ISSN 1977-0669

Επίσημη Εφημερίδα

της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 351

European flag  

Έκδοση στην ελληνική γλώσσα

Νομοθεσία

59ό έτος
22 Δεκεμβρίου 2016


Περιεχόμενα

 

II   Μη νομοθετικές πράξεις

Σελίδα

 

 

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

 

*

Απόφαση (ΕΕ) 2016/2326 της Επιτροπής, της 21ης Οκτωβρίου 2015, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.38375 (2014/C πρώην 2014/NN), την οποία έθεσε σε εφαρμογή το Λουξεμβούργο υπέρ της Fiat [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2015) 7152]  ( 1 )

1

 

*

Απόφαση (ΕΕ) 2016/2327 της Επιτροπής, της 5ης Ιουλίου 2016, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.19864 – 2014/C (πρώην NN54/2009) που τέθηκε σε εφαρμογή από το Βέλγιο – Χρηματοδότηση των δημόσιων νοσοκομείων IRIS στην περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης [κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2016) 4051]  ( 1 )

68

 


 

(1)   Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ

EL

Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος.

Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο.


II Μη νομοθετικές πράξεις

ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ

22.12.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 351/1


ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΕ) 2016/2326 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 21ης Οκτωβρίου 2015

σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.38375 (2014/C πρώην 2014/NN), την οποία έθεσε σε εφαρμογή το Λουξεμβούργο υπέρ της Fiat

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2015) 7152]

(Το κείμενο στη γαλλική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 108 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο (1),

Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τα ενδιαφερόμενα τρίτα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα (2) και έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Με επιστολή της 19ης Ιουνίου 2013, η Επιτροπή απηύθυνε στο Λουξεμβούργο αίτηση παροχής πληροφοριών, ζητώντας λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τις εθνικές πρακτικές όσον αφορά τις φορολογικές αποφάσεις προέγκρισης (3).

(2)

Με επιστολή της 17ης Ιουλίου 2013, οι λουξεμβουργιανές αρχές έδωσαν μια απάντηση γενικού περιεχομένου και ένα μέρος των πληροφοριών που ζητήθηκαν. Συγκεκριμένα, η απάντησή τους περιέγραφε τις νομικές αρχές και τους εθνικούς κανόνες που δεσμεύουν τη λουξεμβουργιανή φορολογική διοίκηση (Administration des contributions directes — Διεύθυνση άμεσων φόρων) κατά την έκδοση προαποφάσεων σε θέματα φορολογίας των εταιρειών («φορολογική απόφαση προέγκρισης» ή «ruling» (4)), προσδιόριζε τη διαδικασία που επιτρέπει την έκδοση τέτοιων αποφάσεων και τις πληροφορίες που πρέπει να υποβάλλει ο φορολογούμενος και ανέφερε αν οι αποφάσεις που εξέδωσε η φορολογική αρχή είχαν δημοσιευτεί ή όχι. Οι αρχές του Λουξεμβούργου δεν απάντησαν στο αίτημα της Επιτροπής να της κοινοποιήσουν κατάλογο των φορολογικών αποφάσεων προέγκρισης τις οποίες εξέδωσε η φορολογική τους διοίκηση το 2010, το 2011 και το 2012, καθώς και άλλες χρήσιμες πληροφορίες, όπως η επωνυμία των εταιρειών, η δραστηριότητά τους, η ημερομηνία έκδοσης των φορολογικών αποφάσεων, η διάρκεια ισχύος των εν λόγω αποφάσεων και το είδος των συναλλαγών τις οποίες αφορούσαν αυτές οι αποφάσεις προέγκρισης.

(3)

Με επιστολή της 30ής Αυγούστου 2013, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή υπενθύμισης στις λουξεμβουργιανές αρχές ζητώντας να της κοινοποιήσουν κατάλογο των φορολογικών αποφάσεων προέγκρισης που εκδόθηκαν το 2010, το 2011 και το 2012 (5).

(4)

Με επιστολές της 20ής και της 23ης Σεπτεμβρίου 2013, οι αρχές του Λουξεμβούργου εξέφρασαν τη λύπη τους σχετικά με το γεγονός ότι δημοσιεύτηκαν στον τύπο ορισμένες πληροφορίες σχετικά με την αίτηση παροχής πληροφοριών της Επιτροπής. Επιπλέον, αμφισβήτησαν τη νομική βάση της αίτησης παροχής πληροφοριών της Επιτροπής.

(5)

Με έγγραφο της 2ας Οκτωβρίου 2013, η Επιτροπή απάντησε στις λουξεμβουργιανές αρχές, προσδιορίζοντάς τους τη νομική βάση που της επέτρεπε να κινήσει αυτεπάγγελτα την έρευνα σχετικά με την πρακτική του Λουξεμβούργου στον τομέα των φορολογικών αποφάσεων προέγκρισης και χορηγώντας τους συμπληρωματική προθεσμία για να υποβάλουν τον κατάλογο των φορολογικών αποφάσεων που τους ζητήθηκε.

(6)

Στις 11 Οκτωβρίου 2013 πραγματοποιήθηκε σύσκεψη μεταξύ των λουξεμβουργιανών αρχών και της Επιτροπής. Στις 14 Οκτωβρίου, σε επιστολή τους, οι λουξεμβουργιανές αρχές, διατύπωσαν αμφιβολίες για το κατά πόσον η νομική βάση την οποία επικαλείται η Επιτροπή μπορεί να δικαιολογήσει την ευρύτητα και τον γενικό χαρακτήρα της αίτησης παροχής πληροφοριών. Η Επιτροπή απάντησε σε αυτή την επιστολή με επιστολή της 15ης Οκτωβρίου 2013.

(7)

Υπήρξε νέα ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των λουξεμβουργιανών αρχών (επιστολές της 11ης Νοεμβρίου και της 2ας Δεκεμβρίου 2013) και της Επιτροπής (επιστολές της 14ης Νοεμβρίου και της 12ης Δεκεμβρίου 2013), στις οποίες οι λουξεμβουργιανές αρχές εξήγησαν ότι, λόγω του σχηματισμού νέας κυβέρνησης, δεν μπορούσαν να απαντήσουν στην αίτηση παροχής πληροφοριών. Για τον λόγο αυτόν, η Επιτροπή χορήγησε παράταση της προθεσμίας απάντησης έως τις 15 Ιανουαρίου 2014, διευκρινίζοντας, σε αυτές τις δύο επιστολές της, ότι θα ήταν ενδεχομένως υποχρεωμένη να εκδώσει διαταγή παροχής πληροφοριών, εάν δεν λάμβανε απάντηση στην αίτησή της για παροχή πληροφοριών.

(8)

Με επιστολή της 15ης Ιανουαρίου 2014, οι αρχές του Λουξεμβούργου κοινοποίησαν 22 φορολογικές αποφάσεις προέγκρισης που αφορούσαν την περίοδο 2010-2013, αλλά τα ονόματα των φορολογουμένων είχαν απαλειφθεί από τα εν λόγω έγγραφα. Σύμφωνα με τις αρχές του Λουξεμβούργου, αυτές οι 22 φορολογικές αποφάσεις προέγκρισης — η μία εκ των οποίων αφορούσε εκ των προτέρων συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης («ΣΕΤ») με αποδέκτη εταιρεία με την επωνυμία «FFT» («η ΣΕΤ της FFT» ή «η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης») — είναι αντιπροσωπευτικές της πρακτικής του Λουξεμβούργου στον τομέα των φορολογικών αποφάσεων προέγκρισης.

(9)

Η ΣΕΤ της FFT περιείχε τα ακόλουθα έγγραφα (6):

α)

επιστολή [του φοροτεχνικού συμβούλου] (*1) για λογαριασμό της πελάτισσάς του FFT, της 14ης Μαρτίου 2012, η οποία περιείχε αίτημα έγκρισης από τις φορολογικές αρχές του Λουξεμβούργου μιας συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης·

β)

έκθεση σχετικά με την ενδοομιλική τιμολόγηση που περιλαμβάνει ανάλυση των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών, την οποία συνέταξε ο φοροτεχνικός σύμβουλος για την υποστήριξη της ΣΕΤ της FFT (η «έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση»)·

γ)

επιστολή της φορολογικής διοίκησης του Λουξεμβούργου, της 3ης Σεπτεμβρίου 2012, με την οποία αποδέχθηκε την προταθείσα από τον φοροτεχνικό σύμβουλο συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης.

(10)

Με επιστολή της 7ης Μαρτίου 2014, η Επιτροπή ζήτησε από τις λουξεμβουργιανές αρχές να επιβεβαιώσουν ότι «η Fiat Finance and Trade Ltd» ήταν ο φορολογούμενος με την επωνυμία FFT στη ΣΕΤ της FFT. Η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι, βάσει των υποβληθέντων στοιχείων, δεν μπορούσε να αποκλείσει ότι η ΣΕΤ της FFT συνιστά κρατική ενίσχυση υπέρ της FFT, ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά. Η Επιτροπή ζήτησε από τις λουξεμβουργιανές αρχές να της παράσχουν συμπληρωματικές πληροφορίες για την αξιολόγηση της ΣΕΤ της FFT. Επειδή οι αρχές του Λουξεμβούργου δεν απάντησαν στο έγγραφο αυτό, η Επιτροπή απέστειλε επιστολή υπενθύμισης στις 7 Απριλίου 2014 (7).

(11)

Στις 24 Απριλίου 2014, οι λουξεμβουργιανές αρχές απάντησαν στην επιστολή της 7ης Μαρτίου 2014 και επιβεβαίωσαν ότι δεν διέθεταν κανένα πρόσθετο στοιχείο αναγκαίο για την αξιολόγηση της ΣΕΤ της FFT. Όσον αφορά το ερώτημα αν τα αρχικά «FFT» αντιστοιχούσαν στη Fiat Finance and Trade Ltd, οι λουξεμβουργιανές αρχές επικαλέστηκαν τις διατάξεις της λουξεμβουργιανής νομοθεσίας περί απορρήτου και ισχυρίστηκαν ότι οι εν λόγω διατάξεις τους απαγορεύουν να επιβεβαιώσουν την ταυτότητα του εν λόγω φορολογουμένου.

(12)

Στις 24 Μαρτίου 2014, η Επιτροπή εξέδωσε διαταγή παροχής πληροφοριών, βάσει του άρθρου 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου (8), που αξίωνε από τις λουξεμβουργιανές αρχές τον κατάλογο των φορολογικών αποφάσεων προέγκρισης που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη (2).

(13)

Με απόφαση της 11ης Ιουνίου 2014, η Επιτροπή κίνησε την επίσημη διαδικασία έρευνας που προβλέπεται στο άρθρο 108 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ (η «απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας») (9), σε σχέση με τη ΣΕΤ της FFT. Η απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας συνοδευόταν από διαταγή παροχής πληροφοριών (η «διαταγή παροχής πληροφοριών») η οποία επέβαλε στο Λουξεμβούργο να υποβάλει, εντός προθεσμίας ενός μηνός από την κοινοποίηση της εν λόγω απόφασης, όλα τα αναγκαία έγγραφα, τις πληροφορίες και τα στοιχεία, ώστε να μπορέσει η Επιτροπή να αποφασίσει σχετικά με την ύπαρξη της εικαζόμενης ενίσχυσης και, ενδεχομένως, τη συμβατότητα της ενίσχυσης αυτής με την εσωτερική αγορά. Ειδικότερα, η Επιτροπή ζήτησε από το Λουξεμβούργο να επιβεβαιώσει την ταυτότητα του δικαιούχου του μέτρου.

(14)

Με επιστολή της 14ης Ιουλίου 2014, το Λουξεμβούργο υπέβαλε τις παρατηρήσεις του σχετικά με την απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας. Ανέφερε επίσης ότι, εφόσον η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να διαπιστώσει την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στα ερωτήματα που τέθηκαν στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας ούτε στη διαταγή παροχής πληροφοριών.

(15)

Με επιστολή της 14ης Αυγούστου 2014, η Επιτροπή ζήτησε από το Λουξεμβούργο να της διαβιβάσει τις μη υποβληθείσες πληροφορίες που αναφέρονταν στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας και στη διαταγή παροχής πληροφοριών. Ζήτησε επίσης από το Λουξεμβούργο την άδεια να απευθυνθεί απευθείας στην FFT για να της υποβάλει τα ερωτήματα που είχαν μείνει αναπάντητα, σύμφωνα με το άρθρο 6α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999.

(16)

Στις 3 Σεπτεμβρίου 2014, το Λουξεμβούργο απάντησε εν μέρει στις έως τότε αναπάντητες ερωτήσεις και ανέφερε ότι ένα μέρος των ζητούμενων πληροφοριών καλύπτονταν από το επιχειρηματικό απόρρητο της FFT και δεν ήταν στη διάθεσή του. Επιβεβαίωσε επίσης ότι FFT ήταν πράγματι η εταιρεία Fiat Finance and Trade Ltd. και επέτρεψε στην Επιτροπή να απευθύνει τις ερωτήσεις της απευθείας στην FFT.

(17)

Στις 17 Οκτωβρίου 2014, η απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (10). Η Επιτροπή κάλεσε τους ενδιαφερόμενους τρίτους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με το επίμαχο μέτρο ενίσχυσης. Με επιστολή της 30ής Οκτωβρίου 2014, έλαβε παρατηρήσεις της FFT.

(18)

Στις 22 Δεκεμβρίου 2014, το Λουξεμβούργο υπέβαλε κατάλογο των δικαιούχων των φορολογικών αποφάσεων προέγκρισης, ώστε να συμμορφωθεί με την αίτηση παροχής πληροφοριών που υποβλήθηκε με το έγγραφο της Επιτροπής της 19ης Ιουνίου 2013. Ο εν λόγω κατάλογος απαριθμεί τις αποφάσεις που εξέδωσαν οι φορολογικές αρχές του Λουξεμβούργου το 2010, το 2011 και το 2012.

(19)

Με επιστολή της 5ης Ιανουαρίου 2015, το Λουξεμβούργο υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επί των παρατηρήσεων που υποβλήθηκαν ως ανταπόκριση στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας.

(20)

Στις 12 Φεβρουαρίου 2015, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση με την οποία ενημέρωνε το Λουξεμβούργο ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6α του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η επίσημη διαδικασία έρευνας σχετικά με την επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης παρέμενε ατελέσφορη μέχρι τότε. Με βάση τα ανωτέρω και με την άδεια του Λουξεμβούργου (11), η Επιτροπή μπόρεσε να υποβάλει τις ερωτήσεις της απευθείας στην FFT.

(21)

Με επιστολές της 20ής Φεβρουαρίου 2015, η Επιτροπή απέστειλε αίτηση παροχής πληροφοριών στο Λουξεμβούργο και στην FFT. Η αίτηση πληροφοριών που απευθύνθηκε στην FFT στηριζόταν στο άρθρο 6α παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999.

(22)

Με επιστολή της 24ης Φεβρουαρίου 2015, το Λουξεμβούργο απάντησε στην απόφαση της Επιτροπής της 12ης Φεβρουαρίου 2015, εκφράζοντας την έκπληξή του για την εξέλιξη της διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση και τις αμφιβολίες του ως προς το βάσιμο του να κηρυχθεί η διαδικασία ατελέσφορη, δεδομένου του σημαντικού όγκου των πληροφοριών τις οποίες είχε υποβάλει το Λουξεμβούργο στην Επιτροπή κατά τη διάρκεια της έρευνας.

(23)

Με επιστολές της 26ης Φεβρουαρίου και της 3ης Μαρτίου 2015, η FFT ζήτησε διευκρινίσεις όσον αφορά την αίτηση παροχής πληροφοριών και παράταση της προθεσμίας απάντησης, η οποία της χορηγήθηκε από την Επιτροπή με ηλεκτρονικό μήνυμα της 5ης Μαρτίου 2015.

(24)

Με επιστολή της 5ης Μαρτίου 2015, η Επιτροπή απάντησε στην επιστολή του Λουξεμβούργου της 24ης Φεβρουαρίου 2015.

(25)

Στις 23 Μαρτίου 2015 (12), η Επιτροπή ζήτησε από το Λουξεμβούργο, σε σχέση με τον κατάλογο των φορολογικών αποφάσεων προέγκρισης που της είχε κοινοποιηθεί στις 22 Δεκεμβρίου 2014, να της παράσχει πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τις φορολογικές αποφάσεις προέγκρισης που αναφέρονταν για τα έτη 2010, 2011 και 2012. Ειδικότερα, η Επιτροπή ζήτησε από το Λουξεμβούργο να διευκρινίσει ποιες αποφάσεις σχετίζονταν με λειτουργία ταμειακής διαχείρισης και αφορούσαν μη καθετοποιημένες ή αυτόνομες εταιρείες. Η Επιτροπή ζήτησε επίσης από το Λουξεμβούργο να της κοινοποιήσει ορισμένες φορολογικές αποφάσεις που αφορούσαν συγκεκριμένους ομίλους εταιρειών.

(26)

Με επιστολή της 24ης Μαρτίου 2015, το Λουξεμβούργο απάντησε στην αίτηση παροχής πληροφοριών της Επιτροπής της 20ής Φεβρουαρίου 2015 (13).

(27)

Με επιστολή της 31ης Μαρτίου 2015, η FFT απάντησε στην αίτηση παροχής πληροφοριών της Επιτροπής της 20ής Φεβρουαρίου 2015. Η απάντησή της περιείχε, μεταξύ άλλων, τις κατευθυντήριες γραμμές του ομίλου Fiat σχετικά με την ενδοομιλική τιμολόγηση.

(28)

Στις 23 Απριλίου 2015, το Λουξεμβούργο υπέβαλε συμπληρωματικές πληροφορίες για 1 900 φορολογικές αποφάσεις σε σχέση με εκείνες που περιέχονταν στην απάντησή του της 22ας Δεκεμβρίου 2014. Ανέφερε ότι τρεις από τις απαριθμούμενες φορολογικές αποφάσεις αφορούσαν λειτουργία ταμειακής διαχείρισης: οι δύο είχαν εκδοθεί το 2010 και η μία το 2011. Στις 23 Μαρτίου 2015, η Επιτροπή είχε ζητήσει να της κοινοποιηθούν οι δύο από αυτές τις αποφάσεις, διότι αφορούσαν εταιρείες που αναφέρονταν στην αίτησή της της 23ης Μαρτίου 2015.

(29)

Στις 27 Απριλίου 2015 πραγματοποιήθηκε σύσκεψη μεταξύ της FFT, των αρχών του Λουξεμβούργου και της Επιτροπής.

(30)

Στις 4 Ιουνίου 2015, το Λουξεμβούργο υπέβαλε τις πρόσθετες πληροφορίες που ζήτησε η Επιτροπή στις 23 Μαρτίου 2015 για 5 327 φορολογικές αποφάσεις προέγκρισης μεταξύ εκείνων που απαριθμούνταν στην απάντησή της της 22ας Δεκεμβρίου 2014. Ειδικότερα, ανέφερε ότι και άλλες δέκα αποφάσεις αφορούσαν λειτουργίες ταμειακής διαχείρισης […]. Επιπλέον, μία απόφαση που αφορούσε την εταιρεία G κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή στις 25 Ιουνίου 2015.

(31)

Στις 18 Ιουνίου 2015, το Λουξεμβούργο κοινοποίησε μια φορολογική απόφαση προέγκρισης που αφορούσε την εταιρεία Ε (απόφαση προέγκρισης του 2011).

(32)

Με επιστολή της 10ης Ιουλίου 2015, το Λουξεμβούργο προέβαλε το επιχείρημα ότι, σε περίπτωση αρνητικής τελικής απόφασης, η Επιτροπή δεν θα έπρεπε να μπορεί να ανακτήσει ενδεχόμενη ενίσχυση από τον δικαιούχο αναδρομικά, δηλ. από την ημερομηνία έκδοσης της σχετικής φορολογικής απόφασης προέγκρισης.

(33)

Στις 15 Ιουλίου 2015, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη μεταξύ του οικονομικού διευθυντή της Fiat Chrysler Automobiles N.V., εταιρείας που διαδέχθηκε τη Fiat S.p.A., των αρχών του Λουξεμβούργου και της Επιτροπής.

2.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΜΕΤΡΟΥ

2.1.   Περιγραφή του δικαιούχου

(34)

Η FFT αποτελεί μέρος του ομίλου Fiat. Κατά τον χρόνο έκδοσης της επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης, ο όμιλος Fiat αποτελούνταν από τη Fiat S.p.A, εταιρεία υπαγόμενη στο ιταλικό δίκαιο με έδρα το Τορίνο, και όλες τις εταιρείες που ελέγχονται από τη Fiat S.p.A. (οι οποίες στην παρούσα απόφαση ονομάζονται συλλογικά «Fiat» ή «όμιλος Fiat»). Μετά τη συγχώνευση της Fiat S.p.A. με τη Fiat Investments NV στις 12 Οκτωβρίου 2014, η Fiat Chrysler Automobiles N.V. διαδέχθηκε τη Fiat S.p.A. (14).

(35)

Η Fiat ασκεί βιομηχανικές δραστηριότητες και παρέχει χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες στον τομέα της αυτοκινητοβιομηχανίας. Για λεπτομερέστερη περιγραφή των δραστηριοτήτων της Fiat, η Επιτροπή παραπέμπει στις αιτιολογικές σκέψεις 20 και 21 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας.

(36)

Η FFT παρέχει υπηρεσίες ρευστότητας και χρηματοδότηση στις εταιρείες του ομίλου Fiat που έχουν έδρα (κυρίως) στην Ευρώπη (εκτός της Ιταλίας)· διαχειρίζεται επίσης διάφορες δομές κεντρικής διαχείρισης ρευστότητας για τις εταιρείες του ομίλου Fiat που είναι εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Δανία, το Βέλγιο, τις Κάτω Χώρες, την Ελβετία, την Αυστρία, τη Γερμανία και την Ισπανία. Η FFT δρα από το Λουξεμβούργο, όπου βρίσκεται η έδρα της, και μέσω δύο υποκαταστημάτων, ένα με έδρα το Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο) και το άλλο τη Μαδρίτη (Ισπανία).

(37)

Η έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση, την οποία υπέβαλε στην Επιτροπή το Λουξεμβούργο στις 15 Ιανουαρίου 2014, περιέχει τα στοιχεία τα οποία, σε ό,τι αφορά την FFT, συνοψίζονται στις αιτιολογικές σκέψεις (38) έως (51) (15).

(38)

Η Fiat αποφάσισε να συγκεντρώσει σε κεντρικό επίπεδο τις χρηματοοικονομικές και ταμειακές λειτουργίες της, για τις οποίες όλες οι δραστηριότητες που αφορούν τη χρηματοδότηση, την παροχή χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών στις επιχειρήσεις, τις τραπεζικές σχέσεις, τη διαχείριση κινδύνου συναλλάγματος και επιτοκίων, την κεντρική ταμειακή διαχείριση, πράξεις στην κεφαλαιαγορά, ταμειακή διαχείριση, τη διαδικασία εισπράξεων και πληρωμών ασκούνται από τις «εταιρείες ταμειακής διαχείρισης».

(39)

Οι εταιρείες ταμειακής διαχείρισης είναι οργανωμένες ως εξής:

η Fiat Finance S.p.A. («FF») είναι η εταιρεία ταμειακής διαχείρισης με έδρα την Ιταλία, επιφορτισμένη με τον συντονισμό των πράξεων χρηματοδότησης για τις εταιρείες του ομίλου Fiat που είναι εγκατεστημένες στην Ιταλία,

η FFT εκτελεί λειτουργίες ταμειακής διαχείρισης για τις εταιρείες του ομίλου Fiat που είναι εγκατεστημένες στην Ευρώπη (εξαιρουμένης της Ιταλίας),

η Fiat Finance North America, Inc. («FFNA») εκτελεί λειτουργίες ταμειακής διαχείρισης για τις εταιρείες του ομίλου Fiat που είναι εγκατεστημένες στις Ηνωμένες Πολιτείες,

η Fiat Finance Canada Ltd. («FFC») εκτελεί λειτουργίες ταμειακής διαχείρισης για τις εταιρείες του ομίλου Fiat που είναι εγκατεστημένες στον Καναδά,

η Finanças Brasil Ltda («FFB») εκτελεί λειτουργίες ταμειακής διαχείρισης για τις εταιρείες του ομίλου Fiat που είναι εγκατεστημένες στη Βραζιλία.

(40)

Οι διασυνοριακές ενδοομιλικές συναλλαγές μεταξύ εταιρειών στις οποίες συμμετέχει η FFT μπορούν να ομαδοποιηθούν σε δύο κύριες κατηγορίες:

Συναλλαγές μεταξύ εταιρειών ταμειακής διαχείρισης (διατομεακές)

T1 — διεταιρικά δάνεια από την FFT στην FF: οι πηγές χρηματοδότησης της FFT βασίζονται σε ομολογίες, γραμμές τραπεζικών πιστωτικών διευκολύνσεων και σε διεταιρικές καταθέσεις,

T2 — διεταιρικά δάνεια από την FFNA στην FFT: οι πηγές χρηματοδότησης της FFNA βασίζονται κυρίως σε εκδόσεις εγγυημένων ομολόγων.

Συναλλαγές μεταξύ των εταιρειών ταμειακής διαχείρισης και των εταιρειών του ομίλου Fiat (ενδοομιλικές)

T3 — συναλλαγές (δάνεια/καταθέσεις) μεταξύ της FFT και των εταιρειών του ομίλου που είναι εγκατεστημένες σε άλλες χώρες (κυρίως ευρωπαϊκές),

T4 — εγγυήσεις που παρέχει η Fiat S.p.A (16). για τα ομόλογα που εκδίδουν οι FFT και FFNA, διμερείς πιστωτικές γραμμές και χρηματοδοτικά προγράμματα ad hoc (ήτοι εμπορικά γραμμάτια στη Γαλλία για την FFT).

(41)

Το διάγραμμα κατωτέρω παρουσιάζει τις πράξεις χρηματοδότησης (T1 έως T3).

Κύριες ενδοομιλικές διασυνοριακές συναλλαγές

Image 1

Μακροπρόθεσμα δάνεια

FF

Βραχυπρόθεσμα δάνεια

Καταθέσεις

FF&T

Αγορά

FFNA

(42)

Όσον αφορά τις ασκούμενες λειτουργίες, η FFT δραστηριοποιείται στη χρηματοδότηση από την αγορά και τις τοποθετήσεις ρευστών διαθεσίμων, τις σχέσεις με τους φορείς της χρηματοπιστωτικής αγοράς, τις υπηρεσίες συντονισμού και παροχής χρηματοπιστωτικών συμβουλών στις εταιρείες του ομίλου, τη διαχείριση ταμειακών διαθεσίμων στις εταιρείες του ομίλου, τη βραχυπρόθεσμη («Β/Π») και μεσοπρόθεσμη («Μ/Π») διεταιρική χρηματοδότηση και τον συντονισμό με τις άλλες εταιρείες χρηματοδότησης.

(43)

Όσον αφορά τη χρηματοδότηση από την αγορά και τις τοποθετήσεις ρευστών διαθεσίμων, η FFT κινητοποιεί τα κεφάλαια για να τα διαθέτει για τη στήριξη των επιχειρήσεων και της ανάπτυξης των εταιρειών του ομίλου και να τα επενδύει αναλόγως. Όσον αφορά τη διαχείριση των οικονομικών κινδύνων, η FFT ακολουθεί τις κατευθυντήριες γραμμές που καθορίζονται από τις σχετικές εσωτερικές πολιτικές του ομίλου (κίνδυνος συναλλάγματος και επιτοκίου). Η χρηματοδότηση της FFT προέρχεται από μέσα όπως η έκδοση ομολόγων (μέσω ενός «Global Medium Term Note» ή το πρόγραμμα «GMTN» στο οποίο η FFT, μαζί με την FFNA και την FFC είναι εκδότες), από προθεσμιακά τραπεζικά δάνεια, πιστωτικά όρια για ειδικό και μη προορισμό, κ.λπ. Για τη διαχείριση ρευστότητας, η FFT επενδύει τα πλεονάζοντα ταμειακά διαθέσιμα σε μεγάλα τραπεζικά ιδρύματα ή σε αμοιβαία κεφάλαια χρηματαγοράς υψηλής ποιότητας.

(44)

Όσον αφορά την έκθεση στον συναλλαγματικό κίνδυνο, η FFT διαχειρίζεται την έκθεση αυτή κυρίως μέσω προθεσμιακών συμβάσεων συναλλάγματος και συμφωνιών ανταλλαγής νομισμάτων. Η έκθεση στον συναλλαγματικό κίνδυνο συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη διαφορετική διάρκεια του παθητικού και του ενεργητικού, καθώς και με τη διαχείριση. Η FFT χρησιμοποιεί κυρίως συμφωνίες ανταλλαγής επιτοκίων («IRS») και προθεσμιακές συμφωνίες επιτοκίων («FRA»).

(45)

Όσον αφορά τις σχέσεις με τους φορείς της χρηματοπιστωτικής αγοράς, η FFT, σε συντονισμό με την FF, ασχολείται με τις χρηματοπιστωτικές αγορές και ιδρύματα, για να τους παρέχει πληροφορίες και δεδομένα σχετικά με τον όμιλο με σκοπό τη στήριξη της φερεγγυότητας και της χρηματοοικονομικής θέσης του ομίλου.

(46)

Στο πλαίσιο των υπηρεσιών συντονισμού και παροχής χρηματοπιστωτικών συμβουλών στις εταιρείες του ομίλου, η FFT έχει αναλάβει να παρέχει σε αυτές χρηματοοικονομική συνδρομή, να εξετάζει τις οικονομικές τους ανάγκες, να εντοπίζει τις καλύτερες λύσεις, να καθορίζει τις χρηματοοικονομικές συμβάσεις και να παρακολουθεί τις επιδόσεις των χρηματοπιστωτικών προϊόντων όσον αφορά τις ανάγκες των εταιρειών του ομίλου.

(47)

Η FFT παρακολουθεί τις ταμειακές ροές, τις ανάγκες χρηματοδότησης και τη ρευστότητα των εταιρειών του ομίλου, με σκοπό να βελτιστοποιηθεί η αποδοτικότητα και αποτελεσματικότητα της διαχείρισης πόρων σε ίδια κεφάλαια του ομίλου. Η FFT διαχειρίζεται τις δομές κεντρικής διαχείρισης της ρευστότητας στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Δανία, το Βέλγιο, τις Κάτω Χώρες, την Ελβετία, την Αυστρία, τη Γερμανία και την Ισπανία. Κάθε μέρα, τα εξισωτικά υπόλοιπα από κάθε χώρα συγκεντρώνονται σε έναν κεντρικό λογαριασμό της FFT, με σκοπό τη διαχείριση της συνολικής χρηματοοικονομικής θέσης. Συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της ημέρας, οι λογαριασμοί των εταιρειών του ομίλου (σε τράπεζες) λαμβάνουν και πραγματοποιούν πληρωμές στο πλαίσιο των συνήθων δραστηριοτήτων τους. Στο τέλος της ημέρας, τα υπόλοιπα των λογαριασμών των εταιρειών του ομίλου παρουσιάζουν θετική ή αρνητική θέση. Και στις δύο περιπτώσεις, καλύπτονται αυτόματα από τον κεντρικό λογαριασμό της FFT που έχει ανοίξει σε κάθε χώρα. Στη συνέχεια, μέσω μη αυτοματοποιημένων μεταβιβάσεων, τα ποσά των διαφόρων εθνικών κεντρικών λογαριασμών κατευθύνονται εκ νέου (είσοδος ή έξοδος) σε έναν ενιαίο κεντρικό λογαριασμό. Κατά συνέπεια, κάθε ημέρα, οι τρεχούμενοι λογαριασμοί των εταιρειών του ομίλου μηδενίζονται. Ανάλογα με την ημερήσια θέση των τρεχούμενων λογαριασμών, οι συμμετέχοντες των εταιρειών του ομίλου στα συστήματα συγκέντρωσης των ταμειακών διαθεσίμων θα πιστώνονται ή χρεώνονται για τους τόκους που υπολογίζονται σύμφωνα με μια μέθοδο διεταιρικής τιμολόγησης.

(48)

Το επιτόκιο των ενδοομιλικών δανείων καθορίζεται ως το άθροισμα του σταθμισμένου μέσου κόστους κεφαλαίου του ομίλου, με την προσθήκη ενός περιθωρίου. Το επιτόκιο των καταθέσεων καθορίζεται στο επιτόκιο χωρίς κίνδυνο συν ένα περιθώριο βραχυπρόθεσμων καταθέσεων στις τράπεζες, σύμφωνα με την πολιτική ρευστότητας του ομίλου.

(49)

Όσον αφορά τη βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη διεταιρική χρηματοδότηση και τον συντονισμό με τις άλλες εταιρείες χρηματοδότησης, η FFT ενεργεί ως εξής: ως προς το πρώτο, η FFT θέτει στη διάθεση των εταιρειών του ομίλου κεφάλαια που έχουν χρηματοδοτηθεί σε μεγάλα ποσά με όρους χονδρικής στις ρυθμιζόμενες αγορές (αγορά ομολόγων) ή σε διαπραγμάτευση με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα· ως προς το δεύτερο, οι μεταφορές κεφαλαίων μεταξύ των εταιρειών χρηματοδότησης είναι επαναλαμβανόμενες, ώστε να καλύπτονται οι ανάγκες χρηματοδότησης των εταιρειών του ομίλου χωρίς προσφυγή στην αγορά, όταν η συνολική χρηματοοικονομική θέση του ομίλου είναι θετική.

(50)

Οι κυριότεροι κίνδυνοι τους οποίους αντιμετωπίζουν οι εταιρείες ταμειακής διαχείρισης, που υπογραμμίζονται στην έκθεση σχετικά με την ενδοομιλική τιμολόγηση, είναι οι εξής:

Κίνδυνος αγοράς: η FFT αξιολογεί τακτικά την έκθεσή της στον κίνδυνο επιτοκίου και συναλλάγματος (για να είναι πλήρως καλυμμένη) και προφυλάσσεται από τους κινδύνους αυτούς κάνοντας χρήση των παράγωγων χρηματοπιστωτικών μέσων σύμφωνα με τις πολιτικές διαχείρισης κινδύνων του ομίλου. Τα μέσα που χρησιμοποιούνται για την εν λόγω κάλυψη είναι κυρίως οι συνήθεις συμφωνίες ανταλλαγής νομισμάτων, προθεσμιακές συμβάσεις συναλλάγματος και συμφωνίες ανταλλαγής επιτοκίων.

Πιστωτικός κίνδυνος σε σχέση με τις τραπεζικές καταθέσεις ή άλλες παρόμοιες επενδύσεις βραχυπρόθεσμα: η έκθεση σχετικά με την ενδοομιλική τιμολόγηση αναφέρει ότι ο κίνδυνος αυτός αμβλύνεται εφόσον η FFT διαπραγματεύεται αποκλειστικά με μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και διαφοροποιεί την κατανομή της ρευστότητας. Τα στοιχεία ενεργητικού του ομίλου δεν είναι εκτεθειμένα σε αυτό τον κίνδυνο, καθώς ο όμιλος έχει συμφέρον να στηρίζει χρηματοοικονομικά όλες τις εταιρείες του ομίλου (17)· με την πάροδο του χρόνου, δεν εκδηλώθηκε καμία περίπτωση αφερεγγυότητας στο εσωτερικό του ομίλου· οι εταιρείες του ομίλου δεν εγγράφουν προβλέψεις για επισφαλείς απαιτήσεις για το χρέος του ομίλου.

Κίνδυνος αντισυμβαλλομένου, σε σχέση με τα κατεχόμενα στοιχεία ενεργητικού παραγώγων έναντι τρίτων (τράπεζες): ο κίνδυνος είναι περιορισμένος καθώς η FFT διαπραγματεύεται μόνο με μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και οι πράξεις παραγώγων κατανέμονται σε πολλά ιδρύματα. Τα στοιχεία ενεργητικού του ομίλου δεν είναι εκτεθειμένα στον κίνδυνο αυτόν για τους προαναφερθέντες λόγους.

Λειτουργικός κίνδυνος: η FFT εκτελεί τις χρηματοοικονομικές της πράξεις σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές και τις διαδικασίες της Fiat S.p.A. Οι χρηματοοικονομικές δραστηριότητες υπόκεινται σε συνεχή επίβλεψη και σε διαδικασίες ελέγχου της διαχείρισης των κινδύνων προς αποφυγή οποιασδήποτε αθέτησης κατά την καθημερινή λειτουργία.

(51)

Η FFT διαχειρίζεται σημαντικό όγκο χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, τα οποία συνδέονται κυρίως με δάνεια μεταξύ εταιρειών του ομίλου, με απαιτήσεις των εταιρειών του ομίλου και, σε μικρότερο βαθμό, με τραπεζικές καταθέσεις. Η FFT χρησιμοποιεί συστήματα πληροφορικής που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των καθημερινών εργασιών και την παρακολούθηση των αποτελεσμάτων των κεφαλαιαγορών.

2.2.   Η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης

(52)

Η παρούσα απόφαση αφορά την ΣΕΤ της FFT, μια φορολογική απόφαση προέγκρισης σχετικά με την ενδοομιλική τιμολόγηση που εκδόθηκε από το Λουξεμβούργο υπέρ της FFT, με επιστολή της 3ης Σεπτεμβρίου 2012. Η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης εγκρίνει μια μέθοδο για την διάθεση των κερδών στην FFT εντός του ομίλου Fiat που προτάθηκε από τον φοροτεχνικό σύμβουλό της και επιτρέπει στην FFT να προσδιορίζει σε ετήσια βάση το ποσό του φόρου εταιρειών που πρέπει να καταβληθεί στο Λουξεμβούργο.

2.2.1.   Η ΣΕΤ της FFT

(53)

Τα έγγραφα που υπέβαλε το Λουξεμβούργο στην Επιτροπή, ως το σύνολο των ουσιωδών στοιχείων για τη στήριξη του επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης, αποτελούνται από δύο επιστολές και την έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη (9).

(54)

Με επιστολή της 3ης Σεπτεμβρίου 2012, η φορολογική αρχή του Λουξεμβούργου επιβεβαίωσε ότι «η κατωτέρω ανάλυση της ενδοομιλικής τιμολόγησης συντάχθηκε σύμφωνα με την εγκύκλιο 164/2 της 28ης Ιανουαρίου 2011 και είναι σύμφωνη με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού» (sic). Με άλλα λόγια, η φορολογική διοίκηση του Λουξεμβούργου παραδέχθηκε ότι η ανάλυση της ενδοομιλικής τιμολόγησης που πραγματοποιήθηκε από τον φοροτεχνικό σύμβουλο και περιλαμβάνεται στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση κατέληξε σε αμοιβή συνθηκών πλήρους ανταγωνισμού για τις λειτουργίες που ασκεί η FFT και τον κίνδυνο τον οποίο επωμίζεται. Η «αμοιβή σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού» της FFT, όπως διαπιστώνεται στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση και έγινε αποδεκτή από την επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης, είναι η ακόλουθη: «Η μελέτη της ενδοομιλικής τιμολόγησης καθορίζει κατάλληλη αμοιβή των ιδίων κεφαλαίων που είναι εκτεθειμένα στον κίνδυνο και των ιδίων κεφαλαίων που αποσκοπούν στην αμοιβή των λειτουργιών που ασκεί η εταιρεία ύψους 2,542 εκατ. ευρώ επί των οποίων προβλέπεται απόκλιση +/– 10 %». Ο κανονικός συντελεστής 28,80 % του φόρου εταιρειών στο Λουξεμβούργο εφαρμόζεται στα καθαρά κέρδη της FFT βάσει αυτής της αμοιβής. Η επιστολή αναφέρει επίσης ότι η απόφαση που έλαβε η φορολογική διοίκηση είναι δεσμευτική για 5 έτη (δηλ. από τη χρήση 2012 έως τη χρήση 2016) (18).

2.2.2.   Η έκθεση σχετικά με την ενδοομιλική τιμολόγηση

(55)

Σύμφωνα με την έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση, η μέθοδος που θεωρείται ως η πλέον κατάλληλη για τον προσδιορισμό του φορολογητέου κέρδους της FFT εντός του ομίλου Fiat είναι η μέθοδος του καθαρού περιθωρίου κέρδους συναλλαγής («MTMN»). Κατά την άποψη του φοροτεχνικού συμβούλου, η MTMN είναι κατ' εξοχήν κατάλληλη όταν, κατά τη συναλλαγή, ένα συμβαλλόμενο μέρος δεν εισφέρει εφάπαξ συνεισφορές και αξία· δεδομένου ότι, σύμφωνα με τον φοροτεχνικό σύμβουλο, η FFT παρέχει αποκλειστικά χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, η μέθοδος αυτή θεωρείται η πλέον κατάλληλη για τον καθορισμό των τιμών σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση. Επιπλέον, δεδομένου ότι η FFT ασκεί τα καθήκοντά της μόνο για τις εταιρείες του ομίλου Fiat, οι οποίες δεν λαμβάνουν κανενός είδους παρόμοιες υπηρεσίες από τρίτους, δεν είναι δυνατή καμία εσωτερική σύγκριση. Κατά συνέπεια, ο φοροτεχνικός σύμβουλος θεωρεί ότι είναι ορθότερο να γίνει εξωτερική σύγκριση με τον καθορισμό των καθαρών περιθωρίων που είχαν ληφθεί σε συγκρίσιμες συναλλαγές που πραγματοποιούνται από ανεξάρτητες εταιρείες (19).

(56)

Στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση, ο φοροτεχνικός σύμβουλος ορίζει την οφειλόμενη αμοιβή στην FFT, που συνιστά το φορολογητέο κέρδος, σε σχέση με τα κεφάλαια που χρειάζεται η FFT για την άσκηση των καθηκόντων της και την αντιμετώπιση των κινδύνων της, λαμβάνοντας υπόψη τα χρησιμοποιούμενα στοιχεία ενεργητικού (20).

(57)

Η αμοιβή αυτή προσδιορίζεται με τον ακόλουθο τρόπο: i) εκτίμηση των «ιδίων κεφαλαίων που είναι εκτεθειμένα στον κίνδυνο» της FFT· ii) προσδιορισμός των ιδίων κεφαλαίων της FFT που χρησιμοποιούνται για την άσκηση των καθηκόντων και τη στήριξη των χρηματοοικονομικών επενδύσεων· iii) εκτίμηση της αναμενόμενης αμοιβής των «ιδίων κεφαλαίων που είναι εκτεθειμένα στον κίνδυνο» της FFT με τη χρήση του μοντέλου αποτίμησης των χρηματοοικονομικών στοιχείων ενεργητικού («MEDAF») (21) και προσδιορισμός της απόδοσης για την αμοιβή των ιδίων κεφαλαίων που χρησιμοποιούνται για να ασκήσει τα καθήκοντά της· και iv) υπολογισμός της συνολικής κερδοφορίας που θα αποδοθεί στην FFT ως αμοιβή για τους κινδύνους που έχει επωμιστεί και για την άσκηση των καθηκόντων, με συνδυασμό των αποτελεσμάτων των σταδίων i) έως iii).

(58)

Όσον αφορά το στάδιο i), με βάση τη λειτουργική ανάλυση που περιλαμβάνεται στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση, ο φοροτεχνικός σύμβουλος θεωρεί ότι η FFT αναλαμβάνει τους ακόλουθους κινδύνους: λειτουργικό και πιστωτικό κίνδυνο και κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, ενώ ο φοροτεχνικός σύμβουλος θεωρεί ότι η FFT δεν αντιμετωπίζει συναλλαγματικό κίνδυνο. Εφαρμόζοντας το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ (22) κατ' αναλογία (23), ο φοροτεχνικός σύμβουλος έκρινε τις ελάχιστες απαιτήσεις σε ίδια κεφάλαια της FFT για την κάλυψη των ακόλουθων κινδύνων: λειτουργικού κινδύνου, κινδύνου αντισυμβαλλομένου, συναλλαγματικού και πιστωτικού κινδύνου, ως εξής:

λειτουργικός κίνδυνος: 15 %* (πιστωτικοί τόκοι σε τραπεζικές καταθέσεις — χρεωστικοί τόκοι σε τραπεζικά δάνεια),

κίνδυνος αντισυμβαλλομένου: 20 %*6 %* (μελλοντικό άνοιγμα + θετική εύλογη αξία των παραγώγων μέσων),

πιστωτικός κίνδυνος: 20 %*6 %* απαιτήσεις έναντι τρίτων (ετήσιος μέσος όρος).

(59)

Οι υπολογισμοί αυτοί οδήγησαν τον φοροτεχνικό σύμβουλο να ορίσει τα «ίδια κεφάλαια που εκτίθενται στον κίνδυνο» της FFT, που αντιστοιχούν στα υποθετικά εποπτικά ίδια κεφάλαια της FFT σύμφωνα με το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ που εφάρμοσε ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT, όπως συνοψίζονται στον πίνακα 1.

Πίνακας 1

Ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων της FFT

(σε χιλιάδες ευρώ)

Ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις

2011

Λειτουργικός κίνδυνος

938

Κίνδυνος αντισυμβαλλομένου

2 603

Συναλλαγματικός κίνδυνος

0

Πιστωτικός κίνδυνος

24 982

Ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων βάσει του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ

28 523

(60)

Όσον αφορά το στάδιο ii), αυτό που η έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση ορίζει ως «ίδια κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για την άσκηση των καθηκόντων» (24) υπολογίζεται αφαιρώντας από το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων της FFT το μέρος των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων της FFT που προκύπτουν από το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ, όπως εκτιμώνται από τον φοροτεχνικό σύμβουλο, και το μέρος των ιδίων κεφαλαίων της FFT που χρησιμοποιούνται για τη στήριξη των χρηματοοικονομικών επενδύσεων στην FFNA και την FFC.

(61)

Σύμφωνα με τον φοροτεχνικό σύμβουλο της FFT, στα τέλη του 2011, τα ίδια κεφάλαια της FFT ανέρχονταν σε 287,5 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων:

28,5 εκατ. ευρώ αποτελούν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ για την κάλυψη των κινδύνων που επωμίζεται η FFT («ελάχιστα ίδια κεφάλαια εκτεθειμένα στον κίνδυνο (25) »),

165,2 εκατ. ευρώ χρησιμοποιούνται για την αντιστάθμιση των συμμετοχών της FFT στην FFNA και την FFC (26) (τα «ίδια κεφάλαια που καλύπτουν τις χρηματοοικονομικές επενδύσεις στην FFNA και την FFC»), και

93,7 εκατ. ευρώ αποτελούν τα ίδια κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για την άσκηση των λειτουργιών (τα «ίδια κεφάλαια που καλύπτουν τις ασκούμενες λειτουργίες (27) »).

(62)

Ο πίνακας 2 παραθέτει την κατανομή του συνόλου των ιδίων κεφαλαίων της FFT, όπως υποβλήθηκε από τον φοροτεχνικό σύμβουλο στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση.

Πίνακας 2

Κατανομή των ιδίων κεφαλαίων της FFT

(σε χιλιάδες ευρώ)

Κατανομή των ιδίων κεφαλαίων της FFT από τον φοροτεχνικό σύμβουλο

Ίδια κεφάλαια 2011

Ελάχιστα ίδια κεφάλαια εκτεθειμένα στον κίνδυνο

28 523

Ίδια κεφάλαια που καλύπτουν τις χρηματοοικονομικές επενδύσεις στην FFNA και FFC

165 244

Ίδια κεφάλαια που καλύπτουν τις ασκούμενες λειτουργίες

93 710

Σύνολο ιδίων κεφαλαίων

287 477

(63)

Στο στάδιο iii), ο φοροτεχνικός σύμβουλος προτείνει καταρχάς την αμοιβή του μεριδίου των ιδίων κεφαλαίων της FFT που τα ορίζει ως «ελάχιστα ίδια κεφάλαια εκτεθειμένα στον κίνδυνο», τα οποία αντιστοιχούν στα υποθετικά εποπτικά ίδια κεφάλαια της FFT, όπως καθορίζονται από τον φοροτεχνικό σύμβουλο στο στάδιο i), εκτιμώντας την απόδοση των ιδίων κεφαλαίων την οποία προσδοκούσαν οι επενδυτές («αναμενόμενη απόδοση προ φόρων») με τη χρήση του μοντέλου MEDAF, ήτοι:

Αναμενόμενη απόδοση προ φόρων = (επιτόκιο μηδενικού κινδύνου + β × ασφάλιστρο κινδύνου ιδίων κεφαλαίων)/(1 — φορολογικός συντελεστής)

(64)

Κατά την εφαρμογή του MEDAF, ο φοροτεχνικός της FFT χρησιμοποίησε τις ακόλουθες μεταβλητές:

επιτόκιο χωρίς κίνδυνο 2,85 % (γερμανικά ομοσπονδιακά δάνεια δεκαετούς διάρκειας «Bund», μέσος όρος για το 2011),

συντελεστή βήτα (β) 0,29 που εκτιμάται (28) βάσει ενός συνόλου 66 συγκρίσιμων εταιρειών που εκτελούν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, που αναφέρονται τον δικτυακό τόπο Damodaran (29),

ασφάλιστρο κινδύνου 5 % επί των ιδίων κεφαλαίων για το Λουξεμβούργο, που αναφέρεται από τον δικτυακό τόπο Damodaran (με επικαιροποίηση του Ιουλίου 2011),

λουξεμβουργιανός φορολογικός συντελεστής 28,80 %.

(65)

Εφαρμόζοντας αυτές τις μεταβλητές στον τύπο που παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη (63), ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT καταλήγει σε «απόδοση ιδίων κεφαλαίων που οι επενδυτές θα προσδοκούσαν να λάβουν για τους κινδύνους που αναλαμβάνουν» 6,05 %.

(66)

Ο πίνακας 3 παρέχει τον κατάλογο των εταιρειών τις οποίες ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT επέλεξε ως συγκρίσιμες εταιρείες που ασκούν ανεξάρτητη δραστηριότητα στον χρηματοπιστωτικό τομέα, καθώς και κατάλογο των συντελεστών βήτα που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του συντελεστή βήτα προς χρήση στο MEDAF.

Πίνακας 3

Κατάλογος των συγκρίσιμων εταιρειών που παρέχουν χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες

Επωνυμία εταιρείας

Συντελεστής β

ING Groep NV (EXTAM:INGA)

3,00

UBS AG (SWX:UBSN)

1,80

Wüstenrot & Württembergische AG (XTRA:WUW)

0,41

Deutsche Börse AG (XTRA:DB1)

1,28

Oslo Bors VPS Holding ASA (OTCNO:OSLO)

0,13

London Stock Exchange Group (LSE:LSE)

1,24

Fimalac SA (ENXTPA:FIM)

0,68

International Personal FinancePlc (LSE:IPF)

1,92

GrenkeLeasing AG (XTRA:GLJ)

0,55

Mittel S.p.A (CM:MIT)

0,93

GlobeOp Financial Services SA (LSE:GO)

0,56

KBC Ancora (ENXTBR:KBCA)

3,61

Aktiv Kapital ASA (OB:AIK)

0,25

IG Group Holdings Plc (LSE:IGG)

0,75

IFG Group plc (LSE: IFP)

1,11

Conafi Prestito S.p.A. (CM:CNP)

0,74

NEOVIA Financial Plc (AIM:NEC)

0,60

H&T Group Plc (AIM:HAT)

– 0,11

Hesse Newman Capital AG (XTRA:RTM)

0,29

Acta Holding ASA (OB:ACTA)

1,70

Manx Financial Group PLC (AIM:MFX)

0,30

PLUS Markets Group plc (AIM:PMK)

– 0,05

Law Debenture Corp. Plc (LSE:LVVDB)

0,95

Hypoport AG (DB:HYQ)

0,70

Perrot Duval Holding SA (SWX:PEDP)

0,16

Albemarie & Bond Holdings plc (AIM:ABM)

0,21

MCB Finance Group plc (AIM:MCRB)

NA

Brightside Group plc (AIM:BRT)

0,11

DF Deutsche Forfait AG (DB:DE6)

0,83

Autobank AG (DB:AW2)

NA

Ambrian capital plc (AIM:AMBR)

0,83

Gruppo MutuiOnline S.p.A (CM:MOL)

0,77

Park Group plc (AIM:PKG)

0,09

OVB Holding AG (XTRA:O4B)

– 0,19

Albis Leasing AG (DB:ALG)

0,57

Hellenic Exchanges SA (ATSE:EXAE)

1,42

FORIS AG (XTRA:FRS)

0,20

Creon Corporation Plc (AIM:CRO)

2,03

Investeringsselskabet Luxor A/S (CPSE:LUXOR B)

0,50

Univerma AG

NA

OFL AnlagenLeasing AG (DB:OFL)

0,86

Ideal GroupSA (ATSE:INTEK)

NA

Nøtterø SpareBank (OB:NTSG)

0,20

Apulia Prontoprestitio S.p.A. (CM:APP)

1,07

Ultimate Finance Group plc (AIM:UFG)

0,54

Dresdner Factoring AG (XTRA:D2F)

0,42

Heidelberger Beteiligungsholding AG (DB:IPO)

0,14

ABC Arbitrage SA (ENXTPA:ABCA)

0,48

Baydonhill plc (AIM:BHL)

0,04

London Capital Group Holdings plc (AIM:LCG)

0,72

Imarex ASA (OB:IMAREX)

0,48

Toscana Finanza S.p.A. (CM:TF)

0,49

Banca Finnat Euramerica S.p.A. (CM:BFE)

0,79

S&U plc (LSE:SUS)

0,27

Bolsas y Mercados Españoles SA(CATS:BME)

0,97

Banca IFIS S.p.A. (CM:IF)

0,69

Paris Orleans SA (ENXTPA:PAOR)

0,60

SNS Reaal NV (ENXTAM:SR)

2,37

Close Brothers Group plc (LSE:CBG)

0,94

Provident Fiancial plc (LSE:PFG)

0,35

Pohola Bank plc (HLSE:POH1S)

1,43

Investec plc (LSE:INVP)

1,73

Banque Nationale de Belgique SA (ENXTBR:BNB)

0,49

Credit Suisse Group (SWX:CSGN)

1,43

Deutsche Bank AG (DB:DBK)

1,98

Schweizerische Nationalbank (SWX:SNBN)

0,22

Πηγή: Damodaran

(67)

Ο πίνακας 4 παρουσιάζει το «εύρος τιμών πλήρους ανταγωνισμού» μεταξύ των συντελεστών βήτα των συγκρίσιμων εταιρειών που επελέγησαν, στον οποίο καταλήγει ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT.

Πίνακας 4

Εύρος τιμών πλήρους ανταγωνισμού των συντελεστών βήτα των συγκρίσιμων εταιρειών

Εύρος τιμών πλήρους ανταγωνισμού

Συντελεστές β

Αριθμός εταιρειών

66

ΜΕΓΙΣΤΗ

3,61

90ο εκατοστημόριο

1,79

75ο εκατοστημόριο

1,04

Διάμεση τιμή

0,64

25ο εκατοστημόριο

0,29

10ο εκατοστημόριο

0,13

ΕΛΑΧΙΣΤΗ

0,19

(68)

Στη συνέχεια, ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT προτείνει αμοιβή του μεριδίου των ιδίων κεφαλαίων της FFT τα οποία αποκαλεί «ίδια κεφάλαια που καλύπτουν την άσκηση λειτουργιών» στον πίνακα 2, τα οποία αντιστοιχούν στα «ίδια κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για την άσκηση των καθηκόντων» που προσδιορίζονται στο στάδιο ii), χρησιμοποιώντας το επιτόκιο της αγοράς που ισχύει για τις βραχυπρόθεσμες καταθέσεις (30), το οποίο, κατά τον φοροτεχνικό σύμβουλο της FFT θα ήταν 0,87 %.

(69)

Ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT προτείνει στη συνέχεια να μην αμειφθεί το μερίδιο των ιδίων κεφαλαίων της FFT που θεωρεί ότι καλύπτει τις χρηματοοικονομικές επενδύσεις της FFT στην FFNA και την FFC, το οποίο αποκαλεί «ίδια κεφάλαια που καλύπτουν τις χρηματοοικονομικές επενδύσεις στην FFNA και την FFC» στον πίνακα 2, δηλ. να έχει μηδενική αμοιβή για φορολογικούς σκοπούς.

(70)

Τέλος, στο στάδιο iv), ο φοροτεχνικός σύμβουλος υπολογίζει τη συνολική αμοιβή της FFT για τις δραστηριότητες χρηματοδότησης και ρευστότητας και για τους κινδύνους που αναλαμβάνει. Η αμοιβή αυτή αποτελείται από τα ακόλουθα στοιχεία, που προέρχονται από τα στάδια i) έως iii) ανωτέρω:

μια «αμοιβή κινδύνου», η οποία υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας τα υποθετικά εποπτικά ίδια κεφάλαια της FFT, που ο φοροτεχνικός σύμβουλος τα εκτιμά σε 28 500 000 ευρώ με την εφαρμογή του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ κατ' αναλογία προς το στάδιο ii), επί την αναμενόμενη απόδοση προ φόρων, η οποία εκτιμάται σε 6,05 % από τον φοροτεχνικό σύμβουλο με τη χρήση του MEDAF στο στάδιο iii), και

μια «αμοιβή καθηκόντων», η οποία υπολογίζεται με πολλαπλασιασμό του στοιχείου που ο φοροτεχνικός σύμβουλος ορίζει ως ίδια κεφάλαια της FFT που χρησιμοποιούνται για την άσκηση των καθηκόντων της, τα οποία εκτιμήθηκαν σε 93 710 000 ευρώ στο στάδιο ii), επί το επιτόκιο της αγοράς που εφαρμόζεται στις βραχυπρόθεσμες καταθέσεις, το οποίο ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT έκρινε, στο στάδιο iii), ίσο με 0,87 %.

(71)

Ο πίνακας 5 παρουσιάζει την εκτίμηση από τον φοροτεχνικό σύμβουλο της συνολικής κερδοφορίας που θα έπρεπε να αποδοθεί στην FFT για τους σκοπούς της φορολόγησης στο Λουξεμβούργο.

Πίνακας 5

Εκτίμηση της φορολογητέας βάσης της FFT

(σε χιλιάδες ευρώ)

Αμοιβή των ιδίων κεφαλαίων

Κέρδη προ φόρων 2011

Αμοιβή κινδύνου

1 726

Αμοιβή καθηκόντων

816

Αμοιβή των ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν τις χρηματοοικονομικές επενδύσεις στην FFNA και την FFC (31)

0

Συνολικά κέρδη προ φόρων

2 542

(72)

Το συνολικό ποσό των 2,542 εκατ. ευρώ αντιστοιχεί στο ποσό της επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης το οποίο η λουξεμβουργιανή φορολογική αρχή θεωρεί ως αμοιβή σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού (32).

(73)

Στον πίνακα 6 συνοψίζονται τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT μετά το πέρας των σταδίων i) έως iv) ανωτέρω, στις αιτιολογικές σκέψεις (58) έως (72).

Πίνακας 6

Ανακεφαλαιωτικός υπολογισμός των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων και της επίπτωσης στα προ φόρων αποτελέσματα της FFT

Ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις

FFT

 

 

2011

 

(σε χιλιάδες ευρώ)

 

Λειτουργικός κίνδυνος

938

a

Κίνδυνος αντισυμβαλλομένου

2 603

b

Συναλλαγματικός κίνδυνος

0

c

Πιστωτικός κίνδυνος

24 982

d

Ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις

28 523

e = a + b + c + d

Ίδια κεφάλαια που αμείφθηκαν με τους τόκους συμμετοχής

165 244

x

Πλεονάζοντα ίδια κεφάλαια

93 710

f = g – e – x

Ίδια κεφάλαια

287 477

g

Δείκτης καθαρού κέρδους

 

 

Αναμενόμενη απόδοση των ιδίων κεφαλαίων

6,05 %

h

Βραχυπρόθεσμο επιτόκιο

0,87 %

i

Αμοιβή των ιδίων κεφαλαίων

 

 

Αμοιβή κινδύνου

1 726

k = h * e

Αμοιβή καθηκόντων

816

j = i * f

Συνολικά κέρδη προ φόρων

2 542

l = k + j

a

=

15 %* (χρηματοοικονομικά έσοδα για τραπεζικές καταθέσεις — οικονομικές επιβαρύνσεις των τραπεζικών δανείων)

b

=

20 %*6 %* (μελλοντικό άνοιγμα + θετική εύλογη αξία των παραγώγων μέσων που κατέχονται έναντι τρίτων)

c

=

100 % καλυπτόμενα από παράγωγα

d

=

20 %*6 %* απαιτήσεις έναντι τρίτων (ετήσιος μέσος όρος)

h

=

υπολογίζεται με τη χρήση του μοντέλου MEDAF

i

=

ετήσιος μέσος όρος 2011 του δείκτη EONIA

Επισήμανση: η βασική υπόθεση είναι η απουσία πιστωτικού κινδύνου/κινδύνου αντισυμβαλλομένου στις συναλλαγές με τις εταιρείες του ομίλου.

2.3.   Περιγραφή των κανόνων του Λουξεμβούργου σχετικά με την ενδοομιλική τιμολόγηση

(74)

Η φορολογική απόφαση προέγκρισης υπέρ της FFT εκδόθηκε βάσει του άρθρου 164 εδάφιο 3 του λουξεμβουργιανού κώδικα φορολογίας εισοδήματος [τροποποιημένος νόμος της 4ης Δεκεμβρίου 1967 σχετικά με τον φόρο εισοδήματος (ο «L.I.R.»)] και της εγκυκλίου L.I.R. αριθ. 164/2 της 28ης Ιανουαρίου 2010 (η «εγκύκλιος») (33).

2.3.1.   Άρθρο 164 του λουξεμβουργιανού κώδικα φορολογίας εισοδήματος

(75)

Το άρθρο 164 εδάφιο 3 του L.I.R. ορίζει ότι «[οι] αφανείς διανομές κερδών περιλαμβάνονται στο φορολογητέο εισόδημα. Αφανής διανομή κερδών υφίσταται ιδίως εάν ένας εταίρος, μέτοχος ή ενδιαφερόμενος αποκομίζει άμεσα ή έμμεσα οφέλη από μια εταιρεία ή ένωση, τα οποία υπό κανονικές συνθήκες δεν θα απολάμβανε, εάν δεν είχε την ιδιότητα αυτή». Η διάταξη αυτή θεσπίζει την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού στο φορολογικό δίκαιο του Λουξεμβούργου, κατά το οποίο οι συναλλαγές μεταξύ εταιρειών του ιδίου ομίλου πρέπει να αμείβονται όπως αν γίνονταν αποδεκτές από ανεξάρτητες εταιρείες που διαπραγματεύονται σε συγκρίσιμες περιστάσεις σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού.

2.3.2.   Εγκύκλιος L.I.R. αριθ. 164/2

(76)

Το άρθρο 164 εδάφιο 3 του L.I.R. διευκρινίζεται από την εγκύκλιο, η οποία έχει ως εξής: το τμήμα 1 ορίζει τους όρους «εταιρεία χρηματοδότησης ομίλου» (34), «πράξη ενδοομιλικής χρηματοδότησης» (35) και «συνδεδεμένες επιχειρήσεις» (36).

(77)

Το τμήμα 2 με τίτλο «Γενικές διατάξεις» περιγράφει καταρχάς με τον ακόλουθο τρόπο τις ενδοομιλικές υπηρεσίες στις οποίες εφαρμόζεται η εγκύκλιος: «Μια ενδοομιλική υπηρεσία (συμπεριλαμβανομένων των πράξεων ενδοομιλικής χρηματοδότησης) έχει παρασχεθεί εάν, σε συγκρίσιμες συνθήκες, μια ανεξάρτητη επιχείρηση θα ήταν διατεθειμένη να καταβάλει τίμημα σε άλλη ανεξάρτητη επιχείρηση για την άσκηση αυτής της δραστηριότητας, ή εάν την είχε εκτελέσει η ίδια.» Το τμήμα 2 της εγκυκλίου περιγράφει ιδίως την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού όπως ορίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση και έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο. Συναφώς, αναφέρει ότι «εάν έχει παρασχεθεί ενδοομιλική υπηρεσία, πρέπει να διαπιστωθεί, όπως και για τα άλλα είδη ενδοομιλικής τιμολόγησης, αν η συμφωνηθείσα αμοιβή είναι σύμφωνη με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού, αν δηλ. αντιστοιχεί στην τιμή που θα είχε εφαρμόσει και αποδεχθεί μια ανεξάρτητη επιχείρηση σε συγκρίσιμες συνθήκες» (37).

(78)

Όσον αφορά την αναφορά σε «συγκρίσιμες συνθήκες», η εγκύκλιος διευκρινίζει ότι η ανάλυση της συγκρισιμότητας πρέπει να περιλαμβάνει στοιχεία όπως «τα χαρακτηριστικά των μεταβιβαζόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, οι λειτουργίες που αναλαμβάνουν τα μέρη, οι συμβατικοί όροι, οι οικονομικές συνθήκες των μερών και οι βιομηχανικές ή εμπορικές στρατηγικές τους» (38).

(79)

Το τμήμα 3 της εγκυκλίου εξηγεί τον τρόπο με τον οποίο προσδιορίζεται μια αμοιβή σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού, ειδικότερα όσον αφορά τις εταιρείες χρηματοδότησης ομίλου. Οι λειτουργίες των εταιρειών αυτών, που καθορίζουν την αμοιβή για καθεμία από αυτές, πρέπει, σύμφωνα με την εγκύκλιο, να είναι συγκρίσιμες με τις λειτουργίες που αναλαμβάνουν τα ανεξάρτητα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που υπόκεινται στην εποπτεία της επιτροπής εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα. Επομένως, η αμοιβή σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού για τα καθήκοντα που αναλαμβάνονται (βάσει των υποκείμενων στοιχείων του ενεργητικού και των κινδύνων που αναλαμβάνονται) «θα πρέπει να βασίζεται στην αμοιβή που χρεώνουν τα εν λόγω ιδρύματα για συγκρίσιμες πιστωτικές πράξεις» (39).

(80)

Επιπλέον, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, πριν χορηγήσουν μια πίστωση ή προκαταβολή κεφαλαίων, διεξάγουν ανάλυση κινδύνου, αξιολογώντας ιδίως τον χρηματοοικονομικό κίνδυνο που συνδέεται με τη συναλλαγή, τον εγγενή κίνδυνο του δανειολήπτη, τον κίνδυνο της δανειολήπτριας επιχείρησης και τον διαρθρωτικό κίνδυνο. Όσον αφορά τα έξοδα που συνδέονται με τη χορήγηση δανείων, οι πρόσθετες δαπάνες θα πρέπει, επίσης, να λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων, τα «πρόσθετα έξοδα που προκύπτουν για την τήρηση των απαιτήσεων φερεγγυότητας, τα πρόσθετα έξοδα που συνδέονται με τον πιστωτικό κίνδυνο, τα έξοδα διεκπεραίωσης ή τις πρόσθετες επιβαρύνσεις που οφείλονται στον συναλλαγματικό κίνδυνο» (40). Ο πιστωτικός κίνδυνος προσδιορίζεται βάσει των όρων που διέπουν τη σύμβαση πίστωσης και τα αποτελέσματα της ανάλυσης των κινδύνων.

(81)

Τέλος, σύμφωνα με την εγκύκλιο, οι ανεξάρτητοι φορείς παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών συνήθως εξαρτούν το ύψος της αμοιβής είτε από το ποσό της δανειοληψίας, είτε από την πραγματική αξία των υπό διαχείριση στοιχείων ενεργητικού. Ομοίως, κατά το πρότυπο των ανεξάρτητων φορέων παροχής υπηρεσιών, «οι εταιρείες χρηματοδότησης ομίλου που εκτελούν ενδοομιλικές πιστοδοτικές πράξεις θα πρέπει επίσης να προβαίνουν σε ανάλυση κινδύνου προτού χορηγήσουν πίστωση σε μια συνδεδεμένη επιχείρηση και να λαμβάνουν υπόψη κάθε άλλο παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει τον καθορισμό της ενδοομιλικής τους τιμολόγησης» (41).

(82)

Το τμήμα 4 της εγκυκλίου διευκρινίζει ότι οι φορολογικές αρχές παρέχουν πληροφορίες που έχουν ως αποτέλεσμα να τους δεσμεύουν μόνον εάν η σχετική εταιρεία έχει πραγματική παρουσία στο Λουξεμβούργο. Παραθέτει, στη συνέχεια, τις διάφορες προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί μια εταιρεία χρηματοδότησης ομίλου για να έχει πραγματική παρουσία στη χώρα. Τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας πρέπει, μεταξύ άλλων, να είναι επαρκή σε σχέση με τις λειτουργίες που ασκεί (βάσει των υποκείμενων στοιχείων του ενεργητικού και των κινδύνων που αναλαμβάνονται), και το ύψος των ιδίων κεφαλαίων πρέπει να αντιστοιχεί τουλάχιστον στο 1 % της ονομαστικής αξίας των χορηγούμενων πιστώσεων ή σε 2 εκατ. ευρώ, χωρίς άλλη ένδειξη.

(83)

Η εγκύκλιος αναφέρει επίσης τις πληροφορίες και τα έγγραφα που πρέπει να υποβάλλονται για την απόκτηση των πληροφοριών που έχουν ως αποτέλεσμα τη δέσμευση των φορολογικών αρχών. Μια δεσμευτική αίτηση παροχής πληροφοριών πρέπει να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, «μελέτη της ενδοομιλικής τιμολόγησης που τηρεί τις κατευθυντήριες αρχές του ΟΟΣΑ σε αυτό τον τομέα και περιλαμβάνει πλήρη περιγραφή της προτεινόμενης μεθοδολογίας και λεπτομερείς πληροφορίες και αναλύσεις για την υποστήριξη αυτής της μεθοδολογίας, όπως ο εντοπισμός συγκρίσιμων στοιχείων και το φάσμα των αναμενόμενων αποτελεσμάτων» (42). Τέλος, η εγκύκλιος διευκρινίζει ότι η διάρκεια ισχύος μιας φορολογικής απόφασης προέγκρισης είναι κατά κανόνα πενταετής, εκτός εάν αλλάξουν τα γεγονότα και οι συνθήκες, οι νομικές απαιτήσεις στις οποίες βασίστηκε η φορολογική απόφαση προέγκρισης, ή μεταβληθεί κάποιο από τα βασικά χαρακτηριστικά της συναλλαγής (43).

2.4.   Περιγραφή των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση

(84)

Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης («ΟΟΣΑ») παρέχει στις χώρες μέλη του κατευθύνσεις σε θέματα φορολογίας, που παρατίθενται στις «κατευθυντήριες γραμμές για την ενδοομιλική τιμολόγηση» («κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση»), οι οποίες συνιστούν μια μη δεσμευτική νομική πράξη που παρέχει κατευθύνσεις σε θέματα ενδοομιλικής τιμολόγησης (44).

(85)

Η ενδοομιλική τιμολόγηση καθορίζει τις τιμές που χρεώνονται για τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ διαφόρων τμημάτων του ίδιου ομίλου εταιρειών. Οι πολυεθνικές εταιρείες έχουν οικονομικό κίνητρο να κατανέμουν όσο το δυνατόν λιγότερα κέρδη στις φορολογικές δικαιοδοσίες που φορολογούν περισσότερο τα κέρδη αυτά, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε υπέρμετρες τιμές μεταβίβασης, το οποίο δεν πρέπει να γίνεται δεκτό ως βάση για τον υπολογισμό του φορολογητέου εισοδήματος. Για να αποφευχθεί αυτό το πρόβλημα, οι φορολογικές αρχές θα πρέπει να αποδέχονται την ενδοομιλική τιμολόγηση μεταξύ εταιρειών του ιδίου ομίλου μόνο όταν οι συναλλαγές αμείβονται όπως θα αμείβονταν αν ήταν αποδεκτές από ανεξάρτητες εταιρείες που διαπραγματεύονται σε συγκρίσιμες περιστάσεις υπό συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού (45). Αυτή είναι η αποκαλούμενη «αρχή του πλήρους ανταγωνισμού».

(86)

Η δήλωση αρχών σχετικά με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού παρατίθεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του υποδείγματος φορολογικής σύμβασης του ΟΟΣΑ, η οποία αποτελεί τη βάση των διμερών φορολογικών συμφωνιών στις οποίες συμμετέχουν οι χώρες μέλη του ΟΟΣΑ και ολοένα και μεγαλύτερος αριθμός χωρών μη μελών. Το άρθρο 9 ορίζει ότι «στις εμπορικές ή οικονομικές σχέσεις των δύο [συνδεδεμένων] επιχειρήσεων, οι οποίες συνδέονται με όρους που συμφωνούνται ή επιβάλλονται και είναι διαφορετικοί από εκείνους που θα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων, τα κέρδη που θα είχε δημιουργήσει, χωρίς τους όρους αυτούς, μία από τις επιχειρήσεις αυτές, αλλά τελικά δεν δημιουργήθηκαν εξαιτίας αυτών των όρων, μπορούν να συμπεριληφθούν στα κέρδη της επιχείρησης αυτής και να φορολογηθούν ανάλογα».

(87)

Στις 27 Ιουνίου 1995, η επιτροπή φορολογικών υποθέσεων του ΟΟΣΑ εξέδωσε στην αρχική τους μορφή τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση (46)· αυτές επικαιροποιήθηκαν επί της ουσίας τον Ιούλιο του 2010 (47). Λόγω του μη δεσμευτικού χαρακτήρα αυτών των κατευθυντήριων γραμμών, οι φορολογικές διοικήσεις των χωρών μελών του ΟΟΣΑ απλώς ενθαρρύνονται να τις εφαρμόζουν. Κατά κανόνα, ωστόσο, οι κατευθυντήριες γραμμές αποτελούν σημείο αναφοράς και ασκούν σαφή επιρροή στις φορολογικές πρακτικές των χωρών μελών του ΟΟΣΑ (ακόμη και σε χώρες μη μέλη). Επιπλέον, σε πολλές χώρες μέλη του ΟΟΣΑ, οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές έχουν αποκτήσει ισχύ νόμου ή χρησιμεύουν ως σημεία αναφοράς για την ερμηνεία της εθνικής φορολογικής νομοθεσίας. Η Επιτροπή παραπέμπει στις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση στην παρούσα απόφαση, διότι οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές αποτελούν υπαρκτό βοήθημα σε αυτό τον τομέα που είναι αποτέλεσμα συζητήσεων μεταξύ εμπειρογνωμόνων στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ και παρέχουν διευκρινίσεις σχετικά με τις τεχνικές για την αντιμετώπιση των κοινών προκλήσεων που δημιουργεί η εφαρμογή της αρχής του πλήρους ανταγωνισμού σε συγκεκριμένες συνθήκες. Οι κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση παρέχουν στις φορολογικές διοικήσεις και στις πολυεθνικές επιχειρήσεις χρήσιμες κατευθύνσεις για την εφαρμογή της αρχής του πλήρους ανταγωνισμού. Αναδεικνύουν επίσης τη διεθνή συναίνεση σε θέματα ενδοομιλικής τιμολόγησης.

(88)

Οι κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ που εφαρμόζονται στην ενδοομιλική τιμολόγηση προβλέπουν πέντε μεθόδους για μια κατά προσέγγιση εκτίμηση των τιμών σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού και την κατανομή των κερδών μεταξύ των επιχειρήσεων του ίδιου ομίλου: i) τη μέθοδο της συγκρίσιμης τιμής στην ελεύθερη αγορά (η «μέθοδος CUP»)· ii) τη μέθοδο του προσαυξημένου κόστους· iii) τη μέθοδο της τιμής μεταπώλησης· iv) την MTMN ) και v) τη συναλλακτική μέθοδο επιμερισμού των κερδών. Κάνουν διάκριση μεταξύ των παραδοσιακών μεθόδων που βασίζονται στις συναλλαγές (οι τρεις πρώτες μέθοδοι) και τις μεθόδους συναλλαγής που βασίζονται στα κέρδη (οι δύο τελευταίες μέθοδοι). Οι πολυεθνικές εταιρείες έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν μεθόδους καθορισμού των τιμών ενδοομιλικών συναλλαγών που δεν περιγράφονται στις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω τιμές είναι σύμφωνες με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού.

(89)

Η μέθοδος CUP και η μέθοδος MTMN είναι κατάλληλες για την παρούσα απόφαση και, ως εκ τούτου, αναλύονται διεξοδικότερα στις αιτιολογικές σκέψεις (90) έως (92).

(90)

Η μέθοδος CUP συγκρίνει την τιμή που χρεώνεται για τη μεταβίβαση αγαθών ή υπηρεσιών στο πλαίσιο μιας ελεγχόμενης συναλλαγής (συναλλαγή ανάμεσα σε δύο επιχειρήσεις συνδεδεμένες μεταξύ τους) με την τιμή που χρεώνεται για τη μεταβίβαση αγαθών ή υπηρεσιών στο πλαίσιο μιας συγκρίσιμης συναλλαγής που πραγματοποιείται στην ελεύθερη αγορά (συναλλαγή ανάμεσα σε δύο επιχειρήσεις που είναι ανεξάρτητες η μία από την άλλη) σε παρόμοιες συνθήκες.

(91)

Η MTMN είναι μία από τις «έμμεσες μεθόδους» που χρησιμοποιούνται για μια εκτίμηση των τιμών σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού στις συναλλαγές και την κατανομή των κερδών μεταξύ επιχειρήσεων του ίδιου ομίλου. Συνίσταται στην εκτίμηση του ύψους των πιθανών κερδών βάσει της αρχής του πλήρους ανταγωνισμού για μια δραστηριότητα στο σύνολό της, αντί για επιμέρους ειδικές συναλλαγές. Δεν έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό της τιμής των πωληθέντων αγαθών, αλλά την εκτίμηση των κερδών που θα μπορούσαν να αναμένουν ανεξάρτητες εταιρείες από μια συγκεκριμένη δραστηριότητα, όπως η πώληση αγαθών. Για τον σκοπό αυτό, επιλέγει μια κατάλληλη βάση (ένα «δείκτη επιπέδου των κερδών»), όπως το κόστος, ο κύκλος εργασιών ή οι πάγιες επενδύσεις, και εφαρμόζει σε αυτήν ένα ποσοστό κέρδους που αντικατοπτρίζει το κέρδος το οποίο παρατηρείται σε συγκρίσιμες συναλλαγές που πραγματοποιούνται στην ελεύθερη αγορά.

(92)

Επειδή η MTMN δεν προσδιορίζει τιμές για μεμονωμένες συναλλαγές, το φορολογητέο εισόδημα μιας οντότητας στην οποία εφαρμόζεται θα μπορούσε να μην έχει καμία άμεση επίπτωση στο φορολογητέο εισόδημα μιας άλλης οντότητας του ίδιου ομίλου εταιρειών. Η μέθοδος αυτή διαφέρει συνεπώς από την εφαρμογή της μεθόδου CUP, η οποία καθορίζει την τιμή μεταβίβασης ως την τιμή ενός συγκεκριμένου αγαθού ή μιας συγκεκριμένης υπηρεσίας, την οποία στη συνέχεια εγγράφει στο φορολογητέο εισόδημα κατά το ίδιο ποσό, η εταιρεία του ομίλου που πωλεί και η εταιρεία που αγοράζει το σχετικό αγαθό ή την υπηρεσία.

2.5.   Συμπληρωματικές πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν μετά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας

2.5.1.   Επιστολή του Λουξεμβούργου της 3ης Σεπτεμβρίου 2014

(93)

Απαντώντας στα ερωτήματα που διατυπώθηκαν στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, το Λουξεμβούργο ενημέρωσε την Επιτροπή ότι δεν υπήρχε ανώτατο όριο στις πιστώσεις που χορηγούνταν στο εσωτερικό του ομίλου Fiat.

(94)

Το Λουξεμβούργο έδωσε επίσης διευκρινίσεις σχετικά με τις μέσες τιμές των ενδοομιλικών δανειοδοτικών και δανειοληπτικών πράξεων της FFT κατά τη διάρκεια των ετών 2011 έως 2013. Το επιτόκιο των ενδοομιλικών δανείων που χορηγούνται από την FFT είναι […]. Στα τέλη του 2011, αντιστοιχούσε στο επιτόκιο Euribor συν ένα περιθώριο [6-9 %]. Το μέσο επιτόκιο που εφαρμοζόταν στα υπόλοιπα των τρεχούμενων λογαριασμών των εταιρειών του ομίλου ήταν το 2012 και το 2013 [6-9 %] και [6-9 %] αντίστοιχα. Το 2011, το 2012 και το 2013, το μέσο επιτόκιο που κατέβαλλε η FFT για ενδοομιλικές καταθέσεις ανερχόταν σε [0-3 %], σε [0-3 %] και σε [0-3 %] αντιστοίχως (μέσα σταθερά επιτόκια).

(95)

Το Λουξεμβούργο αναφέρθηκε επίσης στην αμοιβή του κεφαλαίου που ενέκρινε η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης. Επισήμανε, ιδίως, ότι η αμοιβή του κεφαλαίου που επενδυόταν σε συμμετοχές είχε τη μορφή διανομής μερισμάτων τα οποία, από τη φύση τους, δεν αποτελούν αντικείμενο ανάλυσης ενδοομιλικής τιμολόγησης, εφόσον εισπράττονται από μια εταιρεία λόγω της αποκλειστικής ιδιότητάς της ως μετόχου. Τα μερίσματα δεν λαμβάνονται, επομένως, υπόψη για τον καθορισμό της σημασίας των ασκούμενων λειτουργιών και των κινδύνων που αναλαμβάνονται.

(96)

Το Λουξεμβούργο εξήγησε επίσης ότι η απόκτηση των συμμετοχών της FFT χρηματοδοτήθηκε εξ ολοκλήρου από ιδίους πόρους και ότι αυτός ο τρόπος χρηματοδότησης σημαίνει αυτομάτως ότι αυτοί δεν είναι πλέον διαθέσιμοι για την κάλυψη άλλων κινδύνων τους οποίους έχει επωμιστεί η FFT.

(97)

Το Λουξεμβούργο αναφέρθηκε επίσης στο άρθρο 57 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (48) σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων, βάσει του οποίου τα μη ενοποιημένα ίδια κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων δεν περιλαμβάνουν τις συμμετοχές σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα που υπερβαίνουν το 10 % του κεφαλαίου αυτών των ιδρυμάτων.

(98)

Το Λουξεμβούργο παρέπεμψε επίσης στην προσέγγιση βασικού δείκτη που καθορίζεται από το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ, που ορίζει στο 15 % το ποσοστό που πρέπει να εφαρμοστεί στη μέση τιμή τριών περιόδων θετικών ετήσιων ακαθάριστων εσόδων.

2.5.2.   Επιστολή του Λουξεμβούργου της 24ης Μαρτίου 2015

(99)

Στην απάντησή του στην αίτηση της Επιτροπής, η οποία το καλούσε να της κοινοποιήσει παραδείγματα φορολογικών αποφάσεων προέγκρισης με αποδέκτες φορολογούμενους που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση με εκείνη της FFT, το Λουξεμβούργο ανέφερε, στην επιστολή του της 24ης Μαρτίου 2015, ότι η κατάσταση της FFT ήταν πολύ ιδιάζουσα. Αυτό οφείλεται, κατά την άποψή του, στο γεγονός ότι η FFT είναι χρηματοπιστωτικό ίδρυμα το οποίο αντλεί κεφάλαια από την αγορά, σε αντίθεση με τα περισσότερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα του Λουξεμβούργου, που χορηγούν, έναντι περιθωρίου, κεφάλαια που τους διατίθενται από άλλες εταιρείες του ομίλου στον οποίο ανήκουν.

(100)

Επιπλέον, σύμφωνα με τη φορολογική διοίκηση του Λουξεμβούργου, η κατάσταση κάθε φορολογουμένου είναι τόσο ειδική που καθιστά αδύνατη κάθε σύγκριση με άλλους φορολογουμένους. Για τον λόγο αυτό, το εθνικό δίκαιο του Λουξεμβούργου περιέχει μία μόνο γενική διάταξη που χρησιμεύει ως πλαίσιο για την ενδοομιλική τιμολόγηση (δηλ. το άρθρο 164 του L.I.R.), γεγονός που του επιτρέπει να αντιμετωπίζει με όσο το δυνατό μεγαλύτερη ακρίβεια την οικονομική πραγματικότητα της κάθε περίπτωσης, ανεξάρτητα από το αν έχει ή δεν έχει εκδοθεί γι' αυτήν φορολογική απόφαση προέγκρισης.

(101)

Το Λουξεμβούργο κοινοποίησε επίσης τη φορολογητέα βάση της FFT για το διάστημα μεταξύ 2009 και 2013 βάσει των φορολογικών δηλώσεων της εταιρείας (49), που παρατίθεται στον πίνακα 7.

Πίνακας 7

Φορολογητέα βάση της FFT για την περίοδο μεταξύ 2009 και 2013

(σε ευρώ)

2009

2 643 424

2010

2 424 869

2011

2 600 416

2012

1 684 103

2013

2 095 969

(102)

Το Λουξεμβούργο ανέφερε ότι από τη φορολογική δήλωση της FFT του 2013 συνάγεται ότι οι ανησυχίες που διατυπώθηκαν στην αιτιολογική σκέψη 64 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας, σύμφωνα με την οποία η φορολογητέα βάση συνίσταται σε ποσό που κυμαίνεται μεταξύ 2 288 000 ευρώ και 2 796 000 ευρώ, ήταν απολύτως αβάσιμες. Είναι σαφές ότι η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης επιτρέπει μόνο την προκριθείσα μέθοδο και ότι οι παράμετροι της αγοράς είναι μεταβαλλόμενες.

(103)

Τέλος, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, το Λουξεμβούργο κοινοποίησε επίσης όλες τις φορολογικές αποφάσεις προέγκρισης που είχαν εκδοθεί από τις λουξεμβουργιανές φορολογικές αρχές για τις εταιρείες του ομίλου Fiat.

(104)

Πρώτον, μια αίτηση έκδοσης φορολογικής απόφασης προέγκρισης της 9ης Δεκεμβρίου 2009 που έγινε δεκτή από τις φορολογικές αρχές του Λουξεμβούργου αφορούσε την έγκριση της φορολογητέας βάσης της FFT […].

(105)

Δεύτερον, η λουξεμβουργιανή φορολογική αρχή κοινοποίησε δύο επιστολές της 3ης Σεπτεμβρίου 2012. Η πρώτη αφορούσε την επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης, η οποία βασίζεται σε αίτηση έκδοσης φορολογικής απόφασης προέγκρισης της 14ης Μαρτίου 2012, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη (9). Η εν λόγω αίτηση για την έκδοση φορολογικής απόφασης προέγκρισης υποβλήθηκε στην Επιτροπή εκ νέου και στο σύνολό της στην επιστολή του Λουξεμβούργου της 24ης Μαρτίου 2015, η οποία περιείχε πληροφορίες τις οποίες το Λουξεμβούργο είχε προηγουμένως απαλείψει στην αρχική του κοινοποίηση αυτής της φορολογικής απόφασης προέγκρισης στην Επιτροπή.

(106)

Μια δεύτερη επιστολή, σχεδόν πανομοιότυπη, κοινοποιήθηκε ως απάντηση σε αίτηση για την έκδοση φορολογικής απόφασης προέγκρισης που υποβλήθηκε παράλληλα […] στη φορολογική αρχή του Λουξεμβούργου στις 18 Απριλίου 2012 για μια εταιρεία με την επωνυμία [F], η οποία φαίνεται να αντιστοιχεί στην FFT σε άλλη δομή εταιρειών χρηματοδότησης του ομίλου. Σε αυτή τη δεύτερη αίτηση έκδοσης φορολογικής απόφασης προέγκρισης, η περιγραφή των λειτουργιών της [εταιρεία F] είναι πανομοιότυπη με την περιγραφή των λειτουργιών της FFT, όπως παρουσιάζεται στην αίτηση της 14ης Μαρτίου 2012. Η μόνη διαφορά αυτής της άλλης δομής συνίστατο στο ότι διαθέτει ένα μόνο υποκατάστημα στο Ηνωμένο Βασίλειο και κανένα στην Ισπανία και στο ότι η [εταιρεία F] δεν είναι ιδιοκτήτρια [καμίας θυγατρικής].

(107)

Η δεύτερη αίτηση φορολογικής απόφασης προέγκρισης, που υποστηρίζεται από έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση, περιλαμβάνει ένα συμπέρασμα που παρουσιάζεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με αυτό που αναφέρεται στην αίτηση έκδοσης φορολογικής απόφασης προέγκρισης της FFT [επαναλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη (54)]. Ωστόσο, το αποτέλεσμα της ανάλυσης της ενδοομιλικής τιμολόγησης είναι ουσιωδώς διαφορετικό. Η αμοιβή σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού της [εταιρεία F], όπως διαπιστώνεται στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση, είναι η ακόλουθη: «Η μελέτη για την ενδοομιλική τιμολόγηση καθορίζει την κατάλληλη αμοιβή που βασίζεται i) σε κεφάλαιο υποκείμενο σε κίνδυνο ύψους 44,6 εκατ. ευρώ και ii) στο κεφάλαιο που επιτρέπει την αμοιβή των ασκούμενων από την εταιρεία λειτουργιών, ύψους 8,8 εκατ. ευρώ με απόκλιση +/– 10 %.»

(108)

Οι δύο φορολογικές αποφάσεις περιλαμβάνονταν στον κατάλογο που κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή από το Λουξεμβούργο στις 4 Ιουνίου 2015 σχετικά με τις φορολογικές αποφάσεις που αφορούν λειτουργία ταμειακής διαχείρισης (βλ. αιτιολογική σκέψη (29)].

(109)

Τρίτον, κοινοποιήθηκαν επίσης στην Επιτροπή δύο άλλες αιτήσεις έκδοσης φορολογικών αποφάσεων προέγκρισης […], οι οποίες έγιναν δεκτές από τις φορολογικές αρχές του Λουξεμβούργου. Οι αιτήσεις αυτές ήταν του 2002 και του 2012 και αφορούν άλλες πτυχές της δομής του ομίλου Fiat στο Λουξεμβούργο. Οι εν λόγω φορολογικές αποφάσεις προέγκρισης δεν εξετάζονται στην παρούσα απόφαση.

2.5.3.   Στοιχεία που κοινοποιήθηκαν από τη Fiat στις 31 Μαρτίου 2015

2.5.3.1.   Πληροφορίες σχετικά με τις εταιρείες του ομίλου Fiat που διατηρούν άμεσους δεσμούς με τη FFT

(110)

Η Fiat υπενθυμίζει ότι η FFT ανήκει κατά 40 % περίπου στη Fiat S.p.A. και κατά 60 % περίπου στην FF, η οποία είναι κατά 100 % θυγατρική της Fiat S.p.A (50). Από την πλευρά της, η FFT κατέχει την FFNA και την FFC κατά 100 % (51). Η Fiat υπενθυμίζει επίσης ότι η FFT είναι μία από τις εταιρείες χρηματοδότησης του ομίλου Fiat που απαριθμούνται στην αιτιολογική σκέψη (39).

(111)

Κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, η Fiat υπέβαλε τεκμηριωμένα οικονομικά στοιχεία σχετικά με τις εταιρείες χρηματοδότησης του ομίλου. Κοινοποίησε ιδίως την ετήσια έκθεση των εταιρειών FFT, FF, FFNA, FFC και FFB για τα έτη 2011 έως 2013, καθώς και περιγραφή των λειτουργιών αυτών των εταιρειών. Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές, η FF απασχολεί 52 άτομα, εκ των οποίων [20-30] στην υπηρεσία «χρηματοδότησης» και [10-20] στην υπηρεσία «λογιστικής». Η FFT απασχολεί 14 μισθωτούς: έναν διευθυντή, [0-10] υπαλλήλους που έχουν άμεση επαφή με την πελατεία (από το Ηνωμένο Βασίλειο) [0-10] υπαλλήλους επιφορτισμένους με διοικητικά καθήκοντα και [0-10] άτομα που ασχολούνται με τη λογιστική και τους ελέγχους. Η FFNA απασχολεί πέντε υπαλλήλους, ενώ η FFC ασκεί περιορισμένες δραστηριότητες.

(112)

Σύμφωνα με τα στοιχεία που κοινοποίησε η Fiat, η λογιστική αξία των θυγατρικών της FFT (FFNA και FFC) είναι […]. Η ετήσια έκθεση της FFT αναφέρει ότι η FFNA και η FFC εξαγοράστηκαν από τη Fiat S.p.A. και την FF το 2011. Από το 2011, η FFT τηρούσε στο Λουξεμβούργο ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις.

(113)

Η FF και η FFT είναι οι εταιρείες χρηματοδότησης για την ευρωζώνη. Τα χρηματοοικονομικά στοιχεία για την περίοδο 2010 – 2013, με βάση τις υποβληθείσες ετήσιες εκθέσεις, παρουσιάζονται στους πίνακες 8 και 9 (52).

Πίνακας 8

Χρηματοοικονομικά δεδομένα της FFT για την περίοδο από 2010 έως 2013

(σε χιλιάδες ευρώ)

 

2010

2011

2012

2013

 

 

 

 

 

Τόκοι και παρόμοια έσοδα

613 561

650 641

664 707

736 561

προερχόμενα από τις εταιρείες του ομίλου

605 880

626 806

648 497

731 462

Λοιπά έσοδα

72 292

76 910

29 185

10 125

ΣΥΝΟΛΟ ΕΣΟΔΩΝ

685 853

727 551

693 892

746 686

 

 

 

 

 

Δαπάνες εκμετάλλευσης και αποσβέσεις

3 419

3 655

2 926

2 499

Οφειλόμενοι τόκοι και άλλες χρηματοοικονομικές δαπάνες

625 078

640 207

631 854

666 246

Οφειλόμενοι σε εταιρείες του ομίλου

59 409

55 520

38 041

20 268

Για ομολογιακό χρέος και άλλους τίτλους

551 229

574 561

592 099

643 853

Εισπραχθείσα προμήθεια για τις εγγυήσεις που σχετίζονται με οφειλές που καταβλήθηκαν στη Fiat S.p.A (53)

3 161

2 851

2 702

3 006

Λοιπές δαπάνες

51 709

78 211

54 702

72 805

ΣΥΝΟΛΟ ΔΑΠΑΝΩΝ (εξαιρουμένου του φόρου εταιρειών)

683 367

724 924

692 185

745 032

Κέρδη προ φόρου εταιρειών

2 485

2 627

1 707

1 652

Φόρος

748

776

491

508

Καθαρό εισόδημα

1 737

1 851

1 217

1 146

 

 

 

 

 

Ίδια κεφάλαια

285 625

287 477

288 693

289 839

Ποσά οφειλόμενα σε εταιρείες του ομίλου

4 354 692

2 275 578

1 530 146

1 661 930

Εκδοθέντα χρεόγραφα

7 716 844

7 746 301

9 116 345

11 030 180

Λοιπά στοιχεία παθητικού (τραπεζικό χρέος, δεδουλευμένα έξοδα κ.λπ.)

2 470 513

446 444

144 671

158 865

ΣΥΝΟΛΟ ΙΔΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ ΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ

14 827 674

10 755 800

11 079 855

13 140 814

 

 

 

 

 

Απαιτήσεις έναντι των εταιρειών του ομίλου

11 869 312

7 387 279

7 950 092

9 637 038

Ταμειακά διαθέσιμα και κινητές αξίες

2 705 622

3 028 255

2 853 245

3 221 203

Επενδύσεις σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις

0

165 244

164 244

165 244

Λοιπά στοιχεία ενεργητικού (πάγια στοιχεία ενεργητικού, εισπρακτέα έσοδα κ.λπ.)

252 740

175 022

112 274

117 329

ΣΥΝΟΛΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ

14 827 674

10 755 800

11 079 855

13 140 814

(114)

Στο τέλος του 2011, του 2012 και του 2013, η FFT παρείχε σε διάφορες τράπεζες εγγυήσεις υπέρ των εταιρειών του ομίλου, συνολικού ύψους 2 560 802 ευρώ, 10 772 314 ευρώ και 10 155 339 ευρώ, αντίστοιχα.

Πίνακας 9

Χρηματοοικονομικά δεδομένα της FF για την περίοδο από 2010 έως 2013

(σε χιλιάδες ευρώ)

 

2010

2011

2012

2013

 

 

 

 

 

Χρηματοοικονομικά έσοδα

552 090

752 007

676 177

722 610

προερχόμενα από τις εταιρείες του ομίλου

528 267

672 225

655 576

711 218

Άλλα έσοδα (μερίσματα, χρηματοοικονομικά κέρδη από παράγωγα μέσα, συναλλαγματική ισοτιμία κτλ.)

29 708

18 962

18 117

8 935

Έσοδα που δημιουργούνται από υπηρεσίες παρεχόμενες στον όμιλο

6 410

7 616

2 336

2 027

Λειτουργικές δαπάνες

14 616

13 332

8 594

9 280

Χρηματοοικονομικά έξοδα

550 331

729 851

654 763

706 825

Από εταιρείες του ομίλου

523 123

698 009

625 216

687 712

Κέρδη προ φόρου εταιρειών

23 261

35 402

33 273

17 466

Φόρος

5 968

10 112

8 822

6 952

Καθαρό εισόδημα

17 292

25 290

24 450

10 514

 

 

 

 

 

Ίδια κεφάλαια

271 047

268 610

268 837

256 053

Παθητικό

14 878 871

12 567 582

11 277 171

12 758 761

 

 

 

 

 

Χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού

9 267 614

8 201 011

9 164 768

9 905 386

Ταμειακά διαθέσιμα και κινητές αξίες

5 519 622

4 349 837

2 201 190

2 928 409

Επενδύσεις σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις

358 362

264 116

160 833

160 833

Λοιπά στοιχεία ενεργητικού (πάγια στοιχεία ενεργητικού, εισπρακτέα έσοδα κ.λπ.)

4 320

21 228

19 217

20 186

ΣΥΝΟΛΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ

15 149 918

12 836 192

11 546 008

13 014 814

(115)

Στα τέλη του 2013 (και στα τέλη του 2012), η συμμετοχή της FF στο κεφάλαιο συνδεδεμένων επιχειρήσεων συνίστατο σε συμμετοχές στην FFT ύψους 157 269 000 ευρώ (ήτοι το 60 % του εταιρικού κεφαλαίου της FFT) και στην FFB ύψους 2 013 000 ευρώ, καθώς και στη διατήρηση συμμετοχών που δεν παρείχαν κανέναν έλεγχο σε άλλες εταιρείες του ομίλου, ύψους 725 000 ευρώ. Στο τέλος του 2011, το 100 % των μετοχών της FFT ήταν εγγεγραμμένο στις συμμετοχές της FF ύψους 262 102 000 ευρώ. Στο τέλος του 2010, πριν από την πώληση της FFNA και της FFC στην FFT το 2011, η FF κατείχε συμμετοχή 7 213 000 ευρώ στην FFC, 262 077 000 ευρώ στην FFT, 87 055 ευρώ στην FFNA και 2 013 000 ευρώ στην FFB, ήτοι συνολικά συμμετοχή 358 000 000 ευρώ σε θυγατρικές κατά 100 % της Fiat, όπως αναφέρεται στον πίνακα 8.

2.5.3.2.   Αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία ενεργητικού και τις υποχρεώσεις της FFT

(116)

Η Fiat υπέβαλε τα ονόματα 61 αντισυμβαλλόμενων εντός του ομίλου με τους οποίους η FFT είχε συνάψει συναλλαγές κατά την περίοδο 2011-2013. Γνωστοποίησε το μέσο ανεξόφλητο υπόλοιπο μεταξύ της FFT και των αντισυμβαλλομένων της για τους έξι κύριους πιστωτές και οφειλέτες για τα έτη 2011, 2012 και 2013. Οι πληροφορίες που αφορούν το 2013 παρατίθενται στον πίνακα 10 (η στήλη που αφορά τους τόκους για το μέσο υπόλοιπο προστέθηκε από την Επιτροπή).

Πίνακας 10

Αντισυμβαλλόμενοι της FFT για το 2013

(σε χιλιάδες ευρώ0)

Στοιχεία ενεργητικού

Μέσο ανεξόφλητο υπόλοιπο

Εισπράξεις από τόκους

Τόκοι διαιρούμενοι διά του μέσου ανεξόφλητου υπολοίπου

Αντισυμβαλλόμενος 1 του ομίλου Fiat

[10 000 000 ]

[500 000 ]

[…]

Αντισυμβαλλόμενος 2 του ομίλου Fiat

[150 000 ]

[10 000 ]

[…]

Αντισυμβαλλόμενος 3 του ομίλου Fiat

[150 000 ]

[10 000 ]

[…]

Αντισυμβαλλόμενος 4 του ομίλου Fiat

[100 000 ]

[5 000 ]

[…]

Αντισυμβαλλόμενος 5 του ομίλου Fiat

[50 000 ]

[4 000 ]

[…]

Αντισυμβαλλόμενος 6 του ομίλου Fiat

[20 000 ]

[3 000 ]

[…]

Υποχρεώσεις

Μέσο ανεξόφλητο υπόλοιπο

Καταβληθέντες τόκοι

Τόκοι διαιρούμενοι διά του μέσου ανεξόφλητου υπολοίπου

Αντισυμβαλλόμενος 7 του ομίλου Fiat

[450 000 ]

[10 000 ]

[…]

Αντισυμβαλλόμενος 8 του ομίλου Fiat

[250 000 ]

[400]

[…]

Αντισυμβαλλόμενος 9 του ομίλου Fiat

[200 000 ]

[1 000 ]

[…]

Αντισυμβαλλόμενος 10 του ομίλου Fiat

[50 000 ]

[200]

[…]

Αντισυμβαλλόμενος 11 του ομίλου Fiat

[50 000 ]

[150]

[…]

Αντισυμβαλλόμενος 12 του ομίλου Fiat

[50 000 ]

[150]

[…]

(117)

Η Fiat υπέβαλε επίσης στοιχεία για την έκδοση χρεωστικών τίτλων από την FFT από το 2009 στο πλαίσιο του προγράμματος EMTN (54), κύρια πηγή χρηματοδότησης της FFT, καθώς και για το ενημερωτικό δελτίο της έκδοσης. Η FFT πραγματοποίησε κατά την περίοδο αυτή 14 εκδόσεις με μέγιστη διάρκεια 7 ετών. Εξέδωσε ομόλογα σε ευρώ, με τοκομερίδια κυμαινόμενα μεταξύ 5,75 % και 7,75 % (με εξαίρεση μία έκδοση, με επιτόκιο 9 %), και σε ελβετικά φράγκα, με τοκομερίδια που κυμαίνονται από 4 % έως 5 %.

(118)

Τα στοιχεία που κοινοποίησε η Fiat αναφέρουν τη λήξη των ενδοομιλικών πράξεων χρηματοδότησης. Στα τέλη του 2013, η συμβατική ημερομηνία οφειλής των απαιτήσεων ήταν μικρότερη του ενός έτους για απαιτήσεις ύψους 12 613 000 ευρώ, επί συνολικού ποσού 12 858 000 ευρώ (τα ταμειακά διαθέσιμα και τα δάνεια στις εταιρείες του ομίλου παρουσιάζονται στον πίνακα 9).

(119)

Σύμφωνα με τις κοινοποιηθείσες πληροφορίες σχετικά με τις διάφορες ενδοομιλικές συναλλαγές, πολλές συναλλαγές συνίστανται σε πράξεις σε ημερήσια βάση. Η FFT πραγματοποιεί, ωστόσο, και συνδυασμένες πράξεις με διαφορετικές προθεσμίες […]. Η FFT χορηγεί δάνεια στον όμιλο με διαφορετικές μορφές […]. Στα τέλη του 2013, το σύνολο σχεδόν των καταθέσεων είχαν διάρκεια […]. Οι εκδόσεις ομολόγων είχαν διαφορετικές διάρκειες […].

(120)

Η Fiat κοινοποίησε επίσης το έγγραφο για την πολιτική του ομίλου σχετικά με τα ταμειακά διαθέσιμα που αναφέρεται στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση, στην οποία στηρίζεται η αίτηση έκδοσης φορολογικής απόφασης προέγκρισης. Το έγγραφο αυτό ορίζει τους εσωτερικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις τοποθετήσεις ταμειακών διαθεσίμων του ομίλου. […]

2.5.3.3.   Πληροφορίες σχετικά με την πολιτική του ομίλου Fiat για την ενδοομιλική τιμολόγηση

(121)

Στην επιστολή της 20ής Φεβρουαρίου 2015, η Επιτροπή ζήτησε από τη Fiat να εξηγήσει τον μηχανισμό που της επέτρεψε να επιτύχει καθαρό αποτέλεσμα ίσο με μια σταθερή αναλογία ιδίων κεφαλαίων κατά τα έτη 2009, 2010 και 2011 [όπως προκύπτει από τον πίνακα 4 που παρατίθεται στην αιτιολογική σκέψη 51 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας], παρά τις σημαντικές διαφορές όσον αφορά τα στοιχεία ενεργητικού, τα στοιχεία παθητικού, καθώς και τα χρηματοοικονομικά έξοδα και τα έσοδα.

(122)

Η Fiat υπέβαλε έγγραφο με τίτλο «Transfer Pricing Policy» (πολιτική ενδοομιλικής τιμολόγησης), ανταποκρινόμενη στο αίτημα αυτό που την καλούσε να εξηγήσει την ενδοομιλική τιμολόγηση των δανείων και των καταθέσεων. Από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι η Fiat καθορίζει τις τιμές των ενδοομιλικών δανείων που χορηγούνται από τις εταιρείες χρηματοδότησης του ομίλου με τρόπο ώστε οι εταιρείες αυτές να λαμβάνουν μια εκ των προτέρων καθορισμένη απόδοση.

(123)

Τα καθήκοντα που περιγράφονται ως καθήκοντα που ασκούνται από την FFT και ο αναλαμβανόμενος κίνδυνος είναι ταυτόσημα με αυτά που περιγράφονται στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση, όπως συνοψίζεται στις αιτιολογικές σκέψεις (38) έως (51), με την εξαίρεση ορισμένων πληροφοριών. […] το έγγραφο σχετικά με την πολιτική για την ενδοομιλική τιμολόγηση αποτυπώνει τον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, ο οποίος στην αίτηση έκδοσης φορολογικής απόφασης προέγκρισης περιγράφεται ως ανύπαρκτος σε σχέση με τα στοιχεία ενεργητικού του ομίλου, ενώ το έγγραφο χαρακτηρίζει αυτόν τον κίνδυνο «περιορισμένο».

(124)

Το έγγραφο σχετικά με την πολιτική για την ενδοομιλική τιμολόγηση εξηγεί ότι ο καθορισμός των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών υπολογίζεται ως εξής. […], εκτιμά το ύψος των προς χρηματοδότηση ενδοομιλικών δανείων. […], εκτιμά το περιθώριο που εφαρμόζεται στα ενδοομιλικά δάνεια στη βάση αυτή διαιρώντας το άθροισμα της απόδοσης στόχου, προσαυξημένο με τις λειτουργικές δαπάνες, δια του συνολικού ποσού των προς χρηματοδότηση δανείων. Τέλος, προσθέτει το περιθώριο αυτό στο κόστος χρηματοδότησης των εταιρειών χρηματοδότησης για να εκτιμηθεί η τιμολόγηση των ενδοομιλικών δανείων.

(125)

Το έγγραφο σχετικά με την πολιτική ενδοομιλικής τιμολόγησης παρουσιάζει αυτή τη μέθοδο τιμολόγησης των ενδοομιλικών δανείων βάσει αριθμητικών στοιχείων του 2012. Όσον αφορά την αναμενόμενη απόδοση των ιδίων κεφαλαίων (ΑΙΚ), αυτή υπολογίζεται για το 2012 σε [4-7 %] για την FF και την FFT σε ενοποιημένη βάση. Το έγγραφο περιέχει εκτιμήσεις των συντελεστών βήτα για την Ευρωπαϊκή Ένωση για το 2012, καθώς και των επιτοκίων χωρίς κίνδυνο και των ασφαλίστρων κινδύνου για την Ιταλία και το Λουξεμβούργο, που παρουσιάζονται χωριστά, και υπολογίζει σε αυτή τη βάση την αναμενόμενη απόδοση:

Πίνακας 11

Πληροφορίες που περιέχονται στο εσωτερικό έγγραφο σχετικά με την πολιτική ενδοομιλικής τιμολόγησης

Εύρος τιμών πλήρους ανταγωνισμού

Συντελεστές β

Αριθμός εταιρειών

75

75° εκατοστημόριο

1,22

Διάμεση τιμή

0,80

25° εκατοστημόριο

0,34


(%)

Μεταβλητή και αναμενόμενη ΑΙΚ (55)

Ιταλία

Λουξεμβούργο

Επιτόκιο μηδενικού κινδύνου

1,57

1,57

Φορολογικός συντελεστής

31,4

28,8

Ασφάλιστρο κινδύνου των ιδίων κεφαλαίων

7,73

6,00

ΑΙΚ — 75° εκατοστημόριο

16,09

12,52

ΑΙΚ — Διάμεση τιμή

11,27

8,92

ΑΙΚ — 25° εκατοστημόριο

6,16

5,10

(126)

Το έγγραφο κάνει επίσης διάκριση ανάμεσα τα δάνεια προκαθορισμένης διάρκειας, που είχαν χορηγηθεί στο παρελθόν, των οποίων οι όροι τιμολόγησης δεν είναι δυνατόν να τροποποιηθούν, και στα ενδοομιλικά δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου που μπορούν να αναθεωρηθούν. […]

2.5.4.   Επιστολή του Λουξεμβούργου της 10ης Ιουλίου 2015

(127)

Στην επιστολή του της 10ης Ιουλίου 2015, το Λουξεμβούργο ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή θα παραβίαζε την αρχή της ασφάλειας δικαίου, εάν διέταζε την ανάκτηση της εικαζόμενης ενίσχυσης από τον δικαιούχο στην απόφασή της να περατώσει την επίσημη διαδικασία έρευνας. Παραπέμπει σε προηγούμενες αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με τα καθεστώτα φορολογικών ενισχύσεων, οι οποίες έχουν συνάφεια με το θέμα και στις οποίες η Επιτροπή δέχθηκε ότι η αρχή αυτή μπορούσε να εμποδίσει την ανάκτηση της ενίσχυσης (56) και ενέκρινε μεταβατική περίοδο βάσει της ύπαρξης δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (57).

(128)

Επιπλέον, το Λουξεμβούργο ισχυρίζεται ότι, εφόσον κατά τον καθορισμό των τιμών της ενδοομιλικής τιμολόγησης, δεν μπορεί και δεν πρέπει να καθορίζεται επακριβώς η τιμή του πλήρους ανταγωνισμού σύμφωνα με τις αρχές του ΟΟΣΑ, δεν είναι δυνατό να διαταχθεί η ανάκτηση ενός συγκεκριμένου ποσού ενίσχυσης. Επιπλέον, το Λουξεμβούργο υποστηρίζει ότι, επειδή το μέτρο είναι νέο και σύμφωνα με προηγούμενες αποφάσεις, η Επιτροπή δεν πρέπει να διατάξει την ανάκτηση της ενίσχυσης, σύμφωνα με την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (58).

3.   ΑΙΤΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

(129)

Η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας διότι θεώρησε, καταρχάς, ότι η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης χορηγούσε στην FFT κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά.

(130)

Η Επιτροπή εξέφρασε ιδίως αμφιβολίες όσον αφορά τη συμβατότητα της επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού. Οι αμφιβολίες της αφορούσαν τα στοιχεία που διευκρινίζονται κατωτέρω, στις αιτιολογικές σκέψεις (131) έως (137).

(131)

Πρώτον, η φορολογική απόφαση προέγκρισης φαινόταν ότι αποδεχόταν μια σταθερή φορολογητέα βάση 2,542 εκατ. ευρώ (+/– 10 %) για τις δραστηριότητες της FFT στο Λουξεμβούργο, η οποία μπορούσε να διαφοροποιηθεί μόνο σε μικρό βαθμό και παρέμενε σταθερή ακόμη και σε περίπτωση μεγάλης αύξησης των δραστηριοτήτων της FFT στις οποίες βασίζεται ο καθορισμός της φορολογητέας βάσης.

(132)

Δεύτερον, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες ως προς την καταλληλότητα της μεθόδου που επέλεξε ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT για να υπολογίσει την αμοιβή της για τις λειτουργίες τις οποίες ασκεί. Κατά την ανάλυση της ενδοομιλικής τιμολόγησης, ο φοροτεχνικός σύμβουλος χρησιμοποίησε μια έμμεση μέθοδο, την MTMN, για τον υπολογισμό της αμοιβής αυτής, αλλά η Επιτροπή θεωρεί ότι πρέπει να προτιμηθεί η χρήση άμεσων μεθόδων, και ιδίως της μεθόδου CUP, όταν μπορούν να παρατηρηθούν συγκρίσιμες συναλλαγές στην αγορά. Συναφώς, η Επιτροπή παρατήρησε ότι η Chrysler, η αμερικανική εταιρεία του ομίλου Fiat, προσφεύγει άμεσα στις κεφαλαιαγορές για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της και ότι ορισμένες από τις συναλλαγές αυτές είναι συγκρίσιμες με τις συναλλαγές που πραγματοποιεί η FFT.

(133)

Τρίτον, όσον αφορά τη χρήση του MEDAF για τον υπολογισμό των απαιτούμενων αποδόσεων των ιδίων κεφαλαίων, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες αν ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT χρησιμοποίησε σωστά το μοντέλο MEDAF. Υπογράμμισε ότι τα δύο στοιχεία που καθορίζουν την αμοιβή της FFT με βάση το MEDAF, ήτοι το ποσό των αμειβομένων ιδίων κεφαλαίων και το επίπεδο της αμοιβής που εφαρμόστηκε στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων, είχαν οριστεί σε πολύ χαμηλό επίπεδο.

(134)

Όσον αφορά το ύψος των αμειβομένων ιδίων κεφαλαίων, η φορολογική απόφαση προέγκρισης αποδέχθηκε την εφαρμογή του MEDAF αποκλειστικά για ένα μέρος μόνο των ιδίων κεφαλαίων τα οποία χαρακτηρίζονταν ως «ίδια κεφάλαια εκτεθειμένα σε κίνδυνο», ενώ τα ίδια κεφάλαια που χορηγήθηκαν ως εισφορά στην FFNA και την FFC αφαιρέθηκαν χωρίς εύλογη εξήγηση από τα ίδια κεφάλαια που έπρεπε να αμειφθούν (59). Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι ο υπολογισμός των «ιδίων κεφαλαίων που είναι εκτεθειμένα σε κίνδυνο» έγινε βάσει μιας υπερβολικά χαμηλής φορολογητέας βάσης, διότι αυτή δεν περιελάμβανε τα στοιχεία ενεργητικού του ομίλου, και πάλι χωρίς κανένα πειστικό λόγο. Στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή αμφισβήτησε την υπόθεση σύμφωνα με την οποία δεν υπάρχει πιστωτικός κίνδυνος στις συναλλαγές με τις εταιρείες του ομίλου. Η Επιτροπή εξέφρασε επίσης αμφιβολίες ως προς τον υπολογισμό των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων για τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου και τον πιστωτικό κίνδυνο. Ειδικότερα, η επιλογή ενός σχετικά χαμηλού συντελεστή στάθμισης κινδύνου 20 % για τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου δεν αιτιολογήθηκε και δεν υπήρχε καμία αναφορά στο τι θα έπρεπε να προβλεφθεί σε περίπτωση ουσιώδους τροποποίησης του κανονιστικού πλαισίου. Η έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση του φοροτεχνικού συμβούλου δεν εξηγεί τους λόγους για τους οποίους «η διαφορά μεταξύ των πιστωτικών δεδουλευμένων τόκων των τραπεζικών καταθέσεων και των χρεωστικών δεδουλευμένων τόκων των τραπεζικών δανείων» αποτελεί καλή ένδειξη του λειτουργικού κινδύνου και δεν εξηγεί ούτε τον λόγο για τον οποίο επιβάλλεται μια στάθμιση του κινδύνου κατά 15 %. Ομοίως, δεν εξηγεί γιατί ο κίνδυνος αντισυμβαλλομένου πολλαπλασιάζεται επί 6 % και όχι επί 8 %, δεδομένου ότι οι ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων που προβλέπονται από το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ για τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, στις οποίες αναφέρεται ρητά η έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση, είναι 8 %.

(135)

Όσον αφορά την αμοιβή που εφαρμόστηκε σε αυτό το κεφάλαιο, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες όσον αφορά τον καθορισμό του συντελεστή βήτα, διότι αυτός φαινόταν υπερβολικά χαμηλός σε σύγκριση με τον συντελεστή βήτα για άλλες εταιρείες παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Εξέφρασε επίσης αμφιβολίες ως προς την επιλογή από τον φοροτεχνικό σύμβουλο του 25ου εκατοστημορίου αντί της διάμεσης τιμής για τον υπολογισμό του συντελεστή βήτα.

(136)

Τέταρτον, όσον αφορά την αναμενόμενη απόδοση των ιδίων κεφαλαίων που θεωρούνται ως πλεονάζοντα στην αίτηση έκδοσης φορολογικής απόφασης προέγκρισης, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες όσον αφορά την αποδοχή, στην επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης, της χρήσης ενός πολύ χαμηλού ποσοστού 0,87 % χωρίς καμία αιτιολόγηση.

(137)

Δεδομένου ότι η ανάλυση της ενδοομιλικής τιμολόγησης που έγινε αποδεκτή από την επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης δεν φαινόταν να είναι σύμφωνη με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού, η Επιτροπή έκρινε καταρχάς ότι η απόφαση παρείχε πλεονέκτημα στην FFT. Θεωρήθηκε ότι το πλεονέκτημα αυτό παρεχόταν κάθε έτος και διαιωνιζόταν κάθε φορά που ο απαιτητός φόρος που υπολογιζόταν με βάση την εν λόγω απόφαση γινόταν αποδεκτός από τη φορολογική διοίκηση του Λουξεμβούργου. Η Επιτροπή θεωρεί ότι το πλεονέκτημα αυτό χορηγήθηκε επίσης με επιλεκτικό τρόπο, διότι συνιστούσε απόκλιση από τη διοικητική πρακτική με το να ευνοεί ειδικά την FFT έναντι των εταιρειών που βρίσκονται σε παρόμοια αντικειμενική και νομική κατάσταση.

(138)

Εφόσον πληρούνταν όλες οι άλλες προϋποθέσεις του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ και ελλείψει εμφανούς λόγου συμβατότητας, η Επιτροπή κατέληξε προκαταρκτικά στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης συνιστούσε κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά. Αποφάσισε, κατά συνέπεια, να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας που προβλέπεται στο άρθρο 108 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ σε σχέση με την εν λόγω φορολογική απόφαση προέγκρισης.

(139)

Στην απόφασή της για την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή κάλεσε επίσης το Λουξεμβούργο, σύμφωνα με το άρθρο 10 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, να υποβάλει όλα τα έγγραφα, τις πληροφορίες και τα δεδομένα που αφορούν το επίμαχο μέτρο, τα οποία ήταν αναγκαία ώστε να μπορέσει να αποφανθεί ως προς την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης και, ενδεχομένως, ως προς τη συμβατότητα της εν λόγω ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά. Εάν το Λουξεμβούργο δεν παρείχε όλες τις ζητηθείσες πληροφορίες, το κάλεσε να αποδεχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 6α παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999, να ζητήσει η Επιτροπή από τον δικαιούχο του επίμαχου μέτρου, δηλ. την FFT, να της παράσχει τις ζητούμενες πληροφορίες.

4.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΔΙΑΤΥΠΩΣΕ ΤΟ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ

(140)

Το Λουξεμβούργο απέστειλε τις παρατηρήσεις του σχετικά με την απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας στις 19 Ιουλίου 2014. Ισχυρίζεται, καταρχάς, ότι η διαδικασία πάσχει και, στη συνέχεια, ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη ως προς την ουσία στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας.

4.1.   Παρατηρήσεις του Λουξεμβούργου σχετικά με τη διαδικασία της Επιτροπής

(141)

Όσον αφορά τη διαδικασία, το Λουξεμβούργο ισχυρίζεται ότι στην παρούσα περίπτωση δεν τηρήθηκε η ορθή διαδικασία για την έκδοση διαταγής παροχής πληροφοριών, εφόσον ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 659/1999 δεν επιτρέπει στην Επιτροπή να εκδίδει διαταγές μέσα σε απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας. Πριν από την έκδοση μιας τέτοιας διαταγής, θα έπρεπε να είχε ακολουθηθεί η διαδικασία του άρθρου 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999.

(142)

Το Λουξεμβούργο ισχυρίζεται ακόμη, όσον αφορά τις πληροφορίες που ζητούνται στη διαταγή παροχής πληροφοριών, ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε για ποιο λόγο η αποκάλυψη της ταυτότητας του δικαιούχου ήταν αναγκαία για την αξιολόγηση του μέτρου σε σχέση με τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων. Λόγω των πολυάριθμων διαρροών και δημόσιων υπαινιγμών της Επιτροπής, το Λουξεμβούργο δεν μπορούσε να αποκαλύψει την ταυτότητα του δικαιούχου σε εκείνο το στάδιο. Εξάλλου, η διαταγή παροχής πληροφοριών δεν διευκρίνιζε καμία άλλη συγκεκριμένη πληροφορία που έπρεπε να δοθεί. Ωστόσο, σύμφωνα με το εγχειρίδιο των διαδικασιών της Επιτροπής, μια διαταγή πρέπει να εξηγεί σαφώς τις πληροφορίες που απαιτούνται στο πλαίσιο της εκάστοτε διαδικασίας.

(143)

Το Λουξεμβούργο ισχυρίζεται επίσης ότι, εφόσον η απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας δεν εξηγεί για ποιο λόγο η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης συνιστά ενίσχυση, αδυνατεί να εκπληρώσει την υποχρέωση αναστολής. Η FFT πρέπει να υποβάλει φορολογική δήλωση και, εφόσον η Επιτροπή δεν διευκρίνισε στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας ποια ήταν η ενδεδειγμένη μέθοδος για τον υπολογισμό του απαιτητού φόρου, η φορολογική διοίκηση του Λουξεμβούργου θα χρησιμοποιήσει τη μεθοδολογία που συμφωνήθηκε στην απόφαση προέγκρισης.

(144)

Το Λουξεμβούργο ισχυρίζεται ακόμη ότι η Επιτροπή παραβίασε τις αρχές της καλόπιστης συνεργασίας, της αμεροληψίας και της χρηστής διοίκησης, ιδίως διότι δεν έδωσε καμία συνέχεια στις προτάσεις του για συνάντηση που θα επέτρεπε στις λουξεμβουργιανές αρχές να της εξηγήσουν την μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε στην επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης.

(145)

Το Λουξεμβούργο αμφισβητεί την απόφαση της Επιτροπής να κινήσει διαδικασία όσον αφορά την FFT (με νέο αριθμό υπόθεσης SA.38375) διαφορετική από εκείνη, τη γενική υπόθεση, σχετικά με τις πρακτικές του Λουξεμβούργου για τη έκδοση φορολογικών αποφάσεων προέγκρισης που είχε ανοίξει με αριθμό υπόθεσης SA.37267. Δεδομένου ότι το Λουξεμβούργο άσκησε προσφυγή στο Γενικό Δικαστήριο κατά της διαταγής παροχής πληροφοριών που εξέδωσε η Επιτροπή στο πλαίσιο της υπόθεσης SA.37267, η Επιτροπή παρέκαμψε τεχνηέντως μια ακύρωση της εν λόγω διαταγής με το άνοιγμα νέας υπόθεσης.

(146)

Τέλος, το Λουξεμβούργο υποστηρίζει ότι η Επιτροπή διέπραξε κατάχρηση εξουσίας με το να συγχέει την άσκηση διακριτικής ευχέρειας με την απλή ερμηνεία ενός κανόνα του κοινού δικαίου. Ειδικότερα, η φορολογική απόφαση προέγκρισης που αφορά την FFT δεν εμπίπτει στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας από τη φορολογική διοίκηση του Λουξεμβούργου, αλλά είναι σύμφωνη με το άρθρο 164 εδάφιο 3 του L.I.R. και με την εγκύκλιο. Σύμφωνα με το Λουξεμβούργο, κατά την εφαρμογή αυτών των διατάξεων, αυτές πρέπει αναπόφευκτα να ερμηνεύονται με βάση τα πραγματικά περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ώστε να βρίσκονται λύσεις που καθορίζονται από τις ειδικές περιστάσεις και βασίζονται σε αυτές. Η Επιτροπή αγνοεί τη διάκριση μεταξύ, αφενός, της διακριτικής ευχέρειας και, αφετέρου, της ερμηνείας των κανόνων που περιέχουν αφηρημένες νομικές έννοιες και πρέπει στη συνέχεια να εφαρμοστούν στην εξεταζόμενη υπόθεση. Επιπλέον, με το να υποκαθιστά τις λουξεμβουργιανές αρχές κατά την ερμηνεία του δικαίου του Λουξεμβούργου, η Επιτροπή παραγνωρίζει την αρμοδιότητα των κρατών μελών στον τομέα της άμεσης φορολογίας.

(147)

Κατά την άποψη του Λουξεμβούργου, δεδομένου ότι η φορολογική του διοίκηση δεν έχει ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια στην περίπτωση της FFT, η Επιτροπή δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης συνιστούσε παρέκκλιση από τη συνήθη διοικητική πρακτική. Το Λουξεμβούργο εξηγεί ότι η διοικητική πρακτική του βασίζεται στις αρχές της νομιμότητας και της ισότητας, παρέχοντας με αυτό τον τρόπο την ίδια μεταχείριση σε όλους τους φορολογούμενους που βρίσκονται ουσιαστικά στην ίδια κατάσταση. Το Λουξεμβούργο υποστηρίζει ότι η απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας εξετάστηκε μόνον υπό το πρίσμα των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση και όχι με βάση τη διοικητική πρακτική του Λουξεμβούργου.

4.2.   Παρατηρήσεις του Λουξεμβούργου σχετικά με τα σφάλματα επί της ουσίας της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας

(148)

Γενικά, το Λουξεμβούργο ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή διέπραξε σφάλμα ως προς την ουσία λαμβάνοντας ως σύστημα αναφοράς για τη διαπίστωση της ύπαρξης επιλεκτικού πλεονεκτήματος την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού που προβλέπεται από τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση και όχι την εθνική νομοθεσία και πρακτική.

(149)

Επιπλέον, το Λουξεμβούργο ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή ερμήνευσε εσφαλμένα τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση. Στην αιτιολογική σκέψη 65 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή φαίνεται ότι προέβη σε ιεράρχηση των μεθόδων ενδοομιλικής τιμολόγησης, υποστηρίζοντας ότι πρέπει να ευνοείται η χρήση άμεσων μεθόδων, και ιδίως της μεθόδου CUP, σε σχέση με τις έμμεσες μεθόδους όπως η MTMN. Συνεπώς, η Επιτροπή δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι, από το 2010, οι κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση δεν θεωρούν πλέον ότι η ιεράρχηση των μεθόδων είναι σύμφωνη με τις σύγχρονες απαιτήσεις και πρακτικές. Παραπέμποντας στην παράγραφο 1.13 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, το Λουξεμβούργο αναφέρει ότι αυτές αναγνωρίζουν ότι «ο καθορισμός της ενδοομιλικής τιμολόγησης δεν αποτελεί θετική επιστήμη» και ότι «η επιλογή της μεθόδου καθορισμού της τιμής πλήρους ανταγωνισμού δεν είναι συχνά απόλυτα σαφής». Δεδομένου ότι ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT έκρινε ότι η επιλογή της MTMN ήταν δικαιολογημένη και εφάρμοσε το άρθρο 164 του L.I.R., η φορολογική διοίκηση του Λουξεμβούργου απλώς επιβεβαίωσε τη νομική ορθότητα της ανάλυσης.

(150)

Σύμφωνα με το Λουξεμβούργο, η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η ερμηνεία και εφαρμογή της αρχής του πλήρους ανταγωνισμού διαφέρει μεταξύ των φορολογικών διοικήσεων και ανάμεσα στις φορολογικές διοικήσεις και τις επιχειρήσεις (60)· δεν μπορεί, συνεπώς, αφενός να επιτρέπει να αποτελεί η αρχή του πλήρους ανταγωνισμού αντικείμενο διαφορετικών ερμηνειών και εφαρμογών και αφετέρου να θεωρεί ότι υπάρχει μόνο μία σωστή μέθοδος βάσει της οποίας το Λουξεμβούργο θα έπρεπε να είχε εφαρμόσει την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού.

(151)

Εξάλλου, το Λουξεμβούργο προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν εφάρμοσε στην παρούσα υπόθεση τη σχετική εθνική νομοθετική διάταξη, ήτοι το άρθρο 164 εδάφιο 3 του L.I.R και τη συνακόλουθη διοικητική πρακτική, αλλά έλαβε ως σημείο αναφοράς μόνο τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση. Έτσι, η Επιτροπή καθορίζει τη μέθοδο υπολογισμού την οποία θεωρεί καταλληλότερη, ενώ το λουξεμβουργιανό δίκαιο δεν προβλέπει τη χρήση ειδικών μεθόδων καθορισμού της ενδοομιλικής τιμολόγησης. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή παραγνωρίζει πλήρως το νομικό πλαίσιο και τη διοικητική πρακτική του Λουξεμβούργου στον τομέα αυτό. Επιπλέον, για τους σκοπούς της ανάλυσης της επιλεκτικότητας, η Επιτροπή δεν συγκρίνει τη φορολογική μεταχείριση της FFT με εκείνη άλλων εταιρειών που βρίσκονται σε παρόμοια πραγματική και νομική κατάσταση στο Λουξεμβούργο.

(152)

Όσον αφορά τις αμφιβολίες που εξέφρασε η Επιτροπή στην απόφασή της για την κίνηση της διαδικασίας, το Λουξεμβούργο προσάπτει στην Επιτροπή ότι έδωσε υπέρμετρη έμφαση, και με υπερβολικά μονόπλευρο τρόπο, στην εικαζόμενη φορολογική στρατηγική της Fiat στο επίπεδο του ομίλου, χωρίς να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η Fiat, ως όμιλος, είχε ενδεχομένως ως κίνητρο και άλλους λόγους για να επιλέξει την οργανωτική δομή που υιοθέτησε.

(153)

Καταρχάς, οι φορολογικές αρχές του Λουξεμβούργου δεν έχουν ασφαλώς υιοθετήσει μια «σταθερή φορολογητέα βάση», όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 64 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας. Το φορολογητέο εισόδημα της FFT είναι συνάρτηση του όγκου των χορηγούμενων δανείων και η έκθεση σχετικά με την ενδοομιλική τιμολόγηση καταλήγει στην επιλογή μίας μόνο κλίμακας σε όρους μονάδων βάσης για το περιθώριο που πρέπει να επιτευχθεί.

(154)

Δεύτερον, όσον αφορά το ύψος των απαιτούμενων ιδίων κεφαλαίων και τις αμφιβολίες που εξέφρασε η Επιτροπή ως προς αυτό, το Λουξεμβούργο θεωρεί ότι η επιλογή του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ είναι λογική, όπως και η επιλογή του αποκλεισμού των συμμετοχών. Το Λουξεμβούργο ισχυρίζεται πως ήταν λογικό να εξαιρεθούν οι χρηματοδοτικές συμμετοχές από τους υπολογισμούς, διότι δεν έχουν καμία σημασία στο πλαίσιο μιας εργασίας που περιορίζεται στις τιμές ενδοομιλικών συναλλαγών για δάνεια εντός του ομίλου. Επιπλέον, σύμφωνα με την έκθεση σχετικά με την ενδοομιλική τιμολόγηση, το ποσό για τη χρηματοδότηση των συμμετοχών ανέρχεται σε 165 244 000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην τιμή αγοράς των συμμετοχών που κατέχει η FFT και, συνεπώς, κατά το Λουξεμβούργο, δεν μπορεί να επικριθεί. Εξάλλου, εφόσον τα έσοδα από τις συμμετοχές απαλλάσσονται από τον φόρο βάσει της λουξεμβουργιανής νομοθεσίας, δεν εκπίπτουν ούτε οι σχετικές επιβαρύνσεις, όπως οι πληρωμές τόκων. Τέλος, επειδή η αμοιβή των συμμετοχών πραγματοποιείται μέσω μερισμάτων που προέρχονται από τις θυγατρικές, το ποσό των οποίων διαφέρει ανάλογα με τα αποτελέσματα των θυγατρικών και των αναγκών τους για επανεπένδυση, η έννοια του περιθωρίου που πρέπει να εφαρμοστεί σε αυτή τη ροή εισοδήματος δεν έχει σημασία από εμπορική άποψη.

(155)

Τρίτον, το Λουξεμβούργο υποστηρίζει ότι η εξαίρεση των ενδοομιλικών απαιτήσεων από τον υπολογισμό είναι επίσης δικαιολογημένη, δεδομένου ότι οι οφειλές της FFT συνδυάζονται με ρητή εγγύηση προς όφελος των πιστωτών της FFT. Λαμβανομένων υπόψη της βιομηχανικής στρατηγικής, των οικονομικών συμφερόντων και του κινδύνου από ενδεχόμενη πτώχευση για τη φήμη της εταιρείας, ο κίνδυνος αθέτησης της FFT είναι πολύ μικρός και το «ελεύθερο» ποσό των 93 710 000 ευρώ είναι ευχερώς επαρκές για την κάλυψη αυτού του κινδύνου.

(156)

Τέταρτον, το Λουξεμβούργο προσάπτει στην Επιτροπή ότι αμφισβήτησε τον τρόπο με τον οποίο υπολογίστηκε ο συντελεστής βήτα για τον καθορισμό του ασφαλίστρου κινδύνου. Καταρχάς, οι υπολογισμοί αυτοί δεν είναι αμιγώς μαθηματικοί και οι διαφορές στα αποτελέσματα μπορούν να δικαιολογηθούν· ως εκ τούτου, τα αποτελέσματα που αναφέρονται στην έκθεση σχετικά με την ενδοομιλική τιμολόγηση είναι απολύτως αξιόπιστα και ασφαλή. Δεύτερον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η Επιτροπή θα κατέληγε σε διαφορετικά αποτελέσματα, οφείλει, παρόλα αυτά, να εξετάσει αν αυτό προσδίδει πλεονέκτημα στην FFT έναντι των άλλων επιχειρήσεων που είναι εγκατεστημένες στο Λουξεμβούργο. Τρίτον, ακόμη και στο πλαίσιο μιας εναλλακτικής αξιολόγησης που συγκρίνει το ασφάλιστρο κινδύνου που υπολογίζεται για την FFT με την αμοιβή που καταβάλλεται στους μετόχους της εταιρείας που είναι εισηγμένη στο χρηματιστήριο, η οποία παρέχει ένα ποσοστό 3,5 έως 4 %, το οποίο είναι σημαντικά χαμηλότερο από το ασφάλιστρο κινδύνου του 6,05 % που έχει υπολογιστεί για την FFT, η σύγκριση δείχνει ότι το ασφάλιστρο κινδύνου 6,05 % είναι απόλυτα δικαιολογημένο και ανταποκρίνεται πλήρως στις απαιτήσεις του άρθρου 164 του L.I.R.

(157)

Τέλος, το Λουξεμβούργο υποστηρίζει πως, δεδομένου ότι η Ομάδα «Κώδικας δεοντολογίας (φορολογία των επιχειρήσεων)» επιβεβαίωσε ρητά ότι η πρακτική των φορολογικών αποφάσεων προέγκρισης στο Λουξεμβούργο είναι σύμφωνη με τον κώδικα δεοντολογίας και τις αρχές του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης η FFT θα πρέπει να μπορεί να βασίζεται στην απόφαση προέγκρισης της 3ης Σεπτεμβρίου 2012 για όλη τη διάρκεια ισχύος της, δηλαδή για πέντε έτη.

5.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΤΡΙΤΩΝ ΜΕΡΩΝ

(158)

Η FFT απέστειλε τις παρατηρήσεις της σχετικά με την απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας στις 30 Οκτωβρίου 2014. Οι εν λόγω παρατηρήσεις ελήφθησαν σε δύο χωριστά έγγραφα.

5.1.   Πρώτο σύνολο παρατηρήσεων της FFT

(159)

Το πρώτο σύνολο παρατηρήσεων της FFT διαιρείται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος αναλύει τον λόγο για τον οποίο η FFT θεωρεί ότι η Επιτροπή εφάρμοσε εσφαλμένα τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση στη ΣΕΤ της FFT. Το δεύτερο μέρος αναλύει γιατί η απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας δεν τηρεί τον κανόνα δικαίου κατά τον οποίο η επιλεκτικότητα πρέπει να διαπιστώνεται βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης.

5.1.1.   Κακή εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ

(160)

Πρώτον, αντικρούοντας τον ισχυρισμό της Επιτροπής στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, η FFT ισχυρίζεται ότι δεν είχε συμφωνήσει με τις φορολογικές αρχές του Λουξεμβούργου ένα πάγιο φορολογητέο εισόδημα. Η συμφωνία αφορούσε μόνο μια μέθοδο αμοιβής των λειτουργιών ταμειακής διαχείρισης τις οποίες ασκεί η FFT. Κάθε έτος από το 2011, η FFT επικαιροποιεί όλες τις παραμέτρους που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων τα οποία είναι εκτεθειμένα σε κίνδυνο και της απόδοσης των ιδίων κεφαλαίων της για τον υπολογισμό το κέρδους-στόχου. Εξάλλου, η ΣΕΤ της FFT ισχύει μόνο για περίοδο πέντε ετών, με την προϋπόθεση ότι τα πραγματικά περιστατικά και οι συνθήκες στις οποίες βασίζεται παραμένουν αμετάβλητα· η διάρκεια αυτή αντιστοιχεί στην πρακτική των φορολογικών αποφάσεων προέγκρισης σε άλλα κράτη μέλη.

(161)

Δεύτερον, τίποτε δεν εμποδίζει τον φοροτεχνικό σύμβουλο της FFT να επιλέξει τη μέθοδο MTMN, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο εσωτερικής σύγκρισης σε σχέση με τις συναλλαγές της FFT που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εφαρμογή της μεθόδου CUP. Αυτό οφείλεται στο ότι i) η FFT δεν χορηγεί δάνεια σε τρίτους και ii) οι εταιρείες του ομίλου Fiat δεν λαμβάνουν τέτοια δάνεια από τρίτους. Η FFT παραπέμπει στην παράγραφο 2.2 των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση, κατά την οποία η μέθοδος επιλογής αποσκοπεί πάντοτε στην εξεύρεση της καταλληλότερης μεθόδου σε μια συγκεκριμένη περίπτωση. Η FFT στη συνέχεια παραπέμπει στην παράγραφο 2.4 των ίδιων κατευθυντήριων γραμμών, σύμφωνα με την οποία, υπό ορισμένες συνθήκες, οι συναλλακτικές μέθοδοι κερδών είναι καταλληλότερες από τις παραδοσιακές μεθόδους που βασίζονται στις συναλλαγές.

(162)

Κατά την FFT, εάν ο φοροτεχνικός της σύμβουλος χρησιμοποιούσε την αποτίμηση των υποχρεώσεών της με τη μέθοδο CUP για τον καθορισμό των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών που εφαρμόζονται στα δάνεια που χορηγήθηκαν στις εταιρίες του ομίλου, η FFT θα είχε υποστεί ζημίες, διότι δεν θα ανακτούσε το κόστος της ρευστότητας που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών χρηματοδότησης του ομίλου. Η FFT είναι λιγότερο πολύπλοκη οντότητα από τις άλλες εταιρείες του ομίλου, τα περιθώρια κέρδους των οποίων θα μπορούσαν να επαληθευτούν με τη μέθοδο MTMN. Η μέθοδος αυτή χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα στις αναλύσεις της ενδοομιλικής τιμολόγησης και οι κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση του 2010 δεν ορίζουν καμία ιεράρχηση μεταξύ των μεθόδων.

(163)

Εξάλλου, κατά την FFT, τα ίδια κεφάλαια μπορεί συχνά να είναι αποτέλεσμα προγενέστερων αποφάσεων που συνδέονται με τις δραστηριότητες μιας εταιρείας και να μην έχουν άμεση σχέση με το επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που απαιτείται για την ανάληψη των κινδύνων που συνδέονται με τη δραστηριότητα της εταιρείας.

(164)

Τέλος, η FFT παρατηρεί ότι οι κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση αναγνωρίζουν ότι ο καθορισμός της ενδοομιλικής τιμολόγησης δεν αποτελεί θετική επιστήμη. Ως προς αυτό, παραπέμπει στην παράγραφο 1.13 αυτών των κατευθυντήριων γραμμών και ειδικότερα στην ακόλουθη εκτίμηση: «είναι σημαντικό να λαμβάνεται συνεχώς υπόψη ο στόχος της επίτευξης μια εύλογης εκτίμησης ενός αποτελέσματος σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού βάσει αξιόπιστων στοιχείων. Πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι ο καθορισμός της ενδοομιλικής τιμολόγησης δεν είναι θετική επιστήμη και απαιτεί εκτίμηση εκ μέρους της φορολογικής διοίκησης και του φορολογουμένου.» Η FFT αναφέρει ότι προσπάθησε, ωστόσο, να εκτιμήσει, κατά το μέτρο του δυνατού, μια αμοιβή για τις εν λόγω δραστηριότητες σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού.

(165)

Τρίτον, όσον αφορά την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων της FFT, αυτή οφείλει να αποδείξει ότι τα ίδια κεφάλαια της είναι επαρκή για την αντιμετώπιση των κινδύνων που συνδέονται με τη χρηματοδοτική της δραστηριότητα. Η εγκύκλιος δεν παρέχει καμία ειδική καθοδήγηση για τον προσδιορισμό του κατάλληλου επιπέδου ιδίων κεφαλαίων που είναι εκτεθειμένα σε κίνδυνο. Για τον λόγο αυτό, η FFT αποφάσισε να αναλύσει τα ίδια κεφάλαιά της με σκοπό να αξιολογήσει ποιο μέρος των ιδίων κεφαλαίων της ήταν αναγκαίο για την άσκηση των δραστηριοτήτων της και για να αναλάβει τους κινδύνους με βάση το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ. Επίσης, η εγκύκλιος συγκρίνει τις εταιρείες που ασκούν δραστηριότητες ενδιάμεσης χρηματοδότησης με τα ανεξάρτητα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Η εγκύκλιος ορίζει επίσης ότι οι φορολογούμενοι που πραγματοποιούν συναλλαγές ενδοομιλικής χρηματοδότησης πρέπει να διαθέτουν επαρκή ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κινδύνων χρηματοδότησης που συνδέονται με αυτές τις συναλλαγές. Αντιθέτως, οι δραστηριότητες συμμετοχής δεν λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς της ΣΕΤ της FFT· για τον λόγο αυτό, ήταν δικαιολογημένο να εξαιρεθούν οι συμμετοχές της FFT από τα ίδια κεφάλαιά της επιχειρηματικού κινδύνου. Εξάλλου, το ύψος των ιδίων κεφαλαίων που ισούται με την επένδυση στις θυγατρικές της FFT δεν ελήφθη υπόψη διότι εμπεριέχει τις επενδύσεις εκτός χαρτοφυλακίου σε θυγατρικές που αμείβονται μέσω μερισμάτων. Εντούτοις, τα μερίσματα δεν υπόκεινται στις αναλύσεις της ενδοομιλικής τιμολόγησης, εφόσον δεν λαμβάνουν υπόψη τη σημασία των ασκούμενων λειτουργιών και των κινδύνων που αναλαμβάνονται. Μια τέτοια έκπτωση είναι επίσης σύμφωνη με το σύστημα της Βασιλείας ΙΙ (61) και με το άρθρο 57 της οδηγίας 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (η «ΟΚΑ III») (62).

(166)

Τέταρτον, όσον αφορά την ανάλυση από την Επιτροπή του χειρισμού των ενδοομιλικών απαιτήσεων και το γεγονός ότι η ΣΕΤ της FFT δεν λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων ενεργητικού πέραν εκείνων που ανήκουν σε τρίτους, η FFT δηλώνει ότι η διαβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας του ομίλου έχει ήδη ενσωματωθεί στο κόστος χρηματοδότησης του ομίλου από την FFT. Δεδομένου ότι η FFT και όλες οι συνδεδεμένες εταιρείες του ομίλου έχουν πιστοληπτική διαβάθμιση ισοδύναμη με εκείνη της Fiat S.p.A (63)., η FFT δεν αντιμετωπίζει πρόσθετο πιστωτικό κίνδυνο για τα δάνειά της στις συνδεδεμένες εταιρείες εντός του ομίλου. Κατά συνέπεια, το επιτόκιο που ζητά η FFT από τις συνδεδεμένες εταιρείες εντός του ομίλου αντιστοιχεί στο άθροισμα i) του κόστους χρηματοδότησης του ομίλου, ii) των προμηθειών εγγύησης που καταβάλλονται στη Fiat S.p.A.· iii) των λειτουργικών δαπανών που επωμίζεται για να μπορεί να παρέχει τις υπηρεσίες της στις άλλες εταιρείες του ομίλου· iv) της απώλειας απόδοσης («negative carry») που προκύπτει από το γεγονός ότι τα σημαντικά ποσά που δανείζεται η FFT πρέπει να είναι σε βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις και με χαμηλότερα επιτόκια, ώστε να καλύπτουν τις ανάγκες ρευστότητας του ομίλου βραχυπρόθεσμα· και v) της αμοιβής των κεφαλαίων για τους κινδύνους που αναλαμβάνονται, η οποία συνδέεται με την άσκηση λειτουργιών ταμειακής διαχείρισης του ομίλου από την FFT.

(167)

Πέμπτον, κατά την άποψη της FFT, ήταν δικαιολογημένη η χρήση του συντελεστή 6 % στα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο στοιχεία ενεργητικού («RWA»), διότι αυτό αντιστοιχεί στην άποψη της FFT για το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ που έχει μεταφερθεί σε μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα σε ορισμένες περιοχές της ΕΕ (π.χ. στην Ιταλία) από τις τοπικές ρυθμιστικές αρχές σύμφωνα με την οδηγία περί κεφαλαιακών απαιτήσεων (ΟΚΑ). Επιπλέον, καθώς η έκθεση των στοιχείων ενεργητικού της FFT σε τρίτους συνίσταται κυρίως σε τραπεζικές καταθέσεις, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνων του 20 % εφαρμόστηκε σύμφωνα με την τυποποιημένη μέθοδο του πλαισίου της Βασιλείας II (64). Κατά τον ίδιο τρόπο, όσον αφορά τον συντελεστή στάθμισης κινδύνου 15 % που εφαρμόστηκε στον λειτουργικό κίνδυνο, η FFT παραπέμπει την Επιτροπή στη μέθοδο του βασικού δείκτη στην οποία, σύμφωνα με το σημείο 649 του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ, πρέπει να εφαρμοστεί ένας τέτοιος συντελεστής. Επίσης, στο πλαίσιο της ίδιας προσέγγισης, τα ακαθάριστα έσοδα αντιστοιχούν στα καθαρά έσοδα από τόκους συν τα καθαρά έσοδα πλην τόκων, ακαθάριστα από όλες τις προβλέψεις και τις λειτουργικές δαπάνες, αλλά καθαρά από απρόβλεπτα στοιχεία. Καθώς η FFT δεν έχει εισοδήματα εκτός από τόκους, η αναφορά σε πιστωτικούς τόκους επί τραπεζικών καταθέσεων, πλην χρεωστικών τόκων επί τραπεζικών δανείων, δικαιολογείται ως ο καλύτερος τρόπος εκτίμησης των λειτουργικών κινδύνων της FFT. Όσον αφορά κάθε πιθανή τροποποίηση του κανονιστικού πλαισίου, η FFT ισχυρίζεται ότι, ακόμη και στο πλαίσιο του συστήματος της Βασιλείας ΙΙΙ (65) και της οδηγίας 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (66) («ΟΚΑ IV») σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, εξακολουθούν να ισχύουν τα αντίστοιχα κριτήρια.

(168)

Έκτον, όσον αφορά τις αμφιβολίες που διατύπωσε η Επιτροπή σχετικά με τον χρησιμοποιηθέντα συντελεστή βήτα, η FFT ισχυρίζεται ότι ακόμη κι αν εξαιρεθούν ορισμένα στοιχεία σύγκρισης (όπως οι εθνικές τράπεζες), το εύρος τιμών πλήρους ανταγωνισμού παραμένει σχεδόν αμετάβλητο. Δεδομένου ότι η FFT ενεργεί ως εταιρεία χρηματοδότησης και δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τράπεζα, οι συντελεστές βήτα εταιρειών χρηματοδότησης θεωρούνται από την FFT και [τον φοροτεχνικό σύμβουλο] ως τα πλέον κατάλληλα στοιχεία σύγκρισης. Επιπλέον, η εγκύκλιος περιέχει σαφή αναφορά στους παρόχους χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Σε αυτή τη βάση, είναι εύλογο να λαμβάνεται υπόψη ένα σύνολο εταιρειών που δραστηριοποιούνται στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών για τον καθορισμό του κατάλληλου συντελεστή βήτα. Η υιοθέτηση του 25ου εκατοστημορίου του εύρους τιμών πλήρους ανταγωνισμού είναι σύμφωνη με τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση, βάσει των οποίων όλα τα σημεία του εύρους τιμών πλήρους ανταγωνισμού οδηγούν σε τιμές/κέρδη που αντιστοιχούν σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού. Επιπλέον, εκτιμάται ότι η FFT επωμίζεται περιορισμένους κινδύνους δεδομένου ότι εργάζεται αποκλειστικά για τις εταιρείες του ομίλου, ότι οι δραστηριότητες του ομίλου είναι σε πολύ υψηλό βαθμό καθετοποιημένες και η μητρική εταιρεία έχει κάθε συμφέρον να υποστηρίξει τις δραστηριότητες των θυγατρικών της.

(169)

Έβδομον, η FFT δεν συμμερίζεται τις επιφυλάξεις της Επιτροπής για το ότι η απόδοση των ιδίων κεφαλαίων της τάξης του 0,87 % είναι υπερβολικά χαμηλή. Τα πλεονάζοντα ίδια κεφάλαια, δηλ. εκείνα που δεν είναι αναγκαία για την κάλυψη των κινδύνων που βαρύνουν την FFT στο πλαίσιο της χρηματοδοτικής της δραστηριότητας, είτε χορηγούνται ως δάνεια σε άλλη εταιρεία του ομίλου που έχει ανάγκη πρόσθετης χρηματοδότησης, είτε χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση των λειτουργικών δαπανών της FFT στο πλαίσιο της παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών. Η αμοιβή τους πρέπει συνεπώς να προσαρμόζεται στις βραχυπρόθεσμες τοποθετήσεις σε ρευστά διαθέσιμα.

5.1.2.   Η διενεργηθείσα από την Επιτροπή ανάλυση της επιλεκτικότητας

(170)

Η FFT ισχυρίζεται ότι, ακόμη και αν η ανάλυση της Επιτροπής σχετικά με την τήρηση της αρχής του πλήρους ανταγωνισμού ήταν ορθή, η απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας δεν παρέχει καμία απόδειξη ότι η FFT είχε ευνοϊκότερη μεταχείριση από εκείνη που επιφυλάσσεται σε κάθε άλλο φορολογούμενο του Λουξεμβούργου ο οποίος βρίσκεται σε συγκρίσιμη νομική και πραγματική κατάσταση. Η απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας δεν περιέχει καμία σύγκριση της θέσης της FFT με τη θέση άλλων φορολογουμένων του Λουξεμβούργου, όπως οι άλλοι 21 φορολογούμενοι των οποίων οι ΣΕΤ εξετάστηκαν από την Επιτροπή.

(171)

Η FFT εξουσιοδοτήθηκε να συνάψει εκ των προτέρων συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης με τη φορολογική διοίκηση του Λουξεμβούργου, όπως και κάθε άλλος υποκείμενος στον φόρο που έχει πραγματική παρουσία στο Λουξεμβούργο.

(172)

Επιπλέον, δεδομένου ότι ο συνολικός εταιρικός φόρος στο Λουξεμβούργο για την FFT ήταν 28,8 % (για τη χρήση 2011), ενώ στην Ιταλία ο κύριος συντελεστής φορολογίας των εταιρειών είναι περίπου 33 %, ένα υψηλότερο κέρδος της FFT θα συνεπαγόταν την έκπτωση μεγαλύτερου ποσού δαπανών στην Ιταλία, εφόσον τα περισσότερα δάνεια που χορήγησε η FFT χορηγήθηκαν στη Fiat Finance S.p.A. Κατά συνέπεια, δεν είναι σαφές τι είδους «ενίσχυση» έλαβε ο όμιλος στο σύνολό του, εάν η FFT δήλωσε χαμηλότερο κέρδος στο Λουξεμβούργο και, κατά συνέπεια, επωφελήθηκε από χαμηλότερες εκπτώσεις τόκων στην Ιταλία.

5.2.   Δεύτερο σύνολο παρατηρήσεων της FFT

5.2.1.   Η ΣΕΤ δεν παρέχει κανένα «πλεονέκτημα»

(173)

Το δεύτερο σύνολο παρατηρήσεων που διατύπωσε η FFT εξηγεί καταρχάς τη σημασία των ΣΕΤ σε γενικές γραμμές· οι συμφωνίες αυτές θεωρείται ότι αποτελούν μέρος του γενικού φορολογικού συστήματος και είναι αποδεκτές από το φορολογικό σύστημα του Λουξεμβούργου. Η ΣΕΤ της FFT ακολουθεί τις κατευθυντήριες γραμμές της εγκυκλίου και δεν παρεκκλίνει από το γενικό φορολογικό σύστημα του Λουξεμβούργου. Η διάρκεια της ΣΕΤ της FFT, που είναι πενταετής, είναι συμβατή με τη συνήθη διάρκεια των εκ των προτέρων συμφωνιών ενδοομιλικής τιμολόγησης που συνάπτονται σε άλλα κράτη μέλη.

(174)

Οι κανόνες του Λουξεμβούργου όσον αφορά την ενδοομιλική τιμολόγηση, οι οποίοι αποτελούν τη βάση της εγκυκλίου, αποτελούν μέρος του γενικού φορολογικού συστήματος, δεδομένου ότι εφαρμόζονται μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών στο εσωτερικό ενός ομίλου στο πλαίσιο διεταιρικών συναλλαγών. Οι κανόνες του Λουξεμβούργου σχετικά με την ενδοομιλική τιμολόγηση δεν παρεκκλίνουν από το γενικό φορολογικό σύστημα, εφόσον τηρούν, στην πράξη, τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση και αποσκοπούν στον προσδιορισμό του κέρδους σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού.

(175)

Όσον αφορά τις αμφιβολίες που εξέφρασε η Επιτροπή στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας σχετικά με την επιλογή της μεθοδολογίας καθορισμού της ενδοομιλικής τιμολόγησης, η FFT ισχυρίζεται ότι η MTMN είναι μεθοδολογία γενικώς αποδεκτή, που εγκρίθηκε από τον ΟΟΣΑ και είναι σύμφωνη με το γενικό φορολογικό σύστημα του Λουξεμβούργου. Η Επιτροπή έχει αναγνωρίσει την ευρεία χρήση της MTMN, καθώς και το γεγονός ότι η εφαρμογή της μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες (67). Οι λεπτομερείς κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με ορισμένες πτυχές είναι ανεπαρκείς, αλλά η Επιτροπή διεκδικεί το δικαίωμα να επιλύει τα αμφιλεγόμενα ζητήματα ενδοομιλικής τιμολόγησης με βάση τη δική της αντίληψη για τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να εφαρμοστεί η MTMN στην παρούσα περίπτωση. Επιπλέον, τα φορολογητέα κέρδη της FFT ευθυγραμμίζονται με τα βάσει του νόμου οριζόμενα κέρδη της, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η χρησιμοποίηση της MTMN δεν απέφερε κανένα οικονομικό πλεονέκτημα στην FFT.

(176)

Κατά την FFT, οι φορολογικές αρχές θα πρέπει να διαθέτουν σχετική διακριτική ευχέρεια κατά την εφαρμογή της MTMN, η οποία, όσον αφορά τον προσδιορισμό του φορολογητέου κέρδους, δεν οδηγεί ποτέ σε ένα μόνο αποτέλεσμα, αλλά σε μια σειρά έγκυρων αποτελεσμάτων. Ως εκ τούτου, η διαφορά μεταξύ του φορολογητέου εισοδήματος της FFT (που έγινε δεκτό από τις φορολογικές αρχές του Λουξεμβούργου) και του τεκμαρτού κατά την Επιτροπή φορολογητέου εισοδήματος δεν μπορεί να θεωρηθεί πλεονέκτημα σύμφωνα με τους κανόνες κρατικών ενισχύσεων. Ένα τέτοιο πλεονέκτημα δημιουργείται μόνον όταν το μέτρο παρεκκλίνει καταφανώς από τους πρότυπους κανόνες καθορισμού της ενδοομιλικής τιμολόγησης και υπερβαίνει τα όρια διακριτικής ευχέρειας της φορολογικής διοίκησης (68). Σε αντίθετη περίπτωση, θα συνιστούσε παρέμβαση της Επιτροπής στις εξουσίες ενός κράτους μέλους σε θέματα φορολογίας.

(177)

Τέλος, η FFT ισχυρίζεται ότι, όταν η Επιτροπή αξιολόγησε την ύπαρξη πλεονεκτήματος, θα έπρεπε να λάβει υπόψη το συνολικό αποτέλεσμα «επί του ομίλου». Συναφώς, ο όμιλος Fiat δεν επωφελείται από κανένα πλεονέκτημα, εφόσον κάθε αύξηση της φορολογητέας βάσης στο Λουξεμβούργο αντισταθμίζεται από αύξηση της φορολογικής έκπτωσης σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες (τα τελευταία έτη, κυρίως στην Ιταλία). Κατά την FFT, το αποτέλεσμα αυτό έχει αναγνωριστεί σε διάφορες αποφάσεις της Επιτροπής (69).

5.2.2.   Απουσία «επιλεκτικού χαρακτήρα»

(178)

Κατά την FFT, το σύστημα αναφοράς που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση της επιλεκτικότητας μπορεί να περιλαμβάνει μόνον εταιρείες που υπόκεινται σε κανόνες ενδοομιλικής τιμολόγησης, δηλ. που συναλλάσσονται αποκλειστικά με τρίτους που είναι εταιρείες συνδεδεμένες με αυτές. Αυτό αναγνωρίστηκε στην απόφαση της Επιτροπής σχετικά με το καθεστώς του groepsrentebox (70), η οποία επιβεβαιώνει, όσον αφορά τις δραστηριότητες χρηματοδότησης με δανεισμό, ότι οι συνδεδεμένες επιχειρήσεις βρίσκονται σε πραγματική και νομική κατάσταση που δεν συγκρίνεται με την κατάσταση των μη συνδεδεμένων επιχειρήσεων. Επίσης, για να αποδείξει την ύπαρξη επιλεκτικότητας, η Επιτροπή θα πρέπει να αποδείξει ότι η FFT έλαβε ΣΕΤ με διαφορετικούς όρους από αυτούς που εφαρμόζονται σε άλλες οντότητες ομίλων στο Λουξεμβούργο που ασκούν δραστηριότητες χρηματοδότησης. Ωστόσο, η εγκύκλιος διευκρινίζει ότι οι εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης είναι διαθέσιμες για όλες τις εταιρείες χρηματοπιστωτικών ομίλων. Επομένως, δεν υφίσταται επιλεκτικότητα.

(179)

Κατά γενικό κανόνα, η Επιτροπή δέχεται τις φορολογικές αποφάσεις προέγκρισης ως μέσο για την παροχή στους φορολογουμένους ασφάλειας δικαίου και προβλεψιμότητας σε ό,τι αφορά τη φορολογική θέση τους. Οι φορολογικές αποφάσεις προέγκρισης που εκδόθηκαν από τις λουξεμβουργιανές φορολογικές αρχές δεν είναι επιλεκτικές διότι είναι σύμφωνες με τις αρχές της εγκυκλίου, η οποία περιέχει ειδική αναφορά στην αρχή του πλήρους ανταγωνισμού που ορίζεται στο άρθρο 9 του υποδείγματος φορολογικής σύμβασης του ΟΟΣΑ και παρέχει οδηγίες και διευκρινίσεις σχετικά με τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και την ανάλυση της ενδοομιλικής τιμολόγησης τις οποίες οφείλουν να τηρούν οι εταιρείες του Λουξεμβούργου που ασκούν δραστηριότητα ενδοομιλικής χρηματοδότησης. Ως εκ τούτου, η διακριτική ευχέρεια της φορολογικής αρχής του Λουξεμβούργου, εάν υφίσταται, περιορίζεται από τις κατευθυντήριες γραμμές της εγκυκλίου. Εξάλλου, αυτή η περιορισμένη διακριτική ευχέρεια την οποία διαθέτει η φορολογική διοίκηση είναι σύμφυτη με την εφαρμογή των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση. Αυτό το απλό στοιχείο δεν μπορεί από μόνο του να συνεπάγεται την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης. Επιπλέον, η FFT ισχυρίζεται ότι η ΣΕΤ της FFT υπόκειται σε περιοδικό έλεγχο, με μέγιστη περίοδο ισχύος που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.

(180)

Η FFT ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι η εφαρμογή της μεθόδου MTMN στη ΣΕΤ της FFT διαφέρει από άλλες αποφάσεις προέγκρισης που έχουν εκδοθεί για εταιρείες οι οποίες βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση με εκείνη της FFT. Κατά την FFT, αδιαμφισβήτητα, μια συγκρίσιμη εταιρεία που βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση με τη δική της θα μπορούσε να ζητήσει την έκδοση φορολογικής απόφασης προέγκρισης και να προσδιορίσει τα φορολογητέα κέρδη της βάσει της MTMN. Εφόσον η FFT και οι συγκρίσιμες με αυτήν εταιρείες υπόκεινται στο ίδιο φορολογικό καθεστώς, δεν έχει νόημα να διαπιστωθεί αν η μέθοδος καθορισμού της ενδοομιλικής τιμολόγησης που εφαρμόστηκε στην FFT ήταν ή όχι σύμφωνη με τις αρχές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση (που ήταν σύμφωνη σε κάθε περίπτωση).

5.2.3.   Η πραγματική κατάσταση της FFT διαφέρει ουσιωδώς από την κατάσταση που παρατηρήθηκε στις αποφάσεις για τα κέντρα συντονισμού

(181)

Κατά την FFT, η απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας παρουσιάζει αρκετές σημαντικές διαφορές σε σχέση με προηγούμενες αποφάσεις στις οποίες η Επιτροπή αμφισβήτησε την εφαρμογή μιας μεθόδου καθορισμού της ενδοομιλικής τιμολόγησης (δηλ. τη μέθοδο του προσαυξημένου κόστους) ως φορολογικό μέτρο που παρείχε επιλεκτικό πλεονέκτημα (71). Στις αποφάσεις αυτές, το καθεστώς είναι διαθέσιμο μόνον για τους φορολογούμενους που πληρούσαν ορισμένες προϋποθέσεις, ενώ στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή αμφισβητεί αποκλειστικά την εφαρμογή της μεθόδου MTMN, δηλ. τον συγκεκριμένο προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών στο πλαίσιο μιας διαδικασίας ΣΕΤ διαθέσιμης για όλους τους φορολογουμένους του Λουξεμβούργου που ασκούν δραστηριότητες χρηματοδότησης με συνδεδεμένες επιχειρήσεις.

(182)

Επιπλέον, στις αποφάσεις αυτές, το εισόδημα που καθορίζεται με τη μέθοδο του προσαυξημένου κόστους μπορούσε να διαφέρει σημαντικά από το βάσει του νόμου οριζόμενο κέρδος, γεγονός το οποίο δεν ισχύει στην περίπτωση της FFT, της οποίας το εισόδημα που καθορίζεται με τη μέθοδο MTMN συμφωνεί με το λογιστικό αποτέλεσμα της ίδιας της εταιρείας. Κατά τον ίδιο τρόπο, η εφαρμογή της μεθόδου καθορισμού της ενδοομιλικής τιμολόγησης στις προηγούμενες αποφάσεις καταφανώς δεν ήταν σύμφωνη με τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υφίσταται παραβίαση αυτών των κατευθυντήριων γραμμών. Εντούτοις, σε αντίθεση με όσα επισημάνθηκαν στις αποφάσεις σχετικά με τα κέντρα συντονισμού, ούτε οι κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση περιέχουν σαφείς κατευθύνσεις όσον αφορά τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης για ορισμένες δραστηριότητες που ασκούνται από FFT (όπως οι δραστηριότητες χρηματοδότησης και ταμειακής διαχείρισης).

(183)

Η FFT ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη ούτε το γεγονός ότι η ΣΕΤ της FFT βασιζόταν σε οικονομική μελέτη σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση, γεγονός που καταδεικνύει ωστόσο ότι ο καθορισμός των κερδών δεν ήταν αυθαίρετος και ότι οι φορολογικές αρχές του Λουξεμβούργου δεν είχαν ασκήσει καμία διακριτική ευχέρεια.

6.   ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΟΥ ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟΥ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΤΡΙΤΩΝ

(184)

Με επιστολή του της 5ης Ιανουαρίου 2015, το Λουξεμβούργο ανέφερε ότι συμφωνούσε απόλυτα με τις παρατηρήσεις που διατύπωσε η Fiat.

7.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΜΑΧΟΥ ΜΕΤΡΟΥ

7.1.   Ύπαρξη ενίσχυσης

(185)

Σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές.

(186)

Κατά πάγια νομολογία, ο χαρακτηρισμός ως κρατικής ενίσχυσης, κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, απαιτεί τη συνδρομή όλων των προβλεπόμενων στη διάταξη αυτή προϋποθέσεων (72). Συγκεκριμένα, γίνεται παγίως δεκτό ότι, προκειμένου εθνικό μέτρο να χαρακτηρισθεί ως κρατική ενίσχυση, πρέπει, πρώτον, να πρόκειται για παρέμβαση εκ μέρους του κράτους ή μέσω κρατικών πόρων, δεύτερον, η παρέμβαση αυτή πρέπει να μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, τρίτον, πρέπει να χορηγεί επιλεκτικό πλεονέκτημα σε μια επιχείρηση και, τέταρτον, πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό (73).

(187)

Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη ενίσχυσης, η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης έχει εκδοθεί από την Administration des contributions directes (Διεύθυνση άμεσων φόρων), η οποία είναι υπηρεσία της φορολογικής διοίκησης του Μεγάλου Δουκάτου του Λουξεμβούργου. Η απόφαση ορίζει την αποδοχή, από τη φορολογική διοίκηση του Λουξεμβούργου μιας μεθόδου καταλογισμού των κερδών στην FFT στο εσωτερικό του ομίλου της Fiat, που προτάθηκε από τον φοροτεχνικό σύμβουλο της εταιρείας αυτής, η οποία δεσμεύει τη φορολογική διοίκηση του Λουξεμβούργου για διάστημα πέντε ετών και βάσει της οποίας η FFT υπολογίζει σε ετήσια βάση το ποσό του εταιρικού φόρου που πρέπει να καταβάλει στο Λουξεμβούργο. Η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης καταλογίζεται, συνεπώς, στο Λουξεμβούργο.

(188)

Όσον αφορά τη χρηματοδότηση του μέτρου με κρατικούς πόρους, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ένα μέτρο με το οποίο οι δημόσιες αρχές παρέχουν σε ορισμένες επιχειρήσεις φορολογική απαλλαγή, η οποία, μολονότι δεν συνεπάγεται θετική μεταφορά κρατικών πόρων, φέρει τους δικαιούχους σε ευνοϊκότερη οικονομική κατάσταση σε σχέση με τους λοιπούς φορολογουμένους, συνιστά κρατική ενίσχυση (74). Στο τμήμα 7.2, η Επιτροπή θα αποδείξει ότι η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης συνεπάγεται μείωση του οφειλόμενου από την FFT φόρου στο Λουξεμβούργο, κατά παρέκκλιση του φόρου που θα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει η FFT, σε διαφορετική περίπτωση, βάσει του γενικού συστήματος φορολογίας εταιρειών στο Λουξεμβούργο. Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης οδηγεί σε απώλεια κρατικών πόρων, δεδομένου ότι κάθε μείωση του φόρου τον οποίο οφείλει η FFT συνεπάγεται απώλεια φορολογικών εσόδων που το Λουξεμβούργο θα μπορούσε να εισπράξει χωρίς αυτή την έκπτωση.

(189)

Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση για την ύπαρξη ενίσχυσης, η FFT ανήκει στον όμιλο Fiat, ο οποίος είναι οντότητα με παρουσία σε παγκόσμια κλίμακα που ασκεί τις δραστηριότητές του σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, έτσι ώστε κάθε ενίσχυση υπέρ αυτού να μπορεί να επηρεάσει τις συναλλαγές στο εσωτερικό της Ένωσης. Ένα μέτρο που χορηγείται από το κράτος θεωρείται, εξάλλου, ότι νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, όταν είναι ικανό να βελτιώσει την ανταγωνιστική θέση της δικαιούχου επιχείρησης έναντι άλλων επιχειρήσεων με τις οποίες ανταγωνίζεται (75). Στο μέτρο που η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης απαλλάσσει την FFT από φορολογική οφειλή που κανονικά θα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει βάσει του γενικού συστήματος φορολογίας των εταιρειών του Λουξεμβούργου, αυτή η φορολογική απόφαση προέγκρισης νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό ενισχύοντας τη χρηματοοικονομική θέση της FFT και του ομίλου Fiat, με αποτέλεσμα να πληρούται η τέταρτη προϋπόθεση για την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης στην προκειμένη περίπτωση.

(190)

Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση για την ύπαρξη ενίσχυσης, η Επιτροπή θα εξηγήσει, στο τμήμα 7.2, τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στην FFT, εφόσον συνεπάγεται μείωση του φόρου τον οποίο οφείλει η ενδιαφερόμενη στο Λουξεμβούργο, αποκλίνοντας από τον φόρο που θα όφειλε να καταβάλει η FFT βάσει του συστήματος του φόρου εταιρειών, και επομένως πληροί όλες τις προϋποθέσεις για την ύπαρξη ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

7.2.   Ύπαρξη επιλεκτικού πλεονεκτήματος

(191)

Κατά πάγια νομολογία, «το άρθρο 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης επιτάσσει να καθορίζεται αν, στο πλαίσιο ενός δεδομένου νομικού καθεστώτος, κρατικό μέτρο είναι ικανό να ευνοήσει «ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής» σε σχέση με άλλους, οι οποίοι τελούν, όσον αφορά τον σκοπό που επιδιώκει το εν λόγω καθεστώς, σε παρεμφερή πραγματική και νομική κατάσταση. Σε καταφατική περίπτωση, το οικείο μέτρο πληροί την προϋπόθεση επιλεκτικότητας» (76).

(192)

Στις υποθέσεις που αφορούσαν τη φορολογία, το Δικαστήριο ανέπτυξε μια ανάλυση σε τρία στάδια για να κρίνει αν ένα συγκεκριμένο φορολογικό μέτρο είναι επιλεκτικό (77). Σε ένα πρώτο στάδιο, πρέπει να καθοριστεί ποιο είναι το κοινό ή κανονικό φορολογικό καθεστώς που εφαρμόζεται στο κράτος μέλος: το «σύστημα αναφοράς». Στη συνέχεια, θα πρέπει να αξιολογηθεί το κατά πόσον ένα συγκεκριμένο μέτρο συνιστά παρέκκλιση από το εν λόγω σύστημα αναφοράς, στον βαθμό που διαφοροποιεί τους οικονομικούς φορείς οι οποίοι, σε σχέση με τους εγγενείς στόχους του συστήματος, βρίσκονται σε συγκρίσιμη πραγματική και νομική κατάσταση. Εάν το μέτρο συνιστά παρέκκλιση από το σύστημα αναφοράς, θα πρέπει να διαπιστωθεί, κατά το τρίτο στάδιο της ανάλυσης, κατά πόσον το εν λόγω μέτρο δικαιολογείται από τη φύση ή τη γενική οικονομία του συστήματος αναφοράς. Ένα φορολογικό μέτρο που αποτελεί παρέκκλιση από την εφαρμογή του συστήματος αναφοράς μπορεί να δικαιολογηθεί, εάν το οικείο κράτος μέλος μπορέσει να αποδείξει ότι το μέτρο αυτό απορρέει ευθέως από τις βασικές ή τις κατευθυντήριες αρχές του φορολογικού του συστήματος (78). Σε αυτή την περίπτωση, το εν λόγω φορολογικό μέτρο δεν είναι επιλεκτικό. Κατά το στάδιο αυτό, το κράτος μέλος φέρει το βάρος της απόδειξης.

7.2.1.   Καθορισμός του συστήματος αναφοράς

7.2.1.1.   Σύστημα αναφοράς αποτελούμενο από το γενικό σύστημα φορολογίας των εταιρειών του Λουξεμβούργου

(193)

Κατά γενικό κανόνα, για τους σκοπούς της ανάλυσης του επιλεκτικού χαρακτήρα ενός μέτρου ενίσχυσης, ένα σύστημα αναφοράς αποτελείται από ένα συνεκτικό σύνολο κανόνων που εφαρμόζονται, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, σε όλες τις επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, όπως ορίζεται από τον στόχο του.

(194)

Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή θεωρεί ότι το σύστημα αναφοράς είναι το γενικό σύστημα φορολογίας εταιρειών του Λουξεμβούργου, στόχος του οποίου είναι η φορολόγηση των κερδών όλων των εταιρειών που είναι υποκείμενες σε φόρο στο Λουξεμβούργο (79). Το σύστημα φορολογίας των εταιρειών στο Λουξεμβούργο εφαρμόζεται στις ημεδαπές εταιρείες και στις αλλοδαπές εταιρείες που είναι εγκατεστημένες στο Λουξεμβούργο, μεταξύ άλλων στα λουξεμβουργιανά υποκαταστήματα αλλοδαπών εταιρειών. Στο Λουξεμβούργο, μια εταιρεία θεωρείται ότι είναι εγκατεστημένη, εάν η καταστατική της έδρα ή η κεντρική της διοίκηση βρίσκεται στο Λουξεμβούργο. Οι ημεδαπές εταιρείες και οι αλλοδαπές εταιρείες που είναι εγκατεστημένες στο Λουξεμβούργο υποχρεούνται να καταβάλλουν φόρο εταιρειών επί των κερδών που δημιουργούν σε παγκόσμιο επίπεδο, εκτός εάν εφαρμόζεται σύμβαση κατά της διπλής φορολογίας. Οι μη εγκατεστημένες εταιρείες υπόκεινται στον φόρο εταιρειών μόνο για ορισμένα είδη ειδικών εσόδων που προέρχονται από το Λουξεμβούργο (80). Ο φόρος οφείλεται για τα πραγματικά κέρδη, αφαιρουμένων των δαπανών και των ζημιών που εκπίπτουν από τον φόρο, οι οποίες μπορούν να μεταφέρονται απεριόριστα.

(195)

Ο φόρος εταιρειών του Λουξεμβούργου αποτελείται από έναν φόρο επί των κερδών των εταιρειών (ο «φόρος εισοδήματος εταιρειών» ή «IRC»), ο συντελεστής του οποίου έχει καθορισθεί στο 21 % και, για τις εταιρείες που είναι εγκατεστημένες στην πόλη του Λουξεμβούργου, και έναν δημοτικό φόρο επί των κερδών των εμπορικών εταιρειών («δημοτικός εμπορικός φόρος») με συντελεστή 6,75 %. Επιπλέον, εφαρμόζεται προσαύξηση 5 % στον IRC του 21 %, με σκοπό την τροφοδότηση ενός ταμείου για την απασχόληση (81). Από την 1η Ιανουαρίου 2011, ο σωρευτικός συνολικός φορολογικός συντελεστής του φόρου εισοδήματος εταιρειών στο Λουξεμβούργο είναι συνεπώς 28,80 % (82) (83).

(196)

Ο υπολογισμός των φορολογητέων κερδών για τους σκοπούς της φορολογίας εταιρειών στο Λουξεμβούργο βασίζεται, κατ' αρχήν, στην εμπορική λογιστική του φορολογουμένου, με την επιφύλαξη των προσαρμογών που επιβάλλει η φορολογική νομοθεσία, οι οποίες συνδέονται κυρίως με την απαλλαγή των μερισμάτων/υπεραξιών, την επανένταξη των δαπανών που δεν εκπίπτουν (84), τις διορθώσεις στο φορολογικό αποτέλεσμα των συναλλαγών που δεν πραγματοποιούνται σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού, και την εφαρμογή διαφορετικών κανόνων απόσβεσης σε λογιστικό και φορολογικό επίπεδο.

(197)

Ενώ ο υπολογισμός των φορολογητέων κερδών για τις μη καθετοποιημένες αυτόνομες/ ημεδαπές εταιρείες που πραγματοποιούν συναλλαγές στην αγορά είναι σχετικά απλός, δεδομένου ότι βασίζεται στη διαφορά μεταξύ των εσόδων και των εξόδων σε μια αγορά που λειτουργεί ο ανταγωνισμός, ο υπολογισμός των φορολογητέων κερδών στην περίπτωση εταιρειών από κοινού φορολογούμενου ομίλου όπως η FFT απαιτεί τη χρήση έμμεσων δεδομένων. Οι αυτόνομες μη καθετοποιημένες εταιρείες μπορούν να λαμβάνουν τα λογιστικά τους κέρδη ως αφετηρία για τον προσδιορισμό της φορολογητέας βάσης τους, δεδομένου ότι αυτά τα κέρδη εξαρτώνται από τις τιμές που υπαγορεύει η αγορά για τους συντελεστές παραγωγής και τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που πωλούνται από την εταιρεία. Αντίθετα, μια καθετοποιημένη εταιρεία που συναλλάσσεται με εταιρείες οι οποίες ανήκουν στον ίδιο όμιλο οφείλει να προβαίνει σε εκτίμηση των τιμών αυτών των ενδοομιλικών συναλλαγών για να προσδιορίζει τα φορολογητέα κέρδη της για φορολογικούς σκοπούς, εφόσον η εκτίμηση αυτή πραγματοποιείται από την ίδια εταιρεία που ελέγχει τον όμιλο αντί να υπαγορεύεται από την αγορά.

(198)

Αυτή η διαφορά όσον αφορά τον υπολογισμό των φορολογητέων κερδών μεταξύ των μη καθετοποιημένων εταιρειών, δηλ. που δεν ανήκουν σε όμιλο και, ως εκ τούτου, χαρακτηρίζονται «αυτόνομες», και των καθετοποιημένων εταιρειών, δηλ. αυτών που ανήκουν σε όμιλο, ωστόσο, δεν έχει καμία επίπτωση στον σκοπό του συστήματος φορολόγησης των εταιρειών του Λουξεμβούργου, που είναι να φορολογεί τα κέρδη όλων των εταιρειών που είναι εγκατεστημένες στο Λουξεμβούργο, είτε είναι καθετοποιημένες είτε δεν είναι. Ο IRC αφορά τις οντότητες με παρουσία στο Λουξεμβούργο οι οποίες υπόκεινται στον φόρο εταιρειών και περιλαμβάνει «κάθε οικονομική οντότητα στην οποία μπορεί να επιβληθεί άμεσα φόρος εισοδήματος εταιρειών». Ούτε η μορφή ούτε η δομή της επιχείρησης (όμιλος επιχειρήσεων ή μη) αποτελεί καθοριστικό κριτήριο για την επιβολή του φόρου εταιρειών στο Λουξεμβούργο. Εξάλλου, ακόμα και αν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι αποφάσεις χρηματοδότησης λαμβάνονται με γνώμονα το υπέρτατο συμφέρον του ομίλου ως συνόλου, ο φόρος εταιρειών του Λουξεμβούργου εισπράττεται από την κάθε οντότητα χωριστά και όχι από ομίλους και η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης αφορά αποκλειστικά τα φορολογητέα κέρδη της FFT, έτσι ώστε κάθε μείωση των φορολογικών εσόδων να βασίζεται σε κάθε περίπτωση στα αποτελέσματα της κάθε εταιρείας. Μολονότι η φορολογική νομοθεσία προβλέπει ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται στους ομίλους (όπως το καθεστώς φορολογικής ενοποίησης (85)), σκοπός των διατάξεων αυτών είναι η ίση μεταχείριση των μη καθετοποιημένων εταιρειών και των οικονομικών οντοτήτων που είναι δομημένες σε ομίλους, και όχι να προσφέρει ευνοϊκότερη μεταχείριση στους ομίλους (86).

(199)

Κατά συνέπεια, το γεγονός ότι τα φορολογητέα κέρδη υπολογίζονται αναγκαστικά με διαφορετικό τρόπο για τις καθετοποιημένες εταιρείες και για τις μη καθετοποιημένες εταιρείες δεν έχει καμία σημασία για τον προσδιορισμό του συστήματος αναφοράς για τους σκοπούς της ανάλυσης επιλεκτικότητας στην παρούσα υπόθεση. Δεδομένου ότι, βάσει του συστήματος φορολόγησης εταιρειών του Λουξεμβούργου, τα κέρδη από όλες τις εταιρείες που είναι εγκατεστημένες στο Λουξεμβούργο φορολογούνται κατά τον ίδιο τρόπο, χωρίς καμία απολύτως διάκριση μεταξύ των καθετοποιημένων και των μη καθετοποιημένων εταιρειών, πρέπει να θεωρηθεί ότι τα δύο είδη εταιρειών βρίσκονται στην ίδια πραγματική και νομική κατάσταση ως προς τον στόχο που είναι εγγενής στο σύστημα αυτό (87). Πράγματι, εφόσον σκοπός της επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης είναι ο προσδιορισμός των φορολογητέων κερδών της FFT για την είσπραξη του φόρου εταιρειών βάσει του γενικού συστήματος φορολογίας εταιρειών στο Λουξεμβούργο, αυτό είναι το σύστημα αναφοράς σε σχέση με το οποίο πρέπει να εξεταστεί η απόφαση προέγκρισης, ώστε να διαπιστωθεί αν η FFT αποκόμισε επιλεκτικό πλεονέκτημα.

(200)

Τέλος, για να απαντήσει στα διάφορα επιχειρήματα που προβάλλει η FFT για να υποστηρίξει ότι οι εταιρείες του ομίλου και οι αυτόνομες εταιρείες δεν υπάγονται στο ίδιο σύστημα αναφοράς, η Επιτροπή επισημαίνει τα ακόλουθα.

(201)

Κατά την FFT, το σύστημα αναφοράς που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την αξιολόγηση της επιλεκτικότητας της επίμαχης απόφασης προέγκρισης θα πρέπει να περιλαμβάνει μόνο τις επιχειρήσεις που υπόκεινται στους κανόνες που αφορούν την ενδοομιλική τιμολόγηση, δηλ. να συναλλάσσονται αποκλειστικά με τις συνδεδεμένες επιχειρήσεις (88), έτσι ώστε, για να αποδείξει την επιλεκτικότητα του εν λόγω μέτρου, να πρέπει η Επιτροπή να αποδείξει ότι η FFT πέτυχε την έκδοση μιας φορολογικής απόφασης προέγκρισης με διαφορετικούς όρους από αυτούς που εφαρμόζονται σε άλλες οντότητες ομίλων οι οποίες δραστηριοποιούνται στο Λουξεμβούργο και ασκούν δραστηριότητες χρηματοδότησης (89). Η FFT θεωρεί ότι η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τις αποφάσεις της Επιτροπής σχετικά με το καθεστώς Groepsrentebox και το φορολογικό καθεστώς των τόκων για ομίλους στην Ουγγαρία (90).

(202)

Καταρχάς, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι δεν δεσμεύεται από την πρακτική της κατά τη λήψη αποφάσεων. Κάθε πιθανό μέτρο ενίσχυσης πρέπει να αξιολογείται ατομικά σε σχέση με τα αντικειμενικά κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, έτσι ώστε, ακόμη και αν διαπιστωθεί η ύπαρξη αντίθετης πρακτικής κατά τη λήψη αποφάσεων, αυτή δεν μπορεί να θίξει την εγκυρότητα των πορισμάτων της παρούσας απόφασης (91).

(203)

Σε κάθε περίπτωση, σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς της FFT, καμία από αυτές τις αποφάσεις δεν επιβεβαιώνει ότι, όταν ένα φορολογικό μέτρο ευνοεί μία καθετοποιημένη επιχείρηση, το σύστημα αναφοράς πρέπει αναγκαστικά να περιορίζεται σε αυτόν τον τύπο εταιρειών. Επιπλέον, και στις δύο περιπτώσεις, ο σκοπός του φορολογικού μέτρου που αποτελεί αντικείμενο της απόφασης της Επιτροπής δεν είναι συγκρίσιμος με τον σκοπό του μέτρου που εξετάζεται στην παρούσα περίπτωση και τα συμπεράσματα που μπορεί να συναχθούν από τις αποφάσεις αυτές, ως εκ τούτου, δεν εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση.

(204)

Το καθεστώς Groepsrentebox τέθηκε σε εφαρμογή από τις ολλανδικές αρχές με σκοπό να μειωθεί η διαφορά στη φορολογική μεταχείριση μεταξύ της χρηματοδότησης με τις αποκτήσεις συμμετοχών και της ενδοομιλικής χρηματοδότησης με δανειακά κεφάλαια και, με τον τρόπο αυτό, να μειωθεί το αρμπιτράζ μεταξύ αυτών των δύο μέσων ενδοομιλικής χρηματοδότησης (92). Στην τελική της απόφαση, η Επιτροπή δήλωσε ότι, λαμβανομένου υπόψη του στόχου του μέτρου, που ήταν η μείωση της διαφοράς στη φορολογική μεταχείριση μεταξύ χρηματοδότησης με απόκτηση συμμετοχών και με δανειακά κεφάλαια σε επίπεδο ομίλου και, έτσι, να μειωθεί το αρμπιτράζ μεταξύ αυτών των δύο μέσων χρηματοδότησης εντός του ομίλου, «είναι εφικτή η διαιτησία μεταξύ χρηματοδότησης με ίδια και με ξένα κεφάλαια [σε αντίθεση με επιχειρήσεις οι οποίες δεν ανήκουν σε έναν όμιλο (ανεξάρτητες επιχειρήσεις)]» (93). Υπό το πρίσμα αυτής της παρατήρησης, καθώς και του στόχου του καθεστώτος που είναι η μείωση των παραγόντων που ευνοούν «τη διαιτησία μεταξύ χρηματοδότησης μέσω εισφοράς κεφαλαίων και δανείου και, από την άποψη αυτή, την εγγύηση φορολογικής ουδετερότητας» (94), η Επιτροπή έκρινε ότι το σύστημα αναφοράς στην εν λόγω υπόθεση περιελάμβανε μόνο τις εταιρείες που υπόκεινται στον φόρο επί των εταιρειών που ασκούν ενδοομιλικές συναλλαγές (95).

(205)

Ο σκοπός της επίμαχης απόφασης προέγκρισης, συνίσταται στον καθορισμό της φορολογητέας βάσης της FFT που χρησιμεύει για τον υπολογισμό του οφειλόμενου από αυτήν φόρου βάσει του καθεστώτος φορολογίας των εταιρειών του Λουξεμβούργου. Καταρχάς, ενώ ο στόχος που δικαιολογεί την απόφαση Groepsrentebox μπορεί να θεωρείται έγκυρος μόνο στο πλαίσιο ενός ομίλου (λόγω του γεγονότος ότι οι αυτόνομες εταιρείες δεν αντιμετωπίζουν το πρόβλημα του αρμπιτράζ μεταξύ διαφορετικών μορφών χρηματοδότησης), ο καθορισμός της φορολογητέας βάσης για τον υπολογισμό του φόρου που οφείλεται ετησίως στο πλαίσιο του φόρου εταιρειών αφορά τόσο τις οντότητες που ανήκουν σε όμιλο όσο και τις αυτόνομες εταιρείες.

(206)

Δεύτερον, η FFT ασκεί καθήκοντα εταιρείας χρηματοδότησης και παρέχει τις υπηρεσίες της αποκλειστικά σε άλλες εταιρείες του ομίλου Fiat. Οι πράξεις που εκτελεί θα μπορούσαν, ωστόσο, να εκτελούνται επίσης σε διαφορετικό πλαίσιο από εκείνο ενός ομίλου. Η εγκύκλιος συγκρίνει αυτό το είδος των πράξεων χρηματοδότησης εντός του ομίλου με τις πράξεις που εκτελούνται από ανεξάρτητα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (96) και απαιτεί η αμοιβή των εν λόγω χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών να συσχετίζεται είτε με το ποσό της δανειοληψίας, είτε με την πραγματική αξία των υπό διαχείριση στοιχείων ενεργητικού, δηλ. να είναι σύμφωνη με την αμοιβή την οποία θα αξίωνε ένα ανεξάρτητο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα. Η εγκύκλιος αναγνωρίζει συνεπώς ότι οι συναλλαγές, ακόμη και αυτές που εκτελούνται στο πλαίσιο ενός ομίλου, είναι άμεσα συγκρίσιμες με τις συνήθεις συναλλαγές που διενεργούνται στην αγορά.

(207)

Τα χαρακτηριστικά αυτά της παρούσας υπόθεσης επιβεβαιώνουν εκ νέου ότι η παρατήρηση που διατύπωσε η Επιτροπή στην απόφαση Groepsrentebox — ότι όσον αφορά τις δραστηριότητες χρηματοδότησης μέσω δανεισμού, οι συνδεδεμένες εταιρείες δεν βρίσκονται σε συγκρίσιμη νομική και πραγματική κατάσταση με εκείνη των μη συνδεδεμένων εταιρειών — δεν μπορεί να γενικευθεί σε καταστάσεις στις οποίες μια φορολογική απόφαση προέγκρισης έχει ως αντικείμενο τον καθορισμό της φορολογικής βάσης για τους σκοπούς της είσπραξης του φόρου εταιρειών. Η δήλωση στην εγκύκλιο σχετικά με τη συγκρισιμότητα των συναλλαγών αντανακλά τις αρχές στις οποίες βασίζεται η αρχή του πλήρους ανταγωνισμού, σύμφωνα με τις οποίες οι εμπορικές και οικονομικές σχέσεις μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων δεν πρέπει να διαφέρουν από εκείνες που θα συμφωνούνταν μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων (97). Οι κανόνες για την ενδοομιλική τιμολόγηση έχουν ακριβώς ως στόχο να συγκρίνουν τις συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών/του ιδίου ομίλου με τις συναλλαγές μεταξύ ανεξάρτητων εταιρειών, και να εξασφαλίζουν τη διόρθωση κάθε απόκλισης. Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, η FFT εσφαλμένα βασίζεται στην απόφασηGroepsrentebox για να στηρίξει την επιχειρηματολογία της.

(208)

Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει και για την απόφαση σχετικά με το φορολογικό καθεστώς των τόκων για ομίλους στην Ουγγαρία, στην οποία επίσης βασίζεται η FFT. Η απόφαση αυτή αφορούσε ένα καθεστώς, σκοπός του οποίου ήταν η μείωση του αρμπιτράζ (στις σχέσεις μεταξύ ουγγρικών εταιρειών) μέσω της προσέγγισης της φορολόγησης των τόκων ομίλου με τη φορολόγηση των μερισμάτων ομίλου, ενισχύοντας με αυτό τον τρόπο την ουδετερότητα του φορολογικού συστήματος από τεχνική άποψη (98). Ο στόχος της μείωσης του αρμπιτράζ, το οποίο η Επιτροπή είχε τότε θεωρήσει ως εγγενές των ενδοομιλικών σχέσεων, είναι διαφορετικός από τον στόχο του εξεταζόμενου μέτρου, που είναι ο καθορισμός της φορολογητέας βάσης της FFT επί της οποίας εφαρμόζεται ο φόρος εταιρειών στο Λουξεμβούργο. Ο τελευταίος στόχος δεν διαφοροποιεί την FFT ως οντότητα ενός ομίλου από καμία άλλη (αυτόνομη) οντότητα που απευθύνεται στις φορολογικές αρχές του Λουξεμβούργου με σκοπό τον καθορισμό της φορολογητέας βάσης της. Ασφαλώς, στην περίπτωση της FFT, ο καθορισμός της φορολογητέας βάσης είναι πιο πολύπλοκος, διότι προϋποθέτει την εφαρμογή των κανόνων ενδοομιλικής τιμολόγησης και της αρχής του πλήρους ανταγωνισμού, ενώ στην περίπτωση των αυτόνομων εταιρειών, το φορολογητέο εισόδημα είναι, κατ' αρχήν, ισοδύναμο με τα λογιστικά έσοδα, με την επιφύλαξη ενδεχόμενων προσαρμογών που προβλέπονται από τη φορολογική νομοθεσία. Ωστόσο, ο στόχος της νομοθεσίας σχετικά με τη φορολογία την εταιρειών, όπως και των φορολογικών αποφάσεων προέγκρισης, είναι η είσπραξη του φόρου επί του συνόλου των κερδών των εταιρειών που υπόκεινται σε φορολόγηση στο Λουξεμβούργο, η οποία εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το αν ο φορολογούμενος ανήκει σε όμιλο ή όχι.

(209)

Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το σύστημα αναφοράς σε σχέση με το οποίο πρέπει να εξεταστεί η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης είναι το γενικό σύστημα φορολογίας εταιρειών του Λουξεμβούργου που αποτελούν οι κανόνες για τη φορολογία εισοδήματος εταιρειών (IRC) του Λουξεμβούργου που περιγράφονται στις αιτιολογικές σκέψεις (193) έως (208). Ειδικότερα, το εν λόγω σύστημα αναφοράς αποτελείται από ένα συνεκτικό σύνολο κανόνων που εφαρμόζονται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων για τη φορολόγηση των κερδών των αυτόνομων εταιρειών, για τις οποίες το φορολογητέο κέρδος συμπίπτει συνήθως με το λογιστικό κέρδος (με την επιφύλαξη ορισμένων προσαρμογών που προβλέπονται από τη φορολογική νομοθεσία), καθώς και των εταιρειών που ανήκουν σε όμιλο, οι οποίες προσφεύγουν στην ενδοομιλική τιμολόγηση για την κατανομή των κερδών. Σε σχέση με τον στόχο που είναι εγγενής αυτού του συστήματος, τα δύο είδη εταιρειών — οι μη καθετοποιημένες εταιρείες και οι καθετοποιημένες εταιρείες — πρέπει να θεωρείται ότι βρίσκονται σε παρόμοια νομική και πραγματική κατάσταση.

7.2.1.2.   Το άρθρο 164 εδάφιο 3 του L.I.R., η εγκύκλιος ή/και η διοικητική πρακτική σε αυτόν τον τομέα δεν αποτελούν κατάλληλο σύστημα αναφοράς.

(210)

Το Λουξεμβούργο θεωρεί ότι το σύστημα αναφοράς θα πρέπει να περιλαμβάνει μόνον τις εταιρείες ομίλων που εμπίπτουν στο άρθρο 164 εδάφιο 3 του L.I.R (99), ενώ η FFT φαίνεται να υποστηρίζει την πιο προωθημένη άποψη ότι το σύστημα αναφοράς θα πρέπει να βασίζεται στην εγκύκλιο και να περιλάβει μόνον τις εταιρείες ομίλων που ασκούν δραστηριότητες χρηματοδότησης (100). Σύμφωνα με αυτές τις απόψεις, για να είναι δυνατό να διαπιστωθεί ο επιλεκτικός χαρακτήρας του μέτρου, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι η FFT είχε διαφορετική μεταχείριση από τις άλλες οντότητες ομίλων που ασκούν δραστηριότητες χρηματοδότησης, οι οποίες βρίσκονται σε παρόμοια πραγματική και νομική κατάσταση με εκείνη της FFT σε σχέση με τους στόχους του άρθρου 164 εδάφιο 3 του L.I.R.. ή/και της εγκυκλίου. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έπρεπε να συγκρίνει την επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης με τις εκ των προτέρων συμφωνίες ενδοομιλικής τιμολόγησης των 21 άλλων φορολογουμένων που της έχουν κοινοποιηθεί (βλ. αιτιολογική σκέψη (8)) (101). Σύμφωνα με το Λουξεμβούργο και την FFT, δεδομένου ότι η μεταχείριση της FFT είναι σύμφωνη με το άρθρο 164 εδάφιο 3 του L.I.R., με την εγκύκλιο και τη διοικητική πρακτική σε αυτό τον τομέα, η φορολογική απόφαση προέγκρισης δεν παρέχει κανένα επιλεκτικό πλεονέκτημα.

(211)

Η Επιτροπή απορρίπτει αυτή τη συλλογιστική.

(212)

Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη (198), το σύστημα φορολογίας των εταιρειών στο Λουξεμβούργο έχει ως στόχο τη φορολογία των κερδών όλων των εταιρειών που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του, είτε πρόκειται για καθετοποιημένες εταιρείες είτε για μη καθετοποιημένες εταιρείες. Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη (194), ο φόρος εταιρειών του Λουξεμβούργου εισπράττεται επί των κερδών που δημιουργούνται σε παγκόσμιο επίπεδο από τις ημεδαπές και τις αλλοδαπές εταιρείες που έχουν εγκατασταθεί στο Λουξεμβούργο (εκτός εάν εφαρμόζεται σύμβαση κατά της διπλής φορολογίας), καθώς και από τα λουξεμβουργιανά υποκαταστήματα αλλοδαπών εταιρειών, ενώ οι εγκατεστημένες στην αλλοδαπή εταιρείες φορολογούνται μόνο για ορισμένα ειδικά είδη εσόδων που προέρχονται από το Λουξεμβούργο.

(213)

Το να θεωρηθεί, όπως πράττουν το Λουξεμβούργο και η FFT, ότι το σύστημα αναφοράς περιλαμβάνει μόνο τις εταιρείες ομίλων, δεδομένου ότι μόνον οι τελευταίες πρέπει να εφαρμόζουν τιμολόγηση σύμφωνη με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού για τον καθορισμό της φορολογητέας βάσης τους, ισοδυναμεί με τεχνητή διάκριση μεταξύ των εταιρειών με βάση τη δομή τους για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών τους, διάκριση την οποία το γενικό σύστημα φορολογίας εταιρειών του Λουξεμβούργου δεν αναγνωρίζει, εφόσον φορολογεί τα κέρδη των επιχειρήσεων που υπάγονται στη φορολογική δικαιοδοσία του.

(214)

Ομοίως, η διάκριση που κάνει η FFT μεταξύ των ομίλων και των αυτόνομων εταιρειών με βάση τις δραστηριότητες που ασκούνται από τη σχετική οντότητα του ομίλου, ισχυριζόμενη ότι το σύστημα αναφοράς περιλαμβάνει μόνο τις εταιρείες που εφαρμόζουν την εγκύκλιο, δεν συνάδει με τον σκοπό του συστήματος φορολογίας εταιρειών στο Λουξεμβούργο. Αν και, πράγματι, οι δραστηριότητες της FFT αφορούν σχεδόν αποκλειστικά ενδοομιλικές συναλλαγές (102), οι χρηματοπιστωτικές πράξεις τις οποίες εκτελεί θα μπορούσαν επίσης να πραγματοποιηθούν εκτός ομίλου από ανεξάρτητα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, όπως αναφέρεται στην εγκύκλιο. Για τους σκοπούς της είσπραξης του φόρου εταιρειών στο Λουξεμβούργο θα πρέπει, ως εκ τούτου, να συγκριθεί η FFT με κάθε άλλης μορφής εταιρεία, καθετοποιημένη και μη καθετοποιημένη, που ασκεί οικονομικές δραστηριότητες, δεδομένου ότι, βάσει της λουξεμβουργιανής νομοθεσίας σχετικά με τη φορολογία των εταιρειών, τα κέρδη των ανεξάρτητων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων υπόκεινται στους ίδιους κανόνες φορολογίας εταιρειών όπως και τα κέρδη που δημιουργούνται από ενδοομιλικές συναλλαγές, τα οποία υπολογίζονται με βάση την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή απορρίπτει το επιχείρημα της FFT ότι το σύστημα αναφοράς θα πρέπει να περιλαμβάνει μόνο τις εταιρείες που ανήκουν σε ομίλους, οι οποίες πραγματοποιούν συναλλαγές ενδοομιλικής χρηματοδότησης.

(215)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το σύστημα αναφοράς σε σχέση με το οποίο πρέπει να εξεταστεί η επίμαχη απόφαση προέγκρισης είναι το γενικό σύστημα φορολογίας εταιρειών του Λουξεμβούργου που περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις (193) έως (208), ότι ο φόρος επί των εταιρειών επιβάλλεται επί των κερδών των εταιρειών ομίλου ή αυτόνομων εταιρειών, ανεξάρτητα από το είδος των δραστηριοτήτων που ασκούν οι εν λόγω εταιρείες.

7.2.2.   Επιλεκτικό πλεονέκτημα που είναι αποτέλεσμα παρέκκλισης από το γενικό σύστημα φορολογίας εταιρειών του Λουξεμβούργου

(216)

Εφόσον το γενικό σύστημα φορολογίας εταιρειών του Λουξεμβούργου θεωρείται ως το σύστημα αναφοράς σε σχέση με το οποίο πρέπει να εξεταστεί η επίμαχη απόφαση προέγκρισης, πρέπει να διαπιστωθεί αν η απόφαση αυτή συνιστά παρέκκλιση από το εν λόγω σύστημα αναφοράς που συνεπάγεται άνιση μεταχείριση μεταξύ των εταιρειών που βρίσκονται σε παρόμοια πραγματική και νομική κατάσταση.

(217)

Όσον αφορά αυτό το δεύτερο στάδιο της ανάλυσης της επιλεκτικότητας, το ζήτημα του κατά πόσον ένα φορολογικό μέτρο συνιστά παρέκκλιση από το σύστημα αναφοράς συμπίπτει κατά κανόνα με τη διαπίστωση ενός πλεονεκτήματος που παρέχεται στον δικαιούχο μέσω του μέτρου. Πράγματι, όταν ένα φορολογικό μέτρο οδηγεί σε αδικαιολόγητη μείωση του φόρου τον οποίο οφείλει ένας δικαιούχος ο οποίος, εάν δεν υπήρχε το εν λόγω μέτρο, θα έπρεπε να καταβάλει υψηλότερο φόρο βάσει του συστήματος αναφοράς, η μείωση αυτή συνιστά το πλεονέκτημα που προκύπτει από το φορολογικό μέτρο, και ταυτόχρονα την παρέκκλιση από το σύστημα αναφοράς.

(218)

Κατά το Δικαστήριο, στην περίπτωση ενός μεμονωμένου μέτρου ενίσχυσης, σε αντίθεση με την περίπτωση του καθεστώτος ενισχύσεων, «η διαπίστωση του οικονομικού πλεονεκτήματος συνηγορεί κατ' αρχήν υπέρ του επιλεκτικού χαρακτήρα» (103). Στην εξεταζόμενη υπόθεση, το μεμονωμένο μέτρο ενίσχυσης από το οποίο επωφελείται η FFT είναι η επίμαχη απόφαση προέγκρισης, η οποία εγκρίνει μια μεθοδολογία υπολογισμού των φορολογητέων κερδών της ενδιαφερόμενης στο Λουξεμβούργο για τις λειτουργίες που ασκεί εντός του ομίλου Fiat· τα κέρδη αυτά φορολογούνται στη συνέχεια βάσει του γενικού καθεστώτος φορολογίας εταιρειών στο Λουξεμβούργο.

7.2.2.1.   Επιλεκτικό πλεονέκτημα που απορρέει από την παρέκκλιση από την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού

(219)

Κατ' αρχήν, το αντικείμενο μιας φορολογικής απόφασης προέγκρισης είναι ο εκ των προτέρων καθορισμός της εφαρμογής του γενικού φορολογικού συστήματος σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, βάσει ενός συνόλου πραγματικών περιστατικών και συνθηκών που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, για μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, και εφόσον τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά και οι συνθήκες δεν υφίστανται καμία ουσιώδη μεταβολή κατά τη διάρκεια εφαρμογής της εν λόγω απόφασης προέγκρισης. Μια φορολογική απόφαση προέγκρισης που βασίζεται σε μέθοδο αξιολόγησης η οποία αποκλίνει αδικαιολόγητα από το αποτέλεσμα μιας κανονικής εφαρμογής του γενικού φορολογικού συστήματος θα θεωρείται ότι παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στον δικαιούχο της, δεδομένου ότι αυτή η επιλεκτική μεταχείριση οδηγεί σε μείωση της φορολογικής οφειλής του εν λόγω δικαιούχου στο οικείο κράτος μέλος σε σχέση με τις εταιρείες που βρίσκονται σε παρόμοια πραγματική και νομική κατάσταση.

(220)

Πλεονέκτημα, κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, είναι ένα οικονομικό όφελος το οποίο μια επιχείρηση δεν θα είχε αποκομίσει υπό κανονικές συνθήκες της αγοράς, δηλ. χωρίς κρατική παρέμβαση (104). Συνεπώς, κάθε φορά που η οικονομική κατάσταση μιας επιχείρησης βελτιώνεται ως αποτέλεσμα της κρατικής παρέμβασης, υπάρχει πλεονέκτημα (105). Η βελτίωση αυτή αποδεικνύεται με τη σύγκριση της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης, η οποία προκύπτει από το επίμαχο μέτρο, και της οικονομικής κατάστασης της εν λόγω επιχείρησης χωρίς το επίμαχο μέτρο (106). Ένα πλεονέκτημα μπορεί να συνίσταται στη χορήγηση θετικών οικονομικών πλεονεκτημάτων, καθώς και στην ελάφρυνση από τις επιβαρύνσεις που κανονικά βαρύνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχείρησης (107).

(221)

Όπως εξηγείται στις αιτιολογικές σκέψεις (52) και επόμενες, το Λουξεμβούργο, με την έκδοση της επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης, ενέκρινε μια μέθοδο καθορισμού των φορολογητέων κερδών της FFT στο Λουξεμβούργο, όπως προτάθηκε από τον φοροτεχνικό σύμβουλο της FFT στην έκθεσή του για την ενδοομιλική τιμολόγηση, η οποία επιτρέπει στην FFT να υπολογίζει τον φόρο επί των εταιρειών που πρέπει να καταβάλλει στο Λουξεμβούργο σε ετήσια βάση καθ' όλη τη διάρκεια εφαρμογής αυτής της φορολογικής απόφασης προέγκρισης. Ειδικότερα, η έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση που εγκρίθηκε από την επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης καθορίζει, ελλείψει συναλλαγών που υπακούουν στους κανόνες της αγοράς, όπως θα συνέβαινε με μια ανεξάρτητη μη καθετοποιημένη εταιρεία, τα κέρδη που αποδίδονται σε αυτή την εταιρεία του ομίλου Fiat, βάσει των οποίων καθορίζονται οι τιμές των ενδοομιλικών συναλλαγών που αυτή πραγματοποιεί με άλλες επιχειρήσεις του ομίλου.

(222)

Το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι μια μείωση της φορολογητέας βάσης που απορρέει από ένα φορολογικό μέτρο το οποίο επιτρέπει στον φορολογούμενο να χρησιμοποιεί ενδοομιλική τιμολόγηση στις ενδοομιλικές συναλλαγές, η οποία δεν είναι συγκρίσιμη με τις τιμές που θα εφαρμόζονταν σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού μεταξύ ανεξάρτητων επιχειρήσεων που διαπραγματεύονται σε συγκρίσιμες συνθήκες, σύμφωνα με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού, παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στον εν λόγω φορολογούμενο, εφόσον ο φόρος που πρέπει να καταβάλλει βάσει του γενικού φορολογικού συστήματος είναι χαμηλότερος από τον φόρο που πρέπει να καταβάλλουν ανεξάρτητες εταιρείες, οι οποίες υπολογίζουν τη φορολογητέα ύλη τους με βάση τα λογιστικά τους κέρδη (108).

(223)

Στην απόφαση που εξέδωσε σχετικά με το φορολογικό καθεστώς που εφαρμόζεται από το Βέλγιο στα κέντρα συντονισμού (109), το Δικαστήριο εξέτασε προσφυγή ακυρώσεως που ασκήθηκε κατά αποφάσεως της Επιτροπής η οποία έκρινε ιδίως ότι ο τρόπος καθορισμού του φορολογητέου εισοδήματος που προβλέπεται από το σύστημα αυτό παρείχε επιλεκτικό πλεονέκτημα στα εν λόγω κέντρα (110). Βάσει αυτού του καθεστώτος, το φορολογητέο κέρδος είχε καθοριστεί σε ένα κατ' αποκοπήν ποσό που αντιστοιχούσε σε ποσοστό του συνολικού ποσού των δαπανών και των εξόδων λειτουργίας, από τα οποία είχαν εξαιρεθεί οι δαπάνες προσωπικού και οι χρηματοοικονομικές δαπάνες. Κατά το Δικαστήριο, «για να εκτιμηθεί αν ο καθορισμός των φορολογητέων εισοδημάτων, όπως προβλέπεται στο καθεστώς των κέντρων συντονισμού, παρέχει ευεργέτημα στα εν λόγω κέντρα, επιβάλλεται, όπως προτείνει η Επιτροπή με το σημείο 95 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η σύγκριση του καθεστώτος αυτού με το καθεστώς κοινού δικαίου που στηρίζεται στη διαφορά μεταξύ κέρδους και ζημίας για μια επιχείρηση που ασκεί τις δραστηριότητές της υπό τους όρους του ελεύθερου ανταγωνισμού». Το Δικαστήριο έχει επισημάνει επίσης ότι «ο αποκλεισμός [των εξόδων προσωπικού και των χρηματοοικονομικών δαπανών] από το κόστος καθορισμού των φορολογητέων εισοδημάτων των οικείων κέντρων δεν συνεπάγεται τιμές μεταβιβάσεως ανάλογες προς εκείνες που ισχύουν υπό συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού», γεγονός που, κατά την άποψή του, έχει «εξασφαλίσει οικονομικό ευεργέτημα στα οικεία κέντρα» (111).

(224)

Το Δικαστήριο έχει, συνεπώς, δεχθεί ότι ένα φορολογικό μέτρο το οποίο οδηγεί μια εταιρεία που ανήκει σε όμιλο να χρεώνει τιμές μεταβίβασης που δεν αντανακλούν τις τιμές που χρεώνονται σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού, δηλ. τις τιμές που διαπραγματεύονται ανεξάρτητες επιχειρήσεις υπό ανάλογες συνθήκες σύμφωνα με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού, παρέχει πλεονέκτημα στην εταιρεία αυτή, καθόσον οδηγεί σε μείωση της φορολογητέας βάσης και, ως εκ τούτου, του φόρου που πρέπει να καταβληθεί σύμφωνα με το γενικό σύστημα φορολογίας των εταιρειών.

(225)

Η αρχή σύμφωνα με την οποία οι συναλλαγές μεταξύ εταιρειών του ιδίου ομίλου θα πρέπει να αμείβονται όπως οι συναλλαγές μεταξύ ανεξάρτητων εταιρειών που διαπραγματεύονται υπό συγκρίσιμες περιστάσεις σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού είναι εν γένει γνωστή ως «αρχή του πλήρους ανταγωνισμού». Στην απόφασή του για τα κέντρα συντονισμού στο Βέλγιο, το Δικαστήριο ενέκρινε την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού ως κριτήριο αναφοράς για να διαπιστωθεί αν μια εταιρεία του ομίλου επωφελείται από πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ λόγω ενός φορολογικού μέτρου που καθορίζει την ενδοομιλική τιμολόγηση και, ως εκ τούτου, τη φορολογητέα βάση της.

(226)

Σκοπός της αρχής του πλήρους ανταγωνισμού είναι να διασφαλίσει ότι οι συναλλαγές που πραγματοποιούνται μεταξύ εταιρειών του ίδιου ομίλου αντιμετωπίζονται, για φορολογικούς σκοπούς, με γνώμονα το κέρδος που θα είχε επιτευχθεί εάν οι συναλλαγές αυτές συνάπτονταν από ανεξάρτητες εταιρείες· διαφορετικά, οι εταιρείες του ομίλου τυγχάνουν ευνοϊκής μεταχείρισης σύμφωνα με το γενικό σύστημα φορολογίας των εταιρειών για τον υπολογισμό των φορολογητέων κερδών τους, σε αντίθεση με τις ανεξάρτητες εταιρείες, γεγονός που θα συνιστούσε άνιση μεταχείριση μεταξύ των επιχειρήσεων που βρίσκονται στην ίδια πραγματική και νομική κατάσταση όσον αφορά τον σκοπό του συστήματος αυτού που είναι η φορολόγηση των κερδών του συνόλου των εταιρειών που υπάγονται στη φορολογική δικαιοδοσία του.

(227)

Για να εκτιμηθεί αν το Λουξεμβούργο παρέσχε επιλεκτικό πλεονέκτημα στην FFT, η Επιτροπή οφείλει, συνεπώς, να ελέγξει αν η μέθοδος που εγκρίθηκε από τη φορολογική διοίκηση του Λουξεμβούργου μέσω της επίμαχης απόφασης προέγκρισης, για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών της FFT στο Λουξεμβούργο, αποκλίνει από μια μέθοδο που έχει ως αποτέλεσμα μια αξιόπιστη προσέγγιση ενός αποτελέσματος με βάση τα δεδομένα της αγοράς και, επομένως, από την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού. Στο μέτρο που η μέθοδος που επικυρώθηκε από το Λουξεμβούργο μέσω της επίμαχης απόφασης προέγκρισης οδηγεί σε μείωση της φορολογικής οφειλής της FFT κατ' εφαρμογή του γενικού συστήματος φορολογίας εταιρειών του Λουξεμβούργου σε σχέση με τις μη καθετοποιημένες εταιρείες, τα φορολογητέα κέρδη των οποίων σύμφωνα με το σύστημα αυτό καθορίζονται από την αγορά, η εν λόγω φορολογική απόφαση προέγκρισης θα θεωρείται ότι παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στην FFT κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

(228)

Η αρχή του πλήρους ανταγωνισμού αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αξιολόγησης από την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, των φορολογικών μέτρων υπέρ των εταιρειών ενός ομίλου, ανεξάρτητα από το κατά πόσον ένα κράτος μέλος έχει ενσωματώσει την αρχή αυτή στο εθνικό του νομικό σύστημα. Εφαρμόζεται για να διαπιστωθεί αν τα φορολογητέα κέρδη μιας εταιρείας που ανήκει σε όμιλο για τον υπολογισμό του φόρου εταιρειών υπολογίστηκαν με την εφαρμογή μιας μεθόδου που προσεγγίζει τις συνθήκες της αγοράς, οπότε η εταιρεία αυτή δεν τυγχάνει ευνοϊκότερης μεταχείρισης, κατ' εφαρμογή του γενικού συστήματος φορολογίας εταιρειών, από τη μεταχείριση των μη καθετοποιημένων εταιρειών τα φορολογητέα κέρδη των οποίων διαμορφώνονται από την αγορά. Συνεπώς, προς αποφυγή κάθε αμφιβολίας, η αρχή του πλήρους ανταγωνισμού που η Επιτροπή εφαρμόζει στο πλαίσιο της αξιολόγησης των κρατικών ενισχύσεων δεν είναι αυτή που απορρέει από το άρθρο 9 του υποδείγματος φορολογικής σύμβασης του ΟΟΣΑ, η οποία δεν συνιστά δεσμευτική πράξη. Πρόκειται για γενική αρχή της ίσης μεταχείρισης όσον αφορά τη φορολογία, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, το οποίο δεσμεύει τα κράτη μέλη και δεν αποκλείει από το πεδίο εφαρμογής του τους εθνικούς φορολογικούς κανόνες (112).

(229)

Ως εκ τούτου, απαντώντας στο επιχείρημα του Λουξεμβούργου ότι η Επιτροπή, προβαίνοντας σε μια τέτοια εκτίμηση, υποκαθιστά τις εθνικές φορολογικές αρχές για την ερμηνεία του λουξεμβουργιανού δικαίου (113), η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι δεν εξετάζει αν η επίμαχη απόφαση προέγκρισης είναι σύμφωνη με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού όπως ορίζεται στο άρθρο 164 εδάφιο 3 του L.I.R. ή στην εγκύκλιο, αλλά ότι προσπαθεί να διαπιστώσει αν η λουξεμβουργιανή φορολογική αρχή παρείχε επιλεκτικό πλεονέκτημα στην FFT κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ με την έκδοση μιας φορολογικής απόφασης που εγκρίνει κατανομή των κερδών η οποία αποκλίνει από το ποσό των κερδών που θα φορολογούνταν κατ' εφαρμογή του γενικού συστήματος φορολογίας εταιρειών του Λουξεμβούργου, εάν οι ίδιες συναλλαγές εκτελούνταν από ανεξάρτητες εταιρείες που διαπραγματεύονται σε συγκρίσιμες περιστάσεις σύμφωνα με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού.

(230)

Τέλος, απαντώντας στο επιχείρημα του Λουξεμβούργου και της FFT ότι η αξιολόγηση από την Επιτροπή της συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, η οποία εγκρίθηκε από την επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης, πρέπει να είναι αναγκαστικά περιορισμένη, επειδή ο καθορισμός της ενδοομιλικής τιμολόγησης δεν αποτελεί θετική επιστήμη, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το στοιχείο της «κατά προσέγγιση εκτίμησης» των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών θα πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα αυτού του στόχου. Μολονότι στην παράγραφο 1.13 των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση αναγνωρίζεται πράγματι, ότι η ενδοομιλική τιμολόγηση δεν είναι θετική επιστήμη, παράλληλα εξηγείται στο ίδιο σημείο ότι, πρώτον, «είναι σημαντικό να μη λησμονείται ο στόχος του να επιτευχθεί μια λογική προσέγγιση ενός αποτελέσματος σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού βάσει αξιόπιστων στοιχείων». Σκοπός των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση είναι να ορίσουν, προς όφελος των φορολογικών διοικήσεων και των πολυεθνικών επιχειρήσεων, τις καταλληλότερες μεθόδους για τον υπολογισμό των τιμών σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού στις διασυνοριακές συναλλαγές συνδεδεμένων επιχειρήσεων για φορολογικούς σκοπούς. Ο στόχος αυτός δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν ο κατά προσέγγιση χαρακτήρας του καθορισμού των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να αγνοηθεί η συναίνεση σχετικά με τις κατάλληλες μεθόδους καθορισμού των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών που αντιπροσωπεύουν αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές. Δεν είναι, συνεπώς, δυνατό να γίνεται επίκληση του κατά προσέγγιση χαρακτήρα της αρχής του πλήρους ανταγωνισμού για να δικαιολογηθεί μια ανάλυση της ενδοομιλικής τιμολόγησης που είτε δεν είναι συνεπής ως προς τη μεθοδολογία είτε βασίζεται σε ακατάλληλη επιλογή συγκρίσιμων στοιχείων.

(231)

Εν κατακλείδι, εάν μπορεί να αποδειχθεί ότι η μέθοδος την οποία ενέκρινε η φορολογική διοίκηση του Λουξεμβούργου, με τη επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών της FFT στο Λουξεμβούργο, αποκλίνει από μια μέθοδο που οδηγεί σε αξιόπιστη προσέγγιση ενός αποτελέσματος που βασίζεται στα δεδομένα της αγοράς και, κατ' επέκταση από την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού, η εν λόγω φορολογική απόφαση προέγκρισης θα θεωρηθεί ότι παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στην FFT κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, στο μέτρο που οδηγεί σε μείωση της φορολογικής οφειλής της FFT κατ' εφαρμογή του γενικού συστήματος φορολογίας εταιρειών του Λουξεμβούργου σε σχέση με τις μη καθετοποιημένες εταιρείες, η φορολογητέα βάση των οποίων καθορίζεται από τα κέρδη που πραγματοποιούνται με τους όρους της αγοράς.

7.2.2.2.   Προκαταρκτική παρατήρηση: αμφιβολίες ως προς την ύπαρξη σταθερής φορολογητέας βάσης

(232)

Η πρώτη αμφιβολία που εξέφρασε η Επιτροπή στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας αφορούσε το γεγονός ότι η φορολογητέα βάση της FFT, όπως εγκρίθηκε με την απόφαση προέγκρισης, φαίνεται ότι αποτελούσε ένα σταθερό εύρος τιμών. Επιπλέον, από τα έγγραφα που υποβλήθηκαν κατά τη διάρκεια της επίσημης έρευνας προκύπτει ότι η φορολογητέα βάση της FFT είχε καθοριστεί σε 2 εκατ. ευρώ ετησίως πριν από την έκδοση της επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης. Μολονότι η FFT υποχρεούται, βάσει της εγκυκλίου, να ανανεώσει την προηγούμενη αίτησή της για έκδοση απόφασης προέγκρισης με βάση έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση, η έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση η οποία συντάχθηκε ενόψει της έκδοσης της επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης οδήγησε σε αποτέλεσμα, όσον αφορά τη φορολογητέα βάση, ουσιαστικά ταυτόσημο με το κατ' αποκοπή ποσό που είχε εγκριθεί νωρίτερα.

(233)

Ωστόσο, με βάση τις διευκρινίσεις που δόθηκαν κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας από το Λουξεμβούργο, που εξήγησε ότι η επίμαχη απόφαση προέγκρισης ενέκρινε μια μέθοδο και όχι ένα σταθερό εύρος τιμών (114), καθώς και από στοιχεία που δείχνουν ότι, για το 2012 και το 2013, η φορολογητέα βάση της FFT ήταν χαμηλότερη από το κατώτατο όριο του εύρους τιμών που υποτίθεται ότι είχε εγκριθεί με την εν λόγω απόφαση προέγκρισης (115), η Επιτροπή θεωρεί ότι έχουν αρθεί δεόντως οι αμφιβολίες της.

7.2.2.3.   Μεθοδολογικές επιλογές παραμέτρων και προσαρμογών στις οποίες βασίζεται η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης

(234)

Η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης εγκρίνει μια μέθοδο για τον καθορισμό της κατανομής των κερδών προς όφελος της FFT, η οποία βασίζεται σε ανάλυση της ενδοομιλικής τιμολόγησης που συνέταξε ο φοροτεχνικός της σύμβουλος, η οποία υπολόγισε μια αμοιβή για τις λειτουργίες ενδοομιλικής χρηματοδότησης και ταμειακής διαχείρισης τις οποίες έχει αναλάβει η FFT και για τον κίνδυνο που έχει επωμιστεί.

(235)

Αυτή η ανάλυση των τιμών μεταβίβασης βασίζεται σε διάφορες μεθοδολογικές επιλογές: i) στην απόφαση να εφαρμοστεί η MTMN για τον υπολογισμό του φορολογητέου εισοδήματος της FFT στο Λουξεμβούργο· ii) στην επιλογή των κεφαλαίων ως δείκτη κέρδους για τους σκοπούς της MTMN· iii) στην επιλογή του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ για τον υπολογισμό αυτών των κεφαλαίων· και (iv) στην απόφαση για την εφαρμογή του μοντέλου MEDAF που βασίζεται στις τιμές των μετοχών για τον καθορισμό μιας απαιτούμενης απόδοσης γι' αυτά τα ίδια κεφάλαια.

(236)

Όπως εξηγείται στις ενότητες που ακολουθούν στις αιτιολογικές σκέψεις (241) έως (301), η επιλογή i) πραγματοποιείται μεταξύ των πέντε μεθόδων που περιγράφονται και εξετάζονται αναλυτικότερα στις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ. Οι κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ εξετάζουν επίσης την επιλογή ii) ενός δείκτη κέρδους για τους σκοπούς της εφαρμογής της MTMN. Ωστόσο, οι επόμενες μεθοδολογικές επιλογές iii) και iv) δεν καλύπτονται από τις εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές.

(237)

Ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT επιλέγει στη συνέχεια διάφορες παραμέτρους, ήτοι τα πραγματικά αριθμητικά στοιχεία που θα χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση του ύψους των ιδίων κεφαλαίων που πρέπει να αμειφθούν [για την επιλογή iii)] και το επίπεδο απόδοσης που απαιτείται για αυτά τα ίδια κεφάλαια [για την επιλογή iv)]. Όσον αφορά το ύψος των προς αμοιβή ιδίων κεφαλαίων, ο φοροτεχνικός σύμβουλος επιλέγει τις παραμέτρους για τη στάθμιση των κινδύνων και για τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις με σκοπό να υπολογίσει τα υποθετικά εποπτικά ίδια κεφάλαια της FFT. Όσον αφορά το επίπεδο απόδοσης που πρέπει να εφαρμοστεί στα εν λόγω ίδια κεφάλαια, ο φοροτεχνικός σύμβουλος επιλέγει τις παραμέτρους για έναν συντελεστή χωρίς κίνδυνο, έναν συντελεστή βήτα και μια αμοιβή της αγοράς που απαιτούνται για την εφαρμογή του MEDAF (116).

(238)

Τέλος, ο φοροτεχνικός σύμβουλος επιλέγει να μην ληφθεί υπόψη το συνολικό επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων της FFT για τον υπολογισμό μιας αμοιβής σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού: αφαιρεί για τον σκοπό αυτό από τα εν λόγω ίδια κεφάλαια το ποσό των συμμετοχών που κατέχει η FFT στις FFNA και FFC και υπολογίζει την αμοιβή για τα καθήκοντα που ασκούνται επί του υπολοίπου ποσού (117). Ωστόσο, οι επιλογές αυτές φαίνεται ότι δεν αφορούν παραμέτρους. Φαίνεται, αντιθέτως, ότι επιφέρουν προσαρμογές στη μεθοδολογία που επιτρέπουν τον καθορισμό της κατανομής των κερδών προς όφελος της FFT, οι οποίες δεν αντιστοιχούν σε καμία μεθοδολογία κοινής εφαρμογής.

(239)

Σε συνάρτηση με αυτές τις μεθοδολογικές επιλογές, με τις επιλογές των παραμέτρων για την εφαρμογή τους και με προσαρμογές […], ο φοροτεχνικός σύμβουλος κατέληξε σε ένα επίπεδο αμοιβής για τις δραστηριότητες ενδοομιλικής χρηματοδότησης και ταμειακής διαχείρισης της FFT, το οποίο εγκρίθηκε με την επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης, σύμφωνα με την εγκύκλιο και την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού.

(240)

Στα επόμενα τμήματα, στις αιτιολογικές σκέψεις (241) έως (301), η Επιτροπή θα εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι πολλές από αυτές τις επιλογές μεθοδολογίας και παραμέτρων και τις προσαρμογές […] οδηγούν σε μείωση του φόρου της FFT που οφείλεται βάσει του γενικού συστήματος φορολογίας εταιρειών του Λουξεμβούργου σε σχέση με τον φόρο που θα έπρεπε να καταβάλλουν μη καθετοποιημένες εταιρείες, τα φορολογητέα κέρδη των οποίων καθορίζονται από τις συναλλαγές που συνάπτουν με τους όρους της αγοράς και, ως εκ τούτου, η φορολογική απόφαση προέγκρισης, με το να εγκρίνει αυτές τις επιλογές και τις προσαρμογές, παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στην FFT κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, κατά παρέκκλιση από την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού.

7.2.2.4.   Η επιλογή της μεθόδου MTMN και η λειτουργική ανάλυση που περιλαμβάνεται στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση

(241)

Όσον αφορά την επιλογή i), η αμοιβή που εγκρίθηκε με την επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης για τις λειτουργίες που ασκεί και τον κίνδυνο που αναλαμβάνει η FFT εκτιμάται από τον φοροτεχνικό σύμβουλο με τη μέθοδο MTMN (118). Η επιλογή πραγματοποιείται μεταξύ των πέντε μεθόδων που περιγράφονται και εξετάζονται λεπτομερώς στις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση. Κατά γενικό κανόνα, αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές απαιτούν την αναζήτηση της πλέον κατάλληλης μεθόδου για την εκτίμηση μιας τιμής πλήρους ανταγωνισμού στο πλαίσιο της ενδοομιλικής τιμολόγησης (119).

(242)

Η εφαρμογή μιας μεθόδου απαιτεί επίσης τη χρήση μίας ή περισσοτέρων παραμέτρων προκειμένου η μέθοδος αυτή να μπορεί να καταλήξει σε ένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Η επιλογή της μεθόδου και των παραμέτρων δεν μπορεί να γίνεται με τυχαίο τρόπο. Το να επαφίενται αυτές οι επιλογές στη διακριτική ευχέρεια του φορολογουμένου θα ευνοούσε τους διασυνοριακούς καθετοποιημένους ομίλους έναντι των εταιρειών που συναλλάσσονται στην αγορά: πράγματι, οι όμιλοι θα μπορούσαν να επιλέγουν οι ίδιοι τη μέθοδο και τις παραμέτρους καθορισμού της ενδοομιλικής τιμολόγησης για τον υπολογισμό της φορολογητέας βάσης τους, ενώ οι εταιρείες συναλλάσσονται με τους όρους της αγοράς και δεν έχουν τη δυνατότητα να προσαρμόσουν τη φορολογητέα βάση τους. Οι επιλογές αυτές πρέπει, κατά συνέπεια, να επιδιώκουν τον στόχο μιας τιμής πλήρους ανταγωνισμού για τις ενδοομιλικές συναλλαγές.

(243)

Ωστόσο, όταν υπολογίζεται μια τιμή πλήρους ανταγωνισμού για σκοπούς ενδοομιλικής τιμολόγησης, η εφαρμογή μιας μεθόδου που αποτελεί μια δεύτερη καλύτερη επιλογή δεν παρέχει συστηματικά πλεονέκτημα στους καθετοποιημένους διασυνοριακούς ομίλους. Συνεπώς, εάν επιλεγεί μια τέτοια μέθοδος και εφαρμοστεί σε συνδυασμό με ένα σύνολο υπερβολικά συντηρητικών παραμέτρων, η υπολογισθείσα αμοιβή μπορεί να οδηγήσει σε ένα αποτέλεσμα που είναι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ίσο προς το αποτέλεσμα που βασίζεται στους όρους της αγοράς, ή να οδηγήσει σε υπέρμετρη φορολογική επιβάρυνση, οπότε μια φορολογική απόφαση που εγκρίνει αυτή τη δεύτερη μέθοδο δεν θα παρείχε κανένα πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

(244)

Αντιθέτως, ακόμη κι αν επιλεγεί η καταλληλότερη μέθοδος, όταν χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με υπερβολικά ευνοϊκές παραμέτρους, η αμοιβή που λαμβάνεται με τη μέθοδο αυτή είναι πιθανό να υποεκτιμήσει τον φόρο που οφείλει ο φορολογούμενος και, ως εκ τούτου, να του παράσχει πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

(245)

Στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το ότι η MTMN ενδέχεται να μην αποτελεί την καταλληλότερη μέθοδο για τον προσδιορισμό μιας αμοιβής σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού και, συνεπώς, του φορολογητέου κέρδους της FFT. Σε σχέση με τις τέσσερις άλλες μεθόδους που περιγράφονται στις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση, η μέθοδος CUP είναι η αμεσότερη και θα παρείχε, εάν εφαρμοζόταν, μια πιο αξιόπιστη προσέγγιση ενός αποτελέσματος που βασίζεται στους όρους της αγοράς.

(246)

Ωστόσο, με βάση τις πληροφορίες που κοινοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας έρευνας, η Επιτροπή αποδέχεται το επιχείρημα της FFT ότι η μέθοδος CUP ενδέχεται να μην είναι η πλέον ενδεδειγμένη στην περίπτωση της FFT. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι η FFT πραγματοποιεί συναλλαγές με διαφόρους αντισυμβαλλόμενους του ομίλου Fiat και ότι τα ισχύοντα επιτόκια, η διάρκεια και η μορφή των χορηγούμενων δανείων και των ομολόγων που εκδίδει η FFT διαφέρουν, έστω και αν η διαβάθμιση των αντίστοιχων μέσων δεν φαίνεται να διαφέρει. Κατά συνέπεια, εφόσον η εφαρμογή της μεθόδου CUP για τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης θα απαιτούσε την εξεύρεση συγκρίσιμων συναλλαγών για κάθε επιμέρους δάνειο που χορηγεί η FFT, κρίνεται κατάλληλη η εφαρμογή της MTMN από τον φοροτεχνικό σύμβουλο για την εκτίμηση μιας αμοιβής σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού για τις λειτουργίες που ασκεί και τον κίνδυνο που αναλαμβάνει η FFT.

(247)

Η Επιτροπή αναγνωρίζει επίσης ότι η ανάλυση της ενδοομιλικής τιμολόγησης για την FFT βασίζεται σε απόδοση των ιδίων κεφαλαίων που αποτελεί αποδεκτό δείκτη επιδόσεων για τον χρηματοπιστωτικό τομέα και ότι οι λειτουργίες που ασκεί η FFT μπορούν να συγκριθούν με τις λειτουργίες των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Πράγματι, η πολυπλοκότητα της διάρθρωσης των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της FFT επιβεβαιώνει ότι αυτή αναλαμβάνει μια λειτουργία μετατροπής των ημερομηνιών οφειλής, καθώς και ένα ρόλο χρηματοοικονομικής διαμεσολάβησης, δεδομένου ότι απευθύνεται σε εξωτερικούς επενδυτές για την κάλυψη των αναγκών χρηματοδότησης του ομίλου (120). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η εφαρμογή της MTMN για τους σκοπούς της ενδοομιλικής τιμολόγησης στην περίπτωση της FFT αποτελεί κατάλληλη επιλογή.

7.2.2.5.   Ποσό ιδίων κεφαλαίων προς αμοιβή

(248)

Αν και η Επιτροπή κρίνει ορθή τη χρήση της MTMN από τον φοροτεχνικό σύμβουλο στην περίπτωση της FFT, θεωρεί ωστόσο ότι πολλές από τις μεθοδολογικές επιλογές, τις επιλογές παραμέτρων και τις προσαρμογές […] του φοροτεχνικού συμβούλου κατά την εφαρμογή της μεθόδου δεν είναι κατάλληλες για τον υπολογισμό της φορολογητέας βάσης της FFT στο Λουξεμβούργο.

7.2.2.6.   Χρήση των υποθετικών εποπτικών ιδίων κεφαλαίων της FFT ως δείκτη του ύψους των κερδών

(249)

Η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι τα εποπτικά ίδια κεφάλαια που επέλεξε ο φοροτεχνικός σύμβουλος αποτελούν κατάλληλο δείκτη του επιπέδου των κερδών κατά την εφαρμογή της MTMN για τον υπολογισμό μιας αμοιβής σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού για τις λειτουργίες που ασκεί η FFT. Η Επιτροπή θεωρεί, αντιθέτως, ότι, εφόσον ο φοροτεχνικός σύμβουλος επέλεξε την MTMN, σε συνδυασμό με την απόδοση των ιδίων κεφαλαίων που εκτιμάται με το μοντέλο MEDAF, πρέπει να χρησιμοποιούνται τα λογιστικά ίδια κεφάλαια ως δείκτης του επιπέδου των κερδών στο οποίο εφαρμόζεται μια απόδοση των ιδίων κεφαλαίων για τον υπολογισμό της αμοιβής αυτής, εάν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα είναι μια αξιόπιστη προσέγγιση ενός αποτελέσματος που βασίζεται στα δεδομένα της αγοράς.

(250)

Ειδικότερα, για να εξασφαλιστεί ότι η φορολογητέα βάση της FFT αντανακλά μια αξιόπιστη προσέγγιση ενός αποτελέσματος που βασίζεται στην αγορά σύμφωνα με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού, η μέθοδος που χρησιμοποιείται για την εκτίμηση μιας αμοιβής σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού στην περίπτωση των καθηκόντων που ασκεί πρέπει να παρουσιάζει μεθοδολογική συνέπεια από λογιστική άποψη, το οποίο δεν συμβαίνει στην περίπτωση των επιλογών του φοροτεχνικού συμβούλου.

(251)

Η έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση αναφέρει ότι η εκτιμώμενη φορολογητέα βάση της FFT αποτελείται από δύο στοιχεία: μια «αμοιβή του κινδύνου» και μια «αμοιβή των καθηκόντων» (121). Ο φοροτεχνικός σύμβουλος καθορίζει το πρώτο στοιχείο, την αμοιβή για τον κίνδυνο που αναλαμβάνει η FFT, πολλαπλασιάζοντας μια εκτίμηση των προς αμοιβή ιδίων κεφαλαίων, η οποία γίνεται με τον υπολογισμό των υποθετικών εποπτικών ιδίων κεφαλαίων της FFT με βάση, κατ' αναλογία, το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ (122), επί την απαιτούμενη απόδοση αυτών των ιδίων κεφαλαίων που υπολογίζεται βάσει του μοντέλου MEDAF.

(252)

Ωστόσο, η εκτίμηση του MEDAF αφορά έναν απαιτούμενο θεωρητικό συντελεστή απόδοσης των επενδύσεων σε ίδια κεφάλαια και ο συντελεστής βήτα που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό αυτό βασίζεται στη μεταβολή της απόδοσης της τιμής των μετοχών των εταιρειών (ή των αποδόσεων των ιδίων κεφαλαίων) (123). Κατά συνέπεια, ο υπολογισμός του MEDAF δίνει, με κατασκευή, μια απόδοση των ιδίων κεφαλαίων και όχι κάποια απόδοση άλλου είδους ιδίων κεφαλαίων, όπως των υποθετικών εποπτικών ιδίων κεφαλαίων που καθορίζονται με την εφαρμογή κατ' αναλογία του πλαισίου της Βασιλείας II (124).

(253)

Μια απόδοση των ιδίων κεφαλαίων αποτελεί δείκτη αποδοτικότητας. Τα ίδια κεφάλαια αμείβονται μέσω των καθαρών κερδών μιας εταιρείας, δηλ. τα έσοδα μείον το σύνολο των επιβαρύνσεων που επωμίζεται η εταιρεία αυτή κατά την άσκηση της δραστηριότητάς της, αλλά αφαιρουμένων επίσης όλων των χρηματοοικονομικών επιβαρύνσεων που καταβάλλονται στους δανειστές. Το καθαρό κέρδος είναι, συνεπώς, το κέρδος που παραμένει στην εταιρεία για την αμοιβή των μετόχων: αυτό συνιστά απόδοση των ιδίων κεφαλαίων, είτε με διανομή είτε με αύξηση της αξίας της εταιρείας. Για λόγους συνέπειας, πρέπει συνεπώς η απόδοση των ιδίων κεφαλαίων να ισούται με το καθαρό κέρδος σε λογιστικούς όρους που μένει στους μετόχους μετά την εξόφληση όλων των άλλων επιβαρύνσεων, διαιρούμενο διά της τιμής των μετοχών σε λογιστικούς όρους (δηλ. τα ίδια κεφάλαια) που αμείβονται με το κέρδος.

(254)

Αντιθέτως, δεν είναι σωστό να λαμβάνεται υπόψη το καθαρό λογιστικό κέρδος της εταιρείας για την αμοιβή των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων. Τα εποπτικά ίδια κεφάλαια είναι η εκτίμηση από έναν ρυθμιστικό φορέα ενός ελάχιστου επιπέδου κεφαλαιοποίησης που πρέπει να διατηρεί μια τράπεζα ή άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα· δεν συνιστούν, αυτά καθαυτά, δικαίωμα κατά το ίδιο ποσοστό στα κέρδη της ρυθμιζόμενης οντότητας. Επιπλέον, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να διατηρούν αυτό το επίπεδο ιδίων κεφαλαίων ανά πάσα στιγμή· αυτό σημαίνει, στην πράξη, ότι κατέχουν συνήθως περισσότερα κεφάλαια από το επίπεδο των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων που απαιτείται, προκειμένου να υπάρχει ένα απόθεμα ασφαλείας ώστε να μην παραβιάζονται οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις σε περίπτωση ζημιών, γεγονός που θα μείωνε τα διαθέσιμα ίδια κεφάλαια. Όλα τα ίδια κεφάλαια που προστίθενται στο ελάχιστο απαιτούμενο επίπεδο πρέπει να αμείβονται με τον ίδιο τρόπο από την άποψη των επενδυτών.

(255)

Επομένως, για να εξασφαλισθεί μια συνεπής μεθοδολογία από λογιστική άποψη και, επομένως, μια αξιόπιστη προσέγγιση ενός αποτελέσματος στην αγορά, ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT έπρεπε να εφαρμόσει στα λογιστικά ίδια κεφάλαια της FFT την απόδοση των ιδίων κεφαλαίων που υπολογίζεται με τη χρήση του μοντέλου MEDAF. Τα οριζόντια βέλη στον κατωτέρω πίνακα δείχνουν τις προσεγγίσεις που θα ήταν συνεπείς από μεθοδολογική άποψη· το διαγώνιο βέλος δείχνει, από την πλευρά του, την προσέγγιση που ακολούθησε ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT:

Image 2

Μέτρα απόδοσης

Κεφαλαιακές βάσεις

Απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ΑΙΚ) = Κέρδος / Ίδια κεφάλαια ΔΠΧΑ

Εκτίμηση της FFT με τη χρήση του MEDAF και συντελεστής β βάσει δείγματος 66 εταιρειών

Ίδια κεφάλαια ΔΠΧΑ

Διαθέσιμα στον ισολογισμό της FFT

Απόδοση των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων = Κέρδη / Εποπτικά ίδια κεφάλαια

Δεν υποβλήθηκε καμία εκτίμηση

Εποπτικά ίδια κεφάλαια Βασιλείας II

Εκτίμηση - λανθασμένη – των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων που υπέβαλε η FFT

(256)

Υιοθετώντας μια ασυνεπή μεθοδολογία που συνίσταται στην εφαρμογή μιας απόδοσης των ιδίων κεφαλαίων στα υποθετικά εποπτικά ίδια κεφάλαια της FFT, ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT καταλήγει σε εκτιμώμενο επίπεδο αμοιβής για τις λειτουργίες που ασκεί και τους κινδύνους που διατρέχει η FFT, το οποίο δεν συνιστά αξιόπιστη προσέγγιση ενός αποτελέσματος που βασίζεται στα δεδομένα της αγοράς. Πράγματι, η έλλειψη συνέπειας επηρεάζει σημαντικά το φορολογητέο εισόδημα της FFT στο Λουξεμβούργο. Το 2011, τα λογιστικά ίδια κεφάλαια της FFT ανέρχονταν σε 287,5 εκατ. ευρώ αλλά ο φοροτεχνικός σύμβουλος χρησιμοποιεί τα υποθετικά εποπτικά ίδια κεφάλαια της FFT, ύψους 28,5 εκατ. ευρώ, ως δείκτη του επιπέδου του κέρδους κατά την εφαρμογή της MTMN. Εφαρμόζοντας την εκτιμώμενη απόδοση των ιδίων κεφαλαίων στην οποία καταλήγει ο φοροτεχνικός σύμβουλος με τη χρήση του μοντέλου MEDAF στα υποθετικά εποπτικά ίδια κεφάλαια της FFT και όχι στα λογιστικά ίδια κεφάλαια, το φορολογητέο εισόδημα της FFT στο Λουξεμβούργο διαιρείται διά του δέκα (125). Με άλλα λόγια, οι μεθοδολογικές επιλογές του φοροτεχνικού συμβούλου οδηγούν σε μείωση της φορολογητέας βάσης της FFT στο Λουξεμβούργο σε σχέση με τις μη ενοποιημένες από φορολογική άποψη εταιρείες, τα φορολογητέα κέρδη των οποίων καθορίζονται από τις συνθήκες της αγοράς.

(257)

Δεδομένου ότι το επίπεδο ιδίων κεφαλαίων της FFT είναι ορατό και ότι το MEDAF παρέχει μια εκτίμηση της απόδοσης των ιδίων κεφαλαίων, ο φοροτεχνικός σύμβουλος όφειλε να χρησιμοποιήσει τα λογιστικά ίδια κεφάλαια της FFT κατά την εφαρμογή της MTMN αντί ενός υποθετικού επιπέδου εποπτικών ιδίων κεφαλαίων για τον προσδιορισμό της φορολογητέας βάσης της FFT στο Λουξεμβούργο, σύμφωνα με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού.

(258)

Η Επιτροπή απορρίπτει το επιχείρημα που προέβαλε η FFT ως προς αυτό, ότι δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη το πραγματικό επίπεδο ιδίων κεφαλαίων για τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης, δεδομένου ότι το επίπεδο αυτό είναι αποτέλεσμα προγενέστερων αποφάσεων (126). Το επιχείρημα αυτό υπονοεί ότι το επίπεδο των λογιστικών ιδίων κεφαλαίων της FFT είναι υπερβολικά υψηλό για ιστορικούς λόγους και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να αμειφθεί. Το επιχείρημα αυτό δεν είναι σύμφωνο, ωστόσο, με τις απαιτήσεις της αγοράς, δεδομένου ότι ένα μη άριστο επίπεδο ιδίων κεφαλαίων δεν είναι βιώσιμο σε μια ανταγωνιστική αγορά. Πράγματι, για τις εταιρείες το κόστος αμοιβής των ιδίων κεφαλαίων είναι υψηλότερο από το κόστος των απαιτήσεων. Ως εκ τούτου, εάν μια εταιρεία που λειτουργεί υπό συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού ήταν υπερκεφαλαιοποιημένη για ιστορικούς λόγους, όπως ισχυρίζεται η FFT, θα επέστρεφε τα πλεονάζοντα ίδια κεφάλαια στους μετόχους της (π.χ. μέσω της εξαγοράς ή της διανομής μετοχών), διότι τα κεφάλαια αυτά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικότερα σε άλλα επενδυτικά σχέδια. Κατά τον υπολογισμό της φορολογητέας βάσης των εταιρειών που λειτουργούν σε συνθήκες ελευθέρου ανταγωνισμού, οι εταιρείες αυτές υποχρεούνται να αμείβουν το σύνολο των ιδίων κεφαλαίων που εισφέρουν οι μέτοχοί τους σε ύψος που μπορεί να θεωρείται ότι ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της αγοράς.

(259)

Οι κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση αναφέρουν ότι η απόδοση των κεφαλαίων μπορεί να αποτελεί έναν καλό δείκτη του επιπέδου των κερδών κατά την εφαρμογή της MTMN στις οικονομικές δραστηριότητες υψηλής έντασης κεφαλαίου (127). Οι ίδιες κατευθυντήριες γραμμές παραπέμπουν επίσης στο «απασχολούμενο κεφάλαιο» ως πιθανό δείκτη του επιπέδου των κερδών κατά την εφαρμογή της MTMN (128). Μολονότι η έννοια του «απασχολούμενου κεφαλαίου» δεν ορίζεται με μεγαλύτερη ακρίβεια στις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ, φαίνεται ότι δεν αντιστοιχεί στην ονομασία των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ και της Βασιλείας ΙΙΙ, ή στις αντίστοιχες οδηγίες μεταφοράς τους στο εσωτερικό δίκαιο.

(260)

Ούτε η εγκύκλιος προσδιορίζει περισσότερο τα κεφάλαια που πρέπει να χρησιμεύουν ως δείκτης του επιπέδου των κερδών κατά την εφαρμογή της MTMN (129). Κάνει διάκριση μεταξύ δύο πιθανών βάσεων αμοιβής των λειτουργιών χρηματοδότησης και ταμειακής διαχείρισης, δηλ. ανάμεσα στην αξία των χορηγούμενων δανείων και στον όγκο των υπό διαχείριση περιουσιακών στοιχείων (130). Επιλέγοντας την MTMN με βάση τα υποθετικά εποπτικά ίδια κεφάλαια, η FFT δεν προκρίνει, ωστόσο, μια αμοιβή που βασίζεται άμεσα στην αξία των δανείων, ενώ τα υπό διαχείριση περιουσιακά στοιχεία αναφέρονται σε στοιχεία ενεργητικού που κατέχονται για λογαριασμό τρίτων (π.χ. των διαχειριστών κεφαλαίων), λειτουργία που, καταρχήν, δεν ασκείται από την FFT.

(261)

Σε κάθε περίπτωση, αν και τα λογιστικά ίδια κεφάλαια χρησιμοποιούνται ευρέως στον χρηματοπιστωτικό τομέα ως βάση για τον υπολογισμό της κερδοφορίας μιας εταιρείας, η Επιτροπή δέχεται ότι θα μπορούσε, κατ' αρχήν, να χρησιμοποιηθεί και άλλη κεφαλαιακή βάση για την εφαρμογή της MTMN για τους σκοπούς της ενδοομιλικής τιμολόγησης, υπό την προϋπόθεση ότι η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για την αμοιβή των ενδοομιλικών συναλλαγών είναι συνεκτική. Στη συγκεκριμένη περίπτωση της FFT, ωστόσο, η Επιτροπή θεωρεί ότι η επιλογή του φοροτεχνικού συμβούλου για τον σκοπό αυτό, δηλ. να χρησιμοποιήσει τα υποθετικά εποπτικά ίδια κεφάλαια της FFT, είναι ακατάλληλη για μια αξιόπιστη προσέγγιση ενός αποτελέσματος που βασίζεται στα δεδομένα της αγοράς, για τους εξής λόγους.

(262)

Καταρχάς, δεδομένου ότι η FFT δεν είναι χρηματοπιστωτική οντότητα υποκείμενη σε ρύθμιση στην οποία εφαρμόζεται το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ, εφόσον αυτό χρησιμοποιείται μόνο για φορολογικούς σκοπούς, είναι δύσκολο να διαπιστωθεί η εφαρμογή του για την εκτίμηση των υποθετικών εποπτικών ιδίων κεφαλαίων. Συγκεκριμένα, το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ καθορίζει τις κεφαλαιακές απαιτήσεις ως ποσοστό των στοιχείων ενεργητικού του ιδρύματος, σταθμισμένο κατά τον υποκείμενο κίνδυνο του καθενός από αυτά τα στοιχεία ενεργητικού. Συγκεκριμένα, η στάθμιση των κινδύνων για κάθε στοιχείο ενεργητικού που πραγματοποιείται για τον εποπτικό σκοπό εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από την αξιολόγηση του πιστωτικού κινδύνου του αντισυμβαλλομένου, αλλά το κάθε στοιχείο ενεργητικού χωριστά αξιολογείται και βάσει άλλων κριτηρίων. Η ευθύνη της αρμόδιας διοίκησης να επαληθεύει τη στάθμιση των κινδύνων που βαρύνουν κάθε στοιχείο ενεργητικού είναι εκτός του πλαισίου προληπτικής εποπτείας της, όταν η στάθμιση αυτή χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της φορολογητέας βάσης για τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης και όχι των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων. Είναι, συνεπώς, μάλλον απίθανο τα αποτελέσματα που λαμβάνονται με την ολοκλήρωση αυτής της διαδικασίας να μπορούν να επαληθευτούν εύκολα από τη φορολογική διοίκηση και να θεωρηθούν αξιόπιστη προσέγγιση ενός αποτελέσματος που βασίζεται στα δεδομένα της αγοράς σύμφωνα με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού.

(263)

Δεύτερον, δεδομένου ότι η απόδοση των ελάχιστων εποπτικών ιδίων κεφαλαίων δεν είναι ένας δείκτης επιδόσεων γενικής χρήσεως στον χρηματοπιστωτικό τομέα, οι μέσες τιμές αυτών των αποδόσεων δεν αναλύονται ούτε είναι διαθέσιμες σε ευρεία κλίμακα (131). Ως εκ τούτου, όσα αποτελέσματα λαμβάνονται σύμφωνα με αυτή την κεφαλαιακή βάση παρέχουν ασφαλώς μια λιγότερο αξιόπιστη προσέγγιση ενός αποτελέσματος που βασίζεται στα δεδομένα της αγοράς απ' ό,τι τα λογιστικά ίδια κεφάλαια ως δείκτης του επιπέδου κέρδους στο οποίο εφαρμόζεται μια απόδοση ιδίων κεφαλαίων σύμφωνη με τα πρότυπα του κλάδου.

(264)

Τρίτον, τα 66 συγκρίσιμα στοιχεία που επέλεξε ο φοροτεχνικός σύμβουλος για τον υπολογισμό μιας απόδοσης των ιδίων κεφαλαίων με τη χρήση του MEDAF είναι σαφώς ακατάλληλα για την εκτίμηση των μέσων εποπτικών ιδίων κεφαλαίων στον τομέα ή της απαιτούμενης απόδοσης αυτών των ιδίων κεφαλαίων. Πράγματι, αρκετές από αυτές τις εταιρείες δεν είναι ρυθμιζόμενες οντότητες που υπάγονται στο πλαίσιο της Βασιλείας (όπως τα χρηματιστήρια). Ως εκ τούτου, οι εταιρείες αυτές δεν θα μπορούσαν να υπολογίσουν κατά προσέγγιση τις κεφαλαιακές απαιτήσεις τους και θα ήταν αδύνατο να εκτιμηθούν οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις κάθε ιδρύματος που δεν υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο μόνο βάσει των δημοσιοποιούμενων πληροφοριών.

(265)

Επιπλέον, χρησιμοποιώντας, στην προκειμένη περίπτωση, τα λογιστικά ίδια κεφάλαια ως δείκτη του επιπέδου των κερδών, δεν θα ήταν αναγκαίο ο φοροτεχνικός σύμβουλος να υπολογίσει χωριστή «αμοιβή των λειτουργιών», το δεύτερο στοιχείο της εκτιμώμενης φορολογητέας βάσης της FFT στο Λουξεμβούργο, που φαίνεται ότι δεν βασίζεται σε ασφαλή μέθοδο, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 80 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας. Συγκεκριμένα, αυτό που ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT αποκαλεί στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση «ίδια κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για την άσκηση των καθηκόντων» δεν φαίνεται να αντιστοιχεί σε καμία από τις συνήθεις συνιστώσες των ιδίων κεφαλαίων που χρησιμοποιούνται στον υπολογισμό των απαιτήσεων απόδοσης στο πλαίσιο μιας αξιολόγησης της αγοράς. Η έννοια αυτή δεν ορίζεται στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση και από πουθενά δεν συνάγεται ότι ένας τέτοιος κίνδυνος που βασίζεται στην ονομασία που χρησιμοποιεί ο φοροτεχνικός σύμβουλος δεν θα καλυπτόταν από κάποια από τις κατηγορίες εποπτικών ιδίων κεφαλαίων, όπως τα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη του λειτουργικού κινδύνου, και ιδίως του κινδύνου που συνδέεται με την εξέλιξη της διαδικασίας, εάν ο φοροτεχνικός σύμβουλος είχε αποτιμήσει σωστά τα υποθετικά εποπτικά ίδια κεφάλαια της FFT, το οποίο δεν συμβαίνει. Άλλες ανησυχίες που συνδέονται με την κατανομή των ιδίων κεφαλαίων σε χωριστές συνιστώσες στις οποίες εφαρμόζονται διαφορετικά ποσοστά απόδοσης, έως και μηδενικά, αναλύονται διεξοδικά στη συνέχεια, στις αιτιολογικές σκέψεις (277) έως (289).

(266)

Η Επιτροπή καταλήγει, συνεπώς, στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης αποκλίνει από το αποτέλεσμα που βασίζεται στα δεδομένα της αγοράς σύμφωνα με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού, διότι αποδέχεται την επιλογή του φοροτεχνικού συμβούλου, δηλ. να λάβει τα υποθετικά εποπτικά ίδια κεφάλαια της FFT ως δείκτη του επιπέδου του κέρδους κατά την εφαρμογή της MTMN, εφαρμόζοντας σε αυτά απόδοση ιδίων κεφαλαίων που υπολογίζεται με το μοντέλο MEDAF για να ληφθεί μια συνιστώσα των φορολογητέων κερδών της FFT στο Λουξεμβούργο. Δεδομένου ότι αυτή η μεθοδολογική επιλογή συνεπάγεται μείωση του οφειλόμενου φόρου της FFT βάσει του γενικού συστήματος φορολογίας εταιρειών του Λουξεμβούργου σε σχέση με τις μη ενοποιημένες φορολογικά εταιρείες που συναλλάσσονται με τους όρους της αγοράς (132), θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η επίμαχη απόφαση προέγκρισης παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στην FFT κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

7.2.2.7.   Ασυνεπής εφαρμογή του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ για τον υπολογισμό των κεφαλαίων

(267)

Επιπλέον, και υπό την επιφύλαξη των ενστάσεων της Επιτροπής για τη χρήση των υποθετικών εποπτικών κεφαλαίων της FFT κατά την εφαρμογή της MTMN, η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι ο ανακόλουθος τρόπος με τον οποίο ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT εφάρμοσε το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ κατ' αναλογία, ώστε να λάβει αυτό το υποθετικό επίπεδο εποπτικών ιδίων κεφαλαίων, παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στην FFT για τους σκοπούς του άρθρου 107 παράγραφος 7 της ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι προκύπτει επίσης μείωση του φόρου που οφείλει η FFT βάσει του γενικού συστήματος φορολογίας εταιρειών στο Λουξεμβούργο έναντι των μη ενοποιημένων από φορολογική άποψη εταιρειών οι οποίες συναλλάσσονται σύμφωνα με τους όρους της αγοράς.

(268)

Η ορθή εφαρμογή του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ απαιτεί καταρχάς μια εκτίμηση των σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο στοιχείων ενεργητικού (RWA) της FFT και, στη συνέχεια, την εφαρμογή ενός κατάλληλου δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας στην εκτίμηση αυτή. Ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT υποεκτιμά αυτά τα δύο στοιχεία στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση.

(269)

Πρώτον, τα υποθετικά RWA της FFT δεν έχουν υπολογιστεί ορθά, διότι ο φοροτεχνικός σύμβουλος παρέχει στα στοιχεία ενεργητικού του ομίλου μηδενική στάθμιση κινδύνου (133). Όπως σαφώς προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη (123), τα ενδοομιλικά δάνεια, που αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος των στοιχείων ενεργητικού της FFT, δεν είναι μηδενικού κινδύνου, σε αντίθεση με τον ισχυρισμό του Λουξεμβούργου και της FFT, και από πουθενά δεν συνάγεται ότι τα δάνεια αυτά είναι μικρότερου κινδύνου από τα δάνεια που χορηγούν οι τράπεζες. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το εσωτερικό έγγραφο της Fiat σχετικά με την πολιτική ενδοομιλικής τιμολόγησης χαρακτηρίζει τον πιστωτικό κίνδυνο και τον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου της FFT ως «περιορισμένους» και όχι ανύπαρκτους, μια στάθμιση κινδύνου με μηδενικό συντελεστή είναι σαφώς ακατάλληλη. Επιπλέον, τα υποθετικά RWA της FFT δεν έχουν υπολογιστεί ορθά, διότι η στάθμιση του 20 % των στοιχείων ενεργητικού τρίτων ουδέποτε τεκμηριώθηκε, ούτε από το Λουξεμβούργο ούτε από την FFT.

(270)

Εάν είχε εφαρμοστεί ο μέσος ευρωπαϊκός συντελεστής στάθμισης κινδύνου των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών του 36 % που ίσχυε το 2010 ως κατάλληλο μέτρο σύγκρισης (134) (που ήταν διαθέσιμος κατά τον χρόνο έκδοσης της επίμαχης απόφασης προέγκρισης) στο σύνολο του ενεργητικού της FFT, ύψους 14 827 674 000 ευρώ, για να καταδειχθεί ποιο θα μπορούσε να είναι το σωστό επίπεδο των υποθετικών RWA της FFT, αυτά τα υποθετικά RWA θα ανέρχονταν σε περίπου 5 338 000 000 ευρώ. Εάν είχε προκριθεί ο προβλεπόμενος από το πλαίσιο της Βασιλείας δείκτης κεφαλαιακών απαιτήσεων του 8 % ως ελάχιστο επίπεδο κεφαλαιοποίησης, η FFT θα έπρεπε να διαθέτει υποθετικό ελάχιστο επίπεδο εποπτικών ιδίων κεφαλαίων βάσει του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ ύψους περίπου 427 εκατ. ευρώ και όχι το ελάχιστο επίπεδο των 28,5 εκατ. ευρώ που υπολόγισε ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση.

(271)

Δεύτερον, ο υπολογισμός από τον φοροτεχνικό σύμβουλο του πιστωτικού κινδύνου και του κινδύνου αντισυμβαλλομένου που βαρύνουν την FFT, κατ' αναλογία προς το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ (135), βάσει του οποίου οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες να διαθέτουν ίδια κεφάλαια ανάλογα με τα RWA τους, είναι αντίθετος με την εν λόγω διάταξη. Για τον καθορισμό των ιδίων κεφαλαίων της FFT που είναι εκτεθειμένα σε κίνδυνο κατά την ανάλυση της ενδοομιλικής τιμολόγησης, ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT χρησιμοποιεί μια απαίτηση δείκτη ιδίων κεφαλαίων 6 % για τον υπολογισμό των κινδύνων αυτών, ενώ ο ορθός δείκτης που προβλέπεται από τη διάταξη αυτή είναι 8 %.

(272)

Απαντώντας στην ανησυχία που εξέφρασε η Επιτροπή στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας (136), η FFT δικαιολόγησε τον δείκτη του 6 % επικαλούμενη τη μεταφορά στο ιταλικό δίκαιο της απαίτησης για τα μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (137). Όμως, η FFT δεν έδωσε κανένα άλλο στοιχείο γι αυτήν τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο, ούτε εξήγησε γιατί η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο από τον Ιταλό νομοθέτη θα έπρεπε να εφαρμοστεί στο Λουξεμβούργο ή να χρησιμεύει ως σημείο αναφοράς.

(273)

Επιπλέον, ενώ στο πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ η απαίτηση του 8 % μπορεί να συνίσταται κατά το ήμισυ σε κεφάλαιο της κατηγορίας 2, η FFT δεν φαίνεται να διαθέτει κεφάλαια αυτού του είδους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για εποπτικούς σκοπούς, σε περίπτωση που θα εφαρμοζόταν η απαίτηση αυτή. Ελλείψει άλλων επιλέξιμων μορφών διαθεσίμων κεφαλαίων, το 8 % έπρεπε να καλύπτεται από ίδια κεφάλαια.

(274)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εμμένει στην άποψή της ότι ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας βάσει του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ είναι 8 % και ότι η χρήση από τον φοροτεχνικό σύμβουλο του δείκτη 6 % και η αποδοχή του από τη φορολογική διοίκηση του Λουξεμβούργου αμφισβητούν το συμπέρασμα που διατυπώνεται στην επίμαχη απόφαση προέγκρισης, ότι η κατανομή των κερδών που προκύπτουν στην FFT αντικατοπτρίζει μια αξιόπιστη προσέγγιση ενός αποτελέσματος που βασίζεται στα δεδομένα της αγοράς σύμφωνα με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού.

(275)

Τέλος, όσον αφορά τον υπολογισμό του λειτουργικού κινδύνου από τον φοροτεχνικό σύμβουλο, ενώ η Επιτροπή αποδέχεται τη χρήση του 15 % βάσει των εξηγήσεων που έδωσαν η FFT (138) και το Λουξεμβούργο (139), η βάση στην οποία εφαρμόζεται αυτό το περιθώριο του 15 % δεν φαίνεται να αντιστοιχεί σε ορθή εκτίμηση των ακαθάριστων ετήσιων εσόδων της FFT. Ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT εφαρμόζει μόνο αυτό το ποσοστό στο καθαρό εισόδημα από τραπεζικές καταθέσεις και δάνεια (140), γεγονός που δεν είναι σύμφωνο με τη μεθοδολογία που προβάλλει το Λουξεμβούργο (141), ενώ αγνοείται η συνολική ενδοομιλική δραστηριότητα κατά τον υπολογισμό του ακαθάριστου ετήσιου εισοδήματος. Όμως, τα δάνεια και οι καταθέσεις σε τράπεζες αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μικρό μέρος των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού της FFT.

(276)

Εν ολίγοις, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, έστω και αν τα υποθετικά ελάχιστα εποπτικά κεφάλαια της FFT θα μπορούσαν να γίνουν δεκτά ως δείκτης του επιπέδου των κερδών κατά την εφαρμογή της μεθόδου MTMN, ο φοροτεχνικός σύμβουλος υποεκτίμησε αυτά τα ίδια κεφάλαια με το να εφαρμόσει στα στοιχεία ενεργητικού έναν αυθαίρετο και χαμηλό συντελεστή στάθμισης κινδύνου (αποκλείοντας από τη στάθμιση των κινδύνων το μεγαλύτερο μέρος των στοιχείων ενεργητικού), με το να εφαρμόσει έναν δείκτη χαμηλότερο από τον ελάχιστο απαιτούμενο από το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ και με το να μην συμπεριλάβει στο ακαθάριστο ετήσιο εισόδημα της FFT τα έσοδα που δημιουργούνται από τα στοιχεία ενεργητικού και τις υποχρεώσεις του ομίλου. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης, αποδεχόμενη τις εν λόγω επιλογές, αποκλίνει από ένα αποτέλεσμα που βασίζεται στα δεδομένα της αγοράς σύμφωνα με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού. Δεδομένου ότι αυτές οι επιλογές συνεπάγονται μείωση του οφειλόμενου φόρου της FFT βάσει του γενικού συστήματος φορολογίας εταιρειών του Λουξεμβούργου σε σχέση με τις μη ενοποιημένες φορολογικά εταιρείες που συναλλάσσονται με τους όρους της αγοράς, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η επίμαχη απόφαση προέγκρισης παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στην FFT κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

7.2.2.8.   Ακατάλληλες εκπτώσεις στα προς αμοιβή ίδια κεφάλαια

(277)

Ο φοροτεχνικός σύμβουλος δεν υποεκτιμά μόνο τα υποθετικά εποπτικά ίδια κεφάλαια της FFT, αλλά προβαίνει σε διάφορες εκπτώσεις στα εναπομένοντα ίδια κεφάλαια της FFT, τα οποία απέχουν από ένα αποτέλεσμα που θα βασιζόταν στα δεδομένα της αγοράς. Όπως προκύπτει από τον Tableau 2, για να καταλήξει σε ένα ποσό που ο φοροτεχνικός σύμβουλος ονομάζει «ίδια κεφάλαια που καλύπτουν τις ασκούμενες λειτουργίες», αφαιρεί από τα εναπομένοντα ίδια κεφάλαια της FFT, μείον τα υποεκτιμημένα υποθετικά εποπτικά ίδια κεφάλαια, τα κεφάλαια που ο φοροτεχνικός σύμβουλος αποκαλεί «ίδια κεφάλαια που καλύπτουν τις χρηματοοικονομικές επενδύσεις στην FFNA και την FFC». Εντούτοις, εάν είχαν εκτιμηθεί σωστά τα υποθετικά εποπτικά ίδια κεφάλαια της FFT, είναι πιθανόν ότι τα ίδια κεφάλαια δεν θα υπερέβαιναν τα εποπτικά ίδια κεφάλαια (142). Κατά συνέπεια, καμία από αυτές τις δύο συνιστώσες των εκτιμώμενων ιδίων κεφαλαίων δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί.

(278)

Παρά την παρατήρηση αυτή, η Επιτροπή θεωρεί επίσης ότι η απόφαση του φοροτεχνικού συμβούλου να απομονώσει τη συνιστώσα των ιδίων κεφαλαίων που ονομάζει «ίδια κεφάλαια που καλύπτουν τις χρηματοοικονομικές επενδύσεις στην FFNA και τη FFC» και να της αποδώσει μηδενική αμοιβή για τον υπολογισμό της φορολογητέας βάσης της FFT είναι λανθασμένη (143), διότι οδηγεί σε μείωση του απαιτητού φόρου της FFT βάσει του γενικού συστήματος φορολογίας εταιρειών του Λουξεμβούργου σε σχέση με τις μη ενοποιημένες φορολογικά εταιρείες που συναλλάσσονται με τους όρους της αγοράς.

(279)

Καταρχάς, δεν είναι σαφές αν η επιλογή του φοροτεχνικού συμβούλου να διαχωρίσει τις δύο συνιστώσες των ιδίων κεφαλαίων συνιστά υποτιθέμενη εφαρμογή του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ ή εάν η αφαίρεση από τον φοροτεχνικό σύμβουλο των συμμετοχών στην FFNA και την FFC ήταν μια προσαρμογή ad hoc· ο φοροτεχνικός σύμβουλος θα έπρεπε να αφαιρέσει τις εν λόγω συμμετοχές και από τα ίδια κεφάλαια της FFT για τον υπολογισμό της φορολογητέας βάσης της FFT, εάν είχε ορθώς επιλέξει τα λογιστικά ίδια κεφάλαια της FFT ως δείκτη του επιπέδου κερδών κατά την εφαρμογή της MTMN. Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη (238), αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο φοροτεχνικός σύμβουλος δεν φαίνεται να βασίζεται σε καμία ευρέως χρησιμοποιούμενη μεθοδολογία όταν κατανέμει τα ίδια κεφάλαια της FFT σε τρεις συνιστώσες (144).

(280)

Σε κάθε περίπτωση, για τους λόγους που εκτίθενται στις αιτιολογικές σκέψεις (281) έως (290), η επιλογή του φοροτεχνικού συμβούλου να καταλογίσει μηδενική αμοιβή σε αυτή τη συνιστώσα των ιδίων κεφαλαίων της FFT με την ονομασία «ίδια κεφάλαια που καλύπτουν τις χρηματοοικονομικές επενδύσεις στην FFNA και την FFC» είναι λανθασμένη. Δεδομένου ότι η επιλογή αυτή οδηγεί πράγματι σε αδικαιολόγητη μείωση των προς αμοιβή ιδίων κεφαλαίων, και επομένως της φορολογητέας βάσης της FFT για φορολογικούς σκοπούς, κάθε μεθοδολογία ενδοομιλικής τιμολόγησης με βάση την επιλογή αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αξιόπιστη προσέγγιση ενός αποτελέσματος που βασίζεται στα δεδομένα της αγοράς σύμφωνα με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού.

(281)

Καταρχάς, τα επιχειρήματα του Λουξεμβούργου σχετικά με τη δυνατότητα έκπτωσης των συμμετοχών σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα βάσει του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση της FFT (145). Αυτό δεν οφείλεται μόνο στον λόγο, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη (262), ότι η FFT δεν είναι ίδρυμα υπαγόμενο σε ρυθμιστικό πλαίσιο, αλλά και στο ότι οι παράγραφοι του πλαισίου αυτού στις οποίες παραπέμπουν το Λουξεμβούργο και η FFT εφαρμόζονται σε μη ενοποιημένες οντότητες, ενώ η FFNA και η FFC είναι ενοποιημένες οντότητες. Πράγματι, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη (112), η FFT υποβάλλει ενοποιημένους λογαριασμούς στο Λουξεμβούργο. Κατ' αρχήν, τα ενοποιημένα ίδια κεφάλαια υπερβαίνουν τα ίδια κεφάλαια που υπήρχαν στους μη ενοποιημένους λογαριασμούς της FFT πριν από την έκπτωση κάθε συμμετοχής. Κατά συνέπεια, εάν το Λουξεμβούργο και η Fiat είχαν εφαρμόσει ορθά και συστηματικά τις προβλεπόμενες από τις κανονιστικές ρυθμίσεις εκπτώσεις, η εκτίμηση των ιδίων κεφαλαίων στην οποία θα εφαρμοζόταν η απόδοση των ιδίων κεφαλαίων θα ήταν υψηλότερη και, ως εκ τούτου, η προκύπτουσα φορολογητέα βάση της FFT στο Λουξεμβούργο θα ήταν επίσης υψηλότερη.

(282)

Δεύτερον, και γενικότερα όσον αφορά τις εκπτώσεις που έγιναν στα ίδια κεφάλαια βάσει του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ και στο πλαίσιο της εκτίμησης των λογιστικών ιδίων κεφαλαίων της FFT, το επιχείρημα του Λουξεμβούργου ότι η αγορά συμμετοχών από την FFT χρηματοδοτήθηκε εξ ολοκλήρου με ίδια κεφάλαια (146), δηλ. με έναν τρόπο χρηματοδότησης που συνεπάγεται αυτομάτως ότι τα κεφάλαια αυτά δεν είναι πλέον διαθέσιμα για την κάλυψη άλλων κινδύνων που βαρύνουν την FFT, δεν είναι αποδεκτό για την Επιτροπή. Οι πηγές χρηματοδότησης, είτε πρόκειται για ίδια κεφάλαια είτε για υποχρεώσεις που εμφανίζονται στο παθητικό του ισολογισμού, δεν κατανέμονται σε ένα αναγνωρίσιμο στοιχείο ενεργητικού, εκτός εάν ειδικές νομικές διατάξεις συνδέουν την υποχρέωση με ένα στοιχείο ενεργητικού ή με ένα ειδικό σύνολο στοιχείων ενεργητικού (όπως συμβαίνει με τα ενυπόθηκα ομόλογα). Εάν καμία ειδική απαίτηση δεν συνδέεται με τις υποχρεώσεις της εταιρείας, τα ίδια κεφάλαια και οι υποχρεώσεις συμβάλλουν από κοινού στη χρηματοδότηση των στοιχείων ενεργητικού μιας εταιρείας. Σε περίπτωση αφερεγγυότητας, οι πόροι αυτοί διατίθενται για την απορρόφηση ζημιών που προκύπτουν από τα στοιχεία ενεργητικού της FFT, σε αντίθεση με το προαναφερθέν επιχείρημα που προβάλλει το Λουξεμβούργο. Το γεγονός ότι τα ποσά που αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια της FFT, που αναφέρονται στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση, αντιστοιχούν στην τιμή αγοράς της FFNA και της FFC (147) δεν έχει καμία επίπτωση στο γεγονός ότι οι πηγές χρηματοδότησης δεν μπορούν κατ' αρχήν να κατανέμονται σε συγκεκριμένα στοιχεία του ενεργητικού, το οποίο ισχύει για οποιοδήποτε ποσό συμμετοχής. Τα ίδια κεφάλαια της FFT είναι εξ ολοκλήρου διαθέσιμα για τη στήριξη της φερεγγυότητας της FFT και θα πρέπει να αμείβονται στο σύνολό τους ανάλογα με τους κινδύνους των στοιχείων ενεργητικού της FFT.

(283)

Σε κάθε περίπτωση, οι ετήσιες εκθέσεις της FFT δεν φαίνεται να επιβεβαιώνουν τον ισχυρισμό του Λουξεμβούργου ότι οι εξαγορές αυτές χρηματοδοτήθηκαν με ίδια κεφάλαια, όταν ο ισχυρισμός αυτός σημαίνει ότι ο όμιλος χορήγησε επιπλέον ίδια κεφάλαια στην FFT με σκοπό την εξαγορά της FFNA και της FFC. Πράγματι, το επίπεδο των ίδιων κεφαλαίων της FFT (ήτοι το μετοχικό κεφάλαιο και τα αποθεματικά) ανερχόταν το 2010, δηλ. πριν από την εξαγορά, σε 286 000 000 ευρώ και διατηρήθηκε στα 287 000 000 ευρώ το 2011, δηλ. μετά την εξαγορά.

(284)

Το Λουξεμβούργο ισχυρίζεται επίσης ότι οι επιβαρύνσεις που απορρέουν από τις συμμετοχές δεν εκπίπτουν φορολογικά στο Λουξεμβούργο και ότι τα μερίσματα δεν φορολογούνται (148). Δεδομένου ότι οι συμμετοχές στην FFNA και την FFC αμείβονται μέσω μερισμάτων, δεν πρέπει να φορολογούνται και να λαμβάνονται υπόψη στην εκτίμηση των ασκούμενων λειτουργιών και των σχετικών κινδύνων (149). Το επιχείρημα αυτό πρέπει επίσης να απορριφθεί, όπως και το αντίστοιχο της FFT (150). Η Επιτροπή διαπιστώνει συναφώς ότι η FFNA και η FFC δεν έχουν καταβάλει κανένα μέρισμα κατά την περίοδο εφαρμογής της επίμαχης απόφασης προέγκρισης. Αλλά και να είχε χορηγήσει κάποια από τις δύο μέρισμα, αυτό κατά κανέναν τρόπο δεν θα μετέβαλλε τον υπολογισμό της φορολογητέας αμοιβής της FFT, δεδομένου ότι η αμοιβή αυτή καθορίστηκε από τον φοροτεχνικό σύμβουλο με τη μέθοδο MTMN που εφαρμόζεται στα ίδια κεφάλαια. Η MTMN είναι μια συναλλακτική μέθοδος βασιζόμενη στα κέρδη, που εφαρμόζεται στο επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων για τις λειτουργίες ταμειακής διαχείρισης που ασκεί η FFT. Εάν, αντίθετα, ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT είχε χρησιμοποιήσει τη μέθοδο CUP για τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης, οι επιμέρους συναλλαγές ή οι ροές των αμοιβών, όπως τα μεμονωμένα δάνεια ή, στην περίπτωση της FFT, οι πληρωμές μερισμάτων θα ήταν κατάλληλα στοιχεία για τον υπολογισμό της φορολογητέας αμοιβής της FFT. Πράγματι, η μέθοδος CUP συνίσταται στον καθορισμό της τιμής των επιμέρους συναλλαγών, ενώ η μέθοδος MTMN αποσκοπεί στην εκτίμηση της αποδοτικότητας μιας λειτουργίας. Παρόλα αυτά, για τους λόγους που αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη (161), ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT έκρινε ότι η MTMN ήταν η καταλληλότερη μέθοδος στην περίπτωση της FFT. Υποστηρίζοντας τη συνάφεια ορισμένων τύπων αμοιβών που καταβάλλονται για ορισμένα στοιχεία ενεργητικού της FFT (μερίσματα), το Λουξεμβούργο και η FFT προσπαθούν να συνδυάσουν τη μέθοδο CUP με τη μέθοδο MTMN για τον υπολογισμό της φορολογητέας αμοιβής της FFT, χωρίς να παρέχουν καμία αιτιολόγηση αυτής της υβριδικής μεθόδου στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο φοροτεχνικός σύμβουλος δικαιολόγησε τη χρήση της μεθόδου MTMN στην έκθεση αυτή, η χρήση αυτού του συνδυασμού χωρίς άλλη αιτιολόγηση δεν παρέχει αξιόπιστη προσέγγιση ενός αποτελέσματος που βασίζεται στα δεδομένα της αγοράς.

(285)

Τρίτον, κατά την εφαρμογή της MTMN που βασίζεται στα ίδια κεφάλαια, κάθε εκτίμηση των ιδίων κεφαλαίων θα πρέπει να φροντίζει ώστε η FFT να είναι επαρκώς κεφαλαιοποιημένη σύμφωνα με τα πρότυπα του κλάδου. Αυτό προκύπτει επίσης και από την προσέγγιση που προτείνει η εγκύκλιος, η οποία θεωρεί ότι οι λειτουργίες τις οποίες ασκούν οι εταιρείες ενδοομιλικής χρηματοδότησης είναι, κατ' ουσίαν, ανάλογες με εκείνες που ασκούν τα ανεξάρτητα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

(286)

Στα τέλη του 2011, ημερομηνία αναφοράς που αναφέρεται στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση, ο μέσος δείκτης μόχλευσης, που ορίζεται ως η σχέση μεταξύ των ίδιων κεφαλαίων κατηγορίας 1 και του συνολικού ανοίγματος του ισολογισμού (151), ήταν, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών, 2,9 % για τις τράπεζες της ομάδας 1 (οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες) και 3,3 % για τις τράπεζες της ομάδας 2 (ευρωπαϊκές τράπεζες μικρότερου μεγέθους). Η εφαρμογή ενός δείκτη μόχλευσης (ίδια κεφάλαια / σύνολο ενεργητικού) σύμφωνα με τα πρότυπα του τομέα (και το νέο πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙΙ) δείχνει ότι τα ίδια κεφάλαια βάσει των ΔΠΧΠ της FFT δεν ήταν υψηλότερα της αγοράς. Πράγματι, σύμφωνα με αυτόν τον υπολογισμό, ο δείκτης μόχλευσης της FFT ανερχόταν σε [2-3 %] (152), […]. Με άλλα λόγια, το […] επίπεδο ιδίων κεφαλαίων της FFT δεν επιτρέπει καμία έκπτωση, είτε πρόκειται για εκτιμώμενα πλεονάζοντα ίδια κεφάλαια είτε για κάθε άλλη συμμετοχή, δεδομένου ότι με τις εκπτώσεις αυτές το επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων της FFT θα ήταν […].

(287)

Κατά συνέπεια, το επίπεδο κεφαλαιοποίησης της FFT δεν επέτρεπε καμία μείωση των ιδίων κεφαλαίων ή των υποθετικών εποπτικών ιδίων κεφαλαίων για φορολογικούς σκοπούς (153), […]. Ενόψει του συμπεράσματος αυτού, οι ανησυχίες που εκφράζονται στην αιτιολογική σκέψη 80 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας σχετικά με το επίπεδο του μειωμένου συντελεστή αμοιβής των πλεοναζόντων ιδίων κεφαλαίων είναι άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι δεν συντρέχει διαφοροποιημένη αμοιβή.

(288)

Τέταρτον, η έκπτωση των συμμετοχών της FFT στην FFNA και την FFC από τα ίδια κεφάλαιά της για τον υπολογισμό του ύψους των κεφαλαίων που πρέπει να αμειφθούν στο πλαίσιο της ανάλυσης της ενδοομιλικής τιμολόγησης αποδεικνύεται τελείως ασυνεπής, όταν η ίδια μέθοδος εφαρμόζεται στους λογαριασμούς της FF. Σύμφωνα με το εσωτερικό έγγραφο της Fiat για την πολιτική της ενδοομιλικής τιμολόγησης (154), η αμοιβή της FFT και της FF για τον καθορισμό της τιμής των δανείων ακολουθεί την ίδια μεθοδολογία, αλλά το εν λόγω έγγραφο περιγράφει αποκλειστικά την εφαρμογή αυτής της μεθόδου για τον λεπτομερή υπολογισμό της φορολογητέας βάσης της FFT. Ωστόσο, εάν τα προς αμοιβή ίδια κεφάλαια της FF υπολογίζονταν με την ίδια μέθοδο που εφαρμόστηκε στην FFT στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση, το 2010, όταν η FF κατείχε τις συμμετοχές στην FFNA και την FFC, σύμφωνα με την εκτίμηση αυτή τα ίδια κεφάλαια της FF θα ήταν αρνητικά (155). Πράγματι, στα τέλη του 2010, τα ίδια κεφάλαια της FF ανέρχονταν σε 271 εκατ. ευρώ, ενώ η συνολική αξία των συμμετοχών που θα έπρεπε να είχαν αφαιρεθεί από αυτά τα ίδια κεφάλαια, εάν εφαρμοζόταν η ίδια μέθοδος με αυτή που εγκρίθηκε στην επίμαχη απόφαση προέγκρισης, ανερχόταν σε 358 εκατ. ευρώ. Τα προς αμοιβή ίδια κεφάλαια της FF θα ήταν κατά συνέπεια αρνητικά κατά 87 εκατ. ευρώ. Εφόσον η αξία των συμμετοχών ήταν υψηλότερη από το συνολικό ποσό των ιδίων κεφαλαίων της FF, η εκτίμηση των προς αμοιβή κεφαλαίων με την ίδια μεθοδολογία που εφαρμόστηκε στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση για τον προσδιορισμό της φορολογητέας βάσης της FFT στο Λουξεμβούργο θα παρουσίαζε αρνητικά ίδια κεφάλαια, όπως συμβαίνει για τις αφερέγγυες εταιρείες. Επειδή, ωστόσο, η FF δεν ήταν αφερέγγυα την εποχή εκείνη, αυτό αρκεί για να αποδειχθεί ότι η αφαίρεση των συμμετοχών από τα ίδια κεφάλαια της FFT δεν φαίνεται να είναι η καταλληλότερη μέθοδος για τον υπολογισμό των εκτιμώμενων κεφαλαίων προς αμοιβή με σκοπό τον προσδιορισμό της φορολογητέας βάσης της FFT στο Λουξεμβούργο.

(289)

Επιπλέον, αυτό το ασυνεπές αποτέλεσμα θα προέκυπτε επίσης, εάν η FFT αποκτούσε νέες συμμετοχές κατά τη διάρκεια ισχύος της επίμαχης απόφασης προέγκρισης. Επικυρώνοντας την μεθοδολογικά μεροληπτική έκπτωση των συμμετοχών, η επίμαχη απόφαση προέγκρισης μπορούσε πράγματι να οδηγήσει σε μηδενική φορολόγηση της FFT στο Λουξεμβούργο, υπό την προϋπόθεση ότι η αξία των συμμετοχών που αποκτήθηκαν αργότερα θα καθιστούσε τα προς αμοιβή κεφάλαια της FFT μηδενικά, ακόμη και αρνητικά. Στην περίπτωση αυτή, οι ασκούμενες από την FFT λειτουργίες ενδοομιλικής χρηματοδότησης θα μπορούσαν να παραμείνουν ίδιες, αλλά η φορολόγηση θα ήταν σαφώς χαμηλότερη, ακόμη και μηδενική, εάν εφαρμοζόταν η μέθοδος που επικυρώθηκε στην επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης.

(290)

Εάν ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT είχε εφαρμόσει ορθά το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ για τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης, οι εκπτώσεις αυτές δεν θα ήταν δυνατές με βάση το σημερινό επίπεδο κεφαλαιοποίησης της FFT. Ωστόσο, δεδομένου ότι η FFT δεν είναι οντότητα υπαγόμενη σε ρυθμιστικό πλαίσιο, δεν υπάρχει διαθέσιμο κανένα στοιχείο σχετικά με το επίπεδο των RWA το οποίο θα κρινόταν αποδεκτό από μια ρυθμιστική αρχή των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Αυτό το υποθετικό επίπεδο εποπτικών ιδίων κεφαλαίων δεν θα επέτρεπε ούτε στην FFT να κατέχει συμμετοχές, εάν η αξία τους θα έπρεπε να αφαιρείται από τα ίδια κεφάλαιά της (156).

(291)

Με βάση αυτές τις παρατηρήσεις, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης, αποδεχόμενη την πρόταση του φοροτεχνικού συμβούλου να εφαρμόσει μια απόδοση εκτιμώμενη με τη μέθοδο MEDAF σε υποθετικά εποπτικά ίδια κεφάλαια —τα οποία ήταν υποεκτιμημένα λόγω της εσφαλμένης εφαρμογής του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ και ακατάλληλων εκπτώσεων— συνιστά απόκλιση από την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού. Δεδομένου ότι αυτή η απόκλιση συνεπάγεται μείωση της φορολογητέας βάσης της FFT βάσει του γενικού συστήματος φορολογίας εταιρειών του Λουξεμβούργου, σε σχέση με τις μη ενοποιημένες φορολογικά εταιρείες που συναλλάσσονται με τους όρους της αγοράς, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η επίμαχη απόφαση προέγκρισης παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στην FFT κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

7.2.2.9.   Απαιτούμενο επίπεδο απόδοσης που εφαρμόζεται στα κεφάλαια προς αμοιβή

(292)

Πέρα από το συμπέρασμα ότι ο τρόπος με τον οποίο ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FTT εκτίμησε το ύψος των προς αμοιβή κεφαλαίων κατά την εφαρμογή της MTMN ήταν ασυνεπής, η Επιτροπή θεωρεί ότι ο τρόπος με τον οποίο ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FTT κατέληξε στο εκτιμώμενο επίπεδο απόδοσης που απαιτείται για να εφαρμοστεί στην εν λόγω κεφαλαιακή βάση δεν οδηγεί σε μια αξιόπιστη προσέγγιση ενός αποτελέσματος που βασίζεται στην αγορά και, ως εκ τούτου, δεν συνάδει με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού, για τους λόγους που εκτίθενται κατωτέρω στις αιτιολογικές σκέψεις (293) έως (300).

(293)

Πρώτον, ο συντελεστής βήτα του 0,29 που επέλεξε ο φοροτεχνικός σύμβουλος για να χρησιμοποιηθεί στο μοντέλο MEDAF δεν είναι προφανώς σύμφωνος με τον συντελεστή βήτα των εταιρειών του χρηματοπιστωτικού τομέα που θεωρούνται έγκυρες παράμετροι σύγκρισης κατά την ανάλυση της ενδοομιλικής τιμολόγησης και που θα έπρεπε να προκριθούν ως παράμετροι αναφοράς για το εκτιμώμενο επίπεδο απαιτούμενης απόδοσης. Το επίπεδο του συντελεστή βήτα για τις εταιρείες αυτές τείνει να είναι πολύ υψηλό (βλ. πίνακα 3), και συχνά πολύ υψηλότερο από τον μέσο συντελεστή βήτα της αγοράς, που είναι 1. Ενδεικτικά, η Επιτροπή παραπέμπει στον συντελεστή βήτα του επιμέρους δείκτη Stoxx 50 Bank, ο οποίος ανήλθε σε 1,36 για την περίοδο από 31 Δεκεμβρίου 2009 έως 31 Δεκεμβρίου 2011 (157), και στο γεγονός ότι σχεδόν όλες οι τράπεζες που περιλαμβάνονται στον εν λόγω επιμέρους δείκτη είχαν συντελεστή βήτα μεγαλύτερο από 1.

(294)

Δεύτερον, ο κατάλογος των 66 εταιρειών που απαριθμούνται στον πίνακα 3 περιλαμβάνει εταιρείες οι οποίες δραστηριοποιούνται σε πολύ διαφορετικούς εμπορικούς τομείς από τον τομέα δραστηριότητας της FFT και μάλιστα περιλαμβάνει και δύο κεντρικές τράπεζες: την Εθνική Τράπεζα του Βελγίου και τη Schweizerische Nationalbank. Πολλές εταιρείες που περιλαμβάνονται στο δείγμα ασκούν ειδικευμένες χρηματοοικονομικές δραστηριότητες όπως η χρηματοδοτική μίσθωση ή η πρακτόρευση ή είναι χρηματιστήρια και όχι τράπεζες (158), ενώ πολλές ευρωπαϊκές τράπεζες οι οποίες, κατ' αρχήν, θα συμμετείχαν σε δραστηριότητες χρηματοδότησης του χονδρικού εμπορίου δεν περιλαμβάνονται στο δείγμα. Οι παράμετροι σύγκρισης που επελέγησαν από τον φοροτεχνικό σύμβουλο για τον υπολογισμό του συντελεστή βήτα δεν είναι, συνεπώς, κατάλληλες γι αυτό τον σκοπό για να υπάρξει αξιόπιστη προσέγγιση ενός αποτελέσματος βάσει των δεδομένων της αγοράς.

(295)

Τρίτον, και ανεξάρτητα από την καταλληλότητα ή μη των παραμέτρων σύγκρισης που περιλαμβάνονται στο δείγμα που επέλεξε ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT, η ανάλυση της ενδοομιλικής τιμολόγησης δεν χρησιμοποιεί τη διάμεσο για τον υπολογισμό του συντελεστή βήτα, αλλά το 25ο εκατοστημόριο, χωρίς την παραμικρή αιτιολόγηση. Ενεργώντας με τον τρόπο αυτό, η FFT επιλέγει έναν σχετικά χαμηλό συντελεστή βήτα, 0,29, ενώ η διάμεσος του δείγματος θα έδινε συντελεστή βήτα 0,64 (159). Ωστόσο, σύμφωνα με την παράγραφο 3.57 των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση, όσο περισσότερα είναι τα προβλήματα συγκρισιμότητας, τόσο περισσότερο το εύρος τιμών πλήρους ανταγωνισμού πρέπει να λαμβάνει υπόψη την κύρια τάση του δείγματος.

(296)

Συναφώς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο συντελεστής βήτα αντιπροσωπεύει τον μη διαφοροποιήσιμο κίνδυνο μιας απόδοσης των ιδίων κεφαλαίων. Στο πλαίσιο αυτό, τα χαρτοφυλάκια χορηγήσεων των τραπεζών θα ήταν, κατ' αρχήν, περισσότερο διαφοροποιημένα από αυτό της FFT, η έκθεση του οποίου συγκεντρώνεται στις εταιρείες του κλάδου της αυτοκινητοβιομηχανίας που ανήκουν στον όμιλο Fiat. Συνεπώς, μπορεί να θεωρηθεί ότι ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT θα έπρεπε να είχε επιλέξει ένα στοιχείο σε υψηλότερη θέση στον κατάλογο των στοιχείων σύγκρισης για τον προσδιορισμό του συντελεστή βήτα, αναμφίβολα πάνω από τη διάμεσο, αντί του 25ου εκατοστημορίου.

(297)

Πράγματι, η ίδια η εγκύκλιος παραπέμπει ρητά στον κίνδυνο αντισυμβαλλομένου και ειδικότερα στον τομεακό κίνδυνο, ο οποίος ενισχύεται λόγω της συγκέντρωσης της FFT σε έναν μόνον τομέα, όταν καθορίζει μια κατάλληλη αμοιβή. Μολονότι η εγκύκλιος δεν αναφέρει ειδικά πώς πρέπει να ενσωματωθούν αυτοί οι κίνδυνοι στον υπολογισμό της αμοιβής, η μέθοδος που επέλεξε ο φοροτεχνικός της FFT, με την εφαρμογή της οποίας οι κίνδυνοι από τα ενδοομιλικά δάνεια (σε αντίθεση με τις απαιτήσεις έναντι τρίτων) δεν υπόκεινται σε καμία στάθμιση του κινδύνου και δεν συνεπάγονται, επομένως, καμία κεφαλαιακή απαίτηση και καμία αμοιβή, δεν συνάδει με την εγκύκλιο. Κατά συνέπεια, οι εκτιμήσεις σχετικά με τον μειωμένο κίνδυνο των δραστηριοτήτων FFT δεν μπορούν να γίνουν δεκτές.

(298)

Επιπλέον, το εσωτερικό έγγραφο της Fiat σχετικά με την πολιτική της ενδοομιλικής τιμολόγησης τονίζει μια σημαντική λειτουργία που δεν περιλαμβάνεται στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη (123), η FFT ασκεί όχι μόνο τις λειτουργίες που αναφέρονται στην εν λόγω έκθεση, αλλά παρέχει επίσης εγγυήσεις υπέρ των εταιρειών του ομίλου Fiat. Έτσι, το 2013, οι εν λόγω εγγυήσεις ανέρχονταν σε 10 εκατ. ευρώ (160). Επιπλέον, το έγγραφο πολιτικής για την ενδοομιλική τιμολόγηση αναγνωρίζει επίσης ότι, σε αντίθεση με όσα αναφέρονται στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση, τα ενδοομιλικά δάνεια παρουσιάζουν σχετικό κίνδυνο αντισυμβαλλομένου και πιστωτικό κίνδυνο (161). […]

(299)

Όσον αφορά τις εγγυήσεις που παρείχε η Fiat S.p.A. στην FFT, που αναφέρονται στις παρατηρήσεις του Λουξεμβούργου (162), οι εγγυήσεις καλύπτουν τις υποχρεώσεις της FFT και όχι τα στοιχεία ενεργητικού της. Ωφελούν, συνεπώς, τους κατόχους των τίτλων που έχουν εκδοθεί, αλλά δεν μειώνουν τον κίνδυνο των στοιχείων ενεργητικού της FFT. Το κέρδος όσον αφορά το κόστος χρηματοδότησης που δημιουργείται από την εγγύηση για τα έντοκα γραμμάτια και τα ομόλογα που εκδίδονται από την Fiat S.p.A. μετακυλίεται στις εταιρείες του ομίλου μέσω του μηχανισμού καθορισμού των τιμών που περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη (124). Πράγματι, η τιμή των δανείων στις εταιρείες υπολογίζεται με την εφαρμογή ενός περιθωρίου κόστους χρηματοδότησης των εταιρειών χρηματοδότησης, το οποίο αντανακλά το κέρδος που εν τέλει προκύπτει από την εγγύηση της μητρικής εταιρείας.

(300)

Με βάση αυτές τις παρατηρήσεις, η Επιτροπή θεωρεί ότι ούτε οι έμμεσες εγγυήσεις ούτε οι ρητές εγγυήσεις μειώνουν σημαντικά τον κίνδυνο της FFT κατά την άσκηση των λειτουργιών της. Ο κίνδυνος αυτός είναι μεγαλύτερος από αυτόν που παρουσιάζεται στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση λόγω της ύπαρξης των εγγυήσεων που παρέχονται στις εταιρείες του ομίλου, οι οποίες οδηγούν σε σημαντική εκτός ισολογισμού έκθεση και, για τον λόγο αυτό, έπρεπε να είχε επιλεγεί ένας συντελεστής βήτα υψηλότερος από το 25ο εκατοστημόριο.

(301)

Εν κατακλείδι, η Επιτροπή θεωρεί ότι η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης, με το να εγκρίνει την επιλογή του φοροτεχνικού συμβούλου ενός συντελεστή βήτα 0,29 κατά την εφαρμογή του μοντέλου MEDAF για τον προσδιορισμό της απόδοσης των ιδίων κεφαλαίων που πρέπει να εφαρμοστεί στα υποθετικά εποπτικά ίδια κεφάλαια της FFT, συνεπάγεται μια κατανομή κερδών στην FFT που αποκλίνει από τις συνθήκες της αγοράς σύμφωνα με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού. Δεδομένου ότι η απόκλιση αυτή συνεπάγεται μείωση της φορολογητέας βάσης της FFT βάσει του γενικού συστήματος φορολογίας εταιρειών του Λουξεμβούργου, σε σχέση με τις μη καθετοποιημένες εταιρείες που συναλλάσσονται με τους όρους της αγοράς, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι η επίμαχη απόφαση προέγκρισης παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στην FFT κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

7.2.2.10.   Συμπέρασμα σχετικά με το ύψος των προς αμοιβή κεφαλαίων και το απαιτούμενο επίπεδο απόδοσης αυτών των κεφαλαίων

(302)

Δεδομένου ότι ο φοροτεχνικός σύμβουλος επέλεξε τη μέθοδο MTMN στην ανάλυση της ενδοομιλικής τιμολόγησης και υπό το πρίσμα των ανωτέρω παρατηρήσεων, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι, για να εξασφαλιστεί για την FFT ένα επαρκές επίπεδο αμοιβής με βάση τα δεδομένα της αγοράς για τις λειτουργίες χρηματοδότησης και ταμειακής διαχείρισης που ασκεί στο εσωτερικό του ομίλου Fiat, σύμφωνα με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού, η αμοιβή αυτή πρέπει να καθοριστεί με βάση τα λογιστικά ίδια κεφάλαια της FFT και τα συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία και τις συνθήκες.

(303)

Η Επιτροπή αποδέχεται το 2012 ως έτος αναφοράς για την εκτίμηση της φορολογητέας βάσης της FFT στο Λουξεμβούργο. Η Επιτροπή δεν αντιτίθεται ούτε στην έρευνα στη βάση συγκρίσιμων στοιχείων για τον υπολογισμό των αποδόσεων σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού, αλλά διατηρεί τις αντιρρήσεις της όσον αφορά τη συγκρισιμότητα που εκφράζονται στην αιτιολογική σκέψη (294).

(304)

Πράγματι, η ανάλυση στο τμήμα 7.2.2.9 αναφέρει ότι οι κίνδυνοι τους οποίους διατρέχει η FFT, οι οποίοι πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον υπολογισμό μιας αμοιβής του πλήρους ανταγωνισμού είναι μεγαλύτεροι από τους κινδύνους που παρουσιάζονται στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση και ότι, ως εκ τούτου, η απόδοση των ιδίων κεφαλαίων προ φόρων του 6,05 % (και μετά φόρων 4,3 %) που έγινε αποδεκτή από την επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης, που υπολογίστηκε από τον φοροτεχνικό της FTT με τη χρήση του μοντέλου MEDAF, είναι σαφώς χαμηλότερη από τις αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται στον χρηματοπιστωτικό τομέα, οι οποίες είναι σταθερά 10 % και υψηλότερες, γεγονός που επιβεβαιώνει το συμπέρασμα της Επιτροπής ότι οι παράμετροι σύγκρισης που επέλεξε ο φοροτεχνικός σύμβουλος δεν ήταν κατάλληλες.

(305)

Επιπλέον, μια σύγκριση της κερδοφορίας που δήλωσαν η FF και η FFT, οι εταιρείες χρηματοδότησης της Fiat για τη ζώνη του ευρώ, δείχνει ότι η διαφορά κερδών μεταξύ της FF και της FFT, παρά τις ομοιότητες ως προς τη διάρθρωση των στοιχείων ενεργητικού, των λειτουργιών και των εσόδων, οφείλεται στην πρόθεση να μειωθεί το επίπεδο κερδοφορίας που δηλώνεται στο Λουξεμβούργο. Βάσει της διάρθρωσης των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού και του λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσεως της FF και της FFT (163), οι δύο εταιρείες παρουσιάζουν πολύ παρόμοιο μέγεθος ισολογισμού και διάρθρωση των στοιχείων ενεργητικού. Τα ποσά των εσόδων τους από τόκους και των δαπανών τους είναι επίσης συγκρίσιμα. Η FF είναι ο κύριος αντισυμβαλλόμενος της FFT, η οποία προσφεύγει στην αγορά για την απόκτηση πηγών χρηματοδότησης και διαβιβάζει ένα μέρος της χρηματοδότησης στην FF, η οποία με τη σειρά της χορηγεί δάνεια στις ιταλικές εταιρείες του ομίλου Fiat. […]

(306)

Το εσωτερικό έγγραφο της Fiat για την πολιτική της ενδοομιλικής τιμολόγησης φαίνεται να έχει ως στόχο την αμοιβή των δύο εταιρειών με παρόμοιες αποδόσεις (164). Ωστόσο, στο επίπεδο των εταιρειών, οι πραγματικές αποδόσεις των ιδίων κεφαλαίων που εγγράφονται και φορολογούνται είναι πολύ υψηλότερες για την FF απ' ό,τι για την FFT. Με βάση τα αριθμητικά στοιχεία στους πίνακες των αιτιολογικών σκέψεων (113) και (114), οι κατωτέρω πίνακες παρουσιάζουν την επιτευχθείσα απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE), που έχει υπολογιστεί για την FF και την FFT.

FF

2010

2011

2012

2013

Καθαρό κέρδος σε χιλιάδες ευρώ

17 292

25 290

24 450

10 514

Ίδια κεφάλαια σε χιλιάδες ευρώ

271 047

268 610

268 837

256 053

ΑΙΚ (%)

6,4

9,4

9,1

4,1


FFT

2010

2011

2012

2013

Καθαρό κέρδος σε χιλιάδες ευρώ

1 737

1 851

1 217

1 146

Ίδια κεφάλαια σε χιλιάδες ευρώ

285 625

287 477

288 693

289 839

ΑΙΚ (%)

0,6

0,6

0,4

0,4

(307)

Από τους πίνακες που περιλαμβάνονται στην αιτιολογική σκέψη (306) συνάγεται ότι, για την περίοδο 2010-2013, η μέση απόδοση των ιδίων κεφαλαίων ήταν 7,2 % για την FF και 0,5 % για την FFT, γεγονός που επιβεβαιώνει εκ νέου ότι η επιλογή των παραμέτρων σύγκρισης του φοροτεχνικού συμβούλου στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση και η συνακόλουθη απόδοση των ιδίων κεφαλαίων δεν ήταν ορθές.

(308)

Για να καθοριστεί μια εύλογη απόδοση των ιδίων κεφαλαίων που θα εφαρμοστεί στα λογιστικά ίδια κεφάλαια της FFT, τα συγκεντρωτικά στατιστικά στοιχεία του τραπεζικού τομέα κρίνονται καταλληλότερα από το σύνολο των 66 χρηματοοικονομικών εταιρειών, οι περισσότερες από τις οποίες φαίνεται ότι ασκούν ειδικές οικονομικές δραστηριότητες. Η πρώτη λύση θα επέτρεπε σε κάθε περίπτωση την καλύτερη προσέγγιση μιας κεντρικής τάσης.

(309)

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη (304), η ισχύουσα απαίτηση απόδοσης των ιδίων κεφαλαίων για τις τράπεζες της ΕΕ είναι περίπου 10 %, ποσοστό που διατηρήθηκε ακόμη και κατά τη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Πράγματι, τα στοιχεία της περιόδου της επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης επιβεβαιώνουν αυτή την απαίτηση για το επίπεδο απόδοσης των ιδίων κεφαλαίων. Έτσι, σύμφωνα με τη δημοσίευση της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών του 2011, «για μεγάλο διάστημα, η απόδοση των ιδίων κεφαλαίων των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων κυμαίνεται, πράγματι, στο 11 – 12 %» (165). Επιπλέον, μελέτη της ΕΚΤ του 2011 διαπίστωσε ότι «στο μέσο επίπεδο κεφαλαιοποίησης στο δείγμα [54 διεθνών τραπεζών], η απαιτούμενη απόδοση των ιδίων κεφαλαίων είναι περίπου […] 10,3 %» (166). Οι εκθέσεις έρευνας για την αξία ακινήτων του 2011 επιβεβαιώνουν επίσης αυτά τα επίπεδα· έτσι, κατά την Deutsche Bank «[η Deutsche Bank] επιδιώκει [στόχο τιμής της μετοχής], που αντιστοιχεί σε βιώσιμες ΑΙΚ που βρίσκονται πάνω από, αλλά κοντά στο δέκα και κόστος ιδίων κεφαλαίων που [η Deutsche Bank] ελπίζει ότι θα διατηρηθεί πάνω από το 10 % του σημερινού κύκλου» (167), ενώ έκθεση έρευνας της Morgan Stanley και Oliver Wyman για την αξία των ακινήτων, της 19ης Μαρτίου 2015, ορίζει τις αποδόσεις-στόχους στο 10-12 %.

(310)

Η Επιτροπή παρατηρεί επίσης ότι μια αμοιβή σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού δεν πρέπει να είναι κατώτερη από τη διαφορά ανάμεσα στα έσοδα και τα έξοδα της εταιρείας. Κατά συνέπεια, εάν η αμοιβή των χορηγούμενων δανείων και των καταθέσεων που εισπράττει η FFT έπρεπε να προσαρμοστεί και εάν η συνακόλουθη αμοιβή της FFT ήταν υψηλότερη από μια αμοιβή υπολογιζόμενη βάσει των τιμών των ενδοομιλικών συναλλαγών, το συνολικό κέρδος που εγγράφεται πρέπει να φορολογείται, διότι ένας τρίτος δεν θα δεχόταν να μειώσει την αμοιβή του χωρίς αιτιολογημένη διεκδίκηση εκ μέρους των αντισυμβαλλομένων του για αύξηση της αμοιβής που εισπράττουν για τις καταθέσεις τους ή για τη μείωση της αμοιβής που καταβάλλεται για τα δάνεια που έχουν εισπράξει.

(311)

Η Επιτροπή λοιπόν θεωρεί ότι, εάν η MTMN χρησιμοποιείται για τους σκοπούς της ενδοομιλικής τιμολόγησης για τον υπολογισμό μιας κατάλληλης αμοιβής που οφείλεται στην FFT για τις λειτουργίες που ασκεί στο εσωτερικό του ομίλου Fiat, η ορθή εκτίμηση της φορολογητέας βάσης της FFT στο Λουξεμβούργο θα αντιστοιχούσε τουλάχιστον σε 10 % μετά φόρων που εφαρμόζεται στο συνολικό ποσό των λογιστικών ιδίων κεφαλαίων της, τα οποία θεωρούνται σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τον μέσο όρο του τομέα όσον αφορά τον δείκτη χρηματοοικονομικής μόχλευσης. Η φορολογητέα βάση που υπολογίζεται με αυτό τον τρόπο θα οδηγούσε σε κατανομή των κερδών που αντικατοπτρίζει τις συνθήκες της αγοράς σύμφωνα με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού, διότι πρόκειται για επίπεδο κερδών που τα αυτόνομα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα θα ανέμεναν από την αγορά· συνεπώς, κάθε φορολογική απόφαση προέγκρισης που αποδέχεται αυτή τη βάση για τον καθορισμό του απαιτητού φόρου της FFT βάσει του γενικού συστήματος φορολογίας εταιρειών του Λουξεμβούργου δεν θα παρείχε κανένα επιλεκτικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

7.2.3.    «Πλεονέκτημα υπέρ του ομίλου»

(312)

Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, η FFT προβάλλει το επιχείρημα ότι η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη το «αποτέλεσμα του μέτρου στον όμιλο», ότι δηλ. ο όμιλος Fiat δεν αποκόμισε κανένα πλεονέκτημα, διότι κάθε αύξηση της φορολογητέας βάσης στο Λουξεμβούργο θα αντισταθμιζόταν εξ ολοκλήρου από την αύξηση της φορολογικής έκπτωσης σε άλλα κράτη μέλη (168). Κατά την FFT, το αποτέλεσμα αυτό έχει αναγνωριστεί σε διάφορες αποφάσεις της Επιτροπής (169).

(313)

Η Επιτροπή υπενθυμίζει, καταρχάς, ότι δεν δεσμεύεται από την πρακτική της κατά τη λήψη αποφάσεων και ότι κάθε μέτρο πρέπει να αξιολογείται με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του σε σχέση με το άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ (170). Σε κάθε περίπτωση, η αναφορά της FFT στην απόφαση σχετικά με το καθεστώς φορολογικής έκπτωσης για τους ενδοομιλικούς τόκους στην Ουγγαρία, για το οποίο η Επιτροπή αναγνώρισε ένα τέτοιο «αποτέλεσμα για τον όμιλο», στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της απόφασης. Στην εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή απέρριψε το επιχείρημα της Ουγγαρίας για την αξιολόγηση της ύπαρξης πλεονεκτήματος στο επίπεδο του ομίλου και έκρινε ότι το πλεονέκτημα πρέπει να αξιολογείται στο επίπεδο της κάθε οντότητας.

(314)

Η παρούσα απόφαση εξετάζει το κατά πόσο το Λουξεμβούργο, με την έκδοση της επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης, παρείχε επιλεκτικό πλεονέκτημα στην FFT, μειώνοντας την απαιτητή φορολογική οφειλή της στο εν λόγω κράτος μέλος. Συνεπώς, η εκτίμηση ότι η εν λόγω απόφαση παρέχει πλεονέκτημα πρέπει να αφορά τη μεταχείριση της εταιρείας στο εν λόγω κράτος μέλος, δηλ. της FFT στο Λουξεμβούργο, και δεν πρέπει να λάβει υπόψη το ενδεχόμενο ο αντίκτυπος να είναι ουδέτερος στο επίπεδο άλλων εταιρειών του ομίλου Fiat που είναι αποτέλεσμα της μεταχείρισής τους σε άλλα κράτη μέλη (171). Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με τη νομολογία (172), το γεγονός και μόνον ότι ορισμένο μέτρο απαλλαγής αντισταθμίζεται από την επιβολή ειδικής επιβαρύνσεως χωριστής και άσχετης με το εν λόγω μέτρο δεν αρκεί για να αποτρέψει τον χαρακτηρισμό του επίμαχου μέτρου ως κρατικής ενισχύσεως. Με άλλα λόγια, ένα πλεονέκτημα που χορηγήθηκε σε μια εταιρεία από ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αντισταθμίζεται από το μειονέκτημα που υφίσταται μια άλλη εταιρεία, ακόμη κι αν και οι δύο εταιρείες ανήκουν στον ίδιο όμιλο.

7.2.4.   Επικουρική συλλογιστική: επιλεκτικό πλεονέκτημα λόγω παρέκκλισης από το άρθρο 164 του L.I.R. και/ή την εγκύκλιο

(315)

Το Λουξεμβούργο και η FFT ισχυρίστηκαν ότι το άρθρο 164 του L.I.R ή η εγκύκλιος αποτελεί το σύστημα αναφοράς σε σχέση με το οποίο πρέπει να διαπιστώνεται η ύπαρξη επιλεκτικού πλεονεκτήματος που προκύπτει από την επίμαχη απόφαση προέγκρισης. Το Λουξεμβούργο υποστήριξε επίσης ότι η φορολογική διοίκηση του Λουξεμβούργου απλώς ερμήνευσε τους κανόνες και ότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει, στην περίπτωση της FFT, ότι δεν έχουν εφαρμοστεί σε αυτήν οι φορολογικές διατάξεις γενικής εφαρμογής, εάν όντως έτσι τις έχει εξετάσει η Επιτροπή (173).

(316)

Όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις (210) έως (215), η Επιτροπή δεν συμμερίζεται τα επιχειρήματα του Λουξεμβούργου και της FFT όσον αφορά το εφαρμοστέο σύστημα αναφοράς. Ωστόσο, ως επικουρική συλλογιστική, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης παρέχει επίσης στην FFT επιλεκτικό πλεονέκτημα στο πλαίσιο του πιο περιορισμένου συστήματος αναφοράς που αποτελείται από εταιρείες ομίλων οι οποίες εφαρμόζουν ενδοομιλική τιμολόγηση και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 164 εδάφιο 3 του L.I.R και της εγκυκλίου. Η διάταξη αυτή θεσπίζει την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού στο φορολογικό δίκαιο του Λουξεμβούργου, κατά την οποία οι συναλλαγές μεταξύ εταιρειών του ιδίου ομίλου πρέπει να αμείβονται σε ένα επίπεδο τιμών που θα ήταν αποδεκτό από ανεξάρτητες εταιρείες που διαπραγματεύονται υπό συγκρίσιμες περιστάσεις σε συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού. Το τμήμα 2 της εγκυκλίου περιγράφει ιδίως την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού όπως ορίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση και έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο (174).

(317)

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή έχει ήδη αποδείξει στο τμήμα 7.2.2 ότι η επίμαχη απόφαση προέγκρισης εγκρίνει ορισμένες μεθοδολογικές επιλογές, επιλογές παραμέτρων και προσαρμογές ad hoc τις οποίες έκανε ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FTT για τον προσδιορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης, οι οποίες δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οδηγούν σε μια αξιόπιστη προσέγγιση ενός αποτελέσματος βασιζόμενου στα δεδομένα της αγοράς που συνεπάγεται τη μείωση της φορολογητέας βάσης της FTT στο Λουξεμβούργο, η Επιτροπή μπορεί επίσης να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση προέγκρισης παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στο πλαίσιο του πιο περιορισμένου συστήματος αναφοράς του άρθρου 164 εδάφιο 3 του L.I.R ή της εγκυκλίου, εφόσον έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του απαιτητού φόρου της FFT σε σύγκριση με την κατάσταση στην οποία θα είχε εφαρμοστεί σωστά η αρχή του πλήρους ανταγωνισμού η οποία διατυπώνεται στην εν λόγω διάταξη.

7.2.5.   Η Επιτροπή δεν διαπίστωσε καμία συνεπή πρακτική των φορολογικών αποφάσεων προέγκρισης βασιζόμενη στην εγκύκλιο, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει κατάλληλο σύστημα αναφοράς

(318)

Η FFT ισχυρίστηκε επίσης ότι, για να αποδείξει την ύπαρξη επιλεκτικής μεταχείρισης υπέρ της ως επακόλουθο της επίμαχης απόφασης προέγκρισης, η Επιτροπή θα έπρεπε να συγκρίνει αυτή την απόφαση προέγκρισης με τη διοικητική πρακτική του Λουξεμβούργου βάσει της εγκυκλίου, και ιδίως με τις αποφάσεις προέγκρισης που εκδόθηκαν για άλλες εταιρείες χρηματοδότησης και ταμειακής διαχείρισης, τις οποίες το Λουξεμβούργο υπέβαλε στην Επιτροπή ως αντιπροσωπευτικό δείγμα της πρακτικής του σε θέματα ενδοομιλικής τιμολόγησης (175).

(319)

Η Επιτροπή διαφωνεί με αυτό το σκεπτικό, διότι αυτό θα σήμαινε ότι το σύστημα αναφοράς βάσει του οποίου θα έπρεπε να εξεταστεί η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης είναι η πρακτική του Λουξεμβούργου να εκδίδει φορολογικές αποφάσεις προέγκρισης με βάση την εγκύκλιο που σχετίζεται με τις άλλες εταιρείες χρηματοδότησης και ταμειακής διαχείρισης. Έχει ήδη αποδείξει γιατί το γενικό σύστημα φορολογίας εταιρειών του Λουξεμβούργου συνιστά το κατάλληλο πλαίσιο αναφοράς για τους σκοπούς της ανάλυσης της επιλεκτικότητας (176).

(320)

Σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή θα αποδείξει, ως πρόσθετη επικουρική συλλογιστική, γιατί η πρακτική των φορολογικών αποφάσεων του Λουξεμβούργου που βασίζεται στην εγκύκλιο αποτελεί κατάλληλο σύστημα αναφοράς για να διαπιστωθεί αν η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στην FFT. Αυτό εξηγείται κατ' αρχάς από το γεγονός ότι η εγκύκλιος είναι διατυπωμένη με πολύ γενικούς όρους και, κατά συνέπεια, δεν επιτρέπει τον προσδιορισμό αντικειμενικών κριτηρίων που εφαρμόζονται στο σύνολο των εταιρειών χρηματοδότησης και ταμειακής διαχείρισης που υποβάλλουν αίτηση για έκδοση φορολογικής απόφασης προέγκρισης με σκοπό τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης. Στη συνέχεια, η εξέταση από την Επιτροπή των αποφάσεων προέγκρισης που κοινοποίησε το Λουξεμβούργο αποδεικνύει επίσης ότι δεν υπάρχει συνεκτικό σύνολο κανόνων γενικής εφαρμογής με αντικειμενικά κριτήρια βάσει των οποίων η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης θα μπορούσε να εξεταστεί για να διαπιστωθεί αν η FFT αποκόμισε επιλεκτικό πλεονέκτημα που απορρέει από την εν λόγω απόφαση.

7.2.5.1.   Η εγκύκλιος είναι διατυπωμένη με υπερβολικά γενικούς όρους για να αποτελέσει κατάλληλο σύστημα αναφοράς

(321)

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη (193), ένα σύστημα αναφοράς αποτελείται από ένα συνεκτικό σύνολο κανόνων που εφαρμόζονται εν γένει, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, σε όλες τις επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, όπως ορίζεται από τον στόχο του. Η Επιτροπή θεωρεί ότι, για τις εταιρείες χρηματοδότησης και ταμειακής διαχείρισης ομίλων, η εγκύκλιος δεν μπορεί να αποτελεί ένα τέτοιο σύστημα, λόγω της έλλειψης αντικειμενικών κριτηρίων που θα επέτρεπαν τη συνεπή εφαρμογή της αρχής του πλήρους ανταγωνισμού στις συναλλαγές ενδοομιλικής χρηματοδότησης.

(322)

Η εγκύκλιος είναι διατυπωμένη με πολύ γενικούς όρους και οι παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τις φορολογικές αρχές για την εφαρμογή της αρχής του πλήρους ανταγωνισμού στις εταιρείες ενδοομιλικής χρηματοδότησης περιγράφονται συνοπτικά. Στους εν λόγω παράγοντες περιλαμβάνονται η ανάγκη να προβαίνουν οι εταιρείες σε ανάλυση των υφιστάμενων κινδύνων και να προσδιορίζονται οι πρόσθετες δαπάνες για τη χορήγηση πίστωσης οι οποίες προστίθενται στο βασικό κόστος, το οποίο με τη σειρά του απαιτεί ανάλυση του πιστωτικού κινδύνου. Η εγκύκλιος ορίζει επίσης ότι «η εταιρεία χρηματοδότησης του ομίλου πρέπει να διαθέτει επαρκή ίδια κεφάλαια, ώστε να είναι σε θέση να αναλαμβάνει τους κινδύνους που συνδέονται με τη δραστηριότητά της» και ότι «θα πρέπει […] να εκτιμήσει, βάσει των πραγματικών περιστατικών και των ιδιαιτέρων περιστάσεων της κάθε χωριστής περίπτωσης ποιοι είναι οι κίνδυνοι που αναλαμβάνονται […] και αν η εταιρεία που πραγματοποιεί τις συναλλαγές χρηματοδότησης του ομίλου διαθέτει επαρκές επίπεδο ιδίων κεφαλαίων ώστε να αναλάβει αυτούς τους κινδύνους» (177).

(323)

Ωστόσο, η εγκύκλιος δεν παρέχει καμία πληροφορία σχετικά με τον τρόπο εκτίμησης της αναμενόμενης απόδοσης των ιδίων κεφαλαίων, σχετικά με το ζήτημα αν η χρησιμοποίηση του μοντέλου MEDAF είναι αποδεκτή και, ενδεχομένως, σχετικά με τον τρόπο προσδιορισμού των κατάλληλων παραμέτρων του μοντέλου αυτού. Επίσης περιέχει ελάχιστες πληροφορίες σχετικά με τα ίδια κεφάλαια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, πέραν του ότι πρέπει να είναι «επαρκή για την ανάληψη αυτών των κινδύνων».

(324)

Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, το Λουξεμβούργο ισχυρίζεται ότι η απόφαση προέγκρισης βασίζεται στην περιορισμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας σύμφωνα με το άρθρο 164 εδάφιο 3 του L.I.R. που καθιερώνει την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού στο φορολογικό δίκαιο του Λουξεμβούργου (178), αλλά διευκρινίζει επίσης ότι «οι κανόνες στον τομέα της φορολογίας […] ερμηνεύονται υπό το πρίσμα της πραγματικής κατάστασης που επικρατεί σε κάθε περίπτωση, το οποίο απαιτεί, εξ ορισμού, να λαμβάνονται υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των δραστηριοτήτων που ασκεί πράγματι ο φορολογούμενος και οι όροι άσκησής τους» (179). Με τον τρόπο αυτό, το Λουξεμβούργο παραδέχεται, αφενός, ότι οι κανόνες πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα των εκάστοτε περιστάσεων, αλλά από την άλλη πλευρά δεν εξηγεί πώς μεταφράζονται τα γενικά κριτήρια που ορίζει η εγκύκλιος σε συγκεκριμένη εξέταση της φορολογικής κατάστασης της FFT, ούτε πώς εξασφαλίζεται η συνεπής μεταχείριση όλων των φορολογουμένων όταν εφαρμόζεται η εγκύκλιος. Δεν αποτελεί, επομένως, έκπληξη το ότι, εκτός από μια αναφορά στην αρχή του κειμένου στην εγκύκλιο, η έκθεση της FFT για την ενδοομιλική τιμολόγηση δεν περιέχει καμία αναφορά στα κριτήρια της εγκυκλίου, ούτε προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζει την εγκύκλιο στη συγκεκριμένη περίπτωση της FFT.

(325)

Συνεπώς, κρίνοντας ότι η ανάλυση της ενδοομιλικής τιμολόγησης «πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με την εγκύκλιο 164/2 της 28ης Ιανουαρίου 2011 και είναι σύμφωνη με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού», η φορολογική διοίκηση του Λουξεμβούργου δεν βασίζεται σε κανένα αντικειμενικό κριτήριο που ορίζεται στην εγκύκλιο, εφόσον το έγγραφο αυτό δεν περιέχει κανένα σαφές και αντικειμενικό κριτήριο που θα επέτρεπε τη συνεπή εφαρμογή της αρχής του πλήρους ανταγωνισμού στις πράξεις ενδοομιλικής χρηματοδότησης.

7.2.5.2.   Η πρακτική των φορολογικών αποφάσεων προέγκρισης του Λουξεμβούργου είναι υπέρμετρα ασυνεπής για να αποτελέσει κατάλληλο σύστημα αναφοράς.

(326)

Εκτός από τον γενικό χαρακτήρα της εγκυκλίου, η Επιτροπή εξέτασε τις φορολογικές αποφάσεις προέγκρισης που κοινοποίησε το Λουξεμβούργο και διαπίστωσε ότι η πρακτική του σε αυτό τον τομέα για τις εταιρείες χρηματοδότησης και ταμειακής διαχείρισης ομίλων καταδεικνύει επίσης την απουσία ενός συνεκτικού συνόλου κανόνων που εφαρμόζονται γενικά σε όλους τους φορολογούμενους οι οποίοι βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση με βάση αντικειμενικά κριτήρια.

(327)

Από τις 21 αποφάσεις προέγκρισης που υποβλήθηκαν ταυτόχρονα με την ΣΕΤ της FFT, μόνο δύο αφορούν δραστηριότητες χρηματοδότησης που εγκρίθηκαν βάσει της εγκυκλίου και συνοδεύονται από έκθεση ενδοομιλικής τιμολόγησης:

Μια απόφαση προέγκρισης της […] του 2013 (αριθ. 2) (180) αφορά την εφαρμογή της εγκυκλίου σε δραστηριότητες ενδιάμεσης χρηματοδότησης […]

Μια απόφαση προέγκρισης της […] του 2013 (αριθ. 4) αφορά επίσης την ανάλυση της εφαρμογής της αρχής του πλήρους ανταγωνισμού βάσει της εγκυκλίου σε δραστηριότητες ενδοομιλικής χρηματοδότησης. […]

(328)

Μια γρήγορη ανάγνωση αυτών των δύο αποφάσεων και μια σύγκριση με την επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης αποκαλύπτουν την έλλειψη συνέπειας στη μεταχείριση που παρέχεται στις εταιρείες χρηματοδότησης βάσει της εγκυκλίου και κατά την εξέταση του φορολογητέου κέρδους που πραγματοποίησε η φορολογική αρχή του Λουξεμβούργου. Ανεξάρτητα από το ερώτημα αν αυτές οι δύο αποφάσεις προέγκρισης εφαρμόζουν ορθά τη μέθοδο CUP, αναγνωρίζουν ρητά ότι, για τις συναλλαγές ενδιάμεσης χρηματοδότησης, η μέθοδος αυτή είναι σε κάθε περίπτωση η πλέον κατάλληλη, βάσει της λειτουργικής ανάλυσης και της διαθεσιμότητας παραμέτρων σύγκρισης, που περιλαμβάνουν ιδίως τράπεζες. Αυτό εντάσσεται επίσης στο πνεύμα της εγκυκλίου, η οποία θεωρεί ότι οι λειτουργίες τις οποίες ασκούν οι εταιρείες ενδοομιλικής χρηματοδότησης είναι, κατ' ουσίαν, ανάλογες με εκείνες που ασκούν τα ανεξάρτητα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Σε αντίθεση με την πρακτική που εφαρμόστηκε σε αυτές τις δύο αποφάσεις, η μέθοδος CUP δεν εφαρμόστηκε στην επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης, διότι ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT έκρινε την MTMN ως την πλέον κατάλληλη μέθοδο για τον λόγο ότι «η μέθοδος MTMN φαίνεται επαρκής» (181).

(329)

Τρεις άλλες αποφάσεις που κοινοποίησε το Λουξεμβούργο αφορούν επίσης δραστηριότητες ενδοομιλικής χρηματοδότησης με βάση την εγκύκλιο, αλλά δεν συνοδεύονται από την έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση που δικαιολογεί την αίτηση:

Μια απόφαση προέγκρισης της […] του 2012 (αριθ. 1) αφορά μια δραστηριότητα χρηματοδότησης […].

Μια απόφαση προέγκρισης της […] του 2012 (αριθ. 5) αφορά ειδικότερα ένα δάνειο με επιτόκιο συνδεδεμένο με δείκτη […].

Μια απόφαση προέγκρισης της […] του 2013 (αριθ. 22) αφορά μια δραστηριότητα χρηματοδότησης […].

(330)

Όσον αφορά τη σύγκριση ανάμεσα στις αποφάσεις προέγκρισης αριθ. 1, 5 και 22 και την επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης, η καταφανής διαφορά μεταχείρισης που καθιέρωσε η φορολογική διοίκηση του Λουξεμβούργου έγκειται στο γεγονός ότι, σε αντίθεση με την επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης, οι αιτήσεις έκδοσης απόφασης προέγκρισης αριθ. 1, 5 και 22 δεν συνοδεύονταν από έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση, ενώ αυτό αποτελεί ρητή απαίτηση της εγκυκλίου (182).

(331)

Δύο άλλες αποφάσεις προέγκρισης που κοινοποίησε το Λουξεμβούργο στην Επιτροπή αφορούν δραστηριότητες χρηματοδότησης, αλλά δεν βασίζονται στην εγκύκλιο:

Μια απόφαση προέγκρισης της […] του 2012 (αριθ. 6) αφορά αναδιάρθρωση επιχείρησης. Περιέχει ιδίως ένα δάνειο με επιτόκιο συνδεδεμένο με δείκτη […].

Μια απόφαση προέγκρισης της […] του 2012 (αριθ. 21) αφορά την απόκτηση […].

(332)

Τέλος, η Επιτροπή εξέτασε τις δύο φορολογικές αποφάσεις προέγκρισης που προσκόμισε το Λουξεμβούργο από τις 13 αποφάσεις προέγκρισης που αφορούν λειτουργία ταμειακής διαχείρισης, οι οποίες εντοπίστηκαν στον κατάλογο των 5 323 αποφάσεων προέγκρισης που κοινοποιήθηκαν από τη χώρα αυτή στις 22 Δεκεμβρίου 2014 (183). Καθεμία από τις δύο αυτές αποφάσεις βασίζεται στην εγκύκλιο:

Μια φορολογική απόφαση προέγκρισης σχετικά με τις λειτουργίες ταμειακής διαχείρισης της εταιρείας E αποτελείται από σημειώσεις σύσκεψης που υπέβαλε ο φοροτεχνικός σύμβουλος της εταιρείας και υπογράφηκαν την […] από τους αντιπροσώπους της λουξεμβουργιανής φορολογικής αρχής. […]

Μια φορολογική απόφαση προέγκρισης της […] για τις λειτουργίες ταμειακής διαχείρισης της εταιρείας G που εγκρίνει αίτηση υποβληθείσα την ίδια ημέρα από την εταιρεία αυτή. […]

(333)

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι, σε αντίθεση με την επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης, καμία από τις δύο αυτές αποφάσεις δεν εφαρμόζει τη μέθοδο MTMN ούτε το μοντέλο MEDAF και καμία από αυτές δεν φαίνεται να προσδιορίζει το φορολογητέο κέρδος της εταιρείας ως την απόδοση των υποθετικών εποπτικών ιδίων κεφαλαίων. Επιπλέον, αν και η αίτηση της εταιρείας G για έκδοση απόφασης προέγκρισης αναφέρεται σε κάποια έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση που θα διαβιβαζόταν σε μεταγενέστερο χρόνο, φαίνεται ότι η εν λόγω έκθεση ουδέποτε υποβλήθηκε στη φορολογική αρχή του Λουξεμβούργου (184). Τέλος, μολονότι η απόφαση προέγκρισης της εταιρείας G δεν αναφέρει σαφώς το επίπεδο περιθωρίου ούτε σε τι εφαρμόζεται αυτό, διαφέρει από την επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης, καθότι, σύμφωνα με την αίτηση απόφασης προέγκρισης, το περιθώριο θα βασιζόταν στα στοιχεία του ενεργητικού και θα προσθέτονταν στην απόδοση ιδίων κεφαλαίων. Εν ολίγοις, η φορολογική μεταχείριση που παρέχεται σε αυτές τις δύο εταιρείες για τις λειτουργίες ταμειακής διαχείρισης φαίνεται ότι δεν υπαγορεύεται από καμία προσέγγιση ή μέθοδο συνεκτική με την επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης.

(334)

Το Λουξεμβούργο υποστηρίζει ότι η FFT δεν μπορεί να συγκριθεί με άλλες εταιρείες χρηματοδότησης, διότι αντλεί κεφάλαια στην αγορά, ενώ οι άλλες εταιρείες χρηματοδότησης λαμβάνουν κατά κανόνα ενδοομιλική χρηματοδότηση. Ισχυρίζεται επίσης ότι η FFT δεν μπορεί να συγκριθεί με καμία άλλη εταιρεία υποκείμενη σε φόρο στο Λουξεμβούργο: «η κατάσταση κάθε φορολογούμενου είναι αρκούντως ιδιάζουσα ώστε να μην επιτρέπει καμία κατάλληλη σύγκριση με τις υποθέσεις άλλων φορολογουμένων.» (185)

(335)

Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με αυτούς τους ισχυρισμούς και υποστηρίζει ως προς αυτό ότι η απουσία συνεκτικού συνόλου κανόνων γενικής εφαρμογής στις επιχειρήσεις που ασκούν λειτουργίες χρηματοδότησης και ταμειακής διαχείρισης και έχουν υποβάλει αίτηση για την έκδοση απόφασης προέγκρισης βάσει αντικειμενικών κριτηρίων καταδεικνύεται πλήρως από την ύπαρξη μιας άλλης απόφασης προέγκρισης υπέρ της [εταιρείας F]. Η απόφαση που αφορά την [εταιρεία F], η οποία εκδόθηκε την ίδια ημέρα και αφορά τις ίδιες λειτουργίες όπως και η επίμαχη απόφαση προέγκρισης (η [εταιρεία F] θα χρηματοδοτούσε το βιομηχανικό τμήμα […] σε μια άλλη δομή εταιρειών χρηματοδότησης του ομίλου), καταλήγει σε συμπέρασμα επί της ουσίας διαφορετικό όσον αφορά τις αντίστοιχες φορολογητέες βάσεις των εταιρειών, χωρίς εμφανή αιτιολόγηση γι αυτή τη διαφορετική μεταχείριση. Πράγματι, η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης εγκρίνει μια φορολογητέα βάση ύψους περίπου 2,5 εκατ. ευρώ, ενώ η φορολογική απόφαση προέγκρισης υπέρ της [εταιρείας F] εγκρίνει αμοιβή από παρόμοιες δραστηριότητες χρηματοδότησης και ταμειακής διαχείρισης που συνεπάγεται φορολογητέα βάση ύψους […] ευρώ. Αυτή η διαφορετική μεταχείριση σχεδόν πανομοιότυπων εταιρειών χωρίς αιτιολόγηση καταδεικνύει επίσης ότι η πρακτική των φορολογικών αποφάσεων του Λουξεμβούργου, που βασίζεται στις γενικόλογες διατυπώσεις της εγκυκλίου, δεν συνιστά κατάλληλο σύστημα αναφοράς για τους σκοπούς της ανάλυσης της επιλεκτικότητας.

(336)

Εν κατακλείδι, από την εξέταση της πρακτικής της φορολογικής διοίκησης του Λουξεμβούργου όσον αφορά την έκδοση φορολογικών αποφάσεων προέγκρισης δεν μπορεί να διαπιστωθεί ύπαρξη ενός συνεκτικού συνόλου κανόνων που εφαρμόζεται με γενικό τρόπο, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, σε όλες τις επιχειρήσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, όπως αυτό ορίζεται από τον στόχο του. Η πρακτική αυτή δεν μπορεί συνεπώς να αποτελέσει το πλαίσιο βάσει του οποίου εξετάζεται η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης για να διαπιστωθεί κατά πόσον η FFT επωφελήθηκε από επιλεκτικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

7.2.6.   Αιτιολόγηση με βάση τη «φύση ή τη γενική οικονομία» του φορολογικού συστήματος

(337)

Ούτε το Λουξεμβούργο ούτε η FFT ανέφεραν τον παραμικρό λόγο που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την επιλεκτική μεταχείριση της FFT ως αποτέλεσμα της επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το κράτος μέλος είναι αυτό που οφείλει να παράσχει τέτοια αιτιολόγηση.

(338)

Πάντως, ήταν αδύνατο να διαπιστωθεί κάποιος λόγος που θα δικαιολογούσε την ευνοϊκή μεταχείριση της FFT με την επίμαχη απόφαση προέγκρισης, ο οποίος θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι απορρέει ευθέως από τις θεμελιώδεις ή κατευθυντήριες αρχές του συστήματος αναφοράς ή προκύπτει από εγγενείς μηχανισμούς του συστήματος που είναι αναγκαίοι για τη λειτουργία και την αποτελεσματικότητά του (186), ανεξάρτητα από το αν το σύστημα αναφοράς είναι το γενικό σύστημα φορολογίας εταιρειών του Λουξεμβούργου, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ή το άρθρο 164 του L.I.R. και η εγκύκλιος, όπως υποστηρίζουν το Λουξεμβούργο και η Fiat.

7.2.7.   Συμπέρασμα ως προς την ύπαρξη επιλεκτικού πλεονεκτήματος

(339)

Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης, με το να εγκρίνει μια μέθοδο που επιτρέπει κατανομή των κερδών στην FFT εντός του ομίλου Fiat, η οποία αποκλίνει από ένα αποτέλεσμα σε συνθήκες της αγοράς σύμφωνα με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού και επιφέρει μείωση του φόρου που οφείλει η FFT βάσει του γενικού συστήματος φορολογίας εταιρειών του Λουξεμβούργου, σε σύγκριση με τον φόρο που θα όφειλαν οι μη καθετοποιημένες εταιρείες που υπόκεινται σε φόρο στη χώρα αυτή οι οποίες συναλλάσσονται με όρους της αγοράς, παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στην FFT κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

(340)

Επικουρικώς, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη απόφαση προέγκρισης, με το να εγκρίνει μια μέθοδο που επιτρέπει κατανομή των κερδών προς όφελος της FFT στο εσωτερικό του ομίλου Fiat, η οποία αποκλίνει από ένα αποτέλεσμα σε συνθήκες της αγοράς σύμφωνα με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού και οδηγεί σε μείωση του οφειλόμενου από την FFT φόρου δυνάμει του άρθρου 164 εδάφιο 3 του L.I.R. και της εγκυκλίου, σε σύγκριση με τον φόρο που θα όφειλαν άλλες εταιρείες ομίλων υποκείμενες σε φορολογία στο Λουξεμβούργο, παρέχει επιλεκτικό πλεονέκτημα στην FFT για τους σκοπούς του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης.

7.3.   Δικαιούχος του επίμαχου μέτρου

(341)

Η Επιτροπή θεωρεί ότι η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης παρέχει στην FFT επιλεκτικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, διότι έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του φορολογητέου κέρδους αυτής της επιχείρησης στο Λουξεμβούργο σε σχέση με τις μη καθετοποιημένες εταιρείες τα φορολογητέα κέρδη των οποίων καθορίζονται με βάση τις συναλλαγές που πραγματοποιούνται με τους όρους της αγοράς. Η Επιτροπή παρατηρεί, εντούτοις, ότι η FFT ανήκει σε πολυεθνικό όμιλο, συγκεκριμένα στον όμιλο Fiat Chrysler Automobiles («FCA»), και η λειτουργία της στο πλαίσιο αυτού του ομίλου συνίσταται στην παροχή υπηρεσιών χρηματοδότησης και ταμειακής διαχείρισης στις άλλες επιχειρήσεις του ομίλου Fiat, ενώ η αμοιβή για την άσκηση αυτής της λειτουργίας αποτελεί το αντικείμενο της επίμαχης απόφασης προέγκρισης.

(342)

Περισσότερες χωριστές νομικές οντότητες μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν μία ενιαία οικονομική μονάδα για τους σκοπούς της εφαρμογής των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις. Η εν λόγω οικονομική μονάδα θεωρείται τότε ως η επιχείρηση που επωφελείται από το μέτρο ενίσχυσης. Όπως αποφάνθηκε το Δικαστήριο στο παρελθόν, «ο όρος “επιχείρηση”, εντασσόμενος στο πλαίσιο του δικαίου του ανταγωνισμού, πρέπει να νοηθεί ως οικονομική ενότητα […], έστω και αν από νομική άποψη η οικονομική αυτή ενότητα αποτελείται από περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα» (187). Για να διαπιστωθεί αν περισσότερες οντότητες συνιστούν μια οικονομική ενότητα, το Δικαστήριο εξετάζει αν υφίσταται ελέγχουσα συμμετοχή ή σχέσεις λειτουργικού, οικονομικού ή οργανικού χαρακτήρα (188). Στην προκειμένη περίπτωση, η FFT ανήκει στη Fiat S.p.A (νυν Fiat Chrysler Automobiles, NV) και την FF, η οποία με τη σειρά της ανήκει κατά 100 % στη Fiat S.p.A (189). Η FFT ελέγχεται, συνεπώς, κατά 100 % από τη Fiat SpA, η οποία ελέγχει με τη σειρά της τον όμιλο Fiat (190).

(343)

Επιπλέον, ο όμιλος Fiat είναι αυτός που έλαβε την απόφαση να ιδρύσει την FFT στο Λουξεμβούργο και επωφελείται από την επίμαχη απόφαση προέγκρισης, διότι, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη (52), καθορίζει το κέρδος που αποδίδεται στην FFT εντός του ομίλου για τις υπηρεσίες χρηματοδότησης και ταμειακής διαχείρισης τις οποίες παρέχει στις εταιρείες του ομίλου. Εν κατακλείδι, η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης είναι απόφαση που εγκρίνει μια μεθοδολογία καθορισμού της ενδοομιλικής τιμολόγησης για ενδοομιλικές συναλλαγές του ομίλου Fiat και κάθε ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση της FFT από τη φορολογική διοίκηση του Λουξεμβούργου ωφελεί, συνεπώς, τον όμιλο Fiat στο σύνολό του, εφόσον χορηγεί πρόσθετους πόρους όχι μόνο στη FFT, αλλά σε ολόκληρο τον όμιλο. Με άλλα λόγια, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη (221), κατά τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης, για τον καθορισμό των τιμών προϊόντων και υπηρεσιών που παρέχονται στο εσωτερικό διαφόρων νομικών οντοτήτων ενός και του αυτού ομίλου, ο μηχανισμός καθορισμού της ενδοομιλικής τιμολόγησης, από την ίδια τη φύση του, αφορά περισσότερες από μία εταιρείες του ομίλου (αύξηση των τιμών στο εσωτερικό μιας εταιρείας θα μειώσει τα κέρδη της άλλης).

(344)

Κατά συνέπεια, μολονότι ο όμιλος είναι οργανωμένος σε αυτοτελή νομικά πρόσωπα, στο πλαίσιο μιας συμφωνίας ενδοομιλικής τιμολόγησης, οι επιχειρήσεις αυτές πρέπει να θεωρούνται ως ενιαίος όμιλος που επωφελείται από το επίμαχο μέτρο ενίσχυσης (191).

(345)

Τέλος, στην προκειμένη περίπτωση, το ποσό του φόρου που κατέβαλε η FFT στο Λουξεμβούργο έχει επίπτωση στους όρους τιμολόγησης των ενδοομιλικών δανείων που χορηγεί στις εταιρείες του ομίλου Fiat, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι αυτά βασίζονται στο μέσο σταθμισμένο κόστος του κεφαλαίου και σε ένα περιθώριο (192), οπότε οι μειώσεις του φόρου που οφείλει η FFT έχουν αναγκαστικά ως αποτέλεσμα την μείωση των όρων τιμολόγησης των ενδοομιλικών δανείων της. Μια μείωση του φόρου της FFT στο Λουξεμβούργο δεν ωφελεί μόνο την FFT, αλλά όλες τις εταιρείες του ομίλου που λαμβάνουν χρηματοδότηση από την FFT και, ως εκ τούτου, τον όμιλο Fiat.

7.4.   Συμπέρασμα σχετικά με την ύπαρξη ενίσχυσης

(346)

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης που χορηγήθηκε από το Λουξεμβούργο στην FFT παρέχει σε αυτήν και στον όμιλο Fiat επιλεκτικό πλεονέκτημα που καταλογίζεται σε αυτό το κράτος και χρηματοδοτείται από κρατικούς πόρους, νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και είναι πιθανό να επηρεάσει τις συναλλαγές στο εσωτερικό της Ένωσης. Κατά συνέπεια, η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

(347)

Δεδομένου ότι η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης συνεπάγεται μείωση των επιβαρύνσεων που κανονικά θα έπρεπε να επωμιστεί η FFT στο πλαίσιο των συνήθων δραστηριοτήτων της, πρέπει να θεωρηθεί ότι χορηγεί ενίσχυση λειτουργίας στην FFT και στον όμιλο Fiat.

8.   ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

(348)

Μια κρατική ενίσχυση συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά, εάν εμπίπτει σε μία από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο άρθρο 107 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ (193). Μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά, εάν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι εμπίπτει σε μία από τις κατηγορίες που απαριθμούνται στο άρθρο 107 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ. Ωστόσο, εναπόκειται στο κράτος μέλος που χορηγεί την ενίσχυση να αποδείξει ότι η κρατική ενίσχυση την οποία χορήγησε συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 107 παράγραφοι 2 και 3 της ΣΛΕΕ.

(349)

Το Λουξεμβούργο δεν επικαλέστηκε καμία από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στις διατάξεις οι οποίες αναφέρονται στην αιτιολογική σκέψη 345 για να αποδείξει τη συμβατότητα της ενίσχυσης που χορηγήθηκε στην FFT και στον όμιλο Fiat μέσω της επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης.

(350)

Επιπλέον, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη (347), η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης πρέπει να θεωρηθεί ότι χορηγεί ενίσχυση λειτουργίας στην FFT και στον όμιλο Fiat. Κατά γενικό κανόνα, μια τέτοια ενίσχυση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 107 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της ΣΛΕΕ, για τον λόγο ότι δεν προωθεί την ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων ή ορισμένων οικονομικών περιοχών και ότι τα φορολογικά κίνητρα δεν υπόκεινται σε χρονικό περιορισμό, δεν έχουν φθίνοντα χαρακτήρα και δεν είναι αναλογικά με το μέτρο που είναι αναγκαίο για την επανόρθωση ενός ειδικού οικονομικού μειονεκτήματος στις εν λόγω περιφέρειες.

(351)

Κατά συνέπεια, η κρατική ενίσχυση την οποία χορήγησε το Λουξεμβούργο στην FFT και στον όμιλο Fiat μέσω της επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά.

9.   ΠΑΡΑΝΟΜΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ

(352)

Σύμφωνα με το άρθρο 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ενημερώνουν την Επιτροπή για κάθε σχέδιο χορήγησης ενισχύσεων (υποχρέωση κοινοποίησης) και δεν μπορούν να θέσουν σε εφαρμογή τα προτεινόμενα μέτρα ενίσχυσης προτού η Επιτροπή εκδώσει οριστική απόφαση γι αυτά (υποχρέωση αναστολής).

(353)

Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το Λουξεμβούργο δεν της κοινοποίησε κανένα σχέδιο έκδοσης της επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης και δεν τήρησε την υποχρέωση αναστολής που υπέχει δυνάμει του άρθρου 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 1 στοιχείο στ) του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου (194), η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης συνιστά παράνομη κρατική ενίσχυση η οποία τέθηκε σε εφαρμογή κατά παράβαση του άρθρου 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ.

10.   ΑΝΑΚΤΗΣΗ

(354)

Το άρθρο 16 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589 επιβάλλει στην Επιτροπή να διατάξει την ανάκτηση κάθε παράνομης ενίσχυσης που είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά. Η διάταξη αυτή διευκρινίζει επίσης ότι το οικείο κράτος μέλος λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση της παράνομης ενίσχυσης που κρίθηκε ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά. Το άρθρο 16 παράγραφος 2 του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι το ποσό της ενίσχυσης που πρέπει να ανακτηθεί περιλαμβάνει και τόκους, οι οποίοι υπολογίζονται από την ημερομηνία κατά την οποία η παράνομη ενίσχυση τέθηκε στη διάθεση του δικαιούχου μέχρι την ημερομηνία της ανάκτησής της. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής (195) περιγράφει τις μεθόδους υπολογισμού των τόκων που πρέπει να ανακτηθούν. Τέλος, το άρθρο 16 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589 ορίζει ότι «η ανάκτηση πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους, εφόσον αυτές επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής».

10.1.   Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη και ασφάλεια δικαίου

(355)

Το άρθρο 16 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589 ορίζει επίσης ότι η Επιτροπή δεν απαιτεί την ανάκτηση της ενίσχυσης, εάν αυτό αντίκειται σε γενική αρχή του δικαίου.

(356)

Το Λουξεμβούργο ισχυρίζεται καταρχάς ότι, βάσει της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, μια απόφαση που διαπιστώνει την ύπαρξη ενίσχυσης δεν μπορεί να τεθεί σε ισχύ πριν από τη λήξη της περιόδου ισχύος της σχετικής φορολογικής απόφασης προέγκρισης, δηλ., στην προκειμένη περίπτωση, πριν από το τέλος του φορολογικού έτους 2016. Κατά την άποψη του Λουξεμβούργου, τόσο η Ομάδα «Κώδικας δεοντολογίας» όσο και το φόρουμ του ΟΟΣΑ για τις επιζήμιες φορολογικές πρακτικές έχουν επιβεβαιώσει ότι η πρακτική των φορολογικών αποφάσεων προέγκρισης βάσει της εγκυκλίου ήταν σύμφωνη με τον κώδικα δεοντολογίας και τις κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ. Το Λουξεμβούργο υποστηρίζει, συνεπώς, ότι έχει επιβεβαιωθεί ρητά κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου της 27ης Μαΐου 2011 ότι, λαμβανομένης υπόψη της έκδοσης της εγκυκλίου, η πρακτική των φορολογικών αποφάσεων προέγκρισης δεν έπρεπε να εξεταστεί βάσει του κώδικα δεοντολογίας (196).

(357)

Κατά πάγια νομολογία, ένα κράτος μέλος, οι αρχές του οποίου χορήγησαν ενίσχυση κατά παράβαση των διαδικαστικών κανόνων του άρθρου 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, δεν μπορεί να επικαλεστεί τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ενός δικαιούχου για να δικαιολογήσει τη μη τήρηση της υποχρέωσης να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση μιας απόφασης της Επιτροπής που το διατάσσει να ανακτήσει την ενίσχυση. Η αποδοχή μιας τέτοιας δυνατότητας θα ακύρωνε κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα των άρθρων 107 και 108 της ΣΛΕΕ, στο μέτρο που οι εθνικές αρχές θα μπορούσαν έτσι να στηριχθούν στη δική τους παράνομη συμπεριφορά για να ματαιώσουν την αποτελεσματικότητα των αποφάσεων που εκδίδει η Επιτροπή βάσει των εν λόγω άρθρων της ΣΛΕΕ (197). Έτσι, δεν εναπόκειται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, αλλά στην επιχείρηση που λαμβάνει την ενίσχυση, να επικαλεστεί την ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων στις οποίες στηρίχθηκε η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη της, προκειμένου να αντιταχθεί στην επιστροφή μιας παράνομης ενίσχυσης (198). Εφόσον η FFT δεν προέβαλε κανένα επιχείρημα προς τον σκοπό αυτό στις παρατηρήσεις που υπέβαλε στην Επιτροπή, η Επιτροπή θεωρεί ότι το επιχείρημα του Λουξεμβούργου σχετικά με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν μπορεί να γίνει δεκτό για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης.

(358)

Σε κάθε περίπτωση, για να μπορεί να γίνει αποδεκτή μια επίκληση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, αυτή πρέπει να βασίζεται σε προγενέστερη πράξη της Επιτροπής που συνίστατο στην παροχή συγκεκριμένων διαβεβαιώσεων (199). Το Λουξεμβούργο υποστηρίζει ότι η συμφωνία που επιτεύχθηκε σε συνεδρίαση της Ομάδας «Κώδικας δεοντολογίας», ότι δεν είναι απαραίτητο να αξιολογηθεί το φορολογικό μέτρο του Λουξεμβούργου όσον αφορά τις επιχειρήσεις που ασκούν ενδοομιλικές δραστηριότητες χρηματοδότησης βάσει των κριτηρίων του κώδικα συμπεριφοράς, συνιστά συγκεκριμένη διαβεβαίωση, ικανή να δημιουργήσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι ο κώδικας δεοντολογίας που εγκρίθηκε από το Συμβούλιο ECOFIN (200) είναι ένα μη δεσμευτικό από νομική άποψη έγγραφο, σκοπός του οποίου είναι να παράσχει στα κράτη μέλη ένα πλαίσιο διαλόγου για τα μέτρα που έχουν, ή θα μπορούσαν να έχουν, σημαντική επίπτωση στον τόπο εγκατάστασης των οικονομικών δραστηριοτήτων των επιχειρήσεων στο εσωτερικό της Ένωσης. Ο κώδικας δεοντολογίας και οι διατάξεις για τις κρατικές ενισχύσεις επιδιώκουν διαφορετικούς στόχους. Συγκεκριμένα, ενώ ο κώδικας δεοντολογίας αποσκοπεί στην καταπολέμηση του αθέμιτου φορολογικού ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών μελών, ο στόχος της νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων είναι να διορθώσει τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που απορρέουν από την ευνοϊκή μεταχείριση την οποία παρέχουν τα κράτη μέλη σε ορισμένες επιχειρήσεις, ιδίως υπό μορφή μειώσεων φόρων. Επιπλέον, ενώ η Ομάδα «Κώδικας δεοντολογίας» διαθέτει σχετικό περιθώριο εκτιμήσεως, η Επιτροπή δεν διαθέτει καμία διακριτική ευχέρεια προκειμένου για να καθορίσει αν ένα ορισμένο μέτρο εμπίπτει στην έννοια των κρατικών ενισχύσεων, εφόσον η έννοια αυτή είναι αντικειμενική. Κατά συνέπεια, η συμφωνία που επιτεύχθηκε στην ομάδα «Κώδικας δεοντολογίας» δεν μπορεί να δεσμεύσει ούτε να περιορίσει τη δράση της Επιτροπής κατά την άσκηση των εξουσιών που της παρέχει η ΣΛΕΕ στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων (201).

(359)

Η ίδια συλλογιστική ισχύει και για τις συμφωνίες που διαμορφώθηκαν στο πλαίσιο του φόρουμ του ΟΟΣΑ για τις επιζήμιες φορολογικές πρακτικές. Στη συνεδρίασή του της 6ης Δεκεμβρίου 2011, το φόρουμ του ΟΟΣΑ συμφώνησε στα ακόλουθα (στην αγγλική): «[…]τα ακόλουθα 10 καθεστώτα δεν έπρεπε να εξεταστούν διεξοδικότερα… Λουξεμβούργο»— προηγμένη φορολογική ανάλυση της ενδοομιλικής χρηματοδότησης» (ελεύθερη μετάφραση). Ο ΟΟΣΑ δεν είναι θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ένωση δεν είναι μέλος αυτού του οργανισμού (202). Τα συμπεράσματα αυτά, τα οποία έχουν μη δεσμευτικό χαρακτήρα, δεν μπορούν να δεσμεύσουν τα όργανα της Ένωσης. Το φόρουμ του ΟΟΣΑ, χωρίς να δώσει καμία συγκεκριμένη διαβεβαίωση, απέφυγε να εξετάσει διεξοδικότερα τη φορολογική ανάλυση του Λουξεμβούργου για τις δραστηριότητες ενδοομιλικής χρηματοδότησης. Επομένως, είναι αδύνατο, με βάση αυτό το απόσπασμα, να συναχθεί το παραμικρό συμπέρασμα ως προς την εφαρμογή των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων στην επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης.

(360)

Δεύτερον, το Λουξεμβούργο ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της ασφάλειας δικαίου. Παραπέμπει σε προηγούμενη πρακτική της Επιτροπής κατά τη λήψη αποφάσεων σύμφωνα με την οποία η ίδια δέχθηκε τον περιορισμό της ανάκτησης βάσει αυτής της αρχής.

(361)

Ωστόσο, δεν υφίσταται καμία προηγούμενη πρακτική λήψης αποφάσεων που θα μπορούσε να δημιουργήσει αβεβαιότητα όσον αφορά το γεγονός ότι οι φορολογικές αποφάσεις προέγκρισης μπορεί να συνεπάγονται τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων. Συγκεκριμένα, στην απόφαση στην οποία παραπέμπει το Λουξεμβούργο, η Επιτροπή περιόρισε την ανάκτηση λόγω της αβεβαιότητας που προκάλεσε προγενέστερη απόφαση της Επιτροπής. Αντιθέτως, στην παρούσα υπόθεση, η ανακοίνωση σχετικά με την άμεση φορολογία των επιχειρήσεων αναφέρεται ρητά στις φορολογικές αποφάσεις προέγκρισης και στις περιστάσεις υπό τις οποίες πρέπει να θεωρείται ότι συνεπάγονται τη χορήγηση κρατικής ενίσχυσης.

(362)

Όσον αφορά το επιχείρημα του Λουξεμβούργου ότι το ποσό της ενίσχυσης δεν μπορεί να προσδιοριστεί ποσοτικά με ακρίβεια, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τον νεωτερικό χαρακτήρα της προκριθείσας προσέγγισης, και ότι πρέπει, συνεπώς, να αποκλειστεί η ανάκτηση, η Επιτροπή επισημαίνει ότι έχει εφαρμόσει την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού στην προηγούμενη πρακτική της κατά τη λήψη αποφάσεων, ιδίως όσον αφορά τα μέτρα που θέσπισε το Λουξεμβούργο, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η παραβίαση της αρχής αυτής μπορούσε να αποτελεί κρατική ενίσχυση (203). Το συμπέρασμα αυτό επικυρώθηκε εξάλλου από το Δικαστήριο (204). Η προσέγγιση της Επιτροπής σε σχέση με την επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης δεν είναι συνεπώς νέα. Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να αγνοούν ότι μια συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ μιας φορολογικής αρχής και μιας εταιρείας, η οποία παρέχει στην εταιρεία αυτή ευνοϊκή μεταχείριση που συνίσταται στην τεχνητή μείωση της φορολογητέας βάσης της, λόγω του ότι η εφαρμοζόμενη ενδοομιλική τιμολόγηση δεν παρέχει μια αξιόπιστη προσέγγιση ενός αποτελέσματος που βασίζεται στα δεδομένα της αγοράς, οδηγεί σε παραβίαση της νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων και πρέπει, σε περίπτωση αμφιβολίας, να κοινοποιηθεί στην Επιτροπή.

(363)

Τέλος, όσον αφορά την εικαζόμενη δυσκολία ποσοτικού προσδιορισμού του ποσού της ενίσχυσης που θα δικαιολογούσε τη μη έκδοση διάταξης για ανάκτηση, το Δικαστήριο έκρινε σε προγενέστερο χρόνο (205) ότι η Επιτροπή δεν είναι υποχρεωμένη να προσδιορίσει το ακριβές ποσό της ενίσχυσης που πρέπει να ανακτηθεί. Το δίκαιο της Ένωσης απαιτεί απλώς η ανάκτηση των παρανόμως χορηγηθεισών ενισχύσεων να καταλήγει στην επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και η επιστροφή αυτή να πραγματοποιείται κατά τον τρόπο που καθορίζει το εθνικό δίκαιο (206). Επομένως, η Επιτροπή μπορεί να περιοριστεί στη διαπίστωση της υποχρέωσης για ανάκτηση των εν λόγω ενισχύσεων και να αφήσει στις εθνικές αρχές τη μέριμνα για τον υπολογισμό του ακριβούς ποσού των ενισχύσεων που πρέπει να ανακτηθεί (207).

(364)

Η Επιτροπή είναι συνεπώς σε θέση να συμπεράνει ότι τα επιχειρήματα που αντλούνται από τις αρχές της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου που επικαλείται το Λουξεμβούργο είναι αβάσιμα όσον αφορά την υποχρέωση ανάκτησης της ενίσχυσης που έχει χορηγηθεί παράνομα στην FFT μέσω της επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης.

10.2.   Μέθοδος ανάκτησης

(365)

Σύμφωνα με τη ΣΛΕΕ και κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η Επιτροπή είναι αρμόδια να αποφασίσει αν το οικείο κράτος οφείλει να καταργήσει ή να τροποποιήσει την ενίσχυση, εάν διαπιστώσει ότι αυτή είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά. Επίσης, κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η υποχρέωση ενός κράτους μέλους να καταργήσει μια ενίσχυση την οποία η Επιτροπή έκρινε ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά αποσκοπεί στην επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Συναφώς, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται όταν ο δικαιούχος επιστρέψει τα ποσά που χορηγήθηκαν υπό μορφή παράνομης ενίσχυσης, χάνοντας με τον τρόπο αυτό το πλεονέκτημα που απολάμβανε στην αγορά έναντι των ανταγωνιστών του, και αποκατασταθεί η κατάσταση που επικρατούσε πριν από την καταβολή της ενίσχυσης.

(366)

Στην περίπτωση που η παράνομη κρατική ενίσχυση έχει τη μορφή φορολογικού μέτρου, η παράγραφος 35 της ανακοίνωσης σχετικά με την άμεση φορολογία των επιχειρήσεων (208) διευκρινίζει ότι το ποσό που πρέπει να ανακτηθεί υπολογίζεται συγκρίνοντας το ποσό του φόρου που καταβλήθηκε πραγματικά με εκείνο που έπρεπε να καταβληθεί βάσει του γενικά εφαρμοζόμενου κανόνα. Για να προσδιορίσει το ποσό του φόρου που έπρεπε να καταβληθεί, εάν είχαν τηρηθεί οι κανόνες γενικής εφαρμογής, δηλ. αν η αρχή του πλήρους ανταγωνισμού είχε εφαρμοστεί ορθά με σκοπό τον καθορισμό της φορολογητέας βάσης της FFT στο Λουξεμβούργο, η λουξεμβουργιανή φορολογική διοίκηση πρέπει να τροποποιήσει τη μέθοδο του ετήσιου υπολογισμού που χρησιμοποιεί η FFT στο πλαίσιο της μεθόδου MTMN με βάση το μοντέλο MEDAF, ήτοι i) το ποσό των αμειβομένων ιδίων κεφαλαίων και ii) το επίπεδο της αμοιβής που εφαρμόζεται στο ποσό των απαιτούμενων ιδίων κεφαλαίων, σύμφωνα με την αξιολόγηση που αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη (311) ανωτέρω.

(367)

Καμία διάταξη του δικαίου της Ένωσης δεν υποχρεώνει την Επιτροπή, όταν αυτή διατάσσει την ανάκτηση μιας ενίσχυσης που κηρύσσεται ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά, να καθορίσει το ακριβές ποσό της ενίσχυσης που πρέπει να επιστραφεί. Αρκεί, αντιθέτως, η απόφαση της Επιτροπής να περιέχει στοιχεία βάσει των οποίων ο αποδέκτης της να μπορεί να καθορίσει ο ίδιος, χωρίς υπέρμετρη δυσκολία, αυτό το ποσό (209).

(368)

Η Επιτροπή πρότεινε, στο τμήμα 7.2.2.10 και συγκεκριμένα στην αιτιολογική σκέψη (311), μια μέθοδο ικανή να εξαλείψει το επιλεκτικό πλεονέκτημα που παρείχε στην FFT η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης (210), εάν το Λουξεμβούργο διατηρήσει τη μέθοδο MTMN για τον καθορισμό της φορολογητέας βάσης της FFT. Γνωρίζει, ασφαλώς, ότι και άλλες μέθοδοι καθορισμού της ενδοομιλικής τιμολόγησης μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε αξιόπιστη προσέγγιση ενός αποτελέσματος με βάση τα δεδομένα της αγοράς, σύμφωνα με την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια, εάν το Λουξεμβούργο προτείνει, πριν από την ημερομηνία εφαρμογής της παρούσας απόφασης, μια μέθοδο ανάκτησης που χρησιμοποιεί άλλη μεθοδολογία ενδοομιλικής τιμολόγησης, η Επιτροπή είναι έτοιμη να αποδεχθεί αυτή τη μέθοδο, υπό την προϋπόθεση ότι οδηγεί σε αξιόπιστη προσέγγιση ενός αποτελέσματος που βασίζεται στα δεδομένα της αγοράς και ότι η εν λόγω μέθοδος, ανεξάρτητα από την επιλογή που θα προκριθεί, δεν θα επαναλάβει τις επιλογές και τις προσαρμογές που πραγματοποίησε ο φοροτεχνικός σύμβουλος της FFT στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση, οι οποίες κατά την άποψη της Επιτροπής αποκλίνουν από την αρχή του πλήρους ανταγωνισμού.

(369)

Ειδικότερα, η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να γίνουν προσαρμογές στα λογιστικά ίδια κεφάλαια για τον υπολογισμό του ύψους των ιδίων κεφαλαίων που πρέπει να αμειφθούν. Επιπλέον, όσον αφορά την εκτιμώμενη αμοιβή αυτών των ιδίων κεφαλαίων με όρους πλήρους ανταγωνισμού, εάν η χρησιμοποίηση του μοντέλου MEDAF κριθεί αδικαιολόγητα περιοριστική, αυτό μπορεί κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί για τον καθορισμό της ενδοομιλικής τιμολόγησης, αρκεί να μη χρησιμοποιηθεί για να υπάρξει σαφής απόκλιση από ένα αποτέλεσμα που βασίζεται στα δεδομένα της αγοράς, το οποίο αποτυπώνεται στην απόδοση των ιδίων κεφαλαίων που παρατηρείται σε συγκρίσιμες εταιρείες.

10.3.   Οντότητα από την οποία πρέπει να ανακτηθεί η ενίσχυση

(370)

Με βάση τις παρατηρήσεις που διατυπώνονται στις αιτιολογικές σκέψεις (341) έως (345), η Επιτροπή θεωρεί ότι το Λουξεμβούργο οφείλει καταρχάς να ανακτήσει από την FFT την παράνομη και ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά ενίσχυση που χορηγήθηκε μέσω της επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης. Εάν η FFT αδυνατεί να επιστρέψει ολόκληρο το ποσό της ενίσχυσης που έλαβε μέσω της επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης, το Λουξεμβούργο οφείλει να ανακτήσει το υπόλοιπο ποσό αυτής της ενίσχυσης από τη Fiat Chrysler Automobiles N.V., η οποία διαδέχθηκε τη Fiat S.p.A., δεδομένου ότι αυτή είναι η οντότητα που ελέγχει τον όμιλο Fiat, έτσι ώστε να αποκατασταθεί η κατάσταση του ανταγωνισμού που επικρατούσε προηγουμένως στην αγορά.

11.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(371)

Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, μέσω της επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης, το Λουξεμβούργο χορήγησε παράνομα κρατική ενίσχυση στην FFT και στον όμιλο Fiat, κατά παράβαση του άρθρου 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ, ότι η εν λόγω ενίσχυση είναι ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά και, ως εκ τούτου, βάσει του άρθρου 16 του κανονισμού (ΕΕ) 2015/1589, πρέπει να επιστραφεί στο Λουξεμβούργο από την FFT και, εάν η FFT δεν επιστρέψει ολόκληρο το ποσό της ενίσχυσης, το ποσό της μη επιστραφείσας ενίσχυσης πρέπει να ανακτηθεί από τη Fiat Chrysler Automobiles N.V.,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η φορολογική απόφαση προέγκρισης που εκδόθηκε από το Λουξεμβούργο στις 3 Σεπτεμβρίου 2012 υπέρ της Fiat Finance and Trade Ltd, η οποία επιτρέπει στην εταιρεία αυτή να καθορίζει τη φορολογητέα βάση της στο Λουξεμβούργο σε ετήσια βάση για περίοδο πέντε ετών, συνιστά ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά, που τέθηκε παράνομα σε εφαρμογή από το Λουξεμβούργο κατά παράβαση του άρθρου 108 παράγραφος 3 της ΣΛΕΕ.

Άρθρο 2

1.   Το Λουξεμβούργο υποχρεούται να ανακτήσει την παράνομη και ασυμβίβαστη ενίσχυση που αναφέρεται στο άρθρο 1 από τη Fiat Finance and Trade Ltd.

2.   Κάθε ποσό που δεν μπορεί να ανακτηθεί από τη Fiat Finance and Trade Ltd μετά την ανάκτηση που περιγράφεται στην παράγραφο 1 θα ανακτηθεί από τη Fiat Chrysler Automobiles N.V.

3.   Τα προς ανάκτηση ποσά βαρύνονται με τόκο από την ημερομηνία κατά την οποία τέθηκαν στη διάθεση των δικαιούχων μέχρι την πραγματική ανάκτησή τους.

4.   Οι τόκοι υπολογίζονται με τη μέθοδο του ανατοκισμού σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου V του κανονισμού (EΚ) αριθ. 794/2004.

Άρθρο 3

1.   Η ανάκτηση της χορηγηθείσας ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 1 είναι άμεση και πραγματική.

2.   Το Λουξεμβούργο μεριμνά για την εκτέλεση της παρούσας απόφασης εντός τεσσάρων μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησής της.

Άρθρο 4

1.   Εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, το Λουξεμβούργο κοινοποιεί στην Επιτροπή τα στοιχεία σχετικά με τη μέθοδο που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του ακριβούς ποσού της ενίσχυσης.

2.   Το Λουξεμβούργο ενημερώνει την Επιτροπή για την πρόοδο των εθνικών μέτρων που ελήφθησαν για την εκτέλεση της παρούσας απόφασης μέχρι να ολοκληρωθεί η ανάκτηση της ενίσχυσης που αναφέρεται στο άρθρο 1. Διαβιβάζει αμέσως, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, κάθε πληροφορία σχετικά με τα μέτρα που έχει ήδη λάβει και προβλέψει για να συμμορφωθεί με την παρούσα απόφαση.

Άρθρο 5

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου.

Βρυξέλλες, 21 Οκτωβρίου 2015.

Για την Επιτροπή

Margrethe VESTAGER

Μέλος της Επιτροπής


(1)  Από την 1η Δεκεμβρίου 2009, τα άρθρα 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ έγιναν αντίστοιχα άρθρα 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ»). Οι δύο δέσμες διατάξεων είναι κατ' ουσίαν ταυτόσημες. Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, οι παραπομπές στα άρθρα 107 και 108 της ΣΛΕΕ θεωρούνται, κατά περίπτωση, παραπομπές στα άρθρα 87 και 88 αντιστοίχως της Συνθήκης ΕΚ. Η ΣΛΕΕ εισήγαγε επίσης ορισμένες αλλαγές στην ορολογία, όπως η αντικατάσταση του όρου «Κοινότητα» από τον όρο «Ένωση» και του όρου «κοινή αγορά» από τον όρο «εσωτερική αγορά». Στην παρούσα απόφαση χρησιμοποιείται η ορολογία της ΣΛΕΕ.

(2)   ΕΕ C 369 της 17.10.2014, σ. 37.

(3)  Στοιχεία αναφοράς HT.4020 — Πρακτικές έκδοσης φορολογικών αποφάσεων προέγκρισης.

(4)  Στις επιστολές τους, οι λουξεμβουργιανές αρχές χρησιμοποιούν τον όρο «προαπόφαση» και όχι φορολογική απόφαση προέγκρισης (« ruling fiscal»). Και οι δύο διατυπώσεις παραπέμπουν, ωστόσο, σε διαδικασία του ίδιου τύπου, η οποία παρέχει στον φορολογούμενο κάποιο βαθμό βεβαιότητας ως προς τον τρόπο με τον οποίο η νομοθεσία περί φορολογίας των εταιρειών θα εφαρμοστεί σε μια δεδομένη περίπτωση. Στην παρούσα απόφαση θα χρησιμοποιείται ο όρος «φορολογική απόφαση προέγκρισης», αλλά το νόημά του είναι ταυτόσημο με αυτό του όρου «προαπόφαση».

(5)  Με αριθμό υπόθεσης SA.37267 (2013/CP) — Πρακτικές έκδοσης φορολογικών αποφάσεων — LU.

(6)  Οι λουξεμβουργιανές αρχές είχαν απαλείψει πολύ συγκεκριμένες πληροφορίες, όπως οι επωνυμίες εταιρειών και θυγατρικών.

(*1)  Ορισμένα σημεία του παρόντος κειμένου έχουν απαλειφθεί για να μην αποκαλυφθούν για λόγους τήρησης του απορρήτου· τα μέρη αυτά σημειώνονται με αποσιωπητικά μέσα σε αγκύλες.

(7)  Όσον αφορά την έρευνα της Επιτροπής για την FFT, η Επιτροπή άνοιξε νέα υπόθεση και απέστειλε την επιστολή υπενθύμισης της 7ης Απριλίου 2014 και όλες τις επακόλουθες ανακοινώσεις με αριθμό υπόθεσης SA.38375 (2014/CP) — Λουξεμβούργο — Εικαζόμενη ενίσχυση στην FFT.

(8)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1). Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 659/1999 έχει καταργηθεί από τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 248 της 24.9.2015, σ. 9) με ισχύ από τις 14 Οκτωβρίου 2015. Όλα τα διαδικαστικά μέτρα που ελήφθησαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εγκρίθηκαν δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999. Οι παραπομπές στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 659/1999 πρέπει να νοούνται ως παραπομπές στον κανονισμό (ΕΕ) 2015/1589 και να διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας στο παράρτημα ΙΙ του τελευταίου.

(9)  Βλέπε υποσημείωση 2.

(10)  Βλέπε υποσημείωση 2.

(11)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (16).

(12)  Με αριθμό υπόθεσης SA.37267 — Πρακτικές έκδοσης φορολογικών αποφάσεων — Λουξεμβούργο.

(13)  Η επιστολή της 24ης Μαρτίου 2015 διαβιβάστηκε στην Επιτροπή στις 24 Μαρτίου 2014 και εκ νέου στις 26 Μαρτίου 2015.

(14)  Βλ. ετήσια έκθεση της Fiat Chrysler Automobiles για το οικονομικό έτος 2014. Στην παρούσα απόφαση, οι αναφορές στη Fiat S.p.A. μπορούν να νοούνται ως αναφορές στη Fiat Chrysler Automobiles N.V., και αντιστρόφως.

(15)  Η έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση αναφέρεται ενίοτε στην FFT και άλλοτε στην «FF&T» για να ορίσει την ίδια οντότητα.

(16)  Ορισμένα μέρη της περιγραφής των καθηκόντων που ασκούνται «από τη Fiat S.p.A.» στην υποβληθείσα από το Λουξεμβούργο έκδοση της επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης, η οποία περιγράφεται στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, είχαν απαλειφθεί. Η ένδειξη «από τη Fiat S.p.A.» είχε προστεθεί σε αυτή την περιγραφή, με βάση τη μη επιμελημένη έκδοση της εν λόγω φορολογικής απόφασης προέγκρισης που υποβλήθηκε από το Λουξεμβούργο στις 24 Μαρτίου 2014.

(17)  Η έκθεση σχετικά με την ενδοομιλική τιμολόγηση δεν αιτιολογεί την εν λόγω δήλωση.

(18)  Ωστόσο, η επίμαχη φορολογική απόφαση προέγκρισης θα τερματιστεί, αν διαπιστωθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά ή οι συνθήκες που περιγράφονται στην αίτηση ήταν ελλιπείς ή ανακριβείς, εάν τα βασικά στοιχεία των πραγματικών συναλλαγών είναι διαφορετικά από αυτά που περιγράφονται στην αίτηση παροχής πληροφοριών ή εάν η εκ των προτέρων συμφωνία ενδοομιλικής τιμολόγησης δεν ήταν πλέον σύμφωνη με το εθνικό ή το διεθνές δίκαιο.

(19)  Στις αιτιολογικές σκέψεις (44) έως (46) της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας εξηγούνται λεπτομερέστερα οι λόγοι που προέβαλε ο φοροτεχνικός σύμβουλος για την επιλογή της μεθόδου MTMN για τον προσδιορισμό του φορολογητέου κέρδους της FFT.

(20)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (51).

(21)  Το MEDAF χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του απαιτούμενου θεωρητικού συντελεστή απόδοσης για τα στοιχεία ενεργητικού, και ειδικότερα για τα ίδια κεφάλαια. Οι αιτιολογικές σκέψεις 39 έως 42 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας περιγράφουν με μεγαλύτερη ακρίβεια το MEDAF.

(22)  Επιτροπή τραπεζικής εποπτείας της Βασιλείας, Διεθνής σύγκλιση μέτρησης κεφαλαίων και κεφαλαιακών προτύπωνΑναθεωρημένο πλαίσιο, Ιούνιος 2004 (στο εξής «πλαίσιο Βασιλείας ΙΙ»).

(23)  Επειδή η FFT δεν υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο, η ερμηνεία του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ στην περίπτωση της FFT από τον φοροτεχνικό σύμβολο για τους σκοπούς της έκδοσης της επίμαχης φορολογικής απόφασης προέγκρισης δεν έχει εξεταστεί ούτε επικυρωθεί από κάποια ρυθμιστική αρχή των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων.

(24)  Τα «ίδια κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για την άσκηση των καθηκόντων» δεν φαίνεται να αντιστοιχούν σε καμία επί τούτου καθορισμένη εποπτική κατηγορία ιδίων κεφαλαίων.

(25)  Οι διατυπώσεις «ίδια κεφάλαια εκτεθειμένα σε κίνδυνο», «ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις», «ελάχιστα ίδια κεφάλαια που απαιτούνται από το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ», «ελάχιστα ίδια κεφάλαια εκτεθειμένα σε κίνδυνο» και «ελάχιστα ίδια κεφάλαια» χρησιμοποιούνται αδιακρίτως σε όλο το κείμενο της έκθεσης σχετικά με την ενδοομιλική τιμολόγηση, αλλά παραπέμπουν στην ίδια έννοια, δηλ. των υποθετικών εποπτικών κεφαλαίων της FFT, όπως αυτά εκτιμώνται από τον φοροτεχνικό σύμβουλο με εφαρμογή του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ κατ' αναλογία.

(26)  Τα ίδια κεφάλαια της FFT μειώθηκαν κατά την αξία των συμμετοχών στην FFNA και την FFC, οι οποίες αμείβονται από μερίσματα.

(27)  Τα «ίδια κεφάλαια που καλύπτουν τις ασκούμενες λειτουργίες» είναι μια άλλη ονομασία που χρησιμοποιεί ο φοροτεχνικός σύμβουλος για να δηλώσει τα «ίδια κεφάλαια που χρησιμοποιούνται για την άσκηση των καθηκόντων», έκφραση την οποία εισήγαγε φοροτεχνικός σύμβουλος στην έκθεση.

(28)  Το 25ο εκατοστημόριο των συντελεστών βήτα χρησιμοποιήθηκε από τον φοροτεχνικό σύμβουλο κατά την εφαρμογή της MEDAF, διότι έκρινε ότι η FFT διέτρεχε περιορισμένους κινδύνους

(29)  Δεδομένα που συγκέντρωσε ο καθηγητής A. Damodaran, διαθέσιμα στον δικτυακό τόπο: http://pages.stern.nyu.edu/~adamodar/

(30)  Ετήσια μέση τιμή 2011 του δείκτη EONIA (Euro Overnight Index Average).

(31)  Με τον όρο συμμετοχή νοείται μια επένδυση στις μετοχές (τα ίδια κεφάλαια) μιας εταιρείας.

(32)  Αιτιολογική σκέψη (54).

(33)  Διατίθεται στον ιστότοπο: http://www.impotsdirects.public.lu/legislation/legi11/Circulaire_L_I_R__n___164-2_du_28_janvier_2011.pdf

(34)  Με τον όρο «εταιρεία χρηματοδότησης ομίλου» πρέπει να νοείται κάθε οντότητα η οποία ασκεί κατά κύριο λόγο πράξεις ενδοομιλικής χρηματοδότησης εκτός από την κατοχή συμμετοχών (εγκύκλιος, σ. 1).

(35)  Με τον όρο «πράξη ενδοομιλικής χρηματοδότησης» νοείται κάθε δραστηριότητα που συνίσταται στη χορήγηση δανείων ή προκαταβολών σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις, αναχρηματοδοτούμενων από χρηματοπιστωτικά μέσα και οργανισμούς, όπως δημόσιες εκδόσεις, ιδιωτικά δάνεια, προκαταβολές ή τραπεζικά δάνεια (εγκύκλιος, σ. 1).

(36)  Δύο επιχειρήσεις είναι «συνδεδεμένες επιχειρήσεις» όταν η μία από αυτές συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο της άλλης επιχείρησης, ή τα ίδια πρόσωπα συμμετέχουν άμεσα ή έμμεσα στη διοίκηση, τον έλεγχο ή το κεφάλαιο των επιχειρήσεων (εγκύκλιος, σ. 1).

(37)  Εγκύκλιος, σ. 2.

(38)  Στο ίδιο.

(39)  Στο ίδιο.

(40)  Εγκύκλιος, σ. 3.

(41)  Εγκύκλιος, σ. 4.

(42)  Εγκύκλιος, σ. 7.

(43)  Εγκύκλιος, σσ. 5 έως 8.

(44)  Οι φορολογικές διοικήσεις των χωρών μελών του ΟΟΣΑ ενθαρρύνονται να εφαρμόζουν αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές. Κατά κανόνα, ωστόσο, οι κατευθυντήριες γραμμές αποτελούν σημείο αναφοράς και ασκούν σαφή επιρροή στις φορολογικές πρακτικές των χωρών μελών του ΟΟΣΑ (ακόμη και σε χώρες μη μέλη).

(45)  Οι φορολογικές διοικήσεις και οι νομοθέτες έχουν επίγνωση αυτού του προβλήματος και η φορολογική νομοθεσία επιτρέπει κατά κανόνα στις φορολογικές αρχές να διορθώνουν τις φορολογικές δηλώσεις καθετοποιημένων επιχειρήσεων που δεν εφαρμόζουν σωστά τις τιμές των ενδοομιλικών συναλλαγών, αντικαθιστώντας τες με τιμές που αντιστοιχούν σε μια αξιόπιστη κατά προσέγγιση εκτίμηση των τιμών που είναι αποδεκτές από ανεξάρτητες εταιρείες συναλλασσόμενες σε συγκρίσιμες περιστάσεις υπό συνθήκες πλήρους ανταγωνισμού.

(46)  Κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση με αποδέκτες τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και τις φορολογικές αρχές, ΟΟΣΑ, Ιούλιος του 1995.

(47)  Κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ για την ενδοομιλική τιμολόγηση με αποδέκτες τις πολυεθνικές επιχειρήσεις και τις φορολογικές αρχές, ΟΟΣΑ, 22 Ιουλίου 2010.

(48)  Οδηγία 2006/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων (ΕΕ L 177 της 30.6.2006, σ. 1).

(49)  Οι τιμές αυτές έχουν κοινοποιηθεί από το Λουξεμβούργο στα στοιχεία που υποβλήθηκαν στις 24 Μαρτίου 2015. Οι τιμές που αφορούν τη φορολογητέα βάση δεν είναι απολύτως ταυτόσημες με τα φορολογητέα κέρδη που δηλώνονται στους λογαριασμούς.

(50)  Βλ. αιτιολογική σκέψη 21 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας.

(51)  Βλ. αιτιολογική σκέψη 24 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας.

(52)  Βλ. αιτιολογική σκέψη 51 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας για τα χρηματοοικονομικά δεδομένα που αφορούν την FFT για την περίοδο 2009-2011, τα οποία παρουσιάζονται στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση. Ο πίνακας 8 παραπέμπει στην ορολογία που χρησιμοποιείται στην ετήσια έκθεση και στα στοιχεία που κοινοποίησε η Fiat στις 31 Μαρτίου 2015, ορολογία που ενδεχομένως δεν αντιστοιχεί πλήρως στην ορολογία που χρησιμοποιεί ο φοροτεχνικός σύμβουλος στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση.

(53)  Το Λουξεμβούργο διευκρίνισε ότι, για τα έτη 2011-2013, το ασφάλιστρο εγγύησης καταβλήθηκε στη Fiat S.p.A.· για το 2010, το στοιχείο αυτό δεν αναφέρεται στην ετήσια έκθεση.

(*2)  Τα αριθμητικά στοιχεία σε παρένθεση πρέπει να ερμηνεύονται σε συνδυασμό με το πρόθεμα «περίπου». Όλα τα αριθμητικά στοιχεία στρογγυλεύονται σε πολλαπλάσια του 50, 500, 5 000, 500 000 ή 5 000 000.

(54)   «Euro Medium Term Note» — Ευρωπαϊκό πρόγραμμα έκδοσης μεσοπρόθεσμων εμπορικών χρεογράφων.

(55)  Απόδοση ιδίων κεφαλαίων.

(56)  Απόφαση 2014/200/ΕΕ της Επιτροπής, της 17ης Ιουλίου 2013, σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων SA.21233 C/11 (πρώην NN/11, πρώην CP 137/06) που έθεσε σε εφαρμογή η Ισπανία — Φορολογικό καθεστώς που διέπει ορισμένες συμφωνίες χρηματοδοτικής μίσθωσης, γνωστό και ως «ισπανικό φορολογικό καθεστώς χρηματοδοτικής μίσθωσης» (ΕΕ L 114 της 16.4.2014, σ. 1).

(57)  Απόφαση 2008/283/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Νοεμβρίου 2007, σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων που έθεσε σε εφαρμογή το Βέλγιο υπέρ των κέντρων συντονισμού που είναι εγκατεστημένα στο Βέλγιο και η οποία τροποποιεί την απόφαση 2003/757/ΕΚ (ΕΕ L 90 της 2.4.2008, σ. 7).

(58)  Απόφαση 2006/621/ΕΚ της Επιτροπής, της 2ας Αυγούστου 2004, σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Γαλλία στη France Télécom (ΕΕ L 257 της 20.9.2006, σ. 11).

(59)  Αυτό εξηγείται στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση με το γεγονός ότι οι επενδύσεις στην FFNA και την FFC θα αμείβονταν με μερίσματα.

(60)  Το Λουξεμβούργο παραπέμπει για το θέμα αυτό στην ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, της 4ης Ιουνίου 2014, σχετικά με τις εργασίες του κοινού φόρουμ της ΕΕ για τον καθορισμό των τιμών μεταβίβασης από τον Ιούλιο του 2012 έως τον Ιανουάριο του 2014 [COM(2014) 315 final].

(61)  Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα: «49(xv). Αποφασίστηκε να γίνουν οι ακόλουθες εκπτώσεις στα ίδια κεφάλαια για τον υπολογισμό του δείκτη κεφαλαίου σταθμισμένου κινδύνου. Οι εν λόγω εκπτώσεις περιλαμβάνουν: […] τις επενδύσεις στις θυγατρικές που ασκούν τραπεζική και χρηματοοικονομική δραστηριότητα, οι οποίες δεν ενοποιούνται στα εθνικά συστήματα. Η συνήθης πρακτική συνίσταται στην ενοποίηση των θυγατρικών για την αξιολόγηση του επιπέδου των ιδίων κεφαλαίων των τραπεζικών ομίλων. Όταν δεν ακολουθείται αυτή η πρακτική, απαιτείται μια έκπτωση με στόχο να αποφευχθεί η πολλαπλή χρήση των ίδιων ιδίων κεφαλαίων σε διαφορετικές μονάδες του ομίλου. Οι επενδύσεις αυτές εκπίπτουν δυνάμει της παραγράφου 37 ανωτέρω. Τα στοιχεία του ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν συμμετοχές σε θυγατρικές εταιρείες το κεφάλαιο των οποίων έχει αφαιρεθεί από το κεφάλαιο της μητρικής εταιρίας δεν θα περιλαμβάνονται στο σύνολο των στοιχείων ενεργητικού για τους σκοπούς του υπολογισμού του δείκτη.».

(62)  Το άρθρο 57 ορίζει ότι τα μη ενοποιημένα ίδια κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων δεν περιλαμβάνουν «ιβ) τις συμμετοχές σε άλλα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα που υπερβαίνουν το 10 % του κεφαλαίου αυτών των ιδρυμάτων».

(63)  Αυτό εξηγείται από τον υψηλό βαθμό ολοκλήρωσης των δραστηριοτήτων του ομίλου και από τη στήριξη της Fiat S.p.A. προς τις θυγατρικές της κατά το παρελθόν. Κατά την FFT, οι οργανισμοί αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας χρησιμοποιούν τους ενοποιημένους λογαριασμούς του ομίλου για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας της Fiat S.p.A.

(64)  Η FFT συναλλάσσεται μόνον με μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που βρίσκονται σε χώρες της ζώνης του ευρώ, κυρίως σε εκείνες οι εθνικές εποπτικές αρχές των οποίων έχουν επικυρώσει την «επιλογή 1» (επιλογή που επιτρέπει αναφορά στη διαβάθμιση του δανειζόμενου κράτους και όχι στη διαβάθμιση της τράπεζας). Επιπλέον, η ΟΚΑ III αποδίδει συντελεστή στάθμισης κινδύνου 0 % για τα δανειζόμενα κράτη που εκδίδουν ομολογίες στο εθνικό τους νόμισμα, ανεξάρτητα από τη διαβάθμισή τους (παράρτημα VI, μέρος 1, σημείο 1.2, παράγραφος 4). Ως εκ τούτου, η FFT και [ο φοροτεχνικός σύμβουλος] θεωρούν ότι το πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙ και οι διατάξεις της ΟΚΑ επιτρέπουν να εφαρμοστεί στις εν λόγω τράπεζες συντελεστής στάθμισης κινδύνου χαμηλότερος κατά μία βαθμίδα από τον συντελεστή που εφαρμόζεται στο κράτος στο οποίο λειτουργεί η τράπεζα. Μια τέτοια εφαρμογή του πλαισίου της Βασιλείας ΙΙ οδηγεί στην επιλογή του συντελεστή στάθμισης κινδύνου 20 % στο άνοιγμα της FFT στις τράπεζες. Η συλλογιστική αυτή εφαρμόζεται τόσο για τους πιστωτικούς κινδύνους όσο και για τους κινδύνους αντισυμβαλλομένου της FFT έναντι των τραπεζών.

(65)  Επιτροπή της Βασιλείας για την τραπεζική εποπτεία, Διεθνές ρυθμιστικό πλαίσιο του τομέα των τραπεζών (Βασιλεία III).

(66)  Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 338).

(67)  Η FFT υποστηρίζει αυτό το επιχείρημα παραπέμποντας στο σημείο 5.3.2 της ανακοίνωσης της Επιτροπής σχετικά με τη φορολογία των επιχειρήσεων στην εσωτερική αγορά [COM(2011) 582 final της 23ης Οκτωβρίου 2011].

(68)  Συναφώς, η FFT παραπέμπει στην απόφαση της Επιτροπής για την Umicore [απόφαση της Επιτροπής της 26ης Μαΐου 2010 σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε στην Umicore S.A., C 76/2003 (πρώην NN 68/2003)], στην οποία έκρινε ότι ένα φορολογικό πλεονέκτημα θα έπρεπε να είναι «δυσανάλογο» για να εξεταστεί υπό το πρίσμα των διατάξεων περί κρατικών ενισχύσεων.

(69)  Ιδίως στην απόφαση της Επιτροπής της 28ης Οκτωβρίου 2009 για την κρατική ενίσχυση C 10/07 (ex NN 13/07) που χορήγησε η Ουγγαρία για φορολογικές εκπτώσεις για εντός των ομίλων τόκους («απόφαση σχετικά με το φορολογικό καθεστώς των τόκων για τους ομίλους στην Ουγγαρία»).

(70)  Απόφαση 2009/809/ΕΚ της Επιτροπής, της 8ης Ιουλίου 2009, για το καθεστώς σχετικά με το «Κουτί τόκων ομίλου/groepsrentebox» C 4/07 (ex N 465/06) το οποίο προτίθενται οι Κάτω Χώρες να εφαρμόσουν (ΕΕ L 288 της 4.11.2009, σ. 26) (η «απόφαση Groepsrentebox»).

(71)  Απόφαση 2004/77/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Ιουνίου 2003, όσον αφορά το καθεστώς ενισχύσεων που εφαρμόζεται από το Βέλγιο με τη μορφή φορολογικού καθεστώτος ruling που εφαρμόζεται στις αμερικανικές εταιρείες πωλήσεων (ΕΕ L 23 της 28.1.2004, σ. 14)· απόφαση 2003/755/ΕΚ της Επιτροπής, της 17ης Φεβρουαρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων που εφαρμόζει το Βέλγιο υπέρ των κέντρων συντονισμού που είναι εγκατεστημένα στο Βέλγιο (ΕΕ L 282 της 30.10.2003, σ. 25)· απόφαση 2003/501/ΕΚ της Επιτροπής, της 16ης Οκτωβρίου 2002, σχετικά με το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων C 49/2001 (πρώην NN 46/2000) — Κέντρα συντονισμού — που εφάρμοσε το Λουξεμβούργο (ΕΕ L 170 της 9.7.2003, σ. 20)· απόφαση 2004/76/ΕΚ της Επιτροπής, της 13ης Μαΐου 2003, σχετικά με το καθεστώς κρατικών ενισχύσεων που προτίθεται να εφαρμόσει η Γαλλία υπέρ των κεντρικών γραφείων και των κέντρων υλικοτεχνικής στήριξης (ΕΕ L 23 της 28.1.2004, σ. 1)· απόφαση 2003/512/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Σεπτεμβρίου 2002, σχετικά με το καθεστώς ενισχύσεων της Γερμανίας υπέρ των κέντρων ελέγχου και συντονισμού (ΕΕ L 177 της 16.7.2003, σ. 17).

(72)  Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου, της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, στην υπόθεση C-399/08 P, Επιτροπή κατά Deutsche Post, ECLI:EU:C:2010:481, σκέψη 38, και τη νομολογία στην οποία αυτή παραπέμπει.

(73)  Βλ. απόφαση του Δικαστηρίου, της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, στην υπόθεση C-399/08 P, Επιτροπή κατά Deutsche Post, ECLI:EU:C:2010:481, σκέψη 39, και τη νομολογία στην οποία αυτή παραπέμπει.

(74)  Βλ. απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2011 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-106/09 P και C-107/09 P, Επιτροπή κατά κυβέρνησης του Γιβραλτάρ και του Ηνωμένου Βασιλείου, ECLI:EU:C:2010:732, σκέψη 72, και τη νομολογία στην οποία αυτή παραπέμπει.

(75)  Βλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 1980 στην υπόθεση 730/79, Philip Morris, ECLI:EU:C:1980:209, σκέψη 11· και απόφαση της 15ης Ιουνίου 2000 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-298/97, T-312/97, κ.λπ. Alzetta, ECLI:EU:T:2000:151, σκέψη 80.

(76)  Βλ. απόφαση της 3ης Μαρτίου 2005 στην υπόθεση C-172/03, Heiser, ECLI:EU:C:2005:130, σκέψη 40.

(77)  Βλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2011 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-78/08 έως C-80/08, Paint Graphos και λοιποί ECLI:EU:C:2011:550.

(78)  Βλ. απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2011 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-78/08 έως C-80/08, Paint Graphos και λοιποί, ECLI:EU:C:2011:550, σκέψη 65.

(79)  Βλ. επίσης την απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2011 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-78 έως C-80/08, Paint Graphos και λοιποί, ECLI:EU:C:2011:550, σκέψη 50.

(80)  Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν τα έσοδα που καταλογίζονται σε μόνιμη εγκατάσταση στο Λουξεμβούργο, τα εισοδήματα από επαγγελματικές υπηρεσίες που παρέχονται στη χώρα, τα μερίσματα, οι τόκοι από συμμετοχικά δάνεια και οι τόκοι από ομόλογα, εάν ο φορέας πληρωμής είναι το κράτος, ένα εγκατεστημένο φυσικό πρόσωπο ή εγκατεστημένη εταιρεία, καθώς και τα κέρδη από την πώληση συμμετοχών σε ποσοστό τουλάχιστον 10 % στο κεφάλαιο εγκατεστημένων εταιρειών (με εξαίρεση τις εταιρείες επιχειρηματικού κεφαλαίου).

(81)  Το 2012. Η προσαύξηση αλληλεγγύης αυξήθηκε από 5 % σε 7 % από τη χρήση 2013.

(82)  Λαμβανομένων υπόψη των τροποποιήσεων που θεσπίστηκαν για τη χρήση 2013, ο σωρευτικός φορολογικός συντελεστής των εισοδημάτων των εταιρειών αυξήθηκε από 28,80 % σε 29,22 % για την πόλη του Λουξεμβούργου.

(83)  Επιπλέον, οι εταιρείες του Λουξεμβούργου υπόκεινται επίσης σε ετήσιο φόρο επί της περιουσίας που βαρύνει το καθαρό ενεργητικό, που συνίσταται σε εισφορά 0,5 % επί της καθαρής αξίας των παγκόσμιων περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους.

(84)  Για παράδειγμα, οι δαπάνες τόκων για περιουσιακά στοιχεία που παράγουν εισοδήματα που απαλλάσσονται ή η αποζημίωση μελών διοικητικού συμβουλίου, που δεν εμπίπτουν στην καθημερινή διαχείριση της εταιρείας.

(85)  Το καθεστώς της φορολογικής ενοποίησης εφαρμόζεται εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις: η μητρική εταιρεία κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ελάχιστη συμμετοχή 95 % στο κεφάλαιο της θυγατρικής από την αρχή της λογιστικής περιόδου κατά την οποία υποβάλλεται η αίτηση εφαρμογής του καθεστώτος της φορολογικής ενοποίησης· η θυγατρική εταιρεία είναι εγκατεστημένη κεφαλαιουχική εταιρεία πλήρως φορολογητέα στο Λουξεμβούργο· η μητρική εταιρεία είναι επίσης εγκατεστημένη κεφαλαιουχική εταιρεία πλήρως φορολογητέα στο Λουξεμβούργο ή υποκατάστημα μη εγκατεστημένης εταιρείας που υπόκειται σε καθεστώς πλήρους φορολόγησης στη φορολογική δικαιοδοσία του τόπου εγκατάστασής της, σε φόρο αντίστοιχο προς τον φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων του Λουξεμβούργου· και το καθεστώς φορολογικής ενοποίησης ζητείται για τουλάχιστον πέντε έτη εκμετάλλευσης.

(86)  Μια καθετοποιημένη εταιρεία μπορεί να αντισταθμίσει τις ζημίες που υφίσταται σε ορισμένες μονάδες με κέρδη που πραγματοποιεί σε άλλες. Το καθεστώς φορολογικής ενοποίησης εξομοιώνει έναν όμιλο εταιρειών με έναν μόνο φορολογούμενο. Αυτό επιτρέπει να αρθούν τα μειονεκτήματα που αντιμετωπίζουν οι όμιλοι εταιρειών σε σύγκριση με τις καθετοποιημένες εταιρείες σε θέματα φορολογίας εισοδήματος. Το καθεστώς φορολογικής ενοποίησης δεν συνιστά μέτρο ενίσχυσης, εάν κατά την ενοποίησή του, ο όμιλος εταιρειών δεν απολαμβάνει ευνοϊκότερη μεταχείριση από εκείνη που παρέχεται σε μια καθετοποιημένη εταιρεία.

(87)  Γενικά, όλες οι επιχειρήσεις που έχουν εισόδημα θεωρείται ότι βρίσκονται σε παρόμοια πραγματική και νομική κατάσταση από την άποψη της άμεσης φορολογίας των επιχειρήσεων.

(88)  Παρατηρήσεις της FFT σχετικά με την απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, σημείο 2.1.

(89)  Παρατηρήσεις της FFT σχετικά με την απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, σημείο 2.1.3.

(90)  Βλ. υποσημειώσεις αριθ. 66 και 67.

(91)  Βλ. απόφαση της 20ής Μαρτίου 2010 στην υπόθεση C-138/09, Todaro Nunziatina & C., ECLI:EU:C:2010:291, σκέψη 21.

(92)  Το καθεστώς προέβλεπε ότι η θετική διαφορά ανάμεσα στους εισπραχθέντες τόκους από τα δάνεια που έλαβε ο όμιλος και στους καταβληθέντες τόκους στο πλαίσιο των συναλλαγών ενδοομιλικής χρηματοδότησης φορολογούνταν σε καθεστώς «groepsrentebox» με συντελεστή 5 % αντί του κανονικού συντελεστή 25,5 % που ίσχυε τότε για τον φόρο εταιρειών.

(93)  Απόφαση Groepsrentebox, αιτιολογική σκέψη (85).

(94)  Απόφαση Groepsrentebox, αιτιολογική σκέψη (101).

(95)  Απόφαση Groepsrentebox, αιτιολογική σκέψη (107).

(96)  Η εγκύκλιος αναφέρει ότι «όσον αφορά τις εταιρείες χρηματοδότησης ομίλου, οι λειτουργίες που ασκούνται στο πλαίσιο της χορήγησης δανείων σε οντότητες του ομίλου είναι, επί της ουσίας, παρόμοιες με τις λειτουργίες που ασκούν τα ανεξάρτητα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που υπόκεινται στην εποπτεία της επιτροπής εποπτείας του χρηματοπιστωτικού τομέα (CSSF)».

(97)  Βλ. άρθρο 9 του υποδείγματος φορολογικής σύμβασης του ΟΟΣΑ.

(98)  Στην υπόθεση αυτή, το μέτρο προέβλεπε τη δυνατότητα των εταιρειών να εκπίπτουν από τη φορολογητέα βάση τους στην Ουγγαρία ποσοστό 50 % του ποσού των καθαρών τόκων που εισπράττονται από εταιρείες συνδεδεμένες με αυτές, ήτοι το 50 % της διαφοράς μεταξύ των τόκων που εισπράττονται από αυτές τις εταιρείες και των τόκων που καταβάλλονται σε αυτές. Κατά συνέπεια, μόνο το μισό των εισπραττόμενων καθαρών τόκων φορολογείται, ενώ, εάν εφαρμοζόταν το κανονικό καθεστώς φορολογίας, θα έπρεπε να φορολογηθεί το συνολικό ποσό των τόκων. Αντίθετα, στο επίπεδο της συνδεδεμένης επιχείρησης το 50 % των καταβληθέντων καθαρών τόκων προστίθεται στη φορολογητέα βάση. Κατά συνέπεια, αντί να εκπίπτει το σύνολο του ποσού των καταβληθέντων καθαρών τόκων, όπως θα συνέβαινε υπό κανονικό καθεστώς φορολογίας, οι επιχειρήσεις αυτές μπορούν να εκπέσουν μόνο το ήμισυ της φορολογητέας βάσης τους. Το καθεστώς εφαρμόζεται μόνο στους τόκους που εισπράττονται από και καταβάλλονται σε συνδεδεμένες επιχειρήσεις και έχει ως στόχο τη μείωση της διαφοράς μεταξύ της χρηματοδότησης από ίδια κεφάλαια και της χρηματοδότησης με ενδοομιλικό δανεισμό.

(99)  Παρατηρήσεις του Λουξεμβούργου σχετικά με την απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, σημείο 73.

(100)  Δεύτερο σύνολο παρατηρήσεων της FFT, σημεία 2.1.3. και 2.1.4.

(101)  Πρώτο σύνολο παρατηρήσεων της FFT, σημείο 60.

(102)  Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη (206).

(103)  Βλ. απόφαση της 4ης Ιουνίου 2015 στην υπόθεση C-15/14 P, Επιτροπή κατά MOL, ECLI:EU:C:2015:362, σκέψη 60. Βλ. επίσης απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2015 στην υπόθεση T-385/12, Orange κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:2005:117.

(104)  Υπόθεση C-39/94, SFEI και λοιποί, ECLI:EU:C:1996:285, σκέψη 60· υπόθεση C-342/96, Ισπανία κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1999:210, σκέψη 41.

(105)  Το πλεονέκτημα αυτό δεν πρέπει να είναι «δυσανάλογο», όπως υποστηρίζει η FFT στις παρατηρήσεις της (σημεία 1.7.1 και 1.7.2). Για να μπορεί ένα πλεονέκτημα να συνιστά κρατική ενίσχυση, αρκεί να πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Η απόφαση Umicore [απόφαση της Επιτροπής της 26ης Μαΐου 2010 σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε στην Umicore S.A., C 76/2003 (πρώην NN 68/2003)], στην οποία παραπέμπει η FFT, δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα υπόθεση, εφόσον η Επιτροπή δεν δεσμεύεται από την πρακτική της στη λήψη αποφάσεων [βλ. αιτιολογική σκέψη (202)]. Σε κάθε περίπτωση, η διαφορά ανάμεσα στην παρούσα υπόθεση και την υπόθεση Umicore δεν επιτρέπει τη συσχέτιση των δύο υποθέσεων. Η υπόθεση Umicore αφορούσε την εφαρμογή από την Umicore των απαλλαγών από τον ΦΠΑ στο πλαίσιο ορισμένων πωλήσεων αργύρου σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε άλλα κράτη μέλη. Τον Δεκέμβριο του 2000, ηΕιδική επιθεώρηση φόρων Βελγίου (ISI) κατέληξε σε συμφωνία με την επιχείρηση. Μια τέτοια συμφωνία συνιστούσε διοικητική πρακτική εκ μέρους των βελγικών φορολογικών αρχών, αλλά αποκλειστικά στο μέτρο που αφορούσε τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και όχι στο επίπεδο φορολόγησης: « Ωστόσο, βάσει του άρθρου 84 του κώδικα ΦΠΑ, οι συμφωνίες αυτές επιτρέπονται μόνο στο μέτρο που δεν συνεπάγονται απαλλαγή από τον φόρο ή μείωσή του. Βάσει της αρχής αυτής, μια συμφωνία μπορεί να αφορά μόνο πραγματικά ζητήματα, αλλά όχι το ποσό του φόρου που προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που έχουν βεβαιωθεί » (αιτιολογική σκέψη 154).

(106)  Βλ. υπόθεση 173/73, Ιταλία κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:1974:71, σκέψη 13.

(107)  Βλ., για παράδειγμα, υπόθεση C-387/92, Banco Exterior de Espana, ECLI:EU:C:1994:100.

(108)  Βλ. συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-182/03 και C-217/03, Βέλγιο και Forum 187 ASBL κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:2006:416.

(109)  Στο ίδιο.

(110)  Απόφαση 2003/757/ΕΚ της Επιτροπής, της 17ης Φεβρουαρίου 2003, σχετικά με το καθεστώς ενίσχυσης που σχεδιάζει να εφαρμόσει το Βέλγιο υπέρ των κέντρων συντονισμού που είναι εγκατεστημένα στο Βέλγιο (ΕΕ L 282 της 30.10.2003, σ. 25).

(111)  Βλ. συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-182/03 και C-217/03, Βέλγιο και Forum 187 ASBL κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:2006:416, σκέψεις 96 και 97.

(112)  Βλ. συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-182/03 και C-217/03, Βέλγιο και Forum 187 ASBL κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:2006:416, σκέψη 81.

(113)  Παρατηρήσεις του Λουξεμβούργου σχετικά με την απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, σημεία 38 έως 40.

(114)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (102).

(115)  Βλ. πίνακα 7.

(116)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (64).

(117)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (70).

(118)  Για την περιγραφή της MTMN, βλ. αιτιολογική σκέψη (91).

(119)  Η Επιτροπή δεν δέχεται το επιχείρημα της FFT, που παρουσιάζεται στην αιτιολογική σκέψη (162), πως το γεγονός ότι η MTMN χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα δικαιολογεί την εφαρμογή της. Το επιχείρημα αυτό έρχεται σε αντίθεση με την παραπομπή της FFT στην παράγραφο 2.2 των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη (161), σύμφωνα με την οποία «η επιλογή μιας μεθοδολογίας ενδοομιλικής τιμολόγησης αποσκοπεί πάντοτε στην εξεύρεση της πλέον ενδεδειγμένης μεθόδου σε μια συγκεκριμένη περίπτωση». Αυτός ο στόχος των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ δεν συμβιβάζεται με την ερμηνεία σύμφωνα με την οποία ο φορολογούμενος θα μπορούσε να επιλέγει ελεύθερα μεταξύ διαφόρων μεθόδων, παρά τα πραγματικά περιστατικά και τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης.

(120)  Αυτό έρχεται σε αντίθεση με μια κατάσταση στην οποία μια εταιρεία, αν και χορηγεί ενδοομιλικά δάνεια, περιορίζει τις λειτουργίες της σε συναλλαγές αντιστήριξης για τις οποίες μια αυτόνομη εταιρεία δεν θα δεχόταν να πληρώσει έναν τρίτο, διότι οι συναλλαγές αυτές δεν έχουν οικονομική αιτιολόγηση απομονωμένες από άλλες λειτουργίες και συναλλαγές (οι συναλλαγές αντιστήριξης μπορούν να χρησιμοποιούνται για την κάλυψη των κινδύνων που απορρέουν από μια διαφορετική δραστηριότητα). Κατά συνέπεια, οι συναλλαγές αυτές, όπως και άλλες λειτουργίες, δεν μπορούν να συγκριθούν με τις κύριες λειτουργίες ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος. Η τιμή τους δεν μπορεί να προσδιορισθεί ορθά βάσει των ιδίων κεφαλαίων, δεδομένου ότι, σε άλλους τομείς, μπορεί να είναι καταλληλότεροι διάφοροι δείκτες, όπως η απόδοση των συνολικών στοιχείων ενεργητικού ή η απόδοση των πωλήσεων.

(121)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (114).

(122)  Βλ. αιτιολογικές σκέψεις (58) και (59).

(123)  Βλ. επίσης την αιτιολογική σκέψη 68 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας.

(124)  Για επιπλέον παραδείγματα των διαφορών μεταξύ των δεικτών των κερδών που βασίζονται στα ίδια κεφάλαια, βλ. ιδίως McKinsey Working Papers on Risk, τεύχος 24, «The use of economic capital in performance management for banks», Ιανουάριος 2011, και ειδικότερα το διάγραμμα 10, σελίδα 13.

(125)  Στην έκθεση για την ενδοομιλική τιμολόγηση, ο φοροτεχνικός σύμβουλος καταλήγει σε μια αμοιβή κινδύνου ύψους 1 726 000 ευρώ, ενώ αν εφαρμοζόταν στα λογιστικά ίδια κεφάλαια της FFT η υπολογισθείσα από τον φοροτεχνικό σύμβουλο απόδοση του 6,05 % των ιδίων κεφαλαίων, η αμοιβή κινδύνου θα ανερχόταν σε 17 392 000 ευρώ.

(126)  Αιτιολογική σκέψη (163).

(127)  Βλ. παράγραφο 2.97 των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ.

(128)  Βλ. παράγραφο 2.86 των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ.

(129)  Η εγκύκλιος αναφέρει ότι οι πάροχοι υπηρεσιών τους οποίους αφορά ασκούν κυρίως δραστηριότητες παρόμοιες με εκείνες που ασκούν τα ιδρύματα που υπόκεινται σε ρυθμιστικό πλαίσιο. Η εγκύκλιος αναφέρει επίσης και πιθανές πρόσθετες επιβαρύνσεις που συνδέονται με τη χορήγηση πίστωσης και λαμβάνουν υπόψη την υποχρέωση τήρησης των απαιτήσεων φερεγγυότητας. Η εγκύκλιος δεν περιορίζει, ωστόσο, τα προς αμοιβή ίδια κεφάλαια σε αυτές τις απαιτήσεις φερεγγυότητας.

(130)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (81).

(131)  Η χρήση της απόδοσης των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων έχει καταστεί δυσχερέστερη στην πράξη, επειδή τα ιδρύματα που υπόκεινται σε ρυθμιστικό πλαίσιο κατέχουν διαφορετικά είδη εποπτικών ιδίων κεφαλαίων, όπως τα ίδια κεφάλαια κατηγορίας 1 και κατηγορίας 2, ενώ το μόνο είδος κεφαλαίων που διαθέτει η FFT είναι τα ίδια κεφάλαια. Αυτή η πολυπλοκότητα αυξάνεται στο πλαίσιο της Βασιλείας ΙΙΙ. Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που υπόκεινται σε ρυθμιστικό πλαίσιο δεν γνωστοποιούν κατά κανόνα το ύψος των ελάχιστων εποπτικών ιδίων κεφαλαίων τους, αλλά αυτά μπορούν να υπολογιστούν εκ νέου με έμμεσο τρόπο. Κοινοποιούν μάλλον το πραγματικό επίπεδο των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων που κατέχουν, το οποίο είναι πάντοτε υψηλότερο από το ελάχιστο απαιτούμενο. Τέλος, η απόδοση των ιδίων κεφαλαίων, προσαρμοσμένη κατά τον κίνδυνο, που μπορεί να θεωρηθεί παρόμοια με μια απόδοση των εποπτικών ιδίων κεφαλαίων χρησιμοποιείται ενίοτε από τα ιδρύματα που υπόκεινται σε ρυθμιστικό πλαίσιο με σκοπό τον καθορισμό της εσωτερικής τιμολόγησης. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, ωστόσο, χρησιμοποιείται μάλλον για κάθε στοιχείο ενεργητικού χωριστά και όχι αθροιστικά ως δείκτης των κερδών του ιδρύματος στο σύνολό του και, ως εκ τούτου, δεν δημοσιοποιείται για λόγους αρχής.

(132)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (256).

(133)  Βλ. πίνακα 6.

(134)  ΔΝΤ WP/12/36, How Risky Are Banks' Risk Weighted Assets? Sonali Das et Amadou N.R. Sy, 2012, σ. 6.

(135)  Αιτιολογικές σκέψεις (58) και (59).

(136)  Απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, αιτιολογική σκέψη (72).

(137)  Αιτιολογική σκέψη (167).

(138)  Στο ίδιο.

(139)  Αιτιολογική σκέψη (98).

(140)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (58).

(141)  Βλέπε υποσημείωση 136.

(142)  Ελλείψει επαρκών στοιχείων για τον υπολογισμό μιας ορθής εκτίμησης των ελάχιστων εποπτικών ιδίων κεφαλαίων της FFT, ο μέσος όρος του τομέα θα είχε οδηγήσει σε ελάχιστα εποπτικά ίδια κεφάλαια ύψους 427 εκατ. ευρώ, βλ. αιτιολογική σκέψη (270), δηλ. σε ποσό υψηλότερο από τα συνολικά ίδια κεφάλαια της FFT, ύψους 287 εκατ. ευρώ.

(143)  Αιτιολογικές σκέψεις (69) και πίνακας 1.

(144)  Αιτιολογική σκέψη (61).

(145)  Αιτιολογική σκέψη (97).

(146)  Αιτιολογική σκέψη (96).

(147)  Όπως ανέφερε το Λουξεμβούργο στην αιτιολογική σκέψη (154).

(148)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (154).

(149)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (95).

(150)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (165).

(151)  Η «μόχλευση» είναι η αναλογία των στοιχείων ενεργητικού που χρηματοδοτούνται από τα ίδια κεφάλαια. Δεδομένου ότι τα υπόλοιπα στοιχεία ενεργητικού χρηματοδοτούνται με δάνεια, η μόχλευση είναι ένα μέτρο δανειακής επιβάρυνσης και, αντιστρόφως, κεφαλαιοποίησης μιας εταιρείας.

(152)  Στην περίπτωση της FFT, όλα τα ίδια κεφάλαια είναι κατηγορίας 1, δεδομένου ότι η FFT δεν χρησιμοποιεί μέσα άλλων κατηγοριών.

(153)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (268).

(154)  Περιγράφεται στις αιτιολογικές σκέψεις (121) έως (126).

(155)  Με βάση τα λογιστικά στοιχεία της FF που παρουσιάζονται στον πίνακα της αιτιολογικής σκέψης (114).

(156)  Τα υποθετικά εποπτικά ίδια κεφάλαια ύψους 427 εκατ. ευρώ θα ήταν επίσης υψηλότερα από τα ίδια κεφάλαια ύψους 286 εκατ. ευρώ που κατείχε η FFT κατά τον χρόνο απόκτησης της FFNA και της FFC.

(157)  Η έκθεση σχετικά με την ενδοομιλική τιμολόγηση είναι του 2011. Αυτή η περίοδος αναφοράς είναι, επομένως, δεκτή. Συγκριτικά, για την περίοδο από 12 Μαΐου 2012 έως 12 Μαΐου 2014, ο συντελεστής βήτα του δείκτη ανήλθε στο 1,3.

(158)  Βλ. πίνακα 6 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας:

(159)  Βλ. πίνακα 4.

(160)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (114).

(161)  Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη (123).

(162)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (155).

(163)  Βλ. αιτιολογικές σκέψεις (113) και (114).

(164)  Βλ. πίνακα στην αιτιολογική σκέψη (125).

(165)  Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, 81η ετήσια έκθεση, 1η Απριλίου 2010 - 31 Μαρτίου 2011, 26 Ιουνίου 2011, σ. 90.

(166)  ΕΚΤ, Έκθεση χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, Δεκέμβριος 2011, σελίδα 130 (ελεύθερη μετάφραση).

(167)  Deutsche Bank, European Banks: Running the Numbers: Εαρινή έκδοση, 5 Απριλίου 2011 (ελεύθερη μετάφραση). Έκθεση της Deutsche Bank της 20ής Μαρτίου 2015 εκτιμά το κόστος των ιδίων κεφαλαίων για τις ευρωπαϊκές τράπεζες σε 10 %.

(168)  Πρώτο σύνολο παρατηρήσεων της FFT, σημείο 64· δεύτερο σύνολο παρατηρήσεων της FFT, σημεία 1.8.1. και επόμενα και σημείο 3.1.8.

(169)  Κυρίως η απόφαση σχετικά με το καθεστώς φορολογικής έκπτωσης για ενδοομιλικούς τόκους στην Ουγγαρία.

(170)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (202).

(171)  Βλ. επίσης απόφαση Groepsrentebox, σκέψεις 80-82· απόφαση για το φορολογικό καθεστώς των τόκων για τους ομίλους στην Ουγγαρία, σκέψεις 131 και 132.

(172)  Βλ. υπόθεση C-81/10 P, France Télécom κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:2011:811, σκέψη 43, υπόθεση C-66/02, Ιταλία κατά Επιτροπής ECLI:EU:C:2005:768, σκέψη 34· βλ. επίσης συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-427/04 και T-17/05, Γαλλία και France Télécom κατά Επιτροπής, ECLI:EU:T:2009:474, σκέψεις 207 και 215.

(173)  Παρατηρήσεις του Λουξεμβούργου σχετικά με την απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, σημείο 28.

(174)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (77).

(175)  Πρώτο σύνολο παρατηρήσεων της FFT, σημείο 60· δεύτερο σύνολο παρατηρήσεων της FFT, σημείο 1.4.

(176)  Τμήμα 7.2.1.1.

(177)  Εγκύκλιος, σελίδες 3 και 4.

(178)  Παρατηρήσεις του Λουξεμβούργου σχετικά με την απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, σημείο 34.

(179)  Παρατηρήσεις του Λουξεμβούργου σχετικά με την απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, σημείο 36.

(180)  Η αρίθμηση είναι αυτή των αποφάσεων προέγκρισης όπως κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή από το Λουξεμβούργο.

(181)  Σελίδα 34 της έκθεσης της FFT σχετικά με την ενδοομιλική τιμολόγηση.

(182)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (83).

(183)  Από αυτές, δύο αποφάσεις αφορούσαν τις αιτήσεις της FFT και της [εταιρεία F], βλ. αιτιολογικές σκέψεις (28) και (29).

(184)  Η αίτηση της Επιτροπής της 23ης Ιουνίου 2015 καλύπτει όλες τις εκθέσεις σχετικά με την ενδοομιλική τιμολόγηση που υπέβαλε η εταιρεία και η ανακοίνωση του Λουξεμβούργου της 25ης Ιουνίου 2015 δεν περιέχει καμία μεταγενέστερη έκθεση αυτού του είδους.

(185)  Επιστολή του Λουξεμβούργου της 24ης Μαρτίου 2015, απάντηση στην ερώτηση αριθ. 6.

(186)  Απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-78/08 έως C-80/08, Paint Graphos και λοιποί, ECLI:EU:C:2011:550, σκέψη 69.

(187)  Απόφαση στην υπόθεση C-170/83, Hydrotherm, ECLI:EU:C:1984:271, σκέψη 11. Απόφαση στην υπόθεση T-137/02, Pollmeier Malchow κατά Επιτροπής, ECLI:EU:T:2004:304, σκέψη 50.

(188)  Αποφάσεις στην υπόθεση C-480/09 P Acea Electrabel Produzione SpA κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:2010:787, σκέψεις 47 έως 55, και στην υπόθεση C-222/04 Cassa di Risparmio di Firenze SpA και λοιποί, ECLI:EU:C:2006:8, σκέψη 112.

(189)  Βλ. αιτιολογική σκέψη 110.

(190)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (34).

(191)  Βλ. κατ' αναλογία, σκέψη 11 της απόφασης στην υπόθεση 323/82 Intermills ECLI:EU:C:1984:345, η οποία ορίζει τα ακόλουθα: «Όπως προκύπτει από στοιχεία που παρασχέθηκαν από τις ίδιες τις προσφεύγουσες, μετά την αναδιάρθρωση, τόσο η εταιρεία Intermills όσο και οι τρεις βιομηχανικές εταιρείες ελέγχονται από την περιφέρεια της Βαλλονίας, μετά δε τη μεταβίβαση των εγκαταστάσεων παραγωγής στις τρεις νεοσύστατες εταιρείες, η εταιρεία Intermills εξακολουθεί να έχει συμφέροντα σ' αυτές. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτό ότι παρά το γεγονός ότι η κάθε μία από τις τρεις βιομηχανικές εταιρείες έχει νομική προσωπικότητα ανεξάρτητη από εκείνη της παλαιάς εταιρείας Intermills, όλες αυτές οι εταιρείες αποτελούν ενιαίο όμιλο, εν πάση περιπτώσει σε ό,τι αφορά την ενίσχυση που χορήγησαν οι βελγικές αρχές. […].».

(192)  Βλ. αιτιολογική σκέψη (48).

(193)  Οι παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 107 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, οι οποίες αφορούν τις ενισχύσεις κοινωνικού χαρακτήρα προς μεμονωμένους καταναλωτές, τις ενισχύσεις για την επανόρθωση ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα, και τις ενισχύσεις προς την οικονομία ορισμένων περιοχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, δεν έχουν εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.

(194)  Κανονισμός (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 248 της 24.9.2015, σ. 9).

(195)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 794/2004 της Επιτροπής, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 140 της 30.4.2004, σ. 1).

(196)  Παρατηρήσεις του Λουξεμβούργου σχετικά με την απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας, σημεία 104 και επόμενα. Το Λουξεμβούργο παραθέτει το σημείο 19 της έκθεσης της ομάδας «Κώδικας δεοντολογίας» (άμεση φορολογία των επιχειρήσεων) προς το Συμβούλιο (ECOFIN), το οποίο ορίζει τα ακόλουθα (στην αγγλική γλώσσα): «With respect to the Luxembourg tax measure concerning companies engaged in intra-group financing activities the Group discussed the agreed description at the meeting on 17 February 2011 (Όσον αφορά το φορολογικό μέτρο του Λουξεμβούργου που αφορά τις εταιρείες οι οποίες ασκούν δραστηριότητες ενδοομιλικής τιμολόγησης, η ομάδα συζήτησε τη συμφωνηθείσα περιγραφή στις 17 Φεβρουαρίου 2011). Luxembourg informed the Group that Circular No 164/2 dated 28 January 2011 determines the conditions for providing advance pricing agreements confirming the remuneration of the transactions (Το Λουξεμβούργο ενημέρωσε την ομάδα ότι η εγκύκλιος αριθ. 164/2 της 28ης Ιανουαρίου 2001 καθορίζει τους όρους σύναψης εκ των προτέρων αποφάσεων ενδοομιλικής τιμολόγησης που επιβεβαιώνουν την αμοιβή των συναλλαγών). At the meeting on 11 April 2011, Luxembourg informed that Group that Circular No 164/2 bis dated 8 April 2011 ensured that advance confirmations granted prior to the entry into force of Circular No 164/2 would cease to be valid by 31 December 2011 (Στη συνεδρίαση της 11ης Απριλίου 2011, το Λουξεμβούργο ενημέρωσε την εν λόγω ομάδα ότι η εγκύκλιος αριθ. 164/2α της 8ης Απριλίου 2011 εξασφάλισε ότι οι εκ των προτέρων διαβεβαιώσεις που παρασχέθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος της εγκυκλίου 164/2 θα έπαυαν να ισχύουν στις 31 Δεκεμβρίου 2011). With the benefit of this information, the Group agreed that there was no need for this measure to be assessed against the criteria of the Code of Conduct. (Με τη βοήθεια αυτών των στοιχείων, η ομάδα συμφώνησε ότι δεν ήταν αναγκαίο τα εν λόγω μέτρα να αξιολογηθούν με βάση τα κριτήρια του κώδικα δεοντολογίας).»

(197)  Βλ. αποφάσεις στην υπόθεση C-5/89, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ECLI:EU:C:1990:320, σκέψη 17, και στην υπόθεση C-310/99, Ιταλία κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:2002:143, σκέψη 104.

(198)  Βλ. απόφαση στην υπόθεση T-67/94, Ladbroke Racing κατά Επιτροπής, ECLI:EU:T:1998:7, σκέψη 183· βλ. επίσης απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-116/01 και T-118/01, P&O European Ferries (Vizcaya) SA και Diputacion Floral de Vizcaya κατά Επιτροπής, ECLI:EU:T:2003:217, σκέψη 202.

(199)  Βλ. αποφάσεις στην υπόθεση T-290/97, Mehibas Dordstelaan κατά Επιτροπής, ECLI:EU:T:2000:8, σκέψη 59, και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-182/03 και C-217/03, Βέλγιο και Forum 187 ASBL κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:2006:416, σκέψη 147.

(200)  Συμπεράσματα του Συμβουλίου Ecofin της 1ης Δεκεμβρίου 1997 σχετικά με τη φορολογική πολιτική, ΕΕ C 2 της 6.1.1998, σ. 1. Βλ. επίσης τα έγγραφα που είναι διαθέσιμα στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://ec.europa.eu/taxation_customs/taxation/company_tax/harmful_tax_practices/index_fr.htm

(201)  Βλ. συναφώς τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger στην υπόθεση C-217/03, Βέλγιο και Forum 187 ASBL κατά Επιτροπής, ECLI:EU:C:2006:89, σκέψη 376.

(202)  Στο συμπληρωματικό πρωτόκολλο αριθ. 1 της σύμβασης για τον ΟΟΣΑ, της 14ης Δεκεμβρίου 1960, τα συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης συμφώνησαν ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συμμετέχει στις εργασίες του Οργανισμού. Εκπρόσωποι της Ευρωπαϊκής Επιτροπής συμμετέχουν, μαζί με τα μέλη, στις συζητήσεις για το πρόγραμμα εργασίας του ΟΟΣΑ και συμμετέχουν στις εργασίες του οργανισμού συνολικά και των διαφόρων οργάνων του. Ωστόσο, μολονότι ο βαθμός συμμετοχής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν ενός παρατηρητή, η Επιτροπή δεν διαθέτει κανένα δικαίωμα ψήφου και δεν συμμετέχει επίσημα στην έκδοση των πράξεων που υποβάλλονται στο Συμβούλιο προς έγκριση.

(203)  Απόφαση της Επιτροπής της 11ης Ιουλίου 2001 στην υπόθεση C 47/2001 (πρώην NN 42/2000) — Γερμανία: κέντρα ελέγχου και συντονισμού των αλλοδαπών εταιρειών (ΕΕ C 304 της 30.10.2001, σ. 2.). Απόφαση 2003/501/ΕΚ.

(204)  Βλέπε υποσημείωση 105.

(205)  Αυτό, ασφαλώς, σε περίπτωση που είναι «αδύνατη η ανάκτηση» και όχι όταν υπάρχει «δυσκολία να υπολογιστεί το ποσό της ενίσχυσης».

(206)  Απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-427/04, T-17/05, Γαλλία κατά Επιτροπής, ECLI:EU:T:2000:474, σκέψη 297.

(207)  Απόφαση στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-427/04, T-17/05, Γαλλία κατά Επιτροπής, ECLI:EU:T:2000:474, σκέψη 299.

(208)  Ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στα μέτρα που σχετίζονται με την άμεση φορολογία των επιχειρήσεων (ΕΕ C 384 της 10.12.1998, σ. 3).

(209)  Απόφαση στην υπόθεση C-441/06, Επιτροπή κατά Γαλλίας, ECLI:EU:C:2007:616, σκέψη 29, και νομολογία στην οποία αυτή παραπέμπει.

(210)  Βλ. ιδίως τις αιτιολογικές σκέψεις (308) έως (311).


22.12.2016   

EL

Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης

L 351/68


ΑΠΟΦΑΣΗ (ΕΕ) 2016/2327 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 5ης Ιουλίου 2016

σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.19864 – 2014/C (πρώην NN54/2009) που τέθηκε σε εφαρμογή από το Βέλγιο – Χρηματοδότηση των δημόσιων νοσοκομείων IRIS στην περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης

[κοινοποιηθείσα υπό τον αριθμό C(2016) 4051]

(Τα κείμενα στη γαλλική και την ολλανδική γλώσσα είναι τα μόνα αυθεντικά)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 108 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο (1),

Έχοντας υπόψη τη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και ιδίως το άρθρο 62 παράγραφος 1 στοιχείο α),

Αφού κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα (2) και έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

1.   ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

(1)

Με επιστολές της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 και της 17ης Οκτωβρίου 2005, που πρωτοκολλήθηκαν στις 12 Σεπτεμβρίου 2005 και στις 19 Οκτωβρίου 2005 αντίστοιχα, η Επιτροπή έλαβε καταγγελία κατά του βελγικού κράτους σχετικά με την εικαζόμενη χορήγηση, από το 1995, παράνομων και ασυμβίβαστων με την εσωτερική αγορά ενισχύσεων στα πέντε δημόσια νοσοκομεία (3) (στο εξής τα «νοσοκομεία IRIS») (4) του δικτύου IRIS (5) (εφεξής «IRIS») της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης. Η καταγγελία κατατέθηκε από δύο ενώσεις [ήτοι από την Coordination bruxelloise d'institutions sociales et de santé (Σύνδεσμος κοινωνικών και υγειονομικών ιδρυμάτων των Βρυξελλών) (CBI) και την Association bruxelloise des institutions de soins privées (Ένωση ιδιωτικών κλινικών Βρυξελλών) (ABISP) που εκπροσωπούν τα νοσοκομεία που διοικούνται από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (εφεξής «ιδιωτικά νοσοκομεία») και, επίσης, από πολλά νοσοκομεία μέλη αυτών των ενώσεων ξεχωριστά (6).

(2)

Η καταγγελία εστιάζεται στις ακόλουθες κατηγορίες επιχειρημάτων: i) απουσία ή έλλειψη σαφήνειας στον ορισμό και στην ανάθεση των ειδικών αποστολών δημόσιας υπηρεσίας που επιβάλλονται μόνο στα νοσοκομεία IRIS αλλά όχι στα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών· ii) αντιστάθμιση ζημιών των νοσοκομείων IRIS από τις δημόσιες αρχές· iii) υπερβάλλουσα αντιστάθμιση των εξόδων που συνδέονται με τις αποστολές δημόσιας υπηρεσίας των νοσοκομείων IRIS μέσω του ταμείου αναχρηματοδότησης των δήμων της περιφέρειας Βρυξελλών· iv) έλλειψη διαφάνειας στον τρόπο δημόσιας χρηματοδότησης των νοσοκομείων IRIS· και, τέλος, v) ύπαρξη διασταυρούμενων επιδοτήσεων για δραστηριότητες μη νοσοκομειακού χαρακτήρα των νοσοκομείων IRIS λόγω των αντισταθμίσεων που έλαβαν για την πραγματοποίηση αποστολών νοσοκομειακού χαρακτήρα (7).

(3)

Μετά από συμπληρωματικές πληροφορίες που διαβιβάστηκαν από τις βελγικές αρχές στις 10 Ιανουαρίου 2008, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ενημέρωσαν τους καταγγέλλοντες σχετικά με την προκαταρκτική γνώμη τους επί της καταγγελίας μέσω επιστολής (8) και κάλεσαν τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν νέες πληροφορίες που θα τους επέτρεπαν την αναθεώρηση της προκαταρκτικής εκτίμησης της καταγγελίας, η οποία, σε αντίθετη περίπτωση, θα θεωρείτο ότι έχει αποσυρθεί. Μετά τη λήψη της απάντησης από τους καταγγέλλοντες, οι υπηρεσίες της Επιτροπής επιβεβαίωσαν την προκαταρκτική εκτίμησή τους με επιστολή της 10ης Απριλίου 2008.

(4)

Στη συνέχεια, οι καταγγέλλοντες ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι είχαν ασκήσει προσφυγή ακύρωσης ενώπιον του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (νυν, από την 1η Δεκεμβρίου 2009, Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφεξής το «Γενικό Δικαστήριο») κατά της επιστολής της 10ης Ιανουαρίου 2008, την οποία θεωρούσαν απόφαση της Επιτροπής (9). Επιπλέον, στις 20 Ιουνίου 2008, οι καταγγέλλοντες άσκησαν προσφυγή ακύρωσης κατά της επιστολής των υπηρεσιών της Επιτροπής της 10ης Απριλίου 2008 (10). Οι δύο διαδικασίες που κινήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ανεστάλησαν από το τελευταίο μέχρι τις 31 Οκτωβρίου 2009, καθώς η Επιτροπή είχε πληροφορήσει το Γενικό Δικαστήριο ότι σκόπευε να εκδώσει απόφαση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου (11). Προκειμένου να εγκρίνουν την απόφαση αυτή, οι υπηρεσίες της Επιτροπής ζήτησαν συμπληρωματικές πληροφορίες από τις βελγικές αρχές και από τους καταγγέλλοντες.

(5)

Στην απόφασή της 28ης Οκτωβρίου 2009 (12) (στο εξής «απόφαση της Επιτροπής του 2009», βλέπε επίσης ενότητα 4.1), η Επιτροπή αποφάσισε να μην εγείρει αντιρρήσεις για την ενίσχυση της χρηματοδότησης δημόσιων νοσοκομείων του δικτύου IRIS της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης με την αιτιολογία ότι η εν λόγω χρηματοδότηση κρίθηκε συμβατή με την κοινή αγορά σε σχέση με τους όρους που αναφέρονται στην απόφαση 2005/842/ΕΚ της Επιτροπής (13) (στο εξής «απόφαση ΥΓΟΣ 2005») καθώς και απευθείας σύμφωνα με το άρθρο 86 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ) όσον αφορά τα καθήκοντα δημόσιας υπηρεσίας που ανατέθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος της απόφασης ΥΓΟΣ 2005 στις 19 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.

(6)

Στη συνέχεια, οι καταγγέλλοντες άσκησαν προσφυγή ακύρωσης της εν λόγω απόφασης της Επιτροπής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής με απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2012 στην υπόθεση T-137/10 (14) (βλέπε επίσης ενότητα 4.2), κρίνοντας ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε κατά παράβαση των δικονομικών δικαιωμάτων των καταγγελλόντων. Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε εκφράσει αμφιβολίες σχετικά με τη συμβατότητα των επίμαχων μέτρων με την εσωτερική αγορά, λαμβανομένων υπόψη των επιχειρημάτων που προέβαλαν οι καταγγέλλοντες για το θέμα αυτό. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας προκειμένου να συλλέξει τις σχετικές αποδείξεις για την επαλήθευση της συμβατότητας όλων των επίμαχων μέτρων στήριξης με την εσωτερική αγορά και να επιτρέψει στους καταγγέλλοντες και στα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας (15).

(7)

Με επιστολή της 1ης Οκτωβρίου 2014, η Επιτροπή ενημέρωσε το Βέλγιο για την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 108 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ όσον αφορά τα μέτρα δημόσιας χρηματοδότησης προς όφελος των νοσοκομείων IRIS της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης.

(8)

Η απόφαση της Επιτροπής να κινήσει τη διαδικασία (εφεξής η «απόφαση κίνησης της διαδικασίας») δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (16). Η Επιτροπή κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με τα μέτρα.

(9)

Με επιστολή της 22ας Οκτωβρίου 2014, οι βελγικές αρχές ζήτησαν παράταση της προθεσμίας υποβολής των παρατηρήσεών τους ως απάντηση στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας. Η Επιτροπή συμφώνησε να παραταθεί η προθεσμία με επιστολή της 23ης Οκτωβρίου 2014. Μια νέα παράταση προθεσμίας ζητήθηκε με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την 1η Δεκεμβρίου 2014 και χορηγήθηκε από την Επιτροπή με επιστολή στις 2 Δεκεμβρίου 2014. Με επιστολή της 16ης Δεκεμβρίου 2014, το Βασίλειο του Βελγίου υπέβαλε τις παρατηρήσεις του σχετικά με την απόφαση κίνησης της διαδικασίας.

(10)

Η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις που προέρχονταν από τα ενδιαφερόμενα μέρη (βλέπε ενότητα 5 κατωτέρω) στις 15 Δεκεμβρίου 2014, στις 5 Ιανουαρίου 2015 και στις 9 Ιανουαρίου 2015. Με επιστολές της 13ης και της 20ής Φεβρουαρίου 2015, η Επιτροπή διαβίβασε τις παρατηρήσεις αυτές στο Βέλγιο, στο οποίο δόθηκε η ευκαιρία να απαντήσει. Οι παρατηρήσεις του Βελγίου ελήφθησαν με επιστολή που έφερε ημερομηνία 13 Μαρτίου 2015 και πρωτοκολλήθηκε στις 17 Μαρτίου 2015.

(11)

Σε αυτή τη βάση, η Επιτροπή επανεξέτασε το φάκελο και ερμήνευσε ορισμένα στοιχεία διαφορετικά σε σχέση με την εκτίμηση που παρείχε στην ακυρωθείσα απόφαση του 2009.

2.   ΙΣΤΟΡΙΚΟ

(12)

Τα νοσοκομεία IRIS λειτουργούν σε ένα πολύπλοκο νομοθετικό και κανονιστικό περιβάλλον που καθορίζεται από διάφορες δημόσιες αρχές. Μια συνολική εκτίμηση της συμμόρφωσης της δημόσιας χρηματοδότησης που απολαμβάνουν αυτά τα νοσοκομεία με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων απαιτεί πρωτίστως την εν συντομία περιγραφή του νομοθετικού και κανονιστικού πλαισίου που ισχύει στα νοσοκομεία IRIS. Η περιγραφή αυτή περιλαμβάνει μια παρουσίαση του νόμου περί ΔΚΚΔ (βάσει του οποίου δημιουργήθηκαν τα νοσοκομεία IRIS), ένα σύντομο ιστορικό της σύστασης των νοσοκομείων IRIS, μια καταγραφή των νομοθετικών και άλλων εγγράφων που διέπουν τις δραστηριότητες των νοσοκομείων IRIS, μια σύντομη περιγραφή των κύριων δραστηριοτήτων των νοσοκομείων IRIS καθώς και μια απαρίθμηση των διαφόρων μηχανισμών χρηματοδότησης που εφαρμόζονται.

2.1.   Το δικαίωμα στην κοινωνική πρόνοια και ο νόμος περί ΔΚΚΔ

(13)

Στο Βέλγιο, το δικαίωμα στην κοινωνική βοήθεια αποτελεί συνταγματικό δικαίωμα. Το άρθρο 23 του βελγικού συντάγματος, ειδικότερα, προβλέπει τα εξής:

«Κάθε άτομο έχει το δικαίωμα να διάγει βίο στα πλαίσια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Για το σκοπό αυτό, ο νόμος, το διάταγμα ή ο κανόνας που αναφέρονται στο άρθρο 134 εγγυώνται, λαμβάνοντας υπόψη τις αντίστοιχες υποχρεώσεις, τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα και καθορίζουν τους όρους άσκησής τους. Τα δικαιώματα αυτά περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων:

[…]

2o

το δικαίωμα στην κοινωνική ασφάλιση, την προστασία της υγείας και την κοινωνική, ιατρική και νομική βοήθεια».

(14)

Η αποτελεσματική πρόσβαση των πολιτών στην κοινωνική πρόνοια διέπεται κυρίως από τον οργανικό νόμο της 8ης Ιουλίου του 1976 (17) (στο εξής ο «νόμος περί ΔΚΚΔ») για την ίδρυση δημόσιων κέντρων κοινωνικής δράσης (στο εξής τα «ΔΚΚΔ»). Τα κέντρα αυτά είναι δημόσιοι οργανισμοί με νομική προσωπικότητα και είναι παρόντα σε κάθε βελγικό δήμο. Τα ΔΚΚΔ διοικούνται από ένα διοικητικό συμβούλιο του οποίου τα μέλη εκλέγονται από το δημοτικό συμβούλιο του οικείου δήμου. Δυνάμει του άρθρου 1 του νόμου ΔΚΚΔ:

«Όλοι έχουν δικαίωμα στην κοινωνική πρόνοια. Το δικαίωμα αυτό έχει αποσκοπεί στην εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης για όλους τους ανθρώπους. Συστάθηκαν δημόσια κέντρα κοινωνικής πρόνοιας τα οποία, υπό όρους που καθορίζονται από τον παρόντα νόμο, έχουν ως αποστολή τη διασφάλιση αυτής της αρωγής».

(15)

Στην πράξη, το ΔΚΚΔ παρέχει κοινωνική βοήθεια σε ανθρώπους που δεν διαθέτουν τους αναγκαίους πόρους για να μπορέσουν να ζήσουν στα πλαίσια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και οι οποίοι δεν μπορούν να επωφεληθούν από άλλες μορφές κοινωνικής ασφάλισης (από π.χ. επίδομα ανεργίας). Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 57 παράγραφος 1 του νόμου περί ΔΚΚΔ διευκρινίζει ότι το ΔΚΚΔ έχει ως αποστολή να διασφαλίζει στα άτομα και στις οικογένειες τη βοήθεια που οφείλει το κοινωνικό σύνολο. Περιγράφει την αποστολή αυτή ως εξής:

«Παρέχει όχι μόνο προσωρινή ή θεραπευτική, αλλά και προληπτική βοήθεια. Ενθαρρύνει την κοινωνική συμμετοχή των χρηστών. Η βοήθεια αυτή μπορεί να είναι υλική, κοινωνική, ιατρική, ιατροκοινωνική ή ψυχολογική».

(16)

Κάθε ΔΚΚΔ υποχρεούται να παράσχει κοινωνική βοήθεια σε άτομα και οικογένειες, αλλά διαθέτει σχετική διακριτική ευχέρεια ως προς τον τρόπο με τον οποίο παρέχεται η βοήθεια αυτή. Συγκεκριμένα, ένα ΔΚΚΔ μπορεί να παρέχει αυτή τη βοήθεια:

είτε το ίδιο, με άμεσο τρόπο,

είτε «όπου αυτό είναι απαραίτητο και, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στο πλαίσιο του υφιστάμενου προγραμματισμού» (βλέπε επίσης αιτιολογική σκέψη 19), μέσω των ιδρυμάτων ή των υπηρεσιών που δημιουργεί (βάσει του άρθρου 60 παράγραφος 6, του άρθρου 79 και του άρθρου 118 του νόμου ΔΚΚΔ), στην οποία περίπτωση, το ΔΚΚΔ που δημιουργεί το εν λόγω ίδρυμα ή υπηρεσία είναι υποχρεωμένο να ορίσει το σκοπό τους. Κάθε κοινωνική υποχρέωση που αναθέτει το ΔΚΚΔ σε αυτό το ίδρυμα ή σε αυτήν την υπηρεσία πρέπει διασφαλίζεται εν συνεχεία σύμφωνα με το σκοπό αυτό·

είτε μέσω των ιδρυμάτων ή των υπηρεσιών με τα οποία συνεργάζεται (άρθρο 61 του νόμου ΔΚΚΔ), στην οποία περίπτωση τα εν λόγω ιδρύματα ή υπηρεσίες πρέπει να έχουν συσταθεί:

είτε από το ίδιο το ΔΚΚΔ (βλέπε προηγούμενο εδάφιο)·

είτε από τρίτο, ο οποίος θα έχει επίσης καθορίσει τον σκοπό τους.

(17)

Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις, το ΔΚΚΔ αναθέτει (εν μέρει) τις υποχρεώσεις του για κοινωνική βοήθεια μόνο στον βαθμό που η ανάθεση αυτή είναι σύμφωνη με το σκοπό του συνεργαζόμενου ιδρύματος. Αφενός, εάν το ίδρυμα συστάθηκε από το ΔΚΚΔ, το τελευταίο έχει τον έλεγχο του σκοπού του ιδρύματος. Αντιθέτως, στην περίπτωση ενός εντελώς αυτοτελούς ιδρύματος (τρίτο ίδρυμα), η συνεργασία θα πρέπει να περιορίζεται στα πλαίσια του σκοπού του εν λόγω ιδρύματος.

(18)

Η εκ του νόμου υποχρέωση του ΔΚΚΔ να παρέχει κοινωνική βοήθεια, είτε αυτή είναι υλική, κοινωνική, ιατρική, ιατροκοινωνική ή ψυχολογική, είναι η ίδια, ανεξάρτητα από το αν το ΔΚΚΔ παρέχει αυτή τη βοήθεια άμεσα ή μέσω ιδρυμάτων που συστήνει ή με τα οποία συνεργάζεται. Το άρθρο 57 του νόμου ΔΚΚΔ επιβάλλει στο ΔΚΚΔ (και μόνο σε αυτό) την υποχρέωση να παρέχει τη βοήθεια αυτή σε όλες τις περιπτώσεις. Οποιοδήποτε είδος ανάθεσης αποτελεί μορφή εκπλήρωσης της υποχρέωσης αυτής και δεν απαλλάσσει το ΔΚΚΔ από την ευθύνη του να εκπληρώσει και να συνεχίσει να εκπληρώνει την υποχρέωσή του.

(19)

Οι απαιτήσεις που ισχύουν στις περιπτώσεις που ένα ΔΚΚΔ επιθυμεί να συστήσει ένα ίδρυμα ή μια υπηρεσία (για παράδειγμα, ένα νοσοκομείο) προκειμένου να εκπληρώσει (εν μέρει) την αποστολή του για παροχή κοινωνικής βοήθειας ορίζονται στο άρθρο 60 παράγραφος 6 του νόμου ΔΚΚΔ:

«Το δημόσιο κέντρο κοινωνικής δράσης συστήνει, όπου αυτό είναι απαραίτητο και, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στο πλαίσιο του υφιστάμενου προγραμματισμού, ιδρύματα ή υπηρεσίες κοινωνικού, θεραπευτικού ή προληπτικού χαρακτήρα, τα επεκτείνει και τα διαχειρίζεται.

Η ανάγκη σύστασης ή επέκτασης ενός ιδρύματος ή μιας υπηρεσίας πρέπει να προκύπτει από ένα φάκελο που θα περιλαμβάνει μια επισκόπηση των αναγκών του δήμου και/ή της περιφέρειας και των συναφών ιδρυμάτων ή υπηρεσιών που είναι ήδη σε λειτουργία, την περιγραφή της λειτουργίας τους, μια ακριβή εκτίμηση του κόστους και των δαπανών που προκύπτουν και, αν είναι δυνατόν, πληροφορίες που θα επιτρέπουν τη σύγκριση με παρόμοια ιδρύματα ή υπηρεσίες.

Η σύσταση ή η επέκταση ιδρυμάτων ή υπηρεσιών που ενδέχεται να επωφεληθούν από τις επιδοτήσεις σε επίπεδο είτε επενδύσεων είτε λειτουργίας, αποφασίζεται μόνο βάσει φακέλου που θα αποδεικνύει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία ή οι οργανικές διατάξεις για τη χορήγηση των ενισχύσεων αυτών.

Με την επιφύλαξη των αδειών που απαιτούνται από άλλες δημόσιες αρχές, η απόφαση για τη δημιουργία ή την επέκταση ενός ιδρύματος ή μιας υπηρεσίας, εφόσον αυτή δύναται να προκαλέσει παρεμβολές εις βάρος του δημοτικού προϋπολογισμού ή να τον αυξήσει, υπόκειται στην έγκριση του δημοτικού συμβουλίου».

(20)

Η υποχρέωση που επιβάλλεται από το άρθρο 57 του νόμου ΔΚΚΔ για παροχή βοήθειας (κοινωνικής, ιατρικής, ιατροκοινωνικής ή ψυχολογικής) σε άτομα και οικογένειες είναι:

γενική: η βοήθεια πρέπει να παρέχεται ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές, φιλοσοφικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις των δικαιούχων (άρθρο 59 του νόμου ΔΚΚΔ) και την ενδεχόμενη έλλειψη μέσων του ενδιαφερόμενου προσώπου. Συγκεκριμένα, η αποστολή του ΔΚΚΔ είναι να παρέχει βοήθεια με βάση την κατάσταση της φτώχειας του ενδιαφερόμενου. Βάσει αυτού, κάθε ΔΚΚΔ υποχρεούται να παρέχει βοήθεια σε όλους. Αν συστήσει κάποιο ίδρυμα ή υπηρεσία για να εκπληρώσει την αποστολή του, το εν λόγω ίδρυμα ή υπηρεσία υπόκεινται στην ίδια υποχρέωση·

χωρίς χρονικό περιορισμό: η βοήθεια πρέπει να παρέχεται για όσο διάστημα υφίσταται η κοινωνική ανάγκη. Το ΔΚΚΔ οφείλει να διασφαλίζει τη συνέχεια της βοήθειας και, ως εκ τούτου, του ιδρύματος ή της υπηρεσίας που παρέχει τη βοήθεια αυτή.

(21)

Με βάση την αρχή της τοπικής αυτονομίας, κάθε ΔΚΚΔ αποφασίζει ανεξάρτητα, εντός του δήμου του και βάσει του νόμου περί ΔΚΚΔ, για τον καλύτερο δυνατό τρόπο εκπλήρωσης της υποχρέωσής του για κοινωνική βοήθεια (συμπεριλαμβανομένης της ιατρικής). Η συνταγματική επιλογή της οργάνωσης της κοινωνικής βοήθειας σε τοπικό επίπεδο καθοδηγείται επίσης από την επιθυμία και την ανάγκη να εφαρμοστεί μια πολιτική κοινωνικής βοήθειας όσο το δυνατόν πλησιέστερης στον πληθυσμό. Όταν ένα ΔΚΚΔ αποφασίζει να συστήσει ένα ίδρυμα υγειονομικής περίθαλψης θεραπευτικού χαρακτήρα για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του τοπικού πληθυσμού για περίθαλψη, το ίδρυμα που συστήνεται κατ' αυτόν τον τρόπο διέπεται τόσο από το νόμο περί ΔΚΚΔ όσο και από το ομοσπονδιακό ρυθμιστικό πλαίσιο που ισχύει για τα νοσοκομεία (βλέπε αιτιολογική σκέψη 32), το οποίο εφαρμόζεται σε όλα τα νοσοκομεία, ανεξάρτητα από το καθεστώς τους (δημόσιο ή ιδιωτικό) και εγγυάται ένα κοινό οργανωτικό σύστημα για το σύνολο της χώρας. Ωστόσο, σε αντίθεση με τα ιδιωτικά νοσοκομεία, τα νοσοκομεία που συστάθηκαν από ένα ΔΚΚΔ, όπως τα νοσοκομεία IRIS, έχουν ως κύριο στόχο τη συνεχή παροχή κοινωνικής βοήθειας. Η ακριβής φύση των υποχρεώσεων που επιβάλλονται στα νοσοκομεία IRIS σε θέματα κοινωνικής βοήθειας (βλέπε επίσης ενότητα 7.3.4.1 κατωτέρω) ορίζεται στο καταστατικό των νοσοκομείων IRIS και στα στρατηγικά σχέδια της IRIS σύμφωνα με τις απαιτήσεις του νόμου περί ΔΚΚΔ (ιδίως τα άρθρα 120 και 135δ του εν λόγω νόμου).

(22)

Τέλος, βάσει του άρθρου 106 του νόμου περί ΔΚΚΔ, οι δήμοι υποχρεούνται να καλύψουν το έλλειμμα των ΔΚΚΔ τους, όταν αυτά δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους για την κάλυψη των δαπανών που σχετίζονται με τις υποχρεώσεις τους για κοινωνική βοήθεια.

2.2.   Η σύσταση των νοσοκομείων IRIS

(23)

Όπως εξηγείται ανωτέρω (βλέπε αιτιολογική σκέψη 15), η κοινωνική βοήθεια που παρέχεται από το ΔΚΚΔ περιλαμβάνει ιατρική και ιατροκοινωνική συνδρομή και μπορεί να έχει τόσο προληπτικό όσο και θεραπευτικό χαρακτήρα. Η εν λόγω βοήθεια μπορεί να παρέχεται είτε i) απευθείας από το ΔΚΚΔ, είτε ii) μέσω τρίτων (π.χ. ένα ιδιωτικό νοσοκομείο) χωρίς να θίγεται η νομική αυτονομίας του ή, iii) ειδικά αν το ΔΚΚΔ επιθυμεί να ελέγξει τον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνονται αυτοί οι στόχοι, μέσω της σύστασης ενός ιδρύματος ή μιας υπηρεσίας για την ολοκλήρωση μέρους της αποστολής του (στην περίπτωση αυτή, η εν λόγω αποστολή ορίζεται στο καταστατικό του ιδρύματος ή της υπηρεσίας και, στην περίπτωση των νοσοκομείων IRIS, στα στρατηγικά σχέδια της IRIS (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 16 και 21). Για να εκπληρώσουν την αποστολή τους για παροχή ιατρικής βοήθειας, τα ΔΚΚΔ σύστησαν και εξακολουθούν να (συν)διαχειρίζονται νοσοκομεία σε πολλές πόλεις και δήμους του Βελγίου.

(24)

Κατά το παρελθόν, τα ΔΚΚΔ των έξι ενδιαφερόμενων δήμων των Βρυξελλών (18) παρείχαν τα ίδια κοινωνική αρωγή ιατρικού και κοινωνικο-ιατρικού χαρακτήρα μέσω οκτώ δημόσιων νοσοκομείων (19) κατανεμημένων σε οκτώ διαφορετικά σημεία. Τα νοσοκομεία αυτά τα διαχειρίζονταν απευθείας τα αντίστοιχα ΔΚΚΔ τους και δεν είχαν νομική προσωπικότητα. Ήταν, επομένως, σαφές ότι τα εν λόγω νοσοκομεία συνέβαλλαν στην εκπλήρωση της υποχρέωσης των αντίστοιχων ΔΚΚΔ τους για παροχή κοινωνικής βοήθειας. Ωστόσο, κατά το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1990, οι δημόσιες αρχές των Βρυξελλών εκτίμησαν ότι τα διαρθρωτικά ελλείμματα αυτών των νοσοκομείων έθεταν σε κίνδυνο την επιβίωσή τους. Για να εξασφαλιστεί η συνέχεια και η βιωσιμότητα των δημόσιων νοσοκομείων των Βρυξελλών, οι αρχές αυτές αποφάσισαν να τα αναδιαρθρώσουν.

(25)

Το πρώτο στάδιο της αναδιάρθρωσης αυτής ξεκίνησε στις 19 Μαΐου 1994 με την υπογραφή της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της βελγικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης, της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης και της κοινής κοινοτικής επιτροπής των Βρυξελλών σχετικά με την πολιτική περί νοσοκομείων. Η συμφωνία αυτή προέβλεπε την εφαρμογή ενός συμφώνου αναδιάρθρωσης για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας των δημόσιων και τοπικών νοσοκομειακών υπηρεσιών. Όπως αναφέρεται στο άρθρο 2 της παρούσας συμφωνίας συνεργασίας:

«Το παρόν σύμφωνο αναδιάρθρωσης πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

1.

Παροχή εγγυήσεων για τη διατήρηση, αφενός, της ιδιαιτερότητας των δημόσιων νοσοκομείων, μέσω, μεταξύ άλλων, της επιλογής νομικών και συντονιστικών δομών που διασφαλίζουν την υπεροχή του δημόσιου τομέα στα όργανα διαχείρισης και στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και, αφετέρου, της τοπικής βάσης με την ενίσχυση της εκπροσώπησης των άμεσα εκλεγμένων μελών στη σύνθεση των οργάνων διοίκησης» (20).

(26)

Για τον σκοπό αυτό, το προοίμιο της συμφωνίας συνεργασίας προβλέπει τα εξής:

«Εκτιμώντας ότι το οικονομικό έλλειμμα που προκύπτει από τα δημόσια ιδρύματα υγείας στην επικράτεια της περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτευούσης έχει πράγματι λάβει ανησυχητικές διαστάσεις·

Ότι, παρά τα διάφορα σχέδια εξυγίανσης, η οικονομική ισορροπία των θεσμών αυτών είναι εξαιρετικά επισφαλής και, ως εκ τούτου, αποτελεί διαρθρωτική επιβάρυνση για τους δημοτικούς προϋπολογισμούς·

Εκτιμώντας ότι είναι αναγκαίο, υπό τις συνθήκες αυτές, να ενθαρρυνθεί η δημιουργία μηχανισμών συντονισμού και συνεργασίας μεταξύ των δήμων και των ΔΚΚΔ και των ενώσεων που συστάθηκαν σύμφωνα με το κεφάλαιο XII του οργανικού νόμου της 8ης Ιουλίου 1976 για τα ΔΚΚΔ, υπεύθυνων διάφορων δημόσιων νοσοκομειακών ιδρυμάτων στην επικράτεια της περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτευούσης·

Εκτιμώντας ότι τέτοιου είδους μηχανισμοί συντονισμού και συνεργασίας μπορούν να εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητα των δημόσιων νοσοκομείων, ενθαρρύνοντας τις συνέργειες εξοπλισμού και υποδομών, καθώς και των μέσων διαχείρισης και ανάπτυξης που διαθέτουν, και να συμβάλουν στην αντιμετώπιση του ελλείμματος των δημοτικών προϋπολογισμών·

Εκτιμώντας ότι η συμφωνία αυτή δεν αλλάζει καθόλου τους κανόνες χρηματοδότησης των νοσοκομείων, αλλά έχει ως μοναδικό στόχο την αντιμετώπιση του διαρθρωτικού ελλείμματος που επηρεάζει τα δημόσια κέντρα κοινωνικής πρόνοιας και τους δήμους»  (21).

(27)

Με βάση τα ανωτέρω, στις 22 Δεκεμβρίου 1995, η κοινή κοινοτική Επιτροπή των Βρυξελλών, ενέκρινε διάταγμα εισάγοντας το κεφάλαιο XIIα στην έκδοση του νόμου περί ΔΚΚΔ που ισχύει για την περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης. Οι προπαρασκευαστικές εργασίες αυτού του διατάγματος (22) αναφέρονται στη συμφωνία συνεργασίας της 19ης Μαΐου 1994 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 25), της οποίας κύριος στόχος ήταν η διασφάλιση, μέσω της προτεινόμενης αναδιάρθρωσης, της βιωσιμότητας των δημόσιων νοσοκομείων των Βρυξελλών (23).

(28)

Η αναδιάρθρωση βασίστηκε κυρίως στα εξής:

Εκχώρηση, από μέρους των ΔΚΚΔ, της άμεσης διαχείρισης των δημόσιων νοσοκομείων σε νεοσύστατα νομικά πρόσωπα (αποκαλούμενα «ενώσεις που εμπίπτουν στο κεφάλαιο XII») που ιδρύονται από τα ΔΚΚΔ (από κοινού με τους οικείους δήμους, την ένωση που εκπροσωπεί τους γιατρούς του νοσοκομείου και, όπου ήταν απαραίτητο, το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Βρυξελλών (ULB) και/ή το Vrije Universiteit Brussel (VUB).

Με τον τρόπο αυτό, τα ΔΚΚΔ παραιτήθηκαν από την προηγούμενη απόφασή τους για αυτοδιαχείριση των δικών τους νοσοκομείων. Όπως προβλέπεται στο άρθρο 60 παράγραφος 6 και στο άρθρο 118 του νόμου περί ΔΚΚΔ (βλέπε αιτιολογική σκέψη 19), τα ΔΚΚΔ αποφάσισαν να ιδρύσουν μια ένωση για να μπορέσουν να προσφέρουν ιατρική και ιατρο-κοινωνική φροντίδα στην κοινότητα.

Έτσι, τα δημόσια νοσοκομεία των Βρυξελλών ρευστοποιήθηκαν και οι δραστηριότητές τους μεταβιβάστηκαν σε οκτώ τοπικές νοσοκομειακές ενώσεις που συστάθηκαν βάσει του κεφαλαίου XII του νόμου περί ΔΚΚΔ. Τα νοσοκομεία IRIS απόκτησαν έτσι νομική και οικονομική αυτονομία (24) την 1η Ιανουαρίου 1996. Συστήθηκαν οι ακόλουθες οκτώ νοσοκομειακές ενώσεις: CHU Brugmann — HUDERF, CH Brien, CH Saint-Pierre (CHU-SP), CH Etterbeek- Ixelles, CH Baron Lambert, CH Bracops, CH Molière και Institut Bordet (IB).

Στη συνέχεια, αυτά τα οκτώ νοσοκομεία ανασυγκροτήθηκαν ως ακολούθως, διατηρώντας παράλληλα όλες τις υπάρχουσες εγκαταστάσεις, στα πέντε νοσοκομεία IRIS που υφίστανται σήμερα. Το CHU Brugmann (CHU-Β) και το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Παίδων Reine Fabiola (HUDERF) χωρίστηκαν σε δύο ξεχωριστά νομικά πρόσωπα την 1η Ιανουαρίου 1997. Την 1η Ιουλίου 1999, το CHU Brugmann και το CH Brien συγκρότησαν μία ενιαία οντότητα υπό την ονομασία CHU Brugmann. Από αυτή την ημερομηνία, το CH Etterbeek-Ixelles, το CH Baron Lambert, το CH Bracops, το CH Molière συγχωνεύτηκαν για να σχηματίσουν τα Νοσοκομεία Iris Sud. Στην παρούσα απόφαση, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά, ο όρος «νοσοκομεία IRIS» δηλώνει τις πέντε τρέχουσες τοπικές ενώσεις νοσοκομείων (25).

Σύσταση μιας ιεραρχικώς ανώτατης δομής υπό την ονομασία IRIS (βάσει του κεφαλαίου XIIα του νόμου περί ΔΚΚΔ), η οποία καλείται να διασφαλίσει τον συντονισμό και τον έλεγχο των νοσοκομειακών δραστηριοτήτων κάθε μιας από τις ενώσεις του κεφαλαίου XII (26). Κύριος στόχος της ιεραρχικώς ανώτατης δομής IRIS είναι η επίτευξη μιας βιώσιμης οικονομικής ισορροπίας για τις νοσοκομειακές δραστηριότητες των νοσοκομείων IRIS. Τα κύρια καθήκοντά της είναι ο συντονισμός των δραστηριοτήτων των νοσοκομείων IRIS, ο καθορισμός ενός στρατηγικού σχεδίου για το δίκτυο IRIS, η βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και ο έλεγχος του προϋπολογισμού του δικτύου.

(29)

Σύμφωνα με το κεφάλαιο XII του νόμου περί ΔΚΚΔ, κάθε τοπική νοσοκομειακή ένωση συστήνεται με βάση το καταστατικό, το οποίο, μεταξύ άλλων, καθορίζει το αντικείμενό της, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών της καθώς και τα όργανα λήψης αποφάσεων (27). Κάθε ένωση διαθέτει μια γενική συνέλευση και ένα διοικητικό συμβούλιο στα οποία εκπροσωπούνται τα διάφορα μέρη από τα οποία συστάθηκε η ένωση (βλέπε αιτιολογική σκέψη 28), αλλά οι εκπρόσωποι των δημόσιων αρχών (δηλαδή, ο δήμος και το ΔΚΚΔ) κατέχουν την πλειοψηφία των εδρών στα εν λόγω όργανα λήψης αποφάσεων (28). Συνεπώς, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι κάθε ένα από τα νοσοκομεία IRIS ελέγχεται από τις δημόσιες αρχές. Ομοίως, οι δήμοι και το ΔΚΚΔ διαθέτουν μεγάλη πλειοψηφία στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου της ιεραρχικώς ανώτατης δομής IRIS.

(30)

Το κεφάλαιο XIIα του νόμου περί ΔΚΚΔ καθορίζει, μεταξύ άλλων, τους κανόνες ελέγχου και διοικητικής εποπτείας που ισχύουν για τις τοπικές νοσοκομειακές ενώσεις. Συγκεκριμένα, η ιεραρχικώς ανώτατη δομή IRIS οφείλει να θεσπίσει ένα στρατηγικό σχέδιο που να περιλαμβάνει τις τοπικές ενώσεις του κεφαλαίου XII. Με βάση αυτό το σχέδιο, κάθε τοπική νοσοκομειακή ένωση οφείλει να καταρτίσει σχέδια διαχείρισης και οικονομικά σχέδια και να τα υποβάλει προς έγκριση στην IRIS (βλέπε άρθρο 135δ του νόμου περί ΔΚΚΔ). Οι τοπικές νοσοκομειακές ενώσεις πρέπει, επίσης, να ζητούν την άδεια της IRIS πριν από τη λήψη ορισμένων σημαντικών αποφάσεων (βλέπε άρθρο 135ε) και υπόκεινται σε τριμηνιαίο έλεγχο από την IRIS (βλέπε άρθρο 135ζ). Η IRIS διορίζει, επίσης, έναν επίτροπο σε κάθε τοπική νοσοκομειακή ένωση, ο οποίος συμμετέχει στις συνεδριάσεις των οργάνων λήψης αποφάσεων των εν λόγω ενώσεων και έχει δικαίωμα αρνησικυρίας στις αποφάσεις που δεν συμμορφώνονται με τις αποφάσεις που λαμβάνονται από την IRIS (βλέπε άρθρο 135η).

(31)

Τέλος, όπως εξηγείται στις αιτιολογικές σκέψεις 31 και 32 της απόφασης κίνησης της διαδικασίας, η αναδιάρθρωση των δημόσιων νοσοκομείων των Βρυξελλών που τελούν υπό την επίβλεψη και διαχείριση των ΔΚΚΔ περιελάμβανε και μια οικονομική συνιστώσα. Συγκεκριμένα, μέσω του ταμείου αναχρηματοδότησης των δήμων της περιφέρειας Βρυξελλών (εφεξής «FRBRTC»), η περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης χορήγησε δάνειο ύψους 4 δισεκατ. βελγικών φράγκων (περίπου 100 εκατ. ευρώ) για μια περίοδο 20 ετών στους δήμους που διαχειρίζονταν κάποιο δημόσιο νοσοκομείο (μέσω των αντίστοιχων ΔΚΚΔ τους) (29). Έπειτα, οι εν λόγω δήμοι κατέβαλαν εκ νέου αυτά τα κεφάλαια στα δημόσια νοσοκομεία τους για να καλύψουν μέρος των χρηματοοικονομικών τους υποχρεώσεων (30). Στις 6 Ιουνίου 1996, η περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης αποφάσισε να μην απαιτήσει την εξόφληση του δανείου και των τόκων υπό την προϋπόθεση ότι θα εφαρμοστούν πλήρως οι συμφωνίες για την αναδιάρθρωση και ότι θα τηρηθούν τα οικονομικά προγράμματα.

2.3.   Το κανονιστικό πλαίσιο των νοσοκομείων IRIS

(32)

Καθίσταται σαφές από την προηγούμενη ενότητα ότι τα νοσοκομεία IRIS συστάθηκαν με βάση το νόμο περί ΔΚΚΔ με σκοπό να δώσουν στα ΔΚΚΔ τη δυνατότητα να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους σε θέματα κοινωνικής βοήθειας. Συνεπώς, τα εν λόγω νοσοκομεία διέπονται κυρίως από τον νόμο περί ΔΚΚΔ. Ωστόσο, λόγω της ιδιότητάς τους ως νοσοκομεία, υπόκεινται επίσης στον κωδικοποιημένο νόμο περί νοσοκομείων (LCH) (31) της 7ης Αυγούστου 1987, του οποίου το άρθρο 147 (νυν άρθρο 163 του LCH στην έκδοσή της 10ης Ιουλίου 2008) αναφέρει (32) τα εξής:

«Όσον αφορά τα νοσοκομεία που τελούν υπό τη διαχείριση ενός δημόσιου κέντρου κοινωνικής βοήθειας και των γιατρών που εργάζονται στα εν λόγω νοσοκομεία, οι διατάξεις του παρόντος κωδικοποιημένου νόμου συμπληρώνουν τον οργανικό νόμο της 8ης Ιουλίου 1976 περί δημόσιων κέντρων κοινωνικής βοήθειας και πιο συγκεκριμένα τα άρθρα 48, 51, 52, 53, 54, 55, 56 και 94 του εν λόγω νόμου».

(33)

Το LCH καθορίζει, μεταξύ άλλων, τους τύπους των νοσοκομείων που μπορούν να αναγνωριστούν επισήμως (33)· τους όρους διαχείρισης ενός νοσοκομείου και τη διάρθρωση της ιατρικής δραστηριότητας (34)· τον νοσοκομειακό προγραμματισμό (35)· τα πρότυπα και τους όρους έγκρισης των νοσοκομείων και των νοσοκομειακών υπηρεσιών (36)· τις νομικές σχέσεις μεταξύ του νοσοκομείου και των νοσοκομειακών γιατρών, το καθεστώς των χρηματικών απολαβών των νοσοκομειακών γιατρών, συμπεριλαμβανομένων, ιδίως, της σύλληψης και του καθορισμού των αμοιβών, του περιεχομένου των αμοιβών και της κατανομής των αμοιβών που εισπράττονται σε κεντρικό επίπεδο (37).

(34)

Επιπλέον, τα νοσοκομεία IRIS υπόκεινται στους κανόνες που ορίζονται από τα καταστατικά των τοπικών νοσοκομειακών ενώσεων οι οποίες διευκρινίζουν, μεταξύ άλλων, το σκοπό των νοσοκομείων IRIS, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μελών της ένωσης βλέπε, επίσης, αιτιολογική σκέψη 29).

(35)

Τέλος, οι τοπικές νοσοκομειακές ενώσεις βρίσκονται υπό την εποπτεία της ιεραρχικώς ανώτατης δομής IRIS, η οποία περιορίζει τη δυνατότητά τους να λαμβάνουν αυτόνομα ορισμένες οικονομικές και διαχειριστικές αποφάσεις (βλέπε αιτιολογική σκέψη 30). Αξίζει να σημειωθεί ότι η ιεραρχικώς ανώτατη δομή IRIS εγκρίνει πολυετή στρατηγικά σχέδια που εμπλέκουν τις τοπικές νοσοκομειακές ενώσεις, όπως προβλέπεται στο άρθρο 135δ του νόμου περί ΔΚΚΔ.

(36)

Εν κατακλείδι, το κανονιστικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργούν τα νοσοκομεία IRIS αποτελείται από το νόμο περί ΔΚΚΔ, το LCH, τα καταστατικά των τοπικών νοσοκομειακών ενώσεων και τα δεσμευτικά στρατηγικά σχέδια που εγκρίθηκαν από την ιεραρχικώς ανώτατη δομή IRIS.

2.4.   Κύριες δραστηριότητες των νοσοκομείων IRIS

(37)

Η κύρια δραστηριότητα των νοσοκομείων IRIS έγκειται στην παροχή νοσοκομειακών υπηρεσιών στους ασθενείς της Περιφέρειας Βρυξέλλες-πρωτευούσης. Τα νοσοκομεία IRIS απασχολούν συνολικά περίπου 10 000 άτομα, δέχονται περισσότερες από ένα εκατομμύριο επισκέψεις ετησίως και αποτελούν τη μεγαλύτερη υπηρεσία επειγόντων περιστατικών στο Βέλγιο. Προσφέρουν ολοκληρωμένες ιατρικές υπηρεσίες σε όλα τα σημαντικά ιατρικά πεδία. Δύο από τα εν λόγω νοσοκομεία ειδικεύονται σε συγκεκριμένους κλάδους (το Πανεπιστημιακό νοσοκομείο Παίδων Reine Fabiola ειδικεύεται στην παιδιατρική, ενώ το institut Bordet ειδικεύεται στην ογκολογία).

(38)

Εκτός από τις ιατρικές υπηρεσίες, τα νοσοκομεία IRIS παρέχουν επίσης μια σειρά συναφών κοινωνικών δραστηριοτήτων. Ειδικότερα, οι κοινωνικοί λειτουργοί των νοσοκομείων IRIS παρέχουν βοήθεια σε ασθενείς που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση και στις οικογένειές τους προκειμένου να επιλύσουν και να διαχειριστούν δυσχέρειες διοικητικής, οικονομικής, διαπροσωπικής και κοινωνικής φύσεως.

(39)

Τα πέντε νοσοκομεία IRIS παρέχουν σήμερα τις ιατρικές και τις συναφείς κοινωνικές υπηρεσίες τους μέσω ενός δικτύου έντεκα νοσοκομειακών μονάδων στις Βρυξέλλες. Αυτές οι μονάδες είναι κατανεμημένες σε έξι δήμους (ήτοι στο Anderlecht, στην πόλη των Βρυξελλών, στο Etterbeek, στο Forest, στο Ixelles και στο Schaerbeek).

(40)

Τα νοσοκομεία IRIS περιγράφουν την αποστολή τους ως εξής: «από τη γέννηση μέχρι το τέλος της ζωής, τα νοσοκομεία μας είναι στην υπηρεσία όλων, σε κάθε στιγμή της ύπαρξής τους και όποια κι αν είναι τα ιατρικά τους προβλήματα» (38). Δέκα από τις 11 νοσοκομειακές μονάδες IRIS βρίσκονται σε δήμους όπου το μέσο εισόδημα δεν υπερβαίνει το διάμεσο εισόδημα (39) της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης. Βάσει της κατάταξης της Ομοσπονδιακής υπηρεσίας δημόσιας υγείας (βλέπε τον πίνακα που περιλαμβάνει την εν λόγω ταξινόμηση στην αιτιολογική σκέψη 185), τα τρία μεγάλα νοσοκομεία IRIS που παρέχουν πλήρεις υπηρεσίες [τα πανεπιστημιακά νοσοκομεία Saint-Pierre και Brugmann και τα νοσοκομεία Iris Sud (HIS)] είναι τα τρία νοσοκομεία των οποίων οι ασθενείς παρουσιάζουν το πλέον ευάλωτο κοινωνικο-οικονομικό προφίλ του Βελγίου. Αυτή η κατάσταση επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι το 2012 σχεδόν το 11 % όλων των ασθενών που εισήχθησαν στα Πανεπιστημιακά νοσοκομεία Saint-Pierre και Brugmann δεν καλύπτονταν από την υποχρεωτική στο Βέλγιο ασφάλιση υγείας και δεν ήταν σε θέση να πληρώσουν για τη θεραπεία τους, ενώ το 15 % των ασθενών στα εν λόγω νοσοκομεία εξαρτιόνταν (επίσης) από την υποστήριξη των ΔΚΚΔ.

(41)

Τέλος, τα νοσοκομεία IRIS παρέχουν, επίσης, μια σειρά από συναφείς δραστηριότητες (π.χ. διανοσοκομειακή μεταφορά των ασθενών με ασθενοφόρο, βρεφικός-παιδικός σταθμός για τα παιδιά των μελών του προσωπικού, οίκοι περίθαλψης και ανάπαυσης για ηλικιωμένους, νοσηλευτικές σχολές, έρευνα, υποδομές διαμονής με υπηρεσίες, εγκαταστάσεις ψυχιατρικής φροντίδας, κατάστημα για τους ασθενείς και τους επισκέπτες, ενοικίαση τηλεοράσεων στους ασθενείς, ενοικίαση δωματίων σε τρίτους, καντίνα και υποδομές στάθμευσης). Αυτές οι συναφείς δραστηριότητες δεν αντιπροσωπεύουν παρά μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό των συνολικών δραστηριοτήτων των νοσοκομείων IRIS, όπως μαρτυρά η χαμηλή συνεισφορά τους (λιγότερο από 2 % κατά μέσο όρο) στο σύνολο των εσόδων των νοσοκομείων IRIS.

(42)

Όλες αυτές οι δραστηριότητες αντιπροσωπεύουν τις δαπάνες και τα έσοδα των νοσοκομείων IRIS. Τα έξοδα που βαρύνουν τα τελευταία καθορίζονται, πέραν των συγκεκριμένων δραστηριοτήτων τους, και από το καταστατικό τους ως δημόσια νοσοκομεία, το οποίο τους επιβάλλει ορισμένους περιορισμούς που δεν ισχύουν για τα ιδιωτικά νοσοκομεία. Οι λειτουργικές δαπάνες που βαρύνουν τα νοσοκομεία IRIS, στο πλαίσιο των υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (εφεξής «ΥΓΟΣ») και των συναφών δραστηριοτήτων τους, αυξήθηκαν ιδίως εξαιτίας παραγόντων, όπως:

η υποχρέωση καταβολής επιδομάτων γλωσσικών δεξιοτήτων (40) σε δίγλωσσους υπαλλήλους, δαπάνη η οποία αντιπροσωπεύει ένα ετήσιο κόστος εκτιμώμενο (41) σε […] (42) εκατ. ευρώ και βαρύνει τα νοσοκομεία IRIS·

το συνταξιοδοτικό καθεστώς που ισχύει για τους δημοσίους υπαλλήλους (43) (διορισμένοι υπάλληλοι), που είναι πιο γενναιόδωρο από το καθεστώς που ισχύει για τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα και για το οποίο τα νοσοκομεία IRIS πρέπει να συμβάλλουν με ένα ποσό που υπολογίζεται σε […] εκατ. ευρώ ετησίως·

οι δαπάνες που συνδέονται με μακροχρόνιες ασθένειες των δημοσίων υπαλλήλων (44) και οι οποίες πρέπει να καλύπτονται από τα νοσοκομεία IRIS (και όχι από το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης) αντιστοιχούν σε ποσό που εκτιμάται σε […] εκατ. ευρώ ετησίως·

οι κλιμακωτές μισθολογικές αυξήσεις που επιβάλλονται στα νοσοκομεία IRIS από την περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης (45), η οποία ορίζει τις κλίμακες που ισχύουν για τους δημοτικούς υπαλλήλους, για τα ΔΚΚΔ και τα νοσοκομεία IRIS και η οποία καλύπτει μόνο το 60 % αυτών των αυξήσεων, αφήνοντας ένα ετήσιο κόστος περίπου […] εκατ. ευρώ να βαρύνει τα νοσοκομεία IRIS·

οι υποχρεωτικές εισφορές των νοσοκομείων IRIS στο κόστος της ιεραρχικώς ανώτατης οργάνωσης IRIS (46), με εκτιμώμενο ετήσιο κόστος […] εκατ. ευρώ.

(43)

Το εν λόγω υπολειπόμενο κόστος επιβαρύνει τα νοσοκομεία IRIS και δεν καλύπτεται από άλλες πηγές δημόσιας χρηματοδότησης [όπως τον προϋπολογισμό χρηματοοικονομικών μέσων (ΠΧΜ), βλέπε αιτιολογική σκέψη 46 στοιχείο α)].

2.5.   Οι χρηματοδοτικοί και λογιστικοί μηχανισμοί των νοσοκομείων IRIS

2.5.1.   Χρηματοδοτικοί μηχανισμοί

(44)

Η θεμελιώδης αρχή της χρηματοδότησης των νοσοκομείων IRIS αναφέρεται στο άρθρο 46 (47) του καταστατικού καθεμιάς από τις πέντε τοπικές νοσοκομειακές ενώσεις (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 28-29), όπου ορίζονται τα εξής:

«Με την επιφύλαξη του άρθρου εκατόν εννέα του νόμου της εβδόμης Αυγούστου χίλια εννιακόσια ογδόντα επτά περί των νοσοκομείων, το αποτέλεσμα του οικονομικού έτους κατανέμεται μεταξύ των εταίρων που συγκεντρώνουν τουλάχιστον το ένα πέμπτο του συνόλου των ψήφων της Γενικής Συνέλευσης, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης»  (48).

Βάσει αυτών, οι δήμοι και τα ΔΚΚΔ οφείλουν να απορροφήσουν πλήρως οποιοδήποτε έλλειμμα υφίστανται και δηλώνουν στους χρηματοπιστωτικούς λογαριασμούς τους τα νοσοκομεία IRIS. Επιπλέον, δυνάμει του άρθρου 106 του νόμου περί ΔΚΚΔ, οι δήμοι οφείλουν να καλύψουν κάθε έλλειμμα που προκύπτει από τα ΔΚΚΔ τους (βλέπε αιτιολογική σκέψη 22). Κατά συνέπεια, οι δήμοι (άμεσα και λόγω της υποχρέωσής τους να χρηματοδοτήσουν τα αντίστοιχα ΔΚΚΔ τους) εγγυώνται τελικώς τη βιωσιμότητα των νοσοκομείων IRIS, καλύπτοντας πλήρως κάθε έλλειμμα που μπορεί να δημιουργήσουν τα εν λόγω νοσοκομεία.

(45)

Είναι αυτονόητο ότι η έκταση στην οποία θα πρέπει να παρέμβουν οι δήμοι και τα ΔΚΚΔ για την κάλυψη πιθανών ελλειμμάτων που προκύπτουν από τα νοσοκομεία IRIS δυνάμει του άρθρου 46 των αντίστοιχων καταστατικών τους εξαρτάται από το βαθμό στον οποίο τα νοσοκομεία IRIS είναι σε θέση να καλύψουν τα έξοδά τους μέσω άλλων πηγών χρηματοδότησης.

(46)

Το LCH περιγράφει πέντε πηγές χρηματοδότησης που διατίθενται εξίσου σε δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία. Τα λειτουργικά έξοδα των βελγικών νοσοκομείων καλύπτονται κυρίως από τις τρεις πρώτες (49), ενώ η τέταρτη και η πέμπτη αφορούν τις επενδυτικές δαπάνες των νοσοκομείων.

α)

Η πρώτη πηγή χρηματοδότησης είναι o προϋπολογισμός χρηματοοικονομικών μέσων (εφεξής ΠΧΜ) (50), ο οποίος ιδρύθηκε από τον Ομοσπονδιακό Υπουργό Δημόσιας Υγείας και λαμβάνει υπόψη μόνο τη νοσοκομειακή περίθαλψη που καλύπτεται από την κοινωνική ασφάλιση. Ο ΠΧΜ έχει θεσπιστεί για κάθε νοσοκομείο εντός των ορίων του γενικού προϋπολογισμού της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Ο διαθέσιμος ομοσπονδιακός προϋπολογισμός κατανέμεται μεταξύ όλων των νοσοκομείων και δεν καλύπτει απαραίτητα το σύνολο των επιλέξιμων δαπανών τους. Από το 2002, ο προϋπολογισμός για κάθε νοσοκομείο προσδιορίζεται κυρίως βάσει του αριθμού των ημερών κατά τις οποίες παρασχέθηκαν φροντίδες κατά το προηγούμενο έτος. Ακολούθως, το συγκεκριμένο ποσό καταβάλλεται σε κάθε ένα από τα νοσοκομεία με δύο διαφορετικούς τρόπους. Συγκεκριμένα, περίπου το 85 % (το σταθερό μέρος) του ποσού αυτού καταβάλλεται στα νοσοκομεία σε μηνιαία βάση, ενώ το εναπομένον 15 % (το μεταβλητό μέρος) καταβάλλεται βάσει των πραγματικών εισαγωγών και των ημερών περίθαλψης στο νοσοκομείο κατά τη διάρκεια του έτους. Στο τέλος κάθε έτους, ο ΠΧΜ υπολογίζεται εκ νέου με βάση τα πραγματικά στοιχεία του έτους και ανάλογα με το αποτέλεσμα του υπολογισμού αυτού, το νοσοκομείο λαμβάνει ή πρέπει να επιστρέψει ένα συγκεκριμένο ποσό. Ο ΠΧΜ ρυθμίζεται λεπτομερέστερα από το βασιλικό διάταγμα της 25ης Απριλίου 2002, το οποίο ορίζει τους όρους και τους κανόνες που ισχύουν για τον καθορισμό του ΠΧΜ που χορηγείται στα νοσοκομεία. Ειδικότερα, το βασιλικό διάταγμα ορίζει τους κανόνες για τον καθορισμό του ΠΧΜ, τα είδη των δαπανών που μπορούν να καλυφθούν από το κράτος και τα σχετικά κριτήρια που πρέπει να εφαρμόζονται (51). Σημειώστε ότι ο ΠΧΜ δεν θεσπίστηκε με σκοπό να καλύψει τις πραγματικές δαπάνες κάθε νοσοκομείου, αλλά, αντιθέτως, έχει καθοριστεί ως ένα κατ' αποκοπή ποσό χρηματοδότησης με βάση το πραγματικό ιστορικό των δαπανών των εν λόγω νοσοκομείων. Ως εκ τούτου, μπορεί ο ΠΧΜ να είναι ανεπαρκής σε περίπτωση σημαντικών αυξήσεων του κόστους ή άλλων αλλαγών στην οργάνωση και τη διάρθρωση των δαπανών ενός νοσοκομείου.

β)

Η δεύτερη πηγή χρηματοδότησης προέρχεται από τα ποσά που ελήφθησαν δυνάμει της κοινωνικής ασφάλισης, δηλαδή που κατεβλήθησαν από το Institut national d'assurance maladie-invalidité (εθνικό ταμείο ασφαλίσεως ασθενείας-αναπηρίας) (εφεξής το «INAMI») στα νοσοκομεία για τη φροντίδα που παρέχουν στους ασθενείς τους. Αυτή η χρηματοδότηση βασίζεται στο νόμο περί ασφάλισης ασθενείας-αναπηρίας (52), ή στην ενοποιημένη έκδοσή του όπως προβλέπεται από το νόμο της 14ης Ιουλίου 1994 (53), ο οποίος ορίζει το βελγικό καθεστώς κοινωνικής ασφάλισης σε θέματα ασθενείας και αναπηρίας και προσδιορίζει τις ιατρικές υπηρεσίες και τα φάρμακα που μπορούν να καλυφθούν από την κοινωνική ασφάλιση. Τα νοσοκομεία τιμολογούν απευθείας στο ΙΝΑΜΙ μέρος των αμοιβών των γιατρών και των εξόδων που αντιστοιχούν στα φάρμακα που παρέχονται στους ασθενείς. Τα ποσά που καταβάλλονται από το INAMI, ωστόσο, δεν καλύπτουν το σύνολο των εξόδων που βαρύνουν τα νοσοκομεία για την παροχή των νοσοκομειακών υπηρεσιών τους. Συνεπώς, τα νοσοκομεία που δεν διαθέτουν άλλες επαρκείς πηγές χρηματοδότησης κινδυνεύουν να καταστούν ελλειμματικά.

γ)

Η τρίτη πηγή χρηματοδότησης αποτελείται από πληρωμές που καταβάλλονται απευθείας στα νοσοκομεία από τους ασθενείς ή από τον ιδιωτικό φορέα ασφάλισης υγείας. Οι πληρωμές αυτές είναι απαραίτητες, διότι η κοινωνική ασφάλιση δεν καλύπτει το σύνολο των ιατρικών αμοιβών ούτε των τιμών των φαρμάκων και άλλων προμηθειών (εμφυτεύματα, για παράδειγμα). Επιπλέον, όταν οι ασθενείς επιλέγουν μονόκλινο δωμάτιο, ενδέχεται να χρεωθούν πέραν της κανονικής τιμής της νοσηλείας και τις συνήθεις αμοιβές των ιατρών (οι σταθερές τιμές που χρεώνονται για κάθε θεραπεία αυξάνονται). Τέλος, οι ασθενείς ενδέχεται να χρεωθούν επιπλέον και για τη χρήση κάποιων συμπληρωματικών υπηρεσιών (π.χ., ενοικίαση τηλεόρασης, χρήση του πάρκινγκ του νοσοκομείου κ.λπ.).

Όλες οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από τους ασθενείς ή από τρίτους και προορίζονται για την αμοιβή των υπηρεσιών των νοσοκομειακών γιατρών που συνδέονται με τους νοσηλευόμενους ασθενείς πρέπει να λαμβάνονται κεντρικά από το νοσοκομείο (54). Τα νοσοκομεία και οι γιατροί τους συνάπτουν συμφωνίες που καθορίζουν το ποσοστό των παρακρατήσεων που μπορούν να κάνουν τα νοσοκομεία για να καλύψουν τα έξοδα είσπραξης αμοιβών και άλλα έξοδα που δεν χρηματοδοτούνται από το ΠΧΜ (55). Ακριβώς όπως και για τις κανονικές αμοιβές των ιατρών, τα νοσοκομεία μπορούν να παρακρατήσουν μέρος των συμπληρωματικών χρεώσεων που αναφέρονται παραπάνω για να καλύψουν μέρος των εξόδων τους (και πάλι σύμφωνα με τη συμφωνία που έχει συναφθεί μεταξύ του νοσοκομείου και των γιατρών). Συνεπώς, ένα μέρος των αμοιβών των ιατρών δεν χρησιμοποιείται για την αμοιβή τους, αλλά για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας του νοσοκομείου.

δ)

Η τέταρτη πηγή χρηματοδότησης προορίζεται ειδικά για την κάλυψη των επενδυτικών δαπανών που βαρύνουν τα νοσοκομεία. Οι επενδύσεις των νοσοκομείων χρηματοδοτούνται κυρίως από το κράτος (η ομοσπονδιακή κυβέρνηση και η εκάστοτε περιοχή καταβάλλουν η κάθε μία από ένα μέρος) και το υπόλοιπο μέρος χρηματοδοτείται από τα ίδια κεφάλαια των νοσοκομείων σε συνδυασμό με τραπεζικά δάνεια. Η χρηματοδότηση που χορηγείται από τις δημόσιες αρχές προορίζεται για την κάλυψη των εξόδων κατασκευής και ανακαίνισης ενός νοσοκομείου ή μιας υπηρεσίας, καθώς και των εξόδων του πρώτου εξοπλισμού και της πρώτης απόκτησης ιατρικών συσκευών (56). Οι επενδυτικές επιδοτήσεις έχουν ανώτατο όριο (π.χ. ένα κατ' αποκοπήν ποσό ανά τετραγωνικό μέτρο ή ανά μονάδα).

ε)

Η πέμπτη και τελευταία πηγή δημόσιας χρηματοδότησης συνδέεται με τις επενδύσεις και αφορά τα έξοδα μελετών και ανάπτυξης κατασκευαστικών έργων, αλλά και το κόστος κλεισίματος ή μη λειτουργίας ενός νοσοκομείου ή μιας νοσοκομειακής υπηρεσίας (57). Στην πράξη, αυτό το είδος χρηματοδότησης δεν είναι πολύ συχνό.

(47)

Το άρθρο 109 του LCH [νυν άρθρο 125 του LCH, έκδοση της 10ης Ιουλίου 2008 (58)], προβλέπει έναν πρόσθετο μηχανισμό χρηματοδότησης από τον οποίο μπορούν να επωφεληθούν μόνο τα δημόσια νοσοκομεία (όπως τα νοσοκομεία IRIS). Δυνάμει αυτής της διάταξης, τα ελλείμματα των δημόσιων νοσοκομείων που απορρέουν από τις νοσοκομειακές δραστηριότητες θα πρέπει να καλύπτονται από τους δήμους που τα ελέγχουν (μέσω των ΔΚΚΔ τους ή μιας κεντρικής δομής όπως το IRIS). Η αρχή της (μερικής) κάλυψης των ελλειμμάτων από τους δήμους είχε ήδη συμπεριληφθεί στο νόμο που προηγήθηκε του LCH, δηλαδή του νόμου της 23ης Δεκεμβρίου 1963 (59), και επιβεβαιώθηκε από το άρθρο 34 του νόμου της 28ης Δεκεμβρίου 1973 (60). Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό των ελλειμμάτων που υποχρεούνται να καλύπτουν οι δήμοι ορίζονται με βασιλικό διάταγμα (61). Βάσει αυτών, ο αρμόδιος για τη δημόσια υγεία ομοσπονδιακός υπουργός ορίζει κάθε χρόνο το ποσό του ελλείμματος για κάθε δημόσιο νοσοκομείο. Στην πράξη, το έλλειμμα που πρέπει να καλυφθεί, όπως ορίζεται από τον Υπουργό δεν ισοδυναμεί ακριβώς με το έλλειμμα που καταγράφηκε στους λογαριασμούς διαχείρισης του νοσοκομείου, με δεδομένο ότι ορισμένα στοιχεία των δαπανών [π.χ. το αποτέλεσμα των μη νοσοκομειακών δραστηριοτήτων οι οποίες, όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 155 (62), είναι αμιγώς συνδεόμενες σε αντίθεση με τις νοσοκομειακές δραστηριότητες των νοσοκομείων IRIS [που περιέχονται στα τελευταία και εξαιρούνται από το έλλειμμα που ορίζεται στο άρθρο 109 του LCH].

(48)

Εν κατακλείδι, τα νοσοκομεία IRIS διαθέτουν επομένως έναν πλήρη μηχανισμό χρηματοδότησης που εγγυάται την κάλυψη κάθε ελλείμματος που μπορεί να δημιουργήσουν. Τα πέντε γενικά μέτρα χρηματοδότησης που προβλέπονται από το LCH (βλέπε αιτιολογική σκέψη 46) καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των λειτουργικών δαπανών και των επενδύσεων των νοσοκομείων. Στο βαθμό που οι πηγές αυτές δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών που συνδέονται με τις δραστηριότητες των εν λόγω νοσοκομείων, το άρθρο 46 του καταστατικού των νοσοκομείων IRIS υποχρεώνει τους δήμους να καλύψουν πλήρως κάθε έλλειμμα που δημιουργείται από τα νοσοκομεία IRIS (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 44-45). Το λογιστικό έλλειμμα που καλύπτεται από το άρθρο 46 του εσωτερικού κανονισμού πρέπει να περιλαμβάνει το «έλλειμμα που καλύπτεται από το άρθρο 109 του LCH» (63) (βλέπε αιτιολογική σκέψη 47). Καλύπτοντας πλήρως το λογιστικό έλλειμμα, οι δήμοι πληρούν επίσης την υποχρέωσή τους σύμφωνα με το άρθρο 109 του LCH. Οι όροι πληρωμών αυτού του μηχανισμού αντιστάθμισης των ελλειμμάτων θα περιγραφεί παρακάτω (βλέπε ενότητα 7.3.5).

2.5.2.   Λογιστικές υποχρεώσεις

(49)

Όλα τα νοσοκομεία (τόσο τα δημόσια όσο και τα ιδιωτικά) υπόκεινται σε υποχρεώσεις σε θέματα τήρησης λογιστικών βιβλίων και διαφάνειας. Ειδικότερα, κάθε νοσοκομείο πρέπει να τηρεί χωριστά λογιστικά βιβλία που να δείχνουν το κόστος κάθε υπηρεσίας και να πληρούν ορισμένα στοιχεία του νόμου της 17ης Ιουλίου 1975 (64), σχετικά με την τήρηση λογιστικών βιβλίων και τους ετήσιους λογαριασμούς των εταιρειών (65). Οι δραστηριότητες μη νοσοκομειακού χαρακτήρα πρέπει να καταγράφονται σε χωριστούς λογαριασμούς. Τα νοσοκομεία υποχρεούνται επίσης να διορίζουν έναν ελεγκτή που θα έχει ως καθήκον την πιστοποίηση των λογιστικών τους βιβλίων και των ετήσιων λογαριασμών τους (66). Τέλος, τα νοσοκομεία υποχρεούνται να παρέχουν ορισμένες πληροφορίες (οικονομικές) στον αρμόδιο για τη δημόσια υγεία ομοσπονδιακό υπουργό (67) και η δημόσια ομοσπονδιακή υπηρεσία δημόσιας υγείας είναι, επίσης, υπεύθυνη για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης με τις διατάξεις του LCH (68).

3.   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΠΟΥ ΘΙΓΕΙ Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

(50)

Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, η περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης επέλεξε de facto να αναλάβει το ρόλο των ενδιαφερόμενων δήμων των Βρυξελλών όσον αφορά την αντιστάθμιση των ελλειμμάτων των νοσοκομείων IRIS. Ειδικότερα, οι καταγγέλλοντες αναφέρουν ρητά τις παρεμβάσεις του ταμείου αναχρηματοδότησης των δήμων της περιφέρειας Βρυξελλών (εφεξής «FRBRTC») που συστάθηκε από την περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης (69). Υποστηρίζουν, επιπλέον, ότι η ίδια η περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης χορήγησε στους δήμους ειδικές επιδοτήσεις (70) (μέχρι 10 εκατ. ευρώ ετησίως από το 2003), οι οποίες, σύμφωνα με αυτούς, καταβλήθηκαν στα νοσοκομεία IRIS ως ενίσχυση.

(51)

Ενώ οι καταγγέλλοντες δεν αμφισβητούν τη δικαιοδοσία της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης όσον αφορά τους εν λόγω δήμους, οι καταγγέλλοντες ωστόσο θεωρούν ότι αυτό που χαρακτηρίζουν ως περιφερειακή χρηματοδότηση των νοσοκομείων IRIS ξεπερνά αυτό που προβλέπει η κάλυψη των ελλειμμάτων όπως αυτά ορίζονται από το άρθρο 109 του LCH (βλέπε επίσης αιτιολογική σκέψη 47). Οι καταγγέλλοντες ισχυρίζονται ότι τα νοσοκομεία IRIS επωφελήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις περιφερειακές χρηματοδοτήσεις που χορηγήθηκαν στους δήμους όπου βρίσκονται και ότι οι εν λόγω χρηματοδοτήσεις δεν μπορούν να δικαιολογηθούν βάσει των διατάξεων του LCH. Οι καταγγέλλοντες δεν επικαλούνται την υποχρέωση κάλυψης των ελλειμμάτων που προβλέπεται στο άρθρο 46 του καταστατικού των νοσοκομείων IRIS.

(52)

Τέλος, οι καταγγέλλοντες αναφέρουν τη χορήγηση περίπου 100 εκατ. ευρώ μέσω του FRBRTC στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης των δημόσιων νοσοκομείων των Βρυξελλών που είχε ως αποτέλεσμα τη σύσταση των νοσοκομείων IRIS (βλέπε επίσης ενότητα 2.2). Οι καταγγέλλοντες ισχυρίζονται ότι αυτή η συναλλαγή είχε ως αποτέλεσμα μια υπεραντιστάθμιση των νοσοκομείων IRIS.

4.   ΛΟΓΟΙ ΚΙΝΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ

4.1.   Η απόφαση της Επιτροπής του 2009

(53)

Όπως προαναφέρθηκε (βλέπε αιτιολογική σκέψη 5), στις 28 Οκτωβρίου 2009, η Επιτροπή αποφάσισε να μην προβάλει αντιρρήσεις (71), διαπιστώνοντας ότι η δημόσια χρηματοδότηση των νοσοκομείων IRIS στην περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης συνίστατο σε μια κρατική ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά ως αντιστάθμιση για την παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος. Η Επιτροπή στήριξε αυτή την απόφαση στην απόφαση ΥΓΟΣ 2005, καθώς και απευθείας στο άρθρο 86 παράγραφος 2 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ).

(54)

Στην απόφασή της, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τα νοσοκομεία IRIS ήταν επιφορτισμένα με τρεις αποστολές παροχής δημόσιων υπηρεσιών νοσοκομειακού χαρακτήρα: πρώτον, τη γενική αποστολή νοσοκομειακού χαρακτήρα οποιουδήποτε νοσοκομείου (δημόσιου ή ιδιωτικού) δυνάμει του LCH (72)· δεύτερον, την υποχρέωση περίθαλψης όλων των ασθενών σε όλες τις περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των καταστάσεων μη έκτακτης ανάγκης (73)· και τρίτον, την υποχρέωση παροχής πλήρους νοσοκομειακής περίθαλψης σε πολλά σημεία (74). Επιπλέον, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα νοσοκομεία IRIS ήταν υπεύθυνα για την αποστολή δημόσιων υπηρεσιών εξωνοσοκομειακού χαρακτήρα που έγκειται στην παροχή κοινωνικής βοήθειας πέραν της ιατρικής περίθαλψης (75). Τέλος, η απόφαση αναφέρεται επίσης στην υποχρέωση της διγλωσσίας (76). Θεωρήθηκε ότι οι αποστολές αυτές είχαν ανατεθεί στα νοσοκομεία IRIS από το LCH, το νόμο ΔΚΚΔ, τα στρατηγικά σχέδια IRIS και, τέλος, από μια σύμβαση που υπεγράφη από τα νοσοκομεία IRIS και τα ΔΚΚΔ. Η Επιτροπή έκρινε επίσης ότι οι παράμετροι αντιστάθμισης είχαν καθοριστεί εκ των προτέρων (77) και ότι είχαν εφαρμοστεί επαρκείς διαδικασίες για την πρόληψη και τη διόρθωση των υπεραντισταθμίσεων (78). Τέλος, η Επιτροπή σημείωσε με ικανοποίηση ότι τα νοσοκομεία IRIS διατηρούσαν χωριστά λογιστικά βιβλία για τις δραστηριότητες νοσοκομειακού και μη νοσοκομειακού χαρακτήρα (79), εξασφαλίζοντας συνεπώς την απουσία διασταυρούμενης επιδότησης των εμπορικών δραστηριοτήτων (πλην των ΥΓΟΣ) των νοσοκομείων IRIS (80).

(55)

Η Επιτροπή εξέτασε επίσης κατά πόσον είχε εφαρμοστεί υπεραντιστάθμιση στα νοσοκομεία IRIS κατά το παρελθόν (ήτοι μεταξύ 1996 και 2007) (81) και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν ίσχυε κάτι τέτοιο (82). Εκτός από την αξιολόγηση των μέτρων χρηματοδότησης στο σύνολό τους, η Επιτροπή εξέτασε και έναν εικαζόμενο μηχανισμό προκαταβολών. Δεδομένου ότι η αντιστάθμιση δυνάμει του άρθρου 109 του LCH καταβαλλόταν συχνά με σημαντική καθυστέρηση, έως και 10 χρόνια, τα νοσοκομεία IRIS πρέπει να έλαβαν προκαταβολή επί των καθυστερημένων πληρωμών μέσω του FRBRTC. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, στο μέτρο που οι εν λόγω υποτιθέμενες προκαταβολές έπρεπε ούτως ή άλλως να επιστραφούν μετά την καταβολή της αντιστάθμισης του ελλείμματος σύμφωνα με το άρθρο 109 του LCH, δεν μπορούσαν να οδηγήσουν σε υπεραντιστάθμιση των νοσοκομείων IRIS (83).

4.2.   Η απόφαση ακύρωσης του Γενικού Δικαστηρίου του 2012

(56)

Σε απάντηση στην απόφαση της Επιτροπής του 2009, οι καταγγέλλοντες άσκησαν προσφυγή ακύρωσης κατά της απόφασης αυτής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (84). Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η Επιτροπή είχε προσβάλει τα δικονομικά δικαιώματά τους, μην κινώντας την επίσημη διαδικασία έρευνας, στο μέτρο που η Επιτροπή όφειλε να διαπιστώσει την ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών στο πλαίσιο της εν λόγω εξέτασης (85).

(57)

Στην απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2012 στην υπόθεση T-137/10, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση 2009 της Επιτροπής και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας (86).

(58)

Το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε αρχικά το ερώτημα αν τα νοσοκομεία IRIS ήταν επιφορτισμένα με σαφώς διευκρινισμένες αποστολές παροχής δημόσιων υπηρεσιών (87). Αρχικά σημείωσε ότι όλα τα μέρη συμφωνούν ότι το LCH αναθέτει σε όλα τα νοσοκομεία, δημόσια και ιδιωτικά, μια αποστολή δημόσιας υπηρεσίας γενικού νοσοκομειακού χαρακτήρα (88). Η μόνη αμφιβολία αφορούσε, επομένως, το αν η Επιτροπή είχε υποπέσει σε πλάνη καταλήγοντας στο συμπέρασμα, στην προκαταρκτική εξέτασή της, ότι τα νοσοκομεία IRIS ήταν επιφορτισμένα με συμπληρωματικές αποστολές δημόσιας υπηρεσίας νοσοκομειακού και μη χαρακτήρα (89). Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι υπήρχαν αμφιβολίες ως προς το αν οι διατάξεις επί των οποίων η Επιτροπή στήριξε την απόφασή της ήταν αρκετές για την επιφόρτιση των νοσοκομείων IRIS με πρόσθετες αποστολές για ανάληψη κάθε περίπτωση ασθενούς (90), την παροχή περίθαλψης σε πολλές νοσοκομειακές μονάδες (91) και τη διασφάλιση πρόσθετων κοινωνικών υπηρεσιών (92). Επιπλέον, όσον αφορά τη φερόμενη αποστολή που συνίσταται στην παροχή νοσοκομειακής περίθαλψης σε πολλαπλά σημεία, το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε ότι ήταν δύσκολο να διακρίνει ως προς τι διέφερε η εν λόγω αποστολή από τις γενικές απαιτήσεις προγραμματισμού και λειτουργίας που ισχύουν σε όλα τα νοσοκομεία που υπόκεινται στο LCH (93).

(59)

Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το αν η Επιτροπή είχε αποδείξει την ύπαρξη σαφών παραμέτρων αντιστάθμισης (94). Όσον αφορά τις αποστολές νοσοκομειακού χαρακτήρα, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το μηχανισμό αντιστάθμισης ελλειμμάτων με βάση το άρθρο 109 του LCH (95), σημειώνοντας παράλληλα ότι οι καταγγέλλοντες δεν είχαν αμφισβητήσει τον εν λόγω μηχανισμό (96), καθώς και τον υποτιθέμενο μηχανισμό περιφερειακής χρηματοδότησης μέσω του FRBRTC, που συστάθηκε για να καταβάλει προσωρινά τα ποσά που απαιτούνται για την κάλυψη των ελλειμμάτων των νοσοκομείων IRIS πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της κάλυψης των ελλειμμάτων σύμφωνα με το άρθρο 109 του LCH (97). Όσον αφορά το άρθρο 109, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα επιχειρήματα των καταγγελλόντων δεν επηρέαζαν τη θετική αξιολόγηση του εν λόγω άρθρου από την Επιτροπή (98). Ωστόσο, όσον αφορά τις υποτιθέμενες προκαταβολές που δόθηκαν μέσω του μηχανισμού FRBRTC, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν είχε προσδιορίσει τις παραμέτρους υπολογισμού των προκαταβολών αυτών (99) και ως εκ τούτου δεν είχε προβεί σε πλήρη επανεξέταση των εν λόγω προκαταβολών (100). Το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε αντίφαση ως προς την ίδια της την απόφαση επιβεβαιώνοντας κατά τη διάρκεια των ακροάσεων ότι το FRBRTC ήταν μόνο ένας μηχανισμός μέσω του οποίου η περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης χρηματοδοτούσε τους δήμους των Βρυξελλών και όχι τα νοσοκομεία IRIS (101).

(60)

Όσον αφορά τη δημόσια χρηματοδότηση υπέρ της εικαζόμενης συμπληρωματικής κοινωνικής αποστολής των νοσοκομείων IRIS (102), το Γενικό Δικαστήριο σημείωσε ότι και εδώ, η εν λόγω χρηματοδότηση προερχόταν προφανώς από το FRBRTC, το οποίο είχε συνάψει συμφωνία με τους ενδιαφερόμενους δήμους των Βρυξελλών για να τους καταβάλει ειδική επιδότηση προκειμένου να μπορέσουν να χρηματοδοτήσουν τις κοινωνικές αποστολές των νοσοκομείων IRIS (103). Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω συμφωνία δεν προσδιόριζε τις προηγούμενες παραμέτρους αντιστάθμισης σχετικά με τις υποτιθέμενες πρόσθετες κοινωνικές αποστολές των νοσοκομείων IRIS (104).

(61)

Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το αν η Επιτροπή είχε αποδείξει την ύπαρξη διαδικασίας προς αποφυγή των υπεραντισταθμίσεων και την απουσία υπεραντισταθμίσεων (105). Το Γενικό Δικαστήριο συμπέρανε καταρχάς ότι το LCH προσέφερε επαρκείς εγγυήσεις για να εξασφαλιστεί ότι η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 109 δεν οδηγούσε σε υπεραντιστάθμιση (106). Επίσης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν είχε αποδείξει την ύπαρξη παρεμφερούς μηχανισμού για την υποτιθέμενη πληρωμή των προκαταβολών από τους δήμους (107) και σημείωσε ιδιαίτερα την προφανή έλλειψη νομικής υποχρέωσης των νοσοκομείων IRIS να επιστρέψουν τις εν λόγω προκαταβολές αφού λάβουν χρηματοδότηση για να καλύψουν τα ελλείμματά τους σύμφωνα με το άρθρο 109 του LCH (108). Όσον αφορά τις ειδικές επιδοτήσεις που, σύμφωνα με την Επιτροπή, χρηματοδοτούν τη συμπληρωματική κοινωνική αποστολή, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι εκτιμήσεις της Επιτροπής ως προς τους τρόπους αποφυγής της υπεραντιστάθμισης στο πλαίσιο της χρηματοδότησης των κοινωνικών αποστολών ήταν ανεπαρκείς (109).

(62)

Όσον αφορά το αν τα νοσοκομεία IRIS είχαν τύχει υπεραντιστάθμισης στην πράξη (110), το Γενικό Δικαστήριο απλώς παρατήρησε ότι το εύρος της ανάλυσης ήταν πολύ σημαντικό και κάλυπτε το σύνολο των οικονομικών αποτελεσμάτων των νοσοκομείων IRIS για περισσότερα από δέκα χρόνια (111). Χωρίς να αποφανθεί ειδικά ως προς το συμπέρασμα της Επιτροπής, σύμφωνα με το οποίο δεν υπήρχε υπεραντιστάθμιση, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το εύρος και η πολυπλοκότητα της εκτιμήσεως στην οποία προέβη η Επιτροπή ενίσχυαν, αφ' εαυτών, τη θέση των καταγγελλόντων που βασίζεται στην ύπαρξη σοβαρών δυσχερειών (112).

(63)

Τέλος, οι καταγγέλλοντες υποστήριξαν ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να λάβει υπόψη στις εκτιμήσεις της το κριτήριο της οικονομικής αποδοτικότητας της παροχής ΥΓΟΣ (113). Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε ωστόσο το επιχείρημα αυτό και κατέληξε στο συμπέρασμα:

«το κριτήριο περί οικονομικής αποδοτικότητας μιας επιχειρήσεως κατά την παροχή της ΥΓΟΣ δεν υπάγεται στην εκτίμηση περί συμβατότητας της κρατικής ενισχύσεως από απόψεως του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ [νυν άρθρο 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ], οπότε η επιλογή των εθνικών αρχών όσον αφορά την οικονομική αποδοτικότητα του παρέχοντος δημόσια υπηρεσία δεν μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο αιτιάσεων ως προς το ζήτημα αυτό»  (114).

(64)

Συνοψίζοντας τα συμπεράσματά του, το Γενικό Δικαστήριο δήλωσε τα εξής:

«[Ο καταγγέλλων] προβάλλει ένα σύνολο συγκλινουσών ενδείξεων που καταδεικνύουν την ύπαρξη σοβαρών αμφιβολιών όσον αφορά τη συμβατότητα των υπό εξέταση μέτρων με τα κριτήρια εφαρμογής του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ [νυν άρθρο 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ], τα οποία αφορούν, πρώτον, την ύπαρξη σαφώς καθορισμένης αναθέσεως σχετικά με τις αποστολές παροχής δημόσιας υπηρεσίας νοσοκομειακού και κοινωνικού χαρακτήρα ειδικά για τα νοσοκομεία IRIS, δεύτερον, την ύπαρξη προκαθορισμένων παραμέτρων αντισταθμίσεως και, τρίτον, την ύπαρξη όρων που καθιστούν δυνατή την αποτροπή της υπερβάλλουσας αντισταθμίσεως στο πλαίσιο της χρηματοδοτήσεως αυτών των αποστολών παροχής δημόσιας υπηρεσίας […]»  (115).

4.3.   Η απόφαση κίνησης της διαδικασίας της Επιτροπής της 1ης Οκτωβρίου 2014  (116)

(65)

Υπό το πρίσμα των διαπιστώσεων του Γενικού Δικαστηρίου (117), σύμφωνα με τις οποίες η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε εκφράσει αμφιβολίες σχετικά με τη συμβατότητα της επίμαχης δημόσιας χρηματοδότησης της νοσοκομείων IRIS με την εσωτερική αγορά, βάσει του άρθρου 106, παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, η Επιτροπή έπρεπε να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας, κάτι που έκανε με απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 2014. Στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, η Επιτροπή σημείωσε ότι, σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, οι δήμοι και τα ενδιαφερόμενα ΔΚΚΔ των Βρυξελλών επέλεξαν να επιβάλουν στα νοσοκομεία IRIS, αλλά όχι σε ιδιωτικά νοσοκομεία, τις ακόλουθες πρόσθετες υποχρεώσεις (118) που δικαιολογούν τα μέτρα αντιστάθμισης των ελλειμμάτων που εφαρμόζονται για τα νοσοκομεία IRIS:

α)

η υποχρέωση περίθαλψης όλων των ασθενών σε όλες τις περιπτώσεις: τα νοσοκομεία IRIS δεν μπορούν να αρνηθούν ασθενείς που δεν είναι σε θέση να πληρώσουν για τις υπηρεσίες τους και/ή οι οποίοι δεν είναι ασφαλισμένοι, ακόμη και αν οι εν λόγω ασθενείς δεν χρειάζονται επείγουσα ιατρική φροντίδα. Τα ιδιωτικά νοσοκομεία υποχρεούνται να περιθάλψουν τους ασθενείς που χρειάζονται επείγουσα ιατρική φροντίδα, αλλά αυτό δεν ισχύει σε μη επείγουσες περιπτώσεις·

β)

η υποχρέωση παροχής ολοκληρωμένης περίθαλψης σε πολλές νοσοκομειακές μονάδες: οι δήμοι και τα ΔΚΚΔ επέλεξαν συνειδητά να διατηρήσουν τις πολλαπλές νοσοκομειακές μονάδες που προσφέρουν ένα πλήρες φάσμα περίθαλψης, για να εξασφαλιστεί η πρόσβαση στην περίθαλψη για όλους τους ασθενείς. Η εναλλακτική λύση που έγκειται στη συγκέντρωση των κλινών και των υποστηρικτικών υπηρεσιών σε λιγότερες νοσοκομειακές μονάδες και συνεπώς στη μείωση των δαπανών απορρίφθηκε σκοπίμως. Η επιλογή αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους ασθενείς που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση και τις οικογένειές τους, καθώς τα νοσοκομεία IRIS βρίσκονται κυρίως σε κοντινή απόσταση ή σε συνοικίες με σημαντικό ποσοστό πληθυσμού σε μειονεκτική θέση·

γ)

η υποχρέωση παροχής κοινωνικών υπηρεσιών στους ασθενείς και τις οικογένειές τους: οι κοινωνικοί λειτουργοί παρέχουν βοήθεια στους ασθενείς που βρίσκονται σε μειονεκτική θέση και τις οικογένειές τους για την επίλυση και τη διαχείριση δυσχερειών διοικητικής, οικονομικής, διαπροσωπικής και κοινωνικής φύσεως. Επιπλέον, δημιουργούν κοινωνικές σχέσεις, προκειμένου να διευκολυνθεί η οικονομική παρέμβαση του ΔΚΚΔ. Ενώ όλα τα δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία υποχρεούνται να απασχολούν τους κοινωνικούς λειτουργούς σε ορισμένες υπηρεσίες του νοσοκομείου (στη γηριατρική και την ψυχιατρική, για παράδειγμα), οι βελγικές αρχές υποστηρίζουν ότι τα νοσοκομεία IRIS έχουν μια πρόσθετη ειδική αποστολή που έγκειται σε πολύ σημαντικότερες κοινωνικές υπηρεσίες και επιφέρει υψηλότερες δαπάνες, οι οποίες μπορούν να αντισταθμιστούν σύμφωνα με το LCH.

(66)

Λαμβάνοντας υπόψη τις αμφιβολίες που εκφράστηκαν από το Γενικό Δικαστήριο (119), η Επιτροπή κάλεσε τις βελγικές αρχές, τους καταγγέλλοντες και όλα τα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη να υποβάλουν όλες τις σχετικές πληροφορίες για να εξακριβωθεί η συμβατότητα της επίμαχης δημόσιας χρηματοδότησης με την εσωτερική αγορά, ιδιαίτερα στους ακόλουθους τομείς:

Ο ακριβής ορισμός των φερομένων ως συμπληρωματικών αποστολών των νοσοκομείων IRIS και τα έγγραφα πάνω στα οποία βασίζονται οι αναθέσεις των εν λόγω αποστολών (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 87-89 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας)·

Η νομική βάση για την αντιστάθμιση των ελλειμμάτων των νοσοκομείων IRIS (στα οποία συμβάλλει το κόστος κάθε εικαζόμενης πρόσθετης αποστολής) (βλέπε αιτιολογική σκέψη 91 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας)·

Το αν υπάρχουν (επαρκή) μέτρα για να αποφευχθεί η υπεραντιστάθμιση των εικαζόμενων συμπληρωματικών αποστολών, κυρίως μέσω του μηχανισμού αντιστάθμισης των ελλειμμάτων σε συνδυασμό με τις επιστρεπτέες προκαταβολές (κατά περίπτωση) και το αν τα νοσοκομεία IRIS έχουν ή όχι τη νομική υποχρέωση να εξοφλήσουν κάθε προκαταβολή που κατάφεραν να λάβουν για να αποφύγουν τυχόν υπεραντιστάθμιση (βλέπε αιτιολογική σκέψη 95 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας)·

Όταν οι πληρωμές ειδικών επιχορηγήσεων ανώτατου ποσού ύψους 10 εκατ. ευρώ ετησίως (βλέπε αιτιολογική σκέψη 50 ανωτέρω) πρέπει να θεωρηθούν ως μια ξεχωριστή δραστηριότητα για την αντιστάθμιση των ελλειμμάτων των νοσοκομείων IRIS, χρήζει να εξετασθεί εάν εφαρμόζονται ή όχι επαρκή μέτρα για να διασφαλιστεί ότι η αντιστάθμιση δεν υπερβαίνει ό, τι είναι αναγκαίο για την κάλυψη των δαπανών που πραγματοποιούνται για την εκτέλεση των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας (βλέπε αιτιολογική σκέψη 96 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας)·

Το αν έχει πράγματι χορηγηθεί οποιαδήποτε υπεραντιστάθμιση για τα νοσοκομεία IRIS, από τότε που άρχισαν να λειτουργούν ως ανεξάρτητες νομικές δομές (βλέπε αιτιολογική σκέψη 97 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας)·

Οποιοδήποτε χρήσιμο επιχείρημα, το οποίο συνοδεύεται από συγκεκριμένα και λεπτομερή έγγραφα που εξηγούν αν, γιατί και σε ποιο βαθμό τα μέτρα δημόσιας χρηματοδότησης των νοσοκομείων IRIS εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της απόφασης ΥΓΟΣ 2012 ή στο πλαίσιο ΥΓΟΣ 2012 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 98 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας), ή στην απόφαση ΥΓΟΣ 2005 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 100 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας) και αν, γιατί και σε ποιο βαθμό πληρούνται τα κριτήρια που αυτά ορίζουν.

(67)

Η Επιτροπή εκμεταλλεύτηκε την έκδοση της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας για να ζητήσει διευκρινίσεις σχετικά με τα ακόλουθα πρόσθετα πραγματικά ζητήματα:

Το αν οποιαδήποτε κεφάλαια του FRBRTC (βλέπε αιτιολογική σκέψη 50 ανωτέρω), στην προκειμένη περίπτωση οι ειδικές επιδοτήσεις, μεταφέρθηκαν ή όχι απευθείας στα νοσοκομεία IRIS, ή το αν το FRBRTC και οι ειδικές επιδοτήσεις αποτελούν ή όχι απλούς μηχανισμούς χρηματοδότησης μεταξύ της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης και των δήμων των Βρυξελλών (βλέπε αιτιολογική σκέψη 17 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας)·

Η ακριβής φύση της υποχρέωσης που προβλέπει το άρθρο 60, παράγραφος 6, του νόμου περί ΔΚΚΔ (βλέπε αιτιολογική σκέψη 19 ανωτέρω), οι δυνατότητες κλεισίματος ενός δημόσιου νοσοκομείου και η διαφορά με τον μηχανισμό προγραμματισμού του νοσοκομείου (βλέπε αιτιολογική σκέψη 26 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας)·

Το αν οι πρόσθετες κοινωνικές υπηρεσίες που παρέχονται από τα νοσοκομεία IRIS έχουν ή όχι οικονομικό χαρακτήρα (βλέπε αιτιολογική σκέψη 48 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας)·

Το αν η μεταβίβαση ειδικών επιδοτήσεων (της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης προς τους δήμους) των δήμων προς τα νοσοκομεία IRIS μπορεί ή όχι να θεωρηθεί ως ξεχωριστή δραστηριότητα του μηχανισμού κάλυψης ελλειμμάτων (βλέπε αιτιολογική σκέψη 92 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας) και, κατά περίπτωση, ως η νομική βάση που θέτει τους συγκεκριμένους όρους·

Το αν υπάρχει ή όχι ένας μηχανισμός προκαταβολών, η νομική βάση του μηχανισμού αυτού και ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιούνται αυτές οι πληρωμές (κατά περίπτωση) και το αν οι εν λόγω προκαταβολές θεωρούνται ή όχι ως μέτρο χωριστής βοήθειας του μηχανισμού κάλυψης των ελλειμμάτων, καθώς και λεπτομέρειες σχετικά με την πιθανή χρηματοδότηση των εν λόγω προκαταβολών (κατά περίπτωση) από το FRBRTC (βλέπε αιτιολογική σκέψη 93 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας)·

Περαιτέρω διευκρινίσεις σχετικά με την έννοια της βιωσιμότητας (ήτοι, τη συνέχεια και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων νοσοκομείων, βλέπε επίσης αιτιολογική σκέψη 91 παρακάτω), τη νομική της βάση (ιδιαίτερα στο επίπεδο IRIS και νοσοκομείων IRIS), τις επιπτώσεις της και τον τρόπο με τον οποίο η βιωσιμότητα δικαιολογεί τους μηχανισμούς αντιστάθμισης των ελλειμμάτων που απολαμβάνουν τα εν λόγω νοσοκομεία (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 102 και 103 την απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας)·

Το αν υπάρχουν ή όχι λόγοι, εκτός εκείνων που αναφέρονται ρητά στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας (δηλαδή η ύπαρξη συμπληρωματικών αποστολών ΥΓΟΣ και η βιωσιμότητα των δημόσιων νοσοκομείων), που να μπορούν να δικαιολογήσουν τη συμπληρωματική χρηματοδότηση των νοσοκομείων IRIS (βλέπε αιτιολογική σκέψη 103 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας).

5.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΜΕΡΩΝ

(68)

Η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις από τέσσερα ενδιαφερόμενα μέρη (CBI, ABISP, Zorgnet Vlaanderen και UNCPSY), οι οποίες συνοψίζονται παρακάτω:

5.1.   CBI

(69)

Σε απάντηση στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, η καταγγέλλουσα CBI επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την ίδια, η απόφαση αυτή δεν περιέχει κανένα στοιχείο ή νέο επιχείρημα, ούτε κάποια νέα εξήγηση που να επιτρέπει την απόδειξη ύπαρξης συγκεκριμένης αποστολής που ανατέθηκε στα νοσοκομεία IRIS ή που σχετίζεται με τους μηχανισμούς αντιστάθμισης για την εν λόγω εικαζόμενη αποστολή ή με τους σχετικούς ελέγχους που διενεργήθηκαν. Ως εκ τούτου, η καταγγέλλουσα αναφέρεται κυρίως στα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν σε προηγούμενες παρατηρήσεις της.

(70)

Η CBI επιβεβαιώνει τη θέση της, σύμφωνα με την οποία: 1) τα νοσοκομεία IRIS δεν είναι υπεύθυνα για συγκεκριμένες ΥΓΟΣ που προστίθενται στις αποστολές που επιβάλλονται σε όλα τα βελγικά νοσοκομεία (δημόσια ή ιδιωτικά) και 2), ακόμη κι αν η Επιτροπή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ύπαρξη συμπληρωματικών αποστολών αυτού του τύπου, οι εν λόγω αποστολές δεν ορίζονται με αρκετή σαφήνεια ώστε να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της σχετικής νομοθεσίας της Ένωσης. Η CBI σημείωσε επίσης ότι η πρόταση του πολιτικού προγράμματος της νέας κυβέρνησης των Βρυξελλών (που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2014) έχει ως στόχο να «μεταρρυθμίσει την απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2003 για τον καθορισμό των αποστολών δημοτικού συμφέροντος που να δικαιολογούν τις συγκεκριμένες επιχορηγήσεις προς τους δήμους». Οι καταγγέλλοντες θεωρούν ότι η διατύπωση αυτή δείχνει ότι δεν υπάρχουν προς το παρόν αποστολές τέτοιου είδους, αλλά θα καθοριστούν στο μέλλον.

(71)

Όσον αφορά τις απαιτήσεις του άρθρου 60, παράγραφος 6, του νόμου περί ΔΚΚΔ, η CBI θεωρεί ότι δεν προσθέτουν τίποτα στο LCH ως προς τους ορισμούς των συμπληρωματικών ή ειδικών ΥΓΟΣ που μπορούν να εφαρμόζονται μόνο σε δημόσια νοσοκομεία, όπως τα νοσοκομεία IRIS. Η καταγγέλλουσα ισχυρίζεται επίσης ότι η συμπληρωματική κοινωνική αποστολή φαίνεται να αποτελείται από περισσότερες κοινωνικές υπηρεσίες από αυτές που παρέχονται από άλλα νοσοκομεία και την αποκαλεί ως «βασική κοινωνική αποστολή (κοινή σε δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία)». Η CBI θεωρεί ότι αυτό δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι τα νοσοκομεία IRIS έχουν πρόσθετη κοινωνική αποστολή. Επιπλέον, όσον αφορά το ερώτημα αν αυτές οι υπηρεσίες είναι οικονομικής φύσεως, η CBI σημειώνει ότι και μόνο το γεγονός ότι οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται δωρεάν δεν τους αφαιρεί τον οικονομικό τους χαρακτήρα. Τέλος, η CBI θεωρεί ότι οι συμπληρωματικές κοινωνικές υπηρεσίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με ένα τεράστιο εύρος υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης, οι οποίες έχουν αναμφισβήτητα εγγενή οικονομικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο δεν αμφισβητήθηκε ποτέ.

(72)

Σύμφωνα με την CBI, η αποστολή καθολικής περίθαλψης ισχύει τόσο για τα ιδιωτικά νοσοκομεία όσο και για τα δημόσια. Κατά την CBI, δεν θα έπρεπε να υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ δημόσιων και ιδιωτικών νοσοκομείων σχετικά με την αντιμετώπιση των «κοινωνικών ασθενών», είτε σε περίπτωση έκτακτης ή «μετα-έκτακτης» ανάγκης. Στο πλαίσιο αυτό, η CBI αναφέρεται σε μια απόφαση του Πρωτοδικείου των Βρυξελλών (120) σχετικά με την επείγουσα ιατρική βοήθεια (121) στους αλλοδαπούς που διαμένουν παράνομα στο Βέλγιο (στο εξής οι «μετανάστες χωρίς έγγραφα»), η οποία δείχνει ότι, σε αυτό το πλαίσιο, η βοήθεια αυτή μπορεί να παρέχεται τόσο από τα δημόσια όσο και από τα ιδιωτικά νοσοκομεία. Η CBI προσθέτει ότι, σύμφωνα με μία δημοσίευση (122) του 2004 των Χριστιανικών Ταμείων Αλληλασφάλισης (123), τα ιδιωτικά νοσοκομεία αναλαμβάνουν πάνω από το 60 % των «κοινωνικών ασθενών» στην περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης. Η καταγγέλλουσα θεωρεί επίσης ότι δεν επιβάλλεται καμία πρόσθετη αποστολή από το νόμο περί ΔΚΚΔ, τα στρατηγικά σχέδια IRIS ή τις συμβάσεις που αφορούν την «κατοικία έκτακτης ανάγκης» (124).

(73)

Όσον αφορά την «αποστολή σε πλείονες τόπους», η CBI θεωρεί ότι δεν έχει εξηγηθεί ούτε το ακριβές περιεχόμενο της υποχρέωσης για παροχή πλήρους νοσοκομειακής περίθαλψης «σε πλείονες τόπους», ούτε ο βαθμός στον οποίο η υποχρέωση αυτή επιβάλλει πρόσθετες επιβαρύνσεις για τα νοσοκομεία IRIS. Όσον αφορά τη συμπληρωματική κοινωνική αποστολή, η CBI θεωρεί ότι το άρθρο 57 του νόμου περί ΔΚΚΔ δεν επιβάλλει πρόσθετες υποχρεώσεις στα νοσοκομεία IRIS και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν τις προσδιορίζει με κατανοητό τρόπο (ούτε τα στρατηγικά σχέδια IRIS ούτε τις συμβάσεις σχετικά με την «κατοικία έκτακτης ανάγκης»).

(74)

Όσον αφορά το ζήτημα του σαφούς ορισμού των παραμέτρων αντιστάθμισης, η CBI σημειώνει ότι, σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, τα νοσοκομεία IRIS εκτελούν μια ειδική αποστολή που διαφέρει από αυτή των ιδιωτικών νοσοκομείων, και ότι αυτή η ειδική αποστολή δεν ορίζεται στον LCH, αλλά έχει διαφορετική νομική βάση. Σύμφωνα με τη CBI, αποκλείεται ρητά η δυνατότητα του LCH να ορίσει τις παραμέτρους αντιστάθμισης που σχετίζονται με μία ή περισσότερες αποστολές δημόσιας υπηρεσίας που δεν προβλέπει. Εξάλλου, η CBI επισημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ των νομικών βάσεων για τις συγκεκριμένες αποστολές και των μηχανισμών αντιστάθμισης. Η καταγγέλλουσα παρατηρεί ότι, προφανώς, δεν γίνεται καμία διάκριση μεταξύ των ελλειμμάτων που προκύπτουν από το κόστος των εικαζόμενων ειδικών αποστολών και εκείνων που προκύπτουν από το κόστος της βασικής αποστολής. Τέλος, η CBI αναφέρεται σε μια σειρά γνωμοδοτήσεων που εκδίδονται από τη βελγική οικονομική εποπτική αρχή, η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είναι αδύνατο να ελέγχει τη χρήση των ειδικών επιδοτήσεων με βάση την απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2003, διότι το εν λόγω διάταγμα δεν προσδιορίζει τα καθήκοντα δημοτικού ενδιαφέροντος για τα οποία χορηγούνται οι εν λόγω επιδοτήσεις.

(75)

Η CBI επανέλαβε επίσης τους ισχυρισμούς που είχε διατυπώσει νωρίτερα, σύμφωνα με τους οποίους δεν ελήφθη κανένα μέτρο για να αποφευχθεί η υπεραντιστάθμιση. Πρόσθεσε ότι, ελλείψει ακριβούς ορισμού των ειδικών αποστολών που εκτελούνται από τα νοσοκομεία IRIS, είναι αδύνατο να προσδιοριστεί ποιες δραστηριότητες θα έπρεπε να αποτελούν ή όχι αντικείμενο αντιστάθμισης. Κατά την άποψη της CBI, είναι αδύνατο να εξακριβωθεί η ύπαρξη ενός μηχανισμού παρακολούθησης για να αποφευχθούν οι υπεραντισταθμίσεις.

(76)

Τέλος, η CBI παρατηρεί ότι αν και η βιωσιμότητα των δημόσιων νοσοκομείων αναφέρεται στη συμφωνία συνεργασίας της 19ης Μαΐου 1994, το έγγραφο αυτό δεν ορίζει καμία τέτοια αποστολή και δεν αποτελεί πράξη ανάθεσης. Ειδικότερα, η CBI θεωρεί ότι η συμφωνία αυτή δεν σημαίνει ότι ένας δήμος ή μία πόλη υποχρεούται να διατηρεί ένα δημόσιο νοσοκομείο στο έδαφός του/της και ότι δεν θέτει κανέναν κανόνα για τον προγραμματισμό των νοσοκομειακών υπηρεσιών στο Βέλγιο που να απαιτεί τη λειτουργία υπηρεσίας σε δημόσιο νοσοκομείο.

5.2.   ABISP

(77)

Η ένωση ιδιωτικών κλινικών Βρυξελλών (ABISP), ένας από τους αρχικούς καταγγέλλοντες (βλέπε αιτιολογική σκέψη 1), σημειώνει στις παρατηρήσεις της σχετικά με την απόφαση κίνησης της διαδικασίας, ότι όλα τα βελγικά νοσοκομεία, ανεξάρτητα του καθεστώτος τους ή των ιδιοκτητών τους υποχρεούνται από το νόμο να φέρουν σε πέρας μια αποστολή γενικού συμφέροντος. Στο πλαίσιο αυτό, η ABISP αναφέρεται στο άρθρο 2 του LCH (125). Τέλος, η ABISP υπενθυμίζει ότι έχει αποσύρει την καταγγελία της.

5.3.   Zorgnet Vlaanderen

(78)

Η Zorgnet Vlaanderen εκπροσωπεί περισσότερους από 500 φλαμανδικούς παρόχους φροντίδας (όπως γενικά νοσοκομεία, ψυχιατρικά ιδρύματα και οίκους ευγηρίας). Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την απόφαση κίνησης της διαδικασίας, η Zorgnet Vlaanderen τονίζει ότι όλα τα βελγικά νοσοκομεία, δημόσια ή ιδιωτικά, υπόκεινται στις ίδιες υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας, στο πλαίσιο του LCH. Παρατηρεί επίσης ότι η LCH δεν ορίζει τους όρους σχετικά με τη νομική μορφή (δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας) που απαιτείται για να αναγνωριστεί μία εγκατάσταση ως νοσοκομείο. Επιπλέον, η Zorgnet Vlaanderen παρατηρεί ότι ο ορισμός των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας των νοσοκομείων δεν κάνει αναφορά σε κάποια περιφερειακή ιδιαιτερότητα. Τέλος, αναφέρει ότι τα νοσοκομεία στη Φλάνδρα και στην περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης δεν επιτελούν διαφορετική κοινωνική αποστολή.

5.4.   UNCPSY

(79)

Η Εθνική ένωση ιδιωτικών ψυχιατρικών κλινικών (UNCPSY) είναι η ομοσπονδία των ιδιωτικών ψυχιατρικών κλινικών της Γαλλίας. Στις παρατηρήσεις της σχετικά με την απόφαση κίνησης της διαδικασίας, η UNCPSY αναφέρει ότι, για να καθοριστεί αν η δημόσια χρηματοδότηση δεν υπερβαίνει το καθαρό κόστος της δημόσιας υπηρεσίας, το εν λόγω καθαρό κόστος δεν μπορεί να είναι απεριόριστο. Επιπλέον, σύμφωνα με την ένωση, η εκτίμηση αυτή πρέπει να λαμβάνει υπόψη την ποιότητα της διαχείρισης του παρόχου των υπηρεσιών. Στο πλαίσιο αυτό, η UNCPSY πιστεύει ότι η Επιτροπή πρέπει να συγκρίνει τα δημόσια και τα ιδιωτικά νοσοκομεία για να καθορίσει αν η ενίσχυση είναι αναλογική κατά την έννοια του άρθρου 106, παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ.

(80)

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή σημειώνει ότι οι παρατηρήσεις της UNCPSY αντιβαίνουν στο συμπέρασμα που διατυπώνει το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 300 της αποφάσεως της 7ης Νοεμβρίου 2012 (Τ-137/10), σύμφωνα με την οποία η οικονομική αποτελεσματικότητα μιας εταιρείας στα πλαίσια της παροχής ΥΓΟΣ δεν προκύπτει από την εκτίμηση, σύμφωνα με το άρθρο 106, παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, της συμβατότητας της δημόσιας χρηματοδότησης που έλαβε η επιχείρηση αναφορικά με τους κανόνες των κρατικών ενισχύσεων (βλέπε σχετική αιτιολογική σκέψη 63).

6.   ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ

6.1.   Παρατηρήσεις του Βελγίου σχετικά με την απόφαση κίνησης της διαδικασίας

(81)

Στην απάντησή τους στην απόφαση της Επιτροπής της 1ης Οκτωβρίου 2014, ιδίως στην αιτιολογική σκέψη 17 της εν λόγω απόφασης, οι βελγικές αρχές δήλωσαν ότι τα οικονομικά μέτρα της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης (ήτοι, οι ειδικές ετήσιες επιδοτήσεις ανώτατου ύψους 10 εκατ. ευρώ) και της FRBRTC συνιστούσαν μεταφορές χρηματοδοτικών πόρων μόνο στους δήμους και όχι στα νοσοκομεία IRIS. Κατά συνέπεια, οι βελγικές αρχές θεωρούν ότι πρόκειται για μεταφορές χρηματοδοτικών πόρων μεταξύ των δημόσιων αρχών που δεν καλύπτονται από το άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, ούτε η περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης ούτε η FRBRTC έχουν παράσχει βοήθεια σε νοσοκομεία IRIS. Θεωρούν ότι οι μεταφορές αυτές πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της Περιφέρειας για τη γενική χρηματοδότηση των δήμων, οι οποίες επιτρέπουν στους δήμους να εκπληρώσουν την αποστολή γενικού συμφέροντος που ανέλαβαν και ιδίως των αποστολών των ΔΚΚΔ. Στο πλαίσιο αυτό, οι αναφορές των καταγγελλόντων στη γνωμοδότηση των Οικονομικών Επιθεωρητών αφορούν μόνο την περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης και τους δήμους, αλλά όχι τα νοσοκομεία IRIS. Τέλος, οι βελγικές αρχές υποστηρίζουν ότι, με βάση τον ειδικό νόμο της 8ης Αυγούστου 1980, σχετικά με τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις και τη γνωμοδότηση του βελγικού Συμβουλίου της Επικρατείας (126), η περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης μπορεί να χρηματοδοτήσει μόνο τους δήμους και όχι τα νοσοκομεία IRIS, δεδομένου ότι η χρηματοδότηση των ειδικών νοσοκομειακών αποστολών δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Περιφέρειας.

(82)

Όσον αφορά τις αμφιβολίες που διατυπώνονται στην αιτιολογική σκέψη 26 της απόφασης κίνησης της διαδικασίας, οι βελγικές αρχές διευκρινίζουν τη διαφορά μεταξύ της απαίτησης του άρθρου 60, παράγραφος 6, του νόμου περί ΔΚΚΔ, αφενός, και των δυνατοτήτων κλεισίματος ενός δημόσιου νοσοκομείου με το μηχανισμό νοσοκομειακού προγραμματισμού, αφετέρου. Σύμφωνα με τις αρχές αυτές, το άρθρο 60, παράγραφος 6, του νόμο περί ΔΚΚΔ (127) καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να μπορέσει ένα ΔΚΚΔ να ιδρύσει ένα νοσοκομείο. Ένα ΔΚΚΔ μπορεί συγκεκριμένα να εξετάσει αν ένα τέτοιου είδους νοσοκομείο είναι πράγματι αναγκαίο βάσει των αναγκών της περιοχής και ιδίως βάσει των ιατρικών και κοινωνικών αναγκών, καθώς και της ύπαρξης παρόμοιων υποδομών. Οι βελγικές αρχές επισημαίνουν επίσης ότι ο μηχανισμός νοσοκομειακού προγραμματισμού συνίσταται στον καθορισμό του μέγιστου αριθμού νοσοκομειακών κλινών ανά περιοχή από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση στηρίζει αποκλειστικά την απόφασή της στις καταγεγραμμένες νοσοκομειακές ανάγκες, χωρίς να λαμβάνει υπόψη το επίπεδο των κοινωνικών αναγκών σε κάθε περιοχή (128). Οι βελγικές αρχές εξηγούν ότι για την περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης ο μέγιστος αριθμός των νοσοκομειακών κλινών καθορίζεται για ολόκληρη την περιοχή και όχι ξεχωριστά για κάθε έναν από τους 19 δήμους. Αντίθετα, κάθε ένα από τα 19 ΔΚΚΔ της Περιφέρειας Βρυξελλών- πρωτευούσης αποφασίζει ανεξάρτητα την ίδρυση ή όχι νοσοκομείου στο δήμο του, ανάλογα με τις τοπικές ανάγκες.

(83)

Οι βελγικές αρχές διευκρίνισαν επίσης ότι το κλείσιμο ενός δημόσιου νοσοκομείου ή η μεταφορά του σε νοσοκομείο του ιδιωτικού τομέα δεν ρυθμίζονται επίσημα και επ' αυτού από το LCH ή το νόμο περί ΔΚΚΔ (129). Ωστόσο, σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, η νομολογία του βελγικού Συμβουλίου της Επικρατείας διευκρίνισε τους όρους και τις προϋποθέσεις κλεισίματος και/ή μεταφοράς των ιδρυμάτων που συστήνονται από ένα ΔΚΚΔ. Με την απόφασή του αριθ. 113.428, της 9ης Δεκεμβρίου 2002, το Συμβούλιο της Επικρατείας διέταξε την ακύρωση της μεταφοράς ενός κέντρου ανάρρωσης που ανήκει σε ένα ΔΚΚΔ προς έναν ιδιωτικό φορέα. Συγκεκριμένα, έκρινε ότι έπρεπε επίσης να αξιολογηθεί η ανάγκη παροχής ιατρικών και κοινωνικών υπηρεσιών, προτού ληφθεί η απόφαση για το κλείσιμο ή τη μεταφορά ενός ιδρύματος. Η αξιολόγηση αυτή θα πρέπει να λαμβάνει δεόντως υπόψη την αξιολόγηση που πραγματοποιήθηκε κατά τη σύσταση του ιδρύματος, καθώς και όλες τις αλλαγές που επήλθαν μετά την απόφαση για τη σύσταση του ιδρύματος. Επιπλέον, οι βελγικές αρχές επισημαίνουν ότι η αξιολόγηση αυτή δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στην οικονομική κατάσταση του ιδρύματος ούτε στις δαπάνες που καταβάλλονται για τη συντήρησή του. Βάσει αυτού, οι βελγικές αρχές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ένα ΔΚΚΔ δεν μπορεί να κλείσει το νοσοκομείο του χωρίς να χει προηγουμένως αποφανθεί ότι δεν υφίστανται πλέον οι ιατρικές και κοινωνικές ανάγκες για τις οποίες συστάθηκε το νοσοκομείο.

(84)

Σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, η σύσταση ενός δημόσιου νοσοκομείου απαιτεί την τήρηση τόσο των υποχρεώσεων του άρθρου 60, παράγραφος 6, του νόμου περί ΔΚΚΔ όσο και του νοσοκομειακού προγραμματισμού των δημόσιων αρχών, ενώ, στην περίπτωση των ιδιωτικών νοσοκομείων, ισχύει μόνο ο προγραμματισμός. Δυνάμει του άρθρου 60, παράγραφος 6, του νόμου περί ΔΚΚΔ, το άνοιγμα ενός νέου δημόσιου νοσοκομείου πρέπει να δικαιολογείται από την ύπαρξη πραγματικής ανάγκης. Επιπλέον, οι βελγικές αρχές εξηγούν ότι αν ένα δημόσιο νοσοκομείο ανοίξει με δυναμικότητα ίση με τον αριθμό των κλινών που παρέχονται από τον νοσοκομειακό προγραμματισμό, δεν υπάρχει περιθώριο για άλλο νοσοκομείο (δημόσιο ή ιδιωτικό) εντός της ζώνης αυτής στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος και, συνεπώς, δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να καλυφθούν οι ανάγκες του πληθυσμού. Οι βελγικές αρχές παρατηρούν ότι εάν ένα ΔΚΚΔ θελήσει κάποια στιγμή να κλείσει το δημόσιο νοσοκομείο του, πρέπει πρώτα να βεβαιωθεί ότι το νοσοκομείο δεν είναι πλέον αναγκαίο υπό το πρίσμα της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Σε αντίθεση με τα ΔΚΚΔ, ένας ιδιωτικός φορέας που αποφασίζει να κλείσει το νοσοκομείο του δεν δεσμεύεται από το νόμο να διασφαλίσει ότι ο πληθυσμός θα συνεχίζει να απολαμβάνει υγειονομική περίθαλψη. Σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, ένα ιδιωτικό νοσοκομείο παραμένει ανοιχτό μόνο με δική του απόφαση, μια απόφαση που μπορεί να αλλάξει ανά πάσα στιγμή. Για παράδειγμα, οι βελγικές αρχές αναφέρουν το ξαφνικό κλείσιμο του Hôpital français, ενός ιδιωτικού νοσοκομείου στην Sint-Agatha-Berchem (Βρυξέλλες) το 2008 (130). Εν κατακλείδι, οι βελγικές αρχές εξηγούν ότι ο μηχανισμός νοσοκομειακού προγραμματισμού περιορίζει την ελευθερία των δημόσιων και ιδιωτικών φορέων ως προς τη σύσταση ενός νοσοκομείου (η σύσταση ενός νοσοκομείου δεν είναι δυνατή παρά μόνο εάν ο μέγιστος αριθμός των κλινών σε μια περιοχή δεν έχει ακόμα επιτευχθεί). Σύμφωνα με τις αρχές, ωστόσο, οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το νόμο περί ΔΚΚΔ επιβάλλουν πρόσθετους περιορισμούς στα ΔΚΚΔ όσον αφορά το άνοιγμα και το κλείσιμο ενός δημόσιου νοσοκομείου, ενώ τα ιδιωτικά νοσοκομεία μπορούν να κλείσουν ανά πάσα στιγμή.

(85)

Όσον αφορά τις υποχρεώσεις που θα ίσχυαν μόνο για τα νοσοκομεία IRIS (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 87 ως προς 89 την απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας), οι βελγικές αρχές υποστηρίζουν ότι οι υποχρεώσεις αυτές απορρέουν άμεσα από το γεγονός ότι τα νοσοκομεία IRIS συστάθηκαν για να συμβάλουν στην παροχή κοινωνικής βοήθειας του ΔΚΚΔ (βλέπε ενότητα 2.2). Οι βελγικές αρχές εκτιμούν ότι οι υποχρεώσεις αυτές απορρέουν από το νόμο περί ΔΚΚΔ, δυνάμει του οποίου συστάθηκαν τα νοσοκομεία IRIS, και ότι επιβάλλονται στα νοσοκομεία IRIS από τα καταστατικά τους και τα στρατηγικά σχέδια της IRIS. Οι βελγικές αρχές αναφέρονται επίσης σε αυτά τα έγγραφα για τον ακριβή ορισμό των εν λόγω υποχρεώσεων. Για λόγους συντομίας και για να αποφευχθούν οι επαναλήψεις, η Επιτροπή παραθέτει μόνο τα σχετικά χωρία στην εκτίμησή της (βλέπε ενότητα 7.3.4.1).

(86)

Στην απόφασή της για κίνηση της διαδικασίας (βλέπε αιτιολογική σκέψη 48), η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με τον οικονομικό ή μη χαρακτήρα των συμπληρωματικών κοινωνικών υπηρεσιών που παρέχονται από τα νοσοκομεία IRIS. Στην απάντησή τους στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, οι βελγικές αρχές εκτιμούν ότι αυτές οι κοινωνικές υπηρεσίες δεν ήταν οικονομικής φύσεως. Υποστηρίζουν κατ' ουσίαν ότι η κοινωνική βοήθεια που παρέχεται από το ΔΚΚΔ των Βρυξελλών με τη μορφή υλικής, κοινωνικής, ιατρικής, ιατρο-κοινωνικής και ψυχολογικής ενίσχυσης δεν ανήκει σε μια ανταγωνιστική αγορά και ότι αυτό ισχύει ακόμη κι αν ένα μέρος της κοινωνικής πρόνοιας (π.χ. πρόσθετες κοινωνικές υπηρεσίες) παρέχεται από τα νοσοκομεία IRIS βάσει μιας πράξης ανάθεσης.

(87)

Όσον αφορά τη νομική βάση για την αντιστάθμιση των ελλειμμάτων [δείτε (91) της απόφασης για την κίνηση], οι βελγικές αρχές θεωρούν ότι η υποχρέωση των δήμων να καλύψουν το έλλειμμα των δημόσιων νοσοκομείων τους προβλέπεται στο άρθρο 46 των καταστατικών των νοσοκομείων IRIS, καθώς και στο άρθρο 109 του LCH. Εξηγούν ότι το άρθρο 109 του LCH υποδεικνύει μια γενική αρχή που εφαρμόζεται σε όλα τα βελγικά δημόσια νοσοκομεία και καθορίζει την ελάχιστη υποχρέωση των δήμων (δεδομένου ότι οφείλουν να καλύψουν μόνο μέρος του ελλείμματος, βλέπε επίσης αιτιολογική σκέψη 47). Οι βελγικές αρχές αναφέρουν επίσης ότι το άρθρο 46 του καταστατικού των νοσοκομείων IRIS ορίζει μια ειδική υποχρέωση που ισχύει μόνο για τους έξι δήμους που ίδρυσαν νοσοκομεία IRIS και που αποφάσισαν να υπερβούν το ελάχιστο απαιτούμενο που ορίζει το άρθρο 109 του LCH, καλύπτοντας όλο το λογιστικό έλλειμμα των νοσοκομείων IRIS.

(88)

Στην αιτιολογική σκέψη 92 της απόφασης κίνησης της διαδικασίας, η Επιτροπή έθεσε το ερώτημα αν η μεταβίβαση ειδικών επιδοτήσεων (που χορηγεί η περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης σε δήμους) των δήμων προς τα νοσοκομεία IRIS μπορεί ή όχι να θεωρηθεί ως μια ξεχωριστή δραστηριότητα του μηχανισμού κάλυψης ελλειμμάτων. Στην απάντησή τους, οι βελγικές αρχές υποστηρίζουν ότι οι δήμοι των Βρυξελλών χρησιμοποιούν μόνο ειδικές επιδοτήσεις για να αντεπεξέλθουν (εν μέρει) στην υποχρέωσή τους να καλύψουν τα ελλείμματα των νοσοκομείων IRIS. Όπως εξηγείται λεπτομερέστερα παρακάτω (βλέπε ενότητα 7.3.5), η αντιστάθμιση των ελλειμμάτων καταβάλλεται σε αρκετά στάδια, συμπεριλαμβανομένης της μεταφοράς των ειδικών επιδοτήσεων από το δήμο στο νοσοκομείο IRIS, αλλά όλες αυτές οι πληρωμές πραγματοποιούνται επί της ίδιας βάσης, η οποία έγκειται στην υποχρέωση των δήμων να καλύψουν το έλλειμμα.

(89)

Η Επιτροπή ζήτησε επίσης διευκρινίσεις σχετικά με έναν εικαζόμενο μηχανισμό προκαταβολών (κατά περίπτωση), τη νομική βάση του μηχανισμού αυτού και τον τρόπο λειτουργίας του, τη διαφορά σε σχέση με το μηχανισμό κάλυψης των ελλειμμάτων και το ρόλο που διαδραματίζει η FRBRTC στη χρηματοδότησή του (βλέπε αιτιολογική σκέψη 93 της απόφασης κίνησης της διαδικασίας). Οι βελγικές αρχές θεωρούν ότι δεν υπάρχει κανένας μηχανισμός προκαταβολών. Πιο συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι η υποχρέωση για κάλυψη του ελλείμματος των νοσοκομείων IRIS ισχύει από τη στιγμή που εμφανίζεται το έλλειμμα. Σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, το άρθρο 46 των καταστατικών των νοσοκομείων IRIS αναφέρεται στο λογιστικό έλλειμμα που εμφανίζεται στις οικονομικές καταστάσεις των νοσοκομείων το αργότερο εντός των έξι μηνών από τη λήξη του οικονομικού έτους. Αντίθετα, ο υπολογισμός του ελλείμματος, σύμφωνα με το άρθρο 109 του LCH, από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δημόσιας Υγείας απαιτεί πολύ περισσότερο χρόνο (έως 10 έτη). Ωστόσο, οι βελγικές αρχές υποστηρίζουν ότι, εφόσον το έλλειμμα σύμφωνα με το άρθρο 109 του LCH αποτελεί απλά μέρος του λογιστικού ελλείμματος που καλύπτεται αμέσως δυνάμει του άρθρου 46 του καταστατικού των νοσοκομείων IRIS, τα εν λόγω νοσοκομεία δεν λαμβάνουν προκαταβολές που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως χωριστές ενισχύσεις του μηχανισμού κάλυψης ελλειμμάτων. Τέλος, οι βελγικές αρχές επανέλαβαν ότι η FRBRTC χορήγησε στους δήμους χρηματοδότηση που τους βοήθησε να τηρήσουν την υποχρέωσή τους για κάλυψη των ελλειμμάτων που, όπως εξηγήθηκε παραπάνω, δεν αποτελεί κάποιον μηχανισμό χορήγησης προκαταβολών.

(90)

Όσον αφορά τα μέτρα για την αποφυγή της υπεραντιστάθμισης και την αποτελεσματική απουσία της υπεραντιστάθμισης [βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 95- 97 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας), οι βελγικές αρχές υποστηρίζουν τα εξής. Εξηγούν, πρώτον, ότι οι αποφάσεις για την αντιστάθμιση του ελλείμματος λαμβάνονται ετησίως, αφού γίνει γνωστό το εκτιμώμενο έλλειμμα για το εν λόγω οικονομικό έτος, ούτως ώστε να μην υπάρξει κίνδυνος υπεραντιστάθμισης. Προσθέτουν ότι το βελγικό νομικό πλαίσιο (κυρίως ο νόμος της 14ης Νοεμβρίου 1983 και ο νόμος περί ΔΚΚΔ) επιτρέπει στους δήμους να είναι σίγουροι ότι τα νοσοκομεία IRIS χρησιμοποιούν σωστά τις κρατικές ενισχύσεις και να λάβουν πίσω την ενίσχυση αυτή σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις προϋποθέσεις ή την υπεραντιστάθμιση. Επιπλέον, για να αποδείξουν την απουσία υπεραντιστάθμισης, οι βελγικές αρχές αναφέρονται σε διάφορους πίνακες που υποβάλλονται στην Επιτροπή και που καταδεικνύουν το έλλειμμα και τις παρεμβάσεις των δήμων για κάθε ένα από τα πέντε νοσοκομεία IRIS κατά την περίοδο 1996-2014 (βλέπε επίσης ενότητα 7.3.5 για τους αριθμούς αυτούς).

(91)

Όπως ζητήθηκε, οι βελγικές αρχές παρέχουν, επίσης, περαιτέρω διευκρινίσεις σχετικά με την έννοια της «βιωσιμότητας» στην απάντησή τους (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 102-103 της απόφασης κίνησης της διαδικασίας). Σύμφωνα με αυτές, η υποχρέωση για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των νοσοκομείων IRIS βασίζεται άμεσα στο νόμο περί ΔΚΚΔ. Όπως εξηγήθηκε παραπάνω (βλέπε ενότητα 2.1), κάθε ΔΚΚΔ μπορεί να δημιουργήσει ιδρύματα υπεύθυνα για την παροχή κοινωνικής πρόνοιας, συμπεριλαμβανομένης της ιατρικής και ιατρικο-κοινωνικής βοήθειας, εάν μπορεί να αποδείξει ότι η προσέγγιση αυτή είναι αναγκαία για την κάλυψη μιας πραγματικής ανάγκης, σύμφωνα με το άρθρο 60, παράγραφος 6, του νόμου περί ΔΚΚΔ. Εξηγούν ότι, στο παρελθόν, έξι από τα 19 ΔΚΚΔ της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης ίδρυσαν νοσοκομεία (που δεν απολάμβαναν ξεχωριστή νομική προσωπικότητα) για την παροχή κοινωνικής πρόνοιας και ότι διαχειρίζονταν τα νοσοκομεία αυτά μόνα τους μέχρι το τέλος του 1995. Σύμφωνα με αυτές, η αναδιάρθρωση των εν λόγω δημόσιων νοσοκομείων που οδήγησε στη σύσταση δημόσιων νοσοκομείων IRIS που έγιναν νομικά ανεξάρτητα από τα ΔΚΚΔ την 1η Ιανουαρίου 1996 (βλέπε ενότητα 2.2) δεν μετέβαλε την υποχρέωση των ΔΚΚΔ για παροχή κοινωνικής πρόνοιας, είτε απευθείας είτε μέσω των νοσοκομείων IRIS. Στο πλαίσιο αυτό, οι βελγικές αρχές επισημαίνουν ότι ο στόχος της αναδιάρθρωσης και της σύστασης του δικτύου και των νοσοκομείων IRIS ήταν να εξασφαλιστεί η συνέχεια των δημόσιων νοσοκομειακών υπηρεσιών στην περιφέρεια των Βρυξελλών-πρωτευούσης (βλέπε επίσης αιτιολογική σκέψη 27). Συνεπώς, παρατηρούν ότι για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα των νοσοκομείων IRIS και να εξασφαλιστεί ως εκ τούτου η ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών του πληθυσμού, οι δήμοι και τα ΔΚΚΔ οφείλουν να απορροφήσουν κάθε έλλειμμα των εν λόγω νοσοκομείων, βάσει του άρθρου 46 του καταστατικού των νοσοκομείων IRIS. Οι βελγικές αρχές συμπεραίνουν ότι όσο υφίσταται η πραγματική αυτή ανάγκη, σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλέπε αιτιολογική σκέψη 83), οι αρχές δεν μπορούν να κλείσουν τα νοσοκομεία IRIS ή να τα εκχωρήσουν σε φορέα του ιδιωτικού τομέα.

(92)

Τέλος, στην αιτιολογική σκέψη 103 της απόφασης κίνησης της διαδικασίας, η Επιτροπή ερωτά αν υπάρχουν άλλοι λόγοι που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη συμπληρωματική χρηματοδότηση των νοσοκομείων IRIS. Από την άποψη αυτή, οι βελγικές αρχές επισημαίνουν ότι τα νοσοκομεία IRIS δεν έχουν ως μοναδικό σκοπό τη δημιουργία «βιώσιμων» νοσοκομειακών υπηρεσιών, αποστολών και προγραμμάτων, όπως θα μπορούσαν να πράξουν τα βελγικά ιδιωτικά νοσοκομεία. Αντίθετα, σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, τα νοσοκομεία IRIS οφείλουν να εξασφαλίζουν το ευρύτερο δυνατό φάσμα υγειονομικής περίθαλψης, ιδίως να εξασφαλίσουν την πρόσβαση όλων, και κυρίως των φτωχότερων μελών της κοινωνίας, σε κάθε θεραπεία που απαιτείται για την κατάστασή τους, ακόμα και αν αυτή η θεραπεία υπερβαίνει κατά πολύ τα πρότυπα σχεδιασμού και εγκρίσεως που ισχύουν σε όλα τα νοσοκομεία δυνάμει του LCH. Στο πλαίσιο αυτό, οι βελγικές αρχές αναφέρονται επίσης στην παράγραφο 162 της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της 7ης Νοεμβρίου 2012, σύμφωνα με την οποία «η αντιστάθμιση των ελλειμμάτων των δημόσιων νοσοκομείων μπορεί να αποδειχθεί αναγκαία για λόγους υγιεινής, καθώς και για κοινωνικούς λόγους προκειμένου να διασφαλισθεί η συνέχεια και η βιωσιμότητα του νοσοκομειακού συστήματος». Οι βελγικές αρχές επισημαίνουν επίσης ότι το καταστατικό ενός δημόσιου νοσοκομείου συνεπάγεται ορισμένες δαπάνες που δεν αντισταθμίζονται πλήρως από τα ομοσπονδιακά μέτρα χρηματοδότησης. Σημειώνουν ότι οι δαπάνες αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την καταβολή επιδομάτων γλωσσικών δεξιοτήτων στο δίγλωσσο προσωπικό, υψηλότερες συνταξιοδοτικές εισφορές και εισφορές ασφάλισης υγείας για τους νόμιμους εργαζόμενους (δημόσιους υπαλλήλους), καθώς και τις μισθολογικές αυξήσεις ανά κλιμάκιο που επιβάλλονται (αλλά καταβάλλονται μόνο εν μέρει) από την περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης.

6.2.   Παρατηρήσεις του Βελγίου σχετικά με τις παρατηρήσεις τρίτων

(93)

Οι βελγικές αρχές επισημαίνουν κατ' αρχάς ότι οι παρατηρήσεις που έγιναν από το CBI, το ABISP και το Zorgnet Vlaanderen σχετικά με την απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας από την Επιτροπή στηρίζονται στο ίδιο επιχείρημα, ότι δηλαδή, σύμφωνα με αυτές τις οργανώσεις, τα νοσοκομεία IRIS δεν αναλαμβάνουν επιπλέον ΥΓΟΣ πέραν των ΥΓΟΣ που επιβάλλονται σε οποιοδήποτε άλλο νοσοκομείο (δημόσιο ή ιδιωτικό) στο Βέλγιο. Σύμφωνα με τις αρχές, η δήλωση αυτή έχει το ίδιο υπόβαθρο: ο LCH επιβάλλει στα ιδιωτικά και δημόσια νοσοκομεία την ίδια υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε περιφερειακή παράμετρο. Ωστόσο, σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, οι παρεμβαίνοντες δεν εξηγούν ως προς τι δεν ισχύει ο νόμος ΔΚΚΔ για τα νοσοκομεία IRIS, ενώ, σύμφωνα με το Βέλγιο, ο νόμος αυτός αποτελεί στην ουσία τη νομική βάση για την ύπαρξη των νοσοκομείων IRIS. Οι βελγικές αρχές επισημαίνουν ότι το άρθρο 147 του LCH αναγνωρίζει ρητά ότι για τα νοσοκομεία που διαχειρίζεται ένα ΔΚΚΔ [όπως τα νοσοκομεία IRIS (131)], το LCH συμπληρώνει το νόμο περί ΔΚΚΔ, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το LCH δεν αποτελεί τη μόνη κατάλληλη νομική βάση που ισχύει για τα νοσοκομεία που διοικούνται από ένα ΔΚΚΔ.

(94)

Οι βελγικές αρχές θεωρούν λανθασμένο τον ισχυρισμό της CBI ότι η πρόθεση της κυβέρνησης των Βρυξελλών να αναδιατυπώσει τη διάταξη της 13ης Φεβρουαρίου 2003 ούτως ώστε να διευκρινίσει τις αποστολές γενικού συμφέροντος που δικαιολογούν την καταβολή ειδικών επιδοτήσεων στους δήμους (βλέπε αιτιολογική σκέψη 70), γεγονός που θα έδειχνε ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη αποστολή επί του παρόντος (που να ισχύει μόνο για τα νοσοκομεία IRIS). Πιο συγκεκριμένα, οι βελγικές αρχές επισημαίνουν ότι οι ειδικές επιδοτήσεις που προβλέπονται από αυτή τη διάταξη χορηγούνται μόνο στους δήμους και όχι στα νοσοκομεία IRIS. Το Βέλγιο επιβεβαιώνει επίσης ότι οι παρεμβάσεις της FRBRTC και της ίδιας της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης [για το μέγιστο ετήσιο ποσό ύψους 10 εκατ. ευρώ (132)] για την υποστήριξη των δήμων αποτελούν μεταφορές χρηματοδοτικών πόρων μεταξύ δημοσίων αρχών, οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Οι βελγικές αρχές επαναλαμβάνουν ότι κανένα από τα ποσά αυτά δεν χορηγήθηκε από την περιφέρεια ή από την FRBRTC στα νοσοκομεία IRIS. Αντιθέτως, σύμφωνα με το Βέλγιο, επρόκειτο απλά για μεταφορές μεταξύ της Περιφέρειας και των δήμων στο πλαίσιο των δυνατοτήτων γενικής χρηματοδότησης των δήμων από την Περιφέρεια. Αυτή η συνολική χρηματοδότηση σχεδιάστηκε για να επιτρέψει στους δήμους να εκπληρώσουν τις αποστολές δημοτικού ενδιαφέροντος, οι οποίες περιλαμβάνουν τις αποστολές των ΔΚΚΔ. Σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, η εξαγγελθείσα μεταρρύθμιση της διάταξης της 13ης Φεβρουαρίου 2003 δεν αποτελεί κατά κανένα τρόπο αποδοχή της έλλειψης πρόσθετων ΥΓΟΣ που ανατίθενται στα νοσοκομεία IRIS. Εναπόκειται στους δήμους να διευκρινίσουν τις ΥΓΟΣ που ανατίθενται στα νοσοκομεία που ιδρύουν, και η επίμαχη διάταξη δεν είναι σχετική στο πλαίσιο αυτό, δεδομένου ότι αφορά μόνο την ενδοκρατική χρηματοδότηση.

(95)

Οι βελγικές αρχές διαψεύδουν επίσης την περιγραφή των ανακριβών κατά τη γνώμη τους κοινωνικών αποστολών που παρουσιάζει στις παρατηρήσεις της η CBI. Η CBI αναφέρει κυρίως ότι η LCH ορίζει μια «βασική κοινωνική αποστολή», η οποία είναι κοινή για τα δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία, αλλά ότι μόνο τα νοσοκομεία IRIS θα την επιτελέσουν με εντατικότερο τρόπο. Από αυτή την άποψη, οι «συμπληρωματικές» κοινωνικές αποστολές των νοσοκομείων IRIS δεν μπορούν να διαχωριστούν από τις νοσοκομειακές υπηρεσίες και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος τους. Οι βελγικές αρχές δεν συμμερίζονται την άποψη αυτή. Εκτιμούν ότι εκτός από το γεγονός ότι η CBI αναγνωρίζει ρητώς την ύπαρξη εγγενούς διαφοράς μεταξύ των δημόσιων και των ιδιωτικών νοσοκομείων (ήτοι το μεγαλύτερο όγκο κοινωνικών υπηρεσιών που παρέχονται από τα νοσοκομεία IRIS), η CBI δεν διευκρινίζει τι εννοεί με τον όρο «βασική κοινωνική αποστολή» που εκλαμβάνει ως μια νοσοκομειακή ΥΓΟΣ και δεν ορίζει ούτε τη νομική βάση στην οποία στηρίζεται αυτή η αποστολή ούτε την ειδική ανάθεση που την επιβάλλει. Οι βελγικές αρχές εκτιμούν ότι μόνο ο νόμος περί ΔΚΚΔ μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανάθεση των «βασικών κοινωνικών αποστολών» στα δημόσια νοσοκομεία. Μάλιστα, σύμφωνα με τις αρχές, όσον αφορά τα μοναδικά δημόσια νοσοκομεία, το LCH συμπληρώνει μόνο το νόμο περί ΔΚΚΔ (βλέπε άρθρο 147 του LCH). Η «βασική αποστολή» των νοσοκομείων IRIS ορίζεται από το νόμο περί ΔΚΚΔ ή δυνάμει αυτού, και συνεπώς δεν είναι «κοινός» για όλα τα νοσοκομεία. Σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, η εν λόγω αποστολή δεν έχει οικονομικό χαρακτήρα. Συνεπώς, τα νοσοκομεία IRIS συστάθηκαν δυνάμει του νόμου περί ΔΚΚΔ και, από τη στιγμή που ιδρύθηκαν, υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τους συμπληρωματικούς κανόνες που ορίζονται από το LCH (133).

(96)

Όσον αφορά τις παρατηρήσεις της CBI σχετικά με την αποστολή της καθολικής περίθαλψης, οι βελγικές αρχές επισημαίνουν ότι η CBI περιορίζει την αποστολή καθολικής περίθαλψης, την οποία χαρακτηρίζει ως κοινή για όλα τα νοσοκομεία, μόνο στις περιπτώσεις έκτακτης και μετα-έκτακτης ανάγκης. Έτσι, οι βελγικές αρχές θεωρούν ότι η CBI αναγνωρίζει εμμέσως ότι τα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών δεν υποχρεούνται να αναλάβουν ασθενείς, εκτός κι αν βρίσκονται σε κατάσταση έκτακτης και μετα-έκτακτης ανάγκης, η οποία αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος των φροντίδων που παρέχονται στα μειονεκτούντα άτομα. Οι βελγικές αρχές υποστηρίζουν επίσης ότι η αναφορά της CBI στην αποστολή δημοσίου συμφέροντος που περιγράφεται στο άρθρο 2 του LCH δεν αποτελεί τη βάση μιας τέτοιας υποχρέωσης. Σύμφωνα με αυτές, η ανάληψη μιας βασικής νοσοκομειακής αποστολής δεν σημαίνει μια παρεμφερή ανάληψη της αποστολής παροχής περίθαλψης σε όλα τα άτομα και σε κάθε περίσταση, ανεξάρτητα από την ικανότητα πληρωμής του ατόμου. Η ύπαρξη συγκεκριμένων κανόνων που διέπουν τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης αποτελεί επαρκή απόδειξη. Οι βελγικές αρχές υποστηρίζουν ότι η αποστολή γενικού συμφέροντος δεν μπορεί να είναι σιωπηρή, αλλά επιβάλλεται ρητώς. Εκτιμούν ότι ήταν αναγκαίο να καθοριστούν οι ειδικές απαιτήσεις για τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, διότι ο ορισμός της βασικής νοσοκομειακής αποστολής που εδραιώθηκε από το LCH δεν αναφέρει τις έκτακτες ανάγκες. Οι βελγικές αρχές προβάλλουν το επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο ο νόμος της 8ης Ιουλίου 1964 (134) και οι εκτελεστικές του αποφάσεις ασχολούνται με την ιατρική βοήθεια έκτακτης ανάγκης (135) και με τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης (συμπεριλαμβανομένων των ασθενοφόρων). Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία ορισμένα νοσοκομεία, τόσο δημόσια όσο και ιδιωτικά, φέρουν εις πέρας ορισμένες εργασίες που σχετίζονται με την ιατρική βοήθεια έκτακτης ανάγκης.

(97)

Ωστόσο, οι βελγικές αρχές ισχυρίζονται ότι η υποχρέωση παροχής επείγουσας φροντίδας σε δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία δεν απορρέει από το LCH. Αντιθέτως, προκύπτει από τη γενική υποχρέωση παροχής βοήθειας σε κάθε άτομο που διατρέχει κίνδυνο. Σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, τα νοσοκομεία υποχρεούνται να παράσχουν βοήθεια σε επείγοντα ιατρικά περιστατικά με βάση τη δομή και την εμπειρογνωμοσύνη που διαθέτουν (136). Η υποχρέωση αυτή αφορά τόσο τα δημόσια όσο και τα ιδιωτικά νοσοκομεία, και μάλιστα οποιοδήποτε άλλο άτομο, λόγω της υποχρέωσης παροχής βοήθειας σε ένα άτομο που βρίσκεται σε κίνδυνο. Οι βελγικές αρχές εξηγούν επίσης ότι, δυνάμει του άρθρου 422β του βελγικού ποινικού κώδικα, η υποχρέωση αυτή ισχύει μόνο σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και ιδίως σε περιπτώσεις ιατρικής έκτακτης ανάγκης που θέτουν τη ζωή σε κίνδυνο. Ωστόσο, οι βελγικές αρχές επισημαίνουν ότι σε όλες τις άλλες περιπτώσεις (ήτοι εκτός από τις περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης), τα νοσοκομεία δεν είναι επιφορτισμένα με την αποστολή καθολικής περίθαλψης και δεν υποχρεούνται να περιθάλψουν τους ασθενείς που δεν δύνανται να πληρώσουν για τη θεραπεία τους. Τέλος, οι βελγικές αρχές παρατηρούν ότι αν τα βελγικά νοσοκομεία δεν έχουν προφανώς το δικαίωμα να κάνουν διακρίσεις με βάση την οικονομική κατάσταση των ασθενών (και, επομένως, βάσει και μόνο του γεγονότος ότι ένα άτομο είναι φτωχό), δεν μπορούν να υποχρεούνται να παράσχουν περίθαλψη πέραν των καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, εάν κάποιος ασθενής δεν είναι σε θέση να πληρώσει ή αν δεν θέλει να πληρώσει.

(98)

Στην απάντησή τους επί των παρατηρήσεων της CBI, οι βελγικές αρχές επαναφέρουν στο προσκήνιο την αναφορά που γίνεται από τη CBI σε μια απόφαση του Πρωτοδικείου Βρυξελλών (βλέπε αιτιολογική σκέψη 72). Σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, η απόφαση που επικαλείται η CBI αφορά μόνο μια πολύ ειδική περίπτωση επείγουσας ιατρικής βοήθειας (137) για μετανάστες που δεν διαθέτουν έγγραφα και χρειάζονται ψυχιατρική φροντίδα. Επισημαίνουν ότι τα νοσοκομεία IRIS δεν παρέχουν αυτό το είδος περίθαλψης. Σύμφωνα με αυτές, η απόφαση αυτή επιβεβαιώνει ότι η επείγουσα ιατρική βοήθεια σε μετανάστες χωρίς έγγραφα κανονικά παρέχεται είτε από νοσοκομεία που ιδρύθηκαν από κάποιο ΔΚΚΔ, είτε από νοσοκομεία με τα οποία τα ΔΚΚΔ έχουν συνάψει σύμβαση (138). Τέλος, οι βελγικές αρχές επισημαίνουν ότι η CBI δεν δικαιολογεί, ούτε επιχειρεί να δικαιολογήσει την υποτιθέμενη απαίτηση που θέλει τα ιδιωτικά νοσοκομεία να αναλαμβάνουν όλους τους ασθενείς που βρίσκονται σε κατάσταση «μετα-έκτακτης ανάγκης». Σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, καμιά τέτοια υποχρέωση δεν επιβάλλεται σε ιδιωτικά νοσοκομεία για τις καταστάσεις «μετα-έκτακτης ανάγκης», ενώ τα νοσοκομεία IRIS υποχρεούνται να περιθάλψουν όλους τους ασθενείς σε κάθε περίπτωση, ακόμη και σε περίπτωση μη έκτακτης ιατρικής ανάγκης.

7.   ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

7.1.   Αντικείμενο της παρούσας απόφασης

(99)

Η καταγγελία αναφερόταν σε ένα μέτρο ενίσχυσης ύψους περίπου 100 εκατ. ευρώ που χορηγήθηκε στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης που οδήγησε στη σύσταση των νοσοκομείων IRIS (βλέπε ενότητα 2.2). Ωστόσο, όπως εξηγείται στην ενότητα 3.1 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας, η Επιτροπή δεν έλαβε σχετικό μέτρο παρά μόνο μετά την εκπνοή της προθεσμίας παραγραφής που ισχύει για την ανάκτηση της ενίσχυσης για την αναδιάρθρωση. Κατά συνέπεια, αυτό το μέτρο ενίσχυσης δεν είχε συμπεριληφθεί στην επίσημη διαδικασία έρευνας που δρομολόγησε η Επιτροπή και, ως εκ τούτου, δεν θα πρέπει να θιγεί σε αυτή την απόφαση.

(100)

Εκτός από το μέτρο που αφορούσε την προθεσμία της παραγραφής, η καταγγελία επικεντρωνόταν επίσημα i) στα ποσά που καταβάλλονται από την FRBRTC στους δήμους που είναι υπεύθυνοι για τα νοσοκομεία IRIS και ii) στις ειδικές επιδοτήσεις (μέχρι 10 εκατ. ευρώ ετησίως) που χορηγούνται στους εν λόγω δήμους από την περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης με βάση τη διάταξη της 13ης Φεβρουαρίου 2003.

(101)

Αυτά τα δύο είδη κεφαλαίων, εντούτοις, χορηγούνται μόνο στους δήμους που είναι υπεύθυνοι για τα νοσοκομεία IRIS και όχι στα ίδια τα νοσοκομεία IRIS. Στην πραγματικότητα, δεν αποτελούν παρά χρηματοδοτικές ροές μεταξύ της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης και των έξι δήμων των Βρυξελλών που είναι υπεύθυνοι για τα νοσοκομεία IRIS και ως εκ τούτου δεν συνιστούν κρατική ενίσχυση προς όφελος των νοσοκομείων IRIS.

(102)

Είναι αλήθεια ότι στην ακυρωθείσα απόφαση του 2009, η Επιτροπή είχε την τάση να συγχέει τις πληρωμές στο πλαίσιο της FRBRTC με τον μηχανισμό αντιστάθμισης ελλειμμάτων που προβλέπεται στο άρθρο 109 της LCH και ότι είχε παραλείψει να παράσχει ξεχωριστή αξιολόγηση για τις παραμέτρους αντιστάθμισης των δύο αυτών μέτρων (139). Επιπλέον, τα κεφάλαια της FRBRTC χρησιμοποιούνται από τους δήμους για να αντισταθμίσουν το έλλειμμα των νοσοκομείων IRIS (140) και οι δήμοι υποχρεούνταν να καταβάλουν τα κεφάλαια FRBRTC στα νοσοκομεία IRIS εντός το πολύ επτά εργάσιμων ημερών (141).

(103)

Ωστόσο, όπως επιβεβαιώνουν οι πληροφορίες που ελήφθησαν ως απάντηση στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας και όπως εξηγείται παρακάτω (βλέπε αιτιολογική σκέψη 230), οι μεταβιβάσεις χρηματοδοτικών πόρων από την FRBRTC και την περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης προς τους δήμους που είναι υπεύθυνοι για τα νοσοκομεία IRIS είναι απαραίτητες, διότι οι πόροι που διαθέτουν οι εν λόγω δήμοι δεν επαρκούν για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αντιστάθμισης του δημοτικού ελλείμματος όσον αφορά τα νοσοκομεία IRIS. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η FRBRTC και η περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης απαίτησαν από τους δήμους των Βρυξελλών να θέσουν τα κεφάλαια FRBRTC και τις ειδικές επιδοτήσεις στη διάθεση των νοσοκομείων IRIS σχεδόν αμέσως μετά τη λήψη των πληρωμών αυτών. Ανεξάρτητα από αυτήν την υποχρέωση μεταβίβασης, η υποχρέωση αντιστάθμισης των ελλειμμάτων των νοσοκομείων IRIS εναπόκειται αποκλειστικά στους ενδιαφερόμενους δήμους και τα εν λόγω νοσοκομεία δεν δικαιούνται καμία αντιστάθμιση εκ μέρους της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης ή της FRBRTC. Ομοίως, επιβλήθηκαν ορισμένες υποχρεώσεις στα νοσοκομεία IRIS αποκλειστικά από τους δήμους και όχι από την περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης (βλέπε ενότητα 7.3.4.1). Ως εκ τούτου, μόνο οι μεταφορές που πραγματοποιούνται από τους δήμους προς τα νοσοκομεία IRIS για την αντιστάθμιση των ελλειμμάτων τους, είτε έχουν χρηματοδοτηθεί από πόρους των δήμων είτε από κεφάλαια που παρέχονται στους δήμους από την περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης, μπορούν να θεωρηθούν ως κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

(104)

Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ενδοκρατική χρηματοδότηση (της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης στους δήμους, είτε είχε γίνει άμεσα ή έμμεσα μέσω της FRBRTC) δεν αποτελεί παρά μόνο μία πηγή χρηματοδότησης των πληρωμών που πραγματοποιούνται από τους δήμους ως αντιστάθμιση των ελλειμμάτων και όχι ένα μέτρο από το οποίο τα νοσοκομεία IRIS μπορούν να επωφεληθούν καθ' υπέρβαση της εν λόγω αντιστάθμισης του ελλείμματος. Ως εκ τούτου, οι χρηματοδοτικές ροές μεταξύ της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης και των ενδιαφερόμενων δήμων των Βρυξελλών, καθώς και οι νομικές βάσεις τους (συμπεριλαμβανομένης και της απόφασης της 13ης Φεβρουαρίου 2003) δεν θα αξιολογηθούν ως τέτοιες στην παρούσα απόφαση. Η παρούσα απόφαση της Επιτροπής καταπιάνεται περισσότερο με τις πληρωμές που πραγματοποιούνται από τους δήμους προς όφελος των νοσοκομείων IRIS για την αντιστάθμιση των ελλειμμάτων τους, για τα οποία οι δήμοι εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την ενδοκρατική χρηματοδότηση που παρέχεται από την περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης (142). Ωστόσο, αν και δεν εξετάζει περαιτέρω τα μέτρα που αναφέρονται επισήμως από τους καταγγέλλοντες, η αξιολόγηση βάσει των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις που αφορούν την αντιστάθμιση των νοσοκομειακών ελλειμμάτων από τους δήμους θα ανταποκριθεί πλήρως και ουσιαστικά στις ανησυχίες των καταγγελλόντων που επικαλούνται την ύπαρξη κρατικής ενίσχυσης, δεδομένου ότι θα καλύπτει de facto και τα κεφάλαια που παρέχονται από την περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης, απευθείας ή μέσω της FRBRTC, και τους δήμους που τα χρησιμοποιούν εξολοκλήρου για την αντιστάθμιση των ελλειμμάτων των νοσοκομείων IRIS. Αυτός είναι ο λόγος που η ανάλυση της υπεραντιστάθμισης που περιγράφεται παρακάτω (βλέπε πίνακες 9-13 στην ενότητα 7.3.5) απαριθμεί και τις πληρωμές που πραγματοποιούνται για την αντιστάθμιση των ελλειμμάτων που χρηματοδοτήθηκαν μέσω των κεφαλαίων FRBRTC και των ειδικών επιδοτήσεων της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι το μερίδιο των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν από τους δήμους ως αντιστάθμιση των ελλειμμάτων που χρηματοδοτήθηκε από την περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης ή μέσω της FRBRTC (143) ήταν ανεπαρκές για την πλήρη κάλυψη των ελλειμμάτων που βαρύνουν τα νοσοκομεία IRIS και ότι δεν υπήρξε στιγμή κατά το χρονικό διάστημα 1996-2014 που να οδήγησαν οι εν λόγω πληρωμές στην υπεραντιστάθμιση κάποιου νοσοκομείου IRIS και στην υποχρέωσή του να αποπληρώσει (εν μέρει) την αντιστάθμιση του ελλείμματός του (βλέπε επίσης αιτιολογικές σκέψεις 234 και 238).

(105)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα αξιολογήσει τις αντισταθμίσεις που καταβλήθηκαν από τους δήμους από το 1996 κι έπειτα για την κάλυψη των ελλειμμάτων των νοσοκομείων IRIS (144). Βάσει αυτού, το σχήμα 1 που ακολουθεί συνοψίζει τις δημόσιες χρηματοδοτήσεις που αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας απόφασης (στο ορθογώνιο με το συνεχές περίγραμμα) και επίσης δείχνει τα διακρατικά οικονομικά μέτρα που αναφέρονται από τους καταγγέλλοντες (στο ορθογώνιο με το διακεκομμένο περίγραμμα). Περισσότερες πληροφορίες θα παρασχεθούν σχετικά με τα μέτρα στην ενότητα 7.3.5 παρακάτω.

Σχήμα 1

Χρηματοδοτικές ροές και αντικείμενο της παρούσας απόφασης

Image 3

100 % κάλυψη ελλειμμάτων (άρθρο 45 των καταστατικών των νοσοκομείων IRIS)

Αναφέρονται επίσημα στην

Χρηματοδότηση μέ-σω του FRBRTC (1)

Εντός του πεδίου

Πέντε νοσοκομεία IRIS (4)

Ειδική επιδότηοη (μέγιστου ετήσιου ποσού 10 εκατ. ευρώ)

Μερική κάλυψη ελλειμμάτων (άρθρο 109 LCH) αλλά με άμεση επιστροφή

Έξι δήμοι (2) και ΔΚΚΔ των Βρυξελλών (3)

Περιφέρεια Βρυξελλών- πρωτευούσης

(1) Ταμείο αναχρηματοδοτήσεως των δήμων της περιφέρειας Βρυξελλών.

(2) Πόλη των Βρυξελλών, Αnderlecht, Etterbeek, Ixelles, Saint-Gilles και Schaerbeek (έως τα τέλη του 2013).

(3) Δημόσια Κέντρα Κοινωνικής Δράσης: δημόσια κέντρα κοινωνικής πρόνοιας που εξαρτώνται από τους δήμους.

(4) CHU Saint-Pierre, CHU Brugmann, Ινστιτούτο Bordet, Πανεπιοτημιακό Νοσοκομείο Παίδων Reine Fabiola (HUDERF) και Νοσοκομεία IRIS SUD.

7.2.   Κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ

(106)

Σύμφωνα με το άρθρο 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, «οι ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό μέσω της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών». Συνεπώς, ένα μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση εφόσον πληρούνται οι ακόλουθοι τέσσερις σωρευτικοί όροι (145).

α)

πρέπει να παρέχει ένα επιλεκτικό οικονομικό πλεονέκτημα σε μια επιχείρηση·

β)

πρέπει να χρηματοδοτείται από κρατικούς πόρους·

γ)

πρέπει να νοθεύει ή να απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό·

δ)

πρέπει να μπορεί να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών.

7.2.1.   Επιλεκτικό οικονομικό πλεονέκτημα που παρέχεται σε μια επιχείρηση

7.2.1.1.   Η έννοια της επιχείρησης

Γενικές αρχές

(107)

Η παροχή δημόσιων πόρων σε μια οντότητα μπορεί να χαρακτηριστεί ως κρατική ενίσχυση μόνο εάν η οντότητα αυτή είναι μια «επιχείρηση» κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ. Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, επιχείρηση αποτελεί κάθε οντότητα που ασκεί οικονομική δραστηριότητα (146). Ο χαρακτηρισμός μιας οντότητας ως επιχείρηση εξαρτάται από τη φύση των δραστηριοτήτων της, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς της οντότητας ή του τρόπου χρηματοδότησής της (147). Μια δραστηριότητα πρέπει γενικά να θεωρείται ως έχουσα οικονομικό χαρακτήρα, εφόσον έχει ως αντικείμενο την παροχή αγαθών και υπηρεσιών στην αγορά (148). Ένας φορέας που ασκεί ταυτόχρονα δραστηριότητες οικονομικής και μη οικονομικής φύσης πρέπει να θεωρείται επιχείρηση μόνο ως προς τις πρώτες δραστηριότητες (149). Το γεγονός και μόνον ότι ένας φορέας δεν έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι δραστηριότητές του δεν είναι οικονομικής φύσης (150).

Ιατρικές υπηρεσίες

(108)

Στην περίπτωση που η υγειονομική περίθαλψη παρέχεται από νοσοκομεία και από άλλους παρόχους υγειονομικής περίθαλψης έναντι αμοιβής (151), είτε αυτή καταβάλλεται απευθείας από τους ασθενείς είτε προέρχεται από άλλες πηγές, η εν λόγω περίθαλψη θα πρέπει να θεωρείται ως οικονομική δραστηριότητα (152). Η χρηματοδότηση που απολαμβάνουν τα νοσοκομεία IRIS μέσω διαφόρων επιδοτήσεων των ομοσπονδιακών ή κρατικών αρχών [βλέπε, για παράδειγμα, την αιτιολογική σκέψη 46 στοιχεία α), δ) και ε), όσον αφορά τη δημόσια χρηματοδότηση που χορηγείται σε όλα τα νοσοκομεία και την αιτιολογική σκέψη 44 όσον αφορά την αντιστάθμιση του ελλείμματος που χορηγείται στα νοσοκομεία IRIS], στην οποία προστίθενται και οι άμεσες πληρωμές των ασθενών [βλέπε αιτιολογική σκέψη 46 στοιχείο γ)], καθώς και οι πληρωμές της INAMI [βλέπε αιτιολογική σκέψη 46 στοιχείο β)], αποζημιώνει τα νοσοκομεία IRIS για τις παρεχόμενες ιατρικές υπηρεσίες και μπορεί, ως εκ τούτου, στο πλαίσιο αυτό, να θεωρηθεί ως οικονομικός εταίρος των παρεχόμενων νοσοκομειακών υπηρεσιών. Ένα τέτοιο σύστημα ενέχει ως ένα βαθμό την ύπαρξη ανταγωνισμού μεταξύ των νοσοκομείων όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης. Το γεγονός ότι το νοσοκομείο που παρέχει τέτοιες υπηρεσίες έναντι αμοιβής είναι δημόσιο δεν αναιρεί ουδόλως την οικονομική φύση των εν λόγω δραστηριοτήτων (153).

(109)

Στην προκειμένη περίπτωση, οι κύριες δραστηριότητες των νοσοκομείων IRIS συνίστανται στην παροχή υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης. Οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται επίσης από άλλους τύπους οντοτήτων, ιδίως από κλινικές, ιδιωτικά νοσοκομεία και άλλα εξειδικευμένα κέντρα, στα οποία ανήκουν τα ιδιωτικά νοσοκομεία των καταγγελλόντων. Οι εν λόγω νοσοκομειακές δραστηριότητες που ασκούνται από τα νοσοκομεία IRIS έναντι αμοιβής και εντός ενός ανταγωνιστικού περιβάλλοντος πρέπει επομένως να θεωρούνται ως έχουσες οικονομικό χαρακτήρα.

(110)

Τα στοιχεία αλληλεγγύης που διέπουν το βελγικό εθνικό σύστημα υγειονομικής περίθαλψης δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση την οικονομική φύση των εν λόγω νοσοκομειακών δραστηριοτήτων. Μάλιστα, θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε, σχετικά με εθνικό σύστημα υγείας που τελεί υπό τη διαχείριση υπουργείων και άλλων φορέων και λειτουργεί «σύμφωνα με την αρχή της αλληλεγγύης ως προς τον τρόπο χρηματοδοτήσεώς του από κοινωνικές εισφορές και άλλους κρατικούς πόρους και ως προς τη δωρεάν παροχή υπηρεσιών προς τους ασφαλισμένους του βάσει της καθολικής κάλυψης», ότι οι ενδιαφερόμενοι φορείς διαχείρισης δεν ενεργούσαν ως επιχειρήσεις όσον αφορά τη δραστηριότητα διαχείρισης του εθνικού συστήματος υγείας (154). Ωστόσο, η Επιτροπή θεωρεί σκόπιμο να γίνει διάκριση μεταξύ της διαχείρισης του εθνικού συστήματος υγείας που ασκείται από δημόσιους φορείς, οι οποίοι χρησιμοποιούν για το σκοπό αυτό προνόμια δημόσιας εξουσίας, και της παροχής νοσοκομειακής περίθαλψης έναντι αμοιβής σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον (που τίθεται υπό αμφισβήτηση εν προκειμένω, όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 108 και 109).

(111)

Κατά συνέπεια, όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών υγειονομικής περίθαλψης, τα νοσοκομεία IRIS πρέπει να θεωρηθούν ως επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

Κοινωνικές υπηρεσίες

(112)

Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 38, τα νοσοκομεία IRIS προτείνουν ένα σύνολο από κοινωνικές υπηρεσίες σε κοινωνικά μειονεκτούντες ασθενείς και τις οικογένειές τους. Οι υπηρεσίες αυτές περιλαμβάνουν, ανάλογα με τις ανάγκες των ασθενών, ψυχοκοινωνική, κοινωνικο-διοικητική ή κοινωνικο-υλική στήριξη. Η ιδιοτυπία αυτών των κοινωνικών υπηρεσιών σημαίνει ότι οι οργανισμοί που έχουν την άδεια να τις προσφέρουν διαθέτουν συγκεκριμένους πόρους, όπως προσωπικό εκπαιδευμένο ειδικά για το σκοπό αυτό.

(113)

Είναι αναμφισβήτητο ότι οι πρόσθετες κοινωνικές δραστηριότητες που φέρονται να υποχρεούνται να αναλάβουν τα νοσοκομεία IRIS εξυπηρετούν έναν αποκλειστικά κοινωνικό σκοπό. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, το αμιγώς κοινωνικό λειτούργημα ενός συστήματος, δυνάμει του οποίου μια οντότητα πρόκειται να αναλάβει ειδικά καθήκοντα, δεν αρκεί γενικά για να αποκλείσει την οικονομική φύση των εν λόγω καθηκόντων (155).

(114)

Στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας, η Επιτροπή εξέτασε κατά πόσον οι πρόσθετες κοινωνικές δραστηριότητες που φέρεται να διεξάγονται από τα νοσοκομεία IRIS αποτελούσαν ή όχι μια οικονομική δραστηριότητα. Στην απάντησή τους στην απόφαση κίνησης της διαδικασίας της Επιτροπής, οι βελγικές αρχές υποστηρίζουν ότι οι κοινωνικές δραστηριότητες δεν είναι οικονομικής φύσεως, δεδομένου ότι δεν αποτελούν μέρος μιας ανταγωνιστικής αγοράς. Οι καταγγέλλοντες υποστηρίζουν, ωστόσο, ότι δεν είναι δυνατόν να διαχωρίσουν τις κοινωνικές δραστηριότητες από τις νοσοκομειακές δραστηριότητες οικονομικής φύσης. Παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή εξέτασε προσεκτικά τα επιχειρήματα των βελγικών αρχών, δεν μπορεί να αποκλείσει ότι η άσκηση πρόσθετων κοινωνικών δραστηριοτήτων συνιστά οικονομική δραστηριότητα. Επιπλέον, όπως εξηγείται παρακάτω (βλέπε αιτιολογική σκέψη 165), η Επιτροπή θεωρεί ότι οι πρόσθετες κοινωνικές δραστηριότητες δεν μπορούν πράγματι να διακριθούν από τις νοσοκομειακές δραστηριότητες οικονομικής φύσεως.

(115)

Συνεπώς, για να συνεχιστεί η αξιολόγηση, η συνέχεια της απόφασης αυτής προϋποθέτει ότι η παροχή συμπληρωματικών κοινωνικών υπηρεσιών έχει στην πραγματικότητα οικονομικό χαρακτήρα.

Συναφείς δραστηριότητες

(116)

Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 41, τα νοσοκομεία IRIS συμμετέχουν επίσης σε μια σειρά συναφών δραστηριοτήτων. Η Επιτροπή σημειώνει ότι ορισμένες από αυτές τις δραστηριότητες, εφόσον αξιολογούνται ανεξάρτητα από τις κύριες δραστηριότητες των νοσοκομείων IRIS, δεν μοιάζουν να έχουν οικονομικό χαρακτήρα (π.χ. έρευνα), ενώ άλλες φαίνονται ως οικονομικές δραστηριότητες εκ πρώτης όψεως (π.χ. καντίνα ή κατάστημα για τους ασθενείς και τους επισκέπτες). Ωστόσο, μπορεί να υπογραμμισθεί ότι, λόγω της στενής σχέσης τους με τις κύριες (οικονομικές) δραστηριότητες των νοσοκομείων IRIS, όλες οι σχετικές δραστηριότητες που αναφέρθηκαν πρέπει επίσης να θεωρηθούν ως οικονομικές δραστηριότητες.

(117)

Για τη συνέχιση της αξιολόγησης, η συνέχεια της παρούσας απόφασης υποθέτει συνεπώς ότι οι σχετικές δραστηριότητες έχουν όντως οικονομικό χαρακτήρα.

7.2.1.2.   Οικονομικό πλεονέκτημα

Γενική εκτίμηση

(118)

Ένα πλεονέκτημα, κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, συνίσταται σε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος που δεν θα μπορούσε να αποκομίσει μια εταιρεία υπό τις κανονικές συνθήκες της αγοράς, δηλαδή χωρίς κρατική παρέμβαση (156). Σημασία έχει μόνο η επίδραση του μέτρου στην επιχείρηση και όχι ο λόγος ούτε ο στόχος της κρατικής παρέμβασης (157). Κάθε φορά που η οικονομική κατάσταση μιας επιχείρησης βελτιώνεται ως αποτέλεσμα της κρατικής παρέμβασης, υπάρχει πλεονέκτημα.

(119)

Εν προκειμένω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα διάφορα συστήματα δημόσιας χρηματοδότησης (όπως περιγράφονται στην ενότητα 2.5.1) που καλύπτουν τις γενικές και συμπληρωματικές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένης της αντιστάθμισης των ελλειμμάτων, έδωσαν τη δυνατότητα στα νοσοκομεία IRIS να επωφεληθούν από ένα πακέτο μέτρων με στόχο την ελάφρυνση των δαπανών που επιβαρύνουν κανονικά τους παρόχους τέτοιου είδους δραστηριοτήτων. Ως εκ τούτου, με την επιφύλαξη της εξέτασης βάσει των αρχών της απόφασης Altmark που περιέχεται στις επόμενες αιτιολογικές σκέψεις, μπορεί να θεωρηθεί ότι ο μηχανισμός αντιστάθμισης των ελλειμμάτων, που αποτελεί αντικείμενο της παρούσας απόφασης, παρέχει στα νοσοκομεία IRIS ένα οικονομικό πλεονέκτημα που δεν θα είχαν αποκομίσει υπό τις κανονικές συνθήκες της αγοράς, δηλαδή χωρίς την κρατική παρέμβαση.

Altmark

(120)

Η Επιτροπή επισημαίνει ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η δημόσια χρηματοδότηση των νοσοκομείων IRIS δεν παρείχε κανένα πλεονέκτημα σε αυτά, στο βαθμό που αυτή συνίστατο στην απλή χορήγηση μιας αντιστάθμισης για τις προσφερόμενες από τα εν λόγω νοσοκομεία υπηρεσίες, σύμφωνα με τις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας που τους επιβάλλονται, υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην απόφαση Altmark.

(121)

Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η αντιστάθμιση, μέσω κρατικών πόρων, των δαπανών που πραγματοποιήθηκαν για την παροχή μιας υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος δεν συνιστά πλεονέκτημα υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται τέσσερις σωρευτικές προϋποθέσεις (158):

α)

η δικαιούχος επιχείρηση πρέπει να είναι πράγματι επιφορτισμένη με την εκπλήρωση σαφώς καθορισμένων υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας·

β)

οι βασικές παράμετροι για τον υπολογισμό της αντιστάθμισης πρέπει να έχουν προσδιορισθεί προηγουμένως αντικειμενικά και με διαφάνεια·

γ)

η αντιστάθμιση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη του συνόλου ή μέρους των δαπανών που προκύπτουν κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψη των σχετικών εσόδων και ενός εύλογου κέρδους για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών·

δ)

όταν η επιλογή της επιχείρησης που υποχρεούται να παράσχει δημόσια υπηρεσία δεν πραγματοποιείται στο πλαίσιο μιας διαδικασίας δημοσίας σύμβασης, η οποία επιτρέπει την επιλογή του υποψηφίου που είναι σε θέση να παράσχει τις σχετικές υπηρεσίες με το μικρότερο για το κοινωνικό σύνολο κόστος, το επίπεδο της απαραίτητης αντιστάθμισης πρέπει να καθορίζεται βάσει μιας ανάλυσης των δαπανών που θα είχε μια μέση επιχείρηση με χρηστή διαχείριση και επαρκή εξοπλισμό για την εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεων.

(122)

Οι αρχές και εκτιμήσεις που εκτίθενται στην απόφαση Altmark ισχύουν ex tunc, δηλαδή ισχύουν και για τις νομικές σχέσεις που υφίσταντο πριν από την εν λόγω απόφαση (159). Κατά συνέπεια, τα κριτήρια αξιολόγησης που καθορίζονται στην απόφαση Altmark εφαρμόζονται πλήρως σε όλα τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ακόμη και όσον αφορά τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στα νοσοκομεία IRIS πριν από την ημερομηνία της απόφασης Altmark (160).

(123)

Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, η Επιτροπή αποφάσισε να εξετάσει πρώτα το τέταρτο κριτήριο Altmark (για το οποίο πρέπει να διευκρινιστεί αν η επιλογή της εταιρείας που παρέχει μια ΥΓΟΣ πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο μιας διαδικασίας δημόσιας σύμβασης ή, ελλείψει διαδικασίας, αν η αντιστάθμιση που καταβλήθηκε για την εν λόγω ΥΓΟΣ καθορίστηκε με βάση την ανάλυση του κόστους που προκύπτει για μια μέση επιχείρηση με χρηστή διαχείριση). Η Επιτροπή σημειώνει ότι τα νοσοκομεία IRIS δεν επιλέχθηκαν μέσω διαδικασίας δημόσιας σύμβασης για τις υποχρεώσεις παροχής δημόσιας υπηρεσίας που ανατέθηκαν από τις βελγικές αρχές. Συνεπώς, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το πρώτο μέρος του εν λόγω κριτηρίου πληρούται στην προκειμένη περίπτωση.

(124)

Όσον αφορά το δεύτερο μέρος του κριτηρίου που εξετάστηκε, η Επιτροπή επισημαίνει, πρώτον, ότι οι βελγικές αρχές δεν υποστήριξαν ότι τα νοσοκομεία IRIS αποτελούσαν αποτελεσματικές εταιρείες στον τομέα αυτό. Η Επιτροπή σημειώνει επίσης ότι οι πληροφορίες που δόθηκαν τόσο από τις βελγικές αρχές όσο και από τους καταγγέλλοντες δεν αρκούν για να αποδείξουν ότι οι μηχανισμοί αντιστάθμισης των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας που έχουν ανατεθεί στα νοσοκομεία IRIS πληρούν το κριτήριο του αποδοτικού φορέα εκμετάλλευσης κατά την έννοια της τέταρτης προϋπόθεσης που ορίζεται στην απόφαση Altmark. Τίποτα δεν δείχνει ότι η καταβληθείσα αντιστάθμιση βασίζεται στην ανάλυση του κόστους μιας μέσης εταιρείας με τα απαιτούμενα από τη σχετική νομολογία των δικαστηρίων της ΕΕ χαρακτηριστικά. Επίσης, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τα νοσοκομεία IRIS μπορούν να θεωρηθούν ως μεσαίες επιχειρήσεις με καλή διαχείριση και επαρκή εξοπλισμό. Δεν φαίνεται να έχουν ληφθεί υπόψη οι εκτιμήσεις που αφορούν τη χρηστή διαχείριση ή την επάρκεια του εξοπλισμού για τον καθορισμό της αντιστάθμισης που χορηγείται. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ένας μηχανισμός αντιστάθμισης που καλύπτει το έλλειμμα των νοσοκομείων IRIS που προκύπτει από την εκτέλεση των ΥΓΟΣ και των συναφών δραστηριοτήτων χωρίς να λαμβάνει υπόψη την αποτελεσματικότητα της διαχείρισης των εν λόγω νοσοκομείων δεν μπορεί να ικανοποιήσει το τέταρτο κριτήριο Altmark.

(125)

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εκτιμά ότι το τέταρτο κριτήριο που διατυπώθηκε στην απόφαση Altmark δεν ικανοποιείται στην προκειμένη περίπτωση. Οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην απόφαση Altmark είναι σωρευτικές, η μη τήρηση ενός από τους τέσσερις όρους οδηγεί αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι ο μηχανισμός αντιστάθμισης ελλειμμάτων που εξετάζεται στην παρούσα απόφαση παρέχει οικονομικό πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

7.2.1.3.   Επιλεκτικότητα

(126)

Προκειμένου να ενταχθεί ένα κρατικό μέτρο στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, πρέπει να ευνοεί «ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής». Επομένως, μόνον τα μέτρα που ευνοούν επιχειρήσεις παρέχοντάς τους ένα πλεονέκτημα κατά τρόπο επιλεκτικό εμπίπτουν στην έννοια της ενίσχυσης.

(127)

Η Επιτροπή σημειώνει ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι ο μηχανισμός αντιστάθμισης που εφαρμόζεται για την κάλυψη των ελλειμμάτων των δημόσιων νοσοκομείων στις Βρυξέλλες (βλέπε αιτιολογική σκέψη 44), αλλά όχι των ιδιωτικών νοσοκομείων, έχει επιλεκτικό χαρακτήρα, διότι αποκλείει τα ιδιωτικά νοσοκομεία και άλλους φορείς παροχής υγειονομικής περίθαλψης, καθώς και φορείς που ανήκουν σε άλλους τομείς δραστηριότητας.

7.2.2.   Κρατικοί πόροι

(128)

Για να συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της συμφωνίας για τον ΕΟΧ, η ενίσχυση πρέπει να χορηγείται από το κράτος ή με κρατικούς πόρους. Οι κρατικοί πόροι περιλαμβάνουν όλους τους πόρους του δημόσιου τομέα (161), συμπεριλαμβανομένων των πόρων για τις ενδοκρατικές οντότητες (αποκεντρωμένες, ομοσπονδιακές, περιφερειακές ή άλλες) (162).

(129)

Στην περίπτωση αυτή, οι αντισταθμίσεις των ελλειμμάτων που λαμβάνουν τα νοσοκομεία IRIS από τους αντίστοιχους δήμους τους για την εκτέλεση των ΥΓΟΣ και των συναφών δραστηριοτήτων προέρχονται από δημόσιους πόρους και καταλογίζονται στο Δημόσιο.

7.2.3.   Στρέβλωση του ανταγωνισμού και επιπτώσεις στις συναλλαγές

(130)

Οι δημόσιες ενισχύσεις των επιχειρήσεων συνιστούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ μόνο εφόσον «νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό» και αυτό μόνο στο βαθμό που «επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών».

7.2.3.1.   Στρέβλωση του ανταγωνισμού

(131)

Θεωρείται ότι ένα μέτρο ενίσχυσης που χορηγείται από ένα κράτος νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό, εάν δύναται να ενισχύσει την ανταγωνιστική θέση του δικαιούχου του σε σχέση με τις ανταγωνίστριες επιχειρήσεις (163). Στην πράξη, θεωρείται ότι υπάρχει στρέβλωση του ανταγωνισμού, εφόσον το κράτος χορηγεί οικονομικό πλεονέκτημα σε μια επιχείρηση σε έναν απελευθερωμένο κλάδο, όπου υφίσταται ή θα μπορούσε να υφίσταται ανταγωνισμός.

(132)

Δεδομένου ότι υπάρχει κάποιος βαθμός ανταγωνισμού μεταξύ των δημόσιων νοσοκομείων, των ιδιωτικών νοσοκομείων και άλλων εγκαταστάσεων υγειονομικής περίθαλψης, η δημόσια χρηματοδότηση που χορηγείται σε ορισμένα ιδρύματα υγειονομικής περίθαλψης (συμπεριλαμβανομένων των νοσοκομείων IRIS), για τη χρηματοδότηση των νοσοκομειακών δραστηριοτήτων που επιτελούν, δύναται να νοθεύσει τον ανταγωνισμό. Το ίδιο ισχύει και για τις συμπληρωματικές κοινωνικές δραστηριότητες των νοσοκομείων IRIS.

7.2.3.2.   Επιπτώσεις για τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών

Γενικές αρχές

(133)

Τα δικαστήρια της Ένωσης έκριναν ότι «όταν μια χρηματοδοτική συνδρομή που χορηγείται από το κράτος ενισχύει τη θέση μιας επιχείρησης έναντι άλλων ανταγωνιστικών επιχειρήσεων στα πλαίσια των ενδοκοινοτικών συναλλαγών, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι εν λόγω συναλλαγές επηρεάστηκαν από τη συνδρομή» (164).

(134)

Οι δημόσιες ενισχύσεις μπορούν να θεωρηθούν ως ικανές να επηρεάσουν τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές, ακόμη κι αν οι δικαιούχοι δεν συμμετέχουν άμεσα στις διασυνοριακές συναλλαγές. Για παράδειγμα, η επιδότηση μπορεί να καταστήσει την είσοδο φορέων άλλων κρατών μελών στην αγορά ή την άσκηση του δικαιώματος εγκατάστασης πιο δύσκολη με τη διατήρηση ή την αύξηση της τοπικής προσφοράς (165).

(135)

Κατά την πάγια νομολογία, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να προβεί σε οικονομική ανάλυση της πραγματικής κατάστασης των σχετικών αγορών, του μεριδίου αγοράς των εταιρειών που λαμβάνουν την ενίσχυση, της θέσης των ανταγωνιστριών επιχειρήσεων ή των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών (166). Σε περίπτωση παράνομων κρατικών ενισχύσεων, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αποδείξει τις πραγματικές επιπτώσεις των ενισχύσεων αυτών στον ανταγωνισμό και στις συναλλαγές.

(136)

Ωστόσο, η επίδραση στις ενδοκοινοτικές συναλλαγές δεν μπορεί να είναι καθαρά υποθετική ή εικαζόμενη. Θα πρέπει να αποδεχθεί γιατί το μέτρο νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό και γιατί είναι ικανό να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, βάσει των αναμενόμενων επιπτώσεων του μέτρου (167).

(137)

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή έκρινε σε αρκετές υποθέσεις (168) ότι ορισμένες δραστηριότητες διαθέτουν μια καθαρά τοπική διάσταση και δεν προκαλούν ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Πιο συγκεκριμένα, κρίνεται σκόπιμο να ελεγχθεί αν ο παραλήπτης παρέχει αγαθά ή υπηρεσίες σε περιορισμένη έκταση ενός κράτους μέλους, αν δεν δύναται να προσελκύσει πελάτες από άλλα κράτη μέλη και αν είναι δυνατό να προβλεφθεί ότι το μέτρο δεν θα έχει παρά περιορισμένη επίδραση στις επενδυτικές συνθήκες ή στα διασυνοριακά ιδρύματα.

Εκτίμηση

(138)

Σύμφωνα με τις αρχές που περιγράφονται ανωτέρω, η Επιτροπή σημειώνει ότι η επίδραση στις συναλλαγές μπορεί να καθορίζεται βάσει ποικίλων παραγόντων, κυρίως στο μέρος που αφορά τον «πελάτη» (και συνδέεται με τη γεωγραφική περιοχή όπου παρέχονται τα αγαθά και οι υπηρεσίες, καθώς και με την περιοχή από την οποία προέρχονται οι πελάτες) και το μέρος που αφορά τον «προμηθευτή» (αρκεί να έχει διαπιστωθεί αν ένα μέτρο δημιουργεί εμπόδια στις επενδύσεις και τη διασυνοριακή εγκατάσταση των παρόχων που ασκούν πραγματικό ή δυνητικό ανταγωνισμό). Προκειμένου να καθοριστεί αν ένα μέτρο επηρεάζει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, αρκεί να διαπιστωθεί η ύπαρξη επιπτώσεων που απορρέουν από τουλάχιστον έναν από αυτούς τους παράγοντες επί των συναλλαγών.

(139)

Αναφορικά με την επίδραση των μέτρων στο μέρος «πελάτης», η Επιτροπή επισημαίνει στην προκειμένη περίπτωση ότι ο τομέας της υγειονομικής περίθαλψης, γενικά, και ο τομέας της υγειονομικής περίθαλψης σε νοσοκομεία, ειδικά, αποτελεί αντικείμενο συναλλαγών εντός της Ένωσης. Η Επιτροπή επισημαίνει επίσης ότι η διασυνοριακή κινητικότητα των ασθενών αυξάνεται. Βέβαια, η υγειονομική περίθαλψη παραμένει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών και η κινητικότητα των ασθενών υπόκειται σε αυστηρούς κανόνες που διέπουν τις παρεμβάσεις των εθνικών συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης. Πράγματι, στην πράξη, η νοσοκομειακή περίθαλψη παρέχεται γενικά κοντά στον τόπο διαμονής του ασθενούς, σε ένα πολιτιστικό περιβάλλον που του είναι οικείο και το οποίο του επιτρέπει να δημιουργήσει μια σχέση εμπιστοσύνης με τους γιατρούς που τον παρακολουθούν. Οι διασυνοριακές μετακινήσεις πραγματοποιούνται κυρίως στις παραμεθόριες περιοχές ή όταν οι ασθενείς αναζητούν μια άκρως εξειδικευμένη θεραπεία για ένα συγκεκριμένο πρόβλημα υγείας.

(140)

Στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα επίμαχα μέτρα είναι ικανά να επηρεάσουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Ειδικότερα, οι ιδιαιτερότητες της εν λόγω υπόθεσης διαφέρουν από τις υποθέσεις στις οποίες κρίθηκε ότι οι κρατικές ενισχύσεις προς τα νοσοκομεία δεν επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών (169). Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, η Επιτροπή στηρίζεται κυρίως στο συνδυασμό των παρακάτω στοιχείων:

α)

Τα νοσοκομεία IRIS περιλαμβάνουν άκρως εξειδικευμένα νοσοκομεία, τα οποία χαίρουν διεθνούς αναγνώρισης. Το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Παίδων- Reine Fabiola και το institut Bordet, που ειδικεύονται στην παιδιατρική και στη θεραπεία του καρκίνου αντίστοιχα, καθώς και τα πανεπιστημιακά νοσοκομεία CHU Saint-Pierre και Brugmann, προσφέρουν ένα ευρύ φάσμα άκρως εξειδικευμένης περίθαλψης και απολαμβάνουν διεθνή αναγνώριση. Τα νοσοκομεία που απολαμβάνουν μια τέτοια φήμη μπορούν να προσελκύσουν διεθνείς ασθενείς, κυρίως από άλλα κράτη-μέλη, ανεξάρτητα από το αν η αποστολή των νοσοκομείων IRIS συνίσταται στην παροχή κοινωνικής υγειονομικής περίθαλψης στην τοπική κοινότητα των Βρυξελλών (βλέπε ενότητα 7.3.4.1).

β)

Τα νοσοκομεία IRIS των Βρυξελλών βρίσκονται σχετικά κοντά σε μεγάλες πόλεις της Γαλλίας, της Ολλανδίας και της Γερμανίας. Για παράδειγμα, οι πόλεις Aix-la-Chapelle, Lille, Eindhoven και Rotterdam βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των 150 χιλιομέτρων. Επιπλέον, οι Βρυξέλλες συνδέονται με μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, όπως το Παρίσι, το Λονδίνο, το Άμστερνταμ και την Κολωνία χάρη σε σιδηροδρομικές συνδέσεις υψηλής ταχύτητας καθιστούν τη μετακίνηση δυνατή μέσα σε δύο το πολύ ώρες. Τέλος, οι Βρυξέλλες διαθέτουν διεθνές αεροδρόμιο που προσφέρει συνδέσεις με όλα τα μεγάλα ευρωπαϊκά και διεθνή κέντρα. Χάρη στη γεωγραφική θέση των Βρυξελλών και τις πολλές συνδέσεις που διαθέτουν, οι διεθνείς ασθενείς που επιλέγουν τα νοσοκομεία IRIS έχουν εύκολη πρόσβαση σε αυτά, ειδικά αν ζουν κοντά στα βελγικά σύνορα ή σε μία από τις πόλεις που συνδέονται με τις Βρυξέλλες με σιδηροδρομική σύνδεση υψηλής ταχύτητας.

γ)

Τόσο η Περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης, γενικά, όσο και τα νοσοκομεία IRIS είναι πολύγλωσσα. Τα ολλανδικά και τα γαλλικά είναι επίσημες γλώσσες και τα νοσοκομεία IRIS οφείλουν να προσφέρουν υπηρεσίες και στις δύο γλώσσες. Ως εκ τούτου, τα εν λόγω νοσοκομεία είναι ιδιαίτερα ελκυστικά για τους Γάλλους και τους Ολλανδούς πολίτες. Επιπλέον, τα αγγλικά είναι ευρέως διαδεδομένα στην περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης, γεγονός που διευκολύνει την πρόσβαση των ασθενών κατάγονται από πολύ διαφορετικά περιβάλλοντα.

δ)

Η περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης φιλοξενεί σημαντικό αριθμό πολιτών από άλλα κράτη μέλη. Έτσι, από τις 321 ευρωπαϊκές πόλεις που περιλαμβάνονται στον «αστικό έλεγχο» της Eurostat, οι Βρυξέλλες παρουσίαζαν το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό αλλοδαπών κατοίκων (33,8 % το 2012), καθώς και το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό κατοίκων που δεν προέρχονται από άλλα κράτη μέλη της ΕΕ (20,3 % το 2012) (170). Οι κάτοικοι των άλλων κρατών μελών της ΕΕ μπορούν συχνά να επιλέξουν το μέρος, όπου θέλουν να τους παρασχεθούν ιατρικές υπηρεσίες, εν γένει, είτε στη χώρα καταγωγής τους είτε στη χώρα διαμονής τους.

(141)

Όσον αφορά τις συμπληρωματικές κοινωνικές δραστηριότητες των νοσοκομείων IRIS, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, στο βαθμό που δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι η άσκηση των εν λόγω δραστηριοτήτων αποτελεί οικονομική δραστηριότητα και δεδομένων των στενών δεσμών μεταξύ των τελευταίων και των γενικών νοσοκομειακών δραστηριοτήτων των νοσοκομείων IRIS, το σκεπτικό που αναπτύχθηκε παραπάνω μπορεί να εφαρμοστεί και επί τούτου. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τις εκτιμήσεις που αναφέρονται κατωτέρω (βλέπε ενότητα 7.3), η Επιτροπή θεωρεί ότι, παρόλο που η δημόσια χρηματοδότηση των πρόσθετων κοινωνικών υπηρεσιών έχει επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, η δημόσια χρηματοδότηση που ευνοεί τη δραστηριότητα αυτή συνιστά κρατική ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά. Για λόγους οικονομίας σχετικά με τη διαδικασία, δεν είναι συνεπώς αναγκαίο να καθοριστεί, σε τελική ανάλυση, αν η δημόσια χρηματοδότηση των πρόσθετων κοινωνικών δραστηριοτήτων επηρεάζει ή όχι τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.

(142)

Οι ίδιες εκτιμήσεις ισχύουν και για τις συναφείς δραστηριότητες των νοσοκομείων IRIS (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 41, 116 και 117). Σύμφωνα με την Επιτροπή, αν η δημόσια χρηματοδότηση (εφόσον υφίσταται) της πλειονότητας των συναφών δραστηριοτήτων των νοσοκομείων IRIS (π.χ. βρεφονηπιακού σταθμός για τα παιδιά των μελών του προσωπικού, ενοικιαζόμενα δωμάτια, ένα μικρό κατάστημα για τους ασθενείς και τους επισκέπτες, το κυλικείο και ο χώρος πάρκινγκ, η ενοικίαση τηλεόρασης για τους ασθενείς) ήταν το αντικείμενο ξεχωριστής αξιολόγησης, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η εν λόγω χρηματοδότηση δεν θα ασκούσε καμία επίδραση στις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Ωστόσο, λόγω της στενής σχέσης μεταξύ των συναφών και των κύριων δραστηριοτήτων των νοσοκομείων IRIS, μπορεί να υποτεθεί ότι η δημόσια χρηματοδότηση (εφόσον υφίσταται) των συναφών δραστηριοτήτων επηρεάζει και τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι η δημόσια χρηματοδότηση που ευνοεί τις συναφείς δραστηριότητες συνιστά κρατική ενίσχυση συμβατή με την εσωτερική αγορά (βλέπε ενότητα 7.3), η Επιτροπή δεν κρίνει αναγκαίο να αποφανθεί οριστικά επί του σημείου αυτού.

(143)

Με σκοπό να συνεχισθεί η αξιολόγηση, η συνέχεια της παρούσας απόφασης βασίζεται στην υπόθεση ότι η δημόσια χρηματοδότηση των πρόσθετων κοινωνικών δραστηριοτήτων, καθώς και των συναφών δραστηριοτήτων μπορεί να επηρεάσει τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.

(144)

Αφού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα υπό εξέταση μέτρα στην περίπτωση αυτή μπορούν να επηρεάσουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών ως προς τουλάχιστον μία σχέση (το τμήμα «πελάτης»), η Επιτροπή δεν θεωρεί αναγκαίο να καθοριστεί αν μπορούν να επηρεάσουν και τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τις διασυνοριακές επενδύσεις και το δικαίωμα εγκατάστασης (βλέπε αιτιολογική σκέψη 138).

7.2.4.   Συμπέρασμα

(145)

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι, όσον αφορά τα μέτρα που εξετάζονται στην προκειμένη περίπτωση, πληρούνται οι σωρευτικές προϋποθέσεις για την ύπαρξη κρατικών ενισχύσεων και ότι, συνεπώς, τα εν λόγω μέτρα συνιστούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ.

7.3.   Συμβατότητα με την εσωτερική αγορά

7.3.1.   Νομική βάση

7.3.1.1.   Γενικές αρχές

(146)

Δεδομένου ότι η αντιστάθμιση των ελλειμμάτων που ισχύει για τα νοσοκομεία IRIS συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ, είναι απαραίτητο να εκτιμηθεί η συμβατότητά της με την εσωτερική αγορά. Οι λόγοι για τους οποίους ένα μέτρο κρατικής ενίσχυσης μπορεί ή πρέπει να κηρυχθεί συμβατό με την εσωτερική αγορά αναφέρονται στο άρθρο 106, παράγραφος 2, και στο άρθρο 107, παράγραφοι 2 και 3 της ΣΛΕΕ.

(147)

Δεδομένου ότι οι βελγικές αρχές ανέφεραν επανειλημμένα ότι η δημόσια χρηματοδότηση των νοσοκομείων IRIS αποτελεί αντιστάθμιση για την άσκηση των ΥΓΟΣ, η συμβατότητα της αντιστάθμισης του ελλείμματος με την εσωτερική αγορά πρέπει να εκτιμηθεί κυρίως υπό το πρίσμα του άρθρου 106, παράγραφος 2 ΣΛΕΕ. Αυτό έχει ως εξής:

«οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες των Συνθηκών και ιδίως στους κανόνες ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει νομικά ή πραγματικά την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται κατά τρόπο που αντιβαίνει στο συμφέρον της Ένωσης».

7.3.1.2.   Εφαρμογή του άρθρου 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ διαχρονικά: προκαταρκτικές παρατηρήσεις

(148)

Η Επιτροπή καθόρισε τις ακριβείς συνθήκες υπό τις οποίες εφαρμόζεται το άρθρο 106, παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ, σε μία σειρά νομικών μέσων, και πιο πρόσφατα, μεταξύ άλλων, στο πλαίσιο ΥΓΟΣ 2012 (171) και την απόφαση ΥΓΟΣ 2012 (172) (στο εξής από κοινού αποκαλούμενο «πακέτο ΥΓΟΣ του 2012»)· στο παρελθόν, η Επιτροπή είχε δημοσιεύσει και εφαρμόσει το πλαίσιο ΥΓΟΣ 2005 (173) και την απόφαση ΥΓΟΣ 2005 (174). Κάθε υποστηρικτικό μέτρο, που πληροί τα κριτήρια της απόφασης ΥΓΟΣ 2012, θεωρείται συμβατό με την εσωτερική αγορά και δεν θα πρέπει να κοινοποιείται. Τα μέτρα ενίσχυσης που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της απόφασης ΥΓΟΣ του 2012, δεδομένου ότι δεν πληρούν όλα τα κριτήρια που τη συνοδεύουν, πρέπει να αξιολογούνται σύμφωνα με το πλαίσιο ΥΓΟΣ 2012 αφού πρώτα κοινοποιηθούν.

(149)

Στην περίπτωση αυτή, η αντιστάθμιση των ελλειμμάτων των νοσοκομείων IRIS εξετάστηκε το 1996 και, συνεπώς, προηγείται της απόφασης και του πλαισίου ΥΓΟΣ 2012. Ωστόσο, η δέσμη μέτρων ΥΓΟΣ 2012 — στο άρθρο 10 της απόφασης ΥΓΟΣ 2012 και στην παράγραφο 69 του πλαισίου ΥΓΟΣ 2012 — κανόνες σχετικά με την εφαρμογή τους στο πλαίσιο των ενισχύσεων που έχουν χορηγηθεί πριν τα μέτρα τεθούν σε ισχύ, ήτοι την 31η Ιανουαρίου 2012. Ειδικότερα, το άρθρο 10, στοιχείο β) της απόφασης ΥΓΟΣ 2012 προβλέπει ότι

«κάθε ενίσχυση που τέθηκε σε εφαρμογή πριν από την έναρξη ισχύος της παρούσας απόφασης [δηλαδή πριν τις 31 Ιανουαρίου 2012], η οποία δεν ήταν συμβατή με την εσωτερική αγορά ούτε απαλλασσόταν από την υποχρέωση κοινοποίησης σύμφωνα με την απόφαση 2005/842/ΕΚ, αλλά πληροί τις προϋποθέσεις που ορίζονται στην παρούσα απόφαση, είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά και απαλλάσσεται από την υποχρέωση προηγούμενης κοινοποίησης».

Όσον αφορά το κοινοτικό πλαίσιο ΥΓΟΣ 2012, οι παράγραφοι 68 και 69 αναφέρουν ότι η Επιτροπή θα εφαρμόσει τις αρχές αυτού του πλαισίου σε όλα τα σχέδια ενίσχυσης που θα της κοινοποιηθούν, είτε η κοινοποίηση πραγματοποιήθηκε πριν είτε μετά την έναρξη εφαρμογής των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, ήτοι τις 31 Ιανουαρίου 2012, καθώς και σε όλες τις παράνομες ενισχύσεις, για τις οποίες θα αποφασίσει μετά τις 31 Ιανουαρίου 2012, ακόμη κι αν η ενίσχυση χορηγήθηκε πριν από τις 31 Ιανουαρίου 2012.

(150)

Κατά συνέπεια, οι κανόνες σχετικά με την εφαρμογή της απόφασης ΥΓΟΣ 2012 και του κοινοτικού πλαισίου ΥΓΟΣ 2012, όπως περιγράφονται παραπάνω, συνεπάγονται ότι η δημόσια χρηματοδότηση των νοσοκομείων IRIS από το 1996 μπορεί να εκτιμηθεί με βάση τη δέσμη μέτρων ΥΓΟΣ 2012. Αν ο μηχανισμός αντιστάθμισης των ελλειμμάτων πληροί τις προϋποθέσεις της απόφασης ΥΓΟΣ 2012 ή το πλαίσιο ΥΓΟΣ 2012, τότε είναι συμβατός με την εσωτερική αγορά για όλη τη χρονική περίοδο από το 1996.

(151)

Τέλος, θα πρέπει να υπογραμμιστεί η μεταβατική διάταξη του άρθρου 10, στοιχείο α) της απόφασης ΥΓΟΣ του 2012, σύμφωνα με την οποία κάθε σύστημα ενίσχυσης που έχει χορηγηθεί πριν από την έναρξη ισχύος της εν λόγω απόφασης (δηλαδή πριν από τις 31 Ιανουαρίου 2012), το οποίο ήταν συμβατό με την εσωτερική αγορά και απαλλασσόταν από την υποχρέωση κοινοποίησης σύμφωνα με την απόφαση 2005/842/ΕΚ, παραμένει συμβατό με την εσωτερική αγορά και απαλλάσσεται από την υποχρέωση κοινοποίησης για δύο επιπλέον έτη (δηλαδή μέχρι τις 30 Ιανουαρίου 2014). Αυτό σημαίνει ότι η ενίσχυση που χορηγήθηκε δυνάμει του εν λόγω καθεστώτος κατά την περίοδο μεταξύ της έναρξης ισχύος της απόφασης ΥΓΟΣ 2005, την 19η Δεκεμβρίου 2005, και την έναρξη ισχύος της απόφασης ΥΓΟΣ 2012, στις 31 Ιανουαρίου 2012, θα πρέπει να θεωρηθεί ως συμβατή με την εσωτερική αγορά, αλλά μόνο από την ημερομηνία, κατά την οποία χορηγήθηκε, μέχρι και τις 30 Ιανουαρίου 2014. Εν πάση περιπτώσει, για τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν από τις 31 Ιανουαρίου 2012 και μετά, η μεταβατική διάταξη του άρθρου 10, στοιχείο α) της απόφασης ΥΓΟΣ 2012 δεν ισχύει και η αξιολόγηση της συμβατότητας πρέπει να γίνει βάσει της απόφασης ΥΓΟΣ 2012.

(152)

Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αξιολογεί αρχικά αν η δημόσια χρηματοδότηση που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας απόφασης και χορηγείται στα νοσοκομεία IRIS από το 1996, πληροί τις προϋποθέσεις της απόφασης ΥΓΟΣ του 2012. Μόνο στην αντίθετη περίπτωση, η Επιτροπή θα αξιολογήσει την εν λόγω χρηματοδότηση βάσει της απόφασης ΥΓΟΣ 2005 (για τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν μεταξύ της19ης Δεκεμβρίου 2005 και της 31ης Ιανουαρίου 2012) και του πλαισίου ΥΓΟΣ 2012.

7.3.2.   Δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ: πραγματική ΥΓΟΣ

(153)

Το άρθρο 106, παράγραφος 2, της ΣΛΕΕ και η βασιζόμενη σε αυτό απόφαση ΥΓΟΣ 2012 ισχύουν μόνο για τις αντισταθμίσεις που καταβάλλονται σε εταιρεία που είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση ενός «πραγματικού γενικού οικονομικού συμφέροντος» (175). Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι ΥΓΟΣ είναι υπηρεσίες που παρουσιάζουν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε σχέση με άλλες οικονομικές δραστηριότητες (176). Επιπλέον, έχει αναγνωριστεί ότι, ελλείψει ειδικών ρυθμίσεων για τον ορισμό κριτηρίων σε επίπεδο ΕΕ που να καθορίζουν την ύπαρξη μιας ΥΓΟΣ, τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια ως προς τον καθορισμό του τι θεωρούν ως ΥΓΟΣ και ως προς τη χορήγηση αντιστάθμισης στον πάροχο της υπηρεσίας (177). Η αρμοδιότητα της Επιτροπής επί του ζητήματος περιορίζεται στην εξακρίβωση αν το κράτος μέλος δεν υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα, χαρακτηρίζοντας μια υπηρεσία ως ΥΓΟΣ.

(154)

Η Επιτροπή εκτιμά ότι όλες οι οικονομικές δραστηριότητες των νοσοκομείων IRIS που λαμβάνουν δημόσια χρηματοδότηση (δηλαδή, το εύρος των κοινωνικών και νοσοκομειακών εργασιών που εκτελούνται από αυτά τα νοσοκομεία) είναι είτε γνήσιες υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος, όπως υποστηρίζουν οι βελγικές αρχές, είτε καθαρά συναφείς δραστηριότητες. Ειδικότερα, όλες οι αμφιλεγόμενες ιατρικές και κοινωνικές υπηρεσίες εν προκειμένω διαθέτουν ειδικά χαρακτηριστικά σε σύγκριση με εκείνα των άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων, που αφορούν, ουσιαστικά, τη σημασία τους για την υγεία και την κοινωνική ευημερία της κοινωνίας. Κατά συνέπεια, οι βελγικές αρχές δεν υπέπεσαν σε πρόδηλο σφάλμα κατά τον χαρακτηρισμό αυτών ως υπηρεσίες ΥΓΟΣ.

(155)

Όσον αφορά τις συναφείς δραστηριότητες που αναλύονται στην αιτιολογική σκέψη 41, η Επιτροπή σημείωσε ότι μια δραστηριότητα μπορεί να θεωρηθεί ως συναφής με μια ΥΓΟΣ, εφόσον συνδέεται άμεσα και είναι αναγκαία για την παροχή της ΥΓΟΣ, ή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτή. Στην τελευταία περίπτωση, οι εν λόγω δραστηριότητες καταναλώνουν τους ίδιους πόρους με την ΥΓΟΣ, όπως για παράδειγμα, υλικά, εξοπλισμός, εργατικό δυναμικό, πάγιο κεφάλαιο. Οι συναφείς δραστηριότητες πρέπει επίσης να περιορίζονται στο πεδίο εφαρμογής τους. Η Επιτροπή θεωρεί ότι όλες οι δραστηριότητες που περιγράφονται στην αιτιολογική σκέψη 41 μπορούν να θεωρηθούν ως συναφείς της κύριας δραστηριότητας ΥΓΟΣ των νοσοκομείων IRIS. Πράγματι, οι δραστηριότητες που θεωρούνται ως συναφείς 1) συνδέονται άμεσα και είναι απαραίτητες για την παροχή των δραστηριοτήτων ΥΓΟΣ των νοσοκομείων IRIS, διότι αποτελούν δραστηριότητες που ένα σύγχρονο νοσοκομείο οφείλει να ασκεί πέραν της παροχής κοινωνικών και ιατρικών υπηρεσιών και/ή 2) είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις δραστηριότητες ΥΓΟΣ, καθώς χρησιμοποιούν τις υποδομές του νοσοκομείου (δηλαδή, κτίρια και οικόπεδα). Λόγω του περιορισμένου ποσοστού που αντιπροσωπεύουν οι συναφείς δραστηριότητες στα συνολικά έσοδα των νοσοκομείων IRIS (κατά μέσο όρο λιγότερο από το 2 %), η Επιτροπή πιστεύει επίσης ότι όλες οι συναφείς δραστηριότητες έχουν πολύ περιορισμένο πεδίο εφαρμογής.

7.3.3.   Δυνατότητα εφαρμογής της απόφασης ΥΓΟΣ του 2012

(156)

Η Επιτροπή θεωρεί, επίσης, ότι η χορήγηση δημόσιων πόρων στα νοσοκομεία IRIS για την εκτέλεση των ΥΓΟΣ εμπίπτει στο υλικό πεδίο εφαρμογής της απόφασης ΥΓΟΣ του 2012, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2. Όπως ορίζεται στο άρθρο 2, παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ), η απόφαση ΥΓΟΣ του 2012 εφαρμόζεται στις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντισταθμίσεων των ΥΓΟΣ προς τα νοσοκομεία που παρέχουν ιατρική περίθαλψη (η οποία περιλαμβάνει την άσκηση των δραστηριοτήτων που συνδέονται άμεσα με τις κύριες δραστηριότητες, ιδίως στον τομέα της έρευνας, χωρίς όμως να περιορίζεται σε αυτόν) και σε επιχειρήσεις που παρέχουν υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος προκειμένου να καλύψουν τις σχετικές κοινωνικές ανάγκες, μεταξύ άλλων, την υγειονομική περίθαλψη και την κοινωνική ένταξη των ευάλωτων ομάδων. Δεδομένου ότι όλες οι ΥΓΟΣ και οι συναφείς δραστηριότητες, οι οποίες λαμβάνουν δημόσια χρηματοδότηση και επιτελέστηκαν από τα νοσοκομεία IRIS, μπορούν να συμπεριληφθούν σε αυτές τις κατηγορίες δραστηριοτήτων, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο μηχανισμός αντιστάθμισης ελλειμμάτων που εξετάζεται εν προκειμένω εμπίπτει στο υλικό πεδίο εφαρμογής της απόφασης ΥΓΟΣ 2012. Κατά συνέπεια, οι δαπάνες όλων των δραστηριοτήτων των νοσοκομείων IRIS (ΥΓΟΣ και συναφείς δραστηριότητες) μπορούν να καλυφθούν από τις αντισταθμίσεις που χορηγούνται βάσει της απόφασης ΥΓΟΣ 2012.

7.3.4.   Η πράξη ανάθεσης

(157)

Η πρώτη ουσιαστική προϋπόθεση συμβατότητας που αναγράφεται στην απόφαση ΥΓΟΣ του 2012 είναι η ανάθεση διαχείρισης της ΥΓΟΣ σε ενδιαφερόμενη επιχείρηση με μία ή περισσότερες πράξεις, των οποίων η μορφή μπορεί να καθοριστεί από κάθε κράτος μέλος (178). Η πράξη ή οι πράξεις πρέπει να αναφέρει/αναφέρουν με σαφήνεια:

τη φύση και τη διάρκεια των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας (179)·

την εταιρεία που είναι επιφορτισμένη με τις υποχρεώσεις αυτές και, κατά περίπτωση, η σχετική γεωγραφική περιοχή (180)·

τη φύση των αποκλειστικών ή ειδικών δικαιωμάτων που παρέχονται στην εταιρεία από την αρχή που χορηγεί την ενίσχυση (181)·

την περιγραφή του μηχανισμού αντιστάθμισης και τις παραμέτρους υπολογισμού, ελέγχου και αναθεώρησης της αντιστάθμισης (182)·

τους κανόνες για την ανάκτηση ενδεχόμενων υπεραντισταθμίσεων και τους τρόπους αποφυγής των τελευταίων (183).

(158)

Επιπλέον, η απόφαση ΥΓΟΣ του 2012 απαιτεί η αναφορά στην εν λόγω απόφαση να περιλαμβάνεται στην ανάθεση (184).

7.3.4.1.   Φύση και εύρος των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας που επιβάλλονται σε νοσοκομεία IRIS

(159)

Στην ακυρωτική απόφαση της 7ης Νοεμβρίου 2012, το Δικαστήριο διατύπωσε μια προκαταρκτική παρατήρηση, σύμφωνα με την οποία «όταν οι δημόσιοι και ιδιωτικοί φορείς που είναι υπεύθυνοι για την ίδια δημόσια υπηρεσία υπέχουν διαφορετικές απαιτήσεις, γεγονός που συνεπάγεται ένα διαφορετικό επίπεδο κόστους και αντιστάθμισης, οι διαφορές αυτές θα πρέπει να διαφαίνονται με σαφήνεια μέσα από τις αντίστοιχες αναθέσεις τους, ιδίως, για να μπορεί να ελεγχθεί η συμβατότητα της επιδότησης με την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Πράγματι, μια κρατική ενίσχυση, ορισμένοι όροι της οποίας παραβιάζουν τις γενικές αρχές του δικαίου της ΕΕ, όπως την αρχή της ίσης μεταχείρισης, δεν μπορεί να ανακηρυχθεί από την Επιτροπή ως συμβατή με την εσωτερική αγορά (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Απριλίου 2008, Nuova Agricast, C-390/06, Συλλογή 2008, σ. I-2577, σκέψη 51)» (185).

(160)

Η σκέψη 66 της απόφασης στην υπόθεση Nuova Agricast (186) αναφέρει ότι «η τήρηση της αρχής της ίσης μεταχείρισης απαιτεί τη μη διαφορετική μεταχείριση παρόμοιων καταστάσεων και τη μη ίση μεταχείριση διαφορετικών καταστάσεων, εκτός κι αν μια τέτοια αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς (βλέπε, μεταξύ άλλων, την απόφαση της 26ης Οκτωβρίου 2006, Koninklijke Coöperatie Cosun, C-248/04, Συλλογή 2006, σ. I-10211, σκέψη 72 και τη νομολογία που παρατίθεται)».

(161)

Ωστόσο, η Επιτροπή παρατήρησε ότι η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων δεν αναφέρεται ως κριτήριο συμβατότητας στην απόφαση ΥΓΟΣ του 2012. Ωστόσο, η Επιτροπή σκοπεύει να εξετάσει εάν τα δημόσια νοσοκομεία IRIS και τα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών βρίσκονται σε παρόμοια ή διαφορετική νομική και πραγματική κατάσταση. Σε αυτό το πλαίσιο, περιγράφοντας τη φύση των υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας που έχουν ανατεθεί στα νοσοκομεία IRIS, η Επιτροπή θα υποδείξει αν μια παρόμοια υποχρέωση επιβλήθηκε στα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών ή όχι.

(162)

Όπως εξηγείται παραπάνω (βλέπε ενότητα 2.3), τα νοσοκομεία IRIS υπόκεινται σε ένα ρυθμιστικό πλαίσιο που αποτελείται από το νόμο περί ΔΚΚΔ (βάσει του οποίου δημιουργήθηκαν τα νοσοκομεία IRIS), την LCH, τα καταστατικά των τοπικών νοσοκομειακών ενώσεων, καθώς και τα στρατηγικά σχέδια που υιοθετήθηκαν από τη συντονιστική οργάνωση των IRIS. Δεδομένου ότι οι δημόσιες αρχές (ήτοι οι δήμοι και τα ΔΚΚΔ) έχουν τον έλεγχο της πλειοψηφίας των τοπικών ενώσεων που υπόκεινται στο κεφάλαιο XII του νόμου ΔΚΚΔ, καθώς και της συντονιστικής οργάνωσης των IRIS, τα καταστατικά και τα στρατηγικά σχέδια είναι υποχρεωτικά για τα νοσοκομεία IRIS και συνεπώς μπορούν να θεωρηθούν ως έγκυρες πράξεις ανάθεσης, η φύση των οποίων διευκρινίζεται παρακάτω (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 164, 170 και επόμενες). Στο εν λόγω πλαίσιο, είναι επίσης ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι οι δημόσιες αρχές μπορούν να ελέγχουν άμεσα τις καθημερινές λειτουργίες των νοσοκομείων IRIS και να παρέχουν πρόσθετες οδηγίες αν είναι απαραίτητο.

(163)

Παρατηρήθηκε επίσης (βλέπε αιτιολογική σκέψη 24) ότι, αρχικά, τα νοσοκομεία IRIS διοικούνταν και ελέγχονταν άμεσα από τα ΔΚΚΔ που τα είχαν δημιουργήσει για να πληρούν την υποχρέωση παροχής κοινωνικής πρόνοιας σύμφωνα με το νόμο ΔΚΚΔ. Για να εξασφαλιστούν η συνέχιση και η βιωσιμότητα των δημόσιων νοσοκομείων των Βρυξελλών (βλέπε αιτιολογική σκέψη 24), η αναδιάρθρωση ήταν αναγκαία και είχε ως αποτέλεσμα τη σύσταση των νοσοκομείων IRIS (που πήραν τη μορφή των τοπικών ενώσεων του κεφαλαίου ΧΙΙ του νόμου περί ΔΚΚΔ και διέθεταν οικονομική και νομική ανεξαρτησία). Ωστόσο, αυτή η αναδιάρθρωση δεν τροποποίησε τη βασική αποστολή των δημόσιων νοσοκομείων IRIS των Βρυξελλών (187), η οποία έγκειται στην παροχή ιατρικών και κοινωνικο-ιατρικών φροντίδων, και συνεπώς στη συμβολή στην υποχρέωση παροχής κοινωνικής πρόνοιας των ΔΚΚΔ που τα δημιούργησαν.

(164)

Η ιατρική περίθαλψη που παρέχεται από τα νοσοκομεία IRIS ορίζεται και από το νόμο LCH, ο οποίος καθορίζει το κατάλληλο πλαίσιο για την οργάνωση του βελγικού νοσοκομειακού τομέα στο σύνολό του. Βάσει αυτού, ο νόμος LCH αναθέτει μια βασική νοσοκομειακή αποστολή σε όλα τα βελγικά νοσοκομεία, δημόσια ή ιδιωτικά, συμπεριλαμβανομένων των νοσοκομείων IRIS. Ειδικότερα, το άρθρο 2 του νόμου LCH ορίζει τα όργανα που μπορούν να θεωρηθούν ως νοσοκομεία, ενώ τα άρθρα 68-76 ορίζουν τους όρους για την έγκριση των νοσοκομειακών υπηρεσιών και των νοσοκομείων (που περιγράφονται λεπτομερώς στα διατάγματα εφαρμογής που ορίζει τις προϋποθέσεις ως προς την ποιότητα, τις ανάγκες σε προσωπικό κ.λπ.). Τα άρθρα 23 έως 45 του LCH καθορίζουν τις απαιτήσεις σχετικά με το μηχανισμό προγραμματισμού των νοσοκομείων, ο οποίος θέτει όρια στον αριθμό των νοσοκομειακών κλινών, στις νοσοκομειακές υπηρεσίες και σε συγκεκριμένους ιατρικούς εξοπλισμούς (όπως οι σαρωτές) που μπορούν να τεθούν σε λειτουργία και να χρησιμοποιηθούν. Μόνο οι αδειοδοτημένες νοσοκομειακές υπηρεσίες που πληρούν τις προϋποθέσεις του προγράμματος είναι επιλέξιμες για δημόσια χρηματοδότηση. Όπως αναφέρεται στην απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας (188) και όπως επιβεβαιώθηκε από την απουσία παρατηρήσεων τρίτων ως προς αυτήν, δεν υπήρχε και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ως προς τη σαφήνεια της βασικής νοσοκομειακής αποστολής, όπως ορίζεται από τον LCH. Είναι επίσης σαφές ότι τα νοσοκομεία IRIS ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις αυτές, δεδομένου ότι διαθέτουν όλες τις απαραίτητες εγκρίσεις και ότι η λειτουργία τους έχει εγκριθεί ως μέρος του μηχανισμού προγραμματισμού.

(165)

Πέρα από τη βασική νοσοκομειακή αποστολή που έχει ανατεθεί σε όλα τα δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία του Βελγίου, η απόφαση της Επιτροπής της 28ης Οκτωβρίου 2009 (βλέπε παραπάνω ενότητα 4.1), η ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Νοεμβρίου 2012 (βλέπε ενότητα 4.2 παραπάνω), και η απόφαση για την κίνηση διαδικασίας της Επιτροπής της 1ης Οκτωβρίου 2014 (βλέπε ενότητα 4.3 ανωτέρω), γίνεται αναφορά σε τρεις συμπληρωματικές ΥΓΟΣ (ή ειδικές ΥΓΟΣ), κυρίως όσον αφορά 1) την καθολική πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, 2) την υποχρέωση παροχής διευρυμένης περίθαλψης και 3) πρόσθετες κοινωνικές υπηρεσίες, οι οποίες είχαν ανατεθεί αποκλειστικά στα νοσοκομεία IRIS. Αυτό δεν σημαίνει ότι η βασική νοσοκομειακή αποστολή και οι επιπλέον ΥΓΟΣ πρέπει οπωσδήποτε να αξιολογούνται ανεξάρτητα η μεν από τις δε. Σχετικά με αυτό, αναφέρθηκε στην αιτιολογική σκέψη 23 της απόφασης κίνησης της διαδικασίας ότι οι βελγικές αρχές ισχυρίστηκαν ότι η βασική νοσοκομειακή αποστολή αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου οικονομικού συμφέροντος, ήτοι της υποχρέωσης παροχής κοινωνικής πρόνοιας που απαιτείται από το νόμο περί ΔΚΚΔ, ή συνιστά συμπληρωματικό μέρος της εν λόγω ΥΓΟΣ.

(166)

Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θεωρεί ότι ο συνδυασμός της βασικής νοσοκομειακής αποστολής που ανατίθεται σε όλα τα νοσοκομεία δυνάμει του LCH, καθώς και των τριών υποχρεώσεων των συμπληρωματικών ΥΓΟΣ που επιβλήθηκαν (189) μόνο στα νοσοκομεία IRIS αποτελεί εκ των πραγμάτων μια «ΥΓΟΣ κοινωνικής υγειονομικής περίθαλψης» που είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των νοσοκομείων IRIS και παρέχεται μόνο από αυτά. Εξετάζοντας τη βάση όλων των υποχρεώσεων ΥΓΟΣ που επιβάλλονται στα νοσοκομεία IRIS και βασιζόμενη στην ανάλυση της φύσης και των χαρακτηριστικών των εν λόγω υποχρεώσεων, η Επιτροπή πιστεύει ότι δεν είναι σκόπιμο να εξεταστούν οι τρεις πρόσθετες υποχρεώσεις ΥΓΟΣ που επιβάλλονται σε κοινοτικό επίπεδο, ανεξάρτητα από τη βασική νοσοκομειακή αποστολή που έχει ανατεθεί δυνάμει του LCH. Πράγματι, οι υποχρεώσεις των πρόσθετων ΥΓΟΣ, αφενός βασίζονται στη βασική νοσοκομειακή αποστολή που έχει ανατεθεί στα νοσοκομεία IRIS δυνάμει του LCH και, αφετέρου, υπερβαίνουν κατά πολύ αυτή τη βασική υποχρέωση, υποχρεώνοντας τα νοσοκομεία IRIS 1) να προσφέρουν ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών υγείας σε όλους τους ασθενείς, ανεξάρτητα από την ικανότητά τους να πληρώσουν (καθολική πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη) (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 170-190), 2) σε διάφορες νοσοκομειακές μονάδες (που παρέχουν περίθαλψη σε μικρή απόσταση) (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 191-204), ενώ 3) δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στις κοινωνικές ανάγκες των ασθενών (μέσω πρόσθετων κοινωνικών υπηρεσιών) (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 205-214). Όσον αφορά τη βασική νοσοκομειακή αποστολή, η οποία έχει ανατεθεί δυνάμει του LCH (βλέπε αιτιολογική σκέψη 164), οι τρεις πρόσθετες υποχρεώσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ως αυτόνομες δραστηριότητες, όπως αποδεικνύεται σαφώς από το γεγονός ότι οι υποχρεώσεις αυτές δεν θα είχαν επιβληθεί ποτέ χωρίς τη θεμελιώδη υποχρέωση τέλεσης της βασικής νοσοκομειακής αποστολής υπό τον LCH. Τέλος, η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώνεται ως ένα βαθμό και από τους καταγγέλλοντες, όταν υποστηρίζουν ότι (βλέπε αιτιολογική σκέψη 71) οι συμπληρωματικές κοινωνικές υπηρεσίες δεν μπορούν να διαχωριστούν από τη γενική υπηρεσία υγειονομικής περίθαλψης.

(167)

Όσον αφορά την προσέγγιση που αναπτύχθηκε στις προηγούμενες αιτιολογικές σκέψεις (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 162 έως 166), η Επιτροπή επιθυμεί να τονίσει τρία σημεία. Πρώτον, η κοινωνική υγειονομική περίθαλψη της ΥΓΟΣ που εκτελείται από τα νοσοκομεία IRIS δεν αποτελείται ούτε λίγο ούτε πολύ από τη βασική νοσοκομειακή αποστολή που έχει επιβληθεί (βλέπε αιτιολογική σκέψη 164) και από τις τρεις πρόσθετες υποχρεώσεις ΥΓΟΣ που υπέχουν τα νοσοκομεία (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 170 και επόμενες). Δεύτερον, όπως θα φανεί παρακάτω, τα νοσοκομεία IRIS και τα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών δεν βρίσκονται σε συγκρίσιμη κατάσταση, ιδιαίτερα στο μέτρο που τα νοσοκομεία IRIS είναι τα μόνα που πληρούν τις τρεις απαιτήσεις πρόσθετων υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 170 και επόμενες) και, επομένως, είναι τα μόνα που ασκούν την κοινωνική υγειονομική περίθαλψη των ΥΓΟΣ, όπως ορίζεται ανωτέρω (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 166 έως 167). Τρίτον, τα νοσοκομεία IRIS υπόκεινται επίσης σε περιορισμούς που επηρεάζουν την τέλεση της κοινωνικής υγειονομικής περίθαλψης της ΥΓΟΣ, όπως ο δημόσιος χαρακτήρας τους (βλέπε αιτιολογική σκέψη 42), καθώς και η ανάγκη να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα της παροχής της εν λόγω υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 91 και 168). Το σχήμα 2 παρακάτω καταδεικνύει τα δύο αυτά στοιχεία.

Σχήμα 2

Υποχρεώσεις, περιορισμοί και μηχανισμοί δημόσιας χρηματοδότησης των δημόσιων νοσοκομείων IRIS σε σύγκριση με τα ιδιωτικά νοσοκομεία

Image 4

Ιδιωτικά νοσοκομεία

Χρηματοδότηση ελλειμμάτων από τους δήγους (άρθρο 46 των καταστατικών IRIS-H)

Βασική νοσοκομειακή αποστολή (LCH)

Υποχρέωση καθολικής περίθαλψης

Υποχρέωση τήρησης πολλαπλών εγκαταστάσεων

Συμπληρωματική κοινωνική υποχρέωση

Δημόσιο καθεστώς (διγλωσσία, υπάλληλοι)

Βιωσιμότητα (συνέχιση δημόσιων νοσοκομειακών υπηρεσιών)

Κοινωνική υγειονομική περίθαλψη ΥΓΟΣ:

Δημόσια νοσοκομεία IRIS

Ομοσπονδιακή νοσοκομειακή χρηματοδότηση (LCH)

Βασική νοσοκομειακή αποστολή (LCH)

(168)

Δεδομένου ότι οι τρεις συμπληρωματικές υποχρεώσεις ΥΓΟΣ υπερβαίνουν τις ελάχιστες απαιτήσεις που ισχύουν για όλα τα νοσοκομεία (δημόσια ή ιδιωτικά στο Βέλγιο), συνεπάγονται δαπάνες που δεν καλύπτονται ή καλύπτονται μόνο εν μέρει από τον ΠΧΜ (βλέπε ενότητα 2.5.1) και το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Αν προσθέσουμε τις υψηλότερες δαπάνες που προκύπτουν από το δημόσιο καθεστώς τους (υπάλληλοι, διγλωσσία κ.λπ., βλέπε επίσης αιτιολογική σκέψη 42), αυτό εξηγεί, γιατί τα νοσοκομεία IRIS παρουσίασαν ελλείμματα τα περισσότερα χρόνια της περιόδου 1996-2014. Συνολικά, τα λογιστικά ελλείμματα των νοσοκομείων IRIS κατά την περίοδο 1996-2014 ανέρχονται σε περίπου 250 εκατ. ευρώ (βλέπε αιτιολογική σκέψη 234). Τα ενδιαφερόμενα ΔΚΚΔ και οι δήμοι των Βρυξελλών θέλουν και οφείλουν να (190) διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα των νοσοκομείων IRIS για να εξασφαλίσουν ότι η κοινωνική υγειονομική περίθαλψη ΥΓΟΣ ασκείται και ότι η υποχρέωση κοινωνικής πρόνοιας των ΔΚΚΔ πληρούται (βλέπε επίσης ενότητα 2.2). Αυτός είναι ο λόγος που καλύπτουν πλήρως τα ελλείμματα, γεγονός που επιτρέπει να αντισταθμίζονται οι λοιπές δαπάνες της κοινωνικής υγειονομικής περίθαλψης των ΥΓΟΣ (που αποτελούνται από τη βασική νοσοκομειακή αποστολή, καθώς κι από τις τρεις πρόσθετες υποχρεώσεις ΥΓΟΣ) (191) και εξασφαλίζει συνεπώς τη βιωσιμότητα των νοσοκομείων IRIS (βλέπε αιτιολογική σκέψη 91). Με τον τρόπο αυτό, η αντιστάθμιση του ελλείμματος δεν κάνει διακρίσεις μεταξύ των διαφόρων υποχρεώσεων ΥΓΟΣ. Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να ελεγχθεί αν μπορεί να αποκλειστεί γενικά η υπεραντιστάθμιση (π.χ. για διάφορους συνδυασμούς ΥΓΟΣ), όπως εξηγείται κατωτέρω (βλέπε πίνακες 9-13 στην ενότητα 7.3.5).

(169)

Όπως αναφέρεται στις αιτιολογικές σκέψεις 165 έως 167, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι πρόσθετες υποχρεώσεις των νοσοκομείων IRIS και η βασική νοσοκομειακή αποστολή πρέπει να εξεταστούν από κοινού, καθώς εμπίπτουν de facto στην παράμετρο της κοινωνικής υγειονομικής περίθαλψης της ΥΓΟΣ. Ενώ η βασική νοσοκομειακή αποστολή ορίστηκε παραπάνω (βλέπε αιτιολογική σκέψη 164), η ακριβής φύση όλων των επιπλέον υποχρεώσεων ΥΓΟΣ ορίζεται αργότερα σε αυτό το κεφάλαιο. Επιπλέον, εξηγείται και ο τρόπος με τον οποίο αυτές οι πρόσθετες υποχρεώσεις ΥΓΟΣ σχετίζονται μεταξύ τους και το πώς συμβάλλουν στην κοινωνική υγειονομική περίθαλψη στα πλαίσια της ΥΓΟΣ.

Ι.   Υποχρέωση περίθαλψης όλων των ασθενών σε όλες τις περιπτώσεις, ανεξάρτητα από τη δυνατότητα πληρωμής (υποχρέωση καθολικής περίθαλψης)

(170)

Σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, τα νοσοκομεία IRIS υποχρεούνται να αναλαμβάνουν όλους τους ασθενείς, ακόμα και όταν δεν είναι σε θέση να πληρώσουν και/ή είναι ανασφάλιστοι, καθώς και σε όλες τις περιστάσεις, ακόμη και όταν οι εν λόγω ασθενείς δεν χρειάζονται επείγουσα ιατρική φροντίδα. Οι καταγγέλλοντες αμφισβητούν το γεγονός ότι η υποχρέωση αυτή ισχύει για τα νοσοκομεία IRIS και υποστηρίζουν ότι τα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών δεν μπορούν να αρνηθούν ασθενείς και στην πραγματικότητα παρέχουν περίθαλψη σε μεγάλο αριθμό «κοινωνικών» ασθενών. Για να υποστηρίξουν τους ισχυρισμούς τους, οι καταγγέλλοντες υποστηρίζουν ότι ο νόμος LCH αναθέτει την ίδια νοσοκομειακή αποστολή σε όλα τα νοσοκομεία και, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 150 της ακυρωτικής απόφασης της 7ης Νοεμβρίου 2012, αναφέρονται επίσης στη γενική αρχή της μη διακρίσεως που αποτρέπει τα νοσοκομεία από το να επιλέγουν τους ασθενείς σύμφωνα με τις ιδεολογικές, φιλοσοφικές, θρησκευτικές τους πεποιθήσεις ή την οικονομική τους κατάσταση. Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, τα δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία υπόκεινται στην ίδια υποχρέωση παροχής περίθαλψης σε ασθενείς, είτε βρίσκονται σε κατάσταση έκτακτης ή «μετα-έκτακτης ανάγκης».

(171)

Καταρχάς, η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο νόμος LCH δεν περιέχει καμία διατύπωση που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως υποχρέωση των νοσοκομείων (δημόσιων ή ιδιωτικών) να παρέχουν περίθαλψη σε ασθενείς σε όλες τις περιπτώσεις, ανεξάρτητα από την ικανότητά τους να πληρώσουν. Ωστόσο, το βελγικό δίκαιο προβλέπει μια γενική υποχρέωση παροχής βοήθειας στα άτομα που βρίσκονται σε κίνδυνο. Όπως επισημάνθηκε από τις βελγικές αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 422β του βελγικού ποινικού κώδικα, η υποχρέωση αυτή ισχύει σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και ειδικότερα στα επείγοντα ιατρικά περιστατικά που απειλούν τη ζωή. Συνεπώς, τα νοσοκομεία υποχρεούνται να προβούν στην παροχή βοήθειας σε περίπτωση έκτακτης ιατρικής ανάγκης, σύμφωνα με την οργάνωση και την εμπειρογνωμοσύνη που διαθέτουν. Τόσο τα δημόσια όσο και τα ιδιωτικά νοσοκομεία υπόκεινται στην εν λόγω υποχρέωση, όπως εξάλλου και κάθε πολίτης δυνάμει της υποχρέωσής του να βοηθήσει τα άτομα σε κίνδυνο. Έτσι, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τα δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών υποχρεούνται να περιθάλπουν τους ασθενείς που βρίσκονται σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ανεξάρτητα από την ικανότητά τους να πληρώσουν. Ομοίως, ο κώδικας δεοντολογίας που ισχύει για τους γιατρούς τους επιτρέπει ρητά να αρνηθούν ασθενείς, εκτός από περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης (192).

(172)

Στη συνέχεια, οι καταγγέλλοντες επικαλούνται μια απόφαση του Πρωτοδικείου των Βρυξελλών (193) για να αιτιολογήσουν το γεγονός ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ των δημόσιων και των ιδιωτικών νοσοκομείων σχετικά με την αντιμετώπιση των «κοινωνικών ασθενών», είτε βρίσκονται σε κατάσταση «έκτακτης» ή «μετα-έκτακτης ανάγκης». Αυτή η απόφαση αφορά μια πολύ συγκεκριμένη περίπτωση επείγουσας ιατρικής βοήθειας, την οποία πρέπει να παρέχουν τα ΔΚΚΔ βάσει του άρθρου 57, παράγραφος 2, του νόμου περί ΔΚΚΔ. Το Πρωτοδικείο των Βρυξελλών σημείωσε ότι η επείγουσα ιατρική βοήθεια στην πραγματικότητα δεν παρέχεται ποτέ από το ίδιο το ΔΚΚΔ, αλλά από εξειδικευμένες ιατρικές υπηρεσίες, και ότι τίποτα δεν μπορεί να δικαιολογήσει οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ δημόσιας και ιδιωτικής υπηρεσίας στον τομέα αυτό. Ωστόσο, η Επιτροπή παρατήρησε ότι η υποχρέωση παροχής επείγουσας ιατρικής βοήθειας ισχύει για τα ΔΚΚΔ και όχι για τα νοσοκομεία που παρέχουν περίθαλψη. Σε αυτήν την περίπτωση, ένας μετανάστης χωρίς έγγραφα εισήχθη επειγόντως σε ιδιωτικό ψυχιατρικό νοσοκομείο των Βρυξελλών, το οποίο ζήτησε από τα ΔΚΚΔ να πληρώσουν για την επείγουσα ιατρική βοήθεια, λόγω της πρόδηλης κατάστασης φτώχειας του μετανάστη. Το δικαστήριο των Βρυξελλών συμπέρανε ότι, αν ένα ΔΚΚΔ δεν παρέχει επείγουσα ιατρική περίθαλψη σε νοσοκομείο που διαχειρίζεται, πρέπει να πληρώσει τα έξοδα της φροντίδας που παρέχεται από ένα ιδιωτικό νοσοκομείο, όπου οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης έχουν αποφασίσει να δεχθούν τον ασθενή λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της κατάστασης. Αυτή η απόφαση αφορά σαφώς μια εξαιρετική κατάσταση που παρεκκλίνει από το σύνηθες πλαίσιο της κοινωνικής πρόνοιας δυνάμει της οποίας το ΔΚΚΔ βασίζεται στα δικά του (δημόσια) νοσοκομεία. Ειδικότερα, η παρέκκλιση οφειλόταν στο γεγονός ότι τα δημόσια νοσοκομεία δεν παρέχουν την ψυχιατρική φροντίδα που ήταν απαραίτητη σε αυτήν την περίπτωση. Επιπλέον, το δικαστήριο των Βρυξελλών τόνισε ότι «αν η βοήθεια παρέχεται ως επί το πλείστον σε ίδρυμα που εξαρτάται από το αρμόδιο ΔΚΚΔ ή σε ίδρυμα με το οποίο έχει συναφθεί σύμβαση ΔΚΚΔ, η νοσηλεία μπορεί να πραγματοποιηθεί σε ένα άλλο ίδρυμα, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της κατάστασης του ατόμου που χρειάζεται νοσηλεία». Το δικαστήριο σημείωσε επίσης ότι, αν το αρμόδιο ΔΚΚΔ (στην προκειμένη περίπτωση του Uccle) είχε δημιουργήσει το δικό του ψυχιατρικό νοσοκομείο ή είχε συνάψει συμφωνία με ένα τέτοιο νοσοκομείο, το προαναφερθέν ιδιωτικό νοσοκομείο δεν θα έπρεπε να παράσχει φροντίδα στον εν λόγω μετανάστη χωρίς έγγραφα, αλλά θα μπορούσε να ζητήσει τη μεταφορά του στο εν λόγω νοσοκομείο. Δεδομένου ότι δεν ίσχυε κάτι τέτοιο, δεν υπήρχε άλλη δυνατή λύση και, ως εκ τούτου, το ΔΚΚΔ υποχρεώθηκε να αποζημιώσει το ιδιωτικό νοσοκομείο για την περίθαλψη του ασθενούς. Κατά συνέπεια, η απόφαση του Δικαστηρίου των Βρυξελλών που αναφέρεται από τους καταγγέλλοντες οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της κατάστασης, τα ιδιωτικά νοσοκομεία μπορούν να παρέχουν επείγουσα ιατρική βοήθεια και σε μετανάστες χωρίς έγγραφα και ότι το ΔΚΚΔ οφείλει να αποζημιώσει αυτά τα ιδιωτικά νοσοκομεία, από τη στιγμή απαλλάσσεται από την υποχρέωσή του να παράσχει επείγουσα ιατρική βοήθεια κατά το συγκεκριμένο τρόπο. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι τα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών μπορούν να παρέχουν επείγουσα ιατρική βοήθεια σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων (194) δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως γενική υποχρέωση των νοσοκομείων αυτών να αναλάβουν την περίθαλψη όλων των ασθενών, ανεξάρτητα από την ικανότητά τους να πληρώσουν.

(173)

Τέλος, όσον αφορά την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων (που αναφέρουν οι καταγγέλλοντες, βλέπε αιτιολογική σκέψη 170), είναι σαφές ότι δεν επιτρέπεται σε κανένα νοσοκομείο στο Βέλγιο να κάνει διακρίσεις με βάση την οικονομική κατάσταση ενός ασθενούς (και ως εκ τούτου, βάσει του γεγονότος και μόνο ότι είναι πλούσιος ή φτωχός), ή βάσει οποιουδήποτε άλλου προσωπικού κριτηρίου (π.χ., εθνικής ή θρησκευτικής προέλευσης). Ωστόσο, αν δεν συντρέχει επείγουσα κατάσταση, η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων δεν μπορεί να αναγκάσει τα νοσοκομεία να παράσχουν δωρεάν περίθαλψη εάν είναι προφανές ότι ο ασθενής δεν θα είναι σε θέση να πληρώσει. Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές σε καταστάσεις μη-έκτακτης ανάγκης, τα νοσοκομεία διαθέτουν έναν αντικειμενικό λόγο να προβούν σε διακρίσεις και να αρνηθούν τους εν λόγω ασθενείς (195). Όπως αναφέρθηκε παραπάνω (βλέπε αιτιολογική σκέψη 171), ο κώδικας δεοντολογίας που ισχύει για τους Βέλγους γιατρούς τους επιτρέπει ρητά να αρνηθούν ασθενείς σε καταστάσεις μη-έκτακτης ανάγκης. Επίσης, μια έρευνα που διεξήχθη μεταξύ των μεσολαβητών οφειλών (196), δείχνει ότι οι γιατροί και τα νοσοκομεία αρνούνται μερικές φορές ασθενείς που δυσκολεύτηκαν να πληρώσουν την περίθαλψή τους στο παρελθόν. Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι, στην ουσία, τα νοσοκομεία δεν αρνούνται τους ασθενείς με ωμό τρόπο, αλλά τους ζητούν να καταβάλουν μια προκαταβολή, η οποία μπορεί κάλλιστα να αποτρέψει τους άπορους. Ορισμένα εμπειρικά στοιχεία, καταδεικνύουν επίσης ότι κάποια ιδιωτικά νοσοκομεία επαναπροωθούν μερικές φορές ασθενείς σε νοσοκομεία ενός ΔΚΚΔ (197). Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο προτάθηκε (αλλά δεν εγκρίθηκε) ένας νόμος στη βελγική Γερουσία το 2013, με σκοπό να απαγορεύσει την άρνηση υγειονομικής περίθαλψης στους ασθενείς που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, καθώς και την είσπραξη προκαταβολών (198). Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνει επίκληση της αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων ως δεσμευτική για όλα τα βελγικά νοσοκομεία (δημόσια και ιδιωτικά) ως προς την υποχρέωση περίθαλψης όλων των ασθενών σε όλες τις περιστάσεις (δηλαδή, εκτός των καταστάσεων έκτακτης ανάγκης), ακόμη κι αν οι ασθενείς δεν μπορούν να πληρώσουν για την περίθαλψη.

(174)

Βάσει των ανωτέρω, η Επιτροπή θεωρεί ότι είναι σκόπιμο να γίνει διάκριση μεταξύ των καταστάσεων έκτακτης και μη έκτακτης ανάγκης. Σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, τα δημόσια και τα ιδιωτικά νοσοκομεία υπόκεινται στην ίδια γενική υποχρέωση (βάσει του βελγικού ποινικού κώδικα) παροχής περίθαλψης σε ασθενείς που βρίσκονται σε κατάσταση έκτακτης ιατρικής ανάγκης. Ωστόσο, καμία νομική βάση δεν αναθέτει ούτε επιβάλλει στα ιδιωτικά νοσοκομεία την υποχρέωση περίθαλψης ασθενών και σε καταστάσεις μη-έκτακτης ανάγκης, ανεξάρτητα από την ικανότητά τους να πληρώσουν. Πράγματι, ούτε ο LCH ούτε ο Ποινικός Κώδικας δεν προβλέπει μια τέτοια υποχρέωση και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων επιβάλλει μια τέτοια απαίτηση. Τέλος, η υποχρέωση παροχής επείγουσας ιατρικής βοήθειας σε μετανάστες χωρίς έγγραφα ισχύει για τα ΔΚΚΔ, κι όχι για τα νοσοκομεία που παρέχουν τις εν λόγω φροντίδες.

Τα νοσοκομεία IRIS υπέχουν την υποχρέωση της καθολικής περίθαλψης.

(175)

Ωστόσο, σε αντίθεση με τα ιδιωτικά νοσοκομεία, τα νοσοκομεία IRIS υποχρεούνται να (199) περιθάλπουν όλους τους ασθενείς σε όλες τις περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων των μη επειγουσών καταστάσεων, ανεξάρτητα από την ικανότητα των ασθενών να πληρώσουν και/ή από το αν διαθέτουν ασφάλιση, με βάση τις ειδικές διατάξεις που εφαρμόζονται μόνο στα νοσοκομεία IRIS, δηλαδή τα καταστατικά τους και τα στρατηγικά σχέδια IRIS, όπως αναφέρεται παρακάτω. Όπως εξηγείται ανωτέρω (βλέπε αιτιολογική σκέψη 24), τα ΔΚΚΔ ίδρυσαν τα νοσοκομεία IRIS για να μπορέσουν να εκπληρώσουν την αποστολή τους, η οποία έγκειται στην παροχή κοινωνικής βοήθειας σε όσους την έχουν ανάγκη. Τα ΔΚΚΔ υποχρεούνται να παράσχουν τη βοήθεια αυτή (συμπεριλαμβανομένης της ιατρικής και της κοινωνικο-ιατρικής περίθαλψης) σε κάθε άτομο και οικογένεια που την έχει ανάγκη (200). Τα ΔΚΚΔ παρέχουν τις υπηρεσίες τους δωρεάν και ιδρύθηκαν ειδικά για να βοηθούν τους άπορους ανθρώπους. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 5 του Καταστατικού των νοσοκομείων IRIS προβλέπει ότι:

«(1)

Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της συντονιστικής οργάνωσης IRIS και των αρμοδιοτήτων των αγορών-iris, καθώς και των άλλων οργανισμών που θα μπορούσε να δημιουργήσει η συντονιστική οργάνωση IRIS δυνάμει του άρθρου εκατόν τριάντα πέντε του undecies του οργανικού νόμου της 8ης Ιουλίου χίλια εννιακόσια εβδομήντα έξι ως προς τα δημόσια κέντρα κοινωνικής δράσης και τηρώντας τους νόμους και τους κανονισμούς, η ένωση διαθέτει ευρύτατες αρμοδιότητες κατά την άσκηση της νοσοκομειακής της αποστολής.

Εκτελεί αυτή την αποστολή φροντίζοντας πρώτον, να παράσχει ποιοτικές ιατρικές υπηρεσίες στο καλύτερο κόστος και σε κάθε άτομο, ανεξάρτητα από το εισόδημα, τις συνθήκες ασφάλισης, την καταγωγή και τις φιλοσοφικές του πεποιθήσεις και, δεύτερον, να επιτύχει τη βιώσιμη οικονομική ισορροπία της ένωσης»  (201).

(176)

Ομοίως, η θέσπιση του στρατηγικού σχεδίου IRIS 1996-2001 αναφέρει τα ακόλουθα:

«Για την εκπλήρωση της κοινωνικής τους αποστολής ανά πάσα στιγμή, τα δημόσια νοσοκομεία του δικτύου IRIS προσφέρουν ένα φάσμα υπηρεσιών που εγγυάται σε όλους βέλτιστη περίθαλψη υπό γενικά αποδεκτούς οικονομικούς όρους και το εν λόγω φάσμα υπηρεσιών θα είναι προσβάσιμο από οποιονδήποτε ασθενή, ανεξάρτητα από το εισόδημα, τις συνθήκες ασφάλισης, την προέλευση και τις ιδεολογικές του πεποιθήσεις»  (202).

(177)

Στην ίδια εισαγωγή προσθέτει:

«Ο πρωταρχικός στόχος του σχεδίου Iris είναι η διατήρηση και η ενίσχυση ενός δικτύου δημόσιων νοσοκομείων στις Βρυξέλλες το οποίο θα είναι προσιτό σε όλους, ανεξάρτητα από το εισόδημα, τις συνθήκες ασφάλισης, την προέλευση, καθώς και τις ιδεολογικές και φιλοσοφικές τους πεποιθήσεις»  (203).

(178)

Σε άλλο τμήμα αυτού του σχεδίου, πρέπει να σημειωθεί ότι ο χάρτης του ασθενή IRIS εγγυάται

« πρόσβαση για όλους τους ασθενείς, χωρίς διάκριση ανάλογα με την προέλευση, το εισόδημα, τις φιλοσοφικές και ιδεολογικές πεποιθήσεις, τις συνθήκες ασφάλισης »  (204).

(179)

Επιπλέον, το στρατηγικό σχέδιο IRIS 1996-2001 περιλαμβάνει την υποενότητα 2.5.4 με τίτλο «Εισαγωγή και περίθαλψη κάθε ατόμου που παρουσιάζεται σε ένα από τα νοσοκομεία του δικτύου IRIS», το οποίο προβάλλει τις ακόλουθες απαιτήσεις:

«Τα δημόσια νοσοκομεία [δηλαδή τα νοσοκομεία IRIS] έχουν ως βασική τους αποστολή να ασκούν μια κοινωνική ιατρική η οποία τους επιβάλλει να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των κοινωνικών αποστολών, και, ακόμη και αν η λειτουργία αυτή δεν αναγνωρίζεται στο νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τον τομέα των νοσοκομείων.

Τα δημόσια νοσοκομεία έχουν ως αποστολή να δέχονται και να παρέχουν περίθαλψη σε όλους τους ασθενείς, ανεξάρτητα από την καταγωγή, την κατάσταση, την κουλτούρα, τις πεποιθήσεις και την παθολογία τους. Ως εκ τούτου, επειδή είναι δημόσια, τα νοσοκομεία πρέπει να πληρούν τις αρχές της καθολικότητας, της ισότητας, της συνέχειας και της αλλαγής.

1.

Η αρχή της καθολικότητας επιβάλλει την υποδοχή όλων απολύτως των ασθενών. Το νοσοκομείο πρέπει, συνεπώς, να παρέχει ιατρικές υπηρεσίες στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες όλων.

2.

Η αρχή της ισότητας, συνταγματικό δικαίωμα, απαιτεί να γίνονται δεκτά όλα τα άτομα χωρίς διακρίσεις. […]» (205)

(180)

Από τα ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι η ικανότητα των ασθενών να πληρώσουν και η κατάσταση τους ως προς την ασφάλιση δεν λαμβάνονται υπόψη κατά την εισαγωγή του ασθενούς στα νοσοκομεία IRIS, ούτως ώστε η πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη να είναι εγγυημένη για όλους, ακόμη και στις μη επείγουσες καταστάσεις. Πολλά στοιχεία του στρατηγικού σχεδίου 1996-2001 IRIS καταδεικνύουν και την κοινωνική φύση της νοσοκομειακής περίθαλψης που παρέχεται από τα νοσοκομεία IRIS [για παράδειγμα, «για να είναι σε θέση να συνεχίσουν την άσκηση μιας ιατρικής που δεν στηρίζεται σε μια εμπορική λογική» (206)] και την έντονη επιθυμία παροχής ποιοτικής περίθαλψης σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού των Βρυξελλών και ιδίως των φτωχότερων (207).

(181)

Το στρατηγικό σχέδιο IRIS που καλύπτει την περίοδο 2002-2014 ανατρέχει σε μερικές από τις βασικές αρχές (πρόσβαση για όλους τους ασθενείς, βελτιωμένη πρόσβαση για τους απόρους) ιδίως παραθέτοντας το άρθρο 5 των καταστατικών των νοσοκομείων IRIS (208) (βλέπε επίσης αιτιολογική σκέψη 175) και το στόχο του στρατηγικού σχεδίου IRIS που καλύπτει την περίοδο 1996-2001 (209) (βλέπε αιτιολογική σκέψη 177), καθώς και παραπέμποντας στο χάρτη του ασθενούς IRIS (210) (βλέπε αιτιολογική σκέψη 178) και προσθέτει τα ακόλουθα:

«Οι Δημόσιες υπηρεσίες ορίζονται από τις τρεις βασικές αρχές της καθολικότητας, της ισότητας και της συνέχειας. Σύμφωνα με αυτές τις τρεις αρχές, και λόγω του δημόσιου χαρακτήρα τους, τα νοσοκομεία του δικτύου IRIS

δέχονται όλους τους ασθενείς ανεξαιρέτως,

παρέχουν περίθαλψη σε όλους τους ασθενείς, χωρίς καμία διάκριση,

δεσμεύονται να οργανώσουν τη νοσηλεία των ασθενών και να εξασφαλίσουν όλες τις δυνατότητες περίθαλψης που χρειάζονται »  (211).

(182)

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα νοσοκομεία IRIS υποχρεούνται να παράσχουν περίθαλψη σε όλους τους ασθενείς και σε όλες τις περιπτώσεις (τόσο σε καταστάσεις έκτακτης όσο και μη έκτακτης ανάγκης), ακόμη κι αν δεν μπορούν ή δεν μπορέσουν να πληρώνουν για την περίθαλψης και/ή είναι ανασφάλιστοι. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται στα νοσοκομεία IRIS και προβλέπεται από τα καταστατικά τους, καθώς και από τα στρατηγικά σχέδια IRIS που παραθέτονται παραπάνω και που είναι δεσμευτικά για τα νοσοκομεία IRIS και βασίζονται στην υποχρέωση παροχής κοινωνικής βοήθειας σύμφωνα με τον νόμο περί ΔΚΚΔ (υποχρέωση που έχει ανατεθεί από τα ΔΚΚΔ στα νοσοκομεία IRIS μέσω των εν λόγω καταστατικών και στρατηγικών σχεδίων).

Πρακτικές επιπτώσεις της υποχρέωσης καθολικής περίθαλψης για τα νοσοκομεία IRIS

(183)

Η Επιτροπή σημειώνει επίσης ότι το παραπάνω συμπέρασμα, ότι δηλαδή τα νοσοκομεία IRIS υποχρεούνται να παράσχουν περίθαλψη σε όλους τους ασθενείς και σε όλες τις περιστάσεις (τόσο σε καταστάσεις έκτακτης όσο και σε καταστάσεις μη έκτακτης ανάγκης) και ανεξάρτητα από την ικανότητα των ασθενών να πληρώσουν, ενώ τα ιδιωτικά νοσοκομεία υποχρεούνται να παράσχουν περίθαλψη σε όλους τους ασθενείς μόνο σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης (π.χ. όταν απαιτείται άμεση παροχή φροντίδας σε μια απειλητική για τη ζωή κατάσταση), επιβεβαιώνεται περαιτέρω από τα διαφορετικά προφίλ των ασθενών που έλαβαν περίθαλψη από τα νοσοκομεία IRIS, τα ιδιωτικά νοσοκομεία της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης, καθώς και από τις αντίστοιχες πολιτικές τιμολόγησης των εν λόγω νοσοκομείων.

(184)

Πρώτα απ' όλα θα πρέπει να σημειωθεί ότι το στρατηγικό σχέδιο 2002-2014 αναφέρει επίσης χαμηλότερα έσοδα (212) και υψηλότερες δαπάνες (213) που σχετίζονται με τη θεραπεία των ασθενών που βρίσκονται σε επισφαλή κατάσταση σε σχέση με το κοινωνικοοικονομικό πλάνο, και οι οποίοι αποτελούν ένα σημαντικό μέρος των ασθενών των νοσοκομείων IRIS. Στο πλαίσιο αυτό, είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι τα νοσοκομεία IRIS έχουν συμφωνήσει με τους γιατρούς τους ότι τα συμπληρώματα [βλέπε αιτιολογική σκέψη 46 στοιχείο γ) για περισσότερες πληροφορίες] δεν μπορούν να χρεωθούν στους ασθενείς του ΔΚΚΔ ή στους ασθενείς με χαμηλό εισόδημα (δηλαδή σε όσους δικαιούνται υψηλότερη αντιστάθμιση εκ μέρους του INAMI). Επιπλέον, το ποσοστό των εισαγωγών σε μονόκλινα δωμάτια (ήτοι τα μοναδικά δωμάτια, όπου ενδέχεται να ισχύουν επιπλέον χρεώσεις) είναι πολύ χαμηλότερο από το μέσο όρο της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης (214). Από τα διαθέσιμα στοιχεία που παρέχονται από μια ασφαλιστική ένωση (215) προκύπτει επίσης ότι, όταν τα νοσοκομεία IRIS προβαίνουν σε επιπλέον χρέωση, το ποσό αυτό είναι πολύ χαμηλότερο από το μέσο όρο της περιοχής (κατά 25 % με 67 %). Συγκριτικά, για την περίοδο αναφοράς, ορισμένα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών χρεώνουν επιπλέον τους ασθενείς τους κατά 180 % κατά μέσο όρο σε σύγκριση με τις τιμές που καθορίζονται από το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.

(185)

Η υποχρέωση παροχής καθολικής περίθαλψης ανατέθηκε στα νοσοκομεία IRIS για να διασφαλιστεί ότι οι ασθενείς οι οποίοι δεν είναι σε θέση να πληρώσουν, δεν έχουν ιδιωτική ασφάλιση και δεν δύνανται να λάβουν επιστροφή χρημάτων (έστω και μερική) από την κοινωνική ασφάλιση, λαμβάνουν την ιατρική περίθαλψη που χρειάζονται. Μια σημαντική υποομάδα αυτών των ασθενών περιλαμβάνει τις προαναφερθείσες περιπτώσεις μεταναστών χωρίς έγγραφα, διότι δεν καλύπτονται από τη βελγική κοινωνική ασφάλιση και δεν είναι γενικά σε θέση να πληρώνουν για την υγειονομική περίθαλψη. Στο 85 % των περιπτώσεων στην Περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης, οι μετανάστες λαμβάνουν επείγουσα ιατρική βοήθεια από τα νοσοκομεία IRIS (βλέπε αιτιολογική σκέψη 172), παρόλο που τα εν λόγω νοσοκομεία λειτουργούν μόνο το 35 % των νοσοκομειακών κλινών της περιοχής αυτής. Ένας άλλος σχετικός δείκτης είναι η κατάταξη (216) της ομοσπονδιακής υπηρεσίας δημόσιας υγείας που κατατάσσει όλα τα βελγικά νοσοκομεία με βάση το κοινωνικοοικονομικό προφίλ των ασθενών τους (βλέπε τον πίνακα 1 και την αιτιολογική σκέψη 40). Η κατάταξη αυτή αντανακλά, μεταξύ άλλων, το ποσοστό των ασθενών που δεν μπορούν να πληρώσουν ούτε καλύπτονται από την κοινωνική ασφάλιση και για τους οποίους τα ΔΚΚΔ (217) μπορούν να επιστρέψουν τα έξοδα θεραπείας (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 187 έως 188) (218). Για την περίοδο 2007-2013 και για ολόκληρο το Βέλγιο, οι τρεις πρώτες θέσεις της κατάταξης καταλαμβάνονται από τα νοσοκομεία IRIS (το institut Bordet Institute και το QFCUH αποτελούν εξαιρέσεις, λόγω της ιδιάζουσας φύσης τους). Για την ίδια περίοδο, τα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών δεν καταλαμβάνουν, αντιθέτως, καμία από τις πρώτες 20 θέσεις, γεγονός που καταδεικνύει ότι το μέσο κοινωνικο-οικονομικό προφίλ των ασθενών τους είναι σημαντικά καλύτερο από εκείνο των ασθενών των νοσοκομείων IRIS. Παρά το γεγονός ότι τα κριτήρια της κατάταξης αυτής δεν αφορούν μόνο ασθενείς που δεν μπορούν να πληρώσουν ή που είναι ανασφάλιστοι, το τελευταίο έρχεται επίσης σε αντίθεση με τον ισχυρισμό των καταγγελλόντων ότι τα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών υποχρεούνται να περιθάλψουν όλους τους ασθενείς και σε όλες τις περιστάσεις και επιβεβαιώνει ότι μία τέτοια υποχρέωση βαρύνει αποκλειστικά τα νοσοκομεία IRIS. Πράγματι, αν μια τέτοια υποχρέωση βάρυνε τα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών, θα περίμενε κανείς να καταλαμβάνουν υψηλότερη θέση στην κατάταξη.

Πίνακας 1

Κατάταξη των νοσοκομείων με βάση το κοινωνικο-οικονομικό προφίλ των ασθενών τους που καταρτίστηκε από την ομοσπονδιακή υπηρεσία δημόσιας υγείας (*= νοσοκομεία IRIS, += ιδιωτικά νοσοκομεία στις Βρυξέλλες)

 

2007

2008

2009

2010

2011

2012

2013

CHU Saint-Pierre*

1ο

1ο

1ο

1ο

1ο

1ο

1ο

CHU Brugmann*

2ο

2ο

2ο

2ο

2o

2ο

2e

Νοσοκομεία IRIS Sud*

5ο

3ο

3ο

3ο

3ο

3ο

3ο

HUDERF*

62ο

4ο

4ο

6ο

Κανένα στοιχείο

5ο

Κανένα στοιχείο

institut Bordet*

23ο

16ο

31ο

34ο

Κανένα στοιχείο

18ο

35ο

Κλιν. Ste Anne St Rémi+

52ο

42ο

52ο

62ο

40ο

32ο

28ο

Κλινική Saint Jean+

25ο

21ο

44ο

59ο

39ο

27ο

Κανένα στοιχείο

Cliniques de l'Europe+

64ο

24ο

90ο

93ο

61ο

63ο

62ο

CHIR Edith Cavell+

110ο

103ο

108ο

105ο

Κανένα στοιχείο

105ο

103ο

Clinique Univ. Erasme+

49ο

41ο

48ο

58ο

51ο

41ο

36ο

Παν. Κλινική St Luc+

93ο

67ο

95ο

94ο

76ο

Κανένα στοιχείο

Κανένα στοιχείο

UZ Brussel+

80ο

74ο

91ο

97ο

78ο

Κανένα στοιχείο

Κανένα στοιχείο

(186)

Θα πρέπει να επανατοποθετηθεί στο πλαίσιο της η παραπομπή των προσφευγόντων σε μια δημοσίευση των Χριστιανικών Ενώσεων του Φεβρουαρίου 2004 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 72), η οποία αφορά μόνο το έτος 2001 και η οποία καταδεικνύει ότι τα ιδιωτικά νοσοκομεία περιθάλπουν πάνω από το 60 % των «κοινωνικών ασθενών» στην Περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης. Ο όρος «κοινωνικοί ασθενείς» μπορεί να δώσει την εντύπωση ότι καλύπτονται οι ασθενείς που δεν μπορούν να πληρώσουν τη θεραπεία και οι οποίοι, ως εκ τούτου, εμπίπτουν στην υποχρέωση παροχής καθολικής περίθαλψης. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν ισχύει για τους ακόλουθους λόγους:

Πρώτον, ο ορισμός «κοινωνικοί ασθενείς»  (219) που εμφανίζεται στη δημοσίευση αφορά μόνον τα άτομα που είναι ασφαλισμένα από τη βελγική κοινωνική ασφάλιση (220) και συνεπώς δεν περιλαμβάνει ασθενείς που δεν μπορούν να πληρώσουν και οι οποίοι δεν καλύπτονται από την κοινωνική ασφάλιση. Ωστόσο, είναι αυτή η ομάδα που επωφελείται περισσότερο από την υποχρέωση παροχής καθολικής περίθαλψης και αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο οικονομικό βάρος για τα νοσοκομεία IRIS (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 187 έως 188). Με βάση τον ευρύ ορισμό που χρησιμοποιείται στη δημοσίευση, σχεδόν το 20 % των εισαγωγών στα ιδιωτικά νοσοκομεία (έναντι περίπου 26 % για τα δημόσια νοσοκομεία) των Βρυξελλών αφορούσε τους «κοινωνικούς ασθενείς» και τα ιδιωτικά νοσοκομεία παρείχαν περίθαλψη περίπου στο 66 % του συνολικού αριθμού των εν λόγω ασθενών το 2001.

Δεύτερον, ακόμη και οι «επισφαλείς ασθενείς»  (221), τους οποίους η δημοσίευση ορίζει ως υποομάδα των «κοινωνικών ασθενών», καλύπτονται από την κοινωνική ασφάλιση και δεν υπάρχει κανένας λόγος να υποθέσουμε ότι δεν μπορούν να πληρώσουν το υπόλοιπο ποσό που τους χρεώνεται. Ωστόσο, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι αυτοί οι «ευάλωτοι ασθενείς» θα ήταν πιο πιθανό να μην είναι σε θέση να καταβάλουν το υπόλοιπο ποσό για τις χρεώσεις νοσηλείας τους στο νοσοκομείο. Η δημοσίευση δείχνει ότι τα δημόσια νοσοκομεία παρέχουν περίθαλψη περίπου στο 48 % των «επισφαλών ασθενών», έναντι του 52 % για τα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών. Ωστόσο, αναλογικά, τα δημόσια νοσοκομεία δέχονται πολύ μεγαλύτερο αριθμό ασθενών, γεγονός που δεν επιτρέπει να εκτιμηθεί το ποσοστό τους (ως προς τις κλίνες και τον αριθμό εισαγωγών). Πράγματι, «οι ευάλωτοι ασθενείς» αντιπροσωπεύουν το 9,5 % των εισαγωγών στα δημόσια νοσοκομεία, έναντι μόλις του 4,1 % στα ιδιωτικά νοσοκομεία.

Τρίτον, σε κάθε περίπτωση, η παρατήρηση του 2001, σύμφωνα με την οποία τα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών έχουν περιθάλψει το 52 % των «ευάλωτων» ασθενών (έναντι 66 % για τους «κοινωνικούς» ασθενείς), δεν είναι τέτοια ώστε να μεταβάλλει το συμπέρασμα ότι μόνο τα νοσοκομεία IRIS έχουν την υποχρέωση παροχής καθολικής περίθαλψης. Πράγματι, ελλείψει κάθε νόμιμης υποχρέωσης που επιβάλλει στα ιδιωτικά νοσοκομεία την περίθαλψη όλων των ασθενών, ανεξάρτητα από την ικανότητα πληρωμής και την ασφαλιστική κατάσταση του ασθενούς, τα ιδιωτικά νοσοκομεία θα μπορούσαν να αποφασίζουν ελεύθερα σχετικά με την περίθαλψη των «ευάλωτων» ή «κοινωνικών» ασθενών στις μη επείγουσες περιπτώσεις και θα μπορούσαν συνεπώς να αναθεωρήσουν την απόφασή τους ανά πάσα στιγμή. Επιπλέον, η ομάδα των πιο ευάλωτων ασθενών, δηλαδή εκείνων που δεν καλύπτονται από την κοινωνική ασφάλιση ή από καμία άλλη ασφάλεια, δεν περιλαμβάνονται στις στατιστικές της δημοσίευσης. Αυτό εξηγεί επίσης την προφανή διαφορά μεταξύ των αριθμητικών στοιχείων που δημοσιεύτηκαν για το 2001 και την κατάταξη της ομοσπονδιακής υπηρεσίας δημόσιας υγείας (βλέπε αιτιολογική σκέψη 185) για την περίοδο 2007-2013. Ενώ, λοιπόν, η ταξινόμηση της δημόσιας ομοσπονδιακής υπηρεσίας λαμβάνει υπόψη το ποσοστό των ασθενών, οι οποίοι δεν καλύπτονται από την κοινωνική ασφάλιση, στις στατιστικές της δημοσίευσης περιλαμβάνονται μόνο οι ασθενείς που είναι ασφαλισμένοι.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η Επιτροπή θεωρεί ότι η δημοσίευση των Χριστιανικών Ενώσεων που παρουσιάζει τις στατιστικές για το 2001 δεν θα μπορούσε να αποδείξει ότι τα νοσοκομεία IRIS δεν έχουν υποχρέωση παροχής καθολικής περίθαλψης ή ότι τα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών έχουν παρόμοια υποχρέωση.

(187)

Με την υποχρέωση παροχής καθολικής περίθαλψης, που υπέχουν τα νοσοκομεία IRIS, διασφαλίζεται ότι οι ασθενείς που αντιμετωπίζουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα, οι πολιτικοί πρόσφυγες, οι λαθρομετανάστες κ.λπ., λαμβάνουν θεραπεία σε όλες τις περιστάσεις. Αν αυτοί οι ασθενείς δεν μπορούν να πληρώσουν για τη θεραπεία τους και δεν καλύπτονται από καμία ασφάλεια (δηλαδή ούτε από την κοινωνική ασφάλιση, ούτε από ιδιωτική ασφάλεια υγείας), τα ΔΚΚΔ θα καλύψουν τα έξοδα αυτής της ομάδας υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Προκειμένου να καθορίσουν τους κανόνες για την εν λόγω επιστροφή χρημάτων, τα νοσοκομεία IRIS και 17 από τα 19 ΔΚΚΔ της Περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης έχουν συνάψει πολυμερείς συμβάσεις, τις λεγόμενες «κατοικίες έκτακτης ανάγκης». Για μη επείγουσα φροντίδα, τα ΔΚΚΔ κατευθύνουν τα ενδιαφερόμενα μέρη προς τα νοσοκομεία IRIS και δεσμεύονται εγγράφως (χρησιμοποιώντας ένα «Κατηγορητήριο») να καλύψουν το κόστος της θεραπείας. Αν οι ασθενείς παρουσιάσουν το εν λόγω έγγραφο, τα νοσοκομεία IRIS στέλνουν αμέσως το τιμολόγιο στα ΔΚΚΔ. Για τα επείγοντα περιστατικά, δεν μπορεί φυσικά να ακολουθηθεί η εν λόγω διαδικασία. Αντ' αυτού, η επιστροφή χρημάτων από τα ΔΚΚΔ υπόκειται i) στην προσκόμιση του ιατρικού πιστοποιητικού που επιβεβαιώνει την ανάγκη για επείγουσα εισαγωγή ή για άμεση περίθαλψη του ατόμου, και ii) στην κατάσταση οικονομικής ένδειας του ατόμου, όπως επιβεβαιώνεται από τα ΔΚΚΔ χρησιμοποιώντας τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν από το νοσοκομείο για την ολοκλήρωση μιας κοινωνικής έρευνας. Η συλλογή των απαιτούμενων πληροφοριών συνιστά ένα σημαντικό έργο για τα τμήματα τω κοινωνικών υπηρεσιών των νοσοκομείων IRIS (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 210 έως 211) (222).

(188)

Υπό τον όρο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω (ήτοι η υποβολή κατηγορητηρίου για τα μη επείγοντα περιστατικά και το πιστοποιητικό ιατρικής περίθαλψης και κοινωνικής έρευνας για τα επείγοντα περιστατικά), το ΔΚΚΔ επιστρέφει στα νοσοκομεία IRIS το κόστος της θεραπείας ασθενών που δεν μπορούν να πληρώσουν για τη θεραπεία τους και οι οποίοι δεν καλύπτονται από ασφάλιση. Αυτό δεν απαλλάσσει ωστόσο τα νοσοκομεία IRIS από το συνολικό φόρτος που απορρέει από την υποχρέωση παροχής καθολικής περίθαλψης. Πράγματι, για να λάβουν την επιστροφή από τα ΔΚΚΔ, τα νοσοκομεία IRIS πρέπει να συγκεντρώσουν πληροφορίες για την κοινωνική έρευνα (ό,τι έκαναν για τις 25 749 περιπτώσεις το 2012). Αυτός είναι, για παράδειγμα, ένας από τους λόγους για τους οποίους τα νοσοκομεία IRIS απασχολούν πάνω από τους διπλάσιους κοινωνικούς λειτουργούς από ό,τι τα πανεπιστημιακά νοσοκομεία (βλέπε αιτιολογική σκέψη 213). Ωστόσο, τα ΔΚΚΔ δεν επιστρέφουν στα νοσοκομεία IRIS τα έξοδα που σχετίζονται με τη συλλογή πληροφοριών για τις κοινωνικές έρευνες (223). Επιπλέον, τα ΔΚΚΔ έχουν μεγαλύτερες προθεσμίες πληρωμής (μερικές φορές άνω του ενός έτους) από ό,τι οι αλληλασφαλιστικές ενώσεις και οι ασφαλιστικές εταιρείες (που πληρώνουν μέσα σε χρονικό διάστημα ενός έως δύο μηνών μετά την παραλαβή του τιμολογίου). Κατά συνέπεια, τα νοσοκομεία IRIS πρέπει να προ-χρηματοδοτούν τις εν λόγω δαπάνες σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι οι «κανονικοί» ασθενείς. Την 31η Δεκεμβρίου 2010, το ΔΚΚΔ των Βρυξελλών όφειλε στα νοσοκομεία IRIS περίπου 35 εκατ. ευρώ (εκ των οποίων περίπου το 71 % αφορούσε τιμολόγια του 2010, το 12 % τιμολόγια του 2009 και περίπου το 13 % τιμολόγια προηγούμενων ετών). Εφαρμόζοντας ένα ονομαστικό ετήσιο επιτόκιο ύψους 2 %, τα νοσοκομεία IRIS υπολόγισαν ότι το κόστος που συνδέεται με μεγαλύτερες προθεσμίες πληρωμής ανερχόταν σε περίπου 700 000 ευρώ την ημερομηνία αυτή (224). Τέλος, όλοι όσοι δυσκολεύονται ενδεχομένως να πληρώσουν το τιμολόγιο δεν είναι επιλέξιμοι για την κάλυψη από τα ΔΚΚΔ (225). Με βάση την υποχρέωση παροχής καθολικής περίθαλψης, τα νοσοκομεία IRIS εξακολουθούν να περιθάλπουν ασθενείς, για τους οποίους τα ΔΚΚΔ δεν αναλαμβάνουν να καλύψουν τα έξοδα. Σε μια τέτοια κατάσταση, τα νοσοκομεία IRIS στέλνουν το τιμολόγιο στους ασθενείς, οι οποίοι, σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν θα είναι σε θέση να πληρώσουν. Το αποτέλεσμα είναι ότι τα νοσοκομεία IRIS έρχονται αντιμέτωπα με ένα επίπεδο μη πληρωτέων οφειλών που είναι πολύ υψηλότερο από ό,τι άλλα δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία του Βελγίου (226). Εκτιμάται ότι για τα νοσοκομεία IRIS το 2010, το ποσό του χρέους που ακυρώθηκε υπερέβη το μέσο όρο των δημόσιων νοσοκομείων του Βελγίου κατά περίπου […] εκατ. ευρώ.

(189)

Τέλος, είναι σημαντικό να ενταχθεί στο πλαίσιο της η χρηματοδότηση που προβλέπεται στο τμήμα Β8 του ΠΧΜ, η οποία χορηγείται στα νοσοκομεία, των οποίων οι ασθενείς έχουν ασθενές κοινωνικοοικονομικό προφίλ. Αυτή η περιορισμένη ομοσπονδιακή χρηματοδότηση έχει ως στόχο να αντισταθμίσει μέρος του κόστους που συνδέεται με τους «κοινωνικούς ασθενείς» (π.χ., λόγω του γεγονότος ότι, κατά μέσο όρο, οι ασθενείς αυτοί θα μείνουν περισσότερο καιρό στο νοσοκομείο από άλλους), αλλά δεν αντισταθμίζει την υποχρέωση παροχής καθολικής περίθαλψης. Η χρηματοδότηση βάσει του τμήματος Β8 δεν αντισταθμίζει τις πραγματικές δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν από τα νοσοκομεία για την περίθαλψη των κοινωνικών ασθενών (π.χ., τα τιμολόγια που δεν καταβλήθηκαν από τους κοινωνικούς ασθενείς, η ανάγκη για πρόσθετους κοινωνικούς λειτουργούς). Ένας σταθερός προϋπολογισμός (περίπου 25 εκατ. ευρώ ετησίως για όλο το Βέλγιο) χορηγείται ωστόσο με βάση την κατάταξη των νοσοκομείων, η οποία καταρτίστηκε ανάλογα με το κοινωνικο-οικονομικό προφίλ των ασθενών τους (βλέπε αιτιολογική σκέψη 185). Δεδομένου ότι οι τρεις πρώτες θέσεις στην κατάταξη αυτή καταλαμβάνονται από τα νοσοκομεία IRIS, τα τελευταία μπορούν, επίσης, να λάβουν μεγαλύτερο μέρος της χρηματοδότησης βάσει του τμήματος Β8 από ό,τι τα νοσοκομεία με χαμηλότερη κατάταξη (όπως τα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών). Ο λόγος για τον οποίο τα νοσοκομεία τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα είναι κατ' αρχήν επιλέξιμα για την εν λόγω χρηματοδότηση είναι ότι ακόμη κι εν απουσία της υποχρέωσης παροχής καθολικής περίθαλψης, όπως αυτή που βαρύνει τα νοσοκομεία IRIS, τα νοσοκομεία μπορούν να επιλέξουν ελεύθερα αν θα περιθάλψουν τους κοινωνικούς ασθενείς. Τα νοσοκομεία μπορούν να κάνουν αυτήν την επιλογή, διότι ορισμένοι κοινωνικές ασθενείς είναι σε θέση να πληρώσουν ή είναι ασφαλισμένοι. Στην πραγματικότητα, όσον αφορά τους κοινωνικούς ασθενείς, οι οποίοι καλύπτονται από την κοινωνική ασφάλιση, εφαρμόζονται συχνά χαμηλότερες τιμές και το INAMI πληρώνει μεγαλύτερο μερίδιο του κόστους, γεγονός που μειώνει το χρηματοοικονομικό κίνδυνο για το νοσοκομείο. Αποδεικνύεται, επίσης, ότι όλα τα ΔΚΚΔ του Βελγίου δεν επέλεξαν να δημιουργήσουν το δικό τους νοσοκομείο. Ως εκ τούτου, για να εκπληρώσουν την υποχρέωση παροχής κωνικής πρόνοιας, τα ΔΚΚΔ μπορούν να στηρίζονται στα ιδιωτικά νοσοκομεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ένα ιδιωτικό νοσοκομείο λογικά παρέχει περίθαλψη σε συγκεκριμένο αριθμό κοινωνικών ασθενών και μπορεί επίσης να επωφεληθεί από τη χρηματοδότηση στο πλαίσιο του τμήματος Β8, που προβλέπεται από το ΠΧΜ. Ωστόσο, στην περιφέρεια των Βρυξελλών-πρωτευούσης, τα ΔΚΚΔ μπορούν να βασίζονται στα δημόσια νοσοκομεία IRIS, γεγονός που αιτιολογεί γιατί η ταξινόμηση που καταρτίστηκε στην αιτιολογική σκέψη 185 δείχνει ότι το μέσο κοινωνικο-οικονομικό προφίλ των ασθενών στα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών είναι πολύ καλύτερο από ό, τι αυτό των ασθενών των νοσοκομείων IRIS. Για όλους αυτούς τους λόγους, η χρηματοδότηση βάσει του τμήματος Β8 του ΠΧΜ δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη ύπαρξης της υποχρέωσης παροχής καθολικής περίθαλψης για όλα τα βελγικά νοσοκομεία.

Συμπέρασμα σχετικά με την υποχρέωση της καθολικής υγειονομικής περίθαλψης των νοσοκομείων IRIS

(190)

Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υποχρέωση παροχής καθολικής περίθαλψης βαρύνει αποκλειστικά τα νοσοκομεία IRIS, αποτελεί το αντικείμενο μιας σαφούς ανάθεσης και ορίζεται στο καταστατικό των νοσοκομείων IRIS, καθώς και στα στρατηγικά σχέδια ΙRIS, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του νόμου περί ΔΚΚΔ (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 29 έως 30). Επίσης, εμφανίζεται στην κατάταξη των νοσοκομείων που καταρτίστηκε με βάση το κοινωνικο-οικονομικό προφίλ των ασθενών τους (βλέπε αιτιολογική σκέψη 185). Η απαίτηση αυτή διασφαλίζει ότι τα άπορα άτομα της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης λαμβάνουν επαρκή ιατρική περίθαλψη, ακόμη και αν δεν μπορούν να πληρώσουν, συμπεριλαμβανομένων των καταστάσεων μη-επείγουσας ανάγκης. Ως εκ τούτου, τα νοσοκομεία IRIS προσφέρουν κοινωνική και υγειονομική περίθαλψη που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του τοπικού πληθυσμού. Όπως επεξηγήθηκε στην προηγούμενη αιτιολογική σκέψη, μόνο ένα μέρος της επιβάρυνσης που συνδέεται με την υποχρέωση αυτή καλύπτεται άμεσα (π.χ. μέσω της επιστροφής των εξόδων θεραπείας από τα ΔΚΚΔ). Για το λόγο αυτό, το υπόλοιπο του κόστους καλύπτεται από την αντιστάθμιση των ελλειμμάτων που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας απόφασης.

ΙΙ.   Υποχρέωση παροχής πλήρους βασικής νοσοκομειακής περίθαλψης σε πολλές εγκαταστάσεις

(191)

Οι βελγικές αρχές θεωρούν ότι τα νοσοκομεία IRIS έχουν επίσης την ειδική υποχρέωση να παρέχουν ένα πλήρες φάσμα βασικής νοσοκομειακής περίθαλψης σε πολλαπλά σημεία ή την υποχρέωση τήρησης «πολλαπλών σημείων» στην περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης. Ωστόσο, σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, δεν είναι σαφές τι καλύπτει η υποχρέωση παροχής πλήρους βασικής νοσοκομειακής περίθαλψης σε πολλά σημεία, ούτε σε ποιο βαθμό η απαίτηση αυτή επιβαρύνει περαιτέρω τα νοσοκομεία IRIS. Οι καταγγέλλοντες δεν υποστηρίζουν ωστόσο ότι τα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών έχουν αυτήν την υποχρέωση.

(192)

Η Επιτροπή σημειώνει ότι ο LHC δεν απαιτεί από τα νοσοκομεία (δημόσια ή ιδιωτικά) να λειτουργούν σε διάφορα σημεία. Αντιθέτως, ο μηχανισμός νοσοκομειακού προγραμματισμού καθορίζει τον μέγιστο αριθμό των νοσοκομειακών κλινών που μπορούν να διατεθούν σε κάθε περιοχή του Βελγίου. Για την περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης, ο αριθμός των κλινών των (γενικών) νοσοκομειακών περιορίζεται σε περίπου 7 260 κλίνες και κάθε νοσοκομείο των Βρυξελλών έχει το δικαίωμα να διαθέσει ορισμένο αριθμό κλινών εντός αυτού του ορίου. Κατά κανόνα, αν η δυναμικότητα ενός νοσοκομείου εγκρίθηκε στο πλαίσιο του συστήματος προγραμματισμού, το νοσοκομείο μπορεί να αποφασίσει ελεύθερα αν θα συγκεντρώσει αυτές τις κλίνες σε ένα σημείο ή αν θα τις κατανείμει σε διάφορα σημεία στη συγκεκριμένη περιοχή και στο μέτρο που το ίδιο επιθυμεί. Ομοίως, μπορεί να αποφασίσει να πολλαπλασιάσει ή όχι ορισμένες υπηρεσίες ή να προτείνει μόνο συγκεκριμένα είδη περίθαλψης σε κάθε μία από τις εγκαταστάσεις του. Στο πλαίσιο αυτό, ορισμένα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών επέλεξαν ελεύθερα να λειτουργούν σε διάφορα σημεία, ενώ άλλα λειτουργούν μόνο σε ένα σημείο (227). Ωστόσο, τα ιδιωτικά νοσοκομεία μπορούν να αποφασίσουν ανά πάσα στιγμή να συγκεντρώσουν τις κλίνες τους και τις υπηρεσίες τους σε ένα μόνο σημείο (228). Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, εντός των ορίων που καθορίζονται από το μηχανισμό προγραμματισμού (229), τα ιδιωτικά νοσοκομεία είναι επίσης ελεύθερα να επιλέξουν το είδος της περίθαλψης που προσφέρουν, γεγονός που τους δίνει τη δυνατότητα να ειδικευτούν στα πιο κερδοφόρα είδη υγειονομικής περίθαλψης (230).

Η υποχρέωση για πλείονες τόπους που υπέχουν τα νοσοκομεία IRIS

(193)

Όσον αφορά τα νοσοκομεία IRIS, οι δήμοι και τα ΔΚΚΔ δίνουν προτεραιότητα στη διατήρηση της τοπικής παροχής περίθαλψης όσον αφορά τη συγκέντρωση των νοσοκομειακών κλινών. Επέλεξαν σκόπιμα να παρέχουν μια ολοκληρωμένη προσφορά βασικής περίθαλψης σε όλα τα σημεία, γεγονός που, λόγω της αναγκαίας αναπαραγωγής των υποδομών, του εξοπλισμού και των δραστηριοτήτων, συνεπάγεται πρόσθετες δαπάνες. Επί της βάσης αυτής, κατά τη διάρκεια της αναδιάρθρωσης των νοσοκομείων των Βρυξελλών το 1995, τα ΔΚΚΔ και οι δήμοι επέλεξαν συνειδητά να διατηρήσουν τις υφιστάμενες τοπικές νοσοκομειακές υπηρεσίες σε πλείονες τόπους, οι οποίες παρέχουν ένα πλήρες φάσμα περίθαλψης, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες του πληθυσμού. Θεώρησαν ότι δεν είχαν πάψει να υπάρχουν οι τοπικές ιατρο-κοινωνικές ανάγκες πίσω από τη σύσταση των δημόσιων νοσοκομείων. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι περισσότερες εγκαταστάσεις των νοσοκομείων IRIS βρίσκονται στους φτωχότερους δήμους της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης (βλέπε επίσης αιτιολογική σκέψη 202). Ως εκ τούτου, οι δημόσιες αρχές απαρνήθηκαν οικειοθελώς τη βελτίωση της αποδοτικότητας, σε βάρος του αμιγώς οικονομικού συμφέροντός τους, και επέλεξαν να διατηρήσουν όλες τις υφιστάμενες νοσοκομειακές μονάδες, ενώ ήξεραν ότι τα ομοσπονδιακά μέτρα νοσοκομειακής χρηματοδότησης δεν θα κάλυπταν όλες τις δαπάνες (λόγω, για παράδειγμα, του διπλασιασμού των υποδομών και των δαπανών λειτουργίας, βλέπε επίσης αιτιολογική σκέψη 203). Η επιλογή αυτή επιβεβαιώνεται στα στρατηγικά σχέδια IRIS και συνεπώς υποχρεώνει τα νοσοκομεία IRIS να διατηρήσουν όλες τις νοσοκομειακές μονάδες, ούτως ώστε οι ασθενείς να μπορούν να λαμβάνουν όλη τη βασική περίθαλψη όσο το δυνατόν πιο κοντά στην κατοικία τους.

(194)

Ειδικότερα, η ενότητα «Διαρθρωτικοί άξονες» του Στρατηγικού Σχεδίου IRIS 1996-2001 κάνει λόγο για:

« Διατήρηση μιας αποκεντρωμένης νοσοκομειακής δραστηριότητας και μιας ευρείας κάλυψης όσον αφορά τη διακομιδή των ασθενών. Η λειτουργία των εννέα μονάδων θα διατηρηθεί »  (231)  (232).

[…]

« Διατήρηση της βασικής δραστηριότητας σε διάφορες εγκαταστάσεις. Οι ασθενείς, ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι, μπορούν έτσι να συνεχίσουν να λαμβάνουν ενδονοσοκομειακή περίθαλψη σε μια λογική απόσταση από το σπίτι τους »  (233).

(195)

Το στρατηγικό σχέδιο 1996-2001 τονίζει επίσης ότι τα νοσοκομεία IRIS περιθάλπουν κυρίως ασθενείς που ζουν σε άμεση γειτνίαση και ως εκ τούτου ονομάζονται «τοπικά νοσοκομεία» (234). Επιπλέον, τα νοσοκομεία IRIS θέλουν «να αυξήσουν την επάρκεια των υπηρεσιών [τους] για τις ανάγκες του πληθυσμού των Βρυξελλών, […] και να βελτιώσουν την προσβασιμότητά [τους] για όλα τα στρώματα του πληθυσμού, ιδιαίτερα των λιγότερο προνομιούχων» (235).

(196)

Το Στρατηγικό σχέδιο 2002-2014 προσθέτει:

«Το IRIS υιοθετεί την αρχή μιας οργάνωσης με επίκεντρο τους ασθενείς η οποία αποτελεί μέρος ενός δημόσιου δικτύου ιδρυμάτων που συνεργάζονται μεταξύ τους, προκειμένου να εξασφαλιστεί η τοπική και εξειδικευμένη παροχή υγειονομικής περίθαλψης »  (236).

(197)

Όσον αφορά την τοπική περίθαλψη, το παρόν στρατηγικό σχέδιο προσθέτει:

«Λαμβάνοντας υπόψη τη γεωγραφική κατανομή των εγκαταστάσεων IRIS, τις επιπτώσεις τους στην κάλυψη του γενικού πληθυσμού, που μερικές φορές αντιμετωπίζει κοινωνικά προβλήματα, ο πρώτος στόχος που αναπτύχθηκε έγκειταιστην εξασφάλιση ποιοτικών, αποτελεσματικών και προσιτών ιατρικών υπηρεσιών σε κοντινή απόσταση για όλες τις εγκαταστάσεις.

Τα νοσοκομεία IRIS —με εξαίρεση το institut Bordet και το Νοσοκομείο Παίδων [HUDERF] (237), τα οποία αποτελούν νοσοκομεία αναφοράς για μία ειδικότητα— έχουν ως πρωταρχικό σκοπό την παροχή ιατρικών υπηρεσιών κοντά στον τόπο κατοικίας του ασθενούς που να ανταποκρίνονται σε μία τοπική ζήτηση των ασθενών των γειτονικών δήμων »  (238).

(198)

Το στρατηγικό σχέδιο 2002-2014 IRIS διευκρινίζει επίσης ότι εκτός από την παροχή ιατρικών υπηρεσιών βασικής υγειονομικής περίθαλψης κοντά στον τόπο κατοικίας του ασθενούς, τα νοσοκομεία IRIS προσφέρουν εξειδικευμένη περίθαλψη [ήτοι, ένα ευρύτερο ή πιο ανεπτυγμένο φάσμα ιατρικής περίθαλψης (239)]. Αυτή η περίθαλψη, ωστόσο, δεν είναι διαθέσιμη σε όλες τις εγκαταστάσεις (αν και συνήθως είναι διαθέσιμη σε αρκετές από αυτές) και υπόκειται σε προγραμματισμό στο επίπεδο του δίκτυο IRIS (240). Ο στόχος είναι πάντα να διασφαλιστεί η καθολική πρόσβαση του πληθυσμού των Βρυξελλών στην καλύτερη δυνατή περίθαλψη (μέσω ιατρικών υπηρεσιών κοντά στον τόπο κατοικίας του ασθενούς ή μιας εξειδικευμένης περίθαλψης) (241). Αυτό το στρατηγικό σχέδιο περιέχει επίσης λεπτομερείς πίνακες που καθορίζουν το είδος της βασικής και εξειδικευμένης περίθαλψης που προσφέρεται σε κάθε νοσοκομειακή εγκατάσταση IRIS. Οι βασικές δραστηριότητες περίθαλψης έχουν οριστεί ως «επίπεδο 1 — επίπεδο εγγύτητας», ενώ οι εξειδικευμένες δραστηριότητες περίθαλψης ορίζονται ως «επίπεδο 2 — επίπεδο εξειδίκευσης» και «επίπεδο 3 — επίπεδο αναφοράς» (242). Ως εκ τούτου, τα νοσοκομεία IRIS γνωρίζουν πολύ καλά τι είδους φροντίδα θα πρέπει να παρέχουν σε κάθε μία από τις εγκαταστάσεις τους.

(199)

Για να εξασφαλιστεί ότι κάθε νοσοκομείο IRIS έχει πλήρη επίγνωση των κοινωνικο-ιατρικών αναγκών του τοπικού πληθυσμού και ότι θα πρέπει να τύχει ανάλογης διαχείρισης, η σύσταση των νοσοκομείων IRIS συνδέθηκε επίσης ρητά με τη διατήρηση της «τοπικής βάσης» για τις δημόσιες νοσοκομειακές υπηρεσίες. Αυτό αποδεικνύεται από τη συμφωνία αναδιάρθρωσης που επιβεβαιώθηκε από τη συμφωνία συνεργασίας της 19ης Μαΐου 1994 (243), καθώς και από τη σύνθεση των φορέων διοίκησης των νοσοκομείων IRIS (244). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 11 των καταστατικών, η πλειοψηφία της γενικής συνέλευσης των νοσοκομειακών ενώσεων IRIS εκλέγεται από το δημοτικό συμβούλιο και το συμβούλιο των κοινωνικών υπηρεσιών (που διοργανώνονται σε επίπεδο δήμου), ενώ ο δήμαρχος και πρόεδρος του ΔΚΚΔ διορίζονται ex-officio μέλη. Ομοίως, 10 από τα 14 μέλη του διοικητικού συμβουλίου διορίζονται από τα μέλη της αντιπροσωπείας των δημόσιων αρχών στη γενική συνέλευση (όπως απαιτείται από το άρθρο 27 των καταστατικών).

(200)

Η πρόθεση διαχείρισης των νοσοκομείων IRIS με βάση τις ιατρο-κοινωνικές ανάγκες του τοπικού πληθυσμού επιβεβαιώθηκε από τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου του δικτύου IRIS της 20ής Νοεμβρίου 1996, κατά την οποία εκδόθηκε μία τροποποίηση του Στρατηγικού Σχεδίου 1996-2001, που αναφέρει σαφώς ως προς το θέμα αυτό:

«Όλοι αυτοί οι περιορισμοί, που απαιτούν αναδιάρθρωση, πρέπει να συναντούνται στο ευρύτερο πλαίσιο των στρατηγικών μας στόχων. Πρόκειται για τους εξής περιορισμούς:

το δίκτυο IRIS των δημόσιων νοσοκομείων πρέπει να βρίσκεται στην καρδιά της πορείας του συστήματος υγείας των Βρυξελλών·

τα νοσοκομεία μας πρέπει να προσαρμόζονται στις μεταβαλλόμενες ανάγκες του πληθυσμού των Βρυξελλών·

η αναδιάρθρωση του Δικτύου πρέπει να δομηθεί για και γύρω από τον ασθενή·

ο εκσυγχρονισμός του Δικτύου πρέπει να βασίζεται σε μια νέα πνοή της νοσοκομειακής κοινότητας γενικότερα, και ιδιαίτερα της ιατρικής κοινότητας».

(201)

Αυτή η τροπολογία προσθέτει:

«Σε αυτό το πλαίσιο, η αναδιάρθρωση πρέπει να διασφαλίζει:

την επιδίωξη ιατρικών δραστηριοτήτων και περίθαλψης για κάθε νοσοκομειακή μονάδα σύμφωνα με την αποστολή μας που έγκειται στην παροχή ιατρικών υπηρεσιών κοντά στον τόπο κατοικίας του ασθενούς·

την επιδίωξη των στόχων οικονομικής ισορροπίας·

την ομαλή εξέλιξη του Δικτύου μεριμνώντας για την ισορροπία μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού συμφέροντος κάθε φορέα·

την εντατικοποίηση του συντονισμού και της συνεργασίας μεταξύ των φορέων του Δικτύου·

την προσβασιμότητα του Δικτύου και τη διατήρηση του δημόσιου χαρακτήρα του·

[…]»  (245).

Η υποχρέωση των νοσοκομείων IRIS για διατήρηση πολλαπλών μονάδων, μια πραγματική υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας (ΥΓΟΣ)

(202)

Η Επιτροπή εξέτασε επίσης το επιχείρημα των καταγγελλόντων στο πλαίσιο της υπόθεσης που κρίθηκε από το Δικαστήριο (βλέπε ενότητα 4.2), κατά το οποίο θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες όσον αφορά την περίθαλψη κοντά στον τόπο κατοικίας του δεδομένου του μεγάλου αριθμού δημόσιων και ιδιωτικών νοσοκομείων που υπάρχουν στην περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης. Όπως εξηγήθηκε παραπάνω, ο σταθερός μηχανισμός νοσοκομειακού προγραμματισμού καθορίζει τον μέγιστο αριθμό κλινών των γενικών νοσοκομείων στην περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης στις 7 260, με στόχο να αποφευχθεί η υπερβολική παροχή ιατρικών υπηρεσιών. Αυτός ο αριθμός κλινών παρέχεται από κοινού από δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία για να ικανοποιηθεί η ανάγκη νοσοκομειακής περίθαλψης στην περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης. Ωστόσο, ο μηχανισμός προγραμματισμού δεν λαμβάνει υπόψη παρά τις ιατρικές ανάγκες σε περιφερειακό επίπεδο και δεν υπολογίζει τις κοινωνικές ανάγκες ενός συγκεκριμένου πληθυσμού ούτε την ιδιαίτερη κοινωνική κατάσταση μιας γεωγραφικής περιοχής. Αυτές οι κοινωνικές ανάγκες αξιολογούνται στο πλαίσιο της πολιτικής κοινωνικής πρόνοιας των ΔΚΚΔ (δηλαδή σε επίπεδο δήμου). Οι προκάτοχοι των νοσοκομείων IRIS ιδρύθηκαν για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών και, ως αποτέλεσμα της αναδιάρθρωσης, διατηρήθηκαν οι διαφορετικές εγκαταστάσεις IRIS, διότι συνεχίζουν να ανταποκρίνονται σε μια πραγματική κοινωνική ανάγκη (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 82 έως 84 και 91). Πράγματι, η ανάγκη και η υποχρέωση τήρησης πολλών εγκαταστάσεων υφίστανται επειδή ακριβώς τα νοσοκομεία IRIS παρέχουν στις ΥΓΟΣ κοινωνική υγειονομική περίθαλψη. Για τους άπορους της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης, δεν είναι σημαντικό μόνο το να πηγαίνουν σε ένα νοσοκομείο κοντά στο σπίτι τους, αλλά και το να είναι σίγουροι ότι θα λάβουν περίθαλψη, ακόμη κι αν δεν είναι σε θέση να πληρώσουν, και να μπορούν να ζητήσουν βοήθεια από τις κοινωνικές υπηρεσίες. Υποχρεώνοντας τα νοσοκομεία IRIS να διατηρήσουν τις διάφορες εγκαταστάσεις τους, η περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης και τα ΔΚΚΔ θέλουν να εξασφαλίσουν ότι η κοινωνική υγειονομική περίθαλψη παρέχεται όσο το δυνατόν πλησιέστερα στο σημείο όπου υπάρχει ανάγκη. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι δέκα από τις έντεκα νοσοκομειακές μονάδες IRIS βρίσκονται σε δήμους όπου το μέσο εισόδημα δεν υπερβαίνει το μέσο εισόδημα (246) της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης. Πέντε από τις έντεκα ιδιωτικές νοσοκομειακές μονάδες βρίσκονται, αντίθετα, σε δήμους όπου το μέσο εισόδημα είναι υψηλότερο από τον εν λόγω μέσο όρο (247). Όπως δείχνει ο παρακάτω χάρτης (248) (βλέπε σχήμα 3), δεν φαίνεται να υπάρχει σημαντική γεωγραφική επικάλυψη μεταξύ των δημόσιων νοσοκομείων (κύκλοι με διακεκομμένη γραμμή) και των ιδιωτικών γενικών και πανεπιστημιακών νοσοκομείων (κύκλοι με συνεχείς γραμμές) στην περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης. Αυτό υποδηλώνει ότι το γεγονός ότι πολλά νοσοκομεία δραστηριοποιούνται στην περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης δεν αρκεί από μόνο του για να διασφαλιστεί η πρόσβαση όλων των κατοίκων σε νοσοκομειακή περίθαλψη. Επιπλέον, όπως εξηγείται ανωτέρω, τα νοσοκομεία IRIS είναι τα μόνα νοσοκομεία της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης που παρέχουν κοινωνική υγειονομική περίθαλψη σε ΥΓΟΣ και τα ιδιωτικά νοσοκομεία δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ισοδύναμα όταν πρόκειται για την κάλυψη των κοινωνικών αναγκών του τοπικού πληθυσμού. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η παρουσία αρκετών ιδιωτικών νοσοκομείων στην περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης δεν συνιστά λόγο αμφισβήτησης της φύσης της αληθινής υποχρέωσης παροχής δημόσιας υπηρεσίας (ΥΓΟΣ) της υποχρέωσης τήρησης πολλών εγκαταστάσεων που υπέχουν τα νοσοκομεία IRIS και όχι τα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών, ιδίως υπό το φως της κοινωνικής υγειονομικής περίθαλψης της ΥΓΟΣ.

Σχήμα 3

Χάρτες νοσοκομειακών θέσεων στην περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης

Image 5

Hôpitaux généraux

Hôpitaux à caractère universitaire

Hôpitaux universitaires

Hôpitaux gériatriques et spécialisés

Hôpitaux spécialisés

Hôpitaux psihiatriques

Implantations hospitalières

Πρακτικός αντίκτυπος της υποχρέωσης για πολλαπλές νοσοκομειακές μονάδες IRIS

(203)

Η υποχρέωση για τήρηση πολλαπλών νοσοκομειακών μονάδων θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί ως επιβάρυνση για τα νοσοκομεία IRIS, διότι αυτό τους υποχρεώνει να αναπαράγουν κάποιες υποδομές και συνεπάγεται υψηλότερο κόστος λειτουργίας. Οι δαπάνες αυτές σχετίζονται κυρίως με την ανάγκη κάθε μονάδας να εφοδιαστεί με υπηρεσίες, όπως τα επείγοντα περιστατικά, η υπηρεσία αποστείρωσης, η υπηρεσία επιτήρησης και ασφαλείας, καθώς και με ξεχωριστή διοίκηση. Στην πραγματικότητα, η χρηματοδότηση ΠΧΜ [βλέπε αιτιολογική σκέψη 46 στοιχείο α)] δεν χορηγείται παρά μόνο για μία από αυτές τις υπηρεσίες για κάθε νοσοκομείο, ανεξάρτητα από τον αριθμό των εγκαταστάσεών του. Τα έξοδα λειτουργίας που σχετίζονται με διάφορες θέσεις (συντήρηση, θέρμανση, καθαριότητα κ.λπ.) προστίθενται στο κόστος υποδομής και εξοπλισμού. Σε μια μελέτη που διεξήχθη από την ιεραρχικώς ανώτατη οργάνωση IRIS το 2009, διαπιστώθηκε ότι το κόστος της υποχρέωσης για την τήρηση πολλών μονάδων που δεν καλύπτονται από τη χρηματοδότηση ΠΧΜ ανήλθε σε […] εκατ. το 2008 και […] εκατ. ευρώ το 2009 για τα πέντε νοσοκομεία IRIS στο σύνολό τους.

Συμπέρασμα σχετικά με την υποχρέωση των νοσοκομείων IRIS για τήρηση πολλαπλών μονάδων

(204)

Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, δυνάμει των στρατηγικών σχεδίων IRIS, τα νοσοκομεία IRIS έχουν σαφή υποχρέωση να 1) να διατηρήσουν όλες τις νοσοκομειακές εγκαταστάσεις τους για να ανταποκριθούν στις ιατρο-κοινωνικές ανάγκες των αντίστοιχων τοπικών πληθυσμών και 2) για να παράσχουν μια πλήρη γκάμα δραστηριοτήτων βασικής περίθαλψης στο σύνολο των εγκαταστάσεων αυτών. Ειδικότερα, το στρατηγικό σχέδιο IRIS ορίζει τις δραστηριότητες που θεωρούνται ως βασική και ως εξειδικευμένη περίθαλψη, υποδεικνύει ποια είδη περίθαλψης πρέπει να προσφέρονται για κάθε νοσοκομειακή μονάδα IRIS. Επιπλέον, οι διατάξεις των καταστατικών των νοσοκομείων IRIS και του νόμου περί ΔΚΚΔ εγγυώνται ότι τα νοσοκομεία IRIS έχουν πλήρη επίγνωση των κοινωνικο-ιατρικών αναγκών του τοπικού πληθυσμού και ότι η διαχείρισή τους διαμορφώνεται αναλόγως. Επιπλέον, η υποχρέωση τήρησης πολλαπλών μονάδων υπερβαίνει τις απαιτήσεις του LHC και του μηχανισμού προγραμματισμού, διότι ο τελευταίος δεν λαμβάνει υπόψη τις κοινωνικές ανάγκες ενός συγκεκριμένου πληθυσμού ούτε την ιδιαίτερη κοινωνική κατάσταση μιας γεωγραφικής περιοχής. Συνεπώς, τα ιδιωτικά νοσοκομεία δεν υποχρεούνται ούτε να λειτουργούν διαφορετικές εγκαταστάσεις ούτε να παρέχουν πλήρη γκάμα βασικής περίθαλψης σε κάθε μονάδα (όταν επιλέγουν να λειτουργούν πολλές μονάδες). Τέλος, όπως εξηγήθηκε στην προηγούμενη αιτιολογική σκέψη, η υποχρέωση πολλαπλών αυξάνει σημαντικά τα έξοδα των νοσοκομείων IRIS που δεν καλύπτονται από το ΠΧΜ και συμβάλλουν έτσι στο έλλειμμα των νοσοκομείων IRIS.

ΙΙΙ.   Υποχρέωση παροχής διευρυμένων κοινωνικών υπηρεσιών

(205)

Τέλος, οι βελγικές αρχές θεωρούν ότι τα νοσοκομεία IRIS υποχρεούνται να παρέχουν διευρυμένες κοινωνικές υπηρεσίες στους ασθενείς και τις οικογένειές τους. Σύμφωνα με τους καταγγέλλοντες, η υποχρέωση φαίνεται να συνίσταται μόνο στον μεγαλύτερο όγκο κοινωνικών υπηρεσιών που προσφέρεται σε σύγκριση με άλλα νοσοκομεία. Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι ούτε ο LHC ούτε οι όροι έγκρισης των νοσοκομείων (με βάση το βασιλικό διάταγμα της 23ης Οκτωβρίου 1964) επιβάλλουν γενική υποχρέωση παροχής κοινωνικών υπηρεσιών εντός ενός νοσοκομείου. Μόνο λίγοι μεμονωμένοι κανόνες για ορισμένες νοσοκομειακές υπηρεσίες [γηριατρικές και ψυχιατρικές υπηρεσίες (249)] απαιτούν την παρέμβαση κοινωνικών λειτουργών. Επιπλέον, ένας ειδικός κανόνας που ισχύει για τα πανεπιστημιακά νοσοκομεία προβλέπει την παρουσία ενός κοινωνικού λειτουργού μόνο για 2 000 εισαγωγές (250). Εκτός από αυτές τις ειδικές περιπτώσεις, τα ιδιωτικά νοσοκομεία δεν έχουν υποχρέωση να παρέχουν κοινωνικές υπηρεσίες σε όλους τους ασθενείς. Τα νοσοκομεία IRIS, αντίθετα, υποχρεούνται, βάσει των στρατηγικών σχεδίων IRIS, να διαθέτουν κοινωνικές υπηρεσίες που βοηθούν όλους τους ασθενείς που τις έχουν ανάγκη.

Η απαίτηση παροχής εκτεταμένων κοινωνικών υπηρεσιών που υπέχουν τα νοσοκομεία IRIS

(206)

Το στρατηγικό σχέδιο 1996-2001 IRIS παρουσιάζει το γενικό πλαίσιο της συνολικής περίθαλψης των ασθενών στα νοσοκομεία IRIS, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις ψυχοκοινωνικές και περιβαλλοντικές πτυχές:

«Σφαιρική αντιμετώπιση των ασθενών: Ο ασθενής δεν πρέπει να εξετάζεται μόνο για την ασθένεια για την οποία ζητεί περίθαλψη. Συγκεκριμένα, ορισμένες κατηγορίες ασθενών θα πρέπει να έχουν μια σφαιρική αντιμετώπιση, τόσο ως προς τις αμιγώς ιατρικές όσο και ως προς τις ψυχοκοινωνικές και περιβαλλοντικές πτυχές: πρόκειται για ηλικιωμένους ασθενείς, για παιδιά, για ασθενείς σε τελικό στάδιο, για ψυχασθενείς, για κοινωνικά μειονεκτούντες ασθενείς κ.λπ.»  (251).

(207)

Ο ρόλος των κοινωνικών υπηρεσιών και τα κύρια καθήκοντά τους περιγράφονται με περισσότερες λεπτομέρειες σε αυτό το σχέδιο:

« Τα νοσοκομεία [IRIS] πρέπει να διαθέτουν κοινωνικές υπηρεσίες με πρωταρχικό ρόλο να συμβάλλουν στην ευημερία των ασθενών, στην ποιότητα των ιατρικών υπηρεσιών και στη βέλτιστη λειτουργία του ιδρύματος. Η κοινωνική υπηρεσία συνεργάζεται με το διοικητικό υπάλληλο και είναι εταίρος όλων των νοσοκομειακών υπηρεσιών. Είναι υπεύθυνη για την εξανθρωπισμό των συνθηκών παραμονής [των ασθενών στο νοσοκομείο]. Πρέπει να μεριμνά για τις κοινωνικές δυσκολίες των ασθενών ιδανικά πριν, αλλά και κατά τη διάρκεια της διαμονής και κατά την έξοδο από το νοσοκομείο. Αποτελεί τον προνομιακό σύνδεσμο μεταξύ του ασθενούς, του νοσοκομείου, της οικογένειας και του περιβάλλοντός του. Για να γίνει αυτό, πρέπει:

να διαθέτει χρόνο, την επαγγελματική ικανότητα να αξιολογήσει τις ανάγκες του ασθενούς μαζί με τον ίδιο, το περιβάλλον του και τις ομάδες περίθαλψης και να οικοδομήσει μαζί του τις κατάλληλες απαντήσεις·

να έχει πρόσβαση στα έγγραφα εισαγωγής και στα ιατρικά αρχεία των ασθενών, όπου μπορεί να παραθέσει κοινωνικά δεδομένα που μπορούν να συμβάλουν στην ποιότητα της περίθαλψης·

να ενημερώνεται εγκαίρως σχετικά με την ημερομηνία μεταφοράς ή εξαγωγής προκειμένου να ληφθούν τα απαραίτητα μέτρα·

να παρέχει συμβουλές για ασθενείς που παρουσιάζουν σύνθετα προφίλ και πολύπλοκες παθολογικές καταστάσεις·

να εφαρμόζει παράλληλα με τις οικονομικές υπηρεσίες και τους νομικούς μηχανισμούς, δεδομένου ότι το όριο της παρέμβασής της καθορίζεται από την επαγγελματική δεοντολογία της σχέσης με επίκεντρο τον ασθενή σε όλες τις κοινωνικές πτυχές της·

να διασφαλίζει το συντονισμό με τα ΔΚΚΔ·

να γνωρίζει τα υπάρχοντα κοινωνικά και υγειονομικά δίκτυα·

να προτείνει βελτιώσεις για τη λειτουργία του νοσοκομείου·

να διαθέτει υποδομή που να εγγυάται την εμπιστευτικότητα των συναλλαγών και των δεδομένων.

Η αποστολή κοινωνικής ιατρικής που αποτελεί το λειτούργημα των δημόσιων νοσοκομείων σημαίνει ότι συντονίζουν τους υγειονομικούς φορείς, ότι συμμετέχουν στα υγειονομικά και κοινωνικά δίκτυα, ή ακόμα τα δημιουργούν, και ότι συμμετέχουν άμεσα στη δημιουργία συναφών υπηρεσιών IRIS που είναι αναγκαίες για την κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού (ξενοδοχείο περίθαλψης, ξενοδοχείο των οικογενειών, παρηγορητική περίθαλψη στο σπίτι, κέντρα υποδοχής τοξικομανών, άστεγων, υπηρεσίες περίθαλψης στο σπίτι …). Θα προχωρήσουν στη διαπίστευση των φορέων με τους οποίους θα συνεργάζονται»  (252).

(208)

Σύμφωνα με αυτό το στρατηγικό σχέδιο, η κοινωνική υπηρεσία μπορεί επίσης να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο κατά την εισαγωγή των ασθενών:

«Η υποδοχή θα πρέπει να αντιμετωπίζεται διαφορετικά ανάλογα με το αν ο ασθενής έρχεται στα επείγοντα, για ιατρική γνωμάτευση ή για νοσηλεία· η υποδοχή θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να εξασφαλίζει στον ασθενή διακριτικότητα και άνεση, και να συμβάλλει στην άμβλυνση των περισσότερων ανησυχιών του και εκείνων της οικογένειάς του. Οι κοινωνικές υπηρεσίες των νοσοκομείων μας διαδραματίζουν εν προκειμένω, πρωταρχικό ρόλο »  (253).

(209)

Το στρατηγικό σχέδιο 2002-2014 IRIS προσθέτει:

« Η κοινωνική υπηρεσία είναι απαραίτητη στο δημόσιο νοσοκομείο για να συνοδεύει τους ασθενείς, τόσο αυτούς που διακομίζονται όσο και αυτούς που νοσηλεύονται. Συνίσταται στην παροχή βοήθειας στους ασθενείς και τις οικογένειές τους προκειμένου να αντιμετωπίσουν και να διαχειριστούν τα προβλήματα και τις διοικητικές, οικονομικές, σχεσιακές και κοινωνικές δυσχέρειες που σχετίζονται με την κατάσταση της νόσου, την παραμονή και τη θεραπεία στο νοσοκομείο, καθώς και τις νέες προοπτικές και καταστάσεις.

Η κοινωνική υπηρεσία:

συνοδεύει τους ασθενείς στην ανάκτηση της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας τους·

διασφαλίζει την ένταξη των προτύπων, των αξιών και της κουλτούρας του ασθενούς στη σφαιρική περίθαλψη, και, συνεπώς, στηρίζεται στη διοικητική βοήθεια, την ψυχοκοινωνική στήριξη, στον ρόλο της πληροφόρησης, στην πρόληψη, την ευαισθητοποίηση, τη συνεργασία και το συντονισμό. Ως εκ τούτου, η κοινωνική υπηρεσία θα λειτουργεί σε διαφορετικά επίπεδα, ανάλογα με το αν οι ασθενείς χρειάζονται κοινωνικο-υλική, κοινωνικο-διοικητική ή ψυχοκοινωνική βοήθεια·

απαιτεί δεξιότητες «τεχνογνωσίας» και «στάσης ζωής», τόσο θεωρητικές όσο και τεχνικές, καθώς και προσωπικές και διαπροσωπικές δεξιότητες.

[…]

Εν κατακλείδι, τα καθήκοντα της κοινωνικής υπηρεσίας είναι πολλαπλά:

εξασφάλιση της εισαγωγής του ασθενούς στο νοσοκομείο και προετοιμασία της εξαγωγής του υπό τις καλύτερες συνθήκες και της μεταβίβασής του σε ένα κατάλληλο τόπο κατοικίας,

παροχή βοήθειας στον ασθενή για να ανακτήσει μία κοινωνική ασφάλιση που θα του επιτρέψει να καλύψει τα ιατρικά του έξοδα.

Στο πλαίσιο αυτό, η κοινωνική υπηρεσία και οι κοινωνικοί λειτουργοί έχουν τους ίδιους στόχους και συμφέροντα με το νοσοκομείο και η συγκεκριμένη δραστηριότητά τους έχει αντίκτυπο στη μείωση της διάρκειας νοσηλείας και στην αποπληρωμή των εξόδων νοσηλείας »  (254).

(210)

Ο ρόλος των κοινωνικών υπηρεσιών στην αποπληρωμή της θεραπείας από τα ΔΚΚΔ (βλέπε επίσης αιτιολογική σκέψη 187) επιβεβαιώνεται και στο κείμενο του στρατηγικού σχεδίου 2002-2014 IRIS. Το σχέδιο τονίζει συγκεκριμένα ότι μεταξύ των καθηκόντων των κοινωνικών υπηρεσιών είναι η διεξαγωγή ενός ελέγχου φερεγγυότητας των ασθενών:

«Η κοινωνική υπηρεσία καταρτίζει ένα μηχανογραφημένο κοινωνικό φάκελο για την παρακολούθηση της πορείας των ασθενών στο δίκτυο [IRIS]. Διενεργεί τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις [για τους ασθενείς], πληροί τους κώδικες «V» του RCM (255) και άλλες καταγραφές που απαιτούνται από τους κανονισμούς. Αυτός ο [κοινωνικός] φάκελος ενσωματώνεται το συντομότερο δυνατό στα ιατρικά αρχεία και τα κεντρικά συστήματα πληροφορικής. Αυτή η καταγραφή του κοινωνικού φακέλου πρέπει να αποτελεί έναν πίνακα παρακολούθησης των κοινωνικών αποστολών των δημόσιων νοσοκομείων [IRIS]»  (256).

(211)

Τα καθήκοντα αυτά αφορούν τη συλλογή των πληροφοριών που απαιτούνται για τις «κοινωνικές έρευνες», οι οποίες είναι απαραίτητες για να καθοριστεί εάν οι ασθενείς πληρούν τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να καλύψει το ΔΚΚΔ τα ιατρικά έξοδά τους (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 187-188). Πιο συγκεκριμένα, οι κοινωνικοί λειτουργοί του νοσοκομείου συλλέγουν χρήσιμες πληροφορίες (257) για να επιτρέψουν στο ΔΚΚΔ να εξακριβώσει, σύμφωνα με τις νομικές υποχρεώσεις του (258), την ένδεια ενός ασθενούς και, συνεπώς, να αποφασίσει αν δικαιολογείται η κάλυψη των εξόδων από το ΔΚΚΔ.

Πρακτικές επιπτώσεις της υποχρέωσης παροχής διευρυμένων κοινωνικών υπηρεσιών που υπέχουν τα νοσοκομεία IRIS

(212)

Το προσωπικό των κοινωνικών υπηρεσιών των νοσοκομείων IRIS έχει λάβει ειδική εκπαίδευση και ακολουθεί έναν κώδικα επαγγελματικής δεοντολογίας λαμβάνοντας υπόψη το σημείο επαφής μεταξύ των διαφόρων υπηρεσιών εντός του νοσοκομείου (συμπεριλαμβανομένων των ιατρών, του νοσηλευτικού προσωπικού, της τιμολόγησης και των εισαγωγών) ή εκτός (π.χ. κοινωνική ασφάλιση, περίθαλψη και βοήθεια στο σπίτι, γλωσσικές και πολιτιστικές πτυχές).

(213)

Για να εκτιμηθεί το κόστος των κοινωνικών υπηρεσιών του, το δίκτυο IRIS σύγκρινε το πραγματικό κόστος των κοινωνικών λειτουργών που απασχολούνται στα νοσοκομεία IRIS με ένα λογικό επίπεδο που αντιστοιχεί σε έναν κοινωνικό λειτουργό για 2 000 εισαγωγές (υποχρέωση που ισχύει για τα πανεπιστημιακά νοσοκομεία). Αυτή η ανάλυση δείχνει ότι τα πέντε νοσοκομεία IRIS απασχολούσαν 81,1 κοινωνικούς λειτουργούς (259), ενώ με βάση το λογικό επίπεδο, δεν θα απασχολούσαν παρά μόνο 36,7. Η διαφορά είναι 44,4, γεγονός που υποδηλώνει ότι τα νοσοκομεία IRIS απασχολούν περισσότερο από τους διπλάσιους κοινωνικούς λειτουργούς σε σύγκριση με αυτό που προβλέπει ο κανόνας που ισχύει για τα πανεπιστημιακά νοσοκομεία. Αυτό δείχνει σαφώς ότι οι απαιτήσεις των στρατηγικών σχεδίων απαιτούν από τα νοσοκομεία IRIS να παρέχουν ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών υπηρεσιών, πολύ ευρύτερο από το ελάχιστο όριο (π.χ. για τις γηριατρικές και τις ψυχιατρικές υπηρεσίες) που ισχύει και για άλλα μη πανεπιστημιακά νοσοκομεία (δημόσια ή ιδιωτικά). Το γεγονός ότι τα μη πανεπιστημιακά ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών απασχολούν επίσης τους κοινωνικούς λειτουργούς μπορεί να εξηγηθεί από αυτές τις ελάχιστες απαιτήσεις περισσότερο από μια γενική υποχρέωση παροχής κοινωνικών υπηρεσιών στους ασθενείς τους. Ομοίως, όπως φαίνεται από τα παραπάνω, τα νοσοκομεία IRIS υπερβαίνουν κατά πολύ τη βασική απαίτηση που έγκειται σε έναν κοινωνικό λειτουργό για 2 000 εισαγωγές και που εφαρμόζεται στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία του Βελγίου. Συνεπώς, το μη χρηματοδοτούμενο κόστος των κοινωνικών υπηρεσιών των νοσοκομεία IRIS ανερχόταν σε […] εκατ. ευρώ το 2010 (260). Η υποχρέωση παροχής διευρυμένων κοινωνικών υπηρεσιών αντιπροσωπεύει μια σημαντική επιβάρυνση για τα νοσοκομεία IRIS, την οποία δεν υποχρεούνται να αναλάβουν τα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών.

Συμπέρασμα σχετικά με την υποχρέωση παροχής διευρυμένων κοινωνικών υπηρεσιών που υπέχουν τα νοσοκομεία IRIS

(214)

Λαμβάνοντας υπόψη τις ανωτέρω εκτιμήσεις, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι σε αντίθεση με τα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών, τα νοσοκομεία IRIS έχουν την υποχρέωση να διασφαλίζουν μια περίπλοκη κοινωνική υπηρεσία που θα βοηθά τους ασθενείς και τις οικογένειές τους στην επίλυση και τη διαχείριση των διοικητικών, οικονομικών, σχεσιακών και κοινωνικών προβλημάτων. Η υποχρέωση αυτή ορίζεται στα στρατηγικά σχέδια IRIS που την επιβάλλουν στα νοσοκομεία IRIS. Η ύπαρξη της εν λόγω υποχρέωσης για παροχή διευρυμένων κοινωνικών υπηρεσιών αντικατοπτρίζεται στο μεγάλο αριθμό κοινωνικών λειτουργών που απασχολούνται από τα νοσοκομεία IRIS, ο οποίος είναι πολύ υψηλότερος από αυτόν που απαιτείται για τα άλλα βελγικά νοσοκομεία. Οι κοινωνικές υπηρεσίες των νοσοκομείων IRIS έχουν κυρίως ως καθήκον να αναλαμβάνουν τις προαναφερθείσες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ασθενείς, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της παραμονής τους, αλλά και κατά την εξαγωγή τους από το νοσοκομείο, να βοηθούν τους ασθενείς να αποκτήσουν κοινωνική ασφάλιση για την πληρωμή των ιατρικών τους εξόδων, να διεξάγουν κοινωνικές έρευνες και να ανταλλάσσουν πληροφορίες με άλλες νοσοκομειακές υπηρεσίες, καθώς και με τα ΔΚΚΔ. Η απαίτηση αυτή και η επιβάρυνση είναι στενά συνδεδεμένες με άλλες υποχρεώσεις που αποτελούν την κοινωνική νοσοκομειακή περίθαλψη στα πλαίσια της ΥΓΟΣ (βλέπε αιτιολογική σκέψη 167). Πράγματι, επειδή τα νοσοκομεία IRIS έχουν την υποχρέωση να περιθάλπουν όλους τους ασθενείς σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τη δυνατότητά τους να πληρώσουν, υπάρχει μεγαλύτερη ζήτηση κοινωνικών λειτουργών. Οι άποροι ασθενείς και οι οικογένειές τους είναι αυτοί ακριβώς που χρειάζονται πρόσθετες κοινωνικές υπηρεσίες και γι' αυτούς ακριβώς πρέπει να διεξαχθεί μια κοινωνική έρευνα. Επιπλέον, δεδομένου ότι τα νοσοκομεία IRIS έχουν την υποχρέωση να λειτουργούν πολλαπλές εγκαταστάσεις, ο αριθμός των κοινωνικών λειτουργών υπερβαίνει τον αριθμό που εύλογα θα περίμενε κανείς (ήτοι ένας κοινωνικός λειτουργός για 2 000 εισαγωγές, βλέπε αιτιολογική σκέψη 213).

IV.   Συμπέρασμα σχετικά με τις πρόσθετες υποχρεώσεις

(215)

Η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα νοσοκομεία IRIS διασφαλίζουν μια ΥΓΟΣ σε σχέση με τις κοινωνικές υγειονομικές υπηρεσίες, η οποία, εκτός από τη βασική νοσοκομειακή αποστολή, συμπεριλαμβάνει την υποχρέωση 1) περίθαλψης όλων των ασθενών σε όλες τις περιπτώσεις (συμπεριλαμβανομένων όσων βρίσκονται σε μη επείγουσα κατάσταση) ανεξάρτητα από την ικανότητα των ασθενών να πληρώσουν, 2) παροχής μιας πλήρους βασικής νοσοκομειακής περίθαλψης σε πολλαπλές εγκαταστάσεις και 3) συμπλήρωσης της ιατρικής περίθαλψης μέσω μιας διευρυμένης βοήθειας που διασφαλίζεται από τις εξελιγμένες κοινωνικές υπηρεσίες. Αυτός ο συνδυασμός υποχρεώσεων διασφαλίζει την κάλυψη των ειδικών κοινωνικών αναγκών του πληθυσμού των Βρυξελλών ως προς τις νοσοκομειακές υπηρεσίες και εγγυάται την πρόσβαση σε ποιοτική νοσοκομειακή περίθαλψη για όλους και ιδιαίτερα για τους απόρους. Καμία πρόσθετη υποχρέωση τέτοιου τύπου δεν ισχύει για τα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών, τα οποία είναι επιφορτισμένα μόνο με τη βασική νοσοκομειακή αποστολή που ορίζεται από το LHC. Η ΥΓΟΣ στα πλαίσια της κοινωνικής υγειονομικής περίθαλψης, συνεπώς, παρέχεται από τα νοσοκομεία IRIS, διότι είναι τα μόνα που πληρούν αυστηρότερες και ευρύτερες προδιαγραφές πέραν των ελάχιστων απαιτήσεων (ήτοι τη βασική νοσοκομειακή αποστολή) που εφαρμόζονται σε όλα τα νοσοκομεία του Βελγίου δυνάμει του LHC. Η εκτέλεση αυτής της ΥΓΟΣ στα πλαίσια της κοινωνικής υγειονομικής περίθαλψης συνοδεύεται από σημαντικές δαπάνες για τα νοσοκομεία IRIS, τα οποία δεν καλύπτονται, ή καλύπτονται μόνο εν μέρει, από τις κοινές πηγές χρηματοδότησης για τα δημόσια και ιδιωτικά νοσοκομεία και, ως εκ τούτου, προκαλούν τα ελλείμματα που δηλώνονται από τα νοσοκομεία IRIS. Για να εξασφαλιστεί η συνέχεια των δημόσιων νοσοκομείων τους, τα ΔΚΚΔ και οι ενδιαφερόμενοι δήμοι των Βρυξελλών πρέπει να αντισταθμίσουν τα ελλείμματα των νοσοκομείων IRIS, όπως περιγράφεται παρακάτω στις ενότητες 7.3.4.4 και 7.3.5.

7.3.4.2.   Η εντολοδόχος επιχείρηση και, κατά περίπτωση, η σχετική περιοχή

(216)

Κάθε νοσοκομείο IRIS έχει τα δικά του καταστατικά, τα οποία καθορίζουν το στόχο του, ενώ τα στρατηγικά σχέδια IRIS ισχύουν για κάθε ένα από τα πέντε νοσοκομεία IRIS. Επιπλέον, όπως και όλα τα βελγικά νοσοκομεία, τα νοσοκομεία IRIS έχουν λάβει ατομικές άδειες, τις οποίες χρειάζονται για να μπορούν να ζητήσουν άλλους τύπους δημόσιας χρηματοδότησης (όπως ΠΧΜ). Οι εν λόγω αναθέσεις δεν προσδιορίζουν τη γεωγραφική περιοχή εκτέλεσης των ΥΓΟΣ τους.

7.3.4.3.   Αποκλειστικά ή ειδικά δικαιώματα

(217)

Τα νοσοκομεία IRIS δεν απολαμβάνουν κανένα ειδικό ή αποκλειστικό δικαίωμα.

7.3.4.4.   Ο μηχανισμός αντιστάθμισης

(218)

Ο μηχανισμός αντιστάθμισης των ελλειμμάτων περιγράφεται στο άρθρο 46 του καταστατικού καθενός από τα πέντε νοσοκομεία IRIS. Αυτό το άρθρο έχει επί του παρόντος ως εξής (βλέπε επίσης υποσημείωση 48):

«Με την επιφύλαξη του άρθρου εκατόν εννέα [του LHC], το αποτέλεσμα του οικονομικού έτους κατανέμεται μεταξύ των εταίρων που διαθέτουν τουλάχιστον το ένα πέμπτο των συνολικών ψήφων στη Γενική Συνέλευση, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης».

(219)

Καθίσταται σαφές από το άρθρο 46 του καταστατικού των νοσοκομείων IRIS ότι:

η αντιστάθμιση των ελλειμμάτων δεν θίγει το μηχανισμό που προβλέπεται στο άρθρο 109 του LHC (νυν άρθρο 125 του LHC στην έκδοση του νόμου της 10ης Ιουλίου 2008), το οποίο ορίζει ότι οι δήμοι πρέπει να καλύπτουν το έλλειμμα του δημόσιου νοσοκομείου τους, με την εξαίρεση ορισμένων δραστηριοτήτων (261). Ωστόσο, όπως εξηγείται παρακάτω (βλέπε αιτιολογική σκέψη 235), η αντιστάθμιση των ελλειμμάτων του άρθρου 109 δεν έχει πραγματικό αντίκτυπο στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι, ήδη κατά την εισαγωγή, τα νοσοκομεία IRIS εξοφλούν αμέσως τα εν λόγω ποσά στον δήμο·

το προς κάλυψη αποτέλεσμα είναι αυτό που εμφανίζεται στους λογαριασμούς του νοσοκομείου (αφορά το λογιστικό έλλειμμα του νοσοκομείου στο σύνολό του και συνεπώς περιλαμβάνει και το αποτέλεσμα των συναφών δραστηριοτήτων του νοσοκομείου IRIS, βλέπε επίσης αιτιολογική σκέψη 41). Σε αντίθεση με το άρθρο 109 του LHC, το άρθρο 46 του εσωτερικού κανονισμού των νοσοκομείων IRIS δεν αποκλείει ορισμένες δραστηριότητες από το έλλειμμα. Ωστόσο, είναι επίσης σαφές ότι η αντιστάθμιση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό του λογιστικού ελλείμματος, δεδομένου ότι περιορίζεται στο αποτέλεσμα του οικονομικού έτους·

μόνο οι εταίροι που διαθέτουν το ένα πέμπτο των ψήφων στη Γενική Συνέλευση υποχρεούνται να συμβάλουν στην κάλυψη του ελλείμματος. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι μόνο οι δήμοι και τα ΔΚΚΔ οφείλουν να διασφαλίζουν αυτήν την κάλυψη (262).

(220)

Δεδομένου ότι τα νοσοκομεία IRIS δεν επιτελούν παρά μια ΥΓΟΣ και συναφείς δραστηριότητες, το άρθρο 46 των καταστατικών κάθε νοσοκομείου IRIS εγκαθιδρύει έναν σαφή μηχανισμό αντιστάθμισης, υποδεικνύοντας ότι το αποτέλεσμα του οικονομικού έτους (χωρίς καμία εξαίρεση) πρέπει να καλύπτεται. Αυτό το αποτέλεσμα καθορίζεται βάσει ενός σαφούς συνόλου λογιστικών αρχών που ισχύουν εξίσου τόσο για τα δημόσια όσο και για τα ιδιωτικά βελγικά νοσοκομεία. Επιπλέον, κάθε νοσοκομείο υποχρεούται (δυνάμει των άρθρων 80 έως 85 του LCH) να διορίσει έναν ανεξάρτητο ελεγκτή που να ελέγχει τους λογαριασμούς και τα αποτελέσματα (βλέπε αιτιολογική σκέψη 49).

(221)

Απαιτώντας την κάλυψη του συνόλου του ελλείμματος του νοσοκομείου IRIS, το άρθρο 46 του καταστατικού υπερβαίνει την ελάχιστη απαίτηση που προβλέπει το άρθρο 109 του LHC. Ο λόγος της συνολικής κάλυψης του ελλείμματος για την εκτέλεση της ΥΓΟΣ και των συναφών δραστηριοτήτων (263) είναι ότι οι τοπικές αρχές των Βρυξελλών θέλουν να εξασφαλίσουν τη συνέχεια και τη βιωσιμότητα των νοσοκομείων IRIS (βλέπε αιτιολογική σκέψη 91) ανά πάσα στιγμή. Το άρθρο 46 ακολουθεί επίσης τη λογική του άρθρου 61 του νόμου περί ΔΚΚΔ και διατυπώνεται ως εξής:

«Το κέντρο μπορεί να ανατρέξει στη συνεργασία ατόμων, επιχειρήσεων ή υπηρεσιών που δημιουργήθηκαν είτε από την κυβέρνηση είτε από την ιδιωτική πρωτοβουλία και διαθέτουν τα μέσα για την εκτέλεση των διάφορων απαιτούμενων λύσεων, σεβόμενο την ελεύθερη επιλογή του ενδιαφερόμενου.

Το κέντρο μπορεί να αναλάβει όλα τα έξοδα της συνεργασίας, εφόσον δεν καλύπτονται από την εκτέλεση άλλου νόμου, κανονισμού, σύμβασης ή δικαστικής απόφασης».

(222)

Τέλος, όπως εξηγήθηκε παραπάνω (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 22 και 44), οι δήμοι υποχρεούνται να καλύψουν το έλλειμμα του ΔΚΚΔ τους. Ως εκ τούτου, αποτελεί τελική ευθύνη του δήμου να καλύψει το σύνολο του ελλείμματος του δημόσιου νοσοκομείου του.

7.3.4.5.   Ρυθμίσεις για την είσπραξη τυχόν υπεραντισταθμίσεων και μέσα για την αποφυγή αυτών των υπεραντισταθμίσεων

(223)

Όπως εξηγείται παρακάτω, ο μηχανισμός αντιστάθμισης των ελλειμμάτων λειτουργεί έτσι ώστε ο κίνδυνος υπεραντιστάθμισης να είναι εξαρχής πολύ περιορισμένος (βλέπε αιτιολογική σκέψη 247). Επιπλέον, ο νόμος της 14ης Νοεμβρίου 1983 (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 248 έως 250) και ο νόμος περί ΔΚΚΔ (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 251 και 252) δίνουν στους δήμους τα απαραίτητα νομικά μέσα για τον έλεγχο της υπεραντιστάθμισης και, εάν είναι απαραίτητο, για την ανάκτηση της υπεραντιστάθμισης.

7.3.4.6.   Αναφορά στην απόφαση ΥΓΟΣ του 2012

(224)

Το άρθρο 4, στοιχείο στ) της απόφασης ΥΓΟΣ του 2012 προβλέπει ότι η ανάθεση πρέπει να περιέχει μια ιδιαίτερη αναφορά στην απόφαση. Το άρθρο 10, στοιχείο α) της εν λόγω απόφασης προβλέπει μια μεταβατική περίοδο δύο ετών για τα καθεστώτα ενίσχυσης που εφαρμόστηκαν πριν από τις 31 Ιανουαρίου 2012 και τα οποία ήταν συμβατά με την εσωτερική αγορά δυνάμει της απόφασης ΥΓΟΣ 2005. Ως εκ τούτου, στην περίπτωση αυτή, η αναφορά στην απόφαση ΥΓΟΣ 2012 εισήχθη μόλις το 2014. Συγκεκριμένα, από το 2014, κάθε απόφαση των δήμων Βρυξελλών να προβούν σε πληρωμή υπέρ ενός νοσοκομείου IRIS δυνάμει του άρθρου 46 των καταστατικών των νοσοκομείων IRIS αναφέρεται επίσης στην απόφαση ΥΓΟΣ του 2012. Επιπλέον, αξίζει να σημειωθεί ότι η αναφορά στην απόφαση ΥΓΟΣ του 2012 προστέθηκε στο άρθρο 108 της τρέχουσας έκδοσης του LHC με το νόμο της 10ης Απριλίου 2014 (264). Συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό ορίζει ότι κάθε απόφαση σχετικά με το ποσό του ΠΧΜ που πρέπει να παρέχεται σε ένα νοσοκομείο πρέπει να περιέχει ρητή αναφορά στην απόφαση ΥΓΟΣ του 2012. Επομένως, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι αυτή η τυπική απαίτηση πληρούται.

7.3.5.   Αντιστάθμιση

(225)

Η δεύτερη απαραίτητη προϋπόθεση της συμβατότητας που προβλέπει η απόφαση ΥΓΟΣ 2012 είναι το ποσό της αντιστάθμισης που καταβάλλεται για την παροχή ΥΓΟΣ να μην υπερβαίνει το ποσό που είναι αναγκαίο για την κάλυψη των καθαρών δαπανών που προκύπτουν από την εκτέλεση των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένου ενός εύλογου κέρδους (265). Η απόφαση ΥΓΟΣ 2012 ορίζει περαιτέρω το πώς πρέπει να υπολογίζεται το καθαρό κόστος (συμπεριλαμβανομένου και του καθορισμού των εξόδων και των εσόδων που μπορούν να ληφθούν υπόψη), δείχνει πώς πρέπει να προσδιορίζεται το εύλογο κέρδος και απαιτεί από μία επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητες τόσο στα πλαίσια της ΥΓΟΣ όσο και εκτός αυτής να τηρεί ξεχωριστούς εσωτερικούς λογαριασμούς για τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την ΥΓΟΣ και για τις άλλες δραστηριότητες (266).

(226)

Στην περίπτωση αυτή, τα νοσοκομεία IRIS δεν εκτελούν παρά μια ΥΓΟΣ και τις περιορισμένες συναφείς δραστηριότητες που σχετίζονται με αυτή την ΥΓΟΣ και περιγράφονται παραπάνω (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 41 και 155). Με την εκτέλεση αυτών των δραστηριοτήτων (η ΥΓΟΣ και οι περιορισμένες συναφείς δραστηριότητες), τα νοσοκομεία IRIS αναλαμβάνουν δαπάνες, οι οποίες καλύπτονται σε μεγάλο βαθμό (267) από τις διάφορες δημόσιες και ιδιωτικές πηγές χρηματοδότησης που περιγράφονται παραπάνω (βλέπε αιτιολογική σκέψη 46). Ωστόσο, όπως φαίνεται παρακάτω (βλέπε πίνακες 3-7) κατά τα περισσότερα έτη από το 1996, η εκτέλεση των εν λόγω δραστηριοτήτων από τα νοσοκομεία IRIS οδήγησε σε έλλειμμα. Η Επιτροπή θεωρεί ότι τα ελλείμματα αυτά είναι το υπολειπόμενο καθαρό κόστος (δηλαδή, το μέρος του καθαρού κόστους που δεν καλύπτεται από τις πηγές χρηματοδότησης που περιγράφονται στην αιτιολογική σκέψη 46) της ΥΓΟΣ και των περιορισμένων συναφών δραστηριοτήτων που εκτελούνται από τα νοσοκομεία IRIS. Αντισταθμίζοντας τα ελλείμματα αυτά, οι δήμοι δεν καλύπτουν τίποτα περισσότερο από το υπολειπόμενο καθαρό κόστος που επιβαρύνει τα νοσοκομεία IRIS κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος και των συναφών δραστηριοτήτων και δεν προσδίδουν καν κάποιο εύλογο κέρδος. Ως εκ τούτου, εξ ορισμού, η αντιστάθμιση των ελλειμμάτων που καταγράφονται από τα νοσοκομεία IRIS δεν πρέπει να οδηγεί και δεν οδήγησε σε πραγματική υπεραντιστάθμιση (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 234 έως 245 παρακάτω).

(227)

Δυνάμει του άρθρου 77 του LHC, όλα τα νοσοκομεία υποχρεούνται να τηρούν ξεχωριστούς λογαριασμούς που να δείχνουν το κόστος κάθε υπηρεσίας. Οι λογιστικές αρχές που εφαρμόζονται στα δημόσια και τα ιδιωτικά νοσοκομεία ορίζονται από το βασιλικό διάταγμα της 19ης Ιουνίου 2007 (268). Δυνάμει του βασιλικού διατάγματος, οι μη νοσοκομειακές δραστηριότητες (δηλαδή, στην προκειμένη περίπτωση, οι συναφείς δραστηριότητες που περιγράφονται παραπάνω στις αιτιολογικές σκέψεις 41 και 155) θα πρέπει να καταγράφονται χωριστά (ακριβέστερα, θα πρέπει να αναφέρονται στους λογιστικούς κωδικούς 900-999, βλέπε επίσης αιτιολογική σκέψη 49). Η Επιτροπή έλαβε πιστοποιητικά των ανεξάρτητων ελεγκτών κάθε νοσοκομείου IRIS, τα οποία επιβεβαιώνουν ότι ο διαχωρισμός των λογαριασμών εφαρμόστηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις του βελγικού δικαίου (269). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υποχρέωση του άρθρου 5 παράγραφος 9 της απόφασης ΥΓΟΣ 2012 για τήρηση χωριστών λογαριασμών πληρούται.

(228)

Όπως εξηγείται ανωτέρω (βλέπε αιτιολογική σκέψη 44), δυνάμει του άρθρου 46 των καταστατικών των νοσοκομείων IRIS, οι δήμοι και οι ΔΚΚΔ των Βρυξελλών υποχρεούνται να καλύψουν ολόκληρο το λογιστικό έλλειμμα των νοσοκομείων τους. Η απαίτηση αυτή, η οποία υφίσταται από τη σύσταση των νοσοκομείων IRIS, βαίνει πέραν του μηχανισμού μερικής αντιστάθμισης των ελλειμμάτων που προβλέπεται στο άρθρο 109 του LHC (βλέπε αιτιολογική σκέψη 47). Η αντιστάθμιση που χορηγήθηκε βάσει του άρθρου 46 του καταστατικού των νοσοκομείων IRIS δεν μπορεί ωστόσο να υπερβαίνει ποτέ το λογιστικό έλλειμμα του οικονομικού έτους. Τέλος, ενώ το άρθρο 46 δημιουργεί μια σαφή υποχρέωση αντιστάθμισης των ελλειμμάτων, δεν προσδιορίζει ρητά πότε οι δήμοι και οι ΔΚΚΔ πρέπει να μεταφέρουν τα κεφάλαια στην πράξη (270).

(229)

Στην πράξη, ο χρόνος καταβολής των πληρωμών των δήμων υπέρ των νοσοκομείων IRIS εξαρτιόταν πάντα από τα διαθέσιμα κεφάλαια στα δημοτικά ταμεία. Δεδομένου ότι τα διαθέσιμα κεφάλαια ήταν γενικά ανεπαρκή, οι δήμοι είχαν την τάση να αναβάλλουν την καταβολή της αντιστάθμισης για τα ελλείμματα των νοσοκομείων. Θεωρητικά, θα μπορούσαν να συνεχίσουν να την αναβάλλουν μέχρις ότου η ομοσπονδιακή υπηρεσία δημόσιας υγείας να καθορίσει το έλλειμμα δυνάμει του άρθρου 109 του LHC, καθώς αυτό τους ανάγκαζε να προβούν στην (μερική) καταβολή της αντιστάθμισης των νοσοκομειακών ελλειμμάτων. Ωστόσο, ενδέχετο να χρειαστεί μεγάλο χρονικό διάστημα (μερικές φορές 10 έτη) μεταξύ της στιγμής γνωστοποίησης του λογιστικού ελλείμματος και της στιγμής υπολογισμού του ελλείμματος δυνάμει του άρθρου 109 του LCH. Αυτό σημαίνει ότι μεταξύ του 1996 και του 2002, τα νοσοκομεία IRIS συσσώρευσαν τεράστια ελλείμματα (πάνω από 50 εκατ. ευρώ). Για να καλύψουν αυτό το κενό στη χρηματοδότηση τους, τα νοσοκομεία IRIS αναγκάστηκαν να συνάψουν τραπεζικά δάνεια, το κόστος των οποίων αύξησε περαιτέρω τα ελλείμματά τους.

(230)

Οι δήμοι συνειδητοποίησαν ότι η κατάσταση αυτή ήταν εναντίον τους, καθώς κατέληξαν να καταβάλλουν τους τόκους των δανείων αυτών για την κάλυψη των ελλειμμάτων. Ως εκ τούτου, θέλησαν να πληρώσουν τα νοσοκομεία IRIS πιο γρήγορα από το να περιμένουν τη στιγμή όπου η δημόσια ομοσπονδιακή υπηρεσία Δημόσιας Υγείας θα τους αναγκάσει να καλύψουν το έλλειμμα δυνάμει του άρθρου 109 του LHC. Δεδομένης της ανεπάρκειας των οικονομικών πόρων σε επίπεδο δήμων, η περιφέρεια των Βρυξελλών-πρωτευούσης χρειάστηκε να παρέμβει για να καταστεί αυτό δυνατό. Η Περιφέρεια χορήγησε κυρίως χρηματοδότηση στους ενδιαφερόμενους δήμους 1) μέσω του FRBRTC (βλέπε αιτιολογική σκέψη 231) και 2) από το 2003, και άμεσα με την παροχή ειδικών επιχορηγήσεων (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 232 και 233). Αυτό επέτρεψε στους δήμους να εκπληρώσουν πιο γρήγορα, αν και εν μέρει (271), την υποχρέωσή τους για αντιστάθμιση προς τα νοσοκομεία IRIS. Όπως εξηγείται παραπάνω (βλέπε 7.1), η περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης παρείχε και συνεχίζει να παρέχει δημόσια χρηματοδότηση μόνο στους ενδιαφερομένους δήμους των Βρυξελλών και όχι στα νοσοκομεία IRIS.

(231)

Τα ελλείμματα των νοσοκομείων IRIS κατά τη διάρκεια των οικονομικών ετών 1996-2002 δεν αντισταθμίστηκαν από τους δήμους παρά μόνο από το 2002 και μετά, μέσω της χρηματοδότησης που έλαβαν από το FRBRTC. Η αντιστάθμιση των ελλειμμάτων για την περίοδο αυτή ολοκληρώθηκε μόλις το 2008. Για την αντιστάθμιση των ελλειμμάτων που καταγράφηκαν από το 2003 κι έπειτα, οι δήμοι δεν ξαναχρησιμοποίησαν τη χρηματοδότηση FRBRTC.

(232)

Από το οικονομικό έτος 2003 κι έπειτα, η περιφέρεια των Βρυξελλών-πρωτευούσης άρχισε να χορηγεί κατά μέσο όρο 10 εκατ. ευρώ ετησίως (για τα ακριβή ποσά, βλέπε πίνακα 2 παρακάτω) στους δήμους με τη μορφή ειδικών επιδοτήσεων. Κάθε δήμος κατέβαλε με τη σειρά του αυτή την ειδική επιδότηση, συνήθως στην αρχή του επόμενου έτους, με βάση το κατ' εκτίμηση έλλειμμα του νοσοκομείου (για παράδειγμα, στις αρχές του 2015 για το οικονομικό έτος 2014). Το έλλειμμα υπολογίζεται βάσει του ελέγχου των δραστηριοτήτων του νοσοκομείου και του εκτιμώμενου αποτελέσματος για τους πρώτους εννέα μήνες του έτους. Εντός των έξι μηνών από τη λήξη του οικονομικού έτους (δηλαδή πριν από το τέλος του Ιουνίου), η γενική συνέλευση κάθε νοσοκομείου IRIS εγκρίνει τις οικονομικές καταστάσεις του νοσοκομείου, καθώς και το τελικό λογιστικό έλλειμμα. Το ποσό του λογιστικού ελλείμματος που απομένει μετά την καταβολή της ειδικής επιχορήγησης ρευστοποιείται ανάλογα με τα διαθέσιμα κεφάλαια των δημοτικών ταμείων. Η διαδικασία ρευστοποίησης μπορεί να διαρκέσει αρκετά χρόνια ακόμη και καθ' όλη τη διάρκεια της εξεταζόμενης περιόδου (1996-2014), τα νοσοκομεία IRIS ανέμεναν σταθερά τις καταβολές των δήμων (βλέπε πίνακες στην αιτιολογική σκέψη 234 για τις λεπτομέρειες των οφειλόμενων υπολοίπων).

Πίνακας 2

Καταβολές (που χρηματοδοτούνται από το ειδικό επίδομα) των δήμων προς όφελος των νοσοκομείων IRIS

(ευρώ)

Έτος

CHU St. Pierre

CHU Brugmann

HIS

HUDERF

Institut Bordet

Σύνολο

2003

1 620 000

1 770 000

3 765 000

820 000

2 025 000

10 000 000

2004

1 541 775

1 457 000

3 765 000

781 981

1 321 316

8 867 072

2005

2 132 928

3 657 000

3 765 000

778 000

800 000

11 132 928

2006

3 657 000

3 765 000

778 000

1 800 000

10 000 000

2007

278 330

4 125 610

3 765 000

622 529

1 208 531

10 000 000

2008

308 367

3 999 767

3 765 000

871 350

1 055 516

10 000 000

2009

490 002

3 231 504

3 765 000

1 246 998

1 266 496

10 000 000

2010

565 440

3 644 432

3 388 500

1 401 628

9 000 000

2011

654 580

3 206 932

3 576 750

1 220 232

841 506

9 500 000

2012

1 091 761

3 380 656

3 765 000

945 316

817 267

10 000 000

2013

1 826 753

2 500 348

3 765 000

635 966

1 271 933

10 000 000

2014

1 390 000

2 847 000

3 765 000

618 000

1 380 000

10 000 000

Σύνολο

11 899 936

37 477 249

44 615 250

10 720 000

13 787 565

118 500 000

(233)

Από λογιστικής άποψης, το μέρος της ειδικής επιδότησης λήφθηκε απευθείας υπόψη στα αποτελέσματα του νοσοκομείου για κάποια έτη (μειώνοντας συνεπώς το εναπομείναν έλλειμμα), ενώ κάποια άλλα έτη, το ποσό θεωρήθηκε ως αντιστάθμιση του ελλείμματος (δηλαδή, στην κατανομή του αποτελέσματος). Επιπλέον, το CHU Saint-Pierre κατήγγειλε μια λογιστική καθυστέρηση το 2004, η οποία είχε ως αποτέλεσμα το μερίδιό της ειδικής επιδότησης να καταγραφεί στους λογαριασμούς του επόμενου έτους. Αυτό εξηγεί γιατί το συνολικό ποσό της ειδικής επιδότησης για τα πέντε νοσοκομεία IRIS το 2004 ανέρχεται μόλις στα 8 867 072 ευρώ, ενώ το 2005 ανήλθε σε 11 132 928 ευρώ, ήτοι σύνολο 20 εκατ. ευρώ (ή 10 εκατ. ευρώ ετησίως, όπως προβλεπόταν). Παρά τις διαφορές αυτές στη λογιστική αντιμετώπιση, η βασική αρχή των πληρωμών αυτών ήταν πάντα να παρέχεται μια ταχεία αντιστάθμιση (και συνήθως μερική) του ελλείμματος χωρίς να προκαλείται υπεραντιστάθμιση (βλέπε το υπόλοιπο αυτής της ενότητας).

(234)

Οι παρακάτω πίνακες 3-7 δείχνουν τα λογιστικά ελλείμματα καθενός από τα πέντε νοσοκομεία IRIS για κάθε έτος (η άθροιση των ελλειμμάτων αυτών ανήλθε σε περίπου 250 εκατ. ευρώ για την περίοδο 1996-2014) και τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν κάθε χρόνο από τους δήμους (οι πληρωμές αυτές μπορούν να αφορούν ελλείμματα προηγούμενων ετών). Οι πίνακες 3-7 δείχνουν τις ημερομηνίες (δηλαδή τα έτη), κατά τις οποίες οι δήμοι κατέβαλαν πληρωμές για την αντιστάθμιση των ελλειμμάτων των διαφόρων νοσοκομείων IRIS, αλλά δεν διευκρινίζουν τα έτη που αφορούν οι εν λόγω πληρωμές (272). Αυτοί οι πίνακες απεικονίζουν επίσης τη συσσώρευση των ελλειμμάτων κατά την περίοδο 1996-2002 και την καθυστέρηση των πληρωμών από τους δήμους. Επιπλέον, είναι σαφές ότι κατά την περίοδο 1996-2014, οι διάφοροι οικείοι δήμοι όφειλαν συνεχώς σημαντικά ποσά στα νοσοκομεία IRIS για την αντιστάθμιση των ελλειμμάτων. Το οφειλόμενο υπόλοιπο μέχρι το τέλος του 2014 για τα πέντε νοσοκομεία IRIS ξεπερνούσε συνολικά τα 15 εκατ. ευρώ. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να τονιστεί ότι, όταν τα νοσοκομεία IRIS παράγουν κέρδος, αυτό δεν διανέμεται και χρησιμοποιείται για να καλύψει τα προηγούμενα ή τα μελλοντικά ελλείμματα, μειώνοντας έτσι την παρέμβαση των δήμων. Τέλος, καθίσταται επίσης σαφές από αυτούς τους πίνακες ότι, όπως υποστηρίζουν οι βελγικές αρχές (βλέπε αιτιολογική σκέψη 89), και σε αντίθεση με όσα ισχυρίζονται οι καταγγέλλοντες, δεν υπάρχει κανένας μηχανισμός προκαταβολών (βλέπε αιτιολογική σκέψη 55). Πράγματι, οι πληρωμές γίνονται από κοινού με σημαντική καθυστέρηση σε σχέση με τη στιγμή την οποία καταγράφηκε το έλλειμμα και άρχισε να ισχύει η υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 46 των καταστατικών των νοσοκομεία IRIS. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ημερομηνία πληρωμών της αντιστάθμισης των ελλειμμάτων για την εκτέλεση της ΥΓΟΣ και των συναφών δραστηριοτήτων αποφέρει όφελος στα νοσοκομεία IRIS.

Πίνακας 3

Ημερομηνία πληρωμής του ελλείμματος και εναπομένον οφειλόμενο υπόλοιπο για το CHU Saint-Pierre

(ευρώ)

CHU Saint-Pierre

Λογιστικό έλλειμμα

Πληρωμές του δήμου

Εναπομένον οφειλόμενο υπόλοιπο

1996

– 5 737 856

0

– 5 737 856

1997

– 6 754 920

0

– 12 492 776

1998

– 3 696 235

0

– 16 189 011

1999

– 752 234

0

– 16 941 245

2000

– 1 072 993

0

– 18 014 238

2001

– 1 416 937

0

– 19 431 174

2002

– 2 914 245

3 368 351

– 18 977 068

2003

– 2 629 012

4 925 162

– 16 680 918

2004

– 1 541 775

11 571 300

– 6 651 393

2005

– 2 248 399

1 000 000

– 7 899 792

2006

98 114

2 886 635

– 4 915 043

2007

– 774 755

2 217 900

– 3 471 897

2008

– 1 054 119

2 356 333

– 2 169 683

2009

– 1 000 933

490 002

– 2 680 614

2010

– 1 576 429

565 440

– 3 691 602

2011

– 949 668

654 580

– 3 986 690

2012

– 1 079 200

1 091 761

– 3 974 129

2013

– 1 880 205

1 826 753

– 4 027 580

2014

– 1 441 778

1 900 931

– 3 568 427

Σύνολο

– 38 423 575

34 855 148

– 3 568 427

Πίνακας 4

Ημερομηνία πληρωμής του ελλείμματος και εναπομένον οφειλόμενο υπόλοιπο για το CHU Brugmann  (273)

(ευρώ)

CHU Brugmann

Λογιστικό έλλειμμα

Πληρωμές του δήμου

Εναπομένον οφειλόμενο υπόλοιπο

1996

Άνευ αντικειμένου

Άνευ αντικειμένου

Άνευ αντικειμένου

1997

Άνευ αντικειμένου

Άνευ αντικειμένου

Άνευ αντικειμένου

1998

Άνευ αντικειμένου

Άνευ αντικειμένου

Άνευ αντικειμένου

1999

– 508 171

0

– 508 171

2000

– 3 755 229

0

– 4 263 399

2001

– 5 440 039

0

– 9 703 438

2002

– 1 976 934

0

– 11 680 371

2003

– 1 697 238

1 770 000

– 11 607 609

2004

– 1 442 292

1 457 000

– 11 592 901

2005

– 7 413 186

4 404 420

– 14 601 667

2006

– 14 180 725

10 893 584

– 17 888 808

2007

– 6 954 466

10 151 330

– 14 691 944

2008

– 6 308 290

6 699 647

– 14 300 587

2009

– 6 228 859

3 231 504

– 17 297 942

2010

– 5 011 208

3 644 432

– 18 664 719

2011

– 2 982 442

3 224 315

– 18 422 846

2012

– 2 945 806

16 219 985

– 5 148 666

2013

– 2 799 788

7 090 156

– 858 298

2014

– 2 923 714

2 847 000

– 935 012

Σύνολο

– 72 568 385

71 633 373

– 935 012

Πίνακας 5

Ημερομηνία πληρωμών του ελλείμματος και εναπομένον οφειλόμενο υπόλοιπο για την HUDERF

(ευρώ)

HUDERF

Λογιστικό έλλειμμα

Πληρωμές του δήμου

Εναπομένον οφειλόμενο υπόλοιπο

1996

– 1 505 830

0

– 1 505 830

1997

– 1 026 881

0

– 2 532 711

1998

– 245 113

0

– 2 777 825

1999

1 642

0

– 2 776 183

2000

– 484 951

0

– 3 261 134

2001

– 1 218 954

0

– 4 480 088

2002

– 479 490

883 192

– 4 076 386

2003

– 1 117 778

1 583 539

– 3 610 625

2004

– 781 981

1 863 863

– 2 528 742

2005

– 1 279 230

778 000

– 3 029 973

2006

– 2 494 074

1 605 532

– 3 918 515

2007

– 2 687 621

1 688 424

– 4 917 712

2008

– 2 314 050

1 208 667

– 6 023 095

2009

– 1 868 670

1 246 998

– 6 644 767

2010

– 1 823 049

1 401 628

– 7 066 187

2011

– 1 620 663

1 220 232

– 7 466 618

2012

– 945 316

5 525 711

– 2 886 223

2013

– 528 779

635 966

– 2 779 036

2014

– 618 000

2 682 372

– 714 664

Σύνολο

– 23 038 788

22 324 124

– 714 664

Πίνακας 6

Ημερομηνία πληρωμών του ελλείμματος και εναπομένον οφειλόμενο υπόλοιπο για το Institut Bordet

(ευρώ)

Institut Bordet

Λογιστικό έλλειμμα

Πληρωμές των δήμων

Εναπομένον οφειλόμενο υπόλοιπο

1996

752 505

0

752 505

1997

170 241

0

922 745

1998

41 349

0

964 094

1999

44 371

0

1 008 465

2000

5 439

0

1 013 904

2001

154 518

0

1 168 423

2002

– 4 929 106

0

– 3 760 683

2003

– 4 916 506

2 025 000

– 6 652 189

2004

– 2 001 995

1 321 316

– 7 332 868

2005

– 771 467

800 000

– 7 304 335

2006

– 1 817 630

1 800 000

– 7 321 966

2007

– 1 874 162

2 673 741

– 6 522 386

2008

– 1 624 347

4 519 412

– 3 627 322

2009

– 688 005

1 266 496

– 3 048 830

2010

– 655 634

0

– 3 704 465

2011

– 838 644

841 506

– 3 701 602

2012

– 833 460

4 465 110

– 69 952

2013

– 2 551 468

1 271 933

– 1 349 487

2014

– 1 943 857

2 023 112

– 1 270 232

Σύνολο

– 24 277 858

23 007 626

– 1 270 232

Πίνακας 7

Ημερομηνία πληρωμών του ελλείμματος και εναπομένον οφειλόμενο υπόλοιπο για τα HIS  (274)

(ευρώ)

HIS

Λογιστικό έλλειμμα

Πληρωμές του δήμου

Εναπομένον οφειλόμενο υπόλοιπο

1996

Άνευ αντικειμένου

Άνευ αντικειμένου

Άνευ αντικειμένου

1997

Άνευ αντικειμένου

Άνευ αντικειμένου

Άνευ αντικειμένου

1998

Άνευ αντικειμένου

Άνευ αντικειμένου

Άνευ αντικειμένου

1999

– 1 248 404

0

– 1 248 404

2000

– 7 220 971

0

– 8 469 375

2001

– 14 782 680

0

– 23 252 055

2002

– 12 978 574

416 079

– 35 814 550

2003

– 7 990 196

6 018 822

– 37 785 924

2004

– 5 941 987

13 425 604

– 30 302 307

2005

– 4 440 896

3 765 000

– 30 978 203

2006

– 5 022 247

12 622 542

– 23 377 907

2007

– 3 882 170

10 885 280

– 16 374 797

2008

– 3 779 570

10 885 190

– 9 269 178

2009

– 3 774 545

3 765 000

– 9 278 722

2010

– 3 387 655

3 388 500

– 9 277 877

2011

– 3 572 694

3 576 750

– 9 273 821

2012

– 3 767 190

3 765 000

– 9 276 011

2013

– 3 761 761

3 765 000

– 9 272 772

2014

– 3 760 497

3 765 000

– 9 268 269

Σύνολο

– 89 312 036

80 043 767

– 9 268 269

(235)

Στην πράξη, η αντιστάθμιση του ελλείμματος σύμφωνα με το άρθρο 46 των καταστατικών των νοσοκομείων IRIS υπερισχύει της αντιστάθμισης του ελλείμματος σύμφωνα με το άρθρο 109 του LCH. Στην πραγματικότητα, αφού το ομοσπονδιακό Υπουργείο Δημόσιας Υγείας καθόρισε το έλλειμμα δυνάμει του άρθρου 109 του LCH (βλέπε αιτιολογική σκέψη 47), αποστέλλεται επιστολή στο δήμο και η τράπεζά του λαμβάνει την εντολή να καταβάλει αμέσως το ποσό αυτό στο νοσοκομείο, λαμβάνοντας υπόψη τις τυχόν πληρωμές για την αντιστάθμιση του ελλείμματος που έχουν ήδη καταβληθεί από το δήμο για το εν λόγω νοσοκομείο, βάσει του άρθρου 46 των καταστατικών του. Επιπλέον, οι δήμοι και τα νοσοκομεία IRIS συμφώνησαν ότι τα τελευταία θα επέστρεφαν αμέσως στους δήμους τα ποσά που τους καταβλήθηκαν βάσει του άρθρου 109 του LCH, προκειμένου να αποφευχθεί η διπλή κάλυψη του ίδιου ελλείμματος. Σε αυτό το πλαίσιο, η Επιτροπή έλαβε από την Belfius, την τράπεζα των δήμων, μια επιστολή και έναν πίνακα που επιβεβαιώνουν ότι, για κάθε έτος και για τα πέντε νοσοκομεία IRIS, αυτές οι επιστροφές έγιναν αμέσως, γεγονός που αποκλείει τη διπλή κάλυψη του ελλείμματος. Ο πίνακας 8 παρακάτω παρέχει μια πλήρη επισκόπηση όλων των ποσών των αντισταθμίσεων «του ελλείμματος σύμφωνα με το άρθρο 109 του LCH» που καταβλήθηκαν στα νοσοκομεία IRIS από τους δήμους και τα οποία καταβλήθηκαν άμεσα, εξισορροπώντας τις εν λόγω συναλλαγές. Κατά συνέπεια, τα νοσοκομεία IRIS δεν ωφελήθηκαν από αυτές τις πληρωμές δυνάμει του άρθρου 109 του LCH και μόνο η αντιστάθμιση του ελλείμματος δυνάμει του άρθρου 46 του καταστατικών των νοσοκομείων IRIS είναι σημαντική για τη συνέχεια της αξιολόγησης στο πλαίσιο της παρούσας απόφασης. Ο πίνακας 8 περιλαμβάνει μόνο τις πληρωμές μέχρι το οικονομικό έτος 2006, διότι πρόκειται επί του παρόντος για το πιο πρόσφατο έτος, για το οποίο καθορίστηκε το έλλειμμα από τη δημόσια ομοσπονδιακή υπηρεσία δημόσιας υγείας σύμφωνα με το άρθρο 109 του LCH. Αυτό απεικονίζει τις σημαντικές καθυστερήσεις που χαρακτηρίζουν στην πράξη την καταβολή της αντιστάθμισης του ελλείμματος βάσει του μηχανισμού του άρθρου 109 του LCH και εξηγεί επίσης γιατί τα νοσοκομεία IRIS δεν προσφεύγουν σ' αυτόν (και επιστρέφουν συνεπώς άμεσα την εν λόγω αντιστάθμιση αφού τη λάβουν). Πράγματι, η αντιστάθμιση σύμφωνα με το άρθρο 46των καταστατικών των νοσοκομείων IRIS αποτελεί έναν πιο γρήγορο μηχανισμό (ιδίως μετά την εισαγωγή των ειδικών επιχορηγήσεων για τους δήμους, βλέπε αιτιολογική σκέψη 232) από αυτόν του άρθρου 109 του LCH. Επιπλέον, η κάλυψη του ελλείμματος σύμφωνα με το άρθρο 46 των καταστατικών των νοσοκομείων IRIS υπερβαίνει τη μερική κάλυψη του ελλείμματος σύμφωνα με το άρθρο 109 του LCH (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 47 και 48), διότι αντισταθμίζει πλήρως το λογιστικό έλλειμμα που κατέγραψαν τα νοσοκομεία IRIS. Για όλους αυτούς τους λόγους, η εκτίμηση στα πλαίσια της παρούσας απόφασης αφορά μόνο τον μηχανισμό αντιστάθμισης σύμφωνα με το άρθρο 46 και δεν επιδιώκει πλέον να αξιολογήσει το μηχανισμό αντιστάθμισης του ελλείμματος σύμφωνα με το άρθρο 109 LCH, σε αντίθεση με την απόφαση της Επιτροπής του 2009 που ακυρώθηκε και η οποία αποτιμούσε το μηχανισμό του άρθρου 109 του LCH.

Πίνακας 8

Πλήρης επισκόπηση των ποσών του ελλείμματος σύμφωνα με το άρθρο 109 του LCH  (275) που έχουν καταβληθεί και επιστραφεί άμεσα (κατάσταση όπως αποτυπώθηκε την 9η Νοεμβρίου 2015)

(ευρώ)

 

CHU St. Pierre

CHU Brugmann

HIS

HUDERF

Institut Bordet

1996

560 322,61

0

2 727 844,19

0

0

1997

0

0

3 051 321,12

0

0

1998

0

0

553 331

0

0

1999

0

781 686,52

345 176,04

0

0

2000

1 019 647,97

0

0

0

2 483 585,21

2001

0

2 511 189,37

126 193,12

263 390,41

4 681 594,58

2002

0

0

0

0

0

2003

0

0

3 658 304,97

0

1 699 065,20

2004

0

0

0

0

705 798,98

2005

0

0

0

0

0

2006

0

5 727 775,67

0

384 527,59

0

(236)

Η Επιτροπή εξέτασε επίσης εάν, κατά τη διάρκεια της περιόδου 1996-2014 (276), τα νοσοκομεία IRIS επωφελήθηκαν πράγματι από την υπεραντιστάθμιση. Λόγω των συγχωνεύσεων που πραγματοποιήθηκαν την 1η Ιουλίου 1999 (βλέπε επίσης αιτιολογική σκέψη 28), καθώς και της μακράς περιόδου που παρήλθε από τότε, η ανάλυση της αποζημίωσης δεν μπορεί να καλύψει την περίοδο 1996-1998 για το CHU Brugmann, διότι δεν βρέθηκαν τα σχετικά αρχεία. Για τους ίδιους λόγους, για τα HIS, η ανάλυση αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο συγκεντρωτικά για τα έτη 1996-1998. Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι οι βελγικές αρχές παρείχαν όλες τις χρήσιμες λογιστικές πληροφορίες των νοσοκομείων IRIS, καθώς επίσης και τις πληρωμές που καταβάλλονται από τους δήμους για την κάλυψη του ελλείμματος, στο βαθμό που τα στοιχεία αυτά ήταν διαθέσιμα. Πράγματι, μέχρι την έναρξη ισχύος της απόφασης ΥΓΟΣ 2005 στις 19 Δεκεμβρίου 2005, τα κράτη μέλη υποχρεούνταν να τηρούν τις πληροφορίες που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή για χρονική περίοδο πέντε ετών (277) [αντί για δέκα βάσει των αποφάσεων ΥΓΟΣ 2005 και 2012 (278)]. Παρά το γεγονός ότι η πρώτη αίτηση παροχής πληροφοριών της Επιτροπής απεστάλη μόλις στις 22 Μαρτίου 2006, οι βελγικές αρχές κατάφεραν να προσκομίσουν τα στοιχεία για το CHU Saint-Pierre, το HUDERF και το Institut Bordet από το 1996 κι έπειτα και για τα HIS (και συνολικά στοιχεία για την περίοδο 1996-1998) και το CHU Brugmann από το 1999 κι έπειτα.

(237)

Η Επιτροπή εξέτασε εάν οι πληρωμές αντιστάθμισης του ελλείμματος από τις κοινότητες για ένα δεδομένο έτος (με την υποστήριξη της χρηματοδότησης FRBRTC και των ειδικών επιχορηγήσεων της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης, καθώς και με δικά τους μέσα) υπερέβησαν το λογιστικό έλλειμμα του εν λόγω έτους. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι τα νοσοκομεία IRIS έλαβαν αντιστάθμιση μόνο για τα ελλείμματα που οφείλονται στην εκτέλεση της ΥΓΟΣ και ορισμένων περιορισμένων συναφών δραστηριοτήτων. Οι κατωτέρω πίνακες 9 ως 13 δείχνουν τα σχετικά στοιχεία για κάθε νοσοκομείο IRIS. Ωστόσο, είναι σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι αυτοί οι πίνακες δεν δείχνουν τη χρονική στιγμή όπου ο δήμος αποζημίωσε (μερικώς) το έλλειμμα. Τα έτη κατά τα οποία οι κοινότητες πραγματοποίησαν πληρωμές για την αντιστάθμιση των ελλειμμάτων υπέρ των νοσοκομείων IRIS προσδιορίζονται ανωτέρω, στους πίνακες 3 ως 7 (βλέπε αιτιολογική σκέψη 234). Όσον αφορά τους πίνακες 9 ως 13, δείχνουν μόνο τα ποσά που καταβάλλονται στα νοσοκομεία IRIS από τους δήμους (συνήθως σε δόσεις) για να αντισταθμιστεί το έλλειμμα ενός δεδομένου έτους, χωρίς να προσδιορίζεται η στιγμή που καταβλήθηκαν τα ποσά αυτά. Αν οι πίνακες 9 έως 13 καταρτίστηκαν για να εντοπιστούν τυχόν υπεραντισταθμίσεις για ένα συγκεκριμένο έτος μεμονωμένα, στην πράξη, κανένα από τα νοσοκομεία IRIS δεν έλαβε ποτέ πραγματική αποζημίωση, όπως εξηγείται παρακάτω (βλέπε αιτιολογική σκέψη 238).

(238)

Όπως φαίνεται στους παρακάτω πίνακες, η σύγκριση του λογιστικού ελλείμματος και της αντιστάθμισης που καταβάλλεται για ένα δεδομένο έτος δεν αποκαλύπτει παρά μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις (279) μια τεχνική υπεραντιστάθμιση, όταν εξετάζεται μεμονωμένα το εν λόγω έτος. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τους πίνακες 3 ως 7 της αιτιολογικής σκέψης 234, στην πράξη, κανένα από τα νοσοκομεία IRIS δεν επωφελήθηκε ποτέ από μια πραγματική υπεραντιστάθμιση, δεδομένου ότι κατά την υπό εξέταση περίοδο (1996-2014) οι δήμοι χρωστούσαν μονίμως σημαντικά ποσά στα νοσοκομεία IRIS για την αντιστάθμιση των ελλειμμάτων. Οι τεχνικές υπεραντισταθμίσεις μπορεί να οφείλονταν στην επιθυμία του δήμου, κατά τη διάρκεια ενός δεδομένου έτους, να καλύψει όχι μόνο το λογιστικό έλλειμμα του τρέχοντος έτους, αλλά και την καθυστέρησή του ως προς την κάλυψη των ελλειμμάτων που σχετίζονται με προηγούμενα έτη. Αν και αυτό το κίνητρο δεν μπορεί να αποδειχθεί, το γεγονός είναι ότι για κάθε έτος κατά το οποίο τα νοσοκομεία IRIS έλαβαν πληρωμές που, αν ληφθεί υπόψη το εν λόγω έτος μεμονωμένα, τεχνικά ανέρχονταν σε μια υπεραντιστάθμιση για την ΥΓΟΣ και τις περιορισμένες συναφείς δραστηριότητες που εκτελέστηκαν εκείνη τη χρονιά, στην πραγματικότητα, το νοσοκομείο IRIS που έλαβε τη χρηματοδότηση έλαβε συνολικά ανεπαρκή αποζημίωση για τις ίδιες ΥΓΟΣ και συναφείς περιορισμένες δραστηριότητες με αυτές που διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια των προηγούμενων ετών και του εν λόγω έτους (280).

(239)

Για το CHU Saint-Pierre, προκύπτει από τον πίνακα 9 παρακάτω ότι αν εξεταστεί κάθε έτος μεμονωμένα, η τεχνική υπεραντιστάθμιση ήταν περιορισμένη το 1996, το 1997 και το 2012. Σε κάθε περίπτωση, οι εν λόγω υπεραντισταθμίσεις ανήλθαν σε λιγότερο από το 1,5 % της αντιστάθμισης που χορηγήθηκε κατά το εν λόγω έτος και, ως εκ τούτου, θα μπορούσε να μεταφερθεί στο επόμενο έτος, όπως προβλέπεται από την απόφαση ΥΓΟΣ (281). Στην πράξη, ωστόσο, όπως αποδείχθηκε ανωτέρω (βλέπε πίνακα 3 στην αιτιολογική σκέψη 234), το CHU Saint-Pierre λάμβανε συνεχώς ανεπαρκείς αντισταθμίσεις κατά τη διάρκεια της περιόδου 1996-2014, και ο δήμος του όφειλε μονίμως χρήματα. Κατά την περίοδο 1996-2014, η ανεπαρκής αντιστάθμιση ανήλθε σε 3 666 541 ευρώ. Σύμφωνα με την υποχρέωση που τους επιβάλλεται από το άρθρο 46 των καταστατικών των νοσοκομείων IRIS, οι ενδιαφερόμενοι δήμοι οφείλουν ωστόσο να αντισταθμίσουν αυτό το εναπομείναν λογιστικό έλλειμμα στο μέλλον (282).

Πίνακας 9

Λογιστικό έλλειμμα και αντιστάθμιση που χορηγήθηκε στο CHU Saint-Pierre

(ευρώ)

CHU St. Pierre

Λογιστικό έλλειμμα

Χρηματοδοτείται μέσω του FRBRTC ή με ειδική επιδότηση της Περιφέρειας (283)

Πρόσθετες εισφορές των δήμων

Συνολική αντιστάθμιση που χορηγήθηκε

Υπεραντιστάθμιση (+) ή υποαντιστάθμιση (–) για το έτος

Συνολική υπεραντιστάθμιση (+) ή υποαντιστάθμιση (–)

1996

– 5 737 856

5 738 735

0

5 738 735

879

879

1997

– 6 754 920

6 855 099

0

6 855 099

100 179

101 058

1998

– 3 696 235

3 696 092

0

3 696 092

– 143

100 915

1999

– 752 234

751 117

0

751 117

– 1 117

99 798

2000

– 1 072 993

1 072 993

0

1 072 993

0

99 798

2001

– 1 416 937

1 416 000

0

1 416 000

– 937

98 862

2002

– 2 914 245

2 914 245

0

2 914 245

0

98 862

2003

– 2 629 012

1 620 000

0

1 620 000

– 1 009 012

– 910 150

2004

– 1 541 775

1 541 775

0

1 541 775

0

– 910 150

2005

– 2 248 399

2 132 928

0

2 132 928

– 115 471

– 1 025 621

2006

98 114

0

0

0

0

– 1 025 621

2007

– 774 755

278 330

0

278 330

– 496 425

– 1 522 045

2008

– 1 054 119

308 367

0

308 367

– 745 752

– 2 267 797

2009

– 1 000 933

490 002

510 931

1 000 933

0

– 2 267 797

2010

– 1 576 429

565 440

0

565 440

– 1 010 989

– 3 278 785

2011

– 949 668

654 580

0

654 580

– 295 088

– 3 573 873

2012

– 1 079 200

1 091 761

0

1 091 761

12 561

– 3 561 312

2013

– 1 880 205

1 826 753

0

1 826 753

– 53 452

– 3 614 763

2014

– 1 441 778

1 390 000

0

1 390 000

– 51 778

– 3 666 541

 

– 38 423 575

34 344 217

510 931

34 855 148

– 3 666 541

 

(240)

Όπως εξηγείται ανωτέρω (βλέπε αιτιολογική σκέψη 236), η ανάλυση ύπαρξης υπεραντιστάθμισης για τα νοσοκομεία Iris Sud (HIS) δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί ξεχωριστά για τα έτη 1996-1998 λόγω έλλειψης των αναγκαίων στοιχείων. Οι βελγικές αρχές κατάφεραν ωστόσο να βρουν τα συνολικά ποσά για την περίοδο κατά την οποία τα HIS ήταν ακόμα τέσσερα ανεξάρτητα νοσοκομεία. Κατά τη διάρκεια αυτών των τριών ετών, μερικά HIS υπέστησαν απώλειες ύψους 2 622 714 ευρώ, ενώ άλλα σημείωσαν συνολικά κέρδη ύψους 703 624 ευρώ. Οι απώλειες καλύφθηκαν πλήρως με τη βοήθεια των κεφαλαίων του FRBRTC που χορηγήθηκαν στο δήμο. Τα κέρδη μεταφέρθηκαν στο επόμενο έτος, γεγονός το οποίο εξηγεί γιατί η αντιστάθμιση του ελλείμματος το 1999 καλύπτει μόνο εν μέρει το έλλειμμα. Το εναπομείναν έλλειμμα αντισταθμίστηκε από τα μη κατανεμημένα κέρδη της περιόδου 1996-1998. Ο πίνακας 10 δείχνει επίσης ότι εκτός από πολύ μικρές τεχνικές υπεραντισταθμίσεις κατά τα έτη 2000, 2010, 2011, 2013 και 2014 (σε κάθε περίπτωση, δεν υπερβαίνει το 0,12 % της αντιστάθμισης που χορηγείται για τα έτη αυτά), τα HIS λάμβαναν ανεπαρκή αποζημίωση κάθε χρόνο. Αυτή η γενική υπό-αντιστάθμιση ανέρχεται σε περισσότερα από 9 εκατ. ευρώ για την περίοδο 1999-2014.

Πίνακας 10

Λογιστικό έλλειμμα και αντιστάθμιση που χορηγήθηκε στα HIS

(ευρώ)

HIS

Λογιστικό έλλειμμα

Χρηματοδοτείται μέσω του FRBRTC ή με ειδική επιδότηση της Περιφέρειας

Συμπληρωματικές δημοτικές εισφορές

Συνολική αντιστάθμιση που χορηγήθηκε

Υπεραντιστάθμιση (+) ή υποαντιστάθμιση (–) για το έτος

Υπεραντιστάθμιση (+) ή υποαντιστάθμιση (–) συνολική

1999

– 1 248 404

446 209

0

446 209

– 802 195

– 98 571  (*1)

2000

– 7 220 971

7 221 056

0

7 221 056

85

– 98 486

2001

– 14 782 680

14 782 680

0

14 782 680

0

– 98 486

2002

– 12 978 574

12 978 572

0

12 978 572

– 2

– 98 488

2003

– 7 990 196

3 765 000

0

3 765 000

– 4 225 196

– 4 323 684

2004

– 5 941 987

3 765 000

0

3 765 000

– 2 176 987

– 6 500 671

2005

– 4 440 896

3 765 000

0

3 765 000

– 675 896

– 7 176 566

2006

– 5 022 247

3 765 000

0

3 765 000

– 1 257 247

– 8 433 813

2007

– 3 882 170

3 765 000

0

3 765 000

– 117 170

– 8 550 983

2008

– 3 779 570

3 765 000

0

3 765 000

– 14 570

– 8 565 553

2009

– 3 774 545

3 765 000

0

3 765 000

– 9 545

– 8 575 098

2010

– 3 387 655

3 388 500

0

3 388 500

845

– 8 574 253

2011

– 3 572 694

3 576 750

0

3 576 750

4 056

– 8 570 197

2012

– 3 767 190

3 765 000

0

3 765 000

– 2 190

– 8 572 387

2013

– 3 761 761

3 765 000

0

3 765 000

3 239

– 8 569 148

2014

– 3 760 497

3 765 000

0

3 765 000

4 503

– 8 564 645

 

– 89 312 036

80 043 767

0

80 043 767

– 9 268 269

 

(241)

Για το HUDERF, ο πίνακας 11 κατωτέρω παρουσιάζει πολύ μικρή τεχνική υπεραντιστάθμιση το 1998, το 2002 και το 2007 (σε κάθε περίπτωση μικρότερη από το 0,15 % της αντιστάθμισης που χορηγήθηκε για το αντίστοιχο έτος). Το 2013, καταγράφηκε υψηλότερη τεχνική υπεραντιστάθμιση (περίπου 17 % της αντιστάθμισης που χορηγήθηκε για το αντίστοιχο έτος). Ωστόσο, δεδομένου ότι οι αντισταθμίσεις που έλαβε το 2010 και το 2011 ήταν ήδη σαφώς ανεπαρκείς, το HUDERF βρισκόταν σε γενικές γραμμές στην ίδια κατάσταση και το 2013 όσον αφορά την ΥΓΟΣ και τις συναφείς δραστηριότητες που είχε διενεργήσει έως τότε. Για την περίοδο 1996-2014, η πραγματική συνολική υποαντιστάθμιση ανέρχεται σε πάνω από 700 000 ευρώ. Επιπλέον, όπως έχει αποδειχθεί ανωτέρω (βλέπε πίνακα 5 στην αιτιολογική σκέψη 234), στην πράξη, το HUDERF δεν βρέθηκε ποτέ σε κατάσταση πραγματικής υπεραντιστάθμισης που να το υποχρεώνει να επιστρέψει (μερικώς) την αντιστάθμιση του ελλείμματος. Στην πραγματικότητα, βρισκόταν συνεχώς σε μια κατάσταση υποαντιστάθμισης και ο δήμος του χρωστούσε μονίμως χρήματα κατά τη διάρκεια της περιόδου 1996-2014.

Πίνακας 11

Λογιστικό έλλειμμα και αντιστάθμιση που χορηγήθηκε στο HUDERF

(ευρώ)

HUDERF

Λογιστικό έλλειμμα

Χρηματοδοτείται μέσω του FRBRTC ή με ειδική επιδότηση της Περιφέρειας

Συμπληρωματικές δημοτικές εισφορές

Συνολική αντιστάθμιση που χορηγήθηκε

Υπεραντιστάθμιση (+) ή υποαντιστάθμιση (–) για το έτος

Υπεραντιστάθμιση (+) ή υποαντιστάθμιση (–) συνολική

1996

– 1 505 830

1 504 714

0

1 504 714

– 1 116

– 1 116

1997

– 1 026 881

1 026 279

0

1 026 279

– 602

– 1 718

1998

– 245 113

245 415

0

245 415

302

– 1 417

1999

1 642

0

0

0

0

– 1 417

2000

– 484 951

484 949

0

484 949

– 2

– 1 419

2001

– 1 218 954

1 218 000

0

1 218 000

– 954

– 2 373

2002

– 479 490

480 000

0

480 000

510

– 1 863

2003

– 1 117 778

820 000

297 778

1 117 778

0

– 1 862

2004

– 781 981

781 981

0

781 981

0

– 1 862

2005

– 1 279 230

778 000

501 230

1 279 230

0

– 1 863

2006

– 2 494 074

778 000

1 716 074

2 494 074

0

– 1 863

2007

– 2 687 621

622 529

2 065 313

2 687 842

221

– 1 642

2008

– 2 314 050

871 350

1 442 700

2 314 050

0

– 1 642

2009

– 1 868 670

1 246 998

621 672

1 868 670

0

– 1 642

2010

– 1 823 049

1 401 628

0

1 401 628

– 421 421

– 423 062

2011

– 1 620 663

1 220 232

0

1 220 232

– 400 431

– 823 493

2012

– 945 316

945 316

0

945 316

0

– 823 493

2013

– 528 779

635 966

0

635 966

107 187

– 716 306

2014

– 618 000

618 000

0

618 000

0

– 716 306

 

– 23 038 788

15 679 357

6 644 767

22 324 124

– 716 306

 

(242)

Για το Institut Bordet τα λογιστικά αποτελέσματα μεταξύ 1996 και 2001 ήταν θετικά και δεν υπήρξε συνεπώς παρέμβαση από το δήμο για τα έτη αυτά. Από το 2002 κι έπειτα, ωστόσο, το λογιστικό αποτέλεσμα ήταν αρνητικό και οι πληρωμές καταβλήθηκαν, ως εκ τούτου, για την αντιστάθμιση των ελλειμμάτων. Ο πίνακας 12 κατωτέρω παρουσιάζει μικρές τεχνικές υπεραντισταθμίσεις το 2005 και το 2011 (λιγότερο από 4 % και 0,5 % αντίστοιχα της αντιστάθμισης που χορηγήθηκε αυτά τα έτη). Το 2009 φαίνεται ότι υπήρξε μια σημαντική τεχνική υπεραντιστάθμιση ύψους περίπου 580 000 ευρώ (περίπου το 46 % της αντιστάθμισης που χορηγήθηκε κατά το έτος αυτό). Ωστόσο, το 2008, καταγράφηκε μια υποαντιστάθμιση περίπου 533 000 ευρώ (περίπου 505 000 ευρώ συνολικά). Αυτό ισοδυναμεί με μία συνολική τεχνική υπεραντιστάθμιση ύψους μόνο 73 702 ευρώ (κάτω από το 6 % της αντιστάθμισης που χορηγήθηκε το 2009), η οποία τελικά μεταφέρθηκε στο 2010 (284) (ενώ από το 2010 μέχρι σήμερα δεν έχει χορηγηθεί αντιστάθμιση). Επιπλέον, σε κάθε ένα από τα έτη που εξετάστηκαν, το Institut Bordet περίμενε ακόμα την αντιστάθμιση των καταγεγραμμένων ελλειμμάτων (βλέπε πίνακα 6 στην αιτιολογική σκέψη 234). Το 2009, ο δήμος όφειλε στο Ινστιτούτο περίπου 3 000 000 ευρώ. Για την περίοδο 1996-2014, η πραγματική υποαντιστάθμιση ανέρχεται σε πάνω από 2,4 εκατ. ευρώ συνολικά. Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 234, τα κέρδη των ετών 1996-2001 μειώνουν το ανεξόφλητο υπόλοιπο των δήμων, διότι ο τελευταίοι αφαιρούν αυτά τα κέρδη πριν παρέμβουν.

Πίνακας 12

Λογιστικό έλλειμμα και αντιστάθμιση που χορηγήθηκε στο Institut Bordet

(ευρώ)

Institut Bordet

Λογιστικό έλλειμμα

Χρηματοδοτείται μέσω του FRBRTC ή με ειδική επιδότηση της Περιφέρειας

Συμπληρωματικές δημοτικές εισφορές

Συνολική αντιστάθμιση που χορηγήθηκε

Υπεραντιστάθμιση (+) ή υποαντιστάθμιση (–) για το έτος

Υπεραντιστάθμιση (+) ή υποαντιστάθμιση (–) συνολική

1996

752 505

0

0

0

0

0

1997

170 241

0

0

0

0

0

1998

41 349

0

0

0

0

0

1999

44 371

0

0

0

0

0

2000

5 439

0

0

0

0

0

2001

154 518

0

0

0

0

0

2002

– 4 929 105

4 929 106

0

4 929 106

1

1

2003

– 4 916 506

2 025 000

2 891 506

4 916 506

0

1

2004

– 2 001 995

1 321 316

680 679

2 001 995

0

1

2005

– 771 467

800 000

0

800 000

28 533

28 534

2006

– 1 817 630

1 800 000

17 630

1 817 630

0

28 533

2007

– 1 874 162

1 208 531

665 631

1 874 162

0

28 533

2008

– 1 624 347

1 055 516

35 509

1 091 025

– 533 322

– 504 789

2009

– 688 005

1 266 496

0

1 266 496

578 491

73 702

2010

– 655 634

0

0

0

– 655 634

– 581 932

2011

– 838 644

841 506

0

841 506

2 862

– 579 070

2012

– 833 460

817 267

0

817 267

– 16 193

– 595 263

2013

– 2 551 468

1 271 933

0

1 271 933

– 1 279 535

– 1 874 798

2014

– 1 943 857

1 380 000

0

1 380 000

– 563 857

– 2 438 654

 

– 24 277 858

18 716 671

4 290 955

23 007 626

– 2 438 654

 

(243)

Όπως εξηγείται ανωτέρω (βλέπε αιτιολογική σκέψη 236), η ανάλυση της ύπαρξης υπεραντιστάθμισης υπέρ του CHU Brugmann για τα έτη 1996-1998 δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί λόγω έλλειψης αριθμητικών δεδομένων. Ο πίνακας 13 κατωτέρω παρουσιάζει μικρές τεχνικές υπεραντισταθμίσεις τα έτη 2000, 2003, 2004, 2008 και 2011 (οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, δεν υπερβαίνουν το 7 % της αντιστάθμισης που χορηγήθηκε για το εξεταζόμενο έτος). Για δύο χρόνια, το 1999 και το 2012, η τεχνική υπεραντιστάθμιση ανήλθε σε περισσότερο από το 10 % της αντιστάθμισης που χορηγήθηκε για το εν λόγω έτος (15,3 % και 12,9 %, αντίστοιχα). Το 2012, ωστόσο, το CHU Brugmann βρισκόταν γενικά σε μια κατάσταση υποαντιστάθμισης, έχοντας ήδη λάβει σαφώς ανεπαρκείς αντισταθμίσεις το 2009 και το 2010 (ήτοι υποαντιστάθμιση ύψους 558 858 ευρώ). Όσον αφορά το 1999, δεν υπάρχουν στοιχεία για τα προηγούμενα έτη που να μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά την αξιολόγηση της συνολικής κατάστασης σχετικά με την αντιστάθμιση του CHU Brugmann το 1999. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι οι πρώτες πληρωμές που καταβλήθηκαν από τον δήμο (με βάση τη χρηματοδότηση του FRBRTC) ξεκίνησαν μόλις το 2003 και ότι, όπως φαίνεται στον πίνακα 4 της αιτιολογικής σκέψης 234, το CHU Brugmann δεν βρέθηκε ποτέ σε κατάσταση υπεραντιστάθμισης που να το υποχρεώνει να επιστρέψει (εν μέρει) την αντιστάθμιση του ελλείμματος στο δήμο. Πράγματι, καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου 1996-2014, το CHU Brugmann βρισκόταν γενικά σε μια κατάσταση ελλιπούς αντιστάθμισης και ο δήμος του όφειλε χρήματα για την κάλυψη προηγούμενων ελλειμμάτων. Για την περίοδο αυτή, η πραγματική υποαντιστάθμιση ανήλθε σε περίπου 935 000 ευρώ συνολικά.

Πίνακας 13

Λογιστικό έλλειμμα και αντιστάθμιση που χορηγήθηκε στο CHU Brugmann

(ευρώ)

CHU Brugmann

Λογιστικό έλλειμμα

Χρηματοδοτείται μέσω του FRBRTC ή με ειδική επιδότηση της Περιφέρειας

Συμπληρωματικές δημοτικές συνεισφορές

Συνολική αντιστάθμιση που χορηγήθηκε

Υπεραντιστάθμιση (+) ή υποαντιστάθμιση (–) για το έτος

Υπεραντιστάθμιση (+) ή υποαντιστάθμιση (–) συνολική

1999

– 508 171

600 000

0

600 000

91 829

91 829

2000

– 3 755 229

3 755 587

0

3 755 587

358

92 188

2001

– 5 440 039

5 440 000

0

5 440 000

– 39

92 149

2002

– 1 976 934

1 976 933

0

1 976 933

– 1

92 149

2003

– 1 697 238

1 770 000

0

1 770 000

72 762

164 911

2004

– 1 442 292

1 457 000

0

1 457 000

14 708

179 619

2005

– 7 413 186

3 657 000

3 756 186

7 413 186

0

179 619

2006

– 14 180 725

3 657 000

10 523 725

14 180 725

0

179 619

2007

– 6 954 466

4 125 610

2 828 856

6 954 466

0

179 619

2008

– 6 308 290

3 999 767

2 505 046

6 504 813

196 523

376 142

2009

– 6 228 859

3 231 504

2 600 612

5 832 116

– 396 743

– 20 601

2010

– 5 011 208

3 644 432

169 179

3 813 611

– 1 197 597

– 1 218 198

2011

– 2 982 442

3 206 932

0

3 206 932

224 490

– 993 708

2012

– 2 945 806

3 380 656

0

3 380 656

434 850

– 558 858

2013

– 2 799 788

2 500 348

0

2 500 348

– 299 440

– 858 298

2014

– 2 923 714

2 847 000

0

2 847 000

– 76 714

– 935 011

 

– 72 568 384

49 249 769

22 383 604

71 633 373

– 935 011

 

(244)

Τέλος, τα περιορισμένα κέρδη που αναφέρθηκαν από κάποια από τα νοσοκομεία IRIS (ήτοι, το CHU Saint-Pierre το 2006, το HUDERF το 1999 και το Institut Bordet μεταξύ 1996 και 2001) δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ένδειξη υπεραντιστάθμισης. Πράγματι, βάσει του διαχωρισμού των λογαριασμών (βλέπε αιτιολογική σκέψη 226) που ισχύει για τα νοσοκομεία IRIS, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα κέρδη αυτά, σε όλες τις περιπτώσεις εκτός από μία, απορρέουν από τα κέρδη που προέρχονται από τις συναφείς δραστηριότητες (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 41, 116 και 117) που διενεργούνται από τα νοσοκομεία IRIS. Οι δραστηριότητες που σχετίζονται με την ΥΓΟΣ του Institut Bordet δημιούργησαν περιορισμένο κέρδος της τάξης του 1 % των συνολικών εσόδων του νοσοκομείου το 1996. Η Επιτροπή εκτιμά ότι, σε κάθε περίπτωση, ένα τόσο περιορισμένο κέρδος είναι λογικό και, συνεπώς, δεν οδηγεί σε υπεραντιστάθμιση. Επιπλέον, όπως εξηγείται ανωτέρω (βλέπε αιτιολογική σκέψη 234), όλα τα κέρδη (είτε προέρχονται από την ΥΓΟΣ είτε από τις συναφείς δραστηριότητες) διατηρούνται και χρησιμοποιούνται για την αντιστάθμιση μελλοντικών ελλειμμάτων (ή παρελθοντικών απλήρωτων ελλειμμάτων) και, ως εκ τούτου, για τη μείωση της συμβολής των δήμων.

(245)

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, λόγω της καθυστέρησης στην καταβολή της αντιστάθμισης του ελλείμματος, δεδομένου ότι, ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της περιόδου 1996-2014, οι ενδιαφερόμενοι δήμοι χρωστούσαν σε καθένα από τα νοσοκομεία IRIS σημαντικά ποσά για την αντιστάθμιση των ελλειμμάτων και δεδομένου ότι καθένα από τα νοσοκομεία IRIS βρισκόταν συνολικά σε μια κατάσταση ελλιπούς αντιστάθμισης, κανένα νοσοκομείο IRIS δεν έλαβε υπεραντιστάθμιση στην πράξη.

7.3.6.   Έλεγχος της υπεραντιστάθμισης

(246)

Η τρίτη ουσιαστική προϋπόθεση συμβατότητας βάσει της απόφασης ΥΓΟΣ 2012 απαιτεί από τα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα για να διασφαλίσουν ότι οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με την παροχή ΥΓΟΣ δεν επωφελούνται από κάποια υπεραντιστάθμιση και υποχρεώνει τα κράτη μέλη να διενεργούν τακτικούς ελέγχους τουλάχιστον κάθε τρία χρόνια (285). Επιπλέον, εάν μια επιχείρηση έλαβε πράγματι υπεραντιστάθμιση, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να απαιτήσουν από την εν λόγω επιχείρηση να την επιστρέψει (286).

(247)

Κατ' αρχάς, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, όσον αφορά την κάλυψη του εν λόγω ελλείμματος, η φύση αυτού του μηχανισμού αντιστάθμισης μειώνει ήδη σημαντικά τον κίνδυνο υπεραντιστάθμισης και, επομένως, είναι ένα μέτρο που συμβάλλει στην αποφυγή υπεραντισταθμίσεων. Στην πραγματικότητα, οι δήμοι μπορούν να καλύπτουν μόνο το πραγματικό έλλειμμα που καταγράφηκε από τα νοσοκομεία IRIS μετά την παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος και περιορισμένων συναφών δραστηριοτήτων. Ως εκ τούτου, η αντιστάθμιση καλύπτει μόνο το υπολειπόμενο καθαρό κόστος (βλέπε αιτιολογική σκέψη 226) που προκύπτει από την εκτέλεση αυτών των ΥΓΟΣ και των συναφών δραστηριοτήτων και δεν περιλαμβάνει ούτε ένα εύλογο κέρδος. Όλες οι πληρωμές πραγματοποιούνται εκ των υστέρων, δηλαδή μετά την καταγραφή των ελλειμμάτων (για το θέμα αυτό βλέπε τους πίνακες της αιτιολογικής σκέψης 234). Οι πληρωμές γίνονται σε πολλές δόσεις (όπως φαίνεται στους πίνακες της αιτιολογικής σκέψης 234), γεγονός που εξασφαλίζει ότι οι δήμοι μπορούν να παρακρατήσουν την πληρωμή κατά την παραμικρή ένδειξη κινδύνου υπεραντιστάθμισης. Οι δήμοι ελέγχουν επίσης την ποσότητα των συνολικών απλήρωτων ελλειμμάτων πριν από την καταβολή πληρωμής υπέρ των νοσοκομείων IRIS. Όπως εξηγείται ανωτέρω (βλέπε αιτιολογική σκέψη 235), οι δήμοι και τα νοσοκομεία IRIS συμφώνησαν επίσης να καταβληθεί αμέσως η αντιστάθμιση του ελλείμματος δυνάμει του άρθρου 109 του LCH, ώστε να αποφευχθεί η διπλή κάλυψη του ίδιου του ελλείμματος. Συνεπώς, υπάρχει ένας περιορισμένος και θεωρητικός υπολειπόμενος κίνδυνος τεχνικής υπεραντιστάθμισης, όταν η αντιστάθμιση αναλύεται για κάθε έτος μεμονωμένα (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 237 και 238). Ωστόσο, στην πράξη, κανένα από τα νοσοκομεία IRIS δεν επωφελήθηκε ποτέ από μια πραγματική υπεραντιστάθμιση, δεδομένου ότι, ανά πάσα στιγμή κατά τη διάρκεια της περιόδου 1996-2014, οι δήμοι όφειλαν στα νοσοκομεία IRIS σημαντικά ποσά για την αντιστάθμιση του απλήρωτου ελλείμματος (όπως επιβεβαιώνεται από τους πίνακες στην αιτιολογική σκέψη 234).

(248)

Δεύτερον, ο νόμος της 14ης Νοεμβρίου 1983 (287), σχετικά με τον έλεγχο χορήγησης και χρησιμοποίησης ορισμένων επιδοτήσεων, ορίζει τους κανόνες που ισχύουν για τον έλεγχο των επιδοτήσεων που χορηγούνται ιδίως από τις τοπικές αρχές. Περιέχει τους ίδιους κανόνες με την οργανική διάταξη των Βρυξελλών της 23ης Φεβρουαρίου 2006, η οποία ορίζει τους κανόνες που ισχύουν για τον προϋπολογισμό, τους λογαριασμούς και τους λογιστικούς ελέγχους (288) και η οποία ενσωματώνει για την Περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης τους γενικούς κανόνες που ορίζονται στο νόμο της 16ης Μαΐου 2003 για τον καθορισμό των γενικών διατάξεων που ισχύουν για τους προϋπολογισμούς, τον έλεγχο των επιχορηγήσεων και το λογιστικό έλεγχο των δήμων και των περιφερειών, καθώς και την οργάνωση του ελέγχου του βελγικού Ελεγκτικού Συνεδρίου (289). Το άρθρο 1 του νόμου της 14ης Νοεμβρίου 1983 προβλέπει ότι:

«Ο νόμος αυτός εφαρμόζεται σε κάθε επιδότηση που χορηγείται από:

1ον

επαρχίες, δήμους, ιδρύματα επαρχιακού ή δημοτικού ενδιαφέροντος με νομική προσωπικότητα, οικισμούς, ομοσπονδίες δήμων, πολιτιστικές επιτροπές, επαρχιακές οργανώσεις και ενώσεις δήμων·

2ον

φυσικά ή νομικά πρόσωπα που επιδοτούνται άμεσα ή έμμεσα από έναν από τους παρόχους που αναφέρονται στο 1ο».

Το άρθρο 2 του νόμου ορίζει επίσης το πολύ διευρυμένο πεδίο εφαρμογής του και προβλέπει ότι:

«Ως επιδότηση πρέπει να νοείται […] οποιαδήποτε συνεισφορά, επίδομα ή ενίσχυση, ανεξάρτητα από τη μορφή ή την ονομασία, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων προκαταβολών που χορηγούνται άνευ τόκων για την προώθηση των δραστηριοτήτων που είναι χρήσιμες για το δημόσιο συμφέρον […]».

Είναι σαφές από τα προαναφερόμενα άρθρα ότι η αντιστάθμιση του ελλείμματος που χορηγείται στα νοσοκομεία IRIS από τους δήμους των Βρυξελλών για την παροχή ΥΓΟΣ και τις συναφείς δραστηριότητες εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω νόμου.

(249)

Το άρθρο 3 του νόμου της 14ης Νοεμβρίου 1983 θεσπίζει την αρχή, σύμφωνα με την οποία η επιχορήγηση πρέπει να χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο για το σκοπό για τον οποίο χορηγήθηκε και ο δικαιούχος πρέπει να είναι σε θέση να δικαιολογήσει τη χρήση του. Τα άρθρα 4 και 5 ορίζουν άλλους κανόνες για τη χορήγηση των επιδοτήσεων αυτών και τις υποχρεώσεις διαφάνειας που επιβάλλονται στον δικαιούχο. Τα άρθρα 6 και 7 καθορίζουν τους κανόνες που αφορούν τους ελέγχους που πραγματοποιούνται από ή για λογαριασμό του παρόχου των επιδοτήσεων όσον αφορά τη χρήση των επιδοτήσεων. Ειδικότερα, το άρθρο 6 ορίζει ότι:

«Κάθε πάροχος [επιδοτήσεων] έχει το δικαίωμα να διενεργεί επιτόπου τον έλεγχο χρήσης της επιχορήγησης».

Το άρθρο 7 προβλέπει τις υποχρεώσεις αποπληρωμής και ανάκτησης των επιχορηγήσεων. Το εν λόγω άρθρο έχει ως εξής:

«Με την επιφύλαξη των διατάξεων υπαναχώρησης, στις οποίες υποβάλλεται η επιχορήγηση, ο παραλήπτης πρέπει να την επιστρέψει στις ακόλουθες περιπτώσεις:

1o

όταν δεν χρησιμοποιεί την επιδότηση για τους σκοπούς για τους οποίους του χορηγήθηκε·

2o

όταν δεν παρέχει κάποια από τις αιτιολογήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 4 και 5·

3o

όταν διαφωνεί με τη διενέργεια του ελέγχου που αναφέρεται στο άρθρο 6.

Ωστόσο, στην περίπτωση που προβλέπεται στα εδάφια 1ο, 2ο, ο δικαιούχος οφείλει να επιστρέψει το μέρος της επιχορήγησης που δεν δικαιολογείται.

Τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου που έχουν το δικαίωμα να θεσπίσουν άμεσους φόρους έχουν το δικαίωμα να ανακτήσουν υπό τη μορφή επιβολής τις επιδοτήσεις που πρέπει να επιστραφούν. Η επιβολή ασκείται από τον υπάλληλο που είναι αρμόδιος για την ανάκτηση. Εκτελείται από τη διοικητική αρχή που είναι αρμόδια για την εκτέλεση του ρόλου των άμεσων διατάξεων των εν λόγω νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου».

(250)

Ο νόμος επιτρέπει στους δήμους να διασφαλίζουν ότι οι επιδοτήσεις χορηγούνται σύμφωνα με τις απαραίτητες προϋποθέσεις και να ελέγχουν τη χρήση και την ανάκτηση των ποσών που δεν απαιτήθηκαν. Η καταβολή της αντιστάθμισης των ελλειμμάτων από τους δήμους υπόκειται, συνεπώς, σε πολύ αυστηρούς κανόνες. Η αποδοχή από τα ενδιαφερόμενα νοσοκομεία επάγεται το δικαίωμα επιθεώρησης από μία ανεξάρτητη αρχή, που μπορεί να εγγυηθεί ότι η επιδότηση είχε πράγματι διατεθεί για το σκοπό για τον οποίο χορηγήθηκε. Σε αντίθετη περίπτωση, το νοσοκομείο είναι υποχρεωμένο να την επιστρέψει αμέσως, γεγονός που διασφαλίζει την είσπραξη κάθε υπεραντιστάθμισης υπέρ των νοσοκομείων IRIS.

(251)

Αυτό επιβεβαιώνεται από το νόμο περί ΔΚΚΔ, όπου το άρθρο 60, παράγραφος 6, ορίζει ότι:

«Η σύσταση ή η επέκταση ιδρυμάτων ή υπηρεσιών που δύνανται να επωφεληθούν από τις επιδοτήσεις σε επίπεδο είτε επενδύσεων είτε λειτουργίας, δεν μπορεί να αποφασίζεται παρά μόνο βάσει ενός φακέλου που αποδεικνύει ότι οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από τη νομοθεσία ή οι οργανικές διατάξεις για τη χορήγηση των ενισχύσεων αυτών πληρούνται».

Αν ένα ΔΚΚΔ βοηθήσει ένα δημόσιο νοσοκομείο, πρέπει να αποδειχθεί ότι τηρούνται οι κανόνες σχετικά με τη χορήγηση χρηματοδότησης.

(252)

Ομοίως, το άρθρο 135ζ του νόμου ΔΚΚΔ καθορίζει τις διαδικασίες παρακολούθησης των τοπικών ενώσεων του κεφαλαίου XII (στην προκειμένη περίπτωση, τα νοσοκομεία IRIS) από τη συντονιστική οργάνωση (στην προκειμένη περίπτωση, η IRIS) κάθε τρεις μήνες. Ειδικότερα, αυτό σημαίνει ότι η IRIS ελέγχει τη συμμόρφωση των αποφάσεων που λαμβάνονται από τα νοσοκομεία IRIS με:

«1ον

το γενικό στρατηγικό σχέδιο και το σχέδιο ίδρυσης της νοσοκομειακής δραστηριότητας και τις αποφάσεις που λαμβάνονται για την εφαρμογή του·

2ον

το σχέδιο θέσπισης και το οικονομικό πρόγραμμα που εγκρίθηκε από την τοπική ένωση βάσει των κατευθυντήριων γραμμών που καθορίζονται από τη συντονιστική οργάνωση, καθώς και τις διορθώσεις και τις ενημερώσεις που προστέθηκαν·

3ον

τον ετήσιο προϋπολογισμό που εγκρίθηκε από την τοπική ένωση βάσει των κατευθυντήριων γραμμών που καθορίζονται από τη συντονιστική οργάνωση.

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, η συντονιστική οργάνωση θα λάβει όλα τα μέτρα που κρίνει αναγκαία για τον τερματισμό της μη συμμόρφωσης και τα ανακοινώνει για εκτέλεση εντός του χρονικού διαστήματος που καθορίζει η σχετική συντονιστική οργάνωση.

Σε περίπτωση παραβίασης των μέτρων από την ενδιαφερόμενη τοπική ένωση εντός της προθεσμίας, η συντονιστική οργάνωση μπορεί να αναθέσει αμέσως στον Επίτροπο δυνάμει του άρθρου 135η να πάρει τη θέση του ασυνεπούς οργάνου της τοπικής ένωσης».

(253)

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι τόσο ο νόμος περί ΔΚΚΔ, όπως και ο νόμος της 14ης Νοεμβρίου 1983 επιτρέπουν στους δήμους των Βρυξελλών να εξασφαλίζουν ότι οι επιδοτήσεις που χορηγούνται στα νοσοκομεία IRIS χρησιμοποιούνται σωστά και δεν οδηγούν σε υπεραντιστάθμιση. Η κοινή εφαρμογή των διατάξεων αυτών διευκολύνει τον έλεγχο της υπεραντιστάθμισης και προβλέπει την ανάκτηση των υπεραντισταθμίσεων. Επιπλέον, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, ανατίθεται μια εναλλακτική εξουσία σε έναν τρίτο για να διασφαλιστεί ότι τηρούνται οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται στα νοσοκομεία IRIS, ιδίως όσον αφορά τον προϋπολογισμό. Ως εκ τούτου, οι δήμοι, τα ΔΚΚΔ και η συντονιστική οργάνωση IRIS διαθέτουν διευρυμένες ελεγκτικές εξουσίες, ακόμη και αν δεν υφίσταται σχεδόν κανένας κίνδυνος υπεραντιστάθμισης δυνάμει του μηχανισμού αντιστάθμισης των ελλειμμάτων που εξετάζονται στην παρούσα απόφαση.

(254)

Επιπλέον, όταν οι λογαριασμοί λειτουργίας του δημόσιου νοσοκομείου δείχνουν έλλειμμα, το συμβούλιο των δημάρχων και των δημοτικών συμβούλων μπορεί, δυνάμει του άρθρου 111, παράγραφος 2, και του άρθρου 126 του νόμου περί ΔΚΚΔ, να αναστείλει την εκτέλεση «κάθε απόφασης του CPAS που βλάπτει το συμφέρον του δήμου και ιδίως τα οικονομικά συμφέροντα της πόλης».

(255)

Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι οι αρχές που χορηγούν το εν λόγω μέτρο ενίσχυσης (δηλαδή, οι δήμοι και τα ΔΚΚΔ) ελέγχουν άμεσα τους δικαιούχους. Συγκεκριμένα, οι αρχές αυτές διαθέτουν την πλειοψηφία στα διοικητικά συμβούλια των νοσοκομείων IRIS, τα οποία, μεταξύ άλλων, διορίζουν το Γενικό Διευθυντή των αντίστοιχων νοσοκομείων τους. Στη σχεδόν απίθανη περίπτωση, όπου ένα νοσοκομείο IRIS αρνηθεί να καταβάλει την υπεραντιστάθμιση, οι αρχές μπορούν να αντικαταστήσουν εύκολα το Γενικό Διευθυντή προκειμένου να διευθετηθεί αυτή η κατάσταση. Επιπλέον, όπως απαιτείται από τα καταστατικά κάθε νοσοκομείου IRIS, το Διοικητικό Συμβούλιο συνεδριάζει τουλάχιστον οκτώ φορές το χρόνο, γεγονός που επιτρέπει στις αρχές που χορήγησαν την ενίσχυση να παρακολουθούν στενά την οικονομική κατάσταση των νοσοκομείων IRIS (κυρίως μέσω των τριμηνιαίων εκθέσεων που καλύπτουν το θέμα αυτό, όπως απαιτείται από τα καταστατικά).

(256)

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν επαρκείς διαδικασίες για την πρόληψη, τον εντοπισμό και την ανάκτηση των υπεραντισταθμίσεων, ενώ ο πραγματικός κίνδυνος υπεραντιστάθμισης φαίνεται να είναι πολύ περιορισμένος, δεδομένης της φύσης του εν λόγω μέτρου ενίσχυσης.

7.3.7.   Διάρκεια των αναθέσεων

(257)

Το άρθρο 2, παράγραφος 2 της απόφασης ΥΓΟΣ του 2012 προβλέπει ότι η απόφαση ισχύει μόνο για τις αναθέσεις, η διάρκεια των οποίων δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη, εκτός αν μια μεγαλύτερη περίοδος μπορεί να δικαιολογηθεί από την ανάγκη της εντολοδόχου επιχείρησης να αποσβέσει σημαντικές επενδύσεις σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τις γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές.

(258)

Η διάρκεια των καταστατικών των νοσοκομείων IRIS, τα οποία, σε επίπεδο δήμων, είναι οι σχετικές αναθέσεις εν προκειμένω, έχει καθοριστεί στα 30 έτη. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η μακρά αυτή περίοδος δικαιολογείται από την ανάγκη των νοσοκομείων IRIS να κάνουν σημαντικές επενδύσεις ως εντολοδόχοι πάροχοι ΥΓΟΣ. Συγκεκριμένα, τα πιο σημαντικά στοιχεία του ενεργητικού των νοσοκομείων IRIS είναι τα κτήριά τους (τα οποία αντιπροσωπεύουν πάνω από το 60 % της αξίας του ενεργητικού τους), τα οποία αποσβένονται σε περίοδο 30 ετών, σύμφωνα με τις γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές (290). Επιπλέον, τα στρατηγικά σχέδια IRIS, τα οποία καθορίζουν τις πρόσθετες υποχρεώσεις των νοσοκομείων IRIS, έχουν επίσης περιορισμένη διάρκεια, η οποία είναι ακόμα πιο σύντομη. Το πρώτο στρατηγικό σχέδιο κάλυπτε την περίοδο 1996-2001. Το δεύτερο στρατηγικό σχέδιο κάλυπτε αρχικά την περίοδο 2002-2006, αλλά στη συνέχεια τροποποιήθηκε και παρατάθηκε μέχρι το τέλος του 2014. Ένα νέο στρατηγικό σχέδιο για την περίοδο 2015-2018 εγκρίθηκε τον Ιανουάριο του 2015.

(259)

Επιπλέον, ο νόμος της 10ης Απριλίου 2014 (291) περιόρισε τη διάρκεια της ομοσπονδιακής ανάθεσης σχετικά με την αποστολή του νοσοκομείου (292), τροποποιώντας το άρθρο 105 της τρέχουσας έκδοσης του CHL (293). Συγκεκριμένα, το άρθρο 105 ορίζει επί του παρόντος ότι η περίοδος για την οποία χορηγείται ο ΠΧΜ δεν πρέπει να υπερβαίνει τα δέκα χρόνια, εκτός από τα στοιχεία του ΠΧΜ που καλύπτουν το κόστος των μεγάλων νοσοκομειακών επενδύσεων που συνεπάγονται απόσβεση σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, σύμφωνα με τις γενικά αποδεκτές λογιστικές αρχές. Τέλος, η ατομική άδεια που πρέπει να κατέχουν τα νοσοκομεία για να είναι επιλέξιμα για τη χρηματοδότηση ΠΧΜ έχει επίσης περιορισμένη διάρκεια (που εξαρτάται από την περιοχή, αλλά αντιστοιχεί συνήθως σε περίπου πέντε χρόνια και σε καμία περίπτωση δεν ξεπερνά τα δέκα χρόνια).

(260)

Συνεπώς, η Επιτροπή θεωρεί ότι η υποχρέωση δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, της απόφασης ΥΓΟΣ το 2012 σχετικά με τον περιορισμό της διάρκειας της ανάθεσης και με την αιτιολόγηση της διάρκειας αυτής πληρούται.

7.3.8.   Διαφάνεια

(261)

Τέλος, η απόφαση ΥΓΟΣ 2012 απαιτεί από τα κράτη μέλη να δημοσιεύουν ορισμένες πληροφορίες. Συγκεκριμένα, για τις αντισταθμίσεις άνω των 15 εκατ. ευρώ που χορηγούνται σε μια επιχείρηση που έχει επίσης δραστηριότητες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος, το άρθρο 7 της απόφασης ΥΓΟΣ 2012 απαιτεί από τα κράτη μέλη να δημοσιεύουν στο διαδίκτυο ή με άλλα κατάλληλα μέσα την ανάθεση (ή μια περίληψη που να περιλαμβάνει τις πληροφορίες που ορίζονται στο άρθρο 4 της εν λόγω απόφασης) και τα ετήσια ποσά που αντιστοιχούν στην ενίσχυση που χορηγήθηκε στην επιχείρηση.

(262)

Η υποχρέωση διαφάνειας της απόφασης ΥΓΟΣ 2012 εφαρμόζεται σε «αντισταθμίσεις άνω των 15 εκατ. EUR που χορηγούνται σε μια επιχείρηση που έχει επίσης δραστηριότητες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος». Όπως φαίνεται στους πίνακες 9-13, το ποσό της δημοτικής αντιστάθμισης του ελλείμματος από τα νοσοκομεία IRIS δεν υπερβαίνει ποτέ το όριο των 15 εκατ. ευρώ ανά έτος. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι η υποχρέωση διαφάνειας, δυνάμει του άρθρου 7 της απόφασης ΥΓΟΣ 2012, δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση.

7.3.9.   Σύνοψη των συμπερασμάτων σχετικά με τη συμβατότητα της ενίσχυσης με την εσωτερική αγορά

(263)

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αντιστάθμιση των ελλειμμάτων των δημόσιων νοσοκομείων των Βρυξελλών από τους δήμους των Βρυξελλών από το 1996 κι έπειτα, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας απόφασης, πληροί τις απαιτήσεις της απόφασης ΥΓΟΣ 2012 και συνεπώς είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά βάσει του άρθρου 106, παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ.

(264)

Από το παραπάνω συμπέρασμα και από τις εξηγήσεις που δίνονται στις αιτιολογικές σκέψεις 148 έως 152 προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν χρειάζεται να εκτιμήσει κατά πόσον η αντιστάθμιση των ελλειμμάτων των δημόσιων νοσοκομείων των Βρυξελλών από τους δήμους των Βρυξελλών είναι συμβατή και με την εσωτερική αγορά βάσει της απόφασης ΥΓΟΣ του 2005 (για την ενίσχυση που χορηγήθηκε μεταξύ της 19ης Δεκεμβρίου 2005 και 31ης Ιανουαρίου του 2012) ή του πλαισίου ΥΓΟΣ 2012.

7.4.   Τελικές παρατηρήσεις

(265)

Όπως εξηγείται ανωτέρω (βλέπε αιτιολογική σκέψη 159), στην απόφαση ακύρωσης της 7ης Νοεμβρίου 2012, το Δικαστήριο αναφέρθηκε στην αρχή της ίσης μεταχείρισης. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η αρχή των μη διακρίσεων/ίσης μεταχείρισης δεν εμφανίζεται μεταξύ των κριτηρίων συμβατότητας της απόφασης ΥΓΟΣ 2012. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, εν πάση περιπτώσει, η αρχή αυτή τηρείται, δεδομένου ότι τα νοσοκομεία IRIS και τα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών βρίσκονται σε διαφορετική κατάσταση από νομική άποψη, αλλά και εκ των πραγμάτων, δεδομένου ότι το πεδίο εφαρμογής της αποστολής ΥΓΟΣ των δημόσιων νοσοκομείων IRIS είναι ευρύτερο από αυτό των ιδιωτικών νοσοκομείων και, συνεπώς, είναι πιο δαπανηρό ως προς την εκτέλεση (όπως εξηγήθηκε παραπάνω, βλέπε ενότητα 7.3.4.1). Ως επικουρικό επιχείρημα, η Επιτροπή σημειώνει ότι τα δημόσια νοσοκομεία IRIS υπόκεινται σε ορισμένους περιορισμούς και πρόσθετες δαπάνες (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 42 και 43) κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος με την οποία έχουν επιφορτιστεί.

(266)

Από τη στιγμή που τα νοσοκομεία IRIS και τα ιδιωτικά νοσοκομεία των Βρυξελλών βρίσκονται σε διαφορετικές/μη συγκρίσιμες καταστάσεις, η αντιστάθμιση των ελλειμμάτων των νοσοκομείων IRIS δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.

8.   ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

(267)

Με βάση την ανωτέρω αξιολόγηση, η Επιτροπή αποφάσισε ότι η υπό εξέταση κρατική ενίσχυση στην περίπτωση αυτή είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά δυνάμει του άρθρου 106, παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ,

ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:

Άρθρο 1

Η κρατική ενίσχυση που χορηγήθηκε με τη μορφή αντιστάθμισης των ελλειμμάτων των δημόσιων νοσοκομείων IRIS των Βρυξελλών από τους δήμους των Βρυξελλών από το 1996 κι έπειτα είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά δυνάμει του άρθρου 106 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Άρθρο 2

Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο του Βελγίου.

Βρυξέλλες, 5 Ιουλίου 2016.

Για την Επιτροπή

Margrethe VESTAGER

Μέλος της Επιτροπής


(1)  Από 1ης Δεκεμβρίου 2009 τα άρθρα 87 και 88 της Συνθήκης ΕΚ αντικαταστάθηκαν από τα αντίστοιχα άρθρα 107 και 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ»). Και στις δύο περιπτώσεις, οι διατάξεις είναι ουσιαστικά ταυτόσημες. Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, οι παραπομπές στα άρθρα 107 και 108 της ΣΛΕΕ θεωρούνται, κατά περίπτωση, ως παραπομπές στα άρθρα 87 και 88 αντιστοίχως της Συνθήκης ΕΚ. Η ΣΛΕΕ εισήγαγε επίσης ορισμένες αλλαγές στην ορολογία, όπως η αντικατάσταση του όρου «Κοινότητα» από τον όρο «Ένωση», του όρου «κοινή αγορά» από τον όρο «εσωτερική αγορά» και του όρου «Πρωτοδικείο» από τον όρο «Γενικό Δικαστήριο». Στην παρούσα απόφαση χρησιμοποιείται η ορολογία της ΣΛΕΕ.

(2)   ΕΕ C 437 της 5.12.2014, σ. 10.

(3)  Όλα μαζί αυτά τα πέντε δημόσια νοσοκομεία διαχειρίζονται περίπου 2 425 από τις περίπου 7 260 κλίνες που μετρούν τα γενικά και τα πανεπιστημιακά νοσοκομεία της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης (με εξαίρεση τα ψυχιατρικά, γηριατρικά και άλλα εξειδικευμένα νοσοκομεία). Απασχολούν περίπου 10 000 άτομα. Τα εν λόγω νοσοκομεία δέχονται πάνω από ένα εκατομμύριο ιατρικές επισκέψεις ετησίως. Ο αριθμός των εγκεκριμένων νοσοκομειακών κλινών δόθηκε από τις βελγικές αρχές (οι οποίες συμβουλεύτηκαν την κοινή κοινοτική επιτροπή και την ομοσπονδιακή δημόσια υπηρεσία «Santé publique») και αφορά το έτος 2015. Οι υπόλοιπες πληροφορίες είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα της IRIS (βλέπε http://www.iris-hopitaux.be).

(4)  Βλέπε ενότητες 2.2 και 2.4 για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τα εν λόγω δημόσια νοσοκομεία και τις δραστηριότητές τους.

(5)  Η συντομογραφία IRIS αντιστοιχεί στην Interhospitalière régionale des infrastructures de soins (Διανοσοκομειακή περιφερειακή ένωση δομών περίθαλψης).

(6)  Οι καταγγέλλοντες είχαν ζητήσει να μην αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους. Ωστόσο, λόγω των προσφυγών ακύρωσης που κατατέθηκαν από τα εν λόγω μέρη και της ακυρωτικής απόφασης της 7ης Νοεμβρίου του 2012 που εξέδωσε το Γενικό Δικαστήριο στην υπόθεση T-137/10, η ταυτότητά τους έχει πλέον δημοσιοποιηθεί (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 4 και 6). Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η ABISP και τα μέλη της έχουν αποσύρει την καταγγελία τους.

(7)  Το επιχείρημα αυτό προβλήθηκε από τους καταγγέλλοντες για πρώτη φορά στην επιστολή τους της 15ης Δεκεμβρίου 2008.

(8)  Στην ουσία, οι υπηρεσίες της Επιτροπής εκτίμησαν, σε προκαταρκτική βάση, ότι τα νοσοκομεία IRIS ήταν, προφανώς, επιφορτισμένα με αποστολές δημόσιας υπηρεσίας κατά το δέον, ότι η αντιστάθμιση που λάμβαναν ήταν σαφώς καθορισμένη και ότι η αντιστάθμιση αυτή δεν ήταν υπερβολική. Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες της Επιτροπής συμπέραναν ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα σχετικά με τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων. Επιπλέον, διαπίστωσαν ότι και οι απαιτήσεις σε θέματα διαφάνειας φαινόταν να είχαν τηρηθεί. Ως εκ τούτου, οι υπηρεσίες της Επιτροπής κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν επαρκείς λόγοι για να συνεχίσουν την έρευνα ελλείψει νέων στοιχείων από τους καταγγέλλοντες.

(9)  Υπόθεση T-128/08, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί.

(10)  Υπόθεση T-241/08, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί.

(11)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, περί λεπτομερών κανόνων για την εφαρμογή του άρθρου 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ L 83 της 27.3.1999, σ. 1).

(12)   ΕΕ C 74 της 24.3.2010, σ. 1.

(13)  Απόφαση 2005/842/ΕΚ της Επιτροπής, της 28ης Νοεμβρίου 2005, σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 86 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΚ για τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντισταθμίσεων δημόσιων υπηρεσιών που χορηγούνται σε ορισμένες επιχειρήσεις που έχουν επιφορτιστεί με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΕΕ L 312 της 29.11.2005, σ. 67).

(14)  Υπόθεση T-137/10, CBI κατά Επιτροπής, ECLI:ΕΕ:T:2012:584.

(15)  στο ίδιο, σκέψη 313.

(16)  Βλέπε υποσημείωση 2.

(17)  Moniteur belge της 5ης Αυγούστου 1976, σ. 9876.

(18)  Οι παρεμβάσεις αυτές αφορούν τους ακόλουθους έξι από τους δεκαεννέα δήμους της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης: Anderlecht, πόλη των Βρυξελλών, Etterbeek, Ixelles, Schaerbeek και Saint-Gilles.

(19)  Συγκεκριμένα, επρόκειτο για τα εξής νοσοκομεία: Το CHU Brugmann-Huderf (ενιαίος φορέας μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1997), το CHU Saint-Pierre, το Institut Bordet, το νοσοκομειακό κέντρο Baron Lambert, το νοσοκομειακό κέντρο Bracops, το νοσοκομειακό κέντρο Molière, το νοσοκομειακό κέντρο Brien και το νοσοκομειακό κέντρο Etterbeek-Ixelles.

(20)  Προσθήκη υπογράμμισης.

(21)  Προσθήκη υπογράμμισης.

(22)  Τακτική συνεδρίαση 1995-1996. Αρχεία της Συνέλευσης της κοινής κοινοτικής επιτροπής. Σχέδιο διατάγματος: B-10/1. — Έκθεση: B-10/2. Πλήρη πρακτικά. — Συζήτηση και έγκριση: συνεδρίαση της 22ας Δεκεμβρίου 1995.

(23)  Οι προπαρασκευαστικές εργασίες ορίζουν συγκεκριμένα ότι η συμφωνία συνεργασίας της 19ης Μαΐου 1994 συνήφθη «για να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα των δημόσιων νοσοκομείων των Βρυξελλών με την ενθάρρυνση, μεταξύ άλλων, της εφαρμογής μηχανισμών συντονισμού και συνεργασίας μεταξύ των υπευθύνων διάφορων νοσοκομειακών ιδρυμάτων που βρίσκονται στην επικράτεια της περιφέρειας Βρυξελλών-Πρωτευούσης, δηλαδή στους δήμους, στα [ΔΚΚΔ] και στις ενώσεις που συστήνονται βάσει του κεφαλαίου XII του [νόμου περί ΔΚΚΔ].»

(24)  Το άρθρο 121 του νόμου περί ΔΚΚΔ ορίζει ότι οι ενώσεις του κεφαλαίου ΧΙΙ διαθέτουν νομική προσωπικότητα.

(25)  Ορισμένα νοσοκομεία IRIS δραστηριοποιούνται σε πολλαπλές εγκαταστάσεις. Προς το παρόν, το CHU-B λειτουργεί σε τρία σημεία (Victor Horta, Paul Brien και Reine Astrid), το CHU-SP σε δύο σημεία (Porte de Hal και César de ΡΑΕΡΕ) και τα HIS σε τέσσερα σημεία (Etterbeek, Ixelles, J. Bracops, Molière-Longchamp και Baron Lambert).

(26)  Ο έλεγχος που ασκείται από την IRIS υπόκειται στους όρους που καθορίζονται στο διάταγμα (της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης), της 22ας Δεκεμβρίου 1995 (Moniteur belge της 7ης Φεβρουαρίου 1996, σ. 2737).

(27)  Το άρθρο 120 του νόμου περί ΔΚΚΔ καθορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις που ισχύουν για τα καταστατικά των ενώσεων που συστήνονται από ένα ΔΚΚΔ βάσει του κεφαλαίου XII του νόμου περί ΔΚΚΔ.

(28)  Σύμφωνα με το άρθρο 125 του νόμου περί ΔΚΚΔ: «Ανεξάρτητα από το ποσοστό των συνεισφορών των διαφόρων εταίρων, τα πρόσωπα δημοσίου δικαίου εξακολουθούν να ελέγχουν την πλειοψηφία των ψήφων στα διάφορα όργανα διοίκησης και διαχείρισης της ένωσης».

(29)  Το FRBRTC ιδρύθηκε με απόφαση της 8ης Απριλίου 1993, Moniteur belge της 12ης Μαΐου 1993, σ. 10889 (όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση της 2ας Μαΐου 2002).

(30)  Το ποσό των 100 εκατ. ευρώ δεν αρκούσε για την κάλυψη των συνολικών χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων των νοσοκομείων, όπως διαμορφώνονταν στα τέλη του 1995, με το συσσωρευμένο έλλειμμα να ανέρχεται σε περίπου 200 εκατ. ευρώ.

(31)  Moniteur belge της 7ης Οκτωβρίου 1987, σ. 14652. Αντικαταστάθηκε από τον κωδικοποιημένο νόμο περί νοσοκομείων και άλλων ιδρυμάτων περίθαλψης της 10ης Ιουλίου 2008 (Moniteur belge της 7ης Νοεμβρίου 2008, σ. 58624).

(32)  Για τη διευκόλυνση των παραπομπών, η παρούσα απόφαση αναφέρεται απλώς στο άρθρο 147 του LCH, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω παραπομπή αφορά το άρθρο 163 του LCH από την έναρξη ισχύος του νόμου της 10ης Ιουλίου 2008.

(33)  Βλέπε τα άρθρα 2 έως 7 του νόμου της 7ης Αυγούστου 1987.

(34)  Βλέπε τα άρθρα 10 έως 17 του νόμου της 7ης Αυγούστου 1987.

(35)  Βλέπε τα άρθρα 23 έως 45 του νόμου της 7ης Αυγούστου 1987. Ο μηχανισμός προγραμματισμού έγκειται στον καθορισμό, βάσει των ιατρικών αναγκών που αξιολογούνται από την ομοσπονδιακή αρχή, του μέγιστου αριθμού νοσοκομειακών κλινών ανά περιφέρεια. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι εκτός κι εάν η ζήτηση για νοσοκομειακές κλίνες αυξηθεί, δεν επιτρέπεται καμία δημιουργία κλινών (ή σύσταση νοσοκομείου) παρά μόνο εάν καταργηθούν κλίνες αλλού.

(36)  Βλέπε τα άρθρα 68 έως 76ε του νόμου της 7ης Αυγούστου 1987.

(37)  Βλέπε τα άρθρα 130 έως 142 του νόμου της 7ης Αυγούστου 1987.

(38)  Βλέπε http://www.iris-hopitaux.be/en (προσπέλαση στις 19 Αυγούστου 2015).

(39)  Βλέπε την υποσημείωση 246 για τον μέσο όρο διάμεσου εισοδήματος.

(40)  Η υποχρέωση αυτή βασίζεται κατά κύριο λόγο στο νόμο της 18ης Ιουλίου 1966, στο άρθρο 42 παράγραφος 5 του νόμου περί ΔΚΚΔ, στο νόμο της 24ης Ιουνίου 1988, στην απόφαση της εκτελεστικής εξουσίας της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης της 25ης Ιουλίου 1991 και στην απόφαση της κυβέρνησης της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης της 6ης Μαΐου 1999.

(41)  Όλες οι εκτιμήσεις κόστους που εμφανίζονται στην παρούσα και στην ακόλουθη αιτιολογική σκέψη αφορούν το έτος 2010 και αντικατοπτρίζουν το υπολειπόμενο κόστος που θα βαρύνει τα νοσοκομεία IRIS μετά την αφαίρεση της δημόσιας χρηματοδότησης, κατά περίπτωση, από την περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης ή από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.

(42)  Πληροφορία που καλύπτεται από το επαγγελματικό απόρρητο.

(43)  Η υποχρέωση αυτή βασίζεται κυρίως στο άρθρο 156 και στο άρθρο 161 παράγραφοι 1 και 2 του νόμου της 24ης Ιουνίου 1988, στο άρθρο 42 παράγραφος 5 του νόμου περί ΔΚΚΔ και στην παράγραφο 3.4 του συνδικαλιστικού πρωτοκόλλου 95/3 της 27ης Οκτωβρίου 1995.

(44)  Η υποχρέωση αυτή βασίζεται κατά κύριο λόγο στο νόμο της 14ης Φεβρουαρίου 1961, στο άρθρο 42 παράγραφος 5 του νόμου περί ΔΚΚΔ, στο νόμο της 24ης Ιουνίου 1988 και στην απόφαση της κυβέρνησης της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης της 6ης Μαΐου 1999.

(45)  Οι εν λόγω κλιμακωτές μισθολογικές αυξήσεις ορίζονται από τις συμβάσεις 2003/1, 2004/10, 2007/1 και 2009/1.

(46)  Η περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης επέβαλε μια ανώτατη δομή υπεύθυνη για το συντονισμό και την επίβλεψη των νοσοκομειακών δραστηριοτήτων των νοσοκομείων IRIS σύμφωνα με το κεφάλαιο XIIα του νόμου περί ΔΚΚΔ.

(47)  Σημειώνεται ότι για ορισμένα από τα νοσοκομεία IRIS, η αρχή αυτή αναγραφόταν αρχικά στο άρθρο 44 ή 47. Εν πάση περιπτώσει, επί της ουσίας, γινόταν ήδη αναφορά στην αρχή αυτή στα αρχικά καταστατικά για κάθε περίπτωση.

(48)  Κατά τη σύσταση των νοσοκομείων IRIS, η αρχή αυτή συμπεριελήφθη στο άρθρο 44 των καταστατικών με την ακόλουθη διατύπωση: «Το αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης κατανέμεται μεταξύ των εταίρων που συγκεντρώνουν τουλάχιστον το ένα πέμπτο του συνόλου των ψήφων της Γενικής Συνέλευσης, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, κατ' αναλογία της εκπροσώπησής τους σε αυτήν».

(49)  Τον Σεπτέμβριο 2013, η Χριστιανική αλληλασφάλιση, ένα από τα πιο σημαντικά βελγικά ταμεία αλληλασφάλισης (τα ταμεία αλληλασφάλισης είναι ιδιωτικοί φορείς, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, υπεύθυνοι για την επιστροφή των ιατρικών δαπανών που καλύπτονται από την κοινωνική ασφάλιση) δημοσίευσε ένα άρθρο σύμφωνα με το οποίο, το 2011, τα έσοδα των βελγικών νοσοκομείων διανεμήθηκαν κατά μέσο όρο ως εξής μεταξύ των τριών πηγών χρηματοδότησης: 1) ΠΧΜ 49 %, 2) INAMI: 42 %, και 3) ασθενείς (ή οι ιδιωτικοί ασφαλιστές τους): 9 %.

(50)  Βλέπε τα άρθρα 87 και ακολούθως του νόμου της 7ης Αυγούστου 1987.

(51)  Βλέπε τα άρθρα 24 έως 87 του βασιλικού διατάγματος της 25ης Απριλίου 2002 (Moniteur belge της 5ης Ιουλίου 2002, σ. 30290).

(52)  Βλέπε το νόμο της 9ης Αυγούστου 1963, όπως τροποποιήθηκε (Moniteur belge της 1ης Νοεμβρίου 1963, σ. 10555).

(53)  Moniteur belge της 27ης Αυγούστου 1994, σ. 21524.

(54)  Βλέπε τα άρθρα 133 έως 135 του νόμου της 7ης Αυγούστου 1987.

(55)  Βλέπε το άρθρο 140 του νόμου της 7ης Αυγούστου 1987.

(56)  Βλέπε τα άρθρα 46 και ακολούθως του νόμου της 7ης Αυγούστου 1987.

(57)  Βλέπε το άρθρο 47 του νόμου της 7ης Αυγούστου 1987.

(58)  Για τη διευκόλυνση των παραπομπών, η παρούσα απόφαση αναφέρεται απλώς στο άρθρο 109 του LCH, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω παραπομπή αφορά το άρθρο 125 του LCH από την έναρξη ισχύος του νόμου της 10ης Ιουλίου 2008.

(59)  Moniteur belge της 1ης Ιανουαρίου 1964, σ. 2. Αυτός ο νόμος απαιτούσε την κάλυψη του 10 % του ελλείμματος από το δήμο όπου βρισκόταν το νοσοκομείο και το υπόλοιπο 90 % από τους βελγικούς δήμους κατοικίας των ασθενών.

(60)  Moniteur belge της 29ης Δεκεμβρίου 1973, σ. 15027.

(61)  Υπήρχε αρχικά στο βασιλικό διάταγμα της 8ης Δεκεμβρίου 1986 (Moniteur belge της 12ης Δεκεμβρίου 1986, σ. 17023), όπως τροποποιήθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 10ης Νοεμβρίου 1989 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το βασιλικό διάταγμα της 8ης Μαρτίου 2006 (Moniteur belge της 12ης Απριλίου 2006, σ. 20232).

(62)  Τα άλλα στοιχεία που δεν περιλαμβάνονται στο έλλειμμα που καλύπτεται από το άρθρο 109 του LCH, είναι, κυρίως, η εκτίμηση των διορθωτικών πληρωμών στο πλαίσιο του ΠΧΜ, ορισμένα αποθεματικά και ορισμένα είδη αποσβέσεων.

(63)  Πράγματι, το έλλειμμα στο οποίο γίνεται αναφορά στο άρθρο 109 του LCH υπολογίζεται αρχίζοντας από το λογιστικό έλλειμμα και εξαιρώντας ορισμένα είδη.

(64)  Moniteur belge της 4ης Σεπτεμβρίου 1975, σ. 10847.

(65)  Βλέπε τα άρθρα 77 και 78 του νόμου της 7ης Αυγούστου 1987.

(66)  Βλέπε τα άρθρα 80 έως 85 του νόμου της 7ης Αυγούστου 1987.

(67)  Βλέπε τα άρθρα 86 έως 86β του νόμου της 7ης Αυγούστου 1987.

(68)  Βλέπε το άρθρο 115 του νόμου της 7ης Αυγούστου 1987.

(69)  Βλέπε υποσημείωση 29.

(70)  Αυτές οι ειδικές επιδοτήσεις χορηγήθηκαν με βάση την απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 2003 (Moniteur belge της 5ης Μαΐου 2003, σ. 24098).

(71)  Απόφαση της Επιτροπής στην υπόθεση SA. 19864 (πρώην N 54/2009) (ΕΕ C 74 της 24.3.2010, σ. 1).

(72)  στο ίδιο, αιτιολογικές σκέψεις 140-145.

(73)  στο ίδιο, αιτιολογικές σκέψεις 146-150.

(74)  στο ίδιο, αιτιολογικές σκέψεις 146-150.

(75)  στο ίδιο, αιτιολογικές σκέψεις 151-155.

(76)  στο ίδιο, αιτιολογική σκέψη 156.

(77)  στο ίδιο, αιτιολογικές σκέψεις 175-181.

(78)  στο ίδιο, αιτιολογικές σκέψεις 182-193.

(79)  στο ίδιο, αιτιολογικές σκέψεις 204-205.

(80)  στο ίδιο, αιτιολογική σκέψη 206.

(81)  στο ίδιο, αιτιολογική σκέψη 198.

(82)  στο ίδιο, αιτιολογική σκέψη 199.

(83)  στο ίδιο, αιτιολογική σκέψη 201.

(84)  Βλέπε υποσημείωση 14.

(85)  στο ίδιο, σκέψη 70.

(86)  στο ίδιο, σκέψη 313.

(87)  στο ίδιο, σκέψεις 97-188.

(88)  στο ίδιο, σκέψεις 119-120.

(89)  στο ίδιο, σκέψη 104.

(90)  στο ίδιο, σκέψεις 123-151.

(91)  στο ίδιο, σκέψεις 152-159.

(92)  στο ίδιο, σκέψεις 174-188.

(93)  στο ίδιο, σκέψη 159.

(94)  στο ίδιο, σκέψεις 189-244.

(95)  στο ίδιο, σκέψεις 194 και 195-202.

(96)  στο ίδιο, σκέψη 196.

(97)  στο ίδιο, σκέψη 194.

(98)  στο ίδιο, σκέψεις 203-207.

(99)  στο ίδιο, σκέψεις 208-211.

(100)  στο ίδιο, σκέψη 215.

(101)  στο ίδιο, σκέψεις 216-218.

(102)  στο ίδιο, σκέψεις 231-244.

(103)  στο ίδιο, σκέψη 238.

(104)  στο ίδιο, σκέψεις 239-244.

(105)  στο ίδιο, σκέψεις 245-301.

(106)  στο ίδιο, σκέψεις 253-255.

(107)  στο ίδιο, σκέψεις 257-258 και 265.

(108)  στο ίδιο, σκέψεις 259-264.

(109)  στο ίδιο, σκέψεις 266-278.

(110)  στο ίδιο, σκέψεις 279-288.

(111)  στο ίδιο, σκέψη 286.

(112)  στο ίδιο, σκέψη 288.

(113)  στο ίδιο, σκέψη 290.

(114)  στο ίδιο, σκέψη 300.

(115)  στο ίδιο, σκέψη 308.

(116)  Βλέπε υποσημείωση 2.

(117)  Για το θέμα αυτό, βλέπε την απόφαση στην υπόθεση T-137/10, σκέψεις 310 και 313.

(118)  Το αν αυτές οι δραστηριότητες αποτελούν όντως υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος κατά την έννοια του άρθρου 106 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ ή όχι, και αν οι εν λόγω δραστηριότητες ανατέθηκαν σε νοσοκομεία μέσω μιας δεόντως συγκροτημένης πράξης ανάθεσης θα εκτιμηθεί στη συνέχεια (στην ενότητα 7.3.4).

(119)  Για το θέμα αυτό, βλέπε την απόφαση στην υπόθεση T-137/10, σκέψη 308.

(120)  Βλέπε την απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2013, στην περίπτωση της RG 2010/15534/Α, ASBL Clinique Fond'Roy/[…] και τα ΔΚΚΔ του Uccle και του Anderlecht.

(121)  Το βασιλικό διάταγμα της 12ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την επείγουσα ιατρική βοήθεια, αναφέρει ότι η κατάσταση έκτακτης ανάγκης αξιολογείται και πιστοποιείται από γιατρό ή οδοντίατρο. Το επείγον δεν ορίζεται από το νόμο, αλλά εκτιμάται από τον επαγγελματία υγείας που παρέχει τη γνωμάτευση. Η επείγουσα ιατρική βοήθεια μπορεί να περιλαμβάνει κάθε είδους ιατρική περίθαλψη θεραπευτικού και προληπτικού χαρακτήρα, που παρέχεται σε νοσοκομείο ή κατά τη μεταφορά ασθενών, καθώς και τη συνταγογράφηση φαρμάκων. Η επείγουσα ιατρική βοήθεια διαφέρει συνεπώς από τα επείγοντα περιστατικά που θέτουν τη ζωή σε κίνδυνο και περιγράφονται στην αιτιολογική σκέψη 97.

(122)  Πληροφορίες MC αριθ. 211 (Φεβρουάριος 2004), σ. 8-14.

(123)  Βλέπε την υποσημείωση 49 για μια σύντομη περιγραφή αυτής της οργάνωσης.

(124)  Οι συμβάσεις για την «κατοικία έκτακτης ανάγκης» συνήφθησαν μεταξύ των νοσοκομείων IRIS και 17 από τα 19 ΔΚΚΔ της περιφέρειας των Βρυξελλών (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 187-188). Οι συμβάσεις αυτές καθορίζουν τους όρους αποπληρωμής των εξόδων θεραπείας από τα ΔΚΚΔ για τους ασθενείς οι οποίοι δεν είναι σε θέση να πληρώσουν για τη θεραπεία τους και οι οποίοι δεν έχουν ασφάλιση, με την επιφύλαξη της τήρησης ορισμένων προϋποθέσεων. Οι συμβάσεις αυτές προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι τα νοσοκομεία IRIS οφείλουν να συγκεντρώσουν, στο μέτρο του δυνατού, τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τις «κοινωνικές έρευνες» (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 210-211).

(125)  Το άρθρο 2 του LCH έχει ως εξής: «Για την εφαρμογή του παρόντος κωδικοποιημένου νόμου θεωρούνται ως νοσοκομεία τα ιδρύματα υγειονομικής περίθαλψης, όπου μπορούν να πραγματοποιηθούν ή να εφαρμοστούν εξετάσεις και/ή ειδικές θεραπείες ειδικευμένης ιατρικής που σχετίζονται με την ιατρική, τη χειρουργική, και προαιρετικά με τη μαιευτική οποιαδήποτε στιγμή και σε διεπιστημονικό πλαίσιο, υπό συνθήκες περίθαλψης και στο απαιτούμενο ιατρικό, ιατρο-τεχνικό, παραϊατρικό και εφοδιαστικό πλαίσιο που αρμόζει για τους ασθενείς που εισήχθησαν και μπορούν να νοσηλευτούν εκεί, διότι η κατάσταση της υγείας τους απαιτεί όλες αυτές τις παραμέτρους περίθαλψης για τη θεραπεία ή την ανακούφιση της ασθένειας, την αποκατάσταση ή τη βελτίωση της κατάστασης της υγείας ή για τη σταθεροποίηση των τραυμάτων όσο το δυνατόν γρηγορότερα».

(126)  Γνωμοδότηση του νομοθετικού τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με το προσχέδιο της διάταξης της 13ης Φεβρουαρίου 2003 σχετικά με τη χορήγηση ειδικών επιδοτήσεων στους δήμους της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης.

(127)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 19 για την ακριβή διατύπωση του άρθρου αυτού.

(128)  Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ενέκρινε το σχέδιο περί νοσοκομειακών κλινών («νοσοκομειακός προγραμματισμός»), βάσει των διαφόρων δεικτών (ιατρικών, χειρουργικών, γηριατρικών, μητρότητας, παιδιατρικών, αποκατάστασης, ψυχιατρικής, νεογνών κ.λπ.), δεδομένου του πληθυσμού των Βρυξελλών, της Περιφέρεια της Φλάνδρας και της Περιφέρειας Βαλλονίας και του συνόλου του Βασιλείου και βάσει της πρότασης του Εθνικού Συμβουλίου των νοσοκομειακών ιδρυμάτων.

(129)  Συγκεκριμένα, οι βελγικές αρχές επισημαίνουν ότι, στην καλύτερη περίπτωση, το LCH καθορίζει τους τρόπους αντιστάθμισης του ελλείμματος σε περίπτωση που ένα δημόσιο νοσοκομείο μεταφέρεται σε ιδιώτη, ενώ ο νόμος περί ΔΚΚΔ αναφέρει μόνο τις γενικές αρχές για το άνοιγμα και τη διαχείριση των ιδρυμάτων που συστήνονται από τα ΔΚΚΔ.

(130)  Οι βελγικές αρχές επισημαίνουν ότι, ενώ αναζητείτο αγοραστής, το νοσοκομείο Hôpital français σταμάτησε ξαφνικά τις εισαγωγές ασθενών στις 9 Μαΐου 2008. Εξηγούν ότι το εν λόγω νοσοκομείο είχε κλείσει προηγουμένως το παιδιατρικό και το μαιευτικό του τμήμα. Σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, οι ασθενείς των υπηρεσιών αυτών μεταφέρθηκαν σε άλλα νοσοκομεία της περιφέρειας των Βρυξελλών για ολόκληρη την ημέρα εκείνη.

(131)  Για τους σκοπούς του LCH, είναι γνωστό ότι τα νοσοκομεία IRIS διοικούνται από ένα ΔΚΚΔ.

(132)  Το ετήσιο ποσό εξαρτάται από τα διαθέσιμα μέσα του προϋπολογισμού της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης και τις απαιτήσεις των ενδιαφερόμενων δήμων. Κατά την περίοδο 2003-2014, η ειδική επιδότηση έφτασε το ανώτατο όριο των 10 εκατ. ευρώ κάθε χρόνο εκτός από το 2010 (9 εκατ.) και το 2011 (9,5 εκατ. ευρώ).

(133)  Στο πλαίσιο αυτό, οι βελγικές αρχές επισημαίνουν ότι τα ιδιωτικά νοσοκομεία που ιδρύθηκαν π.χ. βάσει του νόμου για τις ενώσεις μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (ο «νόμος περί ASBL»), πρέπει επίσης να συμμορφώνονται με το LCH για τις νοσοκομειακές τους λειτουργίες. Ωστόσο, στο βαθμό που ο νόμος περί ASBL δεν αναθέτει στα ιδρύματα που ρυθμίζει καμία συγκεκριμένη αποστολή, οι αποστολές των εν λόγω ιδιωτικών νοσοκομείων διέπονται αποκλειστικά από το LCH.

(134)  Βλέπε το νόμο της 8ης Ιουλίου 1964, όπως τροποποιήθηκε (Moniteur belge της 25ης Ιουλίου 1964, σ. 8153).

(135)  Σε αντίθεση με την επείγουσα ιατρική βοήθεια που αναφέρεται παραπάνω (βλέπε αιτιολογική σκέψη 72) και η οποία περιλαμβάνει την προγραμματισμένη περίθαλψη, η ιατρική βοήθεια έκτακτης ανάγκης αφορά τις άμεσες φροντίδες που απαιτούνται σε περιπτώσεις που θέτουν τη ζωή σε κίνδυνο.

(136)  Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη κι αν ένα νοσοκομείο δεν επιτελεί ορισμένες εργασίες που αφορούν την ιατρική βοήθεια έκτακτης ανάγκης, όπως αναφέρεται στο νόμο της 8ης Ιουλίου 1964, το εν λόγω νοσοκομείο εξακολουθεί να υποχρεούται να παρέχει βοήθεια σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης στο μέγιστο των δυνατοτήτων του (ήτοι, βάσει των υποδομών και του προσωπικού του).

(137)  Η άμεση ιατρική βοήθεια διέπεται από το άρθρο 57, παράγραφος 2 και από το βασιλικό διάταγμα της 12ης Δεκεμβρίου 1996.

(138)  Στην απόφασή της 25ης Ιανουαρίου 2013, το Πρωτοδικείο των Βρυξελλών σημειώνει τα εξής: «Η γενική οικονομία του συστήματος έγκειται στο ότι είτε το ίδιο το ΔΚΚΔ παρέχει την επείγουσα ιατρική βοήθεια περιθάλποντας ένα άτομο που χρειάζεται επείγουσα περίθαλψη σε ένα νοσοκομείο που διαχειρίζεται, είτε αναλαμβάνοντας το κόστος της περίθαλψης που παρέχεται στο εν λόγω άτομο από ένα ιδιωτικό νοσοκομείο. Εάν η ενίσχυση παρέχεται κατά κύριο λόγο σε κάποιο ίδρυμα που εξαρτάται από το οικείο ΔΚΚΔ ή με το οποίο έχει συνάψει σύμβαση, η νοσηλεία μπορεί να γίνει σε άλλο ίδρυμα, λόγω του επείγοντος χαρακτήρα της κατάστασης του προς περίθαλψη ατόμου. Σε αυτή την περίπτωση, δεν πραγματοποιείται προηγούμενη διαβούλευση ούτε με το ΔΚΚΔ, ούτε καν με τον ενδιαφερόμενο, αλλά λαμβάνεται μια γρήγορη και μονομερής απόφαση από το προσωπικό των ασθενοφόρων της υπηρεσίας διάσωσης που καλείται, ή, στην προκειμένη περίπτωση, από την εισαγγελική αρχή. Η ασυνήθιστη ή εξαιρετική φύση της ταχείας αυτής διαδικασίας δεν επιτρέπει στα ΔΚΚΔ να αρνηθούν την ανάληψη των εξόδων νοσηλείας σε άλλο ίδρυμα από το δικό τους […]» [προσθήκη έντονων στοιχείων].

(139)  Υπόθεση T-137/10, σκέψεις 208 έως 215.

(140)  στο ίδιο, σκέψη 217.

(141)  στο ίδιο, σκέψη 218.

(142)  Επομένως, η αξιολόγηση που πραγματοποιήθηκε στην παρούσα απόφαση διαφέρει από την αξιολόγηση της απόφασης της Επιτροπής του 2009, η οποία ακυρώθηκε και στην οποία οι παρεμβάσεις βάσει του FRBRTC και των ειδικών επιδοτήσεων αξιολογήθηκαν ως έναν ορισμένο βαθμό χωριστά από την αντιστάθμιση των ελλειμμάτων.

(143)  Κατά μέσο όρο, μεταξύ 68 % και 90 % των αντίστοιχων ελλειμμάτων των νοσοκομείων που καταγράφηκαν για ολόκληρη την περίοδο 1996-2014 αντισταθμίστηκαν από τους δήμους μέσω κεφαλαίων του FRBRTC ή ειδικών επιδοτήσεων της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης. Για να καλύψουν το υπόλοιπο, οι δήμοι χρειάστηκε να χρησιμοποιήσουν δικά τους κεφάλαια και, όπως εξηγείται παρακάτω (βλέπε αιτιολογική σκέψη 234), στο τέλος του 2014, έπρεπε να πληρώσουν (και πάλι με δικά τους κεφάλαια) μια πρόσθετη αντιστάθμιση συνολικού ύψους περίπου 15 εκατ. ευρώ για την κάλυψη των ελλειμμάτων των πέντε νοσοκομείων IRIS.

(144)  Δεδομένου ότι πρέπει να γίνουν υπολογισμοί για να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση αυτή, η Επιτροπή βασίζεται στα διαθέσιμα στοιχεία, δηλαδή στην περίοδο 1996-2014 (για εξαιρέσεις, βλέπε αιτιολογική σκέψη 236).

(145)  Υπόθεση C-222/04, Ministero dell'Economia e delle Finanze/Cassa di Risparmio di Firenze SpA, Fondazione Cassa di Risparmio di San Miniato, Cassa di Risparmio di San Miniato, ECLI:EU:C:2006:8, σκέψη 129.

(146)  Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-180/98 έως C-184/98, Pavel Pavlov e.a. κατά Stichting Pensioenfonds Medische Specialisten,ECLI:EU:C:2000:428, σκέψη 74.

(147)  Υπόθεση C-41/90, Höfner & Fritz Elser κατά Macrotron GmbH, ECLI:EU:C:1991:161, σκέψη 21 και συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-180/98 έως C-184/98, Pavel Pavlov e.a. κατά Stichting Pensioenfonds Medische Specialisten, ECLI:EU:C:2000:428, σκέψη 74.

(148)  Υπόθεση C-118/85, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:1987:283, σκέψη 7 και υπόθεση C-35/96, Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά Ιταλικής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:1998:303, σκέψη 36.

(149)  Υπόθεση C-82/01 P, Αεροδρόμια Παρισίων κατά Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ECLI:EU:C:2002:617, σκέψη 74 και υπόθεση C-49/07, Μοτοσικλετιστική Ομοσπονδία Ελλάδος ΝΠΙΔ (MOTOE) κατά Ελληνικού Δημοσίου, ECLI:EU:C:2008:376, σκέψη 25. Βλέπε επίσης ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις κατά τη χορήγηση αντισταθμίσεων για την παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΕΕ C 8 της 11.1.2012, σ. 4), σημείο 9.

(150)  ΥπόθεσηC-49/07, Μοτοσικλετιστική Ομοσπονδία Ελλάδος ΝΠΙΔ (MOTOE) κατά Ελληνικού Δημοσίου, ECLI:EU:C:2008:376, σκέψη 27 και υπόθεση C-244/94, Société Paternelle-Vie, Union des assurances de Paris-Vie και Ταμείο Ασφάλισης και αμοιβαίας πρόνοιας αγροτών κατά Υπουργείου Γεωργίας και Αλιείας, ECLI:EU:C:1995:392, σκέψη 21.

(151)  Υπόθεση C-157/99, B.S.M. Geraets-Smits κατά Stichting Ziekenfonds VGZ και H.T.M. Peerbooms κατά Stichting CZ Groep Zorgverzekeringen ECLI:EU:C:2001:404, σκέψη 58, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι μια ιατρική θεραπεία που παρέχεται από ένα νοσοκομείο χρηματοδοτείται απευθείας από τα ασφαλιστικά ταμεία επί τη βάσει συμβάσεων και προκαθορισμένων χρεώσεων, δεν δύναται να αποκλείσει την εν λόγω θεραπεία από το πεδίο εφαρμογής των οικονομικών δραστηριοτήτων κατά την έννοια της ΣΛΕΕ και ότι οι πληρωμές που πραγματοποιούνται από τα ταμεία ασθενείας, «αν είναι κατ' αποκοπήν, συνιστούν όντως την οικονομική αντιπαροχή των νοσοκομειακών παροχών και έχουν αδιαμφισβήτητα χαρακτήρα αμοιβής όσον αφορά το νοσοκομειακό ίδρυμα που τις εισπράττει και ασκεί δραστηριότητα οικονομικού τύπου». Επίσης, το Δικαστήριο πρόσθεσε επί τούτου ότι η καταβολή τέτοιου είδους αμοιβής από τους αποδέκτες της εν λόγω υπηρεσίας δεν ήταν απαραίτητη.

(152)  Υπόθεση C-157/99, B.S.M. Geraets-Smits κατά Stichting Ziekenfonds VGZ και H.T.M. Peerbooms κατά Stichting CZ Groep Zorgverzekeringen ECLI:EU:C:2001:404, σκέψη 53· συνεκδικαθείσθες υποθέσεις 286/82 και 26/83, Graziana Luisi και Giuseppe Carbone κατά Ministero del Tesoro ECLI:EU:C:1984:35, σκέψη 16· υπόθεση C-159/90, The Society for the Protection of Unborn Children Ireland Ltd κατά Stephen Grogan et autres, ECLI:EU:C:1991:378, σκέψη 18· υπόθεση C-368/98, Abdon Vanbraekel et autres κατά Alliance nationale des mutualités chrétiennes (ANMC), ECLI:EU:C:2001:400, σκέψη 43· και υπόθεση T-167/04, Asklepios Kliniken GmbH κατά Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ECLI:EU:T:2007:215, σκέψεις 49 έως 55.

(153)  Βλέπε επίσης ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις κατά τη χορήγηση αντισταθμίσεων για την παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΕΕ C 8 της 11.1.2012, σ. 4), σημείο 24.

(154)  Υπόθεση T-319/99, Federación Nacional de Empresas de Instrumentación Científica, Médica, Técnica y Dental (FENIN) κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ECLI:EU:T:2003:50, σκέψη 39. Βλέπε επίσης την υπόθεση T-137/10, σκέψεις 90 και 91, καθώς και την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις στο πλαίσιο των αντισταθμίσεων που χορηγήθηκαν για την παροχή υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΕΕ C 8 της 11.1.2012, σ. 4), σημείο 22.

(155)  Βλέπε, σχετικά, την υπόθεση C-355/00, Freskot AE κατά Ελληνικό Δημόσιο ECLI:EU:C:2003:298, σκέψη 53. Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο τόνισε επίσης ότι οι υπηρεσίες και οι εισφορές που παρέχονται στο πλαίσιο ενός συστήματος υποχρεωτικής ασφάλισης καθορίστηκαν λεπτομερώς από τον εθνικό νομοθέτη.

(156)  Υπόθεση C-39/94, Syndicat français de l'Express international (SFEI) e.a. κατά La Poste e.a., ECLI:EU:C:1996:285, σκέψη 60, και υπόθεση C-342/96, Βασίλειο της Ισπανίας κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ECLI:EU:C:1999:210, σκέψη 41.

(157)  Υπόθεση 173/73, Ιταλική Δημοκρατία κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ECLI:EU:C:1974:71, σκέψη 13.

(158)  Υπόθεση C-280/00, Altmark Trans GmbH και Regierungspräsidium Magdeburg κατά Nahverkehrsgesellschaft Altmark GmbH, παρισταμένης της Oberbundesanwalt beim Bundesverwaltungsgericht, ECLI:EU:C:2003:415, σκέψεις 87 έως 95).

(159)  Υπόθεση T-289/03, British United Provident Association Ltd (BUPA), BUPA Insurance Ltd και BUPA Ireland Ltd κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ECLI:EU:T:2008:29, σκέψη 159). Το Δικαστήριο εκτίμησε ότι «… η εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία μιας διάταξης κοινοτικού δικαίου περιορίζεται στη διευκρίνηση και την αποσαφήνιση της έννοιας και του περιεχομένου της, όπως η διάταξη αυτή θα έπρεπε να ερμηνευθεί και να εφαρμοστεί τη στιγμή που τέθηκε σε ισχύ. Προκύπτει λοιπόν ότι η κατ' αυτόν τον τρόπο ερμηνευμένη διάταξη μπορεί και πρέπει να εφαρμόζεται ακόμη και στις έννομες σχέσεις που γεννήθηκαν ή προέκυψαν πριν από την εν λόγω απόφαση και μόνο κατ' εξαίρεση μπορεί το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν της γενικής αρχής της ασφάλειας δικαίου που είναι συμφυής με την κοινοτική έννομη τάξη, να αποφασίσει τον περιορισμό της δυνατότητας που έχει κάθε ενδιαφερόμενος να επικαλεστεί μια διάταξη που ερμήνευσε το Δικαστήριο, προκειμένου να τεθούν υπό αμφισβήτηση έννομες σχέσεις που έχουν συναφθεί καλή την πίστει».

(160)  Υπόθεση C-209/03, The Queen, κατόπιν αιτήματος του Dany Bidar κατά London Borough of Ealing και Secretary of State for Education and Skills, ECLI:EU:C:2005:169, σκέψεις 66 και 67, και υπόθεση C-292/04, Wienand Meilicke, Heidi Christa Weyde και Marina Stöffler κατά Finanzamt Bonn-Innenstadt, ECLI:EU:C:2007:132, σκέψη 34 και 36.

(161)  Υπόθεση T-358/94, Compagnie nationale Air France κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ECLI:EU:T:1996:194, σκέψη 56.

(162)  Υπόθεση 248/84, Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ECLI:EU:C:1987:437, σκέψη 17, και συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-92/00 και T-103/00, Territorio Histórico de Álava — Diputación Foral de Álava, EU:T:2002:61, Ramondín, SA και Ramondín Cápsulas, SA (T-103/00) κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, EU:T:2002:61, σκέψη 57.

(163)  Υπόθεση 730/79, Philip Morris Holland BV κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ECLI:EU:C:1980:209, σκέψη 11, και συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-298/97, T-312/97, T-313/97, T-315/97, T-600/97 έως 607/97, T-1/98, T-3/98 έως T-6/98 και T-23/98, Alzetta Mauro και λοιποί κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, ECLI:EU:T:2000:151, σκέψη 80.

(164)  Απόφαση στην υπόθεση T-288/97 Regione autonoma Friuli-Venezia Giulia κατά Επιτροπής ECLI:EU:T:1999:125, σκέψη 41.

(165)  Υπόθεση C-280/00, Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg, ECLI:EU:C:2003:415, σκέψη 78· οι συνεκδικασθείσθες υποθέσεις C-197/11 και C-203/11, Libert et autres, ECLI:EU:C:2013:288, σκέψη 78· και υπόθεση C-518/13, Eventech, ECLI:EU:C:2015:9, σκέψη 67.

(166)  Υπόθεση C-279/08 P, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, ECLI:EU:C:2011:551, σκέψη 131.

(167)  Βλέπε συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-447/93, T-448/93 και T-449/93, AITEC και άλλες κατά Επιτροπής, ECLI:EU:T:1995:130, σκέψη 141.

(168)  Βλέπε για παράδειγμα τις αποφάσεις της Επιτροπής στις υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων Ν 258/2000 — πισίνα Dorsten (ΕΕ C 172 της 16.6.2001, σ. 16)· απόφαση 2004/114/ΕΚ της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2003, για τις ενισχύσεις που χορηγήθηκαν σε λιμένες αναψυχής μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα στις Κάτω Χώρες (ΕΕ L 34 της 6.2.2004, σ. 63)· Ν 458/2004 — Κύριο Άρθρο Andaluza Holding (ΕΕ C 131 της 28.5.2005, σ. 12)· SA.33243 — Jornal de Madeira (ΕΕ C 131 της 28.5.2005, σ. 12)· SA.34576 — Πορτογαλία — Υπηρεσία συνεχούς περίθαλψης Jean Piaget Nord-est (ΕΕ C 73 της 13.3.2013, σ. 1)· Ν 543/2001 — Ιρλανδία — Φορολογική απόσβεση για τα νοσοκομεία (ΕΕ C 154 της 28.6.2002, σ. 4)· SA.37432 — Χρηματοδότηση των δημόσιων νοσοκομείων στην περιοχή Hradec Králové (ΕΕ C 203 της 19.6.2015, σ. 1)· SA.37904 — Εικαζόμενη κρατική ενίσχυση υπέρ του ιατρικού κέντρου του Durmersheim (ΕΕ C 188 της 5.6.2015, σ. 1)· SA.33149 — Städtische Projektgesellschaft «Wirtschaftsbüro Gaarden-Kiel» (ΕΕ C 188 της 5.6.2015, σ. 1)· SA.38035 — Εικαζόμενη ενίσχυση υπέρ μιας εξειδικευμένης κλινικής αποκατάστασης για ορθοπεδική ιατρική και τραυματολογική χειρουργική (ΕΕ C 188 της 5.6.2015, σ. 1)· SA.39403 — Κάτω Χώρες — Ενίσχυση επενδύσεων υπέρ του λιμένος του Lauwersoog (ΕΕ C 259 της 7.8.2015, σ. 1)· SA.37963 — Ηνωμένο Βασίλειο — Glenmore Lodge (ΕΕ C 277 της 21.8.2015, σ. 1)· και SA.38208 — Ηνωμένο Βασίλειο — Λέσχες γκολφ που ανήκουν στα μέλη τους (ΕΕ C 277 της 21.8.2015, σ. 1).

(169)  Βλέπε Ν 543/2001 — Ιρλανδία — Φορολογική απόσβεση για τα νοσοκομεία (ΕΕ C 154 της 28.6.2002, σ. 4)· SA.37432 — Χρηματοδότηση των δημόσιων νοσοκομείων στην περιοχή Hradec Králové (ΕΕ C 203 της 19.6.2015, σ. 1)· SA.38035 — Εικαζόμενη ενίσχυση υπέρ μιας κλινικής αποκατάστασης για ορθοπεδική ιατρική και τραυματολογική χειρουργική (ΕΕ C 188 της 5.6.2015, σ. 1).

(170)  http://ec.europa.eu/eurostat/statistics-explained/index.php/Statistics_on_European_cities, τελευταία προσπέλαση 8 Ιουλίου 2015.

(171)  Ανακοίνωση της Επιτροπής — Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας (ΕΕ C 8 της 11.1.2012, σ. 15).

(172)  Απόφαση 2012/21/ΕΕ της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2011, για την εφαρμογή του άρθρου 106 παράγραφος 2 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας που χορηγούνται σε ορισμένες επιχειρήσεις επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος (ΕΕ L 7 της 11.1.2012, σ. 3).

(173)  Κοινοτικό πλαίσιο για τις κρατικές ενισχύσεις υπό μορφή αντιστάθμισης για την παροχή δημόσιας υπηρεσίας (ΕΕ C 297 της 29.11.2005, σ. 4).

(174)  Βλέπε υποσημείωση 13.

(175)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 8 της απόφασης ΥΓΟΣ 2012.

(176)  Υπόθεση C-179/90 Merci Convenzionali porto di Genova, ECLI: ΕU: C: 1991: 464, σκέψη 27 Υπόθεση C-242/95 GT-Link A/S, ECLI: ΕU: C: 1997: 376, σκέψη 53 και υπόθεση C-266/96, Corsica Ferries France SA, ECLI: ΕU: C: 1997: 376, ECLI: ΕU: C: 1998: 306, σκέψη 45.

(177)  Υπόθεση T-289/03, BUPA Ε.Α. κατά Επιτροπής ECLI: ΕU: Τ: 2008: 29 σκέψεις 166 έως 169 και 172 Υπόθεση T-17/02, Fred Olsen, ECLI:EU:T:2005:218, σκέψη 216.

(178)  Βλέπε άρθρο 4 της απόφασης ΥΓΟΣ 2012.

(179)  Βλέπε άρθρο 4, στοιχείο α) της απόφασης ΥΓΟΣ 2012.

(180)  Βλέπε άρθρο 4, στοιχείο β) της απόφασης ΥΓΟΣ 2012.

(181)  Βλέπε άρθρο 4, στοιχείο γ) της απόφασης ΥΓΟΣ 2012.

(182)  Βλέπε άρθρο 4, στοιχείο δ) της απόφασης ΥΓΟΣ 2012.

(183)  Βλέπε άρθρο 4, στοιχείο ε) της απόφασης ΥΓΟΣ 2012.

(184)  Βλέπε άρθρο 4, στοιχείο στ) της απόφασης ΥΓΟΣ 2012.

(185)  Υπόθεση T-137/10, σκέψη 95.

(186)  Υπόθεση C-390/06, Nuova Agricast Srl κατά Ministero delle Attività Produttive, ECLI: ΕΕ: C: 2008: 224.

(187)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 25 και ιδίως την αναφορά στη συμφωνία συνεργασίας της 19ης Μαΐου 1994 σχετικά με την ανάγκη «παροχής εγγυήσεων ως προς τη συντήρηση […] της ιδιαιτερότητας των δημόσιων νοσοκομείων » [προσθήκη υπογράμμισης]. Βλέπε, επίσης, στρατηγικό σχέδιο IRIS 1996-2001, ιδίως: τους «διαρθρωτικούς άξονες» (σ. 3), «για να είναι εφικτή η συνέχιση μιας ιατρικής απαλλαγμένης από κάθε εμπορική λογική » και την ενότητα «Ανταποδοτικοί Στόχοι» (σ. 54), «Τα δημόσια νοσοκομεία [δηλαδή νοσοκομεία IRIS] πρέπει να έχουν ως βασικό σκοπό την άσκηση μιας κοινωνικής ιατρικής· αυτό τους επιβάλλει να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των κοινωνικών αποστολών » [προσθήκη υπογράμμισης].

(188)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 87 της απόφασης για την κίνηση της διαδικασίας.

(189)  Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις αναθέσεις για τις τρεις αυτές υποχρεώσεις, βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 170 και επόμενες.

(190)  Όπως εξηγήθηκε παραπάνω (βλέπε αιτιολογικές σκέψεις 83 και 91), σύμφωνα με τη νομολογία του βελγικού Συμβουλίου της Επικρατείας, όσο οι ιατρικές και κοινωνικές ανάγκες για τις οποίες δημιουργήθηκαν τα νοσοκομεία IRIS υφίστανται, οι δημόσιες αρχές δεν μπορούν να κλείσουν αυτά τα νοσοκομεία ούτε να τα μεταβιβάσουν σε ιδιώτη.

(191)  Το κόστος που συνεπάγεται το δημόσιο καθεστώς των νοσοκομείων IRIS περιλαμβάνεται στο κόστος της βασικής νοσοκομειακής αποστολής, καθώς και στις υποχρεώσεις των συμπληρωματικών ΥΓΟΣ και, ως εκ τούτου, μπορεί να συμβάλει στα ελλείμματα των δραστηριοτήτων αυτών.

(192)  Βλέπε ιδίως το άρθρο 28 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας που συντάχθηκε από το Εθνικό Γενικό Ιατρικό Συμβούλιο (εκδοχή της 27ης Ιουλίου 2015).

(193)  Βλέπε υποσημείωση 120.

(194)  Πράγματι, τα στοιχεία που παρασχέθηκαν από τις βελγικές αρχές δείχνουν ότι στο 85 % των περιπτώσεων της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης, η επείγουσα ιατρική βοήθεια παρέχεται από τα νοσοκομεία IRIS. Το ποσοστό αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη παράλληλα με το γεγονός ότι τα νοσοκομεία IRIS εκμεταλλεύονται μόνο το 35 % των νοσοκομειακών κλινών στην περιοχή (βλέπε επίσης υποσημείωση 3). Οι υπόλοιπες περιπτώσεις αντιμετωπίζονται από άλλους παρόχους υγειονομικής περίθαλψης, συμπεριλαμβανομένων των γενικών ιατρών και των ιδιωτικών νοσοκομείων. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την ψυχιατρική περίθαλψη, όπως στην περίπτωση που περιγράφεται στην αιτιολογική σκέψη 172, αφού τα νοσοκομεία IRIS δεν παρέχουν αυτό το είδος της περίθαλψης.

(195)  Μια παρόμοια λογική θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, για παράδειγμα, από έναν ταχυδρομικό φορέα που παρέχει καθολικές ταχυδρομικές υπηρεσίες. Ο εν λόγω φορέας είναι υπεύθυνος μιας ΥΓΟΣ, αλλά δεν υποχρεούται να μεταφέρει επιστολές δωρεάν, αν ο πελάτης δεν μπορεί ή δεν θέλει να πληρώσει για την υπηρεσία αυτή.

(196)  Βλέπε τη μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2008 από το Verbruikersateljee με τίτλο «Is uw portemonnee ook ziek? — Een onderzoek naar medische kosten en schulden».

(197)  στο ίδιο.

(198)  Συνεδρίαση της Βελγικής Γερουσίας στις 16 Ιουλίου 2013, Πρόταση νόμου για τη βελτίωση της πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη που κατατέθηκε από την κ. Leona Ντετιέζ και άλλους. Η πρόταση έληξε λόγω των ομοσπονδιακών εκλογών του 2014.

(199)  Στην πράξη, τα νοσοκομεία είναι υπεύθυνα για την εισαγωγή των ασθενών (τόσο για την παροχή ιατρικών γνωματεύσεων όσο και για νοσηλεία), την τιμολόγηση και την παρακολούθηση σε περίπτωση μη πληρωμής. Οι περισσότεροι γιατροί των νοσοκομείων CHU Saint-Pierre, CHU Brugmann, HUDERF και του Ινστιτούτου Bordet είναι μισθωτοί, ενώ οι άλλοι γιατροί πληρώνονται με βάση τα τιμολόγια που σχετίζονται με τις υπηρεσίες που παρέχουν, ανεξάρτητα από το αν ο ασθενής πληρώνει ή όχι. Κατά συνέπεια, κανένας από τους γιατρούς των νοσοκομείων αυτών δεν έχει λόγο να αρνηθεί τους ασθενείς που δεν μπορούν να πληρώσουν. Οι γιατροί που εργάζονται για τα νοσοκομεία Iris Sud πρέπει να σέβονται τους γενικούς κανόνες του νοσοκομείου τουλάχιστον κατά το 80 % του χρόνου τους, ενώ μπορούν να επιλέξουν την τήρηση ιδιωτικού ιατρείου κατά το 20 % του χρόνου τους κατά το μέγιστο. Κατά τη διάρκεια του 80 % του χρόνου τους, οι γιατροί πρέπει να εφαρμόζουν τις τιμές INAMI και να εργάζονται βάσει της αρχής ότι όλοι οι ασθενείς πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με την υποχρέωση που υπέχουν τα νοσοκομεία IRIS. Με τον τρόπο αυτό, τα νοσοκομεία Iris Sud εξασφαλίζουν ότι όλοι οι ασθενείς αντιμετωπίζονται ανεξάρτητα από την ικανότητά τους να πληρώσουν.

(200)  Το άρθρο 57, παράγραφος 2, του νόμου περί ΔΚΚΔ περιορίζει την αποστολή των ΔΚΚΔ σε δύο συγκεκριμένες περιπτώσεις, ήτοι για τους αλλοδαπούς που διαμένουν παράνομα στο Βέλγιο (μετανάστες χωρίς έγγραφα) και για τα παιδιά αυτών των αλλοδαπών.

(201)  Προσθήκη υπογράμμισης.

(202)  Ενότητα «Γενικοί στόχοι του στρατηγικού σχεδίου» (σ. 2). Προσθήκη υπογράμμισης.

(203)  στο ίδιο. Προσθήκη υπογράμμισης.

(204)  Ενότητα «Ανταποδοτικοί Στόχοι» (σ. 52). Προσθήκη υπογράμμισης.

(205)  στο ίδιο (σ. 54). Προσθήκη υπογράμμισης.

(206)  Ενότητα «Διαρθρωτικοί άξονες» (σ. 3). Προσθήκη υπογράμμισης.

(207)  Βλέπε σχετικά την ενότητα «Ανταποδοτικοί Στόχοι» (σ. 74): βελτίωση της προσβασιμότητας για όλα τα στρώματα του πληθυσμού και ιδίως των λιγότερο ευνοημένων [προσθήκη υπογράμμισης].

(208)  Βλέπε την ενότητα «Εισαγωγή» (σ. 7).

(209)  στο ίδιο (σ. 10).

(210)  Βλέπε την ενότητα «Το νοσοκομειακό έργο — Ένα νοσοκομείο με επίκεντρο τον ασθενή» (σ. 79).

(211)  Βλέπε την ενότητα «Οι ειδικές αποστολές του δημόσιου νοσοκομείου» (σ. 85) [προσθήκη υπογράμμισης].

(212)  Βλέπε ενότητα «Εισαγωγή» (σ. 12), στην οποία σημειώνεται ότι τα νοσοκομεία IRIS περιθάλπουν αναλογικά λιγότερους ασθενείς, στους οποίους το νοσοκομείο μπορεί να χρεώσει συμπληρωματικές υπηρεσίες (που αποτελούν μια πρόσθετη πηγή εσόδων για τα νοσοκομεία).

(213)  στο ίδιο (σ. 13), που αναφέρεται σε μια εκτίμηση (του 2001) του πρόσθετου κόστους που προκύπτει από την εισαγωγή ασθενών με χαμηλό/χαμηλότερο κοινωνικοοικονομικό προφίλ. Αυτό το κόστος ανέρχεται σε περίπου 10,4 εκατ. ευρώ ετησίως και έχει αύξουσα πορεία.

(214)  Εξαίρεση αποτελεί το institut Bordet, όπου το ποσοστό είναι μεγαλύτερο από το μέσο όρο, γεγονός που μπορεί να εξηγηθεί από τη σοβαρότητα της νόσου (δηλαδή, του καρκίνου) στην οποία εξειδικεύεται το νοσοκομείο.

(215)  Πρόκειται για ιδιωτικούς οργανισμούς που είναι επιφορτισμένοι με την επιστροφή των ιατρικών δαπανών στα πλαίσια του βελγικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (ιδίως η υποχρεωτική ασφάλιση υγειονομικής περίθαλψης και αναπηρίας).

(216)  Η χρηματοδότηση στο πλαίσιο του τμήματος Β8 του ΠΧΜ χορηγείται βάσει αυτής της κατάταξης (βλέπε επίσης αιτιολογική σκέψη 189).

(217)  Η ομοσπονδιακή δημόσια υπηρεσία για την κοινωνική ένταξη μπορεί στη συνέχεια να αποζημιώσει στα ΔΚΚΔ υπό τον όρο ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις (βλέπε επίσης υποσημείωση 258 σχετικά με την ισχύουσα νομική βάση).

(218)  Η κατάταξη λαμβάνει επίσης υπόψη το ποσοστό των ασθενών που καλύπτονται από την κοινωνική ασφάλιση, αλλά πρέπει να πληρώσουν χαμηλότερη συνεισφορά στο νοσοκομείο, επειδή γίνονται δεκτοί είτε 1) με τη «μέγιστη κοινωνική τιμολόγηση» είτε 2) με τη «μέγιστη τιμολόγηση για μεμονωμένους ασθενείς με χαμηλό εισόδημα».

(219)  Η δημοσίευση των Χριστιανικών Ενώσεων ορίζει ως κοινωνικούς ασθενείς τους ασθενείς, οι οποίοι επωφελούνται από την «κοινωνική απαλλαγή» (για παράδειγμα, οι συνταξιούχοι που λαμβάνουν σίγουρο εισόδημα, τα άτομα που είναι επιλέξιμα για μια υψηλότερη ενίσχυση ή επίδομα αναπηρίας, για ένα επίδομα ενσωμάτωσης, υψηλότερα οικογενειακά επιδόματα, καθώς και οι μακροχρόνια άνεργοι). Σύμφωνα με τις βελγικές αρχές, η έννοια της «κοινωνικής απαλλαγής» καταργήθηκε το 1993 και αντικαταστάθηκε από το βελγικό δίκαιο μέσω της «μέγιστης κοινωνικής τιμολόγησης».

(220)  Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι πίνακες της παρούσας δημοσίευσης βασίζονται σε δεδομένα των «ασφαλιστικών οντοτήτων», δηλαδή οργανώσεων, όπως τα ταμεία αλληλασφάλισης, τα οποία είναι υπεύθυνα για την επιστροφή των ιατρικών εξόδων δυνάμει της βελγικής κοινωνικής ασφάλισης που διέπεται από το INAMI.

(221)  Η δημοσίευση των Χριστιανικών Ενώσεων τους ορίζει ως ασθενείς, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στο ΔΚΚΔ.

(222)  Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι αν και τα νοσοκομεία IRIS παρέχουν τα στοιχεία που τροφοδοτούν την κοινωνική έρευνα, η απόφαση αν ένα άτομο είναι επιλέξιμο ή όχι για την επιστροφή των εξόδων της θεραπείας λαμβάνεται από τα ΔΚΚΔ. Η σύμβαση της «κατοικίας έκτακτης ανάγκης» δηλώνει στο πλαίσιο αυτό ότι κάθε νοσοκομείο IRIS «συγκεντρώνει, στο μέτρο του δυνατού, τα πρώτα στοιχεία της κοινωνικής έρευνας και τα μεταβιβάζει στο ΔΚΚΔ».

(223)  Δεδομένου ότι η συλλογή πληροφοριών για τις κοινωνικές έρευνες δεν συνιστά παρά μόνο ένα καθήκον μεταξύ πολλών άλλων για τα τμήματα των κοινωνικών υπηρεσιών των νοσοκομείων IRIS, τα έξοδα αυτά αποτελούν μέρος της συνολικής επιβάρυνσης που σχετίζεται με την ευρύτερη υποχρέωση των νοσοκομείων IRIS ως προς τις κοινωνικές υπηρεσίες και που θα εξετασθεί παρακάτω (βλέπε αιτιολογική σκέψη 213).

(224)  Η Επιτροπή επισημαίνει ότι το επιτόκιο που εφαρμόζεται από τα νοσοκομεία IRIS φαίνεται να είναι συμβατό με τα επιτόκια της αγοράς την ημερομηνία αυτή (δηλαδή στις αρχές του 2011). Προς το παρόν (το 2016), τα επιτόκια είναι πολύ χαμηλότερα, γεγονός που μειώνει το κόστος για τα νοσοκομεία IRIS. Παρ' όλα αυτά, η μακρύτερη προθεσμία πληρωμών εξακολουθεί να επιβαρύνει σημαντικά τα νοσοκομεία IRIS, αφού τα νοσοκομεία πρέπει να καλύπτουν συνεχώς το κενό ρευστότητας μεταξύ των εισερχόμενων και των εξερχόμενων πληρωμών.

(225)  Η επιστροφή χρημάτων από το ΔΚΚΔ δεν είναι αυτόματη για τους άπορους ασθενείς, αλλά είναι το αποτέλεσμα μιας αξιολόγησης που διενεργεί κάθε ΔΚΚΔ ανά περίπτωση βάσει της κοινωνικής έρευνας (για την επείγουσα περίθαλψη). Στο πλαίσιο αυτό, οι βελγικές αρχές επισημαίνουν ότι κατά τα τρία πρώτα τρίμηνα του 2015, 749 αιτήσεις αντιστάθμισης που υποβλήθηκαν από τα νοσοκομεία IRIS απορρίφθηκαν από τα ΔΚΚΔ, γεγονός που αντιστοιχεί σε περίπου 3 εκατ. ευρώ απλήρωτων οφειλών. Το 2012, τα ΔΚΚΔ αρνήθηκαν την αποπληρωμή τιμολογίων που ζητήθηκε από τα νοσοκομεία IRIS για ένα συνολικό ποσό ύψους 4 174 200 ευρώ. Περίπου το 80 % αυτών των τιμολογίων αφορούσε την περίθαλψη μεταναστών χωρίς έγγραφα.

(226)  Συγκεκριμένα, μια έκθεση που εκδόθηκε από την τράπεζα Belfius δείχνει ότι, το 2010, το καθαρό κόστος των βραχυπρόθεσμων χρεών που ακυρώθηκε (δηλαδή τα τιμολόγια που δεν θα πληρωθούν) αντιστοιχεί κατά μέσο όρο στο 0,28 % των εσόδων των ιδιωτικών νοσοκομείων του Βελγίου και στο 0,40 % των εσόδων των δημόσιων νοσοκομείων της χώρας. Συγκριτικά, το κόστος αυτό ισοδυναμεί με το 1,22 % των εσόδων των νοσοκομείων IRIS ή με το τριπλάσιο του μέσου όρου για τα δημόσια νοσοκομεία.

(227)  Για παράδειγμα, το ιδιωτικό νοσοκομείο Cliniques de l'Europe διαθέτει έναν χώρο στο Uccle και έναν άλλο στο Etterbeek, ενώ η Cliniques Universitaires Saint-Luc, ιδιωτικό νοσοκομείο, δεν διαθέτει παρά μόνο έναν χώρο στο Woluwe-Saint-Lambert.

(228)  Μια τέτοια επιλογή μπορεί βέβαια να οδηγήσει σε κόστος που θα πρέπει να αντισταθμιστεί από την αύξηση της αποτελεσματικότητας ή που θα μπορούσε να δικαιολογηθεί από άλλους παράγοντες που κρίνονται ως σχετικοί από τη διεύθυνση των ιδιωτικών νοσοκομείων.

(229)  Ο μηχανισμός προγραμματισμού δεν προσδιορίζει απλώς το συνολικό αριθμό των νοσοκομειακών κλινών ανά περιοχή, αλλά θέτει και τα όρια με βάση τον τύπο της υπηρεσίας (π.χ., μαιευτική, γηριατρική, παιδιατρική, ψυχιατρική κ.λπ.).

(230)  Για παράδειγμα, δεν προσφέρουν όλα τα ιδιωτικά νοσοκομεία γηριατρικές υπηρεσίες, οι οποίες είναι λιγότερο κερδοφόρες.

(231)  Βλέπε την ενότητα «Διαρθρωτικοί άξονες» (σ. 6). Προσθήκη υπογράμμισης.

(232)  Το στρατηγικό σχέδιο κάνει αναφορά σε εννέα εγκαταστάσεις αντί για έντεκα (ο τρέχων αριθμός των μονάδων), δεδομένου ότι δύο νοσοκομειουπόλεις φιλοξενούν από δύο νοσοκομεία η καθεμία, ήτοι το HUDERF και το CHU-B στο χώρο Victor Horta στο Laeken και το ΙΒ και το CHU-SP στην περιοχή του Porte de Hal στην πόλη των Βρυξελλών.

(233)  Βλέπε την ενότητα «Διαρθρωτικοί άξονες» (σ. 10). Προσθήκη υπογράμμισης.

(234)  Βλέπε την ενότητα «Περιεχόμενο και περιβάλλον» (σ. 21): «[…] τα δημόσια νοσοκομεία [τα νοσοκομεία IRIS], των οποίων η δραστηριότητα αποτελεί βασική δραστηριότητα σε ποσοστό τουλάχιστον 80 %, είναι νοσοκομεία που βρίσκονται σε κοντινή απόσταση και προσελκύουν μεγάλο μέρος των ασθενών του μητρικού δήμου ή των κοντινών συνοικιών».

(235)  Βλέπε την ενότητα «Συμβάλλοντες στόχοι» (σ. 74). Προσθήκη υπογράμμισης.

(236)  Βλέπε την ενότητα «Το νοσοκομειακό έργο» (σ. 36). Προσθήκη υπογράμμισης.

(237)  Θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτά τα δύο εξειδικευμένα νοσοκομεία μοιράζονται από κοινού μια νοσοκομειούπολη με άλλο νοσοκομείο IRIS (βλέπε υποσημείωση 232), γεγονός που εξασφαλίζει την παροχή ολοκληρωμένης βασικής υγειονομικής περίθαλψης σε κάθε χώρο. Προσθήκη υποσημείωσης.

(238)  Βλέπε την ενότητα «Το νοσοκομειακό έργο» (σ. 53). Προσθήκη υπογράμμισης.

(239)  Με τον τρόπο αυτό, το Institut Bordet και το HUDERF, τα οποία προσφέρουν κυρίως εξειδικευμένη περίθαλψη, συμπληρώνουν τα άλλα τρία νοσοκομεία IRIS για να καλύψουν τις ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης του τοπικού πληθυσμού.

(240)  Βλέπε την ενότητα «Το νοσοκομειακό έργο» (σ. 53-54)

(241)  Βλέπε την ενότητα «Το νοσοκομειακό έργο» (σ. 62):

(242)  Βλέπε την ενότητα «Το νοσοκομειακό έργο» για μια περιγραφή των επιπέδων αυτών (σ. 37) και τους πίνακες (σ. 55-59).

(243)  Το άρθρο 2 της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης και της κοινής κοινοτικής επιτροπής ορίζει τα εξής: «Αυτό το σύμφωνο αναδιάρθρωσης πρέπει να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: 1. Παροχή εγγυήσεων για τη διατήρηση, αφενός, της ιδιαιτερότητας των δημόσιων νοσοκομείων, μέσω, μεταξύ άλλων, της επιλογής νομικών και συντονιστικών δομών που διασφαλίζουν την υπεροχή του δημόσιου τομέα στα όργανα διαχείρισης και στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και, αφετέρου, της τοπικής στερέωσης μέσω της ενισχυμένης εκπροσώπησης των άμεσα εκλεγμένων μελών στη σύνθεση των οργάνων διοίκησης » [προσθήκη υπογράμμισης].

(244)  Σύμφωνα με το άρθρο 125 του νόμου περί ΔΚΚΔ, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου διαθέτουν πάντα την πλειοψηφία των ψήφων στα διάφορα όργανα διοίκησης και διαχείρισης της ένωσης και εντός της ιεραρχικώς ανώτατης δομής IRIS.

(245)  Προσθήκη υπογράμμισης.

(246)  Ο μέσος όρος των μεσαίων εισοδημάτων για το έτος 2012 στους 19 δήμους της περιφέρειας των Βρυξελλών-πρωτευούσης ανερχόταν σε 13 746 ευρώ ανά κάτοικο. Η εναπομένουσα νοσοκομειακή μονάδα IRIS βρίσκεται στην Ixelles, όπου το μέσο εισόδημα ανέρχεται στα 14 513 ευρώ, δηλαδή, μεταξύ του μέσου και του τρίτου τεταρτημορίου (δηλαδή, στο 75° εκατοστημόριο) της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης. Πηγή: Κέντρο πληροφόρησης, τεκμηρίωσης και έρευνας στις Βρυξέλλες (http://www.briobrussel.be/ned/webpage.asp?WebpageId=345).

(247)  Τρεις από τις πέντε ιδιωτικές νοσοκομειακές μονάδες βρίσκονται σε δήμους όπου το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα υπερβαίνει το τρίτο τεταρτημόριο (δηλαδή, το 75° εκατοστημόριο) της περιφέρειας Βρυξελλών-πρωτευούσης.

(248)  Ο αρχικός χάρτης δημοσιεύθηκε στον Πίνακα αποτελεσμάτων υγείας στην περιφέρεια των Βρυξελλών το 2010 και αντανακλά την κατάσταση την 1η Ιουλίου 2009. Η Επιτροπή πρόσθεσε κύκλους και διέγραψε ένα γενικό νοσοκομείο του χάρτη (το Clinique des Deux Alice, το οποίο βρισκόταν στο Uccle), καθώς έκλεισε στα τέλη του 2011 (οι δραστηριότητές του μεταφέρθηκαν στη μονάδα Sainte-Élisabeth της ιδιωτικής κλινικής Cliniques de l'Europe). Ένας από τους χώρους HIS (Baron Lambert στο Etterbeek) δεν εμφανίζεται στο χάρτη, διότι προσφέρει μόνο υπηρεσίες εξωνοσοκομειακής περίθαλψης και ως εκ τούτου δεν διαθέτει νοσοκομειακές κλίνες βάσει του μηχανισμού προγραμματισμού.

(249)  Για παράδειγμα, το παράρτημα 19 του βασιλικού διατάγματος της 23ης Οκτωβρίου 1964 (Moniteur Belge της 7ης Νοεμβρίου 1964, σ. 11709) αναφέρει ότι οι νευροψυχιατρικές υπηρεσίες για τη θεραπεία ενήλικων ασθενών πρέπει να διαθέτουν τουλάχιστον έναν κοινωνικό λειτουργό για 120 ασθενείς.

(250)  Βασιλικό διάταγμα της 15ης Δεκεμβρίου 1978 περί καθορισμού ειδικών κανόνων για τα πανεπιστημιακά νοσοκομεία (Moniteur Belge της 4ης Ιουλίου 1979, σ. 7818).

(251)  Βλέπε την ενότητα «Διαρθρωτικοί άξονες» (σ. 6). Προσθήκη υπογράμμισης.

(252)  Βλέπε την ενότητα «Συμβάλλοντες στόχους» (σ. 54-55). Προσθήκη υπογράμμισης.

(253)  Βλέπε στρατηγικό σχέδιο 1996-2001, ενότητα «Διαρθρωτικοί άξονες» (σ. 10). Προσθήκη υπογράμμισης.

(254)  Βλέπε την ενότητα «Οι ειδικές αποστολές του δημόσιου νοσοκομείου» (σ. 82). Προσθήκη υπογράμμισης.

(255)  Το RMS (résumé clinique minimum), η ελάχιστη κλινική περίληψη, είναι μια τυποποιημένη συνοπτική περίληψη του ιστορικού του ασθενούς που τα γενικά νοσοκομεία υποχρεούνται να καταγράφουν από το 1990. Χρησιμοποιείται, μεταξύ άλλων, για τον προσδιορισμό των αναγκών νοσοκομειακού εξοπλισμού, για τον ορισμό των ποιοτικών και ποσοτικών προτύπων για την πιστοποίηση των νοσοκομείων και των υπηρεσιών τους, καθώς και για την οργάνωση της χρηματοδότησης των νοσοκομείων. Οι κωδικοί «V» αφορούν τους παράγοντες που επηρεάζουν την κατάσταση της υγείας του ασθενούς και την επικοινωνία με τις υγειονομικές υπηρεσίες. Οι κωδικοί αυτοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να δηλώσουν τα κοινωνικο- οικονομικά, νομικά και οικογενειακά προβλήματα που ενδέχεται να επηρεάσουν την παραμονή του ασθενούς.

(256)  Βλέπε την ενότητα «Οι ειδικές αποστολές του δημόσιου νοσοκομείου» (σ. 83). Προσθήκη υπογράμμισης.

(257)  Για παράδειγμα, οι κοινωνικοί λειτουργοί των νοσοκομείων IRIS συνέλεξαν πληροφορίες στο πλαίσιο 25 749 κοινωνικών ερευνών το 2012. Αυτό αντιπροσωπεύει περίπου το 5,4 % των ασθενών που νοσηλεύτηκαν εκείνο το έτος.

(258)  Η υποχρέωση αυτή απορρέει από το άρθρο 60, παράγραφος 1, του νόμου περί ΔΚΚΔ, το άρθρο 9α του νόμου της 2ας Απριλίου 1965 (για την ενδεχόμενη αποπληρωμή από την Ομοσπονδιακή Δημόσια Υπηρεσία για την κοινωνική ένταξη σε ΔΚΚΔ υπό τον όρο ότι πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις) και την εγκύκλιο της 25ης Μαρτίου 2010 σχετικά με την κοινωνική έρευνα (βελγική Επίσημη Εφημερίδα της 6ης Μαΐου 2010, σ. 25432).

(259)  Αυτός ο αριθμός αντιπροσωπεύει τον αριθμό των ισοδύναμων πλήρους απασχόλησης (ETP).

(260)  Ο ΠΧΜ προβλέπει χρηματοδότηση για κοινωνικούς λειτουργούς (σε τομείς όπως η γηριατρική, όπου υπάρχει ελάχιστη απαίτηση), η οποία, όμως, ανερχόταν μόνο σε περίπου 400 000 ευρώ το 2010.

(261)  Ένα βασιλικό διάταγμα (επί του παρόντος, το βασιλικό διάταγμα της 8ης Μαρτίου 2006) καθορίζει τη μέθοδο υπολογισμού του ελλείμματος που οφείλουν να καλύψουν οι δήμοι δυνάμει του άρθρου 109 του LCH.

(262)  Η ένωση που εκπροσωπεί τους γιατρούς του εξεταζόμενου νοσοκομείου και, κατά περίπτωση, το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών ή το Vrije Universiteit Brussel, εξακολουθεί να κατέχει λιγότερο από το 20 % των ψήφων στις τοπικές ενώσεις των νοσοκομείων IRIS. Ομοίως, από το 2000, ο δήμος και το ΔΚΚΔ του Jette είναι μέλη της ένωσης του CHU Brugmann, αλλά δεδομένου ότι κατέχουν λιγότερο από το 20 % των ψήφων σε αυτήν την ένωση, δεν συμβάλλουν στην αντιστάθμιση του ελλείμματος. Τέλος, από το οικονομικό έτος 2014 κι έπειτα, ο δήμος και το ΔΚΚΔ του Schaerbeek διαθέτουν, επίσης, λιγότερο από το 20 % των ψήφων στην ένωση του CHU Brugmann και, ως εκ τούτου, δεν συμβάλλουν στην κάλυψη του ελλείμματος του εν λόγω νοσοκομείου. Αυτό σημαίνει ότι από το 2014, μόνο η πόλη των Βρυξελλών και το ΔΚΚΔ της υποχρεούνται να καλύψουν το έλλειμμα του CHU Brugmann.

(263)  Όλες οι δαπάνες που πραγματοποιούνται για την εκτέλεση της ΥΓΟΣ και των συναφών δραστηριοτήτων συνιστούν δαπάνες δημόσιας υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών των συναφών δραστηριοτήτων.

(264)  Moniteur belge της 30ής Απριλίου 2014, σ. 35442. Εφαρμόζεται από τις 10 Μαΐου 2014.

(265)  Άρθρο 5 της απόφασης ΥΓΟΣ 2012.

(266)  Άρθρο 5 παράγραφος 2 έως 9, της απόφασης ΥΓΟΣ 2012.

(267)  Μεταξύ 2007 και 2011, κατά μέσο όρο περίπου […] % των δαπανών των νοσοκομείων IRIS καλύπτεται από την εν λόγω χρηματοδότηση.

(268)  Moniteur belge της 29ης Ιουνίου 2007, σ. 35929. Εφαρμόζεται από τις 9 Ιουλίου 2007. Το παρόν βασιλικό διάταγμα αντικατέστησε το βασιλικό διάταγμα της 14ης Δεκεμβρίου 1987 σχετικά με τους ετήσιους λογαριασμούς των νοσοκομείων, το οποίο προβλέπει σημαντικά παρόμοιες απαιτήσεις.

(269)  Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ορισμένες λογιστικές ροές που συνδέονται με τις νοσοκομειακές δραστηριότητες πρέπει να επίσης καταγράφονται σύμφωνα με τους λογιστικούς κώδικες 900 έως 999. Αυτό αφορά ορισμένες ροές που δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό της χρηματοδότησης ΠΧΜ (που ακολουθεί μια λογιστική λογική ταμειακών διαθεσίμων και όχι μια προσέγγιση λογιστικής οικονομικού έτους που εφαρμόζεται στη λογιστική των νοσοκομείων).

(270)  Στη θεωρία, τα νοσοκομεία IRIS μπορούν να ζητήσουν από τους δήμους να καταβάλουν την αντιστάθμιση του ελλείμματος αφού γνωστοποιηθεί το αποτέλεσμα του οικονομικού έτους. Στην πράξη, δεν το έκαναν, διότι ελέγχονται από τους δήμους, οι οποίοι δεν διέθεταν (πάντα) τα αναγκαία κεφάλαια για να καταβάλουν άμεσα τις πληρωμές.

(271)  Στην πραγματικότητα, κατά τη διάρκεια της περιόδου 1996-2014, η περιφερειακή χρηματοδότηση που παρεχόταν στους δήμους ήταν ανεπαρκής για να καλύψει πλήρως τα ελλείμματα των νοσοκομείων IRIS (βλέπε επίσης σημείωση 143).

(272)  Για παράδειγμα, ο πίνακας 3 δείχνει ότι ενώ το CHU Saint-Pierre κατέγραψε ελλείμματα κάθε χρόνο από το 1996, η πρώτη πληρωμή (ύψους 3 368 351 ευρώ) που κατεβλήθη από το δήμο του ως αντιστάθμιση του ελλείμματός του δεν πραγματοποιήθηκε παρά μόνο το 2002. Τα διαγράμματα δεν μας επιτρέπουν να γνωρίζουμε ποιο από τα ετήσια ελλείμματα που καταγράφηκαν από το 1996, ήταν εκείνο που αντισταθμίστηκε με την πληρωμή που καταβλήθηκε το 2002. Ωστόσο, οι λεπτομερείς πληροφορίες που παρέχονται στην Επιτροπή από τις βελγικές αρχές αναφέρουν ότι η πληρωμή αυτή έγινε πράγματι για να καλύψει μέρος του ελλείμματος το 1996.

(273)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 236, όπου εξηγείται ο λόγος για τον οποίον λείπουν τα στοιχεία για τα έτη 1996, 1997 και 1998.

(274)  Βλέπε αιτιολογική σκέψη 236, όπου εξηγείται ο λόγος για τον οποίο λείπουν τα στοιχεία για τα έτη 1996, 1997 και 1998.

(275)  Αυτά είναι τα ποσά που πράγματι καταβλήθηκαν και επιστράφηκαν μετά το συνυπολογισμό των ενδεχόμενων πληρωμών αντιστάθμισης του ελλείμματος που είχαν ήδη καταβληθεί από τον δήμο.

(276)  Το 2014 είναι το πλέον πρόσφατο οικονομικό έτος για το οποίο υπήρχαν διαθέσιμα αριθμητικά στοιχεία.

(277)  Βλέπε το άρθρο 5 της οδηγίας 80/723/ΕΟΚ της Επιτροπής της 25ης Ιουνίου 1980 περί διαφάνειας των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων (ΕΕ L 195 της 29.7.1980, σ. 35).

(278)  Βλέπε το σχετικό άρθρο 7 της απόφασης ΥΓΟΣ του 2005 και το άρθρο 8 της απόφασης ΥΓΟΣ 2012.

(279)  Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια τεσσάρων μόνο ετών από τις 89 που αξιολογήθηκαν, για τα πέντε νοσοκομεία IRIS, η τεχνική υπεραντιστάθμιση για κάθε μεμονωμένο έτος από αυτά, υπερέβη το 10 % της ετήσιας αντιστάθμισης.

(280)  Επίσης, πρέπει επισημανθεί ότι τα ποσά αποζημίωσης του ελλείμματος εκπροσωπούν μόνο ένα μικρό μέρος της συνολικής δημόσιας χρηματοδότησης που έλαβαν τα νοσοκομεία IRIS για τις ΥΓΟΣ που παρέχουν. Κατά την περίοδο 2007-2011, οι μέσες ετήσιες πληρωμές ΠΜΧ της ομοσπονδιακής κυβέρνησης ανήλθαν σε 323 εκατ. ευρώ για το σύνολο των νοσοκομείων IRIS. Κατά την ίδια περίοδο, όλα τα νοσοκομεία IRIS ανακοίνωσαν λογιστικά ελλείμματα κατά μέσο όρο 13 400 000 ευρώ ετησίως, ενώ οι δήμοι κατέβαλαν 16 400 000 ευρώ ετησίως κατά μέσο όρο για τις αντισταθμίσεις των ελλειμμάτων (που κάλυπταν επίσης τα ελλείμματα των προηγούμενων ετών). Ως εκ τούτου, οι αντισταθμίσεις των ελλειμμάτων αντιπροσωπεύουν μόνο περίπου το 5 % της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης που παρέχεται στα νοσοκομεία IRIS από το ΠΧΜ. Κατά συνέπεια, αν τα μεγάλα ποσά δημόσιας χρηματοδότησης μέσω του ΠΧΜ είχαν ληφθεί υπόψη όταν υπολογίστηκε το αν η υπεραντιστάθμιση υπερβαίνει το 10 % της αντιστάθμισης που καταβλήθηκε σε ένα δεδομένο έτος (και ως εκ τούτου, αν θα μπορούσε να μεταφερθεί στο επόμενο έτος, όπως επιτρέπεται από το άρθρο 6, παράγραφος 2 της απόφασης ΥΓΟΣ 2012), το ποσοστό της υπεραντιστάθμισης θα ήταν πιθανώς πολύ χαμηλότερο. Το συμπέρασμα αυτό βασίζεται στο σχετικό ύψος των καταβολών ΠΧΜ σε σύγκριση με τα ελλείμματα και στο γεγονός ότι ο κίνδυνος υπεραντιστάθμισης μέσω του ΠΧΜ είναι ελάχιστος. Ειδικότερα, το ΠΧΜ σχεδιάστηκε κυρίως ως μία κατ' αποκοπή χρηματοδότηση, η οποία υπολογίζεται βάσει των πραγματικών δαπανών των νοσοκομείων τα προηγούμενα έτη (και δεν συνεπάγεται καμία υπεραντιστάθμιση). Επιπλέον, η δημόσια ομοσπονδιακή υπηρεσία δημόσιας υγείας διενεργεί εκ των υστέρων λεπτομερείς ελέγχους των πραγματικών δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από κάθε νοσοκομείο και υπολογίζει εκ νέου το ποσό ΠΧΜ που δικαιούται. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι κανένα εύλογο κέρδος δεν έχει ληφθεί υπόψη κατά τη σύγκριση των αντισταθμίσεων που καταβάλλονται από τους δήμους με λογιστικά ελλείμματα που καταγράφονται από τα νοσοκομεία IRIS.

(281)  Το εν λόγω απόσπασμα του άρθρου 6, παράγραφος 2 της απόφασης ΥΓΟΣ 2012 έχει ως εξής: «Όταν το ποσό της υπεραντιστάθμισης δεν υπερβαίνει το 10 % του ποσού της μέσης ετήσιας αντιστάθμισης, η εν λόγω υπεραντιστάθμιση μπορεί να μεταφερθεί στην επόμενη περίοδο και να αφαιρεθεί από το ποσό της αντιστάθμισης που οφείλεται για την εν λόγω περίοδο.» Δεδομένης της απουσίας πραγματικής υπεραντιστάθμισης (επειδή, γενικά, το νοσοκομείο βρισκόταν συνεχώς σε μια κατάσταση ανεπαρκούς αντιστάθμισης κατά την περίοδο 1996-2014), δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ μια τέτοια έκθεση στην πράξη. Αυτό ισχύει για όλα τα νοσοκομεία IRIS (βλέπε επίσης αιτιολογικές σκέψεις 240 έως 243).

(282)  Μια άλλη λύση, αν το CHU Saint-Pierre καθίστατο κερδοφόρο τα επόμενα χρόνια, θα συνίστατο κανονικά στη διατήρηση των κερδών και στη χρησιμοποίησή τους για την αντιστάθμιση των απωλειών του παρελθόντος. Στην περίπτωση αυτή, οι δήμοι δεν θα έπρεπε, ή θα έπρεπε μόνο εν μέρει, να αντισταθμίσουν το εναπομείναν λογιστικό έλλειμμα. Ένα τέτοιο σενάριο είναι ωστόσο υποθετικό, αφού το CHU Saint-Pierre ανακοίνωσε περιορισμένα κέρδη για ένα μόνο έτος (2006) κατά την περίοδο 1996-2014.

(283)  Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 104, η FRBRTC και οι ειδικές επιδοτήσεις που χορηγούνται από την περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης αποτελούν διακρατικά μέτρα χρηματοδότησης που συνιστούν πηγή χρηματοδότησης για τον μηχανισμό πληρωμών που πραγματοποιούνται από τους δήμους για την αντιστάθμιση των ελλειμμάτων. Αυτά τα ποσά εμφανίζονται σε ξεχωριστή στήλη προκειμένου να καταδειχθεί ότι οι δήμοι χρησιμοποιούν αυτά τα περιφερειακά κεφάλαια εξολοκλήρου για την αντιστάθμιση του ελλείμματος. Η παρουσίαση αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη ότι τα ποσά μεταφέρθηκαν στα νοσοκομεία IRIS από τη FRBRTC ή την περιφέρεια Βρυξελλών-πρωτευούσης. Αυτές οι μεταφορές έγιναν υπέρ των δήμων που χρησιμοποίησαν με τη σειρά τους τα κεφάλαια αυτά για τη χρηματοδότηση της υποχρέωσης αντιστάθμισης του ελλείμματος ως προς τα νοσοκομεία IRIS.

(*1)  Μετά την προσθήκη των μη κατανεμημένων κερδών κατά την περίοδο 1996-1998, ήτοι 703 624 ευρώ.

(284)  Βλέπε για το θέμα αυτό το άρθρο 6 της απόφασης ΥΓΟΣ 2005 και το άρθρο 6 παράγραφος 2 της απόφασης ΥΓΟΣ του 2012.

(285)  Άρθρο 6, παράγραφος 1, της απόφασης ΥΓΟΣ του 2012.

(286)  Άρθρο 6, παράγραφος 2, της απόφασης ΥΓΟΣ του 2012.

(287)  Moniteur belge της 6ης Δεκεμβρίου 1983, σ. 15009.

(288)  Moniteur belge της 23ης Μαρτίου 2006, σ. 16710.

(289)  Moniteur belge της 25ης Ιουνίου 2003, σ. 33692.

(290)  Αυτή η περίοδος απόσβεσης επιβλήθηκε από το βασιλικό διάταγμα της 19ης Ιουνίου 2007, το οποίο ισχύει για όλα τα βελγικά νοσοκομεία (βλέπε επίσης αιτιολογική σκέψη 226).

(291)  Βλέπε υποσημείωση 264.

(292)  Όπως εξηγείται στην αιτιολογική σκέψη 166, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι τρεις πρόσθετες υποχρεώσεις δεν θα είχαν επιβληθεί απουσία της βασικής νοσοκομειακής αποστολής. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή θεωρεί σκόπιμο να εκτιμήσει τη διάρκεια της ανάθεσης που αφορά τη βασική νοσοκομειακή αποστολή.

(293)  Με άλλα λόγια, ο συντονισμένος νόμος για τα νοσοκομεία της 10ης Ιουλίου 2008 (Moniteur Belge της 7ης Νοεμβρίου 2008, σ. 58624).