European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά L


2024/2747

8.11.2024

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2024/2747 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 9ης Οκτωβρίου 2024

για τη θέσπιση πλαισίου μέτρων που αφορούν μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης της εσωτερικής αγοράς και την ανθεκτικότητα της εσωτερικής αγοράς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2679/98 του Συμβουλίου (κανονισμός για κατάσταση έκτακτης ανάγκης της εσωτερικής αγοράς και για την ανθεκτικότητα της εσωτερικής αγοράς)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως τα άρθρα 21, 46 και 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Οι προηγούμενες κρίσεις, ιδίως οι πρώτες ημέρες της κρίσης της COVID-19, έδειξαν ότι η ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, προσώπων και υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά και στις αλυσίδες εφοδιασμού της μπορεί να επηρεαστεί σοβαρά. Αυτό μπορεί να έχει επιπτώσεις στο διασυνοριακό εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, δημιουργώντας έτσι εμπόδια στην ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των εν λόγω κρίσεων, είτε δεν υπήρχαν κατάλληλα εργαλεία διαχείρισης κρίσεων και μηχανισμοί συντονισμού είτε δεν κάλυπταν όλες τις πτυχές της ενιαίας αγοράς ή δεν καθιστούσαν εφικτή την έγκαιρη και αποτελεσματική αντίδραση στις σχετικές κρίσεις.

(2)

Κατά την πρώιμη φάση της κρίσης της COVID-19, τα κράτη μέλη εισήγαγαν φραγμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία στην εσωτερική αγορά, καθώς και αποκλίνοντα μέτρα όσον αφορά την προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών που ήταν κρίσιμης σημασίας ή απαραίτητα για την αντιμετώπιση της κρίσης, τα οποία δεν ήταν πάντοτε δικαιολογημένα. Τα ad hoc μέτρα που έλαβε η Επιτροπή για την αποκατάσταση της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, με βάση τους ισχύοντες κανόνες, δεν ήταν επαρκή. Η Ένωση δεν ήταν επαρκώς προετοιμασμένη για να διασφαλίσει την αποδοτική κατασκευή, προμήθεια και διανομή συναφών με την κρίση μη ιατρικών εμπορευμάτων, όπως τα μέσα ατομικής προστασίας. Τα μέτρα για τη διασφάλιση της διαθεσιμότητας συναφών με την κρίση μη ιατρικών εμπορευμάτων κατά τη διάρκεια της κρίσης της COVID-19 δεν ήταν, εκ των πραγμάτων, προδραστικά. Η κρίση της COVID-19 αποκάλυψε επίσης ανεπαρκή ανταλλαγή πληροφοριών και ανεπαρκή επισκόπηση των ικανοτήτων παραγωγής σε ολόκληρη την Ένωση, καθώς και των τρωτών σημείων που σχετίζονται με τις ενδοενωσιακές και παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού.

(3)

Επιπλέον, τα μη συντονισμένα μέτρα περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων είχαν ιδιαίτερο αντίκτυπο σε τομείς που βασίζονται σε μετακινούμενους εργαζομένους, περιλαμβανομένων των εργαζομένων σε μεθοριακές περιοχές, οι οποίοι διαδραμάτισαν ουσιαστικό ρόλο στην εσωτερική αγορά κατά τη διάρκεια της κρίσης της COVID-19.

(4)

Το Συμβούλιο είχε τη δυνατότητα, μέσω των ολοκληρωμένων ρυθμίσεων για την αντιμετώπιση πολιτικών κρίσεων (IPCR), να ανταλλάσσει πληροφορίες και να συντονίζει ορισμένες δράσεις όσον αφορά την κρίση της COVID-19, ενώ τα κράτη μέλη ενήργησαν αυτόνομα σε άλλες καταστάσεις. Ωστόσο, οι ενέργειες της Επιτροπής καθυστέρησαν κατά αρκετές εβδομάδες καθώς δεν προβλέπονταν ενωσιακά μέτρα για τον σχεδιασμό αντιμετώπισης απρόοπτων καταστάσεων ούτε ήταν σαφές με ποια εθνική αρχή έπρεπε να υπάρξει επαφή προκειμένου να επιτευχθεί γρήγορη αντίδραση στον αντίκτυπο της κρίσης στην εσωτερική αγορά. Επιπλέον, κατέστη σαφές ότι η λήψη μη συντονισμένων περιοριστικών μέτρων από τα κράτη μέλη θα επιδείνωνε περαιτέρω τις επιπτώσεις της κρίσης στην εσωτερική αγορά. Αναδείχθηκε η ανάγκη για ρυθμίσεις μεταξύ των κρατών μελών και των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης όσον αφορά τον σχεδιασμό αντιμετώπισης απρόοπτων καταστάσεων, τον συντονισμό σε τεχνικό επίπεδο, τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών. Επιπλέον, κατέστη σαφές ότι ο μη αποτελεσματικός συντονισμός μεταξύ των κρατών μελών επιδείνωσε τις ελλείψεις αγαθών και δημιούργησε περισσότερα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών και των προσώπων.

(5)

Οργανώσεις εκπροσώπησης οικονομικών φορέων υποστήριξαν ότι οι οικονομικοί φορείς δεν διέθεταν επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία ή με τα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης που έλαβαν τα κράτη μέλη κατά την κρίση της COVID-19. Αυτό οφειλόταν, μεταξύ άλλων, σε έλλειψη διαφάνειας από τις αρχές των κρατών μελών, σε οικονομικούς φορείς που δεν γνώριζαν από πού να λάβουν τις εν λόγω πληροφορίες, σε γλωσσικούς περιορισμούς και στον διοικητικό φόρτο που συνεπάγεται η επανειλημμένη υποβολή σχετικών αιτημάτων σε όλα τα κράτη μέλη, ιδίως σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο κανονιστικό περιβάλλον. Η εν λόγω έλλειψη πληροφόρησης εμπόδισε τους οικονομικούς φορείς να λαμβάνουν τεκμηριωμένες επιχειρηματικές αποφάσεις σχετικά με τον βαθμό στον οποίο θα μπορούσαν να ασκήσουν το δικαίωμά τους στην ελεύθερη κυκλοφορία ή να συνεχίσουν τις διασυνοριακές επιχειρηματικές τους δραστηριότητες κατά τη διάρκεια της εν λόγω κρίσης. Είναι αναγκαίο να βελτιωθεί η διαθεσιμότητα πληροφοριών σχετικά με τους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία και τα μέτρα αντιμετώπισης κρίσεων σε εθνικό και ενωσιακό επίπεδο.

(6)

Παρά την αρχική έλλειψη συντονισμού, οι κανόνες της εσωτερικής αγοράς διαδραμάτισαν καίριο ρόλο στον μετριασμό των αρνητικών επιπτώσεων της κρίσης της COVID-19 και στη διασφάλιση της ταχείας ανάκαμψης της οικονομίας της Ένωσης, και συγκεκριμένα αποκλείοντας αδικαιολόγητους και δυσανάλογους εθνικούς περιορισμούς στις μονομερείς αντιδράσεις των κρατών μελών και παρέχοντας ισχυρό κίνητρο για την εξεύρεση κοινών λύσεων, προωθώντας έτσι την αλληλεγγύη.

(7)

Τα γεγονότα που συνδέονταν με την κρίση της COVID-19 τόνισαν την ανάγκη για μια συντονισμένη προσέγγιση και μια καλύτερη προετοιμασία της Ένωσης έναντι πιθανών μελλοντικών κρίσεων, ιδίως αν συνυπολογιστούν οι συνεχιζόμενες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής που οδηγούν σε φυσικές καταστροφές, καθώς και οι παγκόσμιες οικονομικές και γεωπολιτικές αστάθειες. Άλλες κρίσεις που ενδέχεται να απαιτούν ταχύτερη αντίδραση για την αποτροπή των φραγμών στην ελεύθερη κυκλοφορία στην εσωτερική αγορά και για την αποφυγή σοβαρών διαταραχών στις αλυσίδες εφοδιασμού που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση των δραστηριοτήτων στην εσωτερική αγορά περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, δασικές πυρκαγιές, σεισμούς ή επιθέσεις μεγάλης κλίμακας στον κυβερνοχώρο. Το γεγονός ότι τέτοιες κρίσεις συνιστούν έκτακτα και ξαφνικά γεγονότα εξαιρετικού χαρακτήρα και κλίμακας συνεπάγεται ότι τα γεγονότα αυτά είναι ευλόγως απρόβλεπτα. Δεδομένου ότι δεν είναι γνωστό τι είδους κρίσεις θα μπορούσαν να προκύψουν μετέπειτα με σοβαρές επιπτώσεις στην εσωτερική αγορά και τις αλυσίδες εφοδιασμού της, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ένα μέσο που θα εφαρμόζεται σε περίπτωση εμφάνισης ενός ευρέος φάσματος κρίσεων που θα έχουν αντίκτυπο στην εσωτερική αγορά.

(8)

Ο αντίκτυπος μιας κρίσης στην εσωτερική αγορά μπορεί να παρεμποδίσει τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς με δύο τρόπους. Μπορεί να δημιουργήσει εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία ή να προκαλέσει διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού. Οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού μπορούν να επιδεινώσουν τις ελλείψεις αγαθών και υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά και να εμποδίσουν την παραγωγή, γεγονός που οδηγεί σε πρόσθετους φραγμούς στο εμπόριο και σε στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών μελών και μεταξύ ιδιωτικών φορέων, διαταράσσοντας έτσι την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού μπορούν επίσης να οδηγήσουν στην εμφάνιση ή την πιθανή εμφάνιση αποκλινόντων εθνικών μέτρων για την αντιμετώπιση των εν λόγω ζητημάτων της αλυσίδας εφοδιασμού, με αποτέλεσμα την ενεργοποίηση μιας λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να καλύπτει αυτές τις μορφές αντικτύπου στην εσωτερική αγορά και να θεσπίσει μέτρα για την αποφυγή εμποδίων στην ελεύθερη κυκλοφορία ή στις διαταραχές της αλυσίδας εφοδιασμού που δημιουργούν ελλείψεις συναφών με την κρίση εμπορευμάτων ή υπηρεσιών.

(9)

Προκειμένου να αποφευχθεί ο περιττός διοικητικός φόρτος για τα κράτη μέλη, τα περιστατικά που αναφέρονται μέσω των ad hoc ειδοποιήσεων έγκαιρης προειδοποίησης που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να ορίζονται κατά τρόπο ώστε να αποκλείονται συμβάντα που έχουν αμελητέα προβλέψιμη επίπτωση στην ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών και προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων, ή στις αλυσίδες εφοδιασμού αγαθών και υπηρεσιών που είναι απαραίτητα για τη διατήρηση ζωτικών κοινωνικών λειτουργιών ή οικονομικών δραστηριοτήτων στην εσωτερική αγορά.

(10)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι το πλαίσιο μέτρων που θεσπίζεται με τον παρόντα κανονισμό είναι σε θέση να αναπτύξει πλήρως τα αποτελέσματά του στο πλαίσιο των λειτουργιών επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά και έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή θα πρέπει να εξουσιοδοτηθεί να καθορίζει λεπτομερείς ρυθμίσεις όσον αφορά την ετοιμότητα για την αντιμετώπιση κρίσεων, τη συνεργασία, την ανταλλαγή πληροφοριών και την επικοινωνία σε καταστάσεις κρίσης. Οι εν λόγω λεπτομερείς ρυθμίσεις, με τη μορφή πλαισίου έκτακτης ανάγκης, θα πρέπει να καθορίζουν τις ειδικές τεχνικές και επιχειρησιακές πτυχές των μηχανισμών ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών. Επιπλέον, θα πρέπει να θεσπίζει ρυθμίσεις για τον επιχειρησιακό συντονισμό μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών όσον αφορά την επικοινωνία σε καταστάσεις κρίσης. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να καταρτιστεί ειδικός κατάλογος όλων των αρμόδιων αρχών των αντίστοιχων κρατών μελών που συμμετέχουν στην εφαρμογή του πλαισίου που καθορίζεται από τον παρόντα κανονισμό με βάση τις πληροφορίες που κοινοποιούν τα κράτη μέλη. Ο εν λόγω κατάλογος θα πρέπει να αναφέρει, ειδικότερα, τους ρόλους και τις αρμοδιότητες που ανατίθενται στις αρμόδιες αρχές των αντίστοιχων κρατών μελών τους κατά τη διάρκεια των λειτουργιών επαγρύπνησης και έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Οι ρυθμίσεις μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών θα πρέπει επίσης να καλύπτουν την ασφαλή ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τη διαβούλευση με τους οικονομικούς φορείς και τους κοινωνικούς εταίρους όσον αφορά τις αντίστοιχες πρωτοβουλίες και δράσεις τους για τον μετριασμό και την αντιμετώπιση των επιπτώσεων μιας δυνητικής κρίσης.

(11)

Τα μέτρα που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να αναπτυχθούν με συνεκτικό, διαφανή, αποτελεσματικό, αναλογικό και έγκαιρο τρόπο, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της ανάγκης να διατηρηθούν ζωτικές κοινωνικές λειτουργίες, συμπεριλαμβανομένης της δημόσιας προστασίας, της δημόσιας ασφάλειας, της δημόσιας τάξης ή της δημόσιας υγείας. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να επηρεάζει την αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον αφορά, για παράδειγμα, τις εθνικές πολιτικές δημόσιας υγείας και δεν θα πρέπει να θίγει την ευθύνη των κρατών μελών να διαφυλάσσουν την εθνική ασφάλεια και την εξουσία τους να διαφυλάσσουν άλλες ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους, συμπεριλαμβανομένης της διασφάλισης της εδαφικής ακεραιότητας του κράτους και της διατήρησης της δημόσιας τάξης. Συνεπώς, ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει θέματα σχετιζόμενα με την εθνική ασφάλεια και άμυνα.

(12)

Ο παρών κανονισμός προβλέπει τα αναγκαία μέσα για τη διασφάλιση, σε περιόδους κρίσης, της συνεχούς λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην εσωτερική αγορά και των στρατηγικών αλυσίδων εφοδιασμού της, συμπεριλαμβανομένης της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων, υπηρεσιών και προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων, και της διαθεσιμότητας συναφών με την κρίση εμπορευμάτων ή υπηρεσιών στους πολίτες, τις επιχειρήσεις και τις δημόσιες αρχές. Επιπλέον, ο παρών κανονισμός θεσπίζει φόρουμ για κατάλληλο συντονισμό, συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών. Επιπλέον, προβλέπει τα μέσα για την έγκαιρη προσβασιμότητα και διαθεσιμότητα των πληροφοριών που απαιτούνται για τη στοχευμένη αντίδραση και την κατάλληλη συμπεριφορά των επιχειρήσεων και των πολιτών στην αγορά κατά τη διάρκεια μιας κρίσης.

(13)

Όπου είναι δυνατόν, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να καθιστά εφικτή την πρόβλεψη συμβάντων και κρίσεων, επιτρέποντας στην Ένωση να συνεχίσει να βασίζεται σε εν εξελίξει ανάλυση σχετικά με στρατηγικά σημαντικούς τομείς της οικονομίας της εσωτερικής αγοράς.

(14)

Με την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της ετοιμότητας της βιομηχανίας της Ένωσης όσον αφορά τις κρίσιμες πρώτες ύλες, ο κανονισμός (ΕΕ) 2024/1252 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) συμπληρώνει τον παρόντα κανονισμό, ο οποίος επιτρέπει στην Επιτροπή, κατά τη διάρκεια λειτουργίας επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά ή λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, να ενεργοποιεί στοχευμένα μέτρα όταν προκύπτει απειλή ή διαταραχή του εφοδιασμού με αγαθά κρίσιμης σημασίας, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις κρίσιμες πρώτες ύλες.

(15)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να επικαλύπτει το υφιστάμενο πλαίσιο για τα φάρμακα, τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα ή άλλα ιατρικά αντίμετρα βάσει του πλαισίου υγειονομικής ασφάλειας της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των κανονισμών (ΕΕ) 2022/123 (5), (ΕΕ) 2022/2370 (6) και (ΕΕ) 2022/2371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) και του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2372 του Συμβουλίου (8) σχετικά με την ετοιμότητα και την αντίδραση σε κρίσεις στον τομέα της υγείας. Το πλαίσιο υγειονομικής ασφάλειας της ΕΕ θα πρέπει να υπερισχύει του παρόντος κανονισμού όσον αφορά τις διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού και τις ελλείψεις φαρμάκων, ιατροτεχνολογικών προϊόντων ή άλλων ιατρικών αντιμέτρων, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του εν λόγω πλαισίου. Ως εκ τούτου, τα φάρμακα, τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα ή άλλα ιατρικά αντίμετρα κατά την έννοια των κανονισμών (ΕΕ) 2022/2371 και (ΕΕ) 2022/2372 θα πρέπει, όταν έχουν συμπεριληφθεί στον κατάλογο που εγκρίθηκε σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2372, να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, με εξαίρεση τις διατάξεις που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών και προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων, κατά τη διάρκεια της έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, και ιδίως εκείνων που έχουν σχεδιαστεί για την αποκατάσταση και τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας.

(16)

Ο παρών κανονισμός αναμένεται να συμπληρώσει τις IPCR, τις οποίες διαχειρίζεται το Συμβούλιο δυνάμει της απόφασης 2014/415/ΕΕ του Συμβουλίου (9) όσον αφορά τις εργασίες του σχετικά με τις επιπτώσεις των διατομεακών κρίσεων στην εσωτερική αγορά που απαιτούν τη λήψη αποφάσεων σε σχέση με τον σχεδιασμό έκτακτης ανάγκης και την εφαρμογή μέτρων επαγρύπνησης και έκτακτης ανάγκης. Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει τις IPCR, τις οποίες διαχειρίζεται το Συμβούλιο δυνάμει της εκτελεστικής απόφασης (ΕΕ) 2018/1993 του Συμβουλίου (10).

(17)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει τον μηχανισμό πολιτικής προστασίας της Ένωσης (UCPM). Ο παρών κανονισμός θα πρέπει να συμπληρώνει και να στηρίζει τον μηχανισμό πολιτικής προστασίας της Ένωσης, όπου είναι αναγκαίο, όσον αφορά τη διαθεσιμότητα κρίσιμων εμπορευμάτων και την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στον τομέα της πολιτικής προστασίας, συμπεριλαμβανομένου του εξοπλισμού τους, όταν πρόκειται για κρίσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του UCPM.

(18)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11), συμπεριλαμβανομένου του γενικού πλαισίου του για την προσωρινή εισαγωγή ή παράταση των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα και του συστήματος κοινοποίησης για την προσωρινή επαναφορά των ελέγχων στα εσωτερικά σύνορα.

(19)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12) σχετικά με τη διαχείριση κρίσεων, όπως ορίζεται στα άρθρα του 55 έως 57, που εφαρμόζεται με την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2019/300 της Επιτροπής (13).

(20)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει τον ευρωπαϊκό μηχανισμό ετοιμότητας και αντιμετώπισης κρίσεων επισιτιστικής ασφάλειας. Ωστόσο, τα τρόφιμα θα πρέπει να διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού για την ελεύθερη κυκλοφορία, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων που αφορούν τους περιορισμούς του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας. Τα μέτρα που αφορούν τα τρόφιμα μπορούν επίσης να επανεξετάζονται ως προς τη συμμόρφωσή τους με οποιεσδήποτε άλλες οικείες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης.

(21)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει τη δυνατότητα της Επιτροπής να προβαίνει σε διαβουλεύσεις ή να συνεργάζεται, εξ ονόματος της Ένωσης, με τις οικείες χώρες εκτός Ένωσης, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, με ιδιαίτερη έμφαση στις αναπτυσσόμενες χώρες, προκειμένου να αναζητηθούν συνεργατικές λύσεις για την αποφυγή διαταραχών στις αλυσίδες εφοδιασμού, σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις. Αυτό μπορεί να περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, συντονισμό στα σχετικά διεθνή φόρουμ.

(22)

Ένα από τα προβλήματα που εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια της κρίσης της COVID-19 ήταν η έλλειψη δικτύου για τη διασφάλιση της ετοιμότητας και της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών, αφενός, και μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής, αφετέρου. Ως εκ τούτου, η επίτευξη των στόχων που επιδιώκονται με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να υποστηρίζεται από μηχανισμό διακυβέρνησης. Σε επίπεδο Ένωσης, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να συστήσει συμβούλιο εκτάκτων αναγκών και ανθεκτικότητας της εσωτερικής αγοράς στην εσωτερική αγορά (το «συμβούλιο»), απαρτιζόμενο από εκπροσώπους των κρατών μελών και υπό την προεδρία της Επιτροπής, για τη διευκόλυνση της συνεργασίας, της ανταλλαγής πληροφοριών και της ομαλής, αποτελεσματικής και εναρμονισμένης εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Το συμβούλιο θα πρέπει να παρέχει συμβουλές και να επικουρεί την Επιτροπή σε συγκεκριμένα θέματα, συμπεριλαμβανομένης της συνεπούς εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, διευκολύνοντας τη συνεργασία μεταξύ των κρατών μελών, και θα πρέπει να αναλύει και να συζητεί συναφή θέματα που σχετίζονται με επικείμενες ή εν εξελίξει κρίσεις.

(23)

Η Επιτροπή θα πρέπει να ασκεί την προεδρία του συμβουλίου και να παρέχει τη γραμματειακή του υποστήριξη. Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να ορίζει έναν εκπρόσωπο και έναν αναπληρωτή εκπρόσωπο. Ο πρόεδρος θα πρέπει να καλεί εκπρόσωπο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως μόνιμο παρατηρητή. Προκειμένου να λαμβάνει συναφείς συμβουλές για τις δραστηριότητες του συμβουλίου και να επιτρέπει την κατάλληλη συμμετοχή εμπειρογνωμόνων, ο πρόεδρος θα πρέπει να είναι σε θέση να καλεί εμπειρογνώμονες προκειμένου να συμμετέχουν, ως παρατηρητές, στις εργασίες του συμβουλίου και να παρίστανται σε ειδικές συνεδριάσεις, σε ad hoc βάση, όταν η συμμετοχή αυτή είναι σημαντική λόγω της ημερήσιας διάταξης της συνεδρίασης. Προκειμένου να διασφαλιστεί συνεκτική και συντονισμένη αντίδραση της Ένωσης σε διάφορες κρίσεις που ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ο πρόεδρος θα πρέπει επίσης να προσκαλεί εκπροσώπους άλλων αρμόδιων για την αντιμετώπιση κρίσεων φορέων σε επίπεδο Ένωσης ως παρατηρητές στις σχετικές συνεδριάσεις του συμβουλίου. Με σκοπό την προώθηση της διεθνούς συνεργασίας, ο πρόεδρος θα πρέπει να καλεί εκπροσώπους διεθνών οργανισμών και χωρών εκτός Ένωσης να συμμετέχουν στις σχετικές συνεδριάσεις του συμβουλίου σύμφωνα με τις σχετικές διμερείς ή διεθνείς συμφωνίες. Ο πρόεδρος θα πρέπει να είναι σε θέση να καλεί παρατηρητές να συμβάλλουν στις συζητήσεις με τις συναφείς ειδικές γνώσεις, πληροφορίες και στοιχεία, αλλά οι παρατηρητές δεν θα πρέπει να συμμετέχουν στη διατύπωση των γνωμών, των συστάσεων ή των συμβουλών του συμβουλίου.

(24)

Το συμβούλιο θα πρέπει να έχει συγκεκριμένα καθήκοντα στο πλαίσιο εκτάκτων αναγκών, της λειτουργίας επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά και της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά. Τα εν λόγω καθήκοντα περιλαμβάνουν την ανταλλαγή απόψεων και την παροχή συμβουλών στην Επιτροπή όσον αφορά την αξιολόγηση των κριτηρίων που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την ενεργοποίηση των διαφόρων λειτουργιών καθώς και όσον αφορά την αξιολόγηση του κατά πόσον πληρούνται οι ειδικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη συγκεκριμένων μέτρων αντίδρασης. Η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει ιδιαιτέρως υπόψη τις γνώμες, συστάσεις ή εκθέσεις του συμβουλίου.

(25)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που λαμβάνονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, το συμβούλιο ενθαρρύνεται να ορίσει στον εσωτερικό κανονισμό του ότι τα μέλη και οι παρατηρητές του δεν αποκαλύπτουν εμπορικά και επιχειρηματικά απόρρητα και άλλες ευαίσθητες και εμπιστευτικές πληροφορίες που αποκτώνται ή παράγονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και τηρούν υποχρεώσεις επαγγελματικού απορρήτου ισοδύναμες με αυτές που ισχύουν για τα μέλη του προσωπικού της Επιτροπής.

(26)

Προκειμένου να διασφαλιστούν μεγαλύτερη διαφάνεια, λογοδοσία και συντονισμός, ιδίως σε περιόδους κρίσεων, η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα πρέπει να είναι σε θέση να καλεί τον πρόεδρο του συμβουλίου να εμφανίζεται ενώπιον της εν λόγω επιτροπής. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να ενημερώνεται το συντομότερο δυνατόν για όλες τις εκτελεστικές πράξεις του Συμβουλίου που προτείνονται ή εκδίδονται. Η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη στοιχεία που προκύπτουν από τις απόψεις που εκφράζονται μέσω του διαλόγου για τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και την ανθεκτικότητα, ο οποίος διεξάγεται βάσει του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών ψηφισμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

(27)

Επιπλέον, για να ενισχυθεί η συμμετοχή των βασικών ενδιαφερομένων, ιδίως των εκπροσώπων των οικονομικών παραγόντων, των κοινωνικών εταίρων, των ερευνητών και της κοινωνίας των πολιτών, η Επιτροπή θα πρέπει να δημιουργήσει μια πλατφόρμα ενδιαφερόμενων μερών για να διευκολύνει και να ενθαρρύνει την εθελοντική αντίδραση σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά.

(28)

Για να εξασφαλιστεί αποτελεσματικός συντονισμός και ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο των καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, καθώς και στο πλαίσιο των λειτουργιών επαγρύπνησης και έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ορίσουν κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης, υπεύθυνη για τις επαφές με την υπηρεσία διασύνδεσης σε επίπεδο Ένωσης που ορίζεται από την Επιτροπή και με τις κεντρικές υπηρεσίες διασύνδεσης των άλλων κρατών μελών. Οι κεντρικές υπηρεσίες διασύνδεσης θα πρέπει να λειτουργούν ως σημείο επαφής όσον αφορά τις επαφές με τις σχετικές αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, συγκεντρώνοντας πληροφορίες από τις εν λόγω αρχές, περιλαμβανομένων, κατά περίπτωση, των αρχών σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Οι κεντρικές υπηρεσίες διασύνδεσης θα πρέπει επίσης να είναι υπεύθυνες για τον συντονισμό και την ανταλλαγή πληροφοριών. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ορίζουν ως κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης μια ήδη υπάρχουσα αρχή. Οι εν λόγω υπηρεσίες διασύνδεσης θα πρέπει επίσης να διαβιβάζουν όλες τις σχετικές με την κρίση πληροφορίες στα ενιαία σημεία επαφής των κρατών μελών σε πραγματικό χρόνο, όπου είναι δυνατόν.

(29)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει τη δυνατότητα της Επιτροπής να αξιολογεί το κατά πόσον είναι σκόπιμο να επιβληθούν περιορισμοί στις εξαγωγές εμπορευμάτων σύμφωνα με τα διεθνή δικαιώματα και υποχρεώσεις της Ένωσης δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2015/479 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14).

(30)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15).

(31)

Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη και είναι συμπληρωματικός με την οδηγία (ΕΕ) 2022/2557 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (16), η οποία θεσπίζει εναρμονισμένους ελάχιστους κανόνες ώστε να διασφαλιστεί ότι οι υπηρεσίες που είναι ουσιώδεις για τη διατήρηση ζωτικών κοινωνικών λειτουργιών ή οικονομικών δραστηριοτήτων παρέχονται απρόσκοπτα στην εσωτερική αγορά, να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα των κρίσιμων οντοτήτων που παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες και να βελτιωθεί η διασυνοριακή συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών.

(32)

Με στόχο την καλύτερη προετοιμασία και τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε πιθανές μελλοντικές κρίσεις που θα μπορούσαν να έχουν σοβαρό αρνητικό αντίκτυπο στην ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών και προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων, ή να προκαλέσουν διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού αγαθών και υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή θα πρέπει να ενθαρρύνει και να διευκολύνει τους οικονομικούς φορείς στην κατάρτιση εθελοντικών πρωτοκόλλων διαχείρισης κρίσεων. Οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να παραμένουν ελεύθεροι να αποφασίζουν εάν θα συμμετάσχουν σε τέτοια εθελοντικά πρωτόκολλα διαχείρισης κρίσεων. Η συμμετοχή σε τέτοια εθελοντικά πρωτόκολλα διαχείρισης κρίσεων δεν θα πρέπει να συνεπάγεται δυσανάλογο διοικητικό φόρτο. Τα εθελοντικά πρωτόκολλα διαχείρισης κρίσεων θα πρέπει να καθορίζουν τις ειδικές παραμέτρους των αναμενόμενων διαταραχών, καθώς και την κατανομή των ειδικών ρόλων κάθε συμμετέχοντος, περιγραφή των μηχανισμών ενεργοποίησης των εν λόγω πρωτοκόλλων και τις συναφείς δράσεις. Τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των αρχών των κρατών μελών, των οργάνων και οργανισμών της Ένωσης και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών ή άλλων σχετικών οργανώσεων, μπορούν επίσης να συμμετέχουν στην κατάρτιση των εν λόγω εθελοντικών πρωτοκόλλων διαχείρισης κρίσεων. Κατά τον καθορισμό των παραμέτρων των διαταραχών που πρέπει να εξετάζονται, οι οικονομικοί φορείς θα πρέπει να είναι σε θέση να αξιοποιούν τις προηγούμενες εμπειρίες τους σε σχέση με τους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία και τις διαταραχές στην αλυσίδα εφοδιασμού που προκαλούνται από διάφορες κρίσεις.

(33)

Προκειμένου να αντλεί διδάγματα από την εμπειρία προηγούμενων κρίσεων, η Επιτροπή θα πρέπει να αναπτύξει και να καταστήσει διαθέσιμα προγράμματα κατάρτισης και υλικό για δημόσιους και ιδιωτικούς ενδιαφερομένους, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών φορέων. Η συμμετοχή σε τέτοια προγράμματα κατάρτισης και σε προσομοιώσεις θα πρέπει να παραμείνει προαιρετική.

(34)

Στο πλαίσιο της ετοιμότητας στην αντιμετώπιση κρίσεων, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να καθιστά εφικτή την πρόβλεψη συμβάντων και κρίσεων, για τα οποία θα ήταν δυνατή η διεξαγωγή προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων, με βάση την εν εξελίξει ανάλυση σχετικά με κρίσιμα σημαντικούς τομείς της οικονομίας της εσωτερικής αγοράς και τις συνεχείς εργασίες της Ένωσης όσον αφορά την ανάλυση προοπτικών. Ειδικότερα, η Επιτροπή θα πρέπει να αναπτύξει σενάρια και παραμέτρους σε συγκεκριμένους τομείς που αποτυπώνουν τους ιδιαίτερους κινδύνους που συνδέονται με μια κρίση. Προκειμένου να διασφαλιστεί η ετοιμότητα όλων των παραγόντων για την αντιμετώπιση κρίσεων, είναι αναγκαίο να θεσπιστούν κανόνες για τις προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων, οι οποίες θα πρέπει να διεξάγονται τουλάχιστον ανά διετία. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να διευκολύνει και να ενθαρρύνει την ανάπτυξη στρατηγικών ετοιμότητας για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, συμπεριλαμβανομένων στρατηγικών για την επικοινωνία σε καταστάσεις κρίσης και την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τους ισχύοντες περιορισμούς σε δύσκολες περιστάσεις. Ο προσδιορισμός των συγκεκριμένων τομέων εστίασης θα πρέπει να βασίζεται σε υφιστάμενα εργαλεία που βασίζονται σε δείκτες και παρακολουθούν την ανάπτυξη των αλυσίδων εφοδιασμού στην Ένωση με σκοπό τον εντοπισμό πιθανών δυσκολιών, λαμβάνοντας υπόψη σχετικά ειδικά κριτήρια, όπως οι εμπορικές ροές, η ζήτηση και η προσφορά, η συγκέντρωση της προσφοράς, η ενωσιακή και η παγκόσμια παραγωγή και παραγωγική ικανότητα σε διάφορα στάδια της αξιακής αλυσίδας και οι αλληλεξαρτήσεις μεταξύ των οικονομικών φορέων.

(35)

Θα πρέπει να είναι δυνατή η ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με ad hoc προειδοποιήσεις στο πλαίσιο συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης μέσω του δικτύου που δημιουργείται μεταξύ των κεντρικών υπηρεσιών διασύνδεσης των κρατών μελών και της υπηρεσίας διασύνδεσης σε επίπεδο Ένωσης. Οι εν λόγω ad hoc προειδοποιήσεις στο πλαίσιο συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης θα πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή σε περιπτώσεις σημαντικών περιστατικών, ώστε να μπορεί η Ένωση να παρακολουθεί καλύτερα την εξέλιξη μιας πιθανής, επικείμενης ή συνεχιζόμενης κρίσης, διασφαλίζοντας έτσι καλύτερο επίπεδο ετοιμότητας σε περίπτωση εμφάνισης ή εξέλιξης της κρίσης.

(36)

Προκειμένου να ληφθεί υπόψη ο εξαιρετικός χαρακτήρας μιας έκτακτης ανάγκης στην ενιαία αγορά και οι πιθανές εκτεταμένες συνέπειές της για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς κατά τη διάρκεια λειτουργίας επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά ή λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, θα πρέπει κατ’ εξαίρεση να ανατεθούν στο Συμβούλιο εκτελεστικές αρμοδιότητες για την ενεργοποίηση της λειτουργίας επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά ή της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 291 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Η εκτελεστική πράξη του Συμβουλίου για την ενεργοποίηση της λειτουργίας επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά θα πρέπει να περιέχει στοιχεία που συνδέονται άρρηκτα με την αξιολόγηση της εκπλήρωσης των προϋποθέσεων που δικαιολογούν την ενεργοποίηση, ήτοι αξιολόγηση του δυνητικού αντικτύπου της σχετικής κρίσης στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των υπηρεσιών και των προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων, στην εσωτερική αγορά και στις αλυσίδες εφοδιασμού της, κατάλογο των αγαθών και υπηρεσιών κρίσιμης σημασίας που είναι απαραίτητα για τη διατήρηση ζωτικών κοινωνικών λειτουργιών ή οικονομικών δραστηριοτήτων στην εσωτερική αγορά και τα μέτρα επαγρύπνησης που πρέπει να ληφθούν. Επιπλέον, όταν η ενεργοποίηση της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά απαιτεί επίσης την έγκριση καταλόγου συναφών με την κρίση εμπορευμάτων ή συναφών με την κρίση υπηρεσιών, ή και των δύο, ο εν λόγω κατάλογος θα πρέπει να εγκρίνεται ταυτόχρονα με την ενεργοποίηση της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να συνδέεται άρρηκτα με την εν λόγω ενεργοποίηση. Για τον λόγο αυτό, θα πρέπει επίσης να ανατεθούν στο Συμβούλιο εκτελεστικές αρμοδιότητες για την έγκριση του εν λόγω καταλόγου συναφών με την κρίση εμπορευμάτων ή συναφών με την κρίση υπηρεσιών και για ενδεχόμενη επικαιροποίησή του. Θα πρέπει να είναι δυνατή η επέκταση της λειτουργίας επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά ή της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά μέσω εκτελεστικής πράξης του Συμβουλίου ύστερα από πρόταση της Επιτροπής. Εάν προκύψει ότι δεν χρειάζεται να είναι ενεργή κάποια από τις λειτουργίες, τότε η αντίστοιχη λειτουργία θα πρέπει να απενεργοποιείται.

(37)

Για να διασφαλιστεί ότι το συμβούλιο λαμβάνει κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με δυνητική έκτακτη ανάγκη στην εσωτερική αγορά, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί παρακολούθηση. Η εν λόγω παρακολούθηση θα πρέπει να αφορά αλυσίδες εφοδιασμού αγαθών και υπηρεσιών κρίσιμης σημασίας, για τα οποία έχει ενεργοποιηθεί η λειτουργία επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά, και την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων που συμμετέχουν στην παραγωγή και προμήθεια των εν λόγω αγαθών και υπηρεσιών. Η παρακολούθηση των αλυσίδων εφοδιασμού αγαθών και υπηρεσιών κρίσιμης σημασίας θα πρέπει να διενεργείται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών βάσει αιτημάτων για εθελοντική παροχή πληροφοριών σχετικά με τους παράγοντες που επηρεάζουν τη διαθεσιμότητα των επιλεγμένων αγαθών και υπηρεσιών κρίσιμης σημασίας, όπως η παραγωγική ικανότητα, η διαθεσιμότητα του αναγκαίου εργατικού δυναμικού, τα αποθέματα, οι περιορισμοί των προμηθευτών, οι δυνατότητες διαφοροποίησης και υποκατάστασης, οι συνθήκες ζήτησης και τα σημεία συμφόρησης. Το αίτημα για την εθελοντική παροχή πληροφοριών στο πλαίσιο της εν λόγω παρακολούθησης θα πρέπει να απευθύνεται σε όλους τους παράγοντες κατά μήκος της σχετικής αλυσίδας εφοδιασμού αγαθών και υπηρεσιών κρίσιμης σημασίας και σε άλλα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη που είναι εγκατεστημένα στο έδαφος των κρατών μελών. Η συλλογή πληροφοριών σχετικά με διαταραχές της ελεύθερης κυκλοφορίας από τους σχετικούς οικονομικούς φορείς κατά μήκος των αλυσίδων εφοδιασμού αγαθών και υπηρεσιών κρίσιμης σημασίας είναι ιδιαίτερα σημαντική, διότι η έλλειψη κατάλληλου εργατικού δυναμικού είναι μία από τις κύριες αιτίες διαταραχών στις αλυσίδες εφοδιασμού. Η παρακολούθηση, από τις αρχές των κρατών μελών, των διαταραχών στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων που εμπλέκονται στην παραγωγή και προμήθεια αγαθών και υπηρεσιών θα πρέπει να γίνεται ευρέως κατανοητή, καλύπτοντας τους εργαζομένους, τους παρόχους υπηρεσιών, τους εκπροσώπους των επιχειρήσεων και άλλα πρόσωπα που συμμετέχουν στην έρευνα, την ανάπτυξη και τη διάθεση αγαθών στην αγορά. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να παρέχουν τις συγκεντρωθείσες πληροφορίες στην Επιτροπή και το συμβούλιο μέσω των κεντρικών υπηρεσιών διασύνδεσης. Οι εν λόγω πληροφορίες θα πρέπει να δίνουν τη δυνατότητα στο συμβούλιο να συμβουλεύει την Επιτροπή για την αναγκαιότητα ενεργοποίησης της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά.

(38)

Για εθνικά μέτρα που δεν είναι εναρμονισμένα δυνάμει του παρόντος κανονισμού και τα οποία επηρεάζουν, όταν θεσπίζονται και εφαρμόζονται για την αντιμετώπιση έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων ή προσώπων, ή την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών κατά τη διάρκεια έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω μέτρα συμμορφώνονται πλήρως με τη ΣΛΕΕ και άλλες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, όπως ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (17), και οι οδηγίες 2004/38/ΕΚ (18), 2005/36/ΕΚ (19), 2006/123/ΕΚ (20) και (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (21). Εάν τα κράτη μέλη εγκρίνουν τέτοια μέτρα, θα πρέπει αυτά να είναι δικαιολογημένα και να τηρούν τις αρχές της αναλογικότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης. Επιπλέον, σύμφωνα με τις εν λόγω αρχές, τα μέτρα αυτά δεν θα πρέπει να δημιουργούν περιττό διοικητικό φόρτο και τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν όλα τα δυνατά μέτρα για τον περιορισμό του διοικητικού φόρτου που προκαλείται από τα μέτρα που θεσπίζονται για την αντιμετώπιση έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά. Επιπλέον, κάθε τέτοιο μέτρο θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη την κατάσταση των παραμεθόριων και απόκεντρων περιοχών, ειδικά όσον αφορά τους διασυνοριακούς εργαζόμενους. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να καταργούν τα μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά που περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία, μόλις αυτά παύσουν να είναι αναγκαία. Γενικά, τα εθνικά μέτρα που περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία και δεν είναι εναρμονισμένα δυνάμει του παρόντος κανονισμού δεν θα είναι πλέον, καταρχήν, δικαιολογημένα ή αναλογικά, όταν η λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά απενεργοποιείται και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να καταργούνται.

(39)

Τα μέτρα του παρόντος κανονισμού δεν θα πρέπει να ερμηνεύονται ως έγκριση ή αιτιολόγηση περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών και προσώπων, οι οποίοι αντιβαίνουν στη ΣΛΕΕ ή σε άλλες διατάξεις του δικαίου της Ένωσης. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι ορισμένοι περιορισμοί απαγορεύονται ρητά κατά τη διάρκεια λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά δεν θα πρέπει να θεωρείται ότι δικαιολογεί τέτοιους περιορισμούς εκτός του εν λόγω τρόπου λειτουργίας ή ότι δικαιολογεί άλλους πιθανούς περιορισμούς που είναι ασύμβατοι με το ενωσιακό δίκαιο και δεν απαγορεύονται ρητά από τον παρόντα κανονισμό.

(40)

Το άρθρο 21 ΣΛΕΕ θεσπίζει το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφος των κρατών μελών, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και των προϋποθέσεων που προβλέπονται στις Συνθήκες και των μέτρων που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους. Οι λεπτομερείς όροι και περιορισμοί που αφορούν αυτό το δικαίωμα καθορίζονται στην οδηγία 2004/38/ΕΚ. Η εν λόγω οδηγία καθορίζει τόσο τις γενικές αρχές που διέπουν αυτούς τους περιορισμούς όσο και τους λόγους που μπορούν να προβληθούν για την αιτιολόγηση αυτών των μέτρων. Οι λόγοι αυτοί είναι η δημόσια τάξη, η δημόσια ασφάλεια ή η δημόσια υγεία. Στο εν λόγω πλαίσιο, περιορισμοί της ελεύθερης κυκλοφορίας μπορούν να δικαιολογηθούν εάν είναι αναλογικοί και δεν εισάγουν διακρίσεις. Ο παρών κανονισμός δεν αποσκοπεί στην πρόβλεψη πρόσθετων λόγων για τον περιορισμό του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων πέραν εκείνων που προβλέπονται στο κεφάλαιο VI της οδηγίας 2004/38/ΕΚ.

(41)

Τα μέτρα που προβλέπονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού για τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων καθώς και οιαδήποτε άλλα μέτρα επηρεάζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων βασίζονται στο άρθρο 21 ΣΛΕΕ και συμπληρώνουν την οδηγία 2004/38/ΕΚ κατά τη διάρκεια καταστάσεων έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά. Τα μέτρα αυτά δεν θα πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα την έγκριση ή την αιτιολόγηση περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία, οι οποίοι αντιβαίνουν στις Συνθήκες ή σε άλλη ενωσιακή νομοθεσία.

(42)

Το άρθρο 45 ΣΛΕΕ θεσπίζει το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, υπό την επιφύλαξη των περιορισμών και των προϋποθέσεων που προβλέπονται στις Συνθήκες και των μέτρων που θεσπίζονται για την εφαρμογή τους. Το άρθρο 46 ΣΛΕΕ αποτελεί τη νομική βάση για τη θέσπιση των μέτρων που απαιτούνται για την επίτευξη της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων, όπως ορίζεται στο άρθρο 45 ΣΛΕΕ. Ο παρών κανονισμός περιέχει διατάξεις που συμπληρώνουν τα υφιστάμενα μέτρα, προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, να αυξηθεί η διαφάνεια και να παρέχεται διοικητική συνδρομή κατά τη διάρκεια καταστάσεων έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά. Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν τη δημιουργία και τη διάθεση των ενιαίων σημείων επαφής στους εργαζομένους και τους εκπροσώπους τους στα κράτη μέλη και σε ενωσιακό επίπεδο κατά τις λειτουργίες επαγρύπνησης και έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

(43)

Είναι σκόπιμο να απαγορευτούν ορισμένα εθνικά μέτρα που περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία ή την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και τα οποία δεν θα πρέπει να επιβάλλονται κατά τη διάρκεια ή σε αντιμετώπιση έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, διότι είναι προδήλως δυσανάλογα. Ως εκ τούτου, τυχόν τέτοια μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη θα πρέπει να αξιολογούνται υπό το πρίσμα των εν λόγω διατάξεων εναρμόνισης και όχι της ΣΛΕΕ ή άλλης ενωσιακής νομοθεσίας.

(44)

Ειδικότερα, τα κράτη μέλη θα πρέπει να απέχουν από τη θέσπιση μέτρων που εισάγουν διακρίσεις με βάση την ιθαγένεια ή, στην περίπτωση εταιρειών, τον τόπο της καταστατικής έδρας, της κεντρικής διοίκησης ή της κύριας εγκατάστασής τους.

(45)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να απέχουν από τη θέσπιση μέτρων που καθιστούν αδύνατη για τους δικαιούχους την άσκηση του δικαιώματός τους στην ελεύθερη κυκλοφορία, ώστε να μπορούν να επιστρέφουν στο κράτος διαμονής τους όταν βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος κατά την εκδήλωση μιας κρίσης.

(46)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να απέχουν από τη λήψη μέτρων που καθιστούν αδύνατη για τους δικαιούχους την άσκηση του δικαιώματός τους στην ελεύθερη κυκλοφορία, ώστε να μπορούν να μετακινούνται σε άλλα κράτη μέλη για επιτακτικούς οικογενειακούς λόγους, όταν αυτές οι μετακινήσεις εξακολουθούν να επιτρέπονται εντός του κράτους μέλους που θεσπίζει το μέτρο υπό τις ίδιες συνθήκες.

(47)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιτρέπουν στους υπηκόους και τους κατοίκους τους να επιστρέφουν στο έδαφός τους κατά τη διάρκεια καταστάσεων έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά. Για τη διευκόλυνση αυτών των μετακινήσεων, τα άλλα κράτη μέλη θα πρέπει να επιτρέπουν στους εν λόγω υπηκόους και κατοίκους να εξέρχονται από το έδαφός τους για να μεταβαίνουν στο κράτος μέλος ιθαγένειας ή διαμονής ή για να διέρχονται από το έδαφός τους προκειμένου να φθάσουν στο κράτος μέλος ιθαγένειας ή διαμονής.

(48)

Οι περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία, μεταξύ άλλων με τη μορφή διοικητικών απαιτήσεων και διαδικασιών, όπως οι διαδικασίες δήλωσης, καταχώρισης ή αδειοδότησης, απαγορεύονται, εκτός εάν συμμορφώνονται με το ενωσιακό δίκαιο. Όταν έχουν θεσπιστεί δικαιολογημένες και αναλογικές διοικητικές απαιτήσεις και διαδικασίες σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο, τα κράτη μέλη θα πρέπει, κατά τη διάρκεια έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, να δίνουν προτεραιότητα στη διευκόλυνση της συμμόρφωσης με τις εν λόγω απαιτήσεις και στη διεκπεραίωση των εν λόγω διαδικασιών για τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην παραγωγή ή προμήθεια συναφών με την κρίση εμπορευμάτων ή συναφών με την κρίση υπηρεσιών. Για τον σκοπό αυτό και όταν τούτο είναι αναγκαίο προκειμένου να διευκολυνθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των εν λόγω παρόχων ή ορισμένων κατηγοριών αυτών, η Επιτροπή θα πρέπει να θεσπίζει ρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων ψηφιακών εργαλείων και υποδειγμάτων.

(49)

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει υποχρεώσεις με σκοπό τη διασφάλιση διαφάνειας σε σχέση με τα εθνικά μέτρα που θεσπίζονται κατά τη διάρκεια λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά και περιορίζουν το δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων. Κάθε τέτοιος περιορισμός θα πρέπει να συμμορφώνεται με το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως με την οδηγία 2004/38/ΕΚ. Οι υποχρεώσεις αυτές δεν θα πρέπει να θίγουν ενδεχόμενες υποχρεώσεις παροχής πληροφοριών ή κοινοποίησης που εξακολουθούν να ισχύουν. Η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων είναι υψίστης σημασίας για την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Η εμπειρία από την κρίση της COVID-19 δείχνει ότι οι περιορισμοί του εν λόγω δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας μπορούν να έχουν δευτερογενείς συνέπειες σε όλες τις άλλες θεμελιώδεις ελευθερίες. Η έλλειψη πληροφοριών σχετικά με τους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων που σχετίζονται με την κρίση μπορεί να προκαλέσει στους πολίτες της Ένωσης και στους οικονομικούς φορείς πρόσθετες δυσκολίες στη διαχείριση των δραστηριοτήτων τους κατά τη διάρκεια μιας κρίσης. Επί του παρόντος, δεν υπάρχει ισχύον σύστημα διαφάνειας που θα μπορούσε να παρέχει στους πολίτες της Ένωσης και στους οικονομικούς φορείς πληροφορίες σχετικά με τους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη το κείμενο των εθνικών νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων που θεσπίζουν περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων για την αντιμετώπιση κρίσης, καθώς και τις τροποποιήσεις τους, χωρίς καθυστέρηση μετά την έγκρισή τους. Το εν λόγω κείμενο θα πρέπει να συνοδεύεται από τους λόγους για τους οποίους ελήφθησαν τα εν λόγω μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των λόγων που αποδεικνύουν ότι τα μέτρα είναι δικαιολογημένα και αναλογικά, καθώς και από τυχόν υποκείμενα επιστημονικά ή άλλα στοιχεία που τεκμηριώνουν τη θέσπισή τους, το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω μέτρων, τις ημερομηνίες έγκρισης και εφαρμογής και τη διάρκεια των εν λόγω μέτρων. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι πολίτες και οι οικονομικοί φορείς της Ένωσης μπορούν να λαμβάνουν αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με τους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία, τα κράτη μέλη θα πρέπει να παρέχουν στο κοινό σαφείς, ολοκληρωμένες και έγκαιρες πληροφορίες που εξηγούν τα εν λόγω μέτρα, ιδίως το πεδίο εφαρμογής, την ημερομηνία έγκρισης και εφαρμογής και τη διάρκειά τους, το συντομότερο δυνατόν. Οι πληροφορίες αυτές θα πρέπει να παρέχονται και στην Επιτροπή. Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή θα πρέπει να δημοσιεύει τις σχετικές πληροφορίες σε ειδικό ιστότοπο που θα είναι διαθέσιμος σε όλες τις επίσημες γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης.

(50)

Για να διασφαλιστεί ότι τα ειδικά μέτρα έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό χρησιμοποιούνται μόνο όταν αυτό είναι απαραίτητο για την αντιμετώπιση συγκεκριμένης έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, τα μέτρα αυτά θα πρέπει να απαιτούν ενεργοποίηση μέσω εκτελεστικών πράξεων της Επιτροπής, στις οποίες να αναφέρονται οι λόγοι της ενεργοποίησης καθώς και τα συναφή με την κρίση εμπορεύματα ή υπηρεσίες στα οποία εφαρμόζονται τα εν λόγω μέτρα.

(51)

Επιπλέον, προκειμένου να διασφαλιστούν η αναλογικότητα των εν λόγω εκτελεστικών πράξεων και ο δέων σεβασμός του ρόλου των οικονομικών φορέων στη διαχείριση κρίσεων, η Επιτροπή θα πρέπει να καταφεύγει στην ενεργοποίηση μέτρων αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης ύστερα από την ενεργοποίηση λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά από το Συμβούλιο και μόνον όταν οι οικονομικοί φορείς δεν είναι σε θέση να παράσχουν λύση οικειοθελώς εντός εύλογου χρονικού διαστήματος («ενεργοποίηση δύο σταδίων»). Η ανάγκη ενεργοποίησης μέτρων αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά θα πρέπει να αιτιολογείται σε κάθε τέτοια εκτελεστική πράξη και σε σχέση με όλες τις επιμέρους πτυχές της κρίσης.

(52)

Για να καταστούν δυνατές ακριβείς αξιολογήσεις του κατά πόσον η εφαρμογή ειδικών μέτρων αντιμετώπισης έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά θα επιτρέψει τη μείωση των σοβαρών ελλείψεων συναφών με την κρίση εμπορευμάτων ή συναφών με την κρίση υπηρεσιών ή της επικείμενης απειλής τέτοιων ελλείψεων σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να ζητεί πληροφορίες από σχετικούς οικονομικούς φορείς σε αλυσίδες εφοδιασμού συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Τα εν λόγω αιτήματα παροχής πληροφοριών θα πρέπει, κατά περίπτωση, να αφορούν: τις παραγωγικές ικανότητες και τα αποθέματα συναφών με την κρίση εμπορευμάτων σε εγκαταστάσεις παραγωγής που βρίσκονται τόσο στην Ένωση όσο και σε χώρες εκτός της Ένωσης από τις οποίες οι εν λόγω οικονομικοί φορείς δραστηριοποιούνται, συνάπτουν συμβάσεις ή αγοράζουν προμήθειες· το χρονοδιάγραμμα ή εκτίμηση της αναμενόμενης παραγωγής για τους επόμενους τρεις μήνες για κάθε εγκατάσταση παραγωγής που βρίσκεται στην Ένωση και σε χώρες εκτός της Ένωσης με τις οποίες οι εν λόγω οικονομικοί φορείς δραστηριοποιούνται ή συνάπτουν συμβάσεις· και λεπτομέρειες για τυχόν σχετικές διαταραχές ή ελλείψεις στις αλυσίδες εφοδιασμού. Για να διασφαλιστεί η πλήρης συμμετοχή του κράτους μέλους στο οποίο ο οικονομικός φορέας διαθέτει την παραγωγική του εγκατάσταση, η Επιτροπή θα πρέπει να διαβιβάζει, χωρίς καθυστέρηση, αντίγραφο του αιτήματος παροχής πληροφοριών στο εν λόγω κράτος μέλος και, εφόσον το ζητήσει η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους, η Επιτροπή θα πρέπει να κοινοποιεί τις πληροφορίες που έχει αποκτήσει με το εν λόγω κράτος μέλος με ασφαλή μέσα.

(53)

Τα αιτήματα προς τους οικονομικούς φορείς για παροχή πληροφοριών θα πρέπει να χρησιμοποιούνται από την Επιτροπή μόνο όταν οι πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την επαρκή αντιμετώπιση της έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, όπως οι πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την πραγματοποίηση προμηθειών από την Επιτροπή εξ ονόματος των κρατών μελών ή για την εκτίμηση της παραγωγικής ικανότητας των παρασκευαστών συναφών με την κρίση εμπορευμάτων των οποίων οι αλυσίδες εφοδιασμού έχουν διαταραχθεί, δεν είναι ακόμη διαθέσιμα στην Επιτροπή και δεν μπορούν να ληφθούν από δημόσια διαθέσιμες πηγές ή να αντληθούν από πληροφορίες που παρέχονται οικειοθελώς. Κατά την υποβολή αιτήματος παροχής πληροφοριών μέσω εκτελεστικής πράξης, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει ότι το όφελος για το δημόσιο συμφέρον υπερτερεί των πιθανών προβλημάτων που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι ενδιαφερόμενοι οικονομικοί φορείς. Η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον φόρτο που θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει ένα τέτοιο αίτημα παροχής πληροφοριών, ιδίως για τις πολύ μικρές, τις μικρές και τις μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), και θα πρέπει να καθορίζει αναλόγως την προθεσμία απάντησης. Όταν η επεξεργασία αιτήματος προς οικονομικό φορέα για την παροχή πληροφοριών ενδέχεται να διαταράξει σημαντικά τις δραστηριότητές του, ο εν λόγω οικονομικός φορέας θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί να παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες. Ο οικονομικός φορέας θα πρέπει να υποχρεούται να παρέχει στην Επιτροπή τους λόγους τυχόν άρνησης παροχής των ζητούμενων πληροφοριών. Οι λόγοι αυτοί θα πρέπει να περιλαμβάνουν, ειδικότερα, τον κίνδυνο ευθύνης για παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων μη δημοσιοποίησης που απορρέουν από συμβάσεις οι οποίες διέπονται από το δίκαιο χώρας εκτός της Ένωσης ή τον κίνδυνο αποκάλυψης πληροφοριών που σχετίζονται με την εθνική ασφάλεια στην περίπτωση εμπορευμάτων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της εθνικής ασφάλειας, κάτι που θα μπορούσε να περιλαμβάνει και τα εθνικά αποθέματα.

(54)

Η μέγιστη προθεσμία προκειμένου να απαντήσει ένας οικονομικός φορέας σε αίτημα παροχής πληροφοριών θα πρέπει να είναι 20 εργάσιμες ημέρες. Η συγκεκριμένη ατομική προθεσμία θα πρέπει να καθορίζεται κατά περίπτωση και θα μπορούσε, υπό ορισμένες συνθήκες, να είναι συντομότερη. Ο οικονομικός φορέας θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να ζητήσει μία και μόνη παράταση της προθεσμίας, η οποία θα μπορούσε, υπό την επιφύλαξη της ρητής συμφωνίας της Επιτροπής, να επεκτείνει τη συνολική προθεσμία πέραν των 20 εργάσιμων ημερών. Θα πρέπει να προβλέπεται ότι κάθε αίτημα του οικονομικού φορέα για παράταση της προθεσμίας υποβάλλεται στην Επιτροπή σύμφωνα με τις ρυθμίσεις επικοινωνίας που καθορίζονται στην ατομική απόφαση. Θα πρέπει επίσης να προβλεφθεί ότι, έως ότου η Επιτροπή απαντήσει στο αίτημα παράτασης, η αρχική προθεσμία θεωρείται πλήρως εφαρμοστέα.

(55)

Η ενεργοποίηση της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, όπου απαιτείται, θα πρέπει επίσης να καθιστά δυνατή την ενεργοποίηση της εφαρμογής ορισμένων διαδικασιών αντιμετώπισης κρίσεων οι οποίες εισάγουν προσαρμογές στους κανόνες που διέπουν τον σχεδιασμό, την παρασκευή, την αξιολόγηση της συμμόρφωσης και τη διάθεση στην αγορά εμπορευμάτων που υπόκεινται σε εναρμονισμένους κανόνες της Ένωσης, καθώς και σε ορισμένους κανόνες που διέπουν τα εμπορεύματα που υπόκεινται στο γενικό πλαίσιο της Ένωσης για την ασφάλεια των προϊόντων. Οι εν λόγω διαδικασίες αντιμετώπισης κρίσεων θα πρέπει, σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης, να επιτρέπουν την ταχεία διάθεση στην αγορά προϊόντων τα οποία χαρακτηρίζονται ως συναφή με την κρίση εμπορεύματα. Στην περίπτωση εναρμονισμένων προϊόντων, οι οργανισμοί αξιολόγησης της συμμόρφωσης θα πρέπει να δίνουν προτεραιότητα στην αξιολόγηση της συμμόρφωσης των συναφών με την κρίση εμπορευμάτων έναντι οποιωνδήποτε εν εξελίξει αιτήσεων για άλλα προϊόντα. Σε περιπτώσεις αδικαιολόγητων καθυστερήσεων στις διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης συναφών με την κρίση εμπορευμάτων, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να μπορούν να εκδίδουν άδειες για τέτοια εμπορεύματα που δεν έχουν υποβληθεί στις εφαρμοστέες διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης προκειμένου να διατεθούν στην αντίστοιχη αγορά τους, υπό την προϋπόθεση ότι συμμορφώνονται με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις ασφάλειας. Οι εν λόγω άδειες θα πρέπει να ισχύουν μόνο στο έδαφος του κράτους μέλους έκδοσης έως ότου η ισχύς τους επεκταθεί στο έδαφος της Ένωσης μέσω εκτελεστικής πράξης της Επιτροπής. Η ισχύς των εν λόγω αδειών που παρεκκλίνουν από τις διαδικασίες αξιολόγησης της συμμόρφωσης θα πρέπει να περιορίζονται χρονικά για όσο διαρκεί η έκτακτη ανάγκη στην εσωτερική αγορά. Επιπλέον, προκειμένου να διευκολυνθεί η αύξηση του εφοδιασμού με εναρμονισμένα και μη εναρμονισμένα συναφή με την κρίση εμπορεύματα, θα πρέπει να θεσπιστούν ορισμένες δυνατότητες ευελιξίας όσον αφορά τους μηχανισμούς του τεκμηρίου συμμόρφωσης και του τεκμηρίου συμμόρφωσης με τη γενική απαίτηση ασφάλειας, αντίστοιχα. Στο πλαίσιο μιας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, οι κατασκευαστές συναφών με την κρίση εμπορευμάτων θα πρέπει να μπορούν να βασίζονται επίσης σε εθνικά και διεθνή πρότυπα τα οποία να παρέχουν ισοδύναμο επίπεδο προστασίας με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, τα στοιχεία αναφοράς των οποίων έχουν δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε ό,τι αφορά αποκλειστικά τα εναρμονισμένα συναφή με την κρίση εμπορεύματα, εάν δεν υπάρχουν τέτοια ευρωπαϊκά πρότυπα ή η συμμόρφωση με αυτά καθίσταται υπερβολικά δυσχερής συνεπεία των διαταραχών στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να εκδίδει κοινές προδιαγραφές που προβλέπουν τεκμήριο συμμόρφωσης, προκειμένου να παρέχει στους παρασκευαστές τεχνικές λύσεις έτοιμες προς εφαρμογή.

(56)

Η εισαγωγή αυτών των αναγκαίων για την αντιμετώπιση της κρίσης προσαρμογών στους οικείους τομεακούς κανόνες της Ένωσης απαιτεί στοχευμένες προσαρμογές στις ακόλουθες 16 νομοθετικές πράξεις: τις οδηγίες 2000/14/ΕΚ (22), 2006/42/ΕΚ (23), 2010/35/ΕΕ (24), 2014/29/ΕΕ (25), 2014/30/ΕΕ (26), 2014/33/ΕΕ (27), 2014/34/ΕΕ (28), 2014/35/ΕΕ (29), 2014/53/ΕΕ (30) και 2014/68/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (31) και τους κανονισμούς (ΕΕ) 2016/424 (32), (ΕΕ) 2016/425 (33), (ΕΕ) 2016/426 (34), (ΕΕ) αριθ. 305/2011 (35), (ΕΕ) 2023/988 (36) και (ΕΕ) 2023/1230 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (37). Οι τροποποιήσεις που καθορίζουν τις διαδικασίες καταστάσεων έκτακτης ανάγκης σε καθεμία από τις αντίστοιχες πράξεις θα πρέπει να καθίστανται εφαρμοστέες μόνο όταν έχει γίνει ειδική ενεργοποίηση. Η ενεργοποίηση των διαδικασιών έκτακτης ανάγκης στο πλαίσιο κάθε αντίστοιχης πράξης θα πρέπει να εξαρτάται από την ενεργοποίηση της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά δυνάμει του παρόντος κανονισμού και θα πρέπει να περιορίζεται στα προϊόντα που χαρακτηρίζονται ως συναφή με την κρίση εμπορεύματα και να περιορίζεται χρονικά για όσο διαρκεί η λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά.

(57)

Όταν υπάρχουν σημαντικοί κίνδυνοι για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ή σοβαρές και επίμονες ελλείψεις ή εξαιρετικά υψηλή ζήτηση συναφών με την κρίση εμπορευμάτων, τα μέτρα σε ενωσιακό επίπεδο που αποσκοπούν στη διασφάλιση της διαθεσιμότητας συναφών με την κρίση εμπορευμάτων, όπως τα αιτήματα με διαβάθμιση προτεραιότητας, μπορεί να αποδειχθούν απαραίτητα για τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς και των αλυσίδων εφοδιασμού της.

(58)

Ως έσχατο μέσο για τη διασφάλιση της διατήρησης ζωτικών κοινωνικών λειτουργιών ή οικονομικών δραστηριοτήτων στην εσωτερική αγορά, όταν η παραγωγή ή ο εφοδιασμός ορισμένων συναφών με την κρίση εμπορευμάτων δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί με άλλα μέτρα, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να απευθύνει αιτήματα σε οικονομικούς φορείς που είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση για την παραγωγή ή τον εφοδιασμό ορισμένων συναφών με την κρίση εμπορευμάτων. Κατά την υποβολή αιτήματος, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον πιθανό αρνητικό αντίκτυπο στον ανταγωνισμό στην εσωτερική αγορά και τον κίνδυνο επιδείνωσης στρεβλώσεων της αγοράς. Επιπλέον, η επιλογή των αποδεκτών και των δικαιούχων των αιτημάτων δεν θα πρέπει να δημιουργεί διακρίσεις.

(59)

Το αίτημα με διαβάθμιση προτεραιότητας θα πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά, πραγματικά, μετρήσιμα και τεκμηριωμένα δεδομένα. Τα αιτήματα αυτά θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τα έννομα συμφέροντα των οικονομικών φορέων και το κόστος και την προσπάθεια που απαιτούνται για οποιαδήποτε αλλαγή στην ακολουθία παραγωγής. Το αίτημα με διαβάθμιση προτεραιότητας θα πρέπει να διευκρινίζει σαφώς ότι η επιλογή της αποδοχής ή απόρριψης του αιτήματος εναπόκειται εξολοκλήρου στον οικονομικό φορέα. Όταν ο οικονομικός φορέας επιλέγει να απορρίψει το αίτημα με διαβάθμιση προτεραιότητας, ο οικονομικός φορέας είναι επίσης ελεύθερος να αποφασίσει εάν θα προβεί σε ρητή απόρριψη και αν θα παράσχει αιτιολόγηση κατά την ενημέρωση της Επιτροπής σχετικά με την απόρριψή του.

(60)

Όταν γίνεται δεκτή, η υποχρέωση εκτέλεσης του αιτήματος με διαβάθμιση προτεραιότητας θα πρέπει να υπερισχύει οποιασδήποτε υποχρέωσης εκτέλεσης βάσει του ιδιωτικού ή του δημόσιου δικαίου. Κάθε αίτημα με διαβάθμιση προτεραιότητας θα πρέπει να υποβάλλεται σε δίκαιη και λογική τιμή. Θα πρέπει να είναι δυνατός ο υπολογισμός της τιμής αυτής βάσει των μέσων τιμών της αγοράς των τελευταίων ετών, με την επιφύλαξη ότι οποιαδήποτε αύξηση ή μείωση θα αιτιολογείται, για παράδειγμα με τη συνεκτίμηση του πληθωρισμού ή του κόστους των εισροών. Δεδομένης της σημασίας που έχει η διασφάλιση του εφοδιασμού με συναφή με την κρίση εμπορεύματα, τα οποία είναι απαραίτητα για τη διατήρηση ζωτικών κοινωνικών λειτουργιών ή οικονομικών δραστηριοτήτων στην εσωτερική αγορά, η συμμόρφωση με την υποχρέωση εκτέλεσης αιτήματος με διαβάθμιση προτεραιότητας δεν θα πρέπει να συνεπάγεται ευθύνη τρίτων για ζημίες που ενδέχεται να προκύψουν από οποιαδήποτε παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων που διέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους, στον βαθμό που η παραβίαση των συμβατικών υποχρεώσεων ήταν αναγκαία για τη συμμόρφωση με την απαιτούμενη προτεραιοποίηση. Οι οικονομικοί φορείς που μπορούν δυνητικά να αποτελέσουν αντικείμενο αιτήματος με διαβάθμιση προτεραιότητας θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν, στους όρους των εμπορικών τους συμβάσεων, τις πιθανές συνέπειες ενός αιτήματος με διαβάθμιση προτεραιότητας. Με την επιφύλαξη της εφαρμογής άλλων διατάξεων, η ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων, η οποία προβλέπεται από την οδηγία 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου (38), δεν θα πρέπει να επηρεάζεται από την εν λόγω απαλλαγή από την ευθύνη.

(61)

Όταν ο οικονομικός φορέας έχει αποδεχθεί ρητά αίτημα με διαβάθμιση προτεραιότητας και η Επιτροπή έχει εκδώσει εκτελεστική πράξη μετά την εν λόγω αποδοχή, ο οικονομικός φορέας θα πρέπει να συμμορφώνεται με όλους τους όρους της εν λόγω εκτελεστικής πράξης. Η μη συμμόρφωση του οικονομικού φορέα με τους όρους που καθορίζονται στην εκτελεστική πράξη θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια του οφέλους από την άρση της συμβατικής ευθύνης. Όταν η μη συμμόρφωση είναι εσκεμμένη ή οφείλεται σε βαριά αμέλεια, μπορεί επίσης να επιβληθεί πρόστιμο στον οικονομικό φορέα, με την επιφύλαξη της αρχής της αναλογικότητας. Δεν θα πρέπει να είναι δυνατή η επιβολή προστίμων σε οικονομικούς φορείς που δεν έχουν αποδεχθεί ρητά αίτημα με διαβάθμιση προτεραιότητας.

(62)

Όταν η Επιτροπή ενημερώνεται από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη για ελλείψεις συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών ή για κίνδυνο τέτοιων ελλείψεων, η Επιτροπή θα πρέπει να είναι σε θέση να συστήσει στα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ταχείας αύξησης της διαθεσιμότητας συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάζει τον αντίκτυπο των προβλεπόμενων μέτρων στους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς. Οι εν λόγω συστάσεις μπορούν να περιλαμβάνουν μέτρα που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της επέκτασης, της αναπροσαρμογής ή της δημιουργίας νέων παραγωγικών ικανοτήτων για τα συναφή με την κρίση εμπορεύματα ή νέων ικανοτήτων που σχετίζονται με δραστηριότητες υπηρεσιών συναφείς με την κρίση, οι οποίες έχουν ως στόχο την επιτάχυνση των σχετικών και εφαρμοστέων διαδικασιών έγκρισης, αδειοδότησης και καταχώρισης.

(63)

Όταν η Επιτροπή ενημερώνεται από ένα ή περισσότερα κράτη μέλη για ελλείψεις συναφών με την κρίση εμπορευμάτων ή συναφών με την κρίση υπηρεσιών, η Επιτροπή θα πρέπει να διαβιβάζει τις εν λόγω πληροφορίες σε όλες τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και να εξορθολογίζει τον συντονισμό της αντίδρασης. Επιπλέον, για να διασφαλιστεί η διαθεσιμότητα ορισμένων συναφών με την κρίση εμπορευμάτων ή συναφών με την κρίση υπηρεσιών κατά τη διάρκεια έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά και με σκοπό τον τερματισμό της έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να συνιστά στα κράτη μέλη να κατανέμουν τα εν λόγω εμπορεύματα ή υπηρεσίες, συνεκτιμώντας δεόντως τις αρχές της αλληλεγγύης, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Η Επιτροπή θα πρέπει να συμβάλλει στον συντονισμό αυτής της κατανομής.

(64)

Εκτός από τη δυνατότητα κοινής προμήθειας μεταξύ της Επιτροπής και ενός ή περισσότερων κρατών μελών, και όπως προβλέπεται στον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 2024/2509 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (39) («δημοσιονομικός κανονισμός»), ένα ή περισσότερα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να μπορούν να ζητούν από την Επιτροπή να δρομολογήσει σύμβαση για λογαριασμό τους ή εξ ονόματός τους για την αγορά εμπορευμάτων και υπηρεσιών κρίσιμης σημασίας ή συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών, προκειμένου να ενισχυθεί η αγοραστική δύναμη και η διαπραγματευτική θέση της Επιτροπής κατά τη λειτουργία επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά ή τη λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά. Η εν λόγω προμήθεια θα πρέπει να καλύπτει την αγορά, μέσω σύμβασης, από την αναθέτουσα αρχή έργων ή τη συμβαλλόμενη οντότητα, προμηθειών ή υπηρεσιών συναφών με την κρίση και την αγορά ή μίσθωση γης, κτιρίων ή άλλης ακίνητης ιδιοκτησίας από οικονομικούς φορείς που επιλέγει η εν λόγω αναθέτουσα αρχή ή η συμβαλλόμενη οντότητα για την αντιμετώπιση της κρίσης. Η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να διεξάγει τη σχετική διαδικασία προμήθειας για λογαριασμό ή εξ ονόματος των κρατών μελών βάσει συμφωνίας μεταξύ των μερών ή να ενεργεί ως χονδρέμπορος, αγοράζοντας, αποθηκεύοντας και μεταπωλώντας ή δωρίζοντας προμήθειες και υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των μισθωμάτων γης, κτιρίων ή άλλης ακίνητης περιουσίας, στα συμμετέχοντα κράτη μέλη ή στους οργανισμούς εταίρους που έχει επιλέξει.

(65)

Κατά τη διάρκεια της κρίσης της COVID - 19 κατέστη σαφές ότι η Επιτροπή θα πρέπει να μπορεί να προμηθεύεται συναφή με την κρίση εμπορεύματα και υπηρεσίες από κοινού με κράτη της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ) και χώρες εκτός Ένωσης, όπως τα ευρωπαϊκά μικροκράτη. Τυχόν διαδικασίες κοινής προμήθειας που δρομολογούνται για την απόκτηση συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών ή εμπορευμάτων και υπηρεσιών κρίσιμης σημασίας δεν θα πρέπει να επηρεάζουν αρνητικά τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και δεν θα πρέπει να συνιστούν διάκριση ή περιορισμό του εμπορίου, ούτε θα πρέπει οι εν λόγω διαδικασίες σύναψης συμβάσεων να προκαλούν στρέβλωση του ανταγωνισμού ή να έχουν άμεσες δημοσιονομικές επιπτώσεις στον προϋπολογισμό των χωρών που δεν συμμετέχουν στη διαδικασία κοινής προμήθειας. Είναι επίσης σημαντικό να διασφαλιστεί ότι τα κράτη μέλη συντονίζουν τις δράσεις τους με την υποστήριξη της Επιτροπής και του συμβουλίου πριν από την έναρξη διαδικασιών για την προμήθεια συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Κατά τη διάρκεια της φάσης έκτακτης ανάγκης, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν σύστημα που θα επιτρέπει τον προσδιορισμό των αναθετουσών αρχών και των αναθετόντων φορέων που υπόκεινται στις οδηγίες 2014/24/ΕΕ (40) και 2014/25/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (41), οι οποίες προμηθεύονται συναφή με την κρίση εμπορεύματα και υπηρεσίες κατά τη διάρκεια καταστάσεων έκτακτης ανάγκης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να μπορούν να βασίζονται στις κεντρικές υπηρεσίες διασύνδεσης για τη συλλογή και τη διαβίβαση πληροφοριών σχετικά με τρέχουσες και προβλεπόμενες δημόσιες συμβάσεις από τις αναθέτουσες αρχές και τους αναθέτοντες φορείς στην επικράτειά τους για τους σκοπούς της συμμόρφωσης με τη ρήτρα συντονισμού δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

(66)

Η συμφωνία που διέπει την προμήθεια της Επιτροπής για λογαριασμό ή εξ ονόματος ενός ή περισσότερων κρατών μελών ή την κοινή προμήθεια μεταξύ της Επιτροπής και ενός ή περισσότερων κρατών μελών θα πρέπει, κατά περίπτωση, να προβλέπει ρήτρα αποκλειστικότητας, βάσει της οποίας τα συμμετέχοντα κράτη μέλη δεσμεύονται να μην προμηθεύονται τα εν λόγω συναφή με την κρίση εμπορεύματα ή συναφείς με την κρίση υπηρεσίες μέσω άλλων διαύλων και να μην διεξάγουν παράλληλες διαπραγματεύσεις. Εφόσον προβλέπεται τέτοια ρήτρα αποκλειστικότητας, θα πρέπει να ορίζει ότι, όταν τα κράτη μέλη έχουν πρόσθετες ανάγκες προμηθειών και η εν λόγω προμήθεια δεν υπονομεύει την εν εξελίξει κοινή προμήθεια ή την προμήθεια για λογαριασμό ή εξ ονόματος των κρατών μελών σύμφωνα με την αξιολόγηση της Επιτροπής, τα συμμετέχοντα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να δρομολογήσουν τη δική τους διαδικασία σύναψης σύμβασης προμήθειας. Για τους σκοπούς της κοινής προμήθειας, τα κράτη της ΕΖΕΣ και οι υποψήφιες προς ένταξη στην Ένωση χώρες, καθώς και το Πριγκιπάτο της Ανδόρας, το Πριγκιπάτο του Μονακό, η Δημοκρατία του Αγίου Μαρίνου και το Κράτος της Πόλης του Βατικανού θα πρέπει να θεωρούνται συμμετέχοντα κράτη μέλη σε περίπτωση που αποφασίσουν να συμμετέχουν στην κοινή προμήθεια. Σκοπός της ρήτρας αποκλειστικότητας είναι να διασφαλιστεί ότι δεν υπονομεύεται η εν εξελίξει κοινή προμήθεια ή η προμήθεια για λογαριασμό ή εξ ονόματος των κρατών μελών. Οι συμβάσεις προμηθειών ήσσονος σημασίας δεν επηρεάζουν τις εν λόγω δημόσιες συμβάσεις, και οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς των κρατών μελών θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να κινούν διαδικασία σύναψης συμβάσεων κάτω από τα κατώτατα όρια των οδηγιών 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ. Επιπλέον, δεδομένου ότι η σύμβαση προμήθειας από οικονομικό φορέα που δεν συμμετέχει στην εν εξελίξει διαδικασία υποβολής προσφορών δεν υπονομεύει την εν εξελίξει σύμβαση, η ρήτρα αποκλειστικότητας που ορίζεται στον παρόντα κανονισμό δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε αυτού του είδους τις δημόσιες συμβάσεις. Όταν ένα κράτος μέλος αποφασίζει να συμμετάσχει σε σύμβαση από κοινού προμήθειας ή προμήθειας για λογαριασμό ή εξ ονόματος των κρατών μελών για την απόκτηση συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών, θα πρέπει να είναι σε θέση να χρησιμοποιεί τις κεντρικές υπηρεσίες διασύνδεσης που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό για να ενημερώνει όλες τις αναθέτουσες αρχές και τους αναθέτοντες φορείς στο έδαφός του σχετικά με την εν εξελίξει σύμβαση προμήθειας που ενεργοποιεί την εφαρμογή της ρήτρας αποκλειστικότητας.

(67)

Η διαφάνεια αποτελεί βασική αρχή των αποτελεσματικών δημόσιων συμβάσεων που βελτιώνει τον ανταγωνισμό, αυξάνει την αποδοτικότητα και δημιουργεί ισότιμους όρους ανταγωνισμού. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα πρέπει να ενημερώνεται σχετικά με τις διαδικασίες που αφορούν κοινές προμήθειες δυνάμει του παρόντος κανονισμού και, κατόπιν αιτήματος, να έχει πρόσβαση στις συμβάσεις που συνάπτονται ως αποτέλεσμα των εν λόγω διαδικασιών, με την επιφύλαξη της επαρκούς προστασίας του απορρήτου και της προστασίας όλων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, της εθνικής ασφάλειας των κρατών μελών και των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρηματικών απορρήτων.

(68)

Είναι αναγκαίο να παρέχονται στους κατόχους πληροφοριών εγγυήσεις ότι οι πληροφορίες που έχουν παράσχει ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού υποβάλλονται σε επεξεργασία και χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται μέσω παρακολούθησης, αιτημάτων παροχής πληροφοριών και αιτημάτων με διαβάθμιση προτεραιότητας θα πρέπει, επομένως, να χρησιμοποιούνται μόνο από τα θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς της Ένωσης και το προσωπικό τους, τις αρχές των κρατών μελών και το προσωπικό τους, ή οποιαδήποτε άτομα, συμπεριλαμβανομένων των μελών και των παρατηρητών του συμβουλίου για το σκοπό για τον οποίο οι εν λόγω πληροφορίες ζητήθηκαν.

(69)

Καθώς το συμβούλιο ενεργεί ως συμβουλευτικό όργανο της Επιτροπής, θα πρέπει να σέβεται τις αρχές, τα πρότυπα και τους κανόνες της Επιτροπής σχετικά με την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών και των ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των διατάξεων περί επεξεργασίας και αποθήκευσης τέτοιων πληροφοριών, όπως καθορίζονται στις αποφάσεις (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/443 (42) και (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/444 της Επιτροπής (43). Τα μέλη του προσωπικού της Επιτροπής και άλλων θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης που έχουν πρόσβαση στις διαβαθμισμένες πληροφορίες και στις ευαίσθητες μη διαβαθμισμένες πληροφορίες που σχετίζονται με το έργο του συμβουλίου θα πρέπει να δεσμεύονται από τις απαιτήσεις εμπιστευτικότητας δυνάμει του άρθρου 339 ΣΛΕΕ, ακόμη και μετά τη λήξη των καθηκόντων τους.

(70)

Όταν οι δραστηριότητες που εκτελούνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού περιλαμβάνουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η εν λόγω επεξεργασία θα πρέπει να συμμορφώνεται με τη σχετική νομοθεσία της Ένωσης για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και συγκεκριμένα με τους κανονισμούς (ΕΕ) 2016/679 (44) και (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (45).

(71)

Είναι αναγκαίο να θεσπιστούν κανόνες για τα ψηφιακά εργαλεία, προκειμένου να διασφαλιστεί η ετοιμότητα για την έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση πιθανών μελλοντικών καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, ώστε να διασφαλιστούν η συνεχής λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, η ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών και προσώπων σε περιόδους κρίσης και η διαθεσιμότητα συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών στους πολίτες, τις επιχειρήσεις και τις δημόσιες αρχές. Ο παρών κανονισμός θα πρέπει επίσης να θεσπίζει κανόνες για τα ψηφιακά εργαλεία που διασφαλίζουν την ιεράρχηση και επιτάχυνση των διαδικασιών αδειοδότησης, καταχώρισης ή δήλωσης, με στόχο τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και την ασφαλή διαβίβαση και ανταλλαγή πληροφοριών. Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να επαναχρησιμοποιούν ή να επεκτείνουν, στο μέτρο του δυνατού, τα υφιστάμενα ψηφιακά εργαλεία τους. Όταν αυτό δεν είναι εφικτό, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη θα πρέπει να δημιουργούν, όπου είναι αναγκαίο και δικαιολογημένο, νέα ψηφιακά εργαλεία. Η Επιτροπή θα πρέπει να καθορίζει τις τεχνικές πτυχές των εν λόγω εργαλείων ή υποδομών μέσω εκτελεστικών πράξεων.

(72)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά τις προδιαγραφές του πλαισίου αντιμετώπισης απρόοπτων καταστάσεων σε σχέση με την ετοιμότητα, τη συνεργασία, την ανταλλαγή πληροφοριών και την επικοινωνία σε καταστάσεις κρίσης για τις λειτουργίες επαγρύπνησης και έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά. Επιπλέον, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή όσον αφορά τη δυνατότητα θέσπισης μέτρων μετριασμού, δηλαδή διοικητικών ρυθμίσεων, ψηφιακών εργαλείων και υποδειγμάτων, που διευκολύνουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Επιπροσθέτως, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή όσον αφορά την ενεργοποίηση ειδικών μέτρων για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών κατά τη διάρκεια λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, ώστε να είναι εφικτή η ταχεία και συντονισμένη αντίδραση. Επιπροσθέτως, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή όσον αφορά τη θέσπιση τεχνικών πτυχών συγκεκριμένων ψηφιακών εργαλείων που υποστηρίζουν τους στόχους του παρόντος κανονισμού. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (46).

(73)

Η Επιτροπή θα πρέπει να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή εφόσον, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις σχετικά με τις επιπτώσεις της κρίσης στην εσωτερική αγορά, τούτο επιβάλλεται από επιτακτικούς λόγους επείγουσας ανάγκης.

(74)

Ο παρών κανονισμός σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ιδίως από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ο «Χάρτης»). Ειδικότερα, σέβεται το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή των οικονομικών φορέων, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 του Χάρτη, την επιχειρηματική ελευθερία και τη συμβατική ελευθερία, τα οποία προστατεύονται από το άρθρο 16 του Χάρτη, το δικαίωμα ιδιοκτησίας, το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 17 του Χάρτη, το δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης και ανάληψης συλλογικής δράσης που προστατεύεται από το άρθρο 28 του Χάρτη, καθώς και το δικαίωμα πραγματικής δικαστικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου, το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 47 του Χάρτη.

(75)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να θίγει την αυτονομία των κοινωνικών εταίρων, όπως κατοχυρώνεται στη ΣΛΕΕ.

(76)

Ο παρών κανονισμός δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται ότι θίγει το δικαίωμα περιβαλλοντικής προστασίας, το δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης και το δικαίωμα ανάληψης συλλογικής δράσης σύμφωνα με τον Χάρτη, περιλαμβανομένου του δικαιώματος εργαζομένων και εργοδοτών να αναλαμβάνουν συλλογική δράση για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους, συμπεριλαμβανομένης της απεργίας, και του δικαιώματος ή της ελευθερίας απεργίας ή ανάληψης άλλης δράσης που καλύπτεται από τα ειδικά συστήματα εργασιακών σχέσεων στα κράτη μέλη σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή πρακτική.

(77)

Άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης, όπως εκείνες που προβλέπουν υποχρεώσεις των οικονομικών φορέων να θέτουν τα δεδομένα στη διάθεση των φορέων του δημόσιου τομέα, δεν επηρεάζουν τον παρόντα κανονισμό. Ως εκ τούτου, όταν άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης περιέχουν επίσης διατάξεις σχετικά με αιτήματα παροχής πληροφοριών από την Επιτροπή που έχουν τον ίδιο σκοπό με εκείνους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, μετά την ενεργοποίηση της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά από το Συμβούλιο, θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο οι σχετικές διατάξεις του παρόντος κανονισμού που αφορούν τα αιτήματα παροχής πληροφοριών.

(78)

Η Ένωση παραμένει απόλυτα προσηλωμένη στη διεθνή αλληλεγγύη και υποστηρίζει σθεναρά την αρχή ότι τα μέτρα που κρίνονται αναγκαία δυνάμει του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι αναγκαία για την πρόληψη ή την ανακούφιση κρίσιμων ελλείψεων, εφαρμόζονται κατά τρόπο στοχευμένο, διαφανή, αναλογικό, προσωρινό και σύμφωνο με τις υποχρεώσεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.

(79)

Το ενωσιακό πλαίσιο θα πρέπει να περιλαμβάνει διαπεριφερειακά στοιχεία για τη θέσπιση συνεκτικών, πολυτομεακών και διασυνοριακών μέτρων αντιμετώπισης απρόοπτων καταστάσεων, επαγρύπνησης της εσωτερικής αγοράς και αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών, με βάση ιδίως τους πόρους, τις ικανότητες και τα τρωτά σημεία των γειτονικών περιοχών, και ειδικότερα των παραμεθόριων περιοχών.

(80)

Η Επιτροπή θα πρέπει να διενεργεί τακτική αξιολόγηση της λειτουργίας και της αποτελεσματικότητας του παρόντος κανονισμού και να υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, περιλαμβανομένης αξιολόγησης των εργασιών του συμβουλίου, των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων, των πρωτοκόλλων κατάρτισης και αντιμετώπισης κρίσεων, των κριτηρίων για την ενεργοποίηση της λειτουργίας επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά και της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, καθώς και της χρήσης ψηφιακών εργαλείων. Επιπλέον, οι εκθέσεις θα πρέπει να υποβάλλονται έως τέσσερις μήνες μετά την απενεργοποίηση της λειτουργίας επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά ή της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, κατά περίπτωση. Οι εν λόγω εκθέσεις θα πρέπει να περιλαμβάνουν αξιολόγηση των μέτρων που εφαρμόζονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού σε σχέση με τις κρίσεις που οδήγησαν στην ενεργοποίηση της συγκεκριμένης λειτουργίας, ιδίως όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων. Οι εν λόγω εκθέσεις θα μπορούσαν να προτείνουν ενδεχόμενες βελτιώσεις, εφόσον χρειάζεται, και να συνοδεύονται, κατά περίπτωση, από σχετικές νομοθετικές προτάσεις.

(81)

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2679/98 του Συμβουλίου (47) προβλέπει μηχανισμό διμερών συζητήσεων και κοινοποίησης των εμποδίων στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Προκειμένου να αποφευχθεί η αλληλεπικάλυψη των κανόνων όταν έχει ενεργοποιηθεί η λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, ο εν λόγω κανονισμός θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2679/98 δεν θα πρέπει με κανέναν τρόπο να θίγει την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων όπως αναγνωρίζονται σε επίπεδο Ένωσης και στα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ή της ελευθερίας σε απεργία ή για ανάληψη άλλων δράσεων που καλύπτονται από ειδικά συστήματα εργασιακών σχέσεων στα κράτη μέλη, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή πρακτική. Δεν θα πρέπει να θίγει επίσης το δικαίωμα διαπραγμάτευσης, σύναψης συλλογικών συμβάσεων και ανάληψης συλλογικής δράσης σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή πρακτική.

(82)

Δεδομένου ότι ο στόχος της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η διασφάλιση της ομαλής και αδιατάρακτης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς με την εφαρμογή μέτρων αντιμετώπισης απρόοπτων καταστάσεων, επαγρύπνησης και αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών σε ολόκληρη την εσωτερική αγορά, προκειμένου να διευκολύνεται ο συντονισμός των μέτρων αντιμετώπισης σε περίπτωση κρίσης, δεν μπορεί να εκπληρωθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη αλλά μπορεί, λόγω της κλίμακας ή των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λαμβάνει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των στόχων αυτών,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΤΙΤΛΟΣ I

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Αντικείμενο, στόχοι, πεδίο εφαρμογής και ορισμοί

Άρθρο 1

Αντικείμενο και στόχοι

1.   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει πλαίσιο εναρμονισμένων μέτρων για την αποτελεσματική πρόβλεψη, προετοιμασία και αντίδραση ως προς τις επιπτώσεις των κρίσεων στην εσωτερική αγορά.

2.   Το πλαίσιο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοχεύει:

α)

στην κατοχύρωση και διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, των υπηρεσιών και προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων·

β)

στη διασφάλιση της διαθεσιμότητας εμπορευμάτων και υπηρεσιών κρίσιμης σημασίας και συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά, όταν τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει ή είναι πιθανό να θεσπίσουν αποκλίνοντα εθνικά μέτρα· και

γ)

στην πρόληψη της δημιουργίας εμποδίων στην εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

3.   Ο παρών κανονισμός ορίζει συγκεκριμένα:

α)

κανόνες για τη συγκρότηση και λειτουργία συμβουλίου εκτάκτων αναγκών και ανθεκτικότητας της εσωτερικής αγοράς, το οποίο θα επικουρεί και θα συμβουλεύει την Επιτροπή όσον αφορά την πρόβλεψη και την πρόληψη των επιπτώσεων μιας κρίσης στην εσωτερική αγορά, καθώς και την αντίδραση σε αυτές·

β)

μέτρα για την αντιμετώπιση απρόοπτων καταστάσεων που θα αποσκοπούν στην πρόβλεψη, τον σχεδιασμό και την ανθεκτικότητα·

γ)

μέτρα, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά, για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων μιας απειλής κρίσης που έχει τη δυνατότητα να κλιμακωθεί σε έκτακτη ανάγκη στην εσωτερική αγορά·

δ)

μέτρα, κατά τη διάρκεια της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων μιας κρίσης στην εσωτερική αγορά, συμπεριλαμβανομένων μέτρων που διευκολύνουν την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών και προσώπων, περιλαμβανομένων των εργαζομένων, κατά τη διάρκεια της εν λόγω λειτουργίας·

ε)

κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις κατά τη διάρκεια των λειτουργιών επαγρύπνησης και έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά·

στ)

κανόνες για την παροχή ψηφιακών εργαλείων και τη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στα εμπορεύματα, τις υπηρεσίες και τα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων, εντός της εσωτερικής αγοράς.

2.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στα ακόλουθα:

α)

στα φάρμακα όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 1 σημείο 2 της οδηγίας 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (48)·

β)

στα ιατροτεχνολογικά προϊόντα όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχείο ε) του κανονισμού (ΕΕ) 2022/123·

γ)

σε άλλα ιατρικά αντίμετρα όπως αυτά αναφέρονται στο άρθρο 3 σημείο 10) του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2371 και περιλαμβάνονται στον κατάλογο που καταρτίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2372·

δ)

στους ημιαγωγούς όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1781 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (49)·

ε)

στα ενεργειακά προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 1 της οδηγίας 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου (50), στην ηλεκτρική ενέργεια κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2 της εν λόγω οδηγίας και σε άλλα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 2 παράγραφος 3 της εν λόγω οδηγίας·

στ)

στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, όπως τραπεζικές, πιστωτικές, ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές υπηρεσίες, επαγγελματικές ή ατομικές συντάξεις, κινητές αξίες, επενδυτικά κεφάλαια, υπηρεσίες πληρωμών και επενδυτικές συμβουλές, συμπεριλαμβανομένων των υπηρεσιών και δραστηριοτήτων που παρατίθενται στο παράρτημα I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (51), καθώς και δραστηριότητες διακανονισμού και εκκαθάρισης και υπηρεσίες παροχής συμβουλών, διαμεσολάβησης και άλλες επικουρικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες·

ζ)

στα προϊόντα που συνδέονται με τον τομέα της άμυνας, όπως ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 της οδηγίας 2009/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (52) ή όπως ορίζονται από το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών σε συμμόρφωση με το δίκαιο της Ένωσης.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 στοιχεία α), β) και γ) του παρόντος άρθρου, τα άρθρα 20 έως 23 και το άρθρο 44 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται στα προϊόντα που αναφέρονται στα εν λόγω στοιχεία.

4.   Ο παρών κανονισμός δεν θίγει άλλες νομικές πράξεις της Ένωσης που θεσπίζουν ειδικούς κανόνες για την αντιμετώπιση κρίσεων ή τη διαχείριση κρίσεων, όπως:

α)

την απόφαση αριθ. 1313/2013/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (53) για τη θέσπιση του μηχανισμού πολιτικής προστασίας της Ένωσης·

β)

τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2015/479 σχετικά με την αρμοδιότητα της Επιτροπής να αξιολογεί κατά πόσον είναι σκόπιμο να επιβληθούν περιορισμοί στις εξαγωγές εμπορευμάτων σύμφωνα με τα διεθνή δικαιώματα και υποχρεώσεις της Ένωσης·

γ)

τους κανονισμούς (ΕΕ) 2022/2371 και (ΕΕ) 2022/2372 σχετικά με το πλαίσιο υγειονομικής ασφάλειας της ΕΕ·

δ)

την απόφαση 2014/415/ΕΕ για τη θέσπιση ολοκληρωμένων ρυθμίσεων για την πολιτική αντιμετώπιση κρίσεων (IPCR), συμπεριλαμβανομένου του ρόλου πολιτικού συντονισμού των IPCR, και την εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2018/1993 για τη θέσπιση κανόνων σχετικά με τη λειτουργία των εν λόγω ρυθμίσεων.

5.   Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τους κανόνες ανταγωνισμού της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των αντιμονοπωλιακών κανόνων, των κανόνων για τις συγκεντρώσεις και των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις.

6.   Ο παρών κανονισμός δεν θίγει την ευθύνη των κρατών μελών να προστατεύουν την εθνική ασφάλεια ή την εξουσία τους να διαφυλάσσουν ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους, συμπεριλαμβανομένου να διασφαλίζουν την εδαφική ακεραιότητα του κράτους και να διατηρούν τη δημόσια τάξη. Ειδικότερα, η εθνική ασφάλεια παραμένει αποκλειστική αρμοδιότητα κάθε κράτους μέλους.

7.   Ο παρών κανονισμός δεν θίγει την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, σύμφωνα με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ο «Χάρτης»). Ειδικότερα, ο παρών κανονισμός δεν θίγει το δικαίωμα απεργίας ή το δικαίωμα ανάληψης άλλων δράσεων που καλύπτονται από τα ειδικά συστήματα εργασιακών σχέσεων στα κράτη μέλη, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και την πρακτική. Δεν θίγει επίσης το δικαίωμα διαπραγμάτευσης, σύναψης και εφαρμογής συλλογικών συμβάσεων ή ανάληψης συλλογικής δράσης, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο και την πρακτική.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«κρίση»: έκτακτο, απροσδόκητο και αιφνίδιο φυσικό ή ανθρωπογενές συμβάν ασυνήθιστου χαρακτήρα και κλίμακας που λαμβάνει χώρα εντός ή εκτός της Ένωσης, και το οποίο έχει ή μπορεί να έχει σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και διαταράσσει την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών και προσώπων ή διαταράσσει τη λειτουργία των αλυσίδων εφοδιασμού της·

2)

«λειτουργία επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά»: πλαίσιο για την αντιμετώπιση της απειλής κρίσης, η οποία έχει τη δυνατότητα να κλιμακωθεί σε έκτακτη ανάγκη στην εσωτερική αγορά εντός διαστήματος έξι μηνών·

3)

«λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά»: πλαίσιο για την αντιμετώπιση κρίσης με σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στην εσωτερική αγορά που διαταράσσει σοβαρά την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών και προσώπων ή, όταν μια τέτοια σοβαρή διαταραχή έχει αποτελέσει ή ενδέχεται να αποτελέσει αντικείμενο αποκλινόντων εθνικών μέτρων, τη λειτουργία των αλυσίδων εφοδιασμού της·

4)

«κρίσιμης σημασίας τομείς»: οι τομείς συστημικής και ζωτικής σημασίας για την Ένωση και τα κράτη μέλη της προκειμένου να διατηρηθούν η δημόσια ασφάλεια, η δημόσια προστασία, η δημόσια τάξη ή η δημόσια υγεία, και των οποίων η διατάραξη, η κατάρρευση, η απώλεια ή η καταστροφή θα είχε σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς σε καιρούς απειλής κρίσης·

5)

«κρίσιμης σημασίας εμπορεύματα» ή «κρίσιμης σημασίας υπηρεσίες», που αναφέρονται από κοινού ως «κρίσιμης σημασίας εμπορεύματα και υπηρεσίες»: εμπορεύματα ή υπηρεσίες που είναι υποκαταστάσιμα, μη διαφοροποιήσιμα ή απαραίτητα για τη διατήρηση ζωτικών κοινωνικών λειτουργιών ή οικονομικών δραστηριοτήτων, προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και των αλυσίδων εφοδιασμού της σε τομείς κρίσιμης σημασίας, και τα οποία παρατίθενται σε εκτελεστική πράξη που εκδίδεται από το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1·

6)

«συναφή με την κρίση εμπορεύματα» ή «συναφείς με την κρίση υπηρεσίες», που αναφέρονται από κοινού ως «συναφή με την κρίση εμπορεύματα και υπηρεσίες»: εμπορεύματα ή υπηρεσίες που είναι υποκαταστάσιμα, μη διαφοροποιήσιμα ή απαραίτητα για τη διατήρηση ζωτικών κοινωνικών λειτουργιών ή οικονομικών δραστηριοτήτων, προκειμένου να διασφαλιστεί η ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και των αλυσίδων εφοδιασμού της, και τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για την αντιμετώπιση κρίσης και παρατίθενται σε εκτελεστική πράξη που εκδίδεται από το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 4·

7)

«σημαντικά περιστατικά»: περιστατικά που διαταράσσουν σημαντικά ή έχουν τη δυνατότητα να διαταράξουν σημαντικά τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και των αλυσίδων εφοδιασμού της·

8)

«σχετικός οικονομικός φορέας»: οικονομικός φορέας κατά μήκος της αλυσίδας εφοδιασμού που έχει τη δυνατότητα ή την ικανότητα να παράγει ή να διανέμει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

α)

κρίσιμης σημασίας εμπορεύματα ή κρίσιμης σημασίας υπηρεσίες·

β)

συναφή με την κρίση εμπορεύματα ή συναφείς με την κρίση υπηρεσίες·

γ)

κατασκευαστικά στοιχεία των εμπορευμάτων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β)·

9)

«πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις» ή «ΜΜΕ»: οι πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του παραρτήματος της σύστασης 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής (54).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Διακυβέρνηση

Άρθρο 4

Συμβούλιο έκτακτων αναγκών και ανθεκτικότητας της εσωτερικής αγοράς

1.   Συστήνεται συμβούλιο έκτακτων αναγκών και ανθεκτικότητας της εσωτερικής αγοράς (το «συμβούλιο»).

2.   Το συμβούλιο αποτελείται από έναν εκπρόσωπο ανά κράτος μέλος και έναν εκπρόσωπο της Επιτροπής. Κάθε κράτος μέλος ορίζει έναν εκπρόσωπο και έναν αναπληρωτή εκπρόσωπο. Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν έναν ειδικό ανά τομέα ad hoc εκπρόσωπο, κατά περίπτωση, ανάλογα με τη φύση της κρίσης.

3.   Εκπρόσωπος της Επιτροπής προεδρεύει του συμβουλίου και η Επιτροπή διασφαλίζει τη γραμματειακή του υποστήριξη.

4.   Ο πρόεδρος του συμβουλίου (ο «πρόεδρος») καλεί εκπρόσωπο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ως μόνιμο παρατηρητή στο συμβούλιο.

5.   Ο πρόεδρος μπορεί να καλεί εμπειρογνώμονες με ειδικές γνώσεις προκειμένου να συμμετέχουν, ως παρατηρητές, στις εργασίες του συμβουλίου και να παρίστανται σε ειδικές συνεδριάσεις, σε ad hoc βάση, όταν η συμμετοχή αυτή είναι σημαντική λόγω της ημερήσιας διάταξης της συνεδρίασης. Στους εν λόγω εμπειρογνώμονες μπορούν να περιλαμβάνονται εκπρόσωποι οικονομικών φορέων, οργανώσεων ενδιαφερόμενων μερών και κοινωνικών εταίρων.

6.   Ο πρόεδρος καλεί τους εκπροσώπους άλλων συναφών με την κρίση φορέων ενωσιακού επιπέδου ως παρατηρητές στις σχετικές συνεδριάσεις του συμβουλίου.

7.   Ο πρόεδρος καλεί εκπροσώπους διεθνών οργανισμών και χωρών εκτός Ένωσης στις σχετικές συνεδριάσεις του συμβουλίου σύμφωνα με τις σχετικές διμερείς ή διεθνείς συμφωνίες.

8.   Οι παρατηρητές δεν έχουν δικαίωμα ψήφου και δεν συμμετέχουν στη διατύπωση γνωμών, συστάσεων ή συμβουλών που παρέχει το συμβούλιο. Κατά περίπτωση, ο πρόεδρος μπορεί να καλεί τους εν λόγω παρατηρητές να συνεισφέρουν γνώσεις και πληροφορίες.

9.   Το συμβούλιο συνεδριάζει τουλάχιστον τρεις φορές ετησίως. Κατά την πρώτη συνεδρίασή του, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής και σε συμφωνία με αυτήν, το συμβούλιο εγκρίνει τον εσωτερικό κανονισμό του.

10.   Το συμβούλιο μπορεί να εκδίδει γνώμες, συστάσεις ή εκθέσεις στο πλαίσιο των καθηκόντων του που ορίζονται στο άρθρο 5. Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη στον μέγιστο βαθμό και με διαφανή τρόπο τις εν λόγω γνώμες, συστάσεις ή εκθέσεις.

Άρθρο 5

Καθήκοντα του συμβουλίου

1.   Για τους σκοπούς του σχεδιασμού αντιμετώπισης απρόοπτων καταστάσεων στην εσωτερική αγορά σύμφωνα με τα άρθρα 9 έως 13, το συμβούλιο επικουρεί και συμβουλεύει την Επιτροπή όσον αφορά τα ακόλουθα καθήκοντα:

α)

πρόταση ρυθμίσεων για διοικητική συνεργασία για τη διευκόλυνση της ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών στο πλαίσιο των λειτουργιών επαγρύπνησης και έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, που θα περιλαμβάνονται στο πλαίσιο αντιμετώπισης απρόοπτων καταστάσεων που αναφέρεται στο άρθρο 9·

β)

αξιολόγηση περιστατικών για τα οποία τα κράτη μέλη έχουν ενημερώσει την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 13, και των επιπτώσεών τους στην εσωτερική αγορά και στην αλυσίδα εφοδιασμού της·

γ)

συλλογή πληροφοριών για σκοπούς πρόβλεψης της πιθανότητας εκδήλωσης κρίσης, διενέργεια αναλύσεων δεδομένων και παροχή πληροφοριών για την αγορά·

δ)

διαβούλευση με τους εκπροσώπους των οικονομικών φορέων, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ, και της βιομηχανίας, καθώς και, κατά περίπτωση, των κοινωνικών εταίρων, για τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με την αγορά σύμφωνα με το άρθρο 43·

ε)

ανάλυση συγκεντρωτικών δεδομένων που λαμβάνονται από άλλους συναφείς με την κρίση φορείς σε ενωσιακό και διεθνές επίπεδο·

στ)

διατήρηση αποθετηρίου εθνικών και ενωσιακών μέτρων αντιμετώπισης κρίσεων που έχουν ληφθεί σε προηγούμενες κρίσεις και είχαν αντίκτυπο στην εσωτερική αγορά και τις αλυσίδες εφοδιασμού της· και

ζ)

παροχή συμβουλών σχετικά με το ποια μέτρα θα πρέπει να επιλεγούν για την πρόβλεψη και τον σχεδιασμό κρίσης, παράλληλα με την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της εσωτερικής αγοράς, και παροχή συμβουλών σχετικά με την εφαρμογή των επιλεγέντων μέτρων.

2.   Για τους σκοπούς της λειτουργίας επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά, όπως αναφέρεται στο άρθρο 14, το συμβούλιο επικουρεί και συμβουλεύει την Επιτροπή στα ακόλουθα καθήκοντα:

α)

διαπίστωση του κατά πόσον πληρούνται τα κριτήρια για την ενεργοποίηση ή την απενεργοποίηση της λειτουργίας επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσον υφίσταται η απειλή κρίσης του άρθρου 3 παράγραφος 2 καθώς και της έκτασης της απειλής αυτής·

β)

συντονισμός και διευκόλυνση της επικοινωνίας και της ανταλλαγής πληροφοριών, μεταξύ άλλων με άλλους αρμόδιους φορείς και άλλους συναφείς με την κρίση φορείς ενωσιακού επιπέδου, καθώς και, κατά περίπτωση, με χώρες εκτός Ένωσης, με ιδιαίτερη έμφαση στις υποψήφιες προς ένταξη στην Ένωση χώρες και στις αναπτυσσόμενες χώρες, καθώς και στους διεθνείς οργανισμούς· και

γ)

ανάλυση και συζήτηση των επιπτώσεων της απειλής κρίσης στην εσωτερική αγορά, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της κατάστασης στις παραμεθόριες περιοχές, με σκοπό την εξεύρεση πιθανών λύσεων.

3.   Για τους σκοπούς της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, όπως αναφέρεται στο άρθρο 18, το συμβούλιο επικουρεί και συμβουλεύει την Επιτροπή στα ακόλουθα καθήκοντα:

α)

ανάλυση συναφών με την κρίση πληροφοριών που συλλέγονται από τα κράτη μέλη ή την Επιτροπή·

β)

καθορισμός του κατά πόσον πληρούνται τα κριτήρια για την ενεργοποίηση ή την απενεργοποίηση της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά·

γ)

παροχή συμβουλών σχετικά με το ποια μέτρα θα πρέπει να επιλεγούν για την αντιμετώπιση έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά σε ενωσιακό επίπεδο, και παροχή συμβουλών σχετικά με την εφαρμογή των επιλεγέντων μέτρων·

δ)

επανεξέταση των εθνικών μέτρων για την αντιμετώπιση κρίσεων·

ε)

συντονισμός και διευκόλυνση της επικοινωνίας και της ανταλλαγής πληροφοριών, μεταξύ άλλων με άλλους συναφείς με την κρίση φορείς ενωσιακού επιπέδου, καθώς και, κατά περίπτωση, με τρίτες χώρες, με ιδιαίτερη έμφαση στις υποψήφιες προς ένταξη στην Ένωση χώρες και στις αναπτυσσόμενες χώρες και τους διεθνείς οργανισμούς·

στ)

ανάλυση και συζήτηση των επιπτώσεων της κρίσης στην εσωτερική αγορά, λαμβανομένης δεόντως υπόψη της κατάστασης στις παραμεθόριες περιοχές, με σκοπό την εξεύρεση πιθανών λύσεων· και

ζ)

κατάρτιση, κατά περίπτωση, καταλόγου των κατηγοριών προσώπων που συμμετέχουν στην παραγωγή ή την προμήθεια συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών για τα οποία είναι αναγκαίο να καθοριστούν κοινά υποδείγματα και έντυπα που μπορούν να χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη σε εθελοντική βάση.

4.   Η Επιτροπή διασφαλίζει τη συμμετοχή στο έργο του συμβουλίου όλων των συναφών με την εκάστοτε κρίση φορέων ενωσιακού επιπέδου. Το συμβούλιο συνεργάζεται και συνεννοείται στενά, κατά περίπτωση, με άλλους συναφείς με την κρίση φορείς ενωσιακού επιπέδου και το ευρωπαϊκό συμβούλιο κρίσιμων πρώτων υλών που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/1252. Η Επιτροπή εξασφαλίζει τον συντονισμό με τα μέτρα που εφαρμόζονται μέσω άλλων μηχανισμών της Ένωσης, όπως ο μηχανισμός πολιτικής προστασίας της Ένωσης, οι IPCR, το πλαίσιο υγειονομικής ασφάλειας της ΕΕ και το ευρωπαϊκό πλαίσιο για τις κρίσιμες πρώτες ύλες. Το συμβούλιο διασφαλίζει την ανταλλαγή πληροφοριών με το Κέντρο Συντονισμού Αντιμετώπισης Εκτάκτων Αναγκών στο πλαίσιο του μηχανισμού πολιτικής προστασίας της Ένωσης και την ικανότητα υποστήριξης της ολοκληρωμένης επίγνωσης και ανάλυσης καταστάσεων στο πλαίσιο των IPCR.

5.   Το συμβούλιο, σε συνεργασία με την Επιτροπή, εγκρίνει ετησίως έκθεση δραστηριοτήτων και τη διαβιβάζει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

Άρθρο 6

Διάλογος για τις έκτακτες ανάγκες και την ανθεκτικότητα

1.   Προκειμένου να ενισχυθεί ο διάλογος μεταξύ των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και να διασφαλιστεί μεγαλύτερη διαφάνεια, λογοδοσία και συντονισμός, η αρμόδια επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μπορεί να καλέσει την Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως προέδρου του συμβουλίου, να εμφανιστεί ενώπιον της κοινοβουλευτικής επιτροπής για να παράσχει πληροφορίες σχετικά με όλα τα θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ιδίως ύστερα από κάθε συνεδρίαση του συμβουλίου και ύστερα από κάθε απενεργοποίηση των λειτουργιών επαγρύπνησης ή έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά.

2.   Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενημερώνεται το συντομότερο δυνατόν για όλες τις εκτελεστικές πράξεις του Συμβουλίου που προτείνονται ή εκδίδονται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.

3.   Η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τυχόν στοιχεία που προκύπτουν από τις απόψεις που εκφράζονται μέσω του διαλόγου για τις έκτακτες ανάγκες και την ανθεκτικότητα, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών ψηφισμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Άρθρο 7

Πλατφόρμα για τις έκτακτες ανάγκες και την ανθεκτικότητα

1.   Η Επιτροπή δημιουργεί μια πλατφόρμα ενδιαφερόμενων μερών για τη διευκόλυνση του τομεακού διαλόγου και των τομεακών εταιρικών σχέσεων, φέρνοντας σε επαφή βασικά ενδιαφερόμενα μέρη, δηλαδή εκπροσώπους των οικονομικών φορέων, κοινωνικούς εταίρους, ερευνητές και την κοινωνία των πολιτών. Ειδικότερα, η πλατφόρμα αυτή παρέχει μια λειτουργία που επιτρέπει στα ενδιαφερόμενα μέρη:

α)

να αναφέρουν τις εθελοντικές δράσεις που απαιτούνται για την επιτυχή αντιμετώπιση κατάστασης έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά·

β)

να παρέχουν επιστημονικές συμβουλές, γνώμες ή εκθέσεις για ζητήματα που σχετίζονται με κρίσεις·

γ)

να συμβάλλουν στην ανταλλαγή πληροφοριών και βέλτιστων πρακτικών, ιδίως όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών και προσώπων, και την αποφυγή αποκλινόντων εθνικών μέτρων που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν διασυνοριακούς περιορισμούς.

2.   Η Επιτροπή και το συμβούλιο λαμβάνουν υπόψη τα αποτελέσματα του τομεακού διαλόγου και των εταιρικών σχέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, καθώς και κάθε σχετική συμβολή που παρέχουν τα ενδιαφερόμενα μέρη σύμφωνα με την εν λόγω παράγραφο κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 8

Υπηρεσίες διασύνδεσης

1.   Κάθε κράτος μέλος ορίζει μια κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης.

2.   Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης ενός κράτους μέλους είναι υπεύθυνη για την επικοινωνία, τον συντονισμό και την ανταλλαγή πληροφοριών με:

α)

τις κεντρικές υπηρεσίες διασύνδεσης των άλλων κρατών μελών και την υπηρεσία διασύνδεσης σε επίπεδο Ένωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 4·

β)

τις σχετικές αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους, ιδίως με τα εθνικά ενιαία σημεία επαφής που αναφέρονται στο άρθρο 24.

3.   Για την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος κανονισμού, η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης ενός κράτους μέλους συγκεντρώνει στοιχεία από τις σχετικές αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους.

4.   Η Επιτροπή ορίζει ενωσιακού επιπέδου υπηρεσία διασύνδεσης.

5.   Η ενωσιακού επιπέδου υπηρεσία διασύνδεσης είναι υπεύθυνη για τη διασφάλιση του συντονισμού και της ανταλλαγής πληροφοριών, περιλαμβανομένης της ανταλλαγής συναφών με την κρίση πληροφοριών, με τις κεντρικές υπηρεσίες διασύνδεσης των κρατών μελών για τη διαχείριση των λειτουργιών επαγρύπνησης και έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ ΑΠΡΟΟΠΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

Άρθρο 9

Πλαίσιο αντιμετώπισης απρόοπτων καταστάσεων

1.   Η Επιτροπή, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη γνώμη του συμβουλίου και την εισήγηση των οικείων οργάνων ενωσιακού επιπέδου, μπορεί να εκδώσει εκτελεστική πράξη που ορίζει τις λεπτομερείς ρυθμίσεις για ένα πλαίσιο αντιμετώπισης απρόοπτων καταστάσεων όσον αφορά την ετοιμότητα έναντι των κρίσεων, τη συνεργασία, την ανταλλαγή πληροφοριών και την επικοινωνία σε καταστάσεις κρίσης για τις λειτουργίες επαγρύπνησης και έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά. Η εν λόγω εκτελεστική πράξη ορίζει τις λεπτομερείς ρυθμίσεις για:

α)

τη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών και των ενωσιακού επιπέδου φορέων κατά τη διάρκεια των λειτουργιών επαγρύπνησης και έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά·

β)

την ασφαλή ανταλλαγή πληροφοριών· και

γ)

συντονισμένη προσέγγιση της επικοινωνίας σε καταστάσεις κρίσης κατά τη διάρκεια των λειτουργιών επαγρύπνησης και έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά έναντι του κοινού, όπου η Επιτροπή θα έχει συντονιστικό ρόλο.

2.   Η εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 45 παράγραφος 2.

3.   Η Επιτροπή και τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι εφαρμόζονται ρυθμίσεις για την έγκαιρη συνεργασία και την ασφαλή ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της Επιτροπής, των αρμόδιων οργάνων ενωσιακού επιπέδου και των κρατών μελών όσον αφορά:

α)

κατάλογο των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, των κεντρικών υπηρεσιών διασύνδεσης που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 8 και των ενιαίων σημείων επαφής που αναφέρονται στο άρθρο 24, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων επικοινωνίας τους και των ρόλων και των αρμοδιοτήτων που τους έχουν ανατεθεί βάσει του εθνικού δικαίου κατά τη διάρκεια των λειτουργιών επαγρύπνησης και έκτακτης ανάγκης στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού·

β)

διαβούλευση με τους εκπροσώπους των οικονομικών φορέων, συμπεριλαμβανομένων των ΜΜΕ, σχετικά με τις πρωτοβουλίες και τις δράσεις τους για τον μετριασμό και την αντιμετώπιση δυνητικών κρίσεων στην εσωτερική αγορά·

γ)

διαβούλευση με τους κοινωνικούς εταίρους σχετικά με τις επιπτώσεις που έχουν στην ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων οι πρωτοβουλίες και οι ενέργειές τους για τον μετριασμό και την αντιμετώπιση δυνητικής κρίσης·

δ)

τεχνική συνεργασία κατά τη διάρκεια των λειτουργιών επαγρύπνησης και έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά·

ε)

επικοινωνία σε καταστάσεις κινδύνου και έκτακτης ανάγκης, όπου η Επιτροπή θα έχει συντονιστικό ρόλο, λαμβανομένων υπόψη των υφιστάμενων δομών·

4.   Προκειμένου να διασφαλιστεί η λειτουργία του πλαισίου που θεσπίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1, η Επιτροπή μπορεί να διενεργεί προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων, άλλες προσομοιώσεις και αξιολογήσεις εν δράσει και επανεξετάσεις μετά την ανάληψη δράσης σε συνεργασία με τα κράτη μέλη και να προτείνει όπως τα αρμόδια όργανα σε ενωσιακό επίπεδο και στα κράτη μέλη επικαιροποιήσουν το πλαίσιο, ανάλογα με τις ανάγκες.

5.   Για την προώθηση και τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων και υπηρεσιών κατά τη διάρκεια λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή επικουρεί τα κράτη μέλη στον συντονισμό των προσπαθειών τους για τον καθορισμό ενιαίων ψηφιακών εντύπων για τους σκοπούς της δήλωσης, της καταχώρισης ή της αδειοδότησης δραστηριοτήτων που διεξάγονται μεταξύ των κρατών μελών.

Άρθρο 10

Εθελοντικά πρωτόκολλα διαχείρισης κρίσεων

1.   Το συμβούλιο μπορεί να συστήσει στην Επιτροπή να δρομολογήσει την κατάρτιση εθελοντικών πρωτοκόλλων διαχείρισης κρίσεων από οικονομικούς φορείς για την αντιμετώπιση κρίσεων στο πλαίσιο της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά.

2.   Η Επιτροπή ενθαρρύνει και διευκολύνει την κατάρτιση των εν λόγω εθελοντικών πρωτοκόλλων διαχείρισης κρίσεων από τους οικονομικούς φορείς. Οι οικονομικοί φορείς μπορούν να αποφασίζουν, σε εθελοντική βάση, αν θα συμμετάσχουν σε εθελοντικά πρωτόκολλα διαχείρισης κρίσεων.

3.   Τα εθελοντικά πρωτόκολλα διαχείρισης κρίσεων καθορίζουν:

α)

τις ειδικές παραμέτρους της διαταραχής την οποία επιδιώκει να αντιμετωπίσει το εθελοντικό πρωτόκολλο διαχείρισης κρίσεων και τους στόχους που επιδιώκει·

β)

τον ρόλο κάθε συμμετέχοντος στο πλαίσιο του εθελοντικού πρωτοκόλλου διαχείρισης κρίσεων και τα προπαρασκευαστικά μέτρα που πρόκειται να θέσει σε εφαρμογή μόλις ενεργοποιηθεί η λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά για τον μετριασμό και την αντιμετώπιση της κρίσης·

γ)

σαφή διαδικασία για τον προσδιορισμό του χρόνου ενεργοποίησης και της περιόδου κατά την οποία πρέπει να ληφθούν τα μέτρα μόλις ενεργοποιηθεί το πρωτόκολλο διαχείρισης κρίσεων·

δ)

δράσεις για τον μετριασμό και την αντιμετώπιση δυνητικών κρίσεων στο πλαίσιο της λειτουργίας κατάστασης έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, οι οποίες περιορίζονται αυστηρά σε ό,τι είναι αναγκαίο για την αντιμετώπισή τους.

4.   Η Επιτροπή εξασφαλίζει, κατά περίπτωση, τη συμμετοχή των αρχών των κρατών μελών και των οργάνων και οργανισμών της Ένωσης στην κατάρτιση των εθελοντικών πρωτοκόλλων διαχείρισης κρίσεων. Η Επιτροπή μπορεί, όταν κρίνεται απαραίτητο και σκόπιμο, να ζητεί επίσης τη συμμετοχή οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών ή άλλων σχετικών οργανισμών.

Άρθρο 11

Κατάρτιση και προσομοιώσεις

1.   Η Επιτροπή αναπτύσσει και οργανώνει τακτικά την κατάρτιση σχετικά με την προετοιμασία, τον συντονισμό, τη συνεργασία και την ανταλλαγή πληροφοριών για το προσωπικό των κεντρικών υπηρεσιών διασύνδεσης. Διοργανώνει προσομοιώσεις στις οποίες συμμετέχει το προσωπικό των κεντρικών υπηρεσιών διασύνδεσης από όλα τα κράτη μέλη με βάση πιθανά σενάρια έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά.

2.   Ειδικότερα, η Επιτροπή αναπτύσσει και διαχειρίζεται πρόγραμμα κατάρτισης που προκύπτει από τα διδάγματα που αντλήθηκαν από προηγούμενες κρίσεις, συμπεριλαμβανομένων πτυχών ολόκληρου του κύκλου διαχείρισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, προκειμένου να παρέχει ταχεία αντίδραση σε κρίσεις στο πλαίσιο της λειτουργίας επαγρύπνησης ή έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά. Το πρόγραμμα αυτό μπορεί να περιλαμβάνει, ειδικότερα, τα εξής:

α)

παρακολούθηση, ανάλυση και αξιολόγηση όλων των σχετικών δράσεων για τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων, υπηρεσιών και προσώπων·

β)

προώθηση της εφαρμογής βέλτιστων πρακτικών σε ενωσιακό και εθνικό επίπεδο και, κατά περίπτωση, βέλτιστων πρακτικών που αναπτύσσονται από χώρες εκτός Ένωσης και από διεθνείς οργανισμούς·

γ)

ανάπτυξη κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τη διάδοση γνώσεων και την εκτέλεση διαφόρων καθηκόντων σε εθνικό και, κατά περίπτωση, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο·

δ)

ενθάρρυνση της χρήσης σχετικών νέων τεχνολογιών και ψηφιακών εργαλείων για την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά.

3.   Η Επιτροπή αναπτύσσει και καθιστά διαθέσιμα προγράμματα κατάρτισης και υλικό για τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών φορέων. Κατά περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί να καλεί τα ενδιαφερόμενα μέρη να συμμετέχουν στην κατάρτιση και τις προσομοιώσεις.

4.   Κατόπιν αιτήματος κράτους μέλους, η Επιτροπή μπορεί να παρέχει συμβουλές και στήριξη για τα μέτρα ετοιμότητας έναντι κρίσης και αντίδρασης σε κρίση, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τις ανάγκες και τα συμφέροντα του κράτους μέλους.

Άρθρο 12

Προσομοίωση ακραίων καταστάσεων

1.   Η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του συμβουλίου, διενεργεί και συντονίζει προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων, συμπεριλαμβανομένων προσομοιώσεων που αποσκοπούν στην πρόβλεψη και την προετοιμασία για μια κρίση στην εσωτερική αγορά.

2.   Συγκεκριμένα, η Επιτροπή:

α)

αναπτύσσει σενάρια και παραμέτρους σε συγκεκριμένο τομέα, τα οποία αποτυπώνουν τους ιδιαίτερους κινδύνους που συνδέονται με μια κρίση, προκειμένου να αξιολογηθεί ο δυνητικός αντίκτυπος στην ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών, υπηρεσιών και προσώπων στον εν λόγω τομέα·

β)

διευκολύνει και ενθαρρύνει την ανάπτυξη στρατηγικών για την ετοιμότητα αντιμετώπισης καταστάσεων έκτακτης ανάγκης·

γ)

προσδιορίζει, σε συνεργασία με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, τα μέτρα μετριασμού του κινδύνου μετά την ολοκλήρωση των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων.

3.   Για τον προσδιορισμό του συγκεκριμένου τομέα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α), η Επιτροπή, σε συνεργασία με το συμβούλιο, κάνει χρήση όλων των υφιστάμενων εργαλείων που έχει στη διάθεσή της, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών χαρτογράφησης.

4.   Η Επιτροπή διενεργεί προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων τακτικά και τουλάχιστον μία φορά ανά διετία, σε επίπεδο Ένωσης. Προς τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή καλεί προσωπικό από τις κεντρικές υπηρεσίες διασύνδεσης όλων των κρατών μελών να συμμετέχει στις προσομοιώσεις. Η Επιτροπή μπορεί επίσης να καλεί άλλους σχετικούς φορείς παράγοντες που συμμετέχουν στην πρόληψη, την ετοιμότητα και την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά να συμμετέχουν σε εθελοντική βάση.

5.   Κατόπιν αιτήματος δύο ή περισσότερων κρατών μελών, η Επιτροπή μπορεί να διενεργεί προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές ή παραμεθόριες περιοχές στα εν λόγω κράτη μέλη.

6.   Η Επιτροπή κοινοποιεί στο συμβούλιο τα αποτελέσματα των προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων που διενεργούνται σύμφωνα με το παρόν άρθρο και δημοσιεύει σχετική έκθεση.

Άρθρο 13

Ad hoc ειδοποιήσεις έγκαιρης προειδοποίησης

1.   Η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης ενός κράτους μέλους κοινοποιεί στην Επιτροπή και στις κεντρικές υπηρεσίες διασύνδεσης των άλλων κρατών μελών, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάθε σημαντικό περιστατικό.

2.   Οι κεντρικές υπηρεσίες διασύνδεσης και κάθε οικεία αρμόδια αρχή των κρατών μελών λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να χειρίζονται, σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο και με το εθνικό δίκαιο που συμμορφώνεται με το ενωσιακό δίκαιο, τις πληροφορίες της παραγράφου 1 κατά τρόπο που σέβεται την εμπιστευτικότητά τους, προστατεύει την ασφάλεια και τη δημόσια τάξη της Ένωσης ή των κρατών μελών και προστατεύει την ασφάλεια και τα εμπορικά συμφέροντα των οικείων οικονομικών φορέων.

3.   Προκειμένου να προσδιοριστεί κατά πόσον τα περιστατικά θα πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο ειδοποίησης, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, η κεντρική υπηρεσία διασύνδεσης ενός κράτους μέλους λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:

α)

τη θέση στην αγορά ή τον αριθμό των οικονομικών φορέων που επηρεάζονται από το περιστατικό·

β)

τη διάρκεια ή την αναμενόμενη διάρκεια του περιστατικού·

γ)

τη γεωγραφική περιοχή και το μερίδιο της εσωτερικής αγοράς που επηρεάζεται από το περιστατικό και τις διασυνοριακές επιπτώσεις του, καθώς και τον αντίκτυπό του σε ιδιαίτερα ευάλωτες ή εκτεθειμένες γεωγραφικές περιοχές, όπως οι εξόχως απόκεντρες περιοχές· και

δ)

την επίδραση των περιστατικών αυτών σε μη διαφοροποιήσιμα και μη υποκαταστάσιμα εμπορεύματα.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΕΠΑΓΡΥΠΝΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Λειτουργία επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά

Άρθρο 14

Κριτήρια ενεργοποίησης

1.   Όταν η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του συμβουλίου, θεωρεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 σημείο 2), προτείνει στο Συμβούλιο να ενεργοποιήσει τη λειτουργία επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά. Το Συμβούλιο μπορεί να ενεργοποιήσει τη λειτουργία επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά με εκτελεστική πράξη του Συμβουλίου. Η διάρκεια της εν λόγω ενεργοποίησης καθορίζεται στην εκτελεστική πράξη και δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες. Η εν λόγω εκτελεστική πράξη περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α)

εκτίμηση των δυνητικών επιπτώσεων της κρίσης στην ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών και προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων, στην εσωτερική αγορά και στις αλυσίδες εφοδιασμού της·

β)

κατάλογο των οικείων εμπορευμάτων και υπηρεσιών κρίσιμης σημασίας· και

γ)

τα μέτρα επαγρύπνησης που πρέπει να ληφθούν, συμπεριλαμβανομένης αιτιολόγησης όσον αφορά την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα αυτών των μέτρων.

2.   Κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που θεσπίζονται στο άρθρο 3 σημείο 2), προκειμένου να προσδιοριστεί η ανάγκη ενεργοποίησης της λειτουργίας επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή και το Συμβούλιο λαμβάνουν υπόψη τουλάχιστον τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

τον αναμενόμενο χρόνο πριν η απειλή κρίσης κλιμακωθεί σε έκτακτη ανάγκη στην εσωτερική αγορά·

β)

τον αριθμό των οικονομικών παραγόντων που αναμένεται να επηρεαστούν, ή τη θέση τους στην αγορά·

γ)

τον βαθμό στον οποίο τα εμπορεύματα και οι υπηρεσίες κρίσιμης σημασίας αναμένεται να επηρεαστούν από την κρίση· και

δ)

τη γεωγραφική περιοχή που αναμένεται να επηρεαστεί από την κρίση, ιδίως τον αντίκτυπο στις παραμεθόριες και τις εξόχως απόκεντρες περιοχές.

Άρθρο 15

Παράταση και απενεργοποίηση

1.   Σε περίπτωση που η Επιτροπή κρίνει ότι οι λόγοι για την ενεργοποίηση της λειτουργίας επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 1 εξακολουθούν να υφίστανται, και λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του συμβουλίου, προτείνει στο Συμβούλιο να παρατείνει τη λειτουργία επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά. Με την επιφύλαξη επειγουσών και έκτακτων μεταβολών των περιστάσεων, η Επιτροπή καταβάλλει κάθε προσπάθεια να προβεί στην εν λόγω ενέργεια το αργότερο 30 ημέρες πριν από τη λήξη της περιόδου για την οποία έχει ενεργοποιηθεί η λειτουργία επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά. Βάσει της πρότασης αυτής, το Συμβούλιο μπορεί να παρατείνει τη λειτουργία επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά κατά έξι μήνες κατ’ ανώτατο όριο κάθε φορά με εκτελεστική πράξη του Συμβουλίου.

2.   Εάν η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του συμβουλίου, διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 σημείο 2) δεν πληρούνται πλέον, όσον αφορά ορισμένα ή όλα τα μέτρα επαγρύπνησης ή για ορισμένα ή όλα τα εμπορεύματα και τις υπηρεσίες κρίσιμης σημασίας, προτείνει στο Συμβούλιο να απενεργοποιήσει πλήρως ή εν μέρει τη λειτουργία επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά. Βάσει της εν λόγω πρότασης, το Συμβούλιο μπορεί να απενεργοποιήσει τη λειτουργία επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά με εκτελεστική πράξη του Συμβουλίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Μέτρα επαγρύπνησης

Άρθρο 16

Παρακολούθηση

1.   Όταν έχει ενεργοποιηθεί η λειτουργία επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 14, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών παρακολουθούν τις αλυσίδες εφοδιασμού κρίσιμης σημασίας εμπορευμάτων και υπηρεσιών και την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων, που συμμετέχουν στην παραγωγή και προμήθεια των εν λόγω αγαθών και υπηρεσιών.

2.   Η Επιτροπή προβλέπει τυποποιημένα και ασφαλή ηλεκτρονικά μέσα για τη συλλογή των πληροφοριών που λαμβάνονται μέσω της παρακολούθησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και για την επεξεργασία των εν λόγω πληροφοριών με συγκεντρωτικό τρόπο. Με την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου που απαιτεί, σε συμμόρφωση με το ενωσιακό δίκαιο, οι εν λόγω πληροφορίες, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρηματικών απορρήτων, να έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα, διασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα όσον αφορά τις εμπορικά ευαίσθητες πληροφορίες και τις πληροφορίες που σχετίζονται με την ασφάλεια και τη δημόσια τάξη της Ένωσης ή των κρατών μελών.

3.   Τα κράτη μέλη, όπου είναι δυνατόν, καταρτίζουν, ενημερώνουν και τηρούν κατάλογο των συναφών οικονομικών φορέων που είναι εγκατεστημένοι στην αντίστοιχη εθνική επικράτειά τους και δραστηριοποιούνται κατά μήκος των αλυσίδων εφοδιασμού κρίσιμης σημασίας εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Τα περιεχόμενα του καταλόγου αυτού είναι πάντοτε εμπιστευτικά.

4.   Με βάση την απογραφή που καταρτίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, όταν δεν είναι δυνατόν να λάβουν τις πληροφορίες από άλλες πηγές, απευθύνουν αιτήματα για εθελοντική παροχή πληροφοριών στους πλέον συναφείς οικονομικούς φορείς κατά μήκος των αλυσίδων εφοδιασμού εμπορευμάτων και υπηρεσιών κρίσιμης σημασίας που είναι εγκατεστημένοι στην αντίστοιχη εθνική επικράτειά τους. Τα εν λόγω αιτήματα αναφέρουν ιδίως ποιες πληροφορίες ζητούνται σχετικά με τους παράγοντες που επηρεάζουν τη διαθεσιμότητα των προσδιοριζόμενων κρίσιμης σημασίας εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Ο οικονομικός φορέας παρέχει τις αιτηθείσες πληροφορίες σε εθελοντική βάση σύμφωνα με τους κανόνες ανταγωνισμού της Ένωσης που διέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών διαβιβάζουν τα σχετικά πορίσματα στην Επιτροπή και στο συμβούλιο χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μέσω της αντίστοιχης κεντρικής υπηρεσίας διασύνδεσης.

5.   Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών λαμβάνουν δεόντως υπόψη τον διοικητικό φόρτο για τους οικονομικούς φορείς, και ιδίως τις ΜΜΕ, ο οποίος ενδέχεται να προκύψει από αιτήματα παροχής πληροφοριών, και διασφαλίζουν ότι αυτός ο διοικητικός φόρτος περιορίζεται στο ελάχιστο και ότι τηρείται η εμπιστευτικότητα των πληροφοριών.

6.   Με βάση τις πληροφορίες που συλλέγονται μέσω των δραστηριοτήτων παρακολούθησης που διεξάγονται σύμφωνα με την παράγραφο 1, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο συμβούλιο σχετικά με τα συγκεντρωτικά πορίσματα.

7.   Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει από το συμβούλιο να συζητήσει τα συγκεντρωτικά πορίσματα και τις προοπτικές εξέλιξης με βάση τις πληροφορίες που λαμβάνουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 4 σχετικά με την παρακολούθηση των αλυσίδων εφοδιασμού κρίσιμης σημασίας εμπορευμάτων και υπηρεσιών, και στην περίπτωση αυτή διασφαλίζει την εμπιστευτικότητα και σέβεται τον εμπορικά ευαίσθητο χαρακτήρα των σχετικών πληροφοριών.

8.   Η Επιτροπή μπορεί επίσης να μοιράζεται με τα κράτη μέλη σχετικές πληροφορίες που λαμβάνονται με άλλα μέσα ή συστήματα παρακολούθησης.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΈΚΤΑΚΤΗ ΑΝΑΓΚΗ ΣΤΗΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά

Άρθρο 17

Κριτήρια ενεργοποίησης

1.   Κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 σημείο 3), προκειμένου να προσδιοριστεί η ανάγκη ενεργοποίησης της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή και το Συμβούλιο, βάσει συγκεκριμένων και αξιόπιστων στοιχείων, αξιολογούν το κατά πόσον η κρίση δημιουργεί ένα ή περισσότερα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών ή προσώπων, με αντίκτυπο σε τουλάχιστον έναν τομέα ζωτικών κοινωνικών λειτουργιών ή οικονομικών δραστηριοτήτων στην εσωτερική αγορά.

Όταν η κρίση οδηγεί σε διαταραχή της λειτουργίας των αλυσίδων εφοδιασμού, επιπλέον των κριτηρίων που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή και το Συμβούλιο αξιολογούν κατά πόσον τα εμπορεύματα ή οι υπηρεσίες μπορούν να διαφοροποιηθούν ή να υποκατασταθούν ή κατά πόσον οι εργαζόμενοι μπορούν να υποκατασταθούν.

2.   Κατά την εφαρμογή της παραγράφου 1, η Επιτροπή και το Συμβούλιο λαμβάνουν ιδίως υπόψη τους ακόλουθους δείκτες:

α)

τον αριθμό των σημαντικών περιστατικών που κοινοποιήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 1·

β)

το γεγονός ότι η κρίση έχει ενεργοποιήσει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

i)

σχετικό μηχανισμό του Συμβουλίου για την αντιμετώπιση κρίσεων, συμπεριλαμβανομένων των ολοκληρωμένων ρυθμίσεων της ΕΕ για την πολιτική αντιμετώπιση κρίσεων (IPCR)·

ii)

τον UPCΜ· ή

iii)

οποιονδήποτε από τους μηχανισμούς που έχουν συσταθεί εντός του πλαισίου υγειονομικής ασφάλειας της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του πλαισίου έκτακτης ανάγκης που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2372·

γ)

εκτίμηση του αριθμού ή της θέσης στην αγορά των οικονομικών φορέων και της ζήτησης της αγοράς για οικονομικούς φορείς, καθώς και εκτίμηση του αριθμού των χρηστών που εξαρτώνται από τον τομέα ή τους τομείς της εσωτερικής αγοράς που έχουν διαταραχθεί για την παροχή των σχετικών εμπορευμάτων ή υπηρεσιών·

δ)

εκτίμηση των ειδών εμπορευμάτων και υπηρεσιών ή του αριθμού των ατόμων, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων, που πλήττονται από την κρίση·

ε)

τις πραγματικές ή δυνητικές επιπτώσεις της κρίσης όσον αφορά την ένταση και τη διάρκεια στις ζωτικές κοινωνικές λειτουργίες και οικονομικές δραστηριότητες, στο περιβάλλον και στη δημόσια ασφάλεια·

στ)

το γεγονός ότι οι επηρεαζόμενοι από την κρίση οικονομικοί φορείς δεν μπόρεσαν να δώσουν λύση σε εύλογο χρονικό διάστημα στις συγκεκριμένες πτυχές της κρίσης σε οικειοθελή βάση·

ζ)

τις γεωγραφικές περιοχές, συμπεριλαμβανομένων των παραμεθόριων και απόκεντρων περιοχών, που επηρεάζονται και θα μπορούσαν να επηρεαστούν από την κρίση, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διασυνοριακών επιπτώσεων στη λειτουργία των αλυσίδων εφοδιασμού που είναι απαραίτητες για τη διατήρηση ζωτικών κοινωνικών λειτουργιών ή οικονομικών δραστηριοτήτων στην εσωτερική αγορά·

η)

τη σημασία των επηρεαζόμενων οικονομικών φορέων για τη διατήρηση επαρκούς επιπέδου εφοδιασμού με εμπορεύματα ή υπηρεσίες, λαμβάνοντας υπόψη τη διαθεσιμότητα εναλλακτικών μέσων για την παροχή των εν λόγω εμπορευμάτων ή υπηρεσιών· και

θ)

την απουσία ή την έλλειψη υποκατάστατων εμπορευμάτων ή υπηρεσιών·

Άρθρο 18

Ενεργοποίηση

1.   Η λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά ενεργοποιείται μόνον εφόσον πληρούνται τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 17 παράγραφος 1.

2.   Η λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά μπορεί να ενεργοποιηθεί χωρίς να έχει ενεργοποιηθεί προηγουμένως η λειτουργία επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά ως προς τα ίδια εμπορεύματα ή τις ίδιες υπηρεσίες.

Η ενεργοποίηση της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά όσον αφορά ορισμένα εμπορεύματα και υπηρεσίες δεν εμποδίζει την ενεργοποίηση ή τη συνέχιση της εφαρμογής της λειτουργίας επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά ή την ανάπτυξη των μέτρων επαγρύπνησης που προβλέπονται στο άρθρο 16 όσον αφορά τα ίδια εμπορεύματα και υπηρεσίες. Όταν έχει ενεργοποιηθεί προηγουμένως η λειτουργία επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά, η λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά μπορεί να την αντικαταστήσει εν μέρει ή εξολοκλήρου.

3.   Όταν η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του συμβουλίου, θεωρεί ότι υπάρχει έκτακτη ανάγκη στην εσωτερική αγορά, προτείνει στο Συμβούλιο να ενεργοποιήσει το Συμβούλιο τη λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά και, κατά περίπτωση, εγκρίνει κατάλογο συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών.

4.   Το Συμβούλιο μπορεί να ενεργοποιήσει τη λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά και, κατά περίπτωση, να εγκρίνει κατάλογο συναφών με την κρίση εμπορευμάτων ή συναφών με την κρίση υπηρεσιών, ή και τα δύο, με εκτελεστική πράξη του Συμβουλίου βάσει πρότασης της Επιτροπής. Η διάρκεια της ενεργοποίησης καθορίζεται στην εκτελεστική πράξη και δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες. Ο κατάλογος των συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών μπορεί να τροποποιείται με εκτελεστική πράξη του Συμβουλίου βάσει πρότασης της Επιτροπής.

Άρθρο 19

Παράταση και απενεργοποίηση

1.   Σε περίπτωση που η Επιτροπή κρίνει ότι οι λόγοι για την ενεργοποίηση της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 17 παράγραφος 1 εξακολουθούν να υφίστανται, και λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του συμβουλίου, προτείνει στο Συμβούλιο να παρατείνει τη λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά. Με την επιφύλαξη επειγουσών και έκτακτων μεταβολών των περιστάσεων, η Επιτροπή καταβάλλει κάθε προσπάθεια να προβεί στην εν λόγω ενέργεια το αργότερο 30 ημέρες πριν από τη λήξη της περιόδου για την οποία έχει ενεργοποιηθεί η λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά. Βάσει της εν λόγω πρότασης, το Συμβούλιο μπορεί να παρατείνει τη λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά κατά έξι μήνες κατ’ ανώτατο όριο κάθε φορά με εκτελεστική πράξη του Συμβουλίου.

2.   Όταν το συμβούλιο διαθέτει συγκεκριμένα και αξιόπιστα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά θα πρέπει να απενεργοποιηθεί, μπορεί να διατυπώσει σχετική γνώμη και να τη διαβιβάσει στην Επιτροπή. Όταν η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του συμβουλίου, θεωρεί ότι δεν υφίσταται πλέον η έκτακτη ανάγκη στην εσωτερική αγορά, προτείνει στο Συμβούλιο, χωρίς καθυστέρηση, να απενεργοποιήσει τη λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά.

3.   Τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με τα άρθρα 27 έως 35 παύουν να ισχύουν μετά την απενεργοποίηση της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Ελεύθερη κυκλοφορία κατά τη διάρκεια έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά

Τμήμα I

Μέτρα για τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας

Άρθρο 20

Απαγορεύσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας κατά τη διάρκεια λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά

1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 21, κατά τη θέσπιση και την εφαρμογή εθνικών μέτρων για την αντιμετώπιση έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι τα εν λόγω μέτρα συμμορφώνονται με το δίκαιο της Ένωσης, μεταξύ άλλων όσον αφορά την απαγόρευση των διακρίσεων, την αιτιολόγηση και την αναλογικότητα.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν, ιδίως, ότι τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καταργούνται μόλις παύσουν να είναι αιτιολογημένα ή αναλογικά.

3.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι κάθε απαίτηση που επιβάλλεται στους πολίτες ή τους οικονομικούς φορείς δεν δημιουργεί αδικαιολόγητο ή περιττό διοικητικό φόρτο.

4.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι πολίτες και τα ενδιαφερόμενα μέρη ενημερώνονται με σαφή και ξεκάθαρο τρόπο για τα μέτρα που περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών και προσώπων, μεταξύ των οποίων εργαζόμενοι και πάροχοι υπηρεσιών, πριν από την έναρξη ισχύος τους. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν συνεχή διάλογο με τα ενδιαφερόμενα μέρη, συμπεριλαμβανομένης της επικοινωνίας με τους κοινωνικούς και τους διεθνείς εταίρους.

Άρθρο 21

Απαγορευμένοι περιορισμοί του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας κατά τη διάρκεια έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά

Κατά τη διάρκεια λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά και κατά την αντίδραση σε έκτακτη ανάγκη στην εσωτερική αγορά, τα κράτη μέλη δεν εισάγουν κανένα από τα ακόλουθα:

α)

οιαδήποτε μέτρα τα οποία δεν είναι χρονικά περιορισμένα·

β)

απαγορεύσεις ενδοενωσιακών εξαγωγών ή μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος, συναφών με την κρίση εμπορευμάτων ή υπηρεσιών, ή απαγορεύσεις στη διαμετακόμιση συναφών με την κρίση εμπορευμάτων, ή μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος·

γ)

μέτρα που περιορίζουν την ενδοενωσιακή εξαγωγή εμπορευμάτων ή μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, ή μέτρα που περιορίζουν τη διασυνοριακή παροχή ή λήψη υπηρεσιών, όταν οι εν λόγω περιορισμοί προκαλούν οποιοδήποτε από τα ακόλουθα:

i)

διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών· ή

ii)

ελλείψεις ή αύξηση των ελλείψεων των εν λόγω εμπορευμάτων και υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά·

δ)

μέτρα που εισάγουν διακρίσεις μεταξύ των κατόχων του δικαιώματος στην ελεύθερη κυκλοφορία δυνάμει του δικαίου της Ένωσης, οι οποίες βασίζονται στην ιθαγένεια ή, στην περίπτωση εταιρειών, στον τόπο της καταστατικής τους έδρας, της κεντρικής διοίκησης ή της κύριας εγκατάστασής τους·

ε)

μέτρα στέρησης, για τα πρόσωπα που απολαύουν του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης, των ακόλουθων δικαιωμάτων: του δικαιώματος εισόδου στην επικράτεια του κράτους μέλους ιθαγένειας ή διαμονής τους· του δικαιώματος εξόδου από την επικράτεια κράτους μέλους για να μεταβούν στο κράτος μέλος της ιθαγένειας ή διαμονής τους· ή του δικαιώματος διέλευσης από κράτος μέλος για να φτάσουν στο κράτος μέλος της ιθαγένειας ή διαμονής τους·

στ)

μέτρα απαγόρευσης επαγγελματικών ταξιδιών που συνδέονται με την έρευνα και ανάπτυξη, την παραγωγή, τη διάθεση στην αγορά ή τις σχετικές επιθεωρήσεις και τη συντήρηση συναφών με την κρίση εμπορευμάτων·

ζ)

μέτρα που απαγορεύουν τα ταξίδια μεταξύ κρατών μελών για επιτακτικούς οικογενειακούς λόγους, όταν τα ταξίδια αυτά επιτρέπονται εντός του κράτους μέλους που θεσπίζει τέτοιο μέτρο·

η)

μέτρα που επιβάλλουν ταξιδιωτικούς περιορισμούς σε παρόχους υπηρεσιών, εκπροσώπους επιχειρήσεων και εργαζομένους, εμποδίζοντάς τους να ταξιδεύουν μεταξύ κρατών μελών προκειμένου να έχουν πρόσβαση στον τόπο δραστηριότητας ή στον χώρο εργασίας τους, όταν δεν υπάρχουν τέτοιοι ταξιδιωτικοί περιορισμοί εντός του κράτους μέλους που θεσπίζει τέτοιο μέτρο·

θ)

μέτρα τα οποία επιβάλλουν περιορισμούς που αποτρέπουν:

i)

τα ταξίδια παρόχων συναφών με την κρίση υπηρεσιών, εκπροσώπων επιχειρήσεων και εργαζομένων που συμμετέχουν στην παραγωγή συναφών με την κρίση εμπορευμάτων ή στην παροχή συναφών με την κρίση υπηρεσιών ή εργαζομένων στον τομέα της πολιτικής προστασίας· ή

ii)

τη μεταφορά του εξοπλισμού των προσώπων που αναφέρονται στο σημείο i) στον τόπο της δραστηριότητάς τους.

Άρθρο 22

Μέτρα μετριασμού για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων

1.   Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά και με σκοπό τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 21 στοιχεία στ) έως θ), η Επιτροπή μπορεί, μέσω εκτελεστικών πράξεων, να θεσπίζει διοικητικές ρυθμίσεις ή να παρέχει στα κράτη μέλη ψηφιακά εργαλεία για τη διευκόλυνση της ταυτοποίησης των κατηγοριών προσώπων και της επαλήθευσης των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται στις εν λόγω διατάξεις από τα κράτη μέλη σε συνεργασία με τα άλλα σχετικά κράτη μέλη και την Επιτροπή.

2.   Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, όταν η Επιτροπή διαπιστώνει ότι τα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει υποδείγματα ώστε να πιστοποιείται ότι ένας ιδιώτης ή ένας οικονομικός φορέας πληροί τις γενικές απαιτήσεις που ορίζονται στα εθνικά μέτρα έκτακτης ανάγκης και θεωρεί ότι η χρήση διαφορετικών υποδειγμάτων από κάθε κράτος μέλος αποτελεί εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εν λόγω ιδιωτών ή οικονομικών φορέων και του εξοπλισμού τους, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει, μέσω εκτελεστικών πράξεων, υποδείγματα που μπορούν να χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη σε εθελοντική βάση.

3.   Με την επιφύλαξη του σχετικού δικαίου της Ένωσης και του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου και διαδικασιών, τα κράτη μέλη δίνουν προτεραιότητα στις διαδικασίες δήλωσης, καταχώρισης ή αδειοδότησης όσον αφορά τους παρόχους συναφών με την κρίση υπηρεσιών.

4.   Η Επιτροπή προσδιορίζει τις κατηγορίες προσώπων που συμμετέχουν στην παραγωγή ή την προμήθεια συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών για τα οποία είναι αναγκαίο να διευκολυνθεί η ελεύθερη κυκλοφορία με τον καθορισμό υποδειγμάτων μέσω εκτελεστικών πράξεων, ύστερα από διαβούλευση με το συμβούλιο, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιούνται από τα κράτη μέλη σε εθελοντική βάση.

5.   Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 4 του παρόντος άρθρου εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 45 παράγραφος 2. Για δεόντως αιτιολογημένους επιτακτικούς λόγους επείγουσας ανάγκης οι οποίοι σχετίζονται με τις επιπτώσεις της κρίσης στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή, σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 45 παράγραφος 3.

6.   Η Επιτροπή δημοσιοποιεί σε ειδικό ιστότοπο πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα μετριασμού που έχει θεσπίσει σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

Τμήμα II

Διαφάνεια και διοικητική συνδρομή

Άρθρο 23

Διαφάνεια

1.   Όταν η λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά έχει ενεργοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 4, τα κράτη μέλη κοινοποιούν το κείμενο τυχόν μέτρων έκτακτης ανάγκης που έχουν ληφθεί για την αντιμετώπιση της κρίσης, χωρίς καθυστέρηση και μετά την έγκρισή τους, στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη μέσω της υπηρεσίας διασύνδεσης σε επίπεδο Ένωσης. Η εν λόγω υποχρέωση ισχύει μόνο όταν τα εν λόγω μέτρα εισάγουν περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων μεταξύ των κρατών μελών και δεν καλύπτονται ήδη από υποχρέωση ενημέρωσης ή κοινοποίησης που προβλέπεται σε άλλη νομοθεσία της Ένωσης. Η κοινοποίηση αυτή περιλαμβάνει:

α)

τους λόγους που αιτιολογούν τα εν λόγω μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των λόγων που αποδεικνύουν ότι τα μέτρα είναι δικαιολογημένα και αναλογικά, καθώς και οιαδήποτε υποκείμενα επιστημονικά ή άλλα δεδομένα που τεκμηριώνουν τη θέσπισή τους·

β)

το πεδίο εφαρμογής των εν λόγω μέτρων·

γ)

την ημερομηνία έγκρισης και την ημερομηνία εφαρμογής και τη διάρκεια των εν λόγω μέτρων.

2.   Τα κράτη μέλη μπορούν να γνωστοποιούν στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη, μέσω της υπηρεσίας διασύνδεσης σε επίπεδο Ένωσης, το σχέδιο κειμένου τυχόν μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πριν από τη θέσπισή τους, μαζί με τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) έως γ).

3.   Η γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να θεσπίσουν τα εν λόγω μέτρα.

4.   Τα κράτη μέλη παρέχουν στο κοινό και, ταυτόχρονα, στην Επιτροπή σαφείς, πλήρεις και έγκαιρες πληροφορίες που εξηγούν τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 το συντομότερο δυνατόν.

5.   Η Επιτροπή συντονίζει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κρατών μελών και, με βάση τις πληροφορίες που λαμβάνει σύμφωνα με το παρόν άρθρο, δημοσιεύει σε ειδικό ιστότοπο, διαθέσιμο σε όλες τις επίσημες γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, σχετικές πληροφορίες για τυχόν περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με το πεδίο εφαρμογής και τη διάρκεια των εν λόγω εθνικών μέτρων και, όπου είναι δυνατόν, πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο. Ο ειδικός αυτός δικτυακός τόπος μπορεί να περιλαμβάνει διαδραστικό χάρτη με σχετικές πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο σχετικά με τα εν λόγω μέτρα.

6.   Η Επιτροπή θέτει τις πληροφορίες που λαμβάνει σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 4 στη διάθεση του συμβουλίου.

7.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2 και 4 διαβιβάζονται μέσω ασφαλούς εργαλείου που παρέχεται από την Επιτροπή.

Άρθρο 24

Ενιαία σημεία επαφής στα κράτη μέλη

1.   Κάθε κράτος μέλος διαχειρίζεται ένα εθνικό ενιαίο σημείο επαφής που παρέχει στους πολίτες, τους καταναλωτές, τους οικονομικούς φορείς και τους εργαζομένους και τους εκπροσώπους τους τα ακόλουθα:

α)

συνδρομή για την αίτηση και τη λήψη πληροφοριών σχετικά με εθνικούς περιορισμούς της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων, υπηρεσιών, προσώπων και εργαζομένων, οι οποίοι εισήχθησαν κατά τη διάρκεια λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά·

β)

συνδρομή για τη διεκπεραίωση τυχόν διαδικασιών και διατυπώσεων αντιμετώπισης κρίσεων σε εθνικό επίπεδο που έχουν θεσπιστεί λόγω της ενεργοποίησης της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι πολίτες, οι καταναλωτές, οι οικονομικοί φορείς και οι εργαζόμενοι και οι εκπρόσωποί τους μπορούν να λαμβάνουν, κατόπιν αιτήματός τους και μέσω του σχετικού ενιαίου σημείου επαφής, πληροφορίες από τις αρμόδιες αρχές σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύονται και εφαρμόζονται γενικά τα αντίστοιχα εθνικά μέτρα αντιμετώπισης κρίσεων. Κατά περίπτωση, οι πληροφορίες αυτές περιλαμβάνουν οδηγό βήμα προς βήμα. Οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται σε σαφή, κατανοητή και εύληπτη γλώσσα. Είναι εύκολα προσβάσιμες εξ αποστάσεως και με ηλεκτρονικά μέσα και επικαιροποιούνται.

3.   Τα κράτη μέλη καθιστούν επίσης τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 προσβάσιμες σε επίσημη γλώσσα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης που είναι ευρέως κατανοητή από τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό διασυνοριακών χρηστών και καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να παρέχουν αυτές τις πληροφορίες και σε άλλες επίσημες γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης, δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στην κατάσταση και τις ανάγκες των παραμεθόριων περιοχών.

Άρθρο 25

Ενωσιακού επιπέδου ενιαίο σημείο επαφής

1.   Η Επιτροπή δημιουργεί και διαχειρίζεται ενωσιακού επιπέδου ενιαίο σημείο επαφής.

2.   Το ενωσιακού επιπέδου ενιαίο σημείο επαφής:

α)

παρέχει στους πολίτες, τους καταναλωτές, τους οικονομικούς φορείς, τους εργαζομένους και τους εκπροσώπους αυτών συνδρομή για την αίτηση και τη λήψη πληροφοριών σχετικά με ενωσιακού επιπέδου μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης, τα οποία σχετίζονται ή επηρεάζουν την άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, των υπηρεσιών και των προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των εργαζομένων, κατά τη λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά·

β)

παρέχει στους πολίτες, τους καταναλωτές, τους οικονομικούς φορείς, τους εργαζομένους και τους εκπροσώπους αυτών συνδρομή για τη διεκπεραίωση τυχόν διαδικασιών και διατυπώσεων αντιμετώπισης της κρίσης οι οποίες έχουν θεσπιστεί σε ενωσιακό επίπεδο λόγω της ενεργοποίησης της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά·

γ)

καταρτίζει και δημοσιεύει κατάλογο με όλα τα εθνικά μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης και τα εθνικά σημεία επαφής.

3.   Στο ενωσιακού επιπέδου ενιαίο σημείο επαφής διατίθενται επαρκείς ανθρώπινοι και οικονομικοί πόροι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Μέτρα απόκρισης σε έκτακτη ανάγκη στην εσωτερική αγορά

Τμήμα I

Αιτήματα παροχής πληροφοριών, διαδικασίες έκτακτης ανάγκης στο πλαίσιο της ενωσιακής νομοθεσίας για τα προϊόντα και αιτήματα με διαβάθμιση προτεραιότητας

Άρθρο 26

Απαίτηση διπλής ενεργοποίησης

1.   Τα μέτρα βάσει του παρόντος τμήματος θεσπίζονται από την Επιτροπή μόνον εφόσον έχει ενεργοποιηθεί λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά και έχει καταρτιστεί κατάλογος από το Συμβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 4.

2.   Εκτελεστική πράξη για τη θέσπιση μέτρου βάσει του παρόντος Τμήματος προσδιορίζει σαφώς και ταυτοποιεί συγκεκριμένα, από τα συναφή με την κρίση εμπορεύματα ή τις συναφείς με την κρίση υπηρεσίες, αυτά στα οποία εφαρμόζεται ένα μέτρο. Το εν λόγω μέτρο εφαρμόζεται μόνο κατά τη διάρκεια της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά.

Άρθρο 27

Αιτήματα προς τους οικονομικούς φορείς για παροχή πληροφοριών

1.   Η Επιτροπή μπορεί να καλεί τους σχετικούς οικονομικούς φορείς των αλυσίδων εφοδιασμού συναφών με την κρίση εμπορευμάτων ή συναφών με την κρίση υπηρεσιών να παρέχουν, σε οικειοθελή βάση εντός καθορισμένης προθεσμίας, συγκεκριμένες πληροφορίες στις περιπτώσεις κατά τις οποίες:

α)

υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις συναφών με την κρίση εμπορευμάτων ή συναφών με την κρίση υπηρεσιών ή επικείμενη απειλή τέτοιων ελλείψεων·

β)

οι ζητούμενες πληροφορίες είναι απολύτως αναγκαίες για να εκτιμηθεί κατά πόσον οποιοδήποτε από τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 28 ή στα άρθρα 34 έως 39 είναι ικανό να μειώσει τις ελλείψεις αυτές ή την επικείμενη απειλή τέτοιων ελλείψεων·

γ)

οι πληροφορίες που παρέχονται μέσω του συμβουλίου ή λαμβάνονται με άλλα μέσα από τα κράτη μέλη κατά τη φάση αντιμετώπισης απρόοπτης κατάστασης ή κατά τη λειτουργία επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά δεν είναι επαρκείς· και

δ)

η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να λάβει τέτοιες πληροφορίες από άλλες πηγές.

Η Επιτροπή, κατόπιν διαβούλευσης με το συμβούλιο, αξιολογεί την ύπαρξη των συνθηκών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.

2.   Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει αίτημα παροχής πληροφοριών, μέσω εκτελεστικής πράξης, σε περίπτωση που:

α)

δεν παρέχονται πληροφορίες στην Επιτροπή σε εθελοντική βάση εντός της καθορισμένης προθεσμίας σύμφωνα με την παράγραφο 1· ή

β)

οι πληροφορίες που λαμβάνει η Επιτροπή, μέσω της εθελοντικής παροχής πληροφοριών σύμφωνα με την παράγραφο 1, ή από οποιεσδήποτε άλλες διαθέσιμες πηγές κατά τη φάση αντιμετώπισης απρόοπτης κατάστασης ή τη λειτουργία επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά, εξακολουθούν να μην επαρκούν για την αξιολόγηση του κατά πόσον η εφαρμογή των μέτρων που ορίζονται στο άρθρο 28 ή στα άρθρα 34 έως 39 θα μειώσει τις σοβαρές ελλείψεις συναφών με την κρίση εμπορευμάτων ή συναφών με την κρίση υπηρεσιών ή την επικείμενη απειλή τέτοιων ελλείψεων και αν θα πρέπει να ληφθούν τέτοια μέτρα.

3.   Πριν από την έκδοση εκτελεστικής πράξης όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2, και λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του συμβουλίου, η Επιτροπή:

α)

αξιολογεί την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα του εν λόγω αιτήματος παροχής πληροφοριών για την επίτευξη των στόχων που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β)· και

β)

λαμβάνει δεόντως υπόψη τον διοικητικό φόρτο που θα μπορούσε να συνεπάγεται ένα τέτοιο αίτημα για τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς, ιδίως για τις ΜΜΕ, και καθορίζει αναλόγως τις προθεσμίες για την υποβολή των πληροφοριών.

4.   Τα αιτήματα παροχής πληροφοριών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 περιορίζονται σε στοχευμένες πληροφορίες για τα ακόλουθα:

α)

την παραγωγική ικανότητα και τα πιθανά υφιστάμενα αποθέματα συναφών με την κρίση εμπορευμάτων σε ενωσιακές εγκαταστάσεις παραγωγής ή εγκαταστάσεις χωρών εκτός της Ένωσης τις οποίες εκμεταλλεύεται ο σχετικός οικονομικός φορέας, ή με τις οποίες συνάπτει συμβάσεις ή από τις οποίες αγοράζει προμήθειες, με πλήρη τήρηση του εμπορικού και επιχειρηματικού απορρήτου·

β)

κατά περίπτωση, το χρονοδιάγραμμα της αναμενόμενης παραγωγής συναφών με την κρίση εμπορευμάτων σε ενωσιακές εγκαταστάσεις παραγωγής και εγκαταστάσεις χωρών εκτός τη Ένωσης τις οποίες εκμεταλλεύεται ο σχετικός οικονομικός φορέας, ή με τις οποίες συνάπτει συμβάσεις, για τους τρεις μήνες μετά την παραλαβή του αιτήματος παροχής πληροφοριών·

γ)

τυχόν σχετικές διαταραχές ή ελλείψεις στις αλυσίδες εφοδιασμού συναφών με την κρίση εμπορευμάτων ή συναφών με την κρίση υπηρεσιών.

5.   Η εκτελεστική πράξη που προβλέπει αίτημα παροχής πληροφοριών από την Επιτροπή προς τους οικονομικούς φορείς σύμφωνα με την παράγραφο 2:

α)

προσδιορίζει τα συναφή με την κρίση εμπορεύματα και υπηρεσίες που σχετίζονται με το αίτημα παροχής πληροφοριών·

β)

προσδιορίζει τους σχετικούς οικονομικούς φορείς που δραστηριοποιούνται κατά μήκος των αλυσίδων εφοδιασμού συναφών με την κρίση εμπορευμάτων ή συναφών με την κρίση υπηρεσιών και τους οποίους αφορά το αίτημα παροχής πληροφοριών·

γ)

προσδιορίζει τις πληροφορίες που ζητούνται, συμπεριλαμβανομένης της παροχής, όπου απαιτείται, υποδείγματος με ερωτήσεις που θα μπορούσαν να απευθύνονται στους μεμονωμένους σχετικούς οικονομικούς φορείς·

δ)

αποδεικνύει την ύπαρξη της εξαιρετικής ανάγκης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β), για την οποία ζητούνται οι πληροφορίες και περιλαμβάνει την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο α)·

ε)

εξηγεί τον σκοπό του αιτήματος, την επιδιωκόμενη χρήση των ζητούμενων πληροφοριών και τη διάρκεια της εν λόγω χρήσης· και

στ)

προσδιορίζει τη χρονική περίοδο εντός της οποίας ο οικονομικός φορέας μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να τροποποιήσει το αίτημα.

Το αίτημα παροχής πληροφοριών που προβλέπεται από την εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο διατυπώνεται σε σαφή, συνοπτική και κατανοητή γλώσσα και λαμβάνει υπόψη την προστασία του εμπορικού απορρήτου και την προσπάθεια που απαιτείται από τον οικονομικό φορέα προκειμένου να καταστήσει τις πληροφορίες διαθέσιμες σε εθελοντική βάση, ιδίως αν πρόκειται για ΜΜΕ.

6.   Κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής για παροχή πληροφοριών από τους οικονομικούς φορείς μέσω εκτελεστικής πράξης σύμφωνα με την παράγραφο 2, η Επιτροπή απευθύνει ατομική απόφαση σε καθέναν από τους ενδιαφερόμενους οικονομικούς φορείς από την κατηγορία που προσδιορίζεται στην εν λόγω εκτελεστική πράξη, ζητώντας τους είτε να παράσχουν τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στην εν λόγω εκτελεστική πράξη είτε να εξηγήσουν τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούν να παράσχουν τις εν λόγω πληροφορίες. Η Επιτροπή βασίζεται, όπου είναι δυνατόν, στους σχετικούς και διαθέσιμους καταλόγους των συναφών οικονομικών φορέων, τους οποίους καταρτίζουν τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 3. Η Επιτροπή μπορεί επίσης, κατά περίπτωση, να λαμβάνει τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τους οικείους οικονομικούς φορείς από τα κράτη μέλη.

7.   Οι αποφάσεις της Επιτροπής που περιλαμβάνουν μεμονωμένα αιτήματα παροχής πληροφοριών και εγκρίνονται σύμφωνα με την παράγραφο 6 είναι δεόντως αιτιολογημένες και αναλογικές όσον αφορά τον όγκο, τη φύση και τον βαθμό λεπτομέρειας των δεδομένων, καθώς και τη συχνότητα πρόσβασης στα ζητούμενα δεδομένα, και είναι αναγκαίες για τη διαχείριση της έκτακτης ανάγκης.

Οι εν λόγω αποφάσεις περιλαμβάνουν όλα τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

παραπομπή στην εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 2 και στην οποία βασίζονται·

β)

περιγραφή των καταστάσεων σοβαρών ελλείψεων συναφών με την κρίση ή με επικείμενη απειλή ελλείψεων που οδήγησαν στην απόφαση·

γ)

εγγυήσεις για την προστασία των προσωπικών δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 42, για τη μη δημοσιοποίηση ευαίσθητων επιχειρηματικών πληροφοριών, για τη μη αποκάλυψη εμπορικών απορρήτων και για την προστασία της διανοητικής ιδιοκτησίας, που περιέχονται στην απάντηση σύμφωνα με το άρθρο 43·

δ)

πληροφορίες σχετικά με τη δυνατότητα προσβολής της απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με το οικείο ενωσιακό δίκαιο·

ε)

εύλογη προθεσμία, που δεν υπερβαίνει τις 20 εργάσιμες ημέρες, εντός της οποίας πρέπει να παρασχεθούν οι πληροφορίες ή η αιτιολόγηση της άρνησης παροχής των εν λόγω πληροφοριών.

Κατά τον καθορισμό της προθεσμίας που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο στοιχείο ε), η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη, ιδίως, το μέγεθος του οικείου οικονομικού φορέα όσον αφορά τους εργαζομένους και την προσπάθεια που απαιτείται για τη συλλογή και τη διάθεση των πληροφοριών.

Ο οικονομικός φορέας μπορεί να ζητήσει μία φορά παράταση της προθεσμίας έως δύο ημέρες πριν από τη λήξη της, σε περίπτωση που η σοβαρότητα της κατάστασης απαιτεί μια τέτοια παράταση. Η Επιτροπή απαντά, εντός μίας εργάσιμης ημέρας, σε κάθε τέτοιο αίτημα παράτασης της προθεσμίας.

8.   Όταν η επεξεργασία αιτήματος παροχής πληροφοριών από οικονομικό φορέα έχει τη δυνατότητα να διαταράξει σημαντικά τη λειτουργία του, ο εν λόγω οικονομικός φορέας μπορεί να αρνηθεί να παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες και αιτιολογεί την άρνηση αυτή στην Επιτροπή. Η Επιτροπή δεν αποκαλύπτει τυχόν άρνηση παροχής των ζητούμενων πληροφοριών ούτε τους λόγους της άρνησης αυτής.

9.   Η Επιτροπή διαβιβάζει αμελλητί αντίγραφο κάθε αιτήματος παροχής πληροφοριών που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2 στη σχετική αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου βρίσκεται ο οικονομικός φορέας. Εάν το απαιτεί η εν λόγω αρμόδια αρχή, η Επιτροπή διαβιβάζει τις πληροφορίες που λαμβάνει από τον αντίστοιχο οικονομικό φορέα σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.

10.   Η Επιτροπή, αφού λάβει πληροφορίες ύστερα από αίτημα παροχής πληροφοριών που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 2:

α)

χρησιμοποιεί τις πληροφορίες μόνο κατά τρόπο συμβατό με τον σκοπό για τον οποίο ζητήθηκαν οι πληροφορίες·

β)

διασφαλίζει, στον βαθμό που είναι αναγκαία η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την εφαρμογή τεχνικών και οργανωτικών μέτρων που διαφυλάσσουν την εμπιστευτικότητα και την ακεραιότητα των ζητούμενων πληροφοριών, ιδίως των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και τα οποία διαφυλάσσουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων·

γ)

διαγράφει τις πληροφορίες μόλις δεν είναι πλέον απαραίτητες για τον δηλωθέντα σκοπό και ενημερώνει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τον οικονομικό φορέα και τη σχετική αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους ότι οι πληροφορίες διαγράφηκαν, εκτός εάν απαιτείται η αρχειοθέτηση των πληροφοριών για λόγους διαφάνειας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

11.   Κάθε ενδιαφερόμενος οικονομικός φορέας ή κάθε δεόντως εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος του εν λόγω οικονομικού φορέα παρέχει τις αιτηθείσες πληροφορίες οικειοθελώς σε μεμονωμένη βάση σύμφωνα με τους κανόνες ανταγωνισμού της Ένωσης που διέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών.

12.   Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 2. Για δεόντως αιτιολογημένους επιτακτικούς λόγους επείγουσας ανάγκης οι οποίοι σχετίζονται με τις επιπτώσεις της κρίσης στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή, σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 45 παράγραφος 3.

13.   Τα αιτήματα παροχής πληροφοριών που εκδίδονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο δεν αφορούν πληροφορίες η αποκάλυψη των οποίων θα ήταν αντίθετη προς τα ουσιώδη συμφέροντα εθνικής ασφάλειας των κρατών μελών.

Άρθρο 28

Ενεργοποίηση διαδικασιών έκτακτης ανάγκης στην οικεία ενωσιακή νομοθεσία για τα προϊόντα

1.   Όταν έχει ενεργοποιηθεί λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά δυνάμει εκτελεστικής πράξης του Συμβουλίου που έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 18 του παρόντος κανονισμού και υπάρχει έλλειψη ορισμένων συναφών με την κρίση εμπορευμάτων, η Επιτροπή μπορεί να ενεργοποιεί, δυνάμει εκτελεστικών πράξεων, τις διαδικασίες έκτακτης ανάγκης που περιλαμβάνονται στις νομικές πράξεις που έχουν τροποποιηθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2024/2748 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (55) και της οδηγίας (ΕΕ) 2024/2749 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (56) όσον αφορά τα εν λόγω συναφή με την κρίση εμπορεύματα. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις αναφέρουν ποια συναφή με την κρίση εμπορεύματα και ποιες διαδικασίες έκτακτης ανάγκης αφορά η ενεργοποίηση, παρέχουν τους λόγους της εν λόγω ενεργοποίησης και την αναλογικότητά της, και αναφέρουν τη διάρκειά της εν λόγω ενεργοποίησης.

2.   Μια ενεργοποίηση διαδικασιών έκτακτης ανάγκης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εφαρμόζεται μόνο κατά τη διάρκεια της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά.

3.   Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 2. Για δεόντως αιτιολογημένους επιτακτικούς λόγους επείγουσας ανάγκης οι οποίοι σχετίζονται με τις επιπτώσεις της κρίσης στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που έχουν άμεση εφαρμογή, σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 45 παράγραφος 3.

Άρθρο 29

Αιτήματα με διαβάθμιση προτεραιότητας

1.   Η Επιτροπή μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, κατόπιν διαβούλευσης με τα κράτη μέλη στα οποία είναι εγκατεστημένοι οι οικονομικοί φορείς και λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη τις απόψεις τους, να απευθύνει αίτημα σε έναν ή περισσότερους οικονομικούς φορείς οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση να αποδεχθούν και να προτεραιοποιήσουν την παραγωγή ή τον εφοδιασμό συναφών με την κρίση εμπορευμάτων («αιτήματα με διαβάθμιση προτεραιότητας»), όταν:

α)

υπάρχει σοβαρή και διαρκής έλλειψη των συναφών με την κρίση εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο του αιτήματος· και

β)

η παραγωγή ή η προμήθεια των εν λόγω εμπορευμάτων δεν ήταν δυνατόν να επιτευχθεί με άλλα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αναφέρονται στο άρθρο 35 ή στον τίτλο V.

2.   Η Επιτροπή αποδεικνύει ότι η επιλογή των αποδεκτών και των δικαιούχων των αιτημάτων με διαβάθμιση προτεραιότητας που αναφέρονται στο παρόν άρθρο δεν εισάγει διακρίσεις και συμμορφώνεται με τους κανόνες ανταγωνισμού της Ένωσης.

3.   Η Επιτροπή βασίζει τα αιτήματα με διαβάθμιση προτεραιότητας που αναφέρονται στο παρόν άρθρο σε αντικειμενικά, πραγματικά, μετρήσιμα και τεκμηριωμένα δεδομένα, από τα οποία προκύπτει ότι η εν λόγω προτεραιοποίηση είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της διατήρησης ζωτικών κοινωνικών λειτουργιών ή οικονομικών δραστηριοτήτων στην εσωτερική αγορά, καθώς και στη συνεκτίμηση των έννομων συμφερόντων του οικονομικού φορέα και του κόστους και της προσπάθειας που απαιτούνται για οποιαδήποτε αλλαγή στην ακολουθία παραγωγής της αλυσίδας εφοδιασμού. Η Επιτροπή αναφέρει ρητά στο αίτημα με διαβάθμιση προτεραιότητας ότι ο οικονομικός φορέας παραμένει ελεύθερος να απορρίψει το εν λόγω αίτημα.

4.   Όταν ο οικονομικός φορέας στον οποίο απευθύνεται το αίτημα με διαβάθμιση προτεραιότητας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 έχει αποδεχθεί ρητά το εν λόγω αίτημα, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη που προβλέπει:

α)

τη νομική βάση του αιτήματος με διαβάθμιση προτεραιότητας, με την οποία πρέπει να συμμορφώνεται ο οικονομικός φορέας·

β)

τα εμπορεύματα που υπόκεινται σε αίτημα με διαβάθμιση προτεραιότητας και την ποσότητα στην οποία πρόκειται να παραδοθούν·

γ)

τις προθεσμίες εντός των οποίων πρέπει να ολοκληρωθεί το αίτημα με διαβάθμιση προτεραιότητας·

δ)

τους δικαιούχους του αιτήματος με διαβάθμιση προτεραιότητας· και

ε)

την παραίτηση από τη συμβατική ευθύνη υπό τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 6.

5.   Το αίτημα με διαβάθμιση προτεραιότητας δυνάμει της παραγράφου 4 υποβάλλεται σε δίκαιη και εύλογη τιμή, λαμβανομένου δεόντως υπόψη του κόστους ευκαιρίας του οικονομικού φορέα κατά τη διεκπεραίωση του αιτήματος με διαβάθμιση προτεραιότητας σε σύγκριση με τις υφιστάμενες υποχρεώσεις εκτέλεσης. Το εν λόγω αίτημα με διαβάθμιση προτεραιότητας υπερισχύει κάθε προηγούμενης υποχρέωσης εκτέλεσης, βάσει του ιδιωτικού ή του δημόσιου δικαίου, που σχετίζεται με τα εμπορεύματα που αποτελούν αντικείμενο του αιτήματος με διαβάθμιση προτεραιότητας.

6.   Ο οικονομικός φορέας τον οποίο αφορά το εν λόγω αίτημα με διαβάθμιση προτεραιότητας δυνάμει της παραγράφου 4 δεν ευθύνεται για οποιαδήποτε αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης που διέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους, υπό τον όρο ότι:

α)

η αθέτηση συμβατικής υποχρέωσης είναι αναγκαία για τη συμμόρφωση με την απαιτούμενη προτεραιοποίηση·

β)

έχει τηρηθεί η εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 4· και

γ)

η αποδοχή του αιτήματος με διαβάθμιση προτεραιότητας δεν έγινε με μόνο σκοπό την αδικαιολόγητη αποφυγή προηγούμενης συμβατικής υποχρέωσης.

7.   Τα αιτήματα με διαβάθμιση προτεραιότητας δεν περιλαμβάνουν εμπορεύματα των οποίων η παραγωγή ή η προμήθεια θα ήταν αντίθετη προς τα ουσιώδη συμφέροντα εθνικής ασφάλειας ή άμυνας των κρατών μελών.

8.   Η Επιτροπή εκδίδει την εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 4 σύμφωνα με το εφαρμοστέο δίκαιο της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, και των υποχρεώσεων της Ένωσης βάσει του διεθνούς δικαίου.

9.   Η εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 45 παράγραφος 2.

10.   Όταν ένας οικονομικός φορέας, αφού αποδεχθεί ρητά αίτημα με διαβάθμιση προτεραιότητας, δεν συμμορφωθεί, είτε εκ προθέσεως είτε λόγω βαριάς αμέλειας, με το εν λόγω αίτημα, η Επιτροπή μπορεί, με απόφαση, εφόσον κρίνεται αναγκαίο και αναλογικό, να επιβάλει πρόστιμο στον οικείο οικονομικό φορέα. Το πρόστιμο αυτό δεν υπερβαίνει τα 100 000 EUR. Τα πρόστιμο που επιβάλλονται σε ΜΜΕ δεν υπερβαίνουν τα 25 000 EUR.

Άρθρο 30

Επιβολή προστίμων σε οικονομικούς φορείς για μη συμμόρφωση με ρητώς αποδεχθέν αίτημα με διαβάθμιση προτεραιότητας

1.   Κατά τον καθορισμό του ύψους του προστίμου που αναφέρεται στο άρθρο 29 παράγραφος 10, η Επιτροπή συνυπολογίζει το μέγεθος και τους οικονομικούς πόρους του οικείου οικονομικού φορέα, καθώς και τη φύση, τη σοβαρότητα και τη διάρκεια της μη συμμόρφωσης με το ρητώς αποδεχθέν αίτημα με διαβάθμιση προτεραιότητας, λαμβανομένων δεόντως υπόψη των αρχών της αναλογικότητας και της καταλληλότητας.

2.   Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθέτει απεριόριστη δικαιοδοσία για την επανεξέταση των αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή επιβάλλει πρόστιμο σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 10. Το Δικαστήριο δύναται να ακυρώνει, να μειώνει ή να αυξάνει το επιβληθέν πρόστιμο.

Άρθρο 31

Παραγραφή της εξουσίας επιβολής προστίμου

1.   Η εξουσία της Επιτροπής να επιβάλλει πρόστιμα σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 10 υπόκειται σε διετή προθεσμία παραγραφής.

2.   Ο χρόνος αρχίζει από τη μέρα κατά την οποία η μη συμμόρφωση με το ρητώς αποδεχθέν αίτημα με διαβάθμιση προτεραιότητας υποπίπτει στην αντίληψη της Επιτροπής. Ωστόσο, σε περίπτωση διαρκούς ή κατ’ εξακολούθηση μη συμμόρφωσης, ο χρόνος αρχίζει από την ημέρα παύσης της μη συμμόρφωσης.

3.   Κάθε ενέργεια στην οποία προβαίνουν η Επιτροπή ή οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το αίτημα με διαβάθμιση προτεραιότητας διακόπτει την παραγραφή.

4.   Η διακοπή της παραγραφής εφαρμόζεται σε όλα τα μέρη που κρίθηκαν υπεύθυνα για τη συμμετοχή στη μη συμμόρφωση.

5.   Κάθε διακοπή επανεκκινεί την παραγραφή. Ωστόσο, η παραγραφή συμπληρώνεται το αργότερο την ημερομηνία κατά την οποία έχει παρέλθει διάστημα ίσο με το διπλάσιο της προθεσμίας χωρίς η Επιτροπή να έχει επιβάλει οικονομική κύρωση. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά το χρονικό διάστημα κατά το οποίο αναστέλλεται η παραγραφή επειδή η απόφαση της Επιτροπής αποτελεί αντικείμενο διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 32

Παραγραφή στην οποία υπόκειται η εκτέλεση πληρωμής προστίμων

1.   Η εξουσία της Επιτροπής να εκτελεί τις αποφάσεις που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του άρθρου 29 παράγραφος 10 υπόκειται σε πενταετή παραγραφή.

2.   Η παραγραφή αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία η απόφαση καθίσταται οριστική.

3.   Η παραγραφή της εκτέλεσης πληρωμής προστίμων διακόπτεται:

α)

με την κοινοποίηση απόφασης με την οποία τροποποιείται το αρχικό ποσό του προστίμου ή απορρίπτεται αίτηση τροποποίησης του ποσού αυτού·

β)

με κάθε πράξη της Επιτροπής ή κράτους μέλους, το οποίο ενεργεί κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, με σκοπό την εκτέλεση της πληρωμής του προστίμου.

4.   Κάθε διακοπή επανεκκινεί την παραγραφή.

5.   Η παραγραφή για την εκτέλεση της πληρωμής των προστίμων αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα:

α)

παρέχεται προθεσμία για τη διενέργεια της πληρωμής·

β)

αναστέλλεται η αναγκαστική εκτέλεση της πληρωμής με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 33

Δικαίωμα ακρόασης για την επιβολή προστίμων

1.   Πριν από την έκδοση απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 29 παράγραφος 10, η Επιτροπή παρέχει στον οικείο οικονομικό φορέα τη δυνατότητα ακρόασης σχετικά με:

α)

τα προκαταρκτικά πορίσματα της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένου κάθε ζητήματος για το οποίο η Επιτροπή διατύπωσε αντιρρήσεις·

β)

μέτρα που ενδέχεται να λάβει η Επιτροπή λαμβανομένων υπόψη των προκαταρκτικών πορισμάτων σύμφωνα με το στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου.

2.   Οι οικείοι οικονομικοί φορείς μπορούν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα προκαταρκτικά πορίσματα της Επιτροπής σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α), εντός προθεσμίας ελάχιστης διάρκειας 21 ημερών την οποία τάσσει η Επιτροπή στα προκαταρκτικά της πορίσματα.

3.   Η Επιτροπή βασίζει τις αποφάσεις της μόνο στις αντιρρήσεις για τις οποίες οι οικείοι οικονομικοί φορείς μπόρεσαν να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους.

4.   Κατά τη διεξαγωγή διαδικασίας διασφαλίζονται πλήρως τα δικαιώματα υπεράσπισης των οικείων οικονομικών φορέων. Ο οικείος οικονομικός φορέας δικαιούται να έχει πρόσβαση στον φάκελο της Επιτροπής υπό τους όρους γνωστοποίησης στοιχείων κατόπιν διαπραγμάτευσης, με την επιφύλαξη του έννομου συμφέροντος των οικονομικών φορέων για την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο δεν καλύπτει τις εμπιστευτικές πληροφορίες και τα έγγραφα εσωτερικής χρήσης της Επιτροπής ή των αρχών των κρατών μελών. Πιο συγκεκριμένα, το δικαίωμα πρόσβασης δεν καλύπτει την αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και των αρχών των κρατών μελών. Καμία διάταξη της παρούσας παραγράφου δεν εμποδίζει την Επιτροπή να κοινολογεί και να χρησιμοποιεί τις πληροφορίες που απαιτούνται για να αποδειχτεί μια μη συμμόρφωση.

Τμήμα II

Άλλα μέτρα για τη διασφάλιση της διαθεσιμότητας συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών

Άρθρο 34

Αλληλεγγύη και συντονισμένη διανομή συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών

1.   Σε περίπτωση έλλειψης σχετικών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών που επηρεάζει ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, τα οικεία κράτη μέλη μπορούν να ενημερώνουν σχετικώς την Επιτροπή και να αναφέρουν τις αναγκαίες ποσότητες και κάθε άλλη σχετική πληροφορία. Η Επιτροπή διαβιβάζει τις πληροφορίες στις σχετικές αρμόδιες αρχές και εξορθολογίζει τον συντονισμό των απαντήσεων των κρατών μελών.

2.   Σε περίπτωση που η Επιτροπή, σύμφωνα με την παράγραφο 1, ενημερώνεται ότι τα συναφή με την κρίση εμπορεύματα ή οι συναφείς με την κρίση υπηρεσίες είναι ανεπαρκή σε κράτος μέλος για την κάλυψη των αναγκών που σχετίζονται με την έκτακτη ανάγκη στην εσωτερική αγορά, η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη που παρέχεται από το συμβούλιο και τις πληροφορίες που συλλέγονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, μπορεί να συστήσει στα άλλα κράτη μέλη να διανείμουν τα εν λόγω εμπορεύματα ή υπηρεσίες με στοχευμένο τρόπο, όπου είναι δυνατόν, με γνώμονα την ανάγκη αποτροπής περαιτέρω διαταραχών στην εσωτερική αγορά, μεταξύ άλλων σε γεωγραφικές περιοχές που πλήττονται ιδιαίτερα από τις εν λόγω διαταραχές και σύμφωνα με τις αρχές της αναγκαιότητας, της αναλογικότητας και της αλληλεγγύης, και να διαπιστωθεί η πλέον αποδοτική χρήση των εν λόγω εμπορευμάτων ή υπηρεσιών με σκοπό να λάβει τέλος η έκτακτη ανάγκη στην εσωτερική αγορά.

Άρθρο 35

Μέτρα για τη διασφάλιση της διαθεσιμότητας συναφών με την κρίση εμπορευμάτων ή συναφών με την κρίση υπηρεσιών και του εφοδιασμού με αυτά

1.   Σε περίπτωση που η Επιτροπή ενημερωθεί, σύμφωνα με το άρθρο 34 παράγραφος 1, ότι υπάρχει κίνδυνος τα συναφή με την κρίση εμπορεύματα ή οι συναφείς με την κρίση υπηρεσίες είναι ανεπαρκή σε κράτος μέλος για να καλύψουν τις ανάγκες που σχετίζονται με την έκτακτη ανάγκη στην εσωτερική αγορά, μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του συμβουλίου, να συστήσει στα κράτη μέλη να λάβουν ειδικά μέτρα. Τα μέτρα αυτά διασφαλίζουν, το συντομότερο δυνατόν, την αποτελεσματική αναδιοργάνωση των αλυσίδων εφοδιασμού και των γραμμών παραγωγής και τη χρήση των υφιστάμενων αποθεμάτων για να αυξηθεί η διαθεσιμότητα και ο εφοδιασμός των εν λόγω εμπορευμάτων ή υπηρεσιών.

2.   Ιδίως, τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν μέτρα που αποσκοπούν στα ακόλουθα:

α)

τη διευκόλυνση της επέκτασης ή αναπροσαρμογής υφιστάμενων παραγωγικών ικανοτήτων ή της δημιουργίας νέων παραγωγικών ικανοτήτων όσον αφορά συναφή με την κρίση εμπορεύματα·

β)

τη διευκόλυνση της επέκτασης των υφιστάμενων ή της δημιουργίας νέων ικανοτήτων που σχετίζονται με δραστηριότητες υπηρεσιών·

γ)

την επίσπευση των σχετικών διαδικασιών έγκρισης και αδειοδότησης, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλοντικών αδειών, που αφορούν ή επηρεάζουν την παραγωγή και τη διανομή συναφών με την κρίση εμπορευμάτων·

δ)

την επίσπευση των διαδικασιών αδειοδότησης και καταχώρισης των συναφών με την κρίση υπηρεσιών·

ε)

την επίσπευση των σχετικών διαδικασιών έγκρισης προϊόντων με σκοπό τη διάθεση στην αγορά συναφών με την κρίση εμπορευμάτων που δεν υπόκεινται σε καμία ενωσιακή νομοθεσία για την εναρμόνιση των όρων εμπορίας των προϊόντων.

ΤΙΤΛΟΣ V

ΔΗΜΟΣΙΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Δημόσια προμήθεια από την Επιτροπή για λογαριασμό ή εξ ονόματος των κρατών μελών κατά τη διάρκεια της λειτουργίας επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά ή της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά

Άρθρο 36

Αίτημα κρατών μελών προς την Επιτροπή για την προμήθεια εμπορευμάτων και υπηρεσιών για λογαριασμό τους ή εξ ονόματός τους

1.   Δύο ή περισσότερα κράτη μέλη μπορούν να ζητήσουν από την Επιτροπή να προκηρύξει διαδικασία προμήθειας για λογαριασμό ή εξ ονόματος των κρατών μελών που επιθυμούν να εκπροσωπηθούν από την Επιτροπή («συμμετέχοντα κράτη μέλη») για την αγορά κρίσιμης σημασίας εμπορευμάτων και υπηρεσιών ή συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών.

2.   Η Επιτροπή, χωρίς καθυστέρηση και σε διαβούλευση με το συμβούλιο, αξιολογεί την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα του αιτήματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Εάν η Επιτροπή προτίθεται να μην εγκρίνει το αίτημα αυτό, ενημερώνει τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη και το συμβούλιο και αιτιολογεί την άρνησή της.

3.   Όταν η Επιτροπή συμφωνεί να πραγματοποιήσει προμήθεια για λογαριασμό ή εξ ονόματος των συμμετεχόντων κρατών μελών:

α)

ενημερώνει όλα τα κράτη μέλη και το συμβούλιο για την πρόθεσή της να προβεί στη διαδικασία προμήθειας και καλεί τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη να συμμετάσχουν·

β)

καταρτίζει πρόταση συμφωνίας που θα συναφθεί με τα συμμετέχοντα κράτη μέλη, η οποία θα επιτρέπει στην Επιτροπή να πραγματοποιήσει προμήθεια για λογαριασμό τους ή εξ ονόματός τους.

Η συμφωνία που βασίζεται στην πρόταση που αναφέρεται στο στοιχείο β) του πρώτου εδαφίου καθορίζει τους λεπτομερείς όρους της προμήθειας, συμπεριλαμβανομένων των πρακτικών ρυθμίσεων, των προτεινόμενων μέγιστων ποσοτήτων, των όρων της κοινής αγοράς ή μίσθωσης για λογαριασμό ή εξ ονόματος των συμμετεχόντων κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των τιμών και των χρονοδιαγραμμάτων παράδοσης.

4.   Όταν η Επιτροπή ακυρώνει τη διαδικασία προμήθειας σύμφωνα με το άρθρο 174 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2024/2509 (ο «δημοσιονομικός κανονισμός»), ενημερώνει αμέσως σχετικά τα συμμετέχοντα κράτη μέλη, ώστε να μπορούν να κινήσουν τις δικές τους διαδικασίες προμήθειας χωρίς καθυστέρηση.

Άρθρο 37

Ανάθεση και υλοποίηση της διαπραγματευτικής εντολής της Επιτροπής

1.   Η συμφωνία που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο αναθέτει διαπραγματευτική εντολή προς την Επιτροπή να προμηθεύεται, για λογαριασμό ή εξ ονόματος των συμμετεχόντων κρατών μελών, τα σχετικά κρίσιμης σημασίας εμπορεύματα και υπηρεσίες ή τα συναφή με την κρίση εμπορεύματα και υπηρεσίες μέσω της σύναψης νέων συμβάσεων. Η εν λόγω διαπραγματευτική εντολή περιλαμβάνει τα κριτήρια ανάθεσης.

2.   Η Επιτροπή καλεί τα συμμετέχοντα κράτη μέλη να ορίσουν εκπροσώπους που θα συμμετέχουν στη διαπραγμάτευση της συμφωνίας που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 3 στοιχείο β), καθώς και στην προετοιμασία της διαδικασίας δημόσιας προμήθειας.

3.   Με βάση τη συμφωνία αυτή, η Επιτροπή δικαιούται να συνάπτει, όταν προμηθεύεται για λογαριασμό ή εξ ονόματος των συμμετεχόντων κρατών μελών, συμβάσεις με οικονομικούς φορείς, συμπεριλαμβανομένων μεμονωμένων παραγωγών κρίσιμης σημασίας εμπορευμάτων και υπηρεσιών ή συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών, για την προμήθεια των εν λόγω εμπορευμάτων ή υπηρεσιών.

4.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 174 του δημοσιονομικού κανονισμού, η Επιτροπή διεξάγει τις διαδικασίες προμηθειών για λογαριασμό ή εξ ονόματος των συμμετεχόντων κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένης της έγκρισης της απόφασης ανάθεσης, και συνάπτει τις προκύπτουσες συμβάσεις με τους οικονομικούς φορείς.

5.   Κατά την εφαρμογή των προκυπτουσών συμφωνιών και κατά τη διεξαγωγή των διαδικασιών προμηθειών, η Επιτροπή διασφαλίζει ότι τα συμμετέχοντα κράτη μέλη αντιμετωπίζονται κατά τρόπο που δεν εισάγει διακρίσεις.

Άρθρο 38

Λεπτομέρειες που αφορούν την προμήθεια από την Επιτροπή για λογαριασμό ή εξ ονόματος των κρατών μελών

1.   Η προμήθεια δυνάμει του παρόντος κανονισμού πραγματοποιείται από την Επιτροπή σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στον δημοσιονομικό κανονισμό για τις δικές της προμήθειες.

2.   Όταν δικαιολογείται δεόντως από την επείγουσα ανάγκη ή είναι απολύτως αναγκαίο για την προσαρμογή σε απρόβλεπτες περιστάσεις κατά την εξέλιξη της έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, και υπό την προϋπόθεση ότι η τροποποίηση δεν μεταβάλλει ουσιωδώς το αντικείμενο της σύμβασης, η Επιτροπή μπορεί, σε συμφωνία με τον αντισυμβαλλόμενο:

α)

να επιτρέψει την τροποποίηση της υπογραφείσας σύμβασης, πάνω από το κατώτατο όριο του 50 % και έως το 100 % της αρχικής αξίας της σύμβασης· ή

β)

σε κοινή συμφωνία με την απλή πλειοψηφία των συμμετεχόντων κρατών μελών, να επιτρέψει σε άλλα κράτη μέλη να προσχωρήσουν σε σύμβαση που έχει υπογραφεί ή να υπογράψουν πρόσθετη σύμβαση με τον επιλεγέντα ανάδοχο.

3.   Μια τροποποίηση θεωρείται ότι μεταβάλλει ουσιωδώς το αντικείμενο της σύμβασης όταν καθιστά τη σύμβαση ουσιωδώς διαφορετική ως προς την ουσία της από εκείνη που συνήφθη αρχικά, και πιο συγκεκριμένα όταν πληρούνται μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η τροποποίηση εισάγει ή αφαιρεί σημαντικούς όρους οι οποίοι, εάν αποτελούσαν μέρος της αρχικής διαδικασίας προμήθειας, θα είχαν οδηγήσει στη συμμετοχή διαφορετικών προσφερόντων από αυτούς που επιλέχθηκαν αρχικώς ή στην αποδοχή άλλης προσφοράς από εκείνη που έγινε δεκτή αρχικώς, θα προσείλκυαν και άλλους συμμετέχοντες στη διαδικασία προμήθειας ή δεν θα είχαν οδηγήσει στην επιλογή του αναδόχου·

β)

η τροποποίηση αλλάζει σημαντικά την οικονομική ισορροπία της σύμβασης υπέρ του εργολάβου κατά τρόπο που δεν προβλεπόταν στην αρχική σύμβαση·

γ)

η τροποποίηση επεκτείνει σημαντικά το πεδίο εφαρμογής της σύμβασης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Από κοινού προμήθεια κατά τη διάρκεια των λειτουργιών επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά και έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά

Άρθρο 39

Διαδικασία από κοινού προμήθειας

1.   Η Επιτροπή και μία ή περισσότερες αναθέτουσες αρχές ή αναθέτοντες φορείς όπως ορίζονται στο άρθρο 4 της οδηγίας 2014/25/ΕΕ από τα συμμετέχοντα κράτη μέλη μπορούν να διενεργούν διαδικασία από κοινού προμήθειας σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στο άρθρο 168 παράγραφος 2 του δημοσιονομικού κανονισμού με σκοπό την προμήθεια κρίσιμης σημασίας εμπορευμάτων και υπηρεσιών ή συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποκτούν ή να μισθώνουν, με απλή ή χρηματοδοτική μίσθωση, εξ ολοκλήρου τις ικανότητες που αποτελούν αντικείμενο της από κοινού προμήθειας.

2.   Η συμμετοχή στη διαδικασία από κοινού προμήθειας είναι ανοικτή σε όλα τα κράτη μέλη, στα κράτη της ΕΖΕΣ και τις υποψήφιες προς ένταξη στην Ένωση χώρες, καθώς και στο Πριγκιπάτο της Ανδόρας, το Πριγκιπάτο του Μονακό, τη Δημοκρατία του Αγίου Μαρίνου και το Κράτος της Πόλης του Βατικανού. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 41, οι εν λόγω χώρες θεωρούνται συμμετέχοντα κράτη μέλη σε περίπτωση που αποφασίσουν να συμμετέχουν στην κοινή προμήθεια.

3.   Της διαδικασίας από κοινού προμήθειας προηγείται συμφωνία από κοινού προμήθειας μεταξύ της Επιτροπής και των συμμετεχόντων κρατών μελών προκειμένου να καθοριστούν οι πρακτικές ρυθμίσεις που θα διέπουν την προμήθεια και τα κριτήρια ανάθεσης, σύμφωνα με το σχετικό δίκαιο της Ένωσης.

4.   Η Επιτροπή ενημερώνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τις διαδικασίες από κοινού προμηθειών που διεξάγονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο και, κατόπιν αιτήματος, παρέχει πρόσβαση στις συμβάσεις που συνάπτονται ως αποτέλεσμα των εν λόγω διαδικασιών, με την επιφύλαξη της επαρκούς προστασίας των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρηματικών απορρήτων, των εμπορικών σχέσεων και των συμφερόντων της Ένωσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Προμήθεια από τα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά

Άρθρο 40

Διαβούλευση και συντονισμός ως προς τη μεμονωμένη προμήθεια από τα κράτη μέλη

Όταν ενεργοποιηθεί η λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά σύμφωνα με το άρθρο 18, τα κράτη μέλη καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για να αλληλοενημερώνονται και να ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις εν εξελίξει διαδικασίες προμήθειας συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών.

Πριν από τη δρομολόγηση νέων διαδικασιών προμηθειών σύμφωνα με τις οδηγίες 2014/24/ΕΕ και 2014/25/ΕΕ, τα κράτη μέλη:

α)

αλληλοενημερώνονται σχετικά με την πρόθεση οποιασδήποτε από τις αναθέτουσες αρχές ή τους αναθέτοντες φορείς τους να κινήσουν διαδικασίες προμήθειας συναφών με την κρίση εμπορευμάτων και υπηρεσιών·

β)

διαβουλεύονται με τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή σχετικά με τον καταλληλότερο τρόπο προμήθειας· και

γ)

συντονίζουν τις διαδικασίες προμηθειών τους κατά τον χρόνο έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά με πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών μελών.

Άρθρο 41

Ρήτρα αποκλειστικότητας

1.   Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, η συμφωνία που διέπει την προμήθεια από την Επιτροπή για λογαριασμό ή εξ ονόματος ενός ή περισσότερων συμμετεχόντων κρατών μελών ή την από κοινού προμήθεια μεταξύ της Επιτροπής και ενός ή περισσότερων συμμετεχόντων κρατών μελών θα πρέπει, κατά περίπτωση, να προβλέπει ρήτρα αποκλειστικότητας, βάσει της οποίας τα συμμετέχοντα κράτη μέλη δεσμεύονται να μην προμηθεύονται τα εν λόγω συναφή με την κρίση εμπορεύματα ή τις συναφείς με την κρίση υπηρεσίες μέσω άλλων διαύλων και να μην διεξάγουν παράλληλες διαπραγματεύσεις.

Όταν προβλέπεται ρήτρα αποκλειστικότητας, ορίζει ότι τα συμμετέχοντα κράτη μέλη επιτρέπεται να κινήσουν δική τους διαδικασία προμήθειας για την απόκτηση πρόσθετων ποσοτήτων συναφών με την κρίση εμπορευμάτων ή συναφών με την κρίση υπηρεσιών που αποτελούν αντικείμενο της εν εξελίξει από κοινού προμήθειας ή προμήθειας από την Επιτροπή για λογαριασμό ή εξ ονόματος των κρατών μελών κατά τρόπο που δεν υπονομεύει την εν εξελίξει προμήθεια, με την επιφύλαξη της συμφωνίας της Επιτροπής και κατόπιν διαβούλευσης με όλα τα άλλα συμμετέχοντα κράτη μέλη. Το αίτημα για τέτοια συμφωνία απευθύνεται στην Επιτροπή, η οποία τη διαβιβάζει στα άλλα συμμετέχοντα κράτη μέλη προς εξέταση.

2.   Η ρήτρα αποκλειστικότητας εφαρμόζεται σε σχέση με κάθε νέα σύμβαση, συμπεριλαμβανομένων των ειδικών συμβάσεων σε συμβάσεις-πλαίσια, που οι αναθέτουσες αρχές ή οι αναθέτοντες φορείς των συμμετεχόντων κρατών μελών θα εξέταζαν το ενδεχόμενο να συνάψουν κατά την ενεργοποίηση της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά.

ΤΙΤΛΟΣ VI

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ, ΕΜΠΙΣΤΕΥΤΙΚΟΤΗΤΑ, ΚΑΝΟΝΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΚΑΙ ΨΗΦΙΑΚΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ

Άρθρο 42

Προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

1.   Ο παρών κανονισμός δεν θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (57) για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες, ούτε τις υποχρεώσεις της Επιτροπής και, κατά περίπτωση, άλλων οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους.

2.   Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα δεν υποβάλλονται σε επεξεργασία ούτε κοινοποιούνται, εκτός εάν αυτό είναι απολύτως αναγκαίο για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις των κανονισμών (ΕΕ) 2016/679 και (ΕΕ) 2018/1725.

3.   Όταν η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απολύτως αναγκαία για την εφαρμογή των μηχανισμών που θεσπίζονται από τον παρόντα κανονισμό, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα καθίστανται ανώνυμα κατά τρόπο ώστε να μην είναι δυνατή η εξακρίβωση της ταυτότητας του υποκειμένου των δεδομένων.

Άρθρο 43

Εμπιστευτικότητα και κανόνες ασφαλείας για την προστασία των λαμβανόμενων πληροφοριών

1.   Οι πληροφορίες που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού χρησιμοποιούνται μόνο για τον σκοπό για τον οποίον ζητήθηκαν.

2.   Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή διασφαλίζουν την προστασία του εμπορικού και του επιχειρηματικού απορρήτου και άλλων ευαίσθητων και εμπιστευτικών πληροφοριών που αποκτώνται και παράγονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, μεταξύ άλλων σε σχέση με τις συστάσεις και τα μέτρα που πρόκειται να ληφθούν, σύμφωνα με το ενωσιακό και το εθνικό δίκαιο.

3.   Η Επιτροπή δεν ανταλλάσσει πληροφορίες που έχει λάβει δυνάμει του παρόντος κανονισμού κατά τρόπο που μπορεί να οδηγήσει στην ταυτοποίηση μεμονωμένου οικονομικού φορέα όταν η ανταλλαγή των πληροφοριών θα είχε ως αποτέλεσμα δυνητική εμπορική ζημία ή βλάβη της φήμης του εν λόγω οικονομικού φορέα ή την αποκάλυψη εμπορικών απορρήτων.

4.   Το συμβούλιο δεσμεύεται από τους κανόνες ασφαλείας της Επιτροπής για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών και των ευαίσθητων μη διαβαθμισμένων πληροφοριών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

5.   Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή διασφαλίζουν ότι οι διαβαθμισμένες πληροφορίες που παρέχονται ή ανταλλάσσονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού δεν υποχαρακτηρίζονται ούτε αποχαρακτηρίζονται χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση της πηγής προέλευσης των εν λόγω πληροφοριών.

Άρθρο 44

Ψηφιακά εργαλεία

1.   Έως τις 29 Μαΐου 2026, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη, όπου δεν υπάρχουν κατάλληλα υφιστάμενα εργαλεία ή υποδομές ΤΠ, δημιουργούν, διατηρούν και επικαιροποιούν τακτικά διαλειτουργικά ψηφιακά εργαλεία ή υποδομές ΤΠ που να υποστηρίζουν τους στόχους του παρόντος κανονισμού. Τα εν λόγω εργαλεία ή υποδομές αναπτύσσονται εκτός της διάρκειας λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, ώστε να αντιμετωπίζουν έγκαιρα και αποτελεσματικά πιθανές μελλοντικές καταστάσεις έκτακτης ανάγκης. Περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τυποποιημένα, ασφαλή και αποτελεσματικά ψηφιακά εργαλεία για την ασφαλή συλλογή και ανταλλαγή πληροφοριών, καθώς και ειδική ενιαία ψηφιακή πύλη ή ιστότοπο όπου οι πολίτες και οι επιχειρήσεις μπορούν να βρίσκουν και να υποβάλλουν έντυπα δήλωσης, καταχώρισης ή αδειοδότησης.

2.   Η Επιτροπή καθορίζει, με εκτελεστικές πράξεις, τις τεχνικές πτυχές των εν λόγω εργαλείων ή υποδομών χρησιμοποιώντας, όπου είναι δυνατόν, υπάρχοντα εργαλεία ή πύλες ΤΠ. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 45 παράγραφος 2.

ΤΙΤΛΟΣ VII

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 45

Επιτροπή

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή με την ονομασία «επιτροπή αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών και ανθεκτικότητας στην εσωτερική αγορά». Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

3.   Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 5.

Άρθρο 46

Υποβολή εκθέσεων, επανεξέταση και αξιολόγηση

1.   Έως τις 29 Νοεμβρίου 2029 και στη συνέχεια ανά πενταετία, η Επιτροπή διενεργεί αξιολόγηση και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητα του παρόντος κανονισμού.

2.   Επιπλέον, εντός τεσσάρων μηνών από την απενεργοποίηση της λειτουργίας επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά ή της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, κατά περίπτωση, η Επιτροπή διενεργεί αξιολόγηση και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με τα μέτρα που εφαρμόζονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού σε σχέση με την κρίση που οδήγησε στην ενεργοποίηση της εν λόγω λειτουργίας, ιδίως δε για την αποτελεσματικότητα των εν λόγω μέτρων.

3.   Οι εκθέσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 συνοδεύονται, κατά περίπτωση, από σχετικές νομοθετικές προτάσεις.

4.   Οι εκθέσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 περιλαμβάνουν ειδικότερα μια αξιολόγηση σχετικά με τα ακόλουθα:

α)

τη συμβολή του παρόντος κανονισμού στην ομαλή και αποτελεσματική λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, ιδίως όσον αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, υπηρεσιών και προσώπων και την αποφυγή αποκλινόντων εθνικών μέτρων που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν διασυνοριακούς περιορισμούς·

β)

τα μέτρα που εφαρμόστηκαν δυνάμει του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένης αξιολόγησης των αρχών της απαγόρευσης των διακρίσεων και της αναλογικότητας, ιδίως δε:

i)

τον αντίκτυπο των μέτρων που εφαρμόστηκαν κατά τη φάση αντιμετώπισης απρόοπτων καταστάσεων, ιδίως των μέτρων που αφορούν τις προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων, τα πρωτόκολλα κατάρτισης και αντιμετώπισης κρίσεων, τα ψηφιακά εργαλεία, την ανθεκτικότητα και τη διαθεσιμότητα αγαθών·

ii)

τις επιπτώσεις των μέτρων που εφαρμόστηκαν στο πλαίσιο της λειτουργίας επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά·

iii)

τις επιπτώσεις των μέτρων που εφαρμόστηκαν κατά τη λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, και ιδίως στα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, και ειδικότερα στην επιχειρηματική ελευθερία, στην ελευθερία αναζήτησης απασχόλησης και εργασίας και στο δικαίωμα συλλογικής διαπραγμάτευσης και δράσης, περιλαμβανομένου του δικαιώματος στην απεργία·

γ)

το έργο του συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένου του έργου του σε σχέση με το έργο άλλων σχετικών φορέων που σχετίζονται με την αντιμετώπιση κρίσεων σε επίπεδο Ένωσης, ιδίως των IPCR, της Αρχής Ετοιμότητας και Αντιμετώπισης Καταστάσεων Έκτακτης Υγειονομικής Ανάγκης και του UCΡΜ·

δ)

την καταλληλότητα των κριτηρίων για την ενεργοποίηση της λειτουργίας επαγρύπνησης στην εσωτερική αγορά ή της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά, κατά περίπτωση.

5.   Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και το συμβούλιο παρέχουν στην Επιτροπή πληροφορίες κατόπιν αιτήματός της.

Όταν είναι αναγκαίο, η Επιτροπή μπορεί επίσης να ζητήσει και να λάβει κάθε σχετική εξειδικευμένη ή επιστημονική γνώση από αρμόδια όργανα, υπηρεσίες και οργανισμούς της Ένωσης.

Άρθρο 47

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2679/98

Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2679/98 τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός δεν θίγει σε καμία περίπτωση την άσκηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στα κράτη μέλη και σε επίπεδο Ένωσης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ή της ελευθερίας για απεργία ή για ανάληψη άλλων δράσεων που καλύπτονται από τα ειδικά συστήματα εργασιακών σχέσεων στα κράτη μέλη, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο ή πρακτική. Δεν θίγει το δικαίωμα των εργαζομένων και των εργοδοτών, σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες και πρακτικές, να διαπραγματεύονται και να συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις και, σε περιπτώσεις συγκρούσεων συμφερόντων, να προσφεύγουν σε συλλογικές δράσεις για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους, συμπεριλαμβανομένης της απεργίας.».

2)

Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 5α

1.   Όταν η λειτουργία έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά που ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 3) του κανονισμού (ΕΕ) 2024/2747 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1) έχει ενεργοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 18 του εν λόγω κανονισμού, τα άρθρα 3, 4 και 5 του παρόντος κανονισμού παύουν να εφαρμόζονται όσον αφορά τα συναφή με την κρίση εμπορεύματα που απαριθμούνται σε εκτελεστική πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 4 του εν λόγω κανονισμού για τη διάρκεια της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά.

2.   Όπου εφαρμόζεται η παράγραφος 1 του παρόντος άρθρου, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό πριν από την ενεργοποίηση της λειτουργίας έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2024/2747 παραμένουν ανεπηρέαστες.

(*1)  Κανονισμός (ΕΕ) 2024/2747 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2024, για τη θέσπιση πλαισίου μέτρων που αφορούν μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης της εσωτερικής αγοράς και την ανθεκτικότητα της εσωτερικής αγοράς και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2679/98 του Συμβουλίου (κανονισμός για κατάσταση έκτακτης ανάγκης της εσωτερικής αγοράς και για την ανθεκτικότητα της εσωτερικής αγοράς) (ΕΕ L, 2024/2747, 8.11.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/2747/oj).»."

Άρθρο 48

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις 29 Μαΐου 2026.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 9 Οκτωβρίου 2024.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Η Πρόεδρος

R. METSOLA

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

BÓKA J.


(1)   ΕΕ C 100 της 16.3.2023, σ. 95.

(2)   ΕΕ C 157 της 3.5.2023, σ. 82.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Απριλίου 2024 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 26ης Σεπτεμβρίου 2024.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1252 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 2024, σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου για την εξασφάλιση ασφαλούς και βιώσιμου εφοδιασμού με κρίσιμες πρώτες ύλες και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 168/2013, (ΕΕ) 2018/858, (ΕΕ) 2018/1724 και (ΕΕ) 2019/1020 (ΕΕ L, 2024/1252, 3.5.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1252/oj).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) 2022/123 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 2022, σχετικά με την ενίσχυση του ρόλου του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων όσον αφορά την ετοιμότητα έναντι κρίσεων και τη διαχείριση κρίσεων για τα φάρμακα και τα ιατροτεχνολογικά προϊόντα (ΕΕ L 20 της 31.1.2022, σ. 1).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2370 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 2022, σχετικά με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 851/2004 για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων, ΕΕ L 314 της 6.12.2022, σ. 1.

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 2022, σχετικά με σοβαρές διασυνοριακές απειλές κατά της υγείας και την κατάργηση της απόφασης αριθ. 1082/2013/ΕΕ (ΕΕ L 314 της 6.12.2022, σ. 26).

(8)  Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2372 του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 2022, σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου μέτρων για τη διασφάλιση της προμήθειας ιατρικών αντιμέτρων αναγκαίων για την αντιμετώπιση κρίσεων σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης στον τομέα της δημόσιας υγείας σε επίπεδο Ένωσης (ΕΕ L 314 της 6.12.2022, σ. 64).

(9)  Απόφαση 2014/415/ΕΕ του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 2014, σχετικά με τις ρυθμίσεις για την εφαρμογή από την Ένωση της ρήτρας αλληλεγγύης (ΕΕ L 192 της 1.7.2014, σ. 53).

(10)  Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2018/1993 του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, ως προς τις ρυθμίσεις για την ολοκληρωμένη αντιμετώπιση πολιτικών κρίσεων της ΕΕ (ΕΕ L 320 της 17.12.2018, σ. 28).

(11)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/399 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, περί κώδικα της Ένωσης σχετικά με το καθεστώς διέλευσης προσώπων από τα σύνορα (κώδικας συνόρων του Σένγκεν) (ΕΕ L 77 της 23.3.2016, σ. 1).

(12)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1).

(13)  Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2019/300 της Επιτροπής, της 19ης Φεβρουαρίου 2019, για τη θέσπιση γενικού σχεδίου διαχείρισης κρίσεων στον τομέα της ασφάλειας των τροφίμων και των ζωοτροφών (ΕΕ L 50 της 21.2.2019, σ. 55).

(14)  Κανονισμός (ΕΕ) 2015/479 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2015, περί κοινού καθεστώτος εξαγωγών (ΕΕ L 83 της 27.3.2015, σ. 34).

(15)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 922/72, (ΕΟΚ) αριθ. 234/79, (ΕΚ) αριθ. 1037/2001 και (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 671).

(16)  Οδηγία (ΕΕ) 2022/2557 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2022, για την ανθεκτικότητα των κρίσιμων οντοτήτων και την κατάργηση της οδηγίας 2008/114/ΕΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 333 της 27.12.2022, σ. 164).

(17)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 492/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 2011, που αφορά την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων στο εσωτερικό της Ένωσης (ΕΕ L 141 της 27.5.2011, σ. 1).

(18)  Οδηγία 2004/38/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με το δικαίωμα των πολιτών της Ένωσης και των μελών των οικογενειών τους να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στην επικράτεια των κρατών μελών, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1612/68 και την κατάργηση των οδηγιών 64/221/ΕΟΚ, 68/360/ΕΟΚ, 72/194/ΕΟΚ, 73/148/ΕΟΚ, 75/34/ΕΟΚ, 75/35/ΕΟΚ, 90/364/ΕΟΚ, 90/365/ΕΟΚ και 93/96/ΕΟΚ (ΕΕ L 158 της 30.4.2004, σ. 77).

(19)  Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (ΕΕ L 255 της 30.9.2005, σ. 22).

(20)  Οδηγία 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (ΕΕ L 376 της 27.12.2006, σ. 36).

(21)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ L 241 της 17.9.2015, σ. 1).

(22)  Οδηγία 2000/14/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Μαΐου 2000, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την εκπομπή θορύβου στο περιβάλλον από εξοπλισμό προς χρήση σε εξωτερικούς χώρους (ΕΕ L 162 της 3.7.2000, σ. 1).

(23)  Οδηγία 2006/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2006, σχετικά με τα μηχανήματα και την τροποποίηση της οδηγίας 95/16/ΕΚ (ΕΕ L 157 της 9.6.2006, σ. 24).

(24)  Οδηγία 2010/35/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 2010, σχετικά με τον μεταφερόμενο εξοπλισμό υπό πίεση και την κατάργηση των οδηγιών του Συμβουλίου 76/767/ΕΟΚ, 84/525/ΕΟΚ, 84/526/ΕΟΚ, 84/527/ΕΟΚ και 1999/36/ΕΚ (ΕΕ L 165 της 30.6.2010, σ. 1).

(25)  Οδηγία 2014/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διάθεση στην αγορά απλών δοχείων πίεσης (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 45).

(26)  Οδηγία 2014/30/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την ηλεκτρομαγνητική συμβατότητα (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 79).

(27)  Οδηγία 2014/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τους ανελκυστήρες και τα κατασκευαστικά στοιχεία ασφάλειας για ανελκυστήρες (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 251).

(28)  Οδηγία 2014/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τις συσκευές και τα συστήματα προστασίας που προορίζονται για χρήση σε εκρήξιμες ατμόσφαιρες (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 309).

(29)  Οδηγία 2014/35/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα στην αγορά ηλεκτρολογικού υλικού που προορίζεται να χρησιμοποιηθεί εντός ορισμένων ορίων τάσης (ΕΕ L 96 της 29.3.2014, σ. 357).

(30)  Οδηγία 2014/53/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, σχετικά με την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διαθεσιμότητα ραδιοεξοπλισμού στην αγορά και την κατάργηση της οδηγίας 1999/5/ΕΚ (ΕΕ L 153 της 22.5.2014, σ. 62).

(31)  Οδηγία 2014/68/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για την εναρμόνιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τη διάθεση στην αγορά απλών δοχείων πίεσης (ΕΕ L 189 της 27.6.2014, σ. 164).

(32)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/424 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, σχετικά με τις εγκαταστάσεις με συρματόσχοινα και την κατάργηση της οδηγίας 2000/9/ΕΚ (ΕΕ L 81 της 31.3.2016, σ. 1).

(33)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/425 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, σχετικά με τα μέσα ατομικής προστασίας και για την κατάργηση της οδηγίας 89/686/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 81 της 31.3.2016, σ. 51).

(34)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/426 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2016, σχετικά με τις συσκευές με καύση αέριων καυσίμων και την κατάργηση της οδηγίας 2009/142/ΕΚ (ΕΕ L 81 της 31.3.2016, σ. 99).

(35)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 305/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Μαρτίου 2011, για τη θέσπιση εναρμονισμένων όρων εμπορίας δομικών προϊόντων και για την κατάργηση της οδηγίας 89/106/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 88 της 4.4.2011, σ. 5).

(36)  Κανονισμός (ΕΕ) 2023/988 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαΐου 2023, για τη γενική ασφάλεια των προϊόντων, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1025/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας (ΕΕ) 2020/1828 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2001/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 87/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 135 της 23.5.2023, σ. 1).

(37)  Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1230 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2023, σχετικά με τα μηχανήματα και την κατάργηση της οδηγίας 2006/42/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 73/361/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 165 της 29.6.2023, σ. 1).

(38)  Οδηγία 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων (ΕΕ L 210 της 7.8.1985, σ. 29).

(39)  Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2024/2509 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2024, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης (ΕΕ L, 2024/2509, της 26.9.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/2509/oj).

(40)  Οδηγία 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 65).

(41)  Οδηγία 2014/25/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβούλιου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης συμβάσεων φορέων που δραστηριοποιούνται στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των ταχυδρομικών υπηρεσιών και την κατάργηση της οδηγίας 2004/17/ΕΚ (ΕΕ L 94 της 28.3.2014, σ. 243).

(42)  Απόφαση (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/443 της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 2015, σχετικά με την ασφάλεια στην Επιτροπή (ΕΕ L 72 της 17.3.2015, σ. 41).

(43)  Απόφαση (ΕΕ, Ευρατόμ) 2015/444 της Επιτροπής, της 13ης Μαρτίου 2015, σχετικά με τους κανόνες ασφαλείας για την προστασία των διαβαθμισμένων πληροφοριών της ΕΕ (ΕΕ L 72 της 17.3.2015, σ. 53).

(44)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).

(45)  Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 39).

(46)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).

(47)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2679/98 του Συμβουλίου, της 7ης Δεκεμβρίου 1998, για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς σε σχέση με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών (ΕΕ L 337 της 12.12.1998, σ. 8).

(48)  Οδηγία 2001/83/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Νοεμβρίου 2001, περί κοινοτικού κώδικος για τα φάρμακα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση (ΕΕ L 311 της 28.11.2001, σ. 67).

(49)  Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1781 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Σεπτεμβρίου 2023, για τη θέσπιση πλαισίου μέτρων για την ενίσχυση του οικοσυστήματος ημιαγωγών της Ευρώπης και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2021/694 (κανονισμός για τα μικροκυκλώματα) (ΕΕ L 229 της 18.9.2023, σ. 1).

(50)  Οδηγία 2003/96/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Οκτωβρίου 2003, σχετικά με την αναδιάρθρωση του κοινοτικού πλαισίου φορολογίας των ενεργειακών προϊόντων και της ηλεκτρικής ενέργειας (ΕΕ L 283 της 31.10.2003, σ. 51).

(51)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).

(52)  Οδηγία 2009/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 2009, για την απλούστευση των όρων και προϋποθέσεων για τις μεταφορές προϊόντων συνδεόμενων με τον τομέα της άμυνας εντός της Κοινότητας (ΕΕ L 146 της 10.6.2009, σ. 1).

(53)  Απόφαση αριθ. 1313/2013/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί μηχανισμού πολιτικής προστασίας της Ένωσης (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 924).

(54)  Σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων (ΕΕ L 124 της 20.5.2003, σ. 36).

(55)  Κανονισμός (ΕΕ) 2024/2748 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2024, για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 305/2011, (ΕΕ) 2016/424, (ΕΕ) 2016/425, (ΕΕ) 2016/426, (ΕΕ) 2023/988 και (ΕΕ) 2023/1230 όσον αφορά τις διαδικασίες έκτακτης ανάγκης για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης, το τεκμήριο συμμόρφωσης, την έγκριση κοινών προδιαγραφών και την εποπτεία της αγοράς λόγω έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά (ΕΕ L, 2024/2748, 8.11.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/2748/oj).

(56)  Οδηγία (ΕΕ) 2024/2749 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2024, για την τροποποίηση των οδηγιών 2000/14/ΕΚ, 2006/42/ΕΚ, 2010/35/ΕΕ, 2014/29/ΕΕ, 2014/30/ΕΕ, 2014/33/ΕΕ, 2014/34/ΕΕ, 2014/35/ΕΕ, 2014/53/ΕΕ και 2014/68/ΕΕ όσον αφορά τις διαδικασίες έκτακτης ανάγκης για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης, το τεκμήριο συμμόρφωσης, την έγκριση κοινών προδιαγραφών και την εποπτεία της αγοράς λόγω έκτακτης ανάγκης στην εσωτερική αγορά (ΕΕ L, 2024/2749, 8.11.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2024/2749/oj).

(57)  Οδηγία 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) (ΕΕ L 201 της 31.7.2002, σ. 37).


ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/2747/oj

ISSN 1977-0669 (electronic edition)