European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά L


2024/3117

27.12.2024

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2024/3117 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 29ης Νοεμβρίου 2024

για τη θέσπιση εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την υποβολή εποπτικών αναφορών από τα ιδρύματα και για την κατάργηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2021/451 της Επιτροπής

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Υπάρχει διαφορά μεταξύ των εκδόσεων HTML και PDF του κανονισμού αυτού — από την έκδοση HTML λείπουν τα παραρτήματα. Ανατρέξτε στην αυθεντική έκδοση της Επίσημης Εφημερίδας σε μορφή PDF.

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (1), και ιδίως το άρθρο 415 παράγραφος 3 τρίτο εδάφιο, το άρθρο 415 παράγραφος 3α τρίτο εδάφιο, το άρθρο 430 παράγραφος 7 τρίτο εδάφιο και το άρθρο 430 παράγραφος 9 πέμπτο εδάφιο,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2021/451 της Επιτροπής (2) καθορίζει, βάσει των άρθρων 415 και 430 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ένα συνεκτικό πλαίσιο υποβολής αναφορών, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων σχετικά με την παροχή πληροφοριών για τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, τη χρηματοοικονομική πληροφόρηση που πρέπει να παρέχεται σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) και τις γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές, σχετικά με τις ζημίες που προέρχονται από δάνεια εξασφαλισμένα με ακίνητα, τα μεγάλα ανοίγματα, τον δείκτη μόχλευσης, τη σταθερή χρηματοδότηση, πρόσθετα μέτρα παρακολούθησης της ρευστότητας, την επιβάρυνση των στοιχείων ενεργητικού, τις πληροφορίες για τον προσδιορισμό παγκόσμιων συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων (G-SII) και τον καθορισμό ποσοστών αποθέματος ασφαλείας G-SII, καθώς και τις πληροφορίες σχετικά με τον κίνδυνο επιτοκίου στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο. Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2021/451 έχει τροποποιηθεί αρκετές φορές μετά τις τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 που εγκρίθηκαν για την εισαγωγή, την περαιτέρω ανάπτυξη ή την προσαρμογή στοιχείων προληπτικής εποπτείας.

(2)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1623 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) για την εφαρμογή της τελικής δέσμης διεθνών προτύπων της Επιτροπής της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (Βασιλεία III). Οι εν λόγω τροποποιήσεις θα πρέπει να αντικατοπτρίζονται στο πλαίσιο υποβολής αναφορών το οποίο προβλέπεται επί του παρόντος στον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2021/451.

(3)

Δεδομένων των τροποποιήσεων στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, είναι αναγκαίο να αναθεωρηθούν οι απαιτήσεις για την αναφορά των ιδίων κεφαλαίων και των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων (κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων, πιστωτικός κίνδυνος και πιστωτικός κίνδυνος αντισυμβαλλομένου, προσαρμογές πιστωτικής αποτίμησης, κίνδυνος αγοράς, λειτουργικός κίνδυνος, κάλυψη ζημιών από μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα και κρυπτοστοιχεία), για την υποβολή πληροφοριών σχετικά με τις ζημίες που προέρχονται από δάνεια εξασφαλισμένα με ακίνητα και για την υποβολή πληροφοριών σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης.

(4)

Δεδομένου του μεγάλου αριθμού αλλαγών που πρέπει να πραγματοποιηθούν για να εφαρμοστούν οι νέοι κανόνες σχετικά με τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών, είναι προτιμότερο να καταργηθεί και να αντικατασταθεί ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2021/451, αντί απλώς να τροποποιηθεί, καθώς μια τέτοια τροποποίηση θα καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολο για τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς να διαπιστώσουν ποιες απαιτήσεις υποβολής αναφορών ισχύουν γι’ αυτούς.

(5)

Τα νέα υποδείγματα κεφαλαιακής επάρκειας θα πρέπει να προβλέπουν την υποβολή πληροφοριών σχετικά με το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και στους δείκτες κεφαλαίου και ειδικότερα την υποβολή πληροφοριών σχετικά με τον αντίκτυπο των μεταβατικών διατάξεων για το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων που προβλέπεται στο άρθρο 465 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Η υποβολή δεδομένων θα πρέπει να προβλέπει την παροχή πληροφοριών σχετικά με τον αντίκτυπο του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων και των μεταβατικών διατάξεων που προβλέπονται στο άρθρο 465 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Τα υποδείγματα φερεγγυότητας ομίλου θα πρέπει να περιλαμβάνουν μια νέα στήλη για την παροχή πληροφοριών σχετικά με την προσαρμογή κατώτατου ορίου σε σχέση με τις οντότητες που υπόκεινται σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων.

(6)

Τα υποδείγματα πιστωτικού κινδύνου για την τυποποιημένη προσέγγιση θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν τις τροποποιήσεις στην ταξινόμηση των κατηγοριών ανοιγμάτων και τους νέους συντελεστές στάθμισης κινδύνου. Επιπλέον, θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν την αναλυτικότερη προσέγγιση που εφαρμόζεται στα ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακίνητης περιουσίας και θα πρέπει να αποτυπώνουν ορισμένες αλλαγές στον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος των εκτός ισολογισμού στοιχείων, το σύνολο των οποίων εισήχθη στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1623.

(7)

Τα υποδείγματα πιστωτικού κινδύνου για την προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων (IRB) θα πρέπει να αποτυπώνουν τις τροποποιήσεις στην ταξινόμηση των κατηγοριών ανοιγμάτων, δηλαδή να περιορίζουν τη χρήση των ανοιγμάτων ιδρυμάτων και μεγάλων επιχειρήσεων βάσει της θεμελιώδους προσέγγισης IRB, και θα πρέπει να προβλέπουν την αναφορά πληροφοριών σχετικά με νέες κατηγορίες ανοιγμάτων, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων του δημόσιου τομέα και των περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών. Τέλος, τα νέα υποδείγματα θα πρέπει να προβλέπουν την αναφορά τόσο των τυποποιημένων όσο και των ιδίων συντελεστών μετατροπής πίστωσης.

(8)

Τα νέα υποδείγματα για την αναφορά πληροφοριών σχετικά με την κάλυψη ζημιών από μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα θα πρέπει να αποτυπώνουν τις αλλαγές στο πεδίο εφαρμογής των ανοιγμάτων που υπόκεινται στις απαιτήσεις κάλυψης ζημιών και τις αλλαγές στο χρονοδιάγραμμα προβλέψεων.

(9)

Ένα νέο υπόδειγμα υποβολής αναφορών θα πρέπει να προβλέπει την παροχή πληροφοριών σχετικά με τα ανοίγματα σε κρυπτοστοιχεία, ώστε να αποτυπώνονται τα συνολικά ποσά ανοίγματος σε κίνδυνο για τα εν λόγω ανοίγματα.

(10)

Η αναφορά συγκεντρωτικών στοιχείων για κάθε εθνική αγορά ακινήτων (στο εξής: ζημίες από ακίνητα) θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τις νέες ειδικές υποχρεώσεις υποβολής αναφορών που ορίζονται στο άρθρο 430α παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

(11)

Η αναφορά των προσαρμογών πιστωτικής αποτίμησης (στο εξής: CVA) θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την τυποποιημένη, τη βασική και την απλουστευμένη προσέγγιση και να αποτυπώνει ορισμένες ειδικές απαιτήσεις υποβολής αναφορών σχετικά με τον κίνδυνο CVA, το σύνολο των οποίων θεσπίστηκε στον τίτλο VI του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

(12)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1623 αναθεώρησε το πλαίσιο για το όριο μεταξύ των θέσεων εντός χαρτοφυλακίου συναλλαγών και εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Συνεπώς, τα υποδείγματα υποβολής αναφορών θα πρέπει επίσης να προβλέπουν την παροχή πληροφοριών σχετικά με τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών ως προς τα νέα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 104 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.

(13)

Οι ημερομηνίες αναφοράς για την υποβολή αναφορών σχετικά με τα ίδια κεφάλαια, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και τις πρόσθετες απαιτήσεις υποβολής αναφορών σε ατομική και ενοποιημένη βάση είναι αναγκαίο να ευθυγραμμιστούν με τις ημερομηνίες λήξης του οικονομικού έτους.

(14)

Για να μπορούν τα ιδρύματα να δημιουργήσουν τα συστήματα υποβολής αναφορών που είναι αναγκαία για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών, οι οντότητες που ασκούν δραστηριότητες πιστωτικού ιδρύματος για πρώτη φορά θα πρέπει να λάβουν περισσότερο χρόνο για την υποβολή των υποδειγμάτων.

(15)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1623 τροποποίησε το άρθρο 430 παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και εισήγαγε την απαίτηση ανάπτυξης λύσεων ΤΠ από την ΕΑΤ, συμπεριλαμβανομένων υποδειγμάτων υποβολής αναφορών και οδηγιών που πρέπει να χρησιμοποιούνται από τα ιδρύματα για τη συμμόρφωσή τους με τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών που προβλέπονται στις παραγράφους 1 έως 4 του εν λόγω άρθρου. Συνεπώς, τα σημεία δεδομένων και οι πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλουν τα ιδρύματα και να συμπεριλάβει η ΕΑΤ στις σχετικές λύσεις ΤΠ θα πρέπει να προσδιορίζονται με επαρκή σαφήνεια. Για να μπορέσει η ΕΑΤ να αναπτύξει κατάλληλες λύσεις ΤΠ, οι εν λόγω ενιαίοι μορφότυποι υποβολής αναφορών δεν θα πρέπει να είναι δεσμευτικοί ως προς τη δομή και την απεικόνισή τους, καθώς η ΕΑΤ δεν θα πρέπει να δεσμεύεται να αναπαραγάγει τη γραφική παράσταση και τη δομή πίνακα που προβλέπονται στο παράρτημα. Ειδικότερα, η ΕΑΤ θα πρέπει να μπορεί να αποκλίνει από τη γραφική παράσταση και τη δομή πίνακα των υποδειγμάτων υποβολής αναφορών, εφόσον όλα τα σημεία δεδομένων και οι πληροφορίες που απαιτούνται περιλαμβάνονται στη λύση ΤΠ.

(16)

Για να δοθεί στα ιδρύματα επαρκής χρόνος να προσαρμόσουν το δικό τους εσωτερικό σύστημα και να συμμορφωθούν με τις αναθεωρημένες απαιτήσεις υποβολής αναφορών, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν μεταβατικές διατάξεις που αναβάλλουν την ημερομηνία αποστολής της πρώτης υποχρεωτικής τριμηνιαίας αναφοράς.

(17)

Για να ευθυγραμμιστεί το χρονοδιάγραμμα της απαίτησης υποβολής αναφορών σχετικά με τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών με το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής των απαιτήσεων για τον κίνδυνο αγοράς που ορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαια 1α και 1β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί μεταβατική διάταξη που θα προβλέπει μεταγενέστερη πρώτη ημερομηνία αναφοράς της εν λόγω απαίτησης υποβολής αναφορών.

(18)

Οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, δεδομένου ότι αφορούν τις απαιτήσεις υποβολής αναφορών από τα ιδρύματα. Προκειμένου να εξασφαλιστεί η συνοχή μεταξύ των διατάξεων αυτών και να διευκολυνθούν τα πρόσωπα που υπόκεινται στις εξ αυτών υποχρεώσεις να έχουν πλήρη εικόνα και συνεκτική πρόσβαση στο κείμενο των διατάξεων αυτών, ενδείκνυται να συμπεριληφθούν όλα τα συναφή εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που απαιτούνται από τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε έναν ενιαίο κανονισμό.

(19)

Ο παρών κανονισμός βασίζεται στα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών στην Επιτροπή.

(20)

Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών διενήργησε ανοικτές δημόσιες διαβουλεύσεις σχετικά με τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στα οποία βασίζεται ο παρών κανονισμός, ανέλυσε τα ενδεχόμενα συναφή κόστη και τις ωφέλειες και ζήτησε συμβουλές από την ομάδα τραπεζικών συμφεροντούχων η οποία έχει συσταθεί σύμφωνα με το άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4).

(21)

Για να δοθεί στα ιδρύματα επαρκής χρόνος προετοιμασίας για την υποβολή αναφορών σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και το άρθρο 430 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η πρώτη ημερομηνία εφαρμογής θα πρέπει να οριστεί έξι μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος.

(22)

Προκειμένου να τεθεί σε εφαρμογή το αναθεωρημένο πλαίσιο υποβολής αναφορών το συντομότερο δυνατό, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Υποβολή των πληροφοριών

Ο παρών κανονισμός καθορίζει ενιαίους μορφότυπους υποβολής αναφορών, τη συχνότητα και τις ημερομηνίες αναφοράς για την υποβολή αναφορών από τα ιδρύματα προς τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 415 παράγραφοι 3 και 3α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και σύμφωνα με το άρθρο 430 παράγραφοι 1 έως 4, 7 και 9 του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 2

Ημερομηνίες αναφοράς για την υποβολή αναφορών

1.   Τα ιδρύματα υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παράρτημα I, όπως έχουν οι εν λόγω πληροφορίες κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες αναφοράς για την υποβολή αναφορών:

α)

μηνιαίες αναφορές: την τελευταία ημέρα κάθε μήνα·

β)

τριμηνιαίες αναφορές: στις 31 Μαρτίου, στις 30 Ιουνίου, στις 30 Σεπτεμβρίου και στις 31 Δεκεμβρίου·

γ)

εξαμηνιαίες αναφορές: στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου·

δ)

ετήσιες αναφορές: στις 31 Δεκεμβρίου.

2.   Τα ιδρύματα παρέχουν τις χρηματοοικονομικές πληροφορίες που προβλέπονται στο παράρτημα I σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ και τα εθνικά λογιστικά πλαίσια και αναφέρονται σε συγκεκριμένη περίοδο σωρευτικά από την πρώτη ημέρα της λογιστικής χρήσης έως την ημερομηνία αναφοράς.

3.   Τα ιδρύματα τα οποία, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, μπορούν να υποβάλλουν τις χρηματοοικονομικές τους πληροφορίες με βάση το τέλος της λογιστικής χρήσης τους και όταν η εν λόγω λογιστική χρήση αποκλίνει από το ημερολογιακό έτος, μπορούν να προσαρμόζουν τις ημερομηνίες αναφοράς για την υποβολή αναφορών προκειμένου οι εν λόγω ημερομηνίες να ευθυγραμμίζονται με το τέλος της λογιστικής χρήσης, έτσι ώστε η χρηματοοικονομική πληροφόρηση, οι πληροφορίες που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 8 και οι πληροφορίες για τον προσδιορισμό των παγκόσμιων συστημικά σημαντικών ιδρυμάτων (G-SII) και τον καθορισμό των ποσοστών αποθέματος ασφαλείας G-SII να υποβάλλονται κάθε 3, 6 ή 12 μήνες από το τέλος της λογιστικής τους χρήσης, αντίστοιχα.

Άρθρο 3

Ημερομηνίες αποστολής για την υποβολή αναφορών

1.   Τα ιδρύματα υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές τις πληροφορίες που προβλέπονται στο παράρτημα I έως το πέρας των εργασιών κατά τις ακόλουθες ημερομηνίες αποστολής:

α)

μηνιαίες αναφορές: τη 15η ημερολογιακή ημέρα από την ημερομηνία αναφοράς για την υποβολή αναφορών·

β)

τριμηνιαίες αναφορές: στις 12 Μαΐου, στις 11 Αυγούστου, στις 11 Νοεμβρίου και στις 11 Φεβρουαρίου·

γ)

εξαμηνιαίες αναφορές: στις 11 Αυγούστου και στις 11 Φεβρουαρίου·

δ)

ετήσιες αναφορές: στις 11 Φεβρουαρίου.

2.   Όταν η ημερομηνία αποστολής συμπίπτει με δημόσια αργία στο κράτος μέλος της αρμόδιας αρχής στην οποία υποβάλλεται η αναφορά ή συμπίπτει με Σάββατο ή Κυριακή, τότε τα οικεία ιδρύματα υποβάλλουν τα δεδομένα την επόμενη εργάσιμη ημέρα.

3.   Τα ιδρύματα που παρέχουν τις χρηματοοικονομικές πληροφορίες που προβλέπονται στο παράρτημα I ή τις πληροφορίες που αναφέρονται σύμφωνα με το άρθρο 8 ή πληροφορίες για τους σκοπούς του προσδιορισμού G-SII και του καθορισμού ποσοστών αποθέματος ασφαλείας G-SII χρησιμοποιώντας προσαρμοσμένες ημερομηνίες αναφοράς για την υποβολή αναφορών με βάση το τέλος της λογιστικής τους χρήσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 3, μπορούν να προσαρμόζουν τις ημερομηνίες αποστολής, ώστε να διατηρείται η ίδια περίοδος αποστολής από την προσαρμοσμένη ημερομηνία αναφοράς για την υποβολή αναφορών.

4.   Τα ιδρύματα μπορούν να υποβάλλουν μη ελεγχθέντα στοιχεία. Σε περίπτωση που τα ελεγχθέντα στοιχεία αποκλίνουν από τα υποβληθέντα μη ελεγχθέντα στοιχεία, τα ιδρύματα υποβάλλουν τα αναθεωρημένα, ελεγχθέντα στοιχεία χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Τα μη ελεγχθέντα στοιχεία είναι στοιχεία για τα οποία δεν έχει εξασφαλιστεί σχετικό πόρισμα από εξωτερικό ελεγκτή, ενώ τα ελεγχθέντα στοιχεία είναι στοιχεία που έχουν ελεγχθεί από εξωτερικό ελεγκτή, ο οποίος και διατύπωσε σχετικό πόρισμα ελέγχου.

5.   Τα ιδρύματα υποβάλλουν στις αρμόδιες αρχές, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, άλλες διορθώσεις στις υποβληθείσες αναφορές πέραν των διορθώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 4.

Άρθρο 4

Όρια υποβολής αναφορών — κριτήρια ένταξης και απένταξης

1.   Τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα αρχίζουν να υποβάλλουν τις πληροφορίες που προβλέπονται στο παράρτημα I κατά την πρώτη ημερομηνία αναφοράς για την υποβολή αναφορών μετά την ημερομηνία κατά την οποία τα εν λόγω ιδρύματα έχουν εκπληρώσει τα κριτήρια που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 145) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Τα ιδρύματα που δεν πληρούν πλέον τα εν λόγω κριτήρια παύουν να υποβάλλουν τις συγκεκριμένες πληροφορίες κατά την πρώτη ημερομηνία αναφοράς για την υποβολή αναφορών που έπεται της ημερομηνίας κατά την οποία δεν πληρούν πλέον τα εν λόγω κριτήρια.

2.   Τα μεγάλα ιδρύματα αρχίζουν να υποβάλλουν τις πληροφορίες που προβλέπονται στο παράρτημα I κατά την πρώτη ημερομηνία αναφοράς για την υποβολή αναφορών μετά την ημερομηνία κατά την οποία τα ιδρύματα έχουν εκπληρώσει τα κριτήρια που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 146) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Τα ιδρύματα που δεν πληρούν πλέον τα εν λόγω κριτήρια παύουν να υποβάλλουν τις συγκεκριμένες πληροφορίες κατά την πρώτη ημερομηνία αναφοράς για την υποβολή αναφορών κατά την οποία δεν πληρούν πλέον τα εν λόγω κριτήρια.

3.   Τα ιδρύματα αρχίζουν να αναφέρουν τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I, με την επιφύλαξη των ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 5 παράγραφοι 2 και 3, στο άρθρο 6 παράγραφοι 2 και 3, στα άρθρα 11 και 12, στο άρθρο 15 παράγραφοι 2 έως 5 και στα άρθρα 17 έως 20 του παρόντος κανονισμού κατά την ημερομηνία αναφοράς για την υποβολή αναφορών που έπεται της ημερομηνίας κατά την οποία έχει γίνει υπέρβαση των εν λόγω ορίων σε δύο συνεχόμενες ημερομηνίες αναφοράς για την υποβολή αναφορών. Τα ιδρύματα μπορούν να διακόψουν την παροχή πληροφοριών οι οποίες υπόκεινται στα όρια που καθορίζονται στα εν λόγω άρθρα κατά την ημερομηνία αναφοράς για την υποβολή αναφορών που έπεται της ημερομηνίας κατά την οποία έχουν πέσει κάτω από τα σχετικά όρια για τρεις συνεχόμενες ημερομηνίες αναφοράς για την υποβολή αναφορών.

4.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, τα ιδρύματα αρχίζουν να υποβάλλουν αναφορές, εφόσον πληρούν οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις κατά τους 6 μήνες που προηγούνται της ημερομηνίας αναφοράς:

α)

το οικείο ίδρυμα έχει λάβει άδεια να αρχίσει τις δραστηριότητές του ως πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5)·

β)

το ίδρυμα είναι επιχείρηση επενδύσεων που υπόκειται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 λόγω υπέρβασης του ορίου που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 1) στοιχείο β) του εν λόγω κανονισμού ή δυνάμει απόφασης της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το άρθρο 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6)·

γ)

το ίδρυμα είναι οντότητα που προκύπτει είτε από τη συγχώνευση τουλάχιστον δύο ιδρυμάτων είτε από τη διάσπαση ενός ιδρύματος τουλάχιστον σε δύο ιδρύματα.

5.   Για τα ιδρύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ισχύουν τα ακόλουθα σε σχέση με την υποβολή των αναφορών τους που υπόκεινται στα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 4 για τις δύο πρώτες ημερομηνίες αναφοράς:

α)

τα ιδρύματα που υπερβαίνουν το σχετικό όριο ήδη κατά την πρώτη ημερομηνία αναφοράς αναφέρουν τις πληροφορίες που υπόκεινται στο εν λόγω όριο τόσο για την πρώτη όσο και για τη δεύτερη ημερομηνία αναφοράς·

β)

τα ιδρύματα που υπερβαίνουν το σχετικό όριο μόνο κατά τη δεύτερη ημερομηνία αναφοράς αναφέρουν τις πληροφορίες που υπόκεινται στο εν λόγω όριο τη δεύτερη ημερομηνία αναφοράς.

Τα ιδρύματα που έχουν πέσει κάτω από τα σχετικά όρια που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) σε τρεις διαδοχικές ημερομηνίες αναφοράς για την υποβολή αναφορών μπορούν να σταματήσουν την υποβολή πληροφοριών που υπόκεινται στο όριο κατά την επόμενη ημερομηνία αναφοράς για την υποβολή αναφορών.

Άρθρο 5

Υποβολή αναφορών για τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων σε ατομική βάση — τριμηνιαίες αναφορές

1.   Τα ιδρύματα που παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, όπως απαιτεί το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε ατομική βάση υποβάλλουν ανά τρίμηνο τις εν λόγω πληροφορίες, όπως προβλέπεται στο τμήμα 1 — «Υποβολή αναφορών για τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού.

2.   Τα ιδρύματα υποβάλλουν τις πληροφορίες που ορίζονται στα υποδείγματα C 09.01 και C 09.02 και ειδικότερα τις πληροφορίες σχετικά με τη γεωγραφική κατανομή των ανοιγμάτων ανά χώρα, όταν τα μη εγχώρια αρχικά ανοίγματα σε όλες τις μη εγχώριες χώρες σε όλες τις κατηγορίες ανοιγμάτων, όπως αναφέρονται σύμφωνα με το υπόδειγμα C 04.00 γραμμή 0850, είναι ίσα ή μεγαλύτερα από το 10 % των συνολικών εγχώριων και μη εγχώριων αρχικών ανοιγμάτων, όπως αναφέρονται σύμφωνα με το υπόδειγμα C 04.00 γραμμή 0860. Τα ανοίγματα θεωρούνται εγχώρια στην περίπτωση που είναι ανοίγματα σε αντισυμβαλλομένους που βρίσκονται στο κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένο το ίδρυμα.

3.   Τα ιδρύματα που εφαρμόζουν τη βασική προσέγγιση σύμφωνα με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2016/101 της Επιτροπής (7) και που υπερβαίνουν το όριο που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού αναφέρουν τις πληροφορίες που ορίζονται στα υποδείγματα C 32.03 και C 32.04.

4.   Για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 4 στοιχείο β) σημείο i) και στοιχείο γ) και στο άρθρο 92 παράγραφος 5 στοιχεία β) και γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τα ιδρύματα υποβάλλουν, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, τις πληροφορίες σχετικά με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αφορούν τον κίνδυνο αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 12 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2021/451.

Άρθρο 6

Υποβολή αναφορών για τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων σε ατομική βάση — εξαμηνιαίες αναφορές

1.   Τα ιδρύματα που παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, όπως απαιτεί το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε ατομική βάση υποβάλλουν ανά εξάμηνο τις εν λόγω πληροφορίες, όπως προβλέπεται στο τμήμα 1 — «Υποβολή αναφορών για τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων» του παραρτήματος I.

2.   Τα ιδρύματα υποβάλλουν τις πληροφορίες σχετικά με όλα τα ανοίγματα σε τιτλοποιήσεις όπως ορίζονται στα υποδείγματα C 14.00 και C 14.01 του τμήματος 1 — «Υποβολή αναφορών σχετικά με τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων» του παραρτήματος I, εκτός εάν αποτελούν μέρος ενός ομίλου στην ίδια χώρα στην οποία υπόκεινται σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων.

3.   Τα ιδρύματα υποβάλλουν πληροφορίες σχετικά με τα κρατικά ανοίγματα ως εξής:

α)

όταν η συνολική λογιστική αξία των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού από τον τομέα αντισυμβαλλομένου «Γενικές κυβερνήσεις» είναι ίση ή μεγαλύτερη από 1 % του αθροίσματος της συνολικής λογιστικής αξίας για «Χρεωστικούς τίτλους» και «Δάνεια και προκαταβολές», τα ιδρύματα υποβάλλουν τις πληροφορίες όπως ορίζεται στο υπόδειγμα C 33.00·

β)

όταν η αναφερόμενη αξία για τα εγχώρια ανοίγματα των μη παράγωγων χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού, όπως ορίζεται στη γραμμή 0010 στήλη 0010 του υποδείγματος C 33.00, είναι μικρότερη από το 90 % της αξίας που αναφέρεται για τα εγχώρια και τα μη εγχώρια ανοίγματα για το ίδιο σημείο δεδομένων, τα ιδρύματα που πληρούν την προϋπόθεση που αναφέρεται στο στοιχείο α) υποβάλλουν τις πληροφορίες που ορίζονται στο υπόδειγμα C 33.00, με πλήρη κατανομή ανά χώρα·

γ)

τα ιδρύματα που πληρούν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο στοιχείο α) και δεν πληρούν την προϋπόθεση που αναφέρεται στο στοιχείο β) υποβάλλουν τις πληροφορίες που ορίζονται στο υπόδειγμα C 33.00, με ανοίγματα συγκεντρωτικά:

i)

σε συνολικό επίπεδο και

ii)

σε εθνικό επίπεδο.

4.   Τα ιδρύματα υποβάλλουν πληροφορίες σχετικά με τις σημαντικές ζημίες που αφορούν τον λειτουργικό κίνδυνο ως εξής:

α)

τα ιδρύματα που υπολογίζουν τον Δεκέμβριο του 2024 τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αφορούν τον λειτουργικό κίνδυνο σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος III κεφάλαιο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 συνεχίζουν να αναφέρουν τις εν λόγω πληροφορίες όπως ορίζεται στα υποδείγματα C 17.01 και C 17.02·

β)

τα μεγάλα ιδρύματα που υπολογίζουν τον Δεκέμβριο του 2024 τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αφορούν τον λειτουργικό κίνδυνο σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος III κεφάλαιο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 συνεχίζουν να αναφέρουν τις εν λόγω πληροφορίες όπως ορίζεται στα υποδείγματα C 17.01 και C 17.02·

γ)

τα ιδρύματα εκτός των μεγάλων ιδρυμάτων που υπολογίζουν τον Δεκέμβριο του 2024 τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αφορούν τον λειτουργικό κίνδυνο σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος III κεφάλαιο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 συνεχίζουν να αναφέρουν τις ακόλουθες πληροφορίες:

i)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο υπόδειγμα C 17.01 στήλη 0080 για τις ακόλουθες γραμμές:

1)

αριθμός γεγονότων (νέα γεγονότα) (γραμμή 0910)·

2)

ποσό της ακαθάριστης ζημίας (νέα γεγονότα) (γραμμή 0920)·

3)

αριθμός γεγονότων που υπόκεινται σε προσαρμογές ζημιών (γραμμή 0930)·

4)

προσαρμογές ζημιών που σχετίζονται με προηγούμενες περιόδους αναφοράς (γραμμή 0940)·

5)

μέγιστη μεμονωμένη ζημία (γραμμή 0950)·

6)

άθροισμα των πέντε μεγαλύτερων ζημιών (γραμμή 0960)·

7)

συνολική άμεση ανάκτηση ζημιών (εκτός των ασφαλίσεων και άλλων μηχανισμών μεταφοράς κινδύνου) (γραμμή 0970)·

8)

συνολικές ανακτήσεις από ασφαλίσεις και άλλους μηχανισμούς μεταφοράς κινδύνου (γραμμή 0980)·

ii)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο υπόδειγμα C 17.02·

δ)

τα ιδρύματα που αναφέρονται στο στοιχείο γ) μπορούν να αναφέρουν το πλήρες σύνολο των πληροφοριών που ορίζονται στα υποδείγματα C 17.01 και C 17.02·

ε)

τα μεγάλα ιδρύματα που υπολογίζουν τον Δεκέμβριο του 2024 τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αφορούν τον λειτουργικό κίνδυνο σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος III κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 συνεχίζουν να αναφέρουν τις πληροφορίες όπως ορίζεται στα υποδείγματα C 17.01 και C 17.02·

στ)

τα ιδρύματα πλην των μεγάλων ιδρυμάτων που υπολογίζουν τον Δεκέμβριο του 2024 τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αφορούν τον λειτουργικό κίνδυνο σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος III κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 μπορούν να συνεχίσουν να αναφέρουν τις πληροφορίες όπως ορίζεται στα υποδείγματα C 17.01 και C 17.02.

Άρθρο 7

Υποβολή αναφορών για τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση

Τα ιδρύματα που παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, όπως απαιτεί το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε ενοποιημένη βάση υποβάλλουν τις εν λόγω πληροφορίες όπως προβλέπεται στο τμήμα 1 — «Υποβολή αναφορών για τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού ως εξής:

α)

την απαίτηση πληροφόρησης που προβλέπεται στο παράρτημα I το οποίο προσδιορίζει περαιτέρω την υποβολή αναφορών που απαιτείται σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6 του παρόντος κανονισμού με τη συχνότητα που ορίζεται σε αυτά·

β)

την απαίτηση πληροφόρησης που προβλέπεται στο παράρτημα I το οποίο προσδιορίζει περαιτέρω την υποβολή αναφορών για τη φερεγγυότητα ομίλου όσον αφορά τις οντότητες που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης, με εξαμηνιαία συχνότητα.

Άρθρο 8

Υποβολή αναφορών για τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων — πρόσθετες απαιτήσεις υποβολής αναφορών σε ατομική και ενοποιημένη βάση

1.   Τα ιδρύματα που πρέπει να δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 438 στοιχείο ε) ή η) ή στο άρθρο 452 στοιχεία β), ζ) ή η) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 με τη συχνότητα που ορίζεται στο άρθρο 433α ή στο άρθρο 433γ του εν λόγω κανονισμού, σε ατομική βάση σύμφωνα με το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού ή σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το άρθρο 13 του εν λόγω κανονισμού, κατά περίπτωση, υποβάλλουν τις πληροφορίες όπως ορίζεται στα υποδείγματα C 08.03, C 08.04, C 08.05, C 08.05.01, C 08.06, C 08.07 και C 34.11 του τμήματος 1 — «Υποβολή αναφορών για τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού.

2.   Τα ιδρύματα που πρέπει να δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 439 στοιχείο ιβ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 με τη συχνότητα που ορίζεται στο άρθρο 433α ή στο άρθρο 433γ του εν λόγω κανονισμού, κατά περίπτωση, σε ατομική βάση σύμφωνα με το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού ή σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το άρθρο 13 του εν λόγω κανονισμού, κατά περίπτωση, υποβάλλουν τις πληροφορίες όπως ορίζεται στο υπόδειγμα C 34.07 του τμήματος 1 — «Υποβολή αναφορών για τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 9

Υποβολή αναφορών για τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ισχύουν για τις επιχειρήσεις επενδύσεων που υπόκεινται στα άρθρα 95 και 96 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ατομική βάση

1.   Όταν οι επιχειρήσεις επενδύσεων που υπόκεινται στο άρθρο 95 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και που εφαρμόζουν τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 57 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, όπως απαιτείται από το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε ατομική βάση, με εξαίρεση τις πληροφορίες σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης, υποβάλλουν ανά τρίμηνο τις πληροφορίες που ορίζονται στα υποδείγματα C 01.00 έως C 05.02 του τμήματος 1 — «Υποβολή αναφορών για τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού.

2.   Όταν οι επιχειρήσεις επενδύσεων που υπόκεινται στο άρθρο 96 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και που εφαρμόζουν τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 57 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 αναφέρουν πληροφορίες σχετικά με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, όπως απαιτείται από το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε ατομική βάση, υποβάλλουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφοι 1 έως 4 και στο άρθρο 6 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού με τη συχνότητα που ορίζεται στα εν λόγω άρθρα, όπως προβλέπεται στο τμήμα 1 — «Υποβολή αναφορών για τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 10

Υποβολή αναφορών για τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που ισχύουν για ομίλους που αποτελούνται μόνον από επιχειρήσεις επενδύσεων οι οποίες υπόκεινται στα άρθρα 95 και 96 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ενοποιημένη βάση

1.   Όταν οι επιχειρήσεις επενδύσεων ομίλων που αποτελούνται μόνον από επιχειρήσεις επενδύσεων που εφαρμόζουν τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 57 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 σε σχέση με το άρθρο 95 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, όπως απαιτείται από το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε ενοποιημένη βάση, με εξαίρεση τις πληροφορίες σχετικά με τον δείκτη μόχλευσης, υποβάλλουν τις πληροφορίες όπως προβλέπεται στο τμήμα 1 — «Υποβολή αναφορών για τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού ως εξής:

α)

τις πληροφορίες σχετικά με τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, όπως προβλέπεται στο παράρτημα I τμήμα 1 υποδείγματα C 01.00 έως C 05.02 του παρόντος κανονισμού, ανά τρίμηνο·

β)

τις πληροφορίες σχετικά με τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων όσον αφορά τις οντότητες που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης, όπως προβλέπεται στο παράρτημα I τμήμα 1 υποδείγματα C 06.01 και C 06.02 του παρόντος κανονισμού, ανά εξάμηνο.

2.   Όταν οι επιχειρήσεις επενδύσεων ομίλων που αποτελούνται μόνον από επιχειρήσεις επενδύσεων που εφαρμόζουν τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 57 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033 σε σχέση με το άρθρο 96 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, όπως απαιτείται από το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε ενοποιημένη βάση, υποβάλλουν τις πληροφορίες όπως προβλέπεται στο τμήμα 1 — «Υποβολή αναφορών για τα ίδια κεφάλαια και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού ως εξής:

α)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφοι 1 έως 4 και στο άρθρο 6 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, με τη συχνότητα που ορίζεται στα εν λόγω άρθρα·

β)

τις πληροφορίες σχετικά με τις οντότητες που περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης, όπως προβλέπεται στο παράρτημα I τμήμα 1 υποδείγματα C 06.01 και C 06.02 του παρόντος κανονισμού, ανά εξάμηνο.

Άρθρο 11

Υποβολή χρηματοοικονομικών πληροφοριών σε ενοποιημένη βάση για ιδρύματα που υπόκεινται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8)

Τα ιδρύματα που υποβάλλουν χρηματοοικονομικές πληροφορίες σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το άρθρο 430 παράγραφος 3 ή 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, υποβάλλουν τις εν λόγω πληροφορίες όπως προβλέπεται στο τμήμα 2 — «Υποβολή χρηματοοικονομικών πληροφοριών σύμφωνα με τα ΔΠΧΑ» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού με την ακόλουθη συχνότητα:

α)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 2 υποδείγματα F 01.01 έως F 19.00 του παρόντος κανονισμού, ανά τρίμηνο·

β)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 2 υποδείγματα F 30.01 έως F 31.02 του παρόντος κανονισμού, ανά εξάμηνο·

γ)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 2 υποδείγματα F 40.01 έως F 46.00 του παρόντος κανονισμού, ετησίως·

δ)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 2 υποδείγματα F 20.01 έως F 20.07.1 του παρόντος κανονισμού, ανά τρίμηνο, όταν το ίδρυμα υπερβαίνει το όριο που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του παρόντος κανονισμού·

ε)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 2 υπόδειγμα F 21.00 του παρόντος κανονισμού, ανά τρίμηνο, όταν τα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε λειτουργικές μισθώσεις είναι ίσα ή μεγαλύτερα από το 10 % του συνόλου των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων όπως αναφέρονται σύμφωνα με το παράρτημα I τμήμα 2 υπόδειγμα F 01.01 του παρόντος κανονισμού·

στ)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 2 υποδείγματα F 22.01 και F 22.02 του παρόντος κανονισμού, ανά τρίμηνο, όταν τα καθαρά έσοδα από αμοιβές και προμήθειες είναι ίσα ή μεγαλύτερα από το 10 % του αθροίσματος των καθαρών εσόδων από αμοιβές και προμήθειες και των καθαρών εσόδων από τόκους, όπως αναφέρονται σύμφωνα με το παράρτημα I τμήμα 2 υπόδειγμα F 02.00 του παρόντος κανονισμού·

ζ)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 2 υποδείγματα F 23.01 έως 26.00 του παρόντος κανονισμού, ανά τρίμηνο, όταν πληρούνται αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

το ίδρυμα δεν είναι μικρό και μη πολύπλοκο ίδρυμα·

ii)

ο λόγος μεταξύ της ακαθάριστης λογιστικής αξίας δανείων και προκαταβολών του ιδρύματος που εμπίπτουν στο άρθρο 47α παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και της συνολικής ακαθάριστης λογιστικής αξίας των δανείων και προκαταβολών που εμπίπτουν στο άρθρο 47α παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού είναι ίσος ή μεγαλύτερος από 5 %·

η)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 2 υπόδειγμα F 47.00 του παρόντος κανονισμού, ετησίως, όταν πληρούνται αμφότερες οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο στοιχείο ζ) της παρούσας παραγράφου.

Για τους σκοπούς του στοιχείου ζ) σημείο ii), ο λόγος δεν περιλαμβάνει τα δάνεια και τις προκαταβολές που κατατάσσονται ως διακρατούμενα προς πώληση, τα διαθέσιμα υπόλοιπα σε κεντρικές τράπεζες και άλλες καταθέσεις όψεως είτε στον αριθμητή είτε στον παρονομαστή.

Άρθρο 12

Υποβολή χρηματοοικονομικών πληροφοριών σε ενοποιημένη βάση για ιδρύματα που εφαρμόζουν εθνικά λογιστικά πλαίσια

Σε περίπτωση που αρμόδια αρχή έχει επεκτείνει τις απαιτήσεις υποβολής χρηματοοικονομικών πληροφοριών σε ιδρύματα εγκατεστημένα σε κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 430 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τα ιδρύματα υποβάλλουν τις χρηματοοικονομικές πληροφορίες σε ενοποιημένη βάση, όπως ορίζεται στο τμήμα 3 — «Υποβολή χρηματοοικονομικών πληροφοριών σύμφωνα με γενικώς αποδεκτές λογιστικές αρχές» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού με την εξής συχνότητα:

α)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 3 υποδείγματα F 01.01 έως F 19.00 του παρόντος κανονισμού, ανά τρίμηνο·

β)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 3 υποδείγματα F 30.01 έως F 31.02 του παρόντος κανονισμού, ανά εξάμηνο·

γ)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 3 υποδείγματα F 40.01 έως F 46.00 του παρόντος κανονισμού, ετησίως·

δ)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 3 υποδείγματα F 20.01 έως F 20.07.1 του παρόντος κανονισμού, ανά τρίμηνο, όταν το ίδρυμα υπερβαίνει το όριο που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του παρόντος κανονισμού·

ε)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 3 υπόδειγμα F 21.00 του παρόντος κανονισμού, ανά τρίμηνο, όταν τα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία που υπόκεινται σε λειτουργικές μισθώσεις είναι ίσα ή μεγαλύτερα από το 10 % του συνόλου των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων όπως αναφέρονται σύμφωνα με το παράρτημα I τμήμα 3 υπόδειγμα F 01.01 του παρόντος κανονισμού·

στ)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 3 υπόδειγμα F 22.01 και F 22.02 του παρόντος κανονισμού, ανά τρίμηνο, όταν τα καθαρά έσοδα από αμοιβές και προμήθειες είναι ίσα ή μεγαλύτερα από το 10 % του αθροίσματος των καθαρών εσόδων από αμοιβές και προμήθειες και των καθαρών εσόδων από τόκους, όπως αναφέρονται σύμφωνα με το παράρτημα I τμήμα 3 υπόδειγμα F 02.00 του παρόντος κανονισμού·

ζ)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 3 υποδείγματα F 23.01 έως 26.00 του παρόντος κανονισμού, ανά τρίμηνο, όταν πληρούνται αμφότερες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

το ίδρυμα δεν είναι μικρό ή μη πολύπλοκο·

ii)

ο λόγος του ιδρύματος όπως ορίζεται στο άρθρο 11 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) σημείο ii) του παρόντος κανονισμού είναι ίσος ή μεγαλύτερος από 5 %·

η)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 3 υπόδειγμα F 47.00 του παρόντος κανονισμού, ετησίως, όταν πληρούνται αμφότερες οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο στοιχείο ζ) της παρούσας παραγράφου.

Άρθρο 13

Υποβολή αναφορών, σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ατομική και ενοποιημένη βάση, για ζημίες που προέρχονται από δάνεια εξασφαλισμένα με ακίνητα

1.   Τα ιδρύματα υποβάλλουν ετησίως τα συγκεντρωτικά στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 430α παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ενοποιημένη βάση, όπως ορίζεται στο τμήμα 4 — «Υποβολή πληροφοριών για ζημίες που προέρχονται από δάνεια εξασφαλισμένα με ακίνητα» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού.

2.   Τα ιδρύματα υποβάλλουν ετησίως τα συγκεντρωτικά στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 430α παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ατομική βάση, όπως ορίζεται στο τμήμα 4 — «Υποβολή πληροφοριών για ζημίες που προέρχονται από δάνεια εξασφαλισμένα με ακίνητα» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού.

3.   Όταν ένα ίδρυμα έχει υποκατάστημα σε άλλο κράτος μέλος, το εν λόγω υποκατάστημα υποβάλλει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής τα συγκεντρωτικά στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 430α παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όπως ορίζεται στο τμήμα 4 — «Υποβολή πληροφοριών για ζημίες που προέρχονται από δάνεια εξασφαλισμένα με ακίνητα» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 14

Υποβολή αναφορών για μεγάλα ανοίγματα τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση

Τα ιδρύματα που παρέχουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 394 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση υποβάλλουν τις εν λόγω πληροφορίες ανά τρίμηνο, όπως ορίζεται στο τμήμα 5 — «Υποβολή αναφορών για μεγάλα ανοίγματα και τον κίνδυνο συγκέντρωσης» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 15

Υποβολή αναφορών για τον δείκτη μόχλευσης τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση

1.   Τα ιδρύματα που παρέχουν τον οικείο δείκτη μόχλευσης όπως αναφέρεται στο άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση, υποβάλλουν τις εν λόγω πληροφορίες ανά τρίμηνο, όπως ορίζεται στο τμήμα 6 — «Υποβολή αναφορών για τη μόχλευση» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού. Μόνο τα μεγάλα ιδρύματα υποβάλλουν το υπόδειγμα C 48.00 σχετικά με τις πληροφορίες για τη μεταβλητότητα του δείκτη μόχλευσης.

2.   Οι πληροφορίες που ορίζονται στο υπόδειγμα C 40.00 κελί {r0410,c0010} σχετικά με το σύνολο του ενεργητικού υποβάλλονται μόνον από:

α)

μεγάλα ιδρύματα τα οποία είτε είναι G-SII είτε έχουν εκδώσει τίτλους που έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, ανά εξάμηνο·

β)

μεγάλα ιδρύματα εκτός των G-SII τα οποία είναι μη εισηγμένα ιδρύματα, ετησίως·

γ)

ιδρύματα εκτός των μεγάλων ιδρυμάτων και των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων τα οποία έχουν εκδώσει τίτλους που έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά, ετησίως.

3.   Τα ιδρύματα υποβάλλουν τις πληροφορίες για τον δείκτη μόχλευσης όπως ορίζεται στο υπόδειγμα C 40.00, κελιά {r0010,c0010}, {r0010,c0020}, {r0020,c0010}, {r0020,c0020}, {r0030,c0070}, {r0040,c0070}, {r0050,c0010}, {r0050,c0020}, {r0060,c0010}, {r0060,c0020} και {r0060,c0070}, όταν εκπληρώνεται τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το μερίδιο παραγώγων που ορίζεται ως το μέτρο του ανοίγματος σε παράγωγα διαιρούμενο με το μέτρο συνολικού ανοίγματος είναι ανώτερο από 1,5 %,

β)

το μερίδιο παραγώγων που ορίζεται ως το μέτρο του ανοίγματος σε παράγωγα διαιρούμενο με το μέτρο συνολικού ανοίγματος υπερβαίνει το 2 %.

Όταν ένα ίδρυμα πληροί μόνο την προϋπόθεση του στοιχείου α) του πρώτου εδαφίου, εφαρμόζονται τα κριτήρια ένταξης και απένταξης του άρθρου 4 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού. Το ίδρυμα που εκπληρώνει τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου αρχίζει να υποβάλλει πληροφορίες για τον δείκτη μόχλευσης για την ημερομηνία αναφοράς που έπεται της ημερομηνίας αναφοράς για την υποβολή αναφορών κατά την οποία γίνεται υπέρβαση του ορίου.

4.   Τα ιδρύματα για τα οποία η συνολική ονομαστική αξία των παραγώγων, όπως ορίζεται στο υπόδειγμα C 40.00, κελί {r0010,c0070}, υπερβαίνει τα 10 000 εκατ. EUR παρέχουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο υπόδειγμα C 40.00 κελιά {r0010,c0010}, {r0010,c0020}, {r0020,c0010}, {r0020,c0020}, {r0030,c0070}, {r0040,c0070}, {r0050,c0010}, {r0050,c0020}, {r0060,c0010}, {r0060,c0020} και {r0060,c0070}, ακόμα και αν το μερίδιο των παραγώγων τους δεν πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου της παραγράφου δεν εφαρμόζονται τα κριτήρια ένταξης που καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού. Τα ιδρύματα αρχίζουν να παρέχουν πληροφορίες από την επόμενη ημερομηνία αναφοράς για την υποβολή αναφορών, εφόσον έχουν υπερβεί το όριο για μία ημερομηνία αναφοράς.

5.   Τα ιδρύματα υποβάλλουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο υπόδειγμα C 40.00 κελιά {r0020,c0075}, {r0050;c0075} και {r0050,c0085}, όταν εκπληρώνεται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο όγκος των πιστωτικών παραγώγων που αναφέρεται στο υπόδειγμα C 40.00 ως {r0020,c0070} + {r0050,c0070} υπερβαίνει τα 300 εκατ. EUR,

β)

ο όγκος των πιστωτικών παραγώγων που αναφέρεται στο υπόδειγμα C 40.00 ως {r0020,c0070} + {r0050,c0070} υπερβαίνει τα 500 εκατ. EUR.

Όταν ένα ίδρυμα πληροί μόνο την προϋπόθεση του στοιχείου α) του πρώτου εδαφίου, εφαρμόζονται τα κριτήρια ένταξης και απένταξης του άρθρου 4 παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού. Το ίδρυμα που πληροί αμφότερες τις προϋποθέσεις των στοιχείων α) και β) του πρώτου εδαφίου αρχίζει να παρέχει τις εν λόγω πληροφορίες για την ημερομηνία αναφοράς που έπεται της ημερομηνίας αναφοράς για την υποβολή αναφορών κατά την οποία υπερέβη το όριο.

Άρθρο 16

Υποβολή αναφορών για την κάλυψη κινδύνου ρευστότητας τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση

1.   Τα ιδρύματα που αναφέρουν την οικεία κάλυψη ρευστότητας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 412 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και βάσει του άρθρου 430 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του εν λόγω κανονισμού, τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση, υποβάλλουν τις εν λόγω πληροφορίες ανά μήνα, όπως ορίζεται στο τμήμα 10 — «Υποβολή αναφορών για τη ρευστότητα» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού.

2.   Για τους σκοπούς της αναφοράς των πληροφοριών που ορίζονται στο τμήμα 10 — «Υποβολή αναφορών για την κάλυψη ρευστότητας» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού, τα ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη τις πληροφορίες που υποβάλλονται για την ημερομηνία αναφοράς και τις πληροφορίες σχετικά με τις ταμειακές ροές κατά τη διάρκεια των 30 ημερολογιακών ημερών που έπονται της ημερομηνίας αναφοράς.

Άρθρο 17

Υποβολή αναφορών για τη σταθερή χρηματοδότηση τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση

Τα ιδρύματα που αναφέρουν την απαίτηση για σταθερή χρηματοδότηση που τα αφορά, όπως αναφέρεται στο άρθρο 413 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και βάσει του άρθρου 430 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του εν λόγω κανονισμού, τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση, υποβάλλουν τις εν λόγω πληροφορίες ανά τρίμηνο, όπως ορίζεται στο τμήμα 7 — «Υποβολή αναφορών για τη σταθερή χρηματοδότηση» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού, ως εξής:

α)

μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα που έχουν επιλέξει να υπολογίζουν τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης (NSFR) με τη μεθοδολογία που προβλέπεται στο έκτο μέρος τίτλος IV κεφάλαια 6 και 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, αφού έχουν λάβει την άδεια της αρμόδιας αρχής τους σύμφωνα με το άρθρο 428λε του εν λόγω κανονισμού, υποβάλλουν τα υποδείγματα C 82 και C 83·

β)

ιδρύματα εκτός εκείνων που αναφέρονται στο στοιχείο α) υποβάλλουν τα υποδείγματα C 80 και C 81·

γ)

όλα τα ιδρύματα υποβάλλουν το υπόδειγμα C 84.

Άρθρο 18

Υποβολή αναφορών για πρόσθετα μέτρα παρακολούθησης της ρευστότητας τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση

Τα ιδρύματα που αναφέρουν πληροφορίες για τα πρόσθετα μέτρα παρακολούθησης της ρευστότητας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 415 παράγραφος 3 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και βάσει του άρθρου 430 παράγραφος 1 στοιχείο δ) του εν λόγω κανονισμού, τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση, υποβάλλουν τις εν λόγω πληροφορίες, όπως ορίζεται στο τμήμα 9 — «Υποβολή αναφορών για πρόσθετα μέτρα παρακολούθησης της ρευστότητας» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού με την ακόλουθη συχνότητα:

α)

τα μεγάλα ιδρύματα υποβάλλουν τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 9 υποδείγματα C 66.01 και C 67.00 έως C 71.00 του παρόντος κανονισμού, ανά μήνα·

β)

τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα υποβάλλουν τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 9 υποδείγματα C 66.0, C 67.00 και C 71.00 του παρόντος κανονισμού, ανά τρίμηνο·

γ)

τα ιδρύματα που δεν είναι ούτε μεγάλα ούτε μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα υποβάλλουν τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 9 υποδείγματα C 66.01 έως C 69.00 και C 71.00 του παρόντος κανονισμού, ανά μήνα.

Άρθρο 19

Υποβολή αναφορών για το επίπεδο επιβάρυνσης των στοιχείων ενεργητικού τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση

1.   Τα ιδρύματα που υποβάλλουν αναφορά για το επίπεδο επιβάρυνσης των στοιχείων ενεργητικού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση, υποβάλλουν τις εν λόγω πληροφορίες, όπως ορίζεται στο τμήμα 8 — «Υποβολή αναφορών για το επίπεδο επιβάρυνσης των στοιχείων ενεργητικού» του παραρτήματος I με την εξής συχνότητα:

α)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 8 υποδείγματα F 32.01 έως F 33.00 και F 35.00 του παρόντος κανονισμού, ανά τρίμηνο·

β)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 8 υπόδειγμα F 34.00 του παρόντος κανονισμού, ετησίως·

γ)

τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 8 υποδείγματα F 36.01 και F 36.02 του παρόντος κανονισμού, ανά εξάμηνο.

2.   Τα ιδρύματα υποβάλλουν τις πληροφορίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1 ως εξής:

α)

τα ιδρύματα υποβάλλουν τις πληροφορίες που προβλέπονται στο μέρος Α του τμήματος 8 «Υποβολή αναφορών για το επίπεδο επιβάρυνσης των στοιχείων ενεργητικού»·

β)

τα μεγάλα ιδρύματα υποβάλλουν τις πληροφορίες που προβλέπονται στα μέρη Β, Γ και Ε του τμήματος 8 «Υποβολή αναφορών για το επίπεδο επιβάρυνσης των στοιχείων ενεργητικού»·

γ)

τα ιδρύματα που δεν είναι ούτε μεγάλα ούτε μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα υποβάλλουν τις πληροφορίες που προβλέπονται στα μέρη Β, Γ και Ε του τμήματος 8 «Υποβολή αναφορών για το επίπεδο επιβάρυνσης των στοιχείων ενεργητικού», όταν το επίπεδο επιβάρυνσης των στοιχείων ενεργητικού του ιδρύματος, το οποίο ορίζεται ως (λογιστική αξία βεβαρημένων στοιχείων ενεργητικού και εξασφαλίσεων)/(σύνολο ενεργητικού και εξασφαλίσεων) είναι ίσο ή ανώτερο από 15 %·

δ)

τα ιδρύματα υποβάλλουν τις πληροφορίες που ορίζονται στο μέρος Δ του τμήματος 8 «Υποβολή αναφορών για το επίπεδο επιβάρυνσης των στοιχείων ενεργητικού» μόνον όταν εκδίδουν ομολογίες που αναφέρονται στο άρθρο 52 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο της οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9).

Άρθρο 20

Υποβολή συμπληρωματικών αναφορών για τους σκοπούς του προσδιορισμού G-SII και του καθορισμού ποσοστών αποθέματος ασφαλείας G-SII

1.   Κατά την αναφορά συμπληρωματικών πληροφοριών για τον προσδιορισμό G-SII και τον καθορισμό ποσοστών αποθέματος ασφαλείας G-SII δυνάμει του άρθρου 131 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, τα εγκατεστημένα στην ΕΕ μητρικά ιδρύματα, οι εγκατεστημένες στην ΕΕ μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και οι εγκατεστημένες στην ΕΕ μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών υποβάλλουν ανά τρίμηνο τις πληροφορίες που ορίζονται στο παράρτημα I τμήμα 11 — «Συμπληρωματική αναφορά για τον σκοπό του προσδιορισμού G-SII και του καθορισμού ποσοστών αποθέματος ασφαλείας G-SII» του παρόντος κανονισμού, σε ενοποιημένη βάση, εφόσον πληρούνται και οι δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το μέτρο συνολικού ανοίγματος του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των ασφαλιστικών θυγατρικών, είναι ίσο ή μεγαλύτερο από 125 000 000 000 EUR·

β)

η εγκατεστημένη στην ΕΕ μητρική ή οποιαδήποτε θυγατρική της ή οποιοδήποτε υποκατάστημα λειτουργεί η μητρική ή κάποια θυγατρική βρίσκεται σε ένα συμμετέχον κράτος μέλος όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10).

2.   Κατά την αναφορά συμπληρωματικών πληροφοριών για τον προσδιορισμό G-SII και τον καθορισμό ποσοστών αποθέματος ασφαλείας G-SII δυνάμει του άρθρου 131 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, τα ιδρύματα υποβάλλουν ανά τρίμηνο τις πληροφορίες που ορίζονται στο τμήμα 11 — «Συμπληρωματική αναφορά για τον σκοπό του προσδιορισμού G-SII και του καθορισμού ποσοστών αποθέματος ασφαλείας G-SII» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού, σε ατομική βάση, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το μέτρο συνολικού ανοίγματος του ιδρύματος είναι ίσο ή μεγαλύτερο από 125 000 000 000 EUR·

β)

το ίδρυμα είναι εγκατεστημένο σε συμμετέχον κράτος μέλος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014·

γ)

το ίδρυμα δεν αποτελεί μέρος ομίλου που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία (στο εξής: αυτοτελές ίδρυμα).

3.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 3 παράγραφος 1 στοιχείο β), τα ιδρύματα υποβάλλουν τις πληροφορίες των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου έως το πέρας των εργασιών στις ακόλουθες ημερομηνίες αποστολής: 1 Ιουλίου, 1 Οκτωβρίου, 2 Ιανουαρίου και 1 Απριλίου.

4.   Κατά παρέκκλιση του άρθρου 4, ισχύουν οι ακόλουθες διατάξεις όσον αφορά τα όρια που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) και στην παράγραφο 2 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου:

α)

το εγκατεστημένο στην ΕΕ μητρικό ίδρυμα, η εγκατεστημένη στην ΕΕ μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, η εγκατεστημένη στην ΕΕ μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ή το αυτοτελές ίδρυμα, κατά περίπτωση, αρχίζουν αμέσως να παρέχουν τις πληροφορίες που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 σύμφωνα με το παρόν άρθρο όταν το μέτρο ανοίγματος του δείκτη μόχλευσης υπερβαίνει το καθορισμένο όριο στο τέλος της λογιστικής χρήσης, και παρέχουν τις συγκεκριμένες πληροφορίες για το τέλος της εν λόγω λογιστικής χρήσης και τις τρεις επόμενες τριμηνιαίες ημερομηνίες αναφοράς·

β)

το εγκατεστημένο στην ΕΕ μητρικό ίδρυμα, η εγκατεστημένη στην ΕΕ μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, η εγκατεστημένη στην ΕΕ μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ή το αυτοτελές ίδρυμα, κατά περίπτωση, παύει αμέσως να παρέχει τις πληροφορίες που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 σύμφωνα με το παρόν άρθρο όταν το μέτρο ανοίγματος του δείκτη μόχλευσης μειώνεται κάτω από το καθορισμένο όριο στο τέλος της οικείας λογιστικής χρήσης.

Άρθρο 21

Υποβολή αναφορών σχετικά με τον κίνδυνο επιτοκίου στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση

Τα ιδρύματα που παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τον κίνδυνο επιτοκίου στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο σύμφωνα με το άρθρο 84 παράγραφοι 5 και 6 και το άρθρο 98 παράγραφος 5α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση υποβάλλουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στα εν λόγω άρθρα, όπως ορίζεται στο τμήμα 12 — «Υποβολή αναφορών σχετικά με τον κίνδυνο επιτοκίου στο τραπεζικό χαρτοφυλάκιο» του παραρτήματος I του παρόντος κανονισμού, με την ακόλουθη συχνότητα:

α)

από όλα τα ιδρύματα: υπόδειγμα J 01.00 του παραρτήματος I τμήμα 12, ανά τρίμηνο·

β)

από μεγάλα ιδρύματα: υποδείγματα J 02.00, J 05.00 και J 08.00 του παραρτήματος I τμήμα 12, ανά τρίμηνο·

γ)

από ιδρύματα που δεν είναι ούτε μεγάλα ούτε μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα: υποδείγματα J 03.00 και J 06.00 του παραρτήματος I τμήμα 12, ανά τρίμηνο·

δ)

από μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα: υποδείγματα J 04.00 και J 07.00 του παραρτήματος I τμήμα 12, ανά τρίμηνο·

ε)

από ιδρύματα που δεν είναι ούτε μεγάλα ούτε μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα και από τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα: υπόδειγμα J 09.00 του παραρτήματος I τμήμα 12, ανά τρίμηνο·

στ)

από μεγάλα ιδρύματα: υποδείγματα J 10.01 και J 10.02 του παραρτήματος I τμήμα 12, ετησίως·

ζ)

από ιδρύματα που δεν είναι ούτε μεγάλα ούτε μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα και από τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα: υποδείγματα J 11.01 και J 11.02 του παραρτήματος I τμήμα 12, ετησίως.

Άρθρο 22

Λύσεις ΤΠ, υποδείγματα υποβολής αναφορών και οδηγίες

1.   Η ΕΑΤ διασφαλίζει ότι οι λύσεις ΤΠ, συμπεριλαμβανομένων των υποδειγμάτων υποβολής αναφορών και των οδηγιών, που αναπτύσσονται σύμφωνα με το άρθρο 430 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, συμμορφώνονται ανά πάσα στιγμή με τους ενιαίους μορφότυπους υποβολής αναφορών που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό και περιλαμβάνουν όλα τα σημεία δεδομένων και τις πληροφορίες που απαριθμούνται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού.

2.   Η ΕΑΤ καθιστά διαθέσιμες στον ιστότοπό της τις λύσεις ΤΠ, τα υποδείγματα υποβολής αναφορών και τις οδηγίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Η ΕΑΤ επικαιροποιεί τις εν λόγω λύσεις ΤΠ και τις διαθέτει σε όλες τις επίσημες γλώσσες.

Άρθρο 23

Μορφότυποι ανταλλαγής δεδομένων και πληροφορίες που συνοδεύουν την υποβολή

1.   Τα ιδρύματα υποβάλλουν τις πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλονται βάσει του παρόντος κανονισμού με τους μορφότυπους ανταλλαγής δεδομένων και τις παρουσιάσεις που ορίζονται από τις αρμόδιες αρχές, τηρούν τον ορισμό των σημείων δεδομένων που περιλαμβάνονται στο μοντέλο σημείων δεδομένων και σύμφωνα με τους τύπους επικύρωσης που αναφέρονται στις λύσεις ΤΠ που παρουσιάζονται στον ιστότοπο της ΕΑΤ, και συμμορφώνονται με τις ακόλουθες προδιαγραφές:

α)

στην υποβολή δεδομένων, δεν περιλαμβάνουν πληροφορίες που δεν απαιτούνται ή δεν ισχύουν·

β)

υποβάλλουν αριθμητικές τιμές ως εξής:

i)

αναφέρουν τα σημεία δεδομένων με τον τύπο δεδομένων «Νομισματικά» με τη χρήση ελάχιστης ακρίβειας που αντιστοιχεί σε δέκα χιλιάδες μονάδες·

ii)

εκφράζουν τα σημεία δεδομένων με τον τύπο δεδομένων «Ποσοστά» ανά μονάδα, με ελάχιστη ακρίβεια που αντιστοιχεί σε τέσσερα δεκαδικά ψηφία·

iii)

δεν χρησιμοποιούν δεκαδικά ψηφία κατά την αναφορά σημείων δεδομένων με τον τύπο δεδομένων «Ακέραιοι» και χρησιμοποιούν ακρίβεια που αντιστοιχεί σε μονάδες·

γ)

προσδιορίζουν τα ιδρύματα και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις αποκλειστικά με τον οικείο αναγνωριστικό κωδικό νομικής οντότητας (LEI)·

δ)

προσδιορίζουν τις νομικές οντότητες και τους αντισυμβαλλόμενους που δεν είναι ιδρύματα και ασφαλιστικές επιχειρήσεις με τον κωδικό LEI, εφόσον υπάρχει.

2.   Μαζί με τα υποβαλλόμενα στοιχεία, τα ιδρύματα υποβάλλουν τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

την ημερομηνία αναφοράς για την υποβολή εκθέσεων και την περίοδο αναφοράς·

β)

το νόμισμα που χρησιμοποιείται για την υποβολή εκθέσεων·

γ)

το λογιστικό πρότυπο·

δ)

τον αναγνωριστικό κωδικό νομικής οντότητας (LEI) του ιδρύματος που υποβάλλει αναφορά·

ε)

το πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης.

Άρθρο 24

Μεταβατικές διατάξεις

1.   Η ημερομηνία αποστολής των πληροφοριών με τριμηνιαία συχνότητα υποβολής αναφορών σε σχέση με την ημερομηνία αναφοράς της 31ης Μαρτίου 2025, για τις πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλονται σύμφωνα με τα άρθρα 5, 7 έως 10 και 15 του παρόντος κανονισμού, είναι η 30ή Ιουνίου 2025 το αργότερο.

2.   Η πρώτη ημερομηνία αναφοράς για τις πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλονται σχετικά με τη σύνθεση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και τις αναταξινομήσεις μεταξύ των χαρτοφυλακίων σύμφωνα με το άρθρο 5 του παρόντος κανονισμού είναι η τελευταία εργάσιμη ημέρα του τριμήνου κατά το οποίο εφαρμόζονται οι εναλλακτικές προσεγγίσεις που προβλέπονται στο τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαια 1α και 1β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 4 στοιχείο β) σημείο i) και στοιχείο γ) και στο άρθρο 92 παράγραφος 5 στοιχεία β) και γ) του εν λόγω κανονισμού.

Άρθρο 25

Κατάργηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2021/451

1.   Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2021/451 παύει να εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2025, εκτός από το άρθρο 5 παράγραφος 12, το παράρτημα I υποδείγματα 18 έως 24 και το παράρτημα II μέρος II σημεία 5.1 έως 5.7. Το άρθρο 15 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2021/451 εξακολουθεί να εφαρμόζεται έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025 μόνο για τους σκοπούς του άρθρου 5 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού.

2.   Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2021/451 καταργείται από τις 31 Δεκεμβρίου 2025.

3.   Οι παραπομπές στον καταργούμενο κανονισμό νοούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος II.

Άρθρο 26

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις 28 Ιουνίου 2025.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 29 Νοεμβρίου 2024.

Για την Επιτροπή

Η Πρόεδρος

Ursula VON DER LEYEN


(1)   ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2013/575/oj.

(2)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2021/451 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2020, για τη θέσπιση εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την υποβολή εποπτικών αναφορών από τα ιδρύματα και για την κατάργηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 680/2014 (ΕΕ L 97 της 19.3.2021, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_impl/2021/451/oj).

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1623 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2024, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τις απαιτήσεις για τον πιστωτικό κίνδυνο, τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης, τον λειτουργικό κίνδυνο, τον κίνδυνο αγοράς και το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων (ΕΕ L, 2024/1623, 19.6.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1623/oj).

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2010/1093/oj).

(5)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2013/36/oj).

(6)  Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2019, σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ (ΕΕ L 314 της 5.12.2019, σ. 64, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2019/2034/oj).

(7)  Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2016/101 της Επιτροπής, της 26ης Οκτωβρίου 2015, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τη συνετή αποτίμηση βάσει του άρθρου 105 παράγραφος 14 (ΕΕ L 21 της 28.1.2016, σ. 54). http://data.europa.eu/eli/reg_del/2016/101/oj).

(8)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων (ΕΕ L 243 της 11.9.2002, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2002/1606/oj).

(9)  Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (αναδιατύπωση) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2009/65/oj).

(10)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ L 225 της 30.7.2014, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2014/806/oj).


ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_impl/2024/3117/oj

ISSN 1977-0669 (electronic edition)