγίανσης δεν θεωρούνται σκιώδεις διευθυντές ή de facto διευθυντές δυνάμει των εθνικών δικαίων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ V
Διασφαλίσεις
Άρθρο 55
Μεταχείριση των μετόχων, των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, των δικαιούχων, των αιτούντων και άλλων πιστωτών σε περίπτωση μερικών μεταβιβάσεων και εφαρμογής του εργαλείου απομείωσης ή μετατροπής
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν έχει εφαρμοστεί ένα ή περισσότερα εργαλεία εξυγίανσης, εκτός της περίπτωσης που περιγράφεται στη παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, και σε περίπτωση που οι αρχές εξυγίανσης μεταβιβάζουν μόνο μέρη των δικαιωμάτων, στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων της επιχείρησης υπό εξυγίανση, οι μέτοχοι, οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, οι δικαιούχοι, οι αιτούντες και άλλοι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις δεν έχουν μεταβιβαστεί, λαμβάνουν προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους τουλάχιστον όσα θα είχαν λάβει εάν η επιχείρηση υπό εξυγίανση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 64.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, όταν έχει εφαρμοστεί ένα ή περισσότερα εργαλεία εξυγίανσης και σε περίπτωση που οι αρχές εξυγίανσης εφαρμόζουν το εργαλείο απομείωσης ή μετατροπής, οι μέτοχοι, οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, οι δικαιούχοι, οι αιτούντες και άλλοι πιστωτές των οποίων οι απαιτήσεις έχουν απομειωθεί ή μετατραπεί σε μετοχικό κεφάλαιο δεν υφίστανται μεγαλύτερες ζημίες από όσες θα υφίσταντο εάν η επιχείρηση υπό εξυγίανση είχε εκκαθαριστεί υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 64.
Άρθρο 56
Αποτίμηση της διαφοράς ως προς τη μεταχείριση
1. Προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον οι μέτοχοι, οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, οι δικαιούχοι, οι αιτούντες και άλλοι πιστωτές θα είχαν τύχει καλύτερης μεταχείρισης εάν η επιχείρηση υπό εξυγίανση είχε τεθεί υπό κανονική διαδικασία αφερεγγυότητας, τα κράτη μέλη μεριμνούν για τη διενέργεια αποτίμησης από ανεξάρτητο πρόσωπο όσο το δυνατόν συντομότερα μετά την υλοποίηση της δράσης ή των δράσεων εξυγίανσης. Η εν λόγω αποτίμηση είναι χωριστή από την αποτίμηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 23.
2. Η αποτίμηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 προσδιορίζει:
|
α) |
τη μεταχείριση της οποίας θα είχαν τύχει οι μέτοχοι, οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, οι δικαιούχοι, οι αιτούντες και άλλοι πιστωτές, ή τα οικεία συστήματα εγγύησης ασφάλισης εάν η επιχείρηση υπό εξυγίανση, σε σχέση με την οποία έχει πραγματοποιηθεί η δράση ή οι δράσεις εξυγίανσης, είχε τεθεί υπό κανονική διαδικασία αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 64· |
|
β) |
την πραγματική μεταχείριση της οποίας έτυχαν οι μέτοχοι, οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, οι δικαιούχοι, οι αιτούντες και άλλοι πιστωτές κατά την εξυγίανση της επιχείρησης υπό εξυγίανση· |
|
γ) |
αν υπάρχει κάποια διαφορά μεταξύ της μεταχείρισης που αναφέρεται στο στοιχείο α) και της μεταχείρισης που αναφέρεται στο στοιχείο β). |
3. Η αποτίμηση:
|
α) |
βασίζεται στην παραδοχή ότι η επιχείρηση υπό εξυγίανση, στην οποία έχει πραγματοποιηθεί η δράση ή οι δράσεις εξυγίανσης, θα είχε τεθεί υπό κανονική διαδικασία αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 64· |
|
β) |
βασίζεται στην παραδοχή ότι η δράση ή οι δράσεις εξυγίανσης δεν έχουν πραγματοποιηθεί· |
|
γ) |
λαμβάνει υπόψη μια εμπορικά εύλογη εκτίμηση του κόστους αντικατάστασης, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών μεσιτείας και κλεισίματος, των ήδη αγορασθέντων ασφαλιστηρίων συμβολαίων για κατάλληλες ομάδες κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης που αναφέρεται στο άρθρο 64· |
|
δ) |
δεν λαμβάνει υπόψη καμία χορήγηση έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης στην επιχείρηση υπό εξυγίανση. |
4. Η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει τη μεθοδολογία για τη διενέργεια της αποτίμησης που αναφέρεται στο παρόν άρθρο, ιδίως δε τη μεθοδολογία προκειμένου να αποτιμηθεί η μεταχείριση της οποίας θα είχαν τύχει οι μέτοχοι, οι κάτοχοι ασφαλιστήριου συμβολαίου, οι δικαιούχοι, οι αιτούντες και άλλοι πιστωτές εάν η επιχείρηση υπό εξυγίανση είχε τεθεί υπό διαδικασία αφερεγγυότητας τη στιγμή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο 64, καθώς και τη μεθοδολογία για την εκτίμηση του κόστους αντικατάστασης.
Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 29 Ιουλίου 2027.
Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμπληρώνει την παρούσα οδηγία εκδίδοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
Άρθρο 57
Διασφάλιση για τους μετόχους, τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους, τους αιτούντες ή άλλους πιστωτές
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, εάν με την αποτίμηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 56 προσδιοριστεί ότι οποιοσδήποτε μέτοχος, κάτοχος ασφαλιστήριου συμβολαίου, δικαιούχος, αιτών ή άλλος πιστωτής που αναφέρεται στο άρθρο 55, ή, κατά περίπτωση, το σύστημα εγγύησης ασφάλισης σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία, έχει υποστεί μεγαλύτερες ζημίες από όσες θα υφίστατο κατά την εκκαθάριση υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, δικαιούται την καταβολή της διαφοράς.
Άρθρο 58
Διασφαλίσεις για τους αντισυμβαλλομένους στις μερικές μεταβιβάσεις
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν κατάλληλη προστασία των ακόλουθων συμφωνιών και των αντισυμβαλλομένων στις ακόλουθες συμφωνίες:
|
α) |
συμφωνίες εγγυοδοσίας, βάσει των οποίων ένα πρόσωπο έχει, λόγω εγγύησης, υπάρχον ή ενδεχόμενο συμφέρον στα στοιχεία ενεργητικού ή δικαιώματα που αποτελούν αντικείμενο μεταβίβασης, ανεξαρτήτως του αν το εν λόγω συμφέρον εξασφαλίζεται με συγκεκριμένα στοιχεία ενεργητικού ή δικαιώματα ή με κυμαινόμενες επιβαρύνσεις ή παρεμφερή ρύθμιση· |
|
β) |
συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλων, βάσει των οποίων παρέχονται εξασφαλίσεις για την εξασφάλιση ή την κάλυψη της εκτέλεσης συγκεκριμένων υποχρεώσεων, με τη μεταβίβαση της πλήρους κυριότητας των στοιχείων ενεργητικού από τον ασφαλειοδότη στον ασφαλειολήπτη, υπό όρους που προβλέπουν τη μεταβίβαση των στοιχείων ενεργητικού από τον ασφαλειολήπτη εάν εκτελεστούν αυτές οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις· |
|
γ) |
συμφωνίες αλληλοσυμψηφισμού βάσει των οποίων δύο ή περισσότερες απαιτήσεις ή υποχρεώσεις μεταξύ της επιχείρησης υπό εξυγίανση και ενός αντισυμβαλλομένου συμψηφίζονται η μία με την άλλη· |
|
δ) |
συμφωνίες συμψηφισμού· |
|
ε) |
πολιτικές που συνδυάζουν ασφάλιση ζωής με επενδύσεις ή άλλα χαρτοφυλάκια κλειστής διάρθρωσης· |
|
στ) |
συμφωνίες αντασφάλισης· |
|
ζ) |
συμφωνίες δομημένης χρηματοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των τιτλοποιήσεων και των μέσων που χρησιμοποιούνται για λόγους αντιστάθμισης κινδύνων, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των συνολικών στοιχείων κάλυψης και, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, εξασφαλίζονται, οι οποίες συνεπάγονται την παροχή και την κατοχή εγγύησης από συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας ή θεματοφύλακα, αντιπρόσωπο ή αντίκλητο. |
Η μορφή προστασίας που είναι κατάλληλη, για τις κατηγορίες συμφωνιών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α) έως ζ), επιλέγεται σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 62.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η προστασία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 εφαρμόζεται στις ακόλουθες περιστάσεις:
|
α) |
μια αρχή εξυγίανσης μεταβιβάζει ορισμένα αλλά όχι όλα τα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση σε άλλη οντότητα ή, κατά την εφαρμογή ενός εργαλείου εξυγίανσης, από μια μεταβατική επιχείρηση ή φορέα διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού σε άλλο πρόσωπο· |
|
β) |
μια αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες που προβλέπονται στο άρθρο 43 παράγραφος 1 στοιχείο στ). |
3. Η απαίτηση της παραγράφου 1 εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τον αριθμό των μερών που συμμετέχουν στις συμφωνίες και από το αν οι συμφωνίες:
|
α) |
δημιουργούνται από σύμβαση, καταπιστεύματα ή άλλα μέσα, ή απορρέουν αυτομάτως από την εφαρμογή του νόμου· |
|
β) |
απορρέουν ή διέπονται, εν όλω ή εν μέρει, από νομοθεσία άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας. |
Άρθρο 59
Προστασία των συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλων, των συμφωνιών αλληλοσυμψηφισμού και συμψηφισμού, και των συμφωνιών αντασφάλισης
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι παρέχεται κατάλληλη προστασία για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλων, τις συμφωνίες αλληλοσυμψηφισμού και συμψηφισμού και τις συμφωνίες αντασφάλισης, ώστε να εμποδίζεται η μεταβίβαση ορισμένων αλλά όχι όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προστατεύονται από συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλων, συμφωνία αλληλοσυμψηφισμού, συμφωνία συμψηφισμού ή συμφωνία αντασφάλισης μεταξύ της επιχείρησης υπό εξυγίανση και άλλου προσώπου, και η τροποποίηση ή η καταγγελία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που προστατεύονται από την εν λόγω συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλων, συμφωνία αλληλοσυμψηφισμού, συμφωνία συμψηφισμού ή συμφωνία αντασφάλισης μέσω της άσκησης επικουρικών εξουσιών.
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται ως προστατευμένα βάσει συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλων, συμφωνίας αλληλοσυμψηφισμού, συμφωνίας συμψηφισμού ή συμφωνίας αντασφάλισης εάν τα μέρη της συμφωνίας δικαιούνται να προβούν σε αλληλοσυμψηφισμό ή συμψηφισμό των εν λόγω δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, όταν είναι αναγκαίο για την καλύτερη προστασία των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου με το να διασφαλίζεται ότι τα μεταβιβαζόμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια εξακολουθούν να πληρούν τις σχετικές νομικές απαιτήσεις όσον αφορά τα υποχρεωτικά ελάχιστα επίπεδα κάλυψης δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να μεταβιβάζουν τα εν λόγω χαρτοφυλάκια συμβάσεων που αποτελούν μέρος των διακανονισμών και συμφωνιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 χωρίς να μεταβιβάζουν άλλα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποτελούν μέρος των ίδιων διακανονισμών και συμφωνιών, και μπορούν να μεταβιβάζουν, να τροποποιούν ή να τερματίζουν τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα και άλλες υποχρεώσεις χωρίς να μεταβιβάζουν τα χαρτοφυλάκια συμβάσεων.
Άρθρο 60
Προστασία των συμφωνιών εγγυοδοσίας
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να υπάρχει κατάλληλη προστασία για υποχρεώσεις που εξασφαλίζονται με συμφωνία εγγυοδοσίας, προκειμένου να εμποδίζεται ένα ή περισσότερα από τα εξής:
|
α) |
η μεταβίβαση στοιχείων ενεργητικού με τα οποία είναι εξασφαλισμένη η υποχρέωση, εκτός εάν μεταβιβάζονται επίσης η εν λόγω υποχρέωση και το όφελος της εγγύησης· |
|
β) |
η μεταβίβαση εξασφαλισμένης υποχρέωσης, εκτός εάν μεταβιβάζεται επίσης και το όφελος της εγγύησης· |
|
γ) |
η μεταβίβαση του οφέλους της εγγύησης, εκτός εάν μεταβιβάζεται επίσης και η εξασφαλισμένη υποχρέωση· |
|
δ) |
η τροποποίηση ή η καταγγελία μιας συμφωνίας εγγυοδοσίας, μέσω της άσκησης επικουρικών εξουσιών, εάν το αποτέλεσμα της εν λόγω τροποποίησης ή καταγγελίας θα ήταν να παύσει να είναι εξασφαλισμένη η υποχρέωση. |
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, όταν είναι αναγκαίο για την καλύτερη προστασία των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου με το να διασφαλίζεται ότι τα μεταβιβαζόμενα ασφαλιστήρια συμβόλαια εξακολουθούν να πληρούν τις σχετικές νομικές απαιτήσεις όσον αφορά τα υποχρεωτικά ελάχιστα επίπεδα κάλυψης δυνάμει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να μεταβιβάζουν τα εν λόγω χαρτοφυλάκια συμβάσεων που αποτελούν μέρος των συμφωνιών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 χωρίς να μεταβιβάζουν άλλα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα και υποχρεώσεις που αποτελούν μέρος των ίδιων συμφωνιών, και μπορούν να μεταβιβάζουν, να τροποποιούν ή να τερματίζουν τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα και άλλες υποχρεώσεις χωρίς να μεταβιβάζουν τα χαρτοφυλάκια συμβάσεων.
Άρθρο 61
Προστασία των συμφωνιών δομημένης χρηματοδότησης και άλλων χαρτοφυλακίων κλειστής διάρθρωσης
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να υπάρχει κατάλληλη προστασία των συμφωνιών δομημένης χρηματοδότησης ή άλλων χαρτοφυλακίων κλειστής διάρθρωσης, περιλαμβανομένων των συμφωνιών που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχεία ε) και στ), προκειμένου να εμποδίζεται οποιοδήποτε από τα εξής:
|
α) |
η μεταβίβαση ορισμένων αλλά όχι όλων των στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συνιστούν ή αποτελούν αντικείμενο μιας συμφωνίας δομημένης χρηματοδότησης ή άλλων χαρτοφυλακίων κλειστής διάρθρωσης, περιλαμβανομένων των συμφωνιών που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχεία ε) και στ), όπου η επιχείρηση υπό εξυγίανση είναι συμβαλλόμενο μέρος· |
|
β) |
η καταγγελία ή η τροποποίηση, μέσω της άσκησης επικουρικών εξουσιών των στοιχείων ενεργητικού, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που συνιστούν ή αποτελούν μέρος μιας συμφωνίας δομημένης χρηματοδότησης ή άλλων χαρτοφυλακίων κλειστής διάρθρωσης, περιλαμβανομένων των συμφωνιών που αναφέρονται στο άρθρο 58 παράγραφος 1 στοιχεία ε) και στ), όπου η επιχείρηση υπό εξυγίανση είναι συμβαλλόμενο μέρος. |
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, όταν είναι αναγκαίο για την καλύτερη επίτευξη των στόχων εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 18 και ιδίως για τη διασφάλιση καλύτερης προστασίας των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να μεταβιβάζουν, να τροποποιούν ή να καταργούν στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που αποτελούν αντικείμενο της ίδιας συμφωνίας.
Άρθρο 62
Μερικές μεταβιβάσεις: προστασία των συστημάτων διαπραγμάτευσης, εκκαθάρισης και διακανονισμού
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η εφαρμογή εργαλείου εξυγίανσης να μην επηρεάζει τη λειτουργία και τους κανόνες των συστημάτων που καλύπτονται από την οδηγία 98/26/ΕΚ, σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
|
α) |
μεταβιβάζει ορισμένα αλλά όχι όλα τα στοιχεία ενεργητικού, δικαιώματα ή υποχρεώσεις μιας επιχείρησης υπό εξυγίανση σε άλλη οντότητα· |
|
β) |
κάνει χρήση των επικουρικών εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 43 για να ακυρώσει ή να τροποποιήσει τις ρήτρες μιας σύμβασης στην οποία είναι συμβαλλόμενο μέρος η επιχείρηση υπό εξυγίανση ή να την υποκαταστήσει με τον αποδέκτη ως συμβαλλόμενο μέρος. |
2. Με τη μεταβίβαση, ακύρωση ή τροποποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου:
|
α) |
δεν ανακαλείται εντολή μεταβίβασης, κατά παράβαση του άρθρου 5 της οδηγίας 98/26/ΕΚ· |
|
β) |
δεν τροποποιείται ούτε αναιρείται το εκτελεστό των εντολών μεταβίβασης και του συμψηφισμού, όπως απαιτείται βάσει των άρθρων 3 και 5 της οδηγίας 98/26/ΕΚ, η χρήση κεφαλαίων, αξιογράφων ή πιστωτικών διευκολύνσεων όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 4 της εν λόγω οδηγίας, ή η προστασία της ασφάλειας, όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 9 της εν λόγω οδηγίας. |
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI
Διαδικαστικές υποχρεώσεις
Άρθρο 63
Απαιτήσεις κοινοποίησης
1. Τα κράτη μέλη απαιτούν από το διοικητικό, διαχειριστικό ή εποπτικό όργανο μιας οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) να αποστέλλουν κοινοποίηση στην εποπτική αρχή, όταν κρίνει ότι η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει κατά την έννοια του άρθρου 19 παράγραφος 4.
2. Οι εποπτικές αρχές ενημερώνουν τις οικείες αρχές εξυγίανσης σχετικά με τα εξής:
|
α) |
τυχόν κοινοποιήσεις που λαμβάνονται βάσει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με το άρθρο 136, το άρθρο 138 παράγραφος 1 και το άρθρο 139 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
β) |
κάθε ενέργεια την οποία η εποπτική αρχή απαιτεί από την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), να αναλάβει σύμφωνα με την άσκηση των εξουσιών που διαθέτει δυνάμει του άρθρου 15 ή 16 της παρούσας οδηγίας, και δυνάμει του άρθρου 136α, του άρθρου 137, του άρθρου 138 παράγραφοι 3 και 5, του άρθρου 139 παράγραφος 3 και των άρθρων 140, 141 και 144 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ· |
|
γ) |
τυχόν παράταση της περιόδου ανάκαμψης σύμφωνα με το άρθρο 138 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ. |
Οι εποπτικές αρχές παρέχουν επίσης στις αρχές εξυγίανσης αντίγραφο του σχεδίου ανάκαμψης που η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) της παρούσας οδηγίας έχει υποβάλει σύμφωνα με το άρθρο 138 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, αντίγραφο του προγράμματος χρηματοδότησης που η οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) της παρούσας οδηγίας έχει υποβάλει σύμφωνα με το άρθρο 139 παράγραφος 2 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ, και τη γνώμη των εποπτικών αρχών σχετικά με τα εν λόγω έγγραφα, κατά περίπτωση.
3. Εποπτική αρχή ή αρχή εξυγίανσης που διαπιστώνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) όσον αφορά μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση τη διαπίστωση αυτή στις ακόλουθες αρχές, εάν πρόκειται για διαφορετικές αρχές:
|
α) |
στην αρχή εξυγίανσης για την εν λόγω οντότητα· |
|
β) |
στην εποπτική αρχή για την εν λόγω οντότητα· |
|
γ) |
στην εποπτική αρχή οποιουδήποτε κράτους μέλους όπου η εν λόγω οντότητα ασκεί σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες· |
|
δ) |
στην αρχή εξυγίανσης οποιουδήποτε κράτους μέλους όπου η εν λόγω οντότητα ασκεί σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες· |
|
ε) |
στο σύστημα εγγύησης ασφάλισης στο οποίο συμμετέχει η η εν λόγω οντότητα, κατά περίπτωση και εφόσον είναι αναγκαίο για να μπορέσει το σύστημα εγγύησης ασφάλισης να εκπληρώσει τα καθήκοντά του· |
|
στ) |
ανάλογα με την περίπτωση, στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου· |
|
ζ) |
στο αρμόδιο υπουργείο· |
|
η) |
κατά περίπτωση, στην αρχή εποπτείας του ομίλου· |
|
θ) |
στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου και στην ορισθείσα εθνική αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας· |
|
ι) |
όταν η οντότητα αποτελεί μέρος χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, στη σχετική αρχή εξυγίανσης που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και στην οικεία αρμόδια αρχή κατά την έννοια της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24) και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. |
Άρθρο 64
Απόφαση της αρχής εξυγίανσης
1. Μόλις λάβει από την εποπτική αρχή την κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 63 παράγραφος 3, ή με δική της πρωτοβουλία, η αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 παράγραφος 1 ή του άρθρου 20 παράγραφος 3 όσον αφορά τη σχετική οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε).
2. Η απόφαση ανάληψης ή μη ανάληψης δράσης εξυγίανσης όσον αφορά μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) περιέχει τους λόγους για την εν λόγω απόφαση.
Όταν αποφασίζεται να αναληφθεί δράση εξυγίανσης, η απόφαση περιλαμβάνει επίσης τις εξής πληροφορίες: τη δράση εξυγίανσης και, κατά περίπτωση, την προσφυγή σε διαδικασία εκκαθάρισης, τον διορισμό διαχειριστή ή οποιοδήποτε άλλο μέτρο στο πλαίσιο των εφαρμοστέων κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας ή άλλα μέτρα εξυγίανσης, με την επιφύλαξη του άρθρου 26 παράγραφος 7, βάσει του εθνικού δικαίου.
Άρθρο 65
Διαδικαστικές υποχρεώσεις των αρχών εξυγίανσης
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, μόλις είναι ευλόγως εφικτό μετά την ανάληψη μιας δράσης εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις παραγράφους 2 και 3.
2. Οι αρχές εξυγίανσης κοινοποιούν στην επιχείρηση υπό εξυγίανση και στις ακόλουθες αρχές, εάν είναι διαφορετικές, τη δράση εξυγίανσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1:
|
α) |
στην εποπτική αρχή για την επιχείρηση υπό εξυγίανση· |
|
β) |
στην εποπτική αρχή για οποιοδήποτε υποκατάστημα της επιχείρησης υπό εξυγίανση· |
|
γ) |
στην κεντρική τράπεζα του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση υπό εξυγίανση· |
|
δ) |
κατά περίπτωση, στο σύστημα εγγύησης ασφάλισης στο οποίο συμμετέχει η επιχείρηση υπό εξυγίανση· |
|
ε) |
ανάλογα με την περίπτωση, στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου· |
|
στ) |
στο αρμόδιο υπουργείο· |
|
ζ) |
κατά περίπτωση, στην εποπτική αρχή του ομίλου· |
|
η) |
στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου και στην ορισθείσα εθνική αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας· |
|
θ) |
στην Επιτροπή, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, στην ΕΑΑΕΣ, στην EAKAA και στην ΕΑΤ· |
|
ι) |
εάν η επιχείρηση υπό εξυγίανση είναι ίδρυμα όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο β) της οδηγίας 98/26/ΕΚ, στους φορείς εκμετάλλευσης των συστημάτων στα οποία συμμετέχει. |
|
ια) |
όταν η επιχείρηση υπό εξυγίανση αποτελεί μέρος χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, στη σχετική αρχή εξυγίανσης που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και στην οικεία αρμόδια αρχή κατά την έννοια της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. |
3. Η αρχή εξυγίανσης δημοσιεύει ή μεριμνά για τη δημοσίευση αντιγράφου της διάταξης ή της πράξης δυνάμει της οποίας αναλαμβάνεται η δράση εξυγίανσης είτε ειδοποίησης όπου συνοψίζονται τα αποτελέσματα της δράσης εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένων των αποτελεσμάτων για τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου και, κατά περίπτωση, τους όρους και το χρονικό διάστημα της αναστολής ή του περιορισμού που αναφέρονται στα άρθρα 49, 50 και 51, στα ακόλουθα μέσα:
|
α) |
στον επίσημο ιστότοπό της· |
|
β) |
στον ιστότοπο της εποπτικής αρχής, εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από την αρχή εξυγίανσης, και στον ιστότοπο της ΕΑΑΕΣ· |
|
γ) |
στον ιστότοπο της επιχείρησης υπό εξυγίανση· |
|
δ) |
σε περίπτωση που οι μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας ή χρεωστικά μέσα της επιχείρησης υπό εξυγίανση έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, στα μέσα που χρησιμοποιούνται για τη δημοσιοποίηση των ρυθμιζόμενων πληροφοριών που αφορούν την επιχείρηση υπό εξυγίανση, σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 1 της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (25). |
4. Εάν οι μετοχές, τα μέσα ιδιοκτησίας ή τα χρεωστικά μέσα δεν έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, η αρχή εξυγίανσης μεριμνά ώστε, τα έγγραφα που τεκμηριώνουν τις πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3, να αποστέλλονται στους μετόχους και πιστωτές της επιχείρησης υπό εξυγίανση, τους οποίους γνωρίζει μέσω του μητρώου ή των βάσεων δεδομένων της επιχείρησης υπό εξυγίανση που τίθενται στη διάθεση της αρχής εξυγίανσης.
Άρθρο 66
Εμπιστευτικότητα
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι απαιτήσεις σχετικά με το επαγγελματικό απόρρητο είναι δεσμευτικές για τα ακόλουθα πρόσωπα, αρχές και φορείς και ότι κανένα από αυτά δεν αποκαλύπτει εμπιστευτικές πληροφορίες:
|
α) |
τις αρχές εξυγίανσης· |
|
β) |
τις εποπτικές αρχές και την ΕΑΑΕΣ· |
|
γ) |
τα αρμόδια υπουργεία· |
|
δ) |
τους ειδικούς διαχειριστές που διορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 44 της παρούσας οδηγίας· |
|
ε) |
τους πιθανούς αγοραστές με τους οποίους έχουν έρθει σε επαφή οι εποπτικές αρχές ή τους οποίους έχουν προσκαλέσει οι αρχές εξυγίανσης, ανεξαρτήτως αν η εν λόγω επαφή ή πρόσκληση πραγματοποιήθηκε ως προετοιμασία για τη χρήση του εργαλείου πώλησης δραστηριοτήτων, και ανεξαρτήτως αν η πρόσκληση κατέληξε σε απόκτηση· |
|
στ) |
τους ελεγκτές, λογιστές, νομικούς και επαγγελματικούς συμβούλους, εκτιμητές και άλλους εμπειρογνώμονες τους οποίους προσλαμβάνουν άμεσα ή έμμεσα οι αρχές εξυγίανσης, οι εποπτικές αρχές, τα αρμόδια υπουργεία ή οι πιθανοί αγοραστές που αναφέρονται στο στοιχείο ε)· |
|
ζ) |
τους φορείς που διαχειρίζονται συστήματα εγγύησης ασφάλισης· |
|
η) |
τον φορέα που είναι υπεύθυνος για τις ρυθμίσεις χρηματοδότησης· |
|
θ) |
τις κεντρικές τράπεζες και άλλες αρχές που εμπλέκονται στη διαδικασία εξυγίανσης· |
|
ι) |
τη μεταβατική επιχείρηση ή τον φορέα διαχείρισης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού· |
|
ια) |
κάθε άλλο πρόσωπο που παρέχει ή έχει παράσχει υπηρεσίες άμεσα ή έμμεσα, σε μόνιμη βάση ή περιστασιακά, στα πρόσωπα που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως ι)· |
|
ιβ) |
τα ανώτατα διοικητικά στελέχη, τα μέλη του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου και τους υπαλλήλους των φορέων ή των οντοτήτων που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως ι), πριν από τον διορισμό τους, κατά τη διάρκειά του και μετέπειτα. |
|
ιγ) |
τη σχετική αρχή εξυγίανσης που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και την αρμόδια αρχή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. |
2. Με την επιφύλαξη του γενικού χαρακτήρα των απαιτήσεων της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 απαγορεύεται να αποκαλύπτουν εμπιστευτικές πληροφορίες τις οποίες λαμβάνουν στο πλαίσιο των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων ή από εποπτική αρχή ή αρχή εξυγίανσης σε σχέση με τις λειτουργίες της εν λόγω αρχής, σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή, εκτός εάν:
|
α) |
η αποκάλυψη πραγματοποιείται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους βάσει της παρούσας οδηγίας· |
|
β) |
η αποκάλυψη γίνεται σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή κατά τρόπο ώστε να μην είναι δυνατή η ταυτοποίηση μεμονωμένων οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε)· |
|
γ) |
η αποκάλυψη πραγματοποιείται με τη ρητή και εκ των προτέρων συγκατάθεση της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), η οποία παρείχε τις πληροφορίες. |
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αξιολογούν τις πιθανές συνέπειες από την αποκάλυψη πληροφοριών στο δημόσιο συμφέρον όσον αφορά τη χρηματοοικονομική, νομισματική ή οικονομική πολιτική, καθώς επίσης στα εμπορικά συμφέροντα φυσικών και νομικών προσώπων, στους σκοπούς των επιθεωρήσεων, στις έρευνες και στους ελέγχους.
Η διαδικασία αξιολόγησης των συνεπειών που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο περιλαμβάνει ειδική αξιολόγηση των συνεπειών κάθε αποκάλυψης του περιεχομένου και των λεπτομερειών των σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης και των σχεδίων εξυγίανσης όπως αναφέρονται στα άρθρα 5, 7, 9, 10 και 12 και των πορισμάτων κάθε αξιολόγησης που διενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 6, 8 και 13.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε πρόσωπο ή οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 υπέχει αστική ευθύνη σε περίπτωση παραβίασης του παρόντος άρθρου.
3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β), γ), ζ), θ) και ι) έχουν θεσπίσει εσωτερικούς κανόνες για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις εμπιστευτικότητας που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2, συμπεριλαμβανομένων κανόνων για την προστασία του απορρήτου των πληροφοριών μεταξύ των προσώπων που εμπλέκονται άμεσα στη διαδικασία εξυγίανσης.
4. Οι παράγραφοι 1 έως 3 του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζουν:
|
α) |
τους υπαλλήλους και εμπειρογνώμονες των φορέων ή των οντοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) έως θ) να ανταλλάσσουν μεταξύ τους πληροφορίες στο πλαίσιο εκάστου φορέα ή οντότητας· |
|
β) |
τις αρχές εξυγίανσης και τις εποπτικές αρχές, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων και των εμπειρογνωμόνων τους, να ανταλλάσσουν πληροφορίες μεταξύ τους και με άλλες αρχές εξυγίανσης, άλλες εποπτικές αρχές της Ένωσης, αρμόδια υπουργεία, κεντρικές τράπεζες, συστήματα εγγύησης ασφάλισης, αρχές αρμόδιες για τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, αρχές αρμόδιες για τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στα κράτη μέλη μέσω κανόνων μακροπροληπτικού χαρακτήρα, αρμόδιους για τη διεξαγωγή νομίμων ελέγχων των λογαριασμών, την ΕΑΑΕΣ ή, με την επιφύλαξη του άρθρου 80, αρχές τρίτων χωρών που επιτελούν ισοδύναμα καθήκοντα με τις αρχές εξυγίανσης, ή, με την προϋπόθεση αυστηρών απαιτήσεων εμπιστευτικότητας, με δυνητικό αγοραστή με σκοπό τον σχεδιασμό ή την εκτέλεση δράσης εξυγίανσης. |
|
γ) |
την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών εξυγίανσης και των φορολογικών αρχών στο ίδιο κράτος μέλος, στον βαθμό που η εν λόγω ανταλλαγή επιτρέπεται από το εθνικό δίκαιο· όταν οι πληροφορίες αυτές προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, ανταλλάσσονται μόνο με τη ρητή συγκατάθεση της αρχής από την οποία προέρχονται. |
5. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών με οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:
|
α) |
υπό την προϋπόθεση αυστηρών απαιτήσεων εμπιστευτικότητας, οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, κατά περίπτωση, με σκοπό τον σχεδιασμό ή την εκτέλεση δράσης εξυγίανσης· |
|
β) |
κοινοβουλευτικές εξεταστικές επιτροπές στο κράτος μέλος τους, ελεγκτικά συνέδρια στο κράτος μέλος τους και άλλες παρόμοιες οντότητες στο κράτος μέλος τους, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις· |
|
γ) |
εθνικές αρχές που είναι υπεύθυνες για τα συστήματα πληρωμών, οι αρχές που είναι αρμόδιες για τις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, οι αρχές στις οποίες έχει ανατεθεί το δημόσιο καθήκον εποπτείας άλλων οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, οι αρχές που έχουν την ευθύνη της εποπτείας των χρηματοοικονομικών αγορών, των πιστωτικών ιδρυμάτων και των επιχειρήσεων επενδύσεων και επιθεωρητές που είναι εντεταλμένοι από αυτές, οι αρχές των κρατών μελών αρμόδιες για τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος στα κράτη μέλη μέσω κανόνων μακροπροληπτικού χαρακτήρα, οι αρχές που είναι υπεύθυνες για την προστασία της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, και πρόσωπα τα οποία είναι επιφορτισμένα με τη διεξαγωγή νομίμων ελέγχων των λογαριασμών. |
6. Οι παράγραφοι 1 έως 5 εφαρμόζονται με την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου όσον αφορά την αποκάλυψη πληροφοριών για τους σκοπούς δικαστικών διαδικασιών σε ποινικές ή αστικές υποθέσεις.
7. Έως τις 29 Ιανουαρίου 2027, η ΕΑΑΕΣ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, προκειμένου να καθορίσει με ποιον τρόπο θα παρέχονται οι πληροφορίες σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή για τους σκοπούς της παραγράφου 2 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII
Δικαίωμα προσφυγής και αποκλεισμός άλλων μέτρων
Άρθρο 67
Εκ των προτέρων δικαστική έγκριση και δικαιώματα αμφισβήτησης των αποφάσεων
1. Τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν ότι η απόφαση για τη λήψη μέτρου πρόληψης κρίσεων ή μέτρου διαχείρισης κρίσεων υπόκειται σε εκ των προτέρων δικαστική έγκριση, υπό τον όρο ότι όσον αφορά απόφαση για τη λήψη μέτρου διαχείρισης κρίσεων, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, η διαδικασία που αφορά την αίτηση για έγκριση και την εξέταση της αίτησης από το δικαστήριο έχει επείγοντα χαρακτήρα.
2. Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν στο εθνικό δίκαιο το δικαίωμα προσφυγής κατά απόφασης για τη λήψη μέτρου πρόληψης κρίσεων ή κατά απόφασης για την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας, πλην του μέτρου διαχείρισης κρίσεων, στο πλαίσιο της παρούσας οδηγίας.
3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλα τα θιγόμενα πρόσωπα από απόφαση για τη λήψη μέτρου διαχείρισης κρίσεων, διαθέτουν το δικαίωμα άσκησης προσφυγής κατά της απόφασης αυτής.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι ο δικαστικός έλεγχος του μέτρου διαχείρισης κρίσεων είναι ταχύρρυθμος και ότι τα εθνικά δικαστήρια δέχονται ως βάση της εκτίμησής τους τις πολύπλοκες οικονομικές εκτιμήσεις των γεγονότων στις οποίες προβαίνει η αρχή εξυγίανσης.
4. Το δικαίωμα προσφυγής που αναφέρεται στην παράγραφο 3 υπόκειται στις ακόλουθες απαιτήσεις:
|
α) |
η άσκηση προσφυγής δεν συνεπάγεται αυτόματη αναστολή των αποτελεσμάτων της προσβαλλόμενης απόφασης· |
|
β) |
η απόφαση της αρχής εξυγίανσης είναι άμεσα εκτελεστή και θεωρείται μαχητό τεκμήριο ότι η αναστολή της εκτέλεσής της αντίκειται στο δημόσιο συμφέρον. |
Όταν αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να προστατεύονται τα συμφέροντα τρίτων μερών, τα οποία, ενεργώντας καλή τη πίστει, έχουν αποκτήσει μετοχές, άλλα μέσα ιδιοκτησίας, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις της επιχείρησης υπό εξυγίανση στο πλαίσιο της χρήσης εργαλείων εξυγίανσης ή της άσκησης των εξουσιών εξυγίανσης από αρχή εξυγίανσης, η ακύρωση απόφασης μιας αρχής εξυγίανσης δεν επηρεάζει επακόλουθες διοικητικές πράξεις ή τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν από τη σχετική αρχή εξυγίανσης, οι οποίες βασίζονταν στην ακυρωθείσα απόφαση. Στην περίπτωση αυτή, τα ένδικα βοηθήματα που μπορούν να ασκηθούν κατά καταχρηστικής απόφασης ή πράξης των αρχών εξυγίανσης περιορίζονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για τις ζημίες που υπέστη ο προσφεύγων εξαιτίας της ακυρωθείσας απόφασης ή της πράξης.
Άρθρο 68
Περιορισμός άλλων δικαστικών διαδικασιών
1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 64 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν έναντι επιχείρησης υπό εξυγίανση ή οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), για τις οποίες έχει διαπιστωθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για εξυγίανση που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 20 παράγραφος 3, ότι δεν κινούνται κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας παρά μόνο με πρωτοβουλία της αρχής εξυγίανσης και ότι απόφαση για να τεθεί μια οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) σε κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας λαμβάνεται μόνο με τη συγκατάθεση της αρχής εξυγίανσης.
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι:
|
α) |
οι εποπτικές αρχές και οι αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν χωρίς καθυστέρηση κοινοποίηση κάθε αίτησης για έναρξη κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας έναντι μιας οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), ανεξαρτήτως του αν η επιχείρηση ή η οντότητα τελεί υπό εξυγίανση ή έχει δημοσιοποιηθεί απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 65 παράγραφοι 3 και 4· |
|
β) |
δεν εκδίδεται απόφαση επί της αίτησης για κίνηση κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας εκτός εάν έχουν γίνει οι κοινοποιήσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) και συντρέχει μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
|
3. Με την επιφύλαξη οποιουδήποτε περιορισμού στην αναγκαστική εκτέλεση συμφωνιών παροχής ασφάλειας που επιβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 50, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, εάν είναι αναγκαίο για την αποτελεσματική εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και αποτελεσματική άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης μπορούν να ζητούν από δικαστήριο να αναστείλει την έκδοση αποφάσεων, για κατάλληλο διάστημα, ανάλογα με τον επιδιωκόμενο στόχο, επί δικαστικών ενεργειών ή διαδικασιών στις οποίες είναι ή καθίσταται διάδικος η επιχείρηση υπό εξυγίανση.
ΤΙΤΛΟΣ IV
ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ
Άρθρο 69
Γενικές αρχές σχετικά με τη λήψη αποφάσεων που αφορούν περισσότερα του ενός κράτη μέλη
Τα κράτη μέλη, όταν, δυνάμει της παρούσας οδηγίας, λαμβάνουν αποφάσεις ή αναλαμβάνουν δράση με ενδεχόμενο αντίκτυπο σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη μέλη, μεριμνούν ώστε οι αρχές τους να λαμβάνουν υπόψη τις ακόλουθες γενικές αρχές:
|
α) |
κατά την ανάληψη δράσης εξυγίανσης, η λήψη αποφάσεων είναι αποτελεσματική και το κόστος της εξυγίανσης διατηρείται όσο το δυνατόν χαμηλότερο· |
|
β) |
οι αποφάσεις λαμβάνονται και η δράση αναλαμβάνεται εγκαίρως και με τη δέουσα ταχύτητα, όποτε αυτό καθίσταται αναγκαίο· |
|
γ) |
οι αρχές εξυγίανσης, οι εποπτικές αρχές και οι λοιπές αρχές συνεργάζονται μεταξύ τους, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι λαμβάνονται αποφάσεις και αναλαμβάνεται δράση με συντονισμένο και αποτελεσματικό τρόπο· |
|
δ) |
οι ρόλοι και οι ευθύνες των αρμόδιων αρχών σε κάθε κράτος μέλος καθορίζονται σαφώς· |
|
ε) |
λαμβάνονται δεόντως υπόψη τα συμφέροντα, ο δυνητικός αντίκτυπος οποιασδήποτε απόφασης, δράσης ή αδράνειας και οι αρνητικές επιπτώσεις στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τους δημοσιονομικούς πόρους, τα συστήματα εγγύησης ασφάλισης, τις ρυθμίσεις χρηματοδότησης, καθώς και οι αρνητικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις σε όλα τα κράτη μέλη στα οποία δραστηριοποιείται η τελική μητρική επιχείρηση και οι θυγατρικές της επιχειρήσεις ή στα οποία ασκούν σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες· |
|
στ) |
λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι στόχοι της εξισορρόπησης των συμφερόντων των διαφόρων εμπλεκόμενων κρατών μελών και της αποφυγής αθέμιτης βλάβης ή αθέμιτης προστασίας των συμφερόντων συγκεκριμένων κρατών μελών· |
|
ζ) |
κατά την ανάληψη δράσεων εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν υπόψη και ακολουθούν τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου, εκτός εάν οι αρχές εξυγίανσης εκτιμήσουν, λαμβάνοντας υπόψη τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ότι οι στόχοι εξυγίανσης θα επιτευχθούν αποτελεσματικότερα εάν αναληφθούν δράσεις που δεν προβλέπονται στα σχέδια εξυγίανσης· |
|
η) |
η προτεινόμενη απόφαση ή δράση πρέπει να είναι διαφανής όποτε η εν λόγω απόφαση ή δράση ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τους δημοσιονομικούς πόρους και, κατά περίπτωση, στα συστήματα εγγύησης ασφάλισης και τις ρυθμίσεις χρηματοδότησης του εκάστοτε οικείου κράτους μέλους. |
Άρθρο 70
Σώματα εξυγίανσης
1. Οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου συγκροτούν σώματα εξυγίανσης για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στα άρθρα 10, 11, 14, 16, 73 και 74, και, κατά περίπτωση, για τη διασφάλιση της συνεργασίας και του συντονισμού με τις αρχές εξυγίανσης τρίτων χωρών.
Ειδικότερα, τα σώματα εξυγίανσης αποτελούν ένα πλαίσιο για την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, τις άλλες αρχές εξυγίανσης και, κατά περίπτωση, τις εποπτικές αρχές και τις σχετικές αρχές εποπτείας του ομίλου, για την εκτέλεση των ακόλουθων καθηκόντων:
|
α) |
ανταλλαγή πληροφοριών που είναι σημαντικές για την κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης ομίλου και για την άσκηση εξουσιών εξυγίανσης όσον αφορά ομίλους· |
|
β) |
κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης ομίλου· |
|
γ) |
εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης ομίλων, σύμφωνα με το άρθρο 14· |
|
δ) |
άσκηση εξουσιών για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης ομίλων, σύμφωνα με το άρθρο 16· |
|
ε) |
λήψη απόφασης όσον αφορά την ανάγκη να καθοριστεί μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 73 ή 74· |
|
στ) |
επίτευξη της συμφωνίας για τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που προτείνεται σύμφωνα με το άρθρο 73 ή 74· |
|
ζ) |
συντονισμός της γνωστοποίησης των στρατηγικών και των μηχανισμών εξυγίανσης ομίλου στο κοινό· |
|
η) |
συντονισμός της χρήσης τυχόν συστημάτων εγγύησης ασφάλισης ή ρυθμίσεων χρηματοδότησης. |
Επιπλέον, τα σώματα εξυγίανσης είναι δυνατόν να αξιοποιηθούν ως βήμα συζήτησης οιωνδήποτε θεμάτων σχετίζονται με την εξυγίανση διασυνοριακού ομίλου.
2. Μέλη του σώματος εξυγίανσης είναι:
|
α) |
η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδου ομίλου· |
|
β) |
οι αρχές εξυγίανσης σε κάθε κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένη θυγατρική επιχείρηση καλυπτόμενη από εποπτεία σε επίπεδο ομίλου· |
|
γ) |
οι αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στα οποία είναι εγκατεστημένη μητρική επιχείρηση ενός ή περισσοτέρων επιχειρήσεων του ομίλου, ήτοι οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο β), δ) ή ε)· |
|
δ) |
η αρχή εποπτείας του ομίλου και οι εποπτικές αρχές των κρατών μελών στις περιπτώσεις που η αρχή εξυγίανσης είναι μέλος του σώματος εξυγίανσης· |
|
ε) |
τα αρμόδια υπουργεία, εφόσον οι αρχές εξυγίανσης οι οποίες είναι μέλη του σώματος εξυγίανσης δεν είναι τα αρμόδια υπουργεία· |
|
στ) |
κατά περίπτωση, η αρχή που είναι υπεύθυνη για το σύστημα εγγύησης ασφάλισης κράτους μέλους, εφόσον η αρχή εξυγίανσης αυτού του κράτους μέλους είναι μέλος σώματος εξυγίανσης· |
|
ζ) |
η ΕΑΑΕΣ, υπό την προϋπόθεση ότι τηρείται το δεύτερο εδάφιο· |
|
η) |
οι αρχές εξυγίανσης στα κράτη μέλη στα οποία οι ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις του ομίλου ασκούν σημαντικές διασυνοριακές δραστηριότητες. |
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο ζ), η ΕΑΑΕΣ συμβάλλει στην προώθηση και παρακολούθηση της αποδοτικής, αποτελεσματικής και συνεπούς λειτουργίας των σωμάτων εξυγίανσης και της σύγκλισης μεταξύ των σωμάτων εξυγίανσης. Για τον σκοπό αυτό, η ΕΑΑΕΣ καλείται να παραστεί στις συνεδριάσεις του σώματος εξυγίανσης. Η ΕΑΑΕΣ δεν έχει δικαίωμα ψήφου.
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο η), η συμμετοχή των αρχών εξυγίανσης περιορίζεται στην επίτευξη των στόχων της αποτελεσματικής ανταλλαγής πληροφοριών.
3. Οι αρχές εξυγίανσης τρίτων χωρών, όταν μητρική επιχείρηση ή επιχείρηση εγκατεστημένη στην Ένωση διαθέτει θυγατρική ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή υποκατάστημα που θα εθεωρείτο σημαντικό εάν ήταν εγκατεστημένο στην Ένωση, μπορούν να συμμετέχουν στο σώμα εξυγίανσης ως παρατηρητές, υπό την προϋπόθεση ότι οι αρχές αυτές υπόκεινται σε απαιτήσεις εμπιστευτικότητας οι οποίες είναι, κατά τη γνώμη της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, ισοδύναμες με τις καθοριζόμενες στο άρθρο 80.
4. Όταν ο όμιλος είναι χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων ή αποτελεί μέρος χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, οι οικείες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ καλούνται να συμμετάσχουν στο σώμα εξυγίανσης ως παρατηρητές.
5. Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου προεδρεύει του σώματος εξυγίανσης. Υπ’ αυτήν την ιδιότητα:
|
α) |
θεσπίζει γραπτές ρυθμίσεις και διαδικασίες για τη λειτουργία του σώματος εξυγίανσης, αφού ζητήσει τη γνώμη των άλλων μελών του σώματος εξυγίανσης· |
|
β) |
συντονίζει όλες τις δραστηριότητες του σώματος εξυγίανσης· |
|
γ) |
συγκαλεί όλες τις συνεδριάσεις του σώματος εξυγίανσης, προεδρεύει των συνεδριάσεων αυτών και ενημερώνει πλήρως, εκ των προτέρων, όλα τα μέλη του σώματος εξυγίανσης σχετικά με τη διοργάνωση των συνεδριάσεων του σώματος εξυγίανσης, τα κύρια θέματα προς συζήτηση και τα θέματα προς εξέταση· |
|
δ) |
κοινοποιεί στα μέλη του σώματος εξυγίανσης τις ενδεχόμενες προγραμματισμένες συνεδριάσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν να συμμετάσχουν· |
|
ε) |
αποφασίζει ποια μέλη και παρατηρητές προσκαλούνται να παρευρεθούν σε συγκεκριμένες συνεδριάσεις του σώματος εξυγίανσης, με βάση ειδικές ανάγκες, λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία του προς συζήτηση θέματος για τα εν λόγω μέλη και παρατηρητές· |
|
στ) |
ενημερώνει εγκαίρως όλα τα μέλη του σώματος σχετικά με τις αποφάσεις και τα αποτελέσματα αυτών των συνεδριάσεων. |
Με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου στοιχείο ε), οι αρχές εξυγίανσης έχουν δικαίωμα συμμετοχής σε συνεδριάσεις του σώματος εξυγίανσης οσάκις περιλαμβάνονται στην ημερήσια διάταξη θέματα που υπόκεινται σε κοινή λήψη απόφασης ή αφορούν οντότητα ομίλου που βρίσκεται στο κράτος μέλος τους.
6. Οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου δεν υποχρεούνται να συγκροτούν σώμα εξυγίανσης, εάν άλλες ομάδες ή σώματα εκτελούν τα ίδια καθήκοντα και τις ίδιες εργασίες που καθορίζονται στην παράγραφο 1, πληρούν δε όλες τις προϋποθέσεις και ακολουθούν όλες τις διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων όσων αφορούν την ιδιότητα μέλους και τη συμμετοχή στα σώματα εξυγίανσης, οι οποίες προβλέπονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 72. Στην περίπτωση αυτή, κάθε αναφορά σε σώματα εξυγίανσης στην παρούσα οδηγία θεωρείται αναφορά σε αυτές τις άλλες ομάδες ή σώματα.
7. Η ΕΑΑΕΣ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τον τρόπο λειτουργίας των σωμάτων εξυγίανσης για την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στην παράγραφο 1.
Η ΕΑΑΕΣ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 29 Ιουλίου 2026.
Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμπληρώνει την παρούσα οδηγία εκδίδοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
Άρθρο 71
Ευρωπαϊκά σώματα εξυγίανσης
1. Σε περίπτωση που ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή μητρική επιχείρηση τρίτης χώρας έχει θυγατρικές επιχειρήσεις της Ένωσης εγκατεστημένες σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, ή δύο ή περισσότερα υποκαταστήματα επιχείρησης τρίτης χώρας στην Ένωση τα οποία θεωρούνται σημαντικά από δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, οι αρχές εξυγίανσης των κρατών μελών στα οποία είναι εγκατεστημένες οι εν λόγω θυγατρικές επιχειρήσεις της Ένωσης ή στα οποία βρίσκονται τα εν λόγω υποκαταστήματα επιχείρησης τρίτης χώρας στην Ένωση μπορούν να συγκροτούν ευρωπαϊκό σώμα εξυγίανσης.
2. Το ευρωπαϊκό σώμα εξυγίανσης εκτελεί τα καθήκοντα και τις εργασίες που ορίζονται στο άρθρο 70 όσον αφορά τις θυγατρικές επιχειρήσεις της Ένωσης και, στον βαθμό που τα καθήκοντα αυτά είναι συναφή, τα υποκαταστήματα επιχείρησης τρίτης χώρας στην Ένωση που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και λειτουργεί κατά τα άλλα σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στο άρθρο 70.
3. Όταν μόνο μία μητρική επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος μέλος κατέχει όλες τις θυγατρικές επιχειρήσεις της Ένωσης που ανήκουν σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή μητρική επιχείρηση τρίτης χώρας, η προεδρία του ευρωπαϊκού σώματος εξυγίανσης ασκείται από την αρχή εξυγίανσης του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η εν λόγω μητρική επιχείρηση.
Στις περιπτώσεις όπου δεν εφαρμόζεται το πρώτο εδάφιο, η αρχή εξυγίανσης του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η θυγατρική επιχείρηση της Ένωσης με την υψηλότερη αξία των συνολικών στοιχείων ενεργητικού εντός ισολογισμού προεδρεύει το ευρωπαϊκό σώμα εξυγίανσης.
Άρθρο 72
Ανταλλαγή πληροφοριών
1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 66, οι αρχές εξυγίανσης και οι εποπτικές αρχές διαβιβάζουν μεταξύ τους κατόπιν αιτήματος όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την άσκηση των καθηκόντων τα οποία αναλαμβάνουν οι άλλες αρχές βάσει της παρούσας οδηγίας.
2. Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου συντονίζει τη ροή όλων των αναγκαίων πληροφοριών μεταξύ των αρχών εξυγίανσης. Ειδικότερα, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου διαβιβάζει εγκαίρως στις αρχές εξυγίανσης στα άλλα κράτη μέλη όλες τις σχετικές πληροφορίες, προκειμένου να διευκολυνθεί η άσκηση των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 70 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχεία β) έως η).
3. Η αρχή εξυγίανσης δεν διαβιβάζει πληροφορίες που έχουν παρασχεθεί από εποπτική αρχή ή αρχή εξυγίανσης τρίτης χώρας, εκτός εάν η εν λόγω εποπτική αρχή ή αρχή εξυγίανσης τρίτης χώρας έχει συναινέσει σε αυτή τη διαβίβαση.
Άρθρο 73
Εξυγίανση ομίλου με τη συμμετοχή θυγατρικής επιχείρησης του ομίλου
1. Η αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, εάν είναι διαφορετικές, στην αρχή εποπτείας του ομίλου, και στα μέλη του οικείου σώματος εξυγίανσης στις περιπτώσεις που:
|
α) |
η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει ότι μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία είναι θυγατρική επιχείρηση ομίλου, τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει· ή |
|
β) |
η αρχή εξυγίανσης έχει ενημερωθεί από την εποπτική αρχή ότι έχει ληφθεί απόφαση ότι μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία είναι θυγατρική επιχείρηση ομίλου, τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει· ή |
|
γ) |
η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει ότι μια οντότητα όπως αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), η οποία είναι θυγατρική επιχείρηση ομίλου, πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης που ορίζονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 20 παράγραφος 3. |
2. Οι πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι οι ακόλουθες:
|
α) |
η απόφαση που καθορίζει ότι η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει· |
|
β) |
η απόφαση ότι η οντότητα του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης του άρθρου 19 παράγραφος 1 ή του άρθρου 20 παράγραφος 3· |
|
γ) |
οι δράσεις εξυγίανσης ή τα μέτρα για περιπτώσεις αφερεγγυότητας τα οποία η αρχή εξυγίανσης κρίνει κατάλληλα για την οντότητα του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε). |
3. Μόλις λάβει την κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, αφού ζητήσει τη γνώμη των άλλων μελών του σχετικού σώματος εξυγίανσης, προβαίνει σε εκτίμηση των πιθανών επιπτώσεων των δράσεων εξυγίανσης ή άλλων μέτρων που κοινοποιούνται σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο γ), στον όμιλο και σε οντότητες του ομίλου σε άλλα κράτη μέλη, και ειδικότερα εκτιμά αν οι δράσεις εξυγίανσης ή άλλα μέτρα θα οδηγούσαν σε πιθανή εκπλήρωση των προϋποθέσεων εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 20παράγραφος 3 σε σχέση με οντότητα του ομίλου σε άλλο κράτος μέλος.
4. Στις περιπτώσεις που η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου εκτιμά ότι οι δράσεις εξυγίανσης ή άλλα μέτρα που κοινοποιήθηκαν δυνάμει της παραγράφου 2 στοιχείο γ) δεν θα οδηγήσουν σε πιθανή εκπλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 παράγραφος 1 ή του άρθρου 20 παράγραφος 3 σε σχέση με οντότητα του ομίλου σε άλλο κράτος μέλος, η αρχή εξυγίανσης που είναι αρμόδια για την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) μπορεί να αναλάβει τις δράσεις εξυγίανσης ή να λάβει άλλα μέτρα που κοινοποίησε.
5. Στις περιπτώσεις που η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου εκτιμά ότι οι δράσεις εξυγίανσης ή άλλα μέτρα που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο γ) θα οδηγήσουν σε πιθανή εκπλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 παράγραφος 1 ή του άρθρου 20 παράγραφος 3 σε σχέση με οντότητα του ομίλου σε άλλο κράτος μέλος, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου προτείνει, μετά την παραλαβή της κοινοποίησης της παραγράφου 1, μηχανισμό εξυγίανσης του ομίλου εντός πέντε ημερών και υποβάλλει τον μηχανισμό αυτό στο σώμα εξυγίανσης. Η πενθήμερη αυτή προθεσμία μπορεί να παραταθεί με τη συναίνεση της αρχής εξυγίανσης που προέβη στην κοινοποίηση.
6. Ελλείψει αξιολόγησης εκ μέρους της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου εντός πέντε ημερών, ή εντός μεγαλύτερης προθεσμίας που έχει συμφωνηθεί, μετά τη λήψη της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η αρχή εξυγίανσης που προέβη στην κοινοποίηση δύναται να αναλάβει τις δράσεις εξυγίανσης ή να λάβει τα άλλα μέτρα που κοινοποίησε.
7. Ο μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου που αναφέρεται στην παράγραφο 5:
|
α) |
περιγράφει τις δράσεις εξυγίανσης τις οποίες θα πρέπει να αναλάβουν οι οικείες αρχές εξυγίανσης σε σχέση με την τελική μητρική επιχείρηση ή συγκεκριμένες οντότητες του ομίλου με σκοπό την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης και τη συμμόρφωση με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 22 γενικές αρχές που διέπουν την εξυγίανση· |
|
β) |
προσδιορίζει τον τρόπο συντονισμού των δράσεων εξυγίανσης που αναφέρονται στο στοιχείο α)· |
|
γ) |
καταρτίζει σχέδιο χρηματοδότησης το οποίο λαμβάνει υπόψη το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου και τις αρχές επιμερισμού της ευθύνης που παρατίθενται στο εν λόγω σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 2 στοιχείο ε). |
8. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 9, ο μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και των αρχών εξυγίανσης που είναι υπεύθυνες για τις θυγατρικές επιχειρήσεις που καλύπτονται από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου.
Η ΕΑΑΕΣ μπορεί, κατόπιν αιτήματος αρχής εξυγίανσης, να βοηθήσει τις αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
9. Μια αρχή εξυγίανσης που διαφωνεί με τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που προτείνεται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου ή θεωρεί ότι, για λόγους προστασίας του συλλογικού συμφέροντος των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, της πραγματικής οικονομίας και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, πρέπει να αναλάβει ανεξάρτητες δράσεις εξυγίανσης ή να λάβει μέτρα διαφορετικά από αυτά που προτείνονται στον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου σε σχέση με οντότητα του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε):
|
α) |
εκθέτει λεπτομερώς τους λόγους της διαφωνίας ή τους λόγους απόκλισης από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου· |
|
β) |
κοινοποιεί στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και στις άλλες αρχές εξυγίανσης που καλύπτονται από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου τους λόγους που αναφέρονται στο στοιχείο α)· |
|
γ) |
ενημερώνει την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και τις άλλες αρχές εξυγίανσης τις οποίες αφορά ο μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου σχετικά με τις δράσεις ή τα μέτρα εξυγίανσης που θα λάβει. |
Η αρχή εξυγίανσης, όταν εκθέτει τους λόγους της διαφωνίας της, λαμβάνει δεόντως υπόψη τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου, τον πιθανό αντίκτυπο των δράσεων εξυγίανσης ή των μέτρων στους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των οικείων κρατών μελών, καθώς και τον πιθανό αντίκτυπο των εν λόγω δράσεων ή μέτρων εξυγίανσης στα υπόλοιπα μέλη του ομίλου.
10. Οι αρχές εξυγίανσης που συμφωνούν με τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που προτείνει η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου μπορούν να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σχετικά με μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που καλύπτει τις οντότητες του ομίλου στα κράτη μέλη των εν λόγω αρχών εξυγίανσης χωρίς τη συμμετοχή των αρχών εξυγίανσης που διαφωνούν.
11. Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 8 και 10, και οι δράσεις εξυγίανσης ή τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με την παράγραφο 9, αναγνωρίζονται ως οριστικά και εφαρμόζονται από τις αρχές εξυγίανσης στα οικεία κράτη μέλη.
12. Οι αρχές εξυγίανσης αναλαμβάνουν όλες τις δράσεις και τα μέτρα εξυγίανσης που αναφέρονται στο παρόν άρθρο χωρίς καθυστέρηση και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης.
13. Όταν δεν τίθεται σε εφαρμογή μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου, οι αρχές εξυγίανσης, κατά την ανάληψη δράσεων εξυγίανσης όσον αφορά οποιαδήποτε οντότητα ομίλου, συνεργάζονται στενά στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης προκειμένου να επιτευχθεί συντονισμένη στρατηγική εξυγίανσης για όλες τις οντότητες του ομίλου οι οποίες τελούν υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσουν.
14. Οι αρχές εξυγίανσης οι οποίες αναλαμβάνουν οποιαδήποτε δράση εξυγίανσης όσον αφορά οποιαδήποτε οντότητα ομίλου ενημερώνουν τακτικά και πλήρως τα μέλη του σώματος εξυγίανσης σχετικά με τις εν λόγω δράσεις ή μέτρα και την κατάσταση προόδου τους.
Άρθρο 74
Εξυγίανση ομίλου με τη συμμετοχή τελικής μητρικής επιχείρησης
1. Αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου η οποία αποφασίζει ότι μια τελική μητρική επιχείρηση της Ένωσης, για την οποία είναι αρμόδια, πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 19 παράγραφος 1 ή του άρθρου 20 παράγραφος 3, κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 73 παράγραφος 2 στην αρχή εποπτείας του ομίλου και στα άλλα μέλη του σώματος εξυγίανσης του εν λόγω ομίλου.
Οι δράσεις εξυγίανσης ή τα μέτρα για περιπτώσεις αφερεγγυότητας που αναφέρονται στο άρθρο 73 παράγραφος 2 στοιχείο γ) μπορούν να περιλαμβάνουν την υλοποίηση μηχανισμού εξυγίανσης ομίλου, ο οποίος καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 7 σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιστάσεις:
|
α) |
οι δράσεις εξυγίανσης ή τα μέτρα σε επίπεδο μητρικής εταιρείας, που κοινοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 73 παράγραφος 2 στοιχείο γ) οδηγούν σε πιθανή εκπλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 παράγραφος 1 ή του άρθρου 20 παράγραφος 3 σε σχέση με οντότητα του ομίλου σε άλλο κράτος μέλος· |
|
β) |
οι δράσεις εξυγίανσης ή άλλα μέτρα στο επίπεδο μόνο της μητρικής εταιρείας δεν επαρκούν για τη σταθεροποίηση της κατάστασης ή ενδέχεται να μην καταλήξουν σε βέλτιστο αποτέλεσμα· |
|
γ) |
οι αρχές εξυγίανσης έχουν διαπιστώσει ότι μία ή περισσότερες θυγατρικές επιχειρήσεις για τις οποίες είναι υπεύθυνες πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 20 παράγραφος 3· |
|
δ) |
από τις δράσεις εξυγίανσης ή τα άλλα μέτρα σε επίπεδο ομίλου θα ωφεληθούν οι θυγατρικές επιχειρήσεις του ομίλου κατά τρόπο που καθιστά ενδεδειγμένο έναν μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου. |
2. Στις περιπτώσεις που οι δράσεις ή τα μέτρα που προτείνει η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου δεν περιλαμβάνουν μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου λαμβάνει απόφαση αφού ζητήσει τη γνώμη των μελών του σώματος εξυγίανσης.
3. Εάν οι δράσεις ή τα μέτρα που προτείνει η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου περιλαμβάνουν μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου, ο μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και των αρχών εξυγίανσης που είναι υπεύθυνες για τις θυγατρικές επιχειρήσεις που καλύπτονται από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου.
Η ΕΑΑΕΣ μπορεί, κατόπιν αιτήματος αρχής εξυγίανσης, να βοηθήσει τις αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
4. Μια αρχή εξυγίανσης που διαφωνεί ή απομακρύνεται από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που προτείνεται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου ή θεωρεί ότι, για λόγους χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, πρέπει να αναλάβει ανεξάρτητες δράσεις εξυγίανσης ή να λάβει μέτρα διαφορετικά από αυτά που προτείνονται στον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου σε σχέση με οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε):
|
α) |
εκθέτει λεπτομερώς τους λόγους της διαφωνίας ή τους λόγους απόκλισης από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου· |
|
β) |
κοινοποιεί στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και στις άλλες αρχές εξυγίανσης που καλύπτονται από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου τους λόγους που αναφέρονται στο στοιχείο α)· |
|
γ) |
ενημερώνει την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και τις άλλες αρχές εξυγίανσης που καλύπτονται από τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου σχετικά με τις δράσεις ή τα μέτρα που προτίθεται να λάβει. |
Η οικεία αρχή εξυγίανσης, όταν εκθέτει τους λόγους της διαφωνίας της, λαμβάνει δεόντως υπόψη τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου, τον πιθανό αντίκτυπο των ανεξάρτητων δράσεων εξυγίανσης ή των μέτρων στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, τους δημοσιονομικούς πόρους, τα συστήματα εγγύησης ασφάλισης και οποιεσδήποτε ρυθμίσεις χρηματοδότησης των οικείων κρατών μελών, καθώς και τον πιθανό αντίκτυπο αυτών των δράσεων εξυγίανσης ή άλλων μέτρων στα υπόλοιπα μέλη του ομίλου.
5. Οι αρχές εξυγίανσης που συμφωνούν με τον μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που προτείνει η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου μπορούν να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σχετικά με μηχανισμό εξυγίανσης ομίλου που καλύπτει τις οντότητες του ομίλου στα αντίστοιχα κράτη μέλη τους χωρίς τη συμμετοχή των αρχών εξυγίανσης που διαφωνούν.
6. Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 ή 5 και οι δράσεις εξυγίανσης και τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 4 αναγνωρίζονται ως οριστικά και εφαρμόζονται από τις αρχές εξυγίανσης στα οικεία κράτη μέλη.
7. Οι αρχές προβαίνουν σε όλες τις δράσεις εξυγίανσης και τα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 6 χωρίς καθυστέρηση και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης.
8. Όταν δεν τίθεται σε εφαρμογή μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου, οι αρχές εξυγίανσης, κατά την ανάληψη δράσης εξυγίανσης όσον αφορά οποιαδήποτε οντότητα ομίλου, συνεργάζονται στενά στο πλαίσιο του σώματος εξυγίανσης προκειμένου να επιτευχθεί συντονισμένη στρατηγική εξυγίανσης για όλες τις επηρεαζόμενες οντότητες του ομίλου.
9. Οι αρχές εξυγίανσης οι οποίες αναλαμβάνουν δράση εξυγίανσης όσον αφορά οποιαδήποτε οντότητα ομίλου ενημερώνουν τακτικά και πλήρως τα μέλη του σώματος εξυγίανσης σχετικά με τις εν λόγω δράσεις ή μέτρα και την κατάσταση προόδου τους.
ΤΙΤΛΟΣ V
ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ
Άρθρο 75
Συμφωνίες με τρίτες χώρες
1. Σύμφωνα με το άρθρο 218 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή μπορεί να υποβάλλει στο Συμβούλιο προτάσεις για τη διαπραγμάτευση συμφωνιών με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες όσον αφορά τους τρόπους συνεργασίας μεταξύ των αρχών εξυγίανσης και των σχετικών αρχών τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένης της ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τον σχεδιασμό ανάκαμψης και εξυγίανσης για ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών και ομίλους.
2. Με τις συμφωνίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 επιδιώκεται να διασφαλιστεί η καθιέρωση διαδικασιών και ρυθμίσεων μεταξύ των αρχών εξυγίανσης και των σχετικών αρχών των τρίτων χωρών, με στόχο τη συνεργασία κατά την εκτέλεση ορισμένων ή όλων των καθηκόντων και την άσκηση ορισμένων ή όλων των εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 79.
3. Τα κράτη μέλη μπορούν να συνάπτουν διμερείς συμφωνίες με τρίτη χώρα, στον βαθμό που οι εν λόγω διμερείς συμφωνίες δεν αντιβαίνουν στον παρόντα τίτλο, όσον αφορά τα θέματα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 έως την έναρξη ισχύος της συμφωνίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 με τη σχετική τρίτη χώρα.
Άρθρο 76
Αναγνώριση και επιβολή της εφαρμογής των διαδικασιών εξυγίανσης τρίτης χώρας
1. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται όσον αφορά διαδικασίες εξυγίανσης τρίτης χώρας, εκτός εάν και έως ότου τεθεί σε εφαρμογή διεθνής συμφωνία με την οικεία τρίτη χώρα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 75 παράγραφος 1. Εφαρμόζεται, επίσης, μετά την έναρξη ισχύος της εν λόγω διεθνούς συμφωνίας με την οικεία τρίτη χώρα, εφόσον η αναγνώριση και η επιβολή των διαδικασιών εξυγίανσης τρίτης χώρας δεν διέπεται από την εν λόγω συμφωνία.
2. Η οικεία αρχή εξυγίανσης αποφασίζει αν θα αναγνωρίσει και θα επιβάλει, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 77, τις διαδικασίες εξυγίανσης τρίτης χώρας που αφορούν θυγατρική επιχείρηση της Ένωσης ή υποκατάστημα στην Ένωση επιχείρησης τρίτης χώρας ή μητρική επιχείρηση.
Η απόφαση λαμβάνει δεόντως υπόψη τα συμφέροντα κάθε κράτους μέλους στο οποίο δραστηριοποιείται ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή μητρική επιχείρηση, και ιδίως τις πιθανές επιπτώσεις της αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαδικασίας εξυγίανσης τρίτης χώρας στα άλλα μέλη του ομίλου και τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, την πραγματική οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στα εν λόγω κράτη μέλη.
3. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές εξυγίανσης να διαθέτουν, τουλάχιστον, την εξουσία να προβαίνουν στις ακόλουθες ενέργειες:
|
α) |
άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης όσον αφορά τα εξής:
|
|
β) |
ολοκλήρωση, μεταξύ άλλων ζητώντας από άλλο πρόσωπο να προβεί σε ενέργειες για την ολοκλήρωση, μεταβίβασης μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας σε θυγατρική επιχείρηση της Ένωσης εγκατεστημένη στο εν λόγω κράτος μέλος· |
|
γ) |
άσκηση των εξουσιών των άρθρων 49, 50 ή 51 όσον αφορά τα δικαιώματα οποιουδήποτε συμβαλλόμενου μέρους μιας σύμβασης με οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, εφόσον οι εξουσίες αυτές είναι απαραίτητες για να επιβληθούν οι διαδικασίες εξυγίανσης τρίτης χώρας· και |
|
δ) |
κήρυξη μη εκτελεστού οποιουδήποτε συμβατικού δικαιώματος για καταγγελία ή επίσπευση συμβάσεων, ή τροποποίηση των συμβατικών δικαιωμάτων, των οντοτήτων της παραγράφου 2 και άλλων οντοτήτων ομίλου, όταν το δικαίωμα αυτό προκύπτει από δράση εξυγίανσης που έχει αναληφθεί σε σχέση με την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή μητρική επιχείρηση των οντοτήτων αυτών, ή άλλων οντοτήτων του ομίλου, είτε έχει ληφθεί από την ίδια την αρχή εξυγίανσης της τρίτης χώρας είτε με διαφορετικού τύπου εφαρμογή των νομοθετικών ή ρυθμιστικών απαιτήσεων σχετικά με τις ρυθμίσεις εξυγίανσης στην εν λόγω χώρα, υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις δυνάμει της σύμβασης, μεταξύ των οποίων οι υποχρεώσεις πληρωμής και παράδοσης και η παροχή ασφάλειας. |
4. Οι αρχές εξυγίανσης μπορούν, όποτε αυτό είναι αναγκαίο για λόγους δημόσιου συμφέροντος, να αναλάβουν δράση εξυγίανσης σε σχέση με μητρική επιχείρηση όταν η σχετική αρχή της τρίτης χώρας διαπιστώνει ότι μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που είναι θυγατρική επιχείρηση αυτής της μητρικής επιχείρησης και έχει συσταθεί στην τρίτη χώρα πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης βάσει της νομοθεσίας της εν λόγω τρίτης χώρας. Προς τούτο, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης είναι εξουσιοδοτημένες να ασκούν οποιαδήποτε εξουσία εξυγίανσης σε σχέση με την εν λόγω μητρική επιχείρηση και εφαρμόζεται το άρθρο 48.
5. Η αναγνώριση και η επιβολή της εφαρμογής διαδικασιών εξυγίανσης τρίτης χώρας πραγματοποιείται με την επιφύλαξη τυχόν κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας δυνάμει της ισχύουσας εθνικής νομοθεσίας, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.
Άρθρο 77
Δικαίωμα άρνησης της αναγνώρισης ή της επιβολής της εφαρμογής των διαδικασιών εξυγίανσης τρίτης χώρας
Η αρχή εξυγίανσης μπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει ή να επιβάλει διαδικασίες εξυγίανσης τρίτης χώρας σύμφωνα με το άρθρο 76, εφόσον κρίνει:
|
α) |
ότι οι διαδικασίες εξυγίανσης τρίτης χώρας θα είχαν δυσμενείς επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο κράτος μέλος όπου εδρεύει η αρχή εξυγίανσης, ή ότι οι διαδικασίες θα είχαν δυσμενείς επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε άλλο κράτος μέλος· |
|
β) |
ότι είναι αναγκαία η ανεξάρτητη δράση εξυγίανσης, βάσει του άρθρου 78, όσον αφορά υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας στην Ένωση, προκειμένου να επιτευχθεί ένας ή περισσότεροι από τους στόχους εξυγίανσης· |
|
γ) |
ότι οι πιστωτές δεν θα τύγχαναν της ίδιας μεταχείρισης με τους πιστωτές τρίτων χωρών με παρόμοια νομικά δικαιώματα στο πλαίσιο των εγχώριων διαδικασιών εξυγίανσης της τρίτης χώρας· |
|
δ) |
ότι η αναγνώριση ή η επιβολή των διαδικασιών εξυγίανσης τρίτης χώρας θα είχε σημαντικές δημοσιονομικές επιπτώσεις στο κράτος μέλος· ή |
|
ε) |
ότι οι συνέπειες της αναγνώρισης ή της επιβολής της εφαρμογής αυτής θα ήταν αντίθετες προς το εθνικό δίκαιο. |
Άρθρο 78
Εξυγίανση υποκαταστημάτων επιχειρήσεων τρίτων χωρών στην Ένωση
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές εξυγίανσης να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες για να ενεργούν όσον αφορά υποκατάστημα επιχειρήσεων τρίτων χωρών στην Ένωση το οποίο δεν υπόκειται σε διαδικασίες εξυγίανσης σε τρίτη χώρα ή υπόκειται στις εν λόγω διαδικασίες τρίτης χώρας και ισχύει μία από τις περιστάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 77.
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το άρθρο 48 εφαρμόζεται στην άσκηση των εξουσιών αυτών.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι απαιτούμενες βάσει της παραγράφου 1 εξουσίες μπορούν να ασκούνται από τις αρχές εξυγίανσης, εφόσον η αρχή εξυγίανσης κρίνει ότι είναι αναγκαίο να αναληφθεί δράση προς το δημόσιο συμφέρον, και πληρούται μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
|
α) |
το υποκατάστημα επιχείρησης τρίτης χώρας στην Ένωση δεν πληροί πλέον, ή είναι πιθανόν να μην πληροί, τις προϋποθέσεις, που επιβάλλονται από την εθνική νομοθεσία, για την αδειοδότηση και τη λειτουργία του στο εν λόγω κράτος μέλος και δεν υπάρχει καμία προοπτική, με ενέργειες του ιδιωτικού τομέα, εποπτική ή σχετική δράση τρίτης χώρας, να αποκατασταθεί η συμμόρφωση του υποκαταστήματος ή να αποφευχθεί η πτώχευση σε εύλογο χρονικό διάστημα· |
|
β) |
η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, κατά την άποψη της αρχής εξυγίανσης, δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμεί, ή πιθανόν να μην είναι σε θέση, να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της έναντι των ενωσιακών πιστωτών, ή τις υποχρεώσεις που έχουν δημιουργηθεί ή εγγραφεί μέσω του υποκαταστήματος, όπως οι πληρωμές προς κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου ή δικαιούχους, όταν καθίστανται απαιτητές, και η αρχή εξυγίανσης έχει πεισθεί ότι δεν έχουν κινηθεί ούτε θα κινηθούν από τρίτη χώρα, σε εύλογο χρονικό διάστημα, διαδικασίες εξυγίανσης ή διαδικασίες αφερεγγυότητας όσον αφορά αυτή την ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας· |
|
γ) |
η σχετική αρχή της τρίτης χώρας έχει κινήσει διαδικασίες εξυγίανσης σε τρίτη χώρα έναντι της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης της τρίτης χώρας, ή έχει κοινοποιήσει στην αρχή εξυγίανσης την πρόθεσή της να κινήσει την εν λόγω διαδικασία. |
3. Όταν μια αρχή εξυγίανσης αναλαμβάνει ανεξάρτητη δράση έναντι υποκαταστήματος επιχείρησης τρίτης χώρας στην Ένωση, λαμβάνει υπόψη τους στόχους εξυγίανσης και αναλαμβάνει τη δράση σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές και απαιτήσεις, εφόσον είναι σχετικές με την προκειμένη περίπτωση:
|
α) |
τις αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 22· |
|
β) |
τις απαιτήσεις σχετικά με την εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης που καθορίζονται στον τίτλο IIΙ κεφάλαιο II. |
Άρθρο 79
Συνεργασία με τις αρχές τρίτων χωρών
1. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται όσον αφορά τη συνεργασία με τρίτες χώρες, εκτός εάν και έως ότου τεθεί σε εφαρμογή διεθνής συμφωνία με την οικεία τρίτη χώρα όπως αναφέρεται στο άρθρο 75 παράγραφος 1. Εφαρμόζεται, επίσης, μετά την έναρξη ισχύος της εν λόγω διεθνούς συμφωνίας, στον βαθμό που το αντικείμενο του παρόντος άρθρου δεν διέπεται από την εν λόγω συμφωνία.
2. Η ΕΑΑΕΣ δύναται να συνάπτει μη δεσμευτικά πλαίσια ρυθμίσεων συνεργασίας με τις σχετικές αρχές τρίτων χωρών. Οι συμφωνίες-πλαίσιο συνεργασίας καθορίζουν διαδικασίες και ρυθμίσεις μεταξύ των αρχών που συμμετέχουν, με σκοπό την ανταλλαγή των απαιτούμενων πληροφοριών και τη συνεργασία κατά την εκτέλεση ορισμένων ή όλων των ακόλουθων καθηκόντων και την άσκηση ορισμένων ή όλων των ακόλουθων εξουσιών όσον αφορά τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή τους ομίλους:
|
α) |
κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης, σύμφωνα με τα άρθρα 9 έως 12 και με παρεμφερείς απαιτήσεις βάσει του δικαίου των σχετικών τρίτων χωρών· |
|
β) |
εκτίμηση της δυνατότητας εξυγίανσης των εν λόγω ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και ομίλων, σύμφωνα με τα άρθρα 13 και 14 και με παρεμφερείς απαιτήσεις βάσει του δικαίου των σχετικών τρίτων χωρών· |
|
γ) |
άσκηση εξουσιών για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης, σύμφωνα με τα άρθρα 15 και 16 και οποιεσδήποτε παρεμφερείς εξουσίες βάσει του δικαίου των σχετικών τρίτων χωρών· |
|
δ) |
εφαρμογή προληπτικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 141 της οδηγίας 2009/138/ΕΚ και με παρεμφερείς εξουσίες βάσει του δικαίου των σχετικών τρίτων χωρών· |
|
ε) |
εφαρμογή των εργαλείων εξυγίανσης και άσκηση εξουσιών εξυγίανσης και παρεμφερών εξουσιών που μπορούν να ασκούνται από τις σχετικές αρχές των τρίτων χωρών. |
3. Οι εποπτικές αρχές ή οι αρχές εξυγίανσης μπορούν, κατά περίπτωση, να συνάπτουν ρυθμίσεις συνεργασίας με τις σχετικές αρχές τρίτων χωρών σύμφωνα με τη συμφωνία-πλαίσιο της ΕΑΑΕΣ που αναφέρεται στην παράγραφο 2.
4. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην ΕΑΑΕΣ οποιεσδήποτε ρυθμίσεις συνεργασίας έχουν συνάψει οι αρχές εξυγίανσης και οι εποπτικές αρχές σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
Άρθρο 80
Ανταλλαγή εμπιστευτικών πληροφοριών
1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αρχές εξυγίανσης, οι εποπτικές αρχές και τα αρμόδια υπουργεία να ανταλλάσσουν εμπιστευτικές πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης, με τις σχετικές αρχές τρίτων χωρών μόνον εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
|
α) |
οι εν λόγω αρχές τρίτων χωρών υπόκεινται σε απαιτήσεις και πρότυπα επαγγελματικού απορρήτου που θεωρούνται τουλάχιστον ισοδύναμα, κατά την άποψη όλων των εμπλεκόμενων αρμόδιων αρχών, με αυτά που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 66. |
|
β) |
οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την εκτέλεση, από τις σχετικές αρχές τρίτων χωρών, των καθηκόντων τους περί εξυγίανσης βάσει της εθνικής νομοθεσίας τα οποία είναι παρόμοια με εκείνα που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και, με την επιφύλαξη του στοιχείου α), δεν χρησιμοποιούνται για άλλους σκοπούς. |
Για τους σκοπούς του στοιχείου α), στον βαθμό που η ανταλλαγή πληροφοριών αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, η μεταχείριση και η διαβίβαση αυτών των προσωπικών δεδομένων σε αρχές τρίτων χωρών διέπονται από την εφαρμοστέα ενωσιακή και εθνική νομοθεσία περί προστασίας δεδομένων.
2. Όταν οι εμπιστευτικές πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, οι αρχές εξυγίανσης, οι εποπτικές αρχές και τα αρμόδια υπουργεία δεν γνωστοποιούν αυτές τις πληροφορίες στις σχετικές αρχές τρίτων χωρών, εκτός εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
|
α) |
η σχετική αρχή του κράτους μέλους από το οποίο προήλθαν οι πληροφορίες (η αρχή προέλευσης) συμφωνεί για την εν λόγω γνωστοποίηση· |
|
β) |
οι πληροφορίες γνωστοποιούνται μόνον για τις σκοπούς που επιτρέπονται από την αρχή προέλευσης. |
Άρθρο 81
Ρυθμίσεις χρηματοδότησης
1. Κάθε κράτος μέλος θεσπίζει μία ή περισσότερες ρυθμίσεις χρηματοδότησης για να διασφαλίσει ότι η αρχή εξυγίανσης έχει στη διάθεσή της επαρκή κεφάλαια μέσω εκ των προτέρων ή εκ των υστέρων εισφορών ή συνδυασμού αυτών από ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια στο εν λόγω κράτος μέλος και από υποκαταστήματα επιχειρήσεων τρίτων χωρών στην Ένωση που βρίσκονται στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους για να καλύψει τουλάχιστον την καταβολή της διαφοράς στους μετόχους, τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους, τους αιτούντες ή άλλους πιστωτές που αναφέρονται στο άρθρο 57.
Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν τη δυνατότητα χρήσης των ρυθμίσεων χρηματοδότησης που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και για να καλύπτουν άλλες δαπάνες που συνδέονται με τη χρήση εργαλείων εξυγίανσης, στον βαθμό που η χρήση ρυθμίσεων χρηματοδότησης είναι απαραίτητη για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης.
Τα κράτη μέλη μπορούν να χρησιμοποιούν την ίδια διοικητική δομή για τις ρυθμίσεις χρηματοδότησής τους όπως και για τα συστήματα εγγύησης ασφάλισης, λαμβάνοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (26).
2. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η χρήση των ρυθμίσεων χρηματοδότησης να είναι σύμφωνη με τις αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 22.
3. Όταν η επιχείρηση υπό εξυγίανση λειτουργεί εντός της Ένωσης στο πλαίσιο του δικαιώματος εγκατάστασης ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, η σχετική ρύθμιση χρηματοδότησης του κράτους μέλους στο οποίο έχει λάβει άδεια η επιχείρηση χρησιμοποιείται για την παροχή αποζημίωσης στους μετόχους, τους κατόχους ασφαλιστήριου συμβολαίου, τους δικαιούχους, τους αιτούντες ή άλλους πιστωτές σύμφωνα με το άρθρο 57.
4. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή και την ΕΑΑΕΣ τις καθιερωμένες ρυθμίσεις χρηματοδότησης.
ΤΙΤΛΟΣ VI
ΚΥΡΩΣΕΙΣ
Άρθρο 82
Διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα
1. Με την επιφύλαξη των εξουσιών εξυγίανσης και των εποπτικών αρχών που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και στην οδηγία 2009/138/ΕΚ, καθώς και του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν και να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, τα κράτη μέλη ορίζουν κανόνες σχετικά με διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά μέτρα σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τις εθνικές διατάξεις που θεσπίζονται κατά τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο της παρούσας οδηγίας, και λαμβάνουν κάθε απαραίτητο μέτρο για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή τους.
Κράτη μέλη τα οποία αποφασίζουν να μην θεσπίσουν κανόνες για διοικητικές κυρώσεις ή άλλα διοικητικά μέτρα για παραβάσεις που υπόκεινται στο εθνικό ποινικό δίκαιο κοινοποιούν στην Επιτροπή τις σχετικές διατάξεις του ποινικού δικαίου.
Οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα έχουν αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό χαρακτήρα.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, σε περίπτωση παράβασης, μπορούν να εφαρμόζονται διοικητικές κυρώσεις ή άλλα διοικητικά μέτρα, υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο εθνικό δίκαιο, στα μέλη του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου και σε άλλα φυσικά πρόσωπα τα οποία φέρουν ευθύνη για την παράβαση βάσει του εθνικού δικαίου.
3. Οι εξουσίες για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία ανατίθενται στις αρχές εξυγίανσης ή στις εποπτικές αρχές, ανάλογα με το είδος της παράβασης. Οι αρχές εξυγίανσης και οι εποπτικές αρχές διαθέτουν όλες τις εξουσίες συγκέντρωσης πληροφοριών και διερεύνησης που είναι αναγκαίες για την άσκηση των αντίστοιχων καθηκόντων τους. Κατά την άσκηση των εξουσιών επιβολής διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων, οι αρχές εξυγίανσης και οι εποπτικές αρχές συνεργάζονται στενά, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι διοικητικές κυρώσεις ή τα άλλα διοικητικά μέτρα θα φέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα, και συντονίζουν τις ενέργειές τους όταν ασχολούνται με διασυνοριακές υποθέσεις.
4. Οι αρχές εξυγίανσης και οι εποπτικές αρχές ασκούν τις εξουσίες επιβολής διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων σύμφωνα με την παρούσα οδηγία και την εθνική νομοθεσία με οποιονδήποτε από τους κατωτέρω τρόπους:
|
α) |
άμεσα· |
|
β) |
σε συνεργασία με άλλες αρχές· |
|
γ) |
υπό την ευθύνη τους με ανάθεση καθηκόντων σε άλλες αρχές· |
|
δ) |
κατόπιν αίτησης προς τις αρμόδιες δικαστικές αρχές. |
5. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης και τις εποπτικές αρχές σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο να υπόκεινται σε δικαίωμα προσφυγής.
Άρθρο 83
Ειδικές διατάξεις σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις τους προβλέπονται διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα, τουλάχιστον όσον αφορά τις ακόλουθες περιπτώσεις:
|
α) |
παράβαση του άρθρου 5 ή 7 λόγω μη κατάρτισης, τήρησης και επικαιροποίησης σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης και σχεδίων προληπτικής ανάκαμψης ομίλου· |
|
β) |
παράβαση του άρθρου 12 λόγω μη παροχής όλων των αναγκαίων πληροφοριών για την κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης· |
|
γ) |
παράβαση του άρθρου 63 παράγραφος 1 λόγω παράλειψης του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) να ειδοποιήσει την εποπτική αρχή σε περίπτωση που η εν λόγω οντότητα τελεί υπό πτώχευση ή ενδέχεται να πτωχεύσει. |
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που μπορούν να εφαρμοστούν περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:
|
α) |
δημόσια δήλωση η οποία αναφέρει το υπαίτιο φυσικό πρόσωπο, την οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), την τελική μητρική επιχείρηση ή άλλο νομικό πρόσωπο και τη φύση της παράβασης· |
|
β) |
διαταγή προς το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο για παύση της επίμαχης συμπεριφοράς και αποφυγή της επανάληψής της· |
|
γ) |
προσωρινή απαγόρευση κατά οποιουδήποτε μέλους του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου ή ανώτατων διοικητικών στελεχών της οντότητας που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), ή κάθε άλλου υπαίτιου φυσικού προσώπου, να ασκούν καθήκοντα σε οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε)· |
|
δ) |
σε περίπτωση νομικού προσώπου, διοικητικά πρόστιμα ύψους μέχρι και 10 % του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του εν λόγω νομικού προσώπου κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση· |
|
ε) |
σε περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικά πρόστιμα ύψους έως 5 000 000 EUR ή, στα κράτη μέλη όπου το επίσημο νόμισμα δεν είναι το ευρώ, αντίστοιχης αξίας στο εθνικό νόμισμα στις 28 Ιανουαρίου 2025· |
|
στ) |
διοικητικά πρόστιμα μέχρι και το διπλάσιο του ποσού του οφέλους που αποκομίστηκε από την παράβαση, όταν το όφελος αυτό μπορεί να προσδιοριστεί. |
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο δ), σε περίπτωση νομικού προσώπου που είναι θυγατρική επιχείρηση μητρικής επιχείρησης, ο σχετικός κύκλος εργασιών είναι ο συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών που προκύπτει από τους ενοποιημένους λογαριασμούς της τελικής μητρικής επιχείρησης κατά την προηγούμενη οικονομική χρήση.
Άρθρο 84
Δημοσίευση διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρχές εξυγίανσης και οι εποπτικές αρχές δημοσιοποιούν στον επίσημο ιστότοπό τους τουλάχιστον τις διοικητικές κυρώσεις και τα άλλα διοικητικά μέτρα που επιβάλλουν για παραβάσεις των εθνικών διατάξεων οι οποίες μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο την παρούσα οδηγία, όταν οι εν λόγω διοικητικές κυρώσεις ή άλλα διοικητικά μέτρα δεν έχουν αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ή όταν έχουν εξαντληθεί τα σχετικά δικαιώματα προσφυγής. Η εν λόγω δημοσίευση πραγματοποιείται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την ενημέρωση του φυσικού ή νομικού προσώπου για τη διοικητική κύρωση ή άλλο διοικητικό μέτρο. Η δημοσίευση περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με το είδος και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο επιβάλλεται η διοικητική κύρωση ή άλλο διοικητικό μέτρο.
Όταν τα κράτη μέλη επιτρέπουν τη δημοσίευση διοικητικών κυρώσεων και άλλων διοικητικών μέτρων για τα οποία εκκρεμεί προσφυγή, οι αρχές εξυγίανσης και οι εποπτικές αρχές δημοσιεύουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στον επίσημο ιστότοπό τους πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση της προσφυγής αυτής και τα αποτελέσματά της.
2. Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης ή η εποπτική αρχή κρίνει ότι η δημοσίευση της ταυτότητας των νομικών προσώπων, ή της ταυτότητας ή των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα φυσικών προσώπων, θα ήταν δυσανάλογη κατόπιν κατά περίπτωση αξιολόγησης που διενεργείται σχετικά με την αναλογικότητα της δημοσίευσης των δεδομένων αυτών, ή σε περίπτωση που η δημοσίευση θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή μια διεξαγόμενη έρευνα, η αρχή εξυγίανσης ή η εποπτική αρχή πράττει ένα από τα ακόλουθα:
|
α) |
αναβάλλει τη δημοσίευση της απόφασης επιβολής της διοικητικής κύρωσης ή άλλων διοικητικών μέτρων έως ότου παύσουν να υφίστανται οι λόγοι για αυτή την αναβολή· |
|
β) |
δημοσιεύει την απόφαση επιβολής της διοικητικής κύρωσης ή άλλων διοικητικών μέτρων σε ανώνυμη βάση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, εφόσον αυτή η ανώνυμη δημοσίευση θα εξασφάλιζε αποτελεσματική προστασία των σχετικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· |
|
γ) |
δεν δημοσιεύει την απόφαση επιβολής διοικητικής κύρωσης ή άλλων διοικητικών μέτρων όταν η αρχή εξυγίανσης ή η εποπτική αρχή είναι της γνώμης ότι η δημοσίευση σύμφωνα με το στοιχείο α) ή β) δεν θα επαρκούσε για να διασφαλιστεί ένα από τα ακόλουθα:
|
Οι αρχές εξυγίανσης και οι εποπτικές αρχές εξασφαλίζουν ότι κάθε δημοσίευση σύμφωνα με το παρόν άρθρο παραμένει στον επίσημο ιστότοπό τους για περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στη δημοσίευση διατηρούνται στον επίσημο ιστότοπο της αρχής εξυγίανσης ή της εποπτικής αρχής μόνο για το αναγκαίο χρονικό διάστημα σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες περί προστασίας δεδομένων.
Άρθρο 85
Τήρηση κεντρικής βάσης δεδομένων από την ΕΑΑΕΣ
1. Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων περί επαγγελματικού απορρήτου που αναφέρονται στο άρθρο 66, οι αρχές εξυγίανσης και οι εποπτικές αρχές ενημερώνουν την ΕΑΑΕΣ σχετικά με όλες τις διοικητικές κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα που επιβάλλουν δυνάμει του άρθρου 83 και σχετικά με την κατάσταση των προσφυγών και τα αποτελέσματά τους.
Η ΕΑΑΕΣ τηρεί και επικαιροποιεί κεντρική βάση δεδομένων με τις κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα που της κοινοποιούνται από τις αρχές εξυγίανσης, με αποκλειστικό σκοπό να μπορούν οι εν λόγω αρχές εξυγίανσης να ανταλλάσσουν πληροφορίες· στη βάση δεδομένων έχουν πρόσβαση μόνο οι εν λόγω αρχές εξυγίανσης.
Η ΕΑΑΕΣ τηρεί και επικαιροποιεί κεντρική βάση δεδομένων με τις κυρώσεις και άλλα διοικητικά μέτρα που της κοινοποιούνται από τις εποπτικές αρχές, με αποκλειστικό σκοπό να μπορούν οι εν λόγω εποπτικές αρχές να ανταλλάσσουν πληροφορίες· στη βάση δεδομένων έχουν πρόσβαση μόνο οι εν λόγω εποπτικές αρχές.
2. Η ΕΑΑΕΣ διατηρεί και επικαιροποιεί ιστοσελίδα με τις ακόλουθες πληροφορίες ή συνδέσμους προς αυτές τις πληροφορίες:
|
α) |
δημοσίευση κυρώσεων από κάθε αρχή εξυγίανσης· |
|
β) |
δημοσίευση κυρώσεων από κάθε εποπτική αρχή βάσει του άρθρου 84· |
|
γ) |
την περίοδο για την οποία κάθε κράτος μέλος δημοσιεύει τις κυρώσεις. |
Άρθρο 86
Αποτελεσματική εφαρμογή των κυρώσεων και άσκηση των εξουσιών επιβολής κυρώσεων από τις εποπτικές αρχές και τις αρχές εξυγίανσης
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τον καθορισμό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή άλλων διοικητικών μέτρων και του ύψους των διοικητικών προστίμων, οι εποπτικές αρχές και οι αρχές εξυγίανσης λαμβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές περιστάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται, κατά περίπτωση:
|
α) |
η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης· |
|
β) |
ο βαθμός ευθύνης του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου· |
|
γ) |
η οικονομική ισχύς του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου· |
|
δ) |
το ποσό των κερδών που αποκτήθηκαν ή των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν· |
|
ε) |
οι ζημίες τρίτων, συμπεριλαμβανομένων των κατόχων ασφαλιστήριου συμβολαίου, που προκλήθηκαν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν· |
|
στ) |
ο βαθμός συνεργασίας του υπαίτιου φυσικού ή νομικού προσώπου με την εποπτική αρχή και την αρχή εξυγίανσης· |
|
ζ) |
προηγούμενες παραβάσεις από το υπαίτιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο. |
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), οι δείκτες της οικονομικής ισχύος ενός φυσικού ή νομικού προσώπου περιλαμβάνουν τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπαίτιου νομικού προσώπου ή το ετήσιο εισόδημα του υπαίτιου φυσικού προσώπου.
ΤΙΤΛΟΣ VII
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΔΗΓΙΩΝ 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ, (ΕΕ) 2017/1132 ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 806/2014 ΚΑΙ (ΕΕ) 2017/1129
Άρθρο 87
Τροποποιήσεις της οδηγίας 2002/47/ΕΚ
Η οδηγία 2002/47/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:
|
1) |
Στο άρθρο 1, η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «6. Τα άρθρα 4 έως 7 της παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζονται σε οιονδήποτε περιορισμό της εκτέλεσης των συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, ή οιονδήποτε περιορισμό στα αποτελέσματα των συμφωνιών εγγυοδοσίας με παροχή χρηματοοικονομικής ασφάλειας, ρυθμίσεων εκκαθαριστικού συμψηφισμού (close out netting) ή αμοιβαίου συμψηφισμού (set-off) που επιβάλλονται δυνάμει του τίτλου IV κεφάλαιο V ή VI της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1), ή του τίτλου V κεφάλαιο III τμήμα 3 ή κεφάλαιο IV του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*2), ή του τίτλου ΙΙΙ κεφάλαιο ΙΙΙ τμήμα 4 ή του κεφαλαίου IV της οδηγίας (ΕΕ) 2025/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*3), ή σε οιονδήποτε παρόμοιο περιορισμό που επιβάλλεται δυνάμει παρεμφερών εξουσιών στο δίκαιο κράτους μέλους με σκοπό τη διευκόλυνση της ομαλής εξυγίανσης οιασδήποτε οντότητας όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο δ) του παρόντος άρθρου και που υπόκειται σε διασφαλίσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές του τίτλου IV κεφάλαιο VII της οδηγίας 2014/59/ΕΕ και του τίτλου V κεφάλαιο V του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23· (*1) Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190)." (*2) Κανονισμός (ΕΕ) 2021/23 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με πλαίσιο για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 600/2014, (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και (ΕΕ) 2015/2365 και των οδηγιών 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ και (ΕΕ) 2017/1132 (ΕΕ L 22 της 22.1.2021, σ. 1)." (*3) Οδηγία (ΕΕ) 2025/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2024, για τη θέσπιση πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ και (ΕΕ) 2017/1132 και των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και (ΕΕ) 2017/1129 (ΕΕ L, 2025/1, 8.1.2025, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2025/1/oj).»." |
|
2) |
Το άρθρο 9α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 9α Οδηγία 2008/48/ΕΚ, οδηγία 2014/59/ΕΕ, κανονισμός (ΕΕ) 2021/23 και οδηγία (ΕΕ) 2025/1 Η παρούσα οδηγία ισχύει με την επιφύλαξη των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/59/ΕΕ, του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23 και της οδηγίας (ΕΕ) 2025/1.». |
Άρθρο 88
Τροποποίηση της οδηγίας 2004/25/ΕΚ
Στο άρθρο 4 παράγραφος 5 της οδηγίας 2004/25/ΕΚ, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το άρθρο 5 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση χρήσης των εργαλείων, εξουσιών και μηχανισμών εξυγίανσης που προβλέπονται στον τίτλο IV της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*4), στον τίτλο V του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*5) ή στον τίτλο ΙΙΙ της οδηγίας (ΕΕ) 2025/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*6).
Άρθρο 89
Τροποποιήσεις της οδηγίας 2007/36/ΕΚ
Στο άρθρο 1 της οδηγίας 2007/36/ΕΚ, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση χρήσης των εργαλείων, εξουσιών και μηχανισμών εξυγίανσης που προβλέπονται στον τίτλο IV της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*7), στον τίτλο V του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*8) ή στον τίτλο III της οδηγίας (ΕΕ) 2025/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*9).
Άρθρο 90
Τροποποιήσεις της οδηγίας 2014/59/ΕΕ
Η οδηγία 2014/59/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:
|
1) |
Στο άρθρο 2 παράγραφος 1, προστίθενται τα ακόλουθα σημεία:
(*10) Οδηγία (ΕΕ) 2025/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2024, για τη θέσπιση πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ και (ΕΕ) 2017/1132 και των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και (ΕΕ) 2017/1129 (ΕΕ L, 2025/1, 8.1.2025, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2025/1/oj)." (*11) Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1)." (*12) Οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 73/239/ΕΟΚ, 79/267/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ, 93/6/ΕΟΚ και 93/22/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/78/ΕΚ και 2000/12/ΕΚ (ΕΕ L 35 της 11.2.2003, σ. 1).»." |
|
2) |
Στο άρθρο 7 παράγραφος 3, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
|
|
3) |
Στο άρθρο 14, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «3. Όταν το ίδρυμα ή η οντότητα ή ο όμιλος είναι ή αποτελεί μέρος χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, η αρχή εξυγίανσης ή η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου διαβιβάζει επίσης τα σχέδια εξυγίανσης ή τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου στην οικεία αρχή εξυγίανσης ασφαλιστικών επιχειρήσεων και στην οικεία αρχή εποπτείας ασφαλιστικών επιχειρήσεων.». |
|
4) |
Στο άρθρο 81 παράγραφος 3, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
|
|
5) |
Στο άρθρο 83 παράγραφος 2, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
|
|
6) |
Στο άρθρο 84 παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
|
|
7) |
Στο άρθρο 88, παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος: «3α. Στις περιπτώσεις που το ίδρυμα ή η οντότητα ή ο όμιλος είναι ή αποτελεί μέρος χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, οι οικείες αρχές εξυγίανσης ασφαλιστικών επιχειρήσεων καλούνται να συμμετάσχουν στο σώμα εξυγίανσης ως παρατηρητές, υπό την προϋπόθεση οι εν λόγω αρχές υπόκεινται σε απαιτήσεις εμπιστευτικότητας ισοδύναμες, κατά τη γνώμη της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, προς εκείνες που ορίζονται στο άρθρο 90.». |
Άρθρο 91
Τροποποίηση της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1132
Η οδηγία (ΕΕ) 2017/1132 τροποποιείται ως εξής:
|
1) |
Στο άρθρο 84, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το άρθρο 49, το άρθρο 58 παράγραφος 1, το άρθρο 68 παράγραφοι 1, 2 και 3, το άρθρο 70 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, και τα άρθρα 72 έως 75, 79, 80 και 81 της παρούσας οδηγίας δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση χρήσης των εργαλείων, εξουσιών και μηχανισμών εξυγίανσης που προβλέπονται στον τίτλο IV της οδηγίας 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*13), στον τίτλο V του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*14) ή στον τίτλο III της οδηγίας (ΕΕ) 2025/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*15). (*13) Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190)." (*14) Κανονισμός (ΕΕ) 2021/23 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με πλαίσιο για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 600/2014, (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και (ΕΕ) 2015/2365 και των οδηγιών 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ και (ΕΕ) 2017/1132 (ΕΕ L 22 της 22.1.2021, σ. 1)." (*15) Οδηγία (ΕΕ) 2025/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2024, για τη θέσπιση πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ και (ΕΕ) 2017/1132 και των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και (ΕΕ) 2017/1129 (ΕΕ L, 2025/1, 8.1.2025, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2025/1/oj).»." |
|
2) |
Το άρθρο 86α τροποποιείται ως εξής:
|
|
3) |
Στο άρθρο 87, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «4. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι το παρόν κεφάλαιο δεν εφαρμόζεται στις εταιρείες οι οποίες υπόκεινται στη χρήση των εργαλείων, εξουσιών και μηχανισμών εξυγίανσης που προβλέπονται στον τίτλο IV της οδηγίας 2014/59/ΕΕ, στον τίτλο V του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23 ή στον τίτλο ΙΙΙ της οδηγίας (ΕΕ) 2025/1.». |
|
4) |
Το άρθρο 120 τροποποιείται ως εξής:
|
|
5) |
Το άρθρο 160α τροποποιείται ως εξής:
|
Άρθρο 92
Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010
Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 τροποποιείται ως εξής:
|
1) |
Στο άρθρο 4 σημείο 2), το σημείο i) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
(*16) Οδηγία (ΕΕ) 2025/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2024, για τη θέσπιση πλαισίου ανάκαμψης και εξυγίανσης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ και (ΕΕ) 2017/1132 και των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και (ΕΕ) 2017/1129 (ΕΕ L, 2025/1, 8.1.2025, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2025/1/oj)." (*17) Οδηγία (ΕΕ) 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2016, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΙΕΣΠ) (ΕΕ L 354 της 23.12.2016, σ. 37)." (*18) Οδηγία (ΕΕ) 2016/97 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιανουαρίου 2016, σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων (ΕΕ L 26 της 2.2.2016, σ. 19).»." |
|
2) |
Στο άρθρο 40 παράγραφος 6 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: «Προκειμένου να ενεργεί στο πλαίσιο της οδηγίας (ΕΕ) 2025/1, το μέλος του συμβουλίου εποπτών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) δύναται, κατά περίπτωση, να συνοδεύεται από εκπρόσωπο της αρχής εξυγίανσης σε κάθε κράτος μέλος, χωρίς δικαίωμα ψήφου.». |
Άρθρο 93
Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012
Στο άρθρο 81 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
|
«θ) |
αρχές εξυγίανσης που ορίζονται βάσει του άρθρου 3 της οδηγίας (ΕΕ) 2025/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*19). |
Άρθρο 94
Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014
Στο άρθρο 88 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014, η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
«6. Το παρόν άρθρο δεν εμποδίζει το Συμβούλιο Εξυγίανσης, το Συμβούλιο, την Επιτροπή, την ΕΚΤ, τις εθνικές αρχές εξυγίανσης ή τις εθνικές αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένων των υπαλλήλων και των εμπειρογνωμόνων τους, να ανταλλάσσουν πληροφορίες μεταξύ τους και με τα αρμόδια υπουργεία, τις κεντρικές τράπεζες, τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων, τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, τις αρχές που είναι υπεύθυνες για κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, τις αρχές εξυγίανσης ασφαλιστικών επιχειρήσεων, τις αρχές εποπτείας ασφαλιστικών επιχειρήσεων, τις αρχές εξυγίανσης και τις αρμόδιες αρχές από μη συμμετέχοντα κράτη μέλη, την ΕΑΤ ή, με την επιφύλαξη του άρθρου 33 του παρόντος κανονισμού, αρχές τρίτων χωρών που εκτελούν καθήκοντα ισοδύναμα με εκείνα αρχής εξυγίανσης ή, με την επιφύλαξη αυστηρών απαιτήσεων εμπιστευτικότητας, με δυνητικό αγοραστή για τους σκοπούς του σχεδιασμού ή της εκτέλεσης δράσης εξυγίανσης.».
Άρθρο 95
Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129
Στο άρθρο 1 σημείο 5) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
«γ) |
κινητές αξίες που προκύπτουν από τη μετατροπή ή την ανταλλαγή άλλων κινητών αξιών, ιδίων κεφαλαίων ή επιλέξιμων υποχρεώσεων από αρχή εξυγίανσης λόγω της άσκησης εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 53 παράγραφος 2, στο άρθρο 59 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 63 παράγραφος 1 ή 2 της οδηγίας 2014/59/ΕΕ ή της άσκησης εξουσίας που αναφέρεται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 42 παράγραφος 1 ή 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2025/1 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*20)·. |
ΤΙΤΛΟΣ VIII
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 96
Επιτροπή εξυγίανσης στο πλαίσιο της ΕΑΑΕΣ
1. Η ΕΑΑΕΣ συγκροτεί, σύμφωνα με το άρθρο 41 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010, μια μόνιμη εσωτερική επιτροπή για τον σκοπό της προπαρασκευής των αποφάσεων της ΕΑΑΕΣ που αναφέρονται στο άρθρο 44 του εν λόγω κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των αποφάσεων για τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων και τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά τα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στις αρχές εξυγίανσης σύμφωνα με την παρούσα οδηγία. Η εν λόγω εσωτερική επιτροπή αποτελείται από τις αρχές εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 3 της παρούσας οδηγίας.
2. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η ΕΑΑΕΣ συνεργάζεται με την ΕΑΤ και την EAKAA στο πλαίσιο της Μεικτής Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών, η οποία συγκροτείται σύμφωνα με το άρθρο 54 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.
3. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, η ΕΑΑΕΣ εξασφαλίζει διαρθρωτικό διαχωρισμό μεταξύ της επιτροπής εξυγίανσης και των λοιπών καθηκόντων που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010. Η επιτροπή εξυγίανσης προωθεί την κατάρτιση και τον συντονισμό των σχεδίων εξυγίανσης και αναπτύσσει μεθόδους για την εξυγίανση των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας και τελούν υπό πτώχευση.
Άρθρο 97
Συνεργασία με την ΕΑΑΕΣ
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές και οι αρχές εξυγίανσης συνεργάζονται με την ΕΑΑΕΣ για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
2. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι εποπτικές αρχές και οι αρχές εξυγίανσης παρέχουν χωρίς καθυστέρηση στην ΕΑΑΕΣ όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες προκειμένου να επιτελέσει το έργο της σύμφωνα με το άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
Άρθρο 98
Μεταβίβαση σε συστήματα εγγύησης ασφάλισης
Έως τις 29 Ιανουαρίου 2027, η Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με την ΕΑΑΕΣ, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στην οποία αξιολογείται η καταλληλότητα των ελάχιστων κοινών προτύπων για τα συστήματα εγγύησης ασφάλισης εντός της Ένωσης. Η εν λόγω έκθεση τουλάχιστον:
|
α) |
αξιολογεί την κατάσταση των συστημάτων εγγύησης ασφάλισης στα κράτη μέλη (επίπεδο κάλυψης, είδη καλυπτόμενων ασφαλίσεων, παράγοντες ενεργοποίησης)· |
|
β) |
συζητά τις επιλογές πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων των διαφόρων επιλογών πολιτικής, όπως η χρήση συστημάτων εγγύησης ασφάλισης για τη συνέχεια ή την εκκαθάριση ασφαλιστηρίων συμβολαίων, λαμβάνοντας έτσι δεόντως υπόψη τις διαφορές μεταξύ των ασφαλιστικών προϊόντων στα διάφορα κράτη μέλη· |
|
γ) |
αξιολογεί την αναγκαιότητα θέσπισης και, κατά περίπτωση, περιγράφει τα αναγκαία μέτρα για τη θέσπιση ελάχιστης βάσης αναφοράς για τα συστήματα εγγύησης ασφάλισης σε ολόκληρη την Ένωση. |
Η έκθεση συνοδεύεται, εφόσον τούτο είναι σκόπιμο, από νομοθετική πρόταση.
Άρθρο 99
Επανεξέταση
Έως τις 29 Ιανουαρίου 2030, η Επιτροπή, μετά από διαβούλευση με την ΕΑΑΕΣ, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Ειδικότερα, η έκθεση αυτή:
|
α) |
αξιολογεί κατά πόσον και σε ποιο βαθμό έχουν επιτευχθεί οι στόχοι της παρούσας οδηγίας όσον αφορά τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και την ενίσχυση του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ένωση βάσει των εξελίξεων της αγοράς και της οικονομίας· |
|
β) |
αξιολογεί την τρέχουσα κατάσταση των ρυθμίσεων χρηματοδότησης της εξυγίανσης· |
|
γ) |
αξιολογεί την ανάγκη θέσπισης και, κατά περίπτωση, περιγράφει τα αναγκαία μέτρα για την εισαγωγή ελάχιστων εναρμονισμένων ορισμών σχετικά με το επίπεδο των καλυπτόμενων ασφαλιστηρίων συμβολαίων και των επιλέξιμων αιτούντων και ασφαλιστηρίων συμβολαίων· |
|
δ) |
αναλύει την πείρα από την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρχών που είναι αρμόδιες για την εποπτεία ή την εξυγίανση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και πιστωτικών ιδρυμάτων σε περιπτώσεις που οντότητα η οποία αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) αποτελεί μέρος χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων· |
|
ε) |
αξιολογεί τη σκοπιμότητα και τις προϋποθέσεις ώστε οι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι ετερογενών δραστηριοτήτων να μπορούν να καταρτίσουν σχέδια προληπτικής ανάκαμψης για ολόκληρο τον όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων, καθώς και οι αρχές εξυγίανσης να μπορούν να καταρτίσουν ενιαία σχέδια εξυγίανσης ομίλου για ολόκληρο τον χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων· |
|
στ) |
αναλύει τα πλεονεκτήματα της περαιτέρω εναρμόνισης του πλαισίου διαχείρισης κρίσεων για τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις. |
Η έκθεση συνοδεύεται, εφόσον τούτο είναι σκόπιμο, από νομοθετική πρόταση.
Άρθρο 100
Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο
1. Έως τις 29 Ιανουαρίου 2027, τα κράτη μέλη εκδίδουν και δημοσιεύουν τα μέτρα που είναι αναγκαία για τη συμμόρφωση προς τα άρθρα 1 έως 91, 96 και 97 της παρούσας οδηγίας. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
Εφαρμόζουν τα εν λόγω μέτρα από τις 30 Ιανουαρίου 2027.
Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν τις εν λόγω διατάξεις, αυτές περιλαμβάνουν παραπομπή στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της αναφοράς αποφασίζεται από τα κράτη μέλη.
2. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των κύριων διατάξεων εθνικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.
Άρθρο 101
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή
1. Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2. Τα άρθρα 92 έως 95 εφαρμόζονται από τις 30 Ιανουαρίου 2027.
Άρθρο 102
Αποδέκτες
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
Στρασβούργο, 27 Νοεμβρίου 2024.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Η Πρόεδρος
R. METSOLA
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
BÓKA J.
(1) ΕΕ C 275 της 18.7.2022, σ. 45.
(2) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Απριλίου 2024 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 5ης Νοεμβρίου 2024.
(3) Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1).
(4) Οδηγία 2009/103/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, σχετικά με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων και τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής (ΕΕ L 263 της 7.10.2009, σ. 11).
(5) Οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 73/239/ΕΟΚ, 79/267/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ, 93/6/ΕΟΚ και 93/22/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/78/ΕΚ και 2000/12/ΕΚ (ΕΕ L 35 της 11.2.2003, σ. 1).
(6) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 48).
(7) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 1).
(8) Οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 1998, σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων (ΕΕ L 166 της 11.6.1998, σ. 45).
(9) Οδηγία 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς (ΕΕ L 142 της 30.4.2004, σ. 12).
(10) Οδηγία 2007/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, σχετικά με την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων από μετόχους εισηγμένων εταιρειών (ΕΕ L 184 της 14.7.2007, σ. 17).
(11) Οδηγία (ΕΕ) 2017/1132 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, σχετικά με ορισμένες πτυχές του εταιρικού δικαίου (ΕΕ L 169 της 30.6.2017, σ. 46).
(12) Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 190).
(13) Κανονισμός (ΕΕ) 2021/23 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, σχετικά με πλαίσιο για την ανάκαμψη και την εξυγίανση κεντρικών αντισυμβαλλομένων και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 600/2014, (ΕΕ) αριθ. 806/2014 και (ΕΕ) 2015/2365 και των οδηγιών 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2014/59/ΕΕ και (ΕΕ) 2017/1132 (ΕΕ L 22 της 22.1.2021, σ. 1).
(14) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1).
(15) Οδηγία 2002/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουνίου 2002, για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας (ΕΕ L 168 της 27.6.2002, σ. 43).
(16) Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).
(17) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).
(18) Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/35 της Επιτροπής, της 10ης Οκτωβρίου 2014, για τη συμπλήρωση της οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 12 της 17.1.2015, σ. 1).
(19) Οδηγία 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ L 82 της 22.3.2001, σ. 16).
(20) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ της Επιτροπή (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84).
(21) Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1129 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή κατά την εισαγωγή κινητών αξιών προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 2003/71/ΕΚ (ΕΕ L 168 της 30.6.2017, σ. 12).
(22) Οδηγία 2001/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, σχετικά με την εισαγωγή κινητών αξιών σε χρηματιστήριο αξιών και τις πληροφορίες επί των αξιών αυτών που πρέπει να δημοσιεύονται (ΕΕ L 184 της 6.7.2001, σ. 1).
(23) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2008, για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι) (ΕΕ L 177 της 4.7.2008, σ. 6).
(24) Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).
(25) Οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/34/ΕΚ (ΕΕ L 390 της 31.12.2004, σ. 38).
(26) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166 της 30.4.2004, σ. 1).
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Διαστάσεις της δυνατότητας εξυγίανσης
Κατά τη διενέργεια της εκτίμησης της δυνατότητας εξυγίανσης, οι αρχές εξυγίανσης και οι αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα της επιχείρησης, εξετάζουν τις ακόλουθες διαστάσεις:
|
1. |
Επιχειρησιακή συνέχεια
|
|
2. |
Πρόσβαση σε υποδομές χρηματοπιστωτικών αγορών Τον βαθμό στον οποίο οι επιχειρήσεις ή οι όμιλοι έχουν θεσπίσει τις αναγκαίες διαδικασίες και ρυθμίσεις για τη διατήρηση της πρόσβασης, πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την εξυγίανση, στις υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών και στις υπηρεσίες πληρωμών, εκκαθάρισης, διακανονισμού και φύλαξης που παρέχονται από διαμεσολαβητές. |
|
3. |
Δυνατότητα διαχωρισμού
|
|
4. |
Ικανότητα απορρόφησης ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης
|
|
5. |
Ρευστότητα και χρηματοδότηση κατά την εξυγίανση
|
|
6. |
Συστήματα πληροφοριών και απαιτήσεις δεδομένων Τον βαθμό στον οποίο οι επιχειρήσεις ή οι όμιλοι διαθέτουν επαρκή συστήματα πληροφοριών διαχείρισης, ικανότητες αποτίμησης και τεχνολογική υποδομή για να παρέχουν τις πληροφορίες που απαιτούνται για i) την ανάπτυξη και τη διατήρηση σχεδίων εξυγίανσης, ii) την εκτέλεση δίκαιης, συνετής και ρεαλιστικής αποτίμησης και iii) την αποτελεσματική εφαρμογή των δράσεων εξυγίανσης, επίσης υπό ταχέως μεταβαλλόμενες συνθήκες. |
|
7. |
Επικοινωνία Τον βαθμό στον οποίο οι επιχειρήσεις ή οι όμιλοι διαθέτουν σχέδια επικοινωνίας για τη διασφάλιση έγκαιρης, άρτιας και συνεπούς επικοινωνίας με τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη, και για τη στήριξη της υλοποίησης της δράσης εξυγίανσης, καθώς και ρυθμίσεις διακυβέρνησης για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εκτέλεσης των εν λόγω σχεδίων. |
|
8. |
Διακυβέρνηση Τον βαθμό στον οποίο υπάρχουν ισχυρές διαδικασίες διακυβέρνησης που διευκολύνουν την προετοιμασία καθώς και την υλοποίηση της δράσης εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένων i) της έγκαιρης και ακριβούς παροχής σχετικών πληροφοριών σε τακτική και ad hoc βάση, ii) της αποτελεσματικής εποπτείας κατά τον σχεδιασμό της εξυγίανσης και σε περιόδους κρίσης και iii) της αποτελεσματικής λήψης αποφάσεων κατά τον χρόνο της εξυγίανσης. |
|
9. |
Αξιοπιστία και αντίκτυπος
|
ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2025/1/oj
ISSN 1977-0669 (electronic edition)