|
ISSN 1977-0669 doi:10.3000/19770669.L_2013.330.ell |
||
|
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 330 |
|
|
||
|
Έκδοση στην ελληνική γλώσσα |
Νομοθεσία |
56ό έτος |
|
|
|
|
|
(1) Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ |
|
EL |
Οι πράξεις των οποίων οι τίτλοι έχουν τυπωθεί με λευκά στοιχεία αποτελούν πράξεις τρεχούσης διαχειρίσεως που έχουν θεσπισθεί στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής και είναι γενικά περιορισμένης χρονικής ισχύος. Οι τίτλοι όλων των υπολοίπων πράξεων έχουν τυπωθεί με μαύρα στοιχεία και επισημαίνονται με αστερίσκο. |
I Νομοθετικές πράξεις
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ
|
10.12.2013 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 330/1 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 1257/2013 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 20ής Νοεμβρίου 2013
για την ανακύκλωση πλοίων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 και της οδηγίας 2009/16/ΕΚ
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 192 παράγραφος 1,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),
Αφού ζητήθηκε η γνώμη της Επιτροπής των Περιφερειών,
Ενεργώντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Τα πλοία που αποτελούν απόβλητα και υφίστανται διασυνοριακές διακινήσεις για σκοπούς ανακύκλωσης, υπόκεινται στις ρυθμίσεις της σύμβασης της Βασιλείας της 22ας Μαρτίου 1989 σχετικά με τον έλεγχο των διασυνοριακών διακινήσεων επικινδύνων αποβλήτων και τη διάθεσή τους (εφεξής «σύμβαση της Βασιλείας») και του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3). Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 εφαρμόζει την εν λόγω σύμβαση, καθώς επίσης και μια τροποποίηση (4) αυτής που εγκρίθηκε το 1995, η οποία δεν έχει ακόμα τεθεί σε ισχύ σε διεθνές επίπεδο και θεσπίζει απαγόρευση των εξαγωγών επικίνδυνων αποβλήτων σε χώρες που δεν είναι μέλη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Τα πλοία αυτά χαρακτηρίζονται γενικά ως επικίνδυνα απόβλητα και απαγορεύεται η εξαγωγή τους από την Ένωση για ανακύκλωση σε μονάδες χωρών που δεν είναι μέλη του ΟΟΣΑ. |
|
(2) |
Οι μηχανισμοί ελέγχου και επιβολής του ισχύοντος ενωσιακού και διεθνούς δικαίου δεν είναι προσαρμοσμένοι στις ιδιαιτερότητες των πλοίων και της διεθνούς ναυτιλίας. Αποτέλεσμα των προσπαθειών συνεργασίας μεταξύ της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ), του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΔΝΟ) και της Γραμματείας της σύμβασης της Βασιλείας ήταν η επίτευξη συμφωνίας για την εισαγωγή υποχρεωτικών απαιτήσεων σε παγκόσμιο επίπεδο με σκοπό την αποτελεσματική και αποδοτική διευθέτηση των επισφαλών και αθέμιτων πρακτικών ανακύκλωσης πλοίων υπό τη μορφή της Διεθνούς σύμβασης του Χονγκ Κονγκ για την ασφαλή και φιλική προς το περιβάλλον ανακύκλωση πλοίων («σύμβαση του Χονγκ Κονγκ»). |
|
(3) |
Το υφιστάμενο δυναμικό ανακύκλωσης πλοίων στις χώρες του ΟΟΣΑ, το οποίο είναι νομίμως προσβάσιμο για πλοία υπό σημαία κράτους μέλους, είναι ανεπαρκές. Το δυναμικό ασφαλούς και περιβαλλοντικώς φιλικής ανακύκλωσης που ήδη υπάρχει στις χώρες που δεν είναι μέλη του ΟΟΣΑ επαρκεί για την επεξεργασία όλων των πλοίων υπό σημαία κράτους μέλους και αναμένεται να αναπτυχθεί περαιτέρω έως το 2015, ως αποτέλεσμα των δράσεων που αναλαμβάνουν τα κράτη ανακύκλωσης για να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις της σύμβασης του Χονγκ Κονγκ. |
|
(4) |
Η σύμβαση του Χονγκ Κονγκ εγκρίθηκε στις 15 Μαΐου 2009 υπό την αιγίδα του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού. Η σύμβαση του Χονγκ Κονγκ θα τεθεί σε ισχύ 24 μήνες μετά την ημερομηνία επικύρωσής της από τουλάχιστον 15 κράτη, των οποίων ο συνολικός εμπορικός στόλος αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 40 % τοις εκατό της ολικής χωρητικότητας της παγκόσμιας εμπορικής ναυτιλίας και ο συνολικός μέγιστος ετήσιος όγκος ανακύκλωσης πλοίων κατά την προηγούμενη δεκαετία αντιστοιχεί τουλάχιστον στο 3 % της ολικής χωρητικότητας του συνόλου της εμπορικής ναυτιλίας των ίδιων κρατών. Η εν λόγω σύμβαση καλύπτει τον σχεδιασμό, την κατασκευή, τη λειτουργία και την προετοιμασία των πλοίων, με σκοπό τη διευκόλυνση της ασφαλούς και φιλικής προς το περιβάλλον ανακύκλωσης, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια των πλοίων και τη λειτουργική αποδοτικότητα. Επίσης, καλύπτει τη λειτουργία των μονάδων ανακύκλωσης πλοίων με ασφαλή και φιλικό προς το περιβάλλον τρόπο και τη θέσπιση ενός κατάλληλου μηχανισμού επιβολής στον τομέα της ανακύκλωσης πλοίων. |
|
(5) |
Ο παρών κανονισμός επιδιώκει να διευκολύνει την έγκαιρη επικύρωση της σύμβασης του Χονγκ Κονγκ τόσο εντός της Ένωσης όσο και σε τρίτες χώρες, με την εφαρμογή αναλογικών ελέγχων σε πλοία και μονάδες ανακύκλωσης πλοίων βάσει της εν λόγω σύμβασης. |
|
(6) |
Η σύμβαση του Χονγκ Κονγκ προβλέπει ρητά ότι τα μέρη της λαμβάνουν αυστηρότερα μέτρα, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, όσον αφορά την ασφαλή και φιλική προς το περιβάλλον ανακύκλωση πλοίων, προκειμένου να αποφεύγονται, να μειώνονται και να ελαχιστοποιούνται τυχόν δυσμενείς επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον. Τούτου δοθέντος, ο παρών κανονισμός θα πρέπει, κατά συνέπεια, να παρέχει προστασία έναντι των ενδεχόμενων δυσμενών επιπτώσεων από την τοποθέτηση επικίνδυνων υλικών σε πλοία που προσεγγίζουν σε λιμάνι ή αγκυροβόλιο κρατών μελών, τηρώντας τις διατάξεις που ισχύουν για τα εν λόγω υλικά βάσει του διεθνούς δικαίου. Προκειμένου να εξασφαλίζεται ο έλεγχος της τήρησης των απαιτήσεων σχετικά με τα επικίνδυνα υλικά βάσει του παρόντος κανονισμού, τα κράτη μέλη θα πρέπει να τηρούν τις εθνικές διατάξεις για την εφαρμογή της οδηγίας 2009/16/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5). Επί του παρόντος, οι επιθεωρητές ελέγχου του κράτους λιμένα είναι επιφορτισμένοι με την επιθεώρηση της πιστοποίησης και με την ενεργό δοκιμή επικίνδυνων υλικών, συμπεριλαμβανομένου του αμίαντου, βάσει της Διεθνούς σύμβασης για την ασφάλεια της ζωής στη θάλασσα (SOLAS). Το μνημόνιο συνεννόησης για τον έλεγχο των πλοίων από κράτος του λιμένα που υπογράφηκε στο Παρίσι παρέχει εναρμονισμένη προσέγγιση για τις συγκεκριμένες δραστηριότητες. |
|
(7) |
Σκοπός του παρόντος κανονισμού είναι επίσης η μείωση των ανισοτήτων μεταξύ φορέων εκμετάλλευσης στην Ένωση, στις χώρες του ΟΟΣΑ και σε σχετικές τρίτες χώρες όσον αφορά την υγεία και την ασφάλεια στον χώρο εργασίας και τα περιβαλλοντικά πρότυπα και η καθοδήγηση πλοίων που φέρουν τη σημαία κράτους μέλους σε μονάδες ανακύκλωσης σε κράτος μέλος που χρησιμοποιούν μεθόδους ασφαλείς και φιλικές προς το περιβάλλον για τη διάλυση πλοίων και όχι σε μονάδες που δεν τηρούν τους δέοντες κανόνες, όπως είναι η τρέχουσα πρακτική. Αναμένεται έτσι να ενισχυθεί και η ανταγωνιστικότητα της ασφαλούς και φιλικής προς το περιβάλλον ανακύκλωσης και επεξεργασίας πλοίων στις μονάδες ανακύκλωσης πλοίων τις εγκατεστημένες σε κράτος μέλος. Η θέσπιση ευρωπαϊκού καταλόγου μονάδων ανακύκλωσης πλοίων («Ευρωπαϊκός κατάλογος»), οι οποίες συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό θα συμβάλει στην επίτευξη αυτών των στόχων, καθώς και στη βελτίωση της επιβολής της νομοθεσίας, διευκολύνοντας τους ελέγχους στα πλοία που αποστέλλονται προς ανακύκλωση από το κράτος μέλος της σημαίας. Οι απαιτήσεις για τις μονάδες ανακύκλωσης πλοίων θα πρέπει να βασίζονται στις απαιτήσεις της σύμβασης του Χονγκ Κονγκ. Εν προκειμένω, οι μονάδες ανακύκλωσης που λαμβάνουν έγκριση σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να πληρούν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εξασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος, της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων και της φιλικής προς το περιβάλλον διαχείρισης αποβλήτων που ανακτώνται από την ανακύκλωση πλοίων. Όσον αφορά τις μονάδες σε τρίτες χώρες, οι απαιτήσεις θα πρέπει να εξασφαλίζουν υψηλό επίπεδο προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος, ισοδύναμο σε μεγάλο βαθμό με το επίπεδο στην Ένωση. Κατά συνέπεια, οι μονάδες ανακύκλωσης οι οποίες δεν πληρούν τις ελάχιστες αυτές απαιτήσεις δεν θα πρέπει να συμπεριλαμβάνονται στον ευρωπαϊκό κατάλογο. |
|
(8) |
Η αρχή της ισότητας στο ενωσιακό δίκαιο θα πρέπει να τηρείται και η εφαρμογή της να παρακολουθείται, ιδίως κατά την κατάρτιση και αναπροσαρμογή του ευρωπαϊκού καταλόγου όσον αφορά τις μονάδες ανακύκλωσης πλοίων σε κράτος μέλος καθώς και τις μονάδες ανακύκλωσης πλοίων σε τρίτες χώρες που πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού. |
|
(9) |
Τα κράτη μέλη ενθαρρύνονται να εγκρίνουν κατάλληλα μέτρα ώστε να εξασφαλίζουν ότι τα πλοία που αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού τηρούν τον παρόντα κανονισμό στο μέτρο του λογικού και του εφικτού. |
|
(10) |
Προκείμενου να αποφεύγεται η επικάλυψη είναι αναγκαίο να αποκλείονται τα πλοία που φέρουν τη σημαία κράτους μέλους και που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 και της οδηγίας 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6), αντίστοιχα. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 ισχύει για τις μεταφορές αποβλήτων από την Ένωση, με την επιφύλαξη των αποκλεισμών για ορισμένες κατηγορίες αποβλήτων για τις οποίες ισχύει εναλλακτικό καθεστώς. Ο παρών κανονισμός αποσκοπεί στην υπαγωγή σε ελέγχους, κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής, των πλοίων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του και στην εξασφάλιση της ανακύκλωσης των εν λόγω πλοίων κατά τρόπο φιλικό προς το περιβάλλον. Κατά συνέπεια, διευκρινίζεται ότι ένα πλοίο το οποίο υπόκειται σε εναλλακτικό καθεστώς ελέγχου κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής του βάσει του παρόντος κανονισμού δεν θα πρέπει να υπόκειται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1013/2006. Τα πλοία τα οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής ούτε της σύμβασης του Χονγκ Κονγκ ούτε του παρόντος κανονισμού, και τα απόβλητα που βρίσκονται σε πλοίο πλην όσων προκύπτουν κατά τη δραστηριότητα του πλοίου, θα πρέπει να εξακολουθήσουν να υπόκεινται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 και στις οδηγίες 2008/98/ΕΚ και 2008/99/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7), αντίστοιχα. |
|
(11) |
Αναγνωρίζεται επίσης ότι τα πλοία εξακολουθούν να υπόκεινται σε άλλες διεθνείς συμβάσεις ώστε να εξασφαλίζεται η ασφαλής λειτουργία τους στη θάλασσα κατά τη διάρκεια του λειτουργικού μέρους του κύκλου ζωής που αφορά τη δραστηριότητά τους και, ενώ μπορούν να ασκούν ορισμένα δικαιώματα και ελευθερίες ναυσιπλοΐας, τα πλοία έχουν υποχρέωση αναγγελίας κατάπλου σε λιμένα. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν να εφαρμόζουν περαιτέρω ελέγχους, σύμφωνα με άλλες διεθνείς συμβάσεις. Κατά συνέπεια, πρόσθετοι έλεγχοι διέλευσης δεν θεωρούνται απαραίτητοι βάσει του παρόντος κανονισμού. |
|
(12) |
Κατά την ερμηνεία των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να δοθεί προσοχή στις κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε ο ΔΝΟ («κατευθυντήριες γραμμές ΔΝΟ») για να στηρίξει τη σύμβαση του Χονγκ Κονγκ. |
|
(13) |
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, η έννοια του όρου «ανακύκλωση» θα πρέπει να διαφέρει από τον ορισμό της οδηγίας 2008/98/ΕΚ. Κατά συνέπεια, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να εισάγει ειδικό ορισμό για τον όρο «ανακύκλωση πλοίου». |
|
(14) |
Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8) εφαρμόζεται σε επίπεδο Ένωσης το παγκόσμια εναρμονισμένο σύστημα για την ταξινόμηση και την επισήμανση χημικών προϊόντων. Ο ανωτέρω κανονισμός, μαζί με την οδηγία 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου (9) και την οδηγία 1999/45/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10), παρέχουν χρήσιμες κατευθύνσεις για τον καθορισμό των επικίνδυνων υλικών. |
|
(15) |
Η τήρηση καταλόγου επικίνδυνων υλικών επί του πλοίου κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής του αποτελεί βασικό απαίτηση που ορίζεται στη σύμβαση του Χονγκ Κονγκ και στον παρόντα κανονισμό. Σύμφωνα με τον κανονισμό 8(2) της σύμβασης του Χονγκ Κονγκ, τα πλοία που προορίζονται προς ανακύκλωση θα πρέπει να ελαχιστοποιούν τον όγκο των αποβλήτων που προκύπτουν κατά τη δραστηριότητά τους κατά την περίοδο πριν από την είσοδο στη μονάδα ανακύκλωσης πλοίων. Εάν τα απόβλητα που προκύπτουν κατά τη δραστηριότητα των πλοίων προορίζονται για παράδοση μαζί με το πλοίο στη μονάδα ανακύκλωσης, οι κατά προσέγγιση ποσότητες και τα σημεία στα οποία βρίσκονται τα απόβλητα αυτά θα πρέπει να καταχωρίζονται στο μέρος II του καταλόγου. |
|
(16) |
Τα κράτη θα πρέπει να λαμβάνουν μέτρα για να παρεμποδίζουν την καταστρατήγηση των κανόνων περί ανακύκλωσης πλοίων και να ενισχύουν τη διαφάνεια των πρακτικών ανακύκλωσης. Σύμφωνα με τη σύμβαση του Χονγκ Κονγκ, τα κράτη μέλη θα πρέπει να διαβιβάζουν πληροφορίες σχετικά με τα πλοία στα οποία έχει χορηγηθεί πιστοποιητικό καταλόγου και τα πλοία για τα οποία έχουν λάβει δήλωση ολοκλήρωσης και πληροφορίες όσον αφορά τις παράνομες πρακτικές ανακύκλωσης πλοίων και τις δράσεις παρακολούθησης που έχουν αναλάβει. |
|
(17) |
Τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν κανόνες για τις κυρώσεις που εφαρμόζονται στις παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και να εξασφαλίσουν την επιβολή των κυρώσεων αυτών με στόχο την πρόληψη της καταστρατήγησης των κανόνων περί ανακύκλωσης πλοίων. Οι εν λόγω κυρώσεις, οι οποίες μπορούν να είναι αστικού ή διοικητικού χαρακτήρα, θα πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. |
|
(18) |
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα δικαστήρια των κρατών μελών υποχρεούνται να ερμηνεύουν, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, τους δικονομικούς κανόνες περί των όρων που απαιτούνται ώστε οι διοικητικές και δικαστικές διαδικασίες να ευθυγραμμισθούν με τους στόχους του άρθρου 9 παράγραφος 3 της σύμβασης του Aarhus. |
|
(19) |
Για την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος και έχοντας υπόψη την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», η Επιτροπή θα πρέπει να εκτιμήσει τη σκοπιμότητα θέσπισης χρηματοοικονομικού μηχανισμού, που θα ισχύει για όλα τα πλοία που προσεγγίζουν τους λιμένες και τα αγκυροβόλια κράτους μέλους, ανεξάρτητα από τη σημαία που φέρουν, για τη συλλογή πόρων οι οποίοι θα διευκολύνουν τη φιλική προς το περιβάλλον ανακύκλωση και επεξεργασία πλοίων χωρίς να είναι κίνητρο μετανηολόγησης. |
|
(20) |
Για να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις όσον αφορά τη σύμβαση του Χονγκ Κονγκ, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εξουσία έκδοσης πράξεων σχετικά με την αναπροσαρμογή των παραρτημάτων I και ΙΙ του παρόντος κανονισμού. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει τις κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές εργασίες της, μεταξύ άλλων, σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Κατά την προετοιμασία και τη σύνταξη κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, η Επιτροπή θα πρέπει να διασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. |
|
(21) |
Προκειμένου να εξασφαλισθούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή. Οι αρμοδιότητες αυτές θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (11). |
|
(22) |
Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ήτοι η πρόληψη, η μείωση ή η εξάλειψη των δυσμενών επιπτώσεων στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον που οφείλονται στην ανακύκλωση, λειτουργία και συντήρηση πλοίων που φέρουν σημαία κράτους μέλους δεν δύναται να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, λόγω του διεθνούς χαρακτήρα της ναυτιλίας και της ανακύκλωσης πλοίων, αλλά δύναται, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων του μέτρου, να επιτευχθεί καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να λάβει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας του ίδιου άρθρου, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα απαιτούμενα για την επίτευξη του στόχου αυτού, |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
ΤΙΤΛΟΣ I
ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
Άρθρο 1
Αντικείμενο και σκοπός
Στόχος του παρόντος κανονισμού είναι η πρόληψη, η μείωση, η ελαχιστοποίηση και, στο μέτρο του εφικτού, η εξάλειψη ατυχημάτων, τραυματισμών και άλλων δυσμενών επιπτώσεων στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον που οφείλονται στην ανακύκλωση πλοίων. O παρών κανονισμός επιδιώκει να ενισχύσει την ασφάλεια και την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του θαλάσσιου περιβάλλοντος της Ένωσης, κατά τη διάρκεια του κύκλου ζωής του πλοίου και, συγκεκριμένα, εξασφαλίζει ότι τα επικίνδυνα υλικά από την ανακύκλωση του πλοίου υπόκεινται σε διαχείριση φιλική προς το περιβάλλον.
Δια του παρόντος κανονισμού τίθενται επίσης κανόνες για την ορθή διαχείριση επικίνδυνων υλικών επί των πλοίων.
Ο παρών κανονισμός αποσκοπεί επίσης στη διευκόλυνση της επικύρωσης της Διεθνούς σύμβασης του Χονγκ Κονγκ για την ασφαλή και περιβαλλοντικώς υγιή ανακύκλωση πλοίων, 2009 («σύμβαση του Χονγκ Κονγκ»).
Άρθρο 2
Πεδίο εφαρμογής
1. Ο παρών κανονισμός, εξαιρουμένου του άρθρου 12, εφαρμόζεται στα πλοία που φέρουν σημαία κράτους μέλους.
Το άρθρο 12 εφαρμόζεται στα πλοία που φέρουν σημαία τρίτης χώρας και προσεγγίζουν λιμένα ή αγκυροβόλιο κράτους μέλους.
2. Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται:
|
α) |
σε πολεμικά πλοία, βοηθητικά πλοία ή άλλα πλοία των οποίων ιδιοκτήτης ή φορέας εκμετάλλευσης είναι ένα κράτος και τα οποία σήμερα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την παροχή μη εμπορικών δημόσιων υπηρεσιών· |
|
β) |
σε πλοία χωρητικότητας κάτω των 500 τόνων (gross tonnage — GT)· |
|
γ) |
σε πλοία τα οποία καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής τους πλέουν μόνο στα ύδατα που υπόκεινται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία του κράτους μέλους του οποίου φέρουν τη σημαία. |
Άρθρο 3
Ορισμοί
1. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
|
1) |
ως «πλοίο» νοείται σκάφος οποιουδήποτε τύπου το οποίο διεξάγει ή έχει διεξαγάγει δραστηριότητες στο θαλάσσιο περιβάλλον και περιλαμβάνει τα υποβρύχια, τα πλωτά ναυπηγήματα, τις πλωτές εξέδρες, τις αυτοανυψούμενες εξέδρες, τις πλωτές εγκαταστάσεις αποθήκευσης (FSU) και τις πλωτές εγκαταστάσεις παραγωγής αποθήκευσης και εκφόρτωσης (FPSO) ή σκάφος από το οποίο έχει αφαιρεθεί ο εξοπλισμός ή το οποίο ρυμουλκείται· |
|
2) |
ως «νέο πλοίο» νοείται πλοίο:
|
|
3) |
ως «δεξαμενόπλοιο» νοείται πετρελαιοφόρο όπως ορίζεται στο παράρτημα I της σύμβασης για την αποφυγή ρυπάνσεως της θαλάσσης από πλοία («σύμβαση MARPOL») ή δεξαμενόπλοιο επιβλαβών υγρών ουσιών (NLS), όπως ορίζεται στο παράρτημα II της ίδιας σύμβασης· |
|
4) |
ως «επικίνδυνο υλικό» νοείται κάθε υλικό ή ουσία που μπορεί να προκαλέσει κίνδυνο στην ανθρώπινη υγεία, και/ή το περιβάλλον· |
|
5) |
ως «απόβλητα που προκύπτουν κατά τη δραστηριότητα» νοούνται τα απόβλητα και τα υπολείμματα που προκύπτουν από τη συνήθη δραστηριότητα των πλοίων, με την επιφύλαξη των απαιτήσεων της σύμβασης MARPOL· |
|
6) |
ως «ανακύκλωση πλοίων» νοείται η δραστηριότητα πλήρους ή μερικής διάλυσης ενός πλοίου σε μονάδα ανακύκλωσης πλοίων με στόχο την ανάκτηση εξαρτημάτων και υλικών για εκ νέου επεξεργασία, την προετοιμασία για εκ νέου χρήση ή την εκ νέου χρήση, ενώ παράλληλα διασφαλίζεται η επεξεργασία των επικίνδυνων και άλλων υλικών, και περιλαμβάνει συναφείς δραστηριότητες, όπως η αποθήκευση και επεξεργασία εξαρτημάτων και υλικών εντός της μονάδας, αλλά όχι την περαιτέρω μεταποίηση ή διάθεσή τους σε ξεχωριστές εγκαταστάσεις· |
|
7) |
ως «μονάδα ανακύκλωσης πλοίων» νοείται καθορισμένη περιοχή που είναι εργοτάξιο ή μονάδα που βρίσκεται σε κράτος μέλος ή τρίτη χώρα και χρησιμοποιείται για την ανακύκλωση πλοίων· |
|
8) |
ως «εταιρεία ανακύκλωσης πλοίων» νοείται ο ιδιοκτήτης της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων, οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί η ευθύνη της δραστηριότητας ανακύκλωσης πλοίων από τον ιδιοκτήτη της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων· |
|
9) |
ως «υπηρεσία» νοείται κρατική υπηρεσία η οποία έχει επιφορτισθεί από κράτος μέλος με τα καθήκοντα σχετικά με τα πλοία που φέρουν τη σημαία του ή τα πλοία που δραστηριοποιούνται υπό την αρμοδιότητά του· |
|
10) |
ως «αναγνωρισμένος οργανισμός» είναι ο αναγνωρισμένος σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 391/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12)· |
|
11) |
ως «αρμόδια αρχή» νοείται η κρατική αρχή ή αρχές που έχει(-ουν) ορισθεί από κράτος μέλος ή τρίτη χώρα, εντός καθορισμένης γεωγραφικής περιοχής ή καθορισμένου τομέα τεχνογνωσίας, ως υπεύθυνη για τις μονάδες ανακύκλωσης πλοίων, όσον αφορά όλες τις δραστηριότητες υπό τη δικαιοδοσία του κράτους αυτού· |
|
12) |
ως «ολική χωρητικότητα» νοείται η ολική χωρητικότητα υπολογιζόμενη σύμφωνα με τους κανόνες μέτρησης της ολικής χωρητικότητας που περιέχονται στο παράρτημα I της Διεθνούς σύμβασης για την καταμέτρηση της χωρητικότητας των πλοίων, του 1969 ή οποιαδήποτε άλλη διάδοχη σύμβαση· |
|
13) |
ως «αρμόδιο πρόσωπο» νοείται το πρόσωπο με τα κατάλληλα προσόντα, την κατάλληλη κατάρτιση και επαρκείς γνώσεις, δεξιότητες και πείρα για την εκτέλεση των συγκεκριμένων εργασιών· |
|
14) |
ως «πλοιοκτήτης» νοείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το εμφαινόμενο στο νηολόγιο ως ιδιοκτήτης του πλοίου, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών ή νομικών προσώπων που έχουν στην ιδιοκτησία τους πλοίο για περιορισμένη περίοδο, εκκρεμούσης της πώλησης ή της μεταβίβασής του σε μονάδα ανακύκλωσης πλοίων ή, αν δεν υπάρχει νηολόγηση, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο ανήκει το πλοίο ή οποιοσδήποτε άλλος οργανισμός ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, όπως ο διαχειριστής ή ο ναυλωτής κενού σκάφους, στο οποίο έχει ανατεθεί η ευθύνη λειτουργίας του πλοίου από τον ιδιοκτήτη του, καθώς και το νομικό πρόσωπο που εκμεταλλεύεται πλοίο κρατικής ιδιοκτησίας· |
|
15) |
ως «νέα εγκατάσταση» νοείται η εγκατάσταση συστημάτων, εξοπλισμού, μόνωσης ή άλλων υλικών σε πλοίο μετά την ημερομηνία θέσης σε εφαρμογή του παρόντος κανονισμού· |
|
16) |
ως «σχέδιο ανακύκλωσης πλοίου» νοείται σχέδιο το οποίο εκπονεί ο φορέας εκμετάλλευσης της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων για κάθε πλοίο για το οποίο του έχει ανατεθεί η ευθύνη ανακύκλωσης, λαμβανομένων υπόψη των συναφών κατευθυντηρίων γραμμών και ψηφισμάτων του ΔΝΟ· |
|
17) |
ως «σχέδιο μονάδας ανακύκλωσης πλοίων» νοείται σχέδιο το οποίο εκπονεί ο φορέας εκμετάλλευσης της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων, εγκρίνεται από το διοικητικό συμβούλιο ή τον ενδεδειγμένο διευθυντικό φορέα της εταιρείας ανακύκλωσης πλοίων, περιγράφει τις λειτουργικές διαδικασίες που αφορούν την ανακύκλωση πλοίων στη μονάδα ανακύκλωσης πλοίων και καλύπτει, συγκεκριμένα, την ασφάλεια και την εκπαίδευση των εργαζομένων, την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος, τα καθήκοντα και τις ευθύνες του προσωπικού, την ετοιμότητα και την αντίδραση σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης και τα συστήματα παρακολούθησης, υποβολής εκθέσεων και τήρησης αρχείων, λαμβανομένων υπόψη των συναφών κατευθυντηρίων γραμμών και ψηφισμάτων του ΔΝΟ· |
|
18) |
ως «ασφαλής προς είσοδο» νοείται ένας χώρος που πληροί όλα τα ακόλουθα κριτήρια:
|
|
19) |
ως «ασφαλής προς εργασία σε υψηλές θερμοκρασίες» νοείται ένας χώρος που πληροί όλα τα ακόλουθα κριτήρια:
|
|
20) |
ως «δήλωση ολοκλήρωσης» νοείται η δήλωση που εκδίδει ο φορέας εκμετάλλευσης της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων, με την οποία βεβαιώνεται ότι η ανακύκλωση του πλοίου έχει ολοκληρωθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό· |
|
21) |
ως «πιστοποιητικό καταλόγου» νοείται πιστοποιητικό, συγκεκριμένο για κάθε πλοίο το οποίο εκδίδεται για τα πλοία που φέρουν τη σημαία κράτους μέλους, συμμορφούται προς το άρθρο 9 και συνοδεύεται από κατάλογο επικίνδυνων υλικών σύμφωνα με το άρθρο 5· |
|
22) |
ως «πιστοποιητικό καταλληλότητας προς ανακύκλωση» νοείται πιστοποιητικό, συγκεκριμένο για κάθε πλοίο, το οποίο εκδίδεται για τα πλοία που φέρουν τη σημαία κράτους μέλους, συμμορφούται προς το άρθρο 9 παράγραφος 9 και συνοδεύεται από κατάλογο επικίνδυνων υλικών, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 7 και το εγκεκριμένο σχέδιο ανακύκλωσης πλοίου, σύμφωνα με το άρθρο 7· |
|
23) |
ως «δήλωση συμμόρφωσης» νοείται πιστοποιητικό, συγκεκριμένο για κάθε πλοίο το οποίο εκδίδεται για τα πλοία που φέρουν τη σημαία τρίτης χώρας και συνοδεύεται από κατάλογο επικίνδυνων υλικών σύμφωνα με το άρθρο 12· |
|
24) |
ως «τόνοι εκτοπίσματος άφορτου πλοίου (LDT)» νοείται το εκτόπισμα πλοίου σε τόνους άνευ φορτίου, καυσίμων, λιπαντελαίων στις δεξαμενές, θαλασσέρματος, ποσίμου και τροφοδοτικού ύδατος, αναλώσιμων υλικών, επιβατών και πληρώματος με τις αποσκευές τους. Οι LDT είναι το συνολικό εκτόπισμα του κύτους, της δομικής κατασκευής, του μηχανολογικού και λοιπού εξοπλισμού και των εξαρτημάτων του πλοίου. |
2. Για τους σκοπούς του άρθρου 7 παράγραφος 2 στοιχείο δ) και των άρθρων 13, 15 και 16,
|
α) |
οι όροι «απόβλητα», «επικίνδυνα απόβλητα», «επεξεργασία» και «διαχείριση αποβλήτων» έχουν την ίδια έννοια που έχουν και στο άρθρο 3 της οδηγίας 2008/98/ΕΚ· |
|
β) |
ως «επιθεώρηση μονάδας» νοείται η επιθεώρηση της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων με την οποία επιβεβαιώνεται ότι οι συνθήκες στη μονάδα είναι όντως αυτές που περιγράφονται στα σχετικά στοιχεία τεκμηρίωσης που έχουν παρασχεθεί· |
|
γ) |
ως «εργαζόμενος» νοείται οποιοδήποτε άτομο που εκτελεί εργασίες σε τακτικό ή προσωρινό επίπεδο, στο πλαίσιο εργασιακής σχέσης, συμπεριλαμβανομένου του προσωπικού που εργάζεται για τους εργολάβους και τους υπεργολάβους· |
|
δ) |
ως «φιλική προς το περιβάλλον διαχείριση» νοείται η λήψη όλων των εφικτών μέτρων, ώστε να εξασφαλίζεται ότι η διαχείριση των αποβλήτων και των επικίνδυνων υλικών διενεργείται κατά τρόπο με τον οποίο προστατεύονται η ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον από τις δυσμενείς επιπτώσεις που ενδέχεται να προκύψουν από τα εν λόγω υλικά και απόβλητα. |
3. Για τους σκοπούς του σημείου 13 της παραγράφου 1, αρμόδιο πρόσωπο μπορεί να είναι ένας καταρτισμένος εργαζόμενος ή ένα διευθυντικό στέλεχος ικανό να αναγνωρίζει και να αξιολογεί τους εργασιακούς και λοιπούς κινδύνους και την έκθεση των εργαζομένων σε ενδεχομένως επικίνδυνες ουσίες ή επισφαλείς συνθήκες σε μονάδα ανακύκλωσης πλοίων και το οποίο είναι ικανό να καθορίζει τα μέτρα προστασίας και τις προφυλάξεις που απαιτούνται για την εξάλειψη ή τη μείωση αυτών των κινδύνων ή αυτής της έκθεσης.
Με την επιφύλαξη της οδηγίας 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (13), η αρμόδια αρχή δύναται να καθορίσει τα κατάλληλα κριτήρια για τον ορισμό τέτοιων προσώπων καθώς επίσης και τα καθήκοντα τα οποία αναλαμβάνουν.
ΤΙΤΛΟΣ II
ΠΛΟΙΑ
Άρθρο 4
Έλεγχος επικίνδυνων υλικών
Η εγκατάσταση ή χρήση επικίνδυνων υλικών που αναφέρονται στο παράρτημα I σε πλοία απαγορεύεται ή περιορίζεται, σύμφωνα με το παράρτημα I, με την επιφύλαξη άλλων απαιτήσεων συναφούς νομοθεσίας της Ένωσης που ενδέχεται να απαιτούν τη λήψη περαιτέρω μέτρων.
Άρθρο 5
Κατάλογος επικίνδυνων υλικών
1. Κάθε πλοίο πρέπει να φέρει κατάλογο επικίνδυνων υλικών, στον οποίο προσδιορίζονται τουλάχιστον τα επικίνδυνα υλικά που αναφέρονται στο παράρτημα II και περιλαμβάνονται στη δομική κατασκευή ή στον εξοπλισμό του πλοίου, το σημείο στο οποίο βρίσκονται και, κατά προσέγγιση, οι ποσότητές τους.
2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 32 παράγραφος 2 στοιχείο β), τα υπάρχοντα πλοία συμμορφούνται, κατά το δυνατόν, με την παράγραφο 1.
Τα πλοία τα οποία προορίζονται για ανακύκλωση συμμορφούνται, κατά το δυνατόν, με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου από την ημερομηνία δημοσίευσης του ευρωπαϊκού καταλόγου μονάδων ανακύκλωσης πλοίων («Ευρωπαϊκός κατάλογος»), σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 2.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 32 παράγραφος 2 στοιχείο β), κατά την εκπόνηση του καταλόγου επικίνδυνών υλικών, προσδιορίζονται τουλάχιστον τα επικίνδυνα υλικά του παραρτήματος I.
3. Ο κατάλογος επικίνδυνων υλικών:
|
α) |
αφορά συγκεκριμένα κάθε πλοίο· |
|
β) |
αποδεικνύει ότι το πλοίο συμμορφώνεται με την απαγόρευση ή τους περιορισμούς σχετικά με την εγκατάσταση ή χρήση επικίνδυνων ουσιών σύμφωνα με το άρθρο 4· |
|
γ) |
καταρτίζεται λαμβανομένων υπόψη των συναφών κατευθυντηρίων γραμμών του ΔΝΟ· |
|
δ) |
επαληθεύεται είτε από την υπηρεσία είτε από αναγνωρισμένο οργανισμό εξουσιοδοτημένο από αυτήν. |
4. Επιπλέον της παραγράφου 3, για τα υπάρχοντα πλοία καταρτίζεται σχέδιο όπου περιγράφεται ο οπτικός ή δειγματοληπτικός έλεγχος μέσω του οποίου καταρτίζεται ο κατάλογος επικίνδυνων υλικών, και λαμβανομένων υπόψη των συναφών κατευθυντηρίων γραμμών του ΔΝΟ.
5. Ο κατάλογος επικίνδυνων υλικών περιλαμβάνει τα εξής τρία μέρη:
|
α) |
κατάλογο με τις επικίνδυνες ουσίες που αναφέρονται στα παραρτήματα I και ΙΙ, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου και περιλαμβάνονται στη δομική κατασκευή ή τον εξοπλισμό του πλοίου, συνοδευόμενο από ένδειξη του σημείου στο οποίο βρίσκονται και, κατά προσέγγιση, των ποσοτήτων τους (μέρος I)· |
|
β) |
κατάλογο αποβλήτων που υπάρχουν στο πλοίο και προέκυψαν κατά τη δραστηριότητά του (μέρος II), |
|
γ) |
κατάλογο εφοδίων που υπάρχουν στο πλοίο (μέρος III). |
6. Το μέρος I του καταλόγου επικίνδυνων υλικών τηρείται σωστά και αναπροσαρμόζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου εκμετάλλευσης του πλοίου. Σε αυτό εγγράφονται οι νέες μονάδες που περιλαμβάνουν τυχόν επικίνδυνες ουσίες που αναφέρονται στο παράρτημα II και οι σχετικές αλλαγές στη δομική κατασκευή και τον εξοπλισμό του πλοίου.
7. Πριν από την ανακύκλωση, και λαμβανομένων υπόψη των συναφών κατευθυντηρίων γραμμών του ΔΝΟ, πέραν του δεόντως τηρουμένου και αναθεωρημένου Μέρους I, στον κατάλογο επικίνδυνων υλικών ενσωματώνεται το μέρος II, το οποίο αφορά τα απόβλητα που προκύπτουν από τη δραστηριότητα του πλοίου, και το μέρος III σχετικά με τα εφόδια, ενώ ο κατάλογος επαληθεύεται από την υπηρεσία είτε από αναγνωρισμένο οργανισμό εξουσιοδοτημένο από αυτήν.
8. Η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 24 σχετικά με την αναθεώρηση του καταλόγου στοιχείων για τον κατάλογο επικίνδυνων υλικών στα παραρτήματα I και ΙΙ ώστε να εξασφαλίζει ότι οι κατάλογοι περιέχουν τουλάχιστον τις ουσίες των προσαρτημάτων 1 και 2 της σύμβασης του Χονγκ Κονγκ.
Η Επιτροπή εκδίδει χωριστή κατ’ εξουσιοδότηση πράξη σχετικά με κάθε ουσία η οποία προστίθεται ή διαγράφεται από το παράρτημα I ή ΙΙ.
Άρθρο 6
Γενικές απαιτήσεις για τους πλοιοκτήτες
1. Κατά την προετοιμασία ενός πλοίου για ανακύκλωση, οι πλοιοκτήτες:
|
α) |
παρέχουν στον φορέα εκμετάλλευσης της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με το πλοίο για την κατάρτιση του σχεδίου ανακύκλωσης πλοίου βάσει του άρθρου 7· |
|
β) |
κοινοποιούν εγγράφως στην αρμόδια υπηρεσία, εντός προθεσμίας που ορίζει η εν λόγω υπηρεσία, την πρόθεσή τους να ανακυκλώσουν το πλοίο σε συγκεκριμένη μονάδα ή μονάδες ανακύκλωσης πλοίων. Η κοινοποίηση περιλαμβάνει τουλάχιστον:
|
2. Οι πλοιοκτήτες εξασφαλίζουν ότι τα πλοία που προορίζονται για ανακύκλωση:
|
α) |
ανακυκλώνονται μόνο σε μονάδες ανακύκλωσης πλοίων που περιλαμβάνονται στον ευρωπαϊκό κατάλογο· |
|
β) |
κατά την περίοδο που προηγείται της εισόδου σε μονάδα ανακύκλωσης πλοίων, ασκούν τις δραστηριότητές τους κατά τρόπο ώστε να ελαχιστοποιείται η ποσότητα υπολειμμάτων φορτίου, του υπολοίπου μαζούτ και των παραγόμενων αποβλήτων που παραμένουν επί του πλοίου· |
|
γ) |
διαθέτουν πιστοποιητικό καταλληλότητας προς ανακύκλωση εκδοθέν από την υπηρεσία ή από αναγνωρισμένο οργανισμό εξουσιοδοτημένο από αυτήν πριν από κάθε ανακύκλωσης πλοίου και μετά την παραλαβή του σχεδίου ανακύκλωσης πλοίου που έχει εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3. |
3. Οι πλοιοκτήτες εξασφαλίζουν ότι τα δεξαμενόπλοια φθάνουν στη μονάδα ανακύκλωσης πλοίων με τις δεξαμενές φορτίου και τα αντλιοστάσια σε τέτοια κατάσταση, ώστε να είναι έτοιμα να πιστοποιούνται ως ασφαλή για εργασία σε υψηλές θερμοκρασίες.
4. Οι πλοιοκτήτες παρέχουν στον φορέα εκμετάλλευσης της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων αντίγραφο του πιστοποιητικού καταλληλότητας προς ανακύκλωση που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 9.
5. Οι πλοιοκτήτες είναι υπεύθυνοι για το πλοίο και μεριμνούν ώστε το εν λόγω πλοίο να πληροί τις απαιτήσεις της υπηρεσίας του κράτους μέλους του οποίου φέρει τη σημαία, ενόσω ο φορέας εκμετάλλευσης της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων αποδέχεται την ευθύνη για το συγκεκριμένο πλοίο. Ο φορέας εκμετάλλευσης της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων μπορεί να αρνηθεί να δεχθεί το πλοίο για ανακύκλωση, εφόσον η κατάσταση του πλοίου δεν ανταποκρίνεται ουσιωδώς στα χαρακτηριστικά του πιστοποιητικού καταλόγου, μεταξύ άλλων, όταν το μέρος I του καταλόγου επικίνδυνων υλικών δεν έχει τηρηθεί και δεν έχει αναθεωρηθεί σωστά ώστε να αντικατοπτρίζει τις αλλαγές στη δομική κατασκευή και στον εξοπλισμό του πλοίου. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο πλοιοκτήτης παραμένει υπεύθυνος για το συγκεκριμένο πλοίο και ενημερώνει σχετικά την υπηρεσία χωρίς καθυστέρηση.
Άρθρο 7
Σχέδιο ανακύκλωσης πλοίου
1. Πριν από την ανακύκλωση ενός πλοίου, καταρτίζεται σχέδιο ανακύκλωσης το οποίο αφορά το συγκεκριμένο πλοίο. Το σχέδιο ανακύκλωσης πλοίου εξετάζει τα σχετικά με το πλοίο θέματα που δεν καλύπτονται στο σχέδιο μονάδας ανακύκλωσης πλοίων ή που απαιτούν ειδικές διαδικασίες.
2. Το σχέδιο ανακύκλωσης πλοίου:
|
α) |
καταρτίζεται από τον φορέα εκμετάλλευσης της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων, σύμφωνα με τις συναφείς διατάξεις της σύμβασης του Χονγκ Κονγκ και λαμβανομένων υπόψη των σχετικών κατευθυντηρίων γραμμών του ΔΝΟ και των σχετικών με το πλοίο πληροφοριών που παρέχει ο πλοιοκτήτης δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 1 στοιχείο α), ούτως ώστε τα περιεχόμενά του να συνάδουν με τις πληροφορίες που περιέχονται στον κατάλογο επικίνδυνων υλικών· |
|
β) |
διευκρινίζει αν και σε ποιον βαθμό οι προπαρασκευαστικές εργασίες —όπως η προεπεξεργασία, ο εντοπισμός ενδεχόμενων κινδύνων και η αφαίρεση εφοδίων— πραγματοποιούνται σε χώρο διαφορετικό της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων που προσδιορίζεται στο σχέδιο ανακύκλωσης. Το σχέδιο ανακύκλωσης πλοίου θα πρέπει να αναφέρει τον χώρο στον οποίο θα τοποθετηθεί το πλοίο κατά τη διάρκεια των εργασιών ανακύκλωσης και να περιλαμβάνει συνοπτικό σχέδιο για την άφιξη και την ασφαλή τοποθέτηση του πλοίου· |
|
γ) |
περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη θέσπιση, την τήρηση και την παρακολούθηση των όρων για την ασφάλεια προς είσοδο και την ασφάλεια για εργασία σε υψηλές θερμοκρασίες του συγκεκριμένου πλοίου, λαμβανομένων υπόψη στοιχείων, όπως της δομικής κατασκευής, της διάταξης και των προηγούμενων φορτίων καθώς και άλλες απαραίτητες πληροφορίες για τον τρόπο εφαρμογής του σχεδίου ανακύκλωσης του πλοίου· |
|
δ) |
περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με το είδος και την ποσότητα των επικίνδυνων υλικών και αποβλήτων που προκύπτουν από την ανακύκλωση του συγκεκριμένου πλοίου, συμπεριλαμβανομένων των υλικών και των αποβλήτων που προσδιορίζονται στον κατάλογο επικίνδυνων υλικών, και σχετικά με το πώς η μονάδα ανακύκλωσης πλοίων και οι επόμενες μονάδες θα τα επεξεργάζονται και θα τα αποθηκεύουν, και |
|
ε) |
καταρτίζεται χωριστά, καταρχήν, για κάθε συμμετέχουσα μονάδα ανακύκλωσης πλοίων, στην περίπτωση που πρέπει να χρησιμοποιηθούν περισσότερες από μία μονάδες ανακύκλωσης πλοίων και προσδιορίζει τη σειρά χρήσης και τις εγκεκριμένες δραστηριότητες που θα διεξαχθούν στις εν λόγω μονάδες. |
3. Το σχέδιο ανακύκλωσης πλοίου εγκρίνεται σιωπηρά ή ρητά από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κράτους στο οποίο βρίσκεται η μονάδα ανακύκλωσης του πλοίου, κατά περίπτωση.
Η ρητή έγκριση δίδεται όταν η αρμόδια αρχή αποστέλλει έγγραφη κοινοποίηση της απόφασής της σχετικά με το σχέδιο ανακύκλωσης πλοίου στον φορέα εκμετάλλευσης της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων, στον πλοιοκτήτη και στην υπηρεσία.
Η σιωπηρή έγκριση τεκμαίρεται όταν η αρμόδια αρχή δεν κοινοποιεί έγγραφη αντίρρηση ως προς το σχέδιο ανακύκλωσης πλοίου στον φορέα εκμετάλλευσης της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων, στον πλοιοκτήτη και στην υπηρεσία, εντός περιόδου επανεξέτασης, η οποία ορίζεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις του κράτους στο οποίο βρίσκεται η μονάδα ανακύκλωσης του πλοίου, κατά περίπτωση, και κοινοποιείται, σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 στοιχείο β).
4. Τα κράτη μέλη δύνανται να απαιτούν από τις υπηρεσίες τους να αποστέλλουν στην αρμόδια αρχή του κράτους στο οποίο βρίσκεται η μονάδα ανακύκλωσης πλοίων τις πληροφορίες που παρέχει ο πλοιοκτήτης σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο β) και τις ακόλουθες λεπτομερείς πληροφορίες:
|
i) |
την ημερομηνία νηολόγησης του πλοίου στη σημαία του κράτους· |
|
ii) |
τον αριθμό ταυτοποίησης του πλοίου (αριθμός ΔΝΟ)· |
|
iii) |
τον αριθμό κύτους σε νεοκατασκευασθέντα πλοία· |
|
iv) |
το όνομα και το είδος του πλοίου· |
|
v) |
τον λιμένα στον οποίο έχει καταχωρισθεί το πλοίο· |
|
vi) |
το όνομα και τη διεύθυνση του πλοιοκτήτη, καθώς και τον αριθμό ταυτοποίησης καταχωρισμένου ιδιοκτήτη στον ΔΝΟ· |
|
vii) |
την επωνυμία και τη διεύθυνση της πλοιοκτήτριας εταιρείας, κατά περίπτωση· |
|
viii) |
την επωνυμία κάθε νηογνώμονα στον οποίο έχει καταχωρισθεί το πλοίο, |
|
ix) |
τα βασικά χαρακτηριστικά του πλοίου (ολικό μήκος (LOA), πλάτος (σύνθετο), βάθος (πλευρικό), LDT, ολική και καθαρή χωρητικότητα και τύπος και ισχύς του κινητήρα). |
Άρθρο 8
Επιθεωρήσεις
1. Οι επιθεωρήσεις των πλοίων διενεργούνται από υπαλλήλους είτε της υπηρεσίας είτε αναγνωρισμένου οργανισμού εξουσιοδοτημένου από αυτήν, λαμβανομένων υπόψη των συναφών κατευθυντηρίων γραμμών του ΔΝΟ.
2. Μια υπηρεσία η οποία χρησιμοποιεί αναγνωρισμένους οργανισμούς για τη διενέργεια επιθεωρήσεων, όπως περιγράφονται στην παράγραφο 1, αναθέτει κατ’ ελάχιστον στους αναγνωρισμένους οργανισμούς:
|
— |
να απαιτούν από το πλοίο το οποίο επιθεωρούν να συμμορφούται προς τον παρόντα κανονισμό, και |
|
— |
να διενεργούν επιθεωρήσεις, εφόσον το ζητούν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους. |
3. Τα πλοία υπόκεινται στις παρακάτω επιθεωρήσεις:
|
α) |
αρχική επιθεώρηση· |
|
β) |
περιοδική επιθεώρηση· |
|
γ) |
πρόσθετη επιθεώρηση· |
|
δ) |
τελική επιθεώρηση. |
4. Η αρχική επιθεώρηση νέου πλοίου διενεργείται πριν τεθεί το πλοίο σε λειτουργία ή πριν εκδοθεί το πιστοποιητικό καταλόγου. Η αρχική επιθεώρηση υπάρχοντος πλοίου διενεργείται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2020. Με την επιθεώρηση επαληθεύεται ότι το μέρος I του καταλόγου επικίνδυνων υλικών συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.
5. Οι περιοδικές επιθεωρήσεις διενεργούνται κατά διαστήματα καθοριζόμενα από την υπηρεσία, τα οποία, ωστόσο, δεν υπερβαίνουν τα πέντε έτη. Με την επιθεώρηση επαληθεύεται ότι το μέρος I του καταλόγου επικίνδυνων υλικών συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.
6. Η πρόσθετη επιθεώρηση, γενική ή μερική ανάλογα με τις περιστάσεις, διενεργείται κατόπιν αιτήματος του πλοιοκτήτη μετά από αλλαγή, αντικατάσταση ή σημαντική επιδιόρθωση της δομικής κατασκευής, του εξοπλισμού, των συστημάτων, των εξαρτημάτων, των διατάξεων και των υλικών που επηρεάζει τον κατάλογο επικίνδυνων υλικών. Η επιθεώρηση διενεργείται κατά τρόπον ώστε να εξασφαλίζει ότι κάθε αλλαγή, αντικατάσταση ή σημαντική επιδιόρθωση έχει πραγματοποιηθεί με τρόπο που διασφαλίζει ότι το πλοίο εξακολουθεί να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού και ότι το μέρος I του καταλόγου επικίνδυνων υλικών έχει τροποποιηθεί, όπως απαιτείται.
7. Η τελική επιθεώρηση πραγματοποιείται πριν τεθεί το πλοίο εκτός λειτουργίας και πριν ξεκινήσει η ανακύκλωσή του.
Η επιθεώρηση αυτή επαληθεύει ότι:
|
α) |
ο κατάλογος επικίνδυνων υλικών συμμορφούται προς τις απαιτήσεις του άρθρου 5· |
|
β) |
το σχέδιο ανακύκλωσης πλοίου αντικατοπτρίζει σωστά τις πληροφορίες που περιλαμβάνει ο κατάλογος επικίνδυνων υλικών και συμμορφούται προς τις απαιτήσεις του άρθρου 7· |
|
γ) |
η μονάδα ανακύκλωσης, όπου πρόκειται να ανακυκλωθεί το πλοίο, περιλαμβάνεται στον ευρωπαϊκό κατάλογο. |
8. Για τα υπάρχοντα πλοία που προορίζονται για ανακύκλωση, η αρχική και η τελική επιθεώρηση μπορούν να πραγματοποιούνται ταυτόχρονα.
Άρθρο 9
Έκδοση και θεώρηση πιστοποιητικών
1. Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της αρχικής ή της περιοδικής επιθεώρησης η υπηρεσία ή ένας αναγνωρισμένος οργανισμός εξουσιοδοτημένος από αυτήν εκδίδει πιστοποιητικό καταλόγου. Το πιστοποιητικό αυτό συμπληρούται από το μέρος I του καταλόγου επικίνδυνων υλικών όπως αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 5 στοιχείο α).
Όταν η αρχική και η τελική επιθεώρηση διενεργούνται ταυτόχρονα, σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 8, εκδίδεται μόνο το πιστοποιητικό καταλληλότητας προς ανακύκλωση που αναφέρεται στην παράγραφο 9 του παρόντος άρθρου.
Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για την καθιέρωση του μορφότυπου του πιστοποιητικού καταλόγου και την εξασφάλιση της συμμόρφωσής του με το προσάρτημα 3 της σύμβασης του Χονγκ Κονγκ. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 25 του παρόντος κανονισμού.
2. Το πιστοποιητικό καταλόγου επικυρώνεται κατόπιν αιτήματος του πλοιοκτήτη είτε από την υπηρεσία είτε από αναγνωρισμένο οργανισμό εξουσιοδοτημένο από αυτήν μετά την επιτυχή ολοκλήρωση πρόσθετης επιθεώρησης η οποία διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 6.
3. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 4, η υπηρεσία ή ο εξουσιοδοτημένος από αυτήν αναγνωρισμένος οργανισμός εκδίδει ή επικυρώνει, κατά περίπτωση, ένα πιστοποιητικό καταλόγου, εφόσον ολοκληρωθεί επιτυχώς η περιοδική επιθεώρηση:
|
α) |
κατά την περίοδο τριών μηνών πριν από τη λήξη του ισχύοντος πιστοποιητικού καταλόγου, και το νέο πιστοποιητικό θα ισχύει από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της περιοδικής επιθεώρησης μέχρι ημερομηνία μη υπερβαίνουσα τα πέντε έτη από την ημερομηνία λήξης του ισχύοντος πιστοποιητικού· |
|
β) |
μετά τη λήξη του ισχύοντος πιστοποιητικού καταλόγου, και το νέο πιστοποιητικό θα ισχύει από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της περιοδικής επιθεώρησης μέχρι ημερομηνία μη υπερβαίνουσα τα πέντε έτη από την ημερομηνία λήξης του ισχύοντος πιστοποιητικού· |
|
γ) |
τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από τη λήξη του ισχύοντος πιστοποιητικού καταλόγου, και το νέο πιστοποιητικό θα ισχύει από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της περιοδικής επιθεώρησης μέχρι ημερομηνία μη υπερβαίνουσα τα πέντε έτη από την ημερομηνία λήξης του ισχύοντος πιστοποιητικού. |
4. Όταν η περιοδική επιθεώρηση έχει ολοκληρωθεί επιτυχώς και δεν μπορεί να εκδοθεί ή να τεθεί επί του πλοίου νέο πιστοποιητικό καταλόγου πριν από τη λήξη του ισχύοντος πιστοποιητικού, η υπηρεσία ή ο ανεγνωρισμένος οργανισμός τον οποίο η υπηρεσία αυτή έχει εγκρίνει, επικυρώνει το υφιστάμενο πιστοποιητικό. Το πιστοποιητικό αυτό θα γίνεται δεκτό ως έγκυρο για περαιτέρω περίοδο η οποία δεν υπερβαίνει τους πέντε μήνες από την ημερομηνία λήξης.
5. Όταν το πιστοποιητικό καταλόγου εκδίδεται για περίοδο μικρότερη των πέντε ετών, η υπηρεσία ή ο ανεγνωρισμένος οργανισμός τον οποίο η υπηρεσία αυτή έχει εγκρίνει δύναται να παρατείνει το ισχύον πιστοποιητικό για περαιτέρω περίοδο η οποία δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη.
6. Σε ειδικές περιστάσεις τις οποίες καθορίζει η υπηρεσία, το νέο πιστοποιητικό καταλόγου δεν χρειάζεται να χρονολογείται από την ημερομηνία λήξης του ισχύοντος πιστοποιητικού, όπως απαιτούν η παράγραφος 3 στοιχεία α) και β) και οι παράγραφοι 7 και 8. Σε αυτές τις ειδικές περιστάσεις, το νέο πιστοποιητικό ισχύει για χρονική περίοδο μη υπερβαίνουσα τα πέντε έτη από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της περιοδικής επιθεώρησης.
7. Όταν ένα πλοίο δεν βρίσκεται στον λιμένα ή το αγκυροβόλιο όπου πρόκειται να επιθεωρηθεί κατά τη λήξη ισχύος του πιστοποιητικού καταλόγου, η υπηρεσία δύναται, εφόσον ενδείκνυται, να παρατείνει την ισχύ του πιστοποιητικού καταλόγου για περίοδο τριών μηνών το πολύ, ώστε να μπορέσει το πλοίο να ολοκληρώσει το ταξίδι του προς τον λιμένα όπου πρόκειται να επιθεωρηθεί. Προϋπόθεση οποιασδήποτε παράτασης αποτελεί η ολοκλήρωση της επιθεώρησης στον συγκεκριμένο λιμένα πριν από την αναχώρηση του πλοίου. Όταν το πλοίο φθάνει στον λιμένα όπου πρόκειται να επιθεωρηθεί και έχει δοθεί παράταση, η παράταση αυτή δεν συνεπάγεται δικαίωμα αναχώρησης από τον λιμένα χωρίς νέο πιστοποιητικό. Μετά το πέρας της περιοδικής επιθεώρησης, το νέο πιστοποιητικό καταλόγου ισχύει για χρονική περίοδο μη υπερβαίνουσα τα πέντε έτη από την ημερομηνία λήξης του ισχύοντος πιστοποιητικού πριν από τη χορήγηση της παράτασης.
8. Η ισχύς του πιστοποιητικού καταλόγου για πλοίο που εκτελεί βραχέα δρομολόγια και η οποία δεν έχει παραταθεί βάσει των ανωτέρω αναφερομένων στην παράγραφο 7 προϋποθέσεων, δύναται να παραταθεί από την υπηρεσία για περίοδο χάριτος έως έναν μήνα μετά τη λήξη της. Μετά το πέρας της περιοδικής επιθεώρησης, το νέο πιστοποιητικό καταλόγου ισχύει για χρονική περίοδο μη υπερβαίνουσα τα πέντε έτη από την ημερομηνία λήξης του ισχύοντος πιστοποιητικού πριν από τη χορήγηση της παράτασης.
9. Μετά την επιτυχή ολοκλήρωση της τελικής επιθεώρησης σύμφωνα με το άρθρο 8 παράγραφος 7, η υπηρεσία ή ένας αναγνωρισμένος οργανισμός εξουσιοδοτημένος από αυτήν εκδίδει πιστοποιητικό καταλληλότητας προς ανακύκλωση. Το πιστοποιητικό αυτό συνοδεύεται από τον κατάλογο επικίνδυνων υλικών και το σχέδιο ανακύκλωσης του πλοίου.
Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για την καθιέρωση του μορφότυπου του πιστοποιητικού καταλληλότητας προς ανακύκλωση και την εξασφάλιση της συμμόρφωσής του με το προσάρτημα 4 της σύμβασης του Χονγκ Κονγκ. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 25 του παρόντος κανονισμού. Το πιστοποιητικό καταλληλότητας προς ανακύκλωση το οποίο εκδίδεται κατόπιν τελικής επιθεώρησης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, γίνεται δεκτό από τα λοιπά κράτη μέλη και θεωρείται για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ότι έχει την ίδια ισχύ με το πιστοποιητικό καταλληλότητας προς ανακύκλωση που εκδίδεται από αυτά.
Άρθρο 10
Διάρκεια και ισχύς πιστοποιητικών
1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 9, πιστοποιητικό καταλόγου εκδίδεται για χρονική περίοδο οριζόμενη από την υπηρεσία, μη υπερβαίνουσα τα πέντε έτη.
2. Πιστοποιητικό καταλόγου που εκδίδεται ή επικυρώνεται σύμφωνα με το άρθρο 9 παύει να ισχύει στις ακόλουθες περιπτώσεις:
|
α) |
εφόσον η κατάσταση του πλοίου δεν αντιστοιχεί ουσιαστικά στα χαρακτηριστικά του πιστοποιητικού καταλόγου, συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης στην οποία το μέρος I του καταλόγου επικίνδυνων υλικών δεν έχει τηρηθεί και δεν έχει ενημερωθεί σωστά, ώστε να αντικατοπτρίζει τις αλλαγές στη δομική κατασκευή και τον εξοπλισμό του πλοίου, λαμβανομένων υπόψη των συναφών κατευθυντηρίων γραμμών του ΔΝΟ· |
|
β) |
όταν η περιοδική επιθεώρηση δεν ολοκληρώνεται εντός των διαστημάτων του άρθρου 8 παράγραφος 5. |
3. Το πιστοποιητικό καταλληλότητας προς ανακύκλωση εκδίδεται από την υπηρεσία ή από αναγνωρισμένο οργανισμό εξουσιοδοτημένο από αυτήν για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες.
4. Το πιστοποιητικό καταλληλότητας προς ανακύκλωση που έχει εκδοθεί βάσει του άρθρου 9 παράγραφος 9 παύει να ισχύει, εάν η κατάσταση του πλοίου δεν αντιστοιχεί ουσιαστικά στα χαρακτηριστικά του πιστοποιητικού καταλόγου.
5. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2α, η ισχύς του πιστοποιητικού καταλληλότητας μπορεί να παραταθεί από την υπηρεσία ή από αναγνωρισμένο οργανισμό εξουσιοδοτημένο από αυτήν για μία μόνο απευθείας διαδρομή με προορισμό τη μονάδα ανακύκλωσης πλοίων.
Άρθρο 11
Έλεγχος του κράτους λιμένα
1. Τα κράτη μέλη εφαρμόζουν διατάξεις ελέγχου των πλοίων σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, έχοντας υπόψη την οδηγία 2009/16/ΕΚ. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, κάθε επιθεώρηση τέτοιου είδους περιορίζεται στον έλεγχο ότι επί του πλοίου υπάρχει είτε πιστοποιητικό καταλόγου είτε πιστοποιητικό καταλληλότητας προς ανακύκλωση, τα οποία κρίνονται επαρκή για να γίνει δεκτή η επιθεώρηση εφόσον είναι έγκυρα.
2. Μπορεί να διεξάγεται λεπτομερής επιθεώρηση από την αρμοδία αρχή που συμμετέχει στις δραστηριότητες του ελέγχου του κράτους λιμένος, λαμβανομένων υπόψη των κατευθυντηρίων γραμμών του ΔΝΟ όταν ένα πλοίο δεν φέρει έγκυρο πιστοποιητικό ή υπάρχουν σαφείς λόγοι για να θεωρείται ότι:
|
α) |
η κατάσταση του πλοίου ή του εξοπλισμού του δεν αντιστοιχεί ουσιαστικά στα χαρακτηριστικά του πιστοποιητικού αυτού, στο μέρος I του καταλόγου επικίνδυνων υλικών, ή σε αμφότερα· ή |
|
β) |
δεν εφαρμόζεται διαδικασία στο πλοίο για την τήρηση του μέρους I του καταλόγου επικίνδυνων υλικών. |
3. Ένα πλοίο μπορεί να λαμβάνει προειδοποίηση, να κρατείται, να μη γίνεται δεκτό ή να εξαιρείται από λιμένες ή σταθμούς ανοικτής θάλασσας που υπάγονται στη δικαιοδοσία ενός κράτους μέλους, εφόσον δεν προσκομίσει στις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους αντίγραφο του πιστοποιητικού καταλόγου ή του πιστοποιητικού καταλληλότητας προς ανακύκλωση, κατά περίπτωση και αιτήσει των αρχών αυτών, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 9. Το κράτος μέλος που αναλαμβάνει τέτοιου είδους δράση ενημερώνει αμέσως την υπηρεσία του συγκεκριμένου πλοίου. Η μη ενημέρωση του καταλόγου επικίνδυνων υλικών δεν αποτελεί έλλειψη που δικαιολογεί κράτηση, αλλά τυχόν ασυνέπειες στον κατάλογο επικίνδυνων υλικών πρέπει να αναφέρονται στην υπηρεσία και να αποκαθίστανται έως την επόμενη επιθεώρηση.
4. Η αρμόδια αρχή κράτους μέλους μπορεί να επιτρέπει την είσοδο σε συγκεκριμένο λιμένα ή αγκυροβόλιο σε περίπτωση ανωτέρας βίας ή για επιτακτικούς λόγους ασφάλειας ή για να μειωθεί ή να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος ρύπανσης ή για την αποκατάσταση ανεπαρκειών, υπό την προϋπόθεση ότι ο πλοιοκτήτης, ο φορέας εκμετάλλευσης ή ο πλοίαρχος του συγκεκριμένου πλοίου έχει λάβει τα κατάλληλα μέτρα, τα οποία ικανοποιούν την αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους, για την ασφαλή είσοδο.
Άρθρο 12
Απαιτήσεις για τα πλοία που φέρουν σημαία τρίτης χώρας
1. Με την επιφύλαξη του στοιχείου β) του άρθρου 32 παράγραφος 2, τα πλοία που φέρουν σημαία τρίτης χώρας, κατά την άφιξη σε λιμένα ή αγκυροβόλιο κράτους μέλους, έχουν κατάλογο επικίνδυνων υλικών ο οποίος συμμορφούται με τις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 2.
Παρά τα προβλεπόμενα στο πρώτο εδάφιο, η αρμόδια αρχή κράτους μέλους μπορεί να επιτρέπει την είσοδο σε συγκεκριμένο λιμένα ή αγκυροβόλιο σε περίπτωση ανωτέρας βίας ή για επιτακτικούς λόγους ασφαλείας ή για να μειωθεί ή να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος ρύπανσης ή για την αποκατάσταση ανεπαρκειών, υπό την προϋπόθεση ότι ο πλοιοκτήτης, ο φορέας εκμετάλλευσης ή ο πλοίαρχος του συγκεκριμένου πλοίου έχει λάβει τα κατάλληλα μέτρα, τα οποία ικανοποιούν την αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους, για την ασφαλή είσοδο.
2. Η εγκατάσταση επικίνδυνων υλικών που αναφέρονται στο παράρτημα I σε πλοία που φέρουν σημαία τρίτης χώρας και βρίσκονται σε λιμένα ή αγκυροβόλιο κράτους μέλους απαγορεύεται ή περιορίζεται, σύμφωνα με το παράρτημα I.
Η χρήση επικίνδυνων υλικών που αναφέρονται στο παράρτημα I σε πλοία που φέρουν σημαία τρίτης χώρας και βρίσκονται σε λιμένα ή αγκυροβόλιο κράτους μέλους απαγορεύεται ή περιορίζεται, σύμφωνα με το παράρτημα I, με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων και των μεταβατικών ρυθμίσεων που ισχύουν για τα εν λόγω υλικά βάσει του διεθνούς δικαίου.
3. Ο κατάλογος επικίνδυνων υλικών αφορά συγκεκριμένα κάθε πλοίο, συντάσσεται λαμβανομένων υπόψη των συναφών κατευθυντηρίων γραμμών του ΔΝΟ και έχει ως στόχο τη διευκρίνιση της συμμόρφωσης του πλοίου προς την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. Κατά την εκπόνηση του καταλόγου επικίνδυνών υλικών προσδιορίζονται τουλάχιστον τα επικίνδυνα υλικά του παραρτήματος I. Το πλοίο το οποίο φέρει σημαία τρίτης χώρας καταρτίζει σχέδιο όπου περιγράφεται ο οπτικός/δειγματοληπτικός έλεγχος μέσω του οποίου εκπονείται ο κατάλογος επικίνδυνων υλικών, λαμβανομένων υπόψη των συναφών κατευθυντηρίων γραμμών του ΔΝΟ.
4. Ο κατάλογος επικίνδυνων υλικών τηρείται και ενημερώνεται σωστά καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου δραστηριότητας του πλοίου. Αντικατοπτρίζει τις νέες εγκαταστάσεις που περιέχουν επικίνδυνα υλικά τα οποία αναφέρονται στο παράρτημα II και τις σχετικές αλλαγές στη δομική κατασκευή και τον εξοπλισμό του πλοίου, λαμβανομένων υπόψη των εξαιρέσεων και των μεταβατικών ρυθμίσεων που ισχύουν για τα εν λόγω υλικά βάσει του διεθνούς δικαίου.
5. Ένα πλοίο το οποίο φέρει σημαία τρίτης χώρας μπορεί να λαμβάνει προειδοποίηση, να κρατείται, να μη γίνεται δεκτό ή να εξαιρείται από λιμένες ή σταθμούς ανοικτής θάλασσας που υπάγονται στη δικαιοδοσία ενός κράτους μέλους, εφόσον δεν προσκομίσει στις αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους αντίγραφο της δήλωσης συμμόρφωσης προς τις παραγράφους 6 και 7 μαζί με τον κατάλογο επικίνδυνων υλικών, κατά περίπτωση και κατόπιν αιτήματος των συγκεκριμένων αρμόδιων αρχών. Το κράτος μέλος που αναλαμβάνει τέτοιου είδους δράση ενημερώνει αμέσως τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας τη σημαία της οποίας φέρει το συγκεκριμένο πλοίο. Η μη ενημέρωση του καταλόγου επικίνδυνων υλικών δεν αποτελεί έλλειψη που μπορεί να δικαιολογήσει κράτηση, αλλά τυχόν ασυνέπειες στον κατάλογο πρέπει να αναφέρονται στις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας τη σημαία της οποίας φέρει το συγκεκριμένο πλοίο.
6. Η δήλωση συμμόρφωσης εκδίδεται μετά την επαλήθευση του καταλόγου επικίνδυνων ουσιών από τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας τη σημαία της οποίας φέρει το συγκεκριμένο πλοίο ή από οργανισμό που είναι εξουσιοδοτημένος από τις αρχές αυτές σύμφωνα με τις εθνικές απαιτήσεις. Η δήλωση συμμόρφωσης δύναται να ακολουθεί το υπόδειγμα του προσαρτήματος 3 της σύμβασης του Χονγκ Κονγκ.
7. Η δήλωση συμμόρφωσης και ο κατάλογος επικίνδυνων υλικών καταρτίζονται σε επίσημη γλώσσα της εκδούσας οικείας αρχής της τρίτης χώρας τη σημαία της οποίας φέρει το συγκεκριμένο πλοίο και, στην περίπτωση χρήσης γλώσσας εκτός της αγγλικής, της γαλλικής ή της ισπανικής, το κείμενο περιλαμβάνει μετάφραση σε μία από αυτές.
8. Με την επιφύλαξη του άρθρου 32 παράγραφος 2 στοιχείο β) τα πλοία που φέρουν σημαία τρίτης χώρας και αιτούνται εγγραφή σε νηολόγιο με τη σημαία κράτους μέλους τηρούν κατάλογο επικίνδυνων υλικών, σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 2, ή ότι ο εν λόγω κατάλογος καταρτίζεται εντός 6 μηνών από την εγγραφή στο νηολόγιο με τη σημαία του κράτους μέλους ή σε επόμενη περιοδική επιθεώρηση κατά το άρθρο 8 παράγραφος 3, ανάλογα με το ποιο γεγονός προηγείται.
ΤΙΤΛΟΣ III
ΜΟΝΑΔΕΣ ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗΣ ΠΛΟΙΩΝ
Άρθρο 13
Αναγκαίες απαιτήσεις για τις μονάδες ανακύκλωσης πλοίων για τη συμπερίληψη στον ευρωπαϊκό κατάλογο
1. Προκειμένου να τεθεί στον ευρωπαϊκό κατάλογο, η μονάδα ανακύκλωσης πλοίων πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της σύμβασης του Χονγκ Κονγκ και λαμβανομένων υπόψη των συναφών κατευθυντηρίων γραμμών του ΔΝΟ, της ΔΟΕ, της σύμβασης της Βασιλείας και της σύμβασης της Στοκχόλμης για τους έμμονους οργανικούς ρύπους, καθώς και άλλων διεθνών κατευθυντηρίων γραμμών:
|
α) |
εξουσιοδοτείται από τις αρμόδιες αρχές της για τη διεξαγωγή των δραστηριοτήτων ανακύκλωσης πλοίων· |
|
β) |
έχει σχεδιασθεί, κατασκευασθεί και λειτουργεί με ασφαλή και φιλικό προς το περιβάλλον τρόπο· |
|
γ) |
λειτουργεί από κατασκευασμένες δομές· |
|
δ) |
θεσπίζει συστήματα διαχείρισης και παρακολούθησης, διαδικασίες και τεχνικές με σκοπό την πρόληψη, μείωση, ελαχιστοποίηση και στο μέτρο του εφικτού, εξάλειψη:
|
|
ε) |
καταρτίζει σχέδιο μονάδας ανακύκλωσης πλοίων· |
|
στ) |
προλαμβάνει τις δυσμενείς επιπτώσεις για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένης της απόδειξης του ελέγχου διαρροών, ιδίως σε διαπαλιρροϊκές ζώνες· |
|
ζ) |
εξασφαλίζει ασφαλή και φιλική προς το περιβάλλον διαχείριση και αποθήκευση επικίνδυνων υλικών και αποβλήτων, μεταξύ άλλων
|
|
η) |
καταρτίζει και διατηρεί σχέδιο ετοιμότητας και αντίδρασης σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, διασφαλίζει ταχεία πρόσβαση σε εξοπλισμό σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, όπως είναι ο εξοπλισμός και τα οχήματα πυρόσβεσης, τα ασθενοφόρα και οι γερανοί, στα πλοία και σε όλους τους χώρους των εγκαταστάσεων ανακύκλωσης· |
|
θ) |
μεριμνεί για την ασφάλεια και την εκπαίδευση των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένης της διασφάλισης της χρήσης προσωπικού προστατευτικού εξοπλισμού για εργασίες που απαιτούν τέτοια χρήση· |
|
ι) |
τηρεί μητρώα σχετικά με τα συμβάντα, τα ατυχήματα, τις επαγγελματικές νόσους και τις χρόνιες επιδράσεις και, εφόσον ζητείται από τις αρμόδιες αρχές, αναφέρει συμβάντα, ατυχήματα, επαγγελματικές νόσους και χρόνιες επιδράσεις που προκαλούν ή μπορούν να προκαλέσουν κινδύνους για την ασφάλεια των εργαζομένων, την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον· |
|
ια) |
συμφωνεί να πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 2. |
2. Ο φορέας εκμετάλλευσης της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων:
|
α) |
διαβιβάζει το σχέδιο ανακύκλωσης πλοίου, αφότου εγκριθεί σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 3, στον πλοιοκτήτη και στην υπηρεσία ή σε αναγνωρισμένο οργανισμό εξουσιοδοτημένο από αυτήν· |
|
β) |
να γνωστοποιεί στην υπηρεσία ότι η μονάδα ανακύκλωσης πλοίων είναι έτοιμη από κάθε άποψη να ξεκινήσει την ανακύκλωση του σκάφους· |
|
γ) |
όταν ολοκληρώνεται η πλήρης ή η μερική ανακύκλωση του πλοίου σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, εντός 14 ημερών από την ημερομηνία πλήρους ή μερικής ανακύκλωσης σύμφωνα με το σχέδιο ανακύκλωσης πλοίου, να διαβιβάζει δήλωση ολοκλήρωσης στην υπηρεσία που εξέδωσε το πιστοποιητικό καταλληλότητας του σκάφους προς ανακύκλωση. Η δήλωση ολοκλήρωσης περιλαμβάνει έκθεση σχετικά με τυχόν συμβάντα και ατυχήματα που βλάπτουν την ανθρώπινη υγεία και/ή το περιβάλλον. |
3. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για την καθιέρωση του μορφότυπου:
|
α) |
της έκθεσης που απαιτείται βάσει της παραγράφου 2 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου, ώστε να συμμορφούται προς το προσάρτημα 6 της σύμβασης του Χονγκ Κονγκ, και |
|
β) |
της δήλωσης που απαιτείται βάσει της παραγράφου 2 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου, ώστε να συμμορφούται προς το προσάρτημα 7 της σύμβασης του Χονγκ Κονγκ. |
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 25 του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 14
Αδειοδότηση των μονάδων ανακύκλωσης πλοίων που βρίσκονται στα κράτη μέλη
1. Με την επιφύλαξη άλλων συναφών ενωσιακών νομοθετικών διατάξεων, οι αρμόδιες αρχές χορηγούν άδεια ανακύκλωσης πλοίων σε μονάδες που βρίσκονται στην επικράτειά τους και συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στο άρθρο 13. Η άδεια μπορεί να χορηγείται στις αντίστοιχες μονάδες ανακύκλωσης πλοίων για περίοδο μέγιστης διάρκειας πέντε ετών και να ανανεώνεται αναλόγως.
Υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, κάθε άδεια που έχει εκδοθεί βάσει άλλων εθνικών ή ενωσιακών νομοθετικών διατάξεων μπορεί να συνδυάζεται με την άδεια που προβλέπεται στο παρόν άρθρο ώστε να αποτελεί μία ενιαία άδεια, εάν, με τον τρόπο αυτόν, αποφεύγονται περιττές επαναλήψεις των παρεχόμενων πληροφοριών και των εκτελούμενων εργασιών από τον φορέα της μονάδας ή εταιρείας ανακύκλωσης πλοίων ή την αρμόδια αρχή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η άδεια μπορεί να παρατείνεται σύμφωνα με το ανωτέρω προβλεπόμενο στο πρώτο εδάφιο καθεστώς αδειοδότησης για περίοδο που δεν υπερβαίνει, όμως, τα πέντε έτη.
2. Τα κράτη μέλη καταρτίζουν και ενημερώνουν κατάλογο των μονάδων ανακύκλωσης πλοίων στις οποίες έχουν χορηγήσει άδεια σύμφωνα με την παράγραφο 1.
3. Ο κατάλογος που αναφέρεται στην παράγραφο 2 κοινοποιείται στην Επιτροπή χωρίς καθυστέρηση και το αργότερο στις 31 Μαρτίου 2015.
4. Στην περίπτωση που μια μονάδα ανακύκλωσης πλοίων δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 13, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η εν λόγω μονάδα αναστέλλει ή αποσύρει την άδεια που της έχει χορηγήσει ή απαιτεί από την οικεία εταιρεία ανακύκλωσης πλοίων διορθωτικές δράσεις και ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή χωρίς καθυστέρηση.
5. Σε περίπτωση αδειοδότησης μονάδας ανακύκλωσης πλοίων σύμφωνα με την παράγραφο 1, το οικείο κράτος μέλος ενημερώνει την Επιτροπή χωρίς καθυστέρηση.
Άρθρο 15
Μονάδες ανακύκλωσης πλοίων που βρίσκονται σε τρίτη χώρα
1. Οι εταιρείες ανακύκλωσης πλοίων που έχουν στην ιδιοκτησία τους εγκαταστάσεις ανακύκλωσης πλοίων σε τρίτη χώρα και επιθυμούν να ανακυκλώνουν πλοία που φέρουν σημαία κράτους μέλους υποβάλλουν στην Επιτροπή αίτηση για εγγραφή της συγκεκριμένης μονάδας ανακύκλωσης πλοίων στον ευρωπαϊκό κατάλογο.
2. Η αίτηση κατά την παράγραφο 1 συνοδεύεται από τα αποδεικτικά στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η συγκεκριμένη μονάδα ανακύκλωσης πλοίων συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 13, προκειμένου να ανακυκλώνει πλοία και να περιλαμβάνεται στον ευρωπαϊκό κατάλογο σύμφωνα με το άρθρο 16.
Ειδικότερα, η μονάδα ανακύκλωσης πλοίων:
|
α) |
προσδιορίζει την άδεια, εξουσιοδότηση ή έγκριση που έχει λάβει από τις αρμόδιες αρχές της για την ανακύκλωση πλοίων και, κατά περίπτωση, την άδεια, εξουσιοδότηση ή έγκριση που έχουν λάβει από τις αρμόδιες αρχές όλοι οι εργολάβοι και υπεργολάβοι οι οποίοι συμμετέχουν άμεσα στη διαδικασία ανακύκλωσης πλοίων και αναφέρει όλες τις πληροφορίες του άρθρου 16 παράγραφος 2· |
|
β) |
αναφέρει αν το σχέδιο ανακύκλωσης πλοίου θα εγκριθεί από την αρμόδια αρχή σιωπηρά ή ρητά, καθορίζοντας την περίοδο επανεξέτασης που αφορά τη σιωπηρή έγκριση, σύμφωνα με τις εθνικές απαιτήσεις, κατά περίπτωση· |
|
γ) |
επιβεβαιώνει ότι θα δεχτεί για ανακύκλωση πλοίο το οποίο φέρει τη σημαία κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό· |
|
δ) |
προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία ότι η μονάδα ανακύκλωσης πλοίων έχει την ικανότητα να θεσπίζει, να διατηρεί και να παρακολουθεί τα κριτήρια ασφάλειας για εργασία σε υψηλές συνθήκες και ασφάλειας εισόδου καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας ανακύκλωσης· |
|
ε) |
επισυνάπτει χάρτη των ορίων της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων και της τοποθεσίας όπου διεξάγονται οι δραστηριότητες της ανακύκλωσης εντός της μονάδας· |
|
στ) |
για κάθε επικίνδυνο υλικό που αναφέρεται στο παράρτημα I και τα επιπλέον επικίνδυνα υλικά που ενδέχεται να περιλαμβάνει η δομική κατάσταση ενός πλοίου προσδιορίζει:
|
|
ζ) |
επιβεβαιώνει ότι η εταιρεία ενέκρινε το σχέδιο ανακύκλωσης πλοίου, λαμβάνοντας υπόψη τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές του ΔΝΟ· |
|
η) |
παρέχει τα απαραίτητα στοιχεία ταυτοποίησης της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων. |
3. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις ώστε να προσδιορίσει το μορφότυπο των πληροφοριών που απαιτούνται για την ταυτοποίηση της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 25.
4. Για την καταχώριση στον ευρωπαϊκό κατάλογο, η συμμόρφωση των μονάδων ανακύκλωσης πλοίων που βρίσκονται σε τρίτες χώρες προς τις απαιτήσεις του άρθρου 13 πιστοποιείται μετά από επιθεώρηση του χώρου από ανεξάρτητο επαληθευτή με τα κατάλληλα προσόντα. Η εταιρεία ανακύκλωσης πλοίων υποβάλλει στην Επιτροπή την πιστοποίηση όταν αιτείται καταχώριση στον ευρωπαϊκό κατάλογο και, στη συνέχεια, ανά πενταετία, μετά την ανανέωση της καταχώρισης στον ευρωπαϊκό κατάλογο. Η αρχική καταχώριση στον κατάλογο και η ανανέωσή της συνοδεύονται από ενδιάμεση επανεξέταση για την επιβεβαίωση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις του άρθρου 13.
Υποβάλλοντας αίτηση καταχώρισης στον ευρωπαϊκό κατάλογο, οι εταιρείες ανακύκλωσης πλοίων αποδέχονται το ενδεχόμενο επιθεώρησης της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων από την Επιτροπή ή από φορείς που ενεργούν εξ ονόματός της πριν ή μετά την καταχώριση στον ευρωπαϊκό κατάλογο, ώστε να επαληθευθεί η συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του άρθρου 13. Ο ανεξάρτητος επαληθευτής, η Επιτροπή ή οι φορείς που ενεργούν εξ ονόματός της συνεργάζονται με τις αρμόδιες αρχές της τρίτης χώρας όπου βρίσκεται η μονάδα ανακύκλωσης πλοίων για τη διενέργεια των εν λόγω επιθεωρήσεων.
Η Επιτροπή δύναται να εκδώσει τεχνικές κατευθυντήριες γραμμές για τη διευκόλυνση της πιστοποίησης αυτής.
5. Για τους σκοπούς του άρθρου 13, όσον αφορά τη σχετική λειτουργία ανάκτησης ή διάθεσης αποβλήτων, η διαχείριση μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι φιλική προς το περιβάλλον μόνο όταν η εταιρεία ανακύκλωσης πλοίων μπορεί να αποδείξει ότι η μονάδα διαχείρισης αποβλήτων που δέχεται τα απόβλητα λειτουργεί σύμφωνα με πρότυπα προστασίας της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος ισοδύναμα σε μεγάλο βαθμό με τα συναφή διεθνή και ενωσιακά πρότυπα.
6. Η εταιρεία ανακύκλωσης πλοίων παρέχει ενημερωμένα αποδεικτικά στοιχεία χωρίς καθυστέρηση όταν αλλάζουν οι πληροφορίες που παρέχει η Επιτροπή και, εν πάση περιπτώσει, τρεις μήνες πριν από την εκπνοή κάθε πενταετούς περιόδου καταχώρισης στον ευρωπαϊκό κατάλογο, δηλώνει ότι:
|
α) |
τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει παράσχει είναι πλήρη και ενημερωμένα· |
|
β) |
η μονάδα ανακύκλωσης πλοίων εξακολουθεί και θα εξακολουθήσει να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 13. |
Άρθρο 16
Κατάρτιση και ενημέρωση του ευρωπαϊκού καταλόγου
1. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για την κατάρτιση ευρωπαϊκού καταλόγου μονάδων ανακύκλωσης πλοίων που:
|
α) |
βρίσκονται εντός της Ένωσης και έχουν κοινοποιηθεί από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 14 παράγραφος 3· |
|
β) |
βρίσκονται σε τρίτη χώρα και η καταχώρισή τους βασίζεται στην εκτίμηση των πληροφοριών και των δικαιολογητικών που παρέχονται ή συλλέγονται σύμφωνα με το άρθρο 15. |
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 25.
2. Ο ευρωπαϊκός κατάλογος δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής το αργότερο στις 31 Δεκεμβρίου 2016. Χωρίζεται σε δύο επιμέρους καταλόγους που αναφέρουν τις μονάδες ανακύκλωσης πλοίων εντός της Ένωσης και τις εγκαταστάσεις ανακύκλωσης πλοίων σε τρίτες χώρες.
Ο ευρωπαϊκός κατάλογος περιλαμβάνει όλες τις ακόλουθες πληροφορίες σχετικά με τη μονάδα ανακύκλωσης πλοίων:
|
α) |
μέθοδος ανακύκλωσης· |
|
β) |
είδος και μέγεθος των πλοίων που μπορούν να ανακυκλώνονται· |
|
γ) |
τυχόν περιορισμοί και όροι υπό τους οποίους λειτουργεί η μονάδα ανακύκλωσης πλοίων, μεταξύ άλλων, όσον αφορά τη διαχείριση επικίνδυνων αποβλήτων· |
|
δ) |
λεπτομέρειες της ρητής ή σιωπηρής διαδικασίας κατά το άρθρο 7 παράγραφος 3 για την έγκριση του σχεδίου ανακύκλωσης πλοίου, από την αρμοδία αρχή· |
|
ε) |
το μέγιστο ετήσιο προϊόν της ανακύκλωσης πλοίων. |
3. Ο ευρωπαϊκός κατάλογος αναφέρει την ημερομηνία λήξης της καταχώρισης της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων. Η καταχώριση ισχύει για μέγιστη περίοδο πέντε ετών και μπορεί να ανανεώνεται.
4. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για την τακτική ενημέρωση του ευρωπαϊκού καταλόγου:
|
α) |
για την καταχώριση μονάδας ανακύκλωσης πλοίων στον ευρωπαϊκό κατάλογο σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις, όπου:
|
|
β) |
για τη διαγραφή μονάδας ανακύκλωσης πλοίων από τον ευρωπαϊκό κατάλογο σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις, όπου:
|
Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 25.
5. Κατά την κατάρτιση και την ενημέρωση του ευρωπαϊκού καταλόγου, η Επιτροπή ενεργεί σύμφωνα με τις αρχές που κατοχυρώνονται με τις Συνθήκες και τις διεθνείς υποχρεώσεις της Ένωσης.
6. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε πληροφορία που ενδέχεται να αφορά την ενημέρωση του ευρωπαϊκού καταλόγου. Η Επιτροπή διαβιβάζει όλες τις σχετικές πληροφορίες στα λοιπά κράτη μέλη.
ΤΙΤΛΟΣ IV
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 17
Γλώσσα
1. Το σχέδιο ανακύκλωσης πλοίου σύμφωνα με το άρθρο 7 εκπονείται σε γλώσσα αποδεκτή από το κράτος το οποίο χορηγεί άδεια στη μονάδα ανακύκλωσης πλοίων. Όταν η χρησιμοποιούμενη γλώσσα δεν είναι η αγγλική, η γαλλική ή η ισπανική, το σχέδιο ανακύκλωσης πλοίου μεταφράζεται σε μία από τις γλώσσες αυτές, εκτός εάν η αρχή δεν το θεωρεί απαραίτητο.
2. Το πιστοποιητικό καταλόγου και το πιστοποιητικό καταλληλότητας προς ανακύκλωση που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 9 καταρτίζονται σε επίσημη γλώσσα της εκδούσας υπηρεσίας. Εάν η χρησιμοποιούμενη γλώσσα δεν είναι η αγγλική, η γαλλική ή η ισπανική, το κείμενο περιλαμβάνει μετάφραση σε μία από τις γλώσσες αυτές.
Άρθρο 18
Ορισμός αρμόδιων αρχών και υπηρεσιών
1. Τα κράτη μέλη ορίζουν τις αρμόδιες αρχές και υπηρεσίες που είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και τις γνωστοποιούν στην Επιτροπή. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή τυχόν αλλαγές των πληροφοριών αυτών.
2. Η Επιτροπή δημοσιεύει στο δικτυακό της τόπο τους καταλόγους των αρμόδιων αρχών και υπηρεσιών που έχουν ορισθεί και ενημερώνει τους εν λόγω καταλόγους, κατά περίπτωση.
Άρθρο 19
Καθορισμός υπεύθυνων επικοινωνίας
1. Τόσο τα κράτη μέλη όσο και η Επιτροπή ορίζουν έναν ή περισσότερους υπεύθυνους επικοινωνίας, οι οποίοι επιφορτίζονται με την ενημέρωση ή την παροχή συμβουλών στα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που υποβάλλουν ερωτήματα. Ο υπεύθυνος επικοινωνίας της Επιτροπής διαβιβάζει στους υπεύθυνους επικοινωνίας των κρατών μελών τα ερωτήματα που του υποβάλλονται και τα οποία αφορούν τα κράτη μέλη αυτά, και αντιστρόφως.
2. Τα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τους ορισθέντες υπεύθυνους επικοινωνίας. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν αμέσως στην Επιτροπή τυχόν αλλαγές των πληροφοριών αυτών.
3. Η Επιτροπή δημοσιεύει στον δικτυακό της τόπο τους καταλόγους των υπεύθυνων επικοινωνίας που έχουν ορισθεί και ενημερώνει τους καταλόγους, κατά περίπτωση.
Άρθρο 20
Συνεδριάσεις των υπεύθυνων επικοινωνίας
Κατόπιν αιτήσεως των κρατών μελών, ή εάν κρίνεται σκόπιμο, η Επιτροπή συγκαλεί ανά τακτά χρονικά διαστήματα τους υπεύθυνους επικοινωνίας, προκειμένου να εξετάζει μαζί τους τα ζητήματα που τίθενται από την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Στις συνεδριάσεις αυτές ή σε τμήματα των συνεδριάσεων, προσκαλούνται οι ενδιαφερόμενοι φορείς, όταν όλα τα κράτη μέλη και η Επιτροπή συμφωνούν ότι τούτο είναι σκόπιμο.
ΤΙΤΛΟΣ V
ΥΠΟΒΟΛΗ ΕΚΘΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗ
Άρθρο 21
Υποβολή εκθέσεων από τα κράτη μέλη
1. Κάθε κράτος μέλος υποβάλλει στην Επιτροπή έκθεση που περιλαμβάνει τα εξής:
|
α) |
κατάλογο των πλοίων που φέρουν τη σημαία του για τα οποία έχει εκδοθεί πιστοποιητικό καταλληλότητας προς ανακύκλωση καθώς και την επωνυμία της εταιρείας ανακύκλωσης πλοίων και την τοποθεσία της μονάδας ανακύκλωσης πλοίων, όπως αναφέρονται στο πιστοποιητικό καταλληλότητας προς ανακύκλωση· |
|
β) |
κατάλογο των πλοίων που φέρουν τη σημαία του για τα οποία έχει ληφθεί δήλωση ολοκλήρωσης· |
|
γ) |
στοιχεία σχετικά με την παράνομη ανακύκλωση πλοίου, τις κυρώσεις και τις δράσεις παρακολούθησης που έχει αναλάβει. |
2. Κάθε κράτος μέλος, ανά τριετία, διαβιβάζει ηλεκτρονικά την έκθεση στην Επιτροπή, εντός εννέα μηνών από την εκπνοή της τριετούς περιόδου την οποία καλύπτει.
Η πρώτη ηλεκτρονική έκθεση καλύπτει την περίοδο από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού έως το τέλος της πρώτης τακτικής τριετούς περιόδου υποβολής εκθέσεων, που ορίζεται στο άρθρο 5 της οδηγίας 91/692/ΕΟΚ του Συμβουλίου (14), μετά την ημερομηνία έναρξης της πρώτης περιόδου υποβολής εκθέσεων.
Εντός εννέα μηνών από την παραλαβή των εκθέσεων των κρατών μελών, η Επιτροπή δημοσιεύει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού.
3. Η Επιτροπή καταχωρίζει τις πληροφορίες αυτές σε ηλεκτρονική βάση δεδομένων στην οποία το κοινό έχει μονίμως πρόσβαση.
Άρθρο 22
Επιβολή στα κράτη μέλη
1. Τα κράτη μέλη εισάγουν διατάξεις οι οποίες ορίζουν κυρώσεις σε περίπτωση παράβασης του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίζουν την επιβολή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις πρέπει να είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.
2. Τα κράτη μέλη συνεργάζονται μεταξύ τους σε διμερές ή πολυμερές επίπεδο για τη διευκόλυνση της πρόληψης και του εντοπισμού ενδεχόμενης καταστρατήγησης και παράβασης του παρόντος κανονισμού.
3. Τα κράτη μέλη ορίζουν τα μέλη του μόνιμου προσωπικού τους που είναι υπεύθυνα για την αναφερόμενη στην παράγραφο 2 συνεργασία. Οι πληροφορίες αποστέλλονται στην Επιτροπή η οποία διανέμει συγκεντρωτικό κατάλογο στα μέλη αυτά.
4. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή την εθνική τους νομοθεσία σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και την επιβολή κυρώσεων.
Άρθρο 23
Αίτημα για ανάληψη δράσης
1. Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία θίγονται ή ενδέχεται να θιγούν από την παράβαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 15 και το άρθρο 16 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού ή τα οποία έχουν επαρκές συμφέρον να λαμβάνονται περιβαλλοντικές αποφάσεις σχετικά με την παράβαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 15 και το άρθρο 16 παράγραφος 1 στοιχείο β) του παρόντος κανονισμού έχουν το δικαίωμα να ζητούν από την Επιτροπή να αναλαμβάνει δράση βάσει του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την εν λόγω παράβαση ή την άμεση απειλή τέτοιας παράβασης.
Το συμφέρον οιασδήποτε μη κυβερνητικής οργάνωσης, η οποία προάγει την προστασία του περιβάλλοντος και πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1367/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (15), θεωρείται επαρκές για τον σκοπό του πρώτου εδαφίου.
2. Το αίτημα για ανάληψη δράσης συνοδεύεται από τις σχετικές πληροφορίες και στοιχεία επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτό.
3. Εφόσον το αίτημα για ανάληψη δράσης και οι συνοδευτικές πληροφορίες και στοιχεία αποδεικνύουν αρκούντως ότι υφίσταται παράβαση του άρθρου 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 15 και το άρθρο 16 παράγραφος 1 στοιχείο β) ή άμεση απειλή τέτοιας παράβασης, η Επιτροπή εξετάζει το αίτημα, τις πληροφορίες και τα στοιχεία. Υπό τις συνθήκες αυτές, η αρμόδια αρχή δίνει την ευκαιρία στη σχετική εταιρεία ανακύκλωσης πλοίων να γνωστοποιήσει τις απόψεις της όσον αφορά το αίτημα και τις συνοδευτικές πληροφορίες και στοιχεία.
4. Η Επιτροπή, χωρίς καθυστέρηση και εν σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, ενημερώνει τα πρόσωπα τα οποία υπέβαλαν αίτημα σύμφωνα με την παράγραφο 1, σχετικά με την απόφασή της να δεχθεί ή να απορρίψει το αίτημα για ανάληψη δράσης, και αιτιολογεί την απόφασή της.
ΤΙΤΛΟΣ VI
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 24
Άσκηση της εξουσιοδότησης
1. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο.
2. Η εξουσία έκδοσης των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 8 ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από τις 30 Δεκεμβρίου 2013. Η Επιτροπή συντάσσει έκθεση σχετικά με την ανάθεση αρμοδιότητας το αργότερο εννέα μήνες πριν από την εκπνοή της πενταετούς περιόδου. Η ανάθεση αρμοδιότητας ανανεώνεται αυτομάτως για περιόδους ίσης διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από την εκπνοή κάθε περιόδου.
3. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 8 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την ανάθεση αρμοδιότητας που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Παράγει αποτελέσματα από την επόμενη ημέρα της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που έχουν ήδη τεθεί σε ισχύ.
4. Η Επιτροπή, μόλις εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, την κοινοποιεί συγχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.
5. Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 8 τίθεται σε ισχύ μόνο εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο δεν εκφράσει αντιρρήσεις εντός διμήνου από την κοινοποίηση της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εάν, πριν από τη λήξη της προθεσμίας αυτής, τόσο το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο όσο και το Συμβούλιο ενημερώσουν την Επιτροπή ότι δεν θα αντιταχθούν. Η περίοδος αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.
Άρθρο 25
Διαδικασία επιτροπής
1. Η Επιτροπή επικουρείται από επιτροπή. Η τελευταία είναι επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
2. Οσάκις γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
Εάν η επιτροπή δεν διατυπώσει γνώμη, η Επιτροπή δεν εκδίδει το σχέδιο εκτελεστικής πράξης και εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 4 τρίτο εδάφιο του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
Άρθρο 26
Μεταβατική διάταξη
Από την ημερομηνία δημοσίευσης του Ευρωπαϊκού καταλόγου, τα κράτη μέλη δύνανται, πριν από την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, να χορηγήσουν άδεια για την ανακύκλωση πλοίων σε μονάδες ανακύκλωσης πλοίων που περιλαμβάνονται στον ευρωπαϊκό κατάλογο. Στην περίπτωση αυτή, δεν εφαρμόζεται ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1013/2006.
Άρθρο 27
Τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006
Στο άρθρο 1 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 προστίθεται το ακόλουθο σημείο:
|
«θ) |
πλοία που φέρουν τη σημαία κράτους μέλους και εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1257/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1). |
(*1) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1257/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013, για την ανακύκλωση πλοίων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 και της οδηγίας 2009/16/ΕΚ (ΕΕ L 330 της 10.12.2013, σ. 1).»."
Άρθρο 28
Τροποποίηση της οδηγίας 2009/16/ΕΚ
Στο παράρτημα IV προστίθεται το ακόλουθο σημείο:
|
«49. |
Πιστοποιητικό του καταλόγου επικίνδυνων υλικών ή δήλωση συμμόρφωσης σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1257/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*2). |
(*2) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1257/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Νοεμβρίου 2013, για την ανακύκλωση πλοίων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 και της οδηγίας 2009/16/ΕΚ (ΕΕ L 330 της 10.12.2013, σ. 1).»."
Άρθρο 29
Οικονομικό κίνητρο
Μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2016, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο έκθεση για τη σκοπιμότητα θέσπισης χρηματοδοτικού μέσου το οποίο θα διευκολύνει την ασφαλή και ορθή ανακύκλωση πλοίων και τη συνοδεύει, εφόσον ενδείκνυται, από νομοθετική πρόταση.
Άρθρο 30
Επανεξέταση
1. Η Επιτροπή εκτιμά ποιες παραβάσεις του παρόντος κανονισμού θα πρέπει να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2008/99/ΕΚ ώστε να ευθυγραμμισθούν οι περί παραβάσεων διατάξεις του παρόντος κανονισμού με αυτές του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1013/2006. Η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση σχετικά με τα πορίσματά της έως τις 31 Δεκεμβρίου 2014 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο και τη συνοδεύει, εφόσον ενδείκνυται, από νομοθετική πρόταση.
2. Η Επιτροπή επανεξετάζει τον παρόντα κανονισμό το αργότερο 18 μήνες πριν από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της σύμβασης του Χονγκ Κονγκ και υποβάλλει, εφόσον ενδείκνυται, ταυτόχρονα, σχετικές νομοθετικές προτάσεις. Η επανεξέταση περιλαμβάνει τη συμπερίληψη στον ευρωπαϊκό κατάλογο μονάδων ανακύκλωσης πλοίων που έχουν λάβει άδεια από τη σύμβαση του Χονγκ Κονγκ, ώστε να αποφευχθούν οι αλληλεπικαλύψεις εργασιών και η διοικητική επιβάρυνση.
3. Η Επιτροπή επανεξετάζει τον παρόντα κανονισμό και, εφόσον ενδείκνυται, υποβάλλει εγκαίρως προτάσεις για την ανταπόκριση στις εξελίξεις σχετικά με διεθνείς συμβάσεις, συμπεριλαμβανομένης της σύμβασης της Βασιλείας, εφόσον απαιτείται.
4. Παρά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2, η Επιτροπή, το αργότερο πέντε έτη μετά την ημερομηνία εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, συνοδευόμενη, εφόσον ενδείκνυται, από νομοθετικές προτάσεις, ούτως ώστε να εγγυηθεί την επιδίωξη των στόχων του και τη διασφάλιση και τη δικαιολόγηση των συνεπειών του.
Άρθρο 31
Έναρξη ισχύος
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Άρθρο 32
Εφαρμογή
1. Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται από μία από τις κατωτέρω ημερομηνία, αναλόγως ποια θα προηγηθεί, πάντως όχι πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2015:
|
α) |
6 μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία το συνδυασμένο ετήσιο αποτέλεσμα ανακύκλωσης πλοίων των μονάδων ανακύκλωσης πλοίων που περιλαμβάνονται στον ευρωπαϊκό κατάλογο ανέρχεται σε τουλάχιστον 2,5 εκατ. τόνους εκτοπίσματος άφορτου πλοίου (LDT). Η ετήσια παραγωγή ανακύκλωσης πλοίων μονάδας ανακύκλωσης πλοίων υπολογίζεται ως το άθροισμα του βάρους των πλοίων εκπεφρασμένο σε LDT τα οποία ανακυκλώθηκαν κατά τη διάρκεια ενός συγκεκριμένου έτους στην εν λόγω μονάδα. Η μέγιστη ετήσια παραγωγή ανακύκλωσης πλοίων καθορίζεται με επιλογή της υψηλότερης τιμής που σημειώθηκε κατά την προηγούμενη δεκαετία για κάθε μονάδα ανακύκλωσης πλοίων ή σε περίπτωση μονάδας ανακύκλωσης πλοίων που έχει λάβει πρόσφατα άδεια, της υψηλότερης ετήσιας τιμής που σημειώθηκε στη συγκεκριμένη μονάδα, ή |
|
β) |
κατά την 31η Δεκεμβρίου 2018. |
2. Ωστόσο, για τις κατωτέρω διατάξεις ισχύουν οι εξής ημερομηνίες εφαρμογής:
|
α) |
το άρθρο 2, το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 5 παράγραφος 2, τα άρθρα 13, 14, 15, 16, 25 και 26 τίθενται σε εφαρμογή στις 31 Δεκεμβρίου 2014· |
|
β) |
το πρώτο και τρίτο εδάφιο του άρθρου 5 παράγραφος 2 και το άρθρο 12 παράγραφοι 1 και 8 τίθενται σε εφαρμογή στις 31 Δεκεμβρίου 2020. |
3. Η Επιτροπή δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανακοίνωση σχετικά με την ημερομηνία θέσης σε εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 στοιχείο α).
4. Ένα κράτος μέλος το οποίο έχει κλείσει το εθνικό του νηολόγιο ή, κατά τη διάρκεια τριών ετών, δεν ενέγραψε πλοία υπό τη σημαία του και ενόσω κανένα πλοία δεν είναι εγγεγραμμένο υπό τη σημαία του, δύναται να παρεκκλίνει από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, εξαιρουμένων των άρθρων 4, 5, 11, 12, 13, 14, του άρθρου 16 παράγραφος 6, των άρθρων 18, 19, 20, 21 και 22. Όταν ένα κράτος μέλος προτίθεται να κάνει χρήση της παρέκκλισης, το κοινοποιεί στην Επιτροπή το αργότερο κατά την ημερομηνία θέσης σε εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Όλες οι επακόλουθες αλλαγές κοινοποιούνται επίσης στην Επιτροπή.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Στρασβούργο, 20 Νοεμβρίου 2013.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
M. SCHULZ
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
V. LEŠKEVIČIUS
(1) ΕΕ C 299 της 4.10.2012, σ. 158.
(2) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2013 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 15ης Νοεμβρίου 2013.
(3) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1013/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 2006, για τις μεταφορές αποβλήτων (ΕΕ L 190 της 12.7.2006, σ. 1).
(4) Τροποποίηση της Σύμβασης της Βασιλείας («τροποποίηση απαγόρευσης») που εγκρίθηκε με την απόφαση ΙΙΙ/1 των μερών της Σύμβασης της Βασιλείας.
(5) Οδηγία 2009/16/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με τον έλεγχο των πλοίων από το κράτος λιμένα (ΕΕ L 131 της 28.5.2009, σ. 57).
(6) Οδηγία 2008/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, για τα αποβλήτα και την κατάργηση ορισμένων οδηγιών (ΕΕ L 312 της 22.11.2008, σ. 3).
(7) Οδηγία 2008/99/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Νοεμβρίου 2008, σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος μέσω του ποινικού δικαίου (ΕΕ L 328 της 6.12.2008, σ. 28).
(8) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1272/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, για την ταξινόμηση, την επισήμανση και τη συσκευασία των ουσιών και των μειγμάτων, την τροποποίηση και την κατάργηση των οδηγιών 67/548/ΕΟΚ και 1999/45/ΕΚ και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1907/2006 (ΕΕ L 353 της 31.12.2008, σ. 1).
(9) Οδηγία 67/548/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1967, περί προσεγγίσεως των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν στην ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικινδύνων ουσιών (ΕΕ 196 της 16.8.1967, σ. 1).
(10) Οδηγία 1999/45/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 31ης Μαΐου 1999, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που αφορούν την ταξινόμηση, συσκευασία και επισήμανση των επικίνδυνων παρασκευασμάτων (ΕΕ L 200 της 30.7.1999, σ. 1).
(11) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
(12) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 391/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Απριλίου 2009, σχετικά με κοινούς κανόνες και πρότυπα για τους οργανισμούς επιθεώρησης και ελέγχου πλοίων (ΕΕ L 131 της 28.5.2009, σ. 11).
(13) Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (ΕΕ L 255 της 30.9.2005, σ. 22).
(14) Οδηγία 91/692/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1991, για την τυποποίηση και τον εξορθολογισμό των εκθέσεων που αφορούν την εφαρμογή ορισμένων οδηγιών για το περιβάλλον (ΕΕ L 377 της 31.12.1991, σ. 48).
(15) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1367/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, για την εφαρμογή στα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας των διατάξεων της σύμβασης του Århus σχετικά με την πρόσβαση στις πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα (ΕΕ L 264 της 25.9.2006, σ. 13).
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I
ΕΛΕΓΧΟΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΝ ΥΛΙΚΩΝ
|
Επικίνδυνο υλικό |
Ορισμοί |
Μέτρα ελέγχου |
||||||||||||||||||||
|
Αμίαντος |
Υλικά που περιέχουν αμίαντο |
Για όλα τα πλοία, απαγορεύεται η νέα εγκατάσταση υλικών που περιέχουν αμίαντο. |
||||||||||||||||||||
|
Ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος |
Ελεγχόμενες ουσίες που ορίζονται στο άρθρο 1 παράγραφος 4 του πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ, του 1987, για τις ουσίες που καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος και παρατίθενται στα παραρτήματα Α, Β, Γ ή Ε του εν λόγω πρωτοκόλλου εν ισχύι κατά την εφαρμογή ή ερμηνεία του παρόντοςπΠαραρτήματος. Στις ουσίες που καταστρέφουν τη στοιβάδα του όζοντος που μπορούν να εντοπισθούν σε ένα πλοίο περιλαμβάνονται ενδεικτικά οι εξής:
|
Σε όλα τα πλοία απαγορεύονται νέες εγκαταστάσεις που περιέχουν ουσίες οι οποίες καταστρέφουν τη στιβάδα του όζοντος. |
||||||||||||||||||||
|
Πολυχλωριωμένα διφαινύλια (PCB) |
Ως «πολυχλωριωμένα διφαινύλια» νοούνται αρωματικές ενώσεις που σχηματίζονται κατά τρόπον που τα άτομα υδρογόνου στο μόριο διφαινυλίου (δύο δακτύλιοι βενζολίου που συνδέονται μεταξύ τους με απλό δεσμό άνθρακα-άνθρακα) μπορούν να αντικατασταθούν από δέκα άτομα χλωρίου το πολύ |
Για όλα τα πλοία, απαγορεύεται η νέα εγκατάσταση υλικών που περιέχουν πολυχλωριωμένα διφαινύλια. |
||||||||||||||||||||
|
Σουλφονικό υπερφθοροκτάνιο οξύ (PFOS) (1) |
Ως «σουλφονικό υπερφθοροκτάνιο οξύ» (PFOS) νοούνται το σουλφονικό υπερφθοροκτάνιο οξύ και τα παράγωγά του |
Απαγορεύονται νέες εγκαταστάσεις που περιέχουν σουλφονικό υπερφθοροκτάνιο οξύ (PFOS) και τα παράγωγά του, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 850/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2). |
||||||||||||||||||||
|
Ενώσεις και συστήματα υφαλοχρωματισμού |
Οι ενώσεις και τα συστήματα υφαλοχρωματισμού που ρυθμίζονται από το παράρτημα I της Διεθνούς σύμβασης του 2001 για τον έλεγχο επιβλαβών συστημάτων υφαλοχρωματισμού των πλοίων (σύμβαση AFS) εν ισχύι κατά τον χρόνο εφαρμογής ή ερμηνείας του παρόντος παραρτήματος. |
|
(1) Δεν ισχύει για τα πλοία που φέρουν τη σημαία τρίτης χώρας.
(2) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 850/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, για τους έμμονους οργανικούς ρύπους και για την τροποποίηση της οδηγίας 79/117/ΕΟΚ (ΕΕ L 158 της 30.4.2004, σ. 7).
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II
ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΤΑΛΟΓΟ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΩΝ ΥΛΙΚΩΝ
|
1. |
Όλα τα επικίνδυνα υλικά του παραρτήματος I |
|
2. |
Κάδμιο και ενώσεις του |
|
3. |
Εξασθενές χρώμιο και ενώσεις του |
|
4. |
Μόλυβδος και ενώσεις του |
|
5. |
Υδράργυρος και ενώσεις του |
|
6. |
Πολυβρωμιούχο διφαινύλιο (PBBs) |
|
7. |
Πολυβρωμιούχοι διφαινυλαιθέρες (PBDEs) |
|
8. |
Πολυχλωριούχα ναφθαλίνια (πάνω από 3 άτομα χλωρίου) |
|
9. |
Ραδιενεργές ουσίες |
|
10. |
Ορισμένες χλωριούχες παραφίνες μικρής αλυσίδας (αλκάνια, C10-C13, χλωρο) |
|
11. |
Βρωμιούχο επιβραδυντικό φλόγας (HBCDD) |
|
10.12.2013 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 330/21 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 1258/2013 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 20ής Νοεμβρίου 2013
για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 273/2004 περί των προδρόμων ουσιών των ναρκωτικών
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 114 παράγραφος 1,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Στις 7 Ιανουαρίου 2010 η Επιτροπή εξέδωσε έκθεση σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 273/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) όσον αφορά την εφαρμογή και τη λειτουργία της κοινοτικής νομοθεσίας για την παρακολούθηση και τον έλεγχο του εμπορίου πρόδρομων ουσιών των ναρκωτικών. |
|
(2) |
Στην εν λόγω έκθεση, η Επιτροπή συνέστησε περαιτέρω τρόπους ανάλυσης ώστε να ενισχυθεί ο έλεγχος της εμπορίας του οξικού ανυδρίτη, διαβαθμισμένης ουσίας της κατηγορίας 2 του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 273/2004, σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο α) του εν λόγω κανονισμού, με σκοπό την καλύτερη πρόληψη της εκτροπής του οξικού ανυδρίτη για την παράνομη παρασκευή ηρωίνης. |
|
(3) |
Στα συμπεράσματά του της 25ης Μαΐου 2010 σχετικά με τη λειτουργία και την εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης για τις πρόδρομες ουσίες των ναρκωτικών, το Συμβούλιο κάλεσε την Επιτροπή να προτείνει νομοθετικές τροποποιήσεις μετά την προσεκτική εκτίμηση των δυνητικών επιπτώσεών τους στις αρχές και τους οικονομικούς φορείς των κρατών μελών. |
|
(4) |
Ο παρών κανονισμός διευκρινίζει τον ορισμό της διαβαθμισμένης ουσίας: προς τον σκοπό αυτό, ο όρος «φαρμακευτικό παρασκεύασμα», που προέρχεται από τη σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών, η οποία εκδόθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1988 στη Βιέννη («σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών»), διαγράφεται, δεδομένου ότι καλύπτεται ήδη από τον σχετικό όρο νομικών πράξεων της Ένωσης, δηλαδή «φάρμακο». Επιπλέον, ο όρος «άλλα παρασκευάσματα» διαγράφεται, δεδομένου ότι αλληλεπικαλύπτεται με τον όρο «μείγματα», που χρησιμοποιήθηκε ήδη στον εν λόγω ορισμό. |
|
(5) |
Ο ορισμός του όρου «χρήστης» θα πρέπει να εισαχθεί για τα πρόσωπα που κατέχουν ουσίες για σκοπούς διαφορετικούς από τη διάθεσή τους στην αγορά και θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα πρόσωπα που χρησιμοποιούν διαβαθμισμένες ουσίες της κατηγορίας 1 του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 273/2004 για σκοπούς διαφορετικούς από τη διάθεσή τους στην αγορά υποχρεούνται να διαθέτουν άδεια. |
|
(6) |
Θα πρέπει να θεσπιστούν περισσότερο λεπτομερείς κανόνες σχετικά με την καταχώριση προκειμένου να διασφαλιστούν ομοιόμορφοι όροι καταχώρισης σε όλα τα κράτη μέλη για τις διαβαθμισμένες ουσίες της κατηγορίας 2 του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 273/2004. Για τις ουσίες που έχουν διαβαθμιστεί σε μια νέα υποκατηγορία 2α του παραρτήματος I του εν λόγω κανονισμού, οι χρήστες θα πρέπει να υπόκεινται επίσης και σε υποχρέωση καταχώρισης. |
|
(7) |
Όταν προβλέπεται η καταβολή τέλους για την απόκτηση άδειας ή την καταχώριση, τα κράτη μέλη θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη κατά την προσαρμογή του εν λόγω τέλους τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας των μικροεπιχειρήσεων. |
|
(8) |
Θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να ενεργούν σε περιπτώσεις ύποπτων συναλλαγών που αφορούν μη διαβαθμισμένες ουσίες, ώστε να μπορούν να αντιδρούν ταχύτερα στις νέες τάσεις της παράνομης παρασκευής ναρκωτικών. |
|
(9) |
Θα πρέπει να δημιουργηθεί μια ευρωπαϊκή βάση δεδομένων σχετικά με τις πρόδρομες ουσίες των ναρκωτικών («ευρωπαϊκή βάση δεδομένων») για να απλουστευθεί η υποβολή εκθέσεων από τα κράτη μέλη όσον αφορά τις κατασχέσεις και ανασχέσεις αποστολών, ει δυνατόν με συγκεντρωτικό και ανώνυμο τρόπο και με τον λιγότερο παρεμβατικό τρόπο όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, λαμβάνοντας υπόψη την πρόοδο της τεχνολογίας για καλύτερη προστασία της ιδιωτικής ζωής και την αρχή περιορισμού των δεδομένων. Η ευρωπαϊκή βάση δεδομένων θα πρέπει επίσης να χρησιμεύσει ως ένα ευρωπαϊκό μητρώο επιχειρήσεων και χρηστών που κατέχουν άδεια ή έχουν καταχωριστεί, που θα διευκολύνει την επαλήθευση της νομιμότητας των εμπορικών συναλλαγών που αφορούν διαβαθμισμένες ουσίες, και θα πρέπει να δίνει τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές πληροφορίες σχετικά με τις συναλλαγές τους που αφορούν διαβαθμισμένες ουσίες. |
|
(10) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 273/2004, όπως τροποποιείται από τον παρόντα κανονισμό, προβλέπει την επεξεργασία πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, με στόχο να μπορούν οι αρμόδιες αρχές να παρακολουθούν τη διάθεση πρόδρομων ουσιών των ναρκωτικών στην αγορά και να προλαμβάνουν την εκτροπή των διαβαθμισμένων ουσιών. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να διενεργείται με τρόπο συμβατό προς τον σκοπό του εν λόγω κανονισμού και σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5) και, πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Ένωσης σχετικά με την ποιότητα των δεδομένων, την αναλογικότητα, τον περιορισμό του σκοπού και τα δικαιώματα στην πληροφόρηση, την πρόσβαση, τη διόρθωση δεδομένων, τη διαγραφή και τον αποκλεισμό, οργανωτικά και τεχνικά μέτρα και διεθνείς διαβιβάσεις δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. |
|
(11) |
Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 273/2004, όπως τροποποιείται από τον παρόντα κανονισμό, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση και των εκτελεστικών πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με αυτόν, θα πρέπει να σέβεται το θεμελιώδες δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής που προβλέπεται από το άρθρο 8 της σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, καθώς και τα δικαιώματα του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, και το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπονται, αντίστοιχα, από τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα διεξάγεται σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001. |
|
(12) |
Ο οξικός ανυδρίτης, που είναι σήμερα διαβαθμισμένος στην κατηγορία 2 του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 273/2004, θα πρέπει να συμπεριληφθεί στη νέα υποκατηγορία 2Α του παραρτήματος I αυτού ώστε να επιτραπεί αυξημένος έλεγχος της εμπορίας του. Οι υπόλοιπες ουσίες της κατηγορίας 2 του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 273/2004 θα πρέπει να κατατάσσονται στην υποκατηγορία 2Β του παραρτήματος I αυτού. |
|
(13) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 273/2004 παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να εφαρμόζει ορισμένες από τις διατάξεις του, η οποία πρέπει να ασκείται σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στην απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου (6). |
|
(14) |
Συνεπεία της έναρξης ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, οι εν λόγω εξουσίες θα πρέπει να εναρμονιστούν με τα άρθρα 290 και 291 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). |
|
(15) |
Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 273/2004, όπως τροποποιείται από τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τη διευκρίνιση των απαιτήσεων και των προϋποθέσεων για τη χορήγηση της άδειας και την καταχώριση, για την κατάρτιση καταλόγου των επιχειρήσεων και των χρηστών που έχουν αποκτήσει άδεια ή έχουν καταχωριστεί στην ευρωπαϊκή βάση δεδομένων, για την απόκτηση και τη χρήση δηλώσεων πελάτη, για την τεκμηρίωση και την επισήμανση των μειγμάτων που περιλαμβάνουν διαβαθμισμένες ουσίες, για την παροχή πληροφοριών από τις επιχειρήσεις σχετικά με τις συναλλαγές διαβαθμισμένων ουσιών, για τις πληροφορίες που παρέχονται από τα κράτη μέλη σχετικά με την εφαρμογή των μέτρων παρακολούθησης που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 273/2004 και για την τροποποίηση των παραρτημάτων. Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις θα πρέπει επίσης να προσδιορίζουν τις κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που μπορούν να υποβληθούν σε επεξεργασία από τα κράτη μέλη και τις επιχειρήσεις δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 273/2004, τις κατηγορίες δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που μπορούν να αποθηκευτούν στην ευρωπαϊκή βάση δεδομένων και τις διασφαλίσεις όσον αφορά την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διεξάγει η Επιτροπή τις κατάλληλες διαβουλεύσεις κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες, ακόμα και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή, όταν ετοιμάζει και συντάσσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, θα πρέπει να εξασφαλίζει την ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο. |
|
(16) |
Επίσης σημαντικό είναι η Επιτροπή να ζητεί τη γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων κατά την κατάρτιση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων σχετικά με την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. |
|
(17) |
Προκειμένου να εξασφαλιστούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 273/2004, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7). Θα πρέπει να ακολουθείται η διαδικασία εξέτασης για την έκδοση των εκτελεστικών πράξεων προκειμένου να καθορίζονται οι λεπτομέρειες του τρόπου με τον οποίο πρέπει να παρέχονται οι δηλώσεις πελάτη σε ηλεκτρονική μορφή και του τρόπου με τον οποίο πρέπει να παρέχονται πληροφορίες σχετικά με τις συναλλαγές των επιχειρήσεων που αφορούν διαβαθμισμένες ουσίες για τη συμπερίληψή τους σε μια ευρωπαϊκή βάση δεδομένων. |
|
(18) |
Ο παρών κανονισμός αποβλέπει στην ενίσχυση των κανόνων για την καταχώριση των επιχειρήσεων που διαθέτουν στην αγορά ή κατέχουν διαβαθμισμένες ουσίες της κατηγορίας 2 του παραρτήματος I του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 273/2004, ιδίως οξικό ανυδρίτη, προκειμένου να αποτραπεί η εκτροπή των εν λόγω ουσιών στην παράνομη παρασκευή ναρκωτικών, και δεδομένου ότι οι στόχοι αυτοί δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη, επειδή οι λαθρέμποροι επωφελούνται από τις διαφορές στην καταχώριση από τη μια χώρα στην άλλη και μεταφέρουν τις παράνομες δραστηριότητές τους εκεί όπου είναι ευκολότερο να εκτραπούν οι πρόδρομες ουσίες των ναρκωτικών, αλλά μπορεί, λόγω της κλίμακας ή των επιπτώσεων της προτεινόμενης δράσης, να επιτευχθούν καλύτερα σε επίπεδο Ένωσης, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα απαιτούμενα όρια για την επίτευξη του στόχου. |
|
(19) |
Ζητήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001, η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος γνωμοδότησε στις 18 Ιανουαρίου 2013 (8). |
|
(20) |
Συνεπώς, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 273/2004 θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως, |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 273/2004 τροποποιείται ως εξής:
|
1) |
Το άρθρο 1 αντικαθίσταται ως εξής: «Άρθρο 1 Πεδίο εφαρμογής και στόχοι O παρών κανονισμός θεσπίζει εναρμονισμένα μέτρα για τον ενδοκοινοτικό έλεγχο και την παρακολούθηση εντός της Ένωσης ορισμένων ουσιών που χρησιμοποιούνται συχνά για την παράνομη παρασκευή ναρκωτικών ή ψυχοτρόπων ουσιών με σκοπό την πρόληψη της διοχέτευσης των εν λόγω ουσιών.». |
|
2) |
Στο άρθρο 2:
|
|
3) |
Στο άρθρο 3:
|
|
4) |
Στο άρθρο 4:
|
|
5) |
Στο άρθρο 5, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος: «7. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 15α σχετικά με τις απαιτήσεις και τους όρους για την τεκμηρίωση των μειγμάτων που περιέχουν τις διαβαθμισμένες ουσίες.». |
|
6) |
Στο άρθρο 7, προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: «Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 15α σχετικά με τις απαιτήσεις και τους όρους για την επισήμανση των μειγμάτων που περιέχουν τις διαβαθμισμένες ουσίες.». |
|
7) |
Το άρθρο 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 8 Γνωστοποίηση στις αρμόδιες αρχές 1. Οι επιχειρήσεις γνωστοποιούν αμέσως στις αρμόδιες αρχές κάθε περιστατικό, όπως ασυνήθεις παραγγελίες ή συναλλαγές διαβαθμισμένων ουσιών που πρόκειται να διατεθούν στην αγορά, οι οποίες δείχνουν ότι οι ουσίες αυτές μπορεί να εκτραπούν για την παράνομη παρασκευή ναρκωτικών ή ψυχοτρόπων ουσιών. Για τον σκοπό αυτό, οι επιχειρήσεις παρέχουν κάθε διαθέσιμη πληροφορία που επιτρέπει στις αρμόδιες αρχές να ελέγχουν τη νομιμότητα της σχετικής παραγγελίας ή συναλλαγής. 2. Οι επιχειρήσεις παρέχουν στις αρμόδιες αρχές σε συνοπτική μορφή σχετικές πληροφορίες σε περιληπτική μορφή όσον αφορά τις συναλλαγές τους με αντικείμενο διαβαθμισμένες ουσίες. 3. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 15α σχετικά με τις απαιτήσεις και τις προϋποθέσεις παροχής πληροφοριών εκ μέρους των επιχειρήσεων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων, όπου κρίνεται απαραίτητο, των κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που υποβάλλονται σε επεξεργασία για τον σκοπό αυτό και των διασφαλίσεων όσον αφορά την επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. 4. Οι επιχειρήσεις δεν γνωστοποιούν κανένα δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγεται δυνάμει του παρόντος κανονισμού σε άλλους εκτός από τις αρμόδιες αρχές.». |
|
8) |
Στο άρθρο 9, η παράγραφος 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «1. Η Επιτροπή καταρτίζει και επικαιροποιεί κατευθυντήριες γραμμές, προκειμένου να διευκολύνεται η συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών, των επιχειρήσεων και της χημικής βιομηχανίας, ιδίως για τις μη διαβαθμισμένες ουσίες.». |
|
9) |
Στο άρθρο 10:
|
|
10) |
Τα άρθρα 13 έως 16 αντικαθίστανται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 13 Ανακοινώσεις των κρατών μελών 1. Προκειμένου να καταστεί δυνατή οιαδήποτε αναγκαία αναπροσαρμογή των διατάξεων για την παρακολούθηση του εμπορίου διαβαθμισμένων ουσιών και μη διαβαθμισμένων ουσιών, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ανακοινώνουν, εγκαίρως, κάθε χρόνο στην Επιτροπή, σε ηλεκτρονική μορφή και μέσω της ευρωπαϊκής βάσης δεδομένων που αναφέρεται στο άρθρο 13/13α, κάθε πληροφορία σχετική με την εφαρμογή των μέτρων παρακολούθησης που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, ιδίως όσον αφορά τις ουσίες που χρησιμοποιούνται συχνά για την παράνομη παρασκευή ναρκωτικών ή ψυχοτρόπων ουσιών, καθώς και τις μεθόδους εκτροπής και παράνομης παρασκευής και του νόμιμου εμπορίου τους. 2. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 15α για τον προσδιορισμό των απαιτήσεων και προϋποθέσεων παροχής εκ μέρους των επιχειρήσεων των κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου πληροφοριών. 3. Η Επιτροπή υποβάλλει στη Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου Ναρκωτικών περίληψη των ανακοινώσεων που διενεργούνται δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 12 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών και μετά από διαβούλευση με τα κράτη μέλη. Άρθρο 13α Ευρωπαϊκή βάση δεδομένων σχετικά με τις πρόδρομες ουσίες των ναρκωτικών 1. Η Επιτροπή καταρτίζει ευρωπαϊκή βάση δεδομένων σχετικά με τις πρόδρομες ουσίες των ναρκωτικών που επιτελεί τις εξής λειτουργίες:
Δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα εισάγονται στην ευρωπαϊκή βάση δεδομένων μόνον μετά την έκδοση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 8 και το άρθρο 8 παράγραφος 3. 2. Η Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα για την προστασία της ασφάλειας, της εμπιστευτικότητας και της ακρίβειας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στην ευρωπαϊκή βάση δεδομένων και για τη διασφάλιση της προστασίας των δικαιωμάτων των προσώπων στα οποία αναφέρονται τα δεδομένα σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*5). 3. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος κανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, χρησιμοποιούνται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και δεν διατηρούνται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από αυτό που απαιτείται για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού. Απαγορεύεται η επεξεργασία των ειδικών κατηγοριών δεδομένων που αναφέρονται στο άρθρο 8 παράγραφος 1 της οδηγίας 95/46/ΕΚ και στο άρθρο 10 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001. 4. Η Επιτροπή παρέχει στο κοινό διεξοδική δήλωση απορρήτου σχετικά με την ευρωπαϊκή βάση δεδομένων σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001, που δημοσιοποιείται με σαφή και κατανοητό τρόπο. Άρθρο 13β Προστασία δεδομένων 1. Η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών διενεργείται σύμφωνα με τις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για την εφαρμογή της οδηγίας 95/46/ΕΚ και υπό την εποπτεία της αρχής ελέγχου του κράτους μέλους η οποία αναφέρεται στο άρθρο 28 της εν λόγω οδηγίας. 2. Με την επιφύλαξη του άρθρου 13 της οδηγίας 95/46/ΕΚ, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που λαμβάνονται ή υποβάλλονται σε επεξεργασία δυνάμει του παρόντος κανονισμού χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την πρόληψη της εκτροπής διαβαθμισμένων ουσιών. 3. Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από την Επιτροπή, μεταξύ άλλων και για τους σκοπούς της ευρωπαϊκής βάσης δεδομένων, διενεργείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και υπό την εποπτεία του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. 4. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αποκλειστικά με τρόπο συμβατό προς τους σκοπούς που ορίζονται στο άρθρο 13α. Άρθρο 14 Εκτελεστικές πράξεις 1. Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει τις ακόλουθες εκτελεστικές πράξεις:
2. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο14α παράγραφος 2. Άρθρο 14α Διαδικασία επιτροπής 1. Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή πρόδρομων ουσιών ναρκωτικών, η οποία συστάθηκε με το άρθρο 30 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 111/2005 του Συμβουλίου (*6). Η εν λόγω επιτροπή είναι επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*7). 2. Οσάκις γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011. Άρθρο 15 Προσαρμογή των παραρτημάτων Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 15α, ώστε να προσαρμόζει τα παραρτήματα I, ΙΙ και ΙΙΙ στις νέες τάσεις στον τομέα της εκτροπής πρόδρομων ουσιών των ναρκωτικών και να ακολουθεί τυχόν τροποποιήσεις των πινάκων του παραρτήματος της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών. Άρθρο 15α Άσκηση της εξουσιοδότησης 1. Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου. 2. Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 8, στο άρθρο 4 παράγραφος 4, στο άρθρο 5 παράγραφος 7, στο άρθρο 7 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 8 παράγραφος 3, στο άρθρο 13 παράγραφος 2 και στο άρθρο 15 ισχύει για περίοδο πέντε ετών από τις 30 Δεκεμβρίου 2013. Η Επιτροπή καταρτίζει έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται αυτομάτως για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου. 3. Η εξουσιοδότηση που αναφέρεται στο άρθρο 3 παράγραφος 8, στο άρθρο 4 παράγραφος 4, στο άρθρο 5 παράγραφος 7, στο άρθρο 7 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 8 παράγραφος 3, στο άρθρο 13 παράγραφος 2 και στο άρθρο 15 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Τίθεται σε ισχύ την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται στις διατάξεις της. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ήδη ισχύουν. 4. Μόλις η Επιτροπή εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. 5. Μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη η οποία εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 3 παράγραφος 8, του άρθρου 4 παράγραφος 4, του άρθρου 5 παράγραφος 7, του άρθρου 7 δεύτερο εδάφιο, του άρθρου 8 παράγραφος 3, του άρθρου 13 παράγραφος 2 ή του άρθρου 15 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον δεν έχουν αντιταχθεί σε αυτήν ούτε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ούτε το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή εφόσον, πριν από την παρέλευση της εν λόγω χρονικής περιόδου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν αμφότερα ενημερώσει την Επιτροπή για το ότι δεν σκοπεύουν να προβάλουν αντίρρηση. Η ανωτέρω προθεσμία παρατείνεται κατά δύο μήνες με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου. Άρθρο 16 Πληροφορίες σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη 1. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τα μέτρα που λαμβάνουν κατ’ εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και ιδίως τα μέτρα που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή των άρθρων 10 και 12. Κοινοποιεί επίσης κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους. 2. Η Επιτροπή γνωστοποιεί τις πληροφορίες αυτές στα υπόλοιπα κράτη μέλη. 3. Η Επιτροπή, έως τις 31 Δεκεμβρίου 2019, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή και τη λειτουργία του παρόντος κανονισμού και, ειδικότερα, σχετικά με την πιθανή ανάγκη ανάληψης συμπληρωματικής δράσης για την παρακολούθηση και τον έλεγχο ύποπτων συναλλαγών που αφορούν μη διαβαθμισμένες ουσίες. (*5) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1)." (*6) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 111/2005 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση κανόνων για την παρακολούθηση του εμπορίου πρόδρομων ουσιών ναρκωτικών μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων χωρών (ΕΕ L 22 της 26.1.2005, σ. 1)." (*7) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους μηχανισμούς ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).»." |
|
11) |
Στο παράρτημα I:
|
|
12) |
Στο παράρτημα III, το κείμενο «έγκρισης/» διαγράφεται. |
Άρθρο 2
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Στρασβούργο, 20 Νοεμβρίου 2013.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
M. SCHULZ
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
V. LEŠKEVIČIUS
(1) ΕΕ C 76 της 14.3.2013, σ. 54.
(2) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2013 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 15ης Νοεμβρίου 2013.
(3) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 273/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, περί των προδρόμων ουσιών των ναρκωτικών (ΕΕ L 47 της 18.2.2004, σ. 1).
(4) Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31).
(5) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).
(6) Απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23).
(7) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους μηχανισμούς ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
(8) Δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 2
ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 2Α
|
Ουσία |
Χαρακτηρισμός ΣΟ (εφόσον διαφέρει) |
Κωδικός ΣΟ (1) |
Αριθ. CAS (2) |
|
Οξικός ανυδρίτης |
|
2915 24 00 |
108-24-7 |
|
Τα άλατα των ουσιών που απαριθμούνται στην κατηγορία αυτή, όταν η ύπαρξή τους είναι δυνατή. |
|||
ΥΠΟΚΑΤΗΓΟΡΙΑ 2Β
|
Ουσία |
Χαρακτηρισμός ΣΟ (εφόσον διαφέρει) |
Κωδικός ΣΟ (1) |
Αριθ. CAS (2) |
|
Φαινυλοξικό οξύ |
|
2916 34 00 |
103-82-2 |
|
Ανθρανιλικό οξύ |
|
2922 43 00 |
118-92-3 |
|
Πιπεριδίνη |
|
2933 32 00 |
110-89-4 |
|
Υπερμαγγανικά άλατα του καλίου |
|
2841 61 00 |
7722-64-7 |
|
Τα άλατα των ουσιών που απαριθμούνται στην κατηγορία αυτή, όταν η ύπαρξή τους είναι δυνατή. |
|||
(1) ΕΕ L 290 της 28.10.2002, σ. 1.
(2) Ο αριθμός CAS είναι ο αριθμός μητρώου της «Chemical Abstracts Service», ο οποίος είναι ένας μοναδικός αριθμός αναγνώρισης που χαρακτηρίζει κάθε ουσία και τη δομή της. Ο αριθμός CAS χαρακτηρίζει κάθε ισομερές και κάθε άλας κάθε ισομερούς. Διευκρινίζεται ότι οι αριθμοί CAS για τα άλατα των προαναφερόμενων ουσιών είναι διαφορετικοί από τους αναγραφόμενους.
|
10.12.2013 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 330/30 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 1259/2013 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 20ής Νοεμβρίου 2013
για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 111/2005 του Συμβουλίου σχετικά με τη θέσπιση κανόνων για την παρακολούθηση του εμπορίου πρόδρομων ουσιών ναρκωτικών μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων χωρών
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 207 παράγραφος 2,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (1),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Στις 7 Ιανουαρίου 2010, η Επιτροπή εξέδωσε έκθεση σύμφωνα με το άρθρο 32 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 111/2005 του Συμβουλίου (2) όσον αφορά την εφαρμογή και τη λειτουργία της κοινοτικής νομοθεσίας για την παρακολούθηση και τον έλεγχο του εμπορίου πρόδρομων ουσιών των ναρκωτικών. |
|
(2) |
Το εμπόριο φαρμάκων δεν ελέγχεται στο πλαίσιο του υφιστάμενου συστήματος ελέγχου της Ένωσης για τις πρόδρομες ουσίες ναρκωτικών, εφόσον επί του παρόντος εξαιρούνται από τον ορισμό των διαβαθμισμένων ουσιών. |
|
(3) |
Στην έκθεση της Επιτροπής επισημαίνεται ότι φάρμακα που περιέχουν εφεδρίνη και ψευδοεφεδρίνη εκτράπηκαν για την παράνομη παρασκευή φαρμάκων εκτός της Ένωσης, ως υποκατάστατα της εφεδρίνης και της ψευδοεφεδρίνης που ελέγχονται σε διεθνές επίπεδο. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή συνέστησε την ενίσχυση του ελέγχου του διεθνούς εμπορίου φαρμάκων που περιέχουν εφεδρίνη ή ψευδοεφεδρίνη τα οποία εξάγονται από την Ένωση ή διέρχονται από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης προκειμένου να αποτραπεί η εκτροπή τους για την παράνομη παρασκευή ναρκωτικών ή ψυχοτρόπων ουσιών. |
|
(4) |
Το Συμβούλιο, στα συμπεράσματά του της 25ης Μαΐου 2010 σχετικά με τη λειτουργία και την εφαρμογή της νομοθεσίας της Ένωσης για τις πρόδρομες ουσίες ναρκωτικών, κάλεσε την Επιτροπή να προτείνει νομοθετικές τροποποιήσεις μετά την προσεκτική εκτίμηση των δυνητικών επιπτώσεών τους στις αρχές και τους οικονομικούς φορείς των κρατών μελών. |
|
(5) |
Ο παρών κανονισμός διευκρινίζει τον ορισμός της διαβαθμισμένης ουσίας: προς τον σκοπό αυτό ο όρος «φαρμακευτικό παρασκεύασμα», που προέρχεται από τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά της παράνομης διακίνησης ναρκωτικών φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών, που συνομολογήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 1988 στη Βιέννη («σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών»), διαγράφεται δεδομένου ότι καλύπτεται ήδη από τον σχετικό όρο νομοθετικών πράξεων της Ένωσης, δηλαδή «φάρμακο». Επιπλέον, ο όρος «άλλα παρασκευάσματα» διαγράφεται, δεδομένου ότι αλληλεπικαλύπτεται με τον όρο «μείγματα» που χρησιμοποιείται ήδη στον εν λόγω ορισμό. |
|
(6) |
Είναι σκόπιμο να θεσπιστούν κανόνες για την αναστολή ή την ανάκληση καταχώρισης ενός φορέα ανάλογοι με τους ισχύοντες κανόνες για την αναστολή ή την ανάκληση έγκρισης. |
|
(7) |
Τα φάρμακα και τα κτηνιατρικά φάρμακα («φάρμακα») που περιέχουν εφεδρίνη ή ψευδοεφεδρίνη θα πρέπει συνεπώς να ελέγχονται χωρίς να παρεμποδίζεται το νόμιμο εμπόριό τους. Προς τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να προστεθεί νέα κατηγορία (κατηγορία 4) στο παράρτημα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 111/2005 με τον κατάλογο φαρμάκων που περιέχουν ορισμένες διαβαθμισμένες ουσίες. |
|
(8) |
Της εξαγωγής φαρμάκων που περιέχονται στην κατηγορία 4 του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 111/2005, όπως τροποποιείται από τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να προηγείται άδεια εξαγωγής και γνωστοποίηση πριν από την εξαγωγή, η οποία θα αποστέλλεται από τις αρμόδιες αρχές στην Ένωση προς τις αρμόδιες αρχές της χώρας προορισμού. |
|
(9) |
Στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να δοθούν οι αρμοδιότητες να σταματούν ή να κατάσχουν τα εν λόγω φάρμακα, εφόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι προορίζονται για την παράνομη παρασκευή ναρκωτικών ή ψυχοτρόπων ουσιών, όταν εξάγονται, εισάγονται ή τελούν υπό διαμετακόμιση. |
|
(10) |
Με σκοπό να δοθεί η δυνατότητα στα κράτη μέλη να αντιδρούν ταχύτερα στις νέες τάσεις σε θέματα εκτροπής πρόδρομων ουσιών των ναρκωτικών, θα πρέπει να διευκρινιστούν οι δυνατότητές τους να ενεργούν σε περιπτώσεις ύποπτων συναλλαγών που αφορούν μη διαβαθμισμένες ουσίες. Προς τον σκοπό αυτόν, τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι σε θέση να εξουσιοδοτούν τις οικείες αρμόδιες αρχές να συλλέγουν πληροφορίες για οποιαδήποτε παραγγελία ή πράξη που αφορά μη διαβαθμισμένες ουσίες ή να έχουν πρόσβαση σε επαγγελματικούς χώρους για τη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων για ύποπτες συναλλαγές που αφορούν τέτοιες ουσίες. Επιπλέον, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αποτρέπουν την εισαγωγή ή την εξαγωγή από το τελωνειακό έδαφος της Ένωσης μη διαβαθμισμένων ουσιών, εφόσον μπορεί να αποδειχθεί ότι οι εν λόγω ουσίες θα χρησιμοποιηθούν για την παράνομη παρασκευή ναρκωτικών ή ψυχοτρόπων ουσιών. Τέτοιες μη διαβαθμισμένες ουσίες θα πρέπει να θεωρούνται ότι έχουν προταθεί προς συμπερίληψη στον κατάλογο εθελοντικής παρακολούθησης μη διαβαθμισμένων ουσιών. |
|
(11) |
Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να ανταλλάσσουν μεταξύ τους και με την Επιτροπή, μέσω της ευρωπαϊκής βάσης δεδομένων για τις πρόδρομες ουσίες ναρκωτικών («ευρωπαϊκή βάση δεδομένων»), που έχει δημιουργηθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 273/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3), πληροφορίες για κατασχέσεις και ανασχέσεις αποστολών προκειμένου να βελτιωθεί το συνολικό επίπεδο πληροφοριών για την εμπορία πρόδρομων ουσιών ναρκωτικών, συμπεριλαμβανομένων των φαρμάκων. Η ευρωπαϊκή βάση δεδομένων θα πρέπει να χρησιμοποιείται για να απλουστευθεί η εκπόνηση εκθέσεων από τα κράτη μέλη όσον αφορά τις κατασχέσεις και τις ανασχέσεις αποστολών, για να δημιουργηθεί ένα ευρωπαϊκό μητρώο επιχειρήσεων κατόχων έγκρισης ή καταχώρισης, το οποίο θα διευκολύνει τον έλεγχο της νομιμότητας των συναλλαγών τους που αφορούν διαβαθμισμένες ουσίες, και για να είναι σε θέση οι επιχειρήσεις να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές πληροφορίες σχετικά με τις εξαγωγές τους, τις εισαγωγές τους ή τις οικείες δραστηριότητες μεσαζόντων όσον αφορά διαβαθμισμένες ουσίες. Το εν λόγω ευρωπαϊκό μητρώο θα πρέπει να επικαιροποιείται σε τακτική βάση και οι πληροφορίες που περιέχει θα πρέπει να χρησιμοποιούνται από την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών αποκλειστικά για την πρόληψη της εκτροπής των πρόδρομων ουσιών ναρκωτικών στην παράνομη αγορά. |
|
(12) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 111/2005 προβλέπει την επεξεργασία δεδομένων. Η εν λόγω επεξεργασία μπορεί επίσης να αφορά προσωπικά δεδομένα και θα πρέπει να διενεργείται σύμφωνα με το ενωσιακό δίκαιο. |
|
(13) |
Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 111/2005, όπως τροποποιείται από τον παρόντα κανονισμό, καθώς και των τυχόν κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικών πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με αυτόν, θα πρέπει να σέβεται το θεμελιώδες δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής που προβλέπεται από το άρθρο 8 της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, καθώς και τα δικαιώματα του σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής και το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπονται, αντίστοιχα, από τα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. |
|
(14) |
Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή θα πρέπει να επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αποκλειστικά με τρόπο συμβατό με τους σκοπούς του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 111/2005, όπως τροποποιείται από τον παρόντα κανονισμό, και των κατ’ εξουσιοδότηση και των εκτελεστικών πράξεων που εκδίδονται σύμφωνα με αυτόν. Η επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ένωσης σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και ειδικότερα σύμφωνα με την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) και τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5). |
|
(15) |
Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 111/2005 ανατίθενται στην Επιτροπή αρμοδιότητες για την εφαρμογή ορισμένων διατάξεών του, οι οποίες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στην απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου (6). |
|
(16) |
Συνεπεία της έναρξης ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να εναρμονισθούν με τα άρθρα 290 και 291 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). |
|
(17) |
Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 111/2005, όπως τροποποιείται από τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της ΣΛΕΕ για τον προσδιορισμό των προϋποθέσεων χορήγησης εγκρίσεων και καταχώρισης και τον καθορισμό των περιπτώσεων όπου δεν απαιτείται έγκριση ή καταχώριση, για τον καθορισμό κριτηρίων που προσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίον αποδεικνύεται ο νόμιμος σκοπός της συναλλαγής, για τον προσδιορισμό των πληροφοριών που χρειάζονται οι αρμόδιες αρχές ώστε να τους επιτρέπεται να παρακολουθούν τις εξαγωγές, τις εισαγωγές ή τις δραστηριότητες μεσαζόντων των επιχειρήσεων, για τον καθορισμό των καταλόγων των χωρών προορισμού των εξαγωγών στις οποίες, πριν από τις εξαγωγές διαβαθμισμένων ουσιών των κατηγοριών 2 και 3 του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 111/2005, πρέπει να προηγείται γνωστοποίηση, για τον καθορισμό απλουστευμένων διαδικασιών γνωστοποίησης πριν από την εξαγωγή και για τον καθορισμό των κοινών κριτηρίων που πρέπει να εφαρμόζονται από τις αρμόδιες αρχές, για τον καθορισμό απλουστευμένων διαδικασιών χορήγησης αδειών εξαγωγής και για τον καθορισμό των κοινών κριτηρίων που πρέπει να εφαρμόζονται από τις αρμόδιες αρχές, καθώς και για την προσαρμογή του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 111/2005 προκειμένου να ανταποκριθεί στις νέες τάσεις εκτροπής των πρόδρομων ουσιών των ναρκωτικών και να περιληφθεί σε αυτό σχετική τροποποίηση των πινάκων του παραρτήματος της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξαγάγει τις απαραίτητες διαβουλεύσεις κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών εργασιών της, μεταξύ άλλων και σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων. Η Επιτροπή, κατά την προετοιμασία και την εκπόνηση κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, θα πρέπει να εξασφαλίζει ταυτόχρονη, έγκαιρη και κατάλληλη διαβίβαση των σχετικών εγγράφων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. |
|
(18) |
Προκειμένου να διασφαλισθούν ενιαίες προϋποθέσεις για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 111/2005, όπως τροποποιείται από τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή, ιδίως για την εκπόνηση υποδείγματος χορήγησης εγκρίσεων, για τη θέσπιση των διαδικαστικών κανόνων για την παροχή των πληροφοριών που χρειάζονται οι αρμόδιες αρχές προκειμένου να παρακολουθήσουν τις εξαγωγές, τις εισαγωγές ή τις δραστηριότητες μεσαζόντων των επιχειρήσεων και για τη θέσπιση των μέτρων που θα εξασφαλίζουν αποτελεσματική παρακολούθηση του εμπορίου μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών στον τομέα των πρόδρομων ουσιών των ναρκωτικών, ιδίως όσον αφορά τον σχεδιασμό και τη χρησιμοποίηση εντύπων για τις άδειες εισαγωγής και εξαγωγής πρόδρομων ουσιών των ναρκωτικών, για τους σκοπούς της πρόληψης της εκτροπής των πρόδρομων ουσιών ναρκωτικών. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7). |
|
(19) |
Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις και εκτελεστικές πράξεις, οι οποίες θεσπίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 111/2005, όπως τροποποιείται από τον παρόντα κανονισμό, θα πρέπει να διασφαλίζουν συστηματικό και συνεπή έλεγχο και παρακολούθηση των επιχειρήσεων. |
|
(20) |
Ζητήθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 28 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001, η γνώμη του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, ο οποίος γνωμοδότησε στις 18 Ιανουαρίου 2013 (8). |
|
(21) |
Συνεπώς, θα πρέπει να τροποποιηθεί αναλόγως ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 111/2005, |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 111/2005 τροποποιείται ως εξής:
|
1) |
Στον τίτλο του κανονισμού και στο άρθρο 1, στο άρθρο 2 στοιχεία δ) και ε), στο άρθρο 10 παράγραφος 1, στο άρθρο 17 πρώτο εδάφιο, στο άρθρο 20 πρώτο εδάφιο και στο άρθρο 25, ο όρος «Κοινότητα» αντικαθίσταται από τον όρο «Ένωση». Στο άρθρο 2 στοιχείο ε), στο άρθρο 13 παράγραφος 1 στοιχείο δ), στο άρθρο 14 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, στο άρθρο 14 παράγραφος 2, στο άρθρο 18 και στο άρθρο 22 πρώτο εδάφιο, ο όρος «τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας» αντικαθίσταται από τον όρο «τελωνειακό έδαφος της Ένωσης». Στο άρθρο 12 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο, ο όρος «τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας» αντικαθίσταται από τον όρο «τελωνειακό έδαφος της Ένωσης». |
|
2) |
Στο άρθρο 2:
|
|
3) |
Το άρθρο 3 πρώτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Όλες οι εισαγωγές, οι εξαγωγές ή οι δραστηριότητες μεσαζόντων που αφορούν διαβαθμισμένες ουσίες, εκτός από τις ουσίες που περιέχονται στην κατηγορία 4 του παραρτήματος, συνοδεύονται από έγγραφα που προσκομίζουν οι επιχειρήσεις υπό μορφή τελωνειακών και εμπορικών εγγράφων, όπως συνοπτικές διασαφήσεις, τελωνειακές διασαφήσεις, τιμολόγια, δηλωτικά φορτίου, έγγραφα μεταφοράς και άλλα έγγραφα αποστολής.». |
|
4) |
Το άρθρο 5 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 5 Οι επιχειρήσεις μεριμνούν ώστε, σε κάθε συσκευασία που περιέχει διαβαθμισμένες ουσίες, εκτός από τις ουσίες που περιέχονται στην κατηγορία 4 του παραρτήματος, να επικολλάται ετικέτα με την ονομασία τους όπως αυτή αναγράφεται στο παράρτημα ή, σε περίπτωση μείγματος ή φυσικού προϊόντος, με την ονομασία του και την ονομασία κάθε διαβαθμισμένης ουσίας που περιέχεται στο μείγμα ή στο φυσικό προϊόν, όπως αυτή αναγράφεται στο παράρτημα, πλην των ουσιών που περιέχονται στην κατηγορία 4 του παραρτήματος. Οι επιχειρήσεις μπορούν επιπλέον να επικολλούν τις συνήθεις ετικέτες τους.». |
|
5) |
Στο άρθρο 6:
|
|
6) |
Το άρθρο 7 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 7 1. Εκτός αν ορίζεται άλλως, οι εγκατεστημένες στην Ένωση επιχειρήσεις, εκτός από τους εκτελωνιστές και τους μεταφορείς όταν ενεργούν αποκλειστικά υπ’ αυτήν την ιδιότητα, οι οποίες συμμετέχουν στην εισαγωγή, την εξαγωγή ή τις δραστηριότητες μεσαζόντων όσον αφορά τις διαβαθμισμένες ουσίες της κατηγορίας 2 του παραρτήματος ή στην εξαγωγή διαβαθμισμένων ουσιών της κατηγορίας 3 του παραρτήματος διαθέτουν καταχώριση. Η καταχώριση χορηγείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η επιχείρηση. Για να αποφασίσει αν πρέπει να εγκρίνει τη σχετική καταχώριση, η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη την ικανότητα και την ακεραιότητα του αιτούντος, ιδίως εάν έχουν γίνει σοβαρές παραβάσεις ή κατ’ εξακολούθηση παραβάσεις της νομοθεσίας στον τομέα των πρόδρομων ουσιών των ναρκωτικών, καθώς και εάν έχουν καταγραφεί σοβαρές αξιόποινες πράξεις στο ποινικό μητρώο. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 30β για τη θέσπιση των προϋποθέσεων χορήγησης καταχώρισης και για τον καθορισμό περιπτώσεων όπου δεν απαιτείται καταχώριση. 2. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αναστέλλουν ή να ανακαλούν την καταχώριση όταν δεν πληρούνται πλέον οι όροι υπό τους οποίους χορηγήθηκε η καταχώριση ή όταν υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι υφίσταται κίνδυνος εκτροπής διαβαθμισμένων ουσιών.». |
|
7) |
Το άρθρο 8 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 8 1. Όταν οι διαβαθμισμένες ουσίες εισέρχονται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης για την εκφόρτωση ή μεταφόρτωσή τους, την προσωρινή αποθήκευσή τους, την αποθήκευσή τους σε ελεύθερη ζώνη ελέγχου τύπου Ι ή σε ελεύθερη αποθήκη ή για την υπαγωγή τους στο καθεστώς εξωτερικής ενωσιακής διαμετακόμισης, η επιχείρηση πρέπει να αποδεικνύει τον νόμιμο σκοπό, εφόσον το ζητούν οι αρμόδιες αρχές. 2. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 30β για την εκπόνηση κριτηρίων για τον καθορισμό του τρόπου με τον οποίον αποδεικνύεται ο νόμιμος σκοπός της συναλλαγής, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι μπορούν να παρακολουθούνται από τις αρμόδιες αρχές όλες οι μετακινήσεις διαβαθμισμένων ουσιών εντός του τελωνειακού εδάφους της Ένωσης και ότι ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος εκτροπής.». |
|
8) |
Το άρθρο 9 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 9 1. Οι εγκατεστημένες στην Ένωση επιχειρήσεις γνωστοποιούν αμέσως στις αρμόδιες αρχές κάθε περιστατικό, όπως ασυνήθεις παραγγελίες και συναλλαγές διαβαθμισμένων ουσιών, από το οποίο διαφαίνεται ότι οι ουσίες αυτές που προορίζονται προς εισαγωγή, εξαγωγή ή δραστηριότητες μεσαζόντων ενδέχεται να διοχετευθούν στην παράνομη παρασκευή ναρκωτικών ή ψυχοτρόπων ουσιών. Προς τον σκοπό αυτόν, οι επιχειρήσεις παρέχουν κάθε διαθέσιμη πληροφορία, όπως:
Η πληροφορία αυτή συλλέγεται με αποκλειστικό σκοπό την παρεμπόδιση της εκτροπής διαβαθμισμένων ουσιών. 2. Οι επιχειρήσεις παρέχουν στις αρμόδιες αρχές συνοπτικές πληροφορίες όσον αφορά τις εξαγωγές τους, τις εισαγωγές τους ή τις δραστηριότητες μεσαζόντων που ασκούν. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 30β για τον καθορισμό των πληροφοριών που χρειάζονται οι αρμόδιες αρχές ώστε να μπορούν να παρακολουθούν τις εν λόγω δραστηριότητες. Η Επιτροπή προσδιορίζει με εκτελεστικές πράξεις τους διαδικαστικούς κανόνες για τη διαβίβαση αυτών των πληροφοριών, καθώς και, όπου χρειάζεται, σε ηλεκτρονική μορφή, στην ευρωπαϊκή βάση δεδομένων για τις πρόδρομες ουσίες των ναρκωτικών που έχει συσταθεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 273/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*5) (“ευρωπαϊκή βάση δεδομένων”). Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 30 παράγραφος 2. (*5) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 273/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, περί των προδρόμων ουσιών των ναρκωτικών (ΕΕ L 47 της 18.2.2004, σ. 1).»." |
|
9) |
Στο άρθρο 10 προστίθενται οι ακόλουθες παράγραφοι: «4. Προκειμένου να ανταποκριθούν ταχέως στις νέες τάσεις σε θέματα εκτροπής, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και η Επιτροπή μπορούν να προτείνουν να προστεθεί μια μη διαβαθμισμένη ουσία στον κατάλογο που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β), με σκοπό να παρακολουθήσουν προσωρινά το εμπόριό της. Οι λεπτομέρειες και τα κριτήρια συμπερίληψης ή διαγραφής από τον εν λόγω κατάλογο προσδιορίζονται στις κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται στην παράγραφο 1. 5. Σε περίπτωση που η εθελοντική παρακολούθηση από τη βιομηχανία θεωρηθεί ανεπαρκής για την αποτροπή της χρήσης μη διαβαθμισμένων ουσιών για την παράνομη παρασκευή ναρκωτικών ή ψυχοτρόπων ουσιών, η Επιτροπή μπορεί να προσθέσει τη μη διαβαθμισμένη ουσία στο παράρτημα με κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 30β.». |
|
10) |
Στο άρθρο 11:
|
|
11) |
Στο άρθρο 12 παράγραφος 1, το τρίτο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Ωστόσο, για τις εξαγωγές διαβαθμισμένων ουσιών της κατηγορίας 3 του παραρτήματος απαιτείται άδεια εξαγωγής μόνον εάν απαιτείται γνωστοποίηση πριν από την εξαγωγή.». |
|
12) |
Στο άρθρο 13 παράγραφος 1 προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο: «Στην αίτηση χορήγησης άδειας εξαγωγής προκειμένου για την εξαγωγή διαβαθμισμένων ουσιών της κατηγορίας 4 του παραρτήματος αναγράφονται οι πληροφορίες που παρατίθενται στα στοιχεία α) έως ε) του πρώτου εδαφίου.». |
|
13) |
Το άρθρο 19 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 19 Για τη χορήγηση άδειας εξαγωγής, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εφαρμόζουν απλουστευμένες διαδικασίες, εφόσον είναι πεπεισμένες ότι δεν θα υπάρξει κίνδυνος εκτροπής διαβαθμισμένων ουσιών. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 30β για τον καθορισμό των εν λόγω διαδικασιών, καθώς και για τη θέσπιση των κοινών κριτηρίων που θα εφαρμόζουν οι αρμόδιες αρχές.». |
|
14) |
Στο άρθρο 20, το δεύτερο εδάφιο αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Ωστόσο, όταν οι ουσίες του πρώτου εδαφίου εκφορτώνονται ή μεταφορτώνονται, είναι υπό προσωρινή αποθήκευση, αποθηκεύονται σε ελεύθερη ζώνη ελέγχου τύπου Ι ή σε ελεύθερη αποθήκη εμπορευμάτων ή υπάγονται στο καθεστώς εξωτερικής ενωσιακής διαμετακόμισης, δεν απαιτείται άδεια εισαγωγής.». |
|
15) |
Στο άρθρο 26:
|
|
16) |
Ο τίτλος του κεφαλαίου V αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «ΚΑΤ’ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ». |
|
17) |
Το άρθρο 28 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 28 Πέραν των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 26, η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να θεσπίζει, εφόσον απαιτείται, με εκτελεστικές πράξεις, μέτρα προκειμένου να διασφαλίζεται η αποτελεσματική παρακολούθηση του εμπορίου πρόδρομων ουσιών ναρκωτικών μεταξύ της Ένωσης και τρίτων χωρών, ιδίως όσον αφορά τον σχεδιασμό και τη χρησιμοποίηση εντύπων για τις άδειες εισαγωγής και εξαγωγής, για τους σκοπούς της πρόληψης της εκτροπής των πρόδρομων ουσιών ναρκωτικών. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 30 παράγραφος 2.». |
|
18) |
Το άρθρο 29 διαγράφεται. |
|
19) |
Το άρθρο 30 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 30 1. Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή πρόδρομων ουσιών ναρκωτικών («επιτροπή»). Η εν λόγω επιτροπή είναι επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*6). 2. Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011. (*6) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).»." |
|
20) |
Παρεμβάλλονται τα ακόλουθα άρθρα: «Άρθρο 30α Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 30β του παρόντος κανονισμού, με σκοπό την προσαρμογή του παραρτήματός του στις νέες τάσεις σε θέματα εκτροπής των πρόδρομων ουσιών των ναρκωτικών, ιδίως για τις ουσίες που μπορούν εύκολα να μετατραπούν σε διαβαθμισμένες ουσίες, και την αποδοχή τροποποίησης των πινάκων του παραρτήματος της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών. Άρθρο 30β 1. Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή υπό την επιφύλαξη των όρων του παρόντος άρθρου. 2. Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο, στο άρθρο 7 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο, στο άρθρο 8 παράγραφος 2, στο άρθρο 9 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 10 παράγραφος 5, στο άρθρο 11 παράγραφοι 1 και 3, στα άρθρα 19 και 30α και στο άρθρο 32 παράγραφος 2 απονέμεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από τις 30 Δεκεμβρίου 2013. Η Επιτροπή εκπονεί έκθεση σχετικά με τις εξουσίες που της έχουν ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της πενταετούς περιόδου. Η εξουσιοδότηση ανανεώνεται αυτομάτως για περιόδους ίδιας διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο προβάλλουν αντιρρήσεις το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη κάθε περιόδου. 3. Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο, στο άρθρο 7 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο, στο άρθρο 8 παράγραφος 2, στο άρθρο 9 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, στο άρθρο 10 παράγραφος 5, στο άρθρο 11 παράγραφοι 1 και 3, στα άρθρα 19 και 30α και στο άρθρο 32 παράγραφος 2 μπορεί να ανακληθεί οποιαδήποτε στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Τίθεται σε ισχύ την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτήν. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ήδη ισχύουν. 4. Μόλις η Επιτροπή εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. 5. Κατ’ εξουσιοδότηση πράξη η οποία εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο, το άρθρο 7 παράγραφος 1 τρίτο εδάφιο, το άρθρο 8 παράγραφος 2, το άρθρο 9 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο, το άρθρο 10 παράγραφος 5, το άρθρο 11 παράγραφοι 1 και 3, τα άρθρα 19 και 30α και το άρθρο 32 παράγραφος 2 τίθεται σε ισχύ μόνον εφόσον το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο δεν προβάλλει αντιρρήσεις εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της εν λόγω πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ή εφόσον, πριν από την παρέλευση της εν λόγω χρονικής περιόδου, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έχουν αμφότερα ενημερώσει την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η εν λόγω περίοδος παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.». |
|
21) |
Το άρθρο 32 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 32 1. Οι αρμόδιες αρχές σε κάθε κράτος μέλος ανακοινώνουν εγκαίρως στην Επιτροπή, μέσω της ευρωπαϊκής βάσης δεδομένων και σε ηλεκτρονική μορφή, κάθε πληροφορία σχετική με την εφαρμογή των μέτρων παρακολούθησης που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, ιδίως όσον αφορά τις ουσίες που χρησιμοποιούνται για την παράνομη παρασκευή ναρκωτικών ή ψυχοτρόπων ουσιών και τις μεθόδους εκτροπής και παράνομης παρασκευής, καθώς και τη νόμιμη εμπορία αυτών. 2. Η Επιτροπή εξουσιοδοτείται να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 30β για τον προσδιορισμό των απαιτήσεων και προϋποθέσεων παροχής πληροφοριών δυνάμει της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. 3. Βάσει των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή, σε διαβούλευση με τα κράτη μέλη, αξιολογεί την αποτελεσματικότητα του παρόντος κανονισμού και, σύμφωνα με το άρθρο 12 παράγραφος 12 της σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών, καταρτίζει ετήσια έκθεση προς υποβολή στη Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου Ναρκωτικών. 4. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2019, η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο σχετικά με την εφαρμογή και τη λειτουργία του παρόντος κανονισμού και, ειδικότερα, σχετικά με την πιθανή ανάγκη ανάληψης συμπληρωματικής δράσης για την παρακολούθηση και τον έλεγχο ύποπτων συναλλαγών μη διαβαθμισμένων ουσιών.». |
|
22) |
Παρεμβάλλεται το ακόλουθο άρθρο: «Άρθρο 32α Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και η Επιτροπή χρησιμοποιούν την ευρωπαϊκή βάση δεδομένων υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται για τη χρήση της στο πλαίσιο των ακόλουθων λειτουργιών:
|
|
23) |
Το άρθρο 33 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο: «Άρθρο 33 1. Η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων από τις αρμόδιες αρχές στα κράτη μέλη διενεργείται σύμφωνα με τους εθνικούς νόμους και τις εθνικές κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις μεταφοράς της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*7) και υπό την εποπτεία της αρχής ελέγχου του κράτους μέλους η οποία αναφέρεται στο άρθρο 28 της εν λόγω οδηγίας. 2. Η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων από την Επιτροπή, καθώς και για τους σκοπούς της ευρωπαϊκής βάσης δεδομένων, διενεργείται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*8) και υπό την εποπτεία του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων. 3. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, δεν τυγχάνουν επεξεργασίας ειδικές κατηγορίες δεδομένων κατά την έννοια του άρθρου 8 παράγραφος 1 της οδηγίας 95/46/ΕΚ. 4. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού μπορούν να τυγχάνουν περαιτέρω επεξεργασίας μόνο κατά τρόπο που συνάδει με την οδηγία 95/46/ΕΚ ή τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και διατηρούνται για το χρονικό διάστημα που είναι αναγκαίο και για τους σκοπούς για τους οποίους έχουν συλλεγεί. 5. Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή επεξεργάζονται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μόνο κατά τρόπο που συνάδει με τους σκοπούς που ορίζονται στο άρθρο 32α. Με την επιφύλαξη του άρθρου 13 της οδηγίας 95/46/ΕΚ, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που συλλέγονται ή υπόκεινται σε επεξεργασία δυνάμει του παρόντος κανονισμού χρησιμοποιούνται μόνο για τους σκοπούς της πρόληψης της εκτροπής διαβαθμισμένων ουσιών. (*7) Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31)." (*8) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).»." |
|
24) |
Στο παράρτημα:
|
Άρθρο 2
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Στρασβούργο, 20 Νοεμβρίου 2013.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
M. SCHULZ
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
V. LEŠKEVIČIUS
(1) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2013 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 15ης Νοεμβρίου 2013.
(2) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 111/2005 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με τη θέσπιση κανόνων για την παρακολούθηση του εμπορίου πρόδρομων ουσιών ναρκωτικών μεταξύ της Κοινότητας και τρίτων χωρών (ΕΕ L 22 της 26.1.2005, σ. 1).
(3) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 273/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Φεβρουαρίου 2004, περί των προδρόμων ουσιών των ναρκωτικών (ΕΕ L 47 της 18.2.2004, σ. 1).
(4) Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31).
(5) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).
(6) Απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή (ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23).
(7) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
(8) Δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα.
|
10.12.2013 |
EL |
Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης |
L 330/39 |
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 1260/2013 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 20ής Νοεμβρίου 2013
για τις ευρωπαϊκές δημογραφικές στατιστικές
(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)
ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,
Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 338 παράγραφος 1,
Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,
Μετά τη διαβίβαση του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,
Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (1),
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
|
(1) |
Σύμφωνα με το άρθρο 16 παράγραφος 4 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), από την 1η Νοεμβρίου 2014, η ειδική πλειοψηφία των μελών του Συμβουλίου πρόκειται να ορίζεται, μεταξύ άλλων, βάσει του πληθυσμού των κρατών μελών. |
|
(2) |
Το Συμβούλιο Οικονομικών και Δημοσιονομικών Θεμάτων αναθέτει τακτικά στην επιτροπή οικονομικής πολιτικής να αξιολογεί τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα και ποιότητα των δημόσιων οικονομικών βάσει προβολών πληθυσμού που παράγει η Eurostat. |
|
(3) |
Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1059/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (2), όλες οι στατιστικές των κρατών μελών που διαβιβάζονται στην Επιτροπή και οι οποίες ταξινομούνται ανά εδαφικές μονάδες θα χρησιμοποιούν την ταξινόμηση NUTS. Συνεπώς, προκειμένου να καταρτίζονται συγκρίσιμες περιφερειακές στατιστικές, οι εδαφικές μονάδες θα πρέπει να καθορίζονται σύμφωνα με την ονοματολογία NUTS. |
|
(4) |
Σύμφωνα με το άρθρο 175 δεύτερο εδάφιο της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η Επιτροπή υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και στην Επιτροπή των Περιφερειών ανά τριετία σχετικά με την πρόοδο που έχει σημειωθεί για την υλοποίηση της οικονομικής, κοινωνικής και εδαφικής συνοχής. Για την προετοιμασία των εκθέσεων αυτών και την τακτική παρακολούθηση των δημογραφικών εξελίξεων και ενδεχόμενων μελλοντικών δημογραφικών προκλήσεων στις περιφέρειες της Ένωσης, μεταξύ άλλων και σε διάφορα είδη περιφερειών, όπως μεθοριακές περιφέρειες, μητροπολιτικές περιφέρειες, αγροτικές περιφέρειες και ορεινές και νησιωτικές περιφέρειες, απαιτούνται ετήσια περιφερειακά στοιχεία σε περιφερειακό επίπεδο NUTS 3. Δεδομένου ότι η δημογραφική γήρανση παρουσιάζει ισχυρές περιφερειακές διαφορές, ζητείται από την Eurostat να ετοιμάσει προβολές ανά περιφέρεια σε τακτική βάση ώστε να συμπληρώσει τη δημογραφική εικόνα των περιφερειών NUTS 2 στην Ένωση. |
|
(5) |
Σύμφωνα με το άρθρο 159 ΣΛΕΕ, η Επιτροπή θα καταρτίζει κάθε χρόνο έκθεση προόδου σχετικά με την επίτευξη των στόχων του άρθρου 151 ΣΛΕΕ συμπεριλαμβανομένης της δημογραφικής κατάστασης στην Ένωση. |
|
(6) |
Η Επιτροπή στην ανακοίνωσή της της 20ής Οκτωβρίου 2009 με τίτλο «Αλληλεγγύη στον τομέα της υγείας: μείωση των ανισοτήτων στον τομέα της υγείας στην ΕΕ» υποστήριξε την περαιτέρω ανάπτυξη και συλλογή στοιχείων και την περαιτέρω ανάπτυξη των δεικτών για την υγεία ανά ηλικία, φύλο, κοινωνικοοικονομική κατάσταση και γεωγραφική διάσταση. |
|
(7) |
Η στρατηγική της Ένωσης για την αειφόρο ανάπτυξη, που δρομολογήθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Γκέτεμποργκ το 2001 και ανανεώθηκε τον Ιούνιο του 2006, έχει ως στόχο τη συνεχή βελτίωση της ποιότητας της ζωής για τις σημερινές και μελλοντικές γενιές. Η έκθεση παρακολούθησης της Επιτροπής (Eurostat), που δημοσιεύεται κάθε δύο χρόνια, δίνει αντικειμενική στατιστική εικόνα της προόδου, βάσει των δεικτών της Ένωσης για την αειφόρο ανάπτυξη. |
|
(8) |
Οι ετήσιες δημογραφικές στατιστικές έχουν θεμελιώδη σημασία για τη μελέτη και τον ορισμό ευρύτερου φάσματος πολιτικών, με ιδιαίτερη έμφαση στα κοινωνικά και οικονομικά θέματα, σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο. Οι στατιστικές για τον πληθυσμό είναι σημαντικός παρονομαστής για ευρύ φάσμα δεικτών πολιτικής. |
|
(9) |
Ο στρατηγικός στόχος Η.3 του κεφαλαίου IV του προγράμματος δράσης του Πεκίνου (1995) παρέχει ένα πλαίσιο αναφοράς για την παραγωγή και τη διάχυση διαχωρισμένων ανά φύλο δεδομένων και πληροφοριών, για λόγους σχεδιασμού και αξιολόγησης πολιτικής. |
|
(10) |
Οι δημογραφικές στατιστικές για τον πληθυσμό αποτελούν ουσιαστική συνιστώσα για την εκτίμηση του συνολικού πληθυσμού στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού συστήματος λογαριασμών. Είναι σημαντικό τα στοιχεία για την κατάρτιση στατιστικών σε ευρωπαϊκό επίπεδο να επικαιροποιούνται και να αναθεωρούνται. |
|
(11) |
Για να εξασφαλισθεί η ποιότητα, και ιδίως η συγκρισιμότητα, των στοιχείων που παρέχουν τα κράτη μέλη, και για να υπάρξουν αξιόπιστες επισκοπήσεις σε ενωσιακό επίπεδο, τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται θα πρέπει να βασίζονται στις ίδιες έννοιες και να αναφέρονται στην ίδια ημερομηνία ή περίοδο αναφοράς. |
|
(12) |
Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (3) παρέχει ένα πλαίσιο αναφοράς για τις ευρωπαϊκές δημογραφικές στατιστικές. Ειδικότερα, απαιτεί συμμόρφωση με τις αρχές της επαγγελματικής ανεξαρτησίας, της αμεροληψίας, της αντικειμενικότητας, της αξιοπιστίας, του στατιστικού απορρήτου και της σχέσης κόστους-αποτελεσματικότητας. |
|
(13) |
Οι πληροφορίες για τη δημογραφία θα πρέπει να είναι συνεπείς με τα στοιχεία που συλλέγονται βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 862/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4) και βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 763/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (5). Προς τούτο, θα πρέπει να αξιολογηθούν επιστημονικά θεμελιωμένες και καλά τεκμηριωμένες στατιστικές μέθοδοι εκτίμησης και να ενθαρρυνθεί η χρήση τους. |
|
(14) |
Κατά την ανάπτυξη, παραγωγή και διάδοση των ευρωπαϊκών στατιστικών, οι εθνικές και ευρωπαϊκές στατιστικές αρχές, και κατά περίπτωση, άλλες αρμόδιες εθνικές και περιφερειακές αρχές, θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τους τις αρχές που θεσπίζονται στον κώδικα ορθής πρακτικής για τις ευρωπαϊκές στατιστικές, όπως αναθεωρήθηκε και επικαιροποιήθηκε από την Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Στατιστικού Συστήματος στις 28 Σεπτεμβρίου 2011. |
|
(15) |
Ο παρών κανονισμός εγγυάται το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και της οικογενειακής ζωής, καθώς και το δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων, όπως ορίζονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. |
|
(16) |
Η οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) και ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) εφαρμόζονται όσον αφορά την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού. |
|
(17) |
Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, δηλαδή η δημιουργία κοινού νομικού πλαισίου για τη συστηματική παραγωγή ευρωπαϊκών δημογραφικών στατιστικών στα κράτη μέλη, δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορεί, συνεπώς, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της δράσης, να επιτευχθεί καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα, σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 ΣΕΕ. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, όπως ορίζεται στο ίδιο άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη του εν λόγω στόχου. |
|
(18) |
Προκειμένου να εξασφαλισθούν ενιαίοι όροι εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, ενδείκνυται να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή. Οι εν λόγω αρμοδιότητες θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8), |
ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Αντικείμενο
Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κοινό νομικό πλαίσιο για την ανάπτυξη, την παραγωγή και τη διάδοση ευρωπαϊκών στατιστικών για τον πληθυσμό και τα δημογραφικά γεγονότα.
Άρθρο 2
Ορισμοί
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
|
α) |
«εθνικός», αναφέρεται στο έδαφος ενός κράτους μέλους κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1059/2003, όπως ισχύει κατά τον χρόνο αναφοράς· |
|
β) |
«περιφερειακός», σημαίνει επίπεδο NUTS 1, επίπεδο NUTS 2 ή επίπεδο NUTS 3 κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1059/2003, όπως ισχύουν κατά τον χρόνο αναφοράς· για τις χώρες που δεν είναι μέλη της Ένωσης, ο όρος «περιφερειακός» αναφέρεται στις στατιστικές περιοχές των επιπέδων 1, 2 ή 3 όπως συμφωνήθηκε μεταξύ των εν λόγω χωρών και της Επιτροπής (Eurostat), κατά τον χρόνο αναφοράς· |
|
γ) |
«συνήθως διαμένων πληθυσμός», σημαίνει όλα τα άτομα που έχουν τη συνήθη διαμονή τους σε ένα κράτος μέλος κατά τον χρόνο αναφοράς· |
|
δ) |
«συνήθης διαμονή», σημαίνει ο τόπος στον οποίο ένα άτομο περνά συνήθως τις καθημερινές ώρες ανάπαυσης, ανεξάρτητα από την περιστασιακή απουσία του για λόγους αναψυχής, διακοπών, επισκέψεων σε φίλους και συγγενείς, εργασίας, ιατρικής περίθαλψης ή θρησκευτικού προσκυνήματος. Ως συνήθως διαμένοντες σε μια ειδική γεωγραφική περιοχή, θεωρούνται μόνο τα ακόλουθα άτομα:
Σε περίπτωση που δεν είναι δυνατό να αποδειχθεί ότι ισχύουν οι συνθήκες που περιγράφονται στα σημεία i) ή ii), «συνήθης διαμονή» μπορεί να θεωρηθεί ο τόπος της νόμιμης ή δηλωθείσας κατοικίας, εκτός για τους σκοπούς του άρθρου 4· Κατά την εφαρμογή του ορισμού της «συνήθους διαμονής», τα κράτη μέλη χειρίζονται τις ειδικές περιπτώσεις σύμφωνα με το παράρτημα του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1201/2009 της Επιτροπής (9)· |
|
ε) |
«γέννηση ζώντος», σημαίνει τη γέννηση τέκνου που αναπνέει ή εμφανίζει οποιοδήποτε άλλο σημείο ζωής, όπως καρδιακοί κτύποι, παλμοί του ομφάλιου λώρου ή σύσπαση γραμμωτών μυών, ανεξάρτητα από την ηλικία κύησης· |
|
στ) |
«θάνατος», σημαίνει τη μόνιμη εξαφάνιση κάθε ένδειξης ζωτικών λειτουργιών οποιαδήποτε χρονική στιγμή μετά τη γέννηση ζώντος (η μετά τη γέννηση παύση των ζωτικών λειτουργιών χωρίς δυνατότητα ανάνηψης)· |
|
ζ) |
«δημογραφικά γεγονότα», σημαίνει τις γεννήσεις ζώντων και θάνατοι, όπως ορίζονται στα στοιχεία ε) και στ). |
Άρθρο 3
Στοιχεία για τον πληθυσμό και τα δημογραφικά γεγονότα
1. Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή (Eurostat) τα στοιχεία για τον συνήθως διαμένοντα πληθυσμό τους κατά τον χρόνο αναφοράς. Τα στοιχεία καλύπτουν πληθυσμό ανά ηλικία, φύλο και τόπο διαμονής.
2. Τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή (Eurostat) στοιχεία σχετικά με τα δημογραφικά γεγονότα τους που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς. Τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τον ίδιο ορισμό για τον πληθυσμό που χρησιμοποιούν και για τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Τα παρεχόμενα στοιχεία καλύπτουν τις ακόλουθες μεταβλητές:
|
α) |
γεννήσεις ζώντων κατά φύλο, μήνα συμβάντος, σειρά γέννησης, ηλικία μητέρας, έτος γέννησης μητέρας, χώρα γέννησης μητέρας, χώρα υπηκοότητας μητέρας και τόπο διαμονής μητέρας· |
|
β) |
θάνατοι κατά ηλικία, φύλο, έτος γέννησης, τόπο διαμονής, χώρα γέννησης, χώρα υπηκοότητας και μήνα συμβάντος. |
3. Τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τον ίδιο ορισμό για τον πληθυσμό για όλα τα εθνικά και περιφερειακά επίπεδα, όπως ορίζεται με τον παρόντα κανονισμό.
4. Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις που ορίζουν τους ενιαίους όρους για την κατανομή των στοιχείων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, όπως και για τις προθεσμίες και τις αναθεωρήσεις των στοιχείων. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 10 παράγραφος 2.
Άρθρο 4
Συνολικός πληθυσμός για ειδικούς ενωσιακούς σκοπούς
1. Για τους σκοπούς της ψηφοφορίας με ειδική πλειοψηφία στο Συμβούλιο, τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή (Eurostat) τα στοιχεία για τον συνολικό πληθυσμό σε εθνικό επίπεδο κατά τον χρόνο αναφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 2 στοιχείο γ), εντός οκτώ μηνών από το τέλος του έτους αναφοράς.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να εκτιμήσουν το συνολικό πληθυσμό που αναφέρεται στην παράγραφο 1 από τον νομίμως διαμένοντα ή εγγεγραμμένο πληθυσμό με χρήση επιστημονικά θεμελιωμένων, καλά τεκμηριωμένων και δημόσια διαθέσιμων στατιστικών μεθόδων εκτίμησης.
Άρθρο 5
Συχνότητα και χρόνος αναφοράς
1. Κάθε χρόνο τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή (Eurostat) στοιχεία για τον πληθυσμό τους και τα δημογραφικά γεγονότα τους του προηγούμενου έτους που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 και στα στοιχεία α) και β) του άρθρου 3 παράγραφος 2.
2. Κάθε χρόνο, τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή (Eurostat) στοιχεία σχετικά με τον συνολικό πληθυσμό σε εθνικό επίπεδο, όπως αναφέρεται στο άρθρο 4.
3. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ο χρόνος αναφοράς σημαίνει είτε την ημερομηνία αναφοράς που αναφέρεται στην παράγραφο 4 είτε την περίοδο αναφοράς που αναφέρεται στην παράγραφο 5, ανάλογα με την περίπτωση.
4. Η ημερομηνία αναφοράς για τα στοιχεία σχετικά με τον πληθυσμό είναι το τέλος της περιόδου αναφοράς (μεσάνυχτα της 31ης Δεκεμβρίου). Η πρώτη ημερομηνία αναφοράς είναι στο έτος 2013 και η τελευταία ημερομηνία αναφοράς στο 2027.
5. Η περίοδος αναφοράς για τα δημογραφικά γεγονότα είναι το ημερολογιακό έτος κατά το οποίο έλαβαν χώρα τα γεγονότα. Η πρώτη περίοδος αναφοράς είναι το έτος 2013 και η τελευταία περίοδος αναφοράς το 2027.
Άρθρο 6
Παροχή στοιχείων και μεταδεδομένων
Τα κράτη μέλη διαθέτουν στην Επιτροπή (Eurostat) τα στοιχεία και τα μεταδεδομένα που απαιτούνται από τον παρόντα κανονισμό σύμφωνα με τα πρότυπα ανταλλαγής στοιχείων και μεταδεδομένων που ορίζει η Επιτροπή (Eurostat). Τα κράτη μέλη είτε παρέχουν τα εν λόγω στοιχεία και μεταδεδομένα μέσω των υπηρεσιών ενιαίου σημείου εισόδου κατά τρόπο ώστε η Επιτροπή (Eurostat) να μπορεί να τα ανακτήσει είτε τα διαβιβάζουν χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες ενιαίου σημείου εισόδου.
Άρθρο 7
Πηγές στοιχείων
Τα στοιχεία βασίζονται σε πηγές στοιχείων που έχουν επιλέξει τα κράτη μέλη σύμφωνα με τους εθνικούς νόμους και πρακτικές. Όπου ενδείκνυται, χρησιμοποιούνται επιστημονικά θεμελιωμένες και καλά τεκμηριωμένες στατιστικές μέθοδοι εκτίμησης.
Άρθρο 8
Μελέτες σκοπιμότητας
1. Τα κράτη μέλη διενεργούν μελέτες σκοπιμότητας σχετικά με τη χρήση του ορισμού της «συνήθους διαμονής» για τον πληθυσμό και τα δημογραφικά γεγονότα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφοι 1 και 2.
2. Τα αποτελέσματα των μελετών σκοπιμότητας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αποστέλλονται στην Επιτροπή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2016.
3. Για τη διευκόλυνση της διεξαγωγής των μελετών σκοπιμότητας που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, η Ένωση μπορεί να χορηγήσει χρηματοδοτική στήριξη στις εθνικές στατιστικές υπηρεσίες και άλλες εθνικές αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 223/2009.
Άρθρο 9
Απαιτήσεις ποιότητας
1. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ποιότητα των διαβιβαζόμενων στοιχείων.
2. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, στα στοιχεία που πρέπει να διαβιβάζονται εφαρμόζονται τα κριτήρια ποιότητας που αναφέρονται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 223/2009.
3. Τα κράτη μέλη υποβάλλουν έκθεση στην Επιτροπή (Eurostat) σχετικά με τα μεταδεδομένα αναφοράς, χρησιμοποιώντας τα πρότυπα του Ευρωπαϊκού Στατιστικού Συστήματος και ιδίως σχετικά με τις πηγές των στοιχείων, τους ορισμούς και τις μεθόδους εκτίμησης που χρησιμοποιούνται για το πρώτο έτος αναφοράς και τηρούν ενήμερη την Επιτροπή (Eurostat) σχετικά με τυχόν αλλαγές.
4. Κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής (Eurostat), τα κράτη μέλη παρέχουν όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την αξιολόγηση της ποιότητας της στατιστικής πληροφόρησης.
5. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι τα στοιχεία για τον πληθυσμό, που απαιτούνται βάσει του άρθρου 3 του παρόντος κανονισμού, είναι συνεπή με τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του άρθρου 3 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 862/2007.
Άρθρο 10
Διαδικασία επιτροπής
1. Η Επιτροπή επικουρείται από την επιτροπή ευρωπαϊκού στατιστικού συστήματος που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 223/2009. Η επιτροπή αυτή αποτελεί επιτροπή υπό την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
2. Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
Άρθρο 11
Ρήτρα αναθεώρησης
1. Η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο μία πρώτη έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού έως τις 31 Δεκεμβρίου 2018, και μία δεύτερη έκθεση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023. Στις εκθέσεις αυτές, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τις σχετικές πληροφορίες που παρέχονται από τα κράτη μέλη και αξιολογεί την ποιότητα των διαβιβαζόμενων στοιχείων, τις μεθόδους συλλογής των στοιχείων, την επιπρόσθετη επιβάρυνση που επιβάλλεται στα κράτη μέλη και στους ερωτώμενους, καθώς και τη συγκρισιμότητα των εν λόγω στατιστικών. Οι εκθέσεις αυτές αξιολογούν τη χρήση επιστημονικά θεμελιωμένων, καλά τεκμηριωμένων στατιστικών μεθόδων εκτίμησης, για την εκτίμηση του «συνήθως διαμένοντος» πληθυσμού με βάση τον νομίμως διαμένοντα ή τον εγγεγραμμένο πληθυσμό. Η πρώτη έκθεση καλύπτει επίσης τα αποτελέσματα των μελετών σκοπιμότητας που αναφέρονται στο άρθρο 8.
2. Εφόσον ενδείκνυται, οι εν λόγω εκθέσεις συνοδεύονται από προτάσεις που αποβλέπουν στην περαιτέρω βελτίωση του κοινού νομικού πλαισίου για την ανάπτυξη, την παραγωγή και τη διάδοση ευρωπαϊκών στατιστικών σχετικά με τον πληθυσμό και τα δημογραφικά γεγονότα σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό.
Άρθρο 12
Έναρξη ισχύος
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ο παρών κανονισμός παύει να εφαρμόζεται στις 31 Αυγούστου 2028.
Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.
Στρασβούργο, 20 Νοεμβρίου 2013.
Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο
Ο Πρόεδρος
M. SCHULZ
Για το Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος
V. LEŠKEVIČIUS
(1) Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2013 (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα) και απόφαση του Συμβουλίου της 15ης Νοεμβρίου 2013.
(2) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1059/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Μαΐου 2003, για τη θέσπιση μιας κοινής ονοματολογίας των εδαφικών στατιστικών μονάδων (NUTS) (ΕΕ L 154 της 21.6.2003, σ. 1).
(3) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 223/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 2009, σχετικά με τις ευρωπαϊκές στατιστικές και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 1101/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τη διαβίβαση στη Στατιστική Υπηρεσία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων πληροφοριών που καλύπτονται από το στατιστικό απόρρητο, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 322/97 του Συμβουλίου σχετικά με τις κοινοτικές στατιστικές και της απόφασης 89/382/ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου για τη σύσταση επιτροπής του στατιστικού προγράμματος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 87 της 31.3.2009, σ. 164).
(4) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 862/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 2007, περί κοινοτικών στατιστικών για τη μετανάστευση και τη διεθνή προστασία και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 311/76 του Συμβουλίου περί τηρήσεως στατιστικών για τους αλλοδαπούς εργαζόμενους (ΕΕ L 199 της 31.7.2007, σ. 23).
(5) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 763/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Ιουλίου 2008, σχετικά με τις απογραφές πληθυσμού και στέγασης (ΕΕ L 218 της 13.8.2008, σ. 14).
(6) Οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 281 της 23.11.1995, σ. 31).
(7) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ L 8 της 12.1.2001, σ. 1).
(8) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13).
(9) Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1201/2009 της Επιτροπής, της 30ής Νοεμβρίου 2009, για την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 763/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με τις απογραφές πληθυσμού και στέγασης όσον αφορά τις τεχνικές προδιαγραφές των θεμάτων και των αναλύσεών τους (ΕΕ L 329 της 15.12.2009, σ. 29).