|
ISSN 1977-0669 |
||
|
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 123 |
|
|
||
|
Έκδοση στην ελληνική γλώσσα |
Νομοθεσία |
62ό έτος |
|
Περιεχόμενα |
|
I Νομοθετικές πράξεις |
Σελίδα |
|
|
|
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ |
|
|
|
* |
||
|
|
* |
||
|
|
|
ΟΔΗΓΙΕΣ |
|
|
|
* |
|
|
|
II Μη νομοθετικές πράξεις |
|
|
|
|
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ |
|
|
|
* |
|
EL |
Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος. Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο. |
I Νομοθετικές πράξεις
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ
|
10.5.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 123/1 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2019/711 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 17ης Απριλίου 2019
για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 όσον αφορά τους πόρους για το ειδικό κονδύλιο για την πρωτοβουλία για την απασχόληση των νέων
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 177,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),
Αφού ζήτησαν τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) θεσπίζει τους κοινούς και γενικούς κανόνες που εφαρμόζονται στα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία. |
|
(2) |
Ο γενικός προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 2019 (4) τροποποίησε το συνολικό ποσό των πόρων για την πρωτοβουλία για την απασχόληση των νέων («ΠΑΝ»), αυξάνοντας τις πιστώσεις ανάληψης υποχρεώσεων για το ειδικό κονδύλιο της ΠΑΝ για το 2019 κατά 116,7 εκατομμύρια EUR σε τρέχουσες τιμές και αυξάνοντας το συνολικό ποσό των πιστώσεων ανάληψης υποχρεώσεων για το ειδικό κονδύλιο της ΠΑΝ για ολόκληρη την περίοδο προγραμματισμού στα 4 527 882 072 EUR σε τρέχουσες τιμές. |
|
(3) |
Για το 2019, οι πρόσθετοι πόροι των 99 573 877 EUR σε τιμές 2011 χρηματοδοτούνται από το συνολικό περιθώριο για αναλήψεις υποχρεώσεων, εντός του περιθωρίου του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου για τα έτη 2014-2020. |
|
(4) |
Είναι σκόπιμο να προβλεφθούν ειδικά μέτρα τα οποία να διευκολύνουν την υλοποίηση της ΠΑΝ, λόγω του προχωρημένου σταδίου της υλοποίησης των επιχειρησιακών προγραμμάτων για την περίοδο προγραμματισμού 2014-2020. |
|
(5) |
Λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της τροποποίησης των προγραμμάτων που στηρίζουν την ΠΑΝ ώστε να περιληφθούν οι πρόσθετοι πόροι για το ειδικό κονδύλιο για την ΠΑΝ πριν από τα τέλη του 2019, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. |
|
(6) |
Συνεπώς, ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως, |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 τροποποιείται ως εξής:
|
1) |
Στο άρθρο 91, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «1. Οι πόροι για την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή που διατίθενται για δημοσιονομική ανάληψη υποχρεώσεων για την περίοδο 2014-2020 ανέρχονται σε 330 081 919 243 EUR σε τιμές 2011, σύμφωνα με την ετήσια κατανομή που παρατίθεται στο παράρτημα VI, εκ των οποίων 325 938 694 233 EUR είναι το συνολικό ποσό πόρων που διατίθενται για το ΕΤΠΑ, το ΕΚΤ και το Ταμείο Συνοχής και 4 143 225 010 EUR αντιπροσωπεύουν ειδικό κονδύλιο που διατίθεται για την ΠΑΝ. Για τους σκοπούς του προγραμματισμού και τη συνακόλουθη ενσωμάτωση στον προϋπολογισμό της Ένωσης, το ποσό των πόρων για οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή υπόκειται σε τιμαριθμική αναπροσαρμογή 2 % ετησίως.». |
|
2) |
Στο άρθρο 92, η παράγραφος 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «5. Οι πόροι για την ΠΑΝ ανέρχονται σε 4 143 225 010 EUR από το ειδικό κονδύλιο που διατίθεται για την ΠΑΝ, εκ των οποίων 99 573 877 EUR αποτελούν τους πρόσθετους πόρους για το 2019. Οι εν λόγω πόροι συμπληρώνονται από τις στοχοθετημένες επενδύσεις του ΕΚΤ σύμφωνα με το άρθρο 22 του κανονισμού ΕΚΤ. Τα κράτη μέλη που επωφελούνται από τους πρόσθετους πόρους για το ειδικό κονδύλιο της ΠΑΝ για το 2019, όπως αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, μπορούν να ζητήσουν τη μεταφορά στο ΕΚΤ μέχρι και του 50 % των πρόσθετων πόρων για το ειδικό κονδύλιο της ΠΑΝ, για τη συγκρότηση των αντίστοιχων στοχοθετημένων επενδύσεων του ΕΚΤ, όπως απαιτείται από το άρθρο 22 του κανονισμού ΕΚΤ. Η μεταφορά αυτή γίνεται στις ανάλογες κατηγορίες περιφερειών που αντιστοιχούν στις κατηγορίες περιφερειών που είναι επιλέξιμες για την αύξηση του ειδικού κονδυλίου για την ΠΑΝ. Τα κράτη μέλη ζητούν την εν λόγω μεταφορά στο πλαίσιο της αίτησής τους για τροποποίηση του προγράμματος, σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού. Οι πόροι που έχουν διατεθεί σε περασμένα έτη δεν μπορούν να μεταφερθούν. Το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται σε οποιουσδήποτε πρόσθετους πόρους για το ειδικό κονδύλιο της ΠΑΝ οι οποίοι αυξάνουν τους πόρους πάνω από 4 043 651 133 EUR.». |
|
3) |
Το παράρτημα VI αντικαθίσταται από το κείμενο που παρατίθεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού. |
Άρθρο 2
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Στρασβούργο, 17 Απριλίου 2019.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
A. TAJANI
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
G. CIAMBA
(1) Γνώμη της 22ας Μαρτίου 2019 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα).
(2) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 27ης Μαρτίου 2019 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 9ης Απριλίου 2019.
(3) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1303/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί καθορισμού κοινών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής, το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και περί καθορισμού γενικών διατάξεων για το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο, το Ταμείο Συνοχής και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Θάλασσας και Αλιείας και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1083/2006 (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 320).
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI
ΕΤΗΣΙΑ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 2014 ΕΩΣ 2020
Προσαρμοσμένη ετήσια μορφή των πιστώσεων (συμπεριλαμβανομένου του αιτήματος συμπληρωματικής πληρωμής υπέρ της ΠΑΝ)
|
|
2014 |
2015 |
2016 |
2017 |
2018 |
2019 |
2020 |
Σύνολο |
|
EUR, 2011 τιμές |
34 108 069 924 |
55 725 174 682 |
46 044 910 736 |
48 027 317 164 |
48 341 984 652 |
48 811 933 191 |
49 022 528 894 |
330 081 919 243 |
|
10.5.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 123/4 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2019/712 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 17ης Απριλίου 2019
σχετικά με τη διασφάλιση του ανταγωνισμού στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 868/2004
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ιδίως το άρθρο 100 παράγραφος 2,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),
Αφού ζήτησαν τη γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Η αεροπορία διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην οικονομία της Ένωσης και στην καθημερινότητα των πολιτών της Ένωσης και αποτελεί έναν από τους πλέον αποδοτικούς και δυναμικούς τομείς της οικονομίας της Ένωσης. Πρόκειται για μια ισχυρή κινητήρια δύναμη της οικονομικής ανάπτυξης, της απασχόλησης, του εμπορίου και του τουρισμού, καθώς και η συνδεσιμότητα και η κινητικότητα για τις επιχειρήσεις όσο και για τους πολίτες, ιδιαίτερα στο πλαίσιο της εσωτερικής αγοράς αερομεταφορών της Ένωσης. Τις τελευταίες δεκαετίες, η αύξηση των αεροπορικών μεταφορών συνέβαλε σημαντικά στη βελτίωση της συνδεσιμότητας εντός της Ένωσης και με τρίτες χώρες και υπήρξε σημαντική καταλυτική δύναμη για την οικονομία της Ένωσης. |
|
(2) |
Οι αερομεταφορείς της Ένωσης βρίσκονται στο επίκεντρο του παγκόσμιου δικτύου που συνδέει την Ευρώπη τόσο στο εσωτερικό της όσο και με τον υπόλοιπο κόσμο. Θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να ανταγωνίζονται τους αερομεταφορείς τρίτων χωρών σε ένα περιβάλλον ανοικτού και θεμιτού ανταγωνισμού. Αυτό είναι αναγκαίο προκειμένου να παρασχεθούν οφέλη στους καταναλωτές, να διατηρηθούν οι συνθήκες που συμβάλλουν σε υψηλό επίπεδο αεροπορικής συνδεσιμότητας της Ένωσης και να εξασφαλιστούν η διαφάνεια, ίσοι όροι ανταγωνισμού και η διαρκής ανταγωνιστικότητα των αερομεταφορέων της Ένωσης καθώς και υψηλά επίπεδα ποιοτικής απασχόλησης στην αεροπορική βιομηχανία της Ένωσης. |
|
(3) |
Σε ένα πλαίσιο έντονου ανταγωνισμού μεταξύ των συντελεστών των αεροπορικών μεταφορών σε παγκόσμιο επίπεδο, ο θεμιτός ανταγωνισμός αποτελεί απαραίτητη γενική αρχή στην εκμετάλλευση διεθνών υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών. Η αρχή αυτή αναγνωρίζεται ιδίως στη σύμβαση του Σικάγου για τη Διεθνή Πολιτική Αεροπορία της 7ης Δεκεμβρίου 1944 («σύμβαση του Σικάγου»), στο προοίμιο της οποίας αναγνωρίζεται ότι είναι αναγκαίο οι διεθνείς υπηρεσίες αεροπορικών μεταφορών να βασίζονται στην ισότητα ευκαιριών. Το άρθρο 44 της σύμβασης του Σικάγου ορίζει επίσης ότι ο Διεθνής Οργανισμός Πολιτικής Αεροπορίας (ΔΟΠΑ) έχει ως στόχο την προώθηση της ανάπτυξης των διεθνών αεροπορικών μεταφορών, ώστε να διασφαλίζεται ότι κάθε συμβαλλόμενο κράτος έχει τη θεμιτή δυνατότητα να εκμεταλλεύεται διεθνείς αεροπορικές γραμμές και να αποφεύγονται οι διακρίσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων κρατών. |
|
(4) |
Η αρχή του θεμιτού ανταγωνισμού είναι σαφώς καθιερωμένη στην Ένωση, όπου οι στρεβλωτικές πρακτικές της αγοράς υπόκεινται στο ενωσιακό δίκαιο, το οποίο εγγυάται ίσες ευκαιρίες και ισότιμους όρους ανταγωνισμού για ενωσιακούς και μη αερομεταφορείς, που δραστηριοποιούνται στην Ένωση. |
|
(5) |
Εντούτοις, παρά τις συνεχείς προσπάθειες από την Ένωση και ορισμένες τρίτες χώρες, οι αρχές του θεμιτού ανταγωνισμού δεν έχουν ακόμη καθοριστεί με ειδικούς πολυμερείς κανόνες, ιδίως συμφωνίες στο πλαίσιο του ΔΟΠΑ ή του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ), όπως η Γενική Συμφωνία Εμπορίου και Υπηρεσιών (GATS) και το παράρτημα αυτής περί υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών, από το πεδίο εφαρμογής του οποίου υπηρεσίες αεροπορικών μεταφορών έχουν σε μεγάλο βαθμό εξαιρεθεί. |
|
(6) |
Θα πρέπει, συνεπώς, να ενταθούν οι προσπάθειες στο πλαίσιο του ΔΟΠΑ και του ΠΟΕ για να υποστηρίξουν ενεργά την εκπόνηση διεθνών κανόνων που θα εγγυώνται όρους θεμιτού ανταγωνισμού μεταξύ όλων των αερομεταφορέων. |
|
(7) |
Ο θεμιτός ανταγωνισμός μεταξύ αερομεταφορέων θα πρέπει κατά προτίμηση να αποτελέσει το αντικείμενο συμφωνιών αεροπορικών μεταφορών ή αεροπορικών υπηρεσιών με τρίτες χώρες. Ωστόσο, οι περισσότερες συμφωνίες αεροπορικών μεταφορών ή υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών που έχουν συναφθεί μεταξύ της Ένωσης ή των κρατών μελών της ή αμφοτέρων, αφενός, και τρίτων χωρών, αφετέρου, δεν προβλέπουν μέχρι στιγμής κατάλληλους κανόνες θεμιτού ανταγωνισμού. Θα πρέπει, συνεπώς, κατά τη διαπραγμάτευση να ενταθούν οι προσπάθειες ενσωμάτωσης ρητρών θεμιτού ανταγωνισμού στις υπάρχουσες ή τις μελλοντικές συμφωνίες αεροπορικών μεταφορών ή αεροπορικών υπηρεσιών με τρίτες χώρες. |
|
(8) |
Ο θεμιτός ανταγωνισμός μεταξύ αερομεταφορέων μπορεί επίσης να διασφαλιστεί μέσω κατάλληλης νομοθεσίας της Ένωσης, όπως ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 95/93 του Συμβουλίου (3) και η οδηγία 96/67/ΕΚ του Συμβουλίου (4). Στον βαθμό που ο θεμιτός ανταγωνισμός προϋποθέτει προστασία των αερομεταφορέων της Ένωσης από ορισμένες πρακτικές που εφαρμόζουν τρίτες χώρες ή μεταφορείς τρίτων χωρών, το ζήτημα αυτό πραγματευόταν προηγουμένως ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 868/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5). Ωστόσο, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 868/2004 έχει αποδειχθεί αναποτελεσματικός όσον αφορά τον βασικό γενικό σκοπό του θεμιτού ανταγωνισμού. Πρόκειται ιδίως για την περίπτωση ορισμένων κανόνων που αφορούν τον ορισμό των εν λόγω πρακτικών, εξαιρουμένων των επιδοτήσεων, και τις απαιτήσεις όσον αφορά την έναρξη και τη διεξαγωγή έρευνας. Επιπλέον, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 868/2004 δεν έχει παράσχει τη συμπληρωματικότητα με τις συμφωνίες αεροπορικών μεταφορών ή αεροπορικών υπηρεσιών στις οποίες η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος. Λόγω του αριθμού και της σημασίας των τροποποιήσεων που θα ήταν αναγκαίες για να αντιμετωπιστούν τα θέματα αυτά, είναι σκόπιμο να αντικατασταθεί ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 868/2004 από νέα πράξη. |
|
(9) |
Η ανταγωνιστικότητα του τομέα αερομεταφορών της Ένωσης εξαρτάται από την ανταγωνιστικότητα κάθε μέρους της αλυσίδας αξίας των αεροπορικών μεταφορών και μπορεί να διατηρηθεί μόνο μέσω της συμπληρωματικής δέσμης πολιτικών. Η Ένωση θα πρέπει να αρχίσει εποικοδομητικό διάλογο με τρίτες χώρες προκειμένου να βρεθεί μια βάση για τον θεμιτό ανταγωνισμό. Για τον σκοπό αυτό, παραμένει αναγκαία μια αποτελεσματική, αναλογική και αποτρεπτική νομοθεσία για να διατηρηθούν ευνοϊκοί όροι για υψηλού επιπέδου συνδεσιμότητα στην Ένωση και να εξασφαλιστεί θεμιτός ανταγωνισμός με τους αερομεταφορείς τρίτων χωρών. Προς τούτο, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει την εξουσία να διενεργεί έρευνα και να λαμβάνει μέτρα, όπου είναι αναγκαίο. Τα μέτρα αυτά θα πρέπει να είναι διαθέσιμα όταν πρακτικές στρέβλωσης του ανταγωνισμού προκαλούν ζημία σε αερομεταφορείς της Ένωσης. |
|
(10) |
Η διάκριση μπορεί να περιλαμβάνει καταστάσεις κατά τις οποίες αερομεταφορέας της Ένωσης υπόκειται σε διαφορετική μεταχείριση χωρίς αντικειμενική αιτιολόγηση, ιδιαίτερα όσον αφορά: τις τιμές και την πρόσβαση σε επίγεια εξυπηρέτηση· αερολιμενικές υποδομές· υπηρεσίες αεροναυτιλίας· την κατανομή των διαθέσιμων χρονοθυρίδων (slots)· διοικητικές διαδικασίες, όπως η χορήγηση θεωρήσεων για προσωπικό ξένων αερομεταφορέων· λεπτομερείς ρυθμίσεις πώλησης και διάθεσης αεροπορικών υπηρεσιών· ή τυχόν άλλα ζητήματα άσκησης επιχειρηματικής δράσης, όπως επαχθείς διαδικασίες εκτελωνισμού ή οποιαδήποτε άλλη αθέμιτη πρακτική οικονομικής ή επιχειρησιακής φύσης. |
|
(11) |
Οι διαδικασίες θα πρέπει να ολοκληρώνονται χωρίς επανορθωτικά μέτρα βάσει του παρόντος κανονισμού, εφόσον η λήψη τους αντίκειται στο συμφέρον της Ένωσης, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τις επιπτώσεις τους σε άλλα πρόσωπα, ιδίως στους καταναλωτές ή τις επιχειρήσεις της Ένωσης, καθώς και τις επιπτώσεις τους στα υψηλά επίπεδα συνδεσιμότητας σε όλη την Ένωση. Κατά την αξιολόγηση του συμφέροντος της Ένωσης, θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στην κατάσταση των κρατών μελών που βασίζονται αποκλειστικά ή σε μεγάλο βαθμό στις αεροπορικές μεταφορές για τη συνδεσιμότητά τους με τον υπόλοιπο κόσμο, ενώ θα πρέπει να εξασφαλίζεται η συνοχή με άλλους τομείς πολιτικής της Ένωσης. Οι διαδικασίες θα πρέπει επίσης να λήγουν χωρίς μέτρα εάν οι απαιτήσεις για τα εν λόγω μέτρα δεν πληρούνται ή δεν πληρούνται πλέον. |
|
(12) |
Κατά τον προσδιορισμό του κατά πόσον η λήψη επανορθωτικών μέτρων αντίκειται στο συμφέρον της Ένωσης, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις απόψεις όλων των ενδιαφερόμενων μερών. Προκειμένου να οργανώνει διαβουλεύσεις με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη και να τους παρέχει τη δυνατότητα να εκφράσουν τις απόψεις τους, θα πρέπει να καθορίζονται στην ανακοίνωση για την έναρξη της έρευνας προθεσμίες για την παροχή πληροφοριών ή για αίτηση ακρόασης. Τα ενδιαφερόμενα μέρη θα πρέπει να γνωρίζουν τους όρους της κοινοποίησης για τις πληροφορίες που παρέχουν και θα πρέπει να δικαιούνται να απαντήσουν στις παρατηρήσεις των άλλων μερών. |
|
(13) |
Για να είναι επαρκώς ενημερωμένη η Επιτροπή σχετικά με τα πιθανά στοιχεία που δικαιολογούν την έναρξη έρευνας, οποιοδήποτε κράτος μέλος, αερομεταφορέας της Ένωσης ή ένωση αερομεταφορέων της Ένωσης θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία, η οποία θα πρέπει να εξεταστεί εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. |
|
(14) |
Για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα του παρόντος κανονισμού, είναι ουσιώδες η Επιτροπή να έχει τη δυνατότητα να κινεί διαδικασίες βάσει καταγγελίας με στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν την εκ πρώτης όψεως απειλούμενη ζημία. |
|
(15) |
Κατά την έρευνα η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάζει τις πρακτικές στρέβλωσης του ανταγωνισμού εντός του σχετικού πλαισίου. Δεδομένης της ποικιλομορφίας των πιθανών πρακτικών, η πρακτική και οι επιπτώσεις της μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να περιορίζονται σε δραστηριότητες αεροπορικών μεταφορών μεταξύ δύο πόλεων, ενώ σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να ήταν σκόπιμο να εξεταστούν η πρακτική και οι επιπτώσεις της στο ευρύτερο δίκτυο αεροπορικών μεταφορών. |
|
(16) |
Είναι σημαντικό να εξασφαλιστεί ότι η έρευνα μπορεί να καλύπτει όσο το δυνατόν ευρύτερο φάσμα σχετικών στοιχείων. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει τη δυνατότητα να διενεργεί έρευνα σε τρίτες χώρες, με την επιφύλαξη της συναίνεσης των οντοτήτων της τρίτης χώρας και ελλείψει αντιρρήσεων από τις εν λόγω τρίτες χώρες. Για τους ίδιους λόγους και προς τον ίδιο σκοπό, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να συντρέχουν την Επιτροπή στο μέτρο των δυνατοτήτων τους. Η Επιτροπή θα πρέπει να ολοκληρώνει την έρευνα βασιζόμενη στα καλύτερα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία. |
|
(17) |
Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η Επιτροπή θα μπορούσε να εξετάσει κατά πόσον η πρακτική στρέβλωσης του ανταγωνισμού συνιστά επίσης παραβίαση διεθνούς συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών ή αεροπορικών υπηρεσιών ή οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας που περιλαμβάνει διατάξεις περί υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών, στην οποία η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος. Εάν ισχύει αυτό, η Επιτροπή θα μπορούσε να θεωρήσει ότι η πρακτική στρέβλωσης του ανταγωνισμού, πράγμα το οποίο επίσης συνιστά παραβίαση διεθνούς συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών ή αεροπορικών υπηρεσιών ή οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας που περιλαμβάνει διατάξεις περί υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών, στην οποία η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος, θα πρέπει να εξετάζεται με πιο κατάλληλο τρόπο μέσω της εφαρμογής των διαδικασιών επίλυσης διαφορών που προβλέπει η συμφωνία αυτή. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να αναστείλει την έρευνα που κινείται δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Όπου η εφαρμογή των διαδικασιών επίλυσης διαφορών που έχουν θεσπιστεί από τη διεθνή συμφωνία αεροπορικών μεταφορών ή αεροπορικών υπηρεσιών ή οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας που περιλαμβάνει διατάξεις περί υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών, στην οποία η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος δεν επανορθώνει επαρκώς την κατάσταση, θα πρέπει να είναι δυνατόν για την Επιτροπή να επαναλάβει την έρευνα. |
|
(18) |
Οι συμφωνίες αεροπορικών μεταφορών και ο παρών κανονισμός θα πρέπει να διευκολύνουν τον διάλογο με τις ενδιαφερόμενες τρίτες χώρες με σκοπό την αποτελεσματική επίλυση των διαφορών και την αποκατάσταση του θεμιτού ανταγωνισμού. Εάν η έρευνα που διεξάγει η Επιτροπή αφορά εκμετάλλευση πτήσεων που καλύπτονται από συμφωνία αεροπορικών μεταφορών ή αεροπορικών υπηρεσιών ή από οποιαδήποτε άλλη συμφωνία που περιλαμβάνει διατάξεις περί υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών συναφθείσα με τρίτη χώρα και της οποίας η Ένωση δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος, θα πρέπει να εξασφαλίζεται ότι η Επιτροπή ενεργεί με πλήρη γνώση των διαδικασιών που προτίθεται να ακολουθήσει ή ακολουθεί το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, βάσει της εν λόγω συμφωνίας και οι οποίοι αφορούν την κατάσταση που ερευνά η Επιτροπή. Τα κράτη μέλη θα πρέπει, επομένως, να υποχρεούνται να ενημερώνουν την Επιτροπή αναλόγως. Σε τέτοια περίπτωση, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να κοινοποιούν στην Επιτροπή την πρόθεσή τους να αντιμετωπίσουν την πρακτική στρέβλωσης του ανταγωνισμού αποκλειστικά στο πλαίσιο των διαδικασιών επίλυσης διαφορών που περιλαμβάνονται στις αντίστοιχες συμφωνίες τους αεροπορικών μεταφορών ή αεροπορικών υπηρεσιών ή σε οποιαδήποτε άλλη συμφωνίας που περιλαμβάνει διατάξεις περί υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών συναφθείσες με τρίτη χώρα και στις οποίες η Ένωση δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος. Εάν όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη έχουν προβεί σε σχετική κοινοποίηση στην Επιτροπή και δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση, η Επιτροπή θα πρέπει να αναστέλλει προσωρινά την έρευνά της. |
|
(19) |
Σε περίπτωση που τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη σκοπεύουν να αντιμετωπίσουν την πρακτική στρέβλωσης του ανταγωνισμού αποκλειστικά μέσω των διαδικασιών επίλυσης διαφορών που εφαρμόζονται στο πλαίσιο των συμφωνιών αεροπορικών μεταφορών, αεροπορικών υπηρεσιών ή οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας που περιλαμβάνει διατάξεις περί υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών και που έχουν συναφθεί με την αντίστοιχη τρίτη χώρα προκειμένου να τηρήσουν τις υποχρεώσεις βάσει των εν λόγω συμφωνιών, τα κράτη μέλη θα πρέπει να επιδιώκουν να εφαρμόζουν άμεσα τις διμερείς διαδικασίες επίλυσης διαφορών και να ενημερώνουν πλήρως σχετικά την Επιτροπή. Όταν η πρακτική στρέβλωσης του ανταγωνισμού συνεχίζεται και η Επιτροπή επανεκκινεί την έρευνα, οι διαπιστώσεις που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια της εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών ή αεροπορικών υπηρεσιών ή οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας που περιλαμβάνει διατάξεις περί υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι ο θεμιτός ανταγωνισμός αποκαθίσταται το ταχύτερο δυνατόν. |
|
(20) |
Διαπιστώσεις που αποκτήθηκαν κατά την εφαρμογή των διαδικασιών επίλυσης διαφορών στο πλαίσιο διεθνούς συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών ή αεροπορικών υπηρεσιών ή οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας που περιλαμβάνει διατάξεις περί υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών, στην οποία η Ένωση ή ένα κράτος μέλος είναι συμβαλλόμενο μέρος θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. |
|
(21) |
Για λόγους διοικητικής αποτελεσματικότητας και με σκοπό την πιθανή περάτωση της διαδικασίας χωρίς την επιβολή μέτρων, θα πρέπει να είναι δυνατή η αναστολή της διαδικασίας, εάν η τρίτη χώρα ή η οντότητα τρίτης χώρας έχει λάβει αποφασιστικά μέτρα για την εγκατάλειψη των πρακτικών στρέβλωσης του ανταγωνισμού ή την επακόλουθη ζημία ή απειλή ζημίας. |
|
(22) |
Τα πορίσματα σχετικά με τη ζημία ή την απειλή ζημίας σε θιγόμενους αερομεταφορείς της Ένωσης θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν τη ρεαλιστική αξιολόγηση της κατάστασης και ως εκ τούτου, να βασίζονται σε όλους τους σχετικούς παράγοντες, ιδίως όσον αφορά την κατάσταση των εν λόγω αερομεταφορέων και τη γενική κατάσταση της πληγείσας αγοράς αεροπορικών μεταφορών. |
|
(23) |
Είναι αναγκαίο να καθοριστούν οι προϋποθέσεις ολοκλήρωσης αυτών των διαδικασιών, με ή χωρίς την επιβολή επανορθωτικών μέτρων. |
|
(24) |
Τα επανορθωτικά μέτρα κατά πρακτικών στρέβλωσης του ανταγωνισμού αποσκοπούν στην αντιστάθμιση της προκαλούμενης ζημίας λόγω των πρακτικών αυτών. Θα πρέπει, επομένως, τα επανορθωτικά μέτρα να έχουν τη μορφή οικονομικής επιβάρυνσης ή άλλου είδους μέτρων, τα οποία, καθώς αντιπροσωπεύουν μετρήσιμη χρηματική αξία, καθιστούν δυνατή την επίτευξη του ίδιου αποτελέσματος. Για να συνάδουν με την αρχή της αναλογικότητας, τα μέτρα οποιασδήποτε φύσεως θα πρέπει να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία για την αντιστάθμιση της ζημίας που έχει διαπιστωθεί. Τα επανορθωτικά μέτρα θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς αεροπορικών μεταφορών της Ένωσης και δεν θα πρέπει να έχουν ως αποτέλεσμα να δοθεί αδικαιολόγητο πλεονέκτημα σε αερομεταφορέα ή σε ομάδα αερομεταφορέων. |
|
(25) |
Ο παρών κανονισμός δεν έχει στόχο να επιβάλει οποιαδήποτε πρότυπα για τους αερομεταφορείς τρίτων χωρών, για παράδειγμα όσον αφορά τις επιδοτήσεις, εισάγοντας αυστηρότερες υποχρεώσεις από εκείνες που ισχύουν για τους αερομεταφορείς της Ένωσης. |
|
(26) |
Οι καταστάσεις που ερευνώνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού και ο τυχόν αντίκτυπός τους στα κράτη μέλη ενδέχεται να διαφέρουν ανάλογα με τις περιστάσεις. Θα πρέπει συνεπώς να είναι δυνατόν να εφαρμοστούν επανορθωτικά μέτρα, ανάλογα με την περίπτωση, σε έναν ή περισσότερους αερομεταφορείς τρίτων χωρών, σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή ή για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, ή να καθοριστεί μια μελλοντική ημερομηνία από την οποία θα ισχύουν. |
|
(27) |
Τα επανορθωτικά μέτρα δεν θα πρέπει να συνίστανται στην αναστολή ή τον περιορισμό των δικαιωμάτων κυκλοφορίας που χορηγούνται από κράτος μέλος σε μια τρίτη χώρα. |
|
(28) |
Σύμφωνα με την ίδια αρχή της αναλογικότητας, τα επανορθωτικά μέτρα για πρακτικές στρέβλωσης του ανταγωνισμού θα πρέπει να παραμένουν σε ισχύ μόνο για το αναγκαίο διάστημα και στην αναγκαία έκταση για τη συγκεκριμένη πρακτική και την επακόλουθη ζημία. Συνεπώς, όταν οι περιστάσεις το δικαιολογούν, θα πρέπει να προβλέπεται επανεξέταση. |
|
(29) |
Προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6). |
|
(30) |
Η Επιτροπή θα πρέπει να ενημερώνει τακτικά το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, μέσω έκθεσης. Η εν λόγω έκθεση θα πρέπει να περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με: την εφαρμογή επανορθωτικών μέτρων· την περάτωση της έρευνας χωρίς λήψη επανορθωτικών μέτρων· αξιολογήσεις των επανορθωτικών μέτρων· και τη συνεργασία με τα κράτη μέλη, τα ενδιαφερόμενα μέρη και τρίτες χώρες. Η εν λόγω έκθεση θα πρέπει να καταρτίζεται και να αντιμετωπίζεται με το κατάλληλο επίπεδο εμπιστευτικότητας. |
|
(31) |
Επειδή ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ήτοι αποτελεσματική και ίση προστασία για όλους τους αερομεταφορείς της Ένωσης βασιζόμενη σε ομοιόμορφα κριτήρια και διαδικασίες, από τη ζημία ή την απειλή ζημίας σε έναν ή περισσότερους αερομεταφορείς της Ένωσης εξαιτίας πρακτικών στρέβλωσης του ανταγωνισμού και ασκούνται από τρίτες χώρες ή οντότητες τρίτων χωρών, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, μπορεί όμως να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση δύναται να λάβει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας του άρθρου 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως διατυπώνεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του στόχου αυτού. |
|
(32) |
Δεδομένου ότι ο παρών κανονισμός αντικαθιστά τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 868/2004, ο εν λόγω κανονισμός θα πρέπει να καταργηθεί, |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ I
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 1
Αντικείμενο
1. Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες σχετικά με τη διεξαγωγή ερευνών από την Επιτροπή και τη λήψη επανορθωτικών μέτρων σε περιπτώσεις πρακτικών που προκαλούν στρέβλωση του ανταγωνισμού μεταξύ των αερομεταφορέων της Ένωσης και αερομεταφορέων τρίτων χωρών και προκαλούν, ή απειλούν να προκαλέσουν, ζημία σε αερομεταφορείς της Ένωσης.
2. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται με την επιφύλαξη του άρθρου 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 95/93 και του άρθρου 20 της οδηγίας 96/67/ΕΚ.
Άρθρο 2
Ορισμοί
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
1) «αερομεταφορέας»: αερομεταφορέας όπως ορίζεται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1008/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7)·
2) «υπηρεσία αεροπορικών μεταφορών»: πτήση ή σειρά πτήσεων για τη μεταφορά επιβατών, φορτίου ή ταχυδρομείου, έναντι αμοιβής ή μίσθωσης·
3) «ενδιαφερόμενο μέρος»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή κάθε επίσημος φορέας, ανεξάρτητα από το εάν διαθέτει ιδία νομική προσωπικότητα, που είναι πιθανό να έχει σημαντικό συμφέρον από την έκβαση της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των αερομεταφορέων·
4) «ενδιαφερόμενο κράτος μέλος»: κάθε κράτος μέλος που:
|
α) |
χορήγησε την άδεια εκμετάλλευσης στους θιγόμενους αερομεταφορείς της Ένωσης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1008/2008· ή |
|
β) |
έχει συνάψει συμφωνία αεροπορικών μεταφορών, συμφωνία αεροπορικών υπηρεσιών ή άλλη συμφωνία που περιλαμβάνει διατάξεις περί υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών με την ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα, στο πλαίσιο της οποίας δραστηριοποιούνται οι θιγόμενοι αερομεταφορείς της Ένωσης· |
5) «οντότητα τρίτης χώρας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα, ή κάθε επίσημος φορέας ανεξάρτητα από το εάν διαθέτει ιδία νομική προσωπικότητα, που τελεί υπό τη δικαιοδοσία τρίτης χώρας, είτε ελέγχεται από κυβέρνηση τρίτης χώρας είτε όχι και άμεσα ή έμμεσα εμπλεκόμενος σε υπηρεσίες αεροπορικών μεταφορών ή συναφείς υπηρεσίες ή στην παροχή υπηρεσιών ή υποδομών που χρησιμοποιούνται για την παροχή υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών ή συναφών υπηρεσιών·
6) «πρακτικές στρέβλωσης του ανταγωνισμού»: διάκριση και επιδοτήσεις·
7) «απειλή ζημίας»: απειλή η εξέλιξη της οποίας σε ζημία είναι σαφώς προβλέψιμη, πολύ πιθανή και επικείμενη, και η οποία μπορεί να αποδοθεί, πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας, σε πράξη ή απόφαση η οποία λαμβάνεται από τρίτη χώρα ή οντότητα τρίτης χώρας.
8) «διάκριση»: κάθε είδους διαφοροποίηση χωρίς αντικειμενική αιτιολόγηση στην παροχή αγαθών ή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων υπηρεσιών, που γίνεται στα πλαίσια της εκτέλεσης υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών, ή στον χειρισμό αυτών των υπηρεσιών από τις σχετικές δημόσιες αρχές, συμπεριλαμβανομένων των πρακτικών σχετικών με την αεροναυτιλία ή τις διευκολύνσεις αερολιμένα και τις υπηρεσίες, τα καύσιμα, την επίγεια εξυπηρέτηση, την ασφάλεια από έκνομες ενέργειες, τα ηλεκτρονικά συστήματα κράτησης θέσεων, την κατανομή των χρονοθυρίδων, τα τέλη και τη χρήση άλλων εγκαταστάσεων ή υπηρεσιών χρησιμοποιούμενων για την εκμετάλλευση υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών·
9) «επιδότηση»: κάθε οικονομική συνεισφορά:
|
α) |
που χορηγείται από κρατικό ή άλλο δημόσιο οργανισμό τρίτης χώρας σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες μορφές:
|
|
β) |
που αποφέρει όφελος· και |
|
γ) |
περιοριζόμενη, από το νόμο ή στην πράξη, σε οντότητα ή κλάδο ή ομάδα οντοτήτων ή κλάδων οι οποίοι υπάγονται στη δικαιοδοσία της χορηγούσας αρχής· |
10) «αερομεταφορέας της Ένωσης»: αερομεταφορέας με έγκυρη άδεια εκμετάλλευσης την οποία έχει χορηγήσει κράτος μέλος σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1008/2008·
11) «θιγόμενος αερομεταφορέας της Ένωσης»: ο αερομεταφορέας που φέρεται ότι υπέστη ζημία ή απειλή ζημίας δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β).
Άρθρο 3
Συμφέρον της Ένωσης
1. Η Επιτροπή προβαίνει στον προσδιορισμό του συμφέροντος της Ένωσης για τον σκοπό του άρθρου 13 παράγραφος 2 στοιχείο β), με βάση την εκτίμηση όλων των διαφορετικών συμφερόντων, τα οποία αφορούν τη συγκεκριμένη κατάσταση που πρέπει να ιδωθεί στο σύνολό της. Κατά τον προσδιορισμό του συμφέροντος της Ένωσης, δίνεται προτεραιότητα στην ανάγκη να προστατευτούν τα συμφέροντα των καταναλωτών και να διατηρηθεί ένα υψηλό επίπεδο συνδεσιμότητας για τους επιβάτες και για την Ένωση. Στο πλαίσιο ολόκληρης της αλυσίδας των αερομεταφορών, η Επιτροπή μπορεί επίσης να λαμβάνει υπόψη τους σχετικούς κοινωνικούς παράγοντες. Η Επιτροπή λαμβάνει επίσης υπόψη την ανάγκη να εξαλειφθούν οι πρακτικές στρέβλωσης του ανταγωνισμού, να αποκατασταθεί ο αποτελεσματικός και θεμιτός ανταγωνισμός και να αποφευχθούν στρεβλώσεις στην εσωτερική αγορά.
2. Το συμφέρον της Ένωσης καθορίζεται βάσει οικονομικής ανάλυσης από την Επιτροπή. Η Επιτροπή βασίζει την εν λόγω ανάλυση στις πληροφορίες που συνέλεξαν τα ενδιαφερόμενα μέρη. Κατά τον καθορισμό του συμφέροντος της Ένωσης, η Επιτροπή ζητά επίσης κάθε άλλη σχετική πληροφορία που κρίνει αναγκαία και λαμβάνει, ιδίως, υπόψη τους παράγοντες που προβλέπονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1. Οι πληροφορίες λαμβάνονται υπόψη μόνον εφόσον συνοδεύονται από συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία που τεκμηριώνουν την αξιοπιστία τους.
3. Ο προσδιορισμός του συμφέροντος της Ένωσης για τους σκοπούς του άρθρου 13 παράγραφος 2 στοιχείο β) είναι δυνατός μόνον εφόσον όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν τη δυνατότητα να αναγγελθούν, να γνωστοποιήσουν γραπτώς τις απόψεις τους, να υποβάλουν πληροφορίες στην Επιτροπή ή να ζητήσουν να γίνουν δεκτά σε ακρόαση από την Επιτροπή, σύμφωνα με τα χρονικά όρια που καθορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 8 στοιχείο β). Στις αιτήσεις ακρόασης προσδιορίζονται οι λόγοι που αφορούν το συμφέρον της Ένωσης σχετικά με τους οποίους τα μέρη επιθυμούν να γίνονται δεκτά σε ακρόαση.
4. Τα ενδιαφερόμενα μέρη που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου δύνανται να ζητήσουν να τεθούν στη διάθεσή τους τα πραγματικά περιστατικά και το σκεπτικό, επί των οποίων είναι πιθανό να βασιστούν αποφάσεις. Οι πληροφορίες αυτές διατίθενται στο μέτρο του δυνατού, σύμφωνα με το άρθρο 8 και με την επιφύλαξη τυχόν μεταγενέστερης απόφασης της Επιτροπής.
5. Η οικονομική ανάλυση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 διαβιβάζεται προς ενημέρωση στο Ευρωπαϊκού Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ II
ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 4
Έναρξη της διαδικασίας
1. Έρευνα κινείται μετά από γραπτή καταγγελία που έχει καταθέσει κράτος μέλος, ένας ή περισσότεροι αερομεταφορείς της Ένωσης ή ένωση αερομεταφορέων της Ένωσης ή με πρωτοβουλία της Επιτροπής, εάν υπάρχουν εκ πρώτης όψεως αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη όλων των ακόλουθων περιστάσεων:
|
α) |
πρακτική στρέβλωσης του ανταγωνισμού, την οποία ασκεί τρίτη χώρα ή οντότητα τρίτης χώρας· |
|
β) |
ζημία ή απειλή ζημίας σε έναν ή περισσότερους αερομεταφορείς της Ένωσης· και |
|
γ) |
αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της καταγγελλόμενης πρακτικής και της καταγγελλόμενης ζημίας ή απειλής ζημίας. |
2. Όταν λαμβάνει καταγγελία δυνάμει της παραγράφου 1, η Επιτροπή ενημερώνει όλα τα κράτη μέλη.
3. Η Επιτροπή εξετάζει εγκαίρως την ακρίβεια και την πληρότητα των στοιχείων που περιέχει η καταγγελία ή διαθέτει η ίδια, ώστε να αποφανθεί κατά πόσο επαρκούν για να αιτιολογηθεί η έναρξη έρευνας σύμφωνα με την παράγραφο 1.
4. Η Επιτροπή αποφασίζει να μην κινήσει έρευνα εφόσον τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην καταγγελία δεν δημιουργούν συστημικό πρόβλημα, ούτε έχουν σημαντικές επιπτώσεις σε έναν ή περισσότερους αερομεταφορείς της Ένωσης.
5. Η Επιτροπή ενημερώνει τον καταγγέλλοντα και όλα τα κράτη μέλη όταν αποφασίζει να μην κινήσει έρευνα. Η σχετική ενημέρωση περιλαμβάνει τους λόγους της απόφασης. Η εν λόγω ενημέρωση διαβιβάζεται επίσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σύμφωνα με το άρθρο 17.
6. Εφόσον τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν επαρκούν για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η Επιτροπή ενημερώνει τον καταγγέλλοντα σχετικά με την ανεπάρκεια αυτή εντός 60 ημερών από την ημερομηνία κατάθεσης της καταγγελίας. Ο καταγγέλλων διαθέτει προθεσμία 45 ημερών για να προσκομίσει πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία. Εάν δεν τα προσκομίσει εντός αυτής της προθεσμίας, η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει να μην κινήσει διαδικασία έρευνας.
7. Υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 6, η Επιτροπή αποφασίζει για την έναρξη ή όχι έρευνας σύμφωνα με την παράγραφο 1 εντός μέγιστης προθεσμίας πέντε μηνών από την κατάθεση της καταγγελίας.
8. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4, όταν η Επιτροπή κρίνει ότι υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία που δικαιολογούν την έναρξη έρευνας, προβαίνει στις ακόλουθες ενέργειες:
|
α) |
κινεί τη διαδικασία και ενημερώνει σχετικά τα κράτη μέλη και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο· |
|
β) |
δημοσιεύει ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης· στην ανακοίνωση αναγγέλλεται η έναρξη έρευνας, αναφέρονται το πεδίο της έρευνας, η τρίτη χώρα ή η οντότητα τρίτης χώρας η οποία κατά τους ισχυρισμούς στην καταγγελία ασκεί πρακτικές στρέβλωσης του ανταγωνισμού και την καταγγελλόμενη ζημία ή την απειλή ζημίας, τους θιγόμενους αερομεταφορείς της Ένωσης και την προθεσμία εντός της οποίας τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να αναγγελθούν, να γνωστοποιήσουν γραπτώς τις απόψεις τους, να υποβάλουν πληροφορίες ή να ζητήσουν ακρόαση από την Επιτροπή· Το χρονικό αυτό διάστημα είναι το λιγότερο 30 ημέρες. |
|
γ) |
ειδοποιεί επίσημα τους εκπροσώπους της τρίτης χώρας και της οντότητας τρίτης χώρας σχετικά με την έναρξη έρευνας· |
|
δ) |
ενημερώνει τον καταγγέλλοντα και την επιτροπή που προβλέπεται στο άρθρο 16 σχετικά με την έναρξη έρευνας. |
9. Σε περίπτωση που η καταγγελία αποσυρθεί πριν από την έναρξη της έρευνας, η καταγγελία θεωρείται ότι δεν έχει κατατεθεί. Αυτό ισχύει με την επιφύλαξη του δικαιώματος της Επιτροπής να κινήσει την έρευνα με δική της πρωτοβουλία σύμφωνα με την παράγραφο 1.
Άρθρο 5
Η έρευνα
1. Μετά την έναρξη της διαδικασίας, η Επιτροπή αρχίζει έρευνα.
2. Η έρευνα αποσκοπεί στον προσδιορισμό του κατά πόσο η πρακτική στρέβλωσης του ανταγωνισμού, την οποία ασκεί τρίτη χώρα ή οντότητα τρίτης χώρας, έχει προκαλέσει ζημία ή απειλή ζημίας στους θιγόμενους αερομεταφορείς της Ένωσης.
3. Όταν, κατά τη διάρκεια της έρευνας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή βρίσκει αποδεικτικά στοιχεία για το ότι μια πρακτική θα μπορούσε να οδηγήσει σε αρνητικές επιπτώσεις για τις αεροπορικές συνδέσεις μιας συγκεκριμένης περιοχής, ενός κράτους μέλους ή μιας ομάδας κρατών μελών, και, ως εκ τούτου, για τους επιβάτες, τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του συμφέροντος της Ένωσης, όπως αναφέρεται στο άρθρο 3.
4. Η Επιτροπή αναζητεί κάθε πληροφορία που κρίνει αναγκαία για τη διεξαγωγή της έρευνας και επαληθεύει την ακρίβεια των πληροφοριών που έχει λάβει ή έχει συγκεντρώσει με τους θιγόμενους αερομεταφορείς της Ένωσης ή με την τρίτη χώρα, ένα ενδιαφερόμενο μέρος ή με τη θιγόμενη οντότητα τρίτης χώρας.
5. Όταν οι πληροφορίες που υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 4 είναι ελλιπείς, λαμβάνονται υπόψη, υπό τον όρο ότι δεν είναι ψευδείς ή παραπλανητικές.
6. Όταν δεν γίνονται δεκτά ορισμένα αποδεικτικά στοιχεία ή ορισμένες πληροφορίες, το μέρος που τα έχει προσκομίσει ενημερώνεται πάραυτα σχετικά με τους λόγους της απόρριψής τους και του παραχωρείται επίσης η δυνατότητα να παράσχει πρόσθετες εξηγήσεις εντός ταχθείσας προθεσμίας.
7. Η Επιτροπή δύναται να ζητεί από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη να τη συνδράμουν στην έρευνα. Συγκεκριμένα, εφόσον τους ζητηθεί από την Επιτροπή, λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να συνδράμουν την Επιτροπή στην έρευνα με την παροχή σχετικών και διαθέσιμων πληροφοριών. Εφόσον ζητηθεί από την Επιτροπή, κάθε κράτος μέλος επιδιώκει να συμβάλει στην αντίστοιχη επαλήθευση και τις αναλύσεις.
8. Εάν το κρίνει απαραίτητο, η Επιτροπή μπορεί να διεξαγάγει έρευνες στο έδαφος τρίτης χώρας, υπό την προϋπόθεση ότι η ενδιαφερόμενη οντότητα της τρίτης χώρας έχει συναινέσει και η κυβέρνηση της τρίτης χώρας έχει ενημερωθεί επισήμως και δεν πρόβαλε καμία αντίρρηση.
9. Μέρη τα οποία έχουν αναγγελθεί εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στην ανακοίνωση έναρξης της διαδικασίας γίνονται δεκτά σε ακρόαση, εάν έχουν υποβάλει αίτημα ακρόασης στο οποίο εμφαίνεται ότι είναι ενδιαφερόμενα μέρη.
10. Οι καταγγέλλοντες, τα ενδιαφερόμενα μέρη, τα κράτη μέλη και οι εκπρόσωποι της τρίτης χώρας ή της οντότητας της τρίτης χώρας μπορούν να συμβουλεύονται όλες τις πληροφορίες που έχουν τεθεί στη διάθεση της Επιτροπής, εξαιρουμένων των εσωτερικών εγγράφων προς χρήση της Επιτροπής και των διοικητικών αρχών της Ένωσης και των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, υπό τον όρο ότι οι πληροφορίες αυτές δεν είναι εμπιστευτικές κατά την έννοια του άρθρου 8 και ότι έχουν απευθύνει γραπτή αίτηση στην Επιτροπή.
Άρθρο 6
Αναστολή
1. Η Επιτροπή δύναται να αναστείλει την έρευνα, εφόσον αυτό φαίνεται πιο κατάλληλο για να αντιμετωπιστούν οι πρακτικές στρέβλωσης του ανταγωνισμού αποκλειστικά βάσει της διαδικασίας επίλυσης διαφορών που εφαρμόζεται στη συμφωνία αεροπορικών μεταφορών ή αεροπορικών υπηρεσιών, στις οποίες η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος, ή σε οποιαδήποτε άλλη συμφωνία που περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με υπηρεσίες αεροπορικών μεταφορών, στις οποίες η Ένωση είναι συμβαλλόμενο μέρος. Η Επιτροπή ενημερώνει τα κράτη μέλη για την αναστολή της έρευνας.
Η Επιτροπή επανεκκινεί την έρευνα σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
|
α) |
η διαδικασία που διεξήχθη δυνάμει της ισχύουσας συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών ή αεροπορικών υπηρεσιών ή οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας που περιλαμβάνει διατάξεις περί υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών, έχει οδηγήσει σε διαπίστωση παράβασης από το άλλο συμβαλλόμενο μέρος ή συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας, η οποία έχει καταστεί οριστική και δεσμευτική για το εν λόγω άλλο μέρος ή μέρη, αλλά τα διορθωτικά μέτρα δεν έχουν ληφθεί αμέσως ή εντός της προθεσμίας που προβλέπεται δυνάμει των σχετικών διαδικασιών· |
|
β) |
η πρακτική στρέβλωσης του ανταγωνισμού δεν έχει εξαλειφθεί εντός 12 μηνών από την ημερομηνία αναστολής της έρευνας. |
2. Η Επιτροπή αναστέλλει την έρευνα, εφόσον εντός 15 εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία της κοινοποίησης της έναρξης της έρευνας:
|
α) |
όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη που αναφέρονται στο άρθρο 2 σημείο 4) στοιχείο β) έχουν κοινοποιήσει στην Επιτροπή την πρόθεσή τους να αντιμετωπίσουν τις πρακτικές στρέβλωσης του ανταγωνισμού αποκλειστικά στο πλαίσιο των διαδικασιών επίλυσης διαφορών που εφαρμόζονται δυνάμει της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών ή αεροπορικών υπηρεσιών ή οποιασδήποτε άλλης συμφωνίας που περιλαμβάνει διατάξεις περί υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών, την οποία έχουν συνάψει με την ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα, και |
|
β) |
κανένα από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη που αναφέρονται στο άρθρο 2 σημείο 4) στοιχείο α) δεν έχει αντιταχθεί. |
Σε αυτές τις περιπτώσεις αναστολής εφαρμόζεται το άρθρο 7 παράγραφοι 1 και 2.
3. Η Επιτροπή δύναται να επανεκκινήσει την έρευνα σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
|
α) |
τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη που αναφέρονται στο άρθρο 2 σημείο 4) στοιχείο α) δεν κίνησαν τη διαδικασία επίλυσης διαφορών δυνάμει των σχετικών διεθνών συμφωνιών εντός τριών μηνών από την ημερομηνία της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α)· |
|
β) |
τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη που αναφέρονται στο άρθρο 2 σημείο 4) στοιχείο β) ενημερώνουν την Επιτροπή ότι τα αποτελέσματα των διαδικασιών επίλυσης διαφορών που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, δεν έχουν εφαρμοστεί ορθά και χωρίς καθυστέρηση· |
|
γ) |
όλα τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη ζητούν από την Επιτροπή να επανεκκινήσει την έρευνα· |
|
δ) |
η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η πρακτική στρέβλωσης του ανταγωνισμού δεν έχει εξαλειφθεί εντός 12 μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη· |
|
ε) |
στις περιπτώσεις κατεπείγοντος που προβλέπονται στο άρθρο 11 παράγραφος 3, εάν, εντός εννέα μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης, που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη που αναφέρονται στο άρθρο 2 σημείο 4) στοιχείο β), η πρακτική στρέβλωσης του ανταγωνισμού δεν έχει εξαλειφθεί· κατόπιν αίτησης ενός ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, η εν λόγω προθεσμία μπορεί να παραταθεί από την Επιτροπή, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, για μέγιστο διάστημα τριών μηνών. |
Άρθρο 7
Συνεργασία με τα κράτη μέλη σε διαδικασίες σχετικές με περιπτώσεις που εμπίπτουν στο κεφάλαιο III
1. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή για όλες τις σχετικές συνεδριάσεις που έχουν προγραμματιστεί στο πλαίσιο της συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών ή αεροπορικών υπηρεσιών ή οποιασδήποτε διάταξης περί υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών που περιλαμβάνεται σε κάθε άλλη συμφωνία συναφθείσα με την ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα, για να συζητηθεί το πρόβλημα που καλύπτει η έρευνα. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος παρέχει στην Επιτροπή την ημερήσια διάταξη και όλες τις σχετικές πληροφορίες που της επιτρέπουν να κατανοήσει τα ζητήματα που πρόκειται να συζητηθούν στις εν λόγω συνεδριάσεις.
2. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος κρατεί ενήμερη την Επιτροπή σχετικά με τη διεξαγωγή οποιασδήποτε διαδικασίας επίλυσης διαφορών που προβλέπεται σε συμφωνία αεροπορικών μεταφορών ή αεροπορικών υπηρεσιών ή σε οποιαδήποτε διάταξη περί υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών που περιλαμβάνεται σε κάθε άλλη συμφωνία συναφθείσα με την ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα και, κατά περίπτωση, καλεί την Επιτροπή να παραστεί στις εν λόγω διαδικασίες. Η Επιτροπή μπορεί να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.
Άρθρο 8
Εμπιστευτικότητα
1. Η Επιτροπή, όταν υπάρχουν έγκυροι λόγοι, χειρίζεται ως εμπιστευτική κάθε πληροφορία που εκ φύσεως είναι εμπιστευτική, συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά πληροφοριών που η γνωστοποίησή τους θα απέφερε σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε ανταγωνιστή ή θα είχε σοβαρές αρνητικές συνέπειες για το πρόσωπο που παρέσχε την πληροφορία ή για το πρόσωπο από το οποίο έλαβε την πληροφορία αυτός που την παρέσχε, ή οι οποίες παρέχονται εμπιστευτικά από μέρη που μετέχουν στην έρευνα.
2. Τα ενδιαφερόμενα μέρη που προσκομίζουν εμπιστευτικές πληροφορίες απαιτείται να υποβάλουν μη εμπιστευτικού χαρακτήρα περιλήψεις των πληροφοριών αυτών. Οι εν λόγω περιλήψεις είναι αρκούντως λεπτομερείς ώστε να επιτρέπουν σε ικανοποιητικό βαθμό την κατανόηση της ουσίας των παρεχόμενων πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, τα ενδιαφερόμενα μέρη μπορούν να επισημάνουν ότι οι εμπιστευτικές πληροφορίες δεν είναι δυνατόν να συνοψιστούν. Σε αυτές τις εξαιρετικές περιπτώσεις, δηλώνονται οι λόγοι για τους οποίους δεν είναι δυνατή περίληψη των πληροφοριών.
3. Οι πληροφορίες που αποκτώνται δυνάμει του παρόντος κανονισμού χρησιμοποιούνται μόνον για τους σκοπούς για τους οποίους ζητήθηκαν. Η παρούσα παράγραφος δεν αποκλείει τη χρήση πληροφοριών που ελήφθησαν στο πλαίσιο έρευνας με σκοπό την κίνηση άλλης έρευνας σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.
4. Η Επιτροπή, τα κράτη μέλη, καθώς και οι αντίστοιχοι υπάλληλοί τους δεν αποκαλύπτουν τις εμπιστευτικού χαρακτήρα πληροφορίες που λαμβάνουν κατ' εφαρμογή του παρόντος κανονισμού ούτε τις πληροφορίες που έχουν παρασχεθεί ως εμπιστευτικές από τα μέρη που μετέχουν σε έρευνα, χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του μέρους που έχει υποβάλει τις εν λόγω πληροφορίες. Οι πληροφορίες που ανταλλάσσονται μεταξύ της Επιτροπής και των κρατών μελών, ή οποιοδήποτε έγγραφο εσωτερικής χρήσης που συντάσσουν οι αρχές της Ένωσης ή των κρατών μελών, δεν αποκαλύπτονται, εκτός όταν αυτό προβλέπεται ρητά στον παρόντα κανονισμό.
5. Οσάκις προκύπτει ότι δεν δικαιολογείται αίτημα εμπιστευτικής μεταχείρισης και αν το πρόσωπο που παρείχε πληροφορία είτε δεν επιθυμεί τη δημοσιοποίησή της είτε αρνείται να επιτρέψει τη δημοσιοποίησή της σε γενικόλογη ή περιληπτική μορφή, η εν λόγω πληροφορία είναι δυνατό να αγνοηθεί.
6. Το παρόν άρθρο δεν αντιτίθεται στη δημοσιοποίηση πληροφοριών γενικού χαρακτήρα από τις αρχές της Ένωσης και, ιδίως, των λόγων στους οποίους στηρίχθηκαν αποφάσεις βάσει του παρόντος κανονισμού, ούτε στη δημοσιοποίηση των αποδεικτικών στοιχείων στα οποία βασίστηκαν οι αρχές της Ένωσης στον βαθμό που απαιτείται για να εξηγηθούν οι συγκεκριμένοι λόγοι σε δικαστικές διαδικασίες. Στη δημοσιοποίηση λαμβάνεται υπόψη το νόμιμο συμφέρον των ενδιαφερόμενων μερών να μην αποκαλύπτεται το επιχειρηματικό τους ή κρατικό απόρρητο.
7. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε μέτρο που είναι αναγκαίο και κατάλληλο, ώστε να εξασφαλίζεται η εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που σχετίζονται με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, υπό την προϋπόθεση ότι είναι συμβατό με τους όρους του.
Άρθρο 9
Βάση ευρημάτων σε περίπτωση μη συνεργασίας
Όταν απορρίπτεται η πρόσβαση στις αναγκαίες πληροφορίες ή όταν δεν παρέχεται με άλλο τρόπο εντός των προθεσμιών που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, ή όταν η έρευνα παρακωλύεται σε σημαντικό βαθμό, δύναται να συνάγονται προσωρινά ή τελικά συμπεράσματα, θετικά ή αρνητικά, με βάση τα διαθέσιμα πραγματικά περιστατικά και αποδεικτικά στοιχεία. Εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει ότι έχουν δοθεί εσφαλμένες ή παραπλανητικές πληροφορίες, οι εν λόγω πληροφορίες δεν λαμβάνονται υπόψη.
Άρθρο 10
Δημοσιοποίηση
1. Η Επιτροπή δημοσιοποιεί στην ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα, στην ενδιαφερόμενη οντότητα τρίτης χώρας και στον θιγόμενο αερομεταφορέα τρίτης χώρας, καθώς και στον καταγγέλλοντα, στα ενδιαφερόμενα μέρη, στα κράτη μέλη και στους θιγόμενους αερομεταφορείς της Ένωσης τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και το σκεπτικό, βάσει των οποίων σκοπεύει να λάβει επανορθωτικά μέτρα ή να περατώσει τη διαδικασία χωρίς τη λήψη επανορθωτικών μέτρων, το αργότερο ένα μήνα πριν από τη σύγκληση της προβλεπόμενης στο άρθρο 16 επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 13 παράγραφος 2 ή το άρθρο 14 παράγραφος 1.
2. Η δημοσιοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν προδικάζει μεταγενέστερη απόφαση που ενδέχεται να λάβει η Επιτροπή. Εφόσον η Επιτροπή προτίθεται να στηρίξει την εν λόγω απόφαση σε τυχόν πρόσθετα ή διαφορετικά πραγματικά περιστατικά και διαπιστώσεις, τα γνωστοποιεί το συντομότερο δυνατόν.
3. Τυχόν πρόσθετα στοιχεία που προσκομίζονται μετά τη δημοσιοποίηση λαμβάνονται υπόψη μόνο εφόσον παραληφθούν εντός προθεσμίας τουλάχιστον 14 ημερών, την οποία καθορίζει η Επιτροπή κατά περίπτωση, ανάλογα με τον επείγοντα χαρακτήρα του ζητήματος. Δύναται να καθοριστεί συντομότερη προθεσμία εφόσον χρειάζεται πρόσθετη τελική δημοσιοποίηση στοιχείων.
Άρθρο 11
Διάρκεια της διαδικασίας και αναστολή
1. Η διαδικασία ολοκληρώνεται εντός 20 μηνών. Η εν λόγω περίοδος επιτρέπεται να παραταθεί σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Σε περίπτωση αναστολής της διαδικασίας όπως προβλέπεται στο άρθρο 4, η εν λόγω περίοδος αναστολής δεν υπολογίζεται ως μέρος της διάρκειας της διαδικασίας.
2. Η έρευνα ολοκληρώνεται εντός 12 μηνών. Η εν λόγω περίοδος δύναται να παραταθεί σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις. Σε περίπτωση αναστολής της έρευνας όπως προβλέπεται στο άρθρο 6, η εν λόγω περίοδος αναστολής δεν υπολογίζεται ως μέρος της διάρκειας της έρευνας. Όταν η περίοδος για την έρευνα έχει παραταθεί, η διάρκεια της παράτασης προστίθεται στη συνολική διάρκεια της διαδικασίας η οποία ορίζεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.
3. Σε επείγουσες περιπτώσεις, ήτοι σε περιπτώσεις όπου, μετά από σαφή αποδεικτικά στοιχεία που υποβάλλονται από τον καταγγέλλοντα ή από τα ενδιαφερόμενα μέρη, η ζημία σε αερομεταφορείς της Ένωσης θα μπορούσε να είναι αμετάκλητη, η διαδικασία μπορεί να μειωθεί σε εννέα μήνες.
4. Η Επιτροπή αναστέλλει τη διαδικασία εάν η ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα ή η ενδιαφερόμενη οντότητα τρίτης χώρας έχει λάβει αποφασιστικά μέτρα για την εξάλειψη της πρακτικής στρέβλωσης του ανταγωνισμού ή της ζημίας ή της απειλής ζημίας σε αερομεταφορείς της Ένωσης.
5. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4, η Επιτροπή επανεκκινεί τη διαδικασία εάν η πρακτική στρέβλωσης του ανταγωνισμού, η ζημία ή η απειλή ζημίας στους θιγόμενους αερομεταφορείς της Ένωσης δεν έχει εξαλειφθεί μετά την παρέλευση εύλογου χρονικού διαστήματος, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IΙΙ
ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΣΤΡΕΒΛΩΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ
Άρθρο 12
Προσδιορισμός της ζημίας ή της απειλής της ζημίας
1. Για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου, η διαπίστωση ζημίας βασίζεται σε αποδεικτικά στοιχεία και στη συνεκτίμηση των σχετικών παραγόντων, και ιδίως:
|
α) |
της κατάστασης των θιγόμενων αερομεταφορέων της Ένωσης, ιδίως από άποψη συχνότητας των υπηρεσιών, αξιοποίησης της χωρητικότητας, επίπτωσης στο δίκτυο, πωλήσεων, μεριδίου της αγοράς, κερδών, απόδοσης κεφαλαίου, επενδύσεων και απασχόλησης· |
|
β) |
της γενικής κατάστασης των θιγόμενων αγορών υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών, ιδίως όσον αφορά το επίπεδο των ναύλων ή των κομίστρων, τη χωρητικότητα και τη συχνότητα των υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών ή τη χρήση του δικτύου. |
2. Ο προσδιορισμός της απειλής ζημίας βασίζεται σε σαφή απόδειξη και όχι απλώς σε ισχυρισμούς, υποθέσεις ή ισχνές πιθανότητες. Η εξέλιξη σε ζημία πρέπει να είναι σαφώς προβλέψιμη, πολύ πιθανή και επικείμενη, και ικανή να αποδοθεί, πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας, σε πράξη ή απόφαση λαμβανόμενη από τρίτη χώρα ή οντότητα τρίτης χώρας.
3. Για να διαπιστωθεί η ύπαρξη απειλής ζημίας, θα πρέπει να εξετάζονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι παράγοντες:
|
α) |
η προβλεπόμενη εξέλιξη της κατάστασης των αερομεταφορέων της Ένωσης, ιδίως από άποψη συχνότητας των υπηρεσιών, αξιοποίησης της χωρητικότητας, επίπτωσης στο δίκτυο, πωλήσεων, μεριδίου της αγοράς, κερδών, απόδοσης κεφαλαίου, επενδύσεων και απασχόλησης· |
|
β) |
η προβλεπόμενη εξέλιξη της κατάστασης στις δυνητικά θιγόμενες αγορές υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών, ιδίως όσον αφορά το επίπεδο των ναύλων ή των κομίστρων, τη χωρητικότητα και τη συχνότητα των υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών ή τη χρήση του δικτύου. |
Μολονότι κανένας από τους ανωτέρω παράγοντες των στοιχείων α) και β) δεν είναι απαραίτητα από μόνος του αποφασιστικής σημασίας, οι εξεταζόμενοι παράγοντες στο σύνολό τους οδηγούν στο συμπέρασμα ότι επίκειται περαιτέρω άσκηση πρακτικής στρέβλωσης του ανταγωνισμού και ότι πρόκειται να προκληθεί ζημία σε περίπτωση που δεν ληφθούν μέτρα.
4. Η Επιτροπή επιλέγει περίοδο έρευνας η οποία περιλαμβάνει, αλλά δεν περιορίζεται, στην περίοδο κατά την οποία φέρεται να προκλήθηκε η ζημία, και αναλύει τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία της εν λόγω περιόδου.
5. Όταν η ζημία ή η απειλή ζημίας στους θιγόμενους αερομεταφορείς της Ένωσης προκλήθηκε από παράγοντες άλλους από την πρακτική στρέβλωσης του ανταγωνισμού, δεν αποδίδονται στην εξεταζόμενη πρακτική και δεν λαμβάνονται υπόψη.
Άρθρο 13
Περάτωση χωρίς επανορθωτικά μέτρα
1. Η Επιτροπή διακόπτει την έρευνα χωρίς να ληφθούν επανορθωτικά μέτρα σε περίπτωση που η καταγγελία αποσυρθεί, εκτός εάν η Επιτροπή τη συνεχίσει με δική της πρωτοβουλία.
2. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που διακόπτουν την έρευνα που διεξάγεται βάσει του άρθρου 5, χωρίς τη λήψη επανορθωτικών μέτρων εφόσον:
|
α) |
η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν έχει αποδειχθεί ένα από τα ακόλουθα:
|
|
β) |
η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η λήψη επανορθωτικών μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 14 θα ήταν αντίθετη προς το συμφέρον της Ένωσης· |
|
γ) |
η ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα ή η ενδιαφερόμενη οντότητα της τρίτης χώρας έχει εξαλείψει την πρακτική στρέβλωσης του ανταγωνισμού· ή |
|
δ) |
η τρίτη χώρα ή η οντότητα τρίτης χώρας έχει εξαλείψει τη ζημία ή την απειλή ζημίας στους θιγόμενους αερομεταφορείς της Ένωσης. |
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 16 παράγραφος 2.
3. Η απόφαση για τον τερματισμό της έρευνας σύμφωνα με την παράγραφο 2 συνοδεύεται από σχετική αιτιολόγηση και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 14
Επανορθωτικά μέτρα
1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 13, η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που θεσπίζουν επανορθωτικά μέτρα εάν από την έρευνα που διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 5 προκύψει ότι πρακτική στρέβλωσης του ανταγωνισμού, την οποία ασκεί τρίτη χώρα ή οντότητα τρίτης χώρας, έχει προκαλέσει ζημία στους θιγόμενους αερομεταφορείς της Ένωσης.
Οι εκτελεστικές πράξεις που θεσπίζουν επανορθωτικά μέτρα τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 16 παράγραφος 2.
Οι εκτελεστικές πράξεις που θεσπίζουν επανορθωτικά μέτρα τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 16 παράγραφοι 2 και 3.
2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 13, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που θεσπίζουν επανορθωτικά μέτρα, εάν από την έρευνα που διεξάγεται σύμφωνα με το άρθρο 5 προκύψει ότι πρακτική στρέβλωσης του ανταγωνισμού, την οποία ασκεί τρίτη χώρα ή οντότητα τρίτης χώρας, δημιουργεί απειλή ζημίας, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφοι 2 και 3, στον θιγόμενο ή, στους θιγόμενους αερομεταφορείς της Ένωσης. Τα εν λόγω επανορθωτικά μέτρα δεν τίθεται σε ισχύ προτού η απειλή ζημίας να εξελιχθεί σε πραγματική ζημία.
Οι εκτελεστικές πράξεις που θεσπίζουν επανορθωτικά μέτρα τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 16 παράγραφος 2.
Οι εκτελεστικές πράξεις που θεσπίζουν επανορθωτικά μέτρα τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 16 παράγραφοι 2 και 3.
3. Τα επανορθωτικά μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 επιβάλλονται στους αερομεταφορείς τρίτης χώρας που επωφελούνται από την πρακτική στρέβλωσης του ανταγωνισμού και μπορούν να λάβουν τη μορφή ενός από τα ακόλουθα:
|
α) |
οικονομικές επιβαρύνσεις· |
|
β) |
κάθε επιχειρησιακό μέτρο ισοδύναμης ή μικρότερης αξίας, όπως είναι η αναστολή παραχωρήσεων, οφειλόμενων υπηρεσιών ή άλλων δικαιωμάτων του αερομεταφορέα τρίτης χώρας. Δίνεται προτεραιότητα στα αμοιβαία επιχειρησιακά μέτρα, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά δεν είναι αντίθετα προς το συμφέρον της Ένωσης ή ότι δεν συνάδουν με το δίκαιο της Ένωσης ή τις διεθνείς υποχρεώσεις. |
4. Τα επανορθωτικά μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο για την αντιστάθμιση της ζημίας των θιγόμενων αερομεταφορέων της Ένωσης. Για τον σκοπό αυτό, τα εν λόγω επανορθωτικά μέτρα μπορούν να περιορίζονται σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή ή σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο.
5. Τα επανορθωτικά μέτρα δεν περιλαμβάνουν την αναστολή ή τον περιορισμό των δικαιωμάτων μεταφοράς, τα οποία παραχωρούνται από ένα κράτος μέλος σε τρίτη χώρα βάσει συμφωνίας αεροπορικών μεταφορών, συμφωνίας αεροπορικών υπηρεσιών ή οποιασδήποτε διάταξης περί υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών που περιλαμβάνεται σε οποιαδήποτε άλλη συμφωνία που έχει συναφθεί με την εν λόγω τρίτη χώρα.
6. Τα επανορθωτικά μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 δεν οδηγούν την Ένωση ή τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη σε παραβίαση συμφωνιών αεροπορικών μεταφορών ή αεροπορικών υπηρεσιών ή οποιασδήποτε διάταξης περί υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών σε εμπορική συμφωνία ή σε οποιαδήποτε άλλη συμφωνία που έχει συναφθεί με την ενδιαφερόμενη τρίτη χώρα.
7. Η απόφαση ολοκλήρωσης της έρευνας με τη λήψη επανορθωτικών μέτρων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 συνοδεύεται από σχετική αιτιολόγηση και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 15
Επανεξέταση των επανορθωτικών μέτρων
1. Τα επανορθωτικά μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παραμένουν σε ισχύ μόνο για το διάστημα και στην έκταση που απαιτούνται λόγω της συνεχιζόμενης πρακτικής στρέβλωσης του ανταγωνισμού και της επακόλουθης ζημίας. Προς τον σκοπό αυτό, εφαρμόζεται η διαδικασία επανεξέτασης που καθορίζεται στις παραγράφους 2, 3 και 4 του παρόντος άρθρου. Σε τακτά διαστήματα, η Επιτροπή υποβάλει γραπτή έκθεση στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με την αποτελεσματικότητα και τον αντίκτυπο των επανορθωτικών μέτρων.
2. Εφόσον δικαιολογείται από τις περιστάσεις, επανεξετάζεται εάν είναι αναγκαίο να συνεχιστεί η επιβολή επανορθωτικών μέτρων στην αρχική τους μορφή, είτε με πρωτοβουλία της Επιτροπής ή του καταγγέλλοντος ή κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος των ενδιαφερόμενων κρατών μελών, της ενδιαφερόμενης τρίτης χώρας ή της ενδιαφερόμενης οντότητας τρίτης χώρας.
3. Κατά την επανεξέταση, η Επιτροπή αξιολογεί τη συνεχιζόμενη πρακτική στρέβλωσης του ανταγωνισμού, τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της πρακτικής και της ζημίας.
4. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που καταργούν, τροποποιούν ή διατηρούν, αναλόγως με την περίπτωση, τα επανορθωτικά μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 14. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης του άρθρου 16 παράγραφος 2.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 16
Διαδικασία επιτροπής
1. Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή. Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
2. Όταν γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
3. Όταν η επιτροπή δεν παρέχει γνώμη, η Επιτροπή δεν εκδίδει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης και εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
Άρθρο 17
Εκθέσεις και ενημέρωση
1. Σε τακτική βάση, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την εφαρμογή και υλοποίηση του παρόντος κανονισμού. Με την επιφύλαξη της υποχρέωσης προστασίας των πληροφοριών εμπιστευτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 8, η έκθεση περιέχει πληροφορίες σχετικά με την εφαρμογή των επανορθωτικών μέτρων, την περάτωση της έρευνας χωρίς λήψη επανορθωτικών μέτρων, τις αξιολογήσεις επανορθωτικών μέτρων και τη συνεργασία με τα κράτη μέλη, τα ενδιαφερόμενα μέρη και τρίτες χώρες.
2. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μπορούν να καλέσουν την Επιτροπή να παρουσιάσει και να εξηγήσει όλα τα ζητήματα που σχετίζονται με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 18
Κατάργηση
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 868/2004 καταργείται. Οι παραπομπές στον καταργηθέντα κανονισμό νοούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό.
Άρθρο 19
Έναρξη ισχύος
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Στρασβούργο, 17 Απριλίου 2019.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
A. TAJANI
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
G. CIAMBA
(1) ΕΕ C 197 της 8.6.2018, σ. 58.
(2) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 14ης Μαρτίου 2019 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 9ης Απριλίου 2019.
(3) Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 95/93 του Συμβουλίου, της 18ης Ιανουαρίου 1993, σχετικά με τους κοινούς κανόνες κατανομής του διαθέσιμου χρόνου χρήσης (slots) στους κοινοτικούς αερολιμένες (ΕΕ L 14 της 22.1.1993, σ. 1).
(4) Οδηγία 96/67/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 1996, σχετικά με την πρόσβαση στην αγορά υπηρεσιών εδάφους στους αερολιμένες της Κοινότητας (ΕΕ L 272 της 25.10.1996, σ. 36).
(5) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 868/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για την προστασία από τις πρακτικές χορήγησης ενισχύσεων και τις αθέμιτες τιμολογιακές πρακτικές που προκαλούν ζημία στους κοινοτικούς αερομεταφορείς κατά την παροχή αεροπορικών υπηρεσιών από χώρες που δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 162 της 30.4.2004, σ. 1).
(6) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
(7) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1008/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Σεπτεμβρίου 2008, σχετικά με κοινούς κανόνες εκμετάλλευσης των αεροπορικών γραμμών στην Κοινότητα (ΕΕ L 293 της 31.10.2008, σ. 3).
ΟΔΗΓΙΕΣ
|
10.5.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 123/18 |
ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2019/713 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 17ης Απριλίου 2019
για την καταπολέμηση της απάτης και της πλαστογραφίας μέσων πληρωμής πλην των μετρητών και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαίσιο 2001/413/ΔΕΥ του Συμβουλίου
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 83 παράγραφος 1,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Η απάτη και η πλαστογραφία μέσων πληρωμής πλην των μετρητών συνιστούν απειλές για την ασφάλεια, καθώς αντιπροσωπεύουν πηγή εισοδήματος για το οργανωμένο έγκλημα και συνεπώς επιτρέπουν την ανάπτυξη άλλων εγκληματικών δραστηριοτήτων, όπως η τρομοκρατία, η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών και η εμπορία ανθρώπων. |
|
(2) |
Η απάτη και η πλαστογραφία μέσων πληρωμής πλην των μετρητών αποτελούν επίσης εμπόδιο στην ψηφιακή ενιαία αγορά, διότι διαβρώνουν την εμπιστοσύνη των καταναλωτών και προκαλούν άμεσες οικονομικές ζημίες. |
|
(3) |
Η απόφαση-πλαίσιο 2001/413/ΔΕΥ του Συμβουλίου (3) είναι ανάγκη να επικαιροποιηθεί και να συμπληρωθεί, έτσι ώστε να συμπεριλάβει επιπλέον διατάξεις σχετικές με αδικήματα, ιδίως όσον αφορά τη σχετική με υπολογιστές απάτη, και σχετικές με ποινές, την πρόληψη, τη συνδρομή των θυμάτων και τη διασυνοριακή συνεργασία. |
|
(4) |
Τα σημαντικά κενά και οι διαφορές στους νόμους των κρατών μελών στους τομείς της απάτης και της πλαστογραφίας μέσων πληρωμής πλην των μετρητών μπορούν να εμποδίσουν την πρόληψη, τον εντοπισμό και την επιβολή κυρώσεων για τα εγκλήματα αυτού του είδους, καθώς και άλλα σοβαρά και οργανωμένα εγκλήματα που συνδέονται με τα προηγούμενα και διευκολύνονται από αυτά, και καθιστούν την αστυνομική και δικαστική συνεργασία περίπλοκη και επομένως λιγότερο αποτελεσματική, με επιπτώσεις στην ασφάλεια. |
|
(5) |
Η απάτη και η πλαστογραφία μέσων πληρωμής πλην των μετρητών έχουν σημαντική διασυνοριακή διάσταση που οξύνεται λόγω της αυξανόμενης ψηφιακής συνιστώσας, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη να καταβληθούν μεγαλύτερες προσπάθειες για την προσέγγιση της ποινικής νομοθεσίας στους τομείς της απάτης και της πλαστογραφίας μέσων πληρωμής πλην των μετρητών. |
|
(6) |
Τα τελευταία χρόνια σημειώθηκε όχι μόνο αλματώδης ανάπτυξη της ψηφιακής οικονομίας, αλλά και διάδοση της καινοτομίας σε πολλούς τομείς, συμπεριλαμβανομένων των τεχνολογιών πληρωμών. Οι νέες τεχνολογίες πληρωμών περιλαμβάνουν τη χρήση νέων μέσων πληρωμής, τα οποία, ενώ προσφέρουν νέες δυνατότητες στους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, αυξάνουν επίσης τις δυνατότητες απάτης. Επομένως, το νομικό πλαίσιο οφείλει να παρακολουθεί τις εν λόγω τεχνολογικές εξελίξεις, βάσει μιας τεχνολογικά ουδέτερης προσέγγισης. |
|
(7) |
Η απάτη όχι μόνο χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση εγκληματικών ομάδων, αλλά περιορίζει και την ανάπτυξη της ψηφιακής ενιαίας αγοράς και κάνει τους πολίτες διστακτικούς απέναντι στις επιγραμμικές αγορές. |
|
(8) |
Είναι σημαντικό να υπάρχουν κοινοί ορισμοί στους τομείς της απάτης και της πλαστογραφίας μέσων πληρωμής πλην των μετρητών, ώστε να διασφαλίζεται ότι η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται ενιαία από τα κράτη μέλη και να διευκολύνεται η ανταλλαγή πληροφοριών και η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Οι ορισμοί θα πρέπει να καλύπτουν νέους τύπους μέσων πληρωμής πλην των μετρητών που επιτρέπουν μεταφορές ηλεκτρονικού χρήματος και εικονικών νομισμάτων. Ο ορισμός των μέσων πληρωμής πλην των μετρητών θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι ένα μέσο πληρωμής πλην των μετρητών μπορεί να αποτελείται από διαφορετικά αλληλεξαρτώμενα στοιχεία, για παράδειγμα μια εφαρμογή πληρωμών μέσω κινητής συσκευής και τη σχετική άδεια (π.χ. κωδικό πρόσβασης). Όταν στην παρούσα οδηγία χρησιμοποιείται η έννοια του μέσου πληρωμής πλην μετρητών, θα πρέπει να θεωρείται ότι το μέσο επιτρέπει στον κάτοχο ή χρήστη του μέσου να πραγματοποιήσει όντως μεταφορά χρημάτων ή νομισματικής αξίας ή να κινήσει εντολή πληρωμής. Για παράδειγμα, η παράνομη απόκτηση μιας εφαρμογής πληρωμών μέσω κινητών συσκευών χωρίς την απαραίτητη άδεια δεν θα πρέπει να θεωρείται παράνομη απόκτηση μέσου πληρωμής πλην μετρητών, καθώς δεν επιτρέπει στον χρήστη να μεταφέρει όντως χρήματα ή νομισματική αξία. |
|
(9) |
Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να ισχύει για μέσα πληρωμής πλην των μετρητών μόνο στον βαθμό που αφορά τη λειτουργία πληρωμής του μέσου. |
|
(10) |
Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να καλύπτει τα εικονικά νομίσματα μόνο στον βαθμό που μπορούν να χρησιμοποιούνται ευρέως για πληρωμές. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να προτρέπονται να διασφαλίσουν ότι το εθνικό τους δίκαιο παρέχει στα μελλοντικά τους νομίσματα εικονικής φύσης που εκδίδονται από τις κεντρικές τους τράπεζες ή άλλες δημόσιες αρχές το ίδιο επίπεδο προστασίας έναντι της απάτης με τα μέσα πληρωμής πλην των μετρητών εν γένει. Τα ψηφιακά πορτοφόλια που επιτρέπουν τη μεταφορά εικονικών νομισμάτων θα πρέπει να καλύπτονται από την παρούσα οδηγία στον ίδιο βαθμό με τα μέσα πληρωμής πλην των μετρητών. Ο ορισμός του όρου «ψηφιακά μέσα συναλλαγής» θα πρέπει να συνιστά αναγνώριση του ότι τα ψηφιακά πορτοφόλια για μεταφορά εικονικών νομισμάτων μπορούν να έχουν, αλλά όχι απαραιτήτως, τα χαρακτηριστικά ενός μέσου πληρωμής και δεν θα πρέπει να διευρύνει τον ορισμό του μέσου πληρωμής. |
|
(11) |
Η αποστολή πλαστών τιμολογίων για την απόκτηση διαπιστευτηρίων πληρωμών θα πρέπει να θεωρείται απόπειρα παράνομης ιδιοποίησης εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας. |
|
(12) |
Η χρήση του ποινικού δικαίου για την παροχή νομικής προστασίας πρωτίστως στα μέσα πληρωμής τα οποία είναι εφοδιασμένα με ειδικές μορφές προστασίας κατά της απομίμησης ή της δόλιας χρήσης έχει ως στόχο να ενθαρρύνει τους αρμόδιους φορείς να προβλέπουν αυτές τις ειδικές μορφές προστασίας στα μέσα πληρωμής που εκδίδουν. |
|
(13) |
Για την προστασία των μέσων πληρωμής πλην των μετρητών κατά της απάτης και της πλαστογραφίας, απαιτούνται ουσιαστικά και αποτελεσματικά μέτρα ποινικού δικαίου. Ιδίως, είναι αναγκαία η κοινή αντιμετώπιση από το ποινικό δίκαιο όσον αφορά τα συστατικά στοιχεία αξιόποινων πράξεων που συμβάλλουν ή διευκολύνουν τη δόλια χρήση των μέσων πληρωμής πλην των μετρητών. Πράξεις όπως η συλλογή και κατοχή μέσων πληρωμής με σκοπό την απάτη, μέσω, π.χ., ηλεκτρονικού «ψαρέματος», αντιγραφής δεδομένων κάρτας ή κατεύθυνσης ή ανακατεύθυνσης των χρηστών υπηρεσιών πληρωμής σε ψευδεπίγραφους ιστότοπους, και η διανομή τους, π.χ. μέσω της πώλησης πληροφοριών πιστωτικών καρτών στο διαδίκτυο, θα πρέπει επομένως να συνιστά αυτοτελές ποινικό αδίκημα χωρίς να απαιτείται να γίνει πράγματι δόλια χρήση των μέσων πληρωμής πλην των μετρητών. Συνεπώς, αυτή η εγκληματική συμπεριφορά θα πρέπει να καλύπτει περιστάσεις, όπου η κατοχή, προμήθεια ή διανομή δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε δόλια χρήση τέτοιων μέσων πληρωμής. Ωστόσο, όταν η παρούσα οδηγία ποινικοποιεί τη νομή ή την κατοχή, δεν θα πρέπει να ποινικοποιεί την απλή παράλειψη. Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να τιμωρεί τη νόμιμη χρήση ενός μέσου πληρωμής, μεταξύ άλλων και σε σχέση με την παροχή καινοτόμων υπηρεσιών πληρωμών, όπως οι υπηρεσίες που αναπτύσσονται γενικά από εταιρείες χρηματοπιστωτικής τεχνολογίας («fintech»). |
|
(14) |
Όσον αφορά τα ποινικά αδικήματα που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία, η έννοια της πρόθεσης ισχύει για όλα τα στοιχεία που συνιστούν τα ποινικά αυτά αδικήματα σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Η εκ προθέσεως τέλεση μιας πράξης, καθώς και η τυχόν γνώση ή ο σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία του αδικήματος, είναι δυνατόν να συνάγονται από αντικειμενικές, πραγματικές περιστάσεις. Τα ποινικά αδικήματα για τα οποία δεν απαιτείται πρόθεση θα πρέπει να μην καλύπτονται από την παρούσα οδηγία. |
|
(15) |
Η παρούσα οδηγία αναφέρεται σε κλασικές μορφές συμπεριφοράς, όπως απάτη, πλαστογραφία, κλοπή και παράνομη ιδιοποίηση που είχαν ήδη διαμορφωθεί από το εθνικό δίκαιο πριν την ψηφιακή εποχή. Επομένως, η επέκταση του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας στα άυλα μέσα πληρωμής συνεπάγεται τον καθορισμό αντίστοιχων αξιόποινων πράξεων στο ψηφιακό περιβάλλον, προκειμένου να συμπληρωθεί και να ενισχυθεί η οδηγία 2013/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4). Η παράνομη απόκτηση άυλων μέσων πληρωμής πλην των μετρητών θα πρέπει να συνιστά ποινικό αδίκημα, τουλάχιστον όταν εμπλέκεται σε αυτήν η διάπραξη ενός από τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 6 της οδηγίας 2013/40/ΕΕ ή η υπεξαίρεση ενός άυλου μέσου πληρωμής πλην των μετρητών. Ως «υπεξαίρεση» θα πρέπει να νοείται η πράξη προσώπου στο οποίο έχουν εμπιστευτεί άυλο μέσο πληρωμής πλην των μετρητών και το οποίο εν γνώσει του χρησιμοποιεί το μέσο προς όφελος του ιδίου ή τρίτου, χωρίς να έχει σχετικό δικαίωμα. Η προμήθεια για δόλια χρήση ενός τέτοιου μέσου που αποκτήθηκε παράνομα θα πρέπει να τιμωρείται, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορισθούν όλα τα πραγματικά στοιχεία της παράνομης απόκτησης και χωρίς να απαιτείται προηγούμενη ή ταυτόχρονη καταδίκη για το κύριο αδίκημα που οδήγησε στην παράνομη απόκτηση. |
|
(16) |
Η παρούσα οδηγία αναφέρεται επίσης στα εργαλεία που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται σε αυτήν. Λόγω της ανάγκης να αποφεύγεται η ποινικοποίηση όταν τέτοια εργαλεία δημιουργούνται και διατίθενται στην αγορά για νόμιμους σκοπούς και, παρ' ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, ως εκ τούτου δεν συνιστούν απειλή καθεαυτά, η ποινικοποίηση θα πρέπει να περιορίζεται στα εργαλεία που έχουν πρωτίστως σχεδιαστεί ή ειδικά προσαρμοστεί με σκοπό τη διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία. |
|
(17) |
Οι κυρώσεις και οι ποινές για την απάτη και την πλαστογραφία μέσων πληρωμής πλην των μετρητών θα πρέπει να είναι ουσιαστικές, αναλογικές και αποτρεπτικές σε όλη την Ένωση. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εξατομίκευση και την επιβολή ποινών και την εκτέλεση κυρώσεων σύμφωνα με τις περιστάσεις της υπόθεσης και τους γενικούς κανόνες του εθνικού ποινικού δικαίου. |
|
(18) |
Δεδομένου ότι η παρούσα οδηγία προβλέπει στοιχειώδεις κανόνες, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να θεσπίζουν ή να διατηρούν αυστηρότερους ποινικούς κανόνες όσον αφορά την απάτη και την πλαστογραφία μέσων πληρωμής πλην των μετρητών, μεταξύ άλλων δίνοντας ευρύτερο ορισμό των αδικημάτων. |
|
(19) |
Είναι σκόπιμο να προβλέπονται πιο αυστηρές ποινές όταν το έγκλημα διαπράττεται στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης, όπως ορίζεται στην απόφαση-πλαίσιο 2008/841/ΔΕΥ του Συμβουλίου (5). Τα κράτη μέλη δεν θα πρέπει να υποχρεούνται να προβλέπουν ειδικές επιβαρυντικές περιστάσεις όταν το εθνικό δίκαιο προβλέπει διακριτά ποινικά αδικήματα και τούτο μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρότερες κυρώσεις. Όταν ένα αδίκημα που αναφέρεται στην παρούσα οδηγία έχει τελεστεί, από το ίδιο πρόσωπο, σε συνδυασμό με άλλο αδίκημα που αναφέρεται στην παρούσα οδηγία και ένα από τα εν λόγω αδικήματα εκ των πραγμάτων συνιστά απαραίτητο στοιχείο του άλλου, ένα κράτος μέλος μπορεί, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του εθνικού δικαίου, να προβλέπει ότι η πράξη αυτή θεωρείται επιβαρυντική περίσταση για το κύριο αδίκημα. |
|
(20) |
Οι κανόνες δικαιοδοσίας θα πρέπει να εγγυώνται την αποτελεσματική δίωξη των αδικημάτων που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία. Σε γενικές γραμμές, τα αδικήματα αντιμετωπίζονται καλύτερα από το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης της χώρας στην οποία διαπράττονται. Συνεπώς, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να θεμελιώσει δικαιοδοσία όσον αφορά τα αδικήματα που διαπράττονται στο έδαφός του και τα αδικήματα που διαπράττονται από υπηκόους του. Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να θεμελιώσουν δικαιοδοσία όσον αφορά τα αδικήματα που προκαλούν ζημία στο έδαφος τους. Προτρέπονται εντόνως να το πράξουν. |
|
(21) |
Υπενθυμίζοντας τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την απόφαση-πλαίσιο 2009/948/ΔΕΥ του Συμβουλίου (6) και την απόφαση 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου (7), καλούνται οι αρμόδιες αρχές να χρησιμοποιούν, σε περιπτώσεις σύγκρουσης δικαιοδοσίας, τη δυνατότητα να διεξάγουν απευθείας διαβουλεύσεις με τη βοήθεια του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (Eurojust). |
|
(22) |
Δεδομένης της ανάγκης για ειδικά εργαλεία για την αποτελεσματική διερεύνηση της απάτης και της πλαστογραφίας μέσων πληρωμής πλην των μετρητών και της σημασίας τους για την αποτελεσματική διεθνή συνεργασία μεταξύ εθνικών αρχών, οι αρμόδιες αρχές όλων των κρατών μελών θα πρέπει να έχουν στη διάθεσή τους τα ερευνητικά εργαλεία που συνήθως χρησιμοποιούνται για υποθέσεις οργανωμένου εγκλήματος ή άλλες σοβαρές μορφές εγκληματικότητας, εάν και στον βαθμό που η χρήση των εργαλείων αυτών είναι κατάλληλη και ανάλογη της φύσης και της σοβαρότητας των αδικημάτων όπως ορίζονται στο εθνικό δίκαιο. Επιπλέον, οι αρχές επιβολής του νόμου και οι λοιπές αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν έγκαιρη πρόσβαση στις πληροφορίες που χρειάζονται ώστε να ερευνούν και να διώκουν τα αδικήματα που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη παροτρύνονται να διαθέσουν στις αρμόδιες αρχές το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό και τους ανάλογους οικονομικούς πόρους, προκειμένου αυτές να μπορούν να διερευνούν και να διώκουν αποτελεσματικά τα αδικήματα που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία. |
|
(23) |
Οι εθνικές αρχές που διερευνούν ή διώκουν τα αδικήματα που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία θα πρέπει να εξουσιοδοτούνται να συνεργάζονται με άλλες εθνικές αρχές στο εσωτερικό του ιδίου κράτους μέλους και με τους ομολόγους τους στα άλλα κράτη μέλη. |
|
(24) |
Σε πολλές περιπτώσεις, εγκληματικές δραστηριότητες εμπλέκονται σε συμβάντα που θα πρέπει να κοινοποιούνται στις σχετικές εθνικές αρμόδιες αρχές βάσει της οδηγίας (ΕΕ) 2016/1148 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8). Μπορεί να υπάρχουν υπόνοιες για την εγκληματική φύση των εν λόγω συμβάντων, ακόμη και αν υπάρχουν ανεπαρκή αποδεικτικά στοιχεία για ποινικό αδίκημα σε εκείνο το στάδιο. Σε αυτό το πλαίσιο, οι σχετικοί φορείς βασικών υπηρεσιών και οι πάροχοι ψηφιακών υπηρεσιών θα πρέπει να προτρέπονται να κοινοποιούν στις αρχές επιβολής του νόμου τις αναφορές που απαιτούνται βάσει της οδηγίας (ΕΕ) 2016/1148, έτσι ώστε να υπάρχει ουσιαστική και ολοκληρωμένη αντίδραση και να διευκολύνεται ο καταλογισμός των πράξεων και η λογοδοσία των δραστών. Πιο συγκεκριμένα, για να υπάρχει ένα ασφαλές, προστατευμένο και ανθεκτικότερο περιβάλλον απαιτείται η συστηματική αναφορά των ύποπτων συμβάντων σοβαρής εγκληματικής φύσης στις αρχές επιβολής του νόμου. Επιπλέον, κατά περίπτωση, οι ομάδες αντιμετώπισης περιστατικών ασφαλείας σε υπολογιστές, οι οποίες έχουν οριστεί βάσει της οδηγίας (ΕΕ) 2016/1148, θα πρέπει να συμμετέχουν στις έρευνες των αρχών επιβολής του νόμου, με σκοπό την παροχή πληροφοριών, εφόσον κρίνεται σκόπιμο σε εθνικό επίπεδο, καθώς και για την παροχή της εμπειρογνωμοσύνης τους όσον αφορά τα συστήματα πληροφοριών. |
|
(25) |
Τα μείζονα συμβάντα ασφάλειας, όπως αναφέρονται στην οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9), ενδέχεται να έχουν εγκληματική προέλευση. Κατά περίπτωση, οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών θα πρέπει να προτρέπονται να κοινοποιούν στις αρχές επιβολής του νόμου τις αναφορές που οφείλουν να υποβάλλουν στην αρμόδια αρχή του δικού τους κράτους μέλους σύμφωνα με την οδηγία (ΕΕ) 2015/2366. |
|
(26) |
Υπάρχουν πολλά μέσα και μηχανισμοί στο επίπεδο της Ένωσης που διευκολύνουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών αρχών επιβολής του νόμου για την έρευνα και τη δίωξη εγκλημάτων. Για να διευκολυνθεί και να επιταχυνθεί η συνεργασία μεταξύ των εθνικών αρχών επιβολής του νόμου και να εξασφαλισθεί ότι τα εν λόγω μέσα και μηχανισμοί αξιοποιούνται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, η παρούσα οδηγία θα πρέπει να ενισχύσει τη σημασία των επιχειρησιακών σημείων επαφής που έχουν θεσπιστεί με την απόφαση-πλαίσιο 2001/413/ΔΕΥ. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να δύνανται να αποφασίσουν να χρησιμοποιήσουν το υφιστάμενο δίκτυο επιχειρησιακών σημείων επαφής, όπως αυτό που θεσπίζεται στην οδηγία 2013/40/ΕΕ. Τα σημεία επαφής θα πρέπει να παρέχουν ουσιαστική βοήθεια, διευκολύνοντας π.χ. την ανταλλαγή χρήσιμων πληροφοριών και την παροχή τεχνικών συμβουλών ή νομικών πληροφοριών. Για να διασφαλισθεί η ομαλή λειτουργία του δικτύου, κάθε σημείο επαφής θα πρέπει να είναι σε θέση να επικοινωνεί γρήγορα με το σημείο επαφής άλλου κράτους μέλους. Δεδομένης της σημαντικής διασυνοριακής διάστασης των εγκλημάτων που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία και ιδίως της ασταθούς φύσης του ηλεκτρονικού αποδεικτικού υλικού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να ανταποκρίνονται ταχέως στα επείγοντα αιτήματα που προέρχονται από το δίκτυο και να παρέχουν απάντηση εντός οκτώ ορών. Σε κατεπείγουσες και σοβαρές περιπτώσεις, τα κράτη μέλη θα πρέπει να ενημερώνουν τον Οργανισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ). |
|
(27) |
Η αναφορά εγκλημάτων χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στις δημόσιες αρχές έχει μεγάλη σημασία για την καταπολέμηση της απάτης και της πλαστογραφίας μέσων πληρωμής πλην των μετρητών, καθώς συχνά η αναφορά αυτή αποτελεί το σημείο εκκίνησης ποινικών ερευνών. Θα πρέπει συνεπώς να ληφθούν μέτρα ενθάρρυνσης των φυσικών και νομικών προσώπων, ιδίως των χρηματοοικονομικών ιδρυμάτων, να αναφέρουν τα αδικήματα στις αρχές επιβολής του νόμου και τις δικαστικές αρχές. Τα εν λόγω μέτρα μπορεί να βασίζονται σε διάφορες μορφές δράσης, συμπεριλαμβανομένων των νομοθετικών πράξεων που περιέχουν υποχρεώσεις αναφοράς σε περίπτωση υπονοιών για τη διάπραξη απάτης, ή σε μη νομοθετικές δράσεις, όπως η δημιουργία ή η υποστήριξη οργανώσεων ή μηχανισμών που ευνοούν την ανταλλαγή πληροφοριών ή ενισχύουν την ευαισθητοποίηση. Οποιοδήποτε μέτρο που συνεπάγεται επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα φυσικών προσώπων θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10). Ειδικότερα, κάθε διαβίβαση πληροφοριών για την πρόληψη και την καταπολέμηση αδικημάτων που σχετίζονται με την απάτη και την πλαστογραφία μέσων πληρωμής πλην των μετρητών θα πρέπει να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον εν λόγω κανονισμό, ιδίως με τους νόμιμους λόγους επεξεργασίας. |
|
(28) |
Για να διευκολυνθεί η έγκαιρη και άμεση αναφορά εγκλημάτων, η Επιτροπή θα πρέπει να αξιολογήσει προσεκτικά τη δημιουργία αποτελεσματικών επιγραμμικών συστημάτων αναφοράς των περιστατικών απάτης από τα κράτη μέλη, με τυποποιημένα υποδείγματα υποβολής αναφορών σε επίπεδο Ένωσης. Τα συστήματα αυτά θα μπορούσαν να διευκολύνουν την αναφορά των περιστατικών απάτης που δεν αφορά μετρητά, η οποία συχνά πραγματοποιείται επιγραμμικά, ενισχύοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη στήριξη των θυμάτων, τον εντοπισμό και την ανάλυση των κυβερνοαπειλών και το έργο και τη διασυνοριακή συνεργασία των εθνικών αρμόδιων αρχών. |
|
(29) |
Τα αδικήματα που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία είναι συχνά διασυνοριακής φύσεως. Ως εκ τούτου, η αντιμετώπιση αυτών των αδικημάτων βασίζεται στη στενή συνεργασία μεταξύ κρατών μελών. Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να διασφαλίζουν, στο μέτρο που ενδείκνυται, την αποτελεσματική εφαρμογή των μέσων αμοιβαίας αναγνώρισης και δικαστικής συνδρομής όσον αφορά τα αδικήματα που καλύπτονται από την παρούσα οδηγία. |
|
(30) |
Η έρευνα και η δίωξη όλων των ειδών απάτης και πλαστογραφίας μέσων πληρωμής πλην των μετρητών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν μικρά χρηματικά ποσά, είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την αποτελεσματική καταπολέμησή τους. Οι υποχρεώσεις αναφοράς, η ανταλλαγή πληροφοριών και οι στατιστικές εκθέσεις συνιστούν αποτελεσματικούς τρόπους εντοπισμού δόλιων δραστηριοτήτων, ιδίως παρόμοιων δραστηριοτήτων που αφορούν μικρά χρηματικά ποσά όταν εξετάζονται ξεχωριστά. |
|
(31) |
Η απάτη και η πλαστογραφία μέσων πληρωμής πλην των μετρητών ενδέχεται να έχουν σοβαρές οικονομικές και μη οικονομικές συνέπειες για τα θύματα τους. Όταν η απάτη αυτή διαπράττεται, για παράδειγμα, με την κλοπή ταυτότητας, οι συνέπειές της συχνά επιδεινώνονται λόγω της δυσφήμησης και της επαγγελματικής ζημίας, της υποβάθμισης της πιστοληπτικής ικανότητας ενός ατόμου και της σοβαρής ηθικής βλάβης. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν μέτρα συνδρομής, στήριξης και προστασίας, με στόχο τον μετριασμό αυτών των συνεπειών. |
|
(32) |
Μπορεί συχνά να περάσει πολύς χρόνος προτού ανακαλύψουν τα θύματα ότι έχουν υποστεί ζημία από αδικήματα απάτης και πλαστογραφίας. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου θα μπορούσε να επισυμβεί σειρά από αλληλοσυνδεόμενα αδικήματα, με αποτέλεσμα να επιδεινωθούν οι αρνητικές συνέπειες για τα θύματα. |
|
(33) |
Τα φυσικά πρόσωπα τα οποία πέφτουν θύματα απάτης που αφορά τα μέσα πληρωμής πλην των μετρητών έχουν τα δικαιώματα που τους παρέχει η οδηγία 2012/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11). Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίζουν μέτρα συνδρομής και στήριξης προς αυτά τα θύματα τα οποία να εμπνέονται από τα μέτρα που απαιτούνται από την εν λόγω οδηγία αλλά να ανταποκρίνονται πιο άμεσα στις ειδικές ανάγκες των θυμάτων απάτης που συνδέονται με την κλοπή ταυτότητας. Στα εν λόγω μέτρα θα πρέπει να περιλαμβάνονται, ιδίως, η παροχή καταλόγου ειδικευμένων ιδρυμάτων που να καλύπτει τις διάφορες πτυχές του εγκλήματος που συνδέεται με την υποκλοπή ταυτότητας και τη στήριξη των θυμάτων, εξειδικευμένη ψυχολογική υποστήριξη και παροχή συμβουλών σχετικά με οικονομικά, πρακτικά και νομικά ζητήματα, καθώς και βοήθεια για την επίτευξη της αποζημίωσης που προβλέπεται για τις περιπτώσεις αυτές. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να ενθαρρύνονται να συγκροτήσουν ένα ενιαίο εθνικό εργαλείο επιγραμμικής πληροφόρησης με σκοπό τη διευκόλυνση της πρόσβασης στα μέτρα συνδρομής και στήριξης των θυμάτων. Θα πρέπει επίσης να παρέχονται ειδικές πληροφορίες και συμβουλές σχετικά με την προστασία από τις αρνητικές συνέπειες των εγκλημάτων αυτών και στα νομικά πρόσωπα. |
|
(34) |
Η παρούσα οδηγία θα πρέπει να προβλέπει το δικαίωμα των νομικών προσώπων να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, σχετικά με τις διαδικασίες υποβολής καταγγελιών. Το δικαίωμα αυτό είναι αναγκαίο ιδίως για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και θα πρέπει να συμβάλει στη δημιουργία ευνοϊκότερου επιχειρηματικού περιβάλλοντος για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Τα φυσικά πρόσωπα τυγχάνουν ήδη αυτού του δικαιώματος βάσει της οδηγίας 2012/29/ΕΕ. |
|
(35) |
Τα κράτη μέλη, επικουρούμενα από την Επιτροπή, θα πρέπει να θεσπίσουν ή να ενισχύσουν την πολιτική τους για την πρόληψη της απάτης και της πλαστογραφίας μέσων πληρωμής πλην των μετρητών και να λάβουν μέτρα μείωσης του κινδύνου τέλεσης τέτοιων αδικημάτων με εκστρατείες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης. Σε αυτό το πλαίσιο, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να αναπτύσσουν και να επικαιροποιούν μόνιμο επιγραμμικό εργαλείο ευαισθητοποίησης με πρακτικά παραδείγματα δόλιων πρακτικών, σε κατανοητό μορφότυπο. Το εν λόγω εργαλείο θα μπορούσε να συνδέεται με το ένα ενιαίο εθνικό εργαλείο επιγραμμικής πληροφόρησης για θύματα ή να αποτελεί μέρος αυτού. Τα κράτη μέλη θα μπορούσαν επίσης να αναπτύξουν ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα. Θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις ανάγκες και τα συμφέροντα των ευάλωτων ατόμων. Παροτρύνονται τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν επαρκή χρηματοδότηση για τις εκστρατείες αυτές. |
|
(36) |
Είναι αναγκαία η συλλογή στατιστικών στοιχείων σχετικά με την απάτη και την πλαστογραφία μέσων πληρωμής πλην των μετρητών. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να διασφαλίζουν ότι υπάρχει κατάλληλο σύστημα καταγραφής, παραγωγής και παροχής των υπαρχόντων στατιστικών στοιχείων για τα αδικήματα που αναφέρονται στην παρούσα οδηγία. |
|
(37) |
Η παρούσα οδηγία έχει ως στόχο να τροποποιήσει και να επεκτείνει τις διατάξεις της απόφασης-πλαίσιο 2001/413/ΔΕΥ. Δεδομένου ότι οι τροποποιήσεις που πρέπει να επέλθουν είναι σημαντικές ως προς τον αριθμό και τη φύση τους, θα πρέπει, για λόγους σαφήνειας, να αντικατασταθεί εξολοκλήρου η απόφαση-πλαίσιο 2001/413/ΔΕΥ για τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την παρούσα οδηγία. |
|
(38) |
Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 21 για τη θέση του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας όσον αφορά τον χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, που προσαρτάται στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και στη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), και με την επιφύλαξη του άρθρου 4 του εν λόγω πρωτοκόλλου, τα εν λόγω κράτη μέλη δεν συμμετέχουν στη θέσπιση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύονται από αυτήν ούτε υπόκεινται στην εφαρμογή της. |
|
(39) |
Σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 2 του πρωτοκόλλου αριθ. 22 σχετικά με τη θέση της Δανίας, που προσαρτάται στη ΣΕΕ και στη ΣΛΕΕ, η Δανία δεν συμμετέχει στη θέσπιση της παρούσας οδηγίας και δεν δεσμεύεται από αυτήν ούτε υπόκειται στη εφαρμογή της. |
|
(40) |
Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, δηλαδή η υπαγωγή της απάτης και της πλαστογραφίας μέσων πληρωμής πλην των μετρητών σε ουσιαστικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις και η βελτίωση και ενθάρρυνση της διασυνοριακής συνεργασίας τόσο μεταξύ των αρμόδιων αρχών, όσο και μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων και αρμόδιων αρχών, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη αλλά μπορούν, λόγω της κλίμακας και των συνεπειών τους, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να εγκρίνει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 5 ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που ορίζεται στο ίδιο άρθρο, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των εν λόγω στόχων. |
|
(41) |
Η παρούσα οδηγία σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις αρχές που αναγνωρίζονται ειδικότερα από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ άλλων το δικαίωμα στην ελευθερία και την ασφάλεια, τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, την προστασία των προσωπικών δεδομένων, την ελευθερία επαγγέλματος και το δικαίωμα στην εργασία, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα ιδιοκτησίας, το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής και αμερόληπτης δίκης, το τεκμήριο αθωότητας και το δικαίωμα υπεράσπισης, τις αρχές της νομιμότητας και αναλογικότητας των ποινικών αδικημάτων και ποινών, καθώς και το δικαίωμα του προσώπου να μην δικάζεται ή να μην τιμωρείται ποινικά δύο φορές για το ίδιο ποινικό αδίκημα. Η παρούσα οδηγία αποσκοπεί στην εξασφάλιση του πλήρους σεβασμού των ως άνω δικαιωμάτων και αρχών και θα πρέπει να εφαρμόζεται αναλόγως, |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:
ΤΙΤΛΟΣ I
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
Άρθρο 1
Αντικείμενο
Η παρούσα οδηγία θεσπίζει στοιχειώδεις κανόνες σχετικά με τον ορισμό των ποινικών αδικημάτων και κυρώσεων στους τομείς της απάτης και της πλαστογραφίας μέσων πληρωμής πλην των μετρητών. Διευκολύνει την πρόληψη των αδικημάτων αυτών και την παροχή συνδρομής και στήριξης των θυμάτων.
Άρθρο 2
Ορισμοί
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α) «μέσο πληρωμής πλην των μετρητών»: άυλος ή υλικός προστατευμένος μηχανισμός, αντικείμενο ή αρχείο, ή συνδυασμός τους, εκτός από το νόμιμο νόμισμα, ο οποίος επιτρέπει, μόνος του ή σε συνδυασμό με διαδικασία ή σειρά διαδικασιών, στον κάτοχο ή στον χρήστη του να μεταφέρει χρήματα ή νομισματική αξία, μεταξύ άλλων μέσω ψηφιακών μέσων συναλλαγής,
β) «προστατευμένος μηχανισμός, αντικείμενο ή αρχείο»: μηχανισμός, αντικείμενο ή αρχείο που προστατεύεται από την απομίμηση ή δόλια χρήση, για παράδειγμα μέσω σχεδιασμού, κωδικοποίησης ή υπογραφής,
γ) «ψηφιακό μέσο συναλλαγής»: κάθε μορφή ηλεκτρονικού χρήματος όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 2 της οδηγίας 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12) ή εικονικό νόμισμα,
δ) «εικονικό νόμισμα»: ψηφιακή αναπαράσταση αξίας η οποία δεν εκδίδεται από κεντρική τράπεζα ή δημόσια αρχή ούτε έχει την εγγύησή τους, δεν συνδέεται κατ' ανάγκη με νομίμως κυκλοφορούν νόμισμα και δεν διαθέτει το νομικό καθεστώς νομίσματος ή χρήματος, όμως γίνεται αποδεκτή από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ως μέσο συναλλαγής, και η οποία μπορεί να μεταφέρεται, να αποθηκεύεται και να διακινείται ηλεκτρονικά,
ε) «σύστημα πληροφοριών»: σύστημα πληροφοριών κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο α) της οδηγίας 2013/40/ΕΕ,
στ) «ηλεκτρονικά δεδομένα»: ηλεκτρονικά δεδομένα κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο β) της οδηγίας 2013/40/ΕΕ,
ζ) «νομικό πρόσωπο»: οντότητα διαθέτουσα νομική προσωπικότητα σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, εξαιρουμένων των κρατών ή των δημόσιων φορέων κατά την άσκηση κρατικής εξουσίας και των δημόσιων διεθνών οργανισμών.
ΤΙΤΛΟΣ II
ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ
Άρθρο 3
Δόλια χρήση των μέσων πληρωμής πλην των μετρητών
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι, όταν τελούνται εκ προθέσεως, οι ακόλουθες πράξεις τιμωρούνται ως ποινικά αδικήματα:
|
α) |
η δόλια χρήση κλεμμένου ή άλλως παρανόμως ιδιοποιημένου ή αποκτηθέντος μέσου πληρωμής πλην των μετρητών, |
|
β) |
η δόλια χρήση πλαστού ή παραποιημένου μέσου πληρωμής πλην των μετρητών. |
Άρθρο 4
Αδικήματα που σχετίζονται με τη δόλια χρήση υλικών μέσων πληρωμής πλην των μετρητών
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι, όταν τελούνται εκ προθέσεως, οι ακόλουθες πράξεις τιμωρούνται ως ποινικά αδικήματα:
|
α) |
η κλοπή ή άλλη παράνομη ιδιοποίηση υλικού μέσου πληρωμής πλην των μετρητών, |
|
β) |
η δόλια πλαστογράφηση ή παραποίηση υλικού μέσου πληρωμής πλην των μετρητών, |
|
γ) |
η κατοχή κλεμμένου ή άλλως παρανόμως ιδιοποιημένου ή πλαστού ή παραποιημένου υλικού μέσου πληρωμής πλην των μετρητών για δόλια χρήση, |
|
δ) |
η προμήθεια για ιδία χρήση ή για λογαριασμό άλλου, συμπεριλαμβανομένης της αποδοχής, ιδιοποίησης, αγοράς, μεταβίβασης, εισαγωγής, εξαγωγής, πώλησης, μεταφοράς ή διανομής κλεμμένου, πλαστού ή παραποιημένου υλικού μέσου πληρωμής πλην των μετρητών για δόλια χρήση. |
Άρθρο 5
Αδικήματα που σχετίζονται με τη δόλια χρήση άυλων μέσων πληρωμής πλην των μετρητών
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι, όταν τελούνται εκ προθέσεως, οι ακόλουθες πράξεις τιμωρούνται ως ποινικά αδικήματα:
|
α) |
η παράνομη απόκτηση άυλων μέσων πληρωμής πλην των μετρητών, τουλάχιστον εφόσον για την απόκτηση αυτή διεπράχθη ένα από τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 6 της οδηγίας 2013/40/ΕΕ ή υπεξαίρεση ενός άυλου μέσου πληρωμής πλην των μετρητών, |
|
β) |
η δόλια πλαστογράφηση ή παραποίηση άυλου μέσου πληρωμής πλην των μετρητών, |
|
γ) |
η κατοχή άυλου μέσου πληρωμής πλην των μετρητών που έχει αποκτηθεί παρανόμως, πλαστογραφηθεί ή παραποιηθεί για δόλια χρήση, τουλάχιστον όταν η παράνομη προέλευση είναι γνωστή κατά τη στιγμή της κατοχής του μέσου, |
|
δ) |
η προμήθεια για ιδία χρήση ή για λογαριασμό άλλου, συμπεριλαμβανομένης της πώλησης, μεταβίβασης ή διανομής, ή η διάθεση, παρανόμως αποκτηθέντος, πλαστογραφημένου ή παραποιημένου άυλου μέσου πληρωμής πλην των μετρητών για δόλια χρήση. |
Άρθρο 6
Απάτη συνδεόμενη με τα συστήματα πληροφοριών
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η άμεση ή έμμεση διενέργεια μεταφοράς χρημάτων, νομισματικής αξίας ή εικονικών νομισμάτων και, κατά συνέπεια, η πρόκληση παράνομης απώλειας περιουσίας άλλου προσώπου, με σκοπό την αποκόμιση παράνομου οφέλους για τον δράστη ή για τρίτους, τιμωρείται ως ποινικό αδίκημα, όταν τελείται εκ προθέσεως:
|
α) |
χωρίς δικαίωμα, με την παρεμπόδιση της λειτουργίας συστήματος πληροφοριών ή την παρεμβολή σε αυτήν, |
|
β) |
χωρίς δικαίωμα, με την εισαγωγή, αλλοίωση, διαγραφή, μετάδοση ή εξάλειψη ηλεκτρονικών δεδομένων. |
Άρθρο 7
Μέσα χρησιμοποιούμενα για την τέλεση αδικημάτων
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η διαδικασία παραγωγής, προμήθειας για ιδία χρήση ή για λογαριασμό άλλου, συμπεριλαμβανομένης της εισαγωγής, εξαγωγής, πώλησης, μεταφοράς ή διανομής, ή η διάθεση μηχανισμού ή μέσου, ηλεκτρονικών δεδομένων ή άλλων μέσων πρωτίστως σχεδιασμένων ή ειδικά προσαρμοσμένων για τους σκοπούς της τέλεσης οποιουδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 4 στοιχεία α) και β), στο άρθρο 5 στοιχεία α) και β) ή στο άρθρο 6, τουλάχιστον όταν τελείται με πρόθεση να χρησιμοποιηθούν τα μέσα αυτά, τιμωρείται ως ποινικό αδίκημα.
Άρθρο 8
Ηθική αυτουργία, υποβοήθηση και συνέργεια και απόπειρα
1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η ηθική αυτουργία ή η υποβοήθηση και η συνέργεια σε αδίκημα που αναφέρεται στα άρθρα 3 έως 7 τιμωρείται ως ποινικό αδίκημα.
2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι η απόπειρα διάπραξης αδικήματος που αναφέρεται στο άρθρο 3, στο άρθρο 4 στοιχείο α), β) ή δ), στο άρθρο 5 στοιχείο α) ή β) ή στο άρθρο 6 τιμωρείται ως ποινικό αδίκημα. Όσον αφορά το άρθρο 5 στοιχείο δ), τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα μέτρα που είναι αναγκαία ώστε να διασφαλίζεται ότι τουλάχιστον η απόπειρα δόλιας προμήθειας παρανόμως αποκτηθέντος, πλαστογραφημένου ή παραποιημένου άυλου μέσου πληρωμής πλην των μετρητών για ίδια χρήση ή για λογαριασμό άλλου τιμωρείται ως ποινικό αδίκημα.
Άρθρο 9
Ποινές εις βάρος φυσικών προσώπων
1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 8 τιμωρούνται με ουσιαστικές, αναλογικές και αποτρεπτικές ποινικές κυρώσεις.
2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 3, στο άρθρο 4 στοιχεία α) και β) και στο άρθρο 5 στοιχεία α) και β) τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης, το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται τουλάχιστον σε δύο έτη.
3. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 4 στοιχεία γ) και δ) και στο άρθρο 5 στοιχεία γ) και δ) τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται τουλάχιστον σε ένα έτος.
4. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι το αδίκημα που αναφέρεται στο άρθρο 6 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται τουλάχιστον σε τρία έτη.
5. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι το αδίκημα που αναφέρεται στο άρθρο 7 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται τουλάχιστον σε δύο έτη.
6. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 6 τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης, το ανώτατο όριο της οποίας ανέρχεται τουλάχιστον σε πέντε έτη, εφόσον τελούνται στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης κατά την έννοια της απόφασης-πλαίσιο 2008/841/ΔΕΥ, ανεξαρτήτως της ποινής που ορίζεται στην εν λόγω απόφαση.
Άρθρο 10
Ευθύνη νομικών προσώπων
1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα νομικά πρόσωπα είναι δυνατόν να υπέχουν ευθύνη για τα αδικήματα τα αναφερόμενα στα άρθρα 3 έως 8 που έχουν διαπραχθεί προς όφελός τους από οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο ενεργεί είτε ατομικά είτε ως μέλος οργάνου του νομικού προσώπου και το οποίο κατέχει ιθύνουσα θέση εντός του νομικού προσώπου, βασιζόμενη σε μια από τις εξής εξουσίες:
|
α) |
εξουσία εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, |
|
β) |
εξουσία λήψης αποφάσεων για λογαριασμό του νομικού προσώπου, |
|
γ) |
εξουσία άσκησης ελέγχου εντός του νομικού προσώπου. |
2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα νομικά πρόσωπα είναι δυνατόν να υπέχουν ευθύνη όταν η απουσία εποπτείας ή ελέγχου ενός από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 κατέστησε δυνατή τη διάπραξη, από πρόσωπο που τελεί υπό την εξουσία του, αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 8 προς όφελος του νομικού προσώπου.
3. Η ευθύνη των νομικών προσώπων δυνάμει των παραγράφων 1 και 2 δεν αποκλείει την ποινική δίωξη φυσικών προσώπων που είναι αυτουργοί ή ηθικοί αυτουργοί ή συνεργοί στη διάπραξη οποιουδήποτε εκ των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 8.
Άρθρο 11
Κυρώσεις για τα νομικά πρόσωπα
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι νομικό πρόσωπο που υπέχει ευθύνη σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 1 ή 2 υπόκειται σε ουσιαστικές, αναλογικές και αποτρεπτικές κυρώσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται χρηματικές ποινές ποινικής ή μη ποινικής φύσεως και, ενδεχομένως, άλλες κυρώσεις, όπως:
|
α) |
αποκλεισμός από δημόσιες παροχές ή ενισχύσεις, |
|
β) |
προσωρινός αποκλεισμός από την πρόσβαση σε δημόσια χρηματοδότηση, συμπεριλαμβανομένων διαγωνισμών, επιχορηγήσεων και συμβάσεων παραχώρησης, |
|
γ) |
προσωρινή ή οριστική απαγόρευση της άσκησης εμπορικής δραστηριότητας, |
|
δ) |
θέση υπό δικαστική εποπτεία, |
|
ε) |
δικαστική εκκαθάριση, |
|
στ) |
προσωρινό ή οριστικό κλείσιμο εγκαταστάσεων που χρησιμοποιήθηκαν για την τέλεση του εγκλήματος. |
ΤΙΤΛΟΣ III
ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑ
Άρθρο 12
Δικαιοδοσία
1. Κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να θεμελιώσει τη δικαιοδοσία του ως προς τα αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 3 έως 8, όταν ισχύει ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:
|
α) |
το αδίκημα διαπράττεται, εξολοκλήρου ή εν μέρει, στο έδαφός του, |
|
β) |
ο δράστης είναι υπήκοός του. |
2. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1 στοιχείο α), αδίκημα θεωρείται ότι διαπράχθηκε εν όλω ή εν μέρει στο έδαφος κράτους μέλους, όταν ο δράστης διαπράττει αδίκημα ενώ βρίσκεται στο έδαφος αυτό και ανεξάρτητα από το εάν το αδίκημα διαπράττεται με τη χρήση συστήματος πληροφοριών στο έδαφος αυτό.
3. Το κράτος μέλος ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή όταν αποφασίζει να θεμελιώσει δικαιοδοσία ως προς ένα από τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 8, το οποίο διαπράττεται εκτός του εδάφους του, μεταξύ άλλων όταν:
|
α) |
ο δράστης του αδικήματος έχει τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος του, |
|
β) |
το αδίκημα διαπράττεται προς όφελος νομικού προσώπου εγκατεστημένου στο έδαφός του, |
|
γ) |
το αδίκημα διαπράττεται εις βάρος ενός εκ των υπηκόων του ή προσώπου που έχει τη συνήθη διαμονή του στο έδαφός του. |
Άρθρο 13
Αποτελεσματικές έρευνες και συνεργασία
1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι τα εργαλεία έρευνας, όπως αυτά που χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος ή σε άλλες περιπτώσεις σοβαρών εγκλημάτων, είναι αποτελεσματικά και αναλογικά προς το διαπραχθέν έγκλημα και ότι τίθενται στη διάθεση των προσώπων, μονάδων ή υπηρεσιών που έχουν την ευθύνη για την έρευνα ή δίωξη των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 8.
2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι, όταν το εθνικό δίκαιο υποχρεώνει τα φυσικά και τα νομικά πρόσωπα να διαβιβάζουν πληροφορίες σχετικά με τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 8, οι πληροφορίες αυτές περιέρχονται σε γνώση των αρχών έρευνας ή δίωξης των αδικημάτων αυτών χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
ΤΙΤΛΟΣ IV
ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ
Άρθρο 14
Ανταλλαγή πληροφοριών
1. Για τους σκοπούς της ανταλλαγής πληροφοριών σχετικά με τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 8, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι διαθέτουν ένα επιχειρησιακό εθνικό σημείο επαφής που λειτουργεί σε εικοσιτετράωρη βάση και τις επτά ημέρες της εβδομάδας. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν επίσης ότι διαθέτουν διαδικασίες ώστε να διεκπεραιώνονται ταχέως οι επείγουσες αιτήσεις συνδρομής και η αρμόδια αρχή να απαντά εντός οκτώ ωρών από την παραλαβή, δηλώνοντας τουλάχιστον εάν θα ικανοποιήσει το αίτημα, καθώς και τη μορφή αυτής της απάντησης και τον εκτιμώμενο χρόνο εντός του οποίου θα αποσταλεί. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να χρησιμοποιήσουν τα υφιστάμενα δίκτυα επιχειρησιακών σημείων επαφής.
2. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή, την Ευρωπόλ και την Eurojust για το σημείο επαφής που έχουν ορίσει και που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Επικαιροποιούν αυτές τις πληροφορίες, όταν κρίνεται αναγκαίο. Η Επιτροπή διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές στα άλλα κράτη μέλη.
Άρθρο 15
Αναφορά του εγκλήματος
1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν ότι διατίθενται οι κατάλληλοι δίαυλοι αναφοράς ώστε να διευκολύνεται η αναφορά των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 8 στις αρχές επιβολής του νόμου και άλλες αρμόδιες εθνικές αρχές, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
2. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να ενθαρρύνουν τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα και άλλα νομικά πρόσωπα που λειτουργούν στο έδαφός τους να αναφέρουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τυχόν υπόνοιες για απάτη στις αρχές επιβολής του νόμου και άλλες αρμόδιες αρχές, για τους σκοπούς της ανίχνευσης, πρόληψης, έρευνας ή δίωξης των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 8.
Άρθρο 16
Παροχή συνδρομής και στήριξης στα θύματα
1. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στα φυσικά και νομικά πρόσωπα που έχουν υποστεί ζημία ως αποτέλεσμα οποιουδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 8 και τα οποία διαπράττονται με υφαρπαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα:
|
α) |
παρέχονται ειδικές πληροφορίες και συμβουλές σχετικά με τον τρόπο προστασίας τους από τις αρνητικές συνέπειες των αδικημάτων, όπως η δυσφήμηση, και |
|
β) |
παρέχεται κατάλογος ειδικευμένων ιδρυμάτων που ασχολούνται με διάφορες πτυχές του συνδεόμενου με την υποκλοπή ταυτότητας εγκλήματος και της στήριξης θυμάτων. |
2. Τα κράτη μέλη προτρέπονται να συγκροτήσουν ενιαία εθνικά επιγραμμικά εργαλεία πληροφόρησης για να διευκολύνουν την πρόσβαση στη συνδρομή και τη στήριξη σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν υποστεί ζημία ως αποτέλεσμα των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 8 και τα οποία διαπράττονται με υφαρπαγή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.
3. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στα νομικά πρόσωπα τα οποία είναι θύματα των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 8 της παρούσας οδηγίας παρέχονται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την πρώτη τους επαφή με αρμόδια αρχή, οι ακόλουθες πληροφορίες:
|
α) |
οι διαδικασίες υποβολής καταγγελίας για το αδίκημα και τον ρόλο του θύματος σε αυτές τις διαδικασίες, |
|
β) |
το δικαίωμα να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με την υπόθεση σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, |
|
γ) |
οι διαθέσιμες διαδικασίες υποβολής καταγγελίας εάν η αρμόδια αρχή δεν σέβεται τα δικαιώματα του θύματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας, |
|
δ) |
τα στοιχεία επαφής για λόγους επικοινωνίας σχετικά με την υπόθεσή τους. |
Άρθρο 17
Πρόληψη
Τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν την κατάλληλη δράση, μεταξύ άλλων και μέσω του διαδικτύου, όπως οι εκστρατείες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης και τα ερευνητικά και εκπαιδευτικά προγράμματα, με στόχο τη γενική μείωση της απάτης, τη μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση και τη μείωση του κινδύνου να γίνει κάποιος θύμα απάτης. Κατά περίπτωση, τα κράτη μέλη δρουν σε συνεργασία με συμφεροντούχους.
Άρθρο 18
Παρακολούθηση και στατιστικές
1. Έως την 31η Αυγούστου 2019 η Επιτροπή θεσπίζει λεπτομερές πρόγραμμα για την παρακολούθηση του παραχθέντος έργου, των αποτελεσμάτων και των επιπτώσεων της παρούσας οδηγίας. Το πρόγραμμα παρακολούθησης ορίζει τα μέσα και τα διαστήματα συλλογής των απαραίτητων δεδομένων και λοιπών στοιχείων. Προσδιορίζει τη δράση που θα αναλάβει η Επιτροπή και τα κράτη μέλη ως προς τη συλλογή, την ανταλλαγή και την ανάλυση των δεδομένων και των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων.
2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι υπάρχει σύστημα για την καταγραφή, παραγωγή και παροχή ανώνυμων στατιστικών στοιχείων για την καταμέτρηση των σταδίων υποβολής αναφορών, έρευνας και δικαστικής διαδικασίας που αφορούν τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 8.
3. Τα αναφερόμενα στην παράγραφο 2 στατιστικά στοιχεία καλύπτουν κατ' ελάχιστον τα υφιστάμενα δεδομένα ως προς τον αριθμό των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 8 και τα οποία καταγράφονται από τα κράτη μέλη, καθώς και τον αριθμό των προσώπων τα οποία διώχθηκαν και καταδικάστηκαν για τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 7.
4. Τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή, σε ετήσια βάση, τα δεδομένα που συλλέγουν δυνάμει των παραγράφων 1, 2 και 3. Η Επιτροπή μεριμνά ώστε να δημοσιεύεται κάθε έτος και να υποβάλλεται στους αρμόδιους ειδικευμένους οργανισμούς και φορείς της Ένωσης συγκεντρωτική επισκόπηση των στατιστικών εκθέσεων.
Άρθρο 19
Αντικατάσταση της απόφασης-πλαίσιο 2001/413/ΔΕΥ
Η απόφαση-πλαίσιο 2001/413/ΔΕΥ αντικαθίσταται όσον αφορά τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την παρούσα οδηγία, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των εν λόγω κρατών μελών ως προς την ημερομηνία μεταφοράς της εν λόγω απόφασης-πλαίσιο στο εθνικό δίκαιο.
Όσον αφορά τα κράτη μέλη που δεσμεύονται από την παρούσα οδηγία, οι παραπομπές στην απόφαση-πλαίσιο 2001/413/ΔΕΥ νοούνται ως παραπομπές στην παρούσα οδηγία.
Άρθρο 20
Μεταφορά στο εθνικό δίκαιο
1. Τα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία έως την 31η Μαΐου 2021. Ενημερώνουν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
Τα εν λόγω μέτρα, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, παραπέμπουν στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από ανάλογη παραπομπή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Ο τρόπος της παραπομπής αυτής καθορίζεται από τα κράτη μέλη.
2. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή το κείμενο των μέτρων εθνικού δικαίου τα οποία θεσπίζουν στον τομέα που διέπει η παρούσα οδηγία.
Άρθρο 21
Αξιολόγηση και υποβολή εκθέσεων
1. Η Επιτροπή υποβάλλει, έως την 31η Μαΐου 2023, έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, στην οποία αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο τα κράτη μέλη έχουν λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία. Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή όλα τα αναγκαία στοιχεία για την εκπόνηση της εν λόγω έκθεσης.
2. Η Επιτροπή πραγματοποιεί, έως την 31η Μαΐου 2026, αξιολόγηση του αντικτύπου της παρούσας οδηγίας στην καταπολέμηση της απάτης και της πλαστογραφίας μέσων πληρωμής πλην των μετρητών, καθώς και του αντικτύπου της στα θεμελιώδη δικαιώματα, και υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή τα αναγκαία στοιχεία για την εκπόνηση της εν λόγω έκθεσης.
3. Στο πλαίσιο της αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή υποβάλλει επίσης έκθεση σχετικά με την αναγκαιότητα, τη σκοπιμότητα και την αποτελεσματικότητα της δημιουργίας εθνικών ασφαλών επιγραμμικών συστημάτων, ώστε να μπορούν τα θύματα να αναφέρουν οποιοδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται στα άρθρα 3 έως 8, καθώς και της θέσπισης τυποποιημένου ενωσιακού προτύπου αναφοράς για να χρησιμεύσει ως βάση για τα κράτη μέλη.
Άρθρο 22
Έναρξη ισχύος
Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη σύμφωνα με τις Συνθήκες.
Στρασβούργο, 17 Απριλίου 2019.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
A. TAJANI
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
G. CIAMBA
(1) ΕΕ C 197 της 8.6.2018, σ. 24.
(2) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 13ης Μαρτίου 2019 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 9ης Απριλίου 2019.
(3) Απόφαση-πλαίσιο 2001/413/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 2001, για την καταπολέμηση της απάτης και της πλαστογραφίας που αφορούν τα μέσα πληρωμής πλην των μετρητών (ΕΕ L 149 της 2.6.2001, σ. 1).
(4) Οδηγία 2013/40/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Αυγούστου 2013, για τις επιθέσεις κατά συστημάτων πληροφοριών και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2005/222/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 218 της 14.8.2013, σ. 8).
(5) Απόφαση-πλαίσιο 2008/841/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 2008, για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος (ΕΕ L 300 της 11.11.2008, σ. 42).
(6) Απόφαση πλαίσιο 2009/948/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την πρόληψη και τον διακανονισμό συγκρούσεων δικαιοδοσίας σε ποινικές υποθέσεις (ΕΕ L 328 της 15.12.2009, σ. 42).
(7) Απόφαση 2002/187/ΔΕΥ του Συμβουλίου, της 28ης Φεβρουαρίου 2002, σχετικά με τη σύσταση της Eurojust προκειμένου να ενισχυθεί η καταπολέμηση των σοβαρών μορφών εγκλήματος (ΕΕ L 63 της 6.3.2002, σ. 1).
(8) Οδηγία (EE) 2016/1148 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016, σχετικά με μέτρα για υψηλό κοινό επίπεδο ασφάλειας συστημάτων δικτύου και πληροφοριών σε ολόκληρη την Ένωση (ΕΕ L 194 της 19.7.2016, σ. 1).
(9) Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ L 337 της 23.12.2015, σ. 35).
(10) Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).
(11) Οδηγία 2012/29/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, για τη θέσπιση ελάχιστων προτύπων σχετικά με τα δικαιώματα, την υποστήριξη και την προστασία θυμάτων της εγκληματικότητας και για την αντικατάσταση της απόφασης-πλαίσιο 2001/220/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ L 315 της 14.11.2012, σ. 57).
(12) Οδηγία 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, την τροποποίηση των οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 2000/46/ΕΚ (ΕΕ L 267 της 10.10.2009, σ. 7).
II Μη νομοθετικές πράξεις
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ
|
10.5.2019 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 123/30 |
ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2019/714 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 7ης Μαρτίου 2019
για την αντικατάσταση του παραρτήματος I και την τροποποίηση των παραρτημάτων II και VII του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 211/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την πρωτοβουλία πολιτών
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 211/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, σχετικά με την πρωτοβουλία πολιτών (1), και ιδίως το άρθρο 16,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Το άρθρο 7 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 211/2011 προβλέπει ότι, στο ένα τέταρτο τουλάχιστον των κρατών μελών, οι υπογράφοντες πρωτοβουλία πολιτών πρέπει να αντιστοιχούν στον αριθμό των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εκλέγονται σε κάθε κράτος μέλος επί 750. Οι ελάχιστοι αυτοί αριθμοί καθορίζονται στο παράρτημα I του εν λόγω κανονισμού. |
|
(2) |
Στις 29 Μαρτίου 2017, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας («Ηνωμένο Βασίλειο») γνωστοποίησε την πρόθεσή του να αποχωρήσει από την Ένωση, βάσει του άρθρου 50 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι Συνθήκες θα παύσουν να ισχύουν ως προς το Ηνωμένο Βασίλειο από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας αποχώρησης ή, ελλείψει συμφωνίας, δύο έτη μετά τη γνωστοποίηση, δηλαδή από τις 30 Μαρτίου 2019, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, σε συμφωνία με το Ηνωμένο Βασίλειο, αποφασίσει ομόφωνα να παρατείνει την εν λόγω προθεσμία. |
|
(3) |
Στις 28 Ιουνίου 2018, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΕΕ) 2018/937 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για τον καθορισμό της σύνθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (2). Η εν λόγω απόφαση, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 3 Ιουλίου 2018, ορίζει τον αριθμό των εκλεγόμενων σε κάθε κράτος μέλος αντιπροσώπων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την κοινοβουλευτική περίοδο 2019-2024, η οποία αρχίζει στις 2 Ιουλίου 2019. Προκειμένου οι εν λόγω κανόνες να αποτυπωθούν στον ελάχιστο αριθμό υπογραφόντων που καθορίζεται στο παράρτημα I του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 211/2011, κρίνεται σκόπιμο να τροποποιηθεί το παράρτημα I του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 211/2011. Η εν λόγω τροποποίηση θα πρέπει να αρχίσει να εφαρμόζεται στις 2 Ιουλίου 2019, ημερομηνία έναρξης της κοινοβουλευτικής περιόδου 2019-2024. Ωστόσο, εάν η διετής περίοδος που αναφέρεται στο άρθρο 50 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση παραταθεί πέραν της ημερομηνίας αυτής, η τροποποίηση θα πρέπει να τεθεί σε ισχύ μετά τη λήξη της παραταθείσας περιόδου. Για λόγους σαφήνειας, το παράρτημα I θα πρέπει να αντικατασταθεί. |
|
(4) |
Το άρθρο 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 211/2011 προβλέπει ότι οι διοργανωτές προτεινόμενης πρωτοβουλίας πολιτών οφείλουν να καταχωρίσουν την πρωτοβουλία στην Επιτροπή, παρέχοντας τις πληροφορίες στις οποίες αναφέρεται το παράρτημα II του εν λόγω κανονισμού. |
|
(5) |
Το άρθρο 9 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 211/2011 ορίζει ότι για την υποβολή της πρωτοβουλίας πολιτών στην Επιτροπή, οι διοργανωτές χρησιμοποιούν το έντυπο του παραρτήματος VII του εν λόγω κανονισμού. |
|
(6) |
Τα έντυπα των παραρτημάτων II και VII του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 211/2011 περιέχουν υποσημείωση, η οποία παρέχει πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των διοργανωτών της πρωτοβουλίας και των χορηγών. Οι πληροφορίες που περιέχονται στην εν λόγω υποσημείωση πρέπει να συντομευθούν και να απλουστευθούν, προκειμένου να αποφεύγεται η σύγχυση με τη δήλωση περί προστασίας της ιδιωτικής ζωής που χρησιμοποιείται για τη σχετική επεξεργασία των δεδομένων. |
|
(7) |
Το κείμενο των υποσημειώσεων παραπέμπει στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3). Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) στις 11 Δεκεμβρίου 2018. Ως εκ τούτου, η παραπομπή στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 θα πρέπει να διαγραφεί από τις εν λόγω υποσημειώσεις. |
|
(8) |
Συνεπώς, το παράρτημα I του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 211/2011 θα πρέπει να αντικατασταθεί και τα παραρτήματα II και VII του εν λόγω κανονισμού θα πρέπει να τροποποιηθούν αναλόγως, |
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 211/2011 τροποποιείται ως εξής:
|
1) |
Το παράρτημα I αντικαθίσταται από το κείμενο που παρατίθεται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού· |
|
2) |
Στο παράρτημα II, το κείμενο της υποσημείωσης (1) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
|
3) |
Στο παράρτημα VII, το κείμενο της υποσημείωσης (1) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:
|
Άρθρο 2
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το σημείο 1 του άρθρου 1 εφαρμόζεται από τις 2 Ιουλίου 2019 ή από την επομένη της ημέρας κατά την οποία οι Συνθήκες παύουν να εφαρμόζονται στο Ηνωμένο Βασίλειο σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Βρυξέλλες, 7 Μαρτίου 2019.
Για την Επιτροπή
Ο Πρόεδρος
Jean-Claude JUNCKER
(1) ΕΕ L 65 της 11.3.2011, σ. 1.
(2) Απόφαση (ΕΕ) 2018/937 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 2018, για τον καθορισμό της σύνθεσης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΕΕ L 165 Ι της 2.7.2018, σ. 1).
(3) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).
(4) Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 39).
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΕΛΑΧΙΣΤΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ ΥΠΟΓΡΑΦΟΝΤΩΝ ΑΝΑ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΛΟΣ
|
Βέλγιο |
15 750 |
|
Βουλγαρία |
12 750 |
|
Τσεχική Δημοκρατία |
15 750 |
|
Δανία |
10 500 |
|
Γερμανία |
72 000 |
|
Εσθονία |
5 250 |
|
Ιρλανδία |
9 750 |
|
Ελλάδα |
15 750 |
|
Ισπανία |
44 250 |
|
Γαλλία |
59 250 |
|
Κροατία |
9 000 |
|
Ιταλία |
57 000 |
|
Κύπρος |
4 500 |
|
Λετονία |
6 000 |
|
Λιθουανία |
8 250 |
|
Λουξεμβούργο |
4 500 |
|
Ουγγαρία |
15 750 |
|
Μάλτα |
4 500 |
|
Κάτω Χώρες |
21 750 |
|
Αυστρία |
14 250 |
|
Πολωνία |
39 000 |
|
Πορτογαλία |
15 750 |
|
Ρουμανία |
24 750 |
|
Σλοβενία |
6 000 |
|
Σλοβακία |
10 500 |
|
Φινλανδία |
10 500 |
|
Σουηδία |
15 750 |