|
Επίσημη Εφημερίδα |
EL Σειρά L |
|
2024/2095 |
12.8.2024 |
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΫ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
[2024/2095]
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως το άρθρο 254, πέμπτο εδάφιο,
έχοντας υπόψη τη Συνθήκη περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, ιδίως το άρθρο 106α, παράγραφος 1,
έχοντας υπόψη το πρωτόκολλο αριθ. 3 περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως το άρθρο 63,
εκτιμώντας ότι ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2024/2019 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Απριλίου 2024, για την τροποποίηση του πρωτοκόλλου αριθ. 3 περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1), προσθέτει στον Οργανισμό ένα νέο άρθρο 50β, το οποίο προβλέπει ότι το Δικαστήριο διαβιβάζει στο Γενικό Δικαστήριο τις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως που εμπίπτουν αποκλειστικώς στους τομείς του κοινού συστήματος φόρου προστιθέμενης αξίας, των ειδικών φόρων καταναλώσεως, του τελωνειακού κώδικα, της δασμολογικής κατατάξεως των εμπορευμάτων στη συνδυασμένη ονοματολογία, της αποζημιώσεως των επιβατών και της παροχής βοήθειας σε αυτούς σε περίπτωση καθυστερήσεως, ματαιώσεως υπηρεσιών μεταφοράς ή αρνήσεως επιβιβάσεως, καθώς και του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου,
εκτιμώντας ότι πρέπει να τροποποιηθεί ο κανονισμός διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, προκειμένου να προβλεφθούν οι λεπτομερείς κανόνες για την εκδίκαση, εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου, των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως που θα του διαβιβάζει το Δικαστήριο, και ότι, προς τον σκοπό αυτόν και προκειμένου να παρασχεθούν στα εθνικά δικαστήρια, καθώς και στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους, οι αυτές εγγυήσεις με τις ισχύουσες όσον αφορά την εκδίκαση των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως από το Δικαστήριο, πρέπει να ενσωματωθούν στον κανονισμό διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου οι διατάξεις του κανονισμού διαδικασίας του Δικαστηρίου οι οποίες εφαρμόζονται στις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως που υποβάλλονται σε αυτό, υπό την επιφύλαξη ορισμένων προσαρμογών ώστε να διαφυλαχθεί η εσωτερική συνοχή των δικονομικών διατάξεων που εφαρμόζονται στο Γενικό Δικαστήριο,
εκτιμώντας ότι ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2024/2019, με την τροποποίηση του άρθρου 50 του Οργανισμού, προβλέπει ότι το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να συνέρχεται και ως τμήμα διευρυμένης συνθέσεως, ενδιάμεσης μεταξύ της πενταμελούς και της μείζονος συνθέσεως, και ότι το Γενικό Δικαστήριο συνέρχεται ως τμήμα διευρυμένης συνθέσεως όταν το ζητεί ως διάδικος ένα κράτος μέλος ή ένα θεσμικό όργανο της Ένωσης,
εκτιμώντας ότι πρέπει να τροποποιηθεί ο κανονισμός διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, προκειμένου να προβλεφθεί η συγκρότηση του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως, καθώς και οι περιστάσεις και προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο συνέρχεται ως τέτοιο τμήμα,
εκτιμώντας ότι ο κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2024/2019 προβλέπει, μέσω της προσθήκης του άρθρου 49α στον Οργανισμό, ότι το Γενικό Δικαστήριο επικουρείται από έναν ή περισσότερους γενικούς εισαγγελείς κατά την εκδίκαση των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως που του διαβιβάζονται,
εκτιμώντας ότι πρέπει να οριστούν οι κανόνες που διέπουν την εκλογή των γενικών εισαγγελέων, τον ορισμό τους για τις προδικαστικές υποθέσεις και την άσκηση των καθηκόντων τους,
εκτιμώντας ότι, για την πληρέστερη κατατόπιση των δικαστηρίων και των πολιτών της Ένωσης σχετικά με την έννοια και την εμβέλεια των απαντήσεων του Γενικού Δικαστηρίου στα προδικαστικά ερωτήματα που του υποβάλλονται, πρέπει να διασφαλιστεί ότι, εντός ευλόγου χρόνου μετά την περάτωση της υποθέσεως, οι γραπτές παρατηρήσεις που καταθέτουν οι κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενοι αναρτώνται στο διαδίκτυο, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν αντιτάσσονται στη δημοσίευση των παρατηρήσεών τους,
εκτιμώντας ότι πρέπει να απλουστευθούν και να αποσαφηνισθούν ορισμένες διατάξεις του κανονισμού διαδικασίας, μη ειδικά εφαρμοστέες στις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως, ιδίως με σκοπό τη μείωση του χρόνου που απαιτείται για ορισμένα στάδια της διαδικασίας και την πλήρη αξιοποίηση της ψηφιοποιήσεως της διαδικασίας,
με τη συμφωνία του Δικαστηρίου,
με την παρασχεθείσα στις 21 Ιουνίου 2024 έγκριση του Συμβουλίου,
ΘΕΣΠΙΖΕΙ ΤΙΣ ΑΚΟΛΟΥΘΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΤΟΥ:
Άρθρο 1
Ο κανονισμός διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 4ης Μαρτίου 2015 (2) τροποποιείται ως εξής:
|
1) |
Το άρθρο 1, παράγραφος 2, τροποποιείται ως εξής:
|
|
2) |
Το άρθρο 3, παράγραφος 3, τροποποιείται ως εξής: «3. Κάθε δικαστής, εκτός του προέδρου, του αντιπροέδρου και των προέδρων τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου, μπορεί να ασκήσει καθήκοντα γενικού εισαγγελέα υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 30 έως 31β.» |
|
3) |
Το άρθρο 11 τροποποιείται ως εξής:
|
|
4) |
Το άρθρο 14, παράγραφος 2, συμπληρώνεται ως εξής: «2. Οι υποθέσεις μπορούν να εκδικάζονται από το τμήμα μείζονος συνθέσεως ή από το τμήμα διευρυμένης συνθέσεως υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 28.» |
|
5) |
Μετά το άρθρο 15 παρεμβάλλεται νέο άρθρο 15α, με τίτλο «Συγκρότηση του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως». Το κείμενο του άρθρου αυτού έχει ως εξής: «Άρθρο 15α Συγκρότηση του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως 1. Το τμήμα διευρυμένης συνθέσεως συγκροτείται από εννέα δικαστές. 2. Το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει για τον τρόπο ορισμού των δικαστών που συγκροτούν το τμήμα διευρυμένης συνθέσεως. Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.» |
|
6) |
Το άρθρο 17 τροποποιείται ως εξής:
|
|
7) |
Το άρθρο 20 τροποποιείται ως εξής: «Με την επιφύλαξη του άρθρου 10, παράγραφος 5, και του άρθρου 11, παράγραφος 5, σε περίπτωση κωλύματος προέδρου τμήματος, τα καθήκοντά του ασκούνται από δικαστή του δικαστικού σχηματισμού σύμφωνα με τη σειρά που ορίζει το άρθρο 8.» |
|
8) |
Το άρθρο 23, παράγραφος 3, συμπληρώνεται ως εξής: «3. Αν η απαρτία παύσει να υφίσταται ενώ έχει ήδη διεξαχθεί η επ’ ακροατηρίου συζήτηση, γίνεται αναπλήρωση υπό τους όρους της παραγράφου 2 και, εφόσον ζητηθεί από κύριο διάδικο ή κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενο, διεξάγεται νέα επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει και αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Η διεξαγωγή νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως είναι υποχρεωτική σε περίπτωση που έχουν διεξαχθεί αποδείξεις σύμφωνα με το άρθρο 91, στοιχεία α΄ και δ΄, και το άρθρο 96, παράγραφος 2. Σε περίπτωση μη διεξαγωγής νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 21, παράγραφος 2.» |
|
9) |
Μετά το άρθρο 23 παρεμβάλλεται νέο άρθρο 23α, με τίτλο «Απαρτία του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως». Το κείμενο του άρθρου αυτού έχει ως εξής: «Άρθρο 23α Απαρτία του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως 1. Για την απαρτία στις διασκέψεις του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως απαιτούνται επτά δικαστές. 2. Αν, λόγω κωλύματος, δεν επιτυγχάνεται η απαρτία αυτή, ο πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου ορίζει άλλον δικαστή ώστε να επιτευχθεί η απαρτία του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως. 3. Αν η απαρτία παύσει να υφίσταται ενώ έχει ήδη διεξαχθεί η επ’ ακροατηρίου συζήτηση, γίνεται αναπλήρωση υπό τους όρους της παραγράφου 2 και, εφόσον ζητηθεί από κύριο διάδικο ή κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενο, διεξάγεται νέα επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει και αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Η διεξαγωγή νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως είναι υποχρεωτική σε περίπτωση που έχουν διεξαχθεί αποδείξεις σύμφωνα με το άρθρο 91, στοιχεία α΄ και δ΄, και το άρθρο 96, παράγραφος 2. Σε περίπτωση μη διεξαγωγής νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 21, παράγραφος 2.» |
|
10) |
Το άρθρο 24, παράγραφος 3, συμπληρώνεται ως εξής: «3. Αν η απαρτία παύσει να υφίσταται ενώ έχει ήδη διεξαχθεί η επ’ ακροατηρίου συζήτηση, γίνεται αναπλήρωση υπό τους όρους της παραγράφου 2 και, εφόσον ζητηθεί από κύριο διάδικο ή κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενο, διεξάγεται νέα επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει και αυτεπαγγέλτως τη διεξαγωγή νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Η διεξαγωγή νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως είναι υποχρεωτική σε περίπτωση που έχουν διεξαχθεί αποδείξεις σύμφωνα με το άρθρο 91, στοιχεία α΄ και δ΄, και το άρθρο 96, παράγραφος 2. Η διεξαγωγή νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως είναι υποχρεωτική οσάκις πρέπει να αναπληρωθούν πλείονες του ενός δικαστές που μετέσχαν στην αρχική επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Σε περίπτωση μη διεξαγωγής νέας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 21, παράγραφος 2.» |
|
11) |
Το άρθρο 25, παράγραφος 1, συμπληρώνεται ως εξής: «1. Το Γενικό Δικαστήριο καθορίζει τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία κατανέμονται οι υποθέσεις μεταξύ των τμημάτων. Το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να επιφορτίσει ένα ή πλείονα τμήματα με την εκδίκαση των υποθέσεων σε ειδικούς τομείς. Το Γενικό Δικαστήριο ορίζει ένα ή περισσότερα τμήματα τα οποία επιφορτίζονται με την εκδίκαση των αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως.» |
|
12) |
Το άρθρο 26, παράγραφος 1, συμπληρώνεται ως εξής: «1. Το συντομότερο δυνατό μετά την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, ο πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου αναθέτει τις υποθέσεις σε τμήμα εφαρμόζοντας τα κριτήρια που έχει καθορίσει το Γενικό Δικαστήριο σύμφωνα με το άρθρο 25. Οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως ανατίθενται σε πενταμελές τμήμα.» |
|
13) |
Το άρθρο 27 τροποποιείται ως εξής:
|
|
14) |
Το άρθρο 28 τροποποιείται ως εξής:
|
|
15) |
Το άρθρο 30 τροποποιείται ως εξής:
|
|
16) |
Το άρθρο 31 τροποποιείται ως εξής:
|
|
17) |
Μετά το άρθρο 31 παρεμβάλλεται νέο άρθρο 31α. Το κείμενο του άρθρου αυτού έχει ως εξής: «Άρθρο 31α Εκλογή των γενικών εισαγγελέων για τις προδικαστικές υποθέσεις 1. Οι δικαστές εκλέγουν μεταξύ τους, σύμφωνα με το άρθρο 49α του Οργανισμού και κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 3, του παρόντος κανονισμού, τους δικαστές που θα ασκούν τα καθήκοντα γενικού εισαγγελέα όσον αφορά τις προδικαστικές υποθέσεις, καθώς και τους δικαστές που θα τους αναπληρώνουν σε περίπτωση κωλύματός τους. 2. Η εκλογή των δικαστών που θα ασκούν τα καθήκοντα αυτά διεξάγεται αμέσως μετά τις προβλεπόμενες στο άρθρο 9 εκλογές του προέδρου και του αντιπροέδρου του Γενικού Δικαστηρίου και μετά τις προβλεπόμενες στο άρθρο 18 εκλογές των προέδρων των τμημάτων. 3. Σε περίπτωση διακοπής της θητείας ενός δικαστή που ασκεί τα καθήκοντα αυτά πριν από την κανονική λήξη τους, εκλέγεται αντικαταστάτης του για την άσκησή τους για την υπόλοιπη περίοδο, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 9, παράγραφος 3. 4. Τα ονόματα των δικαστών που εκλέγονται για την άσκηση των καθηκόντων αυτών σύμφωνα με το παρόν άρθρο δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.» |
|
18) |
Μετά το άρθρο 31α παρεμβάλλεται νέο άρθρο 31β. Το κείμενο του άρθρου αυτού έχει ως εξής: «Άρθρο 31β Τρόπος ορισμού των γενικών εισαγγελέων για τις προδικαστικές υποθέσεις 1. Ο πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου κατανέμει τις προδικαστικές υποθέσεις στους γενικούς εισαγγελείς. Σύμφωνα με το άρθρο 49α, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού, ο γενικός εισαγγελέας επιλέγεται μεταξύ των εκλεγέντων για την άσκηση καθηκόντων γενικού εισαγγελέα δικαστών που δεν ανήκουν στο τμήμα στο οποίο ανατέθηκε η υπόθεση. 2. Μετά τον διορισμό του, ο γενικός εισαγγελέας διατυπώνει τις παρατηρήσεις του πριν από τη λήψη των αποφάσεων που προβλέπονται στα άρθρα 16 και 28, καθώς και στις προβλεπόμενες στους τίτλους 2 και 6 περιπτώσεις.» |
|
19) |
Το άρθρο 32, παράγραφος 5, συμπληρώνεται ως εξής: «5. Ο γραμματέας δίνει ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου τον όρκο που προβλέπεται στο άρθρο 5 και υπογράφει τη δήλωση που προβλέπεται στο άρθρο 6.» |
|
20) |
Το άρθρο 37 τροποποιείται ως εξής: «Οποιοσδήποτε μπορεί να συμβουλεύεται το πρωτόκολλο στη γραμματεία και να λαμβάνει αντίγραφα ή αποσπάσματά του.» |
|
21) |
Το άρθρο 38, παράγραφος 1, τροποποιείται ως εξής: «1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 68, παράγραφος 4, των άρθρων 103 έως 105, καθώς και του άρθρου 144, παράγραφος 7, κάθε διάδικος μπορεί να συμβουλεύεται τη δικογραφία και να λαμβάνει αντίγραφα των διαδικαστικών εγγράφων καθώς και των διατάξεων και αποφάσεων.» |
|
22) |
Το άρθρο 42, παράγραφος 1, τροποποιείται ως εξής: «1. Οι αποφάσεις επί διοικητικών θεμάτων και οι αποφάσεις που προβλέπονται στα άρθρα 7, 9, 11, 13, 15, 15α, 16, 18, 25, 28, 31, 31α, 32, 33, 41, 56α, 207 και 243 λαμβάνονται από τη διοικητική ολομέλεια του Γενικού Δικαστηρίου, στην οποία μετέχουν, με δικαίωμα ψήφου, όλοι οι δικαστές, με την επιφύλαξη αντιθέτων διατάξεων του παρόντος κανονισμού. Ο γραμματέας παρίσταται, εκτός αν το Γενικό Δικαστήριο αποφασίσει άλλως ή αν πρόκειται για τις αποφάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 32.» |
|
23) |
Το άρθρο 45 τροποποιείται ως εξής:
|
|
24) |
Το άρθρο 46 τροποποιείται ως εξής:
|
|
25) |
Το άρθρο 50 τροποποιείται ως εξής: «Οι διατάξεις του παρόντος τίτλου εφαρμόζονται στις κατά το άρθρο 1 ευθείες προσφυγές, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων των τίτλων 4 και 5 για τις διαδικασίες που διέπονται από τους τίτλους αυτούς.» |
|
26) |
Το άρθρο 56α, παράγραφος 4, τροποποιείται ως εξής: «4. Αν διαδικαστικό έγγραφο κατατεθεί μέσω e-Curia προτού προσκομισθούν τα αναγκαία δικαιολογητικά έγγραφα για την πιστοποίηση του λογαριασμού προσβάσεως, τα έγγραφα αυτά πρέπει να περιέλθουν στη γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου, σε έντυπη μορφή ή με μέσο ηλεκτρονικής διαβιβάσεως που χρησιμοποιείται από το Γενικό Δικαστήριο, εντός δεκαήμερης προθεσμίας από την κατάθεση του εγγράφου. Η προθεσμία αυτή δεν είναι δυνατό να παραταθεί και το άρθρο 60 δεν έχει εφαρμογή. Αν τα δικαιολογητικά έγγραφα δεν παραληφθούν εντός της ταχθείσας προθεσμίας, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει απαράδεκτο το κατατεθέν μέσω e-Curia διαδικαστικό έγγραφο.» |
|
27) |
Το άρθρο 57, παράγραφος 1, τροποποιείται ως εξής: «1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 80, παράγραφος 1, του άρθρου 148, παράγραφος 9, και του άρθρου 178, παράγραφος 2, οι επιδόσεις που προβλέπονται από τον Οργανισμό και από τον παρόντα κανονισμό γίνονται με φροντίδα του γραμματέα μέσω e-Curia.» |
|
28) |
Το άρθρο 68, παράγραφος 4, δεύτερη περίοδος, τροποποιείται ως εξής: «Ο πρόεδρος μπορεί, πάντως, κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, να εξαιρέσει ορισμένα στοιχεία της δικογραφίας που επισημάνθηκαν ως εμπιστευτικά.» |
|
29) |
Το άρθρο 86, παράγραφος 1, τροποποιείται ως εξής: «1. Οσάκις μια πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση αντικαθίσταται ή τροποποιείται από άλλη πράξη έχουσα το ίδιο αντικείμενο, ο προσφεύγων μπορεί, το αργότερο δύο εβδομάδες από την επίδοση της αποφάσεως περί ορισμού της ημερομηνίας της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως ή πριν από την επίδοση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί επί της διαφοράς χωρίς διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας, να προσαρμόσει την προσφυγή του προκειμένου να ληφθεί υπόψη το νέο αυτό στοιχείο. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί από τον πρόεδρο κατόπιν αιτιολογημένης αιτήσεως του προσφεύγοντος. Το άρθρο 60 δεν έχει εφαρμογή.» |
|
30) |
Το άρθρο 87, παράγραφος 2, συμπληρώνεται ως εξής: «2. Στην προκαταρκτική έκθεση περιέχεται ανάλυση των κρίσιμων πραγματικών και νομικών ζητημάτων που θέτει η προσφυγή και διατυπώνονται προτάσεις ως προς το αν η υπόθεση απαιτεί μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας ή τη διεξαγωγή αποδείξεων, ως προς το αν χρειάζεται να διεξαχθεί προφορική διαδικασία καθώς και ως προς το αν η υπόθεση πρέπει ενδεχομένως να παραπεμφθεί ενώπιον του τμήματος μείζονος συνθέσεως, ενώπιον του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως ή σε τμήμα συγκείμενο από διαφορετικό αριθμό δικαστών και αν πρέπει ενδεχομένως να υπαχθεί σε μονομελή σχηματισμό.» |
|
31) |
Το άρθρο 92, παράγραφος 3, τροποποιείται ως εξής: «3. Διεξαγωγή αποδείξεων με το προβλεπόμενο στο άρθρο 91, στοιχείο β΄, αποδεικτικό μέσο μπορεί να διαταχθεί αν:
|
|
32) |
Προστίθεται άρθρο 110α. Το κείμενο του άρθρου αυτού έχει ως εξής: «Άρθρο 110α Αναμετάδοση των συνεδριάσεων 1. Οι συνεδριάσεις του Γενικού Δικαστηρίου μπορούν να αναμεταδίδονται. Η μετάδοση γίνεται απευθείας όταν αφορά τη δημοσίευση αποφάσεων ή την ανάπτυξη προτάσεων και σε μαγνητοσκόπηση όταν αφορά αγορεύσεις των διαδίκων σε υπόθεση που έχει παραπεμφθεί ενώπιον του τμήματος μείζονος συνθέσεως, ενώπιον του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως ή, εφόσον τούτο δικαιολογείται από το ενδιαφέρον της υποθέσεως, ενώπιον πενταμελούς τμήματος ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ενώπιον τριμελούς τμήματος. 2. Όταν το Γενικό Δικαστήριο προτίθεται να αναμεταδώσει μια επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η γραμματεία ενημερώνει σχετικά τους διαδίκους κατά την κλήτευση στην εν λόγω επ’ ακροατηρίου συζήτηση. 3. Αν ένας διάδικος εκτιμά ότι η επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην οποία κλήθηκε δεν πρέπει να αναμεταδοθεί, ενημερώνει σχετικά το συντομότερο δυνατόν το Γενικό Δικαστήριο, εκθέτοντας λεπτομερώς τις περιστάσεις που δικαιολογούν τη μη αναμετάδοση. 4. Το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται επί του ως άνω αιτήματος το συντομότερο δυνατόν. 5. Η μαγνητοσκόπηση αναμεταδοθείσας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως παραμένει διαθέσιμη στον διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μέγιστο χρονικό διάστημα ενός μηνός από τη λήξη της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. 6. Αν ένας διάδικος εκτιμά ότι η μαγνητοσκόπηση επ’ ακροατηρίου συζητήσεως στην οποία συμμετείχε πρέπει να αποσυρθεί από τον προαναφερθέντα διαδικτυακό τόπο, ενημερώνει σχετικά το συντομότερο δυνατόν το Γενικό Δικαστήριο, εκθέτοντας τις περιστάσεις που δικαιολογούν την απόσυρση. 7. Ο πρόεδρος αποφαίνεται επί του ως άνω αιτήματος αμελλητί. 8. Το Γενικό Δικαστήριο καθορίζει, με απόφαση, τους κανόνες και τους όρους για την πραγματοποίηση της αναμεταδόσεως των συνεδριάσεων. Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.» |
|
33) |
Το άρθρο 112 τροποποιείται ως εξής: «1. Όταν σε μια υπόθεση έχει οριστεί γενικός εισαγγελέας και διεξάγεται επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο γενικός εισαγγελέας αναπτύσσει τις προτάσεις του μετά τη λήξη της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, κατά την ημερομηνία την οποία έχει ανακοινώσει. 2. Αν δεν διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο γενικός εισαγγελέας αναπτύσσει τις προτάσεις του κατά την ημερομηνία την οποία έχει ανακοινώσει. 3. Όταν ο γενικός εισαγγελέας αναπτύσσει τις προτάσεις του γραπτώς, τις καταθέτει στη γραμματεία, η οποία τις κοινοποιεί στους διαδίκους. 4. Η ανάπτυξη των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα επιφέρει τη λήξη της προφορικής διαδικασίας.» |
|
34) |
Το άρθρο 113 τροποποιείται ως εξής:
|
|
35) |
Το άρθρο 130, παράγραφος 7, τροποποιείται ως εξής: «7. Το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται το ταχύτερο δυνατόν επί της αιτήσεως, με διάταξη, ή, αν τούτο δικαιολογείται από ιδιαίτερες περιστάσεις, αποφασίζει να εξετάσει την αίτηση μαζί με την ουσία της υποθέσεως. Παραπέμπει την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου αν αυτή εμπίπτει στην αρμοδιότητά του.» |
|
36) |
Το άρθρο 139 τροποποιείται ως εξής:
|
|
37) |
Το άρθρο 162 τροποποιείται ως εξής:
|
|
38) |
Το άρθρο 178 τροποποιείται ως εξής:
|
|
39) |
Το άρθρο 191, με τίτλο «Λοιπές εφαρμοστέες διατάξεις», καταργείται. |
|
40) |
Ο τίτλος 5, ο οποίος επιγράφεται «Αναιρέσεις κατά των αποφάσεων και διατάξεων του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης», καταργείται και ο νυν τίτλος 6, ο οποίος επιγράφεται «Διαδικασίες κατόπιν αναιρέσεως και αναπομπής», αριθμείται ως τίτλος 5. Τα άρθρα του αριθμούνται εκ νέου ως εξής:
|
|
41) |
Το νέο άρθρο 192, παράγραφος 2, τροποποιείται ως εξής: «2. Οσάκις το Δικαστήριο αναιρεί απόφαση ή διάταξη εκδοθείσα από το τμήμα μείζονος συνθέσεως ή από το τμήμα διευρυμένης συνθέσεως του Γενικού Δικαστηρίου, η υπόθεση ανατίθεται σε δικαστικό σχηματισμό συγκείμενο από τον αυτόν αριθμό δικαστών.» |
|
42) |
Στο νέο άρθρο 194, η φράση «του άρθρου 217» αντικαθίσταται από τη φράση «του άρθρου 193». |
|
43) |
Μετά τον νέο τίτλο 5 προστίθεται νέος τίτλος 6, ο οποίος επιγράφεται «Αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως». Το κείμενό του έχει ως εξής: «Κεφάλαιο 1 ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 196 Πεδίο εφαρμογής Η διαδικασία διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος τίτλου στις περιπτώσεις του άρθρου 50β του Οργανισμού. Άρθρο 197 Εφαρμοστέες διατάξεις Με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του παρόντος τίτλου, τα άρθρα 52 έως 56, 58, 60 έως 62, 67 και 75 εφαρμόζονται στις προδικαστικές παραπομπές. Άρθρο 198 Επιδόσεις 1. Τα διαδικαστικά έγγραφα, τα στοιχεία, καθώς και οι λαμβανόμενες κατά τη διάρκεια της δίκης αποφάσεις, που κατατίθενται στη δικογραφία των υποθέσεων οι οποίες εμπίπτουν στον παρόντα τίτλο επιδίδονται στο αιτούν δικαστήριο και στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους με φροντίδα του γραμματέα. 2. Οι επιδόσεις αυτές γίνονται μέσω e-Curia, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 56α και 57, αν ο παραλήπτης των επιδόσεων έχει λογαριασμό προσβάσεως στο e-Curia. 3. Στην περίπτωση που ο παραλήπτης των επιδόσεων δεν έχει λογαριασμό προσβάσεως στο e-Curia, οι επιδόσεις γίνονται είτε με συστημένη ταχυδρομική αποστολή, έναντι αποδείξεως παραλαβής, αντιγράφου του προς επίδοση εγγράφου, είτε με παράδοση του αντιγράφου αυτού έναντι αποδεικτικού, είτε με μέσο ηλεκτρονικής διαβιβάσεως που χρησιμοποιείται από το Γενικό Δικαστήριο, οσάκις ο παραλήπτης δέχεται τη διενέργεια επιδόσεων με τέτοιο μέσο. Κεφάλαιο 2 ΕΓΓΡΑΦΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Άρθρο 199 Περιεχόμενο της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως Πλην του κειμένου των υποβαλλομένων προδικαστικών ερωτημάτων, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως περιλαμβάνει:
Άρθρο 200 Ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης Στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημοσιεύεται ανακοίνωση που περιέχει την ημερομηνία της καταθέσεως της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, καθώς και μνεία του αιτούντος δικαστηρίου, των ερωτημάτων που υποβάλλονται και, με την επιφύλαξη του άρθρου 201, του ονοματεπωνύμου των διαδίκων της κύριας δίκης. Άρθρο 201 Ανωνυμοποίηση και απάλειψη δεδομένων 1. Αν το αιτούν δικαστήριο έχει προβεί σε ανωνυμοποίηση της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως ή έχει αποφασίσει την απάλειψη δεδομένων φυσικών προσώπων ή οντοτήτων που εμπλέκονται στη διαφορά της κύριας δίκης, είτε είναι διάδικοι είτε τρίτοι ως προς τη δίκη αυτήν, το Γενικό Δικαστήριο διατηρεί την ανωνυμοποίηση ή την απάλειψη αυτή στο πλαίσιο της ενώπιόν του διαδικασίας. 2. Κατόπιν αιτήματος του αιτούντος δικαστηρίου, διαδίκου της κύριας δίκης ή και αυτεπαγγέλτως, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί επίσης να προβεί σε ανωνυμοποίηση της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως ή να αποφασίσει να απαλείψει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ενός ή περισσοτέρων φυσικών προσώπων που εμπλέκονται στη διαφορά της κύριας δίκης, είτε είναι διάδικοι είτε τρίτοι ως προς τη δίκη αυτήν. Άρθρο 202 Συμμετοχή στη διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως 1. Κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού, δικαίωμα καταθέσεως υπομνημάτων ή γραπτών παρατηρήσεων έχουν:
2. Η μη συμμετοχή στην έγγραφη διαδικασία δεν αποκλείει τη συμμετοχή στην προφορική διαδικασία. 3. Τα υπομνήματα ή οι γραπτές παρατηρήσεις που έχουν κατατεθεί δυνάμει του παρόντος άρθρου δημοσιεύονται στον διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά την περάτωση της προδικαστικής διαδικασίας, εκτός αν ένας από τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους εναντιωθεί στη δημοσίευση του υπομνήματος ή των παρατηρήσεών του. Η εναντίωση αυτή, η οποία δεν απαιτείται να είναι αιτιολογημένη και δεν υπόκειται σε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου, πρέπει να κοινοποιείται στη γραμματεία, με χωριστό δικόγραφο, το αργότερο τρεις μήνες μετά την ενημέρωση ότι ο πρώτος γενικός εισαγγελέας δεν υπέβαλε καμία πρόταση επανεξετάσεως ή μετά την επίδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου να μην επανεξετάσει την απόφαση ή διάταξη του Γενικού Δικαστηρίου ή μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως περί επανεξετάσεως. Στην περίπτωση αυτή, γίνεται μνεία της εναντιώσεως στον προαναφερθέντα διαδικτυακό τόπο, το δε συγκεκριμένο υπόμνημα ή οι συγκεκριμένες παρατηρήσεις δεν δημοσιεύονται, ούτε εν μέρει. Αν ο ενδιαφερόμενος άρει εκ των υστέρων την εναντίωσή του στη δημοσίευση του υπομνήματος ή των παρατηρήσεών του, το υπόμνημα ή οι παρατηρήσεις δημοσιεύονται στον διαδικτυακό τόπο μόλις αρθεί η εναντίωση. Αν η εναντίωση κοινοποιηθεί στη γραμματεία μετά τη λήξη της προαναφερθείσας προθεσμίας, το δημοσιευθέν υπόμνημα ή οι δημοσιευθείσες παρατηρήσεις αποσύρονται από τον διαδικτυακό τόπο. Άρθρο 203 Διάδικοι της κύριας δίκης 1. Οι διάδικοι της κύριας δίκης είναι αυτοί τους οποίους καθορίζει το αιτούν δικαστήριο σύμφωνα με τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες. 2. Σε περίπτωση που το αιτούν δικαστήριο ενημερώσει το Γενικό Δικαστήριο ότι, εκκρεμούσας της δίκης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, νέος διάδικος έγινε δεκτός στη διαφορά της κύριας δίκης, ο διάδικος αυτός αποδέχεται τη διαδικασία στο στάδιο που βρίσκεται κατά τον χρόνο αυτής της ενημερώσεως. Στον διάδικο αυτόν ανακοινώνονται όλα τα έγγραφα της διαδικασίας που έχουν επιδοθεί στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους. 3. Όσον αφορά την εκπροσώπηση και εμφάνιση των διαδίκων της κύριας δίκης, το Γενικό Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου. Σε περίπτωση αμφιβολιών ως προς τη δυνατότητα, κατά το εθνικό δίκαιο, ορισμένου προσώπου να εκπροσωπήσει διάδικο της κύριας δίκης ή του διαδίκου της κύριας δίκης να παραστεί χωρίς εκπρόσωπο, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να ζητήσει από το αιτούν δικαστήριο πληροφορίες περί των εφαρμοστέων δικονομικών κανόνων. Όταν, δυνάμει των εφαρμοστέων εθνικών δικονομικών κανόνων, οι διάδικοι της κύριας δίκης έχουν δικαίωμα παραστάσεως ενώπιον δικαστηρίου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο ή εκπροσωπούνται από πρόσωπο που έχει δικαίωμα προς τούτο, εφαρμόζονται οι κανόνες του τίτλου 3, κεφάλαιο 1, τμήμα 2. Άρθρο 204 Μετάφραση και επίδοση της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως 1. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία διαβιβάζει το Δικαστήριο στο Γενικό Δικαστήριο επιδίδεται στα κράτη μέλη στη γλώσσα που διατυπώθηκε και συνοδεύεται από μετάφραση στην επίσημη γλώσσα του κράτους προς το οποίο επιδίδεται. Η μετάφραση αυτή αντικαθίσταται, αν η αντικατάσταση ενδείκνυται λόγω του μακροσκελούς της αιτήσεως, από μετάφραση της συνόψεως της εν λόγω αιτήσεως στην επίσημη γλώσσα του κράτους προς το οποίο επιδίδεται, η δε σύνοψη αυτή αποτελεί τη βάση για τη διατύπωση των παρατηρήσεων του εν λόγω κράτους. Στη σύνοψη παρατίθεται το πλήρες κείμενο των προδικαστικών ερωτημάτων. Στη σύνοψη αυτήν περιλαμβάνονται ιδίως, στο μέτρο που τα στοιχεία αυτά παρατίθενται στην αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης, τα κύρια επιχειρήματα των διαδίκων της κύριας δίκης, σύντομη παρουσίαση της αιτιολογίας της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, καθώς και η νομολογία και οι διατάξεις του εθνικού δικαίου και του δικαίου της Ένωσης των οποίων γίνεται επίκληση. 2. Στις περιπτώσεις του τρίτου εδαφίου του άρθρου 23 του Οργανισμού, οι αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως επιδίδονται πέραν των κρατών μελών και στα συμβαλλόμενα στη Συμφωνία ΕΟΧ κράτη, καθώς και στην Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ, στη γλώσσα στην οποία διατυπώθηκαν αρχικώς, συνοδεύονται δε από μετάφραση της αιτήσεως, ή ενδεχομένως από μετάφραση συνόψεώς της, σε μία από τις αναφερόμενες στο άρθρο 44 γλώσσες, η οποία επιλέγεται από αυτόν προς τον οποίο γίνεται η επίδοση. 3. Όταν τρίτο κράτος δικαιούται να μετάσχει σε διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως σύμφωνα με το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 23 του Οργανισμού, η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως του επιδίδεται στη γλώσσα στην οποία διατυπώθηκε αρχικώς, συνοδευόμενη από μετάφραση της αιτήσεως, ή ενδεχομένως από μετάφραση συνόψεώς της, σε μία από τις γλώσσες που αναφέρει το άρθρο 44, την οποία επιλέγει το τρίτο αυτό κράτος. Άρθρο 205 Κατάθεση των διαδικαστικών εγγράφων 1. Τα διαδικαστικά έγγραφα που προβλέπει ο παρών τίτλος μπορούν να κατατίθενται στη γραμματεία μέσω e-Curia κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 56α και 72, αν ο συντάκτης τους έχει λογαριασμό προσβάσεως στο e-Curia. 2. Στην περίπτωση που ο συντάκτης του διαδικαστικού εγγράφου δεν έχει λογαριασμό προσβάσεως στο e-Curia, το διαδικαστικό έγγραφο, συνοδευόμενο από όλα τα συνημμένα που αναφέρει και από κατάλογο των συνημμένων αυτών, κατατίθεται στη γραμματεία σε έντυπη μορφή. Το πρωτότυπο του εν λόγω διαδικαστικού εγγράφου πρέπει να φέρει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκπροσώπου του κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένου που το καταθέτει ή, εφόσον τούτο επιτρέπεται από τους εθνικούς δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται επί της διαφοράς, του διαδίκου της κύριας δίκης. 3. Τα διαδικαστικά έγγραφα χρονολογούνται. Για τον υπολογισμό των δικονομικών προθεσμιών λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικά και μόνον η ημερομηνία και ώρα καταθέσεως του πρωτοτύπου στη γραμματεία. 4. Κατά παρέκκλιση από τη δεύτερη περίοδο της παραγράφου 3, για τον έλεγχο της τηρήσεως των δικονομικών προθεσμιών λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία και ώρα κατά την οποία το αντίγραφο του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου ενός διαδικαστικού εγγράφου, περιλαμβανομένου και του καταλόγου των συνημμένων που αναφέρεται στην παράγραφο 2, περιέρχεται στη γραμματεία με μέσο ηλεκτρονικής διαβιβάσεως που χρησιμοποιείται από το Γενικό Δικαστήριο, υπό τον όρον ότι το υπογεγραμμένο πρωτότυπο του εγγράφου, συνοδευόμενο από τα συνημμένα, θα κατατεθεί στη γραμματεία το αργότερο δέκα ημέρες μετά την εν λόγω ημερομηνία. Το άρθρο 60 δεν έχει εφαρμογή στην εν λόγω δεκαήμερη προθεσμία. 5. Τα όργανα προσκομίζουν επίσης, εντός των προθεσμιών που τάσσει το Γενικό Δικαστήριο, μεταφράσεις κάθε διαδικαστικού εγγράφου στις άλλες γλώσσες που αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού 1 του Συμβουλίου. Κεφάλαιο 3 ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ Άρθρο 206 Προκαταρκτική έκθεση 1. Μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, ο πρόεδρος καθορίζει την ημερομηνία κατά την οποία ο εισηγητής δικαστής υποβάλλει στο Γενικό Δικαστήριο την προκαταρκτική έκθεση. 2. Στην προκαταρκτική έκθεση περιέχεται ανάλυση των κρίσιμων ζητημάτων που θέτει η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως και διατυπώνονται προτάσεις ως προς την ενδεχόμενη παραπομπή της υποθέσεως στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 256, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, ως προς το αν η υπόθεση απαιτεί μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, τη διεξαγωγή αποδείξεων ή αίτηση παροχής διευκρινίσεων προς το αιτούν δικαστήριο, καθώς και ως προς το αν η υπόθεση πρέπει ενδεχομένως να παραπεμφθεί ενώπιον του τμήματος μείζονος συνθέσεως, ενώπιον του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως ή σε δικαστικό σχηματισμό συγκείμενο από διαφορετικό αριθμό δικαστών. Στην έκθεση διατυπώνεται επίσης η πρόταση του εισηγητή δικαστή ως προς ενδεχόμενη παράλειψη των αγορεύσεων των διαδίκων καθώς και ως προς ενδεχόμενη παράλειψη των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 20, πέμπτο εδάφιο, του Οργανισμού. 3. Το Γενικό Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, αποφασίζει επί των προτάσεων του εισηγητή δικαστή και, ενδεχομένως, την έναρξη της προφορικής διαδικασίας. Κεφάλαιο 4 ΜΕΤΡΑ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΛΑΒΕΙ ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ Άρθρο 207 Περιπτώσεις παραπομπής στο Δικαστήριο 1. Αν αίτηση προδικαστικής αποφάσεως κατατεθεί απευθείας στο Γενικό Δικαστήριο, κατά παράβαση του άρθρου 50β, τρίτο εδάφιο, του Οργανισμού, ο γραμματέας του Γενικού Δικαστηρίου τη διαβιβάζει αμελλητί στον γραμματέα του Δικαστηρίου. 2. Οι αποφάσεις περί παραπομπής που προβλέπονται στο άρθρο 54, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού λαμβάνονται από το Γενικό Δικαστήριο, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακουστεί ο γενικός εισαγγελέας, με αιτιολογημένη διάταξη που δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο. 3. Το τμήμα στο οποίο έχει ανατεθεί η υπόθεση μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να προτείνει στη διοικητική ολομέλεια την προβλεπόμενη στο άρθρο 256, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ παραπομπή. Την απόφαση περί παραπομπής λαμβάνει η διοικητική ολομέλεια. 4. Ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου μπορούν επίσης, αφού ακούσουν τον γενικό εισαγγελέα, να προτείνουν στη διοικητική ολομέλεια την κατά την προηγούμενη παράγραφο παραπομπή έως την περάτωση της προφορικής διαδικασίας και, αν έχουν αναπτυχθεί προτάσεις, το αργότερο μία εβδομάδα μετά την ανάπτυξή τους ή πριν από την απόφαση να κριθεί η υπόθεση χωρίς διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας. Την απόφαση περί παραπομπής λαμβάνει η διοικητική ολομέλεια. Άρθρο 208 Συνεκδίκαση 1. Πλείονες προδικαστικές υποθέσεις με το ίδιο αντικείμενο μπορούν οποτεδήποτε να ενωθούν λόγω συνάφειας προς τον σκοπό, εναλλακτικώς ή σωρευτικώς, της διευκολύνσεως της έγγραφης ή της προφορικής διαδικασίας ή της εκδόσεως κοινής αποφάσεως ή διατάξεως που περατώνει τη δίκη. 2. Τη συνεκδίκαση αποφασίζει ο πρόεδρος, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα. 3. Ενωθείσες υποθέσεις μπορούν να χωριστούν εκ νέου κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2. 4. Η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, συνοδευόμενη από τις μεταφράσεις της ή από τις μεταφράσεις της συνόψεως της αιτήσεως, καθώς και οι παρατηρήσεις των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένων επιδίδονται στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους της συνεκδικαζομένης υποθέσεως, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 198. Άρθρο 209 Αναστολή και επανάληψη της διαδικασίας 1. Η διαδικασία μπορεί να ανασταλεί:
2. Η επανάληψη της διαδικασίας διατάσσεται ή αποφασίζεται κατά τον ίδιο τρόπο. 3. Η αναστολή της διαδικασίας ισχύει από την ημερομηνία που αναφέρεται στη διάταξη ή την απόφαση περί αναστολής ή, ελλείψει σχετικής ενδείξεως, από την ημερομηνία εκδόσεως της διατάξεως ή της αποφάσεως. 4. Κατά τη διάρκεια της αναστολής, ουδεμία δικονομική προθεσμία εκπνέει έναντι των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένων. 5. Αν στη διάταξη ή στην απόφαση περί αναστολής δεν έχει οριστεί ημερομηνία λήξεως της αναστολής, η αναστολή λήγει την ημερομηνία που αναφέρεται στη διάταξη ή την απόφαση περί επαναλήψεως της διαδικασίας ή, ελλείψει σχετικής ενδείξεως, την ημερομηνία εκδόσεως της διατάξεως ή της αποφάσεως περί επαναλήψεως της διαδικασίας. 6. Από την ημερομηνία επαναλήψεως της διαδικασίας κατόπιν αναστολής, οι διακοπείσες δικονομικές προθεσμίες αντικαθίστανται από νέες προθεσμίες οι οποίες αρχίζουν να τρέχουν από την ημερομηνία της επαναλήψεως αυτής. Άρθρο 210 Μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας 1. Πλην των μέτρων που μπορούν να ληφθούν σύμφωνα με το άρθρο 24 του Οργανισμού, μπορεί να ζητηθεί από τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους να απαντήσουν σε ορισμένες ερωτήσεις γραπτώς ή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Σε περίπτωση διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, το Γενικό Δικαστήριο καλεί, κατά το μέτρο του δυνατού, τους μετέχοντες στη συζήτηση αυτή να επικεντρώσουν τις αγορεύσεις τους σε ένα ή περισσότερα συγκεκριμένα ζητήματα. 2. Το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει τα κατά την παράγραφο 1 μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας, αφού ακουστεί ο γενικός εισαγγελέας. 3. Ο εισηγητής δικαστής ή ο γενικός εισαγγελέας μπορούν να ζητήσουν από τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους να υποβάλουν, εντός οριζόμενης προθεσμίας, όλα τα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά, καθώς και όλα τα κατά την κρίση τους σχετικά έγγραφα ή στοιχεία. Μπορούν επίσης να τους αποστείλουν ερωτήσεις στις οποίες καλούνται να απαντήσουν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Άρθρο 211 Αποδεικτικά μέσα 1. Το Γενικό Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί να αποφασίζει τη διεξαγωγή αποδείξεων με τα αποδεικτικά μέσα που προβλέπονται στο άρθρο 91, στοιχεία α΄, β΄, δ΄, ε΄ και στ΄, σύμφωνα με τη διαδικασία και τους κανόνες συμμετοχής που προβλέπονται στο άρθρο 92, παράγραφοι 1, 4, 5 και 6, και προβαίνει στη διεξαγωγή των αποδείξεων κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 93 έως 102. 2. Οι κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενοι μπορούν να παρίστανται κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων και συμμετέχουν σε αυτή σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται για τους διαδίκους στις διατάξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Άρθρο 212 Αίτηση παροχής διευκρινίσεων Υπό την επιφύλαξη των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας και των αποδεικτικών μέσων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να ζητήσει από το αιτούν δικαστήριο να του παράσχει διευκρινίσεις εντός της προθεσμίας που τάσσει. Κεφάλαιο 5 ΠΡΟΦΟΡΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Άρθρο 213 Επ’ ακροατηρίου συζήτηση 1. Οι τυχόν υποβαλλόμενες αιτιολογημένες αιτήσεις για διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως κατατίθενται εντός τριών εβδομάδων από την επίδοση, στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους, του εγγράφου με το οποίο γνωστοποιείται η περάτωση της έγγραφης διαδικασίας. Η προθεσμία αυτή μπορεί να παραταθεί από τον πρόεδρο. 2. Το Γενικό Δικαστήριο, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί να αποφασίσει να μη διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση, αν φρονεί, βάσει των υπομνημάτων ή παρατηρήσεων που κατατέθηκαν κατά την έγγραφη διαδικασία, ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί ώστε να αποφανθεί επί της υποθέσεως. 3. Η κατά την προηγούμενη παράγραφο δυνατότητα δεν ισχύει όταν η διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως έχει ζητηθεί, με αιτιολογημένη αίτηση, από κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενο ο οποίος δεν μετέσχε στην έγγραφη διαδικασία. Άρθρο 214 Κοινή επ’ ακροατηρίου συζήτηση Εφόσον οι ομοιότητες μεταξύ πλειόνων προδικαστικών υποθέσεων το επιτρέπουν, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την οργάνωση κοινής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως για τις υποθέσεις αυτές. Άρθρο 215 Ημερομηνία της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως 1. Αν το Γενικό Δικαστήριο αποφασίσει τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, ο πρόεδρος ορίζει την ημερομηνία της. 2. Σε εξαιρετικές περιστάσεις, ο πρόεδρος μπορεί να μεταθέσει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτιολογημένης αιτήσεως ενός από τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους, την ημερομηνία της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Άρθρο 216 Συμμετοχή σε επ’ ακροατηρίου συζήτηση μέσω τηλεδιασκέψεως 1. Όταν εκπρόσωπος ενός από τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους ή διάδικος της κύριας δίκης που έχει δικαίωμα παραστάσεως ενώπιον δικαστηρίου χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο κωλύεται να συμμετάσχει διά ζώσης στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση για υγειονομικούς λόγους, λόγους ασφαλείας ή άλλους σοβαρούς λόγους, μπορεί να επιτραπεί η συμμετοχή του μέσω τηλεδιασκέψεως. 2. Η αίτηση συμμετοχής στην επ’ ακροατηρίου συζήτηση μέσω τηλεδιασκέψεως υποβάλλεται με χωριστό δικόγραφο, μόλις γίνει γνωστός ο λόγος του κωλύματος, και προσδιορίζει με σαφήνεια τη φύση του κωλύματος αυτού. 3. Ο πρόεδρος αποφαίνεται επί της αιτήσεως το συντομότερο δυνατόν. 4. Σε περίπτωση αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου για διεξαγωγή της συζητήσεως κεκλεισμένων των θυρών, δυνάμει του άρθρου 217, αποκλείεται η χρήση τηλεδιασκέψεως. 5. Οι τεχνικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για τη συμμετοχή στις επ’ ακροατηρίου συζητήσεις μέσω τηλεδιασκέψεως καθορίζονται με τις διατάξεις για τη ρύθμιση πρακτικών ζητημάτων που προβλέπονται στο άρθρο 243. Άρθρο 217 Συζήτηση κεκλεισμένων των θυρών 1. Για σοβαρούς λόγους, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει τη διεξαγωγή της συζητήσεως κεκλεισμένων των θυρών. 2. Η απόφαση για διεξαγωγή της συζητήσεως κεκλεισμένων των θυρών συνεπάγεται απαγόρευση της δημοσιεύσεως των συζητήσεων. Άρθρο 218 Διεξαγωγή της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως 1. Ο πρόεδρος κηρύσσει την έναρξη των συζητήσεων, τις διευθύνει και φροντίζει για την ευταξία στο ακροατήριο. 2. Τα μέλη του δικαστικού σχηματισμού καθώς και ο γενικός εισαγγελέας μπορούν κατά τη διάρκεια της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως να θέτουν ερωτήσεις στους εκπροσώπους των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένων και, υπό τις περιστάσεις του άρθρου 203, παράγραφος 3, του παρόντος κανονισμού, στους διαδίκους της κύριας δίκης. Άρθρο 219 Αναμετάδοση των συνεδριάσεων 1. Οι συνεδριάσεις του Γενικού Δικαστηρίου μπορούν να αναμεταδίδονται. Η μετάδοση γίνεται απευθείας όταν αφορά τη δημοσίευση αποφάσεων ή την ανάπτυξη προτάσεων και σε μαγνητοσκόπηση όταν αφορά αγορεύσεις των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένων σε υπόθεση που έχει παραπεμφθεί ενώπιον του τμήματος μείζονος συνθέσεως, ενώπιον του τμήματος διευρυμένης συνθέσεως ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, εφόσον τούτο δικαιολογείται από το ενδιαφέρον της υποθέσεως, ενώπιον πενταμελούς τμήματος. 2. Όταν το Γενικό Δικαστήριο προτίθεται να αναμεταδώσει μια επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η γραμματεία ενημερώνει σχετικά τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους κατά την κλήτευση στην εν λόγω επ’ ακροατηρίου συζήτηση. 3. Αν ένας κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενος εκτιμά ότι η επ’ ακροατηρίου συζήτηση στην οποία κλήθηκε δεν πρέπει να αναμεταδοθεί, ενημερώνει σχετικά το συντομότερο δυνατόν το Γενικό Δικαστήριο, εκθέτοντας λεπτομερώς τις περιστάσεις που δικαιολογούν τη μη αναμετάδοση. 4. Το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται επί του ως άνω αιτήματος το συντομότερο δυνατόν, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα. 5. Η μαγνητοσκόπηση αναμεταδοθείσας επ’ ακροατηρίου συζητήσεως παραμένει διαθέσιμη στον διαδικτυακό τόπο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για μέγιστο χρονικό διάστημα ενός μηνός από τη λήξη της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. 6. Αν ένας κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενος εκτιμά ότι η μαγνητοσκόπηση επ’ ακροατηρίου συζητήσεως στην οποία συμμετείχε πρέπει να αποσυρθεί από τον προαναφερθέντα διαδικτυακό τόπο, ενημερώνει σχετικά το συντομότερο δυνατόν το Γενικό Δικαστήριο, εκθέτοντας τις περιστάσεις που δικαιολογούν την απόσυρση. 7. Ο πρόεδρος αποφαίνεται επί του ως άνω αιτήματος αμελλητί, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα. 8. Το Γενικό Δικαστήριο καθορίζει, με απόφαση, τους κανόνες και τους όρους για την πραγματοποίηση της αναμεταδόσεως των συνεδριάσεων. Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Άρθρο 220 Λήξη της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως Μετά την αγόρευση των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένων, ο πρόεδρος κηρύσσει τη λήξη της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως. Άρθρο 221 Ανάπτυξη των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα 1. Εφόσον διεξάγεται επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο γενικός εισαγγελέας αναπτύσσει τις προτάσεις του μετά τη λήξη της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, κατά την ημερομηνία την οποία έχει ανακοινώσει. 2. Αν δεν διεξαχθεί επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο γενικός εισαγγελέας αναπτύσσει τις προτάσεις του κατά την ημερομηνία την οποία έχει ανακοινώσει. 3. Η ανάπτυξη των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα επιφέρει τη λήξη της προφορικής διαδικασίας. Άρθρο 222 Διεξαγωγή της προφορικής διαδικασίας ή επανάληψή της Το Γενικό Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να διατάξει τη διεξαγωγή προφορικής διαδικασίας ή την επανάληψή της, ιδίως αν κρίνει ότι δεν έχει διαφωτιστεί επαρκώς ή όταν ένας κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενος, μετά τη λήξη της διαδικασίας αυτής, επικαλείται νέο πραγματικό περιστατικό δυνάμενο να ασκήσει αποφασιστική επιρροή επί της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, ή ακόμα όταν, προς επίλυση της διαφοράς, το Γενικό Δικαστήριο χρειάζεται να στηριχθεί σε επιχείρημα επί του οποίου δεν διεξήχθη συζήτηση μεταξύ των κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένων. Άρθρο 223 Πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως 1. Ο γραμματέας τηρεί τα πρακτικά κάθε συζητήσεως. Τα πρακτικά αυτά υπογράφονται από τον πρόεδρο και τον γραμματέα. Τα πρακτικά αποτελούν δημόσιο έγγραφο. 2. Οι κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενοι μπορούν να λαμβάνουν γνώση στη γραμματεία όλων των πρακτικών και να παίρνουν αντίγραφα. Άρθρο 224 Ηχητική εγγραφή της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως Ο πρόεδρος του Γενικού Δικαστηρίου μπορεί, κατόπιν δεόντως αιτιολογημένης αιτήσεως, να επιτρέψει σε κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενο ο οποίος μετέσχε στην έγγραφη ή την προφορική διαδικασία να ακούσει, σε χώρο του Γενικού Δικαστηρίου, την ηχητική εγγραφή της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως στη γλώσσα που χρησιμοποίησαν οι ομιλητές κατά τη συζήτηση αυτήν. Κεφάλαιο 6 ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Άρθρο 225 Πρόδηλη αναρμοδιότητα ή προδήλως απαράδεκτο Όταν το Γενικό Δικαστήριο είναι προδήλως αναρμόδιο να επιληφθεί της υποθέσεως ή όταν μια αίτηση είναι προδήλως απαράδεκτη, το Γενικό Δικαστήριο, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί οποτεδήποτε να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία. Άρθρο 226 Απάντηση με αιτιολογημένη διάταξη Όταν ερώτημα που υποβάλλεται με αίτηση προδικαστικής αποφάσεως είναι ταυτόσημο με ερώτημα επί του οποίου το Δικαστήριο ή το Γενικό Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί, όταν η απάντηση σε τέτοιο ερώτημα μπορεί να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία ή όταν δεν υπάρχει καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απάντηση που προσήκει στο υποβληθέν με αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ερώτημα, το Γενικό Δικαστήριο, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή και αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, μπορεί οποτεδήποτε να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη. Άρθρο 227 Διατήρηση της αρμοδιότητας του Γενικού Δικαστηρίου να αποφανθεί επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως 1. Ενόσω το αιτούν δικαστήριο δεν έχει ανακαλέσει την υποβληθείσα αίτηση προδικαστικής αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί επ’ αυτής. Η ανάκληση αιτήσεως μπορεί να ληφθεί υπόψη έως την επίδοση με την οποία γνωστοποιείται η ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους. 2. Εντούτοις, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί, οποτεδήποτε και με την επιφύλαξη του άρθρου 207, να διαπιστώσει ότι δεν συντρέχουν πλέον οι προϋποθέσεις αρμοδιότητάς του. Άρθρο 228 Έξοδα της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως Αρμόδιο να αποφασίζει επί των εξόδων της διαδικασίας προδικαστικής αποφάσεως είναι το αιτούν δικαστήριο. Άρθρο 229 Ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως Οι κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερόμενοι ενημερώνονται για την ημερομηνία δημοσιεύσεως της αποφάσεως. Άρθρο 230 Περιεχόμενο της αποφάσεως Η απόφαση περιέχει:
Άρθρο 231 Δημοσίευση και επίδοση της αποφάσεως 1. Η απόφαση δημοσιεύεται σε δημόσια συνεδρίαση. 2. Το πρωτότυπο της αποφάσεως, υπογεγραμμένο από τον πρόεδρο, τους δικαστές που μετέσχαν στη διάσκεψη και τον γραμματέα, σφραγίζεται και κατατίθεται στη γραμματεία. Στο αιτούν δικαστήριο, στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους και στο Δικαστήριο επιδίδεται αντίγραφο της αποφάσεως. Άρθρο 232 Περιεχόμενο της διατάξεως 1. Η διάταξη περιέχει:
2. Όταν ο παρών κανονισμός προβλέπει ότι η διάταξη πρέπει να είναι αιτιολογημένη, αυτή περιέχει επιπλέον:
Άρθρο 233 Υπογραφή και επίδοση της διατάξεως Το πρωτότυπο της διατάξεως, υπογεγραμμένο από τον πρόεδρο και τον γραμματέα, σφραγίζεται και κατατίθεται στη γραμματεία. Στο αιτούν δικαστήριο, στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους και στο Δικαστήριο επιδίδεται αντίγραφο της διατάξεως. Άρθρο 234 Αποτελέσματα των αποφάσεων και διατάξεων Οι αποφάσεις και οι διατάξεις παράγουν αποτελέσματα υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 62β, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού. Άρθρο 235 Διόρθωση των αποφάσεων και διατάξεων 1. Το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να διορθώσει γραφικά ή λογιστικά λάθη ή προφανείς ανακρίβειες αποφάσεως ή διατάξεως, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως ενδιαφερομένου κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού, εφόσον η αίτηση αυτή υποβληθεί εντός δύο εβδομάδων από τη δημοσίευση της αποφάσεως ή την επίδοση της διατάξεως. 2. Το Γενικό Δικαστήριο αποφασίζει αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα. 3. Το πρωτότυπο της διατάξεως περί διορθώσεως επισυνάπτεται στο πρωτότυπο της αποφάσεως ή διατάξεως που διορθώνεται. Σημείωση της διατάξεως αυτής γίνεται στο περιθώριο του πρωτοτύπου της αποφάσεως ή διατάξεως που διορθώνεται. Άρθρο 236 Ερμηνεία των προδικαστικών αποφάσεων και διατάξεων 1. Το άρθρο 168 του παρόντος κανονισμού, σχετικά με την ερμηνεία των αποφάσεων και διατάξεων, δεν έχει εφαρμογή στις αποφάσεις και διατάξεις που εκδίδονται επί αιτήσεων προδικαστικής αποφάσεως. 2. Στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να εκτιμήσουν αν θεωρούν ότι έχουν επαρκώς διαφωτιστεί από την προδικαστική απόφαση ή αν κρίνουν αναγκαίο να υποβάλουν εκ νέου αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. Κεφάλαιο 7 ΤΑΧΕΙΑ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Άρθρο 237 Ταχεία διαδικασία 1. Κατόπιν αιτήματος του αιτούντος δικαστηρίου ή, σε εξαιρετική περίπτωση, αυτεπαγγέλτως, ο πρόεδρος μπορεί, όταν η φύση της υποθέσεως απαιτεί να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο το συντομότερο δυνατόν, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα, να αποφασίσει την υπαγωγή της προδικαστικής παραπομπής σε ταχεία διαδικασία κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού. 2. Στην περίπτωση αυτή, ο πρόεδρος ορίζει αμέσως την ημερομηνία της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, η οποία γνωστοποιείται στους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους κατά την επίδοση της αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως. 3. Οι κατά την προηγούμενη παράγραφο ενδιαφερόμενοι μπορούν να καταθέσουν υπομνήματα ή γραπτές παρατηρήσεις, εντός προθεσμίας που τάσσει ο πρόεδρος και η οποία δεν μπορεί να είναι βραχύτερη των δεκαπέντε ημερών. Ο πρόεδρος μπορεί να ζητήσει από τους εν λόγω ενδιαφερομένους να περιορίσουν τα υπομνήματα ή τις γραπτές παρατηρήσεις τους στα κύρια νομικά ζητήματα που εγείρει η αίτηση προδικαστικής αποφάσεως. 4. Τα τυχόν υπομνήματα ή οι γραπτές παρατηρήσεις κοινοποιούνται πριν από την επ’ ακροατηρίου συζήτηση σε όλους τους κατά το άρθρο 23 του Οργανισμού ενδιαφερομένους. 5. Το Γενικό Δικαστήριο αποφαίνεται αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα. Άρθρο 238 Διαβίβαση των διαδικαστικών εγγράφων 1. Τα διαδικαστικά έγγραφα που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο θεωρούνται ότι έχουν κατατεθεί με τη διαβίβαση στη γραμματεία, μέσω e-Curia ή με μέσο ηλεκτρονικής διαβιβάσεως που χρησιμοποιείται από το Γενικό Δικαστήριο, αντιγράφου του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου και των λοιπών εγγράφων των οποίων γίνεται επίκληση, μαζί με τον κατάλογο περί του οποίου γίνεται λόγος στο άρθρο 205, παράγραφος 2. Το πρωτότυπο του δικογράφου και τα παραρτήματα που μνημονεύονται ανωτέρω διαβιβάζονται στη γραμματεία αμελλητί, αν τα αντίγραφά τους διαβιβάστηκαν με μέσο ηλεκτρονικής διαβιβάσεως που χρησιμοποιείται από το Γενικό Δικαστήριο. 2. Οι επιδόσεις και οι κοινοποιήσεις που προβλέπει το προηγούμενο άρθρο μπορούν να πραγματοποιούνται με διαβίβαση αντιγράφου του οικείου εγγράφου μέσω e-Curia ή με μέσο ηλεκτρονικής διαβιβάσεως που χρησιμοποιείται από το Γενικό Δικαστήριο. Κεφάλαιο 8 ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΡΩΓΗ Άρθρο 239 Αίτηση δικαστικής αρωγής 1. Αν διάδικος της κύριας δίκης βρίσκεται σε αδυναμία να αντιμετωπίσει το σύνολο ή μέρος των εξόδων της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δίκης, μπορεί οποτεδήποτε να ζητήσει τη χορήγηση δικαστικής αρωγής. 2. Η αίτηση δικαστικής αρωγής συνοδεύεται από κάθε στοιχείο και δικαιολογητικό έγγραφο βάσει των οποίων μπορεί να εκτιμηθεί η οικονομική κατάσταση του αιτούντος, όπως πιστοποιητικό αρμόδιας εθνικής αρχής που αποδεικνύει την εν λόγω οικονομική κατάσταση. 3. Αν ο αιτών έχει τύχει δικαστικής αρωγής ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, προσκομίζει την απόφαση του εν λόγω δικαστηρίου και προσδιορίζει τις δαπάνες που καλύπτουν τα ήδη χορηγηθέντα ποσά. Άρθρο 240 Απόφαση επί της αιτήσεως δικαστικής αρωγής 1. Επί της αιτήσεως δικαστικής αρωγής αποφασίζει ο πρόεδρος με διάταξη, αφού ακούσει τον γενικό εισαγγελέα. 2. Σε περίπτωση ολικής ή μερικής απορρίψεως της αιτήσεως δικαστικής αρωγής, η διάταξη αιτιολογείται. Άρθρο 241 Ποσά που καταβάλλονται στο πλαίσιο της δικαστικής αρωγής Σε περίπτωση χορηγήσεως του ευεργετήματος δικαστικής αρωγής, το ταμείο του Γενικού Δικαστηρίου αναλαμβάνει, εντός των τυχόν καθορισθέντων από τον πρόεδρο ορίων, τα έξοδα επικουρήσεως και εκπροσωπήσεως του αιτούντος ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Η χορήγηση προκαταβολής για τα έξοδα αυτά είναι δυνατή κατόπιν αιτήσεως του αιτούντος ή του εκπροσώπου του. Άρθρο 242 Ανάκληση του ευεργετήματος δικαστικής αρωγής 1. Αν οι συνθήκες που οδήγησαν στην παροχή του ευεργετήματος δικαστικής αρωγής μεταβληθούν κατά τη διάρκεια της δίκης, ο πρόεδρος μπορεί να ανακαλέσει το ευεργέτημα αυτό οποτεδήποτε είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως, μετά από ακρόαση του ενδιαφερομένου. 2. Η διάταξη περί ανακλήσεως του ευεργετήματος δικαστικής αρωγής πρέπει να είναι αιτιολογημένη και δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο.» |
|
44) |
Το νυν άρθρο 224 αριθμείται ως άρθρο 243. |
|
45) |
Στα άρθρα 75, 107α και 189, η μνεία στο «άρθρο 224» αντικαθίσταται από μνεία στο «άρθρο 243». |
|
46) |
Το νυν άρθρο 225 αριθμείται ως άρθρο 244. |
|
47) |
Το νυν άρθρο 226 αριθμείται ως άρθρο 245. |
|
48) |
Το νυν άρθρο 227 αριθμείται ως άρθρο 246. Τροποποιείται ως εξής:
|
Άρθρο 2
Οι παρούσες τροποποιήσεις του κανονισμού διαδικασίας, το κείμενο των οποίων είναι αυθεντικό στις γλώσσες που αναφέρονται στο άρθρο 44 του κανονισμού αυτού, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τίθενται σε ισχύ την 1η Σεπτεμβρίου 2024.
Λουξεμβούργο, 10 Ιουλίου 2024.
Ο Γραμματέας
V. DI BUCCI
Ο Πρόεδρος
M. VAN DER WOUDE
(1) ΕΕ L, 2024/2019, 12.8.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/2019/oj.
(2) ΕΕ L 105 της 23.4.2015, σ. 1, όπως τροποποιήθηκε στις 13 Ιουλίου 2016 (ΕΕ L 217 της 12.8.2016, σ. 71, ΕΕ L 217 της 12.8.2016, σ. 72, ΕΕ L 217 της 12.8.2016, σ. 73), στις 11 Ιουλίου 2018 (ΕΕ L 240 της 25.9.2018, σ. 68), στις 31 Ιουλίου 2018 (ΕΕ L 240 της 25.9.2018, σ. 67) και στις 30 Νοεμβρίου 2022 (ΕΕ L 44 της 14.2.2023, σ. 8).
ELI: http://data.europa.eu/eli/proc_internal/2024/2095/oj
ISSN 1977-0669 (electronic edition)