European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά L


2024/2987

4.12.2024

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2024/2987 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 27ης Νοεμβρίου 2024

για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και (ΕΕ) 2017/1131 όσον αφορά μέτρα για τον μετριασμό της υπερβολικής έκθεσης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των αγορών εκκαθάρισης της Ένωσης

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) συμβάλλει στη μείωση του συστημικού κινδύνου αυξάνοντας τη διαφάνεια της αγοράς εξωχρηματιστηριακών παραγώγων και μειώνοντας τους πιστωτικούς και λειτουργικούς κινδύνους αντισυμβαλλομένου που συνδέονται με τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα.

(2)

Οι μετασυναλλακτικές υποδομές αποτελούν θεμελιώδη πτυχή της Ένωσης Κεφαλαιαγορών και είναι υπεύθυνες για μια σειρά μετασυναλλακτικών διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένης της εκκαθάρισης. Ένα αποτελεσματικό και ανταγωνιστικό σύστημα εκκαθάρισης στην Ένωση είναι απαραίτητο για τη λειτουργία των κεφαλαιαγορών της Ένωσης και αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της Ένωσης. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν περαιτέρω κανόνες για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των υπηρεσιών εκκαθάρισης στην Ένωση γενικά, και των κεντρικών αντισυμβαλλομένων ειδικότερα, με τον εξορθολογισμό των διαδικασιών, ιδίως για την παροχή πρόσθετων υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων και για την αλλαγή των μοντέλων κινδύνου των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, με την αύξηση της ρευστότητας, με την ενθάρρυνση της εκκαθάρισης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης, με τον εκσυγχρονισμό του πλαισίου εντός του οποίου λειτουργούν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι και με την παροχή της αναγκαίας ευελιξίας στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και άλλους χρηματοπιστωτικούς παράγοντες ώστε να είναι ανταγωνιστικοί εντός της εσωτερικής αγοράς.

(3)

Οι συμμετέχοντες στην αγορά της Ένωσης πρέπει να έχουν περισσότερες επιλογές όσον αφορά την πρόσβαση σε ασφαλείς και αποτελεσματικές υπηρεσίες εκκαθάρισης. Για να προσελκύσουν επιχειρήσεις, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι πρέπει να είναι ασφαλείς και ανθεκτικοί. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 θεσπίζει μέτρα για την αύξηση της διαφάνειας των αγορών παραγώγων και τον μετριασμό των κινδύνων μέσω της εκκαθάρισης και της ανταλλαγής περιθωρίων ασφαλείας. Στο πλαίσιο αυτό, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στον μετριασμό των χρηματοοικονομικών κινδύνων. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες για την περαιτέρω ενίσχυση της σταθερότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης, ιδίως με την τροποποίηση ορισμένων πτυχών του κανονιστικού πλαισίου. Επιπλέον, και σε αναγνώριση του ρόλου που διαδραματίζουν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της Ένωσης στη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της Ένωσης, είναι αναγκαίο να ενισχυθεί περαιτέρω η εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης, με ιδιαίτερη προσοχή στον ρόλο τους στο ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στο γεγονός ότι παρέχουν διασυνοριακές υπηρεσίες.

(4)

Η κεντρική εκκαθάριση είναι μια παγκόσμια δραστηριότητα και οι συμμετέχοντες στην αγορά της Ένωσης δραστηριοποιούνται σε διεθνές επίπεδο. Ωστόσο, μετά την έγκριση των τροποποιήσεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 όσον αφορά τις διαδικασίες αδειοδότησης κεντρικών αντισυμβαλλομένων και τις συμμετέχουσες αρχές καθώς και τις απαιτήσεις αναγνώρισης κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών, έχουν εκφραστεί επανειλημμένα ανησυχίες, μεταξύ άλλων από την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (ΕΑΚΑΑ), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), σχετικά με τους συνεχιζόμενους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης που προκύπτουν από την υπερβολική συγκέντρωση της εκκαθάρισης σε ορισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών, ιδίως λόγω των δυνητικών κινδύνων που μπορεί να προκύψουν σε ακραίες συνθήκες αγοράς. Βραχυπρόθεσμα, προκειμένου να μετριαστεί ο κίνδυνος φαινομένων «κατακρήμνισης» που σχετίζονται με την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ένωση και την επακόλουθη αιφνίδια διαταραχή στην πρόσβαση των συμμετεχόντων στην αγορά της Ένωσης στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους του Ηνωμένου Βασιλείου, η Επιτροπή εξέδωσε σειρά αποφάσεων ισοδυναμίας για τη διατήρηση της πρόσβασης στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους του Ηνωμένου Βασιλείου. Ωστόσο, η Επιτροπή κάλεσε τους συμμετέχοντες στην αγορά της Ένωσης να μειώσουν μεσοπρόθεσμα τα υπερβολικά ανοίγματά τους έναντι συστημικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών. Η Επιτροπή επανέλαβε την εν λόγω έκκληση στην ανακοίνωσή της, της 19ης Ιανουαρίου 2021, με τίτλο «Το ευρωπαϊκό οικονομικό και χρηματοπιστωτικό σύστημα: προώθηση του ανοικτού χαρακτήρα, της ισχύος και της ανθεκτικότητας». Οι κίνδυνοι και οι επιπτώσεις των υπερβολικών ανοιγμάτων έναντι συστημικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών εξετάστηκαν στην έκθεση που δημοσίευσε η ΕΑΚΑΑ τον Δεκέμβριο του 2021, κατόπιν αξιολόγησης που διενεργήθηκε δυνάμει του άρθρου 25 παράγραφος 2γ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012. Η εν λόγω έκθεση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ορισμένες υπηρεσίες που παρέχονται από συστημικά σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν τέτοιας ουσιώδους συστημικής σημασίας που οι ισχύουσες ρυθμίσεις βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 δεν επαρκούσαν για τη διαχείριση των κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης. Για να μετριαστούν οι δυνητικοί κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης λόγω της συνεχιζόμενης υπερβολικής εξάρτησης από συστημικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών, αλλά και για να ενισχυθεί η αναλογικότητα των μέτρων για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών που παρουσιάζουν λιγότερους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης, είναι αναγκαίο να προσαρμοστεί περαιτέρω το πλαίσιο που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2099 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) στους κινδύνους που παρουσιάζουν οι διάφοροι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι τρίτων χωρών.

(5)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 εξαιρεί τις συναλλαγές εντός ομίλου από την υποχρέωση εκκαθάρισης και τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας. Για να εξασφαλιστεί μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου και προβλεψιμότητα όσον αφορά το πλαίσιο για τις εντός ομίλου συναλλαγές, το σύστημα για τις αποφάσεις ισοδυναμίας του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012θα πρέπει να αντικατασταθεί από ένα απλούστερο πλαίσιο. Ως εκ τούτου, το άρθρο 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να αντικατασταθεί η ανάγκη για απόφαση ισοδυναμίας με έναν κατάλογο τρίτων χωρών για τις οποίες δεν θα πρέπει να χορηγείται εξαίρεση. Επιπλέον, το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 θα πρέπει να τροποποιηθεί ώστε να προβλέπει αποφάσεις ισοδυναμίας μόνο σε σχέση με το άρθρο 11 του εν λόγω κανονισμού. Δεδομένου ότι το άρθρο 382 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) αναφέρεται σε συναλλαγές εντός ομίλου κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, το άρθρο 382 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει επίσης να τροποποιηθεί αναλόγως.

(6)

Δεδομένου ότι οι οντότητες που είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες που εμφανίζουν στρατηγικές ανεπάρκειες στα εθνικά τους συστήματα για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας («τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου»), όπως αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1624 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8), ή σε τρίτες χώρες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα I των συμπερασμάτων του Συμβουλίου σχετικά με τον αναθεωρημένο ενωσιακό κατάλογο μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας υπόκεινται σε λιγότερο αυστηρό κανονιστικό περιβάλλον, οι δραστηριότητές τους θα μπορούσαν να αυξήσουν τον κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης, μεταξύ άλλων λόγω του αυξημένου πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου και του νομικού κινδύνου. Κατά συνέπεια, οι εν λόγω οντότητες δεν θα πρέπει να είναι επιλέξιμες για να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο εντός ομίλου συναλλαγών.

(7)

Οι στρατηγικές ανεπάρκειες των εθνικών συστημάτων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας ή η έλλειψη συνεργασίας για φορολογικούς σκοπούς δεν είναι κατ’ ανάγκη οι μόνοι παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένου του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου και του νομικού κινδύνου, που συνδέεται με τις συμβάσεις παραγώγων. Άλλοι παράγοντες, όπως το εποπτικό πλαίσιο, διαδραματίζουν επίσης ρόλο. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις για τον προσδιορισμό των τρίτων χωρών των οποίων οι οντότητες δεν επιτρέπεται να επωφελούνται από εντός ομίλου εξαιρέσεις, παρά το γεγονός ότι οι εν λόγω τρίτες χώρες δεν χαρακτηρίζονται ως τρίτες χώρες υψηλού κινδύνου ή δεν περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι των συμπερασμάτων του Συμβουλίου σχετικά με τον αναθεωρημένο ενωσιακό κατάλογο μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας. Δεδομένου ότι οι εντός ομίλου συναλλαγές επωφελούνται από μειωμένες κανονιστικές απαιτήσεις, οι ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές θα πρέπει να παρακολουθούν προσεκτικά και να αξιολογούν τους κινδύνους που συνδέονται με συναλλαγές στις οποίες συμμετέχουν οντότητες από τρίτες χώρες.

(8)

Για να εξασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων της Ένωσης και τρίτων χωρών που προσφέρουν υπηρεσίες εκκαθάρισης σε μηχανισμούς συνταξιοδοτικών καθεστώτων, θα πρέπει να θεσπιστεί εξαίρεση από την υποχρέωση εκκαθάρισης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 όταν ένας χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος της Ένωσης που υπόκειται στην υποχρέωση εκκαθάρισης ή ένας μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος που υπόκειται στην υποχρέωση εκκαθάρισης πραγματοποιεί συναλλαγή με μηχανισμό συνταξιοδοτικού καθεστώτος που είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα η οποία εξαιρείται από την υποχρέωση εκκαθάρισης δυνάμει του εθνικού δικαίου της εν λόγω τρίτης χώρας.

(9)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 προωθεί τη χρήση της κεντρικής εκκαθάρισης ως κύριας τεχνικής μείωσης του κινδύνου για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα. Ως εκ τούτου, οι κίνδυνοι που συνδέονται με μια σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων μετριάζονται καλύτερα όταν η εν λόγω σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων εκκαθαρίζεται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας ή έχει αναγνωριστεί βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 («αδειοδοτημένος ή αναγνωρισμένος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος»). Επομένως, κατά τον υπολογισμό της θέσης που συγκρίνεται με τα κατώφλια εκκαθάρισης που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, στον εν λόγω υπολογισμό θα πρέπει να περιλαμβάνονται μόνο οι συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από αδειοδοτημένο ή αναγνωρισμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η υφιστάμενη συνετή κάλυψη της υποχρέωσης εκκαθάρισης δεν επηρεάζεται από τη νέα μεθοδολογία, είναι σκόπιμο να εξουσιοδοτηθεί η ΕΑΚΑΑ να καθορίζει επίσης ένα συνολικό κατώφλι εκκαθάρισης, εάν χρειαστεί.

(10)

Οι υπηρεσίες μετασυναλλακτικού περιορισμού του κινδύνου (ΜΠΚ) μειώνουν τους κινδύνους, όπως τον πιστωτικό κίνδυνο και τον λειτουργικό κίνδυνο, των χαρτοφυλακίων παραγώγων, και συνεπώς αποτελούν πολύτιμο εργαλείο για τη βελτίωση της ανθεκτικότητας της αγοράς εξωχρηματιστηριακών παραγώγων. Περιλαμβάνουν υπηρεσίες όπως συμπίεση χαρτοφυλακίου, βελτιστοποίηση χαρτοφυλακίου και υπηρεσίες επανεξισορρόπησης. Οι πάροχοι υπηρεσιών ΜΠΚ χρησιμοποιούν συχνά πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα για να διασφαλίσουν ότι οι συναλλαγές που προκύπτουν από διαδικασίες ΜΠΚ δεν υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης. Με τον τρόπο αυτόν περιορίζεται η χρηστικότητα και η προσβασιμότητα των υπηρεσιών ΜΠΚ σε προηγμένους συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές και μειώνονται τα οφέλη που προκύπτουν από τη χρήση των υπηρεσιών ΜΠΚ, καθώς η χρήση σύνθετων προϊόντων που δεν υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης αυξάνει τον κίνδυνο στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Δεδομένων των οφελών των υπηρεσιών ΜΠΚ, η χρήση τους θα πρέπει να διευκολύνεται και να διατίθεται σε ευρύτερη ομάδα συμμετεχόντων στην αγορά. Ως εκ τούτου, οι συναλλαγές που προκύπτουν από υπηρεσίες ΜΠΚ θα πρέπει να εξαιρούνται από την υποχρέωση εκκαθάρισης. Ταυτόχρονα, για να διασφαλιστεί η ασφαλής και αποτελεσματική χρήση των υπηρεσιών ΜΠΚ, η εξαίρεση θα πρέπει να υπόκειται σε κατάλληλους όρους, οι οποίοι πρέπει να προσδιοριστούν περαιτέρω και να συμπληρωθούν από την ΕΑΚΑΑ.

(11)

Είναι αναγκαίο να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα που συνδέονται με την υπερβολική έκθεση των εκκαθαριστικών μελών και πελατών της Ένωσης σε συστημικά σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών (κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι κατηγορίας 2) που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης οι οποίες έχουν προσδιοριστεί από την ΕΑΚΑΑ ως υπηρεσίες εκκαθάρισης ουσιώδους συστημικής σημασίας σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012. Τον Δεκέμβριο του 2021 η ΕΑΚΑΑ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η παροχή ορισμένων υπηρεσιών εκκαθάρισης που παρέχονται από δύο κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2, και συγκεκριμένα για παράγωγα επιτοκίου σε ευρώ και πολωνικά ζλότι, συμφωνίες ανταλλαγής κινδύνων αθέτησης σε ευρώ και παράγωγα επί βραχυπρόθεσμων επιτοκίων σε ευρώ, είναι ουσιώδους συστημικής σημασίας για την Ένωση ή ένα ή περισσότερα από τα κράτη μέλη της. Όπως επισήμανε η ΕΑΚΑΑ στην έκθεση αξιολόγησης του Δεκεμβρίου του 2021, σε περίπτωση που οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι κατηγορίας 2 αντιμετώπιζαν χρηματοοικονομικές δυσχέρειες, οι αλλαγές στις αποδεκτές ασφάλειες, τα περιθώρια ασφαλείας ή οι συντελεστές αποκοπής των εν λόγω κεντρικών αντισυμβαλλομένων ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τις αγορές κρατικών ομολόγων ενός ή περισσότερων κρατών μελών και, γενικότερα, τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης. Επιπλέον, οι διαταραχές στις αγορές που είναι σημαντικές για την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής ενδέχεται να παρεμποδίσουν τον μηχανισμό μετάδοσης που είναι κρίσιμος για τις κεντρικές τράπεζες έκδοσης. Ως εκ τούτου, είναι σκόπιμο να απαιτείται από τους χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους και τους μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους που υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης να τηρούν, άμεσα ή έμμεσα, λογαριασμούς και να εκκαθαρίζουν αντιπροσωπευτικό αριθμό συναλλαγών σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης. Η απαίτηση αυτή αναμένεται να συμβάλει στη μείωση της παροχής υπηρεσιών εκκαθάρισης ουσιώδους συστημικής σημασίας από τους εν λόγω κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2. Υπό το πρίσμα των πρόσφατων εξελίξεων στην αγορά, ιδίως όσον αφορά συμφωνίες ανταλλαγής κινδύνων αθέτησης σε ευρώ, είναι σκόπιμο η απαίτηση να εφαρμόζεται μόνο σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα επιτοκίων σε ευρώ και πολωνικά ζλότι και σε παράγωγα επί βραχυπρόθεσμων επιτοκίων σε ευρώ, επιπλέον κάθε άλλης υπηρεσίας εκκαθάρισης που θεωρείται ότι έχει ουσιαστική συστημική σημασία στις μελλοντικές αξιολογήσεις σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

(12)

Η απαίτηση τήρησης ενεργού λογαριασμού θα πρέπει να ισχύει για τους χρηματοοικονομικούς και μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους που υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης και υπερβαίνουν τα κατώφλια εκκαθάρισης σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες συμβάσεων παραγώγων που έχει προσδιορίσει η ΕΑΚΑΑ ως ουσιαστικής συστημικής σημασίας. Κατά την επαλήθευση του κατά πόσον υπόκεινται στην απαίτηση τήρησης ενεργού λογαριασμού, οι αντισυμβαλλόμενοι που ανήκουν σε ομίλους με έδρα στην Ένωση θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις συμβάσεις παραγώγων που ανήκουν σε υπηρεσίες εκκαθάρισης ουσιαστικής συστημικής σημασίας και εκκαθαρίζονται από οποιαδήποτε οντότητα εντός του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων οντοτήτων εγκατεστημένων σε τρίτες χώρες, δεδομένου ότι οι εν λόγω συμβάσεις ενδέχεται να συμβάλουν στον υπερβολικό βαθμό έκθεσης του ομίλου στο σύνολό του. Θα πρέπει επίσης να συμπεριληφθούν συμβάσεις παραγώγων θυγατρικών τρίτων χωρών ομίλων της Ένωσης, ώστε οι εν λόγω όμιλοι να μην μεταφέρουν τις δραστηριότητες εκκαθάρισης εκτός της Ένωσης προκειμένου να αποφευχθεί η απαίτηση τήρησης ενεργού λογαριασμού. Ένας αντισυμβαλλόμενος που υπόκειται στην απαίτηση τήρησης ενεργού λογαριασμού και ανήκει σε όμιλο θα πρέπει να υποχρεούται να εκπληρώνει την υποχρέωση αντιπροσωπευτικότητας βάσει των δικών του συναλλαγών. Οι οντότητες τρίτων χωρών που δεν υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης βάσει του δικαίου της Ένωσης δεν υπόκεινται στην υποχρέωση τήρησης ενεργού λογαριασμού.

(13)

Η απαίτηση τήρησης ενεργού λογαριασμού αποτελεί νέα απαίτηση. Θα πρέπει να ληφθούν δεόντως υπόψη το γεγονός ότι πρόκειται για μια νέα απαίτηση και η ανάγκη να προσαρμοστούν σταδιακά οι συμμετέχοντες στην αγορά. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι σκόπιμο να μπορεί να ικανοποιηθεί η απαίτηση τήρησης ενεργού λογαριασμού από τους συμμετέχοντες στην αγορά με την καθιέρωση μόνιμων λειτουργικών λογαριασμών σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης. Η απαίτηση τήρησης ενεργού λογαριασμού θα πρέπει να περιλαμβάνει λειτουργικά στοιχεία. Ο λογαριασμός θα πρέπει να είναι κατάλληλος για την ταχεία εκκαθάριση σημαντικού αριθμού συναλλαγών που μεταφέρονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο κατηγορίας 2 και για την εκκαθάριση όλων των νέων συναλλαγών στις κατηγορίες συμβάσεων παραγώγων που χαρακτηρίζονται ως ουσιαστικής συστημικής σημασίας. Τα εν λόγω λειτουργικά στοιχεία θα πρέπει επίσης να συμβάλλουν στην παροχή κινήτρων στους αντισυμβαλλομένους ώστε να μεταφέρουν τις συναλλαγές τους στην Ένωση. Στο πλαίσιο αυτό, είναι σκόπιμο να ληφθεί υπόψη η κατάσταση των αντισυμβαλλομένων που εκκαθαρίζουν ήδη σημαντικό ποσό των συναλλαγών τους σε παράγωγα επιτοκίων σε ευρώ και πολωνικά ζλότι, καθώς και σε βραχυπρόθεσμα παράγωγα επιτοκίων σε ευρώ, σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης. Οι εν λόγω αντισυμβαλλόμενοι δεν θα πρέπει να υπόκεινται στις λειτουργικές απαιτήσεις που συνδέονται με την απαίτηση τήρησης ενεργού λογαριασμού.

(14)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η απαίτηση τήρησης ενεργού λογαριασμού συμβάλλει στον πρωταρχικό στόχο της μείωσης της υπερβολικής έκθεσης σε υπηρεσίες εκκαθάρισης ουσιαστικής συστημικής σημασίας που παρέχονται από κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών και ότι ο λογαριασμός δεν είναι αδρανής, ένας ελάχιστος αριθμός συμβάσεων παραγώγων θα πρέπει να εκκαθαρίζεται στους ενεργούς λογαριασμούς. Οι εν λόγω συμβάσεις θα πρέπει να είναι αντιπροσωπευτικές των διαφόρων υποκατηγοριών συμβάσεων παραγώγων που ανήκουν σε υπηρεσίες εκκαθάρισης ουσιώδους συστημικής σημασίας («υποχρέωση αντιπροσωπευτικότητας»). Η υποχρέωση αντιπροσωπευτικότητας θα πρέπει να αντικατοπτρίζει την ποικιλομορφία των χαρτοφυλακίων χρηματοοικονομικών και μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων που υπόκεινται στην απαίτηση τήρησης ενεργού λογαριασμού. Οι συμβάσεις με διαφορετικές ληκτότητες και διαφορετικά μεγέθη θα πρέπει να εκκαθαρίζονται μέσω των ενεργών λογαριασμών, καθώς και οι συμβάσεις διαφορετικής οικονομικής φύσης, συμπεριλαμβανομένων όλων των κατηγοριών παραγώγων επιτοκίων που υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης βάσει των κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμών (ΕΕ) 2015/2205 (9) και (ΕΕ) 2016/1178 (10) της Επιτροπής όσον αφορά εκείνα που είναι εκπεφρασμένα σε πολωνικά ζλότι. Για τον καθορισμό του ελάχιστου αριθμού συμβάσεων παραγώγων που θα πρέπει να εκκαθαρίζονται μέσω των ενεργών λογαριασμών, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να προσδιορίζει έως και τρεις κατηγορίες παραγώγων μεταξύ των συμβάσεων παραγώγων που ανήκουν στις υπηρεσίες εκκαθάρισης ουσιώδους συστημικής σημασίας. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να προσδιορίσει περαιτέρω έως και πέντε από τις σημαντικότερες υποκατηγορίες συναλλαγών, ανά κατηγορία παραγώγων, με βάση τον συνδυασμό μεγέθους και ληκτότητας. Στη συνέχεια, οι αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να υποχρεούνται να εκκαθαρίζουν τουλάχιστον πέντε συναλλαγές κατά την περίοδο αναφοράς σε κάθε σχετική υποκατηγορία. Ο αριθμός των συμβάσεων παραγώγων που πρόκειται να εκκαθαριστούν θα πρέπει να είναι τουλάχιστον πέντε συναλλαγές κατά την περίοδο αναφοράς σε ετήσια μέση βάση, πράγμα που σημαίνει ότι, κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον οι αντισυμβαλλόμενοι εκπληρώνουν την υποχρέωση αντιπροσωπευτικότητας, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον συνολικό αριθμό των συναλλαγών στη διάρκεια ενός έτους. Προκειμένου να διασφαλιστεί αναλογική προσέγγιση και να αποφευχθεί η επιβολή υπερβολικής επιβάρυνσης στους αντισυμβαλλομένους που έχουν περιορισμένη δραστηριότητα στις διάφορες υποκατηγορίες συμβάσεων παραγώγων που προσδιορίζονται από την ΕΑΚΑΑ, θα πρέπει να εφαρμόζεται ελάχιστο όριο στην υποχρέωση αντιπροσωπευτικότητας. Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί δεόντως υπόψη το συγκεκριμένο επιχειρηματικό μοντέλο των μηχανισμών συνταξιοδοτικών καθεστώτων της Ένωσης. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι μηχανισμοί αυτοί διαθέτουν περιορισμένο αριθμό συναλλαγών παραγώγων επιτοκίων, οι οποίες είναι συγκεντρωμένες, μακροπρόθεσμες και με υψηλό ονομαστικό ποσό. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είναι σκόπιμο να θεσπιστεί υποχρέωση μείωσης της αντιπροσωπευτικότητας, η οποία θα πρέπει να απαιτεί την εκκαθάριση μίας συναλλαγής αντί πέντε στις πλέον συναφείς υποκατηγορίες ανά περίοδο αναφοράς. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν κατάλληλες περιοδικές χρηματικές ποινές για τις περιπτώσεις στις οποίες ένας αντισυμβαλλόμενος που υπόκειται στην απαίτηση τήρησης ενεργού λογαριασμού δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του όσον αφορά τα λειτουργικά κριτήρια ή την υποχρέωση αντιπροσωπευτικότητας.

(15)

Η ΕΑΚΑΑ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αξιολόγηση της ουσιώδους συστημικής σημασίας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών και των υπηρεσιών εκκαθάρισής τους. Έως 18 μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, ή ανά πάσα στιγμή σε περίπτωση κινδύνου για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να αξιολογήσει και να υποβάλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τις επιπτώσεις του παρόντος κανονισμού στη μείωση των ανοιγμάτων σε συστημικά σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να προτείνει τυχόν μέτρα που κρίνει αναγκαία, καθώς και ποσοτικά όρια, και να τα συνοδεύει με εκτίμηση επιπτώσεων και ανάλυση κόστους-οφέλους. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να συνεργάζεται με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ), το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) και τον κοινό μηχανισμό παρακολούθησης που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό κατά τη σύνταξη της αξιολόγησης και της έκθεσής της. Εντός έξι μηνών από την παραλαβή της έκθεσης της ΕΑΚΑΑ, η Επιτροπή θα πρέπει να συντάξει τη δική της έκθεση, η οποία μπορεί να συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από νομοθετική πρόταση.

(16)

Για να ενθαρρυνθεί η εκκαθάριση εντός της Ένωσης και να διασφαλιστεί η χρηματοπιστωτική της σταθερότητα, και για να διασφαλιστεί ότι οι πελάτες γνωρίζουν τις επιλογές τους και μπορούν να λάβουν τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με το πού θα εκκαθαρίσουν τις συμβάσεις παραγώγων τους, τα εκκαθαριστικά μέλη και οι πελάτες που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης τόσο σε αδειοδοτημένους όσο και σε αναγνωρισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να ενημερώνουν τους πελάτες τους σχετικά με τη δυνατότητα εκκαθάρισης μιας σύμβασης παραγώγων μέσω κεντρικού αντισυμβαλλόμενου της Ένωσης. Οι παρεχόμενες πληροφορίες θα πρέπει να περιλαμβάνουν στοιχεία σχετικά με όλες τις δαπάνες που θα χρεώνονται στους πελάτες από τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης. Οι πληροφορίες σχετικά με το κόστος που θα πρέπει να δημοσιοποιούν τα εκκαθαριστικά μέλη και οι πελάτες, που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης, θα πρέπει να περιορίζονται στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης σε σχέση με τους οποίους παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης. Η υποχρέωση ενημέρωσης των πελατών σχετικά με τη δυνατότητα εκκαθάρισης σύμβασης παραγώγων μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου της Ένωσης είναι διακριτή από την απαίτηση για τήρηση ενεργού λογαριασμού και προορίζεται να εφαρμοστεί γενικότερα για να διασφαλιστεί η πληροφόρηση σχετικά με την προσφορά εκκαθάρισης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης.

(17)

Για να διασφαλιστεί ότι η ΕΑΚΑΑ διαθέτει τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες εκκαθάρισης που αναλαμβάνουν εκκαθαριστικά μέλη ή πελάτες σε αναγνωρισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών, θα πρέπει να θεσπιστεί υποχρέωση υποβολής στοιχείων για τα εν λόγω εκκαθαριστικά μέλη ή πελάτες. Στις πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλονται θα πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ συναλλαγών σε τίτλους, συναλλαγών σε παράγωγα που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ρυθμιζόμενη αγορά και συναλλαγών εξωχρηματιστηριακών παραγώγων. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να παρέχει λεπτομερή στοιχεία σχετικά με το περιεχόμενο και την ακριβή μορφή των πληροφοριών που πρέπει να αναφέρονται και, με τον τρόπο αυτόν, να διασφαλίζει ότι η υποχρέωση δεν δημιουργεί πρόσθετες απαιτήσεις υποβολής εκθέσεων, εκτός εάν είναι αναγκαίο, ώστε να ελαχιστοποιείται ο διοικητικός φόρτος για τα εκκαθαριστικά μέλη ή τους πελάτες.

(18)

Σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει δεδομένα συναλλαγών βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και του κανονισμού (ΕΕ) 2015/2365 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11), τα οποία παρέχουν εικόνα σε επίπεδο Ένωσης για τις αγορές, αλλά όχι για τη διαχείριση κινδύνου εκ μέρους των κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Επομένως, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει, εκτός από τα εν λόγω δεδομένα, να απαιτεί έγκαιρες και αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με τις δραστηριότητες και τις πρακτικές των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, προκειμένου να εκπληρώνει την εντολή της για χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να θεσπιστεί επίσημη απαίτηση υποβολής στοιχείων στην ΕΑΚΑΑ σχετικά με τη διαχείριση κινδύνων από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης. Η εισαγωγή μιας τέτοιας απαίτησης θα συμβάλει επίσης στην περαιτέρω ενίσχυση της τυποποίησης και της συγκρισιμότητας μεταξύ των δεδομένων και στη διασφάλιση της περιοδικής παροχής των δεδομένων.

(19)

Τα πρόσφατα επεισόδια πίεσης στις αγορές βασικών εμπορευμάτων ανέδειξαν ότι είναι σημαντικό οι αρχές να έχουν ολοκληρωμένη εικόνα των δραστηριοτήτων παραγώγων και των ανοιγμάτων των μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων που υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης. Οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι που υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης και ανήκουν σε όμιλο του οποίου οι εντός ομίλου συναλλαγές εξαιρούνται από την υποχρέωση αναφοράς θα πρέπει να αναφέρουν τις θέσεις παραγώγων τους από τη μητρική τους επιχείρηση στην Ένωση σε συγκεντρωτική βάση. Η αναφορά θα πρέπει να γίνεται σε εβδομαδιαία βάση σε επίπεδο οντότητας και θα πρέπει να κατανέμεται ανά είδος παραγώγων. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να παρέχονται στην ΕΑΚΑΑ και στη σχετική αρμόδια αρχή των επιμέρους οντοτήτων του ομίλου. Είναι επίσης σκόπιμο να εξεταστούν οι ανησυχίες που εκφράζονται από την εποπτική κοινότητα σχετικά με την ποιότητα των στοιχείων που υποβάλλουν οι χρηματοοικονομικοί και μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012. Οι οντότητες που υπόκεινται στην υποχρέωση αναφοράς σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 θα πρέπει ως εκ τούτου να υποχρεούνται να επιδεικνύουν τη δέουσα επιμέλεια θεσπίζοντας κατάλληλες διαδικασίες και ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της ποιότητας των δεδομένων, πριν από την υποβολή τους. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές για τον περαιτέρω προσδιορισμό των εν λόγω διαδικασιών και ρυθμίσεων, λαμβάνοντας υπόψη τη δυνατότητα εφαρμογής των απαιτήσεων με αναλογικό τρόπο. Για να διασφαλιστεί ότι πληρούνται οι απαιτήσεις σχετικά με την ποιότητα των δεδομένων, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίζουν κατάλληλες κυρώσεις όταν τα υποβαλλόμενα δεδομένα περιέχουν συστηματικά πρόδηλα σφάλματα. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να διευκρινίσει τι συνιστά συστηματικό πρόδηλο σφάλμα για τους σκοπούς της επιβολής των εν λόγω κυρώσεων. Ενώ οι οντότητες έχουν τη δυνατότητα να αναθέτουν την αναφορά τους σε άλλη οντότητα, παραμένουν υπεύθυνες σε περίπτωση που τα δεδομένα που υποβάλλονται από την οντότητα στην οποία έχουν αναθέσει την αναφορά τους είναι ανακριβή ή επικαλυπτόμενα.

(20)

Για να διασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή τα ανοίγματα σε επίπεδο οντότητας και ομίλου και είναι σε θέση να παρακολουθούν τα εν λόγω ανοίγματα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να θεσπίσουν αποτελεσματικές διαδικασίες συνεργασίας για τον υπολογισμό των θέσεων σε συμβάσεις που δεν εκκαθαρίζονται σε αδειοδοτημένο ή αναγνωρισμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και για την ενεργό αξιολόγηση και εκτίμηση του επιπέδου έκθεσης σε συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων σε επίπεδο οντότητας και ομίλου. Προκειμένου η ΕΑΚΑΑ να έχει συνολική εικόνα της δραστηριότητας σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα των μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση, καθώς και των μητρικών επιχειρήσεών τους, οι αρχές που είναι αρμόδιες για τους εν λόγω μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους και τις εν λόγω μητρικές επιχειρήσεις θα πρέπει να υποβάλλουν εκθέσεις στην ΕΑΚΑΑ σε τακτική βάση. Η εν λόγω υποβολή εκθέσεων δεν θα πρέπει να αναπαράγει τις πληροφορίες που έχουν ήδη υποβληθεί μέσω άλλων απαιτήσεων υποβολής αναφορών που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012, αλλά αντ’ αυτού να παρέχει πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη των χαρτοφυλακίων των εν λόγω μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων μεταξύ δύο ημερομηνιών αναφοράς, καθώς και εκτίμηση των κινδύνων στους οποίους ενδέχεται να εκτεθούν οι εν λόγω αντισυμβαλλόμενοι. Οι αρχές που είναι αρμόδιες για τους μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους που ανήκουν σε όμιλο θα πρέπει να συνεργάζονται προκειμένου να ελαχιστοποιούν τον φόρτο υποβολής εκθέσεων και να αξιολογούν την ένταση και το είδος της δραστηριότητας σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα των εν λόγω μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων.

(21)

Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι ο κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 149/2013 της Επιτροπής (12) σχετικά με τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων για τις οποίες μπορεί να μετρηθεί αντικειμενικά ότι μειώνουν τους κινδύνους εξακολουθεί να είναι κατάλληλος υπό το πρίσμα των εξελίξεων στην αγορά. Είναι επίσης αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι τα κατώφλια εκκαθάρισης που προβλέπονται στον εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό σχετικά με τις αξίες των εν λόγω κατωφλίων αντικατοπτρίζουν ορθά και με ακρίβεια τους διαφορετικούς κινδύνους και τα χαρακτηριστικά των παραγώγων, εκτός από τα παράγωγα επί επιτοκίων, συναλλάγματος, πιστώσεων και μετοχών. Ως εκ τούτου, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να επανεξετάζει και να αποσαφηνίζει, κατά περίπτωση, τον εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό και να προτείνει τροποποιήσεις, εάν είναι αναγκαίο. Η EΑΚΑΑ ενθαρρύνεται να εξετάσει και να παράσχει, μεταξύ άλλων, περισσότερες λεπτομέρειες για τα παράγωγα επί εμπορευμάτων. Αυτός ο βαθμός λεπτομέρειας θα μπορούσε να επιτευχθεί με τον διαχωρισμό των κατωφλίων εκκαθάρισης ανά τομέα και είδος, όπως η διαφοροποίηση μεταξύ βασικών προϊόντων σχετικών με τη γεωργία, την ενέργεια ή τα μέταλλα ή η διαφοροποίηση των εν λόγω βασικών προϊόντων με βάση άλλα χαρακτηριστικά, όπως περιβαλλοντικά, κοινωνικά και σχετικά με τη διακυβέρνηση κριτήρια, περιβαλλοντικά βιώσιμες επενδύσεις ή χαρακτηριστικά κρυπτοστοιχείων. Κατά τη διάρκεια της επανεξέτασης, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να επιδιώκει να συμβουλευτεί σχετικούς ενδιαφερόμενους φορείς που έχουν ειδικές γνώσεις για συγκεκριμένα βασικά προϊόντα.

(22)

Οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι που ανταλλάσσουν ασφάλειες για συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο θα πρέπει να διαθέτουν επαρκή χρόνο για να διαπραγματευτούν και να ελέγξουν τις ρυθμίσεις για την ανταλλαγή των εν λόγω ασφαλειών.

(23)

Προκειμένου να αποφευχθεί ο κατακερματισμός της αγοράς και να διασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού, και παράλληλα να αναγνωριστεί το γεγονός ότι σε ορισμένες δικαιοδοσίες τρίτων χωρών η ανταλλαγή του περιθωρίου διαφορών αποτίμησης και του αρχικού περιθωρίου για δικαιώματα προαίρεσης επί μεμονωμένων μετοχών και δικαιώματα προαίρεσης επί δεικτών μετοχών δεν υπόκειται σε ισοδύναμες απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας, η μεταχείριση των εν λόγω προϊόντων θα πρέπει να εξαιρείται από την απαίτηση ύπαρξης διαδικασιών διαχείρισης κινδύνου όσον αφορά την έγκαιρη, ακριβή και κατάλληλα διαχωρισμένη ανταλλαγή ασφαλειών, εφόσον δεν υπάρχει επαρκής διεθνής σύγκλιση όσον αφορά τη μεταχείρισή τους. Η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) (ΕΑΤ) που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13) και την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) (ΕΑΑΕΣ) που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14) (γνωστές συλλογικά ως «ΕΕΑ»), θα πρέπει να παρακολουθεί τις κανονιστικές εξελίξεις σε δικαιοδοσίες τρίτων χωρών και την εξέλιξη των ανοιγμάτων από αντισυμβαλλομένους που υπόκεινται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 σε δικαιώματα προαίρεσης επί μεμονωμένων μετοχών και δικαιώματα προαίρεσης επί δεικτών μετοχών που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, και θα πρέπει να υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τα αποτελέσματα της εν λόγω παρακολούθησης τουλάχιστον ανά τριετία. Όταν η Επιτροπή λαμβάνει τέτοια έκθεση, θα πρέπει να αξιολογεί κατά πόσον οι διεθνείς εξελίξεις έχουν οδηγήσει σε μεγαλύτερη σύγκλιση στη μεταχείριση των δικαιωμάτων προαίρεσης επί μεμονωμένων μετοχών και των δικαιωμάτων προαίρεσης επί δεικτών μετοχών και κατά πόσον η παρέκκλιση θέτει σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών της. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να ανακαλέσει την παρέκκλιση όσον αφορά τη μεταχείριση δικαιωμάτων προαίρεσης επί μεμονωμένων μετοχών και των δικαιωμάτων προαίρεσης επί δεικτών μετοχών. Με τον τρόπο αυτόν μπορεί να διασφαλιστεί ότι υπάρχουν οι κατάλληλες απαιτήσεις στην Ένωση για τη μείωση του πιστωτικού κινδύνου των αντισυμβαλλόμενων έναντι των εν λόγω συμβάσεων, αποτρέποντας παράλληλα τυχόν φαινόμενα ρυθμιστικού αρμπιτράζ.

(24)

Για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις αρχικού περιθωρίου ασφαλείας που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012, μεγάλος αριθμός συμμετεχόντων στην αγορά της Ένωσης χρησιμοποιούν τυποποιημένα μοντέλα για το αρχικό περιθώριο ασφαλείας σε ολόκληρο τον κλάδο. Δεδομένου ότι τα εν λόγω μοντέλα χρησιμοποιούνται σε ολόκληρο τον κλάδο, δεν αναμένεται να τροποποιηθούν σημαντικά από την προτίμηση κάθε μεμονωμένου χρήστη ή από τις διαφορετικές αξιολογήσεις κάθε αρμόδιας αρχής που επιτρέπει τη χρήση των εν λόγω μοντέλων από τις οντότητες που εποπτεύει. Στην πράξη, δεδομένου ότι το ίδιο μοντέλο χρησιμοποιείται από μεγάλο αριθμό αντισυμβαλλομένων της Ένωσης, η συνακόλουθη ανάγκη επικύρωσης του εν λόγω μοντέλου από πληθώρα αρμόδιων αρχών δημιουργεί πρόβλημα συντονισμού. Για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, θα πρέπει να ανατεθεί στην ΕΑΤ το καθήκον να λειτουργεί ως κεντρικός επικυρωτής τέτοιων τυποποιημένων μοντέλων. Στο πλαίσιο του ρόλου της ως κεντρικού επικυρωτή, η ΕΑΤ θα πρέπει να επικυρώνει τα στοιχεία και τις γενικές πτυχές των εν λόγω τυποποιημένων μοντέλων, συμπεριλαμβανομένων της βαθμονόμησης, του σχεδιασμού και της κάλυψης των μέσων, των κατηγοριών στοιχείων ενεργητικού και των παραγόντων κινδύνου. Προς υποβοήθηση των εργασιών της, η ΕΑΤ θα πρέπει να συλλέγει ανάδραση από τις αρμόδιες αρχές, την ΕΑΚΑΑ και την ΕΑΑΕΣ και να συντονίζει τις απόψεις τους. Δεδομένου ότι οι αρμόδιες αρχές θα εξακολουθήσουν να είναι υπεύθυνες για την έγκριση της χρήσης των εν λόγω τυποποιημένων μοντέλων και για την παρακολούθηση της εφαρμογής τους σε επίπεδο εποπτευόμενης οντότητας, η ΕΑΤ θα πρέπει να συνδράμει τις αρμόδιες αρχές στις διαδικασίες έγκρισής τους όσον αφορά τις γενικές πτυχές της εφαρμογής των εν λόγω τυποποιημένων μοντέλων. Επιπλέον, η ΕΑΤ θα πρέπει να χρησιμεύσει ως ενιαίο σημείο συζήτησης με τον κλάδο, ώστε να συμβάλει στη διασφάλιση αποτελεσματικότερου συντονισμού της Ένωσης στον σχεδιασμό των εν λόγω μοντέλων. Οι αρμόδιες αρχές θα παραμείνουν υπεύθυνες για την έγκριση της χρήσης των εν λόγω μοντέλων και για την παρακολούθηση της εφαρμογής των εν λόγω μοντέλων σε επίπεδο εποπτευόμενης οντότητας.

(25)

Οι κεντρικές τράπεζες, οι δημόσιοι φορείς που είναι επιφορτισμένοι με τη διαχείριση του δημόσιου χρέους ή παρεμβαίνουν στη διαχείρισή του, καθώς και οι οντότητες του δημόσιου τομέα, έχουν την ευχέρεια να επιλέξουν αν θα χρησιμοποιήσουν υπηρεσίες εκκαθάρισης κεντρικών αντισυμβαλλομένων για την εκκαθάριση των συμβάσεων παραγώγων τους. Όταν αποφασίζουν να χρησιμοποιήσουν τις εν λόγω υπηρεσίες, ενθαρρύνονται να εκκαθαρίζουν, κατ’ αρχήν, μέσω κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης εκεί όπου είναι διαθέσιμα τα ζητούμενα προϊόντα. Δεδομένου ότι οι λεπτομέρειες συμμετοχής των εν λόγω οντοτήτων σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους διαφέρουν μεταξύ των κρατών μελών και λόγω των αποκλινουσών πρακτικών όσον αφορά τον υπολογισμό των ανοιγμάτων των εν λόγω οντοτήτων έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης και της συνεισφοράς τους στους χρηματοοικονομικούς πόρους των εν λόγω κεντρικών αντισυμβαλλομένων, θα ήταν επιθυμητή η περαιτέρω εναρμόνιση των εν λόγω πτυχών, μέσω των κατευθυντήριων γραμμών της ΕΑΚΑΑ.

(26)

Η ΕΑΤ, σε συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ και την ΕΑΑΕΣ, θα πρέπει να καταρτίσουν ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τον καθορισμό των εποπτικών διαδικασιών που διασφαλίζουν την αρχική και τη συνεχή επικύρωση των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνου. Για να διασφαλιστεί η αναλογικότητα, μόνο οι χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι που δραστηριοποιούνται περισσότερο σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα τα οποία δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο θα πρέπει να υπόκεινται στις διαδικασίες που καθορίζονται στα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα.

(27)

Για να διασφαλιστεί μια συνεπής και συγκλίνουσα προσέγγιση μεταξύ των αρμόδιων αρχών σε ολόκληρη την Ένωση, οι αδειοδοτημένοι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι ή τα εγκατεστημένα στην Ένωση νομικά πρόσωπα που επιθυμούν να λάβουν άδεια δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 για την παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης και δραστηριοτήτων σε χρηματοπιστωτικά μέσα θα πρέπει επίσης να μπορούν να λάβουν άδεια για την παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης και άλλων δραστηριοτήτων σε σχέση με μη χρηματοπιστωτικά μέσα. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 εφαρμόζεται στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ως οντότητες και όχι σε συγκεκριμένες υπηρεσίες. Όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εκκαθαρίζει μη χρηματοπιστωτικά μέσα άλλα από χρηματοπιστωτικά μέσα, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή θα πρέπει να είναι σε θέση να διασφαλίζει ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 για όλες τις υπηρεσίες που παρέχει.

(28)

Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της Ένωσης αντιμετωπίζουν προκλήσεις όσον αφορά την επέκταση της προσφοράς προϊόντων τους για υπηρεσίες εκκαθάρισης και αντιμετωπίζουν δυσκολίες όσον αφορά τη διάθεση υπηρεσιών εκκαθάρισης για νέα προϊόντα στην αγορά. Λαμβανομένων υπόψη των εν λόγω προκλήσεων και δυσκολιών και σύμφωνα με τον στόχο της ενίσχυσης της ελκυστικότητας του συστήματος εκκαθάρισης της Ένωσης, η διαδικασία αδειοδότησης κεντρικών αντισυμβαλλομένων στην Ένωση ή επέκτασης της αδειοδότησης κεντρικών αντισυμβαλλομένων θα πρέπει, συνεπώς, να απλουστευθεί και να περιλαμβάνει συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, διασφαλίζοντας παράλληλα τη δέουσα συμμετοχή της ΕΑΚΑΑ και του σώματος του οικείου κεντρικού αντισυμβαλλομένου της Ένωσης. Πρώτον, για να αποφευχθούν σημαντικές, και ενδεχομένως επ’ αόριστον, καθυστερήσεις όταν οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν την πληρότητα μιας αίτησης για τη χορήγηση άδειας, θα πρέπει να επιβεβαιώνουν ταχέως την παραλαβή της εν λόγω αίτησης. Για να διασφαλιστεί ότι τα νομικά πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση και επιθυμούν να λάβουν άδεια λειτουργίας ως κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι και κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της Ένωσης που επιθυμούν την επέκταση της άδειας λειτουργίας τους υποβάλλουν όλα τα απαιτούμενα έγγραφα και πληροφορίες μαζί με τις αιτήσεις τους, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών και εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που να προσδιορίζουν ποια έγγραφα πρέπει να παρέχονται, ποιες πληροφορίες πρέπει να περιέχουν τα εν λόγω έγγραφα και σε ποια μορφή πρέπει να υποβάλλονται. Κατά την κατάρτιση των σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις υφιστάμενες απαιτήσεις και πρακτικές τεκμηρίωσης δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και να εξορθολογίζει την υποβολή τους, όπου είναι δυνατόν, προκειμένου να αποφεύγεται ο υπερβολικός χρόνος για την αγορά και να διασφαλίζεται ότι οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που υποβάλλει αίτηση για επέκταση της άδειας λειτουργίας είναι αναλογικές προς τη σημαντικότητα της αλλαγής για την οποία εφαρμόζεται ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, χωρίς να καθιστά τη συνολική διαδικασία αδικαιολόγητα περίπλοκη, επαχθή και δυσανάλογη. Δεύτερον, για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική και ταυτόχρονη αξιολόγηση των αιτήσεων, τα νομικά πρόσωπα που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση και επιθυμούν να λάβουν άδεια λειτουργίας ως κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι και κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της Ένωσης που επιθυμούν την επέκταση της άδειας λειτουργίας τους θα πρέπει να είναι σε θέση να υποβάλλουν όλα τα έγγραφα μέσω κεντρικής βάσης δεδομένων. Τρίτον, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή θα πρέπει, κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης, να συντονίζει και να υποβάλλει ερωτήσεις από την εν λόγω αρμόδια αρχή, την ΕΑΚΑΑ ή το σώμα στο νομικό πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο στην Ένωση και επιθυμεί να λάβει άδεια λειτουργίας ως κεντρικός αντισυμβαλλόμενος και κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της Ένωσης που επιθυμούν την επέκταση της άδειας λειτουργίας τους, ώστε να διασφαλιστεί ταχεία, ευέλικτη και συνεργατική διαδικασία για συνολική επανεξέταση. Για την αποφυγή επικαλύψεων και περιττών καθυστερήσεων, όλες οι ερωτήσεις και οι επακόλουθες διευκρινίσεις θα πρέπει επίσης να ανταλλάσσονται ταυτόχρονα μεταξύ της αρμόδιας για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχής, της ΕΑΚΑΑ και του σώματος.

(29)

Επί του παρόντος, υπάρχει κάποια αβεβαιότητα ως προς το πότε μια πρόσθετη υπηρεσία ή δραστηριότητα καλύπτεται από υφιστάμενη άδεια λειτουργίας κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Είναι αναγκαίο να αντιμετωπιστεί αυτή η αβεβαιότητα και να διασφαλίζεται η αναλογικότητα όταν η προτεινόμενη πρόσθετη υπηρεσία ή δραστηριότητα που δεν καλύπτεται από υφιστάμενη άδεια λειτουργίας κεντρικού αντισυμβαλλομένου δεν αυξάνει σημαντικά τους κινδύνους για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Στην περίπτωση αυτή, η πρόσθετη υπηρεσία ή δραστηριότητα δεν θα πρέπει να υποβάλλεται σε πλήρη διαδικασία αξιολόγησης, αλλά να επωφελείται από ταχεία διαδικασία. Η ταχεία διαδικασία δεν θα πρέπει να απαιτεί χωριστή γνωμοδότηση από την ΕΑΚΑΑ και το σώμα, δεδομένου ότι η απαίτηση αυτή θα ήταν δυσανάλογη, αλλά η ΕΑΚΑΑ και τα μέλη του σώματος θα πρέπει να παρέχουν στοιχεία στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή σχετικά με την αξιολόγηση του κατά πόσον η επέκταση μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην ταχεία διαδικασία. Προκειμένου να διασφαλιστεί η εποπτική σύγκλιση, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των όρων εφαρμογής της ταχείας διαδικασίας, καθώς και της διαδικασίας για την παροχή των στοιχείων της και της συμβολής του σώματος.

(30)

Για την ελάφρυνση του διοικητικού φόρτου για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τις αρμόδιες αρχές, χωρίς τροποποίηση του συνολικού προφίλ κινδύνου ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόζουν επεκτάσεις των υπηρεσιών για αλλαγές διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης χωρίς άδεια λειτουργίας, όταν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θεωρεί ότι η προτεινόμενη πρόσθετη υπηρεσία ή δραστηριότητα δεν θα έχει ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου του, ιδίως όταν η νέα υπηρεσία ή δραστηριότητα εκκαθάρισης είναι πολύ παρόμοια με τις υπηρεσίες που έχει ήδη λάβει άδεια να παρέχει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος. Για να μπορούν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι να εφαρμόσουν ταχέως τις εν λόγω αλλαγές διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να εξαιρούνται από τις διαδικασίες αδειοδότησης για την επέκταση δραστηριοτήτων και υπηρεσιών σε σχέση με τις εν λόγω αλλαγές. Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να ενημερώνουν την αρμόδια αρχή και την ΕΑΚΑΑ όταν αποφασίζουν να κάνουν χρήση της εν λόγω εξαίρεσης. Η αρμόδια αρχή θα πρέπει να επανεξετάζει τις αλλαγές που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας επανεξέτασης και αξιολόγησης.

(31)

Για να διασφαλιστεί η συνεπής λειτουργία όλων των σωμάτων και να ενισχυθεί περαιτέρω η εποπτική σύγκλιση, η προεδρία του σώματος θα πρέπει να ασκείται από κοινού από την εθνική αρμόδια αρχή και από οποιοδήποτε από τα ανεξάρτητα μέλη της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους. Για την προώθηση της συνεργασίας μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των αρμόδιων αρχών, οι συμπρόεδροι θα πρέπει να αποφασίζουν από κοινού τις ημερομηνίες των συνεδριάσεων του σώματος και να καταρτίζουν την ημερήσια διάταξη των εν λόγω συνεδριάσεων. Ωστόσο, για να διασφαλιστεί η συνεπής λήψη αποφάσεων και ότι η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή παραμένει τελικά υπεύθυνη, σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των συμπροέδρων, η τελική απόφαση θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή, η οποία θα πρέπει να παρέχει στην ΕΑΚΑΑ αιτιολογημένη εξήγηση της απόφασής της.

(32)

Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να μπορεί να συμβάλλει αποτελεσματικότερα στο να διασφαλιστεί ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της Ένωσης είναι ασφαλείς, εύρωστοι και ανταγωνιστικοί κατά την παροχή των υπηρεσιών τους σε ολόκληρη την Ένωση. Ως εκ τούτου, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει, εκτός από τις εποπτικές αρμοδιότητες που προβλέπονται επί του παρόντος στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012, να εκδίδει γνώμη προς την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή σχετικά με την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκτός εάν απαιτείται επειγόντως απόφαση, δηλαδή εντός χρονικού διαστήματος μικρότερου από το χρονικό διάστημα που διαθέτει η ΕΑΚΑΑ για την παροχή των γνωμών της. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να εκδίδει γνώμες σχετικά με την επανεξέταση και αξιολόγηση, τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας και τις απαιτήσεις συμμετοχής. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να παρέχουν εξηγήσεις για τυχόν σημαντικές αποκλίσεις από τις γνώμες της ΕΑΚΑΑ και η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να ενημερώνει το συμβούλιο των εποπτών της όταν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφώνεται ή δεν προτίθεται να συμμορφωθεί με τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ και με τυχόν όρους ή συστάσεις που περιλαμβάνονται σε αυτήν. Οι πληροφορίες θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν τους λόγους που παρέχει η αρμόδια αρχή για τη συμμόρφωση με τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ ή τυχόν όρους ή συστάσεις που περιέχονται σε αυτήν.

(33)

Για να διασφαλιστεί η ταχεία και αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών και εγγράφων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, να ενισχυθεί η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών που συμμετέχουν στην εποπτεία των οντοτήτων που υπόκεινται στον εν λόγω κανονισμό και να απλουστευθεί η επικοινωνία μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των εποπτευόμενων οντοτήτων τους όσον αφορά τις διαδικασίες που προβλέπονται στον εν λόγω κανονισμό, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να δημιουργήσει και να διατηρεί ηλεκτρονική κεντρική βάση δεδομένων. Όλες οι σχετικές αρμόδιες αρχές και φορείς θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στην εν λόγω κεντρική βάση δεδομένων για τις πληροφορίες που σχετίζονται με τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητές τους. Ομοίως, οι οντότητες που υπόκεινται στις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες και τα έγγραφα που υπέβαλαν και σε κάθε έγγραφο που τους απευθύνεται. Η κεντρική βάση δεδομένων θα πρέπει να χρησιμοποιείται για την ανταλλαγή όσο το δυνατόν περισσότερων πληροφοριών και εγγράφων, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον των πληροφοριών και της τεκμηρίωσης σχετικά με τις άδειες, τις επεκτάσεις υπηρεσιών και τις επικυρώσεις υποδειγμάτων.

(34)

Είναι αναγκαίο να διασφαλιστεί ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι συμμορφώνονται με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012 σε συνεχή βάση, ιδίως σε σχέση με την παροχή πρόσθετων υπηρεσιών εκκαθάρισης ή δραστηριοτήτων που έχουν λάβει άδεια μέσω της ταχείας διαδικασίας ή εξαιρούνται από την αδειοδότηση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής αλλαγών διατήρησης της υφιστάμενης κατάστασης, καθώς και την εφαρμογή αλλαγών μοντέλου μετά από ταχεία διαδικασία για την επικύρωση της εν λόγω αλλαγής μοντέλου, δεδομένου ότι στις περιπτώσεις αυτές η ΕΑΚΑΑ και το σώμα δεν εκδίδουν χωριστές γνώμες. Συνεπώς, κατά την επανεξέταση που διενεργείται από την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή τουλάχιστον σε ετήσια βάση θα πρέπει να εξετάζονται ιδίως αυτές οι νέες υπηρεσίες ή δραστηριότητες εκκαθάρισης και οι αλλαγές μοντέλου. Για να διασφαλίζονται η εποπτική σύγκλιση και ο συντονισμός μεταξύ των αρμόδιων αρχών και της ΕΑΚΑΑ και το ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της Ένωσης είναι ασφαλείς, ισχυροί και ανταγωνιστικοί όσον αφορά την παροχή των υπηρεσιών τους σε ολόκληρη την Ένωση, η αρμόδια αρχή θα πρέπει, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, να υποβάλλει την έκθεσή της σχετικά με την επανεξέταση και την αξιολόγηση ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα για τη διατύπωση γνώμης. Η γνώμη της ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να αξιολογεί τις πτυχές που καλύπτονται από την έκθεση της αρμόδιας αρχής, οι οποίες περιλαμβάνουν επακολούθηση της παροχής υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, με ιδιαίτερη προσοχή στις ταχείες διαδικασίες και στις συνήθεις αλλαγές, καθώς και στους διασυνοριακούς κινδύνους στους οποίους ενδέχεται να εκτίθεται ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, και λαμβάνοντας υπόψη τη συνολική θέση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου ως παρόχου υπηρεσιών εκκαθάρισης εντός της Ένωσης. Οι επιτόπιες επιθεωρήσεις διαδραματίζουν καίριο ρόλο στην εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων, προσφέροντας ανεκτίμητες πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να διενεργούνται τουλάχιστον μία φορά ετησίως και, για να διασφαλίζονται η ταχεία ανταλλαγή πληροφοριών, η ανταλλαγή γνώσεων και η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών και της ΕΑΚΑΑ, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να ενημερώνεται τόσο για τις προγραμματισμένες όσο και για τις επείγουσες επιτόπιες επιθεωρήσεις, να είναι σε θέση να ζητεί να συμμετέχει στις εν λόγω επιθεωρήσεις και να λαμβάνει κάθε σχετική πληροφορία σε σχέση με τις εν λόγω επιτόπιες επιθεωρήσεις, καθώς και αιτιολογημένη εξήγηση για την άρνηση συμμετοχής της ΕΑΚΑΑ. Επιπλέον, για την περαιτέρω ενίσχυση του συντονισμού μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των αρμόδιων αρχών, η ΕΑΚΑΑ, υπό ειδικές περιστάσεις και στο πλαίσιο του εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης, μπορεί να ζητήσει τη διεξαγωγή ad hoc συνεδρίασης με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και την οικεία αρμόδια αρχή. Το σώμα θα πρέπει να ενημερώνεται για το αποτέλεσμα μιας τέτοιας συνεδρίασης. Για να ενισχυθεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και της ΕΑΚΑΑ, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να ζητεί από τις αρμόδιες αρχές τις πληροφορίες που χρειάζεται για την εκτέλεση των καθηκόντων της στο πλαίσιο του εποπτικού ελέγχου και αξιολόγησης.

(35)

Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να διαθέτει τα μέσα για τον εντοπισμό πιθανών κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης. Ως εκ τούτου, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει, σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ, την ΕΑΤ, την ΕΑΑΕΣ και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) στο πλαίσιο των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου (15) όσον αφορά την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού, να προσδιορίζει τις διασυνδέσεις και τις αλληλεξαρτήσεις μεταξύ διαφορετικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων και νομικών προσώπων, συμπεριλαμβανομένων, στο μέτρο του δυνατού, των κοινών εκκαθαριστικών μελών, πελατών και έμμεσων πελατών, των κοινών παρόχων σημαντικών υπηρεσιών και των κοινών παρόχων σημαντικής ρευστότητας, των συμφωνιών διασταυρούμενων εξασφαλίσεων, των διατάξεων σταυροειδούς αθέτησης υποχρέωσης και του συμψηφισμού μεταξύ κεντρικών αντισυμβαλλομένων, των συμφωνιών διασταυρούμενων εγγυήσεων και των μεταφορών κινδύνων και των ρυθμίσεων συναλλαγών αντιστήριξης.

(36)

Οι κεντρικές τράπεζες έκδοσης των ενωσιακών νομισμάτων των χρηματοπιστωτικών μέσων που εκκαθαρίζονται από αδειοδοτημένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν ζητήσει να γίνουν μέλη της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους είναι μέλη της εποπτικής επιτροπής κεντρικών αντισυμβαλλομένων χωρίς δικαίωμα ψήφου. Συμμετέχουν στις συνεδριάσεις της για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης μόνο στο πλαίσιο συζητήσεων σχετικά με τις εκτιμήσεις σε επίπεδο Ένωσης της ανθεκτικότητας των εν λόγω κεντρικών αντισυμβαλλομένων σε αντίξοες εξελίξεις της αγοράς και σχετικές εξελίξεις της αγοράς. Ως εκ τούτου, σε αντίθεση με τη συμμετοχή τους στην εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών, οι κεντρικές τράπεζες έκδοσης δεν συμμετέχουν επαρκώς σε εποπτικά ζητήματα για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης που έχουν άμεση σχέση με την άσκηση της νομισματικής πολιτικής και την ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών, γεγονός που οδηγεί σε ανεπαρκή συνεκτίμηση των διασυνοριακών κινδύνων. Είναι επομένως σκόπιμο, οι εν λόγω κεντρικές τράπεζες έκδοσης να είναι σε θέση να παρίστανται ως μέλη χωρίς δικαίωμα ψήφου σε όλες τις συνεδριάσεις της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους όταν αυτή συνεδριάζει σε σχέση με τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης.

(37)

Για να ενισχυθεί η ικανότητα των οργανισμών της Ένωσης να έχουν ολοκληρωμένη εικόνα των εξελίξεων της αγοράς που σχετίζονται με την εκκαθάριση στην Ένωση, να παρακολουθούν την εφαρμογή ορισμένων σχετικών με την εκκαθάριση απαιτήσεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και να συζητούν συλλογικά τους πιθανούς κινδύνους που απορρέουν από τη διασύνδεση διαφορετικών χρηματοοικονομικών παραγόντων και άλλα ζητήματα που σχετίζονται με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί ένας διατομεακός μηχανισμός παρακολούθησης στον οποίο θα συμμετέχουν οι σχετικοί οργανισμοί της Ένωσης που συμμετέχουν στην εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, των εκκαθαριστικών μελών και των πελατών της Ένωσης (κοινός μηχανισμός παρακολούθησης). Ο κοινός μηχανισμός παρακολούθησης θα πρέπει να τελεί υπό τη διαχείριση και την προεδρία της ΕΑΚΑΑ ως αρχής που συμμετέχει στην εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης και εποπτεύει τους συστημικά σημαντικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών. Στους άλλους συμμετέχοντες θα πρέπει να περιλαμβάνονται εκπρόσωποι της Επιτροπής, της ΕΑΤ, της ΕΑΑΕΣ, του ΕΣΣΚ, των κεντρικών τραπεζών έκδοσης των νομισμάτων στα οποία εκφράζονται οι συμβάσεις που ανήκουν σε υπηρεσίες εκκαθάρισης ουσιώδους συστημικής σημασίας, των εθνικών αρμόδιων αρχών και της ΕΚΤ στο πλαίσιο των καθηκόντων που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού που της έχει ανατεθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013.

(38)

Για την τεκμηρίωση μελλοντικών αποφάσεων πολιτικής, η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με τους άλλους συμμετέχοντες στον κοινό μηχανισμό παρακολούθησης, θα πρέπει να υποβάλλει ετήσια έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων τους. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να κινήσει διαδικασία παραβίασης του δικαίου της Ένωσης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 εάν, βάσει των πληροφοριών που λαμβάνονται στο πλαίσιο του κοινού μηχανισμού παρακολούθησης και κατόπιν των συζητήσεων που διεξάγονται σε αυτόν, η ΕΑΚΑΑ θεωρεί ότι οι αρμόδιες αρχές δεν διασφαλίζουν τη συμμόρφωση των εκκαθαριστικών μελών και των πελατών με την απαίτηση για εκκαθάριση τουλάχιστον ενός συγκεκριμένου αριθμού προσδιορισμένων συμβάσεων σε λογαριασμούς σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης, ή όταν η ΕΑΚΑΑ εντοπίζει κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης λόγω εικαζόμενης παραβίασης ή μη εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης. Πριν από την κίνηση της εν λόγω διαδικασίας για παραβίαση του δικαίου της Ένωσης, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδώσει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Σε περίπτωση που, βάσει των πληροφοριών που λαμβάνονται στο πλαίσιο του κοινού μηχανισμού παρακολούθησης και κατόπιν των συζητήσεων που διεξάγονται σε αυτόν, η ΕΑΚΑΑ θεωρεί ότι η συμμόρφωση με την απαίτηση για εκκαθάριση τουλάχιστον ενός συγκεκριμένου αριθμού προσδιορισμένων συμβάσεων σε λογαριασμούς σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης δεν διασφαλίζει αποτελεσματικά τη μείωση της υπερβολικής έκθεσης των εκκαθαριστικών μελών και των πελατών της Ένωσης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2, θα πρέπει να επανεξετάσει και να προτείνει την τροποποίηση της σχετικής κατ’ εξουσιοδότηση πράξης της Επιτροπής για τον περαιτέρω προσδιορισμό της εν λόγω απαίτησης και να προτείνει, όπου απαιτείται, τον καθορισμό κατάλληλης περιόδου προσαρμογής.

(39)

Η αναταραχή που σημειώθηκε στις αγορές το 2020 ως αποτέλεσμα της πανδημίας της COVID-19 και οι υψηλές τιμές στις αγορές χονδρικής πώλησης ενέργειας το 2022 μετά τον απρόκλητο και αδικαιολόγητο επιθετικό πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας έδειξαν ότι, μολονότι είναι σημαντικό οι αρμόδιες αρχές να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες για την αντιμετώπιση των επακόλουθων κινδύνων όταν προκύπτουν γεγονότα με διασυνοριακό αντίκτυπο, η ΕΑΚΑΑ εξακολουθεί να μην διαθέτει τα αναγκαία εργαλεία για τη διασφάλιση του εν λόγω συντονισμού και μιας συγκλίνουσας προσέγγισης σε επίπεδο Ένωσης. Ως εκ τούτου, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να ενεργεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε έναν ή περισσότερους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχει ή ενδέχεται να έχει αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις στις διασυνοριακές αγορές. Σε τέτοιες καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να αναλάβει συντονιστικό ρόλο μεταξύ των αρμόδιων αρχών, των σωμάτων και των αρχών εξυγίανσης, προκειμένου να αναπτυχθεί συντονισμένη αντίδραση. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να μπορεί να συγκαλεί συνεδριάσεις της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, είτε με δική της πρωτοβουλία είτε κατόπιν αιτήματος, ενδεχομένως με διευρυμένη σύνθεση, για τον αποτελεσματικό συντονισμό της αντίδρασης των αρμόδιων αρχών σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να είναι σε θέση να ζητεί πληροφορίες από τις σχετικές αρμόδιες αρχές, όταν αυτό είναι αναγκαίο, ώστε να επιτελεί το συντονιστικό της έργο σε αυτές τις περιπτώσεις και να είναι σε θέση να εκδίδει συστάσεις προς την αρμόδια αρχή, όπως επίσης θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητεί τις πληροφορίες αυτές απευθείας από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή τους συμμετέχοντες στην αγορά, όταν η αρμόδια αρχή δεν παρέχει απαντήσεις εντός του κατάλληλου χρονικού πλαισίου. Ο ρόλος της ΕΑΚΑΑ σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης δεν θα πρέπει να θίγει την τελική ευθύνη της αρμόδιας για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχής να λαμβάνει εποπτικές αποφάσεις όσον αφορά τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που εποπτεύει, συμπεριλαμβανομένων μέτρων έκτακτης ανάγκης. Είναι επίσης σημαντικό τα μέλη του σώματος να είναι σε θέση να διαβιβάζουν τις πληροφορίες που λαμβάνουν σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης στους δημόσιους φορείς, συμπεριλαμβανομένων των υπουργείων, που είναι αρμόδιοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των αγορών τους.

(40)

Για να μειωθεί η επιβάρυνση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και της ΕΑΚΑΑ, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι, όταν η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε επανεξέταση της αναγνώρισης κεντρικού αντισυμβαλλομένου τρίτης χώρας, ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τρίτης χώρας δεν θα πρέπει να υποχρεούται να υποβάλει νέα αίτηση αναγνώρισης. Θα πρέπει, ωστόσο, να παρέχει στην ΕΑΚΑΑ όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εν λόγω επανεξέταση. Κατά συνέπεια, η επανεξέταση από την ΕΑΚΑΑ της αναγνώρισης κεντρικού αντισυμβαλλομένου τρίτης χώρας δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως νέα αναγνώριση του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου τρίτης χώρας.

(41)

Η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί, κατά την έκδοση απόφασης ισοδυναμίας, να απαλλάσσει την εν λόγω τρίτη χώρα από την απαίτηση να διαθέτει αποτελεσματικό ισοδύναμο σύστημα για την αναγνώριση κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών. Κατά την εξέταση του κατά πόσο μια τέτοια προσέγγιση θα ήταν αναλογική, η Επιτροπή μπορεί να εξετάσει μια σειρά διαφορετικών παραγόντων, μεταξύ των οποίων η συμμόρφωση με τις αρχές για τις υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών που δημοσιεύθηκαν από την Επιτροπή για τις Υποδομές Πληρωμών και Αγορών και τη Διεθνή Οργάνωση Επιτροπών Κεφαλαιαγοράς, το μέγεθος των κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών που είναι εγκατεστημένοι στην εν λόγω δικαιοδοσία και, εφόσον είναι γνωστή, η αναμενόμενη δραστηριότητα στους εν λόγω κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών από εκκαθαριστικά μέλη και τόπους διαπραγμάτευσης που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση.

(42)

Για να διασφαλιστεί ότι οι ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των σχετικών αρμόδιων αρχών τρίτων χωρών είναι αναλογικές, οι ρυθμίσεις αυτές θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη ένα φάσμα διαφορετικών πτυχών, συμπεριλαμβανομένων της κατηγοριοποίησης κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών ως κεντρικών αντισυμβαλλομένων κατηγορίας 1 ή κατηγορίας 2, των ειδικών χαρακτηριστικών του πεδίου εφαρμογής των υπηρεσιών που παρέχονται ή πρόκειται να παρασχεθούν εντός της Ένωσης, του κατά πόσον οι εν λόγω υπηρεσίες ενέχουν ειδικούς κινδύνους για την Ένωση ή για ένα ή περισσότερα από τα κράτη μέλη της, καθώς και την τήρηση των διεθνών προτύπων από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών. Ως εκ τούτου, οι ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των σχετικών αρμόδιων αρχών τρίτων χωρών θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν τον βαθμό κινδύνου που ενέχουν δυνητικά οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που είναι εγκατεστημένοι σε τρίτη χώρα για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών της.

(43)

Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επομένως να προσαρμόσει τις ρυθμίσεις συνεργασίας της σε διαφορετικές δικαιοδοσίες τρίτων χωρών με βάση τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που είναι εγκατεστημένοι στην αντίστοιχη δικαιοδοσία. Ειδικότερα, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι κατηγορίας 1 καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα προφίλ κεντρικών αντισυμβαλλομένων και, κατά συνέπεια, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να διασφαλίζει ότι μια ρύθμιση συνεργασίας είναι ανάλογη προς τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που είναι εγκατεστημένοι σε κάθε δικαιοδοσία τρίτης χώρας. Ειδικότερα, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να εξετάζει, μεταξύ άλλων, τη ρευστότητα των σχετικών αγορών, τον βαθμό στον οποίο οι δραστηριότητες εκκαθάρισης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων εκφράζονται σε ευρώ ή άλλα νομίσματα της Ένωσης και τον βαθμό στον οποίο οντότητες της Ένωσης χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες των εν λόγω κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Δεδομένου ότι η συντριπτική πλειονότητα των κεντρικών αντισυμβαλλομένων κατηγορίας 1 παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης σε περιορισμένο βαθμό σε εκκαθαριστικά μέλη και τόπους διαπραγμάτευσης που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση και ενδέχεται να εκκαθαρίζει προϊόντα που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, το πεδίο της αξιολόγησης και των πληροφοριών που πρέπει να ζητηθούν από την ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να είναι περιορισμένο σε όλες αυτές τις δικαιοδοσίες. Για τον περιορισμό των αιτημάτων παροχής πληροφοριών για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 1, θα πρέπει κατ’ αρχήν να ζητείται ετησίως από την ΕΑΚΑΑ ένα προκαθορισμένο φάσμα πληροφοριών. Όταν οι κίνδυνοι από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή δικαιοδοσία κατηγορίας 1 είναι δυνητικά μεγαλύτεροι, θα ήταν δικαιολογημένο να υπάρχουν περισσότερα, και τουλάχιστον τριμηνιαία, αιτήματα, καθώς και ευρύτερο φάσμα ζητούμενων πληροφοριών. Οι ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες ώστε να αντικατοπτρίζουν την εν λόγω διαφοροποίηση στο προφίλ κινδύνου των διαφόρων κεντρικών αντισυμβαλλομένων κατηγορίας 1 και θα πρέπει να περιλαμβάνουν διατάξεις που οργανώνουν κατάλληλο πλαίσιο για την ανταλλαγή πληροφοριών. Ωστόσο, δεν θα πρέπει να απαιτηθεί προσαρμογή τυχόν ρυθμίσεων συνεργασίας που ισχύουν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού, εκτός εάν το ζητήσουν οι αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών.

(44)

Όταν κεντρικός αντισυμβαλλόμενος αναγνωρίζεται ως κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2β του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, δεδομένου ότι οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι είναι συστημικής σημασίας για την Ένωση ή για ένα ή περισσότερα από τα κράτη μέλη της, οι ρυθμίσεις συνεργασίας μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των σχετικών αρχών τρίτων χωρών θα πρέπει να καλύπτουν την ανταλλαγή πληροφοριών για ευρύτερο φάσμα πληροφοριών και με αυξημένη συχνότητα. Στην περίπτωση αυτή, οι ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνουν διαδικασίες για τη διασφάλιση της εποπτείας του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου κατηγορίας 2 σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να διασφαλίζει ότι μπορεί να λαμβάνει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εκπλήρωση των καθηκόντων της δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που απαιτούνται για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το άρθρο 25 παράγραφος 2β του εν λόγω κανονισμού και για τη διασφάλιση της ανταλλαγής πληροφοριών σε περίπτωση που σε έναν κεντρικό αντισυμβαλλόμενο έχει χορηγηθεί, εν μέρει ή πλήρως, συγκρίσιμη συμμόρφωση. Για να μπορεί η ΕΑΚΑΑ να ασκεί πλήρη και αποτελεσματική εποπτεία των κεντρικών αντισυμβαλλομένων κατηγορίας 2, θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να παρέχουν στην ΕΑΚΑΑ πληροφορίες σε τακτά χρονικά διαστήματα.

(45)

Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης, όταν χορηγείται συγκρίσιμη συμμόρφωση, να αξιολογεί τακτικά κατά πόσον οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι της κατηγορίας 2 εξακολουθούν να πληρούν τις προϋποθέσεις για την αναγνώρισή τους μέσω συγκρίσιμης συμμόρφωσης, παρακολουθώντας τη συμμόρφωση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 16 και στους τίτλους IV και V σύμφωνα με τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2020/1304 της Επιτροπής (16). Κατά τη διενέργεια της εν λόγω αξιολόγησης, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει, εκτός από τη λήψη των σχετικών πληροφοριών και επιβεβαιώσεων από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2, να συνεργάζεται και να συμφωνεί σε διοικητικές διαδικασίες με την αρχή της τρίτης χώρας, ώστε να διασφαλίζεται ότι η ΕΑΚΑΑ διαθέτει τις σχετικές πληροφορίες για να παρακολουθεί την τήρηση των όρων συγκρίσιμης συμμόρφωσης και, στο μέτρο του δυνατού, να μειώνει τον διοικητικό και κανονιστικό φόρτο για τους εν λόγω κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2.

(46)

Για να διασφαλιστεί ότι η ΕΑΚΑΑ ενημερώνεται επίσης σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 είναι προετοιμασμένος και μπορεί να μετριάσει και να ανακάμψει από χρηματοοικονομικές δυσχέρειες, οι ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει να περιλαμβάνουν το δικαίωμα της ΕΑΚΑΑ να γνωμοδοτεί κατά την κατάρτιση και την αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης και κατά την κατάρτιση των σχεδίων εξυγίανσης, καθώς και το δικαίωμα της ΕΑΚΑΑ να ενημερώνεται όταν κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 καταρτίζει σχέδιο ανάκαμψης ή όταν μια αρχή τρίτης χώρας καταρτίζει σχέδια εξυγίανσης. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να ενημερώνεται σχετικά με τις πτυχές που αφορούν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων από τα κράτη μέλη της, καθώς και σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο τα επιμέρους εκκαθαριστικά μέλη, και στον βαθμό στον οποίο γνωστοί πελάτες και έμμεσοι πελάτες, θα μπορούσαν να επηρεαστούν σημαντικά από την εφαρμογή τέτοιων σχεδίων ανάκαμψης ή εξυγίανσης. Οι ρυθμίσεις συνεργασίας θα πρέπει επίσης να διευκρινίζουν ότι η ΕΑΚΑΑ πρέπει να ενημερώνεται όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 προτίθεται να ενεργοποιήσει το σχέδιο ανάκαμψής του ή όταν οι αρχές της τρίτης χώρας έχουν διαπιστώσει ότι υπάρχουν ενδείξεις αναδυόμενης κατάστασης κρίσης που θα μπορούσε να επηρεάσει τις δραστηριότητες του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, την ικανότητά του να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης ή όταν οι αρχές της τρίτης χώρας προτίθενται να αναλάβουν δράση εξυγίανσης στο εγγύς μέλλον.

(47)

Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να είναι σε θέση να ανακαλεί την αναγνώριση κεντρικού αντισυμβαλλομένου τρίτης χώρας όταν ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τρίτης χώρας έχει παραβιάσει σοβαρά και συστηματικά οποιαδήποτε από τις εφαρμοστέες απαιτήσεις που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 648/2012, συμπεριλαμβανομένης της υποβολής στην ΕΑΚΑΑ πληροφοριών σχετικά με την αναγνώριση του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου τρίτης χώρας, την καταβολή τελών στην ΕΑΚΑΑ ή την απάντηση στα αιτήματα της ΕΑΚΑΑ για παροχή πληροφοριών αναγκαίων για την εκτέλεση των καθηκόντων της όσον αφορά κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών, και δεν έχει λάβει τα διορθωτικά μέτρα που ζήτησε η ΕΑΚΑΑ εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου .

(48)

Για τον μετριασμό των δυνητικών κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι και τα γραφεία εκκαθάρισης δεν θα πρέπει να μπορούν να είναι εκκαθαριστικά μέλη άλλων κεντρικών αντισυμβαλλομένων ούτε θα πρέπει να είναι σε θέση να δέχονται άλλους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ή γραφεία εκκαθάρισης ως εκκαθαριστικά μέλη ή έμμεσα εκκαθαριστικά μέλη. Οι συμμετέχοντες στην αγορά που δραστηριοποιούνται επί του παρόντος στο πλαίσιο τέτοιων ρυθμίσεων θα πρέπει να υποχρεούνται να βρουν άλλους τρόπους κεντρικής εκκαθάρισης. Η απαγόρευση αυτή δεν θα πρέπει να έχει αντίκτυπο στις ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας, οι οποίες ρυθμίζονται βάσει του τίτλου V του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, ούτε στις ρυθμίσεις που συνάπτονται για τους σκοπούς της ανάληψης της επενδυτικής πολιτικής από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό, όπως τα χρηματοδοτούμενα μέλη ή η άμεση πρόσβαση σε αγορές εκκαθαριζόμενων συμφωνιών επαναγοράς μεταξύ κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Για να δοθεί επαρκής χρόνος για την προσαρμογή, οι υφιστάμενες ρυθμίσεις θα πρέπει να καταργηθούν σταδιακά εντός δύο ετών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού. Οι συμμετέχοντες στην αγορά και οι αρχές θα πρέπει να διερευνήσουν διάφορες λύσεις, συμπεριλαμβανομένης της θέσπισης ρυθμίσεων διαλειτουργικότητας.

(49)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 θα πρέπει να εφαρμόζεται στις ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας για όλα τα είδη χρηματοπιστωτικών και μη χρηματοπιστωτικών μέσων, όπως οι συμβάσεις παραγώγων, επιπλέον των μέσων χρηματαγοράς και των κινητών αξιών, όπως ορίζονται στην οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17). Συνεπώς η ΕΑΚΑΑ, κατόπιν διαβούλευσης με τα μέλη του ΕΣΚΤ και του ΕΣΣΚ, θα πρέπει να καταρτίσει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τη διασφάλιση συνεκτικών, αποδοτικών και ουσιαστικών αξιολογήσεων των ρυθμίσεων διαλειτουργικότητας.

(50)

Για να διασφαλιστεί ότι το εποπτικό πλαίσιο για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης οδηγεί σε ασφαλείς και ανθεκτικούς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και βασίζεται στη συνεργασία μεταξύ της αρμόδιας για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχής και της ΕΑΚΑΑ, τα αποτελέσματα των ανεξάρτητων ελέγχων θα πρέπει να κοινοποιούνται στο συμβούλιο του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και επίσης να τίθενται στη διάθεση της ΕΑΚΑΑ και της αρμόδιας για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχής. Επιπλέον, τόσο η ΕΑΚΑΑ όσο και η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή θα πρέπει να μπορούν να ζητούν να παρίστανται στις συνεδριάσεις της επιτροπής κινδύνου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου χωρίς δικαίωμα ψήφου και να ενημερώνονται για τις δραστηριότητες και τις αποφάσεις της εν λόγω επιτροπής κινδύνου. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να λαμβάνει αμέσως κάθε απόφαση στην οποία το συμβούλιο του κεντρικού αντισυμβαλλομένου αποφασίζει να μην ακολουθήσει τις συμβουλές της επιτροπής κινδύνου καθώς και τις εξηγήσεις των κεντρικών αντισυμβαλλομένων για τέτοιες αποφάσεις.

(51)

Τα πρόσφατα γεγονότα ακραίας μεταβλητότητας στις αγορές βασικών εμπορευμάτων καταδεικνύουν το γεγονός ότι οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι δεν έχουν την ίδια πρόσβαση σε ρευστότητα με τους χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους. Επομένως, οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να επιτρέπεται να προσφέρουν υπηρεσίες εκκαθάρισης πελατών μόνο σε μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους που ανήκουν στον ίδιο όμιλο. Όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει δεχθεί ή προτίθεται να δεχθεί μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους ως εκκαθαριστικά μέλη, ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει να διασφαλίζει ότι οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι είναι σε θέση να αποδείξουν ότι μπορούν να πληρούν τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας και να παρέχουν εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης, μεταξύ άλλων υπό ακραίες συνθήκες. Δεδομένου ότι οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι δεν υπόκεινται στις ίδιες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας και στις ίδιες διασφαλίσεις ρευστότητας με τους χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους, η άμεση πρόσβαση των μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους θα πρέπει να παρακολουθείται από τις αρμόδιες αρχές των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που τους αποδέχονται ως εκκαθαριστικά μέλη. Η αρμόδια αρχή του κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα πρέπει να υποβάλλει τακτικά έκθεση στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα σχετικά με τα προϊόντα που εκκαθαρίζονται από μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους, το συνολικό άνοιγμα και τυχόν εντοπισθέντες κινδύνους. Ο παρών κανονισμός δεν αποσκοπεί στον περιορισμό της ικανότητας των μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων να καθίστανται άμεσα εκκαθαριστικά μέλη ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου με ορθό από άποψη προληπτικής εποπτείας τρόπο.

(52)

Για να διασφαλιστεί καλύτερη ορατότητα και προβλεψιμότητα για τους πελάτες και τους έμμεσους πελάτες όσον αφορά τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας και, ως εκ τούτου, να αναπτύξουν αυτοί περαιτέρω τις στρατηγικές τους για τη διαχείριση της ρευστότητας, τα εκκαθαριστικά μέλη και οι πελάτες που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης θα πρέπει να διασφαλίζουν τη διαφάνεια έναντι των πελατών τους. Λόγω της παροχής υπηρεσιών εκκαθάρισης και της επαγγελματικής πείρας τους στον τομέα της κεντρικής εκκαθάρισης και της διαχείρισης ρευστότητας, τα εκκαθαριστικά μέλη είναι τα πλέον κατάλληλα για να επικοινωνούν με σαφή και διαφανή τρόπο στους πελάτες πώς λειτουργούν τα μοντέλα περιθωρίου ασφαλείας, μεταξύ άλλων σε ακραίες καταστάσεις, και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχουν τα γεγονότα αυτά στα περιθώρια ασφαλείας που καλούνται να τοποθετήσουν οι πελάτες, συμπεριλαμβανομένων τυχόν πρόσθετων μελών εκκαθάρισης περιθωρίου που ενδέχεται να ζητήσουν τα ίδια από τους πελάτες τους. Η καλύτερη κατανόηση των μοντέλων περιθωρίου ασφαλείας μπορεί να βελτιώσει την ικανότητα των πελατών να προβλέπουν εύλογα τις απαιτήσεις περιθωρίου και να προετοιμάζονται για αιτήματα παροχής ασφαλειών, ιδίως σε ακραίες καταστάσεις. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα εκκαθαριστικά μέλη είναι σε θέση να παρέχουν αποτελεσματικά τα απαιτούμενα επίπεδα διαφάνειας σχετικά με τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας και τα μοντέλα περιθωρίου ασφαλείας κεντρικού αντισυμβαλλομένου στους πελάτες τους, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει επίσης να τους παρέχουν κάθε απαραίτητη πληροφορία. Η ΕΑΚΑΑ, σε διαβούλευση με την ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ, θα πρέπει να προσδιορίσει περαιτέρω το πεδίο εφαρμογής και τη μορφή της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και των εκκαθαριστικών μελών, καθώς και μεταξύ των εκκαθαριστικών μελών και των πελατών τους.

(53)

Για να διασφαλιστεί ότι τα μοντέλα περιθωρίου ασφαλείας αντικατοπτρίζουν τις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να αναθεωρούν όχι μόνο τακτικά αλλά και συνεχώς το επίπεδο των περιθωρίων ασφαλείας τους, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν φιλοκυκλικές επιπτώσεις των εν λόγω αναθεωρήσεων. Όταν ζητούν και συγκεντρώνουν περιθώρια σε ενδοημερήσια βάση, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι θα πρέπει να εξετάζουν περαιτέρω τον δυνητικό αντίκτυπο των ενδοημερήσιων συγκεντρώσεων και πληρωμών περιθωρίων ασφαλείας στη θέση ρευστότητας των συμμετεχόντων τους.

(54)

Για να διασφαλιστεί ότι ο κίνδυνος ρευστότητας ορίζεται με ακρίβεια, οι οντότητες των οποίων αθέτηση υποχρέωσης λαμβάνει υπόψη ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατά τον προσδιορισμό του εν λόγω κινδύνου θα πρέπει να επεκταθούν ώστε να καλύπτουν όχι μόνο τον κίνδυνο ρευστότητας που δημιουργείται από την αθέτηση υποχρέωσης των εκκαθαριστικών μελών αλλά και των παρόχων ρευστότητας, εξαιρουμένων των κεντρικών τραπεζών.

(55)

Για να διευκολυνθεί η πρόσβαση στην εκκαθάριση από μη χρηματοοικονομικές οντότητες που δεν κατέχουν επαρκή ποσά περιουσιακών στοιχείων υψηλής ρευστότητας, ιδίως εταιρειών ενέργειας υπό όρους που θα καθοριστούν από την ΕΑΚΑΑ, και για να διασφαλιστεί ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος λαμβάνει υπόψη τους όρους αυτούς κατά τον υπολογισμό της συνολικής έκθεσής του σε τράπεζα που είναι επίσης εκκαθαριστικό μέλος, οι δημόσιες τραπεζικές εγγυήσεις και οι εμπορικές τραπεζικές εγγυήσεις θα πρέπει να θεωρούνται επιλέξιμες εξασφαλίσεις. Κατά τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους οι εν λόγω εγγυήσεις μπορούν να γίνονται δεκτές ως ασφάλεια, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να επιτρέπει στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο να αποφασίζει το επίπεδο εξασφάλισης των εν λόγω εγγυήσεων με βάση την αξιολόγηση κινδύνου που διενεργεί, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας μη εξασφαλίσεων για τις εν λόγω εγγυήσεις, με την επιφύλαξη κατάλληλων ορίων συγκέντρωσης, απαιτήσεων πιστωτικής ποιότητας και αυστηρών απαιτήσεων κινδύνου δυσμενούς συσχέτισης. Επιπλέον, δεδομένου του προφίλ χαμηλού πιστωτικού κινδύνου που τις χαρακτηρίζει, θα πρέπει να διευκρινιστεί ρητά ότι οι δημόσιες εγγυήσεις είναι επίσης αποδεκτές ως ασφάλειες. Τέλος, ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θα πρέπει, κατά την αναθεώρηση του επιπέδου των συντελεστών αποκοπής που εφαρμόζει στα περιουσιακά στοιχεία που αποδέχεται ως ασφάλεια, να λαμβάνει υπόψη τυχόν πιθανές φιλοκυκλικές επιπτώσεις των εν λόγω αναθεωρήσεων.

(56)

Για να διευκολυνθεί η μεταφορά των θέσεων ενός πελάτη σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης εκκαθαριστικού μέλους, το εκκαθαριστικό μέλος που λαμβάνει τέτοιες θέσεις θα πρέπει να έχει στη διάθεσή του χρόνο για να συμμορφωθεί με ορισμένες απαιτήσεις που συνδέονται με την παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης πελατών. Ειδικότερα, και δεδομένου ότι η μεταβίβαση των θέσεων του πελάτη πραγματοποιείται υπό έκτακτες περιστάσεις και για σύντομο χρονικό διάστημα, το εκκαθαριστικό μέλος αποδέκτη θα πρέπει να έχει στη διάθεσή του τρεις μήνες για να αναλάβει και να ολοκληρώσει τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες βάσει του ενωσιακού δικαίου. Επιπλέον, και κατά περίπτωση, το εκκαθαριστικό μέλος αποδέκτη θα πρέπει επίσης να συμμορφωθεί με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για ανοίγματα εκκαθαριστικών μελών έναντι πελατών δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εντός περιόδου που συμφωνείται με την αρμόδια αρχή του και η οποία δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες. Η ημερομηνία έναρξης της εν λόγω τρίμηνης περιόδου θα πρέπει να είναι η ημερομηνία μεταφοράς των θέσεων του πελάτη από το εκκαθαριστικό μέλος που αθετεί υποχρέωση στο εκκαθαριστικό μέλος αποδέκτη.

(57)

Όσον αφορά την επικύρωση των αλλαγών στα μοντέλα και τις παραμέτρους των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, θα πρέπει να εισαχθούν τροποποιήσεις για την απλούστευση της διαδικασίας, προκειμένου να διευκολυνθεί η ικανότητα των κεντρικών αντισυμβαλλομένων να ανταποκρίνονται άμεσα στις εξελίξεις της αγοράς που ενδέχεται να απαιτούν τροποποιήσεις στα μοντέλα και τις παραμέτρους κινδύνου τους. Για να διασφαλιστεί η εποπτική σύγκλιση, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 θα πρέπει να προσδιορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον μια δεδομένη αλλαγή είναι σημαντική και η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, καλείται να βελτιώσει περαιτέρω τις εν λόγω προϋποθέσεις με τον καθορισμό ποσοτικών ορίων και ειδικών στοιχείων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Ειδικότερα, η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει να προσδιορίσει τα κριτήρια για τις αλλαγές που θα πρέπει να θεωρούνται σημαντικές, συμπεριλαμβανομένων των διαρθρωτικών στοιχείων των μοντέλων κινδύνου που θα πρέπει να περιλαμβάνονται στο πεδίο εφαρμογής των αλλαγών που θεωρούνται σημαντικές. Τα εν λόγω διαρθρωτικά στοιχεία των μοντέλων κινδύνου θα πρέπει να περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, τα εργαλεία κατά της φιλοκυκλικότητας που εφαρμόζουν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι. Όλες οι σημαντικές αλλαγές θα πρέπει να υπόκεινται σε πλήρη επικύρωση πριν από την έγκρισή τους. Όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εφαρμόζει και χρησιμοποιεί προηγουμένως επικυρωμένο μοντέλο ή εφαρμόζει μόνο ελάσσονες αλλαγές σε αυτό, όπως η προσαρμογή των παραμέτρων εντός εγκεκριμένου εύρους που αποτελεί μέρος του επικυρωμένου μοντέλου λόγω εξωτερικών παραγόντων, όπως αλλαγές στις τιμές στην αγορά, δεν θα πρέπει να θεωρείται μεταβολή του μοντέλου και, ως εκ τούτου, δεν χρειάζεται να επικυρωθεί.

(58)

Οι μη σημαντικές αλλαγές στα μοντέλα και τις παραμέτρους που δεν αυξάνουν τους κινδύνους για έναν κεντρικό αντισυμβαλλόμενο της Ένωσης θα πρέπει να μπορούν να εγκρίνονται ταχέως. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον στόχο της ύπαρξης ασφαλών και ανθεκτικών κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης, με παράλληλη οικοδόμηση ενός σύγχρονου και ανταγωνιστικού οικοσυστήματος εκκαθάρισης της Ένωσης, ικανού να προσελκύει επιχειρήσεις, θα πρέπει να θεσπιστεί ταχεία διαδικασία για μη σημαντικές αλλαγές στα μοντέλα και τις παραμέτρους, προκειμένου να περιοριστούν οι δυσκολίες και η αβεβαιότητα που υφίστανται επί του παρόντος στη διαδικασία εποπτικής επικύρωσης των εν λόγω αλλαγών. Όταν μια αλλαγή δεν είναι σημαντική, θα πρέπει να εφαρμόζεται ταχεία διαδικασία επικύρωσης. Η εν λόγω διαδικασία αποσκοπεί στη διευκόλυνση της ικανότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων να ανταποκρίνονται άμεσα στις εξελίξεις της αγοράς που ενδέχεται να απαιτούν τροποποιήσεις στα μοντέλα και τις παραμέτρους κινδύνου τους. Επομένως, η διαδικασία για την επικύρωση των εν λόγω αλλαγών στα μοντέλα και τις παραμέτρους κινδύνου θα πρέπει να απλουστευθεί.

(59)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 θα πρέπει να επανεξεταστεί το αργότερο πέντε έτη μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος τροποποιητικού κανονισμού, ώστε να δοθεί επαρκής χρόνος για την εφαρμογή των αλλαγών που εισάγονται με τον παρόντα τροποποιητικό κανονισμό. Παρότι θα πρέπει να πραγματοποιηθεί επανεξέταση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 στο σύνολό του, η επανεξέταση αυτή θα πρέπει να επικεντρωθεί στην αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα του εν λόγω κανονισμού όσον αφορά την επίτευξη των στόχων του, τη βελτίωση της αποδοτικότητας και της ασφάλειας των αγορών εκκαθάρισης της Ένωσης και τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας της Ένωσης. Στο πλαίσιο της επανεξέτασης θα πρέπει επίσης να εξεταστεί η ελκυστικότητα των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης, ο αντίκτυπος του παρόντος κανονισμού στην ενθάρρυνση της εκκαθάρισης στην Ένωση και ο βαθμός στον οποίο η ενισχυμένη αξιολόγηση και διαχείριση των διασυνοριακών κινδύνων έχει ωφελήσει την Ένωση.

(60)

Για να διασφαλιστεί η συνοχή μεταξύ του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1131 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (18) και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 και για να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα και η σταθερότητα της εσωτερικής αγοράς, είναι αναγκαίο να θεσπιστεί στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1131 ενιαίο σύνολο κανόνων για την αντιμετώπιση του κινδύνου αντισυμβαλλομένου στις συναλλαγές χρηματοοικονομικών παραγώγων που εκτελούνται από αμοιβαία κεφάλαια της χρηματαγοράς, όπου οι συναλλαγές έχουν εκκαθαριστεί από αδειοδοτημένο ή αναγνωρισμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Δεδομένου ότι οι ρυθμίσεις κεντρικής εκκαθάρισης μετριάζουν τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου που είναι εγγενής στις συμβάσεις χρηματοοικονομικών παραγώγων, είναι αναγκαίο να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσον ένα παράγωγο έχει εκκαθαριστεί κεντρικά από εγκεκριμένο ή αναγνωρισμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο κατά τον καθορισμό των εφαρμοστέων ορίων κινδύνου αντισυμβαλλομένου. Είναι επίσης αναγκαίο, για κανονιστικούς σκοπούς και σκοπούς εναρμόνισης, να αρθούν τα όρια κινδύνου αντισυμβαλλομένου μόνο όταν οι αντισυμβαλλόμενοι χρησιμοποιούν αδειοδοτημένους ή αναγνωρισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους για την παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης στα εκκαθαριστικά μέλη και στους πελάτες τους.

(61)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής εναρμόνιση των κανόνων που θεσπίζονται με τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να αναπτυχθούν τεχνικά πρότυπα. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να εγκρίνει ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που καταρτίζει η ΕΑΚΑΑ όσον αφορά τον περαιτέρω προσδιορισμό των εξής: την αξία των κατωφλίων εκκαθάρισης που εφαρμόζονται στις συνολικές θέσεις· τα στοιχεία και τις απαιτήσεις μιας διαδικασίας ΜΠΚ και για πάροχο υπηρεσιών ΜΠΚ· τα κριτήρια λειτουργίας και αντιπροσωπευτικότητας για την απαίτηση ενεργού λογαριασμού· τις λεπτομέρειες της σχετικής υποβολής εκθέσεων· το είδος των τελών και άλλων στοιχείων κόστους που θα πρέπει να γνωστοποιούνται στους πελάτες κατά την παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης· το περιεχόμενο των πληροφοριών που πρέπει να υποβάλλονται και τον βαθμό λεπτομέρειας των εν λόγω πληροφοριών για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών που αναγνωρίζονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012· τις λεπτομέρειες και το περιεχόμενο των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται από κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εγκατεστημένους στην Ένωση· το πεδίο εφαρμογής και τις λεπτομέρειες της υποβολής αναφορών από τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες της Ένωσης στις αρμόδιες αρχές τους σχετικά με τη δραστηριότητα εκκαθάρισής τους σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών και παράλληλα με την παροχή των μηχανισμών που ενεργοποιούν την επανεξέταση των τιμών των κατωφλίων εκκαθάρισης μετά από σημαντικές διακυμάνσεις των τιμών στην υποκείμενη κατηγορία εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, ώστε να επανεξεταστεί επίσης το πεδίο εφαρμογής της εξαίρεσης αντιστάθμισης και τα κατώφλια για την εφαρμογή της υποχρέωσης εκκαθάρισης· συστηματικά πρόδηλα σφάλματα της υποβολής εκθέσεων· τα έγγραφα και τις πληροφορίες που απαιτείται να υποβάλλουν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι κατά την υποβολή αίτησης για χορήγηση άδειας λειτουργίας ή για επέκταση της άδειας λειτουργίας· το είδος της επέκτασης που δεν θα είχε ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου και τη συχνότητα κοινοποίησης για τη χρήση της εξαίρεσης· τις προϋποθέσεις για τον προσδιορισμό του κατά πόσον εφαρμόζεται η ταχεία διαδικασία για την επέκταση της άδειας λειτουργίας και τη διαδικασία για την αναζήτηση στοιχείων από την ΕΑΚΑΑ και το σώμα· τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον καθορισμό των κριτηρίων αποδοχής ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου και κατά την αξιολόγηση της ικανότητας των μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων να πληρούν τις σχετικές απαιτήσεις· απαιτήσεις διαφάνειας· απαιτήσεις παροχής ασφαλείας· τις πτυχές της επικύρωσης του μοντέλου· και τις απαιτήσεις για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους όσον αφορά την επαρκή διαχείριση των κινδύνων που απορρέουν από τις ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας. Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα εν λόγω κανονιστικά τεχνικά πρότυπα μέσω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων δυνάμει του άρθρου 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

(62)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να εξουσιοδοτηθεί να εγκρίνει εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που καταρτίζει η ΕΑΚΑΑ όσον αφορά τον μορφότυπο της αναφοράς από τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες της Ένωσης στις αρμόδιες αρχές τους σχετικά με τη δραστηριότητα εκκαθάρισής τους σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών που αναγνωρίζονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, τα πρότυπα δεδομένων και τους μορφότυπους για την αναφορά πληροφοριών των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης στην ΕΑΚΑΑ, τον μορφότυπο των απαιτούμενων εγγράφων για τις αιτήσεις αδειοδότησης, για την επέκταση της άδειας λειτουργίας και για την επικύρωση αλλαγών στα υποδείγματα και τις παραμέτρους. Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα εν λόγω εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα μέσω εκτελεστικών πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 291 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

(63)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (19). Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(64)

Δεδομένου ότι οι στόχοι του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η αύξηση της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης, με τη βελτίωση της ελκυστικότητάς τους, με την ενθάρρυνση της εκκαθάρισης στην Ένωση και με την ενίσχυση της διασυνοριακής συνεκτίμησης των κινδύνων, δεν μπορούν να επιτευχθούν ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη, μπορούν όμως, εξαιτίας της κλίμακας και των επιπτώσεων της δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών.

(65)

Οι κανονισμοί (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και (ΕΕ) 2017/1131 θα πρέπει, επομένως, να τροποποιηθούν αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 1, η παράγραφος 3 διαγράφεται:

2)

Το άρθρο 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 3

Εντός ομίλου συναλλαγές

1.   Αναφορικά με μη χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο, η εντός ομίλου συναλλαγή είναι σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτεται με άλλο αντισυμβαλλόμενο ο οποίος αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου, εφόσον πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις:

α)

αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι περιλαμβάνονται στην ίδια ενοποίηση σε πλήρη βάση και υπόκεινται σε κατάλληλες κεντρικές διαδικασίες αξιολόγησης κινδύνων, μέτρησης και ελέγχου· και

β)

ο εν λόγω άλλος αντισυμβαλλόμενος είναι εγκατεστημένος στην Ένωση ή, εάν είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα, η εν λόγω τρίτη χώρα δεν προσδιορίζεται βάσει της παραγράφου 4 ή των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με την παράγραφο 5.

2.   Αναφορικά με χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο, η εντός ομίλου συναλλαγή είναι οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α)

σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτεται με άλλο αντισυμβαλλόμενο ο οποίος αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

ο χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος είναι εγκατεστημένος στην Ένωση ή, εάν είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα, η εν λόγω τρίτη χώρα δεν προσδιορίζεται βάσει της παραγράφου 4 ή των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με την παράγραφο 5·

ii)

ο άλλος αντισυμβαλλόμενος είναι χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος, εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, χρηματοοικονομικό ίδρυμα ή επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών που υπόκειται σε ενδεδειγμένες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας·

iii)

αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι περιλαμβάνονται στην ίδια ενοποίηση σε πλήρη βάση· και

iv)

αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι υπόκεινται σε διαδικασίες ενδεδειγμένης κεντρικής αξιολόγησης κινδύνων, μέτρησης και ελέγχου·

β)

σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτεται με άλλο αντισυμβαλλόμενο εφόσον αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι αποτελούν μέρος του ιδίου θεσμικού συστήματος προστασίας, που αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται ο όρος που προβλέπεται στο στοιχείο α) σημείο ii) της παρούσας παραγράφου·

γ)

σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτεται μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων που συνδέονται με τον ίδιο κεντρικό οργανισμό ή μεταξύ ενός τέτοιου πιστωτικού ιδρύματος και του κεντρικού οργανισμού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

δ)

σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συνάπτεται με μη χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο ο οποίος αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι στη σύμβαση παραγώγων περιλαμβάνονται στην ίδια ενοποίηση σε πλήρη βάση και υπόκεινται σε κατάλληλες κεντρικές διαδικασίες αξιολόγησης, μέτρησης και ελέγχου κινδύνου· και

ii)

ο μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος είναι εγκατεστημένος στην Ένωση ή, εάν είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα, η εν λόγω τρίτη χώρα δεν προσδιορίζεται βάσει της παραγράφου 4 ή των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με την παράγραφο 5.

3.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι αντισυμβαλλόμενοι θεωρείται ότι περιλαμβάνονται στην ίδια ενοποίηση όταν αμφότεροι οι αντισυμβαλλόμενοι είναι οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α)

περιλαμβάνονται σε ενοποίηση σύμφωνα με την οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1) ή με τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (ΔΠΧΑ) που έχουν εγκριθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 ή, σε σχέση με όμιλο του οποίου η μητρική επιχείρηση έχει την έδρα της σε τρίτη χώρα, σύμφωνα με γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές τρίτης χώρας που έχουν προσδιοριστεί ως ισοδύναμες με τα ΔΠΧΑ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1569/2007 (*2) (ή λογιστικά πρότυπα τρίτης χώρας των οποίων η χρήση επιτρέπεται σύμφωνα με το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού)· ή

β)

καλύπτονται από την ίδια ενοποιημένη εποπτεία σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ ή, σε σχέση με όμιλο του οποίου η μητρική επιχείρηση έχει την έδρα της σε τρίτη χώρα, την ίδια ενοποιημένη εποπτεία από αρμόδια αρχή τρίτης χώρας η οποία έχει ελεγχθεί ως ισοδύναμη με εκείνη που διέπεται από τις αρχές που ορίζονται στο άρθρο 127 της εν λόγω οδηγίας.

4.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι συναλλαγές με αντισυμβαλλομένους εγκατεστημένους σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες τρίτες χώρες δεν επωφελούνται από καμία από τις εξαιρέσεις για συναλλαγές εντός ομίλου:

α)

όταν η τρίτη χώρα είναι τρίτη χώρα υψηλού κινδύνου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 29 του κανονισμού (ΕΕ) 2024/1624 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*3)·

β)

όταν η τρίτη χώρα περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι των συμπερασμάτων του Συμβουλίου σχετικά με τον αναθεωρημένο ενωσιακό κατάλογο μη συνεργάσιμων περιοχών φορολογικής δικαιοδοσίας στην πλέον επικαιροποιημένη εκδοχή του.

5.   Κατά περίπτωση, λόγω ζητημάτων που έχουν εντοπιστεί στις νομικές και εποπτικές ρυθμίσεις και στις ρυθμίσεις επιβολής της νομοθεσίας τρίτης χώρας και όταν τα ζητήματα αυτά οδηγούν σε αυξημένους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένου του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου και του νομικού κινδύνου, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 82 για να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό προσδιορίζοντας τις τρίτες χώρες των οποίων οι οντότητες δεν επιτρέπεται να επωφελούνται από καμία από τις εξαιρέσεις για ενδοομιλικές συναλλαγές, παρά το γεγονός ότι οι εν λόγω τρίτες χώρες δεν είναι τρίτες χώρες όπως αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.

(*1)  Οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19)."

(*2)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1569/2007 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 2007, για την καθιέρωση μηχανισμού για τον προσδιορισμό της ισοδυναμίας των λογιστικών προτύπων που εφαρμόζουν οι εκδότες κινητών αξιών τρίτων χωρών βάσει των οδηγιών 2003/71/ΕΚ και 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L 340 της 22.12.2007, σ. 66)."

(*3)  Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1624 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2024, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L, 2024/1624, 19.6.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1624/oj).»."

3)

Στο άρθρο 4 παράγραφος 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η υποχρέωση εκκαθάρισης όλων των συμβάσεων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις που συνάπτονται στις καταστάσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) σημείο iv), μεταξύ, αφενός, ενός χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλομένου που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 4α παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο ή ενός μη χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλομένου που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 10 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο και, αφετέρου, ενός μηχανισμού συνταξιοδοτικών καθεστώτων που είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα και λειτουργεί σε εθνική βάση, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω οντότητα ή μηχανισμός έχει λάβει άδεια λειτουργίας, εποπτεύεται και έχει αναγνωριστεί βάσει του εθνικού δικαίου και εφόσον πρωταρχικός σκοπός του είναι η παροχή συνταξιοδοτικών παροχών και εξαιρείται από την υποχρέωση εκκαθάρισης δυνάμει του εν λόγω εθνικού δικαίου.».

4)

Το άρθρο 4α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 4α

Χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι υποκείμενοι σε υποχρέωση εκκαθάρισης

1.   Κάθε 12 μήνες, ο χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος που λαμβάνει θέσεις σε συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων μπορεί να υπολογίζει τις ακόλουθες θέσεις:

α)

τις μη εκκαθαρισμένες θέσεις του σύμφωνα με την παράγραφο 3 πρώτο εδάφιο·

β)

τις συνολικές μέσες θέσεις στο τέλος του μήνα σε εκκαθαριζόμενες και μη εκκαθαριζόμενες συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων για τους προηγούμενους 12 μήνες (“συνολικές θέσεις”) σύμφωνα με την παράγραφο 3 δεύτερο εδάφιο.

Όταν ένας χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος:

α)

δεν υπολογίζει τις μη εκκαθαρισμένες θέσεις του ή όταν το αποτέλεσμα του υπολογισμού των εν λόγω μη εκκαθαρισμένων θέσεων σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου υπερβαίνει οποιοδήποτε από τα κατώφλια εκκαθάρισης που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β)· ή

β)

δεν υπολογίζει τις συνολικές θέσεις του ή όταν το αποτέλεσμα του υπολογισμού των εν λόγω συνολικών θέσεων υπερβαίνει οποιοδήποτε από τα κατώφλια εκκαθάρισης που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου·

ο εν λόγω χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος:

i)

ενημερώνει για το γεγονός αυτό αμέσως την ΕΑΚΑΑ και τη σχετική αρμόδια αρχή·

ii)

καθορίζει ρυθμίσεις εκκαθάρισης εντός τεσσάρων μηνών από την ενημέρωση που αναφέρεται στο σημείο i) του παρόντος εδαφίου· και

iii)

υπόκειται στην υποχρέωση εκκαθάρισης που αναφέρεται στο άρθρο 4 για όλες τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων οι οποίες σχετίζονται με κάθε υποκείμενη στην υποχρέωση εκκαθάρισης κατηγορία εξωχρηματιστηριακών παραγώγων και συνάπτονται ή ανανεώνονται αφού παρέλθει διάστημα άνω των τεσσάρων μηνών από την ενημέρωση που αναφέρεται στο σημείο i) του παρόντος εδαφίου.

Ο χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να αναθέσει το καθήκον κοινοποίησης στην ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο σημείο i) σε οποιαδήποτε άλλη οντότητα εντός του ομίλου στον οποίο ανήκει ο εν λόγω χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος. Ο χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος παραμένει νομικά υπεύθυνος για τη διασφάλιση της εν λόγω κοινοποίησης στην ΕΑΚΑΑ.

2.   Χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος υποκείμενος στην υποχρέωση εκκαθάρισης που αναφέρεται στο άρθρο 4 ή στην υποχρέωση εκκαθάρισης σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου, εξακολουθεί να υπόκειται στην εν λόγω υποχρέωση εκκαθάρισης και συνεχίζει την εκκαθάριση έως ότου ο εν λόγω χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος αποδείξει στη σχετική αρμόδια αρχή ότι οι συνολικές θέσεις ή οι μη εκκαθαρισμένες θέσεις του δεν υπερβαίνουν το κατώφλι εκκαθάρισης που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου ή το άρθρο 10 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β).

Ο χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος είναι σε θέση να αποδείξει στην οικεία αρμόδια αρχή ότι ο υπολογισμός των συνολικών θέσεων ή των μη εκκαθαρισμένων θέσεων, κατά περίπτωση, δεν οδηγεί σε συστηματική υποεκτίμηση των εν λόγω συνολικών θέσεων ή μη εκκαθαρισμένων θέσεων.

3.   Κατά τον υπολογισμό των μη εκκαθαρισμένων θέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, ο χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος περιλαμβάνει όλες τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 ή έχουν αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 25, οι οποίες έχουν συναφθεί από τον εν λόγω χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο ή από άλλες οντότητες εντός του ομίλου στον οποίο ανήκει ο εν λόγω χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος.

Κατά τον υπολογισμό των συνολικών θέσεων, ο χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος περιλαμβάνει όλες τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που έχουν συναφθεί από τον εν λόγω χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο ή από άλλες οντότητες εντός του ομίλου στον οποίο ανήκει ο εν λόγω χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος.

Με την επιφύλαξη του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου, για τους ΟΣΕΚΑ και τους ΟΕΕ, οι μη εκκαθαρισμένες θέσεις και οι συνολικές θέσεις υπολογίζονται στο επίπεδο του κεφαλαίου.

Οι εταιρείες διαχείρισης ΟΣΕΚΑ που διαχειρίζονται περισσότερους από έναν ΟΣΕΚΑ και οι ΔΟΕΕ που διαχειρίζονται περισσότερους από έναν ΟΕΕ είναι σε θέση να αποδείξουν στην οικεία αρμόδια αρχή ότι ο υπολογισμός των θέσεων στο επίπεδο του οργανισμού δεν οδηγεί:

α)

σε συστηματική υποεκτίμηση των θέσεων κανενός εκ των οργανισμών που διαχειρίζονται ή των θέσεων του διαχειριστή· ή

β)

σε παράκαμψη της υποχρέωσης εκκαθάρισης.

Οι οικείες αρμόδιες αρχές του χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλομένου και των λοιπών οντοτήτων εντός του ομίλου καθορίζουν διαδικασίες συνεργασίας για την εξασφάλιση του αποτελεσματικού υπολογισμού των θέσεων σε επίπεδο ομίλου.

4.   Η ΕΑΚΑΑ, κατόπιν διαβούλευσης με το ΕΣΣΚ και άλλες σχετικές αρχές, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό της αξίας των κατωφλίων εκκαθάρισης που εφαρμόζονται στις συνολικές θέσεις, όπου είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της συνετής κάλυψης των χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων στο πλαίσιο της υποχρέωσης εκκαθάρισης.

Όταν η ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4α, επανεξετάζει τα κατώφλια εκκαθάρισης που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), επανεξετάζει επίσης το κατώφλι εκκαθάρισης που καθορίζεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο το αργότερο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό με την έκδοση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

5.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 10, ως “μη εκκαθαρισμένη θέση” νοείται η συνολική μέση θέση στο τέλος του μήνα για τους προηγούμενους 12 μήνες σε συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 ή έχει αναγνωριστεί βάσει του άρθρου 25.».

5)

Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 4β

Υπηρεσίες μετασυναλλακτικού περιορισμού του κινδύνου

1.   Με την επιφύλαξη των τεχνικών μείωσης του κινδύνου δυνάμει του άρθρου 11, η υποχρέωση εκκαθάρισης που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται σε σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που ξεκίνησε και συνάφθηκε ως αποτέλεσμα επιλέξιμης διαδικασίας μετασυναλλακτικού περιορισμού του κινδύνου (“συναλλαγή ΜΠΚ”) διενεργούμενης σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 4 του παρόντος άρθρου.

2.   Οι συναλλαγές ΜΠΚ εξαιρούνται από την υποχρέωση εκκαθάρισης που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 μόνον όταν:

α)

η οντότητα που εκτελεί τη διαδικασία ΜΠΚ (“πάροχος υπηρεσιών ΜΠΚ”) συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου· και

β)

κάθε συμμετέχων στη διαδικασία ΜΠΚ συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.

3.   Οι επιλέξιμες διαδικασίες ΜΠΚ:

α)

εκτελούνται από οντότητα που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και είναι ανεξάρτητη από τους αντισυμβαλλομένους στις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που περιλαμβάνονται στη διαδικασία ΜΠΚ·

β)

επιτυγχάνουν μείωση του κινδύνου σε καθένα από τα χαρτοφυλάκια που υποβάλλονται στη διαδικασία ΜΠΚ·

γ)

γίνονται πλήρως δεκτές ή απορρίπτονται στο σύνολό τους και, ως αποτέλεσμα, οι συμμετέχοντες στη διαδικασία δεν είναι σε θέση να επιλέγουν ποιες συναλλαγές θα εκτελούν στο πλαίσιο της διαδικασίας ΜΠΚ·

δ)

είναι ανοικτές για συμμετοχή μόνο στις οντότητες που είχαν υποβάλει αρχικά χαρτοφυλάκιο στη διαδικασία ΜΠΚ.

ε)

είναι ουδέτερες ως προς τον κίνδυνο αγοράς·

στ)

δεν συμβάλλουν στη διαμόρφωση των τιμών·

ζ)

λαμβάνουν τη μορφή συμπίεσης, επανεξισορρόπησης ή βελτιστοποίησης ή συνδυασμού αυτών·

η)

εκτελούνται σε διμερή ή πολυμερή βάση.

4.   Οι πάροχοι υπηρεσιών ΜΠΚ:

α)

συμμορφώνονται με τους προσυμφωνημένους κανόνες της διαδικασίας ΜΠΚ, συμπεριλαμβανομένων των μεθόδων και των αλγορίθμων σε εκ των προτέρων προγραμματισμένους κύκλους, και ενεργούν με εύλογο, διαφανή και αμερόληπτο τρόπο·

β)

διασφαλίζουν ότι οι οντότητες που συμμετέχουν σε διαδικασία ΜΠΚ δεν έχουν καμία επιρροή στο αποτέλεσμα της διαδικασίας ΜΠΚ·

γ)

διενεργούν τακτικές διαδικασίες συμπίεσης όταν οι διαδικασίες ΜΠΚ οδηγούν σε νέες συναλλαγές ΜΠΚ·

δ)

τηρούν πλήρη και ακριβή αρχεία όλων των συναλλαγών που εκτελούνται σύμφωνα με διαδικασία ΜΠΚ, συμπεριλαμβανομένων:

i)

πληροφοριών σχετικά με τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της διαδικασίας ΜΠΚ·

ii)

συναλλαγών που προκύπτουν από τη διαδικασία ΜΠΚ είτε ως τροποποιημένες είτε ως νέες συναλλαγές· και

iii)

της συνολικής μεταβολής του κινδύνου των διαφόρων χαρτοφυλακίων που περιλαμβάνονται στη διαδικασία ΜΠΚ·

ε)

κατόπιν αιτήματος, θέτουν αμελλητί στη διάθεση της σχετικής αρμόδιας αρχής και της ΕΑΚΑΑ τα αρχεία που αναφέρονται στο στοιχείο δ)· και

στ)

παρακολουθούν τις συναλλαγές που προκύπτουν από τη διαδικασία ΜΠΚ προκειμένου να διασφαλίσουν, στο μέτρο του δυνατού, ότι η διαδικασία ΜΠΚ δεν οδηγεί σε κατάχρηση ή καταστρατήγηση της υποχρέωσης εκκαθάρισης.

5.   Προκειμένου συναλλαγή ΜΠΚ που προκύπτει από διαδικασία ΜΠΚ εκτελούμενη από πάροχο υπηρεσιών ΜΠΚ να μπορεί να εξαιρεθεί από την υποχρέωση εκκαθάρισης σύμφωνα με την παράγραφο 1, η αρμόδια αρχή που έχει χορηγήσει άδεια στον εν λόγω πάροχο υπηρεσιών ΜΠΚ σύμφωνα με το άρθρο 7 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ προβαίνει αμελλητί στις ακόλουθες ενέργειες:

α)

κοινοποιεί το όνομα του παρόχου υπηρεσιών ΜΠΚ στην ΕΑΚΑΑ· και

β)

κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ την αξιολόγησή της σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο πάροχος υπηρεσιών ΜΠΚ συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4.

Η αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο επιβεβαιώνει στην ΕΑΚΑΑ, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, ότι ο πάροχος υπηρεσιών ΜΠΚ εξακολουθεί να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 ή ότι ο πάροχος υπηρεσιών ΜΠΚ δεν παρέχει πλέον υπηρεσίες ΜΠΚ, κατά περίπτωση.

Η ΕΑΚΑΑ διαβιβάζει τις πληροφορίες που λαμβάνει δυνάμει του πρώτου και του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου στις αρχές κάθε κράτους μέλους που διαθέτουν εποπτικές εξουσίες σε σχέση με την υποχρέωση εκκαθάρισης που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1.

Η αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου ενημερώνει αμελλητί την ΕΑΚΑΑ όταν ένας πάροχος υπηρεσιών ΜΠΚ δεν συμμορφώνεται πλέον με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4. Μετά την εν λόγω κοινοποίηση, η ΕΑΚΑΑ διαγράφει τον πάροχο υπηρεσιών ΜΠΚ από τον κατάλογο που αναφέρεται στο πέμπτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Από την ημερομηνία κατά την οποία ο πάροχος υπηρεσιών ΜΠΚ αφαιρέθηκε από τον εν λόγω κατάλογο, οι συναλλαγές ΜΠΚ που προκύπτουν από διαδικασίες ΜΠΚ εκτελούμενες από τον εν λόγω πάροχο υπηρεσιών ΜΠΚ δεν απαλλάσσονται πλέον από την υποχρέωση εκκαθάρισης σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει, σε ετήσια βάση, κατάλογο των παρόχων υπηρεσιών ΜΠΚ που κοινοποιούνται στην ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο στοιχείο α).

6.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των στοιχείων και των απαιτήσεων που καθορίζονται στις παραγράφους 3 και 4 και των ακόλουθων άλλων προϋποθέσεων ή χαρακτηριστικών των διαδικασιών ΜΠΚ:

α)

τι συνιστά ουδετερότητα ως προς τον κίνδυνο αγοράς σε μια διαδικασία ΜΠΚ·

β)

την απαιτούμενη μείωση κινδύνου στα υποβαλλόμενα χαρτοφυλάκια·

γ)

την πιθανή συμπερίληψη μεικτών χαρτοφυλακίων που περιέχουν τόσο εκκαθαρισμένες όσο και μη εκκαθαρισμένες συναλλαγές στην ίδια διαδικασία ΜΠΚ και τους όρους υπό τους οποίους θα επιτρεπόταν η εν λόγω συμπερίληψη·

δ)

απαιτήσεις για τη διαχείριση της διαδικασίας ΜΠΚ·

ε)

απαιτήσεις για διάφορους τύπους υπηρεσιών ΜΠΚ·

στ)

τη διαδικασία παρακολούθησης της εφαρμογής της χορηγούμενης εξαίρεσης· και

ζ)

τα κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζονται κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον η υποχρέωση εκκαθάρισης καταστρατηγείται.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

6)

Στο άρθρο 6 παράγραφος 2, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«ζ)

το ποσοστό, από το τέλος του ημερολογιακού έτους, των συμβάσεων παραγώγων που εκκαθαρίζονται σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 σε σύγκριση με τις συμβάσεις παραγώγων που εκκαθαρίζονται σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών που αναγνωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 25, οι οποίες παρουσιάζονται σε συγκεντρωτική βάση και ανά κατηγορία στοιχείων ενεργητικού.».

7)

Παρεμβάλλονται το ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 7α

Ενεργός λογαριασμός

1.   Χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι και μη χρηματοπιστωτικοί αντισυμβαλλόμενοι που υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης που αναφέρεται στο άρθρο 4α και στο άρθρο 10 στις 24 Δεκεμβρίου 2024, ή που υπόκεινται στην υποχρέωση εκκαθάρισης στη συνέχεια, και υπερβαίνουν το κατώφλι εκκαθάρισης σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες συμβάσεων παραγώγων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου, σε μεμονωμένη κατηγορία που απαριθμείται στην εν λόγω παράγραφο ή συνολικά σε όλες τις κατηγορίες που απαριθμούνται στην εν λόγω παράγραφο, διατηρούν, για εκείνες τις κατηγορίες συμβάσεων παραγώγων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου, τουλάχιστον έναν ενεργό λογαριασμό σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει του άρθρου 14, όταν οι υπηρεσίες εκκαθάρισης για τα σχετικά παράγωγα παρέχονται από τον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, και εκκαθαρίζουν τουλάχιστον αντιπροσωπευτικό αριθμό συναλλαγών στον εν λόγω ενεργό λογαριασμό.

Όταν ένας χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος ή ένας μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος υπόκειται στην υποχρέωση τήρησης ενεργού λογαριασμού σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, ο εν λόγω χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος ή ο μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος ενημερώνει σχετικά την ΕΑΚΑΑ και τη σχετική αρμόδια αρχή του και δημιουργεί τον εν λόγω ενεργό λογαριασμό εντός έξι μηνών από την υπαγωγή στην εν λόγω υποχρέωση.

2.   Κατά τον προσδιορισμό των υποχρεώσεών του σε σχέση με την παράγραφο 1, ένας αντισυμβαλλόμενος που ανήκει σε όμιλο υποκείμενο σε ενοποιημένη εποπτεία στην Ένωση λαμβάνει υπόψη όλες τις συμβάσεις παραγώγων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 οι οποίες εκκαθαρίζονται από τον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο ή από άλλες οντότητες εντός του ομίλου στον οποίο ανήκει ο εν λόγω αντισυμβαλλόμενος, με εξαίρεση τις ενδοομιλικές συναλλαγές.

3.   Οι αντισυμβαλλόμενοι που υπόκεινται στην υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο διασφαλίζουν ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

ο λογαριασμός είναι μόνιμα λειτουργικός, μεταξύ άλλων με νομική τεκμηρίωση, συνδεσιμότητα ΤΠ και εσωτερικές διαδικασίες που συνδέονται με τον λογαριασμό·

β)

ο αντισυμβαλλόμενος διαθέτει συστήματα και πόρους για να είναι λειτουργικά σε θέση να χρησιμοποιεί τον λογαριασμό, ακόμη και βραχυπρόθεσμα, για μεγάλους όγκους των συμβάσεων παραγώγων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου ανά πάσα στιγμή και για να είναι σε θέση να λαμβάνει, σε σύντομο χρονικό διάστημα, μεγάλη ροή συναλλαγών από θέσεις που κατέχονται σε υπηρεσία εκκαθάρισης ουσιώδους συστημικής σημασίας σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2γ·

γ)

όλες οι νέες συναλλαγές του αντίστοιχου αντισυμβαλλομένου στις συμβάσεις παραγώγων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 μπορούν να εκκαθαρίζονται στον λογαριασμό ανά πάσα στιγμή·

δ)

ο αντισυμβαλλόμενος εκκαθαρίζει στις συναλλαγές ενεργού λογαριασμού που είναι αντιπροσωπευτικές των συμβάσεων παραγώγων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου και εκκαθαρίζονται σε υπηρεσία εκκαθάρισης ουσιώδους συστημικής σημασίας σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2γ κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς.

4.   Η υποχρέωση αντιπροσωπευτικότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο δ) αξιολογείται σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

τις διάφορες κατηγορίες συμβάσεων παραγώγων·

β)

τη ληκτότητα των συναλλαγών·

γ)

τα μεγέθη των συναλλαγών.

Η υποχρέωση αντιπροσωπευτικότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο δ) δεν εφαρμόζεται σε αντισυμβαλλομένους με ανεξόφλητο ονομαστικό ποσό που εκκαθαρίζεται κάτω των 6 δισ. EUR στις συμβάσεις παραγώγων που αναφέρονται στην παράγραφο 6.

Η αξιολόγηση αντιπροσωπευτικότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο δ) γίνεται με βάση τα ακόλουθα κριτήρια: Για κάθε κατηγορία συμβάσεων παραγώγων, ο αριθμός των υποκατηγοριών προκύπτει από τον συνδυασμό των διαφορετικών μεγεθών συναλλαγών και των διαφορετικών διαστημάτων ληκτότητας.

Οι απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχεία α), β) και γ) πληρούνται από τον αντισυμβαλλόμενο εντός έξι μηνών από τη στιγμή που υπόκειται στην υποχρέωση που ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και ο εν λόγω αντισυμβαλλόμενος υποβάλλει τακτικά εκθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 7β. Οι απαιτήσεις υποβάλλονται τακτικά σε προσομοίωση ακραίων καταστάσεων τουλάχιστον μία φορά ετησίως.

Για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αντιπροσωπευτικότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο δ), οι αντισυμβαλλόμενοι εκκαθαρίζουν, κατά μέσο όρο, τουλάχιστον πέντε συναλλαγές σε καθεμία από τις σημαντικότερες υποκατηγορίες ανά κατηγορία συμβάσεων παραγώγων και ανά περίοδο αναφοράς που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 τρίτο εδάφιο. Όταν ο αριθμός των συναλλαγών που προκύπτει υπερβαίνει το ήμισυ των συνολικών συναλλαγών του εν λόγω αντισυμβαλλομένου για τους προηγούμενους 12 μήνες, η υποχρέωση αντιπροσωπευτικότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο δ) θεωρείται ότι έχει εκπληρωθεί όταν ο εν λόγω αντισυμβαλλόμενος εκκαθαρίζει τουλάχιστον μία από τις σημαντικότερες υποκατηγορίες ανά κατηγορία συμβάσεων παραγώγων ανά περίοδο αναφοράς.

Η υποχρέωση αντιπροσωπευτικότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο δ) δεν ισχύει για την παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης πελατών. Ο υπολογισμός του ονομαστικού όγκου εκκαθάρισης ενός αντισυμβαλλομένου που αναφέρεται στην παράγραφο 8 τέταρτο εδάφιο δεν περιλαμβάνει τις δραστηριότητες εκκαθάρισης πελατών του.

5.   Οι χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι και οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι που υπόκεινται στην υποχρέωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και εκκαθαρίζουν τουλάχιστον το 85 % των συμβάσεων παραγώγων τους που ανήκουν στις κατηγορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει του άρθρου 14 εξαιρούνται από τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχεία α), β) και γ) του παρόντος άρθρου, από την απαίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 τέταρτο εδάφιο του παρόντος άρθρου και από την πρόσθετη απαίτηση υποβολής αναφορών που αναφέρεται στο άρθρο 7β παράγραφος 2.

6.   Οι κατηγορίες συμβάσεων παραγώγων που υπόκεινται στην υποχρέωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι οποιεσδήποτε από τις ακόλουθες:

α)

παράγωγα επιτοκίων σε ευρώ ή πολωνικά ζλότι·

β)

παράγωγα επί βραχυπρόθεσμων επιτοκίων σε ευρώ.

7.   Όταν η ΕΑΚΑΑ διενεργεί αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2γ και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ορισμένες υπηρεσίες ή δραστηριότητες που παρέχονται από κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2 είναι ουσιώδους συστημικής σημασίας για την Ένωση ή ένα ή περισσότερα από τα κράτη μέλη της ή ότι υπηρεσίες ή δραστηριότητες που είχαν προηγουμένως χαρακτηριστεί από την ΕΑΚΑΑ ως ουσιώδους συστημικής σημασίας για την Ένωση ή ένα ή περισσότερα από τα κράτη μέλη της δεν είναι πλέον, μπορεί να τροποποιηθεί ο κατάλογος συμβάσεων που υπόκεινται στην υποχρέωση ενεργού λογαριασμού.

Για την τροποποίηση του καταλόγου των συμβάσεων που υπόκεινται σε υποχρεώσεις ενεργού λογαριασμού, η ΕΑΚΑΑ, κατόπιν διαβούλευσης με το ΕΣΣΚ και σε συμφωνία με τις κεντρικές τράπεζες έκδοσης, υποβάλλει στην Επιτροπή διεξοδική και ολοκληρωμένη ανάλυση κόστους-οφέλους, σύμφωνα με την ποσοτική τεχνική αξιολόγηση που ορίζεται στο άρθρο 25 παράγραφος 2γ πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), κατά περίπτωση, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων σε άλλα νομίσματα της Ένωσης, και αξιολογεί τις πιθανές επιπτώσεις της επέκτασης των υποχρεώσεων ενεργού λογαριασμού στα νέα είδη συμβάσεων, καθώς και γνώμη σε σχέση με την εν λόγω αξιολόγηση. Η συμφωνία των κεντρικών τραπεζών έκδοσης αφορά μόνο τις συμβάσεις που είναι εκφρασμένες στο νόμισμα που εκδίδουν.

Όταν η ΕΑΚΑΑ διενεργεί την αξιολόγηση και εκδίδει γνώμη που καταλήγει στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να τροποποιηθεί ο κατάλογος των συμβάσεων, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 82 για την τροποποίηση του καταλόγου των συμβάσεων παραγώγων σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

8.   Η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την ΕΑΤ, την ΕΑΑΕΣ και το ΕΣΣΚ και κατόπιν διαβούλευσης με το ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των απαιτήσεων της παραγράφου 3 στοιχεία α), β) και γ) του παρόντος άρθρου, των όρων των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων και των λεπτομερειών της υποβολής εκθέσεων σύμφωνα με το άρθρο 7β. Κατά την ανάπτυξη των εν λόγω ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη το μέγεθος των χαρτοφυλακίων των διαφόρων αντισυμβαλλομένων σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, ώστε οι αντισυμβαλλόμενοι με περισσότερες συναλλαγές στα χαρτοφυλάκιά τους να υπόκεινται σε αυστηρότερους όρους λειτουργίας και απαιτήσεις υποβολής αναφορών από τους αντισυμβαλλομένους με λιγότερες συναλλαγές.

Όσον αφορά την υποχρέωση αντιπροσωπευτικότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο δ), η ΕΑΚΑΑ προσδιορίζει τις διάφορες κατηγορίες συμβάσεων παραγώγων, με όριο τρεις κατηγορίες, τα διαφορετικά εύρη ληκτότητας, με όριο τέσσερα εύρη ληκτότητας, και τα διαφορετικά εύρη μεγέθους συναλλαγών, με όριο τρία εύρη μεγέθους συναλλαγών, ώστε να διασφαλίζεται η αντιπροσωπευτικότητα των συμβάσεων παραγώγων που πρόκειται να εκκαθαριστούν μέσω των ενεργών λογαριασμών.

Η ΕΑΚΑΑ ορίζει τον αριθμό, ο οποίος δεν υπερβαίνει τις πέντε, των πλέον συναφών υποκατηγοριών ανά κατηγορία συμβάσεων παραγώγων που πρέπει να αντιπροσωπεύονται στον ενεργό λογαριασμό. Οι σημαντικότερες υποκατηγορίες είναι εκείνες που περιέχουν τον μεγαλύτερο αριθμό συναλλαγών κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς.

Η ΕΑΚΑΑ ορίζει επίσης τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς, η οποία δεν είναι μικρότερη από έξι μήνες για τους αντισυμβαλλομένους με ανεξόφλητο ονομαστικό όγκο εκκαθάρισης μικρότερο από 100 δισ. EUR στις συμβάσεις παραγώγων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 και τουλάχιστον ενός μηνός για αντισυμβαλλομένους με ανεξόφλητο ονομαστικό όγκο εκκαθάρισης άνω των 100 δισ. EUR στις συμβάσεις παραγώγων που αναφέρονται στην παράγραφο 6.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο έως τις 25 Ιουνίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό με την έκδοση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

9.   Οι αρμόδιες αρχές παρακολουθούν και υπολογίζουν σε μια οντότητα, σε ομάδα και σε συγκεντρωτική μέση βάση το επίπεδο δραστηριότητας στις συμβάσεις παραγώγων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου και διαβιβάζουν τις πληροφορίες αυτές στον κοινό μηχανισμό παρακολούθησης.

Με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν και να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, όταν διαπιστώνεται ότι ένας χρηματοοικονομικός ή μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος παραβιάζει τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του παρόντος άρθρου, η αρμόδια αρχή του επιβάλλει, με απόφασή της, διοικητικές κυρώσεις ή περιοδικές χρηματικές ποινές ή ζητεί από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές να επιβάλουν κυρώσεις ή περιοδικές χρηματικές ποινές, προκειμένου να υποχρεώσει τον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο να θέσει τέλος στην παράβασή του.

Η περιοδική χρηματική ποινή που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο είναι αποτελεσματική και αναλογική και δεν υπερβαίνει κατ’ ανώτατο όριο το 3 % του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Επιβάλλεται για κάθε ημέρα καθυστέρησης και υπολογίζεται από την ημερομηνία που ορίζεται στην απόφαση επιβολής της περιοδικής χρηματικής ποινής.

Η περιοδική χρηματική ποινή που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο επιβάλλεται για μέγιστη περίοδο έξι μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης της αρμόδιας αρχής. Μετά τη λήξη της εν λόγω περιόδου, η αρμόδια αρχή επανεξετάζει το μέτρο και το παρατείνει, εάν είναι αναγκαίο.

10.   Έως τις 25 Ιουνίου 2026, η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ και το ΕΣΣΚ, και κατόπιν διαβούλευσης με τον κοινό μηχανισμό παρακολούθησης, αξιολογεί την αποτελεσματικότητα του παρόντος άρθρου όσον αφορά τον μετριασμό των κινδύνων χρηματοπιστωτικής σταθερότητας για την Ένωση που αντιπροσωπεύουν τα ανοίγματα των αντισυμβαλλομένων της Ένωσης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2 που προσφέρουν υπηρεσίες ουσιαστικής συστημικής σημασίας σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2γ.

Η ΕΑΚΑΑ συνοδεύει την αξιολόγηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο με έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή, η οποία περιλαμβάνει πλήρως αιτιολογημένη εκτίμηση επιπτώσεων σχετικά με τα συμπληρωματικά μέτρα, συμπεριλαμβανομένων ποσοτικών ορίων.

Ανεξάρτητα από την πρώτη παράγραφο, η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει την αξιολόγηση και τις συστάσεις της ανά πάσα στιγμή μετά την παραλαβή επίσημης κοινοποίησης από τον κοινό μηχανισμό παρακολούθησης, στην οποία αναφέρεται η πιθανή επέλευση κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα για την Ένωση ως αποτέλεσμα ειδικών περιστάσεων που ενεργοποιούν γεγονός με συστημικές επιπτώσεις.

Εντός έξι μηνών από την παραλαβή της έκθεσης της ΕΑΚΑΑ που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο, η Επιτροπή καταρτίζει τη δική της έκθεση, η οποία μπορεί να συνοδεύεται, κατά περίπτωση, από νομοθετική πρόταση.

Άρθρο 7β

Παρακολούθηση της υποχρέωσης τήρησης ενεργού λογαριασμού

1.   Ο χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος ή ο μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος που υπόκειται στην υποχρέωση που αναφέρεται στο άρθρο 7α υπολογίζει τις δραστηριότητές του και τα ανοίγματά του σε κίνδυνο στις κατηγορίες συμβάσεων παραγώγων που αναφέρονται στην παράγραφο 6 του εν λόγω άρθρου και υποβάλλει ανά εξάμηνο στην αρμόδια αρχή του τις πληροφορίες που απαιτούνται για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης με την εν λόγω υποχρέωση. Η αρμόδια αρχή διαβιβάζει αμελλητί τις εν λόγω πληροφορίες στην ΕΑΚΑΑ.

Οι αντισυμβαλλόμενοι που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου χρησιμοποιούν, κατά περίπτωση, τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 9. Η υποβολή εκθέσεων περιλαμβάνει επίσης απόδειξη στην αρμόδια αρχή ότι υπάρχουν η νομική τεκμηρίωση, η συνδεσιμότητα ΤΠ και οι εσωτερικές διαδικασίες που συνδέονται με τους ενεργούς λογαριασμούς.

2.   Οι χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι και οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι που υπόκεινται στην υποχρέωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, οι οποίοι τηρούν, για τις συμβάσεις παραγώγων που αναφέρονται στο άρθρο 7α παράγραφος 6, λογαριασμούς σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο κατηγορίας 2 επιπλέον των ενεργών λογαριασμών, υποβάλλουν επίσης ανά εξάμηνο στην αρμόδια αρχή τους πληροφορίες σχετικά με τους πόρους και τα συστήματα που διαθέτουν για να διασφαλίζουν ότι πληρούται η προϋπόθεση που αναφέρεται στο άρθρο 7α παράγραφος 3 στοιχείο β). Η αρμόδια αρχή διαβιβάζει αμελλητί τις εν λόγω πληροφορίες στην ΕΑΚΑΑ.

3.   Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου διασφαλίζουν ότι οι χρηματοοικονομικοί και μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι που υπόκεινται στην υποχρέωση που αναφέρεται στο άρθρο 7α λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την εκπλήρωση της εν λόγω υποχρέωσης, μεταξύ άλλων κάνοντας χρήση των εποπτικών εξουσιών τους δυνάμει της τομεακής νομοθεσίας τους, κατά περίπτωση, ή επιβάλλουν κυρώσεις, όπως αναφέρεται στο άρθρο 12, εφόσον απαιτείται. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν συχνότερη υποβολή αναφορών, ιδίως όταν, με βάση τις πληροφορίες που υποβάλλονται, έχουν ληφθεί ανεπαρκή μέτρα για την εκπλήρωση των απαιτήσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά τους ενεργούς λογαριασμούς.

Άρθρο 7γ

Πληροφορίες σχετικά με την παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης

1.   Τα εκκαθαριστικά μέλη και οι πελάτες που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης τόσο σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που έχει λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει του άρθρου 14 όσο και σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αναγνωρισμένο δυνάμει του άρθρου 25 ενημερώνουν τους πελάτες τους, όταν η προσφορά είναι διαθέσιμη, σχετικά με τη δυνατότητα εκκαθάρισης των συμβάσεών τους μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14.

2.   Ανεξάρτητα από το άρθρο 4 παράγραφος 3α, τα εκκαθαριστικά μέλη και οι πελάτες που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης σε πελάτες δημοσιοποιούν, με σαφή και κατανοητό τρόπο, για κάθε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο στον οποίο παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης, τα τέλη που χρεώνονται στους εν λόγω πελάτες για την παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης και τυχόν άλλα τέλη που χρεώνονται, συμπεριλαμβανομένων των τελών που χρεώνονται στους πελάτες, τα οποία μετακυλίουν το κόστος, καθώς και άλλες συναφείς δαπάνες που σχετίζονται με την παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης.

3.   Τα εκκαθαριστικά μέλη και οι πελάτες που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης παρέχουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1:

α)

όταν συνάπτουν σχέση εκκαθάρισης πελάτη με πελάτη· και

β)

τουλάχιστον σε τριμηνιαία βάση.

4.   Η ΕΑΚΑΑ, σε διαβούλευση με την ΕΑΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό του είδους των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο το αργότερο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 7δ

Πληροφορίες σχετικά με τη δραστηριότητα εκκαθάρισης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που αναγνωρίζονται δυνάμει του άρθρου 25

1.   Τα εκκαθαριστικά μέλη και οι πελάτες που εκκαθαρίζουν συμβάσεις μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου αναγνωρισμένου δυνάμει του άρθρου 25 αναφέρουν την εν λόγω δραστηριότητα εκκαθάρισης ως εξής:

α)

όταν είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση αλλά δεν ανήκουν σε όμιλο που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία στην Ένωση, υποβάλλουν έκθεση στις αρμόδιες αρχές τους·

β)

όταν ανήκουν σε όμιλο που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία στην Ένωση, η μητρική επιχείρηση του εν λόγω ομίλου στην Ένωση αναφέρει την εν λόγω δραστηριότητα εκκαθάρισης σε ενοποιημένη βάση στην αρμόδια αρχή της.

Οι εκθέσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο περιέχουν πληροφορίες σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της δραστηριότητας εκκαθάρισης στον αναγνωρισμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε ετήσια βάση και προσδιορίζουν:

α)

το είδος των εκκαθαριζόμενων χρηματοπιστωτικών ή μη χρηματοπιστωτικών μέσων·

β)

τις μέσες αξίες που εκκαθαρίζονται για διάστημα ενός έτους ανά νόμισμα της Ένωσης και ανά κατηγορία περιουσιακών στοιχείων·

γ)

το ποσό των συγκεντρωθέντων περιθωρίων ασφαλείας·

δ)

τις εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης· και

ε)

την υψηλότερη υποχρέωση πληρωμής.

Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν αμέσως τις πληροφορίες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο στην ΕΑΚΑΑ και στον κοινό μηχανισμό παρακολούθησης.

2.   Η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την ΕΑΤ, την ΕΑΑΕΣ και το ΕΣΣΚ και κατόπιν διαβούλευσης με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό του περιεχομένου των πληροφοριών που πρέπει να υποβάλλονται και του βαθμού λεπτομέρειας των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, λαμβάνοντας υπόψη τους υφιστάμενους διαύλους αναφοράς και τις πληροφορίες που έχει ήδη στη διάθεσή της η ΕΑΚΑΑ βάσει του υφιστάμενου πλαισίου αναφοράς, συμπεριλαμβανομένης της υποχρέωσης υποβολής εκθέσεων δυνάμει του άρθρου 9.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο το αργότερο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό με την έκδοση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

3.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό του μορφότυπου των πληροφοριών που πρέπει να υποβάλλονται στην αρμόδια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 1, λαμβάνοντας υπόψη τους υφιστάμενους διαύλους αναφοράς.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 7ε

Πληροφορίες σχετικά με τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης

1.   Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει του άρθρου 14 αναφέρουν στην ΕΑΚΑΑ σε μηνιαία βάση, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων που δημιουργείται από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 17γ (“κεντρική βάση δεδομένων”), τουλάχιστον τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τις αξίες και τους όγκους που εκκαθαρίζονται ανά νόμισμα και ανά κατηγορία στοιχείων ενεργητικού, συμπεριλαμβανομένης της αξίας των θέσεων που κατέχουν οι συμμετέχοντες στην εκκαθάριση·

β)

τις επενδύσεις του κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

γ)

το κεφάλαιο του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών ιδίων πόρων που χρησιμοποιούνται στις γραμμές άμυνας σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού και στο άρθρο 9 παράγραφος 14 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23·

δ)

τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας των εκκαθαριστικών μελών, τις εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης και τους συμβατικά δεσμευμένους πόρους στη διαχείριση αθέτησης υποχρέωσης ή στα σχέδια ανάκαμψης που αναφέρονται στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23·

ε)

την επάρκεια του περιθωρίου ασφαλείας και των εισφορών στο κεφάλαιο εκκαθάρισης και των πόρων άμυνας σε σχέση με τα άρθρα 41, 42 και 45·

στ)

τους διαθέσιμους ρευστοποιήσιμους πόρους του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και τα αποτελέσματα των δοκιμών προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων ρευστότητας·

ζ)

λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τα εκκαθαριστικά μέλη, τους πελάτες που κατέχουν ατομικά διαχωρισμένους λογαριασμούς, τα τρίτα μέρη που παρέχουν σημαντικές δραστηριότητες που συνδέονται με τη διαχείριση κινδύνου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, τους σημαντικούς παρόχους ρευστότητας που συνδέονται με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, καθώς και τους διαλειτουργικούς και συνδεδεμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους·

η)

κάθε αλλαγή που έχει εφαρμόσει άμεσα ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος σύμφωνα με το άρθρο 15α.

Τα μέλη του σώματος του κεντρικού αντισυμβαλλομένου που αναφέρεται στο άρθρο 18 έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.

2.   Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν περαιτέρω τις λεπτομέρειες και το περιεχόμενο των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται δυνάμει της παραγράφου 1.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο το αργότερο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό με την έκδοση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

3.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τα πρότυπα δεδομένων και τους μορφότυπους για τις πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 1.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

8)

Το άρθρο 9 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, μετά το πρώτο εδάφιο παρεμβάλλονται τα ακόλουθα εδάφια:

«Οι χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι, οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι και οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που υπόκεινται στην υποχρέωση αναφοράς θεσπίζουν κατάλληλες διαδικασίες και ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της ποιότητας των δεδομένων που υποβάλλουν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Όταν ένας μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος που αποτελεί μέρος ομίλου πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο και επωφελείται από την εξαίρεση που προβλέπεται στο πέμπτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η μητρική επιχείρηση του εν λόγω μη χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλομένου στην Ένωση αναφέρει τις καθαρές συνολικές θέσεις ανά κατηγορία παραγώγων του εν λόγω μη χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλομένου στην αρμόδια αρχή της σε εβδομαδιαία βάση. Για αντισυμβαλλόμενο εγκατεστημένο στην Ένωση, η αρμόδια αρχή της μητρικής επιχείρησης κοινοποιεί τις πληροφορίες στην ΕΑΚΑΑ και στην αρμόδια αρχή του εν λόγω αντισυμβαλλομένου.»

·

β)

στην παράγραφο 1α το τέταρτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

η εν λόγω οντότητα τρίτης χώρας θα θεωρούταν χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος αν ήταν εγκατεστημένη στην Ένωση· και»

·

ii)

το στοιχείο β) διαγράφεται·

γ)

η παράγραφος 1ε αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1ε.   Οι αντισυμβαλλόμενοι και οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που υποχρεούνται να αναφέρουν τα λεπτομερή στοιχεία των συμβάσεων παραγώγων διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω λεπτομερή στοιχεία αναφέρονται ορθά και χωρίς αλληλεπικαλύψεις, μεταξύ άλλων όταν η υποχρέωση αναφοράς έχει ανατεθεί σύμφωνα με την παράγραφο 1στ.»

·

δ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4α.   Έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025 η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την ΕΑΤ και την ΕΑΑΕΣ, καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 για τον περαιτέρω προσδιορισμό των διαδικασιών και των ρυθμίσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο.».

9)

Το άρθρο 10 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Κάθε 12 μήνες ο μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος που λαμβάνει θέσεις σε συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων μπορεί να υπολογίζει τις μη εκκαθαρισμένες θέσεις του σύμφωνα με την παράγραφο 3.»

·

ii)

στο δεύτερο εδάφιο, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Όταν ένας μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος δεν υπολογίζει τις μη εκκαθαρισμένες θέσεις του, ή όταν το αποτέλεσμα του υπολογισμού των εν λόγω μη εκκαθαρισμένων θέσεων σε σχέση με μία ή περισσότερες κατηγορίες εξωχρηματιστηριακών παραγώγων υπερβαίνει τα κατώφλια εκκαθάρισης που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β), ο εν λόγω μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος:»

·

β)

οι παράγραφοι 2 έως 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος υποκείμενος στην υποχρέωση εκκαθάρισης που αναφέρεται στο άρθρο 4 ή στην υποχρέωση εκκαθάρισης σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου εξακολουθεί να υπόκειται στην εν λόγω υποχρέωση και συνεχίζει την εκκαθάριση έως ότου ο εν λόγω μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος αποδείξει στη σχετική αρμόδια αρχή ότι η μη εκκαθαρισμένη θέση του δεν υπερβαίνει το κατώφλι εκκαθάρισης που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) του παρόντος άρθρου.

Ο μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος είναι σε θέση να αποδείξει στη σχετική αρμόδια αρχή ότι ο υπολογισμός της μη εκκαθαρισμένης θέσης δεν οδηγεί σε συστηματική υποεκτίμηση της εν λόγω θέσης.

3.   Κατά τον υπολογισμό των μη εκκαθαρισμένων θέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ο μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος περιλαμβάνει όλες τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου που έχει λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει του άρθρου 14 ή έχουν αναγνωριστεί δυνάμει του άρθρου 25 και έχουν συναφθεί από τον μη χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο και οι οποίες δεν είναι αντικειμενικά μετρήσιμες ότι μειώνουν τους κινδύνους που συνδέονται άμεσα με την εμπορική δραστηριότητα ή τη δραστηριότητα χρηματοδότησης ταμειακών διαθεσίμων του μη χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλομένου ή του ομίλου στον οποίο ανήκει ο εν λόγω μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος.

4.   Η ΕΑΚΑΑ, κατόπιν διαβούλευσης με το ΕΣΣΚ και άλλες αρμόδιες αρχές, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει:

α)

τα κριτήρια για να καθορίζεται ποιες συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων προσμετρώνται αντικειμενικά ως συμβάλλουσες στη μείωση των κινδύνων που συνδέονται άμεσα με την εμπορική δραστηριότητα ή τη δραστηριότητα χρηματοδότησης διαθεσίμων που αναφέρεται στην παράγραφο 3·

β)

τις τιμές των κατωφλίων εκκαθάρισης για μη εκκαθαρισμένες θέσεις, οι οποίες καθορίζονται λαμβάνοντας υπόψη τη μεθοδολογία υπολογισμού που ορίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 4α παράγραφος 3, τη συστημική σημασία του αθροίσματος των καθαρών θέσεων και ανοιγμάτων ανά αντισυμβαλλόμενο και ανά κατηγορία εξωχρηματιστηριακών παραγώγων· και

γ)

τους μηχανισμούς που ενεργοποιούν την επανεξέταση των τιμών των κατωφλίων εκκαθάρισης μετά από σημαντικές διακυμάνσεις των τιμών στην υποκείμενη κατηγορία εξωχρηματιστηριακών παραγώγων ή σημαντική αύξηση των κινδύνων χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο το αργότερο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4α.   Η ΕΑΚΑΑ, σε διαβούλευση με το ΕΣΣΚ, επανεξετάζει τα κατώφλια εκκαθάρισης που αναφέρονται στην παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 4α παράγραφος 4, λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, τη διασύνδεση των χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων και την ανάγκη να διασφαλιστεί η συνετή κάλυψη των χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων στο πλαίσιο της υποχρέωσης εκκαθάρισης. Η εν λόγω επανεξέταση διενεργείται τουλάχιστον ανά διετία, ή νωρίτερα, όταν είναι αναγκαίο ή όταν απαιτείται βάσει των μηχανισμών που θεσπίζονται δυνάμει της παραγράφου 4 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ). Ως αποτέλεσμα της εν λόγω επανεξέτασης, η ΕΑΚΑΑ μπορεί, στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που εγκρίνονται σύμφωνα με την παράγραφο 4, να προτείνει αλλαγές στα κατώτατα όρια που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) της εν λόγω παραγράφου. Κατά την επανεξέταση των κατωφλίων εκκαθάρισης, η ΕΑΚΑΑ εξετάζει κατά πόσον οι κατηγορίες εξωχρηματιστηριακών παραγώγων, για τις οποίες έχει καθοριστεί κατώφλι εκκαθάρισης, εξακολουθούν να είναι οι σχετικές κατηγορίες εξωχρηματιστηριακών παραγώγων ή εάν θα πρέπει να εισαχθούν νέες κατηγορίες.

Αυτή η περιοδική επανεξέταση συνοδεύεται από έκθεση της ΕΑΚΑΑ σχετικά με το θέμα.

4β.   Οι σχετικές αρμόδιες αρχές του μη χρηματοοικονομικού αντισυμβαλλομένου και των άλλων οντοτήτων εντός του ομίλου καθορίζουν διαδικασίες συνεργασίας για την εξασφάλιση του αποτελεσματικού υπολογισμού των θέσεων και την εκτίμηση και αξιολόγηση του επιπέδου έκθεσης σε συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων σε επίπεδο ομίλου.

5.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει μια αρχή που είναι υπεύθυνη για τη διασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων των μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Η εν λόγω αρχή, σε συνεργασία με τις αρχές που είναι αρμόδιες για τις άλλες οντότητες του ομίλου, υποβάλλει έκθεση στην ΕΑΚΑΑ τουλάχιστον ανά διετία, και συχνότερα όταν εντοπίζεται κατάσταση έκτακτης ανάγκης σύμφωνα με το άρθρο 24, σχετικά με το αποτέλεσμα της αξιολόγησης του επιπέδου έκθεσης σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα των μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων για τους οποίους είναι υπεύθυνη. Η αρχή που είναι υπεύθυνη για τη μητρική επιχείρηση του ομίλου στον οποίο ανήκει ο μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος υποβάλλει έκθεση στην ΕΑΚΑΑ, τουλάχιστον ανά διετία, σχετικά με το αποτέλεσμα της αξιολόγησης του επιπέδου έκθεσης σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα του ομίλου.

Τουλάχιστον ανά διετία από τις 24 Δεκεμβρίου 2024, η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τις δραστηριότητες των μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, προσδιορίζοντας τομείς στους οποίους υπάρχει έλλειψη σύγκλισης και συνοχής στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, καθώς και δυνητικοί κίνδυνοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης.».

10)

Το άρθρο 11 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος στον οποίο επιβάλλονται οι υποχρεώσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου θεσπίζει τις αναγκαίες ρυθμίσεις για τη συμμόρφωση με τις εν λόγω υποχρεώσεις εντός τεσσάρων μηνών από την κοινοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α). Ένας μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος εξαιρείται από τις εν λόγω υποχρεώσεις για συμβάσεις που συνάπτονται εντός τεσσάρων μηνών από την εν λόγω κοινοποίηση.»

·

β)

στην παράγραφο 3 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος υποκείμενος στις υποχρεώσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου θεσπίζει τις αναγκαίες ρυθμίσεις για τη συμμόρφωση με τις εν λόγω υποχρεώσεις εντός τεσσάρων μηνών από την κοινοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α). Ένας μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος εξαιρείται από τις εν λόγω υποχρεώσεις για συμβάσεις που συνάπτονται εντός τεσσάρων μηνών από την εν λόγω κοινοποίηση.

Οι χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι και οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 υποβάλλουν αίτηση για χορήγηση άδειας από τις αρμόδιες αρχές τους πριν από τη χρήση ή την έγκριση τροποποίησης υποδείγματος για τον υπολογισμό του αρχικού περιθωρίου ασφαλείας όσον αφορά τις διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Κατά την υποβολή αίτησης για χορήγηση άδειας λειτουργίας, οι εν λόγω αντισυμβαλλόμενοι παρέχουν στις αρμόδιες αρχές τους, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τις εν λόγω διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές χορηγούν ή αρνούνται την εν λόγω άδεια εντός έξι μηνών από την παραλαβή της αίτησης για νέο μοντέλο ή εντός τριών μηνών από την παραλαβή της αίτησης τροποποίησης ήδη εγκεκριμένου μοντέλου.

Όταν το υπόδειγμα που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου βασίζεται σε τυποποιημένο υπόδειγμα, ο αντισυμβαλλόμενος υποβάλλει αίτηση στην ΕΑΤ για την επικύρωση του εν λόγω υποδείγματος και παρέχει στην ΕΑΤ όλες τις σχετικές πληροφορίες που αναφέρονται στο εν λόγω εδάφιο μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων. Επιπλέον, ο αντισυμβαλλόμενος παρέχει στην ΕΑΤ τις πληροφορίες σχετικά με το ανεξόφλητο ονομαστικό ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 12α του παρόντος άρθρου μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.

Όταν το υπόδειγμα που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου βασίζεται σε τυποποιημένο υπόδειγμα, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να χορηγούν την άδεια μόνον εφόσον το τυποποιημένο υπόδειγμα έχει επικυρωθεί από την ΕΑΤ.

Η ΕΑΤ, σε συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ και την ΕΑΑΕΣ, μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις με σκοπό τη διασφάλιση της ενιαίας διαδικασίας εφαρμογής και αδειοδότησης των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνου που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»

·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3α.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, τα δικαιώματα προαίρεσης επί μεμονωμένων μετοχών και τα δικαιώματα προαίρεσης επί δείκτη μετοχών που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο εξαιρούνται προσωρινά από τις διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου που απαιτούν την έγκαιρη, ακριβή και κατάλληλα διαχωρισμένη ανταλλαγή ασφαλειών.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την ΕΑΤ και την ΕΑΑΕΣ, παρακολουθεί:

α)

κανονιστικές εξελίξεις σε δικαιοδοσίες τρίτων χωρών σε σχέση με την αντιμετώπιση των μεμονωμένων μετοχικών δικαιωμάτων προαίρεσης και των δικαιωμάτων προαίρεσης επί δείκτη μετοχών·

β)

τον αντίκτυπο της παρέκκλισης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών της· και

γ)

την ανάπτυξη ανοιγμάτων σε μεμονωμένα δικαιώματα προαίρεσης μετοχών και δικαιώματα προαίρεσης επί δείκτη μετοχών που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο.

Τουλάχιστον ανά τριετία από τις 24 Δεκεμβρίου 2024, η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την ΕΑΤ και την ΕΑΑΕΣ, υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή με τα πορίσματα της παρακολούθησής της που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο.

Εντός ενός έτους από την ημερομηνία παραλαβής της έκθεσης που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο, η Επιτροπή αξιολογεί κατά πόσον:

α)

οι διεθνείς εξελίξεις έχουν οδηγήσει σε μεγαλύτερη σύγκλιση στην αντιμετώπιση των μεμονωμένων μετοχικών δικαιωμάτων προαίρεσης και των δικαιωμάτων προαίρεσης επί δείκτη μετοχών· και

β)

η παρέκκλιση που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο θέτει σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων κρατών μελών της.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σύμφωνα με το άρθρο 82 για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού με την ανάκληση της παρέκκλισης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο μετά από περίοδο προσαρμογής. Η περίοδος προσαρμογής δεν υπερβαίνει τα δύο έτη.»

·

δ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«12α.   Η ΕΑΤ συγκροτεί κεντρικό τμήμα επικύρωσης για τα στοιχεία και τις γενικές πτυχές των άτυπων υποδειγμάτων, καθώς και των μεταβολών τους, που χρησιμοποιούνται ή πρόκειται να χρησιμοποιηθούν από τους χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους και τους μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους που αναφέρονται στο άρθρο 10 με σκοπό τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Η ΕΑΤ συλλέγει ανατροφοδότηση από την ΕΑΚΑΑ, την ΕΑΑΕΣ και τις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των αντισυμβαλλομένων χρησιμοποιώντας τα τυποποιημένα υποδείγματα που υπόκεινται σε επικύρωση, μεταξύ άλλων σχετικά με την απόδοση των εν λόγω τυποποιημένων υποδειγμάτων, και συντονίζει τις απόψεις τους με στόχο την επίτευξη συναίνεσης σχετικά με τα στοιχεία και τις γενικές πτυχές των τυποποιημένων υποδειγμάτων. Η ΕΑΤ αποτελεί το κύριο σημείο επαφής για συζητήσεις με τους συμμετέχοντες στην αγορά και τους φορείς ανάπτυξης των εν λόγω τυποποιημένων μοντέλων.

Στο πλαίσιο του ρόλου της ως κεντρικού επικυρωτή, η ΕΑΤ επικυρώνει τα στοιχεία και τις γενικές πτυχές των εν λόγω τυποποιημένων υποδειγμάτων, συμπεριλαμβανομένων της βαθμονόμησης, του σχεδιασμού και της κάλυψης των μέσων, των κατηγοριών στοιχείων ενεργητικού και των παραγόντων κινδύνου. Η ΕΑΤ χορηγεί ή αρνείται την επικύρωση αυτή εντός έξι μηνών από την παραλαβή της αίτησης επικύρωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 3 τέταρτο εδάφιο, για νέο τυποποιημένο υπόδειγμα και εντός τριών μηνών από την παραλαβή της αίτησης για αλλαγή σε ήδη επικυρωμένο μοντέλο. Για να διευκολυνθεί το έργο επικύρωσης της ΕΑΤ, οι φορείς ανάπτυξης τυποποιημένων υποδειγμάτων υποβάλλουν στην ΕΑΤ, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΤ, όλες τις απαραίτητες πληροφορίες και τεκμηρίωση.

Η ΕΑΤ επικουρεί τις αρμόδιες αρχές στις διαδικασίες αδειοδότησης που εφαρμόζουν όσον αφορά τις γενικές πτυχές της εφαρμογής των υποδειγμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 3. Για τον σκοπό αυτόν, η ΕΑΤ καταρτίζει ετήσια έκθεση σχετικά με τις σχετικές πτυχές των εργασιών επικύρωσης, συμπεριλαμβανομένης της επαλήθευσης της βαθμονόμησης των υποδειγμάτων σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου και της ανάλυσης των ζητημάτων που αναφέρονται. Όταν το κρίνει αναγκαίο, η ΕΑΤ εκδίδει, σε συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ και την ΕΑΑΕΣ, συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 προς τις εν λόγω αρμόδιες αρχές. Προκειμένου να συνδράμουν την ΕΑΤ στη σύνταξη των εκθέσεων και των συστάσεων, οι αρμόδιες αρχές παρέχουν στην ΕΑΤ, κατόπιν αιτήματός της, τις πληροφορίες που συλλέγονται κατά τη διάρκεια της αρχικής και της εν εξελίξει διαδικασίας αδειοδότησης σε επίπεδο οντότητας των υποδειγμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 3, ή τις αλλαγές τους.

Οι αρμόδιες αρχές είναι αποκλειστικά υπεύθυνες για την έγκριση της χρήσης των μοντέλων της παραγράφου 3, ή αλλαγών σε αυτά, σε επίπεδο εποπτευόμενης οντότητας.

Η ΕΑΤ χρεώνει ετήσιο τέλος, σύμφωνα με το τυποποιημένο υπόδειγμα, στους χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους και στους μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1, χρησιμοποιώντας τα τυποποιημένα υποδείγματα που επικυρώνει η ΕΑΤ σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Οι αρμόδιες αρχές αναφέρουν στην ΕΑΤ τους χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους και τους μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους που εφαρμόζουν υποδείγματα τα οποία υπόκεινται στη διαδικασία επικύρωσης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. Το τέλος είναι ανάλογο προς το μηνιαίο μέσο ανεξόφλητο ονομαστικό ποσό των μη κεντρικώς εκκαθαριζόμενων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων κατά τους τελευταίους 12 μήνες των οικείων αντισυμβαλλομένων με τη χρήση τυποποιημένων υποδειγμάτων επικυρωμένων από την ΕΑΤ και αποδίδεται για την κάλυψη όλων των δαπανών στις οποίες υποβάλλεται η ΕΑΤ για την εκτέλεση των καθηκόντων της σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως “τυποποιημένο μοντέλο” νοείται ένα μοντέλο αρχικού περιθωρίου που θεσπίζεται, δημοσιεύεται και αναθεωρείται μέσω πρωτοβουλιών που καθοδηγούνται από την αγορά.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 82, που συμπληρώνουν τον παρόντα κανονισμό καθορίζοντας:

α)

τη μέθοδο για τον καθορισμό του ύψους των τελών· και

β)

τις λεπτομέρειες καταβολής των τελών.»

·

ε)

η παράγραφος 15 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο πρώτο εδάφιο, το στοιχείο αα) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«αα)

τις εποπτικές διαδικασίες για τη διασφάλιση της αρχικής και συνεχούς επικύρωσης των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνου που αναφέρονται στην παράγραφο 3, οι οποίες εφαρμόζονται από πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ και επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με την οδηγία 2014/65/ΕΕ και έχουν ή ανήκουν σε όμιλο που διαθέτει μηνιαίο μέσο ανεξόφλητο ονομαστικό ποσό μη κεντρικώς εκκαθαριζόμενων εξωχρηματιστηριακών παραγώγων ύψους τουλάχιστον 750 δισ. EUR, υπολογιζόμενο σύμφωνα με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που θα αναπτύξουν οι ΕΕΑ σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο.»

·

ii)

το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΤ, σε συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ, υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο αα) έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.».

11)

Το άρθρο 12 τροποποιείται ως εξής:

α)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου και του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν και να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, η αρμόδια αρχή επιβάλλει, με απόφαση, διοικητικές κυρώσεις ή περιοδικές χρηματικές ποινές ή ζητεί από τις αρμόδιες δικαστικές αρχές να επιβάλλουν κυρώσεις ή περιοδικές χρηματικές ποινές, στις οντότητες που υπόκεινται στην υποχρέωση υποβολής εκθέσεων σύμφωνα με το άρθρο 9, όταν τα στοιχεία που αναφέρονται επανειλημμένα περιέχουν συστηματικά πρόδηλα σφάλματα.

Η περιοδική χρηματική ποινή που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν υπερβαίνει κατ’ ανώτατο όριο το 1 % του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών για το προηγούμενο οικονομικό έτος, τον οποίο, σε περίπτωση συνεχιζόμενης παράβασης, η οντότητα υποχρεούται να καταβάλει για κάθε ημέρα συνέχισης της παράβασης, έως ότου πραγματοποιηθεί ή αποκατασταθεί η συμμόρφωση με την υποχρέωση. Η περιοδική χρηματική ποινή μπορεί να επιβληθεί για χρονικό διάστημα έως έξι μηνών από την ημερομηνία που ορίζεται στην απόφαση της αρμόδιας αρχής με την οποία ζητείται η παύση της παράβασης και επιβάλλεται η περιοδική χρηματική ποινή.»

·

β)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«4.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 1α, όταν το νομικό σύστημα κράτους μέλους δεν προβλέπει επιβολή διοικητικών κυρώσεων, το παρόν άρθρο μπορεί να εφαρμόζεται κατά τρόπο ώστε η διαδικασία επιβολής κυρώσεων να κινείται από την αρμόδια αρχή και να επιβάλλεται από δικαστική αρχή, με την ταυτόχρονη διασφάλιση ότι τα εν λόγω ένδικα βοηθήματα είναι αποτελεσματικά και έχουν ισοδύναμο αποτέλεσμα με τις διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται από τις αρμόδιες αρχές. Σε κάθε περίπτωση, οι κυρώσεις που επιβάλλονται είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα εν λόγω κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις διατάξεις των οικείων νόμων που θεσπίζουν σύμφωνα με την παρούσα παράγραφο, έως τις 24 Δεκεμβρίου 2024 και, χωρίς καθυστέρηση, κάθε μεταγενέστερο τροποποιητικό νόμο ή τροποποίηση που τις επηρεάζει.

5.   Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ, την ΕΑΑΕΣ και την ΕΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να διευκρινίσει τι συνιστά συστηματικό πρόδηλο σφάλμα, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1α.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο το αργότερο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

12)

Το άρθρο 13 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 13

Μηχανισμός για την αποφυγή αλληλεπικαλυπτόμενων ή αλληλοσυγκρουόμενων κανόνων όσον αφορά συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από τις ΕΕΑ κατά την παρακολούθηση της διεθνούς εφαρμογής των αρχών που ορίζονται στο άρθρο 11, ιδίως όσον αφορά πιθανές αλληλεπικαλυπτόμενες ή αντικρουόμενες απαιτήσεις για τους συμμετέχοντες στην αγορά, και συνιστά πιθανή δράση.

2.   Η Επιτροπή δύναται να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με τις οποίες δηλώνει ότι οι νομοθετικές και εποπτικές ρυθμίσεις καθώς και οι ρυθμίσεις επιβολής της νομοθεσίας τρίτης χώρας:

α)

ισοδυναμούν με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 11·

β)

εξασφαλίζουν προστασία του επαγγελματικού απορρήτου ισοδύναμη με εκείνη που ορίζεται στο άρθρο 83· και

γ)

εφαρμόζονται και επιβάλλονται αποτελεσματικά και με δίκαιο και μη στρεβλωτικό τρόπο ώστε να εξασφαλίζουν την αποτελεσματική εποπτεία και εφαρμογή των κανόνων στην εν λόγω τρίτη χώρα.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 86 παράγραφος 2.

3.   Εκτελεστική πράξη για την ισοδυναμία, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2, συνεπάγεται ότι οι αντισυμβαλλόμενοι που συνάπτουν σύμβαση εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζεται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό θεωρείται ότι έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στο άρθρο 11, όταν τουλάχιστον ένας από τους αντισυμβαλλομένους υπόκειται στις απαιτήσεις που θεωρούνται ισοδύναμες δυνάμει της εν λόγω εκτελεστικής πράξης περί ισοδυναμίας.».

13)

Το άρθρο 14 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 χορηγείται για υπηρεσίες και δραστηριότητες που συνδέονται με την εκκαθάριση και προσδιορίζει τις υπηρεσίες ή τις δραστηριότητες για τις οποίες ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει λάβει άδεια να παρέχει ή να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης, συμπεριλαμβανομένων των κατηγοριών παραγώγων, κινητών αξιών, άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων ή μη χρηματοπιστωτικών μέσων που καλύπτονται από την εν λόγω άδεια.

Η οντότητα που υποβάλλει αίτηση για άδεια λειτουργίας κεντρικού αντισυμβαλλομένου για την εκκαθάριση χρηματοπιστωτικών μέσων περιλαμβάνει στην αίτησή της τις κατηγορίες μη χρηματοοικονομικών μέσων κατάλληλων για εκκαθάριση που προτίθεται να εκκαθαρίσει ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος.»

·

β)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«6.   Για να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων τα οποία προσδιορίζουν τον κατάλογο των απαιτούμενων εγγράφων που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση χορήγησης άδειας λειτουργίας όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, καθώς και τις πληροφορίες που πρέπει να περιέχουν τα εν λόγω έγγραφα με σκοπό να αποδειχθεί ότι ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται με όλες τις σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο το αργότερο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

7.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τον ηλεκτρονικό μορφότυπο της αίτησης αδειοδότησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η οποία υποβάλλεται στην κεντρική βάση δεδομένων.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο το αργότερο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

14)

Το άρθρο 15 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που προτίθεται να επεκτείνει τις δραστηριότητές του σε πρόσθετες υπηρεσίες ή δραστηριότητες, μεταξύ άλλων σε μη χρηματοπιστωτικά μέσα κατάλληλα για κεντρική εκκαθάριση σε αδειοδοτημένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, που δεν καλύπτονται από την υφιστάμενη άδεια, υποβάλλει αίτηση για επέκταση της εν λόγω άδειας σε πρόσθετες υπηρεσίες ή δραστηριότητες εκκαθάρισης σε μία ή περισσότερες κατηγορίες παραγώγων, κινητών αξιών, άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων ή μη χρηματοπιστωτικών μέσων, στην αρμόδια αρχή του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκτός εάν η εν λόγω επέκταση δραστηριοτήτων ή υπηρεσιών εξαιρείται από τη χορήγηση άδειας σύμφωνα με το άρθρο 15α.

Η επέκταση της άδειας πραγματοποιείται σύμφωνα είτε με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 17 είτε με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 17α, κατά περίπτωση.»

·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τους καταλόγους των απαιτούμενων εγγράφων που συνοδεύουν την αίτηση επέκτασης της άδειας λειτουργίας σύμφωνα με την παράγραφο 1 και να προσδιορίσει τις πληροφορίες που περιέχουν τα εν λόγω έγγραφα. Οι κατάλογοι των απαιτούμενων εγγράφων και πληροφοριών είναι συναφείς και αναλογικοί προς τη φύση της επέκτασης των διαδικασιών αδειοδότησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1, με σκοπό να αποδειχθεί ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πληροί όλες τις σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο το αργότερο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»

·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τον ηλεκτρονικό μορφότυπο της αίτησης επέκτασης της άδειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η οποία υποβάλλεται μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο το αργότερο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

15)

Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 15α

Εξαίρεση από την άδεια επέκτασης υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων εκκαθάρισης

1.   Ανεξάρτητα από το άρθρο 15, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που προτίθεται να επεκτείνει τις δραστηριότητές του ώστε να συμπεριλάβει πρόσθετη υπηρεσία ή δραστηριότητα που δεν καλύπτεται από την υφιστάμενη άδεια λειτουργίας του δεν απαιτείται να λάβει άδεια για την εν λόγω επέκταση, όταν η εν λόγω πρόσθετη υπηρεσία ή δραστηριότητα δεν θα είχε ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ενημερώνει τους εγγεγραμμένους αποδέκτες μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων όταν αποφασίζει να κάνει χρήση της εξαίρεσης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, συμπεριλαμβανομένης της υπηρεσίας ή της δραστηριότητας που προτίθεται να παράσχει.

Οι αλλαγές που εφαρμόζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το παρόν άρθρο υπόκεινται σε επανεξέταση και αξιολόγηση σύμφωνα με το άρθρο 21.

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να επανεξετάσει την παροχή υπηρεσιών και δραστηριοτήτων εκκαθάρισης και να υποβάλει έκθεση στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 και στην Επιτροπή σχετικά με τους κινδύνους που απορρέουν από την παροχή υπηρεσιών και δραστηριοτήτων από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους σύμφωνα με το παρόν άρθρο και σχετικά με την καταλληλότητά τους.

2.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθοριστούν περαιτέρω τα κατωτέρω:

α)

το είδος επέκτασης των υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων εκκαθάρισης που δεν θα είχαν ουσιώδη αντίκτυπο στο προφίλ κινδύνου ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου· και

β)

τη συχνότητα με την οποία ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κοινοποιεί τη χρήση της εξαίρεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η οποία δεν υπερβαίνει τη μία φορά ανά τρίμηνο.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό με την έκδοση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

16)

Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1 έως 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υποβάλλει αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 14 παράγραφος 1, ή αίτηση για επέκταση υπάρχουσας άδειας λειτουργίας του, όπως αναφέρεται στο άρθρο 15 παράγραφος 1, σε ηλεκτρονική μορφή μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων που αναφέρεται στην παράγραφο 7. Η αίτηση κοινοποιείται αμέσως μέσω της εν λόγω κεντρικής βάσης δεδομένων στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18.

Ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να αποδειχθεί ότι αυτός έχει προβεί, κατά τη στιγμή χορήγησης της αρχικής άδειας λειτουργίας, σε όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. Όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υποβάλλει αίτηση για επέκταση υπάρχουσας άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 15, παρέχει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να αποδείξει ότι, κατά τον χρόνο χορήγησης της εν λόγω επέκτασης, θα έχει θεσπίσει όλες τις πρόσθετες ρυθμίσεις για την εκπλήρωση τυχόν απαιτήσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό όσον αφορά την εν λόγω επέκταση.

Σύμφωνα με το άρθρο 17γ, αποστέλλεται απόδειξη παραλαβής της αίτησης μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων εντός δύο εργάσιμων ημερών από την υποβολή της εν λόγω αίτησης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

2.   Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, μετά την απόδειξη παραλαβής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 τρίτο εδάφιο, κοινοποιεί στον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αν η αίτηση περιέχει τα απαιτούμενα έγγραφα και πληροφορίες.

Η κοινοποίηση αποστέλλεται εντός:

α)

20 εργάσιμων ημερών από την απόδειξη παραλαβής, εάν ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει υποβάλει αίτηση για άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1· ή

β)

10 εργάσιμων ημερών από την απόδειξη παραλαβής, εάν ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει υποβάλει αίτηση για επέκταση υφιστάμενης άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1.

Εάν, κατά τη διάρκεια της εφαρμοστέας περιόδου που ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή αποφασίσει ότι δεν έχουν υποβληθεί όλα τα έγγραφα ή οι πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 6 και 7 ή το άρθρο 15 παράγραφος 3 και 4, ζητεί από τον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο να υποβάλει τα εν λόγω πρόσθετα έγγραφα ή πληροφορίες, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων. Η αίτηση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ή η αίτηση επέκτασης της άδειας λειτουργίας απορρίπτεται εάν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή αποφασίσει ότι ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν συμμορφώθηκε με οποιοδήποτε τέτοιο αίτημα. Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ενημερώνει σχετικά τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.

3.   Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή διενεργεί αξιολόγηση κινδύνου όσον αφορά τη συμμόρφωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις σχετικές απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό εντός της περιόδου που ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο (“περίοδος αξιολόγησης κινδύνου”).

Η εν λόγω εκτίμηση επικινδυνότητας διενεργείται μέσα σε:

α)

80 εργάσιμες ημέρες από την επιβεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α), όταν υποβάλλεται αίτηση δυνάμει του άρθρου 14 παράγραφος 1· ή

β)

40 εργάσιμες ημέρες από την επιβεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β), όταν υποβάλλεται αίτηση δυνάμει του άρθρου 15 παράγραφος 1.

Έως το τέλος της περιόδου αξιολόγησης κινδύνου, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή υποβάλλει το σχέδιο απόφασης και έκθεσής της στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.

Μετά την παραλαβή του σχεδίου απόφασης και της έκθεσης που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, και με βάση τα πορίσματά του, το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 εκδίδει, εντός 15 εργάσιμων ημερών, γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 19, στην οποία καθορίζει κατά πόσον ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό και το διαβιβάζει στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και στην ΕΑΚΑΑ σε ηλεκτρονική μορφή μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.

Το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 μπορεί να περιλαμβάνει στη γνώμη του τυχόν όρους ή συστάσεις που θεωρεί αναγκαίες για τον μετριασμό τυχόν ελλείψεων στη διαχείριση κινδύνων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

Μετά την παραλαβή του σχεδίου απόφασης και της έκθεσης που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η ΕΑΚΑΑ εκδίδει, εντός 15 εργάσιμων ημερών, γνώμη στην οποία προσδιορίζεται κατά πόσον ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό σύμφωνα με το άρθρο 23α παράγραφος 1 στοιχείο ε), το άρθρο 23α παράγραφος 2 και το άρθρο 24α παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο βγ), και τη διαβιβάζει στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18.

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να συμπεριλάβει στη γνώμη της οποιουσδήποτε όρους ή συστάσεις θεωρεί ότι χρειάζονται για τον μετριασμό τυχόν ελλείψεων στη διαχείριση κινδύνων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, σε σχέση με διαπιστωθέντες διασυνοριακούς κινδύνους ή κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης.

3α.   Με την επιφύλαξη της γνώμης που αναφέρεται στην παράγραφο 3 έκτο εδάφιο του παρόντος άρθρου, μετά την παραλαβή του σχεδίου απόφασης και της έκθεσης που αναφέρεται στην παράγραφο 3 τρίτο εδάφιο του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ μπορεί επίσης να γνωμοδοτεί στην αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 23α και το άρθρο 24α παράγραφος 7 σχετικά με το εν λόγω σχέδιο απόφασης, όταν είναι αναγκαίο για την προώθηση της συνεπούς και συνεκτικής εφαρμογής σχετικού άρθρου, εντός 15 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή του σχεδίου απόφασης.

Όταν το σχέδιο απόφασης που υποβάλλεται στην ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με την παράγραφο 3 παρουσιάζει έλλειψη σύγκλισης ή συνοχής ως προς την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η ΕΑΚΑΑ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις για να προωθήσει την απαραίτητη συνέπεια ή συνοχή στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Οι εγκριθείσες γνώμες της ΕΑΚΑΑ και του σώματος που αναφέρονται στο άρθρο 18 υποβάλλονται σε ηλεκτρονική μορφή μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, στους αντίστοιχους αποδέκτες.

3β.   Κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης κινδύνου, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων:

α)

μπορεί να υποβάλλει ερωτήσεις στον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και να ζητεί συμπληρωματικές πληροφορίες από αυτόν·

β)

συντονίζει και υποβάλλει ερωτήσεις από την ΕΑΚΑΑ ή οποιοδήποτε μέλος του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 στον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο· και

γ)

κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ και στα μέλη του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 όλες τις απαντήσεις που παρέχει ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος.

Εάν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή δεν έχει παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες στην ΕΑΚΑΑ ή σε οποιοδήποτε μέλος του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 εντός 10 εργάσιμων ημερών από την υποβολή του αιτήματος, η ΕΑΚΑΑ ή οποιοδήποτε μέλος του εν λόγω σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 μπορεί να υποβάλει το αίτημά της απευθείας στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.

Εάν ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν απαντήσει στις ερωτήσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο εντός της προθεσμίας που έχει ορίσει η αρχή που ζητεί τις πληροφορίες, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, κατόπιν διαβούλευσης με την αιτούσα αρχή, μπορεί να αποφασίσει να παρατείνει άπαξ τη σχετική περίοδο εκτίμησης κινδύνου κατά 10 εργάσιμες ημέρες κατ’ ανώτατο όριο συνολικά, εάν, κατά την άποψή της ή κατά την άποψη της αιτούσας αρχής, οποιαδήποτε από τις ερωτήσεις είναι σημαντική για την αξιολόγηση. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει τον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, για την παρεχόμενη επέκταση. Η αρμόδια αρχή μπορεί να λάβει απόφαση σχετικά με την αίτηση ελλείψει απάντησης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

3γ.   Εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή των γνωμών της ΕΑΚΑΑ και του σώματος που αναφέρονται στο άρθρο 18 και εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 3, τέταρτο και έκτο εδάφιο, αντίστοιχα, του παρόντος άρθρου και, εφόσον απαιτείται, της γνώμης της ΕΑΚΑΑ που εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 3α πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή εκδίδει την απόφασή της και τη διαβιβάζει στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.

Εάν η απόφαση της αρμόδιας για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχής δεν αντικατοπτρίζει τη γνώμη του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18, συμπεριλαμβανομένων τυχόν όρων ή συστάσεων που περιέχονται σε αυτήν, περιλαμβάνει πλήρως αιτιολογημένη εξήγηση τυχόν σημαντικής απόκλισης από την εν λόγω γνώμη ή τις εν λόγω προϋποθέσεις ή συστάσεις.

Εάν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή δεν συμμορφώνεται ή δεν προτίθεται να συμμορφωθεί με τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ ή με οποιουσδήποτε όρους ή συστάσεις περιλαμβάνονται σε αυτήν, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει το συμβούλιο εποπτών σύμφωνα με το άρθρο 24α. Οι πληροφορίες περιλαμβάνουν επίσης το σκεπτικό της αρμόδιας αρχής του κεντρικού αντισυμβαλλομένου για μη συμμόρφωση ή για την πρόθεσή του να μην συμμορφωθεί.

4.   Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, αφού λάβει δεόντως υπόψη τις γνώμες της ΕΑΚΑΑ και του σώματος που προβλέπεται στις παραγράφους 3 και 3α του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων τυχόν όρων ή συστάσεων που περιέχονται σε αυτές, αποφασίζει να χορηγήσει άδεια λειτουργίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 14 και στο άρθρο 15 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, μόνον εφόσον έχει πεισθεί πλήρως ότι ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος:

α)

πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της παροχής υπηρεσιών εκκαθάρισης ή δραστηριοτήτων για μη χρηματοπιστωτικά μέσα· και

β)

ανακοινώνεται ως σύστημα σύμφωνα με την οδηγία 98/26/ΕΚ.

Όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υποβάλλει αίτηση για επέκταση υφιστάμενης άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 15, η ΕΑΚΑΑ, το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 και η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή μπορούν να βασίζονται σε μέρος της αξιολόγησης που πραγματοποιήθηκε προηγουμένως σύμφωνα με το παρόν άρθρο, στον βαθμό που η αίτηση επέκτασης δεν θα οδηγήσει σε μεταβολή ή θα επηρεάσει με άλλον τρόπο την προηγούμενη αξιολόγηση για το εν λόγω μέρος. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος επιβεβαιώνει στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ότι δεν υπάρχει μεταβολή στα υποκείμενα πραγματικά περιστατικά του εν λόγω μέρους της αξιολόγησης.

Ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν λαμβάνει άδεια λειτουργίας όταν:

α)

η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή έχει αποφασίσει να μην χορηγήσει την άδεια λειτουργίας· ή

β)

όλα τα μέλη του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18, εξαιρουμένων των αρχών του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, καταλήγουν σε κοινή γνώμη με αμοιβαία συμφωνία, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1, ότι ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν πρόκειται να λάβει άδεια λειτουργίας.

Η κοινή γνώμη που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου αναφέρει γραπτώς τους πλήρεις και λεπτομερείς λόγους για τους οποίους το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 θεωρεί ότι δεν πληρούνται οι απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό ή σε άλλο ενωσιακό δίκαιο.

Εάν η εν λόγω κοινή γνώμη δεν έχει επιτευχθεί με αμοιβαία συμφωνία και η πλειοψηφία των δύο τρίτων των μελών του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 έχει διατυπώσει αρνητική γνώμη, οποιαδήποτε από τις οικείες αρμόδιες αρχές, βάσει της εν λόγω πλειοψηφίας, μπορεί, εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την έκδοση της εν λόγω αρνητικής γνώμης, να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Στην απόφαση παραπομπής αναφέρονται γραπτώς οι πλήρεις και λεπτομερείς λόγοι για τους οποίους τα οικεία μέλη του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18θεωρούν ότι δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή άλλης νομοθεσίας της Ένωσης. Στην περίπτωση αυτή, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή αναβάλλει την απόφαση για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και αναμένει οποιαδήποτε απόφαση σχετικά με τη χορήγηση άδειας την οποία μπορεί να λάβει η ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΚΑΑ. Το θέμα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΚΑΑ μετά τη λήξη της περιόδου των 30 ημερών που αναφέρεται στο πέμπτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

Εάν όλα τα μέλη του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18, εξαιρουμένων των αρχών του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, καταλήξουν σε κοινή γνώμη με αμοιβαία συμφωνία, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 1, ότι ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν πρόκειται να λάβει άδεια λειτουργίας, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διαβιβάζει την απόφαση στις υπόλοιπες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές.

Η αρμόδια αρχή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά τη λήψη απόφασης σχετικά με τη χορήγηση ή την άρνηση χορήγησης άδειας σύμφωνα με την παράγραφο 3γ, ενημερώνει εγγράφως τον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο για την απόφασή της μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, μαζί με πλήρως αιτιολογημένη εξήγηση.»

·

β)

η παράγραφος 7 διαγράφεται.

17)

Παρεμβάλλονται το ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 17α

Ταχεία διαδικασία για την έγκριση επέκτασης της άδειας

1.   Εφαρμόζεται ταχεία διαδικασία για τη χορήγηση έγκρισης επέκτασης της άδειας όταν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος προτίθεται να επεκτείνει περαιτέρω την παροχή υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων εκκαθάρισης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 15, και εφόσον η επέκταση αυτή πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

έχει ως αποτέλεσμα ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος να πρέπει να προσαρμόσει σημαντικά την επιχειρησιακή του δομή, σε οποιοδήποτε σημείο του κύκλου της σύμβασης·

β)

δεν περιλαμβάνει την προσφορά συμβάσεων εκκαθάρισης που δεν μπορούν να εκκαθαριστούν με τον ίδιο τρόπο όπως ή μαζί με συμβάσεις που έχουν ήδη εκκαθαριστεί από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο·

γ)

δεν έχει ως αποτέλεσμα ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος να πρέπει να λάβει υπόψη ουσιώδεις νέες προδιαγραφές της σύμβασης·

δ)

δεν συνεπάγεται την εισαγωγή σημαντικών νέων κινδύνων ούτε αυξάνει σημαντικά το προφίλ κινδύνου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

ε)

παρέχει έναν νέο μηχανισμό ή υπηρεσία διακανονισμού ή παράδοσης που περιλαμβάνει τη δημιουργία συνδέσεων με διαφορετικό σύστημα διακανονισμού αξιογράφων, κεντρικό αποθετήριο τίτλων ή σύστημα πληρωμών που δεν χρησιμοποιούσε προηγουμένως ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος.

2.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που υποβάλλει αίτηση για επέκταση της υφιστάμενης άδειάς του σε πρόσθετες υπηρεσίες ή δραστηριότητες εκκαθάρισης σύμφωνα με την ταχεία διαδικασία που ορίζεται στο παρόν άρθρο αποδεικνύει ότι η προτεινόμενη επέκταση των δραστηριοτήτων του σε πρόσθετες υπηρεσίες ή δραστηριότητες εκκαθάρισης πληροί τις προϋποθέσεις για αξιολόγηση βάσει της εν λόγω διαδικασίας.

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υποβάλλει την αίτησή του για επέκταση σε ηλεκτρονική μορφή μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων και παρέχει όλες τις πληροφορίες, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφοι 3 και 4, που είναι αναγκαίες για να αποδείξει ότι έχει θεσπίσει, κατά τη στιγμή της χορήγησης της άδειας λειτουργίας, όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για την εκπλήρωση των σχετικών απαιτήσεων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό. Σύμφωνα με το άρθρο 17γ, αποστέλλεται απόδειξη παραλαβής της αίτησης μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, εντός δύο εργάσιμων ημερών από την υποβολή της εν λόγω αίτησης.

3.   Εντός 15 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, αφού λάβει υπόψη τα στοιχεία της ΕΑΚΑΑ και του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18, αποφασίζει:

α)

κατά πόσον η αίτηση πληροί τις προϋποθέσεις για να αξιολογηθεί στο πλαίσιο της ταχείας διαδικασίας που ορίζεται στο παρόν άρθρο· και

β)

κατά πόσον η αίτηση πληροί τις προϋποθέσεις για να αξιολογηθεί στο πλαίσιο της ταχείας διαδικασίας που ορίζεται στο παρόν άρθρο, εάν:

i)

θα χορηγήσει την επέκταση της άδειας λειτουργίας όταν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό· ή

ii)

θα αρνηθεί την επέκταση της άδειας λειτουργίας όταν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό.

Όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υποβάλλει αίτηση για επέκταση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 15, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή μπορεί να βασιστεί σε μέρος της αξιολόγησης που πραγματοποιήθηκε προηγουμένως σύμφωνα με το παρόν άρθρο, στον βαθμό που το αίτημα επέκτασης δεν θα οδηγήσει σε μεταβολή ή θα επηρεάσει με άλλον τρόπο την προηγούμενη αξιολόγηση για το εν λόγω μέρος . Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος επιβεβαιώνει στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ότι δεν υπάρχει μεταβολή στα υποκείμενα πραγματικά περιστατικά του εν λόγω μέρους της αξιολόγησης.

Εάν η αρμόδια αρχή αποφασίσει ότι η επέκταση της άδειας λειτουργίας δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αξιολόγηση βάσει της ταχείας διαδικασίας, η αίτηση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου απορρίπτεται.

Εάν η αρμόδια αρχή αποφασίσει να μην χορηγήσει επέκταση της άδειας λειτουργίας, η αίτηση για επέκταση της άδειας λειτουργίας απορρίπτεται.

4.   Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή κοινοποιεί εγγράφως στον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 3, την απόφασή της δυνάμει της εν λόγω παραγράφου.

5.   Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των προϋποθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) έως ε) του παρόντος άρθρου, και για τον προσδιορισμό της διαδικασίας διαβούλευσης με την ΕΑΚΑΑ και το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου σχετικά με το κατά πόσον πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις.

Κατά τον περαιτέρω προσδιορισμό των προϋποθέσεων κατά το πρώτο εδάφιο, η ΕΑΚΑΑ καθορίζει τη μεθοδολογία που πρέπει να χρησιμοποιήσει και τις παραμέτρους που πρέπει να εφαρμοστούν για να αποφασιστεί πότε θεωρείται ότι πληρούται μια προϋπόθεση. Η ΕΑΚΑΑ απαριθμεί επίσης και διευκρινίζει αν υπάρχουν τυπικές επεκτάσεις υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που θα μπορούσαν καταρχήν να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στην ταχεία διαδικασία που ορίζεται στο παρόν άρθρο.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο το αργότερο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό με την έκδοση των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 17β

Διαδικασία έκδοσης αποφάσεων, εκθέσεων ή άλλων μέτρων

1.   Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή υποβάλλει σε ηλεκτρονική μορφή μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων αίτηση γνωμοδότησης:

α)

από την ΕΑΚΑΑ, σύμφωνα με το άρθρο 23α παράγραφος 2, όταν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή προτίθεται να εκδώσει απόφαση, έκθεση ή άλλο μέτρο σε σχέση με τα άρθρα 7, 8, 20, 21, 29 έως 33, 35, 36, 37, 41 και 54·

β)

από το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18, σύμφωνα με το άρθρο 19, όταν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή προτίθεται να εκδώσει απόφαση, έκθεση ή άλλο μέτρο σε σχέση με τα άρθρα 20, 21, 30, 31, 32, 35, 37, 41, 49, 51 και 54.

Η αίτηση γνωμοδότησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, μαζί με όλα τα σχετικά έγγραφα, κοινοποιείται στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18.

2.   Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά σε σχετικό άρθρο, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή αξιολογεί, εντός 30 εργάσιμων ημερών από την υποβολή της αίτησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τη συμμόρφωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις αντίστοιχες απαιτήσεις. Έως το τέλος της εν λόγω περιόδου αξιολόγησης, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή διαβιβάζει το αντίστοιχο σχέδιο απόφασης, έκθεσης ή άλλο μέτρο στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18.

3.   Εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά σε σχετικό άρθρο, μετά την παραλαβή τόσο της αίτησης γνωμοδότησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 όσο και των σχεδίων αποφάσεων, εκθέσεων ή άλλων μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 2:

α)

η ΕΑΚΑΑ γνωμοδοτεί όσον αφορά το άρθρο 20 αξιολογώντας τη συμμόρφωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις αντίστοιχες απαιτήσεις σύμφωνα με το άρθρο 23α παράγραφος 1 στοιχείο ε), το άρθρο 23α παράγραφος 2 και το άρθρο 24α παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο βγ)· η ΕΑΚΑΑ διαβιβάζει τη γνώμη της στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18· η ΕΑΚΑΑ μπορεί να συμπεριλάβει στη γνώμη της οποιουσδήποτε όρους ή συστάσεις θεωρεί ότι χρειάζονται για τον μετριασμό τυχόν ελλείψεων στη διαχείριση κινδύνων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, ιδίως σε σχέση με διαπιστωθέντες διασυνοριακούς κινδύνους ή κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης· η ΕΑΚΑΑ γνωμοδοτεί επίσης, όσον αφορά τα άρθρα 21 και 37, σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα και σύμφωνα με το άρθρο 23α παράγραφος 2 και το άρθρο 24α παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο βγ), και η ΕΑΚΑΑ μπορεί να συμπεριλάβει στη γνώμη της τυχόν προϋποθέσεις ή συστάσεις που θεωρεί αναγκαίες·

β)

η ΕΑΚΑΑ μπορεί, όσον αφορά τα άρθρα 7, 8, 29 έως 33, 35, 36, 41 και 54, να εκδώσει γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 23α και το άρθρο 24α παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο βγ) σχετικά με το εν λόγω σχέδιο απόφασης, έκθεσης ή άλλο μέτρο, όταν είναι αναγκαίο για την προώθηση της συνεπούς και συνεκτικής εφαρμογής σχετικού άρθρου· και

γ)

το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 εκδίδει γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 19, στην οποία αξιολογεί τη συμμόρφωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις αντίστοιχες απαιτήσεις και την διαβιβάζει στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και στην ΕΑΚΑΑ· η γνώμη του εν λόγω σώματος μπορεί να περιλαμβάνει όρους ή συστάσεις που θεωρεί αναγκαίες για τον μετριασμό τυχόν ελλείψεων στη διαχείριση κινδύνων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

Για τους σκοπούς του στοιχείου β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, όταν το σχέδιο απόφασης, έκθεσης ή άλλο μέτρο που υποβάλλεται στην ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το εν λόγω σημείο καταδεικνύει έλλειψη σύγκλισης ή συνοχής στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η ΕΑΚΑΑ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις για την προώθηση της αναγκαίας συνέπειας ή συνοχής στην εφαρμογή του παρόντος κανονισμού σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Όταν η ΕΑΚΑΑ εκδίδει γνώμη σύμφωνα με το στοιχείο β), η αρμόδια αρχή την λαμβάνει δεόντως υπόψη και ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ για κάθε επακόλουθη ενέργεια ή παράλειψη ενέργειας εν προκειμένω.

Η ΕΑΚΑΑ και το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 εκδίδουν τις γνώμες τους εντός της προθεσμίας που παρέχεται από την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, η οποία είναι τουλάχιστον 15 εργάσιμες ημέρες μετά την παραλαβή των σχετικών εγγράφων σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

4.   Εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή των γνωμοδοτήσεων της ΕΑΚΑΑ και του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 και, εφόσον απαιτείται, της γνώμης της ΕΑΚΑΑ που εκδίδεται δυνάμει της παραγράφου 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, ή εντός της σχετικής περιόδου, εφόσον ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κανονισμό, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, αφού εξετάσει δεόντως τις γνώμες της ΕΑΚΑΑ και του σώματος, συμπεριλαμβανομένων τυχόν όρων ή συστάσεων που περιέχονται σε αυτές, εκδίδει την απόφασή της, την έκθεση ή άλλο μέτρο, όπως απαιτείται βάσει σχετικού άρθρου, και την διαβιβάζει στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα.

Εάν η απόφαση, η έκθεση ή άλλο μέτρο δεν αντικατοπτρίζει γνώμη της ΕΑΚΑΑ ή του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18, συμπεριλαμβανομένων τυχόν όρων ή συστάσεων που περιέχονται σε αυτήν, περιλαμβάνει πλήρη αιτιολόγηση και επεξήγηση τυχόν σημαντικής απόκλισης από την εν λόγω γνώμη ή από τους εν λόγω όρους ή συστάσεις.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 3 πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β) του παρόντος άρθρου, εάν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή δεν συμμορφώνεται ή δεν προτίθεται να συμμορφωθεί με τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ ή με τυχόν όρους ή συστάσεις που περιλαμβάνονται σε αυτήν, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει το συμβούλιο εποπτών της σύμφωνα με το άρθρο 24α. Οι πληροφορίες περιλαμβάνουν επίσης το σκεπτικό της αρμόδιας αρχής του κεντρικού αντισυμβαλλομένου για μη συμμόρφωση ή για την πρόθεσή του να μην συμμορφωθεί.

Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή εκδίδει τις αποφάσεις, τις εκθέσεις ή άλλα μέτρα της σύμφωνα με τα σχετικά άρθρα που ορίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 17γ

Κεντρική βάση δεδομένων

1.   Η ΕΑΚΑΑ δημιουργεί και διατηρεί κεντρική βάση δεδομένων που παρέχει πρόσβαση στην αρμόδια αρχή του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και στους εγγεγραμμένους αποδέκτες της ΕΑΚΑΑ, καθώς και στα μέλη του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 για τον σχετικό κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, εφόσον απαιτείται βάσει σχετικού άρθρου, σε όλα τα έγγραφα που έχουν καταχωριστεί στη βάση δεδομένων για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, και στους λοιπούς αποδέκτες δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Η ΕΑΚΑΑ διασφαλίζει ότι η κεντρική βάση δεδομένων εκτελεί τα καθήκοντα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

Η ΕΑΚΑΑ ανακοινώνει τη δημιουργία τους κεντρικής βάσης δεδομένων στον ιστότοπό της.

2.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υποβάλλει τις αιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 14, στο άρθρο 15 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 49 και στο άρθρο τους μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων. Η απόδειξη παραλαβής αποστέλλεται μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων εντός δύο εργάσιμων ημερών από την υποβολή της αίτησης.

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος αναφορτώνει αμέσως στην κεντρική βάση δεδομένων όλα τα έγγραφα που υποχρεούται να παράσχει στο πλαίσιο των διαδικασιών αδειοδότησης που αναφέρονται στα άρθρα 14 και 15 ή των διαδικασιών επικύρωσης που αναφέρονται στα άρθρα 49 και 49α, κατά περίπτωση. Οι εγγεγραμμένοι αποδέκτες αναφορτώνουν αμέσως όλα τα έγγραφα που λαμβάνουν από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε σχέση με αίτηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, εκτός εάν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει ήδη αναφορτώσει τα εν λόγω έγγραφα.

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει πρόσβαση στην κεντρική βάση δεδομένων όσον αφορά τα έγγραφα που υπέβαλε στην εν λόγω κεντρική βάση δεδομένων ή τα έγγραφα που διαβιβάζονται στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο μέσω της εν λόγω κεντρικής βάσης δεδομένων από οποιονδήποτε από τους εγγεγραμμένους αποδέκτες ή από το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18.

3.   Η αρμόδια αρχή υποβάλλει το αίτημά της για γνωμοδότηση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 17β, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.

4.   Οι ερωτήσεις που υποβάλλονται σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή οι πληροφορίες που ζητούνται από την ΕΑΚΑΑ, την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ή τα μέλη του σώματος που αναφέρονται στο άρθρο 18 κατά τη διάρκεια των περιόδων αξιολόγησης σύμφωνα με τα άρθρα 17, 17α, 17β, 49 και 49α υποβάλλονται και απαντώνται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.

5.   Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ενημερώνει τον ενδιαφερόμενο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων όταν έχει ληφθεί απόφαση, έκθεση ή άλλο μέτρο, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τα άρθρα 14, 15, 15α, 17, 17α, 17β, 20, 21, 30 έως 33, 35, 37, 41, 49, 49α, 51 και 54, καθώς και τυχόν αποφάσεις που η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή αποφασίζει οικειοθελώς να κοινοποιήσει στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.

6.   Η κεντρική βάση δεδομένων σχεδιάζεται έτσι ώστε να ενημερώνει αυτόματα τους εγγεγραμμένους παραλήπτες όταν έχουν επέλθει αλλαγές στο περιεχόμενό της, συμπεριλαμβανομένων της αναφόρτωσης, της διαγραφής ή της αντικατάστασης εγγράφων, της υποβολής ερωτήσεων και αιτημάτων παροχής πληροφοριών.

7.   Τα μέλη της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους έχουν πρόσβαση στην κεντρική βάση δεδομένων για την εκτέλεση των καθηκόντων τους σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 7. Ο πρόεδρος της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους μπορεί να περιορίσει την πρόσβαση σε ορισμένα από τα έγγραφα για τα μέλη της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που αναφέρονται στο άρθρο 24α παράγραφος 2 στοιχείο γ) και στοιχείο δ) σημείο ii), όταν αυτό δικαιολογείται για λόγους εμπιστευτικότητας.».

18)

Το άρθρο 18 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Εντός 30 ημερολογιακών ημερών από την υποβολή της κοινοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 17 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α), η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή συγκροτεί σώμα για να διευκολύνει την άσκηση των καθηκόντων που αναφέρονται στα άρθρα 15, 17, 17α, 20, 21, 30, 31, 32, 35, 37, 41, 49, 51 και 54. Την προεδρία και τη διαχείριση του εν λόγω σώματος ασκούν από κοινού η αρμόδια αρχή και οποιοδήποτε από τα ανεξάρτητα μέλη της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που αναφέρεται στο άρθρο 24α παράγραφος 2 στοιχείο β) (“συμπρόεδροι”).»

·

β)

στην παράγραφο 4, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι συμπρόεδροι αποφασίζουν τις ημερομηνίες των συνεδριάσεων του σώματος και καθορίζουν την ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων αυτών.

Προκειμένου να διευκολυνθεί η εκτέλεση των καθηκόντων που ανατίθενται στα σώματα σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, τα μέλη του σώματος που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δικαιούνται να συμβάλλουν στον καθορισμό της ημερήσιας διάταξης των συνεδριάσεων του σώματος, ιδίως με την προσθήκη σημείων στην ημερήσια διάταξη συνεδρίασης, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα των εργασιών του κοινού μηχανισμού παρακολούθησης.»

·

γ)

στην παράγραφο 5, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η συμφωνία μπορεί επίσης να καθορίζει τα καθήκοντα που ανατίθενται στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, στην ΕΑΚΑΑ ή σε άλλο μέλος του σώματος. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των συμπροέδρων, η τελική απόφαση λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή, η οποία παρέχει στην ΕΑΚΑΑ αιτιολογημένη εξήγηση της απόφασής της.».

19)

Το άρθρο 19 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Όταν το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 καλείται να γνωμοδοτήσει σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, καταλήγει σε κοινή γνώμη σχετικά με το κατά πόσον ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Με την επιφύλαξη του άρθρου 17 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο στοιχείο β), εάν δεν καταλήξει σε κοινή γνώμη, σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18, εντός της ίδιας χρονικής περιόδου, εγκρίνει πλειοψηφική γνώμη.»

·

β)

η παράγραφος 4 διαγράφεται.

20)

Το άρθρο 20 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 20

Ανάκληση άδειας

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 22 παράγραφος 3, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ανακαλεί την άδεια σε περίπτωση που ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος:

α)

δεν έχει κάνει χρήση της άδειας εντός 12 μηνών·

β)

δεν έχει κάνει χρήση άδειας λειτουργίας για υπηρεσία ή δραστηριότητα εκκαθάρισης σε κατηγορία παραγώγων, κινητών αξιών, άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων ή μη χρηματοπιστωτικών μέσων, εντός 12 μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας ή από την ημερομηνία κατά την οποία ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος προσέφερε για τελευταία φορά την εν λόγω υπηρεσία ή δραστηριότητα εκκαθάρισης·

γ)

παραιτείται ρητώς από την άδεια λειτουργίας·

δ)

δεν έχει παράσχει υπηρεσίες ή δεν έχει ασκήσει καμία δραστηριότητα κατά τους προηγούμενους 12 μήνες σε κατηγορία παραγώγων, κινητών αξιών, άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων ή μη χρηματοπιστωτικών μέσων που καλύπτονται από άδεια·

ε)

έλαβε άδεια βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο·

στ)

δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια και δεν έχει λάβει διορθωτικά μέτρα εντός του καθορισμένου χρονικού πλαισίου· ή

ζ)

έχει διαπράξει σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις οποιασδήποτε από τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Εάν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου σύμφωνα με την παράγραφο 1, μπορεί να περιορίσει την εν λόγω ανάκληση της άδειας λειτουργίας σε συγκεκριμένη υπηρεσία ή δραστηριότητα εκκαθάρισης σε μία ή περισσότερες κατηγορίες παραγώγων, κινητών αξιών, άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων ή μη χρηματοπιστωτικών μέσων.

3.   Πριν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή λάβει απόφαση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου εν όλω ή εν μέρει, μεταξύ άλλων για μία ή περισσότερες υπηρεσίες ή δραστηριότητες εκκαθάρισης σε μία ή περισσότερες κατηγορίες παραγώγων, κινητών αξιών, άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων ή μη χρηματοπιστωτικών μέσων σύμφωνα με την παράγραφο 1, ζητεί σύμφωνα με το άρθρο 17β τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ και του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 σχετικά με την ανάγκη ανάκλησης της άδειας λειτουργίας, εν όλω ή εν μέρει, του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, εκτός εάν η απόφαση απαιτείται επειγόντως.

4.   Η ΕΑΚΑΑ ή οποιοδήποτε μέλος του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 δύναται, ανά πάσα στιγμή, να ζητήσει από την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή να εξετάσει κατά πόσον ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εξακολουθεί να πληροί τους όρους βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδεια.

5.   Όταν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή λαμβάνει απόφαση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου εν όλω ή εν μέρει, μεταξύ άλλων για μία ή περισσότερες υπηρεσίες ή δραστηριότητες εκκαθάρισης σε μία ή περισσότερες κατηγορίες παραγώγων, κινητών αξιών, άλλων χρηματοπιστωτικών μέσων ή μη χρηματοπιστωτικών μέσων, η εν λόγω απόφαση παράγει αποτελέσματα σε ολόκληρη την Ένωση και η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ενημερώνει αμελλητί τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.».

21)

Στο άρθρο 21, οι παράγραφοι 1 έως 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 22 προβαίνουν τουλάχιστον σε όλες τις ακόλουθες ενέργειες σε σχέση με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο:

α)

επανεξετάζουν τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζονται από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ώστε να συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό·

β)

επανεξετάζουν τις υπηρεσίες ή τις δραστηριότητες που παρέχει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, ιδίως τις υπηρεσίες ή τις δραστηριότητες που παρέχονται μετά την εφαρμογή ταχείας διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο 17α ή 49α·

γ)

αξιολογούν τους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών και λειτουργικών κινδύνων, στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται να εκτεθεί ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος·

δ)

επανεξετάζουν τις αλλαγές που εφαρμόζει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος σύμφωνα με το άρθρο 15α.

2.   Η επανεξέταση και η αξιολόγηση που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καλύπτουν όλες τις απαιτήσεις για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, οι οποίες αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό. Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή μπορεί να ζητήσει τη συνδρομή της ΕΑΚΑΑ σε οποιαδήποτε από τις εποπτικές της δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που απαριθμούνται στην παράγραφο 1.

3.   Οι αρμόδιες αρχές, αφού λάβουν υπόψη τα στοιχεία της ΕΑΚΑΑ και του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18, καθορίζουν τη συχνότητα και το βάθος της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το μέγεθος, τη συστημική σημασία, τη φύση, την κλίμακα, την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων και τη διασύνδεση με άλλες υποδομές χρηματοπιστωτικών αγορών των οικείων κεντρικών αντισυμβαλλομένων και τις εποπτικές προτεραιότητες που καθορίζονται από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο βα). Οι αρμόδιες αρχές επικαιροποιούν την επανεξέταση και την αξιολόγηση τουλάχιστον σε ετήσια βάση.

Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι υπόκεινται σε επιτόπιες επιθεωρήσεις από την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή τουλάχιστον σε ετήσια βάση. Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ για κάθε προγραμματισμένη επιτόπια επιθεώρηση έναν μήνα πριν από την προβλεπόμενη διεξαγωγή της επιθεώρησης, εκτός εάν η απόφαση για τη διεξαγωγή επιτόπιας επιθεώρησης ληφθεί σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, οπότε η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ μόλις ληφθεί η εν λόγω απόφαση. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ζητήσει να κληθεί για επιτόπιες επιθεωρήσεις.

Εάν, κατόπιν αιτήματος της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή αρνηθεί να καλέσει την ΕΑΚΑΑ σε επιτόπια επιθεώρηση, παρέχει αιτιολογημένη εξήγηση για την άρνηση αυτή.

Με την επιφύλαξη του δεύτερου και του τρίτου εδαφίου, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή διαβιβάζει στην ΕΑΚΑΑ και στα μέλη του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 κάθε σχετική πληροφορία που λαμβάνει από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε σχέση με όλες τις επιτόπιες επιθεωρήσεις που διενεργεί.

4.   Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή υποβάλλει τακτικά, και τουλάχιστον ετησίως, έκθεση στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 σχετικά με την αξιολόγηση και τα αποτελέσματα της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένου του κατά πόσον η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή έχει ζητήσει διορθωτικά μέτρα ή κυρώσεις.

Η έκθεση καλύπτει ένα ημερολογιακό έτος και υποβάλλεται στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 έως τις 30 Μαρτίου του επόμενου ημερολογιακού έτους. Επί της εν λόγω έκθεσης εκδίδεται γνώμη από το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 σύμφωνα με το άρθρο 19 και γνώμη της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο βγ), με βάση τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 17β.

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ζητήσει τη διεξαγωγή ad hoc συνεδρίασης με τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και την αρμόδια αρχή του. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να ζητήσει τέτοια συνεδρίαση σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν υπάρχει κατάσταση έκτακτης ανάγκης σύμφωνα με το άρθρο 24·

β)

όταν η ΕΑΚΑΑ έχει εντοπίσει ουσιώδεις ανησυχίες σχετικά με τη συμμόρφωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού·

γ)

όταν η ΕΑΚΑΑ θεωρεί ότι η δραστηριότητα του κεντρικού αντισυμβαλλομένου θα μπορούσε να έχει δυσμενείς διασυνοριακές επιπτώσεις στα εκκαθαριστικά μέλη του ή στους πελάτες τους.

Το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 ενημερώνεται ότι θα πραγματοποιηθεί συνεδρίαση και λαμβάνει περίληψη των κύριων αποτελεσμάτων της εν λόγω συνεδρίασης.

4α.   Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να απαιτήσει από τις αρμόδιες αρχές να της παράσχουν τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 35 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

22)

Το άρθρο 23α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 23α

Εποπτική συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών και της ΕΑΚΑΑ σε σχέση με τους αδειοδοτημένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους

1.   Η ΕΑΚΑΑ επιτελεί συντονιστικό ρόλο μεταξύ των αρμόδιων αρχών και μεταξύ των σωμάτων με στόχο:

α)

τη διαμόρφωση κοινής εποπτικής νοοτροπίας και συνεκτικών εποπτικών πρακτικών·

β)

την εξασφάλιση ομοιόμορφων διαδικασιών και συνεκτικών προσεγγίσεων·

γ)

την ενίσχυση της συνέπειας των αποτελεσμάτων της εποπτείας, ιδίως σε ό,τι αφορά τους τομείς της εποπτείας που έχουν διασυνοριακή διάσταση ή πιθανό διασυνοριακό αντίκτυπο·

δ)

τον μεγαλύτερο συντονισμό της αντοχής σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης σύμφωνα με το άρθρο 24·

ε)

την αξιολόγηση των κινδύνων κατά την παροχή γνωμών προς τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με την παράγραφο 2 σχετικά με τη συμμόρφωση των κεντρικών αντισυμβαλλομένων με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, σε σχέση με διαπιστωθέντες διασυνοριακούς κινδύνους ή κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης, και παροχή συστάσεων σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μετριάζει τους εν λόγω κινδύνους.

2.   Οι αρμόδιες αρχές υποβάλλουν τα σχέδια αποφάσεων, εκθέσεων ή άλλων μέτρων στην ΕΑΚΑΑ προς γνωμοδότηση πριν από την έκδοση οποιασδήποτε πράξης ή μέτρου σύμφωνα με τα άρθρα 7, 8 και 14, το άρθρο 15 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 21, τα άρθρα 29 έως 33 και τα άρθρα 35, 36, 37, 41, 54 και, εκτός εάν απαιτείται επειγόντως απόφαση, το άρθρο 20.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να υποβάλουν σχέδια αποφάσεων στην ΕΑΚΑΑ προς διατύπωση γνώμης προτού εγκρίνουν οποιαδήποτε άλλη πράξη ή μέτρο σύμφωνα με τα καθήκοντά τους βάσει του άρθρου 22 παράγραφος 1.».

23)

Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 23β

Κοινός μηχανισμός παρακολούθησης

1.   Η ΕΑΚΑΑ δημιουργεί κοινό μηχανισμό παρακολούθησης για την άσκηση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Ο κοινός μηχανισμός παρακολούθησης απαρτίζεται από:

α)

εκπροσώπους της ΕΑΚΑΑ·

β)

εκπροσώπους της ΕΑΤ και της ΕΑΑΕΣ·

γ)

εκπροσώπους του ΕΣΣΚ και της ΕΚΤ στο πλαίσιο των καθηκόντων που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού και τα οποία της έχουν ανατεθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013· και

δ)

εκπροσώπους των κεντρικών τραπεζών έκδοσης των νομισμάτων πλην του ευρώ στα οποία είναι εκφρασμένες οι συμβάσεις παραγώγων που αναφέρονται στο άρθρο 7α παράγραφος 6.

Εκτός από τις οντότητες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, οι κεντρικές τράπεζες έκδοσης των νομισμάτων στα οποία εκφράζονται οι συμβάσεις παραγώγων που αναφέρονται στο άρθρο 7α παράγραφος 6, εκτός από εκείνα που απαριθμούνται στο στοιχείο δ) του εν λόγω δεύτερου εδαφίου, οι εθνικές αρμόδιες αρχές που εποπτεύουν την υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 7α, η οποία περιορίζεται σε ένα ανά κράτος μέλος, και η Επιτροπή μπορούν επίσης να συμμετέχουν στον κοινό μηχανισμό παρακολούθησης ως παρατηρητές.

Η ΕΑΚΑΑ διαχειρίζεται τις συνεδριάσεις του κοινού μηχανισμού παρακολούθησης και προεδρεύει αυτών. Ο πρόεδρος του κοινού μηχανισμού παρακολούθησης, κατόπιν αιτήματος των άλλων μελών του κοινού μηχανισμού παρακολούθησης ή με ιδία πρωτοβουλία του προέδρου, καλεί άλλες αρχές να συμμετάσχουν στις συνεδριάσεις, όταν αυτό κρίνεται σκόπιμο για τα προς συζήτηση θέματα.

2.   Ο κοινός μηχανισμός παρακολούθησης:

α)

παρακολουθεί την εφαρμογή, σε συνολικό επίπεδο Ένωσης, των απαιτήσεων που ορίζονται στα άρθρα 7α και 7γ, συμπεριλαμβανομένων όλων των ακόλουθων:

i)

των συνολικών ανοιγμάτων και της μείωσης των ανοιγμάτων σε υπηρεσίες εκκαθάρισης ουσιώδους συστημικής σημασίας, οι οποίες προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2γ·

ii)

των εξελίξεων σχετικά με την εκκαθάριση σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του άρθρου 14 και την πρόσβαση των πελατών των εν λόγω κεντρικών αντισυμβαλλομένων σε εκκαθάριση, συμπεριλαμβανομένων των τελών που χρεώνουν οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι για την κατάρτιση λογαριασμών σύμφωνα με το άρθρο 7α και τυχόν τελών που χρεώνουν τα εκκαθαριστικά μέλη στους πελάτες τους για την κατάρτιση λογαριασμών και την εκτέλεση εκκαθάρισης σύμφωνα με το άρθρο 7α·

iii)

άλλων σημαντικών εξελίξεων στις πρακτικές εκκαθάρισης που έχουν αντίκτυπο στο επίπεδο εκκαθάρισης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του άρθρου 14·

β)

παρακολουθεί τις διασυνοριακές επιπτώσεις των σχέσεων εκκαθάρισης πελατών, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας μεταφοράς και των αλληλεξαρτήσεων και των αλληλεπιδράσεων των εκκαθαριστικών μελών και των πελατών με άλλες υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών·

γ)

συμβάλλει στην ανάπτυξη αξιολογήσεων της ανθεκτικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων σε επίπεδο Ένωσης, εστιάζοντας στους κινδύνους ρευστότητας, καθώς και στους πιστωτικούς και λειτουργικούς κινδύνους που αφορούν τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες·

δ)

προσδιορίζει τους κινδύνους συγκέντρωσης, ιδίως στην εκκαθάριση πελατών, λόγω της ολοκλήρωσης των χρηματοπιστωτικών αγορών της Ένωσης, μεταξύ άλλων όταν περισσότεροι του ενός κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι, εκκαθαριστικά μέλη ή πελάτες χρησιμοποιούν τους ίδιους παρόχους υπηρεσιών·

ε)

παρακολουθεί την αποτελεσματικότητα των μέτρων που αποσκοπούν στη βελτίωση της ελκυστικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης, στην ενθάρρυνση της εκκαθάρισης στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης και στην ενίσχυση της παρακολούθησης των διασυνοριακών κινδύνων.

Οι οργανισμοί που συμμετέχουν στον κοινό μηχανισμό παρακολούθησης, το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 και οι εθνικές αρμόδιες αρχές συνεργάζονται και ανταλλάσσουν τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

Εάν οι πληροφορίες αυτές δεν είναι διαθέσιμες στον κοινό μηχανισμό παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 7α παράγραφος 9, η οικεία αρμόδια αρχή των αδειοδοτημένων κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα εκκαθαριστικά μέλη τους και οι πελάτες τους παρέχουν τις αναγκαίες πληροφορίες που επιτρέπουν στην ΕΑΚΑΑ και στους άλλους φορείς που συμμετέχουν στον κοινό μηχανισμό παρακολούθησης να εκτελούν τα καθήκοντα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

3.   Εάν η οικεία αρμόδια αρχή δεν διαθέτει τις ζητούμενες πληροφορίες, απαιτεί από τους αδειοδοτημένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, τα εκκαθαριστικά μέλη τους ή τους πελάτες τους να παράσχουν τις εν λόγω πληροφορίες. Η οικεία αρμόδια αρχή διαβιβάζει αμελλητί τις πληροφορίες αυτές στην ΕΑΚΑΑ.

4.   Με την επιφύλαξη της συμφωνίας της σχετικής αρμόδιας αρχής, η ΕΑΚΑΑ μπορεί επίσης να ζητήσει τις πληροφορίες απευθείας από τη σχετική οντότητα. Η ΕΑΚΑΑ διαβιβάζει αμελλητί όλες τις πληροφορίες που λαμβάνει από την εν λόγω οντότητα στην οικεία αρμόδια αρχή.

5.   Οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών προς κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ανταλλάσσονται μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.

6.   Η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με τους άλλους οργανισμούς που συμμετέχουν στον κοινό μηχανισμό παρακολούθησης, υποβάλλει ετήσια έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τα αποτελέσματα των δραστηριοτήτων της δυνάμει της παραγράφου 2.

Η έκθεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο μπορεί να περιλαμβάνει συστάσεις για πιθανές δράσεις σε επίπεδο Ένωσης για την αντιμετώπιση των οριζοντίων κινδύνων που έχουν εντοπιστεί.

7.   Η ΕΑΚΑΑ ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σε περίπτωση που, βάσει των πληροφοριών που λαμβάνονται στο πλαίσιο του κοινού μηχανισμού παρακολούθησης και μετά τις συζητήσεις που διεξάγονται σε αυτόν, η ΕΑΚΑΑ:

α)

θεωρεί ότι οι αρμόδιες αρχές δεν διασφαλίζουν τη συμμόρφωση των εκκαθαριστικών μελών και των πελατών με την απαίτηση που ορίζεται στο άρθρο 7α· ή

β)

διαπιστώνει κίνδυνο για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης λόγω εικαζόμενης παραβίασης ή μη εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης.

Πριν ενεργήσει σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

8.   Όταν η ΕΑΚΑΑ, βάσει των πληροφοριών που λαμβάνει στο πλαίσιο του κοινού μηχανισμού παρακολούθησης και κατόπιν των συζητήσεων που διεξάγονται σε αυτόν, θεωρεί ότι η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 7α δεν διασφαλίζουν αποτελεσματικά τη μείωση της υπερβολικής έκθεσης των εκκαθαριστικών μελών και των πελατών της Ένωσης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2, επανεξετάζει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 7α παράγραφος 8, ορίζοντας, όπου απαιτείται, κατάλληλη περίοδο προσαρμογής, η οποία δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες.».

24)

Το άρθρο 24 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 24

Καταστάσεις έκτακτης ανάγκης

1.   Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ή οποιαδήποτε άλλη σχετική αρχή ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ, το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18, τα σχετικά μέλη του ΕΣΚΤ, την Επιτροπή και άλλες αρμόδιες αρχές, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σχετικά με οποιαδήποτε κατάσταση έκτακτης ανάγκης που αφορά κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, όπως:

α)

καταστάσεις ή γεγονότα που επηρεάζουν ή ενδέχεται να επηρεάσουν την προληπτική ή τη χρηματοπιστωτική ευρωστία ή την αντοχή των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14, των εκκαθαριστικών μελών τους ή των πελατών τους·

β)

όταν κεντρικός αντισυμβαλλόμενος προτίθεται να ενεργοποιήσει το σχέδιο ανάκαμψής του σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23, η αρμόδια αρχή έχει λάβει μέτρο έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με το άρθρο 18 του εν λόγω κανονισμού ή η αρμόδια αρχή έχει ζητήσει την ολική ή μερική απομάκρυνση των ανώτατων διοικητικών στελεχών ή του συμβουλίου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου σύμφωνα με το άρθρο 19 του εν λόγω κανονισμού·

γ)

όταν υπάρχουν εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, ή σε άλλες αγορές στις οποίες ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης, οι οποίες ενδέχεται να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα της αγοράς, στη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής, στην ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών ή στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου είναι εγκατεστημένος ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ή ένα από τα εκκαθαριστικά μέλη του.

2.   Σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, παρέχονται και επικαιροποιούνται πληροφορίες χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ώστε τα μέλη του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 να είναι σε θέση να αναλύουν τον αντίκτυπο της εν λόγω κατάστασης έκτακτης ανάγκης, ιδίως στα εκκαθαριστικά μέλη τους και στους πελάτες τους. Τα μέλη του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 μπορούν να διαβιβάζουν τις πληροφορίες στους δημόσιους φορείς που είναι αρμόδιοι για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα των αγορών τους, με την επιφύλαξη της υποχρέωσης τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου που ορίζεται στο άρθρο 83. Η υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου σύμφωνα με το άρθρο 83 εφαρμόζεται στους φορείς που είναι αποδέκτες των εν λόγω πληροφοριών.

3.   Σε περίπτωση κατάστασης έκτακτης ανάγκης σε έναν ή περισσότερους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχει ή ενδέχεται να έχει αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις στις διασυνοριακές αγορές, η ΕΑΚΑΑ συντονίζει τις αρμόδιες αρχές, τις αρχές εξυγίανσης που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23 και τα σώματα που αναφέρονται στο άρθρο 18 του παρόντος κανονισμού για την οικοδόμηση συντονισμένης αντίδρασης σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης που σχετίζονται με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και τη διασφάλιση αποτελεσματικής ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών, των σωμάτων που αναέρονται στο άρθρο 18 του παρόντος κανονισμού και των αρχών εξυγίανσης.

4.   Σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, εκτός εάν μια αρχή εξυγίανσης αναλαμβάνει ή έχει αναλάβει δράση εξυγίανσης σε σχέση με κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23, ειδικές συνεδριάσεις της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, για τον συντονισμό των απαντήσεων των αρμόδιων αρχών:

α)

μπορούν να συγκαλούνται από τον πρόεδρο της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους·

β)

συγκαλούνται από τον πρόεδρο της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, κατόπιν αιτήματος δύο μελών της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους.

5.   Οποιαδήποτε από τις ακόλουθες αρχές προσκαλείται επίσης στην ειδική συνεδρίαση που αναφέρεται στην παράγραφο 4, κατά περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τα θέματα που θα συζητηθούν στην εν λόγω συνεδρίαση:

α)

οι σχετικές κεντρικές τράπεζες έκδοσης·

β)

οι σχετικές αρμόδιες αρχές για την εποπτεία των εκκαθαριστικών μελών, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της ΕΚΤ στο πλαίσιο των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 όσον αφορά την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων στο πλαίσιο του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού·

γ)

οι σχετικές αρμόδιες αρχές για την εποπτεία των τόπων διαπραγμάτευσης·

δ)

οι σχετικές αρμόδιες αρχές για την εποπτεία των πελατών, εφόσον είναι γνωστές·

ε)

οι σχετικές αρχές εξυγίανσης που ορίζονται βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2021/23.

στ)

κάθε μέλος του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18, το οποίο δεν καλύπτεται ήδη από τα στοιχεία α) έως δ) της παρούσας παραγράφου.

6.   Όταν συγκαλείται ειδική συνεδρίαση της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους σύμφωνα με την παράγραφο 4, ο πρόεδρος της εν λόγω επιτροπής ενημερώνει σχετικά την ΕΑΤ, την ΕΑΑΕΣ, το ΕΣΣΚ, το Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης που συστάθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*4) και την Επιτροπή, οι οποίες καλούνται επίσης να συμμετάσχουν στην εν λόγω συνεδρίαση κατόπιν αιτήματός τους.

Όταν πραγματοποιείται συνεδρίαση λόγω κατάστασης έκτακτης ανάγκης, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), ο πρόεδρος της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους καλεί τις σχετικές κεντρικές τράπεζες έκδοσης να συμμετάσχουν στην εν λόγω συνεδρίαση.

7.   Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να απαιτήσει από όλες τις οικείες αρμόδιες αρχές να της παράσχουν τις απαραίτητες πληροφορίες για την εκτέλεση του συντονιστικού της καθήκοντος που προβλέπεται στο παρόν άρθρο.

Όταν η οικεία αρμόδια αρχή διαθέτει τις ζητούμενες πληροφορίες, τις διαβιβάζει αμελλητί στην ΕΑΚΑΑ.

Εάν οικεία αρμόδια αρχή δεν διαθέτει τις ζητούμενες πληροφορίες, απαιτεί από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14, τα εκκαθαριστικά μέλη τους ή τους πελάτες τους, τις συνδεδεμένες υποδομές χρηματοπιστωτικών αγορών ή τους σχετιζόμενους με αυτούς τρίτους στους οποίους οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι έχουν αναθέσει επιχειρησιακές λειτουργίες ή δραστηριότητες, κατά περίπτωση και αν είναι εφικτό, να της παράσχουν τις εν λόγω πληροφορίες, και ενημερώνει σχετικά την ΕΑΚΑΑ. Μόλις η σχετική αρμόδια αρχή λάβει τις ζητούμενες πληροφορίες, τις διαβιβάζει αμελλητί στην ΕΑΚΑΑ.

Αντί να απαιτεί τις πληροφορίες που αναφέρονται στο τρίτο εδάφιο, η σχετική αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει στην ΕΑΚΑΑ να ζητήσει τις εν λόγω πληροφορίες απευθείας από τη σχετική οντότητα. Η ΕΑΚΑΑ διαβιβάζει αμελλητί όλες τις πληροφορίες που λαμβάνει από την εν λόγω οντότητα στην οικεία αρμόδια αρχή.

Εάν η ΕΑΚΑΑ δεν λάβει τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο εντός 48 ωρών, μπορεί, με απλό αίτημα, να ζητήσει από τους αδειοδοτημένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, τα εκκαθαριστικά μέλη τους και τους πελάτες τους, τις συνδεδεμένες υποδομές των χρηματοπιστωτικών αγορών και τους σχετιζόμενους με αυτούς τρίτους στους οποίους οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι έχουν αναθέσει επιχειρησιακές λειτουργίες ή δραστηριότητες να της παράσχουν αμελλητί τις εν λόγω πληροφορίες. Η ΕΑΚΑΑ διαβιβάζει αμελλητί όλες τις πληροφορίες που λαμβάνει από τις εν λόγω οντότητες στη σχετική αρμόδια αρχή.

8.   Η ΕΑΚΑΑ μπορεί, κατόπιν πρότασης της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, να εκδίδει συστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, οι οποίες απευθύνονται σε μία ή περισσότερες αρμόδιες αρχές και τους συνιστούν να λάβουν προσωρινές ή μόνιμες εποπτικές αποφάσεις σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 16 και στους τίτλους IV και V του παρόντος κανονισμού για την αποφυγή ή τον μετριασμό σημαντικών δυσμενών επιπτώσεων στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης. Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδίδει τέτοιες συστάσεις μόνον όταν επηρεάζονται περισσότεροι του ενός κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 ή όταν γεγονότα σε επίπεδο Ένωσης αποσταθεροποιούν τις διασυνοριακές εκκαθαριζόμενες αγορές.

(*4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 (ΕΕ L 225 της 30.7.2014, σ. 1).»."

25)

Το άρθρο 24α τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2, το στοιχείο δ) σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)

όταν η συνεδρίαση της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους αφορά κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14, στο πλαίσιο των συζητήσεων που αφορούν την παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου, τις κεντρικές τράπεζες έκδοσης των νομισμάτων της Ένωσης των χρηματοπιστωτικών μέσων που εκκαθαρίζονται από αδειοδοτημένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, οι οποίες έχουν ζητήσει να συμμετάσχουν ως μέλη στην εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, χωρίς δικαίωμα ψήφου.»

·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο;

«3.   Ο πρόεδρος μπορεί να προσκαλεί ως παρατηρητές στις συνεδριάσεις της εποπτικής επιτροπής για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, όπου κρίνεται σκόπιμο, μέλη των σωμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 18, εκπροσώπους των αρμόδιων αρχών πελατών, εφόσον είναι γνωστοί, και εκπροσώπους των σχετικών θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης.»

·

γ)

η παράγραφος 7 τροποποιείται ως εξής:

i)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Σε ό,τι αφορά τους κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους οι οποίοι είναι αδειοδοτημένοι ή αιτούνται χορήγηση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14, η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους καταρτίζει, για τον σκοπό του άρθρου 23α, αποφάσεις και εκτελεί τα καθήκοντα που ανατίθενται στην ΕΑΚΑΑ στο άρθρο 23α και όσα παρατίθενται στα εξής στοιχεία:»

·

ii)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα σημεία:

«βα)

συζητά και προσδιορίζει, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, εποπτικές προτεραιότητες για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του παρόντος κανονισμού, προκειμένου να τροφοδοτηθεί η χάραξη των στρατηγικών εποπτικών προτεραιοτήτων σε επίπεδο Ένωσης από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 29α του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010·

ββ)

εξετάζει, σε συνεργασία με την ΕΑΤ, την ΕΑΑΕΣ και την ΕΚΤ κατά την άσκηση των καθηκόντων της στο πλαίσιο ενιαίου εποπτικού μηχανισμού σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, τυχόν διασυνοριακούς κινδύνους που προκύπτουν από τις δραστηριότητες των κεντρικών αντισυμβαλλομένων, μεταξύ άλλων λόγω της διασύνδεσης, των αλληλοσυνδέσεων και των κινδύνων συγκέντρωσης των κεντρικών αντισυμβαλλομένων λόγω των εν λόγω διασυνοριακών συνδέσεων·

βγ)

καταρτίζει σχέδια γνωμών προς έγκριση από το συμβούλιο εποπτών σύμφωνα με τα άρθρα 17 και 17β, σχέδια επικυρώσεων προς έγκριση από το συμβούλιο εποπτών σύμφωνα με το άρθρο 49 και σχέδια αποφάσεων προς έγκριση από το συμβούλιο εποπτών σύμφωνα με το άρθρο 49α·

βδ)

παρέχει στοιχεία στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 17α·

βε)

ενημερώνει το συμβούλιο εποπτών όταν μια αρμόδια αρχή δεν συμμορφώνεται ή δεν προτίθεται να συμμορφωθεί με τις γνώμες της ΕΑΚΑΑ ή με τυχόν όρους ή συστάσεις που περιέχονται σε αυτές, συμπεριλαμβανομένου του σκεπτικού της αρμόδιας αρχής, σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 3γ και το άρθρο 17β παράγραφος 4.»

·

iii)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει σε ετήσια βάση έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τους διασυνοριακούς κινδύνους που προκύπτουν από τις δραστηριότητες των κεντρικών αντισυμβαλλομένων που αναφέρονται στο στοιχείο ββ) του πρώτου εδαφίου.».

26)

Στο άρθρο 24β, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Σε ό,τι αφορά τις εποπτικές αξιολογήσεις που διεξάγονται σε σχέση με και τις αποφάσεις που πρόκειται να ληφθούν δυνάμει των άρθρων 41, 44, 46, 50 και 54 σχετικά με κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2, η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους διαβουλεύεται με τις κεντρικές τράπεζες έκδοσης που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 3 στοιχείο στ). Κάθε κεντρική τράπεζα έκδοσης μπορεί να ανταποκριθεί. Εάν η κεντρική τράπεζα έκδοσης αποφασίσει να απαντήσει, το πράττει εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή του σχεδίου απόφασης. Σε επείγουσες καταστάσεις, η εν λόγω περίοδος δεν υπερβαίνει τις 24 ώρες. Όταν μια κεντρική τράπεζα έκδοσης προτείνει τροποποιήσεις ή εναντιωθεί σε αξιολογήσεις ή σχέδια αποφάσεων σύμφωνα με τα άρθρα 41, 44, 46, 50 και 54, παρέχει εγγράφως πλήρη και λεπτομερή αιτιολόγηση. Μετά την ολοκλήρωση της περιόδου διαβούλευσης, η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εξετάζει δεόντως την απάντηση και τυχόν τροποποιήσεις που προτείνονται από τις κεντρικές τράπεζες έκδοσης και υποβάλλει την αξιολόγησή της στην κεντρική τράπεζα έκδοσης.

2.   Σε περίπτωση που η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους δεν αποτυπώνει στο σχέδιο απόφασής της τις τροποποιήσεις που έχουν προταθεί από κεντρική τράπεζα έκδοσης, ενημερώνει γραπτώς την εν λόγω κεντρική τράπεζα έκδοσης αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους δεν τις έλαβε υπόψη και παρέχοντας εξηγήσεις για τις τυχόν αποκλίσεις από τις εν λόγω τροποποιήσεις. Η εποπτική επιτροπή για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους υποβάλλει στο συμβούλιο εποπτών τις απαντήσεις που ελήφθησαν και τις τροποποιήσεις που προτείνουν οι κεντρικές τράπεζες έκδοσης, εξηγώντας για τους λόγους για τους οποίους δεν τις έλαβε υπόψη, μαζί με το σχέδιο απόφασής της.».

27)

Το άρθρο 25 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 4, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η απόφαση αναγνώρισης βασίζεται στις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 1 και σε αυτές της παραγράφου 2 στοιχεία α) έως δ) και της παραγράφου 2β για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2. Εντός 180 εργάσιμων ημερών από την απόφαση ότι η αίτηση είναι πλήρης σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει εγγράφως και πλήρως αιτιολογημένα τον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αν χορηγείται άδεια λειτουργίας ή όχι.»

·

β)

στην παράγραφο 5, μετά το δεύτερο εδάφιο, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όταν η επανεξέταση διενεργείται σύμφωνα με το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν υποχρεούται να υποβάλει νέα αίτηση αναγνώρισης, αλλά παρέχει στην ΕΑΚΑΑ όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την επανεξέταση της αναγνώρισής του από την ΕΑΚΑΑ. Όταν η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε επανεξέταση της αναγνώρισης κεντρικού αντισυμβαλλομένου εγκατεστημένου σε τρίτη χώρα σύμφωνα με το στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, η ΕΑΚΑΑ δεν αντιμετωπίζει την εν λόγω επανεξέταση ως αίτηση αναγνώρισης για τον σχετικό αναγνωρισμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο.»

·

γ)

στην παράγραφο 6 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όταν είναι προς το συμφέρον της Ένωσης και λαμβανομένων υπόψη των δυνητικών κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης λόγω της αναμενόμενης συμμετοχής εκκαθαριστικών μελών και τόπων διαπραγμάτευσης εγκατεστημένων στην Ένωση σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους εγκατεστημένους σε τρίτη χώρα, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει την εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο ανεξάρτητα από το αν πληρούται το στοιχείο γ) του εν λόγω εδαφίου.»

·

δ)

η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.   Η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε αποτελεσματικές ρυθμίσεις συνεργασίας με τις σχετικές αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών των οποίων το νομοθετικό και εποπτικό πλαίσιο έχει αναγνωριστεί ως ισοδύναμο με τον παρόντα κανονισμό σύμφωνα με την παράγραφο 6.

7α.   Εάν η ΕΑΚΑΑ δεν έχει καθορίσει ακόμα τη διαβάθμιση κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή εάν η ΕΑΚΑΑ έχει διαπιστώσει ότι όλοι ή ορισμένοι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι σε μια σχετική τρίτη χώρα είναι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι κατηγορίας 1, οι ρυθμίσεις συνεργασίας που αναφέρονται στην παράγραφο 7 λαμβάνουν υπόψη τον κίνδυνο που συνεπάγεται η παροχή υπηρεσιών εκκαθάρισης από τους εν λόγω κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και προσδιορίζουν:

α)

τον μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών σε ετήσια βάση μεταξύ της ΕΑΚΑΑ, των κεντρικών τραπεζών έκδοσης που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο στ) και των αρμόδιων αρχών των οικείων τρίτων χωρών, ώστε η ΕΑΚΑΑ να είναι σε θέση:

i)

να διασφαλίζει ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισης σύμφωνα με την παράγραφο 2·

ii)

να προσδιορίζει τυχόν σημαντικές επιπτώσεις στη ρευστότητα της αγοράς ή στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων από τα κράτη μέλη της· και

iii)

να παρακολουθεί τις δραστηριότητες εκκαθάρισης σε έναν ή περισσότερους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους που είναι εγκατεστημένοι στην εν λόγω τρίτη χώρα από εκκαθαριστικά μέλη που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση, ή είναι μέρος ομίλου υποκείμενου σε ενοποιημένη εποπτεία στην Ένωση·

β)

κατ’ εξαίρεση, τον μηχανισμό για την ανταλλαγή πληροφοριών σε τριμηνιαία βάση, ο οποίος απαιτεί λεπτομερείς πληροφορίες που καλύπτουν τις πτυχές που αναφέρονται στην παράγραφο 2α, και ιδίως πληροφορίες σχετικά με σημαντικές αλλαγές στα μοντέλα και τις παραμέτρους κινδύνου, την επέκταση των δραστηριοτήτων και υπηρεσιών κεντρικού αντισυμβαλλομένου και τις αλλαγές στη δομή των λογαριασμών πελατών, με σκοπό να διαπιστωθεί κατά πόσον ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πλησιάζει δυνητικά στο να καταστεί ή ενδέχεται να καταστεί συστημικά σημαντικός για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης ή ενός ή περισσότερων από τα κράτη μέλη της, καθώς και τον μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τις εξελίξεις της αγοράς που θα μπορούσαν να έχουν επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης·

γ)

τον μηχανισμό άμεσης ειδοποίησης της ΕΑΚΑΑ σε περίπτωση που αρμόδια αρχή τρίτης χώρας κρίνει ότι κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τον οποίο εποπτεύει έχει παραβεί τους όρους της άδειας λειτουργίας του ή άλλη νομοθεσία στην οποία υπάγεται·

δ)

τον μηχανισμό άμεσης κοινοποίησης στην ΕΑΚΑΑ από την αρμόδια αρχή τρίτης χώρας όταν κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τρίτης χώρας που εποπτεύεται από την εν λόγω αρμόδια αρχή προτίθεται να επεκτείνει ή να μειώσει τις υπηρεσίες ή τις δραστηριότητές εκκαθάρισης·

ε)

τις αναγκαίες διαδικασίες για την αποτελεσματική παρακολούθηση των ρυθμιστικών και εποπτικών εξελίξεων σε τρίτη χώρα·

στ)

τις διαδικασίες για τις αρχές τρίτης χώρας για την ενημέρωση της ΕΑΚΑΑ, του σώματος της ΕΑΚΑΑ για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών που αναφέρεται στο άρθρο 25γ και των κεντρικών τραπεζών έκδοσης που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο στ) χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σχετικά με οποιαδήποτε κατάσταση έκτακτης ανάγκης που αφορά τον αναγνωρισμένο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, μεταξύ άλλων για τις εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές, η οποία ενδέχεται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στη ρευστότητα και τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Ένωση ή σε ένα από τα κράτη μέλη της, καθώς και τις διαδικασίες και τα σχέδια απρόοπτων γεγονότων για την αντιμετώπιση τέτοιων καταστάσεων·

ζ)

τις διαδικασίες για τις αρχές τρίτης χώρας που αποσκοπούν στη διασφάλιση της αποτελεσματικής επιβολής των αποφάσεων που εκδίδονται από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 25στ, το άρθρο 25ι, το άρθρο 25ια παράγραφος 1 στοιχείο β) και τα άρθρα 25ιβ, 25ιγ και 25ιστ·

η)

τη συγκατάθεση των αρχών της τρίτης χώρας για την περαιτέρω κοινοποίηση των πληροφοριών που έχουν παράσχει στην ΕΑΚΑΑ στο πλαίσιο των ρυθμίσεων συνεργασίας με τις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 3 και τα μέλη του σώματος της ΕΑΚΑΑ για κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών, με την επιφύλαξη της τήρησης των απαιτήσεων του επαγγελματικού απορρήτου που ορίζονται στο άρθρο 83.

7β.   Εάν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι τουλάχιστον ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος σε σχετική τρίτη χώρα είναι κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2, οι ρυθμίσεις συνεργασίας που αναφέρονται στην παράγραφο 7 προσδιορίζουν σε σχέση με τους εν λόγω κεντρικούς αντισυμβαλλομένους κατηγορίας 2 τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 7α στοιχεία α), γ), ε), στ) και η), όταν δεν έχουν ήδη καθιερωθεί ρυθμίσεις συνεργασίας με τη σχετική τρίτη χώρα σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου αυτής·

β)

τον μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών τουλάχιστον σε μηνιαία βάση, κατά περίπτωση, μεταξύ της ΕΑΚΑΑ, των κεντρικών τραπεζών έκδοσης που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο στ) και των αρμόδιων αρχών των οικείων τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε όλες τις πληροφορίες που ζητεί η ΕΑΚΑΑ για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2β·

γ)

τις διαδικασίες που αφορούν τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων, που περιλαμβάνουν τη συμφωνία των αρχών της τρίτης χώρας να επιτρέπονται οι έρευνες και οι επιτόπιες επιθεωρήσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 25ζ και 25η, αντιστοίχως·

δ)

τις διαδικασίες για τις αρχές τρίτης χώρας που αποσκοπούν στη διασφάλιση της αποτελεσματικής επιβολής των αποφάσεων που εκδίδονται από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με τα άρθρα 25β, 25στ έως 25ιγ, 25ιστ και 25ιζ·

ε)

τις διαδικασίες για τις αρχές τρίτης χώρας για:

i)

τη διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ σχετικά με την κατάρτιση και την αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης και την κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης σε σχέση με πτυχές που αφορούν την Ένωση ή ένα ή περισσότερα από τα κράτη μέλη της·

ii)

την αμελλητί ενημέρωση της ΕΑΚΑΑ σχετικά με την κατάρτιση σχεδίων ανάκαμψης και σχεδίων εξυγίανσης, καθώς και για τυχόν μεταγενέστερες ουσιώδεις αλλαγές στα εν λόγω σχέδια σε σχέση με πτυχές που αφορούν την Ένωση ή ένα ή περισσότερα από τα κράτη μέλη της·

iii)

την αμελλητί ενημέρωση της ΕΑΚΑΑ εάν κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 προτίθεται να ενεργοποιήσει το σχέδιο ανάκαμψής του ή εάν οι αρχές της τρίτης χώρας διαπιστώσουν ότι υπάρχουν ενδείξεις αναδυόμενης κατάστασης κρίσης που θα μπορούσε να επηρεάσει τις δραστηριότητες του εν λόγω κεντρικού αντισυμβαλλομένου κατηγορίας 2, ιδίως την ικανότητά του να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης ή όταν οι αρχές της τρίτης χώρας προτίθενται να αναλάβουν δράση εξυγίανσης στο εγγύς μέλλον.

7γ.   Σε περίπτωση που η ΕΑΚΑΑ θεωρήσει ότι η αρμόδια αρχή τρίτης χώρας δεν εφαρμόζει οποιαδήποτε από τις διατάξεις που ορίζονται σε ρύθμιση συνεργασίας, η οποία έχει θεσπιστεί σύμφωνα με τις παραγράφους 7, 7α και 7β, ενημερώνει την Επιτροπή για το συγκεκριμένο ζήτημα, εμπιστευτικά και χωρίς καθυστέρηση. Σε αυτή την περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει την επανεξέταση της εκτελεστικής πράξης που έχει εκδοθεί σύμφωνα με την παράγραφο 6.».

28)

Η παράγραφος 2 του άρθρου 25α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Το αίτημα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου παρέχει την πραγματική βάση για τη διαπίστωση της συγκρισιμότητας, και τους λόγους για τους οποίους η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που εφαρμόζονται στην τρίτη χώρα πληροί τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 16 και στους τίτλους IV και V. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 υποβάλλει την αιτιολογημένη αίτησή του που αναφέρεται στην παράγραφο 1 σε ηλεκτρονική μορφή μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.

Η ΕΑΚΑΑ χορηγεί συγκρίσιμη συμμόρφωση, εν μέρει ή πλήρως, εάν αποφασίσει, με βάση την αιτιολογημένη αίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2, όσον αφορά τη συμμόρφωσή του με τις σχετικές απαιτήσεις που ισχύουν στην τρίτη χώρα, θεωρείται ότι συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 16 και των τίτλων IV και V και, ως εκ τούτου, πληροί την απαίτηση αναγνώρισης δυνάμει του άρθρου 25 παράγραφος 2β στοιχείο α).

Η ΕΑΚΑΑ ανακαλεί, πλήρως ή σε σχέση με συγκεκριμένη απαίτηση, συγκρίσιμη συμμόρφωση, όταν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις συγκρίσιμης συμμόρφωσης και εφόσον ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν έχει λάβει τα διορθωτικά μέτρα που ζήτησε η ΕΑΚΑΑ εντός καθορισμένου χρονικού πλαισίου. Κατά τον καθορισμό της ημερομηνίας έναρξης ισχύος της απόφασης ανάκλησης συγκρίσιμης συμμόρφωσης, η ΕΑΚΑΑ προσπαθεί να προβλέψει κατάλληλη περίοδο προσαρμογής που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες.

Όταν η ΕΑΚΑΑ χορηγεί συγκρίσιμη συμμόρφωση, εξακολουθεί να είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, ιδίως δυνάμει των άρθρων 25 και 25β, και να ασκεί τις εξουσίες της που αναφέρονται στα άρθρα 25γ, 25δ, 25στ έως 25ιγ. 25ιστ και 25ιζ.

Με την επιφύλαξη της ικανότητας της ΕΑΚΑΑ να εκτελεί τα καθήκοντά της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, όταν η ΕΑΚΑΑ χορηγεί συγκρίσιμη συμμόρφωση, συμφωνεί διοικητικές ρυθμίσεις με την αρχή τρίτης χώρας προκειμένου να διασφαλίζεται η κατάλληλη ανταλλαγή πληροφοριών και η συνεργασία της ΕΑΚΑΑ για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις συγκρίσιμης συμμόρφωσης σε συνεχή βάση.».

29)

Στο άρθρο 25β παράγραφος 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΚΑΑ απαιτεί από κάθε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο κατηγορίας 2 όλα τα ακόλουθα:

α)

επιβεβαίωση, τουλάχιστον επί ετήσιας βάσης, ότι οι απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 2β στοιχεία α), γ) και δ) εξακολουθούν να πληρούνται·

β)

πληροφορίες και δεδομένα σε τακτική βάση, ώστε να διασφαλίζεται ότι η ΕΑΚΑΑ είναι σε θέση να εποπτεύει τη συμμόρφωση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 2β στοιχείο α).».

30)

Η παράγραφος 1 του άρθρου 25στ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η ΕΑΚΑΑ μπορεί, με απλό αίτημα ή με απόφαση, να απαιτεί από αναγνωρισμένους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και σχετιζόμενους με αυτούς τρίτους στους οποίους οι εν λόγω κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι έχουν αναθέσει επιχειρησιακές λειτουργίες ή δραστηριότητες να παρέχουν όλες τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε η ΕΑΚΑΑ να είναι σε θέση να παρακολουθεί την παροχή υπηρεσιών και δραστηριοτήτων εκκαθάρισης από τους εν λόγω κεντρικούς αντισυμβαλλομένους στην Ένωση και να εκτελεί τα καθήκοντά της δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

Οι πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο και ζητούνται με απλή αίτηση μπορεί να είναι περιοδικού ή έκτακτου χαρακτήρα.».

31)

Το άρθρο 25ιε αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 25ιε

Τροποποιήσεις των παραρτημάτων III και IV

Προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι τροποποιήσεις του άρθρου 16 και των τίτλων IV και V, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 82 για να διασφαλίζει ότι οι παραβάσεις του παραρτήματος ΙΙΙ αντιστοιχούν στις απαιτήσεις του άρθρου 16 και των τίτλων IV και V.

Προκειμένου να λαμβάνει υπόψη τις εξελίξεις των χρηματοπιστωτικών αγορών, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει πράξεις κατ' εξουσιοδότηση, σύμφωνα με το άρθρο 82, όσον αφορά μέτρα για την τροποποίηση του παραρτήματος IV.».

32)

Το άρθρο 25ιστ τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

ο σχετικός κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει διαπράξει σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις οποιασδήποτε από τις εφαρμοστέες απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό ή δεν συμμορφώνεται πλέον με τις προϋποθέσεις αναγνώρισης που προβλέπονται στο άρθρο 25 και δεν έλαβε τα διορθωτικά μέτρα που ζήτησε η ΕΑΚΑΑ εντός καταλλήλου χρονικού πλαισίου διάρκειας έως και ενός έτους.»

·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Πριν από την ανάκληση της αναγνώρισης σύμφωνα με το στοιχείο γ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τη δυνατότητα εφαρμογής μέτρων βάσει του άρθρου 25ιζ παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ).

Εάν η ΕΑΚΑΑ διαπιστώσει ότι δεν έχουν ληφθεί διορθωτικά μέτρα εντός της προθεσμίας που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου ή ότι τα ληφθέντα μέτρα δεν είναι κατάλληλα, και κατόπιν διαβούλευσης με τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 25 παράγραφος 3, ανακαλεί την απόφαση αναγνώρισης.».

33)

Το άρθρο 26 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων διαλειτουργικότητας δυνάμει του τίτλου V ή της άσκησης της επενδυτικής πολιτικής του σύμφωνα με το άρθρο 47, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν είναι ούτε καθίσταται εκκαθαριστικό μέλος, πελάτης, ούτε θεσπίζει ρυθμίσεις έμμεσης εκκαθάρισης με εκκαθαριστικό μέλος με σκοπό την ανάληψη δραστηριοτήτων εκκαθάρισης σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο.»

·

β)

η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υπόκειται σε συχνούς και ανεξάρτητους ελέγχους. Τα αποτελέσματα των εν λόγω ελέγχων γνωστοποιούνται στο συμβούλιο του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και τίθενται στη διάθεση της ΕΑΚΑΑ και της αρμόδιας για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχής.».

34)

Στο άρθρο 27, παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Η σύνθεση του συμβουλίου του κεντρικού αντισυμβαλλομένου λαμβάνει δεόντως υπόψη την αρχή της ισόρροπης εκπροσώπησης των φύλων.».

35)

Το άρθρο 28 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συγκροτεί επιτροπή κινδύνου, η οποία απαρτίζεται από εκπροσώπους των εκκαθαριστικών μελών του, από ανεξάρτητα μέλη του συμβουλίου και από εκπροσώπους των πελατών του. Η επιτροπή κινδύνου δύναται να καλεί υπαλλήλους του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και εξωτερικούς ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες να παρίστανται σε συνεδριάσεις της, χωρίς δικαίωμα ψήφου. Η ΕΑΚΑΑ και οι αρμόδιες αρχές δύνανται να αιτηθούν να παρίστανται σε συνεδριάσεις της επιτροπής κινδύνου, χωρίς δικαίωμα ψήφου, και να τους παρέχεται η δέουσα ενημέρωση για τις δραστηριότητες και αποφάσεις της επιτροπής κινδύνου. Οι συμβουλές της επιτροπής κινδύνου είναι ανεξάρτητες από οιαδήποτε άμεση επιρροή από τη διοίκηση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Καμιά από τις ομάδες εκπροσώπων δεν διαθέτει πλειοψηφία στην επιτροπή κινδύνου.»

·

β)

οι παράγραφοι 4 και 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Με την επιφύλαξη του δικαιώματος της ΕΑΚΑΑ και των αρμοδίων αρχών να ενημερώνονται δεόντως, τα μέλη της επιτροπής κινδύνου δεσμεύονται από υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας. Εάν ο πρόεδρος της επιτροπής κινδύνου διαπιστώσει ότι ένα μέλος βρίσκεται σε κατάσταση πραγματικής ή δυνητικής σύγκρουσης συμφερόντων σε συγκεκριμένο θέμα, δεν επιτρέπεται στο εν λόγω μέλος να ψηφίσει επί του θέματος αυτού.

5.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ενημερώνει πάραυτα την ΕΑΚΑΑ, την αρμόδια αρχή και την επιτροπή κινδύνου σχετικά με κάθε απόφαση στην οποία το συμβούλιο αποφασίζει να μην ακολουθήσει τις συμβουλές της επιτροπής κινδύνου, και αιτιολογεί την απόφαση αυτή. Η επιτροπή κινδύνου ή οποιοδήποτε μέλος της επιτροπής κινδύνου μπορεί να ενημερώνει την αρμόδια αρχή για περιπτώσεις στις οποίες θεωρεί ότι οι συμβουλές της επιτροπής κινδύνου δεν έχουν ακολουθηθεί.».

36)

Το άρθρο 30 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 30

Μέτοχοι και μέλη με ειδικές συμμετοχές

1.   Η αρμόδια αρχή δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο εκτός εάν της γνωστοποιηθεί η ταυτότητα των μετόχων ή των μελών, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για άμεσους ή έμμεσους, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που κατέχουν ειδικές συμμετοχές, καθώς και το ύψος των εν λόγω ειδικών συμμετοχών.

2.   Η αρμόδια αρχή δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, εάν δεν έχει πεισθεί για την καταλληλότητα των μετόχων ή των μελών που κατέχουν ειδικές συμμετοχές στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να διασφαλιστεί χρηστή και συνετή διαχείριση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Όταν έχει συσταθεί σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18, το εν λόγω σώμα εκδίδει γνώμη σχετικά με την καταλληλότητα των μετόχων ή των μελών που κατέχουν ειδικές συμμετοχές στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, σύμφωνα με το άρθρο 19 και σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17β.

3.   Εάν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, η αρμόδια αρχή χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνον εφόσον οι δεσμοί αυτοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων.

4.   Σε περίπτωση που τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 ασκούν επιρροή η οποία είναι δυνατόν να αποβεί εις βάρος της χρηστής και συνετής διαχείρισης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, η αρμόδια αρχή λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για να τερματιστεί αυτή η κατάσταση, στα οποία μπορεί να περιλαμβάνεται η ανάκληση της άδειας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 εκδίδει γνώμη σχετικά με το κατά πόσον η επιρροή ενδέχεται να είναι επιζήμια για τη χρηστή και συνετή διαχείριση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και σχετικά με τα μέτρα που προβλέπονται για τον τερματισμό της εν λόγω κατάστασης, σύμφωνα με το άρθρο 19 και με τη διαδικασία του άρθρου 17β.

5.   Η αρμόδια αρχή δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο όταν οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας που διέπουν ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τα οποία ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει στενούς δεσμούς, ή οι δυσκολίες επιβολής τους, εμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων.».

37)

Το άρθρο 31 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2, το τρίτο και το τέταρτο εδάφιο αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αρμόδια αρχή, πάραυτα και, σε κάθε περίπτωση, εντός δύο εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο και των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, γνωστοποιεί εγγράφως στον υποψήφιο αγοραστή ή πωλητή ότι τις παρέλαβε και διαβιβάζει τις πληροφορίες στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18.

Εντός 60 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης και όλων των εγγράφων που απαιτείται να επισυνάπτονται στην κοινοποίηση βάσει του καταλόγου του άρθρου 32 παράγραφος 4, και εκτός εάν το διάστημα αυτό παραταθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο (“περίοδος αξιολόγησης”), η αρμόδια αρχή διενεργεί την αξιολόγηση που προβλέπεται στο άρθρο 32 παράγραφος 1 (“αξιολόγηση”). Το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 εκδίδει γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 19 και η ΕΑΚΑΑ εκδίδει γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο βγ) και σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17β κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης.»

·

β)

στην παράγραφο 3 το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η αρμόδια αρχή ζητεί αμελλητί, για δικό της λογαριασμό και, εφόσον ζητηθεί από την ΕΑΚΑΑ ή το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18, κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης, εφόσον απαιτείται, αλλά όχι αργότερα από τη 50η εργάσιμη ημέρα της περιόδου αξιολόγησης, τις περαιτέρω πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Το αίτημα υποβάλλεται εγγράφως και διευκρινίζει τα αναγκαία συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία.».

38)

Στο άρθρο 32 παράγραφος 1, το τέταρτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για την αξιολόγηση της αρμόδιας αρχής όσον αφορά την κοινοποίηση που προβλέπεται στο άρθρο 31 παράγραφος 2 και τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 31 παράγραφος 3 εκδίδεται γνώμη του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 σύμφωνα με το άρθρο 19 και γνώμη της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο βγ), γνώμες οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 17β.».

39)

Το άρθρο 35 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι δεν αναθέτουν εξωτερικά μείζονες δραστηριότητες που συνδέονται με τη διαχείριση κινδύνων εκτός εάν η αρμόδια αρχή εγκρίνει παρόμοια εξωτερική ανάθεση. Επί της απόφασης της αρμόδιας αρχής εκδίδεται γνώμη από το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 σύμφωνα με το άρθρο 19 και γνώμη της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο βγ), η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 17β.»

·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θέτει στη διάθεση της αρμόδιας αρχής, κατόπιν αιτήματος, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε η αρμόδια αρχή, η ΕΑΚΑΑ και το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 να είναι σε θέση να αξιολογήσουν τη συμμόρφωση της εκτέλεσης των ανατεθέντων καθηκόντων προς τον παρόντα κανονισμό.».

40)

Το άρθρο 37 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καθορίζει, ενδεχομένως ανά τύπο προϊόντος που εκκαθαρίζεται, τις κατηγορίες επιλέξιμων εκκαθαριστικών μελών και τα κριτήρια αποδοχής, λαμβάνοντας υπόψη του τις συμβουλές της επιτροπής κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 3. Τα εν λόγω κριτήρια είναι διαφανή, αντικειμενικά και χωρίς διακρίσεις, ούτως ώστε να διασφαλίζεται ισότιμη και ανοικτή πρόσβαση στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και να κατοχυρώνεται ότι τα εκκαθαριστικά μέλη διαθέτουν επαρκείς χρηματοοικονομικούς πόρους και επιχειρησιακή ικανότητα για να ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμμετοχή σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Κριτήρια που περιορίζουν την πρόσβαση επιτρέπονται μόνον στον βαθμό που αποσκοπούν στον έλεγχο του κινδύνου για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο. Με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων διαλειτουργικότητας δυνάμει του τίτλου V ή της άσκησης της επενδυτικής πολιτικής του κεντρικού αντισυμβαλλομένου σύμφωνα με το άρθρο 47, τα κριτήρια διασφαλίζουν ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι ή τα γραφεία εκκαθάρισης δεν μπορούν να είναι, άμεσα ή έμμεσα, εκκαθαριστικά μέλη του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

1α.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος αποδέχεται μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους ως εκκαθαριστικά μέλη μόνον εάν οι εν λόγω μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι είναι σε θέση να αποδείξουν τον τρόπο με τον οποίο προτίθενται να εκπληρώσουν τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας και τις εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης, μεταξύ άλλων σε ακραίες συνθήκες της αγοράς.

Η αρμόδια αρχή ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου που αποδέχεται μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους ως εκκαθαριστικά μέλη επανεξετάζει τακτικά τις ρυθμίσεις που θεσπίζει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος για να παρακολουθεί ότι πληρούται η προϋπόθεση του πρώτου εδαφίου. Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή υποβάλλει έκθεση σε ετήσια βάση στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 σχετικά με τα προϊόντα που εκκαθαρίζονται από τους εν λόγω μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους, το συνολικό άνοιγμά τους και τυχόν εντοπισθέντες κινδύνους.

Ένας μη χρηματοοικονομικός αντισυμβαλλόμενος που ενεργεί ως εκκαθαριστικό μέλος κεντρικού αντισυμβαλλομένου μπορεί να παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης πελατών μόνο σε μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους που ανήκουν στον ίδιο όμιλο με τον εν λόγω μη χρηματοοικονομικό αντισυμβαλλόμενο και μπορεί να τηρεί λογαριασμούς στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο μόνο για περιουσιακά στοιχεία και θέσεις που τηρούνται για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό των εν λόγω μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων.

Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδώσει γνώμη ή σύσταση σχετικά με την καταλληλότητα των εν λόγω ρυθμίσεων κατόπιν ad hoc αξιολόγησης από ομοτίμους.»

·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«7.   Η ΕΑΚΑΑ, σε διαβούλευση με την ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που διευκρινίζουν περαιτέρω τις λεπτομέρειες και το περιεχόμενο των πληροφοριών που πρέπει να παρέχονται όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος:

α)

καθορίζει τα κριτήρια εισδοχής που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β)

αξιολογεί την ικανότητα των μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων που ενεργούν ως εκκαθαριστικά μέλη να πληρούν τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας και τις εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης που αναφέρονται στην παράγραφο 1α.

Κατά την κατάρτιση των εν λόγω σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη:

α)

τις λεπτομέρειες και τις ιδιαιτερότητες μέσω των οποίων οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι ενδέχεται να έχουν ή ήδη έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες εκκαθάρισης, μεταξύ άλλων ως άμεσα εκκαθαριστικά μέλη σε επιδοτούμενα μοντέλα·

β)

την ανάγκη να διευκολυνθεί η συνετή άμεση πρόσβαση των μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων σε υπηρεσίες και δραστηριότητες εκκαθάρισης κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

γ)

την ανάγκη διασφάλισης της αναλογικότητας·

δ)

την ανάγκη να διασφαλιστεί η αποτελεσματική διαχείριση των κινδύνων.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο το αργότερο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

41)

Το άρθρο 38 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 38

Διαφάνεια

1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος και τα εκκαθαριστικά μέλη του δημοσιοποιούν τις τιμές και τα τέλη που σχετίζονται με τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Δημοσιοποιούν τις τιμές και τα τέλη κάθε παρεχόμενης υπηρεσίας χωριστά, συμπεριλαμβανομένων των εκπτώσεων και των επιστροφών, καθώς και τους όρους παροχής του οφέλους των εν λόγω μειώσεων. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος επιτρέπει στα εκκαθαριστικά μέλη του και, αναλόγως με την περίπτωση, στους πελάτες τους, χωριστή πρόσβαση στις διάφορες παρεχόμενες υπηρεσίες.

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τηρεί χωριστούς λογαριασμούς εξόδων και εσόδων σχετικά με τις παρεχόμενες υπηρεσίες και γνωστοποιεί αυτές τις πληροφορίες στην ΕΑΚΑΑ και στην αρμόδια αρχή.

2.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κοινοποιεί στα εκκαθαριστικά μέλη και στους πελάτες τους συναφείς κινδύνους των παρεχόμενων υπηρεσιών.

3.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ, στα εκκαθαριστικά μέλη του και στην αρμόδια για τον ίδιο αρχή τις πληροφορίες για τις τιμές που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό της έκθεσής του προς τα εκκαθαριστικά μέλη στο τέλος της ημέρας.

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δημοσιοποιεί τον όγκο των συναλλαγών που εκκαθαρίστηκαν για κάθε κατηγορία μέσων από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σε συγκεντρωτική βάση.

4.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δημοσιοποιεί τις λειτουργικές και τεχνικές απαιτήσεις που αφορούν τα πρωτόκολλα επικοινωνίας, τα οποία καλύπτουν τους μορφότυπους περιεχομένου και μηνύματος που χρησιμοποιεί στην επικοινωνία του με τρίτους, συμπεριλαμβανομένων των λειτουργικών και τεχνικών προδιαγραφών που αναφέρονται στο άρθρο 7.

5.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δημοσιοποιεί τυχόν παραβιάσεις εκ μέρους των εκκαθαριστικών μελών, των κριτηρίων που αναφέρονται στο άρθρο 37 παράγραφος 1 και των απαιτήσεων που θεσπίζονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, εκτός αν η αρμόδια αρχή θεωρήσει ότι η δημοσιοποίησή τους θα συνιστούσε απειλή για την χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή την εμπιστοσύνη της αγοράς ή θα έθετε σε σοβαρό κίνδυνο τις χρηματοπιστωτικές αγορές ή θα προκαλούσε δυσανάλογη ζημία στα εμπλεκόμενα μέρη.

6.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρέχει στα εκκαθαριστικά μέλη του ένα εργαλείο προσομοίωσης που τους επιτρέπει να καθορίσουν το ποσό του πρόσθετου αρχικού περιθωρίου σε επίπεδο χαρτοφυλακίου που θα μπορούσε να απαιτήσει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατά την εκκαθάριση μιας νέας συναλλαγής, συμπεριλαμβανομένης προσομοίωσης των απαιτήσεων περιθωρίου ασφαλείας στις οποίες ενδέχεται να υπόκεινται βάσει διαφορετικών σεναρίων. Το εργαλείο αυτό είναι προσπελάσιμο μόνο βάσει ασφαλούς πρόσβασης και τα αποτελέσματα της προσομοίωσης δεν είναι δεσμευτικά.

7.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρέχει στα εκκαθαριστικά μέλη του πληροφορίες σχετικά με τα μοντέλα αρχικού περιθωρίου που χρησιμοποιεί, συμπεριλαμβανομένων των μεθοδολογιών για τυχόν προσαυξήσεις, με σαφή και διαφανή τρόπο. Οι πληροφορίες αυτές:

α)

εξηγούν σαφώς τον σχεδιασμό του μοντέλου αρχικού περιθωρίου και τον τρόπο λειτουργίας του, συμπεριλαμβανομένων ακραίων καταστάσεων στην αγορά·

β)

περιγράφουν σαφώς τις βασικές παραδοχές και τους περιορισμούς του μοντέλου αρχικού περιθωρίου και τις περιστάσεις υπό τις οποίες οι εν λόγω υποθέσεις δεν ισχύουν πλέον·

γ)

είναι τεκμηριωμένες.

8.   Τα εκκαθαριστικά μέλη που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης και οι πελάτες που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης παρέχουν στους πελάτες τους τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α)

πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο λειτουργίας των μοντέλων περιθωρίου ασφαλείας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

β)

πληροφορίες σχετικά με τις καταστάσεις και τις συνθήκες που ενδέχεται να ενεργοποιήσουν απαιτήσεις περιθωρίου·

γ)

πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό του ποσού που πρέπει να παρέχεται από τους πελάτες· και

δ)

προσομοίωση των απαιτήσεων περιθωρίου στις οποίες ενδέχεται να υπόκεινται οι πελάτες βάσει διαφορετικών σεναρίων.

Για τους σκοπούς του στοιχείου δ), η προσομοίωση των απαιτήσεων περιθωρίου ασφαλείας περιλαμβάνει τόσο τα περιθώρια ασφαλείας που απαιτούνται από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο όσο και τυχόν πρόσθετα περιθώρια ασφαλείας που απαιτούνται από τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης. Τα αποτελέσματα αυτής της προσομοίωσης δεν είναι δεσμευτικά.

Κατόπιν αιτήματος εκκαθαριστικού μέλους, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρέχει αμελλητί στο εν λόγω εκκαθαριστικό μέλος τις πληροφορίες που ζητούνται για να μπορέσει το εν λόγω εκκαθαριστικό μέλος να συμμορφωθεί με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, εκτός εάν οι πληροφορίες αυτές έχουν ήδη παρασχεθεί σύμφωνα με τις παραγράφους 1 έως 7. Όταν το εκκαθαριστικό μέλος ή πελάτης παρέχει υπηρεσίες εκκαθάρισης και, εφόσον είναι σκόπιμο, διαβιβάζουν τις εν λόγω πληροφορίες στους πελάτες τους.

9.   Τα εκκαθαριστικά μέλη του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και οι πελάτες που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης ενημερώνουν σαφώς τους υφιστάμενους και τους δυνητικούς πελάτες τους ως προς τις δυνητικές ζημίες ή άλλες δαπάνες που μπορεί να επωμιστούν ως αποτέλεσμα της εφαρμογής των διαδικασιών διαχείρισης αθέτησης υποχρέωσης και των ρυθμίσεων για την κατανομή ζημιών και θέσεων δυνάμει των κανόνων λειτουργίας του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, καθώς και για το είδος της αποζημίωσης που μπορεί να λάβουν, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 48 παράγραφος 7. Στους πελάτες παρέχονται επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες, ώστε να διασφαλίζεται ότι κατανοούν τη χειρότερη περίπτωση ζημιών ή άλλων δαπανών που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν, εάν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος αναλάβει μέτρα ανάκαμψης.

10.   Η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την ΕΑΤ και το ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει:

α)

τις απαιτήσεις με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνεται το εργαλείο προσομοίωσης και το είδος των αποτελεσμάτων που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με την παράγραφο 6·

β)

τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους στα εκκαθαριστικά μέλη σχετικά με τη διαφάνεια των μοντέλων περιθωρίου σύμφωνα με την παράγραφο 7·

γ)

τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται από τα εκκαθαριστικά μέλη και τους πελάτες που παρέχουν υπηρεσίες εκκαθάρισης στους πελάτες τους σύμφωνα με τις παραγράφους 7 και 8· και

δ)

τις απαιτήσεις της προσομοίωσης των περιθωρίων που πρέπει να παρέχονται στους πελάτες και το είδος των εκροών που πρέπει να παρέχονται σύμφωνα με την παράγραφο 8.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

42)

Στο άρθρο 40, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«Με την επιφύλαξη του άρθρου 1 παράγραφοι 4 και 5, και με στόχο τη διευκόλυνση της κεντρικής εκκαθάρισης από οντότητες του δημόσιου τομέα, η ΕΑΚΑΑ, έως τις 25 Ιουνίου 2026, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 για τον προσδιορισμό της μεθόδου που πρέπει να χρησιμοποιούν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας δυνάμει του άρθρου 14 του παρόντος κανονισμού για τον υπολογισμό των ανοιγμάτων και των τυχόν συνεισφορών στους χρηματοοικονομικούς πόρους των κεντρικών αντισυμβαλλομένων από οντότητες του δημόσιου τομέα που συμμετέχουν στους εν λόγω κεντρικούς αντισυμβαλλομένους, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την εντολή των οντοτήτων του δημόσιου τομέα.».

43)

Στο άρθρο 41, οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, προκειμένου να περιορίσει την πιστωτική του έκθεση, επιβάλλει, ζητεί και συγκεντρώνει περιθώρια ασφαλείας από τα εκκαθαριστικά μέλη του, και, ενδεχομένως, από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους με τους οποίους έχει προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας. Τα εν λόγω περιθώρια είναι επαρκή για την κάλυψη δυνητικών ανοιγμάτων που ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θεωρεί ότι θα προκύψουν έως τη ρευστοποίηση των σχετικών θέσεων. Επαρκούν για την κάλυψη των ζημιών που προκύπτουν από τουλάχιστον 99 % των μεταβολών της έκθεσης, σε κατάλληλο χρονικό ορίζοντα, και διασφαλίζουν ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καλύπτει πλήρως την έκθεσή του σε όλα τα εκκαθαριστικά μέλη του και, ενδεχομένως, στους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους με τους οποίους έχει προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας, τουλάχιστον επί καθημερινής βάσεως. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρακολουθεί και αναθεωρεί συνεχώς το επίπεδο των περιθωρίων ασφαλείας έτσι ώστε να ανταποκρίνονται στις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη ενδεχόμενες φιλοκυκλικές επιπτώσεις αυτών των αναθεωρήσεων.

2.   Κατά τον καθορισμό των απαιτήσεών του για περιθώρια ασφαλείας, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εφαρμόζει μοντέλα και παραμέτρους που συλλαμβάνουν τα χαρακτηριστικά κινδύνου των εκκαθαριζόμενων προϊόντων και λαμβάνουν υπόψη το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της συλλογής των περιθωρίων ασφαλείας, τη ρευστότητα της αγοράς και την πιθανότητα αλλαγών καθ’ όλη τη διάρκεια της συναλλαγής. Τα μοντέλα και οι παράμετροι επικυρώνονται από την αρμόδια αρχή και υπόκεινται σε γνώμη του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 σύμφωνα με το άρθρο 19 και γνώμη της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο βγ), η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 17β.

3.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ζητεί και συγκεντρώνει περιθώρια ασφαλείας, σε ενδοημερήσια βάση, τουλάχιστον όταν σημειώνεται υπέρβαση προκαθορισμένων κατωφλίων. Στο πλαίσιο αυτό, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εξετάζει στο μέτρο του δυνατού τον δυνητικό αντίκτυπο των ενδοημερήσιων συγκεντρώσεων και πληρωμών περιθωρίου ασφαλείας στη θέση ρευστότητας των συμμετεχόντων σε αυτόν και στην ανθεκτικότητα του κεντρικού αντισυμβαλλομένου. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν διατηρεί, στο μέτρο του δυνατού, ενδοημερήσιες πληρωμές περιθωρίου διαφορών αποτίμησης μετά την είσπραξη όλων αυτών των οφειλόμενων πληρωμών.».

44)

Στο άρθρο 44 παράγραφος 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υπολογίζει σε καθημερινή βάση τις δυνητικές του ανάγκες σε ρευστότητα. Λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο ρευστότητας που προκύπτει από την αθέτηση υποχρέωσης τουλάχιστον των δύο οντοτήτων έναντι των οποίων έχει τα μεγαλύτερα ανοίγματα και οι οποίες είναι εκκαθαριστικά μέλη ή πάροχοι ρευστότητας, εξαιρουμένων των κεντρικών τραπεζών.».

45)

Το άρθρο 46 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δέχεται άκρως ρευστοποιήσιμες ασφάλειες, με ελάχιστο πιστωτικό κίνδυνο και κίνδυνο αγοράς, για την κάλυψη της αρχικής και συνεχιζόμενης έκθεσής του έναντι των εκκαθαριστικών μελών του.

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί, υπό τον όρο ότι πληροί τις προϋποθέσεις, να δεχτεί δημόσιες εγγυήσεις, εγγυήσεις δημόσιων τραπεζών ή εγγυήσεις εμπορικών τραπεζών, υπό την προϋπόθεση ότι είναι διαθέσιμες άνευ όρων κατόπιν αιτήματος εντός της περιόδου ρευστοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 41.

Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καθορίζει στους κανόνες λειτουργίας του το ελάχιστο αποδεκτό επίπεδο εξασφάλισης για τις εγγυήσεις που αποδέχεται και μπορεί να διευκρινίζει ότι μπορεί να αποδέχεται πλήρως μη εξασφαλισμένες τραπεζικές δημόσιες τραπεζικές εγγυήσεις ή εμπορικές τραπεζικές εγγυήσεις. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να δέχεται δημόσιες εγγυήσεις, δημόσιες τραπεζικές εγγυήσεις ή εγγυήσεις εμπορικών τραπεζών μόνο για την κάλυψη του αρχικού και του συνεχιζόμενου ανοίγματός του έναντι των εκκαθαριστικών μελών του που είναι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι ή έναντι πελατών εκκαθαριστικών μελών, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πελάτες είναι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι.

Όταν παρέχονται σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο περιουσιακά στοιχεία, δημόσιες εγγυήσεις, δημόσιες τραπεζικές εγγυήσεις ή εμπορικές τραπεζικές εγγυήσεις, ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος:

α)

λαμβάνει υπόψη τις εγγυήσεις των δημόσιων τραπεζών ή των εμπορικών τραπεζών κατά τον υπολογισμό του ανοίγματός του έναντι της τράπεζας, η οποία είναι επίσης εκκαθαριστικό μέλος, που τις εκδίδει

β)

υπάγει τις μη εξασφαλισμένες δημόσιες ή εμπορικές τραπεζικές εγγυήσεις σε όρια συγκέντρωσης·

γ)

εφαρμόζει κατάλληλους συντελεστές αποκοπής για την αποτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, των δημόσιων εγγυήσεων, των κρατικών τραπεζικών εγγυήσεων και των εγγυήσεων εμπορικών τραπεζών, ώστε να αντικατοπτρίζουν τη δυνατότητα απομείωσης των εν λόγω αξιών κατά το διάστημα μεταξύ της τελευταίας αναπροσαρμογής τους και του χρόνου εντός του οποίου μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι έχουν ρευστοποιηθεί ή ασκηθεί, κατά περίπτωση·

δ)

λαμβάνει υπόψη τον κίνδυνο ρευστότητας μετά την αθέτηση υποχρέωσης συμμετέχοντος στην αγορά και τον κίνδυνο συγκέντρωσης σε ορισμένα στοιχεία ενεργητικού κατά τον καθορισμό των αποδεκτών ασφαλειών και των σχετικών περικοπών για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο·

ε)

λαμβάνει υπόψη την ανάγκη να ελαχιστοποιηθούν τυχόν πιθανές επιπτώσεις φιλοκυκλικότητας των εν λόγω αναθεωρήσεων κατά την αναθεώρηση του επιπέδου των συντελεστών αποκοπής που εφαρμόζει στα περιουσιακά στοιχεία και τις δημόσιες εγγυήσεις, τις δημόσιες τραπεζικές εγγυήσεις και τις εμπορικές τραπεζικές εγγυήσεις που αποδέχεται ως ασφάλεια.»

·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την ΕΑΤ και κατόπιν διαβούλευσης με το ΕΣΣΚ και τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει:

α)

το είδος της ασφάλειας που θα μπορούσε να θεωρηθεί άκρως ρευστοποιήσιμη, όπως μετρητά, χρυσός, κρατικά και υψηλής ποιότητας εταιρικά ομόλογα και καλυμμένα ομόλογα·

β)

τους συντελεστές αποκοπής που αναφέρονται στην παράγραφο 1, λαμβανομένου υπόψη του στόχου περιορισμού της φιλοκυκλικότητάς τους· και

γ)

τους οικείους όρους υπό τους οποίους οι δημόσιες εγγυήσεις, οι δημόσιες τραπεζικές εγγυήσεις και οι εγγυήσεις εμπορικών τραπεζών μπορούν να γίνονται δεκτές ως ασφάλεια σύμφωνα με την παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένων κατάλληλων ορίων συγκέντρωσης, απαιτήσεων πιστωτικής ποιότητας και αυστηρών απαιτήσεων κινδύνου δυσμενούς συσχέτισης για τις δημόσιες τραπεζικές εγγυήσεις και τις εγγυήσεις εμπορικών τραπεζών.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

46)

Το άρθρο 48 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Όταν περιουσιακά στοιχεία και θέσεις είναι καταγεγραμμένα στα αρχεία και τους λογαριασμούς κεντρικού αντισυμβαλλομένου ως τηρούμενα για λογαριασμό πελατών εκκαθαριστικού μέλους που αθετεί υποχρέωση σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 2, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, κατ’ ελάχιστον, δεσμεύεται συμβατικά να κινεί τις διαδικασίες για τη μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων και των θέσεων που τηρούνται από το εκκαθαριστικό μέλος που αθετεί υποχρέωση για λογαριασμό όλων των πελατών του σε άλλο εκκαθαριστικό μέλος οριζόμενο από όλους τους πελάτες αυτούς, και μεταβιβάζει τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία και θέσεις εκτός εάν όλοι οι πελάτες αντιταχθούν στη μεταβίβαση αυτή πριν από την ολοκλήρωσή της και χωρίς τη συγκατάθεση του εκκαθαριστικού μέλους που αθετεί υποχρέωση. Αυτό το άλλο εκκαθαριστικό μέλος υποχρεούται να δεχθεί τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία και τις θέσεις μόνον εφόσον έχει συνάψει προηγουμένως συμβατική σχέση με τους εν λόγω πελάτες, αναλαμβάνοντας μέσω αυτής σχετική δέσμευση. Εάν για οποιονδήποτε λόγο η μεταβίβαση σε αυτό το άλλο εκκαθαριστικό μέλος δεν πραγματοποιηθεί εντός της προκαθορισμένης περιόδου μεταβίβασης που προσδιορίζεται στους κανόνες λειτουργίας του, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να προβεί σε όλες τις ενέργειες που επιτρέπονται δυνάμει των κανόνων του για να διαχειριστεί ενεργά τους κινδύνους του σε σχέση με τις θέσεις αυτές μέσω, μεταξύ άλλων, της ρευστοποίησης των περιουσιακών στοιχείων και των θέσεων που τηρούνται από το εκκαθαριστικό μέλος που αθετεί υποχρέωση για λογαριασμό των πελατών του.»

·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«8.   Σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης εκκαθαριστικού μέλους και όταν η αθέτηση αυτή έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση, εν όλω ή εν μέρει, των περιουσιακών στοιχείων και των θέσεων που κατέχουν οι πελάτες από το εκκαθαριστικό μέλος που αθετεί υποχρέωση σε άλλο εκκαθαριστικό μέλος σύμφωνα με τις παραγράφους 5 και 6, το εν λόγω άλλο εκκαθαριστικό μέλος μπορεί, για τρεις μήνες από την ημερομηνία της εν λόγω μεταβίβασης, να βασιστεί στη δέουσα επιμέλεια που έχει επιδείξει το εκκαθαριστικό μέλος που αθετεί υποχρέωση σύμφωνα με το κεφάλαιο II τμήμα 4 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 για τον σκοπό της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της εν λόγω οδηγίας.

Όταν το εκκαθαριστικό μέλος στο οποίο έχει πραγματοποιηθεί η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων και θέσεων, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, υπόκειται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, συμμορφώνεται με τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για ανοίγματα των εκκαθαριστικών μελών έναντι πελατών δυνάμει του εν λόγω κανονισμού εντός περιόδου που συμφωνείται με την αρμόδια αρχή του, η οποία δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες από την ημερομηνία της εν λόγω μεταβίβασης.».

47)

Το άρθρο 49 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1 έως 1ε αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος επανεξετάζει τακτικά τα μοντέλα και τις παραμέτρους που εφαρμόζονται για τον υπολογισμό των απαιτήσεών του για περιθώρια ασφαλείας, των εισφορών στο κεφάλαιο εκκαθάρισης, των απαιτήσεων παροχής ασφάλειας και άλλων μηχανισμών ελέγχου κινδύνων. Υποβάλλει τα μοντέλα σε αυστηρές και συχνές προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων, προκειμένου να αξιολογήσει την ανθεκτικότητά τους σε ακραίες, αλλά εύλογες συνθήκες αγοράς και εκτελεί εκ των υστέρων ελέγχους, προκειμένου να αξιολογήσει την αξιοπιστία της μεθοδολογίας που εφαρμόστηκε. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος λαμβάνει ανεξάρτητη επικύρωση και ενημερώνει την αρμόδια για αυτόν αρχή και την ΕΑΚΑΑ για τα αποτελέσματα των δοκιμών που πραγματοποιήθηκαν και λαμβάνει την επικύρωσή τους σύμφωνα με τις παραγράφους 1α έως 1ε, προτού προβεί σε οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή των μοντέλων και των παραμέτρων.

Όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος προτίθεται να εγκρίνει αλλαγή σε μοντέλο ή παράμετρο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, προβαίνει σε μία από τις ακόλουθες ενέργειες:

α)

εάν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κρίνει ότι η σκοπούμενη αλλαγή είναι σημαντική σύμφωνα με την παράγραφο 1θ, υποβάλλει αίτηση για την επικύρωση της αλλαγής σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο παρόν άρθρο·

β)

εάν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κρίνει ότι η σκοπούμενη αλλαγή δεν είναι σημαντική σύμφωνα με την παράγραφο 1θ του παρόντος άρθρου, υποβάλλει αίτηση για την επικύρωση της αλλαγής σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 49α.

1α.   Όλες οι αλλαγές στα μοντέλα και τις παραμέτρους που δεν αξιολογούνται βάσει του άρθρου 49α αξιολογούνται σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου.

Για τα μοντέλα και τις παραμέτρους που εφαρμόζονται καθώς και για οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή τους, εκδίδεται γνώμη από το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18, σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Η ΕΑΚΑΑ εξασφαλίζει ότι οι πληροφορίες σχετικά με τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων διαβιβάζονται στις ΕΕΑ, στο ΕΣΚΤ και στο Ενιαίο Συμβούλιο Εξυγίανσης, προκειμένου να τους επιτραπεί να εκτιμήσουν την έκθεση των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων στην αθέτηση υποχρεώσεων των κεντρικών αντισυμβαλλομένων.

1β.   Όταν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος προτίθεται να εγκρίνει οποιαδήποτε αλλαγή σε μοντέλο ή παράμετρο που αναφέρεται στην παράγραφο 1, υποβάλλει αίτηση επικύρωσης της εν λόγω αλλαγής σε ηλεκτρονική μορφή μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων. Η εν λόγω αίτηση κοινοποιείται αμέσως στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος εσωκλείει ανεξάρτητη επικύρωση της προβλεπόμενης αλλαγής στην αίτησή του.

Εντός δύο εργάσιμων ημερών από την υποβολή της εν λόγω αίτησης, αποστέλλεται στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο βεβαίωση παραλαβής της αίτησης μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων.

1γ.   Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και η ΕΑΚΑΑ αξιολογούν, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την επιβεβαίωση παραλαβής της αίτησης, αν η αίτηση περιέχει τα απαιτούμενα έγγραφα και κατά πόσον τα εν λόγω έγγραφα περιέχουν όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με την παράγραφο 5 στοιχείο δ).

Εάν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ή η ΕΑΚΑΑ καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν έχουν υποβληθεί όλα τα απαιτούμενα έγγραφα ή πληροφορίες, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ζητεί από τον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο να υποβάλει πρόσθετα έγγραφα ή πληροφορίες που έχει εντοπίσει ως ελλείποντα, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων. Η προθεσμία που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου μπορεί, στην περίπτωση αυτή, να παραταθεί κατά 10 εργάσιμες ημέρες κατ’ ανώτατο όριο. Η αίτηση απορρίπτεται εάν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ή η ΕΑΚΑΑ καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν συμμορφώθηκε με οποιοδήποτε τέτοιο αίτημα και, στην περίπτωση αυτή, η αρχή που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ενημερώνει σχετικά την άλλη αρχή. Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ενημερώνει τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τις αποφάσεις απόρριψης της αίτησης μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων και ενημερώνει επίσης τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο για τα έγγραφα ή τις πληροφορίες που διαπιστώνεται ότι λείπουν.

1δ.   Εντός 40 εργάσιμων ημερών από το συμπέρασμα ότι έχουν υποβληθεί όλα τα έγγραφα και οι πληροφορίες σύμφωνα με την παράγραφο 1γ:

α)

η αρμόδια αρχή διενεργεί εκτίμηση κινδύνου της σημαντικής αλλαγής και υποβάλλει την έκθεσή της στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18· και

β)

η ΕΑΚΑΑ διενεργεί εκτίμηση κινδύνου της σημαντικής αλλαγής και υποβάλλει την έκθεσή της στην αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18.

Κατά τη διάρκεια της περιόδου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή, η ΕΑΚΑΑ ή οποιοδήποτε από τα μέλη του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 μπορεί να υποβάλει, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, ερωτήσεις στον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και να ζητήσει συμπληρωματικές πληροφορίες από αυτόν και ορίζει προθεσμία εντός της οποίας ο αιτών κεντρικός αντισυμβαλλόμενος πρέπει να παράσχει τις εν λόγω πληροφορίες.

Εντός 15 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή των αναφορών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 εκδίδει γνώμη σύμφωνα με το άρθρο 19 και τη διαβιβάζει στην ΕΑΚΑΑ και στην αρμόδια αρχή. Με την επιφύλαξη της προσωρινής έγκρισης σύμφωνα με την παράγραφο 1ζ, η αρμόδια αρχή και η ΕΑΚΑΑ δεν εκδίδουν απόφαση με την οποία επικυρώνουν ή αρνούνται να επικυρώσουν σημαντικές αλλαγές στα μοντέλα ή τις παραμέτρους πριν το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 εκδώσει την εν λόγω γνωμοδότηση, εκτός εάν το σώμα δεν την εκδώσει εντός της προθεσμίας.

1ε.   Εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της γνώμης του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18, ή μετά τη λήξη της προθεσμίας για την παροχή της εν λόγω γνώμης, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και η ΕΑΚΑΑ χορηγούν ή αρνούνται την επικύρωση, λαμβάνοντας υπόψη τις εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1δ πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου και την εν λόγω γνώμη, και αλληλοενημερώνονται γραπτώς, παρέχοντας πλήρως αιτιολογημένη εξήγηση για τη χορήγηση ή την άρνηση. Εάν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ή η ΕΑΚΑΑ δεν έχει επικυρώσει την αλλαγή, η επικύρωση απορρίπτεται.

Εάν η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ή η ΕΑΚΑΑ δεν συμφωνεί με τη γνώμη του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18, μεταξύ άλλων με οποιονδήποτε από τους όρους ή τις συστάσεις που περιέχονται σε αυτό, η απόφασή της περιέχει πλήρη αιτιολόγηση και επεξήγηση τυχόν σημαντικής απόκλισης από την εν λόγω γνώμη ή τις εν λόγω προϋποθέσεις ή συστάσεις.

1στ.   Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ενημερώνει τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1ε, εάν οι επικυρώσεις έχουν χορηγηθεί ή απορριφθεί και παρέχει πλήρως αιτιολογημένη εξήγηση σχετικά.

1ζ.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν μπορεί να προβεί σε καμία σημαντική αλλαγή σε μοντέλο ή παράμετρο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 προτού λάβει επικύρωση τόσο από την αρμόδια αρχή του όσο και από την ΕΑΚΑΑ.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, εφόσον ζητηθεί από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, η αρμόδια αρχή, σε συμφωνία με την ΕΑΚΑΑ, μπορεί να επιτρέψει την προσωρινή έγκριση σημαντικής αλλαγής μοντέλου ή παραμέτρου πριν από την επικύρωσή τους, όταν αυτό δικαιολογείται δεόντως. Μια τέτοια προσωρινή αλλαγή επιτρέπεται μόνο για ορισμένο χρονικό διάστημα που καθορίζεται από κοινού από την αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και την ΕΑΚΑΑ. Μετά τη λήξη αυτής της περιόδου, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιεί την εν λόγω αλλαγή, εκτός εάν έχει εγκριθεί σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

1η.   Οι αλλαγές στις παραμέτρους που προκύπτουν από την εφαρμογή μεθοδολογίας που αποτελεί μέρος επικυρωμένου μοντέλου, είτε λόγω εξωτερικών εισροών είτε λόγω τακτικής επανεξέτασης ή άσκησης βαθμονόμησης, δεν θεωρούνται αλλαγές σε μοντέλα και παραμέτρους για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 49α.

1θ.   Μια αλλαγή θεωρείται σημαντική όταν πληρούται τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η αλλαγή οδηγεί σε σημαντική μείωση ή αύξηση των συνολικών προχρηματοδοτημένων χρηματοοικονομικών πόρων του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων περιθωρίου ασφαλείας, του κεφαλαίου εκκαθάρισης και των ειδικών ιδίων πόρων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 4·

β)

μεταβάλλονται η δομή ή τα δομικά στοιχεία του μοντέλου περιθωρίου·

γ)

εισάγεται, αφαιρείται ή τροποποιείται συνιστώσα του μοντέλου περιθωρίου, συμπεριλαμβανομένης μιας παραμέτρου περιθωρίου ή μιας πρόσθετης τιμής, κατά τρόπο που οδηγεί σε σημαντική μείωση ή αύξηση της παραγωγής του μοντέλου περιθωρίου σε επίπεδο κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

δ)

η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των αντισταθμίσεων χαρτοφυλακίου αλλάζει με αποτέλεσμα σημαντική μείωση ή αύξηση των συνολικών απαιτήσεων περιθωρίου ασφαλείας για τα χρηματοπιστωτικά μέσα εντός του χαρτοφυλακίου·

ε)

η μεθοδολογία για τον καθορισμό και τη βαθμονόμηση των σεναρίων προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων με σκοπό τον προσδιορισμό του μεγέθους των κεφαλαίων εκκαθάρισης του κεντρικού αντισυμβαλλομένου και του μεγέθους των εισφορών των επιμέρους εκκαθαριστικών μελών στα εν λόγω κεφάλαια εκκαθάρισης μεταβάλλεται, με αποτέλεσμα σημαντική μείωση ή αύξηση του μεγέθους οποιουδήποτε κεφαλαίου εκκαθάρισης ή οποιασδήποτε μεμονωμένης εισφοράς στο κεφάλαιο εκκαθάρισης·

στ)

η μεθοδολογία που εφαρμόζεται για την αξιολόγηση του κινδύνου ρευστότητας αλλάζει, με αποτέλεσμα σημαντική μείωση ή αύξηση των εκτιμώμενων αναγκών ρευστότητας σε οποιοδήποτε νόμισμα ή των συνολικών αναγκών ρευστότητας·

ζ)

η μεθοδολογία που εφαρμόζεται για τον προσδιορισμό του κινδύνου συγκέντρωσης που έχει ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έναντι ενός μεμονωμένου αντισυμβαλλομένου μεταβάλλεται, έτσι ώστε η συνολική έκθεση του κεντρικού αντισυμβαλλομένου έναντι του εν λόγω αντισυμβαλλομένου να μειώνεται ή να αυξάνεται σημαντικά·

η)

η μεθοδολογία που εφαρμόζεται για την αποτίμηση των εξασφαλίσεων ή για τη βαθμονόμηση των συντελεστών αποκοπής μεταβάλλεται, έτσι ώστε η συνολική αξία των εξασφαλίσεων να μειώνεται ή να αυξάνεται σημαντικά·

θ)

η αλλαγή θα μπορούσε να επηρεάσει σημαντικά τον συνολικό κίνδυνο του κεντρικού αντισυμβαλλομένου.»

·

β)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιοριστούν περαιτέρω τα ακόλουθα:

α)

τι συνιστά σημαντική αύξηση ή μείωση για τους σκοπούς της παραγράφου 1θ στοιχεία α) και γ) έως η)·

β)

τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον πληρούται μία από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1θ·

γ)

άλλες αλλαγές σε μοντέλα που μπορεί να θεωρηθεί ότι καλύπτονται ήδη από το εγκεκριμένο μοντέλο και, ως εκ τούτου, δεν θεωρούνται αλλαγή μοντέλου και δεν υπόκεινται στις διαδικασίες που καθορίζονται στο παρόν άρθρο ή στο άρθρο 49α· και

δ)

τους καταλόγους των απαιτούμενων εγγράφων που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση επικύρωσης σύμφωνα με την παράγραφο 1γ του παρόντος άρθρου και το άρθρο 49α και τις πληροφορίες που πρέπει να περιέχουν τα εν λόγω έγγραφα για να αποδειχθεί ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται με όλες τις σχετικές απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

Τα απαιτούμενα έγγραφα και το επίπεδο πληροφοριών είναι ανάλογα με τον τύπο επικύρωσης του μοντέλου, αλλά περιέχουν επαρκείς λεπτομέρειες ώστε να διασφαλίζεται η ορθή ανάλυση της αλλαγής.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), η ΕΑΚΑΑ μπορεί να καθορίζει διαφορετικές τιμές για τα διάφορα σημεία της παραγράφου 1θ.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο το αργότερο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.»

·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«6.   Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τον ηλεκτρονικό μορφότυπο της αίτησης που πρέπει να υποβληθεί στην κεντρική βάση δεδομένων για την επικύρωση που αναφέρεται στην παράγραφο 1β του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 49α.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

48)

Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 49α

Ταχεία διαδικασία για μη σημαντικές αλλαγές στα μοντέλα και τις παραμέτρους ενός κεντρικού αντισυμβαλλομένου

1.   Όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος θεωρεί ότι μια αλλαγή σε μοντέλο ή παράμετρο που αναφέρεται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 την οποία προτίθεται να εγκρίνει δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1θ του εν λόγω άρθρου, μπορεί να ζητήσει η αίτηση επικύρωσης της αλλαγής να υπόκειται στην ταχεία διαδικασία δυνάμει του παρόντος άρθρου.

2.   Η ταχεία διαδικασία εφαρμόζεται σε προτεινόμενη αλλαγή μοντέλου ή παραμέτρου όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος έχει ζητήσει επικύρωση μιας αλλαγής που πρέπει να αξιολογηθεί βάσει του παρόντος άρθρου· και

β)

η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και η ΕΑΚΑΑ έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η προτεινόμενη αλλαγή δεν είναι σημαντική σύμφωνα με την παράγραφο 4.

3.   Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος υποβάλλει την αίτησή του, συμπεριλαμβανομένων όλων των εγγράφων και των πληροφοριών που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 49 παράγραφος 5 στοιχείο δ), σε ηλεκτρονική μορφή μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων. Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παρέχει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να καταδείξει τους λόγους για τους οποίους η προτεινόμενη αλλαγή πρέπει να θεωρηθεί μη σημαντική και, ως εκ τούτου, πληροί τις προϋποθέσεις για αξιολόγηση στο πλαίσιο της ταχείας διαδικασίας δυνάμει του παρόντος άρθρου.

Αποστέλλεται στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο απόδειξη παραλαβής της αίτησης μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων εντός δύο εργάσιμων ημερών από την υποβολή της εν λόγω αίτησης.

4.   Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και η ΕΑΚΑΑ αποφασίζουν, εντός 10 εργάσιμων ημερών από την επιβεβαίωση παραλαβής της αίτησης, αν η προτεινόμενη αλλαγή είναι σημαντική ή όχι.

5.   Όταν, σύμφωνα με την παράγραφο 4, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ή η ΕΑΚΑΑ έχει αποφασίσει ότι η αλλαγή είναι σημαντική, αλληλοενημερώνονται εγγράφως και η αίτηση επικύρωσης της εν λόγω αλλαγής δεν υπόκειται στην ταχεία διαδικασία του παρόντος άρθρου.

Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ενημερώνει τον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης πλήρως αιτιολογημένης επεξήγησης, εντός δύο εργάσιμων ημερών από την απόφαση που ελήφθη σύμφωνα με την παράγραφο 4. Εντός 10 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος είτε αποσύρει την αίτηση είτε τη συμπληρώνει ώστε να πληροί τις απαιτήσεις για την υποβολή αίτησης δυνάμει του άρθρου 49.

6.   Εάν, σύμφωνα με την παράγραφο 4, η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή και η ΕΑΚΑΑ έχουν αποφασίσει ότι η αλλαγή δεν είναι σημαντική, κάθε μία, εντός τριών εργάσιμων ημερών από την εν λόγω απόφαση:

α)

χορηγεί την επικύρωση, εφόσον ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό, ή αρνείται την επικύρωση, εάν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δεν συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό· και

β)

ενημερώνει την άλλη εγγράφως, συμπεριλαμβανομένης πλήρως αιτιολογημένης επεξήγησης, σχετικά με το αν η επικύρωση έχει χορηγηθεί ή απορριφθεί.

Εάν οποιαδήποτε από τις δύο δεν έχει χορηγήσει την επικύρωση του μοντέλου, η επικύρωση απορρίπτεται.

7.   Η αρμόδια για τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο αρχή ενημερώνει εγγράφως τον αιτούντα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, μέσω της κεντρικής βάσης δεδομένων, συμπεριλαμβανομένης πλήρως αιτιολογημένης επεξήγησης, εντός δύο εργάσιμων ημερών από τις αποφάσεις που ελήφθησαν σύμφωνα με την παράγραφο 6, εάν η επικύρωση χορηγήθηκε ή απορρίφθηκε.».

49)

Το άρθρο 54 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Οι ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας ή οποιαδήποτε ουσιώδης αλλαγή σε εγκεκριμένη ρύθμιση διαλειτουργικότητας δυνάμει του τίτλου V υπόκεινται στην προηγούμενη έγκριση των αρμόδιων αρχών των εμπλεκόμενων κεντρικών αντισυμβαλλομένων. Οι αρμόδιες για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους αρχές ζητούν τη γνώμη της ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 24α παράγραφος 7 πρώτο εδάφιο στοιχείο βγ) και τη γνώμη του σώματος που αναφέρεται στο άρθρο 18 σύμφωνα με το άρθρο 19, οι οποίες εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 17β.»

·

β)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Έως τις 25 Ιουνίου 2026, η ΕΑΚΑΑ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές ή συστάσεις με σκοπό τη διενέργεια συνεπών, αποδοτικών και αποτελεσματικών αξιολογήσεων των ρυθμίσεων διαλειτουργικότητας από τις εθνικές αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010. Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια αυτών των κατευθυντήριων γραμμών ή συστάσεων κατόπιν διαβούλευσης με τα μέλη του ΕΣΚΤ.

5.   Η ΕΑΚΑΑ, κατόπιν διαβούλευσης με τα μέλη του ΕΣΚΤ και του ΕΣΣΚ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι για την επαρκή διαχείριση των κινδύνων που απορρέουν από τις ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας. Για τον σκοπό αυτόν, η ΕΑΚΑΑ λαμβάνει υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου 4 και αξιολογεί κατά πόσον οι διατάξεις που περιλαμβάνονται σε αυτές είναι κατάλληλες στην περίπτωση ρυθμίσεων διαλειτουργικότητας που καλύπτουν όλα τα είδη προϊόντων ή συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων παραγώγων και των μη χρηματοπιστωτικών μέσων.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.».

50)

Στο άρθρο 81 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«κ)

τις εθνικές αρχές που είναι επιφορτισμένες με την άσκηση μακροπροληπτικής πολιτικής.».

51)

Το άρθρο 82 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στα άρθρα 1 παράγραφος 6, στο άρθρο 3 παράγραφος 5, στο άρθρο 4 παράγραφος 3α, στο άρθρο 7α παράγραφος 7, στο άρθρο 11 παράγραφος 3α, στο άρθρο 11 παράγραφος 12α, στο άρθρο 25 παράγραφος 2α, στο άρθρο 25 παράγραφος 6α, στο άρθρο 25α παράγραφος 3, στο άρθρο 25δ παράγραφος 3, στο άρθρο 25θ παράγραφος 7, στο άρθρο 25ιε, στο άρθρο 64 παράγραφος 7, στο άρθρο 70 και στο άρθρο 72 παράγραφος 3 ανατίθεται στην Επιτροπή επ’ αόριστον από τις 24 Δεκεμβρίου 2024.

3.   Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 6, στο άρθρο 3 παράγραφος 5, στο άρθρο 4 παράγραφος 3α, στο άρθρο 7α παράγραφος 7, στο άρθρο 11 παράγραφος 3α, στο άρθρο 11 παράγραφος 12α, στο άρθρο 25 παράγραφος 2α, στο άρθρο 25 παράγραφος 6α, στο άρθρο 25α παράγραφος 3, στο άρθρο 25δ παράγραφος 3, στο άρθρο 25θ παράγραφος 7, στο άρθρο 25ιε, στο άρθρο 64 παράγραφος 7, στο άρθρο 70 και στο άρθρο 72 παράγραφος 3 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.»

·

β)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 1 παράγραφος 6, του άρθρου 3 παράγραφος 5, του άρθρου 4 παράγραφος 3α, του άρθρου 7α παράγραφος 7, του άρθρου 11 παράγραφος 3α, του άρθρου 11 παράγραφος 12α, του άρθρου 25 παράγραφος 2α, του άρθρου 25 παράγραφος 6α, του άρθρου 25α παράγραφος 3, του άρθρου 25θ παράγραφος 7, του άρθρου 25ιε, του άρθρου 64 παράγραφος 7, του άρθρου 70 ή του άρθρου 72 παράγραφος 3 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός τριών μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.».

52)

Το άρθρο 85 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Έως τις 25 Δεκεμβρίου 2029 η Επιτροπή αξιολογεί την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και καταρτίζει γενική έκθεση. Η Επιτροπή υποβάλλει την έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, συνοδευόμενη, ενδεχομένως, από ενδεδειγμένες προτάσεις.»

·

β)

η παράγραφος 2 διαγράφεται·

γ)

η παράγραφος 4 διαγράφεται·

δ)

η παράγραφος 7 διαγράφεται·

ε)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«7.   Έως τις 25 Δεκεμβρίου 2026 η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τη δυνατότητα και τη σκοπιμότητα να απαιτηθεί ο διαχωρισμός των λογαριασμών σε ολόκληρη την αλυσίδα εκκαθάρισης μη χρηματοοικονομικών και χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων. Η έκθεση συνοδεύεται από ανάλυση κόστους-οφέλους.

8.   Έως τις 25 Δεκεμβρίου 2026, η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με την καταλληλότητα και τις επιπτώσεις της επέκτασης του ορισμού του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του παρόντος κανονισμού, σε άλλες αγορές πέραν των χρηματοπιστωτικών αγορών, όπως οι αγορές βασικών προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των χονδρικών αγορών ενέργειας, ή οι αγορές κρυπτοστοιχείων, δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*5).

9.   Έως τις 25 Δεκεμβρίου 2026, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο στην οποία αξιολογεί ζητήματα ισότιμου ανταγωνισμού και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας σε σχέση με τη γενικευμένη πρόσβαση κεντρικών τραπεζών για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους της Ένωσης χωρίς την προϋπόθεση της διατήρησης τραπεζικής άδειας. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή λαμβάνει επίσης υπόψη την κατάσταση στις δικαιοδοσίες τρίτων χωρών.

10.   Έως τις 25 Δεκεμβρίου 2027, η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή σχετικά με τη συνολική δραστηριότητα στις συναλλαγές παραγώγων των χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων και των μη χρηματοοικονομικών αντισυμβαλλομένων που υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό, η οποία παρέχει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με τους εν λόγω χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους και τους μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους, κάνοντας διάκριση μεταξύ του χρηματοοικονομικού ή μη χρηματοοικονομικού χαρακτήρα τους:

α)

τους δυνητικούς κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης που ενδέχεται να προκύψουν από αυτό το είδος δραστηριότητας·

β)

τις θέσεις σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα επί εμπορευμάτων άνω του 1 δισεκατομμυρίου EUR, προσδιορίζοντας το ακριβές ποσό των σχετικών θέσεων·

γ)

τον συνολικό όγκο των συμβάσεων ενεργειακών παραγώγων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με διάκριση, κατά περίπτωση, μεταξύ των συμβάσεων ενεργειακών παραγώγων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και χρησιμοποιούνται και των συμβάσεων ενεργειακών παραγώγων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και δεν χρησιμοποιούνται για σκοπούς αντιστάθμισης·

δ)

τον συνολικό όγκο των συμβάσεων γεωργικών παραγώγων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, κάνοντας διάκριση, κατά περίπτωση, μεταξύ των συμβάσεων γεωργικών παραγώγων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και χρησιμοποιούνται για αντιστάθμιση κινδύνων και των συμβάσεων γεωργικών παραγώγων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και δεν χρησιμοποιούνται για αντιστάθμιση·

ε)

το μερίδιο των εξωχρηματιστηριακών και διαπραγματεύσιμων σε χρηματιστήριο συμβάσεων ενεργειακών ή γεωργικών παραγώγων που διακανονίζονται με φυσική παράδοση στον συνολικό όγκο των συμβάσεων ενεργειακών παραγώγων ή συμβάσεων γεωργικών παραγώγων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

11.   Έως τις 25 Δεκεμβρίου 2026, η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ, υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή. Η έκθεση:

α)

καθορίζει λεπτομερώς την έννοια της φιλοκυκλικότητας στο πλαίσιο του άρθρου 41 για τα περιθώρια ασφαλείας που ζητούνται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο και του άρθρου 46 για τις περικοπές που εφαρμόζονται στις εξασφαλίσεις που κατέχει κεντρικός αντισυμβαλλόμενος·

β)

αξιολογεί τον τρόπο με τον οποίο έχουν εφαρμοστεί με την πάροδο των ετών οι διατάξεις κατά της φιλοκυκλικότητας του παρόντος κανονισμού και του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 153/2013 της Επιτροπής (*6) και του κατά πόσον απαιτούνται περαιτέρω μέτρα για τη βελτίωση της χρήσης εργαλείων κατά της φιλοκυκλικότητας·

γ)

ενημερώνει σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο τα εργαλεία κατά της φιλοκυκλικότητας θα μπορούσαν ή δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυξήσεις περιθωρίων που θα ήταν μεγαλύτερες από ό, τι χωρίς την εφαρμογή των εν λόγω εργαλείων, λαμβανομένων υπόψη των πιθανών προσαυξήσεων ή αντισταθμίσεων που επιτρέπεται να εφαρμόζει ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

Κατά την εκπόνηση της έκθεσης, η ΕΑΚΑΑ αξιολογεί επίσης τους κανόνες που ισχύουν για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών και τις πρακτικές τους, καθώς και τις διεθνείς εξελίξεις όσον αφορά την φιλοκυκλικότητα.

12.   Έως τις 25 Δεκεμβρίου 2027 η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΣΚ και τον κοινό μηχανισμό παρακολούθησης, αξιολογεί τον τρόπο εφαρμογής των άρθρων 15α, 17, 17α, 17β,49 και 49α.

Ειδικότερα, η εν λόγω αξιολόγηση καθορίζει:

α)

κατά πόσον οι αλλαγές που εισήγαγε ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/2987 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*7) έχουν επιτύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα όσον αφορά την αύξηση της ανταγωνιστικότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων της Ένωσης και τη μείωση του κανονιστικού φόρτου που αντιμετωπίζουν·

β)

κατά πόσον οι αλλαγές που εισήχθησαν με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/2987 έχουν μειώσει τον χρόνο διάθεσης στην αγορά για νέες υπηρεσίες και προϊόντα εκκαθάρισης χωρίς να επηρεάζουν αρνητικά τον κίνδυνο για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ή τα εκκαθαριστικά μέλη τους ή τους πελάτες τους·

γ)

κατά πόσον η θέσπιση της δυνατότητας των κεντρικών αντισυμβαλλομένων να εφαρμόζουν απευθείας αλλαγές, όπως αναφέρεται στο άρθρο 15α, έχει επηρεάσει αρνητικά το προφίλ κινδύνου τους ή έχει αυξήσει τους συνολικούς κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα για την Ένωση, και κατά πόσον η δυνατότητα αυτή θα πρέπει να τροποποιηθεί.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει έκθεση σχετικά με το αποτέλεσμα της εν λόγω αξιολόγησης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

13.   Έως τις 25 Δεκεμβρίου 2026 η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με το κατά πόσον οι τροποποιήσεις του άρθρου 9 που εισήχθησαν από τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/2987 έχουν οδηγήσει σε επαρκώς σαφή βελτίωση της άσκησης των εποπτικών καθηκόντων της ΕΑΚΑΑ και κατά πόσον είχαν υπερβολικό αρνητικό αντίκτυπο στους συμμετέχοντες στην αγορά. Η έκθεση συνοδεύεται από ανάλυση κόστους-οφέλους.

14.   Έως τις 25 Δεκεμβρίου 2028, η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή. Η εν λόγω έκθεση, σε συνεργασία με το ΕΣΣΚ, αξιολογεί κατά πόσον:

α)

οι υπηρεσίες ΜΠΚ θα πρέπει να θεωρούνται συστημικά σημαντικές·

β)

η παροχή υπηρεσιών ΜΠΚ από παρόχους υπηρεσιών ΜΠΚ είχε ως αποτέλεσμα αυξημένο κίνδυνο για το χρηματοπιστωτικό οικοσύστημα της Ένωσης· και

γ)

η εξαίρεση είχε ως αποτέλεσμα οποιαδήποτε καταστρατήγηση της υποχρέωσης εκκαθάρισης που αναφέρεται στο άρθρο 4.

Εντός 18 μηνών από τη διαβίβαση της έκθεσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή καταρτίζει έκθεση σχετικά με τις πτυχές που παρουσιάζει η ΕΑΚΑΑ στην έκθεσή της. Η Επιτροπή υποβάλλει την έκθεσή της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, συνοδευόμενη, ενδεχομένως, από ενδεδειγμένες προτάσεις.

(*5)  Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και των οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (ΕΕ L 150 της 9.6.2023, σ. 40)."

(*6)  Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 153/2013 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2012, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα σχετικά με τις απαιτήσεις για τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους (ΕΕ L 52 της 23.2.2013, σ. 41)."

(*7)  Κανονισμός (ΕΕ) 2024/2987 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 2024, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και (ΕΕ) 2017/1131 όσον αφορά μέτρα για τον μετριασμό της υπερβολικής έκθεσης σε κεντρικούς αντισυμβαλλομένους τρίτων χωρών και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των αγορών εκκαθάρισης της Ένωσης (ΕΕ L, 2024/2987, 4.12.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/2987/oj).»."

53)

Στο άρθρο 89, προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«10.   Όταν ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος είναι εκκαθαριστικό μέλος ή πελάτης άλλου κεντρικού αντισυμβαλλομένου, ή έχει θεσπίσει ρυθμίσεις έμμεσης εκκαθάρισης, πριν από τις 24 Δεκεμβρίου 2024, υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 26 παράγραφος 1 στις 25 Δεκεμβρίου 2026.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 37 παράγραφος 1, ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να επιτρέψει σε άλλους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους ή γραφεία εκκαθάρισης που ήταν τα εκκαθαριστικά μέλη του, άμεσα ή έμμεσα, από την 31η Δεκεμβρίου 2023 να παραμείνουν τα εκκαθαριστικά μέλη του έως τις 25 Δεκεμβρίου 2026 το αργότερο.

11.   Έως τις 25 Δεκεμβρίου 2025 ή 30 ημέρες μετά την ανακοίνωση που αναφέρεται στο άρθρο 17γ παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη, η ανταλλαγή πληροφοριών, η υποβολή πληροφοριών και τεκμηρίωσης και οι κοινοποιήσεις που απαιτούνται για τη χρήση της κεντρικής βάσης δεδομένων πραγματοποιούνται με τη χρήση εναλλακτικών ρυθμίσεων.

12.   Κεντρικός αντισυμβαλλόμενος που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 14 και έχει συνάψει συμφωνία διαλειτουργικότητας σε χρηματοπιστωτικά μέσα εκτός από κινητές αξίες, όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 44) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, και μέσα χρηματαγοράς με άλλο κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που διαθέτει άδεια λειτουργίας δυνάμει του άρθρου 14 ή κεντρικός αντισυμβαλλόμενος τρίτης χώρας αναγνωρισμένος δυνάμει του άρθρου 25 πριν από τις 24 Δεκεμβρίου 2024 ζητά έγκριση από τις αρμόδιες αρχές τους σύμφωνα με το άρθρο 54 πριν από τις 25 Δεκεμβρίου 2026.

Οι ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας που έχουν θεσπιστεί μεταξύ κεντρικού αντισυμβαλλομένου που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 και κεντρικού αντισυμβαλλομένου που δεν έχει λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του άρθρου 14 ούτε έχει αναγνωριστεί βάσει του άρθρου 25 διακόπτεται πριν από τις 25 Ιουνίου 2025. Εάν ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος με τον οποίο έχει συσταθεί αυτή η συμφωνία διαλειτουργικότητας λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 14 ή αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 25 πριν από τις 25 Ιουνίου 2025, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι που είναι μέρη αυτής της συμφωνίας διαλειτουργικότητας ζητούν έγκριση από τις αρμόδιες αρχές τους σύμφωνα με το άρθρο 54 πριν από τις 25 Ιουνίου 2027.

13.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 11 παράγραφος 3, το τέταρτο και πέμπτοι εδάφιο, και το άρθρο 11 παράγραφος 12α, έως ότου η ΕΑΤ ανακοινώσει δημοσίως ότι έχει δημιουργήσει το κεντρικό της τμήμα επικύρωσης, η επικύρωση των τυποποιημένων υποδειγμάτων διενεργείται από τις αρμόδιες αρχές.».

54)

Το άρθρο 90 αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«Άρθρο 90

Προσωπικό και πόροι της ΕΑΚΑΑ

Έως τις 25 Δεκεμβρίου 2027, η ΕΑΚΑΑ προβαίνει σε αποτίμηση των αναγκών σε προσωπικό και πόρους τις οποίες συνεπάγεται η ανάληψη των εξουσιών και καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.».

55)

Το παράρτημα III τροποποιείται ως εξής:

α)

το τμήμα II τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 26 παράγραφος 1 εάν δεν διαθέτει άρτιες ρυθμίσεις διακυβέρνησης, οι οποίες περιλαμβάνουν σαφή οργανωτική δομή με σαφώς καθορισμένες, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης, αποτελεσματικές διαδικασίες για τον εντοπισμό, τη διαχείριση, την παρακολούθηση και την αναφορά των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται να εκτεθεί και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων ορθών διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών ή όταν γίνεται εκκαθαριστικό μέλος, πελάτης, ή θέσπιση ρυθμίσεων έμμεσης εκκαθάρισης με εκκαθαριστικό μέλος με σκοπό την ανάληψη δραστηριοτήτων εκκαθάρισης σε άλλον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, εκτός εάν οι εν λόγω δραστηριότητες εκκαθάρισης αναλαμβάνονται στο πλαίσιο ρύθμισης διαλειτουργικότητας δυνάμει του τίτλου V ή όταν εφαρμόζει τις επενδυτικές πολιτικές του δυνάμει του άρθρου 47·»

·

ii)

το στοιχείο κη) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«κη)

κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 37 παράγραφος 1 ή 2 εάν χρησιμοποιεί, σε συνεχή βάση, μεροληπτικά, αδιαφανή ή υποκειμενικά κριτήρια αποδοχής, ή εάν δεν διασφαλίζει σε συνεχή βάση δίκαιη και ανοικτή πρόσβαση στον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή δεν διασφαλίζει σε συνεχή βάση ότι τα εκκαθαριστικά μέλη του διαθέτουν επαρκείς χρηματοοικονομικούς πόρους και επιχειρησιακή ικανότητα για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή στον εν λόγω κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ή εάν δεν διαθέτει κριτήρια αποδοχής που διασφαλίζουν ότι οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι ή τα εκκαθαριστικά γραφεία δεν μπορούν να είναι εκκαθαριστικά μέλη, άμεσα ή έμμεσα, του κεντρικού αντισυμβαλλομένου, ή εάν δεν διενεργεί συνολική επανεξέταση της συμμόρφωσης των εκκαθαριστικών μελών του σε ετήσια βάση·»

·

iii)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«κηα) κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 37 παράγραφος 1α εάν αποδέχεται μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους ως εκκαθαριστικά μέλη, εφόσον οι εν λόγω αντισυμβαλλόμενοι δεν έχουν αποδείξει τον τρόπο με τον οποίο προτίθενται να εκπληρώσουν τις απαιτήσεις περιθωρίου ασφαλείας και τις εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης, ή παραλείποντας να επανεξετάσει τις ρυθμίσεις που έχουν θεσπιστεί για την παρακολούθηση της εκπλήρωσης της προϋπόθεσης για τους εν λόγω μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους να ενεργούν ως εκκαθαριστικά μέλη·»

·

β)

το τμήμα III τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η)

κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 41 παράγραφος 1 εάν, προκειμένου να περιορίσει την πιστωτική του έκθεση, δεν επιβάλλει, ζητεί ή συγκεντρώνει περιθώρια ασφαλείας από τα εκκαθαριστικά μέλη του ή, ενδεχομένως, από τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους με τους οποίους έχει προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας, ή εάν επιβάλλει, ζητεί ή συγκεντρώνει περιθώρια ασφαλείας που δεν επαρκούν για την κάλυψη δυνητικών ανοιγμάτων τα οποία ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, υπολογίζει να παρουσιαστούν μέχρι τη ρευστοποίηση των σχετικών θέσεων, ή για την κάλυψη των ζημιών που προκύπτουν από τουλάχιστον 99 % των μεταβολών των ανοιγμάτων, σε κατάλληλο χρονικό ορίζοντα, ή δεν επαρκούν για να διασφαλιστεί ότι ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος καλύπτει πλήρως τα ανοίγματά του με όλα τα εκκαθαριστικά μέλη του και, ενδεχομένως, με τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους με τους οποίους έχει προβεί σε ρυθμίσεις διαλειτουργικότητας, τουλάχιστον επί καθημερινής βάσεως, ή εάν παραλείπει να παρακολουθεί συνεχώς και να αναθεωρεί το επίπεδο των περιθωρίων ώστε να αντικατοπτρίζει τις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη τυχόν πιθανές φιλοκυκλικές επιπτώσεις·»

·

ii)

το στοιχείο ι) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ι)

κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 41 παράγραφος 3 εάν δεν ζητεί και δεν συγκεντρώνει περιθώρια ασφαλείας σε ενδοημερήσια βάση, τουλάχιστον όταν σημειώνεται υπέρβαση των προκαθορισμένων ορίων ή διακρατώντας ενδοημερήσιες πληρωμές περιθωρίου διαφορών αποτίμησης αφού έχει εισπράξει όλες αυτές τις οφειλόμενες πληρωμές, αντί να τις μετακυλίει, όπου είναι δυνατόν·»

·

iii)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«ιεα)

κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 45α παράγραφος 1 εάν προβεί σε οποιαδήποτε από τις ενέργειες που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) της εν λόγω παραγράφου, εφόσον η ΕΑΚΑΑ έχει απαιτήσει από τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο να μην προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια για χρονικό διάστημα που καθορίζεται από την ΕΑΚΑΑ·»

·

iv)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«ιστα)

κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 46 παράγραφος 1 εάν αποδέχεται δημόσιες εγγυήσεις, δημόσιες τραπεζικές εγγυήσεις ή εγγυήσεις εμπορικών τραπεζών, εφόσον οι εγγυήσεις αυτές δεν είναι διαθέσιμες άνευ όρων κατόπιν αιτήματος εντός της περιόδου εκκαθάρισης που αναφέρεται στο άρθρο 41, ή εάν δεν καθορίζει, στους κανόνες λειτουργίας του, το ελάχιστο αποδεκτό επίπεδο εξασφάλισης για τις εγγυήσεις που αποδέχεται, ή αποδεχόμενος δημόσιες εγγυήσεις, εγγυήσεις δημόσιων τραπεζών ή εγγυήσεις εμπορικών τραπεζών για την κάλυψη ανοιγμάτων πέραν του αρχικού και του συνεχιζόμενου ανοίγματός του έναντι των εκκαθαριστικών μελών του που είναι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι ή έναντι πελατών εκκαθαριστικών μελών του, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πελάτες εκκαθαριστικών μελών είναι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι ή, όταν παρέχονται στον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο δημόσιες εγγυήσεις, εγγυήσεις δημόσιων τραπεζών ή εγγυήσεις εμπορικών τραπεζών, οι οποίοι δεν συμμορφώνονται με της απαιτήσεις που ορίζονται στο τρίτο εδάφιο στοιχεία α) έως ε) της εν λόγω παραγράφου·»

·

v)

το στοιχείο λε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«λε)

κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 54 παράγραφος 1 εάν συνάψει ρύθμιση διαλειτουργικότητας ή εάν προβεί σε ουσιώδη τροποποίηση εγκεκριμένης ρύθμισης διαλειτουργικότητας βάσει του τίτλου V, χωρίς την προηγούμενη εγγύηση της ΕΑΚΑΑ·»

·

γ)

το τμήμα IV τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο ζ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ζ)

κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 6 εάν δεν παρέχει στα εκκαθαριστικά μέλη του εργαλείο προσομοίωσης που τους επιτρέπει να προσδιορίζουν το ποσό του πρόσθετου αρχικού περιθωρίου ασφαλείας, σε επίπεδο χαρτοφυλακίου, το οποίο μπορεί να απαιτήσει ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατά την εκκαθάριση νέας συναλλαγής, συμπεριλαμβανομένης της προσομοίωσης των απαιτήσεων περιθωρίου ασφαλείας στις οποίες ενδέχεται να υπόκεινται βάσει διαφορετικών σεναρίων, ή εάν δεν καθιστά το εν λόγω εργαλείο προσβάσιμο με ασφαλή πρόσβαση·»

·

ii)

το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η)

κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 7 εάν δεν παρέχει στα εκκαθαριστικά μέλη του πληροφορίες σχετικά με τα μοντέλα αρχικού περιθωρίου ασφαλείας που χρησιμοποιεί, όπως περιγράφεται λεπτομερώς στα στοιχεία α), β) και γ) της εν λόγω παραγράφου, με σαφή και διαφανή τρόπο·»

·

iii)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«ηα)

κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 παραβαίνει το άρθρο 38 παράγραφος 8 εάν δεν παρέχει, ή παρέχει με σημαντική καθυστέρηση, ανταποκρινόμενος σε αίτημα εκκαθαριστικού μέλους, τις πληροφορίες που ζητούνται για να μπορέσει το εν λόγω εκκαθαριστικό μέλος να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της εν λόγω παραγράφου, εφόσον οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν ήδη παρασχεθεί.»

·

δ)

το τμήμα V τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

κεντρικός αντισυμβαλλόμενος κατηγορίας 2 ή οι εκπρόσωποί του παρέχουν ανακριβείς ή παραπλανητικές απαντήσεις σε ερωτήσεις που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 25ζ παράγραφος 1 στοιχείο γ)·»

·

ii)

το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

κεντρικός αντισυμβαλλόμενος παραβαίνει το άρθρο 25ζ παράγραφος 1 εάν δεν συμμορφώνεται με αίτημα της ΕΑΚΑΑ για παροχή αρχείων τηλεφωνικών κλήσεων ή για διαβίβαση δεδομένων·».

Άρθρο 2

Τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013

Το άρθρο 382 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 τροποποιείται ως εξής:

1)

Η παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:

α)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«αα)

ενδοομιλικές συναλλαγές που συνάπτονται με μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο (9) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, οι οποίοι ανήκουν στον ίδιο όμιλο, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

το ίδρυμα και οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι περιλαμβάνονται στην ίδια ενοποίηση σε πλήρη βάση και υπόκεινται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 2·

ii)

υπόκεινται σε διαδικασίες ενδεδειγμένης κεντρικής αξιολόγησης κινδύνων, μέτρησης και ελέγχου· και

iii)

οι μη χρηματοοικονομικοί αντισυμβαλλόμενοι είναι Εγκατεστημένοι στην Ένωση ή, εάν είναι εγκατεστημένοι σε τρίτη χώρα, η Επιτροπή έχει εκδώσει εκτελεστική Πράξη σύμφωνα με την παράγραφο 4γ όσον αφορά την εν λόγω τρίτη χώρα.»

·

β)

το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

εντός ομίλου συναλλαγές που συνάπτονται με χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 8) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις παροχής επικουρικών υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένες στην Ένωση ή είναι εγκατεστημένες σε τρίτη χώρα η οποία εφαρμόζει προληπτικές και εποπτικές απαιτήσεις στους εν λόγω χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις επικουρικών υπηρεσιών που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που εφαρμόζονται στην Ένωση, εκτός αν τα κράτη μέλη θεσπίσουν εθνική νομοθεσία που απαιτεί τον διαρθρωτικό διαχωρισμό εντός τραπεζικού ομίλου, στην οποία περίπτωση οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ζητήσουν να υπαχθούν στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων οι εντός του ομίλου συναλλαγές ανάμεσα στις διαρθρωτικά διαχωρισμένες οντότητες,».

2)

Προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4γ.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 4 στοιχεία αα) και β), η Επιτροπή μπορεί να θεσπίζει, μέσω εκτελεστικών πράξεων και με την επιφύλαξη της διαδικασίας εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 464 παράγραφος 2, απόφαση σχετικά με το αν τρίτη χώρα εφαρμόζει προληπτικές εποπτικές και ρυθμιστικές απαιτήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που εφαρμόζονται στην Ένωση.».

Άρθρο 3

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1131

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/1131 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 2, προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«24)

“κεντρικός αντισυμβαλλόμενος”: κεντρικός αντισυμβαλλόμενος όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*8).

(*8)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1).»."

2)

Στο άρθρο 14, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο:

«δ)

τα μετρητά που λαμβάνει το ΑΚΧΑ στο πλαίσιο της συμφωνίας επαναγοράς που δεν εκκαθαρίζεται κεντρικά μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού δεν υπερβαίνουν το 10 % των περιουσιακών στοιχείων του·

δα)

τα μετρητά που λαμβάνει το ΑΚΧΑ στο πλαίσιο της συμφωνίας επαναγοράς που εκκαθαρίζεται κεντρικά μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού δεν υπερβαίνουν το 15 % των περιουσιακών του στοιχείων.».

3)

Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Η συνολική έκθεση σε κίνδυνο στον ίδιο αντισυμβαλλόμενο του ΑΚΧΑ που προκύπτει από συναλλαγές παραγώγων που πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 13 και δεν εκκαθαρίζονται κεντρικά μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού δεν υπερβαίνει το 5 % των περιουσιακών στοιχείων του ΑΚΧΑ.»

·

β)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Το συνολικό ποσό των μετρητών που παρέχονται στον ίδιο αντισυμβαλλόμενο του ΑΚΧΑ σε συμφωνίες αγοράς και επαναπώλησης που δεν εκκαθαρίζονται κεντρικά μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού δεν υπερβαίνει το 15 % των περιουσιακών στοιχείων του ΑΚΧΑ.

Όταν μια συμφωνία αγοράς και επαναπώλησης εκκαθαρίζεται κεντρικά μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή αναγνωρίζεται σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού, τα μετρητά που λαμβάνονται από ΑΚΧΑ στο πλαίσιο κάθε συμφωνίας αγοράς και επαναπώλησης δεν υπερβαίνουν το 15 % των περιουσιακών στοιχείων του ΑΚΧΑ.»

·

γ)

στην παράγραφο 6 πρώτο εδάφιο, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

χρηματοοικονομικά παράγωγα μέσα που δεν εκκαθαρίζονται κεντρικά μέσω κεντρικού αντισυμβαλλομένου που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω κανονισμού, τα οποία ενέχουν κίνδυνο αντισυμβαλλομένου για έκθεση στον εν λόγω οργανισμό.».

Άρθρο 4

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010

Στο άρθρο 1 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η Αρχή ενεργεί στο πλαίσιο των εξουσιών που της ανατίθενται από τον παρόντα κανονισμό και εντός του πεδίου εφαρμογής των οδηγιών 97/9/ΕΚ, 98/26/ΕΚ, 2001/34/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/109/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, της οδηγίας 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*9), του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*10), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*11), του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*12), του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*13), και στον βαθμό που οι εν λόγω πράξεις εφαρμόζονται σε επιχειρήσεις που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή σε οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων που εμπορεύονται τα μερίδια ή τις μετοχές τους, εκδότες ή προσφέροντες κρυπτογραφημένων περιουσιακών στοιχείων, πρόσωπα που επιδιώκουν την εισαγωγή προς διαπραγμάτευση ή παρόχους υπηρεσιών κρυπτογραφημένων περιουσιακών στοιχείων και στις αρμόδιες αρχές που τις εποπτεύουν, στο πλαίσιο των σχετικών τμημάτων των οδηγιών 2002/87/ΕΚ και 2002/65/ΕΚ, συμπεριλαμβανομένων όλων των οδηγιών, κανονισμών και αποφάσεων που βασίζονται στις εν λόγω πράξεις, καθώς και κάθε άλλης νομικά δεσμευτικής πράξης της Ένωσης που αναθέτει καθήκοντα στην Αρχή.

Άρθρο 5

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις 24 Δεκεμβρίου 2024 με εξαίρεση το άρθρο 1 σημεία 4) και 9) για την τροποποίηση του άρθρου 4α παράγραφοι 1, 2 και 3 και του άρθρου 10 παράγραφοι 1, 2 και 3, αντίστοιχα, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, που δεν εφαρμόζονται έως την ημερομηνία έναρξης ισχύος των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 όπως τροποποιείται με το άρθρο 1 σημείο 9) του παρόντος κανονισμού.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 27 Νοεμβρίου 2024.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Η Πρόεδρος

R. METSOLA

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

BÓKA J.


(1)   ΕΕ C 204 της 12.6.2023, σ. 3.

(2)   ΕΕ C 184 της 25.5.2023, σ. 49.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Απριλίου 2024 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί την Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 19ης Νοεμβρίου 2024.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Ιουλίου 2012, για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών (ΕΕ L 201 της 27.7.2012, σ. 1).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2099 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2019, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 όσον αφορά τις διαδικασίες αδειοδότησης κεντρικών αντισυμβαλλομένων και τις συμμετέχουσες αρχές καθώς και τις απαιτήσεις αναγνώρισης κεντρικών αντισυμβαλλομένων τρίτων χωρών (ΕΕ L 322 της 12.12.2019, σ. 1).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).

(8)  Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1624 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2024, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L, 2024/1624, 19.6.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1624/oj).

(9)  Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2015/2205 της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 2015, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για την υποχρέωση εκκαθάρισης (ΕΕ L 314 της 1.12.2015, σ. 13).

(10)  Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2016/1178 της Επιτροπής, της 10ης Ιουνίου 2016, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για την υποχρέωση εκκαθάρισης (ΕΕ L 195 της 20.7.2016, σ. 3).

(11)  Κανονισμός (ΕΕ) 2015/2365 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, περί διαφάνειας των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων και επαναχρησιμοποίησης, και περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 337 της 23.12.2015, σ. 1).

(12)  Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 149/2013 της Επιτροπής, της 19ης Δεκεμβρίου 2012, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τις ρυθμίσεις έμμεσης εκκαθάρισης, την υποχρέωση εκκαθάρισης, το δημόσιο μητρώο, την πρόσβαση σε τόπο διαπραγμάτευσης, τους μη χρηματοοικονομικούς αντισυμβαλλομένους, τις τεχνικές μετριασμού του κινδύνου για συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο (ΕΕ L 52 της 23.2.2013, σ. 11).

(13)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).

(14)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 48).

(15)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63).

(16)  Κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2020/1304 της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 2020, για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα ελάχιστα προς αξιολόγηση από την ΕΑΚΑΑ στοιχεία κατά την αξιολόγηση αιτημάτων κεντρικών αντισυμβαλλόμενων τρίτων χωρών για συγκρίσιμη συμμόρφωση, καθώς και τους τρόπους και τους όρους διενέργειας της εν λόγω αξιολόγησης (ΕΕ L 305 της 21.9.2020, σ. 13).

(17)  Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (EE L 173 της 12.6.2014, σ. 349).

(18)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1131 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2017, για τα αμοιβαία κεφάλαια της χρηματαγοράς (ΕΕ L 169 της 30.6.2017, σ. 8).

(19)   ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.


ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/2987/oj

ISSN 1977-0669 (electronic edition)