European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά L


2024/2095

12.8.2024

ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΫ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

[2024/2095]

ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,

έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως το άρθρο 254, πέμπτο εδάφιο,

έχοντας υπόψη τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, ιδίως το άρθρο 106α, παράγραφος 1,

έχοντας υπόψη το πρωτόκολλο αριθ. 3 περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως το άρθρο 63,

εκτιμώντας ότι ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2024/2019 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 2024, για την τροποποίηση του πρωτοκόλλου αριθ. 3 περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1), προσθέτει στον Οργανισμό ένα νέο άρθρο 50β, το οποίο προβλέπει ότι το Δικαστήριο διαβιβάζει στο Γενικό Δικαστήριο τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως που εμπίπτουν αποκλειστικώς στους τομείς του κοινού συστήματος φόρου προστιθέμενης αξίας, των ειδικών φόρων καταναλώσεως, του τελωνειακού κώδικα, της δασμολογικής κατατάξεως των εμπορευμάτων στη συνδυασμένη ονοματολογία, της αποζημιώσεως των επιβατών και της παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση καθυστερήσεως, ματαιώσεως υπηρεσιών μεταφοράς ή αρνήσεως επιβιβάσεως, καθώς και του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου,

εκτιμώντας ότι πρέπει να τροποποιηθεί ο κανονισμός διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, προκειμένου να προβλεφθούν οι λεπτομερείς κανόνες για την εκδίκαση, εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως που θα του διαβιβάζει το Δικαστήριο, και ότι, προς τον σκοπό αυτόν και προκειμένου να παρασχεθούν στα εθνικά δικαστήρια, καθώς και στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους, οι αυτές εγγυήσεις με τις ισχύουσες όσον αφορά την εκδίκαση των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως από το Δικαστήριο, πρέπει να ενσωματωθούν στον κανονισμό διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου οι διατάξεις του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου οι οποίες εφαρμόζονται στις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως που υποβάλλονται σε αυτό, υπό την επιφύλαξη ορισμένων προσαρμογών ώστε να διαφυλαχθεί η εσωτερική συνοχή των δικονομικών διατάξεων που εφαρμόζονται στο Γενικό Δικαστήριο,

εκτιμώντας ότι ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2024/2019, με την τροποποίηση του άρθρου 50 του Οργανισμού, προβλέπει ότι το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να συνέρχεται και ως τμήμα διευρυμένης συνθέσεως, ενδιάμεσης μεταξύ της πενταμελούς και της μείζονος συνθέσεως, και ότι το Γενικό Δικαστήριο συνέρχεται ως τμήμα διευρυμένης συνθέσεως όταν το ζητεί ως διάδικος ένα κράτος μέλος ή ένα θεσμικό όργανο της Ένωσης,

εκτιμώντας ότι πρέπει να τροποποιηθεί ο κανονισμός διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, προκειμένου να προβλεφθεί η συγκρότηση του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως, καθώς και οι περιστάσεις και προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο συνέρχεται ως τέτοιο τμήμα,

εκτιμώντας ότι ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2024/2019 προβλέπει, μέσω της προσθήκης του άρθρου 49α στον Οργανισμό, ότι το Γενικό Δικαστήριο επικουρείται από έναν ή περισσότερους γενικούς εισαγγελείς κατά την εκδίκαση των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως που του διαβιβάζονται,

εκτιμώντας ότι πρέπει να οριστούν οι κανόνες που διέπουν την εκλογή των γενικών εισαγγελέων, τον ορισμό τους για τις προδικαστικές υποθέσεις και την άσκηση των καθηκόντων τους,

εκτιμώντας ότι, για την πληρέστερη κατατόπιση των δικαστηρίων και των πολιτών της Ένωσης σχετικά με την έννοια και την εμβέλεια των απαντήσεων του Γενικού Δικαστηρίου στα προδικαστικά ερωτήματα που του υποβάλλονται, πρέπει να διασφαλιστεί ότι, εντός ευλόγου χρόνου μετά την περάτωση της υποθέσεως, οι γραπτές παρατηρήσεις που καταθέτουν οι κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενοι αναρτώνται στο διαδίκτυο, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν αντιτάσσονται στη δημοσίευση των παρατηρήσεών τους,

εκτιμώντας ότι πρέπει να απλουστευθούν και να αποσαφηνισθούν ορισμένες διατάξεις του κανονισμού διαδικασίας, μη ειδικά εφαρμοστέες στις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως, ιδίως με σκοπό τη μείωση του χρόνου που απαιτείται για ορισμένα στάδια της διαδικασίας και την πλήρη αξιοποίηση της ψηφιοποιήσεως της διαδικασίας,

με τη συμφωνία του Δικαστηρίου,

με την παρασχεθείσα στις 21 Ιουνίου 2024 έγκριση του Συμβουλίου,

ΘΕΣΠΙΖΕΙ ΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΟΥ:

Άρθρο 1

Ο κανονισμός διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 4ης Μαρτίου 2015  (2) τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 1, παράγραφος 2, τροποποιείται ως εξής:

α)

Προστίθεται νέο στοιχείο ε΄. Το κείμενο του στοιχείου αυτού έχει ως εξής:

«ε)

με την έκφραση “οι κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενοι” νοείται το σύνολο των διαδίκων, κρατών, θεσμικών οργάνων, λοιπών οργάνων και οργανισμών που έχουν δικαίωμα, δυνάμει του άρθρου αυτού, να υποβάλουν υπομνήματα ή παρατηρήσεις στο πλαίσιο προδικαστικής παραπομπής·»

β)

Τα νυν στοιχεία ε΄ έως ια΄ αριθμούνται αντιστοίχως ως στοιχεία στ΄ έως ιβ΄·

γ)

Το στοιχείο θ΄, που αριθμείται πλέον ως στοιχείο ι΄, τροποποιείται ως εξής:

«με τον όρο “ευθείες προσφυγές” νοούνται όλες οι προσφυγές και αγωγές που μπορούν να ασκηθούν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, εξαιρουμένων των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως·»

2)

Το άρθρο 3, παράγραφος 3, τροποποιείται ως εξής:

«3.   Κάθε δικαστής, εκτός του προέδρου, του αντιπροέδρου και των προέδρων τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου, μπορεί να ασκήσει καθήκοντα γενικού εισαγγελέα υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 30 έως 31β.»

3)

Το άρθρο 11 τροποποιείται ως εξής:

α)

Το κείμενο της παραγράφου 4 αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

«4.   Ο αντιπρόεδρος προεδρεύει του κατά το άρθρο 15α τμήματος διευρυμένης συνθέσεως. Στην περίπτωση αυτή έχει εφαρμογή το άρθρο 19.»

β)

Η νυν παράγραφος 4 αριθμείται ως παράγραφος 5.

4)

Το άρθρο 14, παράγραφος 2, συμπληρώνεται ως εξής:

«2.   Οι υποθέσεις μπορούν να εκδικάζονται από το τμήμα μείζονος συνθέσεως ή από το τμήμα διευρυμένης συνθέσεως υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 28.»

5)

Μετά το άρθρο 15 παρεμβάλλεται νέο άρθρο 15α, με τίτλο «Συγκρότηση του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως». Το κείμενο του άρθρου αυτού έχει ως εξής:

«Άρθρο 15α

Συγκρότηση του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως

1.   Το τμήμα διευρυμένης συνθέσεως συγκροτείται από εννέα δικαστές.

2.   Το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει για τον τρόπο ορισμού των δικαστών που συγκροτούν το τμήμα διευρυμένης συνθέσεως. Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

6)

Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:

α)

Το κείμενο της παραγράφου 2 αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

«2.   Αν, στο τμήμα διευρυμένης συνθέσεως, κατόπιν κωλύματος δικαστή το οποίο ανέκυψε προτού η υπόθεση τεθεί υπό διάσκεψη ή συζητηθεί στο ακροατήριο, δεν συγκεντρώνεται ο προβλεπόμενος στο άρθρο 15α αριθμός δικαστών, το τμήμα αυτό συμπληρώνεται από δικαστή τον οποίο ορίζει ο πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου προς συμπλήρωση του προβλεπομένου αριθμού δικαστών.»

β)

Οι νυν ισχύουσες παράγραφοι 2 και 3 αριθμούνται αντιστοίχως ως παράγραφοι 3 και 4.

7)

Το άρθρο 20 τροποποιείται ως εξής:

«Με την επιφύλαξη του άρθρου 10, παράγραφος 5, και του άρθρου 11, παράγραφος 5, σε περίπτωση κωλύματος προέδρου τμήματος, τα καθήκοντά του ασκούνται από δικαστή του δικαστικού σχηματισμού σύμφωνα με τη σειρά που ορίζει το άρθρο 8.»

8)

Το άρθρο 23, παράγραφος 3, συμπληρώνεται ως εξής:

«3.   Αν η απαρτία παύσει να υφίσταται ενώ έχει ήδη διεξαχθεί η επ’ ακροατηρίου συζήτηση, γίνεται αναπλήρωση υπό τους όρους της παραγράφου 2 και, εφόσον ζητηθεί από κύριο διάδικο ή κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενο, διεξάγεται νέα επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει και αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Η διεξαγωγή νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως είναι υποχρεωτική σε περίπτωση που έχουν διεξαχθεί αποδείξεις σύμφωνα με το άρθρο 91, στοιχεία α΄ και δ΄, και το άρθρο 96, παράγραφος 2. Σε περίπτωση μη διεξαγωγής νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 21, παράγραφος 2.»

9)

Μετά το άρθρο 23 παρεμβάλλεται νέο άρθρο 23α, με τίτλο «Απαρτία του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως». Το κείμενο του άρθρου αυτού έχει ως εξής:

«Άρθρο 23α

Απαρτία του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως

1.   Για την απαρτία στις διασκέψεις του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως απαιτούνται επτά δικαστές.

2.   Αν, λόγω κωλύματος, δεν επιτυγχάνεται η απαρτία αυτή, ο πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου ορίζει άλλον δικαστή ώστε να επιτευχθεί η απαρτία του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως.

3.   Αν η απαρτία παύσει να υφίσταται ενώ έχει ήδη διεξαχθεί η επ’ ακροατηρίου συζήτηση, γίνεται αναπλήρωση υπό τους όρους της παραγράφου 2 και, εφόσον ζητηθεί από κύριο διάδικο ή κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενο, διεξάγεται νέα επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει και αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Η διεξαγωγή νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως είναι υποχρεωτική σε περίπτωση που έχουν διεξαχθεί αποδείξεις σύμφωνα με το άρθρο 91, στοιχεία α΄ και δ΄, και το άρθρο 96, παράγραφος 2. Σε περίπτωση μη διεξαγωγής νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 21, παράγραφος 2.»

10)

Το άρθρο 24, παράγραφος 3, συμπληρώνεται ως εξής:

«3.   Αν η απαρτία παύσει να υφίσταται ενώ έχει ήδη διεξαχθεί η επ’ ακροατηρίου συζήτηση, γίνεται αναπλήρωση υπό τους όρους της παραγράφου 2 και, εφόσον ζητηθεί από κύριο διάδικο ή κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενο, διεξάγεται νέα επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει και αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Η διεξαγωγή νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως είναι υποχρεωτική σε περίπτωση που έχουν διεξαχθεί αποδείξεις σύμφωνα με το άρθρο 91, στοιχεία α΄ και δ΄, και το άρθρο 96, παράγραφος 2. Η διεξαγωγή νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως είναι υποχρεωτική οσάκις πρέπει να αναπληρωθούν πλείονες του ενός δικαστές που μετέσχαν στην αρχική επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Σε περίπτωση μη διεξαγωγής νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 21, παράγραφος 2.»

11)

Το άρθρο 25, παράγραφος 1, συμπληρώνεται ως εξής:

«1.   Το Γενικό Δικαστήριο καθορίζει τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία κατανέμονται οι υποθέσεις μεταξύ των τμημάτων. Το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να επιφορτίσει ένα ή πλείονα τμήματα με την εκδίκαση των υποθέσεων σε ειδικούς τομείς. Το Γενικό Δικαστήριο ορίζει ένα ή περισσότερα τμήματα τα οποία επιφορτίζονται με την εκδίκαση των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως.»

12)

Το άρθρο 26, παράγραφος 1, συμπληρώνεται ως εξής:

«1.   Το συντομότερο δυνατό μετά την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, ο πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου αναθέτει τις υποθέσεις σε τμήμα εφαρμόζοντας τα κριτήρια που έχει καθορίσει το Γενικό Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 25. Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως ανατίθενται σε πενταμελές τμήμα.»

13)

Το άρθρο 27 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 5 τροποποιείται ως εξής:

«5.   Σε περίπτωση μεταβολής της συνθέσεως των τμημάτων, κατόπιν αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου περί της τοποθετήσεως των δικαστών στα τμήματα, η υπόθεση εκδικάζεται από το τμήμα στο οποίο μετέχει ο εισηγητής δικαστής μετά την απόφαση αυτή αν δεν έχει αρχίσει η προφορική διαδικασία ή αν δεν έχει ληφθεί η απόφαση να κριθεί η υπόθεση χωρίς τη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας.»

β)

Η παράγραφος 6 τροποποιείται ως εξής:

«6.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 5, όταν, σε υπόθεση που αφορά αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ή σε υπόθεση που εμπίπτει σε ειδικό τομέα κατά την έννοια του άρθρου 25, δεν έχει αρχίσει η προφορική διαδικασία ή δεν έχει ληφθεί η απόφαση να κριθεί η υπόθεση χωρίς τη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας κατά τον χρόνο λήψεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου περί της τοποθετήσεως των δικαστών στα τμήματα, ορίζεται νέος εισηγητής δικαστής που μετέχει σε τμήμα το οποίο εκδικάζει αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως ή υποθέσεις του συγκεκριμένου ειδικού τομέα, εφόσον ο αρχικός εισηγητής δικαστής τοποθετείται σε τμήμα το οποίο δεν εκδικάζει τέτοιες αιτήσεις ή τέτοιες υποθέσεις.»

γ)

Μετά την παράγραφο 6 παρεμβάλλεται νέα παράγραφος 7:

«7.   Όταν ο εισηγητής δικαστής που ορίστηκε για την εκδίκαση αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως εκλέγεται για να ασκήσει καθήκοντα γενικού εισαγγελέα για τις προδικαστικές υποθέσεις, ορίζεται νέος εισηγητής δικαστής που μετέχει σε τμήμα το οποίο εκδικάζει αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως, για την εκδίκαση της αιτήσεως ως προς την οποία, κατά τον χρόνο της εκλογής, δεν έχει αρχίσει η προφορική διαδικασία ή ως προς την οποία δεν έχει ληφθεί η απόφαση να κριθεί η υπόθεση χωρίς τη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας.»

14)

Το άρθρο 28 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 1 συμπληρώνεται ως εξής:

«1.   Οσάκις δικαιολογείται από τη νομική δυσκολία ή τη σημασία της υποθέσεως ή από ιδιαίτερες περιστάσεις, η υπόθεση μπορεί να παραπεμφθεί στο τμήμα μείζονος συνθέσεως, στο τμήμα διευρυμένης συνθέσεως ή σε τμήμα συγκείμενο από διαφορετικό αριθμό δικαστών.»

β)

Η παράγραφος 3 συμπληρώνεται ως εξής:

«3.   Ο πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου ή ο αντιπρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου μπορούν να προτείνουν στη διοικητική ολομέλεια την προβλεπόμενη στην παράγραφο 1 παραπομπή έως την περάτωση της προφορικής διαδικασίας ή, σε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 106, παράγραφος 3, ή του άρθρου 213, παράγραφος 2, πριν το τμήμα στο οποίο έχει ανατεθεί η υπόθεση λάβει την απόφαση να αποφανθεί επί της διαφοράς χωρίς διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας.»

γ)

Η παράγραφος 5 τροποποιείται ως εξής:

«5.   Την απόφαση παραπομπής μιας ευθείας προσφυγής σε τμήμα συγκείμενο από μικρότερο αριθμό δικαστών λαμβάνει η διοικητική ολομέλεια κατόπιν ακροάσεως των κύριων διαδίκων.»

δ)

Μετά την παράγραφο 5 παρεμβάλλεται νέα παράγραφος 6:

«6.   Αν η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δεν εγείρει δυσχερή νομικά ζητήματα, το πενταμελές τμήμα που έχει επιληφθεί της αιτήσεως αυτής μπορεί να αποφασίσει να την παραπέμψει σε τριμελές τμήμα. Το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει για τον τρόπο ορισμού των τριών δικαστών που συγκροτούν το τμήμα αυτό. Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

ε)

Η νυν παράγραφος 6 αριθμείται ως παράγραφος 7· τροποποιείται ως εξής:

[τροποποίηση που δεν αφορά το ελληνικό κείμενο]

στ)

Μετά την παράγραφο 7 παρεμβάλλεται νέα παράγραφος 8:

«8.   Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως εκδικάζεται από το τμήμα διευρυμένης συνθέσεως όταν το ζητεί ως διάδικος ένα κράτος μέλος ή ένα όργανο της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 50, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού.»

15)

Το άρθρο 30 τροποποιείται ως εξής:

α)

Το μοναδικό εδάφιο αριθμείται ως παράγραφος 1 και συμπληρώνεται ως εξής:

«1.   Για την εκδίκαση των ευθειών προσφυγών, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να επικουρείται από γενικό εισαγγελέα, εφόσον εκτιμά ότι η νομική δυσκολία της υποθέσεως ή η πολυπλοκότητα των πραγματικών περιστατικών το απαιτούν.»

β)

Προστίθεται παράγραφος 2. Το κείμενο της παραγράφου αυτής έχει ως εξής:

«2.   Για την εκδίκαση των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επικουρείται από γενικό εισαγγελέα.»

16)

Το άρθρο 31 τροποποιείται ως εξής:

α)

Ο τίτλος του άρθρου τροποποιείται ως εξής:

« Τρόπος ορισμού των γενικών εισαγγελέων για τις ευθείες προσφυγές »

β)

Η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

«1.   Η απόφαση για ορισμό γενικού εισαγγελέα όσον αφορά συγκεκριμένη ευθεία προσφυγή λαμβάνεται από τη διοικητική ολομέλεια κατόπιν αιτήσεως του τμήματος στο οποίο έχει ανατεθεί ή ενώπιον του οποίου έχει παραπεμφθεί η υπόθεση.»

γ)

Η παράγραφος 3 συμπληρώνεται ως εξής:

«3.   Μετά τον διορισμό του, ο γενικός εισαγγελέας διατυπώνει τις παρατηρήσεις του πριν από τη λήψη των αποφάσεων που προβλέπονται στα άρθρα 16, 28, 45, 55, 68, 70, 83, 87, 90, 92, 98, 103, 105, 106, 110α, 113, 126 έως 132, 144, 151, 165, 168 και 169.»

17)

Μετά το άρθρο 31 παρεμβάλλεται νέο άρθρο 31α. Το κείμενο του άρθρου αυτού έχει ως εξής:

«Άρθρο 31α

Εκλογή των γενικών εισαγγελέων για τις προδικαστικές υποθέσεις

1.   Οι δικαστές εκλέγουν μεταξύ τους, σύμφωνα με το άρθρο 49α του Οργανισμού και κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 3, του παρόντος κανονισμού, τους δικαστές που θα ασκούν τα καθήκοντα γενικού εισαγγελέα όσον αφορά τις προδικαστικές υποθέσεις, καθώς και τους δικαστές που θα τους αναπληρώνουν σε περίπτωση κωλύματός τους.

2.   Η εκλογή των δικαστών που θα ασκούν τα καθήκοντα αυτά διεξάγεται αμέσως μετά τις προβλεπόμενες στο άρθρο 9 εκλογές του προέδρου και του αντιπροέδρου του Γενικού Δικαστηρίου και μετά τις προβλεπόμενες στο άρθρο 18 εκλογές των προέδρων των τμημάτων.

3.   Σε περίπτωση διακοπής της θητείας ενός δικαστή που ασκεί τα καθήκοντα αυτά πριν από την κανονική λήξη τους, εκλέγεται αντικαταστάτης του για την άσκησή τους για την υπόλοιπη περίοδο, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 9, παράγραφος 3.

4.   Τα ονόματα των δικαστών που εκλέγονται για την άσκηση των καθηκόντων αυτών σύμφωνα με το παρόν άρθρο δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

18)

Μετά το άρθρο 31α παρεμβάλλεται νέο άρθρο 31β. Το κείμενο του άρθρου αυτού έχει ως εξής:

«Άρθρο 31β

Τρόπος ορισμού των γενικών εισαγγελέων για τις προδικαστικές υποθέσεις

1.   Ο πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου κατανέμει τις προδικαστικές υποθέσεις στους γενικούς εισαγγελείς. Σύμφωνα με το άρθρο 49α, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού, ο γενικός εισαγγελέας επιλέγεται μεταξύ των εκλεγέντων για την άσκηση καθηκόντων γενικού εισαγγελέα δικαστών που δεν ανήκουν στο τμήμα στο οποίο ανατέθηκε η υπόθεση.

2.   Μετά τον διορισμό του, ο γενικός εισαγγελέας διατυπώνει τις παρατηρήσεις του πριν από τη λήψη των αποφάσεων που προβλέπονται στα άρθρα 16 και 28, καθώς και στις προβλεπόμενες στους τίτλους 2 και 6 περιπτώσεις.»

19)

Το άρθρο 32, παράγραφος 5, συμπληρώνεται ως εξής:

«5.   Ο γραμματέας δίνει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου τον όρκο που προβλέπεται στο άρθρο 5 και υπογράφει τη δήλωση που προβλέπεται στο άρθρο 6.»

20)

Το άρθρο 37 τροποποιείται ως εξής:

«Οποιοσδήποτε μπορεί να συμβουλεύεται το πρωτόκολλο στη γραμματεία και να λαμβάνει αντίγραφα ή αποσπάσματά του.»

21)

Το άρθρο 38, παράγραφος 1, τροποποιείται ως εξής:

«1.   Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 68, παράγραφος 4, των άρθρων 103 έως 105, καθώς και του άρθρου 144, παράγραφος 7, κάθε διάδικος μπορεί να συμβουλεύεται τη δικογραφία και να λαμβάνει αντίγραφα των διαδικαστικών εγγράφων καθώς και των διατάξεων και αποφάσεων.»

22)

Το άρθρο 42, παράγραφος 1, τροποποιείται ως εξής:

«1.   Οι αποφάσεις επί διοικητικών θεμάτων και οι αποφάσεις που προβλέπονται στα άρθρα 7, 9, 11, 13, 15, 15α, 16, 18, 25, 28, 31, 31α, 32, 33, 41, 56α, 207 και 243 λαμβάνονται από τη διοικητική ολομέλεια του Γενικού Δικαστηρίου, στην οποία μετέχουν, με δικαίωμα ψήφου, όλοι οι δικαστές, με την επιφύλαξη αντιθέτων διατάξεων του παρόντος κανονισμού. Ο γραμματέας παρίσταται, εκτός αν το Γενικό Δικαστήριο αποφασίσει άλλως ή αν πρόκειται για τις αποφάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 32.»

23)

Το άρθρο 45 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 2 καταργείται.

β)

Οι νυν παράγραφοι 3 και 4 αριθμούνται αντιστοίχως ως παράγραφοι 2 και 3.

γ)

Το κείμενο της νέας παραγράφου 4 έχει ως εξής:

«4.   Στις προδικαστικές διαδικασίες, γλώσσα διαδικασίας είναι η γλώσσα του αιτούντος δικαιοδοτικού οργάνου. Κατόπιν δεόντως αιτιολογημένης αιτήσεως διαδίκου της κύριας δίκης, και μετά από ακρόαση του αντιδίκου της κύριας δίκης και του γενικού εισαγγελέα, μπορεί να επιτραπεί στην προφορική διαδικασία η χρήση μιας άλλης από τις γλώσσες που αναφέρονται στο άρθρο 44. Η άδεια χρήσεως της άλλης αυτής γλώσσας, εφόσον δοθεί, ισχύει για όλους τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους.»

δ)

Προστίθεται παράγραφος 5. Το κείμενο της παραγράφου αυτής έχει ως εξής:

«5.   Οι αποφάσεις επί των αιτήσεων των παραγράφων 1 και 4 λαμβάνονται από τον πρόεδρο· σε περίπτωση που προτίθεται να κάνει δεκτή την αίτηση χωρίς να συμφωνούν όλοι οι διάδικοι, ο πρόεδρος υποχρεούται να υποβάλει την αίτηση στην κρίση του Γενικού Δικαστηρίου.»

24)

Το άρθρο 46 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 4 συμπληρώνεται ως εξής:

«4.   Κατά παρέκκλιση από τις ανωτέρω διατάξεις, στα κράτη μέλη επιτρέπεται να χρησιμοποιούν την επίσημη γλώσσα τους όταν μετέχουν σε προδικαστική διαδικασία ή όταν παρεμβαίνουν σε διαφορά εκκρεμή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται τόσο στα έγγραφα όσο και στις προφορικές δηλώσεις. Σε κάθε περίπτωση η μετάφραση στη γλώσσα διαδικασίας γίνεται με μέριμνα του γραμματέα.»

β)

Η παράγραφος 5 συμπληρώνεται ως εξής:

«5.   Στα συμβαλλόμενα στη Συμφωνία ΕΟΧ κράτη, εκτός των κρατών μελών, καθώς και στην Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ επιτρέπεται, όταν μετέχουν σε προδικαστική διαδικασία ή όταν παρεμβαίνουν σε διαφορά εκκρεμή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, να χρησιμοποιήσουν μία από τις γλώσσες που αναφέρονται στο άρθρο 44 άλλη από τη γλώσσα διαδικασίας. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται τόσο στα έγγραφα όσο και στις προφορικές δηλώσεις. Σε κάθε περίπτωση η μετάφραση στη γλώσσα διαδικασίας γίνεται με μέριμνα του γραμματέα.»

γ)

Το κείμενο της παραγράφου 6 αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

«6.   Στα τρίτα κράτη που μετέχουν σε διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως σύμφωνα με το άρθρο 23, τέταρτο εδάφιο, του Οργανισμού επιτρέπεται να χρησιμοποιούν μία από τις γλώσσες που αναφέρονται στο άρθρο 44 άλλη από τη γλώσσα διαδικασίας. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται τόσο στα έγγραφα όσο και στις προφορικές δηλώσεις. Σε κάθε περίπτωση η μετάφραση στη γλώσσα διαδικασίας γίνεται με μέριμνα του γραμματέα.»

δ)

Οι νυν ισχύουσες παράγραφοι 6 και 7 αριθμούνται αντιστοίχως ως παράγραφοι 7 και 8.

25)

Το άρθρο 50 τροποποιείται ως εξής:

«Οι διατάξεις του παρόντος τίτλου εφαρμόζονται στις κατά το άρθρο 1 ευθείες προσφυγές, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων των τίτλων 4 και 5 για τις διαδικασίες που διέπονται από τους τίτλους αυτούς.»

26)

Το άρθρο 56α, παράγραφος 4, τροποποιείται ως εξής:

«4.   Αν διαδικαστικό έγγραφο κατατεθεί μέσω e-Curia προτού προσκομισθούν τα αναγκαία δικαιολογητικά έγγραφα για την πιστοποίηση του λογαριασμού προσβάσεως, τα έγγραφα αυτά πρέπει να περιέλθουν στη γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, σε έντυπη μορφή ή με μέσο ηλεκτρονικής διαβιβάσεως που χρησιμοποιείται από το Γενικό Δικαστήριο, εντός δεκαήμερης προθεσμίας από την κατάθεση του εγγράφου. Η προθεσμία αυτή δεν είναι δυνατό να παραταθεί και το άρθρο 60 δεν έχει εφαρμογή. Αν τα δικαιολογητικά έγγραφα δεν παραληφθούν εντός της ταχθείσας προθεσμίας, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει απαράδεκτο το κατατεθέν μέσω e-Curia διαδικαστικό έγγραφο.»

27)

Το άρθρο 57, παράγραφος 1, τροποποιείται ως εξής:

«1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 80, παράγραφος 1, του άρθρου 148, παράγραφος 9, και του άρθρου 178, παράγραφος 2, οι επιδόσεις που προβλέπονται από τον Οργανισμό και από τον παρόντα κανονισμό γίνονται με φροντίδα του γραμματέα μέσω e-Curia.»

28)

Το άρθρο 68, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, τροποποιείται ως εξής:

«Ο πρόεδρος μπορεί, πάντως, κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, να εξαιρέσει ορισμένα στοιχεία της δικογραφίας που επισημάνθηκαν ως εμπιστευτικά.»

29)

Το άρθρο 86, παράγραφος 1, τροποποιείται ως εξής:

«1.   Οσάκις μια πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση αντικαθίσταται ή τροποποιείται από άλλη πράξη έχουσα το ίδιο αντικείμενο, ο προσφεύγων μπορεί, το αργότερο δύο εβδομάδες από την επίδοση της αποφάσεως περί ορισμού της ημερομηνίας της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ή πριν από την επίδοση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της διαφοράς χωρίς διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, να προσαρμόσει την προσφυγή του προκειμένου να ληφθεί υπόψη το νέο αυτό στοιχείο. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί από τον πρόεδρο κατόπιν αιτιολογημένης αιτήσεως του προσφεύγοντος. Το άρθρο 60 δεν έχει εφαρμογή.»

30)

Το άρθρο 87, παράγραφος 2, συμπληρώνεται ως εξής:

«2.   Στην προκαταρκτική έκθεση περιέχεται ανάλυση των κρίσιμων πραγματικών και νομικών ζητημάτων που θέτει η προσφυγή και διατυπώνονται προτάσεις ως προς το αν η υπόθεση απαιτεί μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας ή τη διεξαγωγή αποδείξεων, ως προς το αν χρειάζεται να διεξαχθεί προφορική διαδικασία καθώς και ως προς το αν η υπόθεση πρέπει ενδεχομένως να παραπεμφθεί ενώπιον του τμήματος μείζονος συνθέσεως, ενώπιον του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως ή σε τμήμα συγκείμενο από διαφορετικό αριθμό δικαστών και αν πρέπει ενδεχομένως να υπαχθεί σε μονομελή σχηματισμό.»

31)

Το άρθρο 92, παράγραφος 3, τροποποιείται ως εξής:

«3.   Διεξαγωγή αποδείξεων με το προβλεπόμενο στο άρθρο 91, στοιχείο β΄, αποδεικτικό μέσο μπορεί να διαταχθεί αν:

α)

ο διάδικος τον οποίο αφορά το μέτρο είτε δεν ανταποκρίθηκε σε μέτρο οργανώσεως της διαδικασίας που είχε προηγουμένως ληφθεί προς τον σκοπό αυτόν είτε το ζητεί ρητώς δικαιολογώντας την αναγκαιότητα λήψεως του μέτρου με τη μορφή διατάξεως περί διεξαγωγής αποδείξεων με το συγκεκριμένο μέσο·

β)

η λήψη μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας δεν δικαιολογείται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως.

Η διάταξη περί διεξαγωγής αποδείξεων μπορεί να προβλέπει ότι οι εκπρόσωποι των διαδίκων μπορούν να συμβουλευθούν τις πληροφορίες και τα στοιχεία που θα συγκεντρώσει το Γενικό Δικαστήριο κατόπιν της διατάξεως αυτής μόνον στη γραμματεία, χωρίς να μπορούν να λάβουν αντίγραφα.»

32)

Προστίθεται άρθρο 110α. Το κείμενο του άρθρου αυτού έχει ως εξής:

«Άρθρο 110α

Αναμετάδοση των συνεδριάσεων

1.   Οι συνεδριάσεις του Γενικού Δικαστηρίου μπορούν να αναμεταδίδονται. Η μετάδοση γίνεται απευθείας όταν αφορά τη δημοσίευση αποφάσεων ή την ανάπτυξη προτάσεων και σε μαγνητοσκόπηση όταν αφορά αγορεύσεις των διαδίκων σε υπόθεση που έχει παραπεμφθεί ενώπιον του τμήματος μείζονος συνθέσεως, ενώπιον του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως ή, εφόσον τούτο δικαιολογείται από το ενδιαφέρον της υποθέσεως, ενώπιον πενταμελούς τμήματος ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ενώπιον τριμελούς τμήματος.

2.   Όταν το Γενικό Δικαστήριο προτίθεται να αναμεταδώσει μια επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η γραμματεία ενημερώνει σχετικά τους διαδίκους κατά την κλήτευση στην εν λόγω επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

3.   Αν ένας διάδικος εκτιμά ότι η επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην οποία κλήθηκε δεν πρέπει να αναμεταδοθεί, ενημερώνει σχετικά το συντομότερο δυνατόν το Γενικό Δικαστήριο, εκθέτοντας λεπτομερώς τις περιστάσεις που δικαιολογούν τη μη αναμετάδοση.

4.   Το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται επί του ως άνω αιτήματος το συντομότερο δυνατόν.

5.   Η μαγνητοσκόπηση αναμεταδοθείσας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως παραμένει διαθέσιμη στον διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μέγιστο χρονικό διάστημα ενός μηνός από τη λήξη της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

6.   Αν ένας διάδικος εκτιμά ότι η μαγνητοσκόπηση επ’ ακροατηρίου συζητήσεως στην οποία συμμετείχε πρέπει να αποσυρθεί από τον προαναφερθέντα διαδικτυακό τόπο, ενημερώνει σχετικά το συντομότερο δυνατόν το Γενικό Δικαστήριο, εκθέτοντας τις περιστάσεις που δικαιολογούν την απόσυρση.

7.   Ο πρόεδρος αποφαίνεται επί του ως άνω αιτήματος αμελλητί.

8.   Το Γενικό Δικαστήριο καθορίζει, με απόφαση, τους κανόνες και τους όρους για την πραγματοποίηση της αναμεταδόσεως των συνεδριάσεων. Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

33)

Το άρθρο 112 τροποποιείται ως εξής:

«1.   Όταν σε μια υπόθεση έχει οριστεί γενικός εισαγγελέας και διεξάγεται επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο γενικός εισαγγελέας αναπτύσσει τις προτάσεις του μετά τη λήξη της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, κατά την ημερομηνία την οποία έχει ανακοινώσει.

2.   Αν δεν διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο γενικός εισαγγελέας αναπτύσσει τις προτάσεις του κατά την ημερομηνία την οποία έχει ανακοινώσει.

3.   Όταν ο γενικός εισαγγελέας αναπτύσσει τις προτάσεις του γραπτώς, τις καταθέτει στη γραμματεία, η οποία τις κοινοποιεί στους διαδίκους.

4.   Η ανάπτυξη των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα επιφέρει τη λήξη της προφορικής διαδικασίας.»

34)

Το άρθρο 113 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

«1.   Το Γενικό Δικαστήριο επαναλαμβάνει την προφορική διαδικασία οσάκις συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 23, παράγραφος 3, ή του άρθρου 24, παράγραφος 3.»

·

β)

Η παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, τροποποιείται ως εξής:

«2.   Το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να επαναλάβει την προφορική διαδικασία:»

35)

Το άρθρο 130, παράγραφος 7, τροποποιείται ως εξής:

«7.   Το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται το ταχύτερο δυνατόν επί της αιτήσεως, με διάταξη, ή, αν τούτο δικαιολογείται από ιδιαίτερες περιστάσεις, αποφασίζει να εξετάσει την αίτηση μαζί με την ουσία της υποθέσεως. Παραπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου αν αυτή εμπίπτει στην αρμοδιότητά του.»

36)

Το άρθρο 139 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο β΄ καταργείται·

β)

το στοιχείο γ΄ αριθμείται ως στοιχείο β΄ και τροποποιείται ως εξής:

«β)

σε περίπτωση επανειλημμένης μη τηρήσεως των επιταγών του παρόντος κανονισμού ή των διατάξεων για τη ρύθμιση πρακτικών ζητημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 243, λόγω της οποίας χρειάστηκε να ζητηθεί τακτοποίηση, ο γραμματέας ζητεί την καταβολή των σχετικών εξόδων του Γενικού Δικαστηρίου από τον διάδικο που τα προκάλεσε, σύμφωνα με τον κανονισμό τελών της γραμματείας που προβλέπεται στις εν λόγω διατάξεις για τη ρύθμιση πρακτικών ζητημάτων.»

37)

Το άρθρο 162 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 1 συμπληρώνεται ως εξής:

«1.   Οι αιτήσεις που προβλέπονται στο παρόν κεφάλαιο, πλην εκείνων που υποβάλλονται δυνάμει του άρθρου 170, ανατίθενται στον δικαστικό σχηματισμό που εξέδωσε την απόφαση ή διάταξη την οποία αφορά η αίτηση.»

β)

Η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

«2.   Αν δεν επιτευχθεί η κατά τα άρθρα 23 και 24 απαρτία, η αίτηση ανατίθεται σε άλλον δικαστικό σχηματισμό, συγκείμενο από τον αυτόν αριθμό δικαστών, στον οποίο μετέχει ο εισηγητής δικαστής που είχε αναλάβει την υπόθεση την οποία αφορά η αίτηση ή, σε περίπτωση κωλύματος του εισηγητή δικαστή, σε δικαστικό σχηματισμό, συγκείμενο από τον αυτόν αριθμό δικαστών, στον οποίο μετέχει τουλάχιστον ένας από τους δικαστές του δικαστικού σχηματισμού που εξέδωσε την απόφαση ή διάταξη την οποία αφορά η αίτηση. Αν η απόφαση ή διάταξη εκδόθηκε από μονομελή σχηματισμό του οποίου ο δικαστής κωλύεται, η αίτηση ανατίθεται σε άλλον δικαστή.»

γ)

Προστίθεται παράγραφος 3. Το κείμενο της παραγράφου αυτής έχει ως εξής:

«3.   Οι αιτήσεις που υποβάλλονται δυνάμει του άρθρου 170 ανατίθενται σε τριμελή δικαστικό σχηματισμό στον οποίο μετέχει ο εισηγητής δικαστής που είχε αναλάβει την υπόθεση την οποία αφορά η αίτηση ή, σε περίπτωση κωλύματος του εισηγητή δικαστή, σε τριμελή δικαστικό σχηματισμό στον οποίο μετέχει τουλάχιστον ένας από τους δικαστές του δικαστικού σχηματισμού που εξέδωσε την απόφαση ή διάταξη την οποία αφορά η αίτηση. Αν η απόφαση ή διάταξη εκδόθηκε από μονομελή σχηματισμό, η αίτηση ανατίθεται στον δικαστή του σχηματισμού αυτού και, σε περίπτωση κωλύματός του, η αίτηση ανατίθεται σε άλλον δικαστή.»

38)

Το άρθρο 178 τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

«1.   Ο γραμματέας πληροφορεί για την κατάθεση της προσφυγής το καθού και όλους τους διαδίκους στην ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαδικασία κατά τον προβλεπόμενο στο άρθρο 80, παράγραφος 1, τρόπο. Προβαίνει στην επίδοση του δικογράφου της προσφυγής αφού καθοριστεί η γλώσσα διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 45, παράγραφος 3, και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, στην επίδοση της μεταφράσεως του δικογράφου της προσφυγής στη γλώσσα διαδικασίας.»

β)

Η παράγραφος 2 καταργείται και αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

«2.   Αν η κατά το άρθρο 177, παράγραφος 2, διεύθυνση διαδίκου στη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών ή, αν αυτή δεν έχει παρατεθεί, η διεύθυνση του διαδίκου αυτού που αναγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του τμήματος προσφυγών αντιστοιχεί στη διεύθυνση κατόχου λογαριασμού προσβάσεως στο e-Curia, το δικόγραφο της προσφυγής επιδίδεται μέσω e-Curia. Άλλως, το δικόγραφο της προσφυγής επιδίδεται στη διεύθυνση αυτή με συστημένη ταχυδρομική αποστολή, έναντι αποδείξεως παραλαβής, επικυρωμένου αντιγράφου ή με παράδοση του αντιγράφου αυτού έναντι αποδεικτικού.»

γ)

Η παράγραφος 3 καταργείται.

δ)

Οι παράγραφοι 4 και 5 αριθμούνται αντιστοίχως ως παράγραφοι 3 και 4.

39)

Το άρθρο 191, με τίτλο «Λοιπές εφαρμοστέες διατάξεις», καταργείται.

40)

Ο τίτλος 5, ο οποίος επιγράφεται «Αναιρέσεις κατά των αποφάσεων και διατάξεων του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης», καταργείται και ο νυν τίτλος 6, ο οποίος επιγράφεται «Διαδικασίες κατόπιν αναιρέσεως και αναπομπής», αριθμείται ως τίτλος 5. Τα άρθρα του αριθμούνται εκ νέου ως εξής:

α)

Το νυν άρθρο 215 αριθμείται ως άρθρο 191.

β)

Το νυν άρθρο 216 αριθμείται ως άρθρο 192.

γ)

Το νυν άρθρο 217 αριθμείται ως άρθρο 193.

δ)

Το νυν άρθρο 218 αριθμείται ως άρθρο 194.

ε)

Το νυν άρθρο 219 αριθμείται ως άρθρο 195.

41)

Το νέο άρθρο 192, παράγραφος 2, τροποποιείται ως εξής:

«2.   Οσάκις το Δικαστήριο αναιρεί απόφαση ή διάταξη εκδοθείσα από το τμήμα μείζονος συνθέσεως ή από το τμήμα διευρυμένης συνθέσεως του Γενικού Δικαστηρίου, η υπόθεση ανατίθεται σε δικαστικό σχηματισμό συγκείμενο από τον αυτόν αριθμό δικαστών.»

42)

Στο νέο άρθρο 194, η φράση «του άρθρου 217» αντικαθίσταται από τη φράση «του άρθρου 193».

43)

Μετά τον νέο τίτλο 5 προστίθεται νέος τίτλος 6, ο οποίος επιγράφεται «Αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως». Το κείμενό του έχει ως εξής:

«Κεφάλαιο 1

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 196

Πεδίο εφαρμογής

Η διαδικασία διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος τίτλου στις περιπτώσεις του άρθρου 50β του Οργανισμού.

Άρθρο 197

Εφαρμοστέες διατάξεις

Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος τίτλου, τα άρθρα 52 έως 56, 58, 60 έως 62, 67 και 75 εφαρμόζονται στις προδικαστικές παραπομπές.

Άρθρο 198

Επιδόσεις

1.   Τα διαδικαστικά έγγραφα, τα στοιχεία, καθώς και οι λαμβανόμενες κατά τη διάρκεια της δίκης αποφάσεις, που κατατίθενται στη δικογραφία των υποθέσεων οι οποίες εμπίπτουν στον παρόντα τίτλο επιδίδονται στο αιτούν δικαστήριο και στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους με φροντίδα του γραμματέα.

2.   Οι επιδόσεις αυτές γίνονται μέσω e-Curia, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 56α και 57, αν ο παραλήπτης των επιδόσεων έχει λογαριασμό προσβάσεως στο e-Curia.

3.   Στην περίπτωση που ο παραλήπτης των επιδόσεων δεν έχει λογαριασμό προσβάσεως στο e-Curia, οι επιδόσεις γίνονται είτε με συστημένη ταχυδρομική αποστολή, έναντι αποδείξεως παραλαβής, αντιγράφου του προς επίδοση εγγράφου, είτε με παράδοση του αντιγράφου αυτού έναντι αποδεικτικού, είτε με μέσο ηλεκτρονικής διαβιβάσεως που χρησιμοποιείται από το Γενικό Δικαστήριο, οσάκις ο παραλήπτης δέχεται τη διενέργεια επιδόσεων με τέτοιο μέσο.

Κεφάλαιο 2

ΕΓΓΡΑΦΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Άρθρο 199

Περιεχόμενο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως

Πλην του κειμένου των υποβαλλομένων προδικαστικών ερωτημάτων, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως περιλαμβάνει:

α)

συνοπτική έκθεση του αντικειμένου της διαφοράς, καθώς και των σχετικών διαπιστωθέντων από το αιτούν δικαστήριο πραγματικών περιστατικών ή, τουλάχιστον, έκθεση των πραγματικών στοιχείων στα οποία στηρίζονται τα ερωτήματα·

β)

το περιεχόμενο των δυνητικά εφαρμοστέων εν προκειμένω εθνικών διατάξεων και, ενδεχομένως, τη σχετική εθνική νομολογία·

γ)

έκθεση των λόγων που οδήγησαν το αιτούν δικαστήριο να υποβάλει ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ή το κύρος ορισμένων διατάξεων του δικαίου της Ένωσης, καθώς και της κατά τη γνώμη του σχέσεως μεταξύ των διατάξεων αυτών και της εφαρμοστέας στη διαφορά της κύριας δίκης εθνικής νομοθεσίας.

Άρθρο 200

Ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

Στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημοσιεύεται ανακοίνωση που περιέχει την ημερομηνία της καταθέσεως της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, καθώς και μνεία του αιτούντος δικαστηρίου, των ερωτημάτων που υποβάλλονται και, με την επιφύλαξη του άρθρου 201, του ονοματεπωνύμου των διαδίκων της κύριας δίκης.

Άρθρο 201

Ανωνυμοποίηση και απάλειψη δεδομένων

1.   Αν το αιτούν δικαστήριο έχει προβεί σε ανωνυμοποίηση της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως ή έχει αποφασίσει την απάλειψη δεδομένων φυσικών προσώπων ή οντοτήτων που εμπλέκονται στη διαφορά της κύριας δίκης, είτε είναι διάδικοι είτε τρίτοι ως προς τη δίκη αυτήν, το Γενικό Δικαστήριο διατηρεί την ανωνυμοποίηση ή την απάλειψη αυτή στο πλαίσιο της ενώπιόν του διαδικασίας.

2.   Κατόπιν αιτήματος του αιτούντος δικαστηρίου, διαδίκου της κύριας δίκης ή και αυτεπαγγέλτως, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί επίσης να προβεί σε ανωνυμοποίηση της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως ή να αποφασίσει να απαλείψει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ενός ή περισσοτέρων φυσικών προσώπων που εμπλέκονται στη διαφορά της κύριας δίκης, είτε είναι διάδικοι είτε τρίτοι ως προς τη δίκη αυτήν.

Άρθρο 202

Συμμετοχή στη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως

1.   Κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού, δικαίωμα καταθέσεως υπομνημάτων ή γραπτών παρατηρήσεων έχουν:

α)

οι διάδικοι της κύριας δίκης,

β)

τα κράτη μέλη,

γ)

η Ευρωπαϊκή Επιτροπή,

δ)

το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, εφόσον κρίνουν ότι έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τα ζητήματα που εγείρει η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως,

ε)

το όργανο που έχει εκδώσει την πράξη της οποίας το κύρος ή η ερμηνεία αμφισβητείται,

στ)

τα συμβαλλόμενα στη Συμφωνία ΕΟΧ κράτη, πέραν των κρατών μελών, καθώς και η Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ, οσάκις το προδικαστικό ερώτημα σχετίζεται με έναν από τους τομείς εφαρμογής της Συμφωνίας,

ζ)

τα συμβαλλόμενα σε συμφωνία που έχει συναφθεί από το Συμβούλιο και αφορά συγκεκριμένο τομέα τρίτα κράτη, οσάκις η σχετική ευχέρεια προβλέπεται από τη συμφωνία και το υποβαλλόμενο από δικαστήριο κράτους μέλους προδικαστικό ερώτημα εμπίπτει στον τομέα εφαρμογής της συμφωνίας.

2.   Η μη συμμετοχή στην έγγραφη διαδικασία δεν αποκλείει τη συμμετοχή στην προφορική διαδικασία.

3.   Τα υπομνήματα ή οι γραπτές παρατηρήσεις που έχουν κατατεθεί δυνάμει του παρόντος άρθρου δημοσιεύονται στον διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά την περάτωση της προδικαστικής διαδικασίας, εκτός αν ένας από τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους εναντιωθεί στη δημοσίευση του υπομνήματος ή των παρατηρήσεών του. Η εναντίωση αυτή, η οποία δεν απαιτείται να είναι αιτιολογημένη και δεν υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου, πρέπει να κοινοποιείται στη γραμματεία, με χωριστό δικόγραφο, το αργότερο τρεις μήνες μετά την ενημέρωση ότι ο πρώτος γενικός εισαγγελέας δεν υπέβαλε καμία πρόταση επανεξετάσεως ή μετά την επίδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου να μην επανεξετάσει την απόφαση ή διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου ή μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως περί επανεξετάσεως. Στην περίπτωση αυτή, γίνεται μνεία της εναντιώσεως στον προαναφερθέντα διαδικτυακό τόπο, το δε συγκεκριμένο υπόμνημα ή οι συγκεκριμένες παρατηρήσεις δεν δημοσιεύονται, ούτε εν μέρει. Αν ο ενδιαφερόμενος άρει εκ των υστέρων την εναντίωσή του στη δημοσίευση του υπομνήματος ή των παρατηρήσεών του, το υπόμνημα ή οι παρατηρήσεις δημοσιεύονται στον διαδικτυακό τόπο μόλις αρθεί η εναντίωση. Αν η εναντίωση κοινοποιηθεί στη γραμματεία μετά τη λήξη της προαναφερθείσας προθεσμίας, το δημοσιευθέν υπόμνημα ή οι δημοσιευθείσες παρατηρήσεις αποσύρονται από τον διαδικτυακό τόπο.

Άρθρο 203

Διάδικοι της κύριας δίκης

1.   Οι διάδικοι της κύριας δίκης είναι αυτοί τους οποίους καθορίζει το αιτούν δικαστήριο σύμφωνα με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες.

2.   Σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο ενημερώσει το Γενικό Δικαστήριο ότι, εκκρεμούσας της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, νέος διάδικος έγινε δεκτός στη διαφορά της κύριας δίκης, ο διάδικος αυτός αποδέχεται τη διαδικασία στο στάδιο που βρίσκεται κατά τον χρόνο αυτής της ενημερώσεως. Στον διάδικο αυτόν ανακοινώνονται όλα τα έγγραφα της διαδικασίας που έχουν επιδοθεί στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους.

3.   Όσον αφορά την εκπροσώπηση και εμφάνιση των διαδίκων της κύριας δίκης, το Γενικό Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Σε περίπτωση αμφιβολιών ως προς τη δυνατότητα, κατά το εθνικό δίκαιο, ορισμένου προσώπου να εκπροσωπήσει διάδικο της κύριας δίκης ή του διαδίκου της κύριας δίκης να παραστεί χωρίς εκπρόσωπο, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από το αιτούν δικαστήριο πληροφορίες περί των εφαρμοστέων δικονομικών κανόνων. Όταν, δυνάμει των εφαρμοστέων εθνικών δικονομικών κανόνων, οι διάδικοι της κύριας δίκης έχουν δικαίωμα παραστάσεως ενώπιον δικαστηρίου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο ή εκπροσωπούνται από πρόσωπο που έχει δικαίωμα προς τούτο, εφαρμόζονται οι κανόνες του τίτλου 3, κεφάλαιο 1, τμήμα 2.

Άρθρο 204

Μετάφραση και επίδοση της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως

1.   Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία διαβιβάζει το Δικαστήριο στο Γενικό Δικαστήριο επιδίδεται στα κράτη μέλη στη γλώσσα που διατυπώθηκε και συνοδεύεται από μετάφραση στην επίσημη γλώσσα του κράτους προς το οποίο επιδίδεται. Η μετάφραση αυτή αντικαθίσταται, αν η αντικατάσταση ενδείκνυται λόγω του μακροσκελούς της αιτήσεως, από μετάφραση της συνόψεως της εν λόγω αιτήσεως στην επίσημη γλώσσα του κράτους προς το οποίο επιδίδεται, η δε σύνοψη αυτή αποτελεί τη βάση για τη διατύπωση των παρατηρήσεων του εν λόγω κράτους. Στη σύνοψη παρατίθεται το πλήρες κείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων. Στη σύνοψη αυτήν περιλαμβάνονται ιδίως, στο μέτρο που τα στοιχεία αυτά παρατίθενται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, τα κύρια επιχειρήματα των διαδίκων της κύριας δίκης, σύντομη παρουσίαση της αιτιολογίας της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, καθώς και η νομολογία και οι διατάξεις του εθνικού δικαίου και του δικαίου της Ένωσης των οποίων γίνεται επίκληση.

2.   Στις περιπτώσεις του τρίτου εδαφίου του άρθρου 23 του Οργανισμού, οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως επιδίδονται πέραν των κρατών μελών και στα συμβαλλόμενα στη Συμφωνία ΕΟΧ κράτη, καθώς και στην Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ, στη γλώσσα στην οποία διατυπώθηκαν αρχικώς, συνοδεύονται δε από μετάφραση της αιτήσεως, ή ενδεχομένως από μετάφραση συνόψεώς της, σε μία από τις αναφερόμενες στο άρθρο 44 γλώσσες, η οποία επιλέγεται από αυτόν προς τον οποίο γίνεται η επίδοση.

3.   Όταν τρίτο κράτος δικαιούται να μετάσχει σε διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 23 του Οργανισμού, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του επιδίδεται στη γλώσσα στην οποία διατυπώθηκε αρχικώς, συνοδευόμενη από μετάφραση της αιτήσεως, ή ενδεχομένως από μετάφραση συνόψεώς της, σε μία από τις γλώσσες που αναφέρει το άρθρο 44, την οποία επιλέγει το τρίτο αυτό κράτος.

Άρθρο 205

Κατάθεση των διαδικαστικών εγγράφων

1.   Τα διαδικαστικά έγγραφα που προβλέπει ο παρών τίτλος μπορούν να κατατίθενται στη γραμματεία μέσω e-Curia κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 56α και 72, αν ο συντάκτης τους έχει λογαριασμό προσβάσεως στο e-Curia.

2.   Στην περίπτωση που ο συντάκτης του διαδικαστικού εγγράφου δεν έχει λογαριασμό προσβάσεως στο e-Curia, το διαδικαστικό έγγραφο, συνοδευόμενο από όλα τα συνημμένα που αναφέρει και από κατάλογο των συνημμένων αυτών, κατατίθεται στη γραμματεία σε έντυπη μορφή. Το πρωτότυπο του εν λόγω διαδικαστικού εγγράφου πρέπει να φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκπροσώπου του κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένου που το καταθέτει ή, εφόσον τούτο επιτρέπεται από τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται επί της διαφοράς, του διαδίκου της κύριας δίκης.

3.   Τα διαδικαστικά έγγραφα χρονολογούνται. Για τον υπολογισμό των δικονομικών προθεσμιών λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικά και μόνον η ημερομηνία και ώρα καταθέσεως του πρωτοτύπου στη γραμματεία.

4.   Κατά παρέκκλιση από τη δεύτερη περίοδο της παραγράφου 3, για τον έλεγχο της τηρήσεως των δικονομικών προθεσμιών λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία και ώρα κατά την οποία το αντίγραφο του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου ενός διαδικαστικού εγγράφου, περιλαμβανομένου και του καταλόγου των συνημμένων που αναφέρεται στην παράγραφο 2, περιέρχεται στη γραμματεία με μέσο ηλεκτρονικής διαβιβάσεως που χρησιμοποιείται από το Γενικό Δικαστήριο, υπό τον όρον ότι το υπογεγραμμένο πρωτότυπο του εγγράφου, συνοδευόμενο από τα συνημμένα, θα κατατεθεί στη γραμματεία το αργότερο δέκα ημέρες μετά την εν λόγω ημερομηνία. Το άρθρο 60 δεν έχει εφαρμογή στην εν λόγω δεκαήμερη προθεσμία.

5.   Τα όργανα προσκομίζουν επίσης, εντός των προθεσμιών που τάσσει το Γενικό Δικαστήριο, μεταφράσεις κάθε διαδικαστικού εγγράφου στις άλλες γλώσσες που αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού 1 του Συμβουλίου.

Κεφάλαιο 3

ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Άρθρο 206

Προκαταρκτική έκθεση

1.   Μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, ο πρόεδρος καθορίζει την ημερομηνία κατά την οποία ο εισηγητής δικαστής υποβάλλει στο Γενικό Δικαστήριο την προκαταρκτική έκθεση.

2.   Στην προκαταρκτική έκθεση περιέχεται ανάλυση των κρίσιμων ζητημάτων που θέτει η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και διατυπώνονται προτάσεις ως προς την ενδεχόμενη παραπομπή της υποθέσεως στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 256, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ως προς το αν η υπόθεση απαιτεί μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, τη διεξαγωγή αποδείξεων ή αίτηση παροχής διευκρινίσεων προς το αιτούν δικαστήριο, καθώς και ως προς το αν η υπόθεση πρέπει ενδεχομένως να παραπεμφθεί ενώπιον του τμήματος μείζονος συνθέσεως, ενώπιον του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως ή σε δικαστικό σχηματισμό συγκείμενο από διαφορετικό αριθμό δικαστών. Στην έκθεση διατυπώνεται επίσης η πρόταση του εισηγητή δικαστή ως προς ενδεχόμενη παράλειψη των αγορεύσεων των διαδίκων καθώς και ως προς ενδεχόμενη παράλειψη των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 20, πέμπτο εδάφιο, του Οργανισμού.

3.   Το Γενικό Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, αποφασίζει επί των προτάσεων του εισηγητή δικαστή και, ενδεχομένως, την έναρξη της προφορικής διαδικασίας.

Κεφάλαιο 4

ΜΕΤΡΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΛΑΒΕΙ ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

Άρθρο 207

Περιπτώσεις παραπομπής στο Δικαστήριο

1.   Αν αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κατατεθεί απευθείας στο Γενικό Δικαστήριο, κατά παράβαση του άρθρου 50β, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού, ο γραμματέας του Γενικού Δικαστηρίου τη διαβιβάζει αμελλητί στον γραμματέα του Δικαστηρίου.

2.   Οι αποφάσεις περί παραπομπής που προβλέπονται στο άρθρο 54, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού λαμβάνονται από το Γενικό Δικαστήριο, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακουστεί ο γενικός εισαγγελέας, με αιτιολογημένη διάταξη που δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο.

3.   Το τμήμα στο οποίο έχει ανατεθεί η υπόθεση μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να προτείνει στη διοικητική ολομέλεια την προβλεπόμενη στο άρθρο 256, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ παραπομπή. Την απόφαση περί παραπομπής λαμβάνει η διοικητική ολομέλεια.

4.   Ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου μπορούν επίσης, αφού ακούσουν τον γενικό εισαγγελέα, να προτείνουν στη διοικητική ολομέλεια την κατά την προηγούμενη παράγραφο παραπομπή έως την περάτωση της προφορικής διαδικασίας και, αν έχουν αναπτυχθεί προτάσεις, το αργότερο μία εβδομάδα μετά την ανάπτυξή τους ή πριν από την απόφαση να κριθεί η υπόθεση χωρίς διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας. Την απόφαση περί παραπομπής λαμβάνει η διοικητική ολομέλεια.

Άρθρο 208

Συνεκδίκαση

1.   Πλείονες προδικαστικές υποθέσεις με το ίδιο αντικείμενο μπορούν οποτεδήποτε να ενωθούν λόγω συνάφειας προς τον σκοπό, εναλλακτικώς ή σωρευτικώς, της διευκολύνσεως της έγγραφης ή της προφορικής διαδικασίας ή της εκδόσεως κοινής αποφάσεως ή διατάξεως που περατώνει τη δίκη.

2.   Τη συνεκδίκαση αποφασίζει ο πρόεδρος, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα.

3.   Ενωθείσες υποθέσεις μπορούν να χωριστούν εκ νέου κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2.

4.   Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, συνοδευόμενη από τις μεταφράσεις της ή από τις μεταφράσεις της συνόψεως της αιτήσεως, καθώς και οι παρατηρήσεις των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένων επιδίδονται στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους της συνεκδικαζομένης υποθέσεως, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 198.

Άρθρο 209

Αναστολή και επανάληψη της διαδικασίας

1.   Η διαδικασία μπορεί να ανασταλεί:

α)

στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 54, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού, με διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου, αφού ακουστεί ο γενικός εισαγγελέας·

β)

σε κάθε άλλη περίπτωση, όταν αυτό επιβάλλεται για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, με απόφαση του προέδρου, αφού ακουστεί ο γενικός εισαγγελέας.

2.   Η επανάληψη της διαδικασίας διατάσσεται ή αποφασίζεται κατά τον ίδιο τρόπο.

3.   Η αναστολή της διαδικασίας ισχύει από την ημερομηνία που αναφέρεται στη διάταξη ή την απόφαση περί αναστολής ή, ελλείψει σχετικής ενδείξεως, από την ημερομηνία εκδόσεως της διατάξεως ή της αποφάσεως.

4.   Κατά τη διάρκεια της αναστολής, ουδεμία δικονομική προθεσμία εκπνέει έναντι των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένων.

5.   Αν στη διάταξη ή στην απόφαση περί αναστολής δεν έχει οριστεί ημερομηνία λήξεως της αναστολής, η αναστολή λήγει την ημερομηνία που αναφέρεται στη διάταξη ή την απόφαση περί επαναλήψεως της διαδικασίας ή, ελλείψει σχετικής ενδείξεως, την ημερομηνία εκδόσεως της διατάξεως ή της αποφάσεως περί επαναλήψεως της διαδικασίας.

6.   Από την ημερομηνία επαναλήψεως της διαδικασίας κατόπιν αναστολής, οι διακοπείσες δικονομικές προθεσμίες αντικαθίστανται από νέες προθεσμίες οι οποίες αρχίζουν να τρέχουν από την ημερομηνία της επαναλήψεως αυτής.

Άρθρο 210

Μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας

1.   Πλην των μέτρων που μπορούν να ληφθούν σύμφωνα με το άρθρο 24 του Οργανισμού, μπορεί να ζητηθεί από τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους να απαντήσουν σε ορισμένες ερωτήσεις γραπτώς ή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Σε περίπτωση διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, το Γενικό Δικαστήριο καλεί, κατά το μέτρο του δυνατού, τους μετέχοντες στη συζήτηση αυτή να επικεντρώσουν τις αγορεύσεις τους σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα ζητήματα.

2.   Το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει τα κατά την παράγραφο 1 μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, αφού ακουστεί ο γενικός εισαγγελέας.

3.   Ο εισηγητής δικαστής ή ο γενικός εισαγγελέας μπορούν να ζητήσουν από τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους να υποβάλουν, εντός οριζόμενης προθεσμίας, όλα τα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά, καθώς και όλα τα κατά την κρίση τους σχετικά έγγραφα ή στοιχεία. Μπορούν επίσης να τους αποστείλουν ερωτήσεις στις οποίες καλούνται να απαντήσουν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

Άρθρο 211

Αποδεικτικά μέσα

1.   Το Γενικό Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί να αποφασίζει τη διεξαγωγή αποδείξεων με τα αποδεικτικά μέσα που προβλέπονται στο άρθρο 91, στοιχεία α΄, β΄, δ΄, ε΄ και στ΄, σύμφωνα με τη διαδικασία και τους κανόνες συμμετοχής που προβλέπονται στο άρθρο 92, παράγραφοι 1, 4, 5 και 6, και προβαίνει στη διεξαγωγή των αποδείξεων κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 93 έως 102.

2.   Οι κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενοι μπορούν να παρίστανται κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων και συμμετέχουν σε αυτή σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται για τους διαδίκους στις διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 212

Αίτηση παροχής διευκρινίσεων

Υπό την επιφύλαξη των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας και των αποδεικτικών μέσων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να ζητήσει από το αιτούν δικαστήριο να του παράσχει διευκρινίσεις εντός της προθεσμίας που τάσσει.

Κεφάλαιο 5

ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Άρθρο 213

Επ’ ακροατηρίου συζήτηση

1.   Οι τυχόν υποβαλλόμενες αιτιολογημένες αιτήσεις για διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως κατατίθενται εντός τριών εβδομάδων από την επίδοση, στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους, του εγγράφου με το οποίο γνωστοποιείται η περάτωση της έγγραφης διαδικασίας. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί από τον πρόεδρο.

2.   Το Γενικό Δικαστήριο, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί να αποφασίσει να μη διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αν φρονεί, βάσει των υπομνημάτων ή παρατηρήσεων που κατατέθηκαν κατά την έγγραφη διαδικασία, ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί ώστε να αποφανθεί επί της υποθέσεως.

3.   Η κατά την προηγούμενη παράγραφο δυνατότητα δεν ισχύει όταν η διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως έχει ζητηθεί, με αιτιολογημένη αίτηση, από κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενο ο οποίος δεν μετέσχε στην έγγραφη διαδικασία.

Άρθρο 214

Κοινή επ’ ακροατηρίου συζήτηση

Εφόσον οι ομοιότητες μεταξύ πλειόνων προδικαστικών υποθέσεων το επιτρέπουν, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την οργάνωση κοινής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως για τις υποθέσεις αυτές.

Άρθρο 215

Ημερομηνία της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως

1.   Αν το Γενικό Δικαστήριο αποφασίσει τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, ο πρόεδρος ορίζει την ημερομηνία της.

2.   Σε εξαιρετικές περιστάσεις, ο πρόεδρος μπορεί να μεταθέσει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτιολογημένης αιτήσεως ενός από τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους, την ημερομηνία της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

Άρθρο 216

Συμμετοχή σε επ’ ακροατηρίου συζήτηση μέσω τηλεδιασκέψεως

1.   Όταν εκπρόσωπος ενός από τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους ή διάδικος της κύριας δίκης που έχει δικαίωμα παραστάσεως ενώπιον δικαστηρίου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο κωλύεται να συμμετάσχει διά ζώσης στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση για υγειονομικούς λόγους, λόγους ασφαλείας ή άλλους σοβαρούς λόγους, μπορεί να επιτραπεί η συμμετοχή του μέσω τηλεδιασκέψεως.

2.   Η αίτηση συμμετοχής στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση μέσω τηλεδιασκέψεως υποβάλλεται με χωριστό δικόγραφο, μόλις γίνει γνωστός ο λόγος του κωλύματος, και προσδιορίζει με σαφήνεια τη φύση του κωλύματος αυτού.

3.   Ο πρόεδρος αποφαίνεται επί της αιτήσεως το συντομότερο δυνατόν.

4.   Σε περίπτωση αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου για διεξαγωγή της συζητήσεως κεκλεισμένων των θυρών, δυνάμει του άρθρου 217, αποκλείεται η χρήση τηλεδιασκέψεως.

5.   Οι τεχνικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για τη συμμετοχή στις επ’ ακροατηρίου συζητήσεις μέσω τηλεδιασκέψεως καθορίζονται με τις διατάξεις για τη ρύθμιση πρακτικών ζητημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 243.

Άρθρο 217

Συζήτηση κεκλεισμένων των θυρών

1.   Για σοβαρούς λόγους, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη διεξαγωγή της συζητήσεως κεκλεισμένων των θυρών.

2.   Η απόφαση για διεξαγωγή της συζητήσεως κεκλεισμένων των θυρών συνεπάγεται απαγόρευση της δημοσιεύσεως των συζητήσεων.

Άρθρο 218

Διεξαγωγή της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως

1.   Ο πρόεδρος κηρύσσει την έναρξη των συζητήσεων, τις διευθύνει και φροντίζει για την ευταξία στο ακροατήριο.

2.   Τα μέλη του δικαστικού σχηματισμού καθώς και ο γενικός εισαγγελέας μπορούν κατά τη διάρκεια της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως να θέτουν ερωτήσεις στους εκπροσώπους των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένων και, υπό τις περιστάσεις του άρθρου 203, παράγραφος 3, του παρόντος κανονισμού, στους διαδίκους της κύριας δίκης.

Άρθρο 219

Αναμετάδοση των συνεδριάσεων

1.   Οι συνεδριάσεις του Γενικού Δικαστηρίου μπορούν να αναμεταδίδονται. Η μετάδοση γίνεται απευθείας όταν αφορά τη δημοσίευση αποφάσεων ή την ανάπτυξη προτάσεων και σε μαγνητοσκόπηση όταν αφορά αγορεύσεις των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένων σε υπόθεση που έχει παραπεμφθεί ενώπιον του τμήματος μείζονος συνθέσεως, ενώπιον του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον τούτο δικαιολογείται από το ενδιαφέρον της υποθέσεως, ενώπιον πενταμελούς τμήματος.

2.   Όταν το Γενικό Δικαστήριο προτίθεται να αναμεταδώσει μια επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η γραμματεία ενημερώνει σχετικά τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους κατά την κλήτευση στην εν λόγω επ’ ακροατηρίου συζήτηση.

3.   Αν ένας κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενος εκτιμά ότι η επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην οποία κλήθηκε δεν πρέπει να αναμεταδοθεί, ενημερώνει σχετικά το συντομότερο δυνατόν το Γενικό Δικαστήριο, εκθέτοντας λεπτομερώς τις περιστάσεις που δικαιολογούν τη μη αναμετάδοση.

4.   Το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται επί του ως άνω αιτήματος το συντομότερο δυνατόν, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα.

5.   Η μαγνητοσκόπηση αναμεταδοθείσας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως παραμένει διαθέσιμη στον διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μέγιστο χρονικό διάστημα ενός μηνός από τη λήξη της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

6.   Αν ένας κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενος εκτιμά ότι η μαγνητοσκόπηση επ’ ακροατηρίου συζητήσεως στην οποία συμμετείχε πρέπει να αποσυρθεί από τον προαναφερθέντα διαδικτυακό τόπο, ενημερώνει σχετικά το συντομότερο δυνατόν το Γενικό Δικαστήριο, εκθέτοντας τις περιστάσεις που δικαιολογούν την απόσυρση.

7.   Ο πρόεδρος αποφαίνεται επί του ως άνω αιτήματος αμελλητί, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα.

8.   Το Γενικό Δικαστήριο καθορίζει, με απόφαση, τους κανόνες και τους όρους για την πραγματοποίηση της αναμεταδόσεως των συνεδριάσεων. Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 220

Λήξη της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως

Μετά την αγόρευση των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένων, ο πρόεδρος κηρύσσει τη λήξη της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως.

Άρθρο 221

Ανάπτυξη των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα

1.   Εφόσον διεξάγεται επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο γενικός εισαγγελέας αναπτύσσει τις προτάσεις του μετά τη λήξη της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, κατά την ημερομηνία την οποία έχει ανακοινώσει.

2.   Αν δεν διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο γενικός εισαγγελέας αναπτύσσει τις προτάσεις του κατά την ημερομηνία την οποία έχει ανακοινώσει.

3.   Η ανάπτυξη των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα επιφέρει τη λήξη της προφορικής διαδικασίας.

Άρθρο 222

Διεξαγωγή της προφορικής διαδικασίας ή επανάληψή της

Το Γενικό Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να διατάξει τη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας ή την επανάληψή της, ιδίως αν κρίνει ότι δεν έχει διαφωτιστεί επαρκώς ή όταν ένας κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενος, μετά τη λήξη της διαδικασίας αυτής, επικαλείται νέο πραγματικό περιστατικό δυνάμενο να ασκήσει αποφασιστική επιρροή επί της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, ή ακόμα όταν, προς επίλυση της διαφοράς, το Γενικό Δικαστήριο χρειάζεται να στηριχθεί σε επιχείρημα επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένων.

Άρθρο 223

Πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως

1.   Ο γραμματέας τηρεί τα πρακτικά κάθε συζητήσεως. Τα πρακτικά αυτά υπογράφονται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα. Τα πρακτικά αποτελούν δημόσιο έγγραφο.

2.   Οι κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενοι μπορούν να λαμβάνουν γνώση στη γραμματεία όλων των πρακτικών και να παίρνουν αντίγραφα.

Άρθρο 224

Ηχητική εγγραφή της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως

Ο πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί, κατόπιν δεόντως αιτιολογημένης αιτήσεως, να επιτρέψει σε κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενο ο οποίος μετέσχε στην έγγραφη ή την προφορική διαδικασία να ακούσει, σε χώρο του Γενικού Δικαστηρίου, την ηχητική εγγραφή της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως στη γλώσσα που χρησιμοποίησαν οι ομιλητές κατά τη συζήτηση αυτήν.

Κεφάλαιο 6

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 225

Πρόδηλη αναρμοδιότητα ή προδήλως απαράδεκτο

Όταν το Γενικό Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί της υποθέσεως ή όταν μια αίτηση είναι προδήλως απαράδεκτη, το Γενικό Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί οποτεδήποτε να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.

Άρθρο 226

Απάντηση με αιτιολογημένη διάταξη

Όταν ερώτημα που υποβάλλεται με αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι ταυτόσημο με ερώτημα επί του οποίου το Δικαστήριο ή το Γενικό Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί, όταν η απάντηση σε τέτοιο ερώτημα μπορεί να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία ή όταν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απάντηση που προσήκει στο υποβληθέν με αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ερώτημα, το Γενικό Δικαστήριο, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί οποτεδήποτε να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.

Άρθρο 227

Διατήρηση της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως

1.   Ενόσω το αιτούν δικαστήριο δεν έχει ανακαλέσει την υποβληθείσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί επ’ αυτής. Η ανάκληση αιτήσεως μπορεί να ληφθεί υπόψη έως την επίδοση με την οποία γνωστοποιείται η ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους.

2.   Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί, οποτεδήποτε και με την επιφύλαξη του άρθρου 207, να διαπιστώσει ότι δεν συντρέχουν πλέον οι προϋποθέσεις αρμοδιότητάς του.

Άρθρο 228

Έξοδα της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως

Αρμόδιο να αποφασίζει επί των εξόδων της διαδικασίας προδικαστικής αποφάσεως είναι το αιτούν δικαστήριο.

Άρθρο 229

Ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως

Οι κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενοι ενημερώνονται για την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως.

Άρθρο 230

Περιεχόμενο της αποφάσεως

Η απόφαση περιέχει:

α)

μνεία ότι εκδίδεται από το Γενικό Δικαστήριο·

β)

μνεία του δικαστικού σχηματισμού·

γ)

την ημερομηνία δημοσιεύσεώς της·

δ)

τα ονόματα του προέδρου και των δικαστών που μετέσχαν στη διάσκεψη, με μνεία του εισηγητή δικαστή·

ε)

το όνομα του γενικού εισαγγελέα·

στ)

το όνομα του γραμματέα·

ζ)

τον προσδιορισμό των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένων που μετέσχαν στη δίκη·

η)

τα ονόματα των εκπροσώπων τους·

θ)

εφόσον συντρέχει περίπτωση, την ημερομηνία της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως·

ι)

μνεία ότι το Γενικό Δικαστήριο άκουσε τον γενικό εισαγγελέα και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, της ημερομηνίας των προτάσεών του·

ια)

συνοπτική έκθεση των πραγματικών περιστατικών·

ιβ)

το σκεπτικό·

ιγ)

το διατακτικό.

Άρθρο 231

Δημοσίευση και επίδοση της αποφάσεως

1.   Η απόφαση δημοσιεύεται σε δημόσια συνεδρίαση.

2.   Το πρωτότυπο της αποφάσεως, υπογεγραμμένο από τον πρόεδρο, τους δικαστές που μετέσχαν στη διάσκεψη και τον γραμματέα, σφραγίζεται και κατατίθεται στη γραμματεία. Στο αιτούν δικαστήριο, στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους και στο Δικαστήριο επιδίδεται αντίγραφο της αποφάσεως.

Άρθρο 232

Περιεχόμενο της διατάξεως

1.   Η διάταξη περιέχει:

α)

μνεία ότι εκδίδεται, αναλόγως της περιπτώσεως, από το Γενικό Δικαστήριο ή από τον πρόεδρο·

β)

εφόσον συντρέχει περίπτωση, μνεία του δικαστικού σχηματισμού·

γ)

την ημερομηνία εκδόσεώς της·

δ)

μνεία της νομικής βάσεώς της·

ε)

τα ονόματα του προέδρου και, αναλόγως της περιπτώσεως, των δικαστών που μετέσχαν στη διάσκεψη, με μνεία του εισηγητή δικαστή·

στ)

το όνομα του γενικού εισαγγελέα·

ζ)

το όνομα του γραμματέα·

η)

τον προσδιορισμό των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένων που μετέσχαν στη δίκη·

θ)

τα ονόματα των εκπροσώπων τους·

ι)

μνεία ότι ακούστηκε ο γενικός εισαγγελέας·

ια)

το διατακτικό.

2.   Όταν ο παρών κανονισμός προβλέπει ότι η διάταξη πρέπει να είναι αιτιολογημένη, αυτή περιέχει επιπλέον:

α)

συνοπτική έκθεση των πραγματικών περιστατικών·

β)

το σκεπτικό.

Άρθρο 233

Υπογραφή και επίδοση της διατάξεως

Το πρωτότυπο της διατάξεως, υπογεγραμμένο από τον πρόεδρο και τον γραμματέα, σφραγίζεται και κατατίθεται στη γραμματεία. Στο αιτούν δικαστήριο, στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους και στο Δικαστήριο επιδίδεται αντίγραφο της διατάξεως.

Άρθρο 234

Αποτελέσματα των αποφάσεων και διατάξεων

Οι αποφάσεις και οι διατάξεις παράγουν αποτελέσματα υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 62β, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού.

Άρθρο 235

Διόρθωση των αποφάσεων και διατάξεων

1.   Το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να διορθώσει γραφικά ή λογιστικά λάθη ή προφανείς ανακρίβειες αποφάσεως ή διατάξεως, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως ενδιαφερομένου κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού, εφόσον η αίτηση αυτή υποβληθεί εντός δύο εβδομάδων από τη δημοσίευση της αποφάσεως ή την επίδοση της διατάξεως.

2.   Το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα.

3.   Το πρωτότυπο της διατάξεως περί διορθώσεως επισυνάπτεται στο πρωτότυπο της αποφάσεως ή διατάξεως που διορθώνεται. Σημείωση της διατάξεως αυτής γίνεται στο περιθώριο του πρωτοτύπου της αποφάσεως ή διατάξεως που διορθώνεται.

Άρθρο 236

Ερμηνεία των προδικαστικών αποφάσεων και διατάξεων

1.   Το άρθρο 168 του παρόντος κανονισμού, σχετικά με την ερμηνεία των αποφάσεων και διατάξεων, δεν έχει εφαρμογή στις αποφάσεις και διατάξεις που εκδίδονται επί αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως.

2.   Στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να εκτιμήσουν αν θεωρούν ότι έχουν επαρκώς διαφωτιστεί από την προδικαστική απόφαση ή αν κρίνουν αναγκαίο να υποβάλουν εκ νέου αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

Κεφάλαιο 7

ΤΑΧΕΙΑ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Άρθρο 237

Ταχεία διαδικασία

1.   Κατόπιν αιτήματος του αιτούντος δικαστηρίου ή, σε εξαιρετική περίπτωση, αυτεπαγγέλτως, ο πρόεδρος μπορεί, όταν η φύση της υποθέσεως απαιτεί να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο το συντομότερο δυνατόν, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να αποφασίσει την υπαγωγή της προδικαστικής παραπομπής σε ταχεία διαδικασία κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

2.   Στην περίπτωση αυτή, ο πρόεδρος ορίζει αμέσως την ημερομηνία της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, η οποία γνωστοποιείται στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους κατά την επίδοση της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως.

3.   Οι κατά την προηγούμενη παράγραφο ενδιαφερόμενοι μπορούν να καταθέσουν υπομνήματα ή γραπτές παρατηρήσεις, εντός προθεσμίας που τάσσει ο πρόεδρος και η οποία δεν μπορεί να είναι βραχύτερη των δεκαπέντε ημερών. Ο πρόεδρος μπορεί να ζητήσει από τους εν λόγω ενδιαφερομένους να περιορίσουν τα υπομνήματα ή τις γραπτές παρατηρήσεις τους στα κύρια νομικά ζητήματα που εγείρει η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως.

4.   Τα τυχόν υπομνήματα ή οι γραπτές παρατηρήσεις κοινοποιούνται πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση σε όλους τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους.

5.   Το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα.

Άρθρο 238

Διαβίβαση των διαδικαστικών εγγράφων

1.   Τα διαδικαστικά έγγραφα που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο θεωρούνται ότι έχουν κατατεθεί με τη διαβίβαση στη γραμματεία, μέσω e-Curia ή με μέσο ηλεκτρονικής διαβιβάσεως που χρησιμοποιείται από το Γενικό Δικαστήριο, αντιγράφου του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου και των λοιπών εγγράφων των οποίων γίνεται επίκληση, μαζί με τον κατάλογο περί του οποίου γίνεται λόγος στο άρθρο 205, παράγραφος 2. Το πρωτότυπο του δικογράφου και τα παραρτήματα που μνημονεύονται ανωτέρω διαβιβάζονται στη γραμματεία αμελλητί, αν τα αντίγραφά τους διαβιβάστηκαν με μέσο ηλεκτρονικής διαβιβάσεως που χρησιμοποιείται από το Γενικό Δικαστήριο.

2.   Οι επιδόσεις και οι κοινοποιήσεις που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο μπορούν να πραγματοποιούνται με διαβίβαση αντιγράφου του οικείου εγγράφου μέσω e-Curia ή με μέσο ηλεκτρονικής διαβιβάσεως που χρησιμοποιείται από το Γενικό Δικαστήριο.

Κεφάλαιο 8

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΡΩΓΗ

Άρθρο 239

Αίτηση δικαστικής αρωγής

1.   Αν διάδικος της κύριας δίκης βρίσκεται σε αδυναμία να αντιμετωπίσει το σύνολο ή μέρος των εξόδων της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δίκης, μπορεί οποτεδήποτε να ζητήσει τη χορήγηση δικαστικής αρωγής.

2.   Η αίτηση δικαστικής αρωγής συνοδεύεται από κάθε στοιχείο και δικαιολογητικό έγγραφο βάσει των οποίων μπορεί να εκτιμηθεί η οικονομική κατάσταση του αιτούντος, όπως πιστοποιητικό αρμόδιας εθνικής αρχής που αποδεικνύει την εν λόγω οικονομική κατάσταση.

3.   Αν ο αιτών έχει τύχει δικαστικής αρωγής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, προσκομίζει την απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου και προσδιορίζει τις δαπάνες που καλύπτουν τα ήδη χορηγηθέντα ποσά.

Άρθρο 240

Απόφαση επί της αιτήσεως δικαστικής αρωγής

1.   Επί της αιτήσεως δικαστικής αρωγής αποφασίζει ο πρόεδρος με διάταξη, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα.

2.   Σε περίπτωση ολικής ή μερικής απορρίψεως της αιτήσεως δικαστικής αρωγής, η διάταξη αιτιολογείται.

Άρθρο 241

Ποσά που καταβάλλονται στο πλαίσιο της δικαστικής αρωγής

Σε περίπτωση χορηγήσεως του ευεργετήματος δικαστικής αρωγής, το ταμείο του Γενικού Δικαστηρίου αναλαμβάνει, εντός των τυχόν καθορισθέντων από τον πρόεδρο ορίων, τα έξοδα επικουρήσεως και εκπροσωπήσεως του αιτούντος ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Η χορήγηση προκαταβολής για τα έξοδα αυτά είναι δυνατή κατόπιν αιτήσεως του αιτούντος ή του εκπροσώπου του.

Άρθρο 242

Ανάκληση του ευεργετήματος δικαστικής αρωγής

1.   Αν οι συνθήκες που οδήγησαν στην παροχή του ευεργετήματος δικαστικής αρωγής μεταβληθούν κατά τη διάρκεια της δίκης, ο πρόεδρος μπορεί να ανακαλέσει το ευεργέτημα αυτό οποτεδήποτε είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως, μετά από ακρόαση του ενδιαφερομένου.

2.   Η διάταξη περί ανακλήσεως του ευεργετήματος δικαστικής αρωγής πρέπει να είναι αιτιολογημένη και δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο.»

44)

Το νυν άρθρο 224 αριθμείται ως άρθρο 243.

45)

Στα άρθρα 75, 107α και 189, η μνεία στο «άρθρο 224» αντικαθίσταται από μνεία στο «άρθρο 243».

46)

Το νυν άρθρο 225 αριθμείται ως άρθρο 244.

47)

Το νυν άρθρο 226 αριθμείται ως άρθρο 245.

48)

Το νυν άρθρο 227 αριθμείται ως άρθρο 246. Τροποποιείται ως εξής:

α)

Η παράγραφος 3 καταργείται και αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

«3.   Η διάταξη του άρθρου 86, παράγραφος 1, εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις που η προθεσμία του άρθρου 86, παράγραφος 2, αρχίζει να τρέχει μετά την 1η Σεπτεμβρίου 2024.»

β)

Η παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:

«Η διάταξη του άρθρου 139, στοιχείο β΄, έχει εφαρμογή μόνον στις προσφυγές που ασκούνται ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος κανονισμού.»

γ)

Η παράγραφος 5 καταργείται και αντικαθίσταται από το εξής κείμενο:

«Οι διατάξεις των άρθρων 110α και 219 είναι εφαρμοστέες από την έναρξη της ισχύος της αποφάσεως που προβλέπεται, αντιστοίχως, στο άρθρο 110α, παράγραφος 4, και στο άρθρο 219, παράγραφος 4.»

δ)

Η παράγραφος 6 τροποποιείται ως εξής:

«6.   Οι διατάξεις του άρθρου 115, παράγραφος 1, και του άρθρου 116, παράγραφος 6, του κανονισμού διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 1991, όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά στις 19 Ιουνίου 2013, εξακολουθούν να εφαρμόζονται στις προσφυγές που ασκήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος κανονισμού.»

ε)

Η παράγραφος 7 τροποποιείται ως εξής:

«7.   Η εκλογή των πρώτων δικαστών που θα κληθούν να ασκήσουν τα καθήκοντα γενικού εισαγγελέα όσον αφορά τις προδικαστικές υποθέσεις διενεργείται ευθύς μετά την 1η Σεπτεμβρίου 2024. Η θητεία τους λήγει κατά τη μερική ανανέωση που προβλέπεται στο άρθρο 254, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ.»

.

Άρθρο 2

Οι παρούσες τροποποιήσεις του κανονισμού διαδικασίας, το κείμενο των οποίων είναι αυθεντικό στις γλώσσες που αναφέρονται στο άρθρο 44 του κανονισμού αυτού, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τίθενται σε ισχύ την 1η Σεπτεμβρίου 2024.

Λουξεμβούργο, 10 Ιουλίου 2024.

Ο Γραμματέας

V. DI BUCCI

Ο Πρόεδρος

M. VAN DER WOUDE


(1)   ΕΕ L, 2024/2019, 12.8.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/2019/oj.

(2)   ΕΕ L 105 της 23.4.2015, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε στις 13 Ιουλίου 2016 (ΕΕ L 217 της 12.8.2016, σ. 71, ΕΕ L 217 της 12.8.2016, σ. 72, ΕΕ L 217 της 12.8.2016, σ. 73), στις 11 Ιουλίου 2018 (ΕΕ L 240 της 25.9.2018, σ. 68), στις 31 Ιουλίου 2018 (ΕΕ L 240 της 25.9.2018, σ. 67) και στις 30 Νοεμβρίου 2022 (ΕΕ L 44 της 14.2.2023, σ. 8).


ELI: http://data.europa.eu/eli/proc_internal/2024/2095/oj

ISSN 1977-0669 (electronic edition)