ISSN 1977-0669

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 214

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

62ό έτος
16 Αυγούστου 2019


Περιεχόμενα

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2019/1347 της Επιτροπής, της 8ης Αυγούστου 2019, για την έγκριση μη ήσσονος σημασίας τροποποίησης των προδιαγραφών ονομασίας καταχωρισμένης στο μητρώο προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων [Roquefort (ΠΟΠ)]

1

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

*

Απόφαση (ΕΕ) 2019/1348 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 18ης Ιουλίου 2019, αναφορικά με τη διαδικασία αναγνώρισης της ιδιότητας κρατών μελών εκτός ζώνης ευρώ ως κρατών μελών παροχής στοιχείων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 σχετικά με τη συλλογή αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων και δεδομένων πιστωτικού κινδύνου (ΕΚΤ/2019/20)

3

 

*

Απόφαση (ΕΕ) 2019/1349 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 26ης Ιουλίου 2019, σχετικά με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις άσκησης ορισμένων εξουσιών επίβλεψης των συστημικώς σημαντικών συστημάτων πληρωμών από τις αρμόδιες αρχές (EKT/2019/25)

16

EL

Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

16.8.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 214/1


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2019/1347 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 8ης Αυγούστου 2019

για την έγκριση μη ήσσονος σημασίας τροποποίησης των προδιαγραφών ονομασίας καταχωρισμένης στο μητρώο προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων [«Roquefort» (ΠΟΠ)]

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1151/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Νοεμβρίου 2012, για τα συστήματα ποιότητας των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων (1), και ιδίως το άρθρο 52 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Σύμφωνα με το άρθρο 53 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1151/2012, η Επιτροπή εξέτασε την αίτηση της Γαλλίας για την έγκριση τροποποίησης των προδιαγραφών της προστατευόμενης ονομασίας προέλευσης «Roquefort», η οποία καταχωρίσθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/96 της Επιτροπής (2), όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς (ΕΚ) αριθ. 828/2003 (3) και (ΕΚ) αριθ. 938/2008 (4) της Επιτροπής.

(2)

Δεδομένου ότι η εν λόγω τροποποίηση δεν είναι ήσσονος σημασίας κατά την έννοια του άρθρου 53 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1151/2012, η Επιτροπή δημοσίευσε την αίτηση τροποποίησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 50 παράγραφος 2 στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού, στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (5).

(3)

Δεδομένου ότι δεν έχει κοινοποιηθεί στην Επιτροπή καμία δήλωση ένστασης βάσει του άρθρου 51 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1151/2012, πρέπει να εγκριθεί η τροποποίηση των προδιαγραφών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Εγκρίνεται η τροποποίηση των προδιαγραφών η οποία έχει δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αφορά την ονομασία «Roquefort» (ΠΟΠ).

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 8 Αυγούστου 2019.

Για την Επιτροπή,

εξ ονόματος του Προέδρου,

Phil HOGAN

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 343 της 14.12.2012, σ. 1.

(2)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1107/96 της Επιτροπής, της 12ης Ιουνίου 1996, σχετικά με την καταχώριση των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2081/92 του Συμβουλίου (ΕΕ L 148 της 21.6.1996, σ. 1).

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 828/2003 της Επιτροπής, της 14ης Μαΐου 2003, για την τροποποίηση των στοιχείων της συγγραφής υποχρεώσεων δεκαέξι ονομασιών που περιλαμβάνονται στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1107/96 σχετικά με την καταχώρηση των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2081/92 του Συμβουλίου για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων και των ονομασιών προέλευσης των γεωργικών προϊόντων και τροφίμων (Danablu, Monti Iblei, Λέσβος, Beaufort, Salers, Reblochon ή Reblochon de Savoie, Laguiole, Mont d'Or ή Vacherin du Haut-Doubs, Comté, Roquefort, Epoisses de Bourgogne, Brocciu corse ή Brocciu, Sainte-Maure de Touraine, Ossau-Iraty, Dinde de Bresse, αιθέριο έλαιο λεβάντας της Haute-Provence) (ΕΕ L 120 της 15.5.2003, σ. 3).

(4)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 938/2008 της Επιτροπής, της 24ης Σεπτεμβρίου 2008, για την έγκριση μη ήσσονος σημασίας τροποποιήσεων των προδιαγραφών ονομασίας καταχωρισμένης στο μητρώο προστατευόμενων ονομασιών προέλευσης και προστατευόμενων γεωγραφικών ενδείξεων [Roquefort (ΠΟΠ)] (ΕΕ L 257 της 25.9.2008, σ. 10).

(5)   ΕΕ C 133 της 10.4.2019, σ. 2.


ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

16.8.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 214/3


ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΕ) 2019/1348 ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ

της 18ης Ιουλίου 2019

αναφορικά με τη διαδικασία αναγνώρισης της ιδιότητας κρατών μελών εκτός ζώνης ευρώ ως κρατών μελών παροχής στοιχείων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 σχετικά με τη συλλογή αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων και δεδομένων πιστωτικού κινδύνου (ΕΚΤ/2019/20)

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 127 παράγραφοι 2 και 5,

Έχοντας υπόψη το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και ιδίως το άρθρο 5 και τη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 34.1,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/867 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 18ης Μαΐου 2016, σχετικά με τη συλλογή αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων και δεδομένων πιστωτικού κινδύνου (EKT/2016/13) (1), και ιδίως το άρθρο 1 σημείο 1,

Έχοντας υπόψη τη συμβολή του γενικού συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13) καθορίζει το γενικό πλαίσιο για τη συλλογή αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων και δεδομένων πιστωτικού κινδύνου (εφεξής τα «πιστωτικά δεδομένα»). Στο κείμενό του μνημονεύεται ότι τα κράτη μέλη των οποίων το νόμισμα δεν είναι το ευρώ (εφεξής τα «κράτη μέλη εκτός ζώνης ευρώ») μπορούν να αποφασίσουν να καταστούν κράτη μέλη παροχής στοιχείων, ενσωματώνοντας τις διατάξεις του στο εθνικό τους δίκαιο ή θεσπίζοντας σχετικές υποχρεώσεις παροχής στοιχείων βάσει του εν λόγω δικαίου. Εν προκειμένω μπορούν ιδίως να καταστούν κράτη μέλη παροχής στοιχείων τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό (ΕΕΜ) μέσω στενής συνεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου (2).

(2)

Το άρθρο 5 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, συνεπάγεται την υποχρέωση των κρατών μελών εκτός ζώνης ευρώ να εκπονούν και να εφαρμόζουν σε εθνικό επίπεδο όλα τα μέτρα που θεωρούν κατάλληλα για τη συλλογή των στατιστικών πληροφοριών τις οποίες χρειάζονται για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων παροχής στατιστικών στοιχείων που υπέχουν έναντι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και για την έγκαιρη προετοιμασία τους στο πεδίο της στατιστικής, προκειμένου να καταστούν κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ (εφεξής τα «κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ»).

(3)

Όπως αναγνωρίζεται στην αιτιολογική σκέψη 7 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13), η κοινή βάση αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων (εφεξής «η βάση δεδομένων AnaCredit»), την οποία χρησιμοποιούν όλες οι κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος, θα πρέπει να είναι προσβάσιμη σε οικειοθελή βάση από κράτη μέλη εκτός ζώνης ευρώ, ιδίως από όσα συμμετέχουν στον ΕΕΜ, έτσι ώστε να διευρυνθεί η γεωγραφική της εμβέλεια και η εμβέλεια των καλυπτόμενων στοιχείων και να ενισχυθεί η εναρμόνιση σε επίπεδο Ένωσης. Πλείονες εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕθνΚΤ) κρατών μελών εκτός ζώνης ευρώ (εφεξής οι «ΕθνΚΤ εκτός ζώνης ευρώ») συνεργάζονται ήδη με την ΕΚΤ και τις ΕθνΚΤ κρατών μελών της ζώνης του ευρώ (εφεξής οι «ΕθνΚΤ της ζώνης του ευρώ») βάσει της σύστασης ΕΚΤ/2014/7 (3), εφαρμόζοντας τα προπαρασκευαστικά μέτρα για τη συλλογή αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων σύμφωνα με την απόφαση ΕΚΤ/2014/6 (4).

(4)

Τα κράτη μέλη εκτός ζώνης ευρώ τα οποία αποφασίζουν να καταστούν κράτη μέλη παροχής στοιχείων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13) θα πρέπει να ενημερώνουν την ΕΚΤ σχετικά με την πρόθεσή τους αυτή. Η ΕΚΤ θα πρέπει να επαληθεύει ότι τα συγκεκριμένα κράτη μέλη έχουν ενσωματώσει τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού στο εθνικό τους δίκαιο ή ότι έχουν θεσπίσει σχετικές υποχρεώσεις παροχής στοιχείων βάσει του εθνικού τους δικαίου και εντός των ορίων της συνταγματικής τους τάξης.

(5)

Σύμφωνα με τα οριζόμενα στην αιτιολογική σκέψη 4 της κατευθυντήριας γραμμής (ΕΕ) 2017/2335 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2017/38) (5), τα κράτη μέλη εκτός ζώνης ευρώ μπορούν επίσης να ενσωματώνουν τις διατάξεις της στο εθνικό τους δίκαιο ή να εφαρμόζουν, βάσει αυτού, μέτρα με τα οποία διασφαλίζεται η συμμόρφωσή τους με ανάλογες υποχρεώσεις διαβίβασης δεδομένων στην ΕΚΤ κατά τρόπο εναρμονισμένο, περιλαμβανομένων των υποχρεώσεων καταχώρισης αντισυμβαλλομένων στο μητρώο δεδομένων ιδρυμάτων και συνδεδεμένων επιχειρήσεων (Register of Institutions and Affiliates Data, εφεξής το «RIAD»), σύμφωνα με την κατευθυντήρια γραμμή ΕΚΤ (ΕΕ) 2018/876 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2018/16) (6). Με τον τρόπο αυτόν, και ακολούθως προς την αιτιολογική σκέψη 9 της κατευθυντήριας γραμμής (ΕΕ) 2018/876 (ΕΚΤ/2018/16), τα κράτη μέλη εκτός ζώνης ευρώ μπορούν να συμβάλλουν στην υποβολή και επικύρωση δεδομένων στο RIAD και, στη βάση της αμοιβαιότητας, να ανταλλάσσουν δεδομένα σχετικά με τις οικείες εγχώριες οντότητες και να αποκτούν πρόσβαση στη δέσμη δεδομένων της ζώνης του ευρώ βάσει της σύστασης ΕΚΤ/2018/36 (7).

(6)

Καθίσταται επομένως αναγκαίος ο καθορισμός των διαδικασιών τις οποίες θα πρέπει να ακολουθεί η ΕΚΤ όσον αφορά: α) την υποβολή αιτήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος από κράτη μέλη εκτός ζώνης ευρώ που επιθυμούν να καταστούν κράτη μέλη παροχής στοιχείων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13), β) την αξιολόγηση των αιτήσεων από την ίδια και γ) την αναγνώριση της ιδιότητας κράτους μέλους εκτός ζώνης ευρώ ως κράτους μέλους παροχής στοιχείων από την ίδια. Είναι εξίσου αναγκαίο να προβλεφθούν διαδικασίες σχετικά με τη δυνητική αναστολή και άρση της ως άνω αναγνωρισμένης ιδιότητας.

(7)

Καθίσταται αναγκαίος ο καθορισμός σε ξεχωριστή νομικά δεσμευτική συμφωνία, αφενός, των όρων υπό τους οποίους οι ΕθνΚΤ εκτός ζώνης ευρώ αποκτούν πρόσβαση και χρησιμοποιούν τα πιστωτικά δεδομένα που συλλέγουν η ΕΚΤ, οι ΕθνΚΤ της ζώνης του ευρώ και τα εκτός ζώνης ευρώ κράτη μέλη παροχής στοιχείων και, αφετέρου, των όρων υπό τους οποίους η ΕΚΤ, οι ΕθνΚΤ της ζώνης του ευρώ και οι ΕθνΚΤ των εκτός ζώνης ευρώ κρατών μελών παροχής στοιχείων αποκτούν πρόσβαση και χρησιμοποιούν τα στοιχεία που συλλέγουν τα εκτός ζώνης ευρώ κράτη μέλη παροχής στοιχείων βάσει του εθνικού τους δικαίου. Οι εν λόγω όροι θα πρέπει να καθοριστούν αφού ληφθούν υπόψη οι εφαρμοστέες διατάξεις του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2533/98 του Συμβουλίου (8).

(8)

Ως εκ τούτου, η απόφαση περί αναγνώρισης της ιδιότητας κράτους μέλους εκτός ζώνης ευρώ ως κράτους μέλους παροχής στοιχείων θα συναρτάται προς την ύπαρξη νομικά δεσμευτικής συμφωνίας η οποία θα διέπει τη σχέση μεταξύ των ΕθνΚΤ εκτός ζώνης ευρώ, της ΕΚΤ και των ΕθνΚΤ της ζώνης του ευρώ όσον αφορά την ανταλλαγή πιστωτικών δεδομένων και λοιπά συναφή ζητήματα, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η προστασία της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών και οι περιορισμοί στη χρήση ή διαβίβαση των πιστωτικών δεδομένων, όπως, ενδεικτικά, στο πλαίσιο τυχόν κυκλωμάτων ανταλλαγής πληροφοριών του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13),

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Αντικείμενο και σκοπός

Η παρούσα απόφαση καθορίζει τις διαδικασίες που πρόκειται να ακολουθεί η ΕΚΤ με σκοπό την αναγνώριση της ιδιότητας κρατών μελών εκτός ζώνης ευρώ ως κρατών μελών παροχής στοιχείων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13).

Άρθρο 2

Ορισμοί

Οι όροι που χρησιμοποιούνται στην παρούσα απόφαση νοούνται όπως στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13), εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης ως «μονάδα παροχής στοιχείων» νοείται νομική οντότητα ή αλλοδαπό υποκατάστημα που είναι κάτοικος εκτός ζώνης ευρώ κράτους μέλους παροχής στοιχείων και υπόκειται σε υποχρεώσεις παροχής στοιχείων ίδιες ή συναφείς με εκείνες του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13).

Άρθρο 3

Κριτήρια αναγνώρισης της ιδιότητας κράτους μέλους παροχής στοιχείων

1.   Η ΕΚΤ μπορεί να αναγνωρίζει ορισμένο κράτος μέλος εκτός ζώνης ευρώ ως κράτος μέλος παροχής στοιχείων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ)) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13) μόνο εφόσον κρίνει ότι αυτό έχει ενσωματώσει τις διατάξεις του συγκεκριμένου κανονισμού και της κατευθυντήριας γραμμής (ΕΕ) 2017/2335 (ΕΚΤ/2017/38) στο εθνικό του δίκαιο ή ότι έχει θεσπίσει σχετικές υποχρεώσεις παροχής στοιχείων βάσει του εν λόγω δικαίου.

2.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 η ΕΚΤ εξετάζει αν η ΕθνΚΤ του κράτους μέλους εκτός ζώνης ευρώ, σε συνεργασία με άλλες αρμόδιες εθνικές αρχές εφόσον τούτο απαιτείται βάσει του εφαρμοστέου εθνικού δικαίου, έχει εξουσιοδοτηθεί, κατ' ελάχιστον:

α)

να ταυτοποιεί και να αναθεωρεί τον πραγματικό πληθυσμό παροχής στοιχείων κατά τους ορισμούς του άρθρου 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13)·

β)

να συλλέγει πιστωτικά δεδομένα προερχόμενα από τον πραγματικό πληθυσμό παροχής στοιχείων κατά τους ορισμούς του άρθρου 3 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13), με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 8 παράγραφοι 4 και 5 του ίδιου κανονισμού ή ανάλογων διατάξεων του εθνικού δικαίου·

γ)

να ταυτοποιεί αντισυμβαλλόμενους με τον τρόπο που περιγράφεται στο άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13)·

δ)

να επιβάλλει στις ταυτοποιούμενες μονάδες παροχής στοιχείων του στοιχείου α) υποχρεώσεις παροχής στατιστικών στοιχείων ίδιες ή ανάλογες με εκείνες των άρθρων 4 έως 8 και 13 έως 15 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13)·

ε)

να χορηγεί παρεκκλίσεις σε μικρές μονάδες παροχής στοιχείων κατά το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13)·

στ)

να επαληθεύει και να συλλέγει υποχρεωτικά τις πληροφορίες όταν ορισμένη μονάδα δεν πληροί τα ελάχιστα πρότυπα διαβίβασης, ακρίβειας, εννοιολογικής συμβατότητας και αναθεωρήσεων κατά το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13)· και

ζ)

να επιβάλλει κυρώσεις σε μονάδες παροχής στοιχείων κατά τις επιταγές του άρθρου 18 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13).

Διευκρινίζεται, προς άρση οποιασδήποτε αμφιβολίας, ότι δεν απαιτείται ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο των υποχρεώσεων σχετικά με τα στάδια εφαρμογής και την πρώτη παροχή στοιχείων, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13).

3.   Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 και με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 η ΕΚΤ εξετάζει επίσης αν το εκάστοτε εθνικό δίκαιο περιέχει διατάξεις που ενσωματώνουν τα άρθρα 7 και 8 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2533/98.

Άρθρο 4

Εκδήλωση ενδιαφέροντος

1.   Κράτος μέλος εκτός ζώνης ευρώ το οποίο επιθυμεί να καταστεί κράτος μέλος παροχής στοιχείων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13) (εφεξής το «ενδιαφερόμενο κράτος μέλος») μπορεί να υποβάλει στην ΕΚΤ αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος σύμφωνα με τον προβλεπόμενο τύπο, χρησιμοποιώντας το σχετικό υπόδειγμα του παραρτήματος I.

2.   Προκειμένου η ΕΚΤ να είναι σε θέση να εξετάσει την αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος της παραγράφου 1 για τους σκοπούς της επαλήθευσης του άρθρου 5 παράγραφος 3, η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από τα συναφή μέσα τεκμηρίωσης της ενσωμάτωσης στο οικείο εθνικό δίκαιο, τα οποία ενδεικτικά περιλαμβάνουν τα ακόλουθα:

α)

κατάλογο αντιστοιχίας συμπληρωμένο με βάση το σχετικό υπόδειγμα του προσαρτήματος του παραρτήματος I·

β)

αντίγραφο της σχετικής εθνικής νομοθεσίας, συνοδευόμενο από μετάφραση στην αγγλική γλώσσα·

γ)

νομική γνωμοδότηση τρίτου ανεξάρτητου προσώπου ή των νομικών υπηρεσιών της αρμόδιας εθνικής αρχής που να βεβαιώνει επαρκώς κατά την κρίση της ΕΚΤ ότι:

i)

η εθνική νομοθεσία θα είναι δεσμευτική και εκτελεστή στην επικράτεια του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους·

ii)

η ΕθνΚΤ του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους υποχρεούται να τηρεί τις ειδικότερες κατευθυντήριες οδηγίες, τα αιτήματα και τα μέτρα που εκδίδονται από την ΕΚΤ σε σχέση με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13) εντός του χρονοδιαγράμματος που καθορίζει η τελευταία, όπου ειδικότερα ορίζεται.

3.   Η αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος πρέπει να περιέρχεται στην ΕΚΤ το αργότερο εννέα μήνες πριν από την ημερομηνία της πρώτης διαβίβασης πιστωτικών δεδομένων κατά το άρθρο 6, όπως αυτή ορίζεται στην αίτηση του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, και να καθορίζει ρητά τις ημερομηνίες αναφοράς παροχής στοιχείων και τις περιόδους αναφοράς που καλύπτονται από την πρώτη διαβίβαση.

Άρθρο 5

Διαδικασία επαλήθευσης

1.   Η ΕΚΤ βεβαιώνει εγγράφως προς το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την παραλαβή της αίτησης εκδήλωσης ενδιαφέροντός του εντός 20 ημερών.

2.   Η ΕΚΤ μπορεί να ζητεί από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος πρόσθετες πληροφορίες ή μέσα τεκμηρίωσης σε σχέση με εκείνα του άρθρου 4 παράγραφος 2, εφόσον το κρίνει σκόπιμο για την αξιολόγηση της αίτησης εκδήλωσης ενδιαφέροντός του. Αμέσως μετά την παραλαβή κάθε τέτοιας πρόσθετης πληροφορίας ή μέσου τεκμηρίωσης ενημερώνει σχετικά το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εγγράφως.

3.   Η ΕΚΤ επαληθεύει ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έχει ενσωματώσει στο εθνικό του δίκαιο τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13) και της κατευθυντήριας γραμμής (ΕΕ) 2017/2335 (ΕΚΤ/2017/38) ή ότι έχει θεσπίσει σχετικές υποχρεώσεις παροχής στοιχείων βάσει του εν λόγω δικαίου.

4.   Για τους σκοπούς της επαλήθευσης της παραγράφου 3 η ΕΚΤ εξουσιοδοτεί την επιτροπή στατιστικής του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (εφεξής η «επιτροπή στατιστικής») να συντονίζει τη διαδικασία και να αναθέτει στη νομική επιτροπή την εκπόνηση έκθεσης επαλήθευσης. Στην έκθεση επαλήθευσης αξιολογούνται:

α)

ο βαθμός ενσωμάτωσης στο εθνικό δίκαιο των διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13) που ειδικότερα ορίζονται στο άρθρο 3 παράγραφος 2· και

β)

η σχετική αιτιολογία σε περίπτωση μη ενσωμάτωσης των διατάξεων του στοιχείου α).

5.   Εφόσον με βάση την πλήρη δέσμη μέσων τεκμηρίωσης που υποβάλλει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος η ΕΚΤ κρίνει ότι πληρούνται τα κριτήρια του άρθρου 3, εκδίδει απόφαση με την οποία αναγνωρίζει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις χαρακτηρισμού του ως κράτους μέλους παροχής στοιχείων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13). Η απόφαση καθορίζει την ημερομηνία έναρξης ισχύος της αναγνώρισης, τις ημερομηνίες αναφοράς παροχής στοιχείων και τις περιόδους αναφοράς που καλύπτονται από την πρώτη διαβίβαση, καθώς επίσης και την ημερομηνία πρώτης παροχής στοιχείων, η οποία δεν πρέπει να είναι προγενέστερη της ημερομηνίας που το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος καθορίζει στην αίτηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος που υποβάλλει.

6.   Η απόφαση της παραγράφου 5 τελεί υπό τον όρο της συνομολόγησης συμφωνίας μεταξύ, αφενός, της ΕθνΚΤ του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και, αφετέρου, της ΕΚΤ, των ΕθνΚΤ της ζώνης του ευρώ και των ΕθνΚΤ κρατών μελών εκτός ζώνης ευρώ που έχουν αναγνωριστεί ως κράτη μέλη παροχής στοιχείων, η οποία λαμβάνει τη μορφή του υποδείγματος του παραρτήματος II και διέπει τη σχέση των ως άνω κεντρικών τραπεζών σε ό,τι αφορά την ανταλλαγή πιστωτικών δεδομένων και συναφή ζητήματα.

Λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2533/98, η εν λόγω συμφωνία θεσπίζει τους όρους υπό τους οποίους: α) οι ΕθνΚΤ εκτός ζώνης ευρώ αποκτούν πρόσβαση και χρησιμοποιούν τα πιστωτικά δεδομένα που συλλέγουν η ΕΚΤ, οι ΕθνΚΤ της ζώνης του ευρώ και τα εκτός ζώνης ευρώ κράτη μέλη παροχής στοιχείων και β) η ΕΚΤ, οι ΕθνΚΤ της ζώνης του ευρώ και οι ΕθνΚΤ εκτός ζώνης ευρώ κρατών μελών παροχής στοιχείων αποκτούν πρόσβαση και χρησιμοποιούν τα δεδομένα που συλλέγουν τα εκτός ζώνης ευρώ κράτη μέλη παροχής στοιχείων με βάση το οικείο εθνικό δίκαιο.

Δεν επιτρέπεται η τροποποίηση των εν λόγω συμφωνιών, τις οποίες συνομολογεί η ΕθνΚΤ ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, κατά τρόπο που δεν συνάδει με το υπόδειγμα του παραρτήματος II.

7.   Η ΕΚΤ αποφασίζει ότι ένα ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν πληροί τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού του ως κράτους μέλους παροχής στοιχείων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13) σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

α)

όταν βάσει της πλήρους δέσμης μέσων τεκμηρίωσης που αυτό υποβάλλει η ΕΚΤ συμπεραίνει ότι αυτό δεν πληροί τα κριτήρια χαρακτηρισμού του ως τέτοιου σύμφωνα με το άρθρο 3·

β)

όταν η ΕΚΤ δεν λαμβάνει τις πληροφορίες που χρειάζεται για τη διενέργεια της αξιολόγησής της εντός ενός έτους από την περιέλευση στην ίδια της αίτησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους·

γ)

όταν δεν έχει συναφθεί η συμφωνία της παραγράφου 6.

8.   Το αργότερο εντός έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία η ΕΚΤ βεβαιώνει την παραλαβή των μέσων τεκμηρίωσης κατά την παράγραφο 1 ή, κατά περίπτωση, κατά την παράγραφο 2, η ίδια κοινοποιεί στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την απόφασή της σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 5 και 7. Η κοινοποίηση αναφέρει την αιτιολογία της απόφασης. Πάντως, η ΕΚΤ και το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορούν να συμφωνούν σε παράταση της προθεσμίας κοινοποίησης της απόφασής της στο εν λόγω κράτος μέλος.

9.   Η ΕΚΤ εξετάζει αίτημα του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους για αναθεώρηση της απόφασης της παραγράφου 7 υπό την προϋπόθεση ότι το αίτημα:

α)

περιέρχεται στην ΕΚΤ εντός 30 ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης·

β)

αναφέρει ειδικά τους λόγους για τους οποίους ζητείται η αναθεώρηση· και

γ)

περιλαμβάνει όλα τα πληροφοριακά στοιχεία τεκμηρίωσης.

Κατόπιν υποβολής αιτήματος αναθεώρησης η ΕΚΤ αναθεωρεί την απόφασή της και μπορεί να παρέχει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την ευκαιρία να υιοθετήσει τις απαραίτητες ρυθμίσεις που θα του επιτρέψουν να αναγνωριστεί ως κράτος μέλος παροχής στοιχείων. Η ΕΚΤ επιφυλάσσεται του δικαιώματός της να ζητήσει την υποβολή νέας νομικής γνωμοδότησης τρίτου ανεξάρτητου προσώπου ή των νομικών υπηρεσιών της αρμόδιας εθνικής αρχής που να βεβαιώνει το κύρος και την ισχύ των εν λόγω ρυθμίσεων.

Άρθρο 6

Πρώτη διαβίβαση πιστωτικών δεδομένων

1.   Κατόπιν κοινοποίησης της απόφασης της ΕΚΤ με την οποία αναγνωρίζεται η ιδιότητα ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ως κράτους μέλους παροχής στοιχείων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13) και υπό τον όρο της θέσης σε ισχύ της συμφωνίας του άρθρου 5 παράγραφος 6, η ΕΚΤ ζητεί από την ΕθνΚΤ του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους να ταυτοποιήσει και να αναθεωρήσει τον πραγματικό πληθυσμό παροχής στοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 5 της κατευθυντήριας γραμμής (ΕΕ) 2017/2335 (ΕΚΤ/2017/38).

2.   Αν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έχει αναγνωριστεί ως κράτος μέλος παροχής στοιχείων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13), αλλά η αναγνώρισή του αρχίζει να ισχύει από ημερομηνία η οποία δεν επιτρέπει στην ΕθνΚΤ του να ταυτοποιήσει και να αναθεωρήσει τον πραγματικό πληθυσμό παροχής στοιχείων το πρώτο τρίμηνο του έτους εντός του οποίου υποχρεούται να αρχίζει να παρέχει στοιχεία, ο πραγματικός πληθυσμός παροχής στοιχείων ταυτοποιείται από τα άλλα κράτη μέλη παροχής στοιχείων εντός του ίδιου έτους, σύμφωνα με το άρθρο 5 της κατευθυντήριας γραμμής (ΕΕ) 2017/2335 (ΕΚΤ/2017/38).

3.   Η πρώτη διαβίβαση πιστωτικών δεδομένων είναι δυνατή μόνο αφότου η ΕΚΤ διαπιστώσει ότι η ΕθνΚΤ του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους έχει αναπτύξει πληροφοριακό σύστημα η λειτουργία του οποίου είναι συμβατή με την τεχνική υποδομή της ΕΚΤ.

4.   Η πρώτη μηνιαία και τριμηνιαία διαβίβαση αρχίζουν την ημερομηνία την οποία καθορίζει η ΕΚΤ στην απόφασή της κατά το άρθρο 5 παράγραφος 5.

Άρθρο 7

Αναστολή ή άρση

1.   Με απόφασή της η ΕΚΤ μπορεί να αναστέλλει ή να αίρει την εκ μέρους της αναγνώριση της ιδιότητας κράτους μέλους εκτός ζώνης ευρώ ως κράτους μέλους παροχής στοιχείων, εφόσον βάσιμα θεωρεί ότι αυτό έχει παύσει να πληροί τα κριτήρια χαρακτηρισμού του ως τέτοιου δυνάμει του άρθρου 3. Σε περίπτωση άρσης της αναγνώρισης η συμφωνία του άρθρου 5 παράγραφος 6 λύεται αυτόματα.

2.   Η ΕΚΤ υποχρεούται να αιτιολογεί κάθε απόφαση περί αναστολής ή άρσης την οποία λαμβάνει κατά την παράγραφο 1, να καθορίζει την ισχύ της και την ημερομηνία από την οποία η αναστολή ή άρση αρχίζει να παράγει τα αποτελέσματά της, καθώς επίσης και τη διάρκεια της αναστολής. Η διάρκεια της αναστολής δεν μπορεί να υπερβαίνει τους έξι μήνες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η ΕΚΤ μπορεί να παρατείνει τη διάρκεια της αναστολής, αλλά για μία μόνο φορά. Εφόσον οι λόγοι της αναστολής δεν αποκαθίστανται εντός της προβλεπόμενης περιόδου, η ΕΚΤ αίρει την αναγνώριση του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους ως κράτους μέλους παροχής στοιχείων.

3.   Η ΕΚΤ και η ΕθνΚΤ ενός εκτός ζώνης ευρώ κράτους μέλους παροχής στοιχείων μπορούν να προβαίνουν σε καταγγελία της συμφωνίας του άρθρου 5 παράγραφος 6 σύμφωνα με τους όρους της. Στην περίπτωση αυτή η αναγνώριση της ιδιότητας του συγκεκριμένου κράτους μέλους ως κράτους μέλους παροχής στοιχείων αίρεται αυτόματα και παύει να παράγει αποτελέσματα.

Άρθρο 8

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Φρανκφούρτη, 18 Ιουλίου 2019.

Ο Πρόεδρος της ΕΚΤ

Mario DRAGHI


(1)   ΕΕ L 144 της 1.6.2016, σ. 44.

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63).

(3)  Σύσταση ΕΚΤ/2014/7 της 24ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με την οργάνωση προπαρασκευαστικών μέτρων για τη συλλογή αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΕ C 103 της 8.4.2014, σ. 1).

(4)  Απόφαση ΕΚΤ/2014/6 της 24ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με την οργάνωση προπαρασκευαστικών μέτρων για τη συλλογή αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΕ L 104 της 8.4.2014, σ. 72).

(5)  Κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2017/2335 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 23ης Νοεμβρίου 2017, σχετικά με τις διαδικασίες συλλογής αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων και δεδομένων πιστωτικού κινδύνου (ΕΚΤ/2017/38) (ΕΕ L 333 της 15.12.2017, σ. 66).

(6)  Κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2018/876 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 1ης Ιουνίου 2018, σχετικά με το μητρώο δεδομένων ιδρυμάτων και συνδεδεμένων επιχειρήσεων (ΕΚΤ/2018/16) (ΕΕ L 154 της 18.6.2018, σ. 3).

(7)  Σύσταση ΕΚΤ/2018/36 της 7ης Δεκεμβρίου 2018 σχετικά με το μητρώο δεδομένων ιδρυμάτων και συνδεδεμένων επιχειρήσεων (ΕΕ C 21 της 17.1.2019, σ. 1).

(8)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2533/98 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1998, σχετικά με τη συλλογή στατιστικών πληροφοριών από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΕ L 318 της 27.11.1998, σ. 8).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ

ΑΙΤΗΣΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 4 ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ (ΕΕ) 2019/1348 (ΕΚΤ/2019/20)

της

[εθνική κεντρική τράπεζα ή αρμόδια εθνική αρχή αιτούντος κράτους μέλους]

Γνωστοποίηση εκδήλωσης ενδιαφέροντος δυνάμει του άρθρου 4 της απόφασης (ΕΕ) 2019/1348 (ΕΚΤ/2019/20) στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

1.

Με την παρούσα [το αιτούν κράτος μέλος] εκδηλώνει ενδιαφέρον για την απόκτηση της ιδιότητας κράτους μέλους παροχής στοιχείων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2016/13) (1).

2.

Με την παρούσα [το αιτούν κράτος μέλος] επιβεβαιώνει ότι συμμορφώνεται με τις διατάξεις της απόφασης (ΕΕ) 2019/1348 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2019/20) (2). Ειδικότερα, [το αιτούν κράτος μέλος] επιβεβαιώνει ότι έχει ενσωματώσει τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13) και της κατευθυντήριας γραμμής (ΕΕ) 2017/2335 (ΕΚΤ/2017/38) (3) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας στο εθνικό του δίκαιο ή ότι έχει θεσπίσει σχετικές υποχρεώσεις παροχής στοιχείων βάσει του εν λόγω δικαίου, καθώς και ότι έχει αναπτύξει πληροφοριακό σύστημα η λειτουργία του οποίου είναι συμβατή με την τεχνική υποδομή της ΕΚΤ.

3.

Με την παρούσα [το αιτούν κράτος μέλος] υποβάλλει στην ΕΚΤ τα μέσα τεκμηρίωσης της ως άνω δέσμευσής του, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται τα ακόλουθα:

α)

αντίγραφο της σχετικής εθνικής νομοθεσίας ενσωμάτωσης, συνοδευόμενο από μετάφραση στην αγγλική γλώσσα·

β)

νομική γνωμοδότηση [τρίτου ανεξάρτητου προσώπου ή των νομικών υπηρεσιών της αρμόδιας εθνικής αρχής] που να βεβαιώνει επαρκώς κατά την κρίση της ΕΚΤ ότι η εθνική νομοθεσία θα είναι δεσμευτική και εκτελεστή στην επικράτεια του [αιτούν κράτος μέλος] και ότι η ΕθνΚΤ του υποχρεούται να τηρεί τις ειδικότερες κατευθυντήριες οδηγίες, τα αιτήματα και τα μέτρα που εκδίδει η ΕΚΤ σε σχέση με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13) εντός του χρονοδιαγράμματος που καθορίζει η τελευταία, όπου ειδικότερα ορίζεται· και

γ)

αντίγραφο του πίνακα αντιστοιχίας του προσαρτήματος.

4.

Με την παρούσα το [αιτούν κράτος μέλος] δηλώνει ότι θα είναι σε θέση να διαβιβάσει την πρώτη δέσμη πιστωτικών δεδομένων κατά τους ορισμούς του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13) από την [ημερομηνία].

[εθνική κεντρική τράπεζα ή οικεία εθνική αρχή]

Για [το κράτος μέλος]

[υπογραφή]

[Ημερομηνία]


(1)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/867 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 18ης Μαΐου 2016, σχετικά με τη συλλογή αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων και δεδομένων πιστωτικού κινδύνου (ΕΚΤ/2016/13) (ΕΕ L 144 της 1.6.2016, σ. 44).

(2)  Απόφαση (ΕΕ) 2019/1348 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 18ης Ιουλίου 2019, αναφορικά με τη διαδικασία αναγνώρισης της ιδιότητας κρατών μελών εκτός ζώνης ευρώ ως κρατών μελών παροχής στοιχείων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 σχετικά με τη συλλογή αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων και δεδομένων πιστωτικού κινδύνου (ΕΚΤ/2019/20) (ΕΕ L 214 της 16.8.2019, σ. 3).

(3)  Κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2017/2335 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 23ης Νοεμβρίου 2017, σχετικά με τις διαδικασίες συλλογής αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων και δεδομένων πιστωτικού κινδύνου (ΕΚΤ/2017/38) (ΕΕ L 333 της 15.12.2017, σ. 66).

Προσάρτημα

Επαλήθευση ενσωμάτωσης των διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 18ης Μαΐου 2016, σχετικά με τη συλλογή αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων και δεδομένων πιστωτικού κινδύνου (EKT/2016/13)

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

[Επωνυμία της εθνικής κεντρικής τράπεζας ή της οικείας εθνικής αρχής]

Διάταξη κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13)

Τρόπος ενσωμάτωσης

Αιτιολογία σε περίπτωση μη ενσωμάτωσης

Άρθρο 3

 

 

Άρθρο 4

 

 

Άρθρο 5

 

 

Άρθρο 6

 

 

Άρθρο 7

 

 

Άρθρο 8

 

 

Άρθρο 9

 

 

Άρθρο 10

 

 

Άρθρο 12

 

 

Άρθρο 13

 

 

Άρθρο 14

 

 

Άρθρο 15

 

 

Άρθρο 16

 

 

Άρθρο 17

 

 

Άρθρο 18

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΥΠΟΔΕΙΓΜΑ

ΣΥΜΦΩΝΙΑ

ΤΗΣ [ΗΜΕΡΑ ΜΗΝΑΣ EΤΟΣ]

ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ [ΕΠΩΝΥΜΙΑ ΕΘΝΚΤ ΕΚΤΟΣ ΕΥΡΩΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ] ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗ ΑΝΑΛΥΤΙΚΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

[διεύθυνση ΕΚΤ],

(εφεξής καλούμενης «ΕΚΤ»)

και

[επωνυμία και διεύθυνση ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος]

(εφεξής καλούμενης «ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος»)

Οι αντισυμβαλλόμενοι της παρούσας συμφωνίας καλούνται από κοινού «συμβαλλόμενα μέρη» ή κατ' ιδίαν «συμβαλλόμενο μέρος»,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/867 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2016/13) (1) καθορίζει το γενικό πλαίσιο για τη συλλογή αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων και δεδομένων πιστωτικού κινδύνου (εφεξής τα «πιστωτικά δεδομένα»). Στο κείμενό του ορίζεται ότι τα κράτη μέλη των οποίων το νόμισμα δεν είναι το ευρώ (εφεξής τα «κράτη μέλη εκτός ζώνης ευρώ») μπορούν να αποφασίσουν να καταστούν κράτη μέλη παροχής στοιχείων, ενσωματώνοντας τις διατάξεις του στο εθνικό τους δίκαιο ή θεσπίζοντας σχετικές υποχρεώσεις παροχής στοιχείων βάσει του εν λόγω δικαίου. Εν προκειμένω μπορούν ιδίως να καταστούν κράτη μέλη παροχής στοιχείων τα κράτη μέλη που συμμετέχουν στον ενιαίο εποπτικό μηχανισμό μέσω στενής συνεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου (2).

(2)

Το άρθρο 5 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, συνεπάγεται την υποχρέωση των κρατών μελών εκτός ζώνης ευρώ να εκπονούν και να εφαρμόζουν σε εθνικό επίπεδο όλα τα μέτρα που θεωρούν κατάλληλα για τη συλλογή των στατιστικών πληροφοριών τις οποίες χρειάζονται για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων παροχής στατιστικών στοιχείων που υπέχουν έναντι της ΕΚΤ και για την έγκαιρη προετοιμασία τους στο πεδίο της στατιστικής, προκειμένου να καταστούν κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ (εφεξής τα «κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ»).

(3)

Το άρθρο 8 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2533/98 (3) του Συμβουλίου απαιτεί από τα μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) να λαμβάνουν όλα τα αναγκαία κανονιστικά, διοικητικά, τεχνικά και οργανωτικά μέτρα προκειμένου να εξασφαλίζεται η φυσική και λογική προστασία των εμπιστευτικών στατιστικών πληροφοριών και υποχρεώνει την ΕΚΤ να καθορίζει κοινούς κανόνες και να εφαρμόζει ελάχιστα πρότυπα για την αποτροπή της παράνομης αποκάλυψης και της μη εξουσιοδοτημένης χρήσης των εμπιστευτικών στατιστικών πληροφοριών.

(4)

Η κατευθυντήρια γραμμή ΕΚΤ/1998/ΝΡ28 (4) (εφεξής η «κατευθυντήρια γραμμή περί εμπιστευτικότητας») καθορίζει τους κοινούς κανόνες και τα ελάχιστα πρότυπα που απαιτεί η διασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου προστασίας των εμπιστευτικών στατιστικών πληροφοριών που συλλέγει η ΕΚΤ με τη συνδρομή των ΕθνΚΤ του Ευρωσυστήματος.

(5)

Το διοικητικό συμβούλιο συνέστησε (5) στις εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών που δεν έχουν ως νόμισμα το ευρώ (εφεξής οι «ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος») να εφαρμόζουν τις διατάξεις της κατευθυντήριας γραμμής περί εμπιστευτικότητας σε σχέση με εμπιστευτικές στατιστικές πληροφορίες τις οποίες λαμβάνουν από την ΕΚΤ και τις οποίες η τελευταία συλλέγει με τη συνδρομή των ΕθνΚΤ, επιβεβαιώνοντας την εφαρμογή των συγκεκριμένων διατάξεων βάσει συμφωνίας που συνάπτουν με την ΕΚΤ και τις ΕθνΚΤ. Κατόπιν τούτου οι ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος επιβεβαίωσαν βάσει συμφωνίας ότι συμμορφώνονται με τις διατάξεις της κατευθυντήριας γραμμής περί εμπιστευτικότητας σε σχέση με τις ως άνω εμπιστευτικές στατιστικές πληροφορίες.

(6)

Η απόφαση ΕΚΤ/2014/6 (6) καθορίζει τη διαδικασία εκπόνησης ενός μακροπρόθεσμου πλαισίου συλλογής αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων, βασισμένου σε εναρμονισμένες απαιτήσεις παροχής στατιστικών στοιχείων που θεσπίζει η ΕΚΤ. Η σύσταση ΕΚΤ/2014/7 (7) προτρέπει τις ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος που προετοιμάζονται να προσχωρήσουν στο μακροπρόθεσμο αυτό πλαίσιο να εφαρμόζουν τις διατάξεις της απόφασης ΕΚΤ/2014/6. Πλείονες ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος συνεργάζονται με ΕθνΚΤ του Ευρωσυστήματος σύμφωνα με τη σύσταση ΕΚΤ/2014/7.

(7)

Εφόσον επιθυμούν, κράτη μέλη εκτός ζώνης ευρώ μπορούν να καταστούν κράτη μέλη παροχής στοιχείων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13). Για τους σκοπούς αυτούς η απόφαση (ΕΕ) 2019/1348 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2019/20) (8) (εφεξής η «απόφαση») θεσπίζει τις διαδικασίες που αφορούν: α) την υποβολή αιτήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος από κράτη μέλη εκτός ζώνης ευρώ που επιθυμούν να καταστούν κράτη μέλη παροχής στοιχείων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13), β) την αξιολόγηση αυτών των αιτήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος από την ΕΚΤ και γ) την αναγνώριση από την ΕΚΤ ορισμένου κράτους μέλους εκτός ζώνης ως κράτους μέλους παροχής στοιχείων.

(8)

Η παρούσα συμφωνία θεσπίζει τους όρους υπό τους οποίους, αφενός, οι ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος αποκτούν πρόσβαση και χρησιμοποιούν τα πιστωτικά δεδομένα που συλλέγουν η ΕΚΤ, οι ΕθνΚΤ του Ευρωσυστήματος και τα εκτός ζώνης ευρώ κράτη μέλη παροχής στοιχείων και, αφετέρου, η ΕΚΤ, οι ΕθνΚΤ του Ευρωσυστήματος και οι ΕθνΚΤ εκτός ζώνης ευρώ κρατών μελών παροχής στοιχείων αποκτούν πρόσβαση και χρησιμοποιούν τα δεδομένα που συλλέγουν τα εκτός ζώνης ευρώ κράτη μέλη παροχής στοιχείων με βάση το οικείο εθνικό δίκαιο.

(9)

Για τους παραπάνω λόγους η παρούσα συμφωνία θα πρέπει να διαβάζεται σε συνδυασμό με την απόφαση,

ΣΥΜΦΩΝΗΣΑΝ ΣΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ:

Άρθρο 1

Πρόσβαση στη δέσμη δεδομένων AnaCredit και χρήση της

1.   Με την εκτέλεση της παρούσας συμφωνίας η ΕΚΤ παρέχει στις ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος πρόσβαση στα πιστωτικά δεδομένα και τα στοιχεία αναφοράς αντισυμβαλλομένου (από κοινού καλούμενα «δέσμη δεδομένων AnaCredit») που συλλέγονται δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13), σύμφωνα με τις διατάξεις της κατευθυντήριας γραμμής (ΕΕ) 2017/2335 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2017/38) (9) και τους όρους της παρούσας συμφωνίας.

2.   Η πρόσβαση σε πιστωτικά δεδομένα τα οποία συλλέγουν οι ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος πραγματοποιείται μέσω της κοινής ηλεκτρονικής πλατφόρμας και επιτρέπεται στην ΕΚΤ, στις ΕθνΚΤ του Ευρωσυστήματος και στις ΕθνΚΤ των εκτός ζώνης ευρώ κρατών μελών παροχής στοιχείων σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13) και τους όρους της παρούσας συμφωνίας. Με την παρούσα η ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος επιβεβαιώνει ότι η ανταλλαγή πιστωτικών δεδομένων που η ίδια συλλέγει με την ΕΚΤ, τις ΕθνΚΤ του Ευρωσυστήματος και τις ΕθνΚΤ των εκτός ζώνης ευρώ κρατών μελών παροχής στοιχείων επιτρέπεται βάσει του εφαρμοστέου εθνικού πλαισίου.

3.   Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι η δέσμη δεδομένων AnaCredit, περιλαμβανομένων εκείνων τα οποία συλλέγουν οι ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος, χρησιμοποιείται αποκλειστικά στον βαθμό και για τους σκοπούς που ορίζει ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2533/98. Τα πιστωτικά δεδομένα δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται για σκοπούς άσκησης των καθηκόντων νομισματικής πολιτικής των εν λόγω ΕθνΚΤ. Τούτο τελεί υπό την επιφύλαξη του δικαιώματος ορισμένης ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος να χρησιμοποιεί πιστωτικά δεδομένα που έχει συλλέξει βάσει του εθνικού δικαίου για σκοπούς άσκησης των καθηκόντων νομισματικής πολιτικής της.

4.   Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ακόμη ότι η πρόσβαση των κατ' ιδίαν χρηστών ή οργανωτικών μονάδων των ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος στη δέσμη δεδομένων AnaCredit για σκοπούς πλην των στατιστικών επιτρέπεται μόνο κατόπιν έγκρισης του διοικητικού συμβουλίου ή, κατ' εξουσιοδότησή του, της εκτελεστικής επιτροπής. Για τον σκοπό αυτόν η ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος συμφωνεί στην υποβολή αιτήματος, το οποίο πρέπει να αναφέρει ειδικά και ρητά:

α)

τα δεδομένα που αποτελούν αντικείμενο του αιτήματος·

β)

τους λόγους που καθιστούν αναγκαία την πρόσβαση των κατ' ιδίαν χρηστών ή οργανωτικών μονάδων στα εν λόγω δεδομένα για σκοπούς άσκησης των συγκεκριμένων καθηκόντων τους· και

γ)

τα μέτρα που θα εφαρμοστούν προς διασφάλιση της προστασίας του εμπιστευτικού χαρακτήρα των δεδομένων κατά τις περιγραφές του άρθρου 2 παράγραφος 1.

Το αίτημα θα πρέπει να απευθύνεται στην επιτροπή στατιστικής του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (εφεξής η «επιτροπή στατιστικής») με σκοπό την προκαταρκτική αξιολόγησή του και την περαιτέρω διαβίβασή του προς έγκριση στο διοικητικό συμβούλιο ή την εκτελεστική επιτροπή, κατά περίπτωση.

5.   Μετά την αξιολόγηση του αιτήματος πρόσβασης από την επιτροπή στατιστικής και με την επιφύλαξη της έγκρισης του διοικητικού συμβουλίου ή της εκτελεστικής επιτροπής, κατά περίπτωση, η ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος εφαρμόζει διαδικασία για τη χορήγηση άδειας προτού χορηγήσει πρόσβαση σε κατ' ιδίαν χρήστες ή οργανωτικές μονάδες της. Η εν λόγω διαδικασία πρέπει να διασφαλίζει ότι:

α)

οι κατ' ιδίαν χρήστες και οργανωτικές μονάδες της συγκεκριμένης ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος υποβάλλουν αίτημα μέσω του προϊσταμένου τους στην ΕΚΤ, που υποχρεούται να ελέγξει ότι το αίτημα είναι σύμφωνο με τις διατάξεις της απόφασης· και

β)

το αίτημα πρόσβασης εγκρίνεται και από τον οικείο «ιδιοκτήτη του συστήματος» (system owner), δηλαδή τα διευθυντικά στελέχη της συγκεκριμένης ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος, η μονάδα της οποίας είναι υπεύθυνη για τη λειτουργία ή διαχείριση του συστήματος που περιέχει τη δέσμη δεδομένων AnaCredit.

6.   Η ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος διασφαλίζει ότι η όλη διαδικασία χορήγησης πρόσβασης οργανώνεται σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου και ότι το μέλος της το οποίο συμμετέχει στη επιτροπή στατιστική ενημερώνει την τελευταία, τουλάχιστον σε ετήσια βάση, σχετικά με τη χορηγούμενη πρόσβαση στη δέσμη δεδομένων AnaCredit και με τυχόν παράλειψη συμμόρφωσης με τα μέτρα προστασίας της εμπιστευτικότητας που μνημονεύονται στην έκθεση του άρθρου 2 παράγραφος 2. Η ΕθνΚΤ εκτός ζώνης ευρώ συμφωνεί περαιτέρω ότι η ίδια θα θέτει στη διάθεση της ΕΚΤ, κατόπιν αιτήματος της τελευταίας, λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τη χορηγούμενη πρόσβαση και κάθε άλλο συναφές με αυτή ζήτημα.

7.   Κάθε περαιτέρω διαβίβαση της δέσμης δεδομένων AnaCredit πρέπει να υπόκειται ρητά στη χορήγηση προηγούμενης άδειας από το μέλος του ΕΣΚΤ που συνέλεξε τα σχετικά δεδομένα και να είναι σύμφωνη με το εφαρμοστέο ενωσιακό και εθνικό δίκαιο.

8.   Με την παρούσα η ΕθνΚΤ εκτός ζώνης ευρώ παρέχει άδεια για την περαιτέρω διαβίβαση δεδομένων που έχει συλλέξει σε άλλες εκτός ζώνης ευρώ ΕθνΚΤ κρατών μελών που αναγνωρίζονται ως κράτη μέλη παροχής στοιχείων, υπό την προϋπόθεση ότι η πρόσβαση χορηγείται σύμφωνα με τους όρους της παρούσας συμφωνίας και το εφαρμοστέο ενωσιακό και εθνικό δίκαιο.

9.   Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ακόμη ότι η δέσμη δεδομένων AnaCredit δεν απαιτείται ούτε και μπορεί να χρησιμοποιείται από οποιαδήποτε ΕθνΚΤ εκτός ζώνης ευρώ για τους σκοπούς της θέσπισης και συντήρησης κυκλώματος ανταλλαγής πληροφοριών δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 (ΕΚΤ/2016/13), εκτός αν η συγκεκριμένη χρήση ρυθμίζεται βάσει νομικά δεσμευτικού πλαισίου που καθορίζει η ΕΚΤ.

10.   Σε περίπτωση τροποποίησης του πλαισίου που διέπει τη δέσμη δεδομένων AnaCredit από την ΕΚΤ η ΕθνΚΤ εκτός ζώνης ευρώ δεσμεύεται είτε να μεταφέρει τις τροποποιήσεις στο εθνικό της δίκαιο είτε να κινήσει τη διαδικασία υπαναχώρησης από το έργο σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 4.

Άρθρο 2

Προστασία εμπιστευτικότητας

1.   Η ΕθνΚΤ εκτός ζώνης ευρώ δεσμεύεται να συμμορφώνεται με τις διατάξεις της κατευθυντήριας γραμμής περί εμπιστευτικότητας σε σχέση με τη δέσμη δεδομένων AnaCredit που λαμβάνει από την ΕΚΤ. Ειδικότερα, θεσπίζει κάθε κανονιστικό, διοικητικό, τεχνικό και οργανωτικό μέτρο προς διασφάλιση της λογικής και φυσικής προστασίας των εμπιστευτικών στατιστικών πληροφοριών.

2.   Σύμφωνα με το άρθρο 7 της κατευθυντήριας γραμμής περί εμπιστευτικότητας, οι ΕθνΚΤ εκτός ζώνης ευρώ ενημερώνουν την ΕΚΤ τουλάχιστον μία φορά ετησίως σχετικά με τυχόν προβλήματα που αντιμετώπισαν κατά την τελευταία περίοδο και τη δράση που ανέλαβαν προς επίλυσή τους και τις σχεδιαζόμενες βελτιώσεις όσον αφορά την προστασία του εμπιστευτικού χαρακτήρα των πιστωτικών δεδομένων. Η επιτροπή στατιστικής συντάσσει τη σχετική έκθεση. Σε περίπτωση τροποποίησης εθνικής νομοθεσίας που μπορεί να επηρεάσει την προστασία της εμπιστευτικότητας την οποία παρέχει στη δέσμη δεδομένων AnaCredit το παρόν άρθρο η οικεία ΕθνΚΤ εκτός ζώνης ευρώ ενημερώνει σχετικά την ΕΚΤ.

3.   Αφού την ενημερώσει δεόντως, η ΕΚΤ μπορεί να απαιτήσει από την ΕθνΚΤ εκτός ζώνης ευρώ να λάβει πρόσθετα μέτρα ή να της επιβάλλει περαιτέρω όρους όσον αφορά την πρόσβαση στη δέσμη δεδομένων AnaCredit και τη χρήση της.

Άρθρο 3

Γνωστοποίηση παραβάσεων και αναστολή πρόσβασης

1.   Εφόσον κατά τη διαχείριση της δέσμης δεδομένων AnaCredit, περιλαμβανομένων των πιστωτικών δεδομένων που συλλέγει ορισμένη ΕθνΚΤ εκτός ζώνης ευρώ, σημειώνεται παράβαση των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας, προστασίας δεδομένων ή λοιπών απαιτήσεων τις οποίες επιβάλλει το ενωσιακό δίκαιο σε οποιοδήποτε εκ των συμβαλλόμενων μερών ή/και το εθνικό δίκαιο στην εν λόγω ΕθνΚΤ, τα συμβαλλόμενα μέρη λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα προς αποκατάσταση της παράβασης και αποτροπή της επανεκδήλωσής της στο μέλλον. Τα συμβαλλόμενα μέρη συμμορφώνονται με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το εφαρμοστέο δίκαιο, περιλαμβανομένων κατά περίπτωση των απαιτήσεων γνωστοποίησης.

2.   Εφόσον το κρίνει απαραίτητο για την αποσόβηση ουσιώδους παράβασης των όρων της παρούσας συμφωνίας ή για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με διάταξη νόμου που έχει εφαρμογή στα συμβαλλόμενα μέρη, ή σε περίπτωση αναστολής της αναγνωρισμένης ιδιότητας κράτους μέλους εκτός ζώνης ευρώ ως κράτους μέλους παροχής στοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 7 της απόφασης, η ΕΚΤ μπορεί να αναστέλλει την πρόσβαση ορισμένης ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος στη δέσμη δεδομένων AnaCredit και να ζητεί από αυτή με άμεση ισχύ τη διαγραφή οποιασδήποτε αποθηκευμένης από την ίδια δέσμης τέτοιων δεδομένων. Η διαγραφή των δεδομένων λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις του εθνικού δικαίου.

Άρθρο 4

Επίλυση διαφορών

Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων και προνομίων του διοικητικού συμβουλίου κάθε διαφορά επιχειρησιακής ή τεχνικής φύσης, η οποία ανακύπτει μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών σε σχέση με την παρούσα συμφωνία και η οποία δεν μπορεί να επιλυθεί με μεταξύ τους συμφωνία, επιλύεται σύμφωνα με το μνημόνιο συνεννόησης σχετικά με τη διαδικασία διευθέτησης διαφορών εντός του ΕΣΚΤ, της 26ης Απριλίου 2007, όπως αυτό εκάστοτε αναθεωρείται ή αντικαθίσταται.

Άρθρο 5

Ανεκχώρητο

Δεν επιτρέπεται η εκχώρηση της παρούσας συμφωνίας ή συμφέροντος ή υποχρέωσης που απορρέει από αυτή χωρίς την προηγούμενη έγκριση της ΕΚΤ.

Άρθρο 6

Ημερομηνία έναρξης ισχύος, τροποποίηση και καταγγελία

1.   Η ΕΚΤ και οι ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος καθίστανται συμβαλλόμενα μέρη της παρούσας μόνο αφού την υπογράψουν και την εκτελέσουν. Η παρούσα συμφωνία αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία που ειδικότερα ορίζει το διοικητικό συμβούλιο και κατόπιν γνωστοποίησής της στην ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος. Η παρούσα συμφωνία παραμένει σε ισχύ για όσο χρόνο η ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος είναι συμβαλλόμενο μέρος της, εκτός αν άλλως συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών και με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων και προνομίων του διοικητικού συμβουλίου.

2.   Η τροποποίηση της παρούσας συμφωνίας επιτρέπεται μόνο εγγράφως και με τρόπο που συνάδει με τη μορφή του σχετικού υποδείγματος του παραρτήματος II της απόφασης.

3.   Η παρούσα συμφωνία λύεται αυτοδίκαια αν η ΕΚΤ αποφασίσει να άρει την αναγνώριση της ιδιότητας κράτους μέλους εκτός ζώνης ευρώ ως κράτους μέλους παροχής στοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 7 της απόφασης.

4.   Η ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος ή η ΕΚΤ μπορεί να καταγγείλει την παρούσα συμφωνία με προηγούμενη ειδοποίηση τουλάχιστον [τριάντα/εξήντα] ημερών προς το άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Η καθ' οιονδήποτε τρόπο καταγγελία της παρούσας συμφωνίας δεν επηρεάζει την τύχη δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών που υφίσταντο πριν ή και κατά τον χρόνο κατά τον οποίο η καταγγελία αρχίζει να παράγει τα αποτελέσματά της. Οι κανόνες των παραγράφων 3, 4 και 5 του άρθρου 1 και των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 2 όσον αφορά τους όρους χρήσης και διαβίβασης των πιστωτικών δεδομένων και την προστασία της εμπιστευτικότητας εξακολουθούν να εφαρμόζονται και μετά τη λύση της παρούσας συμφωνίας σε σχέση με πιστωτικά δεδομένα στα οποία είχε χορηγηθεί πρόσβαση σε χρόνο προγενέστερο της καταγγελίας, περιλαμβανομένων όσων έχουν συλλεγεί από την ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος.

Άρθρο 7

Αντίτυπα

Η παρούσα συμφωνία μπορεί να συντάσσεται σε όμοια αντίτυπα στην αγγλική γλώσσα, αλλά πρωτότυπο θεωρείται το κείμενο που κατατίθεται στην ΕΚΤ. Κάθε συμβαλλόμενο μέρος θα λάβει κυρωμένο αντίγραφό της.

[Η παρούσα συμφωνία υπογράφεται από τους δεόντως εξουσιοδοτημένους προς τούτο αντιπροσώπους των συμβαλλόμενων μερών.]

Φρανκφούρτη, [ημέρα Μήνας ΕΕΕΕ].

[Υπογραφές ΕΚΤ και ΕθνΚΤ εκτός Ευρωσυστήματος]


(1)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/867 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 18ης Μαΐου 2016, σχετικά με τη συλλογή αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων και δεδομένων πιστωτικού κινδύνου (ΕΚΤ/2016/13) (ΕΕ L 144 της 1.6.2016, σ. 44).

(2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 287 της 29.10.2013, σ. 63).

(3)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2533/98 του Συμβουλίου, της 23ης Νοεμβρίου 1998, σχετικά με τη συλλογή στατιστικών πληροφοριών από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΕ L 318 της 27.11.1998, σ. 8).

(4)  Κατευθυντήρια γραμμή ΕΚΤ/1998/ΝΡ28 της 22ας Δεκεμβρίου 1998 σχετικά με τους κοινούς κανόνες και τα ελάχιστα πρότυπα για την προστασία του εμπιστευτικού χαρακτήρα των ατομικών στατιστικών πληροφοριών που συλλέγει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με τη συνδρομή των εθνικών κεντρικών τραπεζών, η οποία δημοσιεύεται ως παράρτημα III της απόφασης ΕΚΤ/2000/12 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 10ης Νοεμβρίου 2000, σχετικά με τη δημοσίευση ορισμένων νομικών πράξεων και κειμένων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΕ L 55 της 24.2.2001, σ. 72).

(5)  Σύσταση ΕΚΤ/2014/14 της 27ης Μαρτίου 2014 σχετικά με τους κοινούς κανόνες και τα ελάχιστα πρότυπα για την προστασία του εμπιστευτικού χαρακτήρα των στατιστικών πληροφοριών που συλλέγονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα με τη συνδρομή των εθνικών κεντρικών τραπεζών (ΕΕ C 186 της 18.6.2014, σ. 1).

(6)  Απόφαση EKT/2014/6 της 24ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με την οργάνωση προπαρασκευαστικών μέτρων για τη συλλογή αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΕ L 104 της 8.4.2014, σ. 72).

(7)  Σύσταση EKT/2014/7 της 24ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με την οργάνωση προπαρασκευαστικών μέτρων για τη συλλογή αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΕ C 103 της 8.4.2014, σ. 1).

(8)  Απόφαση (ΕΕ) 2019/1348 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 18ης Ιουλίου 2019, αναφορικά με τη διαδικασία αναγνώρισης της ιδιότητας κρατών μελών εκτός ζώνης ευρώ ως κρατών μελών παροχής στοιχείων δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/867 σχετικά με τη συλλογή αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων και δεδομένων πιστωτικού κινδύνου (ΕΚΤ/2019/20) (ΕΕ L 214 της 16.8.2019, σ. 3).

(9)  Κατευθυντήρια γραμμή (ΕΕ) 2017/2335 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 23ης Νοεμβρίου 2017, σχετικά με τις διαδικασίες συλλογής αναλυτικών πιστωτικών δεδομένων και δεδομένων πιστωτικού κινδύνου (ΕΚΤ/2017/38) (ΕΕ L 333 της 15.12.2017, σ. 66).


16.8.2019   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 214/16


ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΕ) 2019/1349 ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ

της 26ης Ιουλίου 2019

σχετικά με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις άσκησης ορισμένων εξουσιών επίβλεψης των συστημικώς σημαντικών συστημάτων πληρωμών από τις αρμόδιες αρχές (EKT/2019/25)

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 127 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και ιδίως τα άρθρα 3.1, 22 και 34.1 πρώτη περίπτωση,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 795/2014 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της 3ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τις απαιτήσεις επίβλεψης για τα συστημικώς σημαντικά συστήματα πληρωμών (EKT/2014/28) (1), και ιδίως το άρθρο 21 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Το άρθρο 127 παράγραφος 2 τέταρτη περίπτωση της Συνθήκης και το άρθρο 3.1 τέταρτη περίπτωση του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αναθέτουν στο Ευρωσύστημα την εξουσία προώθησης της ομαλής λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών.

(2)

Το Ευρωσύστημα προωθεί την ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών, μεταξύ άλλων, ασκώντας δραστηριότητα επίβλεψης.

(3)

Τον Απρίλιο του 2012 η Επιτροπή Συστημάτων Πληρωμών και Διακανονισμού (Committee on Payment and Settlement Systems-CPSS) της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών και η τεχνική επιτροπή του Διεθνούς Οργανισμού Επιτροπών Κινητών Αξιών (International Organization of Securities Commissions-IOSCO) δημοσίευσαν από κοινού τις αρχές για τις υποδομές χρηματοπιστωτικών αγορών (εφεξής οι «αρχές CPSS-IOSCO») (2). Η Επιτροπή Πληρωμών και Υποδομών της Αγοράς (Committee on Payments and Market Infrastructures-CPMI), διάδοχος της CPSS, και η IOSCO δημοσίευσαν στη συνέχεια οδηγίες που αφορούν τις εν λόγω αρχές.

(4)

Σύμφωνα με τις αρχές CPSS-IOSCO, τα συστημικώς σημαντικά συστήματα πληρωμών (ΣΣΣΠ) θα πρέπει να υπόκεινται σε κατάλληλη επίβλεψη με βάση σαφώς καθορισμένα και δημοσιοποιημένα κριτήρια, λόγω του ότι μπορούν να ενεργοποιήσουν συστημικούς κινδύνους σε περίπτωση ανεπαρκούς προστασίας τους έναντι των κινδύνων στους οποίους εκτίθενται. Επιπλέον, οι αρχές CPSS-IOSCO καθορίζουν συγκεκριμένες προσδοκίες όσον αφορά την επίβλεψη των παρόχων κρίσιμων υπηρεσιών από τους οποίους εξαρτάται η αδιάλειπτη και επαρκής λειτουργία της υποδομής της αγοράς. Ορίζουν ακόμη ότι οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διαθέτουν επαρκείς εξουσίες και πόρους για την εκτέλεση των αντίστοιχων καθηκόντων τους, περιλαμβανομένης της λήψης διορθωτικών μέτρων.

(5)

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) εφάρμοσε τις αρχές CPSS-IOSCO και τις σχετικές οδηγίες που ακολούθησαν κατά το μέτρο που αφορούν ΣΣΣΠ βάσει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28).

(6)

Προς διασφάλιση της εφαρμογής υψηλότερων προτύπων επίβλεψης το διοικητικό συμβούλιο επανεξέτασε το περιεχόμενο του εν λόγω κανονισμού για σκοπούς αξιολόγησης της ανάγκης τροποποίησής του σύμφωνα με το άρθρο 24 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28) και, εν συνεχεία, εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/2094 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2017/32) (3), ο οποίος συμπλήρωσε την εξουσία των αρμόδιων αρχών κατά το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28) να απαιτούν την παροχή πληροφοριών και εγγράφων από τους διαχειριστές ΣΣΣΠ, εφοδιάζοντάς τες με πρόσθετα εργαλεία.

(7)

Αντίστοιχα, με το άρθρο 21 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28) ανατίθεται στις αρμόδιες αρχές η εξουσία να απαιτούν από τους διαχειριστές ΣΣΣΠ την παροχή πληροφοριών και εγγράφων, να απαιτούν τον διορισμό ανεξάρτητων εμπειρογνωμόνων για τη διενέργεια ερευνών ή την επανεξέταση της λειτουργίας ΣΣΣΠ υπό συνθήκες ανεξαρτησίας και να διενεργούν οι ίδιες επιτόπιες επιθεωρήσεις ή να αναθέτουν τη διενέργειά τους σε τρίτους.

(8)

Ακόμη, κατά το άρθρο 21 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28) η ΕΚΤ υποχρεούται σε έκδοση απόφασης σχετικά με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις άσκησης των εξουσιών της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου.

(9)

Προς διασφάλιση του σεβασμού των δικαιωμάτων των τρίτων η αρμόδια αρχή θα πρέπει να ασκεί τις εξουσίες του άρθρου 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28) σύμφωνα με τις γενικές αρχές της αναλογικότητας, της ίσης μεταχείρισης, της αποτελεσματικότητας, της αποδοτικότητας, της διαφάνειας και της δίκαιης δίκης, και με την επιφύλαξη των αρχών αυτών. Επιπλέον, προκειμένου να καθίσταται δυνατή η τήρηση των εν λόγω αρχών θα πρέπει η απόφαση περί άσκησης των ως άνω εξουσιών επίβλεψης να έχει ένα ελάχιστο προκαθορισμένο περιεχόμενο και να κοινοποιείται στον διαχειριστή ΣΣΣΠ πριν από την άσκησή τους.

(10)

Η άσκηση της εξουσίας λήψης πληροφοριών ή εγγράφων δεν απαιτεί τυπική απόφαση, η δε αρμόδια αρχή μπορεί να ασκεί την εν λόγω εξουσία σύμφωνα με τις ανάγκες της επίβλεψης, δηλαδή στη βάση του ελέγχου της συμμόρφωσης με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ2014/28) και της διευκόλυνσης του ευρύτερου στόχου της προώθησης της ομαλής λειτουργίας των συστημάτων πληρωμών σε συστημικό επίπεδο.

(11)

Για τους σκοπούς της αποτελεσματικής επίβλεψης είναι σημαντικό να παρέχεται στην αρμόδια αρχή η δυνατότητα επιβολής απαιτήσεων όσον αφορά το είδος του διοριζόμενου ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, το περιεχόμενο, το αντικείμενο και τη μεταχείριση της εκπονούμενης έκθεσης, συμπεριλαμβανομένης της γνωστοποίησης και δημοσίευσής της, καθώς και το χρονοδιάγραμμα κατάρτισής της.

(12)

Κατά τον διορισμό ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα για τη διενέργεια έρευνας ή ανεξάρτητης επανεξέτασης του ΣΣΣΠ θα πρέπει να αποφεύγονται καταστάσεις σύγκρουσης συμφερόντων και να τηρούνται ορισμένες απαιτήσεις που διασφαλίζουν ότι αυτός διαθέτει τα προσόντα, τις ικανότητες και τις γνώσεις που απαιτεί η εκτέλεση των καθηκόντων του.

(13)

Ο διαχειριστής ΣΣΣΠ μπορεί να αναθέτει υπεργολαβικά σε παρόχους κρίσιμων υπηρεσιών βασικά καθήκοντα εκκαθάρισης και διακανονισμού συναλλαγών. Σε περίπτωση που τα καθήκοντα αυτά δεν εκτελούνται από τον ίδιο τον διαχειριστή ΣΣΣΠ, αλλά από πάροχο κρίσιμων υπηρεσιών, είναι σημαντικό η αρμόδια αρχή να είναι σε θέση να ασκεί τις εξουσίες του άρθρου 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28) με τον ίδιο τρόπο και στην ίδια έκταση όσον αφορά τόσο τον διαχειριστή όσο και τον πάροχο. Επομένως, στις συμβατικές του ρυθμίσεις με τον εκάστοτε πάροχο κρίσιμων υπηρεσιών ο διαχειριστής ΣΣΣΠ είναι σημαντικό να περιλαμβάνει ρήτρες που επιτρέπουν τόσο την ανταλλαγή πληροφοριών, εγγράφων και γραπτών ή προφορικών διευκρινίσεων μεταξύ, αφενός, των εκπροσώπων ή μελών του προσωπικού του παρόχου κρίσιμων υπηρεσιών και, αφετέρου, της αρμόδιας αρχής, του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα και της ομάδας επιτόπιας επιθεώρησης, ανάλογα με την περίπτωση, όσο και τη διενέργεια επιτόπιων επιθεωρήσεων στις εγκαταστάσεις του παρόχου κρίσιμων υπηρεσιών.

(14)

Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης είναι σημαντικό να παρέχεται στις αρμόδιες αρχές η δυνατότητα ad hoc άρσης ορισμένων απαιτήσεων που αφορούν την άσκηση των εξουσιών τους στις περιορισμένες περιπτώσεις και υπό τις προϋποθέσεις που ειδικότερα ορίζονται στην παρούσα απόφαση,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Ορισμοί

Οι όροι που χρησιμοποιούνται στην παρούσα απόφαση νοούνται όπως οι αντίστοιχοι όροι του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28), ενώ ισχύουν και οι ακόλουθοι ορισμοί:

(1)   «ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας»: φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο δεν συνδέεται με το ΣΣΣΠ, τον διαχειριστή ΣΣΣΠ ή τους ελέγχοντες μετόχους του με σχέση που εγείρει σύγκρουση συμφερόντων και το οποίο διαθέτει εμπειρογνωμοσύνη ειδικά στη διενέργεια ερευνών και αξιολογήσεων των υποδομών αγοράς του χρηματοπιστωτικού τομέα, με έμφαση στο ρυθμιστικό πλαίσιο του χρηματοπιστωτικού τομέα, στα συστήματα πληροφοριών και στην τεχνολογία επικοινωνιών, στη διαχείριση κινδύνων, στην υποβολή χρηματοοικονομικών εκθέσεων ή στην ελεγκτική·

(2)   «ανεξάρτητη επανεξέταση»: αξιολόγηση της λειτουργίας ΣΣΣΠ που σκοπό έχει να διασφαλίζει την κατανόηση κινδύνων και ευπαθειών, την παροχή διαβεβαίωσης ως προς την πρόοδο που σημειώνει ορισμένος διαχειριστής ΣΣΣΠ όσον φορά τον μετριασμό των εν λόγω κινδύνων και ευπαθειών και την επαλήθευση της καταλληλότητας των πολιτικών, διαδικασιών και ελέγχων που αυτός εφαρμόζει για τον μετριασμό τους·

(3)   «έρευνα»: εξέταση και ανάλυση πραγματικών περιστατικών, εγγράφων, πληροφοριών και γεγονότων και ερμηνεία των σχετικών πορισμάτων με βάση τη χρήση γνωστών και διαδεδομένων ερευνητικών μεθόδων·

(4)   «επιτόπια επιθεώρηση»: εξέταση η οποία λαμβάνει χώρα στις εγκαταστάσεις ορισμένου διαχειριστή ΣΣΣΠ ή σε εγκαταστάσεις που σχετίζονται με τις δραστηριότητές του, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων παρόχου κρίσιμων υπηρεσιών κατά το μέτρο που αυτό προβλέπεται στη συμβατική του σχέση με τον διαχειριστή ΣΣΣΠ, και η οποία σκοπό έχει να παρέχει, μεταξύ άλλων, εμπεριστατωμένη ανάλυση επιχειρηματικών μοντέλων ή συστημάτων διακυβέρνησης, διαχείρισης διαφορετικών κινδύνων και εσωτερικού ελέγχου·

(5)   «ομάδα επιτόπιας επιθεώρησης»: ομάδα εμπειρογνωμόνων της αρμόδιας αρχής ή του εντεταλμένου της ή, ανάλογα με την περίπτωση, άλλης κεντρικής τράπεζας του Ευρωσυστήματος, η οποία τελεί υπό την καθοδήγηση προσώπου οριζόμενου ως επικεφαλής και έχει ως σκοπό τη διενέργεια επιτόπιας επιθεώρησης·

(6)   «πάροχος κρίσιμων υπηρεσιών»: πάροχος υπηρεσιών ο οποίος συνδέεται απευθείας με διαχειριστή ΣΣΣΠ βάσει συμβατικής ρύθμισης για την αδιάλειπτη παροχή στον ίδιο και, ενδεχομένως, στα μέλη του ΣΣΣΠ, υπηρεσιών ουσιωδών για τη διασφάλιση του απορρήτου και της αρτιότητας των πληροφοριών, για τη διαθεσιμότητα των υπηρεσιών και για την ομαλή λειτουργία των κεντρικών λειτουργιών του ΣΣΣΠ·

(7)   «τρίτη αρχή»: αρχή υπεύθυνη για την επίβλεψη ΣΣΣΠ, άλλη από την αρμόδια αρχή ή την κεντρική τράπεζα που επιβλέπει ή εποπτεύει τη λειτουργία παρόχου κρίσιμων υπηρεσιών ορισμένου ΣΣΣΠ, στην οποία μπορεί να ανατίθεται η διενέργεια επιτόπιων επιθεωρήσεων.

Άρθρο 2

Γενικές αρχές

1.   Η παρούσα απόφαση καθορίζει τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που υποχρεούται να τηρεί ορισμένη αρμόδια αρχή κατά την άσκηση των εξουσιών του άρθρου 21 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28).

2.   Κατά την άσκηση των εξουσιών του άρθρου 21 παράγραφος 1 του κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28) η αρμόδια αρχή:

α)

λαμβάνει υπόψη τους στόχους του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28) και τη δυνατότητα εφαρμογής τους υπό τις συγκεκριμένες κάθε φορά περιστάσεις και ασκεί μόνον όσες εξουσίες είναι ανάλογες των ως άνω στόχων και περιστάσεων, προκειμένου να αποφεύγεται κάθε περιττή επιβάρυνση των διαχειριστών ΣΣΣΠ·

β)

εφαρμόζει με συνέπεια τις ίδιες απαιτήσεις σε παρόμοιους διαχειριστές ΣΣΣΠ ή αιτιολογεί τυχόν διαφοροποίηση στη μεταχείρισή τους.

3.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 11 η αρμόδια αρχή κοινοποιεί εγγράφως στον διαχειριστή ΣΣΣΠ την απόφασή της να ασκήσει τις εξουσίες του άρθρου 21 παράγραφος 1, στοιχεία β) ή γ), του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28).

4.   Στο περιεχόμενο της απόφασης της παραγράφου 3 περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

α)

η νομική της βάση και αιτιολογία·

β)

η εξουσία που πρόκειται να ασκηθεί·

γ)

κάθε πρόσθετη απαίτηση κατά τα άρθρα 4 έως 7, ανάλογα με την εξουσία που πρόκειται να ασκηθεί·

δ)

εφόσον η εξουσία που πρόκειται να ασκηθεί είναι η εξουσία διενέργειας επιτόπιας επιθεώρησης και παραλείπεται η γραπτή κοινοποίηση προς τον οικείο διαχειριστή ΣΣΣΠ, οι λόγοι διενέργειας της επιθεώρησης χωρίς προειδοποίησή του·

ε)

οι λόγοι για τους οποίους ο διαχειριστής ΣΣΣΠ μπορεί να προσβάλει την απόφαση.

5.   Ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας ή η ομάδα επιτόπιας επιθεώρησης, ανάλογα με την περίπτωση, έχει τις ακόλουθες εξουσίες:

α)

να απαιτεί την παροχή πληροφοριών και εγγράφων κατά το άρθρο 3·

β)

να εξετάζει τα βιβλία και αρχεία του διαχειριστή ΣΣΣΠ και να λαμβάνει αντίγραφα ή αποσπάσματά τους, συμπεριλαμβανομένων όσων σχετίζονται με υπηρεσίες παρεχόμενες από παρόχους κρίσιμων υπηρεσιών του ΣΣΣΠ κατά το μέτρο που αυτό προβλέπεται στις οικείες συμβατικές ρυθμίσεις μεταξύ διαχειριστή και παρόχων·

γ)

να λαμβάνει γραπτές ή προφορικές διευκρινίσεις από εκπροσώπους ή μέλη του προσωπικού του διαχειριστή ΣΣΣΠ ή από τον οικείο πάροχο κρίσιμων υπηρεσιών (στην τελευταία περίπτωση μόνον κατά το μέτρο που αυτό προβλέπεται στις οικείες συμβατικές ρυθμίσεις μεταξύ του διαχειριστή ΣΣΣΠ και του παρόχου και σε σχέση με τις υπηρεσίες που ο τελευταίος παρέχει στο ΣΣΣΠ)·

δ)

να διενεργεί συνεντεύξεις με κάθε άλλο πρόσωπο που υπέχει νομική ή συμβατική υποχρέωση παροχής πληροφοριών με σκοπό την άντληση πληροφοριών για το αντικείμενο της έρευνας, ανεξάρτητης επανεξέτασης ή επιτόπιας επιθεώρησης.

6.   Με την ολοκλήρωση έρευνας ή ανεξάρτητης επανεξέτασης ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας υποβάλλει το σχέδιο έκθεσής του στον διαχειριστή ΣΣΣΠ και στην αρμόδια αρχή, στην οποία εν συνεχεία υποβάλλει την οριστική έκθεση στη μορφή και με τη δομή που αυτή καθορίζει. Ο ίδιος μεριμνά ώστε τα πορίσματα της έκθεσης στο σύνολό τους να είναι τεκμηριωμένα και, εξ όσων ο ίδιος δύναται να γνωρίζει και να κρίνει, ακριβή.

7.   Με την ολοκλήρωση επιτόπιας επιθεώρησης η αρμόδια αρχή διαβιβάζει το σχέδιο έκθεσής της στον διαχειριστή ΣΣΣΠ.

8.   Ο διαχειριστής ΣΣΣΠ έχει την ευκαιρία να διατυπώσει εγγράφως παρατηρήσεις επί του σχεδίου έκθεσης του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα ή της αρμόδιας αρχής. Το διοικητικό συμβούλιο του ΣΣΣΠ εγκρίνει και υπογράφει την οριστική έκθεση προτού την υποβάλει ή την επιστρέψει στον ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα ή στην αρμόδια αρχή, ανάλογα με την περίπτωση.

9.   Η υποχρέωση τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου καταλαμβάνει όλα τα πρόσωπα που μετέχουν σε έρευνες, ανεξάρτητες επανεξετάσεις ή επιτόπιες επιθεωρήσεις. Όλες οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται δυνάμει της παρούσας απόφασης θεωρούνται εμπιστευτικές, εκτός εάν απαιτείται η αποκάλυψή τους βάσει του ενωσιακού ή του εθνικού δικαίου.

10.   Η αρμόδια αρχή μπορεί να δημοσιεύει τα πορίσματα των ερευνών, ανεξάρτητων επανεξετάσεων ή επιτόπιων επιθεωρήσεων του άρθρου 21 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28), εφόσον ο βαθμός λεπτομέρειάς τους δεν καθιστά δυνατή την ταυτοποίηση συγκεκριμένου συστήματος ή διαχειριστή ΣΣΣΠ ή, σε κάθε άλλη περίπτωση, εφόσον συναινεί ο διαχειριστής ΣΣΣΠ.

Άρθρο 3

Άσκηση της εξουσίας της αρμόδιας αρχής να λαμβάνει πληροφορίες και έγγραφα

1.   Η αρμόδια αρχή μπορεί να απαιτεί από διαχειριστή ΣΣΣΠ την παροχή κάθε πληροφορίας και εγγράφου που απαιτείται για την κατάλληλη και αποτελεσματική άσκηση των καθηκόντων επίβλεψης που της αναθέτει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28), συμπεριλαμβανομένων των πληροφοριών και εγγράφων που παρέχονται ανά τακτά διαστήματα και με καθορισμένη μορφή για σκοπούς επίβλεψης.

2.   Στο περιεχόμενο του αιτήματος της αρμόδιας αρχής προς τον διαχειριστή ΣΣΣΠ για παροχή πληροφοριών και εγγράφων κατά το άρθρο 21 παράγραφος 1 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28) περιλαμβάνονται τα ακόλουθα:

α)

οι απαιτούμενες σχετικές πληροφορίες ή τα έγγραφα·

β)

η μορφή και η διαδικασία υποβολής τους·

γ)

η προθεσμία και, κατά περίπτωση, η συχνότητα υποβολής τους, με την επιφύλαξη της γενικής υποχρέωσης κάθε διαχειριστή ΣΣΣΠ να ανταποκρίνεται στο σχετικό αίτημα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

3.   Ο διαχειριστής ΣΣΣΠ παρέχει τις πληροφορίες ή τα έγγραφα εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και με την απαιτούμενη κατά περίπτωση συχνότητα, εκτός εάν μπορεί να αποδείξει έναντι της αρμόδιας αρχής τη συνδρομή οποιασδήποτε εκ των ακόλουθων περιστάσεων:

α)

ότι οι πληροφορίες ή τα έγγραφα δεν είναι άμεσα διαθέσιμα·

β)

ότι οι πληροφορίες ή τα έγγραφα δεν ανήκουν αποκλειστικά στον ίδιο ή δεν αφορούν αποκλειστικά τη δραστηριότητά του, με αποτέλεσμα η παροχή τους στην αρμόδια αρχή να απαιτεί τη συγκατάθεση τρίτου.

Εφόσον η αρμόδια αρχή κρίνει επαρκή τα στοιχεία που αποδεικνύουν τη συνδρομή οποιασδήποτε εκ των ως άνω περιστάσεων, μπορεί να χορηγεί στον διαχειριστή ΣΣΣΠ επιπλέον χρόνο για την υποβολή των οικείων πληροφοριών ή εγγράφων.

4.   Ο διαχειριστής ΣΣΣΠ και τα μέλη του προσωπικού του δεν απαλλάσσονται από την υποχρέωση τήρησης των υποχρεώσεών τους για παροχή πληροφοριών ή εγγράφων βάσει της παρούσας απόφασης για λόγους επαγγελματικού απορρήτου.

5.   Στις συμβατικές του ρυθμίσεις με τρίτους, μεταξύ άλλων και με παρόχους κρίσιμων υπηρεσιών, ο διαχειριστής ΣΣΣΠ περιλαμβάνει ρήτρες που επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών και εγγράφων με την αρμόδια αρχή, τον ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα και την ομάδα επιτόπιας επιθεώρησης σε σχέση με τις υπηρεσίες που οι εν λόγω τρίτοι παρέχουν στο ΣΣΣΠ.

Άρθρο 4

Άσκηση της εξουσίας αρμόδιας αρχής να απαιτεί τον διορισμό ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα

1.   Η αρμόδια αρχή μπορεί να απαιτεί από διαχειριστή ΣΣΣΠ τον διορισμό ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα για τη διενέργεια έρευνας ή ανεξάρτητης επανεξέτασης κατά τα άρθρα 5 ή 6, αντίστοιχα. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 4, η ίδια κοινοποιεί στον διαχειριστή ΣΣΣΠ την απόφασή της με την οποία του ζητεί να διορίσει εμπειρογνώμονα. Ο διαχειριστής ΣΣΣΠ επιβαρύνεται με όλα τα έξοδα που σχετίζονται με τον εν λόγω διορισμό.

2.   Κατά τον διορισμό ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα ο διαχειριστής ΣΣΣΠ διαβουλεύεται κατά περίπτωση με τον οικείο πάροχο κρίσιμων υπηρεσιών.

3.   Η αρμόδια αρχή μεριμνά ώστε η απόφαση με την οποία απαιτεί από τον διαχειριστή ΣΣΣΠ τον διορισμό ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα να περιλαμβάνει κατ' ελάχιστον τις ακόλουθες απαιτήσεις και πληροφορίες:

α)

ότι ο υπό διορισμό ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας δεν έχει εμπλακεί άμεσα ή έμμεσα στη λειτουργία ή επίβλεψη του οικείου ΣΣΣΠ εντός της τελευταίας διετίας και ότι διαθέτει την εμπειρογνωμοσύνη που απαιτείται για τους σκοπούς διενέργειας των ερευνών και ανεξάρτητων επανεξετάσεων σε εδικούς τομείς, όπως είναι, μεταξύ άλλων, οι υποδομές αγοράς του χρηματοπιστωτικού τομέα, το ρυθμιστικό του πλαίσιο, τα συστήματα πληροφοριών και η τεχνολογία επικοινωνιών, η διαχείριση κινδύνων, η υποβολή χρηματοοικονομικών εκθέσεων ή η ελεγκτική·

β)

λεπτομέρειες για τον ρόλο, τα καθήκοντα, τις εξουσίες και το απαιτούμενο πεδίο εμπειρογνωμοσύνης, ικανοτήτων και γνώσεων του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα·

γ)

ότι ο διαχειριστής ΣΣΣΠ διασφαλίζει πως ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα, ικανότητες και γνώσεις, ασκώντας τα καθήκοντά του χωρίς να υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων και σύμφωνα με τις απαιτήσεις των παραγράφων 5 έως 7 του παρόντος άρθρου·

δ)

προθεσμία διορισμού του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα·

ε)

ότι ο διαχειριστής ΣΣΣΠ ενημερώνει την αρμόδια αρχή σχετικά με τους όρους συμμόρφωσής του με τις απαιτήσεις που αυτή επιβάλλει και παρέχει σχετική προς τούτο καθοδήγηση·

στ)

ότι ο διαχειριστής ΣΣΣΠ παρέχει τα στοιχεία επικοινωνίας του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα για τους σκοπούς της παραγράφου 13 του παρόντος άρθρου.

4.   Η απόφαση με την οποία η αρμόδια αρχή υποχρεώνει τον διαχειριστή ΣΣΣΠ να διορίσει ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα μπορεί να περιλαμβάνει απαιτήσεις επιπλέον εκείνων της ως άνω παραγράφου 3. Ο διαχειριστής ΣΣΣΠ επισυνάπτει την ως άνω απόφαση της αρμόδιας αρχής στη συμβατική του ρύθμιση με τον ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα.

5.   Κατά την άσκηση των καθηκόντων του ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας διαθέτει όλες τις εξουσίες του άρθρου 6 παράγραφος 3.

6.   Ο διαχειριστής ΣΣΣΠ μεριμνά ώστε ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας που διορίζεται για τη διενέργεια έρευνας ή ανεξάρτητης επανεξέτασης να διαθέτει κατ' ελάχιστον τα ακόλουθα προσόντα:

α)

πτυχίο πανεπιστημίου ή ισοδύναμο τίτλο·

β)

πιστοποιητικό ή δίπλωμα που πιστοποιεί την επαγγελματική του επάρκεια σε έναν από τους τομείς στους οποίους απαιτείται να διαθέτει εμπειρογνωμοσύνη για τους σκοπούς της έρευνας ή της ανεξάρτητης επανεξέτασης, το οποίο να έχει χορηγηθεί ή να είναι αναγνωρισμένο από κράτος μέλος της ΕΕ.

7.   Εφόσον το κρίνει αναγκαίο προκειμένου να συνεκτιμηθεί τυχόν πρακτική εμπειρία, πέραν των απαιτούμενων προσόντων της παραγράφου 6, η αρμόδια αρχή μπορεί να απαιτεί από τον διαχειριστή ΣΣΣΠ να διασφαλίζει επιπλέον ότι ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας διαθέτει πείρα (κατά προτίμηση 3 τουλάχιστον ετών) στη διενέργεια παρόμοιων ερευνών, ανεξάρτητων επανεξετάσεων ή ανάλογων εξετάσεων για λογαριασμό επιχειρήσεων του χρηματοπιστωτικού τομέα. Ωστόσο, πριν από την επιβολή πρόσθετων απαιτήσεων πρακτικής εμπειρίας η αρμόδια αρχή οφείλει να λαμβάνει υπόψη τον ενδεχόμενο καινοτόμο χαρακτήρα της έρευνας ή ανεξάρτητης επανεξέτασης και τυχόν περιορισμούς που οι εν λόγω πρόσθετες απαιτήσεις ενδέχεται να συνεπάγονται εις βάρος των υποψήφιων εμπειρογνωμόνων. Ο διαχειριστής ΣΣΣΠ διασφαλίζει ότι ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας διέπεται από αρχές επαγγελματικής δεοντολογίας που καλύπτουν τουλάχιστον το συμφυές με τα καθήκοντά του στοιχείο δημοσίου συμφέροντος, την ακεραιότητα και αντικειμενικότητά του, καθώς και την επαγγελματική του επάρκεια και δέουσα επιμέλεια.

8.   Κατά την πρόσληψη του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα ο διαχειριστής ΣΣΣΠ απαιτεί να αποδεικνύονται επαρκώς τα προσόντα και η πείρα κατά τις παραγράφους 6 και 7. Ενημερώνει την αρμόδια αρχή για την ταυτότητα του επιλεγέντος ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα και, εφόσον το ζητήσει εκείνη, για το επίπεδο ευθυγράμμισης του διορισμού του με τις απαιτήσεις των παραγράφων 6 και 7. Η αρμόδια αρχή διατηρεί το δικαίωμα να απαιτήσει από τον διαχειριστή ΣΣΣΠ τον διορισμό νέου ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα, εφόσον κρίνει ότι ο ήδη επιλεγείς δεν πληροί τις απαιτήσεις της παρούσας απόφασης ή της απόφασης στην οποία βασίζεται ο διορισμός του.

9.   Ο διαχειριστής ΣΣΣΠ μπορεί να συμφωνεί με τον ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα ως προς τον ακριβή χρόνο έναρξης και τη διάρκεια έρευνας ή ανεξάρτητης επανεξέτασης, εφόσον αυτά δεν καθορίζονται από την αρμόδια αρχή και ανάλογα με τα περιθώρια καθορισμού τους που η ίδια παρέχει, ακόμη και στις περιπτώσεις στις οποίες αυτή ζητεί την περιοδική διενέργεια της ανεξάρτητης επανεξέτασης.

10.   Ο διαχειριστής ΣΣΣΠ διασφαλίζει την πρόσβαση του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα σε όλα τα έγγραφα και τις πληροφορίες που απαιτούνται για τους σκοπούς έρευνας ή ανεξάρτητης επανεξέτασης κατά τα άρθρα 5 και 6, αντίστοιχα, καθ' όλη τη διάρκειά τους. Όσον αφορά το άρθρο 2 παράγραφος 5 στοιχείο γ), στις συμβατικές του ρυθμίσεις με παρόχους κρίσιμων υπηρεσιών ο διαχειριστής ΣΣΣΠ περιλαμβάνει ρήτρες που επιτρέπουν στον ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα να έχει πρόσβαση στις διευκρινίσεις των εκπροσώπων ή μελών του προσωπικού των εν λόγω παρόχων και να διαβιβάζει πληροφορίες στην κεντρική τράπεζα που επιβλέπει ή εποπτεύει τους τελευταίους κατά το άρθρο 9 παράγραφος 4.

11.   Ο διαχειριστής ΣΣΣΠ επιτρέπει στον ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα να διενεργεί έρευνες ή ανεξάρτητες επανεξετάσεις στις εγκαταστάσεις του, εφόσον η αρμόδια αρχή εκτιμά ότι με τον τρόπο αυτόν επιτυγχάνεται η αποτελεσματική και προσήκουσα διενέργειά τους.

12.   Ο διαχειριστής ΣΣΣΠ διασφαλίζει ότι οι συμβατικές ρυθμίσεις με αντικείμενο την παροχή των υπηρεσιών του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα σε θέματα διενέργειας ερευνών ή ανεξάρτητων επανεξετάσεων προβλέπουν την υποχρέωση του τελευταίου να απαντά στις ερωτήσεις της αρμόδιας αρχής σχετικά με τα πορίσματα μετά την εκπνοή της προθεσμίας για τη διενέργειά τους.

13.   Η αρμόδια αρχή μπορεί να επικοινωνεί με τον ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα αμέσως πριν ειδοποιήσει τον διαχειριστή ΣΣΣΠ.

Άρθρο 5

Άσκηση της εξουσίας αρμόδιας αρχής να απαιτεί τη διενέργεια έρευνας

Εφόσον το κρίνει αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28), η αρμόδια αρχή μπορεί να απαιτεί από τον διαχειριστή ΣΣΣΠ τον διορισμό ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα για τη διενέργεια έρευνας κατά το άρθρο 4.

Άρθρο 6

Άσκηση της εξουσίας αρμόδιας αρχής να απαιτεί τη διενέργεια ανεξάρτητης επανεξέτασης

1.   Εφόσον το κρίνει αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28), η αρμόδια αρχή μπορεί να απαιτεί από τον διαχειριστή ΣΣΣΠ τον διορισμό ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα για τη διενέργεια ανεξάρτητης επανεξέτασης κατά το άρθρο 4.

2.   Η αρμόδια αρχή μπορεί να απαιτεί τη διενέργεια ανεξάρτητης επανεξέτασης άπαξ ή, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, με προκαθορισμένο αντικείμενο και για λόγους επιχειρησιακούς, ασφάλειας, διαχείρισης κινδύνου, επιχειρηματικούς ή νομικούς. Εφόσον η αρμόδια αρχή απαιτεί τη διενέργεια ανεξάρτητης επανεξέτασης ανά τακτά χρονικά διαστήματα, προσδιορίζει και αιτιολογεί τη συχνότητα, το αντικείμενο και την καταληκτική ημερομηνία για τη διενέργειά της.

3.   Το αντικείμενο της ανεξάρτητης επανεξέτασης μπορεί να καλύπτει ένα ή περισσότερα θέματα, τα οποία επιλέγει η αρμόδια αρχή βάσει δέουσας αιτιολόγησης. Ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας διαθέτει την εξουσία να συλλέγει από το ΣΣΣΠ κάθε πληροφορία την οποία θεωρεί αναγκαία για τη συνολική κατανόηση των ενός ή περισσοτέρων θεμάτων που εμπίπτουν στο αντικείμενο της ανεξάρτητης επανεξέτασης.

Άρθρο 7

Άσκηση της εξουσίας αρμόδιας αρχής να διενεργεί επιτόπιες επιθεωρήσεις

1.   Εφόσον το κρίνει αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28), η αρμόδια αρχή μπορεί να διενεργεί η ίδια επιτόπιες επιθεωρήσεις ή να αναθέτει τη διενέργειά τους σε τρίτη αρχή κατά το άρθρο 8.

2.   Με την επιφύλαξη του άρθρου 2 παράγραφος 4 της παρούσας απόφασης, στο ελάχιστο περιεχόμενο της απόφασης με την οποία η αρμόδια αρχή ασκεί την εξουσία διενέργειας επιτόπιων επιθεωρήσεων περιλαμβάνονται τα εξής:

α)

το αντικείμενο και ο σκοπός της επιτόπιας επιθεώρησης και

β)

πρόβλεψη σύμφωνα με την οποία τυχόν παρεμπόδιση της επιτόπιας επιθεώρησης από το υπόχρεο νομικό πρόσωπο συνιστά παραβίαση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28), με την επιφύλαξη διατάξεων της εθνικής νομοθεσίας.

3.   Τουλάχιστον δέκα εργάσιμες ημέρες πριν από την έναρξη της επιτόπιας επιθεώρησης η αρμόδια αρχή κοινοποιεί στην υπόχρεη οντότητα τη σχετική απόφαση και τη σύνθεση της ομάδας επιτόπιας επιθεώρησης.

4.   Η αρμόδια αρχή διασφαλίζει τη διενέργεια της επιτόπιας επιθεώρησης βάσει προκαθορισμένου αντικειμένου και χρονοδιαγράμματος που η ίδια ορίζει σε συνεργασία με την επιθεωρούμενη οντότητα. Πάντως, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, μπορεί και κατά τη διάρκεια της επιθεώρησης να διευρύνει το αντικείμενο και το χρονοδιάγραμμά της με αναθεωρημένη απόφαση την οποία κοινοποιεί στην επιθεωρούμενη οντότητα.

5.   Στις συμβατικές του ρυθμίσεις με τους παρόχους κρίσιμων υπηρεσιών ο διαχειριστής ΣΣΣΠ περιλαμβάνει ρήτρες που επιτρέπουν τη διενέργεια της επιτόπιας επιθεώρησης και στις εγκαταστάσεις των εν λόγω παρόχων. Οι ρήτρες αυτές επιτρέπουν στην αρμόδια αρχή να διασφαλίζει τη συμμετοχή της κεντρικής τράπεζας που επιβλέπει ή εποπτεύει τους εν λόγω παρόχους στη διαδικασία επιτόπιας επιθεώρησης, μεταξύ άλλων και για σκοπούς ανταλλαγής σχετικών πληροφοριών. Ο διαχειριστής ΣΣΣΠ διασφαλίζει ότι οι εν λόγω συμβατικές ρυθμίσεις επιτρέπουν επίσης στην αρμόδια αρχή να έχει πρόσβαση σε γραπτές ή προφορικές διευκρινίσεις των εκπροσώπων ή μελών του προσωπικού των ως άνω παρόχων σε σχέση με τις υπηρεσίες που παρέχουν στο ΣΣΣΠ. Στις συμβατικές του ρυθμίσεις με τους παρόχους κρίσιμων υπηρεσιών ο διαχειριστής ΣΣΣΠ περιλαμβάνει επίσης ρήτρες που παρέχουν στην αρμόδια αρχή πρόσβαση σε πληροφορίες και πορίσματα προηγούμενων επιτόπιων επιθεωρήσεων του παρόχου, με το ίδιο αντικείμενο και της ίδιας φύσης, οι οποίες έχουν ήδη διενεργηθεί από την κεντρική τράπεζα που επιβλέπει ή εποπτεύει τον πάροχο.

Άρθρο 8

Ανάθεση της εξουσίας διενέργειας επιτόπιων επιθεωρήσεων

1.   Με την επιφύλαξη των όρων της εφαρμοστέας εθνικής νομοθεσίας και των εσωτερικών διαδικαστικών κανόνων της αρμόδιας αρχής η τελευταία μπορεί να αναθέτει την εξουσία διενέργειας επιτόπιων επιθεωρήσεων σε τρίτη αρχή, υπό τον όρο ότι τόσο η τρίτη αρχή όσο και η οικεία ομάδα επιθεώρησης τηρούν το απόρρητο των πληροφοριών και εγγράφων που λαμβάνουν από τον διαχειριστή ΣΣΣΠ και τις σχετικές αρχές του άρθρου 7, καθώς επίσης και περαιτέρω εσωτερικούς οργανωτικούς κανόνες επιτόπιας επιθεώρησης, η δε αναθέτουσα αρμόδια αρχή διατηρεί εξολοκλήρου την εξουσία και ευθύνη της επιθεώρησης.

2.   Η αρμόδια αρχή, η τρίτη αρχή και ο διαχειριστής ΣΣΣΠ σέβονται το απόρρητο των διαδικασιών επιτόπιας επιθεώρησης.

Άρθρο 9

Συνεργασία με τις αρχές

1.   Η αρμόδια αρχή ασκεί τις εξουσίες του άρθρου 21 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28) σε σχέση με ορισμένο ΣΣΣΠ βάσει σχετικής απόφασής της. Εάν η αρμόδια αρχή είναι εθνική κεντρική τράπεζα, ενημερώνει το Ευρωσύστημα σχετικά με την εν λόγω απόφαση κατά την έκδοσή της.

2.   Εάν μέλος του προσωπικού ορισμένου διαχειριστή ΣΣΣΠ παρεμποδίζει τη διενέργεια επιτόπιας επιθεώρησης την οποία επιβάλλει αρμόδια αρχή σύμφωνα με την παρούσα απόφαση, η εθνική κεντρική τράπεζα του οικείου συμμετέχοντος κράτους μέλους παρέχει στα μέλη της ομάδας επιθεώρησης την αναγκαία συνδρομή σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Στον βαθμό που απαιτείται για την επιτόπια επιθεώρηση η εν λόγω συνδρομή περιλαμβάνει τη σφράγιση κάθε εγκατάστασης και την κατάσχεση βιβλίων ή αρχείων. Εθνική κεντρική τράπεζα η οποία δεν διαθέτει τη συγκεκριμένη εξουσία χρησιμοποιεί τις εξουσίες που διαθέτει για να ζητήσει την αναγκαία συνδρομή άλλων εθνικών αρχών.

3.   Εάν η διενέργεια της επιτόπιας επιθεώρησης ή η παροχή της συνδρομής της παραγράφου 2 απαιτούν άδεια δικαστικής αρχής σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, η αρχή που διενεργεί την επιτόπια επιθεώρηση υποβάλλει αίτηση για χορήγησή της.

4.   Όταν, στο πλαίσιο της έρευνας ή της ανεξάρτητης επανεξέτασης που διενεργεί διαχειριστής ΣΣΣΠ, ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας απαιτείται να ασκήσει τα δικαιώματα του άρθρου 2 παράγραφος 5 σε σχέση με πάροχο κρίσιμων υπηρεσιών του οικείου ΣΣΣΠ, η αρμόδια αρχή ενημερώνει την κεντρική τράπεζα που επιβλέπει ή εποπτεύει τον πάροχο σχετικά με την πρόθεσή του να ασκήσει τα εν λόγω δικαιώματα, μπορεί δε να την ενημερώνει για τα πορίσματα της έρευνας ή της ανεξάρτητης επανεξέτασης με το πέρας της διενέργειάς τους.

5.   Όταν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια επιτόπιας επιθεώρησης και στις εγκαταστάσεις παρόχου κρίσιμων υπηρεσιών ορισμένου ΣΣΣΠ, η αρμόδια αρχή ενημερώνει την κεντρική τράπεζα που τον επιβλέπει ή τον εποπτεύει σχετικά με την επικείμενη επιτόπια επιθεώρηση προτού ειδοποιήσει τον διαχειριστή του οικείου ΣΣΣΠ.

6.   Εφόσον η κεντρική τράπεζα που επιβλέπει ή εποπτεύει τον πάροχο κρίσιμων υπηρεσιών ορισμένου ΣΣΣΠ έχει ήδη διενεργήσει επιτόπια επιθεώρηση με το ίδιο αντικείμενο και της ίδιας φύσης, απόκειται στην αρμόδια αρχή να αρκεστεί στα πορίσματα της εν λόγω επιθεώρησης ή να διενεργήσει η ίδια νέα επιθεώρηση σε σχέση με το ίδιο ΣΣΣΠ. Εν προκειμένω η αρμόδια αρχή μπορεί να ζητήσει από τον πάροχο κρίσιμων υπηρεσιών να της χορηγήσει πρόσβαση στις πληροφορίες και τα πορίσματα που έχει στη διάθεσή του ή να συναινέσει στην πρόσβασή της στα εν λόγω πορίσματα στις εγκαταστάσεις της κεντρικής τράπεζας. Εάν δεν έχει ήδη διενεργηθεί επιτόπια επιθεώρηση ή δεν είναι ίδια ως προς το αντικείμενο και τη φύση της, απόκειται στην αρμόδια αρχή του ΣΣΣΠ να διενεργήσει κατά την κρίση της την επιτόπια επιθεώρηση και στις εγκαταστάσεις του παρόχου των κρίσιμων υπηρεσιών. Ενόψει τούτου η αρμόδια αρχή μπορεί, λαμβάνοντας υπόψη τις εξουσίες και αρμοδιότητες των κεντρικών τραπεζών, να εμπλέκει στη διαδικασία της επιτόπιας επιθεώρησης την κεντρική τράπεζα που επιβλέπει ή εποπτεύει τον πάροχο και να την ενημερώνει για τα πορίσματα της επιτόπιας επιθεώρησης μετά το πέρας της διενέργειάς της.

7.   Όταν κρίνεται αναγκαία η διενέργεια επιτόπιας επιθεώρησης και στις εγκαταστάσεις παρόχου κρίσιμων υπηρεσιών ορισμένου ΣΣΣΠ, ταυτόχρονα με τον διαχειριστή του ΣΣΣΠ η αρμόδια αρχή ενημερώνει και τον εν λόγω πάροχο κατά το άρθρο 2 παράγραφος 4.

Άρθρο 10

Δικαίωμα ακρόασης και πρόσβαση σε πληροφορίες

1.   Ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας ή η ομάδα επιτόπιας επιθεώρησης, ανάλογα με την περίπτωση, λαμβάνει υπόψη τις παρατηρήσεις που υποβάλλει ο διαχειριστής ΣΣΣΠ κατά τη διενεργούμενη ανεξάρτητη επανεξέταση, έρευνα ή επιτόπια επιθεώρηση και βασίζει τα πορίσματά του σε πραγματικά περιστατικά επί των οποίων ο διαχειριστής ΣΣΣΠ είχε την ευκαιρία να υποβάλει παρατηρήσεις.

2.   Κατά την υποβολή της έκθεσης πορίσματος στην αρμόδια αρχή ο ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας ή η ομάδα επιτόπιας επιθεώρησης ειδοποιεί τον διαχειριστή ΣΣΣΠ. Ο τελευταίος έχει δικαίωμα πρόσβασης στην έκθεση με την επιφύλαξη του εννόμου συμφέροντος άλλων φυσικών και νομικών προσώπων για την προστασία του επιχειρηματικού απορρήτου τους. Το δικαίωμα πρόσβασης στην έκθεση δεν καταλαμβάνει εμπιστευτικές πληροφορίες που θίγουν τρίτους.

Άρθρο 11

Απροειδοποίητες επιτόπιες επιθεωρήσεις

Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 7 παράγραφος 3, η αρμόδια αρχή δεν υποχρεούται να ενημερώνει εκ των προτέρων οντότητα που υπόκειται σε επιτόπια επιθεώρηση, εφόσον υπάρχουν ενδείξεις ότι συντρέχουν σοβαρά γεγονότα απειλητικά για την ομαλή λειτουργία του ΣΣΣΠ ή ότι η ενημέρωση της εν λόγω οντότητας σχετικά με την ανάγκη διενέργειας επιτόπιας επιθεώρησης μπορεί να υπονομεύσει τα αποτελέσματά της. Στην περίπτωση αυτή η απόφαση περί διενέργειας επιτόπιας επιθεώρησης αναφέρει τους λόγους της παράλειψης της εκ των προτέρων ενημέρωσης της επιθεωρούμενης οντότητας και διαβιβάζεται σε αυτήν μόνον μετά την έναρξη της επιθεώρησης.

Άρθρο 12

Γλωσσικό καθεστώς που διέπει τη σχέση μεταξύ της αρμόδιας αρχής και του διαχειριστή ΣΣΣΠ

1.   Διαχειριστής ΣΣΣΠ που υπόκειται σε επίβλεψη σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 795/2014 (ΕΚΤ/2014/28) μπορεί να συντάσσει οποιοδήποτε έγγραφο υποβάλλει στην αρμόδια αρχή κατά το άρθρο 3 της παρούσας απόφασης σε μία εκ των επίσημων γλωσσών της Ένωσης που ο ίδιος επιλέγει.

2.   Κάθε διαχειριστής ΣΣΣΠ που υπόκειται σε επίβλεψη μπορεί να συμφωνήσει στη χρήση μίας μόνο επίσημης γλώσσας της Ένωσης στη γραπτή του επικοινωνία με την αρμόδια αρχή. Απόκειται στον ίδιο να ανακαλεί την εν λόγω συμφωνία ή να παραιτείται κατά περίπτωση από το σχετικό του δικαίωμα και ως προς συγκεκριμένες γραπτές κοινοποιήσεις, χάριν επιτάχυνσης της διαδικασίας, χωρίς πάντως να επηρεάζονται οι μελλοντικές διαδικασίες. Η ανάκληση επηρεάζει μόνο τις πτυχές της διαδικασίας επίβλεψης που δεν έχουν ακόμη διεκπεραιωθεί.

3.   Ο διαχειριστής ΣΣΣΠ μπορεί να ζητήσει τη διενέργεια έρευνας, ανεξάρτητης επανεξέτασης ή επιτόπιας επιθεώρησης σε επίσημη γλώσσα της Ένωσης διαφορετική από τη συμφωνηθείσα για τη διαδικασία επίβλεψης. Στην περίπτωση αυτή ενημερώνει έγκαιρα την αρμόδια αρχή ή τον ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα για την ως άνω πρόθεσή του πριν από την έναρξη της έρευνας, επανεξέτασης ή επιθεώρησης, ώστε να καθίσταται δυνατή η τήρηση της αναγκαίας διαδικασίας.

Άρθρο 13

Τελικές διατάξεις

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Φρανκφούρτη, 26 Ιουλίου 2019.

Ο Πρόεδρος της ΕΚΤ

Mario DRAGHI


(1)   ΕΕ L 217 της 23.7.2014, σ. 16.

(2)  Διαθέσιμες στον δικτυακό τόπο της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (www.bis.org).

(3)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2094 της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Τράπεζας, της 3ης Νοεμβρίου 2017, που τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 795/2014 σχετικά με τις απαιτήσεις επίβλεψης για τα συστημικώς σημαντικά συστήματα πληρωμών (ΕΚΤ/2017/32) (ΕΕ L 299 της 16.11.2017, σ. 11).