|
Επίσημη Εφημερίδα |
EL Σειρά L |
|
2024/1623 |
19.6.2024 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2024/1623 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 31ης Μαΐου 2024
για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τις απαιτήσεις για τον πιστωτικό κίνδυνο, τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης, τον λειτουργικό κίνδυνο, τον κίνδυνο αγοράς και το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Μετά τη διαβίβαση του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Θέλοντας να αντιμετωπίσει την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009, η Ένωση δρομολόγησε εκτενή μεταρρύθμιση του πλαισίου προληπτικής εποπτείας των ιδρυμάτων, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), με στόχο τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα του τραπεζικού τομέα της Ένωσης. Ένα από τα κύρια στοιχεία της μεταρρύθμισης ήταν η νομική εφαρμογή των διεθνών προτύπων που συμφωνήθηκαν το 2010 από την Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (ΕΒΤΕ), και συγκεκριμένα της λεγόμενης «μεταρρύθμισης της Βασιλείας III» και των προτύπων της Βασιλείας III. Χάρη στη μεταρρύθμιση αυτή, ο τραπεζικός τομέας της Ένωσης είχε ανθεκτική βάση όταν ενέσκηψε η κρίση της COVID-19. Ωστόσο, αν και το συνολικό επίπεδο κεφαλαίων στα ιδρύματα στην Ένωση είναι πλέον γενικά ικανοποιητικό, ορισμένα από τα προβλήματα που διαπιστώθηκαν μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση μένουν προς επίλυση. |
|
(2) |
Για να αντιμετωπιστούν αυτά τα προβλήματα, να επιτευχθεί ασφάλεια δικαίου και να σηματοδοτηθεί η δέσμευση της Ένωσης έναντι των διεθνών της εταίρων στη G20, έχει ύψιστη σημασία να ενσωματωθούν πλήρως στο ενωσιακό δίκαιο τα στοιχεία της μεταρρύθμισης της Βασιλείας III που συμφωνήθηκαν το 2017 («οριστικοποιημένο πλαίσιο της Βασιλείας III») και παραμένουν εκκρεμή. Την ίδια στιγμή, η εν λόγω ενσωμάτωση θα πρέπει να αποφύγει τη σημαντική αύξηση στις γενικές κεφαλαιακές απαιτήσεις για το τραπεζικό σύστημα της Ένωσης στο σύνολό του και να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες της οικονομίας της Ένωσης. Όπου είναι εφικτό, θα πρέπει να εφαρμοστούν προσαρμογές των διεθνών προτύπων σε μεταβατική βάση. Θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε τα ιδρύματα της Ένωσης να μην περιέλθουν σε μειονεκτική θέση όσον αφορά τον ανταγωνισμό, ιδίως στον τομέα των δραστηριοτήτων διαπραγμάτευσης, όπου τα εν λόγω ιδρύματα ανταγωνίζονται ευθέως τους διεθνείς ομολόγους τους. Επιπλέον, με τη νομική εφαρμογή του οριστικοποιημένου πλαισίου της Βασιλείας III, η Ένωση ολοκληρώνει μια δεκαετή διαδικασία μεταρρυθμίσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η Ένωση θα πρέπει να διενεργήσει συνολική αξιολόγηση του τραπεζικού της συστήματος, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις σχετικές διαστάσεις. Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εκπόνηση συνολικής επανεξέτασης του πλαισίου για τις προληπτικές και εποπτικές απαιτήσεις. Η εν λόγω επανεξέταση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ποικίλα είδη εταιρικών μορφών, δομών και επιχειρηματικών μοντέλων σε ολόκληρη την Ένωση. Η εν λόγω επανεξέταση θα πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τη νομική εφαρμογή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων ως μέρους των κανόνων προληπτικής εποπτείας περί κεφαλαίων και ρευστότητας, καθώς και το επίπεδο της εφαρμογής του. Η επανεξέταση θα πρέπει να αξιολογεί κατά πόσον το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων και το επίπεδο εφαρμογής του διασφαλίζουν επαρκές επίπεδο προστασίας των καταθετών και διαφυλάσσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη και τις δύο προαναφερόμενες πτυχές σε ολόκληρη την Ένωση, και τις εξελίξεις ως προς όλες τις διαστάσεις της τραπεζικής ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή λαμβάνει δεόντως υπόψη τις συναφείς δηλώσεις και συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σχετικά με την τραπεζική ένωση. |
|
(3) |
Στις 27 Ιουνίου 2023 η Επιτροπή ανέλαβε να διενεργήσει συνολική, δίκαιη και ισορροπημένη αξιολόγηση της κατάστασης του τραπεζικού συστήματος και των ισχυόντων ρυθμιστικών και εποπτικών πλαισίων στην ενιαία αγορά. Κατά την αξιολόγηση θα λάβει υπόψη τον αντίκτυπο των τροποποιήσεων που ο παρών κανονισμός επιφέρει στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθώς και την κατάσταση της τραπεζικής ένωσης ως προς όλες της τις διαστάσεις. Μεταξύ των ζητημάτων που θα αναλύσει, η Επιτροπή θα εξετάσει τη νομική εφαρμογή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου εφαρμογής του. Θα διενεργήσει την εν λόγω αξιολόγηση με βάση στοιχεία της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) (ΕΑΤ) που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), καθώς και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού, και θα διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη για να διασφαλίσει ότι λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι διάφορες οπτικές. Η Επιτροπή θα υποβάλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση βασιζόμενη στην εν λόγω έκθεση. |
|
(4) |
Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 προβλέπει δυνατότητα των ιδρυμάτων να υπολογίζουν τις απαιτήσεις τους για ίδια κεφάλαια χρησιμοποιώντας είτε τυποποιημένες προσεγγίσεις είτε προσεγγίσεις εσωτερικών υποδειγμάτων. Οι τυποποιημένες προσεγγίσεις απαιτούν από τα ιδρύματα να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων χρησιμοποιώντας σταθερές παραμέτρους, που βασίζονται σε σχετικά συντηρητικές παραδοχές και καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Οι προσεγγίσεις εσωτερικών υποδειγμάτων, οι οποίες πρέπει να εγκρίνονται από τις αρμόδιες αρχές, παρέχουν τη δυνατότητα στα ιδρύματα να εκτιμούν μόνα τους τις περισσότερες ή όλες τις παραμέτρους που απαιτούνται για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων. Η ΕΒΤΕ αποφάσισε τον Δεκέμβριο του 2017 να θεσπίσει αθροιστικό κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων. Η απόφαση αυτή βασίστηκε σε ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στον απόηχο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009, η οποία αποκάλυψε ότι τα εσωτερικά υποδείγματα τείνουν να υποτιμούν τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένα τα ιδρύματα, ιδίως για ορισμένα είδη ανοιγμάτων και κινδύνων και, ως εξ αυτού, να δίνουν ως αποτέλεσμα ανεπαρκείς απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων. Σε σύγκριση με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που υπολογίζονται χρησιμοποιώντας τις τυποποιημένες προσεγγίσεις, τα εσωτερικά υποδείγματα δίνουν, κατά μέσο όρο, χαμηλότερες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τα ίδια ανοίγματα. |
|
(5) |
Το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων αποτελεί ένα από τα κομβικά μέτρα της μεταρρύθμισης της Βασιλείας III. Επιδιώκει να περιορίσει την αδικαιολόγητη μεταβλητότητα στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που υπολογίζονται βάσει των εσωτερικών υποδειγμάτων, και την υπερβολική μείωση κεφαλαίων που μπορεί να προκύψει για ένα ίδρυμα το οποίο χρησιμοποιεί εσωτερικά υποδείγματα έναντι ιδρύματος που χρησιμοποιεί τις τυποποιημένες προσεγγίσεις. Ορίζοντας κατώτατο όριο στις απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια που προκύπτουν από τα εσωτερικά υποδείγματα των ιδρυμάτων ίσο με το 72,5 % των απαιτήσεων για ίδια κεφάλαια που θα ίσχυαν εάν τα εν λόγω ιδρύματα χρησιμοποιούσαν τις τυποποιημένες προσεγγίσεις, το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων περιορίζει τον κίνδυνο υπερβολικής μείωσης κεφαλαίων. Για τον σκοπό αυτό, τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν εσωτερικά υποδείγματα θα πρέπει να υπολογίζουν δύο σειρές συνολικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων, με κάθε σειρά να αθροίζει όλες τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων χωρίς διπλή καταμέτρηση. Η συνεπής εφαρμογή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων θα αυξήσει τη συγκρισιμότητα των δεικτών κεφαλαίου των ιδρυμάτων, θα αποκαταστήσει την αξιοπιστία των εσωτερικών υποδειγμάτων και θα εξασφαλίσει ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των ιδρυμάτων που χρησιμοποιούν διαφορετικές προσεγγίσεις για τον υπολογισμό των απαιτήσεών τους για ίδια κεφάλαια. |
|
(6) |
Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα ίδια κεφάλαια επιμερίζονται σωστά και είναι διαθέσιμα για την προστασία των καταθέσεων όταν χρειάζεται, το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων θα πρέπει να ισχύει σε όλα τα επίπεδα ενοποίησης, εκτός εάν ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματικά με άλλους τρόπους, ιδίως σε ό,τι αφορά ομίλους, όπως οι συνεταιριστικοί όμιλοι με κεντρικό οργανισμό και συνδεδεμένα ιδρύματα που βρίσκονται σε αυτό το κράτος μέλος. Σε αυτές τις περιπτώσεις ένα κράτος μέλος θα πρέπει να μπορεί να αποφασίσει να μην εφαρμόζει το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων σε ατομική ή υποενοποιημένη βάση σε ιδρύματα σε αυτό το κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι, στο ανώτατο επίπεδο ενοποίησης σε αυτό το κράτος μέλος, το μητρικό ίδρυμα των εν λόγω ιδρυμάτων σε αυτό το κράτος μέλος συμμορφώνεται με το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων με βάση την ενοποιημένη του κατάσταση. |
|
(7) |
Η ΕΒΤΕ διαπίστωσε ότι η τρέχουσα τυποποιημένη προσέγγιση για τον πιστωτικό κίνδυνο (ΤΠ-ΠΚ) είναι ανεπαρκής όσον αφορά την ευαισθησία της έναντι κινδύνων σε διάφορους τομείς, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα ανακριβείς ή ακατάλληλες —είτε πολύ υψηλές είτε πολύ χαμηλές — μετρήσεις του πιστωτικού κινδύνου και, ως εκ τούτου, των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων. Οι διατάξεις που αφορούν την ΤΠ-ΠΚ θα πρέπει, ως εκ τούτου, να αναθεωρηθούν προκειμένου να αυξηθεί η ευαισθησία της εν λόγω προσέγγισης έναντι κινδύνων σε βασικές πτυχές. |
|
(8) |
Για τα διαβαθμισμένα ανοίγματα έναντι άλλων ιδρυμάτων, ορισμένοι από τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου θα πρέπει να βαθμονομηθούν εκ νέου σύμφωνα με τα πρότυπα της Βασιλείας III. Επιπροσθέτως, η αντιμετώπιση όσον αφορά τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τα μη διαβαθμισμένα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από υψηλότερο επίπεδο λεπτομέρειας και να αποσυνδεθεί από τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται στην κεντρική κυβέρνηση του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο το δανειοληπτικό ίδρυμα, καθώς δεν θα πρέπει να τεκμαίρεται πλέον η έμμεση κρατική στήριξη αυτών των ιδρυμάτων. |
|
(9) |
Για τα δανειακά ανοίγματα μειωμένης εξασφάλισης και τα εξομοιούμενα με αυτά από την άποψη της προληπτικής εποπτείας, καθώς και για τα ανοίγματα σε μετοχές, απαιτείται πιο αυστηρή αντιμετώπιση των συντελεστών στάθμισης κινδύνου, με υψηλότερο επίπεδο λεπτομέρειας, προκειμένου να αποτυπώνεται ο υψηλότερος κίνδυνος ζημιών των δανειακών ανοιγμάτων μειωμένης εξασφάλισης και των ανοιγμάτων σε μετοχές έναντι των ανοιγμάτων σε χρεωστικούς τίτλους και να αποτρέπονται φαινόμενα ρυθμιστικού αρμπιτράζ μεταξύ χαρτοφυλακίου συναλλαγών και χαρτοφυλακίου που δεν αφορά συναλλαγές. Τα ιδρύματα στην Ένωση κατέχουν παλαιόθεν στρατηγικές επενδύσεις στο μετοχικό κεφάλαιο χρηματοπιστωτικών και μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών. Δεδομένου ότι ο συνήθης συντελεστής στάθμισης κινδύνου για τα ανοίγματα σε μετοχές αυξάνει στη διάρκεια μεταβατικής περιόδου πέντε ετών, για τις υπάρχουσες στρατηγικές μετοχικές κεφαλαιακές τοποθετήσεις σε επιχειρήσεις και σε ορισμένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις επί των οποίων το ίδρυμα ασκεί έλεγχο ή σημαντική επιρροή θα πρέπει να υπάρξει αποδοχή του προϋφιστάμενου καθεστώτος προκειμένου να αποφευχθούν φαινόμενα ασυνέχειας και να διαφυλαχθεί ο ρόλος των ιδρυμάτων στην Ένωση ως μακρόπνοων, στρατηγικών επενδυτών σε μετοχικούς τίτλους. Με δεδομένες τις προληπτικές εποπτικές δικλείδες ασφαλείας και την εποπτεία για την προώθηση της ολοκλήρωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα, όσον αφορά τις κεφαλαιακές τοποθετήσεις σε άλλα ιδρύματα εντός του ίδιου ομίλου ή που καλύπτονται από το ίδιο θεσμικό σύστημα προστασίας, θα πρέπει να διατηρηθεί το ισχύον καθεστώς. Επιπροσθέτως, για να ενισχυθούν οι ιδιωτικές και δημόσιες πρωτοβουλίες για την παροχή μακροπρόθεσμου μετοχικού κεφαλαίου σε μη εισηγμένες εταιρείες της Ένωσης, οι επενδύσεις που πραγματοποιούνται άμεσα ή έμμεσα, π.χ. μέσω εταιρειών επιχειρηματικών συμμετοχών, δεν θα πρέπει να θεωρούνται κερδοσκοπικές όταν οι επενδύσεις αυτές πραγματοποιούνται με την σαφή πρόθεση της ανώτερης διοίκησης να τις διακρατήσει τουλάχιστον για τρία έτη. |
|
(10) |
Με στόχο την τόνωση ορισμένων κλάδων της οικονομίας, τα πρότυπα της Βασιλείας III προβλέπουν διακριτική ευχέρεια των αρμοδίων αρχών να διεξάγουν τα εποπτικά τους καθήκοντα προκειμένου να μπορούν τα ιδρύματα, εντός ορισμένων ορίων, να εφαρμόζουν προνομιακή αντιμετώπιση για τις κεφαλαιακές τοποθετήσεις που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο νομοθετικών προγραμμάτων τα οποία παρέχουν σημαντικές επιδοτήσεις για επενδύσεις και συνεπάγονται κρατική εποπτεία και περιορισμούς στις μετοχικές επενδύσεις. Η εισαγωγή αυτής της διακριτικής ευχέρειας στην ενωσιακή νομοθεσία θα πρέπει επίσης να συμβάλλει στην προώθηση των μακροπρόθεσμων μετοχικών επενδύσεων. |
|
(11) |
Η δανειοδότηση επιχειρήσεων στην Ένωση πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο από ιδρύματα που χρησιμοποιούν την προσέγγιση εσωτερικών διαβαθμίσεων («ΠΕΔ») για τον πιστωτικό κίνδυνο προκειμένου να υπολογίσουν τις απαιτήσεις τους για ίδια κεφάλαια. Με τη νομική εφαρμογή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων, τα εν λόγω ιδρύματα θα πρέπει να εφαρμόζουν επίσης την ΤΠ-ΠΚ, που βασίζεται σε πιστοληπτικές αξιολογήσεις που διενεργούν καθορισμένοι εξωτερικοί οργανισμοί πιστοληπτικών αξιολογήσεων (ΕΟΠΑ) για τον καθορισμό της πιστωτικής ποιότητας της δανειολήπτριας επιχείρησης. Η αντιστοίχιση μεταξύ των εξωτερικών διαβαθμίσεων και των συντελεστών στάθμισης κινδύνου θα πρέπει να έχει υψηλότερο επίπεδο λεπτομέρειας, προκειμένου να ευθυγραμμίζεται με διεθνή πρότυπα σε αυτόν τον τομέα. |
|
(12) |
Οι περισσότερες επιχειρήσεις της Ένωσης, ωστόσο, δεν επιδιώκουν εξωτερικές πιστωτικές διαβαθμίσεις. Για να αποφευχθεί δυσμενής αντίκτυπος στη δυνατότητα τραπεζικού δανεισμού των μη διαβαθμισμένων επιχειρήσεων και να δοθεί αρκετός χρόνος για την ανάληψη δημόσιων ή ιδιωτικών πρωτοβουλιών που αποσκοπούν στην αύξηση της κάλυψης των εξωτερικών πιστωτικών διαβαθμίσεων, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί μεταβατική περίοδος. Κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο, τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την ΠΕΔ θα πρέπει να μπορούν να εφαρμόζουν προνομιακή αντιμετώπιση κατά τον υπολογισμό του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων για τα ανοίγματα επενδυτικής βαθμίδας έναντι μη διαβαθμισμένων επιχειρήσεων, ενώ θα πρέπει να αναληφθούν πρωτοβουλίες για την προώθηση εκτεταμένης χρήσης των πιστωτικών διαβαθμίσεων. Οιαδήποτε παράταση της μεταβατικής περιόδου θα πρέπει να τεκμηριώνεται και να περιορίζεται σε τέσσερα έτη το πολύ. |
|
(13) |
Μετά τη μεταβατική περίοδο, τα ιδρύματα θα πρέπει να μπορούν να ανατρέχουν σε πιστοληπτικές αξιολογήσεις από καθορισμένους ΕΟΠΑ προκειμένου να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για σημαντικό μέρος των ανοιγμάτων τους έναντι επιχειρήσεων. Η ΕΑΤ, η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) (ΕΑΑΕΣ) που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) και η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (ΕΑΚΑΑ), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) (στο εξής, συλλήβδην: «ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές»), θα πρέπει να παρακολουθούν τη χρησιμοποίηση της μεταβατικής ρύθμισης και θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις σχετικές εξελίξεις και τάσεις στην αγορά ΕΟΠΑ, τα εμπόδια στη διαθεσιμότητα πιστοληπτικών αξιολογήσεων από καθορισμένους ΕΟΠΑ, ιδίως για επιχειρήσεις, και πιθανά μέτρα για την αντιμετώπιση αυτών των εμποδίων. Η μεταβατική περίοδος θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να επεκταθεί πολύ περισσότερο η διαθεσιμότητα διαβαθμίσεων για τις επιχειρήσεις της Ένωσης. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να αναπτυχθούν λύσεις για διαβαθμίσεις πέραν του υφιστάμενου πλαισίου διαβαθμίσεων ώστε να δοθούν κίνητρα, ιδίως στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της Ένωσης, να λαμβάνουν εξωτερική διαβάθμιση. Εκτός από τα εξωτερικά οφέλη που προκύπτουν από τη διαδικασία διαβάθμισης, η επέκταση των διαβαθμίσεων θα ενισχύσει, μεταξύ άλλων, την ένωση κεφαλαιαγορών. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος πρέπει να εξεταστούν οι απαιτήσεις που σχετίζονται με τις εξωτερικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις ή η σύσταση πρόσθετων ιδρυμάτων που παρέχουν τέτοιες αξιολογήσεις και αυτό ενδέχεται να επιφέρει σοβαρές προσπάθειες νομικής εφαρμογής. Τα κράτη μέλη, σε στενή συνεργασία με τις κεντρικές τους τράπεζες, θα πρέπει να αξιολογούν κατά πόσον ένα αίτημα για την αναγνώριση της κεντρικής τους τράπεζας ως ΕΟΠΑ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8) και για την παροχή εταιρικών διαβαθμίσεων από την κεντρική τράπεζα για τους σκοπούς του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα μπορούσε να συμβάλει προκειμένου να αυξηθεί η κάλυψη εξωτερικών διαβαθμίσεων. |
|
(14) |
Για ανοίγματα που εξασφαλίζονται με ακίνητα κατοικίας και ανοίγματα που εξασφαλίζονται με εμπορικά ακίνητα, η ΕΒΤΕ ανέπτυξε προσεγγίσεις που χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη ευαισθησία έναντι των κινδύνων προκειμένου να αποτυπώνονται πιο ικανοποιητικά τα διάφορα χρηματοδοτικά μοντέλα και τα στάδια στη διαδικασία κατασκευής. |
|
(15) |
Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009 ανέδειξε μια σειρά ανεπαρκειών στην τρέχουσα τυποποιημένη προσέγγιση όσον αφορά τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται με ακίνητα κατοικίας και τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται με εμπορικά ακίνητα. Τα πρότυπα της Βασιλείας III αντιμετωπίζουν αυτές τις ανεπάρκειες. Τα πρότυπα της Βασιλείας III κάνουν διάκριση μεταξύ ανοιγμάτων των οποίων η αποπληρωμή εξαρτάται σε ουσιαστικό βαθμό από τις ταμειακές ροές που παράγονται από το ακίνητο και ανοιγμάτων στα οποία δεν συμβαίνει αυτό. Η πρώτη περίπτωση θα πρέπει να υπάγεται σε ειδική αντιμετώπιση στάθμισης κινδύνου προκειμένου να αποτυπωθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια ο κίνδυνος που συνδέεται με τα εν λόγω ανοίγματα, αλλά και να βελτιωθεί η συνοχή με την αντιμετώπιση των προσοδοφόρων ακινήτων στο πλαίσιο της ΠΕΔ. |
|
(16) |
Για ανοίγματα που εξασφαλίζονται με ακίνητα κατοικίας και ανοίγματα που εξασφαλίζονται με εμπορικά ακίνητα, θα πρέπει να διατηρηθεί η προσέγγιση διαχωρισμού των δανείων, καθώς η προσέγγιση αυτή είναι ευαίσθητη έναντι του είδους του πιστούχου και αποτυπώνει την επίδραση της εξασφάλισης μέσω ακινήτων στη μείωση του κινδύνου για τους εφαρμοζόμενους συντελεστές στάθμισης κινδύνου, ακόμη και στην περίπτωση ανοιγμάτων με υψηλούς λόγους δανείου προς αξία. Ωστόσο, η προσέγγιση διαχωρισμού των δανείων θα πρέπει να προσαρμοστεί σύμφωνα με τα πρότυπα της Βασιλείας III καθώς διαπιστώθηκε ότι είναι υπέρ το δέον συντηρητική για ορισμένα ενυπόθηκα δάνεια με πολύ χαμηλούς λόγους δανείου προς αξία. |
|
(17) |
Για να εξασφαλιστεί ότι η επίδραση του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων στον ενυπόθηκο δανεισμό επί ακινήτων κατοικίας χαμηλού κινδύνου από ιδρύματα που χρησιμοποιούν την ΠΕΔ εκτείνεται σε επαρκώς μακρά περίοδο και, συνεπώς, να αποφευχθεί η διατάραξη της συγκεκριμένης κατηγορίας δανεισμού λόγω απότομων αυξήσεων στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ειδική μεταβατική ρύθμιση. Για τη διάρκεια ισχύος της μεταβατικής περιόδου, κατά τον υπολογισμό του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων, τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την ΠΕΔ θα πρέπει να μπορούν να εφαρμόζουν χαμηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου στο μέρος των ανοιγμάτων τους που εξασφαλίζονται με ενυπόθηκο δανεισμό για ακίνητο κατοικίας βάσει της ΤΠ-ΠΚ. Για να διασφαλιστεί ότι η μεταβατική ρύθμιση είναι διαθέσιμη μόνο στα χαμηλού κινδύνου ανοίγματα που σχετίζονται με υποθήκες, θα πρέπει να θεσπιστούν κατάλληλα κριτήρια επιλεξιμότητας, με βάση τις καθιερωμένες έννοιες που χρησιμοποιούνται βάσει της ΤΠ-ΠΚ. Η συμμόρφωση με τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να ελέγχεται από τις αρμόδιες αρχές. Επειδή οι αγορές ακινήτων κατοικίας μπορεί να παρουσιάζουν διαφορές από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, η απόφαση σχετικά με την εφαρμογή της μεταβατικής ρύθμισης θα πρέπει να επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του κάθε κράτους μέλους. Η χρήση της μεταβατικής ρύθμισης θα πρέπει να παρακολουθείται από την ΕΑΤ. Οιαδήποτε παράταση της μεταβατικής περιόδου θα πρέπει να τεκμηριώνεται και να περιορίζεται σε τέσσερα έτη το πολύ. |
|
(18) |
Λόγω της έλλειψης σαφήνειας και της ευαισθησίας της τρέχουσας αντιμετώπισης της κερδοσκοπικής χρηματοδότησης ακίνητης περιουσίας έναντι κινδύνων, οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τα εν λόγω ανοίγματα συχνά θεωρούνται είτε υπερβολικά υψηλές είτε υπερβολικά χαμηλές. Αυτή η αντιμετώπιση θα πρέπει συνεπώς να αντικατασταθεί από ειδική αντιμετώπιση για τα ανοίγματα σε αγορά, ανάπτυξη και κατασκευή, στα οποία περιλαμβάνονται δάνεια σε επιχειρήσεις ή οντότητες ειδικού σκοπού που χρηματοδοτούν αγορά γης για σκοπούς ανάπτυξης και κατασκευής, ή για ανάπτυξη και κατασκευή ακινήτων κατοικίας ή εμπορικών ακινήτων. |
|
(19) |
Είναι σημαντικό να περιοριστεί η επίδραση των κυκλικών επιπτώσεων στην αποτίμηση αξίας ακινήτων που χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις δανείου και να διατηρηθούν σταθερότερες οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για υποθήκες. Στην περίπτωση αναπροσαρμογής πάνω από την αξία που είχε καθοριστεί όταν χορηγήθηκε το δάνειο, εφόσον υπάρχουν επαρκή στοιχεία, η αξία του ακινήτου που αναγνωρίζεται για τους σκοπούς της προληπτικής εποπτείας δεν θα πρέπει κατά συνέπεια να υπερβαίνει τη μέση αξία συγκρίσιμου ακινήτου εκτιμώμενη επί μια επαρκώς μακρά περίοδο, εκτός εάν μετατροπές στο εν λόγω ακίνητο αυξάνουν αδιαμφισβήτητα την αξία του. Για να αποφευχθούν μη ηθελημένες επιπτώσεις στη λειτουργία των αγορών καλυμμένων ομολόγων, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να διενεργούν νέες αποτιμήσεις των ακινήτων σε τακτική βάση, χωρίς να εφαρμόζουν τα όρια αυτά στις αυξήσεις τιμών. Οι μετατροπές που βελτιώνουν την ενεργειακή απόδοση ή την ανθεκτικότητα, την προστασία και την προσαρμογή των κτιρίων και των οικιακών μονάδων σε υλικούς κινδύνους, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αυξάνουν την αξία των ακινήτων. |
|
(20) |
Οι δραστηριότητες ειδικού δανεισμού ασκούνται με οντότητες ειδικού σκοπού που συνήθως λειτουργούν ως δανειολήπτες, για τις οποίες η απόδοση της επένδυσης αποτελεί την πρωταρχική πηγή εξόφλησης της ληφθείσας χρηματοδότησης. Οι συμβατικές ρυθμίσεις του ειδικού δανεισμού παρέχουν στον δανειστή σημαντικό βαθμό ελέγχου επί των χρηματοδοτούμενων περιουσιακών στοιχείων, ενώ η πρωταρχική πηγή εξόφλησης της υποχρέωσης είναι τα έσοδα που παράγονται από αυτά τα περιουσιακά στοιχεία. Για να αντικατοπτρίζει ακριβέστερα τον συνδεόμενο κίνδυνο, αυτή η μορφή δανεισμού θα πρέπει, συνεπώς, να υπόκειται σε ειδικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον πιστωτικό κίνδυνο. Σε συμμόρφωση με τα πρότυπα της Βασιλείας III για την απόδοση συντελεστών στάθμισης κινδύνου σε ανοίγματα ειδικού δανεισμού, θα πρέπει να θεσπιστεί ειδική κατηγορία ανοιγμάτων ειδικού δανεισμού στο πλαίσιο της ΤΠ-ΠΚ, έτσι ώστε να βελτιωθεί η συνοχή με την ήδη υφιστάμενη ειδική αντιμετώπιση των ανοιγμάτων ειδικού δανεισμού στο πλαίσιο της ΠΕΔ. Θα πρέπει να θεσπιστεί ειδική αντιμετώπιση για τα ανοίγματα ειδικού δανεισμού, που θα προβλέπει διάκριση μεταξύ της «χρηματοδότησης έργων», της «χρηματοδότησης για αγορά περιουσιακού στοιχείου» και της «χρηματοδότησης βασικών εμπορευμάτων» προκειμένου να αποτυπώνονται καλύτερα οι εγγενείς κίνδυνοι των συγκεκριμένων υποκατηγοριών της κατηγορίας ανοιγμάτων ειδικού δανεισμού. |
|
(21) |
Παρά το γεγονός ότι η νέα αντιμετώπιση βάσει της τυποποιημένης προσέγγισης για τα μη διαβαθμισμένα ανοίγματα ειδικού δανεισμού που ορίζεται στα πρότυπα της Βασιλείας III χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερο βαθμό λεπτομέρειας έναντι της υφιστάμενης τυποποιημένης αντιμετώπισης των ανοιγμάτων έναντι επιχειρήσεων, η πρώτη από τις δύο δεν είναι επαρκώς ευαίσθητη έναντι των κινδύνων ώστε να μπορεί να αποτυπώνει τα αποτελέσματα των ολοκληρωμένων πακέτων εγγυήσεων και των ενεχύρων που συνήθως συνδέονται με τα συγκεκριμένα ανοίγματα στην Ένωση, επιτρέποντας στους δανειστές να ελέγχουν τις μελλοντικές ταμειακές ροές που αναμένεται να παραχθούν στη διάρκεια του κύκλου ζωής του έργου ή του στοιχείου ενεργητικού. Λόγω της ανεπαρκούς κάλυψης των ανοιγμάτων ειδικού δανεισμού από εξωτερικές διαβαθμίσεις στην Ένωση, η νέα αυτή αντιμετώπιση μπορεί επίσης να ωθήσει τα ιδρύματα να διακόψουν τη χρηματοδότηση ορισμένων έργων ή να αναλάβουν μεγαλύτερους κινδύνους σε ανοίγματα που αντιμετωπίζονται κατά τα άλλα με παρόμοιο τρόπο αλλά έχουν διαφορετικά προφίλ κινδύνου. Ενώ τα ανοίγματα ειδικού δανεισμού χρηματοδοτούνται κυρίως από ιδρύματα που χρησιμοποιούν την ΠΕΔ και διαθέτουν εσωτερικά υποδείγματα για τα εν λόγω ανοίγματα, οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα σημαντικές στην περίπτωση ανοιγμάτων χρηματοδότησης για αγορά περιουσιακού στοιχείου, που ενδέχεται να κινδυνεύουν με διακοπή των δραστηριοτήτων, στο ιδιαίτερο πλαίσιο της εφαρμογής του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων. Για να αποφευχθούν μη ηθελημένες επιπτώσεις λόγω της έλλειψης ευαισθησίας στα πρότυπα της Βασιλείας III ως προς τα μη διαβαθμισμένα ανοίγματα χρηματοδότησης, τα ανοίγματα χρηματοδότησης για αγορά περιουσιακού στοιχείου που συμμορφώνονται με δέσμη κριτηρίων η οποία μπορεί να βελτιώσει το προφίλ κινδύνου τους σε επίπεδα υψηλής ποιότητας, συμβατά με τη συνετή και συντηρητική διαχείριση των χρηματοπιστωτικών κινδύνων, θα πρέπει να επωφελούνται, σε μεταβατική βάση, από μειωμένο συντελεστή στάθμισης κινδύνου. Η εν λόγω μεταβατική ρύθμιση θα πρέπει να αξιολογηθεί σε έκθεση που θα εκπονήσει η ΕΑΤ. |
|
(22) |
Η ταξινόμηση των ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής στο πλαίσιο της ΤΠ-ΠΚ και της ΠΕΔ θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί έτι περαιτέρω προκειμένου να εξασφαλιστεί συνεπής εφαρμογή των αντίστοιχων συντελεστών στάθμισης κινδύνου στην ίδια δέσμη ανοιγμάτων. Σε συμμόρφωση με τα πρότυπα της Βασιλείας III, θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες για διαφοροποιημένη αντιμετώπιση των ανακυκλούμενων ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής που πληρούν μια δέσμη προϋποθέσεων αποπληρωμής ή χρήσης που μπορεί να βελτιώσει το προφίλ κινδύνου τους. Τα ανοίγματα αυτά θα πρέπει να χαρακτηρίζονται ως ανοίγματα έναντι συναλλασσομένων. Στα ανοίγματα έναντι ενός ή περισσότερων φυσικών προσώπων που δεν πληρούν όλες τις προϋποθέσεις για να θεωρηθούν ανοίγματα λιανικής τραπεζικής θα πρέπει να αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 % στο πλαίσιο της ΤΠ-ΠΚ. |
|
(23) |
Τα πρότυπα της Βασιλείας III θεσπίζουν συντελεστή μετατροπής 10 % για τις άνευ όρων ακυρώσιμες πιστοδοτήσεις στην ΤΠ-ΠΚ. Αυτό είναι πιθανό να έχει σημαντικές επιπτώσεις στους πιστούχους που στηρίζονται στον ευέλικτο χαρακτήρα των άνευ όρων ακυρώσιμων πιστοδοτήσεων για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων τους όταν καλούνται να αντιμετωπίσουν εποχιακές διακυμάνσεις στις δραστηριότητές τους ή όταν διαχειρίζονται απρόβλεπτες βραχυπρόθεσμες αλλαγές στις ανάγκες κεφαλαίου κίνησης, ιδίως κατά την περίοδο ανάκαμψης από την πανδημία της COVID-19. Κρίνεται, ως εκ τούτου, σκόπιμο να προβλεφθεί μεταβατική περίοδος στη διάρκεια της οποίας τα ιδρύματα θα εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν χαμηλότερο συντελεστή μετατροπής στις άνευ όρων ακυρώσιμες πιστοδοτήσεις τους, και, ακολούθως, να αξιολογηθεί εάν δικαιολογείται ενδεχόμενη σταδιακή αύξηση των εφαρμοζόμενων συντελεστών μετατροπής προκειμένου να μπορέσουν τα ιδρύματα να προσαρμόσουν τις επιχειρησιακές πρακτικές και τα προϊόντα τους χωρίς να δημιουργηθούν προβλήματα στην πιστωτική διαθεσιμότητα προς τους πιστούχους των ιδρυμάτων. |
|
(24) |
Τα ιδρύματα θα πρέπει να συμβάλουν καθοριστικά στην ανάκαμψη από την πανδημία της COVID-19, μεταξύ άλλων με τη χορήγηση προορατικών μέτρων αναδιάρθρωσης του χρέους υπέρ αξιόπιστων οφειλετών που αντιμετωπίζουν ή πρόκειται να αντιμετωπίσουν δυσκολίες στην εκπλήρωση των οικονομικών τους υποχρεώσεων. Εν προκειμένω, τα ιδρύματα δεν θα πρέπει να αποθαρρύνονται να χορηγούν ουσιαστικές παραχωρήσεις στους πιστούχους, όταν κρίνεται σκόπιμο ως απόρροια δυνητικής και αδικαιολόγητης κατάταξης των αντισυμβαλλομένων ως ευρισκομένων «σε αθέτηση», όταν οι παραχωρήσεις αυτές θα μπορούσαν να ενισχύσουν την πιθανότητα οι εν λόγω πιστούχοι να εξοφλήσουν το υπόλοιπο των δανειακών υποχρεώσεών τους. Όταν η ΕΑΤ καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον ορισμό της αθέτησης πιστούχου ή πιστωτικής διευκόλυνσης, θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη την ανάγκη να δίνεται στα ιδρύματα επαρκής ευελιξία. |
|
(25) |
Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009 αποκάλυψε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ιδρύματα έχουν χρησιμοποιήσει την ΠΕΔ και σε χαρτοφυλάκια που δεν προσφέρονται για χρήση υποδειγμάτων λόγω ελλιπών δεδομένων, γεγονός που είχε δυσμενή επίδραση στην αξιοπιστία των αποτελεσμάτων. Είναι, επομένως, σκόπιμο να μην υποχρεώνονται τα ιδρύματα να χρησιμοποιούν την ΠΕΔ για όλα τα ανοίγματά τους και να εφαρμόζουν την απαίτηση για σταδιακή επέκταση στο επίπεδο των κατηγοριών ανοιγμάτων. Είναι επίσης σκόπιμο να περιοριστεί η χρήση της ΠΕΔ σε κατηγορίες ανοιγμάτων στις οποίες η άρτια ανάπτυξη υποδειγμάτων ενέχει μεγαλύτερες δυσκολίες προκειμένου να αυξηθεί η συγκρισιμότητα και η αρτιότητα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για πιστωτικό κίνδυνο στο πλαίσιο της ΠΕΔ. |
|
(26) |
Τα ανοίγματα των ιδρυμάτων έναντι άλλων ιδρυμάτων, άλλων οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα και μεγάλων επιχειρήσεων καταγράφουν συνήθως χαμηλά επίπεδα αθέτησης. Για τα εν λόγω χαρτοφυλάκια χαμηλού κινδύνου αθέτησης, είναι δύσκολο για τα ιδρύματα να επιτύχουν αξιόπιστες εκτιμήσεις της ζημίας λόγω αθέτησης (LGD), λόγω του ανεπαρκούς αριθμού αθετήσεων που παρατηρούνται στα εν λόγω χαρτοφυλάκια. Η δυσκολία αυτή είχε ως αποτέλεσμα ανεπιθύμητο επίπεδο διασποράς μεταξύ ιδρυμάτων στο επίπεδο του εκτιμώμενου κινδύνου. Τα ιδρύματα θα πρέπει συνεπώς να χρησιμοποιούν τις κανονιστικές τιμές LGD αντί των εσωτερικών εκτιμήσεων LGD για τα εν λόγω χαρτοφυλάκια χαμηλής αθέτησης. |
|
(27) |
Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν εσωτερικά υποδείγματα για την εκτίμηση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για πιστωτικό κίνδυνο όσον αφορά τα ανοίγματα σε μετοχές βασίζουν συνήθως την εκτίμηση κινδύνου τους στα δημοσίως διαθέσιμα δεδομένα, στα οποία προϋποτίθεται ότι όλα τα ιδρύματα έχουν την ίδια πρόσβαση. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν δικαιολογούνται διαφορές στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων. Επιπροσθέτως, τα ανοίγματα σε μετοχές εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών αποτελούν ένα πολύ μικρό μέρος του ισολογισμού των ιδρυμάτων. Ως εκ τούτου, προκειμένου να βελτιωθεί η συγκρισιμότητα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων των ιδρυμάτων και να απλουστευθεί το κανονιστικό πλαίσιο, τα ιδρύματα θα πρέπει να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους για πιστωτικό κίνδυνο ανοιγμάτων σε μετοχές χρησιμοποιώντας την ΤΠ-ΠΚ και δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η χρήση της ΠΕΔ για τον σκοπό αυτό. |
|
(28) |
Θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι εκτιμήσεις της πιθανότητας αθέτησης, της ζημίας σε περίπτωση αθέτησης και των συντελεστών μετατροπής των μεμονωμένων ανοιγμάτων των ιδρυμάτων που επιτρέπεται να χρησιμοποιούν εσωτερικά υποδείγματα για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων δεν φθάνουν σε μη ενδεδειγμένα χαμηλά επίπεδα. Είναι συνεπώς σκόπιμο να θεσπιστούν ελάχιστες τιμές για τις εσωτερικές εκτιμήσεις και να υποχρεωθούν τα ιδρύματα να χρησιμοποιούν την υψηλότερη από τις εσωτερικές εκτιμήσεις των παραμέτρων κινδύνου και τις ελάχιστες τιμές για τις εν λόγω εσωτερικές εκτιμήσεις. Αυτές οι ελάχιστες τιμές παραμέτρων κινδύνου («κατώτατες τιμές παραμέτρων κινδύνου») θα πρέπει να λειτουργούν ως διασφάλιση ότι οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων δεν θα βρεθούν κάτω από συνετά επίπεδα. Επιπροσθέτως, οι εν λόγω κατώτατες τιμές παραμέτρων κινδύνου θα πρέπει να περιορίζουν τον κίνδυνο υποδείγματος που οφείλεται σε παράγοντες όπως η εσφαλμένη εξειδίκευση του υποδείγματος, τα σφάλματα μέτρησης και οι περιορισμοί των δεδομένων. Οι κατώτατες τιμές παραμέτρων κινδύνου θα βελτιώσουν επίσης τη συγκρισιμότητα των δεικτών κεφαλαίου μεταξύ των ιδρυμάτων. Για να επιτευχθούν τα ανωτέρω αποτελέσματα, η βαθμονόμηση των κατώτατων τιμών παραμέτρων κινδύνου θα πρέπει να είναι αρκούντως συντηρητική. |
|
(29) |
Η υπερβολικά συντηρητική βαθμονόμηση των κατώτατων τιμών παραμέτρων κινδύνου θα μπορούσε να αποθαρρύνει τα ιδρύματα από την υιοθέτηση της ΠΕΔ και των συνδεόμενων προτύπων διαχείρισης κινδύνου. Ενδέχεται επίσης να παρακινηθούν τα ιδρύματα να μετακινήσουν τα χαρτοφυλάκιά τους σε ανοίγματα υψηλότερου κινδύνου για να αποφύγουν τους περιορισμούς που επιβάλλουν οι κατώτατες τιμές παραμέτρων κινδύνου. Για να αποφευχθούν αυτές οι μη ηθελημένες επιπτώσεις, οι κατώτατες τιμές παραμέτρων κινδύνου θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν ορθά ορισμένα χαρακτηριστικά κινδύνου των υποκείμενων ανοιγμάτων, συγκεκριμένα χρησιμοποιώντας διαφορετικές τιμές για διαφορετικά είδη ανοιγμάτων, κατά περίπτωση. |
|
(30) |
Τα ανοίγματα ειδικού δανεισμού έχουν χαρακτηριστικά κινδύνου που διαφέρουν από τα χαρακτηριστικά των γενικών ανοιγμάτων έναντι επιχειρήσεων. Κρίνεται συνεπώς σκόπιμο να προβλεφθεί μεταβατική περίοδος στη διάρκεια της οποίας εφαρμόζεται μειωμένη κατώτατη τιμή LGD στα ανοίγματα ειδικού δανεισμού. Οιαδήποτε παράταση της μεταβατικής περιόδου θα πρέπει να τεκμηριώνεται και να περιορίζεται σε τέσσερα έτη το πολύ. |
|
(31) |
Σε συμφωνία με τα πρότυπα της Βασιλείας III, η ΠΕΔ για την κατηγορία των κρατικών ανοιγμάτων θα πρέπει να παραμείνει εν πολλοίς ως έχει, λόγω του ειδικού χαρακτήρα και των κινδύνων που συνδέονται με τους υποκείμενους πιστούχους. Ειδικότερα, τα κρατικά ανοίγματα δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε κατώτατες τιμές παραμέτρων κινδύνου. |
|
(32) |
Για να διασφαλιστεί μια συνεκτική προσέγγιση για όλα τα ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα, θα πρέπει να δημιουργηθούν δύο νέες κατηγορίες ανοιγμάτων έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα, διακριτές από τις κατηγορίες τόσο των κρατικών ανοιγμάτων όσο και των ανοιγμάτων έναντι ιδρυμάτων. Η αντιμετώπιση των εξομοιούμενων ανοιγμάτων έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα, τα οποία, στο πλαίσιο της ΤΠ-ΠΚ, θα μπορούσαν να τύχουν αντιμετώπισης ως ανοίγματα σε κεντρικές κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες, δεν θα πρέπει να υπάγονται σε αυτές τις νέες κατηγορίες ανοιγμάτων δυνάμει της ΠΕΔ και δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε κατώτατες τιμές παραμέτρων κινδύνου. Επιπλέον, θα πρέπει να βαθμονομηθούν ειδικές, χαμηλότερες κατώτατες τιμές παραμέτρων κινδύνου στο πλαίσιο της ΠΕΔ για ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα, που δεν είναι εξομοιούμενα, προκειμένου να αποτυπώνεται δεόντως το προφίλ κινδύνου των εν λόγω ανοιγμάτων σε σύγκριση με τα ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων. |
|
(33) |
Θα πρέπει να αποσαφηνιστεί πώς θα πρέπει να αναγνωρίζεται η επίδραση μιας εγγύησης για ένα καλυπτόμενο από εγγύηση άνοιγμα που αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο της ΠΕΔ με χρήση εσωτερικών εκτιμήσεων LGD, αλλά ο εγγυητής εμπίπτει σε είδος ανοιγμάτων που αντιμετωπίζονται δυνάμει της ΠΕΔ χωρίς όμως να χρησιμοποιούνται εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD. Συγκεκριμένα, η χρήση της προσέγγισης υποκατάστασης, βάσει της οποίας οι συνυφασμένες με το υποκείμενο άνοιγμα παράμετροι κινδύνου υποκαθίστανται από τις παραμέτρους κινδύνου του εγγυητή, ή μιας μεθόδου βάσει της οποίας η πιθανότητα αθέτησης υποχρέωσης ή η LGD του υποκείμενου πιστούχου προσαρμόζεται χρησιμοποιώντας ειδική προσέγγιση ανάπτυξης υποδειγμάτων προκειμένου να ληφθεί υπόψη η επίδραση της εγγύησης, δεν θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα προσαρμοσμένο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που είναι χαμηλότερος από τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου ο οποίος εφαρμόζεται σε συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του εγγυητή. Συνεπώς, όταν ο εγγυητής αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο της ΤΠ-ΠΚ, η αναγνώριση της εγγύησης βάσει της ΠΕΔ θα πρέπει γενικά να καταλήγει στην απόδοση του συντελεστή στάθμισης κινδύνου του εγγυητή βάσει της ΤΠ-ΠΚ στο άνοιγμα που καλύπτεται από την εγγύηση. |
|
(34) |
Το οριστικοποιημένο πλαίσιο της Βασιλείας III δεν απαιτεί πλέον από ένα ίδρυμα που έχει υιοθετήσει την ΠΕΔ για μία κατηγορία ανοιγμάτων να υιοθετήσει την προσέγγιση αυτή για όλα τα ανοίγματά του εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Για να εξασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των ιδρυμάτων που επί του παρόντος αντιμετωπίζουν ορισμένα ανοίγματα βάσει της ΠΕΔ και εκείνων που δεν το κάνουν, μια μεταβατική ρύθμιση θα πρέπει να δίνει στα ιδρύματα τη δυνατότητα να επανέρχονται σε λιγότερο εξελιγμένες προσεγγίσεις βάσει απλουστευμένης διαδικασίας. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να αντιτίθενται σε αιτήματα για επαναφορά σε λιγότερο εξελιγμένη προσέγγιση τα οποία υποβάλλονται με σκοπό τη διενέργεια ρυθμιστικού αρμπιτράζ. Για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, το γεγονός και μόνον ότι η επαναφορά σε λιγότερο εξελιγμένη προσέγγιση έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται για τα αντίστοιχα ανοίγματα δεν θα πρέπει να θεωρείται αρκετή για την απόρριψη αιτήματος για λόγους ρυθμιστικού αρμπιτράζ. |
|
(35) |
Στο πλαίσιο της εξάλειψης αδικαιολόγητων αποκλίσεων όσον αφορά τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, οι υφιστάμενοι κανόνες προεξόφλησης που εφαρμόζονται στις τεχνητές ταμειακές ροές θα πρέπει να αναθεωρηθούν, προκειμένου να εξαλειφθούν τυχόν μη ηθελημένες συνέπειες. Θα πρέπει να δοθεί εντολή στην ΕΑΤ να αναθεωρήσει τις κατευθυντήριες γραμμές της σχετικά με την επαναφορά σε καθεστώς μη αθέτησης. |
|
(36) |
Η εισαγωγή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων θα μπορούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για θέσεις τιτλοποίησης τις οποίες κατέχουν ιδρύματα που χρησιμοποιούν την προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων για τις τιτλοποιήσεις ή προσέγγιση εσωτερικής αξιολόγησης. Αν και αυτές οι θέσεις είναι γενικά μικρές σε σχέση με άλλα ανοίγματα, η εισαγωγή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων θα μπορούσε να επηρεάσει την οικονομική βιωσιμότητα της πράξης τιτλοποίησης λόγω ανεπαρκούς προληπτικού οφέλους από τη μεταβίβαση κινδύνου. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί εφόσον η ανάπτυξη της αγοράς τιτλοποιήσεων αποτελεί μέρος του σχεδίου δράσης για την ένωση κεφαλαιαγορών που καθορίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 24ης Σεπτεμβρίου 2020, με τίτλο «Ένωση Κεφαλαιαγορών για τα άτομα και τις επιχειρήσεις — νέο σχέδιο δράσης» («σχέδιο δράσης για την ένωση κεφαλαιαγορών»), καθώς και εφόσον τα μεταβιβάζοντα ιδρύματα χρειαστεί να χρησιμοποιούν εκτενέστερα την τιτλοποίηση προκειμένου να διαχειρίζονται πιο ενεργά τα χαρτοφυλάκιά τους εάν τα δεσμεύει το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων. Κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την προσέγγιση εσωτερικών διαβαθμίσεων τιτλοποίησης ή την προσέγγιση εσωτερικής αξιολόγησης θα πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόζουν ευνοϊκή μεταχείριση για τους σκοπούς του υπολογισμού του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεών τους στις θέσεις τιτλοποίησης που σταθμίζονται ως προς τον κίνδυνο με τη χρήση οποιασδήποτε από τις εν λόγω προσεγγίσεις. Η ΕΑΤ θα πρέπει να υποβάλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με την ανάγκη πιθανής επανεξέτασης της προληπτικής αντιμετώπισης των συναλλαγών τιτλοποίησης, με σκοπό την αύξηση της περί κινδύνου ευαισθησίας της προληπτικής αντιμετώπισης. |
|
(37) |
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/876 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) τροποποίησε τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 προκειμένου τα πρότυπα της Βασιλείας III που οριστικοποιήθηκαν από την ΕΒΤΕ το 2019, να εφαρμόζονται στη ριζική αναθεώρηση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών («τελικά πρότυπα ΡΑΧΣ») αποκλειστικά για σκοπούς υποβολής στοιχείων. Η θέσπιση υποχρεωτικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων με βάση τα εν λόγω πρότυπα θα αποτελέσει αντικείμενο χωριστής νομοθετικής πρότασης, αφού προηγηθεί εκτίμηση των επιπτώσεών τους για τα ιδρύματα στην Ένωση. |
|
(38) |
Τα τελικά πρότυπα ΡΑΧΣ σε σχέση με το όριο μεταξύ των θέσεων εντός χαρτοφυλακίου συναλλαγών και εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών θα πρέπει να αποτυπώνονται σε πράξη της Ένωσης, δεδομένου ότι έχουν ουσιώδη σημασία για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς. Σύμφωνα με τα πρότυπα της Βασιλείας III, η νομική εφαρμογή των απαιτήσεων ως προς το όριο θα πρέπει να περιλαμβάνει τους καταλόγους των μέσων που πρέπει να αποδίδονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών ή εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, καθώς και την παρέκκλιση που επιτρέπει στα ιδρύματα να αποδίδουν, με την επιφύλαξη της έγκρισης της αρμόδιας αρχής, ορισμένα μέσα που συνήθως κατέχονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων των εισηγμένων μετοχών, εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, όταν οι θέσεις στα εν λόγω μέσα δεν κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση ή δεν αντισταθμίζουν θέσεις που κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση. |
|
(39) |
Προκειμένου να αποφευχθεί σημαντική λειτουργική επιβάρυνση για τα ιδρύματα στην Ένωση, όλες οι απαιτήσεις για την εφαρμογή των τελικών προτύπων ΡΑΧΣ για τους σκοπούς του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο αγοράς θα πρέπει να έχουν την ίδια ημερομηνία εφαρμογής. Ως εκ τούτου, η ημερομηνία εφαρμογής περιορισμένου αριθμού απαιτήσεων ΡΑΧΣ που είχαν ήδη θεσπιστεί με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/876 θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Στις 27 Φεβρουαρίου 2023, η ΕΑΤ εξέδωσε γνώμη σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση που οι διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/876 έχουν τεθεί σε ισχύ και το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο δεν προβλέπει ακόμη την εφαρμογή των προσεγγίσεων που εμπνέονται από την ΡΑΧΣ για σκοπούς υπολογισμού του κεφαλαίου, οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 δεν θα πρέπει να δίνουν προτεραιότητα σε κανένα μέτρο εποπτείας ή επιβολής σε σχέση με τις εν λόγω απαιτήσεις, έως την πλήρη νομική εφαρμογή της ΡΑΧΣ, η οποία αναμένεται από την 1η Ιανουαρίου 2025. |
|
(40) |
Για να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που τέθηκε σε εφαρμογή μετά τη παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009 και να αντιμετωπιστούν οι ανεπάρκειες του τρέχοντος πλαισίου για τον κίνδυνο αγοράς, θα πρέπει να εφαρμοστούν στο ενωσιακό δίκαιο δεσμευτικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο αγοράς βάσει των τελικών προτύπων ΡΑΧΣ. Πρόσφατες εκτιμήσεις των επιπτώσεων των τελικών προτύπων ΡΑΧΣ στα ιδρύματα στην Ένωση έδειξαν ότι η νομική εφαρμογή των εν λόγω προτύπων στην Ένωση θα προκαλέσει μεγάλη αύξηση στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς για ορισμένες δραστηριότητες διαπραγμάτευσης και ειδικής διαπραγμάτευσης που είναι σημαντικές για την οικονομία της Ένωσης. Για να αμβλυνθούν οι επιπτώσεις και να διαφυλαχθεί η ομαλή λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών στην Ένωση, θα πρέπει να προβλεφθούν στοχευμένες προσαρμογές στη νομική εφαρμογή των τελικών προτύπων ΡΑΧΣ στο ενωσιακό δίκαιο. |
|
(41) |
Οι δραστηριότητες διαπραγμάτευσης των ιδρυμάτων στις αγορές χονδρικής μπορούν εύκολα να ασκούνται σε διασυνοριακό επίπεδο, μεταξύ άλλων ανάμεσα σε κράτη μέλη και τρίτες χώρες. Η νομική εφαρμογή των τελικών προτύπων ΡΑΧΣ θα πρέπει συνεπώς να συγκλίνει κατά το δυνατόν μεταξύ των διαφόρων δικαιοδοσιών, τόσο ως προς την ουσία όσο και ως προς τους χρόνους. Διαφορετικά θα ήταν αδύνατο να επιτευχθούν ίσοι όροι ανταγωνισμού σε διεθνές επίπεδο για τις εν λόγω δραστηριότητες. Η Επιτροπή θα πρέπει συνεπώς να παρακολουθεί τη νομική εφαρμογή των τελικών προτύπων ΡΑΧΣ στις άλλες δικαιοδοσίες που είναι μέλη της ΕΒΤΕ. Προκειμένου να αντιμετωπίζονται, όπου είναι αναγκαίο, δυνητικές στρεβλώσεις στη νομική εφαρμογή των τελικών προτύπων ΡΑΧΣ, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (10). Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. Τα μέτρα που θεσπίζονται με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει να παραμένουν προσωρινά. Όταν κρίνεται σκόπιμο τα μέτρα αυτά να εφαρμόζονται σε μόνιμη βάση, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλλει νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. |
|
(42) |
Η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει υπόψη την αρχή της αναλογικότητας στον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς για τα ιδρύματα με δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών μεσαίου μεγέθους, και να προχωρήσει αναλόγως σε βαθμονόμηση των εν λόγω απαιτήσεων. Συνεπώς, τα ιδρύματα με δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών μεσαίου μεγέθους θα πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούν μια απλουστευμένη τυποποιημένη προσέγγιση για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, σε συμφωνία με τα διεθνώς συμφωνηθέντα πρότυπα. Επιπλέον, τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τον καθορισμό των ιδρυμάτων με δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών μεσαίου μεγέθους θα πρέπει να παραμείνουν συνεπή με τα κριτήρια για εξαίρεση αυτών των ιδρυμάτων από τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών στο πλαίσιο της ΡΑΧΣ που θεσπίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/876. |
|
(43) |
Υπό το πρίσμα του επικαιροποιημένου σχεδιασμού της ενωσιακής αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών άνθρακα, της σταθερότητάς της κατά τα τελευταία έτη και της περιορισμένης μεταβλητότητας των τιμών για τα πιστωτικά μόρια άνθρακα, θα πρέπει να θεσπιστεί ειδικός συντελεστής στάθμισης κινδύνου για ανοίγματα στην εμπορία άνθρακα στο πλαίσιο του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών της ΕΕ (ΣΕΔΕ της ΕΕ) στο πλαίσιο της εναλλακτικής τυποποιημένης προσέγγισης. |
|
(44) |
Σύμφωνα με την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση τα ανοίγματα σε μέσα που φέρουν υπολειπόμενους κινδύνους υπόκεινται σε προσαύξηση υπολειπόμενου κινδύνου προκειμένου να συνυπολογιστούν κίνδυνοι που δεν καλύπτονται από τη μέθοδο βάσει ευαισθησιών. Σύμφωνα με τα πρότυπα της Βασιλείας III, ένα μέσο και η αντιστάθμιση κινδύνου του μπορούν να συμψηφιστούν για τους σκοπούς της εν λόγω προσαύξησης μόνον εάν αντισταθμίζονται απολύτως. Ωστόσο, τα ιδρύματα είναι σε θέση να αντισταθμίζουν στην αγορά, σε μεγάλο βαθμό, τον υπολειπόμενο κίνδυνο ορισμένων από τα μέσα που εμπίπτουν στο πεδίο της προσαύξησης υπολειπόμενου κινδύνου μειώνοντας έτσι τον συνολικό κίνδυνο των χαρτοφυλακίων τους, παρόλο που οι εν λόγω αντισταθμίσεις ίσως να μην αντισταθμίζουν απολύτως τον κίνδυνο της αρχικής θέσης. Για να δοθεί στα ιδρύματα η δυνατότητα να συνεχίσουν τις αντισταθμίσεις χωρίς αδικαιολόγητα αντικίνητρα και αναγνωρίζοντας το οικονομικό σκεπτικό περί μείωσης του συνολικού κινδύνου, η νομική εφαρμογή της προσαύξησης υπολειπόμενου κινδύνου θα πρέπει να επιτρέπει σε προσωρινή βάση, υπό αυστηρές προϋποθέσεις και με την έγκριση των εποπτικών αρχών, την εξαίρεση των αντισταθμίσεων εκείνων των μέσων που μπορούν να αντισταθμιστούν στην αγορά από την προσαύξηση υπολειπόμενου κινδύνου. |
|
(45) |
Η ΕΒΤΕ αναθεώρησε το διεθνές πρότυπο για τον λειτουργικό κίνδυνο προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι αδυναμίες που διαπιστώθηκαν στο απόηχο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009. Πέραν της έλλειψης ευαισθησίας έναντι των κινδύνων που παρατηρήθηκε στις τυποποιημένες προσεγγίσεις, διαπιστώθηκε έλλειψη συγκρισιμότητας που οφείλεται στο ευρύ φάσμα των πρακτικών ανάπτυξης εσωτερικών υποδειγμάτων στο πλαίσιο της εξελιγμένης προσέγγισης μέτρησης. Ως εκ τούτου, και με στόχο την απλούστευση του πλαισίου για τον λειτουργικό κίνδυνο, όλες οι υφιστάμενες προσεγγίσεις για την εκτίμηση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον λειτουργικό κίνδυνο αντικαταστάθηκαν με ενιαία μέθοδο που δεν βασίζεται σε υποδείγματα, τη νέα τυποποιημένη προσέγγιση για τον λειτουργικό κίνδυνο. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με το οριστικοποιημένο πλαίσιο της Βασιλείας III προκειμένου να συμβάλει σε διεθνώς ίσους όρους ανταγωνισμού για τα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση αλλά δραστηριοποιούνται και εκτός της Ένωσης, και να διασφαλιστεί ότι το πλαίσιο για τον λειτουργικό κίνδυνο σε ενωσιακό επίπεδο παραμένει αποτελεσματικό. |
|
(46) |
Η νέα τυποποιημένη προσέγγιση για τον λειτουργικό κίνδυνο που θεσπίστηκε από την ΕΒΤΕ συνδυάζει έναν δείκτη που βασίζεται στον όγκο των δραστηριοτήτων ενός ιδρύματος με δείκτη που λαμβάνει υπόψη το ιστορικό ζημιών του εν λόγω ιδρύματος. Το οριστικοποιημένο πλαίσιο της Βασιλείας III προβλέπει έναν βαθμό διακριτικής ευχέρειας ως προς τον τρόπο εφαρμογής του δείκτη που λαμβάνει υπόψη το ιστορικό ζημιών ενός ιδρύματος. Οι δικαιοδοσίες έχουν τη δυνατότητα να παραβλέπουν το ιστορικό ζημιών για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον λειτουργικό κίνδυνο για όλα τα συναφή ιδρύματα, ή να λαμβάνουν υπόψη τα δεδομένα ιστορικού ζημιών ακόμη και για ιδρύματα με όγκο δραστηριοτήτων κάτω από ένα ορισμένο ύψος. Για να επιτευχθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού στο εσωτερικό της Ένωσης και να απλουστευθεί ο υπολογισμός των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον λειτουργικό κίνδυνο, η διακριτική αυτή ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με εναρμονισμένο τρόπο για τις ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα ιστορικού ζημιών εκμετάλλευσης για όλα τα ιδρύματα. |
|
(47) |
Κατά τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για λειτουργικό κίνδυνο, τα ασφαλιστήρια συμβόλαια θα μπορούσαν στο μέλλον να επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται ως αποτελεσματική τεχνική μείωσης του κινδύνου. Για τον σκοπό αυτό, η ΕΑΤ θα πρέπει να υποβάλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με το κατά πόσον είναι σκόπιμο τα ασφαλιστήρια συμβόλαια να αναγνωρίζονται ως αποτελεσματική τεχνική μείωσης του κινδύνου, καθώς και σχετικά με τους όρους, τα κριτήρια και τον μαθηματικό τύπο που πρέπει να χρησιμοποιείται σε τέτοιες περιπτώσεις. |
|
(48) |
Ο έκτακτος και άνευ προηγουμένου ρυθμός αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής μετά την πανδημία της COVID-19 ενδέχεται να επιφέρει υψηλά επίπεδα μεταβλητότητας στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Σε συνδυασμό με την αυξημένη αβεβαιότητα που οδηγεί σε αύξηση των αποδόσεων για δημόσιο χρέος, αυτό θα μπορούσε, με τη σειρά του, να επιφέρει μη πραγματοποιηθείσες ζημίες στους τίτλους δημόσιου χρέους που κατέχουν ορισμένα ιδρύματα. Προκειμένου να μετριαστούν οι σημαντικές αρνητικές συνέπειες της μεταβλητότητας των αγορών χρέους της κεντρικής κυβέρνησης στα ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων και, κατά συνέπεια, στην ικανότητα των ιδρυμάτων να δανείζουν, θα πρέπει να επανεισαχθεί ένα προσωρινό προληπτικό φίλτρο που θα εξουδετερώνει εν μέρει τις εν λόγω συνέπειες. |
|
(49) |
Η δημόσια χρηματοδότηση μέσω της έκδοσης κρατικών ομολόγων εκφρασμένων στο εγχώριο νόμισμα άλλου κράτους μέλους ενδέχεται να συνεχίσει να είναι αναγκαία για να στηριχθούν δημόσια μέτρα με στόχο την καταπολέμηση των συνεπειών του σοβαρού, διπλού οικονομικού κλυδωνισμού που προκάλεσαν η πανδημία της COVID-19 και ο επιθετικός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας. Για να αποφευχθούν περιορισμοί για τα ιδρύματα που επενδύουν σε τέτοια ομόλογα είναι σκόπιμο να επανεισαχθεί η μεταβατική ρύθμιση για τα ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων ή κεντρικών τραπεζών όταν τα ανοίγματα αυτά είναι εκφρασμένα στο εγχώριο νόμισμα άλλου κράτους μέλους για τους σκοπούς της αντιμετώπισης των εν λόγω ανοιγμάτων βάσει του πλαισίου πιστωτικού κινδύνου. |
|
(50) |
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/630 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11) εισήγαγε απαίτηση ελάχιστης κάλυψης ζημιών για τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (ΜΕΑ), τον αποκαλούμενο προληπτικό μηχανισμό ασφαλείας. Το μέτρο αποσκοπούσε στην αποφυγή της ανασύστασης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων που κατέχουν τα ιδρύματα και, ταυτόχρονα, στην προώθηση της προορατικής διαχείρισης των ΜΕΑ μέσω της βελτίωσης της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών αναδιάρθρωσης ή επιβολής στα ιδρύματα. Με βάση τα ανωτέρω, θα πρέπει να επέλθουν ορισμένες στοχευμένες αλλαγές στα ΜΕΑ που είναι εγγυημένα από οργανισμούς εξαγωγικών πιστώσεων ή δημόσιους εγγυητές. Επιπλέον, ορισμένα ιδρύματα που πληρούν αυστηρές προϋποθέσεις και ειδικεύονται στην απόκτηση ΜΕΑ θα πρέπει να εξαιρεθούν από την εφαρμογή του προληπτικού μηχανισμού ασφαλείας. |
|
(51) |
Πληροφορίες σχετικά με το ποσό και την ποιότητα των εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και των ανοιγμάτων με ανοχή, καθώς και ανάλυση χρονολογικής ωρίμανσης των ανοιγμάτων σε λογιστική υπερημερία θα πρέπει επίσης να δημοσιοποιούνται από τα εισηγμένα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα και τα λοιπά ιδρύματα. Αυτή η υποχρέωση δημοσιοποίησης δεν δημιουργεί πρόσθετη επιβάρυνση στα εν λόγω ιδρύματα, καθώς η δημοσιοποίηση αυτού του περιορισμένου συνόλου πληροφοριών έχει ήδη εφαρμοστεί από την ΕΑΤ βάσει του σχεδίου δράσης του Συμβουλίου του 2017 για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) στην Ευρώπη, το οποίο καλούσε την ΕΑΤ να εφαρμόσει ενισχυμένες απαιτήσεις δημοσιοποίησης σχετικά με την ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια για όλα τα ιδρύματα. Η υποχρέωση δημοσιοποίησης συνάδει επίσης απολύτως με την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, με θέμα «Αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων μετά την πανδημία της COVID-19». |
|
(52) |
Είναι αναγκαίο να μειωθεί η επιβάρυνση συμμόρφωσης για τους σκοπούς της δημοσιοποίησης και να βελτιωθεί η συγκρισιμότητα των δημοσιοποιήσεων. Η ΕΑΤ θα πρέπει, συνεπώς, να δημιουργήσει κεντρική πλατφόρμα μέσω διαδικτύου για τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών και των δεδομένων που υποβάλλονται από τα ιδρύματα. Αυτή η κεντρική διαδικτυακή πλατφόρμα θα πρέπει να λειτουργεί ως ενιαίο σημείο πρόσβασης για τις δημοσιοποιήσεις των ιδρυμάτων, ενώ την κυριότητα των πληροφοριών και των δεδομένων και την ευθύνη για την ορθότητά τους θα πρέπει να διατηρούν τα ιδρύματα που τις υποβάλλουν. Η κεντρική δημοσίευση των δημοσιοποιούμενων πληροφοριών θα πρέπει να συνάδει πλήρως με το σχέδιο δράσης για την ένωση κεφαλαιαγορών. Επιπλέον, η εν λόγω κεντρική διαδικτυακή πλατφόρμα θα πρέπει να έχει διαλειτουργικότητα με το ευρωπαϊκό ενιαίο σημείο πρόσβασης. |
|
(53) |
Για να επιτευχθεί μεγαλύτερος βαθμός ολοκλήρωσης των υποβαλλόμενων εποπτικών αναφορών και δημοσιοποιήσεων, η ΕΑΤ θα πρέπει να δημοσιεύει σε κεντρικό επίπεδο τις δημοσιοποιήσεις των ιδρυμάτων, σεβόμενη παράλληλα το δικαίωμα όλων των ιδρυμάτων να δημοσιεύουν και εκείνα δεδομένα και πληροφορίες. Η εν λόγω κεντρική διαχείριση των δημοσιοποιήσεων θα παράσχει στην ΕΑΤ τη δυνατότητα να δημοσιεύει τις δημοσιοποιήσεις των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων, με βάση τις πληροφορίες που υποβάλλουν τα εν λόγω ιδρύματα στις αρμόδιες αρχές και αναμένεται, ως εκ τούτου, να περιορίσει δραστικά τη διοικητική επιβάρυνση που υφίστανται τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα. Εξάλλου, η κεντρική διαχείριση των δημοσιοποιήσεων δεν αναμένεται να έχει κόστος για τα άλλα ιδρύματα, ενώ προσδοκάται ότι θα αυξήσει τη διαφάνεια και θα μειώσει το κόστος πρόσβασης στις πληροφορίες προληπτικής εποπτείας για τους συμμετέχοντες στην αγορά. Η αυξημένη αυτή διαφάνεια προσδοκάται ότι θα διευκολύνει τη συγκρισιμότητα των δεδομένων για τα ιδρύματα και θα προαγάγει την πειθαρχία της αγοράς. |
|
(54) |
Η υλοποίηση των περιβαλλοντικών και κλιματικών φιλοδοξιών της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας που εκτίθενται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 11ης Δεκεμβρίου 2019 και η συμβολή στο θεματολόγιο των Ηνωμένων Εθνών για τη βιώσιμη ανάπτυξη με ορίζοντα το 2030 απαιτεί τη διοχέτευση μεγάλων ποσών επενδύσεων από τον ιδιωτικό τομέα σε βιώσιμες επενδύσεις στην Ένωση. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τη σημασία των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση (ΠΚΔ) παραγόντων και την πλήρη επίγνωση των κινδύνων των ανοιγμάτων που σχετίζονται με δραστηριότητες συνδεόμενες με τη συνολική βιωσιμότητα ή τους στόχους ΠΚΔ. Για να επιτευχθεί σύγκλιση σε επίπεδο Ένωσης και ενιαία αντίληψη για τους παράγοντες και τους κινδύνους ΠΚΔ, θα πρέπει να θεσπιστούν γενικοί ορισμοί. Οι παράγοντες ΠΚΔ μπορούν να έχουν θετικό ή αρνητικό αντίκτυπο στις χρηματοοικονομικές επιδόσεις ή στη φερεγγυότητα μιας οντότητας, κρατικής ή μεμονωμένης. Συνήθη παραδείγματα παραγόντων ΠΚΔ περιλαμβάνουν στον τομέα του περιβάλλοντος, τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, τη βιοποικιλότητα και τη χρήση και κατανάλωση νερού· στον κοινωνικό τομέα, τα ανθρώπινα δικαιώματα και ζητήματα εργασίας και εργατικού δυναμικού· και στον τομέα της διακυβέρνησης, τα δικαιώματα και τις αρμοδιότητες υψηλόβαθμων μελών του προσωπικού και τις αποδοχές. Τα στοιχεία ενεργητικού ή οι δραστηριότητες που επηρεάζονται από την επίπτωση περιβαλλοντικών ή κοινωνικών παραγόντων θα πρέπει να καθορίζονται με βάση τη φιλοδοξία της Ένωσης να καταστεί κλιματικά ουδέτερη έως το 2050 κατά τα οριζόμενα στον κανονισμό (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12) και σε κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την αποκατάσταση της φύσης και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2022/869, και στους σχετικούς στόχους βιωσιμότητας της Ένωσης. Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου σε σχέση με την αρχή της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» που εγκρίθηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13), καθώς και οι ειδικές νομοθετικές πράξεις της Ένωσης για την αποτροπή της κλιματικής αλλαγής, της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και της απώλειας βιοποικιλότητας θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό στοιχείων ενεργητικού ή ανοιγμάτων με σκοπό την αξιολόγηση ειδικών μεθόδων προληπτικής μεταχείρισης και διαφορών κινδύνου. |
|
(55) |
Τα ανοίγματα έναντι κινδύνων ΠΚΔ δεν είναι κατ’ ανάγκη αναλογικά προς το μέγεθος και την πολυπλοκότητα ενός ιδρύματος. Τα επίπεδα των ανοιγμάτων έναντι κινδύνων ΠΚΔ ανά την Ένωση είναι επίσης αρκετά ανομοιογενή, καθώς σε ορισμένα κράτη μέλη παρατηρείται δυνητικά ήπια επίπτωση από τη μετάβαση ενώ σε άλλα καταγράφεται δυνητικά σοβαρή επίπτωση από τη μετάβαση όσον αφορά ανοίγματα που σχετίζονται με δραστηριότητες οι οποίες έχουν σημαντική αρνητική επίπτωση, ιδίως δε στο περιβάλλον. Οι απαιτήσεις διαφάνειας στις οποίες υπόκεινται τα ιδρύματα και οι σχετικές με τη βιωσιμότητα απαιτήσεις δημοσιοποίησης που θεσπίζονται σε άλλες ισχύουσες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης θα συμβάλουν στη διαθεσιμότητα λεπτομερέστερων δεδομένων σε μερικά χρόνια. Ωστόσο, για να αξιολογηθούν ορθώς οι κίνδυνοι ΠΚΔ που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν τα ιδρύματα, είναι επιτακτική ανάγκη να υποβάλλονται στις αγορές και τις αρμόδιες αρχές κατάλληλα δεδομένα από όλες τις οντότητες που είναι εκτεθειμένες στους εν λόγω κινδύνους. Τα ιδρύματα θα πρέπει να είναι σε θέση να εντοπίζουν συστηματικά και να διασφαλίζουν επαρκή διαφάνεια όσον αφορά τα ανοίγματά τους σε δραστηριότητες που θεωρείται ότι βλάπτουν σημαντικά έναν από τους περιβαλλοντικούς στόχους κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852. Για να διασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές θα έχουν στη διάθεσή τους λεπτομερή, ολοκληρωμένα και συγκρίσιμα δεδομένα που θα αποσκοπούν στην άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, οι πληροφορίες σχετικά με ανοίγματα έναντι κινδύνων ΠΚΔ θα πρέπει να περιλαμβάνονται στις εποπτικές αναφορές που υποβάλλουν τα ιδρύματα. Για να εξασφαλιστεί συνολική διαφάνεια έναντι των αγορών, οι δημοσιοποιήσεις κινδύνων ΠΚΔ θα πρέπει επίσης να επεκταθούν σε όλα τα ιδρύματα. Η λεπτομέρεια αυτών των πληροφοριών θα πρέπει να συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος και την πολυπλοκότητα του εκάστοτε ιδρύματος, καθώς και τη σπουδαιότητα των ανοιγμάτων του έναντι κινδύνων ΠΚΔ. Όταν αναθεωρήσει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα σε σχέση με τη δημοσιοποίηση κινδύνων ΠΚΔ, η ΕΑΤ θα πρέπει να αξιολογήσει τα μέσα για την ενίσχυση των δημοσιοποιήσεων κινδύνων ΠΚΔ των συνολικών στοιχείων κάλυψης καλυμμένων ομολόγων και να εξετάσει κατά πόσον οι πληροφορίες σχετικά με τα σχετικά ανοίγματα των ομάδων υποκείμενων δανείων καλυμμένων ομολόγων που εκδίδονται από ιδρύματα, είτε άμεσα είτε μέσω της μεταβίβασης δανείων σε οντότητα ειδικού σκοπού, θα πρέπει είτε να περιλαμβάνονται στα αναθεωρημένα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα είτε στο κανονιστικό πλαίσιο και το πλαίσιο δημοσιοποίησης για τα καλυμμένα ομόλογα. |
|
(56) |
Καθώς η μετάβαση της οικονομίας της Ένωσης προς ένα βιώσιμο οικονομικό μοντέλο αποκτά δυναμική, οι κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα γίνονται όλο και πιο εμφανείς και πιθανώς απαιτείται να μελετηθούν περισσότερο. Μια ορθή αξιολόγηση της διαθεσιμότητας και της προσβασιμότητας αξιόπιστων και συνεπών δεδομένων ΠΚΔ θα πρέπει να αποτελέσει τη βάση για να υπάρξει πλήρης σύνδεση ανάμεσα στους παράγοντες κινδύνου ΠΚΔ και τις παραδοσιακές κατηγορίες χρηματοπιστωτικών κινδύνων και τις δέσμες ανοιγμάτων. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να συμβάλει σε αυτή τη συλλογή στοιχείων, αναφέροντας κατά πόσον οι κίνδυνοι ΠΚΔ αντικατοπτρίζονται σωστά στις διαβαθμίσεις πιστωτικού κινδύνου των αντισυμβαλλομένων ή στα ανοίγματα που ενδεχομένως έχουν τα ιδρύματα. Σε ένα πλαίσιο ταχειών και συνεχών εξελίξεων όσον αφορά τον προσδιορισμό και την ποσοτικοποίηση των κινδύνων ΠΚΔ τόσο από τα ιδρύματα όσο και από τις εποπτικές αρχές, είναι επίσης αναγκαίο να επισπευσθεί έως την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού μέρος της εντολής της ΕΑΤ για αξιολόγηση και υποβολή έκθεσης σχετικά με το κατά πόσο θα ήταν δικαιολογημένη μια ειδική προληπτική αντιμετώπιση των ανοιγμάτων που σχετίζονται με στοιχεία ενεργητικού ή δραστηριότητες που συνδέονται ουσιαστικά με περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς στόχους. Λόγω της διάρκειας και της πολυπλοκότητας των εργασιών αξιολόγησης που πρέπει να διεξαχθούν, η υφιστάμενη εντολή της ΕΑΤ θα πρέπει να επιμεριστεί σε μια σειρά εκθέσεων. Θα πρέπει συνεπώς να εκπονηθούν δύο διαδοχικές ετήσιες εκθέσεις παρακολούθησης της ΕΑΤ έως το τέλος του 2024 και του 2025, αντίστοιχα. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, για να επιτευχθεί ο στόχος για ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα μέχρι το 2050, δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί καμία νέα εξερεύνηση και επέκταση εξόρυξης ορυκτών καυσίμων. Αυτό σημαίνει ότι τα ανοίγματα σε ορυκτά καύσιμα έχουν την τάση να ενέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο τόσο σε μικροοικονομικό επίπεδο, καθώς η αξία των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού αναμένεται να μειωθεί με την πάροδο του χρόνου, όσο και σε μακροοικονομικό επίπεδο, καθώς η χρηματοδότηση δραστηριοτήτων ορυκτών καυσίμων θέτει σε κίνδυνο τον στόχο του περιορισμού της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη σε 1,5 oC πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα και, ως εκ τούτου, απειλεί τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ως εκ τούτου, οι αρμόδιες αρχές και οι συμμετέχοντες στην αγορά θα πρέπει να επωφεληθούν από την αυξημένη διαφάνεια των ιδρυμάτων όσον αφορά τα ανοίγματά τους σε οντότητες του τομέα των ορυκτών καυσίμων, συμπεριλαμβανομένης της δραστηριότητάς τους όσον αφορά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. |
|
(57) |
Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι όποιες προσαρμογές για ανοίγματα σε υποδομές δεν υπονομεύουν τις κλιματικές φιλοδοξίες της Ένωσης, τα νέα ανοίγματα θα λαμβάνουν την έκπτωση συντελεστή στάθμισης κινδύνου μόνο εφόσον τα χρηματοδοτούμενα στοιχεία ενεργητικού συμβάλλουν θετικά σε έναν ή περισσότερους από τους περιβαλλοντικούς στόχους που θέτει ο κανονισμός (ΕΕ) 2020/852 και δεν βλάπτουν σοβαρά τους άλλους στόχους που ορίζονται στον εν λόγω κανονισμό, ή τα χρηματοδοτούμενα στοιχεία ενεργητικού δεν βλάπτουν σοβαρά κανέναν από τους περιβαλλοντικούς στόχους που ορίζονται στον εν λόγω κανονισμό. |
|
(58) |
Έχει ουσιαστική σημασία για τις εποπτικές αρχές να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες για την εκτίμηση και μέτρηση με ολοκληρωμένο τρόπο των κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένος ένας τραπεζικός όμιλος σε ενοποιημένο επίπεδο και να έχουν την ευελιξία να προσαρμόζουν τις περί εποπτείας προσεγγίσεις τους σε νέες πηγές κινδύνου. Είναι σημαντικό να αποφεύγονται κενά μεταξύ εποπτικής και λογιστικής ενοποίησης τα οποία μπορούν να συντελέσουν σε συναλλαγές που αποσκοπούν στη μετακίνηση στοιχείων ενεργητικού εκτός του πεδίου της εποπτικής ενοποίησης, ακόμη και αν εξακολουθούν να υπάρχουν κίνδυνοι στον τραπεζικό όμιλο. Η έλλειψη συνέπειας στους ορισμούς «μητρική επιχείρηση», «θυγατρική» και «έλεγχος», και η έλλειψη σαφήνειας στους ορισμούς «επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών», «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών» και «χρηματοδοτικό ίδρυμα» δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τη συνεκτική εφαρμογή των υφιστάμενων κανόνων στην Ένωση καθώς και τον εντοπισμό και την ενδεδειγμένη αντιμετώπιση των κινδύνων σε ενοποιημένο επίπεδο από τις εποπτικές αρχές. Οι ορισμοί αυτοί θα πρέπει συνεπώς να τροποποιηθούν και να αποσαφηνιστούν. Επιπροσθέτως, κρίνεται ενδεδειγμένο η ΕΑΤ να διερευνήσει περαιτέρω εάν οι εν λόγω εξουσίες των εποπτικών αρχών μπορεί να υπόκεινται σε αθέλητους περιορισμούς λόγω ανακολουθιών ή κενών που εξακολουθούν να υφίστανται στις κανονιστικές διατάξεις ή στην αλληλεπίδρασή τους με το εφαρμοστέο λογιστικό πλαίσιο. |
|
(59) |
Οι αγορές κρυπτοστοιχείων έχουν αναπτυχθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια. Για την αντιμετώπιση δυνητικών κινδύνων για τα ιδρύματα λόγω των ανοιγμάτων τους σε κρυπτοστοιχεία που δεν καλύπτονται ακόμη επαρκώς από το υφιστάμενο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας, η ΕΒΤΕ δημοσίευσε τον Δεκέμβριο του 2022 ένα ολοκληρωμένο πρότυπο για την προληπτική αντιμετώπιση ανοιγμάτων σε κρυπτοστοιχεία. Ως ημερομηνία εφαρμογής του εν λόγω προτύπου προτάθηκε η 1η Ιανουαρίου 2025, αλλά το 2023 και το 2024 ορισμένα τεχνικά στοιχεία του προτύπου αναπτύχθηκαν περαιτέρω σε επίπεδο ΕΒΤΕ. Υπό το πρίσμα των συνεχών εξελίξεων στις αγορές κρυπτοστοιχείων και αναγνωρίζοντας τη σημασία της πλήρους ενσωμάτωσης στο δίκαιο της Ένωσης του προτύπου της Βασιλείας σχετικά με τα ανοίγματα των ιδρυμάτων σε κρυπτοστοιχεία, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει νομοθετική πρόταση έως τις 30 Ιουνίου 2025 για την ενσωμάτωση του εν λόγω προτύπου και θα πρέπει να προσδιορίσει την προληπτική αντιμετώπιση που θα ισχύσει για τα εν λόγω ανοίγματα κατά τη μεταβατική περίοδο έως την εφαρμογή του εν λόγω προτύπου. Η μεταβατική προληπτική αντιμετώπιση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το νομικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14) για τους εκδότες κρυπτοστοιχείων και να προσδιορίζει προληπτική αντιμετώπιση για τα εν λόγω κρυπτοστοιχεία. Ως εκ τούτου, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, τα παραδοσιακά στοιχεία ενεργητικού σε μάρκες, συμπεριλαμβανομένων των μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι ενέχουν παρόμοιους κινδύνους με τα παραδοσιακά στοιχεία ενεργητικού και τα κρυπτοστοιχεία που συμμορφώνονται με τον προαναφερθέντα κανονισμό, τα δε παραδοσιακά στοιχεία ενεργητικού με εγγύηση άλλη από ενιαίο παραστατικό νόμισμα, θα πρέπει να επωφελούνται από προληπτική αντιμετώπιση σύμφωνη με τις απαιτήσεις του εν λόγω κανονισμού. Ανοίγματα σε άλλα κρυπτοστοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των παραγώγων σε μάρκες επί κρυπτοστοιχείων διαφορετικών από εκείνα που πληρούν τις προϋποθέσεις για ευνοϊκότερη κεφαλαιακή αντιμετώπιση, θα πρέπει να λαμβάνουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250 %. |
|
(60) |
Η έλλειψη σαφήνειας σε ορισμένες πτυχές του πλαισίου κατωτάτου ορίου για τις ελάχιστες περικοπές αξίας για τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων, που εκπονήθηκε από την ΕΒΤΕ στο πλαίσιο του οριστικοποιημένου πλαισίου της Βασιλείας III, καθώς και οι επιφυλάξεις σχετικά με την οικονομική ευστάθεια της εφαρμογής του πλαισίου σε ορισμένα είδη συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων, εγείρουν το ερώτημα εάν οι στόχοι προληπτικής εποπτείας του εν λόγω πλαισίου μπορούν να επιτευχθούν χωρίς ανεπιθύμητες συνέπειες. Η Επιτροπή θα πρέπει συνεπώς να επανεκτιμήσει την ενσωμάτωση του πλαισίου κατωτάτου ορίου για τις ελάχιστες περικοπές για τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων στο ενωσιακό δίκαιο. Για να διατεθούν στην Επιτροπή επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ, θα πρέπει να υποβάλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τις επιπτώσεις του εν λόγω πλαισίου, και σχετικά με την καταλληλότερη προσέγγιση για την ενσωμάτωσή του στο ενωσιακό δίκαιο. |
|
(61) |
Δυνάμει του οριστικοποιημένου πλαισίου της Βασιλείας III, ο πολύ βραχυπρόθεσμος χαρακτήρας των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων ενδέχεται να μην αποτυπώνεται σωστά στην ΤΠ-ΠΚ, με αποτέλεσμα οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που υπολογίζονται βάσει αυτής της προσέγγισης να είναι υπερβολικά μεγαλύτερες από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που υπολογίζονται βάσει της ΠΕΔ. Ως εκ τούτου, και δεδομένης της θέσπισης του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων, οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που υπολογίζονται για τα εν λόγω ανοίγματα θα μπορούσαν να αυξηθούν σημαντικά, επηρεάζοντας τη ρευστότητα των αγορών χρεωστικών τίτλων και τίτλων, συμπεριλαμβανομένων των αγορών κρατικών χρεωστικών τίτλων. Συνεπώς η ΕΑΤ θα πρέπει να υποβάλει έκθεση σχετικά με την καταλληλότητα και τον αντίκτυπο των προτύπων πιστωτικού κινδύνου για τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων και, συγκεκριμένα, για το εάν θα ήταν δικαιολογημένη η προσαρμογή των κανόνων της ΕΕ που σχετίζονται με την ΤΠ-ΠΚ των εν λόγω ανοιγμάτων, ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο βραχυπρόθεσμος χαρακτήρας τους. |
|
(62) |
Η Επιτροπή θα πρέπει να ενσωματώσει στο ενωσιακό δίκαιο τα αναθεωρημένα πρότυπα της Βασιλείας III για τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης (CVA), που δημοσίευσε η ΕΒΤΕ τον Ιούλιο 2020, καθώς τα εν λόγω πρότυπα βελτιώνουν συνολικά τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA αντιμετωπίζοντας αρκετά προβλήματα που είχαν παρατηρηθεί στο παρελθόν, και κυρίως το γεγονός ότι το υφιστάμενο πλαίσιο απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA δεν αποτυπώνει ορθά τον κίνδυνο CVA. |
|
(63) |
Κατά την ενσωμάτωση στο ενωσιακό δίκαιο των αρχικών προτύπων της Βασιλείας III σχετικά με την αντιμετώπιση του κινδύνου CVA, ορισμένες συναλλαγές εξαιρέθηκαν από τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA. Οι εξαιρέσεις αυτές συμφωνήθηκαν με στόχο την αποφυγή μιας δυνητικά υπερβολικής αύξησης του κόστους ορισμένων συναλλαγών παραγώγων ως αποτέλεσμα της θέσπισης της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA, ιδίως όταν τα ιδρύματα δεν θα μπορούσαν να περιορίσουν τον κίνδυνο CVA ορισμένων πελατών που δεν θα ήταν σε θέση να προχωρήσουν σε ανταλλαγή εξασφαλίσεων. Σύμφωνα με τις εκτιμώμενες επιπτώσεις που υπολογίστηκαν από την ΕΑΤ, οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA βάσει των αναθεωρημένων προτύπων της Βασιλείας III θα παρέμεναν αδικαιολόγητα υψηλές για τις εξαιρούμενες συναλλαγές με τους εν λόγω πελάτες. Για να εξασφαλιστεί ότι αυτοί οι πελάτες των τραπεζών θα εξακολουθήσουν να αντισταθμίζουν τους χρηματοπιστωτικούς κινδύνους τους μέσω συναλλαγών παραγώγων, οι εξαιρέσεις θα πρέπει να διατηρηθούν κατά την εφαρμογή των αναθεωρημένων προτύπων της Βασιλείας III. |
|
(64) |
Ωστόσο, ο πραγματικός κίνδυνος CVA των εξαιρούμενων συναλλαγών θα μπορούσε να αποτελέσει πηγή σημαντικού κινδύνου για τα ιδρύματα που εφαρμόζουν τις εν λόγω εξαιρέσεις. Αν οι κίνδυνοι αυτοί όντως προκύψουν, τα εν λόγω ιδρύματα ενδέχεται να υποστούν σημαντικές ζημίες. Όπως υπογράμμισε η ΕΑΤ στην έκθεσή της σχετικά με τον κίνδυνο CVA στις 25 Φεβρουαρίου 2015, ο κίνδυνος CVA από τις εξαιρούμενες συναλλαγές εγείρει ανησυχίες όσον αφορά την προληπτική εποπτεία οι οποίες δεν αντιμετωπίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Για να βοηθηθούν οι εποπτικές αρχές στην παρακολούθηση του κινδύνου CVA που προκύπτει από τις εξαιρούμενες συναλλαγές, τα ιδρύματα θα πρέπει να αναφέρουν τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο CVA των εξαιρούμενων συναλλαγών όπως θα όφειλαν εάν οι εν λόγω συναλλαγές δεν είχαν εξαιρεθεί. Επιπλέον, η ΕΑΤ θα πρέπει να εκπονήσει κατευθυντήριες γραμμές για να βοηθηθούν οι εποπτικές αρχές στον εντοπισμό περιπτώσεων υπερβολικού κινδύνου CVA και στην περαιτέρω εναρμόνιση των εποπτικών ενεργειών στον τομέα αυτό σε ολόκληρη την Ένωση. |
|
(65) |
Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή να εκδώσει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που καταρτίζει η ΕΑΤ όσον αφορά τους δείκτες τους σχετικούς με τον καθορισμό έκτακτων περιστάσεων για πρόσθετες προσαρμογές αξίας· τη μέθοδο για τον προσδιορισμό του κύριου παράγοντα κινδύνου για μια θέση και του κατά πόσον πρόκειται για θετική ή αρνητική θέση· τη διαδικασία για τον υπολογισμό και την παρακολούθηση των καθαρών αρνητικών πιστωτικών θέσεων ή καθαρών αρνητικών θέσεων σε μετοχές εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών· την αντιμετώπιση των αντισταθμίσεων κινδύνου συναλλάγματος των δεικτών κεφαλαίου· τα κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιούν τα ιδρύματα για την κατάταξη των στοιχείων εκτός ισολογισμού· τα κριτήρια για υψηλής ποιότητας ανοίγματα χρηματοδότησης για αγορά υλικών περιουσιακών στοιχείων και χρηματοδότησης έργων στο πλαίσιο ειδικού δανεισμού για τα οποία δεν υπάρχει άμεσα εφαρμοστέα πιστοληπτική αξιολόγηση· τα είδη των παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των συντελεστών στάθμισης κινδύνου· τον όρο «ισοδύναμος νομικός μηχανισμός που διασφαλίζει ότι το υπό κατασκευή ακίνητο θα ολοκληρωθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος»· τους όρους για την αξιολόγηση της σημασίας της χρησιμοποίησης υπάρχοντος συστήματος διαβάθμισης· τη μεθοδολογία αξιολόγησης της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις για τη χρήση της ΠΕΔ· την κατηγοριοποίηση της χρηματοδότησης έργων, της χρηματοδότησης για αγορά υλικών περιουσιακών στοιχείων και της χρηματοδότησης βασικών εμπορευμάτων· την περαιτέρω διευκρίνιση των κατηγοριών ανοιγμάτων στο πλαίσιο της ΠΕΔ· τους παράγοντες ειδικού δανεισμού· τον υπολογισμό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού ανοίγματος για κίνδυνο απομείωσης της αξίας αποκτηθεισών εισπρακτέων απαιτήσεων· την αξιολόγηση της αρτιότητας της διαδικασίας ταξινόμησης· τη μεθοδολογία ενός ιδρύματος για την εκτίμηση της πιθανότητας αθέτησης υποχρέωσης· το συγκρίσιμο ακίνητο· τον εποπτικό συντελεστή δέλτα ως προς τα δικαιώματα προαίρεσης αγοράς και πώλησης· τις συνιστώσες του επιχειρηματικού δείκτη· την προσαρμογή του επιχειρηματικού δείκτη· τον ορισμό του υπερβολικά επαχθούς στο πλαίσιο υπολογισμού της ετήσιας ζημίας λειτουργικού κινδύνου· την ταξινομία λειτουργικού κινδύνου· την αξιολόγηση από τις αρμόδιες αρχές του υπολογισμού της ετήσιας ζημίας λειτουργικού κινδύνου· τις προσαρμογές στα δεδομένα ζημίας· τη διαχείριση λειτουργικού κινδύνου· τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς για θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που υπόκεινται σε κίνδυνο συναλλάγματος ή κίνδυνο βασικού εμπορεύματος· τη μεθοδολογία αξιολόγησης των αρμόδιων αρχών για την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση· τα χαρτοφυλάκια συναλλαγών των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων· τα κριτήρια για την παρέκκλιση προσαύξησης υπολειπόμενου κινδύνου· τις προϋποθέσεις και τους δείκτες που χρησιμοποιούνται για να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις· τα κριτήρια για τη χρήση των εισαγόμενων δεδομένων στο υπόδειγμα μέτρησης κινδύνων· τα κριτήρια για την εκτίμηση της υποδειγματοποιησιμότητας των παραγόντων κινδύνου· τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία μπορεί να επιτραπεί σε ένα ίδρυμα να μην καταμετρήσει μια υπέρβαση· τα κριτήρια που προσδιορίζουν αν οι θεωρητικές μεταβολές στην αξία ενός χαρτοφυλακίου μονάδας διαπραγμάτευσης προσεγγίζουν ή προσεγγίζουν επαρκώς τις υποθετικές μεταβολές· τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια για την εκτίμηση του κινδύνου CVA που προκύπτει από συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων εύλογης αξίας· τα προσεγγιστικά περιθώρια· την αξιολόγηση των επεκτάσεων και των μεταβολών στην τυποποιημένη προσέγγιση για τον κίνδυνο CVA· και τα τεχνικά στοιχεία που απαιτούνται ώστε τα ιδρύματα να υπολογίζουν τις απαιτήσεις τους για ίδια κεφάλαια σε σχέση με ορισμένα κρυπτοστοιχεία. Η Επιτροπή θα πρέπει να θεσπίζει τα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις δυνάμει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. |
|
(66) |
Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή να εκδώσει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που καταρτίζει η ΕΑΤ όσον αφορά τη διαδικασία κοινής απόφασης για την ΠΕΔ που υποβάλλουν μητρικά ιδρύματα εγκατεστημένα στην ΕΕ, μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ και μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ· τα στοιχεία του επιχειρηματικού δείκτη, κατατάσσοντας τα στοιχεία αυτά στα αντίστοιχα κελιά αναφοράς· ενιαίους μορφότυπους δημοσιοποίησης, τις σχετικές οδηγίες, πληροφορίες σχετικά με την πολιτική εκ νέου υποβολής και λύσεις ΤΠ για τις δημοσιοποιήσεις· και δημοσιοποιήσεις ΠΚΔ. Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα εν λόγω εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα μέσω εκτελεστικών πράξεων δυνάμει του άρθρου 291 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. |
|
(67) |
Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ήτοι η διασφάλιση ενιαίων απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας, δεν μπορεί να επιτευχθεί ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, εξαιτίας της κλίμακας και των επιπτώσεών του, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού. |
|
(68) |
Επομένως, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως, |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013
Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 τροποποιείται ως εξής:
|
1) |
Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:
|
|
2) |
Το άρθρο 5 τροποποιείται ως εξής:
|
|
3) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 5α Ορισμοί που ισχύουν για τα κρυπτοστοιχεία Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
(*8) Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και των οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (ΕΕ L 150 της 9.6.2023, σ. 40)." (*9) Οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 149)." (*10) Οδηγία (ΕΕ) 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2016, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΙΕΣΠ) (ΕΕ L 354 της 23.12.2016, σ. 37)." (*11) Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1238 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, σχετικά με τη θέσπιση πανευρωπαϊκού ατομικού συνταξιοδοτικού προϊόντος (PEPP) (ΕΕ L 198 της 25.7.2019, σ. 1)." (*12) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166 της 30.4.2004, σ. 1)." (*13) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 284 της 30.10.2009, σ. 1).»." |
|
4) |
Το άρθρο 10α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 10α Εφαρμογή των απαιτήσεων προληπτικής εξουσίας σε ενοποιημένη βάση όταν οι επιχειρήσεις επενδύσεων είναι μητρικές επιχειρήσεις Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών θεωρούνται μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες σε κράτος μέλος ή μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην EE όταν οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων ή επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών είναι μητρικές επιχειρήσεις ενός ιδρύματος ή μιας επιχείρησης επενδύσεων που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό και αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.». |
|
5) |
Στο άρθρο 13 παράγραφος 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Οι μεγάλες θυγατρικές των εγκατεστημένων στην ΕΕ μητρικών ιδρυμάτων δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στα άρθρα 437, 438, 440, 442, 449α, 449β, 450, 451, 451α και 453 σε ατομική βάση ή, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και την οδηγία 2013/36/ΕΕ, σε υποενοποιημένη βάση.». |
|
6) |
Το άρθρο 18 τροποποιείται ως εξής:
|
|
7) |
Το άρθρο 19 τροποποιείται ως εξής:
|
|
8) |
Το άρθρο 20 τροποποιείται ως εξής:
|
|
9) |
Το άρθρο 22 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 22 Υποενοποίηση σε περίπτωση οντοτήτων σε τρίτες χώρες 1. Τα θυγατρικά ιδρύματα ή οι θυγατρικές ενδιάμεσες χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή οι θυγατρικές ενδιάμεσες μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών τηρούν τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στα άρθρα 89, 90 και 91 και στο τρίτο, τέταρτο και έβδομο μέρος και στις σχετικές απαιτήσεις υποβολής αναφορών του έβδομου Α μέρους βάσει της υποενοποιημένης κατάστασής τους, όταν διαθέτουν ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ως θυγατρική σε τρίτη χώρα, ή διαθέτουν συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση. 2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα θυγατρικά ιδρύματα ή οι θυγατρικές ενδιάμεσες χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή οι θυγατρικές ενδιάμεσες μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών μπορούν να επιλέξουν να μην εφαρμόζουν τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 89, 90 και 91 και στο τρίτο, τέταρτο και έβδομο μέρος και στις σχετικές απαιτήσεις υποβολής αναφορών του έβδομου Α μέρους βάσει της υποενοποιημένης κατάστασής τους, όταν το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και των στοιχείων εκτός ισολογισμού των θυγατρικών και οι συμμετοχές σε τρίτες χώρες είναι μικρότερο από το 10 % του συνολικού ποσού των στοιχείων του ενεργητικού και των στοιχείων εκτός ισολογισμού του θυγατρικού ιδρύματος ή της θυγατρικής ενδιάμεσης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της θυγατρικής ενδιάμεσης μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.». |
|
10) |
Στο άρθρο 27 παράγραφος 1 στοιχείο α), το σημείο v) απαλείφεται. |
|
11) |
Το άρθρο 34 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 34 Πρόσθετες προσαρμογές αξίας 1. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν τις διατάξεις του άρθρου 105 σε όλα τα στοιχεία ενεργητικού τους που αποτιμώνται σε εύλογη αξία κατά τον υπολογισμό του ύψους των ιδίων κεφαλαίων και αφαιρούν από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 το ποσό τυχόν άλλων πρόσθετων προσαρμογών αξίας που θεωρούνται αναγκαίες. 2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, σε έκτακτες περιστάσεις η ύπαρξη των οποίων καθορίζεται με γνωμοδότηση της ΕΑΤ σύμφωνα με την παράγραφο 3, τα ιδρύματα δύνανται να μειώσουν τις συνολικές πρόσθετες προσαρμογές αξίας στον υπολογισμό του συνολικού ποσού που πρέπει να αφαιρεθεί από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1. 3. Για τον σκοπό της γνωμοδότησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η ΕΑΤ παρακολουθεί τις συνθήκες της αγοράς προκειμένου να εκτιμήσει εάν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις και, εάν ναι, ενημερώνει άμεσα την Επιτροπή. 4. Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στα οποία προσδιορίζονται οι δείκτες και οι προϋποθέσεις που θα χρησιμοποιεί η ΕΑΤ για τον καθορισμό των έκτακτων περιστάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, καθώς και η μείωση των συνολικών αθροιστικών πρόσθετων προσαρμογών αξίας που αναφέρονται στην ίδια παράγραφο. Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2026. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.». |
|
12) |
Το άρθρο 36 τροποποιείται ως εξής:
|
|
13) |
Στο άρθρο 46 παράγραφος 1 στοιχείο α), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
14) |
Το άρθρο 47γ τροποποιείται ως εξής:
|
|
15) |
Στο άρθρο 48, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
|
|
16) |
Στο άρθρο 49, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «4. Οι τοποθετήσεις για τις οποίες δεν γίνεται αφαίρεση σύμφωνα με την παράγραφο 1 γίνονται αποδεκτές ως ανοίγματα και πρέπει να σταθμίζονται ως προς τον κίνδυνο σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2. Οι τοποθετήσεις για τις οποίες δεν γίνεται αφαίρεση σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3 γίνονται αποδεκτές ως ανοίγματα και πρέπει να σταθμίζονται ως προς τον κίνδυνο στο 100 %.». |
|
17) |
Στο άρθρο 60 παράγραφος 1 στοιχείο α), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
18) |
Στο άρθρο 62 πρώτη παράγραφος, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
19) |
Στο άρθρο 70 παράγραφος 1 στοιχείο α), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
20) |
Στο άρθρο 72β παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Επιπλέον των υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να επιτρέπει να είναι αποδεκτές υποχρεώσεις ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων ως ένα συνολικό ποσό που δεν υπερβαίνει το 3,5 % του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3, υπό τον όρο ότι:». |
|
21) |
Στο άρθρο 72θ παράγραφος 1 στοιχείο α), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
22) |
Το άρθρο 74 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 74 Τοποθετήσεις σε κεφαλαιακά μέσα τα οποία εκδίδονται από ρυθμιζόμενες οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα και δεν είναι αποδεκτά ως εποπτικό κεφάλαιο Τα ιδρύματα δεν αφαιρούν από οποιοδήποτε στοιχείο των ίδιων κεφαλαίων άμεσες, έμμεσες ή σύνθετες τοποθετήσεις τους κεφαλαιακών μέσων τα οποία εκδίδονται από ρυθμιζόμενη οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα και δεν αναγνωρίζονται ως εποπτικό κεφάλαιο της εν λόγω οντότητας. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου στις εν λόγω τοποθετήσεις σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2.». |
|
23) |
Το άρθρο 84 τροποποιείται ως εξής:
|
|
24) |
Στο άρθρο 85, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
|
|
25) |
Στο άρθρο 87, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
|
|
26) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 88β Επιχειρήσεις σε τρίτες χώρες Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, οι όροι “επιχείρηση επενδύσεων” και “ίδρυμα” θεωρείται ότι περιλαμβάνουν επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, οι οποίες, αν ήταν εγκατεστημένες στην Ένωση, θα υπάγονταν στους εν λόγω ορισμούς του παρόντος κανονισμού.». |
|
27) |
Το άρθρο 89 τροποποιείται ως εξής:
|
|
28) |
Το άρθρο 92 τροποποιείται ως εξής:
|
|
29) |
Στο άρθρο 92α παράγραφος 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
30) |
Το άρθρο 94 τροποποιείται ως εξής:
|
|
31) |
Στο άρθρο 95 παράγραφος 2, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
32) |
Στο άρθρο 96 παράγραφος 2, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
33) |
Στο άρθρο 102, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «4. Για τον σκοπό του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς σύμφωνα με την προσέγγιση που αναφέρεται στο άρθρο 325 παράγραφος 1 στοιχείο β), οι θέσεις χαρτοφυλακίου συναλλαγών αποδίδονται σε μονάδες διαπραγμάτευσης.». |
|
34) |
Το άρθρο 104 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 104 Συμπερίληψη στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών 1. Τα ιδρύματα διαθέτουν σαφώς καθορισμένες πολιτικές και διαδικασίες για τον προσδιορισμό των θέσεων που πρέπει να περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών με σκοπό τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων τους, σύμφωνα με το άρθρο 102 και το παρόν άρθρο, λαμβανομένων υπόψη των δυνατοτήτων και των πρακτικών τους για τη διαχείριση των κινδύνων. Τα ιδρύματα τεκμηριώνουν πλήρως τη συμμόρφωσή τους με τις εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες, τις υποβάλλουν σε εσωτερικό έλεγχο σε ετήσια τουλάχιστον βάση και θέτουν στη διάθεση των αρμόδιων αρχών τα αποτελέσματα του εν λόγω ελέγχου. Τα ιδρύματα διαθέτουν ανεξάρτητη λειτουργία ελέγχου του κινδύνου η οποία αξιολογεί, σε διαρκή βάση, αν τα μέσα τους αποδίδονται καταλλήλως στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών ή εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών. 2. Τα ιδρύματα αποδίδουν στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών τις θέσεις που κατέχουν στα ακόλουθα μέσα:
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο β), ένα ίδρυμα έχει καθαρή αρνητική θέση σε μετοχές όταν η μείωση της τιμής της μετοχής συνεπάγεται κέρδος για το ίδρυμα. Ένα ίδρυμα έχει καθαρή αρνητική πιστωτική θέση όταν η αύξηση του πιστωτικού περιθωρίου ή η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του εκδότη ή της ομάδας εκδοτών συνεπάγεται κέρδος για το ίδρυμα. Τα ιδρύματα παρακολουθούν σε διαρκή βάση εάν τα μέσα δημιουργούν καθαρή αρνητική πιστωτική θέση ή καθαρή αρνητική θέση σε μετοχές εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο θ), τα ιδρύματα διαχωρίζουν το ενσωματωμένο δικαίωμα προαίρεσης, ή άλλο παράγωγο, από την ίδια υποχρέωσή τους εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που σχετίζεται με τον πιστωτικό κίνδυνο ή τον κίνδυνο μετοχών. Αποδίδουν το ενσωματωμένο δικαίωμα προαίρεσης, ή άλλο παράγωγο, στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών και αφήνουν την ίδια υποχρέωση εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Εάν, λόγω της φύσης του μέσου, δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός του, τότε τα ιδρύματα αποδίδουν ολόκληρο το μέσο στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών. Σε αυτή την περίπτωση, τεκμηριώνουν δεόντως τον λόγο για την εφαρμογή αυτής της μεταχείρισης. 3. Τα ιδρύματα δεν αποδίδουν στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών θέσεις στα εξής μέσα:
4. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, ένα ίδρυμα μπορεί να αποδώσει θέση σε μέσο που αναφέρεται στα στοιχεία δ) έως θ) της εν λόγω παραγράφου εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, υπό την προϋπόθεση της έγκρισης από την οικεία αρμόδια αρχή. Η αρμόδια αρχή δίνει την έγκρισή της εάν το ίδρυμα έχει αποδείξει με ικανοποιητικά στοιχεία στην οικεία αρμόδια αρχή ότι δεν κατέχει τη θέση με σκοπό τη διαπραγμάτευση ούτε με σκοπό την αντιστάθμιση θέσεων που κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση. 5. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, ένα ίδρυμα μπορεί να αποδώσει θέση σε μέσο που αναφέρεται στο στοιχείο θ) της εν λόγω παραγράφου στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, υπό την προϋπόθεση της έγκρισης από την οικεία αρμόδια αρχή. Η αρμόδια αρχή δίνει την έγκρισή της εάν το ίδρυμα έχει αποδείξει με ικανοποιητικά στοιχεία στην οικεία αρμόδια αρχή ότι κατέχει τη θέση με σκοπό τη διαπραγμάτευση ή με σκοπό την αντιστάθμιση θέσεων που κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση, και ότι το ίδρυμα πληροί τουλάχιστον μία από τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 8 για την εν λόγω θέση. 6. Εάν ένα ίδρυμα αποδώσει στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών θέση σε μέσο άλλο από τα μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α), β) ή γ), η οικεία αρμόδια αρχή δύναται να ζητήσει από το ίδρυμα να προσκομίσει στοιχεία που αιτιολογούν αυτή την απόδοση. Εάν το ίδρυμα δεν προσκομίσει ικανοποιητικά στοιχεία, η οικεία αρμόδια αρχή δύναται να ζητήσει από το ίδρυμα να μεταφέρει την εν λόγω θέση εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών. 7. Εάν ένα ίδρυμα αποδώσει εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών θέση σε μέσο άλλο από τα μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο 3, η οικεία αρμόδια αρχή δύναται να ζητήσει από το ίδρυμα να προσκομίσει στοιχεία που αιτιολογούν αυτή την απόδοση. Εάν το ίδρυμα δεν προσκομίσει ικανοποιητικά στοιχεία, η οικεία αρμόδια αρχή δύναται να ζητήσει από το ίδρυμα να μεταφέρει την εν λόγω θέση στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών. 8. Ένα ίδρυμα αποδίδει στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών θέση σε ΟΣΕ, άλλη από τις θέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο στ), την οποία κατέχει με σκοπό τη διαπραγμάτευση, εάν το ίδρυμα πληροί μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
9. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει περαιτέρω τη διαδικασία που πρέπει να χρησιμοποιούν τα ιδρύματα για τον υπολογισμό και την παρακολούθηση των καθαρών αρνητικών πιστωτικών θέσεων ή των καθαρών αρνητικών θέσεων σε μετοχές εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β). Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2027. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.». |
|
35) |
Το άρθρο 104α τροποποιείται ως εξής:
|
|
36) |
Το άρθρο 104β τροποποιείται ως εξής:
|
|
37) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 104γ Αντιμετώπιση των αντισταθμίσεων κινδύνου συναλλάγματος των δεικτών κεφαλαίου 1. Ένα ίδρυμα που έχει λάβει σκοπίμως θέση κινδύνου με σκοπό την αντιστάθμιση, τουλάχιστον εν μέρει, των δυσμενών μεταβολών των συναλλαγματικών ισοτιμιών στους δείκτες κεφαλαίου του όπως αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ) δύναται, εφόσον έχει δοθεί άδεια από την οικεία αρμόδια αρχή, να εξαιρέσει την εν λόγω θέση κινδύνου από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο συναλλάγματος που αναφέρονται στο άρθρο 325 παράγραφος 1, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
2. Κάθε εξαίρεση θέσεων κινδύνου από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς σύμφωνα με την παράγραφο 1 εφαρμόζεται με συνέπεια. 3. Η αρμόδια αρχή εγκρίνει τυχόν αλλαγές που επιφέρει το ίδρυμα στο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), και στα λεπτομερή στοιχεία των θέσεων κινδύνου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ). 4. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2026. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.». |
|
38) |
Το άρθρο 106 τροποποιείται ως εξής:
|
|
39) |
Στο άρθρο 107, οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: «1. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν είτε την τυποποιημένη προσέγγιση που προβλέπεται στο κεφάλαιο 2 είτε, εφόσον το επιτρέπουν οι αρμόδιες αρχές βάσει του άρθρου 143, την προσέγγιση εσωτερικών διαβαθμίσεων (IRΒ) που προβλέπεται στο κεφάλαιο 3 προκειμένου να υπολογίσουν τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων τους για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 4 στοιχεία α) και ζ). 2. Για τα συναλλακτικά ανοίγματα και για τις εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης έναντι κεντρικού αντισυμβαλλομένου, τα ιδρύματα εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που ορίζεται στο κεφάλαιο 6 τμήμα 9 προκειμένου να υπολογίσουν τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων τους για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 4 στοιχεία α) και ζ). Για όλα τα άλλα είδη ανοίγματος έναντι κεντρικού αντισυμβαλλομένου, τα ιδρύματα αντιμετωπίζουν τα εν λόγω ανοίγματα ως εξής:
3. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, τα ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων επενδύσεων τρίτης χώρας, έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων τρίτης χώρας και έναντι χρηματιστηρίων τρίτης χώρας, καθώς και τα ανοίγματα έναντι χρηματοδοτικών ιδρυμάτων τρίτης χώρας που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται από τις αρχές τρίτης χώρας και τα οποία υπόκεινται σε απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας συγκρίσιμες με εκείνες που εφαρμόζονται στα ιδρύματα όσον αφορά την ευρωστία, αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι ιδρύματος μόνον εάν η τρίτη χώρα εφαρμόζει προληπτικές και εποπτικές απαιτήσεις στην εν λόγω οντότητα, οι οποίες είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με τις ισχύουσες στην Ένωση.». |
|
40) |
Το άρθρο 108 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 108 Χρήση των τεχνικών μείωσης πιστωτικού κινδύνου δυνάμει της τυποποιημένης προσέγγισης και της ΠΕΔ για τον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο απομείωσης της αξίας εισπρακτέων 1. Για ανοίγματα στα οποία ένα ίδρυμα εφαρμόζει την τυποποιημένη προσέγγιση δυνάμει του κεφαλαίου 2 ή την ΠΕΔ δυνάμει του κεφαλαίου 3 αλλά δεν χρησιμοποιεί εσωτερικές εκτιμήσεις για τον υπολογισμό της LGD δυνάμει του άρθρου 143, το ίδρυμα μπορεί να λαμβάνει υπόψη την επίδραση της χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 4 στον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 4 στοιχεία α) και ζ) και, κατά περίπτωση, των αναμενόμενων ζημιών για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και στο άρθρο 62 στοιχείο δ). 2. Για ανοίγματα στα οποία ένα ίδρυμα εφαρμόζει την ΠΕΔ χρησιμοποιώντας εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD δυνάμει του άρθρου 143, το ίδρυμα μπορεί να λαμβάνει υπόψη την επίδραση της χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 στον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 4 στοιχεία α) και ζ), και, κατά περίπτωση, των αναμενόμενων ζημιών για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και στο άρθρο 62 στοιχείο δ). 3. Όταν ένα ίδρυμα εφαρμόζει την ΠΕΔ χρησιμοποιώντας εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD δυνάμει του άρθρου 143 τόσο για το αρχικό άνοιγμα όσο και για συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου προστασίας, το ίδρυμα μπορεί να λαμβάνει υπόψη την επίδραση της μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 στον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 4 στοιχεία α) και ζ), και, κατά περίπτωση, των αναμενόμενων ζημιών για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και στο άρθρο 62 στοιχείο δ). Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, για τους εν λόγω σκοπούς, το ίδρυμα μπορεί να λαμβάνει υπόψη την επίδραση της μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας στον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 4. 4. Με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που ορίζονται στην παράγραφο 5, τα ιδρύματα μπορούν να θεωρούν τα δάνεια προς φυσικά πρόσωπα ως ανοίγματα εξασφαλισμένα με υποθήκη επί ακινήτου κατοικίας, αντί να τα αντιμετωπίζουν ως καλυπτόμενα από εγγύηση ανοίγματα, για τους σκοπούς του τίτλου II κεφάλαια 2, 3 και 4, κατά περίπτωση, όταν σε ένα κράτος μέλος πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις για τα εν λόγω δάνεια:
Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ) της παρούσας παραγράφου στις εθνικές επικράτειες των δικαιοδοσιών τους, και παρέχουν τα ονόματα των επιλέξιμων παρόχων προστασίας για την εν λόγω αντιμετώπιση που πληρούν τις προϋποθέσεις της παρούσας παραγράφου και της παραγράφου 5. Η ΕΑΤ δημοσιεύει τον κατάλογο όλων των επιλέξιμων παρόχων προστασίας στον δικτυακό τόπο της και επικαιροποιεί τον εν λόγω κατάλογο ετησίως. 5. Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, τα δάνεια που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα εξασφαλισμένα με υποθήκη επί ακινήτου κατοικίας αντί να αντιμετωπίζονται ως καλυπτόμενα από εγγύηση ανοίγματα, όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
6. Ιδρύματα που κάνουν χρήση της επιλογής που προβλέπεται στην παράγραφο 4 για δεδομένο επιλέξιμο πάροχο προστασίας βάσει του μηχανισμού που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο, το πράττουν για το σύνολο των ανοιγμάτων τους έναντι φυσικών προσώπων τα οποία καλύπτονται από τον εν λόγω πάροχο προστασίας στο πλαίσιο του εν λόγω μηχανισμού.». |
|
41) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 110α Παρακολούθηση των συμβατικών ρυθμίσεων που δεν συνιστούν πιστοδοτήσεις Τα ιδρύματα παρακολουθούν τις συμβατικές ρυθμίσεις που πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 σημείο 10) στοιχεία α) έως ε), και τεκμηριώνουν με ικανοποιητικά στοιχεία στις αρμόδιες αρχές τη συμμόρφωσή τους με όλες τις εν λόγω προϋποθέσεις.». |
|
42) |
Το άρθρο 111 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 111 Αξία ανοίγματος 1. Η αξία ανοίγματος ενός στοιχείου ενεργητικού ισούται με τη λογιστική αξία που απομένει μετά την εφαρμογή ειδικών προσαρμογών πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 110, πρόσθετων προσαρμογών αξίας σύμφωνα με το άρθρο 34 που σχετίζονται με τις δραστηριότητες εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος, ποσών που αφαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) και άλλων μειώσεων των ιδίων κεφαλαίων που σχετίζονται με το συγκεκριμένο στοιχείο ενεργητικού. 2. Η αξία ανοίγματος ενός στοιχείου εκτός ισολογισμού που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I ισούται με το ακόλουθο ποσοστό της ονομαστικής αξίας του στοιχείου, κατόπιν αφαιρέσεως ειδικών προσαρμογών πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 110 και ποσών που αφαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ):
3. Η αξία ανοίγματος μιας πιστοδότησης σε στοιχείο εκτός ισολογισμού όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου ισούται με το μικρότερο από τα ακόλουθα ποσοστά της ονομαστικής αξίας της πιστοδότησης, κατόπιν αφαιρέσεως ειδικών προσαρμογών πιστωτικού κινδύνου και ποσών που αφαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ):
4. Οι προσφερόμενες από ίδρυμα συμβατικές ρυθμίσεις που δεν έχουν γίνει ακόμη δεκτές από τον πελάτη και οι οποίες αποκτούν χαρακτήρα πιστοδότησης εάν γίνουν δεκτές από τον πελάτη, αντιμετωπίζονται ως πιστοδοτήσεις και το ποσοστό που εφαρμόζεται είναι αυτό που προβλέπεται σύμφωνα με την παράγραφο 2. Για συμβατικές ρυθμίσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 5 σημείο 10) στοιχεία α) έως ε), το ποσοστό που εφαρμόζεται είναι 0 %. 5. Όταν ένα ίδρυμα χρησιμοποιεί την αναλυτική μέθοδο χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων που αναφέρεται στο άρθρο 223, η αξία ανοίγματος των τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων που πωλούνται, παρέχονται ως εξασφάλιση ή ως δάνειο στο πλαίσιο μιας συναλλαγής χρηματοδότησης τίτλων προσαυξάνεται κατά το ποσό της προσαρμογής μεταβλητότητας που αναλογεί σε τέτοιου είδους τίτλους ή βασικά εμπορεύματα, σύμφωνα με τα άρθρα 223 και 224. 6. Η αξία ανοίγματος ενός παράγωγου μέσου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ προσδιορίζεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 6, λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων συμβάσεων ανανέωσης και άλλων συμβάσεων συμψηφισμού όπως ορίζεται στο εν λόγω κεφάλαιο. Η αξία ανοίγματος των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων και των συναλλαγών με μακρά προθεσμία διακανονισμού μπορεί να προσδιορίζεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 4 ή 6. 7. Όταν το άνοιγμα καλύπτεται από χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία, η αξία ανοίγματος μπορεί να τροποποιηθεί σύμφωνα με το κεφάλαιο 4. 8. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2025. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.». |
|
43) |
Το άρθρο 112 τροποποιείται ως εξής:
|
|
44) |
Το άρθρο 113 τροποποιείται ως εξής:
|
|
45) |
Το άρθρο 115 τροποποιείται ως εξής:
|
|
46) |
Το άρθρο 116 τροποποιείται ως εξής:
|
|
47) |
Στο άρθρο 117 παράγραφος 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Στα ανοίγματα έναντι πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης που δεν αναφέρονται στην παράγραφο 2 και για τα οποία διατίθεται πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τον πίνακα 1. Στα ανοίγματα έναντι πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης που δεν αναφέρονται στην παράγραφο 2 και για τα οποία δεν διατίθεται πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 50 %. Πίνακας 1
|
|
48) |
Στο άρθρο 119, οι παράγραφοι 2 και 3 απαλείφονται. |
|
49) |
στο άρθρο 120, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: «1. Στα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τον πίνακα 1 που αντιστοιχεί στην πιστοληπτική αξιολόγηση του ΕΟΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 136. Πίνακας 1
2. Στα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων με αρχική ληκτότητα ίση ή μικρότερη των τριών μηνών που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ και στα ανοίγματα που προκύπτουν από τη διασυνοριακή κυκλοφορία εμπορευμάτων με αρχική ληκτότητα ίση ή μικρότερη των έξι μηνών που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για τον σκοπό αυτό ΕΟΠΑ, εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τον πίνακα 2 που αντιστοιχεί στην πιστοληπτική αξιολόγηση του ΕΟΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 136. Πίνακας 2
|
|
50) |
Το άρθρο 121 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 121 Ανοίγματα έναντι μη διαβαθμισμένων ιδρυμάτων 1. Ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων για τα οποία δεν διατίθεται πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ κατατάσσονται σε μία από τις ακόλουθες βαθμίδες:
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο β) σημείο ii) της παρούσας παραγράφου, οι ισοδύναμες και πρόσθετες τοπικές εποπτικές ή κανονιστικές απαιτήσεις δεν περιλαμβάνουν κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας ισοδύναμα με εκείνα που ορίζονται στο άρθρο 128 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ. 2. Για ανοίγματα έναντι χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων σύμφωνα με το άρθρο 119 παράγραφος 5, προκειμένου να αξιολογηθεί το αν τα εν λόγω χρηματοδοτικά ιδρύματα πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 στοιχείο α) σημείο ii) και στοιχείο β) σημείο ii) του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα αξιολογούν το αν τα εν λόγω χρηματοδοτικά ιδρύματα πληρούν ή υπερβαίνουν παρόμοιες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας. 3. Στα ανοίγματα που κατατάσσονται στις βαθμίδες Α, Β ή Γ σύμφωνα με την παράγραφο 1 εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου ως εξής:
Όταν ένα άνοιγμα έναντι ιδρύματος δεν είναι εκφρασμένο στο εγχώριο νόμισμα της δικαιοδοσίας σύστασης του συγκεκριμένου ιδρύματος, ή όταν το εν λόγω ίδρυμα έχει καταχωρίσει την πιστωτική υποχρέωση σε υποκατάστημα σε διαφορετική δικαιοδοσία και το άνοιγμα δεν είναι εκφρασμένο στο εγχώριο νόμισμα της δικαιοδοσίας στην οποία λειτουργεί το υποκατάστημα, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται σύμφωνα με το στοιχείο α), β) ή γ) σε ανοίγματα εκτός από ανοίγματα με ληκτότητα ίση ή μικρότερη του ενός έτους τα οποία προέρχονται από αυτοεξοφλούμενα, σχετιζόμενα με συναλλαγές ενδεχόμενα στοιχεία τα οποία προκύπτουν από τη διακίνηση αγαθών πέραν των εθνικών συνόρων δεν είναι μικρότερος από τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου ενός ανοίγματος έναντι της κεντρικής κυβέρνησης της χώρας στην οποία έχει συσταθεί το ίδρυμα. Πίνακας 1
|
|
51) |
Το άρθρο 122 τροποποιείται ως εξής:
|
|
52) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 122α Ανοίγματα ειδικού δανεισμού 1. Στην κατηγορία των ανοιγμάτων έναντι επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 112 στοιχείο ζ), τα ιδρύματα προσδιορίζουν χωριστά ως ανοίγματα ειδικού δανεισμού τα ανοίγματα που φέρουν όλα τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
2. Στα ανοίγματα ειδικού δανεισμού για τα οποία υπάρχει άμεσα εφαρμοστέα πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τον πίνακα 1. Πίνακας 1
3. Στα ανοίγματα ειδικού δανεισμού για τα οποία δεν υπάρχει άμεσα εφαρμοστέα πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου ως εξής:
4. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει περαιτέρω τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες πληρούνται τα κριτήρια της παραγράφου 3 στοιχείο γ) σημείο ii). Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2026. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.». |
|
53) |
Το άρθρο 123 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 123 Ανοίγματα λιανικής τραπεζικής 1. Ανοίγματα που πληρούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια θεωρούνται ανοίγματα λιανικής τραπεζικής:
Η παρούσα αξία των ελάχιστων καταβλητέων πληρωμών λιανικής χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι επιλέξιμη για την κατηγορία ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής. Έως τις 10 Ιουλίου 2025, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, για τον προσδιορισμό αναλογικών μεθόδων διαφοροποίησης βάσει των οποίων ένα άνοιγμα πρέπει να θεωρείται ότι εντάσσεται σε έναν σημαντικό αριθμό παρόμοιων ανοιγμάτων, όπως ορίζεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) της παρούσας παραγράφου. 2. Τα παρακάτω ανοίγματα δεν θεωρούνται ανοίγματα λιανικής τραπεζικής:
3. Στα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 75 %, με εξαίρεση τα ανοίγματα έναντι συναλλασσομένων, στα οποία εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 45 %. 4. Όταν οποιοδήποτε από τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν πληρούται για άνοιγμα έναντι ενός ή περισσότερων φυσικών προσώπων, το άνοιγμα θεωρείται άνοιγμα λιανικής τραπεζικής και ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου ορίζεται στο 100 %. 5. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, στα ανοίγματα που οφείλονται σε δάνεια χορηγούμενα από ίδρυμα σε συνταξιούχους ή εργαζομένους με σύμβαση αορίστου χρόνου με αντάλλαγμα την άνευ αιρέσεων μεταβίβαση μέρους της σύνταξης ή των αποδοχών του δανειολήπτη στο συγκεκριμένο ίδρυμα εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 35 %, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
|
|
54) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 123α Ανοίγματα με αναντιστοιχία νομισμάτων 1. Για ανοίγματα έναντι φυσικών προσώπων που κατατάσσονται στην κατηγορία ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 112 στοιχείο η) ή για ανοίγματα έναντι φυσικών προσώπων που θεωρούνται ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων κατοικίας, που κατατάσσονται στην κατηγορία ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 112 στοιχείο θ), ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο πολλαπλασιάζεται με συντελεστή 1,5, ενώ ο προκύπτων συντελεστής στάθμισης κινδύνου δεν υπερβαίνει το 150 %, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
Εάν ένα ίδρυμα δεν είναι σε θέση να διαχωρίσει τα εν λόγω ανοίγματα με αναντιστοιχία νομισμάτων, ο πολλαπλασιαστής στάθμισης κινδύνου 1,5 εφαρμόζεται σε όλα τα μη αντισταθμισμένα ανοίγματα όταν το νόμισμα των ανοιγμάτων είναι διαφορετικό από το εγχώριο νόμισμα της χώρας κατοικίας του οφειλέτη. 2. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως πηγή εσόδων νοείται κάθε πηγή που παράγει ταμειακές ροές για τον οφειλέτη, μεταξύ άλλων από εμβάσματα, μισθώματα ή μισθούς, εξαιρουμένων των εσόδων από την πώληση περιουσιακών στοιχείων ή παρόμοιων ενεργειών αναγωγής από το ίδρυμα. 3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής στάθμισης κινδύνου 1,5 δεν εφαρμόζεται όταν τα ζεύγη νομισμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) απαρτίζονται από το ευρώ και το νόμισμα κράτους μέλους που συμμετέχει στο δεύτερο στάδιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΜΣΙ ΙΙ).». |
|
55) |
Τα άρθρα 124, 125 και 126 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 124 Ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακίνητης περιουσίας 1. Άνοιγμα εκτός ADC που δεν πληροί όλες τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3, ή οποιοδήποτε τμήμα ανοίγματος εκτός ADC που υπερβαίνει το ονομαστικό ποσό της εμπράγματης ασφάλειας επί του ακινήτου, αντιμετωπίζεται ως εξής:
2. Άνοιγμα εκτός ADC, που δεν υπερβαίνει το ονομαστικό ποσό της εμπράγματης ασφάλειας επί του ακινήτου, εάν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, αντιμετωπίζεται ως εξής:
3. Για να μπορεί να τύχει της αντιμετώπισης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, ένα άνοιγμα που εξασφαλίζεται με ακίνητο πρέπει να πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), τα ιδρύματα μπορούν να εξαιρούν καταστάσεις στις οποίες καθαρά μακροοικονομικοί παράγοντες επηρεάζουν τόσο την αξία του ακινήτου όσο και την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο δ), τα ιδρύματα εφαρμόζουν πολιτικές αναδοχής όσον αφορά τη δημιουργία ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με ακίνητα, οι οποίες περιλαμβάνουν την αξιολόγηση της ικανότητας αποπληρωμής του δανειολήπτη. Οι πολιτικές αναδοχής περιλαμβάνουν τις σχετικές παραμέτρους για την εν λόγω αξιολόγηση και τις αντίστοιχες μέγιστες αξίες τους. 4. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3 στοιχείο β), σε δικαιοδοσίες στις οποίες εμπράγματες ασφάλειες μειωμένης προτεραιότητας παρέχουν στον κάτοχο απαίτηση επί εξασφαλίσεων η οποία είναι εκτελεστή και συνιστά αποτελεσματικό παράγοντα μείωσης του πιστωτικού κινδύνου, οι εμπράγματες ασφάλειες μειωμένης προτεραιότητας που κατέχονται από ίδρυμα διαφορετικό από εκείνο που κατέχει την εμπράγματη ασφάλεια υψηλότερης προτεραιότητας μπορούν επίσης να αναγνωριστούν, μεταξύ άλλων, όταν το ίδρυμα δεν κατέχει την εμπράγματη ασφάλεια υψηλότερης προτεραιότητας ή δεν κατέχει εμπράγματη ασφάλεια που κατατάσσεται μεταξύ μιας εμπράγματης ασφάλειας υψηλότερης προτεραιότητας και μιας εμπράγματης ασφάλειας μειωμένης προτεραιότητας τις οποίες κατέχει αμφότερες το ίδρυμα. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, οι κανόνες που διέπουν τις εμπράγματες ασφάλειες εξασφαλίζουν όλα τα ακόλουθα:
5. Για τον σκοπό του υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων για μη αναληφθείσες διευκολύνσεις, οι εμπράγματες ασφάλειες που πληρούν όλες τις απαιτήσεις επιλεξιμότητας που ορίζονται στην παράγραφο 3 και, κατά περίπτωση, στην παράγραφο 4 μπορούν να αναγνωρίζονται όταν η ανάληψη στο πλαίσιο της διευκόλυνσης εξαρτάται από την προηγούμενη ή την ταυτόχρονη κατάθεση εμπράγματης ασφάλειας σε αναλογία προς το συμφέρον του ιδρύματος στην εμπράγματη ασφάλεια μετά την ανάληψη της διευκόλυνσης, έτσι ώστε το ίδρυμα να μην έχει κανένα συμφέρον στην εμπράγματη ασφάλεια εφόσον η διευκόλυνση δεν έχει αναληφθεί. 6. Για τους σκοπούς του άρθρου 125 παράγραφος 2 και του άρθρου 126 παράγραφος 3, ο λόγος ανοίγματος προς αξία (“ETV”) υπολογίζεται διαιρώντας το ακαθάριστο ποσό του ανοίγματος με την αξία του ακινήτου υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), όταν ένα ίδρυμα έχει περισσότερα του ενός ανοίγματα που εξασφαλίζονται με το ίδιο ακίνητο και τα ανοίγματα αυτά εξασφαλίζονται με εμπράγματες ασφάλειες επί του εν λόγω ακινήτου με διαδοχική σειρά κατάταξης χωρίς να υπάρχει μεταξύ αυτών εμπράγματη ασφάλεια που κατέχεται από τρίτο, τα ανοίγματα αντιμετωπίζονται ως ενιαίο συνδυασμένο άνοιγμα και τα ακαθάριστα ποσά ανοίγματος των επιμέρους ανοιγμάτων αθροίζονται για τον υπολογισμό του ακαθάριστου ποσού ανοίγματος του ενιαίου συνδυασμένου ανοίγματος. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), όταν δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να μπορεί να εξακριβωθεί η διαβάθμιση των υπόλοιπων εμπράγματων ασφαλειών, το ίδρυμα θεωρεί ότι οι εν λόγω εμπράγματες ασφάλειες έχουν την ίδια διαβάθμιση με την εμπράγματη ασφάλεια μειωμένης προτεραιότητας την οποία κατέχει το ίδρυμα. Το ίδρυμα προσδιορίζει πρώτα τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 2 ή το άρθρο 126 παράγραφος 3 (“βασικός συντελεστής στάθμισης κινδύνου”), κατά περίπτωση. Στη συνέχεια προσαρμόζει αυτόν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου με πολλαπλασιαστή 1,25, για τους σκοπούς του υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών των εμπράγματων ασφαλειών μειωμένης προτεραιότητας. Όταν ο βασικός συντελεστής στάθμισης κινδύνου αντιστοιχεί στο χαμηλότερο κλιμάκιο ανοίγματος προς αξία, δεν εφαρμόζεται ο πολλαπλασιαστής. Ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του βασικού συντελεστή στάθμισης κινδύνου με 1,25 έχει ως ανώτατο όριο τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου που θα εφαρμοζόταν στο άνοιγμα εάν δεν πληρούνταν οι απαιτήσεις της παραγράφου 3. 7. Ανοίγματα έναντι μισθωτή στο πλαίσιο πράξης χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτου στην οποία το ίδρυμα είναι ο εκμισθωτής και ο μισθωτής έχει δικαίωμα αγοράς θεωρούνται ανοίγματα εξασφαλισμένα με ακίνητο και αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 125 ή 126 εάν πληρούνται οι εφαρμοστέες προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο υπό την προϋπόθεση ότι το άνοιγμα του ιδρύματος εξασφαλίζεται από την κυριότητά του επί του ακινήτου. 8. Τα κράτη μέλη ορίζουν αρχή που είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή της παραγράφου 9. Η εν λόγω αρχή είναι η αρμόδια αρχή ή η εντεταλμένη αρχή. Σε περίπτωση που η αρχή η οποία ορίζεται από το κράτος μέλος για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι η αρμόδια αρχή, η εν λόγω αρχή διασφαλίζει ότι οι σχετικοί εθνικοί φορείς και αρχές που έχουν μακροπροληπτική εντολή είναι δεόντως ενημερωμένες σχετικά με την πρόθεση της αρμόδιας αρχής να κάνει χρήση του παρόντος άρθρου, και συμμετέχουν καταλλήλως στην εκτίμηση των ανησυχιών σχετικά με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο κράτος μέλος τους σύμφωνα με την παράγραφο 9. Όταν η αρχή που ορίζεται από το κράτος μέλος για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι διαφορετική από την αρμόδια αρχή, τα κράτη μέλη εγκρίνουν τις διατάξεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να διασφαλίζονται κατάλληλος συντονισμός και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της αρμόδιας και της εντεταλμένης αρχής για την ορθή εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Ειδικότερα, απαιτείται από τις αρχές να συνεργάζονται στενά και να ανταλλάσσουν κάθε πληροφορία που μπορεί να είναι αναγκαία για την επαρκή εκτέλεση των καθηκόντων που επιβάλλονται στην εντεταλμένη αρχή δυνάμει του παρόντος άρθρου. Αυτή η συνεργασία αποσκοπεί στην αποφυγή αλληλοεπικαλυπτόμενης ή ασυνεπούς δράσης κάθε μορφής μεταξύ της αρμόδιας αρχής και της εντεταλμένης αρχής, καθώς και στη διασφάλιση ότι η αλληλεπίδραση με άλλα μέτρα, ιδίως μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 458 του παρόντος κανονισμού και του άρθρου 133 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, λαμβάνεται δεόντως υπόψη. 9. Με βάση τα δεδομένα που συλλέγονται δυνάμει του άρθρου 430α και τυχόν άλλους σχετικούς δείκτες, η εντεταλμένη αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου εκτιμά περιοδικά, και τουλάχιστον ετησίως, αν οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου που καθορίζονται στα άρθρα 125 και 126 για ανοίγματα εξασφαλισμένα με ακίνητα στην επικράτεια του κράτους μέλους της εν λόγω αρχής είναι κατάλληλοι με βάση τα εξής:
Όταν, βάσει της εκτίμησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η εντεταλμένη αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου που προβλέπονται στο άρθρο 125 ή 126 δεν αντανακλούν επαρκώς τους πραγματικούς κινδύνους που συνδέονται με ένα ή περισσότερα ανοίγματα σε μία ή περισσότερες κατηγορίες ακινήτων που εξασφαλίζονται με υποθήκες σε ακίνητα κατοικίας ή σε εμπορικά ακίνητα που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα τμήματα του εδάφους του κράτους μέλους της εν λόγω αρχής, και αν κρίνει ότι η ανεπάρκεια των συντελεστών στάθμισης κινδύνου θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την υπάρχουσα ή μελλοντική χρηματοπιστωτική σταθερότητα του κράτους μέλους της, μπορεί να αυξάνει τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζονται σε αυτά τα ανοίγματα εντός των ορίων που καθορίζονται στο τέταρτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου ή να επιβάλλει κριτήρια αυστηρότερα από εκείνα που καθορίζονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου. Η εντεταλμένη αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου γνωστοποιεί στην ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ οποιεσδήποτε προσαρμογές των συντελεστών στάθμισης κινδύνου και των κριτηρίων που εφαρμόζονται δυνάμει της παρούσας παραγράφου. Εντός ενός μηνός από την παραλαβή της γνωστοποίησης αυτής, η ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ παρέχουν τη γνώμη τους στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και μπορούν να επισημαίνουν στην εν λόγω γνώμη, εφόσον χρειάζεται, αν θεωρούν ότι οι προσαρμογές των συντελεστών στάθμισης κινδύνου και των κριτηρίων συνιστώνται και για άλλα κράτη μέλη. Η ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ δημοσιεύουν τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου και τα κριτήρια για τα ανοίγματα που αναφέρονται στα άρθρα 125 και 126 και στο άρθρο 199 παράγραφος 1 στοιχείο α) όπως εφαρμόζονται από τη σχετική αρχή. Για τους σκοπούς του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, η εντεταλμένη αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου μπορεί να αυξάνει τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου που προβλέπονται στο άρθρο 125 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, στο άρθρο 125 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, στο άρθρο 126 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο ή στο άρθρο 126 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, ή να επιβάλλει αυστηρότερα κριτήρια από εκείνα που ορίζονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου για ανοίγματα έναντι μίας ή περισσότερων κατηγοριών ακινήτων που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακίνητης περιουσίας που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα τμήματα του εδάφους του κράτους μέλους της εν λόγω αρχής. Η εν λόγω αρχή δεν αυξάνει τους εν λόγω συντελεστές στάθμισης κινδύνου σε ποσοστό άνω του 150 %. Για τους σκοπούς του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, η αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου μπορεί επίσης να μειώνει τα ποσοστά της αξίας ακινήτων που αναφέρονται στο άρθρο 125 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 126 παράγραφος 1 ή τα ποσοστά ETV που καθορίζουν το κλιμάκιο συντελεστών στάθμισης κινδύνου ETV που προβλέπεται στο άρθρο 125 παράγραφος 2 πίνακας 1 ή στο άρθρο 126 παράγραφος 3 πίνακας 1. Η σχετική αρχή διασφαλίζει τη συνέπεια σε όλα τα κλιμάκια συντελεστών στάθμισης κινδύνου ETV, έτσι ώστε ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου χαμηλότερου κλιμακίου συντελεστών στάθμισης κινδύνου ETV να είναι πάντα χαμηλότερος ή ίσος με τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου ανώτερου κλιμακίου συντελεστή στάθμισης κινδύνου ETV. 10. Όταν η αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 καθορίζει υψηλότερους συντελεστές στάθμισης κινδύνου ή αυστηρότερα κριτήρια σύμφωνα με την παράγραφο 9, τα ιδρύματα έχουν στη διάθεσή τους εξάμηνη μεταβατική περίοδο για την εφαρμογή τους. 11. Η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΣΚ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τα είδη των παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των συντελεστών στάθμισης κινδύνου που αναφέρονται στην παράγραφο 9. Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2026. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. 12. Το ΕΣΣΚ μπορεί, μέσω συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, και σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ, να παρέχει καθοδήγηση στις αρχές που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου σχετικά και με τα δύο ακόλουθα:
13. Τα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα σε κράτος μέλος εφαρμόζουν τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου και τα κριτήρια που έχουν καθοριστεί από τις αρχές άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με την παράγραφο 9 στα αντίστοιχα ανοίγματά τους που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων κατοικίας ή εμπορικών ακινήτων που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα τμήματα του άλλου κράτους μέλους. 14. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να αποσαφηνίσει τι συνιστά “ισοδύναμο νομικό μηχανισμό που διασφαλίζει την ολοκλήρωση του υπό κατασκευή ακινήτου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος”, σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο α) σημείο iii) σημείο 2). Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2025. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Άρθρο 125 Ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων κατοικίας 1. Για άνοιγμα που εξασφαλίζεται με ακίνητο κατοικίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 124 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο i) ή ii), στο τμήμα του ανοίγματος που δεν υπερβαίνει το 55 % της αξίας του ακινήτου αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 20 %. Όταν ένα ίδρυμα κατέχει εμπράγματη ασφάλεια μειωμένης προτεραιότητας ενώ υπάρχουν εμπράγματες ασφάλειες υψηλότερης προτεραιότητας που το εν λόγω ίδρυμα δεν κατέχει, προκειμένου να προσδιοριστεί το τμήμα του ανοίγματος του ιδρύματος που είναι επιλέξιμο για τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 20 %, το ποσό των εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας που δεν κατέχει το ίδρυμα αφαιρείται από το ποσό του 55 % της αξίας του ακινήτου. Όταν η εμπράγματη ασφάλεια που κατέχει το ίδρυμα έχει την ίδια διαβάθμιση με εμπράγματες ασφάλειες τις οποίες δεν κατέχει το ίδρυμα, προκειμένου να προσδιοριστεί το τμήμα του ανοίγματος του ιδρύματος που είναι επιλέξιμο για τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 20 %, το ποσό του 55 % της αξίας του ακινήτου, μειωμένο κατά το ποσό τυχόν εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας τις οποίες δεν κατέχει το ίδρυμα, μειώνεται κατά το γινόμενο:
Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 9, η αρμόδια ή εντεταλμένη αρχή έχει ορίσει υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου ή χαμηλότερο ποσοστό της αξίας του ακινήτου από εκείνα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου ή το ποσοστό που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 9. Το υπόλοιπο τμήμα του ανοίγματος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, εάν υπάρχει, σταθμίζεται ως προς τον κίνδυνο ως άνοιγμα έναντι του αντισυμβαλλομένου που δεν εξασφαλίζεται με ακίνητο κατοικίας. 2. Στα ανοίγματα που αναφέρονται στο άρθρο 124 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο iii) εφαρμόζεται ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που καθορίζεται σύμφωνα με το αντίστοιχο κλιμάκιο συντελεστών στάθμισης κινδύνου ανοίγματος προς αξία του πίνακα 1. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, εάν, σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 9, η αρμόδια ή εντεταλμένη αρχή έχει ορίσει υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου ή χαμηλότερο ποσοστό ανοίγματος προς αξία από εκείνα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου ή το ποσοστό που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 9. Πίνακας 1
Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, τα ιδρύματα μπορούν να αντιμετωπίζουν, κατά τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ανοίγματα εξασφαλισμένα με ακίνητο κατοικίας που βρίσκεται στο έδαφος κράτους μέλους, εφόσον η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους έχει δημοσιεύσει σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 3 ποσοστά ζημίας για ανοίγματα αυτού του είδους, τα οποία, με βάση τα συγκεντρωτικά στοιχεία που έχουν υποβάλει τα ιδρύματα στο εν λόγω κράτος μέλος για τη συγκεκριμένη εθνική αγορά ακινήτων, δεν υπερβαίνουν κανένα από τα ακόλουθα όρια για τις σωρευτικές ζημίες σε ανοίγματα αυτού του είδους που υπήρχαν κατά το προηγούμενο έτος:
3. Τα ιδρύματα μπορούν επίσης να εφαρμόζουν την παρέκκλιση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 τρίτο εδάφιο του παρόντος άρθρου στις περιπτώσεις που η αρμόδια αρχή τρίτης χώρας η οποία εφαρμόζει εποπτικές και κανονιστικές ρυθμίσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που εφαρμόζονται στην Ένωση, όπως καθορίστηκε σε απόφαση της Επιτροπής που θεσπίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 4, δημοσιεύει αντίστοιχα ποσοστά ζημίας για ανοίγματα εξασφαλισμένα με ακίνητα κατοικίας που βρίσκονται στο έδαφος της εν λόγω τρίτης χώρας. Εάν η αρμόδια αρχή τρίτης χώρας δεν δημοσιεύει αντίστοιχα ποσοστά ζημίας για ανοίγματα εξασφαλισμένα με ακίνητα κατοικίας που βρίσκονται στο έδαφος της εν λόγω τρίτης χώρας, η ΕΑΤ μπορεί να δημοσιεύει τις πληροφορίες αυτές για την εν λόγω τρίτη χώρα, υπό την προϋπόθεση ότι είναι διαθέσιμα έγκυρα στατιστικά στοιχεία, ήτοι στοιχεία τα οποία είναι στατιστικώς αντιπροσωπευτικά της αντίστοιχης αγοράς ακινήτων κατοικίας. Άρθρο 126 Ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί εμπορικών ακινήτων 1. Για άνοιγμα που εξασφαλίζεται με εμπορικό ακίνητο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 124 παράγραφος 2, στοιχείο β) σημείο i) στο τμήμα του ανοίγματος που δεν υπερβαίνει το 55 % της αξίας του ακινήτου αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 60 %. Όταν ένα ίδρυμα κατέχει εμπράγματη ασφάλεια μειωμένης προτεραιότητας ενώ υπάρχουν εμπράγματες ασφάλειες υψηλότερης προτεραιότητας που το εν λόγω ίδρυμα δεν κατέχει, προκειμένου να προσδιοριστεί το τμήμα του ανοίγματος του ιδρύματος που είναι επιλέξιμο για τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 60 %, το ποσό των εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας που δεν κατέχει το ίδρυμα αφαιρείται από το ποσό του 55 % της αξίας του ακινήτου. Όταν η εμπράγματη ασφάλεια που κατέχει το ίδρυμα έχει την ίδια διαβάθμιση με εμπράγματες ασφάλειες τις οποίες δεν κατέχει το ίδρυμα, προκειμένου να προσδιοριστεί το τμήμα του ανοίγματος του ιδρύματος που είναι επιλέξιμο για τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 60 %, το ποσό του 55 % της αξίας του ακινήτου, μειωμένο κατά το ποσό τυχόν εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας τις οποίες κατέχει ή δεν κατέχει το ίδρυμα μειώνεται κατά το γινόμενο:
Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 9, η αρμόδια ή εντεταλμένη αρχή έχει ορίσει υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου ή χαμηλότερο ποσοστό της αξίας του ακινήτου από εκείνα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου ή το ποσοστό που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 9. Το υπόλοιπο τμήμα του ανοίγματος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, εάν υπάρχει, σταθμίζεται ως προς τον κίνδυνο ως άνοιγμα έναντι του αντισυμβαλλομένου που δεν εξασφαλίζεται με εμπορικό ακίνητο. 2. Στα ανοίγματα που αναφέρονται στο άρθρο 124 παράγραφος 2 στοιχείο β) σημείο ii) εφαρμόζεται ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που καθορίζεται σύμφωνα με το αντίστοιχο κλιμάκιο συντελεστών στάθμισης κινδύνου ETV του πίνακα 1. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, εάν, σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 9, η αρμόδια ή εντεταλμένη αρχή έχει ορίσει υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου ή χαμηλότερο ποσοστό ETV από εκείνα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου ή το ποσοστό που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 9. Πίνακας 1
Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, τα ιδρύματα μπορούν να αντιμετωπίζουν κατά τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται με εμπορικό ακίνητο που βρίσκεται στο έδαφος κράτους μέλους, εφόσον η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους έχει δημοσιεύσει, σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 3, ποσοστά ζημίας για ανοίγματα αυτού του είδους, τα οποία, με βάση τα συγκεντρωτικά στοιχεία που έχουν υποβάλει τα ιδρύματα στο εν λόγω κράτος μέλος για τη συγκεκριμένη εθνική αγορά ακινήτων δεν υπερβαίνουν κανένα από τα ακόλουθα όρια για τις σωρευτικές ζημίες σε ανοίγματα αυτού του είδους που υπήρχαν κατά το προηγούμενο έτος:
3. Τα ιδρύματα μπορούν να εφαρμόζουν την παρέκκλιση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 τρίτο εδάφιο του παρόντος άρθρου και στις περιπτώσεις που η αρμόδια αρχή τρίτης χώρας η οποία εφαρμόζει εποπτικές και κανονιστικές ρυθμίσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που εφαρμόζονται στην Ένωση, όπως καθορίστηκε σε απόφαση της Επιτροπής που θεσπίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 4, δημοσιεύει αντίστοιχα ποσοστά ζημίας για ανοίγματα εξασφαλισμένα με εμπορικά ακίνητα που βρίσκονται στο έδαφος της εν λόγω τρίτης χώρας. Εάν η αρμόδια αρχή τρίτης χώρας δεν δημοσιεύει αντίστοιχα ποσοστά ζημίας για ανοίγματα εξασφαλισμένα με εμπορικά ακίνητα που βρίσκονται στο έδαφος της εν λόγω τρίτης χώρας, η ΕΑΤ μπορεί να δημοσιεύει τις πληροφορίες αυτές για την εν λόγω τρίτη χώρα, υπό την προϋπόθεση ότι είναι διαθέσιμα έγκυρα στατιστικά στοιχεία, ήτοι στοιχεία τα οποία είναι στατιστικώς αντιπροσωπευτικά της αντίστοιχης αγοράς εμπορικών ακινήτων. 4. Η ΕΑΤ αξιολογεί την καταλληλότητα της προσαρμογής της αντιμετώπισης των ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί εμπορικών ακινήτων, συμπεριλαμβανομένων των ανοιγμάτων IPRE και των ανοιγμάτων εκτός IPRE, λαμβάνοντας υπόψη την καταλληλότητα των συντελεστών στάθμισης κινδύνου και τις σχετικές διαφορές στον κίνδυνο των ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με ακίνητα κατοικίας, τις διαφορές στην ευαισθησία κινδύνου των ανοιγμάτων IPRE που εξασφαλίζονται με ακίνητα κατοικίας που αναφέρονται στο άρθρου 125 παράγραφος 2 πίνακας 1 και των ανοιγμάτων IPRE που εξασφαλίζονται με εμπορικά ακίνητα που αναφέρονται στον πίνακα 1 του παρόντος άρθρου, και τις συστάσεις του ΕΣΣΚ σχετικά με τις τρωτότητες στον τομέα των εμπορικών ακινήτων στην Ένωση. Η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση σχετικά με τα ευρήματά της στην Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027. Με βάση την έκθεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα σχετικά διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η ΕΒΤΕ, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο νομοθετική πρόταση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2028.». |
|
56) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 126α Ανοίγματα σε αγορά, ανάπτυξη και κατασκευή 1. Σε άνοιγμα ADC αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 150 %. 2. Σε ανοίγματα ADC σε ακίνητα κατοικίας μπορεί να αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 %, υπό την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα εφαρμόζει ορθά πρότυπα δημιουργίας και παρακολούθησης που πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 74 και 79 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και εφόσον πληρούται τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
3. Έως τις 10 Ιουλίου 2025 η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, που διευκρινίζουν τους όρους “σημαντικές καταθέσεις μετρητών”, “χρηματοδότηση που διασφαλίζεται με ισοδύναμο τρόπο”, “σημαντικό μέρος των συνολικών συμβάσεων” και “κατάλληλο ποσό ιδίων κεφαλαίων εισφερόμενο από τον οφειλέτη”, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δανειοδότησης ιδρυμάτων προς δημόσιες στεγαστικές οντότητες ή μη κερδοσκοπικές οντότητες σε ολόκληρη την Ένωση που ρυθμίζονται από τον νόμο και υφίστανται για να εξυπηρετούν κοινωνικούς σκοπούς και για να παρέχουν μακροχρόνια στέγαση στους μισθωτές.». |
|
57) |
Το άρθρο 127 τροποποιείται ως εξής:
|
|
58) |
Το άρθρο 128 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 128 Δανειακά ανοίγματα μειωμένης εξασφάλισης 1. Τα ακόλουθα ανοίγματα αντιμετωπίζονται ως δανειακά ανοίγματα μειωμένης εξασφάλισης:
2. Στα δανειακά ανοίγματα μειωμένης εξασφάλισης εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 150 %, εκτός εάν τα εν λόγω δανειακά ανοίγματα μειωμένης εξασφάλισης αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια ή υπόκεινται στην αντιμετώπιση που προβλέπεται στο άρθρο 72ε παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο.». |
|
59) |
Το άρθρο 129 τροποποιείται ως εξής:
|
|
60) |
Στο άρθρο 132α παράγραφος 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 4 στοιχείο ε), τα ιδρύματα που υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος των ανοιγμάτων ΟΣΕ σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2 του παρόντος άρθρου μπορούν να υπολογίσουν την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης των ανοιγμάτων σε παράγωγα του εν λόγω ΟΣΕ ως ποσό ίσο με το 50 % της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων των εν λόγω ανοιγμάτων σε παράγωγα που υπολογίζονται σύμφωνα με τα τμήματα 3, 4 ή 5 του κεφαλαίου 6 του παρόντος τίτλου, ανάλογα με την περίπτωση.». |
|
61) |
Στο άρθρο 132β, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «2. Τα ιδρύματα μπορούν να εξαιρούν από τους υπολογισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 132 τα ανοίγματα σε μετοχές που υποκρύπτουν ανοίγματα υπό μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ έναντι οντοτήτων των οποίων οι πιστωτικές υποχρεώσεις λαμβάνουν συντελεστή στάθμισης 0 % βάσει του παρόντος κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων υπό δημόσια χορηγία στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί συντελεστής στάθμισης 0 %, και τα ανοίγματα σε μετοχές που αναφέρονται στο άρθρο 133 παράγραφος 5, και αντ’ αυτού να εφαρμόζουν τη μεταχείριση που ορίζεται στο άρθρο 133 στα εν λόγω ανοίγματα σε μετοχές.». |
|
62) |
Στο άρθρο 132γ παράγραφος 2, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Τα ιδρύματα υπολογίζουν την αξία ανοίγματος μιας δέσμευσης ελάχιστης τιμής που πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου ως την προεξοφλημένη παρούσα αξία του ποσού που καλύπτεται από την εγγύηση χρησιμοποιώντας συντελεστή προεξόφλησης που προέρχεται από επιτόκιο μηδενικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 325ιβ παράγραφος 2 ή 3, κατά περίπτωση. Τα ιδρύματα μπορούν να μειώσουν την αξία ανοίγματος της υποχρέωσης ελάχιστης τιμής με τις ενδεχόμενες ζημίες που αναγνωρίζονται σε σχέση με τη δέσμευση ελάχιστης τιμής στο πλαίσιο του ισχύοντος λογιστικού προτύπου.». |
|
63) |
Το άρθρο 133 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 133 Ανοίγματα σε μετοχές 1. Όλα τα ακόλουθα ταξινομούνται ως ανοίγματα σε μετοχές:
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ) σημείο iii), μεταξύ των υποχρεώσεων συγκαταλέγονται εκείνες που απαιτούν ή επιτρέπουν τον διακανονισμό με την έκδοση μεταβλητού αριθμού μετοχών του εκδότη, για τις οποίες η μεταβολή της νομισματικής αξίας της υποχρέωσης ισούται με τη μεταβολή της εύλογης αξίας ενός σταθερού αριθμού μετοχών επί έναν συγκεκριμένο συντελεστή, όπου τόσο ο συντελεστής όσο και ο αναφερόμενος αριθμός μετοχών είναι καθορισμένοι. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ) σημείο iv), εάν πληρούται μία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο εν λόγω σημείο, το ίδρυμα μπορεί να επιμερίσει τους κινδύνους για ρυθμιστικούς σκοπούς, αφού λάβει προηγουμένως την άδεια της αρμόδιας αρχής. 2. Οι επενδύσεις σε μετοχές δεν αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα σε μετοχές σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
3. Στα ανοίγματα σε μετοχές, εκτός εκείνων που αναφέρονται στις παραγράφους 4 έως 7, αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 250 %, εκτός εάν τα ανοίγματα αυτά απαιτείται να αφαιρεθούν ή να σταθμιστούν ως προς τον κίνδυνο σύμφωνα με το δεύτερο μέρος. 4. Στα κατωτέρω ανοίγματα σε μετοχές έναντι μη εισηγμένων εταιρειών αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 400 %, εκτός εάν τα ανοίγματα αυτά απαιτείται να αφαιρεθούν ή να σταθμιστούν ως προς τον κίνδυνο σύμφωνα με το δεύτερο μέρος:
Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στις μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων σε μετοχές εταιρικών πελατών με τους οποίους το ίδρυμα έχει ή προτίθεται να συνάψει μακροχρόνια επιχειρηματική σχέση, και στις μετοχοποιήσεις χρέους για σκοπούς εταιρικής αναδιάρθρωσης αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με την παράγραφο 3 ή 5, κατά περίπτωση. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως μακροπρόθεσμη επένδυση σε μετοχές νοείται μια επένδυση σε μετοχές που διακρατείται για τρία έτη ή περισσότερο ή πραγματοποιείται με πρόθεση διακράτησης για τρία ή περισσότερα έτη, όπως εγκρίνεται από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του ιδρύματος. 5. Τα ιδρύματα που έχουν λάβει την προηγούμενη άδεια των αρμόδιων αρχών μπορούν να αποδίδουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 100 % στα ανοίγματα σε μετοχές που προκύπτουν στο πλαίσιο νομοθετικών προγραμμάτων για την τόνωση συγκεκριμένων τομέων της οικονομίας, μέχρι το τμήμα των εν λόγω ανοιγμάτων σε μετοχές που δεν υπερβαίνουν αθροιστικά το 10 % των ιδίων κεφαλαίων των ιδρυμάτων, τα οποία πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
6. Στα ανοίγματα σε μετοχές έναντι κεντρικών τραπεζών αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 0 %. 7. Στις κεφαλαιακές τοποθετήσεις που καταχωρίζονται ως δάνειο αλλά έχουν προκύψει από μετοχοποίηση χρέους η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο της ομαλής ρευστοποίησης ή αναδιάρθρωσης του χρέους δεν αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου χαμηλότερος από τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου που θα εφαρμοζόταν εάν η κεφαλαιακή τοποθέτηση αντιμετωπιζόταν ως δανειακό άνοιγμα.». |
|
64) |
Στο άρθρο 134, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «3. Στα υπό είσπραξη μετρητά αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 20 %. Στα μετρητά που ανήκουν και βρίσκονται στην κατοχή του ιδρύματος ή τελούν υπό μεταφορά, καθώς και στα εξομοιούμενα με αυτά στοιχεία, αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 0 %.». |
|
65) |
Στο άρθρο 135, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «3. Έως τις 10 Ιουλίου 2025 η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει έκθεση στην οποία εξετάζεται κατά πόσον οι κίνδυνοι ΠΚΔ αντικατοπτρίζονται δεόντως στις μεθοδολογίες αξιολόγησης πιστωτικού κινδύνου των ΕΟΠΑ και υποβάλλει την εν λόγω έκθεση στην Επιτροπή. Βάσει της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 10 Ιανουαρίου 2026.». |
|
66) |
Το άρθρο 138 τροποποιείται ως εξής:
|
|
67) |
Στο άρθρο 139 παράγραφος 2, τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
68) |
Το άρθρο 141 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 141 Στοιχεία που εκφράζονται σε εθνικό και σε ξένο νόμισμα 1. Μια πιστοληπτική αξιολόγηση που αναφέρεται σε στοιχείο εκπεφρασμένο στο εθνικό νόμισμα του οφειλέτη δεν χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό συντελεστή στάθμισης κινδύνου για άνοιγμα έναντι του ίδιου οφειλέτη που είναι εκπεφρασμένο σε ξένο νόμισμα. 2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, όταν προκύπτει άνοιγμα από τη συμμετοχή ιδρύματος σε δάνειο το οποίο έχει χορηγηθεί, ή καλύπτεται από εγγύηση έναντι κινδύνου μετατρεψιμότητας και μεταβίβασης, από πολυμερή τράπεζα ανάπτυξης που αναφέρεται στο άρθρο 117 παράγραφος 2 της οποίας το προνομιακό καθεστώς αναγνωρίζεται στην αγορά, η πιστοληπτική αξιολόγηση του στοιχείου που είναι εκπεφρασμένο στο εθνικό νόμισμα του οφειλέτη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον προσδιορισμό συντελεστή στάθμισης κινδύνου για άνοιγμα έναντι του ίδιου οφειλέτη που είναι εκπεφρασμένο σε ξένο νόμισμα. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, όταν το άνοιγμα που είναι εκπεφρασμένο σε ξένο νόμισμα καλύπτεται από εγγύηση έναντι κινδύνου μετατρεψιμότητας και μεταβίβασης, η πιστοληπτική αξιολόγηση του στοιχείου που είναι εκπεφρασμένο στο εθνικό νόμισμα του οφειλέτη μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για σκοπούς στάθμισης κινδύνου για το εγγυημένο τμήμα του ανοίγματος. Το μέρος του ανοίγματος που δεν καλύπτεται από εγγύηση σταθμίζεται ως προς τον κίνδυνο βάσει πιστοληπτικής αξιολόγησης του οφειλέτη που αναφέρεται σε στοιχείο εκπεφρασμένο στο συγκεκριμένο ξένο νόμισμα.». |
|
69) |
Στο άρθρο 142, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
|
|
70) |
Το άρθρο 143 τροποποιείται ως εξής:
|
|
71) |
Το άρθρο 144 τροποποιείται ως εξής:
|
|
72) |
Το άρθρο 147 τροποποιείται ως εξής:
|
|
73) |
Το άρθρο 148 τροποποιείται ως εξής:
|
|
74) |
Στο άρθρο 149 παράγραφος 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
75) |
Το άρθρο 150 τροποποιείται ως εξής:
|
|
76) |
Το άρθρο 151 τροποποιείται ως εξής:
|
|
77) |
Το άρθρο 152 τροποποιείται ως εξής:
|
|
78) |
Το άρθρο 153 τροποποιείται ως εξής:
|
|
79) |
Το άρθρο 154 τροποποιείται ως εξής:
|
|
80) |
Το άρθρο 155 απαλείφεται. |
|
81) |
Στο άρθρο 157, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «6. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει περαιτέρω τα εξής:
|
|
82) |
Το άρθρο 158 τροποποιείται ως εξής:
|
|
83) |
Το άρθρο 159 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 159 Αντιμετώπιση των ποσών αναμενόμενης ζημίας, έλλειμμα ΠΕΔ και πλεόνασμα ΠΕΔ 1. Τα ιδρύματα αφαιρούν τα ποσά αναμενόμενης ζημίας των ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 158 παράγραφοι 5, 6 και 10 από το άθροισμα όλων των κατωτέρω στοιχείων:
Όταν από τον υπολογισμό που πραγματοποιείται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο προκύπτει θετικό ποσό, το ποσό που προκύπτει καλείται “πλεόνασμα ΕΔ”. Όταν από τον υπολογισμό που πραγματοποιείται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο προκύπτει αρνητικό ποσό, το ποσό που προκύπτει καλείται “έλλειμμα ΠΕΔ”. 2. Για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα αντιμετωπίζουν τις μειώσεις που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 166 παράγραφος 1 για ανοίγματα εντός ισολογισμού αποκτηθέντα αφού είχαν ήδη αθετηθεί με τον ίδιο τρόπο όπως τις ειδικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου. Οι μειώσεις ανοιγμάτων εντός ισολογισμού αποκτηθέντων χωρίς να έχουν ήδη αθετηθεί δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του ελλείμματος ΠΕΔ ή του πλεονάσματος ΠΕΔ. Οι ειδικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου για ανοίγματα σε αθέτηση δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη ποσών αναμενόμενης ζημίας από άλλα ανοίγματα. Τα ποσά αναμενόμενης ζημίας για τιτλοποιημένα ανοίγματα και οι γενικές και ειδικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου που σχετίζονται με τα εν λόγω ανοίγματα δεν περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του ελλείμματος ΠΕΔ ή του πλεονάσματος ΠΕΔ.». |
|
84) |
Στο τρίτο μέρος, παρεμβάλλεται η ακόλουθη ενότητα μετά το τμήμα 4 «Πιθανότητα αθέτησης, ζημία σε περίπτωση αθέτησης και ληκτότητα»:
Άρθρο 159α Μη εφαρμογή κατώτατων τιμών PD, LGD και CCF Για τους σκοπούς του κεφαλαίου 3, και ιδίως όσον αφορά το άρθρο 160 παράγραφος 1, το άρθρο 161 παράγραφος 4, το άρθρο 164 παράγραφος 4 και το άρθρο 166 παράγραφος 8γ, όταν ένα άνοιγμα καλύπτεται από αποδεκτή εγγύηση που παρέχεται από κεντρική κυβέρνηση ή κεντρική τράπεζα ή από την ΕΚΤ, οι κατώτατες τιμές PD, LGD και CCF δεν εφαρμόζονται στο τμήμα του ανοίγματος που καλύπτεται από την εν λόγω εγγύηση. Ωστόσο, το μέρος του ανοίγματος που δεν καλύπτεται από την εν λόγω εγγύηση υπόκειται στις σχετικές κατώτατες τιμές PD, LGD και CCF.». |
|
85) |
Στο τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 3 τμήμα 4, ο τίτλος της ενότητας 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων, ιδρυμάτων, κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα». |
|
86) |
Το άρθρο 160 τροποποιείται ως εξής:
|
|
87) |
Το άρθρο 161 τροποποιείται ως εξής:
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
88) |
Το άρθρο 162 τροποποιείται ως εξής:
|
|
89) |
Το άρθρο 163 τροποποιείται ως εξής:
|
|
90) |
Το άρθρο 164 τροποποιείται ως εξής:
|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
91) |
Στο τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 3 τμήμα 4, η ενότητα 3 απαλείφεται. |
|
92) |
Το άρθρο 166 τροποποιείται ως εξής:
|
|
93) |
Το άρθρο 167 απαλείφεται. |
|
94) |
Στο άρθρο 169 παράγραφος 3, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: «Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής στην πράξη των απαιτήσεων σχετικά με τον σχεδιασμό των υποδειγμάτων, τον ποσοτικό προσδιορισμό του κινδύνου, την επικύρωση και την εφαρμογή των παραμέτρων κινδύνου με τη χρήση συνεχών ή πολύ λεπτομερών κλιμάκων διαβάθμισης για κάθε παράμετρο κινδύνου.». |
|
95) |
Το άρθρο 170 τροποποιείται ως εξής:
|
|
96) |
Στο άρθρο 171, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «3. Τα ιδρύματα χρησιμοποιούν χρονικό ορίζοντα άνω του ενός έτους για την απόδοση των διαβαθμίσεων. Η διαβάθμιση πιστούχου αντιπροσωπεύει την αξιολόγηση του ιδρύματος όσον αφορά την ικανότητα και την προθυμία του πιστούχου να εκτελεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις παρά τις αντίξοες οικονομικές συνθήκες ή την επέλευση απρόβλεπτων συμβάντων. Τα συστήματα διαβάθμισης σχεδιάζονται κατά τρόπο ώστε οι ιδιοσυγκρασιακές αλλαγές και, όταν συνιστούν σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για το εκάστοτε είδος ανοίγματος, οι ειδικές ανά κλάδο αλλαγές να αποτελούν κινητήριο μοχλό μετάβασης από τη μια βαθμίδα ή ομάδα στην άλλη. Τέτοιο κινητήριο μοχλό μετάβασης μπορεί να αποτελούν και οι επιδράσεις των επιχειρηματικών κύκλων.». |
|
97) |
Στο άρθρο 172, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
|
|
98) |
Το άρθρο 173 τροποποιείται ως εξής:
|
|
99) |
Το άρθρο 174 τροποποιείται ως εξής:
|
|
100) |
Το άρθρο 176 τροποποιείται ως εξής:
|
|
101) |
Το άρθρο 177 τροποποιείται ως εξής:
|
|
102) |
Το άρθρο 178 τροποποιείται ως εξής:
|
|
103) |
Στο άρθρο 179 παράγραφος 1, το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
104) |
Το άρθρο 180 τροποποιείται ως εξής:
|
|
105) |
Το άρθρο 181 τροποποιείται ως εξής:
|
|
106) |
Το άρθρο 182 τροποποιείται ως εξής:
|
|
107) |
Το άρθρο 183 τροποποιείται ως εξής:
|
|
108) |
Στο τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 3 τμήμα 6, η ενότητα 4 απαλείφεται. |
|
109) |
Στο άρθρο 192, προστίθεται το ακόλουθο σημείο:
|
|
110) |
Στο άρθρο 193, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «7. Οι εξασφαλίσεις που πληρούν όλες τις απαιτήσεις επιλεξιμότητας που ορίζονται στο παρόν κεφάλαιο μπορούν να αναγνωριστούν ακόμη και για ανοίγματα που συνδέονται με μη αναληφθείσες διευκολύνσεις, όταν η ανάληψη στο πλαίσιο της διευκόλυνσης εξαρτάται από την προηγούμενη ή ταυτόχρονη αγορά ή λήψη εξασφαλίσεων στον βαθμό που το ίδρυμα έχει συμφέρον στην εξασφάλιση μετά την ανάληψη της διευκόλυνσης, ώστε το ίδρυμα να μην έχει κανένα συμφέρον στην εξασφάλιση εφόσον η διευκόλυνση δεν έχει αναληφθεί.». |
|
111) |
Στο άρθρο 194, η παράγραφος 10 απαλείφεται. |
|
112) |
Το άρθρο 197 τροποποιείται ως εξής:
|
|
113) |
Στο άρθρο 198, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «2. Όταν ο ΟΣΕ ή οποιοσδήποτε υποκείμενος ΟΣΕ δεν επενδύει αποκλειστικά σε μέσα που αναγνωρίζονται ως αποδεκτά σύμφωνα με το άρθρο 197 παράγραφοι 1 και 4, και στα μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, ισχύουν τα ακόλουθα:
Εάν τα μη αποδεκτά μέσα μπορούν να έχουν αρνητική αξία λόγω υποχρεώσεων ή ενδεχόμενων υποχρεώσεων που προκύπτουν από την ιδιοκτησία, τα ιδρύματα προβαίνουν στις εξής ενέργειες:
|
|
114) |
Το άρθρο 199 τροποποιείται ως εξής:
|
|
115) |
Το άρθρο 201 τροποποιείται ως εξής:
|
|
116) |
Το άρθρο 202 απαλείφεται. |
|
117) |
Στο άρθρο 204, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «3. Τα πιστωτικά παράγωγα πρώτης αθέτησης και όλα τα άλλα πιστωτικά παράγωγα νιοστής αθέτησης δεν είναι αποδεκτοί τύποι μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας βάσει του παρόντος κεφαλαίου.». |
|
118) |
Στο άρθρο 207 παράγραφος 4, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
119) |
Το άρθρο 208 τροποποιείται ως εξής:
|
|
120) |
Το άρθρο 210 τροποποιείται ως εξής:
|
|
121) |
Στο άρθρο 213, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 214 παράγραφος 1, η πιστωτική προστασία που απορρέει από εγγύηση ή πιστωτικό παράγωγο αναγνωρίζεται ως αποδεκτή μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), τυχόν ρήτρα στη σύμβαση πιστωτικής προστασίας η οποία προβλέπει ότι η πλημμελής δέουσα επιμέλεια ή η απάτη από το δανειοδοτικό ίδρυμα ακυρώνει ή μειώνει την έκταση της πιστωτικής προστασίας που προσφέρει ο εγγυητής δεν αποκλείει τον χαρακτηρισμό της εν λόγω πιστωτικής προστασίας ως αποδεκτής. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), ο πάροχος προστασίας μπορεί να καταβάλει εφάπαξ όλα τα ποσά που οφείλονται βάσει της απαίτησης ή μπορεί να αναλάβει τις μελλοντικές υποχρεώσεις πληρωμής του οφειλέτη που καλύπτονται από τη σύμβαση πιστωτικής προστασίας.». |
|
122) |
Το άρθρο 215 τροποποιείται ως εξής:
|
|
123) |
Στο άρθρο 216, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, για άνοιγμα έναντι επιχειρήσεων που καλύπτεται από πιστωτικό παράγωγο, το πιστωτικό γεγονός που αναφέρεται στο στοιχείο α) σημείο iii) της εν λόγω παραγράφου δεν προσδιορίζεται υποχρεωτικά στη σύμβαση παραγώγου, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
Εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των στοιχείων α) και β) της παρούσας παραγράφου, η πιστωτική προστασία μπορεί ωστόσο να είναι αποδεκτή με την επιφύλαξη μείωσης της αξίας όπως ορίζεται στο άρθρο 233 παράγραφος 2.». |
|
124) |
Το άρθρο 217 απαλείφεται. |
|
125) |
Το άρθρο 219 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 219 Συμψηφισμός εντός ισολογισμού Τα δάνεια και οι καταθέσεις που τηρούνται στο δανειοδοτικό ίδρυμα και υπόκεινται σε συμψηφισμό εντός ισολογισμού αντιμετωπίζονται από το ίδρυμα αυτό ως εξασφαλίσεις με χρηματικά διαθέσιμα για τον σκοπό του υπολογισμού των αποτελεσμάτων της χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας για τα εν λόγω δάνεια και τις καταθέσεις του δανειοδοτικού ιδρύματος που υπόκεινται σε συμψηφισμό εντός ισολογισμού.». |
|
126) |
Το άρθρο 220 τροποποιείται ως εξής:
|
|
127) |
Το άρθρο 221 τροποποιείται ως εξής:
|
|
128) |
Στο άρθρο 222, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «3. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν στα τμήματα των αξιών ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με την αγοραία αξία της αποδεκτής εξασφάλισης τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου που θα εφάρμοζαν δυνάμει του κεφαλαίου 2 εάν το δανειοδοτικό ίδρυμα είχε άμεσο άνοιγμα στο μέσο της εξασφάλισης. Για τον σκοπό αυτό, η αξία ανοίγματος ενός εκτός ισολογισμού στοιχείου που παρατίθεται στο παράρτημα Ι ισούται με το 100 % της αξίας του στοιχείου αντί για την αξία του ανοίγματος που αναφέρεται στο άρθρο 111 παράγραφος 2.». |
|
129) |
Το άρθρο 223 τροποποιείται ως εξής:
|
|
130) |
Στο άρθρο 224, στην παράγραφο 1, οι πίνακες 1 έως 4 αντικαθίστανται από τους ακόλουθους πίνακες: «Πίνακας 1
Πίνακας 2
Πίνακας 3 Άλλα είδη εξασφαλίσεων ή ανοιγμάτων
Πίνακας 4 Προσαρμογές μεταβλητότητας σε περίπτωση αναντιστοιχίας νομίσματος (Hfx)
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
131) |
Το άρθρο 225 απαλείφεται. |
|
132) |
Το άρθρο 226 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 226 Κλιμάκωση των προσαρμογών μεταβλητότητας δυνάμει της αναλυτικής μεθόδου χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων Οι προσαρμογές μεταβλητότητας που προβλέπονται στο άρθρο 224 είναι εκείνες που εφαρμόζει το ίδρυμα σε περίπτωση καθημερινής επανεκτίμησης της αξίας. Εάν οι αναπροσαρμογές αξίας πραγματοποιούνται με συχνότητα μικρότερη της καθημερινής, τα ιδρύματα εφαρμόζουν μεγαλύτερες προσαρμογές μεταβλητότητας. Τα ιδρύματα τις υπολογίζουν με την κλιμάκωση των καθημερινών προσαρμογών μεταβλητότητας, χρησιμοποιώντας τον ακόλουθο τύπο τετραγωνικής ρίζας του χρόνου:
όπου:
|
|
133) |
Στο άρθρο 227, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «1. Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν τη μέθοδο των εποπτικών συντελεστών προσαρμογής μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 224 μπορούν, για τις συναλλαγές επαναγοράς και τις συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων, να εφαρμόζουν προσαρμογή μεταβλητότητας 0 % αντί των προσαρμογών μεταβλητότητας που υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 224 και 226, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α) έως η) του παρόντος άρθρου. Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την προσέγγιση εσωτερικού υποδείγματος που προβλέπεται στο άρθρο 221 δεν χρησιμοποιούν την αντιμετώπιση που ορίζεται στο παρόν άρθρο.». |
|
134) |
Το άρθρο 228 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 228 Υπολογισμός των σταθμισμένων ποσών ανοιγμάτων δυνάμει της αναλυτικής μεθόδου χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων για ανοίγματα που υπόκεινται στην τυποποιημένη προσέγγιση Σύμφωνα με την τυποποιημένη προσέγγιση, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν το E * όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 223 παράγραφος 5 ως την αξία ανοίγματος για τους σκοπούς του άρθρου 113. Προκειμένου περί των εκτός ισολογισμού στοιχείων που απαριθμούνται στο Παράρτημα I, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν το Ε * ως την αξία που θα πρέπει να πολλαπλασιαστεί με τα οριζόμενα στο άρθρο 111 παράγραφος 2 ποσοστά για να συναχθεί η αξία του ανοίγματος.». |
|
135) |
Το άρθρο 229 τροποποιείται ως εξής:
|
|
136) |
Το άρθρο 230 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 230 Υπολογισμός των σταθμισμένων ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας για άνοιγμα με αποδεκτή χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία δυνάμει της ΠΕΔ 1. Σύμφωνα με την ΠΕΔ, εκτός από τα ανοίγματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 220, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν την πραγματική LGD (LGD*) ως LGD για τους σκοπούς του κεφαλαίου 3 για την αναγνώριση της χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας που είναι αποδεκτή σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο. Τα ιδρύματα υπολογίζουν την LGD * ως εξής:
όπου:
2. Στον πίνακα 1 προσδιορίζονται οι τιμές των LGDS και Hc που εφαρμόζονται στον τύπο της παραγράφου 1. Πίνακας 1
3. Εάν μια αποδεκτή χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία εκφράζεται σε νόμισμα διαφορετικό από εκείνο του ανοίγματος, η προσαρμογή μεταβλητότητας για την αναντιστοιχία νομισμάτων (Hfx) είναι η ίδια με εκείνη που εφαρμόζεται σύμφωνα με τα άρθρα 224 έως 227. 4. Ως εναλλακτική δυνατότητα στην αντιμετώπιση που καθορίζεται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου και με την επιφύλαξη του άρθρου 124 παράγραφος 9, τα ιδρύματα μπορούν να εφαρμόσουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 50 % στο τμήμα του ανοίγματος που είναι, εντός των ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 125 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο και στο άρθρο 126 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο αντίστοιχα, πλήρως εξασφαλισμένο με ακίνητα κατοικίας ή εμπορικά ακίνητα που βρίσκονται στην επικράτεια του κράτους μέλους, εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 199 παράγραφος 3 ή 4. 5. Για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας για ανοίγματα ΠΕΔ που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 220, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν την E * σύμφωνα με το άρθρο 220 παράγραφος 4 και χρησιμοποιούν την LGD για μη εξασφαλισμένα ανοίγματα, όπως ορίζεται στο άρθρο 161 παράγραφος 1 στοιχεία α), αα) και β).». |
|
137) |
Το άρθρο 231 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 231 Υπολογισμός των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας στην περίπτωση ομάδων αποδεκτής χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας για ένα άνοιγμα βάσει της ΠΕΔ Τα ιδρύματα που έχουν λάβει πολλαπλά είδη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας μπορούν, για ανοίγματα που αντιμετωπίζονται βάσει της ΠΕΔ, να εφαρμόζουν τον τύπο που ορίζεται στο άρθρο 230, διαδοχικά για κάθε μεμονωμένο είδος εξασφάλισης. Για τον σκοπό αυτό, έπειτα από κάθε στάδιο αναγνώρισης ενός μεμονωμένου είδους FCP, αυτά τα ιδρύματα μειώνουν την εναπομένουσα αξία του μη εξασφαλισμένου ανοίγματος (EU) κατά την προσαρμοσμένη αξία της εξασφάλισης (ES) που αναγνωρίστηκε στο εκάστοτε στάδιο. Σύμφωνα με το άρθρο 230 παράγραφος 1, η συνολική ES σε όλα τα είδη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει την τιμή της E·(1+HE), με αποτέλεσμα τον παρακάτω τύπο:
όπου:
|
|
138) |
Το άρθρο 232 τροποποιείται ως εξής:
|
|
139) |
Στο άρθρο 233, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «4. Τα ιδρύματα βασίζουν τις προσαρμογές μεταβλητότητας για οποιαδήποτε αναντιστοιχία νομισμάτων σε περίοδο ρευστοποίησης 10 εργάσιμων ημερών, με την παραδοχή της καθημερινής αναπροσαρμογής αξίας, και υπολογίζουν αυτές τις προσαρμογές βάσει της μεθόδου των εποπτικών συντελεστών προσαρμογής μεταβλητότητας που προβλέπεται στο άρθρο 224. Τα ιδρύματα κλιμακώνουν τις προσαρμογές μεταβλητότητας σύμφωνα με το άρθρο 226.». |
|
140) |
Το άρθρο 235 τροποποιείται ως εξής:
|
|
141) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 235α Υπολογισμός των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας σύμφωνα με την προσέγγιση υποκατάστασης, εάν το εγγυημένο άνοιγμα αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την προσέγγιση IRB και συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την τυποποιημένη προσέγγιση 1. Για ανοίγματα με μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία στα οποία ένα ίδρυμα εφαρμόζει την προσέγγιση IRB του κεφαλαίου 3 και εφόσον συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου προστασίας αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την τυποποιημένη προσέγγιση, τα ιδρύματα υπολογίζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο: max{0, E — GA} · r + GA · g όπου:
2. Εάν το ποσό πιστωτικής προστασίας (GA) είναι μικρότερο από την αξία ανοίγματος (E), τα ιδρύματα μπορούν να εφαρμόζουν τον τύπο της παραγράφου 1 μόνο εάν τα προστατευόμενα και μη προστατευόμενα τμήματα έχουν ισοδύναμη εξοφλητική προτεραιότητα. 3. Τα ιδρύματα μπορούν να επεκτείνουν την προνομιακή αντιμετώπιση που καθορίζεται στο άρθρο 114 παράγραφοι 4 και 7 σε ανοίγματα ή τμήματα ανοιγμάτων που καλύπτονται από την εγγύηση κεντρικής κυβέρνησης ή κεντρικής τράπεζας ως εάν τα ανοίγματα αυτά ήταν άμεσα ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης ή της κεντρικής τράπεζας, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 114 παράγραφος 4 ή 7, κατά περίπτωση, για τα εν λόγω άμεσα ανοίγματα. 4. Το ποσό αναμενόμενης ζημίας για το καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος είναι μηδέν. 5. Για κάθε μη καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος (E), τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου και την αναμενόμενη ζημία που αντιστοιχούν στο υποκείμενο άνοιγμα. Για τον υπολογισμό που προβλέπεται στο άρθρο 159, τα ιδρύματα αποδίδουν τυχόν γενικές ή ειδικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου ή πρόσθετες προσαρμογές αξίας σύμφωνα με το άρθρο 34 που σχετίζονται με τις δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος ή άλλες μειώσεις ιδίων κεφαλαίων που σχετίζονται με το άνοιγμα, εκτός των μειώσεων που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ), στο μη καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος.». |
|
142) |
Το άρθρο 236 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 236 Υπολογισμός των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας σύμφωνα με την προσέγγιση υποκατάστασης, εάν το εγγυημένο άνοιγμα αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την προσέγγιση IRB χωρίς τη χρήση εσωτερικών εκτιμήσεων της LGD και συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την προσέγγιση IRB 1. Για ανοίγματα με μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία στα οποία ένα ίδρυμα εφαρμόζει την προσέγγιση IRB που καθορίζεται στο κεφάλαιο 3, αλλά δεν χρησιμοποιεί εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD, και εάν συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου πιστωτικής προστασίας αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την προσέγγιση IRB του κεφαλαίου 3, το ίδρυμα προσδιορίζει το καλυμμένο μέρος του ανοίγματος ως τη χαμηλότερη αξία μεταξύ της αξίας ανοίγματος (E) και της προσαρμοσμένης αξίας της μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας (GA). 1α. Ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB σε συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου προστασίας χρησιμοποιώντας εσωτερικές εκτιμήσεις της PD υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος και το ποσό αναμενόμενης ζημίας για το καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος χρησιμοποιώντας την PD του παρόχου της προστασίας και την LGD που εφαρμόζεται για συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 161 παράγραφος 1, σύμφωνα με την παράγραφο 1β του παρόντος άρθρου. Για ανοίγματα μειωμένης εξασφάλισης και μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία μη μειωμένης εξασφάλισης, η LGD που πρέπει να εφαρμόζεται από τα ιδρύματα στο καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος είναι η LGD που σχετίζεται με απαιτήσεις με εξοφλητική προτεραιότητα και τα ιδρύματα είναι δυνατόν να αντιστοιχούν σε κάθε χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία που εξασφαλίζει τη μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο. 1β. Τα ιδρύματα υπολογίζουν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου και την αναμενόμενη ζημία που εφαρμόζεται στο καλυμμένο μέρος του υποκείμενου ανοίγματος χρησιμοποιώντας την PD, την LGD που ορίζεται στην παράγραφο 1α του παρόντος άρθρου και την ίδια συνάρτηση στάθμισης κινδύνου με εκείνες που χρησιμοποιούνται για συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας, και, κατά περίπτωση, χρησιμοποιούν τη ληκτότητα (M) που σχετίζεται με το υποκείμενο άνοιγμα, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 162. 1γ. Τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB σε συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου προστασίας χρησιμοποιώντας τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 153 παράγραφος 5 χρησιμοποιούν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου και την αναμενόμενη ζημία που εφαρμόζονται στο καλυμμένο μέρος του ανοίγματος, τα οποία αντιστοιχούν σε εκείνα που προβλέπονται στο άρθρο 153 παράγραφος 5 και στο άρθρο 158 παράγραφος 6. 1δ. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1γ του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB στα εγγυημένα ανοίγματα χρησιμοποιώντας τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 153 παράγραφος 5 υπολογίζουν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου και την αναμενόμενη ζημία που εφαρμόζονται στο καλυμμένο μέρος του ανοίγματος χρησιμοποιώντας την PD, την LGD που εφαρμόζεται σε συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 161 παράγραφος 1, σύμφωνα με την παράγραφο 1β του παρόντος άρθρου, και την ίδια συνάρτηση στάθμισης κινδύνου με εκείνες που χρησιμοποιούνται για συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας, και χρησιμοποιούν, κατά περίπτωση, τη ληκτότητα (M) που σχετίζεται με το υποκείμενο άνοιγμα, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 162. Για ανοίγματα μειωμένης εξασφάλισης και μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία μη μειωμένης εξασφάλισης, η LGD που πρέπει να εφαρμόζεται από τα ιδρύματα στο καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος είναι η LGD που σχετίζεται με απαιτήσεις με εξοφλητική προτεραιότητα και τα ιδρύματα μπορούν να λογιστικοποιούν κάθε χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία που εξασφαλίζει την μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο. 2. Για κάθε μη καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος (E), τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου και την αναμενόμενη ζημία που αντιστοιχούν στο υποκείμενο άνοιγμα. Για τον υπολογισμό που καθορίζεται στο άρθρο 159, τα ιδρύματα αποδίδουν τυχόν γενικές ή ειδικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου ή πρόσθετες προσαρμογές αξίας σύμφωνα με το άρθρο 34 που σχετίζονται με τις δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος ή άλλες μειώσεις ιδίων κεφαλαίων που σχετίζονται με το άνοιγμα, εκτός των μειώσεων που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ), στο μη καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος. 3. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, (GA) είναι το ποσό της πιστωτικής προστασίας προσαρμοσμένο για κίνδυνο συναλλάγματος (G*) όπως υπολογίζεται βάσει του άρθρου 233 παράγραφος 3, περαιτέρω προσαρμοσμένο για τυχόν αναντιστοιχία ληκτότητας όπως προβλέπεται στο τμήμα 5 του παρόντος κεφαλαίου. Η αξία του ανοίγματος (E) είναι η αξία του ανοίγματος που προσδιορίζεται σύμφωνα με το τμήμα 5 του κεφαλαίου 3. Τα ιδρύματα υπολογίζουν την αξία ανοίγματος για τα εκτός ισολογισμού στοιχεία εκτός των παραγώγων που αντιμετωπίζονται βάσει της προσέγγισης IRB με τη χρήση CCF 100 % αντί των SA-CCF ή IRB-CCF που προβλέπονται στο άρθρο 166 παράγραφοι 8, 8α και 8β.». |
|
143) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 236α Υπολογισμός των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας σύμφωνα με την προσέγγιση υποκατάστασης, εάν το εγγυημένο άνοιγμα αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την προσέγγιση IRB με χρήση εσωτερικών εκτιμήσεων της LGD και συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την προσέγγιση IRB 1. Για άνοιγμα με μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία στο οποίο ένα ίδρυμα εφαρμόζει την προσέγγιση IRB που καθορίζεται στο κεφάλαιο 3 χρησιμοποιώντας εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD, και εάν συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου προστασίας αντιμετωπίζονται βάσει της προσέγγισης IRB του κεφαλαίου 3, αλλά χωρίς τη χρήση εσωτερικών εκτιμήσεων της LGD, το ίδρυμα προσδιορίζει το καλυμμένο μέρος του ανοίγματος ως τη χαμηλότερη αξία μεταξύ της αξίας ανοίγματος (E) και της προσαρμοσμένης αξίας της μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας (GA), που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 235α παράγραφος 1. Το ίδρυμα υπολογίζει το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος και το ποσό αναμενόμενης ζημίας για το καλυμμένο μέρος της αξίας του ανοίγματος χρησιμοποιώντας την PD, την LGD και την ίδια συνάρτηση στάθμισης κινδύνου με εκείνες που χρησιμοποιούνται για συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας και, κατά περίπτωση, χρησιμοποιεί τη ληκτότητα (Μ) που σχετίζεται με το υποκείμενο άνοιγμα, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 162. 2. Τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB του κεφαλαίου 3, αλλά δεν χρησιμοποιούν εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD σε συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου προστασίας, προσδιορίζουν τη LGD σύμφωνα με το άρθρο 161 παράγραφος 1. Για ανοίγματα μειωμένης εξασφάλισης και μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία μη μειωμένης εξασφάλισης, η LGD που εφαρμόζεται από τα ιδρύματα στο καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος είναι η LGD που σχετίζεται με απαιτήσεις με εξοφλητική προτεραιότητα και τα ιδρύματα μπορούν να λογιστικοποιούν κάθε χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία που εξασφαλίζει την μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο. 3. Τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB του κεφαλαίου 3 χρησιμοποιώντας εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD σε συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου προστασίας υπολογίζουν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου και την αναμενόμενη ζημία που εφαρμόζονται στο καλυμμένο μέρος του υποκείμενου ανοίγματος χρησιμοποιώντας την PD, την LGD και την ίδια συνάρτηση στάθμισης κινδύνου με εκείνες που χρησιμοποιούνται για συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας, και, κατά περίπτωση, χρησιμοποιούν τη ληκτότητα (M) που σχετίζεται με το υποκείμενο άνοιγμα, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 162. 4. Τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB σε συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου προστασίας χρησιμοποιώντας τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 153 παράγραφος 5 χρησιμοποιούν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου και την αναμενόμενη ζημία που εφαρμόζονται στο καλυμμένο μέρος του ανοίγματος, τα οποία αντιστοιχούν σε εκείνα που προβλέπονται στο άρθρο 153 παράγραφος 5 και στο άρθρο 158 παράγραφος 6. 5. Για κάθε μη καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος (E), τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου και την αναμενόμενη ζημία που αντιστοιχούν στο υποκείμενο άνοιγμα. Για τον υπολογισμό που καθορίζεται στο άρθρο 159, τα ιδρύματα αποδίδουν τυχόν γενικές ή ειδικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου ή πρόσθετες προσαρμογές αξίας σύμφωνα με το άρθρο 34 που σχετίζονται με τις δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος ή άλλες μειώσεις ιδίων κεφαλαίων που σχετίζονται με το άνοιγμα, εκτός των μειώσεων που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ), στο μη καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος.». |
|
144) |
Στο τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 4, το τμήμα 6 απαλείφεται. |
|
145) |
Στο άρθρο 252 στοιχείο β), ο ορισμός των RW * αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «RW * = τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 4 στοιχείο α)·». |
|
146) |
Το άρθρο 273 τροποποιείται ως εξής:
|
|
147) |
Στο άρθρο 273α, η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:
|
|
148) |
Το άρθρο 273β τροποποιείται ως εξής:
|
|
149) |
Το άρθρο 274 τροποποιείται ως εξής:
|
|
150) |
Στο άρθρο 276 παράγραφος 1, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
151) |
Στο άρθρο 277α παράγραφος 2, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: «Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, τα ιδρύματα κατατάσσουν τις συναλλαγές σε χωριστό αντισταθμιστικό σύνολο της σχετικής κατηγορίας κινδύνου ακολουθώντας τη διάρθρωση για τα αντισταθμιστικά σύνολα που καθορίζεται στην παράγραφο 1.». |
|
152) |
Το άρθρο 279α τροποποιείται ως εξής:
|
|
153) |
Το άρθρο 285 τροποποιείται ως εξής:
|
|
154) |
Στο άρθρο 291 παράγραφος 5, το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
155) |
Στο τρίτο μέρος, ο τίτλος ΙΙΙ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: « ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ ΚΙΝΔΥΝΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ ΚΙΝΔΥΝΟ Άρθρο 311α Ορισμοί Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
Άρθρο 312 Απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον λειτουργικό κίνδυνο Η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον λειτουργικό κίνδυνο είναι η συνιστώσα του επιχειρηματικού δείκτη που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 313. Άρθρο 313 Συνιστώσα επιχειρηματικού δείκτη Τα ιδρύματα υπολογίζουν τη συνιστώσα επιχειρηματικού δείκτη σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:
όπου:
Άρθρο 314 Επιχειρηματικός δείκτης 1. Τα ιδρύματα υπολογίζουν τον επιχειρηματικό δείκτη τους σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο: ΒΙ = ILDC + SC + FC όπου:
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η συνιστώσα των τόκων, των μισθώσεων και των μερισμάτων υπολογίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:
όπου:
3. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, ένα μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ μπορεί, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027, να ζητήσει άδεια από την οικεία αρχή ενοποιημένης εποπτείας για να υπολογίζει χωριστή συνιστώσα των τόκων, των μισθώσεων και των μερισμάτων για οποιοδήποτε από τα συγκεκριμένα θυγατρικά του ιδρύματα και για να προσθέτει το αποτέλεσμα του εν λόγω υπολογισμού στη συνιστώσα των τόκων, των μισθώσεων και των μερισμάτων που υπολογίζεται, σε ενοποιημένη βάση, για τις άλλες οντότητες του ομίλου, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
Μετά τη χορήγησή της, η άδεια, καθώς και οι όροι της, επαναξιολογούνται από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας ανά διετία. Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ενημερώνει την ΕΑΤ μόλις χορηγηθεί, επιβεβαιωθεί ή ανακληθεί τέτοια άδεια. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2031, η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τη χρήση και την καταλληλότητα της παρέκκλισης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τα συγκεκριμένα επιχειρηματικά μοντέλα και την επάρκεια των σχετικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για λειτουργικό κίνδυνο. Με βάση την έκθεση αυτή και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα σχετικά διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η BCBS, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο νομοθετική πρόταση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2032. 4. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027 ή, εάν προηγηθεί, έως ότου η αρχή ενοποιημένης εποπτείας χορηγήσει άδεια σύμφωνα με την παράγραφο 3, ένα μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια να εφαρμόζει την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της λιανικής τραπεζικής και της εμπορικής τραπεζικής για να υπολογίζει την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για λειτουργικό κίνδυνο μπορεί, αφού ενημερώσει την οικεία αρχή ενοποιημένης εποπτείας, να συνεχίσει να χρησιμοποιεί την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση όπως καθορίζεται στην έκδοση του παρόντος κανονισμού που ισχύει στις 8 Ιουλίου 2024 για τον σκοπό του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον λειτουργικό κίνδυνο που σχετίζεται με τις δύο αυτές επιχειρηματικές δραστηριότητες και σύμφωνα με το πεδίο εφαρμογής της υφιστάμενης άδειας. 5. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η συνιστώσα των υπηρεσιών υπολογίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο: SC = max (ΟΙ, ΟΕ) + max (FI, FE) όπου:
Με την επιφύλαξη της προηγούμενης άδειας της αρμόδιας αρχής, και στον βαθμό που το θεσμικό σύστημα προστασίας διαθέτει κατάλληλα και ομοιόμορφα διατυπωμένα συστήματα για την παρακολούθηση και την κατάταξη των λειτουργικών κινδύνων, τα ιδρύματα που είναι μέλη ενός θεσμικού συστήματος προστασίας που πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 113 παράγραφος 7 μπορούν να υπολογίζουν την συνιστώσα των υπηρεσιών αφαιρουμένων τυχόν εσόδων που εισπράττονται από ιδρύματα τα οποία είναι μέλη του ίδιου θεσμικού συστήματος προστασίας ή δαπανών που καταβάλλονται σε τέτοια ιδρύματα. Τυχόν ζημίες που προκύπτουν από τους σχετικούς λειτουργικούς κινδύνους υπόκεινται σε αμοιβαιοποίηση μεταξύ των μελών του θεσμικού συστήματος προστασίας. 6. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η χρηματοπιστωτική συνιστώσα υπολογίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο: FC=TC+BC όπου:
7. Τα ιδρύματα δεν χρησιμοποιούν οποιοδήποτε από τα ακόλουθα στοιχεία στον υπολογισμό του επιχειρηματικού τους δείκτη:
8. Εάν ένα ίδρυμα δεν έχει συμπληρώσει τρία έτη λειτουργίας, χρησιμοποιεί προορατικές επιχειρηματικές εκτιμήσεις για τον υπολογισμό των κατάλληλων συνιστωσών του επιχειρηματικού δείκτη του, εφόσον συμφωνεί η οικεία αρμόδια αρχή. Το ίδρυμα αρχίζει να χρησιμοποιεί ιστορικά δεδομένα, μόλις τα δεδομένα αυτά καταστούν διαθέσιμα. 9. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2026. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, θεσπίζοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. 10. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των στοιχείων του επιχειρηματικού δείκτη, κατατάσσοντας τα στοιχεία αυτά στα αντίστοιχα κελιά αναφοράς που καθορίζονται στον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2021/451 της Επιτροπής (*14), όπου αρμόζει. Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2026. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Άρθρο 315 Προσαρμογές στον επιχειρηματικό δείκτη 1. Τα ιδρύματα περιλαμβάνουν στοιχεία επιχειρηματικών δεικτών συγχωνευμένων ή εξαγορασμένων οντοτήτων ή δραστηριοτήτων στον υπολογισμό του επιχειρηματικού δείκτη τους από τη στιγμή της συγχώνευσης ή της εξαγοράς, ανάλογα με την περίπτωση, και καλύπτουν τα τρία τελευταία οικονομικά έτη. 2. Τα ιδρύματα μπορούν να ζητήσουν άδεια από την αρμόδια αρχή για να εξαιρέσουν από τον επιχειρηματικό δείκτη ποσά που σχετίζονται με εκχωρηθείσες οντότητες ή δραστηριότητες. 3. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2026. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, θεσπίζοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ Άρθρο 316 Υπολογισμός της ετήσιας ζημίας λειτουργικού κινδύνου 1. Τα ιδρύματα με επιχειρηματικό δείκτη ίσο με ή μεγαλύτερο από 750 εκατ. EUR υπολογίζουν την ετήσια ζημία λειτουργικού κινδύνου τους ως το άθροισμα όλων των καθαρών ζημιών σε ένα δεδομένο οικονομικό έτος, υπολογιζόμενων σύμφωνα με το άρθρο 318 παράγραφος 1, οι οποίες ισούνται με ή υπερβαίνουν τα όρια δεδομένων ζημίας που καθορίζονται στο άρθρο 319 παράγραφος 1 ή 2. Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να χορηγούν απαλλαγή από την απαίτηση υπολογισμού ετήσιας ζημίας λειτουργικού κινδύνου σε ιδρύματα με επιχειρηματικό δείκτη που δεν υπερβαίνει το 1 δισεκατομμύριο EUR, υπό την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα έχει αποδείξει με ικανοποιητικά στοιχεία στην αρμόδια αρχή ότι θα ήταν αδικαιολόγητα επαχθές για το ίδρυμα να εφαρμόσει το πρώτο εδάφιο. 2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ο σχετικός επιχειρηματικός δείκτης είναι η υψηλότερη τιμή του επιχειρηματικού δείκτη που έχει υποβάλει το ίδρυμα κατά τις τελευταίες οκτώ ημερομηνίες αναφοράς για την υποβολή στοιχείων. Ένα ίδρυμα που δεν έχει υποβάλει ακόμη τον επιχειρηματικό του δείκτη χρησιμοποιεί τον πλέον πρόσφατο επιχειρηματικό δείκτη του. 3. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει την προϋπόθεση του “αδικαιολόγητα επαχθούς” για τους σκοπούς της παραγράφου 1. Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2026. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, θεσπίζοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Άρθρο 317 Σύνολο δεδομένων ζημίας 1. Τα ιδρύματα που υπολογίζουν την ετήσια ζημία λειτουργικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 316 παράγραφος 1 διαθέτουν ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμούς για τη δημιουργία και την επικαιροποίηση σε συνεχή βάση ενός συνόλου δεδομένων ζημίας στο οποίο συγκεντρώνονται για κάθε καταγεγραμμένο γεγονός λειτουργικού κινδύνου τα ποσά ακαθάριστης ζημίας, εισπράξεις από μη ασφαλίσεις, εισπράξεις από ασφαλίσεις, οι ημερομηνίες αναφοράς και οι ομαδοποιημένες ζημίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προκύπτουν από γεγονότα κακοπροαίρετης συμπεριφοράς. 2. Το σύνολο δεδομένων ζημίας του ιδρύματος αποτυπώνει όλα τα γεγονότα λειτουργικού κινδύνου που απορρέουν από όλες τις οντότητες που εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2. 3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα ιδρύματα:
4. Τα ιδρύματα συλλέγουν επίσης:
Το επίπεδο λεπτομέρειας κάθε περιγραφικής πληροφορίας είναι ανάλογο με το μέγεθος του ποσού της ακαθάριστης ζημίας. 5. Το ίδρυμα δεν περιλαμβάνει στο σύνολο δεδομένων ζημίας γεγονότα λειτουργικού κινδύνου που σχετίζονται με πιστωτικό κίνδυνο τα οποία συνυπολογίζονται στο σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος για πιστωτικό κίνδυνο. Τα γεγονότα λειτουργικού κινδύνου που σχετίζονται με πιστωτικό κίνδυνο αλλά δεν συνυπολογίζονται στο σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος για πιστωτικό κίνδυνο περιλαμβάνονται στο σύνολο δεδομένων ζημίας. 6. Τα γεγονότα λειτουργικού κινδύνου που σχετίζονται με τον κίνδυνο αγοράς αντιμετωπίζονται ως λειτουργικός κίνδυνος και περιλαμβάνονται στο σύνολο δεδομένων ζημίας. 7. Ένα ίδρυμα μπορεί, κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής, να αντιστοιχίσει τα ιστορικά εσωτερικά δεδομένα ζημίας με το είδος του γεγονότος. 8. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα διασφαλίζουν την αρτιότητα, την ευρωστία και την απόδοση των οικείων συστημάτων και υποδομών ΤΠ που είναι αναγκαίες για την τήρηση και την επικαιροποίηση του συνόλου δεδομένων ζημίας, διασφαλίζοντας ειδικότερα όλα τα ακόλουθα:
9. Για τους σκοπούς της παραγράφου 7, η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό συμμορφούμενης προς τα διεθνή πρότυπα ταξινομίας κινδύνου σχετικά με τον λειτουργικό κίνδυνο και μεθοδολογίας για την ταξινόμηση, με βάση την εν λόγω ταξινομία λειτουργικού κινδύνου, των ζημιογόνων γεγονότων που περιλαμβάνονται στο σύνολο δεδομένων ζημίας. Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2026. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, θεσπίζοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. 10. Για τους σκοπούς της παραγράφου 8, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, στις οποίες επεξηγούνται τα τεχνικά στοιχεία που απαιτούνται για τη διασφάλιση της αρτιότητας, της ευρωστίας και της απόδοσης των ρυθμίσεων διακυβέρνησης για τη διατήρηση του συνόλου δεδομένων ζημίας, με ιδιαίτερη έμφαση στα συστήματα και τις υποδομές ΤΠ. Άρθρο 318 Υπολογισμός της καθαρής ζημίας και της ακαθάριστης ζημίας 1. Για τους σκοπούς του άρθρου 316 παράγραφος 1, τα ιδρύματα υπολογίζουν για κάθε γεγονός λειτουργικού κινδύνου καθαρή ζημία ως εξής: καθαρή ζημία = ακαθάριστη ζημία – ανάκτηση όπου:
Τα ιδρύματα τηρούν σε συνεχή βάση επικαιροποιημένο υπολογισμό της καθαρής ζημίας για κάθε συγκεκριμένο γεγονός λειτουργικού κινδύνου. Για τον σκοπό αυτό, τα ιδρύματα επικαιροποιούν τον υπολογισμό της καθαρής ζημίας με βάση τις παρατηρούμενες ή εκτιμώμενες διακυμάνσεις της ακαθάριστης ζημίας και της ανάκτησης για καθένα από τα 10 τελευταία οικονομικά έτη. Εάν παρατηρηθούν ζημίες που συνδέονται με το ίδιο γεγονός λειτουργικού κινδύνου κατά τη διάρκεια περισσότερων οικονομικών ετών εντός της εν λόγω δεκαετούς περιόδου, το ίδρυμα υπολογίζει και επικαιροποιεί:
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, στον υπολογισμό της ακαθάριστης ζημίας περιλαμβάνονται τα ακόλουθα στοιχεία:
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο δ), οι σημαντικές εκκρεμείς ζημίες περιλαμβάνονται στο σύνολο δεδομένων ζημίας εντός χρονικής περιόδου ανάλογης με το μέγεθος και την ηλικία του εκκρεμούς στοιχείου. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο ε), το ίδρυμα περιλαμβάνει στο σύνολο δεδομένων ζημίας σημαντικές ζημίες χρονικής αιτιολογίας, όταν οι εν λόγω ζημίες οφείλονται σε γεγονότα λειτουργικού κινδύνου που εκτείνονται σε περισσότερα του ενός οικονομικά έτη. Τα ιδρύματα περιλαμβάνουν στο καταγραφέν ποσό ζημίας του στοιχείου λειτουργικού κινδύνου ενός οικονομικού έτους ζημίες που οφείλονται στη διόρθωση σφαλμάτων λογιστικής καταχώρισης που σημειώθηκαν σε οποιοδήποτε προηγούμενο οικονομικό έτος, ακόμη και αν οι εν λόγω ζημίες δεν επηρεάζουν άμεσα τρίτους. Όταν υπάρχουν σημαντικές ζημίες χρονικής αιτιολογίας και το γεγονός λειτουργικού κινδύνου επηρεάζει άμεσα τρίτους, συμπεριλαμβανομένων πελατών, παρόχων και υπαλλήλων του ιδρύματος, το ίδρυμα περιλαμβάνει επίσης την επίσημη επαναδιατύπωση οικονομικών εκθέσεων που έχουν εκδοθεί προηγουμένως. 3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, από τον υπολογισμό της ακαθάριστης ζημίας εξαιρούνται τα ακόλουθα στοιχεία:
4. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι ανακτήσεις χρησιμοποιούνται για τη μείωση των ακαθάριστων ζημιών μόνο όταν το ίδρυμα έχει λάβει πληρωμή. Οι εισπρακτέες απαιτήσεις δεν θεωρούνται ανακτήσεις. Κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής, το ίδρυμα παρέχει όλα τα έγγραφα που απαιτούνται για την επαλήθευση των πληρωμών που έχουν ληφθεί και συνυπολογιστεί στην καθαρή ζημία ενός γεγονότος λειτουργικού κινδύνου. Άρθρο 319 Όρια δεδομένων ζημίας 1. Για τον υπολογισμό της ετήσιας ζημίας λειτουργικού κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 316 παράγραφος 1, τα ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη από το σύνολο δεδομένων ζημίας γεγονότα λειτουργικού κινδύνου με καθαρή ζημία, υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 318, η οποία ισούται με ή υπερβαίνει τα 20 000 EUR. 2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, και για τους σκοπούς του άρθρου 446, τα ιδρύματα υπολογίζουν επίσης την ετήσια ζημία λειτουργικού κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 316 παράγραφος 1, λαμβάνοντας υπόψη από το σύνολο δεδομένων ζημίας γεγονότα λειτουργικού κινδύνου με καθαρή ζημία, υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 318, η οποία ισούται με ή υπερβαίνει τα 100 000 EUR. 3. Στην περίπτωση γεγονότος λειτουργικού κινδύνου που οδηγεί σε ζημίες κατά τη διάρκεια περισσότερων του ενός οικονομικών ετών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 318 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, η καθαρή ζημία που λαμβάνεται υπόψη για τα όρια που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου είναι η συνολική καθαρή ζημία. Άρθρο 320 Εξαίρεση ζημιών 1. Ένα ίδρυμα μπορεί να ζητεί από την αρμόδια αρχή την άδεια να εξαιρεί από τον υπολογισμό της ετήσιας ζημίας λειτουργικού κινδύνου του έκτακτα γεγονότα λειτουργικού κινδύνου που δεν σχετίζονται πλέον με το προφίλ κινδύνου του ιδρύματος, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ) της παρούσας παραγράφου, η ελάχιστη περίοδος ενός έτους αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία το γεγονός λειτουργικού κινδύνου, που περιλαμβάνεται στο σύνολο δεδομένων ζημίας, υπερέβη για πρώτη φορά το όριο σημαντικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 319 παράγραφος 1. 2. Το ίδρυμα που ζητεί την άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 παρέχει στην αρμόδια αρχή τεκμηριωμένη αιτιολόγηση για την εξαίρεση έκτακτου γεγονότος λειτουργικού κινδύνου, μεταξύ άλλων:
3. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να καθορίσει τις προϋποθέσεις που πρέπει να αξιολογεί η αρμόδια αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου υπολογισμού της μέσης ετήσιας ζημίας λειτουργικού κινδύνου και των προδιαγραφών σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να συλλέγονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή τυχόν περαιτέρω πληροφοριών που κρίνονται αναγκαίες για τη διενέργεια της αξιολόγησης. Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2027. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, θεσπίζοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Άρθρο 321 Συμπερίληψη ζημιών από συγχωνευμένες ή εξαγορασμένες οντότητες ή δραστηριότητες 1. Οι ζημίες που προέρχονται από συγχωνευμένες ή εξαγορασμένες οντότητες ή δραστηριότητες περιλαμβάνονται στο σύνολο δεδομένων ζημίας, μόλις τα στοιχεία του επιχειρηματικού δείκτη που σχετίζονται με τις εν λόγω οντότητες ή δραστηριότητες συμπεριληφθούν στον υπολογισμό του επιχειρηματικού δείκτη του ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 315 παράγραφος 1. Για τον σκοπό αυτό, τα ιδρύματα περιλαμβάνουν ζημίες που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια δεκαετούς περιόδου πριν από την εξαγορά ή τη συγχώνευση. 2. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει τον τρόπο με τον οποίο τα ιδρύματα πρέπει να καθορίζουν τις προσαρμογές στο σύνολο δεδομένων ζημίας τους μετά τη συμπερίληψη των ζημιών από συγχωνευμένες ή εξαγορασμένες οντότητες ή δραστηριότητες, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1. Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2027. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, θεσπίζοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Άρθρο 322 Πληρότητα, ακρίβεια και ποιότητα των δεδομένων ζημίας 1. Τα ιδρύματα διαθέτουν την οργάνωση και τις διαδικασίες για τη διασφάλιση της πληρότητας, της ακρίβειας και της ποιότητας των δεδομένων ζημίας και για την υποβολή αυτών των δεδομένων σε ανεξάρτητη επανεξέταση. 2. Οι αρμόδιες αρχές επανεξετάζουν περιοδικά, και τουλάχιστον ανά πενταετία, την ποιότητα των δεδομένων ζημίας ενός ιδρύματος που υπολογίζει την ετήσια ζημία λειτουργικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 316 παράγραφος 1. Οι αρμόδιες αρχές διενεργούν την εν λόγω επανεξέταση τουλάχιστον ανά τριετία για ίδρυμα με επιχειρηματικό δείκτη ο οποίος υπερβαίνει το 1 δισεκατομμύριο EUR. Άρθρο 323 Πλαίσιο διαχείρισης λειτουργικού κινδύνου 1. Τα ιδρύματα διαθέτουν:
2. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παράγραφο 1 στοιχεία α) έως η), λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος και την πολυπλοκότητα του ιδρύματος. Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2027. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, θεσπίζοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. (*14) Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2021/451 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2020, για τη θέσπιση εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την υποβολή εποπτικών αναφορών από τα ιδρύματα και για την κατάργηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 680/2014 (ΕΕ L 97 της 19.3.2021, σ. 1).»." |
|
156) |
Το άρθρο 325 τροποποιείται ως εξής:
|
|
157) |
Το άρθρο 325α τροποποιείται ως εξής:
|
|
158) |
Στο άρθρο 325β προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «4. Εάν η αρμόδια αρχή δεν έχει χορηγήσει σε ίδρυμα την άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 2 τουλάχιστον για τουλάχιστον ένα ίδρυμα ή επιχείρηση του ομίλου, ισχύουν οι ακόλουθες απαιτήσεις για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο:
Για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β), τα ιδρύματα και οι επιχειρήσεις που αναφέρονται σε αυτά χρησιμοποιούν το ίδιο νόμισμα υποβολής αναφορών με το νόμισμα υποβολής αναφορών που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο σε ενοποιημένη βάση για τον όμιλο.». |
|
159) |
Το άρθρο 325γ τροποποιείται ως εξής:
|
|
160) |
Το άρθρο 325ι τροποποιείται ως εξής:
|
|
161) |
Στο άρθρο 325ιζ, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «2. Οι παράγοντες κινδύνου συναλλάγματος βέγκα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα για δικαιώματα προαίρεσης με υποκείμενα στοιχεία που είναι ευαίσθητα σε συνάλλαγμα είναι οι τεκμαρτές μεταβλητότητες των συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ ζευγών νομισμάτων. Οι εν λόγω τεκμαρτές μεταβλητότητες κατατάσσονται στις ακόλουθες ληκτότητες, σύμφωνα με τις ληκτότητες των αντίστοιχων δικαιωμάτων προαίρεσης που υπόκεινται σε απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια: 0,5 έτος, 1 έτος, 3 έτη, 5 έτη και 10 έτη.». |
|
162) |
Στο άρθρο 325ιθ παράγραφος 1, ο τύπος sk αντικαθίσταται από τον ακόλουθο τύπο:
«
|
|
163) |
Το άρθρο 325κ τροποποιείται ως εξής:
|
|
164) |
Το άρθρο 325κα τροποποιείται ως εξής:
|
|
165) |
Στο άρθρο 325κβ προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «3. Για τα πιστωτικά παράγωγα και παράγωγα επί μετοχών μη τιτλοποίησης που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, τα ποσά JTD ανά επιμέρους συνιστώσα προσδιορίζονται με την εφαρμογή της προσέγγισης εξέτασης.». |
|
166) |
Στο άρθρο 325κδ προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «5. Όταν οι συμβατικοί ή νομικοί όροι μιας θέσης σε παράγωγα που έχει χρεωστικό ή μετοχικό χρηματοοικονομικό μέσο ως υποκείμενο, και αντισταθμίζεται με το εν λόγω χρεωστικό ή μετοχικό μέσο, δίνουν σε ένα ίδρυμα τη δυνατότητα να κλείνει και τα δύο σκέλη της εν λόγω θέσης κατά τον χρόνο της λήξης του πρώτου κατά σειρά σκέλους χωρίς έκθεση σε κίνδυνο αθέτησης του υποκείμενου μέσου, το καθαρό ποσό αιφνίδιας αθέτησης της συνδυασμένης θέσης μηδενίζεται.». |
|
167) |
Στο άρθρο 325κε προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «6. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ένα άνοιγμα κατατάσσεται στην κατηγορία πιστωτικής ποιότητας που αντιστοιχεί στην κατηγορία πιστωτικής ποιότητας στην οποία θα κατατασσόταν βάσει της τυποποιημένης προσέγγισης για τον πιστωτικό κίνδυνο που καθορίζεται στον τίτλο II κεφάλαιο 2.». |
|
168) |
Στο άρθρο 325κη, η παράγραφος 2 απαλείφεται. |
|
169) |
Το άρθρο 325λ τροποποιείται ως εξής:
|
|
170) |
Στο άρθρο 325λα, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «3. Οι συντελεστές στάθμισης των παραγόντων κινδύνου με βάση τα νομίσματα που περιλαμβάνονται στην υποκατηγορία των πλέον ρευστών νομισμάτων που αναφέρεται στο άρθρο 325νστ παράγραφος 7 στοιχείο β) και το εγχώριο νόμισμα του ιδρύματος είναι οι εξής:
|
|
171) |
Το άρθρο 325λδ τροποποιείται ως εξής:
|
|
172) |
Στο άρθρο 325λε παράγραφος 1, ο ορισμός του ρkl (name) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «ρkl (name) ισούται με 1 όταν τα δύο ονόματα των ευαισθησιών k και l είναι ταυτόσημα· ισούται με 35 % όταν τα δύο ονόματα των ευαισθησιών k και l εντάσσονται στα κλιμάκια 1 έως 18 στο άρθρο 325λδ παράγραφος 1 πίνακας 4, διαφορετικά ισούται με 80 %·». |
|
173) |
Στο άρθρο 325λστ ο ορισμός του όρου γbc (rating) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «γbc (rating) ισούται με:
|
|
174) |
Το άρθρο 325λζ τροποποιείται ως εξής:
|
|
175) |
Το άρθρο 325λθ τροποποιείται ως εξής:
|
|
176) |
Στο άρθρο 325με, ο πίνακας 9 τροποποιείται ως εξής:
|
|
177) |
Το άρθρο 325ν τροποποιείται ως εξής:
|
|
178) |
Το άρθρο 325νβ τροποποιείται ως εξής:
|
|
179) |
Το άρθρο 325νγ τροποποιείται ως εξής:
|
|
180) |
Στο άρθρο 325νε προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «6. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να προσδιορίσει τα κριτήρια για τη χρήση των εισαγόμενων δεδομένων στο υπόδειγμα μέτρησης κινδύνων που αναφέρεται στο παρόν άρθρο, συμπεριλαμβανομένων κριτηρίων για την ακρίβεια των δεδομένων και κριτηρίων για τη βαθμονόμηση των εισερχόμενων δεδομένων όταν τα δεδομένα της αγοράς είναι ανεπαρκή. Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2026. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.». |
|
181) |
Στο άρθρο 325νστ προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «5α. Τα νομίσματα των κρατών μελών που συμμετέχουν στον ΜΣΙ II περιλαμβάνονται στην υποκατηγορία των πλέον ρευστών νομισμάτων και του εγχώριου νομίσματος εντός της ευρείας κατηγορίας του παράγοντα κινδύνου συναλλάγματος στον πίνακα 2.». |
|
182) |
Το άρθρο 325νζ τροποποιείται ως εξής:
|
|
183) |
Το άρθρο 325νη τροποποιείται ως εξής:
|
|
184) |
Το άρθρο 325νθ τροποποιείται ως εξής:
|
|
185) |
Το άρθρο 325ξ τροποποιείται ως εξής:
|
|
186) |
Στο άρθρο 325ξα, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
|
|
187) |
Στο άρθρο 325ξζ, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «3. Στα εσωτερικά υποδείγματα κινδύνου αθέτησης, τα ιδρύματα αποτυπώνουν τους ουσιώδεις κινδύνους βάσης στις στρατηγικές αντιστάθμισης που προκύπτουν από διαφορές στο είδος του προϊόντος, την εξοφλητική προτεραιότητα στην κεφαλαιακή δομή, τις εσωτερικές ή εξωτερικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις, την ημερομηνία έκδοσης και άλλες διαφορές. Τα ιδρύματα διασφαλίζουν ότι οι αναντιστοιχίες ληκτότητας μεταξύ ενός μέσου αντιστάθμισης και του αντισταθμισμένου μέσου που θα μπορούσαν να προκύψουν στη διάρκεια χρονικού ορίζοντα ενός έτους, όταν οι εν λόγω αναντιστοιχίες δεν αποτυπώνονται στο εσωτερικό τους υπόδειγμα κινδύνου αθέτησης, δεν οδηγούν σε σημαντική υποτίμηση του κινδύνου. Τα ιδρύματα αναγνωρίζουν ένα μέσο αντιστάθμισης μόνο στον βαθμό που μπορεί να διατηρηθεί ακόμη και εάν ο οφειλέτης πλησιάζει σε πιστωτικό γεγονός ή σε άλλο γεγονός.». |
|
188) |
Το άρθρο 325ξη τροποποιείται ως εξής:
|
|
189) |
Στο άρθρο 332, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «3. Πιστωτικά παράγωγα σύμφωνα με το άρθρο 325 παράγραφος 6 ή 8 περιλαμβάνονται μόνο στον προσδιορισμό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τον ειδικό κίνδυνο σύμφωνα με το άρθρο 338 παράγραφος 2.». |
|
190) |
Το άρθρο 337 τροποποιείται ως εξής:
|
|
191) |
Το άρθρο 338 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 338 Κεφαλαιακές απαιτήσεις για το χαρτοφυλάκιο διαπραγμάτευσης συσχετίσεων 1. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ένα ίδρυμα καθορίζει το χαρτοφυλάκιο διαπραγμάτευσης συσχετίσεων σύμφωνα με το άρθρο 325 παράγραφοι 6, 7 και 8. 2. Ένα ίδρυμα ορίζει το μεγαλύτερο από τα κατωτέρω ποσά ως απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον ειδικό κίνδυνο του χαρτοφυλακίου διαπραγμάτευσης συσχετίσεων:
|
|
192) |
Στο άρθρο 348, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «1. Με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων του παρόντος τμήματος, οι θέσεις σε ΟΣΕ υπόκεινται σε απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο θέσης, συμπεριλαμβανομένου του γενικού και του ειδικού κινδύνου, ύψους 32 %. Με την επιφύλαξη του άρθρου 353 από κοινού με την τροποποιημένη αντιμετώπιση του χρυσού που καθορίζεται στο άρθρο 352 παράγραφος 4, οι θέσεις σε ΟΣΕ υπόκεινται σε απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο θέσης, περιλαμβανομένων γενικού και ειδικού κινδύνου, και για κίνδυνο συναλλάγματος ύψους 40 %.». |
|
193) |
Το άρθρο 351 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 351 Ελάχιστο όριο και στάθμιση για τον κίνδυνο συναλλάγματος Εάν το άθροισμα της συνολικής καθαρής θέσης του ιδρύματος σε συνάλλαγμα και της συνολικής καθαρής θέσης του σε χρυσό, υπολογιζόμενης με τη μέθοδο που καθορίζεται στο άρθρο 352, υπερβαίνει το 2 % των συνολικών του ιδίων κεφαλαίων, το ίδρυμα υπολογίζει μια απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο συναλλάγματος. Η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο συναλλάγματος ισούται με το άθροισμα της συνολικής καθαρής θέσης του σε συνάλλαγμα και της καθαρής θέσης του σε χρυσό στο νόμισμα που χρησιμοποιείται για την υποβολή εποπτικών αναφορών, πολλαπλασιασμένο επί 8 %.». |
|
194) |
Στο άρθρο 352, η παράγραφος 2 απαλείφεται. |
|
195) |
Το άρθρο 361 τροποποιείται ως εξής:
|
|
196) |
Στο τρίτο μέρος, ο τίτλος IV κεφάλαιο 5 απαλείφεται. |
|
197) |
Στο άρθρο 381, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, ως “κίνδυνος CVA” νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης ζημιών που προκύπτουν από μεταβολές της αξίας του CVA, υπολογιζόμενος για το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών με έναν αντισυμβαλλόμενο, όπως καθορίζεται στην πρώτη παράγραφο, λόγω μεταβολών στους παράγοντες κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων ενός αντισυμβαλλομένου και σε άλλους παράγοντες κινδύνου που είναι ενσωματωμένοι στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών.». |
|
198) |
Το άρθρο 382 τροποποιείται ως εξής:
|
|
199) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 382α Προσεγγίσεις για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA 1. Ένα ίδρυμα υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA για όλες τις συναλλαγές που αναφέρονται στο άρθρο 382 σύμφωνα με τις ακόλουθες προσεγγίσεις:
2. Ένα ίδρυμα δεν χρησιμοποιεί την προσέγγιση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), σε συνδυασμό με την προσέγγιση που αναφέρεται στο στοιχείο α) ή β) της εν λόγω παραγράφου. 3. Ένα ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιεί συνδυασμό των προσεγγίσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σε μόνιμη βάση για:
4. Για τους σκοπούς της παραγράφου 3 στοιχείο γ), τα ιδρύματα διαχωρίζουν το επιλέξιμο συμψηφιστικό σύνολο σε ένα υποθετικό συμψηφιστικό σύνολο που περιέχει τις συναλλαγές που υπόκεινται στην προσέγγιση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), και ένα υποθετικό συμψηφιστικό σύνολο που περιέχει τις συναλλαγές που υπόκεινται στην προσέγγιση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β). 5. Για τους σκοπούς της παραγράφου 3 στοιχείο γ), οι προϋποθέσεις που αναφέρονται σε αυτήν περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:
Τα ιδρύματα τεκμηριώνουν τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν έναν συνδυασμό των προσεγγίσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), και όπως καθορίζεται στην παρούσα παράγραφο, για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σε μόνιμη βάση.». |
|
200) |
Το άρθρο 383 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 383 Τυποποιημένη προσέγγιση 1. Η αρμόδια αρχή χορηγεί σε ένα ίδρυμα την άδεια να υπολογίζει τις απαιτήσεις του για ίδια κεφάλαια για τον κίνδυνο CVA για ένα χαρτοφυλάκιο συναλλαγών με έναν ή περισσότερους αντισυμβαλλομένους, χρησιμοποιώντας την τυποποιημένη προσέγγιση σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, αφού αξιολογήσει κατά πόσον το ίδρυμα συμμορφώνεται με τις ακόλουθες απαιτήσεις:
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ) της παρούσας παραγράφου, η ευαισθησία του CVA ενός αντισυμβαλλομένου σε έναν παράγοντα κινδύνου σημαίνει τη σχετική μεταβολή της αξίας του εν λόγω CVA, ως αποτέλεσμα μεταβολής της αξίας ενός από τους σχετικούς παράγοντες κινδύνου του εν λόγω CVA, η οποία υπολογίζεται με χρήση του κανονιστικού υποδείγματος CVA του ιδρύματος σύμφωνα με τα άρθρα 383θ και 383ι. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο δ) της παρούσας παραγράφου, η ευαισθησία μιας θέσης σε επιλέξιμη αντιστάθμιση σε παράγοντα κινδύνου σημαίνει τη σχετική μεταβολή στην αξία της εν λόγω θέσης, ως αποτέλεσμα μεταβολής της αξίας ενός από τους σχετικούς παράγοντες κινδύνου της εν λόγω θέσης, η οποία υπολογίζεται με χρήση του υποδείγματος τιμολόγησης του ιδρύματος σύμφωνα με τα άρθρα 383θ και 383ι. 2. Για τον σκοπό του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
3. Τα ιδρύματα προσδιορίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA, χρησιμοποιώντας την τυποποιημένη προσέγγιση ως το άθροισμα των ακόλουθων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 383β:
|
|
201) |
Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα: «Άρθρο 383α Κανονιστικό υπόδειγμα CVA 1. Το κανονιστικό υπόδειγμα CVA που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με το άρθρο 383 είναι εννοιολογικά άρτιο, εφαρμόζεται με ακεραιότητα και πληροί όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), το CVA έχει θετικό πρόσημο και υπολογίζεται ως συνάρτηση της αναμενόμενης ζημίας του αντισυμβαλλομένου σε περίπτωση αθέτησης, ενός κατάλληλου συνόλου πιθανοτήτων αθέτησης του αντισυμβαλλομένου σε μελλοντικές χρονικές στιγμές και ενός κατάλληλου συνόλου προσομοιωμένων προεξοφλημένων μελλοντικών ανοιγμάτων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών με τον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο σε μελλοντικές χρονικές στιγμές έως τη ληκτότητα της συναλλαγής με τη μεγαλύτερη ημερομηνία λήξης στο εν λόγω χαρτοφυλάκιο. Για τους σκοπούς της αιτιολόγησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), οι εξασφαλίσεις που λαμβάνονται από τον αντισυμβαλλόμενο δεν μεταβάλλουν την εξοφλητική προτεραιότητα του ανοίγματος. Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο στ) σημείο iii) της παρούσας παραγράφου, όταν το ίδρυμα έχει ήδη συστήσει μονάδα διαχείρισης των εξασφαλίσεων για τη χρήση της μεθόδου εσωτερικού υποδείγματος που αναφέρεται στο άρθρο 283, το ίδρυμα δεν υποχρεούται να συστήσει πρόσθετη μονάδα διαχείρισης εξασφαλίσεων, εάν το ίδρυμα αποδείξει στην αρμόδια αρχή του ότι η εν λόγω μονάδα πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 287 για όλες τις εξασφαλίσεις που αναγνωρίζονται για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA με χρήση της τυποποιημένης προσέγγισης. 2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β), όταν τα πιστωτικά περιθώρια των συμφωνιών ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου είναι παρατηρήσιμα στην αγορά, το ίδρυμα χρησιμοποιεί αυτά τα περιθώρια. Εάν τα εν λόγω πιστωτικά περιθώρια των συμφωνιών ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης δεν είναι διαθέσιμα, το ίδρυμα χρησιμοποιεί ένα από τα ακόλουθα:
3. Ένα ίδρυμα που χρησιμοποιεί κανονιστικό υπόδειγμα CVA πληροί όλες τις ακόλουθες ποιοτικές απαιτήσεις:
Για τον σκοπό του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA, το υπόδειγμα ανοίγματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μπορεί να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και παραδοχές, προκειμένου να πληροί όλες τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 383α, με τη διαφορά ότι τα εισαγόμενα δεδομένα της αγοράς και η αναγνώριση συμψηφισμού παραμένουν τα ίδια με εκείνα που χρησιμοποιούνται για λογιστικούς σκοπούς. 4. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει:
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2027. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. 5. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει:
Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2028. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. Άρθρο 383β Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους δέλτα και βέγκα 1. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν τους παράγοντες κινδύνου δέλτα και βέγκα που περιγράφονται στα άρθρα 383γ έως 383η, και τη διαδικασία που καθορίζεται στις παραγράφους 2 έως 8 του παρόντος άρθρου, για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους δέλτα και βέγκα. 2. Για κάθε κατηγορία κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 383 παράγραφος 2, η ευαισθησία των συνολικών CVA και η ευαισθησία όλων των θέσεων σε επιλέξιμες αντισταθμίσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους δέλτα ή βέγκα σε καθέναν από τους εφαρμοστέους παράγοντες κινδύνου δέλτα ή βέγκα που περιλαμβάνονται στην εν λόγω κατηγορία κινδύνου υπολογίζονται με τη χρήση των αντίστοιχων τύπων που καθορίζονται στα άρθρα 383θ και 383ι. Εάν η αξία ενός μέσου εξαρτάται από διάφορους παράγοντες κινδύνου, η ευαισθησία προσδιορίζεται ξεχωριστά για κάθε παράγοντα κινδύνου. Για τον υπολογισμό των ευαισθησιών κινδύνου βέγκα των συνολικών CVA, περιλαμβάνονται οι ευαισθησίες τόσο στις μεταβλητότητες που χρησιμοποιούνται στο υπόδειγμα ανοίγματος για την προσομοίωση παραγόντων κινδύνου όσο και στις μεταβλητότητες που χρησιμοποιούνται για την ανατιμολόγηση των συναλλαγών δικαιωμάτων προαίρεσης στο χαρτοφυλάκιο με τον αντισυμβαλλόμενο. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, κατόπιν άδειας από την αρμόδια αρχή, το ίδρυμα δύναται να χρησιμοποιεί εναλλακτικούς ορισμούς των ευαισθησιών κινδύνου δέλτα και βέγκα κατά τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων μιας θέσης χαρτοφυλακίου συναλλαγών δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου, εφόσον το ίδρυμα πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
3. Όταν μια επιλέξιμη αντιστάθμιση είναι μέσο επί δείκτη, τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες της εν λόγω επιλέξιμης αντιστάθμισης σε όλους τους σχετικούς παράγοντες κινδύνου, εφαρμόζοντας τη μετατόπιση ενός από τους σχετικούς παράγοντες κινδύνου σε καθεμία από τις συνιστώσες του δείκτη. 4. Ένα ίδρυμα μπορεί να εισαγάγει πρόσθετους παράγοντες κινδύνου που αντιστοιχούν σε αποδεκτά μέσα επί δεικτών για τις ακόλουθες κατηγορίες κινδύνου:
Για τους σκοπούς των κινδύνων δέλτα, ένα μέσο επί δείκτη θεωρείται αποδεκτό, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 325θ. Για τους κινδύνους βέγκα, όλα τα μέσα επί δεικτών θεωρούνται αποδεκτά. Ένα ίδρυμα υπολογίζει τις ευαισθησίες του CVA και των επιλέξιμων αντισταθμίσεων σε παράγοντες κινδύνου αποδεκτού δείκτη επιπλέον των ευαισθησιών σε παράγοντες κινδύνου μη αποδεκτού δείκτη. Ένα ίδρυμα υπολογίζει τις ευαισθησίες κινδύνου δέλτα και βέγκα σε παράγοντα κινδύνου αποδεκτού δείκτη ως ενιαία ευαισθησία στον υποκείμενο αποδεκτό δείκτη. Όταν το 75 % των συνιστωσών ενός αποδεκτού δείκτη κατατάσσεται στον ίδιο κλάδο, όπως καθορίζεται στα άρθρα 383ιστ, 383ιθ και 383κβ, το ίδρυμα κατατάσσει τον αποδεκτό δείκτη στον ίδιο κλάδο. Σε αντίθετη περίπτωση, το ίδρυμα κατατάσσει την ευαισθησία στο εφαρμοστέο κλιμάκιο αποδεκτού δείκτη. 5. Οι σταθμισμένες ευαισθησίες του συνολικού CVA και της αγοραίας αξίας όλων των επιλέξιμων αντισταθμίσεων σε κάθε παράγοντα κινδύνου υπολογίζονται πολλαπλασιάζοντας τις αντίστοιχες καθαρές ευαισθησίες επί τον αντίστοιχο συντελεστή στάθμισης κινδύνου, σύμφωνα με τους ακόλουθους τύπους:
όπου:
6. Τα ιδρύματα υπολογίζουν την καθαρή σταθμισμένη ευαισθησία WSk του χαρτοφυλακίου CVA στον παράγοντα κινδύνου k σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:
7. Οι καθαρές σταθμισμένες ευαισθησίες εντός του ίδιου κλιμακίου αθροίζονται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο, με χρήση των αντίστοιχων συσχετίσεων ρkl για σταθμισμένες ευαισθησίες εντός του ίδιου κλιμακίου κατά τα άρθρα 383ιβ, 383κ και 383ιζ που οδηγούν στη σχετιζόμενη με το κλιμάκιο ευαισθησία Kb :
όπου:
8. Η σχετιζόμενη με το κλιμάκιο ευαισθησία υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 5, 6 και 7 του παρόντος άρθρου για κάθε κλιμάκιο εντός μιας κατηγορίας κινδύνου. Μόλις υπολογιστεί η σχετιζόμενη με το κλιμάκιο ευαισθησία για όλα τα κλιμάκια, οι σταθμισμένες ευαισθησίες σε όλους τους παράγοντες κινδύνου στα κλιμάκια συναθροίζονται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο, μέσω της χρήσης των αντίστοιχων συσχετίσεων γbc για σταθμισμένες ευαισθησίες σε διαφορετικά κλιμάκια όπως καθορίζονται στα άρθρα 383ιβ, 383ιε, 383ιη, 383κα, 383κγ και 383κστ με αποτέλεσμα να προκύπτουν οι σχετιζόμενες με την κατηγορία κινδύνου απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο δέλτα ή βέγκα:
όπου:
Άρθρο 383γ Παράγοντες κινδύνου επιτοκίου 1. Για τους παράγοντες κινδύνου επιτοκίου δέλτα, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου ποσοστού πληθωρισμού, υπάρχει ένα κλιμάκιο ανά νόμισμα και κάθε κλιμάκιο περιλαμβάνει διαφορετικά είδη παραγόντων κινδύνου. Οι παράγοντες κινδύνου επιτοκίου δέλτα που εφαρμόζονται σε μέσα ευαίσθητα στις μεταβολές επιτοκίου στο χαρτοφυλάκιο CVA είναι τα επιτόκια μηδενικού κινδύνου ανά σχετικό νόμισμα και για καθεμία από τις ακόλουθες ληκτότητες: 1 έτος, 2 έτη, 5 έτη, 10 έτη και 30 έτη. Οι παράγοντες κινδύνου επιτοκίου δέλτα που εφαρμόζονται σε μέσα ευαίσθητα στο ποσοστού πληθωρισμού στο χαρτοφυλάκιο CVA είναι τα ποσοστά πληθωρισμού ανά σχετικό νόμισμα και για καθεμία από τις ακόλουθες ληκτότητες: 1 έτος, 2 έτη, 5 έτη, 10 έτη και 30 έτη. 2. Τα νομίσματα για τα οποία ένα ίδρυμα εφαρμόζει τους παράγοντες κινδύνου επιτοκίου δέλτα σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι το ευρώ, η σουηδική κορώνα, το δολάριο Αυστραλίας, το δολάριο Καναδά, η βρετανική λίρα στερλίνα, το γιεν Ιαπωνίας και το δολάριο ΗΠΑ, το νόμισμα υποβολής αναφορών του ιδρύματος και το νόμισμα κράτους μέλους που συμμετέχει στον ΜΣΙ ΙΙ. 3. Για νομίσματα που δεν προσδιορίζονται στην παράγραφο 2, οι παράγοντες κινδύνου επιτοκίου δέλτα είναι η απόλυτη μεταβολή του ποσοστού πληθωρισμού και η παράλληλη μετατόπιση ολόκληρης της καμπύλης μηδενικού κινδύνου για ένα δεδομένο νόμισμα. 4. Τα ιδρύματα λαμβάνουν τα επιτόκια μηδενικού κινδύνου ανά νόμισμα από τα μέσα της χρηματαγοράς που τηρούνται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών τους και έχουν τον χαμηλότερο πιστωτικό κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων ανταλλαγής δείκτη διάρκειας μίας ημέρας (“overnight index swaps”). 5. Σε περίπτωση που τα ιδρύματα δεν μπορούν να εφαρμόζουν την προσέγγιση που αναφέρεται στην παράγραφο 4, τα επιτόκια μηδενικού κινδύνου βασίζονται σε μία ή περισσότερες τεκμαιρόμενες από την αγορά καμπύλες συμβάσεων ανταλλαγών που χρησιμοποιούν τα ιδρύματα για να αποτιμήσουν τις θέσεις τους σε τρέχουσες τιμές της αγοράς, όπως οι καμπύλες διατραπεζικού προσφερόμενου επιτοκίου ανταλλαγής. Εάν τα δεδομένα για τις τεκμαιρόμενες από την αγορά καμπύλες συμβάσεων ανταλλαγών που περιγράφονται στο πρώτο εδάφιο δεν επαρκούν, τα επιτόκια μηδενικού κινδύνου μπορούν να ληφθούν από την πλέον κατάλληλη καμπύλη κρατικών ομολόγων για ένα συγκεκριμένο νόμισμα. 6. Ο συντελεστής κινδύνου vega επιτοκίου που εφαρμόζεται στα μέσα του χαρτοφυλακίου CVA που είναι ευαίσθητα στη μεταβλητότητα των επιτοκίων είναι όλες οι μεταβλητότητες του επιτοκίου όλων των περιόδων για ένα δεδομένο νόμισμα. Ο συντελεστής κινδύνου vega πληθωρισμού που εφαρμόζεται στα μέσα του χαρτοφυλακίου CVA που είναι ευαίσθητα στη μεταβλητότητα του πληθωρισμού είναι όλες οι μεταβλητότητες του πληθωρισμού όλων των περιόδων για ένα δεδομένο νόμισμα. Για κάθε νόμισμα υπολογίζεται μία καθαρή ευαισθησία επιτοκίου και μία καθαρή ευαισθησία πληθωρισμού. Άρθρο 383δ Παράγοντες κινδύνου συναλλάγματος 1. Οι παράγοντες κινδύνου συναλλάγματος δέλτα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα για τα μέσα στο χαρτοφυλάκιο CVA που είναι ευαίσθητα στις τρέχουσες συναλλαγματικές ισοτιμίες είναι οι τρέχουσες συναλλαγματικές ισοτιμίες μεταξύ του νομίσματος στο οποίο είναι εκπεφρασμένο ένα μέσο και του νομίσματος υποβολής αναφορών του ιδρύματος ή του βασικού νομίσματος του ιδρύματος όταν το ίδρυμα χρησιμοποιεί βασικό νόμισμα σύμφωνα με το άρθρο 325ιζ παράγραφος 7. Υπάρχει ένα κλιμάκιο ανά ζεύγος νομισμάτων, με έναν ενιαίο παράγοντα κινδύνου και μια ενιαία καθαρή ευαισθησία. 2. Οι παράγοντες κινδύνου συναλλάγματος βέγκα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα σε μέσα στο χαρτοφυλάκιο CVA που είναι ευαίσθητα στη συναλλαγματική μεταβλητότητα είναι οι τεκμαρτές μεταβλητότητες των συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ των ζευγών νομισμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Υπάρχει ένα κλιμάκιο για όλα τα νομίσματα και τις ληκτότητες, το οποίο περιλαμβάνει όλους τους παράγοντες κινδύνου συναλλάγματος βέγκα και ενιαία καθαρή ευαισθησία. 3. Τα ιδρύματα δεν υποχρεούνται να διακρίνουν μεταξύ των εσωχώριων και των εξωχώριων παραλλαγών ενός νομίσματος για τους παράγοντες κινδύνου συναλλάγματος δέλτα και βέγκα. Άρθρο 383ε Παράγοντες κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων αντισυμβαλλομένου 1. Οι παράγοντες κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων αντισυμβαλλομένου δέλτα που εφαρμόζονται σε μέσα ευαίσθητα στα πιστωτικά περιθώρια αντισυμβαλλομένου στο χαρτοφυλάκιο CVA είναι τα πιστωτικά περιθώρια των επιμέρους αντισυμβαλλομένων και τα ονόματα αναφοράς και οι αποδεκτοί δείκτες για τις ακόλουθες ληκτότητες: 0,5 έτος, 1 έτος, 3 έτη, 5 έτη και 10 έτη. 2. Η κατηγορία κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων αντισυμβαλλομένου δεν υπόκειται σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο βέγκα. Άρθρο 383στ Παράγοντες κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων αναφοράς 1. Οι παράγοντες κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων αναφοράς δέλτα που εφαρμόζονται σε μέσα ευαίσθητα στα πιστωτικά περιθώρια αναφοράς στο χαρτοφυλάκιο CVA είναι τα πιστωτικά περιθώρια όλων των ληκτοτήτων για όλα τα ονόματα αναφοράς εντός ενός κλιμακίου. Για κάθε κλιμάκιο υπολογίζεται μία καθαρή ευαισθησία. 2. Οι παράγοντες κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων αναφοράς βέγκα που εφαρμόζονται σε μέσα στο χαρτοφυλάκιο CVA που είναι ευαίσθητα στη μεταβλητότητα των πιστωτικών περιθωρίων αναφοράς είναι οι μεταβλητότητες των πιστωτικών περιθωρίων όλων των διαρκειών για όλα τα ονόματα αναφοράς εντός ενός κλιμακίου. Για κάθε κλιμάκιο υπολογίζεται μία καθαρή ευαισθησία. Άρθρο 383ζ Παράγοντες κινδύνου μετοχών 1. Τα κλιμάκια για όλους τους παράγοντες κινδύνου μετοχών είναι τα κλιμάκια που αναφέρονται στο άρθρο 383κ. 2. Οι παράγοντες κινδύνου μετοχών δέλτα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα σε μέσα του χαρτοφυλακίου CVA που είναι ευαίσθητα στις τρέχουσες τιμές μετοχών είναι οι τρέχουσες τιμές όλων των μετοχών που κατατάσσονται στο ίδιο κλιμάκιο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Για κάθε κλιμάκιο υπολογίζεται μία καθαρή ευαισθησία. 3. Οι παράγοντες κινδύνου μετοχών βέγκα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα σε μέσα του χαρτοφυλακίου CVA που είναι ευαίσθητα στη μεταβλητότητα των μετοχών είναι οι τεκμαρτές μεταβλητότητες όλων των μετοχών που κατατάσσονται στο ίδιο κλιμάκιο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Για κάθε κλιμάκιο υπολογίζεται μία καθαρή ευαισθησία. Άρθρο 383η Παράγοντες κινδύνου βασικών εμπορευμάτων 1. Τα κλιμάκια για όλους τους παράγοντες κινδύνου βασικών εμπορευμάτων είναι τα τομεακά κλιμάκια που αναφέρονται στο άρθρο 383κδ. 2. Οι παράγοντες κινδύνου βασικών εμπορευμάτων δέλτα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα σε μέσα του χαρτοφυλακίου CVA που είναι ευαίσθητα στις τρέχουσες τιμές βασικών εμπορευμάτων είναι οι τρέχουσες τιμές όλων των βασικών εμπορευμάτων που κατατάσσονται στο ίδιο τομεακό κλιμάκιο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Για κάθε τομεακό κλιμάκιο υπολογίζεται μία καθαρή ευαισθησία. 3. Οι παράγοντες κινδύνου βασικών εμπορευμάτων βέγκα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα σε μέσα του χαρτοφυλακίου CVA που είναι ευαίσθητα στη μεταβλητότητα των τιμών των βασικών εμπορευμάτων είναι οι τεκμαρτές μεταβλητότητες όλων των βασικών εμπορευμάτων που κατατάσσονται στο ίδιο τομεακό κλιμάκιο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Για κάθε κλιμάκιο υπολογίζεται μία καθαρή ευαισθησία. Άρθρο 383θ Ευαισθησίες κινδύνου δέλτα 1. Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες δέλτα που αποτελούνται από παράγοντες κινδύνου επιτοκίου ως εξής:
2. Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες δέλτα του συνολικού CVA σε παράγοντες κινδύνου που αποτελούνται από τρέχουσες συναλλαγματικές ισοτιμίες, καθώς και από ένα επιλέξιμο μέσο αντιστάθμισης στους εν λόγω παράγοντες κινδύνου, ως εξής:
όπου:
3. Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες δέλτα του συνολικού CVA σε παράγοντες κινδύνου που αποτελούνται από ποσοστά πιστωτικών περιθωρίων αντισυμβαλλομένου, καθώς και από ένα επιλέξιμο μέσο αντιστάθμισης στους εν λόγω παράγοντες κινδύνου, ως εξής:
όπου:
4. Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες δέλτα του συνολικού CVA σε παράγοντες κινδύνου που αποτελούνται από ποσοστά πιστωτικών περιθωρίων αναφοράς, καθώς και από ένα επιλέξιμο μέσο αντιστάθμισης στους εν λόγω παράγοντες κινδύνου, ως εξής:
όπου:
5. Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες δέλτα του συνολικού CVA σε παράγοντες κινδύνου που αποτελούνται από τρέχουσες τιμές μετοχών, καθώς και από ένα επιλέξιμο μέσο αντιστάθμισης στους εν λόγω παράγοντες κινδύνου, ως εξής:
όπου:
6. Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες δέλτα του συνολικού CVA σε παράγοντες κινδύνου που αποτελούνται από τρέχουσες τιμές βασικών εμπορευμάτων, καθώς και από ένα επιλέξιμο μέσο αντιστάθμισης στους εν λόγω παράγοντες κινδύνου, ως εξής:
όπου:
Άρθρο 383ι Ευαισθησίες κινδύνου βέγκα Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες κινδύνου βέγκα του συνολικού CVA σε παράγοντες κινδύνου που αποτελούνται από μια τεκμαρτή μεταβλητότητα, καθώς και από ένα επιλέξιμο μέσο αντιστάθμισης στους εν λόγω παράγοντες κινδύνου, ως εξής:
όπου:
Άρθρο 383ια Συντελεστές στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο επιτοκίου 1. Για τα νομίσματα που αναφέρονται στο άρθρο 383γ παράγραφος 2, οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου των ευαισθησιών δέλτα μηδενικού κινδύνου επιτοκίου για κάθε κλιμάκιο του πίνακα 1 είναι οι ακόλουθοι: Πίνακας 1
2. Για νομίσματα άλλα από τα νομίσματα που αναφέρονται στο άρθρο 383γ παράγραφος 2, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου των ευαισθησιών δέλτα μηδενικού κινδύνου επιτοκίου είναι 1,58 %. 3. Για τον κίνδυνο ποσοστού πληθωρισμού που εκφράζεται σε ένα από τα νομίσματα που αναφέρονται στο άρθρο 383γ παράγραφος 2, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου της ευαισθησίας δέλτα στον κίνδυνο ποσοστού πληθωρισμού είναι 1,11 %. 4. Για τον κίνδυνο ποσοστού πληθωρισμού που εκφράζεται σε νόμισμα άλλο από τα νομίσματα που αναφέρονται στο άρθρο 383γ παράγραφος 2, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου της ευαισθησίας δέλτα στον κίνδυνο ποσοστού πληθωρισμού είναι 1,58 %. 5. Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου που πρέπει να εφαρμόζονται σε ευαισθησίες σε παράγοντες κινδύνου επιτοκίου βέγκα και σε παράγοντες κινδύνου ποσοστού πληθωρισμού βέγκα για όλα τα νομίσματα είναι 100 %. Άρθρο 383ιβ Συσχετίσεις εντός του ίδιου κλιμακίου για κίνδυνο επιτοκίου 1. Για τα νομίσματα που αναφέρονται στο άρθρο 383γ παράγραφος 2, οι παράμετροι συσχέτισης που εφαρμόζουν τα ιδρύματα στη συνάθροιση των ευαισθησιών δέλτα μηδενικού κινδύνου επιτοκίου μεταξύ των διαφόρων κλιμακίων που καθορίζονται στο άρθρο 383ια πίνακας 1 είναι οι ακόλουθες: Πίνακας 1
2. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν παράμετρο συσχέτισης 40 % για τη συνάθροιση της ευαισθησίας του παράγοντα κινδύνου ποσοστού πληθωρισμού δέλτα και της ευαισθησίας δέλτα μηδενικού κινδύνου επιτοκίου που εκφράζονται στο ίδιο νόμισμα. 3. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν παράμετρο συσχέτισης 40 % για τη συνάθροιση της ευαισθησίας του παράγοντα κινδύνου ποσοστού πληθωρισμού βέγκα και της ευαισθησίας του παράγοντα κινδύνου επιτοκίου βέγκα που εκφράζονται στο ίδιο νόμισμα. Άρθρο 383ιγ Συσχέτιση μεταξύ κλιμακίων για τον κίνδυνο επιτοκίου Η παράμετρος συσχέτισης μεταξύ κλιμακίων για κινδύνους επιτοκίου δέλτα και βέγκα ορίζεται σε 0,5 για όλα τα ζεύγη νομισμάτων. Άρθρο 383ιδ Συντελεστές στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο συναλλάγματος 1. Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για όλες τις ευαισθησίες δέλτα σε παράγοντα κινδύνου συναλλάγματος μεταξύ του νομίσματος αναφοράς ενός ιδρύματος και άλλου νομίσματος είναι 11 %. 2. Ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου των παραγόντων κινδύνου συναλλάγματος όσον αφορά τα ζεύγη νομισμάτων που απαρτίζονται από το ευρώ και από το νόμισμα κράτους μέλους που συμμετέχει στον ΜΣΙ ΙΙ είναι ένα εκ των ακολούθων:
3. Παρά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου των παραγόντων κινδύνου συναλλάγματος για τα νομίσματα που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο τα οποία συμμετέχουν στον ΜΣΙ II με επισήμως εγκεκριμένα περιθώρια διακύμανσης μικρότερα από τα συνήθη περιθώρια του συν ή πλην 15 % ισούται με τη μέγιστη ποσοστιαία διακύμανση στο εσωτερικό αυτών των μικρότερων περιθωρίων. 4. Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για όλες τις ευαισθησίες βέγκα σε παράγοντα κινδύνου συναλλάγματος είναι 100 %. Άρθρο 383ιε Συσχετίσεις για κίνδυνο συναλλάγματος 1. Μια ενιαία παράμετρος συσχέτισης ίση με 60 % εφαρμόζεται στη συνάθροιση των ευαισθησιών σε παράγοντα κινδύνου συναλλάγματος δέλτα μεταξύ κλιμακίων. 2. Μια ενιαία παράμετρος συσχέτισης ίση με 60 % εφαρμόζεται στη συνάθροιση των ευαισθησιών σε παράγοντα κινδύνου συναλλάγματος βέγκα μεταξύ κλιμακίων. Άρθρο 383ιστ Συντελεστές στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου αντισυμβαλλομένου 1. Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τις ευαισθησίες δέλτα σε παράγοντες κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου αντισυμβαλλομένου είναι οι ίδιοι για όλες τις ληκτότητες (0,5 έτος, 1 έτος, 3 έτη, 5 έτη, 10 έτη) εντός κάθε κλιμακίου στον πίνακα 1 και είναι οι ακόλουθοι: Πίνακας 1
Όπου δεν υπάρχουν εξωτερικές διαβαθμίσεις για συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο, τα ιδρύματα μπορούν, υπό την προϋπόθεση έγκρισης από τις αρμόδιες αρχές, να κατατάσσουν την εσωτερική διαβάθμιση σε αντίστοιχη εξωτερική διαβάθμιση και να εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου αντίστοιχο είτε των βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3 είτε των βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας 4 έως 6. Διαφορετικά, εφαρμόζονται οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για μη διαβαθμισμένα ανοίγματα. 2. Για την κατάταξη ενός ανοίγματος κινδύνου σε έναν τομέα, τα ιδρύματα βασίζονται σε ταξινόμηση που χρησιμοποιείται ευρέως στην αγορά για την ομαδοποίηση εκδοτών ανά τομέα. Τα ιδρύματα κατατάσσουν κάθε εκδότη σε ένα μόνο από τα κλιμάκια των τομέων του πίνακα 1. Τα ανοίγματα κινδύνου από οιονδήποτε εκδότη τα οποία ένα ίδρυμα δεν μπορεί να κατατάξει σε τομέα με αυτόν τον τρόπο κατατάσσονται είτε στο κλιμάκιο 11 είτε στο κλιμάκιο 20 στον πίνακα 1, ανάλογα με την πιστωτική ποιότητα του εκδότη. 3. Τα ιδρύματα κατατάσσουν στα κλιμάκια 12 και 21 του πίνακα 1 μόνο ανοίγματα που αναφέρονται σε αποδεκτούς δείκτες όπως αναφέρεται στο άρθρο 383β παράγραφος 4. 4. Τα ιδρύματα χρησιμοποιούν μια προσέγγιση εξέτασης για τον προσδιορισμό των ευαισθησιών ενός ανοίγματος με αναφορά σε μη αποδεκτό δείκτη. Άρθρο 383ιζ Συσχετίσεις εντός κλιμακίου για κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου αντισυμβαλλομένου 1. Μεταξύ δύο ευαισθησιών WSk και WSl , που προκύπτουν από ανοίγματα κινδύνου που κατατάσσονται στα τομεακά κλιμάκια 1 έως 11 και 13 έως 20, όπως καθορίζονται στο άρθρο 383ιστ παράγραφος 1 πίνακας 1, η παράμετρος συσχέτισης ρkl ορίζεται ως εξής:
όπου:
2. Μεταξύ δύο ευαισθησιών WSk και WSl , που προκύπτουν από ανοίγματα κινδύνου που κατατάσσονται στα τομεακά κλιμάκια 12 και 21, η παράμετρος συσχέτισης ρkl καθορίζεται ως εξής:
όπου:
Άρθρο 383ιη Συσχετίσεις μεταξύ κλιμακίων για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου αντισυμβαλλομένου Οι συσχετίσεις μεταξύ κλιμακίων για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου δέλτα αντισυμβαλλομένου είναι οι ακόλουθες: Πίνακας 1
Άρθρο 383ιθ Συντελεστές στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου αναφοράς 1. Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τις ευαισθησίες δέλτα σε παράγοντες κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου αναφοράς είναι οι ίδιοι για όλες τις ληκτότητες (0,5 έτος, 1 έτος, 3 έτη, 5 έτη, 10 έτη) και όλα τα ανοίγματα σε κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου αναφοράς εντός κάθε κλιμακίου στον πίνακα 1 και είναι οι ακόλουθοι: Πίνακας 1
Όπου δεν υπάρχουν εξωτερικές διαβαθμίσεις για συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο, τα ιδρύματα μπορούν, υπό την προϋπόθεση έγκρισης από τις αρμόδιες αρχές, να κατατάσσουν την εσωτερική διαβάθμιση σε αντίστοιχη εξωτερική διαβάθμιση και να εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου αντίστοιχο είτε των βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3 είτε των βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας 4 έως 6. Διαφορετικά, εφαρμόζονται οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για μη διαβαθμισμένα ανοίγματα. 2. Συντελεστές στάθμισης κινδύνου για μεταβλητότητες πιστωτικών περιθωρίων αναφοράς ορίζονται σε 100 %. 3. Για την κατάταξη ενός ανοίγματος κινδύνου σε έναν τομέα, τα ιδρύματα βασίζονται σε ταξινόμηση που χρησιμοποιείται ευρέως στην αγορά για την ομαδοποίηση εκδοτών ανά τομέα. Τα ιδρύματα κατατάσσουν κάθε εκδότη σε ένα μόνο από τα κλιμάκια των τομέων του πίνακα 1. Τα ανοίγματα κινδύνου από οποιονδήποτε εκδότη που ένα ίδρυμα δεν μπορεί να κατατάξει σε τομέα με αυτόν τον τρόπο κατατάσσονται στο κλιμάκιο 20 στον πίνακα 1. 4. Τα ιδρύματα κατατάσσουν στα κλιμάκια 11 και 19 μόνο ανοίγματα που αναφέρονται σε αποδεκτούς δείκτες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 383β παράγραφος 4. 5. Τα ιδρύματα χρησιμοποιούν μια προσέγγιση εξέτασης για τον προσδιορισμό των ευαισθησιών ενός ανοίγματος με αναφορά σε μη αποδεκτό δείκτη. Άρθρο 383κ Συσχετίσεις εντός κλιμακίου για κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου αναφοράς 1. Μεταξύ δύο ευαισθησιών WSk και WSl , που προκύπτουν από ανοίγματα κινδύνου που κατατάσσονται στα τομεακά κλιμάκια 1 έως 10, 12 έως 18 και 20 του άρθρου 383ιθ παράγραφος 1 πίνακας 1, η παράμετρος συσχέτισης ρkl καθορίζεται ως εξής:
όπου:
2. Μεταξύ δύο ευαισθησιών WSk και WSl , που προκύπτουν από ανοίγματα κινδύνου που κατατάσσονται στα τομεακά κλιμάκια 11 και 19, η παράμετρος συσχέτισης ρkl καθορίζεται ως εξής:
όπου:
Άρθρο 383κα Συσχέτιση μεταξύ κλιμακίων για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου αναφοράς 1. Οι συσχετίσεις μεταξύ κλιμακίων για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου αναφοράς δέλτα και για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου αναφοράς βέγκα είναι οι ακόλουθες: Πίνακας 1
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι τιμές συσχέτισης μεταξύ κλιμακίων που υπολογίζονται στην εν λόγω παράγραφο διαιρούνται διά του 2 για συσχετίσεις μεταξύ ενός κλιμακίου από την ομάδα κλιμακίων 1 έως 10 και ενός κλιμακίου από την ομάδα κλιμακίων 12 έως 18. Άρθρο 383κβ Κλιμάκια συντελεστών στάθμισης κινδύνου για τον κίνδυνο μετοχών 1. Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τις ευαισθησίες δέλτα σε παράγοντες κινδύνου τρεχουσών τιμών μετοχών είναι οι ίδιοι για όλα τα ανοίγματα σε κίνδυνο μετοχών εντός κάθε κλιμακίου του πίνακα 1 και είναι οι ακόλουθοι: Πίνακας 1
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ο προσδιορισμός της μικρής και της μεγάλης κεφαλαιοποίησης περιέχεται στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 325νστ παράγραφος 7. 3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ο προσδιορισμός της αναδυόμενης αγοράς και της προηγμένης οικονομίας περιέχεται στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 325μβ παράγραφος 3. 4. Κατά την απόδοση ανοίγματος κινδύνου σε έναν τομέα, τα ιδρύματα βασίζονται σε ταξινόμηση που χρησιμοποιείται ευρέως στην αγορά για την ομαδοποίηση εκδοτών ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας. Τα ιδρύματα κατατάσσουν κάθε εκδότη σε ένα από τα κλιμάκια τομέων της παραγράφου 1 πίνακας 1 και κατατάσσουν όλους τους εκδότες της ίδιου κλάδου οικονομικής δραστηριότητας στον ίδιο τομέα. Τα ανοίγματα κινδύνου από οποιονδήποτε εκδότη που ένα ίδρυμα δεν μπορεί να κατατάξει σε τομέα με αυτόν τον τρόπο κατατάσσονται στο κλιμάκιο 11. Οι εκδότες μετοχών πολυεθνικών ή πολυτομεακών μετοχών κατατάσσονται σε συγκεκριμένο κλιμάκιο με βάση την πλέον σημαντική περιφέρεια και τον πλέον σημαντικό τομέα όπου δραστηριοποιείται ο εκδότης μετοχών. 5. Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο μετοχών βέγκα ορίζονται σε 78 % για τα κλιμάκια 1 έως 8 και το κλιμάκιο 12, και σε 100 % για όλα τα άλλα κλιμάκια. Άρθρο 383κγ Συσχετίσεις μεταξύ κλιμακίων για τον κίνδυνο μετοχών Η παράμετρος συσχέτισης μεταξύ κλιμακίων για κίνδυνο μετοχών δέλτα και βέγκα ορίζεται σε:
Άρθρο 383κδ Κλιμάκια συντελεστών στάθμισης κινδύνου για τον κίνδυνο βασικού εμπορεύματος 1. Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τις ευαισθησίες δέλτα σε παράγοντες κινδύνου τρεχουσών τιμών βασικών εμπορευμάτων είναι οι ίδιοι για όλα τα ανοίγματα σε κίνδυνο βασικού εμπορεύματος εντός κάθε κλιμακίου του πίνακα 1 και είναι οι ακόλουθοι: Πίνακας 1
2. Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τον κίνδυνο βασικών εμπορευμάτων βέγκα ορίζονται σε 100 %. Άρθρο 383κστ Συσχετίσεις μεταξύ κλιμακίων για τον κίνδυνο βασικού εμπορεύματος 1. Η παράμετρος συσχέτισης μεταξύ κλιμακίων για τον κίνδυνο βασικών εμπορευμάτων δέλτα ορίζεται σε:
2. Η παράμετρος συσχέτισης μεταξύ κλιμακίων για τον κίνδυνο βασικών εμπορευμάτων βέγκα ορίζεται σε:
|
||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
202) |
Τα άρθρα 384, 385 και 386 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 384 Βασική προσέγγιση 1. Ένα ίδρυμα υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3 του παρόντος άρθρου, κατά περίπτωση, για χαρτοφυλάκιο συναλλαγών με έναν ή περισσότερους αντισυμβαλλομένους, χρησιμοποιώντας έναν από τους ακόλουθους τύπους, κατά περίπτωση:
Οι προσεγγίσεις που καθορίζονται στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου δεν χρησιμοποιούνται συνδυαστικά. 2. Ένα ίδρυμα που πληροί την προϋπόθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA ως εξής: BACVAtotal = β · BACVAcsr-unhedged + DSCVA · (1 – β) · BACVAcsr-hedged όπου:
όπου:
Όπου δεν υπάρχουν εξωτερικές διαβαθμίσεις για συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο, τα ιδρύματα μπορούν, υπό την προϋπόθεση έγκρισης των αρμόδιων αρχών, να κατατάσσουν την εσωτερική διαβάθμιση σε αντίστοιχη εξωτερική διαβάθμιση και να εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου αντίστοιχο είτε των βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3 είτε των βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας 4 έως 6· διαφορετικά εφαρμόζονται οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για μη διαβαθμισμένα ανοίγματα.
Για ένα ίδρυμα που χρησιμοποιεί τις μεθόδους που καθορίζονται στον τίτλο ΙΙ κεφάλαιο 6 τμήμα 6, ο εποπτικός συντελεστής προεξόφλησης καθορίζεται σε 1· σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ο εποπτικός συντελεστής προεξόφλησης υπολογίζεται ως εξής:
Πίνακας 1
Πίνακας 2
3. Ένα ίδρυμα που πληροί την προϋπόθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA ως εξής:
όπου όλοι οι όροι είναι εκείνοι που καθορίζονται στην παράγραφο 2. Άρθρο 385 Απλουστευμένη προσέγγιση 1. Ένα ίδρυμα που πληροί όλες τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 273α παράγραφος 2, ή το οποίο έχει λάβει άδεια από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 273α παράγραφος 4 να εφαρμόζει την προσέγγιση που καθορίζεται στο άρθρο 282, μπορεί να υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA ως τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά του ανοίγματος για τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου για θέσεις εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών και θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών αντίστοιχα, που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 4 στοιχεία α) και ζ), διαιρούμενα διά του 12,5. 2. Για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ισχύουν οι ακόλουθες απαιτήσεις:
3. Ένα ίδρυμα που δεν πληροί πλέον μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 273α παράγραφος 2 ή 4, κατά περίπτωση, συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 273β. Άρθρο 386 Επιλέξιμες αντισταθμίσεις 1. Οι θέσεις σε μέσα αντιστάθμισης αναγνωρίζονται ως επιλέξιμες αντισταθμίσεις για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με τα άρθρα 383 και 384, εφόσον οι εν λόγω θέσεις πληρούν όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:
Για τον σκοπό του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με το άρθρο 383, οι θέσεις σε μέσα αντιστάθμισης αναγνωρίζονται ως επιλέξιμες αντισταθμίσεις όταν, επιπλέον των προϋποθέσεων που καθορίζονται στα στοιχεία α) έως γ) της παρούσας παραγράφου, τα εν λόγω μέσα αντιστάθμισης αποτελούν ενιαία θέση σε μια επιλέξιμη αντιστάθμιση και δεν χωρίζονται σε περισσότερες από μία θέσεις σε περισσότερες από μία επιλέξιμες αντισταθμίσεις. 2. Για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με το άρθρο 383, μόνο οι θέσεις στα ακόλουθα μέσα αντιστάθμισης αναγνωρίζονται ως επιλέξιμες αντισταθμίσεις:
3. Για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με το άρθρο 384, μόνο οι θέσεις στα ακόλουθα μέσα αντιστάθμισης αναγνωρίζονται ως επιλέξιμες αντισταθμίσεις:
4. Οι θέσεις σε μέσα αντιστάθμισης που συνομολογούνται με τρίτους και αναγνωρίζονται ως επιλέξιμες αντισταθμίσεις σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3, οι οποίες περιλαμβάνονται στον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA, δεν υπόκεινται στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς που καθορίζονται στον τίτλο IV. 5. Οι θέσεις σε μέσα αντιστάθμισης που δεν αναγνωρίζονται ως επιλέξιμες αντισταθμίσεις σύμφωνα με το παρόν άρθρο υπόκεινται στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς που καθορίζονται στον τίτλο IV.». |
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
|
203) |
Στο άρθρο 394, η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:
|
|
204) |
Στο άρθρο 395, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «2α. Έως τις 10 Ιανουαρίου 2027, η ΕΑΤ, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΚΑΑ, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, για την επικαιροποίηση των κατευθυντήριων γραμμών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Κατά την επικαιροποίηση των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, η ΕΑΤ λαμβάνει δεόντως υπόψη, μεταξύ άλλων, τη συμβολή των οντοτήτων του σκιώδους τραπεζικού συστήματος στην ένωση κεφαλαιαγορών, τον δυνητικό αρνητικό αντίκτυπο που τυχόν αλλαγές των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων ορίων, θα μπορούσαν να έχουν στο επιχειρηματικό μοντέλο και το προφίλ κινδύνου των ιδρυμάτων και στη σταθερότητα και την εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών. Επιπλέον, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027, η ΕΑΤ, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΚΑΑ, υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τη συμβολή των οντοτήτων του σκιώδους τραπεζικού συστήματος στην ένωση κεφαλαιαγορών, σχετικά με τα ανοίγματα των ιδρυμάτων έναντι των εν λόγω οντοτήτων, μεταξύ άλλων σχετικά με την καταλληλότητα των συνολικών ορίων ή των αυστηρότερων επιμέρους ορίων στα εν λόγω ανοίγματα, λαμβάνοντας παράλληλα δεόντως υπόψη το κανονιστικό πλαίσιο και τα επιχειρηματικά μοντέλα των εν λόγω οντοτήτων. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2028, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, κατά περίπτωση, βάσει της εν λόγω έκθεσης, νομοθετική πρόταση σχετικά με τα όρια των ανοιγμάτων έναντι οντοτήτων του σκιώδους τραπεζικού συστήματος.». |
|
205) |
Το άρθρο 400 τροποποιείται ως εξής:
|
|
206) |
Το άρθρο 402 τροποποιείται ως εξής:
|
|
207) |
Στο άρθρο 425 παράγραφος 4, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
208) |
Στο άρθρο 428 παράγραφος 1, το στοιχείο ια) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
209) |
Το άρθρο 429 τροποποιείται ως εξής:
|
|
210) |
Στο άρθρο 429α, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
|
|
211) |
Το άρθρο 429γ τροποποιείται ως εξής:
|
|
212) |
Το άρθρο 429στ τροποποιείται ως εξής:
|
|
213) |
Στο άρθρο 429ζ, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «1. Τα ιδρύματα μεταχειρίζονται τα μετρητά που σχετίζονται με τις αγορές κανονικής παράδοσης και τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που αφορούν πωλήσεις κανονικής παράδοσης, οι οποίες παραμένουν στον ισολογισμό έως την ημερομηνία διακανονισμού, ως στοιχεία ενεργητικού σύμφωνα με το άρθρο 429 παράγραφος 4 στοιχείο α).». |
|
214) |
Το άρθρο 430 τροποποιείται ως εξής:
|
|
215) |
Το άρθρο 430α τροποποιείται ως εξής:
|
|
216) |
Το άρθρο 430β διαγράφεται. |
|
217) |
Το άρθρο 433 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 433 Συχνότητα και πεδίο εφαρμογής δημοσιοποιήσεων Τα ιδρύματα δημοσιοποιούν τις απαιτούμενες βάσει των τίτλων II και III πληροφορίες με τον τρόπο που καθορίζεται στο παρόν άρθρο και στα άρθρα 433α, 433β, 433γ και 434. Η ΕΑΤ αναρτά ετήσιες δημοσιοποιήσεις στον ιστότοπό της την ίδια ημέρα με την ημέρα κατά την οποία τα ιδρύματα δημοσιεύουν τις οικονομικές τους καταστάσεις ή το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία αυτή. Η ΕΑΤ αναρτά εξαμηνιαίες και τριμηνιαίες δημοσιοποιήσεις στον ιστότοπό της την ίδια ημέρα με την ημέρα κατά την οποία τα ιδρύματα δημοσιεύουν τις οικονομικές εκθέσεις τους για την αντίστοιχη περίοδο, ανάλογα με την περίπτωση, ή το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία αυτή. Κάθε καθυστέρηση που μεσολαβεί μεταξύ της ημερομηνίας των δημοσιοποιήσεων που απαιτούνται σύμφωνα με το παρόν μέρος και των σχετικών οικονομικών καταστάσεων είναι εύλογη και, σε κάθε περίπτωση, δεν υπερβαίνει το χρονικό όριο που καθορίζεται από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 106 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.». |
|
218) |
Στο άρθρο 433α, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
|
|
219) |
Το άρθρο 433β αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 433β Δημοσιοποιήσεις από μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα 1. Τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που αναφέρονται στις ακόλουθες διατάξεις σε ετήσια βάση:
2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα που δεν είναι εισηγμένα δημοσιοποιούν τις βασικές μετρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 447 και τους κινδύνους ΠΚΔ που αναφέρονται στο άρθρο 449α σε ετήσια βάση.». |
|
220) |
Στο άρθρο 433γ, η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:
|
|
221) |
Το άρθρο 434 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 434 Τρόποι δημοσιοποίησης 1. Τα ιδρύματα πλην των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων υποβάλλουν στην ΕΑΤ όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των τίτλων ΙΙ και ΙΙΙ σε ηλεκτρονική μορφή, το αργότερο έως την ημερομηνία κατά την οποία δημοσιεύουν τις οικονομικές καταστάσεις ή τις οικονομικές εκθέσεις τους για την αντίστοιχη περίοδο, κατά περίπτωση, ή το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία αυτή. Η ΕΑΤ δημοσιεύει τις πληροφορίες αυτές, μαζί με την ημερομηνία υποβολής τους, στον ιστότοπό της. Η ΕΑΤ διασφαλίζει ότι οι δημοσιοποιήσεις που πραγματοποιούνται στον ιστότοπό της περιέχουν πληροφορίες που είναι ίδιες με αυτές που υπέβαλαν τα ιδρύματα στην ΕΑΤ. Τα ιδρύματα έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν εκ νέου στην ΕΑΤ τις πληροφορίες σύμφωνα με τα τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 434α. Η ΕΑΤ δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της την ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η εκ νέου υποβολή. Η ΕΑΤ καταρτίζει και επικαιροποιεί εργαλείο που προσδιορίζει την αντιστοίχιση των υποδειγμάτων και των πινάκων για τις δημοσιοποιήσεις με εκείνα που αφορούν την υποβολή εποπτικών αναφορών. Το εργαλείο αντιστοίχισης είναι προσβάσιμο στο κοινό μέσω του ιστοτόπου της ΕΑΤ. Τα ιδρύματα μπορούν να συνεχίσουν να δημοσιεύουν αυτοτελές έγγραφο που παρέχει άμεσα προσβάσιμη πηγή πληροφοριών προληπτικής εποπτείας για τους χρήστες των εν λόγω πληροφοριών ή διακριτό τμήμα περιλαμβανόμενο ή επισυναπτόμενο στις οικονομικές καταστάσεις ή τις οικονομικές εκθέσεις των ιδρυμάτων το οποίο περιέχει τις απαιτούμενες δημοσιοποιήσεις και είναι εύκολα αναγνωρίσιμο από τους εν λόγω χρήστες. Τα ιδρύματα μπορούν να περιλαμβάνουν στον ιστότοπό τους σύνδεσμο προς τον ιστότοπο της ΕΑΤ, όπου οι πληροφορίες προληπτικής εποπτείας δημοσιεύονται με συγκεντρωτικό τρόπο. 2. Τα ιδρύματα πλην των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων υποβάλλουν στην ΕΑΤ όλες τις δημοσιοποιήσεις που απαιτούνται βάσει των άρθρων 433α και 433γ σε ηλεκτρονική μορφή, το αργότερο έως την ημερομηνία κατά την οποία δημοσιεύουν τις οικονομικές καταστάσεις ή τις οικονομικές εκθέσεις τους για την αντίστοιχη περίοδο, ή το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία αυτή. Εάν οι οικονομικές εκθέσεις δημοσιεύονται πριν από την υποβολή των πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 430 για την ίδια περίοδο, οι δημοσιοποιήσεις μπορούν να υποβάλλονται την ίδια ημερομηνία με τις εποπτικές αναφορές ή το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία αυτή. Εάν απαιτείται δημοσιοποίηση για περίοδο κατά την οποία ένα ίδρυμα δεν καταρτίζει οικονομική έκθεση, το ίδρυμα υποβάλλει στην ΕΑΤ τις πληροφορίες σχετικά με τις δημοσιοποιήσεις το συντομότερο δυνατόν μετά το πέρας αυτής της περιόδου. 3. Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα μπορούν να υποβάλλουν στην ΕΑΤ τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του άρθρου 450 χωριστά από τις άλλες πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των τίτλων ΙΙ και ΙΙΙ το αργότερο δύο μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία τα ιδρύματα δημοσιεύουν τις οικονομικές καταστάσεις τους για το αντίστοιχο έτος. 4. Η ΕΑΤ δημοσιεύει στον ιστότοπό της τις δημοσιοποιήσεις μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων βάσει των πληροφοριών που υποβάλλουν τα εν λόγω ιδρύματα στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 430. 5. Την ιδιοκτησία των δεδομένων και την ευθύνη για την ακρίβειά τους έχουν τα ιδρύματα που τα παράγουν. Η ΕΑΤ παρέχει ενιαίο σημείο πρόσβασης για τις δημοσιοποιήσεις των ιδρυμάτων και καθιστά διαθέσιμο στον ιστότοπό της αρχείο των πληροφοριών που απαιτείται να δημοσιοποιούνται σύμφωνα με το παρόν μέρος. Το εν λόγω αρχείο παραμένει προσβάσιμο για χρονική περίοδο όχι μικρότερη από τη διάρκεια αποθήκευσης που ορίζεται από την εθνική νομοθεσία για τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις οικονομικές εκθέσεις των ιδρυμάτων. 6. Η ΕΑΤ παρακολουθεί τον αριθμό των επισκέψεων στο ενιαίο σημείο πρόσβασης για τις δημοσιοποιήσεις των ιδρυμάτων και συμπεριλαμβάνει τα σχετικά στατιστικά στοιχεία στις ετήσιες εκθέσεις της.». |
|
222) |
Το άρθρο 434α τροποποιείται ως εξής:
|
|
223) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 434γ Έκθεση σχετικά με τη σκοπιμότητα της χρήσης των πληροφοριών που υποβάλλουν τα ιδρύματα πλην των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων για τη δημοσίευση εκτεταμένου συνόλου δημοσιοποιήσεων στον ιστότοπο της ΕΑΤ Η ΕΑΤ καταρτίζει έκθεση σχετικά με τη σκοπιμότητα της χρήσης των πληροφοριών που υποβάλλουν τα ιδρύματα πλην των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων προς τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 430 προκειμένου να δημοσιεύει τις εν λόγω πληροφορίες στον ιστότοπό της, ώστε να μειωθεί η επιβάρυνση της δημοσιοποίησης για τα εν λόγω ιδρύματα. Η εν λόγω έκθεση εξετάζει τις προηγούμενες εργασίες της ΕΑΤ σχετικά με τις ολοκληρωμένες συλλογές δεδομένων, βασίζεται σε συνολική ανάλυση κόστους και οφέλους, συμπεριλαμβανομένου του κόστους με το οποίο επιβαρύνθηκαν αρμόδιες αρχές, ιδρύματα και ΕΑΤ, και εξετάζει τυχόν τεχνικές, λειτουργικές και νομικές προκλήσεις. Η ΕΑΤ υποβάλλει την έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2027. Βάσει της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2031.». |
|
224) |
Το άρθρο 438 τροποποιείται ως εξής:
|
|
225) |
Το άρθρο 445 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 445 Δημοσιοποίηση ανοιγμάτων σε κίνδυνο αγοράς βάσει της τυποποιημένης προσέγγισης 1. Τα ιδρύματα που δεν έχουν λάβει άδεια από τις αρμόδιες αρχές να χρησιμοποιούν την προσέγγιση εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 325νβ, και τα οποία χρησιμοποιούν την απλουστευμένη τυποποιημένη προσέγγιση σύμφωνα με το άρθρο 325α ή την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαιο 1α, δημοσιοποιούν επισκόπηση των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους. 2. Τα ιδρύματα που υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαιο 1α δημοσιοποιούν τις συνολικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τη μέθοδο βάσει ευαισθησιών, την επιβάρυνση κινδύνου αθέτησης και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τους υπολειπόμενους κινδύνους. Η δημοσιοποίηση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τα μέτρα της μεθόδου βάσει ευαισθησιών και για τον κίνδυνο αθέτησης αναλύεται στα ακόλουθα μέσα:
|
|
226) |
Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 445α Δημοσιοποίηση του κινδύνου CVA 1. Τα ιδρύματα που υπόκεινται στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες:
2. Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την τυποποιημένη προσέγγιση όπως καθορίζεται στο άρθρο 383 για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA δημοσιοποιούν, επιπλέον των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τις ακόλουθες πληροφορίες:
3. Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν τη βασική προσέγγιση, όπως καθορίζεται στο άρθρο 384 για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA δημοσιοποιούν, επιπλέον των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τις ακόλουθες πληροφορίες:
|
|
227) |
Το άρθρο 446 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 446 Δημοσιοποίηση του λειτουργικού κινδύνου 1. Τα ιδρύματα δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες:
2. Τα ιδρύματα που υπολογίζουν τις ετήσιες ζημίες τους λειτουργικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 316 παράγραφος 1 δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες επιπλέον των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου:
|
|
228) |
Το άρθρο 447 τροποποιείται ως εξής:
|
|
229) |
Το άρθρο 449α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 449α Δημοσιοποίηση περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση κινδύνων (κίνδυνοι ΠΚΔ) 1. Τα ιδρύματα δημοσιοποιούν πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους ΠΚΔ, κάνοντας διάκριση μεταξύ των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση κινδύνων, και μεταξύ των φυσικών κινδύνων και των κινδύνων μετάβασης για τους περιβαλλοντικούς κινδύνους. 2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα ιδρύματα δημοσιοποιούν πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους ΠΚΔ, συμπεριλαμβανομένων των εξής:
3. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό ενιαίων μορφότυπων δημοσιοποίησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 434α, για τους κινδύνους ΠΚΔ, διασφαλίζοντας ότι αυτοί οι μορφότυποι συνάδουν με την αρχή της αναλογικότητας και την τηρούν αποφεύγοντας παράλληλα την επικάλυψη των απαιτήσεων δημοσιοποίησης που έχουν ήδη κατοχυρωθεί σε άλλα ισχύοντα νομοθετήματα της Ένωσης. Οι μορφότυποι αυτοί δεν απαιτούν τη δημοσιοποίηση πληροφοριών πέραν εκείνων που πρέπει να υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο η) και λαμβάνουν υπόψη συγκεκριμένα το μέγεθος και την πολυπλοκότητα του ιδρύματος και το σχετικό άνοιγμα των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων που υπόκεινται στο άρθρο 433β σε κινδύνους ΠΚΔ. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να θεσπίζει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.». |
|
230) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 449β Δημοσιοποίηση του συνολικού ανοίγματος σε οντότητες του σκιώδους τραπεζικού συστήματος Τα ιδρύματα δημοσιοποιούν τις πληροφορίες σχετικά με το συνολικό άνοιγμά τους σε οντότητες του σκιώδους τραπεζικού συστήματος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 394 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο.». |
|
231) |
Στο άρθρο 451 παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:
|
|
232) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 451β Δημοσιοποίηση ανοίγματος σε κρυπτοστοιχεία και συναφών δραστηριοτήτων 1. Τα ιδρύματα δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με τα κρυπτοστοιχεία και τις υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων, καθώς και κάθε άλλη δραστηριότητα που σχετίζεται με κρυπτοστοιχεία:
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο δ) της παρούσας παραγράφου, τα ιδρύματα παρέχουν λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με σημαντικές επιχειρηματικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων της έκδοσης σημαντικών μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία και σημαντικών μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος και της παροχής υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με τα άρθρα 60 και 61 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114. 2. Τα ιδρύματα δεν εφαρμόζουν την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 432 για τους σκοπούς των απαιτήσεων δημοσιοποίησης που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.». |
|
233) |
Το άρθρο 455 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 455 Χρήση εσωτερικών υποδειγμάτων για τον κίνδυνο αγοράς 1. Ένα ίδρυμα που χρησιμοποιεί τα εσωτερικά υποδείγματα που αναφέρονται στο άρθρο 325νβ για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς δημοσιοποιεί:
2. Τα ιδρύματα δημοσιοποιούν, σε συγκεντρωτική βάση για όλες τις μονάδες διαπραγμάτευσης που καλύπτονται από τα εσωτερικά υποδείγματα που αναφέρονται στο άρθρο 325νβ, τις ακόλουθες συνιστώσες, κατά περίπτωση:
3. Τα ιδρύματα δημοσιοποιούν σε συγκεντρωτική βάση για όλες τις μονάδες διαπραγμάτευσης τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς που θα υπολογιζόταν σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαιο 1α, εάν δεν είχε χορηγηθεί στα ιδρύματα άδεια να χρησιμοποιούν τα εσωτερικά τους υποδείγματα για αυτές τις μονάδες διαπραγμάτευσης.». |
|
234) |
Στο άρθρο 456 παράγραφος 1, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
235) |
Το άρθρο 458 τροποποιείται ως εξής:
|
|
236) |
Το άρθρο 461α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 461α Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο αγοράς 1. Η Επιτροπή παρακολουθεί τις διαφορές στην εφαρμογή διεθνών προτύπων για απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς στην Ένωση και σε τρίτες χώρες, μεταξύ άλλων όσον αφορά τον αντίκτυπο των κανόνων στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και την ημερομηνία εφαρμογής τους. 2. Όταν παρατηρούνται σημαντικές διαφορές στην εν λόγω εφαρμογή, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να θεσπίζει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 462 για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού:
Σε περίπτωση έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξης της Επιτροπής δυνάμει του πρώτου εδαφίου, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την προσαρμογή της εφαρμογής στην Ένωση διεθνών προτύπων σχετικά με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, προκειμένου να διατηρηθούν σε πιο μόνιμη βάση ίσοι όροι ανταγωνισμού με τρίτες χώρες σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και τον αντίκτυπο των εν λόγω απαιτήσεων. 3. Έως τις 10 Ιουλίου 2026, η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή διεθνών προτύπων για τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς σε τρίτες χώρες. Βάσει της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, προκειμένου να εξασφαλίσει ίσους όρους ανταγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο.». |
|
237) |
Το άρθρο 465 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 465 Μεταβατικές ρυθμίσεις για το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων 1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο και με την επιφύλαξη της παρέκκλισης που καθορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, τα ιδρύματα μπορούν να εφαρμόζουν τον ακόλουθο συντελεστή “x” κατά τον υπολογισμό του TREA:
2. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο και με την επιφύλαξη της παρέκκλισης που καθορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, τα ιδρύματα μπορούν, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2029, να εφαρμόζουν τον ακόλουθο τύπο κατά τον υπολογισμό του TREA:
Για τους σκοπούς του υπολογισμού αυτού, τα ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη τον ισχύοντα συντελεστή x που αναφέρεται στην παράγραφο 1. 3. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 5 στοιχείο α) σημείο ii) και με την επιφύλαξη της παρέκκλισης που καθορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, τα ιδρύματα μπορούν, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2032, να αποδίδουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 65 % σε ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων για τα οποία δεν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ και υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω ιδρύματα εκτιμούν ότι η PD αυτών των οφειλετών, υπολογιζόμενη σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 3, δεν υπερβαίνει το 0,5 %. Η ΕΑΤ και η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την ΕΑΑΕΣ, παρακολουθούν τη χρήση της μεταβατικής αντιμετώπισης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο και αξιολογούν ιδίως:
Η ΕΑΤ και η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την ΕΑΑΕΣ, υποβάλλουν έκθεση με τα συμπεράσματά τους στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2029. Με βάση την έκθεση αυτή και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα σχετικά διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η BCBS, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο νομοθετική πρόταση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2031. 4. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 5 στοιχείο α) σημείο iv), και με την επιφύλαξη της παρέκκλισης που καθορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, τα ιδρύματα αντικαθιστούν, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2029, το άλφα (α) με 1 στον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος για τις συμβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα II σύμφωνα με τις προσεγγίσεις που καθορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 6 τμήμα 3, όταν οι ίδιες αξίες ανοίγματος υπολογίζονται σύμφωνα με την προσέγγιση που καθορίζεται στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 3 τμήμα 6 για τους σκοπούς του συνολικού ποσού του ανοίγματος σε κίνδυνο χωρίς εφαρμογή κατώτατου ορίου. 5. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 5 στοιχείο α) σημείο ii), και με την επιφύλαξη της παρέκκλισης που καθορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, και υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να αποδίδουν:
6. Για τους σκοπούς της παραγράφου 5 στοιχείο α), όταν ένα ίδρυμα κατέχει εμπράγματη ασφάλεια μειωμένης προτεραιότητας ενώ υπάρχουν εμπράγματες ασφάλειες υψηλότερης προτεραιότητας που το εν λόγω ίδρυμα δεν κατέχει, προκειμένου να προσδιοριστεί το τμήμα του ανοίγματος του ιδρύματος που είναι επιλέξιμο για τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 10 %, το ποσό των εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας που δεν κατέχει το ίδρυμα αφαιρείται από το ποσό του 55 % της αξίας του ακινήτου. Όταν η εμπράγματη ασφάλεια που κατέχει το ίδρυμα έχει την ίδια διαβάθμιση με εμπράγματες ασφάλειες τις οποίες δεν κατέχει το ίδρυμα, προκειμένου να προσδιοριστεί το τμήμα του ανοίγματος του ιδρύματος που είναι επιλέξιμο για τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 10 %, το ποσό του 55 % της αξίας του ακινήτου, μειωμένο κατά το ποσό όλων των εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας τις οποίες δεν κατέχει το ίδρυμα μειώνεται κατά το γινόμενο:
7. Για τους σκοπούς της παραγράφου 5 στοιχείο β), όταν ένα ίδρυμα κατέχει εμπράγματη ασφάλεια μειωμένης προτεραιότητας ενώ υπάρχουν εμπράγματες ασφάλειες υψηλότερης προτεραιότητας που το εν λόγω ίδρυμα δεν κατέχει, προκειμένου να προσδιοριστεί το τμήμα του ανοίγματος του ιδρύματος που είναι επιλέξιμο για τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 45 %, το ποσό των εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας που δεν κατέχει το ίδρυμα αφαιρείται από το ποσό του 80 % της αξίας των ακινήτων. Όταν η εμπράγματη ασφάλεια που κατέχει το ίδρυμα έχει την ίδια διαβάθμιση με εμπράγματες ασφάλειες τις οποίες δεν κατέχει το ίδρυμα, προκειμένου να προσδιοριστεί το τμήμα του ανοίγματος του ιδρύματος που είναι επιλέξιμο για τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 45 %, το ποσό του 80 % της αξίας του ακινήτου, μειωμένο κατά το ποσό όλων των εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας, που δεν κατέχονται από το ίδρυμα, μειώνεται κατά το γινόμενο:
8. Για τους σκοπούς της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
9. Εάν έχει γίνει χρήση της ευχέρειας που αναφέρεται στην παράγραφο 5 και πληρούνται όλες οι σχετικές προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 8, τα ιδρύματα μπορούν να αποδίδουν τους ακόλουθους συντελεστές στάθμισης κινδύνου σε οποιοδήποτε υπόλοιπο μέρος των ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων κατοικίας και αναφέρονται στην παράγραφο 5 στοιχείο β), έως τις 31 Δεκεμβρίου 2032:
10. Όταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της ευχέρειας που αναφέρεται στην παράγραφο 5, ενημερώνουν την ΕΑΤ και τεκμηριώνουν την απόφασή τους. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην ΕΑΤ τις λεπτομέρειες όλων των επαληθεύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 8 στοιχείο στ). 11. Η ΕΑΤ παρακολουθεί τη χρήση της μεταβατικής αντιμετώπισης που προβλέπεται στην παράγραφο 5 και υποβάλλει έκθεση με τα συμπεράσματά της σχετικά με την καταλληλότητα των σχετικών συντελεστών στάθμισης κινδύνου στην Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2028. Με βάση την έκθεση αυτή και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα σχετικά διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η BCBS, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο νομοθετική πρόταση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2031. 12. Κάθε παράταση οποιασδήποτε από τις μεταβατικές ρυθμίσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 3, 5 και 9 του παρόντος άρθρου, καθώς και στο άρθρο 495β παράγραφος 1, στο άρθρο 495γ παράγραφος 1 και στο άρθρο 495δ παράγραφος 1, περιορίζεται σε τέσσερα έτη και τεκμηριώνεται με αξιολόγηση ισοδύναμη με εκείνες που αναφέρονται στα εν λόγω άρθρα. 13. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 5 στοιχείο α) σημείο iii) ή στοιχείο β) σημείο ii), και με την επιφύλαξη της παρέκκλισης που καθορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, για ανοίγματα που σταθμίζονται ως προς τον κίνδυνο με τη χρήση της SEC-IRBA ή της προσέγγισης της εσωτερικής αξιολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 4, όταν το μέρος του τυποποιημένου συνολικού σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού ανοίγματος για πιστωτικό κίνδυνο, κίνδυνο απομείωσης αξίας, πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου ή κίνδυνο αγοράς που προκύπτει από τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών υπολογίζεται με τη χρήση της SEC-SA σύμφωνα με το άρθρο 261 ή 262, τα ιδρύματα εφαρμόζουν, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2032, τον ακόλουθο συντελεστή p:
|
|
238) |
Το άρθρο 468 τροποποιείται ως εξής:
|
|
239) |
Στο άρθρο 493, η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:
|
|
240) |
Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 494δ Επαναφορά σε λιγότερο εξελιγμένες προσεγγίσεις Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 149, ένα ίδρυμα μπορεί, από τις 9 Ιουλίου 2024 έως τις 10 Ιουλίου 2027, να επανέλθει σε λιγότερο εξελιγμένες προσεγγίσεις για μία ή περισσότερες από τις κατηγορίες ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 147 παράγραφος 2, εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:
|
|
241) |
Το άρθρο 495 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 495 Αντιμετώπιση των ανοιγμάτων σε μετοχές δυνάμει της προσέγγισης IRB 1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 107 παράγραφος 1, τα ιδρύματα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια να εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB για τον υπολογισμό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού ανοίγματος για ανοίγματα σε μετοχές υπολογίζουν, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2029 και με την επιφύλαξη του άρθρου 495α παράγραφος 3, το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος για κάθε άνοιγμα σε μετοχές για το οποίο τους έχει χορηγηθεί άδεια να εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB ως το υψηλότερο από τα ακόλουθα:
2. Αντί να εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που προβλέπεται στην παράγραφο 1, τα ιδρύματα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια να εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB για τον υπολογισμό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού ανοίγματος για ανοίγματα σε μετοχές μπορούν να εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που καθορίζεται στο άρθρο 133 σε όλα τα ανοίγματά τους σε μετοχές ανά πάσα στιγμή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2029. Όταν τα ιδρύματα εφαρμόζουν το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, οι διατάξεις του άρθρου 495α παράγραφοι 1 και 2 δεν ισχύουν. Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις για επαναφορά στη χρήση λιγότερο εξελιγμένων προσεγγίσεων που καθορίζονται στο άρθρο 149. 3. Τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου υπολογίζουν το ποσό αναμενόμενης ζημίας σύμφωνα με το άρθρο 158 παράγραφος 7, 8 ή 9, κατά περίπτωση, στην έκδοση των εν λόγω παραγράφων που ίσχυε στις 8 Ιουλίου 2024 και εφαρμόζουν το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και το άρθρο 62 στοιχείο δ), κατά περίπτωση, στην έκδοση των εν λόγω στοιχείων που ίσχυε στις 8 Ιουλίου 2024, όταν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου είναι υψηλότερο από το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου. 4. Εάν τα ιδρύματα ζητήσουν άδεια να εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB για τον υπολογισμό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού ανοίγματος για ανοίγματα σε μετοχές, οι αρμόδιες αρχές δεν χορηγούν την εν λόγω άδεια μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2024.». |
|
242) |
Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα: «Άρθρο 495α Μεταβατικές ρυθμίσεις για τα ανοίγματα σε μετοχές 1. Κατά παρέκκλιση από την αντιμετώπιση που προβλέπεται στο άρθρο 133 παράγραφος 3, στα ανοίγματα σε μετοχές αποδίδονται ο υψηλότερος συντελεστής στάθμισης κινδύνου στις 8 Ιουλίου 2024, με ανώτατο όριο 250 %, και οι ακόλουθοι συντελεστές στάθμισης κινδύνου:
2. Κατά παρέκκλιση από την αντιμετώπιση που προβλέπεται στο άρθρο 133 παράγραφος 4, στα ανοίγματα σε μετοχές αποδίδονται ο υψηλότερος συντελεστής στάθμισης κινδύνου στις 8 Ιουλίου 2024 και οι ακόλουθοι συντελεστές στάθμισης κινδύνου:
3. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 133, τα ιδρύματα μπορούν να συνεχίσουν να αποδίδουν τον ίδιο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που εφαρμοζόταν στις 8 Ιουλίου 2024 στα ανοίγματα σε μετοχές, συμπεριλαμβανομένου του μέρους των ανοιγμάτων που δεν έχουν αφαιρεθεί από τα ίδια κεφάλαια σύμφωνα με το άρθρο 471, στην έκδοση του εν λόγω άρθρου που ίσχυε στις 27 Οκτωβρίου 2021, για οντότητες των οποίων ήταν μέτοχοι στις 27 Οκτωβρίου 2021 επί έξι συναπτά έτη και επί των οποίων ασκούν τα ίδια τα ιδρύματα, ή μαζί με το δίκτυο στο οποίο ανήκουν, σημαντική επιρροή ή έλεγχο κατά την έννοια της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, ή των λογιστικών προτύπων στα οποία υπόκειται ένα ίδρυμα δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002, ή ως αποτέλεσμα παρεμφερούς σχέσης μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου ή δικτύου ιδρυμάτων και επιχείρησης, ή όταν ένα ίδρυμα έχει την ικανότητα να διορίζει τουλάχιστον ένα μέλος του διοικητικού οργάνου της οντότητας. Άρθρο 495β Μεταβατικές ρυθμίσεις για τα ανοίγματα ειδικού δανεισμού 1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 161 παράγραφος 4, τα κατώτατα όρια LGD που εφαρμόζονται σε ανοίγματα ειδικού δανεισμού που αντιμετωπίζονται βάσει της προσέγγισης IRB, όταν χρησιμοποιούνται εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD, είναι τα εφαρμοστέα κατώτατα όρια LGD που προβλέπονται στο άρθρο 161 παράγραφος 4, πολλαπλασιαζόμενα επί τους ακόλουθους συντελεστές:
2. Η ΕΑΤ καταρτίζει έκθεση σχετικά με την κατάλληλη βαθμονόμηση των παραμέτρων κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης της παραμέτρου περικοπής, που εφαρμόζονται στα ανοίγματα ειδικού δανεισμού βάσει της προσέγγισης IRB, και ιδίως σχετικά με τις εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD και των κατώτατων ορίων LGD για κάθε ειδική κατηγορία ανοιγμάτων ειδικού δανεισμού, όπως αναφέρονται στο άρθρο 147 παράγραφος 8. Ειδικότερα, η ΕΑΤ περιλαμβάνει στην έκθεσή της δεδομένα σχετικά με τον μέσο αριθμό αθετήσεων και πραγματοποιηθεισών ζημιών που παρατηρήθηκαν στην Ένωση για διάφορα δείγματα ιδρυμάτων με διαφορετικά επιχειρηματικά προφίλ και προφίλ κινδύνου. Η ΕΑΤ συνιστά ειδικές βαθμονομήσεις των παραμέτρων κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης της παραμέτρου περικοπής, που θα αποτυπώνει το ειδικό και διαφορετικό προφίλ κινδύνου για κάθε συγκεκριμένη κατηγορία ανοιγμάτων ειδικού δανεισμού. Η ΕΑΤ υποβάλλει την έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2026. Με βάση την έκθεση αυτή και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα σχετικά διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η BCBS, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027. 3. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 122α παράγραφος 3 στοιχείο α), στα ανοίγματα ειδικού δανεισμού που αναφέρονται στο συγκεκριμένο στοιχείο, για τα οποία δεν διατίθεται άμεσα εφαρμοστέα πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ, μπορεί, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2032, να αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 80 %, όταν δεν εφαρμόζεται η προσαρμογή στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για πιστωτικό κίνδυνο που αναφέρεται στο άρθρο 501α και το άνοιγμα θεωρείται υψηλής ποιότητας λαμβανομένων υπόψη όλων των ακόλουθων κριτηρίων:
4. Η ΕΑΤ καταρτίζει έκθεση στην οποία αναλύονται τα ακόλουθα:
Η ΕΑΤ υποβάλλει την έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2030. Με βάση την έκθεση αυτή και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα σχετικά διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η BCBS, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2031. Άρθρο 495γ Μεταβατικές ρυθμίσεις για τα ανοίγματα σε μίσθωση ως τεχνική μείωσης του πιστωτικού κινδύνου 1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 230, η εφαρμοστέα τιμή του Hc που αντιστοιχεί σε “άλλες εμπράγματες εξασφαλίσεις” για τα ανοίγματα που αναφέρονται στο άρθρο 199 παράγραφος 7, όταν το μισθωμένο περιουσιακό στοιχείο αντιστοιχεί σε χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία του είδους “άλλες εμπράγματες εξασφαλίσεις”, είναι η τιμή του Hc για “άλλες εμπράγματες εξασφαλίσεις” που προβλέπεται στο άρθρο 230 παράγραφος 2 πίνακας 1, πολλαπλασιαζόμενη επί τους ακόλουθους συντελεστές:
2. Η ΕΑΤ καταρτίζει έκθεση σχετικά με τις κατάλληλες βαθμονομήσεις των παραμέτρων κινδύνου που συνδέονται με τα ανοίγματα μίσθωσης βάσει της προσέγγισης IRB, και των συντελεστών στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με την τυποποιημένη προσέγγιση και ιδίως σχετικά με την LGDs και την Hc που προβλέπονται στο άρθρο 230. Ειδικότερα, η ΕΑΤ περιλαμβάνει στην έκθεσή της δεδομένα σχετικά με τον μέσο αριθμό αθετήσεων και πραγματοποιηθεισών ζημιών που παρατηρήθηκαν στην Ένωση για ανοίγματα που συνδέονται με διάφορα είδη μισθωμένων ακινήτων και διάφορα είδη ιδρυμάτων που ασκούν δραστηριότητες μίσθωσης. Η ΕΑΤ υποβάλλει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2027. Με βάση την έκθεση αυτή και λαμβάνοντας υπόψη τα διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η BCBS, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2028. Άρθρο 495δ Μεταβατικές ρυθμίσεις για τις άνευ όρων ακυρώσιμες πιστοδοτήσεις 1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 111 παράγραφος 2, τα ιδρύματα υπολογίζουν την αξία ανοίγματος ενός στοιχείου εκτός ισολογισμού υπό τη μορφή άνευ όρων ακυρώσιμων πιστοδοτήσεων πολλαπλασιάζοντας το ποσοστό που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο επί τους ακόλουθους συντελεστές:
2. Η ΕΑΤ καταρτίζει έκθεση στην οποία αξιολογεί αν η παρέκκλιση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) θα πρέπει να παραταθεί πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2032 και προσδιορίζει, εφόσον απαιτείται, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα πρέπει να διατηρηθεί η εν λόγω παρέκκλιση. Η ΕΑΤ υποβάλλει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2028. Με βάση την έκθεση αυτή και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα σχετικά διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η BCBS και τον αντίκτυπο των εν λόγω προτύπων στην χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2031. Άρθρο 495ε Μεταβατικές ρυθμίσεις για την πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 138 στοιχείο ζ), οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ σχετικά με ίδρυμα που πληροί παραδοχές περί έμμεσης κρατικής στήριξης έως τις 31 Δεκεμβρίου 2029. Άρθρο 495στ Μεταβατικές ρυθμίσεις για τις απαιτήσεις αναπροσαρμογής της αξίας ακινήτων Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 229 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ) για ανοίγματα εξασφαλισμένα με ακίνητα κατοικίας ή με εμπορικά ακίνητα χορηγηθέντα πριν από την 1η Ιανουαρίου 2025, τα ιδρύματα μπορούν να συνεχίσουν να αποτιμούν την αξία των ακινήτων κατοικίας ή των εμπορικών ακινήτων στην αγοραία αξία ή σε χαμηλότερη αξία, ή, στα κράτη μέλη τα οποία έχουν προβλέψει στις νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις τους αυστηρά κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου, στην αξία του ενυπόθηκου ακινήτου, έως ότου απαιτηθεί επανεξέταση της αξίας του ακινήτου σύμφωνα με το άρθρο 208 παράγραφος 3, ή στις 31 Δεκεμβρίου 2027, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη. Άρθρο 495ζ Μεταβατικές ρυθμίσεις για ορισμένα συστήματα δημοσίων εγγυήσεων Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 183 παράγραφος 1 και το άρθρο 213 παράγραφος 1, εγγύηση που μπορεί να ακυρωθεί σε περίπτωση απάτης του οφειλέτη ή της οποίας η έκταση της πιστωτικής προστασίας μπορεί να μειωθεί σε μια τέτοια περίπτωση θεωρείται ότι πληροί τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 183 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και στο άρθρο 213 παράγραφος 1 στοιχείο γ) όταν η εγγύηση παρασχέθηκε από οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 214 παράγραφος 2 στοιχείο α) το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2024. Άρθρο 495η Μεταβατικές ρυθμίσεις για τη χρήση της προσέγγισης των εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων για τον κίνδυνο αγοράς Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 325νβ παράγραφος 2 στοιχείο δ), τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν, έως την 1η Ιανουαρίου 2026, την προσέγγιση εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων προκειμένου να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους για τον κίνδυνο αγοράς για μονάδες διαπραγμάτευσης που δεν πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 325νθ.». |
|
243) |
Το άρθρο 500 τροποποιείται ως εξής:
|
|
244) |
Το άρθρο 500α τροποποιείται ως εξής:
|
|
245) |
Το άρθρο 500γ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 500γ Εξαίρεση υπερβάσεων από τον υπολογισμό του πρόσθετου συντελεστή δυνάμει δοκιμαστικού εκ των υστέρων ελέγχου λόγω της πανδημίας COVID-19 Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 325νη, οι αρμόδιες αρχές δύνανται, σε εξαιρετικές περιστάσεις και σε μεμονωμένες περιπτώσεις, να επιτρέψουν σε ιδρύματα να εξαιρέσουν από τον υπολογισμό του πρόσθετου συντελεστή που καθορίζεται στο άρθρο 325νη τις υπερβάσεις που αποδεικνύονται από τον δοκιμαστικό εκ των υστέρων έλεγχο του ιδρύματος επί των υποθετικών ή των πραγματικών μεταβολών, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω υπερβάσεις δεν προκύπτουν από ελλείψεις στο εσωτερικό υπόδειγμα και υπό την προϋπόθεση ότι σημειώθηκαν μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2020 και της 31ης Δεκεμβρίου 2021.». |
|
246) |
Στο άρθρο 501 παράγραφος 2, τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
247) |
Στο άρθρο 501α, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:
|
|
248) |
Το άρθρο 501γ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 501γ Προληπτική αντιμετώπιση ανοιγμάτων σε περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς παράγοντες 1. Κατόπιν διαβούλευσης με το ΕΣΣΚ, η ΕΑΤ εκτιμά, με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, κατά πόσον θα πρέπει να προσαρμοστεί η ειδική προληπτική αντιμετώπιση ανοιγμάτων σχετιζόμενων με στοιχεία ενεργητικού ή υποχρεώσεις, που υφίστανται επιπτώσεις από περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς παράγοντες. Ειδικότερα, η ΕΑΤ εκτιμά:
2. Η ΕΑΤ υποβάλλει διαδοχικές εκθέσεις με τα πορίσματά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή έως τις ακόλουθες ημερομηνίες:
Βάσει των εν λόγω εκθέσεων ΕΑΤ, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.». |
|
249) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 501δ Μεταβατικές διατάξεις σχετικά με την προληπτική αντιμετώπιση των κρυπτοστοιχείων 1. Έως τις 30 Ιουνίου 2025, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τη θέσπιση ειδικής προληπτικής αντιμετώπισης των ανοιγμάτων σε κρυπτοστοιχεία, λαμβάνοντας υπόψη τα διεθνή πρότυπα και τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114. Η εν λόγω νομοθετική πρόταση περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
2. Έως την ημερομηνία εφαρμογής της νομοθετικής πράξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τα ιδρύματα υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους για ανοίγματα σε κρυπτοστοιχεία ως εξής:
Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο στοιχείο α), στα ανοίγματα σε κρυπτοστοιχεία σε παραδοσιακά στοιχεία ενεργητικού σε μάρκες, των οποίων οι αξίες εξαρτώνται από οποιαδήποτε άλλα κρυπτοστοιχεία, εφαρμόζεται το στοιχείο γ). 3. Η αξία του συνολικού ανοίγματος ενός ιδρύματος σε κρυπτοστοιχεία πλην των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) δεν υπερβαίνει το 1 % του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 του ιδρύματος. 4. Ίδρυμα που υπερβαίνει το όριο που καθορίζεται στην παράγραφο 3 ενημερώνει αμέσως την αρμόδια αρχή για την παραβίαση και αποδεικνύει με τρόπο ικανοποιητικό για την αρμόδια αρχή την έγκαιρη αποκατάσταση της συμμόρφωσης. 5. Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινιστούν τα τεχνικά στοιχεία που απαιτούνται ώστε τα ιδρύματα να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους σύμφωνα με τις προσεγγίσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 2 στοιχεία β) και γ), συμπεριλαμβανομένου του τρόπου υπολογισμού της αξίας των ανοιγμάτων και του τρόπου συγκέντρωσης των θετικών και των αρνητικών ανοιγμάτων για τους σκοπούς των παραγράφων 2 και 3. Κατά την κατάρτιση των εν λόγω σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, η ΕΑΤ λαμβάνει υπόψη τα συναφή διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα προληπτικής εποπτείας που έχει αναπτύξει η BCBS, καθώς και τις υφιστάμενες άδειες λειτουργίας στην Ένωση δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114. Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2025. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. 6. Για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων τους για ανοίγματα σε κρυπτοστοιχεία, τα ιδρύματα δεν εφαρμόζουν την αφαίρεση που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο β).». |
|
250) |
Τα άρθρα 505 και 506 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 505 Επανεξέταση της χρηματοδότησης της γεωργίας 1. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2030, η ΕΑΤ καταρτίζει έκθεση σχετικά με τον αντίκτυπο των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού στη χρηματοδότηση της γεωργίας, μεταξύ άλλων σχετικά με τα ακόλουθα:
2. Λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση ΕΑΤ που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Κατά περίπτωση, η εν λόγω έκθεση συνοδεύεται από νομοθετική πρόταση για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού προκειμένου να μετριαστούν οι αρνητικές επιπτώσεις του στη χρηματοδότηση της γεωργίας. 3. Η ΕΑΤ καταρτίζει επίσης ενδιάμεση έκθεση σχετικά με τον αντίκτυπο των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού στη χρηματοδότηση της γεωργίας έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027. Άρθρο 506 Πιστωτικός κίνδυνος — ασφάλιση πιστώσεων Έως τις 30 Ιουνίου 2024, η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΑΕΣ, υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με την επιλεξιμότητα και τη χρήση ασφαλιστηρίων συμβολαίων πιστώσεων ως τεχνικής μείωσης του πιστωτικού κινδύνου, μεταξύ άλλων σχετικά με:
Βάσει της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την τροποποίηση της αντιμετώπισης που εφαρμόζεται στην ασφάλιση πιστώσεων που αναφέρεται στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024. (*15) Κανονισμός (ΕΕ) 2018/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018, για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ L 150 της 14.6.2018, σ. 1).»." |
|
251) |
Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα: «Άρθρο 506γ Πιστωτικός κίνδυνος — αλληλεπίδραση μεταξύ των μειώσεων του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 και των παραμέτρων πιστωτικού κινδύνου Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τη συνέπεια μεταξύ της τρέχουσας μέτρησης του πιστωτικού κινδύνου και των επιμέρους παραμέτρων πιστωτικού κινδύνου και σχετικά με την αντιμετώπιση ενδεχόμενων προσαρμογών για τον σκοπό του υπολογισμού του ελλείμματος ή του πλεονάσματος IRB, όπως αναφέρεται στο άρθρο 159, καθώς και σχετικά με τη συνέπειά της με τον προσδιορισμό της αξίας ανοίγματος σύμφωνα με το άρθρο 166 και με την εκτίμηση της LGD. Η έκθεση εξετάζει τη μέγιστη δυνατή οικονομική ζημία που προκύπτει από ένα γεγονός αθέτησης, καθώς και την επιτευχθείσα κάλυψη όσον αφορά μειώσεις κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, λαμβάνοντας υπόψη ενδεχόμενες μειώσεις κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που βασίζονται σε λογιστικοποίηση, μεταξύ άλλων από αναμενόμενες πιστωτικές ζημίες ή προσαρμογές εύλογης αξίας, και ενδεχόμενες μειώσεις αξίας επί των ληφθέντων ανοιγμάτων, καθώς και τις επιπτώσεις τους στις κανονιστικές αφαιρέσεις. Άρθρο 506δ Προληπτική μεταχείριση τιτλοποίησης 1. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ, υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με την προληπτική αντιμετώπιση των συναλλαγών τιτλοποίησης, κάνοντας διάκριση μεταξύ των διαφόρων ειδών τιτλοποιήσεων, συμπεριλαμβανομένων των σύνθετων τιτλοποιήσεων, μεταξύ μεταβιβαζουσών οντοτήτων και επενδυτών, και μεταξύ συναλλαγών STS και μη STS. 2. Ειδικότερα, η ΕΑΤ παρακολουθεί τη χρήση της μεταβατικής ρύθμισης που αναφέρεται στο άρθρο 465 παράγραφος 13 και εκτιμά τον βαθμό στον οποίο η εφαρμογή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων στα ανοίγματα τιτλοποίησης θα επηρεάσει τη μείωση κεφαλαίων που επιτυγχάνουν τα μεταβιβάζοντα ιδρύματα σε συναλλαγές για τις οποίες έχει αναγνωριστεί σημαντική μεταφορά κινδύνου, θα μειώσει υπερβολικά την ευαισθησία κινδύνου και θα επηρεάσει την οικονομική βιωσιμότητα νέων συναλλαγών τιτλοποίησης. Σε τέτοιες περιπτώσεις μείωσης των ευαισθησιών κινδύνου, η ΕΑΤ μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο να προτείνει την προς τα κάτω αναπροσαρμογή των παραγόντων μη ουδετερότητας για συναλλαγές για τις οποίες έχει αναγνωριστεί σημαντική μεταφορά κινδύνου. Η ΕΑΤ εκτιμά επίσης τη καταλληλότητα των παραγόντων μη ουδετερότητας στο πλαίσιο τόσο της SEC-SA όσο και της SEC-IRBA, λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό πιστωτικών αποδόσεων των συναλλαγών τιτλοποίησης στην Ένωση και τους μειωμένους κινδύνους υποδείγματος και διαμεσολάβησης του πλαισίου τιτλοποίησης. 3. Με βάση την έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η BCBS, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027. Άρθρο 506ε Αναγνώριση μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας με εφαρμογή ανώτατου ή κατώτατου ορίου 1. Έως τις 10 Ιουλίου 2026, η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τα ακόλουθα:
2. Στην έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η ΕΑΤ αξιολογεί ιδίως τα ακόλουθα:
Βάσει της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027. Άρθρο 506στ Προληπτική αντιμετώπιση των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων Έως τις 10 Ιουλίου 2026, η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τον αντίκτυπο του νέου πλαισίου για τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων όσον αφορά τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αποδίδονται στις αντίστοιχες συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων οι οποίες είναι εκ φύσεως πολύ βραχυπρόθεσμες δραστηριότητες, με ιδιαίτερη έμφαση στον δυνητικό αντίκτυπό του στις αγορές κρατικών χρεωστικών τίτλων όσον αφορά την ικανότητα και το κόστος ειδικής διαπραγμάτευσης. Η ΕΑΤ αξιολογεί κατά πόσον είναι σκόπιμη η αναπροσαρμογή των σχετικών συντελεστών στάθμισης κινδύνου στην τυποποιημένη προσέγγιση, δεδομένων των συναφών κινδύνων όσον αφορά τις βραχυπρόθεσμες ληκτότητες, ιδίως για τις υπολειπόμενες ληκτότητες κάτω του ενός έτους. Βάσει της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027.». |
|
252) |
Στο άρθρο 514 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «2. Με βάση την έκθεση ΕΑΤ που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την εφαρμογή σε τρίτες χώρες των διεθνώς συμφωνημένων προτύπων που έχει αναπτύξει η BCBS, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την τροποποίηση των προσεγγίσεων που καθορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 6 τμήματα 3, 4 και 5.». |
|
253) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 518γ Επανεξέταση του πλαισίου για τις προληπτικές απαιτήσεις Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2028, η Επιτροπή αξιολογεί τη συνολική κατάσταση του τραπεζικού συστήματος στην ενιαία αγορά, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ και την ΕΚΤ, και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την καταλληλότητα του κανονιστικού και του εποπτικού πλαισίου της Ένωσης για τον τραπεζικό τομέα. Η εν λόγω έκθεση καταγράφει τις μεταρρυθμίσεις στον τραπεζικό τομέα που πραγματοποιήθηκαν μετά τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση και αξιολογεί αν αυτές διασφαλίζουν επαρκές επίπεδο προστασίας των καταθετών και κατοχυρώνουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε επίπεδο κρατών μελών, τραπεζικής ένωσης και Ένωσης. Η έκθεση εξετάζει επίσης όλες τις διαστάσεις της τραπεζικής ένωσης, καθώς και την εφαρμογή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων ως μέρος των κεφαλαιακών απαιτήσεων και των απαιτήσεων ρευστότητας γενικότερα. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή λαμβάνει δεόντως υπόψη τις συναφείς δηλώσεις και συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σχετικά με την τραπεζική ένωση.». |
|
254) |
Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα: «Άρθρο 519δ Πλαίσιο κατώτατου ορίου για τις ελάχιστες περικοπές για συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων 1. Η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ, υποβάλλει, έως τις 10 Ιανουαρίου 2027, έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με την καταλληλότητα της εφαρμογής στην ενωσιακή νομοθεσία του πλαισίου κατώτατων ορίων για τις ελάχιστες περικοπές για τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων για την αντιμετώπιση της πιθανής συσσώρευσης μόχλευσης εκτός του τραπεζικού τομέα. 2. Η έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εξετάζει όλα τα ακόλουθα:
3. Με βάση την έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη σύσταση του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για την εφαρμογή του πλαισίου κατώτατων ορίων για τις ελάχιστες περικοπές για τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων, καθώς και τα σχετικά διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η BCBS, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 10 Ιανουαρίου 2028. Άρθρο 519ε Λειτουργικός κίνδυνος Έως τις 10 Ιανουαρίου 2028, η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τα ακόλουθα:
Βάσει της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 10 Ιανουαρίου 2029. Άρθρο 519στ Αναλογικότητα Η ΕΑΤ καταρτίζει έκθεση με την οποία αξιολογεί το συνολικό πλαίσιο προληπτικής εποπτείας για τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα, και ειδικότερα:
Κατά την εξέταση επιλογών για αλλαγές στο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας, η ΕΑΤ βασίζεται στη γενική αρχή ότι οι οιεσδήποτε απλουστευμένες απαιτήσεις πρέπει να είναι πιο συντηρητικές. Η ΕΑΤ υποβάλλει την εν λόγω έκθεση στην Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027.». |
|
255) |
Το παράρτημα I αντικαθίσταται από το κείμενο του παραρτήματος του παρόντος κανονισμού. |
Άρθρο 2
Έναρξη ισχύος και εφαρμογή
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2025.
Ωστόσο, τα ακόλουθα σημεία του άρθρου 1 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται από τις 9 Ιουλίου 2024: σημείο 1) στοιχείο α) σημείο iv)· σημείο 1) στοιχείο β)· σημεία 2), 3) και 4)· σημείο 6) στοιχείο στ)· σημείο 8) στοιχείο γ)· σημείο 11) αναφορικά με το άρθρο 34 παράγραφος 4 του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 30) στοιχείο δ)· σημείο 34) αναφορικά με το άρθρο 104 παράγραφος 9 του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 35) στοιχείο a)· σημείο 37 αναφορικά με το άρθρο 104γ παράγραφος 4 του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 42) αναφορικά με το άρθρο 111 παράγραφος 8 του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 52) αναφορικά με το άρθρο 122a παράγραφος 4 του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 53) αναφορικά με το άρθρο 123 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 55) αναφορικά με το άρθρο 124 παράγραφοι 11, 12 και 14 του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 56) αναφορικά με το άρθρο 126a παράγραφος 3 του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013· σημεία 57) και 65)· σημείο 70) στοιχείο γ) αναφορικά με το άρθρο 143 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 71) στοιχείο β· σημείο 72) σημείο i)· σημείο 78) στοιχείο ε)· σημείο 81)· σημείο 98) στοιχείο β)· σημείο 102) στοιχείο δ)· σημείο 104) στοιχείο γ)· σημείο 105) στοιχείο γ)· σημείο 106) στοιχείο ε)· σημείο 135) στοιχείο γ)· σημείο 152) στοιχείο β) σημείο ii)· σημείο 155) αναφορικά με το άρθρο 314 παράγραφοι 9 και 10, το άρθρο 315 παράγραφος 3, το άρθρο 316 παράγραφος 3, το άρθρο 317 παράγραφοι 9 και 10, το άρθρο 320 παράγραφος 3, το άρθρο 321 παράγραφος 2 και το άρθρο 323 παράγραφος 2 του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 156) στοιχείο β)· σημείο 159) στοιχείο γ) αναφορικά με το άρθρο 325γ παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 160) στοιχείο γ) αναφορικά με το άρθρο 325ι παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 164) στοιχείο β)· σημείο 178) στοιχείο ε)· σημείο 180)· σημείο 182) στοιχείο δ)· σημείο 183) στοιχείο γ)· σημείο 184) στοιχείο β) σημείο iii)· σημείο 198) στοιχείο γ)· σημείο 201) αναφορικά με το άρθρο 383a παράγραφοι 4 και 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 204)· σημείο 205) στοιχείο β) σημείο i)· σημείο 214) στοιχεία α) και γ)· σημεία 222) και 223)· σημείο 229) αναφορικά με το άρθρο 449a παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· σημεία 232), 235), 236) και 238)· σημείο 239) στοιχείο α)· σημείο 242) αναφορικά με το άρθρο 495β παράγραφοι 2 και 4 και το άρθρο 495γ παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· σημεία 243), 244), 248) και 249)· σημείο 250) αναφορικά με το άρθρο 506 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 251) αναφορικά με τα άρθρα 506ε και 506στ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· σημεία 252), 253) και 254).
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 31 Μαΐου 2024.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Η Πρόεδρος
R. METSOLA
Για το Συμβούλιο
Η Πρόεδρος
H. LAHBIB
(1) ΕΕ C 233 της 16.6.2022, σ. 14.
(2) ΕΕ C 290 της 29.7.2022, σ. 40.
(3) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Απριλίου 2024 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 30ής Μαΐου 2024.
(4) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).
(5) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).
(6) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 48).
(7) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84).
(8) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 1).
(9) Κανονισμός (ΕΕ) 2019/876 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τον δείκτη μόχλευσης, τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, τον κίνδυνο αγοράς, τα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα ανοίγματα έναντι οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης, καθώς και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 150 της 7.6.2019, σ. 1).
(10) ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.
(11) Κανονισμός (ΕΕ) 2019/630 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2019, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά την ελάχιστη κάλυψη ζημιών για τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (ΕΕ L 111 της 25.4.2019, σ. 4).
(12) Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 2021, για τη θέσπιση πλαισίου με στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 401/2009 και (ΕΕ) 2018/1999 («ευρωπαϊκό νομοθέτημα για το κλίμα») (ΕΕ L 243 της 9.7.2021, σ. 1).
(13) Κανονισμός (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2020, σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 (ΕΕ L 198 της 22.6.2020, σ. 13).
(14) Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και των οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (ΕΕ L 150 της 9.6.2023, σ. 40).
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
Ταξινόμηση των εκτός ισολογισμού στοιχείων
|
Κλιμάκιο |
Στοιχεία |
||||||||||||
|
1 |
|
||||||||||||
|
2 |
|
||||||||||||
|
3 |
|
||||||||||||
|
4 |
|
||||||||||||
|
5 |
|
ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1623/oj
ISSN 1977-0669 (electronic edition)