ISSN 1977-0669

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 94

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

61ό έτος
12 Απριλίου 2018


Περιεχόμενα

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

 

*

Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2018/561 της Επιτροπής, της 29ης Ιανουαρίου 2018, για την τροποποίηση του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2016/127 όσον αφορά τις απαιτήσεις πρωτεΐνης στα παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας ( 1 )

1

 

*

Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2018/562 της Επιτροπής, της 9ης Απριλίου 2018, για την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1354/2011 της Επιτροπής σχετικά με το άνοιγμα ετήσιων ενωσιακών δασμολογικών ποσοστώσεων για αιγοπρόβατα και αιγοπρόβειο κρέας

4

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

*

Απόφαση (ΕΕ) 2018/563 της Επιτροπής, της 20ής Νοεμβρίου 2017, σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις SA.34308 (2013/C) (πρώην 2013/NN) τις οποίες χορήγησε η Ελληνική Δημοκρατία στην επιχείρηση Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα ΑΕ (ΕΑΣ) [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2017) 7361]  ( 1 )

9

 

 

III   Λοιπές πράξεις

 

 

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ

 

*

Απόφαση της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ αριθ. 226/17/COL, της 19ης Δεκεμβρίου 2017, για την απαλλαγή της Νορβηγίας από την υποχρέωση εφαρμογής σε ορισμένα είδη της πράξης που αναφέρεται στο σημείο 2 του μέρους 1 του κεφαλαίου III του παραρτήματος I της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (οδηγία 66/401/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί εμπορίας σπόρων προς σπορά κτηνοτροφικών φυτών) [2018/564]

30

 

 

Διορθωτικά

 

*

Διορθωτικό στον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2017/2089 της Επιτροπής, της 14ης Νοεμβρίου 2017, σχετικά με τις τεχνικές ρυθμίσεις για την ανάπτυξη, τη συντήρηση και τη χρησιμοποίηση των ηλεκτρονικών συστημάτων με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών και την αποθήκευση αυτών των πληροφοριών στο πλαίσιο του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα ( ΕΕ L 297 της 15.11.2017 )

32

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ

12.4.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 94/1


ΚΑΤ' ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2018/561 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 29ης Ιανουαρίου 2018

για την τροποποίηση του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2016/127 όσον αφορά τις απαιτήσεις πρωτεΐνης στα παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 609/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 2013, τα τρόφιμα τα οποία προορίζονται για βρέφη και μικρά παιδιά και για τα τρόφιμα που προορίζονται για ειδικούς ιατρικούς σκοπούς, και ως υποκατάστατα του συνόλου του διαιτολογίου για τον έλεγχο του σωματικού βάρους και για την κατάργηση της οδηγίας 92/52/ΕΟΚ του Συμβουλίου, των οδηγιών της Επιτροπής 96/8/ΕΚ, 1999/21/ΕΚ, 2006/125/ΕΚ και 2006/141/ΕΚ, της οδηγίας 2009/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των κανονισμών της Επιτροπής (ΕΚ) αριθ. 41/2009 και (ΕΚ) αριθ. 953/2009 (1), και ιδίως το άρθρο 11 παράγραφος 2,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2016/127 της Επιτροπής (2) θεσπίζει, μεταξύ άλλων, κανόνες σύνθεσης και επισήμανσης των παρασκευασμάτων για βρέφη και των παρασκευασμάτων δεύτερης βρεφικής ηλικίας.

(2)

Ο κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2016/127 προβλέπει, ειδικότερα, για τα παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας που παρασκευάζονται από πρωτεΐνες αγελαδινού ή κατσικίσιου γάλακτος που περιέχει τουλάχιστον 1,8 g πρωτεΐνης/100 kcal (0,43 g/100kJ).

(3)

Η Επιτροπή έλαβε αίτηση από έναν υπεύθυνο επιχείρησης τροφίμων για τη διάθεση στην αγορά παρασκευασμάτων δεύτερης βρεφικής ηλικίας με βάση αυτούσιες πρωτεΐνες από αγελαδινό γάλα με περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη τουλάχιστον 1,61 g/100 kcal, κάτω από τα επιτρεπτά όρια της οδηγίας 2006/141/ΕΚ της Επιτροπής (3) και τον κατ' εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2016/127.

(4)

Κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων εξέδωσε επιστημονική γνώμη στις 5 Απριλίου 2017 σχετικά με την ασφάλεια και την καταλληλότητα για χρήση από βρέφη παρασκευασμάτων δεύτερης βρεφικής ηλικίας με περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη τουλάχιστον 1,6 g/100 kcal (4). Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η χρήση των παρασκευασμάτων δεύτερης βρεφικής ηλικίας με βάση αυτούσιες πρωτεΐνες από αγελαδινό γάλα ή κατσικίσιο γάλα, με περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη 1,6 g/100 kcal (0,38 g/100 kJ) που πάντως συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις των σχετικών κανόνων της Ένωσης, είναι ασφαλής και κατάλληλη για υγιή βρέφη που ζουν στην Ευρώπη με πρόσληψη συμπληρωματικών τροφίμων επαρκούς ποιότητας. Με βάση την εν λόγω γνώμη, και προκειμένου να προωθηθεί η ανάπτυξη καινοτόμων προϊόντων, η ελάχιστη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνες που απαιτούνται σύμφωνα με τον κατ' εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕΕ) 2016/127 για τα παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας με βάση αγελαδινό ή κατσικίσιο γάλα πρέπει να μειωθεί σε 1,6 g/100 kcal.

(5)

Το παράρτημα II του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2016/127 θα πρέπει, συνεπώς, να τροποποιηθεί αναλόγως.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Το παράρτημα II του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2016/127 τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 29 Ιανουαρίου 2018.

Για την Επιτροπή

Ο Πρόεδρος

Jean-Claude JUNCKER


(1)   ΕΕ L 181 της 29.6.2013, σ. 35.

(2)  Κατ' εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2016/127, της 25ης Σεπτεμβρίου 2015, για τη συμπλήρωση του κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 609/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τις ειδικές απαιτήσεις ως προς τη σύνθεση και τις πληροφορίες για τα παρασκευάσματα για βρέφη και τα παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας, καθώς και όσον αφορά τις απαιτήσεις πληροφόρησης σχετικά με τη διατροφή των βρεφών και των μικρών παιδιών (ΕΕ L 25 της 2.2.2016, σ. 1).

(3)  Οδηγία 2006/141/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τα παρασκευάσματα για βρέφη και τα παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας και την τροποποίηση της οδηγίας 1999/21/ΕΚ (ΕΕ L 401 της 30.12.2006, σ. 1).

(4)  EFSA Journal 2017;15(5):4781.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Ο πίνακας στο σημείο 2.1 (Παρασκευάσματα δεύτερης βρεφικής ηλικίας που παρασκευάζονται από πρωτεΐνες αγελαδινού ή κατσικίσιου γάλακτος) του παραρτήματος II του κατ' εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2016/127 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

Ελάχιστο

Μέγιστο

0,38 g/100 kJ

(1,6 g/100 kcal)

0,6 g/100 kJ

(2,5 g/100 kcal)


12.4.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 94/4


ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2018/562 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 9ης Απριλίου 2018

για την τροποποίηση του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1354/2011 της Επιτροπής σχετικά με το άνοιγμα ετήσιων ενωσιακών δασμολογικών ποσοστώσεων για αιγοπρόβατα και αιγοπρόβειο κρέας

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 922/72, (ΕΟΚ) αριθ. 234/79, (ΕΚ) αριθ. 1037/2001 και (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου (1), και ιδίως το άρθρο 187 στοιχεία α) και β),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1354/2011 της Επιτροπής (2) προβλέπει το άνοιγμα ετήσιων ενωσιακών δασμολογικών ποσοστώσεων εισαγωγής για αιγοπρόβατα και αιγοπρόβειο κρέας, συμπεριλαμβανομένων όσων είναι καταγωγής Ισλανδίας.

(2)

Το άρθρο 4 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1354/2011 προβλέπει ότι η διαχείριση των δασμολογικών ποσοστώσεων που ανοίγονται δυνάμει του εν λόγω κανονισμού πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 308α, το άρθρο 308β και το άρθρο 308γ παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 της Επιτροπής (3). Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 αντικαταστάθηκε από τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής (4) και καταργήθηκε με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2016/481 της Επιτροπής (5) από την 1η Μαΐου 2016. Επομένως, οι παραπομπές στον κανονισμό (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 θα πρέπει να επικαιροποιηθούν.

(3)

Επιπλέον, το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο β) του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1354/2011 προβλέπει την υποβολή απόδειξης καταγωγής, στην περίπτωση δασμολογικών ποσοστώσεων πέραν εκείνων που αποτελούν μέρος προτιμησιακής δασμολογικής συμφωνίας, υπό μορφήν πιστοποιητικού καταγωγής σύμφωνα με το άρθρο 47 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93. Φαίνεται ότι δεν απαιτείται πλέον πιστοποιητικό καταγωγής, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6), οι τελωνειακές αρχές μπορούν να ζητήσουν από τον διασαφιστή να αποδείξει την καταγωγή των εμπορευμάτων με μέσα άλλα από το επίσημο πιστοποιητικό καταγωγής. Ωστόσο, το πιστοποιητικό καταγωγής που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 47 του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 περιείχε επίσης πληροφορίες που εξακολουθούν να είναι απαραίτητες για τη διαφοροποίηση των προϊόντων για τον υπολογισμό του ισοδύναμου βάρους σφαγίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1354/2011. Συνεπώς, θα πρέπει να απαιτείται ένα νέο έγγραφο το οποίο να περιέχει τις εν λόγω πληροφορίες.

(4)

Στις 23 Μαρτίου 2017, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ισλανδία υπέγραψαν συμφωνία υπό μορφήν ανταλλαγής επιστολών (εφεξής «η συμφωνία») σχετικά με τη χορήγηση συμπληρωματικών εμπορικών προτιμήσεων για γεωργικά προϊόντα. Η εξουσιοδότηση για την υπογραφή της συμφωνίας εξ ονόματος της Ένωσης δόθηκε με την απόφαση (ΕΕ) 2016/2087 του Συμβουλίου (7) και για τη σύναψή της με την απόφαση (ΕΕ) 2017/1913 του Συμβουλίου (8).

(5)

Σύμφωνα με το παράρτημα V της συμφωνίας, η Ένωση θα πρέπει να προσθέσει συνολική ποσότητα 1 200 τόνων στην υφιστάμενη αδασμολόγητη ποσόστωση για την Ισλανδία για το αιγοπρόβειο κρέας που εμπίπτει στους δασμολογικούς κωδικούς 0204 και 0210, και να ανοίξει νέα ετήσια ενωσιακή αδασμολόγητη ποσόστωση 300 τόνων για το μεταποιημένο πρόβειο κρέας που εμπίπτει στον κωδικό 1602 90. Η πρόσθετη ποσότητα 1 200 τόνων και η νέα ποσότητα 300 τόνων πρέπει να επιτευχθούν όπως καθορίζεται στον πίνακα που περιλαμβάνεται στο παράρτημα V της συμφωνίας.

(6)

Οι ποσότητες των προϊόντων που πρόκειται να εισαχθούν στο πλαίσιο των δασμολογικών ποσοστώσεων που ανοίχθηκαν με τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1354/2011 εκφράζονται σε ισοδύναμο βάρους σφαγίου που υπολογίζεται βάσει των συντελεστών που ορίζονται στο άρθρο 3 του εν λόγω κανονισμού. Θα πρέπει να καθοριστεί συντελεστής για τη μετατροπή σε ισοδύναμο βάρους σφαγίου όσον αφορά τη νέα ποσόστωση για το μεταποιημένο πρόβειο κρέας.

(7)

Είναι, συνεπώς, αναγκαίο να τροποποιηθεί αναλόγως ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1354/2011.

(8)

Η συμφωνία προβλέπει την έναρξη ισχύος της από την 1η Μαΐου 2018. Για το έτος 2018, οι πρόσθετες ποσότητες αιγοπρόβειου κρέατος και οι ποσότητες της νέας ποσόστωσης για το μεταποιημένο πρόβειο κρέας που θα διατεθούν βάσει της συμφωνίας θα πρέπει να υπολογιστούν κατ' αναλογία, λαμβανομένης υπόψη της ημερομηνίας έναρξης ισχύος της συμφωνίας.

(9)

Προκειμένου να διευκολυνθεί η ομαλή εφαρμογή των νέων διατάξεων του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1354/2011, όλα τα μέτρα που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να τεθούν σε εφαρμογή την ίδια ημερομηνία, η οποία θα πρέπει να είναι η ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας.

(10)

Τα μέτρα που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής για την κοινή οργάνωση των γεωργικών αγορών,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

Άρθρο 1

Ο εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1354/2011 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 3 παράγραφος 2 προστίθεται το ακόλουθο στοιχείο ε):

«ε)

για το μεταποιημένο πρόβειο κρέας: 1,00.»

2)

Το άρθρο 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 4

Κατά παρέκκλιση από τον τίτλο II στοιχεία Α και Β του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1439/95, η διαχείριση των δασμολογικών ποσοστώσεων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό πραγματοποιείται σύμφωνα με τα άρθρα 49 έως 54 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής (*1). Δεν απαιτούνται πιστοποιητικά εισαγωγής.

(*1)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 2015, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 343 της 29.12.2015, σ. 558).» "

3)

Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο 4α:

«Άρθρο 4 a

1.   Η καταγωγή προϊόντων υποκείμενων σε δασμολογική ποσόστωση πέραν εκείνων που απορρέουν από προτιμησιακές δασμολογικές συμφωνίες προσδιορίζεται σύμφωνα με τις ισχύουσες στην Ένωση διατάξεις.

2.   Η καταγωγή προϊόντων υποκείμενων σε δασμολογική ποσόστωση που αποτελεί μέρος προτιμησιακής δασμολογικής συμφωνίας προσδιορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ορίζονται στην οικεία συμφωνία.»

4)

Το άρθρο 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«Άρθρο 5

1.   Για την υπαγωγή στις δασμολογικές ποσοστώσεις που παρατίθενται στο παράρτημα, υποβάλλονται στις τελωνειακές αρχές της Ένωσης, αφενός, έγκυρη απόδειξη καταγωγής και, αφετέρου, τελωνειακή διασάφηση για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

2.   Στην περίπτωση δασμολογικής ποσόστωσης που αποτελεί μέρος μιας προτιμησιακής δασμολογικής συμφωνίας, η απόδειξη καταγωγής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 είναι η απόδειξη καταγωγής που ορίζεται στην οικεία συμφωνία.

Στην περίπτωση δασμολογικών ποσοστώσεων πέραν εκείνων που απορρέουν από προτιμησιακές δασμολογικές συμφωνίες, εφαρμόζεται το άρθρο 61 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*2).

Σε περίπτωση συγχώνευσης δασμολογικών ποσοστώσεων καταγωγής από την ίδια τρίτη χώρα οι οποίες εμπίπτουν στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο, υποβάλλονται στις τελωνειακές αρχές της Ένωσης, αφενός, η απόδειξη καταγωγής που ορίζεται στην οικεία συμφωνία και, αφετέρου, η τελωνειακή διασάφηση για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

3.   Στην περίπτωση δασμολογικών ποσοστώσεων πέραν εκείνων που απορρέουν από προτιμησιακές δασμολογικές συμφωνίες, υποβάλλονται στις τελωνειακές αρχές της Ένωσης, αφενός, η τελωνειακή διασάφηση για θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων και, αφετέρου, έγγραφο που έχει εκδώσει η αρμόδια αρχή ή ο οργανισμός της τρίτης χώρας προέλευσης. Το έγγραφο αυτό αναφέρει τα ακόλουθα:

α)

το όνομα του αποστολέα·

β)

το είδος και τον κωδικό ΣΟ του προϊόντος·

γ)

τον αριθμό, τη φύση, τα σήματα και τους αριθμούς των δεμάτων·

δ)

τον αύξοντα ή τους αύξοντες αριθμούς της σχετικής δασμολογικής ποσόστωσης·

ε)

το συνολικό καθαρό βάρος αναλυόμενο ανά κατηγορία συντελεστή, όπως προβλέπεται στο άρθρο 3 παράγραφος 2 του παρόντος κανονισμού.

(*2)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 269 της 10.10.2013, σ. 1).» "

5)

Το παράρτημα αντικαθίσταται από το κείμενο του παραρτήματος του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 2

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την τρίτη ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από την 1η Μαΐου 2018.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Βρυξέλλες, 9 Απριλίου 2018.

Για την Επιτροπή

Phil HOGAN

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 671.

(2)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1354/2011 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με το άνοιγμα ετήσιων ενωσιακών δασμολογικών ποσοστώσεων για αιγοπρόβατα και αιγοπρόβειο κρέας (ΕΕ L 338 της 21.12.2011, σ. 36).

(3)  Κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 253 της 11.10.1993, σ. 1).

(4)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2015/2447 της Επιτροπής, της 24ης Νοεμβρίου 2015, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 343 της 29.12.2015, σ. 558).

(5)  Εκτελεστικός κανονισμός (ΕΕ) 2016/481 της Επιτροπής, της 1ης Απριλίου 2016, για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2454/93 της Επιτροπής για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 2913/92 του Συμβουλίου περί θεσπίσεως του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 87 της 2.4.2016, σ. 24).

(6)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 952/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2013, για τη θέσπιση του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 269 της 10.10.2013, σ. 1).

(7)  Απόφαση (ΕΕ) 2016/2087 του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2016, για την υπογραφή, εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμφωνίας υπό μορφήν ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ισλανδίας σχετικά με τη χορήγηση συμπληρωματικών εμπορικών προτιμήσεων για γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 324 της 30.11.2016, σ. 1).

(8)  Απόφαση (ΕΕ) 2017/1913 του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 2017, για τη σύναψη της συμφωνίας υπό μορφήν ανταλλαγής επιστολών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ισλανδίας σχετικά με τη χορήγηση συμπληρωματικών εμπορικών προτιμήσεων για γεωργικά προϊόντα (ΕΕ L 274 της 24.10.2017, σ. 57).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

«ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΑΙΓΟΠΡΟΒΕΙΟ ΚΡΕΑΣ [σε τόνους (t) ισοδύναμου βάρους σφαγίου] ΕΝΩΣΙΑΚΕΣ ΔΑΣΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΟΣΟΣΤΩΣΕΙΣ

Κωδικοί ΣΟ

Δασμός κατ' αξίαν

%

Ειδικός δασμός

EUR/100 kg

Αύξων αριθμός κατά σειρά προτεραιότητας

Καταγωγή

Ετήσια ποσότητα σε τόνους ισοδύναμου βάρους σφαγίου

Ζώντα ζώα

(συντελεστής = 0,47)

Κρέας αμνών χωρίς κόκαλα (1)

(συντελεστής = 1,67)

Πρόβειο κρέας χωρίς κόκαλα (2)

(συντελεστής = 1,81)

Κρέας με κόκαλα και σφάγια

(συντελεστής = 1,00)

Μεταποιημένο πρόβειο κρέας

(συντελεστής = 1,00)

0204

Μηδέν

Μηδέν

09.2101

09.2102

09.2011

Αργεντινή

23 000

09.2105

09.2106

09.2012

Αυστραλία

19 186

09.2109

09.2110

09.2013

Νέα Ζηλανδία

228 254

09.2111

09.2112

09.2014

Ουρουγουάη

5 800

09.2115

09.2116

09.1922

Χιλή (3)

8 000

09.2121

09.2122

09.0781

Νορβηγία

300

09.2125

09.2126

09.0693

Γροιλανδία

100

09.2129

09.2130

09.0690

Φερόες Νήσοι

20

09.2131

09.2132

09.0227

Τουρκία

200

09.2171

09.2175

09.2015

Λοιπές χώρες (4)

200

09.2178

09.2179

09.2016

Erga omnes  (5)

200

0204 ,

0210 99 21 ,

0210 99 29 ,

ex 0210 99 85

Μηδέν

Μηδέν

09.2119

09.2120

09.0790

Ισλανδία

Έτος 2018

2 117

Έτος 2019

2 783

Από το 2020 και εφεξής

3 050

0104 10 30

0104 10 80

0104 20 90

10 %

Μηδέν

09.2181

09.2019

Erga omnes  (5)

92

ex 1602 90 10

1602 90 91

Μηδέν

Μηδέν

09.2118

Ισλανδία

Από την 1η Μαΐου 2018

67

Έτος 2019

233

Από το 2020 και εφεξής

300

»

(1)  Και κρέας εριφίου.

(2)  Και αίγειο κρέας πλην εριφίου.

(3)  Η δασμολογική ποσόστωση για τη Χιλή αυξάνεται κατά 200 τόνους ανά έτος.

(4)  Ως «Λοιπές χώρες» νοούνται όλα τα μέλη του ΠΟΕ, εκτός από την Αργεντινή, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία, την Ουρουγουάη, τη Χιλή, τη Γροιλανδία και την Ισλανδία.

(5)  Η μνεία « Erga omnes » αναφέρεται σε όλες τις χώρες καταγωγής, συμπεριλαμβανομένων των χωρών που αναφέρονται στον παρόντα πίνακα.


ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

12.4.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 94/9


ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΕ) 2018/563 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 20ής Νοεμβρίου 2017

σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις SA.34308 (2013/C) (πρώην 2013/NN) τις οποίες χορήγησε η Ελληνική Δημοκρατία στην επιχείρηση Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα ΑΕ (ΕΑΣ)

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2017) 7361]

(Το κείμενο στην αγγλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 108 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,

Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις (1),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Στο πλαίσιο του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής της, η Ελλάδα ανέλαβε ένα πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων (2). Η κρατική επιχείρηση Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα ΑΕ («ΕΑΣ») συμπεριλήφθηκε αρχικά στο πρόγραμμα αυτό με σκοπό την ιδιωτικοποίησή της.

(2)

Τον Ιανουάριο του 2012, το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου («ΤΑΙΠΕΔ») (3) ενημέρωσε την Επιτροπή σχετικά με την προτεινόμενη ιδιωτικοποίηση της ΕΑΣ. Προκειμένου να εξακριβώσει κατά πόσον θα μπορούσαν να προκύψουν τυχόν ζητήματα κρατικών ενισχύσεων στο εν λόγω πλαίσιο, η Επιτροπή κίνησε αυτεπαγγέλτως τη διαδικασία για την παρούσα υπόθεση και άρχισε προκαταρκτική εξέταση την 1η Φεβρουαρίου 2012.

(3)

Η εξέταση έδειξε ότι η ΕΑΣ θα μπορούσε να είχε επωφεληθεί από κρατικά μέτρα στο παρελθόν. Η Επιτροπή ζήτησε πληροφορίες με επιστολές της 16ης Φεβρουαρίου 2012, της 4ης Απριλίου 2012, με e-mail της 10ης Απριλίου 2012 και με επιστολές της 4ης Μαΐου 2012, της 4ης Ιουλίου 2012 και της 24ης Ιουλίου 2012. Οι ελληνικές αρχές απάντησαν στις 9 Μαρτίου 2012, στις 18 Ιουλίου 2012 και στις 20 Αυγούστου 2012. Συναντήσεις μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και εκπροσώπων των ελληνικών αρχών και του ΤΑΙΠΕΔ πραγματοποιήθηκαν στις 26 Μαρτίου 2012, στις 30 Απριλίου 2012 και στις 11 Σεπτεμβρίου 2012.

(4)

Με επιστολή της 6ης Μαρτίου 2013 («η απόφαση της 6ης Μαρτίου 2013»), η Επιτροπή ενημέρωσε την Ελλάδα ότι αποφάσισε να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 108 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ») σχετικά με ορισμένα μέτρα ενίσχυσης που περιγράφονται στο τμήμα 2.2 («η επίσημη διαδικασία έρευνας»).

(5)

Η απόφαση της Επιτροπής της 6ης Μαρτίου 2013 για την κίνηση της διαδικασίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (4). Η Επιτροπή κάλεσε τις ελληνικές αρχές και τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα μέτρα ενίσχυσης.

(6)

Η Επιτροπή έλαβε τις παρατηρήσεις των ελληνικών αρχών την 1η Ιουλίου 2013. Η Επιτροπή δεν έλαβε παρατηρήσεις από ενδιαφερόμενα μέρη.

(7)

Η Επιτροπή ζήτησε από την Ελλάδα πρόσθετες πληροφορίες με επιστολές της 23ης Ιουλίου 2013, της 21ης Αυγούστου 2014, της 11ης Νοεμβρίου 2014, της 28ης Ιανουαρίου 2016, της 27ης Μαΐου 2016 και της 8ης Ιουνίου 2017. Οι ελληνικές αρχές απάντησαν στις 7 Αυγούστου 2013, στις 22 Σεπτεμβρίου 2014, στις 16 Δεκεμβρίου 2014, στις 25 Φεβρουαρίου 2016, στις 24 Ιουνίου 2016, στις 17 Νοεμβρίου 2016 και στις 3 Ιουλίου 2017. Κατά την περίοδο από τον Αύγουστο του 2013 έως τον Αύγουστο του 2014, οι ελληνικές αρχές παρείχαν επίσης, σε αρκετές περιπτώσεις, πρόσθετες πληροφορίες όσον αφορά, ιδίως, τον διαχωρισμό των δραστηριοτήτων της ΕΑΣ σε στρατιωτικές και μη στρατιωτικές. Τον Σεπτέμβριο του 2013, πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα διάφορες συναντήσεις μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και εκπροσώπων των ελληνικών αρχών. Επιπλέον, στις 17 Μαρτίου 2016 πραγματοποιήθηκε τηλεφωνική διάσκεψη μεταξύ των υπηρεσιών της Επιτροπής και των ελληνικών αρχών.

(8)

Με επιστολή της 30ής Μαρτίου 2017, οι ελληνικές αρχές δέχθηκαν η παρούσα απόφαση να εκδοθεί και να κοινοποιηθεί μόνο στην αγγλική γλώσσα.

2.   ΛΕΠΤΟΜΕΡΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

2.1.   Ο δικαιούχος

2.1.1.   Παρουσίαση της ΕΑΣ

(9)

Η ΕΑΣ ήταν εταιρεία που δραστηριοποιούνταν στην παραγωγή προϊόντων του τομέα άμυνας και προϊόντων για μη στρατιωτικούς σκοπούς. Ανήκε κατά 99,8 % στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά 0,18 % στην Τράπεζα Πειραιώς (ιδιωτικό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα) και κατά 0,02 % σε ιδιώτες. Η ΕΑΣ ιδρύθηκε το 2004, με συγχώνευση της εταιρείας «Ελληνικό Πυριτιδοποιείο και Καλυκοποιείο ΑΕ» («ΠΥΡΚΑΛ») με την «Ελληνική Βιομηχανία Όπλων ΑΕ» («ΕΒΟ»). Στις 31 Ιουλίου 2011, η ΕΑΣ απασχολούσε περίπου 1 000 εργαζόμενους και, ως εκ τούτου, θεωρούνταν μεγάλη επιχείρηση (5). Σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές, η κατανομή της παραγωγής της, εκφραζόμενη σε μέσο ποσοστό του κύκλου εργασιών για την περίοδο 2004-2011, ήταν η ακόλουθη:

α)

Στρατιωτική παραγωγή (6): 94,34 %·

β)

Μη στρατιωτική παραγωγή (7): 5,66 %.

(10)

Η ΕΑΣ είχε πέντε βιομηχανικές εγκαταστάσεις σε διάφορα μέρη της Ελλάδας: […] (*1) Η μη στρατιωτική παραγωγή λάμβανε χώρα σε εργοστάσιο στις βιομηχανικές εγκαταστάσεις του Λαυρίου και σε μια γραμμή παραγωγής στις εγκαταστάσεις του Υμηττού.

(11)

Η ΕΑΣ κατείχε το 100 % των δύο κύριων θυγατρικών της, της Ηλεκτρομηχανικής Κύμης ΕΠΕ (παραγωγή προϊόντων διττής χρήσης (8)) και της Μεταλλουργικής Βιομηχανίας Ηπείρου ΑΕ (παραγωγή προϊόντων μη στρατιωτικής χρήσης (9)), και διέθετε επίσης εννέα μικρότερες θυγατρικές.

(12)

Στην παρούσα απόφαση, η Επιτροπή θα αναφέρεται στην ΕΑΣ σε επίπεδο ομίλου.

2.1.2.   Χρηματοοικονομικά αποτελέσματα της ΕΑΣ

(13)

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τις ελληνικές αρχές, τα βασικά χρηματοοικονομικά δεδομένα της ΕΑΣ κατά τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτεται από τα υπό εξέταση μέτρα στην απόφαση της 6ης Μαρτίου 2013, δηλαδή 2004-2011, προσδιορίζονται στον πίνακα 1.

Πίνακας 1

Βασικά χρηματοοικονομικά δεδομένα της ΕΑΣ 2004-2011 (σε εκατ. ευρώ) σε επίπεδο ομίλου

 

2004

2005

2006

2007

2008

2009

2010

2011

Κύκλος εργασιών

97,3

91,4

94,7

63,8

62,1

53,9

31,3

39,2

Κέρδη προ φόρων (ΚΠΦ)

– 132,1

– 94,7

– 110,5

– 118,9

– 146,9

– 173

– 138,7

10,9

Εγγεγραμμένο κεφάλαιο

400,3

461,4

489,0

493,0

493,0

493,0

493,0

651,2

Ίδια κεφάλαια

41,2

7,7

– 75,3

– 282,7

– 418,7

– 594,0

– 676,3

– 537,7

Ζημίες προηγούμενων ετών

215,96

348,06

442,7

553,2

672,1

819,0

992,0

1 130,7

Πηγή: Επιστολή των ελληνικών αρχών της 3ης Ιουλίου 2017

2.2.   Περιγραφή των μέτρων

(14)

Με την απόφαση της 6ης Μαρτίου 2013, η Επιτροπή ενημέρωσε την Ελλάδα ότι αποφάσισε να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας σε σχέση με τα ακόλουθα τρία μέτρα.

2.2.1.   Μέτρο 1: Κρατικές εγγυήσεις

(15)

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τις ελληνικές αρχές, από το 2004 έως το 2011 το Δημόσιο εγγυήθηκε έντεκα δάνεια προς την ΕΑΣ από διάφορες τράπεζες που εδρεύουν στην Ελλάδα με διάφορα επιτόκια έναντι προμήθειας εγγύησης («τέλους») ύψους 1 %, η οποία έπρεπε να καταβληθεί στην Ελλάδα μαζί με την εξόφληση των δόσεων των δανείων προς τις τράπεζες. Οι ελληνικές αρχές εξήγησαν ότι δεν ζήτησαν τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων ως ασφάλεια για τα εν λόγω δάνεια. Το συνολικό ποσό των δανείων φαίνεται να ανέρχεται σε 942,05 εκατ. ευρώ. Από το ποσό αυτό, η ΕΑΣ έχει αθετήσει υποχρεώσεις πληρωμής άνω των 246 εκατ. ευρώ συνολικά, με επακόλουθη ενεργοποίηση της αντίστοιχης κρατικής εγγύησης. Καμία από τις εν λόγω κρατικές εγγυήσεις δεν είχε κοινοποιηθεί στην Επιτροπή για αξιολόγηση βάσει των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων.

(16)

Στις επιστολές τους της 9ης Μαρτίου 2012 και της 3ης Ιουλίου 2017, οι ελληνικές αρχές παρείχαν κατάλογο των κρατικών εγγυήσεων και των αθετημένων πληρωμών, όπως εμφαίνεται στους πίνακες 2 και 3:

Πίνακας 2

Ελληνικές κρατικές εγγυήσεις για δάνεια προς την ΕΑΣ

Δάνεια με κρατική εγγύηση

Ειδοποίηση

Τράπεζα

Τύπος δανείου

Ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου

Ημερομηνία χορήγησης της εγγύησης

Προμήθεια (%)

Συνολικό ποσό

Διάρκεια

Επιτόκιο

Ποσά σε EUR

 

 

 

 

 

 

 

1

Εθνική Τράπεζα

Ομολογιακό δάνειο

2009

23.7.2009

(ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 1554/28-9-2009)

1

195 000 000

5 έτη

2,6055 % + 1,85 %

2

Εθνική Τράπεζα

Δάνειο

2005

17.3.2005

(ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 387/24-3-2005)

1

30 000 000

10 έτη

3,54 % + 0,14 %

3

Alpha bank

Ομολογιακό δάνειο

2006

18.4.2006

(ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 550/3-5-2006)

1

164 000 000

12 έτη

4,019 % + 0,12 %

4

Εθνική Τράπεζα

Δάνειο

2004

3.3.2004

(ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 494/5-3-2004)

1

10 000 000

10 έτη

EUR 6M + 0,135 %

5

Εθνική Τράπεζα

Ομολογιακό δάνειο

2008

21.4.2008

(ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 788/6-5-2007)

1

213 000 000

15 έτη

4,63 % + 0,29 %

6

Εμπορική Τράπεζα

Ομολογιακό δάνειο

2007

25.4.2007

(ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 720/8-5-2007)

1

175 000 000

20 έτη

4,605 % + 0,06 %

7

Εθνική Τράπεζα

Δάνειο

2004

15.12.2004

(ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 1886/20-12-2004)

1

15 050 000

10 έτη

3,36 % + 0,14 %

8

Εθνική Τράπεζα

Δάνειο

2004

21.6.2004

(ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 963/28-6-2004)

1

40 000 000

10 έτη

EUR 6M + 0,135 %

9

Alpha bank

Δάνειο

2005

28.6.2005

(ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 911/4-7-2005)

1

60 000 000

10 έτη

2,974 % + 0,09 %

10

Εθνική Τράπεζα, Alpha bank, EFG Eurobank

Ομολογιακό δάνειο

2011

29.7.2011

(ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 1823/12-8-2011)

1

30 000 000

2 έτη

9,70 %

11

Tbank

Ομολογιακό δάνειο

2011

4.11.2011

(ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ 2495/4-11-2011)

1

10 000 000

2 έτη

12 %

Σύνολο

 

 

 

 

 

942 050 000

 

 

Πηγή: Επιστολές των ελληνικών αρχών της 9ης Μαρτίου 2012 και της 3ης Ιουλίου 2017

Πίνακας 3

Πληρωμές από το ελληνικό κράτος για αθέτηση πληρωμής εγγυημένων δανείων από την ΕΑΣ

Ημερομηνία αθέτησης πληρωμής

Πληρωμή (ποσά σε ευρώ)

2004

[…]

Σύνολο

583 288,89

2005

[…]

Σύνολο

3 449 021,79

2006

[…]

Σύνολο

4 703 698,18

2007

[…]

Σύνολο

15 307 189,45


Ημερομηνία αθέτησης πληρωμής

Πληρωμή (ποσά σε ευρώ)

2008

[…]

Σύνολο

10 953 074,99

2009

[…]

Σύνολο

31 578 868,23

2010

[…]

Σύνολο

89 679 233,21

2011

[…]

Σύνολο

90 305 615,31

Πηγή: Επιστολή των ελληνικών αρχών της 9ης Μαρτίου 2012.

2.2.2.   Μέτρο 2: Επιχορήγηση του 2003

(17)

Σύμφωνα με τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν από τις ελληνικές αρχές, το κράτος παρείχε επιχορήγηση ύψους 10 εκατ. ευρώ στην ΕΑΣ το 2003 για την υλοποίηση επενδυτικού σχεδίου […] αποκλειστικά για στρατιωτική παραγωγή. Η εν λόγω επιχορήγηση δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή για αξιολόγηση βάσει των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων.

2.2.3.   Μέτρο 3: Αυξήσεις κεφαλαίου του 2011

(18)

Σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις της ΕΑΣ του Δεκεμβρίου του 2011, το μετοχικό της κεφάλαιο αυξήθηκε κατά 158,2 εκατ. ευρώ στη διάρκεια του 2011.

(19)

Ειδικότερα, σύμφωνα με την εξαμηνιαία έκθεση της ΕΑΣ του Ιουνίου του 2011, κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του 2011 πραγματοποιήθηκαν δύο αυξήσεις κεφαλαίου, ύψους 50,6 εκατ. ευρώ (Μάρτιος του 2011) και 62,5 εκατ. ευρώ (Μάιος του 2011). Δεδομένης της συνολικής αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου κατά 158,2 εκατ. ευρώ κατά τη διάρκεια του 2011, φαίνεται πως κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2011 πραγματοποιήθηκε και τρίτη αύξηση κεφαλαίου ύψους 45,1 εκατ. ευρώ. Μόνο το Δημόσιο, ως βασικός μέτοχος, συνεισέφερε σε αυτές τις αυξήσεις κεφαλαίου.

2.3.   Λόγοι που οδήγησαν στην κίνηση της διαδικασίας

(20)

Στην απόφαση της 6ης Μαρτίου 2013, η Επιτροπή κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι τα τρία μη κοινοποιηθέντα μέτρα καταλογίζονται στην Ελλάδα, χορηγήθηκαν μέσω κρατικών πόρων και ήταν επιλεκτικά. Επιπλέον, μπορούσαν δυνητικά να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό και να επηρεάσουν τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι η ΕΑΣ ήταν προβληματική επιχείρηση κατά την έννοια των κατευθυντήριων γραμμών διάσωσης και αναδιάρθρωσης του 2004 (10) τη στιγμή που χορηγήθηκαν τα προαναφερθέντα μέτρα. Η Επιτροπή έχει αμφιβολίες για το κατά πόσον ένας ιδιώτης επενδυτής στην οικονομία της αγοράς θα χορηγούσε την εν λόγω χρηματοδότηση (εγγυήσεις, επιχορήγηση και αυξήσεις κεφαλαίου) στην ΕΑΣ. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι τα τρία μέτρα παρείχαν πλεονέκτημα στην ΕΑΣ.

(21)

Επιπλέον, η Επιτροπή επισήμανε ότι, ενώ η ΕΑΣ παρήγαγε κυρίως στρατιωτικά προϊόντα για τον ελληνικό στρατό, η Ελλάδα δεν τεκμηρίωσε ποτέ ούτε επικαλέστηκε επισήμως την εφαρμογή του άρθρου 346 παράγραφος 1 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης της υπόθεσης και ότι, ως εκ τούτου, το εν λόγω άρθρο δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη στην αξιολόγησή της σε εκείνο το στάδιο.

(22)

Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε στο προκαταρκτικό συμπέρασμα ότι τα τρία μέτρα συνιστούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Επιπλέον, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το συμβιβάσιμο των εν λόγω ενισχύσεων με την εσωτερική αγορά και ειδικότερα με τις κατευθυντήριες γραμμές διάσωσης και αναδιάρθρωσης του 2004, που ήταν και παραμένουν το σχετικό νομικό πλαίσιο για την αξιολόγηση των κρατικών ενισχύσεων προς προβληματικές επιχειρήσεις οι οποίες χορηγήθηκαν μεταξύ του 2004 και του 2011.

3.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

3.1.   Διάκριση μεταξύ στρατιωτικής και μη στρατιωτικής παραγωγής – Ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας της Ελλάδας

(23)

Στις παρατηρήσεις τους στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας έρευνας, οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι τα τρία μέτρα είχαν απλώς ως στόχο τη στήριξη της στρατιωτικής παραγωγής της ΕΑΣ και ήταν, στο σύνολό τους, αναγκαία για την προστασία των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας της Ελλάδας.

(24)

Οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν ανάλυση των συνολικών εσόδων της εταιρείας για την περίοδο 2004-2011, η οποία έδειξε ότι από τα συνολικά έσοδα ύψους 482,4 εκατ. ευρώ, το 91,23 % προήλθε από συμβάσεις για στρατιωτικά προϊόντα που πωλήθηκαν στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις ή σχετίζονταν με υποχρεώσεις των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και της εθνικής άμυνας και ασφάλειας, το 3,11 % προήλθε από συμβάσεις για την εξαγωγή στρατιωτικών προϊόντων (μεταξύ άλλων στην Κύπρο) και το 5,66 % προήλθε από την πώληση μη στρατιωτικών προϊόντων.

(25)

Όσον αφορά τη μη στρατιωτική παραγωγή της ΕΑΣ, οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι έλαβε χώρα σε γραμμές παραγωγής που ήταν φυσικά και οργανωτικά διακριτές από τη στρατιωτική παραγωγή ([…]) και ότι η ΕΑΣ τηρούσε χωριστούς λογαριασμούς για τις δαπάνες και τα έσοδα της στρατιωτικής και της μη στρατιωτικής παραγωγής.

(26)

Όσον αφορά τη στρατιωτική παραγωγή, οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τις απαιτήσεις και τον εφοδιασμό των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και ότι αφορούσε κατ' αποκλειστικότητα προϊόντα που περιλαμβάνονται στον κατάλογο όπλων, πυρομαχικών και πολεμικού υλικού ο οποίος καταρτίστηκε από το Συμβούλιο το 1958 («ο κατάλογος του Συμβουλίου του 1958») (11). Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα παρείχε συνοπτική παρουσίαση όλων των συμβάσεων και πωλήσεων της στρατιωτικής παραγωγής της ΕΑΣ από το 2003, που συνίσταντο σε πυρομαχικά, όπως ελαφρά πυρομαχικά, χειροβομβίδες, πυρομαχικά αρμάτων μάχης, οπλικά συστήματα, όπλα πεζικού μεταξύ των οποίων πιστόλια, όπλα, όλμοι και αεροδιαστημικά προϊόντα, συμπεριλαμβανομένων δεξαμενών καυσίμων και εξωτερικών πυλώνων αεροσκαφών. Επιπλέον, οι ελληνικές αρχές εξήγησαν ότι η στρατιωτική παραγωγή της ΕΑΣ λάμβανε χώρα αποκλειστικά στο πλαίσιο ειδικών συμβάσεων, υπό την έννοια ότι η ΕΑΣ δεν διατηρούσε αποθέματα στρατιωτικών προϊόντων.

(27)

Σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές, στις γραμμές στρατιωτικής παραγωγής της ΕΑΣ περιλαμβάνεται το μοναδικό εθνικό βιομηχανικό συγκρότημα που χρησιμοποιείται για την κατασκευή όπλων και πυρομαχικών στην Ελλάδα και αποτελεί, ως εκ τούτου, ουσιαστικό μέρος της εθνικής βιομηχανικής αμυντικής υποδομής της Ελλάδας. Η ΕΑΣ συστάθηκε, και λειτουργεί έκτοτε, ως επιχείρηση του αμυντικού τομέα. Οι υποδομές της περιλαμβάνονταν πάντα στον εθνικό αμυντικό σχεδιασμό της Ελλάδας, με σκοπό την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εθνικής άμυνας και ασφάλειας. Υπό την έννοια αυτή, η ΕΑΣ έπρεπε να διατηρεί πλήρως επιχειρησιακή την εφεδρική ικανότητα των γραμμών στρατιωτικής παραγωγής της για τα προϊόντα του καταλόγου του Συμβουλίου του 1958, ακόμη και πέραν της πραγματικής και τρέχουσας ζήτησης, προκειμένου να προστατευτούν τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας της Ελλάδας, όπως η εγγύηση της ασφάλειας του εφοδιασμού των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και της επιχειρησιακής τους αυτονομίας, καθώς και η δυνατότητα κάλυψης της ζήτησης σε περιόδους κρίσης, επιστράτευσης ή πολέμου.

(28)

Στο πλαίσιο αυτό, οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι, λόγω της γεωπολιτικής θέσης της Ελλάδας, η οποία απαιτεί μια στοιχειώδη αυτάρκεια σε βασικά όπλα και πυρομαχικά, η στρατιωτική παραγωγή της ΕΑΣ ήταν αναγκαία για την εθνική της ασφάλεια.

(29)

Όσον αφορά τις εξαγωγές στρατιωτικών προϊόντων, οι ελληνικές αρχές υπογράμμισαν ότι το σύνολο των εσόδων που προέρχονταν από εξαγωγές κατά το χρονικό διάστημα από τη σύσταση της εταιρείας το 2004 έως το 2011, ανερχόταν σε 15,02 εκατ. ευρώ (δηλαδή 3,1 % του συνόλου των εσόδων ή 3,3 % των εσόδων από δραστηριότητες στον τομέα της άμυνας). […].

(30)

Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι το υπόλοιπο μέρος των εξαγωγών, που αντιπροσωπεύουν ένα πολύ μικρό ποσοστό του συνολικού κύκλου εργασιών της ΕΑΣ, αφορά εξαγωγές προς τρίτες χώρες […] με βάση συμβάσεις που είχαν ανατεθεί απευθείας στην ΕΑΣ. […].

(31)

Εν κατακλείδι, όσον αφορά τη στρατιωτική παραγωγή, οι ελληνικές αρχές εξήγησαν ότι τα τρία μέτρα είχαν ως στόχο τη στήριξη ενός παραγωγού στρατιωτικών προϊόντων ο οποίος διαδραματίζει καίριο ρόλο στην προμήθεια όπλων και πυρομαχικών για τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Ως εκ τούτου, η λειτουργία του είναι σημαντική για τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας της Ελλάδας. Οι ελληνικές αρχές στήριξαν την επιχειρηματολογία τους παραθέτοντας σειρά ελληνικών νομοθετικών πράξεων, με τις οποίες τεκμηριώνεται ο ρόλος της ΕΒΟ και της ΠΥΡΚΑΛ όσον αφορά την εξυπηρέτηση των ελληνικών ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας (12), ρόλος που αργότερα μεταβιβάστηκε στην ΕΑΣ.

(32)

Με τα επιχειρήματα αυτά, οι ελληνικές αρχές επικαλέστηκαν ρητά το άρθρο 346 παράγραφος 1 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ όσον αφορά τα υπό διερεύνηση μέτρα και υποστήριξαν ότι αυτά ήταν αναγκαία για την προστασία των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας της Ελλάδας που συνδέονται με την παραγωγή ή εμπορία όπλων, πυρομαχικών και πολεμικού υλικού.

(33)

[…]

(34)

Οι ελληνικές αρχές παραδέχθηκαν επίσης ότι και η μη στρατιωτική παραγωγή της ΕΑΣ ήταν ζημιογόνος. Εξήγησαν ότι οι ζημίες αυτές προκλήθηκαν από τις υψηλές δαπάνες λειτουργίας της ΕΑΣ, οι οποίες συνδέονταν με το γεγονός ότι μέρος της μη στρατιωτικής παραγωγής ανατέθηκε με υπεργολαβία στη στρατιωτική παραγωγή για συμβάσεις με τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Αυτό γινόταν χωρίς την έκδοση αντίστοιχων χρεογράφων στους λογαριασμούς της στρατιωτικής παραγωγής. Επιπλέον, οι γραμμές στρατιωτικής και μη στρατιωτικής παραγωγής χρησιμοποιούσαν και οι δύο ενίοτε τις διοικητικές υπηρεσίες και υπηρεσίες διανομής της ΕΑΣ.

3.2.   Μέτρο 1: Κρατικές εγγυήσεις

(35)

Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι το μέτρο 1 αποσκοπούσε αποκλειστικά στην υποστήριξη της στρατιωτικής παραγωγής της ΕΑΣ, δεδομένου ότι τα δάνεια είχαν δαπανηθεί μόνο για στρατιωτικούς σκοπούς που συνδέονταν άμεσα με την προστασία των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας της Ελλάδας. Σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές, εξυπακούεται ότι το μέτρο 1 δεν θα πρέπει να υπόκειται σε αξιολόγηση βάσει των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, δεδομένου ότι καλύπτεται από την εξαίρεση του άρθρου 346 παράγραφος 1 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι η στρατιωτική παραγωγή ήταν χωριστή από τη μη στρατιωτική παραγωγή και ότι οι νομικές πράξεις που παρείχαν τις κρατικές εγγυήσεις περιλάμβαναν αναφορά σύμφωνα με την οποία τα εγγυημένα δάνεια αποσκοπούσαν στην «κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της εταιρείας για την παραγωγή στρατιωτικού υλικού για τη χώρα».

(36)

Οι ελληνικές αρχές εξήγησαν επίσης ότι θα ήταν αδύνατο να παρέχει η ΕΑΣ περιουσιακά στοιχεία ως ενέχυρο για τα εν λόγω δάνεια, διότι οι εγκαταστάσεις της ΕΑΣ προστατεύονταν από τους κανόνες εθνικής ασφάλειας, γεγονός που δεν επέτρεπε την πρόσβαση σε αυτές. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές, η παροχή της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας ως εξασφάλιση αντιβαίνει στους σκοπούς εθνικής ασφάλειας τους οποίους εξυπηρετεί η εταιρεία και συνεπάγεται, ενδεχομένως, κοινολόγηση διαβαθμισμένων πληροφοριών. Εξυπακούεται ότι η ΕΑΣ δεν θα μπορούσε να επιχειρήσει να εξασφαλίσει δάνεια από τράπεζες παρέχοντας μέρος της ακίνητης περιουσίας της ως εξασφάλιση. Ως εκ τούτου, οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι ο λόγος για τον οποίο η εταιρεία δεν προσπάθησε να εξασφαλίσει τραπεζικά δάνεια χωρίς κρατικές εγγυήσεις δεν ήταν η αδυναμία απόκτησης τέτοιου είδους κεφαλαίων, αλλά το γεγονός ότι δεν της επιτρεπόταν να παρέχει εξασφαλίσεις λόγω του κινδύνου που θα προέκυπτε για τα εθνικά συμφέροντα ασφάλειας.

(37)

Όσον αφορά την κρατική εγγύηση για δάνειο ύψους 30 εκατ. ευρώ από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, την Alpha Bank και την EFG Eurobank το 2011 (δάνειο αριθ. 10 στον πίνακα 2 ανωτέρω), οι ελληνικές αρχές διευκρίνισαν, στις επιστολές τους της 7ης Αυγούστου 2013 και της 3ης Ιουλίου 2017, ότι τελικά η ΕΑΣ έλαβε μόνο προκαταβολή ύψους 6 εκατ. ευρώ στις 8 Σεπτεμβρίου 2011 και ότι, μετά την απόσυρση των τραπεζών, μόλις 7 095 858 ευρώ από το εν λόγω ομολογιακό δάνειο εκδόθηκαν στις 19 Μαρτίου 2013. Ως εκ τούτου, τυχόν πλεονέκτημα από την εν λόγω κρατική εγγύηση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει το ποσό αυτό.

(38)

Ομοίως, όσον αφορά την κρατική εγγύηση για δάνειο ύψους 10 εκατ. ευρώ από την Tbank το 2011 (δάνειο αριθ. 11 στον πίνακα 2 ανωτέρω), οι ελληνικές αρχές διευκρίνισαν στην επιστολή τους της 3ης Ιουλίου 2017 ότι η ΕΑΣ έλαβε προκαταβολή ύψους 6 εκατ. ευρώ (εκ των οποίων 3 εκατ. ευρώ στις 5 Ιουλίου 2011 και άλλα 3 εκατ. ευρώ στις 2 Νοεμβρίου 2011). Δεδομένου ότι το ομολογιακό δάνειο ουδέποτε εκδόθηκε, οι ελληνικές αρχές ισχυρίζονται ότι η προκαταβολή δεν καλυπτόταν από κρατική εγγύηση.

(39)

Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές, το σύνολο των κρατικών εγγυήσεων για δάνεια το 2011 ήταν 7 095 858 ευρώ, αντί για 40 εκατ. ευρώ όπως είχε αρχικά αναφερθεί στην απόφαση της 6ης Μαρτίου 2013. Οι ελληνικές αρχές δεν αμφισβήτησαν τις εγγυήσεις και τα δάνεια για τα υπόλοιπα έτη.

3.3.   Μέτρο 2: Επιχορήγηση του 2003

(40)

Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι το μέτρο 2 είχε ως στόχο μόνο να υποστηρίξει τη στρατιωτική παραγωγή της ΕΑΣ και δεν θα πρέπει να υπόκειται σε αξιολόγηση βάσει των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, διότι καλύπτεται από την εξαίρεση του άρθρου 346 παράγραφος 1 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ.

(41)

Οι ελληνικές αρχές βάσισαν την επιχειρηματολογία τους στο γεγονός ότι η βιομηχανική εγκατάσταση […], την οποία αφορούσε το μέτρο 2, χρησιμοποιείται αποκλειστικά για στρατιωτική παραγωγή προϊόντων […] (13).

3.4.   Μέτρο 3: Αύξηση κεφαλαίου του 2011

(42)

Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι η απόφαση του Ελληνικού Δημοσίου, ως πλειοψηφούντος μετόχου, να πραγματοποιήσει τις σχετικές αυξήσεις κεφαλαίου ήταν σύμφωνη με τη συμπεριφορά ενός ιδιώτη επενδυτή στην οικονομία της αγοράς σε παρόμοια κατάσταση. Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι η απόφασή τους ως μετόχου να αυξήσουν το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας με σκοπό να διασφαλιστεί η βιωσιμότητά της αποτελούσε εύλογη εμπορική απόφαση, δεδομένου του καθοριστικού της ρόλου στην εθνική άμυνα και ασφάλεια. Έτσι, κατά την άποψή τους, οι αυξήσεις κεφαλαίου δεν συνεπάγονταν κρατική ενίσχυση. Ωστόσο, στην επιστολή τους της 3ης Ιουλίου 2017, οι ελληνικές αρχές επιβεβαίωσαν ότι δεν είχαν στην κατοχή τους συμπληρωματικές πληροφορίες ή έγγραφα που να τεκμηριώνουν τις παρατηρήσεις τους για την αύξηση κεφαλαίου, σε σχέση με το αίτημα της Επιτροπής να προσκομίσουν, κατά περίπτωση, i) τυχόν σχέδιο αναδιάρθρωσης της ΕΑΣ που είχε καταρτιστεί πριν από τη λήψη της απόφασης για την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, ii) τυχόν εκ των προτέρων οικονομική ανάλυση που διενεργήθηκε από το κράτος σχετικά με το κατά πόσον η μετατροπή των απαιτήσεων από την κατάπτωση των εγγυήσεων σε κεφάλαιο ήταν οικονομικά πιο συμφέρουσα από τη διατήρηση ή την εκτέλεση αυτών των απαιτήσεων, και iii) τυχόν εκ των προτέρων ανάλυση της απόδοσης που πραγματοποιήθηκε από το κράτος όσον αφορά τα νέα κεφάλαια που χορηγήθηκαν για τις αυξήσεις κεφαλαίου.

(43)

Σε κάθε περίπτωση, όπως ακριβώς και με τα άλλα δύο μέτρα, οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν επιπλέον ότι και το μέτρο 3 είχε ως στόχο μόνο να υποστηρίξει τη στρατιωτική παραγωγή της ΕΑΣ και δεν θα πρέπει να υπόκειται σε αξιολόγηση βάσει των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων, διότι καλύπτεται από την εξαίρεση του άρθρου 346 παράγραφος 1 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ.

(44)

Όσον αφορά το συνολικό ποσό των σχετικών αυξήσεων κεφαλαίου, οι ελληνικές αρχές, στην επιστολή τους της 1ης Ιουλίου 2013, ισχυρίστηκαν ότι ανέρχεται σε 107,6 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, στην επιστολή τους της 7ης Αυγούστου 2013, οι ελληνικές αρχές διευκρίνισαν τελικά ότι οι αυξήσεις κεφαλαίου που καλύπτονται από το μέτρο 3 περιλάμβαναν συνολική αύξηση κεφαλαίου ύψους 158,19 εκατ. ευρώ, όπως προσδιορίζεται στην απόφαση της 6ης Μαρτίου 2013.

(45)

Από τη συνολική αύξηση κεφαλαίου ύψους 158,19 εκατ. ευρώ, τα 154,19 εκατ. ευρώ ήταν αποτέλεσμα της κεφαλαιοποίησης των χρεών που είχε η ΕΑΣ προς το Δημόσιο. Τα χρέη αυτά προέκυψαν από την κατάπτωση των εγγυήσεων, που παρασχέθηκαν στο πλαίσιο του μέτρου 1, διότι η ΕΑΣ δεν μπόρεσε να αποπληρώσει τα δάνεια. Τα υπόλοιπα 4 εκατ. ευρώ παρασχέθηκαν ως νέα κεφάλαια.

(46)

Η γενική συνέλευση της 25ης Οκτωβρίου 2010 συμφώνησε ότι χρειαζόταν αύξηση του κεφαλαίου της ΕΑΣ. Ωστόσο, τα ακριβή ποσά των διαφόρων αυξήσεων κεφαλαίου αποφασίστηκαν από τη γενική συνέλευση σε διάφορες συνεδριάσεις κατά τη διάρκεια του 2011, σε ημερομηνίες κατά τις οποίες η Ελλάδα δεσμεύτηκε να χορηγήσει τα σχετικά κεφάλαια. Σύμφωνα με τις ελληνικές αρχές, η κατανομή των αυξήσεων κεφαλαίου στο πλαίσιο του μέτρου 3 και οι ημερομηνίες χορήγησής τους ήταν οι εξής:

Πίνακας 4

Ημερομηνίες χορήγησης των αυξήσεων κεφαλαίου του 2011

Ημερομηνία απόφασης της γενικής συνέλευσης

Ποσό σε ευρώ

Παρατηρήσεις

4 Μαΐου 2011

109 052 604,87

Κεφαλαιοποίηση των χρεών από την κατάπτωση των εγγυήσεων

19 Οκτωβρίου 2011

42 255 180,01

16 Δεκεμβρίου 2011

2 882 919,33

4 Μαΐου 2011

4 000 000

Πληρωμή τοις μετρητοίς

Σύνολο

158 190 704,21

 

(47)

Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι η αύξηση κεφαλαίου ύψους 154,19 εκατ. ευρώ που προέκυψε από την κεφαλαιοποίηση των χρεών από την κατάπτωση των εγγυήσεων δεν θα πρέπει να θεωρείται «νέα» κρατική στήριξη προς την ΕΑΣ, διότι, στη συλλογιστική της Επιτροπής στην απόφαση της 6ης Μαρτίου 2013, είχε ήδη θεωρηθεί κρατική στήριξη στο πλαίσιο του μέτρου 1.

3.5.   Διάσπαση της ΕΑΣ

(48)

Στο πλαίσιο της τακτικής επανεξέτασης του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής από τα θεσμικά όργανα που εκπροσωπούν τους πιστωτές της χώρας (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), στα μέσα του 2013 η Ελλάδα ανέλαβε τη δέσμευση να εκδώσει αμετάκλητη απόφαση σχετικά με το μέλλον της ΕΑΣ έως τα τέλη Αυγούστου του 2013. Στις 27 Αυγούστου 2013, οι ελληνικές αρχές υπέβαλαν την πρότασή τους για το μέλλον της ΕΑΣ.

(49)

Σύμφωνα με την εν λόγω πρόταση, η ΕΑΣ προβλεπόταν να διαιρεθεί σε δύο τμήματα, το στρατιωτικό και το μη στρατιωτικό. Η διαδικασία αυτή αναφερόταν ως «διάσπαση». Το μη στρατιωτικό τμήμα επρόκειτο να τεθεί υπό εκκαθάριση. Το στρατιωτικό τμήμα θα αναδιαρθρωνόταν και η παραγωγή του θα περιοριζόταν σε προϊόντα τα οποία ήταν αναγκαία για τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας της χώρας.

(50)

Μετά από συζητήσεις με τις υπηρεσίες της Επιτροπής και των άλλων θεσμικών οργάνων, οι ελληνικές αρχές ανέλαβαν τη δέσμευση, με επιστολή της 16ης Δεκεμβρίου 2013, να πραγματοποιήσουν τη διάσπαση και υπέβαλαν σχέδιο δράσης.

(51)

Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2014, ξεκίνησε η διαδικασία διάσπασης και η 28η Φεβρουαρίου 2014 ορίστηκε ως η ημερομηνία αναδιάρθρωσης (ημερομηνία του «ισολογισμού μετασχηματισμού»). Με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2014 ορίστηκε ότι η διάδοχη ανώνυμη εταιρεία η οποία στο μέλλον θα ασχολείται αποκλειστικά με την παραγωγή και εμπορία των όπλων, των πυρομαχικών και του πολεμικού υλικού που είναι αναγκαία για τα ουσιώδη συμφέροντα της Ελλάδας θα έχει την επωνυμία Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία («στρατιωτική ΕΑΣ»). Με την ίδια απόφαση ορίστηκε ότι η διάδοχη ανώνυμη εταιρεία που θα αναλάβει τις αμιγώς μη στρατιωτικές δραστηριότητες της αρχικής εταιρείας θα έχει την επωνυμία Ελληνικά Συστήματα Παραγωγής Πολιτικών Προϊόντων Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία («μη στρατιωτική ΕΑΣ»).

(52)

Η απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της 26ης Μαΐου 2014 ενέκρινε το σχέδιο για τη διάσπαση της εταιρείας, τον ισολογισμό μετασχηματισμού και την επεξηγηματική έκθεση του διοικητικού συμβουλίου. Οι εξουσιοδοτημένοι εκπρόσωποι της εταιρείας υπέγραψαν το σχέδιο για τη διάσπαση της εταιρείας την ίδια ημέρα και το σχέδιο υποβλήθηκε στην εποπτική αρχή. Στις 7 Ιουλίου 2014, υποβλήθηκε έκθεση ορκωτού ελεγκτή λογιστή με σκοπό την αξιολόγηση και τον προσδιορισμό της λογιστικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων που κατείχαν οι επιχειρηματικές μονάδες αμυντικών και στρατιωτικών δραστηριοτήτων της εταιρείας.

(53)

Η γενική συνέλευση της 28ης Αυγούστου 2014 ενέκρινε την απόφαση για τη διάσπαση της εταιρείας, τον ισολογισμό μετασχηματισμού, την επεξηγηματική έκθεση του διοικητικού συμβουλίου, την έκθεση των ορκωτών ελεγκτών λογιστών σχετικά με τη λογιστική αξία των περιουσιακών στοιχείων που κατείχε η αρχική εταιρεία και την εντολή αμφοτέρων των διάδοχων εταιρειών. Επιπλέον, διορίστηκαν τα διοικητικά συμβούλια και των δύο διάδοχων εταιρειών.

(54)

Τα περιουσιακά στοιχεία και η παραγωγική ικανότητα της αρχικής εταιρείας χωρίστηκαν με βάση τον ισολογισμό μετασχηματισμού της 28ης Φεβρουαρίου 2014. Όλα τα περιουσιακά στοιχεία που συνδέονταν με τη στρατιωτική παραγωγή της αρχικής εταιρείας μεταβιβάστηκαν στη στρατιωτική ΕΑΣ. Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι όλα αυτά τα περιουσιακά στοιχεία συνδέονταν αποκλειστικά με την παραγωγή αμυντικών προϊόντων όπως ορίζεται στο άρθρο 346 της ΣΛΕΕ.

(55)

Όλα τα περιουσιακά στοιχεία που συνδέονταν αποκλειστικά με τη μη στρατιωτική παραγωγή μεταβιβάστηκαν στη μη στρατιωτική ΕΑΣ. Σε αυτά περιλαμβάνονταν ειδικότερα τα εξής:

α)

όλες οι εκτάσεις γης που χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά για τη μη στρατιωτική παραγωγή (συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων παραγωγής, των αποθηκών κ.λπ. που υπήρχαν στις εν λόγω εκτάσεις)·

β)

όλα τα μηχανήματα, ο εξοπλισμός, τα μεταφορικά μέσα κ.λπ. που χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά στη μη στρατιωτική παραγωγή·

γ)

έτοιμα και ημιτελή προϊόντα για μη στρατιωτική χρήση, σχετικές πρώτες ύλες και οι απαιτήσεις των πελατών μη στρατιωτικών προϊόντων της αρχικής εταιρείας.

(56)

Με την απόφαση αριθ. 22153/2014 της 2.10.2014, η Περιφέρεια Αττικής ενέκρινε τη διάσπαση της εταιρείας, τη διάλυση της αρχικής εταιρείας και τη σύσταση των δύο νέων εταιρειών. Η απόφαση αυτή καταχωρίστηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο και, στη συνέχεια, οι δύο διάδοχες εταιρείες και τα καταστατικά τους καταχωρίστηκαν επίσης στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο.

4.   ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΙΣ ΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΓΓΥΗΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΑΣ (ΜΕΤΡΟ 1)

(57)

Οι ελληνικές αρχές εξήγησαν ότι η ΕΑΣ δεν προσπάθησε να εξασφαλίσει τραπεζικά δάνεια χωρίς κρατικές εγγυήσεις και ότι ο λόγος δεν ήταν η αδυναμία απόκτησης τέτοιου είδους κεφαλαίων (αιτιολογική σκέψη 36). Ως εκ τούτου, όσον αφορά το μέτρο 1, η επίσημη έρευνα δεν μπόρεσε να εντοπίσει σύγχρονες τιμές επιτοκίων για δάνεια προς την ΕΑΣ από το 2004 χωρίς την κρατική εγγύηση ή τιμές για την τελευταία παρασχεθείσα εγγύηση από εγγυητή της αγοράς. Προκειμένου να υπάρξει πραγματική βάση για να αξιολογηθεί κατά πόσον οι κρατικές εγγυήσεις για τα δάνεια προς την ΕΑΣ παρείχαν στην εταιρεία πλεονέκτημα το οποίο δεν θα είχε αποκτήσει υπό συνθήκες της αγοράς και δεδομένης της οικονομικής της κατάστασης την περίοδο 2004-2006 (πίνακας 1), η Επιτροπή διερεύνησε υπό ποιες συνθήκες της αγοράς επιχειρήσεις με αξιολόγηση CCC+ (προβληματική εταιρεία υψηλού κινδύνου), D (εταιρεία σε αθέτηση) ή SD (επιλεκτική αθέτηση) θα μπορούσαν να είχαν εξασφαλίσει χρηματοδότηση από τις χρηματοπιστωτικές αγορές. Για τον σκοπό αυτόν, η Επιτροπή συγκέντρωσε χρηματοοικονομικά στοιχεία από τη βάση δεδομένων S&P Capital IQ Platform (14) και ιδίως περιθώρια συμβάσεων ανταλλαγής κινδύνου αθέτησης (CDS), καθώς και αποδόσεις ομολόγων μεταξύ 2004 και 2006.

(58)

Η CDS είναι μια οικονομική συμφωνία ανταλλαγής σύμφωνα με την οποία ο πωλητής της CDS θα αποζημιώσει τον αγοραστή (συνήθως τον πιστωτή του δανείου αναφοράς) σε περίπτωση αθέτησης πληρωμής του δανείου (από τον οφειλέτη). Με άλλα λόγια, ο πωλητής της CDS ασφαλίζει τον αγοραστή έναντι της αθέτησης πληρωμής ενός δανείου αναφοράς. Το μέσο αυτό έχει σημασία ως ένδειξη του ασφαλίστρου κινδύνου/τέλους εγγύησης το οποίο θα απαιτούσε ένας συμμετέχων στην αγορά για να ασφαλίσει τον κίνδυνο αθέτησης της πληρωμής ενός δανείου. Από τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν προκύπτει ότι τα περιθώρια CDS για ληκτότητες πέντε ετών σε εταιρείες υψηλού χρηματοπιστωτικού κινδύνου κυμαίνονταν από 4,4 % έως 33,5 % μεταξύ του 2004 και του 2006.

(59)

Μια απόδοση ομολόγου είναι το ποσό της απόδοσης που λαμβάνει ένας επενδυτής από ένα ομόλογο, η οποία παρέχει καλή ένδειξη του συνολικού (all-in) κόστους δανεισμού (που αντιπροσωπεύει το κόστος του δανείου σε συνδυασμό με το κόστος τυχόν σχετικής εγγύησης) για μια εταιρεία. Τα δεδομένα που συγκεντρώθηκαν δείχνουν ότι, την περίοδο 2004-2006, τα ποσοστά κυμαίνονταν μεταξύ 12,9 % και 43,2 % για τα μονοετή ομόλογα που εκδίδονταν από εταιρείες υψηλού χρηματοπιστωτικού κινδύνου.

5.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

(60)

Η παρούσα απόφαση εξετάζει καταρχάς το ζήτημα της εφαρμογής του άρθρου 346 παράγραφος 1 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ και, στη συνέχεια, όσον αφορά τις δραστηριότητες ή τα μέτρα που δεν καλύπτονται από την εξαίρεση του εν λόγω άρθρου, την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ και, τέλος, κατά πόσον μια τέτοια ενίσχυση θα μπορούσε να είναι συμβιβάσιμη με την εσωτερική αγορά.

5.1.   Εφαρμογή του άρθρου 346 παράγραφος 1 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ

(61)

Σύμφωνα με το άρθρο 346 παράγραφος 1 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ, «κάθε κράτος μέλος δύναται να λαμβάνει τα μέτρα που θεωρεί αναγκαία για την προστασία ουσιωδών συμφερόντων της ασφαλείας του, που αφορούν την παραγωγή ή εμπορία όπλων, πυρομαχικών και πολεμικού υλικού· τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να αλλοιώνουν τους όρους του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς σχετικά με τα προϊόντα που δεν προορίζονται για στρατιωτικούς ειδικά σκοπούς».

(62)

Η απόφαση του Συμβουλίου του 1958 για την κατάρτιση καταλόγου προϊόντων που εμπίπτουν στο άρθρο 346 παράγραφος 1 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ («απόφαση του Συμβουλίου του 1958») περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, φορητά και αυτόματα όπλα, πυροβόλα, πυρομαχικά για τέτοια όπλα, βόμβες, τορπίλες, ρουκέτες, πυρίτιδες και εκρηκτικά (σημεία 1, 2, 3, 4, 8 και 13 του καταλόγου). Αυτό σημαίνει ότι, για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, τα άρθρα 107 και 108 της ΣΛΕΕ δεν ισχύουν για τα μέτρα που σχετίζονται με προϊόντα τα οποία περιλαμβάνονται στην απόφαση του Συμβουλίου του 1958, με την προϋπόθεση ότι τα εν λόγω μέτρα θεωρούνται αναγκαία για την προστασία των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας του υπό εξέταση κράτους μέλους.

(63)

Σύμφωνα με τη νομολογία, ένα κράτος μέλος που προτίθεται να επικαλεστεί την εξαίρεση του άρθρου 346 παράγραφος 1 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ πρέπει να παράσχει στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τα μέτρα δεν υπερβαίνουν τα αναγκαία όρια για την προστασία των ουσιωδών συμφερόντων ασφαλείας του (15).

(64)

Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν ότι η στρατιωτική παραγωγή της ΕΑΣ εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της απόφασης του Συμβουλίου του 1958, ιδίως τα σημεία 1, 2, 3, 4, 8 και 13, και είναι αναγκαία για τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας της Ελλάδας, διότι η ΕΑΣ παρέχει εξειδικευμένα στρατιωτικά προϊόντα στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. Όσον αφορά το μέτρο 2, οι ελληνικές αρχές κατέδειξαν ότι ο εκσυγχρονισμός της βιομηχανικής εγκατάστασης του Αιγίου ήταν αναγκαίος για την εκτέλεση συγκεκριμένης σύμβασης από τις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις ειδικά για την παραγωγή στρατιωτικών προϊόντων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του Συμβουλίου του 1958, ιδίως στο σημείο 1.

(65)

Οι ελληνικές αρχές υποστήριξαν επίσης ότι οι γραμμές μη στρατιωτικής παραγωγής της ΕΑΣ ήταν χωριστές από τις γραμμές στρατιωτικής παραγωγής και ότι τα υπό εξέταση μέτρα ωφέλησαν μόνο τη στρατιωτική παραγωγή, η οποία πωλούνταν κατά κύριο λόγο στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις.

(66)

Υπό το πρίσμα των επιχειρημάτων που υπέβαλε η Ελλάδα, η Επιτροπή δέχεται ότι το τμήμα της παραγωγής της ΕΑΣ που αφορά στρατιωτικό υλικό μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 346 παράγραφος 1 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ.

(67)

Επίσης, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί τον φυσικό διαχωρισμό των γραμμών στρατιωτικής και μη στρατιωτικής παραγωγής. Ωστόσο, τα στοιχεία που παρασχέθηκαν από τις ελληνικές αρχές δεν στηρίζουν το επιχείρημα ότι η ΕΑΣ τηρούσε χωριστούς λογαριασμούς για τη στρατιωτική και μη στρατιωτική παραγωγή για τη σχετική περίοδο. Επιπλέον, οι ελληνικές αρχές παραδέχθηκαν ότι οι γραμμές μη στρατιωτικής παραγωγής χρησιμοποιούνταν περιστασιακά για στρατιωτική παραγωγή χωρίς κατάλληλη αμοιβή, όπως θα έπρεπε να παρέχεται εάν εφαρμοζόταν κατάλληλος λογιστικός διαχωρισμός, και ότι οι γραμμές στρατιωτικής και μη στρατιωτικής παραγωγής χρησιμοποιούσαν και οι δύο ενίοτε τις διοικητικές υπηρεσίες και υπηρεσίες διανομής της ΕΑΣ.

(68)

Με βάση τα ανωτέρω, και ελλείψει χωριστών λογαριασμών για τις στρατιωτικές και μη στρατιωτικές δραστηριότητες, η Επιτροπή δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο τα μέτρα με στόχο τη στρατιωτική παραγωγή να είχαν επίσης ωφελήσει τη μη στρατιωτική παραγωγή της ΕΑΣ και, ως εκ τούτου, να προκάλεσαν νόθευση του ανταγωνισμού στη σχετική αγορά. Αυτό ισχύει όσον αφορά τα μέτρα 1 και 3 που, ανεξάρτητα από τον σκοπό τους, έχουν ουσιαστικά ωφελήσει την ΕΑΣ στο σύνολό της, επομένως και τη μη στρατιωτική παραγωγή της, η οποία δεν ήταν οικονομικά διαχωρισμένη από τη στρατιωτική παραγωγή της.

(69)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα μέτρα 1 και 3, στον βαθμό που ενδέχεται να έχουν ωφελήσει τη μη στρατιωτική παραγωγή της ΕΑΣ, πρέπει να αξιολογηθούν υπό το πρίσμα των διατάξεων της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων. Ωστόσο, στον βαθμό που τα εν λόγω μέτρα έχουν ωφελήσει την παραγωγή και την προμήθεια στρατιωτικών προϊόντων στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, η Επιτροπή δέχεται ότι εξαιρούνται από την αξιολόγηση υπό το πρίσμα των διατάξεων της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων βάσει του άρθρου 346 παράγραφος 1 στοιχείο β).

(70)

Όσον αφορά το μέτρο 2, η Επιτροπή παρατηρεί ότι τα στοιχεία που παρασχέθηκαν από την Ελλάδα δείχνουν ότι η υπό εξέταση επιχορήγηση […] δεν ωφέλησε με κανέναν τρόπο τη μη στρατιωτική παραγωγή.

(71)

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή δέχεται ότι το μέτρο 2 ωφέλησε μόνο την παραγωγή στρατιωτικών προϊόντων τα οποία καλύπτονται από την απόφαση του Συμβουλίου του 1958 και ότι ήταν αναγκαίο για την παροχή των εν λόγω προϊόντων στον ελληνικό στρατό. Επομένως, η Επιτροπή δέχεται ότι το μέτρο 2 εξαιρείται από την αξιολόγηση υπό το πρίσμα των διατάξεων της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων βάσει του άρθρου 346 παράγραφος 1 στοιχείο β).

5.2.   Αξιολόγηση της ύπαρξης ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ

(72)

Το άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ ορίζει ότι «ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές».

(73)

Βάσει της εν λόγω διάταξης, για να χαρακτηριστεί ένα μέτρο ως κρατική ενίσχυση πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: i) το μέτρο καταλογίζεται στο κράτος και χρηματοδοτείται από κρατικούς πόρους· ii) το μέτρο είναι επιλεκτικό· iii) το μέτρο παρέχει οικονομικό πλεονέκτημα σε επιχείρηση· και iv) το μέτρο νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και ενδέχεται να επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.

5.2.1.   Μέτρο 1: Κρατικές εγγυήσεις

5.2.1.1.   Κρατικοί πόροι και καταλογισμός στο κράτος

(74)

Οι κρατικές εγγυήσεις χορηγήθηκαν απευθείας από το Ελληνικό Δημόσιο και, ως εκ τούτου, το μέτρο 1 καταλογίζεται στο κράτος.

(75)

Οι κρατικές εγγυήσεις, εξ ορισμού, θέτουν σε κίνδυνο κρατικούς πόρους, διότι κάθε δημόσια εγγύηση συνεπάγεται δυνητική απώλεια πόρων για το Δημόσιο. Επιπλέον, κάθε εγγύηση που δεν αμείβεται κατάλληλα συνεπάγεται άμεση απώλεια οικονομικών πόρων για το Δημόσιο. Το τέλος του 1 % που επέβαλε το κράτος στην ΕΑΣ δεν μπορεί να θεωρηθεί επαρκές, δεδομένης της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας και της δυνητικής αθέτησης υποχρεώσεων. Εξάλλου, η ΕΑΣ είχε προβεί σε αθέτηση πληρωμής διαφόρων δανείων ήδη το 2004, μετά την οποία χορηγήθηκαν οι περισσότερες εγγυήσεις. Ως εκ τούτου, οι εγγυήσεις περιλάμβαναν κρατικούς πόρους όσον αφορά τόσο τα ενδεχομένως διαφυγόντα τέλη των εγγυήσεων όσο και την ανάληψη κινδύνων από μέρους του κρατικού προϋπολογισμού σε περίπτωση αθέτησης πληρωμών εκ μέρους της ΕΑΣ.

(76)

Κατά συνέπεια, το κριτήριο των κρατικών πόρων και του καταλογισμού στο κράτος πληρούται για το μέτρο 1. Ούτε αυτό αμφισβητήθηκε από τις ελληνικές αρχές.

5.2.1.2.   Επιλεκτικότητα

(77)

Δεδομένου ότι οι εγγυήσεις παρασχέθηκαν σε έναν μεμονωμένο δικαιούχο, δηλαδή στην ΕΑΣ σε βάση ad hoc και όχι στο πλαίσιο μέτρου της γενικής οικονομικής πολιτικής που είναι δυνητικά διαθέσιμο σε όλες τις ελληνικές εταιρείες και τους τομείς της οικονομίας, το μέτρο είναι επιλεκτικό.

5.2.1.3.   Ύπαρξη οικονομικού πλεονεκτήματος

(78)

Σύμφωνα με πάγια νομολογία, για την εκτίμηση του αν ένα ορισμένο κρατικό μέτρο συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, πρέπει να προσδιορισθεί εάν η ωφελούμενη επιχείρηση αντλεί οικονομικό όφελος το οποίο δεν θα είχε αποκομίσει υπό τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς (16).

(79)

Οικονομικό πλεονέκτημα υφίσταται όταν η οικονομική κατάσταση μιας επιχείρησης βελτιώνεται λόγω κρατικής παρέμβασης. Ωστόσο, η παρέμβαση μιας δημόσιας αρχής δεν παρέχει κατ' ανάγκη πλεονέκτημα στον δικαιούχο και, συνεπώς, δεν συνιστά ενίσχυση, εάν πραγματοποιείται υπό τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς, δηλαδή αν η δημόσια αρχή συμπεριφέρεται όπως θα συμπεριφερόταν ένας συνετός φορέας της οικονομίας της αγοράς σε παρόμοια κατάσταση. Στο πλαίσιο αυτό, το ελληνικό κράτος ήταν ο ελέγχων μέτοχος της ΕΑΣ κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών και εξακολουθεί να είναι. Υπό την ιδιότητα αυτή, το ελληνικό κράτος έχει εγγυηθεί έντεκα δάνεια που χορηγήθηκαν από πέντε διαφορετικές τράπεζες μεταξύ του 2004 και του 2011. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να είναι προς το συμφέρον του ελέγχοντος μετόχου η παροχή εγγυήσεων για δάνεια που χορηγήθηκαν προς την εταιρεία συμμετοχών του, εφόσον λιγότερο δαπανηρή χρηματοδότηση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα υψηλότερη αμοιβή (μερίσματα) ή αύξηση της αξίας της συμμετοχής του, με τίμημα την αύξηση του κινδύνου του ως εγγυητή. Ωστόσο, στην περίπτωση της ΕΑΣ, το κράτος δεν μπορούσε να προσδοκά τέτοια απόδοση, με δεδομένη τη δυσχερή οικονομική κατάσταση της ΕΑΣ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, όπως προκύπτει από τα αριθμητικά στοιχεία του πίνακα 1, και ιδίως τις συνεχείς ζημίες από το 2004. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το σκεπτικό και η δυνητική αμοιβή που σχετίζονται με τις κρατικές εγγυήσεις πρέπει να αξιολογηθούν σε μεμονωμένη βάση, χωρίς να ληφθούν υπόψη πιθανές προσδοκίες των μετόχων για αποδόσεις.

(80)

Ειδικότερα, μειώνοντας τον κίνδυνο τον οποίο ανέλαβαν οι τράπεζες που παρείχαν δάνεια στην ΕΑΣ μεταξύ του 2004 και του 2011, οι έντεκα επίμαχες εγγυήσεις θα μπορούσαν να μειώσουν τα επιτόκια των υποκείμενων δανείων. Τα εν λόγω επιτόκια ήταν διαφορετικά, αλλά όλα, εκτός από δύο, κάτω από το 5 % κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Λαμβανομένων υπόψη των κακών επιδόσεων της ΕΑΣ, ακόμη και σε μεμονωμένη βάση, κανένας συνετός φορέας της οικονομίας της αγοράς δεν θα είχε χορηγήσει χρηματοδότηση στην ΕΑΣ κατά την περίοδο 2004-2011 με όρους όπως εκείνοι των έντεκα δανείων που χορηγήθηκαν μεταξύ του 2004 και του 2011 χωρίς κρατικές εγγυήσεις.

(81)

Στο πλαίσιο αυτό, όσον αφορά τον ισχυρισμό των ελληνικών αρχών ότι η ΕΑΣ θα ήταν σε θέση να έχει πρόσβαση σε χρηματοδότηση από την αγορά χωρίς κρατική εγγύηση, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ: i) της περιόδου από το 2004 έως το 2006 και ii) της περιόδου από το 2007 έως το 2011. Την περίοδο από το 2004 έως το 2006, με βάση τα χρηματοοικονομικά δεδομένα της ΕΑΣ στον πίνακα 1, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ΕΑΣ θα μπορούσε να είχε πρόσβαση σε χρηματοδότηση από την αγορά, έστω και υπό όρους λιγότερο ευνοϊκούς από εκείνους που προκύπτουν από τις κρατικές εγγυήσεις. Από την άλλη πλευρά, την περίοδο από το 2007 έως το 2011, τα χρηματοοικονομικά δεδομένα της ΕΑΣ στον πίνακα 1, τα οποία επιδεινώθηκαν σημαντικά, δείχνουν ότι δεν θα είχε πρόσβαση σε χρηματοδότηση από την αγορά με οποιουσδήποτε όρους, ελλείψει κρατικών εγγυήσεων.

(82)

Την περίοδο 2004-2006, παρόλο που η ΕΑΣ είχε σημαντικές ζημίες από προηγούμενες χρήσεις και αρνητικά ΚΠΦ, εξακολουθούσε να έχει έναν σχετικά σταθερό ετήσιο κύκλο εργασιών ύψους περίπου 91-97 εκατ. ευρώ. Επιπλέον, τα ίδια κεφάλαια της ΕΑΣ ήταν ακόμη θετικά, ενώ έγιναν αρνητικά για πρώτη φορά το 2006. Ως εκ τούτου, μολονότι η ΕΑΣ παρουσίαζε ενδείξεις οικονομικών δυσχερειών την περίοδο 2004-2006, οι δυσχέρειες αυτές δεν ήταν τέτοιου μεγέθους ώστε να αποκλείουν εντελώς την πρόσβασή της σε χρηματοδότηση κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Όσον αφορά το επίπεδο της εν λόγω χρηματοδότησης, τα περιθώρια CDS και οι αποδόσεις ομολόγων που αναφέρονται στις αιτιολογικές σκέψεις 58 και 59 επιβεβαιώνουν ότι ορισμένες εταιρείες υψηλού χρηματοπιστωτικού κινδύνου είχαν πρόσβαση στις χρηματοπιστωτικές αγορές κατά την υπό εξέταση περίοδο 2004-2006 και παρέχουν μια τάξη μεγέθους των όρων υπό τους οποίους μπορούσαν να λάβουν χρηματοδότηση τέτοιου είδους εταιρείες. Τα εν λόγω δεδομένα της αγοράς δείχνουν ότι, ελλείψει κρατικών εγγυήσεων, η ΕΑΣ θα εξακολουθούσε να έχει πρόσβαση σε χρηματοδότηση από την αγορά, αλλά με προμήθεια εγγύησης σημαντικά υψηλότερη από 1 %.

(83)

Ομοίως, τα δάνεια προς την ΕΑΣ που εμφαίνονται στον πίνακα 2 έχουν αρκετά σημαντικές διαφορές μεταξύ τους όσον αφορά το άνοιγμα σε κίνδυνο αθέτησης από τον εγγυητή, από αρχικό κεφάλαιο 10 εκατ. ευρώ (δάνειο αριθ. 4 από την Εθνική Τράπεζα 2004) έως αρχικό κεφάλαιο 164 εκατ. ευρώ (δάνειο αριθ. 3 από την Alpha Bank το 2006). Ωστόσο, οι εν λόγω διαφορές δεν μεταφράστηκαν σε υψηλότερα τέλη εγγύησης. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το πάγιο τέλος ύψους 1 % που παρασχέθηκε από την ΕΑΣ στο κράτος ως αμοιβή για τις εγγυήσεις δεν αποτελεί επιτόκιο με βάση την αγορά, διότι δεν αντικατοπτρίζει τον αυξημένο κίνδυνο των εγγυημένων δανείων σε περίπτωση αθέτησης.

(84)

Ως εκ τούτου, οι εγγυήσεις που χορηγήθηκαν την περίοδο 2004-2006, παρείχαν οικονομικό πλεονέκτημα στην ΕΑΣ, το οποίο δεν θα μπορούσε να έχει υπό συνθήκες της αγοράς. Το ποσό του πλεονεκτήματος αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ του κόστους της χρηματοδότησης την οποία θα είχε λάβει η ΕΑΣ από την αγορά χωρίς τις κρατικές εγγυήσεις και της τιμής (βασικό επιτόκιο συν τα ασφάλιστρα) που πράγματι καταβλήθηκε για τις εν λόγω κρατικές εγγυήσεις και τα αντίστοιχα δάνεια (17).

(85)

Ωστόσο, η έρευνα δεν εντόπισε συγκεκριμένες σύγχρονες τιμές επιτοκίων για δάνεια προς την ΕΑΣ χωρίς την κρατική εγγύηση ή τιμές της αγοράς για την τελευταία εγγύηση. Τα διαθέσιμα δεδομένα της αγοράς (αιτιολογικές σκέψεις 58 και 59) αποτυπώνουν χρηματοπιστωτικά μέσα διαφορετικά από τα δάνεια και τις εγγυήσεις που συνάφθηκαν από την ΕΑΣ, ιδίως ως προς τη ληκτότητα και το ποσό, και έχουν ανακτηθεί από εταιρείες οι οποίες δεν είχαν χρηματοοικονομικά δεδομένα παρόμοια με αυτά της ΕΑΣ στον πίνακα 1 ανωτέρω (για την περίοδο 2004-2006) ούτε ιστορικό αθέτησης παρόμοιο με αυτό της ΕΑΣ όπως φαίνεται στον πίνακα 3 ανωτέρω (για την περίοδο 2004-2006). Επιπλέον, σε αντίθεση με τις εν λόγω εταιρείες, η φύση της στρατιωτικής παραγωγής της ΕΑΣ και της δραστηριότητας του κυριότερου πελάτη της, δηλαδή των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, θα μπορούσε να θεωρηθεί από τις ελληνικές τράπεζες πρόσθετος εμπορικός λόγος για να παράσχουν χρηματοδότηση στην ΕΑΣ. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα δεδομένα της αγοράς στην προκειμένη περίπτωση δεν παρέχουν από μόνα τους ισχυρή ένδειξη και ακριβές σημείο αναφοράς του κόστους με το οποίο η ΕΑΣ θα μπορούσε να είχε εξασφαλίσει τα ίδια δάνεια μεταξύ του 2004 και του 2006 υπό συνθήκες της αγοράς.

(86)

Κατά συνέπεια, προκειμένου να προσδιοριστεί το υποθετικό κόστος χρηματοδότησης από την αγορά για τα έξι δάνεια που χορηγήθηκαν κατά τα έτη 2004-2006 (δηλαδή τα δάνεια αριθ. 2, 3, 4, 7, 8 και 9 του πίνακα 2), η Επιτροπή έχει λάβει επίσης υπόψη τις ενδείξεις στην ανακοίνωση σχετικά με τα επιτόκια αναφοράς και προεξόφλησης («η ανακοίνωση του 2008») (18).

(87)

Λαμβανομένων υπόψη της οικονομικής κατάστασης της ΕΑΣ κατά την περίοδο 2004-2006, όπως αποτυπώνεται στα χρηματοοικονομικά δεδομένα του πίνακα 1, και του γεγονότος ότι οι ελληνικές αρχές δεν ήταν σε θέση να παράσχουν στην Επιτροπή σχέδιο που να δείχνει με αξιόπιστο τρόπο θετικές εξελίξεις για το μέλλον της εταιρείας, η φερεγγυότητα της ΕΑΣ (διαβάθμιση πιστοληπτικής ικανότητας) πρέπει να θεωρείται η χαμηλότερη από τις πέντε πιθανές διαβαθμίσεις που προβλέπονται στην ανακοίνωση του 2008, δηλαδή «Κακή/Οικονομικές δυσχέρειες (CCC και κάτω)». Επιπλέον, τα επίμαχα δάνεια δεν είχαν εξασφαλίσεις και, ως εκ τούτου, πρέπει να χαρακτηριστούν ως «χαμηλής εξασφάλισης» στην κλίμακα τριών βαθμίδων που προβλέπεται στην ανακοίνωση του 2008. Επομένως, το επιτόκιο της αγοράς πρέπει να υπολογιστεί για κάθε δάνειο ως το αποτέλεσμα του αθροίσματος του ετήσιου επιτοκίου IBOR κατά τον χρόνο χορήγησης του δανείου συν 1 000 μονάδες βάσης, όπως ορίζεται στην ανακοίνωση του 2008.

(88)

Η αξιοπιστία του αποτελέσματος του ανωτέρω υπολογισμού επιβεβαιώνεται περαιτέρω στην προκειμένη περίπτωση από το γεγονός ότι το αποτέλεσμα αυτό βρίσκεται εντός του εύρους τιμών των περιθωρίων CDS και των αποδόσεων των ομολόγων που παρατίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις 58 και 59.

(89)

Ως εκ τούτου, το ποσό του πλεονεκτήματος που συνδέεται με τις κρατικές εγγυήσεις για τα δάνεια τα οποία έλαβε η ΕΑΣ κατά τα έτη 2004-2006 (όπως προσδιορίζεται στην αιτιολογική σκέψη 87 ανωτέρω) πρέπει να υπολογιστεί χωριστά για κάθε δάνειο σύμφωνα με την ακόλουθη μεθοδολογία: η διαφορά ανάμεσα: i) στο επιτόκιο της αγοράς με βάση την ανακοίνωση του 2008 το οποίο υπολογίζεται όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 87, εφαρμοζόμενο στο αρχικό κεφάλαιο του δανείου, και ii) στο πραγματικό κόστος χρηματοδότησης που οφείλει η ΕΑΣ, λαμβάνοντας υπόψη το επιτόκιο που εφαρμόζουν οι τράπεζες στο αρχικό κεφάλαιο του δανείου και την προμήθεια εγγύησης 1 % που εφαρμόζει το κράτος (βλέπε πίνακα 2), υπολογιζόμενα και καταλογιζόμενα για την περίοδο κατά την οποία τα διάφορα ποσά τέθηκαν στη διάθεση της ΕΑΣ.

(90)

Από την άλλη πλευρά, η οικονομική κατάσταση της ΕΑΣ διέφερε σημαντικά κατά την περίοδο από το 2007 έως το 2011. Σύμφωνα με τον πίνακα 1, το 2007 η ΕΑΣ έχασε το ένα τρίτο του κύκλου εργασιών της σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη, είχε ζημίες (αρνητικά κέρδη προ φόρων (ΚΠΦ)) διπλάσιες του κύκλου εργασιών της, αρνητικά ίδια κεφάλαια πάνω από το τετραπλάσιο του κύκλου εργασιών της και ζημίες προηγούμενων ετών σχεδόν εννεαπλάσιες του κύκλου εργασιών της. Τα αρνητικά ίδια κεφάλαια της ΕΑΣ το 2007 ήταν σχεδόν τέσσερις φορές υψηλότερα απ' ό,τι το 2006, γεγονός που όχι μόνο σταθεροποίησε την εν λόγω αρνητική εξέλιξη, αλλά και αύξησε σε μεγάλο βαθμό την έντασή της. Μετά το 2007, τα χρηματοοικονομικά δεδομένα μόνο επιδεινώνονταν περαιτέρω και μάλιστα σημαντικά. Ο κύκλος εργασιών της ΕΑΣ μειώθηκε σταδιακά σε 39 εκατ. ευρώ το 2011 από 95 εκατ. ευρώ το 2006, ενώ οι ζημίες προηγούμενων ετών ανήλθαν σωρευτικά σε 1 131 εκατ. ευρώ το 2011, σε σύγκριση με 443 εκατ. ευρώ το 2006. Το 2011, η ΕΑΣ είχε αρνητικά ίδια κεφάλαια σχεδόν 14πλάσια του κύκλου εργασιών της και ζημίες προηγούμενων ετών σχεδόν 29πλάσιες του κύκλου εργασιών της. Επιπλέον, ο πίνακας 3 δείχνει ότι τα ποσά των οποίων η ΕΑΣ αθέτησε την πληρωμή ανήλθαν σε διψήφια εκατομμύρια ευρώ το 2007, σημειώνοντας σταθερή αύξηση από 15 εκατ. ευρώ το 2007 σε 90 εκατ. ευρώ το 2011.

(91)

Με βάση τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία, η Επιτροπή θεωρεί ότι, από το 2007, ο κίνδυνος αθέτησης πληρωμών εκ μέρους της ΕΑΣ σε σχέση με μη εξασφαλισμένα δάνεια ήταν τόσο μεγάλος που, ελλείψει κρατικών εγγυήσεων, δεν θα μπορούσε να λάβει δάνειο από την αγορά σε καμία περίπτωση. Πράγματι, κανένας δανειστής της αγοράς με γνώση των χρηματοοικονομικών δεδομένων της ΕΑΣ κατά την περίοδο 2007-2011 και του ιστορικού αθέτησης πληρωμών εκ μέρους της δεν θα είχε συμφωνήσει να παράσχει καμία χρηματοδότηση στην ΕΑΣ χωρίς σοβαρή εγγύηση ή εξασφάλιση, διότι κάθε ιδιώτης δανειστής θα προέβλεπε ότι μια τέτοια χρηματοδότηση τελικά θα χανόταν. Επιπλέον, κανένας εγγυητής της αγοράς δεν θα παρείχε στους δανειστές εγγύηση για τα δάνεια προς την ΕΑΣ μετά το 2007 χωρίς εκ των προτέρων εφάπαξ ασφάλιστρα στο 100 % του αρχικού κεφαλαίου, τα οποία θα ασφάλιζαν πλήρως τη ζημία που θα υφίστατο με βεβαιότητα ο εγγυητής όταν η ΕΑΣ θα αθετούσε την πληρωμή των δανείων, αργά ή γρήγορα. Ως εκ τούτου, το στοιχείο της ενίσχυσης στις κρατικές εγγυήσεις που χορηγήθηκαν στην ΕΑΣ κατά την περίοδο 2007-2011 ισοδυναμεί με εφάπαξ προμήθεια εγγύησης ίση με το συνολικό ποσό του αρχικού κεφαλαίου των εγγυημένων δανείων και καταβληθείσα προκαταβολικά κατά τη χορήγηση κάθε εγγύησης, μείον την προμήθεια εγγύησης που κατέβαλε πράγματι η ΕΑΣ για κάθε δάνειο (19).

(92)

Η Επιτροπή λαμβάνει υπό σημείωση τη διευκρίνιση των ελληνικών αρχών όσον αφορά το ποσό που είχε πράγματι διατεθεί στην ΕΑΣ σε σχέση με το δάνειο ύψους 30 εκατ. ευρώ από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, την Alpha Bank και την EFG Eurobank το 2011 (εγγύηση αριθ. 10 στον πίνακα 2 ανωτέρω) το οποίο ανερχόταν σε 7 095 858 ευρώ, αντί για 30 000 000 ευρώ όπως είχε αρχικά αναφερθεί στην απόφαση της 6ης Μαρτίου 2013.

(93)

Η Επιτροπή λαμβάνει επίσης υπό σημείωση τη διευκρίνιση των ελληνικών αρχών όσον αφορά την κρατική εγγύηση για το δάνειο των 10 εκατ. ευρώ από την Tbank το 2011 (εγγύηση αριθ. 11 στον πίνακα 2 ανωτέρω), σύμφωνα με την οποία το ομολογιακό δάνειο ουδέποτε εκδόθηκε.

(94)

Η Επιτροπή παρατηρεί επίσης ότι, ακόμη και αν έχουν πράγματι διατεθεί στην ΕΑΣ μόνο 7 095 858 ευρώ από το δάνειο αριθ. 10 και 0 ευρώ από το δάνειο αριθ. 11 στον πίνακα 2 ανωτέρω, οι κρατικές εγγυήσεις είχαν παρασχεθεί για ολόκληρο το ποσό των 40 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, μόνο τα ποσά των δανείων που όντως εκταμιεύθηκαν έχουν σημασία για τον καθορισμό του ποσού της ενίσχυσης που πρέπει να ανακτηθεί, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 135 της παρούσας απόφασης. Όσον αφορά τις ημερομηνίες χορήγησης, αυτές αναφέρονται στον πίνακα 2 ανωτέρω.

(95)

Επιπλέον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ορισμένες από τις εγγυήσεις στο πλαίσιο του μέτρου 1 κατέπεσαν και, επομένως, το κράτος έγινε πιστωτής της ΕΑΣ (μέτρο 3). Ωστόσο, στον βαθμό που οι εν λόγω αθετήσεις επήλθαν μετά την παροχή της σχετικής εγγύησης, αυτό είναι άνευ σημασίας για τον χαρακτηρισμό του μέτρου ως κρατικής ενίσχυσης και για το συνολικό ποσό του οικονομικού πλεονεκτήματος. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η κατάπτωση μιας εγγύησης αποτελεί φυσική συνέπεια της παροχής της εν λόγω εγγύησης από εγγυητή. Με άλλα λόγια, το οικονομικό πλεονέκτημα μιας κρατικής εγγύησης σε τιμές χαμηλότερες από εκείνες που αντιστοιχούν στις συνθήκες της αγοράς έγκειται στη διαφορά ανάμεσα στην προμήθεια εγγύησης που χρεώνει το κράτος και στο ασφάλιστρο που θα χρέωνε ένας εγγυητής της αγοράς, εφόσον υπήρχε. Ως εκ τούτου, η προμήθεια εγγύησης μπορεί να ενέχει πιθανό πλεονέκτημα ανεξάρτητα από το αν καταπέσει η εγγύηση, ακόμα και αν το υποκείμενο δάνειο εξοφληθεί δεόντως και η εγγύηση δεν ζητηθεί από τον δανειστή. Ωστόσο, στον βαθμό που οι αθετήσεις πληρωμών είχαν ήδη επέλθει πριν από την παροχή νέων εγγυήσεων, ένας εγγυητής της αγοράς θα είχε λάβει υπόψη τις προηγούμενες αθετήσεις της ΕΑΣ και θα είχε τουλάχιστον ενσωματώσει τον αυξημένο κίνδυνο στο τέλος εγγύησης που θα έπρεπε να καταβάλει η ΕΑΣ για νέα δάνεια ή δεν θα είχε χορηγήσει καμία εγγύηση ούτε δάνειο (20).

(96)

Τέλος, η Επιτροπή θεωρεί ότι το επιχείρημα που προέβαλαν οι ελληνικές αρχές ότι η ΕΑΣ δεν μπορούσε να παρέχει εξασφαλίσεις για τα σχετικά δάνεια για λόγους ασφαλείας δεν έχει σημασία για τον χαρακτηρισμό ως κρατικών ενισχύσεων των εγγυήσεων που συνιστούσαν το μέτρο 1. Δεδομένου ότι η έννοια της κρατικής ενίσχυσης είναι αντικειμενική έννοια, δεν έχει σημασία ο λόγος για τον οποίο η ΕΑΣ δεν μπορούσε να παρέχει εξασφαλίσεις, αλλά μόνο το ότι η ΕΑΣ δεν θα μπορούσε να λάβει τα δάνεια που περιγράφονται στον πίνακα 2 υπό τους ίδιους όρους χωρίς τις εγγυήσεις. Επιπλέον, τα μη εξασφαλισμένα δάνεια ενέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για τον δανειστή απ' ό,τι τα εξασφαλισμένα δάνεια και, ως εκ τούτου, προσφέρουν υψηλότερο επιτόκιο ως αμοιβή για τον αναλαμβανόμενο κίνδυνο. Αυτό το αντικειμενικό γεγονός αποτυπώνεται στο επιτόκιο που υπολογίζεται σύμφωνα με την ανακοίνωση του 2008, το οποίο είναι αντιστρόφως ανάλογο της ποιότητας των παρεχόμενων εξασφαλίσεων.

(97)

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το μέτρο 1 παρείχε πλεονέκτημα στην ΕΑΣ το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό που υπολογίζεται βάσει της μεθοδολογίας που εξηγείται, όσον αφορά τις εγγυήσεις που χορηγήθηκαν για τα δάνεια της περιόδου 2004-2006, στην αιτιολογική σκέψη 89 ανωτέρω και, όσον αφορά τις εγγυήσεις που χορηγήθηκαν για τα δάνεια της περιόδου 2007-2011, στην αιτιολογική σκέψη 91 ανωτέρω.

(98)

Όσον αφορά τα επιχειρήματα των ελληνικών αρχών που συνοψίζονται στις αιτιολογικές σκέψεις 33 και 34 της παρούσας απόφασης, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι οικονομικές δυσκολίες μιας επιχείρησης πρέπει να αξιολογούνται αντικειμενικά με βάση τους χρηματοπιστωτικούς και οικονομικούς δείκτες της εν λόγω επιχείρησης. Ως εκ τούτου, οι λόγοι αυτοί καθαυτοί στους οποίους οφείλονται οι οικονομικές δυσκολίες δεν θα πρέπει να μετριάζουν το επίπεδο σοβαρότητας των εν λόγω οικονομικών δυσχερειών, όπως προκύπτει από τους σχετικούς χρηματοπιστωτικούς και οικονομικούς δείκτες (21).

5.2.1.4.   Επιπτώσεις στον ανταγωνισμό και στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών

(99)

Τα επίμαχα μέτρα έδωσαν στην ΕΑΣ τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει τόσο τη στρατιωτική όσο και τη μη στρατιωτική παραγωγή της σε τιμές χαμηλότερες από τις συνήθεις τιμές της αγοράς. Επομένως, τα επίμαχα μέτρα είναι ικανά να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό, δεδομένου ότι άλλες εταιρείες που δραστηριοποιούνται στις ίδιες αγορές έπρεπε να χρηματοδοτούν τις δραστηριότητές τους υπό συνθήκες της αγοράς και να λειτουργούν χωρίς παρόμοια κρατική στήριξη.

(100)

Επίσης, ανεξάρτητα από τη σημασία που έχει η στρατιωτική παραγωγή της ΕΑΣ για τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας της Ελλάδας, η ΕΑΣ δραστηριοποιούνταν σε τομέα στον οποίο προϊόντα για μη στρατιωτική χρήση αποτελούν αντικείμενο συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών.

(101)

Κατά συνέπεια, το μέτρο 1 ήταν ικανό να επηρεάσει τον ανταγωνισμό και τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.

5.2.1.5.   Συμπέρασμα σχετικά με την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ για το μέτρο 1

(102)

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι εγγυήσεις που ορίζονται ως μέτρο 1, οι οποίες χορηγήθηκαν στην ΕΑΣ από την Ελλάδα και περιγράφονται στις αιτιολογικές σκέψεις 15 έως 16, συνιστούν, στον βαθμό που ωφέλησαν τις μη στρατιωτικές δραστηριότητες της ΕΑΣ, κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

5.2.2.   Μέτρο 3: Αυξήσεις κεφαλαίου του 2011

5.2.2.1.   Κρατικοί πόροι και καταλογισμός στο κράτος

(103)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι επίμαχες αυξήσεις κεφαλαίου παρασχέθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο. Ως εκ τούτου, η χορήγηση του μέτρου 3 καταλογίζεται στο Ελληνικό Δημόσιο και χρηματοδοτείται από κρατικούς πόρους.

(104)

Όσον αφορά το ποσό των κρατικών πόρων που χορηγήθηκαν, η Επιτροπή δεν συμφωνεί με τις ελληνικές αρχές ότι ένα μέρος των αυξήσεων κεφαλαίου δεν θα πρέπει να συνυπολογιστεί στο μέτρο 3 διότι επρόκειτο για κεφαλαιοποίηση των χρεών από την κατάπτωση των κρατικών εγγυήσεων (μέτρο 1). Αυτό οφείλεται στο ότι η κεφαλαιοποίηση των χρεών από την κατάπτωση μιας εγγύησης δεν είναι αυτόματη μετατροπή, αλλά μάλλον ενεργή απόφαση από το κράτος να μη ζητήσει την αναγκαστική είσπραξη του χρέους.

(105)

Μια τέτοια μετατροπή συνεπάγεται δυνητική απώλεια αξίας, λαμβανομένου υπόψη ότι το κράτος αντάλλαξε τη θέση του ως πιστωτή με εκείνη του μετόχου, με αποτέλεσμα την απώλεια κρατικών πόρων υπό τη μορφή χρεών που αποφάσισε να μην απαιτήσει. Επιπλέον, σε περίπτωση ενδεχόμενης εκκαθάρισης της εταιρείας, ένας μέτοχος, εξ ορισμού, θα ήταν λιγότερο πιθανό να εισπράξει το κεφάλαιό του απ' ό,τι ένας πιστωτής, έτσι ώστε η μετατροπή του χρέους προς το Δημόσιο σε κεφάλαιο να έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια πιθανών κρατικών πόρων.

5.2.2.2.   Επιλεκτικότητα

(106)

Δεδομένου ότι το μέτρο χορηγήθηκε σε μεμονωμένη επιχείρηση, δηλαδή την ΕΑΣ, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι έχει επιλεκτικό χαρακτήρα.

5.2.2.3.   Ύπαρξη οικονομικού πλεονεκτήματος

(107)

Όπως αναφέρεται ανωτέρω, ένα πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ είναι οποιοδήποτε οικονομικό όφελος το οποίο μια επιχείρηση δεν θα μπορούσε να αποκομίσει υπό τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή δεν έχει λάβει πειστικά στοιχεία από τις ελληνικές αρχές τα οποία θα αιτιολογούσαν το επιχείρημά τους ότι, καθώς το Δημόσιο ενήργησε ως συνετός επενδυτής της αγοράς, οι επίμαχες αυξήσεις κεφαλαίου έγιναν υπό τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς και, ως εκ τούτου, δεν θα μπορούσαν να συνιστούν πλεονέκτημα.

(108)

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι διάφορες αυξήσεις κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του 2011, από τον Μάιο του 2011 έως τον Δεκέμβριο του 2011, από το Ελληνικό Δημόσιο ως μέτοχο δεν συνοδεύονταν από καμία ανάλυση των προοπτικών απόδοσης της υποτιθέμενης επένδυσης την οποία ένας συνετός επενδυτής θα είχε εξετάσει και λάβει υπόψη πριν αποφασίσει σχετικά με την επένδυση. Όπως εξήγησε η Ελλάδα, οι αυξήσεις κεφαλαίου πραγματοποιήθηκαν με σκοπό να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα της ΕΑΣ δεδομένου του καθοριστικού της ρόλου στην εθνική άμυνα και ασφάλεια. Σε κάθε περίπτωση, το ποσό των αυξήσεων κεφαλαίου ήταν ανεπαρκές για την κάλυψη των αρνητικών ιδίων κεφαλαίων της ΕΑΣ και, συνεπώς, δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί μέτρο που προστατεύει την αξία της εταιρείας και υποστηρίζει την αναδιάρθρωσή της.

(109)

Στο πλαίσιο αυτό, από τις πληροφορίες που διαβίβασε η Ελλάδα προκύπτει ότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι κρατικές υπηρεσίες πραγματοποίησαν εκ των προτέρων οικονομική ανάλυση σχετικά με το κατά πόσον η μετατροπή των απαιτήσεων από την κατάπτωση των εγγυήσεων σε κεφάλαιο ήταν οικονομικά πιο συμφέρουσα από τη διατήρηση ή την εκτέλεση αυτών των απαιτήσεων. Ένας πιστωτής της αγοράς κανονικά θα εξέταζε ποιες ενέργειες είναι οικονομικά πιο συμφέρουσες προτού λάβει τη σχετική απόφαση.

(110)

Για να αξιολογηθεί κατά πόσον το κράτος χορήγησε πλεονέκτημα στην ΕΑΣ όταν παρείχε τις αυξήσεις κεφαλαίου πρέπει να διαπιστωθεί αν ενήργησε κατά τον ίδιο τρόπο που θα ενεργούσε ένας φορέας της οικονομίας της αγοράς σε παρόμοια κατάσταση. Ένας τέτοιος φορέας της οικονομίας της αγοράς δεν θα λάμβανε υπόψη του λόγους δημόσιας πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό, το επιχείρημα που προέβαλαν οι ελληνικές αρχές όσον αφορά τη διατήρηση μιας εταιρείας που είναι σημαντική για τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας της χώρας δεν μπορεί, επομένως, να ληφθεί υπόψη ως λόγος που ένας ιδιώτης επενδυτής στην οικονομία της αγοράς θα λάμβανε υπόψη και δεν έχει, αυτό καθαυτό, σημασία για την αξιολόγηση των επίμαχων αυξήσεων κεφαλαίου.

(111)

Ακόμη και ελλείψει επικαιροποιημένων στοιχείων που να αποδεικνύουν ότι οι ελληνικές αρχές προέβησαν στην ανάλυση που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 108, είναι προφανές από τα διαθέσιμα αριθμητικά στοιχεία ότι η μετατροπή ήταν λιγότερο συμφέρουσα απ' ό,τι η κατάσταση τήρησης των χρεωστικών απαιτήσεων. Πράγματι, το ποσό των μακροπρόθεσμων και βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων της ΕΑΣ το 2011, όπως αναφέρεται στον ισολογισμό της, ήταν 1 008 εκατ. ευρώ. Λαμβανομένων υπόψη των ήδη αρνητικών ιδίων κεφαλαίων ύψους 537 εκατ. ευρώ που καταγράφηκαν κατά το ίδιο έτος και της αδυναμίας πώλησης των στρατιωτικών περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, το κράτος κατά πάσα πιθανότητα δεν θα είχε ανακτήσει κανένα τμήμα των αυξημένων ιδίων κεφαλαίων συνολικού ύψους 154,19 εκατ. ευρώ σε περίπτωση εκκαθάρισης της εταιρείας ή συνέχισης χωρίς προοπτικές απόδοσης. Επομένως, ένας πιστωτής της αγοράς θα είχε διατηρήσει τις χρεωστικές απαιτήσεις που είχαν αναγκαστικά μεγαλύτερη πιθανότητα, έστω και μικρή, να προσφέρουν θετική απόδοση απ' ό,τι η μετατροπή σε ίδια κεφάλαια. Οι χρεωστικές απαιτήσεις (ακόμη και οι μη εξασφαλισμένες) κατατάσσονται υψηλότερα από άποψη προτεραιότητας των πιστωτών απ' ό,τι οι απαιτήσεις των μετόχων.

(112)

Οι ίδιοι λόγοι ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, και για την εισροή πρόσθετων νέων κεφαλαίων συνολικού ύψους 4 εκατ. ευρώ. Κανένας επενδυτής της αγοράς δεν θα παραιτούνταν από τα ποσά που είχε συνεισφέρει χωρίς να υπάρχει εκ των προτέρων προοπτική απόδοσης. Αυτό απορρέει από το γεγονός ότι οι ελληνικές αρχές δεν έχουν παράσχει καμία εκ των προτέρων οικονομική ανάλυση της μελλοντικής κερδοφορίας, καθώς και από την εξέταση των προηγούμενων και των σημερινών οικονομικών επιδόσεων της ΕΑΣ από την άποψη της πραγματικής ή δυνητικής απόδοσης για τον μέτοχο όπως παρουσιάζεται στον πίνακα 1. Πράγματι, είναι προφανές από τις οικονομικές επιδόσεις της ΕΑΣ από το 2004 ότι η εταιρεία δεν έχει παράσχει καμία απόδοση όσον αφορά τα μερίσματα από το επενδεδυμένο κεφάλαιο. Εντωμεταξύ, έως το 2011, τα ίδια κεφάλαια των μετόχων μειώθηκαν από ελαφρώς θετικά (41 εκατ. ευρώ) σε πολύ αρνητικά (μείον 537 εκατ. ευρώ), κι έτσι αναλώθηκε το σύνολο του κεφαλαίου που επένδυσαν οι μέτοχοι και εξαλείφθηκε, ελλείψει αξιόπιστου επιχειρηματικού σχεδίου αναδιάρθρωσης, κάθε υποθετική προσδοκία για μελλοντική αύξηση της αξίας των συμμετοχών.

(113)

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί ότι ένας συνετός επενδυτής της αγοράς δεν θα συμμετείχε στις αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου της ΕΑΣ υπό αυτές τις συνθήκες, ιδίως χωρίς αξιόπιστο επιχειρηματικό σχέδιο αναδιάρθρωσης που να δείχνει εκ των προτέρων προοπτική αποκατάστασης της βιωσιμότητας της ΕΑΣ και ικανή απόδοση της επένδυσης για το Δημόσιο ως μέτοχο, καθώς και τυχόν αναμενόμενη προοπτική απόδοσης από τα στοιχεία που παρασχέθηκαν από την Ελλάδα. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η συμμετοχή του Δημοσίου στις αυξήσεις κεφαλαίου του 2011 παρείχε στον δικαιούχο πλεονέκτημα που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό των αυξήσεων κεφαλαίου. Οι δόσεις του μέτρου και οι ημερομηνίες χορήγησης παρατίθενται στον πίνακα 4.

5.2.2.4.   Επιπτώσεις στον ανταγωνισμό και στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών

(114)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι, για τους λόγους που αναφέρονται στις αιτιολογικές σκέψεις 99 και 100, το μέτρο 3 ήταν ικανό να επηρεάσει τον ανταγωνισμό και τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.

5.2.2.5.   Συμπέρασμα σχετικά με την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ για το μέτρο 3

(115)

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι αυξήσεις κεφαλαίου που ορίζονται ως μέτρο 3, οι οποίες χορηγήθηκε στην ΕΑΣ από την Ελλάδα και περιγράφονται στις αιτιολογικές σκέψεις 42 έως 47, συνιστούν, στον βαθμό που ωφέλησαν τις μη στρατιωτικές δραστηριότητες της ΕΑΣ, κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

5.2.3.   Συμπέρασμα σχετικά με την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης

(116)

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω και στον βαθμό που τα μέτρα 1 και 3 ωφέλησαν τη μη στρατιωτική παραγωγή της ΕΑΣ, η Επιτροπή θεωρεί ότι αυτά συνιστούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

5.3.   Παράνομη ενίσχυση

(117)

Τα μέτρα 1 και 3 συνιστούν κρατική ενίσχυση και χορηγήθηκαν κατά παράβαση των υποχρεώσεων κοινοποίησης και αναστολής που θεσπίζονται στο άρθρο 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, τα εν λόγω μέτρα συνιστούν παράνομη κρατική ενίσχυση.

5.4.   Συμβιβάσιμο της ενίσχυσης

(118)

Η απαγόρευση των κρατικών ενισχύσεων που προβλέπεται στο άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ δεν είναι ούτε απόλυτη ούτε άνευ όρων. Συγκεκριμένα, οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 107 της ΣΛΕΕ συνιστούν τις νομικές βάσεις που επιτρέπουν ορισμένες ενισχύσεις να θεωρηθούν συμβιβάσιμες με την εσωτερική αγορά.

(119)

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, εναπόκειται στο κράτος μέλος να επικαλεστεί πιθανούς λόγους συμβιβάσιμου και να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του εν λόγω συμβιβάσιμου (22).

(120)

Οι ελληνικές αρχές δεν επικαλέστηκαν πιθανούς λόγους συμβιβάσιμου. Επέμειναν ότι τα μέτρα 1 και 3 αποσκοπούσαν αποκλειστικά στην υποστήριξη της στρατιωτικής παραγωγής που είναι σημαντική για τα ουσιώδη συμφέροντα ασφαλείας της Ελλάδας και, όσον αφορά το μέτρο 3, ότι δεν συνιστούσε, σε καμία περίπτωση, κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι δεν χορήγησε κανένα πλεονέκτημα στην ΕΑΣ, αλλά εφαρμόστηκε σύμφωνα με τη συμπεριφορά ενός ιδιώτη επενδυτή στην οικονομία της αγοράς.

(121)

Ωστόσο, δεδομένου ότι τα μέτρα συνιστούν κρατική ενίσχυση, η Επιτροπή έκρινε σκόπιμο, παρ' όλα αυτά, να τα αξιολογήσει όσον αφορά το συμβιβάσιμο του χαρακτήρα τους βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ, σύμφωνα με το οποίο «οι ενισχύσεις για την προώθηση της αναπτύξεως ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή οικονομικών περιοχών, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον» δύνανται να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την εσωτερική αγορά.

(122)

Για να θεωρηθεί συμβιβάσιμη με την εσωτερική αγορά βάσει του εν λόγω άρθρου, η ενίσχυση πρέπει να ανταποκρίνεται σε έναν σαφώς προσδιορισμένο στόχο κοινού συμφέροντος, να είναι αναγκαία και αναλογική προς τον εν λόγω στόχο, να έχει χαρακτήρα κινήτρου, να μην επηρεάζει τον ανταγωνισμό και τις ενδοενωσιακές συναλλαγές σε βαθμό αντίθετο προς το κοινό συμφέρον και να συμμορφώνεται με τις αρχές της διαφάνειας.

(123)

Ωστόσο, η Επιτροπή παρατηρεί ότι δεν μπορεί να εντοπίσει κανέναν στόχο κοινού συμφέροντος τον οποίο θα μπορούσε να επιδιώκει η ενίσχυση, πράγμα που, όπως προαναφέρθηκε, δεν υποστήριξαν ούτε οι ελληνικές αρχές. Ακόμη και αν η ΕΑΣ έπρεπε να θεωρηθεί προβληματική επιχείρηση, περίπτωση στην οποία το συμβιβάσιμο της ενίσχυσης θα έπρεπε να αξιολογηθεί βάσει των κατευθυντήριων γραμμών διάσωσης και αναδιάρθρωσης του 2004, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι προϋποθέσεις του συμβιβάσιμου στο πλαίσιο αυτών των κατευθυντήριων γραμμών σαφώς δεν πληρούνται για το μέτρο 1 (κρατικές εγγυήσεις) και για το μέτρο 3 (αυξήσεις κεφαλαίου).

(124)

Η ενίσχυση δεν τερματίστηκε μετά την παρέλευση 6 μηνών και οι ελληνικές αρχές δεν κοινοποίησαν ούτε κατάρτισαν σχέδιο αναδιάρθρωσης το οποίο θα αποκαθιστούσε τη βιωσιμότητα της εταιρείας, ενώ δεν εφαρμόστηκαν αντισταθμιστικά μέτρα προκειμένου να αμβλυνθούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που προκάλεσε η ενίσχυση. Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι η ενίσχυση περιορίστηκε στο ελάχιστο αναγκαίο, ιδίως μέσω σημαντικής ίδιας συνεισφοράς του δικαιούχου της ενίσχυσης. Τέλος, οι αρχές δεν υπέβαλαν ούτε σχέδιο εκκαθάρισης.

(125)

Η Επιτροπή δεν εντόπισε άλλους πιθανούς λόγους που να συνηγορούν υπέρ του συμβιβάσιμου των μέτρων 1 και 3.

(126)

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε στην ΕΑΣ μέσω των μέτρων 1 και 3 είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά.

5.5.   Συνολικό προς ανάκτηση ποσό

(127)

Σύμφωνα με τη Συνθήκη και κατά πάγια νομολογία, η Επιτροπή είναι αρμόδια να αποφασίσει ότι το οικείο κράτος μέλος πρέπει να καταργήσει ή να τροποποιήσει ενίσχυση, εφόσον διαπιστωθεί ότι αυτή είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά (23). Από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι η υποχρέωση για το κράτος μέλος να καταργήσει ενίσχυση την οποία η Επιτροπή θεωρεί ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά αποσκοπεί στην επαναφορά στην προτέρα κατάσταση (24).

(128)

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο εν λόγω στόχος επιτυγχάνεται εφόσον ο δικαιούχος επιστρέψει τα ποσά που χορηγήθηκαν ως ασυμβίβαστη ενίσχυση, χάνοντας με τον τρόπο αυτό το πλεονέκτημα που απολάμβανε στην αγορά σε σχέση με τους ανταγωνιστές του, και επανέρχονται τα πράγματα στην προ της καταβολής της ενίσχυσης κατάσταση (25).

(129)

Σύμφωνα με τη νομολογία, το άρθρο 16 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου (26) ορίζει ότι «σε περίπτωση αρνητικής απόφασης για υπόθεση παράνομων ενισχύσεων, η Επιτροπή αποφασίζει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ανάκτηση της ενίσχυσης από τον δικαιούχο […]».

(130)

Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι το μέτρο 1 και το μέτρο 3 εφαρμόστηκαν κατά παράβαση του άρθρου 108 της ΣΛΕΕ και πρέπει να θεωρούνται παράνομες ενισχύσεις και ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, το ποσό του αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος που εκταμιεύθηκε βάσει των εν λόγω μέτρων πρέπει να ανακτηθεί προκειμένου να επανέλθει η κατάσταση που επικρατούσε στην αγορά πριν από τη χορήγηση της ενίσχυσης. Ως εκ τούτου, η ανάκτηση πρέπει να καλύπτει την περίοδο κατά την οποία χορηγήθηκε το πλεονέκτημα στον δικαιούχο, δηλαδή από τον χρόνο διάθεσης της ενίσχυσης στον δικαιούχο μέχρι την πραγματική της ανάκτηση. Επομένως, τα προς ανάκτηση ποσά θα πρέπει να περιλαμβάνουν τους οφειλόμενους τόκους έως την πραγματική ανάκτηση. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, οι τόκοι ανάκτησης αρχίζουν να υπολογίζονται από την ημερομηνία κατά την οποία η ενίσχυση τέθηκε πράγματι στη διάθεση του δικαιούχου (27).

(131)

Ωστόσο, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το τμήμα της παραγωγής της ΕΑΣ που αφορούσε στρατιωτικό υλικό μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 346 παράγραφος 1 στοιχείο β) της ΣΛΕΕ. Στον βαθμό που ωφελήθηκε αυτό το τμήμα της παραγωγής, τα μέτρα 1 και 3 εξαιρούνται από την αξιολόγηση υπό το πρίσμα των διατάξεων της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να επιμεριστεί η δημόσια χρηματοδότηση μεταξύ των δύο σκελών παραγωγής, δηλαδή του στρατιωτικού και του μη στρατιωτικού, ώστε να μπορέσει να προσδιοριστεί το ποσό της ασυμβίβαστης ενίσχυσης που πρέπει να ανακτηθεί από το μη στρατιωτικό σκέλος.

(132)

Προκειμένου να προσδιοριστεί σε ποιον βαθμό οι κρατικές ενισχύσεις που εντοπίζονται στα μέτρα 1 και 3 ωφέλησαν τη μη στρατιωτική παραγωγή ελλείψει χωριστών λογαριασμών, η Επιτροπή, σύμφωνα με την πρακτική που ακολουθεί σε σχετικές υποθέσεις (28), θα βασιστεί σε εκτίμηση κατά προσέγγιση και θα εξετάσει την κατανομή μεταξύ των πωλήσεων στρατιωτικών προϊόντων και των πωλήσεων μη στρατιωτικών προϊόντων της ΕΑΣ και θα κατανείμει ανάλογα το πλεονέκτημα που απορρέει από τα μέτρα 1 και 3.

(133)

Η Επιτροπή θεωρεί σκόπιμο να χρησιμοποιήσει το ποσοστό των πωλήσεων στρατιωτικών και μη στρατιωτικών προϊόντων για την περίοδο 2004-2011, όπως παρασχέθηκαν από τις ελληνικές αρχές (βλέπε αιτιολογική σκέψη 24 ανωτέρω), δεδομένου ότι καλύπτει την περίοδο κατά την οποία χορηγήθηκαν τα μέτρα. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η στρατιωτική παραγωγή αντιπροσώπευε το 94,34 % των πωλήσεων, ενώ η μη στρατιωτική παραγωγή αντιπροσώπευε το 5,66 %.

(134)

Όσον αφορά το μέτρο 1, αυτό σημαίνει ότι η κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε σε σχέση με τη μη στρατιωτική δραστηριότητα, η οποία πρέπει να ανακτηθεί ως ασυμβίβαστη ενίσχυση, αντιστοιχεί στο 5,66 % του ποσού που υπολογίζεται βάσει της μεθοδολογίας προσδιορισμού του οικονομικού πλεονεκτήματος η οποία εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 89, όσον αφορά τις εγγυήσεις που χορηγήθηκαν για τα δάνεια της περιόδου 2004-2006, και στην αιτιολογική σκέψη 91 όσον αφορά τις εγγυήσεις που χορηγήθηκαν για τα δάνεια της περιόδου 2007-2011. Το πλεονέκτημα είχε τη μορφή πληρωμών χαμηλότερων τελών εγγύησης. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η ενίσχυση τέθηκε στη διάθεση του δικαιούχου κατά τη χρονική στιγμή που τα τέλη εγγύησης έπρεπε να καταβληθούν από την αρχική ΕΑΣ (δηλαδή πριν από τη διάσπαση σε στρατιωτική και μη στρατιωτική ΕΑΣ).

(135)

Όσον αφορά τα τμήματα των εγγυημένων δανείων του 2011 που δεν χρησιμοποιήθηκαν (29), η Επιτροπή παρατηρεί τα ακόλουθα σε σχέση με το ποσό του αρχικού κεφαλαίου το οποίο θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί στη μεθοδολογία που περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 91 (30). Δεδομένου ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεσμεύτηκε να χορηγήσει εγγυήσεις για ολόκληρο το ποσό των 40 εκατ. ευρώ, πρέπει να θεωρηθεί ότι η εγγύηση έχει χορηγηθεί για 40 εκατ. ευρώ. Πράγματι, κατά τη χρονική στιγμή της εν λόγω δέσμευσης από το Ελληνικό Δημόσιο, εκχωρήθηκε στην ΕΑΣ το νόμιμο δικαίωμα να λάβει την ενίσχυση βάσει ενός ποσού ύψους 40 εκατ. ευρώ υπό μορφή δανείων. Ωστόσο, δεδομένου ότι η ΕΑΣ δεν έλαβε ολόκληρο το ποσό των 40 εκατ. ευρώ ως δάνεια, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η ενίσχυση εκταμιεύθηκε μόνο για το ποσό που πράγματι δανείστηκε η ΕΑΣ στο πλαίσιο των εγγυημένων δανείων, δηλαδή 7 095 858 ευρώ για το δάνειο αριθ. 10 και 0 ευρώ για το δάνειο αριθ. 11. Ως εκ τούτου, ενώ το συνολικό ποσό της χορηγούμενης ενίσχυσης (ακόμη και αν δεν εκταμιεύθηκε) πρέπει να καταργηθεί για το μέλλον (31), μόνο το ποσό που όντως εκταμιεύθηκε μέχρι σήμερα βάσει των εν λόγω εγγυημένων δανείων πρέπει να χρησιμοποιηθεί ως αρχικό κεφάλαιο για τον υπολογισμό του ποσού το οποίο πρέπει να ανακτηθεί με βάση τη μεθοδολογία που περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 91 (32).

(136)

Όσον αφορά το μέτρο 3, η αντίστοιχη κρατική ενίσχυση που πρέπει να ανακτηθεί ανέρχεται σε 8 953 593,86 ευρώ (33).

(137)

Όσον αφορά τους τόκους ανάκτησης, η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να υπολογιστούν με βάση τις ημερομηνίες στις οποίες η ενίσχυση κατέστη πράγματι διαθέσιμη ή έλαβε συγκεκριμένη μορφή για κάθε μέτρο (εγγύηση ή αύξηση κεφαλαίου).

(138)

Επιπλέον, η Επιτροπή έκρινε, σε παρόμοια υπόθεση (34), ότι η ανάκτηση της μη συμβιβάσιμης ενίσχυσης θα πρέπει να γίνει μόνο από το μη στρατιωτικό τμήμα της ενισχυθείσας επιχείρησης, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η ανάκτηση δεν καλύπτεται από κεφάλαια τα οποία, διαφορετικά, θα ωφελούσαν τη στρατιωτική δραστηριότητα (35).

(139)

Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τη διάσπαση της ΕΑΣ σε δύο διάδοχες εταιρείες, δηλαδή τη στρατιωτική ΕΑΣ και τη μη στρατιωτική ΕΑΣ. Με βάση την κατανομή των περιουσιακών στοιχείων και της παραγωγικής ικανότητας (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 54-55), η μη στρατιωτική ΕΑΣ είναι η διάδοχος της μη στρατιωτικής παραγωγής της ΕΑΣ. Αυτό βασίζεται, ειδικότερα, στο γεγονός ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία που συνδέονται με τη μη στρατιωτική παραγωγή της αρχικής ΕΑΣ μεταβιβάστηκαν, στο σύνολό τους, στη μη στρατιωτική ΕΑΣ, συμπεριλαμβανομένων όλων των εκτάσεων γης και των εγκαταστάσεων παραγωγής, των μηχανημάτων, του εξοπλισμού, των μεταφορικών μέσων, των έτοιμων και ημιτελών προϊόντων, των πρώτων υλών και των απαιτήσεων από πελάτες μη στρατιωτικών προϊόντων της αρχικής ΕΑΣ. Επιπλέον, οι υποχρεώσεις φαίνεται να έχουν κατανεμηθεί σύμφωνα με την κατανομή των περιουσιακών στοιχείων μεταξύ της στρατιωτικής ΕΑΣ και της μη στρατιωτικής ΕΑΣ. Ως εκ τούτου, η ασυμβίβαστη ενίσχυση που προκύπτει από τα μέτρα 1 και 3 πρέπει να ανακτηθεί από τα έσοδα και τα περιουσιακά στοιχεία της μη στρατιωτικής ΕΑΣ και κάθε ενίσχυση που προκύπτει από το μέτρο 1 η οποία επρόκειτο να χορηγηθεί στο μέλλον πρέπει να καταργηθεί.

(140)

Τέλος, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις ενδέχεται να αντιμετωπίζουν δυσκολίες ή να είναι σε κατάσταση πτώχευσης δεν επηρεάζει την υποχρέωση ανάκτησης της ασυμβίβαστης ενίσχυσης (36). Υπό τις συνθήκες αυτές, η επαναφορά της κατάστασης που επικρατούσε στην αγορά πριν από τη χορήγηση της ενίσχυσης και, επομένως, η εξάλειψη της νόθευσης του ανταγωνισμού μπορούν, καταρχήν, να επιτευχθούν με την εγγραφή στον πίνακα κατάταξης της απαίτησης η οποία αφορά την επιστροφή των ενισχύσεων αυτών (37). Σε περίπτωση που οι κρατικές αρχές δεν μπορούν να ανακτήσουν τις ενισχύσεις στο σύνολό τους, η εγγραφή της απαίτησης συνεπάγεται εκπλήρωση της υποχρέωσης αναζήτησης των σχετικών ποσών μόνον αν η πτωχευτική διαδικασία καταλήγει στην εκκαθάριση της οικείας επιχείρησης, δηλαδή στην οριστική παύση της δραστηριότητάς της (38).

6.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(141)

Το μέτρο 2 εξαιρείται από τις διατάξεις της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων βάσει του άρθρου 346 παράγραφος 1 στοιχείο β). Επίσης τα τμήματα των μέτρων 1 και 3 που κατανέμονται στη στρατιωτική παραγωγή της ΕΑΣ εξαιρούνται από τις διατάξεις της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων βάσει του άρθρου 346 παράγραφος 1 στοιχείο β).

(142)

Τα μέτρα 1 και 3, στον βαθμό που ωφέλησαν τη μη στρατιωτική παραγωγή της ΕΑΣ, συνιστούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Η Ελλάδα εφάρμοσε παρανόμως την εν λόγω κρατική ενίσχυση κατά παράβαση του άρθρου 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, η οποία είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά. Τα ποσά που κατανέμονται στη μη στρατιωτική παραγωγή της ΕΑΣ πρέπει να ανακτηθούν.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η δημόσια επιχορήγηση που παρασχέθηκε από την Ελλάδα στην επιχείρηση Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα ΑΕ το 2003 για την υλοποίηση επενδυτικού σχεδίου με σκοπό τον εκσυγχρονισμό της βιομηχανικής εγκατάστασης του Αιγίου εξαιρείται από τις διατάξεις περί κρατικών ενισχύσεων της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης βάσει του άρθρου 346 παράγραφος 1 στοιχείο β).

Τα μέτρα υπέρ της επιχείρησης Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα ΑΕ, στον βαθμό που το μέτρο αφορά τη στρατιωτική παραγωγή της, υπό τη μορφή i) κρατικών εγγυήσεων κατά την περίοδο 2004-2011 και ii) συμμετοχής του Δημοσίου στις αυξήσεις κεφαλαίου της εταιρείας το 2011, εξαιρούνται από τις διατάξεις περί κρατικών ενισχύσεων της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης βάσει του άρθρου 346 παράγραφος 1 στοιχείο β).

Άρθρο 2

Η ενίσχυση υπέρ της επιχείρησης Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα ΑΕ, στον βαθμό που το μέτρο αφορά τη μη στρατιωτική παραγωγή της, υπό τη μορφή i) κρατικών εγγυήσεων κατά την περίοδο 2004-2011 και ii) συμμετοχής του Δημοσίου στις αυξήσεις κεφαλαίου της εταιρείας το 2011, χορηγήθηκε παράνομα από την Ελλάδα κατά παράβαση του άρθρου 108 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά.

Άρθρο 3

1.   Η Ελλάδα ανακτά την ασυμβίβαστη ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 2 από τη διάδοχο εταιρεία του δικαιούχου, δηλαδή την επιχείρηση Ελληνικά Συστήματα Παραγωγής Πολιτικών Προϊόντων Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία.

2.   Τα προς ανάκτηση ποσά βαρύνονται με τόκο από την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν στη διάθεση του δικαιούχου μέχρι την πραγματική ανάκτησή τους.

3.   Οι τόκοι υπολογίζονται με τη μέθοδο του ανατοκισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου V του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής (39) και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 271/2008 της Επιτροπής (40), ο οποίος τροποποιεί τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 794/2004.

4.   Η Ελλάδα ακυρώνει όλες τις οφειλόμενες καταβολές της ενίσχυσης που ορίζονται στο άρθρο 2 από την ημερομηνία έκδοσης της παρούσας απόφασης.

Άρθρο 4

1.   Η ανάκτηση της ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 2 είναι άμεση και πραγματική.

2.   Η Ελλάδα διασφαλίζει την εκτέλεση της παρούσας απόφασης εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησής της.

Άρθρο 5

1.   Εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, η Ελλάδα υποβάλλει τις ακόλουθες πληροφορίες:

α)

το συνολικό ποσό (αρχικό κεφάλαιο και τόκους ανάκτησης) που πρέπει να ανακτηθεί από τον δικαιούχο·

β)

λεπτομερή περιγραφή των μέτρων που έχει ήδη λάβει και προγραμματίσει ώστε να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση·

γ)

έγγραφα που αποδεικνύουν ότι έχει δοθεί εντολή στον δικαιούχο να επιστρέψει την ενίσχυση.

2.   Η Ελλάδα τηρεί την Επιτροπή ενήμερη σχετικά με την πρόοδο των εθνικών μέτρων που λαμβάνονται για την εκτέλεση της παρούσας απόφασης έως ότου ολοκληρωθεί η ανάκτηση της ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 2. Υποβάλλει αμέσως, μετά από απλό αίτημα της Επιτροπής, πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που έχει ήδη λάβει και προγραμματίσει για να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση. Διαβιβάζει επίσης λεπτομερείς πληροφορίες για τα ποσά της ενίσχυσης και των τόκων ανάκτησης που έχουν ήδη ανακτηθεί από τον δικαιούχο.

Άρθρο 6

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ελληνική Δημοκρατία.

Βρυξέλλες, 20 Νοεμβρίου 2017.

Για την Επιτροπή

Margrethe VESTAGER

Μέλος της Επιτροπής


(1)   ΕΕ C 152 της 30.5.2013, σ. 1.

(2)  Βλέπε το Δεύτερο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής για την Ελλάδα – Πρώτη επανεξέταση Δεκεμβρίου 2012, http://ec.europa.eu/economy_finance/publications/occasional_paper/2012/pdf/ocp123_en.pdf.

(3)  Το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ) είναι ανώνυμη εταιρεία που συστάθηκε την 1η Ιουλίου 2011 προκειμένου να διαχειριστεί τη διαδικασία ιδιωτικοποιήσεων.

(4)  Βλέπε υποσημείωση 1.

(5)  Σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων (ΕΕ L 124 της 20.5.2003, σ. 36).

(6)  Όπως όπλα πεζικού, πυρομαχικά, οπλικά συστήματα και δεξαμενές καυσίμων αεροσκαφών.

(7)  Όπως μικρά πιστόλια, εκρηκτικά για κατασκευαστικά έργα και πυροτεχνήματα.

(*1)  […] επιχειρηματικό απόρρητο

(8)  Στολές εργασίας και εξαρτήματα.

(9)  Επεξεργασία κραμάτων χαλκού για δίσκους κοπής κερμάτων κ.λπ.

(10)  Ανακοίνωση της Επιτροπής – Κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων (ΕΕ C 244 της 1.10.2004, σ. 2).

(11)  Το 1958, το Συμβούλιο κατάρτισε κατάλογο όπλων, πυρομαχικών και πολεμικού υλικού, στον οποίο έχει εφαρμογή το άρθρο 346 παράγραφος 1 στοιχείο β) πρώτη περίοδος της ΣΛΕΕ, ως προσάρτημα 1 του παραρτήματος D της απόφασης 255/58 του Συμβουλίου. Ο κατάλογος δεν δημοσιεύτηκε ποτέ επισήμως, αλλά είναι πλέον διαθέσιμος στο κοινό.

(12)  Προεδρικό διάταγμα 514/1977 (ΦΕΚ Α/165/14.6.1977)· νόμος 3978/2011 (ΦΕΚ Α/137/16.6.2011).

(13)  […]

(14)  https://www.capitaliq.com

(15)  Βλέπε απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Σεπτεμβρίου 1999, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C-414/97, ECLI:EU:C:1999:417, σκέψη 22, και απόφαση του Δικαστηρίου της 8ης Απριλίου 2008, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C-337/05, ECLI:EU:C:2008:203, σκέψεις 42-44.

(16)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 1999, DMT, C-256/97, ECLI:EU:C:1999:332, σκέψη 22.

(17)  Βλέπε επίσης εν προκειμένου την ανακοίνωση της Επιτροπής για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις με τη μορφή εγγυήσεων, ιδίως το τμήμα 4.2 (ΕΕ C 155 της 20.6.2008, σ. 10).

(18)  Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την αναθεώρηση της μεθόδου καθορισμού των επιτοκίων αναφοράς και προεξόφλησης (ΕΕ C 14 της 19.1.2008, σ. 6).

(19)  Βλέπε υπόθεση C-334/99, Γερμανία κατά Επιτροπής, EU:C:2003:55, σκέψη 138· υπόθεση C-288/96, Γερμανία κατά Επιτροπής, EU:C:2000:537, σκέψεις 30-31.

(20)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη (90) της παρούσας απόφασης.

(21)  Βλέπε την πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση T-220/14, Saremar κατά Επιτροπής, EU:T:2017:267, σκέψη 175.

(22)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 1993, Ιταλία κατά Επιτροπής, C-364/90, ECLI:EU:C:1993:157, σκέψη 20.

(23)  Βλέπε απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1973, Επιτροπή κατά Γερμανίας, C-70/72, ECLI:EU:C:1973:87, σκέψη 13.

(24)  Βλέπε απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, Ισπανία κατά Επιτροπής, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-278/92, C-279/92 και C-280/92, ECLI:EU:C:1994:325, σκέψη 75.

(25)  Βλέπε απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Ιουνίου 1999, Βέλγιο κατά Επιτροπής, C-75/97, ECLI:EU:C:1999:311, σκέψεις 64 και 65.

(26)  Κανονισμός (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 248 της 24.9.2015, σ. 9).

(27)  Απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου της 30ής Ιανουαρίου 2002, Keller και Keller Meccanica κατά Επιτροπής, T-39/99, ECLI:EU:T:2002:19, σκέψεις 106 έως 109.

(28)  Βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 55-60 της απόφασης της Επιτροπής της 24ης Μαρτίου 2009 σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 47/2005 (πρώην ΝΝ 86/2005) της Ελλάδας για την Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων ΑΕ (ΕΛΒΟ), ΕΕ L 118 της 12.5.2010, σ. 81.

(29)  Προσαρμοσμένα ασφαλώς για να αντικατοπτρίζουν το μη στρατιωτικό τμήμα των δραστηριοτήτων, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 134.

(30)  Συγκεκριμένα η διαφορά μεταξύ του συνολικού ποσού για το οποίο χορηγήθηκε εγγύηση, δηλαδή 40 εκατ. ευρώ, και του πραγματικού ποσού που δανείστηκε η ΕΑΣ, δηλαδή 7 095 858 ευρώ. Βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 92 - 94 ανωτέρω.

(31)  Δηλαδή το δικαίωμα σε δύο κρατικές εγγυήσεις συνολικού ύψους 40 εκατ. ευρώ.

(32)  Δηλαδή το ποσό των 7 095 858 ευρώ.

(33)   158 190 704,21 ευρώ × 0,0566.

(34)  Βλέπε ELVO, υποσημείωση 29 ανωτέρω.

(35)  Βλέπε την απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την ΕΛΒΟ, όπ.π.

(36)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, Ισπανία κατά Επιτροπής («Merco»), C-42/93, ECLI:EU:C:1994:326, σκέψη 33· απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Νοεμβρίου 2011, Επιτροπή κατά Ιταλίας, C-496/09, ECLI:EU:C:2011:740, σκέψη 72.

(37)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Απριλίου 2004, Γερμανία κατά Επιτροπής («SMI»), C-277/00, ECLI:EU:C:2004:238, σκέψη 85.

(38)  Απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ισπανίας («Magefesa»), C-610/10, ECLI:EU:C:2012:781, σκέψη 104 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.

(39)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 140 της 30.4.2004, σ. 1).

(40)  Κανονισμός(ΕΚ) αριθ. 271/2008 της Επιτροπής, της 30ής Ιανουαρίου 2008, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 794/2004 σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 82 της 25.3.2008, σ. 1).


III Λοιπές πράξεις

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ

12.4.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 94/30


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΟΠΤΕΫΟΥΣΑΣ ΑΡΧΗΣ ΤΗΣ ΕΖΕΣ

αριθ. 226/17/COL

της 19ης Δεκεμβρίου 2017

για την απαλλαγή της Νορβηγίας από την υποχρέωση εφαρμογής σε ορισμένα είδη της πράξης που αναφέρεται στο σημείο 2 του μέρους 1 του κεφαλαίου III του παραρτήματος I της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (οδηγία 66/401/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί εμπορίας σπόρων προς σπορά κτηνοτροφικών φυτών) [2018/564]

Η ΕΠΟΠΤΕΥΟΥΣΑ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΖΕΣ,

Έχοντας υπόψη την πράξη που αναφέρεται στο σημείο 2 του μέρους 1 του κεφαλαίου III του παραρτήματος I της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο («η συμφωνία ΕΟΧ»), Οδηγία 66/401/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1966, περί εμπορίας σπόρων προς σπορά κτηνοτροφικών φυτών  (1) («οδηγία 66/401/ΕΟΚ»), και ιδίως το άρθρο 23α, όπως προσαρμόστηκε στη συμφωνία ΕΟΧ με το σημείο 4 στοιχείο δ) του πρωτοκόλλου 1 της συμφωνίας ΕΟΧ, το άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο δ) της συμφωνίας μεταξύ των κρατών της ΕΖΕΣ για τη σύσταση Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου, καθώς και το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο γ), το άρθρο 1 παράγραφος 2 και το άρθρο 3 του πρωτοκόλλου 1 της συμφωνίας μεταξύ των κρατών της ΕΖΕΣ για τη σύσταση Εποπτεύουσας Αρχής και Δικαστηρίου,

Έχοντας υπόψη την αίτηση που υποβλήθηκε από τη Νορβηγία στις 3 Ιουλίου 2017,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Με την οδηγία 66/401/ΕΟΚ θεσπίζονται ορισμένες διατάξεις για την εμπορία σπόρων προς σπορά κτηνοτροφικών φυτών και στο άρθρο 23α προβλέπεται ότι ένα κράτος του ΕΟΧ μπορεί να απαλλαγεί εν όλω ή εν μέρει από την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας για ορισμένα είδη, αν δεν υφίσταται κανονικά επί του εδάφους του αναπαραγωγή και εμπορία σπόρων των ειδών αυτών.

(2)

Στις 3 Ιουλίου 2017, η Νορβηγία υπέβαλε (έγγρ. αριθ. 864007) αίτηση απαλλαγής από την υποχρέωση εφαρμογής της οδηγίας 66/401/ΕΟΚ για τα 22 νέα είδη που συμπεριλήφθηκαν στην εν λόγω οδηγία με την εκτελεστική οδηγία (ΕΕ) 2016/2109 της Επιτροπής, της 1ης Δεκεμβρίου 2016, για την τροποποίηση της οδηγίας 66/401/ΕΟΚ του Συμβουλίου όσον αφορά την προσθήκη νέων ειδών και τη βοτανική ονομασία του είδους Lolium x boucheanum Kunth (2) (λόλιον το υβρίδιο), η οποία αναφέρεται στο σημείο 2 του μέρους 1 του κεφαλαίου III του παραρτήματος I της συμφωνίας ΕΟΧ, δεδομένου ότι δεν υφίσταται κανονικά στη Νορβηγία αναπαραγωγή και εμπορία σπόρων των ειδών αυτών.

(3)

Ως εκ τούτου, και για όσο διάστημα ισχύουν οι προϋποθέσεις αυτές, η Νορβηγία θα πρέπει να απαλλάσσεται από την υποχρέωση εφαρμογής της οδηγίας 66/401/ΕΟΚ όσον αφορά τα εν λόγω είδη.

(4)

Η απαλλαγή αυτή δεν θα πρέπει να θίγει την εμπορία στη Νορβηγία σπόρων προς σπορά που παράγονται, σύμφωνα με την οδηγία 66/401/ΕΟΚ, σε άλλο συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας ΕΟΧ.

(5)

Τα μέτρα που προβλέπονται στην παρούσα απόφαση είναι σύμφωνα με τη γνώμη της κτηνιατρικής και φυτοϋγειονομικής επιτροπής της ΕΖΕΣ.

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η Νορβηγία απαλλάσσεται από την υποχρέωση εφαρμογής της πράξης που αναφέρεται στο σημείο 2 του μέρους 1 του κεφαλαίου III του παραρτήματος I της συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (οδηγία 66/401/ΕΟΚ του Συμβουλίου περί εμπορίας σπόρων προς σπορά κτηνοτροφικών φυτών), με εξαίρεση το άρθρο 14 παράγραφος 1, στα ακόλουθα είδη:

Biserrula pelecinus

Lathyrus cicera

Medicago doliata

Medicago italica

Medicago littoralis

Medicago murex

Medicago polymorpha

Medicago rugosa

Medicago scutellata

Medicago truncatula

Ornithopus compressus

Ornithopus sativus

Plantago lanceolata

Trifolium fragiferum

Trifolium glanduliferum

Trifolium hirtum

Trifolium isthmocarpum

Trifolium michelianum

Trifolium squarrosum

Trifolium subterraneum

Trifolium vesiculosum

Vicia benghalensis

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στη Νορβηγία.

Άρθρο 3

Το κείμενο της παρούσας απόφασης στην αγγλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό.

Βρυξέλλες, 19 Δεκεμβρίου 2017.

Για την Εποπτεύουσα Αρχή της ΕΖΕΣ

Sven Erik SVEDMAN

Πρόεδρος

Helga JÓNSDÓTTIR

Μέλος του Σώματος


(1)   ΕΕ 125 της 11.7.1966, σ. 2298/66.

(2)   ΕΕ L 327 της 2.12.2016, σ. 59.


Διορθωτικά

12.4.2018   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 94/32


Διορθωτικό στον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2017/2089 της Επιτροπής, της 14ης Νοεμβρίου 2017, σχετικά με τις τεχνικές ρυθμίσεις για την ανάπτυξη, τη συντήρηση και τη χρησιμοποίηση των ηλεκτρονικών συστημάτων με σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών και την αποθήκευση αυτών των πληροφοριών στο πλαίσιο του ενωσιακού τελωνειακού κώδικα

( Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης L 297 της 15ης Νοεμβρίου 2017 )

Στη σελίδα 15, άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο β):

αντί:

«β)

κεντρικό σύστημα διαχείρισης τελωνειακών αποφάσεων»

διάβαζε:

«β)

κεντρικό σύστημα διαχείρισης τελωνειακών αποφάσεων (“κεντρικό CDMS”)».

Στη σελίδα 15, άρθρο 4 παράγραφος 3 στοιχείο β):

αντί:

«β)

εθνικό σύστημα διαχείρισης τελωνειακών αποφάσεων»

διάβαζε:

«β)

εθνικό σύστημα διαχείρισης τελωνειακών αποφάσεων (“εθνικό CDMS”)».

Στη σελίδα 15, άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ):

αντί:

«γ)

άδεια αναστολής πληρωμής του καταβλητέου δασμού …»

διάβαζε:

«γ)

άδεια αναβολής πληρωμής του καταβλητέου δασμού …».

Στη σελίδα 15, άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο θ):

αντί:

«θ)

άδεια για υποβολή τελωνειακής διασάφησης μέσω εισαγωγής δεδομένων στις λογιστικές καταχωρίσεις του διασαφιστή, …»

διάβαζε:

«θ)

άδεια για υποβολή τελωνειακής διασάφησης μέσω εγγραφής στις λογιστικές καταχωρίσεις του διασαφιστή, …».

Στη σελίδα 15, άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ):

αντί:

«άδεια για την εφαρμογή καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή …»

διάβαζε:

«άδεια για τη χρήση καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή …».

Στη σελίδα 15, άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο ιγ):

αντί:

«άδεια για την εφαρμογή καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεξαγωγή …»

διάβαζε:

«άδεια για τη χρήση καθεστώτος τελειοποίησης προς επανεισαγωγή …».

Στη σελίδα 16, άρθρο 7 παράγραφος 4 δεύτερο εδάφιο:

αντί:

«Όταν ένα κράτος μέλος λαμβάνει απόφαση να χρησιμοποιήσει την πύλη για τους εμπορευόμενους της ΕΕ για εγκρίσεις ή αποφάσεις που έχουν αντίκτυπο μόνο σε αυτό το κράτος μέλος, ενημερώσει σχετικά την Επιτροπή.»

διάβαζε:

«Όταν ένα κράτος μέλος λαμβάνει απόφαση να χρησιμοποιήσει την πύλη για τους εμπορευόμενους της ΕΕ για εγκρίσεις ή αποφάσεις που έχουν αντίκτυπο μόνο σε αυτό το κράτος μέλος, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή.».

Στη σελίδα 17, άρθρο 8 παράγραφος 1:

αντί:

«… και τη λήψη των αποφάσεων.»

διάβαζε:

«… και για τη λήψη των αποφάσεων».

Στη σελίδα 17, άρθρο 12 παράγραφος 1:

αντί:

«… και τη λήψη των αποφάσεων»

διάβαζε:

«… και για τη λήψη των αποφάσεων».

Στη σελίδα 18, άρθρο 13 παράγραφος 1:

αντί:

«…όταν οι εν λόγω άδειες εκδόθηκαν την 1η Μαΐου 2016…»

διάβαζε:

«… όταν οι εν λόγω άδειες εκδόθηκαν από την 1η Μαΐου 2016…».

Στη σελίδα 18, άρθρο 14 παράγραφος 1:

αντί:

«1.   Το σύστημα ομοιόμορφης διαχείρισης χρηστών και ψηφιακής υπογραφής…»

διάβαζε:

«1.   Το σύστημα ομοιόμορφης διαχείρισης χρηστών και ψηφιακής (UUM&DS) …».

Στη σελίδα 19, άρθρο 20 παράγραφος 6:

αντί:

«… τυχόν αλλαγές …»

διάβαζε:

«… τις αλλαγές …».

Στη σελίδα 19, άρθρο 21 παράγραφος 1:

αντί:

«…για τις συμμόρφωσή τους …»

διάβαζε:

«…για τη συμμόρφωσή τους …».

Στη σελίδα 20, άρθρο 24:

αντί:

«… και ότι διατηρούνται επίκαιρα.»

διάβαζε:

«… και ότι διατηρούνται επικαιροποιημένα.».

Στη σελίδα 21, στο άρθρο 27 παράγραφος 1 στοιχείο β):

αντί:

«β)

να εμποδίζουν την εισαγωγή δεδομένων και κάθε μη εξουσιοδοτημένη ανάγνωση, τροποποίηση ή διαγραφή δεδομένων από μη εξουσιοδοτημένα άτομα»

διάβαζε:

«β)

να εμποδίζουν την εισαγωγή δεδομένων και κάθε ανάγνωση, τροποποίηση ή διαγραφή δεδομένων από μη εξουσιοδοτημένα άτομα».