European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά L


2024/1623

19.6.2024

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2024/1623 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 31ης Μαΐου 2024

για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τις απαιτήσεις για τον πιστωτικό κίνδυνο, τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης, τον λειτουργικό κίνδυνο, τον κίνδυνο αγοράς και το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Μετά τη διαβίβαση του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (1),

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (2),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (3),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Θέλοντας να αντιμετωπίσει την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009, η Ένωση δρομολόγησε εκτενή μεταρρύθμιση του πλαισίου προληπτικής εποπτείας των ιδρυμάτων, όπως ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), με στόχο τη μεγαλύτερη ανθεκτικότητα του τραπεζικού τομέα της Ένωσης. Ένα από τα κύρια στοιχεία της μεταρρύθμισης ήταν η νομική εφαρμογή των διεθνών προτύπων που συμφωνήθηκαν το 2010 από την Επιτροπή της Βασιλείας για την Τραπεζική Εποπτεία (ΕΒΤΕ), και συγκεκριμένα της λεγόμενης «μεταρρύθμισης της Βασιλείας III» και των προτύπων της Βασιλείας III. Χάρη στη μεταρρύθμιση αυτή, ο τραπεζικός τομέας της Ένωσης είχε ανθεκτική βάση όταν ενέσκηψε η κρίση της COVID-19. Ωστόσο, αν και το συνολικό επίπεδο κεφαλαίων στα ιδρύματα στην Ένωση είναι πλέον γενικά ικανοποιητικό, ορισμένα από τα προβλήματα που διαπιστώθηκαν μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση μένουν προς επίλυση.

(2)

Για να αντιμετωπιστούν αυτά τα προβλήματα, να επιτευχθεί ασφάλεια δικαίου και να σηματοδοτηθεί η δέσμευση της Ένωσης έναντι των διεθνών της εταίρων στη G20, έχει ύψιστη σημασία να ενσωματωθούν πλήρως στο ενωσιακό δίκαιο τα στοιχεία της μεταρρύθμισης της Βασιλείας III που συμφωνήθηκαν το 2017 («οριστικοποιημένο πλαίσιο της Βασιλείας III») και παραμένουν εκκρεμή. Την ίδια στιγμή, η εν λόγω ενσωμάτωση θα πρέπει να αποφύγει τη σημαντική αύξηση στις γενικές κεφαλαιακές απαιτήσεις για το τραπεζικό σύστημα της Ένωσης στο σύνολό του και να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες της οικονομίας της Ένωσης. Όπου είναι εφικτό, θα πρέπει να εφαρμοστούν προσαρμογές των διεθνών προτύπων σε μεταβατική βάση. Θα πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε τα ιδρύματα της Ένωσης να μην περιέλθουν σε μειονεκτική θέση όσον αφορά τον ανταγωνισμό, ιδίως στον τομέα των δραστηριοτήτων διαπραγμάτευσης, όπου τα εν λόγω ιδρύματα ανταγωνίζονται ευθέως τους διεθνείς ομολόγους τους. Επιπλέον, με τη νομική εφαρμογή του οριστικοποιημένου πλαισίου της Βασιλείας III, η Ένωση ολοκληρώνει μια δεκαετή διαδικασία μεταρρυθμίσεων. Στο πλαίσιο αυτό, η Ένωση θα πρέπει να διενεργήσει συνολική αξιολόγηση του τραπεζικού της συστήματος, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις σχετικές διαστάσεις. Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εκπόνηση συνολικής επανεξέτασης του πλαισίου για τις προληπτικές και εποπτικές απαιτήσεις. Η εν λόγω επανεξέταση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα ποικίλα είδη εταιρικών μορφών, δομών και επιχειρηματικών μοντέλων σε ολόκληρη την Ένωση. Η εν λόγω επανεξέταση θα πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τη νομική εφαρμογή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων ως μέρους των κανόνων προληπτικής εποπτείας περί κεφαλαίων και ρευστότητας, καθώς και το επίπεδο της εφαρμογής του. Η επανεξέταση θα πρέπει να αξιολογεί κατά πόσον το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων και το επίπεδο εφαρμογής του διασφαλίζουν επαρκές επίπεδο προστασίας των καταθετών και διαφυλάσσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ένωση, λαμβάνοντας υπόψη και τις δύο προαναφερόμενες πτυχές σε ολόκληρη την Ένωση, και τις εξελίξεις ως προς όλες τις διαστάσεις της τραπεζικής ένωσης. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή λαμβάνει δεόντως υπόψη τις συναφείς δηλώσεις και συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σχετικά με την τραπεζική ένωση.

(3)

Στις 27 Ιουνίου 2023 η Επιτροπή ανέλαβε να διενεργήσει συνολική, δίκαιη και ισορροπημένη αξιολόγηση της κατάστασης του τραπεζικού συστήματος και των ισχυόντων ρυθμιστικών και εποπτικών πλαισίων στην ενιαία αγορά. Κατά την αξιολόγηση θα λάβει υπόψη τον αντίκτυπο των τροποποιήσεων που ο παρών κανονισμός επιφέρει στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, καθώς και την κατάσταση της τραπεζικής ένωσης ως προς όλες της τις διαστάσεις. Μεταξύ των ζητημάτων που θα αναλύσει, η Επιτροπή θα εξετάσει τη νομική εφαρμογή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένου του επιπέδου εφαρμογής του. Θα διενεργήσει την εν λόγω αξιολόγηση με βάση στοιχεία της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) (ΕΑΤ) που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5), καθώς και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του ενιαίου εποπτικού μηχανισμού, και θα διαβουλεύεται με τα ενδιαφερόμενα μέρη για να διασφαλίσει ότι λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι διάφορες οπτικές. Η Επιτροπή θα υποβάλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση βασιζόμενη στην εν λόγω έκθεση.

(4)

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 προβλέπει δυνατότητα των ιδρυμάτων να υπολογίζουν τις απαιτήσεις τους για ίδια κεφάλαια χρησιμοποιώντας είτε τυποποιημένες προσεγγίσεις είτε προσεγγίσεις εσωτερικών υποδειγμάτων. Οι τυποποιημένες προσεγγίσεις απαιτούν από τα ιδρύματα να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων χρησιμοποιώντας σταθερές παραμέτρους, που βασίζονται σε σχετικά συντηρητικές παραδοχές και καθορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Οι προσεγγίσεις εσωτερικών υποδειγμάτων, οι οποίες πρέπει να εγκρίνονται από τις αρμόδιες αρχές, παρέχουν τη δυνατότητα στα ιδρύματα να εκτιμούν μόνα τους τις περισσότερες ή όλες τις παραμέτρους που απαιτούνται για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων. Η ΕΒΤΕ αποφάσισε τον Δεκέμβριο του 2017 να θεσπίσει αθροιστικό κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων. Η απόφαση αυτή βασίστηκε σε ανάλυση που πραγματοποιήθηκε στον απόηχο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009, η οποία αποκάλυψε ότι τα εσωτερικά υποδείγματα τείνουν να υποτιμούν τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένα τα ιδρύματα, ιδίως για ορισμένα είδη ανοιγμάτων και κινδύνων και, ως εξ αυτού, να δίνουν ως αποτέλεσμα ανεπαρκείς απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων. Σε σύγκριση με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που υπολογίζονται χρησιμοποιώντας τις τυποποιημένες προσεγγίσεις, τα εσωτερικά υποδείγματα δίνουν, κατά μέσο όρο, χαμηλότερες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τα ίδια ανοίγματα.

(5)

Το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων αποτελεί ένα από τα κομβικά μέτρα της μεταρρύθμισης της Βασιλείας III. Επιδιώκει να περιορίσει την αδικαιολόγητη μεταβλητότητα στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που υπολογίζονται βάσει των εσωτερικών υποδειγμάτων, και την υπερβολική μείωση κεφαλαίων που μπορεί να προκύψει για ένα ίδρυμα το οποίο χρησιμοποιεί εσωτερικά υποδείγματα έναντι ιδρύματος που χρησιμοποιεί τις τυποποιημένες προσεγγίσεις. Ορίζοντας κατώτατο όριο στις απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια που προκύπτουν από τα εσωτερικά υποδείγματα των ιδρυμάτων ίσο με το 72,5 % των απαιτήσεων για ίδια κεφάλαια που θα ίσχυαν εάν τα εν λόγω ιδρύματα χρησιμοποιούσαν τις τυποποιημένες προσεγγίσεις, το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων περιορίζει τον κίνδυνο υπερβολικής μείωσης κεφαλαίων. Για τον σκοπό αυτό, τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν εσωτερικά υποδείγματα θα πρέπει να υπολογίζουν δύο σειρές συνολικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων, με κάθε σειρά να αθροίζει όλες τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων χωρίς διπλή καταμέτρηση. Η συνεπής εφαρμογή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων θα αυξήσει τη συγκρισιμότητα των δεικτών κεφαλαίου των ιδρυμάτων, θα αποκαταστήσει την αξιοπιστία των εσωτερικών υποδειγμάτων και θα εξασφαλίσει ίσους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των ιδρυμάτων που χρησιμοποιούν διαφορετικές προσεγγίσεις για τον υπολογισμό των απαιτήσεών τους για ίδια κεφάλαια.

(6)

Προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα ίδια κεφάλαια επιμερίζονται σωστά και είναι διαθέσιμα για την προστασία των καταθέσεων όταν χρειάζεται, το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων θα πρέπει να ισχύει σε όλα τα επίπεδα ενοποίησης, εκτός εάν ένα κράτος μέλος θεωρεί ότι ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματικά με άλλους τρόπους, ιδίως σε ό,τι αφορά ομίλους, όπως οι συνεταιριστικοί όμιλοι με κεντρικό οργανισμό και συνδεδεμένα ιδρύματα που βρίσκονται σε αυτό το κράτος μέλος. Σε αυτές τις περιπτώσεις ένα κράτος μέλος θα πρέπει να μπορεί να αποφασίσει να μην εφαρμόζει το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων σε ατομική ή υποενοποιημένη βάση σε ιδρύματα σε αυτό το κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι, στο ανώτατο επίπεδο ενοποίησης σε αυτό το κράτος μέλος, το μητρικό ίδρυμα των εν λόγω ιδρυμάτων σε αυτό το κράτος μέλος συμμορφώνεται με το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων με βάση την ενοποιημένη του κατάσταση.

(7)

Η ΕΒΤΕ διαπίστωσε ότι η τρέχουσα τυποποιημένη προσέγγιση για τον πιστωτικό κίνδυνο (ΤΠ-ΠΚ) είναι ανεπαρκής όσον αφορά την ευαισθησία της έναντι κινδύνων σε διάφορους τομείς, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα ανακριβείς ή ακατάλληλες —είτε πολύ υψηλές είτε πολύ χαμηλές — μετρήσεις του πιστωτικού κινδύνου και, ως εκ τούτου, των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων. Οι διατάξεις που αφορούν την ΤΠ-ΠΚ θα πρέπει, ως εκ τούτου, να αναθεωρηθούν προκειμένου να αυξηθεί η ευαισθησία της εν λόγω προσέγγισης έναντι κινδύνων σε βασικές πτυχές.

(8)

Για τα διαβαθμισμένα ανοίγματα έναντι άλλων ιδρυμάτων, ορισμένοι από τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου θα πρέπει να βαθμονομηθούν εκ νέου σύμφωνα με τα πρότυπα της Βασιλείας III. Επιπροσθέτως, η αντιμετώπιση όσον αφορά τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τα μη διαβαθμισμένα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από υψηλότερο επίπεδο λεπτομέρειας και να αποσυνδεθεί από τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται στην κεντρική κυβέρνηση του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο το δανειοληπτικό ίδρυμα, καθώς δεν θα πρέπει να τεκμαίρεται πλέον η έμμεση κρατική στήριξη αυτών των ιδρυμάτων.

(9)

Για τα δανειακά ανοίγματα μειωμένης εξασφάλισης και τα εξομοιούμενα με αυτά από την άποψη της προληπτικής εποπτείας, καθώς και για τα ανοίγματα σε μετοχές, απαιτείται πιο αυστηρή αντιμετώπιση των συντελεστών στάθμισης κινδύνου, με υψηλότερο επίπεδο λεπτομέρειας, προκειμένου να αποτυπώνεται ο υψηλότερος κίνδυνος ζημιών των δανειακών ανοιγμάτων μειωμένης εξασφάλισης και των ανοιγμάτων σε μετοχές έναντι των ανοιγμάτων σε χρεωστικούς τίτλους και να αποτρέπονται φαινόμενα ρυθμιστικού αρμπιτράζ μεταξύ χαρτοφυλακίου συναλλαγών και χαρτοφυλακίου που δεν αφορά συναλλαγές. Τα ιδρύματα στην Ένωση κατέχουν παλαιόθεν στρατηγικές επενδύσεις στο μετοχικό κεφάλαιο χρηματοπιστωτικών και μη χρηματοπιστωτικών εταιρειών. Δεδομένου ότι ο συνήθης συντελεστής στάθμισης κινδύνου για τα ανοίγματα σε μετοχές αυξάνει στη διάρκεια μεταβατικής περιόδου πέντε ετών, για τις υπάρχουσες στρατηγικές μετοχικές κεφαλαιακές τοποθετήσεις σε επιχειρήσεις και σε ορισμένες ασφαλιστικές επιχειρήσεις επί των οποίων το ίδρυμα ασκεί έλεγχο ή σημαντική επιρροή θα πρέπει να υπάρξει αποδοχή του προϋφιστάμενου καθεστώτος προκειμένου να αποφευχθούν φαινόμενα ασυνέχειας και να διαφυλαχθεί ο ρόλος των ιδρυμάτων στην Ένωση ως μακρόπνοων, στρατηγικών επενδυτών σε μετοχικούς τίτλους. Με δεδομένες τις προληπτικές εποπτικές δικλείδες ασφαλείας και την εποπτεία για την προώθηση της ολοκλήρωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα, όσον αφορά τις κεφαλαιακές τοποθετήσεις σε άλλα ιδρύματα εντός του ίδιου ομίλου ή που καλύπτονται από το ίδιο θεσμικό σύστημα προστασίας, θα πρέπει να διατηρηθεί το ισχύον καθεστώς. Επιπροσθέτως, για να ενισχυθούν οι ιδιωτικές και δημόσιες πρωτοβουλίες για την παροχή μακροπρόθεσμου μετοχικού κεφαλαίου σε μη εισηγμένες εταιρείες της Ένωσης, οι επενδύσεις που πραγματοποιούνται άμεσα ή έμμεσα, π.χ. μέσω εταιρειών επιχειρηματικών συμμετοχών, δεν θα πρέπει να θεωρούνται κερδοσκοπικές όταν οι επενδύσεις αυτές πραγματοποιούνται με την σαφή πρόθεση της ανώτερης διοίκησης να τις διακρατήσει τουλάχιστον για τρία έτη.

(10)

Με στόχο την τόνωση ορισμένων κλάδων της οικονομίας, τα πρότυπα της Βασιλείας III προβλέπουν διακριτική ευχέρεια των αρμοδίων αρχών να διεξάγουν τα εποπτικά τους καθήκοντα προκειμένου να μπορούν τα ιδρύματα, εντός ορισμένων ορίων, να εφαρμόζουν προνομιακή αντιμετώπιση για τις κεφαλαιακές τοποθετήσεις που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο νομοθετικών προγραμμάτων τα οποία παρέχουν σημαντικές επιδοτήσεις για επενδύσεις και συνεπάγονται κρατική εποπτεία και περιορισμούς στις μετοχικές επενδύσεις. Η εισαγωγή αυτής της διακριτικής ευχέρειας στην ενωσιακή νομοθεσία θα πρέπει επίσης να συμβάλλει στην προώθηση των μακροπρόθεσμων μετοχικών επενδύσεων.

(11)

Η δανειοδότηση επιχειρήσεων στην Ένωση πραγματοποιείται κατά κύριο λόγο από ιδρύματα που χρησιμοποιούν την προσέγγιση εσωτερικών διαβαθμίσεων («ΠΕΔ») για τον πιστωτικό κίνδυνο προκειμένου να υπολογίσουν τις απαιτήσεις τους για ίδια κεφάλαια. Με τη νομική εφαρμογή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων, τα εν λόγω ιδρύματα θα πρέπει να εφαρμόζουν επίσης την ΤΠ-ΠΚ, που βασίζεται σε πιστοληπτικές αξιολογήσεις που διενεργούν καθορισμένοι εξωτερικοί οργανισμοί πιστοληπτικών αξιολογήσεων (ΕΟΠΑ) για τον καθορισμό της πιστωτικής ποιότητας της δανειολήπτριας επιχείρησης. Η αντιστοίχιση μεταξύ των εξωτερικών διαβαθμίσεων και των συντελεστών στάθμισης κινδύνου θα πρέπει να έχει υψηλότερο επίπεδο λεπτομέρειας, προκειμένου να ευθυγραμμίζεται με διεθνή πρότυπα σε αυτόν τον τομέα.

(12)

Οι περισσότερες επιχειρήσεις της Ένωσης, ωστόσο, δεν επιδιώκουν εξωτερικές πιστωτικές διαβαθμίσεις. Για να αποφευχθεί δυσμενής αντίκτυπος στη δυνατότητα τραπεζικού δανεισμού των μη διαβαθμισμένων επιχειρήσεων και να δοθεί αρκετός χρόνος για την ανάληψη δημόσιων ή ιδιωτικών πρωτοβουλιών που αποσκοπούν στην αύξηση της κάλυψης των εξωτερικών πιστωτικών διαβαθμίσεων, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί μεταβατική περίοδος. Κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο, τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την ΠΕΔ θα πρέπει να μπορούν να εφαρμόζουν προνομιακή αντιμετώπιση κατά τον υπολογισμό του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων για τα ανοίγματα επενδυτικής βαθμίδας έναντι μη διαβαθμισμένων επιχειρήσεων, ενώ θα πρέπει να αναληφθούν πρωτοβουλίες για την προώθηση εκτεταμένης χρήσης των πιστωτικών διαβαθμίσεων. Οιαδήποτε παράταση της μεταβατικής περιόδου θα πρέπει να τεκμηριώνεται και να περιορίζεται σε τέσσερα έτη το πολύ.

(13)

Μετά τη μεταβατική περίοδο, τα ιδρύματα θα πρέπει να μπορούν να ανατρέχουν σε πιστοληπτικές αξιολογήσεις από καθορισμένους ΕΟΠΑ προκειμένου να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για σημαντικό μέρος των ανοιγμάτων τους έναντι επιχειρήσεων. Η ΕΑΤ, η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) (ΕΑΑΕΣ) που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) και η Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών) (ΕΑΚΑΑ), που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) (στο εξής, συλλήβδην: «ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές»), θα πρέπει να παρακολουθούν τη χρησιμοποίηση της μεταβατικής ρύθμισης και θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις σχετικές εξελίξεις και τάσεις στην αγορά ΕΟΠΑ, τα εμπόδια στη διαθεσιμότητα πιστοληπτικών αξιολογήσεων από καθορισμένους ΕΟΠΑ, ιδίως για επιχειρήσεις, και πιθανά μέτρα για την αντιμετώπιση αυτών των εμποδίων. Η μεταβατική περίοδος θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να επεκταθεί πολύ περισσότερο η διαθεσιμότητα διαβαθμίσεων για τις επιχειρήσεις της Ένωσης. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να αναπτυχθούν λύσεις για διαβαθμίσεις πέραν του υφιστάμενου πλαισίου διαβαθμίσεων ώστε να δοθούν κίνητρα, ιδίως στις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της Ένωσης, να λαμβάνουν εξωτερική διαβάθμιση. Εκτός από τα εξωτερικά οφέλη που προκύπτουν από τη διαδικασία διαβάθμισης, η επέκταση των διαβαθμίσεων θα ενισχύσει, μεταξύ άλλων, την ένωση κεφαλαιαγορών. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος πρέπει να εξεταστούν οι απαιτήσεις που σχετίζονται με τις εξωτερικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις ή η σύσταση πρόσθετων ιδρυμάτων που παρέχουν τέτοιες αξιολογήσεις και αυτό ενδέχεται να επιφέρει σοβαρές προσπάθειες νομικής εφαρμογής. Τα κράτη μέλη, σε στενή συνεργασία με τις κεντρικές τους τράπεζες, θα πρέπει να αξιολογούν κατά πόσον ένα αίτημα για την αναγνώριση της κεντρικής τους τράπεζας ως ΕΟΠΑ σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8) και για την παροχή εταιρικών διαβαθμίσεων από την κεντρική τράπεζα για τους σκοπούς του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα μπορούσε να συμβάλει προκειμένου να αυξηθεί η κάλυψη εξωτερικών διαβαθμίσεων.

(14)

Για ανοίγματα που εξασφαλίζονται με ακίνητα κατοικίας και ανοίγματα που εξασφαλίζονται με εμπορικά ακίνητα, η ΕΒΤΕ ανέπτυξε προσεγγίσεις που χαρακτηρίζονται από μεγαλύτερη ευαισθησία έναντι των κινδύνων προκειμένου να αποτυπώνονται πιο ικανοποιητικά τα διάφορα χρηματοδοτικά μοντέλα και τα στάδια στη διαδικασία κατασκευής.

(15)

Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009 ανέδειξε μια σειρά ανεπαρκειών στην τρέχουσα τυποποιημένη προσέγγιση όσον αφορά τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται με ακίνητα κατοικίας και τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται με εμπορικά ακίνητα. Τα πρότυπα της Βασιλείας III αντιμετωπίζουν αυτές τις ανεπάρκειες. Τα πρότυπα της Βασιλείας III κάνουν διάκριση μεταξύ ανοιγμάτων των οποίων η αποπληρωμή εξαρτάται σε ουσιαστικό βαθμό από τις ταμειακές ροές που παράγονται από το ακίνητο και ανοιγμάτων στα οποία δεν συμβαίνει αυτό. Η πρώτη περίπτωση θα πρέπει να υπάγεται σε ειδική αντιμετώπιση στάθμισης κινδύνου προκειμένου να αποτυπωθεί με μεγαλύτερη ακρίβεια ο κίνδυνος που συνδέεται με τα εν λόγω ανοίγματα, αλλά και να βελτιωθεί η συνοχή με την αντιμετώπιση των προσοδοφόρων ακινήτων στο πλαίσιο της ΠΕΔ.

(16)

Για ανοίγματα που εξασφαλίζονται με ακίνητα κατοικίας και ανοίγματα που εξασφαλίζονται με εμπορικά ακίνητα, θα πρέπει να διατηρηθεί η προσέγγιση διαχωρισμού των δανείων, καθώς η προσέγγιση αυτή είναι ευαίσθητη έναντι του είδους του πιστούχου και αποτυπώνει την επίδραση της εξασφάλισης μέσω ακινήτων στη μείωση του κινδύνου για τους εφαρμοζόμενους συντελεστές στάθμισης κινδύνου, ακόμη και στην περίπτωση ανοιγμάτων με υψηλούς λόγους δανείου προς αξία. Ωστόσο, η προσέγγιση διαχωρισμού των δανείων θα πρέπει να προσαρμοστεί σύμφωνα με τα πρότυπα της Βασιλείας III καθώς διαπιστώθηκε ότι είναι υπέρ το δέον συντηρητική για ορισμένα ενυπόθηκα δάνεια με πολύ χαμηλούς λόγους δανείου προς αξία.

(17)

Για να εξασφαλιστεί ότι η επίδραση του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων στον ενυπόθηκο δανεισμό επί ακινήτων κατοικίας χαμηλού κινδύνου από ιδρύματα που χρησιμοποιούν την ΠΕΔ εκτείνεται σε επαρκώς μακρά περίοδο και, συνεπώς, να αποφευχθεί η διατάραξη της συγκεκριμένης κατηγορίας δανεισμού λόγω απότομων αυξήσεων στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, είναι αναγκαίο να προβλεφθεί ειδική μεταβατική ρύθμιση. Για τη διάρκεια ισχύος της μεταβατικής περιόδου, κατά τον υπολογισμό του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων, τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την ΠΕΔ θα πρέπει να μπορούν να εφαρμόζουν χαμηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου στο μέρος των ανοιγμάτων τους που εξασφαλίζονται με ενυπόθηκο δανεισμό για ακίνητο κατοικίας βάσει της ΤΠ-ΠΚ. Για να διασφαλιστεί ότι η μεταβατική ρύθμιση είναι διαθέσιμη μόνο στα χαμηλού κινδύνου ανοίγματα που σχετίζονται με υποθήκες, θα πρέπει να θεσπιστούν κατάλληλα κριτήρια επιλεξιμότητας, με βάση τις καθιερωμένες έννοιες που χρησιμοποιούνται βάσει της ΤΠ-ΠΚ. Η συμμόρφωση με τα κριτήρια αυτά θα πρέπει να ελέγχεται από τις αρμόδιες αρχές. Επειδή οι αγορές ακινήτων κατοικίας μπορεί να παρουσιάζουν διαφορές από το ένα κράτος μέλος στο άλλο, η απόφαση σχετικά με την εφαρμογή της μεταβατικής ρύθμισης θα πρέπει να επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του κάθε κράτους μέλους. Η χρήση της μεταβατικής ρύθμισης θα πρέπει να παρακολουθείται από την ΕΑΤ. Οιαδήποτε παράταση της μεταβατικής περιόδου θα πρέπει να τεκμηριώνεται και να περιορίζεται σε τέσσερα έτη το πολύ.

(18)

Λόγω της έλλειψης σαφήνειας και της ευαισθησίας της τρέχουσας αντιμετώπισης της κερδοσκοπικής χρηματοδότησης ακίνητης περιουσίας έναντι κινδύνων, οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τα εν λόγω ανοίγματα συχνά θεωρούνται είτε υπερβολικά υψηλές είτε υπερβολικά χαμηλές. Αυτή η αντιμετώπιση θα πρέπει συνεπώς να αντικατασταθεί από ειδική αντιμετώπιση για τα ανοίγματα σε αγορά, ανάπτυξη και κατασκευή, στα οποία περιλαμβάνονται δάνεια σε επιχειρήσεις ή οντότητες ειδικού σκοπού που χρηματοδοτούν αγορά γης για σκοπούς ανάπτυξης και κατασκευής, ή για ανάπτυξη και κατασκευή ακινήτων κατοικίας ή εμπορικών ακινήτων.

(19)

Είναι σημαντικό να περιοριστεί η επίδραση των κυκλικών επιπτώσεων στην αποτίμηση αξίας ακινήτων που χρησιμοποιούνται ως εξασφαλίσεις δανείου και να διατηρηθούν σταθερότερες οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για υποθήκες. Στην περίπτωση αναπροσαρμογής πάνω από την αξία που είχε καθοριστεί όταν χορηγήθηκε το δάνειο, εφόσον υπάρχουν επαρκή στοιχεία, η αξία του ακινήτου που αναγνωρίζεται για τους σκοπούς της προληπτικής εποπτείας δεν θα πρέπει κατά συνέπεια να υπερβαίνει τη μέση αξία συγκρίσιμου ακινήτου εκτιμώμενη επί μια επαρκώς μακρά περίοδο, εκτός εάν μετατροπές στο εν λόγω ακίνητο αυξάνουν αδιαμφισβήτητα την αξία του. Για να αποφευχθούν μη ηθελημένες επιπτώσεις στη λειτουργία των αγορών καλυμμένων ομολόγων, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να διενεργούν νέες αποτιμήσεις των ακινήτων σε τακτική βάση, χωρίς να εφαρμόζουν τα όρια αυτά στις αυξήσεις τιμών. Οι μετατροπές που βελτιώνουν την ενεργειακή απόδοση ή την ανθεκτικότητα, την προστασία και την προσαρμογή των κτιρίων και των οικιακών μονάδων σε υλικούς κινδύνους, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αυξάνουν την αξία των ακινήτων.

(20)

Οι δραστηριότητες ειδικού δανεισμού ασκούνται με οντότητες ειδικού σκοπού που συνήθως λειτουργούν ως δανειολήπτες, για τις οποίες η απόδοση της επένδυσης αποτελεί την πρωταρχική πηγή εξόφλησης της ληφθείσας χρηματοδότησης. Οι συμβατικές ρυθμίσεις του ειδικού δανεισμού παρέχουν στον δανειστή σημαντικό βαθμό ελέγχου επί των χρηματοδοτούμενων περιουσιακών στοιχείων, ενώ η πρωταρχική πηγή εξόφλησης της υποχρέωσης είναι τα έσοδα που παράγονται από αυτά τα περιουσιακά στοιχεία. Για να αντικατοπτρίζει ακριβέστερα τον συνδεόμενο κίνδυνο, αυτή η μορφή δανεισμού θα πρέπει, συνεπώς, να υπόκειται σε ειδικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον πιστωτικό κίνδυνο. Σε συμμόρφωση με τα πρότυπα της Βασιλείας III για την απόδοση συντελεστών στάθμισης κινδύνου σε ανοίγματα ειδικού δανεισμού, θα πρέπει να θεσπιστεί ειδική κατηγορία ανοιγμάτων ειδικού δανεισμού στο πλαίσιο της ΤΠ-ΠΚ, έτσι ώστε να βελτιωθεί η συνοχή με την ήδη υφιστάμενη ειδική αντιμετώπιση των ανοιγμάτων ειδικού δανεισμού στο πλαίσιο της ΠΕΔ. Θα πρέπει να θεσπιστεί ειδική αντιμετώπιση για τα ανοίγματα ειδικού δανεισμού, που θα προβλέπει διάκριση μεταξύ της «χρηματοδότησης έργων», της «χρηματοδότησης για αγορά περιουσιακού στοιχείου» και της «χρηματοδότησης βασικών εμπορευμάτων» προκειμένου να αποτυπώνονται καλύτερα οι εγγενείς κίνδυνοι των συγκεκριμένων υποκατηγοριών της κατηγορίας ανοιγμάτων ειδικού δανεισμού.

(21)

Παρά το γεγονός ότι η νέα αντιμετώπιση βάσει της τυποποιημένης προσέγγισης για τα μη διαβαθμισμένα ανοίγματα ειδικού δανεισμού που ορίζεται στα πρότυπα της Βασιλείας III χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερο βαθμό λεπτομέρειας έναντι της υφιστάμενης τυποποιημένης αντιμετώπισης των ανοιγμάτων έναντι επιχειρήσεων, η πρώτη από τις δύο δεν είναι επαρκώς ευαίσθητη έναντι των κινδύνων ώστε να μπορεί να αποτυπώνει τα αποτελέσματα των ολοκληρωμένων πακέτων εγγυήσεων και των ενεχύρων που συνήθως συνδέονται με τα συγκεκριμένα ανοίγματα στην Ένωση, επιτρέποντας στους δανειστές να ελέγχουν τις μελλοντικές ταμειακές ροές που αναμένεται να παραχθούν στη διάρκεια του κύκλου ζωής του έργου ή του στοιχείου ενεργητικού. Λόγω της ανεπαρκούς κάλυψης των ανοιγμάτων ειδικού δανεισμού από εξωτερικές διαβαθμίσεις στην Ένωση, η νέα αυτή αντιμετώπιση μπορεί επίσης να ωθήσει τα ιδρύματα να διακόψουν τη χρηματοδότηση ορισμένων έργων ή να αναλάβουν μεγαλύτερους κινδύνους σε ανοίγματα που αντιμετωπίζονται κατά τα άλλα με παρόμοιο τρόπο αλλά έχουν διαφορετικά προφίλ κινδύνου. Ενώ τα ανοίγματα ειδικού δανεισμού χρηματοδοτούνται κυρίως από ιδρύματα που χρησιμοποιούν την ΠΕΔ και διαθέτουν εσωτερικά υποδείγματα για τα εν λόγω ανοίγματα, οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα σημαντικές στην περίπτωση ανοιγμάτων χρηματοδότησης για αγορά περιουσιακού στοιχείου, που ενδέχεται να κινδυνεύουν με διακοπή των δραστηριοτήτων, στο ιδιαίτερο πλαίσιο της εφαρμογής του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων. Για να αποφευχθούν μη ηθελημένες επιπτώσεις λόγω της έλλειψης ευαισθησίας στα πρότυπα της Βασιλείας III ως προς τα μη διαβαθμισμένα ανοίγματα χρηματοδότησης, τα ανοίγματα χρηματοδότησης για αγορά περιουσιακού στοιχείου που συμμορφώνονται με δέσμη κριτηρίων η οποία μπορεί να βελτιώσει το προφίλ κινδύνου τους σε επίπεδα υψηλής ποιότητας, συμβατά με τη συνετή και συντηρητική διαχείριση των χρηματοπιστωτικών κινδύνων, θα πρέπει να επωφελούνται, σε μεταβατική βάση, από μειωμένο συντελεστή στάθμισης κινδύνου. Η εν λόγω μεταβατική ρύθμιση θα πρέπει να αξιολογηθεί σε έκθεση που θα εκπονήσει η ΕΑΤ.

(22)

Η ταξινόμηση των ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής στο πλαίσιο της ΤΠ-ΠΚ και της ΠΕΔ θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί έτι περαιτέρω προκειμένου να εξασφαλιστεί συνεπής εφαρμογή των αντίστοιχων συντελεστών στάθμισης κινδύνου στην ίδια δέσμη ανοιγμάτων. Σε συμμόρφωση με τα πρότυπα της Βασιλείας III, θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες για διαφοροποιημένη αντιμετώπιση των ανακυκλούμενων ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής που πληρούν μια δέσμη προϋποθέσεων αποπληρωμής ή χρήσης που μπορεί να βελτιώσει το προφίλ κινδύνου τους. Τα ανοίγματα αυτά θα πρέπει να χαρακτηρίζονται ως ανοίγματα έναντι συναλλασσομένων. Στα ανοίγματα έναντι ενός ή περισσότερων φυσικών προσώπων που δεν πληρούν όλες τις προϋποθέσεις για να θεωρηθούν ανοίγματα λιανικής τραπεζικής θα πρέπει να αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 % στο πλαίσιο της ΤΠ-ΠΚ.

(23)

Τα πρότυπα της Βασιλείας III θεσπίζουν συντελεστή μετατροπής 10 % για τις άνευ όρων ακυρώσιμες πιστοδοτήσεις στην ΤΠ-ΠΚ. Αυτό είναι πιθανό να έχει σημαντικές επιπτώσεις στους πιστούχους που στηρίζονται στον ευέλικτο χαρακτήρα των άνευ όρων ακυρώσιμων πιστοδοτήσεων για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων τους όταν καλούνται να αντιμετωπίσουν εποχιακές διακυμάνσεις στις δραστηριότητές τους ή όταν διαχειρίζονται απρόβλεπτες βραχυπρόθεσμες αλλαγές στις ανάγκες κεφαλαίου κίνησης, ιδίως κατά την περίοδο ανάκαμψης από την πανδημία της COVID-19. Κρίνεται, ως εκ τούτου, σκόπιμο να προβλεφθεί μεταβατική περίοδος στη διάρκεια της οποίας τα ιδρύματα θα εξακολουθήσουν να εφαρμόζουν χαμηλότερο συντελεστή μετατροπής στις άνευ όρων ακυρώσιμες πιστοδοτήσεις τους, και, ακολούθως, να αξιολογηθεί εάν δικαιολογείται ενδεχόμενη σταδιακή αύξηση των εφαρμοζόμενων συντελεστών μετατροπής προκειμένου να μπορέσουν τα ιδρύματα να προσαρμόσουν τις επιχειρησιακές πρακτικές και τα προϊόντα τους χωρίς να δημιουργηθούν προβλήματα στην πιστωτική διαθεσιμότητα προς τους πιστούχους των ιδρυμάτων.

(24)

Τα ιδρύματα θα πρέπει να συμβάλουν καθοριστικά στην ανάκαμψη από την πανδημία της COVID-19, μεταξύ άλλων με τη χορήγηση προορατικών μέτρων αναδιάρθρωσης του χρέους υπέρ αξιόπιστων οφειλετών που αντιμετωπίζουν ή πρόκειται να αντιμετωπίσουν δυσκολίες στην εκπλήρωση των οικονομικών τους υποχρεώσεων. Εν προκειμένω, τα ιδρύματα δεν θα πρέπει να αποθαρρύνονται να χορηγούν ουσιαστικές παραχωρήσεις στους πιστούχους, όταν κρίνεται σκόπιμο ως απόρροια δυνητικής και αδικαιολόγητης κατάταξης των αντισυμβαλλομένων ως ευρισκομένων «σε αθέτηση», όταν οι παραχωρήσεις αυτές θα μπορούσαν να ενισχύσουν την πιθανότητα οι εν λόγω πιστούχοι να εξοφλήσουν το υπόλοιπο των δανειακών υποχρεώσεών τους. Όταν η ΕΑΤ καταρτίζει κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τον ορισμό της αθέτησης πιστούχου ή πιστωτικής διευκόλυνσης, θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη την ανάγκη να δίνεται στα ιδρύματα επαρκής ευελιξία.

(25)

Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009 αποκάλυψε ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα ιδρύματα έχουν χρησιμοποιήσει την ΠΕΔ και σε χαρτοφυλάκια που δεν προσφέρονται για χρήση υποδειγμάτων λόγω ελλιπών δεδομένων, γεγονός που είχε δυσμενή επίδραση στην αξιοπιστία των αποτελεσμάτων. Είναι, επομένως, σκόπιμο να μην υποχρεώνονται τα ιδρύματα να χρησιμοποιούν την ΠΕΔ για όλα τα ανοίγματά τους και να εφαρμόζουν την απαίτηση για σταδιακή επέκταση στο επίπεδο των κατηγοριών ανοιγμάτων. Είναι επίσης σκόπιμο να περιοριστεί η χρήση της ΠΕΔ σε κατηγορίες ανοιγμάτων στις οποίες η άρτια ανάπτυξη υποδειγμάτων ενέχει μεγαλύτερες δυσκολίες προκειμένου να αυξηθεί η συγκρισιμότητα και η αρτιότητα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για πιστωτικό κίνδυνο στο πλαίσιο της ΠΕΔ.

(26)

Τα ανοίγματα των ιδρυμάτων έναντι άλλων ιδρυμάτων, άλλων οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα και μεγάλων επιχειρήσεων καταγράφουν συνήθως χαμηλά επίπεδα αθέτησης. Για τα εν λόγω χαρτοφυλάκια χαμηλού κινδύνου αθέτησης, είναι δύσκολο για τα ιδρύματα να επιτύχουν αξιόπιστες εκτιμήσεις της ζημίας λόγω αθέτησης (LGD), λόγω του ανεπαρκούς αριθμού αθετήσεων που παρατηρούνται στα εν λόγω χαρτοφυλάκια. Η δυσκολία αυτή είχε ως αποτέλεσμα ανεπιθύμητο επίπεδο διασποράς μεταξύ ιδρυμάτων στο επίπεδο του εκτιμώμενου κινδύνου. Τα ιδρύματα θα πρέπει συνεπώς να χρησιμοποιούν τις κανονιστικές τιμές LGD αντί των εσωτερικών εκτιμήσεων LGD για τα εν λόγω χαρτοφυλάκια χαμηλής αθέτησης.

(27)

Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν εσωτερικά υποδείγματα για την εκτίμηση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για πιστωτικό κίνδυνο όσον αφορά τα ανοίγματα σε μετοχές βασίζουν συνήθως την εκτίμηση κινδύνου τους στα δημοσίως διαθέσιμα δεδομένα, στα οποία προϋποτίθεται ότι όλα τα ιδρύματα έχουν την ίδια πρόσβαση. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν δικαιολογούνται διαφορές στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων. Επιπροσθέτως, τα ανοίγματα σε μετοχές εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών αποτελούν ένα πολύ μικρό μέρος του ισολογισμού των ιδρυμάτων. Ως εκ τούτου, προκειμένου να βελτιωθεί η συγκρισιμότητα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων των ιδρυμάτων και να απλουστευθεί το κανονιστικό πλαίσιο, τα ιδρύματα θα πρέπει να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους για πιστωτικό κίνδυνο ανοιγμάτων σε μετοχές χρησιμοποιώντας την ΤΠ-ΠΚ και δεν θα πρέπει να επιτρέπεται η χρήση της ΠΕΔ για τον σκοπό αυτό.

(28)

Θα πρέπει να διασφαλιστεί ότι οι εκτιμήσεις της πιθανότητας αθέτησης, της ζημίας σε περίπτωση αθέτησης και των συντελεστών μετατροπής των μεμονωμένων ανοιγμάτων των ιδρυμάτων που επιτρέπεται να χρησιμοποιούν εσωτερικά υποδείγματα για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων δεν φθάνουν σε μη ενδεδειγμένα χαμηλά επίπεδα. Είναι συνεπώς σκόπιμο να θεσπιστούν ελάχιστες τιμές για τις εσωτερικές εκτιμήσεις και να υποχρεωθούν τα ιδρύματα να χρησιμοποιούν την υψηλότερη από τις εσωτερικές εκτιμήσεις των παραμέτρων κινδύνου και τις ελάχιστες τιμές για τις εν λόγω εσωτερικές εκτιμήσεις. Αυτές οι ελάχιστες τιμές παραμέτρων κινδύνου («κατώτατες τιμές παραμέτρων κινδύνου») θα πρέπει να λειτουργούν ως διασφάλιση ότι οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων δεν θα βρεθούν κάτω από συνετά επίπεδα. Επιπροσθέτως, οι εν λόγω κατώτατες τιμές παραμέτρων κινδύνου θα πρέπει να περιορίζουν τον κίνδυνο υποδείγματος που οφείλεται σε παράγοντες όπως η εσφαλμένη εξειδίκευση του υποδείγματος, τα σφάλματα μέτρησης και οι περιορισμοί των δεδομένων. Οι κατώτατες τιμές παραμέτρων κινδύνου θα βελτιώσουν επίσης τη συγκρισιμότητα των δεικτών κεφαλαίου μεταξύ των ιδρυμάτων. Για να επιτευχθούν τα ανωτέρω αποτελέσματα, η βαθμονόμηση των κατώτατων τιμών παραμέτρων κινδύνου θα πρέπει να είναι αρκούντως συντηρητική.

(29)

Η υπερβολικά συντηρητική βαθμονόμηση των κατώτατων τιμών παραμέτρων κινδύνου θα μπορούσε να αποθαρρύνει τα ιδρύματα από την υιοθέτηση της ΠΕΔ και των συνδεόμενων προτύπων διαχείρισης κινδύνου. Ενδέχεται επίσης να παρακινηθούν τα ιδρύματα να μετακινήσουν τα χαρτοφυλάκιά τους σε ανοίγματα υψηλότερου κινδύνου για να αποφύγουν τους περιορισμούς που επιβάλλουν οι κατώτατες τιμές παραμέτρων κινδύνου. Για να αποφευχθούν αυτές οι μη ηθελημένες επιπτώσεις, οι κατώτατες τιμές παραμέτρων κινδύνου θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν ορθά ορισμένα χαρακτηριστικά κινδύνου των υποκείμενων ανοιγμάτων, συγκεκριμένα χρησιμοποιώντας διαφορετικές τιμές για διαφορετικά είδη ανοιγμάτων, κατά περίπτωση.

(30)

Τα ανοίγματα ειδικού δανεισμού έχουν χαρακτηριστικά κινδύνου που διαφέρουν από τα χαρακτηριστικά των γενικών ανοιγμάτων έναντι επιχειρήσεων. Κρίνεται συνεπώς σκόπιμο να προβλεφθεί μεταβατική περίοδος στη διάρκεια της οποίας εφαρμόζεται μειωμένη κατώτατη τιμή LGD στα ανοίγματα ειδικού δανεισμού. Οιαδήποτε παράταση της μεταβατικής περιόδου θα πρέπει να τεκμηριώνεται και να περιορίζεται σε τέσσερα έτη το πολύ.

(31)

Σε συμφωνία με τα πρότυπα της Βασιλείας III, η ΠΕΔ για την κατηγορία των κρατικών ανοιγμάτων θα πρέπει να παραμείνει εν πολλοίς ως έχει, λόγω του ειδικού χαρακτήρα και των κινδύνων που συνδέονται με τους υποκείμενους πιστούχους. Ειδικότερα, τα κρατικά ανοίγματα δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε κατώτατες τιμές παραμέτρων κινδύνου.

(32)

Για να διασφαλιστεί μια συνεκτική προσέγγιση για όλα τα ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα, θα πρέπει να δημιουργηθούν δύο νέες κατηγορίες ανοιγμάτων έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα, διακριτές από τις κατηγορίες τόσο των κρατικών ανοιγμάτων όσο και των ανοιγμάτων έναντι ιδρυμάτων. Η αντιμετώπιση των εξομοιούμενων ανοιγμάτων έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα, τα οποία, στο πλαίσιο της ΤΠ-ΠΚ, θα μπορούσαν να τύχουν αντιμετώπισης ως ανοίγματα σε κεντρικές κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες, δεν θα πρέπει να υπάγονται σε αυτές τις νέες κατηγορίες ανοιγμάτων δυνάμει της ΠΕΔ και δεν θα πρέπει να υπόκεινται σε κατώτατες τιμές παραμέτρων κινδύνου. Επιπλέον, θα πρέπει να βαθμονομηθούν ειδικές, χαμηλότερες κατώτατες τιμές παραμέτρων κινδύνου στο πλαίσιο της ΠΕΔ για ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα, που δεν είναι εξομοιούμενα, προκειμένου να αποτυπώνεται δεόντως το προφίλ κινδύνου των εν λόγω ανοιγμάτων σε σύγκριση με τα ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων.

(33)

Θα πρέπει να αποσαφηνιστεί πώς θα πρέπει να αναγνωρίζεται η επίδραση μιας εγγύησης για ένα καλυπτόμενο από εγγύηση άνοιγμα που αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο της ΠΕΔ με χρήση εσωτερικών εκτιμήσεων LGD, αλλά ο εγγυητής εμπίπτει σε είδος ανοιγμάτων που αντιμετωπίζονται δυνάμει της ΠΕΔ χωρίς όμως να χρησιμοποιούνται εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD. Συγκεκριμένα, η χρήση της προσέγγισης υποκατάστασης, βάσει της οποίας οι συνυφασμένες με το υποκείμενο άνοιγμα παράμετροι κινδύνου υποκαθίστανται από τις παραμέτρους κινδύνου του εγγυητή, ή μιας μεθόδου βάσει της οποίας η πιθανότητα αθέτησης υποχρέωσης ή η LGD του υποκείμενου πιστούχου προσαρμόζεται χρησιμοποιώντας ειδική προσέγγιση ανάπτυξης υποδειγμάτων προκειμένου να ληφθεί υπόψη η επίδραση της εγγύησης, δεν θα πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα προσαρμοσμένο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που είναι χαμηλότερος από τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου ο οποίος εφαρμόζεται σε συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του εγγυητή. Συνεπώς, όταν ο εγγυητής αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο της ΤΠ-ΠΚ, η αναγνώριση της εγγύησης βάσει της ΠΕΔ θα πρέπει γενικά να καταλήγει στην απόδοση του συντελεστή στάθμισης κινδύνου του εγγυητή βάσει της ΤΠ-ΠΚ στο άνοιγμα που καλύπτεται από την εγγύηση.

(34)

Το οριστικοποιημένο πλαίσιο της Βασιλείας III δεν απαιτεί πλέον από ένα ίδρυμα που έχει υιοθετήσει την ΠΕΔ για μία κατηγορία ανοιγμάτων να υιοθετήσει την προσέγγιση αυτή για όλα τα ανοίγματά του εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Για να εξασφαλιστούν ίσοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των ιδρυμάτων που επί του παρόντος αντιμετωπίζουν ορισμένα ανοίγματα βάσει της ΠΕΔ και εκείνων που δεν το κάνουν, μια μεταβατική ρύθμιση θα πρέπει να δίνει στα ιδρύματα τη δυνατότητα να επανέρχονται σε λιγότερο εξελιγμένες προσεγγίσεις βάσει απλουστευμένης διαδικασίας. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να αντιτίθενται σε αιτήματα για επαναφορά σε λιγότερο εξελιγμένη προσέγγιση τα οποία υποβάλλονται με σκοπό τη διενέργεια ρυθμιστικού αρμπιτράζ. Για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας, το γεγονός και μόνον ότι η επαναφορά σε λιγότερο εξελιγμένη προσέγγιση έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται για τα αντίστοιχα ανοίγματα δεν θα πρέπει να θεωρείται αρκετή για την απόρριψη αιτήματος για λόγους ρυθμιστικού αρμπιτράζ.

(35)

Στο πλαίσιο της εξάλειψης αδικαιολόγητων αποκλίσεων όσον αφορά τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων, οι υφιστάμενοι κανόνες προεξόφλησης που εφαρμόζονται στις τεχνητές ταμειακές ροές θα πρέπει να αναθεωρηθούν, προκειμένου να εξαλειφθούν τυχόν μη ηθελημένες συνέπειες. Θα πρέπει να δοθεί εντολή στην ΕΑΤ να αναθεωρήσει τις κατευθυντήριες γραμμές της σχετικά με την επαναφορά σε καθεστώς μη αθέτησης.

(36)

Η εισαγωγή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων θα μπορούσε να έχει σημαντικό αντίκτυπο στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για θέσεις τιτλοποίησης τις οποίες κατέχουν ιδρύματα που χρησιμοποιούν την προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων για τις τιτλοποιήσεις ή προσέγγιση εσωτερικής αξιολόγησης. Αν και αυτές οι θέσεις είναι γενικά μικρές σε σχέση με άλλα ανοίγματα, η εισαγωγή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων θα μπορούσε να επηρεάσει την οικονομική βιωσιμότητα της πράξης τιτλοποίησης λόγω ανεπαρκούς προληπτικού οφέλους από τη μεταβίβαση κινδύνου. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί εφόσον η ανάπτυξη της αγοράς τιτλοποιήσεων αποτελεί μέρος του σχεδίου δράσης για την ένωση κεφαλαιαγορών που καθορίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 24ης Σεπτεμβρίου 2020, με τίτλο «Ένωση Κεφαλαιαγορών για τα άτομα και τις επιχειρήσεις — νέο σχέδιο δράσης» («σχέδιο δράσης για την ένωση κεφαλαιαγορών»), καθώς και εφόσον τα μεταβιβάζοντα ιδρύματα χρειαστεί να χρησιμοποιούν εκτενέστερα την τιτλοποίηση προκειμένου να διαχειρίζονται πιο ενεργά τα χαρτοφυλάκιά τους εάν τα δεσμεύει το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων. Κατά τη διάρκεια μιας μεταβατικής περιόδου, τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την προσέγγιση εσωτερικών διαβαθμίσεων τιτλοποίησης ή την προσέγγιση εσωτερικής αξιολόγησης θα πρέπει να είναι σε θέση να εφαρμόζουν ευνοϊκή μεταχείριση για τους σκοπούς του υπολογισμού του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεών τους στις θέσεις τιτλοποίησης που σταθμίζονται ως προς τον κίνδυνο με τη χρήση οποιασδήποτε από τις εν λόγω προσεγγίσεις. Η ΕΑΤ θα πρέπει να υποβάλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με την ανάγκη πιθανής επανεξέτασης της προληπτικής αντιμετώπισης των συναλλαγών τιτλοποίησης, με σκοπό την αύξηση της περί κινδύνου ευαισθησίας της προληπτικής αντιμετώπισης.

(37)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/876 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9) τροποποίησε τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 προκειμένου τα πρότυπα της Βασιλείας III που οριστικοποιήθηκαν από την ΕΒΤΕ το 2019, να εφαρμόζονται στη ριζική αναθεώρηση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών («τελικά πρότυπα ΡΑΧΣ») αποκλειστικά για σκοπούς υποβολής στοιχείων. Η θέσπιση υποχρεωτικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων με βάση τα εν λόγω πρότυπα θα αποτελέσει αντικείμενο χωριστής νομοθετικής πρότασης, αφού προηγηθεί εκτίμηση των επιπτώσεών τους για τα ιδρύματα στην Ένωση.

(38)

Τα τελικά πρότυπα ΡΑΧΣ σε σχέση με το όριο μεταξύ των θέσεων εντός χαρτοφυλακίου συναλλαγών και εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών θα πρέπει να αποτυπώνονται σε πράξη της Ένωσης, δεδομένου ότι έχουν ουσιώδη σημασία για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς. Σύμφωνα με τα πρότυπα της Βασιλείας III, η νομική εφαρμογή των απαιτήσεων ως προς το όριο θα πρέπει να περιλαμβάνει τους καταλόγους των μέσων που πρέπει να αποδίδονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών ή εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, καθώς και την παρέκκλιση που επιτρέπει στα ιδρύματα να αποδίδουν, με την επιφύλαξη της έγκρισης της αρμόδιας αρχής, ορισμένα μέσα που συνήθως κατέχονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, συμπεριλαμβανομένων των εισηγμένων μετοχών, εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, όταν οι θέσεις στα εν λόγω μέσα δεν κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση ή δεν αντισταθμίζουν θέσεις που κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση.

(39)

Προκειμένου να αποφευχθεί σημαντική λειτουργική επιβάρυνση για τα ιδρύματα στην Ένωση, όλες οι απαιτήσεις για την εφαρμογή των τελικών προτύπων ΡΑΧΣ για τους σκοπούς του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο αγοράς θα πρέπει να έχουν την ίδια ημερομηνία εφαρμογής. Ως εκ τούτου, η ημερομηνία εφαρμογής περιορισμένου αριθμού απαιτήσεων ΡΑΧΣ που είχαν ήδη θεσπιστεί με τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/876 θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού. Στις 27 Φεβρουαρίου 2023, η ΕΑΤ εξέδωσε γνώμη σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση που οι διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/876 έχουν τεθεί σε ισχύ και το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο δεν προβλέπει ακόμη την εφαρμογή των προσεγγίσεων που εμπνέονται από την ΡΑΧΣ για σκοπούς υπολογισμού του κεφαλαίου, οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 δεν θα πρέπει να δίνουν προτεραιότητα σε κανένα μέτρο εποπτείας ή επιβολής σε σχέση με τις εν λόγω απαιτήσεις, έως την πλήρη νομική εφαρμογή της ΡΑΧΣ, η οποία αναμένεται από την 1η Ιανουαρίου 2025.

(40)

Για να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων που τέθηκε σε εφαρμογή μετά τη παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009 και να αντιμετωπιστούν οι ανεπάρκειες του τρέχοντος πλαισίου για τον κίνδυνο αγοράς, θα πρέπει να εφαρμοστούν στο ενωσιακό δίκαιο δεσμευτικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο αγοράς βάσει των τελικών προτύπων ΡΑΧΣ. Πρόσφατες εκτιμήσεις των επιπτώσεων των τελικών προτύπων ΡΑΧΣ στα ιδρύματα στην Ένωση έδειξαν ότι η νομική εφαρμογή των εν λόγω προτύπων στην Ένωση θα προκαλέσει μεγάλη αύξηση στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς για ορισμένες δραστηριότητες διαπραγμάτευσης και ειδικής διαπραγμάτευσης που είναι σημαντικές για την οικονομία της Ένωσης. Για να αμβλυνθούν οι επιπτώσεις και να διαφυλαχθεί η ομαλή λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών στην Ένωση, θα πρέπει να προβλεφθούν στοχευμένες προσαρμογές στη νομική εφαρμογή των τελικών προτύπων ΡΑΧΣ στο ενωσιακό δίκαιο.

(41)

Οι δραστηριότητες διαπραγμάτευσης των ιδρυμάτων στις αγορές χονδρικής μπορούν εύκολα να ασκούνται σε διασυνοριακό επίπεδο, μεταξύ άλλων ανάμεσα σε κράτη μέλη και τρίτες χώρες. Η νομική εφαρμογή των τελικών προτύπων ΡΑΧΣ θα πρέπει συνεπώς να συγκλίνει κατά το δυνατόν μεταξύ των διαφόρων δικαιοδοσιών, τόσο ως προς την ουσία όσο και ως προς τους χρόνους. Διαφορετικά θα ήταν αδύνατο να επιτευχθούν ίσοι όροι ανταγωνισμού σε διεθνές επίπεδο για τις εν λόγω δραστηριότητες. Η Επιτροπή θα πρέπει συνεπώς να παρακολουθεί τη νομική εφαρμογή των τελικών προτύπων ΡΑΧΣ στις άλλες δικαιοδοσίες που είναι μέλη της ΕΒΤΕ. Προκειμένου να αντιμετωπίζονται, όπου είναι αναγκαίο, δυνητικές στρεβλώσεις στη νομική εφαρμογή των τελικών προτύπων ΡΑΧΣ, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (10). Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να διασφαλιστεί η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων. Τα μέτρα που θεσπίζονται με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει να παραμένουν προσωρινά. Όταν κρίνεται σκόπιμο τα μέτρα αυτά να εφαρμόζονται σε μόνιμη βάση, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλλει νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο.

(42)

Η Επιτροπή θα πρέπει να λάβει υπόψη την αρχή της αναλογικότητας στον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς για τα ιδρύματα με δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών μεσαίου μεγέθους, και να προχωρήσει αναλόγως σε βαθμονόμηση των εν λόγω απαιτήσεων. Συνεπώς, τα ιδρύματα με δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών μεσαίου μεγέθους θα πρέπει να μπορούν να χρησιμοποιούν μια απλουστευμένη τυποποιημένη προσέγγιση για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, σε συμφωνία με τα διεθνώς συμφωνηθέντα πρότυπα. Επιπλέον, τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τον καθορισμό των ιδρυμάτων με δραστηριότητες χαρτοφυλακίου συναλλαγών μεσαίου μεγέθους θα πρέπει να παραμείνουν συνεπή με τα κριτήρια για εξαίρεση αυτών των ιδρυμάτων από τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών στο πλαίσιο της ΡΑΧΣ που θεσπίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2019/876.

(43)

Υπό το πρίσμα του επικαιροποιημένου σχεδιασμού της ενωσιακής αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών άνθρακα, της σταθερότητάς της κατά τα τελευταία έτη και της περιορισμένης μεταβλητότητας των τιμών για τα πιστωτικά μόρια άνθρακα, θα πρέπει να θεσπιστεί ειδικός συντελεστής στάθμισης κινδύνου για ανοίγματα στην εμπορία άνθρακα στο πλαίσιο του συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών της ΕΕ (ΣΕΔΕ της ΕΕ) στο πλαίσιο της εναλλακτικής τυποποιημένης προσέγγισης.

(44)

Σύμφωνα με την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση τα ανοίγματα σε μέσα που φέρουν υπολειπόμενους κινδύνους υπόκεινται σε προσαύξηση υπολειπόμενου κινδύνου προκειμένου να συνυπολογιστούν κίνδυνοι που δεν καλύπτονται από τη μέθοδο βάσει ευαισθησιών. Σύμφωνα με τα πρότυπα της Βασιλείας III, ένα μέσο και η αντιστάθμιση κινδύνου του μπορούν να συμψηφιστούν για τους σκοπούς της εν λόγω προσαύξησης μόνον εάν αντισταθμίζονται απολύτως. Ωστόσο, τα ιδρύματα είναι σε θέση να αντισταθμίζουν στην αγορά, σε μεγάλο βαθμό, τον υπολειπόμενο κίνδυνο ορισμένων από τα μέσα που εμπίπτουν στο πεδίο της προσαύξησης υπολειπόμενου κινδύνου μειώνοντας έτσι τον συνολικό κίνδυνο των χαρτοφυλακίων τους, παρόλο που οι εν λόγω αντισταθμίσεις ίσως να μην αντισταθμίζουν απολύτως τον κίνδυνο της αρχικής θέσης. Για να δοθεί στα ιδρύματα η δυνατότητα να συνεχίσουν τις αντισταθμίσεις χωρίς αδικαιολόγητα αντικίνητρα και αναγνωρίζοντας το οικονομικό σκεπτικό περί μείωσης του συνολικού κινδύνου, η νομική εφαρμογή της προσαύξησης υπολειπόμενου κινδύνου θα πρέπει να επιτρέπει σε προσωρινή βάση, υπό αυστηρές προϋποθέσεις και με την έγκριση των εποπτικών αρχών, την εξαίρεση των αντισταθμίσεων εκείνων των μέσων που μπορούν να αντισταθμιστούν στην αγορά από την προσαύξηση υπολειπόμενου κινδύνου.

(45)

Η ΕΒΤΕ αναθεώρησε το διεθνές πρότυπο για τον λειτουργικό κίνδυνο προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι αδυναμίες που διαπιστώθηκαν στο απόηχο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008-2009. Πέραν της έλλειψης ευαισθησίας έναντι των κινδύνων που παρατηρήθηκε στις τυποποιημένες προσεγγίσεις, διαπιστώθηκε έλλειψη συγκρισιμότητας που οφείλεται στο ευρύ φάσμα των πρακτικών ανάπτυξης εσωτερικών υποδειγμάτων στο πλαίσιο της εξελιγμένης προσέγγισης μέτρησης. Ως εκ τούτου, και με στόχο την απλούστευση του πλαισίου για τον λειτουργικό κίνδυνο, όλες οι υφιστάμενες προσεγγίσεις για την εκτίμηση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον λειτουργικό κίνδυνο αντικαταστάθηκαν με ενιαία μέθοδο που δεν βασίζεται σε υποδείγματα, τη νέα τυποποιημένη προσέγγιση για τον λειτουργικό κίνδυνο. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να ευθυγραμμιστεί με το οριστικοποιημένο πλαίσιο της Βασιλείας III προκειμένου να συμβάλει σε διεθνώς ίσους όρους ανταγωνισμού για τα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση αλλά δραστηριοποιούνται και εκτός της Ένωσης, και να διασφαλιστεί ότι το πλαίσιο για τον λειτουργικό κίνδυνο σε ενωσιακό επίπεδο παραμένει αποτελεσματικό.

(46)

Η νέα τυποποιημένη προσέγγιση για τον λειτουργικό κίνδυνο που θεσπίστηκε από την ΕΒΤΕ συνδυάζει έναν δείκτη που βασίζεται στον όγκο των δραστηριοτήτων ενός ιδρύματος με δείκτη που λαμβάνει υπόψη το ιστορικό ζημιών του εν λόγω ιδρύματος. Το οριστικοποιημένο πλαίσιο της Βασιλείας III προβλέπει έναν βαθμό διακριτικής ευχέρειας ως προς τον τρόπο εφαρμογής του δείκτη που λαμβάνει υπόψη το ιστορικό ζημιών ενός ιδρύματος. Οι δικαιοδοσίες έχουν τη δυνατότητα να παραβλέπουν το ιστορικό ζημιών για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον λειτουργικό κίνδυνο για όλα τα συναφή ιδρύματα, ή να λαμβάνουν υπόψη τα δεδομένα ιστορικού ζημιών ακόμη και για ιδρύματα με όγκο δραστηριοτήτων κάτω από ένα ορισμένο ύψος. Για να επιτευχθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού στο εσωτερικό της Ένωσης και να απλουστευθεί ο υπολογισμός των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον λειτουργικό κίνδυνο, η διακριτική αυτή ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με εναρμονισμένο τρόπο για τις ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα δεδομένα ιστορικού ζημιών εκμετάλλευσης για όλα τα ιδρύματα.

(47)

Κατά τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για λειτουργικό κίνδυνο, τα ασφαλιστήρια συμβόλαια θα μπορούσαν στο μέλλον να επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται ως αποτελεσματική τεχνική μείωσης του κινδύνου. Για τον σκοπό αυτό, η ΕΑΤ θα πρέπει να υποβάλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με το κατά πόσον είναι σκόπιμο τα ασφαλιστήρια συμβόλαια να αναγνωρίζονται ως αποτελεσματική τεχνική μείωσης του κινδύνου, καθώς και σχετικά με τους όρους, τα κριτήρια και τον μαθηματικό τύπο που πρέπει να χρησιμοποιείται σε τέτοιες περιπτώσεις.

(48)

Ο έκτακτος και άνευ προηγουμένου ρυθμός αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής μετά την πανδημία της COVID-19 ενδέχεται να επιφέρει υψηλά επίπεδα μεταβλητότητας στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Σε συνδυασμό με την αυξημένη αβεβαιότητα που οδηγεί σε αύξηση των αποδόσεων για δημόσιο χρέος, αυτό θα μπορούσε, με τη σειρά του, να επιφέρει μη πραγματοποιηθείσες ζημίες στους τίτλους δημόσιου χρέους που κατέχουν ορισμένα ιδρύματα. Προκειμένου να μετριαστούν οι σημαντικές αρνητικές συνέπειες της μεταβλητότητας των αγορών χρέους της κεντρικής κυβέρνησης στα ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων και, κατά συνέπεια, στην ικανότητα των ιδρυμάτων να δανείζουν, θα πρέπει να επανεισαχθεί ένα προσωρινό προληπτικό φίλτρο που θα εξουδετερώνει εν μέρει τις εν λόγω συνέπειες.

(49)

Η δημόσια χρηματοδότηση μέσω της έκδοσης κρατικών ομολόγων εκφρασμένων στο εγχώριο νόμισμα άλλου κράτους μέλους ενδέχεται να συνεχίσει να είναι αναγκαία για να στηριχθούν δημόσια μέτρα με στόχο την καταπολέμηση των συνεπειών του σοβαρού, διπλού οικονομικού κλυδωνισμού που προκάλεσαν η πανδημία της COVID-19 και ο επιθετικός πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας. Για να αποφευχθούν περιορισμοί για τα ιδρύματα που επενδύουν σε τέτοια ομόλογα είναι σκόπιμο να επανεισαχθεί η μεταβατική ρύθμιση για τα ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων ή κεντρικών τραπεζών όταν τα ανοίγματα αυτά είναι εκφρασμένα στο εγχώριο νόμισμα άλλου κράτους μέλους για τους σκοπούς της αντιμετώπισης των εν λόγω ανοιγμάτων βάσει του πλαισίου πιστωτικού κινδύνου.

(50)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2019/630 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11) εισήγαγε απαίτηση ελάχιστης κάλυψης ζημιών για τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (ΜΕΑ), τον αποκαλούμενο προληπτικό μηχανισμό ασφαλείας. Το μέτρο αποσκοπούσε στην αποφυγή της ανασύστασης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων που κατέχουν τα ιδρύματα και, ταυτόχρονα, στην προώθηση της προορατικής διαχείρισης των ΜΕΑ μέσω της βελτίωσης της αποτελεσματικότητας των διαδικασιών αναδιάρθρωσης ή επιβολής στα ιδρύματα. Με βάση τα ανωτέρω, θα πρέπει να επέλθουν ορισμένες στοχευμένες αλλαγές στα ΜΕΑ που είναι εγγυημένα από οργανισμούς εξαγωγικών πιστώσεων ή δημόσιους εγγυητές. Επιπλέον, ορισμένα ιδρύματα που πληρούν αυστηρές προϋποθέσεις και ειδικεύονται στην απόκτηση ΜΕΑ θα πρέπει να εξαιρεθούν από την εφαρμογή του προληπτικού μηχανισμού ασφαλείας.

(51)

Πληροφορίες σχετικά με το ποσό και την ποιότητα των εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και των ανοιγμάτων με ανοχή, καθώς και ανάλυση χρονολογικής ωρίμανσης των ανοιγμάτων σε λογιστική υπερημερία θα πρέπει επίσης να δημοσιοποιούνται από τα εισηγμένα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα και τα λοιπά ιδρύματα. Αυτή η υποχρέωση δημοσιοποίησης δεν δημιουργεί πρόσθετη επιβάρυνση στα εν λόγω ιδρύματα, καθώς η δημοσιοποίηση αυτού του περιορισμένου συνόλου πληροφοριών έχει ήδη εφαρμοστεί από την ΕΑΤ βάσει του σχεδίου δράσης του Συμβουλίου του 2017 για την αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) στην Ευρώπη, το οποίο καλούσε την ΕΑΤ να εφαρμόσει ενισχυμένες απαιτήσεις δημοσιοποίησης σχετικά με την ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια για όλα τα ιδρύματα. Η υποχρέωση δημοσιοποίησης συνάδει επίσης απολύτως με την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, με θέμα «Αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων μετά την πανδημία της COVID-19».

(52)

Είναι αναγκαίο να μειωθεί η επιβάρυνση συμμόρφωσης για τους σκοπούς της δημοσιοποίησης και να βελτιωθεί η συγκρισιμότητα των δημοσιοποιήσεων. Η ΕΑΤ θα πρέπει, συνεπώς, να δημιουργήσει κεντρική πλατφόρμα μέσω διαδικτύου για τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών και των δεδομένων που υποβάλλονται από τα ιδρύματα. Αυτή η κεντρική διαδικτυακή πλατφόρμα θα πρέπει να λειτουργεί ως ενιαίο σημείο πρόσβασης για τις δημοσιοποιήσεις των ιδρυμάτων, ενώ την κυριότητα των πληροφοριών και των δεδομένων και την ευθύνη για την ορθότητά τους θα πρέπει να διατηρούν τα ιδρύματα που τις υποβάλλουν. Η κεντρική δημοσίευση των δημοσιοποιούμενων πληροφοριών θα πρέπει να συνάδει πλήρως με το σχέδιο δράσης για την ένωση κεφαλαιαγορών. Επιπλέον, η εν λόγω κεντρική διαδικτυακή πλατφόρμα θα πρέπει να έχει διαλειτουργικότητα με το ευρωπαϊκό ενιαίο σημείο πρόσβασης.

(53)

Για να επιτευχθεί μεγαλύτερος βαθμός ολοκλήρωσης των υποβαλλόμενων εποπτικών αναφορών και δημοσιοποιήσεων, η ΕΑΤ θα πρέπει να δημοσιεύει σε κεντρικό επίπεδο τις δημοσιοποιήσεις των ιδρυμάτων, σεβόμενη παράλληλα το δικαίωμα όλων των ιδρυμάτων να δημοσιεύουν και εκείνα δεδομένα και πληροφορίες. Η εν λόγω κεντρική διαχείριση των δημοσιοποιήσεων θα παράσχει στην ΕΑΤ τη δυνατότητα να δημοσιεύει τις δημοσιοποιήσεις των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων, με βάση τις πληροφορίες που υποβάλλουν τα εν λόγω ιδρύματα στις αρμόδιες αρχές και αναμένεται, ως εκ τούτου, να περιορίσει δραστικά τη διοικητική επιβάρυνση που υφίστανται τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα. Εξάλλου, η κεντρική διαχείριση των δημοσιοποιήσεων δεν αναμένεται να έχει κόστος για τα άλλα ιδρύματα, ενώ προσδοκάται ότι θα αυξήσει τη διαφάνεια και θα μειώσει το κόστος πρόσβασης στις πληροφορίες προληπτικής εποπτείας για τους συμμετέχοντες στην αγορά. Η αυξημένη αυτή διαφάνεια προσδοκάται ότι θα διευκολύνει τη συγκρισιμότητα των δεδομένων για τα ιδρύματα και θα προαγάγει την πειθαρχία της αγοράς.

(54)

Η υλοποίηση των περιβαλλοντικών και κλιματικών φιλοδοξιών της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας που εκτίθενται στην ανακοίνωση της Επιτροπής της 11ης Δεκεμβρίου 2019 και η συμβολή στο θεματολόγιο των Ηνωμένων Εθνών για τη βιώσιμη ανάπτυξη με ορίζοντα το 2030 απαιτεί τη διοχέτευση μεγάλων ποσών επενδύσεων από τον ιδιωτικό τομέα σε βιώσιμες επενδύσεις στην Ένωση. Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να αντικατοπτρίζει τη σημασία των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση (ΠΚΔ) παραγόντων και την πλήρη επίγνωση των κινδύνων των ανοιγμάτων που σχετίζονται με δραστηριότητες συνδεόμενες με τη συνολική βιωσιμότητα ή τους στόχους ΠΚΔ. Για να επιτευχθεί σύγκλιση σε επίπεδο Ένωσης και ενιαία αντίληψη για τους παράγοντες και τους κινδύνους ΠΚΔ, θα πρέπει να θεσπιστούν γενικοί ορισμοί. Οι παράγοντες ΠΚΔ μπορούν να έχουν θετικό ή αρνητικό αντίκτυπο στις χρηματοοικονομικές επιδόσεις ή στη φερεγγυότητα μιας οντότητας, κρατικής ή μεμονωμένης. Συνήθη παραδείγματα παραγόντων ΠΚΔ περιλαμβάνουν στον τομέα του περιβάλλοντος, τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, τη βιοποικιλότητα και τη χρήση και κατανάλωση νερού· στον κοινωνικό τομέα, τα ανθρώπινα δικαιώματα και ζητήματα εργασίας και εργατικού δυναμικού· και στον τομέα της διακυβέρνησης, τα δικαιώματα και τις αρμοδιότητες υψηλόβαθμων μελών του προσωπικού και τις αποδοχές. Τα στοιχεία ενεργητικού ή οι δραστηριότητες που επηρεάζονται από την επίπτωση περιβαλλοντικών ή κοινωνικών παραγόντων θα πρέπει να καθορίζονται με βάση τη φιλοδοξία της Ένωσης να καταστεί κλιματικά ουδέτερη έως το 2050 κατά τα οριζόμενα στον κανονισμό (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12) και σε κανονισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την αποκατάσταση της φύσης και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2022/869, και στους σχετικούς στόχους βιωσιμότητας της Ένωσης. Τα τεχνικά κριτήρια ελέγχου σε σχέση με την αρχή της «μη πρόκλησης σημαντικής βλάβης» που εγκρίθηκαν σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13), καθώς και οι ειδικές νομοθετικές πράξεις της Ένωσης για την αποτροπή της κλιματικής αλλαγής, της υποβάθμισης του περιβάλλοντος και της απώλειας βιοποικιλότητας θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό στοιχείων ενεργητικού ή ανοιγμάτων με σκοπό την αξιολόγηση ειδικών μεθόδων προληπτικής μεταχείρισης και διαφορών κινδύνου.

(55)

Τα ανοίγματα έναντι κινδύνων ΠΚΔ δεν είναι κατ’ ανάγκη αναλογικά προς το μέγεθος και την πολυπλοκότητα ενός ιδρύματος. Τα επίπεδα των ανοιγμάτων έναντι κινδύνων ΠΚΔ ανά την Ένωση είναι επίσης αρκετά ανομοιογενή, καθώς σε ορισμένα κράτη μέλη παρατηρείται δυνητικά ήπια επίπτωση από τη μετάβαση ενώ σε άλλα καταγράφεται δυνητικά σοβαρή επίπτωση από τη μετάβαση όσον αφορά ανοίγματα που σχετίζονται με δραστηριότητες οι οποίες έχουν σημαντική αρνητική επίπτωση, ιδίως δε στο περιβάλλον. Οι απαιτήσεις διαφάνειας στις οποίες υπόκεινται τα ιδρύματα και οι σχετικές με τη βιωσιμότητα απαιτήσεις δημοσιοποίησης που θεσπίζονται σε άλλες ισχύουσες νομοθετικές πράξεις της Ένωσης θα συμβάλουν στη διαθεσιμότητα λεπτομερέστερων δεδομένων σε μερικά χρόνια. Ωστόσο, για να αξιολογηθούν ορθώς οι κίνδυνοι ΠΚΔ που ενδέχεται να αντιμετωπίσουν τα ιδρύματα, είναι επιτακτική ανάγκη να υποβάλλονται στις αγορές και τις αρμόδιες αρχές κατάλληλα δεδομένα από όλες τις οντότητες που είναι εκτεθειμένες στους εν λόγω κινδύνους. Τα ιδρύματα θα πρέπει να είναι σε θέση να εντοπίζουν συστηματικά και να διασφαλίζουν επαρκή διαφάνεια όσον αφορά τα ανοίγματά τους σε δραστηριότητες που θεωρείται ότι βλάπτουν σημαντικά έναν από τους περιβαλλοντικούς στόχους κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852. Για να διασφαλιστεί ότι οι αρμόδιες αρχές θα έχουν στη διάθεσή τους λεπτομερή, ολοκληρωμένα και συγκρίσιμα δεδομένα που θα αποσκοπούν στην άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, οι πληροφορίες σχετικά με ανοίγματα έναντι κινδύνων ΠΚΔ θα πρέπει να περιλαμβάνονται στις εποπτικές αναφορές που υποβάλλουν τα ιδρύματα. Για να εξασφαλιστεί συνολική διαφάνεια έναντι των αγορών, οι δημοσιοποιήσεις κινδύνων ΠΚΔ θα πρέπει επίσης να επεκταθούν σε όλα τα ιδρύματα. Η λεπτομέρεια αυτών των πληροφοριών θα πρέπει να συνάδει με την αρχή της αναλογικότητας, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος και την πολυπλοκότητα του εκάστοτε ιδρύματος, καθώς και τη σπουδαιότητα των ανοιγμάτων του έναντι κινδύνων ΠΚΔ. Όταν αναθεωρήσει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα σε σχέση με τη δημοσιοποίηση κινδύνων ΠΚΔ, η ΕΑΤ θα πρέπει να αξιολογήσει τα μέσα για την ενίσχυση των δημοσιοποιήσεων κινδύνων ΠΚΔ των συνολικών στοιχείων κάλυψης καλυμμένων ομολόγων και να εξετάσει κατά πόσον οι πληροφορίες σχετικά με τα σχετικά ανοίγματα των ομάδων υποκείμενων δανείων καλυμμένων ομολόγων που εκδίδονται από ιδρύματα, είτε άμεσα είτε μέσω της μεταβίβασης δανείων σε οντότητα ειδικού σκοπού, θα πρέπει είτε να περιλαμβάνονται στα αναθεωρημένα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα είτε στο κανονιστικό πλαίσιο και το πλαίσιο δημοσιοποίησης για τα καλυμμένα ομόλογα.

(56)

Καθώς η μετάβαση της οικονομίας της Ένωσης προς ένα βιώσιμο οικονομικό μοντέλο αποκτά δυναμική, οι κίνδυνοι για τη βιωσιμότητα γίνονται όλο και πιο εμφανείς και πιθανώς απαιτείται να μελετηθούν περισσότερο. Μια ορθή αξιολόγηση της διαθεσιμότητας και της προσβασιμότητας αξιόπιστων και συνεπών δεδομένων ΠΚΔ θα πρέπει να αποτελέσει τη βάση για να υπάρξει πλήρης σύνδεση ανάμεσα στους παράγοντες κινδύνου ΠΚΔ και τις παραδοσιακές κατηγορίες χρηματοπιστωτικών κινδύνων και τις δέσμες ανοιγμάτων. Η ΕΑΚΑΑ θα πρέπει επίσης να συμβάλει σε αυτή τη συλλογή στοιχείων, αναφέροντας κατά πόσον οι κίνδυνοι ΠΚΔ αντικατοπτρίζονται σωστά στις διαβαθμίσεις πιστωτικού κινδύνου των αντισυμβαλλομένων ή στα ανοίγματα που ενδεχομένως έχουν τα ιδρύματα. Σε ένα πλαίσιο ταχειών και συνεχών εξελίξεων όσον αφορά τον προσδιορισμό και την ποσοτικοποίηση των κινδύνων ΠΚΔ τόσο από τα ιδρύματα όσο και από τις εποπτικές αρχές, είναι επίσης αναγκαίο να επισπευσθεί έως την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος κανονισμού μέρος της εντολής της ΕΑΤ για αξιολόγηση και υποβολή έκθεσης σχετικά με το κατά πόσο θα ήταν δικαιολογημένη μια ειδική προληπτική αντιμετώπιση των ανοιγμάτων που σχετίζονται με στοιχεία ενεργητικού ή δραστηριότητες που συνδέονται ουσιαστικά με περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς στόχους. Λόγω της διάρκειας και της πολυπλοκότητας των εργασιών αξιολόγησης που πρέπει να διεξαχθούν, η υφιστάμενη εντολή της ΕΑΤ θα πρέπει να επιμεριστεί σε μια σειρά εκθέσεων. Θα πρέπει συνεπώς να εκπονηθούν δύο διαδοχικές ετήσιες εκθέσεις παρακολούθησης της ΕΑΤ έως το τέλος του 2024 και του 2025, αντίστοιχα. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, για να επιτευχθεί ο στόχος για ουδέτερο ισοζύγιο άνθρακα μέχρι το 2050, δεν πρέπει να πραγματοποιηθεί καμία νέα εξερεύνηση και επέκταση εξόρυξης ορυκτών καυσίμων. Αυτό σημαίνει ότι τα ανοίγματα σε ορυκτά καύσιμα έχουν την τάση να ενέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο τόσο σε μικροοικονομικό επίπεδο, καθώς η αξία των εν λόγω στοιχείων ενεργητικού αναμένεται να μειωθεί με την πάροδο του χρόνου, όσο και σε μακροοικονομικό επίπεδο, καθώς η χρηματοδότηση δραστηριοτήτων ορυκτών καυσίμων θέτει σε κίνδυνο τον στόχο του περιορισμού της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη σε 1,5 oC πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα και, ως εκ τούτου, απειλεί τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Ως εκ τούτου, οι αρμόδιες αρχές και οι συμμετέχοντες στην αγορά θα πρέπει να επωφεληθούν από την αυξημένη διαφάνεια των ιδρυμάτων όσον αφορά τα ανοίγματά τους σε οντότητες του τομέα των ορυκτών καυσίμων, συμπεριλαμβανομένης της δραστηριότητάς τους όσον αφορά τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.

(57)

Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι όποιες προσαρμογές για ανοίγματα σε υποδομές δεν υπονομεύουν τις κλιματικές φιλοδοξίες της Ένωσης, τα νέα ανοίγματα θα λαμβάνουν την έκπτωση συντελεστή στάθμισης κινδύνου μόνο εφόσον τα χρηματοδοτούμενα στοιχεία ενεργητικού συμβάλλουν θετικά σε έναν ή περισσότερους από τους περιβαλλοντικούς στόχους που θέτει ο κανονισμός (ΕΕ) 2020/852 και δεν βλάπτουν σοβαρά τους άλλους στόχους που ορίζονται στον εν λόγω κανονισμό, ή τα χρηματοδοτούμενα στοιχεία ενεργητικού δεν βλάπτουν σοβαρά κανέναν από τους περιβαλλοντικούς στόχους που ορίζονται στον εν λόγω κανονισμό.

(58)

Έχει ουσιαστική σημασία για τις εποπτικές αρχές να διαθέτουν τις αναγκαίες εξουσίες για την εκτίμηση και μέτρηση με ολοκληρωμένο τρόπο των κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένος ένας τραπεζικός όμιλος σε ενοποιημένο επίπεδο και να έχουν την ευελιξία να προσαρμόζουν τις περί εποπτείας προσεγγίσεις τους σε νέες πηγές κινδύνου. Είναι σημαντικό να αποφεύγονται κενά μεταξύ εποπτικής και λογιστικής ενοποίησης τα οποία μπορούν να συντελέσουν σε συναλλαγές που αποσκοπούν στη μετακίνηση στοιχείων ενεργητικού εκτός του πεδίου της εποπτικής ενοποίησης, ακόμη και αν εξακολουθούν να υπάρχουν κίνδυνοι στον τραπεζικό όμιλο. Η έλλειψη συνέπειας στους ορισμούς «μητρική επιχείρηση», «θυγατρική» και «έλεγχος», και η έλλειψη σαφήνειας στους ορισμούς «επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών», «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών» και «χρηματοδοτικό ίδρυμα» δυσχεραίνει ακόμη περισσότερο τη συνεκτική εφαρμογή των υφιστάμενων κανόνων στην Ένωση καθώς και τον εντοπισμό και την ενδεδειγμένη αντιμετώπιση των κινδύνων σε ενοποιημένο επίπεδο από τις εποπτικές αρχές. Οι ορισμοί αυτοί θα πρέπει συνεπώς να τροποποιηθούν και να αποσαφηνιστούν. Επιπροσθέτως, κρίνεται ενδεδειγμένο η ΕΑΤ να διερευνήσει περαιτέρω εάν οι εν λόγω εξουσίες των εποπτικών αρχών μπορεί να υπόκεινται σε αθέλητους περιορισμούς λόγω ανακολουθιών ή κενών που εξακολουθούν να υφίστανται στις κανονιστικές διατάξεις ή στην αλληλεπίδρασή τους με το εφαρμοστέο λογιστικό πλαίσιο.

(59)

Οι αγορές κρυπτοστοιχείων έχουν αναπτυχθεί ραγδαία τα τελευταία χρόνια. Για την αντιμετώπιση δυνητικών κινδύνων για τα ιδρύματα λόγω των ανοιγμάτων τους σε κρυπτοστοιχεία που δεν καλύπτονται ακόμη επαρκώς από το υφιστάμενο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας, η ΕΒΤΕ δημοσίευσε τον Δεκέμβριο του 2022 ένα ολοκληρωμένο πρότυπο για την προληπτική αντιμετώπιση ανοιγμάτων σε κρυπτοστοιχεία. Ως ημερομηνία εφαρμογής του εν λόγω προτύπου προτάθηκε η 1η Ιανουαρίου 2025, αλλά το 2023 και το 2024 ορισμένα τεχνικά στοιχεία του προτύπου αναπτύχθηκαν περαιτέρω σε επίπεδο ΕΒΤΕ. Υπό το πρίσμα των συνεχών εξελίξεων στις αγορές κρυπτοστοιχείων και αναγνωρίζοντας τη σημασία της πλήρους ενσωμάτωσης στο δίκαιο της Ένωσης του προτύπου της Βασιλείας σχετικά με τα ανοίγματα των ιδρυμάτων σε κρυπτοστοιχεία, η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει νομοθετική πρόταση έως τις 30 Ιουνίου 2025 για την ενσωμάτωση του εν λόγω προτύπου και θα πρέπει να προσδιορίσει την προληπτική αντιμετώπιση που θα ισχύσει για τα εν λόγω ανοίγματα κατά τη μεταβατική περίοδο έως την εφαρμογή του εν λόγω προτύπου. Η μεταβατική προληπτική αντιμετώπιση θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το νομικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (14) για τους εκδότες κρυπτοστοιχείων και να προσδιορίζει προληπτική αντιμετώπιση για τα εν λόγω κρυπτοστοιχεία. Ως εκ τούτου, κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου, τα παραδοσιακά στοιχεία ενεργητικού σε μάρκες, συμπεριλαμβανομένων των μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος, θα πρέπει να αναγνωριστεί ότι ενέχουν παρόμοιους κινδύνους με τα παραδοσιακά στοιχεία ενεργητικού και τα κρυπτοστοιχεία που συμμορφώνονται με τον προαναφερθέντα κανονισμό, τα δε παραδοσιακά στοιχεία ενεργητικού με εγγύηση άλλη από ενιαίο παραστατικό νόμισμα, θα πρέπει να επωφελούνται από προληπτική αντιμετώπιση σύμφωνη με τις απαιτήσεις του εν λόγω κανονισμού. Ανοίγματα σε άλλα κρυπτοστοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των παραγώγων σε μάρκες επί κρυπτοστοιχείων διαφορετικών από εκείνα που πληρούν τις προϋποθέσεις για ευνοϊκότερη κεφαλαιακή αντιμετώπιση, θα πρέπει να λαμβάνουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 1 250 %.

(60)

Η έλλειψη σαφήνειας σε ορισμένες πτυχές του πλαισίου κατωτάτου ορίου για τις ελάχιστες περικοπές αξίας για τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων, που εκπονήθηκε από την ΕΒΤΕ στο πλαίσιο του οριστικοποιημένου πλαισίου της Βασιλείας III, καθώς και οι επιφυλάξεις σχετικά με την οικονομική ευστάθεια της εφαρμογής του πλαισίου σε ορισμένα είδη συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων, εγείρουν το ερώτημα εάν οι στόχοι προληπτικής εποπτείας του εν λόγω πλαισίου μπορούν να επιτευχθούν χωρίς ανεπιθύμητες συνέπειες. Η Επιτροπή θα πρέπει συνεπώς να επανεκτιμήσει την ενσωμάτωση του πλαισίου κατωτάτου ορίου για τις ελάχιστες περικοπές για τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων στο ενωσιακό δίκαιο. Για να διατεθούν στην Επιτροπή επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ, θα πρέπει να υποβάλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τις επιπτώσεις του εν λόγω πλαισίου, και σχετικά με την καταλληλότερη προσέγγιση για την ενσωμάτωσή του στο ενωσιακό δίκαιο.

(61)

Δυνάμει του οριστικοποιημένου πλαισίου της Βασιλείας III, ο πολύ βραχυπρόθεσμος χαρακτήρας των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων ενδέχεται να μην αποτυπώνεται σωστά στην ΤΠ-ΠΚ, με αποτέλεσμα οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που υπολογίζονται βάσει αυτής της προσέγγισης να είναι υπερβολικά μεγαλύτερες από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που υπολογίζονται βάσει της ΠΕΔ. Ως εκ τούτου, και δεδομένης της θέσπισης του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων, οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που υπολογίζονται για τα εν λόγω ανοίγματα θα μπορούσαν να αυξηθούν σημαντικά, επηρεάζοντας τη ρευστότητα των αγορών χρεωστικών τίτλων και τίτλων, συμπεριλαμβανομένων των αγορών κρατικών χρεωστικών τίτλων. Συνεπώς η ΕΑΤ θα πρέπει να υποβάλει έκθεση σχετικά με την καταλληλότητα και τον αντίκτυπο των προτύπων πιστωτικού κινδύνου για τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων και, συγκεκριμένα, για το εάν θα ήταν δικαιολογημένη η προσαρμογή των κανόνων της ΕΕ που σχετίζονται με την ΤΠ-ΠΚ των εν λόγω ανοιγμάτων, ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο βραχυπρόθεσμος χαρακτήρας τους.

(62)

Η Επιτροπή θα πρέπει να ενσωματώσει στο ενωσιακό δίκαιο τα αναθεωρημένα πρότυπα της Βασιλείας III για τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης (CVA), που δημοσίευσε η ΕΒΤΕ τον Ιούλιο 2020, καθώς τα εν λόγω πρότυπα βελτιώνουν συνολικά τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA αντιμετωπίζοντας αρκετά προβλήματα που είχαν παρατηρηθεί στο παρελθόν, και κυρίως το γεγονός ότι το υφιστάμενο πλαίσιο απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA δεν αποτυπώνει ορθά τον κίνδυνο CVA.

(63)

Κατά την ενσωμάτωση στο ενωσιακό δίκαιο των αρχικών προτύπων της Βασιλείας III σχετικά με την αντιμετώπιση του κινδύνου CVA, ορισμένες συναλλαγές εξαιρέθηκαν από τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA. Οι εξαιρέσεις αυτές συμφωνήθηκαν με στόχο την αποφυγή μιας δυνητικά υπερβολικής αύξησης του κόστους ορισμένων συναλλαγών παραγώγων ως αποτέλεσμα της θέσπισης της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA, ιδίως όταν τα ιδρύματα δεν θα μπορούσαν να περιορίσουν τον κίνδυνο CVA ορισμένων πελατών που δεν θα ήταν σε θέση να προχωρήσουν σε ανταλλαγή εξασφαλίσεων. Σύμφωνα με τις εκτιμώμενες επιπτώσεις που υπολογίστηκαν από την ΕΑΤ, οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA βάσει των αναθεωρημένων προτύπων της Βασιλείας III θα παρέμεναν αδικαιολόγητα υψηλές για τις εξαιρούμενες συναλλαγές με τους εν λόγω πελάτες. Για να εξασφαλιστεί ότι αυτοί οι πελάτες των τραπεζών θα εξακολουθήσουν να αντισταθμίζουν τους χρηματοπιστωτικούς κινδύνους τους μέσω συναλλαγών παραγώγων, οι εξαιρέσεις θα πρέπει να διατηρηθούν κατά την εφαρμογή των αναθεωρημένων προτύπων της Βασιλείας III.

(64)

Ωστόσο, ο πραγματικός κίνδυνος CVA των εξαιρούμενων συναλλαγών θα μπορούσε να αποτελέσει πηγή σημαντικού κινδύνου για τα ιδρύματα που εφαρμόζουν τις εν λόγω εξαιρέσεις. Αν οι κίνδυνοι αυτοί όντως προκύψουν, τα εν λόγω ιδρύματα ενδέχεται να υποστούν σημαντικές ζημίες. Όπως υπογράμμισε η ΕΑΤ στην έκθεσή της σχετικά με τον κίνδυνο CVA στις 25 Φεβρουαρίου 2015, ο κίνδυνος CVA από τις εξαιρούμενες συναλλαγές εγείρει ανησυχίες όσον αφορά την προληπτική εποπτεία οι οποίες δεν αντιμετωπίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Για να βοηθηθούν οι εποπτικές αρχές στην παρακολούθηση του κινδύνου CVA που προκύπτει από τις εξαιρούμενες συναλλαγές, τα ιδρύματα θα πρέπει να αναφέρουν τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο CVA των εξαιρούμενων συναλλαγών όπως θα όφειλαν εάν οι εν λόγω συναλλαγές δεν είχαν εξαιρεθεί. Επιπλέον, η ΕΑΤ θα πρέπει να εκπονήσει κατευθυντήριες γραμμές για να βοηθηθούν οι εποπτικές αρχές στον εντοπισμό περιπτώσεων υπερβολικού κινδύνου CVA και στην περαιτέρω εναρμόνιση των εποπτικών ενεργειών στον τομέα αυτό σε ολόκληρη την Ένωση.

(65)

Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή να εκδώσει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που καταρτίζει η ΕΑΤ όσον αφορά τους δείκτες τους σχετικούς με τον καθορισμό έκτακτων περιστάσεων για πρόσθετες προσαρμογές αξίας· τη μέθοδο για τον προσδιορισμό του κύριου παράγοντα κινδύνου για μια θέση και του κατά πόσον πρόκειται για θετική ή αρνητική θέση· τη διαδικασία για τον υπολογισμό και την παρακολούθηση των καθαρών αρνητικών πιστωτικών θέσεων ή καθαρών αρνητικών θέσεων σε μετοχές εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών· την αντιμετώπιση των αντισταθμίσεων κινδύνου συναλλάγματος των δεικτών κεφαλαίου· τα κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιούν τα ιδρύματα για την κατάταξη των στοιχείων εκτός ισολογισμού· τα κριτήρια για υψηλής ποιότητας ανοίγματα χρηματοδότησης για αγορά υλικών περιουσιακών στοιχείων και χρηματοδότησης έργων στο πλαίσιο ειδικού δανεισμού για τα οποία δεν υπάρχει άμεσα εφαρμοστέα πιστοληπτική αξιολόγηση· τα είδη των παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των συντελεστών στάθμισης κινδύνου· τον όρο «ισοδύναμος νομικός μηχανισμός που διασφαλίζει ότι το υπό κατασκευή ακίνητο θα ολοκληρωθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος»· τους όρους για την αξιολόγηση της σημασίας της χρησιμοποίησης υπάρχοντος συστήματος διαβάθμισης· τη μεθοδολογία αξιολόγησης της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις για τη χρήση της ΠΕΔ· την κατηγοριοποίηση της χρηματοδότησης έργων, της χρηματοδότησης για αγορά υλικών περιουσιακών στοιχείων και της χρηματοδότησης βασικών εμπορευμάτων· την περαιτέρω διευκρίνιση των κατηγοριών ανοιγμάτων στο πλαίσιο της ΠΕΔ· τους παράγοντες ειδικού δανεισμού· τον υπολογισμό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού ανοίγματος για κίνδυνο απομείωσης της αξίας αποκτηθεισών εισπρακτέων απαιτήσεων· την αξιολόγηση της αρτιότητας της διαδικασίας ταξινόμησης· τη μεθοδολογία ενός ιδρύματος για την εκτίμηση της πιθανότητας αθέτησης υποχρέωσης· το συγκρίσιμο ακίνητο· τον εποπτικό συντελεστή δέλτα ως προς τα δικαιώματα προαίρεσης αγοράς και πώλησης· τις συνιστώσες του επιχειρηματικού δείκτη· την προσαρμογή του επιχειρηματικού δείκτη· τον ορισμό του υπερβολικά επαχθούς στο πλαίσιο υπολογισμού της ετήσιας ζημίας λειτουργικού κινδύνου· την ταξινομία λειτουργικού κινδύνου· την αξιολόγηση από τις αρμόδιες αρχές του υπολογισμού της ετήσιας ζημίας λειτουργικού κινδύνου· τις προσαρμογές στα δεδομένα ζημίας· τη διαχείριση λειτουργικού κινδύνου· τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς για θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που υπόκεινται σε κίνδυνο συναλλάγματος ή κίνδυνο βασικού εμπορεύματος· τη μεθοδολογία αξιολόγησης των αρμόδιων αρχών για την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση· τα χαρτοφυλάκια συναλλαγών των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων· τα κριτήρια για την παρέκκλιση προσαύξησης υπολειπόμενου κινδύνου· τις προϋποθέσεις και τους δείκτες που χρησιμοποιούνται για να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις· τα κριτήρια για τη χρήση των εισαγόμενων δεδομένων στο υπόδειγμα μέτρησης κινδύνων· τα κριτήρια για την εκτίμηση της υποδειγματοποιησιμότητας των παραγόντων κινδύνου· τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία μπορεί να επιτραπεί σε ένα ίδρυμα να μην καταμετρήσει μια υπέρβαση· τα κριτήρια που προσδιορίζουν αν οι θεωρητικές μεταβολές στην αξία ενός χαρτοφυλακίου μονάδας διαπραγμάτευσης προσεγγίζουν ή προσεγγίζουν επαρκώς τις υποθετικές μεταβολές· τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια για την εκτίμηση του κινδύνου CVA που προκύπτει από συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων εύλογης αξίας· τα προσεγγιστικά περιθώρια· την αξιολόγηση των επεκτάσεων και των μεταβολών στην τυποποιημένη προσέγγιση για τον κίνδυνο CVA· και τα τεχνικά στοιχεία που απαιτούνται ώστε τα ιδρύματα να υπολογίζουν τις απαιτήσεις τους για ίδια κεφάλαια σε σχέση με ορισμένα κρυπτοστοιχεία. Η Επιτροπή θα πρέπει να θεσπίζει τα εν λόγω ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις δυνάμει του άρθρου 290 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(66)

Θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή να εκδώσει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που καταρτίζει η ΕΑΤ όσον αφορά τη διαδικασία κοινής απόφασης για την ΠΕΔ που υποβάλλουν μητρικά ιδρύματα εγκατεστημένα στην ΕΕ, μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ και μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ· τα στοιχεία του επιχειρηματικού δείκτη, κατατάσσοντας τα στοιχεία αυτά στα αντίστοιχα κελιά αναφοράς· ενιαίους μορφότυπους δημοσιοποίησης, τις σχετικές οδηγίες, πληροφορίες σχετικά με την πολιτική εκ νέου υποβολής και λύσεις ΤΠ για τις δημοσιοποιήσεις· και δημοσιοποιήσεις ΠΚΔ. Η Επιτροπή θα πρέπει να εγκρίνει τα εν λόγω εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα μέσω εκτελεστικών πράξεων δυνάμει του άρθρου 291 ΣΛΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(67)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ήτοι η διασφάλιση ενιαίων απαιτήσεων προληπτικής εποπτείας, δεν μπορεί να επιτευχθεί ικανοποιητικά από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως, εξαιτίας της κλίμακας και των επιπτώσεών του, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού.

(68)

Επομένως, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013

Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 τροποποιείται ως εξής:

1)

Το άρθρο 4 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο σημείο 1), το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

στην άσκηση οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1), εφόσον ισχύει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα, αλλά η επιχείρηση δεν είναι διαπραγματευτής βασικών εμπορευμάτων και δικαιωμάτων εκπομπής, οργανισμός συλλογικών επενδύσεων, ασφαλιστική επιχείρηση ή επιχείρηση επενδύσεων για την οποία αίρεται η άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 8α της οδηγίας 2013/36/ΕΕ:

i)

η συνολική αξία του ενοποιημένου ενεργητικού της εγκατεστημένης στην Ένωση επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε εγκατεστημένων σε τρίτη χώρα υποκαταστημάτων και θυγατρικών της, είναι ίση με 30 δισεκατομμύρια EUR ή τα υπερβαίνει·

ii)

η συνολική αξία του ενεργητικού της εγκατεστημένης στην Ένωση επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε εγκατεστημένων σε τρίτη χώρα υποκαταστημάτων και θυγατρικών της, είναι χαμηλότερη από 30 δισεκατομμύρια EUR και η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίο η συνολική αξία του ενοποιημένου ενεργητικού όλων των εγκατεστημένων στην Ένωση επιχειρήσεων εντός του εν λόγω ομίλου, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε εγκατεστημένων σε τρίτη χώρα υποκαταστημάτων και θυγατρικών τους, που μεμονωμένα διαθέτουν ενεργητικό συνολικής αξίας χαμηλότερης των 30 δισεκατομμυρίων EUR και ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα Ι τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, είναι ίση με 30 δισεκατομμύρια EUR ή τα υπερβαίνει·

iii)

η συνολική αξία του ενεργητικού της εγκατεστημένης στην Ένωση επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε εγκατεστημένων σε τρίτη χώρα υποκαταστημάτων και θυγατρικών της, είναι χαμηλότερη από 30 δισεκατομμύρια EUR και η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίο η συνολική αξία του ενοποιημένου ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων εντός του ομίλου, οι οποίες ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα Α σημεία 3) και 6) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ είναι ίση με 30 δισεκατομμύρια EUR ή τα υπερβαίνει, εφόσον λάβει σχετική απόφαση η αρχή ενοποιημένης εποπτείας σε διαβούλευση με το σώμα εποπτών προκειμένου να αντιμετωπίσει δυνητικούς κινδύνους καταστρατήγησης ή δυνητικούς κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης·

(*1)  Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).»·"

ii)

το σημείο 12) διαγράφεται·

iii)

τα σημεία 15) και 16) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«15)

ως “μητρική επιχείρηση” νοείται η επιχείρηση η οποία ελέγχει, κατά την έννοια του σημείου 37, μία ή περισσότερες επιχειρήσεις·

16)

ως “θυγατρική” νοείται η επιχείρηση η οποία ελέγχεται, κατά την έννοια του σημείου 37, από άλλη επιχείρηση· οι θυγατρικές θυγατρικών θεωρούνται επίσης θυγατρικές της επιχείρησης που είναι η αρχική τους μητρική επιχείρηση·»

·

iv)

το σημείο 18) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«18)

ως “επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών” νοείται η επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα, είτε παρέχεται σε επιχειρήσεις εντός του ομίλου είτε σε πελάτες εκτός του ομίλου, συνίσταται σε ένα από τα κατωτέρω:

α)

δευτερεύουσες υπηρεσίες του τραπεζικού τομέα·

β)

λειτουργική μίσθωση, κατοχή ή διαχείριση περιουσίας, παροχή υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων ή άλλη δραστηριότητα εφόσον πρόκειται για επικουρικές δραστηριότητες του τραπεζικού τομέα·

γ)

άλλη δραστηριότητα η οποία θεωρείται από την ΕΑΤ παρεμφερής με τις αναφερόμενες στα στοιχεία α) και β)·»

·

v)

το σημείο 20) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«20)

ως “χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών” νοείται η επιχείρηση η οποία πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

είναι χρηματοδοτικό ίδρυμα·

β)

δεν είναι μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών·

γ)

έχει τουλάχιστον μία θυγατρική που είναι ίδρυμα·

δ)

πάνω από το 50 % οποιουδήποτε από τους κάτωθι δείκτες συνδέεται, σε σταθερή βάση, με θυγατρικές που είναι ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, και με δραστηριότητες που ασκούνται από την ίδια την εταιρεία και δεν σχετίζονται με την απόκτηση ή την κατοχή συμμετοχών σε θυγατρικές όταν οι εν λόγω δραστηριότητες είναι της ίδιας φύσεως με τις δραστηριότητες που ασκούνται από ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα:

i)

το μετοχικό κεφάλαιο της επιχείρησης βάσει της ενοποιημένης κατάστασής της·

ii)

τα στοιχεία του ενεργητικού της επιχείρησης βάσει της ενοποιημένης κατάστασής της·

iii)

τα έσοδα της επιχείρησης βάσει της ενοποιημένης κατάστασής της·

iv)

το προσωπικό της επιχείρησης βάσει της ενοποιημένης κατάστασής της·

v)

άλλοι δείκτες που θεωρούνται συναφείς από την αρμόδια αρχή.

Η αρμόδια αρχή μπορεί να αποφασίζει ότι μια οντότητα δεν θεωρείται χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, ακόμη και αν επιτυγχάνεται ένας από τους δείκτες που αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο σημεία i) έως iv), σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι ο σχετικός δείκτης δεν παρέχει πραγματική εικόνα των κύριων δραστηριοτήτων και κινδύνων του ομίλου. Πριν λάβει την απόφαση αυτή, η αρμόδια αρχή διαβουλεύεται με την ΕΑΤ και παρέχει τεκμηριωμένη και λεπτομερή ποιοτική και ποσοτική αιτιολόγηση. Η αρμόδια αρχή λαμβάνει δεόντως υπόψη τη γνώμη της ΕΑΤ και, αν αποφασίσει να αποκλίνει από αυτήν, κοινοποιεί στην ΕΑΤ, εντός τριών μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της γνώμης της ΕΑΤ, το σκεπτικό για την παρέκκλιση από τη σχετική γνώμη.»

·

vi)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:

«20α)

ως “επενδυτική εταιρεία συμμετοχών” νοείται η επενδυτική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 23) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033·»

·

vii)

το σημείο 26) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«26)

ως “χρηματοδοτικό ίδρυμα” νοείται η επιχείρηση η οποία πληροί αμφότερες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

δεν είναι ίδρυμα, αμιγώς βιομηχανική εταιρεία χαρτοφυλακίου, οντότητα ειδικού σκοπού για τιτλοποίηση, ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου όπως ορίζεται στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχείο στ) της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μικτής δραστηριότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 212 παράγραφος 1 στοιχείο ζ) της εν λόγω οδηγίας, εκτός από την περίπτωση στην οποία ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μικτής δραστηριότητας έχει θυγατρικό ίδρυμα·

β)

πληροί μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

η κύρια δραστηριότητα της επιχείρησης συνίσταται στην απόκτηση ή κατοχή συμμετοχών ή στην άσκηση μίας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που παρατίθενται στα σημεία 2 έως 12 και στα σημεία 15, 16 και 17 του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ή στην παροχή ή άσκηση μίας ή περισσότερων από τις υπηρεσίες ή δραστηριότητες που παρατίθενται στο παράρτημα Ι τμήμα Α ή Β της οδηγίας 2014/65/ΕΕ σχετικά με τα χρηματοπιστωτικά μέσα που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι τμήμα Γ της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

ii)

η επιχείρηση είναι επιχείρηση επενδύσεων, μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, επενδυτική εταιρεία συμμετοχών, πάροχος υπηρεσιών πληρωμών όπως κατηγοριοποιείται δυνάμει του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*2), εταιρεία διαχείρισης ή επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών·

(*2)  Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ, 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ L 337 της 23.12.2015, σ. 35).»·"

viii)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:

«26α)

ως “αμιγώς βιομηχανική εταιρεία χαρτοφυλακίου” νοείται η επιχείρηση η οποία πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η κύρια δραστηριότητά της συνίσταται στην απόκτηση ή κατοχή συμμετοχών·

β)

δεν αναφέρεται στο σημείο 27 στοιχείο α) ή στο σημείο 27 στοιχεία δ) έως ιβ) της παρούσας παραγράφου και δεν είναι επιχείρηση επενδύσεων ή εταιρεία διαχείρισης ή πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366·

γ)

δεν κατέχει συμμετοχές σε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα·»

·

ix)

στο σημείο 27), το στοιχείο γ) απαλείφεται·

x)

το σημείο 28) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«28)

ως “μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος” νοείται το ίδρυμα εντός κράτους μέλους το οποίο διαθέτει ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ως θυγατρική, ή το οποίο κατέχει συμμετοχή σε ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, και το οποίο δεν αποτελεί το ίδιο θυγατρική άλλου ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί στο ίδιο κράτος μέλος·»

·

xi)

το σημείο 35) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«35)

ως “συμμετοχή” νοείται η συμμετοχή όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 2 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*3), ή η άμεση ή έμμεση κατοχή τουλάχιστον του 20 % ή περισσότερο των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης·

(*3)  Οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/EOK και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 182 της 29.6.2013, σ. 19).»·"

xii)

το σημείο 37) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«37)

ως “έλεγχος” νοείται η σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης, όπως περιγράφεται στο άρθρο 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ ή στα λογιστικά πρότυπα στα οποία υπόκειται ίδρυμα δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*4), ή παρεμφερής σχέση μεταξύ κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου και επιχείρησης·

(*4)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1606/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Ιουλίου 2002, για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων (ΕΕ L 243 της 11.9.2002, σ. 1).»·"

xiii)

το σημείο 52) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«52)

ως “λειτουργικός κίνδυνος” νοείται ο κίνδυνος ζημιών οφειλόμενων στην ανεπάρκεια ή την αποτυχία εσωτερικών διαδικασιών, ατόμων και συστημάτων ή σε εξωτερικά γεγονότα που περιλαμβάνει ενδεικτικά τον νομικό κίνδυνο, τον κίνδυνο υποδείγματος ή τον κίνδυνο τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών (ΤΠΕ), αλλά δεν περιλαμβάνει τον στρατηγικό κίνδυνο και τον κίνδυνο φήμης·»

·

xiv)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα σημεία:

«52α)

ως “νομικός κίνδυνος” νοείται ο κίνδυνος ζημίας που περιλαμβάνει δαπάνες, χρηματικά πρόστιμα, ποινικές ρήτρες ή αποζημιώσεις που μπορεί να υποστεί ένα ίδρυμα ως συνέπεια συμβάντων που καταλήγουν σε νομικές διαδικασίες, όπως τα εξής:

α)

εποπτικές ενέργειες και ιδιωτικοί διακανονισμοί·

β)

μη ανάληψη ενέργειας, όταν η τελευταία είναι αναγκαία για τη συμμόρφωση με νομική υποχρέωση·

γ)

ανάληψη ενέργειας προς αποφυγή συμμόρφωσης με νομική υποχρέωση·

δ)

περιστατικά παραπτωμάτων, δηλαδή συμβάντα που προκαλούνται από δόλο ή αμέλεια, όπως η μη προσήκουσα παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών ή η παροχή ανεπαρκών ή παραπλανητικών πληροφοριών σχετικά με τον χρηματοοικονομικό κίνδυνο προϊόντων που πωλούνται από το ίδρυμα·

ε)

μη συμμόρφωση με απαίτηση που απορρέει από εθνικές ή διεθνείς κανονιστικές ή νομοθετικές διατάξεις·

στ)

μη συμμόρφωση με απαίτηση που απορρέει από συμβατικές ρυθμίσεις, ή με εσωτερικούς κανόνες και κώδικες δεοντολογίας που έχουν θεσπιστεί σύμφωνα με εθνικούς ή διεθνείς κανόνες και πρακτικές·

ζ)

μη συμμόρφωση με κανόνες δεοντολογίας.

52β)

ως “κίνδυνος υποδείγματος” νοείται ο κίνδυνος ζημιών οφειλόμενων σε αποφάσεις που βασίζονται κυρίως στα αποτελέσματα εσωτερικών υποδειγμάτων, λόγω σφαλμάτων στον σχεδιασμό, στην ανάπτυξη, στην εκτίμηση παραμέτρων, στην εφαρμογή, στη χρήση ή στην παρακολούθηση αυτών των υποδειγμάτων, όπως τα εξής:

α)

ο εσφαλμένος σχεδιασμός επιλεγμένου εσωτερικού υποδείγματος και των χαρακτηριστικών του·

β)

ο πλημμελής έλεγχος της καταλληλότητας επιλεγμένου εσωτερικού υποδείγματος για το προς αξιολόγηση χρηματοοικονομικό μέσο ή για το προς τιμολόγηση προϊόν, ή της καταλληλότητας επιλεγμένου εσωτερικού υποδείγματος για τις υφιστάμενες συνθήκες αγοράς·

γ)

σφάλματα στην εφαρμογή επιλεγμένου εσωτερικού υποδείγματος·

δ)

εσφαλμένες αποτιμήσεις στις τρέχουσες τιμές αγοράς και μετρήσεις κινδύνου ως αποτέλεσμα σφάλματος κατά την εγγραφή μιας συναλλαγής στο σύστημα συναλλαγών·

ε)

η χρήση επιλεγμένου εσωτερικού υποδείγματος ή των αποτελεσμάτων του για σκοπό για τον οποίο το υπόδειγμα δεν ήταν προορισμένο ή σχεδιασμένο, συμπεριλαμβανομένης της παραποίησης των παραμέτρων ανάπτυξης του υποδείγματος·

στ)

η άκαιρη ή αναποτελεσματική παρακολούθηση ή επικύρωση των επιδόσεων του υποδείγματος ή της προβλεπτικής ικανότητάς του προκειμένου να αξιολογηθεί εάν το επιλεγμένο εσωτερικό υπόδειγμα παραμένει κατάλληλο για τον επιδιωκόμενο σκοπό·

52γ)

ως “κίνδυνος ΤΠΕ” νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης ζημιών που σχετίζεται με οποιεσδήποτε ευλόγως αναγνωρίσιμες περιστάσεις σε σχέση με τη χρήση συστημάτων δικτύου και πληροφοριών, οι οποίες, εάν επέλθουν, ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλεια των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών, κάθε εργαλείου ή διαδικασίας που εξαρτάται από την τεχνολογία, λειτουργιών και διαδικασιών ή της παροχής υπηρεσιών, προκαλώντας δυσμενείς επιπτώσεις στο ψηφιακό ή υλικό περιβάλλον·

52δ)

ως “περιβαλλοντικός, κοινωνικός και σχετικός με τη διακυβέρνηση κίνδυνος” ή “ΠΚΔ κίνδυνος” νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης οποιωνδήποτε αρνητικών οικονομικών επιπτώσεων σε ένα ίδρυμα ως αποτέλεσμα των υφιστάμενων ή προβλεπόμενων επιπτώσεων περιβαλλοντικών, κοινωνικών ή σχετικών με τη διακυβέρνηση (ΠΚΔ) παραγόντων στα αντισυμβαλλόμενα μέρη ή τα επενδυθέντα στοιχεία ενεργητικού του εν λόγω ιδρύματος· οι ΠΚΔ κίνδυνοι εκδηλώνονται μέσω των παραδοσιακών κατηγοριών χρηματοοικονομικών κινδύνων·

52ε)

ως “περιβαλλοντικός κίνδυνος” νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης οποιωνδήποτε αρνητικών οικονομικών επιπτώσεων σε ίδρυμα ως αποτέλεσμα των υφιστάμενων ή προβλεπόμενων επιπτώσεων περιβαλλοντικών παραγόντων στα αντισυμβαλλόμενα μέρη ή στα επενδυθέντα στοιχεία ενεργητικού του εν λόγω ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένων των παραγόντων που σχετίζονται με τη μετάβαση στους στόχους που ορίζονται στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*5)· ο περιβαλλοντικός κίνδυνος εμπεριέχει αφενός τον φυσικό κίνδυνο και αφετέρου τον κίνδυνο μετάβασης·

52στ)

ως “φυσικός κίνδυνος”, στο πλαίσιο του περιβαλλοντικού κινδύνου, νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης οποιωνδήποτε αρνητικών οικονομικών επιπτώσεων σε ίδρυμα ως αποτέλεσμα των υφιστάμενων ή προβλεπόμενων επιπτώσεων του φυσικού αντίκτυπου των περιβαλλοντικών παραγόντων στα αντισυμβαλλόμενα μέρη ή στα επενδυθέντα στοιχεία ενεργητικού του εν λόγω ιδρύματος·

52ζ)

ως “κίνδυνος μετάβασης”, στο πλαίσιο του περιβαλλοντικού κινδύνου, νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης οποιωνδήποτε αρνητικών οικονομικών επιπτώσεων σε ίδρυμα ως αποτέλεσμα των υφιστάμενων ή προβλεπόμενων επιπτώσεων της μετάβασης σε μια περιβαλλοντικά βιώσιμη οικονομία στα αντισυμβαλλόμενα μέρη ή τα επενδυθέντα στοιχεία ενεργητικού του εν λόγω ιδρύματος·

52η)

ως “κοινωνικός κίνδυνος” νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης οποιωνδήποτε αρνητικών οικονομικών επιπτώσεων σε ίδρυμα ως αποτέλεσμα των υφιστάμενων ή προβλεπόμενων επιπτώσεων κοινωνικών παραγόντων στα αντισυμβαλλόμενα μέρη ή στα επενδυθέντα στοιχεία ενεργητικού του·

52θ)

ως “κίνδυνος διακυβέρνησης” νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης οποιωνδήποτε αρνητικών οικονομικών επιπτώσεων σε ίδρυμα ως αποτέλεσμα των υφιστάμενων ή προβλεπόμενων επιπτώσεων σχετικών με τη διακυβέρνηση παραγόντων στα αντισυμβαλλόμενα μέρη ή στα επενδυθέντα στοιχεία ενεργητικού του εν λόγω ιδρύματος·

(*5)  Κανονισμός (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2020, σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 (ΕΕ L 198 της 22.6.2020, σ. 13).»·"

xv)

τα σημεία 54), 55) και 56) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«54)

ως “πιθανότητα αθέτησης υποχρέωσης” ή “PD” (εκ του probability of default) νοείται η πιθανότητα αθέτησης υποχρεώσεων πιστούχου ή, κατά περίπτωση, πιστωτικής διευκόλυνσης, σε περίοδο ενός έτους, και, στο πλαίσιο του κινδύνου απομείωσης της αξίας εισπρακτέων, η πιθανότητα απομείωσης της αξίας κατά τη διάρκεια ενός έτους·

55)

ως “ζημία λόγω αθέτησης υποχρέωσης” ή “LGD” (εκ του loss given default) νοείται ο λόγος της ζημίας από άνοιγμα που σχετίζεται με μία και μόνη διευκόλυνση εξαιτίας της αθέτησης υποχρεώσεων εκ μέρους πιστούχου ή, κατά περίπτωση, πιστωτικής διευκόλυνσης προς το ποσό που είναι ανεξόφλητο κατά τον χρόνο της αθέτησης ή σε δεδομένη ημερομηνία αναφοράς μετά την ημερομηνία αθέτησης, και, στο πλαίσιο του κινδύνου απομείωσης της αξίας εισπρακτέων, η ζημία λόγω απομείωσης αξίας δηλαδή ο λόγος της ζημίας από άνοιγμα που σχετίζεται με αποκτηθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις εξαιτίας απομείωσης αξίας, προς το ποσό που είναι ανεξόφλητο για τις αποκτηθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις·

56)

ως “συντελεστής μετατροπής” ή “CCF” (εκ του “credit conversion factor”) νοείται ο λόγος του μη αναληφθέντος ποσού πιστοδότησης από μία και μόνη διευκόλυνση, το οποίο θα μπορούσε να αναληφθεί από αυτήν τη μόνη διευκόλυνση από συγκεκριμένη χρονική στιγμή προ της αθέτησης και το οποίο, ως εκ τούτου, θα ήταν ανεξόφλητο σε περίπτωση αθέτησης, προς το μη αναληφθέν ποσό της πιστοδότησης από την εν λόγω διευκόλυνση, όπου η έκταση της πιστοδότησης καθορίζεται από το εγκεκριμένο όριο, εκτός αν το μη εγκεκριμένο όριο είναι υψηλότερο·»

·

xvi)

τα σημεία 58), 59) και 60) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«58)

ως “χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία” ή “FCP” (εκ του “funded credit protection”) νοείται η τεχνική μείωσης του πιστωτικού κινδύνου όταν η μείωση του πιστωτικού κινδύνου ενός χρηματοδοτικού ανοίγματος ενός ιδρύματος απορρέει από το δικαίωμα του εν λόγω ιδρύματος —σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης του πιστούχου ή της πιστωτικής διευκόλυνσης ή επέλευσης άλλων συγκεκριμένων πιστωτικών συμβάντων που έχουν σχέση με τον πιστούχο— να προβεί στη ρευστοποίηση ή να επιτύχει τη μεταβίβαση ή την κατάσχεση ή την παρακράτηση ορισμένων περιουσιακών στοιχείων ή ποσών, ή να μειώσει το ποσό του ανοίγματος ή να το αντικαταστήσει με το ποσό της διαφοράς μεταξύ του ύψους του ανοίγματος και του ύψους μιας υποχρέωσης του ιδρύματος·

59)

ως “μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία” ή “UFCP” (εκ του “unfunded credit protection”) νοείται η τεχνική μείωσης του πιστωτικού κινδύνου όπου η μείωση του πιστωτικού κινδύνου ενός χρηματοδοτικού ανοίγματος ενός ιδρύματος απορρέει από την υποχρέωση τρίτου να καταβάλει ένα ποσό σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων του πιστούχου ή της πιστωτικής διευκόλυνσης ή επέλευσης άλλων συγκεκριμένων πιστωτικών συμβάντων·

60)

ως “μέσο εξομοιούμενο με μετρητά” νοείται πιστοποιητικό καταθέσεων, ομόλογο, συμπεριλαμβανομένων των καλυμμένων ομολόγων, ή άλλο μέσο μη μειωμένης εξασφάλισης, το οποίο έχει εκδοθεί από δανειοδοτικό ίδρυμα, έχει ήδη καταβληθεί στο σύνολό του στο εν λόγω δανειοδοτικό ίδρυμα και επιστρέφεται άνευ όρων από το ίδρυμα στην ονομαστική του αξία·»

·

xvii)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:

«60α)

ως “αποθέματα χρυσού” νοείται χρυσός σε μορφή φυσικού αντικειμένου, όπως οι ράβδοι, οι πλάκες και τα κέρματα, που γίνονται συνήθως δεκτά στην αγορά πολύτιμων μετάλλων, όπου υπάρχουν ρευστές αγορές για πολύτιμα μέταλλα, και η αξία των οποίων αποτιμάται με βάση την αξία του χρυσού που περιέχουν, όπως καθορίζεται από την καθαρότητα και τη μάζα, και όχι από το ενδιαφέρον τους για τους νομισματοσυλλέκτες·»

·

xviii)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:

«74α)

ως “αξία ακινήτου” νοείται η αξία ακινήτου κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου όπως αποτιμάται σύμφωνα με το άρθρο 229 παράγραφος 1·»

·

xix)

το σημείο 75) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«75)

ως “ακίνητο κατοικίας” νοείται ένα από τα κατωτέρω:

α)

ακίνητο που έχει χαρακτήρα κατοικίας και συμμορφώνεται με όλους τους ισχύοντες νόμους και κανονισμούς βάσει των οποίων το ακίνητο μπορεί να χρησιμοποιείται με σκοπό τη στέγαση·

β)

ακίνητο που έχει χαρακτήρα κατοικίας και βρίσκεται ακόμη υπό κατασκευή, εφόσον προσδοκάται ότι το ακίνητο θα συμμορφώνεται με όλους τους ισχύοντες νόμους και κανονισμούς βάσει των οποίων το ακίνητο μπορεί να χρησιμοποιείται με σκοπό τη στέγαση·

γ)

το δικαίωμα διαμονής σε διαμέρισμα σε οικιστικούς συνεταιρισμούς που βρίσκονται στη Σουηδία·

δ)

γη που συνοδεύει ακίνητο το οποίο αναφέρεται στα στοιχεία α), β) ή γ)·»

·

xx)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα σημεία:

«75α)

ως “εμπορικό ακίνητο” νοείται το ακίνητο που δεν αποτελεί ακίνητο κατοικίας·

75β)

ως “άνοιγμα που σχετίζεται με προσοδοφόρο ακίνητο” ή “άνοιγμα IPRE” (εκ του “income producing real estate exposure”) νοείται άνοιγμα εξασφαλισμένο με ένα ή περισσότερα ακίνητα κατοικίας ή εμπορικά ακίνητα όταν η εκπλήρωση των πιστωτικών υποχρεώσεων που σχετίζονται με το άνοιγμα εξαρτάται σε ουσιαστικό βαθμό από τις ταμειακές ροές που παράγονται από τα συγκεκριμένα ακίνητα τα οποία εξασφαλίζουν το εν λόγω άνοιγμα, και όχι από την ικανότητα του πιστούχου να εκπληρώνει τις πιστωτικές υποχρεώσεις από άλλες πηγές· η πρωταρχική πηγή των εν λόγω ταμειακών ροών είναι καταβολές μισθωμάτων ή ενοικίου, ή τα έσοδα από την πώληση του ακινήτου κατοικίας ή του εμπορικού ακινήτου·

75γ)

ως “άνοιγμα που σχετίζεται με μη προσοδοφόρο ακίνητο” ή “άνοιγμα εκτός IPRE” νοείται άνοιγμα εξασφαλισμένο με ένα ή περισσότερα ακίνητα κατοικίας ή εμπορικά ακίνητα το οποίο δεν αποτελεί άνοιγμα IPRE·

75δ)

ως “άνοιγμα εξασφαλισμένο με ακίνητο κατοικίας” ή “άνοιγμα εξασφαλισμένο με υποθήκη επί ακινήτου κατοικίας” νοείται άνοιγμα εξασφαλισμένο με ακίνητο κατοικίας ή άνοιγμα που θεωρείται ως τέτοιο σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 4·

75ε)

ως “άνοιγμα εξασφαλισμένο με εμπορικό ακίνητο” ή “άνοιγμα εξασφαλισμένο με υποθήκη επί εμπορικού ακινήτου” νοείται άνοιγμα εξασφαλισμένο με εμπορικό ακίνητο·

75στ)

ως “άνοιγμα εξασφαλισμένο με ακίνητο” ή “άνοιγμα εξασφαλισμένο με υποθήκη επί ακινήτου”, ή “άνοιγμα εξασφαλισμένο με εμπράγματες εξασφαλίσεις ακινήτων” νοείται άνοιγμα εξασφαλισμένο με ακίνητο κατοικίας ή εμπορικό ακίνητο ή άνοιγμα που θεωρείται ως τέτοιο σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 4·»

·

xxi)

το σημείο 78) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«78)

ως “ποσοστό αθέτησης ενός έτους” νοείται ο λόγος μεταξύ του αριθμού των πιστούχων —ή, σε περίπτωση που ο ορισμός της αθέτησης εφαρμόζεται σε επίπεδο πιστωτικής διευκόλυνσης σύμφωνα με το άρθρο 178 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, των πιστωτικών διευκολύνσεων— που θεωρείται ότι έχουν εμφανίσει αθέτηση κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που αρχίζει ένα έτος πριν από μια ημερομηνία παρατήρησης Τ, και του αριθμού των πιστούχων —ή, σε περίπτωση που ο ορισμός της αθέτησης εφαρμόζεται σε επίπεδο πιστωτικής διευκόλυνσης σύμφωνα με το άρθρο 178 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, των πιστωτικών διευκολύνσεων— που εμπίπτουν στην εν λόγω βαθμίδα ή ομάδα ένα έτος πριν από την ως άνω ημερομηνία παρατήρησης T·»

·

xxii)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα σημεία:

«78α)

ως “ανοίγματα σε αγορά, ανάπτυξη και κατασκευή” ή “ανοίγματα ADC” (εκ του “acquisition, development and construction”) νοούνται ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων ή φορέων ειδικού σκοπού που χρηματοδοτούν την αγορά γης για σκοπούς ανάπτυξης και κατασκευής, ή την ανάπτυξη και κατασκευή ακινήτων κατοικίας ή εμπορικών ακινήτων·

78β)

ως “άνοιγμα εκτός ADC” νοείται άνοιγμα εξασφαλισμένο με ένα ή περισσότερα ακίνητα κατοικίας ή εμπορικά ακίνητα το οποίο δεν αποτελεί άνοιγμα ADC·»

·

xxiii)

το σημείο 79 διαγράφεται·

xxiv)

το σημείο 114) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«114)

ως “έμμεση συμμετοχή” νοείται κάθε άνοιγμα σε ενδιάμεση οντότητα η οποία έχει άνοιγμα σε κεφαλαιακά μέσα εκδοθέντα από οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα ή σε υποχρεώσεις εκδοθείσες από ίδρυμα όπου, σε περίπτωση μόνιμης διαγραφής των κεφαλαιακών μέσων που έχει εκδώσει η οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα ή των υποχρεώσεων που έχει εκδώσει το ίδρυμα, η επακόλουθη ζημία του ιδρύματος δεν θα διέφερε ουσιαστικά από τη ζημία που θα συνεπαγόταν για το ίδρυμα άμεση συμμετοχή στα εν λόγω κεφαλαιακά μέσα που έχει εκδώσει η οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα ή στις εν λόγω υποχρεώσεις που έχει εκδώσει το ίδρυμα·»

·

xxv)

το σημείο 126) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«126)

ως “σύνθετη συμμετοχή” νοείται η επένδυση ιδρύματος σε χρηματοοικονομικό μέσο η αξία του οποίου συνδέεται άμεσα με την αξία των κεφαλαιακών μέσων που έχει εκδώσει οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα ή με την αξία των υποχρεώσεων που έχει εκδώσει ίδρυμα·»

·

xxvi)

στο σημείο 127), το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

τα ιδρύματα είναι πλήρως ενοποιημένα σύμφωνα με το άρθρο 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ και υπάγονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ιδρύματος που αποτελεί μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2 του παρόντος κανονισμού και υπόκεινται σε απαίτηση ιδίων κεφαλαίων·»

·

xxvii)

το σημείο 144) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«144)

ως “μονάδα διαπραγμάτευσης” νοείται σαφώς προσδιορισμένη ομάδα διαπραγματευτών η οποία συγκροτείται από το ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 104β παράγραφος 1, προκειμένου να διαχειρίζονται από κοινού ένα χαρτοφυλάκιο θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, ή των θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 του εν λόγω άρθρου, σύμφωνα με μια σαφώς καθορισμένη και συνεκτική επιχειρηματική στρατηγική και η οποία λειτουργεί στο πλαίσιο της ίδιας δομής διαχείρισης των κινδύνων·»

·

xxviii)

στο σημείο 145), το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«στ)

τα ενοποιημένα στοιχεία ενεργητικού ή παθητικού του ιδρύματος που αφορούν δραστηριότητες με αντισυμβαλλομένους που βρίσκονται στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, εξαιρουμένων των εντός ομίλου ανοιγμάτων στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, υπερβαίνουν το 75 % των ενοποιημένων συνολικών στοιχείων τόσο του ενεργητικού όσο και του παθητικού του ιδρύματος, εξαιρουμένων και στις δύο περιπτώσεις των εντός ομίλου ανοιγμάτων·»

·

xxix)

προστίθενται τα ακόλουθα σημεία:

«151)

ως “ανακυκλούμενο άνοιγμα” νοείται άνοιγμα στο οποίο το ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανειολήπτη είναι δυνατόν να κυμαίνεται, με βάση την απόφαση του πελάτη για το ποσό που θα δανειστεί και θα εξοφλήσει, μέχρις ενός συμφωνημένου ορίου·

152)

ως “άνοιγμα έναντι συναλλασσομένων” νοείται ανακυκλούμενο άνοιγμα με ιστορικό αποπληρωμής τουλάχιστον 12 μηνών που ανήκει σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες:

α)

άνοιγμα για το οποίο, σε τακτική βάση τουλάχιστον 12 μηνών, το υπόλοιπο που πρέπει να αποπληρωθεί κατά την επόμενη προγραμματισμένη ημερομηνία αποπληρωμής καθορίζεται ως το αναληφθέν ποσό σε προκαθορισμένη ημερομηνία αναφοράς, με προγραμματισμένη ημερομηνία αποπληρωμής όχι πέραν των 12 επόμενων μηνών, υπό την προϋπόθεση ότι το υπόλοιπο έχει αποπληρωθεί εξ ολοκλήρου στην κάθε προγραμματισμένη ημερομηνία αποπληρωμής για τους 12 προηγούμενους μήνες·

β)

διευκόλυνση υπερανάληψης στην οποία δεν υπήρξαν αναλήψεις κατά τους 12 προηγούμενους μήνες·

153)

ως “οντότητα του τομέα των ορυκτών καυσίμων” νοείται η εταιρεία ή επιχείρηση που έχει ταξινομηθεί στατιστικά ως έχουσα την κύρια οικονομική της δραστηριότητα στον τομέα οικονομικών δραστηριοτήτων του άνθρακα, του πετρελαίου ή του φυσικού αερίου, όπως ορίζεται στο παράρτημα XXXIX υπόδειγμα 3 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2021/637 της Επιτροπής (*6) και όπως προσδιορίζεται με βάση τους κωδικούς στατιστικής ταξινόμησης των οικονομικών δραστηριοτήτων (NACE—αναθεώρηση 2) που παρατίθενται στο παράρτημα I τμήματα Β, Γ, Δ και Ζ του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1893/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*7)· σε περίπτωση που η κύρια οικονομική δραστηριότητα της εταιρείας ή επιχείρησης δεν ταξινομείται με τη χρήση κωδικών NACE—αναθεώρηση 2 όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1893/2006, ή εθνικής ταξινόμησης που προκύπτει από αυτόν, τα ιδρύματα καθορίζουν συντηρητικά αν η εν λόγω εταιρεία ή επιχείρηση έχει την κύρια δραστηριότητά της σε έναν από αυτούς τους τομείς·

154)

ως “ανοίγματα που επηρεάζονται από την επίπτωση περιβαλλοντικών ή κοινωνικών παραγόντων” νοούνται τα ανοίγματα τα οποία εμποδίζουν τη φιλοδοξία της Ένωσης να επιτύχει τους ρυθμιστικούς της στόχους που σχετίζονται με ΠΚΔ παράγοντες, κατά τρόπο που θα μπορούσε να έχει αρνητική χρηματοοικονομική επίπτωση στα ιδρύματα στην Ένωση·

155)

ως “οντότητα του σκιώδους τραπεζικού συστήματος” νοείται η οντότητα που ασκεί τραπεζικές δραστηριότητες εκτός του ρυθμιζόμενου πλαισίου·

(*6)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2021/637 της Επιτροπής, της 15ης Μαρτίου 2021, για τον καθορισμό εκτελεστικών τεχνικών προτύπων όσον αφορά τη δημοσιοποίηση από τα ιδρύματα των πληροφοριών που αναφέρονται στο όγδοο μέρος τίτλοι II και III του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1423/2013 της Επιτροπής, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2015/1555 της Επιτροπής, του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2016/200 της Επιτροπής και του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2017/2295 της Επιτροπής (ΕΕ L 136 της 21.4.2021, σ. 1)."

(*7)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1893/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 2006, για τη θέσπιση της στατιστικής ταξινόμησης των οικονομικών δραστηριοτήτων NACE—αναθεώρηση 2 και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 3037/90 του Συμβουλίου και ορισμένων κανονισμών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικών με ειδικούς στατιστικούς τομείς (ΕΕ L 393 της 30.12.2006, σ. 1).»·"

xxx)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου σημείο 1) στοιχείο β) σημεία ii) και iii), όταν η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου τρίτης χώρας, τα συνολικά στοιχεία ενεργητικού κάθε υποκαταστήματος του ομίλου τρίτης χώρας με άδεια λειτουργίας στην Ένωση περιλαμβάνονται στη συνδυασμένη συνολική αξία του ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων του ομίλου.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου σημείο 1) στοιχείο β) σημείο iii), η αρχή ενοποιημένης εποπτείας μπορεί να ζητήσει από την επιχείρηση όλες τις σχετικές πληροφορίες προκειμένου να λάβει την απόφασή της.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου σημείο 52α), ο νομικός κίνδυνος δεν περιλαμβάνει επιστροφές χρημάτων σε τρίτα μέρη ή εργαζομένους και πληρωμές υπεραξίας λόγω επιχειρηματικών ευκαιριών, όταν δεν έχουν παραβιαστεί ηθικοί κανόνες ή κανόνες δεοντολογίας και όταν το ίδρυμα έχει εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του σε εύθετο χρόνο. Ο νομικός κίνδυνος επίσης δεν περιλαμβάνει εξωτερικά νομικά έξοδα όταν το συμβάν που επισύρει τα εν λόγω εξωτερικά έξοδα δεν συνιστά γεγονός λειτουργικού κινδύνου.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου σημείο 145) στοιχείο ε) της παρούσας παραγράφου, ένα ίδρυμα μπορεί να εξαιρεί θέσεις παραγώγων τις οποίες έχει συνάψει με πελάτες του που δεν είναι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και τις θέσεις παραγώγων που χρησιμοποιεί για την αντιστάθμιση αυτών των θέσεων, υπό την προϋπόθεση ότι η συνδυασμένη αξία των εξαιρούμενων θέσεων υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 273α παράγραφος 3 δεν υπερβαίνει το 10 % των συνολικών στοιχείων ενεργητικού του ιδρύματος εντός και εκτός ισολογισμού.»

·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5.   Έως τις 10 Ιανουαρίου 2026, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, για τον καθορισμό των κριτηρίων βάσει των οποίων προσδιορίζονται οι δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο σημείο 18 του παρόντος άρθρου.».

2)

Το άρθρο 5 τροποποιείται ως εξής:

α)

το σημείο 3) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3)

ως “αναμενόμενη ζημία” ή “EL” (εκ του “expected loss”) νοείται ο λόγος, σε σχέση με μία και μόνη διευκόλυνση, της αναμενόμενης ζημίας από άνοιγμα:

α)

λόγω δυνητικής αθέτησης πιστούχου σε περίοδο ενός έτους προς το ποσό που είναι ανεξόφλητο κατά τον χρόνο της αθέτησης·

β)

λόγω δυνητικού συμβάντος απομείωσης της αξίας εισπρακτέων σε περίοδο ενός έτους προς το ποσό που είναι ανεξόφλητο κατά την ημερομηνία του συμβάντος απομείωσης·»

·

β)

προστίθενται τα ακόλουθα σημεία:

«4)

ως “πιστωτική υποχρέωση” νοείται κάθε υποχρέωση που απορρέει από σύμβαση πίστωσης, συμπεριλαμβανομένων του κεφαλαίου, των δεδουλευμένων τόκων και των προμηθειών, οφειλόμενη από πιστούχο·

5)

ως “πιστωτικό άνοιγμα” νοείται κάθε στοιχείο εντός ή εκτός ισολογισμού, που δημιουργεί, ή ενδέχεται να δημιουργήσει, πιστωτική υποχρέωση·

6)

ως “διευκόλυνση” ή “πιστωτική διευκόλυνση” νοείται το πιστωτικό άνοιγμα που απορρέει από σύμβαση ή σύνολο συμβάσεων μεταξύ ενός πιστούχου και ενός ιδρύματος·

7)

ως “περιθώριο συντηρητικότητας” νοείται η προσαύξηση που ενσωματώνεται σε εκτιμήσεις παραμέτρων κινδύνου, ώστε να αντιπροσωπεύει το αναμενόμενο εύρος των σφαλμάτων εκτίμησης που απορρέουν από διαπιστωμένες ανεπάρκειες σε δεδομένα, μεθόδους, υποδείγματα και αλλαγές σε πρότυπα αναδοχής, στη διάθεση για ανάληψη κινδύνων, στις πολιτικές είσπραξης και ανάκτησης και κάθε άλλη πηγή πρόσθετης αβεβαιότητας, καθώς και από γενικό σφάλμα εκτίμησης·

8)

ως “κατάλληλη προσαρμογή” νοείται ο αντίκτυπος στις εκτιμήσεις παραμέτρων κινδύνου που επιφέρει η εφαρμογή μεθοδολογιών στο πλαίσιο της εκτίμησης των παραμέτρων κινδύνου για τη διόρθωση των διαπιστωμένων ανεπαρκειών σε δεδομένα και σε μεθόδους εκτίμησης, και ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι αλλαγές στα πρότυπα αναδοχής, στη διάθεση για ανάληψη κινδύνων, στις πολιτικές είσπραξης και ανάκτησης, καθώς και κάθε άλλη πηγή πρόσθετης αβεβαιότητας, στο μέτρο του δυνατού, προκειμένου να αποφεύγονται μεροληψίες στις εκτιμήσεις των παραμέτρων κινδύνου·

9)

ως “μικρή και μεσαία επιχείρηση” ή “ΜΜΕ” νοείται η εταιρεία ή επιχείρηση η οποία, σύμφωνα με τους πιο πρόσφατους ενοποιημένους λογαριασμούς της, έχει ετήσιο κύκλο εργασιών που δεν υπερβαίνει τα 50 000 000 EUR·

10)

ως “πιστοδότηση” νοείται κάθε συμβατική ρύθμιση που προσφέρεται από ίδρυμα σε πελάτη ο οποίος και την αποδέχεται, για χορήγηση πίστωσης, αγορά στοιχείων ενεργητικού ή έκδοση υποκατάστατων πιστώσεων· και κάθε τέτοια ρύθμιση που μπορεί να ακυρωθεί άνευ όρων από ίδρυμα ανά πάσα στιγμή χωρίς προειδοποίηση του πιστούχου, ή κάθε ρύθμιση που μπορεί να ακυρωθεί από ίδρυμα όταν ο πιστούχος δεν εκπληρώνει τους όρους που ορίζονται στα έγγραφα της διευκόλυνσης, συμπεριλαμβανομένων των όρων που πρέπει να πληρούνται από τον πιστούχο πριν από αρχική ή επόμενη ανάληψη στο πλαίσιο της ρύθμισης, εκτός εάν οι συμβατικές ρυθμίσεις πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

συμβατικές ρυθμίσεις βάσει των οποίων το ίδρυμα δεν εισπράττει αμοιβές ή προμήθειες για τη σύναψη ή διατήρηση αυτών των συμβατικών ρυθμίσεων·

β)

συμβατικές ρυθμίσεις βάσει των οποίων ο πελάτης υποχρεούται να υποβάλει αίτηση στο ίδρυμα για την αρχική και για κάθε επόμενη ανάληψη στο πλαίσιο των εν λόγω συμβατικών ρυθμίσεων·

γ)

συμβατικές ρυθμίσεις βάσει των οποίων το ίδρυμα διαθέτει πλήρη εξουσία, ανεξαρτήτως της εκπλήρωσης από τον πελάτη των όρων που ορίζονται στα έγγραφα των συμβατικών ρυθμίσεων, όσον αφορά την πραγματοποίηση της κάθε ανάληψης·

δ)

οι συμβατικές ρυθμίσεις επιτρέπουν στο ίδρυμα να αξιολογεί την πιστοληπτική ικανότητα του πελάτη ακριβώς πριν από τη λήψη απόφασης σχετικά με την πραγματοποίηση της κάθε ανάληψης και το ίδρυμα έχει υλοποιήσει και εφαρμόζει εσωτερικές διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι η εν λόγω αξιολόγηση διενεργείται πριν από την πραγματοποίηση κάθε ανάληψης·

ε)

συμβατικές ρυθμίσεις που προσφέρονται σε επιχείρηση, συμπεριλαμβανομένης ΜΜΕ, η οποία υπόκειται σε συνεχή εκ του σύνεγγυς παρακολούθηση·

11)

ως “άνευ όρων ακυρώσιμη πιστοδότηση” νοείται κάθε πιστοδότηση της οποίας οι ρήτρες παρέχουν στο ίδρυμα τη δυνατότητα να ακυρώσει την εν λόγω πιστοδότηση έως το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο βάσει των νομικών πράξεων για την προστασία του καταναλωτή και των συναφών νομικών πράξεων, κατά περίπτωση, ανά πάσα στιγμή και χωρίς προειδοποίηση του πιστούχου, ή η οποία παρέχει πραγματική δυνατότητα αυτόματης ακύρωσης, λόγω επιδείνωσης της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη.».

3)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 5α

Ορισμοί που ισχύουν για τα κρυπτοστοιχεία

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

ως “κρυπτοστοιχείο” νοείται το κρυπτοστοιχείο όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 5) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*8) το οποίο δεν είναι ψηφιακό νόμισμα κεντρικής τράπεζας·

2)

ως “μάρκα ηλεκτρονικού χρήματος” νοείται η μάρκα ηλεκτρονικού χρήματος όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 7) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114·

3)

ως “άνοιγμα σε κρυπτοστοιχεία” νοείται στοιχείο ενεργητικού ή στοιχείο εκτός ισολογισμού που σχετίζεται με κρυπτοστοιχείο το οποίο προκαλεί πιστωτικό κίνδυνο, πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, κίνδυνο αγοράς, λειτουργικό κίνδυνο ή κίνδυνο ρευστότητας·

4)

ως “παραδοσιακό στοιχείο ενεργητικού” νοείται κάθε στοιχείο ενεργητικού εκτός των κρυπτοστοιχείων, μεταξύ άλλων:

α)

χρηματοοικονομικά μέσα όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 50) του παρόντος κανονισμού·

β)

χρηματικά ποσά, όπως ορίζονται στο άρθρο 4, σημείο 25, της οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366·

γ)

καταθέσεις, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παράγραφος 1, σημείο 3, της οδηγίας 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*9), συμπεριλαμβανομένων των δομημένων καταθέσεων·

δ)

θέσεις τιτλοποίησης στο πλαίσιο τιτλοποίησης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402·

ε)

προϊόντα ασφάλισης κατά ζημιών ή προϊόντα ασφάλισης ζωής που εμπίπτουν στους κλάδους ασφάλισης που απαριθμούνται στα παραρτήματα I και ΙΙ της οδηγίας 2009/138/ΕΚ ή συμβάσεις αντασφάλισης και αντεκχώρησης που αναφέρονται στην εν λόγω οδηγία·

στ)

συνταξιοδοτικά προϊόντα τα οποία, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, αναγνωρίζονται ως έχοντα πρωταρχικό σκοπό την παροχή εισοδήματος στον επενδυτή μετά τη συνταξιοδότηση και τα οποία δίνουν στον επενδυτή το δικαίωμα σε ορισμένες παροχές·

ζ)

επίσημα αναγνωρισμένα επαγγελματικά συνταξιοδοτικά καθεστώτα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας (ΕΕ) 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*10) ή της οδηγίας 2009/138/ΕΚ·

η)

ατομικά συνταξιοδοτικά προϊόντα για τα οποία απαιτείται, βάσει της εθνικής νομοθεσίας, χρηματοδοτική συνεισφορά του εργοδότη και στα οποία ο εργοδότης ή ο εργαζόμενος δεν έχει δυνατότητα επιλογής ως προς το συνταξιοδοτικό προϊόν ή τον πάροχο του συνταξιοδοτικού προϊόντος·

θ)

πανευρωπαϊκό ατομικό συνταξιοδοτικό προϊόν όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 2) του κανονισμού (ΕΕ) 2019/1238 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*11)·

ι)

καθεστώτα κοινωνικής ασφάλειας που καλύπτονται από τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*12) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*13)·

5)

ως “παραδοσιακό στοιχείο ενεργητικού σε μάρκες” νοείται είδος κρυπτοστοιχείου που αντιπροσωπεύει παραδοσιακό στοιχείο ενεργητικού, συμπεριλαμβανομένης της μάρκας ηλεκτρονικού χρήματος·

6)

ως “μάρκα με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία” νοείται η μάρκα με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 6) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114·

7)

ως “πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων” νοείται ο πάροχος υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων όπως ορίζεται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 σημείο 16) του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114.

(*8)  Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και των οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (ΕΕ L 150 της 9.6.2023, σ. 40)."

(*9)  Οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 149)."

(*10)  Οδηγία (ΕΕ) 2016/2341 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2016, για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών (ΙΕΣΠ) (ΕΕ L 354 της 23.12.2016, σ. 37)."

(*11)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/1238 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 2019, σχετικά με τη θέσπιση πανευρωπαϊκού ατομικού συνταξιοδοτικού προϊόντος (PEPP) (ΕΕ L 198 της 25.7.2019, σ. 1)."

(*12)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 166 της 30.4.2004, σ. 1)."

(*13)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004 για τον συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας (ΕΕ L 284 της 30.10.2009, σ. 1).»."

4)

Το άρθρο 10α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 10α

Εφαρμογή των απαιτήσεων προληπτικής εξουσίας σε ενοποιημένη βάση όταν οι επιχειρήσεις επενδύσεων είναι μητρικές επιχειρήσεις

Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών θεωρούνται μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες σε κράτος μέλος ή μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην EE όταν οι εν λόγω επιχειρήσεις επενδύσεων ή επενδυτικές εταιρείες συμμετοχών είναι μητρικές επιχειρήσεις ενός ιδρύματος ή μιας επιχείρησης επενδύσεων που υπόκειται στον παρόντα κανονισμό και αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 ή 5 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033.».

5)

Στο άρθρο 13 παράγραφος 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι μεγάλες θυγατρικές των εγκατεστημένων στην ΕΕ μητρικών ιδρυμάτων δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που προσδιορίζονται στα άρθρα 437, 438, 440, 442, 449α, 449β, 450, 451, 451α και 453 σε ατομική βάση ή, κατά περίπτωση, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και την οδηγία 2013/36/ΕΕ, σε υποενοποιημένη βάση.».

6)

Το άρθρο 18 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 απαλείφεται·

β)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Οι συμμετοχές σε ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, τα οποία διευθύνονται από μια επιχείρηση που συμπεριλαμβάνεται στην ενοποίηση από κοινού με μία ή περισσότερες επιχειρήσεις που δεν συμπεριλαμβάνονται στην ενοποίηση, ενοποιούνται ανάλογα με το τμήμα του κεφαλαίου, όταν η ευθύνη των εν λόγω επιχειρήσεων περιορίζεται στο τμήμα του κεφαλαίου που κατέχουν.»

·

γ)

στην παράγραφο 6, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι αρμόδιες αρχές μπορούν ιδίως να επιτρέψουν ή να επιβάλουν τη χρήση της μεθόδου που προβλέπεται στο άρθρο 22 παράγραφοι 7, 8 και 9 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ.»

·

δ)

στην παράγραφο 7, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Όταν ένα ίδρυμα διαθέτει θυγατρική που είναι επιχείρηση χωρίς να είναι ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, ή κατέχει συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση, εφαρμόζεται η μέθοδος της καθαρής θέσης στην εν λόγω θυγατρική ή συμμετοχή. Η μέθοδος αυτή δεν σημαίνει ωστόσο υπαγωγή των επιχειρήσεων αυτών στην εποπτεία επί ενοποιημένης βάσης.»

·

ε)

στην παράγραφο 8, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν την πλήρη ή αναλογική ενοποίηση θυγατρικής ή επιχείρησης στην οποία ίδρυμα διαθέτει συμμετοχή, όταν η εν λόγω θυγατρική ή επιχείρηση δεν είναι ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα και πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:»

·

στ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«10.   Η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2025 σχετικά με την πληρότητα και την καταλληλότητα των ορισμών και των διατάξεων του παρόντος κανονισμού σε σχέση με την εποπτεία σε ενοποιημένο επίπεδο όλων των τύπων κινδύνων στους οποίους εκτίθενται τα ιδρύματα. Η ΕΑΤ αξιολογεί ειδικότερα τυχόν εναπομένουσες ανακολουθίες στους εν λόγω ορισμούς και διατάξεις, καθώς και την αλληλεπίδρασή τους με το εφαρμοστέο λογιστικό πλαίσιο, και κάθε άλλη εναπομένουσα πτυχή η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει μη ηθελημένους περιορισμούς σε μια ενοποιημένη εποπτεία που είναι ολοκληρωμένη και προσαρμόσιμη σε νέες πηγές ή τύπους κινδύνων ή δομών που μπορεί να οδηγήσουν σε ρυθμιστικό αρμπιτράζ. Η ΕΑΤ επικαιροποιεί την έκθεσή της τουλάχιστον μία φορά ανά διετία.

Με βάση τις διαπιστώσεις της ΕΑΤ, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο για την προσαρμογή των σχετικών ορισμών ή του πεδίου εφαρμογής της εποπτικής ενοποίησης.».

7)

Το άρθρο 19 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ένα ίδρυμα ή ένα χρηματοδοτικό ίδρυμα που αποτελούν θυγατρικές ή μια επιχείρηση στην οποία κατέχεται συμμετοχή δεν χρειάζεται να συμπεριληφθεί στην ενοποίηση όταν το συνολικό ποσό των στοιχείων του ενεργητικού και των στοιχείων εκτός ισολογισμού της σχετικής επιχείρησης υπολείπεται του μικρότερου των δύο παρακάτω ποσών:»

·

β)

στην παράγραφο 2, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οι αρμόδιες αρχές που έχουν αναλάβει την ενοποιημένη εποπτεία βάσει του άρθρου 111 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ μπορούν να αποφασίσουν κατά περίπτωση να μην υπαγάγουν στην ενοποίηση ένα ίδρυμα ή ένα χρηματοδοτικό ίδρυμα που αποτελούν θυγατρικές ή στα οποία κατέχεται συμμετοχή:».

8)

Το άρθρο 20 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο πρώτο εδάφιο, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

όσον αφορά τις αιτήσεις χορήγησης των αδειών που μνημονεύονται στο άρθρο 143 παράγραφος 1, το άρθρο 151 παράγραφος 9, το άρθρο 283 και το άρθρο 325νβ, που υποβάλλονται από μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ και τις θυγατρικές του ή από κοινού από τις θυγατρικές επιχειρήσεις μιας μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μιας μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ, προκειμένου να αποφασισθεί αν πρέπει να χορηγηθεί ή όχι η αιτούμενη άδεια και να προσδιοριστούν τυχόν όροι και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για τη χορήγησή της·»

·

ii)

το τρίτο εδάφιο απαλείφεται·

β)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Στις περιπτώσεις όπου μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ και οι θυγατρικές του, οι θυγατρικές μητρικής χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ ή μητρικής μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εγκατεστημένης στην ΕΕ χρησιμοποιούν την ΠΕΔ που αναφέρεται στο άρθρο 143 σε ενοποιημένη βάση, οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν στη μητρική και στις θυγατρικές της να ικανοποιήσουν από κοινού τα κριτήρια επιλεξιμότητας που καθορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 3 τμήμα 6, με τρόπο σύμφωνο με τη δομή του ομίλου και τα συστήματα διαχείρισης κινδύνου, τις διαδικασίες και τις μεθόδους του ομίλου.»

·

γ)

η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό της διαδικασίας κοινής απόφασης στην οποία αναφέρεται η παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, όσον αφορά την υποβολή αιτήσεων αδειοδότησης κατά το άρθρο 143 παράγραφος 1, το άρθρο 151 παράγραφος 9, τα άρθρα 283 και 325νβ, για τη διευκόλυνση της λήψης κοινών αποφάσεων.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2025.

Εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

9)

Το άρθρο 22 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 22

Υποενοποίηση σε περίπτωση οντοτήτων σε τρίτες χώρες

1.   Τα θυγατρικά ιδρύματα ή οι θυγατρικές ενδιάμεσες χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή οι θυγατρικές ενδιάμεσες μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών τηρούν τις υποχρεώσεις που θεσπίζονται στα άρθρα 89, 90 και 91 και στο τρίτο, τέταρτο και έβδομο μέρος και στις σχετικές απαιτήσεις υποβολής αναφορών του έβδομου Α μέρους βάσει της υποενοποιημένης κατάστασής τους, όταν διαθέτουν ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ως θυγατρική σε τρίτη χώρα, ή διαθέτουν συμμετοχή σε τέτοια επιχείρηση.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα θυγατρικά ιδρύματα ή οι θυγατρικές ενδιάμεσες χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή οι θυγατρικές ενδιάμεσες μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών μπορούν να επιλέξουν να μην εφαρμόζουν τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 89, 90 και 91 και στο τρίτο, τέταρτο και έβδομο μέρος και στις σχετικές απαιτήσεις υποβολής αναφορών του έβδομου Α μέρους βάσει της υποενοποιημένης κατάστασής τους, όταν το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και των στοιχείων εκτός ισολογισμού των θυγατρικών και οι συμμετοχές σε τρίτες χώρες είναι μικρότερο από το 10 % του συνολικού ποσού των στοιχείων του ενεργητικού και των στοιχείων εκτός ισολογισμού του θυγατρικού ιδρύματος ή της θυγατρικής ενδιάμεσης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της θυγατρικής ενδιάμεσης μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών.».

10)

Στο άρθρο 27 παράγραφος 1 στοιχείο α), το σημείο v) απαλείφεται.

11)

Το άρθρο 34 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 34

Πρόσθετες προσαρμογές αξίας

1.   Τα ιδρύματα εφαρμόζουν τις διατάξεις του άρθρου 105 σε όλα τα στοιχεία ενεργητικού τους που αποτιμώνται σε εύλογη αξία κατά τον υπολογισμό του ύψους των ιδίων κεφαλαίων και αφαιρούν από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 το ποσό τυχόν άλλων πρόσθετων προσαρμογών αξίας που θεωρούνται αναγκαίες.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, σε έκτακτες περιστάσεις η ύπαρξη των οποίων καθορίζεται με γνωμοδότηση της ΕΑΤ σύμφωνα με την παράγραφο 3, τα ιδρύματα δύνανται να μειώσουν τις συνολικές πρόσθετες προσαρμογές αξίας στον υπολογισμό του συνολικού ποσού που πρέπει να αφαιρεθεί από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1.

3.   Για τον σκοπό της γνωμοδότησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, η ΕΑΤ παρακολουθεί τις συνθήκες της αγοράς προκειμένου να εκτιμήσει εάν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις και, εάν ναι, ενημερώνει άμεσα την Επιτροπή.

4.   Η ΕΑΤ, σε διαβούλευση με την ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στα οποία προσδιορίζονται οι δείκτες και οι προϋποθέσεις που θα χρησιμοποιεί η ΕΑΤ για τον καθορισμό των έκτακτων περιστάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2, καθώς και η μείωση των συνολικών αθροιστικών πρόσθετων προσαρμογών αξίας που αναφέρονται στην ίδια παράγραφο.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2026.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

12)

Το άρθρο 36 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

για τα ιδρύματα που υπολογίζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων χρησιμοποιώντας την προσέγγιση των εσωτερικών διαβαθμίσεων (ΠΕΔ), το έλλειμμα ΠΕΔ κατά περίπτωση, υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 159·»

·

ii)

το στοιχείο ια) τροποποιείται ως εξής:

1)

διαγράφεται το σημείο v)·

2)

προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«vi)

ανοίγματα υπό μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ στα οποία αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 1 250 % σύμφωνα με το άρθρο 132 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο.»

·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5.   Αποκλειστικά για τον σκοπό υπολογισμού του εφαρμοστέου ποσού ανεπαρκούς κάλυψης για τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο ιγ) του παρόντος άρθρου, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 47γ και αφού ειδοποιηθεί η αρμόδια αρχή, το εφαρμοστέο ποσό ανεπαρκούς κάλυψης για τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα που αγοράζονται από εξειδικευμένο ίδρυμα αναδιάρθρωσης χρέους είναι μηδενικό. Η παρέκκλιση που προβλέπεται στο παρόν εδάφιο εφαρμόζεται σε ατομική βάση και, στην περίπτωση ομίλων στους οποίους όλα τα ιδρύματα χαρακτηρίζονται ως εξειδικευμένα ιδρύματα αναδιάρθρωσης χρέους, σε ενοποιημένη βάση.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, ως “εξειδικευμένο ίδρυμα αναδιάρθρωσης χρέους” νοείται το ίδρυμα το οποίο, κατά τη διάρκεια του προηγούμενου οικονομικού έτους, πληρούσε όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση:

α)

κύρια δραστηριότητα του ιδρύματος είναι η αγορά, η διαχείριση και η αναδιάρθρωση μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων σύμφωνα με σαφή και αποτελεσματική εσωτερική διαδικασία λήψης αποφάσεων που εφαρμόζει το διοικητικό του όργανο·

β)

η λογιστική αξία, υπολογιζόμενη χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τυχόν προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου, των χορηγηθέντων από το ίδιο δανείων δεν υπερβαίνει το 15 % του συνόλου του ενεργητικού του·

γ)

τουλάχιστον το 5 % της λογιστικής αξίας, υπολογιζόμενης χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τυχόν προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου, των χορηγηθέντων από το ίδιο δανείων συνιστά συνολική ή μερική αναχρηματοδότηση ή προσαρμογή των σχετικών όρων των αγορασθέντων μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων που μπορεί να χαρακτηριστεί ως μέτρο ρύθμισης σύμφωνα με το άρθρο 47β·

δ)

η συνολική αξία του ενεργητικού του ιδρύματος δεν υπερβαίνει τα 20 δισεκατομμύρια EUR·

ε)

το ίδρυμα διατηρεί, σε συνεχή βάση, δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης τουλάχιστον 130 %·

στ)

οι καταθέσεις όψεως του ιδρύματος δεν υπερβαίνουν το 5 % των συνολικών υποχρεώσεων του ιδρύματος.

Το εξειδικευμένο ίδρυμα αναδιάρθρωσης χρέους ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την αρμόδια αρχή, εάν δεν συντρέχουν πλέον μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο δεύτερο εδάφιο. Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου από τα ιδρύματα που τελούν υπό την εποπτεία τους.

Η ΕΑΤ καταρτίζει, διατηρεί και δημοσιεύει κατάλογο εξειδικευμένων ιδρυμάτων αναδιάρθρωσης χρέους. Η ΕΑΤ παρακολουθεί τη δραστηριότητα των εξειδικευμένων ιδρυμάτων αναδιάρθρωσης χρέους και υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2028, σχετικά με τα αποτελέσματα της εν λόγω παρακολούθησης και, κατά περίπτωση, συμβουλεύει την Επιτροπή σχετικά με το εάν οι προϋποθέσεις χαρακτηρισμού ενός ιδρύματος ως “εξειδικευμένου ιδρύματος αναδιάρθρωσης χρέους” βασίζονται επαρκώς στον κίνδυνο και είναι κατάλληλες ως προς την προαγωγή της δευτερογενούς αγοράς μη εξυπηρετούμενων δανείων, και αξιολογεί εάν απαιτούνται πρόσθετες προϋποθέσεις.».

13)

Στο άρθρο 46 παράγραφος 1 στοιχείο α), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)

των αφαιρέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ζ), στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημεία ii) έως vi) και στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχεία ιβ), ιγ) και ιδ), με την εξαίρεση του ποσού που αφαιρείται για αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές,».

14)

Το άρθρο 47γ τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:

i)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, ισχύουν οι ακόλουθοι συντελεστές στο τμήμα του μη εξυπηρετούμενου ανοίγματος εγγυημένου ή αντεγγυημένου από επιλέξιμο πάροχο προστασίας που αναφέρεται στο άρθρο 201 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε), σε μη εξασφαλισμένα ανοίγματα στα οποία αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 0 % βάσει του τρίτου μέρους, τίτλος II, κεφάλαιο 2:»

·

ii)

το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

1 για το εξασφαλισμένο τμήμα του μη εξυπηρετούμενου ανοίγματος, εφαρμοζόμενος από την πρώτη ημέρα του ογδόου έτους μετά την ταξινόμηση του ανοίγματος ως μη εξυπηρετούμενου, εκτός εάν ο επιλέξιμος πάροχος προστασίας συμφώνησε να εκπληρώσει όλες τις υποχρεώσεις πληρωμής του πιστούχου έναντι του ιδρύματος εξ ολοκλήρου και σύμφωνα με το αρχικό χρονοδιάγραμμα συμβατικών πληρωμών, οπότε εφαρμόζεται συντελεστής 0 για το εξασφαλισμένο τμήμα του μη εξυπηρετούμενου ανοίγματος.»

·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4α.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, το τμήμα του μη εξυπηρετούμενου ανοίγματος εγγυημένου ή ασφαλισμένου από επίσημο οργανισμό εξαγωγικών πιστώσεων δεν υπόκειται στις απαιτήσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο.».

15)

Στο άρθρο 48, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

στο στοιχείο α), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)

του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως η), του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημεία ii) έως vi) και του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία ιβ), ιγ) και ιδ), εξαιρουμένων των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές,»

·

β)

στο στοιχείο β), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)

του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως η), του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημεία ii) έως vi) και του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία ιβ), ιγ) και ιδ), εξαιρουμένων των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές.».

16)

Στο άρθρο 49, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Οι τοποθετήσεις για τις οποίες δεν γίνεται αφαίρεση σύμφωνα με την παράγραφο 1 γίνονται αποδεκτές ως ανοίγματα και πρέπει να σταθμίζονται ως προς τον κίνδυνο σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2.

Οι τοποθετήσεις για τις οποίες δεν γίνεται αφαίρεση σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3 γίνονται αποδεκτές ως ανοίγματα και πρέπει να σταθμίζονται ως προς τον κίνδυνο στο 100 %.».

17)

Στο άρθρο 60 παράγραφος 1 στοιχείο α), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)

του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ζ), του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημεία ii) έως vi) και του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία ιβ), ιγ) και ιδ), εξαιρουμένων των αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές,».

18)

Στο άρθρο 62 πρώτη παράγραφος, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

για τα ιδρύματα που υπολογίζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 3, το πλεόνασμα ΠΕΔ κατά περίπτωση, πριν τις επιπτώσεις του φόρου, που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 159, έως και 0,6 % των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων υπολογισμένων σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 3.».

19)

Στο άρθρο 70 παράγραφος 1 στοιχείο α), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)

του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ζ), του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημεία ii) έως vi) και του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία ιβ), ιγ) και ιδ), εξαιρουμένου του ποσού που αφαιρείται για τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές,».

20)

Στο άρθρο 72β παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Επιπλέον των υποχρεώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η αρχή εξυγίανσης μπορεί να επιτρέπει να είναι αποδεκτές υποχρεώσεις ως μέσα επιλέξιμων υποχρεώσεων ως ένα συνολικό ποσό που δεν υπερβαίνει το 3,5 % του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο, το οποίο υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3, υπό τον όρο ότι:».

21)

Στο άρθρο 72θ παράγραφος 1 στοιχείο α), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)

του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ζ), του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχείο ια) σημεία ii) έως vi), και του άρθρου 36 παράγραφος 1 στοιχεία ιβ), ιγ) και ιδ), εξαιρουμένου του ποσού που αφαιρείται για τις αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που βασίζονται σε μελλοντική κερδοφορία και προκύπτουν από προσωρινές διαφορές,».

22)

Το άρθρο 74 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 74

Τοποθετήσεις σε κεφαλαιακά μέσα τα οποία εκδίδονται από ρυθμιζόμενες οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα και δεν είναι αποδεκτά ως εποπτικό κεφάλαιο

Τα ιδρύματα δεν αφαιρούν από οποιοδήποτε στοιχείο των ίδιων κεφαλαίων άμεσες, έμμεσες ή σύνθετες τοποθετήσεις τους κεφαλαιακών μέσων τα οποία εκδίδονται από ρυθμιζόμενη οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα και δεν αναγνωρίζονται ως εποπτικό κεφάλαιο της εν λόγω οντότητας. Τα ιδρύματα εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου στις εν λόγω τοποθετήσεις σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2.».

23)

Το άρθρο 84 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο πρώτο εδάφιο, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 της θυγατρικής μείον το χαμηλότερο από τα ακόλουθα ποσά:

i)

το ποσό του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 της εν λόγω θυγατρικής που απαιτείται για να επιτευχθούν τα ακόλουθα:

1)

αν η θυγατρική είναι ένας από τους αναφερόμενους στο άρθρο 81 παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού φορείς αλλά όχι επιχείρηση επενδύσεων ή ενδιάμεση επενδυτική εταιρεία συμμετοχών, το άθροισμα της απαίτησης που καθορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού, των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του παρόντος κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της εν λόγω οδηγίας, ή οποιωνδήποτε τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1·

2)

αν η θυγατρική είναι επιχείρηση επενδύσεων ή ενδιάμεση εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, το άθροισμα της απαίτησης του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, ή οποιωνδήποτε τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1·

ii)

το ποσό του ενοποιημένου κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που αφορά την εν λόγω θυγατρική και που απαιτείται σε ενοποιημένη βάση για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού, των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του παρόντος κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της εν λόγω οδηγίας, ή οποιωνδήποτε τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1·»

·

ii)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο στοιχείο α), η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει σε ένα ίδρυμα να αφαιρέσει οποιοδήποτε από τα ποσά που αναφέρονται στο στοιχείο α) σημείο i) ή ii), μόλις το εν λόγω ίδρυμα αποδείξει με ικανοποιητικά στοιχεία στην αρμόδια αρχή ότι το πρόσθετο ποσό των δικαιωμάτων μειοψηφίας διατίθεται για την απορρόφηση ζημιών σε ενοποιημένο επίπεδο.»

·

β)

στην παράγραφο 5, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

ενοποιεί θυγατρικό ίδρυμα στο οποίο έχει μόνο μειοψηφική συμμετοχή δυνάμει της σχέσης ελέγχου κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 37)·».

24)

Στο άρθρο 85, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

το κεφάλαιο της κατηγορίας 1 της θυγατρικής μείον το χαμηλότερο από τα ακόλουθα:

i)

το ποσό του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 της θυγατρικής που απαιτείται για να επιτευχθούν τα ακόλουθα:

1)

αν η θυγατρική είναι ένας από τους αναφερόμενους στο άρθρο 81 παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού φορείς αλλά όχι επιχείρηση επενδύσεων ή ενδιάμεση επενδυτική εταιρεία συμμετοχών, το άθροισμα της απαίτησης που καθορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού, των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του παρόντος κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της εν λόγω οδηγίας, ή οποιωνδήποτε τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο της κατηγορίας 1·

2)

αν η θυγατρική είναι επιχείρηση επενδύσεων ή ενδιάμεση επενδυτική εταιρεία συμμετοχών, το άθροισμα της απαίτησης του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, ή οποιωνδήποτε τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο της κατηγορίας 1·

ii)

το ποσό του ενοποιημένου κεφαλαίου της κατηγορίας 1 που αφορά την εν λόγω θυγατρική και που απαιτείται σε ενοποιημένη βάση για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού, των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του παρόντος κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της εν λόγω οδηγίας, ή οποιωνδήποτε τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από το κεφάλαιο της κατηγορίας 1·»

·

β)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο στοιχείο α), η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει σε ένα ίδρυμα να αφαιρέσει οποιοδήποτε από τα ποσά που αναφέρονται στο στοιχείο α) σημείο i) ή ii), μόλις το εν λόγω ίδρυμα αποδείξει με ικανοποιητικά στοιχεία στην αρμόδια αρχή ότι το πρόσθετο ποσό του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 διατίθεται για την απορρόφηση ζημιών σε ενοποιημένο επίπεδο.».

25)

Στο άρθρο 87, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

τα ίδια κεφάλαια της θυγατρικής μείον το χαμηλότερο από τα κατωτέρω ποσά:

i)

το ποσό των ιδίων κεφαλαίων της θυγατρικής που απαιτούνται για να επιτευχθούν τα ακόλουθα:

1)

αν η θυγατρική είναι ένας από τους αναφερόμενους στο άρθρο 81 παράγραφος 1 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού φορείς αλλά όχι επιχείρηση επενδύσεων ή ενδιάμεση επενδυτική εταιρεία συμμετοχών, το άθροισμα της απαίτησης που καθορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού, των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του παρόντος κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της εν λόγω οδηγίας, ή οποιωνδήποτε τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από ίδια κεφάλαια·

2)

όταν η θυγατρική είναι επιχείρηση επενδύσεων ή ενδιάμεση επενδυτική εταιρεία συμμετοχών, το άθροισμα της απαίτησης του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 39 παράγραφος 2 στοιχείο α) της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034, ή οποιωνδήποτε τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από ίδια κεφάλαια·

ii)

το ποσό ιδίων κεφαλαίων που αφορά την εν λόγω θυγατρική και που απαιτείται σε ενοποιημένη βάση για να επιτευχθεί το άθροισμα της απαίτησης που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του παρόντος κανονισμού, των απαιτήσεων που αναφέρονται στα άρθρα 458 και 459 του παρόντος κανονισμού, των ειδικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της εν λόγω οδηγίας, ή οποιωνδήποτε τοπικών εποπτικών κανονισμών σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις καλύπτονται από ίδια κεφάλαια·»

·

β)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο στοιχείο α), η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέψει σε ένα ίδρυμα να αφαιρέσει οποιοδήποτε από τα ποσά που αναφέρονται στο στοιχείο α) σημείο i) ή ii), μόλις το εν λόγω ίδρυμα αποδείξει με ικανοποιητικά στοιχεία στην αρμόδια αρχή ότι το πρόσθετο ποσό των ιδίων κεφαλαίων διατίθεται για την απορρόφηση ζημιών σε ενοποιημένο επίπεδο.».

26)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 88β

Επιχειρήσεις σε τρίτες χώρες

Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, οι όροι “επιχείρηση επενδύσεων” και “ίδρυμα” θεωρείται ότι περιλαμβάνουν επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες σε τρίτες χώρες, οι οποίες, αν ήταν εγκατεστημένες στην Ένωση, θα υπάγονταν στους εν λόγω ορισμούς του παρόντος κανονισμού.».

27)

Το άρθρο 89 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Μια ειδική συμμετοχή, το ποσό της οποίας υπερβαίνει το 15 % του αποδεκτού κεφαλαίου του ιδρύματος, σε επιχείρηση που δεν είναι οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα, υπόκειται στις διατάξεις που ορίζονται στην παράγραφο 3.

2.   Το συνολικό ποσό των ειδικών συμμετοχών ενός ιδρύματος σε επιχειρήσεις διαφορετικές από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 το οποίο υπερβαίνει το 60 % του αποδεκτού κεφαλαίου του υπόκειται στην παράγραφο 3.»

·

β)

η παράγραφος 4 απαλείφεται.

28)

Το άρθρο 92 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν το συνολικό ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο ως εξής:

TREA = max {U-TREA·x · S-TREA}

όπου:

TREA

= το συνολικό ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο της οντότητας·

U-TREA

= το συνολικό ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο χωρίς εφαρμογή του κατώτατου ορίου της οντότητας, που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 4·

S-TREA

= το τυποποιημένο συνολικό ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο της οντότητας που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 5·

x

= 72,5 %.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, ένα κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει ότι το συνολικό ποσό του ανοίγματος σε κίνδυνο ισούται με το συνολικό ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο χωρίς εφαρμογή του κατώτατου ορίου, υπολογιζόμενο σύμφωνα με την παράγραφο 4, για τα ιδρύματα που ανήκουν σε όμιλο με μητρικό ίδρυμα στο ίδιο κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι το εν λόγω μητρικό ίδρυμα ή, στην περίπτωση ομίλων που αποτελούνται από κεντρικό οργανισμό και μόνιμα συνδεδεμένα ιδρύματα, το σύνολο που αποτελείται από τον κεντρικό οργανισμό μαζί με τα συνδεδεμένα με αυτόν ιδρύματα υπολογίζει το συνολικό ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σε ενοποιημένη βάση.

4.   Το συνολικό ποσό του ανοίγματος σε κίνδυνο χωρίς εφαρμογή του κατώτατου ορίου υπολογίζεται ως το άθροισμα των στοιχείων α) έως ζ) της παρούσας παραγράφου, αφού ληφθεί υπόψη η παράγραφος 6 του παρόντος άρθρου:

α)

των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών για πιστωτικό κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένου του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου και κίνδυνο απομείωσης της αξίας εισπρακτέων, υπολογιζόμενων σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙ του παρόντος μέρους και το άρθρο 379, για όλες τις επιχειρηματικές δραστηριότητες ενός ιδρύματος, εξαιρουμένων των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών από τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος·

β)

των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών ενός ιδρύματος, για τα εξής:

i)

κίνδυνο αγοράς, υπολογισμένο σύμφωνα με τον τίτλο IV του παρόντος μέρους·

ii)

μεγάλα ανοίγματα τα οποία υπερβαίνουν τα όρια που προβλέπονται στα άρθρα 395 έως 401, στον βαθμό που επιτρέπεται σε ένα ίδρυμα να υπερβεί τα εν λόγω όρια, όπως προσδιορίζονται σύμφωνα με το τέταρτο μέρος·

γ)

των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο αγοράς, υπολογισμένων σύμφωνα με τον τίτλο IV του παρόντος μέρους, για όλες τις επιχειρηματικές δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών, οι οποίες υπόκεινται σε κίνδυνο συναλλάγματος ή κίνδυνο βασικού εμπορεύματος·

δ)

των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο διακανονισμού, υπολογισμένων σύμφωνα με τα άρθρα 378 και 380·

ε)

των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης, υπολογισμένες σύμφωνα με τον τίτλο VI του παρόντος μέρους·

στ)

των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον λειτουργικό κίνδυνο, υπολογισμένων σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙΙ του παρόντος μέρους·

ζ)

των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου που προκύπτει από τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος για τα ακόλουθα είδη συναλλαγών και συμφωνιών, υπολογισμένων σύμφωνα με τον τίτλο ΙΙ του παρόντος μέρους:

i)

συμβόλαια που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ και πιστωτικά παράγωγα·

ii)

πράξεις επαναγοράς, πράξεις δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων με βάση τίτλους ή βασικά εμπορεύματα·

iii)

πράξεις δανεισμού σε λογαριασμό περιθωρίου ασφάλισης βασιζόμενες σε τίτλους ή σε βασικά εμπορεύματα·

iv)

συναλλαγές με μακρά προθεσμία διακανονισμού.»

·

β)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«5.   Το τυποποιημένο συνολικό ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο υπολογίζεται ως το άθροισμα των στοιχείων α) έως ζ) της παραγράφου 4, αφού ληφθούν υπόψη η παράγραφος 6 και οι ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τον πιστωτικό κίνδυνο συμπεριλαμβανομένου του πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου, και τον κίνδυνο απομείωσης της αξίας εισπρακτέων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχείο α), και για τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου που απορρέει από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του ιδρύματος όπως αναφέρονται στο στοιχείο ζ) της ίδιας παραγράφου, υπολογίζονται χωρίς χρήση των ακόλουθων προσεγγίσεων:

i)

της προσέγγισης των εσωτερικών υποδειγμάτων για τις συμβάσεις-πλαίσια συμψηφισμού που περιγράφεται στο άρθρο 221·

ii)

της προσέγγισης των εσωτερικών διαβαθμίσεων που περιγράφεται στον τίτλο ΙΙ κεφάλαιο 3·

iii)

της προσέγγισης των εσωτερικών διαβαθμίσεων για τις τιτλοποιήσεις που περιγράφεται στα άρθρα 258, 259 και 260 και της προσέγγισης της εσωτερικής αξιολόγησης που περιγράφεται στο άρθρο 265·

iv)

της μεθόδου εσωτερικών υποδειγμάτων που περιγράφεται στον τίτλο ΙΙ κεφάλαιο 6 τμήμα 6·

β)

οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς για τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχείο β) σημείο i) υπολογίζονται χωρίς χρήση:

i)

της προσέγγισης των εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων που περιγράφεται στον τίτλο VI κεφάλαιο 1β· ή

ii)

οποιασδήποτε προσέγγισης που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, κατά περίπτωση·

γ)

οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για όλες τις μη εμπορικές επιχειρηματικές δραστηριότητες ιδρύματος που υπόκεινται σε κίνδυνο συναλλάγματος ή κίνδυνο βασικού εμπορεύματος που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου υπολογίζονται χωρίς χρήση της προσέγγισης των εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων που περιγράφεται στον τίτλο IV κεφάλαιο 1β.

6.   Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται στους υπολογισμούς του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο χωρίς εφαρμογή του κατώτατου ορίου που αναφέρεται στην παράγραφο 4, και του τυποποιημένου συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο που αναφέρεται στην παράγραφο 5:

α)

οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχεία δ, ε) και στ) περιλαμβάνουν τις απαιτήσεις που προκύπτουν από όλες τις επιχειρηματικές δραστηριότητες ενός ιδρύματος·

β)

τα ιδρύματα πολλαπλασιάζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται στην παράγραφο 4 στοιχεία β) έως στ) επί 12,5.».

29)

Στο άρθρο 92α παράγραφος 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

δείκτη βάσει επικινδυνότητας 18 %, που αντιστοιχεί στα ίδια κεφάλαια και τις επιλέξιμες υποχρεώσεις του ιδρύματος, εκφρασμένα ως ποσοστό του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3·».

30)

Το άρθρο 94 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 4 στοιχείο β) και παράγραφος 5 στοιχείο β), τα ιδρύματα δύνανται να υπολογίζουν την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, υπό τον όρο ότι ο όγκος των δραστηριοτήτων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών εντός και εκτός ισολογισμού του ιδρύματος είναι ίσος ή μικρότερος και από τα δύο ακόλουθα κατώτατα όρια, βάσει εκτίμησης που διεξάγεται σε μηνιαία βάση με χρήση των δεδομένων της τελευταίας ημέρας του μήνα:»

·

β)

στην παράγραφο 2 τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

για τις συμβάσεις του παραρτήματος ΙΙ σημείο 1, τις συμβάσεις που αφορούν μετοχές οι οποίες αναφέρονται στο σημείο 3 του εν λόγω παραρτήματος και τα πιστωτικά παράγωγα, τα ιδρύματα μπορούν να εξαιρούν τις εν λόγω θέσεις από την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 4 στοιχείο β) και παράγραφος 5 στοιχείο β)·

β)

για τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών εκτός εκείνων που αναφέρονται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, τα ιδρύματα δύνανται να αντικαθιστούν την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 4 στοιχείο β) και παράγραφος 5 στοιχείο β) με την απαίτηση που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 4 στοιχείο α) και παράγραφος 5 στοιχείο α).»

·

γ)

η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο πρώτο εδάφιο, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

η απόλυτη τιμή της συγκεντρωτικής θετικής θέσης αθροίζεται με την απόλυτη τιμή της συγκεντρωτικής αρνητικής θέσης.»

·

ii)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, θετική θέση είναι η θέση της οποίας η αγοραία αξία αυξάνεται όταν αυξάνεται η τιμή του κύριου παράγοντα κινδύνου, και αρνητική θέση είναι η θέση της οποίας η αγοραία αξία μειώνεται όταν αυξάνεται η τιμή του κύριου παράγοντα κινδύνου.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, η αξία της συγκεντρωτικής θετικής (αρνητικής) θέσης ισούται με το άθροισμα των τιμών των επιμέρους θετικών (αρνητικών) θέσεων που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό σύμφωνα με το στοιχείο α).»

·

δ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«10.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τη μέθοδο προσδιορισμού του κύριου παράγοντα κινδύνου μιας θέσης και καθορισμού τού εάν μια συναλλαγή αντιπροσωπεύει θετική ή αρνητική θέση κατά τα αναφερόμενα στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, και στο άρθρο 273α παράγραφος 3 και το άρθρο 325α παράγραφος 2.

Για την κατάρτιση των εν λόγω σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, η ΕΑΤ λαμβάνει υπόψη τη μέθοδο που έχει αναπτυχθεί για τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται σύμφωνα με το άρθρο 279α παράγραφος 3 στοιχείο β).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

31)

Στο άρθρο 95 παράγραφος 2, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

το άθροισμα των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 4 στοιχεία α) έως ε) και στοιχείο ζ), μετά την εφαρμογή του άρθρου 92 παράγραφος 6·».

32)

Στο άρθρο 96 παράγραφος 2, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

του άρθρου 92 παράγραφος 4 στοιχεία α) έως ε) και στοιχείο ζ), μετά την εφαρμογή του άρθρου 92 παράγραφος 6·».

33)

Στο άρθρο 102, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Για τον σκοπό του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς σύμφωνα με την προσέγγιση που αναφέρεται στο άρθρο 325 παράγραφος 1 στοιχείο β), οι θέσεις χαρτοφυλακίου συναλλαγών αποδίδονται σε μονάδες διαπραγμάτευσης.».

34)

Το άρθρο 104 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 104

Συμπερίληψη στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών

1.   Τα ιδρύματα διαθέτουν σαφώς καθορισμένες πολιτικές και διαδικασίες για τον προσδιορισμό των θέσεων που πρέπει να περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών με σκοπό τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων τους, σύμφωνα με το άρθρο 102 και το παρόν άρθρο, λαμβανομένων υπόψη των δυνατοτήτων και των πρακτικών τους για τη διαχείριση των κινδύνων. Τα ιδρύματα τεκμηριώνουν πλήρως τη συμμόρφωσή τους με τις εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες, τις υποβάλλουν σε εσωτερικό έλεγχο σε ετήσια τουλάχιστον βάση και θέτουν στη διάθεση των αρμόδιων αρχών τα αποτελέσματα του εν λόγω ελέγχου.

Τα ιδρύματα διαθέτουν ανεξάρτητη λειτουργία ελέγχου του κινδύνου η οποία αξιολογεί, σε διαρκή βάση, αν τα μέσα τους αποδίδονται καταλλήλως στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών ή εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

2.   Τα ιδρύματα αποδίδουν στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών τις θέσεις που κατέχουν στα ακόλουθα μέσα:

α)

μέσα τα οποία πληρούν τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 325 παράγραφοι 6, 7 και 8, για τη συμπερίληψη στο χαρτοφυλάκιο διαπραγμάτευσης εναλλακτικών συσχετίσεων (ACTP)·

β)

μέσα τα οποία μπορεί να δημιουργήσουν καθαρή αρνητική πιστωτική θέση ή καθαρή αρνητική θέση σε μετοχές εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών, με εξαίρεση τις ίδιες υποχρεώσεις του ιδρύματος, εκτός εάν οι εν λόγω θέσεις πληρούν τα κριτήρια που αναφέρονται στο στοιχείο ε)·

γ)

μέσα που προκύπτουν από δεσμεύσεις αναδοχής τίτλων, όταν οι εν λόγω δεσμεύσεις αναδοχής σχετίζονται μόνο με τους τίτλους που αναμένεται να αγοράσει το ίδρυμα κατά την ημερομηνία διακανονισμού·

δ)

μέσα που κατατάσσονται σαφώς ως προοριζόμενα για διαπραγμάτευση βάσει του λογιστικού πλαισίου που εφαρμόζεται στο ίδρυμα·

ε)

μέσα που προκύπτουν από δραστηριότητες ειδικής διαπραγμάτευσης·

στ)

θέσεις που κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση σε ΟΣΕ, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω ΟΣΕ πληρούν τουλάχιστον μία από τις προϋποθέσεις της παραγράφου 8·

ζ)

εισηγμένες μετοχές·

η)

συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων σχετιζόμενες με διαπραγμάτευση·

θ)

δικαιώματα προαίρεσης ή άλλα παράγωγα, που ενσωματώνονται στις ίδιες υποχρεώσεις του ιδρύματος εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που σχετίζονται με τον πιστωτικό κίνδυνο ή τον κίνδυνο μετοχών.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο β), ένα ίδρυμα έχει καθαρή αρνητική θέση σε μετοχές όταν η μείωση της τιμής της μετοχής συνεπάγεται κέρδος για το ίδρυμα. Ένα ίδρυμα έχει καθαρή αρνητική πιστωτική θέση όταν η αύξηση του πιστωτικού περιθωρίου ή η υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του εκδότη ή της ομάδας εκδοτών συνεπάγεται κέρδος για το ίδρυμα. Τα ιδρύματα παρακολουθούν σε διαρκή βάση εάν τα μέσα δημιουργούν καθαρή αρνητική πιστωτική θέση ή καθαρή αρνητική θέση σε μετοχές εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο θ), τα ιδρύματα διαχωρίζουν το ενσωματωμένο δικαίωμα προαίρεσης, ή άλλο παράγωγο, από την ίδια υποχρέωσή τους εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που σχετίζεται με τον πιστωτικό κίνδυνο ή τον κίνδυνο μετοχών. Αποδίδουν το ενσωματωμένο δικαίωμα προαίρεσης, ή άλλο παράγωγο, στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών και αφήνουν την ίδια υποχρέωση εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών. Εάν, λόγω της φύσης του μέσου, δεν είναι δυνατός ο διαχωρισμός του, τότε τα ιδρύματα αποδίδουν ολόκληρο το μέσο στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών. Σε αυτή την περίπτωση, τεκμηριώνουν δεόντως τον λόγο για την εφαρμογή αυτής της μεταχείρισης.

3.   Τα ιδρύματα δεν αποδίδουν στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών θέσεις στα εξής μέσα:

α)

μέσα που έχουν αποθηκευτεί προς τιτλοποίηση·

β)

μέσα που σχετίζονται με την κατοχή ακίνητης περιουσίας·

γ)

μη εισηγμένες μετοχές·

δ)

μέσα που σχετίζονται με πιστώσεις λιανικής τραπεζικής και ΜΜΕ·

ε)

θέσεις σε άλλους ΟΣΕ από αυτούς που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο στ)·

στ)

συμβάσεις παραγώγων και ΟΣΕ με ένα ή περισσότερα από τα υποκείμενα μέσα που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ) της παρούσας παραγράφου·

ζ)

μέσα προοριζόμενα για την αντιστάθμιση συγκεκριμένου κινδύνου μίας ή περισσότερων θέσεων σε μέσο που αναφέρεται στα στοιχεία α) έως στ), η) και θ) της παρούσας παραγράφου·

η)

ίδιες υποχρεώσεις του ιδρύματος, εκτός εάν τα μέσα αυτά πληρούν τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο ε) ή τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 2 τρίτο εδάφιο·

θ)

μέσα υπό τη μορφή αμοιβαίων κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου.

4.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, ένα ίδρυμα μπορεί να αποδώσει θέση σε μέσο που αναφέρεται στα στοιχεία δ) έως θ) της εν λόγω παραγράφου εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, υπό την προϋπόθεση της έγκρισης από την οικεία αρμόδια αρχή. Η αρμόδια αρχή δίνει την έγκρισή της εάν το ίδρυμα έχει αποδείξει με ικανοποιητικά στοιχεία στην οικεία αρμόδια αρχή ότι δεν κατέχει τη θέση με σκοπό τη διαπραγμάτευση ούτε με σκοπό την αντιστάθμιση θέσεων που κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση.

5.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, ένα ίδρυμα μπορεί να αποδώσει θέση σε μέσο που αναφέρεται στο στοιχείο θ) της εν λόγω παραγράφου στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, υπό την προϋπόθεση της έγκρισης από την οικεία αρμόδια αρχή. Η αρμόδια αρχή δίνει την έγκρισή της εάν το ίδρυμα έχει αποδείξει με ικανοποιητικά στοιχεία στην οικεία αρμόδια αρχή ότι κατέχει τη θέση με σκοπό τη διαπραγμάτευση ή με σκοπό την αντιστάθμιση θέσεων που κατέχονται με σκοπό τη διαπραγμάτευση, και ότι το ίδρυμα πληροί τουλάχιστον μία από τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 8 για την εν λόγω θέση.

6.   Εάν ένα ίδρυμα αποδώσει στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών θέση σε μέσο άλλο από τα μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α), β) ή γ), η οικεία αρμόδια αρχή δύναται να ζητήσει από το ίδρυμα να προσκομίσει στοιχεία που αιτιολογούν αυτή την απόδοση. Εάν το ίδρυμα δεν προσκομίσει ικανοποιητικά στοιχεία, η οικεία αρμόδια αρχή δύναται να ζητήσει από το ίδρυμα να μεταφέρει την εν λόγω θέση εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

7.   Εάν ένα ίδρυμα αποδώσει εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών θέση σε μέσο άλλο από τα μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο 3, η οικεία αρμόδια αρχή δύναται να ζητήσει από το ίδρυμα να προσκομίσει στοιχεία που αιτιολογούν αυτή την απόδοση. Εάν το ίδρυμα δεν προσκομίσει ικανοποιητικά στοιχεία, η οικεία αρμόδια αρχή δύναται να ζητήσει από το ίδρυμα να μεταφέρει την εν λόγω θέση στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών.

8.   Ένα ίδρυμα αποδίδει στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών θέση σε ΟΣΕ, άλλη από τις θέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο στ), την οποία κατέχει με σκοπό τη διαπραγμάτευση, εάν το ίδρυμα πληροί μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το ίδρυμα μπορεί να εξασφαλίσει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα επιμέρους υποκείμενα ανοίγματα του ΟΣΕ·

β)

το ίδρυμα δεν μπορεί να εξασφαλίσει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τα επιμέρους υποκείμενα ανοίγματα του ΟΣΕ, αλλά το ίδρυμα έχει γνώση του περιεχομένου της εντολής του ΟΣΕ και μπορεί να πληροφορείται καθημερινά τις τιμές των μεριδίων ή μετοχών για τον ΟΣΕ.

9.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει περαιτέρω τη διαδικασία που πρέπει να χρησιμοποιούν τα ιδρύματα για τον υπολογισμό και την παρακολούθηση των καθαρών αρνητικών πιστωτικών θέσεων ή των καθαρών αρνητικών θέσεων σε μετοχές εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2027.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

35)

Το άρθρο 104α τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΤ παρακολουθεί το φάσμα των εποπτικών πρακτικών και δημοσιεύει έως τις 10 Ιουλίου 2027 κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, σχετικά με την έννοια των εξαιρετικών περιστάσεων για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, και της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου. Έως ότου δημοσιεύσει η ΕΑΤ αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές, οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην ΕΑΤ και αιτιολογούν τις αποφάσεις τους σχετικά με το αν επιτρέπουν σε ένα ίδρυμα να ανακατατάξει μια θέση ή όχι όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.»

·

β)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Η ανακατάταξη μιας θέσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο είναι αμετάκλητη, εξαιρουμένων των εξαιρετικών περιστάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.»

·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«6.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ένα ίδρυμα δύναται να προχωρήσει σε ανακατάταξη μιας θέσης εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών σε θέση του χαρτοφυλακίου συναλλαγών σύμφωνα με το άρθρο 104 παράγραφος 2 στοιχείο δ), χωρίς να ζητήσει άδεια από την οικεία αρμόδια αρχή. Σε αυτή την περίπτωση, οι απαιτήσεις που καθορίζονται στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να ισχύουν για το ίδρυμα. Το ίδρυμα ενημερώνει πάραυτα την οικεία αρμόδια αρχή εάν προχωρήσει σε τέτοια ανακατάταξη.».

36)

Το άρθρο 104β τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Για τον σκοπό του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς σύμφωνα με την προσέγγιση που αναφέρεται στο άρθρο 325 παράγραφος 1 στοιχείο β), τα ιδρύματα συγκροτούν μονάδες διαπραγμάτευσης και αποδίδουν καθεμία από τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους και τις θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6 του παρόντος άρθρου σε μία από τις εν λόγω μονάδες διαπραγμάτευσης. Οι θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών αποδίδονται στην ίδια μονάδα διαπραγμάτευσης μόνον όταν οι εν λόγω θέσεις συμμορφώνονται με τη συμφωνηθείσα επιχειρηματική στρατηγική για την εν λόγω μονάδα διαπραγμάτευσης και αποτελούν αντικείμενο συνεπούς διαχείρισης και παρακολούθησης σύμφωνα με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.»

·

β)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«5.   Για να υπολογίσουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, τα ιδρύματα αποδίδουν καθεμία από τις θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους που υπόκεινται σε κίνδυνο συναλλάγματος ή κίνδυνο βασικού εμπορεύματος σε μονάδες διαπραγμάτευσης συγκροτούμενες σύμφωνα με την παράγραφο 1 οι οποίες διαχειρίζονται κινδύνους που είναι παρεμφερείς με τους κινδύνους των εν λόγω θέσεων.

6.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 5, τα ιδρύματα δύνανται, κατά τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, να συγκροτούν μία ή περισσότερες μονάδες διαπραγμάτευσης στις οποίες αποδίδουν αποκλειστικά θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που υπόκεινται σε κίνδυνο συναλλάγματος ή κίνδυνο βασικού εμπορεύματος. Οι εν λόγω μονάδες διαπραγμάτευσης δεν υπόκεινται στις απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1, 2 και 3.».

37)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 104γ

Αντιμετώπιση των αντισταθμίσεων κινδύνου συναλλάγματος των δεικτών κεφαλαίου

1.   Ένα ίδρυμα που έχει λάβει σκοπίμως θέση κινδύνου με σκοπό την αντιστάθμιση, τουλάχιστον εν μέρει, των δυσμενών μεταβολών των συναλλαγματικών ισοτιμιών στους δείκτες κεφαλαίου του όπως αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ) δύναται, εφόσον έχει δοθεί άδεια από την οικεία αρμόδια αρχή, να εξαιρέσει την εν λόγω θέση κινδύνου από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο συναλλάγματος που αναφέρονται στο άρθρο 325 παράγραφος 1, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το μέγιστο ποσό της θέσης κινδύνου που εξαιρείται από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς περιορίζεται στο ποσό της θέσης κινδύνου που εξουδετερώνει την ευαισθησία οποιουδήποτε από τους δείκτες κεφαλαίων στις δυσμενείς μεταβολές των συναλλαγματικών ισοτιμιών·

β)

η θέση κινδύνου εξαιρείται από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς για διάστημα τουλάχιστον έξι μηνών·

γ)

το ίδρυμα έχει εφαρμόσει κατάλληλο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων για την αντιστάθμιση των δυσμενών μεταβολών των συναλλαγματικών ισοτιμιών στους δείκτες κεφαλαίων του, συμπεριλαμβανομένης σαφούς στρατηγικής και δομής διακυβέρνησης για την αντιστάθμιση·

δ)

το ίδρυμα έχει υποβάλει στην αρμόδια αρχή αιτιολόγηση για την εξαίρεση μιας θέσης κινδύνου από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, τα λεπτομερή στοιχεία της εν λόγω θέσης κινδύνου και το ποσό που εξαιρείται.

2.   Κάθε εξαίρεση θέσεων κινδύνου από τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς σύμφωνα με την παράγραφο 1 εφαρμόζεται με συνέπεια.

3.   Η αρμόδια αρχή εγκρίνει τυχόν αλλαγές που επιφέρει το ίδρυμα στο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), και στα λεπτομερή στοιχεία των θέσεων κινδύνου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ).

4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α)

τις θέσεις κινδύνου που μπορεί σκοπίμως να λάβει ένα ίδρυμα με σκοπό την αντιστάθμιση, τουλάχιστον εν μέρει, των δυσμενών μεταβολών των συναλλαγματικών ισοτιμιών στους δείκτες κεφαλαίου του που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β)

πώς προσδιορίζεται το μέγιστο ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου και τον τρόπο με τον οποίο ένα ίδρυμα εξαιρεί το εν λόγω ποσό για κάθε μία από τις προσεγγίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 325 παράγραφος 1·

γ)

τα κριτήρια που πρέπει να πληροί το πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων του ιδρύματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), προκειμένου να θεωρείται κατάλληλο για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2026.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

38)

Το άρθρο 106 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Όταν ένα ίδρυμα αντισταθμίζει άνοιγμα σε πιστωτικό κίνδυνο εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή σε κίνδυνο αντισυμβαλλομένου με ένα πιστωτικό παράγωγο που περιλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του με εσωτερική αντιστάθμιση, το πιστωτικό παράγωγο αναγνωρίζεται ως εσωτερική αντιστάθμιση του ανοίγματος σε πιστωτικό κίνδυνο εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή πιστωτικού κινδύνου αντισυμβαλλομένου για τους σκοπούς του υπολογισμού των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 4 στοιχείο α), στις περιπτώσεις που το ίδρυμα προβαίνει σε άλλη συναλλαγή πιστωτικού παραγώγου με επιλέξιμο τρίτο πάροχο προστασίας, ο οποίος ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών και αντισταθμίζει πλήρως τον κίνδυνο αγοράς της εσωτερικής αντιστάθμισης κινδύνου.

Τόσο η εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου που αναγνωρίζεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο όσο και το πιστωτικό παράγωγο που έχει συνομολογηθεί με τον επιλέξιμο τρίτο πάροχο προστασίας περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς. Για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς με χρήση της προσέγγισης που αναφέρεται στο άρθρο 325 παράγραφος 1 στοιχείο β), αμφότερες οι θέσεις αποδίδονται στην ίδια μονάδα διαπραγμάτευσης που διαχειρίζεται παρεμφερείς κινδύνους.

4.   Όταν ένα ίδρυμα αντισταθμίζει άνοιγμα σε κίνδυνο μετοχών εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών με παράγωγο επί μετοχών που περιλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του, η εν λόγω θέση του παραγώγου επί μετοχών αναγνωρίζεται ως εσωτερική αντιστάθμιση του ανοίγματος σε κίνδυνο μετοχών εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών για τους σκοπούς του υπολογισμού των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 4 στοιχείο α), στις περιπτώσεις που το ίδρυμα προβαίνει σε άλλη συναλλαγή παραγώγου επί μετοχών με επιλέξιμο τρίτο πάροχο προστασίας ο οποίος ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις για μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών και αντισταθμίζει πλήρως τον κίνδυνο αγοράς της εσωτερικής αντιστάθμισης κινδύνου.

Τόσο η εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου που αναγνωρίζεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου όσο και το παράγωγο επί μετοχών που έχει συνομολογηθεί με τον επιλέξιμο τρίτο πάροχο προστασίας περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς. Για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους αγοράς με χρήση της προσέγγισης που αναφέρεται στο άρθρο 325 παράγραφος 1 στοιχείο β), αμφότερες οι θέσεις αποδίδονται στην ίδια μονάδα διαπραγμάτευσης που διαχειρίζεται παρεμφερείς κινδύνους.»

·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4α.   Για τους σκοπούς των παραγράφων 3 και 4, η συναλλαγή πιστωτικού παραγώγου ή παραγώγου επί μετοχών που έχει συνομολογηθεί από ίδρυμα μπορεί να αποτελείται από πολλαπλές συναλλαγές με πολλαπλούς επιλέξιμους τρίτους παρόχους προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι η προκύπτουσα συνολική συναλλαγή πληροί τις προϋποθέσεις των εν λόγω παραγράφων.»

·

γ)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Εάν το ίδρυμα αντισταθμίζει τα ανοίγματα στον κίνδυνο επιτοκίου εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών με μια θέση κινδύνου επιτοκίου που περιλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του, η εν λόγω θέση κινδύνου επιτοκίου θεωρείται εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου για την εκτίμηση του κινδύνου επιτοκίου που προκύπτει από θέσεις εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών σύμφωνα με τα άρθρα 84 και 98 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς με χρήση των προσεγγίσεων που αναφέρονται στο άρθρο 325 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ), η θέση έχει αποδοθεί σε χαρτοφυλάκιο χωριστό από τις άλλες θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, η επιχειρηματική στρατηγική του οποίου είναι αφιερωμένη αποκλειστικά στη διαχείριση και την άμβλυνση του κινδύνου αγοράς στις εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου των ανοιγμάτων σε κίνδυνο επιτοκίου·

β)

για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς με χρήση της προσέγγισης που αναφέρεται στο άρθρο 325 παράγραφος 1 στοιχείο β), η θέση έχει αποδοθεί σε μονάδα διαπραγμάτευσης της οποίας η επιχειρηματική στρατηγική είναι αφιερωμένη αποκλειστικά στη διαχείριση και την άμβλυνση του κινδύνου αγοράς στις εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου των ανοιγμάτων σε κίνδυνο επιτοκίου·

γ)

το ίδρυμα έχει πλήρως τεκμηριώσει πώς η θέση μετριάζει τον κίνδυνο επιτοκίου που απορρέει από θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών για τους σκοπούς των απαιτήσεων που προβλέπονται στα άρθρα 84 και 98 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.»

·

δ)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«5α.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 5 στοιχείο α), το ίδρυμα μπορεί να αποδώσει στο εν λόγω χαρτοφυλάκιο άλλες θέσεις κινδύνου επιτοκίου που έχουν συνομολογηθεί με τρίτους, ή με το δικό του χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, εφόσον το ίδρυμα αντισταθμίζει απολύτως τον κίνδυνο αγοράς αυτών των θέσεων κινδύνου επιτοκίου που έχει συνομολογήσει με το δικό του χαρτοφυλάκιο συναλλαγών συνομολογώντας αντίθετες θέσεις κινδύνου επιτοκίου με τρίτους.

5β.   Ισχύουν οι ακόλουθες απαιτήσεις για τη μονάδα διαπραγμάτευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 5 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου:

α)

η συγκεκριμένη μονάδα διαπραγμάτευσης μπορεί να συνομολογήσει άλλες θέσεις κινδύνου επιτοκίου με τρίτους ή με άλλες μονάδες διαπραγμάτευσης του ιδρύματος, εφόσον οι εν λόγω θέσεις πληρούν τις απαιτήσεις για συμπερίληψη στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών που αναφέρονται στο άρθρο 104 και οι εν λόγω άλλες μονάδες διαπραγμάτευσης αντισταθμίζουν απολύτως τον κίνδυνο αγοράς αυτών των άλλων θέσεων κινδύνου επιτοκίου συνομολογώντας αντίθετες θέσεις κινδύνου επιτοκίου με τρίτους·

β)

δεν αποδίδονται στη συγκεκριμένη μονάδα διαπραγμάτευσης θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών άλλες από τις αναφερόμενες στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου·

γ)

κατά παρέκκλιση από το άρθρο 104β, η συγκεκριμένη μονάδα διαπραγμάτευσης δεν υπόκειται στις απαιτήσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1, 2 και 3 του εν λόγω άρθρου.»

·

ε)

οι παράγραφοι 6 και 7 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς όλων των θέσεων που έχουν αποδοθεί στο χωριστό χαρτοφυλάκιο που αναφέρεται στην παράγραφο 5 στοιχείο α), ή στη μονάδα διαπραγμάτευσης που αναφέρεται στο στοιχείο β) της ίδιας παραγράφου, υπολογίζονται σε αυτόνομη βάση, συμπληρωματικά προς τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τις άλλες θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών.

7.   Όταν ένα ίδρυμα αντισταθμίζει άνοιγμα που ενέχει κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης (CVA) χρησιμοποιώντας παράγωγο μέσο που έχει συνομολογηθεί με το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του, η θέση στο εν λόγω παράγωγο μέσο αναγνωρίζεται ως εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου για το άνοιγμα που ενέχει κίνδυνο CVA για τον σκοπό του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με τις προσεγγίσεις που ορίζονται στο άρθρο 383 ή 384, όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η θέση παραγώγων αναγνωρίζεται ως αποδεκτή αντιστάθμιση σύμφωνα με το άρθρο 386·

β)

εάν η θέση παραγώγων υπόκειται σε κάποια από τις απαιτήσεις που θεσπίζονται στο άρθρο 325γ παράγραφος 2 στοιχείο β) ή γ), ή στο άρθρο 325ε παράγραφος 1 στοιχείο γ), το ίδρυμα αντισταθμίζει απολύτως τον κίνδυνο αγοράς αυτής της θέσης παραγώγων συνομολογώντας αντίθετες θέσεις με τρίτους.

Η αντίθετη θέση στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών της εσωτερικής αντιστάθμισης κινδύνου που αναγνωρίζεται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο περιλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του ιδρύματος για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς.».

39)

Στο άρθρο 107, οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα ιδρύματα εφαρμόζουν είτε την τυποποιημένη προσέγγιση που προβλέπεται στο κεφάλαιο 2 είτε, εφόσον το επιτρέπουν οι αρμόδιες αρχές βάσει του άρθρου 143, την προσέγγιση εσωτερικών διαβαθμίσεων (IRΒ) που προβλέπεται στο κεφάλαιο 3 προκειμένου να υπολογίσουν τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων τους για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 4 στοιχεία α) και ζ).

2.   Για τα συναλλακτικά ανοίγματα και για τις εισφορές στο κεφάλαιο εκκαθάρισης έναντι κεντρικού αντισυμβαλλομένου, τα ιδρύματα εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που ορίζεται στο κεφάλαιο 6 τμήμα 9 προκειμένου να υπολογίσουν τα ποσά των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων τους για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 4 στοιχεία α) και ζ). Για όλα τα άλλα είδη ανοίγματος έναντι κεντρικού αντισυμβαλλομένου, τα ιδρύματα αντιμετωπίζουν τα εν λόγω ανοίγματα ως εξής:

α)

ως ανοίγματα έναντι ιδρύματος για άλλα είδη ανοίγματος έναντι επιλέξιμου κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

β)

ως ανοίγματα έναντι επιχείρησης για άλλα είδη ανοίγματος έναντι μη επιλέξιμου κεντρικού αντισυμβαλλομένου.

3.   Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, τα ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων επενδύσεων τρίτης χώρας, έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων τρίτης χώρας και έναντι χρηματιστηρίων τρίτης χώρας, καθώς και τα ανοίγματα έναντι χρηματοδοτικών ιδρυμάτων τρίτης χώρας που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύονται από τις αρχές τρίτης χώρας και τα οποία υπόκεινται σε απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας συγκρίσιμες με εκείνες που εφαρμόζονται στα ιδρύματα όσον αφορά την ευρωστία, αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι ιδρύματος μόνον εάν η τρίτη χώρα εφαρμόζει προληπτικές και εποπτικές απαιτήσεις στην εν λόγω οντότητα, οι οποίες είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με τις ισχύουσες στην Ένωση.».

40)

Το άρθρο 108 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 108

Χρήση των τεχνικών μείωσης πιστωτικού κινδύνου δυνάμει της τυποποιημένης προσέγγισης και της ΠΕΔ για τον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο απομείωσης της αξίας εισπρακτέων

1.   Για ανοίγματα στα οποία ένα ίδρυμα εφαρμόζει την τυποποιημένη προσέγγιση δυνάμει του κεφαλαίου 2 ή την ΠΕΔ δυνάμει του κεφαλαίου 3 αλλά δεν χρησιμοποιεί εσωτερικές εκτιμήσεις για τον υπολογισμό της LGD δυνάμει του άρθρου 143, το ίδρυμα μπορεί να λαμβάνει υπόψη την επίδραση της χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 4 στον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 4 στοιχεία α) και ζ) και, κατά περίπτωση, των αναμενόμενων ζημιών για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και στο άρθρο 62 στοιχείο δ).

2.   Για ανοίγματα στα οποία ένα ίδρυμα εφαρμόζει την ΠΕΔ χρησιμοποιώντας εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD δυνάμει του άρθρου 143, το ίδρυμα μπορεί να λαμβάνει υπόψη την επίδραση της χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 στον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 4 στοιχεία α) και ζ), και, κατά περίπτωση, των αναμενόμενων ζημιών για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και στο άρθρο 62 στοιχείο δ).

3.   Όταν ένα ίδρυμα εφαρμόζει την ΠΕΔ χρησιμοποιώντας εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD δυνάμει του άρθρου 143 τόσο για το αρχικό άνοιγμα όσο και για συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου προστασίας, το ίδρυμα μπορεί να λαμβάνει υπόψη την επίδραση της μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 στον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 4 στοιχεία α) και ζ), και, κατά περίπτωση, των αναμενόμενων ζημιών για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και στο άρθρο 62 στοιχείο δ). Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, για τους εν λόγω σκοπούς, το ίδρυμα μπορεί να λαμβάνει υπόψη την επίδραση της μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας στον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 4.

4.   Με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που ορίζονται στην παράγραφο 5, τα ιδρύματα μπορούν να θεωρούν τα δάνεια προς φυσικά πρόσωπα ως ανοίγματα εξασφαλισμένα με υποθήκη επί ακινήτου κατοικίας, αντί να τα αντιμετωπίζουν ως καλυπτόμενα από εγγύηση ανοίγματα, για τους σκοπούς του τίτλου II κεφάλαια 2, 3 και 4, κατά περίπτωση, όταν σε ένα κράτος μέλος πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις για τα εν λόγω δάνεια:

α)

η πλειονότητα των δανείων σε φυσικά πρόσωπα για την αγορά ακινήτων κατοικίας στο συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν χορηγούνται υπό τη νομική μορφή των ενυπόθηκων δανείων·

β)

η πλειονότητα των δανείων σε φυσικά πρόσωπα για την αγορά ακινήτων κατοικίας στο συγκεκριμένο κράτος μέλος είναι εγγυημένα από πάροχο προστασίας με πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ που αντιστοιχεί στην πρώτη ή δεύτερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας, ο οποίος υποχρεούται να αποπληρώσει εξ ολοκλήρου το ίδρυμα σε περίπτωση αθέτησης του αρχικού δανειολήπτη·

γ)

το ίδρυμα έχει το νόμιμο δικαίωμα να υποθηκεύσει το ακίνητο κατοικίας σε περίπτωση που ο πάροχος προστασίας που αναφέρεται στο στοιχείο β) δεν εκπληρώσει ή περιέλθει σε αδυναμία να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο της παρεχόμενης εγγύησης.

Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΤ όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α), β) και γ) της παρούσας παραγράφου στις εθνικές επικράτειες των δικαιοδοσιών τους, και παρέχουν τα ονόματα των επιλέξιμων παρόχων προστασίας για την εν λόγω αντιμετώπιση που πληρούν τις προϋποθέσεις της παρούσας παραγράφου και της παραγράφου 5.

Η ΕΑΤ δημοσιεύει τον κατάλογο όλων των επιλέξιμων παρόχων προστασίας στον δικτυακό τόπο της και επικαιροποιεί τον εν λόγω κατάλογο ετησίως.

5.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, τα δάνεια που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα εξασφαλισμένα με υποθήκη επί ακινήτου κατοικίας αντί να αντιμετωπίζονται ως καλυπτόμενα από εγγύηση ανοίγματα, όταν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

για άνοιγμα που αντιμετωπίζεται βάσει της τυποποιημένης προσέγγισης, το άνοιγμα πληροί όλες τις απαιτήσεις για να υπαχθεί στην κατηγορία ανοιγμάτων “ανοίγματα εξασφαλισμένα με υποθήκες επί ακίνητης περιουσίας” στο πλαίσιο της τυποποιημένης προσέγγισης σύμφωνα με τα άρθρα 124 και 125, με εξαίρεση την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα που χορηγεί το δάνειο δεν έχει υποθηκεύσει το ακίνητο κατοικίας·

β)

για άνοιγμα που αντιμετωπίζεται βάσει της ΠΕΔ, το άνοιγμα πληροί όλες τις απαιτήσεις για να υπαχθεί στην κατηγορία ανοιγμάτων “ανοίγματα λιανικής τραπεζικής εξασφαλισμένα με ακίνητα κατοικίας” στο πλαίσιο της ΠΕΔ σύμφωνα με το άρθρο 147 παράγραφος 2 στοιχείο δ) σημείο ii), με εξαίρεση την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα που χορηγεί το δάνειο δεν έχει υποθηκεύσει το ακίνητο κατοικίας·

γ)

δεν υφίσταται ενυπόθηκη απαίτηση επί του ακινήτου κατοικίας όταν χορηγείται το δάνειο και για δάνεια που χορηγήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2014 ο δανειολήπτης δεσμεύεται συμβατικά να μη χορηγήσει ενυπόθηκες απαιτήσεις χωρίς τη συγκατάθεση του ιδρύματος που χορήγησε αρχικώς το δάνειο·

δ)

ο πάροχος προστασίας είναι επιλέξιμος πάροχος προστασίας όπως αναφέρεται στο άρθρο 201, και διαθέτει πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ που αντιστοιχεί στην πρώτη ή δεύτερη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας·

ε)

ο πάροχος προστασίας είναι ίδρυμα ή οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα που υπόκειται σε απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια συγκρίσιμες με τις εφαρμοζόμενες σε ιδρύματα ή ασφαλιστικές επιχειρήσεις·

στ)

ο πάροχος προστασίας έχει συστήσει πλήρως χρηματοδοτούμενο αμοιβαίο κεφάλαιο εγγύησης ή άλλο ισοδύναμο προστατευτικό μέσο για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις προς απορρόφηση των ζημιών πιστωτικού κινδύνου, των οποίων η βαθμονόμηση επανεξετάζεται περιοδικώς από την οικεία αρμόδια αρχή και υποβάλλεται σε περιοδική άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων, τουλάχιστον κάθε δύο έτη·

ζ)

το ίδρυμα έχει το συμβατικό και νόμιμο δικαίωμα να υποθηκεύσει το ακίνητο κατοικίας σε περίπτωση που ο πάροχος προστασίας δεν εκπληρώσει ή περιέλθει σε αδυναμία να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του στο πλαίσιο της παρεχόμενης εγγύησης.

6.   Ιδρύματα που κάνουν χρήση της επιλογής που προβλέπεται στην παράγραφο 4 για δεδομένο επιλέξιμο πάροχο προστασίας βάσει του μηχανισμού που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο, το πράττουν για το σύνολο των ανοιγμάτων τους έναντι φυσικών προσώπων τα οποία καλύπτονται από τον εν λόγω πάροχο προστασίας στο πλαίσιο του εν λόγω μηχανισμού.».

41)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 110α

Παρακολούθηση των συμβατικών ρυθμίσεων που δεν συνιστούν πιστοδοτήσεις

Τα ιδρύματα παρακολουθούν τις συμβατικές ρυθμίσεις που πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 σημείο 10) στοιχεία α) έως ε), και τεκμηριώνουν με ικανοποιητικά στοιχεία στις αρμόδιες αρχές τη συμμόρφωσή τους με όλες τις εν λόγω προϋποθέσεις.».

42)

Το άρθρο 111 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 111

Αξία ανοίγματος

1.   Η αξία ανοίγματος ενός στοιχείου ενεργητικού ισούται με τη λογιστική αξία που απομένει μετά την εφαρμογή ειδικών προσαρμογών πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 110, πρόσθετων προσαρμογών αξίας σύμφωνα με το άρθρο 34 που σχετίζονται με τις δραστηριότητες εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος, ποσών που αφαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ) και άλλων μειώσεων των ιδίων κεφαλαίων που σχετίζονται με το συγκεκριμένο στοιχείο ενεργητικού.

2.   Η αξία ανοίγματος ενός στοιχείου εκτός ισολογισμού που περιλαμβάνεται στο παράρτημα I ισούται με το ακόλουθο ποσοστό της ονομαστικής αξίας του στοιχείου, κατόπιν αφαιρέσεως ειδικών προσαρμογών πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 110 και ποσών που αφαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ):

α)

100 % για τα στοιχεία του κλιμακίου 1·

β)

50 % για τα στοιχεία του κλιμακίου 2·

γ)

40 % για τα στοιχεία του κλιμακίου 3·

δ)

20 % για τα στοιχεία του κλιμακίου 4·

ε)

10 % για τα στοιχεία του κλιμακίου 5.

3.   Η αξία ανοίγματος μιας πιστοδότησης σε στοιχείο εκτός ισολογισμού όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου ισούται με το μικρότερο από τα ακόλουθα ποσοστά της ονομαστικής αξίας της πιστοδότησης, κατόπιν αφαιρέσεως ειδικών προσαρμογών πιστωτικού κινδύνου και ποσών που αφαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ):

α)

το αναφερόμενο στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου ποσοστό που εφαρμόζεται στο στοιχείο επί του οποίου πραγματοποιείται η πιστοδότηση·

β)

το αναφερόμενο στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου ποσοστό που εφαρμόζεται στο είδος της πιστοδότησης.

4.   Οι προσφερόμενες από ίδρυμα συμβατικές ρυθμίσεις που δεν έχουν γίνει ακόμη δεκτές από τον πελάτη και οι οποίες αποκτούν χαρακτήρα πιστοδότησης εάν γίνουν δεκτές από τον πελάτη, αντιμετωπίζονται ως πιστοδοτήσεις και το ποσοστό που εφαρμόζεται είναι αυτό που προβλέπεται σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Για συμβατικές ρυθμίσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 5 σημείο 10) στοιχεία α) έως ε), το ποσοστό που εφαρμόζεται είναι 0 %.

5.   Όταν ένα ίδρυμα χρησιμοποιεί την αναλυτική μέθοδο χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων που αναφέρεται στο άρθρο 223, η αξία ανοίγματος των τίτλων ή βασικών εμπορευμάτων που πωλούνται, παρέχονται ως εξασφάλιση ή ως δάνειο στο πλαίσιο μιας συναλλαγής χρηματοδότησης τίτλων προσαυξάνεται κατά το ποσό της προσαρμογής μεταβλητότητας που αναλογεί σε τέτοιου είδους τίτλους ή βασικά εμπορεύματα, σύμφωνα με τα άρθρα 223 και 224.

6.   Η αξία ανοίγματος ενός παράγωγου μέσου που περιλαμβάνεται στο παράρτημα ΙΙ προσδιορίζεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 6, λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων συμβάσεων ανανέωσης και άλλων συμβάσεων συμψηφισμού όπως ορίζεται στο εν λόγω κεφάλαιο. Η αξία ανοίγματος των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων και των συναλλαγών με μακρά προθεσμία διακανονισμού μπορεί να προσδιορίζεται σύμφωνα με το κεφάλαιο 4 ή 6.

7.   Όταν το άνοιγμα καλύπτεται από χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία, η αξία ανοίγματος μπορεί να τροποποιηθεί σύμφωνα με το κεφάλαιο 4.

8.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α)

τα κριτήρια που πρέπει να χρησιμοποιούν τα ιδρύματα για την κατάταξη των στοιχείων εκτός ισολογισμού, εξαιρουμένων των στοιχείων που περιλαμβάνονται ήδη στο παράρτημα Ι, στα κλιμάκια 1 έως 5 που αναφέρονται στο παράρτημα I·

β)

τους παράγοντες που ενδέχεται να περιορίζουν την ικανότητα των ιδρυμάτων να ακυρώνουν τις άνευ όρων ακυρώσιμες πιστοδοτήσεις που αναφέρονται στο παράρτημα I·

γ)

τη διαδικασία ενημέρωσης της ΕΑΤ σχετικά με την κατάταξη από τα ιδρύματα άλλων στοιχείων εκτός ισολογισμού που ενέχουν παρεμφερείς κινδύνους με εκείνους που αναφέρονται στο παράρτημα Ι.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

43)

Το άρθρο 112 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο θ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«θ)

ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακίνητης περιουσίας και ανοίγματα ADC·»

·

β)

το στοιχείο ια) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ια)

δανειακά ανοίγματα μειωμένης εξασφάλισης·».

44)

Το άρθρο 113 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Για τον υπολογισμό των ποσών των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ανοιγμάτων, εφαρμόζονται συντελεστές στάθμισης κινδύνου σε όλα τα ανοίγματα εκτός εάν τα ανοίγματα αυτά αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια ή υπόκεινται στην αντιμετώπιση που προβλέπεται στο άρθρο 72ε παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του τμήματος 2 του παρόντος κανονισμού. Η εφαρμογή των συντελεστών στάθμισης κινδύνου πραγματοποιείται βάσει της κατηγορίας ανοιγμάτων στην οποία κατατάσσεται το άνοιγμα και, στο μέτρο που ορίζεται στο τμήμα 2, της πιστωτικής ποιότητάς του. Η πιστωτική ποιότητα είναι δυνατόν να προσδιορίζεται με βάση τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις που πραγματοποιούνται από ΕΟΠΑ ή από οργανισμούς εξαγωγικών πιστώσεων σύμφωνα με το τμήμα 3. Με εξαίρεση τα ανοίγματα που κατατάσσονται στις κατηγορίες ανοιγμάτων που καθορίζονται στο άρθρο 112 στοιχεία α), β), γ) και ε) του παρόντος κανονισμού εάν η εκτίμηση βάσει του άρθρου 79 στοιχείο β) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ αποτυπώνει χαρακτηριστικά υψηλότερου κινδύνου από εκείνα που αντιστοιχούν στην βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας στην οποία κατατάσσεται το άνοιγμα βάσει της εφαρμοστέας πιστοληπτικής αξιολόγησης του καθορισμένου ΕΟΠΑ ή του οργανισμού εξαγωγικών πιστώσεων, το ίδρυμα αποδίδει συντελεστή στάθμισης κινδύνου υψηλότερης, κατά μία τουλάχιστον βαθμίδα, πιστωτικής ποιότητας έναντι του συντελεστή στάθμισης κινδύνου που συνεπάγεται η πιστοληπτική αξιολόγηση του καθορισμένου ΕΟΠΑ ή του οργανισμού εξαγωγικών πιστώσεων.»

·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Όταν ένα άνοιγμα υπόκειται σε πιστωτική προστασία, η αξία ανοίγματος ή ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται στο εν λόγω άνοιγμα, κατά περίπτωση, μπορεί να τροποποιηθεί σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο και το κεφάλαιο 4.»

·

γ)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Στην αξία ανοίγματος οποιουδήποτε στοιχείου για το οποίο δεν προβλέπεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου βάσει του παρόντος κεφαλαίου εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 %.»

·

δ)

στην παράγραφο 6, το πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

i)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Με εξαίρεση τα ανοίγματα που οδηγούν σε κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, σε πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 1 ή σε πρόσθετα στοιχεία της κατηγορίας 2, ένα ίδρυμα δύναται, με την επιφύλαξη της προηγούμενης έγκρισης από τις αρμόδιες αρχές, να αποφασίσει να μην εφαρμόσει τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου στα ανοίγματά του έναντι αντισυμβαλλόμενου που αποτελεί τη μητρική του επιχείρηση, δική του θυγατρική ή θυγατρική της μητρικής του επιχείρησης ή επιχείρηση που συνδέεται με το ίδρυμα με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 22 παράγραφος 7 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ. Οι αρμόδιες αρχές έχουν την εξουσία να χορηγούν έγκριση εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:»

·

ii)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

ο αντισυμβαλλόμενος είναι ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που υπόκειται σε καθεστώς προληπτικής εποπτείας·».

45)

Το άρθρο 115 τροποποιείται ως εξής:

α)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«-1   . Στα ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τον πίνακα 1 που αντιστοιχεί στην πιστοληπτική αξιολόγηση του ΕΟΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 136.

Πίνακας 1

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

4

5

6

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

20 %

50 %

50 %

100 %

100 %

150 %»

β)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Στα ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών για τα οποία δεν διατίθεται πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας στην οποία κατατάσσονται τα ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης στη δικαιοδοσία της οποίας εδρεύουν οι περιφερειακές κυβερνήσεις ή οι τοπικές αρχές, σύμφωνα με τον Πίνακα 2.

Πίνακας 2

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

4

5

6

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

20 %

50 %

100 %

100 %

100 %

150 %

Στα ανοίγματα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 % εάν η κεντρική κυβέρνηση της δικαιοδοσίας στην οποία εδρεύουν οι περιφερειακές κυβερνήσεις ή οι τοπικές αρχές δεν αποτελεί αντικείμενο διαβάθμισης.»

·

γ)

στην παράγραφο 2, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους - 1 και 1, τα ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης στη δικαιοδοσία της οποίας υπάγονται εάν δεν υπάρχει διαφορά κινδύνου μεταξύ αυτών των ανοιγμάτων λόγω των ειδικών εξουσιών άντλησης εσόδων αυτών των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών και λόγω της ύπαρξης ειδικών θεσμικών ρυθμίσεων που περιορίζουν τον κίνδυνο αθέτησης των υποχρεώσεών τους.»

·

δ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Ανοίγματα έναντι εκκλησιών ή θρησκευτικών κοινοτήτων που έχουν συσταθεί υπό μορφή νομικού προσώπου βάσει δημοσίου δικαίου, στον βαθμό που αυτές εισπράττουν φόρους βάσει νομικών πράξεων που τους παρέχουν το δικαίωμα να το πράττουν, αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών. Στην περίπτωση αυτήν, δεν εφαρμόζεται η παράγραφος 2.»

·

ε)

στην παράγραφο 4, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους - 1 και 1, εάν οι αρμόδιες αρχές τρίτης χώρας που εφαρμόζει εποπτικές και κανονιστικές ρυθμίσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που ισχύουν στην Ένωση αντιμετωπίζουν τα ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών ως ανοίγματα έναντι της κεντρικής τους κυβέρνησης και δεν υπάρχει διαφορά στον κίνδυνο μεταξύ των δύο ανοιγμάτων λόγω των ειδικών εξουσιών άντλησης εσόδων αυτών των περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών και λόγω της ύπαρξης ειδικών θεσμικών ρυθμίσεων που περιορίζουν τον κίνδυνο αθέτησης των υποχρεώσεών τους, τα ιδρύματα δύνανται να σταθμίζουν τα ανοίγματα έναντι των εν λόγω περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών με τον ίδιο τρόπο.»

·

στ)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους - 1 και 1, στα ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών των κρατών μελών που δεν αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 και είναι εκπεφρασμένα και χρηματοδοτούμενα στο εθνικό νόμισμα της εν λόγω περιφερειακής κυβέρνησης ή τοπικής αρχής εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 20 %.».

46)

Το άρθρο 116 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Τα ανοίγματα έναντι οντοτήτων του δημόσιου τομέα που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ αντιμετωπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 115 παράγραφος - 1.»

·

β)

στην παράγραφο 4, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η ΕΑΤ διατηρεί δημόσια διαθέσιμη βάση δεδομένων όλων των οντοτήτων του δημόσιου τομέα εντός της Ένωσης οι οποίες αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο.».

47)

Στο άρθρο 117 παράγραφος 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Στα ανοίγματα έναντι πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης που δεν αναφέρονται στην παράγραφο 2 και για τα οποία διατίθεται πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τον πίνακα 1. Στα ανοίγματα έναντι πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης που δεν αναφέρονται στην παράγραφο 2 και για τα οποία δεν διατίθεται πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 50 %.

Πίνακας 1

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

4

5

6

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

20 %

30 %

50 %

100 %

100 %

150 %»

48)

Στο άρθρο 119, οι παράγραφοι 2 και 3 απαλείφονται.

49)

στο άρθρο 120, οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Στα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τον πίνακα 1 που αντιστοιχεί στην πιστοληπτική αξιολόγηση του ΕΟΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 136.

Πίνακας 1

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

4

5

6

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

20 %

30 %

50 %

100 %

100 %

150 %

2.   Στα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων με αρχική ληκτότητα ίση ή μικρότερη των τριών μηνών που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ και στα ανοίγματα που προκύπτουν από τη διασυνοριακή κυκλοφορία εμπορευμάτων με αρχική ληκτότητα ίση ή μικρότερη των έξι μηνών που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο για τον σκοπό αυτό ΕΟΠΑ, εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τον πίνακα 2 που αντιστοιχεί στην πιστοληπτική αξιολόγηση του ΕΟΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 136.

Πίνακας 2

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

4

5

6

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

20 %

20 %

20 %

50 %

50 %

150 %»

50)

Το άρθρο 121 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 121

Ανοίγματα έναντι μη διαβαθμισμένων ιδρυμάτων

1.   Ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων για τα οποία δεν διατίθεται πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ κατατάσσονται σε μία από τις ακόλουθες βαθμίδες:

α)

εάν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις, τα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων κατατάσσονται στη βαθμίδα Α:

i)

το ίδρυμα έχει επαρκή ικανότητα να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των αποπληρωμών κεφαλαίου και τόκων, εγκαίρως, για την προβλεπόμενη διάρκεια ζωής των στοιχείων ενεργητικού ή ανοιγμάτων και ανεξάρτητα από τους οικονομικούς κύκλους και τις επιχειρηματικές συνθήκες·

ii)

το ίδρυμα πληροί ή υπερβαίνει την απαίτηση που ορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, λαμβανομένων υπόψη του άρθρου 458 παράγραφος 2 στοιχείο δ) σημεία i) και vi), και του άρθρου 459 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού κατά περίπτωση, τις ειδικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας που ορίζεται στο άρθρο 128 σημείο 6) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ή οποιεσδήποτε ισοδύναμες και πρόσθετες τοπικές εποπτικές ή κανονιστικές απαιτήσεις σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις δημοσιεύονται και καλύπτονται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ή ίδια κεφάλαια, κατά περίπτωση·

iii)

οι πληροφορίες σχετικά με το αν το ίδρυμα πληροί ή υπερβαίνει τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο σημείο ii) του παρόντος στοιχείου δημοσιοποιούνται ή διατίθενται με άλλον τρόπο στο δανειοδοτικό ίδρυμα·

iv)

από την αξιολόγηση που διενέργησε το δανειοδοτικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 79 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δεν προέκυψε ότι το ίδρυμα δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα σημεία i) και ii) του παρόντος στοιχείου·

β)

εάν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις και τουλάχιστον μία από τις προϋποθέσεις του στοιχείου α) της παρούσας παραγράφου δεν πληρούται, τα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων κατατάσσονται στη βαθμίδα Β:

i)

το ίδρυμα υπόκειται σε σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένης της εξάρτησης των ικανοτήτων αποπληρωμής από σταθερούς ή ευνοϊκούς οικονομικούς ή επιχειρηματικούς όρους·

ii)

το ίδρυμα πληροί ή υπερβαίνει την απαίτηση που ορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, λαμβανομένων υπόψη του άρθρου 458 παράγραφος 2 στοιχείο δ) σημείο i), και του άρθρου 459 στοιχείο α) του παρόντος κανονισμού, κατά περίπτωση, τις ειδικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 104 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, ή οποιεσδήποτε ισοδύναμες και πρόσθετες τοπικές εποπτικές ή κανονιστικές απαιτήσεις σε τρίτες χώρες, εφόσον οι εν λόγω απαιτήσεις δημοσιεύονται και καλύπτονται από κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, κεφάλαιο της κατηγορίας 1 ή ίδια κεφάλαια, κατά περίπτωση·

iii)

οι πληροφορίες σχετικά με το αν το ίδρυμα πληροί ή υπερβαίνει τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο σημείο ii) του παρόντος στοιχείου δημοσιοποιούνται ή διατίθενται με άλλον τρόπο στο δανειοδοτικό ίδρυμα·

iv)

από την αξιολόγηση που διενέργησε το δανειοδοτικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 79 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ δεν προέκυψε ότι το ίδρυμα δεν πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στα σημεία i) και ii) του παρόντος στοιχείου·

γ)

εάν τα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων δεν κατατάσσονται στη βαθμίδα Α ή Β ή εάν πληρούται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις, τα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων κατατάσσονται στη βαθμίδα Γ:

i)

το ίδρυμα παρουσιάζει σημαντικούς κινδύνους αθέτησης και περιορισμένα περιθώρια ασφαλείας·

ii)

δυσμενείς επιχειρηματικές, χρηματοπιστωτικές ή οικονομικές συνθήκες είναι πολύ πιθανό να οδηγήσουν ή έχουν οδηγήσει σε αδυναμία του ιδρύματος να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις·

iii)

όταν εκ του νόμου απαιτούνται ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για το ίδρυμα, ο εξωτερικός ελεγκτής έχει εκδώσει αρνητική ελεγκτική γνώμη ή έχει εκφράσει ουσιαστικές αμφιβολίες σχετικά με την ικανότητα του ιδρύματος να εξακολουθήσει να αποτελεί ίδρυμα που διατηρείται σε λειτουργία στις οικονομικές καταστάσεις ή στις ελεγμένες εκθέσεις του εντός των προηγούμενων 12 μηνών.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο β) σημείο ii) της παρούσας παραγράφου, οι ισοδύναμες και πρόσθετες τοπικές εποπτικές ή κανονιστικές απαιτήσεις δεν περιλαμβάνουν κεφαλαιακά αποθέματα ασφαλείας ισοδύναμα με εκείνα που ορίζονται στο άρθρο 128 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.

2.   Για ανοίγματα έναντι χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων σύμφωνα με το άρθρο 119 παράγραφος 5, προκειμένου να αξιολογηθεί το αν τα εν λόγω χρηματοδοτικά ιδρύματα πληρούν τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 στοιχείο α) σημείο ii) και στοιχείο β) σημείο ii) του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα αξιολογούν το αν τα εν λόγω χρηματοδοτικά ιδρύματα πληρούν ή υπερβαίνουν παρόμοιες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας.

3.   Στα ανοίγματα που κατατάσσονται στις βαθμίδες Α, Β ή Γ σύμφωνα με την παράγραφο 1 εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου ως εξής:

α)

στα ανοίγματα των βαθμίδων Α, Β ή Γ που πληρούν οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου για τα βραχυπρόθεσμα ανοίγματα σύμφωνα με τον πίνακα 1:

i)

το άνοιγμα έχει αρχική ληκτότητα ίση ή μικρότερη των τριών μηνών·

ii)

το άνοιγμα έχει αρχική ληκτότητα ίση ή μικρότερη των έξι μηνών και προκύπτει από τη διακίνηση αγαθών πέραν των εθνικών συνόρων·

β)

στα ανοίγματα της βαθμίδας Α που δεν είναι βραχυπρόθεσμα εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 30 % εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

το άνοιγμα δεν πληροί καμία από τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο στοιχείο α)·

ii)

ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 του ιδρύματος είναι ίσος με ή μεγαλύτερος από 14 %·

iii)

ο δείκτης μόχλευσης του ιδρύματος είναι ίσος με ή μεγαλύτερος από 5 %·

γ)

στα ανοίγματα των βαθμίδων Α, Β ή Γ που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του στοιχείου α) ή β) εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τον πίνακα 1.

Όταν ένα άνοιγμα έναντι ιδρύματος δεν είναι εκφρασμένο στο εγχώριο νόμισμα της δικαιοδοσίας σύστασης του συγκεκριμένου ιδρύματος, ή όταν το εν λόγω ίδρυμα έχει καταχωρίσει την πιστωτική υποχρέωση σε υποκατάστημα σε διαφορετική δικαιοδοσία και το άνοιγμα δεν είναι εκφρασμένο στο εγχώριο νόμισμα της δικαιοδοσίας στην οποία λειτουργεί το υποκατάστημα, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται σύμφωνα με το στοιχείο α), β) ή γ) σε ανοίγματα εκτός από ανοίγματα με ληκτότητα ίση ή μικρότερη του ενός έτους τα οποία προέρχονται από αυτοεξοφλούμενα, σχετιζόμενα με συναλλαγές ενδεχόμενα στοιχεία τα οποία προκύπτουν από τη διακίνηση αγαθών πέραν των εθνικών συνόρων δεν είναι μικρότερος από τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου ενός ανοίγματος έναντι της κεντρικής κυβέρνησης της χώρας στην οποία έχει συσταθεί το ίδρυμα.

Πίνακας 1

Εκτίμηση των πιστωτικών κινδύνων

Βαθμίδα Α

Βαθμίδα B

Βαθμίδα Γ

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου για βραχυπρόθεσμα ανοίγματα

20 %

50 %

150 %

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

40 %

75 %

150 %»

51)

Το άρθρο 122 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 ο πίνακας 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Πίνακας 1

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

4

5

6

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

20 %

50 %

75 %

100 %

150 %

150 %»

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Στα ανοίγματα για τα οποία δεν υπάρχει διαθέσιμη πιστοληπτική αξιολόγηση εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 %.».

52)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 122α

Ανοίγματα ειδικού δανεισμού

1.   Στην κατηγορία των ανοιγμάτων έναντι επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 112 στοιχείο ζ), τα ιδρύματα προσδιορίζουν χωριστά ως ανοίγματα ειδικού δανεισμού τα ανοίγματα που φέρουν όλα τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

α)

το άνοιγμα αφορά οντότητα που συστάθηκε ειδικά για τη χρηματοδότηση ή λειτουργία ενσώματων περιουσιακών στοιχείων ή αποτελεί άνοιγμα που είναι οικονομικά συγκρίσιμο με τέτοιου είδους άνοιγμα·

β)

το άνοιγμα δεν συνδέεται με τη χρηματοδότηση ακινήτου κατοικίας ή εμπορικού ακινήτου και εμπίπτει στους ορισμούς των ανοιγμάτων χρηματοδότησης για αγορά ενσώματων περιουσιακών στοιχείων, των ανοιγμάτων χρηματοδότησης έργων ή των ανοιγμάτων χρηματοδότησης βασικών εμπορευμάτων που περιλαμβάνονται στην παράγραφο 3·

γ)

οι συμβατικές ρυθμίσεις που διέπουν την υποχρέωση που σχετίζεται με το άνοιγμα παρέχουν στο ίδρυμα σημαντικό βαθμό ελέγχου επί των περιουσιακών στοιχείων και των εσόδων που αυτά παράγουν·

δ)

την πρωταρχική πηγή εξόφλησης της υποχρέωσης που σχετίζεται με το άνοιγμα αποτελούν τα έσοδα που παράγουν τα χρηματοδοτούμενα περιουσιακά στοιχεία και όχι η ανεξάρτητη ικανότητα μιας ευρύτερης εμπορικής επιχείρησης.

2.   Στα ανοίγματα ειδικού δανεισμού για τα οποία υπάρχει άμεσα εφαρμοστέα πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τον πίνακα 1.

Πίνακας 1

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

4

5

6

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

20 %

50 %

75 %

100 %

150 %

150 %

3.   Στα ανοίγματα ειδικού δανεισμού για τα οποία δεν υπάρχει άμεσα εφαρμοστέα πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου ως εξής:

α)

όταν ο σκοπός του ανοίγματος ειδικού δανεισμού είναι η χρηματοδότηση της απόκτησης ενσώματων περιουσιακών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων πλοίων, αεροσκαφών, δορυφόρων, οχημάτων σιδηροδρόμων και στόλων οχημάτων, και τα έσοδα που θα παραχθούν από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία λαμβάνουν τη μορφή ταμειακών ροών που παράγονται από τα συγκεκριμένα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία που έχουν χρηματοδοτηθεί και ενεχυριαστεί ή εκχωρηθεί στον δανειστή (“ανοίγματα χρηματοδότησης για αγορά ενσώματων περιουσιακών στοιχείων”), τα ιδρύματα εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 100 %·

β)

όταν ο σκοπός του ανοίγματος ειδικού δανεισμού είναι η βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση αποθεμάτων ή εισπρακτέων απαιτήσεων βασικών εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε χρηματιστήρια, συμπεριλαμβανομένων αργού πετρελαίου, μετάλλων ή εσοδειών, και τα έσοδα που θα παραχθούν από τα εν λόγω αποθέματα ή τις εισπρακτέες απαιτήσεις προκύπτουν από το προϊόν της πώλησης του βασικού εμπορεύματος (“ανοίγματα χρηματοδότησης βασικού εμπορεύματος”), τα ιδρύματα εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 100 %·

γ)

όταν ο σκοπός του ανοίγματος ειδικού δανεισμού είναι η χρηματοδότηση μεμονωμένου έργου, είτε με τη μορφή κατασκευής νέας κεφαλαιακής εγκατάστασης είτε με την αναχρηματοδότηση υφιστάμενης εγκατάστασης, με ή χωρίς βελτιώσεις, για την ανάπτυξη ή απόκτηση μεγάλων, σύνθετων και ακριβών εγκαταστάσεων, συμπεριλαμβανομένων εγκαταστάσεων παραγωγής ενέργειας, εγκαταστάσεων χημικής επεξεργασίας, ορυχείων, υποδομών μεταφορών, περιβαλλοντικών και τηλεπικοινωνιακών υποδομών, όπου το δανειοδοτικό ίδρυμα εξετάζει πρωτίστως τα έσοδα που θα παραχθούν από το χρηματοδοτούμενο έργο, τόσο ως πηγή εξόφλησης όσο και ως εγγύηση για το δάνειο (“ανοίγματα χρηματοδότησης έργων”), τα ιδρύματα εφαρμόζουν τους ακόλουθους συντελεστές στάθμισης κινδύνου:

i)

130 % όταν το έργο με το οποίο σχετίζεται το άνοιγμα βρίσκεται στο στάδιο προ της λειτουργίας·

ii)

υπό την προϋπόθεση ότι δεν εφαρμόζεται η προσαρμογή στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για πιστωτικό κίνδυνο που αναφέρεται στο άρθρο 501α, 80 % όταν το έργο με το οποίο σχετίζεται το άνοιγμα βρίσκεται σε στάδιο λειτουργίας και το άνοιγμα πληροί όλα τα ακόλουθα κριτήρια:

1)

υπάρχουν συμβατικοί περιορισμοί στην ικανότητα του οφειλέτη να ασκεί δραστηριότητες που θα μπορούσαν να είναι επιβλαβείς για τους δανειστές, συμπεριλαμβανομένου του περιορισμού ότι δεν μπορεί να εκδοθεί νέο χρέος χωρίς τη συγκατάθεση των υφιστάμενων παρόχων χρέους·

2)

ο οφειλέτης διαθέτει επαρκή αποθεματικά κεφάλαια χρηματοδοτούμενα εξ ολοκλήρου με μετρητά, ή άλλες χρηματοοικονομικές ρυθμίσεις με οντότητα, για την κάλυψη της χρηματοδότησης έκτακτης ανάγκης και των απαιτήσεων κεφαλαίου κίνησης καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του χρηματοδοτούμενου έργου, υπό την προϋπόθεση ότι στην οντότητα έχει αποδοθεί διαβάθμιση ΕΟΠΑ από αναγνωρισμένο ΕΟΠΑ με βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας τουλάχιστον 3 ή, στην περίπτωση ιδρυμάτων που υπολογίζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων και τα ποσά αναμενόμενης ζημίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 3, όταν η οντότητα δεν διαθέτει πιστοληπτική αξιολόγηση από αναγνωρισμένο ΕΟΠΑ, της έχει αποδοθεί εσωτερική πιστοληπτική διαβάθμιση ισοδύναμη με βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας τουλάχιστον 3 από το ίδρυμα, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω οντότητα αποτελεί αντικείμενο εσωτερικής διαβάθμισης από το ίδρυμα σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου 3 τμήμα 6·

3)

το έργο με το οποίο σχετίζεται το άνοιγμα παράγει ταμειακές ροές που είναι προβλέψιμες και καλύπτουν όλες τις μελλοντικές πληρωμές για την εξυπηρέτηση του δανείου·

4)

όταν τα έσοδα του οφειλέτη δεν χρηματοδοτούνται από πληρωμές από μεγάλο αριθμό χρηστών, η πηγή εξόφλησης της υποχρέωσης εξαρτάται από έναν κύριο αντισυμβαλλόμενο και ο εν λόγω κύριος αντισυμβαλλόμενος ανήκει σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες:

κεντρική τράπεζα, κεντρική κυβέρνηση, περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή, υπό την προϋπόθεση ότι της έχει αποδοθεί συντελεστής στάθμισης κινδύνου 0 % σύμφωνα με τα άρθρα 114 και 115 ή της έχει αποδοθεί διαβάθμιση ΕΟΠΑ με βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας τουλάχιστον 3 από αναγνωρισμένο ΕΟΠΑ ή, στην περίπτωση ιδρυμάτων που υπολογίζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων και τα ποσά αναμενόμενης ζημίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 3, όταν η κεντρική τράπεζα, η κεντρική κυβέρνηση, η περιφερειακή κυβέρνηση ή η τοπική αρχή δεν διαθέτουν πιστοληπτική αξιολόγηση από αναγνωρισμένο ΕΟΠΑ, τους αποδίδεται εσωτερική πιστοληπτική διαβάθμιση ισοδύναμη με βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας τουλάχιστον 3 από το ίδρυμα, υπό την προϋπόθεση ότι αποτελούν αντικείμενο εσωτερικής διαβάθμισης από το ίδρυμα σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 τμήμα 6,

οντότητα του δημόσιου τομέα, υπό την προϋπόθεση ότι της έχει αποδοθεί συντελεστής στάθμισης κινδύνου 20 % ή χαμηλότερος σύμφωνα με το άρθρο 116 ή της έχει αποδοθεί διαβάθμιση ΕΟΠΑ με βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας τουλάχιστον 3 από αναγνωρισμένο ΕΟΠΑ ή, στην περίπτωση ιδρυμάτων που υπολογίζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων και τα ποσά αναμενόμενης ζημίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 3, όταν η οντότητα του δημόσιου τομέα δεν διαθέτει πιστοληπτική αξιολόγηση από αναγνωρισμένο ΕΟΠΑ, της έχει αποδοθεί εσωτερική πιστοληπτική διαβάθμιση ισοδύναμη με βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας τουλάχιστον 3 από το ίδρυμα, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω οντότητα του δημόσιου τομέα αποτελεί αντικείμενο εσωτερικής διαβάθμισης από το ίδρυμα σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 τμήμα 6,

επιχείρηση στην οποία έχει αποδοθεί διαβάθμιση ΕΟΠΑ με βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας τουλάχιστον 3 από αναγνωρισμένο ΕΟΠΑ ή, στην περίπτωση ιδρυμάτων που υπολογίζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων και τα ποσά αναμενόμενης ζημίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 3, όταν η επιχείρηση δεν διαθέτει πιστοληπτική αξιολόγηση από αναγνωρισμένο ΕΟΠΑ, της έχει αποδοθεί εσωτερική πιστοληπτική διαβάθμιση ισοδύναμη με βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας τουλάχιστον 3 από το ίδρυμα, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω επιχείρηση αποτελεί αντικείμενο εσωτερικής διαβάθμισης από το ίδρυμα σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 τμήμα 6·

5)

οι συμβατικές διατάξεις που διέπουν το άνοιγμα έναντι του οφειλέτη προβλέπουν υψηλό βαθμό προστασίας για το δανειοδοτικό ίδρυμα σε περίπτωση αθέτησης των υποχρεώσεων του οφειλέτη·

6)

ο κύριος αντισυμβαλλόμενος, ή άλλοι αντισυμβαλλόμενοι που πληρούν ομοίως τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τον κύριο αντισυμβαλλόμενο, προστατεύουν αποτελεσματικά το δανειοδοτικό ίδρυμα από ζημίες που προκύπτουν από την καταγγελία του έργου·

7)

όλα τα περιουσιακά στοιχεία και οι συμβάσεις που απαιτούνται για τη λειτουργία του έργου έχουν ενεχυριαστεί στο δανειοδοτικό ίδρυμα στον βαθμό που το επιτρέπει η εφαρμοστέα νομοθεσία·

8)

το δανειοδοτικό ίδρυμα είναι σε θέση να αναλάβει τον έλεγχο της οφειλέτριας οντότητας σε περίπτωση αθέτησης·

iii)

100 % όταν το έργο με το οποίο σχετίζεται το άνοιγμα βρίσκεται σε στάδιο λειτουργίας και το άνοιγμα δεν πληροί τις προϋποθέσεις του σημείου ii)·

δ)

για τους σκοπούς του στοιχείου γ) σημείο ii) σημείο 3), οι ταμειακές ροές που προκύπτουν δεν θεωρούνται προβλέψιμες, εκτός εάν σημαντικό μέρος των εσόδων πληροί μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

τα έσοδα διαμορφώνονται βάσει της διαθεσιμότητας, πράγμα που σημαίνει ότι, μόλις ολοκληρωθεί η κατασκευή, ο οφειλέτης δικαιούται, εφόσον πληρούνται οι συμβατικοί όροι, καταβολή πληρωμών από τους συμβατικούς του αντισυμβαλλομένους οι οποίες καλύπτουν δαπάνες λειτουργίας και συντήρησης, δαπάνες εξυπηρέτησης χρέους και αποδόσεις μετοχών, καθώς ο οφειλέτης διασφαλίζει τη λειτουργία του έργου, και οι εν λόγω πληρωμές δεν υπόκεινται σε διακυμάνσεις της ζήτησης, όπως τα επίπεδα κυκλοφορίας, και προσαρμόζονται κατά κανόνα μόνο λόγω ανεπαρκών επιδόσεων ή μη διαθεσιμότητας του περιουσιακού στοιχείου στο κοινό·

ii)

τα έσοδα υπόκεινται σε ρύθμιση συντελεστή απόδοσης·

iii)

τα έσοδα υπόκεινται σε σύμβαση υποχρεωτικής αγοράς ανεξαρτήτως παραλαβής·

ε)

για τους σκοπούς του στοιχείου γ), ως στάδιο λειτουργίας νοείται το στάδιο κατά το οποίο η οντότητα που δημιουργήθηκε ειδικά για τη χρηματοδότηση του έργου, ή που είναι οικονομικά συγκρίσιμη, πληροί και τις δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

η οντότητα έχει θετική καθαρή ταμειακή ροή που επαρκεί για να καλύψει κάθε εναπομένουσα συμβατική υποχρέωση·

ii)

η οντότητα έχει μειούμενο μακροπρόθεσμο χρέος.

4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να προσδιορίσει περαιτέρω τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες πληρούνται τα κριτήρια της παραγράφου 3 στοιχείο γ) σημείο ii).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2026.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

53)

Το άρθρο 123 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 123

Ανοίγματα λιανικής τραπεζικής

1.   Ανοίγματα που πληρούν όλα τα ακόλουθα κριτήρια θεωρούνται ανοίγματα λιανικής τραπεζικής:

α)

το άνοιγμα αφορά ένα ή περισσότερα φυσικά πρόσωπα ή ΜΜΕ·

β)

το συνολικό ποσό που οφείλεται στο ίδρυμα, στις μητρικές επιχειρήσεις και στις οικείες θυγατρικές από τον οφειλέτη ή την ομάδα συνδεδεμένων πελατών, συμπεριλαμβανομένου κάθε ανοίγματος σε αθέτηση αλλά εξαιρουμένων των ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με ακίνητα κατοικίας, μέχρι την αξία του ακινήτου δεν υπερβαίνει, εξ όσων γνωρίζει το ίδρυμα, το οποίο λαμβάνει εύλογα μέτρα για την επιβεβαίωση της κατάστασης, το 1 εκατομμύριο EUR·

γ)

το άνοιγμα εντάσσεται σε έναν σημαντικό αριθμό ανοιγμάτων με παρόμοια χαρακτηριστικά, ώστε να είναι πολύ μειωμένοι οι κίνδυνοι που απορρέουν από τέτοιου είδους άνοιγμα·

δ)

το οικείο ίδρυμα αντιμετωπίζει το άνοιγμα στο πλαίσιό του για τη διαχείριση κινδύνων και διαχειρίζεται εσωτερικά με διαχρονική συνέπεια το άνοιγμα ως άνοιγμα λιανικής τραπεζικής και με τρόπο παρόμοιο με την αντιμετώπιση άλλων ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής από το ίδρυμα.

Η παρούσα αξία των ελάχιστων καταβλητέων πληρωμών λιανικής χρηματοδοτικής μίσθωσης είναι επιλέξιμη για την κατηγορία ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής.

Έως τις 10 Ιουλίου 2025, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, για τον προσδιορισμό αναλογικών μεθόδων διαφοροποίησης βάσει των οποίων ένα άνοιγμα πρέπει να θεωρείται ότι εντάσσεται σε έναν σημαντικό αριθμό παρόμοιων ανοιγμάτων, όπως ορίζεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ) της παρούσας παραγράφου.

2.   Τα παρακάτω ανοίγματα δεν θεωρούνται ανοίγματα λιανικής τραπεζικής:

α)

ανοίγματα σε μη χρεωστικούς τίτλους που συνεπάγονται υπολειμματική απαίτηση ελάσσονος εξοφλητικής προτεραιότητας επί των στοιχείων ενεργητικού ή του εισοδήματος του εκδότη·

β)

δανειακά ανοίγματα και άλλοι τίτλοι, εταιρικές σχέσεις, παράγωγα ή άλλα μέσα, των οποίων η οικονομική ουσία είναι παρόμοια εκείνης των ανοιγμάτων που περιγράφονται στο στοιχείο α)·

γ)

όλα τα άλλα ανοίγματα με τη μορφή τίτλων.

3.   Στα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 75 %, με εξαίρεση τα ανοίγματα έναντι συναλλασσομένων, στα οποία εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 45 %.

4.   Όταν οποιοδήποτε από τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν πληρούται για άνοιγμα έναντι ενός ή περισσότερων φυσικών προσώπων, το άνοιγμα θεωρείται άνοιγμα λιανικής τραπεζικής και ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου ορίζεται στο 100 %.

5.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, στα ανοίγματα που οφείλονται σε δάνεια χορηγούμενα από ίδρυμα σε συνταξιούχους ή εργαζομένους με σύμβαση αορίστου χρόνου με αντάλλαγμα την άνευ αιρέσεων μεταβίβαση μέρους της σύνταξης ή των αποδοχών του δανειολήπτη στο συγκεκριμένο ίδρυμα εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 35 %, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

προκειμένου να εξοφλήσει το δάνειο, ο δανειολήπτης επιτρέπει ανεπιφύλακτα στο συνταξιοδοτικό ταμείο ή στον εργοδότη να προβεί σε άμεσες πληρωμές στο ίδρυμα αφαιρώντας τις μηνιαίες δόσεις του δανείου από τη μηνιαία σύνταξη ή τις μηνιαίες αποδοχές του δανειολήπτη·

β)

οι κίνδυνοι θανάτου, ανικανότητας προς εργασία, ανεργίας ή μείωσης της καθαρής μηνιαίας σύνταξης ή των μηνιαίων αποδοχών του δανειολήπτη καλύπτονται καταλλήλως μέσω ασφάλισης προς όφελος του ιδρύματος·

γ)

οι μηνιαίες πληρωμές που πρέπει να καταβάλλει ο δανειολήπτης για όλα τα δάνεια που πληρούν τις προϋποθέσεις των στοιχείων α) και β) δεν υπερβαίνουν συνολικά το 20 % της καθαρής μηνιαίας σύνταξης ή των μηνιαίων αποδοχών του δανειολήπτη·

δ)

η μέγιστη αρχική διάρκεια του δανείου είναι ίση ή μικρότερη των 10 ετών.».

54)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 123α

Ανοίγματα με αναντιστοιχία νομισμάτων

1.   Για ανοίγματα έναντι φυσικών προσώπων που κατατάσσονται στην κατηγορία ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 112 στοιχείο η) ή για ανοίγματα έναντι φυσικών προσώπων που θεωρούνται ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων κατοικίας, που κατατάσσονται στην κατηγορία ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 112 στοιχείο θ), ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο πολλαπλασιάζεται με συντελεστή 1,5, ενώ ο προκύπτων συντελεστής στάθμισης κινδύνου δεν υπερβαίνει το 150 %, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το άνοιγμα είναι εκπεφρασμένο σε νόμισμα διαφορετικό από το νόμισμα της πηγής εσόδων του οφειλέτη·

β)

ο οφειλέτης δεν διαθέτει αντιστάθμιση για τον κίνδυνο πληρωμής του λόγω της αναντιστοιχίας νομισμάτων, είτε μέσω χρηματοοικονομικού μέσου είτε μέσω εισοδήματος σε ξένο νόμισμα που αντιστοιχεί στο νόμισμα του ανοίγματος, ή το σύνολο των εν λόγω αντισταθμίσεων που έχει στη διάθεσή του ο δανειολήπτης καλύπτει λιγότερο από το 90 % κάθε δόσης για το άνοιγμα αυτό.

Εάν ένα ίδρυμα δεν είναι σε θέση να διαχωρίσει τα εν λόγω ανοίγματα με αναντιστοιχία νομισμάτων, ο πολλαπλασιαστής στάθμισης κινδύνου 1,5 εφαρμόζεται σε όλα τα μη αντισταθμισμένα ανοίγματα όταν το νόμισμα των ανοιγμάτων είναι διαφορετικό από το εγχώριο νόμισμα της χώρας κατοικίας του οφειλέτη.

2.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως πηγή εσόδων νοείται κάθε πηγή που παράγει ταμειακές ροές για τον οφειλέτη, μεταξύ άλλων από εμβάσματα, μισθώματα ή μισθούς, εξαιρουμένων των εσόδων από την πώληση περιουσιακών στοιχείων ή παρόμοιων ενεργειών αναγωγής από το ίδρυμα.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής στάθμισης κινδύνου 1,5 δεν εφαρμόζεται όταν τα ζεύγη νομισμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) απαρτίζονται από το ευρώ και το νόμισμα κράτους μέλους που συμμετέχει στο δεύτερο στάδιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΜΣΙ ΙΙ).».

55)

Τα άρθρα 124, 125 και 126 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 124

Ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακίνητης περιουσίας

1.   Άνοιγμα εκτός ADC που δεν πληροί όλες τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3, ή οποιοδήποτε τμήμα ανοίγματος εκτός ADC που υπερβαίνει το ονομαστικό ποσό της εμπράγματης ασφάλειας επί του ακινήτου, αντιμετωπίζεται ως εξής:

α)

άνοιγμα εκτός IPRE σταθμίζεται ως προς τον κίνδυνο ως άνοιγμα έναντι του αντισυμβαλλομένου που δεν εξασφαλίζεται από το σχετικό ακίνητο·

β)

σε άνοιγμα IPRE εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 150 %.

2.   Άνοιγμα εκτός ADC, που δεν υπερβαίνει το ονομαστικό ποσό της εμπράγματης ασφάλειας επί του ακινήτου, εάν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, αντιμετωπίζεται ως εξής:

α)

εάν το άνοιγμα εξασφαλίζεται με ακίνητο κατοικίας,

i)

άνοιγμα εκτός IPRE αντιμετωπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 1·

ii)

άνοιγμα IPRE αντιμετωπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 1 εάν πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

1)

το ακίνητο που εξασφαλίζει το άνοιγμα είναι η κύρια κατοικία του οφειλέτη, είτε όταν το ακίνητο αποτελεί στο σύνολό του ενιαία οικιακή μονάδα είτε όταν το ακίνητο που εξασφαλίζει το άνοιγμα είναι οικιακή μονάδα που αποτελεί χωριστό τμήμα εντός του ακινήτου·

2)

το άνοιγμα αφορά φυσικό πρόσωπο και εξασφαλίζεται με προσοδοφόρα οικιακή μονάδα, είτε όταν το ακίνητο αποτελεί στο σύνολό του ενιαία οικιακή μονάδα είτε όταν η οικιακή μονάδα αποτελεί χωριστό τμήμα εντός του ακινήτου, και τα συνολικά ανοίγματα του ιδρύματος έναντι του εν λόγω φυσικού προσώπου δεν εξασφαλίζονται με περισσότερα από τέσσερα ακίνητα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν είναι ακίνητα κατοικίας ή που δεν πληρούν κανένα από τα κριτήρια του παρόντος στοιχείου, ή χωριστές οικιακές μονάδες εντός ακινήτων·

3)

το άνοιγμα αφορά ενώσεις ή συνεταιρισμούς φυσικών προσώπων που ρυθμίζονται από το εθνικό δίκαιο και υφίστανται με μοναδικό σκοπό να χορηγούν στα μέλη τους τη χρήση πρώτης κατοικίας στο ακίνητο που εξασφαλίζει το δάνειο·

4)

το άνοιγμα αφορά δημόσιες στεγαστικές εταιρείες ή μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς που ρυθμίζονται από τον νόμο και υφίστανται για να εξυπηρετούν κοινωνικούς σκοπούς και για να παρέχουν μακροχρόνια στέγαση στους ενοικιαστές·

iii)

άνοιγμα IPRE που δεν πληροί καμία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο σημείο ii) του παρόντος στοιχείου, αντιμετωπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 2·

β)

εάν το άνοιγμα εξασφαλίζεται με εμπορικό ακίνητο, αντιμετωπίζεται ως εξής:

i)

άνοιγμα εκτός IPRE αντιμετωπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 1·

ii)

άνοιγμα IPRE αντιμετωπίζεται σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 2.

3.   Για να μπορεί να τύχει της αντιμετώπισης που αναφέρεται στην παράγραφο 2, ένα άνοιγμα που εξασφαλίζεται με ακίνητο πρέπει να πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το ακίνητο που εξασφαλίζει το άνοιγμα πληροί οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

το ακίνητο έχει ολοκληρωθεί πλήρως·

ii)

το ακίνητο είναι δασική ή γεωργική έκταση·

iii)

ο δανεισμός αφορά φυσικό πρόσωπο και το ακίνητο είναι είτε ακίνητο κατοικίας υπό κατασκευή είτε γήπεδο επί του οποίου σχεδιάζεται να κατασκευαστεί ακίνητο κατοικίας, εφόσον το εν λόγω σχέδιο έχει εγκριθεί νομίμως από όλες τις σχετικές αρχές, κατά περίπτωση, και εφόσον πληρούται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

1)

το ακίνητο δεν αποτελείται από περισσότερες από τέσσερις οικιακές μονάδες και θα αποτελεί την κύρια κατοικία του οφειλέτη, και ο δανεισμός στο φυσικό πρόσωπο δεν χρηματοδοτεί έμμεσα ανοίγματα ADC·

2)

εμπλέκεται κεντρική κυβέρνηση, περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή ή οντότητα του δημόσιου τομέα, έναντι της οποίας τα ανοίγματα αντιμετωπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 115 παράγραφος 2 ή το άρθρο 116 παράγραφος 4, αντίστοιχα, και η οποία έχει τη νομική εξουσία και την ικανότητα να διασφαλίσει ότι το υπό κατασκευή ακίνητο θα ολοκληρωθεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και υποχρεούται ή έχει δεσμευθεί με νομικά δεσμευτικό τρόπο να διασφαλίσει την ολοκλήρωση του υπό κατασκευή ακινήτου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος εφόσον σε διαφορετική περίπτωση η κατασκευή δεν θα ολοκληρωνόταν εντός του εν λόγω εύλογου χρονικού διαστήματος. Εναλλακτικά, υπάρχει ισοδύναμος νομικός μηχανισμός που διασφαλίζει την ολοκλήρωση του υπό κατασκευή ακινήτου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος·

β)

το άνοιγμα εξασφαλίζεται με εμπράγματη ασφάλεια πρώτης τάξης την οποία κατέχει το ίδρυμα επί του ακινήτου, ή το ίδρυμα κατέχει την εμπράγματη ασφάλεια πρώτης τάξης και κάθε εμπράγματη ασφάλεια χαμηλότερης διαδοχικά τάξης επί του εν λόγω ακινήτου·

γ)

η αξία του ακινήτου δεν εξαρτάται σε ουσιαστικό βαθμό από την πιστωτική ποιότητα του οφειλέτη·

δ)

όλες οι πληροφορίες που απαιτούνται κατά τη δημιουργία του ανοίγματος και για σκοπούς παρακολούθησης είναι δεόντως τεκμηριωμένες, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με την ικανότητα εξόφλησης του οφειλέτη και την αποτίμηση του ακινήτου·

ε)

πληρούνται οι απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 208 και οι κανόνες αποτίμησης του άρθρου 229 παράγραφος 1.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), τα ιδρύματα μπορούν να εξαιρούν καταστάσεις στις οποίες καθαρά μακροοικονομικοί παράγοντες επηρεάζουν τόσο την αξία του ακινήτου όσο και την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο δ), τα ιδρύματα εφαρμόζουν πολιτικές αναδοχής όσον αφορά τη δημιουργία ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με ακίνητα, οι οποίες περιλαμβάνουν την αξιολόγηση της ικανότητας αποπληρωμής του δανειολήπτη. Οι πολιτικές αναδοχής περιλαμβάνουν τις σχετικές παραμέτρους για την εν λόγω αξιολόγηση και τις αντίστοιχες μέγιστες αξίες τους.

4.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3 στοιχείο β), σε δικαιοδοσίες στις οποίες εμπράγματες ασφάλειες μειωμένης προτεραιότητας παρέχουν στον κάτοχο απαίτηση επί εξασφαλίσεων η οποία είναι εκτελεστή και συνιστά αποτελεσματικό παράγοντα μείωσης του πιστωτικού κινδύνου, οι εμπράγματες ασφάλειες μειωμένης προτεραιότητας που κατέχονται από ίδρυμα διαφορετικό από εκείνο που κατέχει την εμπράγματη ασφάλεια υψηλότερης προτεραιότητας μπορούν επίσης να αναγνωριστούν, μεταξύ άλλων, όταν το ίδρυμα δεν κατέχει την εμπράγματη ασφάλεια υψηλότερης προτεραιότητας ή δεν κατέχει εμπράγματη ασφάλεια που κατατάσσεται μεταξύ μιας εμπράγματης ασφάλειας υψηλότερης προτεραιότητας και μιας εμπράγματης ασφάλειας μειωμένης προτεραιότητας τις οποίες κατέχει αμφότερες το ίδρυμα.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, οι κανόνες που διέπουν τις εμπράγματες ασφάλειες εξασφαλίζουν όλα τα ακόλουθα:

α)

κάθε ίδρυμα που κατέχει εμπράγματη ασφάλεια επί ακινήτου μπορεί να επισπεύσει την πώληση του ακινήτου ανεξάρτητα από άλλες οντότητες που κατέχουν εμπράγματη ασφάλεια επί του ακινήτου·

β)

όταν η πώληση του ακινήτου δεν πραγματοποιείται μέσω δημόσιου πλειστηριασμού, οι οντότητες που κατέχουν εμπράγματη ασφάλεια υψηλότερης προτεραιότητας προβαίνουν σε εύλογες ενέργειες για να επιτύχουν εύλογη αγοραία αξία ή την καλύτερη τιμή που μπορεί να επιτευχθεί υπό τις περιστάσεις όταν ασκούν οποιαδήποτε εξουσία πώλησης μόνες τους.

5.   Για τον σκοπό του υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων για μη αναληφθείσες διευκολύνσεις, οι εμπράγματες ασφάλειες που πληρούν όλες τις απαιτήσεις επιλεξιμότητας που ορίζονται στην παράγραφο 3 και, κατά περίπτωση, στην παράγραφο 4 μπορούν να αναγνωρίζονται όταν η ανάληψη στο πλαίσιο της διευκόλυνσης εξαρτάται από την προηγούμενη ή την ταυτόχρονη κατάθεση εμπράγματης ασφάλειας σε αναλογία προς το συμφέρον του ιδρύματος στην εμπράγματη ασφάλεια μετά την ανάληψη της διευκόλυνσης, έτσι ώστε το ίδρυμα να μην έχει κανένα συμφέρον στην εμπράγματη ασφάλεια εφόσον η διευκόλυνση δεν έχει αναληφθεί.

6.   Για τους σκοπούς του άρθρου 125 παράγραφος 2 και του άρθρου 126 παράγραφος 3, ο λόγος ανοίγματος προς αξία (“ETV”) υπολογίζεται διαιρώντας το ακαθάριστο ποσό του ανοίγματος με την αξία του ακινήτου υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το ακαθάριστο ποσό του ανοίγματος υπολογίζεται ως η λογιστική αξία του στοιχείου ενεργητικού που σχετίζεται με το άνοιγμα που εξασφαλίζεται με το ακίνητο και οποιοδήποτε μη αναληφθέν αλλά δεσμευμένο ποσό το οποίο, αφού αναληφθεί, θα αύξανε την αξία ανοίγματος του ανοίγματος που εξασφαλίζεται με το ακίνητο. Το εν λόγω ακαθάριστο ποσό του ανοίγματος υπολογίζεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη:

i)

ειδικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 110·

ii)

πρόσθετες προσαρμογές αξίας σύμφωνα με το άρθρο 34 που σχετίζονται με τις δραστηριότητες εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος·

iii)

ποσά που αφαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ)· και

iv)

άλλες μειώσεις των ιδίων κεφαλαίων που σχετίζονται με το στοιχείο ενεργητικού·

β)

το ακαθάριστο ποσό του ανοίγματος υπολογίζεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη κανένα είδος χρηματοδοτούμενης ή μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας, εξαιρουμένων των λογαριασμών ενεχυριασμένων καταθέσεων στο δανειοδοτικό ίδρυμα που πληρούν όλες τις απαιτήσεις συμψηφισμού εντός ισολογισμού, είτε βάσει συμβάσεων-πλαισίων συμψηφισμού σύμφωνα με τα άρθρα 196 και 206 είτε βάσει άλλων συμφωνιών συμψηφισμού εντός ισολογισμού σύμφωνα με τα άρθρα 195 και 205, και έχουν ενεχυριαστεί άνευ όρων και αμετάκλητα με μοναδικό σκοπό την εκπλήρωση της πιστωτικής υποχρέωσης που σχετίζεται με το άνοιγμα που εξασφαλίζεται με το ακίνητο·

γ)

στην περίπτωση ανοιγμάτων που απαιτείται να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 2 ή το άρθρο 126 παράγραφος 3 στο πλαίσιο των οποίων ένα μέρος που δεν είναι το ίδρυμα κατέχει εμπράγματη ασφάλεια υψηλότερης προτεραιότητας και μια εμπράγματη ασφάλεια μειωμένης προτεραιότητας την οποία κατέχει το ίδρυμα αναγνωρίζεται βάσει της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, το ακαθάριστο ποσό του ανοίγματος υπολογίζεται ως το άθροισμα του ακαθάριστου ποσού ανοίγματος της εμπράγματης ασφάλειας του ιδρύματος και των ακαθάριστων ποσών ανοιγμάτων για όλες τις άλλες εμπράγματες ασφάλειες ίσης ή υψηλότερης τάξης από την εμπράγματη ασφάλεια του ιδρύματος.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), όταν ένα ίδρυμα έχει περισσότερα του ενός ανοίγματα που εξασφαλίζονται με το ίδιο ακίνητο και τα ανοίγματα αυτά εξασφαλίζονται με εμπράγματες ασφάλειες επί του εν λόγω ακινήτου με διαδοχική σειρά κατάταξης χωρίς να υπάρχει μεταξύ αυτών εμπράγματη ασφάλεια που κατέχεται από τρίτο, τα ανοίγματα αντιμετωπίζονται ως ενιαίο συνδυασμένο άνοιγμα και τα ακαθάριστα ποσά ανοίγματος των επιμέρους ανοιγμάτων αθροίζονται για τον υπολογισμό του ακαθάριστου ποσού ανοίγματος του ενιαίου συνδυασμένου ανοίγματος.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), όταν δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για να μπορεί να εξακριβωθεί η διαβάθμιση των υπόλοιπων εμπράγματων ασφαλειών, το ίδρυμα θεωρεί ότι οι εν λόγω εμπράγματες ασφάλειες έχουν την ίδια διαβάθμιση με την εμπράγματη ασφάλεια μειωμένης προτεραιότητας την οποία κατέχει το ίδρυμα. Το ίδρυμα προσδιορίζει πρώτα τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 2 ή το άρθρο 126 παράγραφος 3 (“βασικός συντελεστής στάθμισης κινδύνου”), κατά περίπτωση. Στη συνέχεια προσαρμόζει αυτόν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου με πολλαπλασιαστή 1,25, για τους σκοπούς του υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών των εμπράγματων ασφαλειών μειωμένης προτεραιότητας. Όταν ο βασικός συντελεστής στάθμισης κινδύνου αντιστοιχεί στο χαμηλότερο κλιμάκιο ανοίγματος προς αξία, δεν εφαρμόζεται ο πολλαπλασιαστής. Ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό του βασικού συντελεστή στάθμισης κινδύνου με 1,25 έχει ως ανώτατο όριο τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου που θα εφαρμοζόταν στο άνοιγμα εάν δεν πληρούνταν οι απαιτήσεις της παραγράφου 3.

7.   Ανοίγματα έναντι μισθωτή στο πλαίσιο πράξης χρηματοδοτικής μίσθωσης ακινήτου στην οποία το ίδρυμα είναι ο εκμισθωτής και ο μισθωτής έχει δικαίωμα αγοράς θεωρούνται ανοίγματα εξασφαλισμένα με ακίνητο και αντιμετωπίζονται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 125 ή 126 εάν πληρούνται οι εφαρμοστέες προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο υπό την προϋπόθεση ότι το άνοιγμα του ιδρύματος εξασφαλίζεται από την κυριότητά του επί του ακινήτου.

8.   Τα κράτη μέλη ορίζουν αρχή που είναι υπεύθυνη για την εφαρμογή της παραγράφου 9. Η εν λόγω αρχή είναι η αρμόδια αρχή ή η εντεταλμένη αρχή.

Σε περίπτωση που η αρχή η οποία ορίζεται από το κράτος μέλος για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι η αρμόδια αρχή, η εν λόγω αρχή διασφαλίζει ότι οι σχετικοί εθνικοί φορείς και αρχές που έχουν μακροπροληπτική εντολή είναι δεόντως ενημερωμένες σχετικά με την πρόθεση της αρμόδιας αρχής να κάνει χρήση του παρόντος άρθρου, και συμμετέχουν καταλλήλως στην εκτίμηση των ανησυχιών σχετικά με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο κράτος μέλος τους σύμφωνα με την παράγραφο 9.

Όταν η αρχή που ορίζεται από το κράτος μέλος για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου είναι διαφορετική από την αρμόδια αρχή, τα κράτη μέλη εγκρίνουν τις διατάξεις που είναι αναγκαίες προκειμένου να διασφαλίζονται κατάλληλος συντονισμός και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ της αρμόδιας και της εντεταλμένης αρχής για την ορθή εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Ειδικότερα, απαιτείται από τις αρχές να συνεργάζονται στενά και να ανταλλάσσουν κάθε πληροφορία που μπορεί να είναι αναγκαία για την επαρκή εκτέλεση των καθηκόντων που επιβάλλονται στην εντεταλμένη αρχή δυνάμει του παρόντος άρθρου. Αυτή η συνεργασία αποσκοπεί στην αποφυγή αλληλοεπικαλυπτόμενης ή ασυνεπούς δράσης κάθε μορφής μεταξύ της αρμόδιας αρχής και της εντεταλμένης αρχής, καθώς και στη διασφάλιση ότι η αλληλεπίδραση με άλλα μέτρα, ιδίως μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 458 του παρόντος κανονισμού και του άρθρου 133 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ, λαμβάνεται δεόντως υπόψη.

9.   Με βάση τα δεδομένα που συλλέγονται δυνάμει του άρθρου 430α και τυχόν άλλους σχετικούς δείκτες, η εντεταλμένη αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου εκτιμά περιοδικά, και τουλάχιστον ετησίως, αν οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου που καθορίζονται στα άρθρα 125 και 126 για ανοίγματα εξασφαλισμένα με ακίνητα στην επικράτεια του κράτους μέλους της εν λόγω αρχής είναι κατάλληλοι με βάση τα εξής:

α)

το ιστορικό ζημιών των ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με ακίνητα·

β)

τις μελλοντικές εξελίξεις της αγοράς ακινήτων.

Όταν, βάσει της εκτίμησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η εντεταλμένη αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου που προβλέπονται στο άρθρο 125 ή 126 δεν αντανακλούν επαρκώς τους πραγματικούς κινδύνους που συνδέονται με ένα ή περισσότερα ανοίγματα σε μία ή περισσότερες κατηγορίες ακινήτων που εξασφαλίζονται με υποθήκες σε ακίνητα κατοικίας ή σε εμπορικά ακίνητα που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα τμήματα του εδάφους του κράτους μέλους της εν λόγω αρχής, και αν κρίνει ότι η ανεπάρκεια των συντελεστών στάθμισης κινδύνου θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την υπάρχουσα ή μελλοντική χρηματοπιστωτική σταθερότητα του κράτους μέλους της, μπορεί να αυξάνει τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζονται σε αυτά τα ανοίγματα εντός των ορίων που καθορίζονται στο τέταρτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου ή να επιβάλλει κριτήρια αυστηρότερα από εκείνα που καθορίζονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

Η εντεταλμένη αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου γνωστοποιεί στην ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ οποιεσδήποτε προσαρμογές των συντελεστών στάθμισης κινδύνου και των κριτηρίων που εφαρμόζονται δυνάμει της παρούσας παραγράφου. Εντός ενός μηνός από την παραλαβή της γνωστοποίησης αυτής, η ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ παρέχουν τη γνώμη τους στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και μπορούν να επισημαίνουν στην εν λόγω γνώμη, εφόσον χρειάζεται, αν θεωρούν ότι οι προσαρμογές των συντελεστών στάθμισης κινδύνου και των κριτηρίων συνιστώνται και για άλλα κράτη μέλη. Η ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ δημοσιεύουν τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου και τα κριτήρια για τα ανοίγματα που αναφέρονται στα άρθρα 125 και 126 και στο άρθρο 199 παράγραφος 1 στοιχείο α) όπως εφαρμόζονται από τη σχετική αρχή.

Για τους σκοπούς του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, η εντεταλμένη αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου μπορεί να αυξάνει τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου που προβλέπονται στο άρθρο 125 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, στο άρθρο 125 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, στο άρθρο 126 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο ή στο άρθρο 126 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο, ή να επιβάλλει αυστηρότερα κριτήρια από εκείνα που ορίζονται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου για ανοίγματα έναντι μίας ή περισσότερων κατηγοριών ακινήτων που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακίνητης περιουσίας που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα τμήματα του εδάφους του κράτους μέλους της εν λόγω αρχής. Η εν λόγω αρχή δεν αυξάνει τους εν λόγω συντελεστές στάθμισης κινδύνου σε ποσοστό άνω του 150 %.

Για τους σκοπούς του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, η αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου μπορεί επίσης να μειώνει τα ποσοστά της αξίας ακινήτων που αναφέρονται στο άρθρο 125 παράγραφος 1 ή στο άρθρο 126 παράγραφος 1 ή τα ποσοστά ETV που καθορίζουν το κλιμάκιο συντελεστών στάθμισης κινδύνου ETV που προβλέπεται στο άρθρο 125 παράγραφος 2 πίνακας 1 ή στο άρθρο 126 παράγραφος 3 πίνακας 1. Η σχετική αρχή διασφαλίζει τη συνέπεια σε όλα τα κλιμάκια συντελεστών στάθμισης κινδύνου ETV, έτσι ώστε ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου χαμηλότερου κλιμακίου συντελεστών στάθμισης κινδύνου ETV να είναι πάντα χαμηλότερος ή ίσος με τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου ανώτερου κλιμακίου συντελεστή στάθμισης κινδύνου ETV.

10.   Όταν η αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 καθορίζει υψηλότερους συντελεστές στάθμισης κινδύνου ή αυστηρότερα κριτήρια σύμφωνα με την παράγραφο 9, τα ιδρύματα έχουν στη διάθεσή τους εξάμηνη μεταβατική περίοδο για την εφαρμογή τους.

11.   Η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με το ΕΣΣΚ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τα είδη των παραγόντων που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την αξιολόγηση της καταλληλότητας των συντελεστών στάθμισης κινδύνου που αναφέρονται στην παράγραφο 9.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2026.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

12.   Το ΕΣΣΚ μπορεί, μέσω συστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010, και σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ, να παρέχει καθοδήγηση στις αρχές που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου σχετικά και με τα δύο ακόλουθα:

α)

τους παράγοντες που θα μπορούσαν να “επηρεάσουν αρνητικά την υπάρχουσα ή μελλοντική χρηματοπιστωτική σταθερότητα” όπως αναφέρεται στην παράγραφο 9 δεύτερο εδάφιο·

β)

ενδεικτικούς δείκτες αναφοράς τους οποίους η εντεταλμένη αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 οφείλει να λαμβάνει υπόψη κατά τον προσδιορισμό υψηλότερων συντελεστών στάθμισης κινδύνου.

13.   Τα ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα σε κράτος μέλος εφαρμόζουν τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου και τα κριτήρια που έχουν καθοριστεί από τις αρχές άλλου κράτους μέλους σύμφωνα με την παράγραφο 9 στα αντίστοιχα ανοίγματά τους που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων κατοικίας ή εμπορικών ακινήτων που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα τμήματα του άλλου κράτους μέλους.

14.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να αποσαφηνίσει τι συνιστά “ισοδύναμο νομικό μηχανισμό που διασφαλίζει την ολοκλήρωση του υπό κατασκευή ακινήτου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος”, σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο α) σημείο iii) σημείο 2).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 125

Ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων κατοικίας

1.   Για άνοιγμα που εξασφαλίζεται με ακίνητο κατοικίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 124 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο i) ή ii), στο τμήμα του ανοίγματος που δεν υπερβαίνει το 55 % της αξίας του ακινήτου αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 20 %.

Όταν ένα ίδρυμα κατέχει εμπράγματη ασφάλεια μειωμένης προτεραιότητας ενώ υπάρχουν εμπράγματες ασφάλειες υψηλότερης προτεραιότητας που το εν λόγω ίδρυμα δεν κατέχει, προκειμένου να προσδιοριστεί το τμήμα του ανοίγματος του ιδρύματος που είναι επιλέξιμο για τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 20 %, το ποσό των εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας που δεν κατέχει το ίδρυμα αφαιρείται από το ποσό του 55 % της αξίας του ακινήτου.

Όταν η εμπράγματη ασφάλεια που κατέχει το ίδρυμα έχει την ίδια διαβάθμιση με εμπράγματες ασφάλειες τις οποίες δεν κατέχει το ίδρυμα, προκειμένου να προσδιοριστεί το τμήμα του ανοίγματος του ιδρύματος που είναι επιλέξιμο για τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 20 %, το ποσό του 55 % της αξίας του ακινήτου, μειωμένο κατά το ποσό τυχόν εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας τις οποίες δεν κατέχει το ίδρυμα, μειώνεται κατά το γινόμενο:

α)

του 55 % της αξίας του ακινήτου, μειωμένης κατά το ποσό τυχόν εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας αν υπάρχουν, είτε τις κατέχει το ίδρυμα είτε τις κατέχουν άλλα ιδρύματα· και

β)

του ποσού των εμπράγματων ασφαλειών που δεν κατέχει το ίδρυμα που έχουν την ίδια διαβάθμιση με την εμπράγματη ασφάλεια του ιδρύματος, διαιρούμενου διά του αθροίσματος όλων των εμπράγματων ασφαλειών ίδιας διαβάθμισης.

Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 9, η αρμόδια ή εντεταλμένη αρχή έχει ορίσει υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου ή χαμηλότερο ποσοστό της αξίας του ακινήτου από εκείνα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου ή το ποσοστό που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 9.

Το υπόλοιπο τμήμα του ανοίγματος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, εάν υπάρχει, σταθμίζεται ως προς τον κίνδυνο ως άνοιγμα έναντι του αντισυμβαλλομένου που δεν εξασφαλίζεται με ακίνητο κατοικίας.

2.   Στα ανοίγματα που αναφέρονται στο άρθρο 124 παράγραφος 2 στοιχείο α) σημείο iii) εφαρμόζεται ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που καθορίζεται σύμφωνα με το αντίστοιχο κλιμάκιο συντελεστών στάθμισης κινδύνου ανοίγματος προς αξία του πίνακα 1.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, εάν, σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 9, η αρμόδια ή εντεταλμένη αρχή έχει ορίσει υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου ή χαμηλότερο ποσοστό ανοίγματος προς αξία από εκείνα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου ή το ποσοστό που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 9.

Πίνακας 1

ETV

ETV ≤ 50 %

50 % < ETV ≤ 60 %

60 % < ETV ≤ 80 %

80 % < ETV ≤ 90 %

90 % < ETV ≤100 %

ETV > 100 %

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

30 %

35 %

45 %

60 %

75 %

105 %

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, τα ιδρύματα μπορούν να αντιμετωπίζουν, κατά τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ανοίγματα εξασφαλισμένα με ακίνητο κατοικίας που βρίσκεται στο έδαφος κράτους μέλους, εφόσον η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους έχει δημοσιεύσει σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 3 ποσοστά ζημίας για ανοίγματα αυτού του είδους, τα οποία, με βάση τα συγκεντρωτικά στοιχεία που έχουν υποβάλει τα ιδρύματα στο εν λόγω κράτος μέλος για τη συγκεκριμένη εθνική αγορά ακινήτων, δεν υπερβαίνουν κανένα από τα ακόλουθα όρια για τις σωρευτικές ζημίες σε ανοίγματα αυτού του είδους που υπήρχαν κατά το προηγούμενο έτος:

α)

το πηλίκο του συνολικού ποσού που υποβλήθηκε από τα ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 1 στοιχείο α), διαιρούμενου διά του συνολικού ποσού που υποβλήθηκε από τα ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 1 στοιχείο γ), δεν υπερβαίνει το 0,3 %·

β)

το πηλίκο του συνολικού ποσού που υποβλήθηκε από τα ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 1 στοιχείο β), διαιρούμενου διά του συνολικού ποσού που υποβλήθηκε από τα ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 1 στοιχείο γ), δεν υπερβαίνει το 0,5 %.

3.   Τα ιδρύματα μπορούν επίσης να εφαρμόζουν την παρέκκλιση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 τρίτο εδάφιο του παρόντος άρθρου στις περιπτώσεις που η αρμόδια αρχή τρίτης χώρας η οποία εφαρμόζει εποπτικές και κανονιστικές ρυθμίσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που εφαρμόζονται στην Ένωση, όπως καθορίστηκε σε απόφαση της Επιτροπής που θεσπίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 4, δημοσιεύει αντίστοιχα ποσοστά ζημίας για ανοίγματα εξασφαλισμένα με ακίνητα κατοικίας που βρίσκονται στο έδαφος της εν λόγω τρίτης χώρας.

Εάν η αρμόδια αρχή τρίτης χώρας δεν δημοσιεύει αντίστοιχα ποσοστά ζημίας για ανοίγματα εξασφαλισμένα με ακίνητα κατοικίας που βρίσκονται στο έδαφος της εν λόγω τρίτης χώρας, η ΕΑΤ μπορεί να δημοσιεύει τις πληροφορίες αυτές για την εν λόγω τρίτη χώρα, υπό την προϋπόθεση ότι είναι διαθέσιμα έγκυρα στατιστικά στοιχεία, ήτοι στοιχεία τα οποία είναι στατιστικώς αντιπροσωπευτικά της αντίστοιχης αγοράς ακινήτων κατοικίας.

Άρθρο 126

Ανοίγματα που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί εμπορικών ακινήτων

1.   Για άνοιγμα που εξασφαλίζεται με εμπορικό ακίνητο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 124 παράγραφος 2, στοιχείο β) σημείο i) στο τμήμα του ανοίγματος που δεν υπερβαίνει το 55 % της αξίας του ακινήτου αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 60 %.

Όταν ένα ίδρυμα κατέχει εμπράγματη ασφάλεια μειωμένης προτεραιότητας ενώ υπάρχουν εμπράγματες ασφάλειες υψηλότερης προτεραιότητας που το εν λόγω ίδρυμα δεν κατέχει, προκειμένου να προσδιοριστεί το τμήμα του ανοίγματος του ιδρύματος που είναι επιλέξιμο για τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 60 %, το ποσό των εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας που δεν κατέχει το ίδρυμα αφαιρείται από το ποσό του 55 % της αξίας του ακινήτου.

Όταν η εμπράγματη ασφάλεια που κατέχει το ίδρυμα έχει την ίδια διαβάθμιση με εμπράγματες ασφάλειες τις οποίες δεν κατέχει το ίδρυμα, προκειμένου να προσδιοριστεί το τμήμα του ανοίγματος του ιδρύματος που είναι επιλέξιμο για τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 60 %, το ποσό του 55 % της αξίας του ακινήτου, μειωμένο κατά το ποσό τυχόν εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας τις οποίες κατέχει ή δεν κατέχει το ίδρυμα μειώνεται κατά το γινόμενο:

α)

του 55 % της αξίας του ακινήτου, μειωμένης κατά το ποσό εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας αν υπάρχουν, είτε τις κατέχει το ίδρυμα είτε τις κατέχουν άλλα ιδρύματα· και

β)

του ποσού των εμπράγματων ασφαλειών που δεν κατέχει το ίδρυμα που έχουν την ίδια διαβάθμιση με την εμπράγματη ασφάλεια του ιδρύματος, διαιρούμενου διά του αθροίσματος όλων των εμπράγματων ασφαλειών ίδιας διαβάθμισης.

Εάν, σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 9, η αρμόδια ή εντεταλμένη αρχή έχει ορίσει υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου ή χαμηλότερο ποσοστό της αξίας του ακινήτου από εκείνα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου ή το ποσοστό που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 9.

Το υπόλοιπο τμήμα του ανοίγματος που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, εάν υπάρχει, σταθμίζεται ως προς τον κίνδυνο ως άνοιγμα έναντι του αντισυμβαλλομένου που δεν εξασφαλίζεται με εμπορικό ακίνητο.

2.   Στα ανοίγματα που αναφέρονται στο άρθρο 124 παράγραφος 2 στοιχείο β) σημείο ii) εφαρμόζεται ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που καθορίζεται σύμφωνα με το αντίστοιχο κλιμάκιο συντελεστών στάθμισης κινδύνου ETV του πίνακα 1.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, εάν, σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 9, η αρμόδια ή εντεταλμένη αρχή έχει ορίσει υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου ή χαμηλότερο ποσοστό ETV από εκείνα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου ή το ποσοστό που καθορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 9.

Πίνακας 1

 

ETV ≤ 60 %

60 % < ETV ≤ 80 %

ETV > 80 %

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

70 %

90 %

110 %

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, τα ιδρύματα μπορούν να αντιμετωπίζουν κατά τον τρόπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου τα ανοίγματα που εξασφαλίζονται με εμπορικό ακίνητο που βρίσκεται στο έδαφος κράτους μέλους, εφόσον η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους έχει δημοσιεύσει, σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 3, ποσοστά ζημίας για ανοίγματα αυτού του είδους, τα οποία, με βάση τα συγκεντρωτικά στοιχεία που έχουν υποβάλει τα ιδρύματα στο εν λόγω κράτος μέλος για τη συγκεκριμένη εθνική αγορά ακινήτων δεν υπερβαίνουν κανένα από τα ακόλουθα όρια για τις σωρευτικές ζημίες σε ανοίγματα αυτού του είδους που υπήρχαν κατά το προηγούμενο έτος:

α)

το πηλίκο του συνολικού ποσού που υποβλήθηκε από τα ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 1 στοιχείο δ), διαιρούμενου διά του συνολικού ποσού που υποβλήθηκε από τα ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 1 στοιχείο στ), δεν υπερβαίνει το 0,3 %·

β)

το πηλίκο του συνολικού ποσού που υποβλήθηκε από τα ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 1 στοιχείο ε), διαιρούμενου διά του συνολικού ποσού που υποβλήθηκε από τα ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 1 στοιχείο στ), δεν υπερβαίνει το 0,5 %.

3.   Τα ιδρύματα μπορούν να εφαρμόζουν την παρέκκλιση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 τρίτο εδάφιο του παρόντος άρθρου και στις περιπτώσεις που η αρμόδια αρχή τρίτης χώρας η οποία εφαρμόζει εποπτικές και κανονιστικές ρυθμίσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που εφαρμόζονται στην Ένωση, όπως καθορίστηκε σε απόφαση της Επιτροπής που θεσπίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 4, δημοσιεύει αντίστοιχα ποσοστά ζημίας για ανοίγματα εξασφαλισμένα με εμπορικά ακίνητα που βρίσκονται στο έδαφος της εν λόγω τρίτης χώρας.

Εάν η αρμόδια αρχή τρίτης χώρας δεν δημοσιεύει αντίστοιχα ποσοστά ζημίας για ανοίγματα εξασφαλισμένα με εμπορικά ακίνητα που βρίσκονται στο έδαφος της εν λόγω τρίτης χώρας, η ΕΑΤ μπορεί να δημοσιεύει τις πληροφορίες αυτές για την εν λόγω τρίτη χώρα, υπό την προϋπόθεση ότι είναι διαθέσιμα έγκυρα στατιστικά στοιχεία, ήτοι στοιχεία τα οποία είναι στατιστικώς αντιπροσωπευτικά της αντίστοιχης αγοράς εμπορικών ακινήτων.

4.   Η ΕΑΤ αξιολογεί την καταλληλότητα της προσαρμογής της αντιμετώπισης των ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί εμπορικών ακινήτων, συμπεριλαμβανομένων των ανοιγμάτων IPRE και των ανοιγμάτων εκτός IPRE, λαμβάνοντας υπόψη την καταλληλότητα των συντελεστών στάθμισης κινδύνου και τις σχετικές διαφορές στον κίνδυνο των ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με ακίνητα κατοικίας, τις διαφορές στην ευαισθησία κινδύνου των ανοιγμάτων IPRE που εξασφαλίζονται με ακίνητα κατοικίας που αναφέρονται στο άρθρου 125 παράγραφος 2 πίνακας 1 και των ανοιγμάτων IPRE που εξασφαλίζονται με εμπορικά ακίνητα που αναφέρονται στον πίνακα 1 του παρόντος άρθρου, και τις συστάσεις του ΕΣΣΚ σχετικά με τις τρωτότητες στον τομέα των εμπορικών ακινήτων στην Ένωση. Η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση σχετικά με τα ευρήματά της στην Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027.

Με βάση την έκθεση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα σχετικά διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η ΕΒΤΕ, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο νομοθετική πρόταση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2028.».

56)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 126α

Ανοίγματα σε αγορά, ανάπτυξη και κατασκευή

1.   Σε άνοιγμα ADC αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 150 %.

2.   Σε ανοίγματα ADC σε ακίνητα κατοικίας μπορεί να αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 %, υπό την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα εφαρμόζει ορθά πρότυπα δημιουργίας και παρακολούθησης που πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 74 και 79 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και εφόσον πληρούται τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι νομικά δεσμευτικές συμβάσεις προπώλησης ή προμίσθωσης για τις οποίες ο αγοραστής ή ο μισθωτής έχει προβεί σε σημαντική κατάθεση μετρητών η οποία υπόκειται σε κατάπτωση σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης, ή όταν η χρηματοδότηση διασφαλίζεται με ισοδύναμο τρόπο, ή οι νομικά δεσμευτικές συμβάσεις πώλησης ή μίσθωσης, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων στις οποίες η πληρωμή πραγματοποιείται με δόσεις καθώς προχωρούν οι κατασκευαστικές εργασίες, ανέρχονται σε σημαντικό μέρος των συνολικών συμβάσεων·

β)

ο οφειλέτης έχει σημαντικά ίδια κεφάλαια σε κίνδυνο, τα οποία εμφανίζονται ως κατάλληλο ποσό ιδίων κεφαλαίων εισφερόμενο από τον οφειλέτη στην αξία του ακινήτου κατοικίας κατά την ολοκλήρωσή του.

3.   Έως τις 10 Ιουλίου 2025 η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, που διευκρινίζουν τους όρους “σημαντικές καταθέσεις μετρητών”, “χρηματοδότηση που διασφαλίζεται με ισοδύναμο τρόπο”, “σημαντικό μέρος των συνολικών συμβάσεων” και “κατάλληλο ποσό ιδίων κεφαλαίων εισφερόμενο από τον οφειλέτη”, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δανειοδότησης ιδρυμάτων προς δημόσιες στεγαστικές οντότητες ή μη κερδοσκοπικές οντότητες σε ολόκληρη την Ένωση που ρυθμίζονται από τον νόμο και υφίστανται για να εξυπηρετούν κοινωνικούς σκοπούς και για να παρέχουν μακροχρόνια στέγαση στους μισθωτές.».

57)

Το άρθρο 127 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τον σκοπό του υπολογισμού των ειδικών προσαρμογών πιστωτικού κινδύνου που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο για άνοιγμα που αποκτάται ενώ βρίσκεται ήδη σε αθέτηση, τα ιδρύματα περιλαμβάνουν στον υπολογισμό τυχόν θετική διαφορά μεταξύ του ποσού που οφείλεται από τον οφειλέτη για το εν λόγω άνοιγμα και του αθροίσματος της πρόσθετης μείωσης ιδίων κεφαλαίων εάν το εν λόγω άνοιγμα διαγραφόταν πλήρως και τυχόν ήδη υφιστάμενων μειώσεων ιδίων κεφαλαίων που σχετίζονται με το εν λόγω άνοιγμα.»

·

β)

οι παράγραφοι 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Για τον σκοπό του προσδιορισμού του εξασφαλισμένου μέρους ενός ανοίγματος σε αθέτηση, εξασφαλίσεις και εγγυήσεις είναι επιλέξιμες για σκοπούς μείωσης του πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με το κεφάλαιο 4.

3.   Στην αξία ανοίγματος που απομένει μετά την εφαρμογή ειδικών προσαρμογών πιστωτικού κινδύνου για ανοίγματα εκτός IRPE που εξασφαλίζονται με ακίνητα κατοικίας ή εμπορικά ακίνητα σύμφωνα με τα άρθρα 125 και 126, αντίστοιχα, εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 100 % εάν έχει επέλθει αθέτηση σύμφωνα με το άρθρο 178.»

·

γ)

η παράγραφος 4 απαλείφεται.

58)

Το άρθρο 128 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 128

Δανειακά ανοίγματα μειωμένης εξασφάλισης

1.   Τα ακόλουθα ανοίγματα αντιμετωπίζονται ως δανειακά ανοίγματα μειωμένης εξασφάλισης:

α)

δανειακά ανοίγματα τα οποία έπονται των απαιτήσεων κοινών μη εξασφαλισμένων πιστωτών·

β)

μέσα ιδίων κεφαλαίων στον βαθμό που τα εν λόγω μέσα δεν θεωρούνται ανοίγματα σε μετοχές σύμφωνα με το άρθρο 133 παράγραφος 1· και

γ)

ανοίγματα που προκύπτουν από την κατοχή από το ίδρυμα μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων που πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 72β.

2.   Στα δανειακά ανοίγματα μειωμένης εξασφάλισης εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 150 %, εκτός εάν τα εν λόγω δανειακά ανοίγματα μειωμένης εξασφάλισης αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια ή υπόκεινται στην αντιμετώπιση που προβλέπεται στο άρθρο 72ε παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο.».

59)

Το άρθρο 129 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ) της παρούσας παραγράφου, έως την 1η Ιουλίου 2027, έμμεσα ανοίγματα έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων χωρίς εξωτερική διαβάθμιση που εγγυώνται ενυπόθηκα δάνεια μέχρι την εγγραφή τους αντιμετωπίζονται για τους σκοπούς του εν λόγω στοιχείου ως ανοίγματα έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων που πληρούν τις προϋποθέσεις για βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1, υπό την προϋπόθεση ότι είναι βραχυπρόθεσμα ανοίγματα που κατατάσσονται στη βαθμίδα Α βάσει του άρθρου 121 και ότι τα εγγυημένα ενυπόθηκα δάνεια, μόλις εγγραφούν, θα είναι επιλέξιμα για την προνομιακή αντιμετώπιση δυνάμει του πρώτου εδαφίου στοιχεία δ), ε) και στ) της παρούσας παραγράφου.»

·

β)

στην παράγραφο 3 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τον σκοπό της αποτίμησης ακινήτου, οι αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 18 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162 μπορούν να επιτρέπουν την αποτίμηση του ακινήτου στην αγοραία αξία ή σε χαμηλότερη αξία, ή στα κράτη μέλη που έχουν ορίσει στις νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις τους αυστηρά κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου, στην αξία του ενυπόθηκου ακινήτου χωρίς να εφαρμόζονται τα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 229 παράγραφος 1 στοιχείο ε) του παρόντος κανονισμού·»

·

γ)

οι παράγραφοι 4 και 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Στα καλυμμένα ομόλογα που έχουν άμεσα εφαρμοστέα πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με τον πίνακα 1 που αντιστοιχεί στην πιστοληπτική αξιολόγηση του ΕΟΠΑ σύμφωνα με το άρθρο 136.

Πίνακας 1

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας

1

2

3

4

5

6

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

10 %

20 %

20 %

50 %

50 %

100 %

5.   Στα καλυμμένα ομόλογα για τα οποία δεν διατίθεται άμεσα εφαρμοστέα πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου που βασίζεται στον συντελεστή στάθμισης που αποδίδεται στα μη εξασφαλισμένα ανοίγματα με εξοφλητική προτεραιότητα έναντι του ιδρύματος που τα εκδίδει. Εφαρμόζεται η ακόλουθη αντιστοιχία μεταξύ συντελεστών στάθμισης κινδύνου:

α)

εάν ο συντελεστής στάθμισης για τα ανοίγματα έναντι του ιδρύματος είναι 20 %, στα καλυμμένα ομόλογα αποδίδεται συντελεστής στάθμισης 10 %·

αα)

εάν ο συντελεστής στάθμισης για τα ανοίγματα έναντι του ιδρύματος είναι 30 %, στα καλυμμένα ομόλογα αποδίδεται συντελεστής στάθμισης 15 %·

αβ)

εάν ο συντελεστής στάθμισης για τα ανοίγματα έναντι του ιδρύματος είναι 40 %, στα καλυμμένα ομόλογα αποδίδεται συντελεστής στάθμισης 20 %·

β)

εάν ο συντελεστής στάθμισης για τα ανοίγματα έναντι του ιδρύματος είναι 50 %, στα καλυμμένα ομόλογα αποδίδεται συντελεστής στάθμισης 25 %·

βα)

εάν ο συντελεστής στάθμισης για τα ανοίγματα έναντι του ιδρύματος είναι 75 %, στα καλυμμένα ομόλογα αποδίδεται συντελεστής στάθμισης 35 %·

γ)

εάν ο συντελεστής στάθμισης για τα ανοίγματα έναντι του ιδρύματος είναι 100 %, στα καλυμμένα ομόλογα αποδίδεται συντελεστής στάθμισης 50 %·

δ)

εάν ο συντελεστής στάθμισης για τα ανοίγματα έναντι του ιδρύματος είναι 150 %, στα καλυμμένα ομόλογα αποδίδεται συντελεστής στάθμισης 100 %.».

60)

Στο άρθρο 132α παράγραφος 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 4 στοιχείο ε), τα ιδρύματα που υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος των ανοιγμάτων ΟΣΕ σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2 του παρόντος άρθρου μπορούν να υπολογίσουν την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης των ανοιγμάτων σε παράγωγα του εν λόγω ΟΣΕ ως ποσό ίσο με το 50 % της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων των εν λόγω ανοιγμάτων σε παράγωγα που υπολογίζονται σύμφωνα με τα τμήματα 3, 4 ή 5 του κεφαλαίου 6 του παρόντος τίτλου, ανάλογα με την περίπτωση.».

61)

Στο άρθρο 132β, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Τα ιδρύματα μπορούν να εξαιρούν από τους υπολογισμούς που αναφέρονται στο άρθρο 132 τα ανοίγματα σε μετοχές που υποκρύπτουν ανοίγματα υπό μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ έναντι οντοτήτων των οποίων οι πιστωτικές υποχρεώσεις λαμβάνουν συντελεστή στάθμισης 0 % βάσει του παρόντος κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων υπό δημόσια χορηγία στις οποίες μπορεί να εφαρμοστεί συντελεστής στάθμισης 0 %, και τα ανοίγματα σε μετοχές που αναφέρονται στο άρθρο 133 παράγραφος 5, και αντ’ αυτού να εφαρμόζουν τη μεταχείριση που ορίζεται στο άρθρο 133 στα εν λόγω ανοίγματα σε μετοχές.».

62)

Στο άρθρο 132γ παράγραφος 2, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα ιδρύματα υπολογίζουν την αξία ανοίγματος μιας δέσμευσης ελάχιστης τιμής που πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου ως την προεξοφλημένη παρούσα αξία του ποσού που καλύπτεται από την εγγύηση χρησιμοποιώντας συντελεστή προεξόφλησης που προέρχεται από επιτόκιο μηδενικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 325ιβ παράγραφος 2 ή 3, κατά περίπτωση. Τα ιδρύματα μπορούν να μειώσουν την αξία ανοίγματος της υποχρέωσης ελάχιστης τιμής με τις ενδεχόμενες ζημίες που αναγνωρίζονται σε σχέση με τη δέσμευση ελάχιστης τιμής στο πλαίσιο του ισχύοντος λογιστικού προτύπου.».

63)

Το άρθρο 133 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 133

Ανοίγματα σε μετοχές

1.   Όλα τα ακόλουθα ταξινομούνται ως ανοίγματα σε μετοχές:

α)

κάθε άνοιγμα που πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

είναι μη εξαγοράσιμο υπό την έννοια ότι η απόδοση των επενδεδυμένων κεφαλαίων μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την πώληση της επένδυσης ή την πώληση των δικαιωμάτων επί της επένδυσης ή με την εκκαθάριση του εκδότη·

ii)

δεν ενσωματώνει υποχρέωση του εκδότη·

iii)

συνεπάγεται υπολειμματική απαίτηση επί των στοιχείων ενεργητικού ή του εισοδήματος του εκδότη·

β)

μέσα που θα ήταν αποδεκτά ως στοιχεία της κατηγορίας 1 εάν είχαν εκδοθεί από ίδρυμα·

γ)

μέσα που ενσωματώνουν υποχρέωση του εκδότη και πληρούν οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

ο εκδότης έχει τη δυνατότητα να αναβάλει επ’ αόριστον τον διακανονισμό της υποχρέωσης·

ii)

η υποχρέωση απαιτεί, ή επιτρέπει κατά τη διακριτική ευχέρεια του εκδότη, τον διακανονισμό με την έκδοση σταθερού αριθμού μετοχών του εκδότη·

iii)

η υποχρέωση απαιτεί, ή επιτρέπει κατά τη διακριτική ευχέρεια του εκδότη, τον διακανονισμό με την έκδοση μεταβλητού αριθμού μετοχών του εκδότη και, ceteris paribus, οποιαδήποτε μεταβολή στην αξία της υποχρέωσης μπορεί να αποδοθεί, είναι συγκρίσιμη και προς την ίδια κατεύθυνση με τη μεταβολή της αξίας ενός σταθερού αριθμού μετοχών του εκδότη·

iv)

ο κάτοχος του μέσου έχει τη δυνατότητα να απαιτήσει τον διακανονισμό της υποχρέωσης σε μετοχές, εκτός εάν πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

1)

στην περίπτωση διαπραγματεύσιμου μέσου, το ίδρυμα έχει αποδείξει με ικανοποιητικά στοιχεία στην αρμόδια αρχή ότι το μέσο αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην αγορά περισσότερο ως χρέος του εκδότη παρά ως μετοχικό κεφάλαιό του,

2)

στην περίπτωση μη διαπραγματεύσιμων μέσων, το ίδρυμα έχει αποδείξει με ικανοποιητικά στοιχεία στην αρμόδια αρχή ότι το μέσο θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως χρεωστικός τίτλος·

δ)

δανειακές υποχρεώσεις και άλλοι τίτλοι, εταιρικές σχέσεις, παράγωγα ή άλλα μέσα διαρθρωμένα κατά τρόπο ώστε η οικονομική ουσία να είναι παρόμοια εκείνης των ανοιγμάτων που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ), συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων των οποίων η απόδοση συνδέεται με εκείνη των μετοχών·

ε)

ανοίγματα σε μετοχές που καταχωρίζονται ως δάνειο αλλά προκύπτουν από μετοχοποίηση χρέους η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο της ομαλής ρευστοποίησης ή αναδιάρθρωσης του χρέους.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ) σημείο iii), μεταξύ των υποχρεώσεων συγκαταλέγονται εκείνες που απαιτούν ή επιτρέπουν τον διακανονισμό με την έκδοση μεταβλητού αριθμού μετοχών του εκδότη, για τις οποίες η μεταβολή της νομισματικής αξίας της υποχρέωσης ισούται με τη μεταβολή της εύλογης αξίας ενός σταθερού αριθμού μετοχών επί έναν συγκεκριμένο συντελεστή, όπου τόσο ο συντελεστής όσο και ο αναφερόμενος αριθμός μετοχών είναι καθορισμένοι.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ) σημείο iv), εάν πληρούται μία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο εν λόγω σημείο, το ίδρυμα μπορεί να επιμερίσει τους κινδύνους για ρυθμιστικούς σκοπούς, αφού λάβει προηγουμένως την άδεια της αρμόδιας αρχής.

2.   Οι επενδύσεις σε μετοχές δεν αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα σε μετοχές σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

οι επενδύσεις σε μετοχές είναι διαρθρωμένες κατά τρόπο ώστε η οικονομική τους ουσία να είναι παρόμοια με την οικονομική ουσία των συμμετοχών σε χρεωστικούς τίτλους που δεν πληρούν τα κριτήρια της παραγράφου 1·

β)

οι επενδύσεις σε μετοχές συνιστούν ανοίγματα τιτλοποίησης.

3.   Στα ανοίγματα σε μετοχές, εκτός εκείνων που αναφέρονται στις παραγράφους 4 έως 7, αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 250 %, εκτός εάν τα ανοίγματα αυτά απαιτείται να αφαιρεθούν ή να σταθμιστούν ως προς τον κίνδυνο σύμφωνα με το δεύτερο μέρος.

4.   Στα κατωτέρω ανοίγματα σε μετοχές έναντι μη εισηγμένων εταιρειών αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 400 %, εκτός εάν τα ανοίγματα αυτά απαιτείται να αφαιρεθούν ή να σταθμιστούν ως προς τον κίνδυνο σύμφωνα με το δεύτερο μέρος:

α)

επενδύσεις για σκοπούς βραχυπρόθεσμης μεταπώλησης·

β)

επενδύσεις σε εταιρείες επιχειρηματικών συμμετοχών ή παρόμοιες επενδύσεις που αποκτώνται εν αναμονή σημαντικών βραχυπρόθεσμων κεφαλαιακών κερδών.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, στις μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε μετοχές, συμπεριλαμβανομένων των επενδύσεων σε μετοχές εταιρικών πελατών με τους οποίους το ίδρυμα έχει ή προτίθεται να συνάψει μακροχρόνια επιχειρηματική σχέση, και στις μετοχοποιήσεις χρέους για σκοπούς εταιρικής αναδιάρθρωσης αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με την παράγραφο 3 ή 5, κατά περίπτωση. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως μακροπρόθεσμη επένδυση σε μετοχές νοείται μια επένδυση σε μετοχές που διακρατείται για τρία έτη ή περισσότερο ή πραγματοποιείται με πρόθεση διακράτησης για τρία ή περισσότερα έτη, όπως εγκρίνεται από τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του ιδρύματος.

5.   Τα ιδρύματα που έχουν λάβει την προηγούμενη άδεια των αρμόδιων αρχών μπορούν να αποδίδουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 100 % στα ανοίγματα σε μετοχές που προκύπτουν στο πλαίσιο νομοθετικών προγραμμάτων για την τόνωση συγκεκριμένων τομέων της οικονομίας, μέχρι το τμήμα των εν λόγω ανοιγμάτων σε μετοχές που δεν υπερβαίνουν αθροιστικά το 10 % των ιδίων κεφαλαίων των ιδρυμάτων, τα οποία πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

τα νομοθετικά προγράμματα παρέχουν σημαντικές επιδοτήσεις ή εγγυήσεις, μεταξύ άλλων από πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης, δημόσια αναπτυξιακά πιστωτικά ιδρύματα όπως ορίζονται στο άρθρο 429α παράγραφος 2 ή διεθνείς οργανισμούς, για την επένδυση στο ίδρυμα·

β)

τα νομοθετικά προγράμματα περιλαμβάνουν κάποια μορφή κυβερνητικής εποπτείας·

γ)

τα νομοθετικά προγράμματα περιλαμβάνουν περιορισμούς στις επενδύσεις σε μετοχές, όπως περιορισμούς ως προς το μέγεθος και το είδος των επιχειρήσεων στις οποίες επενδύει το ίδρυμα, τα επιτρεπόμενα ποσά ιδιοκτησιακών συμμετοχών, τη γεωγραφική θέση και άλλους σχετικούς παράγοντες που περιορίζουν τον δυνητικό κίνδυνο της επένδυσης για το επενδυτικό ίδρυμα.

6.   Στα ανοίγματα σε μετοχές έναντι κεντρικών τραπεζών αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 0 %.

7.   Στις κεφαλαιακές τοποθετήσεις που καταχωρίζονται ως δάνειο αλλά έχουν προκύψει από μετοχοποίηση χρέους η οποία πραγματοποιείται στο πλαίσιο της ομαλής ρευστοποίησης ή αναδιάρθρωσης του χρέους δεν αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου χαμηλότερος από τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου που θα εφαρμοζόταν εάν η κεφαλαιακή τοποθέτηση αντιμετωπιζόταν ως δανειακό άνοιγμα.».

64)

Στο άρθρο 134, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Στα υπό είσπραξη μετρητά αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 20 %. Στα μετρητά που ανήκουν και βρίσκονται στην κατοχή του ιδρύματος ή τελούν υπό μεταφορά, καθώς και στα εξομοιούμενα με αυτά στοιχεία, αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 0 %.».

65)

Στο άρθρο 135, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Έως τις 10 Ιουλίου 2025 η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει έκθεση στην οποία εξετάζεται κατά πόσον οι κίνδυνοι ΠΚΔ αντικατοπτρίζονται δεόντως στις μεθοδολογίες αξιολόγησης πιστωτικού κινδύνου των ΕΟΠΑ και υποβάλλει την εν λόγω έκθεση στην Επιτροπή.

Βάσει της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 10 Ιανουαρίου 2026.».

66)

Το άρθρο 138 τροποποιείται ως εξής:

α)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ζ):

«ζ)

για ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων, ένα ίδρυμα δεν χρησιμοποιεί πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ η οποία ενσωματώνει παραδοχές περί έμμεσης κρατικής στήριξης, εκτός εάν η σχετική πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ αναφέρεται σε ίδρυμα που ανήκει σε κεντρικές κυβερνήσεις, περιφερειακές κυβερνήσεις ή τοπικές αρχές, ή έχει συσταθεί και χρηματοδοτείται από αυτές.»

·

β)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο ζ), στην περίπτωση ιδρυμάτων, εκτός των ιδρυμάτων που ανήκουν σε κεντρικές κυβερνήσεις, περιφερειακές κυβερνήσεις ή τοπικές αρχές, ή έχουν συσταθεί και χρηματοδοτούνται από αυτές, για τα οποία υπάρχουν μόνο πιστοληπτικές αξιολογήσεις από ΕΟΠΑ οι οποίες περιέχουν παραδοχές περί έμμεσης κρατικής στήριξης, τα ανοίγματα αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι μη διαβαθμισμένων ιδρυμάτων σύμφωνα με το άρθρο 121.

“Έμμεση κρατική στήριξη” υφίσταται όταν η κεντρική κυβέρνηση, η περιφερειακή κυβέρνηση ή η τοπική αρχή ενεργεί κατά τρόπο ώστε οι πιστωτές του ιδρύματος να μην υποστούν ζημίες σε περίπτωση αθέτησης ή δυσχερειών του ιδρύματος.».

67)

Στο άρθρο 139 παράγραφος 2, τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

από την πιστοληπτική αξιολόγηση προκύπτει υψηλότερος συντελεστής στάθμισης κινδύνου απ’ ό,τι αν το άνοιγμα αντιμετωπιζόταν ως μη διαβαθμισμένο και το σχετικό άνοιγμα:

i)

δεν είναι άνοιγμα ειδικού δανεισμού·

ii)

έχει, από κάθε άποψη, την ίδια ή χαμηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα από εκείνη του δεδομένου προγράμματος έκδοσης χρεογράφων ή της δεδομένης διευκόλυνσης ή, κατά περίπτωση, από εκείνη των μη εξασφαλισμένων ανοιγμάτων με εξοφλητική προτεραιότητα του ίδιου εκδότη·

β)

από την πιστοληπτική αξιολόγηση προκύπτει χαμηλότερος συντελεστής στάθμισης κινδύνου απ’ ό,τι αν το άνοιγμα αντιμετωπιζόταν ως μη διαβαθμισμένο και το σχετικό άνοιγμα:

i)

δεν είναι άνοιγμα ειδικού δανεισμού·

ii)

έχει, από κάθε άποψη, την ίδια ή υψηλότερη εξοφλητική προτεραιότητα από εκείνη του δεδομένου προγράμματος έκδοσης χρεογράφων ή της δεδομένης διευκόλυνσης ή, κατά περίπτωση, από εκείνη των μη εξασφαλισμένων ανοιγμάτων με εξοφλητική προτεραιότητα του ίδιου εκδότη.».

68)

Το άρθρο 141 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 141

Στοιχεία που εκφράζονται σε εθνικό και σε ξένο νόμισμα

1.   Μια πιστοληπτική αξιολόγηση που αναφέρεται σε στοιχείο εκπεφρασμένο στο εθνικό νόμισμα του οφειλέτη δεν χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό συντελεστή στάθμισης κινδύνου για άνοιγμα έναντι του ίδιου οφειλέτη που είναι εκπεφρασμένο σε ξένο νόμισμα.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, όταν προκύπτει άνοιγμα από τη συμμετοχή ιδρύματος σε δάνειο το οποίο έχει χορηγηθεί, ή καλύπτεται από εγγύηση έναντι κινδύνου μετατρεψιμότητας και μεταβίβασης, από πολυμερή τράπεζα ανάπτυξης που αναφέρεται στο άρθρο 117 παράγραφος 2 της οποίας το προνομιακό καθεστώς αναγνωρίζεται στην αγορά, η πιστοληπτική αξιολόγηση του στοιχείου που είναι εκπεφρασμένο στο εθνικό νόμισμα του οφειλέτη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον προσδιορισμό συντελεστή στάθμισης κινδύνου για άνοιγμα έναντι του ίδιου οφειλέτη που είναι εκπεφρασμένο σε ξένο νόμισμα.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, όταν το άνοιγμα που είναι εκπεφρασμένο σε ξένο νόμισμα καλύπτεται από εγγύηση έναντι κινδύνου μετατρεψιμότητας και μεταβίβασης, η πιστοληπτική αξιολόγηση του στοιχείου που είναι εκπεφρασμένο στο εθνικό νόμισμα του οφειλέτη μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για σκοπούς στάθμισης κινδύνου για το εγγυημένο τμήμα του ανοίγματος. Το μέρος του ανοίγματος που δεν καλύπτεται από εγγύηση σταθμίζεται ως προς τον κίνδυνο βάσει πιστοληπτικής αξιολόγησης του οφειλέτη που αναφέρεται σε στοιχείο εκπεφρασμένο στο συγκεκριμένο ξένο νόμισμα.».

69)

Στο άρθρο 142, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα σημεία:

«1α)

ως “κατηγορία ανοιγμάτων” νοείται οποιαδήποτε από τις κατηγορίες ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 147 παράγραφος 2 στοιχείο α), στοιχείο αα) σημείο i) ή ii), στοιχείο β), στοιχείο γ) σημείο i), ii) ή iii), στοιχείο δ) σημείο i), ii), iii) ή iv), στοιχείο ε), εα), στ) ή ζ)·

1β)

ως “άνοιγμα έναντι επιχειρήσεων” νοείται άνοιγμα που κατατάσσεται σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 147 παράγραφος 2 στοιχείο γ) σημείο i), ii) ή iii) ·

1γ)

ως “άνοιγμα λιανικής τραπεζικής” νοείται άνοιγμα που κατατάσσεται σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 147 παράγραφος 2 στοιχείο δ) σημείο i), ii), iii) ή iv)·

1δ)

ως “άνοιγμα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα” νοείται άνοιγμα που κατατάσσεται σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 147 παράγραφος 2 στοιχείο αα) σημείο i) ή ii),»

·

β)

το σημείο 2) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2)

ως “είδος ανοιγμάτων” νοείται μια ομάδα ανοιγμάτων που υπόκεινται σε ομοιογενή διαχείριση, και τα οποία είναι δυνατόν να περιορίζονται σε μία μόνο οντότητα ή σε ένα μόνο υποσύνολο οντοτήτων μιας ομάδας εφόσον το ίδιο είδος ανοιγμάτων υπόκειται σε διαφορετική διαχείριση σε άλλες οντότητες της ομάδας,»

·

γ)

τα σημεία 4) και 5) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«4)

ως “μεγάλη ρυθμιζόμενη οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα” νοείται οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα η οποία πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της οντότητας, ή το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της μητρικής της εταιρείας όταν η οντότητα έχει μητρική εταιρεία, υπολογιζόμενο σε μεμονωμένη ή ενοποιημένη βάση, είναι μεγαλύτερο ή ίσο με 70 δισεκατομμύρια EUR, με χρήση της πλέον πρόσφατα ελεγμένης οικονομικής κατάστασης ή ενοποιημένου δημοσιονομικού δελτίου για τον προσδιορισμό του μεγέθους των περιουσιακών στοιχείων·

β)

η οντότητα υπόκειται σε απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, άμεσα σε μεμονωμένη ή ενοποιημένη βάση, ή έμμεσα από την εποπτική ενοποίηση της μητρικής της επιχείρησης, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, τον κανονισμό (ΕΕ) 2019/2033, την οδηγία 2009/138/ΕΚ, ή νομικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας τρίτης χώρας τουλάχιστον ισοδύναμες με τις εν λόγω πράξεις της Ένωσης·

5)

ως “μη ρυθμιζόμενη οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα” νοείται οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα που δεν πληροί την προϋπόθεση του σημείου 4 στοιχείο β)·»

·

δ)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:

«5α)

ως “μεγάλη επιχείρηση” νοείται οποιαδήποτε επιχείρηση έχει ενοποιημένες ετήσιες πωλήσεις άνω των 500 εκατ. EUR ή ανήκει σε όμιλο όταν οι συνολικές ετήσιες πωλήσεις για τον ενοποιημένο όμιλο υπερβαίνουν τα 500 εκατ. EUR·»

·

ε)

προστίθενται τα ακόλουθα σημεία:

«8α)

ως “προσέγγιση μοντελοποίησης προσαρμογής PD/LGD” νοείται μια προσαρμογή της LGD ή η μοντελοποίηση μιας προσαρμογής τόσο της PD όσο και της LGD του υποκείμενου ανοίγματος·

9)

ως “κατώτατος συντελεστής στάθμισης κινδύνου παρόχου προστασίας” νοείται ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται σε συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου της προστασίας·

10)

για άνοιγμα για το οποίο ένα ίδρυμα εφαρμόζει την ΠΕΔ χρησιμοποιώντας εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD σύμφωνα με το άρθρο 143, ως “αναγνωρισμένη” μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία νοείται μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία της οποίας η επίδραση στον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων ή των ποσών αναμενόμενης ζημίας του υποκείμενου ανοίγματος λαμβάνεται υπόψη με μία από τις ακόλουθες μεθόδους, σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 3:

α)

προσέγγιση μοντελοποίησης προσαρμογής PD/LGD·

β)

προσέγγιση υποκατάστασης των παραμέτρων κινδύνου βάσει της εξελιγμένης ΠΕΔ (A-ΠΕΔ) όπως ορίζεται στο άρθρο 192 σημείο 5·

11)

ως “SA-CCF” νοείται το εφαρμοστέο ποσοστό βάσει του κεφαλαίου 2, σύμφωνα με το άρθρο 111 παράγραφος 2·

12)

ως “ΠΕΔ-CCF” νοούνται οι εσωτερικές εκτιμήσεις του συντελεστή μετατροπής.»

·

στ)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου σημείο 5α), κατά την αξιολόγηση του κατώτατου ορίου πωλήσεων, τα ποσά αναφέρονται ως έχουν στις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις των επιχειρήσεων ή, για τις επιχειρήσεις που ανήκουν σε ενοποιημένους ομίλους, των ενοποιημένων ομίλων τους σύμφωνα με το λογιστικό πρότυπο που εφαρμόζεται στην τελική μητρική επιχείρηση του ενοποιημένου ομίλου. Τα στοιχεία βασίζονται στον μέσο όρο που υπολογίζεται βάσει των ποσών των τριών προηγούμενων ετών ή στα τελευταία ποσά που επικαιροποιούνται από το ίδρυμα ανά τριετία.».

70)

Το άρθρο 143 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Απαιτείται προηγούμενη άδεια χρήσης της ΠΕΔ, συμπεριλαμβανομένων των εσωτερικών εκτιμήσεων της LGD και του ΠΕΔ-CCF, για κάθε κατηγορία ανοίγματος και για κάθε σύστημα διαβάθμισης, καθώς και για κάθε προσέγγιση που χρησιμοποιείται για την εκτίμηση της LGD και του CCF.»

·

β)

στην παράγραφο 3, στο πρώτο εδάφιο, τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

ουσιώδεις αλλαγές στο εύρος εφαρμογής συστήματος διαβάθμισης το οποίο το ίδρυμα έχει λάβει άδεια να χρησιμοποιεί·

β)

ουσιώδεις αλλαγές σε σύστημα διαβάθμισης το οποίο το ίδρυμα έχει λάβει άδεια να χρησιμοποιεί.»

·

γ)

οι παράγραφοι 4 και 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Τα ιδρύματα κοινοποιούν στις αρμόδιες αρχές όλες τις αλλαγές των συστημάτων διαβάθμισης.

5.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τους όρους για την αξιολόγηση της σημαντικότητας της χρησιμοποίησης υπάρχοντος συστήματος διαβάθμισης για άλλα πρόσθετα ανοίγματα που δεν καλύπτονται ήδη από το εν λόγω σύστημα, και των αλλαγών συστημάτων διαβάθμισης δυνάμει της ΠΕΔ.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2026.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

71)

Το άρθρο 144 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«στ)

το ίδρυμα έχει επικυρώσει κάθε σύστημα διαβάθμισης κατά τη διάρκεια κατάλληλης περιόδου πριν από τη λήψη άδειας χρήσης του εν λόγω συστήματος διαβάθμισης, έχει αξιολογήσει κατά τη διάρκεια της σχετικής περιόδου εάν κάθε σύστημα διαβάθμισης είναι κατάλληλο για το εύρος εφαρμογής του εν λόγω συστήματος διαβάθμισης και έχει προβεί στις αναγκαίες αλλαγές σε κάθε σύστημα διαβάθμισης κατόπιν της αξιολόγησής του,»

·

ii)

το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η)

το ίδρυμα έχει ταξινομήσει και εξακολουθεί να ταξινομεί κάθε άνοιγμα που περιλαμβάνεται στο εύρος εφαρμογής συστήματος διαβάθμισης σε βαθμίδα ή ομάδα του εν λόγω συστήματος διαβάθμισης.»

·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει την προσέγγιση αξιολόγησης που πρέπει να ακολουθούν οι αρμόδιες αρχές κατά την αξιολόγηση της συμμόρφωσης ενός ιδρύματος με τις απαιτήσεις χρήσης της ΠΕΔ.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2026.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

72)

Το άρθρο 147 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Κάθε άνοιγμα κατατάσσεται σε μία από τις ακόλουθες κατηγορίες ανοιγμάτων:

α)

ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών·

αα)

ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα, τα οποία πρέπει να κατατάσσονται στις ακόλουθες κατηγορίες ανοιγμάτων:

i)

ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών·

ii)

ανοίγματα έναντι οντοτήτων του δημόσιου τομέα·

β)

ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων·

γ)

ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων, τα οποία πρέπει να κατατάσσονται στις ακόλουθες κατηγορίες ανοιγμάτων:

i)

γενικές επιχειρήσεις·

ii)

ανοίγματα ειδικού δανεισμού·

iii)

αποκτηθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις έναντι επιχειρήσεων·

δ)

ανοίγματα λιανικής τραπεζικής, τα οποία πρέπει να κατατάσσονται στις ακόλουθες κατηγορίες ανοιγμάτων:

i)

αποδεκτά ανακυκλούμενα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής (“ΑΑΑΛΤ”)·

ii)

ανοίγματα λιανικής τραπεζικής εξασφαλισμένα με ακίνητα κατοικίας·

iii)

αποκτηθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις λιανικής τραπεζικής·

iv)

άλλα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής·

ε)

ανοίγματα σε μετοχές·

εα)

ανοίγματα υπό μορφή μεριδίων ή μετοχών σε ΟΣΕ·

στ)

στοιχεία που αντιστοιχούν σε θέσεις τιτλοποίησης·

ζ)

άλλα στοιχεία ενεργητικού που δεν συνιστούν πιστωτικές υποχρεώσεις.»

·

β)

στην παράγραφο 3, το στοιχείο α) απαλείφεται·

γ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3α.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, τα ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών ή οντοτήτων του δημόσιου τομέα κατατάσσονται στην κατηγορία ανοιγμάτων που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου εάν τα εν λόγω ανοίγματα αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων σύμφωνα με το άρθρο 115 ή το άρθρο 116.»

·

δ)

στην παράγραφο 4, τα στοιχεία α) και β) απαλείφονται·

ε)

η παράγραφος 5 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο στοιχείο α), το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)

ανοίγματα έναντι ΜΜΕ, υπό τον όρο ότι το συνολικό ποσό που οφείλεται στο ίδρυμα και στις μητρικές επιχειρήσεις και τις οικείες θυγατρικές από τον οφειλέτη πελάτη ή την οφειλέτρια ομάδα συνδεδεμένων πελατών, περιλαμβανομένων τυχόν ανοιγμάτων σε αθέτηση, εξαιρουμένων όμως ανοιγμάτων εξασφαλισμένων με ακίνητο κατοικίας έως την αξία του ακινήτου, δεν υπερβαίνει —εξ όσων γνωρίζει το ίδρυμα, το οποίο λαμβάνει εύλογα μέτρα για να επαληθεύσει το ποσό του ανοίγματος— το 1 εκατομμύριο EUR·

iii)

ανοίγματα εξασφαλισμένα με ακίνητα κατοικίας, συμπεριλαμβανομένων εμπράγματων ασφαλειών πρώτης και επόμενης τάξης, προθεσμιακών δανείων, ανακυκλούμενων πιστώσεων εξασφαλισμένων με την αγοραία αξία ακίνητης περιουσίας, και τα ανοίγματα που αναφέρονται στο άρθρο 108 παράγραφοι 4 και 5, ανεξάρτητα από το μέγεθος του ανοίγματος, υπό την προϋπόθεση ότι το άνοιγμα είναι ένα από τα ακόλουθα:

1)

άνοιγμα έναντι φυσικού προσώπου·

2)

άνοιγμα έναντι ενώσεων ή συνεταιρισμών φυσικών προσώπων που ρυθμίζονται από το εθνικό δίκαιο και υφίστανται με μοναδικό σκοπό να χορηγούν στα μέλη τους τη χρήση πρώτης κατοικίας στο ακίνητο που εξασφαλίζει το δάνειο·»

·

ii)

το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

να μην αποτελούν αντικείμενο μόνο μεμονωμένης διαχείρισης όπως τα ανοίγματα που κατατάσσονται στις κατηγορίες ανοιγμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ) σημεία i), ii) ή iii)·»

·

iii)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Τα ανοίγματα που πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) σημείο iii) και στα στοιχεία β), γ) και δ) της παρούσας παραγράφου κατατάσσονται στην κατηγορία ανοιγμάτων που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο δ) σημείο ii).

Κατά παρέκκλιση από το τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εξαιρούν από την κατηγορία ανοιγμάτων που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο δ) σημείο ii) δάνεια σε φυσικά πρόσωπα που έχουν υποθηκεύσει περισσότερα από τέσσερα ακίνητα ή οικιακές μονάδες, μεταξύ άλλων δάνεια προς φυσικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 108 παράγραφος 4, και έχουν κατατάξει τα δάνεια αυτά σε μία από τις κατηγορίες ανοιγμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ) σημείο i), ii) ή iii).»

·

στ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5α.   Τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής που ανήκουν σε ένα είδος ανοιγμάτων που πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις κατατάσσονται στην κατηγορία ανοιγμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο δ) σημείο i):

α)

τα ανοίγματα αυτού του είδους ανοιγμάτων είναι έναντι ενός ή περισσότερων φυσικών προσώπων·

β)

τα ανοίγματα αυτού του είδους ανοιγμάτων είναι ανακυκλούμενα, μη εξασφαλισμένα και, στον βαθμό που δεν έχουν εκταμιευθεί, άμεσα και άνευ όρων ακυρώσιμα από το ίδρυμα·

γ)

το μέγιστο άνοιγμα αυτού του είδους έναντι ενός μόνο φυσικού προσώπου είναι ίσο ή μικρότερο από 100 000 EUR·

δ)

αυτό το είδος ανοιγμάτων παρουσιάζει χαμηλή μεταβλητότητα ποσοστών ζημίας σε σχέση με το μέσο επίπεδο των ποσοστών ζημίας, ιδίως εντός των ζωνών χαμηλής πιθανότητας αθέτησης (PD)·

ε)

η αντιμετώπιση ανοιγμάτων που κατατάσσονται στο εν λόγω είδος ανοιγμάτων ως αποδεκτών ανακυκλούμενων ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής είναι συνεπής με τα υποκείμενα χαρακτηριστικά κινδύνου του εν λόγω είδους ανοιγμάτων.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο στοιχείο β), η απαίτηση να είναι μη εξασφαλισμένα τα ανοίγματα δεν ισχύει για εξασφαλισμένες πιστωτικές διευκολύνσεις συνδεδεμένες με λογαριασμό μισθοδοσίας. Στην περίπτωση αυτή, τα ανακτώμενα από την παρεχόμενη ασφάλεια ποσά δεν συνυπολογίζονται στις εκτιμήσεις της LGD.

Τα ιδρύματα προσδιορίζουν, εντός της κατηγορίας ανοιγμάτων που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο δ) σημείο i), τα ανοίγματα έναντι συναλλασσομένων (“ΑΑΑΛΤ έναντι συναλλασσομένου”) και τα ανοίγματα που δεν είναι ανοίγματα έναντι συναλλασσομένων (“περιστρεφόμενα ΑΑΑΛΤ”). Ειδικότερα, τα ΑΑΑΛΤ με ιστορικό αποπληρωμής κάτω των 12 μηνών προσδιορίζονται ως περιστρεφόμενα ΑΑΑΛΤ.»

·

ζ)

οι παράγραφοι 6 και 7 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Εάν δεν κατατάσσονται στην κατηγορία ανοιγμάτων που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο εα) του παρόντος άρθρου, τα ανοίγματα που αναφέρονται στο άρθρο 133 παράγραφος 1 κατατάσσονται στην κατηγορία ανοιγμάτων που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο ε) του παρόντος άρθρου.

7.   Οι πιστωτικές υποχρεώσεις που δεν κατατάσσονται στις κατηγορίες ανοιγμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α), στοιχείο αα) σημείο i) ή ii), στοιχείο β), στοιχείο δ) σημείο i), ii), iii) ή iv), στοιχείο ε), εα) ή στ) κατατάσσονται σε μία από τις κατηγορίες ανοιγμάτων που αναφέρονται στο στοιχείο γ) σημείο i), ii) ή iii) της ίδιας παραγράφου.»

·

η)

στην παράγραφο 8 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Τα ανοίγματα αυτά κατατάσσονται στην κατηγορία ανοιγμάτων που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ) σημείο ii) και κατατάσσονται σε κατηγορίες ως ακολούθως: “χρηματοδότηση έργων” (PF), “χρηματοδότηση για αγορά υλικών περιουσιακών στοιχείων” (OF), “χρηματοδότηση εμπορευμάτων” (CF) και “προσοδοφόρο ακίνητο” (IPRE).»

θ)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«11.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να διευκρινίσει τα εξής:

α)

την κατηγοριοποίηση σε PF, OF και CF, με συνέπεια προς τους ορισμούς του κεφαλαίου 2·

β)

τον προσδιορισμό της κατηγορίας IPRE, διευκρινίζοντας ιδίως ποια ανοίγματα ADC και ανοίγματα που εξασφαλίζονται με ακίνητη περιουσία μπορούν ή πρέπει να κατηγοριοποιούνται ως IPRE.

Η EBA υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2026.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εκδίδοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

12.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει περαιτέρω τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια για την κατάταξη ανοιγμάτων στις κατηγορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και, εφόσον χρειάζεται, να διευκρινίσει περαιτέρω τις εν λόγω κατηγορίες ανοιγμάτων.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2027.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

73)

Το άρθρο 148 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Ίδρυμα στο οποίο επιτρέπεται να εφαρμόζει την ΠΕΔ, σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 1, εφαρμόζει, από κοινού με οποιαδήποτε μητρική επιχείρηση και τις θυγατρικές της, την ΠΕΔ για τουλάχιστον μία από τις κατηγορίες ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 147 παράγραφος 2 στοιχείο α), στοιχείο αα) σημείο i) ή ii), στοιχείο β), στοιχείο γ) σημείο i), ii) ή iii), στοιχείο δ) σημείο i), ii), iii) ή iv), ή στοιχείο ζ). Αφού ένα ίδρυμα έχει εφαρμόσει την ΠΕΔ για συγκεκριμένο είδος ανοιγμάτων εντός μιας κατηγορίας ανοιγμάτων, την εφαρμόζει για όλα τα ανοίγματα εντός της συγκεκριμένης κατηγορίας ανοιγμάτων, εκτός εάν έχει λάβει την άδεια της αρμόδιας αρχής να χρησιμοποιεί μόνιμα την τυποποιημένη προσέγγιση σύμφωνα με το άρθρο 150.

Με την επιφύλαξη της προηγούμενης άδειας των αρμόδιων αρχών, η χρήση της ΠΕΔ μπορεί να γίνει διαδοχικά στα διάφορα είδη ανοιγμάτων εντός συγκεκριμένης κατηγορίας ανοιγμάτων εντός της ίδιας επιχειρηματικής μονάδας και μεταξύ διαφορετικών επιχειρηματικών μονάδων του ίδιου ομίλου, ή για τη χρήση εσωτερικών εκτιμήσεων της LGD ή τη χρήση ΠΕΔ-CCF.

2.   Οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν την περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ένα ίδρυμα και οποιαδήποτε μητρική επιχείρηση και οι θυγατρικές της υποχρεούνται να εφαρμόζουν την ΠΕΔ για όλα τα ανοίγματα εντός συγκεκριμένης κατηγορίας ανοιγμάτων σε διάφορα είδη ανοιγμάτων εντός της ίδιας επιχειρηματικής μονάδας και σε διαφορετικές επιχειρηματικές μονάδες του ίδιου ομίλου, ή για τη χρήση εσωτερικών εκτιμήσεων της LGD ή τη χρήση ΠΕΔ-CCF. Η εν λόγω περίοδος θα είναι κατάλληλη κατά την κρίση των αρμόδιων αρχών βάσει της φύσης και της κλίμακας των δραστηριοτήτων του σχετικού ιδρύματος ή οποιασδήποτε μητρικής επιχείρησης και των θυγατρικών της, καθώς και βάσει του αριθμού και της φύσης των συστημάτων διαβάθμισης που πρόκειται να εφαρμοστούν.

3.   Τα ιδρύματα εφαρμόζουν την ΠΕΔ σύμφωνα με τους όρους που προσδιορίζουν οι αρμόδιες αρχές. Η αρμόδια αρχή σχεδιάζει τους ανωτέρω όρους κατά τρόπο ώστε να εξασφαλιστεί ότι η ευελιξία που παρέχει η παράγραφος 1 δεν χρησιμοποιείται επιλεκτικά για να επιτευχθεί η μείωση των ελάχιστων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τα είδη ανοιγμάτων ή τις επιχειρηματικές μονάδες που δεν περιλαμβάνονται ακόμη στην ΠΕΔ ή στη χρήση εσωτερικών εκτιμήσεων της LGD ή στη χρήση ΠΕΔ-CCF.»

·

β)

οι παράγραφοι 4, 5 και 6 απαλείφονται.

74)

Στο άρθρο 149 παράγραφος 1, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

το ίδρυμα έχει αποδείξει με ικανοποιητικά στοιχεία στην αρμόδια αρχή ότι η χρήση της τυποποιημένης προσέγγισης δεν γίνεται με σκοπό το ρυθμιστικό αρμπιτράζ, μεταξύ άλλων με την αδικαιολόγητη μείωση των απαιτήσεων για ίδια κεφάλαια του ιδρύματος, ότι είναι απαραίτητη βάσει της φύσης και της πολυπλοκότητας του συνόλου των ανοιγμάτων αυτού του είδους του ιδρύματος και ότι δεν θα έχει ουσιώδη αρνητικό αντίκτυπο στη φερεγγυότητα του ιδρύματος ή την ικανότητά του για αποτελεσματική διαχείριση του κινδύνου,».

75)

Το άρθρο 150 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα ιδρύματα εφαρμόζουν την τυποποιημένη προσέγγιση για όλα τα ακόλουθα ανοίγματα:

α)

ανοίγματα που κατατάσσονται στην κατηγορία ανοιγμάτων που αναφέρεται στο άρθρο 147 παράγραφος 2 στοιχείο ε)·

β)

ανοίγματα που κατατάσσονται σε κατηγορίες ανοιγμάτων ή ανήκουν σε είδη ανοιγμάτων εντός μιας κατηγορίας ανοιγμάτων για τα οποία τα ιδρύματα δεν έχουν λάβει την προηγούμενη άδεια των αρμόδιων αρχών να χρησιμοποιούν την ΠΕΔ για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας.

Ένα ίδρυμα στο οποίο επιτρέπεται να χρησιμοποιεί την ΠΕΔ για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας για μια δεδομένη κατηγορία ανοιγμάτων μπορεί, με την επιφύλαξη προηγούμενης άδειας της αρμόδιας αρχής, να εφαρμόζει την τυποποιημένη προσέγγιση για ορισμένα είδη ανοιγμάτων εντός της εν λόγω κατηγορίας ανοιγμάτων, συμπεριλαμβανομένων ανοιγμάτων αλλοδαπών υποκαταστημάτων και διαφορετικών ομάδων προϊόντων, όταν αυτά τα είδη ανοιγμάτων είναι επουσιώδη από άποψη μεγέθους και αντιληπτού προφίλ κινδύνου.»

·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Εκτός από τα ανοίγματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο, ένα ίδρυμα μπορεί, με την επιφύλαξη προηγούμενης χορήγησης άδειας από την αρμόδια αρχή, να εφαρμόσει την τυποποιημένη προσέγγιση για τα ακόλουθα ανοίγματα, όταν η ΠΕΔ εφαρμόζεται για άλλα είδη ανοιγμάτων εντός της ίδιας κατηγορίας ανοιγμάτων:

α)

ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών και έναντι των οικείων περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα, υπό την προϋπόθεση ότι:

i)

δεν υφίσταται διαφορά ως προς τον κίνδυνο που παρουσιάζουν τα ανοίγματα έναντι της εν λόγω κεντρικής κυβέρνησης και της κεντρικής τράπεζας και αυτά τα άλλα ανοίγματα λόγω ειδικών δημόσιων διακανονισμών· και

ii)

στα ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 0 % στο πλαίσιο του άρθρου 114 παράγραφος 2 ή 4·

β)

ανοίγματα ενός ιδρύματος σε αντισυμβαλλόμενο που αποτελεί τη μητρική του επιχείρηση, δική του θυγατρική ή θυγατρική της μητρικής του επιχείρησης εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος είναι ίδρυμα ή χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, χρηματοδοτικό ίδρυμα, εταιρεία διαχείρισης ή επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών που υπόκειται σε κατάλληλες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας ή επιχείρηση με την οποία την συνδέει μια σχέση κατά την έννοια του άρθρου 22 παράγραφος 7 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ·

γ)

ανοίγματα μεταξύ ιδρυμάτων τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 113 παράγραφος 7.

Ένα ίδρυμα στο οποίο επιτρέπεται να χρησιμοποιεί την ΠΕΔ για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων μόνο για ορισμένα είδη ανοιγμάτων εντός μιας κατηγορίας ανοιγμάτων, εφαρμόζει την τυποποιημένη προσέγγιση για τα υπόλοιπα είδη ανοιγμάτων εντός της συγκεκριμένης κατηγορίας ανοιγμάτων.

Εκτός από τα ανοίγματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου και στην παρούσα παράγραφο, ένα ίδρυμα μπορεί να εφαρμόζει την τυποποιημένη προσέγγιση για ανοίγματα έναντι εκκλησιών και θρησκευτικών κοινοτήτων, τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 115 παράγραφος 3.»

·

γ)

η παράγραφος 2 απαλείφεται·

δ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Έως τις 10 Ιουλίου 2028, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, σχετικά με το τι συνιστά είδη ανοιγμάτων που είναι επουσιώδη από άποψη μεγέθους και αντιληπτού προφίλ κινδύνου.»

·

ε)

οι παράγραφοι 3 και 4 απαλείφονται.

76)

Το άρθρο 151 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά για ανοίγματα πιστωτικού κινδύνου που ανήκουν σε μία από τις κατηγορίες ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 147 παράγραφος 2 στοιχείο α), στοιχείο αα) σημείο i) ή ii), στοιχείο β), στοιχείο γ) σημείο i), ii) ή iii), στοιχείο δ) σημείο i), ii), iii) ή iv), ή στοιχείο ζ) υπολογίζονται βάσει της ενότητας 2, εκτός εάν τα ανοίγματα αυτά αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια ή υπόκεινται στην αντιμετώπιση που προβλέπεται στο άρθρο 72ε παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο.»

·

β)

η παράγραφος 4 απαλείφεται·

γ)

οι παράγραφοι 7, 8 και 9 αντικαθίστανται από τις ακόλουθες:

«7.   Για ανοίγματα λιανικής τραπεζικής, τα ιδρύματα παρέχουν εσωτερικές εκτιμήσεις LGD και ΠΕΔ-CCF κατά περίπτωση δυνάμει του άρθρου 166 παράγραφοι 8 και 8β, σύμφωνα με το άρθρο 143 και το τμήμα 6. Τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τους SA-CCF εάν το άρθρο 166 παράγραφοι 8 και 8β δεν επιτρέπει τη χρήση ΠΕΔ-CCF.

8.   Για τα κατωτέρω ανοίγματα, τα ιδρύματα εφαρμόζουν τις τιμές LGD που προβλέπονται στο άρθρο 161 παράγραφος 1 και τους SA-CCF σύμφωνα με το άρθρο 166 παράγραφοι 8, 8α και 8β:

α)

ανοίγματα που κατατάσσονται στην κατηγορία ανοιγμάτων που αναφέρεται στο άρθρο 147 παράγραφος 2 στοιχείο β)·

β)

ανοίγματα έναντι οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα εκτός των αναφερομένων στο στοιχείο α) του παρόντος εδαφίου·

γ)

ανοίγματα έναντι μεγάλων επιχειρήσεων που δεν κατατάσσονται στην κατηγορία ανοιγμάτων που αναφέρεται στο άρθρο 147 παράγραφος 2 στοιχείο γ) σημείο ii).

Για ανοίγματα που ανήκουν στις κατηγορίες ανοιγμάτων του άρθρου 147 παράγραφος 2 στοιχείο α), στοιχείο αα) σημείο i) ή ii), ή στοιχείο γ) σημείο i), ii) ή iii), εκτός από τα ανοίγματα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, τα ιδρύματα εφαρμόζουν τις τιμές LGD που προβλέπονται στο άρθρο 161 παράγραφος 1 και τον SA-CCF σύμφωνα με το άρθρο 166 παράγραφοι 8, 8α και 8β, εκτός εάν τους έχει επιτραπεί η χρήση εσωτερικών εκτιμήσεων LGD και ΠΕΔ-CCF για τα εν λόγω ανοίγματα σύμφωνα με την παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου.

9.   Για τα ανοίγματα που αναφέρονται στην παράγραφο 8 δεύτερο εδάφιο του παρόντος άρθρου, η αρμόδια αρχή επιτρέπει στα ιδρύματα να χρησιμοποιούν εσωτερικές εκτιμήσεις LGD και ΠΕΔ-CCF κατά περίπτωση δυνάμει του άρθρου 166 παράγραφοι 8 και 8β, σύμφωνα με το άρθρο 143 και το τμήμα 6.»

·

δ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«11.   Για ανοίγματα υπό μορφή μετοχών ή μεριδίων σε ΟΣΕ που ανήκουν στην κατηγορία ανοιγμάτων του άρθρου 147 παράγραφος 2 στοιχείο εα), τα ιδρύματα εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που προβλέπεται στο άρθρο 152, εκτός εάν τα ανοίγματα αυτά αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια ή υπόκεινται στην αντιμετώπιση που προβλέπεται στο άρθρο 72ε παράγραφος 5 πρώτο εδάφιο.».

77)

Το άρθρο 152 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 3, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 4 στοιχείο ε), τα ιδρύματα που υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό των ανοιγμάτων του ΟΣΕ σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή 2 του παρόντος άρθρου μπορούν να υπολογίσουν την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης των ανοιγμάτων σε παράγωγα του εν λόγω ΟΣΕ ως ποσό ίσο με το 50 % της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων των εν λόγω ανοιγμάτων σε παράγωγα που υπολογίζονται σύμφωνα με το τμήμα 3, 4 ή 5 του κεφαλαίου 6 του παρόντος τίτλου, ανάλογα με την περίπτωση.»

·

β)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση εξέτασης σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου και δεν χρησιμοποιούν τις μεθόδους που ορίζονται στο παρόν κεφάλαιο ή στο κεφάλαιο 5, κατά περίπτωση, για το σύνολο ή μέρος των υποκείμενων ανοιγμάτων του ΟΣΕ, υπολογίζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων και τα ποσά αναμενόμενης ζημίας για το σύνολο ή το συγκεκριμένο μέρος των υποκείμενων ανοιγμάτων σύμφωνα με τις ακόλουθες αρχές:

α)

για υποκείμενα ανοίγματα που θα κατατάσσονταν στην κατηγορία ανοιγμάτων που αναφέρεται στο άρθρο 147 παράγραφος 2 στοιχείο ε), τα ιδρύματα εφαρμόζουν την τυποποιημένη προσέγγιση που προβλέπεται στο κεφάλαιο 2·

β)

για τα ανοίγματα των στοιχείων που αντιστοιχούν στην κατηγορία των θέσεων τιτλοποίησης που αναφέρονται στο άρθρο 147 παράγραφος 2 στοιχείο στ), τα ιδρύματα εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που ορίζεται στο άρθρο 254 ως εάν τα εν λόγω ανοίγματα κατέχονταν άμεσα από τα εν λόγω ιδρύματα·

γ)

για όλα τα άλλα υποκείμενα ανοίγματα, τα ιδρύματα εφαρμόζουν την τυποποιημένη προσέγγιση που ορίζεται στο κεφάλαιο 2.»

·

78)

Το άρθρο 153 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων για ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών ή οντοτήτων του δημόσιου τομέα, ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων και ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων»

·

β)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Με την επιφύλαξη της εφαρμογής της ειδικής αντιμετώπισης που ορίζεται στις παραγράφους 2 και 4, τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων για ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών ή οντοτήτων του δημόσιου τομέα, ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων και ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων υπολογίζονται με τους ακόλουθους τύπους:»

·

ii)

το σημείο iii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«iii)

εάν 0 < PD < 1:

Image 1

όπου:

N

= η αθροιστική συνάρτηση κατανομής μιας τυποποιημένης κανονικής τυχαίας μεταβλητής, δηλαδή N(x) είναι η πιθανότητα να είναι μια κανονική τυχαία μεταβλητή με μέση τιμή 0 και διακύμανση 1 μικρότερη ή ίση με x·

G

= η αντίστροφη αθροιστική συνάρτηση κατανομής μιας τυποποιημένης κανονικής τυχαίας μεταβλητής, δηλαδή εάν x = G(z), x είναι η τιμή ώστε N(x) = z·

R

= ο συντελεστής συσχέτισης, που ορίζεται ως:

Image 2

b

= ο συντελεστής προσαρμογής ληκτότητας, που ορίζεται ως:

b = 0,11852 – 0,05478 · lnPD2 ·

M

= η ληκτότητα, η οποία εκφράζεται σε έτη και ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 162.»

·

γ)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Για ανοίγματα έναντι μεγάλων ρυθμιζόμενων οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα και μη ρυθμιζόμενων οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα, ο συντελεστής συσχέτισης R που αναφέρεται στην παράγραφο 1 σημείο iii) ή στην παράγραφο 4, κατά περίπτωση, πολλαπλασιάζεται επί 1,25 κατά τον υπολογισμό των συντελεστών στάθμισης κινδύνου των εν λόγω ανοιγμάτων.»

·

δ)

η παράγραφος 3 απαλείφεται·

ε)

η παράγραφος 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«9.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τον τρόπο με τον οποίο τα ιδρύματα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους παράγοντες που αναφέρονται στην παράγραφο 5 δεύτερο εδάφιο κατά την απόδοση συντελεστών στάθμισης κινδύνου σε ανοίγματα ειδικού δανεισμού.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2026.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

79)

Το άρθρο 154 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, το σημείο ii) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ii)

εάν PD < 1:

Image 3

όπου:

N

= η αθροιστική συνάρτηση κατανομής μιας τυποποιημένης κανονικής τυχαίας μεταβλητής, δηλαδή N(x) είναι η πιθανότητα να είναι μια κανονική τυχαία μεταβλητή με μέση τιμή 0 και διακύμανση 1 μικρότερη ή ίση με x·

G

= η αντίστροφη αθροιστική συνάρτηση κατανομής μιας τυποποιημένης κανονικής τυχαίας μεταβλητής, δηλαδή εάν x = G(z), x είναι η τιμή ώστε N(x) = z·

R

= ο συντελεστής συσχέτισης, που ορίζεται ως:

Image 4

»

β)

η παράγραφος 2 απαλείφεται·

γ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Για τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής που δεν είναι σε αθέτηση και εξασφαλίζονται ή εξασφαλίζονται εν μέρει με ακίνητα κατοικίας, ο συντελεστής συσχέτισης που προκύπτει από τον τύπο υπολογισμού της παραγράφου 1 αντικαθίσταται από συντελεστή συσχέτισης R ίσο με 0,15.

Ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που υπολογίζεται για άνοιγμα που εξασφαλίζεται εν μέρει με ακίνητα κατοικίας δυνάμει της παραγράφου 1 σημείο ii), λαμβάνοντας υπόψη συντελεστή συσχέτισης R όπως ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζεται τόσο στο εξασφαλισμένο όσο και στο μη εξασφαλισμένο τμήμα του εν λόγω ανοίγματος.»

·

δ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Για τα ΑΑΑΛΤ που δεν είναι σε αθέτηση, ο συντελεστής συσχέτισης που προκύπτει από τον τύπο υπολογισμού της παραγράφου 1 αντικαθίσταται από συντελεστή συσχέτισης R ίσο με 0,04.

Οι αρμόδιες αρχές ελέγχουν τη σχετική μεταβλητότητα των ποσοστών ζημίας των ΑΑΑΛΤ που ανήκουν στο ίδιο είδος ανοιγμάτων, καθώς και της συνολικής κατηγορίας ανοιγμάτων ΑΑΑΛΤ, και διαβιβάζουν στα άλλα κράτη μέλη και στην ΕΑΤ πληροφορίες σχετικά με τα τυπικά χαρακτηριστικά των ποσοστών ζημίας αποδεκτών ανακυκλούμενων ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής.».

80)

Το άρθρο 155 απαλείφεται.

81)

Στο άρθρο 157, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«6.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει περαιτέρω τα εξής:

α)

τη μεθοδολογία για τον υπολογισμό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού ανοίγματος για κίνδυνο απομείωσης της αξίας αποκτηθεισών εισπρακτέων απαιτήσεων, συμπεριλαμβανομένης της αναγνώρισης της τεχνικής μείωσης πιστωτικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 160 παράγραφος 4, και τις προϋποθέσεις για τη χρήση εσωτερικών εκτιμήσεων και παραμέτρων της εφεδρικής προσέγγισης·

β)

την αξιολόγηση του κριτηρίου της επουσιώδους σημασίας για το είδος των ανοιγμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 5·

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2027.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

82)

Το άρθρο 158 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Η αναμενόμενη ζημία (EL) και τα ποσά αναμενόμενης ζημίας για τα ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων, ιδρυμάτων, κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και φορέων του δημόσιου τομέα και τα ανοίγματα λιανικής υπολογίζονται σύμφωνα με τους ακόλουθους τύπους:

αναμενόμενη ζημία (EL) = PD * LGD

ποσό αναμενόμενης ζημίας = EL [πολλαπλασιασμένο επί] αξία ανοίγματος.

Για τα αθετημένα ανοίγματα (PD = 100 %) όπου τα ιδρύματα χρησιμοποιούν δικές τους εκτιμήσεις της LGD, το EL είναι το ELBE, η καλύτερη εκτίμηση του ιδρύματος για την αναμενόμενη ζημία για το αθετημένο άνοιγμα σύμφωνα με το άρθρο 181 παράγραφος 1 στοιχείο η).»

·

β)

οι παράγραφοι 7, 8 και 9 απαλείφονται.

83)

Το άρθρο 159 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 159

Αντιμετώπιση των ποσών αναμενόμενης ζημίας, έλλειμμα ΠΕΔ και πλεόνασμα ΠΕΔ

1.   Τα ιδρύματα αφαιρούν τα ποσά αναμενόμενης ζημίας των ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 158 παράγραφοι 5, 6 και 10 από το άθροισμα όλων των κατωτέρω στοιχείων:

α)

γενικές και ειδικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου που σχετίζονται με τα εν λόγω ανοίγματα, υπολογιζόμενες σύμφωνα με το άρθρο 110·

β)

πρόσθετες προσαρμογές αξίας λόγω αθέτησης του αντισυμβαλλομένου οι οποίες προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 34 και σχετίζονται με ανοίγματα για τα οποία τα ποσά της αναμενόμενης ζημίας υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 158 παράγραφοι 5, 6 και 10·

γ)

λοιπές μειώσεις ιδίων κεφαλαίων που σχετίζονται με τα εν λόγω ανοίγματα, εκτός από τα ποσά που αφαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ).

Όταν από τον υπολογισμό που πραγματοποιείται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο προκύπτει θετικό ποσό, το ποσό που προκύπτει καλείται “πλεόνασμα ΕΔ”. Όταν από τον υπολογισμό που πραγματοποιείται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο προκύπτει αρνητικό ποσό, το ποσό που προκύπτει καλείται “έλλειμμα ΠΕΔ”.

2.   Για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα αντιμετωπίζουν τις μειώσεις που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 166 παράγραφος 1 για ανοίγματα εντός ισολογισμού αποκτηθέντα αφού είχαν ήδη αθετηθεί με τον ίδιο τρόπο όπως τις ειδικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου. Οι μειώσεις ανοιγμάτων εντός ισολογισμού αποκτηθέντων χωρίς να έχουν ήδη αθετηθεί δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του ελλείμματος ΠΕΔ ή του πλεονάσματος ΠΕΔ. Οι ειδικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου για ανοίγματα σε αθέτηση δεν χρησιμοποιούνται για την κάλυψη ποσών αναμενόμενης ζημίας από άλλα ανοίγματα. Τα ποσά αναμενόμενης ζημίας για τιτλοποιημένα ανοίγματα και οι γενικές και ειδικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου που σχετίζονται με τα εν λόγω ανοίγματα δεν περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του ελλείμματος ΠΕΔ ή του πλεονάσματος ΠΕΔ.».

84)

Στο τρίτο μέρος, παρεμβάλλεται η ακόλουθη ενότητα μετά το τμήμα 4 «Πιθανότητα αθέτησης, ζημία σε περίπτωση αθέτησης και ληκτότητα»:

«Ενότητα - 1

Ανοίγματα που καλύπτονται από εγγυήσεις που παρέχονται από κεντρικές κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών ή από την ΕΚΤ

Άρθρο 159α

Μη εφαρμογή κατώτατων τιμών PD, LGD και CCF

Για τους σκοπούς του κεφαλαίου 3, και ιδίως όσον αφορά το άρθρο 160 παράγραφος 1, το άρθρο 161 παράγραφος 4, το άρθρο 164 παράγραφος 4 και το άρθρο 166 παράγραφος 8γ, όταν ένα άνοιγμα καλύπτεται από αποδεκτή εγγύηση που παρέχεται από κεντρική κυβέρνηση ή κεντρική τράπεζα ή από την ΕΚΤ, οι κατώτατες τιμές PD, LGD και CCF δεν εφαρμόζονται στο τμήμα του ανοίγματος που καλύπτεται από την εν λόγω εγγύηση. Ωστόσο, το μέρος του ανοίγματος που δεν καλύπτεται από την εν λόγω εγγύηση υπόκειται στις σχετικές κατώτατες τιμές PD, LGD και CCF.».

85)

Στο τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 3 τμήμα 4, ο τίτλος της ενότητας 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων, ιδρυμάτων, κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα».

86)

Το άρθρο 160 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Για ανοίγματα που κατατάσσονται στις κατηγορίες ανοιγμάτων του άρθρου 147 παράγραφος 2 στοιχείο β) ή στοιχείο γ) σημείο i), ii) ή iii), αποκλειστικά για τον σκοπό του υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας των εν λόγω ανοιγμάτων, ιδίως για τους σκοπούς των άρθρων 153 και 157 και του άρθρου 158 παράγραφοι 1, 5 και 10, η τιμή PD που χρησιμοποιείται για κάθε άνοιγμα στους τύπους συντελεστών στάθμισης κινδύνου και αναμενόμενης ζημίας δεν είναι μικρότερη από την ακόλουθη κατώτατη τιμή PD: 0,05 %.»

·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Για ανοίγματα που κατατάσσονται στις κατηγορίες ανοιγμάτων του άρθρου 147 παράγραφος 2 στοιχείο αα) σημείο i) ή ii), αποκλειστικά για τον σκοπό του υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας των εν λόγω ανοιγμάτων, η τιμή PD που χρησιμοποιείται για κάθε άνοιγμα στους τύπους συντελεστών στάθμισης κινδύνου και αναμενόμενης ζημίας δεν είναι μικρότερη από την ακόλουθη κατώτατη τιμή PD: 0,03 %.»

·

γ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Για ανοίγματα που καλύπτονται από μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία, ένα ίδρυμα που χρησιμοποιεί εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD βάσει του άρθρου 143 τόσο για το άνοιγμα που καλύπτεται από τη μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία όσο και για συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου προστασίας μπορεί να αναγνωρίζει τη μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία στην PD σύμφωνα με το άρθρο 183.»

·

δ)

η παράγραφος 5 απαλείφεται·

ε)

οι παράγραφοι 6 και 7 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Για τον κίνδυνο απομείωσης της αξίας αποκτηθεισών εισπρακτέων απαιτήσεων έναντι επιχειρήσεων, η PD ορίζεται ίση με τις εκτιμήσεις EL του ιδρύματος όσον αφορά τον κίνδυνο απομείωσης της αξίας εισπρακτέων. Ένα ίδρυμα που έχει λάβει την άδεια της αρμόδιας αρχής να χρησιμοποιεί εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD για τα ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 143 και που μπορεί να επιμερίσει σε PD και LGD τις εσωτερικές εκτιμήσεις της EL για κίνδυνο απομείωσης της αξίας των αποκτηθεισών εισπρακτέων απαιτήσεων έναντι επιχειρήσεων με τρόπο αξιόπιστο κατά την κρίση των αρμόδιων αρχών, μπορεί να χρησιμοποιήσει τις εκτιμήσεις της PD που προκύπτει από τον εν λόγω επιμερισμό. Τα ιδρύματα μπορούν να αναγνωρίζουν μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία στην PD σύμφωνα με το κεφάλαιο 4.

7.   Ένα ίδρυμα που έχει λάβει την άδεια της αρμόδιας αρχής να χρησιμοποιεί εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD για τον κίνδυνο απομείωσης της αξίας των αποκτηθεισών εισπρακτέων απαιτήσεων έναντι επιχειρήσεων σύμφωνα με το άρθρο 143, μπορεί να αναγνωρίζει μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία με κατάλληλη προσαρμογή της PD, με την επιφύλαξη του άρθρου 161 παράγραφος 3.».

87)

Το άρθρο 161 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

ανοίγματα με εξοφλητική προτεραιότητα χωρίς αποδεκτή χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, έναντι οντοτήτων του χρηματοπιστωτικού τομέα και έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα: 45 %,»

·

ii)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο αα):

«αα)

ανοίγματα με εξοφλητική προτεραιότητα χωρίς αποδεκτή χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία έναντι επιχειρήσεων που δεν είναι οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα: 40 %,»

·

iii)

το στοιχείο γ) απαλείφεται·

iv)

το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

για τα ανοίγματα σε αποκτηθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις έναντι επιχειρήσεων με εξοφλητική προτεραιότητα, σε περίπτωση που ένα ίδρυμα δεν μπορεί να εκτιμήσει την PD ή οι εσωτερικές εκτιμήσεις της PD δεν πληρούν τις απαιτήσεις του τμήματος 6: 40 %,»

·

v)

το στοιχείο ζ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ζ)

για κίνδυνο απομείωσης της αξίας αποκτηθεισών εισπρακτέων απαιτήσεων έναντι επιχειρήσεων: 100 %.»

·

β)

οι παράγραφοι 3 και 4 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Για ανοίγματα που καλύπτονται από μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία, ένα ίδρυμα που χρησιμοποιεί εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD δυνάμει του άρθρου 143 τόσο για το άνοιγμα που καλύπτεται από μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία όσο και για συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου προστασίας μπορεί να αναγνωρίζει τη μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία στην LGD σύμφωνα με το άρθρο 183.

4.   Για ανοίγματα που κατατάσσονται στις κατηγορίες ανοιγμάτων του άρθρου 147 παράγραφος 2 στοιχείο γ) σημείο i), ii) ή iii), αποκλειστικά για τον σκοπό του υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας των εν λόγω ανοιγμάτων, και ιδίως για τους σκοπούς του άρθρου 153 παράγραφος 1 σημείο iii), του άρθρου 157 και του άρθρου 158 παράγραφοι 1, 5 και 10, όταν χρησιμοποιούνται εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD, οι τιμές LGD για κάθε άνοιγμα που χρησιμοποιούνται στους τύπους συντελεστών στάθμισης κινδύνου και αναμενόμενης ζημίας δεν είναι μικρότερες από τις ακόλουθες κατώτατες τιμές LGD, οι οποίες υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 6 του παρόντος άρθρου.

Πίνακας 1

Κατώτατες τιμές LGD (LGDfloor) για ανοίγματα που ανήκουν στις κατηγορίες ανοιγμάτων του άρθρου 147 παράγραφος 2 στοιχείο γ) σημείο i), ii) ή iii)

Άνοιγμα χωρίς αποδεκτή FCP (LGDU-floor)

Άνοιγμα πλήρως εξασφαλισμένο με αποδεκτή FCP (LGDS-floor)

25 %

χρηματοοικονομικές εξασφαλίσεις

0 %

εισπρακτέες απαιτήσεις

10 %

ακίνητα κατοικίας ή εμπορικά ακίνητα

10 %

άλλες εμπράγματες εξασφαλίσεις

15 %»

γ)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«5.   Για ανοίγματα που κατατάσσονται στις κατηγορίες ανοιγμάτων του άρθρου 147 παράγραφος 2 στοιχείο αα) σημείο i) ή ii), αποκλειστικά για τον σκοπό του υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας των εν λόγω ανοιγμάτων, και ιδίως για τους σκοπούς του άρθρου 153 παράγραφος 1 σημείο iii), του άρθρου 157 και του άρθρου 158 παράγραφοι 1, 5 και 10, όταν χρησιμοποιούνται εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD, η τιμή LGD που χρησιμοποιείται στους τύπους συντελεστών στάθμισης κινδύνου και αναμενόμενης ζημίας για ανοίγματα χωρίς αποδεκτή FCP δεν είναι μικρότερη από την ακόλουθη κατώτατη τιμή LGD: 5 %.

6.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, οι κατώτατες τιμές LGD στον πίνακα 1 της εν λόγω παραγράφου για ανοίγματα πλήρως εξασφαλισμένα με αποδεκτή χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία εφαρμόζονται όταν η αξία της χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας, μετά την εφαρμογή των σχετικών προσαρμογών μεταβλητότητας Hc και Hfx σύμφωνα με το άρθρο 230, ισούται με ή υπερβαίνει την αξία του υποκείμενου ανοίγματος.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου και της εφαρμογής των αντίστοιχων σχετικών προσαρμογών, Hc και Hfx, σύμφωνα με το άρθρο 230, η χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία είναι αποδεκτή σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο. Στην περίπτωση αυτή, η χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία του είδους “άλλες εμπράγματες εξασφαλίσεις” στο άρθρο 230 πίνακας 1, νοείται ως “άλλες εμπράγματες και άλλες αποδεκτές εξασφαλίσεις”.

Η εφαρμοστέα κατώτατη τιμή LGD (LGDfloor) για άνοιγμα μερικώς εξασφαλισμένο με FCP υπολογίζεται ως ο σταθμισμένος μέσος όρος της LGDU-floor για το τμήμα του ανοίγματος χωρίς FCP και της LGDS-floor για το πλήρως εξασφαλισμένο τμήμα, ως εξής:

Image 5

όπου:

LGDU-floor και LGDS-floor είναι οι σχετικές κατώτατες τιμές του πίνακα 1·

οι τιμές E, ES, EU και HE προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 230.

7.   Εάν ένα ίδρυμα που χρησιμοποιεί εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD για ένα δεδομένο είδος εταιρικών μη εξασφαλισμένων ανοιγμάτων έναντι επιχειρήσεων και μη εξασφαλισμένων ανοιγμάτων έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και φορέων του δημόσιου τομέα δεν είναι σε θέση να λάβει υπόψη την επίδραση της χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας που εξασφαλίζει ένα από τα ανοίγματα αυτού του είδους ανοιγμάτων στις εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD, μεταξύ άλλων λόγω έλλειψης δεδομένων για εισπράξεις της εν λόγω χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας, επιτρέπεται στο ίδρυμα να εφαρμόσει τον τύπο που προβλέπεται στο άρθρο 230, με την εξαίρεση ότι ο όρος LGDU στον εν λόγω μαθηματικό τύπο είναι η εσωτερική εκτίμηση της LGD του ιδρύματος για μη εξασφαλισμένα ανοίγματα. Στην περίπτωση αυτή, η χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία είναι αποδεκτή σύμφωνα με το κεφάλαιο 4 και η εσωτερική εκτίμηση της LGD του ιδρύματος που χρησιμοποιείται στη θέση του όρου LGDU υπολογίζεται με βάση τις υποκείμενες ζημίες, εξαιρουμένων τυχόν εισπράξεων που προκύπτουν από την εν λόγω χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία.».

88)

Το άρθρο 162 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Για ανοίγματα για τα οποία ένα ίδρυμα δεν έχει λάβει άδεια από την αρμόδια αρχή να χρησιμοποιεί εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD, η ληκτότητα (“M”) εφαρμόζεται με συνέπεια και, είτε ορίζεται στα 2,5 έτη, εκτός από τα ανοίγματα που προκύπτουν από συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων, για τα οποία η M είναι 0,5 έτη, είτε, εναλλακτικά, υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2»

·

β)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για ανοίγματα για τα οποία ένα ίδρυμα εφαρμόζει εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD, η ληκτότητα (“M”) υπολογίζεται με τη χρήση περιόδων που εκφράζονται σε έτη, όπως ορίζεται στην παρούσα παράγραφο και με την επιφύλαξη των παραγράφων 3, 4 και 5 του παρόντος άρθρου. Η Μ δεν υπερβαίνει την πενταετία πλην των περιπτώσεων του άρθρου 384 παράγραφος 2, στις οποίες θα χρησιμοποιείται η εκεί οριζόμενη Μ. Η M υπολογίζεται ως εξής σε καθεμία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:»

·

ii)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα σημεία:

«δα)

για εξασφαλισμένες συναλλαγές δανεισμού που υπάγονται σε σύμβαση-πλαίσιο συμψηφισμού, η M είναι η σταθμισμένη μέση εναπομένουσα ληκτότητα των συναλλαγών και δεν μπορεί να είναι μικρότερη των 20 ημερών· για τη στάθμιση της ληκτότητας χρησιμοποιείται το ονομαστικό ποσό κάθε συναλλαγής·

δβ)

για σύμβαση-πλαίσιο συμψηφισμού που περιλαμβάνει περισσότερα του ενός από τα είδη συναλλαγών που αντιστοιχούν στο στοιχείο γ), δ) ή δα) της παρούσας παραγράφου, η Μ είναι η σταθμισμένη μέση εναπομένουσα ληκτότητα των συναλλαγών και δεν μπορεί να είναι μικρότερη της μεγαλύτερης περιόδου διακράτησης, εκφρασμένης σε έτη, που εφαρμόζεται σε τέτοιες συναλλαγές, όπως προβλέπεται στο άρθρο 224 παράγραφος 2, είτε 10 ημέρες είτε 20 ημέρες, ανάλογα με τις περιπτώσεις· για τη στάθμιση της ληκτότητας χρησιμοποιείται το ονομαστικό ποσό κάθε συναλλαγής·»

·

iii)

το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«στ)

για κάθε άλλο μέσο εκτός των μνημονευομένων στην παρούσα παράγραφο ή εάν το ίδρυμα δεν είναι σε θέση να υπολογίσει τη M σύμφωνα με το στοιχείο α), η τιμή της M είναι το ανώτατο χρονικό διάστημα, σε έτη, που έχει ακόμη στη διάθεσή του ο πιστούχος για να εκπληρώσει πλήρως τις συμβατικές του υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων του κεφαλαίου, των τόκων και των προμηθειών, και δεν μπορεί να είναι μικρότερη του έτους,»

·

iv)

τα στοιχεία θ) και ι) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«θ)

για τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν τις προσεγγίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 382α παράγραφος 1 στοιχείο α) ή β) για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA των συναλλαγών με έναν συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο, η M δεν είναι μεγαλύτερη από 1 στον τύπο του άρθρου 153 παράγραφος 1 σημείο iii) για τον σκοπό του υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων για τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου για τις ίδιες συναλλαγές, όπως αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 4 στοιχείο α) ή ζ), κατά περίπτωση·

ι)

για τα ανακυκλούμενα ανοίγματα, η Μ προσδιορίζεται με χρήση της μέγιστης συμβατικής ημερομηνίας λήξης της διευκόλυνσης· τα ιδρύματα δεν χρησιμοποιούν την ημερομηνία αποπληρωμής της τρέχουσας ανάληψης εάν η ημερομηνία αυτή δεν είναι η μέγιστη συμβατική ημερομηνία λήξης της διευκόλυνσης.»

·

γ)

η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο πρώτο εδάφιο, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εάν η τεκμηρίωση των συμβάσεων απαιτεί καθημερινή προσαρμογή περιθωρίου και καθημερινή αποτίμηση αξίας και περιλαμβάνει ρήτρες που επιτρέπουν την άμεση ρευστοποίηση ή τον συμψηφισμό των εξασφαλίσεων σε περίπτωση αθέτησης ή μη κατάθεσης του απαιτούμενου περιθωρίου, η Μ είναι η σταθμισμένη μέση εναπομένουσα ληκτότητα των συναλλαγών και είναι τουλάχιστον μία ημέρα για:»

·

ii)

το δεύτερο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

1)

το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

αυτοεξοφλούμενες βραχυπρόθεσμες συναλλαγές χρηματοδότησης του εμπορίου και αποκτηθείσες εισπρακτέες απαιτήσεις έναντι επιχειρήσεων, με την προϋπόθεση ότι τα αντίστοιχα ανοίγματα έχουν εναπομένουσα ληκτότητα έως ένα έτος·»

·

2)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«ε)

εκδοθείσες καθώς και επιβεβαιωμένες ενέγγυες πιστώσεις που είναι βραχυπρόθεσμες, δηλαδή έχουν ληκτότητα μικρότερη του ενός έτους, και είναι αυτοεξοφλούμενες.»

·

δ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Για τα ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στην Ένωση και δεν είναι μεγάλες επιχειρήσεις, τα ιδρύματα μπορούν να επιλέξουν να καθορίσουν για όλα αυτά τα ανοίγματα τη Μ όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 αντί να εφαρμόζουν την παράγραφο 2.»

·

ε)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«6.   Προκειμένου να εκφραστεί σε έτη ο ελάχιστος αριθμός ημερών που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχεία γ) έως δ-β) και στην παράγραφο 3, οι ελάχιστοι αριθμοί ημερών διαιρούνται διά του 365,25.».

89)

Το άρθρο 163 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Με αποκλειστικό σκοπό τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας των εν λόγω ανοιγμάτων, και ιδίως για τους σκοπούς των άρθρων 154 και 157 και του άρθρου 158 παράγραφοι 1, 5 και 10, η PD για κάθε άνοιγμα που χρησιμοποιείται στους τύπους συντελεστών στάθμισης κινδύνου και αναμενόμενης ζημίας είναι η υψηλότερη από την PD ενός έτους που συνδέεται με την εσωτερική βαθμίδα ή ομάδα δανειολήπτη στην οποία κατατάσσεται το άνοιγμα λιανικής τραπεζικής και από τις ακόλουθες κατώτατες τιμές PD:

α)

0,1 % για τα περιστρεφόμενα ΑΑΑΛΤ·

β)

0,05 % για τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής που δεν είναι περιστρεφόμενα ΑΑΑΛΤ.»

·

β)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Για ανοίγματα που καλύπτονται από μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία, ένα ίδρυμα που χρησιμοποιεί εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD βάσει του άρθρου 143 για συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου της προστασίας μπορεί να αναγνωρίζει τη μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία στην PD σύμφωνα με το άρθρο 183.».

90)

Το άρθρο 164 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα ιδρύματα παρέχουν εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD με την επιφύλαξη των απαιτήσεων του τμήματος 6 του παρόντος κεφαλαίου και της άδειας των αρμόδιων αρχών που παρέχεται σύμφωνα με το άρθρο 143. Για τον κίνδυνο απομείωσης της αξίας αποκτηθεισών εισπρακτέων απαιτήσεων εφαρμόζεται LGD 100 %. Εάν ένα ίδρυμα μπορεί να επιμερίσει αξιόπιστα σε PD και LGD τις εκτιμήσεις της αναμενόμενης ζημίας για τον κίνδυνο απομείωσης της αξίας αποκτηθεισών εισπρακτέων απαιτήσεων, το εν λόγω ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιεί εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD.

2.   Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD βάσει του άρθρου 143 για συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου της προστασίας μπορούν να αναγνωρίζουν τη μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία στην LGD σύμφωνα με το άρθρο 183.»

·

β)

η παράγραφος 3 απαλείφεται·

γ)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Με αποκλειστικό σκοπό τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας για ανοίγματα λιανικής τραπεζικής, και ιδίως σύμφωνα με το άρθρο 154 παράγραφος 1 σημείο ii), το άρθρο 157 και το άρθρο 158 παράγραφοι 1, 5 και 10, οι τιμές LGD για κάθε άνοιγμα που χρησιμοποιούνται στους τύπους στάθμισης κινδύνου και αναμενόμενης ζημίας δεν είναι μικρότερες από τις κατώτατες τιμές LGD που καθορίζονται στον πίνακα 1, υπολογιζόμενες σύμφωνα με την παράγραφο 4α του παρόντος άρθρου:

Πίνακας 1

Κατώτατες τιμές LGD (LGD floor) για ανοίγματα λιανικής τραπεζικής

Άνοιγμα χωρίς FCP (LGDU-floor)

Άνοιγμα εξασφαλισμένο με FCP (LGDS-floor)

Άνοιγμα λιανικής τραπεζικής που εξασφαλίζεται με ακίνητα κατοικίας

Α/Α

Άνοιγμα λιανικής τραπεζικής που εξασφαλίζεται με ακίνητα κατοικίας

5 %

ΑΑΑΛΤ

50 %

ΑΑΑΛΤ

Α/Α

Άλλο άνοιγμα λιανικής τραπεζικής

30 %

Άλλο άνοιγμα λιανικής τραπεζικής εξασφαλισμένο με χρηματοοικονομικές εξασφαλίσεις

0 %

Άλλο άνοιγμα λιανικής τραπεζικής εξασφαλισμένο με εισπρακτέες απαιτήσεις

10 %

Άλλο άνοιγμα λιανικής τραπεζικής εξασφαλισμένο με ακίνητα κατοικίας ή εμπορικά ακίνητα

10 %

Άλλο άνοιγμα λιανικής τραπεζικής εξασφαλισμένο με άλλες εμπράγματες εξασφαλίσεις

15 %»

δ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4α.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, ισχύουν τα ακόλουθα:

α)

οι κατώτατες τιμές LGD της παραγράφου 4 πίνακας 1 εφαρμόζονται σε ανοίγματα που εξασφαλίζονται με χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία όταν η χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία είναι αποδεκτή σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο·

β)

εξαιρουμένων των ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής που εξασφαλίζονται με ακίνητα κατοικίας, οι κατώτατες τιμές LGD της παραγράφου 4 πίνακας 1 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε ανοίγματα πλήρως εξασφαλισμένα με χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία όταν η αξία της FCP, μετά την εφαρμογή των σχετικών προσαρμογών μεταβλητότητας σύμφωνα με το άρθρο 230, ισούται με ή υπερβαίνει την αξία ανοίγματος του υποκείμενου ανοίγματος· για την εφαρμογή των αντίστοιχων σχετικών προσαρμογών, Hc και Hfx, σύμφωνα με το άρθρο230, η χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία είναι αποδεκτή σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο·

γ)

εξαιρουμένων των ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής που εξασφαλίζονται με ακίνητα κατοικίας, η εφαρμοστέα κατώτατη τιμή LGD για ένα άνοιγμα που είναι μερικώς εξασφαλισμένο με χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία υπολογίζεται σύμφωνα με τον τύπο που προβλέπεται στο άρθρο 161 παράγραφος 6·

δ)

για ανοίγματα λιανικής τραπεζικής εξασφαλισμένα με ακίνητα κατοικίας, η εφαρμοστέα κατώτατη τιμή LGD ορίζεται στο 5 % ανεξάρτητα από το επίπεδο της εξασφάλισης που παρέχεται από το ακίνητο κατοικίας.»

·

ε)

οι παράγραφοι 6 και 7 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Με βάση τα δεδομένα που συλλέγονται δυνάμει του άρθρου 430α και οποιουσδήποτε άλλους σχετικούς δείκτες, και λαμβανομένων υπόψη των μελλοντικών εξελίξεων της αγοράς ακινήτων, η αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου εκτιμά περιοδικά, και τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο, αν οι κατώτατες τιμές LGD που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου είναι κατάλληλες για ανοίγματα λιανικής τραπεζικής που εξασφαλίζονται με ακίνητα κατοικίας ή άλλα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής που εξασφαλίζονται με ακίνητα κατοικίας ή εμπορικά ακίνητα τα οποία βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα τμήματα της επικράτειας του κράτους μέλους της εν λόγω αρχής.

Όταν, με βάση την εκτίμηση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 5 συμπεραίνει ότι οι κατώτατες τιμές LGD που αναφέρονται στην παράγραφο 4 δεν είναι επαρκείς, και αν κρίνει ότι η ανεπάρκεια των κατώτατων τιμών LGD θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την υπάρχουσα ή μελλοντική χρηματοπιστωτική σταθερότητα στο οικείο κράτος μέλος, μπορεί να καθορίσει υψηλότερες κατώτατες τιμές LGD για εκείνα τα ανοίγματα που βρίσκονται σε ένα ή περισσότερα τμήματα της επικράτειας του κράτους μέλους της εν λόγω αρχής. Αυτές οι υψηλότερες κατώτατες τιμές LGD μπορούν επίσης να εφαρμόζονται στο επίπεδο μίας ή περισσότερων κατηγοριών ακινήτων των εν λόγω ανοιγμάτων.

Η αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 5 παρέχει γνωστοποίηση στην ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ προτού λάβει την απόφαση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Εντός ενός μηνός από την παραλαβή της γνωστοποίησης αυτής, η ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ παρέχουν τη γνώμη τους στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Η ΕΑΤ και το ΕΣΣΚ δημοσιοποιούν τις υψηλότερες κατώτατες τιμές LGD που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

7.   Όταν η αρχή που ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 5 καθορίζει υψηλότερες κατώτατες τιμές LGD δυνάμει της παραγράφου 6, τα ιδρύματα έχουν στη διάθεσή τους μεταβατική περίοδο έξι μηνών για να τις εφαρμόσουν.».

91)

Στο τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 3 τμήμα 4, η ενότητα 3 απαλείφεται.

92)

Το άρθρο 166 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

« Ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων, ιδρυμάτων, κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και φορέων του δημόσιου τομέα και ανοίγματα λιανικής »·

β)

η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.   Η αξία ανοίγματος των εκτός ισολογισμού στοιχείων που δεν είναι συμβάσεις όπως παρατίθενται στο παράρτημα II υπολογίζεται με τη χρήση είτε του ΠΕΔ-CCF είτε του SA-CCF, σύμφωνα με τις παραγράφους 8α και 8β του παρόντος άρθρου και το άρθρο 151 παράγραφος 8.

Εάν μόνο τα αναληφθέντα υπόλοιπα των ανακυκλούμενων διευκολύνσεων έχουν τιτλοποιηθεί, τα ιδρύματα διασφαλίζουν ότι εξακολουθούν να διατηρούν το απαιτούμενο ποσό ιδίων κεφαλαίων έναντι των μη αναληφθέντων υπολοίπων που συνδέονται με την τιτλοποίηση.

Ένα ίδρυμα που δεν έχει λάβει άδεια να χρησιμοποιεί ΠΕΔ-CCF υπολογίζει την αξία ανοίγματος ως το δεσμευμένο αλλά μη αναληφθέν ποσό πολλαπλασιασμένο με τον σχετικό SA-CCF.

Ένα ίδρυμα που χρησιμοποιεί ΠΕΔ-CCF υπολογίζει την αξία ανοίγματος για μη αναληφθείσες πιστοδοτήσεις ως το μη αναληφθέν ποσό πολλαπλασιασμένο με τον ΠΕΔ-CCF.»

·

γ)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«8α.   Για άνοιγμα για το οποίο ένα ίδρυμα δεν έχει λάβει άδεια να χρησιμοποιεί ΠΕΔ-CCF, ο εφαρμοστέος CCF είναι ο SA-CCF όπως προβλέπεται στο κεφάλαιο 2 για τους ίδιους τύπους στοιχείων που ορίζονται στο άρθρο 111. Το ποσό στο οποίο πρέπει να εφαρμόζεται ο SA-CCF είναι το χαμηλότερο μεταξύ της αξίας του δεσμευμένου αλλά μη αναληφθέντος ποσού και της αξίας που αντικατοπτρίζει κάθε πιθανό περιορισμό της διαθεσιμότητας της διευκόλυνσης, συμπεριλαμβανομένης της ύπαρξης ανώτατου ορίου στο δυνητικό ποσό δανεισμού που σχετίζεται με τις αναφερθείσες ταμειακές ροές του οφειλέτη. Όταν μια διευκόλυνση περιορίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, το ίδρυμα διαθέτει επαρκείς διαδικασίες παρακολούθησης και διαχείρισης των πιστωτικών γραμμών για την υποστήριξη της ύπαρξης αυτών των περιορισμών.

8β.   Με την επιφύλαξη της άδειας των αρμόδιων αρχών, τα ιδρύματα που πληρούν τις απαιτήσεις για τη χρήση ΠΕΔ-CCF, όπως ορίζονται στο τμήμα 6, χρησιμοποιούν ΠΕΔ-CCF για ανοίγματα που προκύπτουν από μη αναληφθείσες ανακυκλούμενες πιστοδοτήσεις που αντιμετωπίζονται βάσει της ΠΕΔ, υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω ανοίγματα δεν υπόκεινται σε SA-CCF 100 % βάσει της τυποποιημένης προσέγγισης. Ο SA-CCF χρησιμοποιείται για:

α)

όλα τα άλλα στοιχεία εκτός ισολογισμού, ιδίως μη αναληφθείσες μη ανακυκλούμενες πιστοδοτήσεις·

β)

ανοίγματα για τα οποία το ίδρυμα δεν πληροί τις ελάχιστες απαιτήσεις για τον υπολογισμό του ΠΕΔ-CCF, όπως ορίζονται στο τμήμα 6, ή για τα οποία η αρμόδια αρχή δεν έχει επιτρέψει τη χρήση ΠΕΔ-CCF.

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, μια πιστοδότηση θεωρείται “ανακυκλούμενη” όταν παρέχει στον οφειλέτη τη δυνατότητα να λάβει δάνειο στο πλαίσιο του οποίου έχει την ευελιξία να αποφασίσει πόσο συχνά θα πραγματοποιεί αναλήψεις από το δάνειο και ανά ποια διαστήματα, με αποτέλεσμα ο οφειλέτης να έχει δυνατότητα ανάληψης, αποπληρωμής και εκ νέου ανάληψης δανείων που του έχουν χορηγηθεί. Οι συμβατικές ρυθμίσεις που επιτρέπουν προπληρωμές και επακόλουθες εκ νέου αναλήψεις αυτών των προπληρωμών θεωρούνται ανακυκλούμενες.

8γ.   Όταν χρησιμοποιούνται οι ΠΕΔ-CCF, με αποκλειστικό σκοπό τον υπολογισμό των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας των ανοιγμάτων που προκύπτουν από ανακυκλούμενες πιστοδοτήσεις πλην των ανοιγμάτων που κατατάσσονται στην κατηγορία ανοίγματος σύμφωνα με το άρθρο 147 παράγραφος 2 στοιχείο α), ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 153 παράγραφος 1, το άρθρο 157 και το άρθρο 158 παράγραφοι 1, 5 και 10, η αξία ανοίγματος για κάθε άνοιγμα που χρησιμοποιείται στους τύπους υπολογισμού του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού ανοίγματος και της αναμενόμενης ζημίας δεν είναι μικρότερη από το άθροισμα:

α)

του αναληφθέντος ποσού της ανακυκλούμενης πιστοδότησης·

β)

του 50 % του ποσού ανοίγματος εκτός ισολογισμού του εναπομένοντος μη αναληφθέντος μέρους της ανακυκλούμενης πιστοδότησης που υπολογίζεται με χρήση του εφαρμοστέου SA-CCF που προβλέπεται στο άρθρο 111.

Το άθροισμα των στοιχείων α) και β) αναφέρεται ως “κατώτατη τιμή CCF”.»

·

δ)

η παράγραφος 10 απαλείφεται.

93)

Το άρθρο 167 απαλείφεται.

94)

Στο άρθρο 169 παράγραφος 3, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής στην πράξη των απαιτήσεων σχετικά με τον σχεδιασμό των υποδειγμάτων, τον ποσοτικό προσδιορισμό του κινδύνου, την επικύρωση και την εφαρμογή των παραμέτρων κινδύνου με τη χρήση συνεχών ή πολύ λεπτομερών κλιμάκων διαβάθμισης για κάθε παράμετρο κινδύνου.».

95)

Το άρθρο 170 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, η εισαγωγική πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η δομή των συστημάτων διαβάθμισης για ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων, ιδρυμάτων, κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και φορέων του δημόσιου τομέα συμμορφώνεται με τις ακόλουθες απαιτήσεις:»

·

β)

στην παράγραφο 4, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

τα χαρακτηριστικά κινδύνου της συναλλαγής, συμπεριλαμβανομένων των τύπων του προϊόντος και εκείνων της χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας, της αναγνωρισμένης μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας, των μετρήσεων του λόγου του δανείου προς την αξία, των εποχικών διακυμάνσεων και της εξοφλητικής προτεραιότητας· τα ιδρύματα αντιμετωπίζουν χωριστά τις περιπτώσεις στις οποίες περισσότερα ανοίγματα καλύπτονται από την ίδια χρηματοδοτούμενη ή μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία·».

96)

Στο άρθρο 171, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Τα ιδρύματα χρησιμοποιούν χρονικό ορίζοντα άνω του ενός έτους για την απόδοση των διαβαθμίσεων. Η διαβάθμιση πιστούχου αντιπροσωπεύει την αξιολόγηση του ιδρύματος όσον αφορά την ικανότητα και την προθυμία του πιστούχου να εκτελεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις παρά τις αντίξοες οικονομικές συνθήκες ή την επέλευση απρόβλεπτων συμβάντων. Τα συστήματα διαβάθμισης σχεδιάζονται κατά τρόπο ώστε οι ιδιοσυγκρασιακές αλλαγές και, όταν συνιστούν σημαντικούς παράγοντες κινδύνου για το εκάστοτε είδος ανοίγματος, οι ειδικές ανά κλάδο αλλαγές να αποτελούν κινητήριο μοχλό μετάβασης από τη μια βαθμίδα ή ομάδα στην άλλη. Τέτοιο κινητήριο μοχλό μετάβασης μπορεί να αποτελούν και οι επιδράσεις των επιχειρηματικών κύκλων.».

97)

Στο άρθρο 172, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, τα ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα, τα ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων και τα ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων ταξινομούνται σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια:»

·

β)

το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

κάθε χωριστή νομική οντότητα έναντι της οποίας έχει άνοιγμα το ίδρυμα διαβαθμίζεται χωριστά·»

·

γ)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο δ), κάθε ίδρυμα διαθέτει κατάλληλες πολιτικές για την αντιμετώπιση των μεμονωμένων πιστούχων-πελατών και των ομάδων συνδεδεμένων πελατών. Οι εν λόγω πολιτικές περιλαμβάνουν διαδικασία για τον εντοπισμό συγκεκριμένου κινδύνου δυσμενούς συσχέτισης για κάθε νομική οντότητα στην οποία είναι εκτεθειμένο το ίδρυμα.

Για τους σκοπούς του κεφαλαίου 6, οι συναλλαγές με αντισυμβαλλόμενους για τους οποίους έχει εντοπιστεί συγκεκριμένος κίνδυνος δυσμενούς συσχέτισης αντιμετωπίζονται διαφορετικά κατά τον υπολογισμό της αξίας του ανοίγματος.».

98)

Το άρθρο 173 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα, ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων και ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων, η διαδικασία ταξινόμησης πληροί τις ακόλουθες απαιτήσεις:»

·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που καθορίζουν τις μεθοδολογίες με τις οποίες οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν την αρτιότητα της διαδικασίας ταξινόμησης καθώς και την τακτική και ανεξάρτητη αξιολόγηση των κινδύνων.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2026.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

99)

Το άρθρο 174 τροποποιείται ως εξής:

α)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα ιδρύματα χρησιμοποιούν στατιστικές ή άλλες μαθηματικές μεθόδους (“υποδείγματα”) για την ταξινόμηση των ανοιγμάτων σε βαθμίδες ή ομάδες πιστούχων ή πιστοδότησης. Πληρούνται οι κατωτέρω απαιτήσεις:»

·

β)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

το υπόδειγμα πρέπει να έχει καλή προβλεπτική ικανότητα και η χρήση του να μην οδηγεί σε στρεβλώσεις των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων·»

·

γ)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), οι μεταβλητές που εισάγονται στο υπόδειγμα πρέπει να αποτελούν εύλογη και αποτελεσματική βάση για τις προβλέψεις του. Το υπόδειγμα δεν πρέπει να έχει σημαντικές μεροληψίες. Πρέπει να υπάρχει λειτουργική σύνδεση μεταξύ των στοιχείων που εισάγονται και παράγονται από το υπόδειγμα, η οποία μπορεί να καθορίζεται με την κρίση εμπειρογνωμόνων, κατά περίπτωση.».

100)

Το άρθρο 176 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 2, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα, ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων και ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων, τα ιδρύματα συλλέγουν και αποθηκεύουν:»

·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Για ανοίγματα για τα οποία το παρόν κεφάλαιο επιτρέπει τη χρήση εσωτερικών εκτιμήσεων LGD ή τη χρήση ΠΕΔ-CCF, αλλά για τα οποία τα ιδρύματα δεν χρησιμοποιούν εσωτερικές εκτιμήσεις LGD ή ΠΕΔ-CCF, τα ιδρύματα συλλέγουν και αποθηκεύουν δεδομένα σχετικά με τις συγκρίσεις μεταξύ των πραγματικών τιμών της LGD και των τιμών που ορίζονται στο άρθρο 161 παράγραφος 1, καθώς και μεταξύ των πραγματικών τιμών των CCF και SA-CCF που ορίζονται στο άρθρο 166 παράγραφος 8α.».

101)

Το άρθρο 177 τροποποιείται ως εξής:

α)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Τα σενάρια που χρησιμοποιούνται με βάση την παράγραφο 2 περιλαμβάνουν επίσης παράγοντες κινδύνου ΠΚΔ, ιδίως παράγοντες φυσικού κινδύνου και κινδύνου μετάβασης που απορρέουν από την κλιματική αλλαγή.

Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, σχετικά με την εφαρμογή των παραγράφων 2 και 2α.»

·

β)

η παράγραφος 3 απαλείφεται.

102)

Το άρθρο 178 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αθέτηση πιστούχου ή πιστωτικής διευκόλυνσης»

·

β)

στην παράγραφο 1, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

ο πιστούχος είναι σε καθυστέρηση πληρωμών άνω των 90 ημερών σε οποιαδήποτε σημαντική πιστωτική υποχρέωση έναντι του ιδρύματος, της μητρικής επιχείρησης ή οποιασδήποτε από τις οικείες θυγατρικές.»

·

γ)

στην παράγραφο 3, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

το ίδρυμα συναινεί σε μέτρο ρύθμισης της πιστωτικής υποχρέωσης κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 47β, όταν το μέτρο αυτό είναι πιθανό ότι θα οδηγήσει στη μείωση της οικονομικής υποχρέωσης λόγω διαγραφής ή αναδιάταξης σημαντικού τμήματος του κεφαλαίου, των τόκων ή, κατά περίπτωση, των προμηθειών·»

·

δ)

στην παράγραφο 7 προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Έως τις 10 Ιουλίου 2025, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, για την επικαιροποίηση των κατευθυντήριων γραμμών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου. Ειδικότερα, η εν λόγω επικαιροποίηση λαμβάνει δεόντως υπόψη την ανάγκη ενθάρρυνσης των ιδρυμάτων να προβαίνουν σε προορατική, προληπτική και ουσιαστική αναδιάρθρωση του χρέους για τη στήριξη των πιστούχων.

Όταν η ΕΑΤ καταρτίζει αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές, λαμβάνει δεόντως υπόψη την ανάγκη να παρέχεται επαρκής ευελιξία στα ιδρύματα όταν προσδιορίζουν τι συνιστά μείωση της οικονομικής υποχρέωσης για τους σκοπούς της παραγράφου 3 στοιχείο δ).».

103)

Στο άρθρο 179 παράγραφος 1, το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«στ)

για την αντιμετώπιση των μεροληψιών, ένα ίδρυμα ενσωματώνει, στο μέτρο του δυνατού, κατάλληλες προσαρμογές στις εκτιμήσεις του· αφού ενσωματώσει κατάλληλη προσαρμογή, προσθέτει στις εκτιμήσεις του επαρκές περιθώριο συντηρητικότητας που συναρτάται με το αναμενόμενο εύρος των σφαλμάτων εκτίμησης· εάν οι προσεγγίσεις και τα δεδομένα θεωρούνται ότι είναι λιγότερο ικανοποιητικά, το αναμενόμενο εύρος των σφαλμάτων είναι μεγαλύτερο, και το περιθώριο συντηρητικότητας είναι και αυτό μεγαλύτερο.».

104)

Το άρθρο 180 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά την ποσοτικοποίηση των παραμέτρων κινδύνου για τις βαθμίδες ή ομάδες διαβάθμισης, τα ιδρύματα εφαρμόζουν τις ακόλουθες ειδικές απαιτήσεις για την εκτίμηση της PD όσον αφορά ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα, ανοίγματα έναντι ιδρυμάτων και ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων:»

·

ii)

το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

εάν το ίδρυμα χρησιμοποιεί για την εκτίμηση της PD δεδομένα από την εσωτερική εμπειρία αθέτησης, οι εκτιμήσεις αντικατοπτρίζουν τα τρέχοντα πρότυπα αναδοχής και όλες τις διαφορές μεταξύ του συστήματος διαβάθμισης από το οποίο απορρέουν τα δεδομένα και του τρέχοντος συστήματος διαβάθμισης· όταν τα πρότυπα αναδοχής ή τα συστήματα διαβάθμισης έχουν αλλάξει, το ίδρυμα, μετά την ενσωμάτωση κατάλληλης προσαρμογής, προσθέτει μεγαλύτερο περιθώριο συντηρητικότητας στις εκτιμήσεις του για την PD σε σχέση με το αναμενόμενο εύρος σφαλμάτων εκτίμησης που δεν καλύπτεται ήδη από την κατάλληλη προσαρμογή·»

·

iii)

το στοιχείο η) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«η)

ανεξάρτητα από το εάν το ίδρυμα χρησιμοποιεί εξωτερικές, εσωτερικές ή κοινές πηγές δεδομένων, ή συνδυασμό των τριών, για την εκτίμηση της PD, η υποκείμενη περίοδος ιστορικής παρατήρησης που χρησιμοποιείται είναι τουλάχιστον πέντε έτη για μία τουλάχιστον από τις πηγές αυτές·»

·

iv)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«θ)

ανεξάρτητα από τη μέθοδο που χρησιμοποιείται για την εκτίμηση της PD, τα ιδρύματα εκτιμούν την PD για κάθε βαθμίδα διαβάθμισης με βάση το παρατηρούμενο ιστορικό μέσο ποσοστό αθέτησης ενός έτους που είναι ένας αριθμητικός μέσος όρος βάσει του αριθμού των πιστούχων (σταθμισμένος ως προς τον αριθμό)· δεν επιτρέπονται άλλες προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένων των σταθμισμένων ως προς το άνοιγμα μέσων όρων.»

·

v)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο η) της παρούσας παραγράφου, εάν η διαθέσιμη περίοδος παρατήρησης είναι μεγαλύτερη για οποιαδήποτε πηγή και τα αντίστοιχα δεδομένα είναι συναφή, χρησιμοποιείται αυτή η μεγαλύτερη περίοδος. Τα δεδομένα περιλαμβάνουν αντιπροσωπευτικό μείγμα καλών και κακών ετών του οικονομικού κύκλου που είναι συναφής για το είδος των ανοιγμάτων. Με την επιφύλαξη της άδειας των αρμόδιων αρχών, τα ιδρύματα που δεν έχουν λάβει άδεια της αρμόδιας αρχής σύμφωνα με το άρθρο 143 να χρησιμοποιούν εσωτερικές εκτιμήσεις LGD ή να χρησιμοποιούν ΠΕΔ-CCF, μπορούν να χρησιμοποιούν, όταν εφαρμόζουν την ΠΕΔ, συναφή δεδομένα που καλύπτουν περίοδο δύο ετών. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά ένα έτος ετησίως, μέχρις ότου τα σχετικά δεδομένα καλύψουν τουλάχιστον περίοδο πέντε ετών.»

·

β)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

τα ιδρύματα εκτιμούν την PD ανά βαθμίδα ή ομάδα πιστούχων ή διευκολύνσεων βάσει μακροπρόθεσμων μέσων όρων των ποσοστών αθέτησης ενός έτους και τα ποσοστά αθέτησης υπολογίζονται σε επίπεδο διευκολύνσεων μόνον όταν ο ορισμός της αθέτησης εφαρμόζεται σε επίπεδο μεμονωμένης πιστωτικής διευκόλυνσης σύμφωνα με το άρθρο 178 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο·»

·

ii)

το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

ανεξάρτητα από το εάν το ίδρυμα χρησιμοποιεί εξωτερικές, εσωτερικές ή κοινές πηγές δεδομένων, ή συνδυασμό των τριών, για την εκτίμηση της PD, η υποκείμενη περίοδος ιστορικής παρατήρησης που χρησιμοποιείται είναι τουλάχιστον πέντε έτη για μία τουλάχιστον από τις πηγές αυτές·»

·

iii)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), η PD βασίζεται στο παρατηρούμενο ιστορικό μέσο ποσοστό αθέτησης ενός έτους.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο ε), εάν η διαθέσιμη περίοδος παρατήρησης είναι μεγαλύτερη για οποιαδήποτε πηγή και τα αντίστοιχα δεδομένα είναι συναφή, χρησιμοποιείται αυτή η μεγαλύτερη περίοδος. Τα δεδομένα περιλαμβάνουν αντιπροσωπευτικό μείγμα καλών και κακών ετών του οικονομικού κύκλου που είναι συναφής για το είδος των ανοιγμάτων. Με την επιφύλαξη της άδειας των αρμόδιων αρχών, τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν, όταν εφαρμόζουν την ΠΕΔ, συναφή δεδομένα που καλύπτουν περίοδο δύο ετών. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά ένα έτος ετησίως, μέχρις ότου τα σχετικά δεδομένα καλύψουν τουλάχιστον πέντε έτη.»

·

γ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τις μεθοδολογίες σύμφωνα με τις οποίες οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν τη μεθοδολογία ενός ιδρύματος για την εκτίμηση της PD σύμφωνα με το άρθρο 143.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2026.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

105)

Το άρθρο 181 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

τα στοιχεία γ) έως ζ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

το ίδρυμα λαμβάνει υπόψη τον βαθμό ενδεχόμενης εξάρτησης μεταξύ, αφενός, του κινδύνου του πιστούχου και, αφετέρου, του κινδύνου της χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας, εκτός των συμβάσεων-πλαισίων συμψηφισμού και του συμψηφισμού δανείων και καταθέσεων εντός ισολογισμού, ή του παρόχου της·

δ)

οι αναντιστοιχίες νομισμάτων μεταξύ της υποκείμενης πιστωτικής υποχρέωσης και της χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας, εκτός των συμβάσεων-πλαισίων συμψηφισμού και του συμψηφισμού δανείων και καταθέσεων εντός ισολογισμού, αντιμετωπίζονται συντηρητικά στην εκτίμηση της LGD από το ίδρυμα·

ε)

στον βαθμό που λαμβάνουν υπόψη την ύπαρξη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας, εκτός των συμβάσεων-πλαισίων συμψηφισμού και του συμψηφισμού δανείων και καταθέσεων εντός ισολογισμού, οι εκτιμήσεις της LGD δεν βασίζονται αποκλειστικά στην εκτιμώμενη αγοραία αξία της χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας·

στ)

στον βαθμό που οι εκτιμήσεις της LGD λαμβάνουν υπόψη την ύπαρξη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας, εκτός των συμβάσεων-πλαισίων συμψηφισμού και του συμψηφισμού δανείων και καταθέσεων εντός ισολογισμού, τα ιδρύματα καθορίζουν εσωτερικές απαιτήσεις για τη διαχείριση, την ασφάλεια δικαίου και τη διαχείριση κινδύνου της εν λόγω χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας, και οι απαιτήσεις αυτές αντιστοιχούν εν γένει προς εκείνες του κεφαλαίου 4 τμήμα 3 ενότητα 1·

ζ)

στον βαθμό που ένα ίδρυμα αναγνωρίζει τη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία, εκτός των συμβάσεων-πλαισίων συμψηφισμού και του συμψηφισμού δανείων και καταθέσεων εντός ισολογισμού, κατά τον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος για τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου σύμφωνα με το κεφάλαιο 6 τμήμα 5 ή 6, δεν λαμβάνει υπόψη στις εκτιμήσεις της LGD κανένα ποσό που αναμένεται να εισπραχθεί από την εν λόγω χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία·»

·

ii)

τα στοιχεία θ) και ι) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«θ)

στον βαθμό που κεφαλαιοποιούνται στον λογαριασμό αποτελεσμάτων του ιδρύματος, οι τόκοι υπερημερίας, που έχουν επιβληθεί στον πιστούχο πριν από τον χρόνο αθέτησης, προστίθενται στη μέτρηση των ανοιγμάτων και των ζημιών του ιδρύματος·

ι)

για ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων, ιδρυμάτων, κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών και περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα, οι εκτιμήσεις της LGD βασίζονται σε δεδομένα τουλάχιστον πέντε ετών, αυξανόμενα κατά ένα έτος κάθε χρόνο μετά την εφαρμογή έως ότου επιτευχθεί ελάχιστο όριο επτά ετών, για τουλάχιστον μία πηγή δεδομένων, εάν η διαθέσιμη περίοδος παρατήρησης εκτείνεται σε μεγαλύτερη περίοδο για οποιαδήποτε πηγή και τα δεδομένα είναι συναφή, χρησιμοποιείται αυτή η μεγαλύτερη περίοδος,»

·

iii)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, τα ιδρύματα λαμβάνουν δεόντως υπόψη τις εισπράξεις που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια των σχετικών διαδικασιών είσπραξης από οποιουδήποτε τύπου χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία καθώς και από μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία που δεν εμπίπτει στον ορισμό του άρθρου 142 παράγραφος 1 σημείο 10).

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), οι περιπτώσεις υψηλού βαθμού εξάρτησης αντιμετωπίζονται συντηρητικά.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο ε), οι εκτιμήσεις της LGD λαμβάνουν υπόψη την επίπτωση ενδεχόμενης αδυναμίας του ιδρύματος να αποκτήσει ταχέως τον έλεγχο της εξασφάλισης και να την ρευστοποιήσει.»

·

β)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο πρώτο εδάφιο, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

να λαμβάνουν υπόψη τις μελλοντικές αναλήψεις είτε στους εσωτερικούς συντελεστές μετατροπής είτε στις εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD·»

·

ii)

μετά το πρώτο εδάφιο, παρεμβάλλεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο β), εάν τα ιδρύματα περιλαμβάνουν τις μελλοντικές πρόσθετες αναλήψεις στους εσωτερικούς συντελεστές μετατροπής, αυτές θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην LGD τόσο στον αριθμητή όσο και στον παρονομαστή. Εάν τα ιδρύματα δεν περιλαμβάνουν τις μελλοντικές πρόσθετες αναλήψεις στους εσωτερικούς συντελεστές μετατροπής, αυτές θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην LGD μόνο στον αριθμητή·»

·

iii)

το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τα ανοίγματα λιανικής τραπεζικής, οι εκτιμήσεις της LGD βασίζονται σε δεδομένα που καλύπτουν ελάχιστη περίοδο πέντε ετών. Με την επιφύλαξη της άδειας των αρμόδιων αρχών, τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν, όταν εφαρμόζουν την ΠΕΔ, συναφή δεδομένα που καλύπτουν περίοδο δύο ετών. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά ένα έτος ετησίως, μέχρις ότου τα σχετικά δεδομένα καλύψουν περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών.»

·

γ)

προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«4.   Η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, για την αποσαφήνιση της αντιμετώπισης οποιουδήποτε τύπου χρηματοδοτούμενης και μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου και για τους σκοπούς της εφαρμογής των παραμέτρων LGD.

5.   Για τον υπολογισμό της ζημίας, η ΕΑΤ εκδίδει, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, επικαιροποιημένες κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 σχετικά με τα ακόλουθα:

α)

όσον αφορά περιπτώσεις που επανέρχονται σε κατάσταση μη αθέτησης, τον προσδιορισμό του τρόπου με τον οποίο θα πρέπει να αντιμετωπίζονται οι τεχνητές ταμειακές ροές και του αν ενδείκνυται περισσότερο να προεξοφλούν τα ιδρύματα τις τεχνητές ταμειακές ροές κατά τη διάρκεια της πραγματικής περιόδου αθέτησης·

β)

την εκτίμηση του αν η βαθμονόμηση και η εφαρμογή του συντελεστή προεξόφλησης είναι κατάλληλες για τον υπολογισμό της οικονομικής ζημίας σε όλα τα ανοίγματα.».

106)

Το άρθρο 182 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

οι ΠΕΔ-CCF των ιδρυμάτων λαμβάνουν υπόψη τη δυνατότητα πρόσθετων αναλήψεων από τον πιστούχο μέχρι την ημερομηνία ενεργοποίησης της αθέτησης και μετά το πέρας αυτής·»

·

ii)

προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

«ζ)

οι ΠΕΔ-CCF των ιδρυμάτων διενεργούνται με προσέγγιση σταθερού ορίζοντα 12 μηνών·

η)

οι ΠΕΔ-CCF των ιδρυμάτων βασίζονται σε δεδομένα αναφοράς που αντικατοπτρίζουν τα χαρακτηριστικά του πιστούχου, της διευκόλυνσης και της πρακτικής τραπεζικής διαχείρισης των ανοιγμάτων στα οποία εφαρμόζονται οι εκτιμήσεις.»

·

iii)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), όταν τα ιδρύματα καταγράφουν αρνητικό πραγματικό συντελεστή μετατροπής στις παρατηρήσεις τους σχετικά με την αθέτηση, ο πραγματικός συντελεστής μετατροπής για τις εν λόγω παρατηρήσεις ισούται με μηδέν για τον σκοπό της ποσοτικοποίησης των ΠΕΔ-CCF. Τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες του αρνητικού πραγματικού συντελεστή μετατροπής στη διαδικασία ανάπτυξης υποδείγματος για τον σκοπό της διαφοροποίησης των κινδύνων.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), οι ΠΕΔ-CCF ενσωματώνουν μεγαλύτερο περιθώριο συντηρητικότητας εάν μπορεί εύλογα να αναμένεται ισχυρότερη θετική συσχέτιση μεταξύ της συχνότητας των αθετήσεων και της τιμής του συντελεστή μετατροπής.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο ζ), κάθε αθέτηση συνδέεται με τα χαρακτηριστικά του σχετικού πιστούχου και της σχετικής διευκόλυνσης την καθορισμένη ημερομηνία αναφοράς που ορίζεται ως 12 μήνες πριν από την ημερομηνία αθέτησης.»

·

β)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«1α.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο η), οι ΠΕΔ-CCF που εφαρμόζονται σε συγκεκριμένα ανοίγματα δεν βασίζονται σε δεδομένα που συγχέουν τις επιπτώσεις ανομοιογενών χαρακτηριστικών ή σε δεδομένα από ανοίγματα που παρουσιάζουν ουσιωδώς διαφορετικά χαρακτηριστικά κινδύνου. Οι ΠΕΔ-CCF βασίζονται σε καταλλήλως ομοιογενή τμήματα. Για τον σκοπό αυτό, οι ακόλουθες πρακτικές επιτρέπονται μόνο κατόπιν ενδελεχούς ελέγχου και αιτιολόγησης από ίδρυμα:

α)

η εφαρμογή υποκείμενων στοιχείων για ΜΜΕ/μεσαίες επιχειρήσεις σε μεγάλες επιχειρήσεις-πιστούχους·

β)

η εφαρμογή δεδομένων για πιστοδοτήσεις με μικρή διαθεσιμότητα αχρησιμοποίητου ορίου σε διευκολύνσεις με μεγάλη διαθεσιμότητα αχρησιμοποίητου ορίου·

γ)

η εφαρμογή δεδομένων για πιστούχους που σημειώνουν καθυστερήσεις ή στους οποίους έχουν απαγορευθεί οι περαιτέρω αναλήψεις κατά την ημερομηνία αναφοράς σε πιστούχους χωρίς γνωστές καθυστερήσεις ή σχετικούς περιορισμούς·

δ)

δεδομένα που έχουν επηρεαστεί από μεταβολές στο μείγμα δανεισμού των πιστούχων με άλλα πιστωτικά προϊόντα κατά τη διάρκεια της περιόδου παρατήρησης, εκτός εάν τα εν λόγω δεδομένα έχουν προσαρμοστεί αποτελεσματικά εξαλείφοντας τις επιδράσεις των μεταβολών στο μείγμα προϊόντων.

1β.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1α στοιχείο δ), τα ιδρύματα αποδεικνύουν στις αρμόδιες αρχές ότι κατανοούν λεπτομερώς τον αντίκτυπο τον οποίο έχουν οι μεταβολές στο μείγμα προϊόντων των πελατών στα σύνολα δεδομένων αναφοράς των ανοιγμάτων και στις σχετικές ΠΕΔ-CCF και ότι ο αντίκτυπος είναι επουσιώδης ή έχει μετριαστεί αποτελεσματικά στο πλαίσιο της διαδικασίας εκτίμησής τους. Στο πλαίσιο αυτό, δεν θεωρούνται κατάλληλα τα εξής:

α)

ο καθορισμός κατώτατων ή ανώτατων ορίων στις ΠΕΔCCF ή στις παρατηρήσεις αξιών ανοιγμάτων, με εξαίρεση τον πραγματικό συντελεστή μετατροπής που ισούται με μηδέν, σύμφωνα με την παράγραφο 1 δεύτερο εδάφιο·

β)

η χρήση εκτιμήσεων σε επίπεδο πιστούχου που δεν καλύπτουν πλήρως τις σχετικές επιλογές μετατροπής προϊόντος ή που συνδυάζουν εσφαλμένως προϊόντα με πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά·

γ)

η προσαρμογή μόνο των σημαντικών παρατηρήσεων που επηρεάζονται από μετατροπή του προϊόντος·

δ)

η εξαίρεση των παρατηρήσεων που επηρεάζονται από μετατροπή του προφίλ προϊόντος.

1γ.   Τα ιδρύματα διασφαλίζουν ότι οι ΠΕΔ-CCF προφυλάσσονται αποτελεσματικά από τις δυνητικές επιπτώσεις της περιοχής αστάθειας που προκαλείται όταν διευκόλυνση πλησιάζει στο να αναληφθεί πλήρως κατά την ημερομηνία αναφοράς.

1δ.   Τα στοιχεία αναφοράς δεν έχουν ανώτατα όρια στο ανεξόφλητο υπόλοιπο κεφαλαίου διευκόλυνσης ή στο διαθέσιμο όριο διευκόλυνσης. Οι δεδουλευμένοι τόκοι, άλλες οφειλόμενες πληρωμές και αναλήψεις καθ’ υπέρβαση των ορίων διευκόλυνσης περιλαμβάνονται στα στοιχεία αναφοράς.»

·

γ)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Για τα ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων, ιδρυμάτων, κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, καθώς και περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και φορέων του δημόσιου τομέα, οι εκτιμήσεις των συντελεστών μετατροπής βασίζονται σε δεδομένα τουλάχιστον πέντε ετών, τα οποία αυξάνονται κατά ένα έτος κάθε έτος μετά την εφαρμογή, έως ότου επιτευχθεί ελάχιστο όριο επτά ετών, για τουλάχιστον μία πηγή δεδομένων. Εάν η διαθέσιμη περίοδος παρατήρησης εκτείνεται σε μεγαλύτερη περίοδο για οποιαδήποτε πηγή και τα δεδομένα είναι σχετικά, χρησιμοποιείται η μεγαλύτερη αυτή περίοδος.»

·

δ)

στην παράγραφο 3, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τα ανοίγματα λιανικής, οι εκτιμήσεις των συντελεστών μετατροπής βασίζονται σε δεδομένα τουλάχιστον πέντε ετών. Με την επιφύλαξη της άδειας των αρμόδιων αρχών, τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν, όταν εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB, σχετικά δεδομένα που καλύπτουν περίοδο δύο ετών. Η περίοδος που πρέπει να καλύπτεται αυξάνεται κατά ένα έτος κάθε χρόνο έως ότου τα σχετικά δεδομένα καλύψουν τουλάχιστον πέντε έτη.»

·

ε)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5.   Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, προκειμένου να διευκρινίσει τη μεθοδολογία που πρέπει να εφαρμόζουν τα εν λόγω ιδρύματα για τη διενέργεια των ΠΕΔ-CCF.».

107)

Το άρθρο 183 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Απαιτήσεις για την αξιολόγηση της επίπτωσης της μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας για ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, ανοίγματα έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών και οντοτήτων του δημόσιου τομέα, και ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων για τα οποία χρησιμοποιούνται εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD και για ανοίγματα λιανικής τραπεζικής»

·

β)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

η εγγύηση υποβάλλεται σε έγγραφο τύπο, δεν μπορεί να ακυρωθεί ούτε να μεταβληθεί από τον εγγυητή, ισχύει έως την πλήρη εκπλήρωση της οφειλής, μέχρι του ποσού και για τη διάρκεια ισχύος της εγγύησης, και είναι εκτελεστή έναντι του εγγυητή σε κάθε χώρα στην οποία αυτός έχει στοιχεία ενεργητικού που μπορούν να κατασχεθούν με δικαστική απόφαση,»

·

ii)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«δ)

η εγγύηση είναι άνευ όρων.»

·

iii)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο δ), ως “άνευ όρων εγγύηση” νοείται εγγύηση στο πλαίσιο της οποίας η σύμβαση πιστωτικής προστασίας δεν περιλαμβάνει ρήτρα της οποίας η εκπλήρωση εκφεύγει του άμεσου ελέγχου του δανειοδοτικού ιδρύματος και η οποία θα μπορούσε να απαλλάξει τον εγγυητή από την υποχρέωση να πραγματοποιήσει σε εύθετο χρόνο τις πληρωμές σε περίπτωση αθέτησης του πιστούχου η οποία ενεργοποιεί την εγγύηση ή μη πληρωμής από τον αρχικό πιστούχο. Ρήτρα στη σύμβαση πιστωτικής προστασίας η οποία προβλέπει ότι η πλημμελής δέουσα επιμέλεια ή η απάτη από το δανειοδοτικό ίδρυμα ακυρώνει ή μειώνει την έκταση της εγγύησης που προσφέρει ο εγγυητής, δεν αποκλείει τον χαρακτηρισμό της εν λόγω εγγύησης ως άνευ όρων.

Εγγυήσεις στις οποίες η καταβολή από τον εγγυητή υπόκειται σε ένσταση κατά του δανειοδοτικού ιδρύματος προκειμένου να στραφεί πρώτα κατά του πιστούχου και οι οποίες καλύπτουν μόνο ζημίες που απομένουν μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας διευθέτησης από το ίδρυμα, θεωρούνται άνευ όρων.»

·

γ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Τα ιδρύματα μπορούν να αναγνωρίζουν τη μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία χρησιμοποιώντας είτε την προσέγγιση μοντελοποίησης προσαρμογής PD/LGD, σύμφωνα με το παρόν άρθρο και με την επιφύλαξη της απαίτησης της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, είτε την προσέγγιση υποκατάστασης των παραμέτρων κινδύνου βάσει της Α-ΠΕΔ, σύμφωνα με το άρθρο 236α και με την επιφύλαξη των απαιτήσεων επιλεξιμότητας του κεφαλαίου 4. Τα ιδρύματα διαθέτουν σαφείς πολιτικές για την αξιολόγηση των επιπτώσεων της μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας στις παραμέτρους κινδύνου. Οι πολιτικές των ιδρυμάτων συνάδουν με τις εσωτερικές τους πρακτικές διαχείρισης κινδύνων και αντικατοπτρίζουν τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου. Οι εν λόγω πολιτικές προσδιορίζουν σαφώς ποιες από τις συγκεκριμένες μεθόδους που περιγράφονται στην παρούσα παράγραφο χρησιμοποιούνται για κάθε σύστημα διαβάθμισης, και τα ιδρύματα εφαρμόζουν τις εν λόγω πολιτικές με διαχρονική συνέπεια.»

·

δ)

στην παράγραφο 3, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Τα πιστωτικά παράγωγα πρώτης αθέτησης μπορούν να αναγνωρίζονται ως αποδεκτή μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία. Ωστόσο, τα πιστωτικά παράγωγα δεύτερης αθέτησης και όλα τα άλλα πιστωτικά παράγωγα νιοστής αθέτησης δεν αναγνωρίζονται ως αποδεκτή μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία.»

·

ε)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Εάν τα ιδρύματα αναγνωρίζουν τη μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία με την προσέγγιση μοντελοποίησης προσαρμογής PD/LGD, στο καλυμμένο τμήμα του υποκείμενου ανοίγματος δεν αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου χαμηλότερος από τον κατώτατο συντελεστή στάθμισης κινδύνου του παρόχου προστασίας. Για τον σκοπό αυτό, ο κατώτατος συντελεστής στάθμισης κινδύνου του παρόχου προστασίας υπολογίζεται με τη χρήση της ίδιας PD, LGD και συνάρτησης στάθμισης κινδύνου με εκείνες που εφαρμόζονται για συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 236α.»

·

στ)

η παράγραφος 6 απαλείφεται.

108)

Στο τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 3 τμήμα 6, η ενότητα 4 απαλείφεται.

109)

Στο άρθρο 192, προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«5)

ως “προσέγγιση υποκατάστασης των παραμέτρων κινδύνου βάσει της A-ΠΕΔ” νοείται η υποκατάσταση, σύμφωνα με το άρθρο 236α, αμφότερων των παραμέτρων κινδύνου PD και LGD του υποκείμενου ανοίγματος με τις αντίστοιχες PD και LGD που θα εφαρμόζονταν βάσει της ΠΕΔ με τη χρήση εσωτερικών εκτιμήσεων της LGD σε συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας.».

110)

Στο άρθρο 193, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«7.   Οι εξασφαλίσεις που πληρούν όλες τις απαιτήσεις επιλεξιμότητας που ορίζονται στο παρόν κεφάλαιο μπορούν να αναγνωριστούν ακόμη και για ανοίγματα που συνδέονται με μη αναληφθείσες διευκολύνσεις, όταν η ανάληψη στο πλαίσιο της διευκόλυνσης εξαρτάται από την προηγούμενη ή ταυτόχρονη αγορά ή λήψη εξασφαλίσεων στον βαθμό που το ίδρυμα έχει συμφέρον στην εξασφάλιση μετά την ανάληψη της διευκόλυνσης, ώστε το ίδρυμα να μην έχει κανένα συμφέρον στην εξασφάλιση εφόσον η διευκόλυνση δεν έχει αναληφθεί.».

111)

Στο άρθρο 194, η παράγραφος 10 απαλείφεται.

112)

Το άρθρο 197 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

τα στοιχεία β) ως ε) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

χρεωστικοί τίτλοι που εκδίδονται από κεντρικές κυβερνήσεις ή κεντρικές τράπεζες και έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ ή οργανισμό εξαγωγικών πιστώσεων όταν:

i)

ο ΕΟΠΑ ή ο οργανισμός εξαγωγικών πιστώσεων έχει οριστεί από το ίδρυμα για τους σκοπούς του κεφαλαίου 2· και

ii)

η πιστοληπτική αξιολόγηση έχει αντιστοιχιστεί από την ΕΑΤ με τη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1, 2, 3 ή 4 σύμφωνα με τους κανόνες του κεφαλαίου 2 για τη στάθμιση κινδύνου των ανοιγμάτων έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών·

γ)

χρεωστικοί τίτλοι που εκδίδονται από ιδρύματα και έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ όταν:

i)

ο ΕΟΠΑ έχει αναγνωριστεί ως αποδεκτός για τους σκοπούς του κεφαλαίου 2· και

ii)

η πιστοληπτική αξιολόγηση έχει αντιστοιχιστεί από την ΕΑΤ με τη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1, 2 ή 3 σύμφωνα με τους κανόνες στάθμισης κινδύνου των ανοιγμάτων έναντι ιδρυμάτων του κεφαλαίου 2·

δ)

χρεωστικοί τίτλοι που εκδίδονται από άλλες οντότητες και έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ όταν:

i)

ο ΕΟΠΑ έχει οριστεί από το ίδρυμα για τους σκοπούς του κεφαλαίου 2· και

ii)

η πιστοληπτική αξιολόγηση έχει αντιστοιχιστεί από την ΕΑΤ με τη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1, 2 ή 3 σύμφωνα με τους κανόνες στάθμισης κινδύνου των ανοιγμάτων έναντι επιχειρήσεων του κεφαλαίου 2·

ε)

οι χρεωστικοί τίτλοι έχουν βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ υπό τους εξής όρους:

i)

ο ΕΟΠΑ έχει οριστεί από το ίδρυμα για τους σκοπούς του κεφαλαίου 2· και

ii)

η πιστοληπτική αξιολόγηση έχει αντιστοιχιστεί από την ΕΑΤ με τη βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1, 2 ή 3 σύμφωνα με τους κανόνες στάθμισης κινδύνου βραχυπρόθεσμων ανοιγμάτων του κεφαλαίου 2·»

·

ii)

το στοιχείο ζ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ζ)

αποθέματα χρυσού·»

·

β)

στην παράγραφο 6, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τους σκοπούς της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, εάν ένας ΟΣΕ (“αρχικός ΟΣΕ”) ή οποιοσδήποτε από τους υποκείμενους ΟΣΕ του δεν επενδύει αποκλειστικά σε μέσα που είναι αποδεκτά δυνάμει των παραγράφων 1 και 4 του παρόντος άρθρου, ισχύουν τα εξής:

α)

όταν τα ιδρύματα ακολουθούν την προσέγγιση εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 132α παράγραφος 1 ή στο άρθρο 152 παράγραφος 2 για άμεσα ανοίγματα έναντι ΟΣΕ, μπορούν να χρησιμοποιούν μερίδια ή μετοχές στον εν λόγω ΟΣΕ ως εξασφάλιση, μέχρι ποσού που ισούται με την αξία των μέσων που κατέχει ο συγκεκριμένος ΟΣΕ και είναι αποδεκτά δυνάμει των παραγράφων 1 και 4 του παρόντος άρθρου·

β)

όταν τα ιδρύματα εφαρμόζουν την προσέγγιση βάσει εντολής που αναφέρεται στο άρθρο 132α παράγραφος 2 ή στο άρθρο 152 παράγραφος 5 για άμεσα ανοίγματα έναντι ΟΣΕ, μπορούν να χρησιμοποιούν μερίδια ή μετοχές στον εν λόγω ΟΣΕ ως εξασφάλιση, μέχρι ποσού που ισούται με την αξία των μέσων που κατέχει ο συγκεκριμένος ΟΣΕ και είναι αποδεκτά δυνάμει των παραγράφων 1 και 4 του παρόντος άρθρου βάσει της παραδοχής ότι ο συγκεκριμένος ΟΣΕ ή οποιοσδήποτε από τους υποκείμενους ΟΣΕ του έχουν επενδύσει σε μη αποδεκτά μέσα στον μέγιστο βαθμό που επιτρέπεται από την αντίστοιχη εντολή τους.».

113)

Στο άρθρο 198, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Όταν ο ΟΣΕ ή οποιοσδήποτε υποκείμενος ΟΣΕ δεν επενδύει αποκλειστικά σε μέσα που αναγνωρίζονται ως αποδεκτά σύμφωνα με το άρθρο 197 παράγραφοι 1 και 4, και στα μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, ισχύουν τα ακόλουθα:

α)

όταν τα ιδρύματα ακολουθούν την προσέγγιση εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 132α παράγραφος 1 ή στο άρθρο 152 παράγραφος 2 για άμεσα ανοίγματα έναντι ΟΣΕ, μπορούν να χρησιμοποιούν μερίδια ή μετοχές στον εν λόγω ΟΣΕ ως εξασφάλιση μέχρι ποσού που ισούται με την αξία των μέσων που κατέχει ο συγκεκριμένος ΟΣΕ και είναι αποδεκτά δυνάμει του άρθρου 197 παράγραφοι 1 και 4 και των μέσων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου·

β)

όταν τα ιδρύματα ακολουθούν την προσέγγιση βάσει εντολής που αναφέρεται στο άρθρο 132α παράγραφος 2 ή στο άρθρο 152 παράγραφος 5 για άμεσα ανοίγματα έναντι ΟΣΕ, μπορούν να χρησιμοποιούν μερίδια ή μετοχές στον εν λόγω ΟΣΕ ως εξασφάλιση μέχρι ποσού που ισούται με την αξία των μέσων που κατέχει ο συγκεκριμένος ΟΣΕ και είναι αποδεκτά δυνάμει του άρθρου 197 παράγραφοι 1 και 4 και των μέσων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου βάσει της παραδοχής ότι ο ΟΣΕ ή οποιοσδήποτε από τους υποκείμενους ΟΣΕ του έχουν επενδύσει σε μη αποδεκτά μέσα στον μέγιστο βαθμό που επιτρέπεται από την αντίστοιχη εντολή τους.

Εάν τα μη αποδεκτά μέσα μπορούν να έχουν αρνητική αξία λόγω υποχρεώσεων ή ενδεχόμενων υποχρεώσεων που προκύπτουν από την ιδιοκτησία, τα ιδρύματα προβαίνουν στις εξής ενέργειες:

α)

υπολογίζουν τη συνολική αξία των μη αποδεκτών μέσων·

β)

εάν το ποσό που προκύπτει με βάση το στοιχείο α) είναι αρνητικό, αφαιρούν την απόλυτη τιμή του εν λόγω ποσού από τη συνολική αξία των αποδεκτών μέσων.».

114)

Το άρθρο 199 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Εάν δεν ορίζεται κάτι διαφορετικό δυνάμει του άρθρου 124 παράγραφος 9, τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν ως αποδεκτή εξασφάλιση ακίνητα κατοικίας τα οποία κατοικούνται ή εκμισθώνονται ή θα κατοικηθούν ή θα εκμισθωθούν από τον ιδιοκτήτη, ή από τον επικαρπωτή στην περίπτωση προσωπικών εταιρειών επενδύσεων, καθώς και εμπορικά ακίνητα, συμπεριλαμβανομένων γραφείων και άλλων εμπορικών χώρων, εάν πληρούνται και οι δύο ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η αξία του ακινήτου δεν εξαρτάται ουσιωδώς από την πιστωτική ποιότητα του πιστούχου·

β)

ο κίνδυνος του δανειολήπτη δεν εξαρτάται ουσιωδώς από την απόδοση του υποκείμενου ακινήτου ή έργου, αλλά από την υποκείμενη ικανότητα του δανειολήπτη να εξοφλήσει την οφειλή με έσοδα από άλλες πηγές, και, κατά συνέπεια, η εξόφληση της διευκόλυνσης δεν εξαρτάται ουσιωδώς από ενδεχόμενες ταμειακές ροές που παράγονται από το υποκείμενο ακίνητο που χρησιμοποιείται ως εξασφάλιση.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), τα ιδρύματα μπορούν να εξαιρούν καταστάσεις στις οποίες καθαρά μακροοικονομικοί παράγοντες επηρεάζουν τόσο την αξία του ακινήτου όσο και την οικονομική κατάσταση του δανειολήπτη.»

·

β)

στην παράγραφο 3 τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

το πηλίκο του συνολικού ποσού που υποβλήθηκε από τα ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 1 στοιχείο α) διαιρούμενου διά του συνολικού ποσού που υποβλήθηκε από τα ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 1 στοιχείο γ) δεν υπερβαίνει το 0,3 %·

β)

το πηλίκο του συνολικού ποσού που υποβλήθηκε από τα ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 1 στοιχείο β) διαιρούμενου διά του συνολικού ποσού που υποβλήθηκε από τα ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 1 στοιχείο γ) δεν υπερβαίνει το 0,5 %.»

·

γ)

στην παράγραφο 4 τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

το πηλίκο του συνολικού ποσού που υποβλήθηκε από τα ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 1 στοιχείο δ) διαιρούμενου διά του συνολικού ποσού που υποβλήθηκε από τα ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 1 στοιχείο στ) δεν υπερβαίνει το 0,3 %·

β)

το πηλίκο του συνολικού ποσού που υποβλήθηκε από τα ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 1 στοιχείο ε) διαιρούμενου διά του συνολικού ποσού που υποβλήθηκε από τα ιδρύματα σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 1 στοιχείο στ) δεν υπερβαίνει το 0,5 %.»

·

δ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4α.   Τα ιδρύματα μπορούν επίσης να εφαρμόζουν τις παρεκκλίσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4 του παρόντος άρθρου στις περιπτώσεις που η αρμόδια αρχή τρίτης χώρας, η οποία εφαρμόζει εποπτικές και κανονιστικές ρυθμίσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με εκείνες που εφαρμόζονται στην Ένωση, όπως καθορίστηκε σε απόφαση της Επιτροπής που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 4, δημοσιεύει αντίστοιχα ποσοστά ζημίας για ανοίγματα που εξασφαλίζονται με ακίνητα κατοικίας ή εμπορικά ακίνητα που βρίσκονται στο έδαφος της εν λόγω τρίτης χώρας.»

·

ε)

στην παράγραφο 5, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Όταν ένα δημόσιο αναπτυξιακό πιστωτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 429α παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού, χορηγεί προνομιακό δάνειο, όπως ορίζεται στο άρθρο 429α παράγραφος 3 του παρόντος κανονισμού, σε άλλο ίδρυμα, ή σε χρηματοδοτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια άσκησης των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο σημείο 2 ή 3 του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ και το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 119 παράγραφος 5 του παρόντος κανονισμού, και όταν το εν λόγω άλλο ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα μεταβιβάζει άμεσα ή έμμεσα το προνομιακό δάνειο σε τελικό πιστούχο και εκχωρεί την απαίτηση από το προνομιακό δάνειο ως εξασφάλιση προς το δημόσιο αναπτυξιακό πιστωτικό ίδρυμα, το δημόσιο αναπτυξιακό πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιήσει την εκχωρηθείσα απαίτηση ως αποδεκτή εξασφάλιση, ανεξάρτητα από την αρχική ληκτότητα της εκχωρηθείσας απαίτησης.»

·

στ)

στην παράγραφο 6, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

το ίδρυμα αποδεικνύει ότι τουλάχιστον στο 90 % όλων των ρευστοποιήσεων για ένα δεδομένο είδος εξασφάλισης το προϊόν της ρευστοποίησης της εξασφάλισης δεν είναι χαμηλότερο από το 70 % της αξίας της εξασφάλισης· εάν υπάρχει σημαντική μεταβλητότητα στις αγοραίες τιμές, το ίδρυμα αποδεικνύει στην αρμόδια αρχή ότι η αποτίμηση της εξασφάλισης που πραγματοποιεί είναι επαρκώς συντηρητική.».

115)

Το άρθρο 201 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

διεθνείς οργανισμούς στους οποίους εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 0 % σύμφωνα με το άρθρο 118·»

·

ii)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«στα)

ρυθμιζόμενες οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα·»

·

iii)

το στοιχείο ζ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ζ)

όταν η πιστωτική προστασία δεν παρέχεται σε άνοιγμα τιτλοποίησης, άλλες επιχειρήσεις που έχουν πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ, συμπεριλαμβανομένων μητρικών επιχειρήσεων, θυγατρικών ή συνδεδεμένων οντοτήτων του πιστούχου, εφόσον ένα άμεσο άνοιγμα έναντι των εν λόγω μητρικών επιχειρήσεων, θυγατρικών ή συνδεδεμένων οντοτήτων έχει χαμηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου από το άνοιγμα έναντι του πιστούχου·»

·

iv)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο στα) του παρόντος άρθρου, ως “ρυθμιζόμενη οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα” νοείται οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα που πληροί την προϋπόθεση του άρθρου 142 παράγραφος 1 σημείο 4 στοιχείο β).»

·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Εκτός από τους παρόχους προστασίας που παρατίθενται στην παράγραφο 1, οι επιχειρήσεις που αποτελούν αντικείμενο εσωτερικής διαβάθμισης από το ίδρυμα σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 τμήμα 6 είναι αποδεκτοί πάροχοι μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας όταν το ίδρυμα χρησιμοποιεί την ΠΕΔ για ανοίγματα έναντι των εν λόγω επιχειρήσεων.».

116)

Το άρθρο 202 απαλείφεται.

117)

Στο άρθρο 204, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Τα πιστωτικά παράγωγα πρώτης αθέτησης και όλα τα άλλα πιστωτικά παράγωγα νιοστής αθέτησης δεν είναι αποδεκτοί τύποι μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας βάσει του παρόντος κεφαλαίου.».

118)

Στο άρθρο 207 παράγραφος 4, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

υπολογίζουν την αγοραία αξία των εξασφαλίσεων και την αναπροσαρμόζουν τουλάχιστον κάθε έξι μήνες και κάθε φορά που έχουν λόγους να πιστεύουν ότι η αγοραία αξία των εξασφαλίσεων έχει μειωθεί σημαντικά, ζητήματα που σχετίζονται με παράγοντες ΠΚΔ επιβάλλουν τη διενέργεια εκτίμησης προκειμένου να διαπιστωθεί αν σημειώθηκε σημαντική μείωση της αγοραίας αξίας των εξασφαλίσεων·».

119)

Το άρθρο 208 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

εάν διατίθενται στα ιδρύματα πληροφορίες ότι η αξία του ακινήτου ενδέχεται να έχει μειωθεί σημαντικά σε σχέση με τις γενικές τιμές της αγοράς για αντίστοιχα ακίνητα, η αποτίμηση επανεξετάζεται από εκτιμητή που διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα, καθώς και την απαραίτητη ικανότητα και εμπειρία για τη διενέργεια της αποτίμησης, και δεν συνδέεται με τη διαδικασία λήψης πιστοδοτικών αποφάσεων· ζητήματα σχετικά με παράγοντες ΠΚΔ, συμπεριλαμβανομένων όσων συνδέονται με περιορισμούς που επιβάλλονται από τους σχετικούς κανονιστικούς στόχους και τις σχετικές νομικές πράξεις της Ένωσης και των κρατών μελών, καθώς επίσης, για ιδρύματα που δραστηριοποιούνται σε διεθνές επίπεδο, τους νομικούς και κανονιστικούς στόχους τρίτων χωρών, θεωρούνται ένδειξη ότι η αξία του ακινήτου μπορεί να έχει μειωθεί ουσιαστικά σε σχέση με τις γενικές τιμές της αγοράς· για δάνεια που υπερβαίνουν τα 3 εκατομμύρια EUR ή το 5 % των ιδίων κεφαλαίων ιδρύματος, η αποτίμηση του ακινήτου επανεξετάζεται από τέτοιον εκτιμητή τουλάχιστον ανά τρία έτη.»

·

ii)

το δεύτερο εδάφιο απαλείφεται·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3α.   Τα ιδρύματα μπορούν να παρακολουθούν την αξία του ακινήτου και να εντοπίζουν ακίνητα που χρήζουν αναπροσαρμογής αξίας, σύμφωνα με την παράγραφο 3, με τη χρήση προηγμένων στατιστικών ή άλλων μαθηματικών μεθόδων (“υποδειγμάτων”), υπό την προϋπόθεση ότι οι μέθοδοι αυτές αναπτύσσονται ανεξάρτητα από τη διαδικασία λήψης πιστοδοτικών αποφάσεων και εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

τα ιδρύματα καθορίζουν, στις πολιτικές και τις διαδικασίες τους, τα κριτήρια για τη χρήση υποδειγμάτων για την παρακολούθηση των αξιών των εξασφαλίσεων και τον εντοπισμό των ακινήτων που χρήζουν αναπροσαρμογής αξίας· οι εν λόγω πολιτικές και διαδικασίες λαμβάνουν υπόψη το αποδεδειγμένο ιστορικό των εν λόγω υποδειγμάτων, τις μεταβλητές που λαμβάνονται υπόψη ειδικά για κάθε ακίνητο, τη χρήση ελάχιστων διαθέσιμων και ακριβών πληροφοριών και την αβεβαιότητα των υποδειγμάτων·

β)

τα ιδρύματα διασφαλίζουν ότι τα υποδείγματα που χρησιμοποιούνται:

i)

αφορούν συγκεκριμένα ακίνητα και τοποθεσίες σε επαρκές επίπεδο λεπτομέρειας·

ii)

είναι έγκυρα και ακριβή και υπόκεινται σε αυστηρούς και τακτικούς δοκιμαστικούς εκ των υστέρων ελέγχους με βάση τις τρέχουσες παρατηρούμενες τιμές συναλλαγών·

iii)

βασίζονται σε επαρκώς μεγάλο και αντιπροσωπευτικό δείγμα, με βάση τις παρατηρούμενες τιμές συναλλαγών·

iv)

βασίζονται σε επικαιροποιημένα στοιχεία υψηλής ποιότητας·

γ)

τα ιδρύματα φέρουν την τελική ευθύνη για την καταλληλότητα και τις επιδόσεις των υποδειγμάτων·

δ)

τα ιδρύματα διασφαλίζουν ότι η τεκμηρίωση των υποδειγμάτων είναι επικαιροποιημένη·

ε)

τα ιδρύματα διαθέτουν επαρκείς διαδικασίες, συστήματα και ικανότητες ΤΠ και διαθέτουν επαρκή και ακριβή δεδομένα για οποιαδήποτε βασιζόμενη σε υπόδειγμα παρακολούθηση της αξίας των εξασφαλίσεων του ακινήτου και για τον εντοπισμό ακινήτων που χρήζουν αναπροσαρμογής αξίας·

στ)

οι εκτιμήσεις των υποδειγμάτων υπόκεινται σε ανεξάρτητη επικύρωση και η διαδικασία επικύρωσης συνάδει εν γένει με τις αρχές που ορίζονται στο άρθρο 185, κατά περίπτωση.»

·

γ)

η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«5.   Το ακίνητο που λαμβάνεται ως πιστωτική προστασία καλύπτεται επαρκώς από ασφάλιση έναντι κινδύνου ζημιών και τα ιδρύματα διαθέτουν διαδικασίες για την παρακολούθηση της επάρκειας της ασφάλισης.

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 5 στοιχείο α) σημείο ii), και με την επιφύλαξη της παρέκκλισης που προβλέπεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, για ανοίγματα εξασφαλισμένα με ακίνητα που χορηγήθηκαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 2025, τα ιδρύματα που ακολουθούν την ΠΕΔ που αναφέρεται στο κεφάλαιο 3 του παρόντος τίτλου χρησιμοποιώντας εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD δεν υποχρεούνται να εφαρμόζουν τις διατάξεις που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.».

120)

Το άρθρο 210 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο ζ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ζ)

κατά την αποτίμηση και την αναπροσαρμογή αξίας, τα ιδρύματα λαμβάνουν πλήρως υπόψη κάθε υποβάθμιση ή απαξίωση της εξασφάλισης, δίδοντας ιδιαίτερη προσοχή στις επιπτώσεις που έχει η πάροδος του χρόνου στις εξασφαλίσεις των οποίων η αξία επηρεάζεται από τη μόδα ή από συγκεκριμένες ημερομηνίες· όσον αφορά τις εμπράγματες εξασφαλίσεις, η απαξίωση της εξασφάλισης περιλαμβάνει επίσης παραμέτρους σχετικές με την αποτίμηση παραγόντων ΠΚΔ οι οποίες σχετίζονται με απαγορεύσεις ή περιορισμούς που επιβάλλονται από τους σχετικούς κανονιστικούς στόχους και τις σχετικές νομικές πράξεις της Ένωσης και των κρατών μελών, καθώς και, κατά περίπτωση, για ιδρύματα που δραστηριοποιούνται σε διεθνές επίπεδο, τους νομικούς και κανονιστικούς στόχους τρίτων χωρών·»

·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«Όταν υπάρχουν γενικές εξασφαλιστικές συμβάσεις ή άλλες μορφές κυμαινόμενων επιβαρύνσεων που παρέχουν στο δανειοδοτικό ίδρυμα καταχωρισμένη απαίτηση επί των στοιχείων ενεργητικού μιας εταιρείας και όταν η απαίτηση αυτή περιλαμβάνει τόσο στοιχεία ενεργητικού που δεν είναι αποδεκτά ως εξασφάλιση βάσει της ΠΕΔ όσο και στοιχεία ενεργητικού που είναι αποδεκτά ως εξασφάλιση βάσει της ΠΕΔ, το ίδρυμα μπορεί να αναγνωρίσει τα τελευταία στοιχεία ενεργητικού ως αποδεκτή χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία. Στην περίπτωση αυτή, η εν λόγω αναγνώριση εξαρτάται από το αν αυτά τα στοιχεία ενεργητικού πληρούν τις απαιτήσεις επιλεξιμότητας εξασφαλίσεων δυνάμει της ΠΕΔ, όπως ορίζονται στο παρόν κεφάλαιο.».

121)

Στο άρθρο 213, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 214 παράγραφος 1, η πιστωτική προστασία που απορρέει από εγγύηση ή πιστωτικό παράγωγο αναγνωρίζεται ως αποδεκτή μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η πιστωτική προστασία είναι άμεση·

β)

η έκταση της πιστωτικής προστασίας είναι σαφώς και αμετάκλητα καθορισμένη·

γ)

η σύμβαση πιστωτικής προστασίας δεν περιέχει καμία ρήτρα της οποίας η τήρηση είναι εκτός του άμεσου ελέγχου του δανειοδοτικού ιδρύματος και η οποία:

i)

θα επέτρεπε στον πάροχο της προστασίας να καταγγείλει ή να μεταβάλει την πιστωτική προστασία μονομερώς·

ii)

θα αύξανε το πραγματικό κόστος της πιστωτικής προστασίας σε περίπτωση επιδείνωσης της πιστωτικής ποιότητας του καλυπτόμενου ανοίγματος·

iii)

θα μπορούσε να απαλλάξει τον πάροχο της προστασίας από την υποχρέωση να πραγματοποιήσει σε εύθετο χρόνο τις πληρωμές εάν ο αρχικός οφειλέτης δεν καταβάλει τις οφειλόμενες πληρωμές ή εάν η σύμβαση μίσθωσης έχει λήξει για τον σκοπό της αναγνώρισης της εγγυημένης υπολειμματικής αξίας δυνάμει του άρθρου 134 παράγραφος 7 και του άρθρου 166 παράγραφος 4·

iv)

θα επέτρεπε στον πάροχο της πιστωτικής προστασίας να μειώσει τη ληκτότητά της·

δ)

η σύμβαση πιστωτικής προστασίας είναι νομικώς αποτελεσματική και εκτελεστή σε όλες τις χώρες που έχουν δικαιοδοσία την στιγμή της σύναψης της σύμβασης δανείου.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), τυχόν ρήτρα στη σύμβαση πιστωτικής προστασίας η οποία προβλέπει ότι η πλημμελής δέουσα επιμέλεια ή η απάτη από το δανειοδοτικό ίδρυμα ακυρώνει ή μειώνει την έκταση της πιστωτικής προστασίας που προσφέρει ο εγγυητής δεν αποκλείει τον χαρακτηρισμό της εν λόγω πιστωτικής προστασίας ως αποδεκτής.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), ο πάροχος προστασίας μπορεί να καταβάλει εφάπαξ όλα τα ποσά που οφείλονται βάσει της απαίτησης ή μπορεί να αναλάβει τις μελλοντικές υποχρεώσεις πληρωμής του οφειλέτη που καλύπτονται από τη σύμβαση πιστωτικής προστασίας.».

122)

Το άρθρο 215 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

αμέσως μετά την αθέτηση ή τη μη πληρωμή από τον οφειλέτη που ενεργοποιεί την εγγύηση, το δανειοδοτικό ίδρυμα έχει το δικαίωμα να εναγάγει τον εγγυητή εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και να ζητήσει την καταβολή κάθε ποσού που οφείλεται βάσει της απαίτησης για την οποία παρέχεται η προστασία·»

·

ii)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Η καταβολή από τον εγγυητή δεν υπόκειται σε ένσταση κατά του δανειοδοτικού ιδρύματος προκειμένου να στραφεί πρώτα κατά του οφειλέτη.

Σε περίπτωση μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας που καλύπτει ενυπόθηκα δάνεια κατοικίας, οι απαιτήσεις του άρθρου 213 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο iii), και του στοιχείου α) της παρούσας παραγράφου, πρέπει να πληρούνται μόνο εντός 24 μηνών.»

·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Στην περίπτωση των εγγυήσεων που παρέχονται στο πλαίσιο αλληλεγγυητικών συστημάτων ή των εγγυήσεων που παρέχονται ή καλύπτονται από αντεγγύηση εκ μέρους των οντοτήτων που απαριθμούνται στο άρθρο 214 παράγραφος 2, θεωρείται ότι οι απαιτήσεις της παραγράφου 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου και του άρθρου 213 παράγραφος 1 στοιχείο γ) σημείο iii) ικανοποιούνται εάν πληρούται μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

σε περίπτωση αθέτησης ή μη πληρωμής από τον αρχικό οφειλέτη που ενεργοποιεί την εγγύηση, το δανειοδοτικό ίδρυμα έχει το δικαίωμα να λάβει σε εύθετο χρόνο από τον εγγυητή προσωρινή πληρωμή που πληροί αμφότερες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

η προσωρινή πληρωμή αντιπροσωπεύει αξιόπιστη εκτίμηση του ποσού της ζημίας που είναι πιθανό να υποστεί το δανειοδοτικό ίδρυμα, συμπεριλαμβανομένης της ζημίας από τη μη καταβολή τόκων και άλλων πληρωμών που υποχρεούται να πραγματοποιήσει ο δανειολήπτης·

ii)

η προσωρινή πληρωμή είναι αναλογική προς την κάλυψη που παρέχει η εγγύηση·

β)

το δανειοδοτικό ίδρυμα μπορεί να αποδείξει με ικανοποιητικά στοιχεία στην αρμόδια αρχή ότι τα αποτελέσματα της εγγύησης, που θα καλύπτουν επίσης τη ζημία από τη μη πληρωμή τόκων και άλλων πληρωμών που υποχρεούται να πραγματοποιήσει ο δανειολήπτης, δικαιολογούν τέτοια αντιμετώπιση. Η δικαιολόγηση αυτή είναι δεόντως τεκμηριωμένη και υπόκειται σε ειδικές εσωτερικές διαδικασίες έγκρισης και ελέγχου.».

123)

Στο άρθρο 216, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, για άνοιγμα έναντι επιχειρήσεων που καλύπτεται από πιστωτικό παράγωγο, το πιστωτικό γεγονός που αναφέρεται στο στοιχείο α) σημείο iii) της εν λόγω παραγράφου δεν προσδιορίζεται υποχρεωτικά στη σύμβαση παραγώγου, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

απαιτείται ομόφωνη ψήφος για την τροποποίηση της ληκτότητας, του κεφαλαίου, του τοκομεριδίου, του νομίσματος ή της εξοφλητικής προτεραιότητας του υποκείμενου ανοίγματος έναντι επιχειρήσεων·

β)

η δικαιοδοσία στην οποία υπάγεται το άνοιγμα έναντι επιχειρήσεων διαθέτει παγιωμένο πτωχευτικό κώδικα που επιτρέπει την αναδιοργάνωση και αναδιάρθρωση μιας εταιρείας και προβλέπει την ομαλή διευθέτηση των απαιτήσεων των πιστωτών.

Εάν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των στοιχείων α) και β) της παρούσας παραγράφου, η πιστωτική προστασία μπορεί ωστόσο να είναι αποδεκτή με την επιφύλαξη μείωσης της αξίας όπως ορίζεται στο άρθρο 233 παράγραφος 2.».

124)

Το άρθρο 217 απαλείφεται.

125)

Το άρθρο 219 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 219

Συμψηφισμός εντός ισολογισμού

Τα δάνεια και οι καταθέσεις που τηρούνται στο δανειοδοτικό ίδρυμα και υπόκεινται σε συμψηφισμό εντός ισολογισμού αντιμετωπίζονται από το ίδρυμα αυτό ως εξασφαλίσεις με χρηματικά διαθέσιμα για τον σκοπό του υπολογισμού των αποτελεσμάτων της χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας για τα εν λόγω δάνεια και τις καταθέσεις του δανειοδοτικού ιδρύματος που υπόκεινται σε συμψηφισμό εντός ισολογισμού.».

126)

Το άρθρο 220 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εφαρμογή της μεθόδου των εποπτικών συντελεστών προσαρμογής μεταβλητότητας για συμφωνίες συμψηφισμού»

·

β)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Κατά τον υπολογισμό της “πλήρως προσαρμοσμένης αξίας ανοίγματος” (E*) για τα ανοίγματα που υπάγονται σε αποδεκτή συμφωνία συμψηφισμού που καλύπτει συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων ή άλλες συναλλαγές με όρους κεφαλαιαγοράς, τα ιδρύματα υπολογίζουν τις εφαρμοζόμενες προσαρμογές μεταβλητότητας με τη μέθοδο των εποπτικών συντελεστών προσαρμογής μεταβλητότητας που παρουσιάζεται στα άρθρα 223 έως 227 για την αναλυτική μέθοδο χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων.»

·

γ)

στην παράγραφο 2, το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

εφαρμόζουν την τιμή της προσαρμογής μεταβλητότητας ή, κατά περίπτωση, την απόλυτη τιμή της προσαρμογής μεταβλητότητας που είναι κατάλληλη για συγκεκριμένη ομάδα τίτλων ή για συγκεκριμένο είδος βασικών εμπορευμάτων, στην απόλυτη τιμή της θετικής ή αρνητικής καθαρής θέσης στους τίτλους της εν λόγω ομάδας τίτλων ή στα βασικά εμπορεύματα αυτού του είδους βασικών εμπορευμάτων·»

·

δ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν το E * σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

Image 6

όπου:

i

= ο δείκτης που υποδηλώνει όλες τις χωριστές θέσεις σε τίτλους, βασικά εμπορεύματα ή μετρητά βάσει της σύμβασης, που είτε παρέχονται ως δάνειο, είτε πωλούνται με συμφωνία επαναγοράς, είτε παρέχονται από το ίδρυμα στον αντισυμβαλλόμενο ως εξασφάλιση·

j

= ο δείκτης που υποδηλώνει όλες τις χωριστές θέσεις σε τίτλους, βασικά εμπορεύματα ή μετρητά βάσει της σύμβασης, που είτε λαμβάνονται ως δάνειο, είτε αγοράζονται με συμφωνία επαναπώλησης, είτε τηρούνται από το ίδρυμα·

k

= ο δείκτης που υποδηλώνει όλα τα χωριστά νομίσματα στα οποία εκφράζονται οποιεσδήποτε θέσεις σε τίτλους, βασικά εμπορεύματα ή μετρητά βάσει της σύμβασης·

Ei

= η αξία ανοίγματος μιας συγκεκριμένης θέσης σε τίτλους, βασικά εμπορεύματα ή μετρητά i, που είτε παρέχεται ως δάνειο, είτε πωλείται με συμφωνία επαναγοράς, είτε παρέχεται στον αντισυμβαλλόμενο δυνάμει της συμφωνίας που θα εφαρμοζόταν ελλείψει πιστωτικής προστασίας, εφόσον τα ιδρύματα υπολογίζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων σύμφωνα με το κεφάλαιο 2 ή το κεφάλαιο 3, κατά περίπτωση·

Cj

= η αξία μιας συγκεκριμένης θέσης σε τίτλους, βασικά εμπορεύματα ή μετρητά j που είτε λαμβάνεται ως δάνειο, είτε αγοράζεται με συμφωνία επαναπώλησης, είτε τηρείται από το ίδρυμα βάσει της σύμβασης·

Image 7

= η καθαρή θέση (θετική ή αρνητική) σε δεδομένο νόμισμα k εκτός του νομίσματος διακανονισμού της σύμβασης όπως αυτή υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο β)·

Image 8

= η προσαρμογή μεταβλητότητας λόγω κινδύνου συναλλάγματος για το νόμισμα k·

Enet

= το καθαρό άνοιγμα της σύμβασης, υπολογιζόμενο ως εξής:

Image 9

όπου:

l

= ο δείκτης που υποδηλώνει όλες τις διακριτές ομάδες των ίδιων τίτλων και όλα τα διακριτά είδη των ίδιων βασικών εμπορευμάτων βάσει της σύμβασης·

Image 10

= η καθαρή θέση (θετική ή αρνητική) σε μια συγκεκριμένη ομάδα τίτλων l, ή συγκεκριμένο είδος βασικών εμπορευμάτων l, βάσει της σύμβασης, υπολογιζόμενη σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο α)·

Image 11

= η κατάλληλη προσαρμογή μεταβλητότητας για ένα συγκεκριμένο είδος τίτλων l, ή συγκεκριμένο είδος βασικών εμπορευμάτων l, καθοριζόμενη σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο γ)· το πρόσημο του

Image 12
προσδιορίζεται ως εξής:

α)

έχει θετικό πρόσημο όταν η ομάδα τίτλων l παρέχεται με δανεισμό, πωλείται με συμφωνία επαναγοράς ή αποτελεί αντικείμενο συναλλαγής παρόμοιας είτε με δανεισμό τίτλων είτε με συμφωνία επαναγοράς·

β)

έχει αρνητικό πρόσημο όταν η ομάδα τίτλων l λαμβάνεται με δανεισμό, αγοράζεται με συμφωνία επαναπώλησης ή αποτελεί αντικείμενο συναλλαγής παρόμοιας είτε με δανεισμό τίτλων είτε με συμφωνία αγοράς και επαναπώλησης·

N

= ο συνολικός αριθμός διακριτών ομάδων των ίδιων τίτλων και των διακριτών ειδών των ίδιων βασικών εμπορευμάτων βάσει της σύμβασης· για τους σκοπούς του υπολογισμού αυτού, οι ομάδες και τα είδη

Image 13

των οποίων το

Image 14

είναι κάτω από

Image 15

δεν υπολογίζονται·

Egross

= το ακαθάριστο άνοιγμα της σύμβασης, υπολογιζόμενο ως εξής:

Image 16
.».

127)

Το άρθρο 221 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Για τον σκοπό του υπολογισμού των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας για συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων ή άλλες συναλλαγές με όρους κεφαλαιαγοράς εκτός των συναλλαγών σε παράγωγα που καλύπτονται από αποδεκτή συμψηφιστική συμφωνία που πληροί τις απαιτήσεις του κεφαλαίου 6 τμήμα 7, ένα ίδρυμα μπορεί να υπολογίζει την πλήρως προσαρμοσμένη αξία ανοίγματος (E*) της συμφωνίας χρησιμοποιώντας την προσέγγιση εσωτερικού υποδείγματος, υπό την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2.

2.   Ένα ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιεί την προσέγγιση εσωτερικού υποδείγματος, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το ίδρυμα χρησιμοποιεί την προσέγγιση αυτή μόνο για ανοίγματα για τα οποία τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων υπολογίζονται σύμφωνα με την ΠΕΔ που προβλέπεται στο κεφάλαιο 3·

β)

το ίδρυμα έχει λάβει άδεια να χρησιμοποιεί την προσέγγιση αυτή από την οικεία αρμόδια αρχή.

3.   Ένα ίδρυμα που χρησιμοποιεί την προσέγγιση εσωτερικού υποδείγματος την εφαρμόζει σε όλους τους αντισυμβαλλομένους και σε όλους τους τίτλους, με εξαίρεση τα μη σημαντικά χαρτοφυλάκια για τα οποία μπορεί να χρησιμοποιεί τη μέθοδο των εποπτικών συντελεστών προσαρμογής μεταβλητότητας που προβλέπεται στο άρθρο 220.»

·

β)

η παράγραφος 8 απαλείφεται.

128)

Στο άρθρο 222, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα ιδρύματα εφαρμόζουν στα τμήματα των αξιών ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με την αγοραία αξία της αποδεκτής εξασφάλισης τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου που θα εφάρμοζαν δυνάμει του κεφαλαίου 2 εάν το δανειοδοτικό ίδρυμα είχε άμεσο άνοιγμα στο μέσο της εξασφάλισης. Για τον σκοπό αυτό, η αξία ανοίγματος ενός εκτός ισολογισμού στοιχείου που παρατίθεται στο παράρτημα Ι ισούται με το 100 % της αξίας του στοιχείου αντί για την αξία του ανοίγματος που αναφέρεται στο άρθρο 111 παράγραφος 2.».

129)

Το άρθρο 223 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Για τον υπολογισμό του Ε στην παράγραφο 3, εφαρμόζονται τα εξής:

α)

για ιδρύματα που υπολογίζουν τα σταθμισμένα ποσά δυνάμει της τυποποιημένης προσέγγισης, η αξία ανοίγματος ενός εκτός ισολογισμού στοιχείου που παρατίθεται στο παράρτημα Ι ισούται με το 100 % της αξίας του στοιχείου αντί για την αξία του ανοίγματος που αναφέρεται στο άρθρο 111 παράγραφος 2·

β)

για τα εκτός ισολογισμού στοιχεία εκτός από τα παράγωγα που αντιμετωπίζονται βάσει της ΠΕΔ, τα ιδρύματα υπολογίζουν τις αξίες των ανοιγμάτων τους, χρησιμοποιώντας CCF 100 % αντί των SA-CCF ή ΠΕΔ-CCF που προβλέπονται στο άρθρο 166 παράγραφοι 8, 8α και 8β.»

·

β)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις προσαρμογές μεταβλητότητας με τη μέθοδο των εποπτικών συντελεστών προσαρμογής μεταβλητότητας που αναφέρεται στα άρθρα 224 έως 227.».

130)

Στο άρθρο 224, στην παράγραφο 1, οι πίνακες 1 έως 4 αντικαθίστανται από τους ακόλουθους πίνακες:

«Πίνακας 1

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας με την οποία αντιστοιχίζεται η πιστοληπτική αξιολόγηση του χρεωστικού τίτλου

Εναπομένουσα ληκτότητα (m), εκφρασμένη σε έτη

Προσαρμογές μεταβλητότητας για χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από τις οντότητες του άρθρου 197 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Προσαρμογές μεταβλητότητας για χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από τις οντότητες του άρθρου 197 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ)

Προσαρμογές μεταβλητότητας για θέσεις τιτλοποίησης και που πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 197 παράγραφος 1 στοιχείο η)

 

 

Περίοδος ρευστοποίησης 20 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 10 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 5 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 20 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 10 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 5 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 20 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 10 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 5 ημερών (%)

1

m ≤ 1

0,707

0,5

0,354

1,414

1

0,707

2,828

2

1,414

 

1 < m ≤ 3

2,828

2

1,414

4,243

3

2,121

11,314

8

5,657

 

3 < m ≤ 5

2,828

2

1,414

5,657

4

2,828

11,314

8

5,657

 

5 < m ≤ 10

5,657

4

2,828

8,485

6

4,243

22,627

16

11,314

 

m > 10

5,657

4

2,828

16,971

12

8,485

22,627

16

11,314

2 έως 3

m ≤ 1

1,414

1

0,707

2,828

2

1,414

5,657

4

2,828

 

1 < m ≤ 3

4,243

3

2,121

5,657

4

2,828

16,971

12

8,485

 

3 < m ≤ 5

4,243

3

2,121

8,485

6

4,243

16,971

12

8,485

 

5 < m ≤ 10

8,485

6

4,243

16,971

12

8,485

33,941

24

16,971

 

m > 10

8,485

6

4,243

28,284

20

14,142

33,941

24

16,971

4

all

21,213

15

10,607

Α/Α

Α/Α

Α/Α

Α/Α

Α/Α

Α/Α


Πίνακας 2

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας με την οποία αντιστοιχίζεται η πιστοληπτική αξιολόγηση του βραχυπρόθεσμου χρεωστικού τίτλου

Εναπομένουσα ληκτότητα (m), εκφρασμένη σε έτη

Προσαρμογές μεταβλητότητας για χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από τις οντότητες του άρθρου 197 παράγραφος 1 στοιχείο β) και έχουν βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση

Προσαρμογές μεταβλητότητας για χρεωστικούς τίτλους που εκδίδονται από τις οντότητες του άρθρου 197 παράγραφος 1 στοιχεία γ) και δ) και έχουν βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση

Προσαρμογές μεταβλητότητας για θέσεις τιτλοποίησης που πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 197 παράγραφος 1 στοιχείο η) και έχουν βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση

 

 

Περίοδος ρευστοποίησης 20 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 10 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 5 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 20 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 10 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 5 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 20 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 10 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 5 ημερών (%)

1

 

0,707

0,5

0,354

1,414

1

0,707

2,828

2

1,414

2 έως3

 

1,414

1

0,707

2,828

2

1,414

5,657

4

2,828


Πίνακας 3

Άλλα είδη εξασφαλίσεων ή ανοιγμάτων

 

Περίοδος ρευστοποίησης 20 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 10 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 5 ημερών (%)

Μετοχές που περιλαμβάνονται σε βασικό δείκτη, μετατρέψιμα ομόλογα που περιλαμβάνονται σε βασικό δείκτη

28,284

20

14,142

Άλλες μετοχές ή μετατρέψιμα ομόλογα εισηγμένα σε αναγνωρισμένο χρηματιστήριο

42,426

30

21,213

Μετρητά

0

0

0

Αποθέματα χρυσού

28,284

20

14,142


Πίνακας 4

Προσαρμογές μεταβλητότητας σε περίπτωση αναντιστοιχίας νομίσματος (Hfx)

Περίοδος ρευστοποίησης 20 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 10 ημερών (%)

Περίοδος ρευστοποίησης 5 ημερών (%)

11,314

8

5,657 »

131)

Το άρθρο 225 απαλείφεται.

132)

Το άρθρο 226 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 226

Κλιμάκωση των προσαρμογών μεταβλητότητας δυνάμει της αναλυτικής μεθόδου χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων

Οι προσαρμογές μεταβλητότητας που προβλέπονται στο άρθρο 224 είναι εκείνες που εφαρμόζει το ίδρυμα σε περίπτωση καθημερινής επανεκτίμησης της αξίας. Εάν οι αναπροσαρμογές αξίας πραγματοποιούνται με συχνότητα μικρότερη της καθημερινής, τα ιδρύματα εφαρμόζουν μεγαλύτερες προσαρμογές μεταβλητότητας. Τα ιδρύματα τις υπολογίζουν με την κλιμάκωση των καθημερινών προσαρμογών μεταβλητότητας, χρησιμοποιώντας τον ακόλουθο τύπο τετραγωνικής ρίζας του χρόνου:

Image 17

όπου:

H

= η εφαρμοστέα προσαρμογή μεταβλητότητας·

HM

= η προσαρμογή μεταβλητότητας σε περίπτωση καθημερινής επανεκτίμησης της αξίας·

NR

= ο πραγματικός αριθμός εργάσιμων ημερών μεταξύ επανεκτίμησεων της αξίας·

TM

= η περίοδος ρευστοποίησης για το σχετικό είδος συναλλαγής.».

133)

Στο άρθρο 227, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν τη μέθοδο των εποπτικών συντελεστών προσαρμογής μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 224 μπορούν, για τις συναλλαγές επαναγοράς και τις συναλλαγές δανειοδοσίας ή δανειοληψίας τίτλων, να εφαρμόζουν προσαρμογή μεταβλητότητας 0 % αντί των προσαρμογών μεταβλητότητας που υπολογίζονται σύμφωνα με τα άρθρα 224 και 226, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α) έως η) του παρόντος άρθρου. Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την προσέγγιση εσωτερικού υποδείγματος που προβλέπεται στο άρθρο 221 δεν χρησιμοποιούν την αντιμετώπιση που ορίζεται στο παρόν άρθρο.».

134)

Το άρθρο 228 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 228

Υπολογισμός των σταθμισμένων ποσών ανοιγμάτων δυνάμει της αναλυτικής μεθόδου χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων για ανοίγματα που υπόκεινται στην τυποποιημένη προσέγγιση

Σύμφωνα με την τυποποιημένη προσέγγιση, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν το E * όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 223 παράγραφος 5 ως την αξία ανοίγματος για τους σκοπούς του άρθρου 113. Προκειμένου περί των εκτός ισολογισμού στοιχείων που απαριθμούνται στο Παράρτημα I, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν το Ε * ως την αξία που θα πρέπει να πολλαπλασιαστεί με τα οριζόμενα στο άρθρο 111 παράγραφος 2 ποσοστά για να συναχθεί η αξία του ανοίγματος.».

135)

Το άρθρο 229 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Αρχές αποτίμησης για αποδεκτές εξασφαλίσεις εκτός των χρηματοοικονομικών εξασφαλίσεων»

·

β)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η αποτίμηση των ακινήτων πρέπει να πληροί όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

η αξία εκτιμάται ανεξάρτητα από τη διαδικασία αγοράς ενυπόθηκων δανείων, επεξεργασίας δανείων και λήψης αποφάσεων χορήγησης δανείων ενός ιδρύματος από ανεξάρτητο εκτιμητή, ο οποίος διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα, την ικανότητα και την πείρα για τη διενέργεια αποτίμησης·

β)

η αξία εκτιμάται βάσει συντηρητικών κριτηρίων αποτίμησης που πληρούν όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

i)

η αξία δεν περιλαμβάνει προσδοκίες για αυξήσεις τιμών·

ii)

η αξία προσαρμόζεται ώστε να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο η τρέχουσα αγοραία αξία να είναι σημαντικά υψηλότερη από την αξία που θα ήταν διατηρήσιμη καθ’ όλη τη διάρκεια του δανείου·

γ)

η αξία τεκμηριώνεται με διαφάνεια και σαφήνεια·

δ)

η αξία δεν υπερβαίνει την αγοραία αξία του ακινήτου, εφόσον η εν λόγω αγοραία αξία μπορεί να προσδιοριστεί·

ε)

σε περίπτωση που το ακίνητο επανεκτιμηθεί, η αξία του ακινήτου δεν υπερβαίνει τη μέση αξία που επιμετρήθηκε για το εν λόγω ακίνητο, ή για συγκρίσιμο ακίνητο, κατά την τελευταία εξαετία αν πρόκειται για ακίνητο κατοικίας ή κατά την τελευταία οκταετία αν πρόκειται για εμπορικό ακίνητο ή την αξία κατά την αρχική έκδοση, όποια είναι υψηλότερη.

Για τον υπολογισμό της μέσης αξίας, τα ιδρύματα εξετάζουν τον μέσο όρο μεταξύ των τιμών των ακινήτων που παρατηρούνται σε ίσα χρονικά διαστήματα, και η περίοδος αναφοράς περιλαμβάνει τουλάχιστον τρία σημεία δεδομένων.

Για τον υπολογισμό της μέσης αξίας, τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν αποτελέσματα του ελέγχου των αξιών των ακινήτων σύμφωνα με το άρθρο 208 παράγραφος 3. Η αξία του ακινήτου μπορεί να υπερβαίνει αυτή τη μέση αξία ή την αξία κατά την έκδοση, κατά περίπτωση, σε περίπτωση τροποποιήσεων του ακινήτου που αυξάνουν αδιαμφισβήτητα την αξία του, όπως βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης ή βελτιώσεις στην ανθεκτικότητα, προστασία και προσαρμογή σε φυσικούς κινδύνους του κτιρίου ή της οικιακής μονάδας. Η αξία του ακινήτου δεν αποτιμάται εκ νέου προς τα πάνω, εάν τα ιδρύματα δεν έχουν επαρκή δεδομένα για να υπολογίσουν τη μέση αξία, εκτός εάν η αύξηση της αξίας βασίζεται σε τροποποιήσεις που αυξάνουν αδιαμφισβήτητα την αξία του.

Η αποτίμηση της αξίας ακινήτων λαμβάνει υπόψη τυχόν πρότερες αξιώσεις επί του ακινήτου, εκτός εάν η πρότερη αξίωση λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό του ακαθάριστου ποσού ανοίγματος σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 6 στοιχείο γ), ή τεκμαίρεται ότι επιφέρει μείωση του 55 % της αξίας του ακινήτου σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 1 ή το άρθρο 126 παράγραφος 1 και αντικατοπτρίζει, κατά περίπτωση, τα αποτελέσματα της παρακολούθησης που απαιτείται δυνάμει του άρθρου 208 παράγραφος 3.»

·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τα κριτήρια και τους παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση του όρου “συγκρίσιμο ακίνητο”, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ε).

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2027.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

136)

Το άρθρο 230 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 230

Υπολογισμός των σταθμισμένων ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας για άνοιγμα με αποδεκτή χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία δυνάμει της ΠΕΔ

1.   Σύμφωνα με την ΠΕΔ, εκτός από τα ανοίγματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 220, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν την πραγματική LGD (LGD*) ως LGD για τους σκοπούς του κεφαλαίου 3 για την αναγνώριση της χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας που είναι αποδεκτή σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο. Τα ιδρύματα υπολογίζουν την LGD * ως εξής:

Image 18

όπου:

E

= η αξία ανοίγματος προτού ληφθεί υπόψη η επίδραση της χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας· για άνοιγμα εξασφαλισμένο με χρηματοοικονομική εξασφάλιση που είναι αποδεκτή σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο, το ποσό αυτό υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 223 παράγραφος 3· στην περίπτωση τίτλων που παρέχονται ως δάνειο ή ως εξασφάλιση, το ποσό αυτό ισούται με τα μετρητά που δόθηκαν ως δάνειο ή τους τίτλους που δόθηκαν ως δάνειο ή ως εξασφάλιση· για τους τίτλους που παρέχονται ως δάνειο ή ως εξασφάλιση, η αξία ανοίγματος προσαυξάνεται με την εφαρμογή της προσαρμογής μεταβλητότητας (HE) σύμφωνα με τα άρθρα 223 έως 227·

ES

= η τρέχουσα αξία της χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας που ελήφθη μετά την εφαρμογή της προσαρμογής μεταβλητότητας που εφαρμόζεται στο συγκεκριμένο είδος χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας (HC) και την εφαρμογή της προσαρμογής μεταβλητότητας για αναντιστοιχίες νομίσματος (Hfx) μεταξύ του ανοίγματος και της χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3· Το ES δεν υπερβαίνει την ακόλουθη τιμή: E·(1+HE

EU

= E·(1+HE) — ES·

LGDU

= η εφαρμοστέα LGD για μη εξασφαλισμένο άνοιγμα, όπως ορίζεται στο άρθρο 161 παράγραφος 1·

LGDS

= η εφαρμοστέα LGD σε ανοίγματα εξασφαλισμένα με το είδος της αποδεκτής FCP που χρησιμοποιείται στη συναλλαγή, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 πίνακας 1.

2.   Στον πίνακα 1 προσδιορίζονται οι τιμές των LGDS και Hc που εφαρμόζονται στον τύπο της παραγράφου 1.

Πίνακας 1

Είδος FCP

LGDS

Προσαρμογή μεταβλητότητας (Hc)

Χρηματοοικονομικές εξασφαλίσεις

0 %

Προσαρμογή μεταβλητότητας Hc όπως προβλέπεται στα άρθρα 224 έως 227

Εισπρακτέες απαιτήσεις

20 %

40 %

Ακίνητα κατοικίας και εμπορικά ακίνητα

20 %

40 %

Άλλες εμπράγματες εξασφαλίσεις

25 %

40 %

Μη αποδεκτή FCP

Άνευ αντικειμένου

100 %

3.   Εάν μια αποδεκτή χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία εκφράζεται σε νόμισμα διαφορετικό από εκείνο του ανοίγματος, η προσαρμογή μεταβλητότητας για την αναντιστοιχία νομισμάτων (Hfx) είναι η ίδια με εκείνη που εφαρμόζεται σύμφωνα με τα άρθρα 224 έως 227.

4.   Ως εναλλακτική δυνατότητα στην αντιμετώπιση που καθορίζεται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου και με την επιφύλαξη του άρθρου 124 παράγραφος 9, τα ιδρύματα μπορούν να εφαρμόσουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 50 % στο τμήμα του ανοίγματος που είναι, εντός των ορίων που προβλέπονται στο άρθρο 125 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο και στο άρθρο 126 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο αντίστοιχα, πλήρως εξασφαλισμένο με ακίνητα κατοικίας ή εμπορικά ακίνητα που βρίσκονται στην επικράτεια του κράτους μέλους, εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 199 παράγραφος 3 ή 4.

5.   Για τον υπολογισμό των σταθμισμένων ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας για ανοίγματα ΠΕΔ που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 220, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν την E * σύμφωνα με το άρθρο 220 παράγραφος 4 και χρησιμοποιούν την LGD για μη εξασφαλισμένα ανοίγματα, όπως ορίζεται στο άρθρο 161 παράγραφος 1 στοιχεία α), αα) και β).».

137)

Το άρθρο 231 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 231

Υπολογισμός των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας στην περίπτωση ομάδων αποδεκτής χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας για ένα άνοιγμα βάσει της ΠΕΔ

Τα ιδρύματα που έχουν λάβει πολλαπλά είδη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας μπορούν, για ανοίγματα που αντιμετωπίζονται βάσει της ΠΕΔ, να εφαρμόζουν τον τύπο που ορίζεται στο άρθρο 230, διαδοχικά για κάθε μεμονωμένο είδος εξασφάλισης. Για τον σκοπό αυτό, έπειτα από κάθε στάδιο αναγνώρισης ενός μεμονωμένου είδους FCP, αυτά τα ιδρύματα μειώνουν την εναπομένουσα αξία του μη εξασφαλισμένου ανοίγματος (EU) κατά την προσαρμοσμένη αξία της εξασφάλισης (ES) που αναγνωρίστηκε στο εκάστοτε στάδιο. Σύμφωνα με το άρθρο 230 παράγραφος 1, η συνολική ES σε όλα τα είδη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει την τιμή της E·(1+HE), με αποτέλεσμα τον παρακάτω τύπο:

Image 19

όπου:

LGDS,i

= η LGD που εφαρμόζεται στην FCP i, όπως ορίζεται στο άρθρο 230 παράγραφος 2·

ES,i

= η τρέχουσα τιμή της FCP i που ελήφθη μετά την εφαρμογή της προσαρμογής μεταβλητότητας που εφαρμόζεται για το είδος της FCP (Hc) σύμφωνα με το άρθρο 230 παράγραφος 2.».

138)

Το άρθρο 232 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 212 παράγραφος 1, καταθέσεις μετρητών ή μέσα εξομοιούμενα με μετρητά που τηρούνται σε τρίτο ίδρυμα χωρίς σύμβαση θεματοφυλακής και είναι ενεχυριασμένα στο δανειοδοτικό ίδρυμα μπορούν να αντιμετωπίζονται ως εγγύηση παρεχόμενη από το τρίτο ίδρυμα.»

·

β)

στην παράγραφο 3, παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«βα)

συντελεστή στάθμισης κινδύνου 52,5 %, όπου ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου για την πρωτεύουσα μη εξασφαλισμένη έκθεση στην επιχείρηση που παρέχει την ασφάλιση ζωής είναι 75 %·».

139)

Στο άρθρο 233, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Τα ιδρύματα βασίζουν τις προσαρμογές μεταβλητότητας για οποιαδήποτε αναντιστοιχία νομισμάτων σε περίοδο ρευστοποίησης 10 εργάσιμων ημερών, με την παραδοχή της καθημερινής αναπροσαρμογής αξίας, και υπολογίζουν αυτές τις προσαρμογές βάσει της μεθόδου των εποπτικών συντελεστών προσαρμογής μεταβλητότητας που προβλέπεται στο άρθρο 224. Τα ιδρύματα κλιμακώνουν τις προσαρμογές μεταβλητότητας σύμφωνα με το άρθρο 226.».

140)

Το άρθρο 235 τροποποιείται ως εξής:

α)

o τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Υπολογισμός των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων σύμφωνα με την προσέγγιση υποκατάστασης εάν το εγγυημένο άνοιγμα αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την τυποποιημένη προσέγγιση»

·

β)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 113 παράγραφος 3, τα ιδρύματα υπολογίζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων για ανοίγματα με μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία στα οποία τα εν λόγω ιδρύματα εφαρμόζουν την τυποποιημένη προσέγγιση, ανεξάρτητα από την αντιμετώπιση συγκρίσιμου άμεσου ανοίγματος έναντι του παρόχου προστασίας, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

max{0, E — GA} · r + GA · g

όπου:

E

= η αξία ανοίγματος υπολογισμένη σύμφωνα με το άρθρο 111. Για τον σκοπό αυτό, η αξία ανοίγματος ενός εκτός ισολογισμού στοιχείου που παρατίθεται στο παράρτημα Ι ισούται με το 100 % της αξίας του στοιχείου αντί για την αξία του ανοίγματος που αναφέρεται στο άρθρο 111 παράγραφος 2·

GA

= το ποσό της πιστωτικής προστασίας προσαρμοσμένο για κίνδυνο συναλλάγματος (G*), όπως υπολογίζεται βάσει του άρθρου 233 παράγραφος 3 περαιτέρω προσαρμοσμένο για τυχόν αναντιστοιχία ληκτότητας όπως προβλέπεται στο τμήμα 5 του παρόντος κεφαλαίου·

r

= ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται στα ανοίγματα έναντι του οφειλέτη σύμφωνα με το κεφάλαιο 2·

g

= ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται σε άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 2.»

·

γ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα ιδρύματα μπορούν να επεκτείνουν την προνομιακή αντιμετώπιση που καθορίζεται στο άρθρο 114 παράγραφοι 4 και 7 σε ανοίγματα ή τμήματα ανοιγμάτων που καλύπτονται από την εγγύηση κεντρικής κυβέρνησης ή κεντρικής τράπεζας ως εάν τα ανοίγματα αυτά ήταν άμεσα ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης ή της κεντρικής τράπεζας, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 114 παράγραφος 4 ή 7, κατά περίπτωση, για τα εν λόγω άμεσα ανοίγματα.».

141)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 235α

Υπολογισμός των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας σύμφωνα με την προσέγγιση υποκατάστασης, εάν το εγγυημένο άνοιγμα αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την προσέγγιση IRB και συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την τυποποιημένη προσέγγιση

1.   Για ανοίγματα με μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία στα οποία ένα ίδρυμα εφαρμόζει την προσέγγιση IRB του κεφαλαίου 3 και εφόσον συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου προστασίας αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την τυποποιημένη προσέγγιση, τα ιδρύματα υπολογίζουν τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

max{0, E — GA} · r + GA · g

όπου:

E

= η αξία του ανοίγματος που προσδιορίζεται σύμφωνα με το τμήμα 5 του κεφαλαίου 3. Για τον σκοπό αυτό, τα ιδρύματα υπολογίζουν την αξία ανοίγματος για τα εκτός ισολογισμού στοιχεία εκτός των παραγώγων που αντιμετωπίζονται βάσει της προσέγγισης IRB με τη χρήση CCF 100 % αντί των SA-CCF ή IRB-CCF που προβλέπονται στο άρθρο 166 παράγραφοι 8, 8α και 8β·

GA

= το ποσό της πιστωτικής προστασίας προσαρμοσμένο για κίνδυνο συναλλάγματος (G*), όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 233 παράγραφος 3 περαιτέρω προσαρμοσμένο για τυχόν αναντιστοιχία ληκτότητας όπως προβλέπεται στο τμήμα 5 του παρόντος κεφαλαίου·

r

= ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται στα ανοίγματα έναντι του οφειλέτη σύμφωνα με το κεφάλαιο 3·

g

= ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται σε άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας σύμφωνα με το κεφάλαιο 2.

2.   Εάν το ποσό πιστωτικής προστασίας (GA) είναι μικρότερο από την αξία ανοίγματος (E), τα ιδρύματα μπορούν να εφαρμόζουν τον τύπο της παραγράφου 1 μόνο εάν τα προστατευόμενα και μη προστατευόμενα τμήματα έχουν ισοδύναμη εξοφλητική προτεραιότητα.

3.   Τα ιδρύματα μπορούν να επεκτείνουν την προνομιακή αντιμετώπιση που καθορίζεται στο άρθρο 114 παράγραφοι 4 και 7 σε ανοίγματα ή τμήματα ανοιγμάτων που καλύπτονται από την εγγύηση κεντρικής κυβέρνησης ή κεντρικής τράπεζας ως εάν τα ανοίγματα αυτά ήταν άμεσα ανοίγματα έναντι της κεντρικής κυβέρνησης ή της κεντρικής τράπεζας, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 114 παράγραφος 4 ή 7, κατά περίπτωση, για τα εν λόγω άμεσα ανοίγματα.

4.   Το ποσό αναμενόμενης ζημίας για το καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος είναι μηδέν.

5.   Για κάθε μη καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος (E), τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου και την αναμενόμενη ζημία που αντιστοιχούν στο υποκείμενο άνοιγμα. Για τον υπολογισμό που προβλέπεται στο άρθρο 159, τα ιδρύματα αποδίδουν τυχόν γενικές ή ειδικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου ή πρόσθετες προσαρμογές αξίας σύμφωνα με το άρθρο 34 που σχετίζονται με τις δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος ή άλλες μειώσεις ιδίων κεφαλαίων που σχετίζονται με το άνοιγμα, εκτός των μειώσεων που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ), στο μη καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος.».

142)

Το άρθρο 236 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 236

Υπολογισμός των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας σύμφωνα με την προσέγγιση υποκατάστασης, εάν το εγγυημένο άνοιγμα αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την προσέγγιση IRB χωρίς τη χρήση εσωτερικών εκτιμήσεων της LGD και συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την προσέγγιση IRB

1.   Για ανοίγματα με μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία στα οποία ένα ίδρυμα εφαρμόζει την προσέγγιση IRB που καθορίζεται στο κεφάλαιο 3, αλλά δεν χρησιμοποιεί εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD, και εάν συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου πιστωτικής προστασίας αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την προσέγγιση IRB του κεφαλαίου 3, το ίδρυμα προσδιορίζει το καλυμμένο μέρος του ανοίγματος ως τη χαμηλότερη αξία μεταξύ της αξίας ανοίγματος (E) και της προσαρμοσμένης αξίας της μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας (GA).

1α.   Ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB σε συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου προστασίας χρησιμοποιώντας εσωτερικές εκτιμήσεις της PD υπολογίζουν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος και το ποσό αναμενόμενης ζημίας για το καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος χρησιμοποιώντας την PD του παρόχου της προστασίας και την LGD που εφαρμόζεται για συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 161 παράγραφος 1, σύμφωνα με την παράγραφο 1β του παρόντος άρθρου. Για ανοίγματα μειωμένης εξασφάλισης και μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία μη μειωμένης εξασφάλισης, η LGD που πρέπει να εφαρμόζεται από τα ιδρύματα στο καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος είναι η LGD που σχετίζεται με απαιτήσεις με εξοφλητική προτεραιότητα και τα ιδρύματα είναι δυνατόν να αντιστοιχούν σε κάθε χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία που εξασφαλίζει τη μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο.

1β.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου και την αναμενόμενη ζημία που εφαρμόζεται στο καλυμμένο μέρος του υποκείμενου ανοίγματος χρησιμοποιώντας την PD, την LGD που ορίζεται στην παράγραφο 1α του παρόντος άρθρου και την ίδια συνάρτηση στάθμισης κινδύνου με εκείνες που χρησιμοποιούνται για συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας, και, κατά περίπτωση, χρησιμοποιούν τη ληκτότητα (M) που σχετίζεται με το υποκείμενο άνοιγμα, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 162.

1γ.   Τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB σε συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου προστασίας χρησιμοποιώντας τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 153 παράγραφος 5 χρησιμοποιούν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου και την αναμενόμενη ζημία που εφαρμόζονται στο καλυμμένο μέρος του ανοίγματος, τα οποία αντιστοιχούν σε εκείνα που προβλέπονται στο άρθρο 153 παράγραφος 5 και στο άρθρο 158 παράγραφος 6.

1δ.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1γ του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB στα εγγυημένα ανοίγματα χρησιμοποιώντας τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 153 παράγραφος 5 υπολογίζουν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου και την αναμενόμενη ζημία που εφαρμόζονται στο καλυμμένο μέρος του ανοίγματος χρησιμοποιώντας την PD, την LGD που εφαρμόζεται σε συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας, όπως αναφέρεται στο άρθρο 161 παράγραφος 1, σύμφωνα με την παράγραφο 1β του παρόντος άρθρου, και την ίδια συνάρτηση στάθμισης κινδύνου με εκείνες που χρησιμοποιούνται για συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας, και χρησιμοποιούν, κατά περίπτωση, τη ληκτότητα (M) που σχετίζεται με το υποκείμενο άνοιγμα, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 162. Για ανοίγματα μειωμένης εξασφάλισης και μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία μη μειωμένης εξασφάλισης, η LGD που πρέπει να εφαρμόζεται από τα ιδρύματα στο καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος είναι η LGD που σχετίζεται με απαιτήσεις με εξοφλητική προτεραιότητα και τα ιδρύματα μπορούν να λογιστικοποιούν κάθε χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία που εξασφαλίζει την μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο.

2.   Για κάθε μη καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος (E), τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου και την αναμενόμενη ζημία που αντιστοιχούν στο υποκείμενο άνοιγμα. Για τον υπολογισμό που καθορίζεται στο άρθρο 159, τα ιδρύματα αποδίδουν τυχόν γενικές ή ειδικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου ή πρόσθετες προσαρμογές αξίας σύμφωνα με το άρθρο 34 που σχετίζονται με τις δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος ή άλλες μειώσεις ιδίων κεφαλαίων που σχετίζονται με το άνοιγμα, εκτός των μειώσεων που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ), στο μη καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος.

3.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, (GA) είναι το ποσό της πιστωτικής προστασίας προσαρμοσμένο για κίνδυνο συναλλάγματος (G*) όπως υπολογίζεται βάσει του άρθρου 233 παράγραφος 3, περαιτέρω προσαρμοσμένο για τυχόν αναντιστοιχία ληκτότητας όπως προβλέπεται στο τμήμα 5 του παρόντος κεφαλαίου. Η αξία του ανοίγματος (E) είναι η αξία του ανοίγματος που προσδιορίζεται σύμφωνα με το τμήμα 5 του κεφαλαίου 3. Τα ιδρύματα υπολογίζουν την αξία ανοίγματος για τα εκτός ισολογισμού στοιχεία εκτός των παραγώγων που αντιμετωπίζονται βάσει της προσέγγισης IRB με τη χρήση CCF 100 % αντί των SA-CCF ή IRB-CCF που προβλέπονται στο άρθρο 166 παράγραφοι 8, 8α και 8β.».

143)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 236α

Υπολογισμός των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοιγμάτων και των ποσών αναμενόμενης ζημίας σύμφωνα με την προσέγγιση υποκατάστασης, εάν το εγγυημένο άνοιγμα αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την προσέγγιση IRB με χρήση εσωτερικών εκτιμήσεων της LGD και συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας αντιμετωπίζεται σύμφωνα με την προσέγγιση IRB

1.   Για άνοιγμα με μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία στο οποίο ένα ίδρυμα εφαρμόζει την προσέγγιση IRB που καθορίζεται στο κεφάλαιο 3 χρησιμοποιώντας εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD, και εάν συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου προστασίας αντιμετωπίζονται βάσει της προσέγγισης IRB του κεφαλαίου 3, αλλά χωρίς τη χρήση εσωτερικών εκτιμήσεων της LGD, το ίδρυμα προσδιορίζει το καλυμμένο μέρος του ανοίγματος ως τη χαμηλότερη αξία μεταξύ της αξίας ανοίγματος (E) και της προσαρμοσμένης αξίας της μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας (GA), που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 235α παράγραφος 1. Το ίδρυμα υπολογίζει το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος και το ποσό αναμενόμενης ζημίας για το καλυμμένο μέρος της αξίας του ανοίγματος χρησιμοποιώντας την PD, την LGD και την ίδια συνάρτηση στάθμισης κινδύνου με εκείνες που χρησιμοποιούνται για συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας και, κατά περίπτωση, χρησιμοποιεί τη ληκτότητα (Μ) που σχετίζεται με το υποκείμενο άνοιγμα, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 162.

2.   Τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB του κεφαλαίου 3, αλλά δεν χρησιμοποιούν εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD σε συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου προστασίας, προσδιορίζουν τη LGD σύμφωνα με το άρθρο 161 παράγραφος 1. Για ανοίγματα μειωμένης εξασφάλισης και μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία μη μειωμένης εξασφάλισης, η LGD που εφαρμόζεται από τα ιδρύματα στο καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος είναι η LGD που σχετίζεται με απαιτήσεις με εξοφλητική προτεραιότητα και τα ιδρύματα μπορούν να λογιστικοποιούν κάθε χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία που εξασφαλίζει την μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο.

3.   Τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB του κεφαλαίου 3 χρησιμοποιώντας εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD σε συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου προστασίας υπολογίζουν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου και την αναμενόμενη ζημία που εφαρμόζονται στο καλυμμένο μέρος του υποκείμενου ανοίγματος χρησιμοποιώντας την PD, την LGD και την ίδια συνάρτηση στάθμισης κινδύνου με εκείνες που χρησιμοποιούνται για συγκρίσιμο άμεσο άνοιγμα έναντι του παρόχου προστασίας, και, κατά περίπτωση, χρησιμοποιούν τη ληκτότητα (M) που σχετίζεται με το υποκείμενο άνοιγμα, η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 162.

4.   Τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB σε συγκρίσιμα άμεσα ανοίγματα έναντι του παρόχου προστασίας χρησιμοποιώντας τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 153 παράγραφος 5 χρησιμοποιούν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου και την αναμενόμενη ζημία που εφαρμόζονται στο καλυμμένο μέρος του ανοίγματος, τα οποία αντιστοιχούν σε εκείνα που προβλέπονται στο άρθρο 153 παράγραφος 5 και στο άρθρο 158 παράγραφος 6.

5.   Για κάθε μη καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος (E), τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου και την αναμενόμενη ζημία που αντιστοιχούν στο υποκείμενο άνοιγμα. Για τον υπολογισμό που καθορίζεται στο άρθρο 159, τα ιδρύματα αποδίδουν τυχόν γενικές ή ειδικές προσαρμογές πιστωτικού κινδύνου ή πρόσθετες προσαρμογές αξίας σύμφωνα με το άρθρο 34 που σχετίζονται με τις δραστηριότητες εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος ή άλλες μειώσεις ιδίων κεφαλαίων που σχετίζονται με το άνοιγμα, εκτός των μειώσεων που πραγματοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ), στο μη καλυμμένο μέρος της αξίας ανοίγματος.».

144)

Στο τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 4, το τμήμα 6 απαλείφεται.

145)

Στο άρθρο 252 στοιχείο β), ο ορισμός των RW * αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«RW * = τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοιγμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 92 παράγραφος 4 στοιχείο α)·».

146)

Το άρθρο 273 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα ιδρύματα υπολογίζουν την αξία ανοίγματος για τις συμβάσεις του παραρτήματος ΙΙ και για τα πιστωτικά παράγωγα, εξαιρουμένων των πιστωτικών παραγώγων που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 5 του παρόντος άρθρου, με βάση μία από τις μεθόδους που καθορίζονται στα τμήματα 3 έως 6 σύμφωνα με το παρόν άρθρο.»

·

β)

στην παράγραφο 3, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

σύμφωνα με το άρθρο 183, εφόσον έχει χορηγηθεί άδεια δυνάμει του άρθρου 143.».

147)

Στο άρθρο 273α, η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

α)

στο πρώτο εδάφιο, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

η απόλυτη τιμή της συγκεντρωτικής θετικής θέσης αθροίζεται με την απόλυτη τιμή της συγκεντρωτικής αρνητικής θέσης.»

·

β)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, η έννοια των θετικών και αρνητικών θέσεων είναι η ίδια με αυτήν που καθορίζεται στο άρθρο 94 παράγραφος 3.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, η αξία της συγκεντρωτικής θετικής (αρνητικής) θέσης ισούται με το άθροισμα των τιμών των επιμέρους θετικών (αρνητικών) θέσεων που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό σύμφωνα με το στοιχείο γ).».

148)

Το άρθρο 273β τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Μη συμμόρφωση με τους όρους για τη χρησιμοποίηση απλουστευμένων μεθόδων για τον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος των παραγώγων και της απλουστευμένης προσέγγισης για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA»

·

β)

στην παράγραφο 2, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα ιδρύματα παύουν να υπολογίζουν τις αξίες ανοίγματος των θέσεων παραγώγων τους σύμφωνα με το τμήμα 4 ή 5 και να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με το άρθρο 385, κατά περίπτωση, εντός τριών μηνών αφότου συμβεί ένα από τα εξής:»

·

γ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα ιδρύματα που έχουν παύσει να υπολογίζουν τις αξίες ανοίγματος των θέσεων παραγώγων τους σύμφωνα με το τμήμα 4 ή 5 και να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με το άρθρο 385, κατά περίπτωση, επιτρέπεται να ξαναρχίσουν να υπολογίζουν την αξία ανοίγματος των θέσεων παραγώγων τους, όπως καθορίζεται στο τμήμα 4 ή 5, και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με το άρθρο 385, μόνον εφόσον αποδείξουν στην αρμόδια αρχή ότι εκπλήρωσαν όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 273α παράγραφος 1 ή 2 για αδιάλειπτη περίοδο ενός έτους.».

149)

Το άρθρο 274 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Εάν πολλαπλές συμφωνίες περιθωρίου εφαρμόζονται στο ίδιο συμψηφιστικό σύνολο, ή το ίδιο συμψηφιστικό σύνολο περιλαμβάνει τόσο συναλλαγές που υπόκεινται σε συμφωνία περιθωρίου όσο και συναλλαγές που δεν υπόκεινται σε συμφωνία περιθωρίου, το ίδρυμα υπολογίζει την αξία ανοίγματός του ως εξής:

α)

το ίδρυμα καταρτίζει τα σχετικά υποθετικά συμψηφιστικά υποσύνολα, τα οποία αποτελούνται από συναλλαγές που περιλαμβάνονται στο συμψηφιστικό σύνολο, ως εξής:

i)

όλες οι συναλλαγές που υπόκεινται σε συμφωνία περιθωρίου και στην ίδια περίοδο κινδύνου περιθωρίου, όπως προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 285 παράγραφοι 2 έως 5, κατανέμονται στο ίδιο συμψηφιστικό υποσύνολο·

ii)

όλες οι συναλλαγές που δεν υπόκεινται σε συμφωνία περιθωρίου κατανέμονται στο ίδιο συμψηφιστικό υποσύνολο, το οποίο είναι διακριτό από τα συμψηφιστικά υποσύνολα που καθορίζονται σύμφωνα με το σημείο i) της παρούσας παραγράφου·

β)

το ίδρυμα υπολογίζει το κόστος αντικατάστασης του συμψηφιστικού συνόλου σύμφωνα με το άρθρο 275 παράγραφος 2, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συναλλαγές εντός του συμψηφιστικού συνόλου, είτε υπόκεινται είτε δεν υπόκεινται σε συμφωνία περιθωρίου, και εφαρμόζει όλα τα ακόλουθα:

i)

η CMV υπολογίζεται για όλες τις συναλλαγές που περιλαμβάνονται σε συμψηφιστικό σύνολο, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εξασφαλίσεων που τηρούνται ή παρέχονται, όπου οι θετικές και αρνητικές αγοραίες αξίες συμψηφίζονται κατά τον υπολογισμό της CMV·

ii)

το NICA, η VM, το TH και το MTA, κατά περίπτωση, υπολογίζονται χωριστά ως το άθροισμα των ίδιων παραμέτρων που ισχύουν για κάθε μεμονωμένη συμφωνία περιθωρίου του συμψηφιστικού συνόλου·

γ)

το ίδρυμα υπολογίζει το δυνητικό μελλοντικό άνοιγμα του συμψηφιστικού συνόλου που αναφέρεται στο άρθρο 278 εφαρμόζοντας όλα τα ακόλουθα:

i)

ο πολλαπλασιαστής που αναφέρεται στο άρθρο 278 παράγραφος 1 βασίζεται στις παραμέτρους CMV, NICA και VM, κατά περίπτωση, σύμφωνα με το στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου·

ii)

Image 20

υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 278, χωριστά για κάθε υποθετικό συμψηφιστικό υποσύνολο που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου.»
·

β)

στην παράγραφο 6, προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, τα ιδρύματα αντικαθιστούν ένα απλό ψηφιακό δικαίωμα προαίρεσης του οποίου η τιμή άσκησης ισούται με K με τον σχετικό συνδυασμό ορίων διακύμανσης επιτοκίων δύο πωληθέντων και αγορασθέντων απλών δικαιωμάτων αγοράς ή πώλησης που πληρούν τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

τα δύο δικαιώματα προαίρεσης του συνδυασμού ορίων διακύμανσης επιτοκίων έχουν:

i)

την ίδια ημερομηνία λήξης και την ίδια τρέχουσα ή προθεσμιακή τιμή του υποκείμενου μέσου με το απλό ψηφιακό δικαίωμα προαίρεσης·

ii)

οι τιμές άσκησης ισούνται με K 0,95 και 1,05 αντίστοιχα·

β)

ο συνδυασμός ορίων διακύμανσης επιτοκίων αναπαράγει ακριβώς την αποπληρωμή του απλού ψηφιακού δικαιώματος προαίρεσης εκτός του εύρους μεταξύ των δύο τιμών άσκησης που αναφέρονται στο στοιχείο α).

Η θέση κινδύνου των δύο δικαιωμάτων προαίρεσης του συνδυασμού ορίων διακύμανσης επιτοκίων που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο υπολογίζεται χωριστά σύμφωνα με το άρθρο 279.».

150)

Στο άρθρο 276 παράγραφος 1, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

η προσαρμοσμένη για μεταβλητότητα αξία κάθε είδους εξασφάλισης που λαμβάνεται ή παρέχεται υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 223.».

151)

Στο άρθρο 277α παράγραφος 2, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου, τα ιδρύματα κατατάσσουν τις συναλλαγές σε χωριστό αντισταθμιστικό σύνολο της σχετικής κατηγορίας κινδύνου ακολουθώντας τη διάρθρωση για τα αντισταθμιστικά σύνολα που καθορίζεται στην παράγραφο 1.».

152)

Το άρθρο 279α τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 στοιχείο α), η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

για δικαιώματα προαίρεσης αγοράς και πώλησης που επιτρέπουν στον αγοραστή του δικαιώματος προαίρεσης να αγοράζει ή να πωλεί το υποκείμενο μέσο σε θετική τιμή σε μία και μόνη ή σε πολλαπλές μελλοντικές ημερομηνίες, εκτός αν τα εν λόγω δικαιώματα κατατάσσονται στην κατηγορία κινδύνου επιτοκίου ή κινδύνου βασικού εμπορεύματος, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν τον ακόλουθο τύπο:»

·

β)

η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο πρώτο εδάφιο, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

σύμφωνα με τις διεθνείς κανονιστικές εξελίξεις, τους μαθηματικούς τύπους που χρησιμοποιούν τα ιδρύματα για τον υπολογισμό του εποπτικού συντελεστή δέλτα ως προς τα δικαιώματα προαίρεσης αγοράς και πώλησης που κατατάσσονται στην κατηγορία κινδύνου επιτοκίου ή κινδύνου βασικού εμπορεύματος που είναι συμβατή με τις συνθήκες της αγοράς, στο πλαίσιο των οποίων τα επιτόκια ή οι τιμές των βασικών εμπορευμάτων μπορεί να είναι αρνητικά, και την εποπτική μεταβλητότητα που είναι κατάλληλη για τους εν λόγω τύπους·»

·

ii)

το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2025.».

153)

Το άρθρο 285 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«7.   Εάν το ίδρυμα δεν μπορεί να αναπτύξει υπόδειγμα για τις εξασφαλίσεις μαζί με το άνοιγμα, δεν αναγνωρίζει στους υπολογισμούς του για την αξία του ανοίγματος για εξωχρηματιστηριακά παράγωγα την επίδραση των εξασφαλίσεων, εκτός από τα μετρητά που είναι εκφρασμένα στο ίδιο νόμισμα με το άνοιγμα, εκτός εάν το ίδρυμα χρησιμοποιεί τις προσαρμογές μεταβλητότητας σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο των εποπτικών συντελεστών προσαρμογής μεταβλητότητας σύμφωνα με το κεφάλαιο 4.»

·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«7α.   Εάν το ίδρυμα δεν μπορεί να αναπτύξει υπόδειγμα για τις εξασφαλίσεις μαζί με το άνοιγμα, δεν αναγνωρίζει στους υπολογισμούς του για την αξία του ανοίγματος για συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων την επίδραση των εξασφαλίσεων, εκτός από τα μετρητά που είναι εκφρασμένα στο ίδιο νόμισμα με το άνοιγμα.».

154)

Στο άρθρο 291 παράγραφος 5, το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«στ)

στον βαθμό που ο υπολογισμός χρησιμοποιεί υπάρχοντες υπολογισμούς κινδύνου αγοράς για τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο αθέτησης όπως καθορίζεται στον τίτλο IV κεφάλαιο 1α τμήμα 4 ή 5 ή για κίνδυνο αθέτησης με τη χρήση εσωτερικού υποδείγματος κινδύνου αθέτησης, όπως καθορίζεται στον τίτλο IV κεφάλαιο 1β τμήμα 3 που περιλαμβάνουν ήδη μια παραδοχή LGD, η LGD στον τύπο που χρησιμοποιείται ισούται με 100 %.».

155)

Στο τρίτο μέρος, ο τίτλος ΙΙΙ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

« ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ

ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ ΚΙΝΔΥΝΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟ ΚΙΝΔΥΝΟ

Άρθρο 311α

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

ως “γεγονός λειτουργικού κινδύνου” νοείται κάθε γεγονός που συνδέεται με λειτουργικό κίνδυνο και προκαλεί ζημία ή πολλαπλές ζημίες, εντός ενός ή περισσότερων οικονομικών ετών·

2)

ως “συνολική ακαθάριστη ζημία” νοείται το άθροισμα όλων των ακαθάριστων ζημιών που συνδέονται με το ίδιο γεγονός λειτουργικού κινδύνου κατά τη διάρκεια ενός ή περισσότερων οικονομικών ετών·

3)

ως “συνολική καθαρή ζημία” νοείται το άθροισμα όλων των καθαρών ζημιών που συνδέονται με το ίδιο γεγονός λειτουργικού κινδύνου κατά τη διάρκεια ενός ή περισσότερων οικονομικών ετών·

4)

ως “ομαδοποιημένες ζημίες” νοούνται όλες οι λειτουργικές ζημίες που προκαλούνται από κοινή υποκείμενη αιτία ή γενεσιουργό αίτιο και μπορούν να ομαδοποιηθούν σε ένα γεγονός λειτουργικού κινδύνου.

Άρθρο 312

Απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον λειτουργικό κίνδυνο

Η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον λειτουργικό κίνδυνο είναι η συνιστώσα του επιχειρηματικού δείκτη που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 313.

Άρθρο 313

Συνιστώσα επιχειρηματικού δείκτη

Τα ιδρύματα υπολογίζουν τη συνιστώσα επιχειρηματικού δείκτη σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

Image 21

όπου:

BIC

= η συνιστώσα επιχειρηματικού δείκτη·

BI

= ο επιχειρηματικός δείκτης, εκφρασμένος σε δισεκατομμύρια ευρώ, υπολογιζόμενος σύμφωνα με το άρθρο 314.

Άρθρο 314

Επιχειρηματικός δείκτης

1.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τον επιχειρηματικό δείκτη τους σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

ΒΙ = ILDC + SC + FC

όπου:

BI

= ο επιχειρηματικός δείκτης, εκφρασμένος σε δισεκατομμύρια ευρώ·

ILDC

= η συνιστώσα των τόκων, των μισθώσεων και των μερισμάτων, εκφρασμένη σε δισεκατομμύρια ευρώ και υπολογιζόμενη σύμφωνα με την παράγραφο 2·

SC

= η συνιστώσα υπηρεσιών, εκφρασμένη σε δισεκατομμύρια ευρώ και υπολογιζόμενη σύμφωνα με την παράγραφο 5·

FC

= η χρηματοπιστωτική συνιστώσα, εκφρασμένη σε δισεκατομμύρια ευρώ και υπολογιζόμενη σύμφωνα με την παράγραφο 6.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η συνιστώσα των τόκων, των μισθώσεων και των μερισμάτων υπολογίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

Image 22

όπου:

ILDC

= η συνιστώσα των τόκων, των μισθώσεων και των μερισμάτων·

IC

= η συνιστώσα των τόκων, η οποία συνίσταται στα έσοδα του ιδρύματος από τόκους από όλα τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και άλλα έσοδα από τόκους, συμπεριλαμβανομένων των εσόδων από χρηματοδοτικές και λειτουργικές μισθώσεις και των κερδών από μισθωμένα στοιχεία ενεργητικού, μείον τα έξοδα του ιδρύματος από τόκους από όλες τις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις και άλλα έξοδα από τόκους, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων από χρηματοδοτικές και λειτουργικές μισθώσεις, της απόσβεσης, της απομείωσης και των ζημιών για μισθωμένα λειτουργικά στοιχεία ενεργητικού, υπολογιζόμενη ως ο ετήσιος μέσος όρος των απόλυτων τιμών των διαφορών κατά τα τρία τελευταία οικονομικά έτη·

AC

= η συνιστώσα των στοιχείων ενεργητικού, η οποία συνίσταται στο άθροισμα των συνολικών ακαθάριστων ανεξόφλητων δανείων, προκαταβολών, τοκοφόρων τίτλων, συμπεριλαμβανομένων κρατικών ομολόγων, και στοιχείων ενεργητικού του ιδρύματος υπό μίσθωση, υπολογιζόμενη ως ο ετήσιος μέσος όρος των τριών τελευταίων οικονομικών ετών με βάση τα ποσά στο τέλος κάθε αντίστοιχου οικονομικού έτους·

DC

= η συνιστώσα των μερισμάτων, η οποία συνίσταται στα έσοδα του ιδρύματος από μερίσματα που προκύπτουν από επενδύσεις σε μετοχές και κεφάλαια που δεν έχουν ενοποιηθεί στις οικονομικές καταστάσεις του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένων των εσόδων από μερίσματα που προκύπτουν από μη ενοποιημένες θυγατρικές, συγγενείς εταιρείες και κοινοπραξίες, υπολογιζόμενη ως ο ετήσιος μέσος όρος των τριών τελευταίων οικονομικών ετών.

3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, ένα μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ μπορεί, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027, να ζητήσει άδεια από την οικεία αρχή ενοποιημένης εποπτείας για να υπολογίζει χωριστή συνιστώσα των τόκων, των μισθώσεων και των μερισμάτων για οποιοδήποτε από τα συγκεκριμένα θυγατρικά του ιδρύματα και για να προσθέτει το αποτέλεσμα του εν λόγω υπολογισμού στη συνιστώσα των τόκων, των μισθώσεων και των μερισμάτων που υπολογίζεται, σε ενοποιημένη βάση, για τις άλλες οντότητες του ομίλου, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι δραστηριότητες λιανικής ή εμπορικής τραπεζικής των θυγατρικών αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς τους·

β)

σημαντικό τμήμα των δραστηριοτήτων λιανικής ή εμπορικής τραπεζικής των θυγατρικών περιλαμβάνει δάνεια με υψηλή πιθανότητα αθέτησης·

γ)

η χρήση της παρέκκλισης παρέχει κατάλληλη βάση για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για λειτουργικό κίνδυνο του μητρικού ιδρύματος που είναι εγκατεστημένο στην ΕΕ.

Μετά τη χορήγησή της, η άδεια, καθώς και οι όροι της, επαναξιολογούνται από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας ανά διετία.

Η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ενημερώνει την ΕΑΤ μόλις χορηγηθεί, επιβεβαιωθεί ή ανακληθεί τέτοια άδεια.

Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2031, η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τη χρήση και την καταλληλότητα της παρέκκλισης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τα συγκεκριμένα επιχειρηματικά μοντέλα και την επάρκεια των σχετικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για λειτουργικό κίνδυνο. Με βάση την έκθεση αυτή και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα σχετικά διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η BCBS, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο νομοθετική πρόταση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2032.

4.   Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027 ή, εάν προηγηθεί, έως ότου η αρχή ενοποιημένης εποπτείας χορηγήσει άδεια σύμφωνα με την παράγραφο 3, ένα μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια να εφαρμόζει την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της λιανικής τραπεζικής και της εμπορικής τραπεζικής για να υπολογίζει την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για λειτουργικό κίνδυνο μπορεί, αφού ενημερώσει την οικεία αρχή ενοποιημένης εποπτείας, να συνεχίσει να χρησιμοποιεί την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση όπως καθορίζεται στην έκδοση του παρόντος κανονισμού που ισχύει στις 8 Ιουλίου 2024 για τον σκοπό του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον λειτουργικό κίνδυνο που σχετίζεται με τις δύο αυτές επιχειρηματικές δραστηριότητες και σύμφωνα με το πεδίο εφαρμογής της υφιστάμενης άδειας.

5.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η συνιστώσα των υπηρεσιών υπολογίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

SC = max (ΟΙ, ΟΕ) + max (FI, FE)

όπου:

SC

= η συνιστώσα των υπηρεσιών·

OI

= τα λοιπά έσοδα εκμετάλλευσης, τα οποία συνίστανται στον ετήσιο μέσο όρο κατά τα τρία τελευταία οικονομικά έτη των εσόδων του ιδρύματος από συνήθεις τραπεζικές πράξεις που δεν περιλαμβάνονται σε άλλα στοιχεία του επιχειρηματικού δείκτη αλλά είναι παρόμοιου χαρακτήρα·

OE

= οι λοιπές λειτουργικές δαπάνες, οι οποίες συνίστανται στον ετήσιο μέσο όρο κατά τα τρία τελευταία οικονομικά έτη των δαπανών και ζημιών του ιδρύματος από συνήθεις τραπεζικές πράξεις που δεν περιλαμβάνονται σε άλλα στοιχεία του επιχειρηματικού δείκτη αλλά είναι παρόμοιου χαρακτήρα, καθώς και από γεγονότα λειτουργικού κινδύνου·

FI

= η συνιστώσα των εσόδων από αμοιβές και προμήθειες, η οποία συνίσταται στον ετήσιο μέσο όρο κατά τα τρία τελευταία οικονομικά έτη των εσόδων που εισέπραξε το ίδρυμα από την παροχή συμβουλών και υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των εσόδων που εισέπραξε το ίδρυμα ως εργολήπτης χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών·

FE

= η συνιστώσα των εξόδων από αμοιβές και προμήθειες, η οποία συνίσταται στον ετήσιο μέσο όρο κατά τα τρία τελευταία οικονομικά έτη των δαπανών του ιδρύματος για τη λήψη συμβουλών και υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των αμοιβών εξωτερικής ανάθεσης που καταβάλλονται από το ίδρυμα για την παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, αλλά εξαιρουμένων των τελών εξωτερικής ανάθεσης που καταβάλλονται για την παροχή μη χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών.

Με την επιφύλαξη της προηγούμενης άδειας της αρμόδιας αρχής, και στον βαθμό που το θεσμικό σύστημα προστασίας διαθέτει κατάλληλα και ομοιόμορφα διατυπωμένα συστήματα για την παρακολούθηση και την κατάταξη των λειτουργικών κινδύνων, τα ιδρύματα που είναι μέλη ενός θεσμικού συστήματος προστασίας που πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 113 παράγραφος 7 μπορούν να υπολογίζουν την συνιστώσα των υπηρεσιών αφαιρουμένων τυχόν εσόδων που εισπράττονται από ιδρύματα τα οποία είναι μέλη του ίδιου θεσμικού συστήματος προστασίας ή δαπανών που καταβάλλονται σε τέτοια ιδρύματα. Τυχόν ζημίες που προκύπτουν από τους σχετικούς λειτουργικούς κινδύνους υπόκεινται σε αμοιβαιοποίηση μεταξύ των μελών του θεσμικού συστήματος προστασίας.

6.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η χρηματοπιστωτική συνιστώσα υπολογίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

FC=TC+BC

όπου:

FC

= η χρηματοπιστωτική συνιστώσα·

TC

= η συνιστώσα του χαρτοφυλακίου συναλλαγών, η οποία συνίσταται στον ετήσιο μέσο όρο των απόλυτων τιμών, κατά τα τρία τελευταία οικονομικά έτη, του καθαρού κέρδους ή ζημίας, κατά περίπτωση, επί του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος, το οποίο προσδιορίζεται ως κατάλληλο είτε σύμφωνα με τα λογιστικά πρότυπα είτε σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος Ι κεφάλαιο 3, μεταξύ άλλων επί των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού προς διαπραγμάτευση, που προκύπτει από λογιστική αντιστάθμισης και από συναλλαγματικές διαφορές·

BC

= η συνιστώσα του τραπεζικού χαρτοφυλακίου, η οποία συνίσταται στον ετήσιο μέσο όρο των απόλυτων τιμών, κατά τα τρία τελευταία οικονομικά έτη, του καθαρού κέρδους ή ζημίας, κατά περίπτωση, επί των εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών του ιδρύματος, που προκύπτει μεταξύ άλλων από χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού και υποχρεώσεις που επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων, από λογιστική αντιστάθμισης, από συναλλαγματικές διαφορές και από πραγματοποιηθέντα κέρδη και ζημίες επί χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού και υποχρεώσεων που δεν επιμετρώνται στην εύλογη αξία μέσω των αποτελεσμάτων.

7.   Τα ιδρύματα δεν χρησιμοποιούν οποιοδήποτε από τα ακόλουθα στοιχεία στον υπολογισμό του επιχειρηματικού τους δείκτη:

α)

έσοδα και έξοδα από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές δραστηριότητες·

β)

καταβληθέντα ασφάλιστρα και πληρωμές που εισπράχθηκαν από ασφαλιστήρια ή αντασφαλιστήρια συμβόλαια που αγοράστηκαν·

γ)

διοικητικές δαπάνες, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών προσωπικού, των τελών εξωτερικής ανάθεσης που καταβάλλονται για την παροχή μη χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, και άλλων διοικητικών δαπανών·

δ)

ανάκτηση διοικητικών δαπανών, συμπεριλαμβανομένης της ανάκτησης πληρωμών για λογαριασμό πελατών·

ε)

δαπάνες εγκαταστάσεων και πάγιων στοιχείων ενεργητικού, εκτός εάν οι δαπάνες αυτές προκύπτουν από γεγονότα λειτουργικού κινδύνου·

στ)

απόσβεση ενσώματων στοιχείων ενεργητικού και απόσβεση άυλων στοιχείων ενεργητικού, εκτός από την απόσβεση που σχετίζεται με μισθωμένα λειτουργικά στοιχεία ενεργητικού, τα οποία περιλαμβάνονται στα έξοδα χρηματοδοτικής και λειτουργικής μίσθωσης·

ζ)

προβλέψεις και αντιλογισμός προβλέψεων, εκτός εάν αυτές οι προβλέψεις αφορούν γεγονότα λειτουργικού κινδύνου·

η)

έξοδα εταιρικού κεφαλαίου πληρωτέου σε πρώτη ζήτηση·

θ)

απομείωση αξίας και αντιλογισμός απομείωσης αξίας·

ι)

μεταβολές στην υπεραξία που αναγνωρίζονται στα αποτελέσματα·

ια)

φόρος εισοδήματος εταιρειών.

8.   Εάν ένα ίδρυμα δεν έχει συμπληρώσει τρία έτη λειτουργίας, χρησιμοποιεί προορατικές επιχειρηματικές εκτιμήσεις για τον υπολογισμό των κατάλληλων συνιστωσών του επιχειρηματικού δείκτη του, εφόσον συμφωνεί η οικεία αρμόδια αρχή. Το ίδρυμα αρχίζει να χρησιμοποιεί ιστορικά δεδομένα, μόλις τα δεδομένα αυτά καταστούν διαθέσιμα.

9.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α)

τις συνιστώσες του επιχειρηματικού δείκτη, και τη χρήση τους, με την κατάρτιση καταλόγων τυπικών επιμέρους στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των διεθνών ρυθμιστικών προτύπων και, κατά περίπτωση, το προληπτικό όριο που ορίζεται στο τρίτο μέρος τίτλος Ι κεφάλαιο 3·

β)

τα στοιχεία που παρατίθενται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2026.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, θεσπίζοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

10.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον προσδιορισμό των στοιχείων του επιχειρηματικού δείκτη, κατατάσσοντας τα στοιχεία αυτά στα αντίστοιχα κελιά αναφοράς που καθορίζονται στον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2021/451 της Επιτροπής (*14), όπου αρμόζει.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2026.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 315

Προσαρμογές στον επιχειρηματικό δείκτη

1.   Τα ιδρύματα περιλαμβάνουν στοιχεία επιχειρηματικών δεικτών συγχωνευμένων ή εξαγορασμένων οντοτήτων ή δραστηριοτήτων στον υπολογισμό του επιχειρηματικού δείκτη τους από τη στιγμή της συγχώνευσης ή της εξαγοράς, ανάλογα με την περίπτωση, και καλύπτουν τα τρία τελευταία οικονομικά έτη.

2.   Τα ιδρύματα μπορούν να ζητήσουν άδεια από την αρμόδια αρχή για να εξαιρέσουν από τον επιχειρηματικό δείκτη ποσά που σχετίζονται με εκχωρηθείσες οντότητες ή δραστηριότητες.

3.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει τα εξής:

α)

τον τρόπο με τον οποίο τα ιδρύματα πρέπει να καθορίζουν τις προσαρμογές στον επιχειρηματικό δείκτη που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2·

β)

τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι αρμόδιες αρχές μπορούν να χορηγήσουν την άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 2·

γ)

το χρονοδιάγραμμα για τις προσαρμογές που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2026.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, θεσπίζοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΣΥΛΛΟΓΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

Άρθρο 316

Υπολογισμός της ετήσιας ζημίας λειτουργικού κινδύνου

1.   Τα ιδρύματα με επιχειρηματικό δείκτη ίσο με ή μεγαλύτερο από 750 εκατ. EUR υπολογίζουν την ετήσια ζημία λειτουργικού κινδύνου τους ως το άθροισμα όλων των καθαρών ζημιών σε ένα δεδομένο οικονομικό έτος, υπολογιζόμενων σύμφωνα με το άρθρο 318 παράγραφος 1, οι οποίες ισούνται με ή υπερβαίνουν τα όρια δεδομένων ζημίας που καθορίζονται στο άρθρο 319 παράγραφος 1 ή 2.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να χορηγούν απαλλαγή από την απαίτηση υπολογισμού ετήσιας ζημίας λειτουργικού κινδύνου σε ιδρύματα με επιχειρηματικό δείκτη που δεν υπερβαίνει το 1 δισεκατομμύριο EUR, υπό την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα έχει αποδείξει με ικανοποιητικά στοιχεία στην αρμόδια αρχή ότι θα ήταν αδικαιολόγητα επαχθές για το ίδρυμα να εφαρμόσει το πρώτο εδάφιο.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, ο σχετικός επιχειρηματικός δείκτης είναι η υψηλότερη τιμή του επιχειρηματικού δείκτη που έχει υποβάλει το ίδρυμα κατά τις τελευταίες οκτώ ημερομηνίες αναφοράς για την υποβολή στοιχείων. Ένα ίδρυμα που δεν έχει υποβάλει ακόμη τον επιχειρηματικό του δείκτη χρησιμοποιεί τον πλέον πρόσφατο επιχειρηματικό δείκτη του.

3.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει την προϋπόθεση του “αδικαιολόγητα επαχθούς” για τους σκοπούς της παραγράφου 1.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2026.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, θεσπίζοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 317

Σύνολο δεδομένων ζημίας

1.   Τα ιδρύματα που υπολογίζουν την ετήσια ζημία λειτουργικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 316 παράγραφος 1 διαθέτουν ρυθμίσεις, διαδικασίες και μηχανισμούς για τη δημιουργία και την επικαιροποίηση σε συνεχή βάση ενός συνόλου δεδομένων ζημίας στο οποίο συγκεντρώνονται για κάθε καταγεγραμμένο γεγονός λειτουργικού κινδύνου τα ποσά ακαθάριστης ζημίας, εισπράξεις από μη ασφαλίσεις, εισπράξεις από ασφαλίσεις, οι ημερομηνίες αναφοράς και οι ομαδοποιημένες ζημίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προκύπτουν από γεγονότα κακοπροαίρετης συμπεριφοράς.

2.   Το σύνολο δεδομένων ζημίας του ιδρύματος αποτυπώνει όλα τα γεγονότα λειτουργικού κινδύνου που απορρέουν από όλες τις οντότητες που εντάσσονται στο πεδίο εφαρμογής της ενοποίησης σύμφωνα με το πρώτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 2.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα ιδρύματα:

α)

περιλαμβάνουν στο σύνολο δεδομένων ζημίας κάθε γεγονός λειτουργικού κινδύνου που καταγράφεται κατά τη διάρκεια ενός ή περισσότερων οικονομικών ετών·

β)

χρησιμοποιούν την ημερομηνία λογιστικής εγγραφής για τη συμπερίληψη των ζημιών που σχετίζονται με γεγονότα λειτουργικού κινδύνου στο σύνολο δεδομένων ζημίας·

γ)

κατανέμουν τις ζημίες και τις εισπράξεις που σχετίζονται με κοινό γεγονός λειτουργικού κινδύνου ή σχετικά γεγονότα λειτουργικού κινδύνου σε βάθος χρόνου και οι οποίες καταχωρίζονται στους λογαριασμούς επί σειρά ετών στα αντίστοιχα οικονομικά έτη του συνόλου δεδομένων ζημίας, σύμφωνα με τη λογιστική τους μεταχείριση.

4.   Τα ιδρύματα συλλέγουν επίσης:

α)

πληροφορίες σχετικά με τις ημερομηνίες αναφοράς των γεγονότων λειτουργικού κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων των εξής:

i)

ημερομηνία κατά την οποία συνέβη ή άρχισε για πρώτη φορά το γεγονός λειτουργικού κινδύνου (“ημερομηνία επέλευσης”), εφόσον είναι διαθέσιμη·

ii)

ημερομηνία κατά την οποία το ίδρυμα έλαβε γνώση του γεγονότος λειτουργικού κινδύνου (“ημερομηνία διαπίστωσης”)·

iii)

ημερομηνία ή ημερομηνίες κατά τις οποίες ένα γεγονός λειτουργικού κινδύνου καταλήγει σε ζημία, ή αποθεματικό ή πρόβλεψη έναντι ζημίας, που αναγνωρίζεται στους λογαριασμούς κερδών και ζημιών του ιδρύματος (“ημερομηνία λογιστικής εγγραφής”)·

β)

πληροφορίες σχετικά με τυχόν ανακτήσεις ποσών ακαθάριστης ζημίας, καθώς και περιγραφικές πληροφορίες σχετικά με τους παράγοντες ή τις αιτίες των ζημιογόνων γεγονότων.

Το επίπεδο λεπτομέρειας κάθε περιγραφικής πληροφορίας είναι ανάλογο με το μέγεθος του ποσού της ακαθάριστης ζημίας.

5.   Το ίδρυμα δεν περιλαμβάνει στο σύνολο δεδομένων ζημίας γεγονότα λειτουργικού κινδύνου που σχετίζονται με πιστωτικό κίνδυνο τα οποία συνυπολογίζονται στο σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος για πιστωτικό κίνδυνο. Τα γεγονότα λειτουργικού κινδύνου που σχετίζονται με πιστωτικό κίνδυνο αλλά δεν συνυπολογίζονται στο σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος για πιστωτικό κίνδυνο περιλαμβάνονται στο σύνολο δεδομένων ζημίας.

6.   Τα γεγονότα λειτουργικού κινδύνου που σχετίζονται με τον κίνδυνο αγοράς αντιμετωπίζονται ως λειτουργικός κίνδυνος και περιλαμβάνονται στο σύνολο δεδομένων ζημίας.

7.   Ένα ίδρυμα μπορεί, κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής, να αντιστοιχίσει τα ιστορικά εσωτερικά δεδομένα ζημίας με το είδος του γεγονότος.

8.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα διασφαλίζουν την αρτιότητα, την ευρωστία και την απόδοση των οικείων συστημάτων και υποδομών ΤΠ που είναι αναγκαίες για την τήρηση και την επικαιροποίηση του συνόλου δεδομένων ζημίας, διασφαλίζοντας ειδικότερα όλα τα ακόλουθα:

α)

τα συστήματα και οι υποδομές ΤΠ τους είναι άρτιες και ανθεκτικές, και ότι είναι δυνατή η διατήρηση της αρτιότητας και της ανθεκτικότητας σε μόνιμη βάση·

β)

τα συστήματα και οι υποδομές ΤΠ τους υπόκεινται σε διαδικασίες διαχείρισης της διαμόρφωσης, διαχείρισης των μεταβολών και διαχείρισης των εκδόσεων·

γ)

όταν ένα ίδρυμα αναθέτει σε τρίτους τμήματα της συντήρησης των συστημάτων και υποδομών το του, η αρτιότητα, η ευρωστία και η απόδοση των συστημάτων και υποδομών ΤΠ εξασφαλίζονται με την επιβεβαίωση τουλάχιστον των εξής:

i)

τα συστήματα και οι υποδομές ΤΠ του είναι άρτιες και ανθεκτικές, και ότι είναι δυνατή η διατήρηση της αρτιότητας και της ανθεκτικότητας σε μόνιμη βάση·

ii)

η διαδικασία σχεδιασμού, δημιουργίας, δοκιμής και ενεργοποίησης των συστημάτων και των υποδομών ΤΠ είναι άρτια και κατάλληλη όσον αφορά τη διαχείριση έργων, τη διαχείριση κινδύνων, τη διακυβέρνηση, τη μηχανική, τη διασφάλιση της ποιότητας και τον σχεδιασμό δοκιμών, τη μοντελοποίηση και ανάπτυξη συστημάτων, τη διασφάλιση της ποιότητας σε όλες τις δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των αναθεωρήσεων κώδικα και, κατά περίπτωση, της επαλήθευσης κώδικα, και τις δοκιμές, συμπεριλαμβανομένης της αποδοχής από τους χρήστες·

iii)

τα συστήματα και οι υποδομές ΤΠ του υπόκεινται σε διαδικασίες διαχείρισης της διαμόρφωσης, διαχείρισης των μεταβολών και διαχείρισης των εκδόσεων·

iv)

η διαδικασία σχεδιασμού, δημιουργίας, δοκιμής και ενεργοποίησης των συστημάτων και υποδομών ΤΠ και των σχεδίων έκτακτης ανάγκης εγκρίνεται από το διοικητικό όργανο ή τα ανώτερα διοικητικά στελέχη και το διοικητικό όργανο και τα ανώτερα διοικητικά στελέχη ενημερώνονται περιοδικά σχετικά με την απόδοση των συστημάτων και υποδομών ΤΠ.

9.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 7, η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό συμμορφούμενης προς τα διεθνή πρότυπα ταξινομίας κινδύνου σχετικά με τον λειτουργικό κίνδυνο και μεθοδολογίας για την ταξινόμηση, με βάση την εν λόγω ταξινομία λειτουργικού κινδύνου, των ζημιογόνων γεγονότων που περιλαμβάνονται στο σύνολο δεδομένων ζημίας.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2026.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, θεσπίζοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

10.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 8, η ΕΑΤ εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, στις οποίες επεξηγούνται τα τεχνικά στοιχεία που απαιτούνται για τη διασφάλιση της αρτιότητας, της ευρωστίας και της απόδοσης των ρυθμίσεων διακυβέρνησης για τη διατήρηση του συνόλου δεδομένων ζημίας, με ιδιαίτερη έμφαση στα συστήματα και τις υποδομές ΤΠ.

Άρθρο 318

Υπολογισμός της καθαρής ζημίας και της ακαθάριστης ζημίας

1.   Για τους σκοπούς του άρθρου 316 παράγραφος 1, τα ιδρύματα υπολογίζουν για κάθε γεγονός λειτουργικού κινδύνου καθαρή ζημία ως εξής:

καθαρή ζημία = ακαθάριστη ζημία – ανάκτηση

όπου:

ακαθάριστη ζημία

= ζημία που συνδέεται με γεγονός λειτουργικού κινδύνου πριν από ανακτήσεις οποιουδήποτε είδους·

ανάκτηση

= ένα ή περισσότερα ανεξάρτητα συμβάντα, που σχετίζονται με το αρχικό γεγονός λειτουργικού κινδύνου, διαχωρισμένα χρονικά, κατά τα οποία λαμβάνονται κεφάλαια ή εισροές οικονομικών οφελών από τρίτο.

Τα ιδρύματα τηρούν σε συνεχή βάση επικαιροποιημένο υπολογισμό της καθαρής ζημίας για κάθε συγκεκριμένο γεγονός λειτουργικού κινδύνου. Για τον σκοπό αυτό, τα ιδρύματα επικαιροποιούν τον υπολογισμό της καθαρής ζημίας με βάση τις παρατηρούμενες ή εκτιμώμενες διακυμάνσεις της ακαθάριστης ζημίας και της ανάκτησης για καθένα από τα 10 τελευταία οικονομικά έτη. Εάν παρατηρηθούν ζημίες που συνδέονται με το ίδιο γεγονός λειτουργικού κινδύνου κατά τη διάρκεια περισσότερων οικονομικών ετών εντός της εν λόγω δεκαετούς περιόδου, το ίδρυμα υπολογίζει και επικαιροποιεί:

α)

την καθαρή ζημία, την ακαθάριστη ζημία και την ανάκτηση για καθένα από τα οικονομικά έτη της δεκαετούς περιόδου στο οποίο καταγράφηκε η συγκεκριμένη καθαρή ζημία, ακαθάριστη ζημία και ανάκτηση·

β)

τη συνολική καθαρή ζημία, τη συνολική ακαθάριστη ζημία και τη συνολική ανάκτηση όλων των σχετικών οικονομικών ετών της δεκαετούς περιόδου.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, στον υπολογισμό της ακαθάριστης ζημίας περιλαμβάνονται τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

άμεσες χρεώσεις, όπως απομειώσεις, διακανονισμοί, ποσά που καταβλήθηκαν για την αποκατάσταση της ζημίας, ποινές και τόκοι υπερημερίας και νομικά έξοδα στους λογαριασμούς κερδών και ζημιών του ιδρύματος και απομειώσεις λόγω του γεγονότος λειτουργικού κινδύνου, όπου συμπεριλαμβάνονται τα εξής:

i)

όταν το γεγονός λειτουργικού κινδύνου σχετίζεται με κίνδυνο αγοράς, το κόστος ρευστοποίησης των θέσεων στην αγορά στο καταγεγραμμένο ποσό ζημίας των στοιχείων λειτουργικού κινδύνου·

ii)

όταν οι πληρωμές αφορούν αστοχίες ή ακατάλληλες διαδικασίες του ιδρύματος, ποινές, τόκοι, χρεώσεις υπερημερίας, νομικά έξοδα και, εξαιρουμένου του αρχικώς οφειλόμενου ποσού φόρου, φόρος, εκτός εάν το ποσό αυτό περιλαμβάνεται ήδη στο στοιχείο ε)·

β)

δαπάνες που προκύπτουν ως συνέπεια του γεγονότος λειτουργικού κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων εξωτερικών δαπανών που συνδέονται άμεσα με το γεγονός λειτουργικού κινδύνου και δαπανών επιδιόρθωσης ή αντικατάστασης, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν για την αποκατάσταση της θέσης που επικρατούσε πριν από την επέλευση του γεγονότος λειτουργικού κινδύνου·

γ)

προβλέψεις ή αποθεματικά που εμφανίζονται στον λογαριασμό κερδών και ζημιών έναντι πιθανών επιπτώσεων από λειτουργικές ζημίες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων από περιστατικά παραπτωμάτων·

δ)

ζημίες που προέρχονται από γεγονότα λειτουργικού κινδύνου με οριστικό οικονομικό αντίκτυπο, οι οποίες καταλογίζονται προσωρινά σε μεταβατικούς ή εκκρεμείς λογαριασμούς και δεν αποτυπώνονται ακόμη στους λογαριασμούς αποτελεσμάτων (“εκκρεμείς ζημίες”)·

ε)

αρνητικές οικονομικές επιπτώσεις που καταλογίζονται σε ένα οικονομικό έτος και οφείλονται σε γεγονότα λειτουργικού κινδύνου που επηρεάζουν τις ταμειακές ροές ή τις οικονομικές καταστάσεις προηγούμενων οικονομικών ετών (“ζημίες χρονικής αιτιολογίας”).

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο δ), οι σημαντικές εκκρεμείς ζημίες περιλαμβάνονται στο σύνολο δεδομένων ζημίας εντός χρονικής περιόδου ανάλογης με το μέγεθος και την ηλικία του εκκρεμούς στοιχείου.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο ε), το ίδρυμα περιλαμβάνει στο σύνολο δεδομένων ζημίας σημαντικές ζημίες χρονικής αιτιολογίας, όταν οι εν λόγω ζημίες οφείλονται σε γεγονότα λειτουργικού κινδύνου που εκτείνονται σε περισσότερα του ενός οικονομικά έτη. Τα ιδρύματα περιλαμβάνουν στο καταγραφέν ποσό ζημίας του στοιχείου λειτουργικού κινδύνου ενός οικονομικού έτους ζημίες που οφείλονται στη διόρθωση σφαλμάτων λογιστικής καταχώρισης που σημειώθηκαν σε οποιοδήποτε προηγούμενο οικονομικό έτος, ακόμη και αν οι εν λόγω ζημίες δεν επηρεάζουν άμεσα τρίτους. Όταν υπάρχουν σημαντικές ζημίες χρονικής αιτιολογίας και το γεγονός λειτουργικού κινδύνου επηρεάζει άμεσα τρίτους, συμπεριλαμβανομένων πελατών, παρόχων και υπαλλήλων του ιδρύματος, το ίδρυμα περιλαμβάνει επίσης την επίσημη επαναδιατύπωση οικονομικών εκθέσεων που έχουν εκδοθεί προηγουμένως.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, από τον υπολογισμό της ακαθάριστης ζημίας εξαιρούνται τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

κόστος συμβάσεων γενικής συντήρησης ακινήτων, εγκαταστάσεων ή εξοπλισμού·

β)

εσωτερικές ή εξωτερικές δαπάνες για την ενίσχυση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων μετά τις ζημίες λειτουργικού κινδύνου όπως, μεταξύ άλλων, αναβαθμίσεις, βελτιώσεις, πρωτοβουλίες εκτίμησης κινδύνου και διαδικασίες ενίσχυσης·

γ)

ασφάλιστρα.

4.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, οι ανακτήσεις χρησιμοποιούνται για τη μείωση των ακαθάριστων ζημιών μόνο όταν το ίδρυμα έχει λάβει πληρωμή. Οι εισπρακτέες απαιτήσεις δεν θεωρούνται ανακτήσεις.

Κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής, το ίδρυμα παρέχει όλα τα έγγραφα που απαιτούνται για την επαλήθευση των πληρωμών που έχουν ληφθεί και συνυπολογιστεί στην καθαρή ζημία ενός γεγονότος λειτουργικού κινδύνου.

Άρθρο 319

Όρια δεδομένων ζημίας

1.   Για τον υπολογισμό της ετήσιας ζημίας λειτουργικού κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 316 παράγραφος 1, τα ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη από το σύνολο δεδομένων ζημίας γεγονότα λειτουργικού κινδύνου με καθαρή ζημία, υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 318, η οποία ισούται με ή υπερβαίνει τα 20 000 EUR.

2.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, και για τους σκοπούς του άρθρου 446, τα ιδρύματα υπολογίζουν επίσης την ετήσια ζημία λειτουργικού κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 316 παράγραφος 1, λαμβάνοντας υπόψη από το σύνολο δεδομένων ζημίας γεγονότα λειτουργικού κινδύνου με καθαρή ζημία, υπολογιζόμενη σύμφωνα με το άρθρο 318, η οποία ισούται με ή υπερβαίνει τα 100 000 EUR.

3.   Στην περίπτωση γεγονότος λειτουργικού κινδύνου που οδηγεί σε ζημίες κατά τη διάρκεια περισσότερων του ενός οικονομικών ετών, όπως αναφέρεται στο άρθρο 318 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, η καθαρή ζημία που λαμβάνεται υπόψη για τα όρια που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου είναι η συνολική καθαρή ζημία.

Άρθρο 320

Εξαίρεση ζημιών

1.   Ένα ίδρυμα μπορεί να ζητεί από την αρμόδια αρχή την άδεια να εξαιρεί από τον υπολογισμό της ετήσιας ζημίας λειτουργικού κινδύνου του έκτακτα γεγονότα λειτουργικού κινδύνου που δεν σχετίζονται πλέον με το προφίλ κινδύνου του ιδρύματος, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το ίδρυμα μπορεί να αποδείξει με ικανοποιητικά στοιχεία στην αρμόδια αρχή ότι η αιτία του γεγονότος λειτουργικού κινδύνου που προκάλεσε τις εν λόγω ζημίες λειτουργικού κινδύνου δεν θα επαναληφθεί·

β)

η συνολική καθαρή ζημία του αντίστοιχου γεγονότος λειτουργικού κινδύνου:

i)

είτε ισούται με ή υπερβαίνει το 10 % της μέσης ετήσιας ζημίας λειτουργικού κινδύνου του ιδρύματος, υπολογιζόμενη κατά τα 10 τελευταία οικονομικά έτη και βάσει του ορίου που αναφέρεται στο άρθρο 319 παράγραφος 1, όταν το ζημιογόνο γεγονός λειτουργικού κινδύνου αφορά δραστηριότητες που εξακολουθούν να αποτελούν μέρος του επιχειρηματικού δείκτη·

ii)

είτε σχετίζεται με ένα γεγονός λειτουργικού κινδύνου που αφορά δραστηριότητες που έχουν εξαιρεθεί από τον επιχειρηματικό δείκτη σύμφωνα με το άρθρο 315 παράγραφος 2·

γ)

η ζημία λειτουργικού κινδύνου περιλαμβανόταν στη βάση δεδομένων ζημίας για ελάχιστη περίοδο ενός έτους, εκτός εάν η ζημία λειτουργικού κινδύνου σχετίζεται με δραστηριότητες που έχουν εξαιρεθεί από τον επιχειρηματικό δείκτη σύμφωνα με το άρθρο 315 παράγραφος 2.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ) της παρούσας παραγράφου, η ελάχιστη περίοδος ενός έτους αρχίζει από την ημερομηνία κατά την οποία το γεγονός λειτουργικού κινδύνου, που περιλαμβάνεται στο σύνολο δεδομένων ζημίας, υπερέβη για πρώτη φορά το όριο σημαντικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 319 παράγραφος 1.

2.   Το ίδρυμα που ζητεί την άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 παρέχει στην αρμόδια αρχή τεκμηριωμένη αιτιολόγηση για την εξαίρεση έκτακτου γεγονότος λειτουργικού κινδύνου, μεταξύ άλλων:

α)

περιγραφή του γεγονότος λειτουργικού κινδύνου·

β)

στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η ζημία από το γεγονός λειτουργικού κινδύνου υπερβαίνει το όριο σημαντικότητας για την εξαίρεση ζημίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) σημείο i), συμπεριλαμβανομένης της ημερομηνίας κατά την οποία το εν λόγω γεγονός λειτουργικού κινδύνου υπερέβη το όριο σημαντικότητας·

γ)

την ημερομηνία κατά την οποία θα εξαιρείτο το σχετικό γεγονός λειτουργικού κινδύνου, λαμβανομένης υπόψη της ελάχιστης περιόδου διατήρησης που καθορίζεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ)·

δ)

τον λόγο για τον οποίο το γεγονός λειτουργικού κινδύνου δεν θεωρείται πλέον συναφές με το προφίλ κινδύνου του ιδρύματος·

ε)

απόδειξη ότι δεν υπάρχουν παρόμοια ή εναπομένοντα νομικά ανοίγματα και ότι το γεγονός λειτουργικού κινδύνου προς εξαίρεση δεν σχετίζεται με άλλες δραστηριότητες ή προϊόντα·

στ)

εκθέσεις της ανεξάρτητης επανεξέτασης ή επικύρωσης του ιδρύματος, οι οποίες επιβεβαιώνουν ότι το γεγονός λειτουργικού κινδύνου δεν είναι πλέον συναφές και ότι δεν υπάρχουν παρόμοια ή εναπομένοντα νομικά ανοίγματα·

ζ)

απόδειξη ότι οι αρμόδιοι φορείς του ιδρύματος, μέσω των διαδικασιών έγκρισης του ιδρύματος, έχουν εγκρίνει το αίτημα εξαίρεσης του γεγονότος λειτουργικού κινδύνου και την ημερομηνία αυτής της έγκρισης·

η)

τον αντίκτυπο της εξαίρεσης του γεγονότος λειτουργικού κινδύνου στην ετήσια ζημία λειτουργικού κινδύνου.

3.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να καθορίσει τις προϋποθέσεις που πρέπει να αξιολογεί η αρμόδια αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 1, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου υπολογισμού της μέσης ετήσιας ζημίας λειτουργικού κινδύνου και των προδιαγραφών σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να συλλέγονται σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή τυχόν περαιτέρω πληροφοριών που κρίνονται αναγκαίες για τη διενέργεια της αξιολόγησης.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2027.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, θεσπίζοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 321

Συμπερίληψη ζημιών από συγχωνευμένες ή εξαγορασμένες οντότητες ή δραστηριότητες

1.   Οι ζημίες που προέρχονται από συγχωνευμένες ή εξαγορασμένες οντότητες ή δραστηριότητες περιλαμβάνονται στο σύνολο δεδομένων ζημίας, μόλις τα στοιχεία του επιχειρηματικού δείκτη που σχετίζονται με τις εν λόγω οντότητες ή δραστηριότητες συμπεριληφθούν στον υπολογισμό του επιχειρηματικού δείκτη του ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 315 παράγραφος 1. Για τον σκοπό αυτό, τα ιδρύματα περιλαμβάνουν ζημίες που παρατηρήθηκαν κατά τη διάρκεια δεκαετούς περιόδου πριν από την εξαγορά ή τη συγχώνευση.

2.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει τον τρόπο με τον οποίο τα ιδρύματα πρέπει να καθορίζουν τις προσαρμογές στο σύνολο δεδομένων ζημίας τους μετά τη συμπερίληψη των ζημιών από συγχωνευμένες ή εξαγορασμένες οντότητες ή δραστηριότητες, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2027.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, θεσπίζοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 322

Πληρότητα, ακρίβεια και ποιότητα των δεδομένων ζημίας

1.   Τα ιδρύματα διαθέτουν την οργάνωση και τις διαδικασίες για τη διασφάλιση της πληρότητας, της ακρίβειας και της ποιότητας των δεδομένων ζημίας και για την υποβολή αυτών των δεδομένων σε ανεξάρτητη επανεξέταση.

2.   Οι αρμόδιες αρχές επανεξετάζουν περιοδικά, και τουλάχιστον ανά πενταετία, την ποιότητα των δεδομένων ζημίας ενός ιδρύματος που υπολογίζει την ετήσια ζημία λειτουργικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 316 παράγραφος 1. Οι αρμόδιες αρχές διενεργούν την εν λόγω επανεξέταση τουλάχιστον ανά τριετία για ίδρυμα με επιχειρηματικό δείκτη ο οποίος υπερβαίνει το 1 δισεκατομμύριο EUR.

Άρθρο 323

Πλαίσιο διαχείρισης λειτουργικού κινδύνου

1.   Τα ιδρύματα διαθέτουν:

α)

καλά τεκμηριωμένο σύστημα αξιολόγησης και διαχείρισης του λειτουργικού κινδύνου, το οποίο είναι στενά ενταγμένο σε καθημερινές διαδικασίες διαχείρισης κινδύνου, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της διαδικασίας παρακολούθησης και ελέγχου του προφίλ λειτουργικού κινδύνου του ιδρύματος και για το οποίο έχουν ανατεθεί σαφείς αρμοδιότητες στο σύστημα αξιολόγησης και διαχείρισης λειτουργικού κινδύνου προσδιορίζονται τα ανοίγματα του ιδρύματος σε λειτουργικό κίνδυνο και παρακολουθούνται τα σχετικά δεδομένα λειτουργικού κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων που αφορούν τις σημαντικές ζημίες·

β)

τμήμα διαχείρισης λειτουργικού κινδύνου το οποίο είναι ανεξάρτητο από τις επιχειρηματικές και λειτουργικές μονάδες του ιδρύματος·

γ)

σύστημα υποβολής εκθέσεων προς τα ανώτερα διοικητικά στελέχη που παρέχουν στα αρμόδια τμήματα του ιδρύματος πληροφορίες σχετικά με τον λειτουργικό κίνδυνο·

δ)

σύστημα τακτικής παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων σχετικά με τα ανοίγματα σε λειτουργικό κίνδυνο και τις ζημίες από τον κίνδυνο αυτό, καθώς και διαδικασίες για τη λήψη κατάλληλων διορθωτικών μέτρων·

ε)

τακτικές διαδικασίες για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης, καθώς και πολιτικές για την αντιμετώπιση των περιπτώσεων μη συμμόρφωσης·

στ)

τακτικές επανεξετάσεις των διαδικασιών και των συστημάτων αξιολόγησης και διαχείρισης λειτουργικού κινδύνου του ιδρύματος, οι οποίες διενεργούνται από εσωτερικούς ή εξωτερικούς ελεγκτές που διαθέτουν τις απαραίτητες γνώσεις·

ζ)

εσωτερικές διαδικασίες επικύρωσης που λειτουργούν με ορθό και αποτελεσματικό τρόπο·

η)

διαφανείς και προσβάσιμες ροές δεδομένων και διαδικασίες που συνδέονται με το σύστημα αξιολόγησης λειτουργικού κινδύνου του ιδρύματος.

2.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παράγραφο 1 στοιχεία α) έως η), λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος και την πολυπλοκότητα του ιδρύματος.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2027.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, θεσπίζοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

(*14)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2021/451 της Επιτροπής, της 17ης Δεκεμβρίου 2020, για τη θέσπιση εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά την υποβολή εποπτικών αναφορών από τα ιδρύματα και για την κατάργηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 680/2014 (ΕΕ L 97 της 19.3.2021, σ. 1).»."

156)

Το άρθρο 325 τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1 έως 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Ένα ίδρυμα υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς για όλες τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του και όλες τις θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του που υπόκεινται σε κίνδυνο συναλλάγματος ή κίνδυνο βασικού εμπορεύματος σύμφωνα με τις ακόλουθες μεθόδους:

α)

την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση που καθορίζεται στο κεφάλαιο 1α·

β)

την προσέγγιση εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων που καθορίζεται στο κεφάλαιο 1β για τις θέσεις που αποδίδονται σε μονάδες διαπραγμάτευσης για τις οποίες η οικεία αρμόδια αρχή έχει χορηγήσει άδεια στο ίδρυμα να χρησιμοποιεί την εν λόγω εναλλακτική προσέγγιση, όπως καθορίζεται στο άρθρο 325νβ παράγραφος 1·

γ)

την απλουστευμένη τυποποιημένη προσέγγιση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, υπό την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 325α παράγραφος 1.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, ένα ίδρυμα δεν υπολογίζει απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο συναλλάγματος για θέσεις εντός και εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που υπόκεινται σε κίνδυνο συναλλάγματος, όταν οι θέσεις αυτές αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος. Το ίδρυμα τεκμηριώνει την εφαρμογή από το ίδιο της παρέκκλισης που προβλέπεται στο παρόν εδάφιο, συμπεριλαμβανομένων του αντικτύπου και της σημασίας της, και καθιστά διαθέσιμες τις πληροφορίες κατόπιν αιτήσεως προς την οικεία αρμόδια αρχή.

2.   Οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο αγοράς που υπολογίζονται σύμφωνα με την απλουστευμένη τυποποιημένη προσέγγιση είναι το άθροισμα των ακόλουθων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων, ανάλογα με την περίπτωση:

α)

των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο θέσης που αναφέρονται στο κεφάλαιο 2, πολλαπλασιαζόμενων επί:

i)

1,3, για τους γενικούς και ειδικούς κινδύνους των θέσεων σε χρεωστικά μέσα, εξαιρουμένων των μέσων τιτλοποίησης που αναφέρονται στο άρθρο 337·

ii)

3,5, για τους γενικούς και ειδικούς κινδύνους των θέσεων σε μετοχικά προϊόντα.

β)

των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο συναλλάγματος που αναφέρονται στο κεφάλαιο 3, πολλαπλασιαζόμενων επί 1,2·

γ)

των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο βασικού εμπορεύματος που αναφέρονται στο κεφάλαιο 4, πολλαπλασιαζόμενων επί 1,9·

δ)

των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τα μέσα τιτλοποίησης που αναφέρονται στο άρθρο 337.

3.   Ένα ίδρυμα που χρησιμοποιεί την προσέγγιση εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς θέσεων χαρτοφυλακίου συναλλαγών και θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών που υπόκεινται σε κίνδυνο συναλλάγματος ή κίνδυνο βασικού εμπορεύματος, αναφέρει στην αρμόδια αρχή του τον μηνιαίο υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, χρησιμοποιώντας την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, για κάθε μονάδα διαπραγμάτευσης στην οποία έχουν αποδοθεί οι εν λόγω θέσεις σύμφωνα με το άρθρο 104β.

4.   Ένα ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιεί συνδυασμό της εναλλακτικής τυποποιημένης προσέγγισης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου και της προσέγγισης των εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου σε μόνιμη βάση, υπό την προϋπόθεση οι συνολικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς που υπολογίζονται με τη χρήση της προσέγγισης των εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων να αντιστοιχούν τουλάχιστον στο 10 % των συνολικών απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς. Σε ατομική βάση, ένα ίδρυμα δεν χρησιμοποιεί καμία από αυτές τις προσεγγίσεις σε συνδυασμό με την απλουστευμένη τυποποιημένη προσέγγιση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου. Σε ενοποιημένο επίπεδο, ένα ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιεί συνδυασμό αυτών των τριών προσεγγίσεων για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς σύμφωνα με το άρθρο 325β παράγραφος 4 στοιχείο β), εφόσον η απλουστευμένη τυποποιημένη προσέγγιση δεν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με τις άλλες δύο προσεγγίσεις εντός μιας ενιαίας νομικής οντότητας.

5.   Ένα ίδρυμα δεν χρησιμοποιεί την προσέγγιση των εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) για τα μέσα του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του που είναι θέσεις τιτλοποίησης ή θέσεις που περιλαμβάνονται στο χαρτοφυλάκιο διαπραγμάτευσης εναλλακτικών συσχετίσεων (ACTP), όπως καθορίζεται στις παραγράφους 6, 7 και 8.»

·

β)

η παράγραφος 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«9.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει τον τρόπο με τον οποίο τα ιδρύματα πρέπει να υπολογίζουν τις απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια ως προς τον κίνδυνο αγοράς για θέσεις εκτός του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που υπόκεινται σε κίνδυνο συναλλάγματος ή κίνδυνο βασικού εμπορεύματος σύμφωνα με τις μεθόδους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) του παρόντος άρθρου, λαμβανομένων υπόψη των απαιτήσεων που καθορίζονται στο άρθρο 104β παράγραφοι 5 και 6, κατά περίπτωση.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, θεσπίζοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

157)

Το άρθρο 325α τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

« Προϋποθέσεις για τη χρήση της απλουστευμένης τυποποιημένης προσέγγισης »·

β)

στην παράγραφο 1, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Το ίδρυμα μπορεί να υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, χρησιμοποιώντας την απλουστευμένη τυποποιημένη προσέγγιση που αναφέρεται στο άρθρο 325 παράγραφος 1 στοιχείο γ), υπό τον όρο ότι ο όγκος των εντός και εκτός ισολογισμού δραστηριοτήτων του ιδρύματος που υπόκεινται σε κίνδυνο αγοράς είναι ίσος προς ή μικρότερος από κάθε ένα από τα ακόλουθα όρια με βάση αξιολόγηση που διενεργείται σε μηνιαία βάση χρησιμοποιώντας τα δεδομένα της τελευταίας ημέρας του μήνα:»

·

γ)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

συμπεριλαμβάνονται όλες οι θέσεις εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών που υπόκεινται σε κίνδυνο συναλλάγματος ή κίνδυνο βασικού εμπορεύματος, εκτός από τις θέσεις που εξαιρούνται από τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο συναλλάγματος σύμφωνα με το άρθρο 104γ ή αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων·»

·

ii)

το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«στ)

η απόλυτη τιμή της συγκεντρωτικής θετικής θέσης αθροίζεται στην απόλυτη τιμή της συγκεντρωτικής αρνητικής θέσης.»

·

iii)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, η έννοια των θετικών και αρνητικών θέσεων είναι η ίδια με την έννοια που καθορίζεται στο άρθρο 94 παράγραφος 3.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, η αξία της συγκεντρωτικής θετικής (αρνητικής) θέσης ισούται με το άθροισμα των τιμών των επιμέρους θετικών (αρνητικών) θέσεων που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό σύμφωνα με το στοιχεία α) και β) του εν λόγω εδαφίου.»

·

δ)

στην παράγραφο 5, η εισαγωγική πρόταση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα ιδρύματα παύουν να υπολογίζουν τις απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια για τον κίνδυνο αγοράς σύμφωνα με την προσέγγιση που αναφέρεται στο άρθρο 325 παράγραφος 1 στοιχείο γ), εντός τριών μηνών σε κάθε μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:»

·

ε)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Ένα ίδρυμα που έχει παύσει να υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, χρησιμοποιώντας την προσέγγιση που αναφέρεται στο άρθρο 325 παράγραφος 1 στοιχείο γ) επιτρέπεται να αρχίσει να υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, χρησιμοποιώντας την εν λόγω προσέγγιση, μόνον εφόσον αποδείξει στην αρμόδια αρχή ότι όλες οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου έχουν τηρηθεί για αδιάλειπτη περίοδο ενός έτους.»

·

στ)

η παράγραφος 8 απαλείφεται.

158)

Στο άρθρο 325β προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4.   Εάν η αρμόδια αρχή δεν έχει χορηγήσει σε ίδρυμα την άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 2 τουλάχιστον για τουλάχιστον ένα ίδρυμα ή επιχείρηση του ομίλου, ισχύουν οι ακόλουθες απαιτήσεις για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο:

α)

το ίδρυμα υπολογίζει τις καθαρές θέσεις και τις απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο για όλες τις θέσεις σε ιδρύματα ή επιχειρήσεις του ομίλου για τις οποίες έχει χορηγηθεί στο ίδρυμα η άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 2, εφαρμόζοντας την αντιμετώπιση που προβλέπεται στην παράγραφο 1·

β)

το ίδρυμα υπολογίζει τις καθαρές θέσεις και τις απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο χωριστά για όλες τις θέσεις σε κάθε ίδρυμα ή επιχείρηση του ομίλου για τις οποίες δεν έχει χορηγηθεί στο ίδρυμα η άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 2·

γ)

το ίδρυμα υπολογίζει τις συνολικές απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο σε ενοποιημένη βάση, προσθέτοντας τα υπολογιζόμενα ποσά στα στοιχεία α) και β) της παρούσας παραγράφου.

Για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχεία α) και β), τα ιδρύματα και οι επιχειρήσεις που αναφέρονται σε αυτά χρησιμοποιούν το ίδιο νόμισμα υποβολής αναφορών με το νόμισμα υποβολής αναφορών που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς σύμφωνα με τον παρόντα τίτλο σε ενοποιημένη βάση για τον όμιλο.».

159)

Το άρθρο 325γ τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Πεδίο εφαρμογής, διάρθρωση και ποιοτικές απαιτήσεις της εναλλακτικής τυποποιημένης προσέγγισης»

·

β)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα ιδρύματα εφαρμόζουν και θέτουν στη διάθεση των αρμόδιων αρχών ένα τεκμηριωμένο σύνολο εσωτερικών πολιτικών, διαδικασιών και ελέγχων για την παρακολούθηση και τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του παρόντος κεφαλαίου. Τυχόν αλλαγές στις εν λόγω πολιτικές, διαδικασίες και ελέγχους κοινοποιούνται στις αρμόδιες αρχές σε εύθετο χρόνο.»

·

γ)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, ένα ίδρυμα υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς σύμφωνα με την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση για τις τοποθετήσεις του ιδρύματος σε δικά του χρεωστικά μέσα ως το άθροισμα των δύο συνιστωσών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχεία α) και γ). Κατά τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς ιδίων χρεωστικών μέσων σύμφωνα με τη μέθοδο βάσει ευαισθησιών που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α), το ίδρυμα εξαιρεί από αυτόν τον υπολογισμό τους κινδύνους από το ίδιο πιστωτικό περιθώριο του ιδρύματος.

4.   Τα ιδρύματα διαθέτουν μονάδα ελέγχου κινδύνων, η οποία είναι ανεξάρτητη από τις μονάδες διαπραγμάτευσης και αναφέρεται απευθείας στα ανώτερα διοικητικά στελέχη. Η εν λόγω μονάδα ελέγχου κινδύνων είναι υπεύθυνη για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της εναλλακτικής τυποποιημένης προσέγγισης. Εκπονεί και αναλύει μηνιαίες εκθέσεις σχετικά με τα αποτελέσματα της εναλλακτικής τυποποιημένης προσέγγισης, καθώς και την καταλληλότητα των ορίων διαπραγμάτευσης του ιδρύματος.

5.   Τα ιδρύματα επανεξετάζουν ανεξάρτητα την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση που χρησιμοποιούν για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου κατά τρόπο ικανοποιητικό για τις αρμόδιες αρχές, είτε στο πλαίσιο της τακτικής διαδικασίας εσωτερικού ελέγχου τους, είτε αναθέτοντας σε τρίτη επιχείρηση τη διενέργεια της εν λόγω επανεξέτασης. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας επανεξέτασης γνωστοποιείται στα αρμόδια διοικητικά όργανα.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, ως “τρίτη επιχείρηση” νοείται η επιχείρηση που παρέχει υπηρεσίες λογιστικού ελέγχου ή συμβουλευτικές υπηρεσίες σε ιδρύματα και που διαθέτει προσωπικό επαρκώς ειδικευμένο στον τομέα του κινδύνου αγοράς.

6.   Η επανεξέταση της εναλλακτικής τυποποιημένης προσέγγισης που αναφέρεται στην παράγραφο 5 καλύπτει τις δραστηριότητες και των μονάδων διαπραγμάτευσης και της ανεξάρτητης μονάδας ελέγχου κινδύνων και στο πλαίσιο της εν λόγω επανεξέτασης αξιολογούνται τουλάχιστον όλα τα ακόλουθα:

α)

οι εσωτερικές πολιτικές, διαδικασίες και έλεγχοι για την παρακολούθηση και τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου·

β)

η πληρότητα της τεκμηρίωσης όσον αφορά το σύστημα και τις διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων, καθώς και η οργάνωση της μονάδας ελέγχου κινδύνων που αναφέρεται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου·

γ)

η ακρίβεια των υπολογισμών των ευαισθησιών και της διαδικασίας που χρησιμοποιείται για τη λήψη των υπολογισμών αυτών από τα υποδείγματα τιμολόγησης του ιδρύματος που χρησιμεύουν ως βάση για την αναφορά των αποτελεσμάτων στα ανώτερα διοικητικά στελέχη, όπως αναφέρεται στο άρθρο 325κ·

δ)

η διαδικασία επαλήθευσης που εφαρμόζει το ίδρυμα για την αξιολόγηση της συνέπειας, του επίκαιρου χαρακτήρα και της αξιοπιστίας των πηγών δεδομένων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς με χρησιμοποίηση της εναλλακτικής τυποποιημένης προσέγγισης, συμπεριλαμβανομένης της ανεξαρτησίας των εν λόγω πηγών δεδομένων.

Ένα ίδρυμα διενεργεί την επανεξέταση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο τουλάχιστον μία φορά ετησίως ή σε λιγότερο συχνή βάση μέχρι μία φορά ανά διετία, όταν το ίδρυμα μπορεί να αποδείξει με ικανοποιητικά στοιχεία στην αρμόδια αρχή ότι το μέγεθος, η συστημική σημασία, η φύση, η κλίμακα και η πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών του δικαιολογούν λιγότερο συχνή επανεξέταση.

7.   Οι αρμόδιες αρχές επαληθεύουν ότι ο υπολογισμός που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής από ένα ίδρυμα των απαιτήσεων που καθορίζονται στο παρόν κεφάλαιο και στο άρθρο 325α, πραγματοποιείται με ακεραιότητα.

8.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να διευκρινίσει την προσέγγιση αξιολόγησης βάσει της οποίας οι αρμόδιες αρχές διενεργούν την επαλήθευση που αναφέρεται στην παράγραφο 7·

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2028.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, θεσπίζοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

160)

Το άρθρο 325ι τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς μιας θέσης σε οργανισμό συλλογικών επενδύσεων (“ΟΣΕ”), χρησιμοποιώντας μία από τις ακόλουθες προσεγγίσεις:

α)

ένα ίδρυμα που πληροί την προϋπόθεση του άρθρου 104 παράγραφος 8 στοιχείο α) υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς της εν λόγω θέσης, λαμβάνοντας υπόψη τις υποκείμενες θέσεις του ΟΣΕ, σε μηνιαία βάση, ως εάν οι λόγω θέσεις κατέχονταν άμεσα από το ίδρυμα·

β)

ένα ίδρυμα που πληροί την προϋπόθεση του άρθρου 104 παράγραφος 8 στοιχείο β) υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς της εν λόγω θέσης, χρησιμοποιώντας οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προσεγγίσεις:

i)

θεωρεί τη θέση στον ΟΣΕ ως ενιαία μετοχική θέση η οποία καταλογίζεται στο κλιμάκιο “άλλος κλάδος” στο άρθρο 325μβ παράγραφος 1 πίνακας 8·

ii)

λαμβάνει υπόψη τα όρια που καθορίζονται στην εντολή του ΟΣΕ και στη σχετική νομοθεσία.

Για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β) σημείο ii) της παρούσας παραγράφου, το ίδρυμα μπορεί να υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο προσαρμογής πιστωτικής αποτίμησης των θέσεων παραγώγων που περιλαμβάνονται στον ΟΣΕ, χρησιμοποιώντας την απλουστευμένη προσέγγιση που περιγράφεται στο άρθρο 132α παράγραφος 3.»

·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Για τους σκοπούς των προσεγγίσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου το ίδρυμα:

α)

εφαρμόζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αθέτησης που καθορίζονται στο τμήμα 5 και για την προσαύξηση υπολειπόμενου κινδύνου που καθορίζονται στο τμήμα 4 σε μια θέση σε ΟΣΕ, όταν η εντολή αυτού του ΟΣΕ του επιτρέπει να επενδύει σε ανοίγματα που υπόκεινται στις εν λόγω απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων. Κατά τη χρήση της προσέγγισης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) σημείο i) του παρόντος άρθρου, το ίδρυμα θεωρεί τη θέση στον ΟΣΕ μια ενιαία μη διαβαθμισμένη θέση σε μετοχές που κατανέμεται στο κλιμάκιο “χωρίς διαβάθμιση” του άρθρου 325κε παράγραφος 1 πίνακας 2· και

β)

για όλες τις θέσεις στον ίδιο ΟΣΕ, χρησιμοποιεί την ίδια προσέγγιση μεταξύ των προσεγγίσεων που καθορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, για τον υπολογισμό των απαιτήσεων για ίδια κεφάλαια σε μεμονωμένη βάση ως χωριστό χαρτοφυλάκιο.»

·

γ)

οι παράγραφοι 3, 4 και 5 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν συνδυασμό των προσεγγίσεων που περιγράφονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), β) και γ) για τις θέσεις τους σε ΟΣΕ. Ωστόσο, χρησιμοποιούν μόνο μία από τις εν λόγω προσεγγίσεις για όλες τις θέσεις που περιλαμβάνονται στον ίδιο ΟΣΕ.

4.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β) σημείο ii) του παρόντος άρθρου, ένα ίδρυμα υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, προσδιορίζοντας το υποθετικό χαρτοφυλάκιο του ΟΣΕ που θα προσείλκυε τις υψηλότερες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων σύμφωνα με το άρθρο 325γ παράγραφος 2 στοιχείο α), με βάση την εντολή του ΟΣΕ ή τη σχετική νομοθεσία, λαμβάνοντας υπόψη τη μόχλευση στον μέγιστο δυνατό βαθμό, κατά περίπτωση.

Το ίδρυμα χρησιμοποιεί το ίδιο υποθετικό χαρτοφυλάκιο με εκείνο που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο για τον υπολογισμό, κατά περίπτωση, των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αθέτησης που καθορίζονται στο τμήμα 5 και για την προσαύξηση υπολειπόμενου κινδύνου που καθορίζονται στο τμήμα 4 σε μια θέση σε ΟΣΕ.

Η μεθοδολογία που αναπτύσσεται από το ίδρυμα για τον προσδιορισμό των υποθετικών χαρτοφυλακίων όλων των θέσεων σε ΟΣΕ για τις οποίες χρησιμοποιούνται οι υπολογισμοί που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο εγκρίνεται από την αρμόδια αρχή του.

5.   Ένα ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιήσει τις προσεγγίσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μόνο όταν οι ΟΣΕ πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 132 παράγραφος 3. Εάν οι ΟΣΕ δεν πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 132 παράγραφος 3, το ίδρυμα κατανέμει τις θέσεις του στον εν λόγω ΟΣΕ στο χαρτοφυλάκιο μη εμπορικών συναλλαγών.

6.   Για να υπολογίσουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς μιας θέσης σε ΟΣΕ σύμφωνα με την προσέγγιση της παραγράφου 1 στοιχείο α) τα ιδρύματα μπορούν να βασίζονται σε τρίτο για την εκτέλεση αυτού του υπολογισμού, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

ο τρίτος είναι ένα από τα ακόλουθα:

i)

οργανισμός ή χρηματοδοτικό ίδρυμα θεματοφυλακής του ΟΣΕ, εφόσον ο εν λόγω ΟΣΕ επενδύει αποκλειστικά σε τίτλους και καταθέτει όλους τους τίτλους στον εν λόγω οργανισμό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα θεματοφυλακής·

ii)

για τους ΟΣΕ που δεν καλύπτονται από το σημείο i) του παρόντος στοιχείου, η εταιρεία διαχείρισης του ΟΣΕ, εφόσον η εν λόγω εταιρεία διαχείρισης πληροί τα κριτήρια του άρθρου 132 παράγραφος 3 στοιχείο α)·

iii)

τρίτος πωλητής, υπό την προϋπόθεση ότι τα δεδομένα, οι πληροφορίες ή οι δείκτες μέτρησης κινδύνου παρέχονται ή υπολογίζονται από τρίτους όπως ορίζονται στα σημεία i) ή ii) του παρόντος στοιχείου ή από άλλους τρίτους πωλητές·

β)

ο τρίτος παρέχει στο ίδρυμα τα δεδομένα, τις πληροφορίες ή τους δείκτες μέτρησης κινδύνου για τον υπολογισμό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς της θέσης σε ΟΣΕ, σύμφωνα με την προσέγγιση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου·

γ)

εξωτερικός ελεγκτής του ιδρύματος έχει επιβεβαιώσει την επάρκεια των δεδομένων, των πληροφοριών ή των δεικτών μέτρησης κινδύνου του τρίτου που αναφέρονται στο στοιχείο β) της παρούσας παραγράφου και η αρμόδια αρχή του ιδρύματος έχει απεριόριστη πρόσβαση στα εν λόγω δεδομένα, στις πληροφορίες ή στους δείκτες μέτρησης κινδύνου κατόπιν αιτήματος.

7.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον περαιτέρω προσδιορισμό των τεχνικών στοιχείων της μεθοδολογίας για τον καθορισμό υποθετικών χαρτοφυλακίων για τους σκοπούς της προσέγγισης που καθορίζεται στην παράγραφο 4, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου με τον οποίο τα ιδρύματα θα λαμβάνουν υπόψη στη μεθοδολογία, κατά περίπτωση, τη μόχλευση στον μέγιστο δυνατό βαθμό.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2027.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, θεσπίζοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

161)

Στο άρθρο 325ιζ, η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Οι παράγοντες κινδύνου συναλλάγματος βέγκα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα για δικαιώματα προαίρεσης με υποκείμενα στοιχεία που είναι ευαίσθητα σε συνάλλαγμα είναι οι τεκμαρτές μεταβλητότητες των συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ ζευγών νομισμάτων. Οι εν λόγω τεκμαρτές μεταβλητότητες κατατάσσονται στις ακόλουθες ληκτότητες, σύμφωνα με τις ληκτότητες των αντίστοιχων δικαιωμάτων προαίρεσης που υπόκεινται σε απαιτήσεις για ίδια κεφάλαια: 0,5 έτος, 1 έτος, 3 έτη, 5 έτη και 10 έτη.».

162)

Στο άρθρο 325ιθ παράγραφος 1, ο τύπος sk αντικαθίσταται από τον ακόλουθο τύπο:

«

Image 23
».

163)

Το άρθρο 325κ τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, οι αρμόδιες αρχές έχουν τη δυνατότητα να απαιτούν από ίδρυμα στο οποίο έχει χορηγηθεί η άδεια να χρησιμοποιεί την προσέγγιση των εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων του κεφαλαίου 1β να χρησιμοποιεί τις συναρτήσεις τιμολόγησης του συστήματος μέτρησης κινδύνου της δικής του προσέγγισης εσωτερικών υποδειγμάτων κατά τον υπολογισμό των ευαισθησιών δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου για τους σκοπούς των απαιτήσεων υπολογισμού και αναφοράς που καθορίζονται στο άρθρο 325 παράγραφος 3.»

·

β)

στην παράγραφο 5, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

οι εν λόγω εναλλακτικοί ορισμοί χρησιμοποιούνται για λόγους εσωτερικής διαχείρισης κινδύνου ή για την κατάρτιση καταστάσεων αποτελεσμάτων χρήσης που υποβάλλονται στα ανώτερα διοικητικά στελέχη από ανεξάρτητη μονάδα ελέγχου κινδύνων εντός του ιδρύματος·»

·

γ)

στην παράγραφο 6, τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

οι εν λόγω εναλλακτικοί ορισμοί χρησιμοποιούνται για λόγους εσωτερικής διαχείρισης κινδύνου ή για την κατάρτιση καταστάσεων αποτελεσμάτων χρήσης που υποβάλλονται στα ανώτερα διοικητικά στελέχη από ανεξάρτητη μονάδα ελέγχου κινδύνων εντός του ιδρύματος·

β)

το ίδρυμα αποδεικνύει ότι οι εν λόγω εναλλακτικοί ορισμοί είναι καταλληλότεροι για την αποτύπωση των ευαισθησιών για τη θέση σε σύγκριση με τους τύπους που περιλαμβάνονται στην παρούσα ενότητα, ότι ο γραμμικός μετασχηματισμός που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο αποτυπώνει την ευαισθησία κινδύνου βέγκα, και ότι οι ευαισθησίες που προκύπτουν δεν διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνες που εφαρμόζουν τους εν λόγω τύπους.».

164)

Το άρθρο 325κα τροποποιείται ως εξής:

α)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4α.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2032, ένα ίδρυμα δεν εφαρμόζει την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για υπολειπόμενους κινδύνους σε μέσα που αποσκοπούν αποκλειστικά στην αντιστάθμιση του κινδύνου αγοράς θέσεων στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών που δημιουργούν απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για υπολειπόμενους κινδύνους και υπόκεινται στο ίδιο είδος υπολειπόμενων κινδύνων με τις θέσεις που αντισταθμίζουν.

Η αρμόδια αρχή χορηγεί άδεια για την εφαρμογή της αντιμετώπισης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, εάν το ίδρυμα μπορεί να αποδείξει σε συνεχή βάση κατά τρόπο ικανοποιητικό για την αρμόδια αρχή ότι τα μέσα πληρούν τα κριτήρια για να αντιμετωπίζονται ως αντισταθμιστικές θέσεις.

Το ίδρυμα αναφέρει στην αρμόδια αρχή το αποτέλεσμα του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τους υπολειπόμενους κινδύνους για όλα τα μέσα για τα οποία εφαρμόζεται η παρέκκλιση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.»

·

β)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«6.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τα κριτήρια που θα χρησιμοποιούν τα ιδρύματα για τον προσδιορισμό των θέσεων που καθιστούν δυνατή την υπαγωγή στην παρέκκλιση που αναφέρεται στην παράγραφο 4α. Τα εν λόγω κριτήρια περιλαμβάνουν, τουλάχιστον, τη φύση των μέσων που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο, τα καθαρά κέρδη και ζημίες των συνδυασμένων θέσεων, τις ευαισθησίες των συνδυασμένων θέσεων και τους κινδύνους που παραμένουν χωρίς αντιστάθμιση στις συνδυασμένες θέσεις, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη την πιθανότητα να αντισταθμιστεί η αρχική θέση με μερικό ποσό.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 30 Ιουνίου 2024.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, θεσπίζοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

7.   Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2029, η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τον αντίκτυπο της εφαρμογής της αντιμετώπισης που αναφέρεται στην παράγραφο 4α. Βάσει των ευρημάτων της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, νομοθετική πρόταση για την παράταση της αντιμετώπισης που αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο.».

165)

Στο άρθρο 325κβ προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Για τα πιστωτικά παράγωγα και παράγωγα επί μετοχών μη τιτλοποίησης που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, τα ποσά JTD ανά επιμέρους συνιστώσα προσδιορίζονται με την εφαρμογή της προσέγγισης εξέτασης.».

166)

Στο άρθρο 325κδ προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5.   Όταν οι συμβατικοί ή νομικοί όροι μιας θέσης σε παράγωγα που έχει χρεωστικό ή μετοχικό χρηματοοικονομικό μέσο ως υποκείμενο, και αντισταθμίζεται με το εν λόγω χρεωστικό ή μετοχικό μέσο, δίνουν σε ένα ίδρυμα τη δυνατότητα να κλείνει και τα δύο σκέλη της εν λόγω θέσης κατά τον χρόνο της λήξης του πρώτου κατά σειρά σκέλους χωρίς έκθεση σε κίνδυνο αθέτησης του υποκείμενου μέσου, το καθαρό ποσό αιφνίδιας αθέτησης της συνδυασμένης θέσης μηδενίζεται.».

167)

Στο άρθρο 325κε προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«6.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ένα άνοιγμα κατατάσσεται στην κατηγορία πιστωτικής ποιότητας που αντιστοιχεί στην κατηγορία πιστωτικής ποιότητας στην οποία θα κατατασσόταν βάσει της τυποποιημένης προσέγγισης για τον πιστωτικό κίνδυνο που καθορίζεται στον τίτλο II κεφάλαιο 2.».

168)

Στο άρθρο 325κη, η παράγραφος 2 απαλείφεται.

169)

Το άρθρο 325λ τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα καθαρά ποσά JTD πολλαπλασιάζονται:

α)

για μη κατατμημένα προϊόντα, με τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου αθέτησης που αντιστοιχούν στην πιστωτική τους ποιότητα, όπως ορίζεται στο άρθρο 325κε παράγραφοι 1 και 2·

β)

για κατατμημένα προϊόντα, με τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου αθέτησης που αναφέρονται στο άρθρο 325κζ παράγραφος 1.»

·

β)

στην παράγραφο 3, ο τύπος του DRCb αντικαθίσταται από τον εξής τύπο:

«

Image 24
»

170)

Στο άρθρο 325λα, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Οι συντελεστές στάθμισης των παραγόντων κινδύνου με βάση τα νομίσματα που περιλαμβάνονται στην υποκατηγορία των πλέον ρευστών νομισμάτων που αναφέρεται στο άρθρο 325νστ παράγραφος 7 στοιχείο β) και το εγχώριο νόμισμα του ιδρύματος είναι οι εξής:

α)

για τους παράγοντες κινδύνου επιτοκίου μηδενικού κινδύνου, οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πίνακας 3 του παρόντος άρθρου διαιρούμενοι διά

Image 25

·

β)

για τον παράγοντα κινδύνου πληθωρισμού και τους παράγοντες κινδύνου βάσης διαφορετικών νομισμάτων, οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου διαιρούμενοι διά

Image 26

.».

171)

Το άρθρο 325λδ τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

στον πίνακα 4, ο κλάδος του κλιμακίου 13 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν συσταθεί ή ιδρυθεί από κεντρική κυβέρνηση, περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή, προνομιακοί δανειστές και καλυμμένα ομόλογα»

·

ii)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ένα άνοιγμα κατατάσσεται στην κατηγορία πιστωτικής ποιότητας που αντιστοιχεί στην κατηγορία πιστωτικής ποιότητας στην οποία θα κατατασσόταν βάσει της τυποποιημένης προσέγγισης για τον πιστωτικό κίνδυνο που καθορίζεται στον τίτλο II κεφάλαιο 2.»

·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2, τα ιδρύματα μπορούν να κατατάσσουν άνοιγμα σε κίνδυνο μη διαβαθμισμένου καλυμμένου ομολόγου στο κλιμάκιο 4, εάν το ίδρυμα που εξέδωσε το καλυμμένο ομόλογο έχει βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3.».

172)

Στο άρθρο 325λε παράγραφος 1, ο ορισμός του ρkl (name) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ρkl (name) ισούται με 1 όταν τα δύο ονόματα των ευαισθησιών k και l είναι ταυτόσημα· ισούται με 35 % όταν τα δύο ονόματα των ευαισθησιών k και l εντάσσονται στα κλιμάκια 1 έως 18 στο άρθρο 325λδ παράγραφος 1 πίνακας 4, διαφορετικά ισούται με 80 %·».

173)

Στο άρθρο 325λστ ο ορισμός του όρου γbc (rating) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γbc (rating) ισούται με:

α)

1, όταν τα κλιμάκια b και c είναι κλιμάκια 1 έως 17 και τα δύο κλιμάκια διαθέτουν την ίδια κατηγορία πιστωτικής ποιότητας (είτε “βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3” είτε “βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 4 έως 6”)· σε διαφορετική περίπτωση ισούται με 50 %· για τους σκοπούς του εν λόγω υπολογισμού, το κλιμάκιο 1 θεωρείται ότι ανήκει στην ίδια κατηγορία πιστωτικής ποιότητας με τα κλιμάκια με βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3·

β)

1, όταν είτε το κλιμάκιο b είτε το κλιμάκιο c είναι το κλιμάκιο 18·

γ)

1, όταν το κλιμάκιο b ή c είναι το κλιμάκιο 19 και το άλλο κλιμάκιο διαθέτει βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3· σε διαφορετική περίπτωση ισούται με 50 %·

δ)

1, όταν το κλιμάκιο b ή c είναι το κλιμάκιο 20 και το άλλο κλιμάκιο διαθέτει βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 4 έως 6· σε διαφορετική περίπτωση ισούται με 50 %·».

174)

Το άρθρο 325λζ τροποποιείται ως εξής:

α)

ο πίνακας 6 τροποποιείται ως εξής:

i)

η στήλη «πιστωτική ποιότητα» τροποποιείται ως εξής:

1)

η δεύτερη σειρά αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1 έως 10»

·

2)

η τρίτη σειρά αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 11 έως 17»

·

ii)

ο κλάδος του κλιμακίου 13 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν συσταθεί ή ιδρυθεί από κεντρική κυβέρνηση, περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή, προνομιακοί δανειστές και καλυμμένα ομόλογα.»

·

β)

προστίθενται τα ακόλουθα εδάφια:

«Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ένα άνοιγμα κατατάσσεται στην κατηγορία πιστωτικής ποιότητας που αντιστοιχεί στην κατηγορία πιστωτικής ποιότητας στην οποία θα κατατασσόταν βάσει της τυποποιημένης προσέγγισης για τον πιστωτικό κίνδυνο που καθορίζεται στον τίτλο II κεφάλαιο 2.

Κατά παρέκκλιση από το δεύτερο εδάφιο, τα ιδρύματα μπορούν να κατατάσσουν άνοιγμα σε κίνδυνο μη διαβαθμισμένου καλυμμένου ομολόγου στο κλιμάκιο 4, εάν το ίδρυμα που εξέδωσε το καλυμμένο ομόλογο έχει βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3.».

175)

Το άρθρο 325λθ τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, πίνακας 7, η στήλη «πιστωτική ποιότητα» τροποποιείται ως εξής:

i)

η πρώτη σειρά αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εξοφλητικής προτεραιότητας και βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1 έως 10»

·

ii)

η δεύτερη σειρά αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Μη εξοφλητικής προτεραιότητας και βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1 έως 10»

·

iii)

η τρίτη σειρά αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας 11 έως 17 και χωρίς διαβάθμιση»

·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ένα άνοιγμα κατατάσσεται στην κατηγορία πιστωτικής ποιότητας που αντιστοιχεί στην κατηγορία πιστωτικής ποιότητας στην οποία θα κατατασσόταν βάσει της προσέγγισης εξωτερικών διαβαθμίσεων που καθορίζεται στον τίτλο II κεφάλαιο 5.».

176)

Στο άρθρο 325με, ο πίνακας 9 τροποποιείται ως εξής:

α)

η ονομασία του κλιμακίου 3 αντικαθίσταται από την ακόλουθη ονομασία:

«Ενέργεια — Ηλεκτρική ενέργεια»

·

β)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα πεδία:

«3α.

Ενέργεια — Εμπορία άνθρακα στο πλαίσιο του ΣΕΔΕ της ΕΕ

40 %

Ενέργεια — Εμπορία άνθρακα εκτός του ΣΕΔΕ της ΕΕ

60 %»

177)

Το άρθρο 325ν τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα κλιμάκια για τους παράγοντες κινδύνου βέγκα είναι παρόμοια με τα κλιμάκια που καθορίζονται για τους παράγοντες κινδύνου δέλτα σύμφωνα με το τμήμα 3 ενότητα 1.

2.   Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για ευαισθησίες σε παράγοντες κινδύνου βέγκα κατατάσσονται σύμφωνα με την κατηγορία κινδύνου των παραγόντων κινδύνου, ως εξής:

Πίνακας 1

Κατηγορία κινδύνου

Συντελεστές στάθμισης κινδύνου

GIRR

100 %

CSR εκτός τιτλοποιήσεων

100 %

Τιτλοποιήσεις CSR (ACTP)

100 %

Τιτλοποιήσεις CSR (εκτός ACTP)

100 %

Μετοχικό κεφάλαιο (υψηλή κεφαλαιοποίηση και δείκτες)

77,78  %

Μετοχικό κεφάλαιο (χαμηλή κεφαλαιοποίηση και άλλος κλάδος)

100 %

Βασικό εμπόρευμα

100 %

Συνάλλαγμα

100 %»

β)

η παράγραφος 3 απαλείφεται.

γ)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Για τους παράγοντες καμπυλότητας γενικού κινδύνου επιτοκίου, πιστωτικού περιθωρίου και βασικών εμπορευμάτων, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου καμπυλότητας είναι η παράλληλη μετατόπιση όλων των κορυφών για κάθε καμπύλη με βάση τον υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου δέλτα στην ενότητα 1 για το σχετικό κλιμάκιο κινδύνου.».

178)

Το άρθρο 325νβ τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η προσέγγιση εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων μπορεί να χρησιμοποιηθεί από ένα ίδρυμα για τον υπολογισμό των απαιτήσεών του για ίδια κεφάλαια για τον κίνδυνο αγοράς, υπό την προϋπόθεση ότι το ίδρυμα πληροί όλες τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο παρόν κεφάλαιο.»

·

β)

στην παράγραφο 2, το πρώτο εδάφιο τροποποιείται ως εξής:

i)

τα στοιχεία γ) και δ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

οι μονάδες διαπραγμάτευσης έχουν τηρήσει τις απαιτήσεις του δοκιμαστικού εκ των υστέρων ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 325νη παράγραφος 3·

δ)

οι μονάδες διαπραγμάτευσης έχουν τηρήσει τις απαιτήσεις καταλογισμού κερδών και ζημιών που αναφέρονται στο άρθρο 325νθ,»

·

ii)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«ζ)

καμία θέση σε ΟΣΕ που πληροί την προϋπόθεση του άρθρου 104 παράγραφος 8 στοιχείο β) δεν έχει αποδοθεί στις μονάδες διαπραγμάτευσης.»

·

γ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Τα ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια να χρησιμοποιούν την προσέγγιση εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων πληρούν επίσης την απαίτηση υποβολής αναφορών που καθορίζεται στο άρθρο 325 παράγραφος 3.»

·

δ)

στην παράγραφο 8, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

τη μέθοδο αξιολόγησης βάσει της οποίας οι αρμόδιες αρχές ελέγχουν τη συμμόρφωση του ιδρύματος προς τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο παρόν κεφάλαιο.»

·

ε)

η παράγραφος 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«9.   Η ΕΑΤ εκδίδει γνώμη σχετικά με το κατά πόσον συντρέχουν οι έκτακτες περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 325νη παράγραφος 6 δεύτερο εδάφιο.

Για τον σκοπό της παροχής της εν λόγω γνώμης, η ΕΑΤ παρακολουθεί τις συνθήκες της αγοράς προκειμένου να εκτιμήσει κατά πόσο συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις και, στην περίπτωση αυτή, να ενημερώσει άμεσα την Επιτροπή.

10.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις και τους δείκτες που πρέπει να χρησιμοποιεί η ΕΑΤ για να διαπιστώσει εάν συντρέχουν έκτακτες περιστάσεις.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 30 Ιουνίου 2024.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

179)

Το άρθρο 325νγ τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, το ακόλουθο εδάφιο προστίθεται:

«Κατά τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς με τη χρήση εσωτερικού υποδείγματος σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, το ίδρυμα δεν περιλαμβάνει τα δικά του πιστωτικά περιθώρια στον υπολογισμό των μέτρων που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) για θέσεις στα δικά του χρεωστικά μέσα.»

·

β)

στην παράγραφο 2 το ακόλουθο εδάφιο προστίθεται:

«Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, ένα ίδρυμα δεν υπόκειται στην πρόσθετη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τις τοποθετήσεις στα δικά του χρεωστικά μέσα.»

·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Ένα ίδρυμα που χρησιμοποιεί εναλλακτικό εσωτερικό υπόδειγμα υπολογίζει τις συνολικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς για όλες τις θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και όλες τις θέσεις εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών που δημιουργούν κίνδυνο συναλλάγματος ή κίνδυνο βασικού εμπορεύματος, σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

Image 27

όπου:

AIMA

= το άθροισμα των απαιτήσεων για ίδια κεφάλαια που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2·

PLAaddon

= η πρόσθετη απαίτηση για ίδια κεφάλαια που αναφέρεται στο άρθρο 325νθ παράγραφος 2·

ASAnon-aima

= οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, όπως υπολογίζονται σύμφωνα με την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση που αναφέρεται στο άρθρο 325 παράγραφος 1 στοιχείο α), για το χαρτοφυλάκιο θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών που δημιουργούν κίνδυνο συναλλάγματος ή κίνδυνο βασικού εμπορεύματος, για τις οποίες το ίδρυμα χρησιμοποιεί την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς·

ASAallportfolio

= οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, όπως υπολογίζονται σύμφωνα με την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση που αναφέρεται στο άρθρο 325 παράγραφος 1 στοιχείο α), για το χαρτοφυλάκιο όλων των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και όλων των θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών που δημιουργούν κίνδυνο συναλλάγματος ή κίνδυνο βασικού εμπορεύματος·

ASAaima

= οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, όπως υπολογίζονται σύμφωνα με την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση που αναφέρεται στο άρθρο 325 παράγραφος 1 στοιχείο α), για το χαρτοφυλάκιο θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών που δημιουργούν κίνδυνο συναλλάγματος ή κίνδυνο βασικού εμπορεύματος, για τις οποίες το ίδρυμα χρησιμοποιεί την προσέγγιση που αναφέρεται στο άρθρο 325 παράγραφος 1 στοιχείο β) για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς.».

180)

Στο άρθρο 325νε προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«6.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να προσδιορίσει τα κριτήρια για τη χρήση των εισαγόμενων δεδομένων στο υπόδειγμα μέτρησης κινδύνων που αναφέρεται στο παρόν άρθρο, συμπεριλαμβανομένων κριτηρίων για την ακρίβεια των δεδομένων και κριτηρίων για τη βαθμονόμηση των εισερχόμενων δεδομένων όταν τα δεδομένα της αγοράς είναι ανεπαρκή.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιανουαρίου 2026.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

181)

Στο άρθρο 325νστ προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5α.   Τα νομίσματα των κρατών μελών που συμμετέχουν στον ΜΣΙ II περιλαμβάνονται στην υποκατηγορία των πλέον ρευστών νομισμάτων και του εγχώριου νομίσματος εντός της ευρείας κατηγορίας του παράγοντα κινδύνου συναλλάγματος στον πίνακα 2.».

182)

Το άρθρο 325νζ τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς της αξιολόγησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να χρησιμοποιούν δεδομένα της αγοράς που παρέχονται από τρίτους πωλητές.»

·

β)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«1α.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να απαιτούν από ένα ίδρυμα να θεωρεί μη υποδειγματοποιήσιμο έναν παράγοντα κινδύνου που έχει αξιολογηθεί ως υποδειγματοποιήσιμος από το ίδρυμα σύμφωνα με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, όταν τα δεδομένα που χρησιμοποιούνται για τον προσδιορισμό των σεναρίων μελλοντικών κλυδωνισμών που εφαρμόζονται στον παράγοντα κινδύνου δεν πληρούν, κατά την κρίση των αρμόδιων αρχών, τις απαιτήσεις του άρθρου 325νε παράγραφος 6.»

·

γ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Σε έκτακτες περιστάσεις, που προκύπτουν κατά τη διάρκεια περιόδων σημαντικής μείωσης ορισμένων δραστηριοτήτων διαπραγμάτευσης σε όλες τις χρηματοπιστωτικές αγορές, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε ιδρύματα που χρησιμοποιούν την προσέγγιση που καθορίζεται στο παρόν κεφάλαιο να θεωρούν υποδειγματοποιήσιμους παράγοντες κινδύνου που έχουν αξιολογηθεί ως μη υποδειγματοποιήσιμοι από εκείνα τα ιδρύματα σύμφωνα με την παράγραφο 1, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι παράγοντες κινδύνου που υπόκεινται στην αντιμετώπιση αντιστοιχούν στις δραστηριότητες διαπραγμάτευσης που μειώνονται σημαντικά σε όλες τις χρηματοπιστωτικές αγορές·

β)

η αντιμετώπιση εφαρμόζεται προσωρινά, και για όχι περισσότερους από έξι μήνες εντός ενός οικονομικού έτους·

γ)

η αντιμετώπιση δεν μειώνει σημαντικά τις συνολικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς των ιδρυμάτων που την εφαρμόζουν·

δ)

οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν αμέσως στην ΕΑΤ κάθε απόφαση που επιτρέπει στα ιδρύματα να εφαρμόζουν την προσέγγιση που καθορίζεται στο παρόν κεφάλαιο, ώστε να θεωρούν υποδειγματοποιήσιμους παράγοντες κινδύνου που έχουν αξιολογηθεί ως μη υποδειγματοποιήσιμοι, καθώς και τις σχετικές δραστηριότητες διαπραγμάτευσης, και τεκμηριώνουν την εν λόγω απόφαση.»

·

δ)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να διευκρινίσει τα κριτήρια για την εκτίμηση της υποδειγματοποιησιμότητας των παραγόντων κινδύνου σύμφωνα με την παράγραφο 1, μεταξύ άλλων όταν χρησιμοποιούνται δεδομένα της αγοράς που παρέχονται από τρίτους πωλητές, και να προσδιορίσει τη συχνότητα της εν λόγω εκτίμησης.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

183)

Το άρθρο 325νη τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 6 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο πρώτο εδάφιο, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής (mc) ισούται τουλάχιστον με το άθροισμα του 1,5 και μιας προσαύξησης που καθορίζεται σύμφωνα με τον πίνακα 3. Για το χαρτοφυλάκιο που αναφέρεται στην παράγραφο 5, αυτή η προσαύξηση υπολογίζεται, λαμβάνοντας ως βάση τον αριθμό των υπερβάσεων που σημειώθηκαν κατά τις αμέσως προηγούμενες 250 εργάσιμες ημέρες, όπως προκύπτει από τον εκ των υστέρων δοκιμαστικό έλεγχο της τιμής της δυνητικής ζημίας του ιδρύματος που υπολογίζεται σύμφωνα με το στοιχείο α) του παρόντος εδαφίου. Ο υπολογισμός της προσαύξησης υπόκειται στις ακόλουθες απαιτήσεις:»

·

ii)

το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Σε έκτακτες περιστάσεις, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε ένα ίδρυμα μία ή και τις δύο από τις ακόλουθες ενέργειες:

α)

να περιορίσει τον υπολογισμό της προσαύξησης σε αυτήν που προκύπτει από υπερβάσεις δυνάμει δοκιμαστικού εκ των υστέρων ελέγχου υποθετικών μεταβολών εφόσον ο αριθμός των υπερβάσεων δυνάμει εκ των υστέρων δοκιμαστικού ελέγχου των πραγματικών μεταβολών δεν προκύπτει από ελλείψεις στο εναλλακτικό εσωτερικό υπόδειγμα του ιδρύματος·

β)

να εξαιρεί τις υπερβάσεις που προκύπτουν από τον εκ των υστέρων δοκιμαστικό έλεγχο υποθετικών ή πραγματικών μεταβολών από τον υπολογισμό της προσαύξησης, όταν οι εν λόγω υπερβάσεις δεν οφείλονται σε ελλείψεις του εναλλακτικού εσωτερικού υποδείγματος του ιδρύματος.»

·

iii)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αυξήσουν την τιμή του mc πάνω από το άθροισμα που αναφέρεται στο εν λόγω εδάφιο, όταν το εναλλακτικό εσωτερικό υπόδειγμα ενός ιδρύματος παρουσιάζει ελλείψεις που δεν επιτρέπουν την κατάλληλη μέτρηση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς.»

·

β)

η παράγραφος 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«8.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 2 και 6, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν σε ένα ίδρυμα να μην καταμετρήσει μια υπέρβαση όταν η εντός μιας ημέρας μεταβολή της αξίας του χαρτοφυλακίου που υπερβαίνει τη σχετιζόμενη τιμή της δυνητικής ζημίας όπως υπολογίζεται με το εσωτερικό υπόδειγμα του εν λόγω ιδρύματος μπορεί να αποδοθεί σε μη υποδειγματοποιήσιμο παράγοντα κινδύνου.»

·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«10.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να καθορίσει τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία μπορεί να επιτραπεί σε ένα ίδρυμα να μην καταμετρήσει μια υπέρβαση όταν η εντός μιας ημέρας μεταβολή της αξίας του χαρτοφυλακίου που υπερβαίνει τη σχετιζόμενη τιμή της δυνητικής ζημίας όπως υπολογίζεται με το εσωτερικό υπόδειγμα του εν λόγω ιδρύματος μπορεί να αποδοθεί σε μη υποδειγματοποιήσιμο παράγοντα κινδύνου.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2026.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

184)

Το άρθρο 325νθ τροποποιείται ως εξής:

α)

οι παράγραφοι 1, 2 και 3 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Η μονάδα διαπραγμάτευσης ενός ιδρύματος πληροί τις απαιτήσεις καταλογισμού κερδών και ζημιών, όταν οι θεωρητικές μεταβολές της αξίας του χαρτοφυλακίου της εν λόγω μονάδας διαπραγμάτευσης, με βάση το υπόδειγμα μέτρησης κινδύνων του ιδρύματος, προσεγγίζουν ή προσεγγίζουν επαρκώς τις υποθετικές μεταβολές στην αξία του χαρτοφυλακίου της εν λόγω μονάδας διαπραγμάτευσης, με βάση το υπόδειγμα τιμολόγησης του ιδρύματος.

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, όταν οι θεωρητικές μεταβολές της αξίας του χαρτοφυλακίου μιας μονάδας διαπραγμάτευσης, με βάση το υπόδειγμα μέτρησης κινδύνων του ιδρύματος, προσεγγίζουν επαρκώς τις υποθετικές μεταβολές στην αξία του χαρτοφυλακίου της εν λόγω μονάδας διαπραγμάτευσης, με βάση το υπόδειγμα τιμολόγησης του ιδρύματος, το ίδρυμα υπολογίζει, για όλες τις θέσεις που αποδίδονται στην εν λόγω μονάδα διαπραγμάτευσης, πρόσθετη απαίτηση για ίδια κεφάλαια επιπλέον των απαιτήσεων για ίδια κεφάλαια που αναφέρονται στο άρθρο 325νγ παράγραφοι 1 και 2.

3.   Με βάση τα αποτελέσματα της απαίτησης καταλογισμού κερδών και ζημιών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, ένα ίδρυμα προσδιορίζει και τεκμηριώνει ακριβή κατάλογο των παραγόντων κινδύνου που συμπεριλαμβάνονται στο υπόδειγμα μέτρησης κινδύνων του ιδρύματος και θεωρούνται ενδεδειγμένοι για την επαλήθευση της συμμόρφωσης του ιδρύματος με την απαίτηση εκ των υστέρων δοκιμαστικού ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 325νη. Το ίδρυμα παρακολουθεί κάθε αλλαγή στον κατάλογο των εν λόγω παραγόντων κινδύνου.»

·

β)

η παράγραφος 4 τροποποιείται ως εξής:

i)

τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

τα κριτήρια που προσδιορίζουν αν οι θεωρητικές μεταβολές στην αξία ενός χαρτοφυλακίου μονάδας διαπραγμάτευσης προσεγγίζουν ή προσεγγίζουν επαρκώς τις υποθετικές μεταβολές στην αξία του χαρτοφυλακίου της μονάδας διαπραγμάτευσης για τους σκοπούς της παραγράφου 1, λαμβάνοντας υπόψη τις διεθνείς κανονιστικές εξελίξεις·

β)

την πρόσθετη απαίτηση για ίδια κεφάλαια που αναφέρεται στην παράγραφο 2·»

·

ii)

το στοιχείο ε) απαλείφεται·

iii)

το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2025.».

185)

Το άρθρο 325ξ τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

το εσωτερικό υπόδειγμα μέτρησης κινδύνων ενσωματώνει τους παράγοντες κινδύνου για τον χρυσό και για κάθε μεμονωμένο ξένο νόμισμα στο οποίο είναι εκπεφρασμένες οι θέσεις του ιδρύματος· στην περίπτωση των ΟΣΕ, λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικές θέσεις συναλλάγματος του εκάστοτε ΟΣΕ· τα ιδρύματα δύνανται να βασίζονται στα στοιχεία που παρέχουν τρίτοι για τις θέσεις συναλλάγματος στον εκάστοτε ΟΣΕ, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται επαρκώς η ορθότητα των εν λόγω στοιχείων·»

·

ii)

προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«θ)

για θέσεις σε ΟΣΕ, τα ιδρύματα εξετάζουν τις υποκείμενες θέσεις των ΟΣΕ τουλάχιστον σε εβδομαδιαία βάση για τον υπολογισμό των απαιτήσεων τους για ίδια κεφάλαια σύμφωνα με το παρόν κεφάλαιο· όταν η προσέγγιση εξέτασης διενεργείται σε εβδομαδιαία βάση, τα ιδρύματα είναι σε θέση να παρακολουθούν τους κινδύνους που απορρέουν από σημαντικές αλλαγές στη σύνθεση του ΟΣΕ· τα ιδρύματα που δεν διαθέτουν επαρκή εισαγόμενα δεδομένα ή πληροφορίες για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς μιας θέσης σε ΟΣΕ σύμφωνα με την προσέγγιση εξέτασης μπορούν να βασίζονται σε τρίτο για τη λήψη των εν λόγω δεδομένων ή πληροφοριών, υπό τον όρο ότι πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

ο τρίτος είναι ένα από τα ακόλουθα:

1)

οργανισμός ή χρηματοδοτικό ίδρυμα θεματοφυλακής του ΟΣΕ, εφόσον ο εν λόγω ΟΣΕ επενδύει αποκλειστικά σε τίτλους και καταθέτει όλους τους τίτλους στον εν λόγω οργανισμό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα θεματοφυλακής·

2)

η εταιρεία διαχείρισης του ΟΣΕ, υπό την προϋπόθεση ότι πληροί τα κριτήρια του άρθρου 132 παράγραφος 3 στοιχείο α)·

3)

τρίτος πωλητής, υπό την προϋπόθεση ότι τα δεδομένα, οι πληροφορίες ή οι δείκτες μέτρησης κινδύνου παρέχονται ή υπολογίζονται από τρίτους όπως ορίζονται στις διατάξεις των σημείων 1) ή 2) του παρόντος σημείου ή από άλλον τρίτο πωλητή·

ii)

ο τρίτος παρέχει στο ίδρυμα τα δεδομένα, τις πληροφορίες ή τους δείκτες μέτρησης κινδύνου για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς της θέσης σε ΟΣΕ σύμφωνα με την προσέγγιση εξέτασης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο·

iii)

εξωτερικός ελεγκτής του ιδρύματος έχει επιβεβαιώσει την επάρκεια των δεδομένων, των πληροφοριών ή των δεικτών μέτρησης κινδύνου του τρίτου που αναφέρονται στο σημείο ii) και η αρμόδια αρχή του ιδρύματος έχει απεριόριστη πρόσβαση στα εν λόγω δεδομένα, στις πληροφορίες ή στους δείκτες μέτρησης κινδύνου κατόπιν αιτήματος.»

·

β)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Ένα ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιεί εμπειρικές συσχετίσεις στο εσωτερικό ευρειών κατηγοριών παραγόντων κινδύνου και, για τον υπολογισμό του χωρίς περιορισμούς μέτρου αναμενόμενης ζημίας UESt, όπως αναφέρεται στο άρθρο 325νδ παράγραφος 1, σε όλες τις ευρείες κατηγορίες παραγόντων κινδύνου, μόνο όταν η προσέγγιση που χρησιμοποιεί το ίδρυμα για τη μέτρηση αυτών των συσχετίσεων είναι αξιόπιστη, συνεπής είτε με τους ισχύοντες ορίζοντες ρευστότητας είτε, κατά τρόπο ικανοποιητικό για την αρμόδια αρχή, με τον βασικό χρονικό ορίζοντα των 10 ημερών που καθορίζεται στο άρθρο 325νε παράγραφος 1, και εφαρμόζεται με ακεραιότητα.»

·

γ)

η παράγραφος 3 απαλείφεται.

186)

Στο άρθρο 325ξα, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

το ίδρυμα διαθέτει μονάδα ελέγχου κινδύνων που είναι ανεξάρτητη από τις μονάδες διαπραγμάτευσης και αναφέρεται απευθείας στα ανώτερα διοικητικά στελέχη. Η εν λόγω μονάδα:

i)

είναι υπεύθυνη για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή κάθε εσωτερικού υποδείγματος μέτρησης των κινδύνων που χρησιμοποιείται στην προσέγγιση εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου·

ii)

είναι υπεύθυνη για το συνολικό σύστημα διαχείρισης κινδύνου·

iii)

συντάσσει και αναλύει τις καθημερινές εκθέσεις σχετικά με τα αποτελέσματα κάθε εσωτερικού υποδείγματος που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους αγοράς, καθώς και σχετικά με την καταλληλότητα των μέτρων που πρέπει να ληφθούν για την τήρηση των ορίων διαπραγμάτευσης·»

·

β)

μετά το πρώτο εδάφιο παρεμβάλλεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Μία μονάδα επικύρωσης, η οποία είναι χωριστή από τη μονάδα ελέγχου κινδύνων που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο β), πραγματοποιεί την αρχική και την περιοδική επικύρωση κάθε εσωτερικού υποδείγματος μέτρησης κινδύνων που χρησιμοποιείται στην προσέγγιση εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου.».

187)

Στο άρθρο 325ξζ, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Στα εσωτερικά υποδείγματα κινδύνου αθέτησης, τα ιδρύματα αποτυπώνουν τους ουσιώδεις κινδύνους βάσης στις στρατηγικές αντιστάθμισης που προκύπτουν από διαφορές στο είδος του προϊόντος, την εξοφλητική προτεραιότητα στην κεφαλαιακή δομή, τις εσωτερικές ή εξωτερικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις, την ημερομηνία έκδοσης και άλλες διαφορές.

Τα ιδρύματα διασφαλίζουν ότι οι αναντιστοιχίες ληκτότητας μεταξύ ενός μέσου αντιστάθμισης και του αντισταθμισμένου μέσου που θα μπορούσαν να προκύψουν στη διάρκεια χρονικού ορίζοντα ενός έτους, όταν οι εν λόγω αναντιστοιχίες δεν αποτυπώνονται στο εσωτερικό τους υπόδειγμα κινδύνου αθέτησης, δεν οδηγούν σε σημαντική υποτίμηση του κινδύνου.

Τα ιδρύματα αναγνωρίζουν ένα μέσο αντιστάθμισης μόνο στον βαθμό που μπορεί να διατηρηθεί ακόμη και εάν ο οφειλέτης πλησιάζει σε πιστωτικό γεγονός ή σε άλλο γεγονός.».

188)

Το άρθρο 325ξη τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 5 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

οι πιθανότητες αθέτησης καθορίζονται με κατώτατο όριο 0,01 % για τα ανοίγματα στα οποία εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 0 % σύμφωνα με τα άρθρα 114 έως 118 και με κατώτατο όριο 0,01 % για τα καλυμμένα ομόλογα στα οποία εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 10 % σύμφωνα με το άρθρο 129. Σε διαφορετική περίπτωση, οι πιθανότητες αθέτησης καθορίζονται με κατώτατο όριο 0,03 %.»

·

ii)

τα στοιχεία δ) και ε) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

ίδρυμα που έχει λάβει την άδεια να εκτιμά τις πιθανότητες αθέτησης υποχρεώσεων σύμφωνα με τον τίτλο II κεφάλαιο 3 τμήμα 1 για την κατηγορία ανοιγμάτων και το σύστημα διαβάθμισης που αντιστοιχούν σε δεδομένο εκδότη χρησιμοποιεί τη μεθοδολογία που προβλέπεται εκεί για τον υπολογισμό των πιθανοτήτων αθέτησης του εν λόγω εκδότη, υπό την προϋπόθεση ότι τα δεδομένα για να γίνει μια τέτοια εκτίμηση είναι διαθέσιμα·

ε)

ίδρυμα που δεν έχει λάβει άδεια να εκτιμά τις πιθανότητες αθέτησης υποχρεώσεων που αναφέρονται στο στοιχείο δ) αναπτύσσει εσωτερική μεθοδολογία ή χρησιμοποιεί εξωτερικές πηγές για την εκτίμηση αυτών των πιθανοτήτων αθέτησης σύμφωνα με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις για τις εκτιμήσεις της πιθανότητας αθέτησης βάσει του παρόντος άρθρου.»

·

iii)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο δ), τα δεδομένα για την εκτίμηση των πιθανοτήτων αθέτησης ενός συγκεκριμένου εκδότη θέσης χαρτοφυλακίου συναλλαγών είναι διαθέσιμα εάν, κατά την ημερομηνία υπολογισμού, το ίδρυμα έχει θέση εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών στον ίδιο οφειλέτη για τον οποίο εκτιμά τις πιθανότητες αθέτησης σύμφωνα με τον τίτλο II κεφάλαιο 3 τμήμα 1 για τον υπολογισμό των απαιτήσεων για ίδια κεφάλαια που καθορίζονται στο εν λόγω κεφάλαιο.»

·

β)

η παράγραφος 6 τροποποιείται ως εξής:

i)

τα στοιχεία γ) και δ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

ίδρυμα που έχει λάβει άδεια εκτίμησης της LGD σύμφωνα με τον τίτλο II κεφάλαιο 3 τμήμα 1 για την κατηγορία ανοιγμάτων και το σύστημα διαβάθμισης που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένο άνοιγμα χρησιμοποιεί τη μεθοδολογία που προβλέπεται εκεί για τον υπολογισμό των εκτιμήσεων LGD του εν λόγω εκδότη, υπό την προϋπόθεση ότι τα δεδομένα για να γίνει μια τέτοια εκτίμηση είναι διαθέσιμα·

δ)

ίδρυμα που δεν έχει λάβει άδεια εκτίμησης της LGD όπως αναφέρεται στο στοιχείο γ) αναπτύσσει εσωτερική μεθοδολογία ή χρησιμοποιεί εξωτερικές πηγές για την συνεκτική εκτίμηση LGD σύμφωνα με τις απαιτήσεις που εφαρμόζονται στις εκτιμήσεις της LGD βάσει του παρόντος άρθρου.»

·

ii)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), τα δεδομένα για την εκτίμηση της LGD ενός συγκεκριμένου εκδότη θέσης χαρτοφυλακίου συναλλαγών είναι διαθέσιμα εάν, κατά την ημερομηνία υπολογισμού, το ίδρυμα έχει θέση εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών στο ίδιο άνοιγμα για τον οποίο εκτιμά την LGD σύμφωνα με τον τίτλο II κεφάλαιο 3 τμήμα 1 για τον υπολογισμό των απαιτήσεων για ίδια κεφάλαια που καθορίζονται στο εν λόγω κεφάλαιο.».

189)

Στο άρθρο 332, η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Πιστωτικά παράγωγα σύμφωνα με το άρθρο 325 παράγραφος 6 ή 8 περιλαμβάνονται μόνο στον προσδιορισμό της απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τον ειδικό κίνδυνο σύμφωνα με το άρθρο 338 παράγραφος 2.».

190)

Το άρθρο 337 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Κατά τον προσδιορισμό των συντελεστών στάθμισης κινδύνου για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα ιδρύματα χρησιμοποιούν αποκλειστικά την προσέγγιση που προβλέπεται στον τίτλο II κεφάλαιο 5 τμήμα 3.»

·

β)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Το ίδρυμα αθροίζει τις σταθμισμένες θέσεις του, οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή των παραγράφων 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου, ανεξάρτητα από το εάν είναι θετικές ή αρνητικές, προκειμένου να υπολογίσει την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων του έναντι ειδικού κινδύνου, εκτός από τις θέσεις τιτλοποίησης δυνάμει του άρθρου 338 παράγραφος 2.».

191)

Το άρθρο 338 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 338

Κεφαλαιακές απαιτήσεις για το χαρτοφυλάκιο διαπραγμάτευσης συσχετίσεων

1.   Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ένα ίδρυμα καθορίζει το χαρτοφυλάκιο διαπραγμάτευσης συσχετίσεων σύμφωνα με το άρθρο 325 παράγραφοι 6, 7 και 8.

2.   Ένα ίδρυμα ορίζει το μεγαλύτερο από τα κατωτέρω ποσά ως απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον ειδικό κίνδυνο του χαρτοφυλακίου διαπραγμάτευσης συσχετίσεων:

α)

τη συνολική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον ειδικό κίνδυνο που θα προκύπτει μόνο από τις καθαρές θετικές θέσεις του χαρτοφυλακίου διαπραγμάτευσης συσχετίσεων·

β)

τη συνολική απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον ειδικό κίνδυνο που θα ισχύει μόνο για τις καθαρές αρνητικές θέσεις του χαρτοφυλακίου διαπραγμάτευσης συσχετίσεων.».

192)

Στο άρθρο 348, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Με την επιφύλαξη άλλων διατάξεων του παρόντος τμήματος, οι θέσεις σε ΟΣΕ υπόκεινται σε απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο θέσης, συμπεριλαμβανομένου του γενικού και του ειδικού κινδύνου, ύψους 32 %. Με την επιφύλαξη του άρθρου 353 από κοινού με την τροποποιημένη αντιμετώπιση του χρυσού που καθορίζεται στο άρθρο 352 παράγραφος 4, οι θέσεις σε ΟΣΕ υπόκεινται σε απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο θέσης, περιλαμβανομένων γενικού και ειδικού κινδύνου, και για κίνδυνο συναλλάγματος ύψους 40 %.».

193)

Το άρθρο 351 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 351

Ελάχιστο όριο και στάθμιση για τον κίνδυνο συναλλάγματος

Εάν το άθροισμα της συνολικής καθαρής θέσης του ιδρύματος σε συνάλλαγμα και της συνολικής καθαρής θέσης του σε χρυσό, υπολογιζόμενης με τη μέθοδο που καθορίζεται στο άρθρο 352, υπερβαίνει το 2 % των συνολικών του ιδίων κεφαλαίων, το ίδρυμα υπολογίζει μια απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο συναλλάγματος. Η απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο συναλλάγματος ισούται με το άθροισμα της συνολικής καθαρής θέσης του σε συνάλλαγμα και της καθαρής θέσης του σε χρυσό στο νόμισμα που χρησιμοποιείται για την υποβολή εποπτικών αναφορών, πολλαπλασιασμένο επί 8 %.».

194)

Στο άρθρο 352, η παράγραφος 2 απαλείφεται.

195)

Το άρθρο 361 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο γ) απαλείφεται·

β)

η δεύτερη παράγραφος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Τα ιδρύματα ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές ότι χρησιμοποιούν το παρόν άρθρο.».

196)

Στο τρίτο μέρος, ο τίτλος IV κεφάλαιο 5 απαλείφεται.

197)

Στο άρθρο 381, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«Για τους σκοπούς του παρόντος τίτλου, ως “κίνδυνος CVA” νοείται ο κίνδυνος εμφάνισης ζημιών που προκύπτουν από μεταβολές της αξίας του CVA, υπολογιζόμενος για το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών με έναν αντισυμβαλλόμενο, όπως καθορίζεται στην πρώτη παράγραφο, λόγω μεταβολών στους παράγοντες κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων ενός αντισυμβαλλομένου και σε άλλους παράγοντες κινδύνου που είναι ενσωματωμένοι στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών.».

198)

Το άρθρο 382 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 2 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«2.   Ένα ίδρυμα περιλαμβάνει στον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται δυνάμει της παραγράφου 1 συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων που αποτιμώνται στην εύλογη αξία σύμφωνα με το λογιστικό πλαίσιο που εφαρμόζεται στο ίδρυμα, όταν τα ανοίγματα κινδύνου CVA του ιδρύματος που προκύπτουν από τις εν λόγω συναλλαγές είναι σημαντικά.»

·

β)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«4α.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, ένα ίδρυμα μπορεί να επιλέξει να υπολογίσει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA, χρησιμοποιώντας οποιαδήποτε από τις προσεγγίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 382α παράγραφος 1, για τις συναλλαγές που εξαιρούνται σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου, όταν το ίδρυμα χρησιμοποιεί επιλέξιμες αντισταθμίσεις που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 386 για να μετριάσει τον κίνδυνο CVA των εν λόγω συναλλαγών. Τα ιδρύματα θεσπίζουν πολιτικές για να προσδιορίσουν την εφαρμογή και τον υπολογισμό των απαιτήσεών τους για ίδια κεφάλαια για τον κίνδυνο CVA για τις εν λόγω συναλλαγές.

4β.   Τα ιδρύματα αναφέρουν στις αρμόδιες αρχές τους τα αποτελέσματα των υπολογισμών των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA για όλες τις συναλλαγές που αναφέρονται στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου. Για τους σκοπούς της εν λόγω απαίτησης υποβολής αναφορών, τα ιδρύματα υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA, χρησιμοποιώντας τις σχετικές προσεγγίσεις που καθορίζονται στο άρθρο 382α παράγραφος 1, τις οποίες θα είχαν χρησιμοποιήσει για την εκπλήρωση απαίτησης ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA, εάν οι εν λόγω συναλλαγές δεν εξαιρούνταν από το πεδίο εφαρμογής σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου.»

·

γ)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«6.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που θα χρησιμοποιούν τα ιδρύματα για να εκτιμήσουν κατά πόσον τα ανοίγματα σε κίνδυνο CVA που προκύπτουν από συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων εύλογης αξίας είναι σημαντικά, καθώς και τη συχνότητα της εν λόγω αξιολόγησης.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2026.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

199)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 382α

Προσεγγίσεις για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA

1.   Ένα ίδρυμα υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA για όλες τις συναλλαγές που αναφέρονται στο άρθρο 382 σύμφωνα με τις ακόλουθες προσεγγίσεις:

α)

την τυποποιημένη προσέγγιση που προβλέπεται στο άρθρο 383, όταν έχει χορηγηθεί από την αρμόδια αρχή στο ίδρυμα άδεια χρήσης της εν λόγω προσέγγισης·

β)

τη βασική προσέγγιση που προβλέπεται στο άρθρο 384·

γ)

την απλουστευμένη προσέγγιση που προβλέπεται στο άρθρο 385, υπό τον όρο ότι το ίδρυμα πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 1 του εν λόγω άρθρου.

2.   Ένα ίδρυμα δεν χρησιμοποιεί την προσέγγιση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο γ), σε συνδυασμό με την προσέγγιση που αναφέρεται στο στοιχείο α) ή β) της εν λόγω παραγράφου.

3.   Ένα ίδρυμα μπορεί να χρησιμοποιεί συνδυασμό των προσεγγίσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σε μόνιμη βάση για:

α)

διαφορετικούς αντισυμβαλλομένους·

β)

διαφορετικά επιλέξιμα συμψηφιστικά σύνολα με τον ίδιο αντισυμβαλλόμενο·

γ)

διαφορετικές συναλλαγές του ίδιου επιλέξιμου συμψηφιστικού συνόλου, υπό την προϋπόθεση ότι οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 5 τηρείται.

4.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 3 στοιχείο γ), τα ιδρύματα διαχωρίζουν το επιλέξιμο συμψηφιστικό σύνολο σε ένα υποθετικό συμψηφιστικό σύνολο που περιέχει τις συναλλαγές που υπόκεινται στην προσέγγιση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α), και ένα υποθετικό συμψηφιστικό σύνολο που περιέχει τις συναλλαγές που υπόκεινται στην προσέγγιση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β).

5.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 3 στοιχείο γ), οι προϋποθέσεις που αναφέρονται σε αυτήν περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α)

ο διαχωρισμός συνάδει με την αντιμετώπιση του νόμιμου συμψηφισμού που ορίζεται κατά τον υπολογισμό του CVA για λογιστικούς σκοπούς·

β)

η άδεια που χορηγείται από τις αρμόδιες αρχές για χρήση της προσέγγισης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) περιορίζεται στο αντίστοιχο υποθετικό συμψηφιστικό σύνολο και δεν καλύπτει όλες τις συναλλαγές εντός του επιλέξιμου συμψηφιστικού συνόλου.

Τα ιδρύματα τεκμηριώνουν τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούν έναν συνδυασμό των προσεγγίσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β), και όπως καθορίζεται στην παρούσα παράγραφο, για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σε μόνιμη βάση.».

200)

Το άρθρο 383 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 383

Τυποποιημένη προσέγγιση

1.   Η αρμόδια αρχή χορηγεί σε ένα ίδρυμα την άδεια να υπολογίζει τις απαιτήσεις του για ίδια κεφάλαια για τον κίνδυνο CVA για ένα χαρτοφυλάκιο συναλλαγών με έναν ή περισσότερους αντισυμβαλλομένους, χρησιμοποιώντας την τυποποιημένη προσέγγιση σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, αφού αξιολογήσει κατά πόσον το ίδρυμα συμμορφώνεται με τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

το ίδρυμα έχει συγκροτήσει διακριτή μονάδα η οποία είναι υπεύθυνη για τη συνολική διαχείριση κινδύνου του ιδρύματος και την αντιστάθμιση του κινδύνου CVA·

β)

για κάθε σχετικό αντισυμβαλλόμενο, το ίδρυμα έχει αναπτύξει κανονιστικό υπόδειγμα CVA για τον υπολογισμό του CVA του εν λόγω αντισυμβαλλομένου σύμφωνα με το άρθρο 383α·

γ)

για κάθε σχετικό αντισυμβαλλόμενο, το ίδρυμα είναι σε θέση να υπολογίζει, τουλάχιστον σε μηνιαία βάση, τις ευαισθησίες του CVA του στους σχετικούς παράγοντες κινδύνου, όπως προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 383β·

δ)

για όλες τις θέσεις σε επιλέξιμες αντισταθμίσεις που αναγνωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 386 για τον σκοπό του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA με χρήση της τυποποιημένης προσέγγισης, το ίδρυμα είναι σε θέση να υπολογίζει, και τουλάχιστον σε μηνιαία βάση, τις ευαισθησίες των εν λόγω θέσεων στους σχετικούς παράγοντες κινδύνου που προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 383β·

ε)

το ίδρυμα έχει συστήσει μονάδα ελέγχου κινδύνων, η οποία είναι ανεξάρτητη από τις μονάδες διαπραγμάτευσης και από τη μονάδα που αναφέρεται στο στοιχείο α), και λογοδοτεί απευθείας στο διοικητικό όργανο. Η εν λόγω μονάδα ελέγχου κινδύνων είναι υπεύθυνη για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της τυποποιημένης προσέγγισης και καταρτίζει και αναλύει μηνιαίες εκθέσεις σχετικά με τα αποτελέσματα της εν λόγω προσέγγισης και, επιπλέον, η μονάδα ελέγχου κινδύνων αξιολογεί την καταλληλότητα των ορίων διαπραγμάτευσης του ιδρύματος και συμπεριλαμβάνει τα αποτελέσματα της εν λόγω αξιολόγησης στις μηνιαίες εκθέσεις της· η μονάδα ελέγχου κινδύνων διαθέτει επαρκές προσωπικό με επίπεδο δεξιοτήτων κατάλληλο για την εκπλήρωση του σκοπού της.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ) της παρούσας παραγράφου, η ευαισθησία του CVA ενός αντισυμβαλλομένου σε έναν παράγοντα κινδύνου σημαίνει τη σχετική μεταβολή της αξίας του εν λόγω CVA, ως αποτέλεσμα μεταβολής της αξίας ενός από τους σχετικούς παράγοντες κινδύνου του εν λόγω CVA, η οποία υπολογίζεται με χρήση του κανονιστικού υποδείγματος CVA του ιδρύματος σύμφωνα με τα άρθρα 383θ και 383ι.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο δ) της παρούσας παραγράφου, η ευαισθησία μιας θέσης σε επιλέξιμη αντιστάθμιση σε παράγοντα κινδύνου σημαίνει τη σχετική μεταβολή στην αξία της εν λόγω θέσης, ως αποτέλεσμα μεταβολής της αξίας ενός από τους σχετικούς παράγοντες κινδύνου της εν λόγω θέσης, η οποία υπολογίζεται με χρήση του υποδείγματος τιμολόγησης του ιδρύματος σύμφωνα με τα άρθρα 383θ και 383ι.

2.   Για τον σκοπό του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

ως “κατηγορία κινδύνου” νοείται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες κατηγορίες:

α)

κίνδυνος επιτοκίου·

β)

κίνδυνος πιστωτικών περιθωρίων αντισυμβαλλομένου·

γ)

κίνδυνος πιστωτικών περιθωρίων αναφοράς·

δ)

κίνδυνος μετοχών·

ε)

κίνδυνος βασικών εμπορευμάτων·

στ)

κίνδυνος συναλλάγματος·

2)

ως “χαρτοφυλάκιο CVA” νοείται το χαρτοφυλάκιο που αποτελείται από το συνολικό CVA και τις επιλέξιμες αντισταθμίσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο δ)·

3)

ως “συνολικό CVA” νοείται το άθροισμα των CVA που υπολογίζεται με χρήση του κανονιστικού υποδείγματος CVA για τους αντισυμβαλλομένους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 πρώτο εδάφιο.

3.   Τα ιδρύματα προσδιορίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA, χρησιμοποιώντας την τυποποιημένη προσέγγιση ως το άθροισμα των ακόλουθων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 383β:

α)

απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο δέλτα που καλύπτουν τον κίνδυνο μεταβολών στο χαρτοφυλάκιο CVA του ιδρύματος λόγω μεταβολών στους σημαντικούς σχετιζόμενους με τη μη μεταβλητότητα παράγοντες κινδύνου·

β)

απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο βέγκα που καλύπτουν τον κίνδυνο μεταβολών στο χαρτοφυλάκιο CVA του ιδρύματος λόγω μεταβολών στους σημαντικούς σχετιζόμενους με τη μεταβλητότητα παράγοντες κινδύνου.».

201)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 383α

Κανονιστικό υπόδειγμα CVA

1.   Το κανονιστικό υπόδειγμα CVA που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με το άρθρο 383 είναι εννοιολογικά άρτιο, εφαρμόζεται με ακεραιότητα και πληροί όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

το κανονιστικό υπόδειγμα CVA μπορεί να υποδειγματοποιεί το CVA ενός δεδομένου αντισυμβαλλομένου, αναγνωρίζοντας συμφωνίες συμψηφισμού και περιθωρίου σε επίπεδο συμψηφιστικού συνόλου, κατά περίπτωση, σύμφωνα με το παρόν άρθρο·

β)

το ίδρυμα εκτιμά τις πιθανότητες αθέτησης του αντισυμβαλλομένου από τα πιστωτικά περιθώρια του αντισυμβαλλομένου και την αναμενόμενη ζημία σε περίπτωση αθέτησης βάσει συναίνεσης της αγοράς για τον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο·

γ)

η αναμενόμενη ζημία σε περίπτωση αθέτησης που αναφέρεται στο στοιχείο α) είναι η ίδια με την αναμενόμενη ζημία σε περίπτωση αθέτησης βάσει συναίνεσης της αγοράς που αναφέρεται στο στοιχείο β), εκτός εάν το ίδρυμα μπορεί να αποδείξει ότι η εξοφλητική προτεραιότητα του χαρτοφυλακίου συναλλαγών με τον συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο διαφέρει από την εξοφλητική προτεραιότητα των μη εξασφαλισμένων ομολόγων εξοφλητικής προτεραιότητας που έχουν εκδοθεί από τον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο·

δ)

σε κάθε μελλοντική χρονική στιγμή, το προσομοιωμένο προεξοφλημένο μελλοντικό άνοιγμα του χαρτοφυλακίου συναλλαγών με έναν αντισυμβαλλόμενο υπολογίζεται με ένα υπόδειγμα ανοίγματος με ανατιμολόγηση όλων των συναλλαγών στο εν λόγω χαρτοφυλάκιο, με βάση τις προσομοιωμένες κοινές μεταβολές των παραγόντων κινδύνου αγοράς που είναι ουσιώδεις για τις εν λόγω συναλλαγές, με τη χρήση κατάλληλου αριθμού σεναρίων, και με την προεξόφληση των τιμών έως την ημερομηνία υπολογισμού με τη χρήση επιτοκίων μηδενικού κινδύνου·

ε)

το κανονιστικό υπόδειγμα CVA μπορεί να υποδειγματοποιεί σημαντική εξάρτηση μεταξύ του προσομοιωμένου προεξοφλημένου μελλοντικού ανοίγματος του χαρτοφυλακίου συναλλαγών και των πιστωτικών περιθωρίων του αντισυμβαλλομένου·

στ)

όταν οι συναλλαγές του χαρτοφυλακίου περιλαμβάνονται σε συμψηφιστικό σύνολο που υπόκειται σε συμφωνία περιθωρίου και καθημερινή αποτίμηση στις τρέχουσες τιμές αγοράς, η εξασφάλιση που παρέχεται και λαμβάνεται στο πλαίσιο της εν λόγω συμφωνίας αναγνωρίζεται ως παράγοντας μείωσης του κινδύνου στο προσομοιωμένο προεξοφλημένο μελλοντικό άνοιγμα, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

το ίδρυμα προσδιορίζει την περίοδο κινδύνου περιθωρίου για το εν λόγω συμψηφιστικό σύνολο σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 285 παράγραφοι 2 και 5, και αποτυπώνει την εν λόγω περίοδο περιθωρίου στον υπολογισμό του προσομοιωμένου προεξοφλημένου μελλοντικού ανοίγματος·

ii)

όλα τα εφαρμοστέα χαρακτηριστικά της συμφωνίας περιθωρίου, συμπεριλαμβανομένης της συχνότητας των απαιτήσεων περιθωρίου, του είδους των συμβατικά επιλέξιμων εξασφαλίσεων, των κατώτατων ποσών, των ελάχιστων ποσών μεταφοράς, των ανεξάρτητων ποσών και των αρχικών περιθωρίων τόσο για το ίδρυμα όσο και για τον αντισυμβαλλόμενο, αντικατοπτρίζονται δεόντως στον υπολογισμό του προσομοιωμένου προεξοφλημένου μελλοντικού ανοίγματος·

iii)

το ίδρυμα έχει συστήσει μονάδα διαχείρισης των εξασφαλίσεων που συμμορφώνεται με το άρθρο 287 για όλες τις εξασφαλίσεις που αναγνωρίζονται για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA με χρήση της τυποποιημένης προσέγγισης.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο α), το CVA έχει θετικό πρόσημο και υπολογίζεται ως συνάρτηση της αναμενόμενης ζημίας του αντισυμβαλλομένου σε περίπτωση αθέτησης, ενός κατάλληλου συνόλου πιθανοτήτων αθέτησης του αντισυμβαλλομένου σε μελλοντικές χρονικές στιγμές και ενός κατάλληλου συνόλου προσομοιωμένων προεξοφλημένων μελλοντικών ανοιγμάτων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών με τον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο σε μελλοντικές χρονικές στιγμές έως τη ληκτότητα της συναλλαγής με τη μεγαλύτερη ημερομηνία λήξης στο εν λόγω χαρτοφυλάκιο.

Για τους σκοπούς της αιτιολόγησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο γ), οι εξασφαλίσεις που λαμβάνονται από τον αντισυμβαλλόμενο δεν μεταβάλλουν την εξοφλητική προτεραιότητα του ανοίγματος.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο στ) σημείο iii) της παρούσας παραγράφου, όταν το ίδρυμα έχει ήδη συστήσει μονάδα διαχείρισης των εξασφαλίσεων για τη χρήση της μεθόδου εσωτερικού υποδείγματος που αναφέρεται στο άρθρο 283, το ίδρυμα δεν υποχρεούται να συστήσει πρόσθετη μονάδα διαχείρισης εξασφαλίσεων, εάν το ίδρυμα αποδείξει στην αρμόδια αρχή του ότι η εν λόγω μονάδα πληροί τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 287 για όλες τις εξασφαλίσεις που αναγνωρίζονται για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA με χρήση της τυποποιημένης προσέγγισης.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο β), όταν τα πιστωτικά περιθώρια των συμφωνιών ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης του αντισυμβαλλομένου είναι παρατηρήσιμα στην αγορά, το ίδρυμα χρησιμοποιεί αυτά τα περιθώρια. Εάν τα εν λόγω πιστωτικά περιθώρια των συμφωνιών ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης δεν είναι διαθέσιμα, το ίδρυμα χρησιμοποιεί ένα από τα ακόλουθα:

α)

πιστωτικά περιθώρια από άλλα μέσα που εκδίδει ο αντισυμβαλλόμενος, τα οποία αντανακλούν τις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς·

β)

προσεγγιστικά περιθώρια που είναι κατάλληλα λαμβανομένης υπόψη της πιστοληπτικής διαβάθμισης, του κλάδου και της περιοχής του αντισυμβαλλομένου.

3.   Ένα ίδρυμα που χρησιμοποιεί κανονιστικό υπόδειγμα CVA πληροί όλες τις ακόλουθες ποιοτικές απαιτήσεις:

α)

το υπόδειγμα ανοίγματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αποτελεί μέρος του εσωτερικού συστήματος διαχείρισης κινδύνου CVA του ιδρύματος, το οποίο περιλαμβάνει τον εντοπισμό, τη μέτρηση, τη διαχείριση, την έγκριση και την εσωτερική αναφορά του CVA και του κινδύνου CVA για λογιστικούς σκοπούς·

β)

το ίδρυμα εφαρμόζει διαδικασία για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με ένα τεκμηριωμένο σύνολο εσωτερικών πολιτικών, ελέγχων, αξιολόγησης των επιδόσεων του υποδείγματος και διαδικασιών σχετικά με το υπόδειγμα ανοίγματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1·

γ)

το ίδρυμα διαθέτει ανεξάρτητη μονάδα επικύρωσης η οποία είναι υπεύθυνη για την αποτελεσματική αρχική και περιοδική επικύρωση του υποδείγματος ανοίγματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου· η εν λόγω μονάδα είναι ανεξάρτητη από μονάδες επιχειρηματικών πιστώσεων και διαπραγμάτευσης, συμπεριλαμβανομένης της μονάδας που αναφέρεται στο άρθρο 383 παράγραφος 1 στοιχείο α), και αναφέρεται απευθείας στα ανώτερα διοικητικά στελέχη· διαθέτει δε επαρκές προσωπικό με επίπεδο δεξιοτήτων κατάλληλο για την εκπλήρωση του συγκεκριμένου σκοπού·

δ)

τα ανώτερα διοικητικά στελέχη συμμετέχουν ενεργά στη διαδικασία ελέγχου κινδύνων και θεωρούν τον έλεγχο κινδύνου CVA κεφαλαιώδη πτυχή της επιχειρηματικής δραστηριότητας, στην οποία πρέπει να αφιερώνονται κατάλληλοι πόροι·

ε)

το ίδρυμα τεκμηριώνει τη διαδικασία αρχικής και περιοδικής επικύρωσης του υποδείγματος ανοίγματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 με επαρκείς λεπτομέρειες ώστε ένας τρίτος να μπορεί να κατανοήσει τον τρόπο λειτουργίας των υποδειγμάτων, τους περιορισμούς τους και τις βασικές παραδοχές τους, και να αναπαραγάγει την ανάλυση· η εν λόγω τεκμηρίωση ορίζει την ελάχιστη συχνότητα με την οποία πραγματοποιούνται οι περιοδικές επικυρώσεις, καθώς και άλλες περιστάσεις, όπως αιφνίδια αλλαγή στη συμπεριφορά της αγοράς, βάσει των οποίων πραγματοποιείται πρόσθετη επικύρωση· περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιείται η επικύρωση όσον αφορά τις ροές δεδομένων και τα χαρτοφυλάκια, τις αναλύσεις που χρησιμοποιούνται και τον τρόπο με τον οποίο σχηματίζονται τα αντιπροσωπευτικά χαρτοφυλάκια αντισυμβαλλομένου·

στ)

τα υποδείγματα τιμολόγησης που χρησιμοποιούνται στο υπόδειγμα ανοίγματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1, για δεδομένο σενάριο προσομοιωμένων παραγόντων κινδύνου αγοράς, υποβάλλονται σε έλεγχο με βάση κατάλληλα ανεξάρτητα συγκριτικά κριτήρια για ευρύ φάσμα καταστάσεων της αγοράς στο πλαίσιο της αρχικής και της περιοδικής διαδικασίας επικύρωσης υποδειγμάτων· τα υποδείγματα τιμολόγησης που εφαρμόζονται στα δικαιώματα προαίρεσης λαμβάνουν υπόψη τη μη γραμμικότητα της αξίας των δικαιωμάτων προαίρεσης ως προς τους παράγοντες κινδύνου αγοράς·

ζ)

στο πλαίσιο της διαδικασίας εσωτερικού ελέγχου του ιδρύματος διενεργείται σε τακτική βάση ανεξάρτητη επανεξέταση του εσωτερικού συστήματος διαχείρισης κινδύνου CVA του ιδρύματος που αναφέρεται στο στοιχείο α) της παρούσας παραγράφου· η εν λόγω επανεξέταση περιλαμβάνει τις δραστηριότητες τόσο της μονάδας που αναφέρεται στο άρθρο 383 παράγραφος 1 στοιχείο α) όσο και της ανεξάρτητης μονάδας επικύρωσης που αναφέρεται στο στοιχείο γ) της παρούσας παραγράφου·

η)

το κανονιστικό υπόδειγμα CVA που χρησιμοποιεί το ίδρυμα για τον υπολογισμό του προσομοιωμένου προεξοφλημένου μελλοντικού ανοίγματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αντικατοπτρίζει τους όρους και τα χαρακτηριστικά των συναλλαγών και τις συμφωνίες περιθωρίου με επίκαιρο, ολοκληρωμένο και συντηρητικό τρόπο· οι όροι και τα χαρακτηριστικά διατηρούνται σε ασφαλή βάση δεδομένων που υπόκειται σε τακτικό επίσημο έλεγχο· η διαβίβαση δεδομένων σχετικά με τους όρους και τα χαρακτηριστικά των συναλλαγών και τις συμφωνίες περιθωρίου υπόκειται επίσης σε εσωτερικό έλεγχο και εφαρμόζονται επίσημες διαδικασίες ελέγχου της συμφωνίας μεταξύ εσωτερικού υποδείγματος και συστημάτων πηγών δεδομένων, ώστε να επαληθεύεται σε συνεχή βάση ότι οι όροι και τα χαρακτηριστικά των συναλλαγών και οι συμφωνίες περιθωρίου αντικατοπτρίζονται ορθά ή, τουλάχιστον, συντηρητικά στο σύστημα ανοιγμάτων·

θ)

τα τρέχοντα και ιστορικά δεδομένα της αγοράς που χρησιμοποιούνται στο υπόδειγμα από το ίδρυμα για τον υπολογισμό του προσομοιωμένου προεξοφλημένου μελλοντικού ανοίγματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 αποκτώνται ανεξάρτητα από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες και τροφοδοτούν το εν λόγω υπόδειγμα εγκαίρως και πλήρως και διατηρούνται σε ασφαλή βάση δεδομένων που υπόκειται σε τακτικό επίσημο έλεγχο· ένα ίδρυμα διαθέτει καλά ανεπτυγμένη διαδικασία ακεραιότητας των δεδομένων για τον χειρισμό παρατηρήσεων ακατάλληλων δεδομένων· όταν το υπόδειγμα βασίζεται σε προσεγγιστικά δεδομένα της αγοράς, το ίδρυμα σχεδιάζει εσωτερικές πολιτικές για τον προσδιορισμό κατάλληλων προσεγγιστικών τιμών και αποδεικνύει εμπειρικά σε συνεχή βάση ότι οι προσεγγιστικές τιμές παρέχουν συντηρητική αναπαράσταση του υποκείμενου κινδύνου·

ι)

το υπόδειγμα υπολογισμού του ανοίγματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνει τις ειδικές για κάθε συναλλαγή πληροφορίες και συμβατικές πληροφορίες, προκειμένου να ομαδοποιηθούν τα ανοίγματα στο επίπεδο του συμψηφιστικού συνόλου· το ίδρυμα επαληθεύει ότι οι συναλλαγές έχουν ενταχθεί στο κατάλληλο συμψηφιστικό σύνολο στο πλαίσιο του υποδείγματος.

Για τον σκοπό του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA, το υπόδειγμα ανοίγματος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου μπορεί να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και παραδοχές, προκειμένου να πληροί όλες τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 383α, με τη διαφορά ότι τα εισαγόμενα δεδομένα της αγοράς και η αναγνώριση συμψηφισμού παραμένουν τα ίδια με εκείνα που χρησιμοποιούνται για λογιστικούς σκοπούς.

4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει:

α)

τον τρόπο με τον οποίο τα προσεγγιστικά περιθώρια που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) πρέπει να καθορίζονται από το ίδρυμα για τους σκοπούς του υπολογισμού των πιθανοτήτων αθέτησης.

β)

περαιτέρω τεχνικά στοιχεία τα οποία τα ιδρύματα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη κατά τον υπολογισμό της αναμενόμενης ζημίας του αντισυμβαλλομένου σε περίπτωση αθέτησης, των πιθανοτήτων αθέτησης του αντισυμβαλλομένου και του προσομοιωμένου προεξοφλημένου μελλοντικού ανοίγματος του χαρτοφυλακίου συναλλαγών με τον εν λόγω αντισυμβαλλόμενο και το CVA, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1·

γ)

ποια άλλα μέσα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) είναι κατάλληλα για την εκτίμηση των πιθανοτήτων αθέτησης του αντισυμβαλλομένου και του τρόπου με τον οποίο τα ιδρύματα πρέπει να διενεργούν την εκτίμηση αυτή.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2027.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

5.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, προκειμένου να διευκρινίσει:

α)

τους όρους για την αξιολόγηση του ουσιώδους χαρακτήρα των επεκτάσεων και των μεταβολών στη χρήση της τυποποιημένης προσέγγισης που αναφέρεται στο άρθρο 383 παράγραφος 3·

β)

τη μέθοδο αξιολόγησης βάσει της οποίας οι αρμόδιες αρχές πρέπει να ελέγχουν τη συμμόρφωση του ιδρύματος προς τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 383 και 383α.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2028.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 383β

Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους δέλτα και βέγκα

1.   Τα ιδρύματα εφαρμόζουν τους παράγοντες κινδύνου δέλτα και βέγκα που περιγράφονται στα άρθρα 383γ έως 383η, και τη διαδικασία που καθορίζεται στις παραγράφους 2 έως 8 του παρόντος άρθρου, για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τους κινδύνους δέλτα και βέγκα.

2.   Για κάθε κατηγορία κινδύνου που αναφέρεται στο άρθρο 383 παράγραφος 2, η ευαισθησία των συνολικών CVA και η ευαισθησία όλων των θέσεων σε επιλέξιμες αντισταθμίσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για κινδύνους δέλτα ή βέγκα σε καθέναν από τους εφαρμοστέους παράγοντες κινδύνου δέλτα ή βέγκα που περιλαμβάνονται στην εν λόγω κατηγορία κινδύνου υπολογίζονται με τη χρήση των αντίστοιχων τύπων που καθορίζονται στα άρθρα 383θ και 383ι. Εάν η αξία ενός μέσου εξαρτάται από διάφορους παράγοντες κινδύνου, η ευαισθησία προσδιορίζεται ξεχωριστά για κάθε παράγοντα κινδύνου.

Για τον υπολογισμό των ευαισθησιών κινδύνου βέγκα των συνολικών CVA, περιλαμβάνονται οι ευαισθησίες τόσο στις μεταβλητότητες που χρησιμοποιούνται στο υπόδειγμα ανοίγματος για την προσομοίωση παραγόντων κινδύνου όσο και στις μεταβλητότητες που χρησιμοποιούνται για την ανατιμολόγηση των συναλλαγών δικαιωμάτων προαίρεσης στο χαρτοφυλάκιο με τον αντισυμβαλλόμενο.

Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, κατόπιν άδειας από την αρμόδια αρχή, το ίδρυμα δύναται να χρησιμοποιεί εναλλακτικούς ορισμούς των ευαισθησιών κινδύνου δέλτα και βέγκα κατά τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων μιας θέσης χαρτοφυλακίου συναλλαγών δυνάμει του παρόντος κεφαλαίου, εφόσον το ίδρυμα πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

οι εν λόγω εναλλακτικοί ορισμοί χρησιμοποιούνται για λόγους εσωτερικής διαχείρισης κινδύνου ή για την κατάρτιση καταστάσεων αποτελεσμάτων χρήσης που υποβάλλονται στα ανώτερα διοικητικά στελέχη από ανεξάρτητη μονάδα ελέγχου κινδύνων εντός του ιδρύματος·

β)

το ίδρυμα αποδεικνύει ότι οι εν λόγω εναλλακτικοί ορισμοί είναι καταλληλότεροι για την αποτύπωση των ευαισθησιών της θέσης σε σύγκριση με τους τύπους που καθορίζονται στα άρθρα 383θ και 383ι, και ότι οι ευαισθησίες κινδύνου δέλτα και βέγκα που προκύπτουν δεν διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνες που προκύπτουν με την εφαρμογή των τύπων που καθορίζονται στα άρθρα 383θ και 383ι, αντίστοιχα.

3.   Όταν μια επιλέξιμη αντιστάθμιση είναι μέσο επί δείκτη, τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες της εν λόγω επιλέξιμης αντιστάθμισης σε όλους τους σχετικούς παράγοντες κινδύνου, εφαρμόζοντας τη μετατόπιση ενός από τους σχετικούς παράγοντες κινδύνου σε καθεμία από τις συνιστώσες του δείκτη.

4.   Ένα ίδρυμα μπορεί να εισαγάγει πρόσθετους παράγοντες κινδύνου που αντιστοιχούν σε αποδεκτά μέσα επί δεικτών για τις ακόλουθες κατηγορίες κινδύνου:

α)

κίνδυνος πιστωτικών περιθωρίων αντισυμβαλλομένου·

β)

κίνδυνος πιστωτικών περιθωρίων αναφοράς· και

γ)

κίνδυνος μετοχών.

Για τους σκοπούς των κινδύνων δέλτα, ένα μέσο επί δείκτη θεωρείται αποδεκτό, εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 325θ. Για τους κινδύνους βέγκα, όλα τα μέσα επί δεικτών θεωρούνται αποδεκτά.

Ένα ίδρυμα υπολογίζει τις ευαισθησίες του CVA και των επιλέξιμων αντισταθμίσεων σε παράγοντες κινδύνου αποδεκτού δείκτη επιπλέον των ευαισθησιών σε παράγοντες κινδύνου μη αποδεκτού δείκτη.

Ένα ίδρυμα υπολογίζει τις ευαισθησίες κινδύνου δέλτα και βέγκα σε παράγοντα κινδύνου αποδεκτού δείκτη ως ενιαία ευαισθησία στον υποκείμενο αποδεκτό δείκτη. Όταν το 75 % των συνιστωσών ενός αποδεκτού δείκτη κατατάσσεται στον ίδιο κλάδο, όπως καθορίζεται στα άρθρα 383ιστ, 383ιθ και 383κβ, το ίδρυμα κατατάσσει τον αποδεκτό δείκτη στον ίδιο κλάδο. Σε αντίθετη περίπτωση, το ίδρυμα κατατάσσει την ευαισθησία στο εφαρμοστέο κλιμάκιο αποδεκτού δείκτη.

5.   Οι σταθμισμένες ευαισθησίες του συνολικού CVA και της αγοραίας αξίας όλων των επιλέξιμων αντισταθμίσεων σε κάθε παράγοντα κινδύνου υπολογίζονται πολλαπλασιάζοντας τις αντίστοιχες καθαρές ευαισθησίες επί τον αντίστοιχο συντελεστή στάθμισης κινδύνου, σύμφωνα με τους ακόλουθους τύπους:

Image 28

Image 29

όπου:

k

= ο δείκτης που υποδηλώνει τον παράγοντα κινδύνου k·

Image 30

= η σταθμισμένη ευαισθησία του συνολικού CVA στον παράγοντα κινδύνου k·

RWk

= ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται στον παράγοντα κινδύνου k·

Image 31

= η καθαρή ευαισθησία του συνολικού CVA στον παράγοντα κινδύνου k·

Image 32

= η σταθμισμένη ευαισθησία της αγοραίας αξίας όλων των επιλέξιμων αντισταθμίσεων του χαρτοφυλακίου CVA στον παράγοντα κινδύνου k·

Image 33

= η καθαρή ευαισθησία της αγοραίας αξίας όλων των επιλέξιμων αντισταθμίσεων του χαρτοφυλακίου CVA στον παράγοντα κινδύνου k.

6.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν την καθαρή σταθμισμένη ευαισθησία WSk του χαρτοφυλακίου CVA στον παράγοντα κινδύνου k σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

Image 34

7.   Οι καθαρές σταθμισμένες ευαισθησίες εντός του ίδιου κλιμακίου αθροίζονται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο, με χρήση των αντίστοιχων συσχετίσεων ρkl για σταθμισμένες ευαισθησίες εντός του ίδιου κλιμακίου κατά τα άρθρα 383ιβ, 383κ και 383ιζ που οδηγούν στη σχετιζόμενη με το κλιμάκιο ευαισθησία Kb :

Image 35

όπου:

Kb

= η σχετιζόμενη με το κλιμάκιο ευαισθησία του κλιμακίου b·

WSk

= οι καθαρές σταθμισμένες ευαισθησίες·

ρkl

= οι αντίστοιχες παράμετροι συσχέτισης εντός κλιμακίου·

R

= η παράμετρος μείωσης της αντιστάθμισης, η οποία ισούται με 0,01·

8.   Η σχετιζόμενη με το κλιμάκιο ευαισθησία υπολογίζεται σύμφωνα με τις παραγράφους 5, 6 και 7 του παρόντος άρθρου για κάθε κλιμάκιο εντός μιας κατηγορίας κινδύνου. Μόλις υπολογιστεί η σχετιζόμενη με το κλιμάκιο ευαισθησία για όλα τα κλιμάκια, οι σταθμισμένες ευαισθησίες σε όλους τους παράγοντες κινδύνου στα κλιμάκια συναθροίζονται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο, μέσω της χρήσης των αντίστοιχων συσχετίσεων γbc για σταθμισμένες ευαισθησίες σε διαφορετικά κλιμάκια όπως καθορίζονται στα άρθρα 383ιβ, 383ιε, 383ιη, 383κα, 383κγ και 383κστ με αποτέλεσμα να προκύπτουν οι σχετιζόμενες με την κατηγορία κινδύνου απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο δέλτα ή βέγκα:

Image 36

όπου:

mCVA

= πολλαπλασιαστικός συντελεστής που ισούται με 1· η αρμόδια αρχή μπορεί να αυξήσει την τιμή του mCVA στις περιπτώσεις που το κανονιστικό υπόδειγμα CVA του ιδρύματος παρουσιάζει ελλείψεις που δεν επιτρέπουν την κατάλληλη μέτρηση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA·

Kb

= η σχετιζόμενη με το κλιμάκιο ευαισθησία του κλιμακίου b·

γbc

= η παράμετρος συσχέτισης μεταξύ των κλιμακίων b και c·

Image 37

για όλους τους παράγοντες κινδύνου στο κλιμάκιο b·

Image 38

για όλους τους παράγοντες κινδύνου στο κλιμάκιο c.

Άρθρο 383γ

Παράγοντες κινδύνου επιτοκίου

1.   Για τους παράγοντες κινδύνου επιτοκίου δέλτα, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου ποσοστού πληθωρισμού, υπάρχει ένα κλιμάκιο ανά νόμισμα και κάθε κλιμάκιο περιλαμβάνει διαφορετικά είδη παραγόντων κινδύνου.

Οι παράγοντες κινδύνου επιτοκίου δέλτα που εφαρμόζονται σε μέσα ευαίσθητα στις μεταβολές επιτοκίου στο χαρτοφυλάκιο CVA είναι τα επιτόκια μηδενικού κινδύνου ανά σχετικό νόμισμα και για καθεμία από τις ακόλουθες ληκτότητες: 1 έτος, 2 έτη, 5 έτη, 10 έτη και 30 έτη.

Οι παράγοντες κινδύνου επιτοκίου δέλτα που εφαρμόζονται σε μέσα ευαίσθητα στο ποσοστού πληθωρισμού στο χαρτοφυλάκιο CVA είναι τα ποσοστά πληθωρισμού ανά σχετικό νόμισμα και για καθεμία από τις ακόλουθες ληκτότητες: 1 έτος, 2 έτη, 5 έτη, 10 έτη και 30 έτη.

2.   Τα νομίσματα για τα οποία ένα ίδρυμα εφαρμόζει τους παράγοντες κινδύνου επιτοκίου δέλτα σύμφωνα με την παράγραφο 1 είναι το ευρώ, η σουηδική κορώνα, το δολάριο Αυστραλίας, το δολάριο Καναδά, η βρετανική λίρα στερλίνα, το γιεν Ιαπωνίας και το δολάριο ΗΠΑ, το νόμισμα υποβολής αναφορών του ιδρύματος και το νόμισμα κράτους μέλους που συμμετέχει στον ΜΣΙ ΙΙ.

3.   Για νομίσματα που δεν προσδιορίζονται στην παράγραφο 2, οι παράγοντες κινδύνου επιτοκίου δέλτα είναι η απόλυτη μεταβολή του ποσοστού πληθωρισμού και η παράλληλη μετατόπιση ολόκληρης της καμπύλης μηδενικού κινδύνου για ένα δεδομένο νόμισμα.

4.   Τα ιδρύματα λαμβάνουν τα επιτόκια μηδενικού κινδύνου ανά νόμισμα από τα μέσα της χρηματαγοράς που τηρούνται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών τους και έχουν τον χαμηλότερο πιστωτικό κίνδυνο, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων ανταλλαγής δείκτη διάρκειας μίας ημέρας (“overnight index swaps”).

5.   Σε περίπτωση που τα ιδρύματα δεν μπορούν να εφαρμόζουν την προσέγγιση που αναφέρεται στην παράγραφο 4, τα επιτόκια μηδενικού κινδύνου βασίζονται σε μία ή περισσότερες τεκμαιρόμενες από την αγορά καμπύλες συμβάσεων ανταλλαγών που χρησιμοποιούν τα ιδρύματα για να αποτιμήσουν τις θέσεις τους σε τρέχουσες τιμές της αγοράς, όπως οι καμπύλες διατραπεζικού προσφερόμενου επιτοκίου ανταλλαγής.

Εάν τα δεδομένα για τις τεκμαιρόμενες από την αγορά καμπύλες συμβάσεων ανταλλαγών που περιγράφονται στο πρώτο εδάφιο δεν επαρκούν, τα επιτόκια μηδενικού κινδύνου μπορούν να ληφθούν από την πλέον κατάλληλη καμπύλη κρατικών ομολόγων για ένα συγκεκριμένο νόμισμα.

6.   Ο συντελεστής κινδύνου vega επιτοκίου που εφαρμόζεται στα μέσα του χαρτοφυλακίου CVA που είναι ευαίσθητα στη μεταβλητότητα των επιτοκίων είναι όλες οι μεταβλητότητες του επιτοκίου όλων των περιόδων για ένα δεδομένο νόμισμα. Ο συντελεστής κινδύνου vega πληθωρισμού που εφαρμόζεται στα μέσα του χαρτοφυλακίου CVA που είναι ευαίσθητα στη μεταβλητότητα του πληθωρισμού είναι όλες οι μεταβλητότητες του πληθωρισμού όλων των περιόδων για ένα δεδομένο νόμισμα. Για κάθε νόμισμα υπολογίζεται μία καθαρή ευαισθησία επιτοκίου και μία καθαρή ευαισθησία πληθωρισμού.

Άρθρο 383δ

Παράγοντες κινδύνου συναλλάγματος

1.   Οι παράγοντες κινδύνου συναλλάγματος δέλτα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα για τα μέσα στο χαρτοφυλάκιο CVA που είναι ευαίσθητα στις τρέχουσες συναλλαγματικές ισοτιμίες είναι οι τρέχουσες συναλλαγματικές ισοτιμίες μεταξύ του νομίσματος στο οποίο είναι εκπεφρασμένο ένα μέσο και του νομίσματος υποβολής αναφορών του ιδρύματος ή του βασικού νομίσματος του ιδρύματος όταν το ίδρυμα χρησιμοποιεί βασικό νόμισμα σύμφωνα με το άρθρο 325ιζ παράγραφος 7. Υπάρχει ένα κλιμάκιο ανά ζεύγος νομισμάτων, με έναν ενιαίο παράγοντα κινδύνου και μια ενιαία καθαρή ευαισθησία.

2.   Οι παράγοντες κινδύνου συναλλάγματος βέγκα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα σε μέσα στο χαρτοφυλάκιο CVA που είναι ευαίσθητα στη συναλλαγματική μεταβλητότητα είναι οι τεκμαρτές μεταβλητότητες των συναλλαγματικών ισοτιμιών μεταξύ των ζευγών νομισμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Υπάρχει ένα κλιμάκιο για όλα τα νομίσματα και τις ληκτότητες, το οποίο περιλαμβάνει όλους τους παράγοντες κινδύνου συναλλάγματος βέγκα και ενιαία καθαρή ευαισθησία.

3.   Τα ιδρύματα δεν υποχρεούνται να διακρίνουν μεταξύ των εσωχώριων και των εξωχώριων παραλλαγών ενός νομίσματος για τους παράγοντες κινδύνου συναλλάγματος δέλτα και βέγκα.

Άρθρο 383ε

Παράγοντες κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων αντισυμβαλλομένου

1.   Οι παράγοντες κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων αντισυμβαλλομένου δέλτα που εφαρμόζονται σε μέσα ευαίσθητα στα πιστωτικά περιθώρια αντισυμβαλλομένου στο χαρτοφυλάκιο CVA είναι τα πιστωτικά περιθώρια των επιμέρους αντισυμβαλλομένων και τα ονόματα αναφοράς και οι αποδεκτοί δείκτες για τις ακόλουθες ληκτότητες: 0,5 έτος, 1 έτος, 3 έτη, 5 έτη και 10 έτη.

2.   Η κατηγορία κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων αντισυμβαλλομένου δεν υπόκειται σε απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο βέγκα.

Άρθρο 383στ

Παράγοντες κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων αναφοράς

1.   Οι παράγοντες κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων αναφοράς δέλτα που εφαρμόζονται σε μέσα ευαίσθητα στα πιστωτικά περιθώρια αναφοράς στο χαρτοφυλάκιο CVA είναι τα πιστωτικά περιθώρια όλων των ληκτοτήτων για όλα τα ονόματα αναφοράς εντός ενός κλιμακίου. Για κάθε κλιμάκιο υπολογίζεται μία καθαρή ευαισθησία.

2.   Οι παράγοντες κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων αναφοράς βέγκα που εφαρμόζονται σε μέσα στο χαρτοφυλάκιο CVA που είναι ευαίσθητα στη μεταβλητότητα των πιστωτικών περιθωρίων αναφοράς είναι οι μεταβλητότητες των πιστωτικών περιθωρίων όλων των διαρκειών για όλα τα ονόματα αναφοράς εντός ενός κλιμακίου. Για κάθε κλιμάκιο υπολογίζεται μία καθαρή ευαισθησία.

Άρθρο 383ζ

Παράγοντες κινδύνου μετοχών

1.   Τα κλιμάκια για όλους τους παράγοντες κινδύνου μετοχών είναι τα κλιμάκια που αναφέρονται στο άρθρο 383κ.

2.   Οι παράγοντες κινδύνου μετοχών δέλτα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα σε μέσα του χαρτοφυλακίου CVA που είναι ευαίσθητα στις τρέχουσες τιμές μετοχών είναι οι τρέχουσες τιμές όλων των μετοχών που κατατάσσονται στο ίδιο κλιμάκιο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Για κάθε κλιμάκιο υπολογίζεται μία καθαρή ευαισθησία.

3.   Οι παράγοντες κινδύνου μετοχών βέγκα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα σε μέσα του χαρτοφυλακίου CVA που είναι ευαίσθητα στη μεταβλητότητα των μετοχών είναι οι τεκμαρτές μεταβλητότητες όλων των μετοχών που κατατάσσονται στο ίδιο κλιμάκιο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Για κάθε κλιμάκιο υπολογίζεται μία καθαρή ευαισθησία.

Άρθρο 383η

Παράγοντες κινδύνου βασικών εμπορευμάτων

1.   Τα κλιμάκια για όλους τους παράγοντες κινδύνου βασικών εμπορευμάτων είναι τα τομεακά κλιμάκια που αναφέρονται στο άρθρο 383κδ.

2.   Οι παράγοντες κινδύνου βασικών εμπορευμάτων δέλτα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα σε μέσα του χαρτοφυλακίου CVA που είναι ευαίσθητα στις τρέχουσες τιμές βασικών εμπορευμάτων είναι οι τρέχουσες τιμές όλων των βασικών εμπορευμάτων που κατατάσσονται στο ίδιο τομεακό κλιμάκιο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Για κάθε τομεακό κλιμάκιο υπολογίζεται μία καθαρή ευαισθησία.

3.   Οι παράγοντες κινδύνου βασικών εμπορευμάτων βέγκα που πρέπει να εφαρμόζονται από τα ιδρύματα σε μέσα του χαρτοφυλακίου CVA που είναι ευαίσθητα στη μεταβλητότητα των τιμών των βασικών εμπορευμάτων είναι οι τεκμαρτές μεταβλητότητες όλων των βασικών εμπορευμάτων που κατατάσσονται στο ίδιο τομεακό κλιμάκιο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Για κάθε κλιμάκιο υπολογίζεται μία καθαρή ευαισθησία.

Άρθρο 383θ

Ευαισθησίες κινδύνου δέλτα

1.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες δέλτα που αποτελούνται από παράγοντες κινδύνου επιτοκίου ως εξής:

α)

οι ευαισθησίες δέλτα του συνολικού CVA σε παράγοντες κινδύνου που αποτελούνται από επιτόκια μηδενικού κινδύνου, καθώς και από μια επιλέξιμη αντιστάθμιση στους εν λόγω παράγοντες κινδύνου, υπολογίζονται ως εξής:

Image 39

Image 40

όπου:

Image 41

= οι ευαισθησίες του συνολικού CVA σε παράγοντα κινδύνου επιτοκίου μηδενικού κινδύνου·

rkt

= η τιμή του παράγοντα κινδύνου επιτοκίου μηδενικού κινδύνου k με ληκτότητα t·

VCVA

= το συνολικό CVA που υπολογίζεται με το κανονιστικό υπόδειγμα CVA·

x,y

= παράγοντες κινδύνου εκτός rkt στο VCVA ·

Image 42

= οι ευαισθησίες της επιλέξιμης αντιστάθμισης i σε παράγοντα κινδύνου επιτοκίου μηδενικού κινδύνου·

Vi

= η συνάρτηση τιμολόγησης της επιλέξιμης αντιστάθμισης i·

w,z

= παράγοντες κινδύνου εκτός rkt στη συνάρτηση τιμολόγησης Vi .

β)

οι ευαισθησίες δέλτα σε παράγοντες κινδύνου που αποτελούνται από ποσοστά πληθωρισμού, καθώς και από μια επιλέξιμη αντιστάθμιση στους εν λόγω παράγοντες κινδύνου, υπολογίζονται ως εξής:

Image 43

Image 44

όπου:

Image 45

= οι ευαισθησίες του συνολικού CVA σε παράγοντα κινδύνου ποσοστού πληθωρισμού·

inflkt

= η τιμή παράγοντα κινδύνου ποσοστού πληθωρισμού k με ληκτότητα t·

VCVA

= το συνολικό CVA που υπολογίζεται με το κανονιστικό υπόδειγμα CVA·

x,y

= παράγοντες κινδύνου εκτός inflkt στο VCVA ·

Image 46

= οι ευαισθησίες της επιλέξιμης αντιστάθμισης i σε παράγοντα κινδύνου ποσοστών πληθωρισμού·

Vi

= η συνάρτηση τιμολόγησης της επιλέξιμης αντιστάθμισης i·

w,z

= παράγοντες κινδύνου εκτός inflkt στη συνάρτηση τιμολόγησης Vi .

2.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες δέλτα του συνολικού CVA σε παράγοντες κινδύνου που αποτελούνται από τρέχουσες συναλλαγματικές ισοτιμίες, καθώς και από ένα επιλέξιμο μέσο αντιστάθμισης στους εν λόγω παράγοντες κινδύνου, ως εξής:

Image 47

Image 48

όπου:

Image 49

= οι ευαισθησίες του συνολικού CVA σε παράγοντα κινδύνου τρεχουσών συναλλαγματικών ισοτιμιών·

FXk

= η τιμή του παράγοντα κινδύνου τρεχουσών συναλλαγματικών ισοτιμιών k·

VCVA

= το συνολικό CVA που υπολογίζεται με το κανονιστικό υπόδειγμα CVA·

x,y

= παράγοντες κινδύνου εκτός FXk στο VCVA ·

Image 50

= οι ευαισθησίες της επιλέξιμης αντιστάθμισης i σε παράγοντα κινδύνου τρεχουσών συναλλαγματικών ισοτιμιών·

Vi

= η συνάρτηση τιμολόγησης της επιλέξιμης αντιστάθμισης i·

w,z

= παράγοντες κινδύνου εκτός FXk στη συνάρτηση τιμολόγησης Vi .

3.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες δέλτα του συνολικού CVA σε παράγοντες κινδύνου που αποτελούνται από ποσοστά πιστωτικών περιθωρίων αντισυμβαλλομένου, καθώς και από ένα επιλέξιμο μέσο αντιστάθμισης στους εν λόγω παράγοντες κινδύνου, ως εξής:

Image 51

Image 52

όπου:

Image 53

= οι ευαισθησίες του συνολικού CVA σε παράγοντα κινδύνου ποσοστών πιστωτικών περιθωρίων αντισυμβαλλομένου·

ccskt

= η τιμή του παράγοντα κινδύνου ποσοστών πιστωτικών περιθωρίων αντισυμβαλλομένου k με ληκτότητα t·

VCVA

= το συνολικό CVA που υπολογίζεται με το κανονιστικό υπόδειγμα CVA·

x,y

= παράγοντες κινδύνου εκτός ccskt στο VCVA ·

Image 54

= οι ευαισθησίες της επιλέξιμης αντιστάθμισης i σε παράγοντα κινδύνου ποσοστών πιστωτικών περιθωρίων αντισυμβαλλομένου·

Vi

= η συνάρτηση τιμολόγησης της επιλέξιμης αντιστάθμισης i·

w,z

= παράγοντες κινδύνου εκτός ccskt στη συνάρτηση τιμολόγησης Vi .

4.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες δέλτα του συνολικού CVA σε παράγοντες κινδύνου που αποτελούνται από ποσοστά πιστωτικών περιθωρίων αναφοράς, καθώς και από ένα επιλέξιμο μέσο αντιστάθμισης στους εν λόγω παράγοντες κινδύνου, ως εξής:

Image 55

Image 56

όπου:

Image 57

= οι ευαισθησίες του συνολικού CVA σε παράγοντα κινδύνου ποσοστών πιστωτικών περιθωρίων αναφοράς·

rcskt

= η τιμή του παράγοντα κινδύνου ποσοστών πιστωτικών περιθωρίων αναφοράς k με ληκτότητα t·

VCVA

= το συνολικό CVA που υπολογίζεται με το κανονιστικό υπόδειγμα CVA·

x,y

= παράγοντες κινδύνου εκτός ccskt στο VCVA ·

Image 58

= οι ευαισθησίες της επιλέξιμης αντιστάθμισης i σε παράγοντα κινδύνου ποσοστών πιστωτικών περιθωρίων αναφοράς·

Vi

= η συνάρτηση τιμολόγησης της επιλέξιμης αντιστάθμισης i·

w,z

= παράγοντες κινδύνου εκτός ccskt στη συνάρτηση τιμολόγησης Vi .

5.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες δέλτα του συνολικού CVA σε παράγοντες κινδύνου που αποτελούνται από τρέχουσες τιμές μετοχών, καθώς και από ένα επιλέξιμο μέσο αντιστάθμισης στους εν λόγω παράγοντες κινδύνου, ως εξής:

Image 59

Image 60

όπου:

Image 61

= οι ευαισθησίες του συνολικού CVA σε παράγοντα κινδύνου τρεχουσών τιμών μετοχών·

EQ

= η τρέχουσα τιμή των μετοχών·

VCVA

= το συνολικό CVA που υπολογίζεται με το κανονιστικό υπόδειγμα CVA·

x,y

= παράγοντες κινδύνου εκτός EQ στο VCVA ·

Image 62

= οι ευαισθησίες της επιλέξιμης αντιστάθμισης i σε παράγοντα κινδύνου τρεχουσών τιμών μετοχών·

Vi

= η συνάρτηση τιμολόγησης της επιλέξιμης αντιστάθμισης i·

w,z

= παράγοντες κινδύνου εκτός EQ στη συνάρτηση τιμολόγησης Vi .

6.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες δέλτα του συνολικού CVA σε παράγοντες κινδύνου που αποτελούνται από τρέχουσες τιμές βασικών εμπορευμάτων, καθώς και από ένα επιλέξιμο μέσο αντιστάθμισης στους εν λόγω παράγοντες κινδύνου, ως εξής:

Image 63

Image 64

όπου:

Image 65

= οι ευαισθησίες του συνολικού CVA σε παράγοντα κινδύνου τρεχουσών τιμών βασικών εμπορευμάτων·

CTY

= η τρέχουσα τιμή των βασικών εμπορευμάτων·

VCVA

= το συνολικό CVA που υπολογίζεται με το κανονιστικό υπόδειγμα CVA·

x,y

= παράγοντες κινδύνου εκτός CTY στο VCVA ·

Image 66

= οι ευαισθησίες της επιλέξιμης αντιστάθμισης i σε παράγοντα κινδύνου τρεχουσών τιμών βασικών εμπορευμάτων·

Vi

= η συνάρτηση τιμολόγησης της επιλέξιμης αντιστάθμισης i·

w,z

= παράγοντες κινδύνου εκτός CTY στη συνάρτηση τιμολόγησης Vi .

Άρθρο 383ι

Ευαισθησίες κινδύνου βέγκα

Τα ιδρύματα υπολογίζουν τις ευαισθησίες κινδύνου βέγκα του συνολικού CVA σε παράγοντες κινδύνου που αποτελούνται από μια τεκμαρτή μεταβλητότητα, καθώς και από ένα επιλέξιμο μέσο αντιστάθμισης στους εν λόγω παράγοντες κινδύνου, ως εξής:

Image 67

Image 68

όπου:

Image 69

= οι ευαισθησίες του συνολικού CVA σε παράγοντα κινδύνου τεκμαρτής μεταβλητότητας·

volk

= η τιμή του παράγοντα κινδύνου τεκμαρτής μεταβλητότητα ς·

VCVA

= το συνολικό CVA που υπολογίζεται με το κανονιστικό υπόδειγμα CVA·

x,y

= παράγοντες κινδύνου εκτός volk στη συνάρτηση τιμολόγησης VCVA ·

Image 70

= οι ευαισθησίες του επιλέξιμου μέσου αντιστάθμισης i σε παράγοντα κινδύνου τεκμαρτής μεταβλητότητας·

Vi

= η συνάρτηση τιμολόγησης της επιλέξιμης αντιστάθμισης i·

w,z

= παράγοντες κινδύνου εκτός volk στη συνάρτηση τιμολόγησης Vi .

Άρθρο 383ια

Συντελεστές στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο επιτοκίου

1.   Για τα νομίσματα που αναφέρονται στο άρθρο 383γ παράγραφος 2, οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου των ευαισθησιών δέλτα μηδενικού κινδύνου επιτοκίου για κάθε κλιμάκιο του πίνακα 1 είναι οι ακόλουθοι:

Πίνακας 1

Κλιμάκιο

Ληκτότητα

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

1

1 έτος

1,11  %

2

2 έτη

0,93  %

3

5 έτη

0,74  %

4

10 έτη

0,74  %

5

30 έτη

0,74  %

2.   Για νομίσματα άλλα από τα νομίσματα που αναφέρονται στο άρθρο 383γ παράγραφος 2, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου των ευαισθησιών δέλτα μηδενικού κινδύνου επιτοκίου είναι 1,58 %.

3.   Για τον κίνδυνο ποσοστού πληθωρισμού που εκφράζεται σε ένα από τα νομίσματα που αναφέρονται στο άρθρο 383γ παράγραφος 2, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου της ευαισθησίας δέλτα στον κίνδυνο ποσοστού πληθωρισμού είναι 1,11 %.

4.   Για τον κίνδυνο ποσοστού πληθωρισμού που εκφράζεται σε νόμισμα άλλο από τα νομίσματα που αναφέρονται στο άρθρο 383γ παράγραφος 2, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου της ευαισθησίας δέλτα στον κίνδυνο ποσοστού πληθωρισμού είναι 1,58 %.

5.   Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου που πρέπει να εφαρμόζονται σε ευαισθησίες σε παράγοντες κινδύνου επιτοκίου βέγκα και σε παράγοντες κινδύνου ποσοστού πληθωρισμού βέγκα για όλα τα νομίσματα είναι 100 %.

Άρθρο 383ιβ

Συσχετίσεις εντός του ίδιου κλιμακίου για κίνδυνο επιτοκίου

1.   Για τα νομίσματα που αναφέρονται στο άρθρο 383γ παράγραφος 2, οι παράμετροι συσχέτισης που εφαρμόζουν τα ιδρύματα στη συνάθροιση των ευαισθησιών δέλτα μηδενικού κινδύνου επιτοκίου μεταξύ των διαφόρων κλιμακίων που καθορίζονται στο άρθρο 383ια πίνακας 1 είναι οι ακόλουθες:

Πίνακας 1

Κλιμάκιο

1

2

3

4

5

1

100 %

91 %

72 %

55 %

31 %

2

 

100 %

87 %

72 %

45 %

3

 

 

100 %

91 %

68 %

4

 

 

 

100 %

83 %

5

 

 

 

 

100 %

2.   Τα ιδρύματα εφαρμόζουν παράμετρο συσχέτισης 40 % για τη συνάθροιση της ευαισθησίας του παράγοντα κινδύνου ποσοστού πληθωρισμού δέλτα και της ευαισθησίας δέλτα μηδενικού κινδύνου επιτοκίου που εκφράζονται στο ίδιο νόμισμα.

3.   Τα ιδρύματα εφαρμόζουν παράμετρο συσχέτισης 40 % για τη συνάθροιση της ευαισθησίας του παράγοντα κινδύνου ποσοστού πληθωρισμού βέγκα και της ευαισθησίας του παράγοντα κινδύνου επιτοκίου βέγκα που εκφράζονται στο ίδιο νόμισμα.

Άρθρο 383ιγ

Συσχέτιση μεταξύ κλιμακίων για τον κίνδυνο επιτοκίου

Η παράμετρος συσχέτισης μεταξύ κλιμακίων για κινδύνους επιτοκίου δέλτα και βέγκα ορίζεται σε 0,5 για όλα τα ζεύγη νομισμάτων.

Άρθρο 383ιδ

Συντελεστές στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο συναλλάγματος

1.   Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για όλες τις ευαισθησίες δέλτα σε παράγοντα κινδύνου συναλλάγματος μεταξύ του νομίσματος αναφοράς ενός ιδρύματος και άλλου νομίσματος είναι 11 %.

2.   Ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου των παραγόντων κινδύνου συναλλάγματος όσον αφορά τα ζεύγη νομισμάτων που απαρτίζονται από το ευρώ και από το νόμισμα κράτους μέλους που συμμετέχει στον ΜΣΙ ΙΙ είναι ένα εκ των ακολούθων:

α)

ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 διαιρούμενος διά του 3·

β)

η μέγιστη διακύμανση εντός των περιθωρίων διακύμανσης που έχουν εγκριθεί επισήμως από το κράτος μέλος και την ΕΚΤ, εφόσον τα εν λόγω περιθώρια διακύμανσης είναι μικρότερα από τα περιθώρια διακύμανσης βάσει του ΜΣΙ ΙI.

3.   Παρά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου των παραγόντων κινδύνου συναλλάγματος για τα νομίσματα που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο τα οποία συμμετέχουν στον ΜΣΙ II με επισήμως εγκεκριμένα περιθώρια διακύμανσης μικρότερα από τα συνήθη περιθώρια του συν ή πλην 15 % ισούται με τη μέγιστη ποσοστιαία διακύμανση στο εσωτερικό αυτών των μικρότερων περιθωρίων.

4.   Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για όλες τις ευαισθησίες βέγκα σε παράγοντα κινδύνου συναλλάγματος είναι 100 %.

Άρθρο 383ιε

Συσχετίσεις για κίνδυνο συναλλάγματος

1.   Μια ενιαία παράμετρος συσχέτισης ίση με 60 % εφαρμόζεται στη συνάθροιση των ευαισθησιών σε παράγοντα κινδύνου συναλλάγματος δέλτα μεταξύ κλιμακίων.

2.   Μια ενιαία παράμετρος συσχέτισης ίση με 60 % εφαρμόζεται στη συνάθροιση των ευαισθησιών σε παράγοντα κινδύνου συναλλάγματος βέγκα μεταξύ κλιμακίων.

Άρθρο 383ιστ

Συντελεστές στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου αντισυμβαλλομένου

1.   Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τις ευαισθησίες δέλτα σε παράγοντες κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου αντισυμβαλλομένου είναι οι ίδιοι για όλες τις ληκτότητες (0,5 έτος, 1 έτος, 3 έτη, 5 έτη, 10 έτη) εντός κάθε κλιμακίου στον πίνακα 1 και είναι οι ακόλουθοι:

Πίνακας 1

Αριθμός κλιμακίου

Πιστωτική ποιότητα

Κλάδος

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

1

Όλα

Κεντρική κυβέρνηση κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των κεντρικών τραπεζών

0,5  %

2

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3

Κεντρική κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένων των κεντρικών τραπεζών, τρίτων χωρών, πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης και διεθνών οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 117 παράγραφος 2 και στο άρθρο 118

0,5  %

3

Περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή και οντότητες του δημοσίου τομέα

1,0  %

4

Οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν συσταθεί ή ιδρυθεί από κεντρική κυβέρνηση, περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή, και προνομιακοί δανειστές

5,0  %

5

Βασικά υλικά, ενέργεια, βιομηχανικά προϊόντα, γεωργία, μεταποιητική βιομηχανία, ορυχεία και λατομεία

3,0  %

6

Καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες, μεταφορές και αποθήκευση, δραστηριότητες διοικητικών και υποστηρικτικών υπηρεσιών

3,0  %

7

Τεχνολογία, τηλεπικοινωνίες

2,0  %

8

Υγειονομική περίθαλψη, υπηρεσίες κοινής ωφελείας, επαγγελματικές και τεχνικές δραστηριότητες

1,5  %

9

Καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα εγκατεστημένα στα κράτη μέλη

1,0  %

10

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1

Καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα σε τρίτες χώρες

1,5  %

Βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας 2 έως 3

2,5  %

11

Βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3

Άλλος κλάδος

5,0  %

12

Αποδεκτοί δείκτες

1,5  %

13

Βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας 4 έως 6 και χωρίς διαβάθμιση

Κεντρική κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένων των κεντρικών τραπεζών, τρίτων χωρών, πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης και διεθνών οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 117 παράγραφος 2 και στο άρθρο 118

2,0  %

14

Περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή και οντότητες του δημοσίου τομέα

4,0  %

15

Οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν συσταθεί ή ιδρυθεί από κεντρική κυβέρνηση, περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή, και προνομιακοί δανειστές

12,0  %

16

Βασικά υλικά, ενέργεια, βιομηχανικά προϊόντα, γεωργία, μεταποιητική βιομηχανία, ορυχεία και λατομεία

7,0  %

17

Καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες, μεταφορές και αποθήκευση, δραστηριότητες διοικητικών και υποστηρικτικών υπηρεσιών

8,5  %

18

Τεχνολογία, τηλεπικοινωνίες

5,5  %

19

Υγειονομική περίθαλψη, υπηρεσίες κοινής ωφελείας, επαγγελματικές και τεχνικές δραστηριότητες

5,0  %

20

Άλλος κλάδος

12,0  %

21

Αποδεκτοί δείκτες

5,0  %

Όπου δεν υπάρχουν εξωτερικές διαβαθμίσεις για συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο, τα ιδρύματα μπορούν, υπό την προϋπόθεση έγκρισης από τις αρμόδιες αρχές, να κατατάσσουν την εσωτερική διαβάθμιση σε αντίστοιχη εξωτερική διαβάθμιση και να εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου αντίστοιχο είτε των βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3 είτε των βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας 4 έως 6. Διαφορετικά, εφαρμόζονται οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για μη διαβαθμισμένα ανοίγματα.

2.   Για την κατάταξη ενός ανοίγματος κινδύνου σε έναν τομέα, τα ιδρύματα βασίζονται σε ταξινόμηση που χρησιμοποιείται ευρέως στην αγορά για την ομαδοποίηση εκδοτών ανά τομέα. Τα ιδρύματα κατατάσσουν κάθε εκδότη σε ένα μόνο από τα κλιμάκια των τομέων του πίνακα 1. Τα ανοίγματα κινδύνου από οιονδήποτε εκδότη τα οποία ένα ίδρυμα δεν μπορεί να κατατάξει σε τομέα με αυτόν τον τρόπο κατατάσσονται είτε στο κλιμάκιο 11 είτε στο κλιμάκιο 20 στον πίνακα 1, ανάλογα με την πιστωτική ποιότητα του εκδότη.

3.   Τα ιδρύματα κατατάσσουν στα κλιμάκια 12 και 21 του πίνακα 1 μόνο ανοίγματα που αναφέρονται σε αποδεκτούς δείκτες όπως αναφέρεται στο άρθρο 383β παράγραφος 4.

4.   Τα ιδρύματα χρησιμοποιούν μια προσέγγιση εξέτασης για τον προσδιορισμό των ευαισθησιών ενός ανοίγματος με αναφορά σε μη αποδεκτό δείκτη.

Άρθρο 383ιζ

Συσχετίσεις εντός κλιμακίου για κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου αντισυμβαλλομένου

1.   Μεταξύ δύο ευαισθησιών WSk και WSl , που προκύπτουν από ανοίγματα κινδύνου που κατατάσσονται στα τομεακά κλιμάκια 1 έως 11 και 13 έως 20, όπως καθορίζονται στο άρθρο 383ιστ παράγραφος 1 πίνακας 1, η παράμετρος συσχέτισης ρkl ορίζεται ως εξής:

Image 71

όπου:

Image 72

ισούται με 1, όταν οι δύο κορυφές των ευαισθησιών k και l είναι ταυτόσημες, και με 90 % σε διαφορετική περίπτωση·

Image 73

ισούται με 1 όταν τα δύο ονόματα των ευαισθησιών k και l είναι ταυτόσημα, με 90 % εάν τα δύο ονόματα είναι διαφορετικά, αλλά συνδέονται νομικά, και με 50 % σε διαφορετική περίπτωση·

Image 74

ισούται με 1 όταν τα δύο ονόματα των ευαισθησιών περιλαμβάνονται αμφότερα στα κλιμάκια 1 έως 11 ή στα κλιμάκια 13 έως 20, διαφορετικά ισούται με 80 %.

2.   Μεταξύ δύο ευαισθησιών WSk και WSl , που προκύπτουν από ανοίγματα κινδύνου που κατατάσσονται στα τομεακά κλιμάκια 12 και 21, η παράμετρος συσχέτισης ρkl καθορίζεται ως εξής:

Image 75

όπου:

Image 76

ισούται με 1, όταν οι δύο κορυφές των ευαισθησιών k και l είναι ταυτόσημες, και με 90 % σε διαφορετική περίπτωση·

Image 77

ισούται με 1 όταν τα δύο ονόματα των ευαισθησιών k και l είναι ταυτόσημα, και οι δύο δείκτες ανήκουν στην ίδια σειρά, με 90 % εάν οι δύο δείκτες είναι ίδιοι, αλλά ανήκουν σε διαφορετικές σειρές, και με 80 % σε διαφορετική περίπτωση·

Image 78

ισούται με 1 όταν τα δύο ονόματα των ευαισθησιών περιλαμβάνονται αμφότερα στο κλιμάκιο 12 ή στο κλιμάκιο 21, διαφορετικά ισούται με 80 %.

Άρθρο 383ιη

Συσχετίσεις μεταξύ κλιμακίων για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου αντισυμβαλλομένου

Οι συσχετίσεις μεταξύ κλιμακίων για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου δέλτα αντισυμβαλλομένου είναι οι ακόλουθες:

Πίνακας 1

Κλιμάκιο

1, 2, 3, 13 και 14

4 και 15

5 και 16

6 και 17

7 και 18

8 και 19

9 και 10

11 και 20

12 και 21

1, 2, 3, 13 και 14

100 %

10 %

20 %

25 %

20 %

15 %

10 %

0 %

45 %

4 και 15

 

100 %

5 %

15 %

20 %

5 %

20 %

0 %

45 %

5 και 16

 

 

100 %

20 %

25 %

5 %

5 %

0 %

45 %

6 και 17

 

 

 

100 %

25 %

5 %

15 %

0 %

45 %

7 και 18

 

 

 

 

100 %

5 %

20 %

0 %

45 %

8 και 19

 

 

 

 

 

100 %

5 %

0 %

45 %

9 και 10

 

 

 

 

 

 

100 %

0 %

45 %

11 και 20

 

 

 

 

 

 

 

100 %

0 %

12 και 21

 

 

 

 

 

 

 

 

100 %

Άρθρο 383ιθ

Συντελεστές στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου αναφοράς

1.   Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τις ευαισθησίες δέλτα σε παράγοντες κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου αναφοράς είναι οι ίδιοι για όλες τις ληκτότητες (0,5 έτος, 1 έτος, 3 έτη, 5 έτη, 10 έτη) και όλα τα ανοίγματα σε κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου αναφοράς εντός κάθε κλιμακίου στον πίνακα 1 και είναι οι ακόλουθοι:

Πίνακας 1

Αριθμός κλιμακίου

Πιστωτική ποιότητα

Κλάδος

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου

1

Όλα

Κεντρική κυβέρνηση κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των κεντρικών τραπεζών

0,5  %

2

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3

Κεντρική κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένων των κεντρικών τραπεζών, τρίτων χωρών, πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης και διεθνών οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 117 παράγραφος 2 και στο άρθρο 118

0,5  %

3

Περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή και οντότητες του δημοσίου τομέα

1,0  %

4

Οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν συσταθεί ή ιδρυθεί από κεντρική κυβέρνηση, περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή, και προνομιακοί δανειστές

5,0  %

5

Βασικά υλικά, ενέργεια, βιομηχανικά προϊόντα, γεωργία, μεταποιητική βιομηχανία, ορυχεία και λατομεία

3,0  %

6

Καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες, μεταφορές και αποθήκευση, δραστηριότητες διοικητικών και υποστηρικτικών υπηρεσιών

3,0  %

7

Τεχνολογία, τηλεπικοινωνίες

2,0  %

8

Υγειονομική περίθαλψη, υπηρεσίες κοινής ωφελείας, επαγγελματικές και τεχνικές δραστηριότητες

1,5  %

9

Καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα εγκατεστημένα στα κράτη μέλη

1,0  %

10

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1

Καλυμμένα ομόλογα που εκδίδονται από πιστωτικά ιδρύματα σε τρίτες χώρες

1,5  %

Βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας 2 έως 3

2,5  %

11

Βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3

Αποδεκτοί δείκτες

1,5  %

12

Βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας 4 έως 6 και χωρίς διαβάθμιση

Κεντρική κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένων των κεντρικών τραπεζών, τρίτων χωρών, πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης και διεθνών οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 117 παράγραφος 2 και στο άρθρο 118

2,0  %

13

Περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή και οντότητες του δημοσίου τομέα

4,0  %

14

Οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν συσταθεί ή ιδρυθεί από κεντρική κυβέρνηση, περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή, και προνομιακοί δανειστές

12,0  %

15

Βασικά υλικά, ενέργεια, βιομηχανικά προϊόντα, γεωργία, μεταποιητική βιομηχανία, ορυχεία και λατομεία

7,0  %

16

Καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες, μεταφορές και αποθήκευση, δραστηριότητες διοικητικών και υποστηρικτικών υπηρεσιών

8,5  %

17

Τεχνολογία, τηλεπικοινωνίες

5,5  %

18

Υγειονομική περίθαλψη, υπηρεσίες κοινής ωφελείας, επαγγελματικές και τεχνικές δραστηριότητες

5,0  %

19

Αποδεκτοί δείκτες

5,0  %

20

Άλλος κλάδος

12,0  %

Όπου δεν υπάρχουν εξωτερικές διαβαθμίσεις για συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο, τα ιδρύματα μπορούν, υπό την προϋπόθεση έγκρισης από τις αρμόδιες αρχές, να κατατάσσουν την εσωτερική διαβάθμιση σε αντίστοιχη εξωτερική διαβάθμιση και να εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου αντίστοιχο είτε των βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3 είτε των βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας 4 έως 6. Διαφορετικά, εφαρμόζονται οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για μη διαβαθμισμένα ανοίγματα.

2.   Συντελεστές στάθμισης κινδύνου για μεταβλητότητες πιστωτικών περιθωρίων αναφοράς ορίζονται σε 100 %.

3.   Για την κατάταξη ενός ανοίγματος κινδύνου σε έναν τομέα, τα ιδρύματα βασίζονται σε ταξινόμηση που χρησιμοποιείται ευρέως στην αγορά για την ομαδοποίηση εκδοτών ανά τομέα. Τα ιδρύματα κατατάσσουν κάθε εκδότη σε ένα μόνο από τα κλιμάκια των τομέων του πίνακα 1. Τα ανοίγματα κινδύνου από οποιονδήποτε εκδότη που ένα ίδρυμα δεν μπορεί να κατατάξει σε τομέα με αυτόν τον τρόπο κατατάσσονται στο κλιμάκιο 20 στον πίνακα 1.

4.   Τα ιδρύματα κατατάσσουν στα κλιμάκια 11 και 19 μόνο ανοίγματα που αναφέρονται σε αποδεκτούς δείκτες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 383β παράγραφος 4.

5.   Τα ιδρύματα χρησιμοποιούν μια προσέγγιση εξέτασης για τον προσδιορισμό των ευαισθησιών ενός ανοίγματος με αναφορά σε μη αποδεκτό δείκτη.

Άρθρο 383κ

Συσχετίσεις εντός κλιμακίου για κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου αναφοράς

1.   Μεταξύ δύο ευαισθησιών WSk και WSl , που προκύπτουν από ανοίγματα κινδύνου που κατατάσσονται στα τομεακά κλιμάκια 1 έως 10, 12 έως 18 και 20 του άρθρου 383ιθ παράγραφος 1 πίνακας 1, η παράμετρος συσχέτισης ρkl καθορίζεται ως εξής:

Image 79

όπου:

Image 80

ισούται με 1, όταν οι δύο κορυφές των ευαισθησιών k και l είναι ταυτόσημες, και με 90 % σε διαφορετική περίπτωση·

Image 81

ισούται με 1 όταν τα δύο ονόματα των ευαισθησιών k και l είναι ταυτόσημα, με 90 % εάν τα δύο ονόματα είναι διαφορετικά, αλλά συνδέονται νομικά, και με 50 % σε διαφορετική περίπτωση·

Image 82

ισούται με 1 όταν τα δύο ονόματα των ευαισθησιών περιλαμβάνονται αμφότερα στα κλιμάκια 1 έως 10, στα κλιμάκια 12 έως 18, ή στο κλιμάκιο 20, διαφορετικά ισούται με 80 %.

2.   Μεταξύ δύο ευαισθησιών WSk και WSl , που προκύπτουν από ανοίγματα κινδύνου που κατατάσσονται στα τομεακά κλιμάκια 11 και 19, η παράμετρος συσχέτισης ρkl καθορίζεται ως εξής:

Image 83

όπου:

Image 84

ισούται με 1, όταν οι δύο κορυφές των ευαισθησιών k και l είναι ταυτόσημες, και με 90 % σε διαφορετική περίπτωση·

Image 85

ισούται με 1 όταν τα δύο ονόματα των ευαισθησιών k και l είναι ταυτόσημα, και οι δύο δείκτες ανήκουν στην ίδια σειρά, με 90 % εάν οι δύο δείκτες είναι ίδιοι, αλλά ανήκουν σε διαφορετικές σειρές, και με 80 % σε διαφορετική περίπτωση·

Image 86

ισούται με 1 όταν τα δύο ονόματα των ευαισθησιών περιλαμβάνονται αμφότερα στο κλιμάκιο 11 ή στο κλιμάκιο 19, διαφορετικά ισούται με 80 %.

Άρθρο 383κα

Συσχέτιση μεταξύ κλιμακίων για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου αναφοράς

1.   Οι συσχετίσεις μεταξύ κλιμακίων για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου αναφοράς δέλτα και για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου αναφοράς βέγκα είναι οι ακόλουθες:

Πίνακας 1

Κλιμάκιο

1, 2 και 12

3 και 14

4 και 15

5 και 16

6 και 17

7 και 18

8 και 19

9 και 10

20

11

19

1, 2 και 12

100 %

75 %

10 %

20 %

25 %

20 %

15 %

10 %

0 %

45 %

45 %

3 και 14

 

100 %

5 %

15 %

20 %

15 %

10 %

10 %

0 %

45 %

45 %

4 και 15

 

 

100 %

5 %

15 %

20 %

5 %

20 %

0 %

45 %

45 %

5 και 16

 

 

 

100 %

20 %

25 %

5 %

5 %

0 %

45 %

45 %

6 και 17

 

 

 

 

100 %

25 %

5 %

15 %

0 %

45 %

45 %

7 και 18

 

 

 

 

 

100 %

5 %

20 %

0 %

45 %

45 %

8 και 19

 

 

 

 

 

 

100 %

5 %

0 %

45 %

45 %

9 και 10

 

 

 

 

 

 

 

100 %

0 %

45 %

45 %

20

 

 

 

 

 

 

 

 

100 %

0 %

0 %

11

 

 

 

 

 

 

 

 

 

100 %

75 %

19

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

100 %

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι τιμές συσχέτισης μεταξύ κλιμακίων που υπολογίζονται στην εν λόγω παράγραφο διαιρούνται διά του 2 για συσχετίσεις μεταξύ ενός κλιμακίου από την ομάδα κλιμακίων 1 έως 10 και ενός κλιμακίου από την ομάδα κλιμακίων 12 έως 18.

Άρθρο 383κβ

Κλιμάκια συντελεστών στάθμισης κινδύνου για τον κίνδυνο μετοχών

1.   Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τις ευαισθησίες δέλτα σε παράγοντες κινδύνου τρεχουσών τιμών μετοχών είναι οι ίδιοι για όλα τα ανοίγματα σε κίνδυνο μετοχών εντός κάθε κλιμακίου του πίνακα 1 και είναι οι ακόλουθοι:

Πίνακας 1

Αριθμός κλιμακίου

Κεφαλαιοποίηση αγοράς

Οικονομία

Κλάδος

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου για τρέχουσα τιμή μετοχών

1

Μεγάλη

Αναδυόμενη οικονομία αγοράς

Καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες, μεταφορές και αποθήκευση, δραστηριότητες διοικητικών και υποστηρικτικών υπηρεσιών, υγειονομική περίθαλψη, υπηρεσίες κοινής ωφελείας

55 %

2

Τηλεπικοινωνίες, βιομηχανία

60 %

3

Βασικά υλικά, ενέργεια, γεωργία, μεταποιητική βιομηχανία, ορυχεία και λατομεία

45 %

4

Οικονομικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των βασιζόμενων στον δημόσιο τομέα οικονομικών υπηρεσιών, διαχείριση ακίνητης περιουσίας, τεχνολογία

55 %

5

Προηγμένη οικονομία

Καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες, μεταφορές και αποθήκευση, δραστηριότητες διοικητικών και υποστηρικτικών υπηρεσιών, υγειονομική περίθαλψη, υπηρεσίες κοινής ωφελείας

30 %

6

Τηλεπικοινωνίες, βιομηχανία

35 %

7

Βασικά υλικά, ενέργεια, γεωργία, μεταποιητική βιομηχανία, ορυχεία και λατομεία

40 %

8

Οικονομικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των βασιζόμενων στον δημόσιο τομέα οικονομικών υπηρεσιών, διαχείριση ακίνητης περιουσίας, τεχνολογία

50 %

9

Μικρή

Αναδυόμενη οικονομία αγοράς

Όλοι οι κλάδοι που περιγράφονται στα κλιμάκια υπ’ αριθ. 1, 2, 3 και 4

70 %

10

Προηγμένη οικονομία

Όλοι οι κλάδοι που περιγράφονται στα κλιμάκια υπ’ αριθ. 5, 6, 7 και 8

50 %

11

Άλλος κλάδος

70 %

12

Μεγάλη

Προηγμένη οικονομία

Αποδεκτοί δείκτες

15 %

13

Άλλο

Αποδεκτοί δείκτες

25 %

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ο προσδιορισμός της μικρής και της μεγάλης κεφαλαιοποίησης περιέχεται στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 325νστ παράγραφος 7.

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ο προσδιορισμός της αναδυόμενης αγοράς και της προηγμένης οικονομίας περιέχεται στα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 325μβ παράγραφος 3.

4.   Κατά την απόδοση ανοίγματος κινδύνου σε έναν τομέα, τα ιδρύματα βασίζονται σε ταξινόμηση που χρησιμοποιείται ευρέως στην αγορά για την ομαδοποίηση εκδοτών ανά κλάδο οικονομικής δραστηριότητας. Τα ιδρύματα κατατάσσουν κάθε εκδότη σε ένα από τα κλιμάκια τομέων της παραγράφου 1 πίνακας 1 και κατατάσσουν όλους τους εκδότες της ίδιου κλάδου οικονομικής δραστηριότητας στον ίδιο τομέα. Τα ανοίγματα κινδύνου από οποιονδήποτε εκδότη που ένα ίδρυμα δεν μπορεί να κατατάξει σε τομέα με αυτόν τον τρόπο κατατάσσονται στο κλιμάκιο 11. Οι εκδότες μετοχών πολυεθνικών ή πολυτομεακών μετοχών κατατάσσονται σε συγκεκριμένο κλιμάκιο με βάση την πλέον σημαντική περιφέρεια και τον πλέον σημαντικό τομέα όπου δραστηριοποιείται ο εκδότης μετοχών.

5.   Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για κίνδυνο μετοχών βέγκα ορίζονται σε 78 % για τα κλιμάκια 1 έως 8 και το κλιμάκιο 12, και σε 100 % για όλα τα άλλα κλιμάκια.

Άρθρο 383κγ

Συσχετίσεις μεταξύ κλιμακίων για τον κίνδυνο μετοχών

Η παράμετρος συσχέτισης μεταξύ κλιμακίων για κίνδυνο μετοχών δέλτα και βέγκα ορίζεται σε:

α)

15 %, όταν τα δύο κλιμάκια εμπίπτουν στα κλιμάκια 1 έως 10 του άρθρου 383κβ παράγραφος 1 πίνακας 1·

β)

75 %, όταν τα δύο κλιμάκια είναι τα κλιμάκια 12 και 13 του άρθρου 383κβ παράγραφος 1 πίνακας 1·

γ)

45 %, όταν ένα από τα κλιμάκια είναι το κλιμάκιο 12 ή 13 του άρθρου 383κβ παράγραφος 1 πίνακας 1, και το άλλο κλιμάκιο εμπίπτει στα κλιμάκια 1 έως 10 του άρθρου 383κβ παράγραφος 1 πίνακας 1·

δ)

0 %, όταν ένα από τα δύο κλιμάκια είναι το κλιμάκιο 11 του άρθρου 383κβ παράγραφος 1 πίνακας 1.

Άρθρο 383κδ

Κλιμάκια συντελεστών στάθμισης κινδύνου για τον κίνδυνο βασικού εμπορεύματος

1.   Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τις ευαισθησίες δέλτα σε παράγοντες κινδύνου τρεχουσών τιμών βασικών εμπορευμάτων είναι οι ίδιοι για όλα τα ανοίγματα σε κίνδυνο βασικού εμπορεύματος εντός κάθε κλιμακίου του πίνακα 1 και είναι οι ακόλουθοι:

Πίνακας 1

Αριθμός κλιμακίου

Ονομασία κλιμακίου

Συντελεστής στάθμισης κινδύνου για τρέχουσα τιμή βασικού εμπορεύματος

1

Ενέργεια — Στερεά καύσιμα

30 %

2

Ενέργεια — Υγρά καύσιμα

35 %

3

Ενέργεια — Ηλεκτρική ενέργεια

60 %

4

Ενέργεια — Εμπορία άνθρακα στο πλαίσιο του ΣΕΔΕ της ΕΕ

40 %

5

Ενέργεια — Εμπορία άνθρακα εκτός του ΣΕΔΕ της ΕΕ

60 %

6

Εμπορεύματα

80 %

7

Μέταλλα — Μη πολύτιμα

40 %

8

Αέρια καύσιμα

45 %

9

Πολύτιμα μέταλλα, συμπεριλαμβανομένου του χρυσού

20 %

10

Σπόροι και ελαιοκράμβη

35 %

11

Ζωικό κεφάλαιο και γαλακτοκομικά

25 %

12

Γεωργικά προϊόντα (“softs”) και άλλα γεωργικά προϊόντα

35 %

13

Άλλα βασικά εμπορεύματα

50 %

2.   Οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για τον κίνδυνο βασικών εμπορευμάτων βέγκα ορίζονται σε 100 %.

Άρθρο 383κστ

Συσχετίσεις μεταξύ κλιμακίων για τον κίνδυνο βασικού εμπορεύματος

1.   Η παράμετρος συσχέτισης μεταξύ κλιμακίων για τον κίνδυνο βασικών εμπορευμάτων δέλτα ορίζεται σε:

α)

20 %, όταν τα δύο κλιμάκια εμπίπτουν στα κλιμάκια 1 έως 12 του άρθρου 383κδ παράγραφος 1 πίνακας 1·

β)

0 %, όταν ένα από τα δύο κλιμάκια είναι το κλιμάκιο 13 του άρθρου 383κδ παράγραφος 1 πίνακας 1.

2.   Η παράμετρος συσχέτισης μεταξύ κλιμακίων για τον κίνδυνο βασικών εμπορευμάτων βέγκα ορίζεται σε:

α)

20 %, όταν τα δύο κλιμάκια εμπίπτουν στα κλιμάκια 1 έως 12 του άρθρου 383κδ παράγραφος 1 πίνακας 1·

β)

0 %, όταν ένα από τα δύο κλιμάκια είναι το κλιμάκιο 13 του άρθρου 383κδ παράγραφος 1 πίνακας 1.».

202)

Τα άρθρα 384, 385 και 386 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 384

Βασική προσέγγιση

1.   Ένα ίδρυμα υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με την παράγραφο 2 ή 3 του παρόντος άρθρου, κατά περίπτωση, για χαρτοφυλάκιο συναλλαγών με έναν ή περισσότερους αντισυμβαλλομένους, χρησιμοποιώντας έναν από τους ακόλουθους τύπους, κατά περίπτωση:

α)

τον τύπο που καθορίζεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, όπου το ίδρυμα περιλαμβάνει στον υπολογισμό μία ή περισσότερες επιλέξιμες αντισταθμίσεις που αναγνωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 386·

β)

τον τύπο που καθορίζεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου, όπου το ίδρυμα δεν περιλαμβάνει στον υπολογισμό επιλέξιμες αντισταθμίσεις που αναγνωρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 386.

Οι προσεγγίσεις που καθορίζονται στα στοιχεία α) και β) του πρώτου εδαφίου δεν χρησιμοποιούνται συνδυαστικά.

2.   Ένα ίδρυμα που πληροί την προϋπόθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA ως εξής:

BACVAtotal = β · BACVAcsr-unhedged + DSCVA · (1 – β) · BACVAcsr-hedged

όπου:

BACVAtotal

= οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA βάσει της βασικής προσέγγισης·

BACVAcsr-unhedged

= οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA βάσει της βασικής προσέγγισης, όπως υπολογίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 για ίδρυμα που πληροί την προϋπόθεση της παραγράφου 1 στοιχείο β)·

DSCVA

= 0,65·

β

= 0,25·

Image 87

όπου:

Image 88

Image 89

Image 90

Image 91

a

= 1,4·

ρ

= 0,5·

c

= ο δείκτης που υποδηλώνει όλους τους αντισυμβαλλομένους για τους οποίους το ίδρυμα υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA, χρησιμοποιώντας την προσέγγιση που προβλέπεται στο παρόν άρθρο·

NS

= ο δείκτης που υποδηλώνει όλα τα συμψηφιστικά σύνολα με έναν συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο για τον οποίο το ίδρυμα υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA, χρησιμοποιώντας την προσέγγιση που προβλέπεται στο παρόν άρθρο·

h

= ο δείκτης που υποδηλώνει όλα τα μέσα μεμονωμένου πιστούχου που αναγνωρίζονται ως επιλέξιμες αντισταθμίσεις σύμφωνα με το άρθρο 386 για έναν συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο για τον οποίο το ίδρυμα υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA, χρησιμοποιώντας την προσέγγιση που προβλέπεται στο παρόν άρθρο·

I

= ο δείκτης που υποδηλώνει όλα τα μέσα επί δεικτών που αναγνωρίζονται ως επιλέξιμες αντισταθμίσεις σύμφωνα με το άρθρο 386 για όλους τους αντισυμβαλλομένους για τους οποίους το ίδρυμα υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA, χρησιμοποιώντας την προσέγγιση που προβλέπεται στο παρόν άρθρο·

RWc

= ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται στον αντισυμβαλλόμενο c· ο αντισυμβαλλόμενος c κατατάσσεται σε έναν από τους συντελεστές στάθμισης κινδύνου που βασίζονται σε συνδυασμό τομέα και πιστωτικής ποιότητας και προσδιορίζονται σύμφωνα με τον πίνακα 1.

Όπου δεν υπάρχουν εξωτερικές διαβαθμίσεις για συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο, τα ιδρύματα μπορούν, υπό την προϋπόθεση έγκρισης των αρμόδιων αρχών, να κατατάσσουν την εσωτερική διαβάθμιση σε αντίστοιχη εξωτερική διαβάθμιση και να εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου αντίστοιχο είτε των βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3 είτε των βαθμίδων πιστωτικής ποιότητας 4 έως 6· διαφορετικά εφαρμόζονται οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου για μη διαβαθμισμένα ανοίγματα.

Image 92
= η πραγματική ληκτότητα για το αντισταθμιστικό σύνολο NS με τον αντισυμβαλλόμενο c·

Image 93
υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 162· ωστόσο, για τον υπολογισμό αυτό, δεν ισχύει για το
Image 94
ανώτατο όριο πέντε ετών, αλλά η μεγαλύτερη εναπομένουσα συμβατική λήξη στο συμψηφιστικό σύνολο·

Image 95

= η αξία ανοίγματος σε πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου του συμψηφιστικού συνόλου NS με τον αντισυμβαλλόμενο c, συμπεριλαμβανομένης της επίπτωσης της εξασφάλισης σύμφωνα με τις μεθόδους που καθορίζονται στον τίτλο II κεφάλαιο 6 τμήματα 3 έως 6, κατά περίπτωση, στον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου που αναφέρεται στο άρθρο 92 παράγραφος 4 στοιχεία α) και ζ)·

Image 96

= ο εποπτικός συντελεστής προεξόφλησης για το συμψηφιστικό σύνολο NS με τον αντισυμβαλλόμενο c.

Για ένα ίδρυμα που χρησιμοποιεί τις μεθόδους που καθορίζονται στον τίτλο ΙΙ κεφάλαιο 6 τμήμα 6, ο εποπτικός συντελεστής προεξόφλησης καθορίζεται σε 1· σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ο εποπτικός συντελεστής προεξόφλησης υπολογίζεται ως εξής:

Image 97

rhc

= ο εποπτικός συντελεστής συσχέτισης μεταξύ του κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου αντισυμβαλλομένου c και του κινδύνου πιστωτικού περιθωρίου ενός μέσου μεμονωμένου πιστούχου που αναγνωρίζεται ως επιλέξιμη αντιστάθμιση h για τον αντισυμβαλλόμενο c, καθοριζόμενη σύμφωνα με τον πίνακα 2·

Image 98

= η εναπομένουσα ληκτότητα ενός μέσου μεμονωμένου πιστούχου που αναγνωρίζεται ως επιλέξιμη αντιστάθμιση·

Image 99

= το ονομαστικό ποσό ενός μέσου μεμονωμένου πιστούχου που αναγνωρίζεται ως επιλέξιμη αντιστάθμιση·

Image 100

= ο εποπτικός συντελεστής προεξόφλησης για ένα μέσο μεμονωμένου πιστούχου που αναγνωρίζεται ως επιλέξιμη αντιστάθμιση, υπολογιζόμενος ως εξής:

Image 101

Image 102

= ο εποπτικός συντελεστής στάθμισης κινδύνου ενός μέσου μεμονωμένου πιστούχου που αναγνωρίζεται ως επιλέξιμη αντιστάθμιση· αυτοί οι συντελεστές στάθμισης κινδύνου βασίζονται στον συνδυασμό τομέα και πιστωτικής ποιότητας του πιστωτικού περιθωρίου αναφοράς του μέσου αντιστάθμισης και καθορίζονται σύμφωνα με τον πίνακα 1·

Image 103

= η εναπομένουσα ληκτότητα μιας ή περισσότερων θέσεων στο ίδιο μέσο επί δείκτη που αναγνωρίζεται ως επιλέξιμη αντιστάθμιση· στην περίπτωση περισσότερων της μίας θέσεων στο ίδιο μέσο επί δείκτη, το

Image 104
είναι η ονομαστική σταθμισμένη ληκτότητα όλων αυτών των θέσεων·

Image 105

= το πλήρες ονομαστικό ποσό μίας ή περισσότερων θέσεων στο ίδιο μέσο επί δείκτη που αναγνωρίζεται ως επιλέξιμη αντιστάθμιση·

Image 106

= ο εποπτικός συντελεστής προεξόφλησης για μία ή περισσότερες θέσεις στο ίδιο μέσο επί δείκτη που αναγνωρίζεται ως επιλέξιμη αντιστάθμιση, υπολογιζόμενος ως εξής:

Image 107

Image 108

= ο εποπτικός συντελεστής στάθμισης κινδύνου ενός μέσου επί δείκτη που αναγνωρίζεται ως επιλέξιμη αντιστάθμιση·

Image 109
βασίζεται στον συνδυασμό τομέα και πιστωτικής ποιότητας όλων των συνιστωσών του δείκτη, που υπολογίζεται ως εξής:

α)

όταν όλες οι συνιστώσες του δείκτη ανήκουν στον ίδιο τομέα και έχουν την ίδια πιστωτική ποιότητα, όπως προσδιορίζεται σύμφωνα με τον πίνακα 1, το

Image 110

υπολογίζεται ως ο σχετικός συντελεστής στάθμισης κινδύνου του πίνακα 1 για τον εν λόγω τομέα και την πιστωτική ποιότητα πολλαπλασιασμένος επί 0,7·

β)

όταν όλες οι συνιστώσες του δείκτη δεν ανήκουν στον ίδιο τομέα ή δεν έχουν την ίδια πιστωτική ποιότητα, το

Image 111

υπολογίζεται ως σταθμισμένος μέσος όρος των συντελεστών στάθμισης κινδύνου όλων των συνιστωσών του δείκτη, όπως προσδιορίζονται σύμφωνα με τον πίνακα 1, πολλαπλασιασμένος επί 0,7·

Πίνακας 1

Τομέας του αντισυμβαλλομένου

Πιστωτική ποιότητα

Βαθμίδα πιστωτικής ποιότητας 1 έως 3

Βαθμίδες πιστωτικής ποιότητας 4 έως 6 και χωρίς διαβάθμιση

Κεντρική κυβέρνηση, συμπεριλαμβανομένων των κεντρικών τραπεζών, πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης και διεθνών οργανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 117 παράγραφος 2 ή στο άρθρο 118

0,5  %

2,0  %

Περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή και οντότητες του δημοσίου τομέα

1,0  %

4,0  %

Οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν συσταθεί ή ιδρυθεί από κεντρική κυβέρνηση, περιφερειακή κυβέρνηση ή τοπική αρχή, και προνομιακοί δανειστές

5,0  %

12,0  %

Βασικά υλικά, ενέργεια, βιομηχανικά προϊόντα, γεωργία, μεταποιητική βιομηχανία, ορυχεία και λατομεία

3,0  %

7,0  %

Καταναλωτικά αγαθά και υπηρεσίες, μεταφορές και αποθήκευση, δραστηριότητες διοικητικών και υποστηρικτικών υπηρεσιών

3,0  %

8,5  %

Τεχνολογία, τηλεπικοινωνίες

2,0  %

5,5  %

Υγειονομική περίθαλψη, υπηρεσίες κοινής ωφελείας, επαγγελματικές και τεχνικές δραστηριότητες

1,5  %

5,0  %

Άλλος κλάδος

5,0  %

12,0  %


Πίνακας 2

Συσχετίσεις μεταξύ πιστωτικού περιθωρίου αντισυμβαλλομένου και αντιστάθμισης μεμονωμένου πιστούχου

Αντιστάθμιση μεμονωμένου πιστούχου h του αντισυμβαλλομένου i

Τιμή του rhc

Αντισυμβαλλόμενοι που αναφέρονται στο άρθρο 386 παράγραφος 3 στοιχείο α) σημείο i)

100 %

Αντισυμβαλλόμενοι που αναφέρονται στο άρθρο 386 παράγραφος 3 στοιχείο α) σημείο ii)

80 %

Αντισυμβαλλόμενοι που αναφέρονται στο άρθρο 386 παράγραφος 3 στοιχείο α) σημείο iii)

50 %

3.   Ένα ίδρυμα που πληροί την προϋπόθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA ως εξής:

Image 112

όπου όλοι οι όροι είναι εκείνοι που καθορίζονται στην παράγραφο 2.

Άρθρο 385

Απλουστευμένη προσέγγιση

1.   Ένα ίδρυμα που πληροί όλες τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 273α παράγραφος 2, ή το οποίο έχει λάβει άδεια από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με το άρθρο 273α παράγραφος 4 να εφαρμόζει την προσέγγιση που καθορίζεται στο άρθρο 282, μπορεί να υπολογίζει τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA ως τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά του ανοίγματος για τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου για θέσεις εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών και θέσεις του χαρτοφυλακίου συναλλαγών αντίστοιχα, που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 4 στοιχεία α) και ζ), διαιρούμενα διά του 12,5.

2.   Για τους σκοπούς του υπολογισμού που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ισχύουν οι ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

μόνο οι συναλλαγές που υπόκεινται στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA που ορίζονται στο άρθρο 382 εμπίπτουν σε αυτόν τον υπολογισμό·

β)

τα πιστωτικά παράγωγα που αναγνωρίζονται ως εσωτερικές αντισταθμίσεις κινδύνου έναντι των ανοιγμάτων σε κίνδυνο αντισυμβαλλομένου δεν περιλαμβάνονται στον εν λόγω υπολογισμό.

3.   Ένα ίδρυμα που δεν πληροί πλέον μία ή περισσότερες από τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 273α παράγραφος 2 ή 4, κατά περίπτωση, συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 273β.

Άρθρο 386

Επιλέξιμες αντισταθμίσεις

1.   Οι θέσεις σε μέσα αντιστάθμισης αναγνωρίζονται ως επιλέξιμες αντισταθμίσεις για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με τα άρθρα 383 και 384, εφόσον οι εν λόγω θέσεις πληρούν όλες τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

χρησιμοποιούνται για τον σκοπό του μετριασμού του κινδύνου CVA και υπόκεινται σε ανάλογη διαχείριση·

β)

μπορούν να συνομολογούνται με τρίτους ή με το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών του ιδρύματος ως εσωτερική αντιστάθμιση κινδύνου, περίπτωση στην οποία πρέπει να συμμορφώνονται με το άρθρο 106 παράγραφος 7·

γ)

μόνο οι θέσεις σε μέσα αντιστάθμισης που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου μπορούν να αναγνωριστούν ως επιλέξιμες αντισταθμίσεις για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με τα άρθρα 383 και 384 αντίστοιχα.

Για τον σκοπό του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με το άρθρο 383, οι θέσεις σε μέσα αντιστάθμισης αναγνωρίζονται ως επιλέξιμες αντισταθμίσεις όταν, επιπλέον των προϋποθέσεων που καθορίζονται στα στοιχεία α) έως γ) της παρούσας παραγράφου, τα εν λόγω μέσα αντιστάθμισης αποτελούν ενιαία θέση σε μια επιλέξιμη αντιστάθμιση και δεν χωρίζονται σε περισσότερες από μία θέσεις σε περισσότερες από μία επιλέξιμες αντισταθμίσεις.

2.   Για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με το άρθρο 383, μόνο οι θέσεις στα ακόλουθα μέσα αντιστάθμισης αναγνωρίζονται ως επιλέξιμες αντισταθμίσεις:

α)

μέσα που αντισταθμίζουν τη μεταβλητότητα του πιστωτικού περιθωρίου αντισυμβαλλομένου, με εξαίρεση τα μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 325 παράγραφος 5·

β)

μέσα που αντισταθμίζουν τη μεταβλητότητα της συνιστώσας ανοίγματος του κινδύνου CVA, με εξαίρεση τα μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 325 παράγραφος 5.

3.   Για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με το άρθρο 384, μόνο οι θέσεις στα ακόλουθα μέσα αντιστάθμισης αναγνωρίζονται ως επιλέξιμες αντισταθμίσεις:

α)

συμφωνίες ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης μεμονωμένου οφειλέτη και συμφωνίες ανταλλαγής ενδεχόμενου κινδύνου αθέτησης μεμονωμένου οφειλέτη, που αναφέρονται:

i)

στον αντισυμβαλλόμενο άμεσα·

ii)

σε οντότητα νομικά συνδεδεμένη με τον αντισυμβαλλόμενο, όπου ο χαρακτηρισμός “νομικά συνδεδεμένη” αφορά περιπτώσεις στις οποίες το όνομα αναφοράς και ο αντισυμβαλλόμενος είναι είτε μητρική επιχείρηση και η θυγατρική της είτε δύο θυγατρικές μιας κοινής μητρικής εταιρείας·

iii)

σε οντότητα που ανήκει στον ίδιο τομέα και περιοχή με τον αντισυμβαλλόμενο·

β)

συμβόλαια ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης δείκτη.

4.   Οι θέσεις σε μέσα αντιστάθμισης που συνομολογούνται με τρίτους και αναγνωρίζονται ως επιλέξιμες αντισταθμίσεις σύμφωνα με τις παραγράφους 1, 2 και 3, οι οποίες περιλαμβάνονται στον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA, δεν υπόκεινται στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς που καθορίζονται στον τίτλο IV.

5.   Οι θέσεις σε μέσα αντιστάθμισης που δεν αναγνωρίζονται ως επιλέξιμες αντισταθμίσεις σύμφωνα με το παρόν άρθρο υπόκεινται στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς που καθορίζονται στον τίτλο IV.».

203)

Στο άρθρο 394, η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

στο πρώτο εδάφιο, η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Εκτός από τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα αναφέρουν τις ακόλουθες πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές τους σε σχέση με τα δέκα μεγαλύτερα ανοίγματά τους έναντι ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση, καθώς και τα δέκα μεγαλύτερα ανοίγματά τους έναντι οντοτήτων του σκιώδους τραπεζικού συστήματος σε ενοποιημένη βάση, συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων ανοιγμάτων που εξαιρούνται από την εφαρμογή του άρθρου 395 παράγραφος 1:»

·

β)

προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

«Εκτός από τις πληροφορίες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, τα ιδρύματα αναφέρουν στις αρμόδιες αρχές τους το συνολικό άνοιγμά τους σε οντότητες του σκιώδους τραπεζικού συστήματος.».

204)

Στο άρθρο 395, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Έως τις 10 Ιανουαρίου 2027, η ΕΑΤ, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΚΑΑ, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, για την επικαιροποίηση των κατευθυντήριων γραμμών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου.

Κατά την επικαιροποίηση των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, η ΕΑΤ λαμβάνει δεόντως υπόψη, μεταξύ άλλων, τη συμβολή των οντοτήτων του σκιώδους τραπεζικού συστήματος στην ένωση κεφαλαιαγορών, τον δυνητικό αρνητικό αντίκτυπο που τυχόν αλλαγές των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων ορίων, θα μπορούσαν να έχουν στο επιχειρηματικό μοντέλο και το προφίλ κινδύνου των ιδρυμάτων και στη σταθερότητα και την εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών.

Επιπλέον, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027, η ΕΑΤ, κατόπιν διαβούλευσης με την ΕΑΚΑΑ, υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τη συμβολή των οντοτήτων του σκιώδους τραπεζικού συστήματος στην ένωση κεφαλαιαγορών, σχετικά με τα ανοίγματα των ιδρυμάτων έναντι των εν λόγω οντοτήτων, μεταξύ άλλων σχετικά με την καταλληλότητα των συνολικών ορίων ή των αυστηρότερων επιμέρους ορίων στα εν λόγω ανοίγματα, λαμβάνοντας παράλληλα δεόντως υπόψη το κανονιστικό πλαίσιο και τα επιχειρηματικά μοντέλα των εν λόγω οντοτήτων.

Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2028, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, κατά περίπτωση, βάσει της εν λόγω έκθεσης, νομοθετική πρόταση σχετικά με τα όρια των ανοιγμάτων έναντι οντοτήτων του σκιώδους τραπεζικού συστήματος.».

205)

Το άρθρο 400 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1, το σημείο i) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«i)

ανοίγματα που προκύπτουν από μη αναληφθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις που ταξινομούνται ως εκτός ισολογισμού στοιχεία του κλιμακίου 5 στο παράρτημα Ι ή από συμβατικές ρυθμίσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις για να μην αντιμετωπίζονται ως δεσμεύσεις και εφόσον έχει συναφθεί με τον πελάτη ή την ομάδα συνδεδεμένων πελατών συμφωνία που προβλέπει ότι η διευκόλυνση μπορεί να αναληφθεί μόνον εφόσον εξακριβωθεί ότι δεν θα οδηγήσει σε υπέρβαση του ορίου που ορίζεται στο άρθρο 395 παράγραφος 1·»

·

β)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

καλυμμένα ομόλογα όπως αναφέρονται στο άρθρο 129·»

·

ii)

το στοιχείο θ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«θ)

το 50 % των εκτός ισολογισμού ενέγγυων πιστώσεων του κλιμακίου 4 και των εκτός ισολογισμού μη αναληφθεισών πιστωτικών διευκολύνσεων του κλιμακίου 3 που μνημονεύονται στο παράρτημα Ι με αρχική ληκτότητα έως και ένα έτος, επίσης δε, με την έγκριση των αρμόδιων αρχών, το 80 % των εγγυήσεων (πλην των εγγυήσεων δανείων) που έχουν νομική ή κανονιστική βάση και παρέχονται προς όφελος των μελών τους από αλληλεγγυητικά συστήματα με καθεστώς πιστωτικού ιδρύματος·».

206)

Το άρθρο 402 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τον υπολογισμό της αξίας ανοιγμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 395, τα ιδρύματα μπορούν, αν δεν το απαγορεύει το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, να μειώσουν την αξία ενός ανοίγματος ή τμήματος ανοίγματος που εξασφαλίζεται από ακίνητα κατοικίας σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 1 κατά το ενυπόθηκο ποσό της αξίας του ακινήτου, αλλά σε ποσοστό που δεν υπερβαίνει το 55 % της αξίας του ακινήτου, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:»

·

ii)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν ορίσει συντελεστή στάθμισης κινδύνου υψηλότερο από 20 % για ανοίγματα ή τμήματα ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με ακίνητα κατοικίας σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 9·»

·

β)

η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

i)

η εισαγωγική φράση αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τον υπολογισμό της αξίας ανοιγμάτων για τους σκοπούς του άρθρου 395, τα ιδρύματα μπορούν, αν δεν το απαγορεύει το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, να μειώσουν την αξία ενός ανοίγματος ή τμήματος ανοίγματος που εξασφαλίζεται από εμπορικά ακίνητα σύμφωνα με το άρθρο 126 παράγραφος 1 κατά το ενυπόθηκο ποσό της αξίας του ακινήτου, αλλά σε ποσοστό που δεν υπερβαίνει το 55 % της αξίας του ακινήτου, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:»

·

ii)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

οι αρμόδιες αρχές δεν έχουν ορίσει συντελεστή στάθμισης κινδύνου υψηλότερο από 60 % για ανοίγματα ή τμήματα ανοιγμάτων εξασφαλισμένων με εμπορικά ακίνητα σύμφωνα με το άρθρο 124 παράγραφος 9·».

(iii)

το στοιχείο γ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«γ)

πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 124 παράγραφος 3, στοιχείο γ) και του άρθρου 208 και του άρθρου 229 παράγραφος 1».

207)

Στο άρθρο 425 παράγραφος 4, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

ο αντισυμβαλλόμενος είναι μητρικό ή θυγατρικό ίδρυμα του ιδρύματος ή άλλο θυγατρικό ίδρυμα του ίδιου μητρικού ιδρύματος ή συνδεδεμένο με το ίδρυμα με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 22 παράγραφος 7 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ ή μέλος του ίδιου θεσμικού συστήματος προστασίας που αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7 του παρόντος κανονισμού ή το κεντρικό ίδρυμα ή μέλος δικτύου για το οποίο ισχύει η απαλλαγή που αναφέρεται στο άρθρο 10 του παρόντος κανονισμού·».

208)

Στο άρθρο 428 παράγραφος 1, το στοιχείο ια) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ια)

μη αναληφθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις που χαρακτηρίζονται ως στοιχεία του κλιμακίου 4, του κλιμακίου 3 ή του κλιμακίου 2 σύμφωνα με το παράρτημα I.».

209)

Το άρθρο 429 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 5, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο β) και του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, τα ιδρύματα μπορούν να θεωρήσουν μια συνδεδεμένη οντότητα ως πελάτη μόνον εάν η εν λόγω οντότητα είναι εκτός του ρυθμιστικού πεδίου εφαρμογής της ενοποίησης στο επίπεδο στο οποίο εφαρμόζεται η απαίτηση που καθορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 4 στοιχείο ε).»

·

β)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 4 στοιχείο ε) του παρόντος άρθρου και του άρθρου 429ζ, ως “αγορά ή πώληση κανονικής παράδοσης” νοείται η αγορά ή η πώληση χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου στο πλαίσιο συμβάσεων των οποίων οι όροι απαιτούν παράδοση του χρηματοοικονομικού περιουσιακού στοιχείου εντός της περιόδου που καθορίζεται γενικά εκ του νόμου ή κατά συνθήκη στην οικεία αγορά.».

210)

Στο άρθρο 429α, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:

«γα)

σε περίπτωση που το ίδρυμα είναι μέλος του δικτύου που αναφέρεται στο άρθρο 113 παράγραφος 7, τα ανοίγματα στα οποία εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 0 % σύμφωνα με το άρθρο 114 και προκύπτουν από στοιχεία ενεργητικού ισοδύναμα των καταθέσεων στο ίδιο νόμισμα άλλων μελών του εν λόγω δικτύου προερχόμενα από νομικώς ή καταστατικώς προβλεπόμενες ελάχιστες καταθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 422 παράγραφος 3 στοιχείο β)· σε αυτήν την περίπτωση τα ανοίγματα άλλων μελών του εν λόγω δικτύου τα οποία συνιστούν νομικώς ή καταστατικώς προβλεπόμενες ελάχιστες καταθέσεις δεν υπόκεινται στο στοιχείο γ) της παρούσας παραγράφου.»

·

β)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο σημείο:

«δα)

τα ανοίγματα του ιδρύματος έναντι των μετόχων του, υπό την προϋπόθεση ότι τα ανοίγματα αυτά είναι εξασφαλισμένα σε επίπεδο τουλάχιστον 125 % με τα στοιχεία ενεργητικού που αναφέρονται στο άρθρο 129 παράγραφος 1 στοιχεία δ) και ε), και τα εν λόγω στοιχεία ενεργητικού λαμβάνονται υπόψη στην απαίτηση του δείκτη μόχλευσης των μετόχων, όταν το ίδρυμα δεν είναι δημόσιο αναπτυξιακό πιστωτικό ίδρυμα, αλλά πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i)

οι μέτοχοί του είναι πιστωτικά ιδρύματα και δεν ασκούν έλεγχο επί του ιδρύματος·

ii)

συμμορφώνεται με την παράγραφο 2 στοιχεία α), β), γ) και ε) του παρόντος άρθρου·

iii)

τα ανοίγματά του βρίσκονται στο ίδιο κράτος μέλος·

iv)

υπόκειται σε κάποια μορφή εποπτείας από την κεντρική κυβέρνηση κράτους μέλους σε συνεχή βάση·

v)

το επιχειρηματικό του μοντέλο περιορίζεται στην άμεση επανεκχώρηση του ποσού που αντιστοιχεί στα έσοδα που αντλούνται από την έκδοση καλυμμένων ομολόγων στους μετόχους του, υπό μορφή χρεωστικών μέσων·».

211)

Το άρθρο 429γ τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 3, το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

για τις συναλλαγές που δεν εκκαθαρίζονται μέσω αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου, τα μετρητά που εισπράττονται από τον αποδέκτη αντισυμβαλλόμενο δεν είναι διαχωρισμένα από τα στοιχεία ενεργητικού του ιδρύματος,»

·

β)

η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.

Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα δεν περιλαμβάνουν τις ληφθείσες εξασφαλίσεις στον υπολογισμό του NICA, όπως ορίζεται στο άρθρο 272 σημείο 12α.»

·

γ)

παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«4α.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 3 και 4, ένα ίδρυμα μπορεί να αναγνωρίζει τυχόν ληφθείσες εξασφαλίσεις σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 6 τμήμα 3, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η εξασφάλιση λαμβάνεται από πελάτη για σύμβαση παραγώγων που εκκαθαρίζεται από το ίδρυμα για λογαριασμό του συγκεκριμένου πελάτη·

β)

η σύμβαση που αναφέρεται στο στοιχείο α) εκκαθαρίζεται μέσω αναγνωρισμένου κεντρικού αντισυμβαλλομένου·

γ)

εάν η εξασφάλιση έχει ληφθεί με τη μορφή αρχικού περιθωρίου, η συγκεκριμένη εξασφάλιση διαχωρίζεται από τα στοιχεία ενεργητικού του ιδρύματος.»

·

δ)

στην παράγραφο 6, το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν τη μέθοδο που καθορίζεται στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 6 τμήμα 4 ή 5 για να προσδιορίζουν την αξία ανοίγματος των ακόλουθων:

α)

συμβάσεων παραγώγων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ και πιστωτικών παραγώγων, εφόσον χρησιμοποιούν την εν λόγω μέθοδο και για τον προσδιορισμό της αξίας ανοίγματος των εν λόγω συμβάσεων για τον σκοπό της τήρησης των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 στοιχεία α), β) και γ)·

β)

πιστωτικών παραγώγων στα οποία εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που καθορίζεται στο άρθρο 273 παράγραφος 3 ή 5, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χρήση της εν λόγω μεθόδου.».

212)

Το άρθρο 429στ τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα ιδρύματα υπολογίζουν, σύμφωνα με το άρθρο 111 παράγραφος 2, την αξία ανοίγματος των στοιχείων εκτός ισολογισμού, εξαιρουμένων των συμβάσεων παραγώγων που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙ, των πιστωτικών παραγώγων, των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων και των θέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 429δ.

Όταν μια δέσμευση αφορά την επέκταση άλλου εκτός ισολογισμού στοιχείου, εφαρμόζεται το άρθρο 111 παράγραφος 3.»

·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 495δ, τα ιδρύματα εφαρμόζουν συντελεστή μετατροπής 10 % στα εκτός ισολογισμού στοιχεία υπό μορφή άνευ όρων ακυρώσιμων πιστοδοτήσεων.».

213)

Στο άρθρο 429ζ, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα ιδρύματα μεταχειρίζονται τα μετρητά που σχετίζονται με τις αγορές κανονικής παράδοσης και τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού που αφορούν πωλήσεις κανονικής παράδοσης, οι οποίες παραμένουν στον ισολογισμό έως την ημερομηνία διακανονισμού, ως στοιχεία ενεργητικού σύμφωνα με το άρθρο 429 παράγραφος 4 στοιχείο α).».

214)

Το άρθρο 430 τροποποιείται ως εξής:

α)

στην παράγραφο 1 προστίθενται τα ακόλουθα στοιχεία:

«η)

τα ανοίγματά τους σε κινδύνους ΠΚΔ, συμπεριλαμβανομένων:

i)

των υφιστάμενων και των νέων ανοιγμάτων τους σε οντότητες του τομέα των ορυκτών καυσίμων·

ii)

των ανοιγμάτων τους σε φυσικούς κινδύνους και κινδύνους μετάβασης·

θ)

τα ανοίγματά τους σε κρυπτοστοιχεία·»

·

β)

παρεμβάλλονται οι ακόλουθες παράγραφοι:

«2α.   Όταν υποβάλλουν αναφορές για τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους για τον κίνδυνο αγοράς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα υποβάλλουν αναφορές χωριστά για τους υπολογισμούς που καθορίζονται στο άρθρο 325γ παράγραφος 2 στοιχεία α), β) και γ) για το χαρτοφυλάκιο όλων των θέσεων χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή των θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών που υπόκεινται σε κίνδυνο συναλλάγματος και σε κίνδυνο βασικού εμπορεύματος.

2β.   Όταν υποβάλλουν αναφορές για τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους για τον κίνδυνο αγοράς που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα υποβάλλουν αναφορές χωριστά για τους υπολογισμούς που καθορίζονται στο άρθρο 325νγ παράγραφος 1 στοιχείο α) σημεία i) και ii) και στοιχείο β) σημεία i) και ii), και για το χαρτοφυλάκιο όλων των θέσεων χαρτοφυλακίου συναλλαγών ή των θέσεων εκτός χαρτοφυλακίου συναλλαγών που υπόκεινται σε κίνδυνο συναλλάγματος και σε κίνδυνο βασικού εμπορεύματος που ανατίθενται σε μονάδες διαπραγμάτευσης για τις οποίες έχουν λάβει από τις αρμόδιες αρχές την άδεια να χρησιμοποιούν την προσέγγιση των εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων σύμφωνα με το άρθρο 325νβ παράγραφος 2.»

·

γ)

η παράγραφος 7 τροποποιείται ως εξής:

i)

το πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τους ενιαίους μορφότυπους υποβολής αναφορών, τη συχνότητα και τις ημερομηνίες υποβολής αναφορών, καθώς και τους ορισμούς, και αναπτύσσει λύσεις ΤΠ, συμπεριλαμβανομένων υποδειγμάτων υποβολής αναφορών και οδηγιών για την υποβολή αναφορών που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4.»

·

ii)

στο τέταρτο εδάφιο προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«γ)

ανοίγματα σε κινδύνους ΠΚΔ, τα οποία υποβάλλονται έως τις 10 Ιουλίου 2025.».

215)

Το άρθρο 430α τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Τα ιδρύματα υποβάλλουν αναφορές κατ’ έτος στις αρμόδιες αρχές τους για τα ακόλουθα συγκεντρωτικά στοιχεία για κάθε εθνική αγορά ακινήτων στην οποία διαθέτουν ανοίγματα:

α)

τις ζημίες που προέρχονται από ανοίγματα για τα οποία ένα ίδρυμα έχει αναγνωρίσει ακίνητο κατοικίας ως εξασφάλιση, σε κάθε περίπτωση έως το ποσό που είναι χαμηλότερο μεταξύ του ενυπόθηκου ποσού και του 55 % της αξίας του ακινήτου κατοικίας, εκτός εάν αποφασιστεί διαφορετικά δυνάμει του άρθρου 124 παράγραφος 9, κατά περίπτωση·

β)

τις συνολικές ζημίες από ανοίγματα για τα οποία ένα ίδρυμα έχει αναγνωρίσει ακίνητο κατοικίας ως εξασφάλιση, σε κάθε περίπτωση έως το ποσό που είναι χαμηλότερο μεταξύ του ενυπόθηκου ποσού και του 100 % της αξίας του ακινήτου κατοικίας·

γ)

την αξία ανοίγματος όλων των εκκρεμών ανοιγμάτων για τα οποία ένα ίδρυμα έχει αναγνωρίσει ακίνητο κατοικίας ως εξασφάλιση, σε κάθε περίπτωση έως το ποσό που είναι χαμηλότερο μεταξύ του ενυπόθηκου ποσού και του 100 % της αξίας του ακινήτου κατοικίας·

δ)

τις ζημίες που προέρχονται από ανοίγματα για τα οποία ένα ίδρυμα έχει αναγνωρίσει εμπορικό ακίνητο ως εξασφάλιση, σε κάθε περίπτωση έως το ποσό που είναι χαμηλότερο μεταξύ του ενυπόθηκου ποσού και του 55 % της αξίας του εμπορικού ακινήτου, εκτός εάν αποφασιστεί διαφορετικά δυνάμει του άρθρου 124 παράγραφος 9, κατά περίπτωση·

ε)

τις συνολικές ζημίες από ανοίγματα για τα οποία ένα ίδρυμα έχει αναγνωρίσει εμπορικό ακίνητο ως εξασφάλιση, σε κάθε περίπτωση έως το ποσό που είναι χαμηλότερο μεταξύ του ενυπόθηκου ποσού και του 100 % της αξίας του εμπορικού ακινήτου·

στ)

την αξία ανοίγματος όλων των εκκρεμών ανοιγμάτων για τα οποία ένα ίδρυμα έχει αναγνωρίσει εμπορικό ακίνητο ως εξασφάλιση, σε κάθε περίπτωση έως το ποσό που είναι χαμηλότερο μεταξύ του ενυπόθηκου ποσού και του 100 % της αξίας του εμπορικού ακινήτου.»

·

β)

η παράγραφος 3 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«3.   Οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν ετησίως σε συγκεντρωτική βάση τα δεδομένα που ορίζονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α) έως στ), μαζί με ιστορικά δεδομένα, εφόσον υπάρχουν, για κάθε εθνική αγορά ακινήτων για την οποία έχουν συλλεχθεί τέτοια δεδομένα. Μια αρμόδια αρχή, κατόπιν αιτήσεως άλλης αρμόδιας αρχής κράτους μέλους ή της ΕΑΤ, παρέχει στην εν λόγω αρμόδια αρχή ή την ΕΑΤ περαιτέρω λεπτομερή στοιχεία σχετικά με την κατάσταση των αγορών ακινήτων κατοικίας ή εμπορικών ακινήτων στο εν λόγω κράτος μέλος.».

216)

Το άρθρο 430β διαγράφεται.

217)

Το άρθρο 433 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 433

Συχνότητα και πεδίο εφαρμογής δημοσιοποιήσεων

Τα ιδρύματα δημοσιοποιούν τις απαιτούμενες βάσει των τίτλων II και III πληροφορίες με τον τρόπο που καθορίζεται στο παρόν άρθρο και στα άρθρα 433α, 433β, 433γ και 434.

Η ΕΑΤ αναρτά ετήσιες δημοσιοποιήσεις στον ιστότοπό της την ίδια ημέρα με την ημέρα κατά την οποία τα ιδρύματα δημοσιεύουν τις οικονομικές τους καταστάσεις ή το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία αυτή.

Η ΕΑΤ αναρτά εξαμηνιαίες και τριμηνιαίες δημοσιοποιήσεις στον ιστότοπό της την ίδια ημέρα με την ημέρα κατά την οποία τα ιδρύματα δημοσιεύουν τις οικονομικές εκθέσεις τους για την αντίστοιχη περίοδο, ανάλογα με την περίπτωση, ή το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία αυτή.

Κάθε καθυστέρηση που μεσολαβεί μεταξύ της ημερομηνίας των δημοσιοποιήσεων που απαιτούνται σύμφωνα με το παρόν μέρος και των σχετικών οικονομικών καταστάσεων είναι εύλογη και, σε κάθε περίπτωση, δεν υπερβαίνει το χρονικό όριο που καθορίζεται από τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 106 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.».

218)

Στο άρθρο 433α, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο β) τροποποιείται ως εξής:

i)

το σημείο xiv) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«xiv)

στο άρθρο 455 παράγραφος 2 στοιχεία α), β), και γ)·»

·

ii)

προστίθενται τα ακόλουθα σημεία:

«xv)

στο άρθρο 449α·

xvi)

στο άρθρο 449β·»

·

β)

στο στοιχείο γ), το σημείο i) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«i)

στο άρθρο 438 στοιχεία δ), δα) και η)·».

219)

Το άρθρο 433β αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 433β

Δημοσιοποιήσεις από μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα

1.   Τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα δημοσιοποιούν τις πληροφορίες που αναφέρονται στις ακόλουθες διατάξεις σε ετήσια βάση:

α)

στο άρθρο 435 παράγραφος 1 στοιχεία α), ε) και στ)·

β)

στο άρθρο 438 στοιχεία γ), δ) και δα)·

γ)

στο άρθρο 442 στοιχεία γ) και δ)·

δ)

τις βασικές μετρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 447·

ε)

στο άρθρο 449α·

στ)

στο άρθρο 449β·

ζ)

στο άρθρο 450 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ), η), θ) και ι).

2.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα που δεν είναι εισηγμένα δημοσιοποιούν τις βασικές μετρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 447 και τους κινδύνους ΠΚΔ που αναφέρονται στο άρθρο 449α σε ετήσια βάση.».

220)

Στο άρθρο 433γ, η παράγραφος 2 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

άρθρο 438 στοιχεία γ), δ) και δα):»

·

β)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«δα)

άρθρο 442 στοιχεία γ) και δ)·»

·

γ)

παρεμβάλλονται τα ακόλουθα σημεία:

«εα)

τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 449α·

εβ)

τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 449β·».

221)

Το άρθρο 434 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 434

Τρόποι δημοσιοποίησης

1.   Τα ιδρύματα πλην των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων υποβάλλουν στην ΕΑΤ όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των τίτλων ΙΙ και ΙΙΙ σε ηλεκτρονική μορφή, το αργότερο έως την ημερομηνία κατά την οποία δημοσιεύουν τις οικονομικές καταστάσεις ή τις οικονομικές εκθέσεις τους για την αντίστοιχη περίοδο, κατά περίπτωση, ή το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία αυτή. Η ΕΑΤ δημοσιεύει τις πληροφορίες αυτές, μαζί με την ημερομηνία υποβολής τους, στον ιστότοπό της.

Η ΕΑΤ διασφαλίζει ότι οι δημοσιοποιήσεις που πραγματοποιούνται στον ιστότοπό της περιέχουν πληροφορίες που είναι ίδιες με αυτές που υπέβαλαν τα ιδρύματα στην ΕΑΤ. Τα ιδρύματα έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν εκ νέου στην ΕΑΤ τις πληροφορίες σύμφωνα με τα τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο άρθρο 434α. Η ΕΑΤ δημοσιοποιεί στον ιστότοπό της την ημερομηνία κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η εκ νέου υποβολή.

Η ΕΑΤ καταρτίζει και επικαιροποιεί εργαλείο που προσδιορίζει την αντιστοίχιση των υποδειγμάτων και των πινάκων για τις δημοσιοποιήσεις με εκείνα που αφορούν την υποβολή εποπτικών αναφορών. Το εργαλείο αντιστοίχισης είναι προσβάσιμο στο κοινό μέσω του ιστοτόπου της ΕΑΤ.

Τα ιδρύματα μπορούν να συνεχίσουν να δημοσιεύουν αυτοτελές έγγραφο που παρέχει άμεσα προσβάσιμη πηγή πληροφοριών προληπτικής εποπτείας για τους χρήστες των εν λόγω πληροφοριών ή διακριτό τμήμα περιλαμβανόμενο ή επισυναπτόμενο στις οικονομικές καταστάσεις ή τις οικονομικές εκθέσεις των ιδρυμάτων το οποίο περιέχει τις απαιτούμενες δημοσιοποιήσεις και είναι εύκολα αναγνωρίσιμο από τους εν λόγω χρήστες. Τα ιδρύματα μπορούν να περιλαμβάνουν στον ιστότοπό τους σύνδεσμο προς τον ιστότοπο της ΕΑΤ, όπου οι πληροφορίες προληπτικής εποπτείας δημοσιεύονται με συγκεντρωτικό τρόπο.

2.   Τα ιδρύματα πλην των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων υποβάλλουν στην ΕΑΤ όλες τις δημοσιοποιήσεις που απαιτούνται βάσει των άρθρων 433α και 433γ σε ηλεκτρονική μορφή, το αργότερο έως την ημερομηνία κατά την οποία δημοσιεύουν τις οικονομικές καταστάσεις ή τις οικονομικές εκθέσεις τους για την αντίστοιχη περίοδο, ή το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία αυτή. Εάν οι οικονομικές εκθέσεις δημοσιεύονται πριν από την υποβολή των πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 430 για την ίδια περίοδο, οι δημοσιοποιήσεις μπορούν να υποβάλλονται την ίδια ημερομηνία με τις εποπτικές αναφορές ή το συντομότερο δυνατόν μετά την ημερομηνία αυτή. Εάν απαιτείται δημοσιοποίηση για περίοδο κατά την οποία ένα ίδρυμα δεν καταρτίζει οικονομική έκθεση, το ίδρυμα υποβάλλει στην ΕΑΤ τις πληροφορίες σχετικά με τις δημοσιοποιήσεις το συντομότερο δυνατόν μετά το πέρας αυτής της περιόδου.

3.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, τα ιδρύματα μπορούν να υποβάλλουν στην ΕΑΤ τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του άρθρου 450 χωριστά από τις άλλες πληροφορίες που απαιτούνται βάσει των τίτλων ΙΙ και ΙΙΙ το αργότερο δύο μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία τα ιδρύματα δημοσιεύουν τις οικονομικές καταστάσεις τους για το αντίστοιχο έτος.

4.   Η ΕΑΤ δημοσιεύει στον ιστότοπό της τις δημοσιοποιήσεις μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων βάσει των πληροφοριών που υποβάλλουν τα εν λόγω ιδρύματα στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 430.

5.   Την ιδιοκτησία των δεδομένων και την ευθύνη για την ακρίβειά τους έχουν τα ιδρύματα που τα παράγουν. Η ΕΑΤ παρέχει ενιαίο σημείο πρόσβασης για τις δημοσιοποιήσεις των ιδρυμάτων και καθιστά διαθέσιμο στον ιστότοπό της αρχείο των πληροφοριών που απαιτείται να δημοσιοποιούνται σύμφωνα με το παρόν μέρος. Το εν λόγω αρχείο παραμένει προσβάσιμο για χρονική περίοδο όχι μικρότερη από τη διάρκεια αποθήκευσης που ορίζεται από την εθνική νομοθεσία για τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις οικονομικές εκθέσεις των ιδρυμάτων.

6.   Η ΕΑΤ παρακολουθεί τον αριθμό των επισκέψεων στο ενιαίο σημείο πρόσβασης για τις δημοσιοποιήσεις των ιδρυμάτων και συμπεριλαμβάνει τα σχετικά στατιστικά στοιχεία στις ετήσιες εκθέσεις της.».

222)

Το άρθρο 434α τροποποιείται ως εξής:

α)

η πρώτη παράγραφος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει ενιαίους μορφότυπους δημοσιοποίησης, και πληροφορίες σχετικά με την πολιτική εκ νέου υποβολής, και αναπτύσσει λύσεις ΤΠ, περιλαμβανομένων οδηγιών, για τις δημοσιοποιήσεις που απαιτούνται βάσει των τίτλων ΙΙ και ΙΙΙ.»

·

β)

τη τέταρτη παράγραφος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2025.».

223)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 434γ

Έκθεση σχετικά με τη σκοπιμότητα της χρήσης των πληροφοριών που υποβάλλουν τα ιδρύματα πλην των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων για τη δημοσίευση εκτεταμένου συνόλου δημοσιοποιήσεων στον ιστότοπο της ΕΑΤ

Η ΕΑΤ καταρτίζει έκθεση σχετικά με τη σκοπιμότητα της χρήσης των πληροφοριών που υποβάλλουν τα ιδρύματα πλην των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων προς τις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 430 προκειμένου να δημοσιεύει τις εν λόγω πληροφορίες στον ιστότοπό της, ώστε να μειωθεί η επιβάρυνση της δημοσιοποίησης για τα εν λόγω ιδρύματα.

Η εν λόγω έκθεση εξετάζει τις προηγούμενες εργασίες της ΕΑΤ σχετικά με τις ολοκληρωμένες συλλογές δεδομένων, βασίζεται σε συνολική ανάλυση κόστους και οφέλους, συμπεριλαμβανομένου του κόστους με το οποίο επιβαρύνθηκαν αρμόδιες αρχές, ιδρύματα και ΕΑΤ, και εξετάζει τυχόν τεχνικές, λειτουργικές και νομικές προκλήσεις.

Η ΕΑΤ υποβάλλει την έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2027.

Βάσει της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2031.».

224)

Το άρθρο 438 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

το ποσό των απαιτήσεων πρόσθετων ιδίων κεφαλαίων βάσει της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 104 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ για την αντιμετώπιση κινδύνων πέραν του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης καθώς και τη σύνθεσή του·»

·

β)

το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

το συνολικό ποσό του ανοίγματος σε κίνδυνο όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 και τις αντίστοιχες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων όπως προσδιορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 2, αναλυμένα σύμφωνα με τις διάφορες κατηγορίες, κατά περίπτωση, κινδύνων ή ανοιγμάτων σε κίνδυνο οι οποίες καθορίζονται στο τρίτο μέρος και, κατά περίπτωση, εξήγηση της επίδρασης στον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων και των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοίγματος που προκύπτει από την εφαρμογή των κατώτατων ορίων κεφαλαίου και τη μη αφαίρεση στοιχείων από τα ίδια κεφάλαια,»

·

γ)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«δα)

όπου απαιτείται να υπολογιστούν το συνολικό ποσό του ανοίγματος σε κίνδυνο χωρίς εφαρμογή κατώτατου ορίου, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 4, και το τυποποιημένο συνολικό ποσό του ανοίγματος σε κίνδυνο, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 5, αναλυμένα σύμφωνα με τις διάφορες κατηγορίες, κατά περίπτωση, κινδύνων ή ανοιγμάτων σε κίνδυνο οι οποίες καθορίζονται στο τρίτο μέρος και, κατά περίπτωση, εξήγηση της επίδρασης στον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων και των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών ανοίγματος που προκύπτει από την εφαρμογή των κατώτατων ορίων κεφαλαίου και τη μη αφαίρεση στοιχείων από τα ίδια κεφάλαια,»

·

δ)

το στοιχείο ε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ε)

τα εντός και εκτός ισολογισμού ανοίγματα, τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοίγματος και τις συνδεδεμένες αναμενόμενες ζημίες για κάθε κατηγορία ειδικού δανεισμού του πίνακα 1 του άρθρου 153 παράγραφος 5, και τα εντός και εκτός ισολογισμού ανοίγματα και τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο ποσά ανοίγματος για τις κατηγορίες ανοιγμάτων σε μετοχές που καθορίζονται στο άρθρο 133 παράγραφοι 3 έως 6, και στο άρθρο 495α παράγραφος3.».

225)

Το άρθρο 445 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 445

Δημοσιοποίηση ανοιγμάτων σε κίνδυνο αγοράς βάσει της τυποποιημένης προσέγγισης

1.   Τα ιδρύματα που δεν έχουν λάβει άδεια από τις αρμόδιες αρχές να χρησιμοποιούν την προσέγγιση εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 325νβ, και τα οποία χρησιμοποιούν την απλουστευμένη τυποποιημένη προσέγγιση σύμφωνα με το άρθρο 325α ή την εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαιο 1α, δημοσιοποιούν επισκόπηση των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών τους.

2.   Τα ιδρύματα που υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαιο 1α δημοσιοποιούν τις συνολικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τη μέθοδο βάσει ευαισθησιών, την επιβάρυνση κινδύνου αθέτησης και τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τους υπολειπόμενους κινδύνους. Η δημοσιοποίηση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τα μέτρα της μεθόδου βάσει ευαισθησιών και για τον κίνδυνο αθέτησης αναλύεται στα ακόλουθα μέσα:

α)

χρηματοοικονομικά μέσα πλην μέσων τιτλοποίησης που τηρούνται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών, με κατανομή ανά κατηγορία κινδύνου, και χωριστό προσδιορισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αθέτησης·

β)

μέσα τιτλοποίησης που δεν τηρούνται στο ACTP, με χωριστό προσδιορισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου και των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αθέτησης·

γ)

μέσα τιτλοποίησης που τηρούνται στο ACTP, με χωριστό προσδιορισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο πιστωτικού περιθωρίου και των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αθέτησης.».

226)

Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 445α

Δημοσιοποίηση του κινδύνου CVA

1.   Τα ιδρύματα που υπόκεινται στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

επισκόπηση των διαδικασιών τους για τον προσδιορισμό, τη μέτρηση, την αντιστάθμιση και την παρακολούθηση του κινδύνου CVA·

β)

κατά πόσον τα ιδρύματα πληρούν όλες τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 273α παράγραφος 2· εάν πληρούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις, κατά πόσον τα ιδρύματα έχουν επιλέξει να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA χρησιμοποιώντας την απλουστευμένη προσέγγιση που καθορίζεται στο άρθρο 385· εάν τα ιδρύματα έχουν επιλέξει να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA χρησιμοποιώντας την απλουστευμένη προσέγγιση, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με την εν λόγω προσέγγιση·

γ)

τον συνολικό αριθμό αντισυμβαλλομένων για τους οποίους χρησιμοποιείται η τυποποιημένη προσέγγιση, με κατανομή ανά είδος αντισυμβαλλομένου.

2.   Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν την τυποποιημένη προσέγγιση όπως καθορίζεται στο άρθρο 383 για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA δημοσιοποιούν, επιπλέον των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τη δομή και την οργάνωση του τμήματος εσωτερικής διαχείρισης του κινδύνου CVA και της σχετικής διακυβέρνησης·

β)

τις συνολικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με την τυποποιημένη προσέγγιση με κατανομή ανά κατηγορία κινδύνου·

γ)

επισκόπηση των αποδεκτών αντισταθμίσεων που χρησιμοποιούνται στον εν λόγω υπολογισμό, με κατανομή ανά είδος μέσου, όπως καθορίζεται στο άρθρο 386 παράγραφος 2.

3.   Τα ιδρύματα που χρησιμοποιούν τη βασική προσέγγιση, όπως καθορίζεται στο άρθρο 384 για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο CVA δημοσιοποιούν, επιπλέον των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τις συνολικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους για τον κίνδυνο CVA σύμφωνα με τη βασική προσέγγιση, και τις συνιστώσες BACVAtotal και BACVAcsr-hedged ·

β)

επισκόπηση των αποδεκτών αντισταθμίσεων που χρησιμοποιούνται στον εν λόγω υπολογισμό, με κατανομή ανά είδος μέσου, όπως καθορίζεται στο άρθρο 386 παράγραφος 3.».

227)

Το άρθρο 446 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 446

Δημοσιοποίηση του λειτουργικού κινδύνου

1.   Τα ιδρύματα δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

τα κύρια χαρακτηριστικά και στοιχεία του πλαισίου τους για τη διαχείριση λειτουργικού κινδύνου·

β)

την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον λειτουργικό κίνδυνο, η οποία ισούται με τη συνιστώσα επιχειρηματικού δείκτη που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 313·

γ)

τον επιχειρηματικό δείκτη, υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 314 παράγραφος 1, και τα ποσά κάθε συνιστώσας επιχειρηματικού δείκτη και των υπο-συνιστωσών τους για καθένα από τα τρία έτη που είναι συναφή για τον υπολογισμό του επιχειρηματικού δείκτη·

δ)

το ποσό της μείωσης του επιχειρηματικού δείκτη για κάθε εξαίρεση από τον επιχειρηματικό δείκτη σύμφωνα με το άρθρο 315 παράγραφος 2, καθώς και την αντίστοιχη αιτιολόγηση αυτών των εξαιρέσεων.

2.   Τα ιδρύματα που υπολογίζουν τις ετήσιες ζημίες τους λειτουργικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 316 παράγραφος 1 δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες επιπλέον των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου:

α)

τις ετήσιες ζημίες τους λειτουργικού κινδύνου για καθένα από τα τελευταία 10 οικονομικά έτη, υπολογιζόμενες σύμφωνα με το άρθρο 316 παράγραφος 1·

β)

τον αριθμό των εξαιρετικών γεγονότων λειτουργικού κινδύνου και τα ποσά των αντίστοιχων συνολικών καθαρών ζημιών λειτουργικού κινδύνου που εξαιρέθηκαν από τον υπολογισμό της ετήσιας ζημίας λειτουργικού κινδύνου σύμφωνα με το άρθρο 320 παράγραφος 1 για καθένα από τα τελευταία 10 οικονομικά έτη, και τις αντίστοιχες αιτιολογήσεις αυτών των εξαιρέσεων.».

228)

Το άρθρο 447 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

τη σύνθεση όσον αφορά τα ίδια κεφάλαιά τους και τους δείκτες κεφαλαίου τους βάσει κινδύνου όπως υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 2·»

·

β)

παρεμβάλλεται το ακόλουθο στοιχείο:

«αα)

κατά περίπτωση, τους δείκτες κεφαλαίου βάσει κινδύνου, όπως υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 2, με τη χρήση του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο χωρίς εφαρμογή κατώτατου ορίου αντί του συνολικού ποσού ανοίγματος σε κίνδυνο·»

·

γ)

το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

το συνολικό ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 και, κατά περίπτωση, το συνολικό ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο χωρίς εφαρμογή κατώτατου ορίου, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 4·»

·

δ)

το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας που τα ιδρύματα υποχρεούνται να κατέχουν σύμφωνα με τον τίτλο VII κεφάλαιο 4 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·».

229)

Το άρθρο 449α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 449α

Δημοσιοποίηση περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση κινδύνων (κίνδυνοι ΠΚΔ)

1.   Τα ιδρύματα δημοσιοποιούν πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους ΠΚΔ, κάνοντας διάκριση μεταξύ των περιβαλλοντικών, κοινωνικών και σχετικών με τη διακυβέρνηση κινδύνων, και μεταξύ των φυσικών κινδύνων και των κινδύνων μετάβασης για τους περιβαλλοντικούς κινδύνους.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, τα ιδρύματα δημοσιοποιούν πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους ΠΚΔ, συμπεριλαμβανομένων των εξής:

α)

του συνολικού ποσού ανοιγμάτων σε οντότητες του τομέα των ορυκτών καυσίμων·

β)

του τρόπου με τον οποίο τα ιδρύματα ενσωματώνουν τους εντοπισθέντες κινδύνους ΠΚΔ στην επιχειρηματική στρατηγική και τις διαδικασίες τους, καθώς και στη διακυβέρνηση και τη διαχείριση κινδύνων.

3.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό ενιαίων μορφότυπων δημοσιοποίησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 434α, για τους κινδύνους ΠΚΔ, διασφαλίζοντας ότι αυτοί οι μορφότυποι συνάδουν με την αρχή της αναλογικότητας και την τηρούν αποφεύγοντας παράλληλα την επικάλυψη των απαιτήσεων δημοσιοποίησης που έχουν ήδη κατοχυρωθεί σε άλλα ισχύοντα νομοθετήματα της Ένωσης. Οι μορφότυποι αυτοί δεν απαιτούν τη δημοσιοποίηση πληροφοριών πέραν εκείνων που πρέπει να υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 430 παράγραφος 1 στοιχείο η) και λαμβάνουν υπόψη συγκεκριμένα το μέγεθος και την πολυπλοκότητα του ιδρύματος και το σχετικό άνοιγμα των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων που υπόκεινται στο άρθρο 433β σε κινδύνους ΠΚΔ.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να θεσπίζει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.».

230)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 449β

Δημοσιοποίηση του συνολικού ανοίγματος σε οντότητες του σκιώδους τραπεζικού συστήματος

Τα ιδρύματα δημοσιοποιούν τις πληροφορίες σχετικά με το συνολικό άνοιγμά τους σε οντότητες του σκιώδους τραπεζικού συστήματος, όπως αναφέρεται στο άρθρο 394 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο.».

231)

Στο άρθρο 451 παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο:

«στ)

το ποσό των πρόσθετων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων βάσει της διαδικασίας εποπτικού ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 104 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2013/36/ΕΕ για την αντιμετώπιση του κινδύνου υπερβολικής μόχλευσης καθώς και της σύνθεσής του.».

232)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 451β

Δημοσιοποίηση ανοίγματος σε κρυπτοστοιχεία και συναφών δραστηριοτήτων

1.   Τα ιδρύματα δημοσιοποιούν τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με τα κρυπτοστοιχεία και τις υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων, καθώς και κάθε άλλη δραστηριότητα που σχετίζεται με κρυπτοστοιχεία:

α)

τα ποσά των άμεσων και έμμεσων ανοιγμάτων σε σχέση με κρυπτοστοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των ακαθάριστων θετικών και αρνητικών συνιστωσών των καθαρών ανοιγμάτων·

β)

το συνολικό ποσό ανοίγματος σε κίνδυνο για τον λειτουργικό κίνδυνο·

γ)

τη λογιστική ταξινόμηση των ανοιγμάτων σε κρυπτοστοιχεία·

δ)

περιγραφή των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που σχετίζονται με κρυπτοστοιχεία και του αντικτύπου τους στο προφίλ κινδύνου του ιδρύματος·

ε)

ειδική περιγραφή των πολιτικών τους για τη διαχείριση κινδύνων που σχετίζονται με ανοίγματα σε κρυπτοστοιχεία και υπηρεσίες κρυπτοστοιχείων.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο δ) της παρούσας παραγράφου, τα ιδρύματα παρέχουν λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με σημαντικές επιχειρηματικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων της έκδοσης σημαντικών μαρκών με αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία και σημαντικών μαρκών ηλεκτρονικού χρήματος και της παροχής υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων σύμφωνα με τα άρθρα 60 και 61 του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114.

2.   Τα ιδρύματα δεν εφαρμόζουν την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 432 για τους σκοπούς των απαιτήσεων δημοσιοποίησης που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.».

233)

Το άρθρο 455 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 455

Χρήση εσωτερικών υποδειγμάτων για τον κίνδυνο αγοράς

1.   Ένα ίδρυμα που χρησιμοποιεί τα εσωτερικά υποδείγματα που αναφέρονται στο άρθρο 325νβ για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς δημοσιοποιεί:

α)

τους στόχους του με την ανάληψη δραστηριοτήτων διαπραγμάτευσης και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται για τον προσδιορισμό, τη μέτρηση, την παρακολούθηση και τον έλεγχο του κινδύνου αγοράς·

β)

τις πολιτικές που αναφέρονται στο άρθρο 104 παράγραφος 1 για τον προσδιορισμό της θέσης που πρέπει να περιλαμβάνεται στο χαρτοφυλάκιο συναλλαγών·

γ)

γενική περιγραφή της δομής των μονάδων διαπραγμάτευσης που καλύπτονται από τα εσωτερικά υποδείγματα, συμπεριλαμβανομένης, για κάθε μονάδα, γενικής περιγραφής της επιχειρηματικής στρατηγικής της μονάδας, των μέσων που επιτρέπονται στο πλαίσιο αυτής και των κύριων ειδών κινδύνου σε σχέση με την εν λόγω μονάδα·

δ)

επισκόπηση των θέσεων του χαρτοφυλακίου συναλλαγών που δεν καλύπτονται από τα εσωτερικά υποδείγματα, συμπεριλαμβανομένης γενικής περιγραφής της δομής των μονάδων και του είδους των μέσων που περιλαμβάνονται στις μονάδες ή στις κατηγορίες μονάδων σύμφωνα με το άρθρο 104β·

ε)

τη δομή και την οργάνωση του τμήματος διαχείρισης του κινδύνου αγοράς και της σχετικής διακυβέρνησης·

στ)

το πεδίο εφαρμογής, τα κύρια χαρακτηριστικά και τις βασικές επιλογές υποδειγματοποίησης των διαφόρων εσωτερικών υποδειγμάτων που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των ποσών του ανοίγματος σε κίνδυνο για τα κύρια υποδείγματα που χρησιμοποιούνται σε ενοποιημένο επίπεδο, και περιγραφή του βαθμού στον οποίο τα εν λόγω εσωτερικά υποδείγματα αντιπροσωπεύουν όλα τα υποδείγματα που χρησιμοποιούνται σε ενοποιημένο επίπεδο, συμπεριλαμβάνοντας, κατά περίπτωση, γενική περιγραφή των εξής:

i)

της προσέγγισης ανάπτυξης υποδειγμάτων που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της αναμενόμενης ζημίας που αναφέρεται στο άρθρο 325νγ παράγραφος 1 στοιχείο α), συμπεριλαμβανομένης της συχνότητας επικαιροποίησης των δεδομένων·

ii)

της μεθοδολογίας που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του μέτρου του κινδύνου σεναρίου ακραίων καταστάσεων που αναφέρεται στο άρθρο 325νγ παράγραφος 1 στοιχείο β), εκτός από τις προδιαγραφές που προβλέπονται στο άρθρο 325ξγ παράγραφος 3·

iii)

της προσέγγισης ανάπτυξης υποδειγμάτων που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της επιβάρυνσης κινδύνου αθέτησης που αναφέρεται στο άρθρο 325νγ παράγραφος 2 συμπεριλαμβανομένης της συχνότητας επικαιροποίησης των δεδομένων.

2.   Τα ιδρύματα δημοσιοποιούν, σε συγκεντρωτική βάση για όλες τις μονάδες διαπραγμάτευσης που καλύπτονται από τα εσωτερικά υποδείγματα που αναφέρονται στο άρθρο 325νβ, τις ακόλουθες συνιστώσες, κατά περίπτωση:

α)

την πιο πρόσφατη τιμή, καθώς και την υψηλότερη, τη χαμηλότερη και τη μέση τιμή των προηγούμενων 60 εργάσιμων ημερών όσον αφορά:

i)

το χωρίς περιορισμούς μέτρο αναμενόμενης ζημίας που αναφέρεται στο άρθρο 325νδ παράγραφος 1·

ii)

το χωρίς περιορισμούς μέτρο αναμενόμενης ζημίας που αναφέρεται στο άρθρο 325νδ παράγραφος 1 για κάθε κανονιστική ευρεία κατηγορία παράγοντα κινδύνου·

β)

την πιο πρόσφατη τιμή καθώς και τη μέση τιμή των προηγούμενων 60 εργάσιμων ημερών όσον αφορά:

i)

το μέτρο κινδύνου αναμενόμενης ζημίας που αναφέρεται στο άρθρο 325νδ παράγραφος 1·

ii)

το μέτρο κινδύνου σεναρίου ακραίων καταστάσεων που αναφέρεται στο άρθρο 325νγ παράγραφος 1 στοιχείο β)·

iii)

την απαίτηση ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αθέτησης που αναφέρεται στο άρθρο 325νγ παράγραφος 2·

iv)

το άθροισμα των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που αναφέρονται στο άρθρο 325νγ παράγραφος 3, συμπεριλαμβανομένων όλων των συνιστωσών του τύπου και του εφαρμοστέου πολλαπλασιαστικού συντελεστή·

γ)

τον αριθμό των υπερβάσεων του δοκιμαστικού εκ των υστέρων ελέγχου κατά τις τελευταίες 250 εργάσιμες ημέρες στο 99ο εκατοστημόριο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 325νη παράγραφος 6.

3.   Τα ιδρύματα δημοσιοποιούν σε συγκεντρωτική βάση για όλες τις μονάδες διαπραγμάτευσης τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς που θα υπολογιζόταν σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος IV κεφάλαιο 1α, εάν δεν είχε χορηγηθεί στα ιδρύματα άδεια να χρησιμοποιούν τα εσωτερικά τους υποδείγματα για αυτές τις μονάδες διαπραγμάτευσης.».

234)

Στο άρθρο 456 παράγραφος 1, το στοιχείο δ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«δ)

το ποσό που προσδιορίζεται στο άρθρο 123 παράγραφος 1 στοιχείο β), στο άρθρο 147 παράγραφος 5 στοιχείο α), στο άρθρο 153 παράγραφος 4 και στο άρθρο 162 παράγραφος 4, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις του πληθωρισμού·».

235)

Το άρθρο 458 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 6 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«6.   Τα κράτη μέλη, όταν αναγνωρίζουν τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ειδοποιούν το ΕΣΣΚ. Το ΕΣΣΚ διαβιβάζει τις εν λόγω γνωστοποιήσεις χωρίς καθυστέρηση στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή, στην ΕΑΤ και στο κράτος μέλος στο οποίο ανατίθεται η εφαρμογή των μέτρων.»

·

β)

η παράγραφος 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«9.   Πριν από τη λήξη της άδειας που έχει δοθεί σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 4, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, σε διαβούλευση με το ΕΣΣΚ, την ΕΑΤ και την Επιτροπή, επανεξετάζει την κατάσταση και μπορεί να εκδώσει, σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 4, νέα απόφαση για την παράταση της περιόδου εφαρμογής των εθνικών μέτρων για έως και δύο επιπλέον έτη κάθε φορά.».

236)

Το άρθρο 461α αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 461α

Απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για κίνδυνο αγοράς

1.   Η Επιτροπή παρακολουθεί τις διαφορές στην εφαρμογή διεθνών προτύπων για απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς στην Ένωση και σε τρίτες χώρες, μεταξύ άλλων όσον αφορά τον αντίκτυπο των κανόνων στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και την ημερομηνία εφαρμογής τους.

2.   Όταν παρατηρούνται σημαντικές διαφορές στην εν λόγω εφαρμογή, ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να θεσπίζει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 462 για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού:

α)

εφαρμόζοντας, έως την ημερομηνία εφαρμογής της νομοθετικής πράξης που αναφέρεται στην παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου ή για διάστημα έως τριών ετών ελλείψει τέτοιας πράξης, και όπου είναι αναγκαίο για τη διατήρηση ίσων όρων ανταγωνισμού και την αντιστάθμιση των εν λόγω παρατηρούμενων διαφορών, στοχευμένα επιχειρησιακά μέτρα ελάφρυνσης ή στοχευμένους πολλαπλασιαστές ίσους ή μεγαλύτερους του 0 και μικρότερους από 1 στον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων των ιδρυμάτων για τον κίνδυνο αγοράς, για συγκεκριμένες κατηγορίες κινδύνου και συγκεκριμένους παράγοντες κινδύνου, με τη χρήση μίας από τις προσεγγίσεις που αναφέρονται στο άρθρο 325 παράγραφος 1 και προβλέπονται:

i)

στα άρθρα 325γ έως 325να, όπου προσδιορίζεται η εναλλακτική τυποποιημένη προσέγγιση·

ii)

στα άρθρα 325νβ έως 325ξη, όπου προσδιορίζεται η προσέγγιση των εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων·

iii)

στα άρθρα 326 έως 361, όπου προσδιορίζεται η απλουστευμένη τυποποιημένη προσέγγιση·

β)

αναβάλλοντας έως δύο έτη την ημερομηνία από την οποία τα ιδρύματα εφαρμόζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς που καθορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος IV ή οποιαδήποτε από τις προσεγγίσεις υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς που αναφέρονται στο άρθρο 325 παράγραφος 1.

Σε περίπτωση έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξης της Επιτροπής δυνάμει του πρώτου εδαφίου, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την προσαρμογή της εφαρμογής στην Ένωση διεθνών προτύπων σχετικά με τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς, προκειμένου να διατηρηθούν σε πιο μόνιμη βάση ίσοι όροι ανταγωνισμού με τρίτες χώρες σε ό,τι αφορά τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και τον αντίκτυπο των εν λόγω απαιτήσεων.

3.   Έως τις 10 Ιουλίου 2026, η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή σχετικά με την εφαρμογή διεθνών προτύπων για τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για τον κίνδυνο αγοράς σε τρίτες χώρες.

Βάσει της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, προκειμένου να εξασφαλίσει ίσους όρους ανταγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο.».

237)

Το άρθρο 465 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 465

Μεταβατικές ρυθμίσεις για το κατώτατο όριο κεφαλαιακών απαιτήσεων

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο και με την επιφύλαξη της παρέκκλισης που καθορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, τα ιδρύματα μπορούν να εφαρμόζουν τον ακόλουθο συντελεστή “x” κατά τον υπολογισμό του TREA:

α)

50 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2025 έως 31 Δεκεμβρίου 2025·

β)

55 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2026 έως 31 Δεκεμβρίου 2026·

γ)

60 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2027 έως 31 Δεκεμβρίου 2027·

δ)

65 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2028 έως 31 Δεκεμβρίου 2028·

ε)

70 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2029 έως 31 Δεκεμβρίου 2029.

2.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο και με την επιφύλαξη της παρέκκλισης που καθορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, τα ιδρύματα μπορούν, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2029, να εφαρμόζουν τον ακόλουθο τύπο κατά τον υπολογισμό του TREA:

Image 113

Για τους σκοπούς του υπολογισμού αυτού, τα ιδρύματα λαμβάνουν υπόψη τον ισχύοντα συντελεστή x που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 5 στοιχείο α) σημείο ii) και με την επιφύλαξη της παρέκκλισης που καθορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, τα ιδρύματα μπορούν, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2032, να αποδίδουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 65 % σε ανοίγματα έναντι επιχειρήσεων για τα οποία δεν υπάρχει πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ και υπό την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω ιδρύματα εκτιμούν ότι η PD αυτών των οφειλετών, υπολογιζόμενη σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 3, δεν υπερβαίνει το 0,5 %.

Η ΕΑΤ και η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την ΕΑΑΕΣ, παρακολουθούν τη χρήση της μεταβατικής αντιμετώπισης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο και αξιολογούν ιδίως:

α)

τη διαθεσιμότητα πιστοληπτικών αξιολογήσεων από καθορισμένους EΟΠΑ για επιχειρήσεις και τον βαθμό στον οποίο αυτό επηρεάζει τη δανειοδοτική δραστηριότητα των ιδρυμάτων προς επιχειρήσεις·

β)

την ανάπτυξη οργανισμών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, τους φραγμούς εισόδου στην αγορά για νέους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας, το ποσοστό υιοθέτησης από επιχειρήσεις που επιλέγουν να αξιολογηθούν από έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω οργανισμούς, καθώς και τα εμπόδια στη διαθεσιμότητα πιστοληπτικών αξιολογήσεων για επιχειρήσεις από EΟΠΑ·

γ)

πιθανά μέτρα για την αντιμετώπιση των εμποδίων, λαμβάνοντας υπόψη τις διαφορές μεταξύ οικονομικών τομέων και γεωγραφικών περιοχών και την ανάπτυξη λύσεων σε ιδιωτικό ή δημόσιο επίπεδο, όπως βαθμολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας, ιδιωτικές αξιολογήσεις που απαιτούν τα ιδρύματα, καθώς και αξιολογήσεις των κεντρικών τραπεζών·

δ)

την καταλληλότητα των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο ποσών μη διαβαθμισμένων ανοιγμάτων επιχειρήσεων και τις επιπτώσεις τους στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα·

ε)

τις προσεγγίσεις τρίτων χωρών όσον αφορά την εφαρμογή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων σε ανοίγματα επιχειρήσεων και τα μακροπρόθεσμα ζητήματα ίσων όρων ανταγωνισμού που θα μπορούσαν να προκύψουν ως αποτέλεσμα·

στ)

τη συμμόρφωση με τα σχετικά διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η BCBS.

Η ΕΑΤ και η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την ΕΑΑΕΣ, υποβάλλουν έκθεση με τα συμπεράσματά τους στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2029.

Με βάση την έκθεση αυτή και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα σχετικά διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η BCBS, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο νομοθετική πρόταση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2031.

4.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 5 στοιχείο α) σημείο iv), και με την επιφύλαξη της παρέκκλισης που καθορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, τα ιδρύματα αντικαθιστούν, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2029, το άλφα (α) με 1 στον υπολογισμό της αξίας ανοίγματος για τις συμβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα II σύμφωνα με τις προσεγγίσεις που καθορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 6 τμήμα 3, όταν οι ίδιες αξίες ανοίγματος υπολογίζονται σύμφωνα με την προσέγγιση που καθορίζεται στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 3 τμήμα 6 για τους σκοπούς του συνολικού ποσού του ανοίγματος σε κίνδυνο χωρίς εφαρμογή κατώτατου ορίου.

5.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 5 στοιχείο α) σημείο ii), και με την επιφύλαξη της παρέκκλισης που καθορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, και υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να αποδίδουν:

α)

έως τις 31 Δεκεμβρίου 2032, συντελεστή στάθμισης κινδύνου 10 % στο μέρος των ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων κατοικίας έως και το 55 % της αξίας του ακινήτου που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο· και

β)

έως τις 31 Δεκεμβρίου 2029, συντελεστή στάθμισης κινδύνου 45 % για κάθε υπόλοιπο μέρος των ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων κατοικίας έως το 80 % της αξίας του ακινήτου που προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, υπό την προϋπόθεση ότι δεν εφαρμόζεται η προσαρμογή των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για τον πιστωτικό κίνδυνο που αναφέρεται στο άρθρο 501.

6.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 5 στοιχείο α), όταν ένα ίδρυμα κατέχει εμπράγματη ασφάλεια μειωμένης προτεραιότητας ενώ υπάρχουν εμπράγματες ασφάλειες υψηλότερης προτεραιότητας που το εν λόγω ίδρυμα δεν κατέχει, προκειμένου να προσδιοριστεί το τμήμα του ανοίγματος του ιδρύματος που είναι επιλέξιμο για τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 10 %, το ποσό των εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας που δεν κατέχει το ίδρυμα αφαιρείται από το ποσό του 55 % της αξίας του ακινήτου.

Όταν η εμπράγματη ασφάλεια που κατέχει το ίδρυμα έχει την ίδια διαβάθμιση με εμπράγματες ασφάλειες τις οποίες δεν κατέχει το ίδρυμα, προκειμένου να προσδιοριστεί το τμήμα του ανοίγματος του ιδρύματος που είναι επιλέξιμο για τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 10 %, το ποσό του 55 % της αξίας του ακινήτου, μειωμένο κατά το ποσό όλων των εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας τις οποίες δεν κατέχει το ίδρυμα μειώνεται κατά το γινόμενο:

α)

του 55 % της αξίας του ακινήτου, μειωμένης κατά το ποσό άλλων εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας, αν υπάρχουν, είτε τις κατέχει το ίδρυμα είτε τις κατέχουν άλλα ιδρύματα· και

β)

του ποσού των εμπράγματων ασφαλειών που δεν κατέχει το ίδρυμα οι οποίες έχουν την ίδια διαβάθμιση με την εμπράγματη ασφάλεια του ιδρύματος, διαιρούμενο διά του αθροίσματος όλων των εμπράγματων ασφαλειών ίδιας διαβάθμισης.

7.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 5 στοιχείο β), όταν ένα ίδρυμα κατέχει εμπράγματη ασφάλεια μειωμένης προτεραιότητας ενώ υπάρχουν εμπράγματες ασφάλειες υψηλότερης προτεραιότητας που το εν λόγω ίδρυμα δεν κατέχει, προκειμένου να προσδιοριστεί το τμήμα του ανοίγματος του ιδρύματος που είναι επιλέξιμο για τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 45 %, το ποσό των εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας που δεν κατέχει το ίδρυμα αφαιρείται από το ποσό του 80 % της αξίας των ακινήτων.

Όταν η εμπράγματη ασφάλεια που κατέχει το ίδρυμα έχει την ίδια διαβάθμιση με εμπράγματες ασφάλειες τις οποίες δεν κατέχει το ίδρυμα, προκειμένου να προσδιοριστεί το τμήμα του ανοίγματος του ιδρύματος που είναι επιλέξιμο για τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 45 %, το ποσό του 80 % της αξίας του ακινήτου, μειωμένο κατά το ποσό όλων των εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας, που δεν κατέχονται από το ίδρυμα, μειώνεται κατά το γινόμενο:

α)

του 80 % της αξίας του ακινήτου, μειωμένης κατά το ποσό άλλων εμπράγματων ασφαλειών υψηλότερης προτεραιότητας, αν υπάρχουν, είτε τις κατέχει το ίδρυμα είτε τις κατέχουν άλλα ιδρύματα· και

β)

του ποσού των εμπράγματων ασφαλειών που δεν κατέχει το ίδρυμα που έχουν την ίδια διαβάθμιση με την εμπράγματη ασφάλεια του ιδρύματος, διαιρούμενου διά του αθροίσματος όλων των εμπράγματων ασφαλειών ίδιας διαβάθμισης.

8.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

τα ανοίγματα πληρούν τις προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση σύμφωνα με το άρθρο 125 παράγραφος 1·

β)

τα ανοίγματα που πληρούν τις προϋποθέσεις σταθμίζονται ως προς τον κίνδυνο σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 3·

γ)

το ακίνητο κατοικίας που εξασφαλίζει τα ανοίγματα που πληρούν τις προϋποθέσεις βρίσκεται στο κράτος μέλος που έκανε χρήση της ευχέρειας·

δ)

την τελευταία οκταετία οι ζημίες του ιδρύματος σε οποιοδήποτε δεδομένο έτος, όπως δηλώθηκαν από το ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 430α παράγραφος 1 στοιχεία α) και γ), ή σύμφωνα με το άρθρο 101 παράγραφος 1 στοιχεία α) και γ), στην έκδοση των εν λόγω στοιχείων που ίσχυε στις 27 Ιουνίου 2021, από το τμήμα των ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων κατοικίας έως το ποσό που είναι χαμηλότερο μεταξύ του ενυπόθηκου ποσού και του 55 % της αξίας του ακινήτου, εκτός εάν προσδιορίζεται διαφορετικά δυνάμει του άρθρου 124 παράγραφος 9, δεν υπερβαίνουν κατά μέσο όρο το 0,25 % του αθροίσματος των αξιών ανοίγματος όλων των εκκρεμών ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων κατοικίας·

ε)

για τα ανοίγματα που πληρούν τις προϋποθέσεις, το ίδρυμα έχει τα ακόλουθα εκτελεστά δικαιώματα σε περίπτωση αθέτησης ή μη πληρωμής από τον οφειλέτη:

i)

δικαίωμα επί του ακινήτου κατοικίας που εξασφαλίζει το άνοιγμα ή το δικαίωμα σύστασης υποθήκης επί του ακινήτου κατοικίας σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 5 στοιχείο ζ)·

ii)

δικαίωμα επί των λοιπών περιουσιακών στοιχείων και εσόδων του οφειλέτη είτε συμβατικά είτε βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου·

στ)

η αρμόδια αρχή έχει επαληθεύσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στα στοιχεία α) έως ε).

9.   Εάν έχει γίνει χρήση της ευχέρειας που αναφέρεται στην παράγραφο 5 και πληρούνται όλες οι σχετικές προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 8, τα ιδρύματα μπορούν να αποδίδουν τους ακόλουθους συντελεστές στάθμισης κινδύνου σε οποιοδήποτε υπόλοιπο μέρος των ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακινήτων κατοικίας και αναφέρονται στην παράγραφο 5 στοιχείο β), έως τις 31 Δεκεμβρίου 2032:

α)

52,5 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2030 έως 31 Δεκεμβρίου 2030·

β)

60 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2031 έως 31 Δεκεμβρίου 2031·

γ)

67,5 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2032 έως 31 Δεκεμβρίου 2032.

10.   Όταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της ευχέρειας που αναφέρεται στην παράγραφο 5, ενημερώνουν την ΕΑΤ και τεκμηριώνουν την απόφασή τους. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην ΕΑΤ τις λεπτομέρειες όλων των επαληθεύσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 8 στοιχείο στ).

11.   Η ΕΑΤ παρακολουθεί τη χρήση της μεταβατικής αντιμετώπισης που προβλέπεται στην παράγραφο 5 και υποβάλλει έκθεση με τα συμπεράσματά της σχετικά με την καταλληλότητα των σχετικών συντελεστών στάθμισης κινδύνου στην Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2028.

Με βάση την έκθεση αυτή και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα σχετικά διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η BCBS, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο νομοθετική πρόταση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2031.

12.   Κάθε παράταση οποιασδήποτε από τις μεταβατικές ρυθμίσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 3, 5 και 9 του παρόντος άρθρου, καθώς και στο άρθρο 495β παράγραφος 1, στο άρθρο 495γ παράγραφος 1 και στο άρθρο 495δ παράγραφος 1, περιορίζεται σε τέσσερα έτη και τεκμηριώνεται με αξιολόγηση ισοδύναμη με εκείνες που αναφέρονται στα εν λόγω άρθρα.

13.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 92 παράγραφος 5 στοιχείο α) σημείο iii) ή στοιχείο β) σημείο ii), και με την επιφύλαξη της παρέκκλισης που καθορίζεται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο, για ανοίγματα που σταθμίζονται ως προς τον κίνδυνο με τη χρήση της SEC-IRBA ή της προσέγγισης της εσωτερικής αξιολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 4, όταν το μέρος του τυποποιημένου συνολικού σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού ανοίγματος για πιστωτικό κίνδυνο, κίνδυνο απομείωσης αξίας, πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου ή κίνδυνο αγοράς που προκύπτει από τις δραστηριότητες του χαρτοφυλακίου συναλλαγών υπολογίζεται με τη χρήση της SEC-SA σύμφωνα με το άρθρο 261 ή 262, τα ιδρύματα εφαρμόζουν, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2032, τον ακόλουθο συντελεστή p:

α)

p = 0,25 για θέση τιτλοποίησης στην οποία εφαρμόζεται το άρθρο 262·

β)

p = 0,5 για θέση τιτλοποίησης στην οποία εφαρμόζεται το άρθρο 261.».

238)

Το άρθρο 468 τροποποιείται ως εξής:

α)

ο τίτλος αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

« Προσωρινή μεταχείριση μη πραγματοποιηθέντων κερδών και μη πραγματοποιηθεισών ζημιών αποτιμώμενων στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων »·

β)

οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 35, έως την 31η Δεκεμβρίου 2025 (“περίοδος προσωρινής μεταχείρισης”), τα ιδρύματα δύνανται να αφαιρούν από τον υπολογισμό των στοιχείων του κεφαλαίου τους κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 το ποσό Α που προσδιορίζεται σύμφωνα με τον ακόλουθο τύπο:

A = a · f

όπου:

α

= το ποσό μη πραγματοποιηθέντων κερδών και μη πραγματοποιηθεισών ζημιών που έχουν συσσωρευθεί από τις 31 Δεκεμβρίου 2019 το οποίο υπολογίζεται ως “μεταβολές στην εύλογη αξία χρεωστικών μέσων αποτιμώμενων στην εύλογη αξία μέσω των λοιπών συνολικών εσόδων” του ισολογισμού, που αντιστοιχούν στα ανοίγματα έναντι κεντρικών κυβερνήσεων, περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 115 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού και έναντι οντοτήτων του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 116 παράγραφος 4 του παρόντος κανονισμού, εξαιρουμένων εκείνων των χρηματοπιστωτικών περιουσιακών στοιχείων που είναι απομειωμένης πιστωτικής αξίας όπως ορίζονται στο προσάρτημα Α του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1126/2008 της Επιτροπής (“παράρτημα σχετικά με το ΔΠΧΑ 9”)· και

f

= ο εφαρμοστέος συντελεστής για κάθε έτος αναφοράς κατά τη διάρκεια της περιόδου προσωρινής μεταχείρισης σύμφωνα με την παράγραφο 2.

2.   Τα ιδρύματα εφαρμόζουν τον συντελεστή f με τιμή που ισούται με 1 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025 για τον υπολογισμό του ποσού A που αναφέρεται στην παράγραφο 1.».

239)

Στο άρθρο 493, η παράγραφος 3 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

καλυμμένα ομόλογα όπως αναφέρονται στο άρθρο 129»

·

β)

το στοιχείο θ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«θ)

το 50 % των εκτός ισολογισμού ενέγγυων πιστώσεων του κλιμακίου 4 και των εκτός ισολογισμού μη αναληφθεισών πιστωτικών διευκολύνσεων του κλιμακίου 3 που μνημονεύονται στο παράρτημα Ι με αρχική ληκτότητα έως και ένα έτος, επίσης δε, με την έγκριση των αρμόδιων αρχών, το 80 % των εγγυήσεων (πλην των εγγυήσεων δανείων) που έχουν νομική ή κανονιστική βάση και παρέχονται προς όφελος των μελών τους από αλληλεγγυητικά συστήματα με καθεστώς πιστωτικού ιδρύματος,».

240)

Προστίθεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 494δ

Επαναφορά σε λιγότερο εξελιγμένες προσεγγίσεις

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 149, ένα ίδρυμα μπορεί, από τις 9 Ιουλίου 2024 έως τις 10 Ιουλίου 2027, να επανέλθει σε λιγότερο εξελιγμένες προσεγγίσεις για μία ή περισσότερες από τις κατηγορίες ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 147 παράγραφος 2, εφόσον πληρούνται όλες οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

α)

το ίδρυμα υπήρχε ήδη στις 8 Ιουλίου 2024 και είχε λάβει άδεια από την αρμόδια αρχή του να αντιμετωπίζει τις εν λόγω κατηγορίες ανοιγμάτων βάσει της προσέγγισης IRB·

β)

το ίδρυμα ζητεί επαναφορά σε μια λιγότερο εξελιγμένη προσέγγιση μόνο μία φορά κατά τη διάρκεια της εν λόγω τριετούς περιόδου·

γ)

το αίτημα για επαναφορά σε μια λιγότερο εξελιγμένη προσέγγιση δεν υποβάλλεται με σκοπό το ρυθμιστικό αρμπιτράζ·

δ)

το ίδρυμα έχει γνωστοποιήσει επισήμως στην αρμόδια αρχή ότι επιθυμεί να επανέλθει σε μια λιγότερο εξελιγμένη προσέγγιση για τις εν λόγω κατηγορίες ανοιγμάτων τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την πραγματική επαναφορά του στην εν λόγω προσέγγιση·

ε)

η αρμόδια αρχή δεν έχει αντιταχθεί στο αίτημα του ιδρύματος για την εν λόγω επαναφορά εντός τριών μηνών από την παραλαβή της γνωστοποίησης που αναφέρεται στο στοιχείο δ).».

241)

Το άρθρο 495 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 495

Αντιμετώπιση των ανοιγμάτων σε μετοχές δυνάμει της προσέγγισης IRB

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 107 παράγραφος 1, τα ιδρύματα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια να εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB για τον υπολογισμό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού ανοίγματος για ανοίγματα σε μετοχές υπολογίζουν, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2029 και με την επιφύλαξη του άρθρου 495α παράγραφος 3, το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος για κάθε άνοιγμα σε μετοχές για το οποίο τους έχει χορηγηθεί άδεια να εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB ως το υψηλότερο από τα ακόλουθα:

α)

το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 495α παράγραφοι 1 και 2·

β)

το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος υπολογιζόμενο δυνάμει του παρόντος κανονισμού στην έκδοση που ίσχυε στις 8 Ιουλίου 2024.

2.   Αντί να εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που προβλέπεται στην παράγραφο 1, τα ιδρύματα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια να εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB για τον υπολογισμό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού ανοίγματος για ανοίγματα σε μετοχές μπορούν να εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που καθορίζεται στο άρθρο 133 σε όλα τα ανοίγματά τους σε μετοχές ανά πάσα στιγμή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2029.

Όταν τα ιδρύματα εφαρμόζουν το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, οι διατάξεις του άρθρου 495α παράγραφοι 1 και 2 δεν ισχύουν.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις για επαναφορά στη χρήση λιγότερο εξελιγμένων προσεγγίσεων που καθορίζονται στο άρθρο 149.

3.   Τα ιδρύματα που εφαρμόζουν την αντιμετώπιση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου υπολογίζουν το ποσό αναμενόμενης ζημίας σύμφωνα με το άρθρο 158 παράγραφος 7, 8 ή 9, κατά περίπτωση, στην έκδοση των εν λόγω παραγράφων που ίσχυε στις 8 Ιουλίου 2024 και εφαρμόζουν το άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και το άρθρο 62 στοιχείο δ), κατά περίπτωση, στην έκδοση των εν λόγω στοιχείων που ίσχυε στις 8 Ιουλίου 2024, όταν το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου είναι υψηλότερο από το σταθμισμένο ως προς τον κίνδυνο ποσό ανοίγματος που υπολογίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου.

4.   Εάν τα ιδρύματα ζητήσουν άδεια να εφαρμόζουν την προσέγγιση IRB για τον υπολογισμό του σταθμισμένου ως προς τον κίνδυνο ποσού ανοίγματος για ανοίγματα σε μετοχές, οι αρμόδιες αρχές δεν χορηγούν την εν λόγω άδεια μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2024.».

242)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 495α

Μεταβατικές ρυθμίσεις για τα ανοίγματα σε μετοχές

1.   Κατά παρέκκλιση από την αντιμετώπιση που προβλέπεται στο άρθρο 133 παράγραφος 3, στα ανοίγματα σε μετοχές αποδίδονται ο υψηλότερος συντελεστής στάθμισης κινδύνου στις 8 Ιουλίου 2024, με ανώτατο όριο 250 %, και οι ακόλουθοι συντελεστές στάθμισης κινδύνου:

α)

100 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2025 έως 31 Δεκεμβρίου 2025·

β)

130 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2026 έως 31 Δεκεμβρίου 2026·

γ)

160 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2027 έως 31 Δεκεμβρίου 2027·

δ)

190 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2028 έως 31 Δεκεμβρίου 2028·

ε)

220 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2029 έως 31 Δεκεμβρίου 2029.

2.   Κατά παρέκκλιση από την αντιμετώπιση που προβλέπεται στο άρθρο 133 παράγραφος 4, στα ανοίγματα σε μετοχές αποδίδονται ο υψηλότερος συντελεστής στάθμισης κινδύνου στις 8 Ιουλίου 2024 και οι ακόλουθοι συντελεστές στάθμισης κινδύνου:

α)

100 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2025 έως 31 Δεκεμβρίου 2025·

β)

160 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2026 έως 31 Δεκεμβρίου 2026·

γ)

220 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2027 έως 31 Δεκεμβρίου 2027·

δ)

280 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2028 έως 31 Δεκεμβρίου 2028·

ε)

340 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2029 έως 31 Δεκεμβρίου 2029.

3.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 133, τα ιδρύματα μπορούν να συνεχίσουν να αποδίδουν τον ίδιο συντελεστή στάθμισης κινδύνου που εφαρμοζόταν στις 8 Ιουλίου 2024 στα ανοίγματα σε μετοχές, συμπεριλαμβανομένου του μέρους των ανοιγμάτων που δεν έχουν αφαιρεθεί από τα ίδια κεφάλαια σύμφωνα με το άρθρο 471, στην έκδοση του εν λόγω άρθρου που ίσχυε στις 27 Οκτωβρίου 2021, για οντότητες των οποίων ήταν μέτοχοι στις 27 Οκτωβρίου 2021 επί έξι συναπτά έτη και επί των οποίων ασκούν τα ίδια τα ιδρύματα, ή μαζί με το δίκτυο στο οποίο ανήκουν, σημαντική επιρροή ή έλεγχο κατά την έννοια της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, ή των λογιστικών προτύπων στα οποία υπόκειται ένα ίδρυμα δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002, ή ως αποτέλεσμα παρεμφερούς σχέσης μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου ή δικτύου ιδρυμάτων και επιχείρησης, ή όταν ένα ίδρυμα έχει την ικανότητα να διορίζει τουλάχιστον ένα μέλος του διοικητικού οργάνου της οντότητας.

Άρθρο 495β

Μεταβατικές ρυθμίσεις για τα ανοίγματα ειδικού δανεισμού

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 161 παράγραφος 4, τα κατώτατα όρια LGD που εφαρμόζονται σε ανοίγματα ειδικού δανεισμού που αντιμετωπίζονται βάσει της προσέγγισης IRB, όταν χρησιμοποιούνται εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD, είναι τα εφαρμοστέα κατώτατα όρια LGD που προβλέπονται στο άρθρο 161 παράγραφος 4, πολλαπλασιαζόμενα επί τους ακόλουθους συντελεστές:

α)

50 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2025 έως 31 Δεκεμβρίου 2027·

β)

80 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2028 έως 31 Δεκεμβρίου 2028·

γ)

100 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2029 έως 31 Δεκεμβρίου 2029.

2.   Η ΕΑΤ καταρτίζει έκθεση σχετικά με την κατάλληλη βαθμονόμηση των παραμέτρων κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης της παραμέτρου περικοπής, που εφαρμόζονται στα ανοίγματα ειδικού δανεισμού βάσει της προσέγγισης IRB, και ιδίως σχετικά με τις εσωτερικές εκτιμήσεις της LGD και των κατώτατων ορίων LGD για κάθε ειδική κατηγορία ανοιγμάτων ειδικού δανεισμού, όπως αναφέρονται στο άρθρο 147 παράγραφος 8. Ειδικότερα, η ΕΑΤ περιλαμβάνει στην έκθεσή της δεδομένα σχετικά με τον μέσο αριθμό αθετήσεων και πραγματοποιηθεισών ζημιών που παρατηρήθηκαν στην Ένωση για διάφορα δείγματα ιδρυμάτων με διαφορετικά επιχειρηματικά προφίλ και προφίλ κινδύνου. Η ΕΑΤ συνιστά ειδικές βαθμονομήσεις των παραμέτρων κινδύνου, συμπεριλαμβανομένης της παραμέτρου περικοπής, που θα αποτυπώνει το ειδικό και διαφορετικό προφίλ κινδύνου για κάθε συγκεκριμένη κατηγορία ανοιγμάτων ειδικού δανεισμού.

Η ΕΑΤ υποβάλλει την έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2026.

Με βάση την έκθεση αυτή και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα σχετικά διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η BCBS, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027.

3.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 122α παράγραφος 3 στοιχείο α), στα ανοίγματα ειδικού δανεισμού που αναφέρονται στο συγκεκριμένο στοιχείο, για τα οποία δεν διατίθεται άμεσα εφαρμοστέα πιστοληπτική αξιολόγηση από καθορισμένο ΕΟΠΑ, μπορεί, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2032, να αποδίδεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 80 %, όταν δεν εφαρμόζεται η προσαρμογή στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για πιστωτικό κίνδυνο που αναφέρεται στο άρθρο 501α και το άνοιγμα θεωρείται υψηλής ποιότητας λαμβανομένων υπόψη όλων των ακόλουθων κριτηρίων:

α)

ο οφειλέτης μπορεί να ανταποκριθεί στις χρηματοοικονομικές του υποχρεώσεις, ακόμη και υπό πολύ ακραίες συνθήκες που οφείλονται στην παρουσία όλων των ακόλουθων χαρακτηριστικών:

i)

επαρκής λόγος ανοίγματος προς αξία του ανοίγματος·

ii)

συντηρητικό προφίλ αποπληρωμής του ανοίγματος·

iii)

ανάλογη εναπομένουσα διάρκεια ζωής των περιουσιακών στοιχείων κατά την πλήρη εξόφληση του ανοίγματος ή, εναλλακτικά, προσφυγή σε πάροχο προστασίας με υψηλή πιστοληπτική ικανότητα·

iv)

χαμηλός κίνδυνος αναχρηματοδότησης του ανοίγματος από τον οφειλέτη ή ο εν λόγω κίνδυνος μετριάζεται επαρκώς από ανάλογη υπολειμματική αξία των περιουσιακών στοιχείων ή προσφυγή σε πάροχο προστασίας με υψηλή πιστοληπτική ικανότητα·

v)

ο οφειλέτης υπόκειται σε συμβατικούς περιορισμούς όσον αφορά τη δραστηριότητά του και τη δομή χρηματοδότησής του·

vi)

ο οφειλέτης χρησιμοποιεί παράγωγα μόνο για σκοπούς μείωσης του κινδύνου·

vii)

ορθή διαχείριση των σημαντικών λειτουργικών κινδύνων·

β)

οι συμβατικές ρυθμίσεις επί των περιουσιακών στοιχείων παρέχουν στους δανειστές υψηλό βαθμό προστασίας, συμπεριλαμβανομένων των εξής χαρακτηριστικών:

i)

οι δανειστές έχουν εκτελεστό δικαίωμα πρώτης τάξης επί των χρηματοδοτούμενων περιουσιακών στοιχείων και, κατά περίπτωση, επί των εσόδων που αυτά παράγουν·

ii)

επιβάλλονται συμβατικοί περιορισμοί στην ικανότητα του οφειλέτη να προβεί σε μεταβολές του περιουσιακού στοιχείου οι οποίες θα είχαν αρνητικό αντίκτυπο στην αξία του·

iii)

όταν το περιουσιακό στοιχείο βρίσκεται υπό κατασκευή, οι δανειστές έχουν εκτελεστό δικαίωμα πρώτης τάξης επί των περιουσιακών στοιχείων και των υποκείμενων συμβάσεων κατασκευής·

γ)

τα χρηματοδοτούμενα περιουσιακά στοιχεία πληρούν όλα τα ακόλουθα πρότυπα ώστε να λειτουργούν με ορθό και αποτελεσματικό τρόπο:

i)

η τεχνολογία και ο σχεδιασμός του περιουσιακού στοιχείου υποβάλλονται σε δοκιμή·

ii)

έχουν ληφθεί όλες οι απαραίτητες άδειες και εγκρίσεις για τη λειτουργία των περιουσιακών στοιχείων·

iii)

όταν το περιουσιακό στοιχείο βρίσκεται υπό κατασκευή, ο οφειλέτης έχει επαρκείς διασφαλίσεις σχετικά με τις συμφωνηθείσες προδιαγραφές, τον προϋπολογισμό και την ημερομηνία ολοκλήρωσης του περιουσιακού στοιχείου, συμπεριλαμβανομένων ισχυρών εγγυήσεων ολοκλήρωσης ή της συμμετοχής πεπειραμένου κατασκευαστή και κατάλληλων συμβατικών ρητρών για προκαθορισμένη αποζημίωση.

4.   Η ΕΑΤ καταρτίζει έκθεση στην οποία αναλύονται τα ακόλουθα:

α)

η εξέλιξη των τάσεων και των συνθηκών στις αγορές χρηματοδότησης για αγορά περιουσιακού στοιχείου στην Ένωση·

β)

η πραγματική επικινδυνότητα των ανοιγμάτων χρηματοδότησης για αγορά περιουσιακού στοιχείου κατά τη διάρκεια ενός πλήρους οικονομικού κύκλου·

γ)

ο αντίκτυπος που έχει στις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων η αντιμετώπιση που καθορίζεται στο άρθρο 122α παράγραφος 3 στοιχείο α) για ανοίγματα χρηματοδότησης για αγορά περιουσιακού στοιχείου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη το άρθρο 465 παράγραφος 1·

δ)

η σκοπιμότητα του ορισμού της υποκατηγορίας “ανοιγμάτων υψηλής ποιότητας για τη χρηματοδότηση αγοράς περιουσιακού στοιχείου” και της απόδοσης στην εν λόγω υποκατηγορία ανοιγμάτων διαφορετικής προληπτικής αντιμετώπισης.

Η ΕΑΤ υποβάλλει την έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2030.

Με βάση την έκθεση αυτή και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα σχετικά διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η BCBS, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2031.

Άρθρο 495γ

Μεταβατικές ρυθμίσεις για τα ανοίγματα σε μίσθωση ως τεχνική μείωσης του πιστωτικού κινδύνου

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 230, η εφαρμοστέα τιμή του Hc που αντιστοιχεί σε “άλλες εμπράγματες εξασφαλίσεις” για τα ανοίγματα που αναφέρονται στο άρθρο 199 παράγραφος 7, όταν το μισθωμένο περιουσιακό στοιχείο αντιστοιχεί σε χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία του είδους “άλλες εμπράγματες εξασφαλίσεις”, είναι η τιμή του Hc για “άλλες εμπράγματες εξασφαλίσεις” που προβλέπεται στο άρθρο 230 παράγραφος 2 πίνακας 1, πολλαπλασιαζόμενη επί τους ακόλουθους συντελεστές:

α)

50 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2025 έως 31 Δεκεμβρίου 2027·

β)

80 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2028 έως 31 Δεκεμβρίου 2028·

γ)

100 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2029 έως 31 Δεκεμβρίου 2029.

2.   Η ΕΑΤ καταρτίζει έκθεση σχετικά με τις κατάλληλες βαθμονομήσεις των παραμέτρων κινδύνου που συνδέονται με τα ανοίγματα μίσθωσης βάσει της προσέγγισης IRB, και των συντελεστών στάθμισης κινδύνου σύμφωνα με την τυποποιημένη προσέγγιση και ιδίως σχετικά με την LGDs και την Hc που προβλέπονται στο άρθρο 230. Ειδικότερα, η ΕΑΤ περιλαμβάνει στην έκθεσή της δεδομένα σχετικά με τον μέσο αριθμό αθετήσεων και πραγματοποιηθεισών ζημιών που παρατηρήθηκαν στην Ένωση για ανοίγματα που συνδέονται με διάφορα είδη μισθωμένων ακινήτων και διάφορα είδη ιδρυμάτων που ασκούν δραστηριότητες μίσθωσης.

Η ΕΑΤ υποβάλλει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2027.

Με βάση την έκθεση αυτή και λαμβάνοντας υπόψη τα διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η BCBS, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2028.

Άρθρο 495δ

Μεταβατικές ρυθμίσεις για τις άνευ όρων ακυρώσιμες πιστοδοτήσεις

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 111 παράγραφος 2, τα ιδρύματα υπολογίζουν την αξία ανοίγματος ενός στοιχείου εκτός ισολογισμού υπό τη μορφή άνευ όρων ακυρώσιμων πιστοδοτήσεων πολλαπλασιάζοντας το ποσοστό που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο επί τους ακόλουθους συντελεστές:

α)

0 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2025 έως 31 Δεκεμβρίου 2029·

β)

25 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2030 έως 31 Δεκεμβρίου 2030·

γ)

50 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2031 έως 31 Δεκεμβρίου 2031·

δ)

75 % κατά την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2032 έως 31 Δεκεμβρίου 2032.

2.   Η ΕΑΤ καταρτίζει έκθεση στην οποία αξιολογεί αν η παρέκκλιση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) θα πρέπει να παραταθεί πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2032 και προσδιορίζει, εφόσον απαιτείται, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα πρέπει να διατηρηθεί η εν λόγω παρέκκλιση.

Η ΕΑΤ υποβάλλει την εν λόγω έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2028.

Με βάση την έκθεση αυτή και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τα σχετικά διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η BCBS και τον αντίκτυπο των εν λόγω προτύπων στην χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2031.

Άρθρο 495ε

Μεταβατικές ρυθμίσεις για την πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 138 στοιχείο ζ), οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα ιδρύματα να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν πιστοληπτική αξιολόγηση από ΕΟΠΑ σχετικά με ίδρυμα που πληροί παραδοχές περί έμμεσης κρατικής στήριξης έως τις 31 Δεκεμβρίου 2029.

Άρθρο 495στ

Μεταβατικές ρυθμίσεις για τις απαιτήσεις αναπροσαρμογής της αξίας ακινήτων

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 229 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως δ) για ανοίγματα εξασφαλισμένα με ακίνητα κατοικίας ή με εμπορικά ακίνητα χορηγηθέντα πριν από την 1η Ιανουαρίου 2025, τα ιδρύματα μπορούν να συνεχίσουν να αποτιμούν την αξία των ακινήτων κατοικίας ή των εμπορικών ακινήτων στην αγοραία αξία ή σε χαμηλότερη αξία, ή, στα κράτη μέλη τα οποία έχουν προβλέψει στις νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις τους αυστηρά κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του ενυπόθηκου ακινήτου, στην αξία του ενυπόθηκου ακινήτου, έως ότου απαιτηθεί επανεξέταση της αξίας του ακινήτου σύμφωνα με το άρθρο 208 παράγραφος 3, ή στις 31 Δεκεμβρίου 2027, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη.

Άρθρο 495ζ

Μεταβατικές ρυθμίσεις για ορισμένα συστήματα δημοσίων εγγυήσεων

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 183 παράγραφος 1 και το άρθρο 213 παράγραφος 1, εγγύηση που μπορεί να ακυρωθεί σε περίπτωση απάτης του οφειλέτη ή της οποίας η έκταση της πιστωτικής προστασίας μπορεί να μειωθεί σε μια τέτοια περίπτωση θεωρείται ότι πληροί τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 183 παράγραφος 1 στοιχείο δ) και στο άρθρο 213 παράγραφος 1 στοιχείο γ) όταν η εγγύηση παρασχέθηκε από οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 214 παράγραφος 2 στοιχείο α) το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2024.

Άρθρο 495η

Μεταβατικές ρυθμίσεις για τη χρήση της προσέγγισης των εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων για τον κίνδυνο αγοράς

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 325νβ παράγραφος 2 στοιχείο δ), τα ιδρύματα μπορούν να χρησιμοποιούν, έως την 1η Ιανουαρίου 2026, την προσέγγιση εναλλακτικών εσωτερικών υποδειγμάτων προκειμένου να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους για τον κίνδυνο αγοράς για μονάδες διαπραγμάτευσης που δεν πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 325νθ.».

243)

Το άρθρο 500 τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

i)

στο πρώτο εδάφιο, το στοιχείο β) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«β)

οι ημερομηνίες των πωλήσεων των ανοιγμάτων σε αθέτηση είναι μετά τις 23 Νοεμβρίου 2016 αλλά όχι αργότερα από τις 31 Δεκεμβρίου 2024·»

·

ii)

το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Η προσαρμογή που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνον μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2024 και τα αποτελέσματά της μπορούν να διαρκέσουν όσο τα αντίστοιχα ανοίγματα περιλαμβάνονται στις εσωτερικές εκτιμήσεις LGD του ιδρύματος.»

·

β)

προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.   Η Επιτροπή αξιολογεί, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026 και στη συνέχεια ανά διετία, αν έχει αυξηθεί σημαντικά το επίπεδο των ανοιγμάτων σε αθέτηση στους ισολογισμούς των ιδρυμάτων, αν αναμένει σημαντική επιδείνωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού των ιδρυμάτων και αν ο βαθμός ανάπτυξης των δευτερογενών αγορών για ανοίγματα σε αθέτηση δεν επαρκεί για να διασφαλίσει την αποτελεσματική διάθεση των ανοιγμάτων σε αθέτηση από τα ιδρύματα, λαμβάνοντας επίσης υπόψη τις κανονιστικές εξελίξεις σχετικά με την τιτλοποίηση.

Η Επιτροπή επανεξετάζει την καταλληλότητα της παρέκκλισης που καθορίζεται στην παράγραφο 1 και υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την παράταση, την επαναφορά ή την τροποποίηση, ανάλογα με τις ανάγκες, της προσαρμογής που προβλέπεται στο παρόν άρθρο.».

244)

Το άρθρο 500α τροποποιείται ως εξής:

α)

η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 114 παράγραφος 2, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, για ανοίγματα έναντι των κεντρικών κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών, όταν τα ανοίγματα αυτά είναι εκφρασμένα και χρηματοδοτούμενα στο εθνικό νόμισμα άλλου κράτους μέλους, ισχύουν τα ακόλουθα:

α)

έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται στις αξίες ανοίγματος είναι 0 % του συντελεστή στάθμισης κινδύνου που αποδίδεται στα εν λόγω ανοίγματα σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 2·

β)

το 2025, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται στις αξίες ανοίγματος είναι 20 % του συντελεστή στάθμισης κινδύνου που αποδίδεται στα εν λόγω ανοίγματα σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 2·

γ)

το 2026, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου που εφαρμόζεται στις αξίες ανοίγματος είναι 50 % του συντελεστή στάθμισης κινδύνου που αποδίδεται στα εν λόγω ανοίγματα σύμφωνα με το άρθρο 114 παράγραφος 2.»

·

β)

στην παράγραφο 2, τα στοιχεία α), β) και γ) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

το 100 % του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 του ιδρύματος έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025·

β)

το 75 % του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 του ιδρύματος μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 31ης Δεκεμβρίου 2026·

γ)

το 50 % του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 του ιδρύματος μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 31ης Δεκεμβρίου 2027.».

245)

Το άρθρο 500γ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 500γ

Εξαίρεση υπερβάσεων από τον υπολογισμό του πρόσθετου συντελεστή δυνάμει δοκιμαστικού εκ των υστέρων ελέγχου λόγω της πανδημίας COVID-19

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 325νη, οι αρμόδιες αρχές δύνανται, σε εξαιρετικές περιστάσεις και σε μεμονωμένες περιπτώσεις, να επιτρέψουν σε ιδρύματα να εξαιρέσουν από τον υπολογισμό του πρόσθετου συντελεστή που καθορίζεται στο άρθρο 325νη τις υπερβάσεις που αποδεικνύονται από τον δοκιμαστικό εκ των υστέρων έλεγχο του ιδρύματος επί των υποθετικών ή των πραγματικών μεταβολών, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω υπερβάσεις δεν προκύπτουν από ελλείψεις στο εσωτερικό υπόδειγμα και υπό την προϋπόθεση ότι σημειώθηκαν μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου 2020 και της 31ης Δεκεμβρίου 2021.».

246)

Στο άρθρο 501 παράγραφος 2, τα στοιχεία α) και β) αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

το άνοιγμα έναντι ΜΜΕ περιλαμβάνεται είτε στην κατηγορία των ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής, είτε στην κατηγορία των ανοιγμάτων έναντι επιχειρήσεων είτε στην κατηγορία ανοιγμάτων τα οποία εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακίνητης περιουσίας αλλά εξαιρουμένων των ανοιγμάτων ADC·

β)

η ΜΜΕ έχει την έννοια που ορίζεται στο άρθρο 5 σημείο 9)·».

247)

Στο άρθρο 501α, η παράγραφος 1 τροποποιείται ως εξής:

α)

το στοιχείο α) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«α)

το άνοιγμα κατατάσσεται στην κατηγορία ανοίγματος που αναφέρεται στο άρθρο 112 στοιχείο ζ), ή σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες ανοιγμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 147 παράγραφος 2 στοιχείο γ) σημείο i), ii) ή iii), με εξαίρεση τα ανοίγματα σε αθέτηση·»

·

β)

το στοιχείο στ) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«στ)

ο κίνδυνος αναχρηματοδότησης του οφειλέτη είναι χαμηλός ή επαρκώς μειωμένος, λαμβανομένων υπόψη τυχόν επιδοτήσεων, επιχορηγήσεων ή χρηματοδοτήσεων παρεχόμενων από μία ή περισσότερες από τις οντότητες που παρατίθενται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) σημεία i) και ii)·»

·

γ)

το στοιχείο ιε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ιε)

για ανοίγματα που δημιουργήθηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2025, ο οφειλέτης έχει εκτιμήσει ότι τα χρηματοδοτούμενα στοιχεία ενεργητικού συμβάλλουν θετικά σε έναν ή περισσότερους από τους περιβαλλοντικούς στόχους που καθορίζονται στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852 και δεν βλάπτουν σημαντικά τους άλλους στόχους που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο, ή τα χρηματοδοτούμενα στοιχεία ενεργητικού δεν βλάπτουν σημαντικά κανέναν από τους περιβαλλοντικούς στόχους που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο.».

248)

Το άρθρο 501γ αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 501γ

Προληπτική αντιμετώπιση ανοιγμάτων σε περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς παράγοντες

1.   Κατόπιν διαβούλευσης με το ΕΣΣΚ, η ΕΑΤ εκτιμά, με βάση τα διαθέσιμα δεδομένα, κατά πόσον θα πρέπει να προσαρμοστεί η ειδική προληπτική αντιμετώπιση ανοιγμάτων σχετιζόμενων με στοιχεία ενεργητικού ή υποχρεώσεις, που υφίστανται επιπτώσεις από περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς παράγοντες. Ειδικότερα, η ΕΑΤ εκτιμά:

α)

τη διαθεσιμότητα και την προσβασιμότητα αξιόπιστων και συνεκτικών δεδομένων ΠΚΔ για κάθε κατηγορία ανοιγμάτων που καθορίζεται σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος II·

β)

σε διαβούλευση με την ΕΑΑΕΣ, τη σκοπιμότητα καθιέρωσης τυποποιημένης μεθοδολογίας για τον προσδιορισμό και τον χαρακτηρισμό των ανοιγμάτων, για κάθε κατηγορία ανοιγμάτων που καθορίζεται σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ, με βάση ένα κοινό σύνολο αρχών για την ταξινόμηση κινδύνων ΠΚΔ, με τη χρήση των πληροφοριών σχετικά με τους δείκτες κινδύνου μετάβασης και φυσικού κινδύνου που διατίθενται από τα πλαίσια δημοσιοποίησης δεδομένων βιωσιμότητας που έχουν εγκριθεί στην Ένωση και, κατά περίπτωση, σε διεθνές επίπεδο, τις κατευθυντήριες γραμμές και τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τις εποπτικές προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων ή την ανάλυση σεναρίων χρηματοοικονομικών κινδύνων σχετιζόμενων με το κλίμα που διενεργούνται από την ΕΑΤ ή τις αρμόδιες αρχές και, εάν αποτυπώνουν καταλλήλως τους κινδύνους ΠΚΔ, τη σχετική βαθμολογία ΠΚΔ της διαβάθμισης πιστωτικού κινδύνου από καθορισμένο ΕΟΠΑ·

γ)

την πραγματική επικινδυνότητα ανοιγμάτων σχετιζόμενων με στοιχεία ενεργητικού και δραστηριότητες που υφίστανται επιπτώσεις από περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς παράγοντες σε σύγκριση με την επικινδυνότητα άλλων ανοιγμάτων και τις δυνητικές πρόσθετες και πιο ολοκληρωμένες αναθεωρήσεις του πλαισίου που θα πρέπει να εξεταστούν, λαμβάνοντας υπόψη τις εξελίξεις που συμφωνήθηκαν σε διεθνές επίπεδο από την BCBS·

δ)

τις πιθανές βραχυπρόθεσμες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις μιας προσαρμοσμένης ειδικής προληπτικής αντιμετώπισης ανοιγμάτων σχετιζόμενων με στοιχεία ενεργητικού και δραστηριότητες που υφίστανται τον αντίκτυπο από περιβαλλοντικούς ή κοινωνικούς παράγοντες στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τον τραπεζικό δανεισμό στην Ένωση·

ε)

τις στοχευμένες ενισχύσεις που θα μπορούσαν να εξεταστούν εντός του ισχύοντος πλαισίου προληπτικής εποπτείας.

2.   Η ΕΑΤ υποβάλλει διαδοχικές εκθέσεις με τα πορίσματά της στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή έως τις ακόλουθες ημερομηνίες:

α)

9 Ιουλίου 2024 για τις εκτιμήσεις που απαιτούνται βάσει της παραγράφου 1 στοιχείο ε)·

β)

31 Δεκεμβρίου 2024 για τις εκτιμήσεις που απαιτούνται βάσει της παραγράφου 1 στοιχεία α) και β)·

γ)

31 Δεκεμβρίου 2025 για τις εκτιμήσεις που απαιτούνται βάσει της παραγράφου 1 στοιχεία γ) και δ).

Βάσει των εν λόγω εκθέσεων ΕΑΤ, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.».

249)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 501δ

Μεταβατικές διατάξεις σχετικά με την προληπτική αντιμετώπιση των κρυπτοστοιχείων

1.   Έως τις 30 Ιουνίου 2025, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για τη θέσπιση ειδικής προληπτικής αντιμετώπισης των ανοιγμάτων σε κρυπτοστοιχεία, λαμβάνοντας υπόψη τα διεθνή πρότυπα και τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114. Η εν λόγω νομοθετική πρόταση περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

α)

κριτήρια για την κατάταξη κρυπτοστοιχείων σε διαφορετικές κατηγορίες κρυπτοστοιχείων με βάση τα χαρακτηριστικά κινδύνου τους και τη συμμόρφωσή τους με ειδικές προϋποθέσεις·

β)

ειδικές απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για όλους τους κινδύνους που ενέχουν τα διάφορα κρυπτοστοιχεία·

γ)

ένα συνολικό όριο για τα ανοίγματα σε συγκεκριμένα είδη κρυπτοστοιχείων·

δ)

ειδικές απαιτήσεις δείκτη μόχλευσης για τα ανοίγματα σε κρυπτοστοιχεία·

ε)

ειδικές εποπτικές εξουσίες όσον αφορά την ταξινόμηση ανοιγμάτων σε κρυπτοστοιχεία, την παρακολούθηση και τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων·

στ)

ειδικές απαιτήσεις ρευστότητας για ανοίγματα σε κρυπτοστοιχεία·

ζ)

απαιτήσεις δημοσιοποίησης και υποβολής αναφορών.

2.   Έως την ημερομηνία εφαρμογής της νομοθετικής πράξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, τα ιδρύματα υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους για ανοίγματα σε κρυπτοστοιχεία ως εξής:

α)

τα ανοίγματα σε κρυπτοστοιχεία σε παραδοσιακά στοιχεία ενεργητικού σε μάρκες αντιμετωπίζονται ως ανοίγματα στα παραδοσιακά στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν·

β)

στα ανοίγματα σε μάρκες με αναφορά σε στοιχεία ενεργητικού των οποίων οι εκδότες συμμορφώνονται με τον κανονισμό (ΕΕ) 2023/1114 και αναφέρονται σε ένα ή περισσότερα παραδοσιακά στοιχεία ενεργητικού εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 250 %·

γ)

στα ανοίγματα σε κρυπτοστοιχεία πλην των αναφερόμενων στα στοιχεία α) και β) εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης κινδύνου 1 250 %.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο στοιχείο α), στα ανοίγματα σε κρυπτοστοιχεία σε παραδοσιακά στοιχεία ενεργητικού σε μάρκες, των οποίων οι αξίες εξαρτώνται από οποιαδήποτε άλλα κρυπτοστοιχεία, εφαρμόζεται το στοιχείο γ).

3.   Η αξία του συνολικού ανοίγματος ενός ιδρύματος σε κρυπτοστοιχεία πλην των αναφερόμενων στην παράγραφο 1 στοιχεία α) και β) δεν υπερβαίνει το 1 % του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 του ιδρύματος.

4.   Ίδρυμα που υπερβαίνει το όριο που καθορίζεται στην παράγραφο 3 ενημερώνει αμέσως την αρμόδια αρχή για την παραβίαση και αποδεικνύει με τρόπο ικανοποιητικό για την αρμόδια αρχή την έγκαιρη αποκατάσταση της συμμόρφωσης.

5.   Η ΕΑΤ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινιστούν τα τεχνικά στοιχεία που απαιτούνται ώστε τα ιδρύματα να υπολογίζουν τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τους σύμφωνα με τις προσεγγίσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 2 στοιχεία β) και γ), συμπεριλαμβανομένου του τρόπου υπολογισμού της αξίας των ανοιγμάτων και του τρόπου συγκέντρωσης των θετικών και των αρνητικών ανοιγμάτων για τους σκοπούς των παραγράφων 2 και 3.

Κατά την κατάρτιση των εν λόγω σχεδίων ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, η ΕΑΤ λαμβάνει υπόψη τα συναφή διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα προληπτικής εποπτείας που έχει αναπτύξει η BCBS, καθώς και τις υφιστάμενες άδειες λειτουργίας στην Ένωση δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2023/1114.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 10 Ιουλίου 2025.

Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό, εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

6.   Για τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων τους για ανοίγματα σε κρυπτοστοιχεία, τα ιδρύματα δεν εφαρμόζουν την αφαίρεση που αναφέρεται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 στοιχείο β).».

250)

Τα άρθρα 505 και 506 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 505

Επανεξέταση της χρηματοδότησης της γεωργίας

1.   Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2030, η ΕΑΤ καταρτίζει έκθεση σχετικά με τον αντίκτυπο των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού στη χρηματοδότηση της γεωργίας, μεταξύ άλλων σχετικά με τα ακόλουθα:

α)

την καταλληλότητα ειδικού συντελεστή στάθμισης κινδύνου για τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για πιστωτικό κίνδυνο υπολογιζόμενο σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ, για ανοίγματα έναντι γεωργικής επιχείρησης·

β)

κατά περίπτωση, κριτήρια που αιτιολογούνται για λόγους προληπτικής εποπτείας για την εφαρμογή του εν λόγω ειδικού συντελεστή στάθμισης κινδύνου, συμπεριλαμβανομένων των γεωργικών πρακτικών, καθώς και για τη συμπερίληψη των ανοιγμάτων έναντι επιχειρήσεων, των ανοιγμάτων λιανικής τραπεζικής ή των ανοιγμάτων που εξασφαλίζονται με υποθήκες επί ακίνητης περιουσίας·

γ)

την ευθυγράμμιση με τη στρατηγική “από το αγρόκτημα στο πιάτο” που καθορίζεται στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 20ής Μαΐου 2020, με τίτλο “Από το αγρόκτημα στο πιάτο — Μια στρατηγική για ένα δίκαιο, υγιές και φιλικό προς το περιβάλλον σύστημα τροφίμων” και τον αντίστοιχο περιβαλλοντικό αντίκτυπο κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 2020/852, ιδίως με τους δείκτες που συλλέγονται στο δίκτυο γεωργικής λογιστικής πληροφόρησης της Ένωσης, οι οποίοι παρουσιάζουν βαθμολογίες συμβολής όσον αφορά:

i)

τις καθαρές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου ανά εκτάριο·

ii)

τη χρήση φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων ανά εκτάριο·

iii)

τους δείκτες απόδοσης ανόργανων συστατικών του εδάφους, συμπεριλαμβανομένων του άνθρακα, της αμμωνίας, των φωσφορικών αλάτων και του αζώτου ανά εκτάριο·

iv)

την αποδοτική χρήση του νερού·

v)

επιβεβαίωση του θετικού αντικτύπου στους δείκτες που αναφέρονται στα σημεία i) έως iv) του παρόντος στοιχείου με λογότυπο βιολογικής παραγωγής της Ευρωπαϊκής Ένωσης που αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2018/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*15).

2.   Λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση ΕΑΤ που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Κατά περίπτωση, η εν λόγω έκθεση συνοδεύεται από νομοθετική πρόταση για την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού προκειμένου να μετριαστούν οι αρνητικές επιπτώσεις του στη χρηματοδότηση της γεωργίας.

3.   Η ΕΑΤ καταρτίζει επίσης ενδιάμεση έκθεση σχετικά με τον αντίκτυπο των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού στη χρηματοδότηση της γεωργίας έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027.

Άρθρο 506

Πιστωτικός κίνδυνος — ασφάλιση πιστώσεων

Έως τις 30 Ιουνίου 2024, η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΑΕΣ, υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με την επιλεξιμότητα και τη χρήση ασφαλιστηρίων συμβολαίων πιστώσεων ως τεχνικής μείωσης του πιστωτικού κινδύνου, μεταξύ άλλων σχετικά με:

α)

την καταλληλότητα των συναφών παραμέτρων κινδύνου που αναφέρονται στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαια 3 και 4·

β)

ανάλυση της πραγματικής και της παρατηρηθείσας επικινδυνότητας των ανοιγμάτων πιστωτικού κινδύνου όπου η ασφάλιση πιστώσεων αναγνωρίζεται ως τεχνική μείωσης του πιστωτικού κινδύνου·

γ)

τη συνέπεια των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό με τα αποτελέσματα των αναλύσεων που προβλέπονται στα στοιχεία α) και β).

Βάσει της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την τροποποίηση της αντιμετώπισης που εφαρμόζεται στην ασφάλιση πιστώσεων που αναφέρεται στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024.

(*15)  Κανονισμός (ΕΕ) 2018/848 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2018, για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 834/2007 του Συμβουλίου (ΕΕ L 150 της 14.6.2018, σ. 1).»."

251)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 506γ

Πιστωτικός κίνδυνος — αλληλεπίδραση μεταξύ των μειώσεων του κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 και των παραμέτρων πιστωτικού κινδύνου

Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τη συνέπεια μεταξύ της τρέχουσας μέτρησης του πιστωτικού κινδύνου και των επιμέρους παραμέτρων πιστωτικού κινδύνου και σχετικά με την αντιμετώπιση ενδεχόμενων προσαρμογών για τον σκοπό του υπολογισμού του ελλείμματος ή του πλεονάσματος IRB, όπως αναφέρεται στο άρθρο 159, καθώς και σχετικά με τη συνέπειά της με τον προσδιορισμό της αξίας ανοίγματος σύμφωνα με το άρθρο 166 και με την εκτίμηση της LGD.

Η έκθεση εξετάζει τη μέγιστη δυνατή οικονομική ζημία που προκύπτει από ένα γεγονός αθέτησης, καθώς και την επιτευχθείσα κάλυψη όσον αφορά μειώσεις κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, λαμβάνοντας υπόψη ενδεχόμενες μειώσεις κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που βασίζονται σε λογιστικοποίηση, μεταξύ άλλων από αναμενόμενες πιστωτικές ζημίες ή προσαρμογές εύλογης αξίας, και ενδεχόμενες μειώσεις αξίας επί των ληφθέντων ανοιγμάτων, καθώς και τις επιπτώσεις τους στις κανονιστικές αφαιρέσεις.

Άρθρο 506δ

Προληπτική μεταχείριση τιτλοποίησης

1.   Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ, υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με την προληπτική αντιμετώπιση των συναλλαγών τιτλοποίησης, κάνοντας διάκριση μεταξύ των διαφόρων ειδών τιτλοποιήσεων, συμπεριλαμβανομένων των σύνθετων τιτλοποιήσεων, μεταξύ μεταβιβαζουσών οντοτήτων και επενδυτών, και μεταξύ συναλλαγών STS και μη STS.

2.   Ειδικότερα, η ΕΑΤ παρακολουθεί τη χρήση της μεταβατικής ρύθμισης που αναφέρεται στο άρθρο 465 παράγραφος 13 και εκτιμά τον βαθμό στον οποίο η εφαρμογή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων στα ανοίγματα τιτλοποίησης θα επηρεάσει τη μείωση κεφαλαίων που επιτυγχάνουν τα μεταβιβάζοντα ιδρύματα σε συναλλαγές για τις οποίες έχει αναγνωριστεί σημαντική μεταφορά κινδύνου, θα μειώσει υπερβολικά την ευαισθησία κινδύνου και θα επηρεάσει την οικονομική βιωσιμότητα νέων συναλλαγών τιτλοποίησης. Σε τέτοιες περιπτώσεις μείωσης των ευαισθησιών κινδύνου, η ΕΑΤ μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο να προτείνει την προς τα κάτω αναπροσαρμογή των παραγόντων μη ουδετερότητας για συναλλαγές για τις οποίες έχει αναγνωριστεί σημαντική μεταφορά κινδύνου. Η ΕΑΤ εκτιμά επίσης τη καταλληλότητα των παραγόντων μη ουδετερότητας στο πλαίσιο τόσο της SEC-SA όσο και της SEC-IRBA, λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό πιστωτικών αποδόσεων των συναλλαγών τιτλοποίησης στην Ένωση και τους μειωμένους κινδύνους υποδείγματος και διαμεσολάβησης του πλαισίου τιτλοποίησης.

3.   Με βάση την έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και λαμβάνοντας υπόψη τα σχετικά διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η BCBS, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027.

Άρθρο 506ε

Αναγνώριση μη χρηματοδοτούμενης πιστωτικής προστασίας με εφαρμογή ανώτατου ή κατώτατου ορίου

1.   Έως τις 10 Ιουλίου 2026, η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τα ακόλουθα:

α)

τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούν οι εγγυήσεις με ανώτατα ή κατώτατα όρια που καθορίζονται στο επίπεδο ενός χαρτοφυλακίου ανοιγμάτων (“εγγυήσεις χαρτοφυλακίου”) για να χαρακτηριστούν ως τιτλοποίηση·

β)

τη ρυθμιστική αντιμετώπιση που εφαρμόζεται δυνάμει του τρίτου μέρους τίτλος II κεφάλαιο 4 στις εγγυήσεις χαρτοφυλακίου, όταν δεν χαρακτηρίζονται ως τιτλοποίηση·

γ)

την εφαρμογή των απαιτήσεων που καθορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 5 του παρόντος κανονισμού και στο κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 για εγγυήσεις χαρτοφυλακίου όταν οι εν λόγω εγγυήσεις χαρακτηρίζονται ως τιτλοποίηση·

δ)

την εφαρμογή του άρθρου 234 για ενιαίες εγγυήσεις που οδηγούν σε τμηματοποίηση.

2.   Στην έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η ΕΑΤ αξιολογεί ιδίως τα ακόλουθα:

α)

σε σχέση με την παράγραφο 1 στοιχείο α), τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες οι εγγυήσεις χαρτοφυλακίου οδηγούν σε μεταφορά του κινδύνου κατά τμήματα·

β)

σε σχέση με την παράγραφο 1 στοιχείο β):

i)

τα συναφή κριτήρια επιλεξιμότητας των εγγυήσεων χαρτοφυλακίου σύμφωνα με το τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 4·

ii)

την εφαρμογή των απαιτήσεων που καθορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 4·

γ)

σε σχέση με την παράγραφο 1 στοιχείο δ), την εφαρμογή των απαιτήσεων που καθορίζονται στο κεφάλαιο 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/2402 και στο τρίτο μέρος τίτλος II κεφάλαιο 5 του παρόντος κανονισμού.

Βάσει της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027.

Άρθρο 506στ

Προληπτική αντιμετώπιση των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων

Έως τις 10 Ιουλίου 2026, η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τον αντίκτυπο του νέου πλαισίου για τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων όσον αφορά τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που αποδίδονται στις αντίστοιχες συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων οι οποίες είναι εκ φύσεως πολύ βραχυπρόθεσμες δραστηριότητες, με ιδιαίτερη έμφαση στον δυνητικό αντίκτυπό του στις αγορές κρατικών χρεωστικών τίτλων όσον αφορά την ικανότητα και το κόστος ειδικής διαπραγμάτευσης.

Η ΕΑΤ αξιολογεί κατά πόσον είναι σκόπιμη η αναπροσαρμογή των σχετικών συντελεστών στάθμισης κινδύνου στην τυποποιημένη προσέγγιση, δεδομένων των συναφών κινδύνων όσον αφορά τις βραχυπρόθεσμες ληκτότητες, ιδίως για τις υπολειπόμενες ληκτότητες κάτω του ενός έτους.

Βάσει της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027.».

252)

Στο άρθρο 514 προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2.   Με βάση την έκθεση ΕΑΤ που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την εφαρμογή σε τρίτες χώρες των διεθνώς συμφωνημένων προτύπων που έχει αναπτύξει η BCBS, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο για την τροποποίηση των προσεγγίσεων που καθορίζονται στο τρίτο μέρος τίτλος ΙΙ κεφάλαιο 6 τμήματα 3, 4 και 5.».

253)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο:

«Άρθρο 518γ

Επανεξέταση του πλαισίου για τις προληπτικές απαιτήσεις

Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2028, η Επιτροπή αξιολογεί τη συνολική κατάσταση του τραπεζικού συστήματος στην ενιαία αγορά, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ και την ΕΚΤ, και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την καταλληλότητα του κανονιστικού και του εποπτικού πλαισίου της Ένωσης για τον τραπεζικό τομέα.

Η εν λόγω έκθεση καταγράφει τις μεταρρυθμίσεις στον τραπεζικό τομέα που πραγματοποιήθηκαν μετά τη μεγάλη χρηματοπιστωτική κρίση και αξιολογεί αν αυτές διασφαλίζουν επαρκές επίπεδο προστασίας των καταθετών και κατοχυρώνουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε επίπεδο κρατών μελών, τραπεζικής ένωσης και Ένωσης.

Η έκθεση εξετάζει επίσης όλες τις διαστάσεις της τραπεζικής ένωσης, καθώς και την εφαρμογή του κατώτατου ορίου κεφαλαιακών απαιτήσεων ως μέρος των κεφαλαιακών απαιτήσεων και των απαιτήσεων ρευστότητας γενικότερα. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή λαμβάνει δεόντως υπόψη τις συναφείς δηλώσεις και συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου σχετικά με την τραπεζική ένωση.».

254)

Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα:

«Άρθρο 519δ

Πλαίσιο κατώτατου ορίου για τις ελάχιστες περικοπές για συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων

1.   Η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ, υποβάλλει, έως τις 10 Ιανουαρίου 2027, έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με την καταλληλότητα της εφαρμογής στην ενωσιακή νομοθεσία του πλαισίου κατώτατων ορίων για τις ελάχιστες περικοπές για τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων για την αντιμετώπιση της πιθανής συσσώρευσης μόχλευσης εκτός του τραπεζικού τομέα.

2.   Η έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εξετάζει όλα τα ακόλουθα:

α)

τον βαθμό μόχλευσης εκτός του τραπεζικού συστήματος της Ένωσης και τον βαθμό στον οποίο το πλαίσιο κατώτατων ορίων για τις ελάχιστες περικοπές θα μπορούσε να μειώσει την εν λόγω μόχλευση εάν καταστεί υπερβολική·

β)

τη σημαντικότητα των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων που κατέχουν τα ιδρύματα εντός της Ένωσης που υπόκεινται στο πλαίσιο κατώτατων ορίων για τις ελάχιστες περικοπές, συμπεριλαμβανομένης της ανάλυσης των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων που δεν συμμορφώνονται με τα κατώτατα όρια για τις ελάχιστες περικοπές·

γ)

τον εκτιμώμενο αντίκτυπο του πλαισίου κατώτατων ορίων για τις ελάχιστες περικοπές για τα ιδρύματα εντός της Ένωσης βάσει των δύο προσεγγίσεων εφαρμογής που συνιστά το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, δηλαδή ρύθμιση της αγοράς ή πιο αυστηρή απαίτηση ιδίων κεφαλαίων δυνάμει του παρόντος κανονισμού, βάσει σεναρίου στο οποίο τα ιδρύματα εντός της Ένωσης δεν προσαρμόζουν τις περικοπές των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων τους ώστε να συμμορφώνονται με τα κατώτατα όρια για τις ελάχιστες περικοπές, και τον εκτιμώμενο αντίκτυπο του πλαισίου κατώτατων ορίων για τις ελάχιστες περικοπές βάσει εναλλακτικού σεναρίου στο οποίο τα ιδρύματα εντός της Ένωσης προσαρμόζουν τις εν λόγω περικοπές ώστε να συμμορφώνονται με τα κατώτατα όρια για τις ελάχιστες περικοπές·

δ)

τους κύριους παράγοντες για τις εν λόγω εκτιμώμενες επιπτώσεις, καθώς και τις δυνητικές ακούσιες συνέπειες της εισαγωγής πλαισίου κατώτατων ορίων για τις ελάχιστες περικοπές στη λειτουργία των αγορών συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων εντός της Ένωσης·

ε)

την προσέγγιση εφαρμογής που θα ήταν η πλέον αποτελεσματική για την επίτευξη των κανονιστικών στόχων του πλαισίου κατώτατων ορίων για τις ελάχιστες περικοπές, υπό το φως των παραμέτρων που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ) και λαμβανομένων υπόψη των ίσων όρων ανταγωνισμού σε ολόκληρο τον χρηματοπιστωτικό τομέα εντός της Ένωσης.

3.   Με βάση την έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 και λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τη σύσταση του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για την εφαρμογή του πλαισίου κατώτατων ορίων για τις ελάχιστες περικοπές για τις συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων, καθώς και τα σχετικά διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα που έχει αναπτύξει η BCBS, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 10 Ιανουαρίου 2028.

Άρθρο 519ε

Λειτουργικός κίνδυνος

Έως τις 10 Ιανουαρίου 2028, η ΕΑΤ υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή σχετικά με τα ακόλουθα:

α)

τη χρήση ασφάλισης στο πλαίσιο του υπολογισμού των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων για λειτουργικό κίνδυνο·

β)

κατά πόσον η αναγνώριση των εισπράξεων από ασφαλίσεις ενδέχεται να οδηγήσει σε ρυθμιστικό αρμπιτράζ μειώνοντας την ετήσια ζημία από λειτουργικό κίνδυνο χωρίς ανάλογη μείωση του πραγματικού ανοίγματος σε λειτουργικές ζημίες·

γ)

κατά πόσον η αναγνώριση των εισπράξεων από ασφαλίσεις έχει διαφορετικό αντίκτυπο στην κατάλληλη κάλυψη των επαναλαμβανόμενων ζημιών και των δυνητικών ζημιών ουράς·

δ)

τη διαθεσιμότητα και την ποιότητα των δεδομένων που χρησιμοποιούνται από τα ιδρύματα κατά τον υπολογισμό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων τους για λειτουργικό κίνδυνο.

Βάσει της εν λόγω έκθεσης, η Επιτροπή υποβάλλει, κατά περίπτωση, νομοθετική πρόταση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έως τις 10 Ιανουαρίου 2029.

Άρθρο 519στ

Αναλογικότητα

Η ΕΑΤ καταρτίζει έκθεση με την οποία αξιολογεί το συνολικό πλαίσιο προληπτικής εποπτείας για τα μικρά και μη πολύπλοκα ιδρύματα, και ειδικότερα:

α)

αξιολογεί τις εν λόγω απαιτήσεις και σε σχέση με τραπεζικούς ομίλους και συγκεκριμένα επιχειρηματικά μοντέλα·

β)

λαμβάνει υπόψη τη σημασία των μικρών και μη πολύπλοκων ιδρυμάτων σε επίπεδο ιδρυμάτων και ανά περιφέρεια για τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και της παροχής πιστώσεων σε τοπικές κοινότητες.

Κατά την εξέταση επιλογών για αλλαγές στο πλαίσιο προληπτικής εποπτείας, η ΕΑΤ βασίζεται στη γενική αρχή ότι οι οιεσδήποτε απλουστευμένες απαιτήσεις πρέπει να είναι πιο συντηρητικές.

Η ΕΑΤ υποβάλλει την εν λόγω έκθεση στην Επιτροπή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2027.».

255)

Το παράρτημα I αντικαθίσταται από το κείμενο του παραρτήματος του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2025.

Ωστόσο, τα ακόλουθα σημεία του άρθρου 1 του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται από τις 9 Ιουλίου 2024: σημείο 1) στοιχείο α) σημείο iv)· σημείο 1) στοιχείο β)· σημεία 2), 3) και 4)· σημείο 6) στοιχείο στ)· σημείο 8) στοιχείο γ)· σημείο 11) αναφορικά με το άρθρο 34 παράγραφος 4 του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 30) στοιχείο δ)· σημείο 34) αναφορικά με το άρθρο 104 παράγραφος 9 του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 35) στοιχείο a)· σημείο 37 αναφορικά με το άρθρο 104γ παράγραφος 4 του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 42) αναφορικά με το άρθρο 111 παράγραφος 8 του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 52) αναφορικά με το άρθρο 122a παράγραφος 4 του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 53) αναφορικά με το άρθρο 123 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 55) αναφορικά με το άρθρο 124 παράγραφοι 11, 12 και 14 του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 56) αναφορικά με το άρθρο 126a παράγραφος 3 του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013· σημεία 57) και 65)· σημείο 70) στοιχείο γ) αναφορικά με το άρθρο 143 παράγραφος 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 71) στοιχείο β· σημείο 72) σημείο i)· σημείο 78) στοιχείο ε)· σημείο 81)· σημείο 98) στοιχείο β)· σημείο 102) στοιχείο δ)· σημείο 104) στοιχείο γ)· σημείο 105) στοιχείο γ)· σημείο 106) στοιχείο ε)· σημείο 135) στοιχείο γ)· σημείο 152) στοιχείο β) σημείο ii)· σημείο 155) αναφορικά με το άρθρο 314 παράγραφοι 9 και 10, το άρθρο 315 παράγραφος 3, το άρθρο 316 παράγραφος 3, το άρθρο 317 παράγραφοι 9 και 10, το άρθρο 320 παράγραφος 3, το άρθρο 321 παράγραφος 2 και το άρθρο 323 παράγραφος 2 του κανονισμού (EΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 156) στοιχείο β)· σημείο 159) στοιχείο γ) αναφορικά με το άρθρο 325γ παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 160) στοιχείο γ) αναφορικά με το άρθρο 325ι παράγραφος 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 164) στοιχείο β)· σημείο 178) στοιχείο ε)· σημείο 180)· σημείο 182) στοιχείο δ)· σημείο 183) στοιχείο γ)· σημείο 184) στοιχείο β) σημείο iii)· σημείο 198) στοιχείο γ)· σημείο 201) αναφορικά με το άρθρο 383a παράγραφοι 4 και 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 204)· σημείο 205) στοιχείο β) σημείο i)· σημείο 214) στοιχεία α) και γ)· σημεία 222) και 223)· σημείο 229) αναφορικά με το άρθρο 449a παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· σημεία 232), 235), 236) και 238)· σημείο 239) στοιχείο α)· σημείο 242) αναφορικά με το άρθρο 495β παράγραφοι 2 και 4 και το άρθρο 495γ παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· σημεία 243), 244), 248) και 249)· σημείο 250) αναφορικά με το άρθρο 506 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· σημείο 251) αναφορικά με τα άρθρα 506ε και 506στ του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· σημεία 252), 253) και 254).

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 31 Μαΐου 2024.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Η Πρόεδρος

R. METSOLA

Για το Συμβούλιο

Η Πρόεδρος

H. LAHBIB


(1)   ΕΕ C 233 της 16.6.2022, σ. 14.

(2)   ΕΕ C 290 της 29.7.2022, σ. 40.

(3)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Απριλίου 2024 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 30ής Μαΐου 2024.

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).

(5)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 12).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 48).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84).

(8)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για τους οργανισμούς αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 1).

(9)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/876 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2019, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά τον δείκτη μόχλευσης, τον δείκτη καθαρής σταθερής χρηματοδότησης, τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, τον πιστωτικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, τον κίνδυνο αγοράς, τα ανοίγματα έναντι κεντρικών αντισυμβαλλομένων, τα ανοίγματα έναντι οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα και τις υποχρεώσεις υποβολής αναφορών και δημοσιοποίησης, καθώς και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 150 της 7.6.2019, σ. 1).

(10)   ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1.

(11)  Κανονισμός (ΕΕ) 2019/630 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 2019, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 όσον αφορά την ελάχιστη κάλυψη ζημιών για τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (ΕΕ L 111 της 25.4.2019, σ. 4).

(12)  Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 2021, για τη θέσπιση πλαισίου με στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 401/2009 και (ΕΕ) 2018/1999 («ευρωπαϊκό νομοθέτημα για το κλίμα») (ΕΕ L 243 της 9.7.2021, σ. 1).

(13)  Κανονισμός (ΕΕ) 2020/852 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 2020, σχετικά με τη θέσπιση πλαισίου για τη διευκόλυνση των βιώσιμων επενδύσεων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2019/2088 (ΕΕ L 198 της 22.6.2020, σ. 13).

(14)  Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 2023, για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και των οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937 (ΕΕ L 150 της 9.6.2023, σ. 40).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Ταξινόμηση των εκτός ισολογισμού στοιχείων

Κλιμάκιο

Στοιχεία

1

α)

Πιστωτικά παράγωγα και γενικές εγγυήσεις χρέους, συμπεριλαμβανομένων ενέγγυων πιστώσεων εν αναμονή που χρησιμεύουν ως χρηματοοικονομικές εγγυήσεις για δάνεια και χρεόγραφα, και τίτλοι αποδοχής, συμπεριλαμβανομένων οπισθογραφήσεων που έχουν χαρακτήρα τίτλων αποδοχής, καθώς και οποιαδήποτε άλλα άμεσα υποκατάστατα πιστώσεων·

β)

Συμφωνίες πώλησης και επαναγοράς και πωλήσεις στοιχείων ενεργητικού με δικαίωμα αναγωγής όπου ο πιστωτικός κίνδυνος παραμένει στο ίδρυμα·

γ)

Τίτλοι που παρέχονται από το ίδρυμα ως δάνειο ή τίτλοι που παρέχονται από το ίδρυμα ως εξασφάλιση, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου οι τίτλοι αυτοί προκύπτουν από συναλλαγές παρόμοιες με συμφωνία επαναγοράς·

δ)

Προθεσμιακές αγορές περιουσιακών στοιχείων, προθεσμιακές καταθέσεις και μερικώς καταβληθέντα ποσά μετοχών και χρεογράφων, που αντιπροσωπεύουν δεσμεύσεις με ορισμένη ανάληψη·

ε)

Στοιχεία εκτός ισολογισμού που αποτελούν υποκατάστατο πίστωσης, όταν δεν περιλαμβάνονται ρητά σε καμία άλλη κατηγορία·

στ)

Άλλα στοιχεία εκτός ισολογισμού που ενέχουν παρόμοιο κίνδυνο και όπως κοινοποιούνται στην ΕΑΤ.

2

α)

Διευκολύνσεις έκδοσης βραχυπρόθεσμων γραμματίων (NIF) και ανανεούμενες διευκολύνσεις αναδοχής (RUF) ανεξάρτητα από τη ληκτότητα της υποκείμενης διευκόλυνσης·

β)

Εγγυήσεις καλής εκτέλεσης, εγγυήσεις συμμετοχής, εγγυήσεις και ενέγγυες πιστώσεις εν αναμονή που σχετίζονται με συγκεκριμένες συναλλαγές και παρόμοια ενδεχόμενα στοιχεία που σχετίζονται με συναλλαγές, εξαιρουμένων των εκτός ισολογισμού στοιχείων χρηματοδότησης του εμπορίου που αναφέρονται στο κλιμάκιο 4·

γ)

Άλλα στοιχεία εκτός ισολογισμού που ενέχουν παρόμοιο κίνδυνο, όπως κοινοποιούνται στην ΕΑΤ.

3

α)

Το μη αναληφθέν ποσό πιστοδότησης, ανεξάρτητα από τη ληκτότητα της υποκείμενης διευκόλυνσης, εκτός εάν εμπίπτουν σε άλλη κατηγορία·

β)

Άλλα στοιχεία εκτός ισολογισμού που ενέχουν παρόμοιο κίνδυνο, όπως κοινοποιούνται στην ΕΑΤ.

4

α)

Εκτός ισολογισμού στοιχεία χρηματοδότησης του εμπορίου:

i)

εγγυήσεις, περιλαμβανομένων των εγγυήσεων συμμετοχής σε διαγωνισμό και καλής εκτέλεσης και συναφών εγγυήσεων προκαταβολών και παρακράτησης, και εγγυήσεις που δεν αποτελούν υποκατάστατα πιστώσεων·

ii)

ανέκκλητες ενέγγυες πιστώσεις εν αναμονή που δεν αποτελούν υποκατάστατα πιστώσεων·

iii)

βραχυπρόθεσμες, αυτοεξοφλούμενες εμπορικές ενέγγυες πιστώσεις που συνδέονται με κινήσεις αγαθών, ιδίως πιστώσεις έναντι φορτωτικών εγγράφων που εξασφαλίζονται με την υποκείμενη αποστολή, σε περίπτωση ιδρύματος που εκδίδει ή επιβεβαιώνει την ενέγγυα πίστωση·

β)

Άλλα στοιχεία εκτός ισολογισμού που ενέχουν παρόμοιο κίνδυνο, όπως κοινοποιούνται στην ΕΑΤ

5

α)

Το μη αναληφθέν ποσό των άνευ όρων ακυρώσιμων πιστοδοτήσεων·

β)

Το μη αναληφθέν ποσό των πιστωτικών ορίων λιανικής τραπεζικής για τα οποία οι ρήτρες επιτρέπουν στο ίδρυμα να τα ακυρώσει έως το ανώτατο επιτρεπόμενο ποσό βάσει της νομοθεσίας για την προστασία του καταναλωτή και των συναφών νομικών πράξεων·

γ)

Μη αναληφθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις για εγγυήσεις συμμετοχής σε διαγωνισμό και καλής εκτέλεσης που μπορούν να ακυρωθούν άνευ όρων ανά πάσα στιγμή και χωρίς προειδοποίηση ή προβλέπουν αυτόματη ακύρωση εξαιτίας της επιδείνωσης της φερεγγυότητας του δανειολήπτη·

δ)

Άλλα στοιχεία εκτός ισολογισμού που ενέχουν παρόμοιο κίνδυνο, όπως κοινοποιούνται στην ΕΑΤ.».


ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/1623/oj

ISSN 1977-0669 (electronic edition)